Παρασκευή 28 Ιουλίου 2023

O Σχηματισμός των λέξεων στην Αρχαία Ελληνική γλώσσα

Οι ενεστώτες σε i ̯ o

Γενικά


§ 175. Στα Ελληνικά σ' αυτή την ομάδα συνενώθηκαν πολύ διαφορετικές μορφές, που παλιότερα διακρίνονταν ξεκάθαρα (εν μέρει χάρη στον τονισμό): Το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού αποθέματος κατέχουν τα μετονοματικά· τα μεταρηματικά αντιθέτως είναι πολύ περιορισμένα· ακόμη και οι πρωτογενείς σχηματισμοί επισκιάστηκαν από αυτά. Έτσι και οι διαφορές στην κλίση αυτών των σημασιολογικών ομάδων είναι τόσο μικρές και από την άλλη οι διασπάσεις σε νέα επεκταμένα επιθήματα τόσο έντονες, ώστε ως υπέρτατο κριτήριο διαχωρισμού δεν ενδείκνυται το ινδοευρωπαϊκό απόθεμα παρά το ελληνικό.

Εξάλλου τα πρωτογενή ρήματα είναι μάλλον μόνον ένα παλιότερο στρώμα μετονοματικών, αν μάλιστα τα πρότυπά τους δεν προέρχονται γενικά από μια περίοδο όπου δεν υπήρχε ακόμη διάκριση μεταξύ ονοματικών και ρηματικών θεμάτων· τα μεταρηματικά πάλι φαίνεται να αναφύονται από τα μετονοματικά· γι' αυτό η σαφής διάκριση μεταξύ των τριών τύπων παραγωγής είναι συχνά αδύνατη. Και εν πάση περιπτώσει ο ινδοευρωπαϊκός παθητικός σχηματισμός σε *- i ̯ é tai (γ΄ εν. ενεργ. ενεστ.) παρέδωσε στην ελληνική ρήματα σε i ̯ o, καθώς από το παθητικό σχηματίστηκε αναδρομικά ένα ενεργητικό.

§ 176. Η ανάμειξη των διαφόρων σχηματισμών έγινε γενικά με τον ακόλουθο τρόπο: Η εξαφάνιση της διαφοράς τονισμού είναι αποτέλεσμα της τονικής αναδιάταξης, που επιτελέστηκε στα ελληνικά με βάση το γνωστό "νόμο της τρισυλλαβίας", σύμφωνα με τον οποίο αποκλείεται ο τονισμός συλλαβής πριν από την προπαραλήγουσα· επιπλέον ο τόνος στις παρεμφατικές εγκλίσεις[1] υποχώρησε όσο το επέτρεπε ο νόμος της τρισυλλαβίας προς την αρχή της λέξης, καθώς οι παρεμφατικοί ρηματικοί τύποι παλιότερα ήταν πολύ συχνά εγκλιτικοί, και στους απαρεμφατικούς η διαφορά τονισμού με βάση την αντιδιαστολή λείπ-ειν (τονισμένη κανονική βαθμίδα): λιπ-εῖν (άτονη βαθμίδα) μεθερμηνεύτηκε ως ένδειξη του ενεστωτικού και του αοριστικού τρόπου ενέργειας,[2] με αποτέλεσμα τώρα ακόμη και οι ενεστώτες σε i ̯ o, χωρίς διάκριση των παλιότερων τύπων παραγωγής, να παρουσιάζουν ανέβασμα του τόνου σε όλες τις εγκλίσεις. Πρβ. ακόμη ιδίως σχετικά με τα ρήματα σε -εῖν.

§ 177. Μια ακόμη αιτία της ανάμειξης ήταν ότι στην περίπτωση των μετονοματικών και των μεταρηματικών, που αρχικά ήταν περιορισμένα στον ενεστώτα, παρουσιάστηκε η ανάγκη σχηματισμού χρόνων πέρα από τον ενεστώτα, και γι' αυτό τέτοια πρωτογενή ρήματα, που είχαν την ίδια θεματική απόληξη πριν από το -i̯o-, ήτανε τα κατάλληλα πρότυπα: κατά το φράσσω: φράξω (από το -k-j -:-k-s -) προέκυψε για το φυλάσσω (από το φύλαξ) ένα φυλάξω κτλ.

§ 178. Ιδιαίτερη θέση κατέχουν οι επεκτάσεις άλλων ενεστωτικών επιθημάτων (λαμβάνεται υπόψη, ας πούμε, μόνο το -n-· δες επίσης § 169) με το -i̯o-. Την παλιά κατάσταση αποδίδει το κρ ί̄̄ νω (από το *κρῐ-ν- ι̯ -ω): κέ-κρῐ-μαι· αλλά όπως σε αυτό το ρήμα εισχώρησε το ένρινο του ενεστώτα στα κρινῶ ἔκρινα, έτσι και σε όλα τα άλλα η διατήρηση του παλιού χρονικού σχηματισμού χωρίς n είναι το πολύ εξαίρεση.

Σχετικά με τη βάση των μετονοματικών πρέπει να παρατηρήσουμε ότι τα θέματα σε ο μπορεί να χάσουν το -ο- τους πριν από το -i̯o-: καθαρός - καθαίρειν, γογγύλος - γογγύλειν 'στρογγυλεύω', φάρμακον - φαρμάσσειν 'θεραπεύω χρησιμοποιώντας φάρμακα', βάσκανος - βασκαίνειν κτλ. Ο κανόνας όμως είναι φίλος - φιλεῖν.
----------------------------
[1] Δες τη σημείωση στην § 43.

[2] "Ενεστωτικός" και "αοριστικός τρόπος ενέργειας". Ισοδύναμοι καθορισμοί: μη συνοπτικό - συνοπτικό ποιο ενέργειας, μη συνοπτική - συνοπτική όψη του ρήματος.

Οι ελεύθερες ψυχές δεν μπαίνουν σε καλούπια

Οι άνθρωποι δε φυλακίζονται. Ζουν για την ελευθερία τους και παλεύουν για αυτήν. Οι ψυχές τους αναζητούν τη γαλήνη, τη ζεστασιά, την αγάπη μα πιο πολύ να αισθανθούν ελεύθερες. Δε μαντρώνονται σε τοίχους, δε μπαίνουν σε καλούπια και στα πρέπει..

Ανασαίνουν τη κάθε στιγμή, εισπνέουν καθαρό αέρα και ψάχνουν δρόμους ελεύθερους, μέρη μαγικά και απροσπέλαστα από κατακτητές και πολιορκητές….

Οι ελεύθερες ψυχές δεν αντέχουν την υποδούλωση στη ζωή τους, γι’ αυτό, αντιστέκονται, φωνάζουν, διεκδικούν, παλεύουν, μάχονται για αυτήν και δε τα παρατάνε. Ποτέ μα ποτέ δεν υποχωρούν.. Ονειρεύονται τη δική τους Ιθάκη όπως την επιθυμούν.. Μακριά από δυνάστες και εκμεταλλευτές, μακριά από εγωιστές και παρτάκηδες.

Οι ελεύθερες ψυχές γελάνε μέσα από την καρδιά τους, δίνουν δίχως κανένα αντάλλαγμα, αγαπούν βαθιά, κι έχουν μια ζεστή αγκαλιά γι’ αυτούς που τις αφήνουν ελεύθερα να πετούν..

Οποιοσδήποτε κι αν προσπάθησε να τις μαντρώσει, να τις φυλακίσει στα δικά του θέλω, έφυγαν βιαστικά, δίχως αναστολές, δε κοίταξαν πίσω… Γνώριζαν ότι το αντάλλαγμα γι’ αυτή τους την απόφαση θα τους κόστιζε πολύ ακριβά. Κουβάλησαν το βαρύ τους φορτίο, που κάποιοι θεώρησαν ότι έπρεπε να πληρώσουν κι έφυγαν, πέταξαν. Μακριά, ελεύθερες, απαλλάχθηκαν από όλο αυτό..

Οι ελεύθερες ψυχές γνωρίζουν ότι καλύτερα μια ζωή, να ζουν ελεύθερες μέσα από τις δικές τους αποφάσεις, τα δικά τους θέλω παρά σκυμμένες και υποταγμένες στα θέλω άλλων…

Θεωρία της Αντιληπτικής Υπέρβασης

Η Θεωρία της Αντιληπτικής Υπέρβασης βασίζεται στην κατανόηση ότι η ανθρώπινη συνείδηση, όπως την καταλαβαίνουμε σήμερα, περιορίζεται θεμελιωδώς από τα όρια του απτού κόσμου και τις δικές μας υποκειμενικές εμπειρίες. Ωστόσο, προτείνει ότι υπερβαίνοντας αυτά τα όρια, τα άτομα μπορούν να προσεγγίσουν την έννοια του Θεού ή του Απόλυτου και να επιτύχουν μια κατάσταση αυξημένης κατανόησης και συνείδησης.

Η Αρχή των Υπαρξιακών Περιορισμών

Αυτή η αρχή δηλώνει ότι η ανθρώπινη κατανόηση και εμπειρία περιορίζονται εγγενώς από τη φυσική μας ύπαρξη και την υποκειμενική φύση των αντιλήψεών μας. Αυτοί οι περιορισμοί επηρεάζονται από τις εμπειρίες, τις σκέψεις, τις πράξεις και τα κοινωνικά μας κατασκευάσματα, τα οποία συμβάλλουν στη δημιουργία μεταφορικών «φραχτών» που περιορίζουν την κατανόησή μας για την πραγματικότητα

Η Αρχή της Υπερβατικής Αλήθειας

Αυτή η αρχή υποδηλώνει ότι υπάρχει μια «Αλήθεια» που βρίσκεται πέρα από αυτούς τους υπαρξιακούς περιορισμούς. Αυτή η «Αλήθεια», ή το Απόλυτο, είναι ανεξάρτητη από ανθρώπινες κατασκευές και υποκειμενικές αντιλήψεις. Είναι ανυποχώρητο, αιώνιο και ακατανόητο. Είναι το «ΕΙΝΑΙ» που εκτείνεται στο άπειρο, πέρα από τον μικρό κόσμο που έχουμε κατασκευάσει.

Η Αρχή της Αντιληπτικής Υπέρβασης

Αυτή η αρχή προτείνει ότι μέσω της συνειδητής προσπάθειας, τα άτομα μπορούν να ξεπεράσουν τα όρια των υποκειμενικών τους αντιλήψεων και να προσεγγίσουν αυτό το Απόλυτο. Αυτή η υπέρβαση περιλαμβάνει τη διάλυση του εαυτού στο ανεξιχνίαστο βάθος της ύπαρξης, επεκτείνοντας την προοπτική κάποιου πέρα από τον περιορισμένο φυσικό και εννοιολογικό κόσμο.

Η Αρχή της Ενιαίας Σιωπής

Καθώς τα άτομα πλησιάζουν το Απόλυτο, οι αντιλήψεις τους διαλύονται σε «Τίποτα». Αυτή η κατάσταση δεν είναι μια απουσία επίγνωσης, αλλά μάλλον μια κατάσταση «Μοναδικής Σιωπής» όπου η συνείδηση κάποιου συγχωνεύεται με το Απόλυτο. Σε αυτή την κατάσταση, η ατομικότητά του σβήνει και γίνεται ένα με τη Σιωπή, επιτυγχάνοντας μια ενότητα που ξεπερνά τα όρια της υποκειμενικής πραγματικότητας.

Η Αρχή της Ανέκφραστης Κατανόησης

Αυτή η τελική αρχή δηλώνει ότι όσοι φτάνουν στην κατάσταση της Μοναδικής Σιωπής δεν μπορούν να εκφράσουν την κατανόησή τους με λέξεις ή έννοιες, καθώς αυτές είναι εγγενώς περιορισμένες και δεν μπορούν να περικλείουν το Απόλυτο. Επομένως, όσοι ισχυρίζονται ότι γνωρίζουν ή μιλούν για τον Θεό, στην πραγματικότητα αντανακλούν μόνο τους περιορισμούς τους, καθώς το Απόλυτο είναι πέρα από την ανθρώπινη κατανόηση και άρθρωση.

Αυτή η θεωρία προτείνει ότι ο δρόμος για την υπέρβαση του περιορισμένου φυσικού και εννοιολογικού μας κόσμου βρίσκεται στην ικανότητα να φιμώνουμε τις υποκειμενικές μας αντιλήψεις και να συγχωνευόμαστε με το Απόλυτο, επιτυγχάνοντας μια κατάσταση συνείδησης που είναι απεριόριστη και άπειρη. Υπογραμμίζει τη σημασία της υπέρβασης του εαυτού μας στην αναζήτησή μας για κατανόηση και αλήθεια.

Αν την δεις από έξω, η ζωή μας φαίνεται σαν μια σπίθα ανάμεσα στο αιώνιο σκότος

Από κάθε εξωτερική σκοπιά, η ζωή μας φαίνεται σαν μια σπίθα ανάμεσα στο ένα αιώνιο σκότος και στο άλλο. Και το διάλειμμα ανάμεσα στις δύο αυτές νύχτες δεν είναι μια ανέφελη ημέρα, αφού όσο πιο ικανοί να απολαύσουμε την ηδονή είμαστε, τόσο πιο ευάλωτοι στον πόνο γινόμαστε – και είτε στο βάθος είτε στο προσκήνιο, ο πόνος είναι πάντα στο πλευρό μας. Έχουμε συνηθίσει να δίνουμε αξία σε αυτή την ύπαρξη με την πεποίθηση ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από την εξωτερική όψη – ότι ζούμε για ένα μέλλον πέρα από τούτη δω τη ζωή.

Γιατί η εξωτερική εικόνα δεν φαίνεται να έχει νόημα. Αν η ζωή μέλλει να καταλήξει στον πόνο, την ανεπάρκεια και την ανυπαρξία, μοιάζει σκληρή και μάταιη εμπειρία για όντα που γεννήθηκαν για να σκέφτονται λογικά, να ελπίζουν, να δημιουργούν και να αγαπούν. Ο άνθρωπος, ως ον νοήμον, επιθυμεί η ζωή του να έχει νόημα και δυσκολεύεται να πιστέψει πως κάτι τέτοιο ισχύει, αν δεν υπάρχει κάτι περισσότερο από όσα ο ίδιος βλέπει – αν δεν υπάρχει μια αιώνια τάξη και μια αιώνια ζωή, πέρα από την αβέβαιη και στιγμιαία εμπειρία της ζωής και του θανάτου.

Ίσως να είμαι ασυγχώρητος που εισάγω σοβαρά θέματα με μια τόσο επιπόλαια προσέγγιση, ωστόσο το πρόβλημα του να βγάλει κανείς κάποιο νόημα από το φαινομενικό χάος της εμπειρίας μού θυμίζει την παιδική μου επιθυμία να στείλω σε κάποιον με το ταχυδρομείο ένα δέμα με νερό. Ο παραλήπτης λύνει τον σπάγκο, αφήνοντας τον… κατακλυσμό να χυθεί στην αγκαλιά του. Αλλά, ούτως ή άλλως, το εγχείρημα ήταν από την αρχή καταδικασμένο, αφού είναι εξοργιστικά αδύνατο να τυλίξεις και να δέσεις ένα λίτρο νερού σ’ ένα χάρτινο πακέτο. Υπάρχουν, βέβαια, είδη χαρτιού που δεν διαλύονται όταν βραχούν, ωστόσο το πρόβλημα έγκειται στο να καταφέρεις να δώσεις κατάλληλο σχήμα στο νερό και να δέσεις γύρω του τον σπάγκο, δίχως να διαλυθεί το δέμα.

Όσο πιο πολλές μελέτες αποπειράθηκαν να δώσουν λύση σε προβλήματα στην πολιτική και την οικονομία, στην τέχνη, τη φιλοσοφία και τη θρησκεία, τόσο πιο πολύ έχει κανείς την εντύπωση ότι πολλοί εξαιρετικά χαρισματικοί άνθρωποι αναλώνουν την ευφυΐα τους στο ανέφικτο και μάταιο έργο να βάλουν το νερό της ζωής σε καλοτυλιγμένα και ανθεκτικά πακέτα.

Είναι πολλοί οι λόγοι για τους οποίους αυτό θα έπρεπε να είναι ξεκάθαρο για κάποιον που ζει σήμερα. Γνωρίζουμε τόσο πολλά για την ιστορία, για όλα τα πακέτα που τυλίχθηκαν και, εν συνεχεία, αναπόφευκτα διαλύθηκαν. Γνωρίζουμε τόσες πολλές λεπτομέρειες για τα προβλήματα της ζωής τα οποία δεν επιδέχονται απλοποίηση και μοιάζουν πιο σύνθετα και άμορφα από ποτέ. Επιπλέον, η επιστήμη και η βιομηχανία έχουν εξελιχθεί τόσο σε ρυθμό όσο και σε βιαιότητα, που τα πακέτα μας φαίνονται να διαλύονται όλο και πιο γρήγορα κάθε μέρα.

Υφίσταται, συνεπώς, το αίσθημα ότι ζούμε σε μια εποχή πρωτόγνωρης ανασφάλειας. Τα τελευταία εκατό χρόνια τόσες πολλές από καιρό καθιερωμένες παραδόσεις έχουν καταρρεύσει – παραδόσεις της οικογενειακής και της κοινωνικής ζωής, του τρόπου διακυβέρνησης, της οικονομικής τάξης και της θρησκευτικής πίστης. Καθώς περνούν τα χρόνια, μοιάζει να υπάρχουν ολοένα και πιο λίγοι βράχοι για να κρατηθούμε, όλο και πιο λίγα πράγματα που μπορούμε να θεωρούμε σωστά και αληθινά, σταθερά για πάντα.

Για ορισμένους αυτό είναι μια ευπρόσδεκτη απελευθέρωση από τα δεσμά του ηθικού, κοινωνικού και πνευματικού δόγματος. Για άλλους, είναι ένα επικίνδυνο και τρομακτικό σχίσμα από τη σύνεση και τη λογική, μια βύθιση της ανθρώπινης ζωής στο ανέλπιδο χάος. Για τους περισσότερους, ενδεχομένως, η άμεση αίσθηση της απελευθέρωσης προσφέρει μια αγαλλίαση πρόσκαιρη, η οποία ακολουθείται από την πιο βαθιά αγωνία. Διότι, αν όλα είναι σχετικά, αν η ζωή είναι μια χίμαιρα δίχως μορφή και στόχο, στα φουσκωμένα νερά της οποίας απολύτως τίποτα, παρεκτός η αλλαγή αυτή καθαυτή μπορεί να διαρκέσει, μοιάζει να είναι κάτι «χωρίς μέλλον», συνεπώς χωρίς ελπίδα.

Τα ανθρώπινα όντα φαίνονται να είναι ευχαριστημένα αρκεί να έχουν ένα μέλλον να προσδοκούν – είτε πρόκειται για μια «ευχάριστη στιγμή» αύριο είτε για την αιώνια ζωή μετά τον θάνατο. Για διάφορους λόγους, όλο και περισσότεροι άνθρωποι δυσκολεύονται να πιστέψουν στο δεύτερο. Από την άλλη, η υπόσχεση της μελλοντικής ευτυχίας έχει το μειονέκτημα ότι, όταν αυτή η «ευχάριστη στιγμή» έρθει, είναι δύσκολο να την απολαύσουν στο έπακρο χωρίς την υπόσχεση πως έπονται περισσότερες. Αν η ευτυχία εξαρτάται από κάτι που αναμένεται στο μέλλον, τότε κυνηγάμε το απόκοσμο φως των φαντασμάτων που πάντα θα ξεγλιστράει από το άγγιγμά μας, μέχρις ότου το μέλλον, κι εμείς μαζί του, χαθεί μες την άβυσσο του θανάτου.

Εδώ που τα λέμε, η εποχή μας δεν είναι πιο ανασφαλής από οποιαδήποτε άλλη. Η φτώχεια, οι ασθένειες, ο πόλεμος, η αλλαγή και ο θάνατος δεν είναι κάτι καινούργιο. Στις καλύτερες των εποχών, η «ασφάλεια» ποτέ δεν ήταν κάτι περισσότερο από προσωρινή και προφανής. Ήταν, όμως, εφικτό να γίνει υποφερτή η ανασφάλεια της ανθρώπινης ζωής με την πίστη σε πράγματα αμετάβλητα, πέρα από κάθε καταστροφή – στον Θεό, στην αθανασία της ανθρώπινης ψυχής και στη διακυβέρνηση του σύμπαντος από αιώνιους νόμους με γνώμονα το σωστό και το δίκαιο.

Σήμερα είναι σπάνιες τέτοιες πεποιθήσεις, ακόμη και στους θρησκευτικούς κύκλους. Δεν υπάρχει κοινωνική τάξη ή, ακόμη σπανιότερα, μεμονωμένο άτομο που να έχει έρθει σε επαφή με τη σύγχρονη παιδεία χωρίς αυτή να αφήσει έστω ψήγματα από τη μαγιά της αμφιβολίας. Είναι απλώς αυταπόδεικτο ότι, κατά τη διάρκεια του περασμένου αιώνα, η αυθεντία της επιστήμης πάρει τη θέση της αυθεντίας της θρησκείας στη φαντασία του λαού, και ο σκεπτικισμός, στα πνευματικά τουλάχιστον ζητήματα, έχει γενικευθεί περισσότερο από ό,τι η πίστη.

Η παρακμή της πίστης έχει προκύψει μέσω της ειλικρινούς αμφιβολίας, της προσεκτικής και ατρόμητης σκέψης των εξαιρετικά ευφυών ανθρώπων της επιστήμης και της φιλοσοφίας. Παρακινημένοι από τον ζήλο και τον σεβασμό για τα γεγονότα, προσπάθησαν να δουν, να κατανοήσουν και να αντιμετωπίσουν τη ζωή έτσι όπως είναι, χωρίς ευσεβείς πόθους. Εντούτοις, παρ’ όλα όσα έκαναν για να βελτιώσουν τις συνθήκες της ζωής, η εικόνα τους για το σύμπαν μοιάζει να αφήνει το άτομο χωρίς ύστατη ελπίδα.

Το τίμημα για τα θαύματά τους σε αυτόν τον κόσμο έχει σταθεί η εξαφάνιση του «κόσμου που θα έρθει», και εύλογα θα θέσει κάποιος το ερώτημα «Σε τι θα ωφελήσει τον άνθρωπο αν κερδίσει τον κόσμο ολόκληρο και χάσει την ψυχή του;». Η λογική, η ευφυΐα και ο ορθολογισμός ικανοποιούνται, μα η καρδιά μένει διψασμένη. Γιατί η καρδιά έχει μάθει να νιώθει ότι ζούμε για το μέλλον. Η επιστήμη είναι σε θέση, αργά και διστακτικά, να μας προσφέρει ένα καλύτερο μέλλον – για λίγα χρόνια. Και ύστερα, για τον καθένα μας, θα τελειώσει. Όλα θα τελειώσουν. Όσο κι αν καθυστερήσει αυτή η στιγμή, κάποτε όλα όσα έχουν συντεθεί πρέπει να αποσυντεθούν.

Με την εξαίρεση κάποιων διαφορετικών θεωριών, αυτή είναι η γενική άποψη της επιστήμης. Στους λογοτεχνικούς και θρησκευτικούς κύκλους συχνά υποστηρίζεται τώρα ότι η διαμάχη μεταξύ επιστήμης και θρησκείας ανήκει πλέον στο παρελθόν. Υπάρχουν ως και κάποιοι μάλλον ευέλπιδες επιστήμονες, οι οποίοι θεωρούν πως, όταν η σύγχρονη φυσική εγκατέλειψε τον ωμό ατομικιστικό υλισμό, οι βασικοί λόγοι για τη συγκεκριμένη διαμάχη εξαλείφθηκαν. Τα πράγματα δεν είναι έτσι, όμως. Στα περισσότερα από τα σπουδαιότερα κέντρα εκπαίδευσης που διαθέτουμε εκείνοι που μελετούν τις συνολικές επιπτώσεις της επιστήμης και των μεθόδων της απέχουν όσο ποτέ άλλοτε από αυτό που οι ίδιοι αντιλαμβάνονται ως θρησκευτική άποψη.

Η πυρηνική φυσική και η θεωρία της σχετικότητας έχουν, είναι αλήθεια, ξεφορτωθεί τον παλιό υλισμό, αλλά τώρα μας δίνουν μια άποψη του σύμπαντος όπου υπάρχει ακόμη λιγότερος χώρος για ιδέες ενός υπέρτατου σκοπού ή σχεδίου. Ο σύγχρονος επιστήμονας δεν είναι τόσο αφελής ώστε να αρνηθεί την ύπαρξη του Θεού επειδή δεν μπορεί να Τον δει με ένα τηλεσκόπιο, ούτε της ψυχής επειδή δεν μπορεί να την αποκαλύψει μ’ ένα νυστέρι. Έχει απλώς παρατηρήσει ότι η ιδέα του Θεού είναι λογικά περιττή. Αμφισβητεί μέχρι και το εάν έχει κάποιο νόημα. Δεν τον εξυπηρετεί να εξηγήσει οτιδήποτε δεν είναι σε θέση να εξηγήσει με κάποιον άλλο και απλούστερο τρόπο.

Επιχειρηματολογεί ότι, αν όλα όσα συμβαίνουν βρίσκονται υπό την πρόνοια και τον έλεγχο του Θεού, αυτό ουσιαστικά καταλήγει να μη λέει τίποτα. Το να λες ότι τα πάντα δημιουργήθηκαν και κυβερνούνται από τον Θεό είναι σαν να λες «όλα είναι πάνω» – πράγμα που δεν σημαίνει απολύτως τίποτα. Αυτή η αντίληψη δεν μας βοηθάει να κάνουμε οποιεσδήποτε επαληθεύσιμες προβλέψεις και, ως εκ τούτου, από επιστημονική άποψη, δεν έχει καμία απολύτως αξία. Οι επιστήμονες ίσως να έχουν δίκιο εδώ. Ίσως, πάλι, να κάνουν λάθος. Δεν είναι σκοπός μας να συζητήσουμε αυτό το θέμα. Αρκεί να σημειώσουμε ότι ο σκεπτικισμός αυτός έχει τεράστια επιρροή και καθορίζει την επικρατούσα ατμόσφαιρα της εποχής.

Αυτό που λέει η επιστήμη, με λίγα λόγια, είναι το εξής: Δεν γνωρίζουμε και, κατά πάσα πιθανότητα, δεν δυνάμεθα να γνωρίζουμε αν υπάρχει Θεός. Τίποτε από όσα γνωρίζουμε δεν υπαινίσσεται την ύπαρξή Του, και όλα τα επιχειρήματα που ισχυρίζονται ότι αποδεικνύουν την ύπαρξη αυτή στερούνται λογικής υπόστασης. Βέβαια, δεν υπάρχει και καμία απόδειξη ότι δεν υπάρχει Θεός, αλλά το βάρος της απόδειξης πέφτει σε εκείνους που υποστηρίζουν την ιδέα. Αν, θα έλεγαν οι επιστήμονες, πιστεύετε στον Θεό, το κάνετε μόνο από καθαρά συναισθηματικούς λόγους, δίχως να βασίζεστε στη λογική ή στα γεγονότα.

Πρακτικά μιλώντας, αυτό μπορεί να ισοδυναμεί με αθεϊσμό. Θεωρητικά, πρόκειται για απλό αγνωστικισμό. Διότι η ουσία της επιστημονικής ειλικρίνειας είναι να μην προσποιείσαι ότι γνωρίζεις κάτι που δεν γνωρίζεις, και η ουσία της επιστημονικής μεθόδου είναι να μη χρησιμοποιείς υποθέσεις που δεν μπορούν να ελεγχθούν.

Τα άμεσα αποτελέσματα αυτής της ειλικρίνειας έχουν υπάρξει βαθύτατα ανησυχητικά και καταθλιπτικά. Διότι ο άνθρωπος μοιάζει ανίκανος να ζήσει δίχως μύθο, χωρίς την πεποίθηση ότι η ρουτίνα και ο μόχθος, ο πόνος και ο φόβος αυτής της ζωής έχουν κάποιο νόημα, κάποιο σκοπό στο μέλλον. Μονομιάς, καινούργιοι μύθοι παίρνουν σάρκα και οστά – μύθοι πολιτικοί και μύθοι οικονομικοί, με εξωφρενικές υποσχέσεις για το καλύτερο μέλλον του παρόντος κόσμου. Οι μύθοι αυτοί δίνουν στο άτομο την αίσθηση ότι υπάρχει νόημα, καθιστώντας το μέρος μιας αχανούς συλλογικής προσπάθειας, μέσα στην οποία χάνει κάτι από τη δική του μοναξιά, από το δικό του κενό.

Εντούτοις, η ίδια η βιαιότητα αυτών των πολιτικών θρησκειών προδίδει το άγχος που κρύβεται πίσω τους – γιατί δεν είναι παρά μόνο άνθρωποι που στριμώχνονται ο ένας κοντά στον άλλο και κραυγάζουν για να πάρουν κουράγιο μέσα στο σκοτάδι.

Αξιοποιώντας τα συναισθήματα για να τροφοδοτήσουμε τη δημιουργικότητά μας

Τα συναισθήματα μας κινούν. Αυτή η μεταφορά εφαρμόζεται συνήθως για να αναφερθεί στη συναισθηματική μας εμπειρία (π.χ. να συγκινηθούμε από ένα τραγούδι ή μια θεατρική παράσταση). Αλλά τα συναισθήματα κινούν επίσης – τροφοδοτούν ή ενεργοποιούν – τη σκέψη και τη δράση μας. Μπορούμε να μάθουμε από τα συναισθήματά μας και μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τα συναισθήματα για να μας βοηθήσουν να λύσουμε προβλήματα ή να σκεφτούμε πιο αποτελεσματικά.

Μισό λεπτό, θα πείτε. Τα συναισθήματα παρεμβαίνουν στην καθαρή σκέψη. Πρέπει να τα αντιμετωπίσουμε, να τα παραμερίσουμε ή να τα αλλάξουμε για να σκεφτούμε καθαρά και καλά.

Λοιπόν, όχι απαραίτητα. Δεν χρειάζεται πάντα να αντιμετωπίζουμε τα συναισθήματά μας αλλάζοντάς τα ή κάνοντας τον εαυτό μας να νιώθει καλύτερα. Αντίθετα, τα συναισθήματα μπορούν να βοηθήσουν τη σκέψη και την επίλυση προβλημάτων αν σκεφτούμε ποια συγκεκριμένα μηνύματα μεταφέρουν, ποιες εργασίες μπορούν να ωφελήσουν τα διάφορα συναισθήματα και διαθέσεις και ποιες δραστηριότητες μπορούν να τροφοδοτήσουν.

Οι επιστήμονες των συναισθημάτων μιλούν για τα συναισθήματα ως πληροφορίες για το περιβάλλον μας. Η γνώση αυτών των πληροφοριών μπορεί να χρησιμοποιηθεί, όπως ακριβώς χρησιμοποιούμε άλλα είδη γνώσης. Ο θυμός μας προειδοποιεί για μια αδικία (το εμφατικό “Αυτό δεν είναι δίκαιο!” ενός παιδιού), η ευτυχία μας λέει ότι τα καταφέραμε καλά και ότι είναι εντάξει ο κόσμος μας, η θλίψη μας λέει ότι βιώσαμε μια απώλεια.

Επίσης, διαφορετικά συναισθήματα είναι ωφέλιμα για διάφορες εργασίες. Οι απαισιόδοξες διαθέσεις μπορούν να βοηθήσουν σε εργασίες που προσανατολίζονται στη λεπτομέρεια και απαιτούν κριτική σκέψη- σε αυτές τις διαθέσεις, βλέπουμε όλα όσα δεν πάνε καλά με τον κόσμο, και αυτό μερικές φορές πράγματι απαιτείται (όπως όταν διορθώνουμε ή προσπαθούμε να σκεφτούμε τι μπορεί να συμβεί με ένα επιχειρηματικό σχέδιο ή μια παρουσίαση για να προετοιμαστούμε γι’ αυτήν).

Όταν είμαστε χαρούμενοι και γεμάτοι ενέργεια, μπορούμε να είμαστε παιχνιδιάρηδες ή ανόητοι, να βλέπουμε απομακρυσμένες συνδέσεις και να σκεφτόμαστε πολλές ιδέες γρήγορα. Γνωρίζοντας ποια συναισθήματα είναι χρήσιμα για ποιες εργασίες μπορούμε να υποδείξουμε τι πρέπει να δουλέψουμε όταν βιώνουμε διαφορετικά συναισθήματα. Επιλέγοντας τις εργασίες που ταιριάζουν καλύτερα με αυτό για το οποίο είναι καλές οι διαθέσεις μας, χρησιμοποιούμε το δυναμικό αυτών των συναισθημάτων.

Τα συναισθήματα μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως πηγή έμπνευσης και πληροφοριών για τη δημιουργικότητα. Στην πρόσφατη μελέτη μας για τον ρόλο των συναισθημάτων στη δημιουργική διαδικασία των καλλιτεχνών -από ζωγράφους και γλύπτες, συγγραφείς και σχεδιαστές, μέχρι συνθέτες και χορογράφους- διαπιστώσαμε ότι συχνά μιλούν για διαφορετικές λειτουργίες των συναισθημάτων στο έργο τους. Από αυτή τη μελέτη και την έρευνα για τα δημιουργικά άτομα ευρύτερα, μπορούμε να εντοπίσουμε τουλάχιστον 4 τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι χρησιμοποιούν τα συναισθήματα για να βοηθήσουν τη δημιουργικότητα:

1. Τα δυσάρεστα συναισθήματα μπορούν να εμπνεύσουν ιδέες για αλλαγή

Τα αρνητικά συναισθήματα, όπως η απογοήτευση ή ο θυμός, μας λένε ότι υπάρχει ένα πρόβλημα και μπορούν να εμπνεύσουν τους δημιουργούς να αντιμετωπίσουν αυτό το πρόβλημα. Όταν οι άνθρωποι απογοητεύονται, μπορούν είτε να προσπαθήσουν να κάνουν τον εαυτό τους να νιώσει καλύτερα είτε να χρησιμοποιήσουν αυτό το συναίσθημα ως μήνυμα ότι κάτι δεν λειτουργεί καλά. Η συνειδητοποίηση ενός προβλήματος μπορεί στη συνέχεια να παρακινήσει κάποιον να αναζητήσει τρόπους επίλυσής του και να εμπνεύσει ιδέες για πιθανές λύσεις.

Στη μελέτη μας, ένας γραφίστας που περιγράφει ένα χαρτοφυλάκιο εργασίας δήλωσε: “Τα αρνητικά συναισθήματα με κάνουν να θέλω να δημιουργήσω κάτι μοναδικό και διαφορετικό για να ξεχωρίσω από τα πράγματα που δεν μου αρέσουν στο επάγγελμά μου”. Οι ιστορίες εφευρέσεων και επιχειρηματικότητας γεμίζουν με παραδείγματα απογοητεύσεων που εμπνέουν ιδέες και τελικά προϊόντα. Η Josephine Cochrane εφηύρε το πλυντήριο πιάτων αφού απογοητεύτηκε που οι υπηρέτες της συνέχισαν να σπάνε την αγαπημένη της πορσελάνη. Πιο πρόσφατα, ο Apoorva Mehta ανέπτυξε μια εφαρμογή παράδοσης ειδών παντοπωλείου Instacart εμπνευσμένη από μια έντονη αντιπάθεια για την εμπειρία των αγορών παντοπωλείου.

2. Μπορείτε να διοχετεύσετε συναισθήματα στη δουλειά σας

Διαφορετικά συναισθήματα μπορούν να βοηθήσουν τη δημιουργικότητα με το να εκφράζονται στο έργο κάποιου ή να τροφοδοτούν διαφορετικές εργασίες σε όλη τη δημιουργική διαδικασία. Ένας μουσικοσυνθέτης στη μελέτη μας δήλωσε: “Ήμουν χαρούμενος που ήμουν εκεί, ένιωθα χαλαρός επειδή το Σαββατοκύριακό μας μόλις άρχιζε και ένιωθα αγάπη προς αυτήν και αγάπη από αυτήν. Στάθηκα στο πιάνο της και απλώς επέτρεψα σε όλα αυτά τα συναισθήματα να ρέουν μέσα μου στη σχέση μεταξύ των δακτύλων μου και του πιάνου, την οποία κατέγραψα στο iPhone μου”.

Ένας καλλιτέχνης που εργάζεται πάνω σε μια πολυμεσική απόδοση μιας μαργαρίτας gloriosa περιέγραψε: “Η περιέργεια παρήγαγε δοκιμές διαφόρων μέσων για το αποτέλεσμα. Η επείγουσα ανάγκη τροφοδότησε την πρόοδο και η ένταση οδήγησε σε ώρες συγκεντρωμένης εργασίας για να επιτευχθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα”.

Πέρα από την παραγωγή ενός έργου, τα συναισθήματα μπορούν να διοχετευτούν προς τους άλλους που συμμετέχουν στη δημιουργική προσπάθεια, όπως περιγράφει ένας χορογράφος: “Προσπάθησα να διοχετεύσω τα αρνητικά μου συναισθήματα σε εποικοδομητική ανατροφοδότηση για τους ηθοποιούς μου και άφησα τη χαρά μου να λάμψει τις ημέρες που ένιωθα καλά”.

Αυτή η διοχέτευση των συναισθημάτων μπορεί να έχει σημαντικές συνέπειες. Για παράδειγμα, οι επιχειρηματίες που είναι σε θέση να προβάλλουν ενθουσιασμό (μέσω ζωηρών εκφράσεων του προσώπου, ενεργητικών κινήσεων του σώματος κ.λπ.) γίνονται αντιληπτοί ως πιο παθιασμένοι, και αυτό προβλέπει το ενδιαφέρον των δυνητικών επενδυτών.

3. Η άντληση συναισθηματικών αναμνήσεων μπορεί να βοηθήσει τη σκέψη

Στη μελέτη μας, ένας συγγραφέας που εργαζόταν πάνω σε ένα διήγημα για δύο γυναίκες σε ένα νεκροταφείο περιέγραψε: “Η πράξη της συγγραφής συχνά αισθάνεται ούτως ή άλλως μοναχική, αλλά ενώ έγραφα προσπαθούσα να αντλήσω από αυτό το συναίσθημα για να συλλάβω τη μοναξιά που ένιωθε ο καθένας από τους χαρακτήρες- προσπαθούσα να παραμείνω σε αυτό το πλαίσιο του μυαλού ενώ δούλευα πάνω στο έργο. Επίσης, θα προσπαθούσα να ανακαλέσω μνήμες από τις απώλειες της δικής μου οικογένειας για να βρω τις σωστές λεπτομέρειες για την ιστορία – ίσως να πήγαινα σε ένα νεκροταφείο για να δω τι λεπτομέρειες/αναμνήσεις θα ερχόντουσαν στο μυαλό μου. Ανακαλώντας ενεργά συναισθήματα και αναμνήσεις από εκείνες τις εποχές”. Αυτή είναι η ίδια διαδικασία που χρησιμοποιούν οι ηθοποιοί όταν αντλούν από προσωπικές συναισθηματικές αναμνήσεις για να δημιουργήσουν ζωντανές και αληθοφανείς απεικονίσεις των χαρακτήρων τους.

4. Ορισμένες εργασίες μπορούν να επωφεληθούν από συγκεκριμένα συναισθήματα

Συχνά, τα δημιουργικά άτομα είναι σε θέση να επιλέγουν σε ποιες εργασίες θα εργαστούν σε διαφορετικές χρονικές στιγμές. Οι δημιουργοί που χρησιμοποιούν τα συναισθήματα για να βοηθήσουν στην επίτευξη των στόχων τους κατανοούν τη σχέση μεταξύ των συναισθηματικών καταστάσεων και της απόδοσης και μπορούν να επιλέγουν εργασίες για να επωφεληθούν από αυτή τη σχέση.

Δεν είμαι πρωινός άνθρωπος- η ενέργειά μου είναι χαμηλή το πρωί και οι ιδέες δεν ρέουν. Αλλά σε αυτή τη χαμηλή δραστηριότητα και την κάπως γκρινιάρικη διάθεση, μπορώ να κάνω εξαιρετική δουλειά σε εργασίες που απαιτούν κριτική σκέψη, όπως η ανάγνωση των προσχεδίων των χειρογράφων μου. Η διάθεσή μου με διευκολύνει να πάρω την οπτική γωνία των πιθανών κριτών για τα χειρόγραφα, να παρατηρήσω πιθανά προβλήματα και να σκεφτώ πώς μπορούν να αντιμετωπιστούν.

Παρομοίως, στη μελέτη μας, ένας φίλος περιέγραψε,

Βρίσκω ότι μπορώ να φέρω τα συναισθήματά μου από το εξωτερικό σε μια τάξη, αξιολογώντας πώς αισθάνομαι εκείνη τη στιγμή και στη συνέχεια χρησιμοποιώντας τη συναισθηματική μου κατάσταση για να μετρήσω πόση από οποιαδήποτε συγκεκριμένη ενέργεια πρέπει να βγάλω προς τα έξω. Για παράδειγμα, αν αισθάνομαι πραγματικά φρέσκος και χαρούμενος στην αρχή ενός μαθήματος, οι χορευτές εκπέμπουν θετική ενέργεια, ο ήλιος έχει βγει, κ.λπ. και η κίνηση που απαιτείται είναι αργή και παρατεταμένη -ίσως και σκοτεινή- τότε πρέπει να στραφώ σκληρά ενάντια στο πώς αισθάνομαι και να φανταστώ ένα είδος πιο σκοτεινού τόπου μέσω του οποίου να διοχετεύσω τη θετική μου ενέργεια. Η μουσική που παίζω τροφοδοτείται επομένως από τη “θετική” μου ενέργεια, αλλά διοχετεύεται μέσα από ένα αυστηρό είδος ταπισερί. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα μου είναι πιο εύκολο να παίξω κάτι που να ταιριάζει με αυτή την ενέργεια.

Η ικανότητα να χρησιμοποιούμε το συναίσθημα, θετικό ή αρνητικό, ευχάριστο ή δυσάρεστο, για να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε καλύτερα τις εμπειρίες μας και να βοηθήσουμε τη σκέψη μας και τη λήψη αποφάσεων μπορεί να κάνει τη διαφορά μεταξύ του να αντιδρούμε στον κόσμο γύρω μας και του να είμαστε ένας ενεργός, δημιουργικός συμμετέχων σε αυτόν. Ο ψυχολόγος B. F. Skinner είπε ότι όταν κάποιος συναντά κάτι ενδιαφέρον, πρέπει να εγκαταλείψει ό,τι άλλο κάνει και να ασχοληθεί με αυτό. Για να ακολουθήσουμε αυτή τη συμβουλή, πρέπει να ακούμε και να χρησιμοποιούμε τα συναισθήματά μας. Η δημιουργικότητα μπορεί να βρίσκεται ακριβώς πίσω από το παραβάν των συναισθημάτων.

Τα χρέη της σχέσης

Όλοι ξέρουμε τι είναι τα χρέη: δεσμεύσεις πληρωμής μεταξύ δύο οντοτήτων που πρέπει να εκπληρωθούν. Ωστόσο, λίγοι άνθρωποι συνειδητοποιούν ότι υπάρχουν και χρέη στις σχέσεις, ιδίως μεταξύ των ζευγαριών. Σήμερα, ίσως ανακαλύψετε πως έχετε κι εσείς ορισμένα χρέη που εκκρεμούν και πρέπει να λύσετε.

Τα χρέη στις σχέσεις εμφανίζονται όταν παραιτούμαστε από κάτι που είναι σημαντικό για εμάς για χάρη της σχέσης. Αυτά τα χρέη αντιπροσωπεύουν αληθινές θυσίες. Ωστόσο, λόγω αυτών των σπουδαίων πράξεων, περιμένουμε συγκεκριμένα πράγματα από το άλλο άτομο ως αντάλλαγμα. Έτσι, συνάπτουμε «συμβόλαια» που δεν παρατηρεί κανείς.

Η παγίδα των χρεών μιας σχέσης

Τα χρέη μιας σχέσης είναι παγίδες που σχεδόν ποτέ δεν παρατηρούμε. Προκύπτουν εξαιτίας της έλλειψης άμεσης ή ειλικρινούς επικοινωνίας στην σχέση. Αντί να εκφράζουμε το πόσο δύσκολο είναι να δεχτούμε μια κατάσταση που δεν μας αρέσει, παραμένουμε σιωπηλοί.

Συνεπώς, δημιουργείται ένα σιωπηλό χρέος που δεν γνωρίζει το άλλο άτομο. Τι συμβαίνει τότε; Οι αλληλοκατηγορίες ξεκινούν.

Ας υποθέσουμε για παράδειγμα πως ο σύντροφος σας βρήκε δουλειά σεμια άλλη χώρα. Είναι μια απίστευτη ευκαιρία και αποφασίζετε να πάτε μαζί του. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να εγκαταλείψετε την δουλειά σας και να ελπίζετε ότι θα βρείτε κάποια άλλη στην χώρα που θα πάτε. Ωστόσο, όσο περνά ο καιρός αρχίζετε να κατηγορείτε τον σύντροφο σας επειδή δεν μπορείτε να βρείτε μια και ζείτε μακριά από την οικογένεια σας.

Επιπλέον, αυτό που θα πρέπει να αντιμετωπίσετε περισσότερο είναι η θυσία που κάνατε για να επιτρέψετε στον σύντροφο σας να αναπτυχθεί επαγγελματικά ενώ εσείς αφήσατε τα πάντα, συμπεριλαμβανομένου και της επαγγελματικής σας καριέρας. Έτσι, θέλετε το άλλο άτομο να σας ανταμείψει για την θυσία σας. Όμως, με αυτόν τον τρόπο συνάπτετε ακόμα ένα συμβόλαιο χρέους.

Χρέος της σχέσης ή συναισθηματικός εκφοβισμός;

Τα χρέη μιας σχέσης μπορούν να υπάρχουν μεταξύ συντρόφων, φίλων ή ακόμα και μελών της οικογένειας. Μερικές φορές, καταλήγουν να γίνονται στην πραγματικότητα συναισθηματικοί εκφοβισμοί. Απαιτούμε αυτό που πιστεύουμε ότι μας αξίζει. Θυσιάζουμε τον εαυτό μας και δίνουμε χωρίς όρια. Ωστόσο, στο τέλος, θέλουμε απλώς μια απεριόριστη αποζημίωση γι αυτό.

Είναι συνηθισμένο να νομίζουμε ότι αν δώσουμε κάτι για μια σχέση, θα ανταμειφθεί με κάποιο τρόπο. Σε κάθε σχέση, πρέπει να υπάρχει συνεχώς μια αλληλεπίδραση, να δίνουμε και να παίρνουμε. Ωστόσο, αυτό δεν έχει καμία σχέση με το πώς αντιλαμβανόμαστε τα χρέη μιας σχέσης.

Αυτός ο τύπος χρέους δημιουργείται ως ευκαιρία για να κάνουμε το άλλο άτομο να δει πόσο νοιαζόμαστε και ταυτόχρονα να ζητήσουμε και να λάβουμε αυτό που πιστεύουμε ότι μας αποζημιώνει για την μεγάλη θυσία μας. Θέλουμε να ασκούμε έναν έλεγχο που δεν έχουμε. Τότε ξεκινά ο εκφοβισμός.

Αλλά πώς μπορούμε να το αποφύγουμε αυτό; Η αλήθεια είναι ότι η κατάσταση αυτή μπορεί όντως να αποφευχθεί. Πρώτα απ΄όλα, πρέπει να καταλάβουμε αμέσως ότι αν και μπορεί να φαίνεται ψυχρό, πρέπει να πούμε στο άλλο άτομο ότι περιμένουμε κάτι για τις προσπάθειες μας. Αν συνειδητοποιήσετε ότι δεν παίρνετε ούτε δείγμα από αυτό που περιμένετε είναι καλύτερο να μην κάνετε αυτή την θυσία.

Είναι επίσης απαραίτητο να έχουμε τα μάτια μας ανοιχτά στις θυσίες που κάνουν οι άλλοι για εμάς. Επιπλέον, ξεκαθαρίστε ποια πράγματα δεν είστε διατεθειμένοι να ανεχτείτε και ποιες απαιτήσεις δεν θα δεχτείτε.

Σχεδόν όλοι μας έχουμε δημιουργήσει χρέη σε σχέσεις, χωρίς να το συνειδητοποιούμε. Αυτά τα χρέη καταστρέφουν τους δεσμούς μας, προκαλούν επίπονες ρήξεις και δημιουργούν εχθρότητες. Πρέπει να αρχίσουμε να ξεπληρώνουμε όλα αυτά τα χρέη και να μάθουμε πώς να μην τα δημιουργούμε εξ αρχής.

Η αγάπη και ο έρωτας είναι παιδιά της ελευθερίας.

Ο έρωτας βασίζεται στην ισότητα, στην ελευθερία, στον θαυμασμό και στον σεβασμό.

Αν τα θεμέλια του είναι χτισμένα στην υποταγή και στην απώλεια της ακεραιότητας του ενός από τους δυο, τότε είναι μαζοχιστική εξάρτηση, όπως κι αν εκλογικεύεται ή παρουσιάζεται η σχέση.

Μέσα από τις σχέσεις συμβιβασμού, βρίσκουμε μια εύθραυστη ασφάλεια. Επιλέγουμε να θυσιάσουμε τον εαυτό μας και την ατομικότητα μας για να μην είμαστε μόνοι.

Χαρίζουμε απλόχερα την ελευθερία μας για να περιοριστούμε σε κάλπικα δεσμά σταθερότητας.

Η σταθερότητα όμως ως έννοια αποτελεί από μόνη της μια πλάνη. Τίποτα δεν είναι σταθερό και τίποτα δεν κρατάει για πάντα.

Τα πάντα μεταβάλλονται, κάθε στιγμή, μέσα στους κύκλους του χρόνου.

Την ασφάλεια την συναντάμε μέσα από την παρουσία μας στο τώρα, μέσα από το γνώθι σαυτόν, μέσα από την αυθόρμητη έκφραση, χτίζοντας έτσι αληθινές σχέσεις, πρώτα με τον εαυτό μας κι έπειτα με άλλους.

Υπάρχουν πολλοί κίνδυνοι στον έρωτα, καθώς είναι πολλές οι μάσκες της αγάπης.

Ο σαδισμός, ο οποίος εμφανίζεται συχνά με το πρόσωπο του έρωτα, προκειμένου να κυριαρχήσει κάποιος πάνω σε κάποιον άλλον. Έτσι ώστε να μπορεί να ισχυριστεί, κυρίως στον εαυτού του, πως ενεργεί καθ´αυτόν τον τρόπο υπό το πρόσχημα της αγάπης. Εξυπηρετεί ως μια λύση στο πρόβλημα της παροδικότητας, πλάθοντας την ψευδαίσθηση της παντοδυναμίας, με το ξεπέρασμα των όριων της ανθρώπινης ύπαρξης. Προσπαθώντας να πιαστούμε από το απατηλό αίσθημα της απόλυτης ισχύς, ως επανάσταση στην πραγματικότητα της τόσο εύθραυστης υπόστασης μας.

Η ευαρέσκεια, ο ουσιαστικός παράγοντας της επιθυμίας και της αναζήτησης του έρωτα, είναι η απόλαυση των συναισθημάτων που μας κάνουν να νιώθουμε όμορφα και αρεστοί. Ο ένας βλέπει στον άλλον εκείνο το πρόσωπο που μπορεί να καλύπτει τις συναισθηματικές και σωματικές του ανάγκες. Δεν είναι όμως αγάπη όταν το πρόσωπο που έχουμε δίπλα μας αποτελεί ένα μέσο ως προς την ικανοποίηση των αναγκών μας.

Η πραγματική αγάπη δεν έγκειται στο τι θα πάρω, αλλά στο τι θα δώσω.

Ακόμα και στην προσφορά όμως υποβόσκει ικανοποίηση, αν προσφέρουμε κάτι σε κάποιον, όπως τον χρόνο μας, αν επενδύσουμε με οποιονδήποτε τρόπο πάνω του, γίνεται κατά κάποιον τρόπο κομμάτι μας. Αναπτύσσεται αγάπη διότι βλέπουμε, με την πάροδο του χρόνου, στον άνθρωπο που έχουμε δίπλα μας, ένα μέρος του εαυτού μας.

Η αληθινή αγάπη είναι να προσφέρεις, δίχως να προσμένεις αντάλλαγμα.

Η αληθινή αγάπη είναι να σέβεσαι την ατομικότητα και τα όρια του άλλου.

Η αληθινή αγάπη είναι ένα από τα πιο σημαντικά συστατικά της ευτυχίας.

Όχι γιατί κάποιος απλά μας κάνει να νιώθουμε καλά με τον εαυτό μας.

Όχι γιατί βλέπουμε την αντανάκλαση μας σε αυτόν.

Όχι γιατί μπορούμε να κυριαρχήσουμε πάνω του.

Όχι η αγάπη με την μορφή κατοχής κάποιου άλλου, αλλά η αγάπη ως μέσο ένωσης.

Όταν δεν υπάρχει ένωση, τότε ο έρωτας, το σεξ, αποκτούν ψυχαναγκαστικό χαρακτήρα και καταλήγουν να αναλώνονται όπως ένα τσιγάρο, ένα ποτό, ένα ναρκωτικό, τα οποία δεν προσφέρουν καμία ιδιαίτερη γεύση εν τέλει, αλλά μας ωθούν ολοένα και πιο μακρυά από τον εμάς τους ίδιους.

Να τολμάμε να βλέπουμε καθαρά ποιοι είμαστε και να αλλάζουμε ότι χρίζει βελτίωσης, για να μπορούμε να χτίζουμε σχέσεις πραγματικής αγάπης.. Ώστε να μην προδίδουμε την ψυχή μας, αλλά και να μην πληγώνουμε άλλους..

Η ανθρώπινη καρδιά δεν είναι φτιαγμένη για ερωτικούς αιφνιδιασμούς, όσο και αν το θεωρούμε φυσιολογικό να σπάει, να μαζεύουμε τα κομμάτια της, να τα κολλάμε κι από την αρχή ξανά..

Η ιδεώδης κατάσταση της καρδιάς μας είναι η συναισθηματική σταθερότητα.

Εκεί ανθίζει η αγάπη.

Προς τα εκεί να θέσουμε στόχο να πορευτούμε. Εκεί να βρεθούμε. Εκεί να υπάρχουμε!

Για ένα ταξίδι, με κατάλληλο συνοδοιπόρο. Δυο ψυχές μαζί, που θα μπορούν να υψωθούν πάνω από την σκόνη της καθημερινότητας. Μια σχέση που θα μας οδηγήσει, μέσα από την απελευθέρωση, πιο κοντά στον εαυτό μας.. στην αυτοπραγμάτωση!

Η αγάπη και ο έρωτας είναι παιδιά της ελευθερίας.

Ελευθερία.. «παρά τό ἐλεύθειν ὅπου ἐρᾶ τίς». Να πράττουμε εν γένει σύμφωνα με ό,τι μας γεννά έρωτα στην ψυχή. Να πηγαίνουμε εκεί που αγαπάμε…

Ω εαυτέ μου! ω ζωή

Ένας Ταξιδευτής σκέψεων και χρόνων—ειρήνης και πολέμων,

Νεότητας από καιρό εξοδεμένης, και μέσης ηλικίας που ξεπέφτει,
(Όπως ο πρώτος τόμος μιας ιστορίας που μελετήθηκε κι αφέθηκε στην άκρη, και αυτός εδώ ο δεύτερος,
Τραγούδια, αποκοτιές, καιροσκοπίες, που πάνε για να κλείσουν,)
Αργοπορώντας μια στιγμή, εδώ και τώρα, σ’ Εσένα αγνάντια Εγώ γυρίζω,
Όπως στο δρόμο, ή σε μια πόρτα κουφωτή, τυχόν, ή παραθύρι ανοιχτό,
Στέκοντας, χαμηλώνοντας, γυμνώνοντας την κεφαλή μου, ειδικά Εσένα χαιρετώ,
Να σύρω και να σφίξω την Ψυχή σου, για μια φορά, αδιάρρηκτα με τη δική μου,
Κι έπειτα να ταξιδέψω, να ταξιδέψω εμπρός.
Ω Εαυτέ μου! Ω Ζωή!

Ω εαυτέ μου! ω ζωή!… των ερωτημάτων αυτών που επαναλαμβάνονται•
Των ατελείωτων τρένων των απίστων— πόλεων έμπλεων με τους ανόητους•
Του εαυτού μου αδιάκοπα που μέμφεται τον εαυτό μου, (καθώς ποιός περισσότερο ανόητος από εμένα, και ποιός περισσότερο άπιστος;)
Ματιών που μάταια ποθούν το φως— των επονείδιστων στόχων—του αγώνα που αέναα ξαναρχίζει,
Των φτωχών εκβάσεων των πάντων— των βραδυκίνητων και ρυπαρών όχλων που βλέπω γύρω μου•
Των αδειανών και άχρηστων χρόνων της αδράνειας— με τον αδρανή εμένα συνυφασμένων,

Το ερώτημα, ω εαυτέ μου! τόσο λυπητερό, επανέρχεται—Τί το καλό μέσα σε αυτά, ω εαυτέ μου, ω ζωή;

Απάντηση:

Ότι είσαι εδώ—ότι ζωή υπάρχει, και ταυτότητα•
Ότι το παντοδύναμο παιχνίδι συνεχίζεται, και συ μπορείς να συνεισφέρεις μια στροφή.

Walt Whitman

Ο ανικανοποίητος άνθρωπος είναι επικίνδυνος

Ο τελικός σκοπός όμως είναι να κινηθείς από το συναίσθημα στο είναι. Και αν ο επιστήμονας έχει την ικανότητα να χρησιμοποιεί το κεφάλι του σε ό,τι αφορά τον αντικειμενικό κόσμο, να χρησιμοποιεί την καρδιά του, σε ό,τι αφορά τις διαπροσωπικές σχέσεις και να χρησιμοποιεί το είναι του, σε ό,τι αφορά την ύπαρξη, τότε είναι ένας τέλειος άνθρωπος.

Το όραμά μου για τον καινούργιο άνθρωπο είναι ο τέλειος άνθρωπος, με την έννοια ότι λειτουργούν και οι τρεις αυτές διαστάσεις, χωρίς να αντιτίθεται η μία στην άλλη, αλλά συμπληρώνοντας η μία την άλλη.

Ο τέλειος άνθρωπος θα δημιουργήσει έναν τέλειο κόσμο. Ο τέλειος άνθρωπος θα δημιουργήσει έναν κόσμο επιστημόνων, έναν κόσμο ποιητών, έναν κόσμο στοχαστών.

Η προσέγγισή μου είναι ότι και τα τρία αυτά κέντρα πρέπει να λειτουργούν σε κάθε άνθρωπο, επειδή κάθε άτομο είναι ένας κόσμος από μόνο του. Και αυτά τα κέντρα βρίσκονται μέσα στο άτομο, όχι μέσα στην κοινωνία. Γι’ αυτό, επικεντρώνομαι στο άτομο. Αν μπορώ να αλλάξω το άτομο, αργά ή γρήγορα ο κόσμος θα ακολουθήσει. Θα ακολουθήσει, επειδή θα δει την ομορφιά του καινούργιου ανθρώπου.

Ο καινούργιος άνθρωπος δεν είναι μόνο έξυπνος στην αριθμητική. Μπορεί επίσης να απολαμβάνει και να συνθέτει μουσική. Μπορεί να χορεύει, μπορεί να παίξει κιθάρα, πράγμα που είναι τρομερό χαλαρωτικό για το κεφάλι του, επειδή το κεφάλι δεν λειτουργεί.

Και ο καινούργιος άνθρωπος δεν είναι μόνο από την καρδιά. Αυτές είναι στιγμές που μπαίνει ακόμα βαθύτερα και απλώς υπάρχει. Αυτή η πηγή του είναι σου είναι το ίδιο το κέντρο της ζωής σου. Αγγίζοντάς το, ανανεώνεσαι. Όλες οι ενέργειες της καρδιάς σου και του κεφαλιού σου θα πολλαπλασιαστούν τρομερά, επειδή θα παίρνεις καινούργια ενέργεια κάθε μέρα, κάθε στιγμή.

Για την ώρα, ακόμα και μεγάλοι επιστήμονες, όπως ο Αϊνστάιν, χρησιμοποιούν μόνο ένα μέρος του δυναμικού τους. Τι να πεις για τους συνηθισμένους ανθρώπους. Εκείνοι δεν φτάνουν ποτέ πέρα από ένα πολύ μικρό μέρος.

Αν όλα αυτά τα τρία κέντρα λειτουργούν μαζί, ο άνθρωπος θα είναι σε θέση να λειτουργεί εκατό τοις εκατό. Μπορούμε στ’ αλήθεια να δημιουργήσουμε ένα παράδεισο πάνω σ’ αυτή τη γη. Είναι στο χέρι μας. Απλώς λίγη προσπάθεια, λίγο θάρρος και δεν χρειάζεται τίποτα περισσότερο.

Ο κόσμος πρέπει να είναι επιστημονικός για όλη την τεχνολογία, για όλες τις ανέσεις. Ο κόσμος πρέπει να είναι ποιητικός, αλλιώς ο άνθρωπος γίνεται απλώς ένα ρομπότ.

Το κεφάλι είναι ένα κομπιούτερ. Χωρίς την ποίηση και τη μουσική και το χορό και το τραγούδι, αυτό που κάνει το κεφάλι σου μπορεί να γίνει κι από ένα κομπιούτερ και μάλι στα πιο αποτελεσματικό και χωρίς λάθη.

Η καρδιά είναι μια εντελώς διαφορετική διάσταση. Είναι η εμπειρία και η έκφραση της ομορφιάς και της αγάπης. Αυτό όμως δεν είναι το παν.

Αν δεν φτάσεις στο ίδιο σου το κέντρο, θα παραμένεις ανικανοποίητος. Και ο ανικανοποίητος άνθρωπος είναι επικίνδυνος, επειδή θα κάνει τα πάντα για να γλιτώσει από την έλλειψη ικανοποίησης,

Ο άνθρωπος που γνωρίζει τον εαυτό του και το κέντρο του είναι ο πιο πλούσιος άνθρωπος.

Για την ακρίβεια, εκεί ακριβώς βρίσκεται το δικό σου βασίλειο, εκεί είσαι θεός. Κατά βάθος, όταν είσαι κεντραρισμένος μέσα στο είναι σου, γίνεσαι αυτοκράτορας.

Η παιδεία των ελεύθερων ανθρώπων

«Είναι φανερό ότι υπάρχει λοιπόν κάποιο είδος παιδείας με την οποία πρέπει να μορφώσουμε τους νέους, όχι επειδή είναι χρήσιμη ούτε αναγκαία αλλά επειδή είναι ωραία (καλὴν) και ταιριάζει σε ελεύθερους ανθρώπους.» -Αριστοτέλης, Πολιτικά 1338a31-33

Το ζήτημα της παιδείας των νέων ο Αριστοτέλης θα το θίξει στα Πολιτικά του, όπως και ο δάσκαλός του, Πλάτωνας, προτείνει το δικό του εκπαιδευτικό σύστημα στην Πολιτεία του. Είναι φανερό ότι η εκπαίδευση είναι πολιτικό ζήτημα. Οι πολίτες που απαρτίζουν την πόλη είναι γέννημα του πολιτεύματος και αυτό με τη σειρά του καθορίζει και την παιδεία, ανάλογα με τον σκοπό. Ο Αριστοτέλης, προτού θέσει ερωτήματα (κατά την προσφιλή του μέθοδο) στην αρχή του Θ΄ βιβλίου, ορίζει τις παραμέτρους όπου θα κινηθεί. Θα μιλήσει για την παιδεία και έργο του νομοθέτη είναι να προετοιμάσει τους μελλοντικούς πολίτες να επιτύχουν τον ατομικό αλλά και τον συλλογικό σκοπό των ελεύθερων ανθρώπων. Για τον συγγραφέα, ο σκοπός είναι ένας: η ευδαιμονία. Η ελευθερία είναι προϋπόθεσή της. Αυτή θα αποτελέσει την αφετηρία όλης της θεωρίας της παιδείας κατά τον Αριστοτέλη, ο οποίος παρατηρεί την ασυνέπεια των νομοθετών ως προς τους στόχους της παιδείας:

«Αυτοί λοιπόν από τους Έλληνες που θεωρούνται ότι πολιτεύονται με άριστο τρόπο και αυτοί από τους νομοθέτες που εγκατέστησαν αυτά τα πολιτεύματα δεν φαίνεται να τα έχουν συντάξει έχοντας στόχο τον άριστο σκοπό ούτε οι νόμοι και η παιδεία τους είχαν στόχο όλες τις αρετές, αλλά έκλιναν εμφανώς σε εκείνες που φαινόταν χρήσιμες για να αποκτήσουν περισσότερα αγαθά. Γι’ αυτό δεν πρέπει να θεωρούμε την πόλη ευδαίμονα ούτε να επαινούμε τον νομοθέτη επειδή προετοίμασε τους πολίτες να κυριαρχήσουν στους γείτονές τους.» -Αριστοτέλης, Πολιτικά 1333b6-11

Ως εκ τούτου, η αριστοτελική πρόταση για την παιδεία έχει στόχο μόνο τους ελεύθερους πολίτες (εκείνους που δεν βρίσκονται σε πόλεμο ή δεν έχουν υποδουλωθεί σε άλλους). Το τρίπτυχο ελευθερία-παιδεία -ευδαιμονία καθορίζει τη σκέψη του φιλοσόφου. Τώρα, μπορεί να επαναπροσδιορίσει τα ερωτήματά του: Ποιος είναι ο σκοπός της παιδείας εν γένει; Η διάνοια ή το ήθος; Τα χρήσιμα για τη ζωή, εκείνα που συντείνουν στην αρετή ή τα περιττά; Ακόμη και τα χρήσιμα υπόκεινται στην αριστοτελική κριτική:

«Είναι σαφές λοιπόν ότι από τα χρήσιμα πρέπει να διδάσκονται όσα είναι αναγκαία για τη ζωή. Από αυτά τώρα δεν πρέπει να διδάσκονται όλα (γιατί είναι φανερό ότι τα έργα διακρίνονται σε εκείνα που αρμόζουν σε ελεύθερους πολίτες και σε εκείνα που ταιριάζουν σε μη ελεύθερους) και από τα χρήσιμα ο πολίτης θα πρέπει να συμμετέχει σε όσα δεν τον κάνουν βάναυσο. Γιατί βάναυσο έργο και βάναυση τέχνη και μάθηση είναι όσα καθιστούν άχρηστο το σώμα των ελεύθερων ή την ψυχή ή τη διάνοια, ως προς τη χρήση και πράξη της αρετής.» -Αριστοτέλης, Πολιτικά 1337b4-12

Στο σημείο αυτό ο Αριστοτέλης θα καταγράψει τα μαθήματα που συνήθως διδάσκονταν στην αρχαία ελληνική εκπαίδευση, προκειμένου να εξετάσει τη χρησιμότητά τους. Τα μαθήματα που αναφέρονται είναι «γράμματα καὶ γυμναστικὴν καὶ μουσικὴν καὶ τέταρτον ἔνιοι γραφικήν». Ο συγγραφέας γνωρίζει πού θέλει να καταλήξει και προσποιείται άγνοια για τη χρησιμότητα της διδασκαλίας της μουσικής:

«Τη γραμματική και τη γραφική οι παλαιότεροι τις εισήγαγαν στην παιδεία, επειδή είναι χρήσιμες στη ζωή και μάλιστα για πολλά πράγματα και τη γυμναστική, επειδή συντελεί στην ανδρεία. Για το μάθημα της μουσικής θα μπορούσε να αναρωτηθεί κάποιος, γιατί σήμερα οι περισσότεροι τη χρησιμοποιούν επειδή είναι ευχάριστη. Εκείνοι λοιπόν από παλιά την είχαν εντάξει στην παιδεία, επειδή η ίδια η φύση επιζητεί, όπως έχουμε πει πολλές φορές όχι μόνο να εργάζεται κανείς με ορθό τρόπο αλλά να είναι σε θέση να περνά τον ελεύθερό του χρόνο ωραία. Αυτή είναι η πρώτη αρχή όλων των πραγμάτων. Αφού και τα δύο είναι χρήσιμα, περισσότερο όμως είναι προτιμότερο να έχουμε ελεύθερο χρόνο από την εργασία, επομένως πρέπει να ερευνήσουμε πώς θα περνάμε τον ελεύθερό μας χρόνο.» -Αριστοτέλης, Πολιτικά 1337b25-35

Το «πρόβλημα» του ελεύθερου χρόνου ανήκει στην εκπαίδευση των ελεύθερων ανθρώπων και αντιμετωπίζεται ως ζητούμενο της παιδείας. Τελικά, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, η μόρφωση των νέων δεν πρέπει να περιλαμβάνει απλώς τα αναγκαία και τα χρήσιμα αλλά και τα «περιττά». Εκείνα που ομορφαίνουν την καθημερινότητά μας και δίνουν αξία στον χρόνο μας. Δηλαδή στη ζωή μας.

Ο Αριστοτέλης και η βουλευτική εξουσία

Ο τρόπος λειτουργίας των τριών εξουσιών – βουλευτική, νομοθετική, εκτελεστική – ως καταμερισμός των καθηκόντων για τη διασφάλιση της ορθής διαχείρισης των δημόσιων ζητημάτων, δε θα μπορούσε να μην είναι αλληλένδετος με την ποιότητα και τη φιλοσοφία του εκάστοτε πολιτεύματος. Αν θεωρήσουμε ότι το πολίτευμα είναι ο τρόπος οργάνωσης της πολιτείας, τότε ο διαχωρισμός των επιμέρους εξουσιών και οι αρμοδιότητες που προκύπτουν σε συνδυασμό με το πλέγμα των διαφοροποιήσεων που εντοπίζονται από περίπτωση σε περίπτωση, δεν είναι τίποτε άλλο από τον αντίκτυπο των διαφορών που έχουν τα πολιτεύματα μεταξύ τους και που φυσικά θα ήταν αδύνατο να μην είναι ορατές μέσα στην ίδια τη δομή τους. Με άλλα λόγια ο τριμερής διαχωρισμός της εξουσίας νοείται αλλιώς στη δημοκρατία κι αλλιώς στην ολιγαρχία – και κατ’ επέκταση αλλιώς στην αριστοκρατία και την πολιτεία: «Κάθε πολίτευμα διαθέτει τρία στοιχεία των οποίων τη σκοπιμότητα για το καθένα οφείλει να εξετάζει ο σπουδαίος νομοθέτης. Αν αυτά λειτουργούν σωστά, και το πολίτευμα οπωσδήποτε λειτουργεί σωστά. Στο βαθμό, πάλι, που παρατηρούνται διαφορές στο καθένα από αυτά, διαφέρουν και τα πολιτεύματα μεταξύ τους».

Η βουλευτική εξουσία είναι το σώμα που πρέπει να πάρει τις κρίσιμες αποφάσεις, οι οποίες, εν πολλοίς, θα χαράξουν την πορεία της πόλης. Είναι οι επιλογές στα φλέγοντα ζητήματα της πολιτικής επικαιρότητας που θα έχουν καθοριστική σημασία για το μέλλον: «Το βουλευτικό αποφασίζει για πόλεμο και ειρήνη, για σύναψη συμμαχιών και διάλυσή τους, για νόμους, για ποινές θανάτου, εξορίας και δήμευσης και τέλος για εκλογές αρχόντων και για απόδοση των ευθυνών τους». Το ζήτημα είναι ποιοι ακριβώς θα αποτελούν το βουλευτικό σώμα, ποιοι δηλαδή θα συμμετέχουν στη λήψη τόσο σπουδαίων αποφάσεων: «Αναγκαστικά έχουν το δικαίωμα να αποφασίζουν ή όλοι οι πολίτες για όλα αυτά ή μερικοί μόνο για όλα (π.χ. μία μόνο αρχή, ή περισσότερες ή διάφορες αρχές να αποφασίζουν για διάφορα ζητήματα) ή όλοι για μερικά θέματα ή κάποιοι για κάποια θέματα». Κι εδώ ακριβώς έγκειται ο εντοπισμός των προθέσεων του εκάστοτε πολιτεύματος που είτε επιδιώκει την καθολική συμμετοχή των πολιτών είτε αξιώνει τον αποκλεισμό κάποιων. Είναι προφανές ότι όσο περισσότερα εμπόδια προβάλλει στη λαϊκή συμμετοχή τόσο πιο ολιγαρχικά κινείται.

Μια γνήσια δημοκρατία οφείλει όχι να επιτρέπει, αλλά να επιδιώκει, θα λέγαμε να εξασφαλίζει, τη συμμετοχή όλων: «Γνώρισμα της δημοκρατίας είναι να αποφασίζουν όλοι για όλα τα ζητήματα ανεξαιρέτως, καθώς την ισότητα αυτή επιδιώκει ο λαός». Το ζήτημα είναι με ποιο τρόπο θα μπορούσε να επιτευχθεί αυτό, αφού «υπάρχουν πολλοί τρόποι να αποφασίζουν όλοι». Ο Αριστοτέλης παρατηρώντας τη δομή και τη λειτουργία των δημοκρατικών συστημάτων καταγράφει τέσσερις τρόπους που επιτυγχάνεται η λαϊκή συμμετοχή: «Ένας είναι να αποφασίζουν οι πολίτες εκ περιτροπής και όχι όλοι μαζί σε σώμα». Φέρνοντας ως παράδειγμα το πολίτευμα του Τηλεκλέους του Μιλησίου καταδεικνύει έναν τρόπο διοίκησης που λειτουργεί περισσότερο αντιπροσωπευτικά, που όμως σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να συγχέεται με τα σύγχρονα δεδομένα, αφού εκ περιτροπής το ρόλο του αντιπροσώπου θα τον έπαιζαν όλοι οι πολίτες. Είναι η δημοκρατία που χωρίς να αποκλείει κανέναν από τις πολιτικές αποφάσεις τελικά αποφασίζει μάλλον μειοψηφικά, καθώς η κάθε μεμονωμένη απόφαση αφορά τους πολίτες που συμμετέχουν στη διαμόρφωσή της. Αυτό που μένει είναι η διασφάλιση της ορθής επιλογής στην αναλογία των συμμετεχόντων (οικονομική κατάσταση, καταγωγή, περιοχή διαμονής, επάγγελμα κλπ.), ώστε η απόφαση να εκφράζει πράγματι τη λαϊκή βούληση κι όχι τα συμφέροντα μιας φράξιας που έτυχε να βρεθεί σε θέση ισχύος.

Ο δεύτερος τρόπος εξασφάλισης της λαϊκής συμμετοχής που εντοπίζει ο Αριστοτέλης αφορά την απόλυτη συμμετοχή των πολιτών σε συγκεκριμένα ζητήματα και πέρα αυτών να αποφασίζουν αρμόδιοι είτε αιρετοί είτε κληρωτοί: «Άλλος τρόπος είναι να συνέρχονται όλοι σε σώμα, μόνο για να εκλέγουν τους άρχοντες, να νομοθετούν, να αποφασίζουν για πόλεμο και ειρήνη, και να διεξάγουν τη διαδικασία της απόδοσης των ευθυνών στους άρχοντες. Για όλα τα άλλα ζητήματα αποφασίζουν οι αρμόδιοι για το καθένα άρχοντες, που είναι αιρετοί από όλους τους πολίτες ανεξαιρέτως, ή κληρωτοί». Στο ίδιο περίπου μήκος κύματος κινείται και ο τρίτος τρόπος λήψης των αποφάσεων μιας δημοκρατικά οργανωμένης πόλης: «Άλλος τρόπος είναι να συνέρχονται όλοι οι πολίτες για τα αξιώματα και τις λογοδοσίες των αρχόντων και με σκοπό να διαβουλεύονται για ζητήματα πολέμου και συμμαχιών, τα άλλα όμως θέματα να τα ρυθμίζουν αιρετές αρχές, όσες απαιτούνται, και τέτοιες είναι όσες ανατίθενται κατ’ ανάγκη σε εκείνους που γνωρίζουν να ασκούν εξουσία». Και οι δύο αυτές περιπτώσεις αφορούν την πραγμάτωση της άμεσης δημοκρατίας, που όμως, κυρίως για λόγους λειτουργικότητας, εναποθέτει αρμοδιότητες σε εκλεγμένους – εξασφαλίζοντας καθολικό δικαίωμα ψήφου – ή σε κληρωτούς, θεωρώντας ότι όλοι οι πολίτες είναι σε θέση να διεκπεραιώσουν ορθά τα δημόσια ζητήματα.

Ως προς την τέταρτη περίπτωση εξασφάλισης της συμμετοχικότητας στη λήψη των αποφάσεων ο Αριστοτέλης είναι ξεκάθαρος: «Τέταρτος τρόπος είναι να συγκεντρώνονται και να διαβουλεύονται όλοι για όλα, οι δε άρχοντες να μην αποφασίζουν για τίποτε, αλλά μόνο να προτείνουν προς έγκριση ή μη». Κι αν αυτός ο τελευταίος τρόπος φαίνεται ότι εξασφαλίζει την απόλυτη συμμετοχή, δίνει δηλαδή την εντύπωση της ιδανικότερης δημοκρατικής εκδοχής, η εικόνα αυτή γκρεμίζεται αμέσως από τις συνακόλουθες διευκρινίσεις: «Με τον τρόπο αυτό διοικείται το τελευταίο είδος δημοκρατίας στις μέρες μας, το οποίο υποστηρίζουμε ότι είναι ανάλογο με τη δυναστευτική ολιγαρχία και την τυραννική μοναρχία».

Πρόκειται για τη στρεβλή δημοκρατία των ψηφισμάτων και των δημαγωγών, τη δημοκρατία που απαξιώνει το δημόσιο συμφέρον αντικαθιστώντας το με τα συμφέροντα της κάθε συντεχνίας που προσπαθεί να επιβληθεί. Είναι η περίπτωση που οι νόμοι ατροφούν καθιστώντας φαινομενικά το λαό κυρίαρχο, ενώ στην πραγματικότητα τα ηνία τα έχουν οι ρήτορες που αποσκοπούν στην εξυπηρέτηση ιδίων συμφερόντων. Η ακύρωση του νόμου είναι η υπονόμευση της ελευθερίας, αφού η ελευθερία δεν μπορεί να νοηθεί ως κάτι αποκομμένο απ’ το δημόσιο συμφέρον. Η ελευθερία αναγκαστικά ταυτίζεται με το νόμο ως κατοχύρωση του λαϊκού συμφέροντος. Η αξιοκρατία, η αξιοπρέπεια της καθημερινής διαβίωσης, η πολιτική εντιμότητα, η φερεγγυότητα των πολιτικών προσώπων, η διαφάνεια, με δυο λόγια η διασφάλιση της συλλογικής ευημερίας αποτελούν αναφαίρετα δικαιώματα του πολίτη. Η ελευθερία δεν είναι τίποτε άλλο από την κατοχύρωση αυτών των δικαιωμάτων. Η δημοκρατία οφείλει να προασπίσει τη συμμετοχή του λαού στη λήψη των αποφάσεων μόνο με την προϋπόθεση της εκ των προτέρων διασφάλισης της ομαλής λειτουργίας των θεσμών. Η λαϊκή συμμετοχή που επιφέρει την κατάλυση των θεσμών δεν είναι παρά η στρέβλωση, δηλαδή η δημοκρατική επίφαση που θα δώσει το άλλοθι στην ασυδοσία. Κι αυτός, κατά τον Αριστοτέλη, είναι ο πιο επαίσχυντος λαϊκισμός.

Από την άλλη, ενώ είναι δεδομένο ότι οι ολιγαρχίες θέλουν να περιορίσουν τη λαϊκή συμμετοχή στις αποφάσεις, πρέπει να καταστεί σαφές ότι κάθε περιορισμός δε συνεπάγεται αυτομάτως και ολιγαρχία. Όταν το βουλευτικό σώμα διαμορφώνεται με κριτήριο το εισόδημα, έχει μεγάλη σημασία το ύψος του εισοδήματος που τίθεται ως αναγκαία προϋπόθεση. Όταν είναι μέτριο επιτρέποντας τη συμμετοχή των περισσότερων, οι οποίοι σε κάθε περίπτωση εφαρμόζουν και δεν καταπατούν το νόμο, και ταυτόχρονα διασφαλίζεται η συμμετοχή όλων όσων θα αποκτήσουν αυτό το εισόδημα ανεξαρτήτως καταγωγής ή πρότερης οικονομικής κατάστασης «η ολιγαρχία αυτού του είδους πλησιάζει την πολιτεία, επειδή διέπεται από μέτρο». Είναι η πάγια θέση της αριστοτελικής μεσότητας, που θέλει τη μεσαία τάξη κυρίαρχο και ρυθμιστή της πολιτικής κατάστασης: «Όταν όμως δε μετέχουν όλοι στο βουλευτικό σώμα, αλλά αυτοί που εκλέγονται, ασκούν την εξουσία σύμφωνα με το νόμο, όπως και στην προηγούμενη περίπτωση, τότε το πολίτευμα είναι ολιγαρχικό».

Το γεγονός ότι αυτοί που μετέχουν στο βουλευτικό σώμα εκλέγονται, για τον Αριστοτέλη, δεν αλλάζει την ουσία της ολιγαρχικής λογικής που δρα με τη μέθοδο του αποκλεισμού. Εξάλλου δε διευκρινίζεται αν το δικαίωμα της ψήφου είναι καθολικό ή υπάρχουν κι εκεί κριτήρια αποκλεισμού που από θέση αρχής καθιστούν τους εκλεγμένους λιγότερο δημοφιλείς. Το σίγουρο είναι ότι αυτή παρουσιάζεται ως ήπια εκδοχή της ολιγαρχίας, αφού δεν καταλύει απόλυτα τη λαϊκή βούληση και σέβεται το νόμο. Τα πράγματα σκληραίνουν στην περίπτωση που ο λαός αποκλείεται σχεδόν απόλυτα από τη συγκρότηση του βουλευτικού σώματος και ο νόμος απαξιώνεται από τη βούληση των ισχυρών: «Όταν ωστόσο τα ίδια τα μέλη του βουλευτικού εκλέγουν μόνο τους εαυτούς τους και όταν ισχύει κληρονομική διαδοχή του αξιώματος από τον πατέρα στο γιο και είναι αυτοί υπεράνω των νόμων, τότε πρόκειται για ολιγαρχική πολιτειακή οργάνωση σε υπερθετικό βαθμό». Σε κάθε περίπτωση, είτε από το δρόμο της δημοκρατίας είτε από το δρόμο της ολιγαρχίας, η ακύρωση του νόμου οδηγεί στον απόλυτο συγκεντρωτισμό, δηλαδή στην αυθαιρεσία των λίγων. Κι αυτός είναι ο δρόμος προς την τυραννία.

Όσο για τον τρόπο που διαχειρίζονται τη βουλευτική εξουσία τα πολιτεύματα της αριστοκρατίας και της πολιτείας καθίσταται σαφές ότι η λαϊκή βούληση παίζει σπουδαίο ρόλο στα καθοριστικά ζητήματα της πόλης, όμως πέρα από αυτά τις αποφάσεις τις παίρνουν αιρετοί κι όχι κληρωτοί άρχοντες: «Αντίθετα, όταν ορισμένοι αποφασίζουν για ορισμένα θέματα, όπως για παράδειγμα όλοι οι πολίτες αποφασίζουν για ζητήματα πολέμου, ειρήνης και λογοδοσίας αρχόντων, αλλά οποιοδήποτε άλλο θέμα αποφασίζουν οι άρχοντες, και αυτοί είναι αιρετοί και όχι κληρωτοί, το πολίτευμα είναι αριστοκρατία». Για μια ακόμη φορά ο Αριστοτέλης ξεκαθαρίζει ότι η αριστοκρατία νοείται μόνο ως αξιοκρατία, δηλαδή ως διαχείριση της εξουσίας από τους άριστους, και δεν έχει καμία σχέση ούτε με την καταγωγή ούτε με την υπερβολική περιουσία. Κι αυτός είναι και ο λόγος που λαός συμμετέχει ευθέως στη βουλευτική εξουσία σε ζητήματα υψίστης σημασίας όπως της ειρήνης ή του πολέμου: «Εάν, τέλος, άλλοι φορείς εξουσίας είναι αιρετοί και άλλοι κληρωτοί, και εάν είναι κληρωτοί ή άμεσα ή από τον κατάλογο εγκεκριμένων υποψηφίων, ή εάν είναι από κοινού αιρετοί ή κληρωτοί, τότε άλλα από αυτά είναι γνωρίσματα αριστοκρατικού πολιτεύματος και άλλα της πολιτείας».

Η πολιτεία, ως πολίτευμα που συνδυάζει στοιχεία και ολιγαρχικά και δημοκρατικά δε θα μπορούσε παρά να ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο και στον τρόπο αντιμετώπισης της βουλευτικής εξουσίας. Ενώ ενέχει τον αποκλεισμό μην επιτρέποντας σε όλους τη συμμετοχή (στοιχείο ολιγαρχικό), ακολουθεί τις δημοκρατικές μεθόδους της εκλογής και του κλήρου. Από την άλλη, ως πολίτευμα που δεν απέχει πολύ από την αριστοκρατία κινείται και πάλι μέσα σε δυσδιάκριτα όρια, που κι ο Αριστοτέλης δεν αναλαμβάνει να τα διαχωρίσει με πληρότητα. Το σίγουρο είναι ότι ο θεσμός των κληρωτών αξιωματούχων αντίκειται από θέση αρχής στην αριστοκρατία που θέλει την ανάδειξη των πιο άξιων. Η κλήρωση προϋποθέτει την αντίληψη της πλήρους ισότητας των πολιτών ως προς την ικανότητα διαχείρισης της εξουσίας, άποψη εκ διαμέτρου αντίθετη με την ιδεολογία της διαρκούς αναζήτησης του καλύτερου.

Αυτό που ο Αριστοτέλης προτείνει για την καλύτερη δυνατή απόδοση της βουλευτικής εξουσίας είναι η εξασφάλιση της μέγιστης δυνατής συμμετοχής στις αποφάσεις. Ορμώμενος από τη δημοκρατία της Αθήνας που παρακολουθεί, την οποία – ως γνωστόν – θεωρεί απολύτως στρεβλή, παρατηρεί ότι ο λαϊκισμός και η δημαγωγία έχουν περιθωριοποιήσει τους επιφανείς πολίτες και η απογοήτευση τους κάνει να απομακρύνονται όλο και περισσότερο απ’ τα κοινά. Από τη στιγμή που αυτοί είναι οι άνθρωποι που απέχουν, το πολίτευμα πρέπει να φροντίσει και για τη δική τους συμμετοχή. Η λύση που υποδεικνύει έρχεται από τις μεθόδους της ολιγαρχίας που επιβάλλει πρόστιμα σ’ αυτούς που αρνούνται τη συμμετοχή.

Κι ας μη βιαστεί να καταλήξει κανείς σε συμπεράσματα επειδή υποδεικνύει μεθοδεύσεις της ολιγαρχίας, αφού ο Αριστοτέλης καταφεύγει σ’ αυτή τη λύση γιατί αυτό επιβάλλουν οι συγκεκριμένες περιστάσεις. (Μην ξεχνάμε ότι στις ολιγαρχίες είχε προτείνει να αποδίδουν μισθό στους φτωχότερους για να εξασφαλίσουν τη συμμετοχή τους). Το ζήτημα είναι η συμμετοχή των περισσοτέρων και τα μέτρα που πρέπει να παρθούν είναι ανάλογα με τις περιστάσεις: «Συμφέρει στο είδος της δημοκρατίας που σήμερα θεωρείται κατ’ εξοχήν δημοκρατία (εννοώ το είδος στο οποίο ο δήμος είναι υπεράνω και των νόμων ακόμη), προκειμένου να λαμβάνονται σωστότερες αποφάσεις, να κάνει αυτό που κάνουν τα ολιγαρχικά πολιτεύματα για τη λειτουργία των δικαστηρίων (επιβάλλουν πρόστιμο σε όσους δε θέλουν να δικάζουν για να τους υποχρεώσουν να δικάζουν. Αντίθετα οι δημοκρατικοί αμείβουν με μισθό τους άπορους πολίτες)». Και συνεχίζει υποδεικνύοντας και τον τρόπο λειτουργίας της εκκλησίας του δήμου: «Αυτό προτείνω να γίνει και για τις εκκλησίες (θα αποφασίζουν σωστότερα, αν αποφασίζουν από κοινού όλοι, ο λαός μαζί με τους επιφανείς πολίτες και οι επιφανείς πολίτες μαζί με το λαό).

Όμως η ισότιμη εκπροσώπηση που πρέπει να διασφαλιστεί με τη συμμετοχή των πολλών, σε τελική ανάλυση δεν είναι τίποτε άλλο από την εκπροσώπηση όλων των συμφερόντων. Με άλλα λόγια όλες οι κοινωνικές τάξεις πρέπει να έχουν φωνή στη διαχείριση της βουλευτικής εξουσίας, αφού μόνο έτσι θα επιτευχθεί η κοινωνική πολυφωνία. Η βουλευτική εξουσία που επιτρέπει μόνο τη συμμετοχή των πλουσίων δεν μπορεί παρά να δράσει συντεχνιακά: «Συμφέρει επίσης τα μέλη του βουλευτικού να είναι αιρετά ή κληρωτά μεν, αλλά να ισχύει ισότητα ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις. Συμφέρει επίσης και στην περίπτωση που οι δημοκρατικοί ως πολυπληθέστεροι κυριαρχούν αριθμητικά ανάμεσα στους πολίτες, ή να μη δίνεται σε όλους μισθό, αλλά σε πλήθος αντίστοιχο με το πλήθος των επιφανών πολιτών, ή να αφαιρούν με κλήρο το δικαίωμα συμμετοχής σε όσους υπερβαίνουν αυτό τον αριθμό». Κι αν ο αποκλεισμός των φτωχών δημοκρατικών, προκειμένου να διασφαλιστούν οι ισορροπίες στη βουλευτική εκπροσώπηση, ξενίζει, ο Αριστοτέλης προτείνει ακριβώς το ίδιο και στην αντίθετη περίπτωση: «Αντίθετα στις ολιγαρχίες ωφελεί ή να προσθέσουν με εκλογές μερικούς απ’ το λαό στο βουλευτικό ή, όπως γίνεται σε άλλα πολιτεύματα, αφού συστήσουν ένα σώμα από πολίτες με το όνομα πρόβουλοι ή νομοφύλακες, να ασχολούνται με τα θέματα που επεξεργάστηκαν οι πρόβουλοι (γιατί έτσι ο λαός θα μετέχει στο βουλευτικό, αλλά δε θα έχει δύναμη να καταλύσει κανένα στοιχείο από το πολίτευμα)».

Οι πρόβουλοι και οι νομοφύλακες ήταν σώματα των αριστοκρατικών πολιτευμάτων. Ειδικότερα οι πρόβουλοι ήταν βουλευτικό σώμα και οι νομοφύλακες πολιτική αρχή με κύρια αρμοδιότητα να ελέγχουν την τήρηση των νόμων. Ο ίδιος ο Αριστοτέλης στο τέλος του έκτου βιβλίου των Πολιτικών του αναφέρει: «τρεις είναι οι αρχές στις οποίες μερικά πολιτεύματα αναθέτουν την ευθύνη για την εκλογή των αρχόντων, δηλαδή η αρχή των νομοφυλάκων, των προβούλων και της βουλής. Από αυτές τις αρχές εκείνη των νομοφυλάκων είναι αριστοκρατικός θεσμός, των προβούλων ολιγαρχικός και της βουλής δημοκρατικός». (1323a, 6), ενώ επίσης στο έκτο βιβλίο (1322b, 16) αναφέρει: «ονομάζονται πρόβουλοι, επειδή προβουλεύονται, ενώ όπου υπάρχει δημοκρατία, βουλή μάλλον». (1322b, 16). Πιο ξεκάθαρος όμως γίνεται στο τέταρτο βιβλίο των Πολιτικών του (1299b, 30): «Εξάλλου υπάρχουν και ειδικές αρχές σε ορισμένα είδη πολιτευμάτων, όπως η αρχή των προβούλων. Η αρχή αυτή δεν είναι δημοκρατική. Το βουλευτικό σώμα όμως είναι λαϊκό. Γιατί πρέπει να υπάρχει κάποιο όργανο το οποίο να επεξεργάζεται τα θέματα πριν από το δήμο, για να μην απασχολείται αυτός. Αν είναι ολιγάριθμο αυτό, έχει ολιγαρχικό χαρακτήρα. Οι πρόβουλοι αναγκαστικά είναι λίγοι και επομένως ο θεσμός είναι ολιγαρχικός»

Τελικά, αυτό που έχει τη μεγαλύτερη σημασία για τον Αριστοτέλη στη βουλευτική εξουσία είναι οι πολιτικές ζυμώσεις που θα προέλθουν από την ισότιμη αντιπαράθεση των αλληλοσυγκρουόμενων συμφερόντων. Η συνύπαρξη των κοινωνικών τάξεων είναι ζήτημα υψίστης σημασίας για την ευημερία της πόλης και σε καμία περίπτωση δε θα ήταν λύση η επιβολή της περιουσιακής ισότητας. Γιατί η ισότητα αυτού του είδους τείνει στην ισοπέδωση και η αξία του καθενός οφείλει να έχει και περιουσιακή υπόσταση. Αν το σύστημα της δικαιοσύνης λειτουργεί ορθά κι ανεπηρέαστα τότε ο πλούτος του καθενός θα καθρεφτίζει την αξία του, αφού δε θα υπάρχει περίπτωση καταπάτησης των περιουσιακών δικαιωμάτων του άλλου. Κι αν στ’ αλήθεια ισχύουν όλα αυτά θα είναι αδύνατο να συναντήσουμε περιπτώσεις του άμετρου πλούτου, αφού κανείς δε μπορεί να πλουτίσει άμετρα ακολουθώντας πιστά το νόμο. Εξάλλου, ακόμη κι αν ήταν δυνατό να συμβεί αυτό, ο νόμος θα μπορούσε να πάρει μέτρα ώστε να το αποτρέψει. Η πόλη που ακολουθεί το μέτρο και στον πλούτο και στη φτώχεια δεν έχει να φοβηθεί τίποτε κι όταν ο πλούτος συνοδεύεται από την αξία μπορεί να γίνει αποδεκτός. Όπως και η φτώχεια που δεν ξεπερνά τα όρια της αξιοπρέπειας. Υπό αυτές τις συνθήκες η εκπροσώπηση όλων των κοινωνικών τάξεων στη βουλευτική εξουσία και οι συγκρούσεις που αναπόφευκτα θα υπάρξουν δεν μπορούν παρά να δράσουν ευεργετικά. Γιατί θα εξισορροπήσουν τις περιουσιακές αποστάσεις. Δηλαδή θα συμβάλουν στην αναζήτηση και την πραγμάτωση του μέτρου.

Η τελευταία παρατήρηση του Αριστοτέλη σε σχέση με τη λειτουργία της βουλευτικής εξουσίας αφορά την αντιστροφή της διαδικασίας ως προς τη λήψη και την επικύρωση των αποφάσεων: «Επίσης χρειάζεται να γίνεται το αντίθετο από αυτό που παρατηρείται στις πολιτείες. Όταν δηλαδή το πλήθος δίνει την έγκρισή του, η απόφασή του να είναι έγκυρη, αν όμως καταψηφίζει, η απόφασή του να μη θεωρείται έγκυρη και να επανεξετάζουν το ζήτημα οι άρχοντες. Γιατί στις πολιτείες γίνεται το αντίστροφο από αυτό. Εάν, δηλαδή, οι λίγοι εγκρίνουν, η έγκριση είναι έγκυρη, αν καταψηφίσουν, δεν είναι έγκυρη η απόφαση και επανεξετάζεται από το δήμο πάντα». Η αντιστροφή των λειτουργιών που προτείνει ο Αριστοτέλης δεν είναι τίποτε άλλο από την πεποίθηση ότι ο λαός πρέπει να είναι ο κυρίαρχος στις τελικές αποφάσεις. Η επικρατούσα αντίληψη που θέλει τους άρχοντες να έχουν τον πρώτο λόγο και τη συμμετοχή του λαού μόνο σε περίπτωση διαφωνίας των αρχόντων μετατρέπει τη βουλευτική εξουσία σε συναλλαγή, αφού οι ισχυροί έχουν όλο το πεδίο να προβούν σε συμφωνίες, δηλαδή να διαπραγματευτούν τα συμφέροντά τους και να κλείσουν συμφωνίες, στο πλαίσιο των πολιτειακών αποφάσεων, ερήμην του λαού που αδυνατεί να παρακολουθήσει. Κι αυτός είναι ο ορισμός της αδιαφάνειας, καθώς αφήνει τους ισχυρούς να αποφασίζουν κατά το δοκούν μετατρέποντας την εξουσία σε αλισβερίσι. Με την αντιστροφή της διαδικασίας ο λαός όχι μόνο έχει την πρωτοβουλία των αποφάσεων, αλλά είναι και πλήρως ενημερωμένος, αφού αναγκαστικά συμμετέχει στις συζητήσεις. Με αυτό τον τρόπο, ακόμη κι αν η τελική απόφαση περάσει στα χέρια των αρχόντων, ο καθένας θα είναι σε θέση να την κρίνει, ως γνώστης του ζητήματος που διακυβεύτηκε. Ο έλεγχος της εξουσίας προϋποθέτει την αληθινή γνώση των δημόσιων υποθέσεων και η διαρκής συμμετοχή είναι ο ασφαλέστερος δρόμος για την επίτευξή της.

Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία της αριστοτελικής αντίληψης για τη βουλευτική εξουσία, που εστιάζει στη διασφάλιση της πολυφωνίας στις διαδικασίες για τη λήψη των πολιτειακών αποφάσεων. Και η πολυφωνία δεν αφορά μόνο τη λαϊκή συμμετοχή, που πρέπει να έχει τον πρώτο λόγο, αλλά και την εγγύηση της ισοδύναμης εκπροσώπησης όλων των κοινωνικών τάξεων. Η βουλευτική εξουσία δεν είναι παρά η διαμάχη των συμφερόντων που πρέπει να εξισορροπηθούν μέσα στο πλαίσιο της ορθής λειτουργίας της πόλης. Η μεροληπτική στάση απέναντι στα συμφέροντα του ενός ή του άλλου δεν μπορεί παρά να είναι ζημιογόνα. Από αυτή την άποψη, η βουλευτική εξουσία που εκπροσωπείται από διαμορφωμένες κάστες που αναπαράγουν συγκεκριμένα συμφέροντα δεν είναι μόνο άδικη, αλλά και άκρως επιζήμια για την πόλη. Είναι ο ορισμός της αδιαφάνειας και της διαπλοκής, που μετατρέπει την εξουσία σε παζάρι συμφερόντων. Είναι το περίγραμμα της ολιγαρχικής εκδοχής, όπως το απέδωσε ο Αριστοτέλης. Κι όσο πιο συγκεκριμένες είναι οι κάστες, τόσο πιο αδιαπραγμάτευτα γίνονται και τα συμφέροντα, τόσο περισσότερο δηλαδή σκληραίνει η ολιγαρχία. Υπό αυτές τις συνθήκες είναι μάλλον αστείο να μιλά κανείς για δημοκρατικά προσχήματα.

Αριστοτέλης, Πολιτικά

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΞΕΝΟΦΩΝ, ΚΥΡΟΥ ΠΑΙΔΕΙΑ

ΞΕΝ ΚΠαιδ 8.7.1–8.7.4

Ένα όνειρο για τον επικείμενο θάνατο του Κύρου

Όταν τακτοποίησε την κατάσταση στη Βαβυλώνα (βλ. ΞΕΝ ΚΠαιδ 7.5.72–7.5.79), ο Κύρος ετοιμάστηκε να αναχωρήσει για την πατρίδα του, την Περσία. Φτάνοντας στη Μηδία, έγινε δεκτός από τον Κυαξάρη, στον οποίο απέδωσε για μια ακόμη φορά τις πρέπουσες τιμές. Ο πατέρας του Καμβύσης ανακοίνωσε ότι του κληροδοτούσε τη βασιλεία μετά το θάνατό του. Τα επόμενα χρόνια ο Κύρος επέκτεινε με εκστρατείες ακόμα περισσότερο τα σύνορα της αυτοκρατορίας του.

[8.7.1] Οὕτω δὲ τοῦ αἰῶνος προκεχωρηκότος, μάλα δὴ πρεσβύτης
ὢν ὁ Κῦρος ἀφικνεῖται εἰς Πέρσας τὸ ἕβδομον ἐπὶ τῆς αὑτοῦ
ἀρχῆς. καὶ ὁ μὲν πατὴρ καὶ ἡ μήτηρ πάλαι δὴ ὥσπερ εἰκὸς
ἐτετελευτήκεσαν αὐτῷ· ὁ δὲ Κῦρος ἔθυσε τὰ νομιζόμενα ἱερὰ
καὶ τοῦ χοροῦ ἡγήσατο Πέρσαις κατὰ τὰ πάτρια καὶ τὰ
δῶρα πᾶσι διέδωκεν ὥσπερ εἰώθει. [8.7.2] κοιμηθεὶς δ’ ἐν τῷ βασι-
λείῳ ὄναρ εἶδε τοιόνδε. ἔδοξεν αὐτῷ προσελθὼν κρείττων
τις ἢ κατὰ ἄνθρωπον εἰπεῖν· Συσκευάζου, ὦ Κῦρε· ἤδη γὰρ
εἰς θεοὺς ἄπει. τοῦτο δὲ ἰδὼν τὸ ὄναρ ἐξηγέρθη καὶ σχεδὸν
ἐδόκει εἰδέναι ὅτι τοῦ βίου ἡ τελευτὴ παρείη. [8.7.3] εὐθὺς οὖν
λαβὼν ἱερεῖα ἔθυε Διί τε πατρῴῳ καὶ Ἡλίῳ καὶ τοῖς ἄλλοις
θεοῖς ἐπὶ τῶν ἄκρων, ὡς Πέρσαι θύουσιν, ὧδ’ ἐπευχόμενος·
Ζεῦ πατρῷε καὶ Ἥλιε καὶ πάντες θεοί, δέχεσθε τάδε καὶ
τελεστήρια πολλῶν καὶ καλῶν πράξεων καὶ χαριστήρια ὅτι
ἐσημαίνετέ μοι καὶ ἐν ἱεροῖς καὶ ἐν οὐρανίοις σημείοις καὶ
ἐν οἰωνοῖς καὶ ἐν φήμαις ἅ τ’ ἐχρῆν ποιεῖν καὶ ἃ οὐκ ἐχρῆν.
πολλὴ δ’ ὑμῖν χάρις ὅτι κἀγὼ ἐγίγνωσκον τὴν ὑμετέραν
ἐπιμέλειαν καὶ οὐδεπώποτε ἐπὶ ταῖς εὐτυχίαις ὑπὲρ ἄνθρωπον
ἐφρόνησα. αἰτοῦμαι δ’ ὑμᾶς δοῦναι καὶ νῦν παισὶ μὲν καὶ
γυναικὶ καὶ φίλοις καὶ πατρίδι εὐδαιμονίαν, ἐμοὶ δὲ οἷόνπερ
αἰῶνα δεδώκατε, τοιαύτην καὶ τελευτὴν δοῦναι. [8.7.4] ὁ μὲν δὴ
τοιαῦτα ποιήσας καὶ οἴκαδε ἐλθὼν ἔδοξεν ἡδέως ἀναπαύ-
σεσθαι καὶ κατεκλίνη. ἐπεὶ δὲ ὥρα ἦν, οἱ τεταγμένοι
προσιόντες λούσασθαι αὐτὸν ἐκέλευον. ὁ δ’ ἔλεγεν ὅτι
ἡδέως ἀναπαύοιτο. οἱ δ’ αὖ τεταγμένοι, ἐπεὶ ὥρα ἦν,
δεῖπνον παρετίθεσαν· τῷ δὲ ἡ ψυχὴ σῖτον μὲν οὐ προσίετο,
διψῆν δ’ ἐδόκει, καὶ ἔπιεν ἡδέως.

***
Αφού έτσι πέρασε ο καιρός, επήγε ο Κύρος γέρος πια για έβδομη φορά στη Περσία, αφότου κατέκτησε τη βασιλεία. Ο πατέρας του και η μητέρα του προ πολλού βέβαια, όπως ήταν φυσικό, είχαν πεθάνει. Ο Κύρος πρόσφερε τις συνηθισμένες θυσίες, έκαμε την αρχή του χορού μεταξύ των Περσών, σύμφωνα με τα πατροπαράδοτα έθιμα, και μοίρασε σ' όλους δώρα, όπως συνήθιζε να κάνη. Όταν δε κοιμήθηκε στα ανάκτορα, είδε το εξής όνειρο: Του φάνηκε ότι τον πλησίασε κάποιος ψηλότερος από τους συνηθισμένους ανθρώπους και του είπε «Ετοιμάσου, Κύρε, γιατί τώρα θα πας στους θεούς». Μόλις είδε το όνειρο αυτό, εξύπνησε και ενόμιζε ότι σχεδόν γνωρίζει πως έφτασε το τέλος της ζωής του. Αμέσως λοιπόν επήρε τα ζώα που προωρίζοντο για τη θυσία, πρόσφερε θυσία στον προστάτη των προγόνων του Δία, στον Ήλιο και στους άλλους θεούς επί της Ακροπόλεως, όπως συνηθίζουν να προσφέρουν τις θυσίες τους οι Πέρσες, και έκαμε την εξής προσευχή: «Δία προστάτη των προγόνων μου και Ήλιε και όλοι οι άλλοι θεοί, δεχθήτε τις θυσίες αυτές, και ως ευχαριστήριες για τις πολλές και μεγάλες πράξεις μου, και ως θυσίες ευγνωμοσύνης γιατί μου φανερώνατε, και με τα σφάγια των θυσιών και με σημεία του ουρανού και με οιωνούς και με μαντείες, όσα έπρεπε να κάνω και όσα δεν έπρεπε. Πολύ σας ευγνωμονώ, γιατί και εγνώριζα πως φροντίζετε για μένα, και ποτέ δεν περηφανεύτηκα για την ευτυχία μου. Σας παρακαλώ και τώρα να δώσετε στα παιδιά μου, στη γυναίκα μου και στους φίλους μου ευτυχία, και σε μένα δώσετε να πεθάνω ευτυχής όπως και έζησα ευτυχισμένος». Ο Κύρος λοιπόν αφού έκαμε αυτά και γύρισε στο παλάτι του, επιθύμησε να κοιμηθή, και κοιμήθηκε. Όταν ήταν καιρός, παρουσιάστηκαν οι ωρισμένοι γι' αυτό το σκοπό, και του είπαν ότι πρέπει να λουστή. Εκείνος τους απάντησε ότι με ευχαρίστηση αναπαύεται. Εκείνοι πάλι που υπηρετούσαν στο τραπέζι, όταν ήταν καιρός, ετοίμασαν το τραπέζι, αλλ' αυτός δε θέλησε να φάη, ενόμισε όμως ότι διψούσε και ήπιε με μεγάλη ευχαρίστηση.

Τετάρτη 26 Ιουλίου 2023

O Σχηματισμός των λέξεων στην Αρχαία Ελληνική γλώσσα

ΙΙΙ. -θο-


§ 174. Ρίζες και ρηματικά θέματα επεκτείνονται πολλαπλά με το -θο-: βρ ί̄ -θειν 'είμαι φορτωμένος' (βέ-βρῑθ-α με επέκταση του -θ- πέρα από τον ενεστώτα) από το βρι-αρός 'δυνατός', φθινύ-θειν 'φθίνω' (§ 171), πλή-θειν 'είμαι γεμάτος' (το -θ- και στο πλῆθος) από το πιμ-πλά-ναι, ἀλήθειν 'αλέθω' ιωνικό-ελληνιστικό αντί για το ἀλεῖν.

Ενώ θα μπορούσαμε εδώ να μιλήσουμε ακόμη για ριζικό καθοριστικό (§ 7), τα -αθο- και -εθο- εξελίχθηκαν περισσότερο σαν επιθήματα:

πελά-θειν 'πλησιάζω' από το πελά-ζειν· ιδίως στους ιστορικούς χρόνους μετ-ε-κί-αθον, ἐέργ-αθον κτλ., τύποι που από παλιά άλλοι γραμματικοί τους ενέτασσαν στον παρατατικό και άλλοι στον αόριστο.

θαλέθειν 'θάλλω' (θάλλειν, θάλος), φαέθειν 'λάμπω' (φάος), φλεγέθειν 'καίω' (φλέγειν 'κατακαίω'). Σίγουρα αοριστικό είναι το σχεθεῖν = σχεῖν.

Αν ή σε ποιο βαθμό το επίθημα -θο- σχετίζεται με τη ρίζα θη- 'καθίζω, τοποθετώ, θέτω, κάνω' είναι εντελώς άγνωστο.

Αν δώσουμε στους ανθρώπους μια ευκαιρία και εκείνοι θα μας εκπλήξουν

Περπατάς στους δρόμους της πόλης με το κεφάλι σκυφτό, σαν κάτι να γυρεύεις και από κάπου να τρέχεις μακριά. Για χρόνια τώρα αποφεύγεις να κοιτάς τους άλλους στα μάτια, κλείνεσαι στον δικό σου μικρόκοσμο και απλώς προχωράς. Πότε, άραγε, σταμάτησες να πιστεύεις στους ανθρώπους;

O ένας σου φαίνεται υπερβολικά εξωστρεφής και ο άλλος αδιανόητα κυνικός. Έπειτα υπάρχει φυσικά και εκείνος ο συνάδελφος από το γραφείο που σε εξοργίζει με την ανυπόφορη τελειομανία του αλλά και ο γείτονας του πέμπτου που θα ήταν μια χαρά αν δεν είχε το κακό συνήθειο να σου πιάνει διαρκώς κουβέντα στην εξώπορτα για τα καιρικά φαινόμενα.

Και τώρα ανοίγεις βιαστικά την ομπρέλα, καθώς τελικά ο γείτονας δικαιώθηκε αυτή τη φορά και οι πρώτες ψιχάλες της βροχής έχουν αρχίσει ήδη να αναμετριούνται με το άψογο χτένισμά σου.

Φυσικά κατηγορείς την κομμώτριά σου για τη συμφορά, που επέμενε να σου κλείσει ραντεβού την Τρίτη, λες και τηλεόραση δεν είχε στο σπίτι της να τσεκάρει το μετεωρολογικό δελτίο. Όλοι λάθος λοιπόν. Ένας στρατός από ενοχλητικές υπάρξεις που έχει βαλθεί να δοκιμάσει τα όρια των αντοχών σου σε περικυκλώνει. Υπάρχει διέξοδος;

Έχεις ποτέ αναρωτηθεί ποια είναι η δική σου συμβολή στο εχθρικό σύμπαν; Κάθε μας σύγκρουση, εξάλλου, με τους γύρω αποκαλύπτει και μια κρυφή μας αδυναμία, μια αχίλλειο πτέρνα, ένα τραύμα που ακόμη δε γιατρεύτηκε.

Και εμείς αντί να σκύβουμε με αγάπη πάνω στο τραύμα το καλύπτουμε ενοχικά με ένα σωρό υφάσματα και ύστερα εκτονώνουμε την οργή ή τη θλίψη μας στις πληγές των άλλων. Όχι μόνο τις παρατηρούμε αλλά και τις σκαλίζουμε, τις επικρίνουμε, τις καταδικάζουμε ισόβια, χωρίς το άλλοθι των ελαφρυντικών, δίχως τη συμπόνια για όσες βαριές ετικέτες εξαρχής τις δημιούργησαν.

Γιατί δε συναντούμε τους ανθρώπους πίσω από τις δανεικές ιστορίες τους; Γιατί δεν κατανοούμε πως κάπως έφτασαν στο σήμερα, με ορισμένα εμπόδια κλήθηκαν να αναμετρηθούν, δύσκολες στροφές σημάδεψαν την πορεία τους και με τους δικούς τους δαίμονες πασχίζουν να συνθηκολογήσουν καθημερινά;

Καθένας από εμάς είναι ο πρωταγωνιστής πίσω από την παράσταση και η ψυχή πέρα από τα ψεγάδια. Ας είμαστε επιεικείς με τη θνητή φύση. Αν δώσουμε στους ανθρώπους μια ευκαιρία, τότε εκείνοι μπορεί και να μας εκπλήξουν. Αν πιστέψουμε στο φως μέσα τους, αν ενισχύσουμε την πίστη και θεριέψουμε την ελπίδα τους, ίσως και να μας αποζημιώσουν με τη θεαματικότερη μεταμόρφωση.

Στο βάθος εξάλλου είμαστε όλοι λίγοι μονοί, λίγο σπασμένοι και χαμένοι, λίγο ακατανόητοι και παρεξηγημένοι. Εστιάζουμε στις ανεπάρκειες των τρίτων όταν μας κατατρέχουν οι προσωπικές μας και ερμηνεύουμε τον κόσμο καχύποπτα όταν το μυαλό μας πλημμυρίζει από φόβους και ανασφάλειες.

Δεν είμαστε ανώτεροι ή κατώτεροι από όσους συναντάμε στον δρόμο μας, πιο μορφωμένοι ή πιο έξυπνοι, πιο επιτυχημένοι ή πιο πλούσιοι. Είμαστε ψυχές που περιπλανώνται, πνεύματα που εξελίσσονται και καρδιές που γυρεύουν αγάπη, αποδοχή και συγχώρεση. Κάνουμε ένα σωρό γκάφες, συχνά δε διαχειριζόμαστε σωστά την ένταση, γκρινιάζουμε πού και πού ή επιζητάμε εγωκεντρικά την προσοχή.

Όμως είναι εντάξει. Είναι εντάξει να μην είμαστε τέλειοι, είναι εντάξει να μην τα ξέρουμε όλα και είναι εντάξει να χανόμαστε ξανά και ξανά στην ίδια διαδρομή. Αποτελούν όλα μέρος του συναρπαστικού ταξιδιού που λέγεται ζωή.

Ωστόσο ποιος συνοδηγός επιθυμείς να γίνεις; Πριν απαντήσεις, φαντάσου πως μια σειρά άστοχων κινήσεων σε οδηγεί σε ένα άγνωστο μέρος, που θυμίζει σκηνικό ταινίας θρίλερ. Η καταιγίδα έχει αρχίσει να ξεσπά την οργή της στον ουρανό ενώ εσύ πασχίζεις να προσανατολιστείς, να ενώσεις τα σημάδια, να διαβάσεις σωστά τον χάρτη.

Ο διπλανός σου ωρύεται: «Είσαι ανόητος. Το ήξερα εξαρχής πως δεν ωφελεί να βασίζομαι πάνω σου. Δεν θα καταφέρεις ποτέ κάτι με την αδιανόητη αφηρημάδα σου». Πόσες πιθανότητες δίνεις στον εαυτό σου να διαχειριστεί την κατάσταση όταν μια φωνή δίπλα σου σου υπενθυμίζει συνεχώς πως αδυνατείς;

Και τώρα σκέψου το εναλλακτικό σενάριο: Ο συνοδηγός σου πιάνει καθησυχαστικά το χέρι «Έχει συμβεί και σε εμένα τόσες φορές. Δεν έγινε δα και κάτι σπουδαίο. Μαζί θα τη βρούμε την άκρη», σου λέει. Και ύστερα διακωμωδεί την κατάσταση και καταλήγετε να γελάτε μαζί, αφού τουλάχιστον θα έχετε μια πρωτότυπη περιπέτεια να διηγηθείτε την επόμενη μέρα στους φίλους σας.

Και με έναν μαγικό τρόπο εσύ ανακτάς την ψυχραιμία σου, ενώνεις τα σημεία, διαβάζεις σωστά τον χάρτη. Τίποτα μαγικό δε συνέβη . Απλώς οι άνθρωποι χρειάζονται ανθρώπους. Ας περιστοιχιστούμε λοιπόν από τους σωστούς: Τους ονειροπόλους και τους τρελούς, τους αισιόδοξους και τους ασυμβίβαστους, όσους επιμένουν να βλέπουν την ομορφιά στις μουντζούρες και το θαύμα στο χάος.

Και έπειτα ας γίνουμε εμείς με τη σειρά μας οι εμπνευστές, ας δώσουμε στους ανθρώπους μια ευκαιρία να εξελιχθούν σε κάτι φωτεινότερο από ό,τι ποτέ ονειρεύτηκαν, ας απελευθερώσουμε την σπίθα μέσα τους, ας δημιουργήσουμε πυροτεχνήματα, ας χειροκροτήσουμε οποιαδήποτε μικρή υπέρβαση γιατί αυτή ακριβώς θα τους οδηγήσει σε μια ακόμη μεγαλύτερη στο μέλλον.

Και ας αποχωριστούμε οριστικά τον κριτή μέσα μας, εκείνον τον στρυφνό τύπο που επιζητά τιμωρίες και εξιλαστήρια θύματα, που αρέσκεται να επινοεί μαύρα πρόβατα και αποδιοπομπαίους τράγους. Άλλωστε, όταν βλέπουμε μια ιστορία από την ασφαλή μας απόσταση δεν μπορούμε να υπολογίσουμε τις θυσίες που αυτή χρειάστηκε για να ανέβει στο σανίδι.

Και το σημαντικότερο: Αγνοούμε τα κίνητρα του πρωταγωνιστή. Γιατί άραγε να παίζει σε μια τόσο κακόγουστη παράσταση; Έχουμε σκεφτεί αν ασφυκτιά στο κοστούμι του; Αν ο ρόλος που αποστήθισε υπήρξε κάποτε η μοναδική ευκαιρία του να επιβιώσει;

Όταν σταματάμε να συμπεριφερόμαστε με σκληρότητα στους γύρω μας, τότε λειαίνονται και οι δικές μας γωνίες. Και πια ανταμώνουμε στα παρασκήνια. Για πρώτη φορά κοιτάμε ο ένας τον άλλον αληθινά και χαμογελάμε με τα μάτια. Αναρωτιόμαστε αν αξίζει τον κόπο να αναπαράγουμε πεποιθήσεις δυσλειτουργικές, που μας καθηλώνουν ξανά και ξανά στο ίδιο σημείο.

Και έπειτα λαμβάνουμε τη πιο σοβαρή απόφαση: Kατασκευάζουμε συντροφιά μια σκάλα και δραπετεύουμε σε έναν κόσμο διαφορετικό: Εκεί όπου τα αστέρια δε φθονούν τη λάμψη των άλλων αστεριών και οι ιστορίες ξαναγράφονται από την αρχή, εκεί θα συναντιούνται αιωνίως οι άνθρωποι.

Θεωρία Παραληρηματικής Αντίληψης και Αλήθειας

Η θεωρία της Παραληρητικής Αντίληψης και Αλήθειας υποστηρίζει ότι η ανθρώπινη κατανόηση της πραγματικότητας συχνά παραμορφώνεται από γνωστικές προκαταλήψεις, οδηγώντας σε παραμορφωμένες αντιλήψεις που δημιουργούν ένα «δίχτυ αυταπάτης». Αυτές οι αυταπάτες εμποδίζουν το μονοπάτι προς την αλήθεια, καλλιεργώντας μια ψευδή αίσθηση της πραγματικότητας που περιορίζει την κατανόησή μας.

Βασικές Έννοιες

Παραληρηματική αντίληψη

Αυτό αναφέρεται στη διαστρεβλωμένη αίσθηση της πραγματικότητας που προκύπτει από γνωστικές προκαταλήψεις. Τα άτομα συχνά βλέπουν τις εμπειρίες τους μέσα από έναν υποκειμενικό φακό, οδηγώντας σε λανθασμένες ερμηνείες που δημιουργούν ένα πλέγμα ψευδαισθήσεων.

Δίχτυα αυταπάτης

Αυτά είναι τα περίπλοκα συστήματα ψευδών πεποιθήσεων και παρανοήσεων που τα άτομα ασυνείδητα τηρούν. Λειτουργούν ως εμπόδια, εμποδίζοντας τα άτομα να αναγνωρίσουν και να αποδεχτούν την αλήθεια.

Αλήθεια

Σε αυτή τη θεωρία, η αλήθεια είναι η ακριβής κατανόηση της πραγματικότητας. Επιτυγχάνεται όταν τα άτομα ξεπερνούν τα δίχτυα της αυταπάτης.

Κατανόηση

Αυτή είναι η διαδικασία αναγνώρισης, συνειδητοποίησης και αποδοχής της αλήθειας. Περιλαμβάνει την απελευθέρωση από τα δίχτυα της αυταπάτης και τη θέαση της πραγματικότητας όπως είναι, χωρίς στρεβλώσεις.

Μηχανισμός

Η θεωρία προτείνει ότι οι άνθρωποι παγιδεύονται σε έναν ατελείωτο κύκλο δημιουργίας και ενίσχυσης των δικών τους διχτυών αυταπάτης. Αυτά τα δίχτυα είναι πλεγμένα με νήματα ψευδών πεποιθήσεων, γνωστικών προκαταλήψεων και παρανοήσεων.

Για να έχει πρόσβαση στην αλήθεια, ένα άτομο πρέπει πρώτα να αναγνωρίσει την ύπαρξη αυτών των διχτυών. Αυτή η συνειδητοποίηση, ωστόσο, δεν είναι μια δυναμική πράξη, αλλά μια φυσική πρόοδος προς την κατανόηση. Καθώς το άτομο αντιλαμβάνεται την ψευδή φύση αυτών των ψευδαισθήσεων και κατανοεί την προέλευσή τους, τα δίχτυα αρχίζουν να διαλύονται.

Η διάλυση αυτών των διχτυών δεν έρχεται με προσπάθεια ή θέληση. Μάλλον, συμβαίνει μέσω της διαδικασίας της κατανόησης. Όταν κάποιος κατανοήσει την παραληρηματική φύση των αντιλήψεων και των πεποιθήσεών του, μπορεί να αρχίσει να βλέπει την αλήθεια.

Επιπτώσεις

Οι συνέπειες αυτής της θεωρίας είναι βαθιές. Υποδηλώνει ότι πολλές συγκρούσεις και παρεξηγήσεις πηγάζουν από παραληρητικές αντιλήψεις και ότι η επίτευξη μιας κατάστασης κατανόησης μπορεί να βοηθήσει στην επίλυση αυτών των ζητημάτων. Επιπλέον, τονίζει τη σημασία της ενδοσκόπησης και της αυτογνωσίας για την επίτευξη μιας πιο ακριβούς αντίληψης της πραγματικότητας.

Είναι σημαντικό, ωστόσο, να σημειωθεί ότι αυτή η θεωρία δεν προδιαγράφει έναν οριστικό δρόμο προς την αλήθεια. Αντίθετα, προτείνει μια κατεύθυνση: προς την κατανόηση και μακριά από την αυταπάτη. Το ταξίδι είναι μοναδικό για κάθε άτομο και η συνειδητοποίηση της αλήθειας είναι μια προσωπική εμπειρία.

Η θεωρία της Παραληρητικής Αντίληψης και Αλήθειας είναι ένα κάλεσμα για ενδοσκόπηση, αυτογνωσία και επιδίωξη κατανόησης. Υπογραμμίζει τη σημασία της αναγνώρισης των γνωστικών μας προκαταλήψεων, της αμφισβήτησης των πεποιθήσεών μας και της προσπάθειας να αντιληφθούμε τον κόσμο όπως πραγματικά είναι.

Αλασία ή Αλάσια

Επίθετο θηλυκού γένους από το αρχαίο Ελληνικό ουσιαστικό αλς -αλός = γιαλός - θάλασσα. Το αρχαίο αυτό ελληνικό όνομα αναφέρεται σε ανατολικά κείμενα, που χρονολογούνται από τον 18ο μέχρι τον 7ο αιώνα π.Χ., και αποδίδεται σε μια πλούσια σε χαλκό μεσογειακή χώρα που προμήθευε το πολύτιμο αυτό ορυκτό στις χώρες της Εγγύς Ανατολής. Γενικά πιστεύεται ότι η χαλκοφόρα αυτή χώρα, η Αλασία, είναι η Κύπρος, αλλά μερικοί από τους ερευνητές ταυτίζουν την Αλασία και με τη χώρα των Χετταίων, δηλαδή τη νοτιοανατολική Μικρά Ασία, τη Συρία και την Αίγυπτο, και μερικοί άλλοι με την αρχαία κυπριακή πόλη της Έγκωμης Αμμοχώστου. Στον αρχαιολογικό χώρο της Έγκωμης έχουν πράγματι βρεθεί δείγματα από εργαστηριακά κατάλοιπα και άλλες σχετικές μαρτυρίες για την επεξεργασία του χαλκού, αλλά παρόμοιες σχετικές μαρτυρίες έχουν αποκαλυφθεί και στο μυκηναϊκό Κίτιον και πολύ πιθανό να υπάρχουν και σ' άλλες πόλεις της Κύπρου της Τελευταίας Εποχής του Χαλκού, που ακόμα δεν έχουν ανασκαφεί. Έτσι υπάρχουν αμφιβολίες ότι η Έγκωμη μπορεί να ταυτιστεί με την Αλασία, γιατί, για τον ίδιο ακριβώς λόγο, μπορεί θαυμάσια να διεκδικήσει το όνομα αυτό και το Κίτιον, στο οποίο οι ανασκαφικές έρευνες έχουν αποδείξει ότι είχε και ιδιαίτερες εμπορικές σχέσεις με την Αίγυπτο. Αναμφισβήτητο παραμένει το γεγονός ότι η μεγάλη οικονομική ακμή και πολιτιστική ανάπτυξη της Κύπρου στη διάρκεια της Τελευταίας Εποχής του Χαλκού (1650 -1050 π.Χ.), οφείλεται στον τεράστιο πλούτο που απέκτησε με τη συνεχή εξαγωγή του χαλκού της στις χώρες της Εγγύς Ανατολής, στις οποίες, σύμφωνα με αδιάσειστες αρχαιολογικές μαρτυρίες, περιλαμβάνονται και η Αίγυπτος, η Συρία και η νοτιοανατολική Μικρά Ασία. Το αναμφίβολο αυτό γεγονός οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η προϊστορική Κύπρος, η χαλκόεσσα νήσος του Ομήρου, ως ενιαίο σύνολο και όχι τμηματικά, στη διάρκεια της Τελευταίας Εποχής του Χαλκού, ενσαρκώνει την επωνυμία της Αλασίας.

Στην πρώτη εμφάνιση του ονόματος Αλασία (Asy ή Alashiya) σε πινακίδες του 18ου -17ου αι. π.Χ. στο Μάρι και στο Αλαλάχ, παρουσιάζεται η χώρα αυτή σαν χαλκοπαραγωγός, πράγμα που δεν αποσαφηνίζει αν πρόκειται για όλο το νησί ή για μια πόλη-βασίλειό του. Η συσχέτιση του όρου Αλασία προς το Αλήσιον πεδίον από τον Σπυρίδωνα Μαρινάτο δεν φαίνεται να στηρίζεται σε σαφείς μαρτυρίες, και αν το Αλήσιον πεδίον στον ελλαδικό χώρο μπορεί να έχει κάποια σχέση προς την Αλασία, αυτή θα οφείλεται μάλλον στον γενικότερο κύκλο εμπορικών, κυρίως, σχέσεων των «Προελλήνων», των Μυκηναίων και των Κρητών και Αιγαίων πληθυσμών προς τους λαούς και πολιτισμούς της Ανατολής σαν σύνολο και όχι σε άμεση μεταφορά του όρου Αλασία από την Κύπρο στην Ελλάδα, αν και το τελευταίο δεν αποκλείεται να συνέβη ή να ενισχύθηκε στα πλαίσια των στενών σχέσεων Ευβοίας- Αττικής -νησιών προς την Εγγύς και Μέση Ανατολή (π.χ. προς την ΑΙ Minah, την Urartu, την Ασσυρία, την Αίγυπτο κλπ.) στη Γεωμετρική και Αρχαϊκή Εποχή.

Η μετάθεση της ταύτισης Αλασίας προς Έγκωμη σε ταύτισή της προς κάποια άλλη κυπριακή πόλη και πάντως όχι ολόκληρη την Κύπρο από τον Π. Δίκαιο —αντίθετα προς άλλους που δέχονται την τελευταία ταύτιση—αντικρούεται από τη φοινικική επιγραφή που βρέθηκε στο Arshan Tash στη βόρεια Συρία, κατά την οποία ως τον 7ο αι. π.Χ. ολόκληρη η Κύπρος ονομαζόταν Αλασία ασφαλώς παράλληλα προς άλλες ονομασίες. Η διεύρυνση της σημασίας του όρου Αλασία, αν περί αυτού πρόκειται, πρέπει να έγινε για να δηλώσει την αύξηση της σπουδαιότητας κάποιας αρχικής πόλης-βασιλείου που λεγόταν Αλασία και την επιβολή της επικυριαρχίας της σ' όλη την Κύπρο σε κάποια ιστορική εποχή που ίσως μπορεί να καθοριστεί. Η συλλαβική επιγραφή του 375 π.Χ., αφιέρωση στην Ταμασσό από ένα Φοίνικα στον Αλασιώταν (Αλασιώτη) Απόλλωνα, δείχνει ότι ως τότε οι όροι Αλασία-Αλασιώτης χρησιμοποιούνταν για να δηλώσουν χώρο και θεό στην Κύπρο, όχι απαραίτητα στην Ταμασσό, πιθανότατα αρχικά και προ πάντων στην Έγκωμη, όπου βρέθηκε κερασφόρο άγαλμα θεού που ταυτίστηκε προς τον Απόλλωνα Αλασιώτη ή Reshef που θεωρείται εξέλιξη -μετονομασία του κερασφόρου θεού της Υστεροχαλκής Εποχής ˙ ο τελευταίος ταυτίζεται προς τον Απόλλωνα Kεραιάτη της Αρκαδίας, θεό ποιμενικό, που επιβίωσε σε ελληνιστική επιγραφή στην Πύλα και μπορεί να εισήχθη από τους πρώτους Αχαιούς εποίκους στην Κύπρο και ταυτίστηκε προς τον θεό της γονιμότητας της προϊστορικής Κύπρου. Αν και στον Reshef η θέση των χεριών έχει αρκετά παράλληλα στην Εγγύς Ανατολή, τα χαρακτηριστικά του προσώπου του είναι ελληνικά, ενώ ένας άλλος νεαρός κερασφόρος θεός της Έγκωμης παρουσιάζει αιγαιακά χαρακτηριστικά, αλλά στάση χεριών παρμένη από την Εγγύς Ανατολή, και ταυτίστηκε και αυτός προς τον Απόλλωνα Κεραιάτη ή Αλασιώτη και θεωρείται προστάτης των κυπριακών ορυχείων χαλκού, όπως και άγαλμα γυναικείας θεότητας του 12ου αι. π.Χ.

Την ανάμειξη ελληνικών -μυκηναϊκών και ανατολικών στοιχείων στην τέχνη και στη θεολογία της Alassia, θεωρούμε ένδειξη και μεικτής ελληνικής και ανατολικής πολιτικής φιλοσοφίας και χαρακτήρα της Αλασίας στην Κύπρο, είτε ολόκληρη είτε μέρος της σημαίνει ο όρος. Αφετέρου η γεωγραφική και χρονική διεύρυνση του όρου Αλασιώτης στην ίδια την Κύπρο, αν δεν αποδεικνύει, πάντως τείνει να αποδείξει ότι τελικά η Αλασία δήλωνε (αν και όχι μόνο αυτός ο όρος και όχι πάντοτε και για όλους) ολόκληρη την Κύπρο, σύμφωνα προς την φοινικική επιγραφή που αναφέραμε, και ακόμη πιο ύστερα από τον 7ο αιώνα π.Χ. Η ταύτιση του όρου Ελισά στη Βίβλο, προς την Αλασία Έγκωμη (ή Κύπρο;) και μάλιστα η ερμηνεία του Ευσταθίου Αντιοχείας ότι από τον Αλισάσα γιό του Ιωούα προήλθαν οι «Ἑλισαῖοι oἱ νῦν Αἰολείς», οδηγούν στη σκέψη ότι και η Αλασία -Έγκωμη ήταν γνωστή στους ανατολικούς λαούς με το όνομα αυτό, ασχέτως αν κάποτε ή και ταυτόχρονα η Αλασία μπορούσε να ήταν και η Κύπρος ολόκληρη.

Το πιο σημαντικό τεκμήριο, νομίζουμε, για την ταύτιση της Αλασίας προς ολόκληρη την Κύπρο αποτελεί η γνωστή αλληλογραφία ενός βασιλιά της Αλασίας ή Άσυ προς τον φαραώ Αμενχοτέπ Δ' (1364-1362 π.Χ.)που βρέθηκε στην Τελ ελ Αμάρνα. Κατά την ορθή ερμηνεία του G. Glotz δείχνει ισοτιμία και όχι υποταγή του Αλασιώτη βασιλιά στον Αιγύπτιο φαραώ. Όπως ακριβώς οι Κρήτες «απεσταλμένοι» στην Αίγυπτο τότε, έτσι και οι Κύπριοι και άλλοι «ξένοι» έρχονταν να εμπορευθούν ελεύθερα και εξαγοράζουν από τον φαραώ το δικαίωμα του εμπορεύεσθαι. Όμοια οι Keftiu (τώρα τελευταία δεκτοί ως Κύπριοι) πληρώνουν τελωνειακό δασμό στον φαραώ, για να εξασφαλίσουν την προστασία των νόμων της χώρας. Πολύ δύσκολα θα μπορούσε να διεξαχθεί ισότιμη αλληλογραφία αυτού του είδους μεταξύ ενός ισχυρού φαραώ και του βασιλιά μιας πόλης- κράτους (βασιλείου), και πρέπει η Αλασία στην εποχή αυτή να ήταν μεγάλο βασίλειο, δηλαδή πρέπει να κάλυπτε ολόκληρη την Κύπρο, με πρωτεύουσα την Αλασία- Έγκωμη. Το ίδιο θα συνέβαινε και επί Αμενχοτέπ Γ' (1402-1364 π.Χ.) από τον οποίο ο βασιλιάς της Αλασίας ζητεί να αποδώσει την περιουσία Κυπρίου εμπόρου που είχε πεθάνει στην Αίγυπτο, και επί του οποίου απεσταλμένος του φαραώ αυτού υποχρεώθηκε να μείνει στην Αλασία για τρία χρόνια, διότι υπήρχε έλλειψη χεριών για την παραγωγή χαλκού, αφού όλοι οι άνδρες είχαν σκοτωθεί από τον θεό Νεργκάλ, που ταυτίζεται προς τον θεό (Απόλλωνα;) της Αλασίας - Έγκωμης — ίσως συμβολική διατύπωση καταστροφής από σεισμό ή λοιμό στα 1375-1350 π.Χ., ή από επιδρομή καταστρεπτική των Lukki, που κάθε χρόνο διενεργούσαν επιδρομή εναντίον της Αλασίας˙ μάλιστα μια φορά έκαμαν επίθεση και κατά της Αιγύπτου συνοδευόμενοι και βοηθούμενοι και από Αλασιώτες, που όταν μερικοί τους αιχμαλωτίστηκαν, ο βασιλιάς της Αλασίας ζητεί από τον φαραώ να τους απελευθερώσει και να τους στείλει στην πατρίδα τους. Επειδή τα ονόματα των αιχμαλώτων είναι σημιτικά ή ουρριακά, αυτό θεωρείται ένδειξη ή απόδειξη ότι μέρος του πληθυσμού της Αλασίας ήταν τότε ξένο, μη ελληνικό, κάτι που συμφωνεί προς την παρατήρηση για μεικτό χαρακτήρα της Αλασίας, που δεν μπορεί να ισχύει μόνο για την Έγκωμη, αλλά για όλη την Κύπρο τότε. Η απαίτηση του Αλασιώτη βασιλιά για επιστροφή αιχμαλώτων από τον φαραώ δείχνει δύναμη, που δηλώνει μεγάλο βασίλειο, όλη την Κύπρο με πρωτεύουσα την Έγκωμη, όπου συσσωρευόταν χαλκός ή μεγάλο μέρος του προς επεξεργασία και εμπορία από τις χαλκοπαραγωγικές περιοχές του νησιού. Για κανένα λόγο δεν γίνεται πια δεκτός ο υπεροπτικός ισχυρισμός των χεττιτικών εγγράφων, ότι μεταξύ 1400 και 1200 ή 1190 π.Χ. η Κύπρος ήταν τμήμα της χεττιτικής αυτοκρατορίας, φόρου υποτελής σ' αυτήν, αλλά απεναντίας το όλο πόρισμα από την αλληλογραφία του βασιλιά της Αλασίας προς τους συμμάχους του φαραώ της Αιγύπτου και βασιλιά της Ουγκαρίτ είναι ότι επρόκειτο για ανεξάρτητο ισότιμο ηγεμόνα, κύριο μεγάλης σχετικά χώρας και όχι πόλης- βασιλείου. Το ίδιο πόρισμα προκύπτει από την συμβουλή του βασιλιά της Αλασίας στον Αμενχοτέπ Δ' να μη συνάψει συμφωνία προς τους Χεττίτες (Χετταίους), που ήσαν τότε (1364-1362) εχθροί της Αλασίας. Ούτε σημαίνουν υποταγή ή σμίκρυνση της έκτασης της Αλασίας οι κυπρο-αιγυπτιακές και κυπρο -ουγκαριτικές και άλλες σχέσεις της όπως η λατρεία του Βάαλ και άλλων σημιτικών θεών σ' αυτήν, η παρουσία του Ιέρακος Ώρου σε χρυσό σκήπτρο του 12ου-11ου αι. π.Χ. από το Κούριον -Καλορίζικη και η αναφορά οκτώ κυπριακών πόλεων σε ιερογλυφικές επιγραφές του 1200-1175 π.Χ. από την Medinet Habu, που σήμερα θεωρείται φανταστική).

Όλα αυτά μαρτυρούν ανατολικές επιρροές και τίποτε άλλο. Οι επιρροές αυτές μαρτυρούνται, εξάλλου, και με χεττιτικά κ.ά. ευρήματα αλλού (Χαλά Σουλτάν Τεκκέ, Κίτιον, Καζάφανι, Άγ. Ιάκωβο κλπ.). Οι επιδρομές των Λαών της Θάλασσας στην ανατολική Μεσόγειο (Ουγκαρίτ, Παλαιστίνη, Συρία κλπ.) επηρεάζουν και την Αλασία, ειδικά την βόρεια Αλασία από το 1222 κ.ε. Στα 1200 οι λαοί αυτοί με ουγκαριτικά πλοία αυτήν ακριβώς την περιοχή χτυπούν, ενώ ήδη στα 1222 και η Εγκωμη και το Κίτιον είχαν υποστεί μεγάλες καταστροφές από τους Λαούς της Θάλασσας. Στα 1190 π.Χ. ο βασιλιάς των Χεττιτών Shuppiluliuma Β' περηφανεύεται ότι κήρυξε πόλεμο κατά της Alashiya και κατέστρεψε τον στόλο της. Τότε ακριβώς τίθεται και η μαζική είσοδος κι εγκατάσταση Μυκηναίων Ελλήνων σε διάφορα σημεία της Κύπρου, όπου χτίζουν «Κυκλώπεια τείχη» στα ερείπια των κατεστραμμένων παλαιών εγκαταστάσεων (Μάα, Πύλα, Σίντα, Κίτιον, Έγκωμη κλπ.). Προφανώς τα μεγάλα πλήγματα των «Λαών» σ' όλη την έκταση του κράτους της Αλασίας-Κύπρου διέσπασαν την ενότητά του, το διέλυσαν και επέτρεψαν την ελληνική-μυκηναϊκή εγκατάσταση, που στηριζόταν και σε καλύτερο οπλισμό. Όταν γύρω στα 1075 π.Χ. ο Αιγύπτιος ιερέας Βεναμόν επισκέπτεται την Αλασία, όπου καταφεύγει μετά από ναυάγιο γυρίζοντας από τη Βύβλο, οι κάτοικοι όλοι εκτός ενός δεν γνώριζαν την αιγυπτιακή γλώσσα του Βεναμόν, ούτε κανείς ήξερε τη συριακή του πληρώματος του πλοίου, και γι’ αυτό οι Αλασιώτες ήθελαν να τους σκοτώσουν. Ο Βεναμόν έπεισε την βασίλισσα της Αλασίας Heteb(;) να μη γίνουν οι φόνοι, προειδοποιώντας ότι ο βασιλιάς της Βύβλου θα εκδικείτο σκοτώνοντας δέκα Αλασιώτες ναύτες. Η μαρτυρία αυτή πείθει ότι η Αλασία ήταν στην Κύπρο, προφανώς στην ανατολική ακτή, όπου φυσικό ήταν να γίνει το ναυάγιο, και δεν μπορεί να είναι άλλη από την Έγκωμη. Η βασίλισσά της είναι προφανώς απόδειξη μητρογραμμικής δυναστικής δομής, όπως αυτήν που αναφέρεται και στα ομηρικά έπη και σε μερικές ανατολικές κοινωνίες, αν και όχι σαν αποκλειστική δυνατότητα κατά τα χρόνια του Τρωικού πολέμου και κατόπιν, και πιθανώς είναι προϊόν των εξελίξεων στην Κύπρο μετά την εγκατάσταση των Αχαιών -Μυκηναίων. Η άγνοια των ανατολικών γλωσσών είναι επίσης παράγωγο αυτής της εγκατάστασης, που όμως δεν φαίνεται να άλλαξε την ονομασία της Αλασίας-Έγκωμης, ούτε της Κύπρου- Αλασίας, αν και δεν μπορούμε να βεβαιώσουμε αν η Αλασία- Έγκωμη της Heteb ήταν η πρωτεύουσα του ενιαίου κυπριακού χώρου οργανωμένου σε ένα βασίλειο, ή ένα από τα πολλά μυκηναϊκά βασίλεια που βλάστησαν σε διάφορα στρατηγικά σημεία του νησιού μετά ή εξαιτίας του μυκηναϊκού εποικισμού, χαλαρά συνδεόμενα μεταξύ τους. Το τελευταίο θεωρούμε το πιθανότερο, όσο κι αν οι ερευνητές θεωρούν χωρίς χρονική διάκριση Αλασία πάντοτε (ως τα Αρχαϊκά χρόνια) ολόκληρη την Κύπρο. Νομίζουμε ότι μετά τον μυκηναϊκό εποικισμό η κατεξοχήν Αλασία- Έγκωμη διατήρησε το ένδοξο όνομα του παλαιού ενιαίου κράτους της Αλασίας - Κύπρου σαν το νόμιμο κρατικό της όνομα (ίσως διεκδικώντας επανένωση όλης της Κύπρου υπό το σκήπτρο της, όπως αργότερα η Σαλαμίνα). Αλλά αυτό δεν απέκλειε τη χρήση του όρου Αλασία για να δηλώσει ολόκληρη την Κύπρο σε κείμενα όχι επίσημα, όπως η φοινικική επιγραφή του 7ου αι. π.Χ. κ.ά. επιγραφές, ακολουθώντας την παλαιότατη παράδοση της ταύτισης Κύπρου - Αλασίας από τα χρόνια της ακμής και ενότητας (14ος αι. π.Χ. κ.ε.). Αυτή ακριβώς την ταύτιση έχει υπόψη ο Όμηρος (Οδύσσεια, Α', 184), γράφοντας «ἐς τ' Ἂλασιν μετά χαλκόν» κατά την ευφυή διόρθωση του «Τεμέσην» από τον Κ.Π. Χατζηιωάννου, διαιωνίζοντας την παράδοση της ενότητας της Κύπρου, αν και πιθανότατα το λιμάνι από όπου θα φορτωνόταν ο χαλκός στην Οδύσσεια πρέπει μάλλον να ήταν η Έγκωμη- Αλασία η πρωτεύουσα.