Την πολύ λίγο εξερευνημένη περιοχή ανάμεσα στην ατμόσφαιρα της Γης και το Διάστημα φιλοδοξεί να μελετήσει μια διαστημική αποστολή, την οποία αναπτύσσει ερευνητική ομάδα 20 ιδρυμάτων από όλο τον κόσμο, με επικεφαλής το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης.
Πρόκειται για την αποστολή «Daedalus» (Δαίδαλος), που έχει ως στόχο να πραγματοποιήσει επιτόπιες μετρήσεις της πυκνότητας και της θερμοκρασίας του πλάσματος, του ηλεκτρικού και μαγνητικού πεδίου, των ουδέτερων ανέμων, της ολίσθησης ιόντων, καθώς και της σύστασης, της πυκνότητας και της θερμοκρασίας των ουδέτερων και των φορτισμένων στοιχείων στην περιοχή της Κατώτερης Θερμόσφαιρας και Ιονόσφαιρας (LTI), ανάμεσα στη Γη και το Διάστημα.
Η περιοχή αυτή, σε υψόμετρο από 100 έως 200 χιλιόμετρα από την επιφάνεια της Γης, είναι η βασική μεταβατική περιοχή από την ατμόσφαιρα της Γης στο Διάστημα, όπου συνυπάρχουν τα ουδέτερα στοιχεία της ατμόσφαιρας και τα φορτισμένα στοιχεία του διαστημικού πλάσματος.
Εδώ, γίνεται η σύνδεση της μαγνητόσφαιρας της Γης με την ανώτερη ατμόσφαιρα και την ιονόσφαιρα δημιουργώντας ένα γιγαντιαίο ηλεκτρικό κύκλωμα: τεράστια ηλεκτρικά ρεύματα ρέουν κατά μήκος των μαγνητικών γραμμών της Γης και «κλείνουν» ένα ηλεκτρικό κύκλωμα σε ψηλά γεωγραφικά πλάτη διαμέσου της ιονόσφαιρας, ενώ η ουδέτερη ατμόσφαιρα δρα ως «ηλεκτρική αντίσταση» αυτού του κυκλώματος, με αποτέλεσμα την ωμική θέρμανση της περιοχής (γνωστή και ως θέρμανση Joule).
Ταυτόχρονα, τα φορτισμένα σωματίδια που κινούνται κατά μήκος των μαγνητικών γραμμών προσπίπτουν και συγκρούονται με τα σωματίδια της ανώτερης ατμόσφαιρας, δημιουργώντας το γνωστό μας Βόρειο Σέλας.
Όπως εξήγησε ο αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Υπολογιστών του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, Θεόδωρος Σαρρής, μπορεί να γίνονται πολλές μετρήσεις στην ατμόσφαιρα της Γης από μη επανδρωμένα αεροσκάφη, ατμοσφαιρικά μπαλόνια και άλλα όργανα και στο Διάστημα από δορυφόρους, «ωστόσο σε αυτό το μεσοδιάστημα έχουν γίνει μόνο κάποιες μεμονωμένες μετρήσεις από το έδαφος με μεθόδους τηλεπισκόπησης ή με ατμοσφαιρικές ρουκέτες».
Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, «να υπάρχουν μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ των μοντέλων που προσομοιώνουν τη συγκεκριμένη περιοχή» και να περιορίζονται οι τρέχουσες δυνατότητες πρόβλεψης των καιρικών συνθηκών στο Διάστημα, προσθέτει ο ίδιος.
Για την επίλυση όλων των ερωτημάτων που υπάρχουν για το κρίσιμο αυτό μεσοδιάστημα υπάρχει ανάγκη για μετρήσεις σε διαφορετικά ύψη και πολλαπλά σημεία της περιοχής LTI. Στην αποστολή «Δαίδαλος» προτείνεται ένας πολύ πρωτοποριακός τρόπος για να μετρηθεί αυτή η περιοχή, με το δορυφόρο που θα αναπτυχθεί να λειτουργεί «σαν ένα ιπτάμενο εργαστήριο», όπως λέει χαρακτηριστικά ο κ. Σαρρής.
Ο δορυφόρος θα κατεβαίνει σταδιακά στην περιοχή με τη χρήση προωθητήρων και ταυτόχρονα θα απελευθερώνονται νανοδορυφόροι, που θα φέρουν ελάχιστα όργανα και θα λαμβάνουν επιτόπου επιπλέον μετρήσεις. Μάλιστα, υποσυστήματα και συνιστώσες του δορυφόρου θα μπορούσαν να κατασκευαστούν και εντός της Ελλάδας.
Η αποστολή προτάθηκε στον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Διαστήματος (ESA), στο πλαίσιο πρόσκλησης υποβολής προτάσεων για το πρόγραμμα παρατήρησης της Γης «10th Earth Explorer».
Επιλέχθηκε το 2018 ως ένα από τα τρία κορυφαία προγράμματα για τα οποία έγινε μελέτη εφικτότητας και στη συνέχεια προκρίθηκε ως ένα από τα δύο επικρατέστερα για υλοποίηση, ωστόσο στο τελευταίο στάδιο κρίθηκε ότι έχει πολλά ρίσκα λόγω της περιοχής, την οποία θέλει να ερευνήσει. Το ενδιαφέρον, όμως, ήταν τόσο μεγάλο, που την πρόταση ανέλαβε να διερευνήσει κοινή επιστημονική επιτροπή της NASA και της ESA.
Σημειώνεται ότι τα πορίσματα και το στάδιο διερεύνησης της παραπάνω επιστημονικής επιτροπής παρουσίασε ο Θεόδωρος Σαρρής στην πρόσφατη Γενική Συνέλευση της Ευρωπαϊκής Ένωσης Γεωφυσικής, της μεγαλύτερης ευρωπαϊκής συνάντησης για τις επιστήμες του περιβάλλοντος της Γης και του γύρω διαστημικού χώρου, που διεξήχθη στη Βιέννη 24-28 Απριλίου 2023.
Δευτέρα 1 Μαΐου 2023
Ανακρίβειες όσον αφορά τις δήθεν αιγυπτιακές καταβολές της Ελληνικής λατρείας
Το παρόν άρθρο είναι μια απάντηση σε δύο άρθρα που βρίσκονται αναρτημένα σε ιστοσελίδα χριστιανικού απολογητικού περιεχομένου. Συνιστάται να διαβαστεί σε συνδυασμό με το άρθρο «Ο Ηρόδοτος, οι Αιγύπτιοι, και η Ελληνική λατρεία». Η απάντηση που θα δοθεί παρακάτω λειτουργεί σε δύο επίπεδα. Το πρώτο, είναι η κατάδειξη του ψεύδους μέσα από τα ίδια τα κείμενα. Το δεύτερο, είναι η ανάδειξη του τρόπου γραφής αυτών των ανθρώπων, που βεβαίως συνδέεται άμεσα με το ήθος τους. Γιατί όταν «κόβει και ράβει» κανείς για να προπαγανδίσει τις θέσεις του, τι άλλο δείχνει παρά ανειλικρίνεια και τυφλό φανατισμό;
Το πρώτο άρθρο που θα απαντηθεί, τιτλοφορείται ως «Δωδεκάθεο: Η Πατρώα Θρησκεία των Αιγυπτίων… Οι θεοί του Ολύμπου ήταν αιγυπτιακοί και όχι Ελληνικοί, όπως μαρτυρούν οι ίδιοι οι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς». https://www.oodegr.com/neopaganismos/ellinikotita/xenoi1.htm
Μέσα στις παραθέσεις βρίσκονται τα γραφόμενα υπό των νεο-απολογητών. Από κάτω, είναι οι απαντήσεις μου.
[1. Όταν η ιστορία έχει κέφια: Κατηγορούν τον Χριστιανισμό ως μη ελληνική θρησκεία, οι δωδεκαθεϊστές…αιγυπτιολάτρες! Τί κοινό έχουν οι νεοπαγανιστές δωδεκαθεϊστές συντοπίτες μας, με τους Αιγύπτιους μετανάστες της χώρας μας, τους οποίους όμως απεχθάνονται λόγω των εθνικιστικών πιστεύω τους;]
Τι να πρωτοθίξει κανείς από την άθλια και ανθελληνική αυτή εισαγωγή; Την ειρωνεία; Το θράσος; Την ταμπελοποίηση; Τον φανατισμό; Την ισοπέδωση; Όλοι και όλα, σ’ ένα τσουβάλι!
Καταρχάς, το ότι ο Χριστιανισμός είναι μια μη ελληνική θρησκεία που επιβλήθηκε δια πυρός και σιδήρου, μαρτυρείται από τις ίδιες τις χριστιανικές πηγές. Δεν είναι ανάγκη να καταφύγει κανείς κάπου αλλού για να πειστεί. Οι απαντήσεις δεν βρίσκονται πολύ μακριά από τον καθένα που θέλει να λάβει γνώση των πραγμάτων. Αρκεί να έχει τα μάτια του ανοιχτά και να θέλει να κατανοήσει αυτά που διαβάζει. Θα το πω συγκεκριμένα. Ας μελετήσει κανείς τα τέσσερα κανονικά ευαγγέλια, τις επιστολές του Παύλου και το βιβλίο των «Πράξεων». Εκεί θα διαπιστώσει ιδίοις όμμασιν την καταγωγή του Χριστιανισμού από τον Ιουδαϊσμό. Συγκρίνοντας τις «προφητείες» της Παλαιάς Διαθήκης με τις αντίστοιχες ερμηνείες που δίδονται από τους συγγραφείς της Καινής, θα διαπιστώσει μια διαφορετική ερμηνεία σε αυτές, η οποία στηρίζεται στην χάλκευση, την απάτη, και την διαστρέβλωση. Ένας ευέλικτος και εξευγενισμένος Ιουδαϊσμός. Η περιτομή στην ανδρική φύση μετετράπη σε «περιτομή της καρδιάς», δηλαδή το βάπτισμα. Η αιματηρή θυσία των ζώων, στην αναίμακτη του Ιησού Χριστού, κα. Όποιος δεν πείθεται από αυτά, ας πειστεί από τον ίδιο τον απόστολο Παύλο, ο οποίος γράφει: «οὐ γὰρ ὁ ἐν τῷ φανερῷ Ἰουδαῖός ἐστιν οὐδὲ ἡ ἐν τῷ φανερῷ ἐν σαρκὶ περιτομή, ἀλλ’ ὁ ἐν τῷ κρυπτῷ Ἰουδαῖος καὶ περιτομὴ καρδίας ἐν πνεύματι οὐ γράμματι» (Προς Ρωμαίους, 2:28-29).
Όσο αφορά το ιστορικό κομμάτι, το «δια πυρός και σιδήρου», στην «Πεντάτευχο» είναι καταγεγραμμένες οι οδηγίες του ιερατείου που ακολούθησε ο λαός Ισραήλ, καταστρέφοντας στο διάβα του οτιδήποτε ήταν αλλότριο από την πίστη του. Τα ίδια ακριβώς διαβάζουμε στην εκκλησιαστική ιστορία, με πρωταγωνιστές επισκόπους, καλογέρους και τον θρησκόληπτο όχλο. Υπάρχουν σαφείς καταγραφές στα κείμενα του Σοζωμενού του Σαλαμίνιου, του Σωκράτους του Σχολαστικού, του Ιωάννη του Μαλάλα, κα.
Άραγε ο απολογητής αρθρογράφος δεν έχει υπόψη του τι λέει ο Παύλος; Έχει. Συνεπώς, το ότι ο Χριστιανισμός δεν έχει την παραμικρή σχέση με τον Ελληνισμό, δεν είναι «κατηγορία». Είναι πραγματικότητα. Πάλι υπάρχουν πολύ καθαρές καταγεγραμμένες μαρτυρίες πάνω σε αυτό. Αναφερόμενος στη σημασία του χριστιανικού βαπτίσματος στους Γαλάτες, αναφέρονται τα εξής: «ὅσοι γὰρ εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε Χριστὸν ἐνεδύσασθε. Οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδὲ Ἕλλην οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ· πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ εἰ δὲ ὑμεῖς Χριστοῦ ἄρα τοῦ Ἀβραὰμ σπέρμα ἐστέ καὶ κατ’ ἐπαγγελίαν κληρονόμοι» (3:27-29). Τί διδάσκει εδώ ο Παύλος; Ότι όποιος βαπτιστεί, μπαίνει σε μια διαδικασία ομογενοποιήσεως. Δεν έχει σημασία αν είναι παραδοσιακός Ιουδαίος, Έλληνας, δούλος, ελεύθερος, άνδρας, γυναίκα. Γιατί πλέον δεν είναι τίποτα από όλα αυτά. Ισοπεδώνονται όλα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα και ποιότητες και γίνονται όλοι «του Χριστού», «του Αβραάμ σπέρμα». Φασιστικά, ολοκληρωτικά. Πως γίνεται όμως να πάψει να είναι κανείς ιουδαίος και ταυτόχρονα να είναι «σπέρμα Αβραάμ»; Είναι αυτό που έγραψα παραπάνω, ότι ο Χριστιανισμός -τουλάχιστον κατά την πρώιμη ιστορία του και όσον αφορά το κυρίαρχο ρεύμα του-, δεν είναι τίποτα παραπάνω από έναν βελτιωμένο Ιουδαϊσμό. Άσχετο αν λίγο αργότερα, όταν κατασκεύαζαν τα χριστιανικά δόγματα -που καθόλου τυχαίως συμπίπτει χρονικά με την εποχή που αρχίζει η συμπόρευση κράτους-Εκκλησίας και το φαινόμενο του καισαροπαπισμού, οι χριστιανοί πατέρες προσπάθησαν να ντύσουν την θεολογία τους με στοιχεία από την ελληνική παράδοση. Η ρίζα παρέμενε πάντα ιουδαϊκή.
Στην διδασκαλία του Παύλου μαρτυρείται ότι οι Ιουδαίοι έχουν κάλυμμα στην καρδιά και δεν έχουν το κλειδί της γνώσης ώστε να κατανοήσουν τον Μωυσή, τους προφήτες και γενικά τα κείμενά τους. Τώρα όμως, χάρη στον Ιησού που υποτίθεται ότι εκπλήρωσε τις μεσσιανικές προφητείες των Γραφών, το σώμα των πιστών του (η εκκλησία) είναι σε θέση να ερμηνεύσει και να ξεκλειδώσει τα γραπτά που υποτίθεται ότι άφησαν πίσω τους οι πατέρες της ιουδαϊκής κληρονομιάς. Με αυτόν τον τρόπο, ο Χριστιανισμός εμφανίζεται ως νέα μορφή του Ιουδαϊσμού, με ανώτερες λατρείες (πρβ. Προς Εβραίους επιστολή), πνευματικότερα παραγγέλματα και υποσχέσεις (πρβ. Προς Κολοσσαείς, Προς Εφεσίους), ανώτερο νόμο (πρβ. Προς Ρωμαίους). Οικουμενικός και ανοικτός σε αντίθεση με τον κλειστό παραδοσιακό ιουδαϊσμό (πρβ. Πράξεις Αποστόλων, Αποκάλυψη). Αυτή η γραμμή θα ακολουθηθεί αργότερα από όλους τους εκκλησιαστικούς συγγραφείς. Η βασική διαφορά είναι στο τι έχει προσληφθεί από την ελληνική φιλοσοφία (και διαστρεβλωθεί εφόσον αποκόπτεται από το πνευματικό του περιβάλλον που το γέννησε) ανά αιώνα και ανά εποχή.
Άκυρος όμως και ασυνεπής ως προς τα δεδομένα και τη λογική αποτελεί και ο ισχυρισμός ότι αυτά υποστηρίζονται από τους «δωδεκαθειστές» που είναι … αιγυπτιολάτρες. Θα λέγαμε πιο σωστά ότι υποστηρίζονται και από αυτούς. Όποιος γνωρίζει, στα ίδια συμπεράσματα καταλήγει χωρίς να είναι απαραιτήτως…δωδεκαθειστής.
Όσο για το «αιγυπτιολάτρες», θα δούμε στην συνέχεια εάν αυτός ο χαρακτηρισμός έχει ορθότητα ή όχι.
Ένα στοιχείο που θα άξιζε να προσεχθεί και που δείχνει μένος και αυταρχικότητα, είναι η λεγόμενη «ταμπελοποίηση». Νομίζουν ότι με τον τρόπο αυτό θα «εκθέσουν» ηθικά τον «αντίπαλο», ώστε τα επιχειρήματα και οι ενστάσεις που θα φέρει να φτάνουν αποδυναμωμένα στον αναγνώστη. Αυτό εξυπηρετεί στο να προκαταβάλουν τον αναγνώστη για να μην δώσει βαρύτητα στην ουσία που είναι οι πρωτογενείς πηγές.
Τέλος, όσον αφορά το μεταναστευτικό και την επικρότησή του, απλά να θυμίσω ότι ο συνειδητά χριστιανός είναι άπατρις ΔΕΣ: Ποια είναι η πατρίδα των Ορθόδοξων χριστιανών;. Οι Γραφές διδάσκουν: «οὐ γὰρ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν» (Προς Εβραίους, 13:14). Δεν είναι παράλογο αυτό, αν σκεφτούμε ότι οι χριστιανοί πατέρες και εκκλησιαστικοί συγγραφείς έζησαν και έδρασαν σε μια τεράστια γεωγραφική χοάνη, την πολυεθνική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Ακόμα, το ότι η Εκκλησία χρησιμοποιήθηκε από την πολιτική εξουσία -όχι βέβαια με το αζημίωτο-, προκειμένου να επιβληθεί μια πίστη που σκοπό είχε να ενώσει όλο αυτό το ετερόκλιτο υλικό. Αλλά και μετά την πτώση της, όταν πλέον ήρθε ο τουρκικός ζυγός, το ίδιο φρόνημα που εμποτίζονταν τόσους αιώνες, εκδηλώθηκε. Για αυτό και υποστηρίχθηκε η τουρκική δουλεία ως «θεόσταλτη». Δεν είναι μόνο το στενό ατομικό τους συμφέρον, αλλά επίσης και το γεγονός ότι όλοι αυτοί δεν γνώρισαν ούτε τι σημαίνει γένος, ούτε τι σημαίνει πατρίδα (πατέρας + δα/ γη = γη των πατέρων). Έτσι, το να θεωρεί κανείς ότι δεν υπάρχει πρόβλημα με τον κακό χαμό που συμβαίνει τις τελευταίες δεκαετίες στην πατρίδα μας, είναι απόλυτα συνεπές με την χριστιανική διεθνιστική οπτική. Γιατί, για αυτούς είναι μια ευκαιρία «ευαγγελισμού» των ανθρώπων αυτών! Με τούτα, δεν δικαιολογούνται αυτά, απλά αναδεικνύεται η πολυεπίπεδη ζημία που επιφέρει ο Χριστιανισμός στα μυαλά των ανθρώπων. Το υβριδικό κατασκεύασμα του «ελληνοχριστιανικού» δόγματος, εξυπηρετεί καθαρά πολιτικές σκοπιμότητες, και όσοι το υποστηρίζουν, το κάνουν είτε από συμφέρον είτε από άγνοια.
[Σύμφωνα με τις μαρτυρίες κυρίως του Ηρόδοτου, του Εκαταίου του Αβδηρίτη και του Διόδωρου Σικελιώτη, οι τάχα «υπερ-Έλληνες» νεοπαγανιστές οφείλουν πολλές ευχαριστίες στους Αιγύπτιους μετανάστες του τόπου μας, επειδή οι πρόγονοί μας πήραν από τον αρχαίο αιγυπτιακό πολιτισμό, τους περισσότερους θεούς στους οποίους πιστεύουν σήμερα οι νεο-ειδωλολάτρες. Μάλιστα, αγαπούν τόσο πολύ τους αιγυπτιακής προέλευσης «θεούς», που την θρησκεία στην οποία τους εντάσσουν, την ονομάζουν «Πατρώα Θρησκεία». Βεβαίως, αυτό δεν είναι ψέμα, διότι το δωδεκάθεο αποτελούσε πράγματι «Πατρώα Θρησκεία», όχι όμως των Ελλήνων, αλλά των Αιγυπτίων! Όταν λοιπόν οι νεοπαγανιστές (και οι κρυφοί θαυμαστές τους) διατυπώνουν το γνωστό τους εθνικιστικό υβρεολόγιο για τον Χριστιανισμό, επειδή δήθεν αποτελεί…εβραϊκή θρησκεία ή δήθεν αποτελεί θρησκεία μιας ξένης κοσμοθεωρίας (βλέπε παρακάτω ντοκιμαντέρ «Black Μπεεε»), τότε οι χριστιανοί οφείλουμε να τους θυμίζουμε με επιμονή την αιγυπτιακή προέλευση της θρησκείας του Δωδεκαθεϊσμού. Αν δέχονται ότι οι εισαγόμενοι θεοί της Αιγύπτου αποτελούσαν «Πατρώα θρησκεία» των Ελλήνων, εξίσου τους είναι αδύνατο να αρνηθούν ότι ο Χριστιανισμός αποτελεί την πίστη των Πατέρων μας εδώ και 17 αιώνες].
Πολύ ωραία. Στην συνέχεια, όταν θα εξετάσουμε τις μαρτυρίες αυτές, θα επισημάνουμε και τις απάτες του αρθρογράφου.
Ο ισχυρισμός ότι οι πρόγονοί μας πήραν από τον αρχαίο αιγυπτιακό πολιτισμό τους περισσότερους θεούς, στηρίζεται σε παρερμηνεία ηροδότειου χωρίου. Στο δεύτερο βιβλίο των «Ιστοριών», γράφει ο Ηρόδοτος: «σχεδὸν δὲ καὶ πάντων τὰ οὐνόματα τῶν θεῶν ἐξ Αἰγύπτου ἐλήλυθε ἐς τὴν Ἑλλάδα» (2.50.1). Ο Ηρόδοτος αναφέρεται σε ονόματα. Αυτό έχει διαφορά σε σχέση με αυτό που λένε οι απολογητές ότι λέει ο Ηρόδοτος. Δεν είναι τυχαίο ότι πουθενά δεν αποδίδουν ούτε εξηγούν τη φράση του Ηροδότου, ο οποίος αναφερόμενος στον Όμηρο και τον Ησίοδο, γράφει: «οὗτοι δέ εἰσι οἱ ποιήσαντες θεογονίην Ἕλλησι καὶ τοῖσι θεοῖσι τὰς ἐπωνυμίας δόντες καὶ τιμάς τε καὶ τέχνας διελόντες καὶ εἴδεα αὐτῶν σημήναντες» (2.53.2). Αφήνουν αμετάφραστο το «τὰς ἐπωνυμίας δόντες», διότι αναιρεί τον βασικό τους ισχυρισμό ότι οι θεοί έχουν αιγυπτιακές καταβολές. Η άποψη του Ηροδότου (άσχετα αν είναι ορθή ή όχι) είναι ότι τα περισσότερα ονόματα των θεών είναι αιγυπτιακά. Από εκεί και πέρα, ο Όμηρος και ο Ησίοδος, έδωσαν τις επωνυμίες και έπλασαν τους σχετικούς μύθους. Είναι απάτη αυτό ή όχι; Διαστρέφονται τα λόγια του Ηροδότου εδώ ή όχι;
Εν συνεχεία, επιχειρείται περαιτέρω υποβολή των αναγνωστών, εφόσον τώρα δεν υπάρχουν μόνο οι «νεο-παγανιστές», αλλά και οι «κρυφοί θαυμαστές» τους, σαν να επρόκειτο για κάτι κακό που προκαλεί ντροπή και πρέπει κανείς να κρύβεται! Ο αρθρογράφος έχοντας υπόψη του ότι ο μέσος αναγνώστης δεν γνωρίζει τα περί του Ελληνισμού διότι δεν διαβάζει παρεκτός μόνο διάφορα άρθρα στο διαδίκτυο, έρχεται τώρα να καθοδηγήσει τον αδαή στο τι οφείλει να κάνει. Τον θέλει δηλαδή, τυφλό οπαδό. Λοιπόν, μια αρχή που έχω, είναι να μην εξαντλώ ποτέ την μελέτη σε άρθρα. Τα άρθρα λειτουργούν απλά ως μια παρότρυνση ώστε να ασχοληθεί κάποιος σοβαρά με κάποιο θέμα του ενδιαφέροντός του. Μπορεί να διαβάσει σχετικά βιβλία, ή ακόμα καλύτερα, να μελετήσει τις πρωτογενείς πηγές. Τότε θα έχει τη δική του γνώμη, την οποία θα μπορεί και να στηρίζει. Για αυτό το λόγο, όσο καλό και αν είναι ένα άρθρο, θα είναι πάντα ελλιπές.
Όσον αφορά το υβρεολόγιο, θα υπενθυμίσω τα αναθέματα που διαβάζονται κατά την Κυριακή της Ορθοδοξίας (εκεί η «μάνα» εκκλησία όχι μόνο υβρίζει την Ελληνική σκέψη, αλλά αναθεματίζει κιόλας τα ίδια της τα τέκνα, όσα «παρασύρθηκαν» από «τα μάταια και Ελληνικά ρήματα»). Θα υπενθυμίσω τα όσα αναφέρει ο ακάθιστος ύμνος («Χαίρε, φιλοσόφους ασόφους δεικνύουσα» κλπ). Θα υπενθυμίσω τα πολυάριθμα έργα και πατερικά χωρία όπου υβρίζονται ονομαστικά οι Έλληνες φιλόσοφοι, τα οποία είναι τόσα πολλά που μόνο σε ξεχωριστό άρθρο μπορούν να παρουσιαστούν. Φυσικά ούτε αυτά γνωρίζει ο μέσος πιστός, καθότι δεν μελετά ούτε καν την Καινή Διαθήκη. Πόσο μάλλον τους πατέρες του!
Όσον αφορά για το αν ο Χριστιανισμός αντιπροσωπεύει μια ξένη κοσμοθεωρία ως προς την Ελληνική, έχει απαντήσει τεκμηριωμένα και δημόσια ο αρχιμανδρίτης Επιφάνειος Θεοδωρόπουλος, τον οποίο δεν μπορώ να μην επαινέσω για την ειλικρίνεια και την ευθύτητά του, άσχετα αν διαφωνώ με τα πιστεύω του: «Τόσον η ταπεινότης μου, όσον και πολλοί άλλοι, δεν βλέπομεν συγγενείας και συζεύξεις μεταξύ Ελληνισμού και Χριστιανισμού, αλλά χάσματα και αβύσσους. Ο δεύτερος, ως νομίζομεν, είναι άρνησις και καταδίκη της ουσίας του πρώτου» (Περί τας «Ελληνοxριστιανικάς συνθέσεις», Άρθρα – Μελέται Επιστολαί. Τόμος Α’. Αθήνα 1986). Εφόσον ο Χριστιανισμός είναι άρνηση του Ελληνισμού, άρα γιατί παραπονιέται ο αρθρογράφος;
Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι ο Χριστιανισμός αποτελεί την πίστη των πατέρων μας εδώ και 17 αιώνες, θα προτρέψω τον αναγνώστη να θυμηθεί τον τρόπο με τον οποίο επικράτησε αυτή, παραπέμποντάς τον στα σωζόμενα αυτοκρατορικά έδικτα και στο τι αναφέρουν ο Βασίλιεφ και ο Οστρογκόρσκυ στις βυζαντινολογίες τους. Επίσης, πατέρες μας δεν είναι μόνο όσοι έζησαν τους τελευταίους 17 αιώνες. Είναι και εκείνοι που έζησαν και αιώνες πριν, σε μια αδιάσπαστη συνέχεια- φυσική και πνευματική.Η ιστορία του γένους μας εκτείνεται σε βάθος χρόνου πολύ μεγαλύτερο από 17αιώνες. Ο Αριστοτέλης και ο Πλάτων στα συγγράμματά τους αναφέρουν για…αρχαίους και αρχαία Ελλάδα! Αυτοί είχαν μια λατρεία και κοσμοαντίληψη που αποτυπώθηκε κωδικά στους μύθους.Τέλος, αξίζει να τονιστεί ότι συνειδητά ή ασυνείδητα, η εθνική πίστη επέζησε μέσα στους αιώνες, όπως έχει αποδείξει ο ιστορικός Κωνσταντίνος Σαθόπουλος, του οποίου το έργο κρατήθηκε στο σκοτάδι για ευνόητους λόγους. Αντ’ αυτού, προτιμήθηκε για καθαρά πολιτικούς λόγους, ο Παπαρηγόπουλος και ο Ζαμπέλιος ένεκα του ελληνοχριστιανικού δόγματος.
[Μαρτυρία #1: Ηρόδοτος. Ο αρχαίος Έλληνας ιστορικός Ηρόδοτος (περ. 484 – περ. 430 π.Χ.) γράφει:α) «Τα ονόματα όλων σχεδόν των θεών ήρθαν στην Ελλάδα από την Αίγυπτο. Ξέρω από τις έρευνες που έκανα ότι ήρθαν απ’ έξω και συγκεκριμένα από την Αίγυπτο, διότι τα ονόματα αυτά ήταν γνωστά στους Αιγυπτίους από τα βάθη των αιώνων». Ο Ηρόδοτος δεν εννοεί βέβαια ότι τα ίδια τα ονόματα των θεών του Ελληνικού πανθέου ήρθαν από την Αίγυπτο (γνωρίζει τη διαφορά στις ονομασίες τους, π.χ. Άμμων και Ζευς), αλλά ότι οι ελληνικοί θεοί προσδιορίστηκαν και η λατρεία τους εγκαθιδρύθηκε και καθορίστηκε με βάση τους αιγυπτιακούς. Η ομολογία ότι οι νεοπαγανιστές λατρεύουν όχι τον ελληνικό, αλλά τον αιγυπτιακό πολιτισμό, μας οδηγεί στην ιδέα να τους προτείνουμε στις διαδικτυακές συζητήσεις, να πάνε να μείνουν στην Αίγυπτο και παρέα με τους αιγύπτιους να χαίρονται την εντελώς ξένη για την Ελλάδα ειδωλολατρική τους θρησκεία!]
Ο Ηρόδοτος αναφέρεται σε ονόματα θεών, και γράφει ότι «πυνθανόμενος ούτω ευρίσκω εόν». Το ρήμα «πυνθάνομαι», σύμφωνα με το λεξικό Lidell και Scott σημαίνει «μανθάνω είτε εξ ακοής είτε ερωτών, ακούω » (τ. Γ΄, σ. 804). Ο αρθρογράφος το μεταφέρει στο άρθρο του ως «έρευνες που έκανα». Με αυτό τον τρόπο προσπαθεί να δώσει βαρύτητα στα λεγόμενα του Ηροδότου. Σημασία όμως έχει τι γράφει ακριβώς το αρχαίο κείμενο. Η όποια απόδοση (είτε των εκδόσεων είτε του αρθρογράφου) είναι βοηθητική και δευτερευούσης σημασίας. Οι έρευνες του Ηροδότου εξαντλούνται στο ότι ρώτησε και έμαθε εξ ακοής. Η φράση του Ηροδότου στην νεοελληνική βρίσκεται εντός εισαγωγικών στο απολογητικό άρθρο, πράγμα που σημαίνει ότι το λέει ο Ηρόδοτος. Βέβαια, κάτω- κάτω στο άρθρο, δίδεται και το κείμενο, αλλά ποιος θα προσέξει τη διαφορά; Και ενώ ο Ηρόδοτος μιλάει ξεκάθαρα για ονόματα θεών, και αυτό αλλάζει για να ταιριάζει περισσότερο με αυτό που συμφέρει τους απολογητές παρά με αυτό που λέει πραγματικά ο Ηρόδοτος. Και αυτός μιλάει για προέλευση ονομάτων και όχι για καταγωγή θεών από την Αίγυπτο.
[Μαρτυρία #2: Ηρόδοτος. Επίσης, σε άλλο σημείο ο Ηρόδοτος συμπληρώνει: «…σχετικά με τις μυστικές τελετουργίες της Δήμητρας, τις οποίες οι Έλληνες αποκαλούν Θεσμοφόρια […] ήταν οι κόρες του Δαναού που έφεραν αυτή την τελετή από την Αίγυπτο και δίδαξαν τις Πελάσγιες γυναίκες πώς να την εκτελούν»].
Ο Ηρόδοτος δεν λέει ποιος σύστησε τα Θεσμοφόρια. Μας λέει ότι αυτά τα έφεραν οι κόρες του Δαναού από την Αίγυπτο. Ανατρέχοντας στην Μυθολογική Βιβλιοθήκη του Απολλόδωρου, στο δεύτερο βιβλίο (1,4 και εξής), βλέπουμε έντονα το ελληνικό στοιχείο και βασιλείς στην Αίγυπτο με ελληνικά ονόματα. Αντιθέτως δεν βλέπουμε καθόλου τους γνωστούς μας Αιγυπτίους, εφόσον κατά τη μαρτυρία του ιδίου του Ηροδότου, η Αίγυπτος για τους Αιγυπτίους είναι «επίκτητος γη» (Ευτέρπη, 5.1). Από την άλλη πλευρά, έχουμε τον Διόδωρο τον Σικελιώτη ο οποίος μας λέει ότι κατά την εποχή των θεών και των ηρώων (εποχή παλαιότερη από τους Αιγυπτίους Φαραώ), έγινε η πρώτη εγκατάσταση ανθρώπων. Αυτοί οι άνθρωποι έχουν ελληνικά ονόματα. Στην δεύτερη εγκατάσταση που έγινε πολύ αργότερα, ήρθαν οι γνωστοί μας Αιγύπτιοι. Αλλιώς, η γη εκείνη δεν θα ήταν για αυτούς «επίκτητη». Σύμφωνα με όσα είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε, τα Θεσμοφόρια συστάθηκαν είτε από τον Τριπτόλαιμο, είτε από τον Ορφέα.
[Μαρτυρία #3: Ηρόδοτος. Επιπλέον, ο Έλληνας ιστορικός μας βεβαιώνει τα εξής για τις Διονυσιακές τελετές (τις θυσίες προς τιμήν του, το έθιμο της φαλλικής λιτανείας κ.λπ.): «Δεν θα παραδεχτώ ποτέ ότι οι παρόμοιες τελετές που οργανώνονται στην Ελλάδα και την Αίγυπτο είναι το αποτέλεσμα απλής σύμπτωσης -αν αλήθευε αυτό, οι τελετές μας θα είχαν ελληνικό χαρακτήρα και δεν θα είχαν εισαχθεί πρόσφατα στην Ελλάδα. Ούτε θα δεχτώ ποτέ ότι οι Αιγύπτιοι πήραν από τους Έλληνες αυτό ή οποιοδήποτε άλλο έθιμό τους».Φανταστείτε: ο ίδιος ο Ηρόδοτος ομολογεί ότι οι τελετές αυτές δεν είχαν ούτε καν ελληνικό χαρακτήρα!]
Συμφωνούμε ότι δεν είναι θέμα απλής συμπτώσεως. Όμως, ο Ηρόδοτος λαθεύει. Δυστυχώς για τους νεο-απολογητές, έχουμε σαφείς αποδείξεις ότι η λατρεία του Διονύσου όπως και οι σχετικοί του μύθοι, υπάρχουν ήδη από παλαιότατες εποχές. Υπάρχουν έξι ορφικοί θεολογικοί ύμνοι για τον Διόνυσο. Όπως έδειξα στο άρθρο περί του Ορφέως βασιζόμενος σε μαρτυρία του Αριστοτέλους, ο Όμηρος είναι «πρόσφατος» με την κτίση της Μέμφιδος. Αυτό σημαίνει ότι ζει περίπου 5000 χρόνια πριν από εμάς. Και ο Ορφεύς είναι παλαιότερος του Ομήρου. Η αστρονομική χρονολόγηση του ορφικού ύμνου του Απόλλωνος υπό του Κ. Χασάπη, έδωσε δύο χρονολογήσεις. Είτε περίπου στο 1350 π. κ. ε, είτε περίπου στο 11.0000 π. κ. ε. Επίσης, ο Βέντρις και ο Τσάγκουικ διάβασαν σε πινακίδες της Γραμμικής Β΄ το όνομα του Διονύσου μεταξύ των ονομάτων των αρχαίων θεών. Οι δε ορφισμός συνδέεται άμεσα με τον Διόνυσο (βλ. Ορφικά, Ι. Πασσάς, σ. 253). Ο Πλούταρχος επίσης, μας λέει τα εξής για τους Αιγυπτίους: «Για τούτο χρησιμοποιούν το όνομα Ίσις από το ιέσθαι (προχωρώ ορμητικά) με γνώση και κινούμαι, διότι είναι κίνηση που διαθέτει ψυχή και φρόνηση. Στην πραγματικότητα, το όνομα τούτο δεν είναι βαρβαρικό, αλλά, όπως για όλους τους θεούς υπάρχει όνομα κοινό που προέρχεται από το θεατός και το θέων (αυτός που τρέχει), έτσι και τη θεά τούτη από την ακριβή γνώση και συνάμα την κίνηση Ίσιδα εμείς, Ίσιδα και οι Αιγύπτιοι αποκαλούν». Για τον Όσιρι, που ο ίδιος ο Πλούταρχος μας λέει ότι ταυτίζεται με τον Διόνυσο, μας λέει: «Ο Όσιρις πάλι έχει όνομα σύνθετο από το όσιος και ιερός, διότι είναι κοινός λόγος ανάμεσα στα πράγματα του ουρανού και του Άδη, από τα οποία συνήθιζαν οι παλιοί να αποκαλούν ιερά τα δεύτερα και όσια τα πρώτα» (Περί Ίσιδος και Οσίριδος, 375c–d). Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης λέει ότι: «Λένε επίσης πως ο Όσιρις ενδιαφερόταν για τη γεωργία και πως ανατράφηκε στη Νύσα της Ευδαίμονος Αραβίας κοντά στην Αίγυπτο, όντας γιος του Δία, κι έτσι το όνομά του που έχει στους Έλληνες προκύπτει από τον πατέρα του και από τον τόπο που γεννήθηκε, ονομάζεται, δηλαδή Διόνυσος» (Ιστορική Βιβλιοθήκη, Ά 15. 6). Παρακάτω, μας αναφέρει για την εκστρατεία του Όσιρι (Διονύσου), παίρνοντας μαζί του -μεταξύ των άλλων, τον Μακεδόνα, τον Πάνα, τον Μάρωνα, τον Τριπτόλαιμο. Αυτό που βλέπουμε είναι ότι πίσω από αυτά βρίσκεται στο παρασκήνιο η ελληνική επιρροή η οποία φανερώνεται μέσα από το ονόματα που δεν βρίσκονται στην τύχη. Αυτά τα κατάλοιπα δείχνουν τις ελληνικές βάσεις αυτού του πολιτισμού, ο οποίος νομοτελειακά στην συνέχεια αναπτύχθηκε ως ένα ξεχωριστό πολιτισμικό γεγονός. Πρέπει να πούμε αυτό που λέει και ο ίδιος ο Ηρόδοτος, ότι στα συμπεράσματά του κατέληξε ρωτώντας τους Αιγυπτίους. Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης όμως σημειώνει την προσπάθεια ιδιοποιήσεως της ελληνικής γνώσης από αυτούς.
[Μαρτυρία #4: Εκαταίος Αβδηρίτης και Διόδωρος Σικελιώτης. Όπως και ο Ηρόδοτος, την εισαγωγή θεοτήτων από την Αίγυπτο, επιβεβαιώνει και ο Διόδωρος Σικελιώτης (1ος αι. π.Χ.) για τον οποίο μάλιστα γνωρίζουμε πως βρίσκεται σε συμφωνία με τον «Εκαταίο τον Αβδηρίτη, που επισκέφτηκε την Αίγυπτο στις αρχές του τρίτου προ Χριστού αιώνα». Άρα, ο Διόδωρος αποδέχεται και επιβεβαιώνει μια μαρτυρία δύο αιώνες αρχαιότερη, σύμφωνα με την οποία: «…από την Αίγυπτο πήραν όλες τις γνώσεις για τις οποίες θαυμάστηκαν από τους Έλληνες. Ο Ορφέας, για παράδειγμα, πήρε από την Αίγυπτο τις περισσότερες από τις μυστικές τελετουργίες, τις οργιαστικές τελετές που συνοδεύουν τις περιπλανήσεις του και τη μυθική παράδοση για τις εμπειρίες του στον Άδη. Γιατί η λατρεία του Όσιρι είναι ίδια μ’ εκείνη του Διονύσου, ενώ της Ίσιδος είναι πανομοιότυπη με την αντίστοιχη της Δήμητρας και μόνο τα ονόματα έχουν αλλάξει». Είναι ντροπιαστικό, ότι οι νεοπαγανιστές θέλουν να μας επιβάλλουν ως δήθεν ελληνική, μια εντελώς ξένη θρησκεία την οποία οι πρόγονοί μας εισήγαγαν αυτούσια από την Αίγυπτο!]
Καταρχάς, όπως είδαμε, ο Ηρόδοτος μας μιλάει για εισαγωγή ονομάτων. Αυτό διαφέρει κατά πολύ (σε όποιον έχει βεβαίως νου να σκεφτεί), από το να πει κανείς για «εισαγωγή θεοτήτων από την Αίγυπτο». Ποιοι όμως έδωσαν τις επωνυμίες; Δηλαδή, ποιοί διαμόρφωσαν τους μύθους και τη θεολογία; Κατά δεύτερον, οι νεο-απολογητές παρουσιάζουν ένα χωρίο του Διόδωρου του Σικελιώτη που υποτίθεται ότι ο ιστορικός συμφωνεί με τις απόψεις του Ηροδότου (τις οποίες διαμόρφωσε πυνθανόμενος τους Αιγυπτίους!). Ακόμα και η παραπομπή που δίνουν είναι λανθασμένη, καθώς αυτά δεν αναφέρονται στο 1,95 αλλά στο 1, 96. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι αυτά είναι όσα ισχυρίζονται οι Αιγύπτιοι. Λέει στην πραγματικότητα ο Διόδωρος: «Οι ιερείς των Αιγυπτίων ιστορούν από τις καταγραφές στα ιερά τους βιβλία ότι τους επισκέφτηκαν τα παλαιά χρόνια ο Ορφέας, ο Μουσαίος, ο Μελάμπους και ο Δαίδαλος, καθώς και ο ποιητής Όμηρος και ο Λυκούργος ο Σπαρτιάτης, ο Σόλων ο Αθηναίος και ο φιλόσοφος Πλάτων, ήλθε επίσης ο Πυθαγόρας ο Σάμιος και ο μαθηματικός Εύδοξος, καθώς επίσης ο Δημόκριτος ο Αβδηρίτης και ο Οινοπίδης ο Χίος. Τεκμήρια της επίσκεψης όλων τούτων δείχνουν για άλλους τα αγάλματά τους και για άλλους τοποθετήσεις ή κτήρια που φέρουν το όνομά τους, και φέρνουν αποδείξεις από τον τομέα της γνώσης που υπηρέτησε ο καθένας τους, βγάζοντας το συμπέρασμα πως από την Αίγυπτο πήραν όλες τις γνώσεις για τις οποίες θαυμάστηκαν από τους Έλληνες. Ο Ορφέας, για παράδειγμα, πήρε από την Αίγυπτο τις περισσότερες από τις μυστικές τελετουργίες, τις οργιαστικές τελετές που συνοδεύουν τις περιπλανήσεις του και τη μυθική παράδοση για τις εμπειρίες του στον Άδη. Γιατί η λατρεία του Όσιρι είναι ίδια μ’ εκείνη του Διονύσου, ενώ της Ίσιδος είναι πανομοιότυπη με την αντίστοιχη της Δήμητρας και μόνο τα ονόματα έχουν αλλάξει». Είναι λοιπόν, ισχυρισμοί των Αιγυπτίων ιερέων. Τα συμπεράσματα των Αιγυπτίων έχουν όμως μια αντινομία. Διότι, ποτέ δεν τιμούν οι δάσκαλοι τους μαθητές, και ο ανώτερος τον υποδεέστερο. Επίσης, πως είναι δυνατό να πήραν όλες τις γνώσεις από τους Αιγυπτίους, απλά και μόνο επισκεπτόμενοι αυτούς και όχι μένοντας εκεί; Όμως, όταν πλέον στα ιστορικά χρόνια, ο Θαλής ο Μιλήσιος επισκέφτηκε την Αίγυπτο, κατάφερε να μετρήσει το ύψος της μεγάλης πυραμίδος εισάγοντας την μαθηματική αναλογία. Κάτι άγνωστο στους Αιγυπτίους σοφούς.
Ακόμα, οι νεο-απολογητές στο άρθρο τους παραπέμπουν στην εισαγωγή του Κάκτου, και παραθέτουν αυτούσιο ένα μικρό κομματάκι (που παρατίθεται παραπάνω), αφού πρώτα (με δικά τους λόγια) μιλούν για δήθεν συμφωνία Ηροδότου-Διόδωρου-Εκαταίου. Στην σελίδα από τον τόμο του Κάκτου που παραπέμπουν (μπείτε στο άρθρο τους μέσω του συνδέσμου που δίνω στην αρχή, στην παραπομπή 5), δεν λέει κάτι τέτοιο. Είναι μια εισαγωγή που μας λέει από πού αντλεί ο Διόδωρος τις πληροφορίες που μας παρέχει. Θα σας παραθέσω ολόκληρο το σχετικό απόσπασμα, διότι η φιλολογική ομάδα του Κάκτου αναφέρει κάτι για τον Ηρόδοτο που δεν βολεύει καθόλου τους νεο-απολογητές.
«Γι’ αυτό το πρώτο βιβλίο αντλεί τις περιγραφές του από τον Εκαταίο τον Αβδηρίτη, που επισκέφτηκε την Αίγυπτο στις αρχές του τρίτου προ Χριστού αιώνα, για τις συνήθειες των Αιγυπτίων, από τον Αγαθαρχίδη τον Κνίδιο, ιστορικό και γεωγράφο του δεύτερου προ Χριστού αιώνα, για τα γεωγραφικά στοιχεία και ειδικότερα για την περιγραφή του Νείλου, και τον Ηρόδοτο. Αναφέρει επίσης λεγόμενα ιερέων της Αιγύπτου και κατοίκων της Αιθιοπίας, πράγμα που δείχνει πως είναι πολύ πιθανό πολλές από τις λεπτομέρειες που παραθέτει να προέρχονται από προσωπικές παρατηρήσεις και έρευνες. Την εποχή που επισκέφτηκε ο ίδιος την Αίγυπτο, επίσημη γλώσσα της χώρας ήταν η Ελληνική, ήδη από τριακόσια περίπου χρόνια, και αυτή χρησιμοποιούσαν στις ανώτερες τάξεις, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα να μην κινδυνεύει να παραπλανηθεί από ιερείς και διερμηνείς, όπως ο Ηρόδοτος» (Εισαγωγή στον Διόδωρο Σικελιώτη, τ. Α΄, σ. 22).
Καταλάβατε; Ο Ηρόδοτος γράφει ό,τι γράφει, διότι παραπλανήθηκε από τους Αιγυπτίους! Διότι όλη του η έρευνα εξαντλήθηκε στο «πυνθανόμενος» και στο «ως εμοί δοκέει». Τόσο απλά.
[Μαρτυρία #5: Εκαταίος Αβδηρίτης και Διόδωρος Σικελιώτης. Επίσης, οι δύο ιστορικοί συμφωνούν μαζί με τον Ηρόδοτο για την εισαγωγή των πρωτόγονων διονυσιακών τελετών: «…οι Έλληνες, παίρνοντας από την Αίγυπτο τα όργια και τις εορτές του Διονύσου, τιμούν το γεννητικό μόριο τόσο στα μυστήρια τους όσο και στις τελετουργίες και θυσίες προς τιμήν του θεού και το ονομάζουν φαλλό». Για άλλη μια φορά αξίζουν «συγχαρητήρια» στους νέο-ειδωλολάτρες και στον Θόδωρο Μαραγκό που έφτιαξε ολόκληρο ντοκιμαντέρ για να υμνήσει τις τόσο «λεπτεπίλεπτες» και «διακριτικές» τελετουργίες όπως αυτή, κατά την οποία θα πρέπει να φανταστούμε τους πρόγονούς μας να προσκυνούν με υψωμένα τα χέρια έναν…ορθωμένο φαλλό-τοτέμ σαν ιθαγενείς πρωτόγονης φυλής! Έ-λ-ε-ο-ς!].
Και εδώ έχουμε ισχυρισμούς των Αιγυπτίων που παρουσιάζονται ως δήθεν του Διόδωρου και του Εκαταίου. Επομένως ισχύει ότι έγραψα παραπάνω. Όσον αφορά τον φαλλό, αυτός λειτουργεί ως σύμβολο σε πολλές αρχαίες μυσταγωγικές λατρείες. Οι αρχαίοι δεν δίστασαν να πάρουν το συγκεκριμένο μέλος του ανθρωπίνου σώματος, να το κάνουν σύμβολο, και να αποδώσουν σε αυτό ολόκληρη την γονιμοποιό δύναμη της φύσης. Σε αντίθεση με τον χριστιανισμό που καταδίκασε ολόκληρη τη φύση και τις λειτουργίες της ως διαβολικές. Όποιος αντέχει, ας διαβάσει το έργο του Νικοδήμου του Αγιορείτου «Περί της φυλακής των πέντε αισθήσεων», όπου θα βρει εκεί μαζεμένη όλη την πατερική «σοφία» πάνω στο θέμα αυτό.
[Μαρτυρία #6: Σχόλιο στα «Αργοναυτικά» του Απολλώνιου Ροδίου. Μια ακόμη σημαντική πληροφορία προκύπτει από σχόλιο στα «Αργοναυτικά» του Απολλώνιου Ροδίου (IV, 257-262c) το οποίο ξεκάθαρα αναφέρεται σε δώδεκα [ιβ] θεούς της Αιγύπτου ως προστάτες των ζωδιακών συμβόλων: «Ίππυς δε τους Αιγυπτίους πρώτους γεγενήσθαι στοχάζεται εκ της του αέρος κράσεως και εκ του γονιμώτατον είναι το του Νείλου ύδωρ. γεγονέναι δε αυτούς φησιν ο Απολλώνιος προ του πάντα τα άστρα φανήναι. καθό την τε φύσιν κατανοήσαι αυτών δοκούσι και τα ονόματα θείναι, και τα μεν ιβ [12] ζώδια θεούς βουλαίους προσηγόρευον»]
Ο αστρονόμος Κ. Χασάπης, μετά την μελέτη του Ορφικού έργου, γράφει: «Υπό των Ορφικών είναι γνωστή η ζωδιακή ζώνη» (Ορφικά, Ι. Πασσάς, σ. 60).
Ο Ι. Πασσάς σχολιάζει ότι οι μεσοποτάμιοι λαοί κατά την δεύτερη χιλιετηρίδα προ, χρησιμοποιούσαν τρεις δρόμους για την πορεία τους, καθορίζοντας μια ευρεία ζώνη στον ουρανό. Αργότερα άρχισαν να προσδιορίζουν την ετήσια κίνηση του ηλίου, χρησιμοποιώντας ορισμένους λαμπρούς αστέρες. Μετά, όρισαν την ζωδιακή ζώνη. Αυτά μαρτυρούνται από πινακίδες που βρέθηκαν στην Νινευή και που χρονολογούνται πριν το 600 προ. Από την εποχή του Καμβύση (523 προ), ο ζωδιακός εμφανίζεται χωρισμένος σε 12 ζώδια. Σύμφωνα με τον αστρονόμο Taton που αναφέρει ο Ι. Πασσάς, «πρέπει να απορρίψωμεν την άποψιν ότι ο ζωδιακός ήτο Αιγυπτιακής προελεύσεως». Σύμφωνα με αυτόν, από εκείνους το δανείστηκαν οι Έλληνες. Παρόλα αυτά, όπως απέδειξε ο Κ. Χασάπης, οι Ορφικοί γνώριζαν τον ζωδιακό τουλάχιστον 1000 χρόνια νωρίτερα από την εποχή του Καμβύση. Άλλο ένα πολύ σημαντικό στοιχείο, είναι ότι η θέση ότι οι Αιγύπτιοι εισήγαγαν πρώτοι τον ζωδιακό, στηρίζεται στην ανεύρεση στην Τεντυρίδα και το Έσνε δύο παραστάσεων του ζωδιακού, που ανάγονται όμως στους ελληνιστικούς χρόνους! Από τότε, σύμφωνα με τον Taton, «έπαυσε να γίνεται συζήτησις περί Αιγυπτιακής καταγωγής του ζωδιακού, εφ’ όσον απεδείχθη πλέον, ότι αι παραστάσεις αύται έχουν δεχθή την επίδρασιν από τας Ελληνιστικάς αντιλήψεις». Άλλη μια μαρτυρία ότι ο ελληνισμός επηρέασε την Αίγυπτο και όχι το αντίθετο.
Και συνεχίζει ο αστρονόμος, «τα 12 ζώδια ήσαν άγνωστα εις τους Αιγυπτίους προ της Ελληνιστικής περιόδου». Οι Αιγύπτιοι χρησιμοποιούσαν το σύστημα των δεκάδων, κατά το οποίο μια ισημερινή ζώνη του ουρανού διαιρούνταν σε 36 ίσα μέρη, και όχι 12. Οι δεκάνοι είτε ήταν μεμονωμένοι λαμπροί αστέρες, είτε αθροίσματα αστέρων, είχαν ονομασίες εντελώς διαφορετικές προς την ελληνική ονομασία των ζωδίων. Οι δέκανοι εμφανίζονται γύρω στο 2100 προ για πρώτη φορά. Και καταλήγει ο Ι. Πασσάς, «Η ευρεία ισημερινή ζώνη των δεκάνων ήτο λοιπόν άσχετος προς την ζωδιακήν».
[Βεβαίως, η επιρροή αυτή από την Αίγυπτο συνεχίστηκε και κατά την ελληνιστική εποχή. Γνωρίζουμε ότι η ελληνιστική θεότητα του Ερμή του Τρισμέγιστου «προέκυψε από τη μεταφορά στην ελληνική Θρησκεία του αιγυπτιακού Θεού Θωθ […] Με την εγκαθίδρυση της δυναστείας των Πτολεμαίων, Έλληνες έποικοι εγκαταστάθηκαν μεταξύ άλλων και στην ιερή πόλη του Θωθ. Από αυτόν τον ελληνικό πυρήνα και από την συγκρητιστική τάση της εποχής προέκυψε η ταύτιση του Ερμή και του Θωθ. Σε όστρακο που χρονολογείται από τον 2ο αι. π.Χ. ιερέας του Θωθ τον αναφέρει ως Τρισμέγιστο. Η ονομασία του αυτή ήταν φυσικό να αποδοθεί και στον αντικαταστάτη του, τον Ερμή. […] Την εποχή λοιπόν των Πτολεμαίων μεταφράζονται τα ιερά αιγυπτιακά κείμενα του Τρισμέγιστου Θωθ ως Τρισμέγιστου Ερμή πλέον»].
Η δήθεν επιρροή από την Αίγυπτο, μια κατασκευασμένη θεωρία που δεν στηρίζεται σε καμία αρχαία πηγή, εξυπηρετεί αφάνταστα τους χριστιανούς νεο-απολογητές οι οποίοι την χρησιμοποιούν κατά κόρον. Γνωρίζουμε όμως από τη Μυθολογική Βιβλιοθήκη του Απολλόδωρου, ότι κατά την προ- κατακλυσμιαία εποχή και πολύ πριν αποικίσουν την Αίγυπτο οι γνωστοί μας Αιγύπτιοι, το ελληνικό στοιχείο ήταν αυτό που επικρατούσε. Τούτο μαρτυρείται σαφώς από τα ονόματα που είναι ελληνικά, είτε αυτά αναφέρονται σε θεούς, είτε σε ανθρώπους, είτε σε περιοχές, ποταμούς και πόλεις. Ο Άραβας ιστορικός Αμπού Μπάχλι υποστηρίζει ότι με βάση τις επιγραφές της μεγάλης πυραμίδος, αυτή και η Σφίγγα κατασκευάστηκαν περίπου το 73.000 π.κ.ε, όταν ο αστερισμός της Λύρας βρίσκονταν στον αστερισμό του Καρκίνου. Ο Άραβας ιστορικός Ιμπ Μπαλούσι τοποθετεί τις παραπάνω κατασκευές στο 25.000 π.κ.ε, επί εποχής Κρόνου. Με βάση τις πηγές, γνωρίζουμε ότι ο Κρόνος βασίλευσε στην Αίγυπτο, έχοντας εκεί ως αντιβασιλέα του τον Ερμή. Οι γνωστοί μας Αιγύπτιοι ήσαν επιδρομείς από τη Νουβία, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στην Αίγυπτο περίπου το 6000 π.κ.ε, όπως υποστηρίζουν αιγυπτιολόγοι, όπως ο Φλίνδερς Πήτρι. Ενώ ο ιστορικός Μανέθων αναφέρεται στην Δυναστεία των θεών (που υπενθυμίζω ότι φέρουν ελληνικά ονόματα και όχι αιγυπτιακά), που τοποθετείται γύρω στο 30.544 π.κ.ε. Ο δε Φίλων ο Βύβλιος, αναφερόμενος σε εκείνη την προ-κατακλυσμιαία εποχή, γράφει: «Ελθόν δε Κρόνος εις Νότον χώραν άπασαν την Αίγυπτον έδωσε Θωθ ίνα βασιλεία αυτού γίνεται». Ότι χαρακτηριστικό γνώρισμα προσδίδει η ελληνική μυθολογία στον Ερμή, το ίδιο ακριβώς κάνει η αιγυπτιακή στον Θωθ. Πράγμα που σημαίνει ότι ταυτίζονται. Ο Θωθ και ο Ερμής είναι ένα και το αυτό πρόσωπο. Στην «Παγκόσμια ιστορία» της ακαδημίας επιστημών της ΕΣΣΔ, αναφέρεται: «Οι αρχαίοι θεοί ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο Ερμής, ήταν σύμβολα φυσικών δυνάμεων. Ένας τέτοιος θεός ήταν και ο Ερμής, τον οποίο οι αρχαίοι Αιγύπτιοι τον ονόμαζαν Θωδ, και τον σημειώνουν ως θεό των γραμμάτων» (τ. Ά, σ. 290).
Αρχαιολογικά ευρήματα πιστοποιούν ότι οι τοιχογραφίες των ανακτόρων της τρίτης φαραωνικής περιόδου ήταν Μινωικές. Για αυτό και ο Ηρόδοτος γράφει ότι η Αίγυπτος είναι επίκτητη γη για τους Αιγυπτίους (Ευτέρπη, 5.1). Ο ίδιος ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι Έλληνες οικοδόμησαν τις πυραμίδες (Ευτέρπη, 148). Αυτά βέβαια δεν συμφέρουν, για αυτό και δεν αναφέρονται, παρότι είναι γραμμένα στα βιβλία του Ηροδότου. Οι Αιγύπτιοι λοιπόν καπηλεύτηκαν την γνώση και την παρουσίασαν ως δική τους, όπως κατ’ επανάληψη γράφει ο ιστορικός Διόδωρος ο Σικελιώτης.
Τέλος, για τον ισχυρισμό ότι επί ελληνιστικής περιόδου είχαμε την συνέχεια της δήθεν επιρροής από την Αίγυπτο, αρκεί να τονίσουμε ότι τόσο η Αλεξάνδρεια ως πόλη, όσο και η μετατροπή της σε πνευματικό κέντρο, ήταν ελληνικό επίτευγμα. Πιο συγκεκριμένα, το Μουσείο (που περιείχε βωμό, βιβλιοθήκη, εξέδρα, εργαστήρια, αστεροσκοπείο, και χώρους εστίασης), ιδρύθηκε από τον Πτολεμαίο τον Σωτήρα το 297 π. κ. ε με τη βοήθεια του Δημητρίου του Φαληρέως και του Φιλιτά. Η περίφημη βιβλιοθήκη υπό των ιδίων. Αυτή αποτελούνταν από έναν κλειστό τομέα μόνο για τους διανοούμενους (η συλλογή του Βρουχείου), και έναν ανοικτό για όλους, που κατασκευάστηκε μεταγενέστερα από τον Πτολεμαίο τον Ευεργέτη μέσα στο Σεράπειο. Εκεί είχαν συγκεντρωθεί τα συγγράμματα όλου του τότε γνωστού κόσμου. Επίσης, κατά την ελληνιστική εποχή, όσοι διανοούμενοι δεν ήταν Έλληνες, λέγονταν «ελληνιστές». Δεν έχουμε τίποτα αντίστοιχα από πλευράς Αιγυπτίων.
[Μάλιστα, η αιγυπτιολατρεία είναι προφανής ακόμα και στις πιο «κατώτερες» θρησκευτικές της εκδηλώσεις, καθώς στην αιγυπτιακή θρησκεία συνυπήρχαν ο ανθρωπομορφισμός και η αντίληψη για θεούς με μορφές ζώων. Οι πρόγονοί μας λοιπόν ήταν κανονικότατα παγανιστικά «πρόβατα» της αιγυπτιολατρείας, αφού τα απομεινάρια ακόμα και ζωόμορφων δανείων είναι υπαρκτά στην δήθεν «ελληνική πατρώα θρησκεία»: 1) Σύνδεση του Διόνυσου με μορφή ζώου μας αναφέρει ο Πλούταρχος (50-120 μ.Χ.): «Γιατί οι γυναίκες των Ηλείων, όταν ψάλλουν ύμνους στον Διόνυσο, τον παρακαλούν να έρθει σ’ αυτές με πόδι ταύρου; Ο ύμνος έχει ως εξής: Έλα, ήρωα Διόνυσε, / στον ιερό ναό των Ηλείων, / μαζί με τις Χάριτες, / στον ναό, με το ταυρίσιο πόδι σου, σπεύδοντας. Μετά τραγουδούν δυο φορές: ‘’Άξιε ταύρε’’». 2) Αλλά και ο Όμηρος, ενδεχομένως να μας έχει παραδώσει ίχνη ζωόμορφων χαρακτηριστικών για τη θεά Ήρα, με μια φράση την οποία επαναλαμβάνει στην Ιλιάδα 14 φορές: «βοώπις πότνια Ήρη» (βοώπις= η έχουσα οφθαλμούς βοός, η βοϊδομάτα). 3) Ο Arthur Bernard Cook, στο εκτενές κεφάλαιο «Ο Δίας ως ταύρος» παραθέτει παράσταση ενός Διός Ολβίου με κέρατα ταύρου σε στήλη της Αυτοκρατορικής εποχής (1ος αι. μ.Χ.) από τα περίχωρα της Κυζίκου. 4) Επίσης, η μυθική θεότητα Εκάτη, εμφανίζεται συχνά με τη μορφή διάφορων ζώων, όπως άλογο, σκύλος, λύκος κ.λπ . 5) Γνωστότατος είναι και ο τραγόμορφος θεός Πάνας που περιγράφεται με κέρατα, σώμα τριχωτό, κάτω άκρα τράγου και πόδια με σχιστή οπλή . Μάλιστα, ο Ηρόδοτος γράφει: «Στην Ελλάδα, ο Ηρακλής, ο Διόνυσος κι ο Πάνας θεωρούνται οι νεότεροι θεοί. Στην Αίγυπτο, αντίθετα, ο Πάνας είναι πολύ αρχαίος…»].
Εδώ, φέρνουν ως τεκμήριο για τους ισχυρισμούς τους, την συμβολική παρουσίαση των θεών με τη μορφή ζώων. Αυτό θεωρείται ως «δάνειο» και αντιγραφή από τους Αιγυπτίους. Είναι βέβαια εξωφρενικό να κατηγορεί κάποιος κάποιον για «αντιγραφή», όταν ο ίδιος έχει αντιγράψει όλον τον κόσμο για να στήσει τη θρησκεία του, και να έρχεται μετά και να λέει ότι αυτή είναι προϊόν, θείας αποκάλυψης!
Ας δούμε τι γράφει ο Πλούταρχος: «Τούτο έχουν πάθει κυρίως οι Αιγύπτιοι σχετικά με τα ζώα που τιμούν. Οι Έλληνες , ως προς αυτά τουλάχιστον, σωστά μιλούν και πιστεύουν πως το περιστέρι είναι το ιερό ζώο της Αφροδίτης, το φίδι της Αθηνάς, ο κόρακας του Απόλλωνα κι ο σκύλος της Άρτεμης, όπως λέει ο Ευριπίδης: ‘’Σκύλος θα γίνεις, ομοίωμα της Εκάτης που φέρνει το φως’’. Οι περισσότεροι Αιγύπτιοι όμως, με το να λατρεύουν τα ίδια τα ζώα και να τα ακολουθούν ως θεούς, δεν έχουν μόνο καλύψει τις ιερές τελετές με στοιχεία που προκαλούν γέλιο και χλευασμό- πράγμα εξ άλλου που είναι το μικρότερο κακό που προκύπτει από τη βλακεία τους· εμφυτεύεται όμως στο μυαλό τους άποψη φοβερή, που οδηγεί τους αδύναμους και άκακους στην άκρατη δεισιδαιμονία, ενώ τους πιο δυναμικούς και πιο θρασείς ωθεί σε άθεες και ωμές σκέψεις» (Περί Ίσιδος και Οσίριδος, 379d–e). Οι μορφές των ζώων αλλά και ο ανθρωπομορφισμός λειτουργούν καθαρά σε συμβολικό επίπεδο. Υπάρχουν συγγράμματα που τα εξηγούν αυτά, όπως το ίδιο το έργο του Πλουτάρχου αλλά και το «Περί αγαλμάτων» του Πορφυρίου. Τώρα, η πολλή μεγάλη διαφορά με τους Αιγυπτίους, είναι ότι εκείνοι (όχι όμως όλοι) ταύτισαν το ζώο με τη θεότητα. Περισσότερα πάνω σε αυτό μας αναφέρει ο Διόδωρος ο Σικελιώτης στον πρώτο τόμο της «Ιστορικής Βιβλιοθήκης», και σχετίζεται με ιστορίες εν είδη θρύλου, που ιστορούν πως χάριν κάποιων ζώων, οι Αιγύπτιοι σώθηκαν από διάφορες καταστροφές. Ο Έλληνας θρησκευτής της τότε εποχής, κρατώντας το μέτρο και αποφεύγοντας την υπερβολή, ποτέ δεν ταύτισε τους θεούς του με τα σύμβολά τους.
Στα «Αίτια Ελληνικά» διερωτάται ο Πλούταρχος γιατί ο Διόνυσος σχετίζεται με τον ταύρο. Είναι ακριβώς αυτό που παραθέτουν οι νέο- απολογητές παραπάνω, για να πείσουν για τους ισχυρισμούς τους, Στην απάντηση που δίνει ο Πλούταρχος παρακάτω, που δεν την παραθέτουν, ο Πλούταρχος εξηγεί ότι τον προσαγορεύουν «ταύρο», όχι διότι ταυτίζουν τον ταύρο με τον Διόνυσο, αλλά επειδή οι λέξεις «βοέω»/ «βοώπιν»/ «βουγαίον» σχετίζονται με το «μεγάλος». Και επειδή το πόδι του βοδιού είναι αβλαβές ενώ τα κέρατά του επιβλαβή, με αυτόν τον συμβολικό τρόπο, τον παρακαλούν να έλθει πράος και άλυπος. Επίσης, ο Διόνυσος σχετίζεται με τη βλάστηση και το κάρπισμα, στο οποίο συμβάλει και ο ταύρος/ βόδι, κατά το αλώνισμα και όργωμα της γης. Πολλές φορές, οι απαντήσεις υπάρχουν στα ίδια τα κείμενα που επικαλούνται οι νέο- απολογητές. Δεν ανησυχούν όμως ιδιαίτερα, εφόσον ξέρουν ότι ο μέσος αναγνώστης τους είναι κάπως απίθανο να διαθέτει στο σπίτι του το συγκεκριμένο έργο του Πλουτάρχου και πολύ περισσότερο να το έχει μελετήσει!
Σε δεύτερο άρθρο τους, υποστηρίζουν ότι οι αρχαιολόγοι υποστηρίζουν τις θεωρίες του Ηροδότου. https://www.oodegr.com/neopaganismos/pseftotheoi/aig.theoi1.htm
Παρόλα αυτά, και ενώ θα περίμενε κανείς να διαβάσει τις μαρτυρίες αυτών των αρχαιολόγων, βλέπει μια επιπλέον προσπάθεια διαστρέβλωσης της πραγματικότητας. Για παράδειγμα, το πώς διαστρέφουν το όνομα «Νηίθ» για να πουν ότι αυτό ομοιάζει με το όνομα «Αθηνά», προκειμένου να βγάλουν την Αθηνά…Αιγύπτια!
Ο ίδιος ο Μπαμπινιώτης όμως τους διαψεύδει.
«Με τη «Μαύρη Αθηνά» του Bernal οι απόψεις των αφροκεντριστών διαδόθηκαν ευρύτερα μέχρι που έφτασε να διδάσκεται ότι το όνομα Αθηνά δεν είναι άλλο από το όνομα της Αιγυπτιακής θεότητας Νηίθ! (Γλωσσολογικά, βεβαίως αν συνέβαινε κάτι τέτοιο η ελληνική λέξη θα ήταν Νήθα, τύπος που προφανώς δεν θα είχε καμία σχέση με το πανάρχαιο όνομα Αθηνά, ήδη μυκηναϊκό atana potiniya «Αθηνά πότνια»). Εφτασαν ακόμη να διδάσκουν ότι οι Ελληνες φιλόσοφοι Σωκράτης, Πλάτων, Πυθαγόρας διδάχτηκαν τις φιλοσοφικές τους απόψεις σε σχολές της Αιγύπτου ή ότι ο Αριστοτέλης έκλεψε τη φιλοσοφία του από αιγυπτιακά βιβλία που πήρε από τη Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας (η οποία όμως, όπως παρατηρεί καταλυτικά η Lefkowitz, ιδρύθηκε μετά τον θάνατο του Αριστοτέλους!)».
http://tovima.dolnet.gr/print_article.php?e=B&f=12486&m=B01&aa=1
Τέλος, να πούμε ότι οι ισχυρισμοί τους σε αυτό το άρθρο έρχονται σε αντίθεση με άλλα τους άρθρα. Διότι εδώ υποστηρίζουν ότι η ελληνική θρησκεία είναι αιγυπτιακή. Ενώ σε άλλα άρθρα, ότι οι Έλληνες είναι ινδοευρωπαϊκή φυλή. Ας αποφασίσουν τι θέλουν.
Το πρώτο άρθρο που θα απαντηθεί, τιτλοφορείται ως «Δωδεκάθεο: Η Πατρώα Θρησκεία των Αιγυπτίων… Οι θεοί του Ολύμπου ήταν αιγυπτιακοί και όχι Ελληνικοί, όπως μαρτυρούν οι ίδιοι οι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς». https://www.oodegr.com/neopaganismos/ellinikotita/xenoi1.htm
Μέσα στις παραθέσεις βρίσκονται τα γραφόμενα υπό των νεο-απολογητών. Από κάτω, είναι οι απαντήσεις μου.
[1. Όταν η ιστορία έχει κέφια: Κατηγορούν τον Χριστιανισμό ως μη ελληνική θρησκεία, οι δωδεκαθεϊστές…αιγυπτιολάτρες! Τί κοινό έχουν οι νεοπαγανιστές δωδεκαθεϊστές συντοπίτες μας, με τους Αιγύπτιους μετανάστες της χώρας μας, τους οποίους όμως απεχθάνονται λόγω των εθνικιστικών πιστεύω τους;]
Τι να πρωτοθίξει κανείς από την άθλια και ανθελληνική αυτή εισαγωγή; Την ειρωνεία; Το θράσος; Την ταμπελοποίηση; Τον φανατισμό; Την ισοπέδωση; Όλοι και όλα, σ’ ένα τσουβάλι!
Καταρχάς, το ότι ο Χριστιανισμός είναι μια μη ελληνική θρησκεία που επιβλήθηκε δια πυρός και σιδήρου, μαρτυρείται από τις ίδιες τις χριστιανικές πηγές. Δεν είναι ανάγκη να καταφύγει κανείς κάπου αλλού για να πειστεί. Οι απαντήσεις δεν βρίσκονται πολύ μακριά από τον καθένα που θέλει να λάβει γνώση των πραγμάτων. Αρκεί να έχει τα μάτια του ανοιχτά και να θέλει να κατανοήσει αυτά που διαβάζει. Θα το πω συγκεκριμένα. Ας μελετήσει κανείς τα τέσσερα κανονικά ευαγγέλια, τις επιστολές του Παύλου και το βιβλίο των «Πράξεων». Εκεί θα διαπιστώσει ιδίοις όμμασιν την καταγωγή του Χριστιανισμού από τον Ιουδαϊσμό. Συγκρίνοντας τις «προφητείες» της Παλαιάς Διαθήκης με τις αντίστοιχες ερμηνείες που δίδονται από τους συγγραφείς της Καινής, θα διαπιστώσει μια διαφορετική ερμηνεία σε αυτές, η οποία στηρίζεται στην χάλκευση, την απάτη, και την διαστρέβλωση. Ένας ευέλικτος και εξευγενισμένος Ιουδαϊσμός. Η περιτομή στην ανδρική φύση μετετράπη σε «περιτομή της καρδιάς», δηλαδή το βάπτισμα. Η αιματηρή θυσία των ζώων, στην αναίμακτη του Ιησού Χριστού, κα. Όποιος δεν πείθεται από αυτά, ας πειστεί από τον ίδιο τον απόστολο Παύλο, ο οποίος γράφει: «οὐ γὰρ ὁ ἐν τῷ φανερῷ Ἰουδαῖός ἐστιν οὐδὲ ἡ ἐν τῷ φανερῷ ἐν σαρκὶ περιτομή, ἀλλ’ ὁ ἐν τῷ κρυπτῷ Ἰουδαῖος καὶ περιτομὴ καρδίας ἐν πνεύματι οὐ γράμματι» (Προς Ρωμαίους, 2:28-29).
Όσο αφορά το ιστορικό κομμάτι, το «δια πυρός και σιδήρου», στην «Πεντάτευχο» είναι καταγεγραμμένες οι οδηγίες του ιερατείου που ακολούθησε ο λαός Ισραήλ, καταστρέφοντας στο διάβα του οτιδήποτε ήταν αλλότριο από την πίστη του. Τα ίδια ακριβώς διαβάζουμε στην εκκλησιαστική ιστορία, με πρωταγωνιστές επισκόπους, καλογέρους και τον θρησκόληπτο όχλο. Υπάρχουν σαφείς καταγραφές στα κείμενα του Σοζωμενού του Σαλαμίνιου, του Σωκράτους του Σχολαστικού, του Ιωάννη του Μαλάλα, κα.
Άραγε ο απολογητής αρθρογράφος δεν έχει υπόψη του τι λέει ο Παύλος; Έχει. Συνεπώς, το ότι ο Χριστιανισμός δεν έχει την παραμικρή σχέση με τον Ελληνισμό, δεν είναι «κατηγορία». Είναι πραγματικότητα. Πάλι υπάρχουν πολύ καθαρές καταγεγραμμένες μαρτυρίες πάνω σε αυτό. Αναφερόμενος στη σημασία του χριστιανικού βαπτίσματος στους Γαλάτες, αναφέρονται τα εξής: «ὅσοι γὰρ εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε Χριστὸν ἐνεδύσασθε. Οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδὲ Ἕλλην οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ· πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ εἰ δὲ ὑμεῖς Χριστοῦ ἄρα τοῦ Ἀβραὰμ σπέρμα ἐστέ καὶ κατ’ ἐπαγγελίαν κληρονόμοι» (3:27-29). Τί διδάσκει εδώ ο Παύλος; Ότι όποιος βαπτιστεί, μπαίνει σε μια διαδικασία ομογενοποιήσεως. Δεν έχει σημασία αν είναι παραδοσιακός Ιουδαίος, Έλληνας, δούλος, ελεύθερος, άνδρας, γυναίκα. Γιατί πλέον δεν είναι τίποτα από όλα αυτά. Ισοπεδώνονται όλα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα και ποιότητες και γίνονται όλοι «του Χριστού», «του Αβραάμ σπέρμα». Φασιστικά, ολοκληρωτικά. Πως γίνεται όμως να πάψει να είναι κανείς ιουδαίος και ταυτόχρονα να είναι «σπέρμα Αβραάμ»; Είναι αυτό που έγραψα παραπάνω, ότι ο Χριστιανισμός -τουλάχιστον κατά την πρώιμη ιστορία του και όσον αφορά το κυρίαρχο ρεύμα του-, δεν είναι τίποτα παραπάνω από έναν βελτιωμένο Ιουδαϊσμό. Άσχετο αν λίγο αργότερα, όταν κατασκεύαζαν τα χριστιανικά δόγματα -που καθόλου τυχαίως συμπίπτει χρονικά με την εποχή που αρχίζει η συμπόρευση κράτους-Εκκλησίας και το φαινόμενο του καισαροπαπισμού, οι χριστιανοί πατέρες προσπάθησαν να ντύσουν την θεολογία τους με στοιχεία από την ελληνική παράδοση. Η ρίζα παρέμενε πάντα ιουδαϊκή.
Στην διδασκαλία του Παύλου μαρτυρείται ότι οι Ιουδαίοι έχουν κάλυμμα στην καρδιά και δεν έχουν το κλειδί της γνώσης ώστε να κατανοήσουν τον Μωυσή, τους προφήτες και γενικά τα κείμενά τους. Τώρα όμως, χάρη στον Ιησού που υποτίθεται ότι εκπλήρωσε τις μεσσιανικές προφητείες των Γραφών, το σώμα των πιστών του (η εκκλησία) είναι σε θέση να ερμηνεύσει και να ξεκλειδώσει τα γραπτά που υποτίθεται ότι άφησαν πίσω τους οι πατέρες της ιουδαϊκής κληρονομιάς. Με αυτόν τον τρόπο, ο Χριστιανισμός εμφανίζεται ως νέα μορφή του Ιουδαϊσμού, με ανώτερες λατρείες (πρβ. Προς Εβραίους επιστολή), πνευματικότερα παραγγέλματα και υποσχέσεις (πρβ. Προς Κολοσσαείς, Προς Εφεσίους), ανώτερο νόμο (πρβ. Προς Ρωμαίους). Οικουμενικός και ανοικτός σε αντίθεση με τον κλειστό παραδοσιακό ιουδαϊσμό (πρβ. Πράξεις Αποστόλων, Αποκάλυψη). Αυτή η γραμμή θα ακολουθηθεί αργότερα από όλους τους εκκλησιαστικούς συγγραφείς. Η βασική διαφορά είναι στο τι έχει προσληφθεί από την ελληνική φιλοσοφία (και διαστρεβλωθεί εφόσον αποκόπτεται από το πνευματικό του περιβάλλον που το γέννησε) ανά αιώνα και ανά εποχή.
Άκυρος όμως και ασυνεπής ως προς τα δεδομένα και τη λογική αποτελεί και ο ισχυρισμός ότι αυτά υποστηρίζονται από τους «δωδεκαθειστές» που είναι … αιγυπτιολάτρες. Θα λέγαμε πιο σωστά ότι υποστηρίζονται και από αυτούς. Όποιος γνωρίζει, στα ίδια συμπεράσματα καταλήγει χωρίς να είναι απαραιτήτως…δωδεκαθειστής.
Όσο για το «αιγυπτιολάτρες», θα δούμε στην συνέχεια εάν αυτός ο χαρακτηρισμός έχει ορθότητα ή όχι.
Ένα στοιχείο που θα άξιζε να προσεχθεί και που δείχνει μένος και αυταρχικότητα, είναι η λεγόμενη «ταμπελοποίηση». Νομίζουν ότι με τον τρόπο αυτό θα «εκθέσουν» ηθικά τον «αντίπαλο», ώστε τα επιχειρήματα και οι ενστάσεις που θα φέρει να φτάνουν αποδυναμωμένα στον αναγνώστη. Αυτό εξυπηρετεί στο να προκαταβάλουν τον αναγνώστη για να μην δώσει βαρύτητα στην ουσία που είναι οι πρωτογενείς πηγές.
Τέλος, όσον αφορά το μεταναστευτικό και την επικρότησή του, απλά να θυμίσω ότι ο συνειδητά χριστιανός είναι άπατρις ΔΕΣ: Ποια είναι η πατρίδα των Ορθόδοξων χριστιανών;. Οι Γραφές διδάσκουν: «οὐ γὰρ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν» (Προς Εβραίους, 13:14). Δεν είναι παράλογο αυτό, αν σκεφτούμε ότι οι χριστιανοί πατέρες και εκκλησιαστικοί συγγραφείς έζησαν και έδρασαν σε μια τεράστια γεωγραφική χοάνη, την πολυεθνική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Ακόμα, το ότι η Εκκλησία χρησιμοποιήθηκε από την πολιτική εξουσία -όχι βέβαια με το αζημίωτο-, προκειμένου να επιβληθεί μια πίστη που σκοπό είχε να ενώσει όλο αυτό το ετερόκλιτο υλικό. Αλλά και μετά την πτώση της, όταν πλέον ήρθε ο τουρκικός ζυγός, το ίδιο φρόνημα που εμποτίζονταν τόσους αιώνες, εκδηλώθηκε. Για αυτό και υποστηρίχθηκε η τουρκική δουλεία ως «θεόσταλτη». Δεν είναι μόνο το στενό ατομικό τους συμφέρον, αλλά επίσης και το γεγονός ότι όλοι αυτοί δεν γνώρισαν ούτε τι σημαίνει γένος, ούτε τι σημαίνει πατρίδα (πατέρας + δα/ γη = γη των πατέρων). Έτσι, το να θεωρεί κανείς ότι δεν υπάρχει πρόβλημα με τον κακό χαμό που συμβαίνει τις τελευταίες δεκαετίες στην πατρίδα μας, είναι απόλυτα συνεπές με την χριστιανική διεθνιστική οπτική. Γιατί, για αυτούς είναι μια ευκαιρία «ευαγγελισμού» των ανθρώπων αυτών! Με τούτα, δεν δικαιολογούνται αυτά, απλά αναδεικνύεται η πολυεπίπεδη ζημία που επιφέρει ο Χριστιανισμός στα μυαλά των ανθρώπων. Το υβριδικό κατασκεύασμα του «ελληνοχριστιανικού» δόγματος, εξυπηρετεί καθαρά πολιτικές σκοπιμότητες, και όσοι το υποστηρίζουν, το κάνουν είτε από συμφέρον είτε από άγνοια.
[Σύμφωνα με τις μαρτυρίες κυρίως του Ηρόδοτου, του Εκαταίου του Αβδηρίτη και του Διόδωρου Σικελιώτη, οι τάχα «υπερ-Έλληνες» νεοπαγανιστές οφείλουν πολλές ευχαριστίες στους Αιγύπτιους μετανάστες του τόπου μας, επειδή οι πρόγονοί μας πήραν από τον αρχαίο αιγυπτιακό πολιτισμό, τους περισσότερους θεούς στους οποίους πιστεύουν σήμερα οι νεο-ειδωλολάτρες. Μάλιστα, αγαπούν τόσο πολύ τους αιγυπτιακής προέλευσης «θεούς», που την θρησκεία στην οποία τους εντάσσουν, την ονομάζουν «Πατρώα Θρησκεία». Βεβαίως, αυτό δεν είναι ψέμα, διότι το δωδεκάθεο αποτελούσε πράγματι «Πατρώα Θρησκεία», όχι όμως των Ελλήνων, αλλά των Αιγυπτίων! Όταν λοιπόν οι νεοπαγανιστές (και οι κρυφοί θαυμαστές τους) διατυπώνουν το γνωστό τους εθνικιστικό υβρεολόγιο για τον Χριστιανισμό, επειδή δήθεν αποτελεί…εβραϊκή θρησκεία ή δήθεν αποτελεί θρησκεία μιας ξένης κοσμοθεωρίας (βλέπε παρακάτω ντοκιμαντέρ «Black Μπεεε»), τότε οι χριστιανοί οφείλουμε να τους θυμίζουμε με επιμονή την αιγυπτιακή προέλευση της θρησκείας του Δωδεκαθεϊσμού. Αν δέχονται ότι οι εισαγόμενοι θεοί της Αιγύπτου αποτελούσαν «Πατρώα θρησκεία» των Ελλήνων, εξίσου τους είναι αδύνατο να αρνηθούν ότι ο Χριστιανισμός αποτελεί την πίστη των Πατέρων μας εδώ και 17 αιώνες].
Πολύ ωραία. Στην συνέχεια, όταν θα εξετάσουμε τις μαρτυρίες αυτές, θα επισημάνουμε και τις απάτες του αρθρογράφου.
Ο ισχυρισμός ότι οι πρόγονοί μας πήραν από τον αρχαίο αιγυπτιακό πολιτισμό τους περισσότερους θεούς, στηρίζεται σε παρερμηνεία ηροδότειου χωρίου. Στο δεύτερο βιβλίο των «Ιστοριών», γράφει ο Ηρόδοτος: «σχεδὸν δὲ καὶ πάντων τὰ οὐνόματα τῶν θεῶν ἐξ Αἰγύπτου ἐλήλυθε ἐς τὴν Ἑλλάδα» (2.50.1). Ο Ηρόδοτος αναφέρεται σε ονόματα. Αυτό έχει διαφορά σε σχέση με αυτό που λένε οι απολογητές ότι λέει ο Ηρόδοτος. Δεν είναι τυχαίο ότι πουθενά δεν αποδίδουν ούτε εξηγούν τη φράση του Ηροδότου, ο οποίος αναφερόμενος στον Όμηρο και τον Ησίοδο, γράφει: «οὗτοι δέ εἰσι οἱ ποιήσαντες θεογονίην Ἕλλησι καὶ τοῖσι θεοῖσι τὰς ἐπωνυμίας δόντες καὶ τιμάς τε καὶ τέχνας διελόντες καὶ εἴδεα αὐτῶν σημήναντες» (2.53.2). Αφήνουν αμετάφραστο το «τὰς ἐπωνυμίας δόντες», διότι αναιρεί τον βασικό τους ισχυρισμό ότι οι θεοί έχουν αιγυπτιακές καταβολές. Η άποψη του Ηροδότου (άσχετα αν είναι ορθή ή όχι) είναι ότι τα περισσότερα ονόματα των θεών είναι αιγυπτιακά. Από εκεί και πέρα, ο Όμηρος και ο Ησίοδος, έδωσαν τις επωνυμίες και έπλασαν τους σχετικούς μύθους. Είναι απάτη αυτό ή όχι; Διαστρέφονται τα λόγια του Ηροδότου εδώ ή όχι;
Εν συνεχεία, επιχειρείται περαιτέρω υποβολή των αναγνωστών, εφόσον τώρα δεν υπάρχουν μόνο οι «νεο-παγανιστές», αλλά και οι «κρυφοί θαυμαστές» τους, σαν να επρόκειτο για κάτι κακό που προκαλεί ντροπή και πρέπει κανείς να κρύβεται! Ο αρθρογράφος έχοντας υπόψη του ότι ο μέσος αναγνώστης δεν γνωρίζει τα περί του Ελληνισμού διότι δεν διαβάζει παρεκτός μόνο διάφορα άρθρα στο διαδίκτυο, έρχεται τώρα να καθοδηγήσει τον αδαή στο τι οφείλει να κάνει. Τον θέλει δηλαδή, τυφλό οπαδό. Λοιπόν, μια αρχή που έχω, είναι να μην εξαντλώ ποτέ την μελέτη σε άρθρα. Τα άρθρα λειτουργούν απλά ως μια παρότρυνση ώστε να ασχοληθεί κάποιος σοβαρά με κάποιο θέμα του ενδιαφέροντός του. Μπορεί να διαβάσει σχετικά βιβλία, ή ακόμα καλύτερα, να μελετήσει τις πρωτογενείς πηγές. Τότε θα έχει τη δική του γνώμη, την οποία θα μπορεί και να στηρίζει. Για αυτό το λόγο, όσο καλό και αν είναι ένα άρθρο, θα είναι πάντα ελλιπές.
Όσον αφορά το υβρεολόγιο, θα υπενθυμίσω τα αναθέματα που διαβάζονται κατά την Κυριακή της Ορθοδοξίας (εκεί η «μάνα» εκκλησία όχι μόνο υβρίζει την Ελληνική σκέψη, αλλά αναθεματίζει κιόλας τα ίδια της τα τέκνα, όσα «παρασύρθηκαν» από «τα μάταια και Ελληνικά ρήματα»). Θα υπενθυμίσω τα όσα αναφέρει ο ακάθιστος ύμνος («Χαίρε, φιλοσόφους ασόφους δεικνύουσα» κλπ). Θα υπενθυμίσω τα πολυάριθμα έργα και πατερικά χωρία όπου υβρίζονται ονομαστικά οι Έλληνες φιλόσοφοι, τα οποία είναι τόσα πολλά που μόνο σε ξεχωριστό άρθρο μπορούν να παρουσιαστούν. Φυσικά ούτε αυτά γνωρίζει ο μέσος πιστός, καθότι δεν μελετά ούτε καν την Καινή Διαθήκη. Πόσο μάλλον τους πατέρες του!
Όσον αφορά για το αν ο Χριστιανισμός αντιπροσωπεύει μια ξένη κοσμοθεωρία ως προς την Ελληνική, έχει απαντήσει τεκμηριωμένα και δημόσια ο αρχιμανδρίτης Επιφάνειος Θεοδωρόπουλος, τον οποίο δεν μπορώ να μην επαινέσω για την ειλικρίνεια και την ευθύτητά του, άσχετα αν διαφωνώ με τα πιστεύω του: «Τόσον η ταπεινότης μου, όσον και πολλοί άλλοι, δεν βλέπομεν συγγενείας και συζεύξεις μεταξύ Ελληνισμού και Χριστιανισμού, αλλά χάσματα και αβύσσους. Ο δεύτερος, ως νομίζομεν, είναι άρνησις και καταδίκη της ουσίας του πρώτου» (Περί τας «Ελληνοxριστιανικάς συνθέσεις», Άρθρα – Μελέται Επιστολαί. Τόμος Α’. Αθήνα 1986). Εφόσον ο Χριστιανισμός είναι άρνηση του Ελληνισμού, άρα γιατί παραπονιέται ο αρθρογράφος;
Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι ο Χριστιανισμός αποτελεί την πίστη των πατέρων μας εδώ και 17 αιώνες, θα προτρέψω τον αναγνώστη να θυμηθεί τον τρόπο με τον οποίο επικράτησε αυτή, παραπέμποντάς τον στα σωζόμενα αυτοκρατορικά έδικτα και στο τι αναφέρουν ο Βασίλιεφ και ο Οστρογκόρσκυ στις βυζαντινολογίες τους. Επίσης, πατέρες μας δεν είναι μόνο όσοι έζησαν τους τελευταίους 17 αιώνες. Είναι και εκείνοι που έζησαν και αιώνες πριν, σε μια αδιάσπαστη συνέχεια- φυσική και πνευματική.Η ιστορία του γένους μας εκτείνεται σε βάθος χρόνου πολύ μεγαλύτερο από 17αιώνες. Ο Αριστοτέλης και ο Πλάτων στα συγγράμματά τους αναφέρουν για…αρχαίους και αρχαία Ελλάδα! Αυτοί είχαν μια λατρεία και κοσμοαντίληψη που αποτυπώθηκε κωδικά στους μύθους.Τέλος, αξίζει να τονιστεί ότι συνειδητά ή ασυνείδητα, η εθνική πίστη επέζησε μέσα στους αιώνες, όπως έχει αποδείξει ο ιστορικός Κωνσταντίνος Σαθόπουλος, του οποίου το έργο κρατήθηκε στο σκοτάδι για ευνόητους λόγους. Αντ’ αυτού, προτιμήθηκε για καθαρά πολιτικούς λόγους, ο Παπαρηγόπουλος και ο Ζαμπέλιος ένεκα του ελληνοχριστιανικού δόγματος.
[Μαρτυρία #1: Ηρόδοτος. Ο αρχαίος Έλληνας ιστορικός Ηρόδοτος (περ. 484 – περ. 430 π.Χ.) γράφει:α) «Τα ονόματα όλων σχεδόν των θεών ήρθαν στην Ελλάδα από την Αίγυπτο. Ξέρω από τις έρευνες που έκανα ότι ήρθαν απ’ έξω και συγκεκριμένα από την Αίγυπτο, διότι τα ονόματα αυτά ήταν γνωστά στους Αιγυπτίους από τα βάθη των αιώνων». Ο Ηρόδοτος δεν εννοεί βέβαια ότι τα ίδια τα ονόματα των θεών του Ελληνικού πανθέου ήρθαν από την Αίγυπτο (γνωρίζει τη διαφορά στις ονομασίες τους, π.χ. Άμμων και Ζευς), αλλά ότι οι ελληνικοί θεοί προσδιορίστηκαν και η λατρεία τους εγκαθιδρύθηκε και καθορίστηκε με βάση τους αιγυπτιακούς. Η ομολογία ότι οι νεοπαγανιστές λατρεύουν όχι τον ελληνικό, αλλά τον αιγυπτιακό πολιτισμό, μας οδηγεί στην ιδέα να τους προτείνουμε στις διαδικτυακές συζητήσεις, να πάνε να μείνουν στην Αίγυπτο και παρέα με τους αιγύπτιους να χαίρονται την εντελώς ξένη για την Ελλάδα ειδωλολατρική τους θρησκεία!]
Ο Ηρόδοτος αναφέρεται σε ονόματα θεών, και γράφει ότι «πυνθανόμενος ούτω ευρίσκω εόν». Το ρήμα «πυνθάνομαι», σύμφωνα με το λεξικό Lidell και Scott σημαίνει «μανθάνω είτε εξ ακοής είτε ερωτών, ακούω » (τ. Γ΄, σ. 804). Ο αρθρογράφος το μεταφέρει στο άρθρο του ως «έρευνες που έκανα». Με αυτό τον τρόπο προσπαθεί να δώσει βαρύτητα στα λεγόμενα του Ηροδότου. Σημασία όμως έχει τι γράφει ακριβώς το αρχαίο κείμενο. Η όποια απόδοση (είτε των εκδόσεων είτε του αρθρογράφου) είναι βοηθητική και δευτερευούσης σημασίας. Οι έρευνες του Ηροδότου εξαντλούνται στο ότι ρώτησε και έμαθε εξ ακοής. Η φράση του Ηροδότου στην νεοελληνική βρίσκεται εντός εισαγωγικών στο απολογητικό άρθρο, πράγμα που σημαίνει ότι το λέει ο Ηρόδοτος. Βέβαια, κάτω- κάτω στο άρθρο, δίδεται και το κείμενο, αλλά ποιος θα προσέξει τη διαφορά; Και ενώ ο Ηρόδοτος μιλάει ξεκάθαρα για ονόματα θεών, και αυτό αλλάζει για να ταιριάζει περισσότερο με αυτό που συμφέρει τους απολογητές παρά με αυτό που λέει πραγματικά ο Ηρόδοτος. Και αυτός μιλάει για προέλευση ονομάτων και όχι για καταγωγή θεών από την Αίγυπτο.
[Μαρτυρία #2: Ηρόδοτος. Επίσης, σε άλλο σημείο ο Ηρόδοτος συμπληρώνει: «…σχετικά με τις μυστικές τελετουργίες της Δήμητρας, τις οποίες οι Έλληνες αποκαλούν Θεσμοφόρια […] ήταν οι κόρες του Δαναού που έφεραν αυτή την τελετή από την Αίγυπτο και δίδαξαν τις Πελάσγιες γυναίκες πώς να την εκτελούν»].
Ο Ηρόδοτος δεν λέει ποιος σύστησε τα Θεσμοφόρια. Μας λέει ότι αυτά τα έφεραν οι κόρες του Δαναού από την Αίγυπτο. Ανατρέχοντας στην Μυθολογική Βιβλιοθήκη του Απολλόδωρου, στο δεύτερο βιβλίο (1,4 και εξής), βλέπουμε έντονα το ελληνικό στοιχείο και βασιλείς στην Αίγυπτο με ελληνικά ονόματα. Αντιθέτως δεν βλέπουμε καθόλου τους γνωστούς μας Αιγυπτίους, εφόσον κατά τη μαρτυρία του ιδίου του Ηροδότου, η Αίγυπτος για τους Αιγυπτίους είναι «επίκτητος γη» (Ευτέρπη, 5.1). Από την άλλη πλευρά, έχουμε τον Διόδωρο τον Σικελιώτη ο οποίος μας λέει ότι κατά την εποχή των θεών και των ηρώων (εποχή παλαιότερη από τους Αιγυπτίους Φαραώ), έγινε η πρώτη εγκατάσταση ανθρώπων. Αυτοί οι άνθρωποι έχουν ελληνικά ονόματα. Στην δεύτερη εγκατάσταση που έγινε πολύ αργότερα, ήρθαν οι γνωστοί μας Αιγύπτιοι. Αλλιώς, η γη εκείνη δεν θα ήταν για αυτούς «επίκτητη». Σύμφωνα με όσα είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε, τα Θεσμοφόρια συστάθηκαν είτε από τον Τριπτόλαιμο, είτε από τον Ορφέα.
[Μαρτυρία #3: Ηρόδοτος. Επιπλέον, ο Έλληνας ιστορικός μας βεβαιώνει τα εξής για τις Διονυσιακές τελετές (τις θυσίες προς τιμήν του, το έθιμο της φαλλικής λιτανείας κ.λπ.): «Δεν θα παραδεχτώ ποτέ ότι οι παρόμοιες τελετές που οργανώνονται στην Ελλάδα και την Αίγυπτο είναι το αποτέλεσμα απλής σύμπτωσης -αν αλήθευε αυτό, οι τελετές μας θα είχαν ελληνικό χαρακτήρα και δεν θα είχαν εισαχθεί πρόσφατα στην Ελλάδα. Ούτε θα δεχτώ ποτέ ότι οι Αιγύπτιοι πήραν από τους Έλληνες αυτό ή οποιοδήποτε άλλο έθιμό τους».Φανταστείτε: ο ίδιος ο Ηρόδοτος ομολογεί ότι οι τελετές αυτές δεν είχαν ούτε καν ελληνικό χαρακτήρα!]
Συμφωνούμε ότι δεν είναι θέμα απλής συμπτώσεως. Όμως, ο Ηρόδοτος λαθεύει. Δυστυχώς για τους νεο-απολογητές, έχουμε σαφείς αποδείξεις ότι η λατρεία του Διονύσου όπως και οι σχετικοί του μύθοι, υπάρχουν ήδη από παλαιότατες εποχές. Υπάρχουν έξι ορφικοί θεολογικοί ύμνοι για τον Διόνυσο. Όπως έδειξα στο άρθρο περί του Ορφέως βασιζόμενος σε μαρτυρία του Αριστοτέλους, ο Όμηρος είναι «πρόσφατος» με την κτίση της Μέμφιδος. Αυτό σημαίνει ότι ζει περίπου 5000 χρόνια πριν από εμάς. Και ο Ορφεύς είναι παλαιότερος του Ομήρου. Η αστρονομική χρονολόγηση του ορφικού ύμνου του Απόλλωνος υπό του Κ. Χασάπη, έδωσε δύο χρονολογήσεις. Είτε περίπου στο 1350 π. κ. ε, είτε περίπου στο 11.0000 π. κ. ε. Επίσης, ο Βέντρις και ο Τσάγκουικ διάβασαν σε πινακίδες της Γραμμικής Β΄ το όνομα του Διονύσου μεταξύ των ονομάτων των αρχαίων θεών. Οι δε ορφισμός συνδέεται άμεσα με τον Διόνυσο (βλ. Ορφικά, Ι. Πασσάς, σ. 253). Ο Πλούταρχος επίσης, μας λέει τα εξής για τους Αιγυπτίους: «Για τούτο χρησιμοποιούν το όνομα Ίσις από το ιέσθαι (προχωρώ ορμητικά) με γνώση και κινούμαι, διότι είναι κίνηση που διαθέτει ψυχή και φρόνηση. Στην πραγματικότητα, το όνομα τούτο δεν είναι βαρβαρικό, αλλά, όπως για όλους τους θεούς υπάρχει όνομα κοινό που προέρχεται από το θεατός και το θέων (αυτός που τρέχει), έτσι και τη θεά τούτη από την ακριβή γνώση και συνάμα την κίνηση Ίσιδα εμείς, Ίσιδα και οι Αιγύπτιοι αποκαλούν». Για τον Όσιρι, που ο ίδιος ο Πλούταρχος μας λέει ότι ταυτίζεται με τον Διόνυσο, μας λέει: «Ο Όσιρις πάλι έχει όνομα σύνθετο από το όσιος και ιερός, διότι είναι κοινός λόγος ανάμεσα στα πράγματα του ουρανού και του Άδη, από τα οποία συνήθιζαν οι παλιοί να αποκαλούν ιερά τα δεύτερα και όσια τα πρώτα» (Περί Ίσιδος και Οσίριδος, 375c–d). Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης λέει ότι: «Λένε επίσης πως ο Όσιρις ενδιαφερόταν για τη γεωργία και πως ανατράφηκε στη Νύσα της Ευδαίμονος Αραβίας κοντά στην Αίγυπτο, όντας γιος του Δία, κι έτσι το όνομά του που έχει στους Έλληνες προκύπτει από τον πατέρα του και από τον τόπο που γεννήθηκε, ονομάζεται, δηλαδή Διόνυσος» (Ιστορική Βιβλιοθήκη, Ά 15. 6). Παρακάτω, μας αναφέρει για την εκστρατεία του Όσιρι (Διονύσου), παίρνοντας μαζί του -μεταξύ των άλλων, τον Μακεδόνα, τον Πάνα, τον Μάρωνα, τον Τριπτόλαιμο. Αυτό που βλέπουμε είναι ότι πίσω από αυτά βρίσκεται στο παρασκήνιο η ελληνική επιρροή η οποία φανερώνεται μέσα από το ονόματα που δεν βρίσκονται στην τύχη. Αυτά τα κατάλοιπα δείχνουν τις ελληνικές βάσεις αυτού του πολιτισμού, ο οποίος νομοτελειακά στην συνέχεια αναπτύχθηκε ως ένα ξεχωριστό πολιτισμικό γεγονός. Πρέπει να πούμε αυτό που λέει και ο ίδιος ο Ηρόδοτος, ότι στα συμπεράσματά του κατέληξε ρωτώντας τους Αιγυπτίους. Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης όμως σημειώνει την προσπάθεια ιδιοποιήσεως της ελληνικής γνώσης από αυτούς.
[Μαρτυρία #4: Εκαταίος Αβδηρίτης και Διόδωρος Σικελιώτης. Όπως και ο Ηρόδοτος, την εισαγωγή θεοτήτων από την Αίγυπτο, επιβεβαιώνει και ο Διόδωρος Σικελιώτης (1ος αι. π.Χ.) για τον οποίο μάλιστα γνωρίζουμε πως βρίσκεται σε συμφωνία με τον «Εκαταίο τον Αβδηρίτη, που επισκέφτηκε την Αίγυπτο στις αρχές του τρίτου προ Χριστού αιώνα». Άρα, ο Διόδωρος αποδέχεται και επιβεβαιώνει μια μαρτυρία δύο αιώνες αρχαιότερη, σύμφωνα με την οποία: «…από την Αίγυπτο πήραν όλες τις γνώσεις για τις οποίες θαυμάστηκαν από τους Έλληνες. Ο Ορφέας, για παράδειγμα, πήρε από την Αίγυπτο τις περισσότερες από τις μυστικές τελετουργίες, τις οργιαστικές τελετές που συνοδεύουν τις περιπλανήσεις του και τη μυθική παράδοση για τις εμπειρίες του στον Άδη. Γιατί η λατρεία του Όσιρι είναι ίδια μ’ εκείνη του Διονύσου, ενώ της Ίσιδος είναι πανομοιότυπη με την αντίστοιχη της Δήμητρας και μόνο τα ονόματα έχουν αλλάξει». Είναι ντροπιαστικό, ότι οι νεοπαγανιστές θέλουν να μας επιβάλλουν ως δήθεν ελληνική, μια εντελώς ξένη θρησκεία την οποία οι πρόγονοί μας εισήγαγαν αυτούσια από την Αίγυπτο!]
Καταρχάς, όπως είδαμε, ο Ηρόδοτος μας μιλάει για εισαγωγή ονομάτων. Αυτό διαφέρει κατά πολύ (σε όποιον έχει βεβαίως νου να σκεφτεί), από το να πει κανείς για «εισαγωγή θεοτήτων από την Αίγυπτο». Ποιοι όμως έδωσαν τις επωνυμίες; Δηλαδή, ποιοί διαμόρφωσαν τους μύθους και τη θεολογία; Κατά δεύτερον, οι νεο-απολογητές παρουσιάζουν ένα χωρίο του Διόδωρου του Σικελιώτη που υποτίθεται ότι ο ιστορικός συμφωνεί με τις απόψεις του Ηροδότου (τις οποίες διαμόρφωσε πυνθανόμενος τους Αιγυπτίους!). Ακόμα και η παραπομπή που δίνουν είναι λανθασμένη, καθώς αυτά δεν αναφέρονται στο 1,95 αλλά στο 1, 96. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι αυτά είναι όσα ισχυρίζονται οι Αιγύπτιοι. Λέει στην πραγματικότητα ο Διόδωρος: «Οι ιερείς των Αιγυπτίων ιστορούν από τις καταγραφές στα ιερά τους βιβλία ότι τους επισκέφτηκαν τα παλαιά χρόνια ο Ορφέας, ο Μουσαίος, ο Μελάμπους και ο Δαίδαλος, καθώς και ο ποιητής Όμηρος και ο Λυκούργος ο Σπαρτιάτης, ο Σόλων ο Αθηναίος και ο φιλόσοφος Πλάτων, ήλθε επίσης ο Πυθαγόρας ο Σάμιος και ο μαθηματικός Εύδοξος, καθώς επίσης ο Δημόκριτος ο Αβδηρίτης και ο Οινοπίδης ο Χίος. Τεκμήρια της επίσκεψης όλων τούτων δείχνουν για άλλους τα αγάλματά τους και για άλλους τοποθετήσεις ή κτήρια που φέρουν το όνομά τους, και φέρνουν αποδείξεις από τον τομέα της γνώσης που υπηρέτησε ο καθένας τους, βγάζοντας το συμπέρασμα πως από την Αίγυπτο πήραν όλες τις γνώσεις για τις οποίες θαυμάστηκαν από τους Έλληνες. Ο Ορφέας, για παράδειγμα, πήρε από την Αίγυπτο τις περισσότερες από τις μυστικές τελετουργίες, τις οργιαστικές τελετές που συνοδεύουν τις περιπλανήσεις του και τη μυθική παράδοση για τις εμπειρίες του στον Άδη. Γιατί η λατρεία του Όσιρι είναι ίδια μ’ εκείνη του Διονύσου, ενώ της Ίσιδος είναι πανομοιότυπη με την αντίστοιχη της Δήμητρας και μόνο τα ονόματα έχουν αλλάξει». Είναι λοιπόν, ισχυρισμοί των Αιγυπτίων ιερέων. Τα συμπεράσματα των Αιγυπτίων έχουν όμως μια αντινομία. Διότι, ποτέ δεν τιμούν οι δάσκαλοι τους μαθητές, και ο ανώτερος τον υποδεέστερο. Επίσης, πως είναι δυνατό να πήραν όλες τις γνώσεις από τους Αιγυπτίους, απλά και μόνο επισκεπτόμενοι αυτούς και όχι μένοντας εκεί; Όμως, όταν πλέον στα ιστορικά χρόνια, ο Θαλής ο Μιλήσιος επισκέφτηκε την Αίγυπτο, κατάφερε να μετρήσει το ύψος της μεγάλης πυραμίδος εισάγοντας την μαθηματική αναλογία. Κάτι άγνωστο στους Αιγυπτίους σοφούς.
Ακόμα, οι νεο-απολογητές στο άρθρο τους παραπέμπουν στην εισαγωγή του Κάκτου, και παραθέτουν αυτούσιο ένα μικρό κομματάκι (που παρατίθεται παραπάνω), αφού πρώτα (με δικά τους λόγια) μιλούν για δήθεν συμφωνία Ηροδότου-Διόδωρου-Εκαταίου. Στην σελίδα από τον τόμο του Κάκτου που παραπέμπουν (μπείτε στο άρθρο τους μέσω του συνδέσμου που δίνω στην αρχή, στην παραπομπή 5), δεν λέει κάτι τέτοιο. Είναι μια εισαγωγή που μας λέει από πού αντλεί ο Διόδωρος τις πληροφορίες που μας παρέχει. Θα σας παραθέσω ολόκληρο το σχετικό απόσπασμα, διότι η φιλολογική ομάδα του Κάκτου αναφέρει κάτι για τον Ηρόδοτο που δεν βολεύει καθόλου τους νεο-απολογητές.
«Γι’ αυτό το πρώτο βιβλίο αντλεί τις περιγραφές του από τον Εκαταίο τον Αβδηρίτη, που επισκέφτηκε την Αίγυπτο στις αρχές του τρίτου προ Χριστού αιώνα, για τις συνήθειες των Αιγυπτίων, από τον Αγαθαρχίδη τον Κνίδιο, ιστορικό και γεωγράφο του δεύτερου προ Χριστού αιώνα, για τα γεωγραφικά στοιχεία και ειδικότερα για την περιγραφή του Νείλου, και τον Ηρόδοτο. Αναφέρει επίσης λεγόμενα ιερέων της Αιγύπτου και κατοίκων της Αιθιοπίας, πράγμα που δείχνει πως είναι πολύ πιθανό πολλές από τις λεπτομέρειες που παραθέτει να προέρχονται από προσωπικές παρατηρήσεις και έρευνες. Την εποχή που επισκέφτηκε ο ίδιος την Αίγυπτο, επίσημη γλώσσα της χώρας ήταν η Ελληνική, ήδη από τριακόσια περίπου χρόνια, και αυτή χρησιμοποιούσαν στις ανώτερες τάξεις, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα να μην κινδυνεύει να παραπλανηθεί από ιερείς και διερμηνείς, όπως ο Ηρόδοτος» (Εισαγωγή στον Διόδωρο Σικελιώτη, τ. Α΄, σ. 22).
Καταλάβατε; Ο Ηρόδοτος γράφει ό,τι γράφει, διότι παραπλανήθηκε από τους Αιγυπτίους! Διότι όλη του η έρευνα εξαντλήθηκε στο «πυνθανόμενος» και στο «ως εμοί δοκέει». Τόσο απλά.
[Μαρτυρία #5: Εκαταίος Αβδηρίτης και Διόδωρος Σικελιώτης. Επίσης, οι δύο ιστορικοί συμφωνούν μαζί με τον Ηρόδοτο για την εισαγωγή των πρωτόγονων διονυσιακών τελετών: «…οι Έλληνες, παίρνοντας από την Αίγυπτο τα όργια και τις εορτές του Διονύσου, τιμούν το γεννητικό μόριο τόσο στα μυστήρια τους όσο και στις τελετουργίες και θυσίες προς τιμήν του θεού και το ονομάζουν φαλλό». Για άλλη μια φορά αξίζουν «συγχαρητήρια» στους νέο-ειδωλολάτρες και στον Θόδωρο Μαραγκό που έφτιαξε ολόκληρο ντοκιμαντέρ για να υμνήσει τις τόσο «λεπτεπίλεπτες» και «διακριτικές» τελετουργίες όπως αυτή, κατά την οποία θα πρέπει να φανταστούμε τους πρόγονούς μας να προσκυνούν με υψωμένα τα χέρια έναν…ορθωμένο φαλλό-τοτέμ σαν ιθαγενείς πρωτόγονης φυλής! Έ-λ-ε-ο-ς!].
Και εδώ έχουμε ισχυρισμούς των Αιγυπτίων που παρουσιάζονται ως δήθεν του Διόδωρου και του Εκαταίου. Επομένως ισχύει ότι έγραψα παραπάνω. Όσον αφορά τον φαλλό, αυτός λειτουργεί ως σύμβολο σε πολλές αρχαίες μυσταγωγικές λατρείες. Οι αρχαίοι δεν δίστασαν να πάρουν το συγκεκριμένο μέλος του ανθρωπίνου σώματος, να το κάνουν σύμβολο, και να αποδώσουν σε αυτό ολόκληρη την γονιμοποιό δύναμη της φύσης. Σε αντίθεση με τον χριστιανισμό που καταδίκασε ολόκληρη τη φύση και τις λειτουργίες της ως διαβολικές. Όποιος αντέχει, ας διαβάσει το έργο του Νικοδήμου του Αγιορείτου «Περί της φυλακής των πέντε αισθήσεων», όπου θα βρει εκεί μαζεμένη όλη την πατερική «σοφία» πάνω στο θέμα αυτό.
[Μαρτυρία #6: Σχόλιο στα «Αργοναυτικά» του Απολλώνιου Ροδίου. Μια ακόμη σημαντική πληροφορία προκύπτει από σχόλιο στα «Αργοναυτικά» του Απολλώνιου Ροδίου (IV, 257-262c) το οποίο ξεκάθαρα αναφέρεται σε δώδεκα [ιβ] θεούς της Αιγύπτου ως προστάτες των ζωδιακών συμβόλων: «Ίππυς δε τους Αιγυπτίους πρώτους γεγενήσθαι στοχάζεται εκ της του αέρος κράσεως και εκ του γονιμώτατον είναι το του Νείλου ύδωρ. γεγονέναι δε αυτούς φησιν ο Απολλώνιος προ του πάντα τα άστρα φανήναι. καθό την τε φύσιν κατανοήσαι αυτών δοκούσι και τα ονόματα θείναι, και τα μεν ιβ [12] ζώδια θεούς βουλαίους προσηγόρευον»]
Ο αστρονόμος Κ. Χασάπης, μετά την μελέτη του Ορφικού έργου, γράφει: «Υπό των Ορφικών είναι γνωστή η ζωδιακή ζώνη» (Ορφικά, Ι. Πασσάς, σ. 60).
Ο Ι. Πασσάς σχολιάζει ότι οι μεσοποτάμιοι λαοί κατά την δεύτερη χιλιετηρίδα προ, χρησιμοποιούσαν τρεις δρόμους για την πορεία τους, καθορίζοντας μια ευρεία ζώνη στον ουρανό. Αργότερα άρχισαν να προσδιορίζουν την ετήσια κίνηση του ηλίου, χρησιμοποιώντας ορισμένους λαμπρούς αστέρες. Μετά, όρισαν την ζωδιακή ζώνη. Αυτά μαρτυρούνται από πινακίδες που βρέθηκαν στην Νινευή και που χρονολογούνται πριν το 600 προ. Από την εποχή του Καμβύση (523 προ), ο ζωδιακός εμφανίζεται χωρισμένος σε 12 ζώδια. Σύμφωνα με τον αστρονόμο Taton που αναφέρει ο Ι. Πασσάς, «πρέπει να απορρίψωμεν την άποψιν ότι ο ζωδιακός ήτο Αιγυπτιακής προελεύσεως». Σύμφωνα με αυτόν, από εκείνους το δανείστηκαν οι Έλληνες. Παρόλα αυτά, όπως απέδειξε ο Κ. Χασάπης, οι Ορφικοί γνώριζαν τον ζωδιακό τουλάχιστον 1000 χρόνια νωρίτερα από την εποχή του Καμβύση. Άλλο ένα πολύ σημαντικό στοιχείο, είναι ότι η θέση ότι οι Αιγύπτιοι εισήγαγαν πρώτοι τον ζωδιακό, στηρίζεται στην ανεύρεση στην Τεντυρίδα και το Έσνε δύο παραστάσεων του ζωδιακού, που ανάγονται όμως στους ελληνιστικούς χρόνους! Από τότε, σύμφωνα με τον Taton, «έπαυσε να γίνεται συζήτησις περί Αιγυπτιακής καταγωγής του ζωδιακού, εφ’ όσον απεδείχθη πλέον, ότι αι παραστάσεις αύται έχουν δεχθή την επίδρασιν από τας Ελληνιστικάς αντιλήψεις». Άλλη μια μαρτυρία ότι ο ελληνισμός επηρέασε την Αίγυπτο και όχι το αντίθετο.
Και συνεχίζει ο αστρονόμος, «τα 12 ζώδια ήσαν άγνωστα εις τους Αιγυπτίους προ της Ελληνιστικής περιόδου». Οι Αιγύπτιοι χρησιμοποιούσαν το σύστημα των δεκάδων, κατά το οποίο μια ισημερινή ζώνη του ουρανού διαιρούνταν σε 36 ίσα μέρη, και όχι 12. Οι δεκάνοι είτε ήταν μεμονωμένοι λαμπροί αστέρες, είτε αθροίσματα αστέρων, είχαν ονομασίες εντελώς διαφορετικές προς την ελληνική ονομασία των ζωδίων. Οι δέκανοι εμφανίζονται γύρω στο 2100 προ για πρώτη φορά. Και καταλήγει ο Ι. Πασσάς, «Η ευρεία ισημερινή ζώνη των δεκάνων ήτο λοιπόν άσχετος προς την ζωδιακήν».
[Βεβαίως, η επιρροή αυτή από την Αίγυπτο συνεχίστηκε και κατά την ελληνιστική εποχή. Γνωρίζουμε ότι η ελληνιστική θεότητα του Ερμή του Τρισμέγιστου «προέκυψε από τη μεταφορά στην ελληνική Θρησκεία του αιγυπτιακού Θεού Θωθ […] Με την εγκαθίδρυση της δυναστείας των Πτολεμαίων, Έλληνες έποικοι εγκαταστάθηκαν μεταξύ άλλων και στην ιερή πόλη του Θωθ. Από αυτόν τον ελληνικό πυρήνα και από την συγκρητιστική τάση της εποχής προέκυψε η ταύτιση του Ερμή και του Θωθ. Σε όστρακο που χρονολογείται από τον 2ο αι. π.Χ. ιερέας του Θωθ τον αναφέρει ως Τρισμέγιστο. Η ονομασία του αυτή ήταν φυσικό να αποδοθεί και στον αντικαταστάτη του, τον Ερμή. […] Την εποχή λοιπόν των Πτολεμαίων μεταφράζονται τα ιερά αιγυπτιακά κείμενα του Τρισμέγιστου Θωθ ως Τρισμέγιστου Ερμή πλέον»].
Η δήθεν επιρροή από την Αίγυπτο, μια κατασκευασμένη θεωρία που δεν στηρίζεται σε καμία αρχαία πηγή, εξυπηρετεί αφάνταστα τους χριστιανούς νεο-απολογητές οι οποίοι την χρησιμοποιούν κατά κόρον. Γνωρίζουμε όμως από τη Μυθολογική Βιβλιοθήκη του Απολλόδωρου, ότι κατά την προ- κατακλυσμιαία εποχή και πολύ πριν αποικίσουν την Αίγυπτο οι γνωστοί μας Αιγύπτιοι, το ελληνικό στοιχείο ήταν αυτό που επικρατούσε. Τούτο μαρτυρείται σαφώς από τα ονόματα που είναι ελληνικά, είτε αυτά αναφέρονται σε θεούς, είτε σε ανθρώπους, είτε σε περιοχές, ποταμούς και πόλεις. Ο Άραβας ιστορικός Αμπού Μπάχλι υποστηρίζει ότι με βάση τις επιγραφές της μεγάλης πυραμίδος, αυτή και η Σφίγγα κατασκευάστηκαν περίπου το 73.000 π.κ.ε, όταν ο αστερισμός της Λύρας βρίσκονταν στον αστερισμό του Καρκίνου. Ο Άραβας ιστορικός Ιμπ Μπαλούσι τοποθετεί τις παραπάνω κατασκευές στο 25.000 π.κ.ε, επί εποχής Κρόνου. Με βάση τις πηγές, γνωρίζουμε ότι ο Κρόνος βασίλευσε στην Αίγυπτο, έχοντας εκεί ως αντιβασιλέα του τον Ερμή. Οι γνωστοί μας Αιγύπτιοι ήσαν επιδρομείς από τη Νουβία, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στην Αίγυπτο περίπου το 6000 π.κ.ε, όπως υποστηρίζουν αιγυπτιολόγοι, όπως ο Φλίνδερς Πήτρι. Ενώ ο ιστορικός Μανέθων αναφέρεται στην Δυναστεία των θεών (που υπενθυμίζω ότι φέρουν ελληνικά ονόματα και όχι αιγυπτιακά), που τοποθετείται γύρω στο 30.544 π.κ.ε. Ο δε Φίλων ο Βύβλιος, αναφερόμενος σε εκείνη την προ-κατακλυσμιαία εποχή, γράφει: «Ελθόν δε Κρόνος εις Νότον χώραν άπασαν την Αίγυπτον έδωσε Θωθ ίνα βασιλεία αυτού γίνεται». Ότι χαρακτηριστικό γνώρισμα προσδίδει η ελληνική μυθολογία στον Ερμή, το ίδιο ακριβώς κάνει η αιγυπτιακή στον Θωθ. Πράγμα που σημαίνει ότι ταυτίζονται. Ο Θωθ και ο Ερμής είναι ένα και το αυτό πρόσωπο. Στην «Παγκόσμια ιστορία» της ακαδημίας επιστημών της ΕΣΣΔ, αναφέρεται: «Οι αρχαίοι θεοί ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο Ερμής, ήταν σύμβολα φυσικών δυνάμεων. Ένας τέτοιος θεός ήταν και ο Ερμής, τον οποίο οι αρχαίοι Αιγύπτιοι τον ονόμαζαν Θωδ, και τον σημειώνουν ως θεό των γραμμάτων» (τ. Ά, σ. 290).
Αρχαιολογικά ευρήματα πιστοποιούν ότι οι τοιχογραφίες των ανακτόρων της τρίτης φαραωνικής περιόδου ήταν Μινωικές. Για αυτό και ο Ηρόδοτος γράφει ότι η Αίγυπτος είναι επίκτητη γη για τους Αιγυπτίους (Ευτέρπη, 5.1). Ο ίδιος ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι Έλληνες οικοδόμησαν τις πυραμίδες (Ευτέρπη, 148). Αυτά βέβαια δεν συμφέρουν, για αυτό και δεν αναφέρονται, παρότι είναι γραμμένα στα βιβλία του Ηροδότου. Οι Αιγύπτιοι λοιπόν καπηλεύτηκαν την γνώση και την παρουσίασαν ως δική τους, όπως κατ’ επανάληψη γράφει ο ιστορικός Διόδωρος ο Σικελιώτης.
Τέλος, για τον ισχυρισμό ότι επί ελληνιστικής περιόδου είχαμε την συνέχεια της δήθεν επιρροής από την Αίγυπτο, αρκεί να τονίσουμε ότι τόσο η Αλεξάνδρεια ως πόλη, όσο και η μετατροπή της σε πνευματικό κέντρο, ήταν ελληνικό επίτευγμα. Πιο συγκεκριμένα, το Μουσείο (που περιείχε βωμό, βιβλιοθήκη, εξέδρα, εργαστήρια, αστεροσκοπείο, και χώρους εστίασης), ιδρύθηκε από τον Πτολεμαίο τον Σωτήρα το 297 π. κ. ε με τη βοήθεια του Δημητρίου του Φαληρέως και του Φιλιτά. Η περίφημη βιβλιοθήκη υπό των ιδίων. Αυτή αποτελούνταν από έναν κλειστό τομέα μόνο για τους διανοούμενους (η συλλογή του Βρουχείου), και έναν ανοικτό για όλους, που κατασκευάστηκε μεταγενέστερα από τον Πτολεμαίο τον Ευεργέτη μέσα στο Σεράπειο. Εκεί είχαν συγκεντρωθεί τα συγγράμματα όλου του τότε γνωστού κόσμου. Επίσης, κατά την ελληνιστική εποχή, όσοι διανοούμενοι δεν ήταν Έλληνες, λέγονταν «ελληνιστές». Δεν έχουμε τίποτα αντίστοιχα από πλευράς Αιγυπτίων.
[Μάλιστα, η αιγυπτιολατρεία είναι προφανής ακόμα και στις πιο «κατώτερες» θρησκευτικές της εκδηλώσεις, καθώς στην αιγυπτιακή θρησκεία συνυπήρχαν ο ανθρωπομορφισμός και η αντίληψη για θεούς με μορφές ζώων. Οι πρόγονοί μας λοιπόν ήταν κανονικότατα παγανιστικά «πρόβατα» της αιγυπτιολατρείας, αφού τα απομεινάρια ακόμα και ζωόμορφων δανείων είναι υπαρκτά στην δήθεν «ελληνική πατρώα θρησκεία»: 1) Σύνδεση του Διόνυσου με μορφή ζώου μας αναφέρει ο Πλούταρχος (50-120 μ.Χ.): «Γιατί οι γυναίκες των Ηλείων, όταν ψάλλουν ύμνους στον Διόνυσο, τον παρακαλούν να έρθει σ’ αυτές με πόδι ταύρου; Ο ύμνος έχει ως εξής: Έλα, ήρωα Διόνυσε, / στον ιερό ναό των Ηλείων, / μαζί με τις Χάριτες, / στον ναό, με το ταυρίσιο πόδι σου, σπεύδοντας. Μετά τραγουδούν δυο φορές: ‘’Άξιε ταύρε’’». 2) Αλλά και ο Όμηρος, ενδεχομένως να μας έχει παραδώσει ίχνη ζωόμορφων χαρακτηριστικών για τη θεά Ήρα, με μια φράση την οποία επαναλαμβάνει στην Ιλιάδα 14 φορές: «βοώπις πότνια Ήρη» (βοώπις= η έχουσα οφθαλμούς βοός, η βοϊδομάτα). 3) Ο Arthur Bernard Cook, στο εκτενές κεφάλαιο «Ο Δίας ως ταύρος» παραθέτει παράσταση ενός Διός Ολβίου με κέρατα ταύρου σε στήλη της Αυτοκρατορικής εποχής (1ος αι. μ.Χ.) από τα περίχωρα της Κυζίκου. 4) Επίσης, η μυθική θεότητα Εκάτη, εμφανίζεται συχνά με τη μορφή διάφορων ζώων, όπως άλογο, σκύλος, λύκος κ.λπ . 5) Γνωστότατος είναι και ο τραγόμορφος θεός Πάνας που περιγράφεται με κέρατα, σώμα τριχωτό, κάτω άκρα τράγου και πόδια με σχιστή οπλή . Μάλιστα, ο Ηρόδοτος γράφει: «Στην Ελλάδα, ο Ηρακλής, ο Διόνυσος κι ο Πάνας θεωρούνται οι νεότεροι θεοί. Στην Αίγυπτο, αντίθετα, ο Πάνας είναι πολύ αρχαίος…»].
Εδώ, φέρνουν ως τεκμήριο για τους ισχυρισμούς τους, την συμβολική παρουσίαση των θεών με τη μορφή ζώων. Αυτό θεωρείται ως «δάνειο» και αντιγραφή από τους Αιγυπτίους. Είναι βέβαια εξωφρενικό να κατηγορεί κάποιος κάποιον για «αντιγραφή», όταν ο ίδιος έχει αντιγράψει όλον τον κόσμο για να στήσει τη θρησκεία του, και να έρχεται μετά και να λέει ότι αυτή είναι προϊόν, θείας αποκάλυψης!
Ας δούμε τι γράφει ο Πλούταρχος: «Τούτο έχουν πάθει κυρίως οι Αιγύπτιοι σχετικά με τα ζώα που τιμούν. Οι Έλληνες , ως προς αυτά τουλάχιστον, σωστά μιλούν και πιστεύουν πως το περιστέρι είναι το ιερό ζώο της Αφροδίτης, το φίδι της Αθηνάς, ο κόρακας του Απόλλωνα κι ο σκύλος της Άρτεμης, όπως λέει ο Ευριπίδης: ‘’Σκύλος θα γίνεις, ομοίωμα της Εκάτης που φέρνει το φως’’. Οι περισσότεροι Αιγύπτιοι όμως, με το να λατρεύουν τα ίδια τα ζώα και να τα ακολουθούν ως θεούς, δεν έχουν μόνο καλύψει τις ιερές τελετές με στοιχεία που προκαλούν γέλιο και χλευασμό- πράγμα εξ άλλου που είναι το μικρότερο κακό που προκύπτει από τη βλακεία τους· εμφυτεύεται όμως στο μυαλό τους άποψη φοβερή, που οδηγεί τους αδύναμους και άκακους στην άκρατη δεισιδαιμονία, ενώ τους πιο δυναμικούς και πιο θρασείς ωθεί σε άθεες και ωμές σκέψεις» (Περί Ίσιδος και Οσίριδος, 379d–e). Οι μορφές των ζώων αλλά και ο ανθρωπομορφισμός λειτουργούν καθαρά σε συμβολικό επίπεδο. Υπάρχουν συγγράμματα που τα εξηγούν αυτά, όπως το ίδιο το έργο του Πλουτάρχου αλλά και το «Περί αγαλμάτων» του Πορφυρίου. Τώρα, η πολλή μεγάλη διαφορά με τους Αιγυπτίους, είναι ότι εκείνοι (όχι όμως όλοι) ταύτισαν το ζώο με τη θεότητα. Περισσότερα πάνω σε αυτό μας αναφέρει ο Διόδωρος ο Σικελιώτης στον πρώτο τόμο της «Ιστορικής Βιβλιοθήκης», και σχετίζεται με ιστορίες εν είδη θρύλου, που ιστορούν πως χάριν κάποιων ζώων, οι Αιγύπτιοι σώθηκαν από διάφορες καταστροφές. Ο Έλληνας θρησκευτής της τότε εποχής, κρατώντας το μέτρο και αποφεύγοντας την υπερβολή, ποτέ δεν ταύτισε τους θεούς του με τα σύμβολά τους.
Στα «Αίτια Ελληνικά» διερωτάται ο Πλούταρχος γιατί ο Διόνυσος σχετίζεται με τον ταύρο. Είναι ακριβώς αυτό που παραθέτουν οι νέο- απολογητές παραπάνω, για να πείσουν για τους ισχυρισμούς τους, Στην απάντηση που δίνει ο Πλούταρχος παρακάτω, που δεν την παραθέτουν, ο Πλούταρχος εξηγεί ότι τον προσαγορεύουν «ταύρο», όχι διότι ταυτίζουν τον ταύρο με τον Διόνυσο, αλλά επειδή οι λέξεις «βοέω»/ «βοώπιν»/ «βουγαίον» σχετίζονται με το «μεγάλος». Και επειδή το πόδι του βοδιού είναι αβλαβές ενώ τα κέρατά του επιβλαβή, με αυτόν τον συμβολικό τρόπο, τον παρακαλούν να έλθει πράος και άλυπος. Επίσης, ο Διόνυσος σχετίζεται με τη βλάστηση και το κάρπισμα, στο οποίο συμβάλει και ο ταύρος/ βόδι, κατά το αλώνισμα και όργωμα της γης. Πολλές φορές, οι απαντήσεις υπάρχουν στα ίδια τα κείμενα που επικαλούνται οι νέο- απολογητές. Δεν ανησυχούν όμως ιδιαίτερα, εφόσον ξέρουν ότι ο μέσος αναγνώστης τους είναι κάπως απίθανο να διαθέτει στο σπίτι του το συγκεκριμένο έργο του Πλουτάρχου και πολύ περισσότερο να το έχει μελετήσει!
Σε δεύτερο άρθρο τους, υποστηρίζουν ότι οι αρχαιολόγοι υποστηρίζουν τις θεωρίες του Ηροδότου. https://www.oodegr.com/neopaganismos/pseftotheoi/aig.theoi1.htm
Παρόλα αυτά, και ενώ θα περίμενε κανείς να διαβάσει τις μαρτυρίες αυτών των αρχαιολόγων, βλέπει μια επιπλέον προσπάθεια διαστρέβλωσης της πραγματικότητας. Για παράδειγμα, το πώς διαστρέφουν το όνομα «Νηίθ» για να πουν ότι αυτό ομοιάζει με το όνομα «Αθηνά», προκειμένου να βγάλουν την Αθηνά…Αιγύπτια!
Ο ίδιος ο Μπαμπινιώτης όμως τους διαψεύδει.
«Με τη «Μαύρη Αθηνά» του Bernal οι απόψεις των αφροκεντριστών διαδόθηκαν ευρύτερα μέχρι που έφτασε να διδάσκεται ότι το όνομα Αθηνά δεν είναι άλλο από το όνομα της Αιγυπτιακής θεότητας Νηίθ! (Γλωσσολογικά, βεβαίως αν συνέβαινε κάτι τέτοιο η ελληνική λέξη θα ήταν Νήθα, τύπος που προφανώς δεν θα είχε καμία σχέση με το πανάρχαιο όνομα Αθηνά, ήδη μυκηναϊκό atana potiniya «Αθηνά πότνια»). Εφτασαν ακόμη να διδάσκουν ότι οι Ελληνες φιλόσοφοι Σωκράτης, Πλάτων, Πυθαγόρας διδάχτηκαν τις φιλοσοφικές τους απόψεις σε σχολές της Αιγύπτου ή ότι ο Αριστοτέλης έκλεψε τη φιλοσοφία του από αιγυπτιακά βιβλία που πήρε από τη Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας (η οποία όμως, όπως παρατηρεί καταλυτικά η Lefkowitz, ιδρύθηκε μετά τον θάνατο του Αριστοτέλους!)».
http://tovima.dolnet.gr/print_article.php?e=B&f=12486&m=B01&aa=1
Τέλος, να πούμε ότι οι ισχυρισμοί τους σε αυτό το άρθρο έρχονται σε αντίθεση με άλλα τους άρθρα. Διότι εδώ υποστηρίζουν ότι η ελληνική θρησκεία είναι αιγυπτιακή. Ενώ σε άλλα άρθρα, ότι οι Έλληνες είναι ινδοευρωπαϊκή φυλή. Ας αποφασίσουν τι θέλουν.
ΔΕΣ:
Η πρώτη εργατική απεργία στην ιστορία έγινε στην αρχαία Αίγυπτο τον 12ο αιώνα π.Χ
Πολύ πριν από τη βιομηχανική επανάσταση και τη θέσπιση εργατικών σωματείων, η πρώτη καταγεγραμμένη απεργία στην ιστορία έγινε στην αρχαία Αίγυπτο τον 12ο αιώνα π.Χ.
Ο αιγυπτιακός πολιτισμός έχει συνδεθεί άρρηκτα με την ύπαρξη των σκλάβων, με δεδομένη τη συμμετοχή τους στην ανέγερση των εντυπωσιακών πυραμίδων. Ωστόσο, οι σκλάβοι δεν αποτελούσαν το μοναδικό εργατικό δυναμικό. Υπήρχαν χτίστες, τεχνίτες και οικοδόμοι, οι οποίοι διέθεταν «επαγγελματικά δικαιώματα» και προέβαλαν απαιτήσεις.
Κατά το 29ο έτος της αυτοκρατορίας του Ραμσή Γ’, ένας μεγάλος αριθμός εργατών δούλευε στη νεκρόπολη της «Κοιλάδας των Βασιλιάδων». Ήταν το μέρος όπου βρίσκονταν ενταφιασμένοι οι Φαραώ και όπου επρόκειτο να ταφεί και ο Ραμσής Γ’ όταν θα πέθαινε.
Η πληρωμή των εργατών γινόταν σε είδος και συγκεκριμένα σε σιτάρι. Ωστόσο, περί το 1170 π.Χ. υπήρξε μία περίοδος που οι αμοιβές διαρκώς καθυστερούσαν. Παρά τα συνεχή παράπονα, η κατάσταση δεν έμοιαζε να βελτιώνεται. Κάποια στιγμή, οι πληρωμές είχαν αργήσει είκοσι ολόκληρες μέρες. Μην έχοντας άλλη υπομονή, οι εργάτες πήραν μία ανατρεπτική απόφαση. Θα έκαναν απεργία.
«Πεινάμε!»
Έτσι, όλοι μαζί συμφώνησαν να σταματήσουν να δουλεύουν και διαδήλωσαν μπροστά στους επιβλέποντες, φωνάζοντας «Πεινάμε!». Οι αρχηγοί του χωριού προσπάθησαν να τους λογικεύσουν, όμως εκείνοι ήταν αμετάπειστοι.
Αντίθετα με ότι θα μπορούσε να συμβεί σε μια περίοδο κατά την οποία οι ποινές ήταν εξαιρετικά αυστηρές, οι γέροντες δεν εξοργίστηκαν. Άκουσαν με προσοχή τα αιτήματα των εργατών και έσπευσαν να τα εκπληρώσουν. Μάλιστα, ο Ραμσής Γ’ αποφάσισε να αυξήσει τους μισθούς τους.
Μετά το γεγονός αυτό, οι απεργίες έγιναν συχνό μέσο διαμαρτυρίας στα χρόνια του Ραμσή Γ’ και οι εργασιακές συνθήκες βελτιώθηκαν έως τον θάνατό του.
Το περιστατικό έχει καταγραφεί σε πάπυρο από αιγύπτιο γραφέα της εποχής. Ήρθε στο φως ύστερα από αρχαιολογικές ανασκαφές που πραγματοποιήθηκαν στο Ντέιρ ελ Μεντίνα, περιοχή στην οποία βρισκόταν το χωριό όπου κατοικούσαν οι εργάτες.
Πρόκειται για την πρώτη καταγεγραμμένη εργατική απεργία στην ιστορία.
Ο αιγυπτιακός πολιτισμός έχει συνδεθεί άρρηκτα με την ύπαρξη των σκλάβων, με δεδομένη τη συμμετοχή τους στην ανέγερση των εντυπωσιακών πυραμίδων. Ωστόσο, οι σκλάβοι δεν αποτελούσαν το μοναδικό εργατικό δυναμικό. Υπήρχαν χτίστες, τεχνίτες και οικοδόμοι, οι οποίοι διέθεταν «επαγγελματικά δικαιώματα» και προέβαλαν απαιτήσεις.
Κατά το 29ο έτος της αυτοκρατορίας του Ραμσή Γ’, ένας μεγάλος αριθμός εργατών δούλευε στη νεκρόπολη της «Κοιλάδας των Βασιλιάδων». Ήταν το μέρος όπου βρίσκονταν ενταφιασμένοι οι Φαραώ και όπου επρόκειτο να ταφεί και ο Ραμσής Γ’ όταν θα πέθαινε.
Η πληρωμή των εργατών γινόταν σε είδος και συγκεκριμένα σε σιτάρι. Ωστόσο, περί το 1170 π.Χ. υπήρξε μία περίοδος που οι αμοιβές διαρκώς καθυστερούσαν. Παρά τα συνεχή παράπονα, η κατάσταση δεν έμοιαζε να βελτιώνεται. Κάποια στιγμή, οι πληρωμές είχαν αργήσει είκοσι ολόκληρες μέρες. Μην έχοντας άλλη υπομονή, οι εργάτες πήραν μία ανατρεπτική απόφαση. Θα έκαναν απεργία.
«Πεινάμε!»
Έτσι, όλοι μαζί συμφώνησαν να σταματήσουν να δουλεύουν και διαδήλωσαν μπροστά στους επιβλέποντες, φωνάζοντας «Πεινάμε!». Οι αρχηγοί του χωριού προσπάθησαν να τους λογικεύσουν, όμως εκείνοι ήταν αμετάπειστοι.
Αντίθετα με ότι θα μπορούσε να συμβεί σε μια περίοδο κατά την οποία οι ποινές ήταν εξαιρετικά αυστηρές, οι γέροντες δεν εξοργίστηκαν. Άκουσαν με προσοχή τα αιτήματα των εργατών και έσπευσαν να τα εκπληρώσουν. Μάλιστα, ο Ραμσής Γ’ αποφάσισε να αυξήσει τους μισθούς τους.
Μετά το γεγονός αυτό, οι απεργίες έγιναν συχνό μέσο διαμαρτυρίας στα χρόνια του Ραμσή Γ’ και οι εργασιακές συνθήκες βελτιώθηκαν έως τον θάνατό του.
Το περιστατικό έχει καταγραφεί σε πάπυρο από αιγύπτιο γραφέα της εποχής. Ήρθε στο φως ύστερα από αρχαιολογικές ανασκαφές που πραγματοποιήθηκαν στο Ντέιρ ελ Μεντίνα, περιοχή στην οποία βρισκόταν το χωριό όπου κατοικούσαν οι εργάτες.
Πρόκειται για την πρώτη καταγεγραμμένη εργατική απεργία στην ιστορία.
Ο Αριστοτέλης για τις ηδονές
Για τον Αριστοτέλη ένα έργο ηθικής και πολιτικής φιλοσοφίας θα ήταν κατάφωρα ελλιπές, αν δεν προέβαινε στην (όσο το δυνατό πιο πλήρη) διερεύνησή της ηδονής και της λύπης: «Η εξέταση και η σπουδή της ηδονής και της λύπης είναι έργο του φιλοσόφου που ασχολείται με την πολιτική επιστήμη· αυτός είναι, πράγματι, ο “αρχιτέκτονας” του τέλους, του τελικού σκοπού, προς τον οποίο στρέφουμε το βλέμμα μας προκειμένου να ονομάσουμε αυτό το πράγμα κακό και εκείνο καλό με τρόπο καθαρό και απόλυτο» (1152b 11, 1-4).
Κι όχι μόνο αυτό: «Επιπλέον, είναι ένα από τα θέματα που είναι απαραίτητο να εξετάσουμε: δεν είναι μόνο ότι οι ίδιοι εμείς καθορίσαμε ότι η ηθική αρετή και κακία σχετίζεται με τις λύπες και τις ηδονές· είναι και ότι ο περισσότερος κόσμος βεβαιώνει ότι η ευδαιμονία πάει μαζί με την ηδονή· αυτός είναι και ο λόγος που για να δηλώσουν τον ευτυχισμένο χρησιμοποιούν τη λέξη μακάριος, μια λέξη που βγαίνει από το ρήμα χαίρω» (1152b 11, 4-9).
Με δεδομένο ότι ο τελικός σκοπός της ανθρώπινης ύπαρξης είναι η ευτυχία, αυτό που μένει είναι η αναζήτηση της χαράς, καθώς ευτυχία χωρίς χαρά δεν υφίσταται. Οι ηδονές ως αδιαπραγμάτευτη πηγή χαράς παίρνουν διαστάσεις σχεδόν υπαρξιακές, αφού καθορίζονται ως «“αρχιτέκτονας” του τέλους» θεμελιώνοντας την ευτυχία.
Η ευχαρίστηση ή η λύπη που προξενείται από τις πράξεις είναι το κριτήριο για να χαρακτηριστούν επιθυμητές ή όχι. Όμως αυτό δε γίνεται κατ’ ανάγκη με τρόπο άμεσο. Η λύπη που προκαλεί ο σημερινός κόπος δεν τον καθιστά κακό, γιατί θα επιφέρει την ηδονή της μελλοντικής καρποφορίας του. Μόνο ο μάταιος κόπος είναι κάτι κακό, γιατί επιφέρει λύπη χωρίς προσδοκία χαράς. Η ευχαρίστηση που αντλείται από κάθε πράξη είναι η κινητήριος δύναμη της ανθρώπινης συμπεριφοράς, γιατί τον ωθεί προς την ολοκλήρωση.
Αυτός είναι και ο λόγος της υπερβολής που υπάρχει στην αναζήτηση των ηδονών. Η τρομακτική ένταση του πόθου για ολοκλήρωση (ευτυχία) κάνει τους ανθρώπους να χάνουν το μέτρο επιφέροντας τα αντίθετα από τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα. Αυτή η ένταση γεννά και τον ακρατή και τον ακόλαστο, που προσπαθώντας να κατακτήσουν την ευτυχία τελικά την υπονομεύουν. Παρατηρώντας κανείς τους ανθρώπινους χαρακτήρες θα έλεγε ότι το κυνήγι των ηδονών αφορά περισσότερο τη δυστυχία παρά την ευτυχία, καθώς όσοι αφήνονται σ’ αυτές (σχεδόν νομοτελειακά) καταστρέφουν τη ζωή τους, ενώ όσοι αντιστέκονται, όπως ο εγκρατής ή ο σώφρων, κατά κανόνα γίνονται περισσότερο ευτυχείς.
Η προσέγγιση αυτή έφτασε σε σημείο να οδηγήσει στη ματαίωση των ηδονών με τη σκέψη ότι τελικά δε συνδέονται με την ευτυχία. Ο Αριστοτέλης παραθέτει ενδεικτικά τέτοιες απόψεις: «Κάποιοι, λοιπόν, θεωρούν ότι καμιά ηδονή δεν είναι κάτι καλό, είτε καθαυτό είτε κατά σύμπτωση· γιατί, όπως λένε, το αγαθό και η ηδονή δεν είναι το ίδιο πράγμα. Άλλοι όμως λένε ότι μερικές ηδονές είναι κάτι καλό, οι περισσότερες όμως είναι κάτι κακό» (1152b 11, 9-12).
Και συνεχίζει: «Ο σώφρων άνθρωπος αποφεύγει τις ηδονές. Ο φρόνιμος άνθρωπος επιδιώκει την απουσία της λύπης, όχι την ηδονή. Οι ηδονές είναι εμπόδιο για τη φρόνηση, και όσο πιο μεγάλη είναι η ευχαρίστηση που προκαλούν, τόσο πιο μεγάλο εμπόδιο για τη φρόνηση είναι, όπως, επιπαραδείγματι, στην περίπτωση της αφροδισιακής ηδονής· γιατί κανένας δε θα μπορούσε να σκεφτεί οτιδήποτε όσο είναι παραδομένος σ’ αυτήν» (1152b 11, 17-22).
Παρακολουθούμε ένα είδος δαιμονοποίησης των ηδονών, που ανάγονται σχεδόν σε σύμβολο του κακού που καταστρέφει τους ανθρώπους. Οι ηδονές δεν μπορούν να έχουν καμία σχέση ούτε με την αρετή ούτε με το αγαθό: «Δεν υπάρχει καμία τέχνη που να έχει για αντικείμενό της την ηδονή· όμως κάθε αγαθό πράγμα είναι έργο κάποιας τέχνης. Τα παιδιά και τα ζώα κυνηγούν τις ηδονές» (1152b 11, 22-24).
Ο Αριστοτέλης στέκεται κριτικά απέναντι σε τέτοιες απόψεις. Η ματαίωση της ηδονής εκμηδενίζει τον «αρχιτέκτονα» της ευτυχίας. Θα έλεγε κανείς ότι η υπερβολή της αναζήτησης των ηδονών από τους ανθρώπους (με όλα τα αρνητικά της αποτελέσματα) επέφερε το άλλο άκρο της έλλειψης που καταδικάζει τις ηδονές ως πηγή δυστυχίας. Ο Αριστοτέλης δε θα μπορούσε παρά να τοποθετήσει το ζήτημα στη βάση της μεσότητας. Κι αυτός είναι ο λόγος που (αφού έχει καταδείξει τα αδιέξοδα της υπερβολής καταδικάζοντας και τον ακρατή και τον ακόλαστο) θα επιχειρήσει να ανατρέψει και τα επιχειρήματα που καταδικάζουν τις ηδονές ως κάτι κακό από θέση αρχής.
Για τον Αριστοτέλη οι ηδονές είναι πράξεις που οδηγούν τον άνθρωπο στην ολοκλήρωση: «Δεν είναι ανάγκη να υπάρχει κάτι άλλο καλύτερο από την ηδονή, όπως λένε μερικοί ότι το τέλος είναι καλύτερο από τη διαδικασία που οδηγεί σ’ αυτό· γιατί οι ηδονές δεν είναι γενέσεις, ούτε και συνοδεύονται όλες τους από γένεση, αλλά είναι ενέργειες και τέλος. Ούτε προκύπτουν όταν γινόμαστε κάτι, αλλά όταν κάνουμε χρήση αυτού του πράγματος» (1153a 12, 10-14).
Το ξεκαθάρισμα ότι η ηδονή δεν αφορά τη γένεση ενός πράγματος αποτελεί απάντηση στην άποψη ότι οι ηδονές προέρχονται από μια γένεση που γίνεται αντιληπτή από τις αισθήσεις και προκαλείται, επειδή επαναφέρει το άτομο στην κατάσταση που όρισε η φύση γι’ αυτό. Με άλλα λόγια (σύμφωνα με αυτή την αντίληψη) οι αισθήσεις γεννούν τις ηδονές, που είναι ευχάριστες, γιατί συνδέονται με τη φυσική υπόσταση του ανθρώπου. Γι’ αυτό και σχετίζονται κυρίως με τη βιολογική του υπόσταση.
Για τον Αριστοτέλη μια τέτοια ερμηνεία δεν μπορεί να πείσει, καθώς οι ηδονές δεν προέρχονται από γένεση, αλλά από πράξη. Οι ηδονές έχουν να κάνουν με την ενέργεια που μεταδίδει ευχαρίστηση μέσω των αισθήσεων (κι όχι μόνο) κι αυτό που επιδιώκεται είναι η χρήση αυτού που προκαλεί την ευχαρίστηση κι όχι η γένεσή του.
Στην ουσία πρόκειται για το διαχωρισμό της ενέργειας από τη γένεση που πολλοί τις ταυτίζουν: «Κάποιοι θεωρούν ότι η ηδονή είναι γένεση, επειδή είναι κάτι το καλό στην πλήρη σημασία της λέξης· πιστεύουν, πράγματι, ότι η ενέργεια είναι γένεση, ενώ στην πραγματικότητα είναι κάτι διαφορετικό» (1153a 12, 19-21).
Γι’ αυτό και το ξεκαθάρισμα ότι οι ηδονές δεν «προκύπτουν όταν γινόμαστε κάτι, αλλά όταν κάνουμε χρήση αυτού του πράγματος». Και γι’ αυτό θα συμπληρώσει: «δεν είναι σωστό να λέμε ότι η ηδονή είναι μια αντιληπτή με τις αισθήσεις γένεση, αλλά μάλλον μια ενέργεια της φυσικής μας έξης, και αντί να λέμε “αντιληπτή με τις αισθήσεις” καλύτερα να λέμε “ανεμπόδιστη”» (1153a 12, 15-19).
Η αντικατάσταση της λέξης αντιληπτή με τη λέξη ανεμπόδιστη, είναι η κατάδειξη ότι οι ηδονές έχουν να κάνουν με τη φύση του ανθρώπου και γι’ αυτό δεν εμποδίζονται από τις αισθήσεις. Η φύση πρόσφερε ηδονές, για να βοηθήσει τον άνθρωπο να ολοκληρωθεί, να φτάσει δηλαδή στο τέλος του, που είναι η ευτυχία. Η άρνηση των ηδονών ισοδυναμεί με την άρνηση του τέλους, που έχει δοθεί από τη φύση. Από αυτή την άποψη, ο άνθρωπος οφείλει να ενεργήσει προς την απόκτησή τους. Αρκεί να κινείται στα όρια της μεσότητας, όπως χαράσσονται από τη λογική.
Η άποψη που κατατάσσει τις ηδονές στις αρνητικές έξεις για το λόγο ότι πολλές είναι βλαβερές για την υγεία βρίσκει τον Αριστοτέλη αντίθετο: «Να λέμε, επίσης, ότι η ηδονή είναι κάτι κακό για το λόγο ότι κάποια ευχάριστα πράγματα βλάπτουν την υγεία, είναι το ίδιο σαν να λέμε ότι μερικά υγιεινά πράγματα (είναι κακά γιατί) είναι κακά για το πορτοφόλι μας· από την άποψη που είπαμε είναι, πράγματι, και τα δύο κάτι κακό, δεν είναι όμως καθαυτά κάτι κακό γι’ αυτόν μόνο το λόγο» (1153a 12, 21-23).
Με άλλα λόγια, αν κάποια ευχαρίστηση βλάπτει την υγεία δεν είναι κακή με την ολοκληρωτική έννοια, αλλά μόνο με την έννοια της υγείας. Αντιστοίχως, πολλές ανήθικες πράξεις που οφείλονται στην ηδονή και δε βλάπτουν την υγεία δε σημαίνει ότι δε θα χαρακτηριστούν κι αρνητικές. Το ζήτημα της υγείας είναι κάτι που πρέπει κανείς να λάβει υπόψη του, αλλά δεν είναι ο παράγοντας που θα καταδείξει αν μια πράξη είναι καλή ή κακή στο σύνολό της.
Όσο για το ότι οι ηδονές δε συνδέονται με καμία τέχνη, ο Αριστοτέλης αναφέρει: «…το ότι δεν υπάρχει ηδονή που να είναι προϊόν κάποιας τέχνης, αυτό είναι απλώς εντελώς φυσικό και κανονικό: η τέχνη δεν έχει ποτέ ως αντικείμενό της μια οποιαδήποτε άλλη ενέργεια, παρά μόνο την αντίστοιχη δύναμη (ιδιότητα)· και όμως και η τέχνη των αρωμάτων και η μαγειρική τέχνη θεωρούνται ότι παράγουν ηδονή» (1153a 12, 28-32).
Από κει και πέρα, το αδιαπραγμάτευτο της ύπαρξης καλών και κακών ηδονών δεν αποκλείει ότι το ύψιστο αγαθό για τον άνθρωπο, δηλαδή η ευδαιμονία, είναι κάποιας μορφής ηδονή: «Το ότι κάποιες ηδονές είναι ευτελείς και κακές, δε μας εμποδίζει καθόλου να πούμε ότι κάποιο είδος ηδονής είναι το ύψιστο αγαθό – ακριβώς όπως και κάποιο είδος γνώσης μπορεί να είναι εξαιρετικά καλό, μολονότι ορισμένα είδη γνώσης είναι ασήμαντα και κακά» (1153b 13, 9-11).
Κι αμέσως συμπληρώνεται: «Ίσα ίσα είναι ίσως υποχρεωτικό να δεχθούμε ότι: Αν υπάρχουν ανεμπόδιστες ενέργειες για κάθε έξη, τότε, είτε η ευδαιμονία είναι το αποτέλεσμα της ενέργειας του συνόλου των έξεών μας είτε της ενέργειας κάποιας από αυτές (φτάνει να είναι ανεμπόδιστη), η ενέργεια αυτή πρέπει να είναι ό,τι πιο άξιο επιλογής και προτίμησης. Αυτή όμως η ενέργεια είναι η ηδονή» (1153b 13, 11-15).
Το τελικό συμπέρασμα είναι έτοιμο να διατυπωθεί: «Το ύψιστο επομένως αγαθό θα είναι κάποιο είδος ηδονής, έστω κι αν οι περισσότερες ηδονές είναι κακές – μπορεί και κακές γενικά και απόλυτα. Αυτός είναι και ο λόγος που οι άνθρωποι πιστεύουν ότι η ευδαίμων ζωή είναι μια ευχάριστη ζωή, κάνοντας στην ουσία την ηδονή συστατικό στοιχείο της ευδαιμονίας – εντελώς δικαιολογημένα, αφού καμιά ενέργεια δεν μπορεί να είναι τέλεια, αν εμποδίζεται, και η ευδαιμονία ανήκει στα πράγματα που είναι τέλεια» (1153b 13, 15-20).
Η ευτυχία δεν μπορεί να νοηθεί ως κάτι ανεξάρτητο από τις ηδονές. Σε τελική ανάλυση, η ίδια η έννοιά της δεν είναι παρά μια υπέρτατη ηδονή που εξυψώνει το θεϊκό στοιχείο που έχει ο άνθρωπος μέσα του. Αυτός είναι και ο λόγος, που, όσο κι αν διαφέρουν οι ηδονές που αναζητά κάθε άνθρωπος σε σχέση με τους άλλους, στην ουσία όλοι αναζητούν το ίδιο πράγμα: «Επειδή όμως δεν είναι, ούτε θεωρείται πως είναι ίδια για όλους η φύση ή η άριστη έξη, δεν κυνηγούν όλοι την ίδια ηδονή – την ηδονή, πάντως, την κυνηγούν όλοι. Και ίσως στην πραγματικότητα κυνηγούν όχι την ηδονή που νομίζουν ότι κυνηγούν, ούτε αυτή που θα έλεγαν ότι κυνηγούν, αλλά μία και την ίδια ηδονή. Γιατί όλα τα όντα έχουν από τη φύση κάτι το θεϊκό μέσα τους» (1153b 13, 34-38).
Κατ’ επέκταση, ο ενάρετος, ως άνθρωπος που είναι σε θέση να φτάσει στην ευδαιμονία, είναι αδύνατο να νοηθεί με τη σημασία του ανθρώπου που περιφρονεί ή στερείται τις ηδονές. Πολύ περισσότερο να οδηγείται θεληματικά σε συνθήκες στέρησης ή μαρτυρίων (δηλαδή ολοκληρωτικής λύπης) για να πιστοποιήσει την αρετή του προς ενίσχυση της ευτυχίας του.
Για τον Αριστοτέλη οι απόψεις που θέτουν την ευτυχία μέσα στο πλαίσιο της μαρτυρικής αγιοσύνης είναι πεντακάθαρες ανοησίες: «Όσο γι' αυτούς που ισχυρίζονται ότι ακόμη και ο άνθρωπος που βασανίζεται στον τροχό ή ο άνθρωπος που τον βρήκαν μεγάλες δυστυχίες είναι ευδαίμων, αν είναι αγαθός, απλώς λένε, θεληματικά ή αθέλητα, ανοησίες» (1153b 13, 23-25).
Για να είναι κανείς ευδαίμων χρειάζεται όλες τις προϋποθέσεις που θα του εξασφαλίσουν την καλή ζωή: «Αυτός είναι ο λόγος που ο ευδαίμων άνθρωπος χρειάζεται επίσης τα σωματικά αγαθά και τα εξωτερικά αγαθά, τα αγαθά δηλαδή της τύχης, αν είναι να μην έχει κανένα εμπόδιο από την έλλειψή τους» (1153b 13, 21-23).
Όμως, το ότι για την ευτυχία χρειάζεται και η καλή τύχη, δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ότι η ευτυχία είναι ένα τυχαίο γεγονός. Η τύχη μπορεί να παίζει μεγάλο ρόλο στη ζωή των ανθρώπων (είτε προς το καλό είτε προς το κακό), αλλά ο αληθινά ενάρετος έχει τη γνώση της διαχείρισής της, αφού είναι σε θέση να ενεργεί προς την κατάκτηση της ύψιστης ηδονής που φέρει η ευτυχία.
Ασφαλώς, εκείνος που πέρασε μια τεράστια αναπάντεχη συμφορά δεν είναι εύκολο να είναι ευτυχισμένος, αφού η τύχη έχει διαταράξει επώδυνα τη συναισθηματική του ισορροπία. Κι εδώ βρίσκεται η διαφορά του ενάρετου από τους άλλους ανθρώπους. Ενώ όλοι σε μια τέτοια περίπτωση μπορεί να συντριβούν ολοκληρωτικά, ο ενάρετος θα βρει τη δύναμη να το ξεπεράσει ασκώντας την αρετή κι αντλώντας ευχαρίστηση από τις ποιοτικές έξεις που χαρακτηρίζουν τη ζωή του. Με το πέρασμα του χρόνου έχει τη δυνατότητα να ξαναγίνει ευδαίμων, έστω κι αν η σκιά της συμφοράς που πέρασε βρίσκεται πάντα μέσα του.
Η ευδαιμονία ασφαλώς κι επηρεάζεται από τις περιστάσεις, αλλά ο κάτοχος της αρετής θα είναι πάντα πιο κοντά στην ευτυχία από οποιονδήποτε άλλον μέσα στις ίδιες συνθήκες ζωής. Το να συγκρίνεται η ευτυχία του ενάρετου που γνωρίζει την πιο αντίξοη τύχη με την ευτυχία κάποιου άλλου που όλα του έρχονται ευνοϊκά στερείται λογικής και είναι από θέση αρχής άδικο.
Οι συγκρίσεις αυτού του είδους είναι που οδηγούν σε εσφαλμένα συμπεράσματα, αφού πάντα κατευθύνονται από το μεμονωμένο συγκεκριμένων ανθρώπων. Πράγματι, μπορεί να βρεθεί κάποιος ενάρετος που λόγω της τύχης να είναι λιγότερο ευτυχής από κάποιον άλλον. Γι’ αυτό και πολλοί συνδέουν την ευτυχία αποκλειστικά με την τύχη.
Αυτό όμως δεν είναι ο κανόνας. Η τύχη δε στοχοποιεί συχνά ένα άτομο οδηγώντας το σε απανωτές συμφορές, ώστε να μη σηκώσει ποτέ κεφάλι. Κάτι τέτοιο είναι μάλλον σπάνιο (εκτός αν πρόκειται για κοινωνική παθογένεια που οδηγεί τους πολίτες στην εξαθλίωση). Το σίγουρο είναι ότι σε μια συνηθισμένη ζωή (με τις χαρές και τις λύπες της) ο ενάρετος θα είναι πιο ευτυχής από κάθε άλλον. Και είναι σε θέση να αντέξει και συμφορές που άλλοι δε θα μπορούσαν. Αν αναλογιστεί κανείς σε τι κατάσταση θα ήταν ο μη ενάρετος, αν η τύχη του έφερνε συμφορές, ή σε τι ευτυχία θα ήταν ο ενάρετος με μια φιλική τύχη, γίνεται σαφές ότι η αρετή αποτελεί ξεκάθαρο προβάδισμα για την κατάκτηση της ευτυχίας.
Επιστρέφοντας στο ζήτημα των ηδονών, η ευτυχία δεν έγκειται στην αποφυγή τους, αλλά στη γνώση και την επιλογή εκείνων που έχουν ποιότητα: «Επειδή όμως οι άνθρωποι στρέφονται συχνότατα προς τις σωματικές ηδονές και έχουν όλοι τους συμμετοχή σ’ αυτές, οι ηδονές αυτές κληρονόμησαν όλα τα δικαιώματα πάνω στη λέξη· καθώς λοιπόν μόνο αυτές οι ηδονές τούς είναι γνωστές και οικείες, θεωρούν πως δεν υπάρχουν άλλες» (1153b 13, 38-40 και 1154a 13, 1-2).
Βρισκόμαστε μπροστά στη στρέβλωση της υπερβολής που μετουσιώνει τις σωματικές ηδονές σε ατόφια ευτυχία ωθώντας τους ανθρώπους προς τα αρνητικά χαρακτηριστικά της ακράτειας και της ακολασίας και που αντιστοίχως γεννά και την άποψη της έλλειψης, η οποία καταδικάζει τις σωματικές ηδονές ως κάτι από θέση αρχής κακό που πρέπει να αποφεύγεται. Ο Αριστοτέλης θα θέσει το ζήτημα στην ορθή βάση της μεσότητας: «Στα σωματικά αγαθά υπάρχει υπερβολή, και ο κακός άνθρωπος είναι κακός επειδή κυνηγάει την υπερβολή, όχι επειδή κυνηγάει τις “αναγκαίες” ηδονές· γιατί όλοι οι άνθρωποι χαίρονται ως ένα βαθμό και τα φαγητά, και τα κρασιά και τις χαρές του έρωτα, όχι όμως πάντοτε με τον τρόπο που πρέπει» (1154a 14, 18-22).
Δεν είναι λοιπόν κακό να απολαμβάνει κανείς το φαγητό ή τον έρωτα. Αντιθέτως είναι κακό να τα στερείται στο όνομα μιας καταπιεστικής ηθικής που θα τον κάνει ενάρετο. Η αρετή δεν έχει να κάνει με τη στέρηση, γιατί η στέρηση ταυτίζεται με την έλλειψη. Ο ενάρετος είναι αυτός που ακολουθεί το μέσο απολαμβάνοντας όλες τις σωματικές ηδονές και αντλώντας τη χαρά που μπορούν να του προσφέρουν, χωρίς όμως να τις μετατρέπει σε προτεραιότητα που θα νοηματοδοτήσει την ύπαρξή του. Μια τέτοια υπερβολή δεν μπορεί παρά να έχει αρνητικά αποτελέσματα, αφού υποβιβάζει τον άνθρωπο στο ζωώδες.
Κι αυτός είναι ένας άλλος δρόμος που μπορεί να οδηγηθεί κανείς στην ευτυχία εκλαμβάνοντάς την ως ισορροπία ανάμεσα στις ανάγκες του σώματος και της ψυχής. Η συνείδηση της διπλής υπόστασης του ανθρώπου (σώματος και ψυχής) θα επιφέρει τη μεσότητα των πράξεων προς την ικανοποίηση και των δύο μερών, αφού θα καταστεί σαφές ότι η τροφή του ενός πρέπει να σταματά προκειμένου να τραφεί και το άλλο. Θα έλεγε κανείς ότι τα όρια τίθενται από μόνα τους. Αρκεί να μπορεί κανείς να τα αντιλαμβάνεται. Κι ίσως αυτή η αντίληψη να σηματοδοτεί αυτό που ονομάζουμε ολοκληρωμένη προσωπικότητα.
Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια
Κι όχι μόνο αυτό: «Επιπλέον, είναι ένα από τα θέματα που είναι απαραίτητο να εξετάσουμε: δεν είναι μόνο ότι οι ίδιοι εμείς καθορίσαμε ότι η ηθική αρετή και κακία σχετίζεται με τις λύπες και τις ηδονές· είναι και ότι ο περισσότερος κόσμος βεβαιώνει ότι η ευδαιμονία πάει μαζί με την ηδονή· αυτός είναι και ο λόγος που για να δηλώσουν τον ευτυχισμένο χρησιμοποιούν τη λέξη μακάριος, μια λέξη που βγαίνει από το ρήμα χαίρω» (1152b 11, 4-9).
Με δεδομένο ότι ο τελικός σκοπός της ανθρώπινης ύπαρξης είναι η ευτυχία, αυτό που μένει είναι η αναζήτηση της χαράς, καθώς ευτυχία χωρίς χαρά δεν υφίσταται. Οι ηδονές ως αδιαπραγμάτευτη πηγή χαράς παίρνουν διαστάσεις σχεδόν υπαρξιακές, αφού καθορίζονται ως «“αρχιτέκτονας” του τέλους» θεμελιώνοντας την ευτυχία.
Η ευχαρίστηση ή η λύπη που προξενείται από τις πράξεις είναι το κριτήριο για να χαρακτηριστούν επιθυμητές ή όχι. Όμως αυτό δε γίνεται κατ’ ανάγκη με τρόπο άμεσο. Η λύπη που προκαλεί ο σημερινός κόπος δεν τον καθιστά κακό, γιατί θα επιφέρει την ηδονή της μελλοντικής καρποφορίας του. Μόνο ο μάταιος κόπος είναι κάτι κακό, γιατί επιφέρει λύπη χωρίς προσδοκία χαράς. Η ευχαρίστηση που αντλείται από κάθε πράξη είναι η κινητήριος δύναμη της ανθρώπινης συμπεριφοράς, γιατί τον ωθεί προς την ολοκλήρωση.
Αυτός είναι και ο λόγος της υπερβολής που υπάρχει στην αναζήτηση των ηδονών. Η τρομακτική ένταση του πόθου για ολοκλήρωση (ευτυχία) κάνει τους ανθρώπους να χάνουν το μέτρο επιφέροντας τα αντίθετα από τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα. Αυτή η ένταση γεννά και τον ακρατή και τον ακόλαστο, που προσπαθώντας να κατακτήσουν την ευτυχία τελικά την υπονομεύουν. Παρατηρώντας κανείς τους ανθρώπινους χαρακτήρες θα έλεγε ότι το κυνήγι των ηδονών αφορά περισσότερο τη δυστυχία παρά την ευτυχία, καθώς όσοι αφήνονται σ’ αυτές (σχεδόν νομοτελειακά) καταστρέφουν τη ζωή τους, ενώ όσοι αντιστέκονται, όπως ο εγκρατής ή ο σώφρων, κατά κανόνα γίνονται περισσότερο ευτυχείς.
Η προσέγγιση αυτή έφτασε σε σημείο να οδηγήσει στη ματαίωση των ηδονών με τη σκέψη ότι τελικά δε συνδέονται με την ευτυχία. Ο Αριστοτέλης παραθέτει ενδεικτικά τέτοιες απόψεις: «Κάποιοι, λοιπόν, θεωρούν ότι καμιά ηδονή δεν είναι κάτι καλό, είτε καθαυτό είτε κατά σύμπτωση· γιατί, όπως λένε, το αγαθό και η ηδονή δεν είναι το ίδιο πράγμα. Άλλοι όμως λένε ότι μερικές ηδονές είναι κάτι καλό, οι περισσότερες όμως είναι κάτι κακό» (1152b 11, 9-12).
Και συνεχίζει: «Ο σώφρων άνθρωπος αποφεύγει τις ηδονές. Ο φρόνιμος άνθρωπος επιδιώκει την απουσία της λύπης, όχι την ηδονή. Οι ηδονές είναι εμπόδιο για τη φρόνηση, και όσο πιο μεγάλη είναι η ευχαρίστηση που προκαλούν, τόσο πιο μεγάλο εμπόδιο για τη φρόνηση είναι, όπως, επιπαραδείγματι, στην περίπτωση της αφροδισιακής ηδονής· γιατί κανένας δε θα μπορούσε να σκεφτεί οτιδήποτε όσο είναι παραδομένος σ’ αυτήν» (1152b 11, 17-22).
Παρακολουθούμε ένα είδος δαιμονοποίησης των ηδονών, που ανάγονται σχεδόν σε σύμβολο του κακού που καταστρέφει τους ανθρώπους. Οι ηδονές δεν μπορούν να έχουν καμία σχέση ούτε με την αρετή ούτε με το αγαθό: «Δεν υπάρχει καμία τέχνη που να έχει για αντικείμενό της την ηδονή· όμως κάθε αγαθό πράγμα είναι έργο κάποιας τέχνης. Τα παιδιά και τα ζώα κυνηγούν τις ηδονές» (1152b 11, 22-24).
Ο Αριστοτέλης στέκεται κριτικά απέναντι σε τέτοιες απόψεις. Η ματαίωση της ηδονής εκμηδενίζει τον «αρχιτέκτονα» της ευτυχίας. Θα έλεγε κανείς ότι η υπερβολή της αναζήτησης των ηδονών από τους ανθρώπους (με όλα τα αρνητικά της αποτελέσματα) επέφερε το άλλο άκρο της έλλειψης που καταδικάζει τις ηδονές ως πηγή δυστυχίας. Ο Αριστοτέλης δε θα μπορούσε παρά να τοποθετήσει το ζήτημα στη βάση της μεσότητας. Κι αυτός είναι ο λόγος που (αφού έχει καταδείξει τα αδιέξοδα της υπερβολής καταδικάζοντας και τον ακρατή και τον ακόλαστο) θα επιχειρήσει να ανατρέψει και τα επιχειρήματα που καταδικάζουν τις ηδονές ως κάτι κακό από θέση αρχής.
Για τον Αριστοτέλη οι ηδονές είναι πράξεις που οδηγούν τον άνθρωπο στην ολοκλήρωση: «Δεν είναι ανάγκη να υπάρχει κάτι άλλο καλύτερο από την ηδονή, όπως λένε μερικοί ότι το τέλος είναι καλύτερο από τη διαδικασία που οδηγεί σ’ αυτό· γιατί οι ηδονές δεν είναι γενέσεις, ούτε και συνοδεύονται όλες τους από γένεση, αλλά είναι ενέργειες και τέλος. Ούτε προκύπτουν όταν γινόμαστε κάτι, αλλά όταν κάνουμε χρήση αυτού του πράγματος» (1153a 12, 10-14).
Το ξεκαθάρισμα ότι η ηδονή δεν αφορά τη γένεση ενός πράγματος αποτελεί απάντηση στην άποψη ότι οι ηδονές προέρχονται από μια γένεση που γίνεται αντιληπτή από τις αισθήσεις και προκαλείται, επειδή επαναφέρει το άτομο στην κατάσταση που όρισε η φύση γι’ αυτό. Με άλλα λόγια (σύμφωνα με αυτή την αντίληψη) οι αισθήσεις γεννούν τις ηδονές, που είναι ευχάριστες, γιατί συνδέονται με τη φυσική υπόσταση του ανθρώπου. Γι’ αυτό και σχετίζονται κυρίως με τη βιολογική του υπόσταση.
Για τον Αριστοτέλη μια τέτοια ερμηνεία δεν μπορεί να πείσει, καθώς οι ηδονές δεν προέρχονται από γένεση, αλλά από πράξη. Οι ηδονές έχουν να κάνουν με την ενέργεια που μεταδίδει ευχαρίστηση μέσω των αισθήσεων (κι όχι μόνο) κι αυτό που επιδιώκεται είναι η χρήση αυτού που προκαλεί την ευχαρίστηση κι όχι η γένεσή του.
Στην ουσία πρόκειται για το διαχωρισμό της ενέργειας από τη γένεση που πολλοί τις ταυτίζουν: «Κάποιοι θεωρούν ότι η ηδονή είναι γένεση, επειδή είναι κάτι το καλό στην πλήρη σημασία της λέξης· πιστεύουν, πράγματι, ότι η ενέργεια είναι γένεση, ενώ στην πραγματικότητα είναι κάτι διαφορετικό» (1153a 12, 19-21).
Γι’ αυτό και το ξεκαθάρισμα ότι οι ηδονές δεν «προκύπτουν όταν γινόμαστε κάτι, αλλά όταν κάνουμε χρήση αυτού του πράγματος». Και γι’ αυτό θα συμπληρώσει: «δεν είναι σωστό να λέμε ότι η ηδονή είναι μια αντιληπτή με τις αισθήσεις γένεση, αλλά μάλλον μια ενέργεια της φυσικής μας έξης, και αντί να λέμε “αντιληπτή με τις αισθήσεις” καλύτερα να λέμε “ανεμπόδιστη”» (1153a 12, 15-19).
Η αντικατάσταση της λέξης αντιληπτή με τη λέξη ανεμπόδιστη, είναι η κατάδειξη ότι οι ηδονές έχουν να κάνουν με τη φύση του ανθρώπου και γι’ αυτό δεν εμποδίζονται από τις αισθήσεις. Η φύση πρόσφερε ηδονές, για να βοηθήσει τον άνθρωπο να ολοκληρωθεί, να φτάσει δηλαδή στο τέλος του, που είναι η ευτυχία. Η άρνηση των ηδονών ισοδυναμεί με την άρνηση του τέλους, που έχει δοθεί από τη φύση. Από αυτή την άποψη, ο άνθρωπος οφείλει να ενεργήσει προς την απόκτησή τους. Αρκεί να κινείται στα όρια της μεσότητας, όπως χαράσσονται από τη λογική.
Η άποψη που κατατάσσει τις ηδονές στις αρνητικές έξεις για το λόγο ότι πολλές είναι βλαβερές για την υγεία βρίσκει τον Αριστοτέλη αντίθετο: «Να λέμε, επίσης, ότι η ηδονή είναι κάτι κακό για το λόγο ότι κάποια ευχάριστα πράγματα βλάπτουν την υγεία, είναι το ίδιο σαν να λέμε ότι μερικά υγιεινά πράγματα (είναι κακά γιατί) είναι κακά για το πορτοφόλι μας· από την άποψη που είπαμε είναι, πράγματι, και τα δύο κάτι κακό, δεν είναι όμως καθαυτά κάτι κακό γι’ αυτόν μόνο το λόγο» (1153a 12, 21-23).
Με άλλα λόγια, αν κάποια ευχαρίστηση βλάπτει την υγεία δεν είναι κακή με την ολοκληρωτική έννοια, αλλά μόνο με την έννοια της υγείας. Αντιστοίχως, πολλές ανήθικες πράξεις που οφείλονται στην ηδονή και δε βλάπτουν την υγεία δε σημαίνει ότι δε θα χαρακτηριστούν κι αρνητικές. Το ζήτημα της υγείας είναι κάτι που πρέπει κανείς να λάβει υπόψη του, αλλά δεν είναι ο παράγοντας που θα καταδείξει αν μια πράξη είναι καλή ή κακή στο σύνολό της.
Όσο για το ότι οι ηδονές δε συνδέονται με καμία τέχνη, ο Αριστοτέλης αναφέρει: «…το ότι δεν υπάρχει ηδονή που να είναι προϊόν κάποιας τέχνης, αυτό είναι απλώς εντελώς φυσικό και κανονικό: η τέχνη δεν έχει ποτέ ως αντικείμενό της μια οποιαδήποτε άλλη ενέργεια, παρά μόνο την αντίστοιχη δύναμη (ιδιότητα)· και όμως και η τέχνη των αρωμάτων και η μαγειρική τέχνη θεωρούνται ότι παράγουν ηδονή» (1153a 12, 28-32).
Από κει και πέρα, το αδιαπραγμάτευτο της ύπαρξης καλών και κακών ηδονών δεν αποκλείει ότι το ύψιστο αγαθό για τον άνθρωπο, δηλαδή η ευδαιμονία, είναι κάποιας μορφής ηδονή: «Το ότι κάποιες ηδονές είναι ευτελείς και κακές, δε μας εμποδίζει καθόλου να πούμε ότι κάποιο είδος ηδονής είναι το ύψιστο αγαθό – ακριβώς όπως και κάποιο είδος γνώσης μπορεί να είναι εξαιρετικά καλό, μολονότι ορισμένα είδη γνώσης είναι ασήμαντα και κακά» (1153b 13, 9-11).
Κι αμέσως συμπληρώνεται: «Ίσα ίσα είναι ίσως υποχρεωτικό να δεχθούμε ότι: Αν υπάρχουν ανεμπόδιστες ενέργειες για κάθε έξη, τότε, είτε η ευδαιμονία είναι το αποτέλεσμα της ενέργειας του συνόλου των έξεών μας είτε της ενέργειας κάποιας από αυτές (φτάνει να είναι ανεμπόδιστη), η ενέργεια αυτή πρέπει να είναι ό,τι πιο άξιο επιλογής και προτίμησης. Αυτή όμως η ενέργεια είναι η ηδονή» (1153b 13, 11-15).
Το τελικό συμπέρασμα είναι έτοιμο να διατυπωθεί: «Το ύψιστο επομένως αγαθό θα είναι κάποιο είδος ηδονής, έστω κι αν οι περισσότερες ηδονές είναι κακές – μπορεί και κακές γενικά και απόλυτα. Αυτός είναι και ο λόγος που οι άνθρωποι πιστεύουν ότι η ευδαίμων ζωή είναι μια ευχάριστη ζωή, κάνοντας στην ουσία την ηδονή συστατικό στοιχείο της ευδαιμονίας – εντελώς δικαιολογημένα, αφού καμιά ενέργεια δεν μπορεί να είναι τέλεια, αν εμποδίζεται, και η ευδαιμονία ανήκει στα πράγματα που είναι τέλεια» (1153b 13, 15-20).
Η ευτυχία δεν μπορεί να νοηθεί ως κάτι ανεξάρτητο από τις ηδονές. Σε τελική ανάλυση, η ίδια η έννοιά της δεν είναι παρά μια υπέρτατη ηδονή που εξυψώνει το θεϊκό στοιχείο που έχει ο άνθρωπος μέσα του. Αυτός είναι και ο λόγος, που, όσο κι αν διαφέρουν οι ηδονές που αναζητά κάθε άνθρωπος σε σχέση με τους άλλους, στην ουσία όλοι αναζητούν το ίδιο πράγμα: «Επειδή όμως δεν είναι, ούτε θεωρείται πως είναι ίδια για όλους η φύση ή η άριστη έξη, δεν κυνηγούν όλοι την ίδια ηδονή – την ηδονή, πάντως, την κυνηγούν όλοι. Και ίσως στην πραγματικότητα κυνηγούν όχι την ηδονή που νομίζουν ότι κυνηγούν, ούτε αυτή που θα έλεγαν ότι κυνηγούν, αλλά μία και την ίδια ηδονή. Γιατί όλα τα όντα έχουν από τη φύση κάτι το θεϊκό μέσα τους» (1153b 13, 34-38).
Κατ’ επέκταση, ο ενάρετος, ως άνθρωπος που είναι σε θέση να φτάσει στην ευδαιμονία, είναι αδύνατο να νοηθεί με τη σημασία του ανθρώπου που περιφρονεί ή στερείται τις ηδονές. Πολύ περισσότερο να οδηγείται θεληματικά σε συνθήκες στέρησης ή μαρτυρίων (δηλαδή ολοκληρωτικής λύπης) για να πιστοποιήσει την αρετή του προς ενίσχυση της ευτυχίας του.
Για τον Αριστοτέλη οι απόψεις που θέτουν την ευτυχία μέσα στο πλαίσιο της μαρτυρικής αγιοσύνης είναι πεντακάθαρες ανοησίες: «Όσο γι' αυτούς που ισχυρίζονται ότι ακόμη και ο άνθρωπος που βασανίζεται στον τροχό ή ο άνθρωπος που τον βρήκαν μεγάλες δυστυχίες είναι ευδαίμων, αν είναι αγαθός, απλώς λένε, θεληματικά ή αθέλητα, ανοησίες» (1153b 13, 23-25).
Για να είναι κανείς ευδαίμων χρειάζεται όλες τις προϋποθέσεις που θα του εξασφαλίσουν την καλή ζωή: «Αυτός είναι ο λόγος που ο ευδαίμων άνθρωπος χρειάζεται επίσης τα σωματικά αγαθά και τα εξωτερικά αγαθά, τα αγαθά δηλαδή της τύχης, αν είναι να μην έχει κανένα εμπόδιο από την έλλειψή τους» (1153b 13, 21-23).
Όμως, το ότι για την ευτυχία χρειάζεται και η καλή τύχη, δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ότι η ευτυχία είναι ένα τυχαίο γεγονός. Η τύχη μπορεί να παίζει μεγάλο ρόλο στη ζωή των ανθρώπων (είτε προς το καλό είτε προς το κακό), αλλά ο αληθινά ενάρετος έχει τη γνώση της διαχείρισής της, αφού είναι σε θέση να ενεργεί προς την κατάκτηση της ύψιστης ηδονής που φέρει η ευτυχία.
Ασφαλώς, εκείνος που πέρασε μια τεράστια αναπάντεχη συμφορά δεν είναι εύκολο να είναι ευτυχισμένος, αφού η τύχη έχει διαταράξει επώδυνα τη συναισθηματική του ισορροπία. Κι εδώ βρίσκεται η διαφορά του ενάρετου από τους άλλους ανθρώπους. Ενώ όλοι σε μια τέτοια περίπτωση μπορεί να συντριβούν ολοκληρωτικά, ο ενάρετος θα βρει τη δύναμη να το ξεπεράσει ασκώντας την αρετή κι αντλώντας ευχαρίστηση από τις ποιοτικές έξεις που χαρακτηρίζουν τη ζωή του. Με το πέρασμα του χρόνου έχει τη δυνατότητα να ξαναγίνει ευδαίμων, έστω κι αν η σκιά της συμφοράς που πέρασε βρίσκεται πάντα μέσα του.
Η ευδαιμονία ασφαλώς κι επηρεάζεται από τις περιστάσεις, αλλά ο κάτοχος της αρετής θα είναι πάντα πιο κοντά στην ευτυχία από οποιονδήποτε άλλον μέσα στις ίδιες συνθήκες ζωής. Το να συγκρίνεται η ευτυχία του ενάρετου που γνωρίζει την πιο αντίξοη τύχη με την ευτυχία κάποιου άλλου που όλα του έρχονται ευνοϊκά στερείται λογικής και είναι από θέση αρχής άδικο.
Οι συγκρίσεις αυτού του είδους είναι που οδηγούν σε εσφαλμένα συμπεράσματα, αφού πάντα κατευθύνονται από το μεμονωμένο συγκεκριμένων ανθρώπων. Πράγματι, μπορεί να βρεθεί κάποιος ενάρετος που λόγω της τύχης να είναι λιγότερο ευτυχής από κάποιον άλλον. Γι’ αυτό και πολλοί συνδέουν την ευτυχία αποκλειστικά με την τύχη.
Αυτό όμως δεν είναι ο κανόνας. Η τύχη δε στοχοποιεί συχνά ένα άτομο οδηγώντας το σε απανωτές συμφορές, ώστε να μη σηκώσει ποτέ κεφάλι. Κάτι τέτοιο είναι μάλλον σπάνιο (εκτός αν πρόκειται για κοινωνική παθογένεια που οδηγεί τους πολίτες στην εξαθλίωση). Το σίγουρο είναι ότι σε μια συνηθισμένη ζωή (με τις χαρές και τις λύπες της) ο ενάρετος θα είναι πιο ευτυχής από κάθε άλλον. Και είναι σε θέση να αντέξει και συμφορές που άλλοι δε θα μπορούσαν. Αν αναλογιστεί κανείς σε τι κατάσταση θα ήταν ο μη ενάρετος, αν η τύχη του έφερνε συμφορές, ή σε τι ευτυχία θα ήταν ο ενάρετος με μια φιλική τύχη, γίνεται σαφές ότι η αρετή αποτελεί ξεκάθαρο προβάδισμα για την κατάκτηση της ευτυχίας.
Επιστρέφοντας στο ζήτημα των ηδονών, η ευτυχία δεν έγκειται στην αποφυγή τους, αλλά στη γνώση και την επιλογή εκείνων που έχουν ποιότητα: «Επειδή όμως οι άνθρωποι στρέφονται συχνότατα προς τις σωματικές ηδονές και έχουν όλοι τους συμμετοχή σ’ αυτές, οι ηδονές αυτές κληρονόμησαν όλα τα δικαιώματα πάνω στη λέξη· καθώς λοιπόν μόνο αυτές οι ηδονές τούς είναι γνωστές και οικείες, θεωρούν πως δεν υπάρχουν άλλες» (1153b 13, 38-40 και 1154a 13, 1-2).
Βρισκόμαστε μπροστά στη στρέβλωση της υπερβολής που μετουσιώνει τις σωματικές ηδονές σε ατόφια ευτυχία ωθώντας τους ανθρώπους προς τα αρνητικά χαρακτηριστικά της ακράτειας και της ακολασίας και που αντιστοίχως γεννά και την άποψη της έλλειψης, η οποία καταδικάζει τις σωματικές ηδονές ως κάτι από θέση αρχής κακό που πρέπει να αποφεύγεται. Ο Αριστοτέλης θα θέσει το ζήτημα στην ορθή βάση της μεσότητας: «Στα σωματικά αγαθά υπάρχει υπερβολή, και ο κακός άνθρωπος είναι κακός επειδή κυνηγάει την υπερβολή, όχι επειδή κυνηγάει τις “αναγκαίες” ηδονές· γιατί όλοι οι άνθρωποι χαίρονται ως ένα βαθμό και τα φαγητά, και τα κρασιά και τις χαρές του έρωτα, όχι όμως πάντοτε με τον τρόπο που πρέπει» (1154a 14, 18-22).
Δεν είναι λοιπόν κακό να απολαμβάνει κανείς το φαγητό ή τον έρωτα. Αντιθέτως είναι κακό να τα στερείται στο όνομα μιας καταπιεστικής ηθικής που θα τον κάνει ενάρετο. Η αρετή δεν έχει να κάνει με τη στέρηση, γιατί η στέρηση ταυτίζεται με την έλλειψη. Ο ενάρετος είναι αυτός που ακολουθεί το μέσο απολαμβάνοντας όλες τις σωματικές ηδονές και αντλώντας τη χαρά που μπορούν να του προσφέρουν, χωρίς όμως να τις μετατρέπει σε προτεραιότητα που θα νοηματοδοτήσει την ύπαρξή του. Μια τέτοια υπερβολή δεν μπορεί παρά να έχει αρνητικά αποτελέσματα, αφού υποβιβάζει τον άνθρωπο στο ζωώδες.
Κι αυτός είναι ένας άλλος δρόμος που μπορεί να οδηγηθεί κανείς στην ευτυχία εκλαμβάνοντάς την ως ισορροπία ανάμεσα στις ανάγκες του σώματος και της ψυχής. Η συνείδηση της διπλής υπόστασης του ανθρώπου (σώματος και ψυχής) θα επιφέρει τη μεσότητα των πράξεων προς την ικανοποίηση και των δύο μερών, αφού θα καταστεί σαφές ότι η τροφή του ενός πρέπει να σταματά προκειμένου να τραφεί και το άλλο. Θα έλεγε κανείς ότι τα όρια τίθενται από μόνα τους. Αρκεί να μπορεί κανείς να τα αντιλαμβάνεται. Κι ίσως αυτή η αντίληψη να σηματοδοτεί αυτό που ονομάζουμε ολοκληρωμένη προσωπικότητα.
Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια
Πρωτομαγιά: Η Νύχτα των Μαγισσών
Βαλπούργια Νύχτα: 30 Απριλίου· παραμονή Πρωτομαγιάς
1η Μαΐου: Η μεγάλη νύχτα οργίων των Μαγισσών
Το Φεστιβάλ Beltaine (είναι το Αγγλικοποιημένο όνομα της Gaelic πρωτομαγιάς), που ονομάζεται και είναι γνωστή ως “Βαλπουργιανή Νύχτα”. Αυτή είναι η σημαντικότερη ημέρα στο ημερολόγιό των Δρυίδων μαγισσών, ενώ η 1η Μαΐου είναι η δεύτερη πιο ιερή γιορτή των Illuminati. Απαιτούνται Ανθρωποθυσίες, συναισθηματικά και σωματικά. Δεδομένου ότι ο εορτασμός ξεκινά επίσημα το βράδυ πριν το Beltaine, η παράδοση έχει αναπτυχθεί μεταξύ των αποκρυφιστών να γιορτάζουν το Beltaine ως τελετή 2 ημερών. Αυτή η παράδοση ήταν αρκετά ισχυρή ώστε ο Αδόλφος Χίτλερ αποφάσισε να αυτοκτονήσει (λέμε τώρα) στις 30 Απριλίου στις 3:30 μ.μ. δημιουργώντας έτσι ένα «333» για να τοποθετηθεί την θυσία-αυτοκτονία του εντός του χρονικού πλαισίου του Beltaine.
Η αγία Βαλπούργη (Walpurga) γεννήθηκε (τον 8ο αιώνα) στο Ντέβον της Αγγλίας από οικογένεια τοπικού ηγεμόνα. Ο άγιος Βονιφάτιος, ο Άγγλος που προσηλύτισε στο χριστιανισμό τους Φράγκους και πολλές γερμανικές φυλές, είναι ο προστάτης άγιος της Γερμανίας, ήταν θείος της Βαλπούργης (αδελφός της μητέρας της). Η Βαλπούργη και οι δύο αδελφοί της πήγαν στη Γερμανία να βοηθήσουν τον Βονιφάτιο στον εκχριστιανισμό των γερμανικών φύλων. Για το έργο της ανακηρύχτηκε αγία και η μνήμη της γιορτάζεται από τους Ρωμαιοκαθολικούς την 1η Μαΐου.
Η γιορτή της Βαλπούργης μπλέχτηκε με τα τοπικά εορταστικά έθιμα της παραμονής της πρωτομαγιάς και έτσι η γερμανική Walpurgisnacht (αγγλικά Walpurgis Night), η βαλπούργεια ή βαλπούργια νύχτα όπως έγινε στα ελληνικά, περιγράφει ειδικότερα τις τελετές μαγισσών που μαζεύονται σε βουνό να γιορτάσουν την άνοιξη (που στο βορρά έρχεται με κάποια καθυστέρηση). Μια τέτοια νύχτα περιγράφει και ο Γκαίτε στον Φάουστ σκηνή που αξιοποιεί βέβαια ο Γκουνό. Γενικότερα οι βαλπούργιες νύχτες περιγράφουν οργιαστικές τελετές και νύχτες οργίων. (Βαλπούργεια στον Σταματάκο, τον Δημητράκο και το ΛΝΕΓ, βαλπουργεία στην καθαρεύουσα, βαλπουργία στον Δρανδάκη, τελικά το βαλπούργια φαίνεται να επικρατεί)
Ο άγιος Βονιφάτιος, ένας από τους σημαντικότερους αγίους της αρχαίας δυτικής Ευρώπης. Αγωνίστηκε ενάντια στη νόθευση του ορθόδοξου ήθους από τους Φράγκους που αργότερα κατέληξαν στον Καθολικισμό, ενώ πέθανε αρνούμενος να πολεμήσει για τη ζωή του, όταν δέχτηκε επίθεση βάρβαρων κατά τα ιεραποστολικά ταξίδια του. Η Ορθοδοξία τον τιμά, μαζί με την αγία Βαλπούργη, στις 5 Ιουνίου.
Η Βαλπούργεια Νύχτα
Είναι μια παγανιστική πανάρχαια γιορτή για τον ερχομό της άνοιξης, που γιορτάζεται στις 30 Απριλίου και 1 Μαΐου σε πολλές χώρες της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης, όπως και στην Αμερική, αλλά και σε πολλά μέρη στα Ανατολικά. Το επίκεντρο της Βαλπουργιανής ή Βαλπούργειας Νύχτας (Walpurgisnacht) είναι η Γερμανία. Σύμφωνα με τις τευτονικές παραδόσεις, την παραμονή της εορτής της Αγίας Βαλπούργης ή Βαλπουργίας (1 Μαΐου) – της Αγγλίδας μοναχής που συνεισέφερε τα μέγιστα στην επικράτηση του Χριστιανισμού στον γερμανικό χώρο. Οι δαίμονες και οι μάγισσες συγκεντρώνονται στο όρος Μπλόκεν ή Μπλόγκσμπεργκ της Σαξωνίας και υπό την επίβλεψη του Σατανά και των υπηρετων του, κυριολεκτικά οργιάζουν και προβαίνουν σε διαφόρων ειδών μαγείες, μαγγανείες και όργια για να υποδεχθούν την άνοιξη. Τώρα τι δουλειά έχουν οι μάγισσες, τα όργια κι ο σατανισμός, με τον επίσημο χριστιανισμό και την εκκλησία του, εεε κάνε τους συνειρμούς μόνος σου!!!
Το βράδυ της 30ης Απριλίου προς την 1η Μαΐου, σε πολλά μέρη της Γερμανίας, της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης, ο κόσμος συγκεντρώνεται στην ύπαιθρο. Ανάβει μεγάλες φωτιές, τραγουδά και χορεύει για να τιμήσει την Αγία Βαλπούργη, αλλά και τον ερχομό της Άνοιξης. Μία παγανιστική εορτή, που επιβίωσε του Χριστιανισμού και θυμίζει αρκετά τις δικές μας «φωτιές» την παραμονή της εορτής του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου (24 Ιουνίου). Η Αγία Βαλπουργεία δεν είναι παρά το πρόσχημα ή ακόμη και η προσπάθεια «καπελώματος» από την επίσημη θρησκεία, των εορτασμών αυτής της περιόδου με επίκεντρο την νύχτα της τριακοστής Απριλίου προς την πρώτη Μαΐου.
Εδώ τώρα κοιτώντας τις φωτογραφίες κράτα στον νου σου τον Χ. Φ. Λάβκραφτ. Το έργο του είναι ξεκάθαρα εμποτισμένο με την πιο μοναδικά ρεαλιστική οπτική κι απόδοση του κοσμικού τρόμου. Για τον Λάβκραφτ η ανθρωπότητα είναι παγιδευμένη από τις δυνάμεις των αρχέγονων οντοτήτων και συνθλίβεται από αυτές. Ο Λάβκραφτ ήταν φυλετιστής, αναγνώριζε την ποικιλία και την διαφορετικότητα μεταξύ των λαών, αλλά και την διαφορετική παραγωγή έργου του κάθε λαού, ως προϊόν της διαφορετικότητας από την οποία χαρακτηρίζεται ο κάθε λαός. Δεν μπορούσε να αποδώσει ίση τιμή σε έναν λαό που το μόνο πολιτιστικό προϊόν του και η συμβολή του στην ανθρωπότητα είναι το Βουντού.
Γι' αυτό και θεωρούσε ότι η «πολυπολιτισμικότητα» ήταν (και είναι) στοιχείο παρακμής και διαστροφής. Δεν υπάρχει ούτε ένας φιλόσοφος νέγρος, ποιητής, μαθηματικός, συγγραφέας του φανταστικού και δεν διαπρέπουν σε καμία επιστήμη που απαιτείται ανώτερη νοητική στοχαστικότητα και διαύγεια.
Όταν αναγκάστηκε να ζήσει στη Νέα Υόρκη, το μίσος, η απέχθεια και ο φόβος άρχισαν να παίρνουν διαφορετικές διαστάσεις, με αποτέλεσμα τα εφιαλτικά πλάσματα των ιστοριών του, να είναι η απόδοση των «αισχρών, σιχαμερών και εφιαλτικών μεταναστών». Ένιωθε ότι οι «λιγδεροί και χαζοχαρούμενοι μιγάδες, οι απαίσιοι νέγροι σαν πελώριοι χιμπατζήδες» τον ποδοπατούσαν και του έκλεβαν ζωτικό χώρο στο μετρό και σε όποιο χώρο αυτής της πόλης και αν βρισκόταν. Όταν ζήτησε εργασία κατάλαβε πως η καλλιέργεια και η μόρφωση του δεν είχαν καμία αξία, αν δεν συγκαταλέγονταν με τους «ποντικομούρηδες» Εβραίους και «τερατόμορφους μιγάδες».
Αυτή η αίσθηση τον έκανε να νιώθει σαν παγιδευμένο ζώο μέσα σε ένα κλουβί που είναι αναγκασμένο να το μοιραστεί με άλλα είδη ζώων, βγάζοντας αναγκαστικά ωμή βία για να επιβιώσει. Όπως λένε οι άνθρωποι του κοντινού του περιβάλλοντος, όταν ο Λάβκραφτ συναντούσε άτομα άλλων φυλών, έτριζε τα δόντια του και χλόμιαζε ελαφρά, αλλά διατηρούσε την ψυχραιμία του. Η οργή του ξεσπούσε μέσα στις επιστολές του – πριν ξεσπάσει σαν χείμαρρος μέσα στα αφηγήματά του.
Είναι γεγονός αξιοπρόσεκτο ότι κανένας από την μαύρη φυλή δεν έγινε συγγραφέας του φανταστικού, ούτε φιλόσοφος, ούτε μαθηματικός τίποτε δηλ. που να απαιτεί καλλιέργεια ανώτερης συνείδησης. Ούτε ένας φιλόσοφος ειδικά την τελευταία πεντηκονταετία που η πρόσβαση στην γνώση «έγινε γιαούρτι» και μπορεί σχετικά εύκολα ο μελετητής να εμπνευστεί; ΟΥΤΕ ΕΝΑΣ; Κι αναφέρω την ιδιότητα του φιλόσοφου, γιατί κάποιος γίνεται φιλόσοφος στα δύσκολα και στον κατατρεγμό. Εξαιρετικά αξιοπρόσεκτο που λέει πολλά !!!
Το στυλ του Lovecraft έχει μια γοτθική μεγαλοπρέπεια που μερικές φορές φαίνεται πομπώδης και περιττή αλλά εξυπηρετεί απόλυτα τον στόχο του να υφάνει ένα κόσμο όπου το κακό παραμονεύει για να αρπάξει στα νύχια του τον ανύποπτο και αμέριμνο ορθολογιστή αναγνώστη ο οποίος καθησυχάζεται με τις βεβαιότητες που του παρέχει η υλιστική θεώρηση, της ψευδαίσθησης μιας πιθανής πραγματικότητας. Οι ιστορίες του Lovecraft είναι ιδανικές να εξιστορούνται βραδιές γύρω από την φωτιά, μέσα στο σκοτάδι, όπου όλοι όσοι τις ακούν να νιώθουν ότι κάτι περιμένει … Είπαμε στο σύμπαν του Lovecraft δεν υπάρχουν βεβαιότητες, όπως δεν υπάρχουν βεβαιότητες πουθενά σε ένα χαώδες και φρακταλικό σύμπαν. Οπως ο συγγραφέας προειδοποιεί μέσα από το Necronomicon:
“That is not dead which can eternal lie, and with strange aeons, even Death may die”
“Υπήρχαν σ’ εκείνα τα ταξίδια ανυπολόγιστοι τοπικοί κίνδυνοι – καθώς κι εκείνη η συγκλονιστική έσχατη απειλή που σκούζει άναρθρα και ακατανόμαστα έξω από το σύμπαν της τάξης, εκεί όπου κανένα όνειρο δεν μπορεί να φτάσει ποτέ – εκείνη η άμορφη πληγή του εσώτατου χάους που βλαστημά και αφρίζει στο κέντρο του απείρου – ο απέραντος δαιμονικός ηγεμόνας Αζαθόθ, που τ’ όνομά του κανένα στόμα δεν τολμά ν΄ αρθρώσει μεγαλόφωνα και ο οποίος ροκανίζει πεινασμένα στο κέντρο του απείρου σε κάποιες ασύλληπτες κι αφώτιστες αίθουσες πέρα από το χρόνο μέσα σ΄ έναν πνιχτό, φρενήρη ρυθμό από βδελυρά τύμπανα και το αχνό, μονότονο κλαψούρισμα από καταραμένους αυλούς – και στη συνοδεία αυτών των αποκρουστικών μπουμπουνητών και συριγμών χορεύουν αργά, αδέξια και αλλόκοτα οι γιγάντιοι Έσχατοι Θεοί, τυφλοί, βουβοί ζοφεροί και άμυαλοι. Οι άλλοι θεοί, η ψυχή και ο αγγελιοφόρος των οποίων είναι το έρπον χάος, ο Νυαρλαθοτέπ” / Nyarlathotep
Όλοι έχουν δικαίωμα στην ζωή, ειδικά τα παιδιά των Αβυσσαίων, σε μια πολυπολιτισμική τουρλού – τουρλού μανιφατούρα !!!
Αυτά τα υβριδικά παιδιά γιορτάζουν την Βαλπούργια Νύχτα, άλλωστε είναι κι επίσημη γιορτή των Ερπετοειδών Επικυρίαρχων, είναι οι ημέρες με τις περισσότερο άγριες τελετές και θυσίες λοιπόν αναμενόμενο να την γιορτάζουν με όργια και σαματά.
Η όλη εικόνα, που παραστατικά δίνει ο Λάβκραφτ, στοχεύει κατευθείαν, σαν μαύρη δίνη, τις συνεκτικές ιδιότητες που εναρμόζουν τον άνθρωπο, την ψυχή και το είναι του. Φτάνει σ ένα επίπεδο πέρα από οποιαδήποτε μορφή οργάνωσης και αιτιοκρατίας. Εκεί όπου η γεωμετρία του χώρου και του μυαλού παρασύρεται και συστρέφεται σε αφύσικες γωνίες και καμπύλες. Σαν μια δομή που λιώνει, διαστρεβλώνοντας το γύρω διάστημα και ρουφιέται μέσα απ’ μια πύλη σε τόπους πέρα απ’ τον κόσμο, στο αρχέγονο και το άμορφο. Περιγράφει μια κατάσταση απρόσιτη και μακρινή που δεν παρεμβαίνει άμεσα στον ανθρώπινο κόσμο. Τον απειλεί όμως πίσω απ’ το παραπέτασμα της τρέλας και της καθέλιξης της ίδιας της δημιουργίας στην πρωτοζωϊκή ύλη.
Η κλασσική μέθοδος επιρροής, μετάδοσης και κατεύθυνσης της πληροφορίας μέσα στις συνειδήσεις των πιστών είναι η τεχνική των ονείρων. Στο όνειρο, η επίγνωση του καθενός μπορεί να σταλεί σαν κύμα και να ταξιδεύσει μέσα στις διαστάσεις – στον χώρο και τον χρόνο- ανασύροντας και τα ανάλογα δεδομένα στο πέρασμά του, αρκεί και ο ίδιος να είναι κάπως εξοικειωμένος σ’ αυτό το στροβίλισμα της ενέργειάς του. Ανάλογα και από άλλες σφαίρες, μπορεί να δημιουργηθεί μια δινοτροπική εστία και ένα κύμα ή μια παραφυάδα από κάποιο σκοτεινό φορέα να εισχωρήσει μέσα απ’ τις ρωγμές, κατευθείαν στα κέντρα αντίληψης και στο νευρικό σύστημα του ονειρευόμενου. Σαν ένας διανοητικός ιός που αναδύεται απ’ τα βάθη για να κατσικωθεί στην δική μας πραγματικότητα.
“Είχε πει ότι η γεωμετρία του ονειρικού κόσμου ήταν αφύσικη, μη ευκλείδεια, που υπαινισσόταν με αποκρουστικό τρόπο την ύπαρξη χώρων και διαστάσεων πέρα από τις δικές μας” The Call of Cthulhu
Αναφορές για την Νύχτα των μαγγισών:
Στον Φάουστ του Γκαίτε υπάρχει ένα κεφάλαιο, που τιτλοφορείται «Walpurgisnacht» και στο οποίο οι μάγισσες ενώπιον του Μεφιστοφελή και του Φάουστ ιππεύουν τράγους ή σκουπόξυλα και πλανώνται μέσα στο σκοτάδι στις κορυφές των βουνών, διαπράττοντας μαγείες και όργια.
Ένα κεφάλαιο του μυθιστορήματος του Τόμας Μαν “Το Μαγικό Βουνό” επιγράφεται «Walpurgisnacht».
Η δεύτερη πράξη του θεατρικού έργου του Έντουαρντ Άλμπι “Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ” επιγράφεται «Walpurgisnacht».
Στο μυθιστόρημα του Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ “Ο Μετρ και η Μαργαρίτα” ο Σατανάς διοργανώνει ένα μεγάλο χορό, στη διάρκεια της Βαλπουργιανής Νύχτας.
Πολλά επεισόδια του μυθιστορήματος του Τόμας Πίντσον “Το ουράνιο τόξο της βαρύτητας” (Gravity’s Rainbow) εκτυλίσσονται τη Βαλπουργιανή Νύχτα του 1945.
Στη «Βίβλο του Σατανά», το Ευαγγέλιο της Σατανιστικής Θρησκείας του Άντον Λα Βέι, η Βαλπουργιανή Νύχτα θεωρείται ως μία από τις σπουδαίες σατανιστικές γιορτές.
“Οι Θανατοφάγοι” (Death Eater) από τις ιστορίες του Χάρι Πότερ λέγονταν και Ιππότες της Βαλπούργης (Knights of Walpurgis).
Όσοι ασπάζονται τη σχέση Αποκρυφισμού και Ναζισμού σχετίζουν τη Βαλπουργιανή Νύχτα με τον Αδόλφο Χίτλερ, ο οποίος διάλεξε την 30η Απριλίου (1945) για να αυτοκτονήσει, επειδή αποτελεί σημαδιακή ημέρα για τον Σατανισμό.
Die Erste Walpurgisnacht (H πρώτη Βαλπουργιανή Νύχτα), καντάτα του Φέλιξ Μέντελσον σε ποίηση Γκαίτε (1843).
Noc filipojakubská (Η Ξεκούραση των Μαγισσών) από την πιανιστική συνθεση Ze Šumavy (Από τα δάση της Βοημίας) του Αντονίν Ντβόρζακ (1883).
Walpurgisnacht (Βαλπουργιανή Νύχτα), ντουέτο για δύο σοπράνο και πιάνο του Γιοχάνες Μπραμς (1878).
Repent Walpurgis, σύνθεση των Procol Harum (1967), από τα πρώιμα δείγματα του λεγόμενου «προοδευτικού ροκ» (prog-rock).
Walpurgis, γνωστό τραγούδι των πιονιέρων του χέβι μέταλ Black Sabbath.
Walpurgisnacht, τρίο για έγχορδα του Τζον Τζορν (2004).
Παράδοξες διασυνδέσεις σε παράξενες αντιπαραθέσεις ανάμεσα σε αρχαίες φυλές, που χάνονται σε πάμπολλες διασταυρώσεις μέσα στην ιστορία, χωροχρονικά τούνελ και σκουληκότρυπες που μέχρι σήμερα λειτουργούν ως περάσματα για οντότητες όπως οι Μεγάλοι Παλαιοί και οι Πρεσβύτεροι Θεοί της Μυθολογίας Κθούλου. Υβριδικά γένη που μεθοδεύτηκαν σε ανίερες τελετές των οποίων τους οποίους συναντάμε στην εποχή μας σε εορτασμούς σαν αυτούς της Βαλπουργίας Νύχτας και της Πρωτομαγιάς.
Κάποιοι αδαείς γιορτάζουν την αναγέννηση της Φύσης και κάποιοι γνώστες την αναγέννηση του Είδους τους!!!
Για τους αδαείς λοιπόν
Πρωτομαγιά: Η Γιορτή της Αναγέννησης
Της Αναγέννησης Ποιού ή Ποιών;
Η Πρωτομαγιά όπως και η προηγούμενη νύχτα της 30ης Απριλίου, είναι η γιορτή της άνοιξης, της φύσης και το μαγιάτικο στεφάνι είναι το μοναδικό έθιμο αυτής της μέρας που έχει μείνει και τηρείται μέχρι σήμερα, ακόμη και χωρίς να γνωρίζει ο σύγχρονος άνθρωπος την σημειολογία του, όμως όχι μόνο αυτά. Κάθε τέτοια μέρα ένα λουλουδένιο στεφάνι στολίζει τις πόρτες των σπιτιών. Ο εορτασμός της Πρωτομαγιάς, έχει τις ρίζες του στις αρχαίες παγανιστικές εορτές του παρελθόντος. Πολλά από τα αρχαία έθιμα έχουν επιβιώσει μέχρι και σήμερα. Η σημασία της ημέρας της Πρωτομαγιάς για τους αρχαίους λαούς οφείλεται στο γεγονός πως ημερολογιακά (για το βόρειο ημισφαίριο) η πρώτη ημέρα του Μαΐου βρίσκεται ανάμεσα στην Εαρινή Ισημερία και το Θερινό Ηλιοστάσιο, τοποθετείται δηλαδή στην αρχή της άνοιξης.
Οι πρώτοι εορτασμοί της Πρωτομαγιάς ξεκίνησαν στην προ-χριστιανική Ευρώπη με γιορτές όπως το κέλτικο Μπελτέιν και την εωσφορική γιορτή της Νύχτας του Walpurgis στην κεντρική και βόρεια Ευρώπη και γίνονται μέχρι σήμερα. Με τον εκχριστιανισμό και την πτώση της Ευρώπης, πολλές από αυτές τις γιορτές είτε απαγορεύτηκαν, είτε έλαβαν χριστιανικό χαρακτήρα, άλλωστε έτσι επικράτησε ο χριστιανισμός, ενσωματώνοντας τις γιορτές και τα έθιμα που έβρισκε. Έτσι, ο εορτασμός της Πρωτομαγιάς έχασε το φυσικό και μαγικό του νόημα. Σήμερα, σε πολλές περιοχές της Ευρώπης επιβιώνουν έθιμα αυτής της εποχής όπως ο χορός γύρω από το Γαϊτανάκι. Σήμερα πολλές νεο-παγανιστικές ομάδες προσπαθούν να αναβιώσουν ανάλογα αρχαία έθιμα της Πρωτομαγιάς.
Για πολλές προ-χριστιανικές παγανιστικές κοινωνίες της Ευρώπης η Πρωτομαγιά εορτάζοταν ως η πρώτη ημέρα του καλοκαιριού. Έτσι το Θερινό Ηλιοστάσιο στις 21 Ιουνίου συνέπιπτε με τη μέση του καλοκαιριού. Παλιότερα η κατασκευή του αποτελούσε ολόκληρη ιεροτελεστία, αφού τίποτα δεν φτιαχνόταν στην τύχη και καθετί που είχε πάνω του είχε και το δικό του συμβολισμό. Το μαγιάτικο κλαδί ή το στεφάνι δεν είναι μια απλή εκδήλωση, έχει τις ρίζες του στην αρχαιότητα και ως εκ τούτου, κρατάει στο ασυνείδητο όλους τους συμβολισμούς της αρχέγονης φύσης, της ίδιας της ζωής.
Είναι γνωστό ότι στην αρχαία Ελλάδα τέτοια κλαδιά ή στεφάνια χρησιμοποιούσαν πολύ συχνά και δεν έλειπαν από καμία σημαντική εκδήλωση. Επιπλέον, είναι παράξενο ότι μια σημαντική γιορτή ενός μήνα των αρχαίων, του Θαργηλιώνος, που αντιστοιχούσε περίπου χρονικά στο Μάιο, περιελάμβανε στα δρώμενά της την κατασκευή ενός κλαδιού ανάλογου με το μαγιάτικο. Το κλαδί αυτό δεν το έφτιαχναν με άνθη, αλλά με κλαδιά οπωροφόρων δέντρων, στα οποία τοποθετούσαν επίσης κρεμμύδι και σκόρδο.
Στις μέρες μας έχουμε καθιερώσει στεφάνια από λουλούδια του αγρού ή των κήπων, τα οποία τοποθετούμε για μερικές μέρες στην κύρια είσοδο των σπιτιών μας. Δύσκολα μπορεί πια να ανιχνευτεί συνειδητός συμβολισμός στο σύγχρονο μαγιάτικο στεφάνι. Ασυνείδητα όμως … είναι άλλο θέμα. Για τους περισσότερους δεν αποτελεί τίποτα περισσότερο από μια όμορφη σύνθεση λουλουδιών, χωρίς να παραπέμπει σε συσχετισμούς, σύμφωνα με τους οποίους «χαρίζει» στους ενοίκους ενός σπιτιού υγεία, καλή τύχη, ειρήνη, ευτυχία και ευφορία. Σίγουρα, όμως, η κατασκευή του προσφέρει χαρά σε μικρούς και μεγάλους.
Όμως το στεφάνι του Μάη πρέπει να έχει ορισμένα λουλούδια για να πιάσουν οι ευχές που θα κάνεις, όπως: Τριαντάφυλλα, γαρίφαλα, βιόλες, πασχαλιές (λιλά), γεράνια, για να είναι ανθισμένο το σπίτι. Κλωνάρια ανθισμένα από αγιόκλημα ή ελιά, για την ευτυχία του σπιτιού. Στάχυα και λουλούδια του κάμπου, όπως μαργαρίτες, παπαρούνες, για να είναι γεμάτο. Μια κουκιά (φυτό) με τις ρίζες και τους καρπούς της, για τη γλωσσοφαγιά. Ένα κλωνάρι λυγαριάς, για την αγάπη των κοριτσιών του σπιτιού. Ένα κεφάλι σκόρδο, κρεμασμένο στη μέση του ώστε να φαίνεται, για το μάτι.
ΚΑΛΟ ΜΑΣ ΜΗΝΑ ΜΕ ΧΑΡΑ ΚΑΙ ΔΥΝΑΜΗ!
Ελεγεία των Λουλουδιών
Όσα λουλούδια υπάρχουν, το καλοκαίρι ανθίζουν
Κι’ απ’ όλα τα λουλούδια του κάμπου φαίνεται
η νεότης πιο ωραία. Aλλά μαραίνεται
γρήγορα, και σαν πάει δεν ξαναγένεται·
η πασχαλι[αίς] με της δροσιάς τα δάκρυα την ραντίζουν.
Όσα λουλούδια υπάρχουν, το καλοκαίρι ανθίζουν.
Aλλά τα ίδια μάτια δεν τα κυττάζουνε.
Και άλλα χέρια σ’ άλλα στήθεια τα βάζουνε.
Έρχοντ’ οι ίδιοι μήνες, πλην ξένοι μοιάζουνε·
τα πρόσωπα αλλάξαν και δεν τ’ αναγνωρίζουν.
Όσα λουλούδια υπάρχουν,το καλοκαίρι ανθίζουν.
Aλλά με την χαρά μας πάντα δεν μένουνε.
Aυτά οπού ευφραίνουν, αυτά πικραίνουνε·
κ’ επάνω εις τους τάφους, που κλαίμε, βγαίνουνε,
καθώς τους γελαστούς μας τους κάμπους χρωματίζουν.
Πάλ’ ήλθε καλοκαίρι κ’ οι κάμποι όλοι ανθίζουν.
Aλλ’ απ’ το παραθύρι δύσκολα φθάνεται.
Και το υαλί μικραίνει-μικραίνει, χάνεται.
Το πονεμένο μάτι θολώνει, πιάνεται.
Βαρυά τα κουρασμένα πόδια, δεν μας στηρίζουν.
Για μας δεν είναι φέτος που οι κάμποι όλοι ανθίζουν.
Λησμονημένου Aυγούστου κρίνοι μάς στέφουνε,
τ’ αλλοτεινά μας χρόνια γοργά επιστρέφουνε,
σκιαίς αγαπημέναις γλυκά μάς γνέφουνε
και την φτωχή μας την καρδιά γλυκά αποκοιμίζουν.
Κωνσταντίνος Καβάφης (από τα αποκηρυγμένα)
Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας
ΞΕΝΟΦΩΝ, ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ
ΞΕΝ Απομν 4.5.2–4.5.5
Ο Ξενοφώντας θέλησε να καταδείξει τον τρόπο με τον οποίον ο Σωκράτης καθιστούσε τους μαθητές του ικανούς να αντιμετωπίσουν τις καθημερινές προκλήσεις του βίου τους: προϋπόθεση της ευδοκίμησής τους ήταν η ευθυκρισία τους, άμεσο επακόλουθο της εγκράτειάς τους. Έτσι, ο συγγραφέας επανέρχεται στο θέμα της εγκράτειας και παραθέτει τη σχετική συζήτηση του φιλοσόφου με τον Ευθύδημο, απόσπασμα της οποίας ακολουθεί.
[4.5.2] ἀεὶ μὲν οὖν περὶ
τῶν πρὸς ἀρετὴν χρησίμων αὐτός τε διετέλει μεμνημένος
καὶ τοὺς συνόντας πάντας ὑπομιμνῄσκων· οἶδα δέ ποτε
αὐτὸν καὶ πρὸς Εὐθύδημον περὶ ἐγκρατείας τοιάδε διαλεχ-
θέντα· Εἰπέ μοι, ἔφη, ὦ Εὐθύδημε, ἆρα καλὸν καὶ μεγαλεῖον
νομίζεις εἶναι καὶ ἀνδρὶ καὶ πόλει κτῆμα ἐλευθερίαν; Ὡς
οἷόν τέ γε μάλιστα, ἔφη. [4.5.3] Ὅστις οὖν ἄρχεται ὑπὸ τῶν διὰ
τοῦ σώματος ἡδονῶν καὶ διὰ ταύτας μὴ δύναται πράττειν
τὰ βέλτιστα, νομίζεις τοῦτον ἐλεύθερον εἶναι; Ἥκιστα,
ἔφη. Ἴσως γὰρ ἐλευθέριον φαίνεταί σοι τὸ πράττειν τὰ
βέλτιστα, εἶτα τὸ ἔχειν τοὺς κωλύσοντας τὰ τοιαῦτα ποιεῖν
ἀνελεύθερον νομίζεις; Παντάπασί γ’, ἔφη. [4.5.4] Παντάπασιν
ἄρα σοι δοκοῦσιν οἱ ἀκρατεῖς ἀνελεύθεροι εἶναι; Νὴ τὸν
Δί’ εἰκότως. Πότερα δέ σοι δοκοῦσιν οἱ ἀκρατεῖς κωλύεσθαι
μόνον τὰ κάλλιστα πράττειν ἢ καὶ ἀναγκάζεσθαι τὰ αἴσχιστα
ποιεῖν; Οὐδὲν ἧττον ἔμοιγ’, ἔφη, δοκοῦσι ταῦτα ἀναγκά-
ζεσθαι ἢ ἐκεῖνα κωλύεσθαι. [4.5.5] Ποίους δέ τινας δεσπότας ἡγῇ
τοὺς τὰ μὲν ἄριστα κωλύοντας, τὰ δὲ κάκιστα ἀναγκάζοντας;
Ὡς δυνατὸν νὴ Δί’, ἔφη, κακίστους. Δουλείαν δὲ ποίαν
κακίστην νομίζεις εἶναι; Ἐγὼ μέν, ἔφη, τὴν παρὰ τοῖς
κακίστοις δεσπόταις. Τὴν κακίστην ἄρα δουλείαν οἱ ἀκρα-
τεῖς δουλεύουσιν; Ἔμοιγε δοκεῖ, ἔφη.
ΞΕΝ Απομν 4.5.2–4.5.5
Συζήτηση με τον Ευθύδημο για την εγκράτεια
Ο Ξενοφώντας θέλησε να καταδείξει τον τρόπο με τον οποίον ο Σωκράτης καθιστούσε τους μαθητές του ικανούς να αντιμετωπίσουν τις καθημερινές προκλήσεις του βίου τους: προϋπόθεση της ευδοκίμησής τους ήταν η ευθυκρισία τους, άμεσο επακόλουθο της εγκράτειάς τους. Έτσι, ο συγγραφέας επανέρχεται στο θέμα της εγκράτειας και παραθέτει τη σχετική συζήτηση του φιλοσόφου με τον Ευθύδημο, απόσπασμα της οποίας ακολουθεί.
[4.5.2] ἀεὶ μὲν οὖν περὶ
τῶν πρὸς ἀρετὴν χρησίμων αὐτός τε διετέλει μεμνημένος
καὶ τοὺς συνόντας πάντας ὑπομιμνῄσκων· οἶδα δέ ποτε
αὐτὸν καὶ πρὸς Εὐθύδημον περὶ ἐγκρατείας τοιάδε διαλεχ-
θέντα· Εἰπέ μοι, ἔφη, ὦ Εὐθύδημε, ἆρα καλὸν καὶ μεγαλεῖον
νομίζεις εἶναι καὶ ἀνδρὶ καὶ πόλει κτῆμα ἐλευθερίαν; Ὡς
οἷόν τέ γε μάλιστα, ἔφη. [4.5.3] Ὅστις οὖν ἄρχεται ὑπὸ τῶν διὰ
τοῦ σώματος ἡδονῶν καὶ διὰ ταύτας μὴ δύναται πράττειν
τὰ βέλτιστα, νομίζεις τοῦτον ἐλεύθερον εἶναι; Ἥκιστα,
ἔφη. Ἴσως γὰρ ἐλευθέριον φαίνεταί σοι τὸ πράττειν τὰ
βέλτιστα, εἶτα τὸ ἔχειν τοὺς κωλύσοντας τὰ τοιαῦτα ποιεῖν
ἀνελεύθερον νομίζεις; Παντάπασί γ’, ἔφη. [4.5.4] Παντάπασιν
ἄρα σοι δοκοῦσιν οἱ ἀκρατεῖς ἀνελεύθεροι εἶναι; Νὴ τὸν
Δί’ εἰκότως. Πότερα δέ σοι δοκοῦσιν οἱ ἀκρατεῖς κωλύεσθαι
μόνον τὰ κάλλιστα πράττειν ἢ καὶ ἀναγκάζεσθαι τὰ αἴσχιστα
ποιεῖν; Οὐδὲν ἧττον ἔμοιγ’, ἔφη, δοκοῦσι ταῦτα ἀναγκά-
ζεσθαι ἢ ἐκεῖνα κωλύεσθαι. [4.5.5] Ποίους δέ τινας δεσπότας ἡγῇ
τοὺς τὰ μὲν ἄριστα κωλύοντας, τὰ δὲ κάκιστα ἀναγκάζοντας;
Ὡς δυνατὸν νὴ Δί’, ἔφη, κακίστους. Δουλείαν δὲ ποίαν
κακίστην νομίζεις εἶναι; Ἐγὼ μέν, ἔφη, τὴν παρὰ τοῖς
κακίστοις δεσπόταις. Τὴν κακίστην ἄρα δουλείαν οἱ ἀκρα-
τεῖς δουλεύουσιν; Ἔμοιγε δοκεῖ, ἔφη.
***
[Πάντοτε μεν λοιπόν τα χρήσιμα διά την αρετήν και αυτός συνεχώς τα είχεν εις την μνήμην του και εις τους μαθητάς του όλους τα υπενθύμιζεν]· ηξεύρω δε ότι αυτός και [προς τον Ευθύδημον] περί εγκρατείας τα εξής περίπου διελέχθη. ― Ειπέ μου, είπεν, ω Ευθύδημε, άρα γε παραδέχεσαι ότι η ελευθερία είναι καλόν και μεγαλοπρεπές κτήμα και εις άνδρα και εις πόλιν; ― Όσον το δυνατόν περισσότερον το παραδέχομαι, είπεν. ― Όποιος λοιπόν κυριαρχείται από τας σωματικάς ηδονάς και εξ αιτίας αυτών δεν ημπορεί να εκτελή τα καθήκοντά του, παραδέχεσαι, ότι αυτός είναι ελεύθερος; ―Καθόλου, είπεν. ― Ίσως διότι σου φαίνεται, ότι είναι ελευθέριον πράγμα το να εκτελή κανείς τα καθήκοντά του, αλλά νομίζεις, ότι είναι ανελεύθερον το να υπάρχουν άνθρωποι που τον εμποδίζουν να τα εκτελή; ― Ακριβώς είπε. ― Σου φαίνονται λοιπόν ότι οι έκδοτοι εις τα πάθη των είναι παντελώς ανελεύθεροι; ― Ναι, μα τον Δία, φυσικώ τω λόγω. ― Ποίον δε από τα δύο σου φαίνονται, ότι οι έκδοτοι εις τα πάθη των μόνον εμποδίζονται να κάμνουν άριστα έργα ή και ότι αναγκάζονται να κάμνουν τα αίσχιστα; Εξ ίσου νομίζω, είπεν, ότι αναγκάζονται να πράττουν ταύτα, όπως εμποδίζονται να πράττουν εκείνα. ― Ποίας δε λογής δεσπόται επάνω–κάτω νομίζεις ότι είναι εκείνοι που αφ' ενός μεν εμποδίζουν τα άριστα έργα, αφ' ετέρου δε αναγκάζουν τους άλλους να κάμουν τα κάκιστα; ― Όσον το δυνατόν, μα τον Δία, είπε, τους νομίζω χειρίστους. ― Ποία δε δουλεία νομίζεις ότι είναι χειροτέρα από όλας; ― Εγώ βέβαια, είπε, την δουλείαν που δουλεύει κανείς πλησίον των χειροτέρων δεσποτών. ― Λοιπόν την χειροτέραν δουλείαν που δουλεύουν οι έκδοτοι εις τα πάθη των; ― Εγώ τουλάχιστον το νομίζω, είπε.
[Πάντοτε μεν λοιπόν τα χρήσιμα διά την αρετήν και αυτός συνεχώς τα είχεν εις την μνήμην του και εις τους μαθητάς του όλους τα υπενθύμιζεν]· ηξεύρω δε ότι αυτός και [προς τον Ευθύδημον] περί εγκρατείας τα εξής περίπου διελέχθη. ― Ειπέ μου, είπεν, ω Ευθύδημε, άρα γε παραδέχεσαι ότι η ελευθερία είναι καλόν και μεγαλοπρεπές κτήμα και εις άνδρα και εις πόλιν; ― Όσον το δυνατόν περισσότερον το παραδέχομαι, είπεν. ― Όποιος λοιπόν κυριαρχείται από τας σωματικάς ηδονάς και εξ αιτίας αυτών δεν ημπορεί να εκτελή τα καθήκοντά του, παραδέχεσαι, ότι αυτός είναι ελεύθερος; ―Καθόλου, είπεν. ― Ίσως διότι σου φαίνεται, ότι είναι ελευθέριον πράγμα το να εκτελή κανείς τα καθήκοντά του, αλλά νομίζεις, ότι είναι ανελεύθερον το να υπάρχουν άνθρωποι που τον εμποδίζουν να τα εκτελή; ― Ακριβώς είπε. ― Σου φαίνονται λοιπόν ότι οι έκδοτοι εις τα πάθη των είναι παντελώς ανελεύθεροι; ― Ναι, μα τον Δία, φυσικώ τω λόγω. ― Ποίον δε από τα δύο σου φαίνονται, ότι οι έκδοτοι εις τα πάθη των μόνον εμποδίζονται να κάμνουν άριστα έργα ή και ότι αναγκάζονται να κάμνουν τα αίσχιστα; Εξ ίσου νομίζω, είπεν, ότι αναγκάζονται να πράττουν ταύτα, όπως εμποδίζονται να πράττουν εκείνα. ― Ποίας δε λογής δεσπόται επάνω–κάτω νομίζεις ότι είναι εκείνοι που αφ' ενός μεν εμποδίζουν τα άριστα έργα, αφ' ετέρου δε αναγκάζουν τους άλλους να κάμουν τα κάκιστα; ― Όσον το δυνατόν, μα τον Δία, είπε, τους νομίζω χειρίστους. ― Ποία δε δουλεία νομίζεις ότι είναι χειροτέρα από όλας; ― Εγώ βέβαια, είπε, την δουλείαν που δουλεύει κανείς πλησίον των χειροτέρων δεσποτών. ― Λοιπόν την χειροτέραν δουλείαν που δουλεύουν οι έκδοτοι εις τα πάθη των; ― Εγώ τουλάχιστον το νομίζω, είπε.
Κυριακή 30 Απριλίου 2023
Αρχές Σύνταξης της Αρχαιοελληνικής Γλώσσας: 9. ΚΥΡΙΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
ΚΥΡΙΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΚΡΙΣΕΩΣ
§9.1. Οι προτάσεις κρίσεως εκφράζουν την άποψη του υποκειμένου που ομιλεί. Το υποκείμενο διατυπώνει μια κρίση αντικειμενική, μια σκέψη ή διαπίστωση που εμπεριέχει έναν μεγάλο βαθμό βεβαιότητας ή, τέλος, μεταφέρει μια απλή πληροφορία. Το διακριτικό γνώρισμα αυτών των προτάσεων είναι οι εγκλίσεις με τις οποίες εκφέρονται, οι οποίες αποδίδουν την πρόθεση του συγγραφέα να δηλώσει την αντικειμενικότητα και τη βεβαιότητα της κρίσης του υποκειμένου της πρότασης. Οι εγκλίσεις αυτές είναι:
• απλή οριστική
• δυνητική οριστική
• δυνητική ευκτική
Οι εγκλίσεις αυτές δέχονται άρνηση οὐ (οὐκ, οὐχ), επειδή με αυτό το αρνητικό μόριο αρνούμαστε κάτι το πραγματικό.
§9.2. Η απλή οριστική είναι η κατεξοχήν έγκλιση κρίσεως. Εκφράζει την αντικειμενική άποψη του υποκειμένου για ένα γεγονός χωρίς να παρεμβάλλεται οποιαδήποτε διαπίστωση για την ψυχική του διάθεση. Η οριστική, λοιπόν, εκφράζει κάτι που είναι ή θεωρείται ότι είναι πραγματικό∙ με άλλα λόγια, εκφράζει την πραγματικότητα ενός ρηματικού περιεχομένου. Δέχεται άρνηση οὐ. Η λειτουργία αυτής της έγκλισης παραμένει σχεδόν ίδια και στον εξαρτημένο λόγο:
ΞΕΝ Ελλ 1.1.1 μετὰ δὲ ταῦτα οὐ πολλαῖς ἡμέραις ὕστερον ἦλθεν ἐξ Ἀθηνῶν Θυμοχάρης ἔχων ναῦς ὀλίγας || μετά από αυτά, ύστερα από λίγες μέρες, ήρθε από την Αθήνα ο Θυμοχάρης έχοντας λίγα πλοία μαζί του.
ΞΕΝ Απομν 1.1.2 <Σωκράτης> οὐκ ἐνόμιζεν οὓς ἡ πόλις νομίζει θεούς || ο Σωκράτης δεν αποδεχόταν τους θεούς που αποδέχεται η πολιτεία.
§9.3. Η δυνητική οριστική είναι η οριστική παρελθοντικού χρόνου που συνοδεύεται από το ἄν. Η έννοια αυτής της έγκλισης διαφοροποιείται από την απλή οριστική, γιατί δηλώνει καταρχήν κάτι που είναι αντίθετο του πραγματικού στο παρόν ή στο παρελθόν. Η οριστική παρατατικού + ἂν μεταφράζεται με θα + παρατατικό (ἐπολέμει ἄν = θα πολεμούσε), ενώ η οριστική αορίστου μεταφράζεται με θα + υπερσυντέλικο (ἐπολέμησεν ἄν = θα είχε πολεμήσει). Οι προτάσεις με δυνητική οριστική δέχονται άρνηση οὐ:
ΘΟΥΚ 4.126.1 οὐκ ἂν ὁμοίως διδαχὴν ἅμα τῇ παρακελεύσει ἐποιούμην || δεν θα σας έδινα συμβουλές μαζί με την συμπαράστασή μου.
ΘΟΥΚ 1.102.2 βίᾳ γὰρ ἂν εἷλον τὸ χωρίον || γιατί θα είχαν κυριεύσει την περιοχή με ορμητική επίθεση.
• Δυνητική οριστική αορίστου
Για να δηλωθεί μια πράξη που επαναλαμβάνεται στο παρελθόν σε ακαθόριστα χρονικά διαστήματα χρησιμοποιείται η δυνητική οριστική του αορίστου. Η σύνταξη αυτή γίνεται στους υποθετικούς λόγους που δηλώνουν το αορίστως επαναλαμβανόμενο στο παρελθόν, οι οποίοι στην απόδοση έχουν είτε οριστική παρατατικού ή δυνητική οριστική αορίστου:
ΘΟΥΚ 7.71.3 εἰ μέν τινες ἴδοιέν πῃ τοὺς σφετέρους ἐπικρατοῦντας, ἀνεθάρσησάν τε ἂν || κάθε φορά που κάποιοι έβλεπαν τους δικούς τους να νικούν σε κάποιο σημείο, έπαιρναν θάρρος.
§9.4. Με τη δυνητική ευκτική δηλώνεται η δυνατότητα πραγμάτωσης του ρηματικού περιεχομένου, δηλαδή το δυνατό να γίνει στο παρόν και το μέλλον. Μεταφράζεται με μπορεί να ή θα + παρατατικός. Ποτέ δεν χρησιμοποιείται ο χρόνος μέλλοντας. Δέχεται άρνηση οὐ:
ΞΕΝ Απομν 1.2.41 ἔχοις ἄν με διδάξαι τί ἐστι νόμος; || μπορείς να μου διδάξεις τι είναι "νόμος";
ΞΕΝ ΚΑναβ 5.6.7 ταῦτα δὲ καὶ δείξαιμι ἄν || αυτά, βέβαια, μπορώ και να τα αποδείξω.
Άλλες νοηματικές αποχρώσεις της δυνητικής ευκτικής στις κύριες προτάσεις κρίσεως:
• μπαίνει στη θέση του μέλλοντα δηλώνοντας μια απλή μελλοντική πιθανότητα:
ΛΥΣ 7.41 πάντων γὰρ ἀθλιώτατος ἂν γενοίμην, εἰ φυγὰς ἀδίκως καταστήσομαι || θα είμαι ο πιο δυστυχισμένος άνθρωπος, αν εξοριστώ άδικα.
• δηλώνει γνώμη εκφρασμένη με μετριοπάθεια, μια εικασία:
ΠΛ Γοργ 502d οὐκοῦν ῥητορικὴ δημηγορία ἂν εἴη· τότε λοιπόν θα πρέπει να είναι ρητορική δημόσια ομιλία.
• εμφανίζεται ως τύπος ευγενείας για καταστάσεις βέβαιες ή για αναμφισβήτητες κρίσεις (optativus urbanitatis):
ΣΟΦ ΟΚ 647 μέγ᾽ ἂν λέγοις δώρημα τῆς ξυνουσίας || μεγάλη ωφέλεια <θα είναι> το δώρο της παρουσίας σου που υπόσχεσαι.
• δηλώνει ήπια προσταγή:
ΣΟΦ Αντ 444 σὺ μὲν κομίζοις ἂν σεαυτὸν ᾗ θέλεις || εσύ μπορείς να πας όπου θέλεις.
• δηλώνει ευχή:
ΕΥΡ Αλκ 864 πῶς ἂν ὀλοίμην; || μακάρι να πέθαινα!
§9.5. Η υποτακτική χρησιμοποιείται στην ελληνική (όπως και σε άλλες ινδοευρωπαϊκές γλώσσες) για να δηλωθεί μια υποκειμενικά αναμενόμενη πραγμάτωση, αλλά και για να δηλωθεί μια επιζητούμενη πραγμάτωση (βουλητικά). Στην πρώτη της νοηματική απόχρωση η υποτακτική σταδιακά αντικαταστάθηκε από την οριστική μέλλοντα. Η υποτακτική με τη σημασία μέλλοντα βρίσκεται σε κύριες προτάσεις στον Όμηρο, ενώ στη μεταγενέστερη εποχή απαντά μεν σε κύριες προτάσεις, αλλά θεωρείται κατάλοιπο αρχαιότερων περιόδων:
ΗΡ 4.118 τί γὰρ πάθωμεν μὴ βουλομένων ὑμέων τιμωρέειν; || τι θα μας συμβεί αν εσείς δεν θέλετε να μας βοηθήσετε;
ΑΡΙΣΤΟΦ Πλ 603 Τί πάθω τλήμων; || τι μου μέλλεται να πάθω ο δύσμοιρος;
ΟΜ Οδ 5.465 ὤ μοι ἐγώ, τί πάθω; τί νύ μοι μήκιστα γένηται; || αλίμονό μου, τι θα πάθω; Τι άλλο χειρότερο θα μου συμβεί;
§9.1. Οι προτάσεις κρίσεως εκφράζουν την άποψη του υποκειμένου που ομιλεί. Το υποκείμενο διατυπώνει μια κρίση αντικειμενική, μια σκέψη ή διαπίστωση που εμπεριέχει έναν μεγάλο βαθμό βεβαιότητας ή, τέλος, μεταφέρει μια απλή πληροφορία. Το διακριτικό γνώρισμα αυτών των προτάσεων είναι οι εγκλίσεις με τις οποίες εκφέρονται, οι οποίες αποδίδουν την πρόθεση του συγγραφέα να δηλώσει την αντικειμενικότητα και τη βεβαιότητα της κρίσης του υποκειμένου της πρότασης. Οι εγκλίσεις αυτές είναι:
• απλή οριστική
• δυνητική οριστική
• δυνητική ευκτική
Οι εγκλίσεις αυτές δέχονται άρνηση οὐ (οὐκ, οὐχ), επειδή με αυτό το αρνητικό μόριο αρνούμαστε κάτι το πραγματικό.
§9.2. Η απλή οριστική είναι η κατεξοχήν έγκλιση κρίσεως. Εκφράζει την αντικειμενική άποψη του υποκειμένου για ένα γεγονός χωρίς να παρεμβάλλεται οποιαδήποτε διαπίστωση για την ψυχική του διάθεση. Η οριστική, λοιπόν, εκφράζει κάτι που είναι ή θεωρείται ότι είναι πραγματικό∙ με άλλα λόγια, εκφράζει την πραγματικότητα ενός ρηματικού περιεχομένου. Δέχεται άρνηση οὐ. Η λειτουργία αυτής της έγκλισης παραμένει σχεδόν ίδια και στον εξαρτημένο λόγο:
ΞΕΝ Ελλ 1.1.1 μετὰ δὲ ταῦτα οὐ πολλαῖς ἡμέραις ὕστερον ἦλθεν ἐξ Ἀθηνῶν Θυμοχάρης ἔχων ναῦς ὀλίγας || μετά από αυτά, ύστερα από λίγες μέρες, ήρθε από την Αθήνα ο Θυμοχάρης έχοντας λίγα πλοία μαζί του.
ΞΕΝ Απομν 1.1.2 <Σωκράτης> οὐκ ἐνόμιζεν οὓς ἡ πόλις νομίζει θεούς || ο Σωκράτης δεν αποδεχόταν τους θεούς που αποδέχεται η πολιτεία.
§9.3. Η δυνητική οριστική είναι η οριστική παρελθοντικού χρόνου που συνοδεύεται από το ἄν. Η έννοια αυτής της έγκλισης διαφοροποιείται από την απλή οριστική, γιατί δηλώνει καταρχήν κάτι που είναι αντίθετο του πραγματικού στο παρόν ή στο παρελθόν. Η οριστική παρατατικού + ἂν μεταφράζεται με θα + παρατατικό (ἐπολέμει ἄν = θα πολεμούσε), ενώ η οριστική αορίστου μεταφράζεται με θα + υπερσυντέλικο (ἐπολέμησεν ἄν = θα είχε πολεμήσει). Οι προτάσεις με δυνητική οριστική δέχονται άρνηση οὐ:
ΘΟΥΚ 4.126.1 οὐκ ἂν ὁμοίως διδαχὴν ἅμα τῇ παρακελεύσει ἐποιούμην || δεν θα σας έδινα συμβουλές μαζί με την συμπαράστασή μου.
ΘΟΥΚ 1.102.2 βίᾳ γὰρ ἂν εἷλον τὸ χωρίον || γιατί θα είχαν κυριεύσει την περιοχή με ορμητική επίθεση.
• Δυνητική οριστική αορίστου
Για να δηλωθεί μια πράξη που επαναλαμβάνεται στο παρελθόν σε ακαθόριστα χρονικά διαστήματα χρησιμοποιείται η δυνητική οριστική του αορίστου. Η σύνταξη αυτή γίνεται στους υποθετικούς λόγους που δηλώνουν το αορίστως επαναλαμβανόμενο στο παρελθόν, οι οποίοι στην απόδοση έχουν είτε οριστική παρατατικού ή δυνητική οριστική αορίστου:
ΘΟΥΚ 7.71.3 εἰ μέν τινες ἴδοιέν πῃ τοὺς σφετέρους ἐπικρατοῦντας, ἀνεθάρσησάν τε ἂν || κάθε φορά που κάποιοι έβλεπαν τους δικούς τους να νικούν σε κάποιο σημείο, έπαιρναν θάρρος.
§9.4. Με τη δυνητική ευκτική δηλώνεται η δυνατότητα πραγμάτωσης του ρηματικού περιεχομένου, δηλαδή το δυνατό να γίνει στο παρόν και το μέλλον. Μεταφράζεται με μπορεί να ή θα + παρατατικός. Ποτέ δεν χρησιμοποιείται ο χρόνος μέλλοντας. Δέχεται άρνηση οὐ:
ΞΕΝ Απομν 1.2.41 ἔχοις ἄν με διδάξαι τί ἐστι νόμος; || μπορείς να μου διδάξεις τι είναι "νόμος";
ΞΕΝ ΚΑναβ 5.6.7 ταῦτα δὲ καὶ δείξαιμι ἄν || αυτά, βέβαια, μπορώ και να τα αποδείξω.
Άλλες νοηματικές αποχρώσεις της δυνητικής ευκτικής στις κύριες προτάσεις κρίσεως:
• μπαίνει στη θέση του μέλλοντα δηλώνοντας μια απλή μελλοντική πιθανότητα:
ΛΥΣ 7.41 πάντων γὰρ ἀθλιώτατος ἂν γενοίμην, εἰ φυγὰς ἀδίκως καταστήσομαι || θα είμαι ο πιο δυστυχισμένος άνθρωπος, αν εξοριστώ άδικα.
• δηλώνει γνώμη εκφρασμένη με μετριοπάθεια, μια εικασία:
ΠΛ Γοργ 502d οὐκοῦν ῥητορικὴ δημηγορία ἂν εἴη· τότε λοιπόν θα πρέπει να είναι ρητορική δημόσια ομιλία.
• εμφανίζεται ως τύπος ευγενείας για καταστάσεις βέβαιες ή για αναμφισβήτητες κρίσεις (optativus urbanitatis):
ΣΟΦ ΟΚ 647 μέγ᾽ ἂν λέγοις δώρημα τῆς ξυνουσίας || μεγάλη ωφέλεια <θα είναι> το δώρο της παρουσίας σου που υπόσχεσαι.
• δηλώνει ήπια προσταγή:
ΣΟΦ Αντ 444 σὺ μὲν κομίζοις ἂν σεαυτὸν ᾗ θέλεις || εσύ μπορείς να πας όπου θέλεις.
• δηλώνει ευχή:
ΕΥΡ Αλκ 864 πῶς ἂν ὀλοίμην; || μακάρι να πέθαινα!
§9.5. Η υποτακτική χρησιμοποιείται στην ελληνική (όπως και σε άλλες ινδοευρωπαϊκές γλώσσες) για να δηλωθεί μια υποκειμενικά αναμενόμενη πραγμάτωση, αλλά και για να δηλωθεί μια επιζητούμενη πραγμάτωση (βουλητικά). Στην πρώτη της νοηματική απόχρωση η υποτακτική σταδιακά αντικαταστάθηκε από την οριστική μέλλοντα. Η υποτακτική με τη σημασία μέλλοντα βρίσκεται σε κύριες προτάσεις στον Όμηρο, ενώ στη μεταγενέστερη εποχή απαντά μεν σε κύριες προτάσεις, αλλά θεωρείται κατάλοιπο αρχαιότερων περιόδων:
ΗΡ 4.118 τί γὰρ πάθωμεν μὴ βουλομένων ὑμέων τιμωρέειν; || τι θα μας συμβεί αν εσείς δεν θέλετε να μας βοηθήσετε;
ΑΡΙΣΤΟΦ Πλ 603 Τί πάθω τλήμων; || τι μου μέλλεται να πάθω ο δύσμοιρος;
ΟΜ Οδ 5.465 ὤ μοι ἐγώ, τί πάθω; τί νύ μοι μήκιστα γένηται; || αλίμονό μου, τι θα πάθω; Τι άλλο χειρότερο θα μου συμβεί;
Η Ελληνική Αρχαιότητα: Πόλεμος - Πολιτική - Πολιτισμός 2. Νομοθέτες και τύραννοι
1. Να συγκαλείς τη συνέλευση των πολιτών σε διαστήματα τακτά
Η Σπάρτη υπήρξε η ισχυρότερη ελληνική πόλη για τριακόσια περίπου χρόνια. Από τον ύστερο 7ο έως τον πρώιμο 4ο αιώνα, αυτή η δωρική κοινωνία με την εκτεταμένη επικράτεια κυριαρχούσε στην πολεμική σκηνή της Ελλάδας - ειδικά της Πελοποννήσου. Η πολιτική και στρατιωτική της δύναμη ήταν το αποτέλεσμα θεσμικών μεταρρυθμίσεων που αποδόθηκαν στον θρυλικό Λυκούργο. Βάση τους ήταν μια ῥήτρα («συμφωνία, συνθήκη») που είχε την έγκριση του μαντείου των Δελφών.
Τόσο το πρόσωπο όσο και το νομοθετικό έργο του Λυκούργου είναι χαμένα στην ομίχλη του μύθου. Πάντως, από τον 6ο αιώνα η Σπάρτη παρουσίαζε μια εικόνα αρκετά διαφορετική από αυτή της πολιτιστικά προηγμένης πόλης όπου ανθούν τα γράμματα και οι τέχνες, όπως ακριβώς ήταν πριν. Όλη η ενέργειά της ήταν πλέον αφιερωμένη σε ένα και μόνο μέλημα: τη στρατιωτική υπεροχή. Οι πολεμικές παροτρύνσεις του Τυρταίου αποτελούν την καλύτερη δίοδο πρόσβασης στο ήθος της Σπάρτης κατά τη διάρκεια της ιστορικής εμπέδωσής του. Ο ποιητής όμως μας κατατοπίζει ελάχιστα για την πολιτική πραγματικότητα της εποχής του. Για τις σημαντικές πολιτειακές μεταρρυθμίσεις του 7ου αιώνα είμαστε αναγκασμένοι να ανατρέχουμε σε μεταγενέστερους συγγραφείς (από τον Ηρόδοτο και τον Ξενοφώντα έως τον Πλούταρχο), πολλοί από τους οποίους είχαν υποστεί την επίδραση μιας επιτυχημένης σπαρτιατικής προπαγάνδας μακράς διάρκειας. Σαν τις παραισθήσεις που δημιουργούνται στους ταξιδιώτες της ερήμου, η εικόνα της Σπάρτης μετεωρίζεται ανάμεσα στον θρύλο και την ιστορία.
Σύμφωνα με μια εύλογη υπόθεση, τρεις φυλές Δωριέων, των οποίων τα ονόματα διατηρήθηκαν στα ιστορικά χρόνια, εισέβαλαν γύρω στον 11ο αιώνα από τον βορρά στην περιοχή της Λακωνίας, κατέκτησαν τον εντόπιο πληθυσμό και τον εξανάγκασαν σε ένα ιδιαίτερο είδος δουλείας. Οι εἵλωτες, όπως ονομάστηκαν οι προηγούμενοι Έλληνες κάτοικοι της περιοχής (με μια λέξη που μάλλον σήμαινε τους «κατακτημένους»), περιήλθαν στην κατοχή των Σπαρτιατών γαιοκτημόνων, αλλά δεν έγιναν ατομική ιδιοκτησία τους, όπως ήταν οι δούλοι στις άλλες πόλεις. Οι είλωτες λογίζονταν πάντοτε περιουσία της πόλης. Οι περισσότεροι δεν εργάζονταν στα σπίτια των κυρίων τους ούτε διαβιούσαν μαζί με ελεύθερους πολίτες, αλλά ασχολούνταν με την αγροτική και κτηνοτροφική παραγωγή και ζούσαν σε καλύβες μέσα στα χωράφια ως δουλοπάροικοι.
Εξαιτίας των συνθηκών διαβίωσής τους, οι είλωτες είχαν σχετική αυτονομία σε σύγκριση με τους οικόσιτους δούλους άλλων πόλεων. Συγκροτούσαν οικογένειες, κατείχαν περιουσιακά στοιχεία -μέχρι και την επικαρπία γης-, τελούσαν δικές τους θρησκευτικές λατρείες και διατηρούσαν τα έθιμά τους. Το κυριότερο: ήταν όλοι Έλληνες, όπως ακριβώς και οι δεσπότες τους. Το γεγονός αυτό θεωρήθηκε αργότερα ως μία από τις πολλές ιδιαιτερότητες της Σπάρτης - μολονότι δεν συνέβαινε μόνο εκεί. Παρά τη σχετική αυτονομία τους, οι είλωτες (που έφταναν κάποτε να είναι έως και δέκα φορές πολυπληθέστεροι από τους ελεύθερους πολίτες) ζούσαν σε καθεστώς ιδιαίτερης καταπίεσης. Η παρουσία τους αποτελούσε μόνιμο κίνδυνο για την πολιτική σταθερότητα της Σπάρτης. Για να αποφευχθεί το μίασμα που θα προκαλούσε ο φόνος τους, αλλά και για να είναι δυνατή η άμεση καταστολή οποιασδήποτε επαναστατικής τους ενέργειας, η Σπάρτη κήρυσσε επίσημα συμβολικό πόλεμο εναντίον τους κάθε χρόνο. Με τον τρόπο αυτό οι ελεύθεροι πολίτες μπορούσαν να σκοτώνουν είλωτες χωρίς να λογοδοτούν. Μάλιστα, η αυστηρότατη εκπαίδευση των νεαρών Σπαρτιατών, γνωστή ως ἀγωγή, περιλάμβανε ενέδρες και θανατώσεις ειλώτων ως μέρος των θεσπισμένων τελετών ενηλικίωσής τους. Οι υπόδουλοι ζούσαν διαρκώς κάτω από τον ζυγό της επίσημης κρατικής τρομοκρατίας.
Καθώς ήταν οι μόνοι που δούλευαν στη γη των πολιτών και επίσης η μοναδική πηγή εργατικού δυναμικού για όλες τις χειρωνακτικές εργασίες, οι είλωτες αποτελούσαν τον σημαντικότερο παράγοντα στην οικονομία της Σπάρτης. Ο άλλος ήταν οι περίοικοι, αυτόνομες ομάδες ανθρώπων που κατοικούσαν στην περιφέρεια. Οι περίοικοι καλλιεργούσαν τη δική τους (λιγότερο εύφορη) γη, ασχολούνταν με την αλιεία και το εμπόριο και διέθεταν ελευθερία κινήσεων. Επίσης, είχαν περιορισμένα πολιτικά δικαιώματα, τα οποία ασκούσαν στις μικρές κοινότητές τους. Επειδή θεωρούνταν Λακεδαιμόνιοι (δηλαδή ελεύθεροι κάτοικοι της Σπάρτης), αλλά όχι Σπαρτιάτες πολίτες, οι περίοικοι συμμετείχαν, μαζί με τους πολίτες, σε όλες τις πολεμικές επιχειρήσεις της πόλης.
Ο συνολικός πληθυσμός των κατοίκων της Σπάρτης ήταν, συνεπώς, διαστρωματωμένος σε τρεις τελείως διακριτές κοινωνικές ομάδες, με πληθυσμό αντιστρόφως ανάλογο των πολιτικών δικαιωμάτων της καθεμίας: τους σχετικά λιγοστούς ελεύθερους Σπαρτιάτες, τους πολυπληθέστερους περίοικους, που ήταν πολίτες δεύτερης κατηγορίας, και τις μεγάλες μάζες των υποδουλωμένων ειλώτων.
Το ἄστυ, η πολιτική καρδιά της Σπάρτης -εκεί που βρίσκεται η σημερινή πόλη- προήλθε από τον συνοικισμό τεσσάρων χωριών (στα οποία προστέθηκαν κατόπιν οι Αμύκλες) και παρέμεινε για πολλούς αιώνες ατείχιστο, ως ένδειξη αυτοπεποίθησης και δύναμης. Η αρχαία πόλις, όμως, της Σπάρτης εκτεινόταν σε ολόκληρο το νότιο τμήμα της Πελοποννήσου. Αρχικά περιλάμβανε μόνο τη Λακωνία και συγκεκριμένα την εύφορη κοιλάδα του Ευρώτα, ανάμεσα στον Ταΰγετο και τον Πάρνωνα. Κατά το τελευταίο τρίτο του 8ου αιώνα (περ. 735-715), όμως, οι Σπαρτιάτες αποφάσισαν, μάλλον λόγω υπερπληθυσμού, να προσαρτήσουν τη Μεσσηνία στα δυτικά του Ταΰγετου. Κατέλαβαν τη νέα περιοχή με πόλεμο και τη διατήρησαν με σκληρή καταπίεση του επίσης ελληνικού πληθυσμού, τον οποίο υποδούλωσαν αμέσως.
Σε όλη τη διάρκεια της αρχαϊκής και της κλασικής εποχής, οι Μεσσήνιοι είλωτες αγωνίζονταν να ανακτήσουν την ανεξαρτησία τους. Εξεγέρθηκαν για πρώτη φορά γύρω στο μέσον του 7ου αιώνα, όταν, με αρχηγό τον θρυλικό Αριστομένη, κατόρθωσαν να βρουν συμμάχους σε πόλεις της Πελοποννήσου και να απειλήσουν τη Σπάρτη. Η επανάστασή τους απέτυχε. Οι μάχες από την πλευρά των Σπαρτιατών, σε αυτόν τον λεγόμενο Β' Μεσσηνιακό Πόλεμο -πρώτος θεωρήθηκε η αρχική κατάκτηση της περιοχής- δόθηκαν με τον νέο οπλιτικό τρόπο της φάλαγγας. Η ιστορία επαναλήφθηκε, με λιγότερο συντριπτική νίκη των Σπαρτιατών, δύο αιώνες αργότερα, κατά τη διάρκεια του επονομαζόμενου Γ' Μεσσηνιακού Πολέμου, για τον οποίο είμαστε καλύτερα πληροφορημένοι. Ο πόλεμος διήρκεσε δέκα περίπου χρόνια (περ. 465-455), και τελικά οι εξεγερμένοι Μεσσήνιοι, που είχαν κλειστεί στην Ιθώμη μαζί με άλλους είλωτες από τη Λακωνία, αναγκάστηκαν να παραδοθούν. Η διατήρηση της Μεσσηνίας υπήρξε επί μακρόν επίπονη υπόθεση για τη Σπάρτη, αλλά μείωσε σημαντικά την ανάγκη της για αποικισμό σε μακρινές περιοχές.
Πριν από την επιτυχία του Β' Μεσσηνιακού Πολέμου, οι Σπαρτιάτες είχαν υποστεί ατιμωτική ήττα από τους Αργείους το 669 στη μάχη των Υσιών. Η νίκη των Αργείων, που ήταν έως τότε η μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη της Πελοποννήσου, οφειλόταν πιθανόν στην πρώιμη χρήση της φάλαγγας. Οι Λακεδαιμόνιοι υιοθέτησαν αμέσως την αποτελεσματική αυτή στρατιωτική μηχανή και τελειοποίησαν τη χρήση της. Τότε συντελέστηκαν οι πολιτικές αλλαγές που μετασχημάτισαν τη Σπάρτη σε αδιαμφισβήτητα πρώτη στρατιωτική δύναμη της Ελλάδας και τότε εντοπίζονται οι απαρχές της μεγάλης συμμαχίας της με τις άλλες πόλεις της Πελοποννήσου (πλην του Άργους), που είναι σήμερα γνωστή ως Πελοποννησιακή. Στη συμμαχία αυτή η Σπάρτη παρείχε πολιτική και στρατιωτική στήριξη για ανατροπή τυραννικών καθεστώτων και επίλυση εδαφικών διαφορών, ενώ οι Πελοποννήσιοι σύμμαχοι τη βοηθούσαν να διατηρεί την εσωτερική σταθερότητά της, που βασιζόταν, όπως και η οικονομία της, στην εκμετάλλευση ενός μεγάλου υπόδουλου πληθυσμού.
Μετά την οριστική κατάκτηση της Μεσσηνίας, μια αναδιανομή της καλλιεργήσιμης γης στο μέσον του 7ου αιώνα επέτρεψε τη δημιουργία ενός σχετικά διευρυμένου σώματος οπλιτών, που πιθανότατα έφτασε τις 9.000. Πολιτικά δικαιώματα απέκτησαν όλοι οι νέοι κάτοχοι γης που μπορούσαν να συνεισφέρουν στα κοινά συσσίτια (ή φιδίτια), ένα από τα πιο ιδιάζοντα χαρακτηριστικά του σπαρτιατικού βίου. Κριθαρένιο αλεύρι, κρασί, σύκα και τυρί ήταν τα συνηθισμένα είδη που οι είλωτες αναγκάζονταν να παρέχουν στους κατόχους των αγροτεμαχίων που καλλιεργούσαν. Από τα τρόφιμα αυτά ένα μεγάλο μέρος πήγαινε στην κοινή σίτιση των οπλιτών. Η καθημερινή συμμετοχή στα συσσίτια ήταν υποχρεωτική για όλους τους ελεύθερους άρρενες πολίτες. Αυτοί οι πολίτες-οπλίτες ονομάζονταν ὅμοιοι (για να δηλωθεί η πολιτική ισότητα και η αδελφοσύνη τους) και ήταν οι μόνοι αρμόδιοι για την πολιτική και τον πόλεμο. Έχοντας πλήρως απαλλαγεί από τις καθημερινές φροντίδες βιοπορισμού, επιδίδονταν αποκλειστικά στη σωματική άσκηση και τη βελτιστοποίηση της αλκής, μάθαιναν να ζουν λιτά και να αντέχουν στις κακουχίες και είχαν, σε σχέση με τις άλλες πόλεις, μάλλον χαλαρό καθημερινό οικογενειακό βίο, αλλά εξίσου σθεναρές οικογενειακές παραδόσεις.
Ολόκληρη η ζωή των Σπαρτιατών ήταν μια διαρκής προετοιμασία για τον πόλεμο. Τα πολιτιστικά αγαθά του λόγου και της τέχνης τούς έγιναν ξένα και απεχθή. Η ποίηση ατόνησε. Οι καλές τέχνες περιέπεσαν σε ύφεση. Φιλοσοφία και επιστήμη δεν αναπτύχθηκαν ποτέ. Η ρητορεία αποθαρρύνθηκε. Από τους δύο στυλοβάτες της ομηρικής αρετής, η Σπάρτη επέλεξε να τελειοποιήσει μόνο τον έναν: την αποτελεσματική πράξη, κυρίως στην αντιμετώπιση εχθρών. Ο ευφράδης λόγος άφηνε τους πολίτες της αδιάφορους και συχνά τους έβρισκε εχθρικούς. Οι Σπαρτιάτες άρχισαν μάλιστα να φοβούνται τόσο πολύ τη διαβρωτική επιρροή άλλων ελληνικών πόλεων πάνω στο ήθος της δικής τους ιδιοπροσωπίας, ώστε ανέπτυξαν έντονη ξενοφοβία με συχνές απελάσεις ανεπιθύμητων προσώπων (ξενηλασίας). Στη Σπάρτη η παρουσία μετοίκων, γνωστή σε άλλες ελληνικές πόλεις, ήταν αδιανόητη, το εμπόριο υποτυπώδες και ανταλλακτικό, η κυκλοφορία νομισμάτων περιορισμένη -αντί κανονικών κερμάτων χρησιμοποιούσαν κυρίως δύσχρηστες σιδερένιες ράβδους- και η σχέση με τη θάλασσα συρρικνωμένη στις ανάγκες του πολέμου. Ωστόσο, η Σπάρτη ανέπτυξε πνευματικό πολιτισμό μέσα στις ψυχές των πολιτών της. Το πολίτευμά της, τόσο ιδιόμορφο όσο και το ήθος που ανδρώθηκε μέσα του, υπήρξε βασική αιτία της φήμης που απέκτησε στην αρχαιότητα.
Η Σπάρτη είχε βασιλεία. Η βασιλεία της όμως δεν ήταν μοναρχική. Για τις απαρχές του θεσμού δεν υπάρχουν ασφαλείς πληροφορίες, αλλά ο Ηρόδοτος διηγείται μια ωραία ιστορία για το πώς προέκυψε το παράδοξο καθεστώς της διπλής βασιλείας. Παλιά -εξηγεί- μία και μοναδική ήταν στη Σπάρτη η βασιλική οικογένεια, όπως παντού στον πρώιμο ελληνικό κόσμο, και η διαδοχή στο ύπατο αξίωμα γινόταν με τον γνωστό κληρονομικό τρόπο. Η γυναίκα όμως του νεκρού βασιλιά Αριστόδημου γέννησε δίδυμα και προσποιήθηκε ότι δεν γνώριζε ποιο από τα δύο παιδιά της ήταν πρεσβύτερο. Ήθελε να ανέβουν και τα δύο στον θρόνο. Οι Σπαρτιάτες βρέθηκαν σε μεγάλο δίλημμα και αποφάσισαν να λύσουν το μυστήριο ρωτώντας το μαντείο των Δελφών. Η Πυθία αποκρίθηκε ότι έπρεπε να θεωρήσουν και τα δύο παιδιά βασιλείς, αλλά να τιμήσουν περισσότερο εκείνο που γεννήθηκε πρώτο. Οι Σπαρτιάτες βρέθηκαν και πάλι σε απορία. Η λύση δόθηκε από έναν Μεσσήνιο, ονόματι Πανίτη (που σημαίνει τον υφαντουργό, αλλά μπορεί επίσης να δηλώσει τον πανούργο που διεισδύει παντού), ο οποίος πρότεινε να κατασκοπεύσουν τη μάνα και να δουν ποιο παιδί φροντίζει πρώτο στο τάισμα και το πλύσιμο. Η ιδέα υπήρξε επιτυχής. Οι Σπαρτιάτες ανακήρυξαν και τα δύο παιδιά βασιλείς, αλλά αναγνώρισαν τα πρωτεία τιμής στον Ευρυσθένη. Ο αδελφός του Προκλής αποδείχθηκε πολύ διαφορετικός χαρακτήρας, και οι δύο βασιλικές οικογένειες που προέκυψαν (οι Αγιάδες και οι Ευρυποντίδες) διέφεραν σημαντικά στη νοοτροπία. Κατά παράδοση οι Αγιάδες, οι απόγονοι του Ευρυσθένη, αναγνωρίζονταν ως ανώτεροι.
Η ιστορία αυτή μπορεί να μην αποτελεί ιστορικό γεγονός. Δείχνει όμως μια ιδιαιτερότητα του πολιτεύματος της Σπάρτης που χρησιμοποιήθηκε τελικά προς όφελος του πολέμου. Από τον ύστερο 6ο αιώνα μόνο ο ένας από τους δύο βασιλείς πρωτοστατούσε ως αρχηγός στα εκστρατευτικά σώματα έξω από τα σύνορα της πόλης. Ο άλλος παρέμενε στη Σπάρτη. Η συνεχής απειλή των ειλώτων ίσως συνέβαλε σε αυτή τη διευθέτηση. Οπωσδήποτε όμως έπρεπε να αποτρέπεται η πιθανή διχογνωμία των βασιλέων στις κρίσιμες ώρες της μάχης. Σε καιρό πολέμου ο ένας βασιλιάς φρόντιζε τα εσωτερικά ζητήματα της πόλης και ο άλλος ήταν ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης της εκστρατείας.
Στο πολίτευμα της Σπάρτης υπήρχαν και άλλες ιδιαιτερότητες. Μία από αυτές ήταν η Γερουσία. Στο σώμα αυτό εκλέγονταν είκοσι οκτώ επιφανείς πολίτες, ηλικίας άνω των εξήντα ετών, για να υπηρετήσουν την πόλη διά βίου. Η εκλογή γινόταν από τους ομοίους. Στο σώμα συμμετείχαν αυτοδικαίως και οι δύο βασιλείς, με διπλή μάλιστα ψήφο ο καθένας, ώστε ο συνολικός αριθμός των ανδρών της Γερουσίας έφτανε τους τριάντα. Μάλιστα, σε περίπτωση απουσίας ενός βασιλιά, υπήρχε η δυνατότητα εκπροσώπησής του στη Γερουσία από κάποιο προσφιλές και έμπιστο πρόσωπο.
Η Γερουσία είχε πολλές αρμοδιότητες. Στη δικαιοδοσία της ανήκαν η εφαρμογή του νόμου, η διατήρηση της τάξης και, κυρίως, η προεργασία των θεμάτων που θα έρχονταν για έγκριση στη συνέλευση των ομοίων. Η συνέλευση των ομοίων, που ονομαζόταν Ἐκκλησία τοῦ Δάμου ή απλώς δᾶμος (δωρική μορφή του δήμου), ήταν το κύριο εκτελεστικό όργανο και η βάση του σπαρτιατικού πολιτεύματος. Το μικρό κείμενο της «λυκούργειας» ρήτρας, που διασώζει ο Πλούταρχος, όριζε ότι «στον δήμο ανήκει η εξουσία και η δύναμη» της πόλης. Στην Εκκλησία του Δήμου συμμετείχαν όλοι οι ελεύθεροι ενήλικες άρρενες πολίτες. Στις συνελεύσεις της γινόταν συζήτηση και εκφράζονταν διαφορετικές απόψεις, αλλά δεν μπορούσαν να πάρουν τον λόγο όλοι οι όμοιοι με την ίδια ευκολία. Οι αντιλογίες συνήθως περιορίζονταν στα μέλη των ανώτερων οικογενειών. Οι τελικές αποφάσεις (για αποδοχή ή απόρριψη των προτάσεων της Γερουσίας) λαμβάνονταν διά βοής.
Μεγάλη εξουσία στη Σπάρτη είχαν επίσης οι πέντε ἔφοροι, άρχοντες εκλεγμένοι από την Εκκλησία του Δήμου, με πολλές εκτελεστικές και δικαστικές αρμοδιότητες - άλλη μια ιδιαιτερότητα του σπαρτιατικού πολιτεύματος. Η ενιαύσια θητεία τους δεν επιτρεπόταν να ανανεωθεί, και το γεγονός αυτό μείωνε τον πιθανό καιροσκοπισμό των αποφάσεών τους. Ο θεσμός των εφόρων, που ήταν οι «επιστάτες» του κράτους, εισήχθηκε σε στάδιο μεταγενέστερο από τους άλλους τρεις πολιτικούς θεσμούς (τη διπλή βασιλεία, τη Γερουσία και την Εκκλησία του Δήμου) και είχε ως στόχο την τήρηση της νομιμότητας στην καθημερινή ζωή και τον έλεγχο της βασιλικής αυθαιρεσίας. Σταδιακά η δύναμη των εφόρων αυξήθηκε σε τέτοιο βαθμό, ώστε να τρέμουν ενώπιόν τους οι πάντες, ακόμη και οι βασιλείς. Από τους εφόρους, δύο ακολουθούσαν πάντοτε τα εκστρατευτικά σώματα εκτός των συνόρων.
Η Σπάρτη έγινε υπόδειγμα πολιτείας για αρκετούς συγγραφείς της αρχαιότητας. Στο ιδιόρρυθμο πολίτευμά της, με τους πολλούς ελεγκτικούς μηχανισμούς και την έμφαση στο δημόσιο συμφέρον, πολλοί έβλεπαν την αληθινή πραγματοποίηση της ευνομίας.
Γραπτοί νόμοι στη Σπάρτη δεν υπήρχαν. Το δίκαιο της πόλης ήταν εξαρχής και παρέμεινε μέχρι το τέλος εθιμικό. Με την προσκόλληση στην παράδοση και το συντηρητικό πνεύμα που ανέπτυξε, η Σπάρτη δεν γνώρισε τυραννία ή άλλη πολιτειακή αλλαγή για αιώνες. Τουλάχιστον ως ιδανικό, το ήθος ζωής που διέπνεε την πόλη διατηρήθηκε επίσης σχετικά σταθερό.
Τα συμπόσια των αριστοκρατών, με τις εταίρες, τη μουσική και το άφθονο κρασί, ήταν άγνωστα στη Σπάρτη. Αντίθετα, ήταν υποχρεωτικά τα συσσίτια, που ενίσχυαν καθημερινά τους δεσμούς μεταξύ των πολιτών. Ο γάμος ήταν υποχρέωση του πολίτη και η τεκνοποιία επιβεβλημένη. Ο ψόγος των Σπαρτιατών για τους ανύμφευτους και άτεκνους συμπολίτες τους ήταν συχνά αμείλικτος.
Σε σύγκριση με άλλες ελληνικές πόλεις, τα κορίτσια της Σπάρτης παντρεύονταν σε μεγαλύτερη ηλικία (γύρω στα δεκαοκτώ) και οι άνδρες σε μικρότερη (κάτω από τριάντα). Αυτή η σχετικά περιορισμένη ηλικιακή διαφορά των συζύγων θεωρούνταν ότι ενώνει τα σώματά τους σε παράλληλη ακμή. Για να τονωθεί μάλιστα η γονιμοποιός δύναμη του σπέρματος που μειώνεται -όπως διατείνονταν- από τη συμβίωση και την καθημερινή συναναστροφή, απαγορευόταν στους Σπαρτιάτες να βλέπουν τις γυναίκες τους στα φανερά. Έτσι, η ερωτική επαφή καλύφθηκε με χαρακτηριστική αιδημοσύνη, ενώ η ίδια η τελετή του γάμου θεωρήθηκε μια συμβολική βίαιη αρπαγή.
Στις διαθέσιμες αρχαίες πηγές υπογραμμίζεται έντονα το γεγονός ότι η πόλη ακολουθούσε αυστηρούς ευγονικούς κανόνες. Αν και πολλές περιπτώσεις βρεφών θα πέρασαν οπωσδήποτε απαρατήρητες, η έγκριση του κράτους ήταν καταρχήν απαραίτητη για την ανατροφή ενός νεογέννητου παιδιού, και υποτίθεται ότι την έδιναν οι έφοροι ως αρμόδιοι για όλα τα ζητήματα του καθημερινού βίου. Λέγεται, επίσης, ότι ο άτεκνος σύζυγος μπορούσε, αν ήθελε, να παραχωρήσει τη γυναίκα του σε κάποιον νεότερο και δυνατό Σπαρτιάτη για τεκνοποιία.
Ανεξάρτητα από την ιστορική ακρίβεια αυτών των πληροφοριών, γεγονός παραμένει ότι ολόκληρη η ερωτική ζωή των Λακεδαιμονίων πολιτών ήταν ιδεολογικά προσανατολισμένη στη δημιουργία ρωμαλέων απογόνων. Στο ίδιο πνεύμα οι Σπαρτιάτισσες είχαν ελευθερίες και προνόμια που θα ήταν απίστευτα οπουδήποτε αλλού στον αρχαίο ελληνικό κόσμο. Στη Σπάρτη, και μόνο εκεί, επιτρεπόταν -ή μάλλον επιβαλλόταν- στις γυναίκες να γυμνάζονται και να μετέχουν σε αγώνες, τα δε νεαρά κορίτσια αγωνίζονταν γυμνά, όπως και οι συνομήλικοί τους έφηβοι.
Η Σπάρτη διέθετε ένα περίτεχνο σύστημα οργάνωσης των νέων σε ηλικιακές κατηγορίες, με δυσνόητες ονομασίες και χαρακτηριστικά προνόμια των μεγαλυτέρων έναντι των νεοτέρων. Η αυστηρή παιδεία των νέων από την ηλικία των επτά ετών μέχρι την ενηλικίωση στα είκοσι (ἀγωγή) ήταν κρατική υπόθεση και αποσκοπούσε στην πειθαρχία και τη μεγαλύτερη δυνατή εμπέδωση του αγωνιστικού πνεύματος. Για τα επόμενα δέκα χρόνια το κράτος παρέμενε επίσης υπεύθυνο για τη σωματική κατάσταση των ανδρών του. Στις μεγαλύτερες ηλικίες, το κυνήγι παρείχε σε καιρούς ειρήνης ένα υποκατάστατο του πολέμου και ήταν, μαζί με τη γύμναση, μια διά βίου ἀγωγή. (Στην αρχαιότητα η Σπάρτη υπήρξε επίσης διάσημη για τα κυνηγετικά σκυλιά της.) Αρχαίοι φιλολάκωνες συγγραφείς, όπως ο Αθηναίος ιστορικός Ξενοφών, τα έβλεπαν όλα αυτά με απεριόριστο και απροσποίητο θαυμασμό.
Με αυστηρή έννοια, ιδιωτική ζωή για τους ομοίους δεν υπήρχε. Ολόκληρος ο βίος τους βρισκόταν κάτω από την επιστασία του κράτους, που μεριμνούσε για την αλκή, τη ρώμη και την πολεμική υπεροχή. Στις εκστρατείες τους οι Σπαρτιάτες συνοδεύονταν, για όλες τις αναγκαίες χειρωνακτικές εργασίες, από μεγάλο αριθμό ειλώτων, που σε μία τουλάχιστον περίπτωση έφτασε τους επτά για κάθε οπλίτη. Για ευνόητους λόγους οι είλωτες δεν είχαν δικά τους όπλα και συνήθως δεν πολεμούσαν - αν και ορισμένες φορές οι Σπαρτιάτες αναγκάστηκαν να τους χρησιμοποιήσουν επικουρικά. Οι περίοικοι, από την άλλη, υπηρετούσαν σε χωριστές μοίρες στρατού.
Αντίθετα με τους περισσότερους Έλληνες, που θεωρούσαν την κόμη γυναικείο χαρακτηριστικό, οι Σπαρτιάτες άφηναν μακριά μαλλιά, σαν τους ομηρικούς Αχαιούς -δείγμα ότι δεν είχαν την παραμικρή σχέση με τη χειρωναξία-, τα οποία άλειφαν με λάδι τακτικά, και οπωσδήποτε πριν από τις μάχες. Η στρατιωτική περιβολή τους ήταν κόκκινη σαν αίμα (για να φοβίζει τον αντίπαλο και να περιορίζει την εμφάνιση των πληγών) και οι ασπίδες τους επενδεδυμένες με στρώση χαλκού, για να γυαλίζονται εύκολα και να λάμπουν στον ήλιο. Το θέαμα μιας σπαρτιατικής φάλαγγας σε πλήρη σχηματισμό πρέπει να ήταν εντυπωσιακό και ταυτόχρονα τρομακτικό.
Ο πόλεμος ήταν για τους Σπαρτιάτες το πραγματικό πεδίο επίδειξης των σωματικών και ψυχικών αρετών, στις οποίες στόχευε ολόκληρη η ειρηνική διαβίωση μέσα στην πόλη. Στο επικίνδυνο μεταίχμιο ζωής και θανάτου, εκεί που όλα κρίνονταν μέσα σε ελάχιστο χρόνο, βρήκαν οι Σπαρτιάτες το βαθύτερο νόημα της αγωνιστικής τους ύπαρξης. Αυτοί που τόσο υμνήθηκαν για τη σχεδόν κοριτσίστικη αιδώ μέσα στην πόλη τους, και ιδιαίτερα έναντι των πρεσβυτέρων, γίνονταν ομαδικά θρασείς στο πεδίο της μάχης. Όσοι εγκατέλειπαν τη θέση τους από δειλία, οι τρέσαντες («αυτοί που φοβήθηκαν»), έχαναν αυτομάτως τα πολιτικά δικαιώματα και την περιουσία τους και υποβιβάζονταν, αν επέστρεφαν στην πατρίδα, σε αμφίβολη και ατιμασμένη κοινωνικά θέση.
Το σπαρτιατικό ήθος υπήρξε επίσης διάσημο για τη «λακωνικότητά» του. Ο Πλούταρχος αναφέρει σωρεία σύντομων απαντήσεων που υποτίθεται ότι έδωσαν σημαντικοί Σπαρτιάτες σε διάφορες περιστάσεις. Οι ολιγόλογες αυτές ρήσεις διακρίνονται για την αποφθεγματική διαύγεια με την οποία κυριολεκτικά καθήλωναν την πραγματικότητα. Η ιδιότυπη «φιλοσοφία» που ανέπτυξε η Σπάρτη, ο βαθύτερος λόγος για τον οποίο τόσο πολύ θαυμάστηκε σε αρχαίους και νεότερους χρόνους και το πραγματικό έργο του πολιτισμού της, που δεν έχει επιζήσει στα υλικά κατάλοιπα του τόπου (όπως είχε προειδοποιήσει με διορατικότητα ο Θουκυδίδης), ήταν η καίρια και διεισδυτική ματιά στην καρδιά της παλλόμενης από τον αγώνα ζωής. Η οξύτητα του ιδιαίτερου αυτού βλέμματος γεννήθηκε μέσα στους αγώνες του 7ου και του 6ου αιώνα.
Η Σπάρτη υπήρξε η ισχυρότερη ελληνική πόλη για τριακόσια περίπου χρόνια. Από τον ύστερο 7ο έως τον πρώιμο 4ο αιώνα, αυτή η δωρική κοινωνία με την εκτεταμένη επικράτεια κυριαρχούσε στην πολεμική σκηνή της Ελλάδας - ειδικά της Πελοποννήσου. Η πολιτική και στρατιωτική της δύναμη ήταν το αποτέλεσμα θεσμικών μεταρρυθμίσεων που αποδόθηκαν στον θρυλικό Λυκούργο. Βάση τους ήταν μια ῥήτρα («συμφωνία, συνθήκη») που είχε την έγκριση του μαντείου των Δελφών.
Τόσο το πρόσωπο όσο και το νομοθετικό έργο του Λυκούργου είναι χαμένα στην ομίχλη του μύθου. Πάντως, από τον 6ο αιώνα η Σπάρτη παρουσίαζε μια εικόνα αρκετά διαφορετική από αυτή της πολιτιστικά προηγμένης πόλης όπου ανθούν τα γράμματα και οι τέχνες, όπως ακριβώς ήταν πριν. Όλη η ενέργειά της ήταν πλέον αφιερωμένη σε ένα και μόνο μέλημα: τη στρατιωτική υπεροχή. Οι πολεμικές παροτρύνσεις του Τυρταίου αποτελούν την καλύτερη δίοδο πρόσβασης στο ήθος της Σπάρτης κατά τη διάρκεια της ιστορικής εμπέδωσής του. Ο ποιητής όμως μας κατατοπίζει ελάχιστα για την πολιτική πραγματικότητα της εποχής του. Για τις σημαντικές πολιτειακές μεταρρυθμίσεις του 7ου αιώνα είμαστε αναγκασμένοι να ανατρέχουμε σε μεταγενέστερους συγγραφείς (από τον Ηρόδοτο και τον Ξενοφώντα έως τον Πλούταρχο), πολλοί από τους οποίους είχαν υποστεί την επίδραση μιας επιτυχημένης σπαρτιατικής προπαγάνδας μακράς διάρκειας. Σαν τις παραισθήσεις που δημιουργούνται στους ταξιδιώτες της ερήμου, η εικόνα της Σπάρτης μετεωρίζεται ανάμεσα στον θρύλο και την ιστορία.
Σύμφωνα με μια εύλογη υπόθεση, τρεις φυλές Δωριέων, των οποίων τα ονόματα διατηρήθηκαν στα ιστορικά χρόνια, εισέβαλαν γύρω στον 11ο αιώνα από τον βορρά στην περιοχή της Λακωνίας, κατέκτησαν τον εντόπιο πληθυσμό και τον εξανάγκασαν σε ένα ιδιαίτερο είδος δουλείας. Οι εἵλωτες, όπως ονομάστηκαν οι προηγούμενοι Έλληνες κάτοικοι της περιοχής (με μια λέξη που μάλλον σήμαινε τους «κατακτημένους»), περιήλθαν στην κατοχή των Σπαρτιατών γαιοκτημόνων, αλλά δεν έγιναν ατομική ιδιοκτησία τους, όπως ήταν οι δούλοι στις άλλες πόλεις. Οι είλωτες λογίζονταν πάντοτε περιουσία της πόλης. Οι περισσότεροι δεν εργάζονταν στα σπίτια των κυρίων τους ούτε διαβιούσαν μαζί με ελεύθερους πολίτες, αλλά ασχολούνταν με την αγροτική και κτηνοτροφική παραγωγή και ζούσαν σε καλύβες μέσα στα χωράφια ως δουλοπάροικοι.
Εξαιτίας των συνθηκών διαβίωσής τους, οι είλωτες είχαν σχετική αυτονομία σε σύγκριση με τους οικόσιτους δούλους άλλων πόλεων. Συγκροτούσαν οικογένειες, κατείχαν περιουσιακά στοιχεία -μέχρι και την επικαρπία γης-, τελούσαν δικές τους θρησκευτικές λατρείες και διατηρούσαν τα έθιμά τους. Το κυριότερο: ήταν όλοι Έλληνες, όπως ακριβώς και οι δεσπότες τους. Το γεγονός αυτό θεωρήθηκε αργότερα ως μία από τις πολλές ιδιαιτερότητες της Σπάρτης - μολονότι δεν συνέβαινε μόνο εκεί. Παρά τη σχετική αυτονομία τους, οι είλωτες (που έφταναν κάποτε να είναι έως και δέκα φορές πολυπληθέστεροι από τους ελεύθερους πολίτες) ζούσαν σε καθεστώς ιδιαίτερης καταπίεσης. Η παρουσία τους αποτελούσε μόνιμο κίνδυνο για την πολιτική σταθερότητα της Σπάρτης. Για να αποφευχθεί το μίασμα που θα προκαλούσε ο φόνος τους, αλλά και για να είναι δυνατή η άμεση καταστολή οποιασδήποτε επαναστατικής τους ενέργειας, η Σπάρτη κήρυσσε επίσημα συμβολικό πόλεμο εναντίον τους κάθε χρόνο. Με τον τρόπο αυτό οι ελεύθεροι πολίτες μπορούσαν να σκοτώνουν είλωτες χωρίς να λογοδοτούν. Μάλιστα, η αυστηρότατη εκπαίδευση των νεαρών Σπαρτιατών, γνωστή ως ἀγωγή, περιλάμβανε ενέδρες και θανατώσεις ειλώτων ως μέρος των θεσπισμένων τελετών ενηλικίωσής τους. Οι υπόδουλοι ζούσαν διαρκώς κάτω από τον ζυγό της επίσημης κρατικής τρομοκρατίας.
Καθώς ήταν οι μόνοι που δούλευαν στη γη των πολιτών και επίσης η μοναδική πηγή εργατικού δυναμικού για όλες τις χειρωνακτικές εργασίες, οι είλωτες αποτελούσαν τον σημαντικότερο παράγοντα στην οικονομία της Σπάρτης. Ο άλλος ήταν οι περίοικοι, αυτόνομες ομάδες ανθρώπων που κατοικούσαν στην περιφέρεια. Οι περίοικοι καλλιεργούσαν τη δική τους (λιγότερο εύφορη) γη, ασχολούνταν με την αλιεία και το εμπόριο και διέθεταν ελευθερία κινήσεων. Επίσης, είχαν περιορισμένα πολιτικά δικαιώματα, τα οποία ασκούσαν στις μικρές κοινότητές τους. Επειδή θεωρούνταν Λακεδαιμόνιοι (δηλαδή ελεύθεροι κάτοικοι της Σπάρτης), αλλά όχι Σπαρτιάτες πολίτες, οι περίοικοι συμμετείχαν, μαζί με τους πολίτες, σε όλες τις πολεμικές επιχειρήσεις της πόλης.
Ο συνολικός πληθυσμός των κατοίκων της Σπάρτης ήταν, συνεπώς, διαστρωματωμένος σε τρεις τελείως διακριτές κοινωνικές ομάδες, με πληθυσμό αντιστρόφως ανάλογο των πολιτικών δικαιωμάτων της καθεμίας: τους σχετικά λιγοστούς ελεύθερους Σπαρτιάτες, τους πολυπληθέστερους περίοικους, που ήταν πολίτες δεύτερης κατηγορίας, και τις μεγάλες μάζες των υποδουλωμένων ειλώτων.
Το ἄστυ, η πολιτική καρδιά της Σπάρτης -εκεί που βρίσκεται η σημερινή πόλη- προήλθε από τον συνοικισμό τεσσάρων χωριών (στα οποία προστέθηκαν κατόπιν οι Αμύκλες) και παρέμεινε για πολλούς αιώνες ατείχιστο, ως ένδειξη αυτοπεποίθησης και δύναμης. Η αρχαία πόλις, όμως, της Σπάρτης εκτεινόταν σε ολόκληρο το νότιο τμήμα της Πελοποννήσου. Αρχικά περιλάμβανε μόνο τη Λακωνία και συγκεκριμένα την εύφορη κοιλάδα του Ευρώτα, ανάμεσα στον Ταΰγετο και τον Πάρνωνα. Κατά το τελευταίο τρίτο του 8ου αιώνα (περ. 735-715), όμως, οι Σπαρτιάτες αποφάσισαν, μάλλον λόγω υπερπληθυσμού, να προσαρτήσουν τη Μεσσηνία στα δυτικά του Ταΰγετου. Κατέλαβαν τη νέα περιοχή με πόλεμο και τη διατήρησαν με σκληρή καταπίεση του επίσης ελληνικού πληθυσμού, τον οποίο υποδούλωσαν αμέσως.
Σε όλη τη διάρκεια της αρχαϊκής και της κλασικής εποχής, οι Μεσσήνιοι είλωτες αγωνίζονταν να ανακτήσουν την ανεξαρτησία τους. Εξεγέρθηκαν για πρώτη φορά γύρω στο μέσον του 7ου αιώνα, όταν, με αρχηγό τον θρυλικό Αριστομένη, κατόρθωσαν να βρουν συμμάχους σε πόλεις της Πελοποννήσου και να απειλήσουν τη Σπάρτη. Η επανάστασή τους απέτυχε. Οι μάχες από την πλευρά των Σπαρτιατών, σε αυτόν τον λεγόμενο Β' Μεσσηνιακό Πόλεμο -πρώτος θεωρήθηκε η αρχική κατάκτηση της περιοχής- δόθηκαν με τον νέο οπλιτικό τρόπο της φάλαγγας. Η ιστορία επαναλήφθηκε, με λιγότερο συντριπτική νίκη των Σπαρτιατών, δύο αιώνες αργότερα, κατά τη διάρκεια του επονομαζόμενου Γ' Μεσσηνιακού Πολέμου, για τον οποίο είμαστε καλύτερα πληροφορημένοι. Ο πόλεμος διήρκεσε δέκα περίπου χρόνια (περ. 465-455), και τελικά οι εξεγερμένοι Μεσσήνιοι, που είχαν κλειστεί στην Ιθώμη μαζί με άλλους είλωτες από τη Λακωνία, αναγκάστηκαν να παραδοθούν. Η διατήρηση της Μεσσηνίας υπήρξε επί μακρόν επίπονη υπόθεση για τη Σπάρτη, αλλά μείωσε σημαντικά την ανάγκη της για αποικισμό σε μακρινές περιοχές.
Πριν από την επιτυχία του Β' Μεσσηνιακού Πολέμου, οι Σπαρτιάτες είχαν υποστεί ατιμωτική ήττα από τους Αργείους το 669 στη μάχη των Υσιών. Η νίκη των Αργείων, που ήταν έως τότε η μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη της Πελοποννήσου, οφειλόταν πιθανόν στην πρώιμη χρήση της φάλαγγας. Οι Λακεδαιμόνιοι υιοθέτησαν αμέσως την αποτελεσματική αυτή στρατιωτική μηχανή και τελειοποίησαν τη χρήση της. Τότε συντελέστηκαν οι πολιτικές αλλαγές που μετασχημάτισαν τη Σπάρτη σε αδιαμφισβήτητα πρώτη στρατιωτική δύναμη της Ελλάδας και τότε εντοπίζονται οι απαρχές της μεγάλης συμμαχίας της με τις άλλες πόλεις της Πελοποννήσου (πλην του Άργους), που είναι σήμερα γνωστή ως Πελοποννησιακή. Στη συμμαχία αυτή η Σπάρτη παρείχε πολιτική και στρατιωτική στήριξη για ανατροπή τυραννικών καθεστώτων και επίλυση εδαφικών διαφορών, ενώ οι Πελοποννήσιοι σύμμαχοι τη βοηθούσαν να διατηρεί την εσωτερική σταθερότητά της, που βασιζόταν, όπως και η οικονομία της, στην εκμετάλλευση ενός μεγάλου υπόδουλου πληθυσμού.
Μετά την οριστική κατάκτηση της Μεσσηνίας, μια αναδιανομή της καλλιεργήσιμης γης στο μέσον του 7ου αιώνα επέτρεψε τη δημιουργία ενός σχετικά διευρυμένου σώματος οπλιτών, που πιθανότατα έφτασε τις 9.000. Πολιτικά δικαιώματα απέκτησαν όλοι οι νέοι κάτοχοι γης που μπορούσαν να συνεισφέρουν στα κοινά συσσίτια (ή φιδίτια), ένα από τα πιο ιδιάζοντα χαρακτηριστικά του σπαρτιατικού βίου. Κριθαρένιο αλεύρι, κρασί, σύκα και τυρί ήταν τα συνηθισμένα είδη που οι είλωτες αναγκάζονταν να παρέχουν στους κατόχους των αγροτεμαχίων που καλλιεργούσαν. Από τα τρόφιμα αυτά ένα μεγάλο μέρος πήγαινε στην κοινή σίτιση των οπλιτών. Η καθημερινή συμμετοχή στα συσσίτια ήταν υποχρεωτική για όλους τους ελεύθερους άρρενες πολίτες. Αυτοί οι πολίτες-οπλίτες ονομάζονταν ὅμοιοι (για να δηλωθεί η πολιτική ισότητα και η αδελφοσύνη τους) και ήταν οι μόνοι αρμόδιοι για την πολιτική και τον πόλεμο. Έχοντας πλήρως απαλλαγεί από τις καθημερινές φροντίδες βιοπορισμού, επιδίδονταν αποκλειστικά στη σωματική άσκηση και τη βελτιστοποίηση της αλκής, μάθαιναν να ζουν λιτά και να αντέχουν στις κακουχίες και είχαν, σε σχέση με τις άλλες πόλεις, μάλλον χαλαρό καθημερινό οικογενειακό βίο, αλλά εξίσου σθεναρές οικογενειακές παραδόσεις.
Ολόκληρη η ζωή των Σπαρτιατών ήταν μια διαρκής προετοιμασία για τον πόλεμο. Τα πολιτιστικά αγαθά του λόγου και της τέχνης τούς έγιναν ξένα και απεχθή. Η ποίηση ατόνησε. Οι καλές τέχνες περιέπεσαν σε ύφεση. Φιλοσοφία και επιστήμη δεν αναπτύχθηκαν ποτέ. Η ρητορεία αποθαρρύνθηκε. Από τους δύο στυλοβάτες της ομηρικής αρετής, η Σπάρτη επέλεξε να τελειοποιήσει μόνο τον έναν: την αποτελεσματική πράξη, κυρίως στην αντιμετώπιση εχθρών. Ο ευφράδης λόγος άφηνε τους πολίτες της αδιάφορους και συχνά τους έβρισκε εχθρικούς. Οι Σπαρτιάτες άρχισαν μάλιστα να φοβούνται τόσο πολύ τη διαβρωτική επιρροή άλλων ελληνικών πόλεων πάνω στο ήθος της δικής τους ιδιοπροσωπίας, ώστε ανέπτυξαν έντονη ξενοφοβία με συχνές απελάσεις ανεπιθύμητων προσώπων (ξενηλασίας). Στη Σπάρτη η παρουσία μετοίκων, γνωστή σε άλλες ελληνικές πόλεις, ήταν αδιανόητη, το εμπόριο υποτυπώδες και ανταλλακτικό, η κυκλοφορία νομισμάτων περιορισμένη -αντί κανονικών κερμάτων χρησιμοποιούσαν κυρίως δύσχρηστες σιδερένιες ράβδους- και η σχέση με τη θάλασσα συρρικνωμένη στις ανάγκες του πολέμου. Ωστόσο, η Σπάρτη ανέπτυξε πνευματικό πολιτισμό μέσα στις ψυχές των πολιτών της. Το πολίτευμά της, τόσο ιδιόμορφο όσο και το ήθος που ανδρώθηκε μέσα του, υπήρξε βασική αιτία της φήμης που απέκτησε στην αρχαιότητα.
Η Σπάρτη είχε βασιλεία. Η βασιλεία της όμως δεν ήταν μοναρχική. Για τις απαρχές του θεσμού δεν υπάρχουν ασφαλείς πληροφορίες, αλλά ο Ηρόδοτος διηγείται μια ωραία ιστορία για το πώς προέκυψε το παράδοξο καθεστώς της διπλής βασιλείας. Παλιά -εξηγεί- μία και μοναδική ήταν στη Σπάρτη η βασιλική οικογένεια, όπως παντού στον πρώιμο ελληνικό κόσμο, και η διαδοχή στο ύπατο αξίωμα γινόταν με τον γνωστό κληρονομικό τρόπο. Η γυναίκα όμως του νεκρού βασιλιά Αριστόδημου γέννησε δίδυμα και προσποιήθηκε ότι δεν γνώριζε ποιο από τα δύο παιδιά της ήταν πρεσβύτερο. Ήθελε να ανέβουν και τα δύο στον θρόνο. Οι Σπαρτιάτες βρέθηκαν σε μεγάλο δίλημμα και αποφάσισαν να λύσουν το μυστήριο ρωτώντας το μαντείο των Δελφών. Η Πυθία αποκρίθηκε ότι έπρεπε να θεωρήσουν και τα δύο παιδιά βασιλείς, αλλά να τιμήσουν περισσότερο εκείνο που γεννήθηκε πρώτο. Οι Σπαρτιάτες βρέθηκαν και πάλι σε απορία. Η λύση δόθηκε από έναν Μεσσήνιο, ονόματι Πανίτη (που σημαίνει τον υφαντουργό, αλλά μπορεί επίσης να δηλώσει τον πανούργο που διεισδύει παντού), ο οποίος πρότεινε να κατασκοπεύσουν τη μάνα και να δουν ποιο παιδί φροντίζει πρώτο στο τάισμα και το πλύσιμο. Η ιδέα υπήρξε επιτυχής. Οι Σπαρτιάτες ανακήρυξαν και τα δύο παιδιά βασιλείς, αλλά αναγνώρισαν τα πρωτεία τιμής στον Ευρυσθένη. Ο αδελφός του Προκλής αποδείχθηκε πολύ διαφορετικός χαρακτήρας, και οι δύο βασιλικές οικογένειες που προέκυψαν (οι Αγιάδες και οι Ευρυποντίδες) διέφεραν σημαντικά στη νοοτροπία. Κατά παράδοση οι Αγιάδες, οι απόγονοι του Ευρυσθένη, αναγνωρίζονταν ως ανώτεροι.
Η ιστορία αυτή μπορεί να μην αποτελεί ιστορικό γεγονός. Δείχνει όμως μια ιδιαιτερότητα του πολιτεύματος της Σπάρτης που χρησιμοποιήθηκε τελικά προς όφελος του πολέμου. Από τον ύστερο 6ο αιώνα μόνο ο ένας από τους δύο βασιλείς πρωτοστατούσε ως αρχηγός στα εκστρατευτικά σώματα έξω από τα σύνορα της πόλης. Ο άλλος παρέμενε στη Σπάρτη. Η συνεχής απειλή των ειλώτων ίσως συνέβαλε σε αυτή τη διευθέτηση. Οπωσδήποτε όμως έπρεπε να αποτρέπεται η πιθανή διχογνωμία των βασιλέων στις κρίσιμες ώρες της μάχης. Σε καιρό πολέμου ο ένας βασιλιάς φρόντιζε τα εσωτερικά ζητήματα της πόλης και ο άλλος ήταν ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης της εκστρατείας.
Στο πολίτευμα της Σπάρτης υπήρχαν και άλλες ιδιαιτερότητες. Μία από αυτές ήταν η Γερουσία. Στο σώμα αυτό εκλέγονταν είκοσι οκτώ επιφανείς πολίτες, ηλικίας άνω των εξήντα ετών, για να υπηρετήσουν την πόλη διά βίου. Η εκλογή γινόταν από τους ομοίους. Στο σώμα συμμετείχαν αυτοδικαίως και οι δύο βασιλείς, με διπλή μάλιστα ψήφο ο καθένας, ώστε ο συνολικός αριθμός των ανδρών της Γερουσίας έφτανε τους τριάντα. Μάλιστα, σε περίπτωση απουσίας ενός βασιλιά, υπήρχε η δυνατότητα εκπροσώπησής του στη Γερουσία από κάποιο προσφιλές και έμπιστο πρόσωπο.
Η Γερουσία είχε πολλές αρμοδιότητες. Στη δικαιοδοσία της ανήκαν η εφαρμογή του νόμου, η διατήρηση της τάξης και, κυρίως, η προεργασία των θεμάτων που θα έρχονταν για έγκριση στη συνέλευση των ομοίων. Η συνέλευση των ομοίων, που ονομαζόταν Ἐκκλησία τοῦ Δάμου ή απλώς δᾶμος (δωρική μορφή του δήμου), ήταν το κύριο εκτελεστικό όργανο και η βάση του σπαρτιατικού πολιτεύματος. Το μικρό κείμενο της «λυκούργειας» ρήτρας, που διασώζει ο Πλούταρχος, όριζε ότι «στον δήμο ανήκει η εξουσία και η δύναμη» της πόλης. Στην Εκκλησία του Δήμου συμμετείχαν όλοι οι ελεύθεροι ενήλικες άρρενες πολίτες. Στις συνελεύσεις της γινόταν συζήτηση και εκφράζονταν διαφορετικές απόψεις, αλλά δεν μπορούσαν να πάρουν τον λόγο όλοι οι όμοιοι με την ίδια ευκολία. Οι αντιλογίες συνήθως περιορίζονταν στα μέλη των ανώτερων οικογενειών. Οι τελικές αποφάσεις (για αποδοχή ή απόρριψη των προτάσεων της Γερουσίας) λαμβάνονταν διά βοής.
Μεγάλη εξουσία στη Σπάρτη είχαν επίσης οι πέντε ἔφοροι, άρχοντες εκλεγμένοι από την Εκκλησία του Δήμου, με πολλές εκτελεστικές και δικαστικές αρμοδιότητες - άλλη μια ιδιαιτερότητα του σπαρτιατικού πολιτεύματος. Η ενιαύσια θητεία τους δεν επιτρεπόταν να ανανεωθεί, και το γεγονός αυτό μείωνε τον πιθανό καιροσκοπισμό των αποφάσεών τους. Ο θεσμός των εφόρων, που ήταν οι «επιστάτες» του κράτους, εισήχθηκε σε στάδιο μεταγενέστερο από τους άλλους τρεις πολιτικούς θεσμούς (τη διπλή βασιλεία, τη Γερουσία και την Εκκλησία του Δήμου) και είχε ως στόχο την τήρηση της νομιμότητας στην καθημερινή ζωή και τον έλεγχο της βασιλικής αυθαιρεσίας. Σταδιακά η δύναμη των εφόρων αυξήθηκε σε τέτοιο βαθμό, ώστε να τρέμουν ενώπιόν τους οι πάντες, ακόμη και οι βασιλείς. Από τους εφόρους, δύο ακολουθούσαν πάντοτε τα εκστρατευτικά σώματα εκτός των συνόρων.
Η Σπάρτη έγινε υπόδειγμα πολιτείας για αρκετούς συγγραφείς της αρχαιότητας. Στο ιδιόρρυθμο πολίτευμά της, με τους πολλούς ελεγκτικούς μηχανισμούς και την έμφαση στο δημόσιο συμφέρον, πολλοί έβλεπαν την αληθινή πραγματοποίηση της ευνομίας.
Γραπτοί νόμοι στη Σπάρτη δεν υπήρχαν. Το δίκαιο της πόλης ήταν εξαρχής και παρέμεινε μέχρι το τέλος εθιμικό. Με την προσκόλληση στην παράδοση και το συντηρητικό πνεύμα που ανέπτυξε, η Σπάρτη δεν γνώρισε τυραννία ή άλλη πολιτειακή αλλαγή για αιώνες. Τουλάχιστον ως ιδανικό, το ήθος ζωής που διέπνεε την πόλη διατηρήθηκε επίσης σχετικά σταθερό.
Τα συμπόσια των αριστοκρατών, με τις εταίρες, τη μουσική και το άφθονο κρασί, ήταν άγνωστα στη Σπάρτη. Αντίθετα, ήταν υποχρεωτικά τα συσσίτια, που ενίσχυαν καθημερινά τους δεσμούς μεταξύ των πολιτών. Ο γάμος ήταν υποχρέωση του πολίτη και η τεκνοποιία επιβεβλημένη. Ο ψόγος των Σπαρτιατών για τους ανύμφευτους και άτεκνους συμπολίτες τους ήταν συχνά αμείλικτος.
Σε σύγκριση με άλλες ελληνικές πόλεις, τα κορίτσια της Σπάρτης παντρεύονταν σε μεγαλύτερη ηλικία (γύρω στα δεκαοκτώ) και οι άνδρες σε μικρότερη (κάτω από τριάντα). Αυτή η σχετικά περιορισμένη ηλικιακή διαφορά των συζύγων θεωρούνταν ότι ενώνει τα σώματά τους σε παράλληλη ακμή. Για να τονωθεί μάλιστα η γονιμοποιός δύναμη του σπέρματος που μειώνεται -όπως διατείνονταν- από τη συμβίωση και την καθημερινή συναναστροφή, απαγορευόταν στους Σπαρτιάτες να βλέπουν τις γυναίκες τους στα φανερά. Έτσι, η ερωτική επαφή καλύφθηκε με χαρακτηριστική αιδημοσύνη, ενώ η ίδια η τελετή του γάμου θεωρήθηκε μια συμβολική βίαιη αρπαγή.
Στις διαθέσιμες αρχαίες πηγές υπογραμμίζεται έντονα το γεγονός ότι η πόλη ακολουθούσε αυστηρούς ευγονικούς κανόνες. Αν και πολλές περιπτώσεις βρεφών θα πέρασαν οπωσδήποτε απαρατήρητες, η έγκριση του κράτους ήταν καταρχήν απαραίτητη για την ανατροφή ενός νεογέννητου παιδιού, και υποτίθεται ότι την έδιναν οι έφοροι ως αρμόδιοι για όλα τα ζητήματα του καθημερινού βίου. Λέγεται, επίσης, ότι ο άτεκνος σύζυγος μπορούσε, αν ήθελε, να παραχωρήσει τη γυναίκα του σε κάποιον νεότερο και δυνατό Σπαρτιάτη για τεκνοποιία.
Ανεξάρτητα από την ιστορική ακρίβεια αυτών των πληροφοριών, γεγονός παραμένει ότι ολόκληρη η ερωτική ζωή των Λακεδαιμονίων πολιτών ήταν ιδεολογικά προσανατολισμένη στη δημιουργία ρωμαλέων απογόνων. Στο ίδιο πνεύμα οι Σπαρτιάτισσες είχαν ελευθερίες και προνόμια που θα ήταν απίστευτα οπουδήποτε αλλού στον αρχαίο ελληνικό κόσμο. Στη Σπάρτη, και μόνο εκεί, επιτρεπόταν -ή μάλλον επιβαλλόταν- στις γυναίκες να γυμνάζονται και να μετέχουν σε αγώνες, τα δε νεαρά κορίτσια αγωνίζονταν γυμνά, όπως και οι συνομήλικοί τους έφηβοι.
Η Σπάρτη διέθετε ένα περίτεχνο σύστημα οργάνωσης των νέων σε ηλικιακές κατηγορίες, με δυσνόητες ονομασίες και χαρακτηριστικά προνόμια των μεγαλυτέρων έναντι των νεοτέρων. Η αυστηρή παιδεία των νέων από την ηλικία των επτά ετών μέχρι την ενηλικίωση στα είκοσι (ἀγωγή) ήταν κρατική υπόθεση και αποσκοπούσε στην πειθαρχία και τη μεγαλύτερη δυνατή εμπέδωση του αγωνιστικού πνεύματος. Για τα επόμενα δέκα χρόνια το κράτος παρέμενε επίσης υπεύθυνο για τη σωματική κατάσταση των ανδρών του. Στις μεγαλύτερες ηλικίες, το κυνήγι παρείχε σε καιρούς ειρήνης ένα υποκατάστατο του πολέμου και ήταν, μαζί με τη γύμναση, μια διά βίου ἀγωγή. (Στην αρχαιότητα η Σπάρτη υπήρξε επίσης διάσημη για τα κυνηγετικά σκυλιά της.) Αρχαίοι φιλολάκωνες συγγραφείς, όπως ο Αθηναίος ιστορικός Ξενοφών, τα έβλεπαν όλα αυτά με απεριόριστο και απροσποίητο θαυμασμό.
Με αυστηρή έννοια, ιδιωτική ζωή για τους ομοίους δεν υπήρχε. Ολόκληρος ο βίος τους βρισκόταν κάτω από την επιστασία του κράτους, που μεριμνούσε για την αλκή, τη ρώμη και την πολεμική υπεροχή. Στις εκστρατείες τους οι Σπαρτιάτες συνοδεύονταν, για όλες τις αναγκαίες χειρωνακτικές εργασίες, από μεγάλο αριθμό ειλώτων, που σε μία τουλάχιστον περίπτωση έφτασε τους επτά για κάθε οπλίτη. Για ευνόητους λόγους οι είλωτες δεν είχαν δικά τους όπλα και συνήθως δεν πολεμούσαν - αν και ορισμένες φορές οι Σπαρτιάτες αναγκάστηκαν να τους χρησιμοποιήσουν επικουρικά. Οι περίοικοι, από την άλλη, υπηρετούσαν σε χωριστές μοίρες στρατού.
Αντίθετα με τους περισσότερους Έλληνες, που θεωρούσαν την κόμη γυναικείο χαρακτηριστικό, οι Σπαρτιάτες άφηναν μακριά μαλλιά, σαν τους ομηρικούς Αχαιούς -δείγμα ότι δεν είχαν την παραμικρή σχέση με τη χειρωναξία-, τα οποία άλειφαν με λάδι τακτικά, και οπωσδήποτε πριν από τις μάχες. Η στρατιωτική περιβολή τους ήταν κόκκινη σαν αίμα (για να φοβίζει τον αντίπαλο και να περιορίζει την εμφάνιση των πληγών) και οι ασπίδες τους επενδεδυμένες με στρώση χαλκού, για να γυαλίζονται εύκολα και να λάμπουν στον ήλιο. Το θέαμα μιας σπαρτιατικής φάλαγγας σε πλήρη σχηματισμό πρέπει να ήταν εντυπωσιακό και ταυτόχρονα τρομακτικό.
Ο πόλεμος ήταν για τους Σπαρτιάτες το πραγματικό πεδίο επίδειξης των σωματικών και ψυχικών αρετών, στις οποίες στόχευε ολόκληρη η ειρηνική διαβίωση μέσα στην πόλη. Στο επικίνδυνο μεταίχμιο ζωής και θανάτου, εκεί που όλα κρίνονταν μέσα σε ελάχιστο χρόνο, βρήκαν οι Σπαρτιάτες το βαθύτερο νόημα της αγωνιστικής τους ύπαρξης. Αυτοί που τόσο υμνήθηκαν για τη σχεδόν κοριτσίστικη αιδώ μέσα στην πόλη τους, και ιδιαίτερα έναντι των πρεσβυτέρων, γίνονταν ομαδικά θρασείς στο πεδίο της μάχης. Όσοι εγκατέλειπαν τη θέση τους από δειλία, οι τρέσαντες («αυτοί που φοβήθηκαν»), έχαναν αυτομάτως τα πολιτικά δικαιώματα και την περιουσία τους και υποβιβάζονταν, αν επέστρεφαν στην πατρίδα, σε αμφίβολη και ατιμασμένη κοινωνικά θέση.
Το σπαρτιατικό ήθος υπήρξε επίσης διάσημο για τη «λακωνικότητά» του. Ο Πλούταρχος αναφέρει σωρεία σύντομων απαντήσεων που υποτίθεται ότι έδωσαν σημαντικοί Σπαρτιάτες σε διάφορες περιστάσεις. Οι ολιγόλογες αυτές ρήσεις διακρίνονται για την αποφθεγματική διαύγεια με την οποία κυριολεκτικά καθήλωναν την πραγματικότητα. Η ιδιότυπη «φιλοσοφία» που ανέπτυξε η Σπάρτη, ο βαθύτερος λόγος για τον οποίο τόσο πολύ θαυμάστηκε σε αρχαίους και νεότερους χρόνους και το πραγματικό έργο του πολιτισμού της, που δεν έχει επιζήσει στα υλικά κατάλοιπα του τόπου (όπως είχε προειδοποιήσει με διορατικότητα ο Θουκυδίδης), ήταν η καίρια και διεισδυτική ματιά στην καρδιά της παλλόμενης από τον αγώνα ζωής. Η οξύτητα του ιδιαίτερου αυτού βλέμματος γεννήθηκε μέσα στους αγώνες του 7ου και του 6ου αιώνα.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)




