(ii) Διαφορές μεταξύ των ειδών υποθετικών λόγων
§11.58. Οι διαφορές μεταξύ των ειδών των υποθετικών προτάσεων και οι νοηματικές αποχρώσεις που εκφράζει το καθένα από αυτά προβάλλουν εναργέστερα όταν τα είδη αυτά εμφανίζονται στην ίδια συνάφεια του λόγου. Ορισμένα ενδεικτικά παραδείγματα:
§11.59. Η διαφορά μεταξύ του εἰ και ευκτικής αφενός, ἐάν και υποτακτικής αφετέρου είναι ιδιαίτερα έκδηλη σε χωρία όπου οι δύο συντάξεις αντιπαρατίθενται, όπως π.χ. στην περίπτωση:
ΗΡΟΔ 9.48 ἢν μὲν δοκῇ καὶ τοὺς ἄλλους μάχεσθαι, οἱ δ' ὦν μετέπειτα μαχέσθων ὕστεροι∙ εἰ δὲ καὶ μὴ δοκέοι ἀλλ' ἡμέας μούνους ἀποχρᾶν, ἡμεῖς δὲ διαμαχεσώμεθα || αν οι υπόλοιποι αποφασίσουν να πολεμήσουν και αυτοί, ας μπουν στη μάχη αργότερα, μετά από εμάς∙ αν όμως δεν το αποφασίσουν και αποφανθούν πως αρκεί να πολεμήσουμε μόνο εμείς [μεταξύ μας], ας αναμετρηθούμε εμείς.
Η πρώτη υπόθεση (ἢν δοκῇ) διατυπώνει κάτι που ο ομιλητής (ο Μαρδόνιος) προσδοκά να συμβεί, ενώ η δεύτερη (εἰ δοκέοι) κάτι που του φαίνεται να απέχει περισσότερο από την πραγματικότητα ή την πραγματοποίησή του.
Παρόμοια και:
ΠΛ Φαιδρ 259a-b εἰοὖν ἴδοιεν καὶ νὼ καθάπερ τοὺς πολλοὺς ἐν μεσημβρίᾳ μὴ διαλεγομένους ἀλλὰ νυστάζοντας καὶ κηλουμένους ὑφ' αὑτῶν [τῶν ᾁδόντων τεττίγων] δι' ἀργίαν τῆς διανοίας, δικαίως ἂν καταγελῷεν, ἡγούμενοι ἀνδράποδ' ἄττα σφίσιν ἐλθόντα εἰς τὸ καταγώγιον ὥσπερ προβάτια μεσημβριάζοντα περὶ τὴν κρήνην εὕδειν· ἐὰν δὲ ὁρῶσι διαλεγομένους καὶ παραπλέοντάς σφας ὥσπερ Σειρῆνας ἀκηλήτους, ὃ γέρας παρὰ θεῶν ἔχουσιν ἀνθρώποις διδόναι, τάχ' ἂν δοῖεν ἀγασθέντες || αν μας έβλεπαν και εμάς τους δύο, όπως τον πολύν κόσμο, το μεσημέρι να μη συζητούμε, αλλά να είμαστε νυσταγμένοι και μαγεμένοι από αυτά [τα τζιτζίκια και το τραγούδι τους] εξαιτίας της νωθρότητας του νου μας, δίκαια θα μας περιγελούσαν παίρνοντάς μας για τίποτε δούλους που ήρθαν στο κατάλυμμά τους να κοιμηθούν, σαν πρόβατα που περνούν το μεσημέρι γύρω από την πηγή∙ αν όμως μας έβλεπαν να συζητούμε και να πλέουμε κοντά σε αυτά [στα τζιτζίκια] σαν δίπλα από Σειρήνες χωρίς να γοητευτούμε, το έπαθλο που έχουν από τους θεούς για να το απονέμουν στους ανθρώπους ίσως το έδιναν σε εμάς από θαυμασμό και εκτίμηση.
Ο Σωκράτης, ο οποίος εδώ είναι ο ομιλητής, διατυπώνει εδώ την πρώτη υπόθεση σαν μια απλή σκέψη ανεξάρτητα από την δυνατότητα πραγματοποίησής της, γι'αυτό και την διατυπώνει με εἰ και ευκτική. Τη δεύτερη όμως (ἐὰν ὁρῶσι) την εκφράζει με ἐάν και υποτακτική επειδή προσδοκά ότι επίκειται να γίνει πραγματικότητα.
§11.60. Διαφορά μεταξύ εἰ και ευκτικής αφενός, εἰ και οριστικής παρατατικού αφετέρου:
• Αντίθεση μεταξύ δυνατότητας και μη πραγματικού:
ΠΛ Πρωτ 311b-e εἴ τις σε ἤρετο […] τί ἂν ἀπεκρίνω; […] εἰ οὖν τις ἡμᾶς ἔροιτο […] τί ἂν αὐτῷ ἀποκριναίμεθα; || αν κάποιος [πράγμα που δεν μπορώ να φανταστώ] σε ρωτούσε […] τι θα απαντούσες; Αν κάποιος [πράγμα που μπορώ να φανταστώ] μας ρωτούσε […] τι θα μπορούσαμε να του απαντήσουμε;
• Αντίθεση μεταξύ δυνατότητας του παρόντος και πραγματικότητας του παρελθόντος:
ΠΛ Απολ 28e-29a ἐγὼ οὖν δεινὰ ἂν εἴη εἰργασμένος, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, εἰ […] τότε μὲν οὗ ἐκεῖνοι [οἱ ἄρχοντες] ἔττατον ἔμενον ὥσπερ καὶ ἄλλος τις καὶ ἐκινδύνευον ἀποθανεῖν[…], ἐνταῦθα δὲ φοβηθεὶς […] λίποιμι τὴν τάξιν || εγώ λοιπόν, άνδρες Αθηναίοι, θα έδειχνααπαράδεκτη συμπεριφορά αν τότε, όπως βέβαια και κάθε άλλος, έμεινα εκεί που με διέταξαν οι αρχηγοί και κινδύνεψα να σκοτωθώ, ενώ τώρα έσπευδα να εγκαταλείψω από φόβο τη θέση μου.
Εδώ υπάρχει κατά βάση ένας υποθετικός λόγος του τρίτου είδους (δεινὰ ἂν εἴη εἰργασμένος, εἰ λίποιμι τὴν τάξιν). Παρεμβάλλεται όμως μια υπόθεση (εἰ ἔμενον καὶ ἐκινδύνευον) που ανήκει στο πρώτο είδος. Και στις δύο υποθέσεις ο Σωκράτης μιλά για τη συμπεριφορά του. Η πρώτη, παρεμβαλλόμενη, αναφέρεται όμως στην ανδρεία στάση που επέδειξε στο παρελθόν, γι'αυτό και εκφέρεται με τον τρόπο του πραγματικού (στο αρχαίο κείμενο οριστική παρατατικού που δηλώνει τη διάρκεια: ἔμενον, ἐκινδύνευον). Η παρούσα κατάσταση διατυπώνεται όμως με εἰ και ευκτική (εἰ λίποιμι) γιατί πρόκειται για μια απλή σκέψη, για μια δυνατότητα την οποία θα μπορούσε ακόμη να προκρίνει ο Σωκράτης (με τον παρακείμενο εἰργασμένος της απόδοσης όμως προδικάζεται η απόφασή του να μην δραπετεύσει).
§11.61. Όταν μετά το εἰ με οριστική ενός αρκτικού χρόνου ακολουθεί μια ευκτική, τότε η τελευταία συχνά δηλώνει μια προϋπόθεση, η εκπλήρωση της οποίας εξαρτάται από την πραγματοποίηση της προηγούμενης προϋπόθεσης, όπως π.χ. στην περίπτωση:
ΞΕΝ ΚΠαιδ 4.6.7 εἰ οὖν σύ με δέχῃ καὶ ἐλπίδα τινὰ λάβοιμι τῷ φίλῳ παιδὶ τιμωρίας ἄν τινος μετὰ σοῦ τυχεῖν, καὶ ἀνηβῆσαι ἂν πάλιν δοκῶ μοι καὶ οὔτε ζῶν ἂν ἔτι αἰσχυνοίμην οὔτε ἀποθνῄσκων ἀνιώμενος ἂν τελευτᾶν δοκῶ || αν λοιπόν εσύ με δεχτείς, και μου δώσεις κάποια ελπίδα να εκδικηθώ με τη βοήθειά σου για το θάνατο του αγαπητού μου παιδιού, νομίζω πως θα ξαναγινόμουν νέος, και, εφόσον ζω, δεν θα ντρεπόμουν πια, ούτε, όταν πεθάνω, θα πήγαινα λυπημένος στην άλλη ζωή.
Τρίτη 16 Μαΐου 2023
Το Αληθώς υπάρχειν, βρίσκεται στο μη-επιλέγειν ιδιοτελώς
Πολλές φορές στην ζωή καλούμαστε να επιλέξουμε ώστε να χαράξουμε την πορεία μας σε αυτήν. Κάθε επιλογή, όμως, φέρει μαζί και τα δεσμά της σχέσης, με αυτό που μέλει να απορρίψουμε.
Μια επιλογή, όμως, έχει βάση αληθείας, όταν αναφέρεται στο τι είμαι διατεθειμένος να δώσω και όχι μόνο να πάρω. Μόνο τότε προσεγγίζεται ο αληθής λόγος του «Υπάρχειν». Αυτό, όμως, που προσδίδει περισσότερο νόημα και ουσία στη ζωή, δεν είναι η πρόσθεση, αλλά η αφαίρεση. Με την πρόσθεση παγιώνεται μια κρίση στην κοινωνία, η οποία ξεκινά πάντοτε από το άτομο.
Ο άνθρωπος λοιπόν, είναι ο φορέας των αξιών αλλά ταυτόχρονα και ο υπονομευτής τους. Από τον ίδιο προέρχεται η προβολή της ατομικής ιδιοτελούς ματιάς: όταν επιλέγει. Επιλέγουμε, λοιπόν, κάποιον συνήθως, για να διαχειριστεί αυτά που εμείς αδυνατούμε να κατανοήσουμε. Αυτό το βάρος που του εναποθέτουμε να διαχειριστεί με την επιλογή μας, του είναι δυσβάσταχτο και οδηγεί συνήθως σε περισσότερες αδιέξοδες λύσεις, οι οποίες επιστέφουν και πάλι σε μας. Έτσι δημιουργείται η έκπτωση πολιτισμού.
Η ζωή μεσ’ την ροή που μας παρέχει, έρχεται να μας προσκαλέσει, έτσι ώστε να συμμετέχουμε σε αυτήν, αναλαμβάνοντας όμως την ευθύνη, τουλάχιστον, των επιλογών μας. Αυτό που μας καλεί να δώσουμε είναι η ιδιοτέλεια του “εγώ” μας έναντι του άλλου. Στο βαθμό που δεν το κάνουμε εθελουσίως, βιώνουμε την τραγικότητα της απομείωσης του “εγώ” με πόνο. Κάθε αφαίρεση πονά, όπως η αποκόλληση των μη υγιών κυττάρων από μια πληγή που απαιτείται να καθαρθεί, για να συνεχιστεί η ύπαρξη.
Το νόημα που θα πρέπει να αναζητείται στην ζωή είναι η ποιοτική της στόχευσης. Η κάθε επιλογή – εκλογή, αναφέρεται σε ποσοτικές μετρήσεις αριθμών, παραβλέποντας τα ποιοτικά χαρακτηριστικά.
Όταν επιλέγω, συνήθως προβάλω το “εγώ “ μου και σπάνια το “εμείς”.
Το κάνω με βάση την ιδιοτέλεια μου, η οποία με απομακρύνει από το όλον στο οποίο ανήκω και οικώ. Έτσι, την άρνηση της ατομικής δικής μας παραχώρησης, θα την επωμιστούν άλλοι. Το “εγώ” σχεδόν πάντα εκφράζει μια ανεπάρκεια διαχείρισης του οικουμενικού, για αυτό και απομακρύνεται από την αρμονία της σιωπής. Όταν μάλιστα προέρχεται από θυμό, το καλούμε συχνά δικαίωμα. Ξεχνάμε να δούμε, όμως, πως : όποιος θυμώνει, φοβάται και ο φοβισμένος αργά ή γρήγορα θα θυμώσει και θα εμπλακεί.
Επιλέγουμε, λοιπόν, την πιο θορυβώδη φωνή, η οποία διεκδικεί για εμάς αυτά που αποφύγαμε να επωμιστούμε ατομικά, αντί να επιλέξουμε αυτό που θα μας ενεργοποιήσει σε δράση. Συνήθως, όποτε επιλέγουμε, επιλέγουμε το λάθος. Αυτό συμβαίνει διότι το ορθώς επιλέγειν είναι μειοψηφούν και κρυπτόμενο, το οποίο αναμένει αυτόν, που αναζητά τα ίχνη του να ακολουθήσει.
Καλύτερα, λοιπόν, κάποιος να μην επιλέξει το λάθος, αλλά να δεχτεί να το επωμιστεί ως το μερίδιο της δικής του ευθύνης στην κοινωνία στην οποία οικεί.
Είναι η ύψιστη ανάληψη της ευθύνης που καλείται να πάρει, αφαιρώντας από την φωνή της βούλησης του την έκ-φραση. Αυτή η φραγή του “εγώ” ενδέχεται να επιτρέψει την απο-κάλυψη ενός εσωτερικού αληθούς ίχνους που βρίσκεται στην λήθη.
Τότε αληθινά οδηγείται κάποιος στην Ελευθερία: όταν αφ-αίρει τις επιθυμίες, τις επιλογές και τα θέλω του σταδιακά, ώστε όταν η ζωή τον δοκιμάσει να είναι στοιχειωδώς έτοιμος.
Κάθε αποκάλυψη της αλήθειας, προκαλεί ένα μούδιασμα, ως αποτέλεσμα μιας εσωτερικής απολέπισης, που προκύπτει από μια καθίζηση του “εγώ”, με μια αντίστοιχη πλήρωση. Η αλήθεια αναφωνεί μέσα μας, τον διαχρονικό λόγο του «Υπάρχειν» εν γένει.
Καλούμαστε να αποδεχτούμε, λοιπόν, όταν δεν επιλέγουμε οι ίδιοι, τις όποιες επιλογές των ποσοτικών πλειοψηφικών αριθμών του συνόλου. Με αυτόν τον τρόπο, θα επωμιστεί ο καθένας μάς, το βάρος της ευθύνης των επιλογών του συνόλου στο οποίο ανήκει. Ίσως, μάλιστα, πολλές φορές, να μας είναι δυσανάλογο το βάρος. Εκεί όμως στο μεταίχμιο των ορίων μας, λίγο πριν μας γονατίσει το βάρος της ευθύνης που μας αναλογεί, αν κλείσουμε τα μάτια από τα αισθητά και εξωτερικά, εξουθενωμένοι, ενδέχεται να διακρίνουμε εντός μας, τον σπόρο που η άνοιξη θα φέρει ως βλαστό.
Τέλος, έρχεται ο Πλάτων να μας υπενθυμίσει:
“Έχουμε πράγματι την απόδειξη ότι, αν είναι να γνωρίζουμε ποτέ κάτι ξεκάθαρα, πρέπει να απαλλαγούμε [να απο-δεσμευτούμε] από αυτό και ότι μόνο με την ψυχή πρέπει να ατενίζουμε αυτά τούτα τα πράγματα. Τότε μόνο, καθώς φαίνεται, θα γίνει δικό μας αυτό που επιθυμούμε και λέμε ότι είμαστε εραστές του”, (Πλάτων, Φαίδων, 66e).
Ίσως εν τέλει να χρειάζεται το σκοτάδι για να φωτιστεί κάτι από μέσα. Το σκοτάδι μιας αδιέξοδης εξωτερικής επιλογής, ώστε να φανερωθεί, η εσωτερική α-ληθή επιλογή της Ψυχής, που θα μας αποκαλύψει, ως εν-θύμηση, την διέξοδο.
---------------------
Μια επιλογή, όμως, έχει βάση αληθείας, όταν αναφέρεται στο τι είμαι διατεθειμένος να δώσω και όχι μόνο να πάρω. Μόνο τότε προσεγγίζεται ο αληθής λόγος του «Υπάρχειν». Αυτό, όμως, που προσδίδει περισσότερο νόημα και ουσία στη ζωή, δεν είναι η πρόσθεση, αλλά η αφαίρεση. Με την πρόσθεση παγιώνεται μια κρίση στην κοινωνία, η οποία ξεκινά πάντοτε από το άτομο.
Ο άνθρωπος λοιπόν, είναι ο φορέας των αξιών αλλά ταυτόχρονα και ο υπονομευτής τους. Από τον ίδιο προέρχεται η προβολή της ατομικής ιδιοτελούς ματιάς: όταν επιλέγει. Επιλέγουμε, λοιπόν, κάποιον συνήθως, για να διαχειριστεί αυτά που εμείς αδυνατούμε να κατανοήσουμε. Αυτό το βάρος που του εναποθέτουμε να διαχειριστεί με την επιλογή μας, του είναι δυσβάσταχτο και οδηγεί συνήθως σε περισσότερες αδιέξοδες λύσεις, οι οποίες επιστέφουν και πάλι σε μας. Έτσι δημιουργείται η έκπτωση πολιτισμού.
Η ζωή μεσ’ την ροή που μας παρέχει, έρχεται να μας προσκαλέσει, έτσι ώστε να συμμετέχουμε σε αυτήν, αναλαμβάνοντας όμως την ευθύνη, τουλάχιστον, των επιλογών μας. Αυτό που μας καλεί να δώσουμε είναι η ιδιοτέλεια του “εγώ” μας έναντι του άλλου. Στο βαθμό που δεν το κάνουμε εθελουσίως, βιώνουμε την τραγικότητα της απομείωσης του “εγώ” με πόνο. Κάθε αφαίρεση πονά, όπως η αποκόλληση των μη υγιών κυττάρων από μια πληγή που απαιτείται να καθαρθεί, για να συνεχιστεί η ύπαρξη.
Το νόημα που θα πρέπει να αναζητείται στην ζωή είναι η ποιοτική της στόχευσης. Η κάθε επιλογή – εκλογή, αναφέρεται σε ποσοτικές μετρήσεις αριθμών, παραβλέποντας τα ποιοτικά χαρακτηριστικά.
Όταν επιλέγω, συνήθως προβάλω το “εγώ “ μου και σπάνια το “εμείς”.
Το κάνω με βάση την ιδιοτέλεια μου, η οποία με απομακρύνει από το όλον στο οποίο ανήκω και οικώ. Έτσι, την άρνηση της ατομικής δικής μας παραχώρησης, θα την επωμιστούν άλλοι. Το “εγώ” σχεδόν πάντα εκφράζει μια ανεπάρκεια διαχείρισης του οικουμενικού, για αυτό και απομακρύνεται από την αρμονία της σιωπής. Όταν μάλιστα προέρχεται από θυμό, το καλούμε συχνά δικαίωμα. Ξεχνάμε να δούμε, όμως, πως : όποιος θυμώνει, φοβάται και ο φοβισμένος αργά ή γρήγορα θα θυμώσει και θα εμπλακεί.
Επιλέγουμε, λοιπόν, την πιο θορυβώδη φωνή, η οποία διεκδικεί για εμάς αυτά που αποφύγαμε να επωμιστούμε ατομικά, αντί να επιλέξουμε αυτό που θα μας ενεργοποιήσει σε δράση. Συνήθως, όποτε επιλέγουμε, επιλέγουμε το λάθος. Αυτό συμβαίνει διότι το ορθώς επιλέγειν είναι μειοψηφούν και κρυπτόμενο, το οποίο αναμένει αυτόν, που αναζητά τα ίχνη του να ακολουθήσει.
Καλύτερα, λοιπόν, κάποιος να μην επιλέξει το λάθος, αλλά να δεχτεί να το επωμιστεί ως το μερίδιο της δικής του ευθύνης στην κοινωνία στην οποία οικεί.
Είναι η ύψιστη ανάληψη της ευθύνης που καλείται να πάρει, αφαιρώντας από την φωνή της βούλησης του την έκ-φραση. Αυτή η φραγή του “εγώ” ενδέχεται να επιτρέψει την απο-κάλυψη ενός εσωτερικού αληθούς ίχνους που βρίσκεται στην λήθη.
Τότε αληθινά οδηγείται κάποιος στην Ελευθερία: όταν αφ-αίρει τις επιθυμίες, τις επιλογές και τα θέλω του σταδιακά, ώστε όταν η ζωή τον δοκιμάσει να είναι στοιχειωδώς έτοιμος.
Κάθε αποκάλυψη της αλήθειας, προκαλεί ένα μούδιασμα, ως αποτέλεσμα μιας εσωτερικής απολέπισης, που προκύπτει από μια καθίζηση του “εγώ”, με μια αντίστοιχη πλήρωση. Η αλήθεια αναφωνεί μέσα μας, τον διαχρονικό λόγο του «Υπάρχειν» εν γένει.
Καλούμαστε να αποδεχτούμε, λοιπόν, όταν δεν επιλέγουμε οι ίδιοι, τις όποιες επιλογές των ποσοτικών πλειοψηφικών αριθμών του συνόλου. Με αυτόν τον τρόπο, θα επωμιστεί ο καθένας μάς, το βάρος της ευθύνης των επιλογών του συνόλου στο οποίο ανήκει. Ίσως, μάλιστα, πολλές φορές, να μας είναι δυσανάλογο το βάρος. Εκεί όμως στο μεταίχμιο των ορίων μας, λίγο πριν μας γονατίσει το βάρος της ευθύνης που μας αναλογεί, αν κλείσουμε τα μάτια από τα αισθητά και εξωτερικά, εξουθενωμένοι, ενδέχεται να διακρίνουμε εντός μας, τον σπόρο που η άνοιξη θα φέρει ως βλαστό.
Τέλος, έρχεται ο Πλάτων να μας υπενθυμίσει:
“Έχουμε πράγματι την απόδειξη ότι, αν είναι να γνωρίζουμε ποτέ κάτι ξεκάθαρα, πρέπει να απαλλαγούμε [να απο-δεσμευτούμε] από αυτό και ότι μόνο με την ψυχή πρέπει να ατενίζουμε αυτά τούτα τα πράγματα. Τότε μόνο, καθώς φαίνεται, θα γίνει δικό μας αυτό που επιθυμούμε και λέμε ότι είμαστε εραστές του”, (Πλάτων, Φαίδων, 66e).
Ίσως εν τέλει να χρειάζεται το σκοτάδι για να φωτιστεί κάτι από μέσα. Το σκοτάδι μιας αδιέξοδης εξωτερικής επιλογής, ώστε να φανερωθεί, η εσωτερική α-ληθή επιλογή της Ψυχής, που θα μας αποκαλύψει, ως εν-θύμηση, την διέξοδο.
---------------------
Υ.Γ: Στόχος της παρούσας διατύπωσης είναι, η όσο το δυνατόν μεγαλύτερη αποχή από την ιδιοτελή και νοητική ματιά, έτσι ώστε η καρδιά να προβεί στο αληθώς μη-επιλέγειν, που είναι ο μόνος αυτονόητος λόγος της ύπαρξής της. Η καρδιά, λοιπόν, δεν επιλέγει, αλλά πάλλεται απλώς εντός του σώματος στο οποίο οικεί, ενώ με αυτήν της την παλιδρομή άγει το Ζειν Αληθώς.
Ας ρωτήσουμε τον εαυτό μας, λοιπόν, πού θέλει να πάμε στη ζωή μας, και ας εμπιστευθούμε το “τώρα”... μπορεί να είμαστε ήδη ΕΚΕΙ, Εντός του Ζειν.
Ας ρωτήσουμε τον εαυτό μας, λοιπόν, πού θέλει να πάμε στη ζωή μας, και ας εμπιστευθούμε το “τώρα”... μπορεί να είμαστε ήδη ΕΚΕΙ, Εντός του Ζειν.
Η δύναμη της επιλογής είναι η ανακούφιση για τον ανθρώπινο πόνο
Στο επίκεντρο του ανθρώπινου πόνου βρίσκεται η αίσθηση του εγκλωβισμού και μια καταιγίδα συναισθημάτων που πέφτει ανελέητα. Όταν βρίσκεστε σε αυτόν τον κλειστό και ατελείωτο βρόγχο, το νόημα της ζωής σας μπορεί να δεχτεί ένα χτύπημα, ξεφουσκώνοντας σας στην πορεία. Χωρίς το κίνητρο να αλλάξετε, μπορεί απλώς να στέκεστε και να παρατηρείτε τα βάσανά σας, περιμένοντας να περάσουν ή ευχόμενοι να φύγουν. Για τόσους πολλούς ανθρώπους, αυτό το μαρτύριο μοιάζει ατελείωτο και η ελπίδα είναι αόρατη και αδύνατο να προσληφθεί.
Πώς διαχειρίζεστε τη ζωή όταν την αισθάνεστε άδεια, δεν έχει λάμψη και είναι γεμάτη με οδύνη που δεν μπορείτε να απελευθερώσετε; Ένας βασικός στόχος είναι να αλλάξετε την αφήγησή σας μέχρι να δείτε ότι έχετε επιλογές που προηγουμένως ήταν αόρατες. Ο μηχανισμός πίσω από αυτή την αλλαγή της αφήγησης δεν είναι προφανής, αλλά υπάρχουν μερικά βήματα που μπορείτε να κάνετε για να εμπλακείτε στη διαδικασία.
Ξεκινήστε ένα νέο κεφάλαιο
Μπορεί να νομίζετε ότι έχετε τόση δύναμη όση σας έχει δώσει η ζωή. Τι θα γινόταν όμως αν μπορούσατε να συγγράψετε μια διαφορετική πραγματικότητα; Η αίσθηση της δικής μας δύναμης συχνά προέρχεται από το πόσα χρήματα, επιρροή ή κοσμική επιτυχία είχαμε. Αυτά τα προηγούμενα αποτελέσματα απολιθώνουν τις δυνατότητές μας.
Το μέλλον γίνεται αυτοκαθοριζόμενο όταν δεχόμαστε το παρελθόν ως ορισμό του μέλλοντός μας ή όταν το παρελθόν κυριαρχεί σε κάθε μελλοντική στιγμή. Αυτό ονομάζεται “χρονική αποσύνθεση “ και είναι αρκετά συνηθισμένο όταν κάποιος βιώνει τραύμα, αλλά είναι μια επανένταξη που πρέπει να επιδιώξουμε. Για να συγγράψετε τη δική σας ζωή, είναι σημαντικό να ξεκινήσετε ένα νέο κεφάλαιο στο οποίο το παρελθόν σας θα έχει ελάχιστη αρνητική επίδραση στην αυτοαντίληψή σας.
Πώς μπορείτε να ξεκινήσετε αυτό το νέο κεφάλαιο;
Μιλώντας μεταφορικά, γυρίζετε σελίδα από το σημερινό σας μαρτύριο και προχωράτε προς ένα πιο ευτυχισμένο τέλος. Για να το κάνετε αυτό, πρέπει να γράψετε αυτή την ιστορία. Βοηθάει να το υπενθυμίζετε στον εαυτό σας με αυτο-ομιλίες όπως: “Δεν χρειάζομαι πλέον αυτό το μαρτύριο να με καθορίζει” και “Ορίζομαι από αυτό που θα δημιουργήσω και όχι από την παθητικότητα του παρελθόντος μου”. Αυτό απαιτεί αυτοκριτική καθώς και αυτοσεβασμό. Η κριτική μπορεί να έρθει ως εξής: “Έκανα λάθος να ζω στο παρελθόν και να επιβάλλω αυτό το πρότυπο στο μέλλον μου”.
Μόλις κάνετε αυτή τη μετατόπιση, πώς ξεκινάτε;
Οι συγγραφείς, από τη φύση τους, είναι δημιουργικοί. Πρέπει να εγκαταλείψετε την πραγματικότητα όπως την βιώνετε και να αφοσιωθείτε στη δημιουργικότητά σας. Οι δυνατότητες είναι ουσιαστικά φανταστικές μέχρι να γίνουν πραγματικές. Ωστόσο, όπως τα σχέδια ενός αρχιτέκτονα, είναι μια αναγκαία μυθοπλασία για τη νέα ζωή που χτίζετε. Μην παρασύρεστε από την πραγματικότητα. Να θυμάστε ότι το σχέδιό σας για μια νέα ζωή απαιτεί ένα προσχέδιο που μπορείτε να χτίσετε.
Οι περισσότεροι άνθρωποι μπορούν να φανταστούν μια διαφορετική ζωή, αλλά συγκρατούνται από αυτό επειδή είναι αναγκασμένοι να τη συνδέσουν με την τρέχουσα πραγματικότητά τους. Η φαντασία είναι ο πραγματικός σας πλούτος, επειδή μπορείτε να χτίσετε τα πάντα με αυτήν. Ο ανθρώπινος εγκέφαλος μερικές φορές δεν μπορεί να ξεχωρίσει τη διαφορά μεταξύ φαντασίας και αντίληψης, και όταν κατέχετε τη φαντασία σας και δεσμεύεστε σε αυτό που θέλετε, αυτή η διάκριση γίνεται ακόμη πιο δυσδιάκριτη. Θα αρχίσετε να ενσαρκώνετε αυτές τις δυνατότητες.
Γιατί να φανταστείτε;
Η νοητική απεικόνιση είναι ένας ενισχυτής κινήτρων. Επιπλέον, σας βοηθά να δημιουργήσετε επιλογές και να νιώσετε πιο συναισθηματικά συνδεδεμένοι με τον στόχο σας. Στον εγκέφαλο, μια διαδικασία μαστορέματος βοηθά να συνδυάσετε παλιές ιδέες για να δημιουργήσετε νέες.
Φιλτράροντας το παρελθόν
Τα κέντρα μνήμης του εγκεφάλου επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό το τι μπορείτε να φανταστείτε. Επομένως, αν τα κυκλώματα αυτόματης συνήθειας σας ανακαλούν κυρίως τον πόνο του παρελθόντος, η εύρεση οποιασδήποτε ελπιδοφόρας πορείας προς το μέλλον θα είναι δύσκολη.
Το πρώτο σας βήμα θα πρέπει να είναι η συλλογή θετικών και αρνητικών εμπειριών. Στη συνέχεια, στη θετική στήλη (νίκες), απαριθμήστε ή σκεφτείτε πώς αυτό μπορεί να συμβάλει στις μελλοντικές σας νίκες. Στη στήλη “απώλειες”, απαριθμήστε ή αναλογιστείτε τι μάθατε και τι δεν θα επαναλάβετε. Σκεφτείτε πώς θα μπορούσατε να κάνετε ακόμη και το αντίθετο.
Πώς διαχειρίζεστε τη ζωή όταν την αισθάνεστε άδεια, δεν έχει λάμψη και είναι γεμάτη με οδύνη που δεν μπορείτε να απελευθερώσετε; Ένας βασικός στόχος είναι να αλλάξετε την αφήγησή σας μέχρι να δείτε ότι έχετε επιλογές που προηγουμένως ήταν αόρατες. Ο μηχανισμός πίσω από αυτή την αλλαγή της αφήγησης δεν είναι προφανής, αλλά υπάρχουν μερικά βήματα που μπορείτε να κάνετε για να εμπλακείτε στη διαδικασία.
Ξεκινήστε ένα νέο κεφάλαιο
Μπορεί να νομίζετε ότι έχετε τόση δύναμη όση σας έχει δώσει η ζωή. Τι θα γινόταν όμως αν μπορούσατε να συγγράψετε μια διαφορετική πραγματικότητα; Η αίσθηση της δικής μας δύναμης συχνά προέρχεται από το πόσα χρήματα, επιρροή ή κοσμική επιτυχία είχαμε. Αυτά τα προηγούμενα αποτελέσματα απολιθώνουν τις δυνατότητές μας.
Το μέλλον γίνεται αυτοκαθοριζόμενο όταν δεχόμαστε το παρελθόν ως ορισμό του μέλλοντός μας ή όταν το παρελθόν κυριαρχεί σε κάθε μελλοντική στιγμή. Αυτό ονομάζεται “χρονική αποσύνθεση “ και είναι αρκετά συνηθισμένο όταν κάποιος βιώνει τραύμα, αλλά είναι μια επανένταξη που πρέπει να επιδιώξουμε. Για να συγγράψετε τη δική σας ζωή, είναι σημαντικό να ξεκινήσετε ένα νέο κεφάλαιο στο οποίο το παρελθόν σας θα έχει ελάχιστη αρνητική επίδραση στην αυτοαντίληψή σας.
Πώς μπορείτε να ξεκινήσετε αυτό το νέο κεφάλαιο;
Μιλώντας μεταφορικά, γυρίζετε σελίδα από το σημερινό σας μαρτύριο και προχωράτε προς ένα πιο ευτυχισμένο τέλος. Για να το κάνετε αυτό, πρέπει να γράψετε αυτή την ιστορία. Βοηθάει να το υπενθυμίζετε στον εαυτό σας με αυτο-ομιλίες όπως: “Δεν χρειάζομαι πλέον αυτό το μαρτύριο να με καθορίζει” και “Ορίζομαι από αυτό που θα δημιουργήσω και όχι από την παθητικότητα του παρελθόντος μου”. Αυτό απαιτεί αυτοκριτική καθώς και αυτοσεβασμό. Η κριτική μπορεί να έρθει ως εξής: “Έκανα λάθος να ζω στο παρελθόν και να επιβάλλω αυτό το πρότυπο στο μέλλον μου”.
Μόλις κάνετε αυτή τη μετατόπιση, πώς ξεκινάτε;
Οι συγγραφείς, από τη φύση τους, είναι δημιουργικοί. Πρέπει να εγκαταλείψετε την πραγματικότητα όπως την βιώνετε και να αφοσιωθείτε στη δημιουργικότητά σας. Οι δυνατότητες είναι ουσιαστικά φανταστικές μέχρι να γίνουν πραγματικές. Ωστόσο, όπως τα σχέδια ενός αρχιτέκτονα, είναι μια αναγκαία μυθοπλασία για τη νέα ζωή που χτίζετε. Μην παρασύρεστε από την πραγματικότητα. Να θυμάστε ότι το σχέδιό σας για μια νέα ζωή απαιτεί ένα προσχέδιο που μπορείτε να χτίσετε.
Οι περισσότεροι άνθρωποι μπορούν να φανταστούν μια διαφορετική ζωή, αλλά συγκρατούνται από αυτό επειδή είναι αναγκασμένοι να τη συνδέσουν με την τρέχουσα πραγματικότητά τους. Η φαντασία είναι ο πραγματικός σας πλούτος, επειδή μπορείτε να χτίσετε τα πάντα με αυτήν. Ο ανθρώπινος εγκέφαλος μερικές φορές δεν μπορεί να ξεχωρίσει τη διαφορά μεταξύ φαντασίας και αντίληψης, και όταν κατέχετε τη φαντασία σας και δεσμεύεστε σε αυτό που θέλετε, αυτή η διάκριση γίνεται ακόμη πιο δυσδιάκριτη. Θα αρχίσετε να ενσαρκώνετε αυτές τις δυνατότητες.
Γιατί να φανταστείτε;
Η νοητική απεικόνιση είναι ένας ενισχυτής κινήτρων. Επιπλέον, σας βοηθά να δημιουργήσετε επιλογές και να νιώσετε πιο συναισθηματικά συνδεδεμένοι με τον στόχο σας. Στον εγκέφαλο, μια διαδικασία μαστορέματος βοηθά να συνδυάσετε παλιές ιδέες για να δημιουργήσετε νέες.
Φιλτράροντας το παρελθόν
Τα κέντρα μνήμης του εγκεφάλου επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό το τι μπορείτε να φανταστείτε. Επομένως, αν τα κυκλώματα αυτόματης συνήθειας σας ανακαλούν κυρίως τον πόνο του παρελθόντος, η εύρεση οποιασδήποτε ελπιδοφόρας πορείας προς το μέλλον θα είναι δύσκολη.
Το πρώτο σας βήμα θα πρέπει να είναι η συλλογή θετικών και αρνητικών εμπειριών. Στη συνέχεια, στη θετική στήλη (νίκες), απαριθμήστε ή σκεφτείτε πώς αυτό μπορεί να συμβάλει στις μελλοντικές σας νίκες. Στη στήλη “απώλειες”, απαριθμήστε ή αναλογιστείτε τι μάθατε και τι δεν θα επαναλάβετε. Σκεφτείτε πώς θα μπορούσατε να κάνετε ακόμη και το αντίθετο.
Κουβαλάμε τους πόνους που δεν μπορέσαμε να εκφράσουμε ως παιδιά
Αν εξοργίζομαι επειδή αργείς, μπορεί, το να έρχεσαι στην ώρα σου να μην αρκεί για την επίλυση του προβλήματός μου. Θα έπρεπε να δω τι είναι αυτό που με πειράζει τόσο, ποια ερμηνεία δίνω στην αργοπορία σου, τι είναι αυτό που χρειάζομαι από σένα, τι σου ζητάω απαιτώντας ακρίβεια…
Να μου αποδείξεις ότι νοιάζεσαι για μένα; Να με εκτιμάς; Να με λάβεις υπόψη σου; Τι θέλω να πω όταν αντιδρώ έτσι;
Όταν επικεντρωνόμαστε υπερβολικά στον εαυτό μας, δεν μπορούμε να καταλάβουμε τι συμβαίνει στον άλλον και γινόμαστε εγωκεντρικοί.
Γι’ αυτόν που βλέπει απ΄ έξω, η συμπεριφορά μας μοιάζει τουλάχιστον υπερβολική – αν όχι εντελώς παράλογη. Και πιθανότατα είναι, γιατί αυτές οι τόσο πρωτόγονες αντιδράσεις προέρχονται στην πραγματικότητα από τα πρώτα χρόνια της ζωής μας, από τους τρόπους συμπεριφοράς που μάθαμε για να προστατευόμαστε από τα τραύματα της παιδικής ηλικίας…
Αυτή η ανάμνηση του πρωτογενούς τραύματος μπορεί να ονομαστεί «το πληγωμένο παιδί». Αυτό το πληγωμένο παιδί που φέρουμε μέσα μας είναι που μας κάνει να αντιδρούμε έτσι.
Κουβαλάμε τους πόνους που δεν μπορέσαμε να εκφράσουμε στην παιδική μας ηλικία και τους εξωτερικεύουμε μέσω των αντιδράσεών μας, χωρίς να το συνειδητοποιούμε.
Αυτό σημαίνει πως τοποθετούμαστε πριν καλά καλά μπορέσουμε να σκεφτούμε. Αυτού του είδους οι αντιδράσεις είναι που δημιουργούν τα περισσότερα προβλήματα στις διαπροσωπικές σχέσεις.
Δυστυχώς, όταν βιώνουμε μία σχέση, τους πόνους και τους θυμούς που δεν βρήκαν διέξοδο στο παρελθόν, τους αναπλάθουμε στο παρόν μας, εμπλέκοντας και τον άλλον στις αντιδράσεις μας.
Γενικά, αυτοί οι παλιοί πόνοι δεν εμφανίζονται μέχρι να βρεθούμε σε μία ερωτική σχέση. Η σχέση και ο γάμος ξύνουν αυτές τις παλιές πληγές και υποθέτουμε πως είναι ο σύντροφός μας που τις προκαλεί.
Συνήθως αυτό δε συμβαίνει από την αρχή, αλλά σιγά σιγά, όσο αισθανόμαστε πραγματικά δεμένοι με τον άλλον. Αυτό το πληγωμένο παιδί που κουβαλάμε μέσα μας είναι σαν μία μαύρη τρύπα που ρουφάει τα πάντα, σαν ένας πονόδοντος.
Όταν παρουσιάζεται στη ζωή μας δεν μπορούμε να σκεφτούμε τίποτε άλλο, ο πόνος κυριαρχεί στη ζωή μας. Σε πολλές περιπτώσεις χωρισμού, το πρόβλημα δεν βρίσκεται στη σχέση μεταξύ των δύο, αλλά σε άλυτα θέματα του παρελθόντος ενός από τους δύο (ή και των δύο).
Η αντίδρασή μου προκαλεί τη δική σου, κι έτσι ο ένας επηρεάζει αρνητικά τον άλλον. Όταν κουβαλάμε μέσα μας το πληγωμένο παιδί, έχουμε την αίσθηση πως ποτέ δεν βρισκόμαστε στο παρόν.
Πάντα αντιδρούμε για πράγματα που μας συνέβησαν πριν πολλά χρόνια. Αυτό καθιστά τη σχέση με τον άλλον αδύνατη. Όσο δεν ασχολούμαι με το πληγωμένο παιδί, αυτό θα συνεχίσει να αντιδρά και να επιδεινώνει τις προσωπικές μου σχέσεις, καθώς ο μόνος που μπορεί να το ακούσει είμαι εγώ ο ίδιος όταν σκύβω πάνω στη θλίψη και την οργή του. Τότε μόνο το παιδί παύει να αντιδρά, γιατί τότε μόνο το στηρίζω.
Το πληγωμένο παιδί ζητάει την επικύρωση του πόνου του. Μόνο όταν ένας άνθρωπος αισθάνεται επιβεβαίωση μέσα στον πόνο του, μπορεί να τον εκφράσει και να τον ξεπεράσει.
Για να αγγίξω το σημείο που με πονάει είναι απολύτως απαραίτητο να σταματήσω να κατηγορώ τον άλλον και να παρατηρήσω μέσα από τις αντιδράσεις μου τι είναι αυτό που μου συμβαίνει.
Στις χειρότερες περιπτώσεις, όταν ένα ζευγάρι νιώθει αυτό το κενό που δεν μπορεί να γεμίσει με τους δυο, αποφασίζει να κάνει ένα παιδί… καθώς κι αυτοί που δείχνουν ενήλικοι, δεν είναι παρά δύο απελπισμένα παιδιά που ψάχνουν σωτηρία στο κοινό παιδί τους.
Υπάρχουν άνθρωποι που μπορεί να είναι λαμπροί ως ενήλικες, αλλά όταν αποτραβιούνται στην οικειότητα των πιο στενών τους σχέσεων δεν είναι παρά παιδιά, που χρειάζονται διαρκώς βοήθεια και αντιδρούν στην έλλειψη στοργής, προσοχής ή αναγνώρισης.
Να μάθουμε να εκμεταλλευόμαστε κάθε δυσκολία που συναντάμε στο δρόμο μας, για να εμβαθύνουμε περισσότερο και να έρθουμε σε ουσιαστικότερη επαφή, όχι μόνο με τον σύντροφό μας, αλλά και με την δική μας προσωπική κατάσταση, ως ζωντανά πλάσματα.
Να μου αποδείξεις ότι νοιάζεσαι για μένα; Να με εκτιμάς; Να με λάβεις υπόψη σου; Τι θέλω να πω όταν αντιδρώ έτσι;
Όταν επικεντρωνόμαστε υπερβολικά στον εαυτό μας, δεν μπορούμε να καταλάβουμε τι συμβαίνει στον άλλον και γινόμαστε εγωκεντρικοί.
Γι’ αυτόν που βλέπει απ΄ έξω, η συμπεριφορά μας μοιάζει τουλάχιστον υπερβολική – αν όχι εντελώς παράλογη. Και πιθανότατα είναι, γιατί αυτές οι τόσο πρωτόγονες αντιδράσεις προέρχονται στην πραγματικότητα από τα πρώτα χρόνια της ζωής μας, από τους τρόπους συμπεριφοράς που μάθαμε για να προστατευόμαστε από τα τραύματα της παιδικής ηλικίας…
Αυτή η ανάμνηση του πρωτογενούς τραύματος μπορεί να ονομαστεί «το πληγωμένο παιδί». Αυτό το πληγωμένο παιδί που φέρουμε μέσα μας είναι που μας κάνει να αντιδρούμε έτσι.
Κουβαλάμε τους πόνους που δεν μπορέσαμε να εκφράσουμε στην παιδική μας ηλικία και τους εξωτερικεύουμε μέσω των αντιδράσεών μας, χωρίς να το συνειδητοποιούμε.
Αυτό σημαίνει πως τοποθετούμαστε πριν καλά καλά μπορέσουμε να σκεφτούμε. Αυτού του είδους οι αντιδράσεις είναι που δημιουργούν τα περισσότερα προβλήματα στις διαπροσωπικές σχέσεις.
Δυστυχώς, όταν βιώνουμε μία σχέση, τους πόνους και τους θυμούς που δεν βρήκαν διέξοδο στο παρελθόν, τους αναπλάθουμε στο παρόν μας, εμπλέκοντας και τον άλλον στις αντιδράσεις μας.
Γενικά, αυτοί οι παλιοί πόνοι δεν εμφανίζονται μέχρι να βρεθούμε σε μία ερωτική σχέση. Η σχέση και ο γάμος ξύνουν αυτές τις παλιές πληγές και υποθέτουμε πως είναι ο σύντροφός μας που τις προκαλεί.
Συνήθως αυτό δε συμβαίνει από την αρχή, αλλά σιγά σιγά, όσο αισθανόμαστε πραγματικά δεμένοι με τον άλλον. Αυτό το πληγωμένο παιδί που κουβαλάμε μέσα μας είναι σαν μία μαύρη τρύπα που ρουφάει τα πάντα, σαν ένας πονόδοντος.
Όταν παρουσιάζεται στη ζωή μας δεν μπορούμε να σκεφτούμε τίποτε άλλο, ο πόνος κυριαρχεί στη ζωή μας. Σε πολλές περιπτώσεις χωρισμού, το πρόβλημα δεν βρίσκεται στη σχέση μεταξύ των δύο, αλλά σε άλυτα θέματα του παρελθόντος ενός από τους δύο (ή και των δύο).
Η αντίδρασή μου προκαλεί τη δική σου, κι έτσι ο ένας επηρεάζει αρνητικά τον άλλον. Όταν κουβαλάμε μέσα μας το πληγωμένο παιδί, έχουμε την αίσθηση πως ποτέ δεν βρισκόμαστε στο παρόν.
Πάντα αντιδρούμε για πράγματα που μας συνέβησαν πριν πολλά χρόνια. Αυτό καθιστά τη σχέση με τον άλλον αδύνατη. Όσο δεν ασχολούμαι με το πληγωμένο παιδί, αυτό θα συνεχίσει να αντιδρά και να επιδεινώνει τις προσωπικές μου σχέσεις, καθώς ο μόνος που μπορεί να το ακούσει είμαι εγώ ο ίδιος όταν σκύβω πάνω στη θλίψη και την οργή του. Τότε μόνο το παιδί παύει να αντιδρά, γιατί τότε μόνο το στηρίζω.
Το πληγωμένο παιδί ζητάει την επικύρωση του πόνου του. Μόνο όταν ένας άνθρωπος αισθάνεται επιβεβαίωση μέσα στον πόνο του, μπορεί να τον εκφράσει και να τον ξεπεράσει.
Για να αγγίξω το σημείο που με πονάει είναι απολύτως απαραίτητο να σταματήσω να κατηγορώ τον άλλον και να παρατηρήσω μέσα από τις αντιδράσεις μου τι είναι αυτό που μου συμβαίνει.
Στις χειρότερες περιπτώσεις, όταν ένα ζευγάρι νιώθει αυτό το κενό που δεν μπορεί να γεμίσει με τους δυο, αποφασίζει να κάνει ένα παιδί… καθώς κι αυτοί που δείχνουν ενήλικοι, δεν είναι παρά δύο απελπισμένα παιδιά που ψάχνουν σωτηρία στο κοινό παιδί τους.
Υπάρχουν άνθρωποι που μπορεί να είναι λαμπροί ως ενήλικες, αλλά όταν αποτραβιούνται στην οικειότητα των πιο στενών τους σχέσεων δεν είναι παρά παιδιά, που χρειάζονται διαρκώς βοήθεια και αντιδρούν στην έλλειψη στοργής, προσοχής ή αναγνώρισης.
Να μάθουμε να εκμεταλλευόμαστε κάθε δυσκολία που συναντάμε στο δρόμο μας, για να εμβαθύνουμε περισσότερο και να έρθουμε σε ουσιαστικότερη επαφή, όχι μόνο με τον σύντροφό μας, αλλά και με την δική μας προσωπική κατάσταση, ως ζωντανά πλάσματα.
Η σημασία της αγάπης στο μονοπάτι της εξέλιξης
Αγάπη εκ των έσω
Σ’ αγαπώ!
Έχεις αναρωτηθεί ποτέ πόση δύναμη έχει η λέξη αγάπη; Ακόμα περισσότερη, όταν την μοιράζεσαι και το εννοείς. Ένα συναίσθημα που δονεί όλο σου το σώμα, το κάνει να τρέμει σαν σεισμός, που δεν έχει όμως κάτι να γκρεμίσει ή να σε φοβίσει, μόνο να δώσει. Να δώσει και να πάρει. Η τέλεια ανταλλαγή. Για αυτό οι άνθρωποι αναζητάμε την αγάπη. Αναζητάμε λίγες στιγμές γαλήνης, ηρεμίας, ευτυχίας.
Σε κάποιους κρατάει περισσότερο και σε κάποιους άλλους μια ολόκληρη ζωή. Η αγάπη όμως δεν είναι μόνο μια λέξη ή ένα συναίσθημα. Είναι και ένας τρόπος ζωής. Το να αισθάνεσαι αγάπη κάθε ημέρα για ό,τι έχεις ή για ό,τι η ζωή απλόχερα σου δίνει ονομάζεται ευγνωμοσύνη. Ευγνωμοσύνη για ό,τι το σύμπαν σου στείλει σαν μάθημα για την εξέλιξη σου, άλλες φορές με ανώδυνο τρόπο και άλλες με επώδυνο τρόπο. Ο στόχος όμως είναι πάντα ένας: να προχωρήσεις μπροστά στο μονοπάτι της εξέλιξης και να γίνεις η καλύτερη εκδοχή του εαυτού σου.
Πώς μπορούμε όμως, να λαμβάνουμε αγάπη χωρίς να την αναμένουμε μόνο από τους σημαντικούς μας ανθρώπους ή από αυτούς που πιστεύουμε ότι είναι σημαντικοί για εμάς; Μα φυσικά, με το να την δημιουργήσουμε εμείς πρώτοι.
Σαν ξυπνάς κάθε ημέρα, πες αυτό: «Σε αγαπώ. Είσαι έτοιμος/η να ζήσουμε άλλη μια φανταστική εμπειρία;».
Άλλωστε τι θα ήταν η ζωή χωρίς τις εμπειρίες; Για αυτό και η κάθε ημέρα είναι διαφορετική από την προηγούμενη. Δες το πρόσωπο σου στο καθρέφτη. Έχεις παρατηρήσει ποτέ πόσο μοναδικός/η και όμορφος/η είσαι πίσω από τις πεποιθήσεις που έχεις για εσένα;
Πάρε τον εαυτό σου και βγείτε έξω. Κάνε ότι επιθυμείς, σαν να είσαι με το καλύτερο σου φίλο και σαν σκοτεινιάζει και πέσεις να κοιμηθείς πάρε τον αγκαλιά και πες του σε ευχαριστώ, σε αγαπώ, καληνύχτα – θα καταλάβει αυτός. Αγάπα τον και δώσε του ό,τι του λείπει και χρειάζεται, όχι από εγωισμό αλλά γιατί του αξίζει. Σε όλους μας αξίζει.
Σ’ αγαπώ!
Έχεις αναρωτηθεί ποτέ πόση δύναμη έχει η λέξη αγάπη; Ακόμα περισσότερη, όταν την μοιράζεσαι και το εννοείς. Ένα συναίσθημα που δονεί όλο σου το σώμα, το κάνει να τρέμει σαν σεισμός, που δεν έχει όμως κάτι να γκρεμίσει ή να σε φοβίσει, μόνο να δώσει. Να δώσει και να πάρει. Η τέλεια ανταλλαγή. Για αυτό οι άνθρωποι αναζητάμε την αγάπη. Αναζητάμε λίγες στιγμές γαλήνης, ηρεμίας, ευτυχίας.
Σε κάποιους κρατάει περισσότερο και σε κάποιους άλλους μια ολόκληρη ζωή. Η αγάπη όμως δεν είναι μόνο μια λέξη ή ένα συναίσθημα. Είναι και ένας τρόπος ζωής. Το να αισθάνεσαι αγάπη κάθε ημέρα για ό,τι έχεις ή για ό,τι η ζωή απλόχερα σου δίνει ονομάζεται ευγνωμοσύνη. Ευγνωμοσύνη για ό,τι το σύμπαν σου στείλει σαν μάθημα για την εξέλιξη σου, άλλες φορές με ανώδυνο τρόπο και άλλες με επώδυνο τρόπο. Ο στόχος όμως είναι πάντα ένας: να προχωρήσεις μπροστά στο μονοπάτι της εξέλιξης και να γίνεις η καλύτερη εκδοχή του εαυτού σου.
Πώς μπορούμε όμως, να λαμβάνουμε αγάπη χωρίς να την αναμένουμε μόνο από τους σημαντικούς μας ανθρώπους ή από αυτούς που πιστεύουμε ότι είναι σημαντικοί για εμάς; Μα φυσικά, με το να την δημιουργήσουμε εμείς πρώτοι.
Σαν ξυπνάς κάθε ημέρα, πες αυτό: «Σε αγαπώ. Είσαι έτοιμος/η να ζήσουμε άλλη μια φανταστική εμπειρία;».
Άλλωστε τι θα ήταν η ζωή χωρίς τις εμπειρίες; Για αυτό και η κάθε ημέρα είναι διαφορετική από την προηγούμενη. Δες το πρόσωπο σου στο καθρέφτη. Έχεις παρατηρήσει ποτέ πόσο μοναδικός/η και όμορφος/η είσαι πίσω από τις πεποιθήσεις που έχεις για εσένα;
Πάρε τον εαυτό σου και βγείτε έξω. Κάνε ότι επιθυμείς, σαν να είσαι με το καλύτερο σου φίλο και σαν σκοτεινιάζει και πέσεις να κοιμηθείς πάρε τον αγκαλιά και πες του σε ευχαριστώ, σε αγαπώ, καληνύχτα – θα καταλάβει αυτός. Αγάπα τον και δώσε του ό,τι του λείπει και χρειάζεται, όχι από εγωισμό αλλά γιατί του αξίζει. Σε όλους μας αξίζει.
Θέλουμε Ανθρώπους
Θέλουμε Ανθρώπους που πρώτα διακρίνουν το καλό σε καθετί, και στο σκοτάδι ακόμα, κι έπειτα το κακό και το ανάποδο με σύνεση αλλάζουν. Που δεν σκώπτουν, ειρωνεύονται και διακωμωδούν, αν εναλλακτικές δεν έχουν οι ίδιοι να προτείνουν.
Ανθρώπους που αυτοσατιρίζονται, προτού το δικαίωμα να κρίνουν θεμελιώσουν, πρωτοπόροι για να γίνουν και παραδείγματα στην αλλαγή που οραματίστηκαν και τεκμηριώνουν.
Πρόσωπα που δεν απομυζούν τη δύναμη από ομάδες, συντεχνίες και συνάφια, αλλά ατόφια την αυτοεκτίμηση από μέσα τους αντλούνε.
Συναξαριστές εμπειριών τους θέλουμε κι όχι καθηλωμένους σε τόπους, σε συνήθειες, στα περασμένα.
Του διαφορετικού εραστές και του πρωτόγνωρου θιασώτες.
Πρόσωπα, που η γνώση της ματαιότητας, πείσμα ενάντια στο μηδέν τους δίνει.
Που τα παιδιά, την οικογένεια, την ηθική ως πρόσχημα για την αδράνεια, τη χλεύη, τη φιλαυτία δεν παρουσιάζουν.
Ανθρώπους που ποτέ δεν λένε ”αυτό το ξέρω”, αλλά ”θα το μάθω καλύτερα ακόμα”.
Παράσιτα δεν στέργουνε, που την ανασφάλεια προφασιζόμενα, ρουφούν τη δύναμη του άλλου και ευθύς μόλις τον ξεράνουνε, καινούργια θύματα γυρεύουν να προσκολληθούνε.
Παράφορους τους οραματιζόμαστε και πάντα ερωτευμένους με την οικουμένη.
Ιδανικούς μέσα στις ήττες τους και στις συγκυρίες με επίγνωση γενναίους.
Ανθρώπους που κερνούν κρασί τον Χάροντα, την ασθένεια, τον πόνο, την οδύνη.
Θέλουμε πλάσματα τραγικά και αποφασισμένα, που στον Θεό “σαγαπώ” αντί για προσευχές ψελλίζουν.
Κι εκείνους που παλεύουν για το αδύνατο, επειδή γνωρίζουν πως έτσι ξεριζώνεται το χάος.
Θέλουμε Ανθρώπους που την καθημερινότητα σε καινούργιο θαύμα μετατρέπουν.
Και δεν μεμψιμοιρούν ή παραδίνονται, γιατί στο ελάχιστο και στο ασήμαντο διάλεξε η φύση να κρύψει το σύμπαν όλο.
Ανθρώπους που γεννήθηκαν και οι αποφάσεις τους οι μικρές αλλάζουν την ιστορία και τη μοίρα.
Ανθρώπους που αυτοσατιρίζονται, προτού το δικαίωμα να κρίνουν θεμελιώσουν, πρωτοπόροι για να γίνουν και παραδείγματα στην αλλαγή που οραματίστηκαν και τεκμηριώνουν.
Πρόσωπα που δεν απομυζούν τη δύναμη από ομάδες, συντεχνίες και συνάφια, αλλά ατόφια την αυτοεκτίμηση από μέσα τους αντλούνε.
Συναξαριστές εμπειριών τους θέλουμε κι όχι καθηλωμένους σε τόπους, σε συνήθειες, στα περασμένα.
Του διαφορετικού εραστές και του πρωτόγνωρου θιασώτες.
Πρόσωπα, που η γνώση της ματαιότητας, πείσμα ενάντια στο μηδέν τους δίνει.
Που τα παιδιά, την οικογένεια, την ηθική ως πρόσχημα για την αδράνεια, τη χλεύη, τη φιλαυτία δεν παρουσιάζουν.
Ανθρώπους που ποτέ δεν λένε ”αυτό το ξέρω”, αλλά ”θα το μάθω καλύτερα ακόμα”.
Παράσιτα δεν στέργουνε, που την ανασφάλεια προφασιζόμενα, ρουφούν τη δύναμη του άλλου και ευθύς μόλις τον ξεράνουνε, καινούργια θύματα γυρεύουν να προσκολληθούνε.
Παράφορους τους οραματιζόμαστε και πάντα ερωτευμένους με την οικουμένη.
Ιδανικούς μέσα στις ήττες τους και στις συγκυρίες με επίγνωση γενναίους.
Ανθρώπους που κερνούν κρασί τον Χάροντα, την ασθένεια, τον πόνο, την οδύνη.
Θέλουμε πλάσματα τραγικά και αποφασισμένα, που στον Θεό “σαγαπώ” αντί για προσευχές ψελλίζουν.
Κι εκείνους που παλεύουν για το αδύνατο, επειδή γνωρίζουν πως έτσι ξεριζώνεται το χάος.
Θέλουμε Ανθρώπους που την καθημερινότητα σε καινούργιο θαύμα μετατρέπουν.
Και δεν μεμψιμοιρούν ή παραδίνονται, γιατί στο ελάχιστο και στο ασήμαντο διάλεξε η φύση να κρύψει το σύμπαν όλο.
Ανθρώπους που γεννήθηκαν και οι αποφάσεις τους οι μικρές αλλάζουν την ιστορία και τη μοίρα.
Αυτό που είναι πολύ δύσκολο να κατανοήσουν οι άνθρωποι είναι η άγνοιά τους σχετικά με αυτούς τους ίδιους
Σε έναν από τους πιο μεγαλοφυείς αφορισμούς του, ο Νίτσε έλεγε πως «Μόνο όταν ο άνθρωπος αποκτήσει τη γνώση όλων των πραγμάτων θα μπορέσει να γνωρίσει τον εαυτό του. Γιατί τα πράγματα δεν είναι παρά τα σύνορα του ανθρώπου».
Η ιδέα αυτή μας λέει ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο δύσκολο και κοπιαστικό από τη γνώση του εαυτού μας, ένα έργο που οδήγησε μυστικούς και ερημίτες να αποτραβηχτούν σε μακρινά μέρη μέσα στην πιο απόλυτη μοναξιά.
Πράγματι, όλη η φιλοσοφία ξεκινάει από την επιγραφή που οι επτά σοφοί έβαλαν στη μετόπη του ναού των Δελφών: ΓΝΩΘΙ ΣΑΥΤΟΝ.
Είναι μια φιλοδοξία που, όπως σχολίαζε ο Έρασμος, μας οδηγεί να παραδεχτούμε ταπεινά ότι δεν ξέρουμε τίποτα. Σαν το άδειο αγγείο που φιλοδοξεί να γεμίσει- μόνο από αυτήν τη μετριοφροσύνη μπορεί να ξεκινήσει κανείς για να δομήσει την αληθινή σοφία.
Βλέπουμε την προειδοποίηση πως «αν δε γνωρίζεις τον εαυτό σου, θα ακολουθήσεις τον δρόμο του κοπαδιού». Γι’ αυτό, το να γνωρίσει κάνεις τον εαυτό του δεν είναι αναγκαστικά μια πράξη εγωκεντρισμού, αλλά ένας έλεγχος των προσωπικών του δυνατοτήτων να χαράξει έναν δρόμο χωρίς να αφήσει τα ίχνη του στις πεπατημένες της ζωής.
Η ιδέα αυτή μας λέει ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο δύσκολο και κοπιαστικό από τη γνώση του εαυτού μας, ένα έργο που οδήγησε μυστικούς και ερημίτες να αποτραβηχτούν σε μακρινά μέρη μέσα στην πιο απόλυτη μοναξιά.
Πράγματι, όλη η φιλοσοφία ξεκινάει από την επιγραφή που οι επτά σοφοί έβαλαν στη μετόπη του ναού των Δελφών: ΓΝΩΘΙ ΣΑΥΤΟΝ.
Είναι μια φιλοδοξία που, όπως σχολίαζε ο Έρασμος, μας οδηγεί να παραδεχτούμε ταπεινά ότι δεν ξέρουμε τίποτα. Σαν το άδειο αγγείο που φιλοδοξεί να γεμίσει- μόνο από αυτήν τη μετριοφροσύνη μπορεί να ξεκινήσει κανείς για να δομήσει την αληθινή σοφία.
Βλέπουμε την προειδοποίηση πως «αν δε γνωρίζεις τον εαυτό σου, θα ακολουθήσεις τον δρόμο του κοπαδιού». Γι’ αυτό, το να γνωρίσει κάνεις τον εαυτό του δεν είναι αναγκαστικά μια πράξη εγωκεντρισμού, αλλά ένας έλεγχος των προσωπικών του δυνατοτήτων να χαράξει έναν δρόμο χωρίς να αφήσει τα ίχνη του στις πεπατημένες της ζωής.
Oι ηλίθιοι είναι επιθετικοί
Να γιατί, παραδόξως, οι ηλίθιοι προτιμούν την επιθετική συμπεριφορά.
Απολαμβάνουν τη χαρά της καταστροφής, τουλάχιστον στη σκέψη, και η απόλαυση αυτή θέτει ολόκληρο τον κόσμο σε κίνδυνο, ακόμα και στην πραγματικότητα. Θα ρωτήσετε ίσως από πού προέρχεται αυτή η παράδοξη απόλαυση που τους προσφέρει η καταστροφή. E, λοιπόν, κατ’ αρχάς οι ηλίθιοι δεν είναι τίποτε άλλο από γιγάντια κουτορνίθια που εκπλήσσονται από την ίδια τους τη δύναμη και που την ασκούν χωρίς να καταφέρουν να ξεπεράσουν τη δυσπιστία τους. Όπως τα βρέφη, εκείνο που τους ενδιαφέρει είναι να δοκιμάσουν την εξουσία τους σε οποιονδήποτε, ανεξαρτήτως τιμήματος – κυρίως επειδή, για εκείνους, η δύναμη παραμένει προβληματική. Καθώς τις αμφιβολίες τους ενθαρρύνουν άλλοι ηλίθιοι, οι οποίοι τους εξουσιάζουν, δε σταματούν ποτέ να αμφιβάλλουν για τον εαυτό τους, έτσι οι μεν ανακουφίζονται κυρίως ασκώντας εξουσία και οι δε υποτασσόμενοι. Ωστόσο, μέσα στην ίδια μέρα, η πολύμορφη ηλιθιότητά τους περνά από τη μια μεταμόρφωση στην άλλη – από την κυριαρχία στην υποταγή και την καταστροφή.
Αλλά υπάρχουν πολλά ακόμα. Διότι εφόσον οι ηλίθιοι κλίνουν προς την καταστροφή (και σας απειλούν, για παράδειγμα), ελάχιστα τους ενδιαφέρει εάν η δύναμη αυτή είναι δική τους. Επίσης, πολύ συχνά, ελάχιστα τους ενδιαφέρει εάν προστατεύει αυτούς τους ίδιους. Τι τους ενδιαφέρει; Ε λοιπόν, υπακούν τυφλά σε μια λογική της οικονομίας που δεν αφορά άμεσα αυτούς, αλλά μια φυσική τάση του Σύμπαντος.
Επειδή είναι πιο απλό και πιο εύκολο να καταστρέφει κανείς παρά να δημιουργεί, να επιτίθεται παρά να κατευνάζει, να διαλύει παρά να κτίζει, οι ηλίθιοι αφήνονται να τους διαπεράσει μια βία η οποία ξεπερνά κάθε υποκειμενική επεξεργασία, κάθε κοινωνικό οικοδόμημα, κάθε πολιτική συμφωνία, κάθε οικολογική αντίληψη. Με άλλα λόγια, σέβονται πλήρως έναν φυσικό νόμο αύξησης της εντροπίας, επιστροφής στην αταξία, καταστροφής των οργανωμένων σχημάτων, όχι ακριβώς επειδή είναι οκνηροί (αν και η εν λόγω περιγραφή δε θα ήταν ανακριβής), αλλά επειδή κατά βάθος η δύναμη που τους διαπερνά αποτυγχάνει να οργανωθεί μέσα τους, αποτυγχάνει να ολοκληρωθεί υποκειμενικά και, έτσι, ξεχύνεται σαν φονικό κύμα στην παραλία των σχέσεων.
Η προτίμηση στον πόλεμο που παρατηρείται στους ηλίθιους δεν προκύπτει, συνεπώς, σε καμία περίπτωση από μια μυστηριώδη παρόρμηση θανάτου, διότι η βία που επικαλούνται και ενσαρκώνουν δεν είναι μόνο μια μορφή εξουσίας την οποία ένα υποκείμενο θα ασκούσε επάνω και εναντίον κάποιου άλλου. Η βία της ηλιθιότητας είναι πιο κοσμική από αυτό. Επισημαίνει το γεγονός ότι οι άνθρωποι είναι ο μοχλός μιας δύναμης, η οποία μπορεί να ενώσει ή να διχάσει, να αυτοοργανωθεί ή να εξαρθρωθεί, να κονιορτοποιήσει τους ανθρώπους και τον πλανήτη Γη πιο εύκολα απ’ όσο φυσάμε τις πικραλίδες. Εκείνο που επιφέρει την πραγματική καταστροφή (τον πόλεμο, τους θανάτους, τις οικολογικές καταστροφές) δεν είναι, επομένως, τίποτε άλλο παρά η ανώτερη δύναμη της ύπαρξης, που άλλοτε αυτοοργανώνεται σε υπέροχους ενεργειακούς συνδυασμούς -αυτοί είστε εσείς, είναι η ζωή, η χαρά, είναι η αιώνια άνοιξη του Σύμπαντος- και άλλοτε αποδιοργανώνεται με τρομακτικές εκλάμψεις που προκύπτουν από την εύθραυστη φύση κάθε προοπτικής επεξεργασίας.
Η δύναμη της ύπαρξης τους διαπερνά διαλύοντάς τους και, γι’ αυτόν τον λόγο, υποφέρουν μέσω του μίσους. Και μισούν οτιδήποτε, οποιονδήποτε, διότι η δύναμη καταστρέφει μέσω αυτών. Καθώς είναι πιο άμεση και πιο απλή, καθώς έχει λιγότερο κόστος σε άμεσα μέσα απ’ ό,τι ο διάλογος, η καταστροφή είναι τελικά άρρηκτα συνδεδεμένη με την ηλιθιότητα. Στο στάδιο αυτό, σχεδόν όλη η φιλοσοφική έρευνα υποχρεούται να αντιστραφεί. Διότι, το αντιλαμβάνεστε, δεν είναι δυνατό να καταστραφεί η ηλιθιότητα, δεδομένου ότι η ίδια είναι η αρχή κάθε καταστροφής.
Έτσι, εάν επιθυμείτε να ταχθείτε, στο μέτρο του δυνατού, στο στρατόπεδο της καλοσύνης και της ευφυΐας, θα αφήνετε ευλαβικά τους ηλίθιους να μιλούν ή για να είμαι πιο σαφής, θα τους αφήνετε τελείως ελεύθερους να λένε ηλιθιότητες.
Όποιος είχε την ευκαιρία να παρατηρήσει για αρκετό διάστημα μια αποικία από φώκιες στον ήλιο οφείλει να το παραδεχτεί: όπως και η εξυπνάδα έτσι και η ηλιθιότητα δεν είναι μόνο ανθρώπινο χαρακτηριστικό. Στους τεράστιους βράχους που κάθονται υπάρχει πολύς χώρος: υπάρχουν επίσης και ενοχλητικοί τύποι. Καθώς προτιμούν τα κατειλημμένα σημεία αντί για τις ελεύθερες θέσεις, ξεκινούν ανούσιες διαμάχες, προκαλούν φωνές και πληγές, δηλητηριάζουν τη ζωή των άλλων με κάθε μέσο, είτε πιτσιλώντας τους πάντες ενώ πέφτουν στη θάλασσα είτε επιχειρώντας να εκτοπίσουν φώκιες πιο δυνατές από τους ίδιους και, ενίοτε, λιγότερο δυνατές. Να το δράμα κάθε κοινότητας. Σε κάθε μέρος που υπάρχει αλληλεπίδραση, υπάρχουν και ηλίθιοι.
Απολαμβάνουν τη χαρά της καταστροφής, τουλάχιστον στη σκέψη, και η απόλαυση αυτή θέτει ολόκληρο τον κόσμο σε κίνδυνο, ακόμα και στην πραγματικότητα. Θα ρωτήσετε ίσως από πού προέρχεται αυτή η παράδοξη απόλαυση που τους προσφέρει η καταστροφή. E, λοιπόν, κατ’ αρχάς οι ηλίθιοι δεν είναι τίποτε άλλο από γιγάντια κουτορνίθια που εκπλήσσονται από την ίδια τους τη δύναμη και που την ασκούν χωρίς να καταφέρουν να ξεπεράσουν τη δυσπιστία τους. Όπως τα βρέφη, εκείνο που τους ενδιαφέρει είναι να δοκιμάσουν την εξουσία τους σε οποιονδήποτε, ανεξαρτήτως τιμήματος – κυρίως επειδή, για εκείνους, η δύναμη παραμένει προβληματική. Καθώς τις αμφιβολίες τους ενθαρρύνουν άλλοι ηλίθιοι, οι οποίοι τους εξουσιάζουν, δε σταματούν ποτέ να αμφιβάλλουν για τον εαυτό τους, έτσι οι μεν ανακουφίζονται κυρίως ασκώντας εξουσία και οι δε υποτασσόμενοι. Ωστόσο, μέσα στην ίδια μέρα, η πολύμορφη ηλιθιότητά τους περνά από τη μια μεταμόρφωση στην άλλη – από την κυριαρχία στην υποταγή και την καταστροφή.
Αλλά υπάρχουν πολλά ακόμα. Διότι εφόσον οι ηλίθιοι κλίνουν προς την καταστροφή (και σας απειλούν, για παράδειγμα), ελάχιστα τους ενδιαφέρει εάν η δύναμη αυτή είναι δική τους. Επίσης, πολύ συχνά, ελάχιστα τους ενδιαφέρει εάν προστατεύει αυτούς τους ίδιους. Τι τους ενδιαφέρει; Ε λοιπόν, υπακούν τυφλά σε μια λογική της οικονομίας που δεν αφορά άμεσα αυτούς, αλλά μια φυσική τάση του Σύμπαντος.
Επειδή είναι πιο απλό και πιο εύκολο να καταστρέφει κανείς παρά να δημιουργεί, να επιτίθεται παρά να κατευνάζει, να διαλύει παρά να κτίζει, οι ηλίθιοι αφήνονται να τους διαπεράσει μια βία η οποία ξεπερνά κάθε υποκειμενική επεξεργασία, κάθε κοινωνικό οικοδόμημα, κάθε πολιτική συμφωνία, κάθε οικολογική αντίληψη. Με άλλα λόγια, σέβονται πλήρως έναν φυσικό νόμο αύξησης της εντροπίας, επιστροφής στην αταξία, καταστροφής των οργανωμένων σχημάτων, όχι ακριβώς επειδή είναι οκνηροί (αν και η εν λόγω περιγραφή δε θα ήταν ανακριβής), αλλά επειδή κατά βάθος η δύναμη που τους διαπερνά αποτυγχάνει να οργανωθεί μέσα τους, αποτυγχάνει να ολοκληρωθεί υποκειμενικά και, έτσι, ξεχύνεται σαν φονικό κύμα στην παραλία των σχέσεων.
Η προτίμηση στον πόλεμο που παρατηρείται στους ηλίθιους δεν προκύπτει, συνεπώς, σε καμία περίπτωση από μια μυστηριώδη παρόρμηση θανάτου, διότι η βία που επικαλούνται και ενσαρκώνουν δεν είναι μόνο μια μορφή εξουσίας την οποία ένα υποκείμενο θα ασκούσε επάνω και εναντίον κάποιου άλλου. Η βία της ηλιθιότητας είναι πιο κοσμική από αυτό. Επισημαίνει το γεγονός ότι οι άνθρωποι είναι ο μοχλός μιας δύναμης, η οποία μπορεί να ενώσει ή να διχάσει, να αυτοοργανωθεί ή να εξαρθρωθεί, να κονιορτοποιήσει τους ανθρώπους και τον πλανήτη Γη πιο εύκολα απ’ όσο φυσάμε τις πικραλίδες. Εκείνο που επιφέρει την πραγματική καταστροφή (τον πόλεμο, τους θανάτους, τις οικολογικές καταστροφές) δεν είναι, επομένως, τίποτε άλλο παρά η ανώτερη δύναμη της ύπαρξης, που άλλοτε αυτοοργανώνεται σε υπέροχους ενεργειακούς συνδυασμούς -αυτοί είστε εσείς, είναι η ζωή, η χαρά, είναι η αιώνια άνοιξη του Σύμπαντος- και άλλοτε αποδιοργανώνεται με τρομακτικές εκλάμψεις που προκύπτουν από την εύθραυστη φύση κάθε προοπτικής επεξεργασίας.
Η δύναμη της ύπαρξης τους διαπερνά διαλύοντάς τους και, γι’ αυτόν τον λόγο, υποφέρουν μέσω του μίσους. Και μισούν οτιδήποτε, οποιονδήποτε, διότι η δύναμη καταστρέφει μέσω αυτών. Καθώς είναι πιο άμεση και πιο απλή, καθώς έχει λιγότερο κόστος σε άμεσα μέσα απ’ ό,τι ο διάλογος, η καταστροφή είναι τελικά άρρηκτα συνδεδεμένη με την ηλιθιότητα. Στο στάδιο αυτό, σχεδόν όλη η φιλοσοφική έρευνα υποχρεούται να αντιστραφεί. Διότι, το αντιλαμβάνεστε, δεν είναι δυνατό να καταστραφεί η ηλιθιότητα, δεδομένου ότι η ίδια είναι η αρχή κάθε καταστροφής.
Έτσι, εάν επιθυμείτε να ταχθείτε, στο μέτρο του δυνατού, στο στρατόπεδο της καλοσύνης και της ευφυΐας, θα αφήνετε ευλαβικά τους ηλίθιους να μιλούν ή για να είμαι πιο σαφής, θα τους αφήνετε τελείως ελεύθερους να λένε ηλιθιότητες.
Όποιος είχε την ευκαιρία να παρατηρήσει για αρκετό διάστημα μια αποικία από φώκιες στον ήλιο οφείλει να το παραδεχτεί: όπως και η εξυπνάδα έτσι και η ηλιθιότητα δεν είναι μόνο ανθρώπινο χαρακτηριστικό. Στους τεράστιους βράχους που κάθονται υπάρχει πολύς χώρος: υπάρχουν επίσης και ενοχλητικοί τύποι. Καθώς προτιμούν τα κατειλημμένα σημεία αντί για τις ελεύθερες θέσεις, ξεκινούν ανούσιες διαμάχες, προκαλούν φωνές και πληγές, δηλητηριάζουν τη ζωή των άλλων με κάθε μέσο, είτε πιτσιλώντας τους πάντες ενώ πέφτουν στη θάλασσα είτε επιχειρώντας να εκτοπίσουν φώκιες πιο δυνατές από τους ίδιους και, ενίοτε, λιγότερο δυνατές. Να το δράμα κάθε κοινότητας. Σε κάθε μέρος που υπάρχει αλληλεπίδραση, υπάρχουν και ηλίθιοι.
Ο Αριστοτέλης, η αμοιβαιότητα του δικαίου και η γέννηση του νομίσματος
Ο Αριστοτέλης μετά το διαχωρισμό της μερικής δικαιοσύνης σε διανεμητική και επανορθωτική θα καταθέσει κι ένα τρίτο είδος, το οποίο δανείζεται από τους Πυθαγόρειους: «Κάποιοι είναι της γνώμης ότι δίκαιο είναι, γενικά και απόλυτα» («απλώς» στο πρωτότυπο), «η αμοιβαιότητα. Αυτό υποστήριζαν οι Πυθαγόρειοι. Πραγματικά, οι Πυθαγόρειοι όριζαν το δίκαιο, απόλυτα και κατηγορηματικά, έτσι: “Δίκαιον είναι να πάθει κανείς αυτό που έκανε σε κάποιον άλλον”» (1132b 5, 24-26).
Η αντίληψη του δικαίου ως εξασφάλιση αμοιβαιότητας (είτε προς το καλό είτε προς το κακό), αν τεθεί με τρόπο απόλυτο φαίνεται να αντιβαίνει στις αρχές τόσο της διανεμητικής, όσο και της επανορθωτικής δικαιοσύνης. Ο Αριστοτέλης σημειώνει (αναφερόμενος πάντα στις ιδέες των Πυθαγορείων): «Αν, επιπαραδείγματι, ένας αξιωματούχος χτύπησε κάποιον, δεν πρέπει να δεχτεί κι αυτός σε ανταπόδοση το ίδιο χτύπημα· αν όμως κάποιος χτύπησε αξιωματούχο, όχι μόνο πρέπει να δεχτεί το ίδιο χτύπημα, αλλά, επιπλέον, πρέπει και να τιμωρηθεί» (1132b 5, 31-33).
Το κατά πόσο είναι αποδεκτό το παράδειγμα του αξιωματούχου, με την έννοια ότι καταπατάται η αρχή της ισονομίας (γιατί ο αξιωματούχος να δικαιούται μεγαλύτερο μερίδιο στην ανταπόδοση;), μένει στην κρίση του καθενός, ως ζήτημα που (εδώ) κρίνεται δευτερεύον. Αυτό που πρωτεύει είναι ότι η αρχή της ανταπόδοσης, με τον απόλυτο τρόπο που τίθεται, εμπεριέχει την εκδικητικότητα. Θα έλεγε κανείς ότι προσιδιάζει στην αυτοδικία, αφού ο αξιωματούχος που χτύπησε πρέπει να χτυπηθεί – και το αντίστροφο.
Όμως, η λογική «οφθαλμός αντί οφθαλμού» δεν αρμόζει στις πολιτισμένες κοινωνίες. Ο αξιωματούχος που χτυπά πρέπει να παραπεμφθεί στη δικαιοσύνη και να τιμωρηθεί όπως ο νόμος προβλέπει για τέτοιες περιπτώσεις. Κι ο νόμος δεν ορίζει την ανταπόδοση με την ακριβή έννοια του όρου. Ορίζει ποινές όπως αρμόζει σε κάθε παράπτωμα. Ένα ενδεχόμενο χρηματικό πρόστιμο γι’ αυτόν που έχει χειροδικήσει μπορεί να είναι πολύ χειρότερο από την απλή ανταπόδοση του χτυπήματος που έδωσε.
Η ποινή πρέπει να είναι ανάλογη με το αδίκημα, ως αποκατάσταση της ισότητας, κι όχι ανταποδοτική, γιατί η ανταπόδοση γεννά τη βαρβαρότητα. Ο στόχος του νόμου είναι να εξαλείψει τις άδικες πράξεις κι όχι να τις επαναλάβει από την πλευρά της δικαιοσύνης. Κι αυτή ακριβώς είναι η προβληματική που επισημαίνει ο Αριστοτέλης παίρνοντας αποστάσεις από τη δικαιοσύνη της αμοιβαιότητας των Πυθαγορείων.
Παρά τις αντιρρήσεις όμως, διαπιστώνει ότι η αμοιβαιότητα ως μορφή δικαιοσύνης μπορεί να λειτουργήσει ευεργετικά στις επαγγελματικές συναλλαγές: «Στις επαγγελματικές όμως σχέσεις των ανθρώπων αυτή η μορφή δικαιοσύνης λειτουργεί πράγματι συνεκτικά, – αμοιβαιότητα, πάντως, σύμφωνη με την αναλογία και όχι στη βάση μιας αυστηρά τυπικής ισότητας. Γιατί αυτό που κάνει την πόλη να εξακολουθεί να υπάρχει είναι η αναλογική ανταπόδοση» (1132b 5, 34-37).
Όταν ο Αριστοτέλης κάνει λόγο για «αναλογική ανταπόδοση», δεν αναφέρεται στις ποινές (που αποκαθιστούν και δεν ανταποδίδουν), αλλά στις τρέχουσες καθημερινές εμπορικές σχέσεις των ανθρώπων: «Γιατί οι άνθρωποι κοιτάζουν να πληρώσουν ή το κακό με κακό (και αν δεν μπορούν να το κάνουν, αισθάνονται ότι βρίσκονται σε κατάσταση δουλείας) ή το καλό με καλό (και αν δεν μπορούν να το κάνουν, δεν υπάρχουν πια συναλλαγές, και στην πραγματικότητα αυτό που δένει τον έναν με τον άλλον είναι οι συναλλαγές)» (1133a 5, 1-3).
Στις συναλλαγές υπάρχει περίπτωση να προσφέρει κανείς από ανάγκη ή να αγοράσει από άγνοια κάποια υπηρεσία ή εμπόρευμα σε τιμή χαμηλότερη ή υψηλότερη από την πραγματική αξία που μπορεί να έχει. Αυτός που πρόσφερε σε χαμηλότερη τιμή νιώθει αδικημένος, γιατί η ανάγκη των χρημάτων τον εξώθησε να μην ανταμειφτεί σύμφωνα με τους κόπους του, σε απόλυτη ομοιότητα με εκείνον που από άγνοια (ή οποιοδήποτε άλλο λόγο) πλήρωσε περισσότερα από αυτά που έπρεπε. Και οι δύο θέλουν να ανταποδώσουν τη ζημιά στο άτομο που τους αδίκησε είτε με κάποια μελλοντική συναλλαγή που θα πάρουν πίσω τα χαμένα είτε δυσφημώντας το ανταποδίδοντας το κακό με το κακό. Αν δεν μπορούν να το κάνουν, αισθάνονται δούλοι, ακριβώς επειδή νιώθουν ότι τους έχει στερηθεί ένα βασικό δικαίωμα (εκείνο της ισότιμης συναλλαγής), χωρίς να μπορούν να κάνουν τίποτε.
Από την άλλη, η δίκαιη συναλλαγή, η οποία συνδυάζει ποιοτικές υπηρεσίες ή εμπορεύματα, σωστές τιμές και καλή εξυπηρέτηση, θα ανταποδοθεί με καλό είτε διαφημίζοντας σε άλλους το συγκεκριμένο πρόσωπο που συναλλάσσεται με εντιμότητα είτε κάνοντας κι άλλες συναλλαγές μαζί του είτε προσφέροντάς του επίσης ισότιμης ποιότητας συναλλαγή, αν ανταλλαχθούν οι ρόλοι και βρεθεί εκείνο στη θέση του αγοραστή. Η επιτυχία των συναλλαγών προσφέρει αρμονία στην πόλη και φυσικά συμβάλλει στην αυτάρκεια, αφού τα προϊόντα του ενός σχετίζονται με τις ανάγκες του άλλου.
Θα έλεγε κανείς ότι πρόκειται για ύψιστο κοινωνικό ζήτημα, καθώς η κάλυψη των αναγκών μέσα στην πόλη είναι η προϋπόθεση της ευδαιμονίας. Αυτό εννοείται και στη φράση «στην πραγματικότητα αυτό που δένει τον ένα με τον άλλο είναι οι συναλλαγές», αφού αυτό που ενώνει την πόλη είναι η φυσική ανάγκη των ανθρώπων να ζουν με άλλους ανθρώπους (φύσει κοινωνικά όντα) και η εξασφάλιση της ευδαιμονίας που θα επέλθει από την αυτάρκεια σε όλους τους τομείς – εμπορεύματα, υλικά αγαθά, παιδεία, ασφάλεια, θρησκεία κλπ. Από αυτή την άποψη η ισοτιμία των συναλλαγών μετατρέπεται σε συνδετικό στοιχείο της πόλης. Σε περίπτωση που διαταραχθεί πλήττεται η αυτάρκεια γι’ αυτούς που αδικούνται, οι οποίοι δεν έχουν πια άλλη σκέψη από την ανταπόδοση του κακού που τους γίνεται.
Αυτός είναι και ο λόγος για την εξασφάλιση της ισοτιμίας σε όλες τις συναλλαγές. Ο καθένας οφείλει να προσφέρει με τις δικές του υπηρεσίες (ή προϊόντα) στην αυτάρκεια της πόλης και ταυτόχρονα να απολαμβάνει τις υπηρεσίες (ή τα εμπορεύματα) των άλλων νιώθοντας κι ο ίδιος αυτάρκης. Η ισότιμη συναλλαγή προϋποθέτει κανόνες που θα καθορίζουν επαρκώς τις αξίες όλων των υπηρεσιών (ή προϊόντων), ώστε να προσφέρει κανείς στους άλλους αυτό που παράγει και να παίρνει αυτά που χρειάζεται από τους άλλους. Κι αυτό είναι το νόημα της αναλογικής ανταπόδοσης: «Η αναλογική ανταπόδοση πετυχαίνεται με τη διαγώνια σύζευξη» (1133a 5, 7-8).
Ο Αριστοτέλης θα διευκρινίσει αμέσως: «Ας υποθέσουμε ότι το α είναι ένας οικοδόμος, το β ένας τσαγκάρης, το γ ένα σπίτι, το δ ένα παπούτσι. Ο οικοδόμος λοιπόν πρέπει να πάρει από τον τσαγκάρη το προϊόν εκείνου, και ο ίδιος να δώσει σ’ εκείνον σε ανταπόδοση το δικό του προϊόν. Αν λοιπόν πρώτα καθοριστεί η αναλογική ισότητα των προϊόντων και ύστερα γίνει η αμοιβαία ανταλλαγή των προϊόντων, θα υπάρξει το αποτέλεσμα που είπαμε. Αν όχι, δε θα υπάρχει ισότητα στη συναλλαγή, και η σχέση δε θα κρατήσει· τίποτε, πράγματι, δεν εμποδίζει το προϊόν του ενός να είναι μεγαλύτερης αξίας από το προϊόν του άλλου· ανάγκη λοιπόν τα προϊόντα να γίνουν ίσα» (1133a 5, 8-16).
Κι αυτή είναι η ανάγκη που γέννησε το νόμισμα: «Γι’ αυτό και όλα τα πράγματα που ανταλλάσσονται πρέπει να μπορούν να συγκρίνονται κατά κάποιον τρόπο μεταξύ τους. Αυτός είναι ο λόγος που έκανε την εμφάνισή του το νόμισμα, και αυτό γίνεται κατά κάποιον τρόπο ένας ενδιάμεσος όρος· μετράει, πράγματι, τα πάντα, επομένως και την υπεροχή και την έλλειψη – πόσα, ας πούμε, παπούτσια έχουν ίση αξία με ένα σπίτι ή με μια συγκεκριμένη ποσότητα τροφίμων. Ο αριθμός λοιπόν των παπουτσιών που θα ανταλλαγούν με ένα σπίτι [ή με μια συγκεκριμένη ποσότητα τροφίμων] πρέπει να είναι όσος είναι και ο λόγος τους οικοδόμου προς τον τσαγκάρη. Γιατί αν δεν είναι έτσι, δε θα υπάρξει ούτε ανταλλαγή ούτε δοσοληψία» (1133a 5, 22-29).
Όταν ο Αριστοτέλης αναφέρει ότι η ισοτιμία των παπουτσιών με το σπίτι πρέπει να είναι όση «και ο λόγος του οικοδόμου προς τον τσαγκάρη» δεν εννοεί φυσικά την ανωτερότητα της προσωπικότητας ή της ατομικής αξίας, αλλά του μόχθου που καταβλήθηκε σε σχέση με το παραγόμενο προϊόν. Γιατί άλλο μόχθο κατέβαλε ο οικοδόμος για ένα σπίτι κι άλλο ο τσαγκάρης για ένα ζευγάρι παπούτσια. Όπως θα ήταν άδικο να εξισωθεί ο καταβαλλόμενος μόχθος, έτσι θα ήταν άδικο να εξισωθούν και τα παπούτσια με το σπίτι. Ο τσαγκάρης, λοιπόν, πρέπει να καταβάλλει πολλά παπούτσια για να ισοσταθμίσει το σπίτι. Και ο αριθμός αυτών θα οριστεί επακριβώς από τη νομισματική αξία των δύο προϊόντων που θα συγκριθεί και θα υποδείξει τη διαφορά. Αν δε συνέβαινε αυτό, δε θα υπήρχαν ούτε ανταλλαγές ούτε δοσοληψίες.
Αποδεχόμενοι ότι χωρίς ανταλλαγές και δοσοληψίες δε θα μπορούσαν να καλυφθούν οι ανθρώπινες ανάγκες (καθιστώντας ανέφικτη την αυτάρκεια) γίνεται αντιληπτό ότι το νόμισμα, ως κοινά αποδεκτό μέτρο για την αξία, εξυπηρετεί τη μεγαλύτερη ανθρώπινη ανάγκη, δηλαδή την κάλυψη όλων των αγαθών που χρειάζεται. Ο Αριστοτέλης σημειώνει: «Η ενιαία αυτή μονάδα-μέτρο είναι στην πραγματικότητα η ανάγκη, η οποία συνέχει τα πάντα· γιατί αν οι άνθρωποι δεν είχαν καμία απολύτως ανάγκη, ή αν οι ανάγκες τους δεν ήταν ίδιες, τότε ή δε θα υπήρχε καμιά συναλλαγή ή δε θα ήταν ίδια – σαν ένα είδος ανταλλάξιμου αντιπροσώπου της ανάγκης δημιουργήθηκε με κοινή συμφωνία το νόμισμα· και είναι αυτός ο λόγος που λέγεται με αυτή τη λέξη, γιατί χρωστάει την ύπαρξή του όχι στη φύση, αλλά στο νόμο, και εξαρτάται από μας να το μεταβάλλουμε ή να το αχρηστεύσουμε» (1133a 5, 31-37).
Κι όπως ο νόμος είναι που δημιούργησε το νόμισμα, έτσι οφείλει να προστατεύσει και την ομαλή λειτουργία της αγοράς. Οφείλει δηλαδή να την προφυλάσσει από όλες τις περιπτώσεις αισχροκέρδειας και πάσης φύσεως ανεντιμότητας αποσκοπώντας στο δίκαιο των συναλλαγών με σεβασμό στην αποτίμηση της νομισματικής αξίας όλων των προϊόντων, όπως κατοχυρώνεται από το μέγεθος της ανθρώπινης εργασίας που πρέπει να καταβληθεί για την παραγωγή τους.
Και βέβαια, η αποτίμηση της αναλογικής αυτής αξίας πρέπει να είναι καθορισμένη από πριν, ώστε να είναι ξεκάθαρη και στα δύο μέρη που συναλλάσσονται: «Στο σχήμα όμως της αναλογίας δεν πρέπει να φτάσουν, αφού πρώτα θα έχουν κάνει την ανταλλαγή, αλλά όταν ο καθένας τους έχει ακόμη τα δικά του προϊόντα. Με αυτόν τον τρόπο οι δύο πλευρές είναι ίσες και μπορούν να κάνουν συναλλαγές, ακριβώς γιατί η ισότητα αυτή μπορεί να πραγματοποιηθεί στην περίπτωσή τους» (1133b 5, 1-5).
Πέρα από αυτό ο νόμος οφείλει, επίσης, να προστατεύει και το ίδιο το νόμισμα από τυχόν παραχαράξεις ή άλλους παράγοντες που μπορούν να υποβαθμίσουν την αξία του. Η σταθερότητα του νομίσματος είναι η εγγύηση των μελλοντικών συναλλαγών, αφού έτσι εξασφαλίζεται η ομαλότητα στην αγορά, η οποία θα κατοχυρώσει την ευρυθμία της παραγωγής προσφέροντας εχέγγυα για τη συνεχή εκπλήρωση όλων των αναγκών στους ανθρώπους της πόλης: «Όσο για τις μελλοντικές συναλλαγές, το νόμισμα είναι για μας ένα είδος εγγύησης ότι η ανταλλαγή θα μπορεί πάντοτε να γίνεται, αν υπάρχει ανάγκη, έστω κι αν τώρα δεν έχουμε ανάγκη κανενός πράγματος. Γιατί όταν ένας δίνει νόμισμα, πρέπει να μπορεί να πάρει αυτό που του χρειάζεται. Συμβαίνει όμως και στο νόμισμα ό,τι και στα άλλα αγαθά: δεν έχει πάντοτε την ίδια αξία· παρ’ όλα αυτά έχει σε μεγαλύτερο βαθμό την ιδιότητα να παραμένει σταθερό. Αυτός είναι ο λόγος που όλα τα αγαθά πρέπει να έχουν μια ορισμένη τιμή· γιατί τότε θα υπάρχει πάντοτε ανταλλαγή, κι αν θα υπάρχει ανταλλαγή, θα υπάρχουν και σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων» (1133b 5, 12-18).
Κατόπιν αυτών είναι απολύτως φανερό τι σημαίνει να πράττει κανείς το δίκαιο: «η δικαιοπραγία είναι το μέσον ανάμεσα στο να αδικούμε και στο να αδικούμαστε· γιατί “αδικούμε” θα πει: έχουμε περισσότερα από αυτό που μας ανήκει, και “αδικούμαστε” θα πει: έχουμε λιγότερα από αυτό που μας ανήκει. Η δικαιοσύνη είναι ένα είδος μεσότητας, όχι πάντως με τον ίδιο τρόπο όπως στις άλλες αρετές, αλλά με το νόημα ότι επιδιώκει και πραγματοποιεί το ίσον, ενώ η αδικία έχει σχέση με τα δύο άκρα» (1133b 5, 34-37 και 1134a 5, 1). Τα δύο άκρα είναι πάντα η υπερβολή και η έλλειψη που διαταράσσουν την αναλογική μεσότητα της δίκαιης ανταλλαγής.
Από κει και πέρα, ο ορισμός της αδικίας φαντάζει σχεδόν αυτονόητος: «Γι’ αυτόν τον λόγο η αδικία είναι υπερβολή και έλλειψη, γιατί από αυτήν ξεκινάει η υπερβολή και η έλλειψη: ενσχέσει με τον εαυτό του υπερβολή σε ό,τι είναι ολοκάθαρα ωφέλιμο και έλλειψη σε ό,τι είναι βλαβερό, ενώ ενσχέσει με τους άλλους γίνεται γενικά το ίδιο όπως στην προηγούμενη περίπτωση, μόνο που η παραβίαση της αναλογίας μπορεί να γίνεται σε βάρος της μιας ή της άλλης πλευράς – όπως τύχει. Όσο, τώρα, για την άδικη πράξη: αν ύστερα από αυτήν έχει κανείς το μικρότερο μέρος, θα πει ότι αδικείται, ενώ αν έχει το μεγαλύτερο μέρος, θα πει ότι αδικεί» (1134a 5, 10-16).
Σε τελική ανάλυση, ο νόμος, ως θεσμοθετημένο σύστημα απόδοσης δικαιοσύνης, είναι το μοναδικό εχέγγυο που μπορεί να εξασφαλίσει την τήρηση της αμοιβαιότητας στις συναλλαγές – μαζί βέβαια με τους εκπροσώπους του, τους δικαστές και τους ελεγκτές που θα επιβλέπουν τη λειτουργία της αγοράς. Ο νόμος που αντί να αποβλέπει στην ισοτιμία μόχθου και χρήματος στις αξίες που παράγονται ευνοεί συγκεκριμένα συμφέροντα ή ομάδες ανθρώπων, ώστε να αμείβονται υπέρογκα σε σχέση με αυτό που πράγματι προσφέρουν, είναι ο νόμος της αδικίας και της εκμετάλλευσης. Ένας τέτοιος νόμος δεν μπορεί να λέγεται πολιτικό δίκαιο, αφού βάζει τα συμφέροντα μερικών πιο ψηλά από εκείνα του συνόλου. Κι αυτή είναι η ουσία της αυταρχικότητας. Τέτοιοι νόμοι αρμόζουν περισσότερο σε τυραννίες κι όχι σε πόλεις ελεύθερων ανθρώπων.
Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια
Η αντίληψη του δικαίου ως εξασφάλιση αμοιβαιότητας (είτε προς το καλό είτε προς το κακό), αν τεθεί με τρόπο απόλυτο φαίνεται να αντιβαίνει στις αρχές τόσο της διανεμητικής, όσο και της επανορθωτικής δικαιοσύνης. Ο Αριστοτέλης σημειώνει (αναφερόμενος πάντα στις ιδέες των Πυθαγορείων): «Αν, επιπαραδείγματι, ένας αξιωματούχος χτύπησε κάποιον, δεν πρέπει να δεχτεί κι αυτός σε ανταπόδοση το ίδιο χτύπημα· αν όμως κάποιος χτύπησε αξιωματούχο, όχι μόνο πρέπει να δεχτεί το ίδιο χτύπημα, αλλά, επιπλέον, πρέπει και να τιμωρηθεί» (1132b 5, 31-33).
Το κατά πόσο είναι αποδεκτό το παράδειγμα του αξιωματούχου, με την έννοια ότι καταπατάται η αρχή της ισονομίας (γιατί ο αξιωματούχος να δικαιούται μεγαλύτερο μερίδιο στην ανταπόδοση;), μένει στην κρίση του καθενός, ως ζήτημα που (εδώ) κρίνεται δευτερεύον. Αυτό που πρωτεύει είναι ότι η αρχή της ανταπόδοσης, με τον απόλυτο τρόπο που τίθεται, εμπεριέχει την εκδικητικότητα. Θα έλεγε κανείς ότι προσιδιάζει στην αυτοδικία, αφού ο αξιωματούχος που χτύπησε πρέπει να χτυπηθεί – και το αντίστροφο.
Όμως, η λογική «οφθαλμός αντί οφθαλμού» δεν αρμόζει στις πολιτισμένες κοινωνίες. Ο αξιωματούχος που χτυπά πρέπει να παραπεμφθεί στη δικαιοσύνη και να τιμωρηθεί όπως ο νόμος προβλέπει για τέτοιες περιπτώσεις. Κι ο νόμος δεν ορίζει την ανταπόδοση με την ακριβή έννοια του όρου. Ορίζει ποινές όπως αρμόζει σε κάθε παράπτωμα. Ένα ενδεχόμενο χρηματικό πρόστιμο γι’ αυτόν που έχει χειροδικήσει μπορεί να είναι πολύ χειρότερο από την απλή ανταπόδοση του χτυπήματος που έδωσε.
Η ποινή πρέπει να είναι ανάλογη με το αδίκημα, ως αποκατάσταση της ισότητας, κι όχι ανταποδοτική, γιατί η ανταπόδοση γεννά τη βαρβαρότητα. Ο στόχος του νόμου είναι να εξαλείψει τις άδικες πράξεις κι όχι να τις επαναλάβει από την πλευρά της δικαιοσύνης. Κι αυτή ακριβώς είναι η προβληματική που επισημαίνει ο Αριστοτέλης παίρνοντας αποστάσεις από τη δικαιοσύνη της αμοιβαιότητας των Πυθαγορείων.
Παρά τις αντιρρήσεις όμως, διαπιστώνει ότι η αμοιβαιότητα ως μορφή δικαιοσύνης μπορεί να λειτουργήσει ευεργετικά στις επαγγελματικές συναλλαγές: «Στις επαγγελματικές όμως σχέσεις των ανθρώπων αυτή η μορφή δικαιοσύνης λειτουργεί πράγματι συνεκτικά, – αμοιβαιότητα, πάντως, σύμφωνη με την αναλογία και όχι στη βάση μιας αυστηρά τυπικής ισότητας. Γιατί αυτό που κάνει την πόλη να εξακολουθεί να υπάρχει είναι η αναλογική ανταπόδοση» (1132b 5, 34-37).
Όταν ο Αριστοτέλης κάνει λόγο για «αναλογική ανταπόδοση», δεν αναφέρεται στις ποινές (που αποκαθιστούν και δεν ανταποδίδουν), αλλά στις τρέχουσες καθημερινές εμπορικές σχέσεις των ανθρώπων: «Γιατί οι άνθρωποι κοιτάζουν να πληρώσουν ή το κακό με κακό (και αν δεν μπορούν να το κάνουν, αισθάνονται ότι βρίσκονται σε κατάσταση δουλείας) ή το καλό με καλό (και αν δεν μπορούν να το κάνουν, δεν υπάρχουν πια συναλλαγές, και στην πραγματικότητα αυτό που δένει τον έναν με τον άλλον είναι οι συναλλαγές)» (1133a 5, 1-3).
Στις συναλλαγές υπάρχει περίπτωση να προσφέρει κανείς από ανάγκη ή να αγοράσει από άγνοια κάποια υπηρεσία ή εμπόρευμα σε τιμή χαμηλότερη ή υψηλότερη από την πραγματική αξία που μπορεί να έχει. Αυτός που πρόσφερε σε χαμηλότερη τιμή νιώθει αδικημένος, γιατί η ανάγκη των χρημάτων τον εξώθησε να μην ανταμειφτεί σύμφωνα με τους κόπους του, σε απόλυτη ομοιότητα με εκείνον που από άγνοια (ή οποιοδήποτε άλλο λόγο) πλήρωσε περισσότερα από αυτά που έπρεπε. Και οι δύο θέλουν να ανταποδώσουν τη ζημιά στο άτομο που τους αδίκησε είτε με κάποια μελλοντική συναλλαγή που θα πάρουν πίσω τα χαμένα είτε δυσφημώντας το ανταποδίδοντας το κακό με το κακό. Αν δεν μπορούν να το κάνουν, αισθάνονται δούλοι, ακριβώς επειδή νιώθουν ότι τους έχει στερηθεί ένα βασικό δικαίωμα (εκείνο της ισότιμης συναλλαγής), χωρίς να μπορούν να κάνουν τίποτε.
Από την άλλη, η δίκαιη συναλλαγή, η οποία συνδυάζει ποιοτικές υπηρεσίες ή εμπορεύματα, σωστές τιμές και καλή εξυπηρέτηση, θα ανταποδοθεί με καλό είτε διαφημίζοντας σε άλλους το συγκεκριμένο πρόσωπο που συναλλάσσεται με εντιμότητα είτε κάνοντας κι άλλες συναλλαγές μαζί του είτε προσφέροντάς του επίσης ισότιμης ποιότητας συναλλαγή, αν ανταλλαχθούν οι ρόλοι και βρεθεί εκείνο στη θέση του αγοραστή. Η επιτυχία των συναλλαγών προσφέρει αρμονία στην πόλη και φυσικά συμβάλλει στην αυτάρκεια, αφού τα προϊόντα του ενός σχετίζονται με τις ανάγκες του άλλου.
Θα έλεγε κανείς ότι πρόκειται για ύψιστο κοινωνικό ζήτημα, καθώς η κάλυψη των αναγκών μέσα στην πόλη είναι η προϋπόθεση της ευδαιμονίας. Αυτό εννοείται και στη φράση «στην πραγματικότητα αυτό που δένει τον ένα με τον άλλο είναι οι συναλλαγές», αφού αυτό που ενώνει την πόλη είναι η φυσική ανάγκη των ανθρώπων να ζουν με άλλους ανθρώπους (φύσει κοινωνικά όντα) και η εξασφάλιση της ευδαιμονίας που θα επέλθει από την αυτάρκεια σε όλους τους τομείς – εμπορεύματα, υλικά αγαθά, παιδεία, ασφάλεια, θρησκεία κλπ. Από αυτή την άποψη η ισοτιμία των συναλλαγών μετατρέπεται σε συνδετικό στοιχείο της πόλης. Σε περίπτωση που διαταραχθεί πλήττεται η αυτάρκεια γι’ αυτούς που αδικούνται, οι οποίοι δεν έχουν πια άλλη σκέψη από την ανταπόδοση του κακού που τους γίνεται.
Αυτός είναι και ο λόγος για την εξασφάλιση της ισοτιμίας σε όλες τις συναλλαγές. Ο καθένας οφείλει να προσφέρει με τις δικές του υπηρεσίες (ή προϊόντα) στην αυτάρκεια της πόλης και ταυτόχρονα να απολαμβάνει τις υπηρεσίες (ή τα εμπορεύματα) των άλλων νιώθοντας κι ο ίδιος αυτάρκης. Η ισότιμη συναλλαγή προϋποθέτει κανόνες που θα καθορίζουν επαρκώς τις αξίες όλων των υπηρεσιών (ή προϊόντων), ώστε να προσφέρει κανείς στους άλλους αυτό που παράγει και να παίρνει αυτά που χρειάζεται από τους άλλους. Κι αυτό είναι το νόημα της αναλογικής ανταπόδοσης: «Η αναλογική ανταπόδοση πετυχαίνεται με τη διαγώνια σύζευξη» (1133a 5, 7-8).
Ο Αριστοτέλης θα διευκρινίσει αμέσως: «Ας υποθέσουμε ότι το α είναι ένας οικοδόμος, το β ένας τσαγκάρης, το γ ένα σπίτι, το δ ένα παπούτσι. Ο οικοδόμος λοιπόν πρέπει να πάρει από τον τσαγκάρη το προϊόν εκείνου, και ο ίδιος να δώσει σ’ εκείνον σε ανταπόδοση το δικό του προϊόν. Αν λοιπόν πρώτα καθοριστεί η αναλογική ισότητα των προϊόντων και ύστερα γίνει η αμοιβαία ανταλλαγή των προϊόντων, θα υπάρξει το αποτέλεσμα που είπαμε. Αν όχι, δε θα υπάρχει ισότητα στη συναλλαγή, και η σχέση δε θα κρατήσει· τίποτε, πράγματι, δεν εμποδίζει το προϊόν του ενός να είναι μεγαλύτερης αξίας από το προϊόν του άλλου· ανάγκη λοιπόν τα προϊόντα να γίνουν ίσα» (1133a 5, 8-16).
Κι αυτή είναι η ανάγκη που γέννησε το νόμισμα: «Γι’ αυτό και όλα τα πράγματα που ανταλλάσσονται πρέπει να μπορούν να συγκρίνονται κατά κάποιον τρόπο μεταξύ τους. Αυτός είναι ο λόγος που έκανε την εμφάνισή του το νόμισμα, και αυτό γίνεται κατά κάποιον τρόπο ένας ενδιάμεσος όρος· μετράει, πράγματι, τα πάντα, επομένως και την υπεροχή και την έλλειψη – πόσα, ας πούμε, παπούτσια έχουν ίση αξία με ένα σπίτι ή με μια συγκεκριμένη ποσότητα τροφίμων. Ο αριθμός λοιπόν των παπουτσιών που θα ανταλλαγούν με ένα σπίτι [ή με μια συγκεκριμένη ποσότητα τροφίμων] πρέπει να είναι όσος είναι και ο λόγος τους οικοδόμου προς τον τσαγκάρη. Γιατί αν δεν είναι έτσι, δε θα υπάρξει ούτε ανταλλαγή ούτε δοσοληψία» (1133a 5, 22-29).
Όταν ο Αριστοτέλης αναφέρει ότι η ισοτιμία των παπουτσιών με το σπίτι πρέπει να είναι όση «και ο λόγος του οικοδόμου προς τον τσαγκάρη» δεν εννοεί φυσικά την ανωτερότητα της προσωπικότητας ή της ατομικής αξίας, αλλά του μόχθου που καταβλήθηκε σε σχέση με το παραγόμενο προϊόν. Γιατί άλλο μόχθο κατέβαλε ο οικοδόμος για ένα σπίτι κι άλλο ο τσαγκάρης για ένα ζευγάρι παπούτσια. Όπως θα ήταν άδικο να εξισωθεί ο καταβαλλόμενος μόχθος, έτσι θα ήταν άδικο να εξισωθούν και τα παπούτσια με το σπίτι. Ο τσαγκάρης, λοιπόν, πρέπει να καταβάλλει πολλά παπούτσια για να ισοσταθμίσει το σπίτι. Και ο αριθμός αυτών θα οριστεί επακριβώς από τη νομισματική αξία των δύο προϊόντων που θα συγκριθεί και θα υποδείξει τη διαφορά. Αν δε συνέβαινε αυτό, δε θα υπήρχαν ούτε ανταλλαγές ούτε δοσοληψίες.
Αποδεχόμενοι ότι χωρίς ανταλλαγές και δοσοληψίες δε θα μπορούσαν να καλυφθούν οι ανθρώπινες ανάγκες (καθιστώντας ανέφικτη την αυτάρκεια) γίνεται αντιληπτό ότι το νόμισμα, ως κοινά αποδεκτό μέτρο για την αξία, εξυπηρετεί τη μεγαλύτερη ανθρώπινη ανάγκη, δηλαδή την κάλυψη όλων των αγαθών που χρειάζεται. Ο Αριστοτέλης σημειώνει: «Η ενιαία αυτή μονάδα-μέτρο είναι στην πραγματικότητα η ανάγκη, η οποία συνέχει τα πάντα· γιατί αν οι άνθρωποι δεν είχαν καμία απολύτως ανάγκη, ή αν οι ανάγκες τους δεν ήταν ίδιες, τότε ή δε θα υπήρχε καμιά συναλλαγή ή δε θα ήταν ίδια – σαν ένα είδος ανταλλάξιμου αντιπροσώπου της ανάγκης δημιουργήθηκε με κοινή συμφωνία το νόμισμα· και είναι αυτός ο λόγος που λέγεται με αυτή τη λέξη, γιατί χρωστάει την ύπαρξή του όχι στη φύση, αλλά στο νόμο, και εξαρτάται από μας να το μεταβάλλουμε ή να το αχρηστεύσουμε» (1133a 5, 31-37).
Κι όπως ο νόμος είναι που δημιούργησε το νόμισμα, έτσι οφείλει να προστατεύσει και την ομαλή λειτουργία της αγοράς. Οφείλει δηλαδή να την προφυλάσσει από όλες τις περιπτώσεις αισχροκέρδειας και πάσης φύσεως ανεντιμότητας αποσκοπώντας στο δίκαιο των συναλλαγών με σεβασμό στην αποτίμηση της νομισματικής αξίας όλων των προϊόντων, όπως κατοχυρώνεται από το μέγεθος της ανθρώπινης εργασίας που πρέπει να καταβληθεί για την παραγωγή τους.
Και βέβαια, η αποτίμηση της αναλογικής αυτής αξίας πρέπει να είναι καθορισμένη από πριν, ώστε να είναι ξεκάθαρη και στα δύο μέρη που συναλλάσσονται: «Στο σχήμα όμως της αναλογίας δεν πρέπει να φτάσουν, αφού πρώτα θα έχουν κάνει την ανταλλαγή, αλλά όταν ο καθένας τους έχει ακόμη τα δικά του προϊόντα. Με αυτόν τον τρόπο οι δύο πλευρές είναι ίσες και μπορούν να κάνουν συναλλαγές, ακριβώς γιατί η ισότητα αυτή μπορεί να πραγματοποιηθεί στην περίπτωσή τους» (1133b 5, 1-5).
Πέρα από αυτό ο νόμος οφείλει, επίσης, να προστατεύει και το ίδιο το νόμισμα από τυχόν παραχαράξεις ή άλλους παράγοντες που μπορούν να υποβαθμίσουν την αξία του. Η σταθερότητα του νομίσματος είναι η εγγύηση των μελλοντικών συναλλαγών, αφού έτσι εξασφαλίζεται η ομαλότητα στην αγορά, η οποία θα κατοχυρώσει την ευρυθμία της παραγωγής προσφέροντας εχέγγυα για τη συνεχή εκπλήρωση όλων των αναγκών στους ανθρώπους της πόλης: «Όσο για τις μελλοντικές συναλλαγές, το νόμισμα είναι για μας ένα είδος εγγύησης ότι η ανταλλαγή θα μπορεί πάντοτε να γίνεται, αν υπάρχει ανάγκη, έστω κι αν τώρα δεν έχουμε ανάγκη κανενός πράγματος. Γιατί όταν ένας δίνει νόμισμα, πρέπει να μπορεί να πάρει αυτό που του χρειάζεται. Συμβαίνει όμως και στο νόμισμα ό,τι και στα άλλα αγαθά: δεν έχει πάντοτε την ίδια αξία· παρ’ όλα αυτά έχει σε μεγαλύτερο βαθμό την ιδιότητα να παραμένει σταθερό. Αυτός είναι ο λόγος που όλα τα αγαθά πρέπει να έχουν μια ορισμένη τιμή· γιατί τότε θα υπάρχει πάντοτε ανταλλαγή, κι αν θα υπάρχει ανταλλαγή, θα υπάρχουν και σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων» (1133b 5, 12-18).
Κατόπιν αυτών είναι απολύτως φανερό τι σημαίνει να πράττει κανείς το δίκαιο: «η δικαιοπραγία είναι το μέσον ανάμεσα στο να αδικούμε και στο να αδικούμαστε· γιατί “αδικούμε” θα πει: έχουμε περισσότερα από αυτό που μας ανήκει, και “αδικούμαστε” θα πει: έχουμε λιγότερα από αυτό που μας ανήκει. Η δικαιοσύνη είναι ένα είδος μεσότητας, όχι πάντως με τον ίδιο τρόπο όπως στις άλλες αρετές, αλλά με το νόημα ότι επιδιώκει και πραγματοποιεί το ίσον, ενώ η αδικία έχει σχέση με τα δύο άκρα» (1133b 5, 34-37 και 1134a 5, 1). Τα δύο άκρα είναι πάντα η υπερβολή και η έλλειψη που διαταράσσουν την αναλογική μεσότητα της δίκαιης ανταλλαγής.
Από κει και πέρα, ο ορισμός της αδικίας φαντάζει σχεδόν αυτονόητος: «Γι’ αυτόν τον λόγο η αδικία είναι υπερβολή και έλλειψη, γιατί από αυτήν ξεκινάει η υπερβολή και η έλλειψη: ενσχέσει με τον εαυτό του υπερβολή σε ό,τι είναι ολοκάθαρα ωφέλιμο και έλλειψη σε ό,τι είναι βλαβερό, ενώ ενσχέσει με τους άλλους γίνεται γενικά το ίδιο όπως στην προηγούμενη περίπτωση, μόνο που η παραβίαση της αναλογίας μπορεί να γίνεται σε βάρος της μιας ή της άλλης πλευράς – όπως τύχει. Όσο, τώρα, για την άδικη πράξη: αν ύστερα από αυτήν έχει κανείς το μικρότερο μέρος, θα πει ότι αδικείται, ενώ αν έχει το μεγαλύτερο μέρος, θα πει ότι αδικεί» (1134a 5, 10-16).
Σε τελική ανάλυση, ο νόμος, ως θεσμοθετημένο σύστημα απόδοσης δικαιοσύνης, είναι το μοναδικό εχέγγυο που μπορεί να εξασφαλίσει την τήρηση της αμοιβαιότητας στις συναλλαγές – μαζί βέβαια με τους εκπροσώπους του, τους δικαστές και τους ελεγκτές που θα επιβλέπουν τη λειτουργία της αγοράς. Ο νόμος που αντί να αποβλέπει στην ισοτιμία μόχθου και χρήματος στις αξίες που παράγονται ευνοεί συγκεκριμένα συμφέροντα ή ομάδες ανθρώπων, ώστε να αμείβονται υπέρογκα σε σχέση με αυτό που πράγματι προσφέρουν, είναι ο νόμος της αδικίας και της εκμετάλλευσης. Ένας τέτοιος νόμος δεν μπορεί να λέγεται πολιτικό δίκαιο, αφού βάζει τα συμφέροντα μερικών πιο ψηλά από εκείνα του συνόλου. Κι αυτή είναι η ουσία της αυταρχικότητας. Τέτοιοι νόμοι αρμόζουν περισσότερο σε τυραννίες κι όχι σε πόλεις ελεύθερων ανθρώπων.
Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια
Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας
ΞΕΝΟΦΩΝ, ΕΛΛΗΝΙΚΑ
ΞΕΝ Ελλ 2.4.24–2.4.43
ΞΕΝ Ελλ 2.4.24–2.4.43
(ΞΕΝ Ελλ 2.4.1–2.4.43: Η αποκατάσταση της δημοκρατίας) Εισβολή του Παυσανία στην Αττική – Προσπάθειές του για συμφιλίωση των Αθηναίων – Αποκατάσταση της δημοκρατίας
[2.4.24] Καὶ οἱ μὲν τριάκοντα Ἐλευσῖνάδε ἀπῆλθον· οἱ δὲ δέκα
τῶν ἐν ἄστει καὶ μάλα τεταραγμένων καὶ ἀπιστούντων
ἀλλήλοις σὺν τοῖς ἱππάρχοις ἐπεμέλοντο. ἐξεκάθευδον δὲ
καὶ οἱ ἱππεῖς ἐν τῷ Ὠιδείῳ, τούς τε ἵππους καὶ τὰς ἀσπίδας
ἔχοντες, καὶ δι’ ἀπιστίαν ἐφώδευον τὸ μὲν ἀφ’ ἑσπέρας
σὺν ταῖς ἀσπίσι κατὰ τείχη, τὸ δὲ πρὸς ὄρθρον σὺν τοῖς
ἵπποις, ἀεὶ φοβούμενοι μὴ ἐπεισπέσοιέν τινες αὐτοῖς τῶν
ἐκ τοῦ Πειραιῶς. [2.4.25] οἱ δὲ πολλοί τε ἤδη ὄντες καὶ παντο-
δαποί, ὅπλα ἐποιοῦντο, οἱ μὲν ξύλινα, οἱ δὲ οἰσύινα, καὶ
ταῦτα ἐλευκοῦντο. πρὶν δὲ ἡμέρας δέκα γενέσθαι, πιστὰ
δόντες, οἵτινες συμπολεμήσειαν, καὶ εἰ ξένοι εἶεν, ἰσο-
τέλειαν ἔσεσθαι, ἐξῇσαν πολλοὶ μὲν ὁπλῖται, πολλοὶ δὲ
γυμνῆτες· ἐγένοντο δὲ αὐτοῖς καὶ ἱππεῖς ὡσεὶ ἑβδομήκοντα·
προνομὰς δὲ ποιούμενοι, καὶ λαμβάνοντες ξύλα καὶ ὀπώραν,
ἐκάθευδον πάλιν ἐν Πειραιεῖ. [2.4.26] τῶν δ’ ἐκ τοῦ ἄστεως ἄλλος
μὲν οὐδεὶς σὺν ὅπλοις ἐξῄει, οἱ δὲ ἱππεῖς ἔστιν ὅτε καὶ
λῃστὰς ἐχειροῦντο τῶν ἐκ τοῦ Πειραιῶς, καὶ τὴν φάλαγγα
αὐτῶν ἐκακούργουν. περιέτυχον δὲ καὶ τῶν Αἰξωνέων τισὶν
εἰς τοὺς αὑτῶν ἀγροὺς ἐπὶ τὰ ἐπιτήδεια πορευομένοις· καὶ
τούτους Λυσίμαχος ὁ ἵππαρχος ἀπέσφαξε, πολλὰ λιτανεύον-
τας καὶ πολλῶν χαλεπῶς φερόντων ἱππέων. [2.4.27] ἀνταπέκτειναν
δὲ καὶ οἱ ἐν Πειραιεῖ τῶν ἱππέων ἐπ’ ἀγροῦ λαβόντες
Καλλίστρατον φυλῆς Λεοντίδος. καὶ γὰρ ἤδη μέγα ἐφρό-
νουν, ὥστε καὶ πρὸς τὸ τεῖχος τοῦ ἄστεως προσέβαλλον.
εἰ δὲ καὶ τοῦτο δεῖ εἰπεῖν τοῦ μηχανοποιοῦ τοῦ ἐν τῷ ἄστει,
ὃς ἐπεὶ ἔγνω ὅτι κατὰ τὸν ἐκ Λυκείου δρόμον μέλλοιεν τὰς
μηχανὰς προσάγειν, τὰ ζεύγη ἐκέλευσε πάντα ἁμαξιαίους
λίθους ἄγειν καὶ καταβάλλειν ὅπου ἕκαστος βούλοιτο τοῦ
δρόμου. ὡς δὲ τοῦτο ἐγένετο, πολλὰ εἷς ἕκαστος τῶν
λίθων πράγματα παρεῖχε. [2.4.28] πεμπόντων δὲ πρέσβεις εἰς
Λακεδαίμονα τῶν μὲν τριάκοντα ἐξ Ἐλευσῖνος, τῶν δ’ ἐν
τῷ καταλόγῳ ἐξ ἄστεως, καὶ βοηθεῖν κελευόντων, ὡς ἀφε-
στηκότος τοῦ δήμου ἀπὸ Λακεδαιμονίων, Λύσανδρος λογισά-
μενος ὅτι οἷόν τε εἴη ταχὺ ἐκπολιορκῆσαι τοὺς ἐν τῷ
Πειραιεῖ κατά τε γῆν καὶ κατὰ θάλατταν, εἰ τῶν ἐπιτηδείων
ἀποκλεισθείησαν, συνέπραξεν ἑκατόν τε τάλαντα αὐτοῖς
δανεισθῆναι, καὶ αὐτὸν μὲν κατὰ γῆν ἁρμοστήν, Λίβυν δὲ
τὸν ἀδελφὸν ναυαρχοῦντα ἐκπεμφθῆναι. [2.4.29] καὶ ἐξελθὼν αὐτὸς
μὲν Ἐλευσῖνάδε συνέλεγεν ὁπλίτας πολλοὺς Πελοπον-
νησίους· ὁ δὲ ναύαρχος κατὰ θάλατταν ἐφύλαττεν ὅπως
μηδὲν εἰσπλέοι αὐτοῖς τῶν ἐπιτηδείων· ὥστε ταχὺ πάλιν
ἐν ἀπορίᾳ ἦσαν οἱ ἐν Πειραιεῖ, οἱ δ’ ἐν τῷ ἄστει πάλιν αὖ
μέγα ἐφρόνουν ἐπὶ τῷ Λυσάνδρῳ. οὕτω δὲ προχωρούντων
Παυσανίας ὁ βασιλεὺς φθονήσας Λυσάνδρῳ, εἰ κατειργα-
σμένος ταῦτα ἅμα μὲν εὐδοκιμήσοι, ἅμα δὲ ἰδίας ποιήσοιτο
τὰς Ἀθήνας, πείσας τῶν ἐφόρων τρεῖς ἐξάγει φρουράν.
[2.4.30] συνείποντο δὲ καὶ οἱ σύμμαχοι πάντες πλὴν Βοιωτῶν καὶ
Κορινθίων· οὗτοι δὲ ἔλεγον μὲν ὅτι οὐ νομίζοιεν εὐορκεῖν
ἂν στρατευόμενοι ἐπ’ Ἀθηναίους μηδὲν παράσπονδον ποιοῦν-
τας· ἔπραττον δὲ ταῦτα, ὅτι ἐγίγνωσκον Λακεδαιμονίους
βουλομένους τὴν τῶν Ἀθηναίων χώραν οἰκείαν καὶ πιστὴν
ποιήσασθαι. ὁ δὲ Παυσανίας ἐστρατοπεδεύσατο μὲν ἐν τῷ
Ἁλιπέδῳ καλουμένῳ πρὸς τῷ Πειραιεῖ δεξιὸν ἔχων κέρας,
Λύσανδρος δὲ σὺν τοῖς μισθοφόροις τὸ εὐώνυμον. [2.4.31] πέμπων
δὲ πρέσβεις ὁ Παυσανίας πρὸς τοὺς ἐν Πειραιεῖ ἐκέλευεν
ἀπιέναι ἐπὶ τὰ ἑαυτῶν· ἐπεὶ δ’ οὐκ ἐπείθοντο, προσέβαλλεν
ὅσον ἀπὸ βοῆς ἕνεκεν, ὅπως μὴ δῆλος εἴη εὐμενὴς αὐτοῖς
ὤν. ἐπεὶ δ’ οὐδὲν ἀπὸ τῆς προσβολῆς πράξας ἀπῆλθε, τῇ
ὑστεραίᾳ λαβὼν τῶν μὲν Λακεδαιμονίων δύο μόρας, τῶν δὲ
Ἀθηναίων ἱππέων τρεῖς φυλάς, παρῆλθεν ἐπὶ τὸν κωφὸν
λιμένα, σκοπῶν πῇ εὐαποτειχιστότατος εἴη ὁ Πειραιεύς.
[2.4.32] ἐπεὶ δὲ ἀπιόντος αὐτοῦ προσέθεόν τινες καὶ πράγματα αὐτῷ
παρεῖχον, ἀχθεσθεὶς παρήγγειλε τοὺς μὲν ἱππέας ἐλᾶν εἰς
αὐτοὺς ἐνέντας, καὶ [τοὺς] τὰ δέκα ἀφ’ ἥβης συνέπεσθαι· σὺν
δὲ τοῖς ἄλλοις αὐτὸς ἐπηκολούθει. καὶ ἀπέκτειναν μὲν ἐγγὺς
τριάκοντα τῶν ψιλῶν, τοὺς δ’ ἄλλους κατεδίωξαν πρὸς τὸ
Πειραιοῖ θέατρον. [2.4.33] ἐκεῖ δὲ ἔτυχον ἐξοπλιζόμενοι οἵ τε
πελτασταὶ πάντες καὶ οἱ ὁπλῖται τῶν ἐκ Πειραιῶς. καὶ οἱ
μὲν ψιλοὶ εὐθὺς ἐκδραμόντες ἠκόντιζον, ἔβαλλον, ἐτόξευον,
ἐσφενδόνων· οἱ δὲ Λακεδαιμόνιοι, ἐπεὶ αὐτῶν πολλοὶ
ἐτιτρώσκοντο, μάλα πιεζόμενοι ἀνεχώρουν ἐπὶ πόδα· οἱ δ’
ἐν τούτῳ πολὺ μᾶλλον ἐπέκειντο. ἐνταῦθα καὶ ἀποθνῄσκει
Χαίρων τε καὶ Θίβραχος, ἄμφω πολεμάρχω, καὶ Λακράτης
ὁ ὀλυμπιονίκης καὶ ἄλλοι οἱ τεθαμμένοι Λακεδαιμονίων πρὸ
τῶν πυλῶν ἐν Κεραμεικῷ. [2.4.34] ὁρῶν δὲ ταῦτα ὁ Θρασύβουλος
καὶ οἱ ἄλλοι ὁπλῖται, ἐβοήθουν, καὶ ταχὺ παρετάξαντο πρὸ
τῶν ἄλλων ἐπ’ ὀκτώ. ὁ δὲ Παυσανίας μάλα πιεσθεὶς καὶ
ἀναχωρήσας ὅσον στάδια τέτταρα ἢ πέντε πρὸς λόφον τινά,
παρήγγελλε τοῖς Λακεδαιμονίοις καὶ τοῖς ἄλλοις συμμάχοις
ἐπιχωρεῖν πρὸς ἑαυτόν. ἐκεῖ δὲ συνταξάμενος παντελῶς
βαθεῖαν τὴν φάλαγγα ἦγεν ἐπὶ τοὺς Ἀθηναίους. οἱ δ’ εἰς
χεῖρας μὲν ἐδέξαντο, ἔπειτα δὲ οἱ μὲν ἐξεώσθησαν εἰς τὸν
ἐν ταῖς Ἁλαῖς πηλόν, οἱ δὲ ἐνέκλιναν· καὶ ἀποθνῄσκουσιν
αὐτῶν ὡς πεντήκοντα καὶ ἑκατόν. [2.4.35] ὁ δὲ Παυσανίας τροπαῖον
στησάμενος ἀνεχώρησε· καὶ οὐδ’ ὣς ὠργίζετο αὐτοῖς, ἀλλὰ
λάθρᾳ πέμπων ἐδίδασκε τοὺς ἐν Πειραιεῖ οἷα χρὴ λέγοντας
πρέσβεις πέμπειν πρὸς ἑαυτὸν καὶ τοὺς παρόντας ἐφόρους.
οἱ δ’ ἐπείθοντο. διίστη δὲ καὶ τοὺς ἐν τῷ ἄστει, καὶ
ἐκέλευε πρὸς σφᾶς προσιέναι ὡς πλείστους συλλεγομένους,
λέγοντας ὅτι οὐδὲν δέονται τοῖς ἐν τῷ Πειραιεῖ πολεμεῖν,
ἀλλὰ διαλυθέντες κοινῇ ἀμφότεροι Λακεδαιμονίοις φίλοι
εἶναι. [2.4.36] ἡδέως δὲ ταῦτα καὶ Ναυκλείδας ἔφορος ὢν συνή-
κουεν· ὥσπερ γὰρ νομίζεται σὺν βασιλεῖ δύο τῶν ἐφόρων
συστρατεύεσθαι, καὶ τότε παρῆν οὗτός τε καὶ ἄλλος, ἀμφό-
τεροι τῆς μετὰ Παυσανίου γνώμης ὄντες μᾶλλον ἢ τῆς
μετὰ Λυσάνδρου. διὰ ταῦτα οὖν καὶ εἰς τὴν Λακεδαίμονα
προθύμως ἔπεμπον τούς τ’ ἐκ τοῦ Πειραιῶς ἔχοντας τὰς
πρὸς Λακεδαιμονίους σπονδὰς καὶ τοὺς ἀπὸ τῶν ἐν τῷ
ἄστει ἰδιώτας, [καὶ] Κηφισοφῶντά τε καὶ Μέλητον. [2.4.37] ἐπεὶ
μέντοι οὗτοι ᾤχοντο εἰς Λακεδαίμονα, ἔπεμπον δὴ καὶ οἱ
ἀπὸ τοῦ κοινοῦ ἐκ τοῦ ἄστεως λέγοντας ὅτι αὐτοὶ μὲν παρα-
διδόασι καὶ τὰ τείχη ἃ ἔχουσι καὶ σφᾶς αὐτοὺς Λακεδαι-
μονίοις χρῆσθαι ὅ τι βούλονται· ἀξιοῦν δ’ ἔφασαν καὶ τοὺς
ἐν Πειραιεῖ, εἰ φίλοι φασὶν εἶναι Λακεδαιμονίοις, παρα-
διδόναι τόν τε Πειραιᾶ καὶ τὴν Μουνιχίαν. [2.4.38] ἀκούσαντες
δὲ πάντων αὐτῶν οἱ ἔφοροι καὶ οἱ ἔκκλητοι, ἐξέπεμψαν
πεντεκαίδεκα ἄνδρας εἰς τὰς Ἀθήνας, καὶ ἐπέταξαν σὺν
Παυσανίᾳ διαλλάξαι ὅπῃ δύναιντο κάλλιστα. οἱ δὲ διήλ-
λαξαν ἐφ’ ᾧτε εἰρήνην μὲν ἔχειν ὡς πρὸς ἀλλήλους, ἀπιέναι
δὲ ἐπὶ τὰ ἑαυτῶν ἕκαστον πλὴν τῶν τριάκοντα καὶ τῶν
ἕνδεκα καὶ τῶν ἐν Πειραιεῖ ἀρξάντων δέκα. εἰ δέ τινες
φοβοῖντο τῶν ἐξ ἄστεως, ἔδοξεν αὐτοῖς Ἐλευσῖνα κατοικεῖν.
[2.4.39] τούτων δὲ περανθέντων Παυσανίας μὲν διῆκε τὸ στράτευμα,
οἱ δ’ ἐκ τοῦ Πειραιῶς ἀνελθόντες σὺν τοῖς ὅπλοις εἰς τὴν
ἀκρόπολιν ἔθυσαν τῇ Ἀθηνᾷ. ἐπεὶ δὲ κατέβησαν† οἱ
στρατηγοί, ἔνθα δὴ ὁ Θρασύβουλος ἔλεξεν· [2.4.40] Ὑμῖν, ἔφη,
ὦ ἐκ τοῦ ἄστεως ἄνδρες, συμβουλεύω ἐγὼ γνῶναι ὑμᾶς
αὐτούς. μάλιστα δ’ ἂν γνοίητε, εἰ ἀναλογίσαισθε ἐπὶ τίνι
ὑμῖν μέγα φρονητέον ἐστίν, ὥστε ἡμῶν ἄρχειν ἐπιχειρεῖν.
πότερον δικαιότεροί ἐστε; ἀλλ’ ὁ μὲν δῆμος πενέστερος
ὑμῶν ὢν οὐδὲν πώποτε ἕνεκα χρημάτων ὑμᾶς ἠδίκηκεν·
ὑμεῖς δὲ πλουσιώτεροι πάντων ὄντες πολλὰ καὶ αἰσχρὰ
ἕνεκα κερδέων πεποιήκατε. ἐπεὶ δὲ δικαιοσύνης οὐδὲν ὑμῖν
προσήκει, σκέψασθε εἰ ἄρα ἐπ’ ἀνδρείᾳ ὑμῖν μέγα φρονη-
τέον. [2.4.41] καὶ τίς ἂν καλλίων κρίσις τούτου γένοιτο ἢ ὡς
ἐπολεμήσαμεν πρὸς ἀλλήλους; ἀλλὰ γνώμῃ φαίητ’ ἂν
προέχειν, οἳ ἔχοντες καὶ τεῖχος καὶ ὅπλα καὶ χρήματα καὶ
συμμάχους Πελοποννησίους ὑπὸ τῶν οὐδὲν τούτων ἐχόντων
περιείληφθε; ἀλλ’ ἐπὶ Λακεδαιμονίοις δὴ οἴεσθε μέγα φρονη-
τέον εἶναι; πῶς, οἵγε ὥσπερ τοὺς δάκνοντας κύνας κλοιῷ
δήσαντες παραδιδόασιν, οὕτω κἀκεῖνοι ὑμᾶς παραδόντες τῷ
ἠδικημένῳ τούτῳ δήμῳ οἴχονται ἀπιόντες; [2.4.42] οὐ μέντοι γε
ὑμᾶς, ὦ ἄνδρες, ἀξιῶ ἐγὼ ὧν ὀμωμόκατε παραβῆναι οὐδέν,
ἀλλὰ καὶ τοῦτο πρὸς τοῖς ἄλλοις καλοῖς ἐπιδεῖξαι, ὅτι καὶ
εὔορκοι καὶ ὅσιοί ἐστε. εἰπὼν δὲ ταῦτα καὶ ἄλλα τοιαῦτα,
καὶ ὅτι οὐδὲν δέοι ταράττεσθαι, ἀλλὰ τοῖς νόμοις τοῖς
ἀρχαίοις χρῆσθαι, ἀνέστησε τὴν ἐκκλησίαν. [2.4.43] καὶ τότε μὲν
ἀρχὰς καταστησάμενοι ἐπολιτεύοντο· ὑστέρῳ δὲ χρόνῳ ἀκού-
σαντες ξένους μισθοῦσθαι τοὺς Ἐλευσῖνι, στρατευσάμενοι
πανδημεὶ ἐπ’ αὐτοὺς τοὺς μὲν στρατηγοὺς αὐτῶν εἰς λόγους
ἐλθόντας ἀπέκτειναν, τοῖς δὲ ἄλλοις εἰσπέμψαντες τοὺς
φίλους καὶ ἀναγκαίους ἔπεισαν συναλλαγῆναι. καὶ ὀμό-
σαντες ὅρκους ἦ μὴν μὴ μνησικακήσειν, ἔτι καὶ νῦν ὁμοῦ
τε πολιτεύονται καὶ τοῖς ὅρκοις ἐμμένει ὁ δῆμος.
[2.4.24] Καὶ οἱ μὲν τριάκοντα Ἐλευσῖνάδε ἀπῆλθον· οἱ δὲ δέκα
τῶν ἐν ἄστει καὶ μάλα τεταραγμένων καὶ ἀπιστούντων
ἀλλήλοις σὺν τοῖς ἱππάρχοις ἐπεμέλοντο. ἐξεκάθευδον δὲ
καὶ οἱ ἱππεῖς ἐν τῷ Ὠιδείῳ, τούς τε ἵππους καὶ τὰς ἀσπίδας
ἔχοντες, καὶ δι’ ἀπιστίαν ἐφώδευον τὸ μὲν ἀφ’ ἑσπέρας
σὺν ταῖς ἀσπίσι κατὰ τείχη, τὸ δὲ πρὸς ὄρθρον σὺν τοῖς
ἵπποις, ἀεὶ φοβούμενοι μὴ ἐπεισπέσοιέν τινες αὐτοῖς τῶν
ἐκ τοῦ Πειραιῶς. [2.4.25] οἱ δὲ πολλοί τε ἤδη ὄντες καὶ παντο-
δαποί, ὅπλα ἐποιοῦντο, οἱ μὲν ξύλινα, οἱ δὲ οἰσύινα, καὶ
ταῦτα ἐλευκοῦντο. πρὶν δὲ ἡμέρας δέκα γενέσθαι, πιστὰ
δόντες, οἵτινες συμπολεμήσειαν, καὶ εἰ ξένοι εἶεν, ἰσο-
τέλειαν ἔσεσθαι, ἐξῇσαν πολλοὶ μὲν ὁπλῖται, πολλοὶ δὲ
γυμνῆτες· ἐγένοντο δὲ αὐτοῖς καὶ ἱππεῖς ὡσεὶ ἑβδομήκοντα·
προνομὰς δὲ ποιούμενοι, καὶ λαμβάνοντες ξύλα καὶ ὀπώραν,
ἐκάθευδον πάλιν ἐν Πειραιεῖ. [2.4.26] τῶν δ’ ἐκ τοῦ ἄστεως ἄλλος
μὲν οὐδεὶς σὺν ὅπλοις ἐξῄει, οἱ δὲ ἱππεῖς ἔστιν ὅτε καὶ
λῃστὰς ἐχειροῦντο τῶν ἐκ τοῦ Πειραιῶς, καὶ τὴν φάλαγγα
αὐτῶν ἐκακούργουν. περιέτυχον δὲ καὶ τῶν Αἰξωνέων τισὶν
εἰς τοὺς αὑτῶν ἀγροὺς ἐπὶ τὰ ἐπιτήδεια πορευομένοις· καὶ
τούτους Λυσίμαχος ὁ ἵππαρχος ἀπέσφαξε, πολλὰ λιτανεύον-
τας καὶ πολλῶν χαλεπῶς φερόντων ἱππέων. [2.4.27] ἀνταπέκτειναν
δὲ καὶ οἱ ἐν Πειραιεῖ τῶν ἱππέων ἐπ’ ἀγροῦ λαβόντες
Καλλίστρατον φυλῆς Λεοντίδος. καὶ γὰρ ἤδη μέγα ἐφρό-
νουν, ὥστε καὶ πρὸς τὸ τεῖχος τοῦ ἄστεως προσέβαλλον.
εἰ δὲ καὶ τοῦτο δεῖ εἰπεῖν τοῦ μηχανοποιοῦ τοῦ ἐν τῷ ἄστει,
ὃς ἐπεὶ ἔγνω ὅτι κατὰ τὸν ἐκ Λυκείου δρόμον μέλλοιεν τὰς
μηχανὰς προσάγειν, τὰ ζεύγη ἐκέλευσε πάντα ἁμαξιαίους
λίθους ἄγειν καὶ καταβάλλειν ὅπου ἕκαστος βούλοιτο τοῦ
δρόμου. ὡς δὲ τοῦτο ἐγένετο, πολλὰ εἷς ἕκαστος τῶν
λίθων πράγματα παρεῖχε. [2.4.28] πεμπόντων δὲ πρέσβεις εἰς
Λακεδαίμονα τῶν μὲν τριάκοντα ἐξ Ἐλευσῖνος, τῶν δ’ ἐν
τῷ καταλόγῳ ἐξ ἄστεως, καὶ βοηθεῖν κελευόντων, ὡς ἀφε-
στηκότος τοῦ δήμου ἀπὸ Λακεδαιμονίων, Λύσανδρος λογισά-
μενος ὅτι οἷόν τε εἴη ταχὺ ἐκπολιορκῆσαι τοὺς ἐν τῷ
Πειραιεῖ κατά τε γῆν καὶ κατὰ θάλατταν, εἰ τῶν ἐπιτηδείων
ἀποκλεισθείησαν, συνέπραξεν ἑκατόν τε τάλαντα αὐτοῖς
δανεισθῆναι, καὶ αὐτὸν μὲν κατὰ γῆν ἁρμοστήν, Λίβυν δὲ
τὸν ἀδελφὸν ναυαρχοῦντα ἐκπεμφθῆναι. [2.4.29] καὶ ἐξελθὼν αὐτὸς
μὲν Ἐλευσῖνάδε συνέλεγεν ὁπλίτας πολλοὺς Πελοπον-
νησίους· ὁ δὲ ναύαρχος κατὰ θάλατταν ἐφύλαττεν ὅπως
μηδὲν εἰσπλέοι αὐτοῖς τῶν ἐπιτηδείων· ὥστε ταχὺ πάλιν
ἐν ἀπορίᾳ ἦσαν οἱ ἐν Πειραιεῖ, οἱ δ’ ἐν τῷ ἄστει πάλιν αὖ
μέγα ἐφρόνουν ἐπὶ τῷ Λυσάνδρῳ. οὕτω δὲ προχωρούντων
Παυσανίας ὁ βασιλεὺς φθονήσας Λυσάνδρῳ, εἰ κατειργα-
σμένος ταῦτα ἅμα μὲν εὐδοκιμήσοι, ἅμα δὲ ἰδίας ποιήσοιτο
τὰς Ἀθήνας, πείσας τῶν ἐφόρων τρεῖς ἐξάγει φρουράν.
[2.4.30] συνείποντο δὲ καὶ οἱ σύμμαχοι πάντες πλὴν Βοιωτῶν καὶ
Κορινθίων· οὗτοι δὲ ἔλεγον μὲν ὅτι οὐ νομίζοιεν εὐορκεῖν
ἂν στρατευόμενοι ἐπ’ Ἀθηναίους μηδὲν παράσπονδον ποιοῦν-
τας· ἔπραττον δὲ ταῦτα, ὅτι ἐγίγνωσκον Λακεδαιμονίους
βουλομένους τὴν τῶν Ἀθηναίων χώραν οἰκείαν καὶ πιστὴν
ποιήσασθαι. ὁ δὲ Παυσανίας ἐστρατοπεδεύσατο μὲν ἐν τῷ
Ἁλιπέδῳ καλουμένῳ πρὸς τῷ Πειραιεῖ δεξιὸν ἔχων κέρας,
Λύσανδρος δὲ σὺν τοῖς μισθοφόροις τὸ εὐώνυμον. [2.4.31] πέμπων
δὲ πρέσβεις ὁ Παυσανίας πρὸς τοὺς ἐν Πειραιεῖ ἐκέλευεν
ἀπιέναι ἐπὶ τὰ ἑαυτῶν· ἐπεὶ δ’ οὐκ ἐπείθοντο, προσέβαλλεν
ὅσον ἀπὸ βοῆς ἕνεκεν, ὅπως μὴ δῆλος εἴη εὐμενὴς αὐτοῖς
ὤν. ἐπεὶ δ’ οὐδὲν ἀπὸ τῆς προσβολῆς πράξας ἀπῆλθε, τῇ
ὑστεραίᾳ λαβὼν τῶν μὲν Λακεδαιμονίων δύο μόρας, τῶν δὲ
Ἀθηναίων ἱππέων τρεῖς φυλάς, παρῆλθεν ἐπὶ τὸν κωφὸν
λιμένα, σκοπῶν πῇ εὐαποτειχιστότατος εἴη ὁ Πειραιεύς.
[2.4.32] ἐπεὶ δὲ ἀπιόντος αὐτοῦ προσέθεόν τινες καὶ πράγματα αὐτῷ
παρεῖχον, ἀχθεσθεὶς παρήγγειλε τοὺς μὲν ἱππέας ἐλᾶν εἰς
αὐτοὺς ἐνέντας, καὶ [τοὺς] τὰ δέκα ἀφ’ ἥβης συνέπεσθαι· σὺν
δὲ τοῖς ἄλλοις αὐτὸς ἐπηκολούθει. καὶ ἀπέκτειναν μὲν ἐγγὺς
τριάκοντα τῶν ψιλῶν, τοὺς δ’ ἄλλους κατεδίωξαν πρὸς τὸ
Πειραιοῖ θέατρον. [2.4.33] ἐκεῖ δὲ ἔτυχον ἐξοπλιζόμενοι οἵ τε
πελτασταὶ πάντες καὶ οἱ ὁπλῖται τῶν ἐκ Πειραιῶς. καὶ οἱ
μὲν ψιλοὶ εὐθὺς ἐκδραμόντες ἠκόντιζον, ἔβαλλον, ἐτόξευον,
ἐσφενδόνων· οἱ δὲ Λακεδαιμόνιοι, ἐπεὶ αὐτῶν πολλοὶ
ἐτιτρώσκοντο, μάλα πιεζόμενοι ἀνεχώρουν ἐπὶ πόδα· οἱ δ’
ἐν τούτῳ πολὺ μᾶλλον ἐπέκειντο. ἐνταῦθα καὶ ἀποθνῄσκει
Χαίρων τε καὶ Θίβραχος, ἄμφω πολεμάρχω, καὶ Λακράτης
ὁ ὀλυμπιονίκης καὶ ἄλλοι οἱ τεθαμμένοι Λακεδαιμονίων πρὸ
τῶν πυλῶν ἐν Κεραμεικῷ. [2.4.34] ὁρῶν δὲ ταῦτα ὁ Θρασύβουλος
καὶ οἱ ἄλλοι ὁπλῖται, ἐβοήθουν, καὶ ταχὺ παρετάξαντο πρὸ
τῶν ἄλλων ἐπ’ ὀκτώ. ὁ δὲ Παυσανίας μάλα πιεσθεὶς καὶ
ἀναχωρήσας ὅσον στάδια τέτταρα ἢ πέντε πρὸς λόφον τινά,
παρήγγελλε τοῖς Λακεδαιμονίοις καὶ τοῖς ἄλλοις συμμάχοις
ἐπιχωρεῖν πρὸς ἑαυτόν. ἐκεῖ δὲ συνταξάμενος παντελῶς
βαθεῖαν τὴν φάλαγγα ἦγεν ἐπὶ τοὺς Ἀθηναίους. οἱ δ’ εἰς
χεῖρας μὲν ἐδέξαντο, ἔπειτα δὲ οἱ μὲν ἐξεώσθησαν εἰς τὸν
ἐν ταῖς Ἁλαῖς πηλόν, οἱ δὲ ἐνέκλιναν· καὶ ἀποθνῄσκουσιν
αὐτῶν ὡς πεντήκοντα καὶ ἑκατόν. [2.4.35] ὁ δὲ Παυσανίας τροπαῖον
στησάμενος ἀνεχώρησε· καὶ οὐδ’ ὣς ὠργίζετο αὐτοῖς, ἀλλὰ
λάθρᾳ πέμπων ἐδίδασκε τοὺς ἐν Πειραιεῖ οἷα χρὴ λέγοντας
πρέσβεις πέμπειν πρὸς ἑαυτὸν καὶ τοὺς παρόντας ἐφόρους.
οἱ δ’ ἐπείθοντο. διίστη δὲ καὶ τοὺς ἐν τῷ ἄστει, καὶ
ἐκέλευε πρὸς σφᾶς προσιέναι ὡς πλείστους συλλεγομένους,
λέγοντας ὅτι οὐδὲν δέονται τοῖς ἐν τῷ Πειραιεῖ πολεμεῖν,
ἀλλὰ διαλυθέντες κοινῇ ἀμφότεροι Λακεδαιμονίοις φίλοι
εἶναι. [2.4.36] ἡδέως δὲ ταῦτα καὶ Ναυκλείδας ἔφορος ὢν συνή-
κουεν· ὥσπερ γὰρ νομίζεται σὺν βασιλεῖ δύο τῶν ἐφόρων
συστρατεύεσθαι, καὶ τότε παρῆν οὗτός τε καὶ ἄλλος, ἀμφό-
τεροι τῆς μετὰ Παυσανίου γνώμης ὄντες μᾶλλον ἢ τῆς
μετὰ Λυσάνδρου. διὰ ταῦτα οὖν καὶ εἰς τὴν Λακεδαίμονα
προθύμως ἔπεμπον τούς τ’ ἐκ τοῦ Πειραιῶς ἔχοντας τὰς
πρὸς Λακεδαιμονίους σπονδὰς καὶ τοὺς ἀπὸ τῶν ἐν τῷ
ἄστει ἰδιώτας, [καὶ] Κηφισοφῶντά τε καὶ Μέλητον. [2.4.37] ἐπεὶ
μέντοι οὗτοι ᾤχοντο εἰς Λακεδαίμονα, ἔπεμπον δὴ καὶ οἱ
ἀπὸ τοῦ κοινοῦ ἐκ τοῦ ἄστεως λέγοντας ὅτι αὐτοὶ μὲν παρα-
διδόασι καὶ τὰ τείχη ἃ ἔχουσι καὶ σφᾶς αὐτοὺς Λακεδαι-
μονίοις χρῆσθαι ὅ τι βούλονται· ἀξιοῦν δ’ ἔφασαν καὶ τοὺς
ἐν Πειραιεῖ, εἰ φίλοι φασὶν εἶναι Λακεδαιμονίοις, παρα-
διδόναι τόν τε Πειραιᾶ καὶ τὴν Μουνιχίαν. [2.4.38] ἀκούσαντες
δὲ πάντων αὐτῶν οἱ ἔφοροι καὶ οἱ ἔκκλητοι, ἐξέπεμψαν
πεντεκαίδεκα ἄνδρας εἰς τὰς Ἀθήνας, καὶ ἐπέταξαν σὺν
Παυσανίᾳ διαλλάξαι ὅπῃ δύναιντο κάλλιστα. οἱ δὲ διήλ-
λαξαν ἐφ’ ᾧτε εἰρήνην μὲν ἔχειν ὡς πρὸς ἀλλήλους, ἀπιέναι
δὲ ἐπὶ τὰ ἑαυτῶν ἕκαστον πλὴν τῶν τριάκοντα καὶ τῶν
ἕνδεκα καὶ τῶν ἐν Πειραιεῖ ἀρξάντων δέκα. εἰ δέ τινες
φοβοῖντο τῶν ἐξ ἄστεως, ἔδοξεν αὐτοῖς Ἐλευσῖνα κατοικεῖν.
[2.4.39] τούτων δὲ περανθέντων Παυσανίας μὲν διῆκε τὸ στράτευμα,
οἱ δ’ ἐκ τοῦ Πειραιῶς ἀνελθόντες σὺν τοῖς ὅπλοις εἰς τὴν
ἀκρόπολιν ἔθυσαν τῇ Ἀθηνᾷ. ἐπεὶ δὲ κατέβησαν† οἱ
στρατηγοί, ἔνθα δὴ ὁ Θρασύβουλος ἔλεξεν· [2.4.40] Ὑμῖν, ἔφη,
ὦ ἐκ τοῦ ἄστεως ἄνδρες, συμβουλεύω ἐγὼ γνῶναι ὑμᾶς
αὐτούς. μάλιστα δ’ ἂν γνοίητε, εἰ ἀναλογίσαισθε ἐπὶ τίνι
ὑμῖν μέγα φρονητέον ἐστίν, ὥστε ἡμῶν ἄρχειν ἐπιχειρεῖν.
πότερον δικαιότεροί ἐστε; ἀλλ’ ὁ μὲν δῆμος πενέστερος
ὑμῶν ὢν οὐδὲν πώποτε ἕνεκα χρημάτων ὑμᾶς ἠδίκηκεν·
ὑμεῖς δὲ πλουσιώτεροι πάντων ὄντες πολλὰ καὶ αἰσχρὰ
ἕνεκα κερδέων πεποιήκατε. ἐπεὶ δὲ δικαιοσύνης οὐδὲν ὑμῖν
προσήκει, σκέψασθε εἰ ἄρα ἐπ’ ἀνδρείᾳ ὑμῖν μέγα φρονη-
τέον. [2.4.41] καὶ τίς ἂν καλλίων κρίσις τούτου γένοιτο ἢ ὡς
ἐπολεμήσαμεν πρὸς ἀλλήλους; ἀλλὰ γνώμῃ φαίητ’ ἂν
προέχειν, οἳ ἔχοντες καὶ τεῖχος καὶ ὅπλα καὶ χρήματα καὶ
συμμάχους Πελοποννησίους ὑπὸ τῶν οὐδὲν τούτων ἐχόντων
περιείληφθε; ἀλλ’ ἐπὶ Λακεδαιμονίοις δὴ οἴεσθε μέγα φρονη-
τέον εἶναι; πῶς, οἵγε ὥσπερ τοὺς δάκνοντας κύνας κλοιῷ
δήσαντες παραδιδόασιν, οὕτω κἀκεῖνοι ὑμᾶς παραδόντες τῷ
ἠδικημένῳ τούτῳ δήμῳ οἴχονται ἀπιόντες; [2.4.42] οὐ μέντοι γε
ὑμᾶς, ὦ ἄνδρες, ἀξιῶ ἐγὼ ὧν ὀμωμόκατε παραβῆναι οὐδέν,
ἀλλὰ καὶ τοῦτο πρὸς τοῖς ἄλλοις καλοῖς ἐπιδεῖξαι, ὅτι καὶ
εὔορκοι καὶ ὅσιοί ἐστε. εἰπὼν δὲ ταῦτα καὶ ἄλλα τοιαῦτα,
καὶ ὅτι οὐδὲν δέοι ταράττεσθαι, ἀλλὰ τοῖς νόμοις τοῖς
ἀρχαίοις χρῆσθαι, ἀνέστησε τὴν ἐκκλησίαν. [2.4.43] καὶ τότε μὲν
ἀρχὰς καταστησάμενοι ἐπολιτεύοντο· ὑστέρῳ δὲ χρόνῳ ἀκού-
σαντες ξένους μισθοῦσθαι τοὺς Ἐλευσῖνι, στρατευσάμενοι
πανδημεὶ ἐπ’ αὐτοὺς τοὺς μὲν στρατηγοὺς αὐτῶν εἰς λόγους
ἐλθόντας ἀπέκτειναν, τοῖς δὲ ἄλλοις εἰσπέμψαντες τοὺς
φίλους καὶ ἀναγκαίους ἔπεισαν συναλλαγῆναι. καὶ ὀμό-
σαντες ὅρκους ἦ μὴν μὴ μνησικακήσειν, ἔτι καὶ νῦν ὁμοῦ
τε πολιτεύονται καὶ τοῖς ὅρκοις ἐμμένει ὁ δῆμος.
***
Οι Τριάντα αποτραβήχτηκαν στην Ελευσίνα, ενώ οι Δέκα, μαζί με τους αρχηγούς του ιππικού, ανέλαβαν τη διοίκηση των ολιγαρχικών. Ανάμεσά τους επικρατούσε μεγάλη αναταραχή κι αμοιβαία δυσπιστία: ακόμα κι οι ιππείς διανυκτέρευαν στο Ωδείο έχοντας και τ' άλογα και τις ασπίδες τους, κι από καχυποψία περιπολούσαν κοντά στα τείχη ολονυχτίς με τις ασπίδες και κατά τα ξημερώματα με τ' άλογα, με τον αδιάκοπο φόβο ότι θα τους επιτεθούν επαναστάτες. Τούτοι πάλι, που ήταν πια πολλοί και κάθε λογής, έφτιαχναν μεγάλες ασπίδες ―άλλοι από ξύλο κι άλλοι από καλάμια― και τις γυάλιζαν. Έδωσαν και την υπόσχεση ότι σ' όσους πολεμούσαν στο πλευρό τους, και ξένοι να 'ταν, θα τους έδιναν φορολογική ισοτιμία με τους Αθηναίους. Πριν περάσουν δέκα μέρες, έχοντας συγκεντρώσει πολλούς οπλίτες και πολύ ελαφρύ πεζικό ―καθώς κι εβδομήντα περίπου ιππείς― άρχισαν να βγαίνουν από τον Πειραιά γι' ανεφοδιασμό, να μαζεύουν ξυλεία κι οπωρικά και να ξαναγυρίζουν στον Πειραιά για να περάσουν τη νύχτα.
Από τη μεριά της Αθήνας ωστόσο δεν έβγαιναν άλλοι ένοπλοι παρά μόνο οι ιππείς, που κάθε τόσο αιχμαλώτιζαν επιδρομείς από την παράταξη του Πειραιά και χτυπούσαν και το πεζικό τους. Μια φορά συνάντησαν μερικούς Αιξωνείς που πήγαιναν στα χωράφια τους για τροφές, κι ο αρχηγός του ιππικού Λυσίμαχος τους έσφαξε ― παρ' όλες τις ικεσίες τους και παρ' όλη τη δυσαρέσκεια πολλών ιππέων. Σ' αντίποινα οι επαναστάτες σκότωσαν έναν ιππέα, τον Καλλίστρατο από τη Λεοντίδα φυλή, που 'χαν πιάσει έξω από την πόλη. Άλλωστε είχαν πάρει πια πολύ θάρρος, τόσο που έκαναν επιθέσεις και στα τείχη της Αθήνας. (Ίσως ν' αξίζει ν' αναφερθεί και τούτο σχετικά με τον μηχανικό των Αθηναίων: όταν έμαθε πως οι επαναστάτες είχαν σκοπό να φέρουν τις πολιορκητικές τους μηχανές από τον φαρδύ δρόμο του Λυκείου, πρόσταξε όλα τα κάρα να πάρουν όσο το δυνατόν μεγαλύτερες πέτρες και να τις ρίξουν σ' όποιο σημείο του δρόμου ήθελαν ― κι η καθεμιά τους προκάλεσε αργότερα μεγάλες δυσκολίες στον εχθρό.)
Οι Τριάντα, από την Ελευσίνα ―και παράλληλα οι Τρεις Χιλιάδες από την Αθήνα―, έστειλαν πρέσβεις στη Λακεδαίμονα να ζητήσουν βοήθεια, λέγοντας ότι οι δημοκρατικοί είχαν ξεσηκωθεί εναντίον των Λακεδαιμονίων. Ο Λύσανδρος λογάριασε πως γρήγορα μπορούσαν ν' αναγκάσουν τους επαναστάτες να συνθηκολογήσουν, αν τους πολιορκούσαν από στεριά κι από θάλασσα και τους στερήσουν τον ανεφοδιασμό· φρόντισε λοιπόν να δοθούν στους ολιγαρχικούς εκατό τάλαντα δανεικά, καθώς και να διοριστεί ο ίδιος αρμοστής για τη στεριά κι ο αδελφός του Λίβυς ναύαρχος. Αυτός πήγε στην Ελευσίνα και βάλθηκε να στρατολογεί πολλούς Πελοποννησίους οπλίτες, ενώ ο ναύαρχος φύλαγε από τη μεριά της θάλασσας φροντίζοντας να μην μπαίνει κανένα πλοίο μ' εφόδια για τους επαναστάτες.
Το αποτέλεσμα ήταν ότι γρήγορα ήρθε η σειρά των επαναστατών να βρεθούν σε δύσκολη θέση, ενώ απ' την άλλη πλευρά η επέμβαση του Λυσάνδρου έδινε πάλι θάρρος στους ολιγαρχικούς. Καθώς όμως τα πράγματα έπαιρναν αυτή την τροπή, ο βασιλιάς Παυσανίας ζήλεψε τον Λύσανδρο, ότι αν πετύχαινε τον σκοπό του και δόξα θα κέρδιζε και δική του θα 'κανε την Αθήνα. Έπεισε λοιπόν τρεις από τους εφόρους και ξεκίνησε μ' ένα εκστρατευτικό σώμα· τον ακολούθησαν κι όλοι οι σύμμαχοι εκτός από τους Βοιωτούς και τους Κορινθίους, που έλεγαν ότι θα το θεωρούσαν παραβίαση των όρκων τους να επιτεθούν στους Αθηναίους, μια και τούτοι δεν έκαναν τίποτε αντίθετο με τις συνθήκες. (Στην πραγματικότητα κρατούσαν αυτή τη στάση, επειδή πίστευαν πως οι Λακεδαιμόνιοι ήθελαν να εξασφαλίσουν για τους εαυτούς τους τα εδάφη των Αθηναίων.)
Ο Παυσανίας στρατοπέδευσε στο λεγόμενο Αλίπεδο, κοντά στον Πειραιά· διοικούσε ο ίδιος το δεξιό κέρας, κι ο Λύσανδρος με τους μισθοφόρους του κρατούσε το αριστερό. Ο Παυσανίας έστειλε πρέσβεις στους επαναστάτες, μηνώντας τους να πάνε στα σπίτια τους· καθώς αυτοί δεν υπάκουσαν, έκανε επίθεση ―ίσα ίσα για τα προσχήματα, για να μη δείξει τις καλές διαθέσεις που είχε απέναντί τους― και κατόπιν υποχώρησε άπρακτος.
Την άλλη μέρα πήρε δύο τάγματα Πελοποννησίων και το αθηναϊκό ιππικό τριών φυλών και προχώρησε ως τον «Κωφό Λιμένα» εξετάζοντας από ποια μεριά θα 'ταν πιο εύκολο ν' αποκλειστεί ο Πειραιάς με τείχος. Την ώρα που έφευγε ωστόσο τον χτύπησαν μερικοί από τους εχθρούς, πράγμα που τον ενόχλησε· οργισμένος πρόσταξε το ιππικό να κάνει μια γοργή επέλαση, και τις δέκα νεότερες κλάσεις του πεζικού ν' ακολουθήσουν· ο ίδιος πήγε ξοπίσω τους με την υπόλοιπη δύναμη. Σκότωσαν κοντά στους τριάντα ελαφρούς πεζούς του εχθρού και καταδίωξαν τους άλλους ως το θέατρο του Πειραιά. Εκεί όμως έτυχε να εξοπλίζονται όλοι οι πελταστές κι οι πεζοί των επαναστατών· το ελαφρύ πεζικό τους όρμησε αμέσως κι άρχισε να ρίχνει ακόντια, δόρατα, βέλη και πέτρες, πληγώνοντας πολλούς Λακεδαιμονίους και πιέζοντάς τους τόσο, που εκείνοι άρχισαν να υποχωρούν βήμα βήμα, ενώ οι άλλοι ενίσχυαν την αντεπίθεση. Τότε σκοτώθηκε ο Χαίρων κι ο Θίβραχος, πολέμαρχοι κι οι δύο, καθώς κι ο ολυμπιονίκης Λακράτης κι άλλοι Λακεδαιμόνιοι ― που βρίσκονται θαμμένοι μπροστά στις πύλες, στον Κεραμεικό.
Βλέποντας αυτά ο Θρασύβουλος κι οι άλλοι οπλίτες έτρεξαν σ' ενίσχυση και παρατάχτηκαν γοργά μπροστά στους άλλους, σ' οχτώ σειρές βάθος. Ο Παυσανίας βρέθηκε κάτω από μεγάλη πίεση κι υποχώρησε κάπου τέσσερα πέντε στάδια πιο μακριά, κοντά σ' έναν λόφο, απ' όπου παρήγγειλε στους Λακεδαιμονίους και στους υπόλοιπους συμμάχους να προχωρήσουν προς το μέρος του. Από κει, ανασχηματίζοντας το πεζικό του σε μεγάλο βάθος, κατευθύνθηκε καταπάνω στους Αθηναίους, που στάθηκαν και πολέμησαν σώμα με σώμα· τελικά όμως άλλους έριξε στους βάλτους των Αλυκών κι άλλους ανάγκασε να υποχωρήσουν, σκοτώνοντας κάπου εκατόν πενήντα.
Ο Παυσανίας έστησε τρόπαιο και γύρισε στο στρατόπεδο. Ωστόσο όχι μόνο δεν θύμωσε με τους επαναστάτες, αλλά τους μήνυσε κρυφά να στείλουν πρέσβεις στον ίδιο και στους εφόρους που τον συνόδευαν, δασκαλεύοντάς τους τι έπρεπε να πουν· κι εκείνοι τον άκουσαν. Ταυτόχρονα βάλθηκε να διχάσει τους ολιγαρχικούς της Αθήνας, παραγγέλλοντας να μαζευτούν όσο γινόταν περισσότεροι, να παρουσιαστούν στο στρατηγείο του και να δηλώσουν ότι δεν έχουν καμιά διάθεση να πολεμούν την παράταξη του Πειραιά, παρά θέλουν να συμφιλιωθούν μαζί της και να μείνουν όλοι μαζί φίλοι των Λακεδαιμονίων. Αυτά τ' άκουσε μ' ευχαρίστηση κι ο έφορος Ναυκλείδας. (Σύμφωνα με τη συνήθεια των Λακεδαιμονίων να εκστρατεύουν μαζί με τον βασιλιά και δύο έφοροι, είχε έρθει τώρα αυτός κι άλλος ένας ― κι οι δυο τους υποστήριζαν τον Παυσανία κι όχι τον Λύσανδρο.) Έτσι προθυμοποιήθηκαν να στείλουν στη Λακεδαίμονα τους αντιπροσώπους των επαναστατών που έφερναν τις προτάσεις για ειρήνη με τους Λακεδαιμονίους, καθώς και δύο ιδιώτες από την παράταξη της Αθήνας, τον Κηφισοφώντα και τον Μέλητο. Αφού όμως ξεκίνησαν αυτοί για τη Λακεδαίμονα, έστειλαν αντιπροσώπους κι οι επίσημοι κυβερνήτες της Αθήνας, λέγοντας ότι είναι έτοιμοι να παραδοθούν οι ίδιοι και να παραδώσουν και τα τείχη τους στην απόλυτη διάκριση των Λακεδαιμονίων· είχαν όμως την απαίτηση, δήλωναν, μια και οι επαναστάτες έλεγαν πως είναι φίλοι των Λακεδαιμονίων, να παραδώσουν κι εκείνοι τον Πειραιά και τη Μουνιχία.
Αφού τους άκουσαν όλους οι έφοροι κι η Συνέλευση, έστειλαν στην Αθήνα μια δεκαπενταμελή αντιπροσωπεία μ' εντολή να συνεργαστεί με τον Παυσανία για συμφιλίωση με τους καλύτερους δυνατούς όρους. Με τη μεσολάβησή τους συμφιλιώθηκαν οι Αθηναίοι και συμφώνησαν να ζήσουν στα σπίτια τους ― όλοι εκτός από τους Τριάντα, τους Έντεκα και τους δέκα πρώην άρχοντες του Πειραιά· τέλος αποφασίστηκε πως όποιος από τους ολιγαρχικούς φοβόταν, θα πήγαινε να ζήσει στην Ελευσίνα.
Αφού τέλειωσαν αυτά ο Παυσανίας αποστράτευσε τις δυνάμεις του, ενώ οι επαναστάτες ανέβηκαν με τα όπλα τους στην Ακρόπολη κι έκαναν θυσία στην Αθηνά. Όταν κατέβηκαν, οι στρατηγοί συγκάλεσαν Συνέλευση όπου μίλησε ο Θρασύβουλος:
«Εσάς, που ανήκετε στην ολιγαρχική παράταξη», είπε, «σας συμβουλεύω να καταλάβετε ποιοι είστε ― και θα καταλάβετε καλύτερα, αν καθίσετε να σκεφτείτε τι είναι που σας κάνει τόσο υπεροπτικούς, ώστε να θέλετε να μας εξουσιάζετε. Τάχα είστε περισσότερο δίκαιοι; Μα ο λαός ποτέ δεν σας αδίκησε για χρηματικό συμφέρον, κι ας είναι πιο φτωχός από σας ― ενώ εσείς, οι πιο πλούσιοι απ' όλους, έχετε κάνει πολλές κακοήθειες για το κέρδος. Αφού λοιπόν δεν σας διακρίνει δικαιοσύνη, σκεφτείτε μήπως έχετε λόγο να καμαρώνετε για την παλικαριά σας. Αλλά τι καλύτερο κριτήριο υπάρχει, από το πώς πολεμήσαμε αναμεταξύ μας; Ή μήπως θα πείτε ότι μας ξεπερνάτε σ' εξυπνάδα ― εσείς που είχατε και τείχη και όπλα και χρήματα, και τους Πελοποννησίους για συμμάχους, κι όμως νικηθήκατε από μας που τίποτα δεν είχαμε απ' αυτά; Τάχα νομίζετε ότι πρέπει να υπερηφανεύεστε για την υποστήριξη των Λακεδαιμονίων; Γιατί; Όπως παραδίδει κάποιος δεμένο από τον λαιμό ένα σκυλί που δαγκώνει, έτσι κι εκείνοι σας παραδώσαν στον αδικημένο τούτο λαό, πριν σηκωθούν να φύγουν! ― Όμως από σας, φίλοι, ζητάω να μην παραβείτε κανέναν από τους όρκους που δώσατε. Ίσα ίσα, κοντά στις άλλες αρετές σας να δείξετε ότι είστε και πιστοί στον όρκο σας και θεοφοβούμενοι!»
Αυτά είπε κι άλλα παρόμοια, κι ότι δεν πρέπει να υπάρξει καμιά αναταραχή, παρά να εφαρμοστεί το παλιό πολίτευμα· κατόπιν διέλυσε τη Συνέλευση. Εκείνο τον καιρό διόρισαν άρχοντες και ξανάρχισαν ομαλή πολιτική ζωή. Αργότερα ωστόσο, μαθαίνοντας ότι οι ολιγαρχικοί της Ελευσίνας στρατολογούσαν ξένους μισθοφόρους, έκαναν γενική επιστράτευση εναντίον τους. Τους στρατηγούς των ολιγαρχικών τους σκότωσαν όταν παρουσιάστηκαν για διαπραγματεύσεις, στους άλλους όμως έστειλαν φίλους και συγγενείς τους που τους έπεισαν να συμφιλιωθούν. Τότε πήραν όρκους ότι στ' αλήθεια δεν θα κρατήσουν κακία αναμεταξύ τους, και σήμερα ακόμα ζουν όλοι μαζί σαν συμπολίτες κι οι δημοκρατικοί έχουν τηρήσει πιστά τους όρκους τους.
Οι Τριάντα αποτραβήχτηκαν στην Ελευσίνα, ενώ οι Δέκα, μαζί με τους αρχηγούς του ιππικού, ανέλαβαν τη διοίκηση των ολιγαρχικών. Ανάμεσά τους επικρατούσε μεγάλη αναταραχή κι αμοιβαία δυσπιστία: ακόμα κι οι ιππείς διανυκτέρευαν στο Ωδείο έχοντας και τ' άλογα και τις ασπίδες τους, κι από καχυποψία περιπολούσαν κοντά στα τείχη ολονυχτίς με τις ασπίδες και κατά τα ξημερώματα με τ' άλογα, με τον αδιάκοπο φόβο ότι θα τους επιτεθούν επαναστάτες. Τούτοι πάλι, που ήταν πια πολλοί και κάθε λογής, έφτιαχναν μεγάλες ασπίδες ―άλλοι από ξύλο κι άλλοι από καλάμια― και τις γυάλιζαν. Έδωσαν και την υπόσχεση ότι σ' όσους πολεμούσαν στο πλευρό τους, και ξένοι να 'ταν, θα τους έδιναν φορολογική ισοτιμία με τους Αθηναίους. Πριν περάσουν δέκα μέρες, έχοντας συγκεντρώσει πολλούς οπλίτες και πολύ ελαφρύ πεζικό ―καθώς κι εβδομήντα περίπου ιππείς― άρχισαν να βγαίνουν από τον Πειραιά γι' ανεφοδιασμό, να μαζεύουν ξυλεία κι οπωρικά και να ξαναγυρίζουν στον Πειραιά για να περάσουν τη νύχτα.
Από τη μεριά της Αθήνας ωστόσο δεν έβγαιναν άλλοι ένοπλοι παρά μόνο οι ιππείς, που κάθε τόσο αιχμαλώτιζαν επιδρομείς από την παράταξη του Πειραιά και χτυπούσαν και το πεζικό τους. Μια φορά συνάντησαν μερικούς Αιξωνείς που πήγαιναν στα χωράφια τους για τροφές, κι ο αρχηγός του ιππικού Λυσίμαχος τους έσφαξε ― παρ' όλες τις ικεσίες τους και παρ' όλη τη δυσαρέσκεια πολλών ιππέων. Σ' αντίποινα οι επαναστάτες σκότωσαν έναν ιππέα, τον Καλλίστρατο από τη Λεοντίδα φυλή, που 'χαν πιάσει έξω από την πόλη. Άλλωστε είχαν πάρει πια πολύ θάρρος, τόσο που έκαναν επιθέσεις και στα τείχη της Αθήνας. (Ίσως ν' αξίζει ν' αναφερθεί και τούτο σχετικά με τον μηχανικό των Αθηναίων: όταν έμαθε πως οι επαναστάτες είχαν σκοπό να φέρουν τις πολιορκητικές τους μηχανές από τον φαρδύ δρόμο του Λυκείου, πρόσταξε όλα τα κάρα να πάρουν όσο το δυνατόν μεγαλύτερες πέτρες και να τις ρίξουν σ' όποιο σημείο του δρόμου ήθελαν ― κι η καθεμιά τους προκάλεσε αργότερα μεγάλες δυσκολίες στον εχθρό.)
Οι Τριάντα, από την Ελευσίνα ―και παράλληλα οι Τρεις Χιλιάδες από την Αθήνα―, έστειλαν πρέσβεις στη Λακεδαίμονα να ζητήσουν βοήθεια, λέγοντας ότι οι δημοκρατικοί είχαν ξεσηκωθεί εναντίον των Λακεδαιμονίων. Ο Λύσανδρος λογάριασε πως γρήγορα μπορούσαν ν' αναγκάσουν τους επαναστάτες να συνθηκολογήσουν, αν τους πολιορκούσαν από στεριά κι από θάλασσα και τους στερήσουν τον ανεφοδιασμό· φρόντισε λοιπόν να δοθούν στους ολιγαρχικούς εκατό τάλαντα δανεικά, καθώς και να διοριστεί ο ίδιος αρμοστής για τη στεριά κι ο αδελφός του Λίβυς ναύαρχος. Αυτός πήγε στην Ελευσίνα και βάλθηκε να στρατολογεί πολλούς Πελοποννησίους οπλίτες, ενώ ο ναύαρχος φύλαγε από τη μεριά της θάλασσας φροντίζοντας να μην μπαίνει κανένα πλοίο μ' εφόδια για τους επαναστάτες.
Το αποτέλεσμα ήταν ότι γρήγορα ήρθε η σειρά των επαναστατών να βρεθούν σε δύσκολη θέση, ενώ απ' την άλλη πλευρά η επέμβαση του Λυσάνδρου έδινε πάλι θάρρος στους ολιγαρχικούς. Καθώς όμως τα πράγματα έπαιρναν αυτή την τροπή, ο βασιλιάς Παυσανίας ζήλεψε τον Λύσανδρο, ότι αν πετύχαινε τον σκοπό του και δόξα θα κέρδιζε και δική του θα 'κανε την Αθήνα. Έπεισε λοιπόν τρεις από τους εφόρους και ξεκίνησε μ' ένα εκστρατευτικό σώμα· τον ακολούθησαν κι όλοι οι σύμμαχοι εκτός από τους Βοιωτούς και τους Κορινθίους, που έλεγαν ότι θα το θεωρούσαν παραβίαση των όρκων τους να επιτεθούν στους Αθηναίους, μια και τούτοι δεν έκαναν τίποτε αντίθετο με τις συνθήκες. (Στην πραγματικότητα κρατούσαν αυτή τη στάση, επειδή πίστευαν πως οι Λακεδαιμόνιοι ήθελαν να εξασφαλίσουν για τους εαυτούς τους τα εδάφη των Αθηναίων.)
Ο Παυσανίας στρατοπέδευσε στο λεγόμενο Αλίπεδο, κοντά στον Πειραιά· διοικούσε ο ίδιος το δεξιό κέρας, κι ο Λύσανδρος με τους μισθοφόρους του κρατούσε το αριστερό. Ο Παυσανίας έστειλε πρέσβεις στους επαναστάτες, μηνώντας τους να πάνε στα σπίτια τους· καθώς αυτοί δεν υπάκουσαν, έκανε επίθεση ―ίσα ίσα για τα προσχήματα, για να μη δείξει τις καλές διαθέσεις που είχε απέναντί τους― και κατόπιν υποχώρησε άπρακτος.
Την άλλη μέρα πήρε δύο τάγματα Πελοποννησίων και το αθηναϊκό ιππικό τριών φυλών και προχώρησε ως τον «Κωφό Λιμένα» εξετάζοντας από ποια μεριά θα 'ταν πιο εύκολο ν' αποκλειστεί ο Πειραιάς με τείχος. Την ώρα που έφευγε ωστόσο τον χτύπησαν μερικοί από τους εχθρούς, πράγμα που τον ενόχλησε· οργισμένος πρόσταξε το ιππικό να κάνει μια γοργή επέλαση, και τις δέκα νεότερες κλάσεις του πεζικού ν' ακολουθήσουν· ο ίδιος πήγε ξοπίσω τους με την υπόλοιπη δύναμη. Σκότωσαν κοντά στους τριάντα ελαφρούς πεζούς του εχθρού και καταδίωξαν τους άλλους ως το θέατρο του Πειραιά. Εκεί όμως έτυχε να εξοπλίζονται όλοι οι πελταστές κι οι πεζοί των επαναστατών· το ελαφρύ πεζικό τους όρμησε αμέσως κι άρχισε να ρίχνει ακόντια, δόρατα, βέλη και πέτρες, πληγώνοντας πολλούς Λακεδαιμονίους και πιέζοντάς τους τόσο, που εκείνοι άρχισαν να υποχωρούν βήμα βήμα, ενώ οι άλλοι ενίσχυαν την αντεπίθεση. Τότε σκοτώθηκε ο Χαίρων κι ο Θίβραχος, πολέμαρχοι κι οι δύο, καθώς κι ο ολυμπιονίκης Λακράτης κι άλλοι Λακεδαιμόνιοι ― που βρίσκονται θαμμένοι μπροστά στις πύλες, στον Κεραμεικό.
Βλέποντας αυτά ο Θρασύβουλος κι οι άλλοι οπλίτες έτρεξαν σ' ενίσχυση και παρατάχτηκαν γοργά μπροστά στους άλλους, σ' οχτώ σειρές βάθος. Ο Παυσανίας βρέθηκε κάτω από μεγάλη πίεση κι υποχώρησε κάπου τέσσερα πέντε στάδια πιο μακριά, κοντά σ' έναν λόφο, απ' όπου παρήγγειλε στους Λακεδαιμονίους και στους υπόλοιπους συμμάχους να προχωρήσουν προς το μέρος του. Από κει, ανασχηματίζοντας το πεζικό του σε μεγάλο βάθος, κατευθύνθηκε καταπάνω στους Αθηναίους, που στάθηκαν και πολέμησαν σώμα με σώμα· τελικά όμως άλλους έριξε στους βάλτους των Αλυκών κι άλλους ανάγκασε να υποχωρήσουν, σκοτώνοντας κάπου εκατόν πενήντα.
Ο Παυσανίας έστησε τρόπαιο και γύρισε στο στρατόπεδο. Ωστόσο όχι μόνο δεν θύμωσε με τους επαναστάτες, αλλά τους μήνυσε κρυφά να στείλουν πρέσβεις στον ίδιο και στους εφόρους που τον συνόδευαν, δασκαλεύοντάς τους τι έπρεπε να πουν· κι εκείνοι τον άκουσαν. Ταυτόχρονα βάλθηκε να διχάσει τους ολιγαρχικούς της Αθήνας, παραγγέλλοντας να μαζευτούν όσο γινόταν περισσότεροι, να παρουσιαστούν στο στρατηγείο του και να δηλώσουν ότι δεν έχουν καμιά διάθεση να πολεμούν την παράταξη του Πειραιά, παρά θέλουν να συμφιλιωθούν μαζί της και να μείνουν όλοι μαζί φίλοι των Λακεδαιμονίων. Αυτά τ' άκουσε μ' ευχαρίστηση κι ο έφορος Ναυκλείδας. (Σύμφωνα με τη συνήθεια των Λακεδαιμονίων να εκστρατεύουν μαζί με τον βασιλιά και δύο έφοροι, είχε έρθει τώρα αυτός κι άλλος ένας ― κι οι δυο τους υποστήριζαν τον Παυσανία κι όχι τον Λύσανδρο.) Έτσι προθυμοποιήθηκαν να στείλουν στη Λακεδαίμονα τους αντιπροσώπους των επαναστατών που έφερναν τις προτάσεις για ειρήνη με τους Λακεδαιμονίους, καθώς και δύο ιδιώτες από την παράταξη της Αθήνας, τον Κηφισοφώντα και τον Μέλητο. Αφού όμως ξεκίνησαν αυτοί για τη Λακεδαίμονα, έστειλαν αντιπροσώπους κι οι επίσημοι κυβερνήτες της Αθήνας, λέγοντας ότι είναι έτοιμοι να παραδοθούν οι ίδιοι και να παραδώσουν και τα τείχη τους στην απόλυτη διάκριση των Λακεδαιμονίων· είχαν όμως την απαίτηση, δήλωναν, μια και οι επαναστάτες έλεγαν πως είναι φίλοι των Λακεδαιμονίων, να παραδώσουν κι εκείνοι τον Πειραιά και τη Μουνιχία.
Αφού τους άκουσαν όλους οι έφοροι κι η Συνέλευση, έστειλαν στην Αθήνα μια δεκαπενταμελή αντιπροσωπεία μ' εντολή να συνεργαστεί με τον Παυσανία για συμφιλίωση με τους καλύτερους δυνατούς όρους. Με τη μεσολάβησή τους συμφιλιώθηκαν οι Αθηναίοι και συμφώνησαν να ζήσουν στα σπίτια τους ― όλοι εκτός από τους Τριάντα, τους Έντεκα και τους δέκα πρώην άρχοντες του Πειραιά· τέλος αποφασίστηκε πως όποιος από τους ολιγαρχικούς φοβόταν, θα πήγαινε να ζήσει στην Ελευσίνα.
Αφού τέλειωσαν αυτά ο Παυσανίας αποστράτευσε τις δυνάμεις του, ενώ οι επαναστάτες ανέβηκαν με τα όπλα τους στην Ακρόπολη κι έκαναν θυσία στην Αθηνά. Όταν κατέβηκαν, οι στρατηγοί συγκάλεσαν Συνέλευση όπου μίλησε ο Θρασύβουλος:
«Εσάς, που ανήκετε στην ολιγαρχική παράταξη», είπε, «σας συμβουλεύω να καταλάβετε ποιοι είστε ― και θα καταλάβετε καλύτερα, αν καθίσετε να σκεφτείτε τι είναι που σας κάνει τόσο υπεροπτικούς, ώστε να θέλετε να μας εξουσιάζετε. Τάχα είστε περισσότερο δίκαιοι; Μα ο λαός ποτέ δεν σας αδίκησε για χρηματικό συμφέρον, κι ας είναι πιο φτωχός από σας ― ενώ εσείς, οι πιο πλούσιοι απ' όλους, έχετε κάνει πολλές κακοήθειες για το κέρδος. Αφού λοιπόν δεν σας διακρίνει δικαιοσύνη, σκεφτείτε μήπως έχετε λόγο να καμαρώνετε για την παλικαριά σας. Αλλά τι καλύτερο κριτήριο υπάρχει, από το πώς πολεμήσαμε αναμεταξύ μας; Ή μήπως θα πείτε ότι μας ξεπερνάτε σ' εξυπνάδα ― εσείς που είχατε και τείχη και όπλα και χρήματα, και τους Πελοποννησίους για συμμάχους, κι όμως νικηθήκατε από μας που τίποτα δεν είχαμε απ' αυτά; Τάχα νομίζετε ότι πρέπει να υπερηφανεύεστε για την υποστήριξη των Λακεδαιμονίων; Γιατί; Όπως παραδίδει κάποιος δεμένο από τον λαιμό ένα σκυλί που δαγκώνει, έτσι κι εκείνοι σας παραδώσαν στον αδικημένο τούτο λαό, πριν σηκωθούν να φύγουν! ― Όμως από σας, φίλοι, ζητάω να μην παραβείτε κανέναν από τους όρκους που δώσατε. Ίσα ίσα, κοντά στις άλλες αρετές σας να δείξετε ότι είστε και πιστοί στον όρκο σας και θεοφοβούμενοι!»
Αυτά είπε κι άλλα παρόμοια, κι ότι δεν πρέπει να υπάρξει καμιά αναταραχή, παρά να εφαρμοστεί το παλιό πολίτευμα· κατόπιν διέλυσε τη Συνέλευση. Εκείνο τον καιρό διόρισαν άρχοντες και ξανάρχισαν ομαλή πολιτική ζωή. Αργότερα ωστόσο, μαθαίνοντας ότι οι ολιγαρχικοί της Ελευσίνας στρατολογούσαν ξένους μισθοφόρους, έκαναν γενική επιστράτευση εναντίον τους. Τους στρατηγούς των ολιγαρχικών τους σκότωσαν όταν παρουσιάστηκαν για διαπραγματεύσεις, στους άλλους όμως έστειλαν φίλους και συγγενείς τους που τους έπεισαν να συμφιλιωθούν. Τότε πήραν όρκους ότι στ' αλήθεια δεν θα κρατήσουν κακία αναμεταξύ τους, και σήμερα ακόμα ζουν όλοι μαζί σαν συμπολίτες κι οι δημοκρατικοί έχουν τηρήσει πιστά τους όρκους τους.
Δευτέρα 15 Μαΐου 2023
Αρχές Σύνταξης της Αρχαιοελληνικής Γλώσσας: 11. ΕΠΙΡΡΗΜΑΤΙΚΕΣ ΔΕΥΤΕΡΕΥΟΥΣΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
(i) Είδη υποθετικών λόγων
§11.46. Με βάση το κριτήριο που μόλις μνημονεύθηκε έξι κύρια είδη υποθετικών λόγων διακρίνονται στην ΑΕ:
Στο πρώτο είδος ο ομιλητής εκλαμβάνει, όπως συχνά λέγεται, την υπόθεση ως κάτι "πραγματικό" για να συνάψει με αυτήν ένα συμπέρασμα, απέχει ωστόσο από οποιαδήποτε απόφανση για το εάν όντως η υπόθεση είναι πραγματική (βλ. την Σημείωση που ακολουθεί αμέσως παρακάτω).
• Η υπόθεση εκφέρεται στην περίπτωση αυτή με εἰ και οριστική οποιουδήποτε χρόνου.
• Η απόδοση εκφέρεται με οποιαδήποτε έγκλιση, ανάλογα με το συμπέρασμα που καταλήγει ο ομιλητής από την προκείμενη υπόθεση. Τα ίδιο ισχύει και για την μετάφραση στα ΝΕ. Ως τύπος αυτού του πρώτου είδους και της μετάφρασής του μπορεί να χρησιμοποιηθεί η πρόταση:
εἰ + οριστική οποιουδήποτε χρόνου → οπαιαδήποτε έγκλισηεἰ τοῦτο ποιεῖς [ποιήσεις, ἐποίησας κ.λπ.], τὴν πόλιν βλάπτεις [βλάψεις, ἔβλαψας]
αν πραγματικά το κάνεις [θα το κάνεις, το έκανες κ.λπ.] αυτό, τότε βλάπτεις [θα βλάψεις, έβλαψες] την πόλη.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το είδος αυτό ονομάζεται συνήθως "το πραγματικό" ή λέγεται ότι "εκφράζει το πραγματικό". Εάν αυτό σημαίνει ότι το περιεχόμενο της "πρότασης" ή της "υπόθεσης" είναι κάτι πραγματικό, ένα γεγονός, τότε η προηγούμενη ονομασία και ο τρόπος έκφρασης ("το πραγματικό", "εκφράζει το πραγματικό") δεν είναι και τόσο εύστοχα. Στο είδος αυτό δεν υπάρχει καμιά, θετική ή αρνητική, απόφανση για την σχέση της "υπόθεσης" με την πραγματικότητα, η οποία σχέση αφήνεται απροσδιόριστη. Ως πραγματική παρουσιάζεται εδώ μόνο η συνάφεια προκείμενης και συμπεράσματος ή "πρότασης/υπόθεσης" και "απόδοσης". Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα:
ΕΥΡ απ. 5 εἰ θεοί τι δρῶσιν αἰσχρόν, οὐκ εἰσὶν θεοί || εάν οι θεοί κάνουν κάτι ανήθικο, δεν είναι θεοί.
Το απόσπασμα αυτό δεν ισχυρίζεται ούτε ότι οι θεοί κάνουν πραγματικά κάτι ανήθικο, ούτε ότι δεν είναι θεοί. Πραγματικό είναι εδώ μόνο το ότι εάν ισχύει η "υπόθεση" (εἰ θεοί τι δρῶσιν αἰσχρόν), τότε ισχύει και η απόδοση. Αυτό είναι άλλωστε και το νόημα του εἰ που ουσιαστικά σημαίνει "εάν αληθεύει ότι …".
§11.47. Στο πρώτο αυτό είδος υποθετικού λόγου μπορούν να διακριθούν ως προς την απόδοση οι εξής υποκατηγορίες:
• Η απόδοση εκφέρεται κατά κανόνα, όπως και η υπόθεση, με οριστική οποιουδήποτε χρόνου, και παρουσιάζεται έτσι ως κάτι βέβαιο, πραγματικό, αντικειμενικό:
ΘΟΥΚ 3.65.2 εἰ μὲν ἡμεῖς αὐτοὶ πρός τε τὴν πόλιν ἐλθόντες ἐμαχόμεθα καὶ τὴν γῆν ἐδῃοῦμεν ὡς πολέμιοι, ἀδικοῦμεν∙ εἰ δὲ ἄνδρες ὑμῶν […] ἐπεκαλέσαντο ἑκόντες, τί ἀδικοῦμεν; || αν είχαμε έρθει από μόνοι μας και πολεμούσαμε την πολιτεία σας και καταστρέφαμε τη γη σας σαν εχθροί, τότε διαπράττουμε αδίκημα∙ αν όμως μας καλέσανε αυτόβουλα δικοί σας άνθρωποι, σε τι διαπράττουμε αδικία;
ΞΕΝ ΚΑναβ 2.1.19 εἰ μὲν τῶν μυρίων ἐλπίδων μία τις ὑμῖν ἐστι σωθῆναι πολεμοῦντας βασιλεῖ, συμβουλεύω μὴ παραδιδόναι τὰ ὅπλα· εἰ δέ τοι μηδεμία σωτηρίας ἐστὶν ἐλπὶς ἄκοντος βασιλέως, συμβουλεύω σῴζεσθαι ὑμῖν ὅπῃ δυνατόν || αν από τις άπειρες ελπίδες υπάρχει για σας πραγματικά έστω και μία να σωθείτε πολεμώντας τον βασιλιά, σας συμβουλεύω να μην παραδώσετε τα όπλα∙ αν όμως δεν υπάρχει καμιά ελπίδα σωτηρίας χωρίς τη θέληση του βασιλιά, σας συμβουλεύω να προσπαθήσετε να σωθείτε με οποιονδήποτε τρόπο μπορείτε.
• Ενδέχεται, πάλι, να εκφέρεται με προστακτική:
ΞΕΝ ΚΑναβ 5.4.7 εἰ ἡμᾶς ἀφήσετε, σκέψασθε πόθεν αὖθις ἂν τοσαύτην δύναμιν λάβοιτε σύμμαχον || αν δεν συνάψετε συμμαχία με μας, αναλογιστείτε από πού θα μπορούσατε να αποκτήσετε πάλι μια τόσο μεγάλη δύναμη ως σύμμαχο.
ΠΛ Συμπ 217b εἰ ψεύδομαι, Σώκρατες, ἐ ξέλεγχε || Σωκράτη, αν δεν λέω την αλήθεια, διάψευσέ με.
ΞΕΝ ΚΠαιδ 8.7.17 εἴ τις οὖν ὑμῶν ἢ δεξιᾶς βούλεται τῆς ἐμῆς ἅψασθαι ἢ ὄμμα τοὐμὸν ζῶντος ἔτι προσιδεῖν ἐθέλει, προσίτω·Αν λοιπόν κανένας από σας ή θέλει να πιάσει το δεξί μου χέρι ή να με δει στο πρόσωπο, όσο ακόμη είμαι ζωντανός, ας έρθει κοντά μου.
• Η απόδοση εκφέρεται πολύ συχνά με δυνητική ευκτική (ευκτική που συνοδεύεται από το ἄν), όταν πρόκειται να παρουσιαστεί ως κάτι αβέβαιο, αμφίβολο, ενδεχόμενο, πιθανό. Σε σύγκριση με την διατύπωση σε οριστική ενεστώτα ή μέλλοντα, η οποία είναι ένας πιο άμεσος και ακατέργαστος τρόπος έκφρασης, η δυνητική ευκτική συχνά χρησιμοποιείται, εξαιτίας ακριβώς της αμφισημίας της, για να προσδώσει μια υπαινικτική, μετριασμένη και εκλεπτυσμένη χροιά στον λόγο:
ΠΛ Απολ 25b πολλὴ γὰρ ἄν τις εὐδαιμονία εἴη περὶ τους νέους εἰ εἷς μὲν μόνος αὐτοὺς διαφθείρει, οἱ δ' ἄλλοι ὠφελοῦσιν || οι νέοι θα ήταν πολύ τυχεροί αν ένας μόνο τους κάνει κακό, ενώ όλοι οι άλλοι τους ωφελούν.
ΠΛ Θεαιτ 171b οὐκοῦν τὴν αὑτοῦ ἂν ψευδῆ συγχωροῖ, εἰ τὴν τῶν ἡγουμένων αὐτὸν ψεύδεσθαι ὁμολογεῖ ἀληθῆ εἶναι; || επομένως θα παραδεχόταν την στρεβλότητα της άποψής του, εάν αναγνωρίζει ότι είναι ορθή η γνώμη εκείνων που πιστεύουν ότι πλανιέται;
ΠΛ Φαιδρ 242e εἰ ἔστιν, ὥσπερ οὖν ἔστι, θεὸς ἤ τι θεῖον ὁ Ἔρως, οὐδὲν ἂν κακὸν εἴη || αν λοιπόν είναι, όπως βέβαια είναι, ο Έρωτας θεός ή κάτι θεϊκό, τότε δεν μπορεί να είναι κάτι κακό.
ΛΥΣ 13.94 καὶ οὕτως ἂν δεινότατα πάντων πάθοιεν, εἰ […] οὗτοι ὁμόψηφοι κατ' ἐκείνων τῶν ἀνδρῶν τοῖς τριάκοντα γενήσονται || έτσι, μπορεί να πάθουν τα χειρότερα αν […] εκείνοι ψηφίσουν όπως και οι Τριάκοντα εναντίον εκείνων των ανδρών.
Σπανιότερα ενδέχεται στην απόδοση να χρησιμοποιούνται:
• "υποτακτική της ενθάρρυνσης":
ΣΟΦ Φιλ 526 ἀλλ' εἰ δοκεῖ, πλέωμεν, ὁρμάσθω [Φιλοκτήτης] ταχύς || αλλά αν νομίζεις, ας ξεκινήσουμε, και γρήγορα ας ετοιμαστεί [ο Φιλοκτήτης].
ΣΟΦ Φιλ 645 ἀλλ' εἰ δοκεῖ, χωρῶμεν || όμως αν έχεις αυτή τη γνώμη, ας πάμε.
ΠΛ Φαιδ 78b ὅθεν δὲ ἀπελίπομεν ἐπανέλθωμεν, εἴ σοι ἡδομένῳ ἐστίν || ας επανέλθουμε όμως στο σημείο που αφήσαμε τη συζήτηση, αν έχεις την ευχαρίστηση.
• "ευχετική ευκτική":
ΟΜ Οδ 4.193 εἴ τι που ἔστι, πίθοιό μοι || αν επιτρέπεται, άκου τη γνώμη μου.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Όταν τόσο στην υπόθεση όσο και στην απόδοση του πρώτου είδους υπάρχει μέλλοντας (δηλ. έχουμε το σχήμα εἰ + οριστική μέλλοντα → οριστική μέλλοντα), ο υποθετικός λόγος δηλώνει το πραγματικό στο μέλλον, πρόκειται δηλ. για το πραγματικό με σημασία προσδοκωμένου. Παραδείγματα:
ΕΥΡ απ. 5 εἰ μὴ καθέξεις γλῶσσαν, ἔσται σοι κακά || αν δεν μαζέψεις τη γλώσσα σου, θα σου συμβούν κακά.
§11.48. Στο δεύτερο είδος του υποθετικού λόγου ο ομιλητής παρουσιάζει το περιεχόμενο της υπόθεσης ως κάτι "μη πραγματικό", ως κάτι, δηλαδή, που δεν μπορεί ή δεν θα μπορούσε να γίνει, καθώς βρίσκεται σε αντίθεση προς ό,τι πραγματικά συμβαίνει ή συνέβη. Η απόδοση δηλώνει ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα εάν θα γινόταν ή είχε γίνει πραγματικότητα η υπόθεση.
• Η υπόθεση εκφέρεται εδώ με εἰ και οριστική ιστορικού χρόνου.
• Η απόδοση εκφέρεται κατά κανόνα με οριστική ιστορικού χρόνου που συνοδεύεται από το ἄν, δηλαδή με δυνητική οριστική. Στα ΝΕ η υπόθεση μεταφράζεται με παρατατικό ή, εάν υπάρχει στο πρωτότυπο, με οριστική υπερσυντέλικου, η απόδοση με "θα" και παρατατικό (ή υπερσυντέλικο). Ο τύπος εδώ είναι ο εξής:
εἰ + οριστική ιστορικού χρόνου → δυνητική οριστικήεἰ τοῦτο ἐποίεις [ἐποίησας κ.λπ.], τὴν πόλιν ἂν ἔβλαπτες [ ἔβλαψας]
αν [θα] το έκανες [το είχες κάνει] αυτό, θα έβλαπτες [θα είχες βλάψει] την πόλη [υπονοείται: "όμως δεν θα το κάνεις και επομένως δεν την βλάπτεις" ή: "όμως δεν το έκανες και επομένως δεν την έβλαψες].
§11.49. Ως προς την απόδοση μπορούν και εδώ να διακριθούν και εδώ διάφορες υποκατηγορίες:
• Ενδέχεται οι ρηματικές ενέργειες να ανήκουν στο παρελθόν, η ισχύς, δηλαδή, του ρηματικού περιεχομένου να περιορίζεται σ' αυτό. Παραδείγματα:
ΞΕΝ Απομν 1.1.5 τίς οὐκ ἂν ὁμολογήσειεν αὐτὸν [Σωκράτη] βούλεσθαι μήτ' ἠλίθιον μήτ' ἀλαζόνα φαίνεσθαι τοῖς συνοῦσιν; ἐδόκει δ' ἂν ἀμφότερα ταῦτα, εἰ προαγορεύων ὡς ὑπὸ θεοῦ φαινόμενα καὶ ψευδόμενος ἐφαίνετο. δῆλον οὖν ὅτι οὐκ ἂν προέλεγεν, εἰ μὴ ἐπίστευεν ἀληθεύσειν || ποιος δεν θα παραδεχόταν ότι ο Σωκράτης δεν ήθελε να φαίνεται στους φίλους του ούτε ηλίθιος ούτε αλαζόνας∙ θα έδινε την εντύπωση ότι είχε και τα δύο αυτά χαρακτηριστικά, εάν προέλεγε κάτι ως φανερωμένο από τον θεό και κατόπιν αποδεικνυόταν ότι έλεγε ψέμματα∙ είναι λοιπόν πρόδηλο ότι δεν θα προέλεγε τίποτα αν δεν ήταν πεπεισμένος πως θα επαληθευόταν.
ΛΥΣ 13.90 εἰ μὲν οὖν οὗτος μὲν ἐν ἄστει, ἡμεῖς δ' ἐν Πειραιεῖ ἦμεν, εἶχον ἄν τινα λόγον αὐτῷ αἱ συνθῆκαι· νῦν δὲ οὗτος ἐν Πειραιεῖ ἦν || αν βέβαια αυτός ήταν στην πόλη και εμείς στον Πειραιά, θα μπορούσε να επικαλεστεί τις συμφωνίες· αλλά όμως αυτός ήταν στον Πειραιά [με το "νῦν δὲ…" εισάγεται η μετάβαση στην υφιστάμενη πραγματικότητα].
ΑΝΔΟΚ 3.2 εἰ μὲν οὖν μηδεπώποτε πρότερον ὁ δῆμος ὁ [τῶν] Ἀθηναίων εἰρήνην ἐποιήσατο πρὸς Λακεδαιμονίους, εἰκότως ἂν ἐφοβούμεθα αὐτὸ διά τε τὴν ἀπειρίαν τοῦ ἔργου διά τε τὴν ἐκείνων ἀπιστίαν· ὅπου δὲ πολλάκις ἤδη πρότερον εἰρήνην ἐποιήσασθε δημοκρατούμενοι, πῶς οὐκ εἰκὸς ὑμᾶς πρῶτον ἐκεῖνα σκέψασθαι τὰ τότε γενόμενα; || αν βέβαια ποτέ στο παρελθόν η Αθηναϊκή Δημοκρατία δεν είχε συνάψει ειρήνη με τους Λακεδαιμονίους, εύλογα θα φοβόμασταν και εξαιτίας της απειρίας μας στο έργο αυτό και επειδή εκείνοι δεν τηρούν τα συμφωνημένα. Εφόσον όμως πολλές φορές ήδη στο παρελθόν συνάψατε ειρήνη έχοντας δημοκρατία, πώς να μην είναι εύλογο να αναλογιστείτε πρώτα εκείνα που συνέβησαν τότε;
• Ενδέχεται οι παρελθούσες ρηματικές ενέργειες, είτε και της εξαρτημένης και της κύριας πρότασης είτε μόνο της μιας από τις δύο, να συνδέονται με το παρόν του ομιλητή, καθώς επεκτείνονται κατά κάποιον τρόπο μέχρι αυτό. Τις πιο πολλές φορές χρησιμοποιείται εδώ ο παρατατικός ή ο ισοδύναμος υπερσυντέλικος, σπανιότερα ο αόριστος. Παραδείγματα:
ΣΟΦ Αντ 755 εἰ μὴ πατὴρ ἦσθ', εἶπον ἄν σ' οὐκ εὖ φρονεῖν || αν δεν ήσουν πατέρας μου θα έλεγα δεν είσαι στα καλά σου.
ΞΕΝ Απομν 4.3.3 [φῶς] εἰ μὴ εἴχομεν, ὅμοιοι τοῖς τυφλοῖς ἂν ἦμεν || αν δεν είχαμε φως, θα ήμασταν όμοιοι με τους τυφλούς.
ΛΥΣ 24.11 εἰ ἐκεκτήμην οὐσίαν, ἐπ' ἀστράβης ἂν ὠχούμην, ἀλλ' οὐκ ἐπὶ τοὺς ἀλλοτρίους ἵππους ἀνέβαινον· νυνὶ δ' ἐπειδὴ τοιοῦτον οὐ δύναμαι κτήσασθαι, τοῖς ἀλλοτρίοις ἵπποις ἀναγκάζομαι χρῆσθαι πολλάκις || αν είχα περιουσία, θα ίππευα σε άλογο με σαμάρι πολυτελείας και δε θα ανέβαινα σε ξένα άλογα· επειδή όμως δεν μπορώ να αγοράσω τέτοιο, αναγκάζομαι πολλές φορές να χρησιμοποιώ τα ξένα άλογα.
§11.50. Όταν στην απόδοση χρησιμοποιείται απρόσωπο ρήμα ή απρόσωπη έκφραση (π.χ. ἔδει, ἐχρῆν, ἐνῆν, ἔπρεπε, προσῆκε, δίκαιον ἦν, ἄξιον ἦν, ἀναγκαῖον ἦν, οἷον τ' ἦν, εἰκός ἦν κ.λπ.), είναι δυνατόν να παραλείπεται το δυνητικό ἄν.
ΙΣΟΚΡ 4.170 ἐχρῆνγὰρ αὐτούς, εἴπερ ἦσαν ἄξιοι τῆς παρούσης δόξης, ἁπάντων ἀφεμένους τῶν ἄλλων περὶ τοῦ πολέμου τοῦ πρὸς τοὺς βαρβάρους εἰσηγεῖσθαι καὶ συμβουλεύειν || έπρεπε, δηλαδή, αυτοί, αν άξιζαν πραγματικά τη φήμη που έχουν τώρα, αφήνοντας κατά μέρος κάθε άλλο ζήτημα, να υποβάλλουν τις προτάσεις και να προσφέρουν τις συμβουλές τους μονάχα για τον πόλεμο εναντίον των βαρβάρων.
Πρβ., ωστόσο, ΔΗΜ πρ 1.1-3 εἰ μὲν οὖν εἶχεν καλῶς τὰ πράγματα, οὐδὲν ἂν ἔδει συμβουλεύειν || Αν, βέβαια, πήγαιναν καλά τα πράγματα, καθόλου δεν θα χρειαζόταν να σας δίνω συμβουλές.
• Παράλειψη του δυνητικού ἄν έχουμε και στις παρακάτω συνεκφορές: ἐκινδύνευσε, ἔμελλον, ἐβουλόμην +απαρέμφατο.
ΘΟΥΚ 3.74.2καὶ ἡ πόλις ἐκινδύνευσε πᾶσα διαφθαρῆναι, εἰ ἄνεμος ἐπεγένετο τῇ φλογὶ ἐπίφορος ἐς αὐτήν || και η πόλη θα κινδύνευε να καταστραφεί ολόκληρη, αν σηκωνόταν άνεμος με κατεύθυνση προς αυτή.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ 1: Ενίοτε στον Όμηρο η απόδοση εκφέρεται με ευκτική και ἄν [κεν]:
ΟΜ Ιλ 2.80-83 εἰ μέν τις τὸν ὄνειρον Ἀχαιῶν ἄλλος ἔνισπε, ψεῦδός κεν φαῖμεν καὶ νοσφιζοίμεθα μᾶλλον· νῦν δ' ἴδεν ὃς μέγ' ἄριστος Ἀχαιῶν εὔχεται εἶναι || αν έλεγε κάποιος άλλος από τους Αχαιούς αυτό το όνειρο, θα το λέγαμε απάτη και θα προτιμούσαμε να το αγνοήσουμε· μα τώρα το είδε αυτός που υπερηφανεύεται πως είναι ο κατά πολύ ανώτερος ανάμεσα στους Αχαιούς.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ 2: Κατ' εξαίρεση μόνο χρησιμοποιείται στην απόδοση η απλή οριστική αρκτικού χρόνου, πράγμα που οφείλεται σε ρητορικούς λόγους ή στην έλλειψη της πραγματικής απόδοσης:
ΕΥΡ Ελ 1106-1106 εἰ δ' ἦσθα μετρία, τἄλλα γ' ἡδίστη θεῶν πέφυκας ἀνθρώποισιν || αν ήξερες μόνο το μέτρο να κρατήσεις, θα ήσουν η πιο καλή από τους θεούς για τους ανθρώπους.
ΔΗΜ 53.17 τηρήσας με ἀνιόντα ἐκ Πειραιῶς ὀψὲ περὶ τὰς λιθοτομίας παίει τε πὺξ καὶ ἁρπάζει μέσον καὶ ὠθεῖ με εἰς τὰς λιθοτομίας, εἰ μη τινες προσιόντες, βοῶντος μου ἀκούσαντες, παρεγένοντο καὶ ἐβοήθησαν || αφού με παραφύλαξε κοντά στα λατομεία όταν επέστρεφα αργά από τον Πειραιά, [ο Νικόστρατος] με χτυπάει με τη γροθιά του και αρπάζοντάς με από τη μέση με σπρώχνει προς τα λατομεία [και θα με στρίμωχνε εκεί μέσα], αν μερικοί περαστικοί, ακούγοντάς με να φωνάζω, δεν έσπευδαν να με βοηθήσουν.
§11.51. Το τρίτο είδος του υποθετικού λόγου χρησιμοποιείται όταν το περιεχόμενο της υπόθεσης πρόκειται να παρουσιαστεί ως κάτι το οποίο, ανάλογα με τις περιστάσεις ή την εμπειρία του ομιλούντος, μπορεί ή πρέπει να προσδοκά κανείς ("το προσδοκώμενο").
• Η υπόθεση εκφέρεται στο είδος αυτό με το ἐὰν (= εἰ ἄν "αν ενδεχομένως"), ἄν, ἤν (ποιητ. εἴ κε, εἴ κεν) και υποτακτική.
• Η απόδοση εκφέρεται κατά κανόνα σε οριστική μέλλοντα ή με κάποια έκφραση που έχει σημασία μέλλοντα. Ως τύπος αυτής της περίπτωσης και της μετάφρασής της μπορεί να θεωρηθεί ο εξής:
ἐὰν + υποτακτική → οριστική μέλλοντα ή μελλοντική έκφρασηἐὰν τοῦτο ποιῇς [ποιήσῃς], τὴν πόλιν βλάψεις
αν [θα] το κάνεις αυτό, θα βλάψεις την πόλη.
Πιο αναλυτικά για την απόδοση και τους τρόπους εκφοράς της ισχύουν τα εξής:
§11.52. Όταν η προσδοκία που εκφράζει η υπόθεση αναφέρεται ειδικά σε κάτιμελλοντικό, τότε η απόδοση εκφέρεται:
• Κατά κανόνα με οριστική μέλλοντα:
ΞΕΝ ΚΑναβ 1.4.14 ἄνδρες, ἐάν μοι πεισθῆτε, οὔτε κινδυνεύσαντες οὔτε πονήσαντες τῶν ἄλλων πλέον προτιμήσεσθε στρατιωτῶν ὑπὸ Κύρου || στρατιώτες, αν ακούσετε τη συμβουλή μου, τότε ο Κύρος θα σας εκτιμήσει περισσότερο από τους άλλους στρατιώτες, χωρίς να κινδυνεύσετε και χωρίς να κοπιάσετε περισσότερο από αυτούς.
ΠΛ Γοργ 455d τί ἡμῖν, ὦ Γοργία, ἔσται, ἐάν σοι συνῶμεν; τι θα μας συμβεί, Γοργία, αν συναναστραφούμε μαζί σου;
ΠΛ Λαχ 201c ἥξω παρὰ σὲ αὔριον, ἐὰν θεὸς ἐθέλῃ || θα έρθω αύριο σε σένα, αν το θέλει ο θεός.
• Με διάφορες μελλοντικές εκφράσεις. Πιο συγκεκριμένα:
• με εγκλίσεις επιθυμίας, δηλ. προστακτική, υποτακτική, ευχετική ευκτική:
ΞΕΝ ΚΠαιδ 3.2.13 ἢν μὲν πόλεμον αἱρῆσθε, μηκέτι ἥκετε δεῦρο ἄνευ ὅπλων, εἰ σωφρονεῖτε∙ ἢν δὲ εἰρήνης δοκῆτε δεῖσθαι, ἄνευ ὅπλων ἥκετε || αν προτιμάτε τον πόλεμο, να μην έρχεστε πλέον εδώ χωρίς όπλα, εφόσον είστε γνωστικοί∙ αν πάλι πιστεύετε ότι έχετε ανάγκη την ειρήνη, να έρχεστε άοπλοι.
ΠΛ Πολ 358b Ἴθι δή, ἔφη, ἄκουσον καὶ ἐμοῦ, ἐάν σοι ἔτι ταὐτὰ δοκῇ || εμπρός, λοιπόν, είπε, άκουσε και εμένα, αν έχεις ακόμη την ίδια γνώμη.
ΠΛ Τιμ 29c ἐὰν οὖν, ὦ Σώκρατες, πολλὰ πολλῶν πέρι, θεῶν καὶ τῆς τοῦ παντὸς γενέσεως, μὴ δυνατοὶ γιγνώμεθα πάντῃ πάντως αὐτοὺς ἑαυτοῖς ὁμολογουμένους λόγους καὶ ἀπηκριβωμένους ἀποδοῦναι, μὴ θαυμάσῃς || αν, λοιπόν, Σωκράτη, δεν καταφέρουμε να διατυπώσουμε απολύτως συνεπείς από κάθε πλευρά και ακριβείς συλλογισμούς για πολλά και ποικίλα ζητήματα ―για τους θεούς και τη γέννηση του σύμπαντος―, μην εκπλαγείς.
ΑΡΙΣΤΟΦ Βατ 586-588 Ἀλλ' ἤν σε τοῦ λοιποῦ ποτ' ἀφέλωμαι χρόνου͵ πρόρριζος αὐτός͵ ἡ γυνή͵ τὰ παιδία͵ κάκιστ' ἀπολοίμην || αλλά αν σου τα αφαιρέσω κάποτε στο μέλλον, να αφανιστώ με τον χειρότερο τρόπο ο ίδιος, αλλά κι η γυναίκα και τα παιδιά μου.
• με δυνητική ευκτική:
ΞΕΝ Απολ 6 ἂν δὲ αἰσθάνωμαι χείρων γιγνόμενος καὶ καταμέμφωμαι ἐμαυτόν, πῶς ἄν […] ἐγὼ ἔτι ἂν ἡδέως βιοτεύοιμι; || αν πάλι αισθάνομαι ότι γίνομαι χειρότερος και τα βάζω διαρκώς με τον εαυτό μου, πως θα μπορούσα πια να χαίρομαι τη ζωή;
ΠΛ Μενεξ 239c ἐὰν ἡμεῖς ἐπιχειρῶμεν τὰ αὐτὰ λόγῳ ψιλῷ κοσμεῖν, τάχ' ἂν δεύτεροι φαινοίμεθα || αν εγώ επιχειρήσω να εγκωμιάσω τα ίδια έργα με τον γυμνό πεζό λόγο, θα μπορούσα να φανώ κατώτερος.
• με απρόσωπο ρήμα + τελικό απαρέμφατο:
ΞΕΝ ΚΑναβ 1.7.7 ἢν δ' ἡμεῖς νικήσωμεν, ἡμᾶς δεῖ τοὺς ἡμετέρους φίλους τούτων ἐγκρατεῖς ποιῆσαι || αν, όμως, νικήσουμε εμείς, πρέπει να καταστήσουμε τους δικούς μας φίλους κυρίους τους [ενν. των χωρών αυτών].
• με μελλοντικό ενεστώτα:
ΠΛ Πολ 473d ἐὰνμή […] ἢ οἱ φιλόσοφοι βασιλεύσωσιν ἐν ταῖς πόλεσιν ἢ οἱ βασιλῆς τε νῦν λεγόμενοι καὶ δυνάσται φιλοσοφήσωσι γνησίως τε καὶ ἱκανῶς, καὶ τοῦτο εἰς ταὐτὸν συμπέσῃ, δύναμίς τε πολιτικὴ καὶ φιλοσοφία, τῶν δὲ νῦν πορευομένων χωρὶς ἐφ' ἑκάτερον αἱ πολλαὶ φύσεις ἐξ ἀνάγκης ἀποκλεισθῶσιν, οὐκ ἔστι κακῶν παῦλα […] ταῖς πόλεσι || αν δεν συμβεί ή να κυβερνήσουν στις πολιτείες οι φιλόσοφοι ή να φιλοσοφήσουν γνήσια και σε βάθος αυτοί που τώρα τους αποκαλούν βασιλιάδες και κυρίαρχους της εξουσίας και έτσι αυτά τα δύο, πολιτική εξουσία και φιλοσοφία, συμπέσουν, και αν δεν αποκλειστούν με κάποιο εξαναγκαστικό μέσο από αυτές τις δύο οι πολλές φύσεις που προσεγγίζουν τώρα την καθεμιά τους, δεν θα έχουν τέλος οι συμφορές για τις πολιτείες.
ΕΥΡ Ανδρ 381 ἢν θανῇς σύ, παῖς ὅδ' ἐκφεύγει μόρον || αν πεθάνεις εσύ, το παιδί αυτό θα γλυτώσει τον θάνατο.
• με ρηματικά επίθετα (-τέος, -τὸς + ἐστί):
ΑΡΙΣΤ ΗΝικ 1165b13-14 ἐὰν δ' ἀποδέχηται ὡς ἀγαθόν, γένηται δὲ μοχθηρὸς καὶ δοκῇ, ἆρ' ἔτι φιλητέον; || αν, όμως, προσφέρει κανείς τη φιλία του σε κάποιον που θεώρησε έντιμο, στη συνέχεια , ωστόσο, εκείνος αποδειχτεί πανούργος, πρέπει να εξακολουθήσει να τον αγαπά;
• με απαρέμφατο του σκοπού:
ΘΟΥΚ 1.44.1 ἐπιμαχίαν δ' ἐποιήσαντο τῇ ἀλλήλων βοηθεῖν, ἐάν τις ἐπὶ Κέρκυραν ἴῃ ἢ Ἀθήνας ἢ τοὺς τούτων ξυμμάχους. σύναψαν αμυντική συμμαχία, για να βοηθούν η μία πόλη την άλλη, εάν κάποιος έκανε επίθεση ενάντια στην Κέρκυρα, την Αθήνα ή τους συμμάχους καθεμιάς.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Η υποτακτική που χρησιμοποιείται στην υπόθεση είναι η υποτακτική με σημασία μέλλοντα ("προορατική υποτακτική"). Το ἐὰν με υποτακτική ενεστώτα συγγενεύει με το εἰ και οριστική μέλλοντα, γι' αυτό άλλωστε οι δύο τρόποι έκφρασης ενδέχεται να χρησιμοποιούνται εναλλακτικά στην ίδια συνάφεια του λόγου, όπως π.χ.:
ΗΡΟΔ 1.71 τοῦτον μὲν δή, εἰ νικήσεις, τι σφέας ἀπαιρήσεαι, τοῖσί γε μὴ ἔστι μηδέν; τοῦτο δε, ἢν νικηθῇς μάθε ὅσα ἀγαθἀ ἀποβαλέεις || αν λοιπόν τους νικήσεις, τι έχεις να πάρεις από αυτούς, οι οποίοι δεν έχουν τίποτα; αν όμως, αντίθετα, νικηθείς, αναλογίσου πόσα αγαθά θα χάσεις.
Η διαφορά μεταξύ των δύο εκφορών έγκειται στο εξής: Κατά την χρήση του εἰ με οριστική μέλλοντα, ο ομιλητής διατυπώνει τον υποθετικό λόγο ως μια καθαρά λογική αλληλουχία προτάσεων, παρουσιάζει αυτό που δηλώνει η υπόθεση ως κάτι που θα συμβεί σίγουρα (ή ως μια απειλή ή προειδοποίηση). Χρησιμοποιώντας το ἐὰν και υποτακτική, αντίθετα, τονίζεται η προσδοκία του ομιλητή για την πραγματοποίηση αυτού που δηλώνεται στην υποθετική πρόταση.
§11.53. Το τέταρτο είδος υποθετικών λόγων χρησιμοποιείται όταν η προσδοκία η οποία εκφράζεται στην υποθετική πρόταση, αναφέρεταισε κάτι που ισχύει παντού και πάντοτε, δηλαδή "καθολικά" (δηλώνεται, δηλαδή, "το αορίστως επαναλαμβανόμενο στο παρόν και το μέλλον", με την έννοια του: "κάθε φορά που").
• Η υπόθεση σε αυτό το είδος εκφέρεται με το ἐὰν (= εἰ ἄν "αν ενδεχομένως"), ἄν, ἤν (ποιητ. εἴ κε, εἴ κεν) και υποτακτική.
• Η απόδοση εκφέρεται κατά κανόνα με ενεστώτα οριστικής, ενώ αρκετές φορές με γνωμικό αόριστο. Τύπος:
ἐάν + υποτακτική → οριστική ενεστώτα (ή γνωμικός αόριστος)ἐάν τις τοῦτο ποιῇ [ποιήσῃ], χαίρουσιν οἱ θεοί
εάν [= κάθε φορά που, πάντοτε όταν] το κάνει κανείς αυτό, χαίρονται οι θεοί.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Πιο συγκεκριμένα, η υπόθεση στο τέταρτο είδος των υποθετικών λόγων εκφέρεται με:
• υποτακτική του ενεστώτα, όταν η ενέργεια της κύριας πρότασης (δηλ. της απόδοσης) είναι ταυτόχρονη με την ενέργεια της εξαρτημένης πρότασης (δηλ. της υπόθεσης),
• υποτακτική του αορίστου, όταν η ενέργεια της κύριας πρότασης (δηλ. της απόδοσης) προηγείται από την ενέργεια της εξαρτημένης πρότασης (δηλ. της υπόθεσης).
ΣΟΦ Φιλ 1321-1323 σὺ δ' ἠγρίωσαι, κοὔτε σύμβουλον δέχῃ, ἐάν τε νουθετῇ τις εὐνοίᾳ λέγων, στυγεῖς || εσύ όμως είσαι αγριεμένος και δεν δέχεσαι συμβουλή, και αν [= και κάθε φορά που, πάντοτε όταν] σε συμβουλεύει κανείς θέλοντας το καλό σου, τον μισείς.
ΕΥΡ Αλκ 671-672 ἢν δ' ἐγγὺς ἔλθῃ θάνατος, οὐδεὶς βούλεται θνῄσκειν || αν πλησιάσει ο θάνατος, κανείς δεν θέλει να πεθάνει.
§11.54. Η απόδοση ενός υποθετικού λόγου που δηλώνει αόριστη επανάληψη στο παρόν ή στο μέλλον μπορεί να εκφέρεται:
• Κατά κανόνα, με οριστική αρκτικού χρόνου, συνήθως ενεστώτα:
ΠΛ Πρωτ 322d καὶ διὰ ταῦτα οἵ τε ἄλλοι καὶ Ἀθηναῖοι, ὅταν μὲν περὶ ἀρετῆς τεκτονικῆς ᾖ λόγος ἢ ἄλλης τινὸς δημιουργικῆς, ὀλίγοις οἴονται μετεῖναι συμβουλῆς, καὶ ἐάν τις ἐκτὸς ὢν τῶν ὀλίγων συμβουλεύῃ, οὐκ ἀνέχονται || και γι' αυτούς τους λόγους και οι άλλοι και οι Αθηναίοι, όταν η συζήτηση αφορά την οικοδομική τέχνη ή κάποια άλλη τεχνική δραστηριότητα, πιστεύουν ότι λίγοι έχουν τη δυνατότητα να συμβουλεύουν και, εάν κάποιος εκτός από αυτούς τους λίγους, επιχειρεί να τους προσφέρει τις συμβουλές του, δεν του επιτρέπουν.
ΑΡΙΣΤΟΦ Εκκλ 176-178 ὁρῶ γὰρ αὐτὴν [τὴν πόλιν] προστάταισι χρωμένην ἀεὶ πονηροῖς. κἄν τις ἡμέραν μίαν χρηστὸς γένηται, δέκα πονηρὸς γίγνεται || γιατί βλέπω αυτή την πολιτεία να κυβερνιέται από διεφθαρμένους ηγεμόνες∙ και αν κάποιος γίνει μια μέρα έντιμος, τις δέκα γίνεται απατεώνας.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Πολύ σπάνια μπορεί να χρησιμοποιείται στην απόδοση και ένας παρακείμενος που ισοδυναμεί με ενεστώτα, π.χ.:
ΔΗΜ 11.11 ἔτι δὲ τῶν μὲν πολλῶν ἐὰν ἁμάρτῃτις, ζημίας κατὰ τὴν ἀξίαν εἴληφεν· οἱ δ' ὅταν μάλιστα κατορθώσωσι, τότε μάλιστα σκορακίζονται καὶ προπηλακίζονται παρὰ τὸ προσῆκον || και αν κάποιος από τους απλούς στρατιώτες σφάλει, έχει την τιμωρία που του αξίζει· εκείνοι [=οι αξιωματούχοι], αντιθέτως, όταν πετύχουν κάποιο σημαντικό κατόρθωμα, τότε κυρίως υβρίζονται και προπηλακίζονται, παρόλο που δεν τους αξίζει.
• Σπανιότερα με γνωμικό αόριστο.
ΞΕΝ ΚΠαιδ 1.2.2 ἢν δέ τις τούτων τι παραβαίνῃ͵ ζημίαν αὐτοῖς ἐπέθεσαν || κι αν κάποιος υποπέσει σε κάποιο από αυτά τα αδικήματα, τιμωρείται.
§11.55. Το πέμπτο είδος υποθετικών λόγων χρησιμοποιείται όταν ο ομιλητής θέλει να παρουσιάσει την υπόθεση ως μιαν απλή σκέψη του ("απλή σκέψη του λέγοντος"), ως μια αυθαίρετη, αλλά λογικά δυνατή εικασία ή πιθανολογία για κάτι παροντικό ή μελλοντικό, το οποίο ενδέχεται εξίσου να πραγματοποιηθεί ή να μη πραγματοποιηθεί.
• Η υπόθεση σε αυτό το είδος υποθετικών λόγων εκφέρεται με εἰ και ευκτική.
• Η απόδοση εκφέρεται κατά κανόνα με ευκτική που συνοδεύεται από το ἄν, δηλαδή με δυνητική ευκτική, για να δηλώσει ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα αν η υπόθεση επαληθευόταν και γινόταν πραγματικότητα. Αρκετές φορές, ωστόσο, στην απόδοση χρησιμοποιείται η οριστική ενός αρκτικού χρόνου. Στη μετάφραση της υπόθεσης αυτού του είδους χρησιμοποιείται συνήθως ο παρατατικός, ενώ η δυνητική ευκτική της απόδοσης μεταφράζεται με τον συνήθη τρόπο (θα +παρατατικός, μπορεί να…. κλπ). Ο τύπος αυτού του υποθετικού λόγου είναι ο εξής:
εἰ + ευκτική → δυνητική ευκτική (ή οριστική αρκτικού χρόνου)εἰ τοῦτο ποιοίης [ποιήσειας], τὴν πόλιν ἂν βλάπτοις [βλάψειας]
αν το έκανες αυτό [πράγμα που θα μπορούσα να το σκεφτώ], θα έβλαπτες την πόλη.
§11.56. Με βάση την εκφορά της απόδοσης μπορεί και εδώ να διακριθούν οι εξής υποκατηγορίες:
• Η απόδοση εκφράζεται κατά κανόνα με δυνητική ευκτική, παρουσιάζοντας έτσι και το συμπέρασμα της υπόθεσης ως κάτι που η πραγματικότητά του δεν έχει κριθεί ακόμη, δηλαδή ως μια απλή δυνατότητα:
ΘΟΥΚ 1.70.9 εἴ τις αὐτοὺς ξυνελὼν φαίη πεφυκέναι ἐπὶ τῷ μήτε αὐτοὺς ἔχειν ἡσυχίαν μήτε τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους ἐᾶν, ὀρθῶς ἂν εἴποι || αν έλεγε κανείς γι' αυτούς με μια κουβέντα ότι γεννήθηκαν για να μην κάθονται ούτε οι ίδιοι ήσυχα ούτε να αφήνουν τους άλλους ήσυχους, θα μιλούσε σωστά.
ΞΕΝ Κ Αναβ 5.6.9 ὡς δ' αὔτως καὶ ὁ Παρθένιος ἄβατος· ἐφ' ὃν ἔλθοιτε ἄν, εἰ τὸν Ἅλυν διαβαίητε || και ο Παρθένιος ποταμός είναι επίσης αδιάβατος, στον οποίον μπορείτε να φτάσετε, αν διαβείτε τον Άλυ.
ΠΛ Γοργ 469c εἰ ἀναγκαῖον εἴη ἀδικεῖν ἢ ἀδικεῖσθαι, ἑλοίμην ἂν μᾶλλον ἀδικεῖσθαι ἢ ἀδικεῖν || αν ήταν αναπόφευκτο να αδικώ ή να αδικούμαι θα προτιμούσα περισσότερο να αδικούμαι παρά να αδικώ.
ΛΥΣ 31.31 σχέτλιον δ' ἂν εἴη, εἰ οὗτος μὲν ἅπαντας τοὺς πολίτας περὶ οὐδενὸς ἡγήσατο, ὑμεῖς δὲ τοῦτον ἕνα ὄντα μὴ ἀποδοκιμάσαιτε || θα ήταν θλιβερό, αν εσείς δεν αποδοκιμάσετε αυτόν, που, ενώ ήταν ένας μόνο, περιφρόνησε πλήρως ολόκληρο το σώμα των πολιτών
ΙΣΟΚΡ 2.8 εἰ τις τοὺς κρατοῦντας τοῦ πλήθους ἐπ' ἀρετὴν προτρέψειεν, ἀμφοτέρους ἂν ὀνήσειε, καὶ τοὺς τὰς δυναστείας ἔχοντας καὶ τοὺς ὑπ' αὐτοῖς ὄντας || αν κανείς προέτρεπε αυτούς που έχουν την εξουσία πάνω στο πλήθος να ακολουθήσουν την αρετή, θα ωφελούσε και τους δύο, και εκείνους που κατέχουν την εξουσία και τους υπηκόους τους.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ 1 Στις περιπτώσεις όπου οι αττικοί συγγραφείς χρησιμοποιούν εἰ με δυνητική ευκτική, η υπόθεση εμπεριέχει ταυτόχρονα και μιαν απόφανση (κρίση). Ο ομιλητής με τη χρήση του ἄν υποδηλώνει ότι η υπόθεση ενδέχεται υπό ορισμένες συνθήκες να γίνει πραγματικότητα, δεν την παρουσιάζει δηλαδή ως μιαν απλή σκέψη (χωρίς οποιανδήποτε αναφορά στην πραγματικότητα) (όταν πρόκειται για απλή σκέψη η πρόταση εκφέρεται με απλή ευκτική (χωρίς το ἄν).
ΠΛ Μεν 98b εἴπερ τι ἄλλο φαίην ἂν εἰδέναι - ὀλίγα δ' ἂν φαίην - ἓν δ' οὖν καὶ τοῦτο ἐκείνων θείην ἂν ὧν οἶδα || αν ισχυρίζομαι [όπως μπορεί να γίνεται] ότι ξέρω ορισμένα πράγματα ―και τούτα δεν είναι και τόσα πολλά― τότε αυτό προπαντός θα συγκατάλεγα σε αυτά που γνωρίζω.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ 2: Ο Ηρόδοτος μπορεί να χρησιμοποιεί το είδος αυτό του υποθετικού λόγου και για μια εικασία που αναφέρεται στο παρελθόν:
ΗΡΟΔ 7.214 εἰδείη μὲν γὰρ ἂν καὶ ἐὼν μὴ Μηλιεὺς ταύτην τὴν ἀτραπὸν Ὀνήτης, εἰ τῇ χώρῃ πολλὰ ὡμιληκὼς εἴη || βέβαια ο Ονήτης θα μπορούσε, και ας μην ήταν από τη Μαλίδα, να γνωρίζει αυτό το μονοπάτι εάν σύχναζε σε τούτα τα μέρη.
• Αρκετές φορές η απόδοση εκφέρεται με οριστική αρκτικού χρόνου. Αυτό συμβαίνει όταν στην αβέβαιη και ανοικτή ως προς την έκβασή της υπόθεση αντιπαρατίθεται η απόδοση ως κάτι βέβαιο και οριστικό:
ΗΡΟΔ 1.32 οὐ γάρ τι ὁ μέγας πλούσιος μᾶλλον τοῦ ἐπ' ἡμέρην ἔχοντος ὀλβιώτερός ἐστι, εἰ μη οἱ τύχη ἐπίσποιτο πάντα καλὰ ἔχοντα εὖ τελευτῆσαι τὸν βίον || γιατί βέβαια δεν είναι πιο ευτυχισμένος ο πολύ πλούσιος από εκείνον που έχει τον επιούσιο, εκτός και αν του μείνει η τύχη πιστή και ολοκληρώσει τη ζωή του διατηρώντας όλα τα αγαθά.
ΘΟΥΚ 1.121.4 εἰ δ' ἀντίσχοιεν, μελετήσομεν καὶ ἡμεῖς ἐν πλέονι χρόνῳ τὰ ναυτικά || αν πάλι αντέξουν, θα ασκηθούμε και εμείς περισσότερο χρόνο στις θαλάσσιες πολεμικές επιχειρήσεις.
§11.57. Το έκτο είδος υποθετικών λόγων δείχνει ότι κάτι επαναλαμβανόταν στο παρελθόν (κατά απεριόριστο αριθμό επαναλήψεων), δηλώνει δηλαδή αόριστη επανάληψη στο παρελθόν:
• η υπόθεση σε αυτήν την περίπτωση εκφέρεται με εἰ και ευκτική ("ευκτική επαναληπτική"), ενώ
• η απόδοση με οριστική ιστορικού χρόνου, κατά κανόνα με παρατατικό, σπανιότερα με αόριστο. Εάν πρόκειται για μια ενέργεια που επαναλαμβάνεται κάτω από ορισμένες συνθήκες, τότε ο παρατατικός ή αόριστος συνοδεύεται από το ἄν.
Στο συγκεκριμένο είδος υποθετικών λόγων η υπόθεση μπορεί να αποδίδεται στα ΝΕ με το "όσες φορές", "σε περίπτωση που", "κάθε φορά που", "αν" και οριστική παρατατικού, ενώ η απόδοση με οριστική παρατατικού. Ο τύπος αυτού του υποθετικού λόγου είναι ο εξής:
εἰ + ευκτική → οριστική παρατατικού (σπάνια με το ἄν) ή αορίστου (συνήθως με το ἄν)εἰ τοῦτο ποιοίης [ποιήσειας], τὴν πόλιν ἔβλαπτες [ἔβλαψας ἄν]
κάθε φορά που έκανες αυτό, έβλαπτες την πόλη.
ΘΟΥΚ 7.79.5 εἰμὲν ἐπίοιεν οἱ Ἀθηναῖοι, ὑπεχώρουν [οἱ Συρακόσιοι], εἰ δ' ἀναχωροῖεν, ἐπέκειντο κάθε φορά που οι Αθηναίοι επιχειρούσαν να επιτεθούν, οι Συρακούσιοι υποχωρούσαν, στην περίπτωση, όμως, που εκείνοι ξεκινούσαν να φύγουν, έπεφταν επάνω τους.
ΞΕΝ Αγησ 1.21 πολλάκις δὲ ὁπότε μεταστρατοπεδεύοιτο, εἰ αἴσθοιτο καταλελειμμένα παιδάρια μικρὰ ἐμπόρων, ἃ πολλοὶ ἐπώλουν διὰ τὸ νομίζειν μὴ δύνασθαι ἂν φέρειν αὐτὰ καὶ τρέφειν, ἐπεμέλετο καὶ τούτων και αρκετές φορές, όταν άλλαζαν συνέχεια στρατόπεδο, κάθε φορά που έπεφτε στην αντίληψή του ότι οι έμποροι είχαν εγκαταλείψει μικρά παιδιά, τα οποία πολλοί δοκίμαζαν να τα πουλήσουν γιατί πίστευαν ότι δεν θα μπορούσαν να τα κουβαλούν και να τα ταΐζουν, μεριμνούσε και γι' αυτά.
ΞΕΝ ΚΑναβ 2.3.11 εἴ τις αὐτῷ δοκείη τῶν πρὸς τοῦτο τεταγμένων βλακεύειν, ἐκλεγόμενος τὸν ἐπιτήδειον ἔπαισεν ἄν || αν του φαινόταν ότι κάποιος από αυτούς στους οποίους είχε ανατεθεί τούτο το έργο έκανε ανοησίες, αφού διάλεγε τον κατάλληλο, τον χτυπούσε.
ΕΥΡ Εκ 1165-1167 εἰ μὲν πρόσωπον ἐξανισταίην ἐμόν, κόμης κατεῖχον, εἰ δὲ κινοίην χέρας, πλήθει γυναικῶν οὐδὲν ἤνυον τάλας || όσες φορές προσπαθούσα να σηκώσω το κεφάλι μου, με άρπαζαν από τα μαλλιά, αν, πάλι, κουνούσα τα χέρια, δεν κατόρθωνα, η δύστυχη, τίποτα για το πλήθος των γυναικών.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Κάποιοι θεωρούν ότι το εἰ + ευκτική στο συγκεκριμένο είδος υποθετικών λόγων αντικαθιστά στην περίπτωση εξάρτησης από ιστορικό χρόνο, το "καθολικευτικό" ή "γενικευτικό" ἐάν + υποτακτική, που χρησιμοποιείται μόνο για το παρόν και το μέλλον. Θεωρούν, μάλιστα, ότι ο χαρακτηρισμός της ευκτικής αυτής ως επαναληπτικής δεν είναι τόσο εύστοχος, καθώς η έννοια της επανάληψης δεν ενυπάρχει στην ευκτική, αλλά προκύπτει από το ρήμα της κύριας πρότασης και την ολότητα των συμφραζομένων του υποθετικού λόγου. Η ευκτική, αντίθετα, παρουσιάζει την ενέργεια που δηλώνει, σύμφωνα με την αρχική δυνητική της φύση, μόνο ως κάτι που μπορεί να συμβεί, ως απλή δυνατότητα. Η σημασία του εἰ με ευκτική προσεγγίζει τη σημασία του ὅτε και ὁπότε, γι'αυτό και οι δύο τρόποι έκφρασης μπορούν να εναλλάσσονται, όπως π.χ.:
ΕΥΡ Ικ 897-898 χὡπότ' εὖ πράσσοι πόλις, ἔχαιρε, λυπρῶς δ' ἔφερεν, εἴ τι δυστυχοῖ όποτε πήγαινε καλά η πόλη, χαιρόταν, ενώ εάν την έβρισκαν συμφορές, στεναχωριόταν.
§11.46. Με βάση το κριτήριο που μόλις μνημονεύθηκε έξι κύρια είδη υποθετικών λόγων διακρίνονται στην ΑΕ:
Στο πρώτο είδος ο ομιλητής εκλαμβάνει, όπως συχνά λέγεται, την υπόθεση ως κάτι "πραγματικό" για να συνάψει με αυτήν ένα συμπέρασμα, απέχει ωστόσο από οποιαδήποτε απόφανση για το εάν όντως η υπόθεση είναι πραγματική (βλ. την Σημείωση που ακολουθεί αμέσως παρακάτω).
• Η υπόθεση εκφέρεται στην περίπτωση αυτή με εἰ και οριστική οποιουδήποτε χρόνου.
• Η απόδοση εκφέρεται με οποιαδήποτε έγκλιση, ανάλογα με το συμπέρασμα που καταλήγει ο ομιλητής από την προκείμενη υπόθεση. Τα ίδιο ισχύει και για την μετάφραση στα ΝΕ. Ως τύπος αυτού του πρώτου είδους και της μετάφρασής του μπορεί να χρησιμοποιηθεί η πρόταση:
εἰ + οριστική οποιουδήποτε χρόνου → οπαιαδήποτε έγκλισηεἰ τοῦτο ποιεῖς [ποιήσεις, ἐποίησας κ.λπ.], τὴν πόλιν βλάπτεις [βλάψεις, ἔβλαψας]
αν πραγματικά το κάνεις [θα το κάνεις, το έκανες κ.λπ.] αυτό, τότε βλάπτεις [θα βλάψεις, έβλαψες] την πόλη.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το είδος αυτό ονομάζεται συνήθως "το πραγματικό" ή λέγεται ότι "εκφράζει το πραγματικό". Εάν αυτό σημαίνει ότι το περιεχόμενο της "πρότασης" ή της "υπόθεσης" είναι κάτι πραγματικό, ένα γεγονός, τότε η προηγούμενη ονομασία και ο τρόπος έκφρασης ("το πραγματικό", "εκφράζει το πραγματικό") δεν είναι και τόσο εύστοχα. Στο είδος αυτό δεν υπάρχει καμιά, θετική ή αρνητική, απόφανση για την σχέση της "υπόθεσης" με την πραγματικότητα, η οποία σχέση αφήνεται απροσδιόριστη. Ως πραγματική παρουσιάζεται εδώ μόνο η συνάφεια προκείμενης και συμπεράσματος ή "πρότασης/υπόθεσης" και "απόδοσης". Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα:
ΕΥΡ απ. 5 εἰ θεοί τι δρῶσιν αἰσχρόν, οὐκ εἰσὶν θεοί || εάν οι θεοί κάνουν κάτι ανήθικο, δεν είναι θεοί.
Το απόσπασμα αυτό δεν ισχυρίζεται ούτε ότι οι θεοί κάνουν πραγματικά κάτι ανήθικο, ούτε ότι δεν είναι θεοί. Πραγματικό είναι εδώ μόνο το ότι εάν ισχύει η "υπόθεση" (εἰ θεοί τι δρῶσιν αἰσχρόν), τότε ισχύει και η απόδοση. Αυτό είναι άλλωστε και το νόημα του εἰ που ουσιαστικά σημαίνει "εάν αληθεύει ότι …".
§11.47. Στο πρώτο αυτό είδος υποθετικού λόγου μπορούν να διακριθούν ως προς την απόδοση οι εξής υποκατηγορίες:
• Η απόδοση εκφέρεται κατά κανόνα, όπως και η υπόθεση, με οριστική οποιουδήποτε χρόνου, και παρουσιάζεται έτσι ως κάτι βέβαιο, πραγματικό, αντικειμενικό:
ΘΟΥΚ 3.65.2 εἰ μὲν ἡμεῖς αὐτοὶ πρός τε τὴν πόλιν ἐλθόντες ἐμαχόμεθα καὶ τὴν γῆν ἐδῃοῦμεν ὡς πολέμιοι, ἀδικοῦμεν∙ εἰ δὲ ἄνδρες ὑμῶν […] ἐπεκαλέσαντο ἑκόντες, τί ἀδικοῦμεν; || αν είχαμε έρθει από μόνοι μας και πολεμούσαμε την πολιτεία σας και καταστρέφαμε τη γη σας σαν εχθροί, τότε διαπράττουμε αδίκημα∙ αν όμως μας καλέσανε αυτόβουλα δικοί σας άνθρωποι, σε τι διαπράττουμε αδικία;
ΞΕΝ ΚΑναβ 2.1.19 εἰ μὲν τῶν μυρίων ἐλπίδων μία τις ὑμῖν ἐστι σωθῆναι πολεμοῦντας βασιλεῖ, συμβουλεύω μὴ παραδιδόναι τὰ ὅπλα· εἰ δέ τοι μηδεμία σωτηρίας ἐστὶν ἐλπὶς ἄκοντος βασιλέως, συμβουλεύω σῴζεσθαι ὑμῖν ὅπῃ δυνατόν || αν από τις άπειρες ελπίδες υπάρχει για σας πραγματικά έστω και μία να σωθείτε πολεμώντας τον βασιλιά, σας συμβουλεύω να μην παραδώσετε τα όπλα∙ αν όμως δεν υπάρχει καμιά ελπίδα σωτηρίας χωρίς τη θέληση του βασιλιά, σας συμβουλεύω να προσπαθήσετε να σωθείτε με οποιονδήποτε τρόπο μπορείτε.
• Ενδέχεται, πάλι, να εκφέρεται με προστακτική:
ΞΕΝ ΚΑναβ 5.4.7 εἰ ἡμᾶς ἀφήσετε, σκέψασθε πόθεν αὖθις ἂν τοσαύτην δύναμιν λάβοιτε σύμμαχον || αν δεν συνάψετε συμμαχία με μας, αναλογιστείτε από πού θα μπορούσατε να αποκτήσετε πάλι μια τόσο μεγάλη δύναμη ως σύμμαχο.
ΠΛ Συμπ 217b εἰ ψεύδομαι, Σώκρατες, ἐ ξέλεγχε || Σωκράτη, αν δεν λέω την αλήθεια, διάψευσέ με.
ΞΕΝ ΚΠαιδ 8.7.17 εἴ τις οὖν ὑμῶν ἢ δεξιᾶς βούλεται τῆς ἐμῆς ἅψασθαι ἢ ὄμμα τοὐμὸν ζῶντος ἔτι προσιδεῖν ἐθέλει, προσίτω·Αν λοιπόν κανένας από σας ή θέλει να πιάσει το δεξί μου χέρι ή να με δει στο πρόσωπο, όσο ακόμη είμαι ζωντανός, ας έρθει κοντά μου.
• Η απόδοση εκφέρεται πολύ συχνά με δυνητική ευκτική (ευκτική που συνοδεύεται από το ἄν), όταν πρόκειται να παρουσιαστεί ως κάτι αβέβαιο, αμφίβολο, ενδεχόμενο, πιθανό. Σε σύγκριση με την διατύπωση σε οριστική ενεστώτα ή μέλλοντα, η οποία είναι ένας πιο άμεσος και ακατέργαστος τρόπος έκφρασης, η δυνητική ευκτική συχνά χρησιμοποιείται, εξαιτίας ακριβώς της αμφισημίας της, για να προσδώσει μια υπαινικτική, μετριασμένη και εκλεπτυσμένη χροιά στον λόγο:
ΠΛ Απολ 25b πολλὴ γὰρ ἄν τις εὐδαιμονία εἴη περὶ τους νέους εἰ εἷς μὲν μόνος αὐτοὺς διαφθείρει, οἱ δ' ἄλλοι ὠφελοῦσιν || οι νέοι θα ήταν πολύ τυχεροί αν ένας μόνο τους κάνει κακό, ενώ όλοι οι άλλοι τους ωφελούν.
ΠΛ Θεαιτ 171b οὐκοῦν τὴν αὑτοῦ ἂν ψευδῆ συγχωροῖ, εἰ τὴν τῶν ἡγουμένων αὐτὸν ψεύδεσθαι ὁμολογεῖ ἀληθῆ εἶναι; || επομένως θα παραδεχόταν την στρεβλότητα της άποψής του, εάν αναγνωρίζει ότι είναι ορθή η γνώμη εκείνων που πιστεύουν ότι πλανιέται;
ΠΛ Φαιδρ 242e εἰ ἔστιν, ὥσπερ οὖν ἔστι, θεὸς ἤ τι θεῖον ὁ Ἔρως, οὐδὲν ἂν κακὸν εἴη || αν λοιπόν είναι, όπως βέβαια είναι, ο Έρωτας θεός ή κάτι θεϊκό, τότε δεν μπορεί να είναι κάτι κακό.
ΛΥΣ 13.94 καὶ οὕτως ἂν δεινότατα πάντων πάθοιεν, εἰ […] οὗτοι ὁμόψηφοι κατ' ἐκείνων τῶν ἀνδρῶν τοῖς τριάκοντα γενήσονται || έτσι, μπορεί να πάθουν τα χειρότερα αν […] εκείνοι ψηφίσουν όπως και οι Τριάκοντα εναντίον εκείνων των ανδρών.
Σπανιότερα ενδέχεται στην απόδοση να χρησιμοποιούνται:
• "υποτακτική της ενθάρρυνσης":
ΣΟΦ Φιλ 526 ἀλλ' εἰ δοκεῖ, πλέωμεν, ὁρμάσθω [Φιλοκτήτης] ταχύς || αλλά αν νομίζεις, ας ξεκινήσουμε, και γρήγορα ας ετοιμαστεί [ο Φιλοκτήτης].
ΣΟΦ Φιλ 645 ἀλλ' εἰ δοκεῖ, χωρῶμεν || όμως αν έχεις αυτή τη γνώμη, ας πάμε.
ΠΛ Φαιδ 78b ὅθεν δὲ ἀπελίπομεν ἐπανέλθωμεν, εἴ σοι ἡδομένῳ ἐστίν || ας επανέλθουμε όμως στο σημείο που αφήσαμε τη συζήτηση, αν έχεις την ευχαρίστηση.
• "ευχετική ευκτική":
ΟΜ Οδ 4.193 εἴ τι που ἔστι, πίθοιό μοι || αν επιτρέπεται, άκου τη γνώμη μου.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Όταν τόσο στην υπόθεση όσο και στην απόδοση του πρώτου είδους υπάρχει μέλλοντας (δηλ. έχουμε το σχήμα εἰ + οριστική μέλλοντα → οριστική μέλλοντα), ο υποθετικός λόγος δηλώνει το πραγματικό στο μέλλον, πρόκειται δηλ. για το πραγματικό με σημασία προσδοκωμένου. Παραδείγματα:
ΕΥΡ απ. 5 εἰ μὴ καθέξεις γλῶσσαν, ἔσται σοι κακά || αν δεν μαζέψεις τη γλώσσα σου, θα σου συμβούν κακά.
§11.48. Στο δεύτερο είδος του υποθετικού λόγου ο ομιλητής παρουσιάζει το περιεχόμενο της υπόθεσης ως κάτι "μη πραγματικό", ως κάτι, δηλαδή, που δεν μπορεί ή δεν θα μπορούσε να γίνει, καθώς βρίσκεται σε αντίθεση προς ό,τι πραγματικά συμβαίνει ή συνέβη. Η απόδοση δηλώνει ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα εάν θα γινόταν ή είχε γίνει πραγματικότητα η υπόθεση.
• Η υπόθεση εκφέρεται εδώ με εἰ και οριστική ιστορικού χρόνου.
• Η απόδοση εκφέρεται κατά κανόνα με οριστική ιστορικού χρόνου που συνοδεύεται από το ἄν, δηλαδή με δυνητική οριστική. Στα ΝΕ η υπόθεση μεταφράζεται με παρατατικό ή, εάν υπάρχει στο πρωτότυπο, με οριστική υπερσυντέλικου, η απόδοση με "θα" και παρατατικό (ή υπερσυντέλικο). Ο τύπος εδώ είναι ο εξής:
εἰ + οριστική ιστορικού χρόνου → δυνητική οριστικήεἰ τοῦτο ἐποίεις [ἐποίησας κ.λπ.], τὴν πόλιν ἂν ἔβλαπτες [ ἔβλαψας]
αν [θα] το έκανες [το είχες κάνει] αυτό, θα έβλαπτες [θα είχες βλάψει] την πόλη [υπονοείται: "όμως δεν θα το κάνεις και επομένως δεν την βλάπτεις" ή: "όμως δεν το έκανες και επομένως δεν την έβλαψες].
§11.49. Ως προς την απόδοση μπορούν και εδώ να διακριθούν και εδώ διάφορες υποκατηγορίες:
• Ενδέχεται οι ρηματικές ενέργειες να ανήκουν στο παρελθόν, η ισχύς, δηλαδή, του ρηματικού περιεχομένου να περιορίζεται σ' αυτό. Παραδείγματα:
ΞΕΝ Απομν 1.1.5 τίς οὐκ ἂν ὁμολογήσειεν αὐτὸν [Σωκράτη] βούλεσθαι μήτ' ἠλίθιον μήτ' ἀλαζόνα φαίνεσθαι τοῖς συνοῦσιν; ἐδόκει δ' ἂν ἀμφότερα ταῦτα, εἰ προαγορεύων ὡς ὑπὸ θεοῦ φαινόμενα καὶ ψευδόμενος ἐφαίνετο. δῆλον οὖν ὅτι οὐκ ἂν προέλεγεν, εἰ μὴ ἐπίστευεν ἀληθεύσειν || ποιος δεν θα παραδεχόταν ότι ο Σωκράτης δεν ήθελε να φαίνεται στους φίλους του ούτε ηλίθιος ούτε αλαζόνας∙ θα έδινε την εντύπωση ότι είχε και τα δύο αυτά χαρακτηριστικά, εάν προέλεγε κάτι ως φανερωμένο από τον θεό και κατόπιν αποδεικνυόταν ότι έλεγε ψέμματα∙ είναι λοιπόν πρόδηλο ότι δεν θα προέλεγε τίποτα αν δεν ήταν πεπεισμένος πως θα επαληθευόταν.
ΛΥΣ 13.90 εἰ μὲν οὖν οὗτος μὲν ἐν ἄστει, ἡμεῖς δ' ἐν Πειραιεῖ ἦμεν, εἶχον ἄν τινα λόγον αὐτῷ αἱ συνθῆκαι· νῦν δὲ οὗτος ἐν Πειραιεῖ ἦν || αν βέβαια αυτός ήταν στην πόλη και εμείς στον Πειραιά, θα μπορούσε να επικαλεστεί τις συμφωνίες· αλλά όμως αυτός ήταν στον Πειραιά [με το "νῦν δὲ…" εισάγεται η μετάβαση στην υφιστάμενη πραγματικότητα].
ΑΝΔΟΚ 3.2 εἰ μὲν οὖν μηδεπώποτε πρότερον ὁ δῆμος ὁ [τῶν] Ἀθηναίων εἰρήνην ἐποιήσατο πρὸς Λακεδαιμονίους, εἰκότως ἂν ἐφοβούμεθα αὐτὸ διά τε τὴν ἀπειρίαν τοῦ ἔργου διά τε τὴν ἐκείνων ἀπιστίαν· ὅπου δὲ πολλάκις ἤδη πρότερον εἰρήνην ἐποιήσασθε δημοκρατούμενοι, πῶς οὐκ εἰκὸς ὑμᾶς πρῶτον ἐκεῖνα σκέψασθαι τὰ τότε γενόμενα; || αν βέβαια ποτέ στο παρελθόν η Αθηναϊκή Δημοκρατία δεν είχε συνάψει ειρήνη με τους Λακεδαιμονίους, εύλογα θα φοβόμασταν και εξαιτίας της απειρίας μας στο έργο αυτό και επειδή εκείνοι δεν τηρούν τα συμφωνημένα. Εφόσον όμως πολλές φορές ήδη στο παρελθόν συνάψατε ειρήνη έχοντας δημοκρατία, πώς να μην είναι εύλογο να αναλογιστείτε πρώτα εκείνα που συνέβησαν τότε;
• Ενδέχεται οι παρελθούσες ρηματικές ενέργειες, είτε και της εξαρτημένης και της κύριας πρότασης είτε μόνο της μιας από τις δύο, να συνδέονται με το παρόν του ομιλητή, καθώς επεκτείνονται κατά κάποιον τρόπο μέχρι αυτό. Τις πιο πολλές φορές χρησιμοποιείται εδώ ο παρατατικός ή ο ισοδύναμος υπερσυντέλικος, σπανιότερα ο αόριστος. Παραδείγματα:
ΣΟΦ Αντ 755 εἰ μὴ πατὴρ ἦσθ', εἶπον ἄν σ' οὐκ εὖ φρονεῖν || αν δεν ήσουν πατέρας μου θα έλεγα δεν είσαι στα καλά σου.
ΞΕΝ Απομν 4.3.3 [φῶς] εἰ μὴ εἴχομεν, ὅμοιοι τοῖς τυφλοῖς ἂν ἦμεν || αν δεν είχαμε φως, θα ήμασταν όμοιοι με τους τυφλούς.
ΛΥΣ 24.11 εἰ ἐκεκτήμην οὐσίαν, ἐπ' ἀστράβης ἂν ὠχούμην, ἀλλ' οὐκ ἐπὶ τοὺς ἀλλοτρίους ἵππους ἀνέβαινον· νυνὶ δ' ἐπειδὴ τοιοῦτον οὐ δύναμαι κτήσασθαι, τοῖς ἀλλοτρίοις ἵπποις ἀναγκάζομαι χρῆσθαι πολλάκις || αν είχα περιουσία, θα ίππευα σε άλογο με σαμάρι πολυτελείας και δε θα ανέβαινα σε ξένα άλογα· επειδή όμως δεν μπορώ να αγοράσω τέτοιο, αναγκάζομαι πολλές φορές να χρησιμοποιώ τα ξένα άλογα.
§11.50. Όταν στην απόδοση χρησιμοποιείται απρόσωπο ρήμα ή απρόσωπη έκφραση (π.χ. ἔδει, ἐχρῆν, ἐνῆν, ἔπρεπε, προσῆκε, δίκαιον ἦν, ἄξιον ἦν, ἀναγκαῖον ἦν, οἷον τ' ἦν, εἰκός ἦν κ.λπ.), είναι δυνατόν να παραλείπεται το δυνητικό ἄν.
ΙΣΟΚΡ 4.170 ἐχρῆνγὰρ αὐτούς, εἴπερ ἦσαν ἄξιοι τῆς παρούσης δόξης, ἁπάντων ἀφεμένους τῶν ἄλλων περὶ τοῦ πολέμου τοῦ πρὸς τοὺς βαρβάρους εἰσηγεῖσθαι καὶ συμβουλεύειν || έπρεπε, δηλαδή, αυτοί, αν άξιζαν πραγματικά τη φήμη που έχουν τώρα, αφήνοντας κατά μέρος κάθε άλλο ζήτημα, να υποβάλλουν τις προτάσεις και να προσφέρουν τις συμβουλές τους μονάχα για τον πόλεμο εναντίον των βαρβάρων.
Πρβ., ωστόσο, ΔΗΜ πρ 1.1-3 εἰ μὲν οὖν εἶχεν καλῶς τὰ πράγματα, οὐδὲν ἂν ἔδει συμβουλεύειν || Αν, βέβαια, πήγαιναν καλά τα πράγματα, καθόλου δεν θα χρειαζόταν να σας δίνω συμβουλές.
• Παράλειψη του δυνητικού ἄν έχουμε και στις παρακάτω συνεκφορές: ἐκινδύνευσε, ἔμελλον, ἐβουλόμην +απαρέμφατο.
ΘΟΥΚ 3.74.2καὶ ἡ πόλις ἐκινδύνευσε πᾶσα διαφθαρῆναι, εἰ ἄνεμος ἐπεγένετο τῇ φλογὶ ἐπίφορος ἐς αὐτήν || και η πόλη θα κινδύνευε να καταστραφεί ολόκληρη, αν σηκωνόταν άνεμος με κατεύθυνση προς αυτή.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ 1: Ενίοτε στον Όμηρο η απόδοση εκφέρεται με ευκτική και ἄν [κεν]:
ΟΜ Ιλ 2.80-83 εἰ μέν τις τὸν ὄνειρον Ἀχαιῶν ἄλλος ἔνισπε, ψεῦδός κεν φαῖμεν καὶ νοσφιζοίμεθα μᾶλλον· νῦν δ' ἴδεν ὃς μέγ' ἄριστος Ἀχαιῶν εὔχεται εἶναι || αν έλεγε κάποιος άλλος από τους Αχαιούς αυτό το όνειρο, θα το λέγαμε απάτη και θα προτιμούσαμε να το αγνοήσουμε· μα τώρα το είδε αυτός που υπερηφανεύεται πως είναι ο κατά πολύ ανώτερος ανάμεσα στους Αχαιούς.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ 2: Κατ' εξαίρεση μόνο χρησιμοποιείται στην απόδοση η απλή οριστική αρκτικού χρόνου, πράγμα που οφείλεται σε ρητορικούς λόγους ή στην έλλειψη της πραγματικής απόδοσης:
ΕΥΡ Ελ 1106-1106 εἰ δ' ἦσθα μετρία, τἄλλα γ' ἡδίστη θεῶν πέφυκας ἀνθρώποισιν || αν ήξερες μόνο το μέτρο να κρατήσεις, θα ήσουν η πιο καλή από τους θεούς για τους ανθρώπους.
ΔΗΜ 53.17 τηρήσας με ἀνιόντα ἐκ Πειραιῶς ὀψὲ περὶ τὰς λιθοτομίας παίει τε πὺξ καὶ ἁρπάζει μέσον καὶ ὠθεῖ με εἰς τὰς λιθοτομίας, εἰ μη τινες προσιόντες, βοῶντος μου ἀκούσαντες, παρεγένοντο καὶ ἐβοήθησαν || αφού με παραφύλαξε κοντά στα λατομεία όταν επέστρεφα αργά από τον Πειραιά, [ο Νικόστρατος] με χτυπάει με τη γροθιά του και αρπάζοντάς με από τη μέση με σπρώχνει προς τα λατομεία [και θα με στρίμωχνε εκεί μέσα], αν μερικοί περαστικοί, ακούγοντάς με να φωνάζω, δεν έσπευδαν να με βοηθήσουν.
§11.51. Το τρίτο είδος του υποθετικού λόγου χρησιμοποιείται όταν το περιεχόμενο της υπόθεσης πρόκειται να παρουσιαστεί ως κάτι το οποίο, ανάλογα με τις περιστάσεις ή την εμπειρία του ομιλούντος, μπορεί ή πρέπει να προσδοκά κανείς ("το προσδοκώμενο").
• Η υπόθεση εκφέρεται στο είδος αυτό με το ἐὰν (= εἰ ἄν "αν ενδεχομένως"), ἄν, ἤν (ποιητ. εἴ κε, εἴ κεν) και υποτακτική.
• Η απόδοση εκφέρεται κατά κανόνα σε οριστική μέλλοντα ή με κάποια έκφραση που έχει σημασία μέλλοντα. Ως τύπος αυτής της περίπτωσης και της μετάφρασής της μπορεί να θεωρηθεί ο εξής:
ἐὰν + υποτακτική → οριστική μέλλοντα ή μελλοντική έκφρασηἐὰν τοῦτο ποιῇς [ποιήσῃς], τὴν πόλιν βλάψεις
αν [θα] το κάνεις αυτό, θα βλάψεις την πόλη.
Πιο αναλυτικά για την απόδοση και τους τρόπους εκφοράς της ισχύουν τα εξής:
§11.52. Όταν η προσδοκία που εκφράζει η υπόθεση αναφέρεται ειδικά σε κάτιμελλοντικό, τότε η απόδοση εκφέρεται:
• Κατά κανόνα με οριστική μέλλοντα:
ΞΕΝ ΚΑναβ 1.4.14 ἄνδρες, ἐάν μοι πεισθῆτε, οὔτε κινδυνεύσαντες οὔτε πονήσαντες τῶν ἄλλων πλέον προτιμήσεσθε στρατιωτῶν ὑπὸ Κύρου || στρατιώτες, αν ακούσετε τη συμβουλή μου, τότε ο Κύρος θα σας εκτιμήσει περισσότερο από τους άλλους στρατιώτες, χωρίς να κινδυνεύσετε και χωρίς να κοπιάσετε περισσότερο από αυτούς.
ΠΛ Γοργ 455d τί ἡμῖν, ὦ Γοργία, ἔσται, ἐάν σοι συνῶμεν; τι θα μας συμβεί, Γοργία, αν συναναστραφούμε μαζί σου;
ΠΛ Λαχ 201c ἥξω παρὰ σὲ αὔριον, ἐὰν θεὸς ἐθέλῃ || θα έρθω αύριο σε σένα, αν το θέλει ο θεός.
• Με διάφορες μελλοντικές εκφράσεις. Πιο συγκεκριμένα:
• με εγκλίσεις επιθυμίας, δηλ. προστακτική, υποτακτική, ευχετική ευκτική:
ΞΕΝ ΚΠαιδ 3.2.13 ἢν μὲν πόλεμον αἱρῆσθε, μηκέτι ἥκετε δεῦρο ἄνευ ὅπλων, εἰ σωφρονεῖτε∙ ἢν δὲ εἰρήνης δοκῆτε δεῖσθαι, ἄνευ ὅπλων ἥκετε || αν προτιμάτε τον πόλεμο, να μην έρχεστε πλέον εδώ χωρίς όπλα, εφόσον είστε γνωστικοί∙ αν πάλι πιστεύετε ότι έχετε ανάγκη την ειρήνη, να έρχεστε άοπλοι.
ΠΛ Πολ 358b Ἴθι δή, ἔφη, ἄκουσον καὶ ἐμοῦ, ἐάν σοι ἔτι ταὐτὰ δοκῇ || εμπρός, λοιπόν, είπε, άκουσε και εμένα, αν έχεις ακόμη την ίδια γνώμη.
ΠΛ Τιμ 29c ἐὰν οὖν, ὦ Σώκρατες, πολλὰ πολλῶν πέρι, θεῶν καὶ τῆς τοῦ παντὸς γενέσεως, μὴ δυνατοὶ γιγνώμεθα πάντῃ πάντως αὐτοὺς ἑαυτοῖς ὁμολογουμένους λόγους καὶ ἀπηκριβωμένους ἀποδοῦναι, μὴ θαυμάσῃς || αν, λοιπόν, Σωκράτη, δεν καταφέρουμε να διατυπώσουμε απολύτως συνεπείς από κάθε πλευρά και ακριβείς συλλογισμούς για πολλά και ποικίλα ζητήματα ―για τους θεούς και τη γέννηση του σύμπαντος―, μην εκπλαγείς.
ΑΡΙΣΤΟΦ Βατ 586-588 Ἀλλ' ἤν σε τοῦ λοιποῦ ποτ' ἀφέλωμαι χρόνου͵ πρόρριζος αὐτός͵ ἡ γυνή͵ τὰ παιδία͵ κάκιστ' ἀπολοίμην || αλλά αν σου τα αφαιρέσω κάποτε στο μέλλον, να αφανιστώ με τον χειρότερο τρόπο ο ίδιος, αλλά κι η γυναίκα και τα παιδιά μου.
• με δυνητική ευκτική:
ΞΕΝ Απολ 6 ἂν δὲ αἰσθάνωμαι χείρων γιγνόμενος καὶ καταμέμφωμαι ἐμαυτόν, πῶς ἄν […] ἐγὼ ἔτι ἂν ἡδέως βιοτεύοιμι; || αν πάλι αισθάνομαι ότι γίνομαι χειρότερος και τα βάζω διαρκώς με τον εαυτό μου, πως θα μπορούσα πια να χαίρομαι τη ζωή;
ΠΛ Μενεξ 239c ἐὰν ἡμεῖς ἐπιχειρῶμεν τὰ αὐτὰ λόγῳ ψιλῷ κοσμεῖν, τάχ' ἂν δεύτεροι φαινοίμεθα || αν εγώ επιχειρήσω να εγκωμιάσω τα ίδια έργα με τον γυμνό πεζό λόγο, θα μπορούσα να φανώ κατώτερος.
• με απρόσωπο ρήμα + τελικό απαρέμφατο:
ΞΕΝ ΚΑναβ 1.7.7 ἢν δ' ἡμεῖς νικήσωμεν, ἡμᾶς δεῖ τοὺς ἡμετέρους φίλους τούτων ἐγκρατεῖς ποιῆσαι || αν, όμως, νικήσουμε εμείς, πρέπει να καταστήσουμε τους δικούς μας φίλους κυρίους τους [ενν. των χωρών αυτών].
• με μελλοντικό ενεστώτα:
ΠΛ Πολ 473d ἐὰνμή […] ἢ οἱ φιλόσοφοι βασιλεύσωσιν ἐν ταῖς πόλεσιν ἢ οἱ βασιλῆς τε νῦν λεγόμενοι καὶ δυνάσται φιλοσοφήσωσι γνησίως τε καὶ ἱκανῶς, καὶ τοῦτο εἰς ταὐτὸν συμπέσῃ, δύναμίς τε πολιτικὴ καὶ φιλοσοφία, τῶν δὲ νῦν πορευομένων χωρὶς ἐφ' ἑκάτερον αἱ πολλαὶ φύσεις ἐξ ἀνάγκης ἀποκλεισθῶσιν, οὐκ ἔστι κακῶν παῦλα […] ταῖς πόλεσι || αν δεν συμβεί ή να κυβερνήσουν στις πολιτείες οι φιλόσοφοι ή να φιλοσοφήσουν γνήσια και σε βάθος αυτοί που τώρα τους αποκαλούν βασιλιάδες και κυρίαρχους της εξουσίας και έτσι αυτά τα δύο, πολιτική εξουσία και φιλοσοφία, συμπέσουν, και αν δεν αποκλειστούν με κάποιο εξαναγκαστικό μέσο από αυτές τις δύο οι πολλές φύσεις που προσεγγίζουν τώρα την καθεμιά τους, δεν θα έχουν τέλος οι συμφορές για τις πολιτείες.
ΕΥΡ Ανδρ 381 ἢν θανῇς σύ, παῖς ὅδ' ἐκφεύγει μόρον || αν πεθάνεις εσύ, το παιδί αυτό θα γλυτώσει τον θάνατο.
• με ρηματικά επίθετα (-τέος, -τὸς + ἐστί):
ΑΡΙΣΤ ΗΝικ 1165b13-14 ἐὰν δ' ἀποδέχηται ὡς ἀγαθόν, γένηται δὲ μοχθηρὸς καὶ δοκῇ, ἆρ' ἔτι φιλητέον; || αν, όμως, προσφέρει κανείς τη φιλία του σε κάποιον που θεώρησε έντιμο, στη συνέχεια , ωστόσο, εκείνος αποδειχτεί πανούργος, πρέπει να εξακολουθήσει να τον αγαπά;
• με απαρέμφατο του σκοπού:
ΘΟΥΚ 1.44.1 ἐπιμαχίαν δ' ἐποιήσαντο τῇ ἀλλήλων βοηθεῖν, ἐάν τις ἐπὶ Κέρκυραν ἴῃ ἢ Ἀθήνας ἢ τοὺς τούτων ξυμμάχους. σύναψαν αμυντική συμμαχία, για να βοηθούν η μία πόλη την άλλη, εάν κάποιος έκανε επίθεση ενάντια στην Κέρκυρα, την Αθήνα ή τους συμμάχους καθεμιάς.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Η υποτακτική που χρησιμοποιείται στην υπόθεση είναι η υποτακτική με σημασία μέλλοντα ("προορατική υποτακτική"). Το ἐὰν με υποτακτική ενεστώτα συγγενεύει με το εἰ και οριστική μέλλοντα, γι' αυτό άλλωστε οι δύο τρόποι έκφρασης ενδέχεται να χρησιμοποιούνται εναλλακτικά στην ίδια συνάφεια του λόγου, όπως π.χ.:
ΗΡΟΔ 1.71 τοῦτον μὲν δή, εἰ νικήσεις, τι σφέας ἀπαιρήσεαι, τοῖσί γε μὴ ἔστι μηδέν; τοῦτο δε, ἢν νικηθῇς μάθε ὅσα ἀγαθἀ ἀποβαλέεις || αν λοιπόν τους νικήσεις, τι έχεις να πάρεις από αυτούς, οι οποίοι δεν έχουν τίποτα; αν όμως, αντίθετα, νικηθείς, αναλογίσου πόσα αγαθά θα χάσεις.
Η διαφορά μεταξύ των δύο εκφορών έγκειται στο εξής: Κατά την χρήση του εἰ με οριστική μέλλοντα, ο ομιλητής διατυπώνει τον υποθετικό λόγο ως μια καθαρά λογική αλληλουχία προτάσεων, παρουσιάζει αυτό που δηλώνει η υπόθεση ως κάτι που θα συμβεί σίγουρα (ή ως μια απειλή ή προειδοποίηση). Χρησιμοποιώντας το ἐὰν και υποτακτική, αντίθετα, τονίζεται η προσδοκία του ομιλητή για την πραγματοποίηση αυτού που δηλώνεται στην υποθετική πρόταση.
§11.53. Το τέταρτο είδος υποθετικών λόγων χρησιμοποιείται όταν η προσδοκία η οποία εκφράζεται στην υποθετική πρόταση, αναφέρεταισε κάτι που ισχύει παντού και πάντοτε, δηλαδή "καθολικά" (δηλώνεται, δηλαδή, "το αορίστως επαναλαμβανόμενο στο παρόν και το μέλλον", με την έννοια του: "κάθε φορά που").
• Η υπόθεση σε αυτό το είδος εκφέρεται με το ἐὰν (= εἰ ἄν "αν ενδεχομένως"), ἄν, ἤν (ποιητ. εἴ κε, εἴ κεν) και υποτακτική.
• Η απόδοση εκφέρεται κατά κανόνα με ενεστώτα οριστικής, ενώ αρκετές φορές με γνωμικό αόριστο. Τύπος:
ἐάν + υποτακτική → οριστική ενεστώτα (ή γνωμικός αόριστος)ἐάν τις τοῦτο ποιῇ [ποιήσῃ], χαίρουσιν οἱ θεοί
εάν [= κάθε φορά που, πάντοτε όταν] το κάνει κανείς αυτό, χαίρονται οι θεοί.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Πιο συγκεκριμένα, η υπόθεση στο τέταρτο είδος των υποθετικών λόγων εκφέρεται με:
• υποτακτική του ενεστώτα, όταν η ενέργεια της κύριας πρότασης (δηλ. της απόδοσης) είναι ταυτόχρονη με την ενέργεια της εξαρτημένης πρότασης (δηλ. της υπόθεσης),
• υποτακτική του αορίστου, όταν η ενέργεια της κύριας πρότασης (δηλ. της απόδοσης) προηγείται από την ενέργεια της εξαρτημένης πρότασης (δηλ. της υπόθεσης).
ΣΟΦ Φιλ 1321-1323 σὺ δ' ἠγρίωσαι, κοὔτε σύμβουλον δέχῃ, ἐάν τε νουθετῇ τις εὐνοίᾳ λέγων, στυγεῖς || εσύ όμως είσαι αγριεμένος και δεν δέχεσαι συμβουλή, και αν [= και κάθε φορά που, πάντοτε όταν] σε συμβουλεύει κανείς θέλοντας το καλό σου, τον μισείς.
ΕΥΡ Αλκ 671-672 ἢν δ' ἐγγὺς ἔλθῃ θάνατος, οὐδεὶς βούλεται θνῄσκειν || αν πλησιάσει ο θάνατος, κανείς δεν θέλει να πεθάνει.
§11.54. Η απόδοση ενός υποθετικού λόγου που δηλώνει αόριστη επανάληψη στο παρόν ή στο μέλλον μπορεί να εκφέρεται:
• Κατά κανόνα, με οριστική αρκτικού χρόνου, συνήθως ενεστώτα:
ΠΛ Πρωτ 322d καὶ διὰ ταῦτα οἵ τε ἄλλοι καὶ Ἀθηναῖοι, ὅταν μὲν περὶ ἀρετῆς τεκτονικῆς ᾖ λόγος ἢ ἄλλης τινὸς δημιουργικῆς, ὀλίγοις οἴονται μετεῖναι συμβουλῆς, καὶ ἐάν τις ἐκτὸς ὢν τῶν ὀλίγων συμβουλεύῃ, οὐκ ἀνέχονται || και γι' αυτούς τους λόγους και οι άλλοι και οι Αθηναίοι, όταν η συζήτηση αφορά την οικοδομική τέχνη ή κάποια άλλη τεχνική δραστηριότητα, πιστεύουν ότι λίγοι έχουν τη δυνατότητα να συμβουλεύουν και, εάν κάποιος εκτός από αυτούς τους λίγους, επιχειρεί να τους προσφέρει τις συμβουλές του, δεν του επιτρέπουν.
ΑΡΙΣΤΟΦ Εκκλ 176-178 ὁρῶ γὰρ αὐτὴν [τὴν πόλιν] προστάταισι χρωμένην ἀεὶ πονηροῖς. κἄν τις ἡμέραν μίαν χρηστὸς γένηται, δέκα πονηρὸς γίγνεται || γιατί βλέπω αυτή την πολιτεία να κυβερνιέται από διεφθαρμένους ηγεμόνες∙ και αν κάποιος γίνει μια μέρα έντιμος, τις δέκα γίνεται απατεώνας.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Πολύ σπάνια μπορεί να χρησιμοποιείται στην απόδοση και ένας παρακείμενος που ισοδυναμεί με ενεστώτα, π.χ.:
ΔΗΜ 11.11 ἔτι δὲ τῶν μὲν πολλῶν ἐὰν ἁμάρτῃτις, ζημίας κατὰ τὴν ἀξίαν εἴληφεν· οἱ δ' ὅταν μάλιστα κατορθώσωσι, τότε μάλιστα σκορακίζονται καὶ προπηλακίζονται παρὰ τὸ προσῆκον || και αν κάποιος από τους απλούς στρατιώτες σφάλει, έχει την τιμωρία που του αξίζει· εκείνοι [=οι αξιωματούχοι], αντιθέτως, όταν πετύχουν κάποιο σημαντικό κατόρθωμα, τότε κυρίως υβρίζονται και προπηλακίζονται, παρόλο που δεν τους αξίζει.
• Σπανιότερα με γνωμικό αόριστο.
ΞΕΝ ΚΠαιδ 1.2.2 ἢν δέ τις τούτων τι παραβαίνῃ͵ ζημίαν αὐτοῖς ἐπέθεσαν || κι αν κάποιος υποπέσει σε κάποιο από αυτά τα αδικήματα, τιμωρείται.
§11.55. Το πέμπτο είδος υποθετικών λόγων χρησιμοποιείται όταν ο ομιλητής θέλει να παρουσιάσει την υπόθεση ως μιαν απλή σκέψη του ("απλή σκέψη του λέγοντος"), ως μια αυθαίρετη, αλλά λογικά δυνατή εικασία ή πιθανολογία για κάτι παροντικό ή μελλοντικό, το οποίο ενδέχεται εξίσου να πραγματοποιηθεί ή να μη πραγματοποιηθεί.
• Η υπόθεση σε αυτό το είδος υποθετικών λόγων εκφέρεται με εἰ και ευκτική.
• Η απόδοση εκφέρεται κατά κανόνα με ευκτική που συνοδεύεται από το ἄν, δηλαδή με δυνητική ευκτική, για να δηλώσει ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα αν η υπόθεση επαληθευόταν και γινόταν πραγματικότητα. Αρκετές φορές, ωστόσο, στην απόδοση χρησιμοποιείται η οριστική ενός αρκτικού χρόνου. Στη μετάφραση της υπόθεσης αυτού του είδους χρησιμοποιείται συνήθως ο παρατατικός, ενώ η δυνητική ευκτική της απόδοσης μεταφράζεται με τον συνήθη τρόπο (θα +παρατατικός, μπορεί να…. κλπ). Ο τύπος αυτού του υποθετικού λόγου είναι ο εξής:
εἰ + ευκτική → δυνητική ευκτική (ή οριστική αρκτικού χρόνου)εἰ τοῦτο ποιοίης [ποιήσειας], τὴν πόλιν ἂν βλάπτοις [βλάψειας]
αν το έκανες αυτό [πράγμα που θα μπορούσα να το σκεφτώ], θα έβλαπτες την πόλη.
§11.56. Με βάση την εκφορά της απόδοσης μπορεί και εδώ να διακριθούν οι εξής υποκατηγορίες:
• Η απόδοση εκφράζεται κατά κανόνα με δυνητική ευκτική, παρουσιάζοντας έτσι και το συμπέρασμα της υπόθεσης ως κάτι που η πραγματικότητά του δεν έχει κριθεί ακόμη, δηλαδή ως μια απλή δυνατότητα:
ΘΟΥΚ 1.70.9 εἴ τις αὐτοὺς ξυνελὼν φαίη πεφυκέναι ἐπὶ τῷ μήτε αὐτοὺς ἔχειν ἡσυχίαν μήτε τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους ἐᾶν, ὀρθῶς ἂν εἴποι || αν έλεγε κανείς γι' αυτούς με μια κουβέντα ότι γεννήθηκαν για να μην κάθονται ούτε οι ίδιοι ήσυχα ούτε να αφήνουν τους άλλους ήσυχους, θα μιλούσε σωστά.
ΞΕΝ Κ Αναβ 5.6.9 ὡς δ' αὔτως καὶ ὁ Παρθένιος ἄβατος· ἐφ' ὃν ἔλθοιτε ἄν, εἰ τὸν Ἅλυν διαβαίητε || και ο Παρθένιος ποταμός είναι επίσης αδιάβατος, στον οποίον μπορείτε να φτάσετε, αν διαβείτε τον Άλυ.
ΠΛ Γοργ 469c εἰ ἀναγκαῖον εἴη ἀδικεῖν ἢ ἀδικεῖσθαι, ἑλοίμην ἂν μᾶλλον ἀδικεῖσθαι ἢ ἀδικεῖν || αν ήταν αναπόφευκτο να αδικώ ή να αδικούμαι θα προτιμούσα περισσότερο να αδικούμαι παρά να αδικώ.
ΛΥΣ 31.31 σχέτλιον δ' ἂν εἴη, εἰ οὗτος μὲν ἅπαντας τοὺς πολίτας περὶ οὐδενὸς ἡγήσατο, ὑμεῖς δὲ τοῦτον ἕνα ὄντα μὴ ἀποδοκιμάσαιτε || θα ήταν θλιβερό, αν εσείς δεν αποδοκιμάσετε αυτόν, που, ενώ ήταν ένας μόνο, περιφρόνησε πλήρως ολόκληρο το σώμα των πολιτών
ΙΣΟΚΡ 2.8 εἰ τις τοὺς κρατοῦντας τοῦ πλήθους ἐπ' ἀρετὴν προτρέψειεν, ἀμφοτέρους ἂν ὀνήσειε, καὶ τοὺς τὰς δυναστείας ἔχοντας καὶ τοὺς ὑπ' αὐτοῖς ὄντας || αν κανείς προέτρεπε αυτούς που έχουν την εξουσία πάνω στο πλήθος να ακολουθήσουν την αρετή, θα ωφελούσε και τους δύο, και εκείνους που κατέχουν την εξουσία και τους υπηκόους τους.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ 1 Στις περιπτώσεις όπου οι αττικοί συγγραφείς χρησιμοποιούν εἰ με δυνητική ευκτική, η υπόθεση εμπεριέχει ταυτόχρονα και μιαν απόφανση (κρίση). Ο ομιλητής με τη χρήση του ἄν υποδηλώνει ότι η υπόθεση ενδέχεται υπό ορισμένες συνθήκες να γίνει πραγματικότητα, δεν την παρουσιάζει δηλαδή ως μιαν απλή σκέψη (χωρίς οποιανδήποτε αναφορά στην πραγματικότητα) (όταν πρόκειται για απλή σκέψη η πρόταση εκφέρεται με απλή ευκτική (χωρίς το ἄν).
ΠΛ Μεν 98b εἴπερ τι ἄλλο φαίην ἂν εἰδέναι - ὀλίγα δ' ἂν φαίην - ἓν δ' οὖν καὶ τοῦτο ἐκείνων θείην ἂν ὧν οἶδα || αν ισχυρίζομαι [όπως μπορεί να γίνεται] ότι ξέρω ορισμένα πράγματα ―και τούτα δεν είναι και τόσα πολλά― τότε αυτό προπαντός θα συγκατάλεγα σε αυτά που γνωρίζω.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ 2: Ο Ηρόδοτος μπορεί να χρησιμοποιεί το είδος αυτό του υποθετικού λόγου και για μια εικασία που αναφέρεται στο παρελθόν:
ΗΡΟΔ 7.214 εἰδείη μὲν γὰρ ἂν καὶ ἐὼν μὴ Μηλιεὺς ταύτην τὴν ἀτραπὸν Ὀνήτης, εἰ τῇ χώρῃ πολλὰ ὡμιληκὼς εἴη || βέβαια ο Ονήτης θα μπορούσε, και ας μην ήταν από τη Μαλίδα, να γνωρίζει αυτό το μονοπάτι εάν σύχναζε σε τούτα τα μέρη.
• Αρκετές φορές η απόδοση εκφέρεται με οριστική αρκτικού χρόνου. Αυτό συμβαίνει όταν στην αβέβαιη και ανοικτή ως προς την έκβασή της υπόθεση αντιπαρατίθεται η απόδοση ως κάτι βέβαιο και οριστικό:
ΗΡΟΔ 1.32 οὐ γάρ τι ὁ μέγας πλούσιος μᾶλλον τοῦ ἐπ' ἡμέρην ἔχοντος ὀλβιώτερός ἐστι, εἰ μη οἱ τύχη ἐπίσποιτο πάντα καλὰ ἔχοντα εὖ τελευτῆσαι τὸν βίον || γιατί βέβαια δεν είναι πιο ευτυχισμένος ο πολύ πλούσιος από εκείνον που έχει τον επιούσιο, εκτός και αν του μείνει η τύχη πιστή και ολοκληρώσει τη ζωή του διατηρώντας όλα τα αγαθά.
ΘΟΥΚ 1.121.4 εἰ δ' ἀντίσχοιεν, μελετήσομεν καὶ ἡμεῖς ἐν πλέονι χρόνῳ τὰ ναυτικά || αν πάλι αντέξουν, θα ασκηθούμε και εμείς περισσότερο χρόνο στις θαλάσσιες πολεμικές επιχειρήσεις.
§11.57. Το έκτο είδος υποθετικών λόγων δείχνει ότι κάτι επαναλαμβανόταν στο παρελθόν (κατά απεριόριστο αριθμό επαναλήψεων), δηλώνει δηλαδή αόριστη επανάληψη στο παρελθόν:
• η υπόθεση σε αυτήν την περίπτωση εκφέρεται με εἰ και ευκτική ("ευκτική επαναληπτική"), ενώ
• η απόδοση με οριστική ιστορικού χρόνου, κατά κανόνα με παρατατικό, σπανιότερα με αόριστο. Εάν πρόκειται για μια ενέργεια που επαναλαμβάνεται κάτω από ορισμένες συνθήκες, τότε ο παρατατικός ή αόριστος συνοδεύεται από το ἄν.
Στο συγκεκριμένο είδος υποθετικών λόγων η υπόθεση μπορεί να αποδίδεται στα ΝΕ με το "όσες φορές", "σε περίπτωση που", "κάθε φορά που", "αν" και οριστική παρατατικού, ενώ η απόδοση με οριστική παρατατικού. Ο τύπος αυτού του υποθετικού λόγου είναι ο εξής:
εἰ + ευκτική → οριστική παρατατικού (σπάνια με το ἄν) ή αορίστου (συνήθως με το ἄν)εἰ τοῦτο ποιοίης [ποιήσειας], τὴν πόλιν ἔβλαπτες [ἔβλαψας ἄν]
κάθε φορά που έκανες αυτό, έβλαπτες την πόλη.
ΘΟΥΚ 7.79.5 εἰμὲν ἐπίοιεν οἱ Ἀθηναῖοι, ὑπεχώρουν [οἱ Συρακόσιοι], εἰ δ' ἀναχωροῖεν, ἐπέκειντο κάθε φορά που οι Αθηναίοι επιχειρούσαν να επιτεθούν, οι Συρακούσιοι υποχωρούσαν, στην περίπτωση, όμως, που εκείνοι ξεκινούσαν να φύγουν, έπεφταν επάνω τους.
ΞΕΝ Αγησ 1.21 πολλάκις δὲ ὁπότε μεταστρατοπεδεύοιτο, εἰ αἴσθοιτο καταλελειμμένα παιδάρια μικρὰ ἐμπόρων, ἃ πολλοὶ ἐπώλουν διὰ τὸ νομίζειν μὴ δύνασθαι ἂν φέρειν αὐτὰ καὶ τρέφειν, ἐπεμέλετο καὶ τούτων και αρκετές φορές, όταν άλλαζαν συνέχεια στρατόπεδο, κάθε φορά που έπεφτε στην αντίληψή του ότι οι έμποροι είχαν εγκαταλείψει μικρά παιδιά, τα οποία πολλοί δοκίμαζαν να τα πουλήσουν γιατί πίστευαν ότι δεν θα μπορούσαν να τα κουβαλούν και να τα ταΐζουν, μεριμνούσε και γι' αυτά.
ΞΕΝ ΚΑναβ 2.3.11 εἴ τις αὐτῷ δοκείη τῶν πρὸς τοῦτο τεταγμένων βλακεύειν, ἐκλεγόμενος τὸν ἐπιτήδειον ἔπαισεν ἄν || αν του φαινόταν ότι κάποιος από αυτούς στους οποίους είχε ανατεθεί τούτο το έργο έκανε ανοησίες, αφού διάλεγε τον κατάλληλο, τον χτυπούσε.
ΕΥΡ Εκ 1165-1167 εἰ μὲν πρόσωπον ἐξανισταίην ἐμόν, κόμης κατεῖχον, εἰ δὲ κινοίην χέρας, πλήθει γυναικῶν οὐδὲν ἤνυον τάλας || όσες φορές προσπαθούσα να σηκώσω το κεφάλι μου, με άρπαζαν από τα μαλλιά, αν, πάλι, κουνούσα τα χέρια, δεν κατόρθωνα, η δύστυχη, τίποτα για το πλήθος των γυναικών.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Κάποιοι θεωρούν ότι το εἰ + ευκτική στο συγκεκριμένο είδος υποθετικών λόγων αντικαθιστά στην περίπτωση εξάρτησης από ιστορικό χρόνο, το "καθολικευτικό" ή "γενικευτικό" ἐάν + υποτακτική, που χρησιμοποιείται μόνο για το παρόν και το μέλλον. Θεωρούν, μάλιστα, ότι ο χαρακτηρισμός της ευκτικής αυτής ως επαναληπτικής δεν είναι τόσο εύστοχος, καθώς η έννοια της επανάληψης δεν ενυπάρχει στην ευκτική, αλλά προκύπτει από το ρήμα της κύριας πρότασης και την ολότητα των συμφραζομένων του υποθετικού λόγου. Η ευκτική, αντίθετα, παρουσιάζει την ενέργεια που δηλώνει, σύμφωνα με την αρχική δυνητική της φύση, μόνο ως κάτι που μπορεί να συμβεί, ως απλή δυνατότητα. Η σημασία του εἰ με ευκτική προσεγγίζει τη σημασία του ὅτε και ὁπότε, γι'αυτό και οι δύο τρόποι έκφρασης μπορούν να εναλλάσσονται, όπως π.χ.:
ΕΥΡ Ικ 897-898 χὡπότ' εὖ πράσσοι πόλις, ἔχαιρε, λυπρῶς δ' ἔφερεν, εἴ τι δυστυχοῖ όποτε πήγαινε καλά η πόλη, χαιρόταν, ενώ εάν την έβρισκαν συμφορές, στεναχωριόταν.
Οι σχέσεις throuple
Στις μέρες μας, οι πειραματισμοί στον τομέα των σχέσεων, έχουν αυξηθεί κατά πολύ. Και δεν είναι πως δε μας ενδιαφέρει το συνηθισμένο, αλλά πλέον ψάχνουμε αυτό το κάτι που θα μας έχει απολύτως ικανοποιημένους, για να μπορέσουμε να γίνουμε πιο σταθεροί στις επιλογές μας. Ευτυχώς έτσι στον τομέα των σχέσεων έχουμε μια σχετική ελευθερία, μπορεί να μην ξέρουμε από την αρχή τι ζητάμε ή πώς το θέλουμε, αλλά όταν το συνειδητοποιούμε μπορούμε να γίνουμε πιο άμεσοι κι ειλικρινείς. Μ’ όλα αυτά να επηρεάζουν τα ερωτικά μας, παρουσιάζεται μια καινούρια ορολογία στο κομμάτι των σχέσεων και δεν είναι άλλη από το throuple.
Το throuple αναφέρεται στη σχέση τριών ατόμων. Γι’ αυτόν τον λόγο, είναι συνδυασμός των λέξεων τρία (three) και ζευγάρι (couple). Είναι ουσιαστικά ακριβώς το ίδιο με μια συνηθισμένη σχέση, με τη διαφορά πως είναι τρία άτομα μέσα σ’ αυτή. Τα τρία αυτά άτομα μπορεί να συμμετέχουν στο throuple με όποιον συνδυασμό θέλουν. Μπορεί να είναι δύο γυναίκες κι ένας άνδρας, δύο άνδρες και μια γυναίκα ή και ομοφυλόφιλα ζευγάρια. Σ’ αυτό το παιχνίδι, είναι όλοι ίσοι, θέτοντας τους δικούς τους κανόνες με σκοπό να μπορούν να ικανοποιούνται. Κατά το πέρασμα της σχέσης τους, αυτοί οι κανόνες μπορεί να αλλάζουν αρκετά συχνά, ανάλογα τις ανάγκες που προκύπτουν και τις συζητήσεις που γίνονται.
Τώρα, όσον αφορά στη σχέση χωρίς τους κανόνες που βάζουν τα μέλη, μπορεί να είναι μονογαμική ή ελεύθερη, ανάλογα τις προτιμήσεις -αν και κυρίως ο όρος αναφέρεται σε μη μονογαμικές και πολυαμερικές κοινότητες. Όπως σε μια κανονική για εμάς σχέση, τα μέλη μπορούν να πάνε με άλλους, άσχετα αν το γνωρίζουμε ή όχι (κέρατο δηλαδή). Έτσι και σ’ αυτήν τη μορφή, υπάρχει πολυδιάστατη τροπή. Αυτό που ίσως αλλάζει λίγο παραπάνω, είναι τα ξεσπάσματα που μπορεί να έχει αυτή η σχέση. Ας το πάρουμε όμως διαφορετικά για να καταλάβετε τι εννοώ.
Σε μια σχέση δυο ατόμων, νιώθουμε συχνά ζήλια ή ότι μας παραμελούν. Αυτό συμβαίνει και σε μια σχέση τριών ατόμων, αλλά ίσως λίγο συχνότερα. Σε μερικές περιπτώσεις, το ένα από τα μέλη μπορεί να νιώσει ζήλια, διότι τα άλλα δύο άτομα έρχονται ορισμένες φορές πιο κοντά. Σε τέτοιες περιπτώσεις, πρέπει να υπάρχει πιο έντονα το αίσθημα της επικοινωνίας, διότι θα μπορούσε να είναι αφορμή ν’ αλλάξουν οι κανόνες.
Όπως κι αν έχουν τα πράγματα, σε μια τέτοια μορφή σχέσης δεν έχει προτεραιότητα μόνο το άτομο σαν μονάδα, αλλά όλη η σχέση. Η σχέση των ατόμων είναι το επίκεντρο και το πώς θα μπορέσουν να τη διατηρήσουν ζωντανή. Όλοι απολαμβάνουν τις ίδιες δραστηριότητες την ίδια στιγμή. Παρ’ όλα αυτά, για να είναι πιο αρμονική προτείνεται να περνούν και τα μέλη χρόνο μόνα τους ή ξεχωριστά σαν δυάδες μέσα στην εβδομάδα, με τους συνδυασμούς που επιθυμούν. Αλλά αυτό που πρέπει να έχουν στο μυαλό τους είναι πως σ’ αυτήν τη σχέση όλοι είναι ίσοι, ασχέτως ηλικίας ή χρόνου γνωριμίας.
Όπως κι αν έχουν οι επιλογές που θα κάνει το ζευγάρι, το θέμα είναι όχι μόνο να κρατήσει η σχέση, αλλά και να ικανοποιηθούν τα μέλη της και να μπορούν όλοι να απολαμβάνουν τις προτιμήσεις τους. Βέβαια, αυτό το είδος ζευγαριού είναι αρκετά κατακριτέο από την κοινωνία, οπότε μπορεί να δέχεται αρκετές κριτικές για τον τρόπο με τον οποίο ζει.
Βέβαια, αυτό είναι κάτι που θα έπρεπε να απασχολεί μόνο τα μέλη, αλλά ακόμη δεν είναι ευρέως γνωστό μάλλον πως ο κάθε άνθρωπος πρέπει να αποφασίζει ελεύθερα για τη ζωή του. Όταν υπάρχει η επικοινωνία, όσα κι αν είναι τα άτομα, έχουν τις καλύτερες προοπτικές μαζί. Η θέληση είναι κάτι που μας ενώνει, αρκεί να βρούμε το κατάλληλο «κάτι», για να «συμβιβαστούμε».
Το throuple αναφέρεται στη σχέση τριών ατόμων. Γι’ αυτόν τον λόγο, είναι συνδυασμός των λέξεων τρία (three) και ζευγάρι (couple). Είναι ουσιαστικά ακριβώς το ίδιο με μια συνηθισμένη σχέση, με τη διαφορά πως είναι τρία άτομα μέσα σ’ αυτή. Τα τρία αυτά άτομα μπορεί να συμμετέχουν στο throuple με όποιον συνδυασμό θέλουν. Μπορεί να είναι δύο γυναίκες κι ένας άνδρας, δύο άνδρες και μια γυναίκα ή και ομοφυλόφιλα ζευγάρια. Σ’ αυτό το παιχνίδι, είναι όλοι ίσοι, θέτοντας τους δικούς τους κανόνες με σκοπό να μπορούν να ικανοποιούνται. Κατά το πέρασμα της σχέσης τους, αυτοί οι κανόνες μπορεί να αλλάζουν αρκετά συχνά, ανάλογα τις ανάγκες που προκύπτουν και τις συζητήσεις που γίνονται.
Τώρα, όσον αφορά στη σχέση χωρίς τους κανόνες που βάζουν τα μέλη, μπορεί να είναι μονογαμική ή ελεύθερη, ανάλογα τις προτιμήσεις -αν και κυρίως ο όρος αναφέρεται σε μη μονογαμικές και πολυαμερικές κοινότητες. Όπως σε μια κανονική για εμάς σχέση, τα μέλη μπορούν να πάνε με άλλους, άσχετα αν το γνωρίζουμε ή όχι (κέρατο δηλαδή). Έτσι και σ’ αυτήν τη μορφή, υπάρχει πολυδιάστατη τροπή. Αυτό που ίσως αλλάζει λίγο παραπάνω, είναι τα ξεσπάσματα που μπορεί να έχει αυτή η σχέση. Ας το πάρουμε όμως διαφορετικά για να καταλάβετε τι εννοώ.
Σε μια σχέση δυο ατόμων, νιώθουμε συχνά ζήλια ή ότι μας παραμελούν. Αυτό συμβαίνει και σε μια σχέση τριών ατόμων, αλλά ίσως λίγο συχνότερα. Σε μερικές περιπτώσεις, το ένα από τα μέλη μπορεί να νιώσει ζήλια, διότι τα άλλα δύο άτομα έρχονται ορισμένες φορές πιο κοντά. Σε τέτοιες περιπτώσεις, πρέπει να υπάρχει πιο έντονα το αίσθημα της επικοινωνίας, διότι θα μπορούσε να είναι αφορμή ν’ αλλάξουν οι κανόνες.
Όπως κι αν έχουν τα πράγματα, σε μια τέτοια μορφή σχέσης δεν έχει προτεραιότητα μόνο το άτομο σαν μονάδα, αλλά όλη η σχέση. Η σχέση των ατόμων είναι το επίκεντρο και το πώς θα μπορέσουν να τη διατηρήσουν ζωντανή. Όλοι απολαμβάνουν τις ίδιες δραστηριότητες την ίδια στιγμή. Παρ’ όλα αυτά, για να είναι πιο αρμονική προτείνεται να περνούν και τα μέλη χρόνο μόνα τους ή ξεχωριστά σαν δυάδες μέσα στην εβδομάδα, με τους συνδυασμούς που επιθυμούν. Αλλά αυτό που πρέπει να έχουν στο μυαλό τους είναι πως σ’ αυτήν τη σχέση όλοι είναι ίσοι, ασχέτως ηλικίας ή χρόνου γνωριμίας.
Όπως κι αν έχουν οι επιλογές που θα κάνει το ζευγάρι, το θέμα είναι όχι μόνο να κρατήσει η σχέση, αλλά και να ικανοποιηθούν τα μέλη της και να μπορούν όλοι να απολαμβάνουν τις προτιμήσεις τους. Βέβαια, αυτό το είδος ζευγαριού είναι αρκετά κατακριτέο από την κοινωνία, οπότε μπορεί να δέχεται αρκετές κριτικές για τον τρόπο με τον οποίο ζει.
Βέβαια, αυτό είναι κάτι που θα έπρεπε να απασχολεί μόνο τα μέλη, αλλά ακόμη δεν είναι ευρέως γνωστό μάλλον πως ο κάθε άνθρωπος πρέπει να αποφασίζει ελεύθερα για τη ζωή του. Όταν υπάρχει η επικοινωνία, όσα κι αν είναι τα άτομα, έχουν τις καλύτερες προοπτικές μαζί. Η θέληση είναι κάτι που μας ενώνει, αρκεί να βρούμε το κατάλληλο «κάτι», για να «συμβιβαστούμε».
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)








