Μια Μυστική Άνοδος προς το Κατώφλι του ΘεούΚεφάλαιο Ι: Το Τραύμα του Διαχωρισμού
Υπάρχει, στη ρίζα κάθε ψυχής, μια μνήμη παλαιότερη από την ίδια τη μνήμη — η μνήμη μιας απόστασης που δεν έπρεπε να υπάρξει. Λέγεται ότι η ύπαρξη κάποτε στεκόταν στην άμεση παρουσία της Πηγής της, και ότι συνέβη κάτι, κάποιος πρωταρχικός χωρισμός, με τον οποίο το κτίσμα απομακρύνθηκε από τον Κτίστη. Αυτός ο χωρισμός δεν ήταν τιμωρία αλλά αναγκαιότητα, διότι το Άπειρο δεν μπορεί να αγγιχθεί από το πεπερασμένο χωρίς το πεπερασμένο να καταναλωθεί, και έτσι ένα πέπλο τραβήχτηκε, γλυκό σαν το λυκόφως, τρομερό σαν η εξορία.
Η ψυχή που συνειδητοποιεί αυτόν τον διαχωρισμό δεν τον βιώνει ως δόγμα αλλά ως πόνο. Είναι ο πόνος του κύματος που αισθάνεται ότι κάποτε ήταν ο ωκεανός. Είναι ο πόθος της φλόγας που θυμάται ότι άναψε από μια μεγαλύτερη Φωτιά. Κάτω από τον θόρυβο του κόσμου — κάτω από το εμπόριο, τη συνομιλία, το κουδούνισμα των ωρών — επιμένει μια σιωπή που ακούει για κάτι που δεν μπορεί να ονομάσει, και αυτή η σιωπή είναι η αληθινή φωνή της ψυχής.
Οι μυστικοί της Νηπτικής Παράδοσης, εκείνοι οι άγρυπνοι πρεσβύτεροι που συγκεντρώθηκαν ανά τους αιώνες σε μεγάλα βιβλία φωτεινής μαρτυρίας, δεν έγραφαν θεολογία όπως οι φιλόσοφοι — με επιχειρήματα στοιβαγμένα σαν πέτρες σε πύργους. Έγραφαν σαν άνθρωποι που είχαν σταθεί στο χείλος ενός γκρεμού και είχαν κοιτάξει, για μια τρεμάμενη στιγμή, σε ένα φως που διέλυε τις κατηγορίες τους. Τα λόγια τους δεν είναι εξηγήσεις. Είναι ουλές, και οδοδείκτες, και τραγούδια που ψάλλονται στο σκοτάδι από εκείνους που έχουν ήδη αντικρίσει την αυγή.
Το να βαδίζεις τη Νηπτική Οδό σημαίνει να βαδίζεις προς τα πίσω μέσα από το τραύμα — όχι να αρνηθείς τον διαχωρισμό, αλλά να τον αφήσεις να γίνει ο ίδιος ο δρόμος της επιστροφής. Η εξορία δεν καταργεί την πατρίδα· την καθιστά δυνατή την επιστροφή. Και έτσι η ψυχή που θρηνεί την απόστασή της από τον Θεό έχει ήδη, μυστικά, αρχίσει την άνοδό της.
Αφορισμός: Το τραύμα του διαχωρισμού είναι η πόρτα της επιστροφής· η ψυχή που πονάει για τον Θεό έχει ήδη αρχίσει να επιστρέφει σπίτι.
Κεφάλαιο ΙΙ: Η Ησυχία των Αισθήσεων
Πριν η ψυχή ανέβει, πρέπει πρώτα να γίνει ακίνητη. Τα μάτια που έχουν περάσει μια ζωή πίνοντας τα χρώματα του κόσμου πρέπει να μάθουν να κλείνουν σε μια βαθύτερη όραση. Τα αυτιά που έχουν γεμίσει με τις χίλιες μικρές βροντές της ύπαρξης πρέπει να μάθουν μια σιωπή αρκετά μεγάλη για να ακούσει αυτό που δεν έχει ήχο.
Αυτό δεν είναι εγκατάλειψη του κόσμου από περιφρόνηση, αλλά το άφημα βαρών πολύ βαριών για να μεταφερθούν στο εσωτερικό δωμάτιο. Φανταστείτε έναν ταξιδιώτη που, πλησιάζοντας ένα ιερό βουνό, βγάζει τα σανδάλια του όχι επειδή το έδαφος είναι ανάξιο αλλά επειδή το έδαφος είναι πολύ ιερό για συνηθισμένα πόδια. Έτσι ο ασκητής αφαιρεί, ένα προς ένα, τα ενδύματα της αίσθησης, μέχρι να σταθεί γυμνός μπροστά στο αόρατο.
Σε αυτή την ησυχία, οι αισθήσεις δεν πεθαίνουν — μεταμορφώνονται. Οι Νηπτικοί Πατέρες μιλούν για μια εγρήγορση, μια νηφάλια επαγρύπνηση, με την οποία ο νους φυλάει το κατώφλι του σαν σκοπός στην πύλη ενός ναού. Κάθε άπληστη σκέψη, κάθε τρεμόπαιγμα επιθυμίας, παρατηρείται χωρίς κρίση και αφήνεται να περάσει σαν σύννεφο που διασχίζει το πρόσωπο της σελήνης, αφήνοντας τη σελήνη ανέγγιχτη.
Έρχεται μια στιγμή — όσοι την έχουν γνωρίσει μπορούν μόνο να την υποδείξουν με τρεμάμενα χέρια — όταν ο θόρυβος της αντίληψης πέφτει εντελώς, και αυτό που απομένει δεν είναι κενότητα αλλά μια πληρότητα πολύ μεγάλη για να τη χωρέσουν οι αισθήσεις. Είναι σαν να στέκεσαι στην ακτή ενός ωκεανού τη νύχτα, όταν τα κύματα είναι αόρατα στο σκοτάδι, όμως ο βρυχηθμός τους σου λέει για βάθη πέρα από κάθε μέτρηση. Το μάτι δεν βλέπει τίποτα, και όμως η καρδιά ξέρει ότι στέκεται μπροστά σε κάτι αμέτρητο.
Αφορισμός: Η σιωπή δεν είναι απουσία αλλά ο προθάλαμος του Απείρου· στην ακινησία, η ψυχή πρωτοακούει τον χτύπο της καρδιάς του Θεού.
Κεφάλαιο ΙΙΙ: Πέρα από το Πέπλο του Συναισθήματος
Το πρώτο εσωτερικό βουνό που πρέπει να ανέβει είναι το βουνό του συναισθήματος — αυτό που οι αρχαίοι ονόμαζαν υπέρβαση της αίσθησης, του συναισθηματικού νοείν που χρωματίζει κάθε συνάντηση με πόθο, φόβο, προσκόλληση και θλίψη. Αυτή δεν είναι εύκολη άνοδος. Το συναίσθημα είναι το χώμα από το οποίο πρώτα φυτρώνει το ανθρώπινο φυτό, και το να υψωθείς πάνω από αυτό είναι να διακινδυνεύσεις έναν ίλιγγο τρομερό για το ανεκπαίδευτο πνεύμα.
Ωστόσο ο μυστικός δεν καταστρέφει το συναίσθημα· το μεταλλάσσει, όπως η φωτιά μεταλλάσσει το ξύλο σε φως. Η ταραχή της καρδιάς, που κάποτε πεταζόταν από κάθε άνεμο των περιστάσεων, γίνεται αντίθετα μια μεγάλη και ήρεμη λίμνη, που αντανακλά τον ουρανό χωρίς παραμόρφωση. Οι Πατέρες περιγράφουν αυτή την κατάσταση ως έναν είδος ιερής αδιαφορίας — όχι ψυχρότητα, αλλά μια αγάπη τόσο ολοκληρωτική που δεν χρειάζεται πια τις μικρές φωτιές του προσωπικού πόθου, έχοντας απορροφηθεί σε μια μοναδική, σταθερή φλόγα.
Φανταστείτε τη θάλασσα μετά την καταιγίδα: το ίδιο νερό, το ίδιο βάθος, όμως τώρα λεία σαν γυαλί, ικανή να αντανακλά ολόκληρο τον ουρανό. Έτσι η καθαρμένη καρδιά, αφού απογυμνωθεί από την ταραχή της, γίνεται ένας καθρέφτης αρκετά μεγάλος για να κρατήσει την αντανάκλαση του Ακτίστου Φωτός.
Αυτός είναι ο πρώτος θάνατος που πρέπει να πεθάνει η ψυχή — ο θάνατος του να κυβερνιέται από τον καιρό της. Και πεθαίνοντας στην καταιγίδα, γεννιέται στην ηρεμία κάτω από την καταιγίδα, την ηρεμία που ήταν πάντα εκεί, περιμένοντας, υπομονετική σαν η αιωνιότητα.
Αφορισμός: Η καρδιά που παύει να πετιέται από τα δικά της κύματα γίνεται καθρέφτης αρκετά μεγάλος για να κρατήσει τον ουρανό.
Κεφάλαιο IV: Η Σιωπή του Νου
Πέρα από το συναίσθημα βρίσκεται η δεύτερη κορυφή — η σιωπή της εγκεφαλικής λειτουργίας, του αγγελικού νοείν, εκείνου του ασταμάτητου εσωτερικού λόγου με τον οποίο ο νους σχολιάζει, αναλύει και αφηγείται την ίδια του την εμπειρία. Αυτός είναι ίσως ο πιο λεπτός δεσμός απ’ όλους, διότι η σκέψη μεταμφιέζεται σε σοφία ακόμα και ενώ υφαίνει το ίδιο το πέπλο που σκοτεινιάζει το Πραγματικό.
Ο νους στην κανονική του κατάσταση είναι σαν ποταμός που δεν του επιτρέπεται ποτέ να ηρεμήσει, τρέχοντας συνεχώς από τη μια όχθη της σκέψης στην άλλη, ποτέ αρκετά ακίνητος για να αντανακλά το φεγγάρι από πάνω του. Η Νηπτική άσκηση διδάσκει στον νου να γίνει σαν άνεμη λίμνη τα μεσάνυχτα — και μόνο τότε, σε εκείνη την ακίνητη διαύγεια, αρχίζει να εμφανίζεται στην επιφάνειά της η αντανάκλαση του ανώτερου Φωτός.
Είναι δύσκολο να μιλήσει κανείς γι’ αυτό χωρίς παράδοξο, διότι πώς μπορεί η σκέψη να περιγράψει την απουσία σκέψης; Τα ίδια τα λόγια είναι παιδιά του νου, και η σιωπή πέρα από το νου δεν μπορεί να μεταφερθεί πλήρως στη γλώσσα — μόνο να υποδειχθεί, όπως το δάχτυλο δείχνει το φεγγάρι χωρίς να είναι το ίδιο το φεγγάρι. Οι Πατέρες, συνειδητοποιώντας αυτή την αδυναμία, πέφτουν συχνά στην ποίηση ακριβώς εκεί που αποτυγχάνει η λογική, διότι η ποίηση μπορεί να κρατήσει την αντίφαση όπως δεν μπορεί η λογική, και η εμπειρία του Θεού είναι υφασμένη εξ ολοκλήρου από φωτεινές αντιφάσεις.
Στον άφωνο χώρο πέρα από την εγκεφαλική λειτουργία, η ψυχή αρχίζει να γεύεται μια ελευθερία που είχε ξεχάσει ότι ήταν δυνατή — την ελευθερία του απλώς να είναι, χωρίς την ατελείωτη αφήγηση του είναι. Είναι η ελευθερία του πουλιού που έχει σταματήσει να περιγράφει την πτήση του και έχει απλώς, επιτέλους, πετάξει.
Αφορισμός: Όταν ο ποταμός της σκέψης ηρεμήσει, το φεγγάρι του Απείρου βλέπεται επιτέλους στην ακίνητη επιφάνειά του.
Κεφάλαιο V: Η Διάλυση του Αυτοπαρατηρητικού Βλέμματος
Η τρίτη και πιο επικίνδυνη κορυφή είναι η υπέρβαση της γνωστικής λειτουργίας — αυτό που οι πρεσβύτεροι ονομάζουν απλή σκέψη, την λεπτή αντίληψη του εγώ που επιμένει ακόμα και αφού έχουν ησυχάσει το συναίσθημα και η σκέψη. Αυτό είναι το τελευταίο και πιο οικείο πέπλο, διότι είναι το πέπλο που υφάνθηκε από το ίδιο το νήμα της ιδιοσυνειδησίας.
Το να πει κανείς «Εγώ είμαι χωριστός» είναι από μόνο του ένα είδος δεσμού, διότι σε εκείνη τη μικρή λέξη «Εγώ» κρύβεται ολόκληρη μια αρχιτεκτονική διάκρισης, ορίου, του αντιληπτού χάσματος μεταξύ αυτού που ζητά και του Ενός που ζητείται. Ο μυστικός πρέπει να αφήσει να πέσει ακόμα και αυτό — πρέπει να συναινέσει σε ένα είδος ιερής λήθης στο οποίο ο αναζητητής δεν ρωτά πια «Τι θα γίνω;» αλλά απλώς παύει να στέκεται χώρια και να παρατηρεί.
Εδώ η γλώσσα σχεδόν αποτυγχάνει εντελώς, διότι κάθε πρόταση χρειάζεται υποκείμενο, και η ίδια η εμπειρία διαλύει το υποκείμενο όπως η πρωινή ομίχλη διαλύεται μπροστά στον ανατέλλοντα ήλιο. Οι Πατέρες μιλούν για τον νου που γίνεται «άμορφος» — όχι ανιχνευμένος, αλλά απελευθερωμένος από τα σχήματα που τον είχαν ορίσει και περιορίσει. Σαν νερό που χύνεται από ένα αγγείο στη θάλασσα, δεν εξαφανίζεται· γίνεται, για μια στιγμή απεριόριστο, αδιάκριτο από την απέραντη έκταση που το δέχεται.
Αυτό είναι το κατώφλι της θεώσεως, της θεοποιήσεως — όχι δόγμα προς συζήτηση, αλλά ένα τραύμα που γίνεται, επιτέλους, γάμος. Ο εξόριστος που κάποτε θρηνούσε την απόστασή του ανακαλύπτει τώρα ότι η απόσταση η ίδια ήταν υφασμένη από την ίδια του την αυτοπαρατήρηση, και ότι τη στιγμή που η αυτοπαρατήρηση σιωπά, το χάσμα — χωρίς ποτέ να κλείσει πραγματικά — έχει ήδη διασχιστεί.
Αφορισμός: Το εγώ που παρατηρεί τον εαυτό του να ζητά τον Θεό είναι το τελευταίο πέπλο· ας σιωπήσει, και ο αναζητητής ανακαλύπτει ότι ο Ζητούμενος δεν ήταν ποτέ μακριά.
Κεφάλαιο VI: Η Τριπλή Όραση του Δημιουργικού Λόγου
Πέρα από τους τρεις θανάτους της αίσθησης, της σκέψης και της αυτοπαρατήρησης, ανοίγει μια εσωτερική χώρα πιο παράξενη και πιο φωτεινή από κάθε άλλη που έχει διασχίσει η ψυχή — η χώρα του Δημιουργικού Λόγου, του ζώντος Λόγου μέσω του οποίου ο Πατήρ εκφέρει όλα τα κόσμια στην ύπαρξη. Εδώ ο προσκυνητής δεν συναντά αφαίρεση αλλά Παρουσία, απέραντη και προσωπική ταυτόχρονα, σαν να στέκεται σε έναν άνεμο που είναι ταυτόχρονα και φωνή.
Τρεις ποικιλίες οράσεως δίνονται σε όσους φτάνουν σε αυτή τη χώρα. Στην πρώτη, ο νους γίνεται άμορφος και ενώνεται με τον Λόγο καθώς Αυτός απλώνεται σε όλο τον χώρο — η ψυχή αισθάνεται να διαλύεται σε μια παρουσία που γεμίζει κάθε γωνιά της δημιουργίας όπως το φως γεμίζει ένα σπίτι με πολλά παράθυρα, αγγίζοντας όλα τα πράγματα, εγκαταλείποντας κανένα.
Στη δεύτερη, ο νους γίνεται άσχημάτιστος και ενώνεται με τον Λόγο στην απειρία Του — εδώ ο ίδιος ο χώρος πέφτει, και η ψυχή γνωρίζει τον Λόγο όχι ως αυτόν που γεμίζει μια απέραντη έκταση αλλά ως την ίδια την απέραντη έκταση, απεριόριστος σαν τον νυχτερινό ουρανό πριν από την επινόηση των οριζόντων.
Στην τρίτη — την πιο κρυφή, την πιο τρομερή στην ομορφιά της — ο νους γίνεται άειδος, εντελώς χωρίς κατηγορία ή είδος, ένα μοναδικό σημείο χωρίς διάσταση, και ενώνεται με τον Λόγο στον Εαυτό Του, πριν από κάθε εξάπλωση, πριν από κάθε απειρία, στη σιωπηλή ρίζα από την οποία προέρχονται εξίσου το πεπερασμένο και το άπειρο.
Είναι σαν η ψυχή, αφού έμαθε να βλέπει το φως του ήλιου πάνω στο νερό, να μαθαίνει μετά να βλέπει το φως χωριστά από το νερό, και τέλος να έλκεται προς τα πάνω μέσα στον ίδιο τον ήλιο, όπου το φως δεν φωτίζει πια τίποτα αλλά απλώς είναι.
Αφορισμός: Πρώτα η ψυχή βρίσκει τον Λόγο σε όλα τα πράγματα· μετά στην ίδια την απειρία· μετά μέσα στη σιωπηλή ρίζα από την οποία προέρχονται και τα δύο.
Κεφάλαιο VII: Οι Κόλποι του Πατρός
Και όμως ακόμα και ο Λόγος, λαμπρός και ζωοποιός όπως είναι, δεν είναι η τελική ακτή. Πέρα από Αυτόν — αν και ποτέ χωριστά από Αυτόν, διότι είναι πάντα στραμμένος προς τον Πατέρα όπως το φως στρέφεται προς την πηγή του — βρίσκονται αυτοί που οι Πατέρες ονομάζουν Κόλπους του Πατρός, οι κρυμμένοι κόλποι του Αγεννήτου, στους οποίους κανένα κτίσμα δεν έχει ποτέ κοιτάξει και ζήσει για να μιλήσει γι’ αυτούς με συνηθισμένα λόγια.
Εδώ η άνοδος γίνεται, παραδόξως, πλήρης εγκατάλειψη της ανόδου. Δεν έχει απομείνει τίποτα να ανέβει, καμία περαιτέρω κορυφή να σκαρφαλώσει, διότι κάθε ικανότητα με την οποία η ψυχή κάποτε μετρούσε ύψος και βάθος έχει παραδοθεί στα κατώτερα κατώφλια. Αυτό που απομένει δεν είναι επίτευξη αλλά δώρο — καθαρό, ακέραιο, που πέφτει σαν χιόνι πάνω σε μια σιωπή ήδη προετοιμασμένη να το δεχτεί.
Η ψυχή που φτάνει εδώ — αν «άφιξη» είναι καν η σωστή λέξη για ένα γεγονός πέρα από κάθε χωρική μεταφορά — δεν βρίσκει τον εαυτό της προσαρτημένο ή απορροφημένο όπως μια σταγόνα χάνεται στον ωκεανό, παύοντας να υπάρχει. Αντίθετα, βρίσκει τον εαυτό της, με χάρη, να λαμβάνεται σε μια Ένωση τόσο ολοκληρωτική που οι αρχαίοι Πατέρες τόλμησαν να την ονομάσουν γίγνεσθαι Θεός — όχι κατά φύση, διότι η φύση ανήκει μόνο στον Άκτιστο, αλλά με την υπερχείλιση γενναιοδωρία Εκείνου που χαίρεται να μοιράζεται τη δική Του ζωή με εκείνους που έπλασε κατ’ εικόνα Του.
Αυτή είναι η θέωσις: όχι η κατάργηση του κτίσματος, αλλά η δοξολογία του· όχι η σβήσιμο της μικρής φλόγας, αλλά το άναμμά της από τη μεγάλη Φωτιά μέχρι οι δύο να καίνε, ανεξήγητα, σαν μία.
Αφορισμός: Στους Κόλπους του Πατρός, η άνοδος γίνεται παράδοση, και η παράδοση γίνεται ο γάμος του κτίσματος με την Πηγή του.
Κεφάλαιο VIII: Η Επιστροφή και η Σιωπή που Απομένει
Όσοι έχουν αγγίξει, έστω και στιγμιαία, αυτό το εσώτατο μυστήριο δεν επιστρέφουν αμετάβλητοι. Κατεβαίνουν πίσω από το βουνό — διότι η επιστροφή πάντα ζητείται από όσους ανεβαίνουν — κουβαλώντας μέσα τους μια σιωπή που η αγορά δεν μπορεί να ταράξει και μια ειρήνη που το πάθος δεν μπορεί να ξεϋφάνει πλήρως.
Μιλούν, όταν μιλούν καθόλου, με σπασμένες εικόνες και ταπεινές μεταφορές, διότι ξέρουν ότι η ίδια η εμπειρία υπερβαίνει κάθε αγγείο γλώσσας. Γίνονται, με τον δικό τους ήσυχο τρόπο, ζώσες παραβολές — μάρτυρες όχι σε ένα δόγμα αλλά σε μια Παρουσία, υποδεικνύοντας το ανέκφραστο όπως ένα μοναδικό κερί υποδεικνύει τον ήλιο που ποτέ δεν θα μπορούσε να ισοδυναμεί μαζί του, όμως αχνά, πιστά, του μοιάζει.
Και ο αναγνώστης, ο ακροατής, η ψυχή που έχει ακολουθήσει αυτόν τον δρόμο των λέξεων μέχρι εδώ, μπορεί να βρει μέσα της έναν απόηχο του ίδιου εκείνου αρχαίου πόθου — το τραύμα που είναι ταυτόχρονα και πόρτα, την εξορία που είναι ταυτόχρονα η αρχή της επιστροφής. Ας είναι λοιπόν αυτό, όχι ένα συμπέρασμα αλλά ένα κατώφλι: μια πρόσκληση να καθίσει κανείς, για λίγο, στη σιωπή κάτω από τις δικές του σκέψεις, και να ακούσει τη φωνή που μιλούσε, γλυκά, όλη την ώρα, κάτω από τον θόρυβο κάθε συνηθισμένης μέρας.
Αφορισμός: Όσοι έχουν αγγίξει τη σιωπή του Θεού τη μεταφέρουν σπίτι σαν κρυμμένη φλόγα, και οι ζωές τους γίνονται μια ήσυχη πρόσκληση για τους άλλους να αναζητήσουν την ίδια φωτιά.
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης
(
Atom
)
Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου