Κυριακή 28 Ιουλίου 2024

Τί σημαίνει η λέξη «Γραικύλος»;

Ο Ελληνικός χαρακτηρισμός «Γραικύλος» είναι απόδοση του λατινικού χαρακτηρισμού Graeculus, ο οποίος με τη σειρά του είναι υποκοριστικό του Εθνικού ονόματος «Graecus» που χρησιμοποιούσαν οι Ρωμαίοι για τους Έλληνες.

Γραικύλος, αποκαλείται ο Έλληνας που είναι ανάξιος της Εθνικής του παραδόσεως, ο ξεπεσμένος, παρηκμασμένος Έλληνας, συνήθως δουλοπρεπής προς τους ξένους. Πρόκειται δηλαδή, για έναν καθαρά υποτιμητικό χαρακτηρισμό των Ελλήνων.

Στην αρχή της Ρωμαϊκής κατάκτησης, η Ρωμαϊκή κατοχή, παρά την μετρημένη επιβολή εξουσίας και την ψύχραιμη αυτοσυγκράτηση με την οποία αρχικά εφαρμόστηκε στους Έλληνες, δεν έπαυε να είναι σκλαβιά. Ήταν μόνο θέμα χρόνου οι Έλληνες σκλάβοι, όμηροι και μετανάστες, να κατακλύσουν τη Ρώμη. Κινημένοι από τις στερήσεις αναζητούν οποιοδήποτε επάγγελμα για να επιβιώσουν, με αποτέλεσμα να τους....περιφρονούν οι Ρωμαίοι, να τους ονομάζουν Graeculus, δηλαδή μικρούς Έλληνες, που παριστάνουν ότι γνωρίζουν τα πάντα. Λένε οι Ρωμαίοι: «Οmnia novit Graeculus esuriens; in coelum jusseris, ibit» (Τα πάντα γνωρίζει ο πειναλέος Γραικύλος, και στον ουρανό αν τον διατάξεις να πάει, θα πάει).

Αργότερα όταν οι αδικίες και οι καταχρήσεις των Ρωμαίων σε βάρος των κατακτημένων έγιναν σύνηθες φαινόμενο, πρέπει να πήρε την τελική της μορφή η έννοια του Γραικύλου. Οι Ρωμαίοι συγγραφείς καταλογίζουν στον Γραικύλο γενικά ότι είναι αργόσχολος και κόλακας της εξουσίας και ακόμη ότι είναι νωθρός, ράθυμος, φλύαρος και απρεπής.

Το Λατινικό υποκοριστικό μαρτυρείται σε πενήντα περίπου χωρία Λατίνων συγγραφέων, από τα χρόνια του Κικέρωνα μέχρι σχεδόν τον 4ον αιώνα μ.Χ. Το Ελληνικό υποκοριστικό με εξαίρεση μια μαρτυρία του Δίωνος Κασσίου, δεν εντοπίζεται στην αρχαία Ελληνική και στη Βυζαντινή γραμματεία ως τον 10ο αιώνα.

Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι το όνομα Graeculus είναι, μαζί με το όνομα Poenulus (=«Καρχηδονίσκος»), τα μόνα υποκοριστικά Εθνικών χαρακτηρισμών που περιέχει η Λατινική γλώσσα. Δεν είναι φυσικά τυχαίο το γεγονός ότι τα δύο αυτά υποκοριστικά αφορούν τους δύο μεγαλύτερους αντιπάλους της Ρώμης, τους οποίους υπέταξε η Ρωμαϊκή λόγχη με πολύ μόχθο και αίμα.

Ο Κικέρωνας πιθανολογείται ως ο «πατέρας» αυτού του επιθέτου (Graeculus).

Αυτό αληθεύει υπό την έννοια ότι ο διάσημος αυτός Ρωμαίος πολιτικός και ρήτορας χρησιμοποιεί τον όρο αυτόν στο έργο του επανειλημμένα (16 φορές!).

Οι Graeculi κατά τον Κικέρωνα:

Είναι κατ' αρχήν «παραμυθάδες»: Οι Γραικύλοι πλάθουν πολλές ιστορίες· σε μια από αυτές παρουσιάζουν κάποιον πως αυτοκτόνησε από ένα υψηλό τείχος, όχι γιατί του συνέβη κάτι δυσάρεστο, αλλά γιατί είχε διαβάσει ένα σοβαρό και μεγαλόπρεπο βιβλίο του Πλάτωνα με θέμα τον θάνατο (Pro Scauro 3-4).

Ταυτόχρονα είναι ανόητοι: «Ο σοφός δεν θέλει να αντιμετωπίζεται από τους ανόητους με τρόπο ώστε όσοι τον ακούν είτε να τον θεωρούν βλάκα και Γραικύλο είτε ( ...Wink να φέρουν βαρέως που είναι οι ίδιοι βλάκες» (De oratore 1, 221).

Είναι ένα μείγμα τεμπελιάς, φλυαρίας και πολυμάθειας: «Με βάζετε να απαντήσω σε μια ερωτησούλα, σαν να είμαι κανένας Γραικύλος, τεμπέλης και πολυλογάς και ίσως πολύξερος και πολυδιαβασμένος» (De oratore 1, 162).

Είναι ακατάλληλοι ως δικαστές (5, Philipp. 12), απαράδεκτοι στις συνελεύσεις τους (Pro Sestio 126), παρατρεχάμενοι και κόλακες των ισχυρών (Pro Milone 55).

Δυο από αυτούς, που χάρη στο φίλο τους Καίσαρα έγιναν Ρωμαίοι πολίτες, είναι «τιποτένιοι Γραικύλοι» (13. Philipp. 33).

Το αρνητικό φορτίο του χαρακτηρισμού Graeculus στον Κικέρωνα επιβεβαιώνεται και υπογραμμίζεται από το γεγονός ότι χρησιμοποιείται επίσης και εναντίον ενός γνήσιου Ρωμαίου, του Βέρρη, ο οποίος είχε αρπάξει από τις Συρακούσες ένα άγαλμα της Σαπφούς. Ταυτόχρονα αποδεικνύεται ότι για τον Κικέρωνα είναι διαφορετικό πράγμα οι «πολύξεροι Γραικύλοι» και διαφορετικό η Ελληνική τέχνη και παιδεία: «(Το άγαλμα της Σαπφούς) είχε έξοχη κατασκευή και στη βάση του έφερε χαραγμένο ένα καταπληκτικό επίγραμμα.Εκείνος ο πολύξερος και Γραικύλος (ο Βέρρης) ­ που τάχα τα γροικάει αυτά σε βάθος και μόνος αυτός τα καταλαβαίνει ­ δεν θα είχε αρπάξει το άγαλμα αυτό, αν γνώριζε έστω κι ένα γράμμα Ελληνικό» (2. In Verrem 4, 127).

Η άποψη του Κικέρωνα στην παραπάνω περίπτωση θυμίζει την ανάλογη στάση κάποιων σύγχρονων Ευρωπαίων: Ενώ είναι θερμός θαυμαστής της αρχαίας Ελληνικής σκέψης και λογοτεχνίας, περιφρονεί τους σύγχρονούς του Έλληνες ­ και σ' αυτό ασφαλώς είχαν και οι τελευταίοι αρκετή ευθύνη. Τελικά όμως η όλη υπόθεση κατέληξε «μπούμερανγκ» για τον ίδιο: Ανάμεσα στα άλλα παρατσούκλια του (π.χ. Κικέρκουλος, δηλ. «Κικερούλης», Κικεράκιος και Κικερίσκος) μαρτυρείται και ο χαρακτηρισμός Γραίκουλος ή Γραίκος (Δίων Κάσσιος 46, 18, 1 και Πλούταρχος, Κικέρων 5), προφανώς εξαιτίας της Ελληνομάθειάς του. Το ίδιο παρατσούκλι έμελλε να χρησιμοποιηθεί, λίγο αργότερα, και για τον κατ' εξοχήν Ελληνομαθή Ρωμαίο αυτοκράτορα, τον Αδριανό (Script. Hist. Aug., Spartians, Hadr. 1,5).

Με τον Κικέρωνα, τον «ευρετή» και κεντρικό χρήστη του υποκοριστικού Graeculus ο χαρακτηρισμός αυτός πολιτογραφήθηκε ως δόκιμος όρος της Ρωμαϊκής πολιτικής ορολογίας με αρνητικές συνδηλώσεις για τον Ελληνικό κόσμο, ενώπιον του οποίου οι Ρωμαίοι ένιωθαν συμπλέγματα κατωτερότητας και ταυτόχρονα ανωτερότητας.

Μυστικισμός και Θεουργία στην Αρχαία Ελλάδα

«Το βύθισμα εντός του αιωνίου είναι το τέλος της φιλοσοφίας, όπως ακριβώς το τέλος της θρησκείας είναι το βύθισμα εντός των μυστηρίων». -Πλούταρχος

Ο Μυστικισμός ως φαινόμενο συναντάται σε όλη σχεδόν την θρησκευτική σκέψη, από την αρχαιότητα έως και σήμερα, συνδεόμενος άμεσα με την θρησκεία, η οποία αποτελεί μία φυσική ανάγκη του ανθρώπου να ανακαλύψει τα ιερά μυστήρια της ύπαρξης.

Αυτό που διαφοροποιεί την θρησκεία από τον μυστικισμό είναι πως η «μυστική εμπειρία», αφορά την προσωπική βιωματική αξιοποίηση του περιεχομένου της κοινής πίστης, ενώ η θρησκεία είναι μία έκφραση προς ωφέλεια όλων. Ο μυστικισμός αφορά μία οδό «θεογνωσίας», την ένωση ανθρώπου και θείου, είτε μέσω της «έκστασης» είτε μέσω της «ενόρασης». Η λέξη Μυστήριο παράγεται από το ρήμα «Μυείν», που σημαίνει κλείνω, υποδεικνύοντας το απόρρητο, τα μυστικά, δρώμενα και τελετουργικά, που λάμβαναν χώρα σε κλειστό κύκλο ανθρώπων.

Η «μυστική» αυτή εμπειρία στην αρχαιότητα επιτυγχανόταν δια μέσου της «μύησης» στα αρχαία μυστήρια. Σε αυτές τις τελετές αρχικά οι νέοι της φυλής διδάσκονταν τα ήθη και τα έθιμα της φυλής, περνώντας κάποιες δοκιμασίες για να ενταχθούν ως ενήλικα πλέον μέλη στην φυλή. Κατά την διάρκεια των μυητικών ιεροτελεστιών, το νεαρό μέλος της φυλής εκπαιδευόταν μέσω συμβολικών και τελετουργικών πράξεων, και στο τέλος «πέθαινε» για να «ξαναγεννηθεί», αποβάλλοντας την παιδική του άγνοια.

Σταδιακά και με την εξέλιξη των κοινωνιών η μύηση πήρε θρησκευτικό χαρακτήρα, αποτελώντας τιμητικό και ιδιαίτερο χαρακτηριστικό γνώρισμα ολιγομελών ομάδων, στα μέλη των οποίων δεν επιτρεπόταν η κοινοποίηση των μυστικών τελετουργιών και δρωμένων στις οποίες συμμετείχαν. Στην αρχαία Ελλάδα το θείο γινόταν αντιληπτό με τρεις τρόπους.

Ο πρώτος αφορούσε την λαϊκή θρησκευτική παράδοση, που περιλάμβανε την λατρεία βλαστικών και θεοποιημένων δυνάμεων της φύσεως, αλλά και των τοπικών ηρώων.

Ο δεύτερος αφορούσε την αναζήτηση δια μέσου της φιλοσοφικής σκέψης, της Ουσίας του Σύμπαντος, της πρώτης Αρχής, του «αεί Όντος», του άρρητου «Αγαθού».

Ο τρίτος αφορούσε τις μυστηριακές τελετές στα Ιερά Μυστήρια, κατά την διάρκεια των οποίων, οι αυστηρά επιλεγμένοι και μετά από δοκιμασίες συμμετέχοντες, βίωναν μία υπερβατική εμπειρία, κορύφωμα της οποίας αποτελούσε η στιγμή της «Εποπτείας», κατά την οποία αποκαλύπτονταν στους μυημένους το «Θείο». Οι μύστες πίστευαν πως όχι μόνον η Θεότητα ήταν παρούσα, αλλά και ότι μετείχαν κατά κάποιο τρόπο στην Θεότητα. Όπως χαρακτηριστικά λέει ο Αριστοτέλης «η ψυχή του ανθρώπου περισσότερο πάθαινε παρά μάθαινε στα μυστήρια», συνεπώς λάμβανε χώρα μια βιωματική κατάσταση.

Δύο είναι τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τις μυστηριακές τελετές στον Ελλαδικό χώρο, όπως θα εξετάσουμε αναλυτικότερα στην συνέχεια. Το πρώτο αφορά μυστηριακές τελετές σε ένα πρώιμο στάδιο, που έχουν να κάνουν με μαγικές τελετουργικές πρακτικές που αφορούσαν την βλάστηση, και τον κύκλο ζωής της φύσης, και το δεύτερο που αφορά το Ορφικό και Διονυσιακό στοιχείο, το οποίο εισάγει στην ελληνική θρησκεία ένα πάντρεμα του οργιαστικού και εκστατικού στοιχείου, με την μετά θάνατον ζωή και την επαναγέννηση, τόσο του πάσχοντα Θεού όσο και του «μύστη».

Η δομή των μυστηρίων βασιζόταν σε τρία στοιχεία σύμφωνα με τον Πρόκλο. Tον μύθο, την τελετή, και την μύηση, ενώ επτά ήταν κυρίως τα στάδια ή οι βαθμίδες που οδηγούσαν στην ολοκλήρωση της μύησης στα μυητικά συστήματα. Καθαρμός, Χρίσμα, Περιβολή, Ιερός λόγος, Ενθρονισμός, Ιερογαμία, Εποπτεία. Σύμφωνα με τον Ιάμβλιχο (Περί μυστηρίων) τα μυστήρια, είχαν ως σκοπό να ελευθερώσουν τους μύστες από τα ασελγή πάθη. Έδιναν τροφή στην όραση, ενώ ταυτόχρονα εξουδετέρωναν κάθε βλαβερή και κακή σκέψη, μέσω της τρομερής ιερότητας που συνόδευε αυτές τις τελετές. Ο Ηλιόδωρος (Αιθιοπικά 9,9) αναφέρει πως αυτοί που έφτασαν στις υψηλότερες βαθμίδες των μυστηρίων μυούνται στην καθαρή γνώση, στην απομόνωση του ιερού βωμού, υπό το φως που ρίχνει η φλόγα του πυρσού της αλήθειας, ενώ σύμφωνα με τον Σαλλούστιο, κάθε μύηση έχει ως σκοπό να μας ενώσει τον άνθρωπο με τον κόσμο και την θεότητα.

Τα πρώτα στοιχεία μυστηριακών τελετών στον Ελλαδικό χώρο τα συναντούμε στην Μινωική Κρήτη, όπου λάμβαναν χώρα τελετές, οι οποίες εξυμνούσαν την μητέρα φύση σε ιερά σπήλαια, υπό τον ήχο τυμπάνων και εκστασιακών χορών. Στις τελετές αυτές η φύση είχε λάβει την μορφή της μεγάλης Θεάς, και η βλάστηση την μορφή του βρέφους. Οι Μινωίτες μύστες εκστασιαζόμενοι, έβλεπαν την Θεά να κατεβαίνει από τους Ουρανούς και να κάθεται στον βωμό της, βιώνοντας την Θεότητα σαν κάτι μυστηριακό, φευγαλέο και άπιαστο, που μόνο στιγμιαία παρουσιαζόταν με ανθρώπινη μορφή ή με διάφορες μορφές ιερών ζώων.

Και ο χαρακτήρας των Καβειρίων μυστηρίων συνδέονται αρχικά με την λατρεία της μεγάλης Μητέρας Φύσης που ονομαζόταν Αξίερος (αργότερα ταυτίστηκε με την Δήμητρα) και την γονιμότητα της γης. Μαζί με την Μεγάλη Μητέρα λατρεύονταν και ο σύζυγός της, με το όνομα Καδμίλος (που αργότερα ταυτίστηκε με τον Ερμή).

Οι τελετές είχαν ως επίκεντρο την Λήμνο και την Σαμοθράκη, και είχαν ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα που τα διαφοροποιούσε από τα υπόλοιπα Ελληνικά μυστήρια, καθώς είχαν δικαίωμα συμμετοχής σε αυτά άνθρωποι δίχως διάκριση φυλής, κοινωνικής τάξης και φύλου.

Στην συνέχεια οι Θεότητες των μυστηρίων που μετείχαν στο θείο δράμα διάφεραν από τόπο σε τόπο, φαίνεται όμως πως στις περισσότερες των περιπτώσεων, τα τέσσερα παιδιά του Ήφαιστου, ήταν αυτά που μετείχαν στο θείο δράμα: ο Καδμίλος, η Αξίερη, ο Αξιόκερσο και η Αξιόκερσα. Γενικά όμως αποφεύγονταν η χρήση των ονομάτων των Καβείρων, ονομαζόμενοι απλά ως Μεγάλους Θεούς ή Άνακτες.

Οι μυητικές τελετές στα Καβείρια μυστήρια διαρκούσαν 9 ημέρες, και περιλάμβαναν εκτός από τους προκαταρκτικούς καθαρμούς και την εξομολόγηση, την τελετή της παραδόσεως, όπου πραγματοποιούνταν η διδασκαλία και ερμηνεία του τελετουργικού και συμβολικού τμήματος των μυστηρίων.

Λέγεται πως το θείο δράμα περιλάμβανε τον μύθο του φόνου του Καδμίλου από τα αδέρφια του, και την τελική ανάσταση του με την βοήθεια των αδελφών του και πάλι. Ο ιερέας μετά τους εξαγνισμούς οδηγούσε τον μύστη στο άβατο του Ιερού, όπου παρακολούθησε το θείο δράμα, για να γίνει ο ίδιος ο μυούμενος συμβολικά ο Καδμίλος, ο οποίος φονεύεται από τα αδέλφια του και μεταφέρεται στον Κάτω Κόσμο. Όταν αναγεννάτε ο αναγεννημένος Καδμίλος, ο Μύστης είναι ένας νέος πνευματικός άνθρωπος, ο οποίος έχει γνωρίσει τα μυστικά της ζωής και του θανάτου. Οδηγείται τότε να καθίσει στον ιερό θρόνο, μπροστά από τον οποίο έκαιγε το ιερό πυρ, στεφανωμένος με ένα κλαδί ελιάς και μία πορφυρή ζώνη. Γύρω του οι ιερείς έψελναν Ιερούς ύμνους, υπό τους ήχους μουσικής και μυστηριακών τραγουδιών.

Στα ελευσίνια μυστήρια τα οποία σύμφωνα με το «Πάριο Χρονικό» καθιερώθηκαν γύρω στο 1350 π. Χ. από τον Εύμολπο, διαδραματίζονταν οι σημαντικότερες και διασημότερες μυστηριακές τελετές της αρχαίας Ελλάδας, έως το έτος 395 μ. Χ.

Ο μύθος των Ελευσινίων μυστηρίων, διαδραματιζόταν γύρω από τον γνωστό μύθο της αρπαγής της κόρης της Δήμητρας Περσεφόνης, από τον Θεό του κάτω κόσμου Πλούτωνα.

Σε ένα πρώτο επίπεδο συμβολισμού δια μέσου των τελετών οι μυσταγωγοί ήθελαν εξευμενίσουν τις θεές της βλάστησης για να μην διακοπεί το θαύμα της ζωής, που αναζωογονούσε την φύση και εξασφάλιζε την σοδειά. Η Δήμητρα η μητέρα Γη κατ΄ αυτόν τον τρόπο συμβόλιζε την μήτρα που συντηρεί τους καρπούς της ζωής, ενώ η κόρη την ζωοποιό δύναμη, που αντιστοιχεί στην βλάστηση.

Όπως και στα προηγούμενα μυστήρια προηγούνταν καθαρμοί, ενώ η μυητική διαδικασία περιλάμβανε τα «Δρώμενα», τις τελετές δηλαδή που λάμβαναν χώρα στο άβατο, τα «Δεικνυόμενα», που ήταν τα ιερά σύμβολα που επιδεικνύονταν με ιερότερο όλων το ιερό στάχυ, και τα «Λεγόμενα», που αφορούσαν ότι λεγόταν προφορικά κατά την διάρκεια της μύσης.

Για να προσεγγίσουμε τα Ελευσίνια μυστήρια σε ένα βαθύτερο επίπεδο, θα πρέπει σε αυτό το σημείο να γίνει αναφορά σε ένα κομβικό σημείο που έλαβε χώρα στον Ελληνικό χώρο, και επηρέασε καταλυτικά τόσο την θρησκευτική σκέψη του Έλληνα, όσο και τα δρώμενα κατά την διάρκεια των μυστηριακών τελετών. Όπως αναφέραμε παραπάνω τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τις μυστηριακές τελετές στον Ελλαδικό χώρο, είναι δύο.

Το πρώτο αφορά μυστηριακές τελετές σε ένα πρώιμο στάδιο, έχουν να κάνουν με μαγικές τελετουργικές πρακτικές που αφορούν την βλάστηση και τον κύκλο ζωής της φύσης, στο οποίο περιλαμβάνονται επίσης το Ομηρικό και Ησιόδειο μυθολογικό Θεολογικό πλαίσιο.

Ο Παυσανίας (Κορινθ.34, 2-3) για παράδειγμα, περιγράφει μία τέτοια μαγική τελετή παύσης των ανέμων, που επιτυγχάνεται με την τελετουργική σφαγή ενός λευκού κόκορα, και τον σχηματισμό ενός κύκλου στο έδαφος με το αίμα του.

Σε ένα τέτοιο θεολογικό και θρησκευτικό πλαίσιο για τον Έλληνα αυτής της εποχής, ο θάνατος δεν έπαιζε κανέναν ρόλο στην πραγματοποίηση του ανθρώπινου προορισμού, καθώς ο νεκρός αποτελούσε απλώς μία ημι-ύπαρξη, μια σκιά. Πίστευε πως οι θεοί είναι αθάνατοι, και πως αυτός ως θνητός εκπλήρωνε τον σκοπό της ζωής του σε αυτόν τον κόσμο, και όχι πέρα από αυτόν. Έναν επίγειο κόσμο στον οποίο οι άνθρωποι συνυπάρχουν με τους Θεούς, οι οποίοι έχουν ανθρώπινες αδυναμίες, δημιουργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο μία οικειότητα με αυτούς. (1)

Το δεύτερο στοιχείο που χαρακτηρίζει τις μυστηριακές τελετές είναι η εισαγωγή του Διονυσιακού και Ορφικού στοιχείου, που εισάγει στην ελληνική θρησκεία ένα πάντρεμα του εκστατικού στοιχείου, με την μετά θάνατον ζωή και την επαναγέννηση. Τα νέα στοιχεία που εισήγαγε το Διονυσιακό και Ορφικό στοιχείο, δεν αφορούν όπως θα διαπιστώσουμε στην συνέχεια της μελέτης μας, μόνο την διάδοσης της οργιαστικής μέθης και της έκστασης, αλλά και την τάση προς «μυστικιστικά τελετουργικά», που εμπεριείχαν την πίστη σε μια μεταθανάτια ανώτερη ύπαρξη. Τα τελετουργικά αυτά προετοίμαζαν και προπαρασκεύαζαν τον μύστη για την αθανασία. Το φαινόμενο της «θέωσης», υπό αυτό το πρίσμα, έλαβε όχι μόνο την μορφή διαφόρων παραψυχολογικών και μεταφυσικών φαινομένων, όπως η καταληψία, η έκταση, η ύπνωση, οι εξωσωματικές εμπειρίες κ.λ.π, αλλά και της επιβεβαίωσης στην αθανασία της ψυχής και της ζωής μετά θάνατον.

Ο Διόνυσος ήταν ο νεώτερος θεός που εντάχθηκε στο Ελληνικό πάνθεο και ο μοναδικός που γεννήθηκε πέθανε και αναγεννήθηκε. Οι ιερές τελετές του Διονύσου γιορτάζονται κάθε δυο χρόνια στις αρχές του Δεκέμβρη στον Παρνασσό, και σε αυτά έπαιρναν μέρος μόνο οι γυναίκες Μαινάδες ή Βάκχες ή Θυϊάδες, οργανωμένες σε θιάσους. Οι Μαινάδες αποτελούσαν τις ιέρειες του Διονύσου, οι οποίες ήταν αφιερωμένες στο Θεό Διόνυσο, και αποτελούσαν το ιερατείο της διονυσιακής λατρείας.

Οι Βάκχες πριν την τέλεση των διονυσιακών τελετουργιών υποβάλλονταν σε διάφορα τελετουργικά καθαρσης, που περιελάμβαναν νηστεία, και σεξουαλική αποχή. Κατά την διάρκεια των τελετουργιών οι Βάκχες «βάκχευαν», έπεφταν δηλ σε «θρησκευτική μανία», δια μέσου των τελετουργικών χορών, τραγουδιών, και κραυγών υπό των ήχο κυμβάλων. Τότε οι Βάκχες δρούσαν αλλόφρονες σε κατάσταση καταληψίας υπό την επήρεια του πνεύματος που τις είχε καταλάβει. Εδώ ανιχνεύεται και ο Διονυσιακός μυστικισμός, σύμφωνα με τον οποίο ο Διόνυσος ενωνόταν με τις ψυχές των μυημένων μέσω της τελετουργικής «έκστασης».

Οι οπαδοί του Ορφέα επηρέασαν και τροποποίησαν εν μέρη τις Διονυσιακές τελετές, κατά την διάρκειά των οποίων υπό το φως του ιερού πυρ, έψαλαν ύμνους, και πραγματοποιούσαν αναπαραστάσεις των παθών του Διονύσου. Οι μυστηριακές τελετές του Ορφισμού διακρίνονταν σε δύο επίπεδα, στον εξαγνισμό και στην μύηση. Δια μέσου της μύησης στα Ορφικά Μυστήρια αποκαλύπτονταν στον άνθρωπο οι αρχετυπικές αλήθειες, έχοντας ως αρωγό τον Θεό Διόνυσο, πού ήταν ο λυτρωτής της ανθρώπινης ψυχής. Στην Ορφική εκδοχή του μύθου του Διονύσου, ο Διόνυσος Ζαγρέας γιος του Δία και της Περσεφόνης, ως βρέφος κατασπαράσσεται από τους Τιτάνες μετά από προτροπή της Ήρας. Η Αθηνά σώνει την καρδία του Διόνυσου την οποία παρέδωσε στον Δία, ο οποίος στην συνέχεια γεννά επίσης για δεύτερη φορά τον Διόνυσο. Ο Δίας εξοργισμένος από την πράξη των Τιτάνων τους κατακεραυνώνει, και από τη στάχτη τους, προσθέτοντας λίγο νερό, έφτιαξε την ανθρώπινη φυλή. Επειδή όμως οι Τιτάνες είχαν κατασπαράξει τον Διόνυσο πέρασε μέσα τους το Θεϊκό στοιχείο, και από αυτούς σε εμάς.

Συνεπώς σε επίπεδο συμβολισμού, στις μυστηριακές τελετές, ο άνθρωπος οφείλει να νικήσει το «τιτανικό» στοιχείο, και να ενωθεί με το Θεό-Διόνυσο, ενισχύοντας το ενυπάρχουν σε αυτόν Θεϊκό στοιχείο του Διόνυσου Ζαγρέα.

Το μεγάλο βήμα του Ορφισμού ήταν ότι αφενός διατήρησε την βακχική πίστη πως άνθρωπος μπορεί να φτάσει «μέθεξη» στην «θέωση», και αφετέρου εισήγαγε στον Ελληνικό κόσμο το στοιχείο του δυϊσμού ψυχής-σώματος, του πνεύματος και της ύλης.

Για τον Ορφισμό ο Θεός κατοικούσε στα βάθη του ανθρώπινου «είναι» κρυμμένος στην ύλη, και καθήκον του Ορφικού μυστικιστή ήταν να τον απελευθερώσει από τα δεσμά των Τιτάνων. Η «θέωση» που αναζητούσαν οι μύστες στο εξής, δεν ήταν σωματική έκσταση αλλά πνευματική, και τα μέσα που υιοθέτησαν δεν ήταν η οινοποσία, αλλά αποχή και τελετές καθαρμού. Οι Ορφικοί πίστευαν ότι η ψυχή ενσαρκώνεται και φυλακίζετε στο σώμα λόγω του προγενέστερου αμαρτήματος της, και ότι επαναγεννάτε. Η εισαγωγή δια μέσω του Διονύσου και του Ορφέα της πίστης στην ανθρώπινη αθανασία, και του δυϊσμού σώματος και ψυχής, επηρέασε καταλυτικά τόσο την Φιλοσοφική σκέψη με αποκορύφωμα τον Πλάτωνα, αλλά και τα μυστηριακά δρώμενα στα Ελευσίνια μυστήρια.

Κατ΄ αυτόν τον τρόπο, η εισαγωγή του Διόνυσου Ιάκχου στα Ελευσίνια μυστήρια, σήμανε την απαρχή δρωμένων που δεν είχαν να κάνουν μόνο με τον κύκλο των εποχών του έτους, της γένεση και τη φθοράς φύσης, αλλά πρόσφεραν στον άνθρωπο την πεποίθηση, πως η ζωή του ανθρώπου ως τμήμα ομοούσιο της φύσης και του αθάνατου ιερού Θείου στοιχείου κομμάτι της οποίας αποτελούσε, μπορούσε να υπερβεί την σωματική φθορά δια μέσω της ανθρώπινης ψυχής. Έτσι, μέσα από τα Ελευσίνια παρουσιάζεται η πορεία της ανθρώπινης εξέλιξης.

Η θέληση της ψυχής να γνωρίσει, είναι που την οδηγεί στον Άδη. Οι ιεροφάντες δίνουν πλέον συμβουλές για την κάθοδο στον Άδη, μαθαίνοντας στους μύστες να απαγγέλλουν ύμνους που θα τους προφύλασσαν από τους κινδύνους, με τελικό προορισμό τα Ηλύσια πεδία. Ο θάνατος πλέον δεν αποτελούσε το οριστικό τέλος της ζωής, αλλά τον αποχωρισμό της ψυχής από το σώμα. Η Περσεφόνη συμβόλιζε την Θεια ψυχή που θυσιάστηκε με κάθοδο στην ύλη, όπως συμβολίζει και ο μύθος με την αρπαγή της από τον χθόνιο Πλούτωνα, ενώ η Δήμητρα είναι ο παροχός της ζωής.

Σε ένα τέτοιο πλαίσιο επιδιώκεται δια μέσου των μυστηρίων η ανάβαση από τον κατώτερο, ζωώδη άνθρωπο σε ένα ανώτερο επίπεδο ύπαρξης, όπου ο μύστης μπορεί να υπερβεί τις φυσικές του δυνατότητες, κατακτώντας ίσως την αθανασία, μετέχων στο θείο, «θεούμενος». Αυτή η στιγμή αποτελούσε την πεμπτουσία όλων των αρχαίων μυστηρίων, την εποπτεία.

Η στιγμή δηλαδή κατά την οποία οι μυούμενοι βίωναν άμεσα την ύψιστη υπερβατική αλήθεια την ένωση με το Θείο, την ένατη ημέρα μετά από οχτώ ημέρες νηστείας και καθαρμών, την θεαματική «επιφάνεια» της Θεάς Περσεφόνης ψυχής που ανερχόταν από τον Άδη, στα Ελευσίνια μυστήρια. Ήταν η στιγμή που ο μύστης πλέον αντίκριζε μέσα από το σκότος τον Ήλιο του μεσονυκτίου. Σύμφωνα με τον Πρόκλο (Θεολογία Πλάτωνος), σε όλα τα μυστήρια οι θεοί παρουσιάζονταν με πολλές μορφές και με πολλά σχήματα.

Μερικές φορές προβάλλουν ένα άμορφο φως το οποίο άλλοτε σχηματίζει ανθρώπινη μορφή και άλλοτε παίρνει ένα διαφορετικό σχήμα. Το τι ακριβώς βέβαια συνέβαινε στην κορύφωση των μυστηριακών τελετουργιών και με ποιόν τρόπο είναι άγνωστο, αν και έχουν προταθεί διάφορες εκδοχές. Οι ελάχιστες πληροφορίες που δίνονται από αρχαίες πηγές, οδηγούν τον γράφοντα στο συμπέρασμα, πως μετά από ημέρες νηστείας, ειδικών τελετουργιών, επίπονων ψυχολογικών νοητικών δοκιμασιών και στοχασμού πάνω στα σύμβολα και στα αρχέτυπα που επιδρούσαν στον μύστη, ίσως και υπό θεουργικών ή υπνωτικών μεθόδων εκ μέρους των ιεροτελεστών, να οδηγούσαν τον υποψήφιο μύστη να έχει αυτό που ονομάζουμε «εξωσωματικές εμπειρίες», και που αποτελούσε χαρακτηριστικό γνώρισμα των θεουργικών πρακτικών των νεοπλατωνιστών από τον Ιάμβλιχο και μετά. Ο Αριστείδης μας περιγράφει τι ένοιωθε υποψήφιος κατά την διάρκεια της μύησης:«Νόμισα ότι ήρθα σε επαφή με τον Θεό, και τον ένοιωσα να πλησιάζει εγγύτερα, και ήμουν τότε ανάμεσα σε εγρήγορση και ύπνο. Το πνεύμα μου ήταν ανάλαφρο, ώστε κανείς που δεν έχει μυηθεί δεν μπορεί να μιλήσει για αυτό ή να το κατανοήσει».

Ο Πλάτωνας περιγράφει ως έξεις στον Φαίδρο (250c) το στάδιο της «εποπτείας»: «Αλλά αυτοί που έλαβαν μέρος σε εκείνη από τις τελετουργίες που είναι νόμιμο να την ονομάζουμε μακαριότατη, βλέπουν την λαμπρή ωραιότητα και τη μακάρια όψη και την πραγματική θέασή τους, καθώς εν χορό με τους άλλους πανευτυχείς μύστες γίνονται ακόλουθοι του Δία ή κάποιου άλλου πάτρωνα θεού. Και τότε πανηγυρίζουμε ευδαιμονικά, καθώς βιώνουμε μία ολοκλήρωση μέσα μας, και αισθανόμαστε ότι είμαστε πια απρόσβλητοι από οποιαδήποτε κακό, και βλέπουμε παντού τέλειες και καθαρές και βέβαιες εικόνες καθώς αναγορευτήκαμε πια μυημένοι και επόπτες μυστηρίων, λουσμένη σε ένα λαμπρό φως και νοιώθουμε ότι είμαστε εξαγνισμένοι και απαλλαγμένοι από τα δεσμά του σώματος, από αυτό δηλαδή το μνήμα που το περιφέρουμε κολλημένο επάνω μας σαν όστρακο. Βλέπαμε θεία οράματα και μυηθήκαμε στα ευλογημένα μυστήρια, τα οποία τα τελούσαμε με απόλυτη αθωότητα. Βλέπαμε γαλήνια, ευτυχισμένα, απλά οράματα να ακτινοβολούν μέσα σε καθαρό φως».

Ο Πλούταρχος αναφέρει στα Ηθικά: «Τη στιγμή του θανάτου η ψυχή δοκιμάζει μία εμπειρία παρόμοια με εκείνη που δοκιμάζουν αυτοί που έχουν υποβληθεί σε μεγάλες μυήσεις... Αρχικά υπόκειται κανείς σε απροσδιόριστες περιπλανήσεις και σε επίπονες περιφορές, περνάει μέσα από τρομακτικά και σκοτεινά μονοπάτια που δεν έχουν διέξοδο. Αλλά ξαφνικά προς το τέλος, όλα αυτά τα τρομερά πράγματα, ο πανικός και το ρίγος και ο ιδρώτας και η έκπληξη εξαφανίζονται και ένα θαυμάσιο φως έρχεται να σε προϋπαντήσει. Εμφανίζονται καθαροί πια τόποι και ευχάριστοι λειμώνες, με μουσική και χορούς και τελετουργίες, με θείους λόγους και ιερά οράματα. Εκεί λοιπόν ο μυημένος, τέλειος πια, απαλλαγμένος και απελευθερωμένος από όλα τα δεσμά περιφέρεται στεφανωμένος και πανηγυρίζει με τους άλλους ιερούς και αγνούς μυσταγωγούς».

Μία άλλη σημαντική πληροφορία που μας δίνεται σε σχέση με τις μυστικιστικές εμπειρίες στην αρχαία Ελλάδα μας δίνεται από τον Παυσανία και τον Πλούταρχο (Περί Σωκράτους Δαιμονίου59 b-c) που αναφέρονται στο μαντείο του Τροφώνιου Άνδρου. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που μας παρέχονται, στο Τροφώνιο Άνδρο ο ενδιαφερόμενος κατέβαινε σε μία τρύπα, όπου έπρεπε ξαπλώσει ανάσκελα στο έδαφος κρατώντας γλυκά ζυμωμένα με μέλι (μελόπιτες), βάζοντας βάζει πρώτα μέσα στην τρύπα τα πόδια του για να μπει μετά και ο ίδιος. Ο Τίμαρχος ένας Αθηναίος που επισκέφτηκε το Τροφώνιο Άνδρο, περιέγραψε τα όσα του συνέβησαν εκεί. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο ο Τίμαρχος κατήλθε στην κρύπτη του Τροφώνιου, αφού πρώτα τέλεσε όλες τις τελετουργίες που συνήθιζαν στο μαντείο, μένοντας κάτω από το έδαφος για δύο νύχτες και μία μέρα.

Ο Τίμαρχος είπε ότι στην κάθοδο του στη μαντική κρύπτη, η πρώτη του εμπειρία ήταν αυτή της πτήσης σε απόλυτο σκοτάδι, και έπειτα από προσευχή, έμεινε να κείτεται για πολύ ώρα χωρίς να έχει συνείδηση για το αν ήταν ξύπνιος ή αν ονειρευόταν. Παρ' όλα αυτά, την ίδια ώρα τού φάνηκε ότι άκουσε έναν κρότο και ότι χτύπησε στο κεφάλι, και ότι οι ραφές του κρανίου του χωρίστηκαν και απελευθέρωσαν την ψυχή του.

Καθώς απομακρυνόταν η ψυχή του προς τα επάνω αναμειγνυόταν με αέρα διαυγή και καθαρό και ένοιωθε χαρά ...Και του φάνηκε πως άκουσε αμυδρό σφύριγμα να γυρίζει πάνω από το κεφάλι του και ο ήχος που άφηνε ήταν ευχάριστος... Ο Τίμαρχος αναφέρει πως βγήκε η ψυχή του από το σώμα του, και ανεβαίνοντας πάνω από την γη είδε τους πλανήτες.

Κοιτάζοντας προς τα επάνω δεν είδε πουθενά την γη, αλλά νησιά, (οι πλανήτες) που έλαμπαν με λάμψη απαλή, αλλάζοντας μεταξύ τους και με την σειρά του το καθένα χρώματα. Τα νησιά αυτά φαίνονταν αναρίθμητα στο πλήθος και υπερφυσικά στο μέγεθος, όχι ίσα όλα, αλλά όλα σφαιρικά. Του φάνηκε επίσης πως κινούνταν κυκλικά στον αιθέρα και σιγο-σφύριζαν μελωδικά (οι μουσική των σφαιρών – πλανητών που δημιουργείται κατά την περιφορά τους, και που έχει και επιστημονικά πλέον επιβεβαιωθεί).

Ο Τίμαρχος κατά την διάρκεια του «εξωσωματικού ταξιδιού του», άκουσε επίσης μία φωνή που τον ρώτησε αν θέλει να μάθει κάτι. Αυτός απάντησε τα πάντα. Η φωνή του είπε πως μπορεί να ρωτήσει για το πεδίο της Περσεφόνης, που είναι μια από τις τέσσερις χώρες, και σημαδεύεται από την πορεία της Στυγός. Ο Τίμαρχος ρώτησε τι είναι η Στύγα, και η φωνή του εξήγησε πως είναι το μονοπάτι που οδηγεί στον Κάτω Κόσμο, στον Άδη, και πως περνά από δίπλα του και εκτείνεται προς τα πάνω, ερχόμενη από τον Άδη από κάτω του. Όπως του εξήγησε η φωνή καθώς η Στύγα πλησιάζει, οι ψυχές φωνάζουν από τρόμο, γιατί πολλοί είναι εκείνοι που γλιστρούν και μεταφέρονται μακριά από τον Άδη.

Τίμαρχος εξήγησε πως δεν έβλεπε τίποτα, εκτός από πολλά άστρα να τρεμοφέγγουν πάνω από την Άβυσσο, και άλλα που βυθίζονταν μέσα σ' αυτήν, Η φωνή που άκουγε του εξήγησε πως απλώς έβλεπε τους «δαίμονες... Είναι σίγουρο λοιπόν πως οι μύστες βίωναν μία μοναδική εμπειρία, η οποία σύμφωνα με όλες τις μαρτυρίες αποτελούσε κομβικό σημείο στην ζωή τους, για αυτό τον λόγο και η γνωστοποίηση του περιεχόμενου της ήταν απαγορευμένη στους αμύητους.

Με την εμφάνιση του Χριστιανισμού στους αιώνες που ακολούθησαν, έλαβε χώρα ένας θεολογικός συγκρητισμός και ταυτόχρονα υπήρχε εξαθλίωση των κοινωνικών μαζών. Ήταν η εποχή που η ελληνική σκέψη και θρησκευτικότητα μπολιάστηκε με πολλά ξένα στοιχεία. Σε ένα τέτοιο περιβάλλων η λαϊκή μαγεία, αποτελούσε εκ των πραγμάτων το καταφύγιο όσων οι ελπίδες είχαν διαψευσθεί τόσο από τους ανθρώπους όσο και τους θεούς. Αυτή την περίοδο κάνει την εμφάνιση της μία μεγαλειώδης μορφή στην Φιλοσοφία αλλά και μυσταγωγία, ο Πλωτίνος (205-270 μ.Χ.). Ο Πλωτίνος τόσο με την θεολογική και φιλοσοφική του σκέψη, όσο και με τις μυστικιστικές του εμπειρίες, είχε τεράστια επίδραση στον μετέπειτα χριστιανικό μυστικισμό, κυρίως δια μέσου του Διονυσίου του Αρεοπαγίτη.

Παρότι και ο Πλωτίνος δεν επιθυμεί να αποκαλύψει τίποτα για τα δρώμενα των μυστηρίων, δια μέσω της φιλοσοφικής του σκέψης μας αποκαλύπτει πολλά. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στις Εννεάδες, (VI.9, 11.5-15):

«Αυτό είναι το νόημα εκείνης της επιταγής των μυστηρίων. Τίποτα να μην αποκαλύπτεται στους αμύητους. Tο υπέρτατο δεν είναι για να κοινολογείται, τα άγια πράγματα απαγορεύεται να αποκαλυφθούν στον ξένο, σε όποιον δεν έχει καταφέρει ο ίδιος να δει. Δεν υπήρχαν δύο, (κατά την στιγμή της ένωσης με το θείο) ο ορών ήταν ένα με το ορώμενο, δεν ήταν όραμα αλλά ένωση. Ο άνθρωπος που διαμορφώνεται απ’ αυτή την ανάμειξη με το υπέρτατο πρέπει –εάν και μόνο θυμηθεί- να φέρει το είδωλο του αποτυπωμένο επάνω του. Έχει γίνει η ενότητα, τίποτα δεν υπάρχει μέσα του ή έξω του που να προκαλεί ποικιλία, τώρα καμιά κίνηση, κανένα πάθος, καμιά επιθυμία που να στρέφεται προς τα έξω, από τη στιγμή που επιτυγχάνεται αυτή η άνοδος. Αδρανεί η λογική και κάθε νόηση, ακόμα και για να τολμήσουμε την λέξη, ο ίδιος ο εαυτός: κρατημένος μακριά πλήρης θεού, έχει επιτύχει στην τέλεια ακινησία την απομόνωση. Με ήρεμο όλο του το είναι, δεν στρέφεται ούτε προς αυτή την πλευρά ούτε προς εκείνη, ούτε καν προς τα μέσα προς τον ίδιο του τον εαυτό. Εντελώς ήρεμος, σε στάση, έχει γίνει η ίδια η στάση».

Στον Πλωτίνο, οι μυστικιστικές καταστάσεις αποτελούν την κορύφωση, ενός φιλοσοφικού στοχασμού. Απαραίτητη προϋπόθεση των εκστατικών καταστάσεων αποτελεί η ηθική τελείωση, η σταδιακή αποξένωση του ανθρώπου από κάθε υλική ατέλεια, δηλαδή η τελείωση που αποκτάται μέσω της ασκητικής ζωής. Για τον Πλωτίνο η ένωση του ανθρώπου με τον Θεό μπορούσε να επιτευχθεί μόνο με την βαθμιαία άνοδο του ανθρώπου από τον υλικό κόσμο σε εκείνον των Ιδεών και από εκεί στην ύπαρξη του Εν, το οποίο βρίσκεται πάνω από κάθε ιδιότητα και κατηγορία. Από αυτό το Εν ως θεϊκή αρχή και υπέρ ύπαρξη, προέρχεται το πάν μέσω απορροιών, ο Νους και η ύλη ως Φύση.

Ο Πλωτίνος περιγράφει το αίσθημα της «μυστικιστικής ένωσης» (το οποίο κατόρθωσε μόνο τέσσερις φορές στην ζωή του σύμφωνα με τον μαθητή του Πορφύριο) με το Θείο, το Εν (Εννεάδες IV 8.1.1-11):

«Πολλάκις αφυπνισθείς από την κατάσταση στην οποία βρισκόμουν μέσα στο σώμα μου και εισελθών στον ίδιο τον εαυτό μου, αποξενώνομαι από κάθε τι άλλο. Μέσα στο εσώτερο είναι μου βλέπω μία θαυμάσια ομορφιά, που με πείθει για την υπέροχη μοίρα που με αναμένει. Η δραστηριότητα του πνεύματος μου βρίσκεται στο ύψιστο σημείο. Είναι ένα με τον Θεό, εδράζομαι σε αυτόν ευρισκόμενος υπεράνω κάθε νοητού. Έπειτα όμως, από την ανάπαυση μου σε αυτόν, αφού κατεβώ στον χώρο του λογισμού και η ψυχή μου επανεισέλθει στο σώμα, απορώ πως "πότε και νύν" ήταν δυνατόν να κατέλθω, και πως η ψυχή μπορούσε να εισέλθει στο σώμα, αφού είναι αυτή που μου αποκαλύφθηκε (κατά την έκσταση μου)»

Στην κατάσταση της έκστασης ο Πλωτίνος αναφέρει πως πλημμύριζε από ένα μεταφυσικό φως, όπως λεει: «Δεν είναι γνωστό από πού ήρθε το φως, από έξω ή από μέσα», και όταν έπαυσε να βλέπει το φως εξηγεί:

«Ήταν λοιπόν μέσα και ωστόσο όχι μέσα. Δεν πρέπει να ερωτηθεί από πού ήρθε: δεν υπάρχει ένα «από πού», επειδή ούτε ήρθε ούτε έφυγε, αλλά εμφανίστηκε και εξαφανίστηκε. Για αυτό δεν είναι ανάγκη να το εξαναγκάσει, αλλά πρέπει να περιμένει σιωπηλός έως ότου εμφανιστεί και να προετοιμαστεί για να το δει, όπως το βλέμμα περιμένει την ανατολή του ήλιου».

To ταξίδι της ανθρώπινης ψυχής κατά τον Πλωτίνο, είναι ένα «εις εαυτόν» εσωτερικό ταξίδι, καθώς η ψυχή «ήξει ουκ εις άλλα, αλλά εις εαυτόν». «Πάντα είσω», τα πάντα είναι μέσα μας, αναφέρει χαρακτηριστικά ο Πλωτίνος. Για να επιτευχθεί αυτό πρέπει να απομακρυνθούμε από όλα τα εξωτερικά, στραμμένοι ολοκληρωτικά προς τα μέσα.Καμία κλίση προς τα έξω, το σύνολο των πραγμάτων πρέπει να αγνοηθεί. Η ψυχή τότε δεν θα δει τον θεό να εμφανίζεται ξαφνικά μέσα της, διότι δεν υπάρχει τίποτα πια που να τους χωρίζει, καθώς τότε δεν υπάρχουν δύο. Ο ορών είναι ένα με το ορώμενο, δεν είναι όραμα αλλά ένωση. Και τότε η ψυχή δεν έχει πια συνείδηση πως βρίσκεται μέσα σε ένα σώμα, ούτε πως ο εαυτός της έχει κάποια ταυτότητα.» (Πλωτ. Εννεάδ. VI 9.10.20, vi, ix, 11,38 & vi 7,34,12, VI 9.11.5)

Σύμφωνα με τον Πορφύριο (Βίος Πλωτ. 23,7) η μυστικιστική προσέγγιση του Θείου από τον Πλωτίνο, επιτεύχθηκε μέσω του διαλογισμού και των μεθόδων που υποδεικνύει ο Πλάτωνας στο Συμπόσιο. Η μέθοδος ανάβασης προς το θείο συνεπώς αφορά μία νοητική και όχι σωματική προσπάθεια, δίχως ειδικές τελετουργίες και επαναλήψεις ιερών ονομάτων. Στις επιστολές ο Πλάτωνας (Ζ Επιστ. 341 c-d ) αποκαλύπτει πως: «Η γνώση της ουσίας του όντος έρχεται σαν αποτέλεσμα του συνεχούς στοχασμού – διαλογισμού σχετικά με το θέμα και της επικοινωνίας με αυτό, ώσπου ξαφνικά, ξεπηδά όπως η φωτιά που ανάβει από τον σπινθήρα. Έτσι γεννιέται στην ψυχή και τρέφει ή ίδιο τον εαυτό της...»

Για τον Πλωτίνο αυτή η εμπειρία είναι φυσικό γεγονός και όχι υπερφυσική χάρη, όπως συμβαίνει στον χριστιανισμό. Και αυτό διότι για τον Πλωτίνο ο άνθρωπος δεν αποτελεί μία τυχαία υπόσταση της απορροής ακτινοβολίας του Εν, αλλά ένα πλάσμα με ελεύθερη βούληση, ικανό να επιστρέψει στην πηγή του και πηγή των πάντων το ΕΝ. Ο προορισμός του ανθρώπου είναι αναζητήσει το Θείο, και να γίνει όσον το δυνατόν όμοιος με το Εν, με τον Θεό. Μια τέτοια ομοίωση ή ακόμα μια ένωση με τον Θεό δεν είναι μια απλή θεωρητική βούληση, καθώς όλοι έχουμε μέσα μας κάτι που μοιάζει με το Έν, συνεπώς μπορούμε να το συλλάβουμε με αιφνίδια ενόραση καθώς όπως αναφέρει (Εννεάδες ΙΙΙ, 8, 9):

«Διότι κάτι από αυτό (το Έν) υπάρχει μέσα μας. Και μάλιστα δεν υπάρχει τόπος όπου αυτό να μην υπάρχει, σε όσα μπορούν να συμμετέχουν τούτου. Διότι οπουδήποτε κι αν θέσεις αυτό που είναι ικανό να το συλλάβει μπορείς εκεί να συλλάβεις το πανταχού παρόν. Είναι σαν μία φωνή που γεμίζει έναν κενό χώρο. Κάθε άνθρωπος που θα στήσει αυτί σε ένα οποιοδήποτε σημείο αυτού του χώρου, θα συλλάβει την φωνή ολόκληρη, κι όμως όχι ολόκληρη.»

Για τον Πλωτίνο ο άνθρωπος οφείλει να δώσει την μάχη στον παρόντα χρόνο, όχι μόνο μετά θάνατον αλλά και στην ζωή αυτή μέσω της λεγομένης καταστάσεως της εκστάσεως. Μετά τον Πλωτίνο οι νεοπλατωνικοί στράφηκαν σε θεουργικές πρακτικές επηρεασμένες από την Αιγυπτο – Βαβυλωνιακή μυστηριακή μαγική παράδοση, για την επίτευξη της ένωσης με το Θείο, αν και γνωρίζουμε πως ακόμη και ο Πλωτίνος είχε υπόψη του, τις θεουργικές πρακτικές αν και ήταν αντίθετος με αυτές.

Ο Πορφύριος μάλιστα αναφέρει πως οι θεουργικές τελετές μπορούν να καθαρίσουν την πνευματική ψυχή, και να την κάνουν κατάλληλη να δέχεται πνεύματα και τους αγγέλους, αλλά ταυτόχρονα επισημαίνει επηρεασμένος σαφώς από τον δάσκαλο του Πλωτίνο, πως η τεχνική αυτή είναι επικίνδυνη, και μπορεί να προκαλέσει καλό ή κακό.

Αμφιβάλει μάλιστα ο Πορφύριος ότι μπορεί πράγματι να επιτύχει κάποιος την επιστροφή της ψυχής στο θεό, ή ότι αποτελεί έναν απαραίτητο παράγοντα για αυτό. Παρόλα αυτά ο Πορφύριος έγραψε ένα υπόμνημα πάνω στα «Χαλδαϊκά λόγια», τα οποία αποτελούν έργο κατά πάσα πιθανότητα του Ιουλιανού του θεουργού, θαυματοποιού του 2ου αι. μ.Χ. Ο Ιουλιανός (όχι ο αυτοκράτορας γνωστός ως παραβάτης) έζησε την εποχή του Μ. Αυρήλιου, και ήταν γιος «Χαλδαίου φιλοσόφου».

Οι χρησμοί αυτοί εκτός των άλλων, περιλαμβάνουν συνταγές μαγείας, αλλά και τελετουργικές οδηγίες για την επίκληση των Θεών. Σύμφωνα με τον Ιουλιανό, οι οδηγίες αυτές του παραδόθηκαν από τους Θεούς. Μετά τον Πορφύριο οι Νεοπλατωνιστές με κύριο εκπρόσωπο τον Ιάμβλιχο, εγκατέλειψαν την νοητική μεθοδολογία προσέγγισης του Θείου όπως αυτή εφαρμόστηκε από τον Πλωτίνο, και στράφηκαν στην «θεουργία, και στην «μαγική τελετουργία», καθώς σύμφωνα με τον Ιάμβλιχο (Περί μυστηρίων ΙΙ, 1,11,96,13 Partney):

«Δεν είναι η νόηση που ενώνει με τον Θεό, γιατί τότε τι θα εμπόδιζε τους θεωρητικούς φιλοσόφους να πετύχουν την θεουργική ένωση μαζί του; Αυτό όμως δε έγινε ποτέ. Η ένωση με τον θεό επιτυγχάνεται μόνο με την θεουργία. Η θεουργία επιτυγχάνεται με την ενέργεια των άρρητων έργων, τελούμενων με τον αρμόδιο τρόπο, έργων που είναι πέρα από κάθε νόηση, και με την δύναμη των άφθεκτων συμβόλων που μόνο οι θεοί τα εννοούν... Ακόμη και δίχως εμείς να τα εννοούμε τα συνθήματα αυτά εκτελούν από μόνα τους το δικό τους έργο».

Ο Ιάμβλιχος εδώ έρχεται σε σαφή αντίθεση με τον ιδρυτή του νεοπλατωνισμού Πλωτίνο, και μάλιστα στο συγκεκριμένο απόσπασμα αμφισβητεί εμμέσως πλην σαφώς, την επίτευξη της «μυστικιστικής ένωσης» που σύμφωνα με τον Πορφύριο ο Πλωτίνος κατόρθωσε τέσσερις φορές στην ζωή του.

Η θεουργία του Ιαμβλίχου φαίνεται πως στηρίζεται στις Αιγυπτιακές και Βαβυλωνιακές μαγικές και θεουργικές πρακτικές, αλλά και στην θεωρία της «συμπαθείας», που ανέπτυξε κυρίως ο στωικός φιλόσοφος Ποσειδωνίος (135 – 50 π.χ), σύμφωνα με την οποία κάθε ουράνιο Ον, έχει το αντίστοιχο του στην γη, ο μακρόκοσμος επηρεάζει τον μακρόκοσμο και το αντίστροφο. (Ο Ποσειδώνος θεμελίωσε την θεωρία του αυτή, γνωρίζοντας την επίδραση της σελήνης στον έμμηνο κύκλο της γυναίκας, και παρατηρώντας ταυτόχρονα την επίδραση της σελήνης και στην παλίρροια και την άμπωτη).

Για τους στωικούς και τους Νεοπλατωνικούς το σύμπαν ήταν ένα κλειστό σύστημα, όπου τίποτε δεν είναι αυτόνομο, αλλά όλα συνδυάζονται μεταξύ τους κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα πάντα να αποτελούν μία αδιάσπαστη ιεραρχημένη αλυσίδα, από τον Θεό, έως την ύλη. Η ενότητα που υπάρχει στο σύμπαν εξασφαλίζεται με την παρεμβολή ενδιάμεσων οντοτήτων των «δαιμόνων», (2) του Πλάτωνα, αλλά του Νου και της ψυχής. Κατ΄ αυτόν τον τρόπο μεταξύ του Νού και της ύλης παρεμβάλλεται η ψυχή, η οποία εμποτίζει την ύλη δίνοντας στα αισθητά ζωή και σχήμα, δίνοντας υπόσταση ουσιαστικά στον αισθητό κόσμο. Ο αισθητός κόσμος αποτελεί συνεπώς έναν έμψυχο οργανισμό με πνευματικές δυνάμεις, των οποίων δεν έχει συνείδηση. Με βάση την παραπάνω θεώρηση, τελετουργικές πράξεις στην Γη επηρεάζουν τον αθέατο επουράνιο Θείο κόσμο.

Σύμφωνα με τις μαγικές και θεουργικές πρακτικές, που αναφέρονται σε μαγικούς παπύρους, όχι μόνο η ένωση ανθρώπου και Θείου μπορούσε πλέον να επιτευχθεί δια μέσω αυτών των μυστικών θεουργικών τελετών, αλλά και θείες οντότητες μπορούσαν να υλοποιηθούν και να εμψυχώσουν ανθρώπινα δημιουργήματα (αγάλματα και φυλαχτά) «τελεστική». Σκοπός της «τελεστικής» ήταν η «στοιχείωσης», η εγκατάσταση δηλ. ενός δαίμονα μέσα σε αγάλματα ή φυλαχτά μέσω μυστικών επικλήσεων και τελετών.

Οι σφραγίδες και οι ειδικές μαγικές λέξεις που βρίσκονταν σφραγισμένα μέσα στα αγάλματα περιελάμβαναν στοιχεία όπως τα επτά φωνήεντα, που αντιστοιχούσαν στους επτά πλανήτες. Ο σωστός τρόπος εκφώνησης των μαγικών λέξεων αποτελούσε επτασφράγιστο μυστικό που παραδίδονταν μόνο προφορικά. Μόλις αυτό επιτυγχανόταν, τότε το αντικείμενο αυτό αποκτούσε μία μαγική δύναμη προστασίας.

Ο Ζώσιμος για παράδειγμα αναφέρει πως θεουργός Νεστόριος έσωσε την Αθήνα από τον σεισμό το 375 μ.χ κατασκευάζοντας με αυτή την τεχνική ένα «τέλεσμα» και αφιερώνοντας το στον Παρθενώνα, σύμφωνα με οδηγίες που έλαβε στον ύπνο του. Ένας από τους πιο διάσημους (κυρίως λόγω της σύγκρισης του με τον Ιησού Χριστού) θεουργούς, ήταν ο Απολλώνιος ο Τυαννέας, ο οποίος εγκατέστησε στην Αντιόχεια ένα «τέλεσμα» - ομοίωμα χάλκινου σκορπιού κατά των σκορπιών, που το έθαψε κάτω από έναν κίονα, και που είχε ως αποτέλεσμα να εξαφανιστούν οι σκορπιοί από την Αντιόχεια.

Ο φιλόσοφος και μάγος της αναγέννησης Marcilio Ficino, εξηγεί τον λόγο κατασκευής των «τελεσμάτων»: «Επειδή οι πρόγονοι μας δεν μπορούσαν να κατασκευάσουν ψυχές, καλούσαν τις ψυχές των δαιμόνων ή των αγγέλων και επιτελώντας ιερές και θείες τελετές, τις τοποθετούσαν μέσα σε εικόνες έτσι ώστε μέσω των ειδώλων αυτών οι ψυχές εκείνες να αποκτήσουν την δύναμη να πράττουν το καλό και το κακό. ..Τα συστατικά των γήινων αυτών θεών αποτελούνταν... από βότανα , πέτρες και αρώματα που κλείνουν μέσα τους μία φυσική θεία δύναμη. Ο λόγος δε για τον οποίο οι άνθρωποι τους ευχαριστούσαν με συχνές θυσίες, με ύμνους και προσευχές και με γλυκείς ήχους που αναπαριστούσαν την αρμονία των ουρανών ήταν ο έξεις: Για να μπορούν τα ουράνια εκείνα όντα, που είχαν ελκυστεί μέσα στα είδωλα μέσω των επαναλαμβανόμενων τελετών, να φέρουν χαρά στους ανθρώπους που θα παραμείνει σε αυτούς για μακρύ διάστημα.» (3)

Απώτερος όμως σκοπός των θεουργικών τελετών ήταν η «πνευματική θεουργία», δια μέσου της εξόδου της Ψυχής από το σώμα, ή άνοδος της στον «εμπύριον τόπον», και ή «θέαση» των φωτεινών θεϊκών όντων. Ο πλέον πνευματικός τρόπος αυτής της θεουργικής πρακτικής, επιτυγχανόταν δια μέσου των κατάλληλων αναπνευστικών ασκήσεων και του διαλογισμού, ο αποχωρισμός της Ψυχής από την ύλη, και «η πρός το νοητόν πύρ άνοδος», όπως έλεγε ο Ιάμβλιχος. Ο Ιάμβλιχος αναφέρει πως κατά τις μαγικές τελετουργίες το καλούμενο πνεύμα εμφανιζόταν ως μία φλεγόμενη ή φωτεινή μορφή. (4)

Στους μαγικούς πάπυρους περιγράφεται ο τρόπος με τον οποίο μπορεί κάποιος ανυψωθεί τελετουργικά για να επικοινωνήσει με θεία όντα, με αναφορές σε μυστικές φράσεις που πρέπει ο θεουργός να απαγγείλει για να προστατευτεί από τις κακόβουλες θεϊκές ή αγγελικές δυνάμεις. Παραθέτουμε ένα μικρό σχετικό απόσπασμα:

«Έλξε από τις ηλιακές ακτίνες αέρα, απορροφώντας τον όσο μπορείς και θα δεις τον εαυτό σου να ανυψώνεται σε μεγάλο ύψος, ώστε να νομίζεις ότι βρίσκεσαι στο μέσον του αέρα. Και δεν θα ακούς κανένα ούτε άνθρωπο ούτε ζώο, αλλά ούτε θα βλέπεις τίποτα από τα θνητά εκείνη την ώρα ενώ θα βλέπεις τα αθάνατα. Θα δεις τότε να σε κοιτάζουν οι Θεοί και να ορμούν κατά πάνω σου. Εσύ τότε θέσε αμέσως το δεξί δάκτυλο σου στο στόμα και πες: Σιγή, σιγή, σιγή, σύμβολο θεού ζώντος άφθάρτου φύλαξε με σιγή ΝΕΧΘΕΙΡ ΘΑΝΜΕΛΟΥ. Έπειτα σφύριξε με μακρύ σφύριγμα και κατόπιν σφύριξε με κλειστά χείλη λέγοντας...».

Κατά τη διάρκεια της εκστατικής κατάστασης των θεουργών πολλοί από αυτούς αιωρούντο στον αέρα, κάτι που αποτελούσε μία συχνή πρακτική του Ιαμβλίχου, καθώς σύμφωνα με τους μαθητές του, όταν ο Ιάμβλιχος διαλογιζόταν το σώμα του ανυψωνόταν από την γη, ενώ τα ρούχα του έλαμπαν σαν τον χρυσό. (5)

Αλλά και στα Ερμητικά κείμενα (Λόγος ΙΑ’20), δίνονται οδηγίες για την ανάβαση στις θείες σφαίρες.

«Αύξησε τον εαυτό σου σε αμέτρητο μέγεθος, ξεπερνώντας κάθε σώμα και χρόνο. Φαντάσου πως είσαι παντού στην γη, στην θάλασσα, στον Ουρανό, χωρίς να γεννηθείς ώστε να βρίσκεσαι στην μητρική κοιλιά. Φαντάσου πως είσαι νέος, γέρος και πεθαμένος και πέρα από τον θάνατο. Και όλα αυτά νόησε τα μαζί: τους χρόνους, τους τόπους τα πράγματα, τις ποιότητες και τις ποσότητες και τότε μπορείς να εννοήσεις και τον θεό».

Για τον Πρόκλο 5ο αιώνα μ.χ. η θεουργία είναι μία δύναμη υψηλότερη από κάθε ανθρώπινη σοφία, που περιέχει όλα τα αγαθά της μαντικής, τις καθαρτικές δυνάμεις της μύησης, και με μία λέξη τις λειτουργίες της θείας κατοχής. (θεολ. Πλατ. σ 63), και μάλιστα ισχυριζόταν πως είχε προσωπικά οράματα φωτεινών φαντασμάτων της Εκάτης. (6)

Στους Χαλδαϊκούς Χρησμούς (Kroll 57, fr. 146) περιγράφονται χαρακτηριστικά τα θεουργικών οραμάτων που βίωναν οι θεουργοί:

«Θα δεις πυρ όμοιο με παιδί το όποιο θα σκιρτάει στον αέρα ή και πυρ χωρίς μορφή, απ’ οπού θ' ακούσεις φωνή προτρέχουσα, ή (θα δεις) φως άφθονο, που να περιστρέφεται σφυρίζοντας ορμητικά γύρω από τη γη, ή (μπορεί) να δεις ίππον (=σύμβολο της Εκάτης) που αστραφτερό κι από το φως με ένα πύρινο παιδί πάνω στη γρήγορη ράχη του ίππου».

Με την οριστική επικράτηση του Χριστιανισμού και το κλείσιμο των φιλοσοφικών σχολών, η μόνη ατραπός θεογνωσίας πλέον επιτυγχανόταν δια μέσω του Ιησού Χριστού, παρόλα αυτά η νεοπλατωνική θεολογική σκέψη επηρέασε τα μέγιστα όπως σε προηγούμενη μελέτη μας έχουμε αναφέρει (7), την πρώιμη Χριστιανική σκέψη κυρίως δια μέσω του Διονύσιου του Αρεοπαγίτη.

Με την αναγέννηση και την εκ νέου γνωριμία του δυτικού κόσμου δια μέσω του Πλήθωνα του Γεμιστού(8), μετά από οκτώ ολόκληρους αιώνες με την αρχαιοελληνική σκέψη και τον Νεοπλατωνισμό, ξανάρχονται εκ νέου στο προσκήνιο του ενδιαφέροντος, οι «αρχαίες» πλέον παγανιστικές αιρετικές φιλοσοφικές και μυσταγωγικές πρακτικές.

Παρότι λοιπόν έχουμε συνηθίσει να αναφερόμαστε στην αρχαία Ελλάδα ως την μητέρα του ορθολογισμού και των επιστημών, είναι εμφανές πως το παράλογο και το μεταφυσικό, ενυπήρχε σε όλο το διάστημα του αρχαίου Ελληνικού πολιτισμού., καθώς ο μυστικισμός συν πορευόταν με το λαϊκό θρησκευτικό συναίσθημα, εφόσον η ένωση του ανθρώπου με ότι αυτός θεωρεί Θείο, αποτέλεσε και αποτελεί πάντα έναν ενδόμυχο πόθο της ανθρώπινης ψυχής...
---------------------
Παραπομπές.

(1) Ο μυστικισμός στις θρησκείες του κόσμου, Τσοπάνης Κωνσταντίνος, εκδόσεις Ιάμβλιχος
(2) Το κρισιμότερο θεολογικό πρόβλημα που κλήθηκε να λύσει η αρχαιοελληνική φιλοσοφική σκέψη, ήταν το πρόβλημα της θεοδικίας, το πως είναι δηλαδή δυνατόν, ενώ ο θεός είναι το υπέρτατο Αγαθό, και πανταχού παρόν, η αγαθή ουσία του να μένει έξω από αυτό, εφόσον στον δημιουργημένο κόσμο ενυπάρχει το κακό και ο θάνατος. Ο Πλάτωνας για να δώσει απάντηση στο κρίσιμο αυτό θεολογικό ερώτημα, στο έργο του «συμπόσιο», έκανε λόγο για τους «δαίμονες» ως τους μεσάζοντες μεταξύ αιώνιου θεού και αγέννητων όντων, θεών και ανθρώπων. Στον Τίμαιο (47b) ο Πλάτωνας διαχωρίζει τον Δημιουργό Θεό από τους γεννημένους θεούς αστέρες, οι οποίοι είναι ατελείς διότι γεννήθηκαν μέσα στον χρόνο. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει: «Επειδή έχετε δημιουργηθεί κάποτε, γι αυτό δεν είστε αθάνατοι, ωστόσο δεν θα έχετε την μοίρα του θανάτου, χάρη στην δική μου βούληση»
Κατ’ αυτό τον τρόπο ο Πλάτωνας συνειδητά ή ασυνείδητα υπονόμευσε το θεολογικό υπόβαθρο του Ελληνικού δωδεκαθέου. Συν το χρόνο βέβαια και πέρα από τις φιλοσοφικές αντιλήψεις του Πλάτωνα, οι Ολύμπιοι θεοί που παλαιότερα αντιπροσώπευαν φυσικές δυνάμεις, είχαν τώρα εξαδινικευτεί σε Θεούς με ανθρώπινα πάθη , από τους οποίους οι πιστοί ζητούσαν βοήθεια την οποία πολλές φορές αποτύγχαναν να εκπληρώσουν..
(3) «Αρχαίοι Έλληνες μύστες», Διαμαντής Κούτουλας, εκδόσεις Εσοπτρον.
(4) «Μάγοι της φιλοσοφίας», Θεοδ. Πελεγρίνης, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα
(5, 6) «Αρχαίοι Έλληνες μύστες», Διαμαντής Κούτουλας, εκδόσεις Εσοπτρον.
(7) βλέπε «Μυστικισμός και Θείο στην Ελλάδα και στον αρχαίο Κόσμο», Χλέτσος Βασίλης, εκδόσεις Γεωργιάδης
(8) Ο Πλήθων ήταν μέλος της ελληνικής (βυζαντινής) αντιπροσωπείας στην σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας για την ένωση των δύο εκκλησιών. Ένα ταξίδι το οποίο αποτέλεσε τον σημαντικότερο ίσως σταθμό για την αναγέννηση, καθώς στην Ιταλία είχε την ευκαιρία να συναντηθεί με επιφανείς Ιταλούς λογίους, και να γίνει ο εισηγητής του πλατωνισμού στην Ιταλία της αναγέννησης και ο εμπνευστής της ίδρυσης της Πλατωνικής Ακαδημίας της Φλωρεντίας.

Γιατί ο Φίλιππος Β' τίμησε τον Πλάτωνα όταν πέθανε;

Τι μπορεί να συνδέει τον Πλάτωνα και τον βασιλιά της Μακεδονίας Φίλιππο Β', τόσο που ο τελευταίος να τον τιμήσει με νεκρώσιμη, επικήδεια τελετή μόλις πληροφορήθηκε το θάνατό του;
 
Την απάντηση έχει δώσει με δύο δημοσιευμένες μονογραφίες και μια τρίτη αδημοσίευτη ο αρχιτέκτονας-μηχανικός Ιορδάνης Δημακόπουλος, ένας αφοσιωμένος επιστήμονας, με τεράστια εμπειρία στις αναστηλώσεις αρχαίων μνημείων και γνώσεις πέραν του αντικειμένου του, στην ιστορία και φιλοσοφία.

Έχει διατυπώθει η άποψη ότι στη γεωμετρία αλλά και σε κατασκευαστικά σχέδια του Πλάτωνα βασίζεται η δημιουργία των μονοθάλαμων μακεδονικών τάφων, όπως αυτοί κτίζονται από τον 4ο έως τον 2ο αι. π.Χ. Φαίνεται πως ο βασιλιάς της Μακεδονίας και πατέρας του Μεγάλου Αλεξάνδρου, Φίλιππος, απευθύνθηκε στο φιλόσοφο της Αθήνας και γνώστη των μαθηματικών και της γεωμετρίας για να του δώσει ένα σχέδιο κατασκευής μνημειακών τάφων προκειμένου αυτοί να αντέχουν, να μη βουλιάζουν κάτω από τη μεγάλη πίεση όγκου χωμάτων που θα τους σκέπαζαν.

Και αυτό προκύπτει από παρατηρήσεις σε 100 θολωτούς μακεδονικούς τάφους που έχουν ως τώρα ανασκαφεί, αλλά και από αναφορές σε αρχαίες πηγές.

Η πρώτη παρατήρηση που έκανε ήταν πως ο κύκλος και το τετράγωνο είναι δύο σχήματα που εφαρμόζονται στην κάτοψη και την πρόσοψη των μακεδονικών τάφων.

Τετράγωνη είναι η κάτοψη, σχεδόν τέλειος κύβος ως την ψαλίδα του θόλου είναι ο θάλαμος, «το ιδεατό στερεό» σύμφωνα με τον Πλάτωνα. Στον «Τίμαιο» (55d. 55e και 62d) ο φιλόσοφος κάνει λόγο για τα πλεονεκτήματα του τετραγώνου και του κύβου στις θλιπτικές δυνάμεις.

«Παρατηρώντας την τετραγωνική κάτοψη των μονοθάλαμων τάφων, είπα γιατί να συμβαίνει αυτό; Ως μηχανικός γνώριζα πως το τετράγωνο με τις ίσες πλευρές και ο κύβος με ίσες έδρες παρουσιάζουν στατικώς ενδιαφέρον. Θέλησα όμως να το ψάξω περισσότερο. Οι εξηγήσεις που έδιναν οι μελετητές οι οποίοι συσχέτιζαν την παρατήρηση αυτή με την πλατωνική αντίληψη περί φύσης, είδα πως δεν έχουν σχέση τουλάχιστον με τα στατικά. Ο Πλάτων αναφέρει στον "Τίμαιο" ότι το σταθερότερο στην έδραση και στην πίεση είναι το τετράγωνο και ο κύβος».

'Ηδη από το 1966, ο καθηγητής κλασικής αρχαιολογίας Φώτης Πέτσας είχε επισημάνει πως στον τάφο των Λευκαδίων με τη μνημειακή πρόσοψη, ο όγκος του θαλάμου εσωτερικά αντιστοιχεί σε κύβο με έδρες όσο η τετραγωνική του κάτοψη. Ακριβώς το ίδιο συμβαίνει και στον τάφο της Μεγάλης Τούμπας στη Βεργίνα, τον λεγόμενο τάφο του Φιλίππου Β'. Εχει 4,46 μ. μήκος επί 4,46 μ. πλάτος και ύψος 5,30 μ. ως το κλειδί του θαλάμου, διαστάσεις που αντιστοιχούν σε κύβο κατά προσέγγιση. «Αν δεν χρησιμοποιήσει κανείς τον γνωστό τύπο για το εμβαδόν του κύκλου (3,14159 r2 ), αλλά τον βαβυλωνιακό τύπο 3r2, τότε ο όγκος ισούται με 94,33 κ.μ., όσο δηλαδή το 4,46 Χ 4,46 Χ 4,74 μ.», μας εξηγεί ο κ. Δημακόπουλος. «Αυτό δείχνει ότι επιδιώχθηκε η ισοδυναμία του εσωτερικού χώρου του θαλάμου με κύβο διαστάσεων 15 Χ 15 Χ 16 αττικούς πόδας».

Στα δύο σχήματα στον κύκλο και τον κύβο ο Πλάτων αναφέρεται στο πλαίσιο του δόγματος της Κοσμολογίας («Τίμαιος» 27 c), σύμφωνα με την οποία όλα τα στοιχεία της φύσης μηδέ εξαιρουμένων των εμβίων όντων έχουν σχήματα. Κάποιοι συνέδεαν την αντίληψή του περί τη φύση του κόσμου με τα σχήματα αυτά.

«Στους "Νόμους" του όμως, ένα έργο της ωριμότητάς του, ο Πλάτων αναφέρεται πολύ συγκεκριμένα σε έναν ιδιαίτερα τιμητικό τύπο τάφου, περιγράφοντας στην ουσία έναν μονοθάλαμο μακεδονικό τάφο με τον τύμβο του. Χαρακτηρίζει το οικοδόμημα ως υπόγεια "θήκη" στεγασμένη με "ψαλίδα προμήκη" με λίθινες κλίνες στο εσωτερικό της και κατασκευασμένη εκ "λίθων ποτίμων και αγήρων εις δύναμιν". Γνωρίζει δηλαδή ακόμη και το είδος του υλικού κατασκευής του κτηρίου».

Την κατασκευή των μακεδονικών τάφων με όσα αναφέρονται στους «Νόμους» του Πλάτωνα είχαν συσχετίσει και παλαιότερα. Θεωρεί δε ότι ο φιλόσοφος στα γηρατειά του δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα οικοδομήματα. Ίσως και νωρίτερα να γνώριζε ανθρώπους τους «δουλειάς», τεχνίτες οικοδομικών έργων, όπως φαίνεται στη διαθήκη του (που έχει διασωθεί ολόκληρη στον Διογένη Λαέρτιο ΙΙΙ, 42: «Ευκλείδης ο λιθοτόμος οφείλει μοι τρεις μνας»).

«Ο Πλάτωνας είχε εκπονήσει μια γεωμετρική κατασκευή, χρησιμοποιώντας το διάγραμμα των επτά ομόκεντρων κύκλων για την παραγωγή του μεικτού στερεού του θαλάμου των μακεδονικών τάφων». Η επιτυχία του σχεδίου αυτού έκανε τον Φίλιππο να νιώθει ότι οφείλει τιμές στο φιλόσοφο, γι' αυτό όταν πέθανε το 347 π.Χ. και το πληροφορήθηκε ύστερα από κάποιες μέρες, προέβη σε νεκρώσιμη, επικήδεια τελετή «επιτιμηθήναι», όπως αναφέρει ειρωνευόμενος μάλιστα τον Φίλιππο ο ιστορικός Θεόπομπος τον 3ο αι. π.Χ. γιατί τίμησε τον Πλάτωνα αντί για την πατρίδα ή κάποιον ηγεμόνα. Ποιο λόγο μπορούσε να έχει ο Φίλιππος να τιμήσει το φιλόσοφο, αν όχι να αναγνωρίσει κάποιες υπηρεσίες που του προσέφερε;».

Πάντως, οι παλιότεροι τάφοι στη Μακεδονία είναι κιβωτιόσχημοι και όχι θολωτοί και είχαν πρόβλημα στατικότητας. Που σημαίνει πως, αν δεν υπήρχαν τα κατασκευαστικά σχέδια του Πλάτωνα, ίσως να μη θαυμάζαμε σήμερα τους βασιλικούς τάφους της Βεργίνας με τις περίφημες ζωγραφικές απεικονίσεις στην πρόσοψη, όπως επίσης της Αμφίπολης, των Λευκαδίων, του Δίου, της Πέλλας και πολλούς ακόμη στους οποίους παρατηρείται η τετραγωνική κάτοψη του θαλάμου (ισοτιμία πλάτους και μήκους).

Κύριες διαφορές Παρμενίδη – Πλάτωνα

Αποτέλεσμα εικόνας για ερεβοκτονοσ ΠλάτωνΤο γεγονός ότι ο Πλάτων θεωρεί τον Παρμενίδη «πνευματικό πατέρα του» και προσδιορίζεται ως ο ύστερος μαθητής του και διάδοχός του εξ αυτού, μας υποχρεώνει να προβούμε σε μια συγκριτική έρευνα των διαφορών της Παρμενιδικής από την Πλατωνική θεωρία. Καθώς, επίσης, τα βιώματα, η βούληση και οι επιθυμίες μετέχουν στη διαμόρφωση της γενικότερης αντίληψης, είμαστε υποχρεωμένοι να τα λάβουμε υπόψη μας και αυτά.

Τέλος, πρέπει να τονιστεί ότι οι υπάρχουσες διαφορές, όπου και να κλίνουν, ουδόλως επηρεάζουν την αξία ενός φιλόσοφου. Ως εκ τούτου, η συγκριτική έρευνα μεταξύ των δυο στοχαστών που επιχειρείται, αποσκοπεί μόνο να εισφέρει στην κατανόησή τους.

Ο Παρμενίδης και ο Πλάτων, οι οποίοι απέχουν μεταξύ τους κάπου 100 χρόνια, κρατούσαν και οι δυο από ηγεμονική γενιά. Ο Πλάτων προήρχετο από τη γενιά του τελευταίου βασιλιά των Αθηνών, του Κόδρου, ο οποίος θυσιάστηκε για την πόλη του. Ήταν απόγονος του Σόλωνα και του Πεισίστρατου, στην καταγωγή Φιλαΐδης, μια οικογένεια που είχε δείξει έμπρακτα ότι δεν ενδιαφερόταν για τα χρήματα αλλά για την προκοπή της πόλης. Όσον αφορά την καταγωγή του Παρμενίδη δε γνωρίζουμε το γενεαλογικό του δέντρο, κρατούσε πάντως και αυτός από αρχοντική γενιά.

Η πρώτη πρακτική διαφορά τους εντοπίζεται στο ότι ο προγενέστερος Παρμενίδης ήταν ηγεμών, ο Πλάτων ήθελε να ηγεμονεύσει· ο πρώτος είχε την πολιτεία του, ο δεύτερος ονειρευότανε να την αποκτήσει. Και προσπάθησε με όλες τις δυνάμεις του γι’ αυτό, από την Αθήνα ως τη Σικελία, δίχως να το κατορθώσει...

Ο Πλάτων θεωρούσε ουσιαστικά τον Παρμενίδη δάσκαλο, ενώ ο Σωκράτης ήταν η παντιέρα, το έμβλημά του, κάνοντάς τον σύμβολο, λέγοντας στους Αθηναίους «να τι κάνατε με τη δημοκρατία σας, σκοτώσατε τον καλύτερο». Σε αυτό συναινεί το γεγονός ότι όταν ο Σωκράτης καταδικάστηκε, ο Πλάτων νεαρός ων, πήγε να μιλήσει στη δίκη του, αλλά ως γνωστόν οι δικαστές του είπαν «είσαι μικρός εσύ, κάτσε κάτω», οπότε φυσιολογικά δεν πρόλαβε να ζήσει το Σωκράτη. Ήταν όμως στην ψυχή του, ο δάσκαλος των παιδικών του χρόνων, ενώ ο Παρμενίδης αποτέλεσε το σπούδαγμά του.

Για τα παιδικά χρόνια του Παρμενίδη έχουμε ήδη αναφέρει ότι μαθήτευσε με ικανούς δασκάλους, ίσως με τους καλύτερους, και ότι οι γνώσεις που είχε παραπέμπουν στο ότι ήταν περισπούδαστος μαθητής, σε αντίθεση με τον Πλάτωνα, που δεν ήταν. Είναι γνωστό ότι τον απέβαλλαν από τις σχολές που φοιτούσε χωρίς να τις ολοκληρώσει, διότι «κοινοποιούσε νωρίς τα συμπεράσματά του», φτιάχνοντας δικές του θεωρίες. Του είχαν αποδοθεί, ως γνωστόν, τα προσωνύμια του «ευφάνταστου» και του «λογοκλόπου». Χάρη στο γεγονός ότι στη φιλοσοφία δεν υπάρχει παρθενογένεση, ο προσδιορισμός αυτός δεν αποτελεί μομφή· το ότι βιαζόταν όμως, είναι σίγουρα αρνητικό.

Η Πλατωνική διδασκαλία, είπαμε ότι βρίθει Παρμενιδικών στοιχείων, τα οποία όμως έχουν μια διαφορετική νοηματική χροιά από αυτήν του Παρμενίδη. Ας εξετάσουμε, όμως, μερικά, λαμβάνοντας υπόψη μας ότι ο Παρμενίδης ήταν Ξενοφανικός, Αναξιμάνδρειος και Ηρακλείτειος, ενώ ο Πλάτων 50% Παρμενιδικός, 30% Πυθαγορικός και 20% Ηρακλείτειος, περίπου.

Η αλληγορία του άρματος

Στο άρμα του Παρμενίδη τα άλογα είναι αγνώστου αριθμού, ίδια μεταξύ τους, με μεγάλη φρόνηση και γνώση του πού θα πάνε. Ηνίοχοι είναι οι αποκαλυμμένες Ηλιάδες και παρατηρητής ο άνθρωπος. Πρωταγωνιστικό ρόλο εδώ παίζει η ενσυναίσθηση.

Στο άρμα του Πλάτωνα τα άλογα είναι δυο, εντελώς ανόμοια μεταξύ τους, το ένα άσπρο, έχοντας τάση ως ουράνιο ένστικτο - ανώτερη επιθυμία να ανέλθει· το άλλο μαύρο, έχοντας τάση ως γήινο ορμέμφυτο - κατώτερη επιθυμία να κατέλθει. Τα ηνιοχεύει ο άνθρωπος και δεν υπάρχει επιβάτης. Πρωταγωνιστικό ρόλο εδώ, παίζει η λογική.

Πέραν αυτών, η ικανότητα του ηνίοχου, η οποία στον Παρμενίδη εμφανίζεται ως γήτευση, στον Πλάτωνα ορίζεται ως τέχνη. Ο Παρμενίδης στη γνώση οδηγείται, δείχνοντας ότι υπάρχει μέσα μας το φως, ενώ ο Πλάτων κατευθύνει, δείχνοντας ότι η γνώση αποκτάται και ότι μέσα μας υπάρχει ο κόσμος των σκιών.

Το φως - H αλληγορία του σπηλαίου

Το φως ως αλήθεια και γνώση, κατά τον Παρμενίδη, παρέχεται στην ανθρωπότητα επιμερισμένο, σαν το ουράνιο τόξο, σε χρώματα και αποχρώσεις. Στη θέση του επί της γνώσης ο φιλόσοφος εμφανίζεται, κοινώς, απλός και φυσικός.

Το πραγματικό φως, κατά τον Πλάτωνα, δεν μπορεί να το αντικρίσει ο άνθρωπος. Παρουσιάζεται εκτυφλωτικό. Αυτό που βλέπει είναι ένα φως δευτερογενές, από μια φωτιά. Εμφανίζεται δηλαδή στη θέση του επί της γνώσης πιο απόμακρος.

Ο άνθρωπος πάλι, κατά τον Πλάτωνα, παρουσιάζεται σαν να βρίσκεται σ’ ένα σπήλαιο αλυσοδεμένος με την πλάτη προς την είσοδο, να κοιτά τον κόσμο που προβάλλεται σαν παραλλάξεις και σκιές μέσω του φέγγους της φωτιάς που βρίσκεται στην πλάτη του, καθώς ο ήλιος δε φτάνει μέσα.

Στον Παρμενίδη, αντίθετα, δεν υπάρχει σπήλαιο ούτε αλυσίδες (τις οποίες βλέπουμε και μετά τον Πλάτωνα, στον Αριστοτέλη). Στην αλήθεια των χρωμάτων του Παρμενίδη αντιπαρατίθεται ο κόσμος των σκιών του Πλάτωνα, στο επιμερισμένο φως αντιπαραβάλλεται η μαυρόασπρη εκδοχή του. Η Αλήθεια, κατά τον Ελεάτη, βρίσκεται στην εδώ πραγματικότητα και μπορεί να ιδωθεί· η Αλήθεια, κατά τον Αθηναίο, είναι εκτός πραγματικότητας και όταν ιδωθεί, τυφλώνει. Ο Πλάτων αναφέρεται στην ανέλιξη της ψυχής που βρίσκεται αλυσοδεμένη. Ο Παρμενίδης αισθάνεται ελεύθερος και δεν υπάρχουν αλυσίδες.

3. Περί νόησης και γνώσης

Η νόηση, κατά τον Παρμενίδη, είναι αντικείμενο της πίστης και υποκείμενη της ενσυναίσθησης. Ο λογισμός παίζει ρόλο κατανόησης. Τα λάθη της αντίληψης του ανθρώπου αναφέρονται στο δυισμό. Στην πίστη είναι ουμανιστής και στις θέσεις του απόλυτος ενιστής.

Η νόηση, κατά τον Πλάτωνα, είναι υποκείμενη της προσπάθειας και αντικείμενο της επιστήμης. Το λογισμό τον θέτει δευτερεύοντα. Δεν υπεισέρχεται στη λαθεμένη βάση της κρίσης των ανθρώπων. Στην πίστη του είναι αξιοκράτης της κατεύθυνσης και στις θέσεις του ελιτίστας δυιστής.

4. Περί του «είναι» και «δεν είναι»

Το «είναι» και το «δεν είναι» ο Παρμενίδης τα ορίζει ως τις δυο όψεις του ενός νομίσματος, συμπεριλαμβανόμενα και τα δυο στην οντολογία του «είναι».

Ο Πλάτων τα θέτει υπό αμφισβήτηση και, καθ’ όσον αποδέχεται ότι ο κόσμος είναι μεταφυσικός, το αποτέλεσμα είναι το «δεν είναι» να παρασύρει το «είναι», και μέσω αυτού το «ον», στον κόσμο του «επέκεινα», στην απόμακρη μεταφυσική.

Ως εκ τούτων, ο αληθής κόσμος κατά τον Πλάτωνα, μέσω του «είναι και του δεν είναι» βρίσκεται εκεί που υπάρχει το ον, στον κόσμο των τέλειων ιδεών, ενώ, κατά τον Παρμενίδη, ο αληθής κόσμος βρίσκεται εκεί που κείται το εόν, απόμακρα και «μέσα μας». Οι απόψεις τους, δηλαδή, είναι απόμακρες.

Ο Παρμενίδης του Πλάτωνα

Ο Πλάτων στο έργο του Παρμενίδης, επιχειρώντας μια κριτική ανάλυση επί του Ελεάτη στοχαστή, αποκαλύπτεται πελαγωμένος, μετατρέποντας το κείμενο αυτό σε ένα από τα πιο δυσνόητα της φιλοσοφίας. Καλύτερα να μην το έγραφε. Τι πράγματι εννοεί, ποια είναι η θέση του, κανείς δεν μπορεί να καταλάβει. Επομένως, κρίνοντας τον Πλάτωνα από το έργο του αυτό, δεν μπορεί κάποιος να μην αναλογιστεί ότι τουλάχιστον χαρακτηρισμοί «βιαστικός στις θεωρήσεις» και «ευφάνταστος», ίσως να μη στερούντο βάσης. Το «λογοκλόπος» όμως εδώ, αποκτάει άλλες διαστάσεις.

Η απορία, ως εκ τούτου που επέρχεται, είναι εάν πράγματι κατάλαβε ο Πλάτων τον Παρμενίδη ή σκοπίμως τον εξέτρεψε. Μην κρίνοντας το πρώτο αλλά το δεύτερο, προκύπτει ότι, εάν τον κατάλαβε, δεν μπορεί να θεωρηθεί παρμενιδικός, εάν όμως δεν τον κατάλαβε, τότε σίγουρα δεν είναι.

Άλλες διαφορές

Ο Παρμενίδης θεωρεί τον άνθρωπο καλό εκ γενετής αλλά στις θέσεις του λαθεμένο, αφού η ζωή και μόνο είναι το καλό, το κακό είναι η έλλειψη του καλού. Ο Πλάτων, αντίθετα, δεν εμπιστεύεται τον άνθρωπο, τον θεωρεί εκτός ολίγων εξαιρέσεων στις οποίες βάζει και τον εαυτό του, κακό, πιστεύοντας ότι το καλό είναι επίκτητο, καθαρά θέμα επιλογής και εκπαίδευσης. Ως εκ τούτων, ο Πλάτων υποβαθμίζει τον άνθρωπο, ενώ ο Παρμενίδης όχι.

Επίσης, ο Παρμενίδης δημιουργεί τη σύλληψη του ανώτατου πνευματικού όντος, ενώ ο Πλάτων επιφέρει εκ του όντος την ανώτατη πνευματική ιδέα.

Τέλος, κάτι που δεν είναι καθοριστικό, ελαφραίνει όμως το τοπίο: Ο Παρμενίδης έγραψε 1 έργο εκ του οποίου σώθηκαν με σημαντικές προσπάθειες τα 3/4 περίπου, ενώ ο Πλάτων έγραψε 36 έργα εκ των οποίων σώθηκαν χωρίς ιδιαίτερες προσπάθειες περί τα 42(!).

Σύνοψη

Είναι η φιλοσοφία κυρία του οίκου της ή ο οίκος κυριαρχεί επί της φιλοσοφίας; Το αμείλικτο αυτό ερώτημα που απασχολεί ενδόμυχα τον κάθε αγνά σκεπτόμενο, είναι ανάλογο με το ερώτημα της κότας και του αυγού ή της γλώσσας και τη νόησης, δηλαδή τι υπήρξε πρώτο. Η απάντηση είναι ότι η άδολη φιλοσοφία δεν έχει ούτε υπηρέτες, ούτε και αφέντες. Και ο Παρμενίδης αναμφίβολα δεν είχε· ήταν ο αφέντης.

Ένα δεύτερο ερώτημα που προκύπτει, παράγωγο του πρώτου, είναι: Ασχέτως τι ήταν στην οικία του ο Παρμενίδης, ακολουθεί και η φιλοσοφία την ειμαρμένη; Η απάντηση είναι: Ναι. Ο απόλυτος ενισμός του Παρμενίδη, που γίνεται αξιοκρατικός δυισμός από τον Πλάτωνα και διαμορφώνεται σε επιλεκτικό πολυισμό από τον Αριστοτέλη –επιλέγοντας ο τελευταίος ακόμα και τον κρίκο με τον οποίο θα σφαλιστεί στις αλυσίδες του ο άνθρωπος–, ακολουθεί σε όλους τους λαούς την ίδια εξελικτική πορεία.

Η ζωή ξεκινάει με το ένα· σπάζοντάς το τα κάνει δυο, όλα μαζί κάνουν τρία (η πρώτη απόμακρη σκέψη) κι εντέλλει όλα γίνονται κομμάτια, επιλέγοντας τελικά ο στοχαστής, πάλι ως αρχή, το ένα.

Ο Σίσυφος, ο οποίος μετακυλά ξανά και ξανά την πέτρα του, είναι η μοίρα του παγκόσμιου ανθρώπου. Πίσω όμως απο αυτόν βρίσκονται οι Δαναΐδες, με το άπατο πιθάρι τους, νερό για να του φέρουν. Οι αρχαίοι τις δυο αυτές τραγικές, αλλά και πεμπτουσιακές για τον άνθρωπο υπερβατικές μορφές, τις παρουσίαζαν συχνά μαζί, έχοντας διαισθανθεί τους αντίστοιχους συμβολισμούς της επιθυμίας και της εξ αυτής βούλησης.

Γι’ αυτό το λόγο θέλει τα πάντα θηλυκά στο έργο του ο Ελεάτης, αποδίδοντας την αρχή στο θηλυκό στοιχείο· και πρέπει να αισθάνεται τυχερός που έφτασε την πέτρα του επάνω στο βουνό, από νερό ξεδιψασμένος. Πρότυπο ως εκ τούτου πρέπει να λογίζεται στη μνήμη και στη σκέψη μας, ο τιτάνας Παρμενίδης.

Ραάβ: ένα απαράδεκτο υπόδειγμα πίστης

Σας υπενθυμίζω μια παλαιότερη απορία μας: «Και υπήγεν ο Σαμψών εις Γάζαν, (φιλισταιική πόλη) και είδεν εκεί γυναίκα πόρνην και εισήλθεν πρός αυτήν»(!) Κριταί ΙΣ΄1.

Ποιά η ανάγκη της ξερής αυτής επισήμανσης; Ρωτήσαμε τότε. Τώρα το γνωρίζουμε πολύ καλά. Οι πόρνες των αντιπάλων, ήταν τα ευκολότερα μέρη συλλογής πληροφοριών και οι προθυμότεροι οίκοι φιλοξενίας. Να γιατί το «ου πορνεύσεις», δεν εμφανίσθηκε ποτέ σαν εντολή στο Σινά! Κάθε έννοια απαγόρευσης της πορνείας απ’ τους άρρενας Ισραηλίτες, θα ήταν πράξη εκούσιου αποκλεισμού, της τόσο άνετης αυτής κατασκοπευτικής δυνατότητας.

Ο Σαμψών με πολύ μεγάλη ευκολία βρίσκεται συνεχώς στην αγκαλιά των ξένων αυτών γυναικών, του αγοραίου έρωτα, για εύκολη συλλογή πληροφοριών.

Πριν αφήσουμε την Ραάβ στην άθλια μοίρα της, είναι απαραίτητο να υπενθυμίσουμε ότι η Ραάβ πολύ αργότερα από τους πρωτεργάτες και συγγραφείς του χριστιανισμού, προτάσσεται ανερυθρίαστα (για φαντάσου) σαν υψηλό παράδειγμα έργων πίστης! Ομόφωνα ο αδελφός του Χριστού Ιάκωβος, σε απόλυτη σύμπνοια με τον απόστολο των εθνών Παύλο, ξεκαθαρίζουν στους οπαδούς της νέας πίστης, ότι χωρίς τα έργα της Ραάβ (!) η πίστη τους δεν επαρκεί για σωτηρία! Τα έργα της Ραάβ λοιπόν, απαραίτητο συμπλήρωμα της νέας πίστης!

Οι ενδιαφέρουσες ερωτήσεις-προτροπές της Καινής Διαθήκης (!) είναι: «Η (Χαναναία) πόρνη Ραάβ, δεν εδικαιώθη εξ έργων πίστεως, δεχθείσα τους (εβραίους) κατασκόπους; Βλέπετε λοιπόν ότι εξ έργων δικαιούται ο άνθρωπος και ουχί εκ πίστεως μόνο;»! Ιάκωβου Β΄25 & προς Εβραίους ΙΑ΄31. Εσείς, μόνο αυτό βλέπετε; Τίποτε άλλο... δεν βλέπετε;

Προσέξτε την ασύλληπτη "ηθική" αυτής της ερώτησης!

Κατά την βιβλική Εβραιο-χριστιανική λοιπόν δικαίωση, πράξη θεάρεστης πίστεως και σωτηρίας, θεωρείται η προδοτική συναλλαγή της μικρόψυχης αυτής γυναίκας, που με αντάλλαγμα την υπόσχεση της δικής της επιβίωσης, εξασφάλισε τον θάνατο σε μικρούς και μεγάλους (αθώα γυναικόπαιδα), σε ολόκληρη την πόλη των δικών της ανθρώπων, που εν πάση περιπτώσει δεν είχαν άλλο έγκλημα διαπράξει, απ’ τον ασφαλή εγκλεισμό τους στην περιτειχισμένη πανάρχαια πατρίδα-πόλη τους, απλά και μόνο αμυνόμενοι, απέναντι σε μια αναίτια, ληστρική επιδρομή των υπεράριθμων ισραηλιτών!

Ναι, οι κάτοικοι της Ιεριχού δεν εμπόδιζε καν την διέλευση τους, απόδειξη ο εγκλεισμός τους εντός των τειχών. Η εξοντωτική λεηλασία ήταν το μόνο κίνητρο της μάχης, στην οποία η πόρνη Ραάβ βοήθησε τα μέγιστα.

Ανήκουστο λοιπόν αλλά και σαφές, το ηθικόν δίδαγμα της Εβραιο-χριστιανικής σκέψης: αν θέλετε να δικαιωθείτε πρέπει να προδώσετε την πόλη σας... την πατρίδα σας... ή να παραδώσετε τους ομοεθνείς σας σε σφαγή... αρκεί να ανταλλάξετε την ζωή τους με την σωτήρια πίστη σας στον θεό του Ισραήλ! Με τέτοια έργα θα δικαιωθείτε! Μπορείτε να βγάλετε εσείς άλλο συμπέρασμα;

Γνωρίζουμε άλλωστε, ότι ακριβώς αυτό συνέβη κατ’ επανάληψη μάλιστα στο διάβα της ιστορίας. Άτομα και λαοί που κατέληξαν θρησκευτικοί φορείς της Εβραιο-βιβλικής πίστης, σε όλες σχεδόν τις ατέλειωτες εκδοχές της, δεν δίσταζαν να παραδώσουν στην φωτιά και το μαχαίρι τους ομοεθνείς τους, συχνά μάλιστα χαρούμενοι και σίγουροι για το θεάρεστο της αποφάσεως τους!

Αυτή άλλωστε η ακατονόμαστη χαρά της "θεάρεστης προδοσίας" δεν είναι που κατέκαψε «έως εδάφους» τα περιουσιακά στοιχεία αυτής της άλλοτε υπέρλαμπρης χώρας; Δεν εξακολουθεί δυστυχώς με χίλιους τρόπους ο ενθουσιασμός της προδοσίας (της πατρίδος) υπέρ της πίστης, να σιγοκαίει στις ψυχές των απάτριδων θρησκευόμενων; Και για όποιον δικαίως ενοχλείται, απλά ερωτώ: Στην θρησκευτική σκέψη, δεν μετρά πρώτα το "θεάρεστο" και μετά η φιλοπατρία; Ε, ποια η διαφορά απ’ τη σκέψη της Ραάβ, ή του Ιακώβου!

Τέτοια όμως θανάσιμη μικροψυχία, από κανέναν λαό κι από καμία ιστορία, δεν βρήκε ποτέ δικαίωση. Τέτοια ταπεινωτική για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια ενέργεια, δεν θα έπρεπε από καμία "Αγία Γραφή", και από κανέναν Ιάκωβο ή άλλο ιερό βιβλίο να επαινείται, να ωραιοποιείται και "αγιοποιημένη" να συνιστάται ενθέρμως ως θεάρεστη!

Και όμως, αυτό ακριβώς αδιαμαρτύρητα βλέπουμε να συμβαίνει στην περίπτωση της βιβλικής Ραάβ, αφού, τόσο η Παλαιά όσο και η Καινή Διαθήκη, μετονομάζοντας την ελεεινή προδοσία της, σε ύψιστο παράδειγμα θεάρεστων έργων πίστης μας το συνιστούν ενθέρμως, σαν προϋπόθεση σωτηρίας!

Κατά τα άλλα συμφωνούμε με τη Βίβλο όταν λέει: «δια πίστεως έπεσαν τα τείχη της Ιεριχούς... (αφού) η Ραάβ εδέχθη τους κατασκόπους με ειρήνη...». Εβραίους ΙΑ΄30. Πράγματι, χωρίς την συνεργάσιμη προδοτική πίστη της Ραάβ, που εδώ μετονομάζεται σε "ειρήνη" (!) τα προστατευτικά τείχη της Ιεριχού, δεν θα μπορούσαν να πέσουν. Με εξόφθαλμη λοιπόν σκοπιμότητα, μετονομάζουν την αισχρή θανατηφόρο προδοσία της σε «πίστη» και «ειρήνη», και οι θρησκευόμενοι πρόθυμα το αναμασούν.

Μπορώ να καταλάβω το εβραϊκό ιερατείο, που για εντελώς δικούς του λόγους, μεταχειρίστηκε διαστροφή υψηλής απόδοσης! Μετέτρεψαν την απεχθέστατη αυτή πράξη ιδιοτέλειας και προδοτικής δειλίας, σε μεγαλείο ηρωισμού και υπόδειγμα αρετής, γιατί αυτό τους βόλευε αφάνταστα. Ο κάθε λαός γράφοντας την ιστορία του, μπορεί να αγιοποιεί ό,τι τον εξυπηρετεί. Μέχρι εδώ το καταλαβαίνω. Εντούτοις, μήπως μπορεί κανείς να μου εξηγήσει, ποιο ανυπολόγιστο βαθμό εγκεφαλικού κενού πρέπει να διαθέτει κανείς, για να δεχθεί οριστικά και αμετάκλητα, την Ραάβ σαν θεάρεστο πρότυπο έργων δικαίωσης; Γιατί αν είναι έτσι... τότε δεν υπάρχει βρωμιά, που με λίγη καλή θέληση (και άφθονες θεϊκές υποσχέσεις) να μην μπορούμε να την βαφτίσουμε... θεάρεστη!

Και για να το καταλάβουμε καλύτερα: θα ήταν εξίσου θεάρεστο, αν μέσα στα τείχη της Ιεριχούς βρισκόταν αμυνόμενοι οι Εβραίοι, και έξω απ’ αυτήν, οι επιτιθέμενοι Χαναναίοι; Για σκεφτείτε το;

Μετακινείται λοιπόν το "θεάρεστο"...! Ναι, δυστυχώς μετακινείται και πηγαίνει πάντα μαζί με τον "αληθινό θεό"! Να λοιπόν η "μαύρη τρύπα" της θρησκευτικής μας σκέψης. Να γιατί κάποιοι έδωσαν μάχες για να ανακηρυχθεί ο δικός τους θεός, «μοναδικός αληθινός θεός». Όποιος κερδίζει στη μάχη των θεών, εξασφαλίζει απ’ τους λαούς το ανεπανάληπτο προνόμιο, να υπηρετούν την θρησκευτική ηθική και το "ιερό δίκαιο" προς χάριν του συγκεκριμένου "αληθινού θεού"!

Ας υποθέσουμε όμως ότι η Ραάβ πίστεψε πράγματι στο θεό των Εβραίων, ως τον μόνο αληθινό θεό κλπ. Έπρεπε λοιπόν να πεθάνει η πόλη για να ζήση αυτή και η πίστη της; Πως μπορεί να είναι θεάρεστο ένα τέτοιο έργο δικαίωσης, όταν η πίστη μας για να βρει δικαίωση, πρέπει να επιβάλλει τον θάνατο στους ομοεθνείς μας! Μόνο η θρησκευτική σκέψη μπορεί τόσο εύκολα να γεφυρώνει την πίστη με την θανατηφόρο προδοσία! Στα δικά μας μάτια όμως, η Ραάβ με όλες τις θεολογικές αλχημείες του κόσμου, είναι αδύνατον να δικαιωθεί.

Να λοιπόν από που προκύπτει η ανάγκη να κατασπιλωθεί η Χαναναιική αυτή πόλη, ώστε εγκλήματα όπως η προδοσία και η απρόκλητη επίθεση, να μπορούν να φορέσουν τον εκτυφλωτικό μανδύα του θεάρεστου. Για την πόλη αυτή, που επισήμως απ’ τις γραφές δεν κατηγορείται για καμία ανηθικότητα, κάποιοι ανέλαβαν να βρουν κολάσιμα αμαρτήματα, που θα έκαναν την Ραάβ και τους Ισραηλίτες να φαίνονται ελευθερωτές του τόπου (!) απ’ την δύσοσμη παρουσία των αηδιαστικών αυτών κανίβαλλων που λεγόταν Χαναναίοι.

Να τι γράφει ο Δ. Μαγκριώτης, γνωστός υπέρμαχος των βιβλικών ιστοριών: «Στην (Χαναναιική πόλη) Γκεζέρ, ο Μακαλίστερ ανακάλυψε νεκροταφείο βρεφών, που εθάπτοντο ζωντανά... εντός υδρίας ευρέθησαν σκελετοί δύο παιδιών. Επρόκειτο προφανώς περί προσφοράς προς αιμοβόρες θεότητες της Χαναάν»!

Περιττό να σας πω ότι δεν παραθέτει απολύτως κανένα επιχείρημα που να στηρίζει τον ισχυρισμό ότι τα βρέφη αυτά εθάπτοντο ζωντανά, επειδή δεν υπάρχει τίποτε σ’ αυτήν την κατεύθυνση. Εδώ η θρησκευτική σκέψη διαστρεβλώνει βάρβαρα τα αρχαιολογικά ευρήματα για να δώσει μια δικαιολογία και ένα λόγο ύπαρξης στις παλαιοδιαθηκικές αθλιότητες ενάντια στους Χαναναίους!

Ολόκληρος ο ισχυρισμός είναι ανατριχιαστικά ανόητος, και στηρίζεται αποκλειστικά και μόνο στο γεγονός, ότι αγνοείται ο τρόπος ταφής των Χαναναίων, που ήταν τα νεαρά άτομα και ειδικά τα βρέφη, να ενταφιάζονται μέσα σε πλατύστομα πήλινα δοχεία και μάλιστα πολλές φορές μέσα στο δάπεδο της κατοικίας προφανώς από υπερβολική τιμή και πόνο προς το νεαρό αγαπημένο εκλιπόντα! Η ταφή των μικρόσωμων παιδιών σε πήλινα δοχεία υπήρξε συνήθεια με μεγάλη διάδοση στην αρχαιότητα, την οποία αργότερα για κάποιο διάστημα όπως θα δούμε υιοθέτησαν σε ένα βαθμό και οι Εβραίοι.

Σήμερα οι αρχαιολόγοι έπαψαν να ερμηνεύουν τα παλαιστινιακά ευρήματά τους, με τρόπο που εξυπηρετεί ηθικά τις εβραϊκές γραφές και παραδέχονται ότι: «για την ταφή νηπίων χρησιμοποιούντο πιθάρια» (Άτλας Βίβλου» σελ.77) Έτσι, κατενόησαν επιτέλους την ταφική αυτή συνήθεια, απ’ την Παλαιστίνη την Κρήτη μέχρι και τη Βαβυλώνα, χωρίς να μπαίνουν στον πειρασμό να κατασυκοφαντούν την αρχαιότητα, μετονομά­ζοντας την συνήθεια αυτή σε «προσφορά προς αιμοβόρες θεότητες»!

Για να μην ξεχνιόμαστε όμως στον εύκολο δρόμο των συμπερασμάτων, ας επιστρέψουμε στα δύσκολα μονοπάτια των αναζητήσεων. Εξακολουθούμε λοιπόν να ιχνηλατούμε πίσω απ’ την ιδέα των υλικών ταχείας ανάφλεξης. Έχουμε λοιπόν άλλες ενδείξεις στην ίδια αυτή κατεύθυνση;

Η Ελπίδα εντός του Είναι

Πολλές φορές στην πορεία της ζωής, υπάρχουν στιγμές ευχάριστες, είναι όμως και αρκετές, που τις θεωρούμε δυσάρεστες και τις καλούμε και ά-σχημες. Είναι αυτές που δεν έχουν ακόμη σχηματοποιηθεί μέσα μας, ώστε να τις προσδώσουμε νόημα ύπαρξης.

Στον ανθόκηπο του σύμπαντος κόσμου που όλοι ζούμε, καλούμαστε να περιδιαβαίνουμε κάθε στιγμή και εποχή, ως μια νέα ευκαιρία, ώστε να διαπιστώνουμε την ευμορφία του. Μέσα από τις εναλλαγές της, η Φύση μας δείχνει τον τρόπο, πως να ευτυχούμε. Πως να ντύνουμε τη ζωή μας, κάθε φορά με νέα φορεσιά, όπως κάνε και η ίδια. Στους χειμώνες, λίγο πριν, ακόμα και τα δέντρα, ενώ ήταν γυμνά -σχεδόν νεκρά- προετοιμάζονται ήδη για την ανοιξιάτικη φορεσιά τους. Τώρα η φύση τα ντύνει με μία καταπράσινη ενδυμασία. Με νέα βλαστάρια, φύλλα, ανθούς και καρπούς, στολίζει τα μαραμένα κλωνάρια, προσφέροντας τους νέα ευκαιρία ζωής. Όλα πλέον αναζωογονούνται. Λες και η άνοιξη του χάρισε νέα πνοή.

Ομοίως, όταν η μέρα αρχίζει να ενώνεται με τη νύχτα, με τον ερχομό του σούρουπου, η φύση δεν παραλείπει να μας δώσει και πάλι, το αλληγορικό της μήνυμα. Ο πλούτος και η ομορφιά της, κρύβεται στην πολυμορφία των χρωμάτων που συνεχώς δημιουργεί. Προκύπτει μέσα από την αλληλοδιάδοχη και του τρόπο που αυτή ενώνει και υφαίνει τα αντίθετα. Είναι φαντασμαγορική η στιγμή της μεταμόρφωση, όταν δύο ετερόκλητες τάσεις συγχωνεύονται και αναγεννούνται ως ένα. Μας θυμίζει την ένωση του ερωτευμένου, με το αντικείμενο του πόθου του. Όπως ακριβώς κάνει και η ψυχή, η οποία εξ έρωτος, δανείζεται τον παλμό της, από το σύμπαν στο οποίο ζει.

Και όπως η ένωση της ημέρας με τη νύχτα, γίνεται σιγά-σιγά και βαθμιαία ένα, ενώ δίνει τη σκυτάλη ή μια στην άλλη αλληλοδιάδοχα, στην ροή του αιώνιου Χρόνου και μετά συμπλέκονται, έτσι και ο άνθρωπος, σιγά-σιγά και βαθμιαία, απορροφά τις πνευματικές ιδιότητες που το σύμπαν ως Είναι, του παρέχει να κάνει χρήση.

Μέσα από το ακτινοβόλο βλέμμα (το Είναι), διαποτίζει κάθε πόρο της ανθρώπινης ύπαρξης, μεταμορφώνοντας την σε εικόνα Αγάπης. Τη στιγμή που ο άνθρωπος χάσει τον εαυτό του μέσα στην Αγάπη του Είναι, έχει μεταμορφωθεί και ο ίδιος σε Αγάπη.

Όταν βιώνει η ύπαρξη, την ένωση της με την ουσία της, (ως συν-ουσίωση), τότε γίνεται επιτρεπτή η μετάγγιση. Με μυστηριώδη και θαυμαστό τρόπο, παραδίδονται αφανώς μέσα στην σιωπή, οι δυνατότητες του να Είναι εγγενές το βίωμα επαλήθευσης: ως μια συνάντηση συν-ύπαρξης και αλληλοεκπροσώπησης.

Ο Αληθής Λόγος, μέσα από την σιωπή του, μεταφέρει την ζωτική του ουσία

Αν βρεθούμε στο σούρουπο έξω στη φύση, θα αντικρίσουμε την απογευματινή ομορφιά των χρωμάτων. Αυτήν τη συνάντηση της μέρας και της νύχτας, ως μία ολοκληρωτική παράδοση και μετουσίωση του ενός, στην απορρόφηση της αγκαλιάς του άλλου, είναι που μας προκαλεί τον απέραντο θαυμασμό. Τότε ξεχνάμε να εστιάσουμε στο ένα ή στο άλλο και ζούμε προσηλωμένοι το παρόν, ενός θαύματος που συντελείται εγγενώς: εντός του Είναι. Λες και η μνήμη, ενδοστρέφεται εντός της ουσίας της ύπαρξης και αναζητά τις αγκαλιές που έχει στερηθεί. Εμμένει προσηλωμένη στο θαύμα της ένταξης που είχε κάποτε ζήσει και πλέον στο παρόν, θέλει να επιστρέψει και πάλι. Αναζητά το αποτύπωμα ενός τελικού αγκαλιάσματος την ανάμνηση. Μέσα από τα σκοτεινά σοκάκια της μνήμης, κατερχόμαστε εντός μας, στον χώρο της Αλήθειας του Είναι την εκ-κάλυψη(δηλ. την αποκάλυψη). Εκεί όλα ξεσκεπάζονται και φανερώνονται. Έλκονται από το Φως, όπως κάνει η χρυσαλίδα, που εφορμά να καεί και να εξαγνιστεί από την λάμψη της Αγάπης του Είναι, χωρίς ίχνος αντίστασης.

Σε μια σχέση αληθινής Αγάπης, δυσδιάκριτο και αδιαχώριστο το πάθος της προσφοράς και της θυσίας. Τι και αν ως τελικό αποτέλεσμα, η μέρα μέσα από την συγχώνευση της με τη νύχτα, χάνει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της, όπως και εμείς μετουσιώνουμε τα χαρακτηριστικά της μετουσίωσης μας. Η οικειοθελής παραχώρηση και παράδοση της ύπαρξης στο Είναι της, είναι που διανοίγει ορίζοντες. Είναι τότε που και πάλι ισχυροποιούνται τα δεσμά, ως η Σχέση των σχέσεων και προσδίδουν εσωτερική ευφορία, γαληνή και ευτυχία. Όταν απορροφήσουμε τις ιδιότητες του Είναι και συγχωνευτούμε μαζί του, Αυτού και θα εκφράζουμε την ομορφιά. Όλα εν τέλει, αποτελούν φάσεις της ίδιας πραγματικότητας, όπου το Είναι επιλέγει να εκφράζεται.

“Μόνον όταν ο άνθρωπος ανοίγεται στην δυνατότητα που του παρέχεται από το Είναι, μπορεί να ακούει” Το ακούειν προϋποθέτει και εάν σιωπάν. Με αυτήν του την ανοικτότατα, μετα-ποιεί την αναγκαιότητα της αποδοχής, ώστε η μετα-μόρφωση εντός του, να λάβει χώρα, ως εσωτερική διαδικασία του Είναι.

Σε κάθε περίπτωση, ο ύψιστος λόγος μιας αληθούς σχέσης, εκφράζεται όχι από το προ-λεγόμενο αλλά από το μετα-λεγόμενο: την σιωπή του. Αυτός που έχει κάτι αληθινό να πει, σιωπαίνει. Έτσι ανοίγει διάπλατη την θύρα της εγγύτητας στο Είναι.

Ο «χώρος» του μυστηρίου, είναι άρρηκτα συνυφασμένος και συνδέεται με την σιωπή του Είναι. Μας υπενθυμίζει ο Heidegger: Πως θα μπορούσαμε άλλωστε να μην σιωπήσουμε, για κάτι που δεν μπορεί να ειπωθεί; “Πρέπει να ειπωθεί με τέτοιο τρόπο, ώστε να ονομάζεται, όταν δεν λέγεται., Ο ύψιστος λόγος δεν είναι εκείνος που αποσιωπά αλλά που ονοματίζει το μη λεγόμενο.”

Μέσα στο σούρουπο ή στο λυκαυγές, το γλυκό τιτίβισμα των πουλιών, μία μοναδική κάθε φορά μυστική συνομιλία ήχων και χρωμάτων συντελείται. Σαν ουράνια μουσική, διαφορετική από κάθε άλλα ακούσματα που έχουμε, είναι η συνομιλία των πουλιών με τη φύση. Ακούσματα ευγνωμοσύνης, που παρακινεί το ένα το άλλο, με χαρά να εκφράσουν. Δεν τρομάζουν από τις εναλλαγές, αλλά μας βεβαιώνουν με υμνωδίες χρωμάτων και ήχων, ότι θα έρθουν και άλλες ακόμα καλύτερες στιγμές να ζήσουμε μαζί.

Ρυθμιστής της κάθε μορφοποίησης προς ένωσης, είναι το ίδιο το Είναι. Το ατομικό που παραδίδεται και σβήνει στην αγκαλιά Του, δεν χάνεται, αναγεννάται και γίνεται οικουμενικό όλον. Παραδίδεται ολότελα στο άσβεστο Φως των ακτινών Του(Είναι) ως το ανέσπερο θαύμα. Φωτίζει εσωτερικά κάθε υπάρχον, ώστε και αυτό να ακτινοβολεί το Υπάρχειν στην οικουμένη, ως το Φως του ίδιου Είναι.

Η Αληθινή Ζωή, είναι μυητικό ταξίδι Αθανασίας. Μόνο όποιος πιστέψει ότι βρίσκεται την αγκαλιά της ουσίας του -προσωπικά δικού του Είναι- μπορεί να νοιώσει βαθιά εσωτερικά ως δική του, την Αλήθεια του Είναι: ως κάτι ενιαίο. Εκείνης θα περιδιαβαίνουμε τα μονοπάτια, μέχρι να πειστούμε για την συμμετοχή μας, στο ίδιο αιώνιο θαύμα. Το δώρο αυτό, μόνο ζώντας ενεργά(εν το έργο) μπορούμε να το βιώσουμε και όχι να το νοήσουμε. Το σούρουπο είναι η επαναλαμβανόμενη προσομοίωση, μιας ερωτικά εσωτερικής συνάντησης. Όπως η νύχτα υποδέχεται στους κόλπους της την ημέρα, αλληλοδιάδοχα, ομοίως γίνεται και η συνεύρεση της κάθε ύπαρξης με το Είναι της, ως μια αμφίδρομη ροή προσφοράς. Τότε το Κάλλος αναδύεται εκ του κοινού Είναι. Όπως κάνει και ο Ήλιος στην Ανατολή: μας ομολογεί την έλευση μιας νέας αρχής, η οποία αναδεικνύει την ολοκληρωτική προσφορά Αγάπη ως δωρεά. Εντός της Αγάπης του Είναι, τίποτα δεν σηματοδοτεί την απώλεια του εαυτού. Αντιθέτως, ενισχύει τον προορισμό και την προέλευση : της ενιαίας ουσία του Είναι του.

Αυτό το γλυκό μεταίχμιο της Δύσης ή της Ανατολής, θα υπενθυμίζει αενάως στον άνθρωπο πως, όλα τα εμπόδια πάνω στη γη, μπορεί να υπερκεραστούν. Αφού το καταφέρνει η ημέρα και η νύχτα, μέσα από την διαφορετικότητά τους, βαθμιαία να ενώνονται και να διαιρούνται, τότε θα πρέπει εκφράζουν με διαφορετικό τρόπο και οι δυο, την ίδια δομή ύπαρξης του Είναι -ως συν-ύπαρξη. Γίνονται ένα, εν ονόματι της Αγάπης προς Έν-ωση. Καμία συνθήκη δεν μπορεί να διαταράξει και να εμποδίσει την ανυπέρβλητη δύναμη του Κάλλους του Είναι, ώστε να φαίνει. Πάντοτε θα διακοσμεί και θα φωτίζει τα σύμπαντα. Από την ερωτική έλξη των αντιθέτων -είτε μέσα μας, ή έξω από εμάς- αενάως θα αληθεύει, ομολογώντας μας την συνύπαρξη όλων των τάσεων: εντός του αδιαίρετου Είναι. Αυτή είναι η ομολογία πίστεως, ως υπόσχεσης αφοσίωσης(του κοινού μας Είναι), για όλα όσα είμαστε και μας συνιστούν: ουδ-είς και ουδ-έν ανέστι-ον. Η όποια ανθρώπινη δυνατότητα, εκ του Είναι του εκπηγάζει. Η όποια δι-αίρεση(ως αυτή που αίρει τους διαχωρισμούς) ή έν-ωση(ως μια ώση), κάλεσμα του Είναι σε σχέση σηματοδοτεί.

Το ίδιο συμβαίνει και με τον άνθρωπο. Ενώ νομίζει ότι ερωτεύεται το όμοιο του, διότι του ομοιά-ζει, στην πορεία διαπιστώνει πως ερωτεύτηκε το διαφορετικό του. Όταν κατανοηθεί το διαφορετικό, ως εκείνο που έχει μια συν-πληρωματική φορά σε σχέση με εμάς, τότε γίνεται το απαραίτητο συμπλήρωμα, για να φωτιστεί το όλον της ύπαρξης μας. Ο εφήμερος έρωτας τότε μεταμορφώνεται στην φανέρωση της διαχρονικής Αγάπης του Είναι, του οποίου προσομοιάζουμε και τείνουμε την ολότητα, ως μια ανυπέρβλητη έλξη γοητείας. Όπως τα συμβαίνει με τα καλέσματα της Φύσης της οποίας είμαστε αναπόσπαστο μέρος. Η Δύση και η Ανατολή, το Φως ή το σκοτάδι, εκεί και στα ενδιάμεσα τους σημεία, γεννιούνται και σβήνουν οι διαφορές, στην ίδια αγκαλιά του Είναι: με φωτοσκιάσεις.

Όταν μια διαίρεση προκύψει, σηματοδοτεί μια ψευδαίσθηση και αυτή με την σειρά της κινητοποιεί την ενωτική τάση επιστροφής. Όλα εντός της ανυπέρβλητης Δυναμικής Αγάπης του Είναι συν-τελούνται.

Όταν η ανθρώπινη ύπαρξη λουστεί την θερμή της Αγάπης του Είναι, παύει να έχει φραγμούς και εμπόδια. Ακόμα και μέσα από τις διαφορές ενεργεί το ίδιο. Όπως οι ακτίνες του Ήλιου στην Ανατολή ή την Δύση, των φωτοσκιάσεων και των εναλλαγών, ή των ήχων και των παύσεων. Καθιστά την όποια ύπαρξη, σύμβολο και προσωποποίηση Αγάπης, του ιδίου Είναι από το οποίο γεννήθηκε.

Ο άνθρωπος μέσα από την αυθεντικότητα της πορείας που περιδιαβαίνει, γίνεται ο ίδιος το Είναι που Ζει Αληθώς, περπατάει και μιλάει στο γήινο επίπεδο : ως το εδώ-του-είναι. Έτσι βιώνει τη ροή της Αγάπης το χάρισμα, το οποίο επιδιώκει να διαμοιράσει το φως της κάθε υπαρκτική ανάγκη γύρω του. Όταν διαποτίζεται κάθε ικμάδα του είναι μας με την Αγάπη, ανυψώνεται πάνω από την συνειδητότητα του φυσικού κόσμου, σε μία διαδικασία συγχώνευσης και βιώματος Αθανασίας, που το Είναι επιλέγει να γίνουμε φορείς Του.

Εντός του Είναι όλα βρίσκουν τον τρόπο να ξεπεράσουν τα όρια των υπερβάσεων τους. Κάθε εμπόδιο φυσικό, διανοητικό ή ψυχολογικό, εξαγνίζεται στην κολυμβήθρα μιας συνειδητότητας, η οποία φιλοξενείται στο σώμα.

Κι όπως ημέρα συγχωνεύεται με τη νύχτα μέσα από υπερβάσεις, το ίδιο και το σώμα, συγχωνεύεται με την συνείδηση σε ένα μεταξύ τους ανώτερο πεδίο όπου όλα συνυπάρχουν ως ένα. Το μυστικό του να ζεις αυθεντικά, είναι το να κατανοήσεις σε βάθος την έννοια συνύπαρξη μέσα την οικουμενικότητα των πάντων. Τότε συναντάσαι με το Είναι, ως καθοδηγητή και συνοδοιπόρο.

Σε κάθε εποχή μας προσφέρεται η ευκαιρία, να αγαπήσουμε τον εαυτό μας χωρίς όρους. Όπως κάνει και η Αγάπη του Είναι, προς κάθε υπάρχον. Εκπέμπει το ακτινοβόλο βλέμμα, διαποτίζει και πλημμυρίζει τα πάντα γύρω και μέσα μας. Τότε η καρδιά ξεχειλίζει από Αγάπη όταν της επιτρέπουμε να εισρέει μέσα από μας. Είναι αδύνατον να προβλεφθεί και να διατυπωθεί με λέξεις, το μεγαλειώδους ομορφιάς ταξίδι ζωής που το Είναι μας παρέχει να διαβούμε εντός Του. Όταν μάλιστα αυτό, από την Αγάπη προς την κάθε ύπαρξη δομείται και συγχωνεύεται με την Πηγή.

Το μονοπάτι της ζωής είναι ένα μυητικό ταξίδι Αγάπης.

Είναι όμοιο με εκείνο του ερωτευμένου προς το αντικείμενο του έρωτα του. Η κάθε σκέψη και ενέργεια έχει μόνη επιδίωξη, να ενωθεί και να γίνει ένα με το ερώμενο του. Όπως κάνει η μέρα και η νύχτα στο ηλιοβασίλεμα. Το μεταίχμιο σημείο συνάντησης, κρύβει την ταυτότητα του καθενός ξεχωριστά, αναδύοντας την ομορφιά μιας νέας εμπειρίας να ζήσουμε. Η Αγάπη του Είναι, κρύβει την διαίρεση μέσα μας, για να ανακαλύψουμε το βίωμα της ένωσης με Αυτό. Κρύβεται για δεν υπάρχουν λέξεις να την εκφράσουμε και σκέψεις να την κατανοήσουν. Εντός της αυθεντικής Αγάπης, δεν υπάρχει η διάσταση στο «εγώ» ή το «εσύ». Το πραγματικό συντελείται στο σημείο ταύτισης με το Είναι μας. Είναι ο μόνος αυθεντικός δρόμος ύπαρξης. Χωρίς όρους, εκεί που κάθε φραγμός διαχωρισμού κατεδαφίζεται, μέσα στην αγκαλιά της ενότητας. Η ομορφιά της Αγάπης του Είναι, πάντα ήταν και πάντα θα είναι, η αρχέγονη μήτρα, όπου όλα συγχωνεύονται και επιστρέφουν. Όπως το ηλιοβασίλεμα, θα μας προσκαλεί να βιώσουν την δωρεά που τους αρμόζει να ζήσουν, με την προσδοκία μιας νέας Ανατολής.

Ας ξεπεράσουμε λοιπόν όλους φραγμούς του «εγώ», της απληστίας και της προσκόλλησης.
Ας παραδοθούμε σε αυτά τα θαυμαστά καλέσματα, που το Είναι επιλεγεί για εμάς να ζήσουμε.

Είναι αυτά τα παραμελημένα του εαυτού περιεχόμενα, τα οποία ζητούν την δικαίωση. Η αυθεντικότητα του εαυτού, προϋποθέτει την ένταξης χωρίς ορούς και αποδοχή, όλων όσων μας συνιστούν. Αγαπάμε αληθινά τον εαυτό μας, όταν αφουγκραζόμαστε, αποδεχόμαστε και βρισκόμαστε σε έναν διαρκή και ειλικρινή διάλογο με το ενιαίο του εαυτού. Γινόμαστε χρήσιμοι, όταν επιχειρούμε με αυθεντικό τροπο, να αμβλύνουμε τα εμπόδια που διαχωρίζουν την ατομικότητά μας, από την ουσία της ύπαρξής μας: το ίδιο το Είναι.

Όταν ο κάθε μαθητής θα γίνεται ο ίδιος δάσκαλος του εαυτού του, τότε θα μπορεί να περιγράφει με αυθεντικό τρόπο, τις διαφορετικές φάσεις που το Είναι επιλέγει να πραγματώνεται, μέσα από τον ίδιο.

Όταν το κάθε υποκείμενο, σχετίζεται εν-συναισθητικά με την ουσία (του είναι του), ως το κοινό Είναι των πάντων, εκπληρώνει το σκοπό της ύπαρξης του. Τότε το «εγώ», το Είναι και η μεταξύ τους Σχέση, αποτελεί την Τριαδική Σχέση, που επενεργεί ως ενιαία μονάδα Αυτό που καλείται να επιτελέσει η κάθε ανθρώπινη ύπαρξη, είναι να ομολογήσει μέσα από την μοναδικότητα της αυθεντικής του πορείας, ότι το μονοπάτι που διαβαίνει είναι το θαυμαστό εντός του Είναι μυστήριο. Με την συμμετοχή του αυτή, καλείται στο παρόν το χρόνου να βιώσει την αθανασία του είναι ως δική του αλήθεια να ζήσει, ένεκα της Σχέσης του.

Ο άνθρωπος καλείται να βιώσει βαθιά μέσα του με την συμμετοχή πως: Εκεί που ολοκληρώνει το ηλιοβασίλεμα ενός κύκλου, ταυτόχρονα εκκινεί η προσδοκία για ένα νέο λυκαυγές να διαβεί. Και ω! το θαύματος, αυτό συμβαίνει ως βεβαιότητα. Τότε θα πιστέψει την αυθεντικότητα της δική του αποστολής: να βιώσει το θαύμα αν και αδυνατεί να το νοήσει.

Αυτό που βιώνουμε κάθε φορά, είναι ανάλογο με την κατάσταση στην οποία θεωρούμε ότι βρισκόμαστε μέσα μας. Πολλές φορές μάλιστα, αυτό είναι ανεξάρτητο από τα αισθητά γύρω μας. Έτσι ο τρόπος που νοούμε καθορίζει εν πολλοίς και τις πορείες που επιλέγουμε να διαβαίνουμε. Όλα εκείνον από ένα μύχιο αίτημα, προς την ουσία της ύπαρξης μας. Για τις επιλογές μας, η απάντηση θα δίνεται με το πως κάθε φορά νοιώθουμε. Ας θυμηθούμε τις προσπάθειες ένωσης, αλλά και τους φραγμούς όσον αφορά τη σχέση μας με το εαυτό μας και τους άλλους και ας επιλέξουμε ανάλογα.

Ο Carl Rogers με τον διαχρονικό του λόγο ως μελετητής της ανθρώπινης ψυχής, επίμονα μας θυμίζει πως: “Tο διαφορετικό δεν είναι απειλητικό, αλλά πηγή και φορέας πλούτου”. Και ότι :“Το βαθιά ατομικό είναι οικουμενικό”.

Την επόμενη φορά που θα βρεθούμε σε ένα ηλιοβασίλεμα, ας ατενίσουμε στο δειλινό τις εναλλαγές της ομορφιάς των χρωμάτων και των ήχων, παραλληλίζοντας τες, με την ομορφιά που φέρουμε μέσα μας. Αυτός θα είναι ο ύμνος της Αγάπης, ο οποίος με την συμμέτοχη μας θα εξυμνεί, αλλά παράλληλα θα διατυπώνει και ένα αίτημα. Τότε ενδέχεται βυθισμένοι στην σιωπή μας να αισθανθούμε, της επόμενης στιγμής την απόκριση. Θα είναι η υπόσχεση της επερχόμενης Ανατολής, που θα προβάλει η ομορφιά της, πρώτα μέσα μας, με αυθεντικό τρόπο, ως αληθές προάγγελμα Ελπίδας. Θα επιβεβαιώνει την αγγελία που το Είναι θα διασφαλίσει την εγκυρότητα, ώστε να βιώσουμε με την συμμέτοχη μας, το θαυμαστό μυστήριο μιας αιώνιας επανάληψης.

Την επόμενη φορά όταν αντικρίσουμε ένα ηλιοβασίλεμα των χρωμάτων και των ήχων, ας κλείσουμε για λίγο τα μάτια και ας προσπαθήσουμε να την εντοπίσουμε μέσα μας. Τότε θα διαπιστώσουμε πως, αν και είμαστε απαλλαγμένοι από τις θεάσεις, εντός μας το Φως του Είναι, εξακολουθεί να φαίνει. Το Είναι ποτέ δεν διαχωρίζει, μόνο ενώνει. Εκεί στην αγκαλιά του Είναι, ανατέλλει η ελπίδα ανεξάρτητα από εποχές και χρονικές στιγμές.

Είμαστε μέρος μιας παλίνδρομης κίνησης -σύγκλισης ή απόκλισης- αυτού που καλείται Ζωή και πορευόμαστε μαζί της. Χωρίς αυτής την συνδρομή, δεν μπορούμε να νοηματοδοτήσουμε την δική μας ύπαρξη. Υπάρχουμε και να είμαστε ευτυχισμένοι, μόνον όταν βιώνουμε αληθινά την συνύπαρξη, όχι μόνο ως άτομα, αλλά και ως σύνολο εντός της.

Υποκειμενική Ευημερία

Η υποκειμενική ευημερία (SWB), επίσης γνωστή ως αυτοαναφερόμενη ευημερία, αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βιώνουν και αξιολογούν διάφορες πτυχές της ζωής τους. Χρησιμοποιείται συχνά για τη μέτρηση της ψυχικής υγείας και της ευτυχίας και μπορεί να αποτελέσει σημαντικό προγνωστικό παράγοντα της ατομικής υγείας, της ευεξίας και της μακροζωίας.

Έχει γίνει ένα χρήσιμο μέτρο της κοινωνικής υγείας. Εκτός του ότι παρέχει στους ψυχολόγους έναν τρόπο να αξιολογούν πώς αισθάνονται οι άνθρωποι για τη ζωή τους, προσφέρει επίσης γνώσεις που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την καθοδήγηση της δημόσιας υγείας, των οικονομικών και κοινωνικών πολιτικών. Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής χρησιμοποιούν τις αξιολογήσεις της υποκειμενικής ευημερίας για να μετρήσουν την υγεία των κοινωνιών και να μετρήσουν τον αντίκτυπο των κοινωνικών πολιτικών.

Ιστορία της υποκειμενικής ευημερίας

Το 1984, ο ψυχολόγος Ed Diener εισήγαγε ένα μοντέλο υποκειμενικής ευημερίας που αποτελείται από τρία στοιχεία. Σύμφωνα με αυτό το μοντέλο, υπάρχουν τρεις διαφορετικές αλλά συναφείς πτυχές του τρόπου με τον οποίο οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται την ευημερία τους:

-Συχνή θετική επίδραση: Αυτό περιλαμβάνει την εμπειρία θετικών συναισθημάτων και διαθέσεων σε συχνή βάση.

-Σπάνια αρνητική επιρροή: Αυτό περιλαμβάνει τη μη συχνή βίωση αρνητικών συναισθημάτων ή διαθέσεων.

-Γνωστικές αξιολογήσεις: Αυτή η πτυχή του μοντέλου σχετίζεται με το πώς σκέφτονται οι άνθρωποι για τη ζωή τους και τη συνολική ικανοποίηση από τη ζωή.

Σύμφωνα με τον Diener, αυτοί οι τρεις παράγοντες ελέγχουν τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βιώνουν την ποιότητα της ζωής τους. Περιλαμβάνει επίσης τις συναισθηματικές αντιδράσεις που έχουν οι άνθρωποι και τις γνωστικές κρίσεις που κάνουν για τις εμπειρίες της ζωής τους.

Από την αρχική της εμφάνιση στα μέσα της δεκαετίας του 1980, η υποκειμενική ευημερία ως μέτρο της συνολικής ικανοποίησης από τη ζωή, της ευτυχίας και της ευημερίας έχει γίνει όλο και πιο διαδεδομένη. Χρησιμοποιείται συχνά ως μέτρο στην ψυχολογική έρευνα και ως δείκτης ατομικής υγείας. Δεδομένα σχετικά με την υποκειμενική ευημερία ομάδων μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν για τη μέτρηση της αποτελεσματικότητας διαφόρων πρωτοβουλιών δημόσιας υγείας.

Σημάδια της υποκειμενικής ευημερίας

Στην έρευνά του, ο Diener διαπίστωσε ότι οι περισσότεροι άνθρωποι γενικά αναφέρουν θετικά συναισθήματα για την ευημερία τους. Σε μελέτες με πολύ ευτυχισμένα άτομα, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι ενώ κανένας μεμονωμένος παράγοντας δεν καθόριζε την ευτυχία, εκείνοι που ανέφεραν τα υψηλότερα επίπεδα υποκειμενικής ευημερίας είχαν ικανοποιητική κοινωνική ζωή και σπάνια ήταν μόνοι.

Πρόσθετα σημάδια της υποκειμενικής ευημερίας περιλαμβάνουν:
  • Να αποδέχεστε τους άλλους ανθρώπους
  • Κοινωνική δέσμευση
  • Το να ανήκεις και να γίνεσαι αποδεκτός από τους άλλους
  • Κοινοτική υποστήριξη και πόροι
  • Να βιώνεις μια αίσθηση νοήματος και σκοπού
  • Αίσθημα ανεξαρτησίας
  • Να αισθάνεστε ότι η ζωή σας είναι κοντά σε αυτό που θεωρείτε ως ιδανική ζωή
  • Να αισθάνεστε ότι οι συνθήκες της ζωής σας είναι άριστες
  • Αισθάνεστε ικανοποιημένοι με τη ζωή σας
  • Αισθάνεστε ότι έχετε αποκτήσει τα πράγματα που θέλετε στη ζωή σας
  • Να έχετε περισσότερα θετικά συναισθήματα από ό,τι αρνητικά
  • Να έχετε ευκαιρίες να ασχοληθείτε με πνευματικές πρακτικές
  • Κατακτάτε τομείς που είναι σημαντικοί για εσάς
  • Σωματική ευεξία, όπως το να αισθάνεστε ότι κοιμάστε αρκετά, ότι ασκείστε και ότι τρώτε θρεπτικό φαγητό
  • Αυτοαποδοχή
Αν είχατε την ευκαιρία να ξαναζήσετε τη ζωή σας από την αρχή, θα αλλάζατε κάτι; Σύμφωνα με τον Diener, οι άνθρωποι που έχουν υψηλό επίπεδο υποκειμενικής ευημερίας θα έλεγαν ότι δεν θα άλλαζαν σχεδόν τίποτα.

Τύποι υποκειμενικής ευημερίας

Όπως είχε αρχικά σχεδιαστεί από τον Diener, η υποκειμενική ευημερία εστίαζε κυρίως στη συναισθηματική και τη γνωστική ευημερία. Άλλοι ερευνητές έχουν προτείνει ότι μια άλλη πτυχή της ευημερίας που εστιάζεται στην αίσθηση του σκοπού και του νοήματος παίζει επίσης σημαντικό ρόλο στο πώς οι άνθρωποι αισθάνονται για τη ζωή τους.

Βιωμένη ευημερία

Η βιωμένη ευημερία αναφέρεται στο πόσο συχνά και πόσο έντονα οι άνθρωποι έχουν αισθήματα ευτυχίας και χαράς. Αυτός ο τύπος ευημερίας αναφέρεται συχνά και ως ηδονική ευημερία. Περιλαμβάνει τόσο τις συναισθηματικές όσο και τις γνωστικές εκτιμήσεις της συνολικής ευημερίας.

Αυτός ο τύπος ευημερίας μπορεί επίσης να διαδραματίσει ισχυρό ρόλο στην υγεία. Για παράδειγμα, έρευνες έχουν διαπιστώσει ότι οι άνθρωποι που βιώνουν συχνότερα θετικά συναισθήματα τείνουν να έχουν ισχυρότερο ανοσοποιητικό σύστημα.

Ευδαιμονική ευημερία

Η υποκειμενική ευημερία επικεντρώνεται κυρίως στην βιωμένη ευημερία. Ωστόσο, ένας άλλος τύπος ευημερίας που μπορεί να συμβάλει στον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αξιολογούν τη ζωή και την ευτυχία τους είναι γνωστός ως ευδαιμονική ευημερία.

Η ευδαιμονική ευημερία πηγάζει από τη ζωή με νόημα. Η εργασία για την επίτευξη στόχων, η φροντίδα για τους άλλους, η εύρεση μιας αίσθησης σκοπού και η ζωή σύμφωνα με τα προσωπικά σας ιδανικά είναι σημαντικά συστατικά αυτού του τύπου υποκειμενικής ευημερίας.

Αιτίες της υποκειμενικής ευημερίας

Η υποκειμενική ευημερία επηρεάζεται από διάφορους παράγοντες. Αυτές οι επιρροές μπορεί να περιλαμβάνουν εκείνους που είναι εσωτερικοί, όπως η προσωπικότητα, ή εξωτερικοί, όπως το περιβάλλον ή ο πολιτισμός στον οποίο ζει ένα άτομο.

Το πώς αισθάνεστε για τη ζωή σας συχνά πηγάζει από την έμφυτη ιδιοσυγκρασία και τη συνολική σας προοπτική, αλλά οι συνθήκες στις οποίες ζείτε παίζουν επίσης σημαντικό ρόλο στο πόσο ευτυχισμένος και ικανοποιημένος αισθάνεστε. Και ο καθένας διαφέρει ως προς το τι του προσφέρει ευτυχία, οπότε ένας παράγοντας που είναι σημαντικός για ένα άτομο μπορεί να έχει μικρότερη βαρύτητα για κάποιον άλλον.

Βασικές αιτίες που παίζουν σημαντικό ρόλο στη συνολική υποκειμενική ευημερία:

Βασικοί πόροι: Το να έχετε αυτά που χρειάζεστε στη ζωή σας, είτε πρόκειται για χρήματα, είτε για στέγαση, είτε για υγειονομική περίθαλψη, αποτελεί σημαντικό μέρος της υποκειμενικής σας αίσθησης ευημερίας.

Προσωπικότητα και ιδιοσυγκρασία: Η έμφυτη ιδιοσυγκρασία σας μπορεί να επηρεάσει τα επίπεδα ευτυχίας σας καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής σας. Η προσωπικότητά σας είναι ένα άλλο βασικό στοιχείο. Χαρακτηριστικά όπως η εξωστρέφεια τείνουν να συνδέονται με πιο θετικά συναισθήματα για τη ζωή, ενώ ο νευρωτισμός τείνει να συνδέεται με μια πιο αρνητική προοπτική.

Νοοτροπία και ανθεκτικότητα: Οι άνθρωποι που διατηρούν μια θετική νοοτροπία και διαθέτουν μια ισχυρή αίσθηση ανθεκτικότητας τείνουν να αισθάνονται πιο αισιόδοξοι ακόμη και όταν αντιμετωπίζουν δύσκολα γεγονότα της ζωής.

Κοινωνική υποστήριξη: Έρευνες έχουν δείξει ότι η ύπαρξη κοινωνικής υποστήριξης έχει ισχυρό αντίκτυπο τόσο στη σωματική όσο και στην ψυχική ευεξία.

Κοινωνικοί παράγοντες: Τα χαρακτηριστικά της κοινωνίας στην οποία ζείτε, συμπεριλαμβανομένου του κατά πόσον επηρεάζεται από προβλήματα όπως το έγκλημα, ο πόλεμος, η φτώχεια ή οι συγκρούσεις, μπορούν επίσης να επηρεάσουν το πώς αισθάνεστε για τη ζωή σας.

Επίδραση της υποκειμενικής ευημερίας

Η υποκειμενική ευημερία δεν σας βοηθά απλώς να αισθάνεστε καλά για τη ζωή σας- έχει επίσης ισχυρό αντίκτυπο στην ευεξία σας τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα. Στην πραγματικότητα, η υποκειμενική ευημερία μπορεί να είναι ένας από τους πιο ισχυρούς προγνωστικούς παράγοντες της συνολικής υγείας και ευτυχίας.

Οφέλη για την υγεία

Οι έρευνες δείχνουν ότι οι άνθρωποι που έχουν πιο θετική υποκειμενική ευημερία τείνουν να είναι πιο υγιείς και να ζουν περισσότερο.

Μια μελέτη του 2022 διαπίστωσε ότι η υποκειμενική ευημερία μπορεί να διαδραματίζει προστατευτικό ρόλο στην υγεία. Συνδέθηκε με μειωμένη θνησιμότητα και αυξημένη μακροζωία.

Έρευνες έχουν επίσης δείξει ότι τα θετικά συναισθήματα και η ευημερία συνδέονται επίσης με ισχυρότερη ανοσία και μειωμένη φλεγμονή.

Ενώ το άγχος και τα αρνητικά συναισθήματα μπορούν να επιβαρύνουν την υγεία σας, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η υποκειμενική ευεξία μπορεί να αποτελέσει ρυθμιστικό παράγοντα έναντι αυτών των επιδράσεων και μπορεί ακόμη και να αναιρέσει μέρος της ζημίας. Επειδή τα θετικά συναισθήματα μειώνουν το άγχος και προάγουν την επούλωση, μπορεί να είστε καλύτερα σε θέση να ανακάμψετε μετά την αντιμετώπιση μιας κατάστασης που προκαλεί άγχος.

Οι ερευνητές υποστηρίζουν επίσης ότι η υποκειμενική ευεξία συνδέεται με μειωμένο κίνδυνο καρδιακών παθήσεων και εγκεφαλικών επεισοδίων, ταχύτερη ανάρρωση μετά από ασθένεια και αυξημένη άσκηση συμπεριφορών που προάγουν την υγεία.

Άλλα οφέλη

Μελέτες έχουν επίσης δείξει ότι οι άνθρωποι που βιώνουν συχνά θετικά συναισθήματα είναι πιο πιθανό να είναι παραγωγικοί και δημιουργικοί. Τείνουν να κερδίζουν περισσότερα χρήματα, να συνεργάζονται περισσότερο με τους άλλους και να συμμετέχουν σε λιγότερες επικίνδυνες συμπεριφορές. Έχουν επίσης καλύτερες κοινωνικές σχέσεις και συμμετέχουν σε περισσότερες φιλοκοινωνικές συμπεριφορές.

Πώς να βελτιώσετε την υποκειμενική ευημερία

Αν λοιπόν ψάχνετε έναν τρόπο να βελτιώσετε τη ζωή σας, ξεκινήστε δουλεύοντας πάνω στην υποκειμενική σας ευημερία. Επειδή η υποκειμενική ευημερία έχει τόσο βαθιές επιπτώσεις τόσο στην ατομική όσο και στην κοινωνική υγεία, έχει αφιερωθεί σημαντικό ενδιαφέρον σε τρόπους που θα βοηθήσουν τους ανθρώπους να γίνουν πιο ευτυχισμένοι και πιο ικανοποιημένοι από τη ζωή τους.

Ορισμένες συγκεκριμένες στρατηγικές που έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικές περιλαμβάνουν την ενσυνειδητότητα και τις γνωστικές συμπεριφορικές παρεμβάσεις.

Η ενσυνειδητότητα είναι μια πρακτική που περιλαμβάνει την εκμάθηση του τρόπου εστίασης και εκτίμησης του παρόντος. Αντί να ανησυχούν για το παρελθόν ή το μέλλον, οι άνθρωποι μαθαίνουν πώς να ζουν στη στιγμή και να δίνουν προσοχή στα πράγματα που τους φέρνουν χαρά και γαλήνη στο εδώ και τώρα.

Οι γνωσιακές συμπεριφορικές προσεγγίσεις επικεντρώνονται στο να βοηθήσουν τους ανθρώπους να αναγνωρίσουν τα αρνητικά μοτίβα σκέψης που παρεμποδίζουν την ευτυχία. Η αντικατάσταση αυτών των αυτόματων τρόπων σκέψης με πιο θετικά, χρήσιμα πρότυπα μπορεί να οδηγήσει σε μεγαλύτερη αισιοδοξία και ευτυχία.

Στρατηγικές που μπορούν να βοηθήσουν

Η βελτίωση της υποκειμενικής ευημερίας είναι μια προσωπική διαδικασία που θα είναι διαφορετική για τον καθένα.

Άλλες στρατηγικές που μπορούν να βοηθήσουν περιλαμβάνουν:
  • Η οικοδόμηση θετικών σχέσεων
  • Τακτική σωματική άσκηση
  • Εξάσκηση της ευγνωμοσύνης
  • Τον καθορισμό στόχων που έχουν νόημα για εσάς