Παρασκευή 31 Αυγούστου 2018

"Τέλος" στους εφιάλτες δίνουν επιστήμονες

Ερευνητές του πανεπιστημίου του Τόκιο εντόπισαν τα γονίδια που παίζουν καθοριστικό ρόλο στη δημιουργία των καλών και των κακών ονείρων, τα οποία εμφανίζονται στο στάδιο του βαθέος ύπνου, γνωστό και ως στάδιο REM.

Το στάδιο αυτό βιώνεται από όλα τα θηλαστικά, συμπεριλαμβανομένου και του ανθρώπινου είδους, και πιστευόταν μέχρι σήμερα ότι έπαιζε καθοριστικό ρόλο στην επιβίωσή τους και την αποθήκευση των αναμνήσεών τους.

Όταν οι ερευνητές αφαίρεσαν τα δύο γονίδια Chrm 1 και Chrm 3, που ευθύνονται για το στάδιο ύπνου REM στα πειραματόζωα, εξεπλάγησαν διαπιστώνοντας ότι τα ζώα συνέχιζαν να ζουν φυσιολογικά, παρά το γεγονός ότι παλαιότερες έρευνες υπογράμμιζαν την αναγκαιότητα του REM για την επιβίωσή τους.
 
Στη δημοσίευση των αποτελεσμάτων της έρευνάς τους στην επιθεώρηση “Cell Reports” οι επιστήμονες αναφέρουν ότι ίσως τελικά το συγκεκριμένο στάδιο ύπνου να μην είναι απαραίτητο, τουλάχιστον για τα εξημερωμένα ζώα.
 
Καταφέρνοντας πάντως να αφαιρέσουν τα γονίδια που κωδικοποιούν τα όνειρα στα ποντίκια, οι επιστήμονες θα μπορούσαν θεωρητικά να απαλλάξουν στον μέλλον και τους ανθρώπους από τους εφιάλτες, βελτιώνοντας την ποιότητα του ύπνου τους.

Δεν είναι που φοβόμαστε, αλλά είναι που επιλέξαμε να μην αγαπάμε

Δεν είναι η ζωή που μας προσπέρασε άχρωμη, αλλά είναι που φοράμε γυαλιά, και είναι μουντά.

Δεν είναι οι μυρωδιές που ενοχλούνε, αλλά είναι που κλείσαμε τη μύτη μας στα αρώματα της φύσης.

Δεν είναι οι βοές που ξεκουφαίνουν, αλλά είναι που δεν ακούμε τη σιωπή μας.

Δεν είναι η ασκήμια γύρω μας αποκρουστική, αλλά είναι που έχασαν τα μάτια μας την ομορφιά τους.

Δεν είναι που δεν μπορούμε να πετάξουμε, αλλά είναι που ποτέ δεν αφήσαμε το χέρι μας από το κλαδί.

Δεν είναι που πέφτει η θερμοκρασία και κρυώνουμε, αλλά είναι που ψυχράθηκαν οι καρδιές μας.

Δεν είναι οι εφιάλτες που μας βασανίζουνε, αλλά είναι που δεν πιστεύουμε στα όνειρά μας.

Δεν είναι που φοβόμαστε, αλλά είναι που επιλέξαμε να μην αγαπάμε.

Οι αποτυχίες είναι περισσότερο σταυροδρόμια παρά αδιέξοδα στη ζωή μας

Αν και στην αρχή αντιµετωπίζονται ως δρόµοι δίχως διέξοδο, µερικές αποτυχίες είναι µάλλον σταυροδρόµια παρά αδιέξοδα. Ανακαλύπτοντας αυτές τις διαδροµές ζωής, σκεφτόµαστε τη µεταφορά µε τον βράχο που αναπτύσσει ο Σαρτρ στο έργο του Το Είναι και το Μηδέν: «Ο βράχος θα μου προβάλει μεγάλη αντίσταση αν θελήσω να τον μετακινήσω. Αν θέλω, όμως, να ανέβω και να θαυμάσω το τοπίο, θα με βοηθήσει πολύ».

Επειδή υπάρχουµε στον χρόνο και µπορούµε να θέτουµε νέους στόχους στη δράση µας, έχουµε τη δύναµη, γράφει ο Σαρτρ µερικές γραµµές πιο κάτω, να κάνουµε το «εµπόδιο» του βράχου ένα «βοήθηµα» για ένα νέο έργο. Αυτό σηµαίνει να υπογραµµίζουµε τη δύναµη του πνεύµατός µας, την παρουσία µας. Η κεντρική ιδέα του σαρτρικού υπαρξισµού είναι το «έργο». Το να υπάρχουµε δεν σηµαίνει να απολαµβάνουµε µια σταθερή και αιώνια αλήθεια. Η ύπαρξη απαιτεί να προβάλλουµε συνεχώς τον εαυτό µας στο µέλλον. Γνωρίζοντας το φράγµα της αποτυχίας, µπορούµε να αλλάξουµε τον τρόπο που οι ίδιοι προβαλλόµαστε και να το κάνουµε αρχή µας.

Στο Σαν Φρανσίσκο, το 2009, πραγµατοποιήθηκε το πρώτο από τα µεγάλα διεθνή συνέδρια για την αποτυχία, τα οποία έγιναν από τότε θεσµός στη Σίλικον Βάλεϊ. Η αρχή αυτών των failcon (από τη λέξη «fail» στα αγγλικά, που σηµαίνει αποτυχία, και την πρόθεση «con» από την αγγλική λέξη «conference», που σηµαίνει συνέδριο), των οποίων τα βίντεο κυκλοφόρησαν µαζικά στο διαδίκτυο, είναι να καταθέσουν επιχειρηµατίες ή αθλητές τι οφείλουν στις αποτυχίες τους.

Εκεί περιγράφουν πώς οι αποτυχίες τους τους ζωντάνεψαν, τους αφύπνισαν, τους έθρεψαν ή τους ταρακούνησαν µέχρι να τους κατευθύνουν προς την ιδέα που θα έφερνε την επιτυχία τους, προς έναν δρόµο που αρχικά ούτε καν θα είχαν σκεφτεί. Αρκεί να ακούσουµε κάποιες από αυτές τις οµιλίες για να κατανοήσουµε πώς οι µεταβολές στην ψηφιακή οικονοµία επέβαλαν την εµφάνιση ενός νέου τύπου επιχειρηµατία, φέρνοντας συγχρόνως και µια δραµατική αύξηση των πιθανοτήτων αποτυχίας, αλλά και την αναγκαιότητα να επανεφευρίσκουµε τον εαυτό µας κάθε φορά που αποτυγχάνουµε.

Η ενόχληση δεν είναι παράλογη, ειδικά σε ό,τι αφορά κάποιες πτυχές αυτών των failcon: κατάφωρα θετική ψυχολογία, υποχρεωτικό ευτυχές τέλος. Όσοι έρχονται εδώ για να µιλήσουν για τις αποτυχίες τους, µιλάνε για αυτές πάντα στον αόριστο… Ακόµα, σε αυτά τα συνέδρια, τα οποία πλέον πραγµατοποιούνται και στη Γαλλία, αλλά χωρίς να γνωρίζουν την ίδια επιτυχία, ανακαλύπτουµε ιστορίες γεµάτες ανατροπές φυσικά, διακλαδώσεις, διασταυρώσεις. Άντρες και γυναίκες που δεν αυτοπροσδιορίζονται από αυτό που είναι, αλλά από αυτό που κάνουν, που δεν αναδεικνύουν την ποιότητα της πρώτης επιθυµίας τους, αλλά την αίσθηση της προσαρµογής ή της επανεκκίνησης.

Σκέφτοµαι, µερικές φορές, ότι µάλλον όλοι διαβάζουν Σαρτρ, ο οποίος γράφει στο βιβλίο του Ο Υπαρξισμός Είναι Ένας Ανθρωπισμός: «Ένας άνθρωπος δεν είναι παρά το άθροισμα των πράξεών του». Με αυτή την ιδέα, ο Γάλλος υπαρξιστής αντιτίθεται στη φιλοσοφία της πρόθεσης του Καντ, για τον οποίο η αξία ενός όντος αποτιµάται από την ποιότητα των προθέσεών του. Ακούγοντας όλους αυτούς τους επιχειρηµατίες, που οι απογοητεύσεις τούς άνοιξαν τα µάτια, τους έφεραν σε νέα έργα, καταλαβαίνουµε καλύτερα γιατί η «υπαρξιακή ψυχανάλυση» που επινοήθηκε από τον Σαρτρ βρήκε µεγαλύτερη απήχηση στις Ηνωµένες Πολιτείες απ’ ό,τι στη Γαλλία.

Ο Σαρτρ πρότεινε µια παράξενη µορφή ψυχανάλυσης, αντιφροϊδική, η οποία βασίζεται στην άποψη ότι είναι περιττό να καλέσεις το υποκείµενο να αναµετρηθεί µε το παρελθόν του, την ασυνείδητη αιτιοκρατία (ντετερµινισµό) της οικογενειακής του ιστορίας. Είναι καλύτερο να συνεργαστείς µαζί του για την πολλαπλότητα των πιθανών έργων του, να αναζητήσεις αυτό που θα µπορούσε να αποκαταστήσει το χρώµα του παρόντος του. Πολλοί επιχειρηµατίες χρησιµοποίησαν την αποτυχία ως µια ευκαιρία να ελιχθούν και να αλλάξουν πορεία.

Ο Γάλλος επιχειρηµατίας Ζαν Μπατίστ Ριντέλ µίλησε σε ένα από αυτά τα failcon εξηγώντας την ιστορία της τροµερής επιτυχίας της εταιρείας του Criteo. Όλα ξεκίνησαν στο πίσω δωµάτιο ενός παριζιάνικου εστιατορίου. Η αρχική ιδέα του ήταν να δηµιουργήσει ένα σύστηµα που θα πρότεινε ταινίες και άρθρα από blog. Αλλά η αποτυχία της εκκίνησής του τον οδήγησε να χρησιµοποιήσει την τεχνογνωσία του υλοποιώντας τη σε µια εντελώς διαφορετική κατεύθυνση: στην πώληση στοχευµένης διαφήµισης στο διαδίκτυο. Η Criteo πέρασε τα τελευταία χρόνια από ένα πίσω δωµάτιο στο Δέκατο Τρίτο Διαµέρισµα του Παρισιού και στην εισαγωγή της στον δείκτη Nasdaq στη Γουόλ Στριτ, στο Χρηµατιστήριο της Νέας Υόρκης, όπου σήµερα αποτιµάται στα 2,41 δισεκατοµµύρια δολάρια.

Το ταλέντο του δηµιουργού της ήταν να αναγνωρίσει τι δεν λειτουργεί και να αντλήσει ώθηση από αυτό για µια πλήρη αλλαγή οράµατος, βλέποντας µε άλλο τρόπο το µέλλον. Εποµένως, είναι συχνά η αποτυχία ως υπαλλήλου που ανοίγει τον δρόµο για την επιχειρηµατικότητα. Ο Ιάπωνας Σοϊσίρο Χόντα απορρίφθηκε στη συνέντευξή του για µια θέση µηχανικού στην Toyota. Στη συνέχεια, βίωσε µια µακρά περίοδο ανεργίας, στη διάρκεια της οποίας είχε την ιδέα να φτιάξει µόνος του σκούτερ και να τα πουλήσει. Έτσι γεννήθηκε η Honda.

Το να είσαι υπαρξιστής σηµαίνει να σκέφτεσαι ότι µια ζωή δεν θα είναι αρκετή ούτως ή άλλως για να εξαντλήσεις όλες τις δυνατότητες. Αρκεί να µην τις προσπεράσεις. Ο θάνατος είναι η πιο σκανδαλώδης σκέψη της ζωής όχι ως έννοια ή αιώνια αξία, αλλά ως «έργο». Όντας υπαρξιστής, φοβάσαι ότι η επιτυχία με κάποιο τρόπο θα σε εγκλωβίσει και θα φτάσεις μέχρι το τέλος της ζωής χωρίς να γνωρίζεις ποιος είσαι. Ενάντια στη συνήθη οπτική, αυτό που αξίζει είναι η αποτίµηση της αποτυχίας ως άνοιγµα δυνατοτήτων. Το να αποτυγχάνεις πολύ, τελικά, σηµαίνει ότι υπάρχεις.

Όποιος έχει το σαράκι μέσα του, αναζητεί πάντα έναν άλλο ορίζοντα

Η πρώτη ιστορία που της διηγήθηκε ο Άνθρωπος ήταν η δική του. Μέχρι τότε, πέρα απ’ το να τους θεωρεί ένα πιθανό γεύμα ή έναν ενδεχόμενο κίνδυνο, η Τίγρη δεν ήξερε τίποτα για τη ζωή των ανθρώπων, δεν είχε καν δει ποτέ ούτε ένα απ’ τα μικρά τους. Σιγά σιγά, ακούγοντάς τον, μάθαινε και για εκείνο τον κόσμο. Όσο περισσότερο μιλούσε ο Άνθρωπος για τον εαυτό του, τόσο περισσότερο η Τίγρη νόμιζε πως μιλούσε για κείνη. Και οι δύο είχαν απογοητεύσει τους γονείς τους, και οι δύο είχαν αρνηθεί να γίνουν αυτό που, λόγω της παράδοσης και της φύσης τους, θα έπρεπε να γίνουν.

Ένα βράδυ, σε μια στιγμή σιωπής, άκουσαν έναν αδύναμο θόρυβο που ερχόταν από το τραπέζι δίπλα τους. Κρικ, κρικ, κρικ. «Το ακούς;» ρώτησε ο Άνθρωπος. «Τι είναι;» «Ένα σαράκι. Είναι ένα ζώο τόσο μικρό, που δεν το φαντάζεσαι καν. Είναι εκεί μέσα και, αργά αργά, με υπομονή, τρώει όλο το τραπέζι. Μια μέρα θα ακουμπήσω ένα πιάτο και ολόκληρο το έπιπλο θα καταρρεύσει, θα μετατραπεί σ’ ένα σωρό πριονίδια». «Τι ιστορία είναι πάλι αυτή;» ρώτησε η Τίγρη. «Μια ιστορία που μας αφορά». «Μπορούν να μας επιτεθούν τα σαράκια;» «Όχι στο σώμα, στην ψυχή. Εσύ είσαι μια τίγρη με σαράκι, εγώ ένας άνθρωπος με σαράκι».

«Τι σε κάνει να το λες αυτό;» «Επειδή δεν είσαι ευχαριστημένη, όπως δεν είμαι κι εγώ». «Ευχαριστημένη; Τι εννοείς;» «Δεν αποδέχεσαι τα πράγματα όπως είναι, ακόμα κι αν είναι λάθος, ακόμα κι αν σε φέρνουν προς τον θάνατο αντί για τη ζωή». «Μα πεθαίνει κανείς έτσι κι αλλιώς». «Ο θάνατος του πνεύματος μπορεί να επέλθει πολύ νωρίτερα από αυτόν του σώματος». «Οπότε;» «Όποιος έχει το σαράκι μέσα του αναζητεί πάντα έναν άλλο ορίζοντα». «Γιατί;» «Γιατί πίσω από έναν κόσμο διαισθάνεται πάντα έναν άλλο».

Η Τίγρη το συλλογίστηκε. Αυτή δεν ήταν τάχα η ψυχική της κατάσταση από τη μέρα που άφησε τη φωλιά; Δεν είχε νιώσει ποτέ πως της ανήκε μια περιοχή. Δεν είχε σταματήσει στιγμή να περπατάει προς την Ανατολή, προς τη χώρα όπου ανατέλλει ο Ήλιος. Γιατί, λοιπόν, το είχε κάνει αν όχι από τη βαθιά και μυστηριώδη πεποίθηση ότι, πέρα απ’ τον ορίζοντα, κρυβόταν ένας άλλος κόσμος, κι ότι εκείνος ο κόσμος, με τον έναν τρόπο ή τον άλλο, την αφορούσε;

«Εσύ ακόμα δεν ξέρεις, αλλά νιώθεις ότι θες να μάθεις», παρατήρησε ο Άνθρωπος. «Αντιλαμβάνεσαι τη φλόγα μέσα σου και δεν ξέρεις πού κρύβεται η φωτιά που την προκάλεσε. Δεν είναι έτσι;» «Έτσι είναι, ναι…» παραδέχτηκε σκεφτική η Τίγρη. Στη διάρκεια εκείνου του παρατεταμένου χειμώνα, η Τίγρη και ο Άνθρωπος γνωρίστηκαν όπως κανείς άλλος. Όταν το χιόνι άρχισε να στάζει από τη στέγη, ο Άνθρωπος είπε: «Τώρα πια είμαστε όπως ένα χέρι και το γάντι του». Η Τίγρη είχε μάθει να αναγνωρίζει όλους τους αόρατους κατοίκους της Τάιγκας. Υπήρχαν ξωτικά, φαντάσματα και δαίμονες. Ο Άνθρωπος είχε μάθει όλες τις ιστορίες τους από τον πατέρα του και από τον παππού του. Και οι δυο τους είχαν υπάρξει σπουδαίοι Σαμάνοι, έμπαιναν κι έβγαιναν από άλλες διαστάσεις όπως οι άνθρωποι μπαινοβγαίνουν από τις πόρτες.

«Θα μπορούσα να τα καλέσω μ’ ένα σφύριγμα, και μεμιάς θα έπεφταν στα πόδια μου», της εμπιστεύτηκε μια φορά. «Και γιατί δεν το κάνεις;» «Γιατί ανάμεσα στην ελευθερία και τη δύναμη, έχω επιλέξει την ελευθερία». Η Τίγρη δεν ήταν ακόμα σε θέση να κατανοήσει τα λεγόμενά του, έτσι, μια ιδιαίτερα βαρετή μέρα, τον ικέτευσε να κάνει ένα από τα μαγικά του. Ο Άνθρωπος τότε πρόφερε κάτι ακαταλαβίστικα λόγια, έπειτα χτύπησε τα χέρια του τρεις φορές, με δύναμη. Ξαφνικά, μπροστά τους πήρε σάρκα και οστά ένα τρομακτικό πλάσμα.
Έμοιαζε με μπάλα, αλλά δεν ήταν. Ανά στιγμές ήταν οβάλ, μετά γινόταν ορθογώνιο. Από εκείνο το αδιαφοροποίητο αμάλγαμα ξεπρόβαλλαν πολύ μακριά νύχια που στρέφονταν προς τα μέσα. Αγκαθωτά ασημένια μαλλιά που έμοιαζαν να μην έχουν γνωρίσει ποτέ ψαλίδι κάλυπταν το πρόσωπό του και τυλίγονταν γύρω απ’ το σώμα του σαν μπερδεμένος ιστός αράχνης. Πάνω από μια μικροσκοπική μύτη, λαμπύριζαν δυο μάτια μικρά σαν σχισμές. Δεν είχε αφτιά και το στόμα έμοιαζε να έχει παγώσει σ’ ένα ατέλειωτο χασμουρητό.

Η Τίγρη πισωπάτησε τρομοκρατημένη. «Ποιος είναι;» «Ο δαίμονας που ήταν πιο κοντά μας». «Δηλαδή;» «Ο Δαίμονας της Πλήξης». Παρατηρώντας τον καλύτερα, η Τίγρη αντιλήφθηκε ότι το σώμα του ανέδιδε κάτι σαν ομίχλη. Όσο περισσότερο την πλησίαζε, τόσο πιο πολύ ένιωθε να την τυλίγει μια ακατανίκητη ραθυμία. Ο Άνθρωπος χτύπησε τρεις φορές τα χέρια του, προφέροντας άλλες άγνωστες λέξεις, και ο Δαίμονας, ξαφνικά, εξαφανίστηκε. Η Τίγρη αισθάνθηκε μεμιάς καλύτερα. «Να θυμάσαι ότι οι δαίμονες είναι σαν τα σκυλιά, λατρεύουν τη συντροφιά του ανθρώπου. Πρέπει να είσαι πάντα πολύ προσεκτική. Αν τους καλέσεις ή τους αφήσεις να πλησιάσουν, υπάρχει ο κίνδυνος να μην ξαναφύγουν πια».

«Δείξε μου την αντίθετη ενέργεια απ’ τον Δαίμονα», είπε μετά η Τίγρη. Τότε ο Άνθρωπος πήρε ένα μικροσκοπικό καμπανάκι από την τσέπη του και βάλθηκε να τραγουδάει με μια φωνή που δεν είχε ποτέ φανταστεί ότι μπορεί να είχε, εναλλάσσοντας το τραγούδι με την τρίλια του κουδουνιού. Για κάποιο διάστημα που στην Τίγρη φάνηκε πολύ μεγάλο δεν συνέβη τίποτα, έπειτα όμως, εντελώς ξαφνικά, από το βάθος του ξέφωτου εμφανίστηκε στροβιλιζόμενη μια γιγάντια φωτεινή δίνη, που έμοιαζε να εμπεριέχει όλα τα χρώματα και τις αποχρώσεις του σύμπαντος. Βλέποντάς τη να καταφθάνει, η Τίγρη ετοιμάστηκε να αντιμετωπίσει τον ορμητικό αέρα ενός σίφουνα, αλλά όταν πέρασε πάνω απ’ τα κεφάλια τους, συνειδητοποίησε ότι η μοναδική δύναμη που ήταν κλεισμένη εκεί μέσα ήταν αυτή ενός χαδιού.

Εκτός απ’ τα χρώματα, εκείνο το παράξενο φαινόμενο διέχεε και όλα τα αρώματα που υπήρχαν στην πλάση. «Τι είναι;» ρώτησε τον Άνθρωπο μόλις τους προσπέρασε. «Είναι η Ενέργεια που κάνει τα πάντα να βλασταίνουν, που φουσκώνει τα μπουμπούκια και, την κατάλληλη εποχή, τα μεταμορφώνει σε λουλούδια».

Τα σύγχρονα ζευγάρια δεν πεθαίνουν από εγωισμό ή από υπερβολική έγνοια για τα υλικά αγαθά·, πεθαίνουν από μοιραίο ηρωισμό, από υπερβολικές προσδοκίες

Να ποιο είναι το σημερινό όνειρο: όλα σε ένα· όλα ή τίποτα. Ένα και μοναδικό πλάσμα πρέπει να συμπυκνώσει το σύνολο των προσδοκιών μας: αν δεν τα καταφέρνει σ’ αυτή την αποστολή, το παραμερίζουμε και προχωρούμε παρακάτω. Η τρέλα είναι το να θέλουμε να τα συμφιλιώσουμε όλα – την καρδιά και τον ερωτισμό, την ανατροφή των παιδιών και την κοινωνική επιτυχία, το πάθος και τη διάρκεια. Τα σύγχρονα ζευγάρια δεν πεθαίνουν από εγωισμό ή από υπερβολική έγνοια για το χρήμα και τα υλικά αγαθά· πεθαίνουν από μοιραίο ηρωισμό, από υπερβολικές προσδοκίες.

Η μεγαλειώδης ιδέα του ζευγαριού και της ευτυχίας τούς γδέρνει όπως γδέρνει το συρματόπλεγμα τους φυλακισμένους. Οι γυναίκες είναι υποχρεωμένες να παίζουν τέλεια τον ρόλο της μαμάς, της πόρνης, της φίλης, της φλογερής ερωμένης· οι άνδρες είναι υποχρεωμένοι να παίζουν τέλεια το ρόλο του μπαμπά, του εραστή, του συζύγου και του κουβαλητή: αλίμονο σε όποιον δεν πληροί αυτές τις προϋποθέσεις!

Στις παραδοσιακές αιτίες της συζυγικής δυστυχίας – τη φθορά του χρόνου, την κούραση των σωμάτων – προσθέτουμε ένα σύγχρονο τοξικό συστατικό: την υπέρμετρη φιλοδοξία.

Το ζευγάρι ναυαγεί όπως το υπερφορτωμένο καράβι: πασχίζει να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων, να διατηρήσει τη σφοδρότητα των αισθημάτων και να αντιμετωπίσει την καθημερινότητα.

Έλεος!

Τρελός πλατωνισμός: αγαπάμε τον έρωτα περισσότερο από τα ίδια τα άτομα· τον αναζητούμε μέσω διαφορετικών προσώπων που διαδέχονται το ένα το άλλο, αντί να συγκεντρωθούμε σε ένα και μοναδικό πρόσωπο και να το αγαπάμε περισσότερο από όλα. Κακολογούμε τις σημερινές μας σχέσεις στο όνομα μιας φανταστικής ένωσης, λες και κανένα πλάσμα δεν είναι άξιο να του μεταβιβάσουμε την ελευθερία μας. Ποτέ δεν νιώθουμε πληρότητα, ποτέ οι ελπίδες μας δεν ικανοποιούνται ολοκληρωτικά, πάντα πιστεύουμε ότι αξίζουμε κάτι καλύτερο. Υπάρχει μια τρομερή γαλλική παροιμία: “Ακόμα και η ωραιότερη γυναίκα στον κόσμο δίνει αυτό που έχει, δεν μπορεί να δώσει τίποτα περισσότερο”. Άσχετο αν αυτό που έχει είναι ήδη τόσο υπέροχο που θα έπρεπε να την ευχαριστούμε γονατιστοί που μας το προσφέρει.

Ο παραλογισμός έχει άσχημα αποτελέσματα: τα ζευγάρια έγιναν πιο εύθραυστα από τότε που η ζωή ανά δύο έγινε το πρότυπο της προσωπικής εξέλιξης και ευδαιμονίας. Θέλοντας να επιτύχουν σώνει και καλά, αγχώνονται, φοβούνται τον νόμο της εντροπίας, την ανία του “νεκρού χρόνου”.

Η παραμικρή μείωση της έντασης βιώνεται σαν φιάσκο, σαν απόρριψη.

Δίνοντας τόση σημασία στην ερωτική φρενίτιδα, βάζουμε τους συζύγους σε κίνδυνο: ο δεσμός τους λιώνει κυριολεκτικά μέσα στον πυρετό και τα όρια μεταξύ τους εξασθενούν. Η οικιακή σφαίρα γίνεται το διακύβευμα μιας τιτάνιας μάχης ανάμεσα στην έκσταση που αναζητείται και στην τετριμμένη καθημερινότητα που βιώνεται.

Ο έρωτας – πάθος είναι η αγάπη για το πάθος, δηλαδή για τα βάσανα, για τον πόλεμο, για την “κόψη του ξυραφιού”, για τον υπερθεματισμό, για τη διαρκή αντιπαράθεση. Μόλις ακούγεται η λέξη “πάθος” αναδύονται εικόνες θύελλας, δακρύων, κραυγών και βογκητών. Ωστόσο, αν θέλουμε να διαρκέσουμε ως ζευγάρι έχουμε ανάγκη από χαρά, κανονικότητα και ενθουσιασμό.

Δεν υπάρχει καμιά ανάγκη “λατρείας” για να ζούμε πλάι πλάι: αρκεί να εκτιμάμε ο ένας τον άλλον, να μας αρέσουν παρόμοια πράγματα, να επιδιώκουμε το μέγιστο της δυνατής ευτυχίας και αρμονίας στη συμβίωσή μας. Πρέπει να πάψουμε να υποτάσσουμε την κοινή μας ζωή – αν θέλουμε να διαρκέσει – στην επιβεβλημένη “νόρμα” της αδιάλειπτης έξαψης.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι να αγαπάμε κι είναι όλοι τους αποδεκτοί, παρότι έχουμε πάντα την τάση να κρίνουμε εκείνους που διαφέρουν από τον δικό μας.

Αυτή η κρίση δεν έχει πάντα ηθικό περιεχόμενο· γεννιέται από μια ανησυχία: κι αν έχω κάνει λάθος; Αν έχω πάρει το πράγμα στραβά;

Το κάθε ζευγάρι είναι ένα αίνιγμα για τα άλλα ζευγάρια, τόσο στις αποτυχίες όσο και στις επιτυχίες του.

Μερικά ζευγάρια είναι διαχυτικά και εξαντλούνται από την υπερβολικά στενή συμβιωτικότητα· άλλα είναι αταίριαστα και αντέχουν κουτσά στραβά για χρόνια και χρόνια· υπάρχουν κι εκείνα που οφείλουν τη διάρκειά τους στην αχαλίνωτη κοινωνική φιλοδοξία.

Υπάρχουν ζευγάρια ανοιχτά στον κόσμο και στους θαυμαστές τους, άλλα όπου οι σύζυγοι χοντραίνουν μαζί και τυλίγονται στη χαρά της αμοιβαίας πάχυνσης.

Σαν να μην άλλαξε τίποτα

Η σημερινή κατάσταση του κόσμου, που παρουσιάζεται τρομακτική, ιδιαίτερα στον αιώνα που ζούμε, δεν διαφέρει και πολύ από την εποχή του Βούδα, αν εξαιρέσουμε την τρομερή αύξηση και ένταση σε μέσα και μεθόδους της ανθρώπινης αντίθεσης, έχθρας και χρήσης ισχύος.

Ο Βούδας αναφέρθηκε σ’ αυτά, στον περίφημο λόγο του για τη διάρθρωση του πόνου και σε σχέση με τις πληροφορίες για τις τέσσερις αλήθειες. Τα λόγια του ηχούν σαν να ήταν γραμμένα σήμερα.
Αναφέρονται στις επιθυμίες. Και αυτό είναι στην πραγματικότητα ένα πολύ επίκαιρο, αν και μόνιμο ανθρώπινο ένστικτο όλων των εποχών.

Η ανάπτυξη του θέματος από τον Βούδα διαβάζεται σαν να αφορά το σήμερα αλλά, γιατί όχι, και το αύριο.

Ο Αφυπνισμένος μιλάει για το «μαρτύριο των επιθυμιών».

«Τι είναι, λοιπόν, αγαπητοί μοναχοί, το μαρτύριο των επιθυμιών; Ένας νέος κερδίζει τα προς το ζην από μία θέση, είτε ως γραφέας, είτε ως λογιστής, ως διοικητής, ως γεωργός, ως έμπορος, ως βοσκός, ως στρατιώτης ή ως υπουργός του βασιλιά, είτε από κάποια άλλη υπηρεσία, η έξαψη παύει, το κρύο παύει, ο ήλιος και ο αέρας πρέπει να αψηφούνται, χτυπιέται ολόγυρα από κουνούπια, σφήκες και ερπετά, ταλαιπωρείται από την πείνα και τη δίψα. Αυτό, λοιπόν, αγαπητοί μοναχοί, είναι το μαρτύριο των επιθυμιών, είναι η προφανής αλυσίδα των πόνων, που δημιουργείται από τις επιθυμίες, που ορίζεται από τις επιθυμίες, που συντηρείται από τις επιθυμίες, που καθορίζεται παντελώς από τις επιθυμίες.

Όταν τα οικονομικά αυτού του νέου, που κουράζεται, που βασανίζεται, που υποφέρει δεν είναι ανθηρά, τότε ο νέος θλίβεται, μελαγχολεί, θρηνεί, και στενάζοντας χτυπάει το στήθος του, περιερχόμενος σε απόγνωση: «Αδίκως κουράζομαι, αδίκως αγωνίζομαι!» Αυτό, λοιπόν, αγαπητοί μοναχοί, είναι το μαρτύριο των επιθυμιών, είναι η προφανής αλυσίδα των πόνων, που δημιουργείται από τις επιθυμίες, που ορίζεται από τις επιθυμίες, που συντηρείται από τις επιθυμίες, που καθορίζεται παντελώς από τις επιθυμίες.

Όταν τώρα, αγαπητοί μοναχοί, ο νέος που κουράζεται, που βασανίζεται, που υποφέρει, βλέπει τα οικονομικά του να ανθούν τον τρώει η αγωνία για τη διατήρησή τους: «Αχ, να μη μου τα πάρουν οι βασιλιάδες, να μη μου τα κλέψουν οι ληστές, να μην τα καταστρέψει η φωτιά, να μην τα παρασύρουν τα νερά, να μη μου τ’ αρπάξουν οι άπληστοι συγγενείς!»

Κι ενώ διαφυλάσσει και προστατεύει τ’ αγαθά του, του τα παίρνουν οι βασιλιάδες, του τα κλέβουν οι ληστές, τα καταστρέφει η φωτιά, τα παρασύρει το νερό ή τ’ αρπάζουν οι άπληστοι συγγενείς. Και τότε θλίβεται, μελαγχολεί, θρηνεί, και στενάζοντας χτυπάει το στήθος του, περιερχόμενος σε απόγνωση:

«Αδίκως κουράζομαι, αδίκως αγωνίζομαι!» Αυτό λοιπόν, αγαπητοί μοναχοί, είναι το μαρτύριο των επιθυμιών, είναι η προφανής αλυσίδα των πόνων, που δημιουργείται από τις επιθυμίες, που ορίζεται από τις επιθυμίες, που συντηρείται από τις επιθυμίες, που καθορίζεται παντελώς από τις επιθυμίες.

Μείνε στη Σιωπή

Ο Γουίλιαμ Γουόρντσγουορθ είχε παρατηρήσει σοφά: «Όταν ο τόσο βιαστικός κόσμος μας έχει αποξενώσει από το καλύτερο κομμάτι του εαυτού μας, μας έχει αηδιάσει με τους ρυθμούς του και μας έχει κουράσει με τις ηδονές του, πόσο ευεργετική, πόσο γλυκιά είναι η μοναξιά!». Πότε ήταν η τελευταία φορά που έδωσες στον εαυτό σου το χρόνο να μείνει σιωπηλός κι ακίνητος; Πότε ήταν η τελευταία φορά που δημιούργησες λίγο χρόνο για να επωφεληθείς από τη δύναμη που έχει η μοναξιά να μας ανανεώνει, να αναζωογονεί τη σκέψη, το σώμα και το πνεύμα μας και να μας βοηθά να εστιάζουμε ξανά στα σημαντικά;

Όλες οι μεγάλες σοφές παραδόσεις ανά τον κόσμο έχουν καταλήξει σε αυτό το κοινό συμπέρασμα: Για να επανασυνδεθείς με τον αληθινό εαυτό σου και για να φτάσεις να γνωρίσεις ό,τι πιο λαμπρό υπάρχει μέσα σου, πρέπει να βρίσκεις κάθε τόσο το χρόνο για να μένεις στη σιωπή. Ναι, σίγουρα είσαι πολυάσχολος – πολυάσχολα είναι και τα μυρμήγκια. Το ερώτημα είναι: Ποιες είναι οι ασχολίες που σε κρατούν τόσο απασχολημένο;»

Η αξία της σιωπής μου φέρνει στο νου την ιστορία ενός παλιού φαροφύλακα. Ο άντρας εκείνος είχε απομείνει με μια πολύ μικρή ποσότητα λαδιού για να κρατά αναμμένο το φως του φάρου του και να βοηθά τα πλοία να αποφεύγουν τη βραχώδη ακτή. Μια νύχτα, ένας άνθρωπος που έμενε εκεί κοντά χρειάστηκε να δανειστεί λίγο από το πολύτιμο υγρό για να φωτίσει το σπίτι του κι ο φαροφύλακας του έδωσε από το απόθεμά του. Μια άλλη νύχτα, ένας ταξιδιώτης τον ικέτευσε να του δώσει λίγο λάδι, ώστε να ανάψει τη λάμπα του και να μπορέσει να συνεχίσει το ταξίδι του. Και ο φαροφύλακας του έδωσε την ποσότητα που χρειαζόταν. Το επόμενο βράδυ, ο φαροφύλακας ξύπνησε από ένα χτύπο στην πόρτα του. Ήταν μια μητέρα που τον παρακάλεσε θερμά να της δώσει λίγο λάδι, ώστε να μπορέσει να φωτίσει το σπιτάκι της και να μαγειρέψει για την οικογένειά της. Εκείνος δέχτηκε και πάλι. Πολύ σύντομα, το λάδι του εξαντλήθηκε και ο φάρος έσβησε. Πολλά πλοία εξόκειλαν και πολλές ζωές χάθηκαν, επειδή ο φαροφύλακας είχε λησμονήσει να εστιάσει στην προτεραιότητά του. Αμέλησε το πρωταρχικό καθήκον του και πλήρωσε ένα βαρύ τίμημα. Αν μένεις στη μοναξιά, ακόμη και για λίγα λεπτά κάθε μέρα, θα μπορείς πιο εύκολα να παραμένεις εστιασμένος στις ανώτερες προτεραιότητες της ζωής σου και να αποφεύγεις την αμέλεια που χαρακτηρίζει τις ζωές τόσο πολλών ανθρώπων γύρω μας.

Όταν λες ότι δεν έχεις το χρόνο να μένεις στη σιωπή τακτικά είναι σαν να λες ότι είσαι τόσο απασχολημένος με την οδήγηση, ώστε δεν έχεις το χρόνο να σταματήσεις για καύσιμα – κάποια στιγμή, είναι σίγουρο ότι θα το βρεις μπροστά σου.

ΑΡΗΣ / MARS Θεός του πολέμου τόσο στην ελληνική όσο και στη ρωμαϊκή μυθολογία

Ο Άρης δεν είχε σύζυγο, γι’ αυτό ίσως υπέκυπτε πάντα στη γοητεία της Αφροδίτης, της θεάς του έρωτα. Απέκτησε μάλιστα τέσσερα παιδιά από την παράνομη σχέση του μαζί της, στην οποία έβαλε τέλος ο ίδιος ο Δίας.

Μια άλλη κόρη που απέκτησε ο Άρης από μια θνητή, η Αλκίππη, βιάστηκε από το γιο του Ποσειδώνα Αλιρρόθιο στο λόφο που βρισκόταν ο βράχος όπου στην αρχαία Αθήνα δικάζονταν θρησκευτικά εγκλήματα. Ο Άρης εξοργισμένος σκότωσε το δράστη. Ο Ποσειδώνας τότε ζήτησε από το συμβούλιο των θεών να τον δικάσουν. Το δικαστήριο, που τελικά αθώωσε τον Άρη, συνεδρίασε σε ένα λόφο απέναντι από την Ακρόπολη, γι’ αυτό έμεινε γνωστό ως Άρειος Πάγος (βράχος ή λόφος του Άρη). Ο Άρης δεν ήταν δημοφιλής θεός, και οι Έλληνες, που τον φοβούνταν, γενικά δεν τον λάτρευαν όπως τους άλλους θεούς. Οι Ρωμαίοι σέβονταν ιδιαίτερα τον αντίστοιχο θεό Mars.

MARS
Ο Mars, μαζί με τον Jupiter, ήταν οι αγαπημένοι θεοί των Ρωμαίων.

Ο μήνας Μάρτιος, που έχει πάρει από αυτόν το όνομά του, ήταν πολύ σημαντικός στη ρωμαϊκή κοινωνία γιατί σηματοδοτούσε την αναγέννηση της φύσης και την εποχή που ξεκινούσαν οι νέοι πόλεμοι και οι εκστρατείες. Αρχικά, ο Mars ταυτιζόταν με την ποιμενική θεότητα Silvanus. Έτσι, ακόμα και όταν έγινε ο μεγάλος θεός του πολέμου, διατήρησε κάτι από την παλιά σχέση του με τη γη. Κατά τη ρωμαϊκή μυθολογία, η Juno συνέλαβε τον Mars μόνη της επειδή θύμωσε που ο Δίας απέκτησε τη Minerva χωρίς τη βοήθειά της. Για το σκοπό αυτόν ζήτησε τη συμβολή της Flora, της θεάς της άνθησης, που πράγματι τη βοήθησε.

Ο Mars ήταν πατέρας των ιδρυτών της Ρώμης Ρωμύλου και Ρέμου και τον επικαλούνταν πάντα στα πεδία της μάχης για να ενισχύεται το ηθικό των Ρωμαίων στρατιωτών.

ΡΩΜΥΛΟΣ ΚΑΙ ΡΕΜΟΣ
Οι ιδρυτές της Ρώμης ήταν γιοι του Mars. Λέγεται ότι ο Mars βίασε τη Ρέα Σίλβια, Εστιάδα Παρθένα, ενώ τραβούσε νερό από μια πηγή στην ιερή του σπηλιά, και ο καρπός αυτής της ένωσης ήταν οι δίδυμοι Ρώμυλος και ή Ρώμος. Επειδή η μητέρα τους ήταν ιέρεια της Vesta και είχε πάρει όρκο αγνότητας, όταν έγινε γνωστό το αμάρτημά της, καταδικάστηκε σε φυλάκιση, ενώ τα νεογέννητα αφέθηκαν να πεθάνουν στις όχθες του Τίβερη, αλλά περιμαζεύτηκαν από μια λύκαινα που τα θήλασε και τελικά σώθηκαν. Ευτυχώς, έπειτα από χρόνια, οι γιοι της την ελευθέρωσαν και λίγο αργότερα ο Ρωμύλος ίδρυσε την πόλη της Ρώμης.

Η πρωτεΐνη που είναι υπεύθυνη για την ακοή

Μετά από 40 χρόνια έρευνας, βρέθηκε η δομή και η λειτουργία της πρωτεΐνης που είναι υπεύθυνη για την ακοή και την ισορροπία των σπονδυλωτών. Ερευνητές από την Ιατρική Σχολή του Χάρβαρντ (Harvard Medical School) δημοσίευσαν πρόσφατα μία εργασία στο επιστημονικό περιοδικό Neuron στην οποία περιγράφουν με ποιόν τρόπο διαπίστωσαν πως η πρωτεΐνη TMC1, η οποία είχε ανακαλυφθεί από το 2002, είναι τελικά υπεύθυνη για τη μετατροπή του ήχου και των κινήσεων του κεφαλιού σε νευρικά σήματα που αποστέλλονται στον εγκέφαλο.

Μέχρι τώρα, οι επιστήμονες γνώριζαν τη διαδικασία που ακολουθεί ο ήχος από το εξωτερικό περιβάλλον μέχρι να γίνει αντιληπτός από τον εγκέφαλο: Ο ήχος εισέρχεται στο αυτί και δονεί το τύμπανο. Οι δονήσεις αυτές μεταφέρονται σε ένα υγρό που υπάρχει στον κοχλία του εσωτερικού του αυτιού. Αυτό το υγρό, κάμπτει με την κίνησή του τριχοειδή κύτταρα που βρίσκονται στον κοχλία. Τα τριχοειδή αυτά κύτταρα, διαθέτουν εκατοντάδες διαύλους, οι οποίοι αναλαμβάνουν τη μετατροπή μηχανοαισθητικών σημάτων (όπως είναι η κίνηση των τριχοειδών κυττάρων) σε ηλεκτρικά σήματα τα οποία γίνονται αντιληπτά από τον εγκέφαλο. Πώς γίνεται αυτή η μετατροπή; Μέσω πρωτεϊνών-διαύλων, οι οποίοι επιτρέποντας την απότομη ροή ιόντων δημιουργούν διαφορετικό ηλεκτρικό δυναμικό εντός και εκτός κυττάρου, το οποίο έπειτα μεταφέρεται από νευρικά κύτταρα στον εγκέφαλο.

Οι επιστήμονες από τις ΗΠΑ, μελέτησαν την πρωτεΐνη TMC1 επειδή υπήρχαν μέχρι τώρα ενδείξεις πως παίζει έναν κομβικό ρόλο στη μεταγωγή του σήματος. Ωστόσο, το μοριακό υπόβαθρο της πρωτεΐνης αυτής δεν είχε ακόμη μελετηθεί. Χρησιμοποιώντας υπολογιστικές μεθόδους, οι ερευνητές βρήκαν πως οι TCM1 προσομοιάζουν στην αλληλουχία τους και στη διάταξή τους με μια άλλη πρωτεΐνη, η οποία είναι γνωστό πως λειτουργεί ως δίαυλος ιόντων. Το εύρημα αυτό ενδυνάμωσε την υπόθεση των ερευνητών πως η TCM1 λειτουργεί κι αυτή ως δίαυλος ιόντων.

Έπειτα, προχώρησαν σε 17 μεταλλάξεις σε διάφορα σημεία της αλληλουχίας που κωδικοποιεί την πρωτεΐνη, ώστε να διερευνήσουν εάν κάποια μετάλλαξη είναι ικανή να μπλοκάρει τη λειτουργία της πρωτεΐνης ως διαύλου ιόντων. Οι ερευνητές ενέχυσαν ιικά πλασμίδια με τις μεταλλάξεις που επιθυμούσαν σε τριχοειδή κύτταρα εμβρύων ποντικών, έπειτα από κάποιες μέρες απομόνωσαν τα κύτταρα και τα καλλιέργησαν σε εργαστηριακές συνθήκες. Πράγματι, σε μετρήσεις δυναμικού ενέργειας που έγιναν στα μεταλλαγμένα για την πρωτεΐνη TCM1 κύτταρα, βρέθηκαν πέντε στελέχη κυττάρων στα οποία το δυναμικό ενέργειας μειώθηκε μέχρι και 80%, ενώ σε ένα στέλεχος η ροή μειώθηκε κατά 98%. Αυτό το τελευταίο εύρημα, υπέδειξε στους επιστήμονες πως η μετάλλαξη αυτή επηρέασε δραστικά τη λειτουργία του διαύλου ιόντων.

«Τα τριχοειδή αγγεία, όπως και οι μηχανές των αυτοκινήτων, είναι περίπλοκες μηχανές οι οποίες πρέπει να μελετώνται ενώ δουλεύουν. Δεν μπορείς να απομονώσεις ένα πιστόνι ούτε ένα τριχοειδές αγγείο για να καταλάβεις αν δουλεύει. Πρέπει να το τροποποιήσεις, να το τοποθετήσεις ξανά πίσω στη μηχανή και έπειτα να αξιολογήσεις τη λειτουργία του», ανέφερε ο David Corey, ερευνητής της ομάδας στο The Harvard Gazette αναφερόμενος στην πειραματική διαδικασία που ακολούθησαν.

Η πρωτεΐνη TCM1 βρίσκεται στα θηλαστικά, στα πτηνά, τα ψάρια, τα αμφίβια και τα ερπετά. «Το γεγονός αυτό, ότι η πρωτεΐνη έχει δηλαδή συντηρηθεί σε όλα τα είδη των σπονδυλωτών, υπογραμμίζει την εξελικτική σημασία της πρωτεΐνης για την επιβίωση των οργανισμών», πρόσθεσε ο Jeffrey Holt, επικεφαλής της ερευνητικής ομάδας.

Ένα περιπλανώμενο σκοτεινό άστρο ενδέχεται να περιφέρεται στο ηλιακό μας σύστημα

Αστρονόμοι πιστεύουν ότι δεν μπορεί να αποκλείεται πια η δυνατότητα να υπάρχει κι άλλο ένα άστρο εντός του ηλιακού μας συστήματος, που μέχρι τώρα δεν το πίστευαν. Πιστεύουν ότι ένα σκοτεινό σώμα, με πολλαπλάσια μάζα αυτής του Δία, μπορεί να κυκλοφορεί μέσα στο άμεσο περιβάλλον μας, μερικές φορές δε ‘κλωτσώντας’ κομήτες προς το εσωτερικό του ηλιακού συστήματος. Το αντικείμενο που ήδη το ονόμασαν «Νέμεσις» ή το «Άστρο του Θανάτου,» μπορεί να είναι ένα κόκκινος ή καφέ νάνος που ακόμα δεν έχει ανιχνευτεί, ενώ φυσικά θα είναι πολύ ψυχρό, και ως εκ τούτου εκτός του πεδίου ορατότητας των υπέρυθρων διαστημικών τηλεσκοπίων. 
 
Ένα άστρο, καφέ ή κόκκινος νάνος, μπορεί να κρύβεται στις εσχατιές του ηλιακού συστήματος
 
Στο παρελθόν, πολλοί ειδικοί είχαν προτείνει ότι ένα κρυφό αστέρι στο ηλιακό μας σύστημα μπορεί να είναι υπεύθυνο για τη μαζική εξαφάνιση ειδών πάνω στη Γη. Ορισμένοι δε είχαν προτείνει ότι τέτοια γεγονότα λαμβάνουν χώρα κάθε 26 εκατομμύρια χρόνια, και ότι μπορούν να ξεκινήσουν από τις διαταραχές που προκαλούνται από τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ του Ήλιου και της Νέμεσις. Οι κομήτες που θεωρούνται οι μεγαλύτερες απειλές για τη Γη, προέρχονται από το Νέφος του Oort, το οποίο είναι μια τεράστια συλλογή από παγωμένα σώματα, και τα οποία κρύβονται στις εξωτερικές παρυφές του ηλιακού συστήματος. Εάν ένας μεγάλος καφέ νάνος πράγματι κυκλοφορεί γύρω από αυτές τις άκρες, τότε αυτό θα εξηγούσε γιατί αυτοί έχουν μια περιοδική εμφάνιση. 
 
Ενώ η επιστημονική συζήτηση για το κατά πόσον ένα σκοτεινός συνοδός του Ήλιου προκαλεί μια μαζική εξαφάνιση ειδών πάνω στη Γη σε προκαθορισμένα χρονικά διαστήματα απέχει πολύ από το να ολοκληρωθεί και να βγουν τα αναγκαία συμπεράσματα, οι εμπειρογνώμονες έχουν πλέον άλλες υπόνοιες για ένα τέτοιο περιπλανώμενο αστέρι. Έτσι, δίνουν το παράδειγμα του αντικειμένου Sedna της Ζώνης Kuiper, που με όλους τους λογαριασμούς δεν θα έπρεπε να ήταν στην τρέχουσα θέση του. Ο αστρονόμος  Mike Brown, του Ινστιτούτου Τεχνολογίας της Καλιφόρνιας (Caltech) που βρήκε το σώμα, λέει, «Η Sedna δεν πρέπει να είναι εκεί που βρίσκεται. Δεν υπάρχει τρόπος να τεθεί η Sedna εκεί όπου είναι. Ποτέ δεν έρχεται αρκετά κοντά για να επηρεαστεί από τον Ήλιο, αλλά και ποτέ δεν πηγαίνει αρκετά μακριά από τον ήλιο για να επηρεαστεί από άλλα άστρα.»
 
Το ουράνιο αυτό σώμα ολοκληρώνει μία τροχιά γύρω από τον Ήλιο (το δικό του έτος) στα 10,5 έως 12 χιλιάδες γήινα χρόνια, προσθέτει ο  Mike Brown. Μόνο η εξωτερική επίδραση ενός άλλου αντικειμένου με μεγάλη μάζα στις εξωτερικές παρυφές του ηλιακού συστήματος θα είχε αλλάξει την τροχιά και τη συμπεριφορά του. «Οι έρευνες μου ανέκαθεν ήταν για αντικείμενα πιο κοντά μας που κινούνται γρήγορα. Θα ήταν λοιπόν εύκολο να παραβλέψω κάτι τόσο μακρινό που κινείται τόσο αργά, όπως το Νέμεσις,» αναφέρει ο Brown στο Περιοδικό της Αστροβιολογίας.
 
«Νομίζω ότι το ενδεχόμενο ο Ήλιος μας να μπορεί να ‘φιλοξενεί’ κοντά του ένα σύντροφο αστέρι, αλλά άλλου είδους, δεν είναι μια τρελή ιδέα. Μπορεί να υπάρχει ένα πολύ μακρινό αντικείμενο σε μια πιο σταθερή, πιο κυκλική τροχιά που να έχει περάσει απαρατήρητο μέχρι τώρα,» λέει ο Davy Kirkpatrick του Caltech., που δουλεύει στο Κέντρο Υπέρυθρης Επεξεργασίας και Ανάλυσης της NASA.

Πόσο χρόνο έχει η ανθρωπότητα για να προλάβει το σημείο χωρίς επιστροφή για τον πλανήτη

Η αλλαγή του κλίματος καταστρέφει τους πάγους, προκαλώντας αύξηση της στάθμης της θάλασσας, καύσωνες και συχνότερες φυσικές καταστροφές. Όμως αυτό μοιάζει να γίνεται τόσο αργά που ακόμη συζητάμε το πώς και τι μπορούμε να κάνουμε και μοιάζει σαν τα έθνη να μην μπορούν να αντιληφθούν το σημείο καμπής.

Ποια είναι η διορία μας ως ανθρωπότητα για να σώσουμε τον πλανήτη;

Αλλά, αν οι κυβερνήσεις σε όλο τον κόσμο δεν λάβουν δραστικά μέτρα τα επόμενα 15 χρόνια, θα μπορούσαμε να φτάσουμε σε ένα «μη αναστρέψιμο σημείο», σύμφωνα με μελέτη που δημοσιεύθηκε σήμερα στο επιστημονικό περιοδικό Earth System Dynamics.

Η μελέτη, με επικεφαλής τους ερευνητές της Ουτρέχτης και του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, έδειξαν την πιθανότητα επίτευξης κλιματικών στόχων ανάλογα με το πόσο γρήγορα και με ποιο τρόπο οι διάφορες χώρες άλλαξαν ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι εάν δεν ληφθούν δραστικά μέτρα από τώρα και στο εξής, έχουμε ήδη χάσει την προθεσμία για τον περιορισμό της υπερθέρμανσης του πλανήτη και το όριο του 1,5 βαθμού Κελσίου και προσεγγίζουμε γρήγορα αυτό που οι επιστήμονες αποκαλούν το «σημείο χωρίς επιστροφή».

«Τονίζουμε ότι υπάρχουν αυστηρές προθεσμίες για τη λήψη μέτρων για το κλίμα», δήλωσε ο Henk Dijkstra, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Ουτρέχτης και ένας από τους συγγραφείς της μελέτης.

Ο Dijkstra δήλωσε ότι έχει απομείνει πολύ λίγος χρόνος πριν οι στόχοι της συμφωνίας του Παρισιού γίνουν ανέφικτοι, ακόμη και με δραστικές μειώσεις εκπομπών αερίων.

«Ελπίζουμε ότι η τήρηση προθεσμίας θα μπορούσε να τονώσει την αίσθηση του επείγοντος και να ενεργήσει ως καμπανάκι για τους πολιτικούς και τους διαμορφωτές πολιτικής», πρόσθεσε.

Δύο βαθμοί Κελσίου, συμφωνείται γενικά ότι είναι το ασφαλές όριο για την άνοδο της παγκόσμιας θερμοκρασίας. Εάν η γη θερμανθεί περισσότερο από αυτό, θα μπορούσαν να ακολουθήσουν καταστροφικές επιπτώσεις όπως η απελευθέρωση διοξειδίου του άνθρακα παγιδευμένη κάτω από τον πάγο της Αρκτικής (η οποία έχει ήδη ξεκινήσει), ενώ άλλα συστήματα, όπως οι κοραλλιογενείς ύφαλοι μπορούν απλά να πεθάνουν.

Με κάθε επιπλέον βαθμό οι κίνδυνοι της επισιτιστικής κρίσης, η εξαφάνιση των ειδών και ένα αφιλόξενο για τον άνθρωπο περιβάλλον, είναι απειλές που πλησιάζουν όλο και πιο πολύ.

Προς το παρόν, καμία σημαντική βιομηχανική χώρα δεν είναι ακόμη σε καλό δρόμο για να εκπληρώσει τις αρχικές υποσχέσεις της συμφωνίας για το κλίμα.

Αν οι στόχοι της Συμφωνίας των Παρισίων πρέπει να εκπληρωθούν, μένουν πολύ λίγα χρόνια για τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα και να το κάνουν.

Οι δραστικές αποφάσεις και τα μέτρα που ίσως παρθούν, πρέπει να έχουν γίνει πραγματικότητα νωρίτερα από το 2035 λένε οι επιστήμονες – και αυτό είναι το πιο φιλόδοξο σενάριο που απαιτεί πολύ προσπάθεια.

Αυτό που οι επιστήμονες τονίζουν είναι πως οι αριθμοί αυτοί δεν πρέπει να διαβάζονται ως στοιχεία, αλλά ως ανθρώπινες ενέργειες καθώς από τον άνθρωπο εξαρτάται το πώς θα αλλάξουν.

Δέκα λάθη στον τρόπο σκέψης μας

Το ανθρώπινο μυαλό είναι υπέροχο και ισχυρό, αλλά απέχει πολύ από το τέλειο. Υπάρχουν πολλά κοινά λάθη στην λήψη αποφάσεων και όλοι είμαστε επιρρεπείς στο να τα κάνουμε.

Στον τομέα της ψυχολογίας αυτά είναι γνωστά ως γνωστικές προκαταλήψεις ή λογικά σφάλματα. Συμβαίνουν σε όλους ανεξάρτητα από την ηλικία, το φύλο, την εκπαίδευση ή τη νοημοσύνη.

Κατά τους τελευταίους μήνες έχω γοητευτεί από αυτές τις προκαταλήψεις, έτσι έχω διαβάσει αρκετά βιβλία για αυτό. Σήμερα θέλω να μοιραστώ μαζί σας 10 καταστροφικά λάθη στον τρόπο σκέψης μας. Είναι αυτά που παρατηρώ συχνότερα σε εμένα και τα κοντινά μου πρόσωπα.

Ελπίζω να χρησιμοποιήσετε αυτές τις πληροφορίες του άρθρου και να εντοπίσετε αυτές τις καταστροφικές συνήθειες στο δικό σας τρόπο σκέψης και να απαλλαγείτε από αυτές προτού σας στείλουν στον λάθος δρόμο.

1. Αρνητικές αυτοεκπληρούμενες προφητείες. – Μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία είναι μια πρόβλεψη που παρακινεί ένα άτομο να λάβει μέτρα που κάνουν αυτή την πρόβλεψη να γίνει πραγματικότητα. Αυτό το είδος σκέψης συχνά καταστρέφει σχέσεις και κάνει τους ανθρώπους να αποτυγχάνουν στους στόχους τους. Ορίστε δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα:

α) Ένας άντρας πιστεύει ότι η σχέση του με την νέα του κοπέλα «δεν πρόκειται να κρατήσεις». Έτσι, σταματάει να καταβάλλει προσπάθειες, αποτραβιέται συναισθηματικά και ένα μήνα αργότερα, η σχέση αποτυγχάνει.

β) Μια τελειόφοιτη στον τομέα της υγείας πείθει τον εαυτό της ότι «δεν έχει ότι χρειάζεται» για να γίνει γιατρός, έτσι ποτέ δεν ολοκληρώνει τις σπουδές της και ως εκ τούτου, ποτέ δεν γίνεται γιατρός.

2. Λαμβάνοντας εύσημα μόνο για τα θετικά αποτελέσματα. – Αυτό το καταστροφικό μοτίβο σκέψης συμβαίνει όταν παίρνουμε πλήρη πίστωση για τις επιτυχίες μας, αλλά αρνούμαστε την ευθύνη για τις αποτυχίες μας. Ένα τέλειο παράδειγμα μπορεί να βρεθεί στις σχολικές αίθουσες σε όλο τον κόσμο. Όταν οι μαθητές λαμβάνουν έναν καλό βαθμό, συχνά το αποδίδουν στην ευφυΐα τους και την άριστη μαθησιακή τους ικανότητα.

Αλλά όταν παίρνουν έναν κακό βαθμό, αποδίδουν την αποτυχία τους σε έναν κακό δάσκαλο, σε κάποιες άδικες ερωτήσεις ή στο «δεν θα μου χρειαστεί πουθενά έτσι και αλλιώς». Για να αναπτυχθεί λοιπόν ένα άτομο συναισθηματικά, πρέπει να είναι πρόθυμο να αναλάβει την πλήρη ευθύνη για όλες τις δράσεις και τα αποτελέσματα – τόσο τις επιτυχίες όσο και τις αποτυχίες.

3. Πιστεύοντας ότι έχεις ανοσία στον πειρασμό. – Έχουμε πολύ λιγότερο έλεγχο στις παρορμητικές μας επιθυμίες από ότι συχνά πιστεύουμε. Σεξ, φαγητό, ναρκωτικά, είναι ακραία παραδείγματα αυτού του γεγονότος. Πολλοί τοξικομανείς πιστεύουν ότι μπορούν να σταματήσουν οποιαδήποτε στιγμή θέλουν, αλλά στην πραγματικότητα απλά κοροϊδεύουν τον εαυτό τους. Αλλά δεν χρειάζεται να είσαι εξαρτημένος για να είσαι ευάλωτος στους πειρασμούς.

Πολλοί έξυπνοι άνθρωποι καταλήγουν αυθόρμητα να ενδίδουν σε ένα πειρασμό απλά επειδή είναι ο ευκολότερος τρόπος να τον ξεφορτωθείς. Αν κάποιος θέλει να ξεφορτωθεί την σεξουαλική επιθυμία, ο ευκολότερος τρόπος είναι το σεξ. Αν κάποιος θέλει να απαλλαγεί από την πείνα, ο ευκολότερος τρόπος είναι να φάει. Το να αντισταθείς από την παρορμητική συμπεριφορά μπροστά στο πρόσωπο του πειρασμού δεν είναι εύκολο.

Χρειάζεται αρκετό αυτοέλεγχο. Για αυτό πρόσεχε, επειδή όταν έχουμε μια διογκωμένη αίσθηση του ελέγχου των παρορμήσεων μας, τείνουμε να υπερεκθέτουμε τους εαυτούς μας στον πειρασμό.

4. Βγάζοντας ένα συμπέρασμα από ένα μεμονωμένο περιστατικό. – Μια ανακριβής πρώτη εντύπωση είναι ένα αξιοπρεπές παράδειγμα για αυτό. Πρόκειται για την φυσική μας ανθρώπινη τάση  να αξιολογούμε ένα άτομο ή μια κατάσταση από μια πρώτη όψη και στην συνέχεια να υποθέτουμε ότι γνωρίζουμε αρκετά για να έχουμε μια εύλογη κρίση.

Αυτό συμβαίνει αρκετά στον κόσμο των επιχειρήσεων και την εργασία. Ένας νέος υπάλληλος μπορεί να εμφανιστεί αργοπορημένος μετά από ένα πρόβλημα με το αυτοκίνητο, αλλά το αφεντικό του υποπτεύεται αμέσως ότι είναι ανεύθυνος, και τον μεταχειρίζεται ως τέτοιο για αρκετές εβδομάδες μετά. Η προφανής λύση εδώ είναι να δούμε την μεγαλύτερη εικόνα πριν ξεκινήσουμε να δείχνουμε με το δάχτυλο και να κάνουμε υποθέσεις.

5. Πιστεύοντας ότι μπορούμε να ελέγξουμε το ανεξέλεγκτο. – Αυτή η λανθασμένη σκέψη εμφανίζεται όταν οι άνθρωποι αρχίζουν να πιστεύουν ότι μπορούν να έχουν κάποιο είδος άμεσης επιρροής ή εξουσίας σχετικά με ένα εξωτερικό γεγονός που είναι εντελώς τυχαίο. Είναι ιδιαίτερα εμφανές στο μυαλό των ερασιτεχνών τζογαδόρων, ειδικά αυτών που είναι πρόσφατα αρκετή τύχη.

Για παράδειγμα, αν πέταγες ένα νόμισμα και ζητούσες από κάποιον να μαντέψει κορώνα ή γράμματα, και το έβρισκε δέκα φορές στη σειρά, πιθανόν να άρχιζε να πιστεύει ότι η καλή του τύχη είναι επιβεβαίωση ότι έχει τον έλεγχο πάνω στην έκβαση του κάθε ριξίματος του κέρματος. Αλλά η αλήθεια είναι ότι υπάρχει πάντα μια 50% πιθανότητα η απάντηση του να είναι η σωστή, και οι τελευταίες δέκα απαντήσεις του ήταν καθαρά τύχη.

6. Αγνοώντας πληροφορίες που δεν υποστηρίζουν μια πεποίθηση. – Οι ψυχολόγοι αναφέρονται συνήθως σε αυτό με τον όρο «πόλωση επιβεβαίωσης». Εμείς, ως ανθρώπινα όντα, τείνουμε να αναζητάμε πληροφορίες που επιβεβαιώνουν και υποστηρίζουν τις πεποιθήσεις μας, και έχουμε την τάση να παραβλέπουμε τις πληροφορίες που δεν το κάνουν.

Είμαστε επιλεκτικοί στα στοιχεία που επιλέγουμε να συλλέξουμε έτσι ώστε να μην πρέπει να αμφισβητήσουμε τον τρόπο σκέψης μας, επειδή αυτό είναι το ευκολότερο. Αυτή η καταστροφική παγίδα σκέψης είναι πολύ συχνή και μπορεί να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην παραγωγικότητα μας όταν λαμβάνουμε μεγάλες αποφάσεις που βασίζονται σε ψευδείς πληροφορίες.

7. Αισιοδοξία αρχάριων. – Η αισιοδοξία του αρχάριου είναι η ανθρώπινη τάση να υποτιμάμε τον χρόνο που χρειάζεται για να ολοκληρωθεί ένα άγνωστο έργο. Συμβαίνει λόγω έλλειψης σχεδιασμού και έρευνας από κάποιον που είναι ενθουσιασμένος για να κάνει κάτι που δεν έχει κάνει ποτέ πριν.

Με άλλα λόγια, όταν μας ανατίθεται μια νέα εργασία για την οποία είμαστε αγχωμένοι, αντί να αντί να καθυστερήσουμε το ξεκίνημα για να αξιολογήσουμε με ακρίβεια το επίπεδο δυσκολίας και τους πόρους που απαιτούνται, απλά μαντεύουμε και ξεκινάμε.

Έτσι, η προσδοκία μας για τον φόρτο εργασίας βασίζεται στην αισιοδοξία αντί για την εμπειρία του παρελθόντος και αξιόπιστα στοιχεία. Και όλο αυτό μας γυρίζει μπούμερανγκ λίγο αργότερα όταν βρίσκουμε τους εαυτούς μας «πνιγμένους» στην δουλεία για την οποία ήμασταν απροετοίμαστοι.

8. Επαναστατώντας απλά για να αποδείξουμε την προσωπική ελευθερία. – Αν και είναι πιο κοινό στα παιδιά, αυτή η πλάνη σκέψης μπορεί να επηρεάσει άτομα κάθε ηλικίας. Είναι βασικά η επιθυμία ενός ατόμου να κάνει κάτι που του έχουν πει να μην κάνει, από φόβο μήπως του στερηθεί η ελευθερία της επιλογής. Αυτό το άτομο μπορεί να μην θέλει καν να κάνει αυτό για το οποίο επαναστατεί, ωστόσο, απλά το γεγονός ότι υποτίθεται ότι δεν πρέπει να το κάνει τον παρακινεί να το κάνει έτσι και αλλιώς.

9. Κρίνοντας τις ικανότητες κάποιου με βάση μόνο την εμφάνιση του. – Αυτό συμβαίνει χιλιάδες φορές την ημέρα σε όλο τον κόσμο, όταν ένα άτομο υποθέτει κάτι σχετικά με κάποιον άλλο βασιζόμενο στην εμφάνιση του και μόνο. Για παράδειγμα, κάποιος μπορεί να δει έναν ψηλό, καλλωπισμένο άνθρωπο, γύρω στα πενήντα, που φοράει κοστούμι και αμέσως υποθέτει ότι είναι επιτυχημένος και αξιόπιστος, ακόμα και αν δεν υπάρχει ούτε ένα στοιχείο να υποστηρίζει αυτή την υπόθεση. Συμπέρασμα: Δεν μπορείς να κρίνεις ένα βιβλίο από το εξώφυλλο του.

10. Προσπαθώντας να μειώσεις τις απώλειες, κυνηγώντας μια προηγούμενη αποτυχία. – Μερικές φορές αυτός είναι ένας λάθος τρόπος σκέψης που μας δίνει κίνητρο να συνεχίσουμε να υποστηρίζουμε μια προηγούμενη ανεπιτυχή προσπάθεια. Δικαιολογούμε την απόφαση μας να συνεχίζουμε το ίδιο πράγμα, παρά τα νέα στοιχεία που αποδεικνύουν ότι το κόστος του να συνεχίσουμε να το κάνουμε είναι μεγαλύτερο από το αναμενόμενο όφελος.

Το λογικό πράγμα θα ήταν να αλλάξουμε πορεία δράσης. Ωστόσο, λόγω της προσπάθειας που έχουμε ήδη καταβάλλει, αισθανόμαστε δεσμευμένοι στην προσπάθεια μας, έτσι επενδύουμε ακόμα περισσότερο χρόνο, χρήμα και ενέργεια σε αυτό, με την ελπίδα ότι οι πρόσθετες προσπάθειες μας θα ανατρέψουν το αποτέλεσμα. Αλλά ποτέ δεν θα το κάνουν.

Τα δέντρα κρύβουν χρυσό

Συχνά μικροί ακούγαμε την φράση «το χρυσάφι δε φυτρώνει στα δέντρα». Την έκφραση αυτή έρχεται να διαψεύσει περίτρανα μία νέα έρευνα από την Αυστραλία, που αποδεικνύει ότι τα φύλλα των ευκαλύπτων κρύβουν μέσα τους πραγματικό χρυσάφι.

Όπως εξηγούν οι Αυστραλοί επιστήμονες με επικεφαλής τον Μέλβιν Λίντερ από το πρακτορείο Επιστημών της Γης και Αξιολόγησης Πηγών CSIRO, οι ρίζες των ευκαλύπτων μπορεί να ψάχνουν σε βάθος μεγαλύτερο από 40 μέτρα αναζητώντας νερό.

Στα πλαίσια της έρευνας, οι επιστήμονες συνέκριναν τα φύλλα ευκαλύπτου σε περιοχές κοντά σε ορυχεία χρυσού στη Δυτική Αυστραλία με φύλλα από δέντρα 800 μέτρα μακριά. Μεγάλωσαν και ευκαλύπτους σε θερμοκήπια με χώμα δόση με σωματίδια χρυσού , καθώς και σε κανονικό χώμα, χωρίς χρυσό.

Αυτό που ανακάλυψαν είναι ότι τα φύλλα των δέντρων αποθηκεύουν σωματίδια χρυσού μεγέθους περίπου οκτώ μικρομέτρων και όπως εικάζουν οι επιστήμονες τα σωματίδια αυτά προέρχονται από μεγάλα βάθη κάτω από το έδαφος, εκεί που βρίσκεται το ριζικό σύστημα των δέντρων.

Ωστόσο, οι ερευνητές εξηγούν ότι ο χρυσός είναι πιθανώς τοξικά για τα φυτά και έτσι τον στέλνουν προς τα άκρα τους (τα φύλλα), ή σε προνομιακές ζώνες εντός των κυττάρων τους, προκειμένου να μειωθεί η δηλητηριώδης βιοχημική αντίδραση του.

Με το χρυσό να κοστίζει περισσότερο από 42.000 δολάρια το κιλό, είναι φυσικό οι χρυσοθήρες να θέλουν να ερευνήσουν αυτά τα ευρήματα στα δέντρα ευκαλύπτου, ειδικά όταν οι ανακαλύψεις χρυσού έχουν μειωθεί περίπου 45% κατά την τελευταία δεκαετία.

Ωστόσο μην αρχίσετε να γεμίζετε με φύλλα ευκαλύπτου το πορτοφόλι σας, αφού η μέση συγκέντρωση του χρυσού στα φύλλα είναι λιγότερο από 0,000005% του βάρους κάθε φύλλου.

Για επίδοξους χρυσοθήρες, ωστόσο, οι ευκάλυπτοι θα μπορούσαν να προσφέρουν οικονομικές και οικολογικές μεθόδους για τον εντοπισμό κοιτασμάτων χρυσού, ειδικά των μικρών κοιτασμάτων που τα συστήματα ευρείας γεώτρησης μπορεί να παραβλέπουν.

«Η έρευνα επισημαίνει ότι οι ευκάλυπτοι θα μπορούσαν να αποκαλύψουν μυστικά κοιτάσματα που κρύβονται υπόγεια» συμπεραίνουν οι ερευνητές.

«Τεχνητό αστέρι» στη Γη για την αντικατάσταση ορυκτών καυσίμων

Η τεχνολογία παραγωγής καθαρής, άφθονης και ανέξοδης ενέργειας θα είναι διαθέσιμη σε περίπου 35 χρόνια

Επιστήμονες από 34 διαφορετικές χώρες, μεταξύ των οποίων η Ρωσία, η Ιαπωνία, οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ινδία, η Κίνα, η Ν. Κορέα και αρκετά ευρωπαϊκά κράτη, αντιπροσωπεύοντας πάνω από το 50% του παγκόσμιου πληθυσμού, συνεργάζονται σε ένα έργο στο Κανταράς της Γαλλίας, με στόχο την κατασκευή ενός πυρηνικού αντιδραστήρα ικανού να παράγει ενέργεια μέσω σύντηξης, όπως ο Ήλιος. Το όνομα του προγράμματος είναι ITER, που σημαίνει «ο τρόπος» στα λατινικά, και επινοήθηκε το 1986.

Σύμφωνα με τον Μπερνάρ Μπιγκό, γενικό διευθυντή της έρευνας, το κύριο πλεονέκτημα είναι ότι το καύσιμο που χρησιμοποιείται, το υδρογόνο, είναι ένα στοιχείο τόσο άφθονο στη φύση που υπάρχουν αποθεματικά για εκατομμύρια χρόνια.

Ένα άλλο σημαντικό όφελος αφορά τα απόβλητα, αφού αν και η πυρηνική σύντηξη παράγει ραδιενεργά απόβλητα, ο χρόνος ζωής τους είναι μόλις μερικές εκατοντάδες χρόνια, ενώ στην περίπτωση της σχάσης, της μεθοδολογίας που χρησιμοποιείται σήμερα για την παραγωγή πυρηνικής ενέργειας, είναι εκατομμύρια χρόνια.

Μεταξύ των κύριων προκλήσεων που πρέπει να αντιμετωπίσει το έργο είναι η φύση του τριτίου, ενός φυσικού ραδιενεργού ισοτόπου του υδρογόνου το οποίο χρησιμοποιείται για την αντίδραση.

Το τρίτιο έχει ένα πολύ σύντομο χρόνο ημιζωής και σε περίπτωση ατυχήματος, η διαρροή του δεν μπορεί να σταματήσει.

Ωστόσο ο Μπιγκό δήλωσε ότι αν ένα ατύχημα λάβει χώρα, η ποσότητα που θα απελευθερωθεί στο περιβάλλον θα είναι άκακη για το κοντινό πληθυσμό. Μια άλλη σημαντική πρόκληση είναι το πολύ υψηλό κόστος του ITER, που σήμερα εκτιμάται σε περίπου 16 δισεκατομμύρια δολάρια ευρώ.

Προτού συναρμολογηθεί ο αντιδραστήρας, τα μέρη του, που κατασκευάζονται σε διάφορες χώρες του κόσμου, θα πρέπει να λειτουργήσουν μαζί σε ένα εικονικό περιβάλλον δοκιμών.

Οι επιστήμονες εκτιμούν πως οι πρώτες ποσότητες παραγόμενης ενέργειας θα γίνουν διαθέσιμες στο εμπόριο το έτος 2050.

M. Heidegger: Είναι και Χρόνος

Είναι και Χρόνος: § 40

Αγωνία και ανεστιότητα

     Ι. Η έννοια της ανεστιότητας αποκτά στον Χάιντεγκερ μια πολύπλευρη φιλοσοφική σημασία, που αφήνει πίσω της κάθε απόπειρα περιορισμού της στα ασφυκτικά πλαίσια μιας γεωγραφικής οριοθέτησης ή μιας α-νοηματικής λέξης των ποικίλων ιδεολογισμών. Μια αυθεντικά ουσιώδη πραγμάτευση της εν λόγω έννοιας επιχειρεί, πρωτίστως, ο κορυφαίος Γερμανός φιλόσοφος στο Είναι και Χρόνος. Πιο ειδικά, τη συνυφαίνει με την ανάλυση της αγωνίας. Το ανθρώπινο Dasein, ενόσω αναζητεί την πραγμάτωση του Είναι (του) μέσα στον κόσμο, αποκτά τον χαρακτήρα, κατά ένα τρόπο, ενός μέσα-στον-κόσμο-Είναι (In-der-Welt-sein). Πρόκειται για έναν ενδοκοσμικό/εγκόσμιο χαρακτήρα της ανθρώπινης ύπαρξης, δυνάμει του οποίου το ανθρώπινο Dasein, από την υπαρκτική του σκοπιά, δηλαδή τη σκοπιά του τρόπου του Είναι του, του υπαρκτικού τρόπου για Είναι, βιώνει την παρ-ουσία του μέσα στον κόσμο ως πτώση/έκπτωση/κατάπτωση, καθώς ρίχνεται μοιραία μέσα στην εξ- ουσία των πολλών. Βρίσκεται πάντα μπροστά στον κίνδυνο να χάνει τον εαυτό του, ως ολότητα, μέσα στον κόσμο και στην πρό-χειρη παρ-ουσία του σ’ αυτόν.
    
     ΙΙ. Έτσι, αυτό που μας κάνει να αγωνιούμε, κατανοώντας το «μας» ως το εκάστοτε ενικό/εξατομικευμένο Dasein και όχι ως κοινότητα ανθρώπων, είναι η ίδια η εύρεσή μας μέσα στον κόσμο και με όρους του Χάιντεγκερ: το ίδιο το μέσα-στον-κόσμο-Είναι:

«Αυτό για το οποίο αγωνιούμε, αποκαλύπτεται πως είναι το ίδιο με αυτό, μπρος στο οποίο αγωνιούμε: το μέσα-στον-κόσμο-Είναι… το διανοίγειν ταυτίζεται υπαρκτικά με τα διανοιγόμενα, κατά τρόπο μάλιστα, ώστε μέσα σ’ αυτά να διανοίγεται ο κόσμος ως κόσμος, το Εν-είναι [=το εντός καθορισμένου από άλλους χώρου Είναι του ανθρώπινου όντος] ως δυνατότητα για εξατομικευμένο, καθαρό, ριγμένο Είναι…» (Είναι και Χρόνος, τ. Ι, σ. 304).

Η αγωνία ως εκ τούτου ωθεί εγγενώς το εν λόγω εξατομικευμένο Dasein, αυτή τούτη την καθέκαστη ανθρώπινη ύπαρξη, να εκδιπλώνεται, να διανοίγεται δηλαδή, μέσα στον κόσμο ως solus ipsus (=μόνος αυτός). Η κατάπτωση και συνάμα η διανοικτότητά του στον περιβάλλοντα κόσμο και μέσα στην ανωνυμία των πολλών μπορεί να ιδωθεί ως μια κίνηση φυγής προ του εαυτού του. Με την κατάπτωση, συνακόλουθα, το Dasein απωθείται όλο και πιο πολύ από τόν αυθεντικό Εαυτό. Αυτή η απώθηση αποτελεί ένα τρόπο αντιμετώπισης του εαυτού του ‒και όχι απλώς εγκατάλειψης‒ προς την κατεύθυνση της διανοικτότητας.

     ΙΙΙ. Εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα υπαρκτικό/υπαρξιακό σολιψισμό, που δεν πρέπει να νοείται ως εκτόπιση, απομόνωση ενός υποκειμένου από τον κόσμο, παρά ως οδήγηση του Dasein, μια οδήγηση-πεπρωμένο για το τελευταίο, μπρος στον κόσμο, ως τον κόσμο του, αλλά και μπρος στον εαυτό του, ως ευρισκόμενο μέσα στον κόσμο, δηλαδή ως μέσα-στον-κόσμο-Είναι. Η αγωνία, υπ’ αυτή την έννοια, είναι ανεστιότητα: άγει το Dasein μέσα σε έναν κόσμο, μια εγκοσμιότητα, που δεν του επιτρέπει να αισθάνεται πως βρήκε τη γαλήνη του, την ιδιάζουσα σε αυτό διαμονή, την προσδοκώμενη υπαρκτικο-οντολογική του πραγμάτωση. Αυτή η ανεστιότητα όμως δεν αποτελεί κατάρα για το Dasein, αλλά υπό μια έννοια λύτρωση, καθώς είναι η μόνη δυνατότητά του να μεριμνά διαρκώς για να αποφεύγει την κατάπτωση: να αφυπνίζεται, να συνειδητοποιεί τη μοναχικότητά/μοναδικότητά/ενικότητά του μέσα στη βοή των πολλών, να βρίσκεται σε εγρήγορση, να κινείται μέσα στην ανηλεή ένταση της ζωής/του κόσμου, αλλά πάντα με την περίσκεψη και τη νηφαλιότητα που απαιτεί η αυθεντική μέριμνα και αγωνία.

Αρχαία Ελληνική Ιστοριογραφία: Μεθοδολογία της ιστορικής έρευνας - Αλήθεια και αντικειμενικότητα

(α) Αλήθεια

Η ιστορία της αρχαίας ιστοριογραφίας αρχίζει με μια εμφατική δήλωση ότι στόχος του ιστορικού είναι η αλήθεια. Στο προοίμιο των Γενεαλογιώντου ο λογογράφος Εκαταίος ο Μιλήσιος δηλώνει ρητά: Ἑκαταῖος Μιλήσιος ὧδε μυθεῖται· τάδε γράφω, ὥς μοι δοκεῖ ἀληθέα εἶναι·οἱ γὰρ Ἑλλήνων λόγοι πολλοί τε καὶ γελοῖοι, ὡς ἐμοὶ φαίνονται, εἰσίν [αυτά τα λέει ο Εκαταίος από τη Μίλητο· γράφω τα παρακάτω έτσι όπως νομίζω ότι ανταποκρίνονται στην αλήθεια· γιατί όσα λέγουν οι Έλληνες είναι, καθώς μου φαίνεται, πολλά και γελοία]. H επίκληση της αλήθειας ως στόχου του έργου δεν γίνεται με τον τρόπο του έπους, με τη βοήθεια δηλαδή μιας εξωτερικής πηγής έμπνευσης (όπως συμβαίνει στους στίχους 26-27 της Θεογονίας του Ησιόδου ἴδμεν ψεύδεα πολλὰ λέγειν ἐτύμοισιν ὁμοῖα, / ἴδμεν δ' εὖτ' ἐθέλωμεν ἀληθέα γηρύσασθαι που αναμφίβολα υπόκεινται στο παρόν χωρίο), αλλά βασίζεται στην προσωπική γνώμη (δόξα). Η αλήθεια αυτή κατακτάται με την αυτηρή κριτική της παράδοσης. Αλήθεια και κριτική της παράδοσης, και μάλιστα των προκατόχων, θα αποτελέσουν έννοιες αδιαχώριστες σε ολόκληρη την πορεία του είδους.
 
Όταν έχουμε υπόψη το προηγούμενο του Εκαταίου μας ξαφνιάζει το γεγονός -που δεν έχει ερμηνευθεί ικανοποιητικά έως σήμερα από την έρευνα- ότι ο πατέρας της ιστορίας, ο Ηρόδοτος, πουθενά στο έργο του δεν ορίζει ως στόχο της ἱστορίης του την αλήθεια. Πρώτο του καθήκον θεωρεί την αναδιήγηση της παράδοσης (7.152.3): ἐγὼ δὲ ὀφείλω λέγειν τὰ λεγόμενα, πείθεσθαί γε μὲν οὐ παντάπασιν ὀφείλω, καί μοι τοῦτο το ἔπος ἐχέτω ἐς πάντα λόγον («εγώ όμως έχω την υποχρέωση ν' αναφέρω τα όσα λέγονται, αλλά δεν έχω την υποχρέωση να τα πιστεύω κι αυτό που λέω ισχύει για όλο μου το έργο») -δύο ακόμη χωρία επιβεβαιώνουν αυτή την ιστοριογραφική αρχή: 2.123.1 τοῖσι μέν νυν ὑπ' Αἰγυπτίων λεγομένοισι χράσθω ὅτεῳ τὰ τοιαῦτα πιθανά ἔστι· ἐμοὶ δὲ παρὰ πάντα λόγον ὑπόκειται ὅτι τὰ λεγόμενα ὑπ' ἑκάστων ἀκοῇ γράφω («τα όσα λένε οι Αιγύπτιοι για τα τέτοια, ας τα πάρει ο καθένας όπως νομίζει. Όσο για μένα ακολουθώ σ' όλο μου το έργο την ίδια αρχή, ν' αναφέρω τα όσα μού είπαν στα διάφορα μέρη, όπως τα έχω ακούσει») και 3.9.1 οὗτος μὲν ὁ πιθανώτερος τῶν λόγων εἴρηται, δεῖ δὲ καὶ τὸν ἧσσον πιθανόν, ἐπεί γε δὴ λέγεται, ῥηθῆναι («αυτό είναι το πιθανότερο που έγινε, αλλά πρέπει να αναφέρω και το λιγότερο πιθανό, αφού και αυτό λέγεται»). Η ρητά επαναλαμβανόμενη αρχή της διατήρησης και καταγραφής της παράδοσης πρέπει προφανώς να θεωρηθεί αντίδραση στην κριτική μέθοδο που ανήγγειλε ο Εκαταίος στην εισαγωγική φράση του έργου του (FGrH 1 F 1a) και η οποία τις περισσότερες φορές κατέληγε στη βίαιη τροποποίηση της παράδοσης. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι συχνά ο Ηρόδοτος δηλώνει ότι είναι υποχρεωμένος να πει την αλήθεια (π.χ. 7.139.1: ἐνθαῦτα ἀναγκαίηι ἐξέργομαι γνώμην ἀποδέξασθαι ἐπίφθονον μὲν πρὸς τῶν πλεόνων ἀνθρώπων, ὅμως δέ, τῆι γέ μοι φαίνεται εἶναι ἀληθές, οὐκ ἐπισχήσω), μόνο που θεωρεί την υποχρέωση του λέγειν τὰ λεγόμενα ανώτερη: 4.195.2: ταῦτα εἰ μὲν ἔστι ἀληθέως οὐκ οἶδα, τὰ δὲ λέγεται γράφω.
 
O Θουκυδίδης είναι λοιπόν εκείνος που έθεσε πρώτος την αναζήτηση της αλήθειας ως απόλυτο ιστοριογραφικό κανόνα σε μια οξεία αντίδραση προς τον Ηρόδοτο (1.20.3): οὕτως ἀταλαίπωρος τοῖς πολλοῖς ἡ ζήτησις τῆς ἀληθείας, καὶ ἐπὶ τὰ ἑτοῖμα μᾶλλον τρέπονται «τόσο αδοκίμαστα αναζητούν οι πολλοί την αλήθεια και στρέφονται προς όσα βρίσκουν έτοιμα». Ο ιστορικός δηλώνει ήδη στην αρχή του κεφ. 20 ότι έχει πλήρη επίγνωση των δυσκολιών που έχει να αντιμετωπίσει η μελέτη του παρελθόντος: τὰ μὲν οὖν παλαιὰ τοιαῦτα ηὗρον, χαλεπὰ ὄντα παντὶ ἑξῆς τεκμηρίῳ πιστεῦσαι «βρήκα λοιπόν την παλιά κατάσταση όπως την περιέγραψα κ' ήταν κάμποσο δύσκολη απ' όλες τις απόψεις, να πιστέψει κανείς στις κάθε λογής πρόχειρες μαρτυρίες». Η άκριτη στάση των ανθρώπων, η οποία δεν αντισταθμίζεται από τη μικρή χρονική ή τοπική απόσταση που τους χωρίζει ενδεχομένως από τα γεγονότα, αποτελεί τον κυριότερο λόγο για κάτι τέτοιο: οἱ γὰρ ἄνθρωποι τὰς ἀκοὰς τῶν προγεγενημένων, καὶ ἢν ἐπιχώρια σφίσιν ᾖ, ὁμοίως ἀβασανίστως παρ' ἀλλήλων δέχονται «οι άνθρωποι δηλαδή δέχονται ο ένας από το στόμα του άλλου εξίσου ανεξέλεγκτα τα όσα ακούνε για τα περασμένα γεγονότα, ακόμα και όταν πρόκειται για ντόπια πράγματα». Ο Θουκυδίδης αναφέρει ως παράδειγμα άκριτης υιοθέτησης προφορικών πληροφοριών, παρά την τοπική εγγύτητα, την αθηναϊκή παράδοση για τους τυραννοκτόνους και με δύο επιπλέον παραδείγματα αποδεικνύει την επιπόλαιη, άκριτη στάση «των πολλών» απέναντι ακόμα και σε σύγχρονά τους γεγονότα: οι Έλληνες πιστεύουν ότι οι βασιλείς της Σπάρτης δεν διαθέτουν ο καθένας μία ψήφο, όπως συμβαίνει στην πραγματικότητα, αλλά δύο, και ότι στον στρατό των Λακεδαιμονίων υπάρχει ένας Πιτανάτης λόχος, ο οποίος ουδέποτε υπήρξε πραγματικά. Αυτή η σειρά παραδειγμάτων κλείνει με μια βαρυσήμαντη δήλωση, στην οποία ως στόχος της διερεύνησης του παρελθόντος ορίζεται η αναζήτηση της αλήθειας (ζήτησις τῆς ἀληθείας): οὕτως ἀταλαίπωρος τοῖς πολλοῖς ἡ ζήτησις τῆς ἀληθείας, καὶ ἐπὶ τὰ ἑτοῖμα μᾶλλον τρέπονται «τόσο αδοκίμαστα αναζητούν οι πολλοί την αλήθεια, και στρέφονται προς όσα βρίσκουν έτοιμα». Αυτή λοιπόν η επίμονη προσπάθεια του Θουκυδίδη να ανακαλύψει την αλήθεια είναι το ριζικά διαφορετικό. Ο Θουκυδίδης ολοκληρώνει το τμήμα το σχετικό με την έρευνα του παρελθόντος επικρίνοντας τις μεθόδους προσέγγισης τόσο των ποιητών, «οι οποίοι στολίζουν και μεγαλοποιούν τα όσα υμνούν» (ὡς ποιηταὶ ὑμνήκασι περὶ αὐτῶν ἐπὶ τὸ μεῖζον κοσμοῦντες) όσο και των λογογράφων, «οι οποίοι συγκολλούν τα γεγονότα με σκοπό να τα κάνουν πιο ευχάριστα στους ακροατές παρά αληθινά, χωρίς να τα ελέγξουν, αφού μάλιστα τα περισσότερα έχουν καταντήσει από το πέρασμα του καιρού να επικρατήσουν σαν απίστευτοι μύθοι» (ὡς λογογράφοι ξυνέθεσαν ἐπὶ τὸ προσαγωγότερον τῇ ἀκροάσει ἢ ἀληθέστερον, ὄντα ἀνεξέλεγκτα καὶ τὰ πολλὰ ὑπὸ χρόνου αὐτῶν ἀπίστως ἐπὶ τὸ μυθῶδες ἐκνενικηκότα).
 
Μετά τον Θουκυδίδη η ἀλήθεια καθιερώνεται ως ο κύριος στόχος του ιστορικού: έτσι ο Πολύβιος: 34.4.2: τῆς μὲν οὖν ἱστορίας ἀλήθειαν εἶναι τέλος ή 12.12.3: τῆς ἱστορίας ἐὰν ἄρηις τὴν ἀλήθειαν, τὸ καταλειπόμενον αὐτῆς ἀνωφελὲς γίνεται διήγημα, ο Στράβωνας 11 (504): ἡ δ' ἱστορία βούλεται τἀληθές, ο Λουκιανός (Πῶς δεῖ ἱστορίαν συγγράφειν, 39): μόνηι θυτέον τῆι ἀληθείαι, εἴ τις ἱστορίαν γράψων ἴηι (μόνον εις την αλήθειαν πρέπει να αφοσιωθή ο θέλων να γράψη ιστορίαν).
 

(β) Αντικειμενικότητα

Μια διαίτερη πτυχή της αλήθειας είναι η αντικειμενικότητα -η πιο συχνή υπόσχεση την οποία δίνουν οι αρχαίοι ιστορικοί. Το παράδειγμα που ακολούθησαν υπήρξε και σε αυτόν τον τομέα ο Όμηρος. O ομηρικός αφηγητής είναι ένας εξωτερικός αφηγητής (δηλαδή δεν συμμετέχει στα γεγονότα που εξιστορεί), ο οποίος δεν αποκαλύπτει (σχεδόν) τίποτε για το πρόσωπό του· η στάση του απέναντι στην ιστορία που αφηγείται είναι κατά βάση ουδέτερη, αντικειμενική -τα γεγονότα μοιάζουν να εξιστορούνται από μόνα τους. Αυτό το «δόγμα» της επικής ποίησης που υπογράμισαν γενιές ολόκληρες ερευνητών δεν έχει καταφέρει να κλονίσει ούτε η πρόσφατη αφηγηματολογική στροφή της έρευνας που υπογραμμίζει ότι η πολυθρύλητη αυτή «αντικειμενικότητα» του επικού ποιητή υπονομεύεται συνειδητά από τον ίδιο με διάφορους έμμεσους τρόπους. Στην Ιλιάδα ο Όμηρος παρουσιάζει τις πράξεις Ελλήνων και Τρώων χωρίς μεροληψία -δεν είναι τυχαίο που ο πιο συμπαθής, ο πιο ανθρώπινος ίσως ήρωας του έπους είναι ένας Τρώας, ο Έκτορας.
 
Την ίδια αντικειμενική στάση απέναντι στα γεγονότα και τους πρωταγωνιστές τους θα κρατήσει και ο Ηρόδοτος. Ήδη στο προοίμιο του έργου εξαγγέλλει ως πρόθεσή του να εξιστορήσει τα «θαυμαστά» έργα Ελλήνων και βαρβάρων (1.1.1: μήτε ἔργα μεγάλα τε καὶ θωμαστά, τὰ μὲν Ἕλλησι τὰ δὲ βαρβάροισι ἀποδεχθέντα, ἀκλεᾶ γένηται)· από την πρώτη κιόλας πρόταση του έργου απορρίπτεται συνεπώς η στενή ελληνική προοπτική, η ἱστορίη συμμορφώνεται ευθύς εξαρχής με την επιταγή της αντικειμενικότητας. Στο τέλος μάλιστα των εισαγωγικών κεφαλαίων θα επαναλάβει ότι η αφήγησή του θα περιλάβει όλους αδιακρίτως, μικρές και μεγάλες πόλεις ανθρώπων (1.5.3: ὁμοίως σμικρὰ καὶ μεγάλα ἄστεα ἀνθρώπων ἐπεξιών). Η αντικειμενικότητα με την οποία αντιμετωπίζει τη στάση ορισμένων Ελλήνων κυρίως κατά την εκστρατεία του Ξέρξη θα επισύρει ως γνωστόν την (αστήρικτη) κατηγορία εναντίον του ότι υπήρξε φιλοβάρβαρος (Πλούταρχος).
 
Ως ο κατ' εξοχήν αντικειμενικός ιστορικός θεωρήθηκε ανέκαθεν -και εξακολουθεί να θεωρείται, αν και όχι ανεπιφύλακτα- ο Θουκυδίδης. Και αυτός, όπως ο Ηρόδοτος, όταν γράφει στο κεφάλαιο για τη μέθοδό του (1.22.2) ότι μία από τις κύριες πηγές εσφαλμένων πληροφοριών που έπρεπε να αντιμετωπίσει ήταν εκείνοι που από προσωπικές συμπάθειες (εὔνοια) διαστρέβλωναν τα γεγονότα, εμμέσως δηλώνει ότι ο ίδιος επεδίωξε να είναι αντικειμενικός.
 
Στο Πῶς δεῖ ἱστορίαν συγγράφειν ο Λουκιανός απαριθμεί τις διάφορες επιταγές της ιστορικής αντικειμενικότητας (κεφ. 41): Τοιοῦτος οὖν μοι ὁ συγγραφεὺς ἔστω, ἄφοβος, ἀδέκαστος, ἐλεύθερος, παρρησίας καὶ ἀληθείας φίλος, ὡς ὁ κωμικός φησι, τὰ σῦκα σῦκα, τὴν σκάφην δὲ σκάφην ὀνομάσων, οὐ μίσει οὐδὲ φιλίᾳ τι νέμων οὐδὲ φειδόμενος ἢ ἐλεῶν ἢ αἰσχυνόμενος ἢ δυσωπούμενος, ἴσος δικαστής, εὔνους ἅπασιν ἄχρι τοῦ μὴ θατέρῳ ἀπονεῖμαι πλεῖον τοῦ δέοντος, ξένος ἐν τοῖς βιβλίοις καὶ ἄπολις, αὐτόνομος, ἀβασίλευτος, οὐ τί τῷδε ἢ τῷδε δόξει λογιζόμενος, ἀλλὰ τί πέπρακται λέγων (τοιούτον λοιπόν θέλω τον συγγραφέα, άφοβον, ανώτερον αμοιβών και δώρων, ελεύθερον, φίλον της ειλικρνείας και της αληθείας, ο οποίος, κατά τον κωμικόν, να λέγη τα σύκα σύκα και την σκάφην σκάφην· ούτε εις το μίσος ούτε εις την φιλίαν να χαρίζεται· να μη φείδεται ή νὰ λυπήται ή να εντρέπεται να γράψη την αλήθειαν ή να την αποσιωπά, δια να περιποιηθή· να είναι ίσος προς όλους δικαστής και εξ ίσου φίλος προς όλους, ώστε να μη απονέμη εις κανένα περισσότερον αφ᾽ ό,τι του ἀνήκει· να είναι ξένος προς τα βιβλία του και να μη θεωρή πατρίδα καμμίαν πόλιν, ανεξάρτητος και μη υποκείμενος εις κανένα βασιλέα· να μη σκέπτεται δε πώς θα φανούν εις τον τάδε και τον τάδε όσα γράφει, αλλὰ να γράφη ό,τι έγιναν).

Πέμπτη 30 Αυγούστου 2018

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Ἱκέτιδες (776-824)

ΣΤΑΣΙΜΟΝ ΤΡΙΤΟΝ


ΧΟ. ἰὼ γᾶ βοῦνι, πάνδικον σέβας, [στρ. α]
τί πεισόμεσθα; ποῖ φύγωμεν Ἀπίας
χθονὸς κελαινὸν εἴ τι κεῦθός ἐστί που;
μέλας γενοίμαν καπνὸς
780 νέφεσσι γειτονῶν Διός,
τὸ πᾶν δ᾽ ἄφαντος ἀμπετὴς ἀιδνὸς ὡς
κόνις ἄτερθε πτερύγων ὀλοίμαν.

ἄφρικτον δ᾽ οὐκέτ᾽ ἂν πέλοι κέαρ· [ἀντ. α]
785 κελαινόχρως δὲ πάλλεταί μου καρδία.
πατρὸς σκοπαὶ δέ μ᾽ εἷλον· οἴχομαι φόβῳ.
θέλοιμι δ᾽ ἂν μορσίμου
βρόχου τυχεῖν † ἐν σαργάναις †,
790 πρὶν ἄνδρ᾽ ἀπευκτὸν τῷδε χριμφθῆναι χροΐ·
πρόπαρ θανούσας [δ᾽] Ἀίδας ἀνάσσοι.

πόθεν δέ μοι γένοιτ᾽ ἂν αἰθέρος θρόνος, [στρ. β]
πρὸς ὃν κύφελλ᾽ ὑδρηλὰ γίγνεται χιών,
ἢ λισσὰς αἰγίλιψ ἀπρόσ-
795 δεικτος οἰόφρων κρεμὰς
γυπιὰς πέτρα, βαθὺ
πτῶμα μαρτυροῦσά μοι,
πρὶν δαΐκτορος βίᾳ
καρδίας γάμου κυρῆσαι;

800 κυσὶν δ᾽ ἔπειθ᾽ ἕλωρα κἀπιχωρίοις [ἀντ. β]
ὄρνισι δεῖπνον οὐκ ἀναίνομαι πέλειν·
τὸ γὰρ θανεῖν ἐλευθεροῦ-
ται φιλαιάκτων κακῶν.
ἐλθέτω μόρος, πρὸ κοί-
805 τας γαμηλίου τυχών.
ἀμφυγᾶς τίν᾽ ἔτι πόρον
τέτμω γάμου λυτῆρα;

ἴυζε δ᾽ ὀμφάν, οὐράνια [στρ. γ]
μέλη λιτανὰ θεοῖσι καὶ
810 τέλεα δέ μοί πως πελόμενα [μοι],
λύσιμα † μάχιμα δ᾽· ἔπιδε, πάτερ,
βίαια μὴ φίλοις ὁρῶν
ὄμμασιν ἐνδίκως.
815 σεβίζου δ᾽ ἱκέτας σέθεν,
γαιάοχε παγκρατὲς Ζεῦ.

† γένος γὰρ Αἰγύπτιον ὕβριν [ἀντ. γ]
δύσφορον ἀρσενογενὲς †
μετά με δρόμοισι διόμενοι
820 φυγάδα μάταισι πολυθρόοις
βίαια δίζηνται λαβεῖν.
σὸν δ᾽ ἐπίπαν ζυγὸν
ταλάντου. τί δ᾽ ἄνευ σέθεν
θνατοῖσι τέλειόν ἐστιν;

***
ΤΡΙΤΟ ΣΤΑΣΙΜΟ

ΧΟΡΟΣ
Βουνίσια Γη, σέβας μου ολόδικο,
τί έχω να πάθω; πού να φύγω, αν είν᾽ εδώ
στου Άπη τη χώρα ένας κρυψώνας σκοτεινός;
Μαύρος καπνός ας ήμουν
780 στου Δία τα νέφη γειτονιά,
η άφαντ᾽ ολότελα σαν το
κορνιαχτό, πανεμοσκορπά,
δίχως φτερά ας χανόμουν.

Δεν είναι να ξεφύγω το κακό
κι η μαύρη μου καρδιά απ᾽ το φόβο μου σπαρνά
γι᾽ αυτά που είδε απ᾽ τις βίγλες του ο πατέρας.
Θάνατο κάλλιο να ᾽βρω
με βρόχια στο λαιμό, παρά
μισητός άντρας στο κορμί
790 ν᾽ αγγίξει αυτό μου, και νεκρή
πριν ας με πάρει ο χάρος.

Πώς να ήταν να ᾽χα στον αιθέρα θρόνο, εκεί
που της βροχής τα σύγνεφα γίνουνται χιόνια;
ή βράχος να ήτανε κοφτός
έρμος περήφανος ορθός
σ᾽ απάτητα ύψη – κρεμαστή
αϊτοφωλιά – που ένα βαθύ
να μ᾽ ασφαλίσει πέσιμο, παρά
γάμος αθέλητος να μ᾽ εύρει;

800 Όχι δε θα ᾽λεγα έπειτα και τα σκυλιά
και τα όρνια τα τριγυρινά να με σπαράξουν,
γιατ᾽ είναι ο μόνος λυτρωμός
στα βαριοστέναχτα δεινά
ο θάνατος· κι ας έρθει πριν
με δεχτεί κλίνη νυφική·
ή ποιό άλλο δρόμο να βρω πια
για να γλιτώσω από το γάμο;

Μα ύψωνε θρήνους ως τους ουρανούς
με λιτανείες σ᾽ όλους τους θεούς
810 που ίσως και κάποιο τέλος δώσουν.
Επίβλεψε, πατέρα, τον αγώνα μας
και ιδές τη βία μ᾽ όψη όχι φαιδρή
των δίκιων των ματιώ σου.
ικέτες σου σεβάσου, παντοδύναμε
Δία, π᾽ όλο τον κόσμο έχεις δικό σου.

Γιατί του Αιγύπτου μ᾽ άθεη αποκοτιά
η αρσενική ανυπόφερτη γενιά
μ᾽ έχουνε πάρει από κοντά κυνήγι,
820 ψάχνοντας με πολύβουα αλαλητά
με βια να με στριμώξουν, κι όπου φύγει·
μα εσύ ᾽σαι μόνος που κρατάς τη ζυγαριά
στο χέρι· και στον άνθρωπο χωρίς εσένα
πράμα δεν είναι να γενεί κανένα!

Η ΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΣΤΟ ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ

Η εκτίμηση της συμβολής αυτών των κάθε λογής κρίσεων δεν είναι εύκολη. Γιατί, από τη στιγμή που τις χωρίζει κανείς από τα συμφραζόμενά τους, φτωχαίνουν, σε σημείο που να φαίνονται αυταπόδεικτες αλήθειες ή απλές κοινοτοπίες, τουλάχιστον αμφισβητήσιμες. Πραγματικά, μόνο ο συνδυασμός των κρίσεων μεταξύ τους και ο έλεγχος, που ασκεί ο συσχετισμός με αντίθετες αναλύσεις και με τη διήγηση, δίνουν στις βεβαιώσεις αυτές μια συγκεκριμένη και κατά κάποιο τρόπο επιστημονική αξία· έτσι αποφεύγεται πραγματικά ο υπερβολικά βεβαιωτικός χαρακτήρας, που θα μπορούσαν να έχουν, αν ήταν απομονωμένες. Επίσης αυτός ο συνδυασμός είναι, που τους δίνει την πρωτοτυπία τους και το ενδιαφέρον τους δείχνοντας πού καταλήγουν.
 
Πρέπει, λοιπόν, να διατηρούμε στο νου μας αυτήν την ιδέα, κάθε φορά που εξετάζομε τις γενικές κρίσεις καθαυτές, και να θυμόμαστε πως είναι σαν τις λέξεις μέσα σε μια φράση, σαν τις νότες μέσα σε μια μελωδία, σαν τις εξισώσεις μέσα σ’ ένα θεώρημα.
 
Αυτό αληθεύει ακόμη περισσότερο, αν πιάσομε τα πρώτα στοιχεία, πάνω στα οποία στηρίζονται οι πιο δουλεμένες κρίσεις.
 
Τα πρώτα αυτά στοιχεία είναι, χωρίς συζήτηση, ψυχολογικού χαρακτήρα. Γιατί ο Θουκυδίδης δεν ξέρει σχεδόν καμιά άλλη κατηγορία ερμηνείας. Οι θεϊκές ερμηνείες δεν έχουν πια πέραση σ’ αυτόν και οι σύγχρονες ερμηνείες που επικαλούνται με κάθε ευσυνειδησία αίτια οικονομικά ή κοινωνικά, δεν υπήρχαν ακόμα.
 
Οι πρόοδοι της Αθήνας έκαναν τον πόλεμο αναγκαίο- αυτή όμως η αναγκαιότητα θεωρείται συναίσθημα· κάτι σαν ανησυχία, την οποία εμπνέει στους Λακεδαιμονίους αυτή η ανάπτυξη. Επίσης η οικονομία παίζει, βέβαια, ένα ρόλο· αλλά επεμβαίνει μόνο σαν επιθυμία για πλουτισμό, την οποία εμπνέει σε μερικούς, ή σαν άμιλλα, που γεννά σε άλλους, ή σαν τις συμπάθειες ή τις ζήλειες που ξυπνά. Ο ρόλος της θεωρείται «πλεονεξία» ή φροντίδα για την εξασφάλιση. Ακόμη και διαπιστώσεις τεχνικές και υλικές δέχονται ερμηνείες παρόμοιας φύσης. Έτσι, ο Θουκυδίδης παρατηρεί στο βιβλίο Ε με αφορμή τη μάχη της Μαντινείας την τάση που έχουν οι στρατοί να λοξοδρομούν προς τα δεξιά3· και το εξηγεί - ακόμη μια φορά - με ένα συναίσθημα: «Πραγματικά, ο καθένας από φόβο σφίγγει, όσο μπορεί περισσότερο, το απροστάτευτο πλευρό του πάνω στην ασπίδα του προς τα δεξιά συμπολεμιστή του πιστεύοντας πως η πυκνότητα της συμπαράταξης προσφέρει την καλύτερη κάλυψη». Κάθε φορά, λοιπόν, ανατρέχουν σε ένα θεμελιώδες συναίσθημα, όπως ο φόβος ή η φιλοδοξία.
 
Και το γεγονός είναι ότι, αν κοιτάξομε τις γενικές κρίσεις, που περιορίζονται στο να εκφράσουν παρατηρήσεις συνηθισμένες ή συχνές, βλέπομε πως σχεδόν πάντα συνοδεύονται αμέσως από μια ερμηνεία και πως πολύ συχνά η ερμηνεία αυτή είναι ψυχολογικής φύσεως. Οι Κορίνθιοι, π.χ., παρατηρούν πως έχει συμβεί, βέβαια, να αστοχούν καλά σχέδια- και προσθέτουν: «γιατί κανείς δεν έχει την ίδια αυτοπεποίθηση, όταν καταστρώνει το σχέδιό του και όταν το βάζει σε ενέργεια...» (Α, 120, 5). Επίσης ο Κλέων παρατηρεί πως η δημοκρατία συχνά φανερώνεται ανίκανη να ασκήσει την ηγεμονία· και προσθέτει ότι, επειδή το πολίτευμα της Αθήνας συνηθίζει τους ανθρώπους να ζουν στην πατρίδα τους, χωρίς να φοβούνται ούτε να μηχανορραφούν, φέρνονται με τον ίδιο τρόπο και στους συμμάχους τους (Γ, 37, 2). Ο Ερμοκράτης πάλι παρατηρεί πως σπάνια είδε κανείς να πετυχαίνουν οι μεγάλες θαλάσσιες εκστρατείες σε μακρινές χώρες· και προσθέτει ανάμεσα σε άλλες αιτίες πως ο φόβος, οδηγεί σε ένωση όλων εναντίον των επιδρομέων (Ζ, 33, 5). Ακόμα, λοιπόν, κι αυτό, που είναι παρατήρηση γεγονότος χωρίς αληθινή καθολικότητα, αντλεί τη σταθερότητά του από δικαιολογίες δανεισμένες από την ανθρώπινη ψυχολογία2. Μα αυτή η ανθρώπινη ψυχολογία πρέπει, όπως βλέπομε, να εννοηθεί πολύ πλατιά και αφηρημένα. Ο Θουκυδίδης είναι πολύ ικανός να επικαλείται με τρόπο λεπτό και διαφοροποιημένο τις ψυχολογίες των διαφόρων λαών και ακόμα, με λίγα λόγια, τα αξιοσημείωτα χαρακτηριστικά των ατόμων. Εδώ όμως δεν πρόκειται καθόλου για πορτρέτα· πρόκειται για ένα είδος άλγεβρας, που ορίζει ανθρώπινες αντιδράσεις κοινές σε όλους, μέσα σε καταστάσεις απλές και με αφετηρία απλά συναισθήματα· πρόκειται γι ’ αυτό, που ονομάζει μερικές φορές με ένα ωραίο ουδέτερο, πολύ αφηρημένο, το «ανθρώπειον»3, δηλαδή ένα είδος υποστρώματος, όσο γίνεται πιο καθολικού και όσο γίνεται πιο σταθερού- πάνω σ’ αυτό στηρίζονται πολλές γενικές κρίσεις διατυπωμένες από τους ρήτορές του.
 
Θα παρατηρήσει, λοιπόν, κανείς πως αυτές οι κρίσεις εγγράφονται χωρίς πρόσκομμα ούτε δυσκολία στη γραμμή της παραδοσιακής ελληνικής σκέψης. Αυτήν απηχούν - με τη διαφορά πως κάθε φορά η ιδέα γίνεται στο Θουκυδίδη λίγο πιο συγκεκριμένη παρά σ’ αυτήν την παραδοσιακή σκέψη και λίγο πιο συστηματική. Διαφέρει λίγο, αλλά στην πραγματικότητα αλλάζομε τόνο.
 
Έτσι, οι Έλληνες είχαν πάντα αντιπαραθέσει τη διαύγεια στην τύφλωση, την οποία προκαλούν οι συναισθηματικές παρορμήσεις· ο Θουκυδίδης το κάνει επίσης είτε μέσα στις γενικές κρίσεις των δημηγοριών είτε μέσα στις προσωπικές του παρατηρήσεις· αλλά από δω και πέρα θα τις λέγαμε έναν αιτιολογημένο πίνακα των αβεβαιοτήτων και των ασταθειών της ανθρώπινης κρίσης.
 
Αυτό αρχίζει με την ανακρίβεια της ανάμνησης, που τροποποιείται κατά τις περιστάσεις. Την εποχή του λοιμού, λέει, οι άνθρωποι «ερύθμιζαν τις αναμνήσεις τους σύμφωνα μ’ αυτό, που τους τύχαινε» (Β, 54, 3)4, Ο τρόπος κρίσης δεν είναι πιο σταθερός· κι αυτός επίσης είναι αόριστος και σχετικός· και ο Θουκυδίδης έγραφε για «την κοινή συνήθεια, που θέλει, όταν γίνεται πόλεμος, να τον θεωρούν σαν τον πιο σημαντικό και έπειτα, όταν τελειώνει, να θαυμάζουν περισσότερο τα παλιότερα γεγονότα» (Α, 21, 2). Αν όμως αυτό αληθεύει για τον καθένα χωριστά, ένα πλήθος, ακόμη λιγότερο νηφάλιο, αφήνεται πιο εύκολα να παρασυρθεί από τα συναισθηματικά στοιχεία· γι’ αυτό και οι ενθουσιασμοί του και οι μεταστροφές του. Ο Περικλής μιλά στους Αθηναίους για «το εύθραυστο της κρίσης τους» (Β, 62, 2), επειδή στην αρχή είχαν πειστεί να κάνουν τον πόλεμο, αλλά μπροστά στις δοκιμασίες άλλαξαν διάθεση. Στην πραγματικότητα είχε προβλέψει αυτήν την ευθραυστότητα λέγοντας από την αρχή με μια γενική διατύπωση: «Ξέρω πως οι άνθρωποι δεν έχουν τον ίδιο ζήλο, για να συμφωνήσουν με την ιδέα ενός πολέμου και για να δράσουν, όταν έρθει η ώρα- γιατί το περιστατικό έρχεται να τροποποιήσει το συναίσθημά τους»5. Στην α­νάλυση όμως του βιβλίου Β οι αιτίες ξεκαθαρίζονται. Ο Περικλής το λέει: οι δοκιμασίες είναι από δω και πέρα «παρούσες στις αισθήσεις» επί πλέον υπάρχει η έκπληξη «εξαιτίας της μεγάλης μεταβολής, που μεσολάβησε». Αυτές οι δυο περιστάσεις παίζουν ρόλο. Και ο ρόλος αυτός είναι σπουδαιότερος, γιατί πρόκειται για ένα πλήθος.
 
Πραγματικά αυτό το πλήθος θ’ αλλάξει και πάλι τη στάση του απέναντι στον Περικλή ξαναδίνοντάς του την εμπιστοσύνη του, «όπως αγαπά ο λαός να κάνει» (Β, 65, 4),
 
Θα επισημάνομε μέσα στο διπλό αυτό παράδειγμα πως η οργή είναι που θολώνει έτσι το μυαλό και έρχεται να παραμορφώσει τα πάντα- ο λαός νιώθει οργή για τον εισβολέα, αλλά χάνει το θάρρος του· νιώθει οργή για τον Περικλή, αλλά παραιτείται. Γιατί γνώρισμα της οργής είναι να δυναμώνει και να σβήνει χωρίς μέτρο.
 
Και δεν το ξέρει ούτε το λέει μόνο ο Θουκυδίδης πως η οργή δυναμώνει και σβήνει- οι ρήτορες του λογαριάζουν επίσης γιατί και πώς- το παρατηρήσαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο. Ο Αρχίδαμος προβλέπει με τον τρόπο αυτό τι μπορεί να εξάψει την οργή των Αθηναίων. Και, όπως συμβαίνει με την αποθάρρυνση, που καταδικάζει ο Περικλής, πρόκειται κι εδώ ακόμη για αισθήματα και για την άμεση παρουσία των δυσκολιών, που η έκπληξη την εξογκώνει: «Πραγματικά, κάθε φορά που έχει κανείς τα πράγματα μπροστά στα μάτια του και βλέπει τον εαυτό του θύμα μιας ασυνήθιστης μεταχείρισης, τον πιάνει ο θυμός- και όταν σκέφτεται πολύ λίγο, περνά στη δράση με πάρα πολλή ορμή» (Β, 11, 7)- η διήγηση θα το επιβεβαιώσει: «Όπως ήταν φυσικό, όταν η χώρα βρέθηκε μπροστά στα μάτια τους έρμαιο των λεηλασιών - θέαμα χωρίς προηγούμενο για τους νεότερους, αλλά και για τους πιο ηλικιωμένους, αν εξαιρέσομε τους μηδικούς πολέμους, αυτό τους φάνηκε απαράδεκτο» (21, 2)6:
 
Οι αρχαίοι Έλληνες ήταν δίχως άλλο θερμοί άνθρωποι με έντονες παρορμήσεις· γιατί η οργή στάθηκε γι’ αυτούς πάντα το πιο τυπικό στοιχείο συναισθηματικότητας. Είναι γνωστή η θέση, που έχει η οργή στην Ιλιάδα. Και πρέπει να θυμηθούμε πως η λέξη, που χρησιμοποιείται συνήθως για την οργή στα ελληνικά, ο «θυμός» εσήμαινε επίσης πολύ συχνά κάθε συναισθηματική παρόρμηση κάπως δυνατή- ο πληθυντικός μάλιστα δεν έχει πρακτικά στην αρχαία ελληνική παρά αυτήν την ευρύτερη σημασία, τα πάθη. Διαπιστώνεται εξάλλου πως και ο Ευριπίδης έχει ένα μεγάλο αριθμό κρίσεων και νουθεσιών σχετικά με τους κινδύνους της οργής· και αυτός γνωρίζει την τυφλή βιαιότητα της οργής του λαού. Ο λαός κινείται από δυνατά συναισθήματα, λύπηση ή μανία, που άλλοτε ξεσπούν ασυγκράτητα και άλλοτε ημερεύουν: «ο λαός πάνω στη μεγάλη έξαψη της οργής του μοιάζει με φωτιά υπερβολικά ζωηρή, για να σβηστεί» (Ορέστης, 696). Η ιδέα, λοιπόν, είναι η ίδια, αλλά η ανάλυση του Θουκυδίδη με το διπλό ρόλο της αίσθησης και της έκπληξης δίνει στο μηχανισμό αυτό περισσότερη ακρίβεια- και η ακρίβεια αυτή επιβεβαιώνεται, όπως σε μια μαθηματική απόδειξη, από τις απηχήσεις, που προσφέρει η διήγηση.
 
Θα μπορούσαμε να συνεχίσομε αυτό το είδος της ανίχνευσης του ανθρώπινου παράλογου με αφορμή διάφορα συναισθήματα. Έτσι ο Θουκυδίδης προσφέρει μια ολόκληρη γκάμα παρατηρήσεων για τις παραλλαγές της ευγνωμοσύνης ή του θαυμασμού. Ευκολότερα θαυμάζει κανείς τους νεκρούς παρά τους ζωντανούς, επειδή η ζήλεια χαλιναγωγεί το θαυμασμό (Β, 45, 1)· περισσότερο εντυπωσιάζεται κανείς από το μακρινό (Ζ, 11, 4). Μεγαλύτερη ευγνωμοσύνη νιώθει κανείς για την τελευταία ευεργεσία (Α, 42, 3) και για την ευεργεσία σε μια σοβαρή περίπτωση (Α, 33, 1· 41, 3· 43, 2). Αξίζει όμως περισσότερο να σταθούμε στα συναισθήματα, που παίζουν πρωταρχικό ρόλο στον πόλεμο και για τα οποία ο Θουκυδίδης έχει πει με τον καλύτερο τρόπο σε ποιους μηχανισμούς υπακούουν.
 
Ανάμεσά τους φιγουράρουν η αυτοπεποίθηση και η αποθάρρυνση. Γιατί υπάρχουν κίνητρα λογικά και προσδιορισμένα, που κάνουν να έχει κανείς αυτοπεποίθηση ή να χάνει το θάρρος του, αλλά υπάρχουν και συναισθηματικά, άλογα, ασταθή, που και αυτά αντανακλούν το αποτέλεσμα των περιστάσεων.
 
Λίγο πιο πριν συναντήσαμε το ζήλο, που λυγίζει, όταν υπάρχουν δοκιμασίες· μπορούμε επίσης να πούμε πως στην περίπτωση αυτή η αυτοπεποίθηση είναι που λυγίζει και που για το λόγο αυτό έρχεται να παραμορφώσει την κρίση. Οι Κορίνθιοι το λένε σε μια μακριά γενική ανάλυση, που τείνει στην καταδίκη της έπαρσης και δείχνει τους κινδύνους της: «Το γεγονός είναι πως7 πολλά σχέδια, που καταστρώθηκαν κάτω από συνθήκες δυσάρεστες, πετυχαίνουν, επειδή συνάντησαν έναν αντίπαλο, που εμπνεόταν χειρότερα- και υπάρχουν άλλα, ακόμα πιο πολλά, που φαίνονταν σαν αποτέλεσμα ευτυχών εμπνεύσεων και που, εντελώς αντίθετα, είχαν επαίσχυντη κατάληξη, - γιατί κανείς δεν έχει την ίδια σιγουριά, όταν καταστρώνει τα σχέδιά του και όταν τα εφαρμόζει· όταν σχηματίζει κανείς μια γνώμη, βρίσκεται σε ασφάλεια· πάνω στη δράση όμως επεμβαίνει ο φόβος και λιγοστεύει η απόδοση» (Α, 120, 5). Αφού είδαμε το ρόλο, που παίζει η παρουσία των δοκιμασιών, συναντούμε εδώ την παρουσία των κινδύνων. Αυτοί, λοιπόν, οι κίνδυνοι θολώνουν τα πάντα. Ακόμα και στη μάχη χάνει κανείς το μυαλό του: «ο φόβος διώχνει τη μνήμη» (Β, 87, 4). Και αυτά τα κρούσματα αποθάρρυνσης αναπηδούν μπροστά στην πραγματικότητα της μάχης. Αν όμως η συγκεκριμένη παρουσία έχει αυτό το ρόλο, το ίδιο συμβαίνει με τον άλλο παράγοντα, που έπαιζε ρόλο στην περίπτωση της οργής, δηλαδή με την έκπληξη. Καθετί που δεν είχαμε προβλέψει μας αιφνιδιάζει και μας ταράζει. Ο Περικλής το λέει με αφορμή το λοιμό: «Πραγματικά, το ξαφνικό και αναπάντεχο και ό, τι συμβαίνει εντελώς έξω από κάθε υπολογισμό τσακίζει την αυτοπεποίθηση- και αυτό είναι που περισσότερο από τα άλλα προκάλεσε σε μας η επιδημία» (Β, 61, 3). Αυτό αληθεύει περισσότερο στη μάχη. Είναι αυτό, που εξηγεί ο Λάμαχος στο βιβλίο Ζ: «αν κάποιος ορμήσει αναπάντεχα πάνω στον εχθρό, ενώ αυτός τρέμει ακόμα μέσα στην αναμονή, έχει πολύ μεγάλες πιθανότητες να νικήσει»8. Σ’ αυτό επίσης, υπολογίζει ο Βρασίδας στο βιβλίο Ε: εννοεί να χτυπήσει ξαφνικά επωφελούμενος από την ταλάντευση του εχθρού ανάμεσα σε αντίθετα συναισθήματα και «πριν ακόμα σταθεροποιηθεί η απόφασή του» (Ε, 9, 6). Και εννοεί ακόμη να δευτερώσει την έκπληξη με μια επίθεση σε δυο χρόνους. Η διήγηση, λοιπόν, επιβεβαιώνει αυτήν την πρόβλεψη: αιφνιδιάζοντας τον εχθρό σκορπά στην παράταξή του τη σύγχυση και τη φυγή.
 
Ο καλός στρατηγός πρέπει να γνωρίζει όλες τις συνθήκες αυτής της άλγεβρας της αυτοπεποίθησης και της αποθάρρυνσης. Βλέπομε έτσι τον Ερμοκράτη να επιδίδεται σε μάκρους υπολογισμούς σε μια φράση σύνθετη και μπερδεμένη ακόμα, που καταλήγει στο να δείξει τι θα αποθαρρύνει περισσότερο τους Αθηναίους (Ζ, 34, 5).
 
Είναι γιατί όλα παίζουν ρόλο' και μερικές φορές όλα παίζουν ρόλο χωρίς μέτρο: μια επιτυχία και αποκτά κανείς υπερβολική αυτοπεποίθηση- μια αποτυχία και αποθαρρύνεται υπερβολικά! θα ξαναβρούμε την υπερβολικά μεγάλη αυτοπεποίθηση λίγο πιο πέρα με αφορμή τις τυφλές φιλοδοξίες· αλλά η αποθάρρυνση δε συνιστά μια λιγότερο άλογη αποπλάνηση. Και η ανάλυση του φαινομένου δεν είναι σπάνια.
 
Αυτό σκέφτονται οι στρατηγοί κατά τη μάχη της Ναυπάκτου· οι Λακεδαιμόνιοι μόλις είχαν πιαστεί σε μια πρώτη ναυμαχία- συνεπώς έχουν ανησυχία. Οι στρατηγοί τους το βλέπουν και προσπαθούν από τις πρώτες λέξεις των ομιλιών τους να παλέψουν εναντίον αυτού του συναισθήματος. Απέναντι οι Αθηναίοι τρομάζουν από τον αριθμό των αντιπάλων τους· και ο Φορμίων ανάμεσα σε άλλα επιχειρήματα περισσότερο τεχνικά σχετικά με το θάρρος και την ελπίδα υποστηρίζει πως οι Λακεδαιμόνιοι νιώθουν, σίγουρα, κατώτεροι και κλείνοντας την ανάλυσή του ξαναλέει: «Σας θυμίζω ακόμα πως έχετε νικήσει το μεγαλύτερο μέρος των ανθρώπων αυτών σε ανθρώπους, λοιπόν, που νικήθηκαν μια φορά, δε βρίσκει κανείς πια την ίδια διάθεση για αντιμετώπιση του ίδιου κινδύνου» (Β, 89, 11). Στην πραγματικότητα της διήγησης οι Πελοποννήσιοι αρχίζουν τη μάχη χωρίς φόβο, ωσάν να είχαν ακούσει την παραίνεση των στρατηγών τους· αλλά με την πρώτη έκπληξη - πάλι η έκπληξη! - χαλαρώνουν και «τους πιάνει ο φόβος». Η πρόβλεψη, λοιπόν, του Φορμίωνα επαληθεύεται με καθυστέρηση, ενώ οι Αθηναίοι «πήραν θάρρος» (92, 1).
 
Η ίδια ιδέα συναντιέται σε μια αντίστροφη κατάσταση, όταν οι Αθηναίοι μετά από πολλές ήττες ετοιμάζονται να δώσουν την τελευταία τους μάχη στις Συρακούσες. Ο Νικίας νιώθει τον κίνδυνο και τους προειδοποιεί: «δεν πρέπει να χάσομε το θάρρος μας και να κάνομε όπως οι πιο άπειροι άνθρωποι, οι οποίοι, επειδή ατύχησαν στις πρώτες συγκρούσεις, διατηρούν έπειτα την ίδια αγωνιώδη αναμονή, που ανταποκρίνεται στις αναποδιές τους» (Η, 61, 2). Και οι αρχηγοί των δυνάμεων των Σικελιωτών λογαριάζουν ασφαλώς πως αυτό θα συμβεί —και τόσο περισσότερο, καθόσον οι Αθηναίοι έχουν δοκιμάσει μια αποτυχία στη θάλασσα: «Γιατί, όταν πάθουν μια ζημιά οι άνθρωποι στον τομέα, όπου νομίζουν πως είναι ασυναγώνιστοι, η ιδέα που έχουν για τον εαυτό τους γίνεται κατώτερη, από όσο θα γινόταν, αν δεν είχαν σχηματίσει αρχικά αυτήν την αυταπάτη· και. καθώς η αποτυχία διαψεύδει μέσα τους μια εγωιστική προσδοκία, υποχωρούν, ακόμα κι όταν το πραγματικό μέγεθος της δύναμής τους δε δικαιολογεί την υποχώρηση» (Η, 66, 3), Στην πραγματικότητα οι Αθηναίοι δεν έχασαν το θάρρος τους· ή μάλλον, μέσα από τη σοβαρότητα του κινδύνου άντλησαν την ενεργητικότητα της απελπισίας. Η ανάλυση, που γίνεται στις δυο ομιλίες, μετρά τις πιθανότητες κατά τρόπο καθαρά θεωρητικό- και το γεγονός πως δεν επαληθεύονται δείχνει τον εξαιρετικό χαρακτήρα της ύστατης αυτής μάχης.
 
Εξάλλου, σε τελευταία ανάλυση, η αυτοπεποίθηση ή η αποθάρρυνση είναι συνάρτηση εξωτερικών εντυπώσεων, που δε στηρίζονται σε τίποτα το σταθερό- και η στρατηγική τέχνη συνίσταται στην εκμετάλλευση αυτού του παράγοντος. Όποιος χτυπά πρώτος τρομάζει τον αντίπαλο· γιατί, κατά τον Ερμοκράτη, «τα συναισθήματα των ανθρώπων διαμορφώνονται ανάλογα με τις διαδόσεις που κυκλοφορούν» (Ζ, 34, 7)9.
 
Όλα αυτά υπονοούν μια ρεβάνς, δηλαδή ότι οι άνθρωποι παίρνουν εξίσου υπερβολική αυτοπεποίθηση μετά από μια πρώτη επιτυχία. Και εδώ συναντούμε το πλαίσιο της αρχαίας «ύβρης», δηλαδή της υπερβολής, που οφείλεται στην αλαζονεία.
 
Η εξελικτική πορεία της έννοιας της «ύβρης» είναι ξεκάθαρη και ενδιαφέρουσα. Στην αρχή η ύβρις είναι μια υπερβολή, την οποία τιμωρούν οι θεοί· η ύβρις επισύρει τη νέμεση. Αυτή η υπερβολή είναι καταδικαστέα μόνο με αυτήν την έννοια, πως οι θνητοί δεν πρέπει να υψώνονται υπερβολικά. Έπειτα βλέπομε την ύβρη να παίρνει ένα χαρακτήρα περισσότερο ηθικό· για τον Αισχύλο οι θεοί δεν τιμωρούν μια μεγάλη απλώς ευημερία, αλλά μια ευημερία, που αποκτήθηκε με το έγκλημα ή με την αδικία· ο χορός του Αγαμέμνονα το δηλώνει έντονα και σαν σκέψη καινούρια και προσωπική10. Να όμως που στο Θουκυδίδη, μια γενιά αργότερα, η ύβρις έγινε εντελώς ανθρώπινη: είναι μια πολιτική απερισκεψία, της οποίας η ποινή είναι μια αποτυχία.
 
Αυτή η κοσμικοποίηση της ύβρης θα ήταν ήδη αξιοσημείωτη. Αλλά η ανάλυση, που περιγράφει το μηχανισμό της, δεν είναι λιγότερο αξιοσημείωτη. Γιατί ξαναβρίσκομε σ’ αυτήν να προβάλλονται ξεκάθαρα όλα τα χαρακτηριστικά του παραλόγου. Οι χρήσεις της λέξης δεν είναι πολύ συχνές, αλλά είναι όλες αποκαλυπτικές.
 
Η πιο ξεκάθαρη απαντά στην ομιλία των Λακεδαιμονίων, στο βιβλίο Δ: ζητούν από τους Αθηναίους να συνθηκολογήσουν μετά την επιτυχία τους στην Πύλο και τους συμβουλεύουν να αποφύγουν τις απερίσκεπτες υπερβολές της ύβρης. Δίνουν, λοιπόν, μια περιγραφή της, ταυτόχρονα γενική και ακριβόλογη, καλώντας τους να μη γνωρίσουν «την τύχη των ανθρώπων, που τους συμβαίνει μια ευτυχία, στην οποία δεν είναι συνηθισμένοι· η ελπίδα τους κάνει πάντα να γυρεύουν πιο πολλά, επειδή τους χαμογέλασε μια φορά η τύχη εντελώς αναπάντεχα» (Δ, 17, 4) 11. Υπάρχει, εννοείται, η επιτυχία. Υπάρχει επίσης, όπως θα το είχε μαντέψει κανείς, η έκπληξη. Μα υπάρχει επί πλέον ένα είδος ερμηνευτικού συλλογισμού: όποιος γνώρισε μια επιτυχία αναπάντεχη, αρχίζει στο εξής να υπολογίζει στην τύχη. Και, τέλος, υπάρχει η ονομασία αυτής της παράλογης αυτοπεποίθησης με τη λέξη ελπίδα12. Αυτά τα διάφορα στοιχεία συγκροτούν σχεδόν άλλα τόσα πρώτα δεδομένα, ακριβή, όπως τα αλγεβρικά σύμβολα, που θα χρησιμεύσουν σαν βάση σε όλες τις περιγραφές της ύβρης.
 
Η σπουδαιότητα όμως της ανάλυσης φανερώνεται ακόμη από το γεγονός ότι ο ίδιος ο Θουκυδίδης επαναλαμβάνει για λογαριασμό του την ιδέα μια πενηνταριά κεφάλαια πιο κάτω και φροντίζει, ώστε η ιδέα αυτή να κυβερνά τελικά όλη τη διήγηση. Συγκεκριμένα, γράφει: « Έτσι, μέσα στην άκρα ευτυχία, όπου βρισκόντουσαν τότε, οι Αθηναίοι νόμιζαν πως δε θα συναντούσαν πια κανένα εμπόδιο και πως μπορούσαν να πετύχουν εξίσου και τα δυνατά και τα πιο δύσκολα, είτε τα μέσα που είχαν στη διάθεσή τους ήταν σημαντικά είτε περιορισμένα13· και αιτία ήταν οι απρόβλεπτες επιτυχίες τους στις περισσότερες περιπτώσεις, που έδιναν δύναμη στις ελπίδες τους» (Δ, 65, 4). Χωρίς να μεσολαβεί η λέξη ύβρις, ο Θουκυδίδης επαναλαμβάνει εδώ για λογαριασμό του όλα τα στοιχεία της ανάλυσης από τη δημηγορία: τις επιτυχίες, τον απρόοπτο χαρακτήρα τους (πρόκειται για την επιτυχία του Κλέωνα στη Σφακτηρία) το λανθάνοντα συλλογισμό, που στηρίζεται πάνω σ’ αυτήν την επιτυχία, και την ελπίδα.
 
Έτσι όμως καταλαβαίνομε γιατί μπήκε σε τόσο κόπο, για να σημειώσει ακόμα και με τις λεπτομέρειες του ύφους, το ρόλο της τύχης στην υπόθεση της Πύλου. Καταλαβαίνομε επίσης γιατί παραλληλίζει με την ίδια φράση τα δυο επεισόδια, που προηγούνται: την Πύλο και την απογοήτευση των Αθηναίων με αφορμή τη Σικελία - απογοήτευση, που περιέχει ήδη, σε λανθάνουσα κατάσταση τη μεγάλη απερισκεψία της μελλοντικής εκστρατείας κατά των Συρακουσών. Ο αθηναϊκός ιμπεριαλισμός μπαίνει στους δρόμους της υπερβολής, δηλαδή της ύβρης.
 
Κατά κάποια έννοια αυτή η μεγάλη αλληλουχία, που οδηγεί από την επιτυχία στην υπερβολή και που, ενώ αποβλέπει μακριά, δεσπόζει στο μισό του βιβλίου Δ, αντιστοιχεί στην αντίθεση ανάμεσα στην οργή και στη λογική, η οποία κυριαρχεί στο βιβλίο Β· και στις δυο περιπτώσεις ο ιστορικός περιγράφει την κλιμάκωση ενός συναισθηματικού πειρασμού, τον οποίο προσπαθεί η λογική να συγκροτεί, χωρίς να το πετυχαίνει πάντα. Η στρατηγική του πολέμου, λοιπόν, και η ανάπτυξη του ιμπεριαλισμού παραπέμπουν σε όμοια διαγράμματα.
 
Το διάγραμμα της ύβρης ξαναβρίσκεται και σε άλλα αποσπάσματα- και ισχύει τόσο για τους υποτελείς των Αθηναίων, όσο και για τους ίδιους.
 
Στο βιβλίο Γ οι δυο Αθηναίοι, που έρχονται αντιμέτωποι, ο Κλέων και ο Διόδοτος, μιλούν για ύβρη με αφορμή την αποστασία της Μυτιλήνης. Πραγματικά η Μυτιλήνη είχε μέσα στο αθηναϊκό κράτος ένα ιδιαίτερο καθεστώς, μια σχετική ανεξαρτησία- αυτό τη μέθυσε. Πρώτος ο Κλέων το λέει ξεκάθαρα παρεμβάλλοντας όμως ένα στοιχείο, που, αν μας είναι πολύ γνωστό από τις προηγούμενες αναλύσεις, δεν έχει σχεδόν καμιά θέση εδώ· μιλά για το αναπάντεχο: «Συνήθως, λοιπόν, οι πόλεις, στις οποίες έρχεται πάρα πολύ αναπάντεχη και εντελώς ξαφνική επιτυχία, κλίνουν προς την αλαζονεία (την ύβριν)· αλλά η επιτυχία στους ανθρώπους είναι πιο σταθερή, όταν προέρχεται από υπολογισμό, παρά όταν είναι απροσδόκητη»14 (Γ, 39, 4). Αναγνωρίζομε το δρόμο, που οδηγεί από την επιτυχία στην υπερβολή· και η παρουσία του απρόοπτου ανταποκρίνεται σε ό,τι ξέρομε για την ύβρη. Κατά τι όμως η κατάσταση της Μυτιλήνης ήταν απρόοπτη ή κατά τι η σχετική ευημερία της μπορούσε να χαρακτηριστεί σαν ξαφνική; Φαίνεται πως εδώ η θεωρία της ύβρης εφαρμόζεται κατά τρόπο βιασμένο15· και το γνώρισμα αυτό δεν είναι χωρίς ενδιαφέρον- δείχνει τη σπουδαιότητα της θεωρίας καθαυτής- και δείχνει επίσης πως ο Κλέων είναι ίσως κακόπιστος16.
 
Συμβαίνει τώρα να του απαντήσει ο Διόδοτος και του απαντά πάνω στο συγκεκριμένο αυτό σημείο. Ο Κλέων έβγαζε από την ανάλυσή του το συμπέρασμα πως θα είχε χρειαστεί να είναι από την αρχή πιο αυστηρός για τη Μυτιλήνη και πως οπωσδήποτε πρέπει να φανεί τώρα. Και στήριζε το συμπέρασμα αυτό σε ένα απόφθεγμα γενικού χαρακτήρα: «Η ανθρώπινη φύση περιφρονεί την κολακεία και σέβεται τη σταθερότητα». Σ’ αυτό απαντά ο Διόδοτος με μια μακριά αφηρημένη ανάλυση για την αναποτελεσματικότητα της τιμωρίας, ακόμα και της πιο βαριάς, για την πρόληψη των σφαλμάτων. Και έχει μια γενική διατύπωση ανάλογη στη μορφή της με τη διατύπωση του Κλέωνα: «Η ανθρώπινη φύση θέλει να κάνουν όλοι, ιδιώτες και κράτη, λάθη». Και εξηγεί γιατί γίνονται αυτά τα λάθη, χωρίς να επικαλείται τις περιστάσεις: όποιες κι αν είναι οι περιστάσεις, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: «Η φτώχεια, η οποία μέσα από την ανάγκη εμπνέει το θράσος, η αφθονία, που οδηγεί στην πλεονεξία μέσα από την υπερβολή (ύβρει) και την αλαζονεία, και οι διάφορες συγκυρίες μέσα από τα πάθη (ὀργῇ)των ανθρώπων, με το να διέπονται κάθε φορά από κάποια ασυγκράτητη δύναμη, σπρώχνουν προς τη διακινδύνευση. Και πάνω από όλα η επιθυμία και η ελπίδα, η πρώτη ανοίγοντας το δρόμο και η δεύτερη ακολουθώντας, η πρώτη με το να κεντρίζει τη φαντασία, ενώ η δεύτερη υπόσχεται χαμηλόφωνα την εύνοια της τύχης, προκαλούν τις μεγαλύτερες ζημιές» (Γ, 45, 4-5).
 
Αξίζει να σημειώσομε πως βλέπομε το κείμενο αυτό να υψώνεται, καθώς ανεβαίνει πάνω από όλες τις περιστάσεις, σε ένα ανώτερο βαθμό γενικότητας από το κείμενο του αντιπάλου του. Αλλά η ανάλυση του Διοδότου δεν απομακρύνεται κατά τα λοιπά από αυτό που συναντήσαμε αλλού· για το ρόλο της ελπίδας ή για το ρόλο της τυφλής εμπιστοσύνης στην τύχη. Ο ρόλος της ίδιας της έκπληξης εμφανίζεται στην επόμενη φράση17. Ο Διόδοτος, δηλαδή, αν και δηλώνει πως είναι αδύνατη η αποφυγή λαθών, παραδέχεται κι αυτός πως η ύβρη αποτελεί τουλάχιστον τον πιο κοινό τύπο τους.
 
Πραγματικά, με τη λέξη ή χωρίς τη λέξη, με το απροσδόκητο ή χωρίς αυτό, ο μηχανισμός αυτής της υπερβολής ξαναβρίσκεται σε πολλές περιστάσεις. Οι φρόνιμες πολιτείες ξέρουν να μην υποκύπτουν στους πειρασμούς της. Οι Λακεδαιμόνιοι ισχυρίζονται πως είναι οι μόνοι που αντιστέκονται σ’ αυτούς, στο Α, 84, 2: «Μόνοι εμείς, πραγματικά, μπορούμε εξαιτίας αυτού να μην αφηνόμαστε στην αλαζονεία (οὐκ ἐξυβρίζομεν) σε περίπτωση επιτυχίας και να λυγίζομε λιγότερο από τους άλλους σε περίπτωση αναποδιάς»). Αλλά ο Θουκυδίδης θα πει για τη Χίο στο βιβλίο Θ πως είναι η μόνη μετά τη Σπάρτη, που ξέρει να συνδυάζει ευημερία και φρονιμάδα». Και δεν υπάρχει κανείς, ως τους φτωχούς υποτελείς της Αθήνας, που να μην μπορεί σε περίπτωση επιτυχίας να γνωρίσει αυτό το μεθύσι- όταν η Αθήνα παθαίνει τη συμφορά της Σικελίας, είναι όλοι έτοιμοι να αποστατήσουν «ακόμα και παρά τις δυνάμεις του» (Θ, 2, 2).
 
Είναι εύκολο να αναγνωρίσομε το σχήμα αυτό μέσα σε κάθε απερίσκεπτη πολιτική- αυτό βοηθά τότε να τις κρίνομε τέτοιες- πρέπει να βοηθούσε ένα σκεπτόμενο άνθρωπο να φυλάγεται από αυτήν.
 
Διαπιστώνομε έτσι πως, αν καθεμιά από αυτές τις απλές ιδέες, που μερικές φορές αλληλεπικαλύπτονται, φαίνεται χωρίς μεγάλη εμβέλεια και ακόμα πολύ κοινή, η ακρίβεια, την οποία βάζει ο Θουκυδίδης στην περιγραφή του σχετικού ψυχολογικού μηχανισμού, και η αυστηρότητα, που μεταχειρίζεται, για να την επαναλαμβάνει, με τρόπο που οι διατυπώσεις απηχούν η μια την άλλη και παραλληλίζουν περιπτώσεις, που φαινομενικά είναι ανόμοιες, δίνουν στις ιδέες αυτές μια νέα δύναμη. Επί πλέον οργανώνονται ορατά σε σύστημα. Γιατί το να κυριεύεται κανείς από την «οργή» ή να παίρνει αυτοπεποίθηση κατά τρόπο παράλογο ή να αφήνεται να μεθά από την επιτυχία είναι στην πραγματικότητα οι διαφορετικές όψεις του ίδιου αγώνα, που επαναλαμβάνεται καθημερινά ανάμεσα στους πειρασμούς της συναισθηματικότητας και στην ισορροπία της λογικής. Μας έρχονται κάπως στο νου τα απλά εκείνα θέματα του Ιωάννη Σεβαστιανού Μπαχ, που ξαναβρίσκονται, συνεχίζονται, επαναλαμβάνονται σε διαφορετικές διατυπώσεις, για να προβάλουν τελικά τη λαμπρή βεβαίωση μιας τάξης.
 
Ταιριάζει εξάλλου να επισημάνομε πως αυτός ο αγώνας ανάμεσα στη λογική και στους τυφλούς πειρασμούς της συναισθηματικότητας είναι ο αγώνας της ελευθερίας του ανθρώπου. Όταν ο Θουκυδίδης περιγράφει τα ατυχήματα, που συμβαίνουν στον άνθρωπο, ό, τι παθαίνει, ό, τι δοκιμάζει «συχνά» ή «πάντα», δηλαδή αυτό, που είναι μέσα στη «φύση» του, δεν κάνει τίποτε άλλο, παρά να περιγράφει την κατηφόρα, προς την οποία σέρνεται αυτός ο άνθρωπος άθελά του, ωσάν από έναν ακατανίκητο αυτοματισμό· αλλά η αντίσταση είναι δυνατή. Και αυτό, χάρη στη λογική, στην πρόβλεψη, στην πείρα. Και, τελικά, το είδος του παθιασμένου ζήλου, τον οποίο δείχνει ο Θουκυδίδης στην προσπάθεια του να κερδίσει μια αληθινή εμπειρία από τα συγκεχυμένα δεδομένα της ιστορίας, εξηγείται χωρίς αμφιβολία από την τυφλή εμπιστοσύνη της εποχής σε μια δυνατότητα βελτίωσης της ανθρώπινης ζωής με την αιτιολογημένη γνώση των συνθηκών, μέσα στις οποίες λειτουργεί.
 
Σε διάφορες ιστορικές εποχές η ανθρωπότητα μαγεύτηκε από διάφορες προόδους στη γνώση· η δική μας εποχή σημαδεύεται ολόκληρη από την πρόοδο της βιολογίας και της αστροφυσικής· το τελευταίο τρίτο του 5ου αιώνα π.χ. σημαδευόταν από την αναζήτηση και την ανακάλυψη μιας επιστήμης του ανθρώπου. Και ο Θουκυδίδης είναι ένας από τους ανθρώπους, που αυτός ο ζήλος οδήγησε όσο γίνεται πιο μακριά.
 
Έτσι εξηγούνται οι υπομονητικές του προσπάθειες για εύρεση μιας γενικότητας μέσα στα δεδομένα της ιστορίας. Έτσι εξηγούνται αυτές οι σοφές διασταυρώσεις κρίσεων και αυτή η σαφήνεια διαγράμματος, που δίνεται στον ορισμό των πρώτων στοιχείων, τα οποία ξαναμπαίνουν μέσα σε όλους τους συνδυασμούς.
 
Μια επιστήμη του ανθρώπου τείνει να παραχθεί από τα νέα αυτά μέσα· και η επιχείρηση δεν είναι ασήμαντη.
 
Αμέσως επιβάλλεται στο πνεύμα ένας παραλληλισμός· πραγματικά, γύρω σ’ αυτήν την εποχή γεννιέται μια ιατρική, που προσπαθεί στα σοβαρά να είναι επιστημονική.
 
Από όλες, λοιπόν, τις μεριές η συγγένεια των δύο προσπαθειών - του Ιπποκράτη και του Θουκυδίδη - χτυπά στα μάτια. Και στις δυο περιπτώσεις πρόκειται για την απομάκρυνση των ερμηνειών θρησκευτικής φύσεως και των λίγο πολύ μαγικών φαρμάκων (θυμόμαστε τον εκνευρισμό του Θουκυδίδη απέναντι στην άτοπη εμπιστοσύνη του Νικία στις προφητείες και στις ιεροτελεστίες). Και στις δυο περιπτώσεις πρόκειται για παρατήρηση με ακρίβεια και για επισήμανση των κοινών χαρακτηριστικών, που θα επιτρέψουν, αν συντρέξει περίσταση, να καταλαβαίνει κανείς αυτό που συμβαίνει και να ενεργεί ίσως με κάποια αποτελεσματικότητα. Και στις δυο περιπτώσεις ελπίζουν να κάνουν κατανοητά τα φαινόμενα στηριζόμενοι, για να τα εξηγήσουν, στη «φύση» του ανθρώπου (είναι γνωστό πως αυτός είναι ο τίτλος μιας διατριβής του Ιπποκράτη). Τέλος, και στις δυο περιπτώσεις μπαίνει ο στόχος να φτάσουν σε μια πιθανότητα, που θα αντλείται από την πείρα. Εκεί στηρίζονται οι επιστήμες, που δια- κρίνονται από τις θετικές επιστήμες και που αφορούν τον άνθρωπο. Η ιατρική μελετά το σώμα του και τις αρρώστιες, από τις οποίες υποφέρει· η γνώση, την οποία επιδιώκει ο Θουκυδίδης εφαρμόζεται στη συμπεριφορά του και στα λάθη που κάνει στην πολιτική ζωή.
 
Εξάλλου, αν και δεν είναι τίποτα γνωστό για τις σχέσεις ανάμεσα στους δυο άντρες, αυτός ο παραλληλισμός είναι σχεδόν ομολογημένος στο Θουκυδίδη.
 
Ξέρομε πως καταπιάστηκε με επίμονη φροντίδα με την περιγραφή της επιδημίας της πανούκλας. Μελέτησε, όχι χωρίς τεχνικότητα, τα συμπτώματα, συγκέντρωσε τα περιστατικά και προτίμησε την κλινική περιγραφή από την αναζήτηση των αιτιών. Έκανε αληθινά έργο γιατρού. Ο τρόπος, λοιπόν, με τον οποίο δικαιολογεί το νόημα της ιατρικής του περιγραφής, συμπίπτει κατά συναρπαστικό τρόπο με αυτό, που λέει, για να δικαιολογήσει το ιστορικό του έργο. Για την επιδημία λέει πως θέλει να προμηθεύσει «τα σημάδια, που πρέπει να παρατηρεί κανείς, για να μπορεί, αν κάποτε ξαναπαρουσιαστούν, να επωφεληθεί καλύτερα από μια προκαταρκτική γνώση και να μη βρίσκεται μπροστά στο άγνωστο» (Β, 48, 3). Για την ιστορία του δηλώνει: «Αν θέλει κανείς να δει καθαρά μέσα στα συμβάντα του παρελθόντος και μέσα σε όσα στο μέλλον, εξαιτίας του ανθρώπινου χαρακτήρα, που είναι και δικός τους, θα παρουσιάσουν ομοιότητες ή αναλογίες, που τότε θα κριθούν χρήσιμες, και αυτό θα είναι αρκετό» (Α, 22, 4)· ο στόχος είναι ακριβώς ο ίδιος. Και στις δυο περιπτώσεις ο Θουκυδίδης ξεκαθαρίζει πως τον βοήθησε η άμεση εμπειρία του (αρρώστησε ο ίδιος και εξορίστηκε, πράγμα που του έδωσε τη δυνατότητα να πάει να ενημερωθεί ακόμα και στον τόπο του εχθρού). Παρατήρηση και ανάλυση με την προοπτική μιας μελλοντικής αποτελεσματικότητας· ο Θουκυδίδης γράφει την ιστορία, σαν κλινικός γιατρός.
 
Εξάλλου το αίσθημα ενός παραλληλισμού αναδύεται μερικές φορές μέσα από το έργο του· και κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει το παθητικό ξέσπασμα, που χαρακτηρίζει την έκκληση του Νικία στον πρύτανη, από τον οποίο ζητά να ξαναβάλει για συζήτηση το θέμα της εκστρατείας στη Σικελία: «Γιατί, αν τρέμεις να επανέλθεις πάνω σε μια απόφαση που πάρθηκε, πες στον εαυτό σου ότι το να παραβιάσεις το νόμο έχοντας τόσους μάρτυρες με το μέρος σου δε θα μπορούσε να είναι αξιόποινο· ότι αντίθετα, η πολιτεία, που είχε μια κακή έμπνευση, θα εύρισκε σε σένα ένα γιατρό και πως καλός άρχοντας είναι όποιος προσφέρει στην πατρίδα του τις περισσότερες δυνατές υπηρεσίες - ή, τουλάχιστον, δεν της προξενεί θεληματικά καμιά ζημιά» (Ζ, 14). Αυτή η λέξη, γιατρός, χρησιμοποιείται εδώ για κείνον, που θα σταματούσε την ιμπεριαλιστική αρρώστια- και η επίκληση του πολιτικού καθήκοντος αντιστοιχεί σχεδόν κατά λέξη με τον όρκο του Ιπποκράτη.
 
Έχομε κάνει λεπτομερειακές επισημάνσεις συναντήσεων και συμφωνιών, λόγου χάρη, πάνω στην έννοια του μείγματος μέσα στο πολίτευμα και μέσα στις πολιτικές συνελεύσεις ή πάνω στις σχέσεις ανάμεσα στις συνθήκες ζωής και στην ηθική συμπεριφορά των ανθρώπων18. Αλλά η συμφωνία των προοπτικών και των επιδιώξεων είναι αρκετά αποκαλυπτική από μόνη της· και αυτό είναι που υπολογίζεται εδώ.
 
Μαρτυρεί πως υπήρχε κατά την εποχή αυτή η ίδια εμπιστοσύνη στη λογική, που έσπρωχνε τα φωτισμένα πνεύματα να συλλάβουν από όσο γίνεται πιο κοντά ένα είδος επιστήμης του ανθρώπου, που θα συντελούσε σε έναν καλύτερο τρόπο ζωής.
 
Εδώ είναι, που παίρνουν όλο τους το νόημα αυτές οι συνδυασμένες αναλύσεις του Θουκυδίδη και οι δοκιμές, τις οποίες εκφράζουν, για να βγάλουν σαν συμπέρασμα έναν ορισμένο αριθμό από κανόνες, συνήθειες, πιθανότητες και, επομένους, αλληλουχίες προβλέψιμες, που βρίσκουν διέξοδο μέσα στους ίδιους τους κόλπους της ιστορικής διήγησης.
 
Αυτές που συναντήσαμε πιο πάνω αποτελούν τις συγκεκριμένες βάσεις και κάτι σαν θεωρήματα μιας ψυχολογικής διατριβής. Αλλά, όσο ξεκάθαρο και συστηματικό κι αν είναι το περιεχόμενό τους, μολαταύτα δε σχηματίζουν παρά τα πρώτα στοιχεία. Εξαιτίας της βαθιάς τάσης να κάνουν για την ανθρώπινη συμπεριφορά ό, τι κάνει ο γιατρός για την υγεία, αυτά τα στοιχεία πρέπει στη συνέχεια να οργανωθούν, για να εμφανιστούν πιο διαφοροποιημένες δοκιμές ερμηνείας, που να εφαρμόζονται στα διάφορα επίπεδα της ανθρώπινης δράσης και να παρουσιάζουν έτσι σαν ισάριθμα ορόσημα προς διάφορες επιστήμες, τις οποίες γνωρίζομε σήμερα.
 
Επειδή αυτές οι ιδέες ενσωματώνονται σε μια διήγηση, εκεί μέσα αμφισβητούνται και μερικές φορές αντικρούονται κατά ένα ποσοστό από το συμβάν, πρέπει να προσέχομε να μην τους δίνομε αξία γενικών κανόνων οι ιδέες του γιατρού πάνω στην πορεία της αρρώστιας και η δυνατότητα θεραπείας, που συνδέεται με το φάρμακο, δεν έχουν επίσης τέτοια αξία.
 
Είναι αυτονόητο πως οι κανόνες αυτοί σχετίζονται τις πιο πολλές φορές με την πολιτική. Είναι εκείνος από όλους τους τομείς, στον οποίο οι άνθρωποι της εποχής θα ήθελαν να είναι ικανοί για μια αποτελεσματική δραστηριότητα· έρχεται πρώτος. Και ο Πρωταγόρας, όταν τον ρωτούν τι διδάσκει, απαντά: «την πολιτική τέχνη». Αυτό είναι άλλωστε το θέμα, που διάλεξε ο Θουκυδίδης. Και αν μελετά γεγονότα πολιτικής φύσεως έχοντας την έγνοια να καταλήξει σε διδάγματα καθολικής εμβέλειας, είναι φυσιολογικό να μαζεύει επίσης τα στοιχεία μιας πολιτικής επιστήμης. Δίχως άλλο η επιστήμη αυτή είναι λιγότερο προσανατολισμένη προς την άμεση αποτελεσματικότητα, από όσο ήταν του Πρωταγόρα. Αλλά ο προσανατολισμός του συνόλου είναι ασφαλώς ο ίδιος.
 
Το γεγονός είναι πως, όταν έχει διαβάσει κανείς Θουκυδίδη, έχει την αίσθηση πως άγγιξε κάποιους μεγάλους νόμους στον τομέα αυτό.
 
Έτσι απομονώνοντας μέσα στην αθηναϊκή πολιτική τον ιμπεριαλισμό και επισημαίνοντας μέσα στον ιμπεριαλισμό αυτό τις κατανοητές αλληλουχίες, που οδηγούν από μια ευγενική φιλοδοξία στην ανάγκη για καθημερινή προώθηση και που δείχνουν τον κίνδυνο, που δημιουργεί το μίσος, ή τους φόβους, που γεννιούνται με τον τρόπο αυτό, ο Θουκυδίδης μας δίνει την αίσθηση πως έχει περιγράψει εδώ μια κατάσταση, κάποια αισθήματα, μια συνολική μοίρα, που την αναγνωρίζομε έπειτα μέσα σε άλλες εμπειρίες κατακτήσεων και συμφορών- ποιος δεν το σκέφτηκε βλέποντας το Χίτλερ μετά το Ναπολέοντα να πηγαίνει να πολεμήσει στη Ρωσία, ενώ η Ευρώπη γινόταν κάθε μέρα πιο απειλητική; Οι περιστάσεις διαφέρουν το πεπρωμένο φαίνεται να είναι το ίδιο· και φαίνεται τόσο περισσότερο να είναι το ίδιο, όσο οι αιτίες στο Θουκυδίδη παρουσιάζονται σαν πιο γενικές και σαν σχεδόν αναπόφευκτες.
 
Και να, που φτάνοντας στο τέρμα καταλαβαίνομε καλύτερα γιατί ο Θουκυδίδης φροντίζει19 με τόσα τεχνάσματα και λογοτεχνικά μέσα να ρίξει στη σκιά ό, τι ήταν στα μάτια του απλό τυχαίο περιστατικό, όπως η φυλετική αντιζηλία μεταξύ Ιώνων και Δωριέων, που ενισχύθηκε από τον αποικισμό- έδειχνε νόμιμα την ύπαρξή της, αλλά ρίχνοντάς την στη σκιά· οι σχέσεις ανάμεσα σε Ίωνες και Δωριείς δε θα είχαν ξυπνήσει σήμερα κανέναν αντίλαλο, σαν αυτούς που αναφέρθηκαν πριν από λίγο.
 
Το ίδιο συμβαίνει, αν πάρομε την αθηναϊκή δύναμη από μια άλλη άποψη· πραγματικά, διαπιστώνομε πως ο Θουκυδίδης αναλύει τη φύση της (ή βάζει τους ομιλητές του να συζητούν τη φύση της), σαν κυριαρχία της θάλασσας ή θαλασσοκρατία. Ο Περικλής στηρίζει την αυτοπεποίθησή του και την τακτική του σ’ αυτήν την ιδέα. «Μέγα το της θαλάσσης κράτος», λέει στο Α, 143, 4 με μια γενική διατύπωση. Όλα τα μέσα των εχθρών θα αποδειχτούν ανίσχυρα χάρη στην ευκινησία, που η θαλασσοκρατία εξασφαλίζει. Και η ευκινησία αυτή είναι απεριόριστη («και δεν υπάρχει κανείς, ο οποίος θα μπορούσε, αν ρίξετε στη θάλασσα τις ναυτικές δυνάμεις που διαθέτετε, να σας φράξει το δρόμο, ούτε ο βασιλιάς των Περσών, ούτε κανένας άλλος λαός από τους σημερινούς», Β, 62, 2). Από τ’ άλλο μέρος η θαλασσοκρατία αυτή στηρίζεται σε πόρους καν σε μια εμπειρία, που κανείς άλλος δεν μπορεί να αποχτήσει γρήγορα, για να την αντιμετωπίσει. Η υπεροχή αυτή απαιτεί μόνο να αρκείται κανείς σ’ αυτήν και να μην μπλέκεται ανώφελα σε αγώνες στην ξηρά ή σε μακρινές επιχειρήσεις. Σε όλα αυτά είναι φανερό πως ορισμένα χαρακτηριστικά είναι συνάρτηση των περιστάσεων· η Ελλάδα γενικά ήταν χώρα θαλασσινή καν νησιωτική· όσο για το επάγγελμα του ναυτικού, αυτό απαιτούσε τότε (και πρόσφατα) μια ειδική ατομική εξάσκηση και μακροχρόνια, για να το κατακτήσει κανείς. Αλλά, από τη στιγμή που μπαίνουν κατά μέρος οι διαφορές, απομένει ότι σε κάθε πόλεμο, όπου η θαλασσοκρατία παίζει ρόλο, αναφερόμαστε στο Θουκυδίδη, για να εκπλαγούμε από τον πάντοτε επίκαιρο χαρακτήρα των αναλύσεών του πάνω στο θέμα αυτό- το βιβλίο του ThibaudetLa campagne avec Thucidide” είναι ένα ωραίο σχετικό παράδειγμα.· η δύναμη και η πολιτική της Αγγλίας του 1914 - 1918 φωτίζονται στα μάτια του από τα κείμενα αυτά του 5ου π.Χ. αιώνα.
 
Θα μπορούσε κανείς να πει άλλα τόσα για πολλά μεγάλα θέματα, που δεσπόζουν στην ιστορία του Πελοποννησιακού πολέμου- για την ηθική επίδραση κάθε πολέμου, σαν πολέμου, για τους ενδεχόμενους κινδύνους του δημοκρατικού πολιτεύματος και γι’ αυτό, που μέσα στην ίδια τη λειτουργία του κινδυνεύει να το διαφθείρει, κ.α.π. Όλα αυτά τα προβλήματα, που αποτελούν αντικείμενο θεωρητικών αναλύσεων, οι οποίες συχνά υποστηρίζονται από γενικές κρίσεις, αντιμετωπίζονται και επισημαίνονται ξεκάθαρα μέσα στο έργο. Αυτό εξηγεί, εννοείται, τα αστραποβολήματα, που νιώθομε, κάθε φορά που συναντούμε μια οποιαδήποτε ομοιότητα με την επικαιρότητα. Θα ήταν απερίσκεπτο να μιλάμε για κανόνες· απλώς, όπως ευχόταν ο Θουκυδίδης, η διήγησή του είναι χρήσιμη για όποιον θέλει «να δει καθαρά» μέσα στα συμβαίνοντα μιας άλλης εποχής.
 
Αν όμως το ξετύλιγμα των γεγονότων δεν έχει τίποτα από έναν κανόνα, που πρέπει να επαναλαμβάνεται, και αν οι περιστάσεις επιβάλλουν οπωσδήποτε αρκετές διαφορές, ώστε κάθε ιδέα για σφαιρικό ξαναρχίνισμα να είναι παράλογη, αντίθετα, ο τρόπος, με τον οποίο ο Θουκυδίδης ορίζει σε κάθε περίσταση τα προβλήματα, που μπορούν να τεθούν, ή τα ζητήματα, που πρέπει να εξεταστούν, διατηρεί την αξία του για όλες τις εποχές. Και τα προβλήματα αυτά είναι πολλά.
 
Έτσι, όταν ο Διόδοτος στο βιβλίο Γ δείχνει πως οι κατηγορίες για χρηματισμό ζημιώνουν την καλή λειτουργία της δημοκρατικής πάλης (Γ, 42-43), η ανάλυσή του ισχύει για κάθε λογής συνέλευση ή συγκέντρωση· και τραβά αληθινά την προσοχή πάνω σε ένα μόνιμο κίνδυνο. Το ίδιο συμβαίνει, όταν ρήτορες, όπως ο Περικλής ή ο Αλκιβιάδης, δείχνουν ποιους κινδύνους πρέπει να αντιμετωπίσει όποιος ασκεί μια ηγεμονία, δε βγάζουν και οι δυο από τη διαπίστωση αυτή όμοια συμπεράσματα, αλλά επισημαίνουν ένα δεδομένο, που θα ισχύει για πολλές συγκρίσιμες καταστάσεις και θα βοηθά στην αντιμετώπισή τους. Κατά τον ίδιο τρόπο επίσης οι γνώμες και οι γενικές κρίσεις του ενός και του άλλου προβάλλουν μια ολόκληρη σειρά προϋποθέσεων αναγκαίων για τη σταθερότητα μιας συμμαχίας ή μιας ειρήνης· για τη συμμαχία ξεκινούν από την ισορροπία των δυνάμεων και φτάνουν ως τις σχέσεις εντιμότητας (έτσι στο Γ, 10, 1), ενώ για την ειρήνη απαιτούν να μη σπρώχνεται στα άκρα η ταπείνωση του ενός από τα δύο στρατόπεδα (Δ, 17-20). Όλα αυτά μένουν χρήσιμα για στοχασμό σε άλλες εποχές. Μερικές αναλύσεις μάλιστα αποσπώνται από τα ξεχωριστά επεισόδια του πελοποννησιακού πολέμου, για να διατηρήσουν την αξία τους για πάντα- π.χ. η ανάλυση του Διοδότου για την ανάγκη να τιμωρούν με επιείκεια τις πόλεις που αποστατούν και να ξέρουν να λησμονούν την οργή τους, για να οργανώνουν καλύτερα το μέλλον.
 
Γοητευτική στις μεγάλες εξελίξεις, τις οποίες αποτυπώνει, η ιστορία του Θουκυδίδη είναι, στις λεπτομέρειες, γεμάτη από χρήσιμα δεδομένα, σαν ένα εγχειρίδιο, από το οποίο θα μάθαινε κανείς να σκέφτεται πολιτικά.
 
Αυτή όμως η ιστορία δεν ασχολείται με οποιαδήποτε πολιτική· λίγο πιο πάνω αναφερθήκαμε σε παραδείγματα σχετικά με τη δημοκρατία ή τον ιμπεριαλισμό. Αλλά πριν απ’ όλα το έργο αναφέρεται σε έναν πόλεμο- και ορίστε δυο άλλες επιστήμες, που βλέπομε να ωριμάζει το σπέρμα τους στο Θουκυδίδη: η πολεμολογία και η στρατηγική,
 
Ο Θουκυδίδης διατυπώνει γνώμες, για τον τρόπο, με τον οποίο αρχίζουν συνήθως οι πόλεμοι και για το ζήλο, που δείχνουν οι εμπόλεμοι γι’ αυτούς στην αρχή. Επίσης για τη σημασία του χρήματος, και για την ακρίβεια, των χρηματικών αποθεμάτων: «Τα αποθέματα στηρίζουν τους πολέμους περισσότερο από τις εισφορές, που αποσπώνται με τη βία», λέει ο Περικλής στο Α, 141, 5. Η συνέχεια της διήγησης θα το επιβεβαιώσει πολλές φορές· μα αυτός ο ίδιος εξηγείται με μια άλλη γενική ιδέα για τον πόλεμο: «στον πόλεμο οι ευκαιρίες δεν περιμένουν» (142, 1). Και πρέπει να προσθέσομε πως η διήγηση περιέχει με ιδιαίτερη μορφή αυτή τη φορά ενδείξεις για τις ηλικίες ή τις κοινωνικές ομάδες, που μπορούν να επιθυμούν τον πόλεμο: η παρουσία των ενδείξεων αυτών μας παρακινεί να αναζητήσομε αν σε άλλες περιπτώσεις εφαρμόζονται ή όχι και γιατί.
 
Αλλά τι δε βρίσκει κανείς σχετικά με τον τρόπο διεξαγωγής του πολέμου! Βρίσκομε αρχές πολύ γενικές, όπως τη σπουδαιότητα του να γνωρίζει κανείς τι φοβάται περισσότερο ο εχθρός (Ζ, 91, 6) ή τη σπουδαιότητα του να καραδοκεί τα λάθη του εχθρού, για να επωφεληθεί από αυτά (Ε, 9, 4, με επιβεβαίωση στη διήγηση). Προπάντων όμως βρίσκομε παντού αναλυτικές περιγραφές των διαφόρων μορφών μάχης με τα πλεονεκτήματα τους και τους κανόνες τους. Έτσι έχομε μια ολόκληρη θεωρία της ναυμαχίας της εποχής μαζί με μια κρίση για τους χειρισμούς και για τη σχέση που έχουν με τις τοπογραφικές συνθήκες: από τις πρώτες ναυμαχίες κοντά στη Ναύπακτο ως την τελευταία ήττα στον όρμο των Συρακουσών κάθε διήγηση δείχνει με παραδειγματική ακρίβεια πως ο στόλος, που είναι επιδέξιος στους χειρισμούς, έχει ανάγκη από ένα πεδίο δράσης ευρύχωρο και πως χάνει κάθε πλεονέκτημα με τη στενότητα του πεδίου. Έτσι, αν ο αθηναϊκός στόλος με τις τριήρεις του καταδικάζεται σε ένα στενό πεδίο, πρέπει αμέσως να τροποποιήσει τους σχηματισμούς του και να τους ενισχύσει κάνοντας τους πιο βαριούς- η σχέση ανάμεσα στο όπλο και στο έδαφος αποδείχνεται ξεκάθαρα. Αλλού γίνεται λόγος για τις δυσκολίες μιας απόβασης σε χώρα, που κατέχεται από τον εχθρό, οι οποίες αναπτύσσονται και επιβεβαιώνονται από τη διήγηση (Δ, 10, 5) ή οι δυσκολίες των μεγάλων ναυτικών εκστρατειών σε μακρινές χώρες: Μαθαίνομε ακόμη από μια γενική έκθεση, που επιβεβαιώνεται αμέσως από τη διήγηση, πως οι βάρβαροι αρχίζουν τη μάχη εφορμώντας με κραυγές, για να αναδιπλωθούν αμέσως· και το γεγονός πως ο αντίπαλος είναι ενημερωμένος για την τακτική αυτή, του επιτρέπει να τους αντιμετωπίσει κατάλληλα (Δ, 126). Οι κοινοί κανόνες, τα αποτελεσματικά στρατηγήματα, οι επιδέξιες μέθοδοι για την εμπλοκή των φιλίων δυνάμεων (αιφνιδιαστικά ή από λίγο λίγο ή σε δυο κύματα), όλα είναι εδώ. Εξάλλου οι αρχαίες συλλογές τακτικής ή στρατηγικής δεν έχουν παραλείψει να αντλήσουν από εκεί πολλά στοιχεία, τα οποία τους πρόσφερε ο Θουκυδίδης, ντυμένα ήδη με ένα χαρακτήρα καθολικότητας και επί πλέον επιβεβαιωμένα από τη διήγηση. Και, καθώς συχνά οι στρατιωτικοί αρχηγοί εξηγούν στους στρατιώτες την αρχή της τακτικής, που θα εφαρμόσουν, για να είναι πιο τολμηροί, αφού την έχουν κατανοήσει, όλη αυτή η συσσωρευμένη εμπειρία, υποστηριγμένη από συλλογισμούς και επαληθευμένη από τα γεγονότα, συνιστά ολοφάνερα, σύμφωνα με την ευχή του Α, 22, ένα μάθημα χρήσιμο για τις καταστάσεις, οι οποίες «εξαιτίας του ανθρώπινου χαρακτήρα, που είναι και δικός τους, θα παρουσίαζαν ομοιότητες ή αναλογίες».
 
Ίσως όμως θα έχει παρατηρήσει κανείς, με την ευκαιρία, την ανάλυση, που δείχνει την υπεροχή κατά τον πόλεμο των οικονομικών αποθεμάτων πάνω στις εισφορές- αυτό δεν είναι μια αρχή, που θα μπορούσε να οδηγεί επίσης στην οικονομική επιστήμη; Μέσα στη δημηγορία του Περικλή, ο οποίος τη διατυπώνει, η ιδέα αυτή συνδέεται με έναν ολόκληρο διαλογισμό πάνω στην οργάνωση της κοινωνικής και οικονομικής ζωής των Πελοποννησίων - ανθρώπων, που καλλιεργούν οι ίδιοι τη γη τους και δεν έχουν ούτε ατομική ούτε συλλογική ιδιοκτησία. Αμέσως, περνώντας στη γενίκευση ο Περικλής μιλά για τον τρόπο, με τον οποίο συμπεριφέρονται «οἱ τοιοῦτοι» (Α, 14!, 4). Αυτή, λοιπόν, η κοινωνική και οικονομική κατάσταση συνεπάγεται μια ολόκληρη συμπεριφορά πολιτική και, χωρίς αμφιβολία, ηθική. Αντίστροφα, σημειώνοντας έντονα την επανάληψη των όρων, ο Θουκυδίδης μέσα στα κεφάλαια που αφιερώνει στις παλιότερες εποχές (την «Αρχαιολογία») προβάλλει το είδος εκείνο νόμου, που συνδέει τη δύναμη, τα εισοδήματα και τα χρηματικά αποθέματα- η αθηναϊκή ηγεμονία δεν έκανε τίποτε άλλο, παρά να σπρώξει αυτήν την αρχή στο όριο. Και τί θα ήταν αυτή η ηγεμονία χωρίς τα περίφημα εισοδήματα, που αποφέρει ο φόρος, εισοδήματα, των οποίων τη σημασία για την Αθήνα υπενθυμίζουν όλοι οι Αθηναίοι ρήτορες;
 
Η ποιότητα του εδάφους επεμβαίνει επίσης. Συνδυάζεται με την πολιτική· η στειρότητα της Αττικής την προστατεύει από εσωτερικές αντιζηλίες, οι οποίες φτωχαίνουν τις πόλεις. Δεν υπάρχει τίποτα, από τη θέση των πόλεων (λιγότερο ή περισσότερο κοντά στη θάλασσα) ως την οργάνωσή τους και την ύπαρξή ή όχι τεχνών, που να μην το συνδέει ο Θουκυδίδης με τη συγκρότηση χρηματικών αποθεμάτων (Α, 7). Αυτός ο ιστορικός, τον οποίο μερικοί κατακρίνουν σήμερα πως δεν έδωσε αρκετή θέση στις οικονομικές πλευρές της ιστορίας, επειδή δεν όρισε τον ιμπεριαλισμό σαν αναζήτηση σιτοπαραγωγών γαιών ούτε έδωσε λεπτομέρειες για τα ποσά και τις παραλλαγές των φόρων, στην πραγματικότητα έβαλε τα θεμέλια της οικονομικής επιστήμης δείχνοντας γι’ αυτήν ένα αναντίρρητο ενδιαφέρον και προσφέροντας από την άποψη αυτή ένα πλήθος από γενικές θέσεις μαζί με αποδείξεις για τη στήριξή τους.
 
Αλλά το να δίνει κανείς τόση σημασία για τα έθιμα των ανθρώπων, για τη θέση των πόλεων ή για την αύξηση του χρήματος προϋποθέτει φυσικά ή μια κοινωνιολογία ή ακόμη μια ανθρωπολογία.
 
Θα μπορούσε να μην το παρατηρήσει κανείς μέσα στο ίδιο το σώμα της ιστορίας του, όπου η διήγηση του ξεχωριστού εναλλάσσεται με κρίσεις καθολικής φύσεως. Αρκεί όμοις να κοιτάξομε τα πρώτα κεφάλαια, για να δούμε πως η περιέργεια αυτή είναι ουσιαστικό γνώρισμα του Θουκυδίδη. Μιλήσαμε πρωτύτερα για τη θέση των πόλεων και για την ύπαρξη τειχών. Αλλά πραγματεύεται ακόμη στα κεφάλαια αυτά για την ενδυμασία, για την οπλοφορία, για την πειρατεία, για τη ναυσιπλοΐα20. Και συγκρίνει όχι μόνο μια εποχή με μια άλλη, αλλά και ορισμένους λαούς με άλλους. Κάνει ακόμη κάτι περισσότερο: δοκιμάζει να καταλήξει σε νόμους εξέλιξης με πολύ πλατιά σημασία. Για την πειρατεία κάνει σύγκριση με «ορισμένους λαούς της ηπείρου», που διατήρησαν τη συνήθεια, που είχαν εγκαταλείψει οι Έλληνες. Για την οπλοφορία κάνει σύγκριση με τους βαρβάρους. Και αναπλάθει το ελληνικό παρελθόν σύμφωνα με ορισμένες φυλές της εποχής του βεβαιώνοντας χωρίς δισταγμό: «αυτά τα μέρη της Ελλάδας, όπου ζουν ακόμα έτσι, μας διδάσκουν για τις πρακτικές, που άλλοτε εκτείνονταν σε όλους χωρίς διάκριση» (Α, 6, 2).
 
Αυτά τα κεφάλαια, που ανοίγουν το έργο, διατρέχουν πολύ γρήγορα μια ιστορία πολύ λίγο γνωστή· οι δηλώσεις αρχής και οι μεθοδικές έρευνες είναι εκεί περισσότερο ορατές από αλλού. Μα είναι φανερό πως η τάση είναι παντού η ίδια. Όταν με τη βοήθεια αναλύσεων και γενικών κρίσεων οι ρήτορες συζητούν για τα μέσα των δυο αντιπάλων και για τις διαφορετικές ιδιοσυγκρασίες τους ή όταν ο Θουκυδίδης ο ίδιος δείχνει την ηθική επίδραση του πολέμου πάνω στα αισθήματα και στις κρίσεις των ανθρώπων, αυτό δεν ισοδυναμεί με πορεία προς την ίδια κατεύθυνση;
 
Από τη στιγμή που πιάσαμε το μίτο, τον οποίο συγκροτεί η παρουσία γενικών κρίσεων μέσα στη διήγηση, να που σιγά σιγά όλα φωτίζονται- και βλέπομε στους κόλπους του ιστορικού αυτού έργου να υπάρχει σε λανθάνουσα κατάσταση αυτό που έμελλε πολλούς αιώνες αργότερα να γίνει οι επιστήμες του ανθρώπου.
 
Δημιουργώντας μια ιστορία απόλυτα μοναδική στο είδος της, όπου το γενικό συναντιέται παντού με το μερικό, ο Θουκυδίδης άνοιξε με την ίδια κίνηση το δρόμο προς αυτή τη φανταστική ελπίδα γνώσης, η οποία έκτοτε γέμισε την ανθρώπινη σκέψη.
 
Μέσα στην αναπόληση των γεννήσεων αυτών παρουσίασα πάλι ευκαιριακά ορισμένες ενδείξεις, που είχα δώσει σε ένα άρθρο δημοσιευμένο στο Diogene: «La naissance des sciences humaines au Ve siecle avant J. -C21». Ξαναπαρουσίασα επίσης τη γενική ιδέα, που είχα ρίξει σχετικά με τους σοφιστές, στο βιβλίο μου με τον τίτλο Les grands sophistes dans lAthenes de Pericles22. Ταιριάζει όμως να προσδιορίσομε πως η γέννηση αυτή των επιστημών του ανθρώπου μπορεί να εξεταστεί από δυο απόψεις ελαφρά διαφορετικές, που μας κάνουν να τις βλέπομε, ανάλογα με τις περιστάσεις, δεμένες με τους σοφιστές και με τη ρητορική ή με το Θουκυδίδη και την ιστορία.
 
Η σύνδεση με τους σοφιστές και με τη ρητορική είναι ορισμένη και φανερή. Ήδη βρήκε την ευκαιρία να το επισημάνει ο Πρωταγόρας, ο οποίος θεωρούσε τον εαυτό του ικανό να διδάξει την πολιτική. Οι σοφιστές είναι αυτοί, που εγκαινίασαν τη ρητορική, σαν θεωρητική μάθηση. Και η τέχνη της εύρεσης επιχειρημάτων από το ένα μέρος και από τ ’ άλλο δεν προκόβει χωρίς μια γνώση για καθετί, που αφορά τον άνθρωπο- μια γνώση, που να μπορεί κανείς να την εφαρμόσει εύκολα και να τη μεταβιβάσει. Άλλωστε είναι η εποχή, όπου αρχίζομε να αναγνωρίζομε την ύπαρξη πολλών τεχνών, που είναι μαζί επιστήμες και τεχνικές· έχομε αναφέρει σε άλλες εργασίες μας πιο ιδιαίτερες τέχνες, που χρωστούν πολλά στην ώθηση των σοφιστών λόγου χάρη, τη λογική.
 
Αυτού, λοιπόν, του πνεύματος της εποχής το καθρέφτισμα βρίσκομε στο έργο του Θουκυδίδη. Λέγεται πως υπήρξε μαθητής ενός από τους σοφιστές, του Προδίκου. Ολοφάνερα όμως το έργο του διαποτίζεται ολόκληρο από την πρόσφατη επίδραση της ρητορικής και της αγαπητής στον Πρωταγόρα τέχνης των «αντιλογιών», ή των αντιφατικών λόγων. Άσκησε μάλιστα την τέχνη αυτή κατά τον τρόπο του δασκάλου, με την ιδέα πως υπάρχουν για κάθε περίπτωση δυο αντίθετοι λόγοι και πως η τέχνη συνίσταται στο να κάνεις περισσότερο πιστευτό αυτόν που φαίνεται ή είναι λιγότερο. Από αυτό ξεκινά αυτή η καταπληκτική τεχνικότητα των επιχειρηματολογιών, των μεταστροφών, των αντιστροφών. Και αυτές οι ίδιες οι γενικές κρίσεις πήραν έναν καινούριο χαρακτήρα, σαν στοιχεία προβλεπόμενα και αναγκαία αυτής της διαλεκτικής.
 
Αν ο Θουκυδίδης οικοδόμησε έτσι τη διήγησή του με τη βοήθεια γενικών κρίσεων, που παρουσιάζονται σε αντίθεση ή σε συμφωνία με άλλες και σε αντίθεση ή σε συμφωνία με τη διήγηση, το έκαμε, γιατί είναι άνθρωπος του τέλους του 5ου αιώνα ο οποίος έχει γνωρίσει τους σοφιστές και έχει σαστίσει με τις δυνατότητες της ρητορικής. Η τιμή γι’ αυτό ανήκει σε πολύ μεγάλο βαθμό σ’ αυτούς τους δασκάλους και σε ό, τι έκαναν τότε γνωστό εκείνοι γύρω τους.
 
Ωστόσο κάτι ανήκει προσωπικά στο Θουκυδίδη και έχει για πάντα το σημάδι του. Πρώτα πρώτα το έργο του υπάρχει. Είναι το μόνο έργο που σώθηκε και μέσα στο οποίο μπορεί κανείς να αγγίξει με το δάχτυλο την πραγματικότητα αυτών των ανακαλύψεων. Ασφαλώς αναγνωρίζομε παρόμοιες τάσεις στο θέατρο του Ευριπίδη23· αλλά ο Ευριπίδης δεν κάνει έργο γνώσης και κανείς δε θα σκεφτόταν να δει μια αρχή επιστήμης του ανθρώπου στις τραγωδίες του, όποιες κι αν είναι οι ψυχολογικές τους αρετές. Όσο για τα γραφτά των σοφιστών, έχουν χαθεί. Και αν εξαιρέσομε έναν ορισμένο αριθμό από πολιτικές ή μεταφυσικές απόψεις, φαίνεται πως επρόκειτο προπάντων για τεχνικές πραγματείες και μεθόδους. Ασφαλώς, οι σοφιστές είναι οι εισηγητές, αλλά ο μόνος, που γνωρίζομε πως τις πραγματοποίησε, είναι ο Θουκυδίδης.
 
Και καταλαβαίνομε γιατί. Αντίθετα με τους ρήτορες, που αγωνίζονταν να πείσουν, ή τα πρόσωπα των δραμάτων, που κι αυτά ζητούσαν να υποστηρίξουν μια υπόθεση, ο Θουκυδίδης αποβλέπει μόνο στην αλήθεια. Και, αντίθετα με τους συγγραφείς τεχνικών πραγματειών, επιδιώκει μια αλήθεια ανθρώπινης φύσης, που να είναι στέρεη και μόνιμη. Κάνει την εφαρμογή στη μελέτη της πολιτικής και του ανθρώπου- και δίνει έτσι σ’ αυτές τις έρευνες μια εμβέλεια γενική και ένα ενδιαφέρον καθολικό. Επί πλέον, επειδή πρόκειται για μια υψηλή φιλοδοξία, βάζει όλη του τη δύναμη, για να συνθέσει ένα έργο αντάξιό της. Και η ποιότητα, που δίνει έτσι στη διήγησή του, την κάνει αποτελεσματικά άξια να επιζήσει. Δεν κάνει την ερευνά του σαν επιστήμονας, που απευθύνεται σε ειδικούς, αλλά σαν άνθρωπος, που θέλει να κάνει κατανοητή μια ουσιαστική εμπειρία της πολιτικής ζωής, η οποία επάθιαζε τότε τα πνεύματα και τα παθιάζει ακόμα και σήμερα- η φύση του θέματος συναντά την ποιότητα της λογοτεχνικής προσπάθειας.
 
Έτσι φτάνομε σ’ ένα παράδοξο. Γιατί, αν οι επιστήμες του ανθρώπου προαναγγέλλονται έτσι μέσα στο έργο του, φαίνεται πως αυτό γίνεται καλύτερα, επειδή το έργο του Θουκυδίδη θέλει - αληθινό, ζωντανό, βιωμένο - να είναι η ιστορία της δικής του εμπειρίας.
 
Μα είναι αυτό παράδοξο; Πραγματικά, η λογοτεχνική ποιότητα δεν είναι το παν. Και, ακριβώς επειδή πρόκειται για μια ιστορία συγκεκριμένη και αντικειμενική, συμβαίνει επίσης οι διάφορες αναλύσεις, που εισάγονται έτσι μέσα σε μια έκθεση, που σε κάθε στιγμή τις φέρνει αντιμέτωπες μεταξύ τους ή με την πραγματικότητα, τις διορθώνει και τις συγκεκριμενοποιεί, να αποκτούν με τον τρόπο αυτό μια ποικιλία και μια ακρίβεια, που δε θα είχαν αποκτήσει μέσα σε μια πραγματεία για τον άνθρωπο ή μέσα σε κάθε άλλη μορφή παρουσίασης, που θα ήταν όλη μαζί βεβαιωτική, θεωρητική και ανεξέλεγκτη. Οι απαιτήσεις της ιστορικής έκθεσης επιτρέπουν στο Θουκυδίδη να εξετάζει όλες τις απόψεις, όλους τους συνδυασμούς. Του επιτρέπουν να μην παρουσιάζει τις ιδέες του ωσάν στον αέρα με μορφή βιαστικών και αμφισβητήσιμων γενικοτήτων παρουσιάζει ό,τι περιέχει μια αληθινή κατάσταση και προσκομίζει αυτός ο ίδιος την αμφισβήτηση βάζοντας να μιλούν αντίπαλοι ρήτορες. Έτσι ο έλεγχος γίνεται από την αρχή· και ενισχύεται ακόμα από τον έλεγχο των γεγονότων, που δεν είναι επινοήματα. Αν, λοιπόν, το έργο του Θουκυδίδη έχει αυτήν την αυστηρότητα θεωρητικής επιστήμης, αυτό γίνεται χάρη στον ίδιο αυτό συνδυασμό, του οποίου το μυστικό ζητήσαμε εδώ να εξιχνιάσομε, ανάμεσα στο ξεχωριστό και στο γενικό.
 
Η κατανόηση του μυστικού αυτού με τρόπο κάπως πιο συγκεκριμένο απαίτησε ίσως από τον αναγνώστη κάποιες προσπάθειες· αν του τις επιβάλαμε, είναι γιατί πιστεύοντας πως διακρίναμε τα χαρακτηριστικά ενός έργου πολύ διαφορετικού από τα άλλα, είδαμε πραγματικά να υψώνονται όλες οι πιο σύγχρονες προοπτικές - όπως φαίνεται μια ανατολή του ήλιου από μια βουνοκορφή.
---------------------
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
 
1.   Ε, 71. Θα παρατηρήσει κανείς κι εδώ ακόμα την πολύ γενική διατύπωση: «οι στρατοί, όποιοι κι αν είναι, κάνουν αυτό»' αν και πρόκειται για τη διήγηση, ο Θουκυδίδης αγαπά να φωτίζει τους κανόνες του είδους αυτού. Και είναι φανερό πως η γνώση τους είναι πολύτιμο στοιχείο για την πρόβλεψη μιας τακτικής.
2.   Φυσικά, δεν είναι αυτή η περίπτωση όλων των γενικών κρίσεων. Ορισμένες παραμένουν καθαρές και απλές παρατηρήσεις, όπως όταν οι Κορίνθιοι δηλώνουν «Μοιραία, όπως στην τεχνική, ο νεωτερισμός πάντα νικά» (Α, 71, 3) ή όταν ο Αλκιβιάδης συμπεραίνει: «Κατά την αντίληψή μου μια πόλη, που δε γνωρίζει την απραξία, μπορεί να χαθεί πολύ γρήγορα, αν παραιτηθεί από τη δράση».
3. Βλ. Δ, 61, 5.
4. Παράβ. Α, 22, 3: «Οι μάρτυρες κάθε γεγονότος παρουσίαζαν εκδοχές τους, που εποίκιλλαν ανάλογα με τις συμπάθειές τους προς τη μια ή την άλλη παράταξη και ανάλογα με τη μνήμη τους».
5. Και οπωσδήποτε - ο Θουκυδίδης το παρατηρεί στο Β, 8 - καθένας έχει περισσότερο ζήλο στις αρχές ενός πολέμου: «Πραγματικά, πάντα στην αρχή επιδίδεται κανείς σ’ αυτόν πιο ζωηρά».
6.   Παράβ. πιο πάνω, σ. 84. Μπορούμε να επισημάνομε ότι, αντίστροφα, οι δοκιμασίες μπορούν να λυγίσουν αυτούς, που ήταν αποφασισμένοι κατά τρόπο αυθόρμητο. Οι Αθηναίοι το θυμίζουν στο Α, 78, 3: «Οι άνθρωποι, όταν ρίχνονται σ’ έναν πόλεμο, προσκολλώνται αρχικά σ’ αυτό, που θα έπρεπε να εφαρμόσουν στη συνέχεια, δηλαδή στη δράση, και, όταν πάθουν τη συμφορά, φτάνουν στο σημείο να συζητούν».
7.   Η φράση είναι ήδη ερμηνευτική· για τη θέση, που θέλει να υποστηρίξει, βλέπε πιο πάνω, σ. 67.
8. Τα λόγια που προηγούνται θυμίζουν ήδη αυτές τις εναλλαγές της αυτοπεποίθησης και του φόβου λέγοντας πως ένας στρατός «είναι προπάντων φοβερός την πρώτη στιγμή και πως, αν αργήσει να φανεί, οι άνθρωποι ξαναγυρίζουν στα συναισθήματά τους, ως το σημείο να τον περιφρονούν μάλλον, ακόμα κι όταν τον βλέπουν». Όσο για τη συνέχεια, θυμίζει το ρόλο της συγκεκριμένης παρουσίας («η θέα του στρατού»).
9. Αυτό ανταποκρίνεται στον (από μια άποψη πιο σκληρά ρεαλιστικό) κανόνα, που διατυπώθηκε από το Βοιωτό Παγώνδα: όταν προσβάλλεται κανείς από ένα λαό, σαν τους Αθηναίους, τότε, αν μένει ακίνητος και περιορίζεται στην άμυνα της χώρας του, ο εχθρός βαδίζει εναντίον του με μεγαλύτερη σιγουριά- αλλά, αν έρχεται να τον συναντήσει έξω από τα σύνορα και αν, όταν παρουσιαστεί ευκαιρία, παίρνει την πρωτοβουλία του πολέμου, ο εχθρός είναι λιγότερο έτοιμος να επιβληθεί. Ο Παγώνδας και ο Ερμοκράτης συνιστούν και οι δυο μια στάση, που περιγράφεται με την πρόθεση προ-.
10. 750 κ.ε.: «Εδώ και πολύ καιρό οι θνητοί επαναλαμβάνουν ένα παλιό ρητό: αν η ανθρώπινη ευτυχία φτάσει σε μεγάλο ύψος, δεν πεθαίνει στείρα· από την ευημερία βλαστάνει αχόρταγη δυστυχία. Μακριά από τους άλλους, μένω μόνος και σκέφτομαι: Όχι, η ανόσια πράξη είναι που γεννά καινούριες ανόσιες πράξεις, όμοιες με τη μάνα, που τις γέννησε· γιατί στα δίκαια σπιτικά η ευημερία έχει μόνο ωραία παιδιά πάντα».
11.  Η ανάπτυξη μακραίνει με την περιγραφή μιας συμπεριφοράς, αντίθετα, λογικής· και εκεί είναι που εμφανίζεται η λέξη, που μας ενδιαφέρει· αυτή η συμπεριφορά αποφεύγει «την αναίδεια, που γεννιέται από μια αύξηση δύναμης» (18, 2)*.
12.  Για τους κινδύνους από την ελπίδα βλέπε, π.χ., (εκτός από τα κείμενα, που παραθέτομε παρακάτω) Ε, 103. Μερικές παραγράφους παρακάτω το θέμα της τιμής παίζει ρόλο εξίσου καταστροφικό.
13. Έχομε σχολιάσει αυτά τα κείμενα σε μια ανακοίνωση, που έγινε στις συναντήσεις του Αλίμου (Ελλάδα): «Le discours des Lacedemoniens (IV, 17-20) et la tendance a la generalite dans Γ histoire de Thucydide» (ανακοίνωση, που δεν έχει ακόμη δημοσιευτεί).
14. Ο «λόγος» αντιπαραθέτει μια προβλέψιμη επιτυχία στην απρόοπτη επιτυχία.
15.  Παράβ. το σχόλιο του Gomme στο σχετικό χωρίο· επισημαίνει ωστόσο πως το μόνο απροσδόκητο πράγμα στην καλή κατάσταση των Μυτι- ληναίων υπήρξε η κακοτυχία της Αθήνας με την επιδημία.
ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ ΤΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
131
16. Όπως ο Κρέων στην Αντιγόνη εκφράζει αρχές φιλοπατρίας πολύ δίκαιες και υγιείς, αλλά τις εφαρμόζει στραβά, έτσι και ο Κλέων πα­ρουσιάζει μια σωστή ανάλυση, αλλά την παρουσιάζει σε ακατάλληλη ώρα.
17.  6: «Το τυχαίο, που προστίθεται σ’ αυτό, δε συντελεί λιγότερο στην παραπλάνηση· καθώς δίνει μερικές φορές ένα εντελώς αναπάντεχο στή­ριγμα, παρακινεί τους ανθρώπους να διακινδυνεύσουν, ακόμα και χωρίς να έχουν τις αναγκαίες δυνάμεις...».
18.  Βλέπε, λόγου χάρη, J. Jouanna στα Hippocratica (Actes du colloque de Paris, 1980, σσ. 298-318).
19.  Αυτός ο παρατατικός παραπέμπει, όπως θα έχετε καταλάβει, στο πρώτο μέρος της μελέτης μας. Το δρομολόγιο, που ακολουθήθηκε εδώ, επιβάλλει μια ανακάλυψη κατά στάδια· αλλά στο Θουκυδίδη όλα συμβαίνουν μαζί χάρη σε ένα μοναδικό στόχο.
20.  Και ακόμα ο τρόπος ταφής, χάρη στον οποίο αναγνωρίζει τους αρχαίους κατοίκους μιας χώρας (Α, 8, 1).
21. Diogene, 144, 1988, σσ. 3-17. Ο τίτλος της αγγλικής έκδοσης δείχνει καλά το θέμα, που επαναλαμβάνεται εδώ. Αυτός ο τίτλος είναι: «From Aphorisms to theoritical Analyses· the Birth of Human Sciences in the Fifth Century B.C.».
22. B. de Fallois, 1988, στις σελίδες 32 ως 41 και 317 ως 320.
23. Βλέπε εξάλλου τη μελέτη μας: «Reflexions paralleles chez Euripide et Thucydide», Mededelingen der Kon. Nederl. Akademie van Wetenschappen (Letterkunde), 1984, σσ. 75-89.