Οι σοφότεροι άνθρωποι όλων των εποχών κατέληξαν στο ίδιο συμπέρασμα για τη ζωή: δεν αξίζει τίποτε… Παντού και πάντα ακούει κανείς τον ίδιο ήχο από το στόμα τους – έναν ήχο γεμάτο από αμφιβολία, από μελαγχολία, από κούραση από τη ζωή, από από αντίσταση στη ζωή. Ακόμη κι ο Σωκράτης είπε όταν πέθαινε: «το να ζεις σημαίνει να ‘σαι άρρωστος πολύ καιρό: χρωστώ έναν πετεινό στον λυτρωτή Ασκληπιό». Ακόμη κι ο Σωκράτης είχε κουραστεί από τη ζωή. – Τι αποδεικνύει όμως αυτό; Τι δηλώνει;
– Άλλοτε θα ’λεγε κανείς (-ω, έχει λεχθεί, και μάλιστα δυνατά, και ιδίως από τους πεσιμιστές μας!): «Κάτι απ’ όλα αυτά πρέπει να ‘ναι αληθινό! Η consensus sapientium υποδεικνύει την αλήθεια». – Μπορούμε σήμερα να μιλούμε έτσι; Πρέπει να μιλούμε έτσι; «Κάτι απ’ όλα αυτά πρέπει να ‘ναι αρρωστημένο», απαντούμε εμείς: πρέπει να εξετάζονται εξονυχιστικά αυτοί οι σοφότεροι άνθρωποι όλων των εποχών! Μήπως δεν πατούσαν καλά στα πόδια τους; Μήπως ήταν αργοπορημένοι; παραπαίοντες; decadents; Μήπως εμφανίζεται η σοφία στη γη σαν τον κόρακα που τον τραβάει η μυρωδιά απ’ το ψοφίμι;
Τούτη η ασεβής σκέψη πως οι μεγάλοι σοφοί είναι τύποι παρακμής μου γεννήθηκε ακριβώς σε μια περίπτωση όπου είναι πολύ ισχυρή η προκατάληψη τόσο των λόγιων όσο και των άλλων: είδα τον Σωκράτη και τον Πλάτωνα σαν συμπτώματα εκφυλισμού, σαν όργανα της ελληνικής αποσύνθεσης, σαν ψευδοέλληνες, σαν αντιέλληνες (Γέννηση της τραγωδίας, 1872). Αυτή η consensus sapientium – όσο περνάει ο καιρός το καταλαβαίνω καλύτερα – δεν αποδεικνύει καθόλου πως είχαν δίκιο σ’ ότι συμφωνούσαν: δείχνει μάλλον ότι αυτοί οι ίδιοι, αυτοί οι σοφότεροι των ανθρώπων, συμφωνούσαν από κάποια φυσιολογική άποψη κι έτσι έπαιρναν – όφειλαν να πάρουν – την ίδια αρνητική στάση απέναντι στη ζωή. Κρίσεις, αξιολογικές κρίσεις για τη ζωή, υπέρ ή κατά, μπορούν τελικά να μην είναι ποτέ αληθινές: έχουν αξία μόνο σαν συμπτώματα, αξίζουν προσοχής μόνο σαν συμπτώματα· από μόνες τους δεν είναι παρά ηλιθιότητες. Πρέπει να απλώσουμε τα δάκτυλά μας και να προσπαθήσουμε να συλλάβουμε αυτήν την καταπληκτική finesse (λεπτότητα του χαρακτήρα, φινέτσα) που λέει πως δεν μπορεί να εκτιμηθεί η αξία της ζωής. Δεν μπορεί να εκτιμηθεί από έναν ζωντανό γιατί αυτός είναι ενδιαφερόμενο μέρος ή και μήλο της έριδος κι όχι κριτής – ούτε από έναν νεκρό, για άλλους λόγους. Το να βλέπει ένας φιλόσοφος ένα πρόβλημα στην αξία της ζωής είναι λοιπόν μια ένσταση κατά του εαυτού του, ένα ερωτηματικό για τη σοφία του, μια παντελής έλλειψη σοφίας. – Πώς; Κι όλοι αυτοί οι μεγάλοι σοφοί δεν ήταν μόνο decadents αλλά και καθόλου σοφοί; – Επανέρχομαι όμως στο πρόβλημα του Σωκράτη.
Λόγω καταγωγής ο Σωκράτης ανήκε στον κατώτερο λαό: ήταν πληβείος. Ξέρουμε, μπορούμε ακόμη να δούμε, πόσο άσχημος ήταν. Αλλά η ασχήμια, από μόνη της ένα ελάττωμα, ήταν για τους Ελληνες σχεδόν διάψευση. Ήταν λοιπόν ή όχι ‘ Ελληνας ο Σωκράτης; Η ασχήμια είναι πολλές φορές έκφραση μιας διασταυρωμένης, μιας ματαιωμένης από τη διασταύρωση εξέλιξης. Σ’ άλλες περιπτώσεις εμφανίζεται σαν κατιούσα εξέλιξη. Όσοι από τους εγκληματολόγους είναι ανθρωπολόγοι μας λένε πως ο τυπικός εγκληματίας είναι άσχημος: monstrum in fronte, monstrum in animo”. Αλλά ο εγκληματίας είναι ένας παρακμιακός. Ήταν ο Σωκράτης ένας τυπικός εγκληματίας; -Αυτό τουλάχιστον δεν θα διαψευδόταν από κείνη την περίφημη κρίση του φυσιογνωμιστή που τόσο άσχημα ηχούσε στους φίλους του Σωκράτη. ‘ Ενας ξένος που ήξερε να διαβάζει τις φυσιογνωμίες, πέρασε κάποτε από την Αθήνα και είπε κατάμουτρα στο Σωκράτη πως ήταν ένα monstrum – πως έκρυβε μέσα του όλες τις κακές έξεις και ορέξεις. Κι ο Σωκράτης περιορίστηκε ν’ απαντήσει: «Με ξέρεις πολύ καλά κύριε!»
Η παρακμή στο Σωκράτη δεν υποδεικνύεται μόνο από την παραδεδεγμένη αχαλινωσιά και αναρχία των ενστίκτων του, αλλά και από την υπερτροφία της λογικής ικανότητας και από την κακία του μαχητικού που τον διακρίνει. Ας μη ξεχνούμε επίσης εκείνες τις ακουστικές παραισθήσεις που, ως «δαιμόνιον του Σωκράτη», ερμηνεύτηκαν με θρησκευτικό τρόπο. Το καθετί σ’ αυτόν είναι παρατραβηγμένο, buffo, καρικατούρα- την ίδια στιγμή το καθετί είναι κρυμμένο, υστερόβουλο, υποχθόνιο.
Προσπαθώ να καταλάβω ποια ιδιοσυγκρασία δίνει αυτήν την σωκρατική εξίσωση λογικού, αρετής και ευτυχίας: αυτήν την εξίσωση την πιο περίεργη απ’ όλες, που έχει συν τοις άλλοις εναντίον της όλα τα ένστικτα των παλιότερων Ελλήνων.
Με τον Σωκράτη, το Ελληνικό γούστο στρέφεται προς τη διαλεκτική: τι συνέβη λοιπόν ακριβώς; Πριν απ’ όλα χάθηκε ένα ευγενές γούστο- με τη διαλεκτική η πλέμπα ανεβαίνει στην κορυφή. Πριν το Σωκράτη, οι διαλεκτικοί τρόποι απορρίπτονταν από την καλή κοινωνία: θεωρούνταν κακοί τρόποι, ήταν επικίνδυνοι. Προειδοποιούσαν τους νέους γι’ αυτούς τους τρόπους. Επίσης, δυσπιστούσαν προς όσους παρουσίαζαν τα επιχειρήματά τους με τέτοιους τρόπους. Τα έντιμα πράγματα, όπως και οι έντιμοι άνθρωποι, δεν προσφέρουν τα επιχειρήματά τους έτσι με το χέρι. Είναι απρέπεια να δείχνει κανείς και τα πέντε δάκτυλα. Δεν αξίζει και πολύ ότι πρέπει πρώτα να αποδειχτεί. Παντού όπου αποτελεί ακόμη η αυθεντία μέρος της καλής συμπεριφοράς, παντού όπου δεν αναπτύσσει κανείς επιχειρήματα αλλά δίνει διαταγές, ο διαλεκτικός είναι ένα είδος γελωτοποιού: γελούν μαζί του, δεν τον παίρνουν στα σοβαρά. Ο Σωκράτης ήταν ο γελωτοποιός που κατάφερε να τον πάρουν στα σοβαρά: τί συνέβη λοιπόν τότε;
Διαλέγει κανείς τη διαλεκτική μόνο όταν δεν έχει άλλο μέσο. Ξέρει πως αυτή προκαλεί τη δυσπιστία, πως δεν είναι πολύ πειστική. Τίποτε δεν σβήνει ευκολότερα από την απήχηση του διαλεκτικού: το αποδεικνύει η απλή παρατήρηση κάθε συνάντησης στην οποία γίνεται συζήτηση. Η διαλεκτική μπορεί να είναι μόνο αυτοάμυνα στα χέρια εκείνων που δεν έχουν πια κανένα άλλο όπλο. Πρέπει κανείς να ενισχύσει το δίκιο του: μόλις τα καταφέρει δεν την χρησιμοποιεί πια. Οι Εβραίοι ήταν διαλεκτικοί γι’ αυτόν το λόγο Ο Reineke Fuchs ήταν διαλεκτικός: πώς; Ήταν κι ο Σωκράτης διαλεκτικός;
Είναι η ειρωνεία του Σωκράτη μια έκφραση εξέγερσης; Πληβείας αγανάκτησης; Απολαμβάνει τάχα, σαν καταπιεζόμενος, την ίδια του την αγριότητα με τις μαχαιριές των συλλογισμών του; Εκδικείται τους ευγενείς τους οποίους γοητεύει; – Ως διαλεκτικός κρατάει κανείς ένα ανελέητο εργαλείο στα χέρια του· μπορεί να γίνει τύραννος μ’ αυτό βάζει σε κίνδυνο αυτούς που κατακτάει. Ο διαλεκτικός αφήνει στον αντίπαλό του τη φροντίδα να αποδείξει ότι δεν είναι ηλίθιος: αφήνει τον άλλο εξοργισμένο και συνάμα αβοήθητο. Ο διαλεκτικός καθιστά ανίσχυρη τη νοημοσύνη του αντιπάλου του. – Πώς; Είναι η διαλεκτική του Σωκράτη απλώς μια μορφή εκδίκησης;
Σας έδωσα να καταλάβετε πώς μπορούσε να προκαλεί απέχθεια ο Σωκράτης: γι’ αυτό ακριβώς επιβάλλεται πιο πολύ τώρα να εξηγήσουμε τη γοητεία που ασκούσε. Ιδού ο πρώτος λόγος: ανακάλυψε ένα νέο είδος αγώνος κι έγινε ο πρώτος διδάσκαλός του στους ευγενείς κύκλους της Αθήνας. Γοήτευε ερεθίζοντας την αγωνιστική παρόρμηση των Ελλήνων – εισήγαγε μια παραλλαγή στον πυγμαχικό αγώνα μεταξύ νέων ανδρών και εφήβων. Ο Σωκράτης ήταν επίσης ένας μεγάλος ερωτικός.
Ο Σωκράτης όμως μάντευσε ακόμη περισσότερο. Είδε πίσω από τους ευγενείς Αθηναίους του· κατάλαβε ότι η περίπτωσή του, η ιδιοσυγκρασία του, δεν αποτελούσε πια εξαίρεση. Το ίδιο είδος εκφυλισμού αναπτυσσόταν σιωπηλά παντού: η παλιά Αθήνα είχε φτάσει στο τέλος της. – Και ο Σωκράτης κατάλαβε ότι όλος ο κόσμος τον χρειαζόταν – χρειαζόταν τα μέσα του, τη θεραπεία του, την προσωπική του τέχνη της αυτοσυντήρησης… Παντού τα ένστικτα βρίσκονταν σε κατάσταση αναρχίας· παντού όλοι απείχαν πέντε βήματα από την υπερβολή: το monstrum in animo ήταν κοινός κίνδυνος. «Οι παρορμήσεις θέλουν να γίνουν τύραννου πρέπει να βρούμε έναν ισχυρότερο αντι-τύραννο»… Όταν ο φυσιογνωμιστής αποκάλυψε στο Σωκράτη τί ήταν – ένα σπήλαιο γεμάτο από κακές ορέξεις – ο μεγάλος ειρωνικός άφησε να του ξεφύγει άλλη μιά λέξη που είναι κλειδί του χαρακτήρα του. «Αυτό είναι αλήθεια», είπε, «αλλά τις ελέγχω όλες». Πώς μπόρεσε ο Σωκράτης να γίνει κύριος του εαυτού του; – Κατά βάθος η περίπτωσή του ήταν απλώς η ακραία περίπτωση, απλώς το πιο χτυπητό παράδειγμα αυτού που είχε αρχίσει να γίνεται κοινή ανησυχία: κανείς δεν ήταν πια κύριος του εαυτού του, τα ένστικτα στρέφονταν ενάντια στον καθένα. Ο Σωκράτης γοήτευε επειδή ήταν η ακραία περίπτωση· η φοβερή του ασχήμια τό κάνε αυτό γνωστό σ’ όλα τα μάτια: είναι αυτονόητο βέβαια πως γοήτευε ακόμη περισσότερο σαν απάντηση, σαν λύση, σαν φαινομενική θεραπεία της περίπτωσης αυτής.
Όταν κανείς βρίσκει απαραίτητο, όπως έκανε ο Σωκράτης, να μετατρέψει το λογικό σε τύραννο, δεν μπορεί νά ‘ναι μικρός ο κίνδυνος ότι κάτι άλλο θα γίνει τύραννος. Τότε ανακαλύφτηκε σαν σωτήρας η ορθολογικότητα ούτε ο Σωκράτης ούτε οι «ασθενείς» του δεν ήταν ελεύθεροι να διαλέξουν την ορθολογικότητα: αυτό έγινε de rigueur, ήταν το τελευταίο τους καταφύγιο. Ο φανατισμός με τον οποίο όλος ο ελληνικός στοχασμός ρίχνεται στην ορθολογικότητα, προδίδει την ύπαρξη μιας απελπιστικής κατάστασης· υπήρχε κίνδυνος, δεν υπήρχε παρά’ μόνο μια εκλογή: ή να χαθείς ή να γίνεις παράλογα ορθολογικός… Ο μοραλισμός των Ελλήνων φιλοσόφων από τον Πλάτωνα και μετά είναι παθολογικά καθορισμένο, το ίδιο και η εκτίμηση που τρέφουν για τη διαλεκτική. Η εξίσωση λογικό = αρετή = ευτυχία σημαίνει απλώς: πρέπει να μιμηθεί κανείς το Σωκράτη και να βάζει μόνιμα απέναντι στις σκοτεινές ορέξεις ένα φώς ημέρας – το φως ημέρας του λογικού. Πρέπει κανείς νά ναι με κάθε τρόπο έξυπνος, διαυγής, λαμπρός: κάθε παραχώρηση στα ένστικτα, στο ασυνείδητο, οδηγεί προς τα κάτω…
Εξήγησα με ποιο τρόπο γοήτευε ο Σωκράτης: φαινόταν πως ήταν ένας γιατρός, ένας σωτήρας. Χρειάζεται ακόμη να καταδείξουμε το λάθος που ενυπήρχε στην πίστη του στην «ορθολογικότητα με κάθε τρόπο»; Οι φιλόσοφοι και οι μοραλιστές αυτοαπατώνται όταν πιστεύουν ότι απαλλάσσονται από την παρακμή με το να κηρύττουν απλώς πόλεμο εναντίον της. Η απαλλαγή είναι υπεράνω των δυνάμεών τους: αυτό που διαλέγουν ως μέσο, ως σωτηρία, δεν είναι παρά μια άλλη έκφραση της παρακμής- αλλάζουν την έκφρασή της αλλά δεν απαλλάσσονται από την ίδια την παρακμή. Ο Σωκράτης ήταν μια παρανόηση ολόκληρη η ηθική της βελτίωσης, συμπεριλαμβανομένης και της χριστιανικής, ήταν μια παρανόηση… Το εκτυφλωτικότερο φως ημέρας- η ορθολογικότητα με κάθε τρόπο η ζωή, λαμπρή, ψυχρή, προσεκτική, συνειδητή, χωρίς το ένστικτο, σ’ αντίθεση προς τα ένστικτα – όλα αυτά δεν ήταν παρά μια αρρώστια, μια άλλη αρρώστια, και καθόλου μια επιστροφή στην «αρετή», στην «υγεία», στην ευτυχία… Η υποχρέωση να πολεμάς τα ένστικτα – αυτή είναι η συνταγή της παρακμής: όσο η ζωή διατηρεί μια ανοδική πορεία, η ευτυχία ταυτίζεται με το ένστικτο.
Ο Σωκράτης, αυτός ο εξυπνότερος όλων όσων ξεγέλασαν τους εαυτούς τους, δεν το κατάλαβε τάχα αυτό; Μήπως το ομολόγησε τελικά μέσα στη σοφία του θάρρους του μπροστά στο θάνατο; o Σωκράτης ήθελε να πεθάνει: το κώνειο το διάλεξε αυτός κι όχι η Αθήνα αυτός ανάγκασε την Αθήνα να τον καταδικάσει σε θάνατο… «Ο Σωκράτης δεν είναι γιατρός», είπε μέσα του σιγανά: «εδώ γιατρός είναι μόνο ο θάνατος… Ο Σωκράτης ήταν απλώς άρρωστος εδώ και πολύν καιρό»!
Νίτσε, Λυκόφως των ειδώλων
Δευτέρα 5 Δεκεμβρίου 2022
Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας
ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΑΡΧΙΔΑΜΟΣ
ΙΣΟΚΡ 6.62–69
ΙΣΟΚΡ 6.62–69
(ΙΣΟΚΡ 6.52–69: Όχι στην εγκατάλειψη της Μεσσήνης)
Ποιοι θα συνδράμουν τους Σπαρτιάτες στον αγώνα τους
[62] Εἰ δὲ δεῖ καὶ περὶ τῶν ἔξωθεν βοηθειῶν εἰπεῖν,
ἡγοῦμαι πολλοὺς ἔσεσθαι τοὺς βουλομένους ἐπαμύνειν
ἡμῖν. ἐπίσταμαι γὰρ πρῶτον μὲν Ἀθηναίους, εἰ καὶ μὴ
πάντα μεθ’ ἡμῶν εἰσιν, ἀλλ’ ὑπέρ γε τῆς σωτηρίας τῆς
ἡμετέρας ὁτιοῦν ἂν ποιήσοντας· ἔπειτα τῶν ἄλλων πόλεων
ἔστιν ἃς ὁμοίως ἂν ὑπὲρ τῶν ἡμῖν συμφερόντων ὥσπερ τῶν
αὑταῖς βουλευσομένας· [63] ἔτι δὲ Διονύσιον τὸν τύραν-
νον καὶ τὸν Αἰγυπτίων βασιλέα καὶ τοὺς ἄλλους τοὺς κατὰ
τὴν Ἀσίαν δυνάστας, καθ’ ὅσον ἕκαστοι δύνανται, προ-
θύμως ἂν ἡμῖν ἐπικουρήσοντας· πρὸς δὲ τούτοις καὶ τῶν
Ἑλλήνων τοὺς ταῖς οὐσίαις προέχοντας καὶ ταῖς δόξαις
πρωτεύοντας καὶ τῶν βελτίστων πραγμάτων ἐπιθυμοῦντας,
εἰ καὶ μήπω συνεστήκασιν, ἀλλὰ ταῖς γ’ εὐνοίαις μεθ’
ἡμῶν ὄντας, ἐν οἷς περὶ τῶν μελλόντων εἰκότως ἂν μεγά-
λας ἐλπίδας ἔχοιμεν.
[64] Οἶμαι δὲ καὶ τὸν ἄλλον ὄχλον τὸν ἐν Πελοποννήσῳ
καὶ τὸν δῆμον, ὃν οἰόμεθα μάλιστα πολεμεῖν ἡμῖν, ποθεῖν
ἤδη τὴν ἡμετέραν ἐπιμέλειαν. οὐδὲν γὰρ αὐτοῖς ἀποστᾶσι
γέγονεν ὧν προσεδόκησαν, ἀλλ’ ἀντὶ μὲν τῆς ἐλευθερίας
τοὐναντίον ἀποβέβηκεν (ἀπολέσαντες γὰρ αὑτῶν τοὺς βελ-
τίστους ἐπὶ τοῖς χειρίστοις τῶν πολιτῶν γεγόνασιν), ἀντὶ
δὲ τῆς αὐτονομίας εἰς πολλὰς καὶ δεινὰς ἀνομίας ἐμπε-
πτώκασιν, [65] εἰθισμένοι δὲ τὸν ἄλλον χρόνον μεθ’ ἡμῶν
ἐφ’ ἑτέρους ἰέναι, νῦν τοὺς ἄλλους ὁρῶσιν ἐφ’ αὑτοὺς
στρατευομένους, καὶ τὰς στάσεις, ἃς ἐπυνθάνοντο πρότε-
ρον παρ’ ἑτέροις οὔσας, νῦν παρ’ αὑτοῖς ὀλίγου δεῖν καθ’
ἑκάστην τὴν ἡμέραν γιγνομένας, οὕτω δ’ ὡμαλισμένοι ταῖς
συμφοραῖς εἰσιν, ὥστε μηδένα διαγνῶναι δύνασθαι τοὺς
κάκιστα πράττοντας αὐτῶν· [66] οὐδεμία γάρ ἐστιν τῶν
πόλεων ἀκέραιος, οὐδ’ ἥ τις οὐχ ὁμόρους ἔχει τοὺς κακῶς
ποιήσοντας, ὥστε τετμῆσθαι μὲν τὰς χώρας, πεπορθῆσθαι δὲ
τὰς πόλεις, ἀναστάτους δὲ γεγενῆσθαι τοὺς οἴκους τοὺς
ἰδίους, ἀνεστράφθαι δὲ τὰς πολιτείας καὶ καταλελύσθαι
τοὺς νόμους, μεθ’ ὧν οἰκοῦντες εὐδαιμονέστατοι τῶν Ἑλλή-
νων ἦσαν. [67] οὕτω δ’ ἀπίστως τὰ πρὸς σφᾶς αὐτοὺς
καὶ δυσμενῶς ἔχουσιν, ὥστε μᾶλλον τοὺς πολίτας ἢ τοὺς
πολεμίους δεδίασιν· ἀντὶ δὲ τῆς ἐφ’ ἡμῶν ὁμονοίας καὶ
τῆς παρ’ ἀλλήλων εὐπορίας εἰς τοσαύτην ἀμιξίαν ἐληλύθα-
σιν, ὥσθ’ οἱ μὲν κεκτημένοι τὰς οὐσίας ἥδιον ἂν εἰς τὴν
θάλατταν τὰ σφέτερ’ αὐτῶν ἐκβάλοιεν ἢ τοῖς δεομένοις
ἐπαρκέσειαν, οἱ δὲ καταδεέστερον πράττοντες οὐδ’ ἂν
εὑρεῖν δέξαιντο μᾶλλον ἢ τὰ τῶν ἐχόντων ἀφελέσθαι·
[68] καταλύσαντες δὲ τὰς θυσίας ἐπὶ τῶν βωμῶν σφάτ-
τουσιν ἀλλήλους· πλείους δὲ φεύγουσι νῦν ἐκ μιᾶς πόλεως
ἢ πρότερον ἐξ ἁπάσης τῆς Πελοποννήσου. καὶ τοσούτων
ἀπηριθμημένων κακῶν, πολὺ πλείω τὰ παραλελειμμένα τῶν
εἰρημένων ἐστίν· οὐδὲν γὰρ ὅ τι τῶν δεινῶν ἢ χαλεπῶν οὐκ
ἐνταῦθα συνδεδράμηκεν. [69] ὧν οἱ μὲν ἤδη μεστοὶ τυγ-
χάνουσιν ὄντες, οἱ δὲ διὰ ταχέων ἐμπλησθήσονται, καὶ
ζητήσουσί τινα τῶν παρόντων πραγμάτων εὑρεῖν ἀπαλ-
λαγήν. μὴ γὰρ οἴεσθ’ αὐτοὺς μενεῖν ἐπὶ τούτοις· οἵτινες
γὰρ εὖ πράττοντες ἀπεῖπον, πῶς ἂν οὗτοι κακοπαθοῦντες
πολὺν χρόνον καρτερήσειαν; ὥστ’ οὐ μόνον ἢν μαχόμενοι
νικήσωμεν, ἀλλὰ ἐὰν ἡσυχίαν ἔχοντες περιμείνωμεν,
ὄψεσθ’ αὐτοὺς μεταβαλλομένους καὶ τὴν ἡμετέραν συμμα-
χίαν σωτηρίαν αὑτῶν εἶναι νομίζοντας. τὰς μὲν οὖν
ἐλπίδας ἔχω τοιαύτας.
[62] Εἰ δὲ δεῖ καὶ περὶ τῶν ἔξωθεν βοηθειῶν εἰπεῖν,
ἡγοῦμαι πολλοὺς ἔσεσθαι τοὺς βουλομένους ἐπαμύνειν
ἡμῖν. ἐπίσταμαι γὰρ πρῶτον μὲν Ἀθηναίους, εἰ καὶ μὴ
πάντα μεθ’ ἡμῶν εἰσιν, ἀλλ’ ὑπέρ γε τῆς σωτηρίας τῆς
ἡμετέρας ὁτιοῦν ἂν ποιήσοντας· ἔπειτα τῶν ἄλλων πόλεων
ἔστιν ἃς ὁμοίως ἂν ὑπὲρ τῶν ἡμῖν συμφερόντων ὥσπερ τῶν
αὑταῖς βουλευσομένας· [63] ἔτι δὲ Διονύσιον τὸν τύραν-
νον καὶ τὸν Αἰγυπτίων βασιλέα καὶ τοὺς ἄλλους τοὺς κατὰ
τὴν Ἀσίαν δυνάστας, καθ’ ὅσον ἕκαστοι δύνανται, προ-
θύμως ἂν ἡμῖν ἐπικουρήσοντας· πρὸς δὲ τούτοις καὶ τῶν
Ἑλλήνων τοὺς ταῖς οὐσίαις προέχοντας καὶ ταῖς δόξαις
πρωτεύοντας καὶ τῶν βελτίστων πραγμάτων ἐπιθυμοῦντας,
εἰ καὶ μήπω συνεστήκασιν, ἀλλὰ ταῖς γ’ εὐνοίαις μεθ’
ἡμῶν ὄντας, ἐν οἷς περὶ τῶν μελλόντων εἰκότως ἂν μεγά-
λας ἐλπίδας ἔχοιμεν.
[64] Οἶμαι δὲ καὶ τὸν ἄλλον ὄχλον τὸν ἐν Πελοποννήσῳ
καὶ τὸν δῆμον, ὃν οἰόμεθα μάλιστα πολεμεῖν ἡμῖν, ποθεῖν
ἤδη τὴν ἡμετέραν ἐπιμέλειαν. οὐδὲν γὰρ αὐτοῖς ἀποστᾶσι
γέγονεν ὧν προσεδόκησαν, ἀλλ’ ἀντὶ μὲν τῆς ἐλευθερίας
τοὐναντίον ἀποβέβηκεν (ἀπολέσαντες γὰρ αὑτῶν τοὺς βελ-
τίστους ἐπὶ τοῖς χειρίστοις τῶν πολιτῶν γεγόνασιν), ἀντὶ
δὲ τῆς αὐτονομίας εἰς πολλὰς καὶ δεινὰς ἀνομίας ἐμπε-
πτώκασιν, [65] εἰθισμένοι δὲ τὸν ἄλλον χρόνον μεθ’ ἡμῶν
ἐφ’ ἑτέρους ἰέναι, νῦν τοὺς ἄλλους ὁρῶσιν ἐφ’ αὑτοὺς
στρατευομένους, καὶ τὰς στάσεις, ἃς ἐπυνθάνοντο πρότε-
ρον παρ’ ἑτέροις οὔσας, νῦν παρ’ αὑτοῖς ὀλίγου δεῖν καθ’
ἑκάστην τὴν ἡμέραν γιγνομένας, οὕτω δ’ ὡμαλισμένοι ταῖς
συμφοραῖς εἰσιν, ὥστε μηδένα διαγνῶναι δύνασθαι τοὺς
κάκιστα πράττοντας αὐτῶν· [66] οὐδεμία γάρ ἐστιν τῶν
πόλεων ἀκέραιος, οὐδ’ ἥ τις οὐχ ὁμόρους ἔχει τοὺς κακῶς
ποιήσοντας, ὥστε τετμῆσθαι μὲν τὰς χώρας, πεπορθῆσθαι δὲ
τὰς πόλεις, ἀναστάτους δὲ γεγενῆσθαι τοὺς οἴκους τοὺς
ἰδίους, ἀνεστράφθαι δὲ τὰς πολιτείας καὶ καταλελύσθαι
τοὺς νόμους, μεθ’ ὧν οἰκοῦντες εὐδαιμονέστατοι τῶν Ἑλλή-
νων ἦσαν. [67] οὕτω δ’ ἀπίστως τὰ πρὸς σφᾶς αὐτοὺς
καὶ δυσμενῶς ἔχουσιν, ὥστε μᾶλλον τοὺς πολίτας ἢ τοὺς
πολεμίους δεδίασιν· ἀντὶ δὲ τῆς ἐφ’ ἡμῶν ὁμονοίας καὶ
τῆς παρ’ ἀλλήλων εὐπορίας εἰς τοσαύτην ἀμιξίαν ἐληλύθα-
σιν, ὥσθ’ οἱ μὲν κεκτημένοι τὰς οὐσίας ἥδιον ἂν εἰς τὴν
θάλατταν τὰ σφέτερ’ αὐτῶν ἐκβάλοιεν ἢ τοῖς δεομένοις
ἐπαρκέσειαν, οἱ δὲ καταδεέστερον πράττοντες οὐδ’ ἂν
εὑρεῖν δέξαιντο μᾶλλον ἢ τὰ τῶν ἐχόντων ἀφελέσθαι·
[68] καταλύσαντες δὲ τὰς θυσίας ἐπὶ τῶν βωμῶν σφάτ-
τουσιν ἀλλήλους· πλείους δὲ φεύγουσι νῦν ἐκ μιᾶς πόλεως
ἢ πρότερον ἐξ ἁπάσης τῆς Πελοποννήσου. καὶ τοσούτων
ἀπηριθμημένων κακῶν, πολὺ πλείω τὰ παραλελειμμένα τῶν
εἰρημένων ἐστίν· οὐδὲν γὰρ ὅ τι τῶν δεινῶν ἢ χαλεπῶν οὐκ
ἐνταῦθα συνδεδράμηκεν. [69] ὧν οἱ μὲν ἤδη μεστοὶ τυγ-
χάνουσιν ὄντες, οἱ δὲ διὰ ταχέων ἐμπλησθήσονται, καὶ
ζητήσουσί τινα τῶν παρόντων πραγμάτων εὑρεῖν ἀπαλ-
λαγήν. μὴ γὰρ οἴεσθ’ αὐτοὺς μενεῖν ἐπὶ τούτοις· οἵτινες
γὰρ εὖ πράττοντες ἀπεῖπον, πῶς ἂν οὗτοι κακοπαθοῦντες
πολὺν χρόνον καρτερήσειαν; ὥστ’ οὐ μόνον ἢν μαχόμενοι
νικήσωμεν, ἀλλὰ ἐὰν ἡσυχίαν ἔχοντες περιμείνωμεν,
ὄψεσθ’ αὐτοὺς μεταβαλλομένους καὶ τὴν ἡμετέραν συμμα-
χίαν σωτηρίαν αὑτῶν εἶναι νομίζοντας. τὰς μὲν οὖν
ἐλπίδας ἔχω τοιαύτας.
***
Εάν τώρα είναι ανάγκη να ομιλήσω και διά τας βοηθείας από το εξωτερικόν, νομίζω, ότι θα είναι πολλοί που θα θελήσουν να μας βοηθήσουν και αυτοί. Διότι ξέρω καλά πρώτα πρώτα οι Αθηναίοι, εάν δεν είναι καθ' όλα μαζί μας, αλλά τουλάχιστον διά την σωτηρίαν μας θα κάνουν ό,τι τους περνά από το χέρι. Έπειτα ξέρω και μερικές από τις άλλες πόλεις, που θα λάβουν αποφάσεις για τα δικά μας συμφέροντα, σαν να πρόκειται για τα δικά τους· έπειτα ξέρω, ότι ο Διονύσιος ο τύραννος και ο βασιλεύς της Αιγύπτου και οι άλλοι ηγεμόνες ανά την Ασίαν θα μας στείλουν προθύμως επικουρίες, όσες ημπορεί ο καθένας· τέλος οι Έλληνες, όσοι έχουν μεγάλες περιουσίες και έχουν εξέχουσαν θέσιν και ευγενείς φιλοδοξίες, αυτοί και αν δεν ήλθαν ακόμα με το μέρος μας, τουλάχιστον είναι ευνοϊκά διατεθειμένοι προς εμάς και εις αυτούς εύλογον είναι να στηρίξουμε μεγάλες ελπίδες διά τα μέλλοντα.
Φαντάζομαι επίσης, ότι και όλος ο πληθυσμός της Πελοποννήσου και οι δημοκρατικοί, που τους θεωρούμεν ως φανατικούς εχθρούς μας, νοσταλγούν σήμερα τη δική μας προστασία. Διότι με το να αποχωρήσουν από τη συμμαχία μας δεν είδαν να γίνη τίποτε απ' ό,τι περίμεναν, παρά αντί της ελευθερίας τούς βρήκαν τα αντίθετα· αφού δηλαδή εξώντωσαν τους καλυτέρους συμπολίτας των, περιήλθον εις την εξουσίαν των χειροτέρων πολιτών, αντί να γίνουν αυτόνομοι, περιέπεσαν εις πολλάς και φοβεράς ανομίας και ενώ εις το παρελθόν ήσαν συνειθισμένοι να εκστρατεύουν μαζί μας εναντίον άλλων, τώρα βλέπουν τους άλλους να εκστρατεύουν εναντίον τους και τα εσωτερικά κινήματα που πρώτα άκουαν, ότι γίνονται εις άλλες πόλεις, βλέπουν να γίνωνται σήμερα εις την δικήν τους πόλιν σχεδόν κάθε μέρα. Και τόσο πολύ τους έχουν ισοπεδώσει οι συμφορές, ώστε να μη μπορή κανείς να ξεχωρίση, ποιοι είναι οι πλέον δυστυχισμένοι απ' αυτούς· διότι δεν υπάρχει πόλις που να έμεινε ανέπαφη, ή που να μην έχη γείτονες έτοιμους να της επιτεθούν· και το αποτέλεσμα είναι οι χώρες τους να είναι λεηλατημένες, οι πόλεις τους ερημωμένες, οι ιδιωτικές τους περιουσίες κατεστραμμένες, τα πολιτεύματά τους έχουν ανατραπή, οι νόμοι έχουν καταλυθή, με τους οποίους εζούσαν και ήσαν οι πλέον ευτυχισμένοι Έλληνες. Τόση είναι η δυσπιστία και η αντιπάθεια μεταξύ τους, ώστε περισσότερο φοβούνται τους συμπολίτας τους παρά τους εχθρούς· και αντί της ομονοίας που είχαν επί της δικής μας ηγεμονίας και αντί της αλληλοβοηθείας τόσον πολύ έχουν απομονωθή ο καθένας τους, ώστε όσοι έχουν την περιουσία τους, θα προτιμούσαν να τα πετάξουν στη θάλασσα τα υπάρχοντά τους παρά να βοηθήσουν αυτούς, που στερούνται, και κείνοι πάλι που είναι κάπως φτωχοί, και να τους τη χαρίζουν ακόμα την περιουσία τους οι πλούσιοι, δεν θα εδέχοντο, παρά προτιμούν να τους την πάρουν διά της βίας· κατήργησαν τας θυσίας και επάνω εις τους βωμούς σφάζουν ο ένας τον άλλον· και από μίαν πόλιν σήμερα είναι περισσότεροι πρόσφυγες παρά πριν απ' ολόκληρην την Πελοπόννησον. Έχω απαριθμήσει τόσα δεινά, όμως πολύ περισσότερα είναι αυτά που παρέλειψα, διότι δεν υπάρχει συμφορά ή δυστυχία που να μην έχη συσσωρευθή εκεί. Και απ' αυτές άλλοι μεν είναι ήδη χορτασμένοι, άλλοι γρήγορα θα χορτάσουν και θα επιζητούν να εύρουν κανένα τρόπο να γλυτώσουν από τη σημερινή στενοχώρια. Διότι μη φαντάζεσθε, ότι θα μείνουν ήσυχοι στη θέση που ευρίσκονται· άνθρωποι δηλαδή που βαρέθηκαν την ευτυχία, πώς μπορεί να κακοπάθουν και να είναι καρτερικοί πολύν καιρό; Ώστε όχι μόνον αν νικήσωμε στη μάχη, αλλά και αν ακόμα μένουμε άπρακτοι και περιμένουμε, θα τους ιδήτε ν' αλλάξουν γνώμη και να θεωρούν τη συμμαχία με μας ως σωτηρίαν τους. Πράγματι τέτοιες είναι οι ελπίδες που έχω.
Εάν τώρα είναι ανάγκη να ομιλήσω και διά τας βοηθείας από το εξωτερικόν, νομίζω, ότι θα είναι πολλοί που θα θελήσουν να μας βοηθήσουν και αυτοί. Διότι ξέρω καλά πρώτα πρώτα οι Αθηναίοι, εάν δεν είναι καθ' όλα μαζί μας, αλλά τουλάχιστον διά την σωτηρίαν μας θα κάνουν ό,τι τους περνά από το χέρι. Έπειτα ξέρω και μερικές από τις άλλες πόλεις, που θα λάβουν αποφάσεις για τα δικά μας συμφέροντα, σαν να πρόκειται για τα δικά τους· έπειτα ξέρω, ότι ο Διονύσιος ο τύραννος και ο βασιλεύς της Αιγύπτου και οι άλλοι ηγεμόνες ανά την Ασίαν θα μας στείλουν προθύμως επικουρίες, όσες ημπορεί ο καθένας· τέλος οι Έλληνες, όσοι έχουν μεγάλες περιουσίες και έχουν εξέχουσαν θέσιν και ευγενείς φιλοδοξίες, αυτοί και αν δεν ήλθαν ακόμα με το μέρος μας, τουλάχιστον είναι ευνοϊκά διατεθειμένοι προς εμάς και εις αυτούς εύλογον είναι να στηρίξουμε μεγάλες ελπίδες διά τα μέλλοντα.
Φαντάζομαι επίσης, ότι και όλος ο πληθυσμός της Πελοποννήσου και οι δημοκρατικοί, που τους θεωρούμεν ως φανατικούς εχθρούς μας, νοσταλγούν σήμερα τη δική μας προστασία. Διότι με το να αποχωρήσουν από τη συμμαχία μας δεν είδαν να γίνη τίποτε απ' ό,τι περίμεναν, παρά αντί της ελευθερίας τούς βρήκαν τα αντίθετα· αφού δηλαδή εξώντωσαν τους καλυτέρους συμπολίτας των, περιήλθον εις την εξουσίαν των χειροτέρων πολιτών, αντί να γίνουν αυτόνομοι, περιέπεσαν εις πολλάς και φοβεράς ανομίας και ενώ εις το παρελθόν ήσαν συνειθισμένοι να εκστρατεύουν μαζί μας εναντίον άλλων, τώρα βλέπουν τους άλλους να εκστρατεύουν εναντίον τους και τα εσωτερικά κινήματα που πρώτα άκουαν, ότι γίνονται εις άλλες πόλεις, βλέπουν να γίνωνται σήμερα εις την δικήν τους πόλιν σχεδόν κάθε μέρα. Και τόσο πολύ τους έχουν ισοπεδώσει οι συμφορές, ώστε να μη μπορή κανείς να ξεχωρίση, ποιοι είναι οι πλέον δυστυχισμένοι απ' αυτούς· διότι δεν υπάρχει πόλις που να έμεινε ανέπαφη, ή που να μην έχη γείτονες έτοιμους να της επιτεθούν· και το αποτέλεσμα είναι οι χώρες τους να είναι λεηλατημένες, οι πόλεις τους ερημωμένες, οι ιδιωτικές τους περιουσίες κατεστραμμένες, τα πολιτεύματά τους έχουν ανατραπή, οι νόμοι έχουν καταλυθή, με τους οποίους εζούσαν και ήσαν οι πλέον ευτυχισμένοι Έλληνες. Τόση είναι η δυσπιστία και η αντιπάθεια μεταξύ τους, ώστε περισσότερο φοβούνται τους συμπολίτας τους παρά τους εχθρούς· και αντί της ομονοίας που είχαν επί της δικής μας ηγεμονίας και αντί της αλληλοβοηθείας τόσον πολύ έχουν απομονωθή ο καθένας τους, ώστε όσοι έχουν την περιουσία τους, θα προτιμούσαν να τα πετάξουν στη θάλασσα τα υπάρχοντά τους παρά να βοηθήσουν αυτούς, που στερούνται, και κείνοι πάλι που είναι κάπως φτωχοί, και να τους τη χαρίζουν ακόμα την περιουσία τους οι πλούσιοι, δεν θα εδέχοντο, παρά προτιμούν να τους την πάρουν διά της βίας· κατήργησαν τας θυσίας και επάνω εις τους βωμούς σφάζουν ο ένας τον άλλον· και από μίαν πόλιν σήμερα είναι περισσότεροι πρόσφυγες παρά πριν απ' ολόκληρην την Πελοπόννησον. Έχω απαριθμήσει τόσα δεινά, όμως πολύ περισσότερα είναι αυτά που παρέλειψα, διότι δεν υπάρχει συμφορά ή δυστυχία που να μην έχη συσσωρευθή εκεί. Και απ' αυτές άλλοι μεν είναι ήδη χορτασμένοι, άλλοι γρήγορα θα χορτάσουν και θα επιζητούν να εύρουν κανένα τρόπο να γλυτώσουν από τη σημερινή στενοχώρια. Διότι μη φαντάζεσθε, ότι θα μείνουν ήσυχοι στη θέση που ευρίσκονται· άνθρωποι δηλαδή που βαρέθηκαν την ευτυχία, πώς μπορεί να κακοπάθουν και να είναι καρτερικοί πολύν καιρό; Ώστε όχι μόνον αν νικήσωμε στη μάχη, αλλά και αν ακόμα μένουμε άπρακτοι και περιμένουμε, θα τους ιδήτε ν' αλλάξουν γνώμη και να θεωρούν τη συμμαχία με μας ως σωτηρίαν τους. Πράγματι τέτοιες είναι οι ελπίδες που έχω.
Κυριακή 4 Δεκεμβρίου 2022
ΟΜΗΡΟΣ: Ὀδύσσεια (24.1-24.97)
Ἑρμῆς δὲ ψυχὰς Κυλλήνιος ἐξεκαλεῖτο
ἀνδρῶν μνηστήρων· ἔχε δὲ ῥάβδον μετὰ χερσὶ
καλὴν χρυσείην, τῇ τ᾽ ἀνδρῶν ὄμματα θέλγει
ὧν ἐθέλει, τοὺς δ᾽ αὖτε καὶ ὑπνώοντας ἐγείρει·
5 τῇ ῥ᾽ ἄγε κινήσας, ταὶ δὲ τρίζουσαι ἕποντο.
ὡς δ᾽ ὅτε νυκτερίδες μυχῷ ἄντρου θεσπεσίοιο
τρίζουσαι ποτέονται, ἐπεί κέ τις ἀποπέσῃσιν
ὁρμαθοῦ ἐκ πέτρης, ἀνά τ᾽ ἀλλήλῃσιν ἔχονται,
ὣς αἱ τετριγυῖαι ἅμ᾽ ἤϊσαν· ἄρχε δ᾽ ἄρα σφιν
10 Ἑρμείας ἀκάκητα κατ᾽ εὐρώεντα κέλευθα.
πὰρ δ᾽ ἴσαν Ὠκεανοῦ τε ῥοὰς καὶ Λευκάδα πέτρην,
ἠδὲ παρ᾽ Ἠελίοιο πύλας καὶ δῆμον ὀνείρων
ἤϊσαν· αἶψα δ᾽ ἵκοντο κατ᾽ ἀσφοδελὸν λειμῶνα,
ἔνθα τε ναίουσι ψυχαί, εἴδωλα καμόντων.
15 Εὗρον δὲ ψυχὴν Πηληϊάδεω Ἀχιλῆος
καὶ Πατροκλῆος καὶ ἀμύμονος Ἀντιλόχοιο
Αἴαντός θ᾽, ὃς ἄριστος ἔην εἶδός τε δέμας τε
τῶν ἄλλων Δαναῶν μετ᾽ ἀμύμονα Πηλεΐωνα.
ὣς οἱ μὲν περὶ κεῖνον ὁμίλεον· ἀγχίμολον δὲ
20 ἤλυθ᾽ ἔπι ψυχὴ Ἀγαμέμνονος Ἀτρεΐδαο
ἀχνυμένη· περὶ δ᾽ ἄλλαι ἀγηγέραθ᾽, ὅσσοι ἅμ᾽ αὐτῷ
οἴκῳ ἐν Αἰγίσθοιο θάνον καὶ πότμον ἐπέσπον.
τὸν προτέρη ψυχὴ προσεφώνεε Πηλεΐωνος·
«Ἀτρεΐδη, περὶ μέν σ᾽ ἔφαμεν Διὶ τερπικεραύνῳ
25 ἀνδρῶν ἡρώων φίλον ἔμμεναι ἤματα πάντα,
οὕνεκα πολλοῖσίν τε καὶ ἰφθίμοισιν ἄνασσες
δήμῳ ἔνι Τρώων, ὅθι πάσχομεν ἄλγε᾽ Ἀχαιοί.
ἦ τ᾽ ἄρα καὶ σοὶ πρῶϊ παραστήσεσθαι ἔμελλε
μοῖρ᾽ ὀλοή, τὴν οὔ τις ἀλεύεται, ὅς κε γένηται.
30 ὡς ὄφελες τιμῆς ἀπονήμενος, ἧς περ ἄνασσες,
δήμῳ ἔνι Τρώων θάνατον καὶ πότμον ἐπισπεῖν·
τῶ κέν τοι τύμβον μὲν ἐποίησαν Παναχαιοί,
ἠδέ κε καὶ σῷ παιδὶ μέγα κλέος ἤρα᾽ ὀπίσσω·
νῦν δ᾽ ἄρα σ᾽ οἰκτίστῳ θανάτῳ εἵμαρτο ἁλῶναι.»
35 Τὸν δ᾽ αὖτε ψυχὴ προσεφώνεεν Ἀτρεΐδαο·
«ὄλβιε Πηλέος υἱέ, θεοῖς ἐπιείκελ᾽ Ἀχιλλεῦ,
ὃς θάνες ἐν Τροίῃ ἑκὰς Ἄργεος· ἀμφὶ δέ σ᾽ ἄλλοι
κτείνοντο Τρώων καὶ Ἀχαιῶν υἷες ἄριστοι,
μαρνάμενοι περὶ σεῖο· σὺ δ᾽ ἐν στροφάλιγγι κονίης
40 κεῖσο μέγας μεγαλωστί, λελασμένος ἱπποσυνάων.
ἡμεῖς δὲ πρόπαν ἦμαρ ἐμαρνάμεθ᾽· οὐδέ κε πάμπαν
παυσάμεθα πτολέμου, εἰ μὴ Ζεὺς λαίλαπι παῦσεν.
αὐτὰρ ἐπεί σ᾽ ἐπὶ νῆας ἐνείκαμεν ἐκ πολέμοιο,
κάτθεμεν ἐν λεχέεσσι, καθήραντες χρόα καλὸν
45 ὕδατί τε λιαρῷ καὶ ἀλείφατι· πολλὰ δέ σ᾽ ἀμφὶ
δάκρυα θερμὰ χέον Δαναοὶ κείροντό τε χαίτας.
μήτηρ δ᾽ ἐξ ἁλὸς ἦλθε σὺν ἀθανάτῃς ἁλίῃσιν
ἀγγελίης ἀΐουσα· βοὴ δ᾽ ἐπὶ πόντον ὀρώρει
θεσπεσίη, ὑπὸ δὲ τρόμος ἔλλαβε πάντας Ἀχαιούς.
50 καί νύ κ᾽ ἀναΐξαντες ἔβαν κοίλας ἐπὶ νῆας,
εἰ μὴ ἀνὴρ κατέρυκε παλαιά τε πολλά τε εἰδώς,
Νέστωρ, οὗ καὶ πρόσθεν ἀρίστη φαίνετο βουλή·
ὅ σφιν ἐϋφρονέων ἀγορήσατο καὶ μετέειπεν·
“ἴσχεσθ᾽, Ἀργεῖοι, μὴ φεύγετε, κοῦροι Ἀχαιῶν·
55 μήτηρ ἐξ ἁλὸς ἥδε σὺν ἀθανάτῃς ἁλίῃσιν
ἔρχεται, οὗ παιδὸς τεθνηότος ἀντιόωσα.”
ὣς ἔφαθ᾽, οἱ δ᾽ ἔσχοντο φόβου μεγάθυμοι Ἀχαιοί·
ἀμφὶ δέ σ᾽ ἔστησαν κοῦραι ἁλίοιο γέροντος
οἴκτρ᾽ ὀλοφυρόμεναι, περὶ δ᾽ ἄμβροτα εἵματα ἕσσαν.
60 Μοῦσαι δ᾽ ἐννέα πᾶσαι ἀμειβόμεναι ὀπὶ καλῇ
θρήνεον· ἔνθα κεν οὔ τιν᾽ ἀδάκρυτόν γ᾽ ἐνόησας
Ἀργείων· τοῖον γὰρ ὑπώρορε Μοῦσα λίγεια.
ἑπτὰ δὲ καὶ δέκα μέν σε ὁμῶς νύκτας τε καὶ ἦμαρ
κλαίομεν ἀθάνατοί τε θεοὶ θνητοί τ᾽ ἄνθρωποι·
65 ὀκτωκαιδεκάτῃ δ᾽ ἔδομεν πυρί, πολλὰ δέ σ᾽ ἀμφὶ
μῆλα κατεκτάνομεν μάλα πίονα καὶ ἕλικας βοῦς.
καίεο δ᾽ ἔν τ᾽ ἐσθῆτι θεῶν καὶ ἀλείφατι πολλῷ
καὶ μέλιτι γλυκερῷ· πολλοὶ δ᾽ ἥρωες Ἀχαιοὶ
τεύχεσιν ἐρρώσαντο πυρὴν πέρι καιομένοιο,
70 πεζοί θ᾽ ἱππῆές τε· πολὺς δ᾽ ὀρυμαγδὸς ὀρώρει.
αὐτὰρ ἐπεὶ δή σε φλὸξ ἤνυσεν Ἡφαίστοιο,
ἠῶθεν δή τοι λέγομεν λεύκ᾽ ὀστέ᾽, Ἀχιλλεῦ,
οἴνῳ ἐν ἀκρήτῳ καὶ ἀλείφατι· δῶκε δὲ μήτηρ
χρύσεον ἀμφιφορῆα· Διωνύσοιο δὲ δῶρον
75 φάσκ᾽ ἔμεναι, ἔργον δὲ περικλυτοῦ Ἡφαίστοιο.
ἐν τῷ τοι κεῖται λεύκ᾽ ὀστέα, φαίδιμ᾽ Ἀχιλλεῦ,
μίγδα δὲ Πατρόκλοιο Μενοιτιάδαο θανόντος,
χωρὶς δ᾽ Ἀντιλόχοιο, τὸν ἔξοχα τῖες ἁπάντων
τῶν ἄλλων ἑτάρων μετὰ Πάτροκλόν γε θανόντα.
80 ἀμφ᾽ αὐτοῖσι δ᾽ ἔπειτα μέγαν καὶ ἀμύμονα τύμβον
χεύαμεν Ἀργείων ἱερὸς στρατὸς αἰχμητάων
ἀκτῇ ἔπι προὐχούσῃ, ἐπὶ πλατεῖ Ἑλλησπόντῳ,
ὥς κεν τηλεφανὴς ἐκ ποντόφιν ἀνδράσιν εἴη
τοῖς οἳ νῦν γεγάασι καὶ οἳ μετόπισθεν ἔσονται.
85 μήτηρ δ᾽ αἰτήσασα θεοὺς περικαλλέ᾽ ἄεθλα
θῆκε μέσῳ ἐν ἀγῶνι ἀριστήεσσιν Ἀχαιῶν.
ἤδη μὲν πολέων τάφῳ ἀνδρῶν ἀντεβόλησας
ἡρώων, ὅτε κέν ποτ᾽ ἀποφθιμένου βασιλῆος
ζώννυνταί τε νέοι καὶ ἐπεντύνονται ἄεθλα·
90 ἀλλά κε κεῖνα μάλιστα ἰδὼν θηήσαο θυμῷ,
οἷ᾽ ἐπὶ σοὶ κατέθηκε θεὰ περικαλλέ᾽ ἄεθλα,
ἀργυρόπεζα Θέτις· μάλα γὰρ φίλος ἦσθα θεοῖσιν.
ὣς σὺ μὲν οὐδὲ θανὼν ὄνομ᾽ ὤλεσας, ἀλλά τοι αἰεὶ
πάντας ἐπ᾽ ἀνθρώπους κλέος ἔσσεται ἐσθλόν, Ἀχιλλεῦ·
95 αὐτὰρ ἐμοὶ τί τόδ᾽ ἦδος, ἐπεὶ πόλεμον τολύπευσα;
ἐν νόστῳ γάρ μοι Ζεὺς μήσατο λυγρὸν ὄλεθρον
Αἰγίσθου ὑπὸ χερσὶ καὶ οὐλομένης ἀλόχοιο.»
***
Τώρα ο κυλλήνιος Ερμής έξω καλούσε των μνηστήρων τις ψυχές.Στα χέρια του κρατούσε χρυσό και ωραίο ραβδί — αυτό που μαγνητίζει
τα μάτια των ανθρώπων, όποιου θελήσει εκείνος,
και τα κλείνει, ή κι απ᾽ τον ύπνο τον βαθύ τούς ανασταίνει.
Με τούτο το ραβδί έσερνε τις ψυχές μπροστά ο θεός,
κι εκείνες πίσω τρίζοντας.
Πώς νυχτερίδες, στο βάθος μιας απέραντης σπηλιάς, τρίζοντας
πετούν, αν κάποια πέσει από την αρμαθιά του βράχου
όπου ήσαν όλες κρεμασμένες κι αξεχώριστες,
έτσι και των μνηστήρων οι ψυχές κατέβαιναν μαζί του,
καθώς πανούργος ο θεός Ερμής τις οδηγούσε
10 σε μονοπάτια σκοτεινά και μουχλιασμένα.
Πρώτα προσπέρασαν του Ωκεανού το ρέμα και τον Άσπρο Βράχο,
μετά τις πύλες διάβηκαν του Ήλιου, τον δήμο των Ονείρων,
κι έφτασαν τέλος σε λιβάδι ασφοδελό, όπου περιδιαβάζουν
οι ψυχές, είδωλα των νεκρών.
Εκεί απάντησαν του Αχιλλέα Πηλείδη την ψυχή,
με τις ψυχές μαζί του Πάτροκλου, του άψογου Αντιλόχου,
του Αίαντα, που ξεπερνούσε στην όψη και στο ανάστημα
τους άλλους Δαναούς, όλους μετά τον αξεπέραστο γιο του Πηλέα.
Κι όπως τριγύριζαν τον Αχιλλέα οι ψυχές αυτές,
20 ήλθε κοντά τους η σκιά του Αγαμέμνονα Ατρείδη,
βαριά θλιμμένη — γύρω της κι άλλες φιλικές σκιές,
όσων χαλάστηκαν μαζί του στο αρχοντικό του Αιγίσθου,
όπου και βρήκαν τον μοιραίο χαμό.
Πρόλαβε τότε του Πηλείδη η ψυχή, στον Αγαμέμνονα μιλώντας:
«Γιε του Ατρέα, πάντα το λέγαμε εμείς πως αγαπούσε εσένα πιο πολύ
από τους άλλους ήρωες ο Δίας τερπικέραυνος·
που εκεί στων Τρώων τη χώρα κυβερνούσες πολλούς κι αντρειωμένους,
όπου βασανιστήκαμε με τόσα πάθη οι Αχαιοί.
Μα να, σου έμελλε κι εσένα να σε χτυπήσει πριν της ώρας σου
η μαύρη μοίρα — αυτή που όποιος γεννηθεί να την ξεφύγει δεν μπορεί.
30 Μακάρι τότε, τιμημένον με βασιλική τιμή, στην Τροία εκεί
να σε είχε βρει ο θάνατος, το τέλος της ζωής.
Οπότε κι οι Παναχαιοί τύμβο θα ύψωναν να σε τιμήσουν,
κι ακόμη θ᾽ άφηνες μεγάλο κλέος κληρονομιά στον γιο σου.
Μα τώρα ήταν πεπρωμένο σου λάφυρο να σε πάρει
ένας τρισάθλιος θάνατος.»
Ανταποκρίθηκε του Ατρείδη η ψυχή, στον Αχιλλέα μιλώντας:
«Καλότυχος εσύ, γιε του Πηλέα, θεόμορφε Αχιλλέα,
που θανατώθηκες πέρα στην Τροία, μακριά από το Άργος.
Έπεσαν τότε γύρω σου πολλοί, των Τρώων και των Αχαιών οι άριστοι,
για χάρη σου· κι εσύ να κείτεσαι, μέσα στη σκόνη που στροβίλιζε,
40 φαρδύς πλατύς, έχοντας πια ξεχάσει την ιππική σου τέχνη.
Μια μέρα ολόκληρη εμείς αγωνιζόμασταν για σένα,
κι ο πόλεμός μας δεν θα σταματούσε, αν μ᾽ ανεμοζάλη ο Δίας
δεν όριζε το τέλος του.
Και τότε πια από τη μάχη σε σηκώσαμε, σε πήγαμε στα πλοία
κι εκεί σε κλίνη σ᾽ ακουμπήσαμε, αφού πρώτα το ωραίο κορμί σου
το πλύναμε με χλιαρό νερό κι έπειτα το μυρώσαμε.
Γύρω σου όλοι οι Δαναοί έχυναν δάκρυα θερμά, κόβοντας
τα μακριά μαλλιά τους.
Τότε κι η μάνα σου, ακούγοντας το μήνυμα, από τη θάλασσα
ανεβαίνει, με τις θαλασσινές μαζί, τις θυγατέρες του Νηρέα.
Απέραντος ο κοπετός απλώθηκε στο πέλαγος, κι απ᾽ τη βοή τους Αχαιούς
τους συνεπήρε ο τρόμος.
50 Θ᾽ ανέβαιναν να φύγουν στα βαθουλά τους πλοία, αν κάποιος
δεν τους συγκρατούσε που γνώριζε πολλά και περασμένα·
ο Νέστορας, που πάντα η γνώμη του άριστη, δοκιμασμένη.
Αυτός για το καλό τους πήρε τον λόγο και τους είπε:
«Αργείοι, κρατηθείτε, μη φεύγετε των Αχαιών βλαστοί.
Είναι η μάνα του αυτή που φτάνει, από τη θάλασσα ανεβαίνει
με τις θαλασσινές μαζί, τις θυγατέρες του Νηρέα, για να θρηνήσει
τον νεκρό της γιο.»
Τόσα τους είπε κι αμέσως αναθάρρησαν, απ᾽ τη φυγή κρατήθηκαν οι Αργείοι.
Στο μεταξύ γύρω σου στήθηκαν οι κόρες του θαλάσσιου γέροντα,
λυπητερά μοιρολογώντας, και ρούχα αθάνατα σου φόρεσαν.
60 Εννέα οι Μούσες, με φωνή μελωδική, θρηνούσαν συναλλάσσοντας
τη μουσική τους. Κανείς δεν έμεινε τότε αδάκρυτος —
τόσο ο σκοπός τους όλους τούς συγκίνησε.
Μέρες δεκαεφτά, μερόνυχτα δεκαεφτά, το μοιρολόγι κράτησε
θνητών ανθρώπων και θεών αθάνατων.
Και πάνω στις δεκαοχτώ στη φλόγα της πυράς σε παραδώσαμε,
σφάζοντας γύρω πρόβατα πολλά, αρνιά παχιά και βόδια ελικοκέρατα.
Κι όσο το σώμα σου λαμπάδιαζε μέσα στα θεϊκά του ρούχα, με λίπος αλειμμένο
και μέλι άφθονο, γλυκό, πολλοί, ήρωες Αχαιοί,
γύρω από τη φωτιά που σ᾽ έκαιγε, φορώντας όπλα, πεζοί και καβαλάρηδες,
70 σάλευαν σαν το κύμα — στα ύψη έφτανε βοή μεγάλη.
Κι όταν του Ηφαίστου η φλόγα έκανε το κατόρθωμά της,
με της αυγής το χάραμα μαζέψαμε, Αχιλλέα, λευκά τα οστά σου,
μέσα σε άκρατο κρασί και αλοιφές.
Τότε κι η μάνα σου προσφέρει χρυσό αμφορέα, δώρο, όπως έλεγε,
του Διονύσου, έργο του έξοχου τεχνίτη Ηφαίστου.
Εκεί λευκά τα οστά σου μένουν, λαμπρέ Αχιλλέα, με του Μενοιτιάδη,
του νεκρού Πατρόκλου, τα οστά αξεχώριστα.
Χώρια ωστόσο του Αντιλόχου, που τον τιμούσες πιο πολύ
από τους άλλους σου συντρόφους, μετά τον θάνατο
του αγαπημένου σου Πατρόκλου.
80 Ύστερα ολόγυρα τύμβο μεγάλο κι άψογο εμείς σου υψώσαμε,
ο ατρόμητος στρατός των δορυφόρων Δαναών·
αντίκρυ στον πλατύν Ελλήσποντο, στον κάβο που προβάλλει,
να φαίνεται από μακριά σ᾽ αυτούς που ταξιδεύουν
στα πελάγη, όσοι στις μέρες μας γεννήθηκαν, κι αυτοί που θα ᾽ρθουν
κάποτε στο μέλλον.
Η μάνα σου μετά απ᾽ τους θεούς γυρεύοντας περίκαλλα έπαθλα,
στη μέση τα έβαλε, ν᾽ αγωνιστούν γι᾽ αυτά οι αριστείς των Αχαιών.
Ο ίδιος πέτυχες, όσο ακόμη ζούσες, αγώνες επιτάφιους
ανδρών γενναίων, κάθε φορά που έσβηνε ένας βασιλιάς
κι οι νέοι ζώνονταν ν᾽ αγωνιστούν, ποιος τα βραβεία θα πάρει.
90 Αν όμως έβλεπες εκείνα, με θαυμασμό θα γέμιζε η θέα τους τον νου σου,
όσα περίκαλλα έπαθλα στη μέση έβαλε η θεά, η Θέτιδα
με τους χιονάτους αστραγάλους — γιατί ήσουν πάντα φίλος των θεών.
Εσύ, Αχιλλέα, και νεκρός έσωσες έτσι τ᾽ όνομά σου,
αφού για πάντα, σ᾽ όλους τους ανθρώπους, λαμπρό το κλέος σου θα μείνει.
Εμένα όμως, όταν τον πόλεμο αποτέλειωσα, ποια χάρη,
ποια χαρά μού απόμεινε;
Ο Δίας στοχάστηκε στον γυρισμό μου άγριο χαλασμό,
να πέσω από τα χέρια του Αίγισθου και της καταραμένης μου γυναίκας.»
Η Ρώμη και ο κόσμος της: 14. Όριεντ Εξπρές
14.2. Τη Ρωμαιοσύνη να την κλαις
Ο Γάιος Καρβίλιος διδάσκει ιστορία σε ένα από τα καλύτερα σχολεία της βόρειας Ιταλίας. Το σχολείο, όπως και πολλά ανάλογα διδακτήρια σε άλλες περιοχές της αυτοκρατορίας, ιδρύθηκε με δωρεές πλούσιων ιδιωτών, είναι, ωστόσο, δημόσιο και έχει εδώ και πολλές δεκαετίες την ηθική και οικονομική υποστήριξη του ρωμαίου αυτοκράτορα, ο οποίος, άλλοτε αυτοπροσώπως και άλλοτε διά των εκπροσώπων του, παρεμβαίνει σε ζητήματα που αφορούν την επιλογή του διδακτικού προσωπικού, το πρόγραμμα των μαθημάτων αλλά και το μισθολόγιο των καθηγητών.
Ο Καρβίλιος, στα πενήντα πέντε του χρόνια έχει να επιδείξει πλούσιο ιστοριογραφικό έργο, είναι πολύ γνωστός στους κύκλους των λογίων και των εκπαιδευτικών και όλοι ξέρουν ότι αποτελεί προσωπική επιλογή του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου, ο οποίος με προσωπικό διάταγμα τον διόρισε πρόσφατα διευθυντή του σχολείου το 325 μ.Χ. Οι λόγοι της αυτοκρατορικής εύνοιας προς το πρόσωπό του είναι λίγο πολύ γνωστοί. Ο Καρβίλιος δεν είναι επίσημα χριστιανός αλλά δεν υπήρξε ποτέ πολέμιος του χριστιανισμού και ως νεαρός διανοούμενος δεν έκρυψε τις αντιρρήσεις του για τους εκτεταμένους διωγμούς των οπαδών της νέας πίστης τα χρόνια του αυτοκράτορα Διοκλητιανού. Η παρρησία αυτή είχε, βέβαια, το τίμημά της: ο Καρβίλιος έχασε την ευκαιρία να κάνει καριέρα στη γενέτειρά του, τη Ρώμη, αποκλείστηκε από πολλά ακαδημαϊκά αξιώματα αργότερα και βρέθηκε εξόριστος για τρία χρόνια, από το 302 μέχρι την παραίτηση του Διοκλητιανού από το αυτοκρατορικό αξίωμα.
Το σημαντικότερο ίσως χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς του είναι η απουσία δογματικών αντιλήψεων και αμετακίνητων πεποιθήσεων· αντιπαθεί τις προκαταλήψεις και σιχαίνεται τις προλήψεις· και το προσωπικό του «δράμα», όπως συνηθίζει να το σκέφτεται ο ίδιος, είναι ότι πολλοί σύγχρονοί του είναι προκατειλημμένοι, προληπτικοί και πεισματικά αμετακίνητοι μέσα σ᾽ έναν κόσμο που φαίνεται να αλλάζει ραγδαία. Δεν πείστηκε ποτέ ότι οι χριστιανοί είναι οι νέοι «δαίμονες» που απειλούν και υπονομεύουν την πολιτική και πνευματική υγεία της αυτοκρατορίας, για πολλούς λόγους αλλά και επειδή καταλάβαινε καλά ότι η προπαγανδιστική διάδοση αυτής της αντίληψης, εκτός του ότι πρόσφερε «άλλοθι» σε όσους αδυνατούσαν να κατανοήσουν και να λύσουν τα πραγματικά προβλήματα του απέραντου κράτους, έκανε τις λαϊκές μάζες ανεκτικές σε απάνθρωπες και εγκληματικές ενέργειες εναντίον μιας μεγάλης και συνεχώς αυξανόμενης μερίδας ρωμαίων πολιτών. Από την άλλη πλευρά, τον ενοχλούσε η απροβλημάτιστη βεβαιότητα με την οποία ορισμένοι χριστιανοί καταδίκαζαν συλλογικά τον πνευματικό πολιτισμό της Ελλάδας και της Ρώμης και επιδίκαζαν αποκλειστική ανωτερότητα στον δικό τους τρόπο ζωής και σκέψης. Ο Καρβίλιος έδειχνε πάντα περισσότερη εμπιστοσύνη στις συνθέσεις παρά στις αντιθέσεις και, έχοντας μελετήσει την ιστορία με γνώση και συστηματικότητα, κατανοούσε ότι η γνήσια πρόοδος ήταν αποτέλεσμα μιας ορισμένης διαλεκτικής ανάμεσα στην παράδοση και τον νεωτερισμό.
Τον Κωνσταντίνο τον γνώρισε για πρώτη φορά στη Ρώμη, όταν αυτός μοιραζόταν ακόμη την εξουσία με τον άλλο ισχυρό άνδρα της αυτοκρατορίας, τον Λικίνιο. Ο Κωνσταντίνος δεν ήταν ακριβώς διανοούμενος, διέθετε, όμως, πολιτική διορατικότητα, ήταν δεκτικός στα μηνύματα των καιρών και εκτιμούσε ανθρώπους με ελεύθερη σκέψη και νέες ιδέες, όπως ο Καρβίλιος. Και επειδή ο ίδιος δεν έπαψε ποτέ να εντυπωσιάζεται από το γεγονός ότι οι διώξεις αύξαναν αντί να μειώνουν την έλξη που ασκούσε ο χριστιανισμός στους πολίτες της αυτοκρατορίας, άκουγε με μεγάλη προσοχή τις τολμηρές και ασυνήθιστες απόψεις του ιστορικού πάνω στο φλέγον αυτό ζήτημα· και πιο πολύ απ᾽ όλα τον κέντριζε η θεωρία του Καρβίλιου ότι ήταν σοφότερο για τη Ρώμη να συμφιλιωθεί τώρα με τη χριστιανική της μειονότητα παρά να διαπραγματευτεί αργότερα με μια χριστιανική πλειονότητα. «Η δυναμική της ιστορίας, Καίσαρ, όπως τουλάχιστον την καταλαβαίνω εγώ προσωπικά, δείχνει σ᾽ αυτή την κατεύθυνση,» του είπε κάποτε ο Καρβίλιος σε μια πρόσωπο με πρόσωπο συζήτηση. «Ξέρω ότι το βασικό σου μέλημα κάτω από τις παρούσες συνθήκες είναι η διατήρηση της πολιτικής ενότητας της αυτοκρατορίας. Τείνω να πιστεύω ότι σήμερα μια τακτική αποδοχής των χριστιανών και σεβασμού των πολιτικών τους δικαιωμάτων είναι ένα σημαντικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση. Και αν με ρωτήσεις για το αύριο, θα σου έλεγα ίσως ότι η δυναμική των πραγμάτων δεν είναι εναντίον του χριστιανισμού. Αυτό μπορεί να μην είναι τόσο εμφανές στο δυτικό τμήμα του κράτους, κοίταξε, όμως, τι συμβαίνει στην ανατολική του πλευρά.» Εκείνο το βράδυ ο Κωνσταντίνος δεν έκλεισε μάτι.
Το 313 ο Κωνσταντίνος, σε συμφωνία με τον συνάρχοντά του τον Λικίνιο, εξέδωσε το «Διάταγμα του Μιλάνου» που παραχωρούσε στους χριστιανούς πλήρεις θρησκευτικές ελευθερίες. Ο Καρβίλιος χαιρέτισε δημόσια αυτή τη σημαντική εξέλιξη, τονίζοντας κυρίως την πολιτική της διάσταση. Άλλωστε, πολλοί ήταν εκείνοι που τον θεωρούσαν έναν από τους πνευματικούς πατέρες της ανεξιθρησκίας που υιοθετούσε τώρα επίσημα η Ρώμη· και πολλοί, μεταξύ των οποίων και παλιοί αντίπαλοι του Καρβίλιου, πρόβλεψαν δεινά εξαιτίας της νέας αυτής πολιτικής. «Με συμβούλους σαν τον Καρβίλιο η Ρώμη δεν χρειάζεται εχθρούς,» ειρωνεύτηκαν· εκείνος, με τη μεστή ηρεμία που του έδινε η προσωπική του ιστορία, απάντησε μόνο έμμεσα: «Για μερικούς ανθρώπους το μόνο είδος προόδου είναι η εξιδανίκευση του παρελθόντος.» Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς τι θα του έλεγαν οι ίδιοι άνθρωποι, αν μπορούσαν να ξέρουν την επίδραση που ασκούσαν στον Κωνσταντίνο οι θεωρίες του για την «προς ανατολάς μετατόπιση του κέντρου βάρους».
Γιατί ο αυτοκράτορας, μόνος κυρίαρχος τώρα μετά την πτώση του Λικίνιου, είχε ήδη αποφασίσει να θεμελιώσει τη Νέα Ρώμη. Το όνομά της, φυσικά, Κωνσταντινούπολις. Η νέα μητρόπολη θα είχε Σύγκλητο αλλά όχι παγανιστικούς ναούς· οι άρχοντές της θα εξακολουθούσαν να ονομάζονται Ρωμαίοι, αλλά θα ζούσαν σ᾽ έναν κόσμο όπου οι χριστιανοί επίσκοποι θα απολάμβαναν αυξημένο κύρος και θα ζητούσαν μερτικό εξουσίας· θα μιλούσαν ακόμη λατινικά, αλλά σε ένα περιβάλλον όπου τα ελληνικά δεν είχαν χάσει ποτέ τη δύναμη και την αίγλη τους. Τι σήμαιναν όλα αυτά για την πολυπόθητη ενότητα του ρωμαϊκού κράτους; Ανατολή και Δύση θα συνέχιζαν να πορεύονται μαζί ή θα τραβούσαν διαφορετικούς δρόμους; Ποιος στιβαρός και αδάμαστος καίσαρας θα μπορούσε να εγγυηθεί την επιτυχία μιας τέτοιας συμπόρευσης; Δύσκολα ερωτήματα, ακόμη πιο δύσκολο να τα απαντήσεις· όχι, βέβαια, ότι ο Καρβίλιος δεν είχε βάσιμες υποψίες για το πού πήγαινε το πράγμα. Τώρα, πάντως, είχε κάτι πιο επείγον να κάνει. Πήρε τα γραπτά της ιστορίας και άρχισε να διορθώνει.
Δεν του άρεζαν ιδιαίτερα οι ερωτήσεις που απαιτούσαν απομνημόνευση, αλλά είχε δυο ελαφρυντικά: οι συγκεκριμένες ερωτήσεις απευθύνονταν σε πολύ νεαρούς μαθητές και, το σημαντικότερο, το εκπαιδευτικό σύστημα στηριζόταν σε μεγάλο βαθμό στην πρακτική της απομνημόνευσης. Τα καλύτερα γραπτά που είχε στα χέρια του έδιναν λίγο πολύ πλήρεις απαντήσεις στις δυο πρώτες ερωτήσεις. Η τρίτη ερώτηση ήταν πραγματικό τεστ μνήμης, και ο αριστούχος της τάξης είχε κι αυτός τα προβλήματά του. Έχουμε και λέμε:
Μετά τον Καρακάλλα λείπει το όνομα του αυτοκράτορα Μακρίνου - βραχύβιος κι αυτός, βασίλεψε έναν μόλις χρόνο, όσο για να κρατήσει η Ιστορία μια σύντομη υποσημείωση.
Μετά τον Μαξιμίνο κενό πέντε (!) αυτοκρατόρων: Γορδιανός Α' και Β', Πουπιηνός, Βαλβίνος, Γορδιανός Γ' - κανένας δεν ξεπέρασε τα έξι χρόνια εξουσίας, δύο δεν συμπλήρωσαν χρόνο, όλοι τους μια άλλη μεγάλη υποσημείωση, κι ας έκαναν ό,τι μπορούσαν για να κρατήσουν τους βαρβάρους μακριά από τα σύνορα της αυτοκρατορίας.
Μετά τον Φίλιππο, που ήταν αραβικής καταγωγής, παραλείφθηκε ο Δέκιος, που ήταν από την Ιλλυρία, και ο Τρεβωνιανός Γάλλος, που μάλλον θα ήταν Γαλάτης - ωραίος πολυεθνικός αστερισμός αλλά κανένας πραγματικός «αστέρας».
Μετά τον Γαλλιηνό ξεχάστηκε ο Κλαύδιος Γοτθικός και ο Αυρηλιανός, που δεν ήταν και «λίγος», αφού κατάφερε να αντιμετωπίσει διάφορες εχθρικές απειλές, κυρίως από γαλατικά φύλα, και ονομάστηκε και «Σωτήρας της οικουμένης».
Τέλος, μετά τον Τάκιτο δόθηκαν στη λησμονιά άλλοι τρεις βραχύβιοι «αστερίσκοι», ο Φλωριανός, ο Κάρος και ο Καρίνος, που δεν προλάβαιναν να καθήσουν στον θρόνο λόγω συνεχών εκστρατειών εναντίον των εχθρών της Ρώμης, και που κανείς πια δεν φαίνεται να τους θυμάται - κι αυτό δεν είναι δικαιοσύνη.
Αποτέλεσμα: 13 στα 26, για την τρίτη ερώτηση και για το καλύτερο γραπτό. Ο Καρβίλιος είναι ρεαλιστής, και καθώς ετοιμάζεται να βάλει τον βαθμό χαμογελάει με νόημα: γιατί να θυμούνται οι μαθητές αυτούς που ξέχασε η Ιστορία; Εξάλλου, η μέθοδος της αποστήθισης έχει ένα σημαντικό μειονέκτημα: μεταχειρίζεται ισότιμα τον μεγάλο Αύγουστο και τον «ανύπαρκτο» Καρίνο. Έκανε συχνά τέτοια σχόλια ο Καρβίλιος, και εξίσου συχνά τα σχόλιά του αυτά παρερμηνεύονταν από παραδοσιακότερους συναδέλφους του, κυρίως εκείνους που δεν διέθεταν αίσθηση του χιούμορ.
Αλλά στις πιο στοχαστικές του στιγμές μελετούσε τη δυνατότητα μιας ιστορίας που δεν ταλανιζόταν από ονομαστικές λεπτομέρειες, μόνο προτιμούσε να παρακολουθεί την εξέλιξη των ιδεών, τα πλατιά σχήματα της ανθρώπινης δράσης, τα βαθιά αίτια της επιτυχίας και της αποτυχίας, ένα είδος ιστορικής «γραμματικής» που ήταν ικανή να εξηγήσει τα επιμέρους φαινόμενα και εξηγώντας να διδάξει στους ανθρώπους σύνεση, μετριοπάθεια και κατανόηση. Και καθώς αγαπούσε τη Ρώμη και τη μεγάλη ιστορία της, ονειρευόταν συχνά το μεγάλο ιστορικό σύγγραμμα όπου θα ανέλυε την ιστορία της «ρωμαιοσύνης» και θα επιχειρούσε μια εμπεριστατωμένη επισκόπηση όλων των παραγόντων που είχαν συντελέσει στο χτίσιμο του αυτοκρατορικού οικοδομήματος, αλλά και των κινδύνων που τώρα διαγράφονταν στον ορίζοντα.
Αλήθεια, πώς γεννιούνται, μεγαλώνουν, ακμάζουν και πεθαίνουν οι υπερδυνάμεις και οι αυτοκρατορίες; Τι έκανε τη δική του Ρώμη ακαταμάχητη και τι είναι αυτό που θα μπορούσε να την γκρεμίσει; Τι είχε κομίσει η Ρώμη στην ανθρωπότητα και ποια ήταν η θέση της απέναντι στους άλλους μεγάλους πολιτισμούς, κυρίως απέναντι στους Έλληνες; Τι σήμαινε να είσαι ρωμαίος πολίτης τριακόσια τόσα χρόνια μετά τη γέννηση του θεού των χριστιανών;
Μια μικρή πόλη του Λατίου υπέταξε πρώτα τους κοντινούς της γείτονες, μετά ένωσε υπό την ηγεμονία της όλη την ιταλική χερσόνησο, εξαφάνισε από τον χάρτη την πλούσια Καρχηδόνα, νίκησε ένα προς ένα όλα τα βασίλεια της ελληνιστικής Ανατολής, έκανε την Ελλάδα ρωμαϊκή επαρχία, απλώθηκε σε όλο τον γνωστό κόσμο. Ξεπέρασε τον αυταρχισμό των παλαιών βασιλέων, έγινε Δημοκρατία με την κυριαρχία των αριστοκρατών και τη συναίνεση του λαού, ήταν περήφανη για τις ηθικές αρετές και την κοινωνική πειθαρχία της, κατάκτησε και κατακτήθηκε από τον ελληνικό πολιτισμό, σχημάτισε το δικό της πρόσωπο και έπλασε τον δικό της χαρακτήρα, πλήρωσε το τίμημα της κοσμοκρατορίας της με τους εμφύλιους των στρατηγών της, αντάλλαξε τις ελευθερίες της με την ειρήνη που έφερε η απολυταρχία των καισάρων, γέννησε μεγάλους στοχαστές και ποιητές, πολιτικούς και νομοθέτες, αρχιτέκτονες και μηχανικούς· ένωσε πολιτισμικά ποικίλες εθνότητες στη Δύση και τις ανάστησε με τον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό· χάρισε στους μορφωμένους μια γλώσσα ακριβή, λογική, εκφραστική, εμπλουτισμένη από την επαφή της με την ελληνική κουλτούρα· υποδέχθηκε τελικά τη νέα δύναμη του χριστιανισμού που θα μπορούσε, σκεφτόταν ο Καρβίλιος, να συντελέσει στην ανανέωση της πνευματικής ζωής.
Και όμως, για όσους μπορούσαν να δουν καθαρά, υπήρχαν σοβαρά προβλήματα. Αιώνες τώρα, το πρόβλημα της δουλείας και των εκατομμυρίων ανθρώπων που δεν είχαν κανένα βασικό δικαίωμα δεν είχε αποτελέσει ποτέ ζήτημα πολιτικού προβληματισμού, και η χριστιανική στάση εδώ υποσχόταν περισσότερο μεταφυσική ανακούφιση παρά πρακτικές λύσεις· οι λαϊκές μάζες στα μεγάλα αστικά κέντρα δεν απαλλάχτηκαν ποτέ από την ενδημική τους φτώχεια και από τα συνακόλουθα δεινά· δεν υπήρξε ποτέ οργανωμένη κρατική πρόνοια για εκείνους που ήταν εκτεθειμένοι στην αρρώστια, στην οικονομική αβεβαιότητα και στην εκμετάλλευση· κανείς ποτέ δεν σκέφτηκε σοβαρά να εφαρμόσει μια πολιτική διοικητικής αποκέντρωσης στη βάση της οποίας οι επαρχίες της αυτοκρατορίας θα εξασφάλιζαν γνήσια εκπροσώπηση και θα είχαν λόγο στα τεκταινόμενα· ο πλούτος από το εμπόριο και την οικονομική δραστηριότητα γενικότερα βελτίωνε τη θέση των μεσαίων και ανώτερων τάξεων στα μεγάλα αστικά κέντρα αλλά δεν σήμαινε τίποτε για τις πτωχευμένες μάζες στην ύπαιθρο· και στις συνθήκες αυτές ο υψηλός πνευματικός πολιτισμός και οι μεγάλες ιστορικές παραδόσεις ήταν αγαθά για πολύ λίγους. Και μέσα σ᾽ όλα αυτά, οι βαρβαρικές ορδές στα σύνορα του κράτους συνέχιζαν να πυκνώνουν απειλητικά.
Στο Μιλάνο, όπου ο Γάιος Καρβίλιος όριζε τις τύχες του σχολείου του, η σκιά των Άλπεων τα δειλινά έπεφτε μαζί με την αίσθηση ότι κάπου εκεί κοντά οι Οστρογότθοι και οι Βησιγότθοι μελετούσαν την τελική τους εξόρμηση. Και τότε εκείνος αναρωτιόταν αν η Νέα Ρώμη του Κωνσταντίνου είχε περισσότερες πιθανότητες να κρατήσει ψηλά τον ήλιο της ρωμαιοσύνης που φαινόταν να δύει πέρα από τον Πάδο, πίσω από τις Άλπεις.
Ο Γάιος Καρβίλιος διδάσκει ιστορία σε ένα από τα καλύτερα σχολεία της βόρειας Ιταλίας. Το σχολείο, όπως και πολλά ανάλογα διδακτήρια σε άλλες περιοχές της αυτοκρατορίας, ιδρύθηκε με δωρεές πλούσιων ιδιωτών, είναι, ωστόσο, δημόσιο και έχει εδώ και πολλές δεκαετίες την ηθική και οικονομική υποστήριξη του ρωμαίου αυτοκράτορα, ο οποίος, άλλοτε αυτοπροσώπως και άλλοτε διά των εκπροσώπων του, παρεμβαίνει σε ζητήματα που αφορούν την επιλογή του διδακτικού προσωπικού, το πρόγραμμα των μαθημάτων αλλά και το μισθολόγιο των καθηγητών.
Ο Καρβίλιος, στα πενήντα πέντε του χρόνια έχει να επιδείξει πλούσιο ιστοριογραφικό έργο, είναι πολύ γνωστός στους κύκλους των λογίων και των εκπαιδευτικών και όλοι ξέρουν ότι αποτελεί προσωπική επιλογή του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου, ο οποίος με προσωπικό διάταγμα τον διόρισε πρόσφατα διευθυντή του σχολείου το 325 μ.Χ. Οι λόγοι της αυτοκρατορικής εύνοιας προς το πρόσωπό του είναι λίγο πολύ γνωστοί. Ο Καρβίλιος δεν είναι επίσημα χριστιανός αλλά δεν υπήρξε ποτέ πολέμιος του χριστιανισμού και ως νεαρός διανοούμενος δεν έκρυψε τις αντιρρήσεις του για τους εκτεταμένους διωγμούς των οπαδών της νέας πίστης τα χρόνια του αυτοκράτορα Διοκλητιανού. Η παρρησία αυτή είχε, βέβαια, το τίμημά της: ο Καρβίλιος έχασε την ευκαιρία να κάνει καριέρα στη γενέτειρά του, τη Ρώμη, αποκλείστηκε από πολλά ακαδημαϊκά αξιώματα αργότερα και βρέθηκε εξόριστος για τρία χρόνια, από το 302 μέχρι την παραίτηση του Διοκλητιανού από το αυτοκρατορικό αξίωμα.
Το σημαντικότερο ίσως χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς του είναι η απουσία δογματικών αντιλήψεων και αμετακίνητων πεποιθήσεων· αντιπαθεί τις προκαταλήψεις και σιχαίνεται τις προλήψεις· και το προσωπικό του «δράμα», όπως συνηθίζει να το σκέφτεται ο ίδιος, είναι ότι πολλοί σύγχρονοί του είναι προκατειλημμένοι, προληπτικοί και πεισματικά αμετακίνητοι μέσα σ᾽ έναν κόσμο που φαίνεται να αλλάζει ραγδαία. Δεν πείστηκε ποτέ ότι οι χριστιανοί είναι οι νέοι «δαίμονες» που απειλούν και υπονομεύουν την πολιτική και πνευματική υγεία της αυτοκρατορίας, για πολλούς λόγους αλλά και επειδή καταλάβαινε καλά ότι η προπαγανδιστική διάδοση αυτής της αντίληψης, εκτός του ότι πρόσφερε «άλλοθι» σε όσους αδυνατούσαν να κατανοήσουν και να λύσουν τα πραγματικά προβλήματα του απέραντου κράτους, έκανε τις λαϊκές μάζες ανεκτικές σε απάνθρωπες και εγκληματικές ενέργειες εναντίον μιας μεγάλης και συνεχώς αυξανόμενης μερίδας ρωμαίων πολιτών. Από την άλλη πλευρά, τον ενοχλούσε η απροβλημάτιστη βεβαιότητα με την οποία ορισμένοι χριστιανοί καταδίκαζαν συλλογικά τον πνευματικό πολιτισμό της Ελλάδας και της Ρώμης και επιδίκαζαν αποκλειστική ανωτερότητα στον δικό τους τρόπο ζωής και σκέψης. Ο Καρβίλιος έδειχνε πάντα περισσότερη εμπιστοσύνη στις συνθέσεις παρά στις αντιθέσεις και, έχοντας μελετήσει την ιστορία με γνώση και συστηματικότητα, κατανοούσε ότι η γνήσια πρόοδος ήταν αποτέλεσμα μιας ορισμένης διαλεκτικής ανάμεσα στην παράδοση και τον νεωτερισμό.
Τον Κωνσταντίνο τον γνώρισε για πρώτη φορά στη Ρώμη, όταν αυτός μοιραζόταν ακόμη την εξουσία με τον άλλο ισχυρό άνδρα της αυτοκρατορίας, τον Λικίνιο. Ο Κωνσταντίνος δεν ήταν ακριβώς διανοούμενος, διέθετε, όμως, πολιτική διορατικότητα, ήταν δεκτικός στα μηνύματα των καιρών και εκτιμούσε ανθρώπους με ελεύθερη σκέψη και νέες ιδέες, όπως ο Καρβίλιος. Και επειδή ο ίδιος δεν έπαψε ποτέ να εντυπωσιάζεται από το γεγονός ότι οι διώξεις αύξαναν αντί να μειώνουν την έλξη που ασκούσε ο χριστιανισμός στους πολίτες της αυτοκρατορίας, άκουγε με μεγάλη προσοχή τις τολμηρές και ασυνήθιστες απόψεις του ιστορικού πάνω στο φλέγον αυτό ζήτημα· και πιο πολύ απ᾽ όλα τον κέντριζε η θεωρία του Καρβίλιου ότι ήταν σοφότερο για τη Ρώμη να συμφιλιωθεί τώρα με τη χριστιανική της μειονότητα παρά να διαπραγματευτεί αργότερα με μια χριστιανική πλειονότητα. «Η δυναμική της ιστορίας, Καίσαρ, όπως τουλάχιστον την καταλαβαίνω εγώ προσωπικά, δείχνει σ᾽ αυτή την κατεύθυνση,» του είπε κάποτε ο Καρβίλιος σε μια πρόσωπο με πρόσωπο συζήτηση. «Ξέρω ότι το βασικό σου μέλημα κάτω από τις παρούσες συνθήκες είναι η διατήρηση της πολιτικής ενότητας της αυτοκρατορίας. Τείνω να πιστεύω ότι σήμερα μια τακτική αποδοχής των χριστιανών και σεβασμού των πολιτικών τους δικαιωμάτων είναι ένα σημαντικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση. Και αν με ρωτήσεις για το αύριο, θα σου έλεγα ίσως ότι η δυναμική των πραγμάτων δεν είναι εναντίον του χριστιανισμού. Αυτό μπορεί να μην είναι τόσο εμφανές στο δυτικό τμήμα του κράτους, κοίταξε, όμως, τι συμβαίνει στην ανατολική του πλευρά.» Εκείνο το βράδυ ο Κωνσταντίνος δεν έκλεισε μάτι.
Το 313 ο Κωνσταντίνος, σε συμφωνία με τον συνάρχοντά του τον Λικίνιο, εξέδωσε το «Διάταγμα του Μιλάνου» που παραχωρούσε στους χριστιανούς πλήρεις θρησκευτικές ελευθερίες. Ο Καρβίλιος χαιρέτισε δημόσια αυτή τη σημαντική εξέλιξη, τονίζοντας κυρίως την πολιτική της διάσταση. Άλλωστε, πολλοί ήταν εκείνοι που τον θεωρούσαν έναν από τους πνευματικούς πατέρες της ανεξιθρησκίας που υιοθετούσε τώρα επίσημα η Ρώμη· και πολλοί, μεταξύ των οποίων και παλιοί αντίπαλοι του Καρβίλιου, πρόβλεψαν δεινά εξαιτίας της νέας αυτής πολιτικής. «Με συμβούλους σαν τον Καρβίλιο η Ρώμη δεν χρειάζεται εχθρούς,» ειρωνεύτηκαν· εκείνος, με τη μεστή ηρεμία που του έδινε η προσωπική του ιστορία, απάντησε μόνο έμμεσα: «Για μερικούς ανθρώπους το μόνο είδος προόδου είναι η εξιδανίκευση του παρελθόντος.» Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς τι θα του έλεγαν οι ίδιοι άνθρωποι, αν μπορούσαν να ξέρουν την επίδραση που ασκούσαν στον Κωνσταντίνο οι θεωρίες του για την «προς ανατολάς μετατόπιση του κέντρου βάρους».
Γιατί ο αυτοκράτορας, μόνος κυρίαρχος τώρα μετά την πτώση του Λικίνιου, είχε ήδη αποφασίσει να θεμελιώσει τη Νέα Ρώμη. Το όνομά της, φυσικά, Κωνσταντινούπολις. Η νέα μητρόπολη θα είχε Σύγκλητο αλλά όχι παγανιστικούς ναούς· οι άρχοντές της θα εξακολουθούσαν να ονομάζονται Ρωμαίοι, αλλά θα ζούσαν σ᾽ έναν κόσμο όπου οι χριστιανοί επίσκοποι θα απολάμβαναν αυξημένο κύρος και θα ζητούσαν μερτικό εξουσίας· θα μιλούσαν ακόμη λατινικά, αλλά σε ένα περιβάλλον όπου τα ελληνικά δεν είχαν χάσει ποτέ τη δύναμη και την αίγλη τους. Τι σήμαιναν όλα αυτά για την πολυπόθητη ενότητα του ρωμαϊκού κράτους; Ανατολή και Δύση θα συνέχιζαν να πορεύονται μαζί ή θα τραβούσαν διαφορετικούς δρόμους; Ποιος στιβαρός και αδάμαστος καίσαρας θα μπορούσε να εγγυηθεί την επιτυχία μιας τέτοιας συμπόρευσης; Δύσκολα ερωτήματα, ακόμη πιο δύσκολο να τα απαντήσεις· όχι, βέβαια, ότι ο Καρβίλιος δεν είχε βάσιμες υποψίες για το πού πήγαινε το πράγμα. Τώρα, πάντως, είχε κάτι πιο επείγον να κάνει. Πήρε τα γραπτά της ιστορίας και άρχισε να διορθώνει.
Δεν του άρεζαν ιδιαίτερα οι ερωτήσεις που απαιτούσαν απομνημόνευση, αλλά είχε δυο ελαφρυντικά: οι συγκεκριμένες ερωτήσεις απευθύνονταν σε πολύ νεαρούς μαθητές και, το σημαντικότερο, το εκπαιδευτικό σύστημα στηριζόταν σε μεγάλο βαθμό στην πρακτική της απομνημόνευσης. Τα καλύτερα γραπτά που είχε στα χέρια του έδιναν λίγο πολύ πλήρεις απαντήσεις στις δυο πρώτες ερωτήσεις. Η τρίτη ερώτηση ήταν πραγματικό τεστ μνήμης, και ο αριστούχος της τάξης είχε κι αυτός τα προβλήματά του. Έχουμε και λέμε:
Μετά τον Καρακάλλα λείπει το όνομα του αυτοκράτορα Μακρίνου - βραχύβιος κι αυτός, βασίλεψε έναν μόλις χρόνο, όσο για να κρατήσει η Ιστορία μια σύντομη υποσημείωση.
Μετά τον Μαξιμίνο κενό πέντε (!) αυτοκρατόρων: Γορδιανός Α' και Β', Πουπιηνός, Βαλβίνος, Γορδιανός Γ' - κανένας δεν ξεπέρασε τα έξι χρόνια εξουσίας, δύο δεν συμπλήρωσαν χρόνο, όλοι τους μια άλλη μεγάλη υποσημείωση, κι ας έκαναν ό,τι μπορούσαν για να κρατήσουν τους βαρβάρους μακριά από τα σύνορα της αυτοκρατορίας.
Μετά τον Φίλιππο, που ήταν αραβικής καταγωγής, παραλείφθηκε ο Δέκιος, που ήταν από την Ιλλυρία, και ο Τρεβωνιανός Γάλλος, που μάλλον θα ήταν Γαλάτης - ωραίος πολυεθνικός αστερισμός αλλά κανένας πραγματικός «αστέρας».
Μετά τον Γαλλιηνό ξεχάστηκε ο Κλαύδιος Γοτθικός και ο Αυρηλιανός, που δεν ήταν και «λίγος», αφού κατάφερε να αντιμετωπίσει διάφορες εχθρικές απειλές, κυρίως από γαλατικά φύλα, και ονομάστηκε και «Σωτήρας της οικουμένης».
Τέλος, μετά τον Τάκιτο δόθηκαν στη λησμονιά άλλοι τρεις βραχύβιοι «αστερίσκοι», ο Φλωριανός, ο Κάρος και ο Καρίνος, που δεν προλάβαιναν να καθήσουν στον θρόνο λόγω συνεχών εκστρατειών εναντίον των εχθρών της Ρώμης, και που κανείς πια δεν φαίνεται να τους θυμάται - κι αυτό δεν είναι δικαιοσύνη.
Αποτέλεσμα: 13 στα 26, για την τρίτη ερώτηση και για το καλύτερο γραπτό. Ο Καρβίλιος είναι ρεαλιστής, και καθώς ετοιμάζεται να βάλει τον βαθμό χαμογελάει με νόημα: γιατί να θυμούνται οι μαθητές αυτούς που ξέχασε η Ιστορία; Εξάλλου, η μέθοδος της αποστήθισης έχει ένα σημαντικό μειονέκτημα: μεταχειρίζεται ισότιμα τον μεγάλο Αύγουστο και τον «ανύπαρκτο» Καρίνο. Έκανε συχνά τέτοια σχόλια ο Καρβίλιος, και εξίσου συχνά τα σχόλιά του αυτά παρερμηνεύονταν από παραδοσιακότερους συναδέλφους του, κυρίως εκείνους που δεν διέθεταν αίσθηση του χιούμορ.
Αλλά στις πιο στοχαστικές του στιγμές μελετούσε τη δυνατότητα μιας ιστορίας που δεν ταλανιζόταν από ονομαστικές λεπτομέρειες, μόνο προτιμούσε να παρακολουθεί την εξέλιξη των ιδεών, τα πλατιά σχήματα της ανθρώπινης δράσης, τα βαθιά αίτια της επιτυχίας και της αποτυχίας, ένα είδος ιστορικής «γραμματικής» που ήταν ικανή να εξηγήσει τα επιμέρους φαινόμενα και εξηγώντας να διδάξει στους ανθρώπους σύνεση, μετριοπάθεια και κατανόηση. Και καθώς αγαπούσε τη Ρώμη και τη μεγάλη ιστορία της, ονειρευόταν συχνά το μεγάλο ιστορικό σύγγραμμα όπου θα ανέλυε την ιστορία της «ρωμαιοσύνης» και θα επιχειρούσε μια εμπεριστατωμένη επισκόπηση όλων των παραγόντων που είχαν συντελέσει στο χτίσιμο του αυτοκρατορικού οικοδομήματος, αλλά και των κινδύνων που τώρα διαγράφονταν στον ορίζοντα.
Αλήθεια, πώς γεννιούνται, μεγαλώνουν, ακμάζουν και πεθαίνουν οι υπερδυνάμεις και οι αυτοκρατορίες; Τι έκανε τη δική του Ρώμη ακαταμάχητη και τι είναι αυτό που θα μπορούσε να την γκρεμίσει; Τι είχε κομίσει η Ρώμη στην ανθρωπότητα και ποια ήταν η θέση της απέναντι στους άλλους μεγάλους πολιτισμούς, κυρίως απέναντι στους Έλληνες; Τι σήμαινε να είσαι ρωμαίος πολίτης τριακόσια τόσα χρόνια μετά τη γέννηση του θεού των χριστιανών;
Μια μικρή πόλη του Λατίου υπέταξε πρώτα τους κοντινούς της γείτονες, μετά ένωσε υπό την ηγεμονία της όλη την ιταλική χερσόνησο, εξαφάνισε από τον χάρτη την πλούσια Καρχηδόνα, νίκησε ένα προς ένα όλα τα βασίλεια της ελληνιστικής Ανατολής, έκανε την Ελλάδα ρωμαϊκή επαρχία, απλώθηκε σε όλο τον γνωστό κόσμο. Ξεπέρασε τον αυταρχισμό των παλαιών βασιλέων, έγινε Δημοκρατία με την κυριαρχία των αριστοκρατών και τη συναίνεση του λαού, ήταν περήφανη για τις ηθικές αρετές και την κοινωνική πειθαρχία της, κατάκτησε και κατακτήθηκε από τον ελληνικό πολιτισμό, σχημάτισε το δικό της πρόσωπο και έπλασε τον δικό της χαρακτήρα, πλήρωσε το τίμημα της κοσμοκρατορίας της με τους εμφύλιους των στρατηγών της, αντάλλαξε τις ελευθερίες της με την ειρήνη που έφερε η απολυταρχία των καισάρων, γέννησε μεγάλους στοχαστές και ποιητές, πολιτικούς και νομοθέτες, αρχιτέκτονες και μηχανικούς· ένωσε πολιτισμικά ποικίλες εθνότητες στη Δύση και τις ανάστησε με τον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό· χάρισε στους μορφωμένους μια γλώσσα ακριβή, λογική, εκφραστική, εμπλουτισμένη από την επαφή της με την ελληνική κουλτούρα· υποδέχθηκε τελικά τη νέα δύναμη του χριστιανισμού που θα μπορούσε, σκεφτόταν ο Καρβίλιος, να συντελέσει στην ανανέωση της πνευματικής ζωής.
Και όμως, για όσους μπορούσαν να δουν καθαρά, υπήρχαν σοβαρά προβλήματα. Αιώνες τώρα, το πρόβλημα της δουλείας και των εκατομμυρίων ανθρώπων που δεν είχαν κανένα βασικό δικαίωμα δεν είχε αποτελέσει ποτέ ζήτημα πολιτικού προβληματισμού, και η χριστιανική στάση εδώ υποσχόταν περισσότερο μεταφυσική ανακούφιση παρά πρακτικές λύσεις· οι λαϊκές μάζες στα μεγάλα αστικά κέντρα δεν απαλλάχτηκαν ποτέ από την ενδημική τους φτώχεια και από τα συνακόλουθα δεινά· δεν υπήρξε ποτέ οργανωμένη κρατική πρόνοια για εκείνους που ήταν εκτεθειμένοι στην αρρώστια, στην οικονομική αβεβαιότητα και στην εκμετάλλευση· κανείς ποτέ δεν σκέφτηκε σοβαρά να εφαρμόσει μια πολιτική διοικητικής αποκέντρωσης στη βάση της οποίας οι επαρχίες της αυτοκρατορίας θα εξασφάλιζαν γνήσια εκπροσώπηση και θα είχαν λόγο στα τεκταινόμενα· ο πλούτος από το εμπόριο και την οικονομική δραστηριότητα γενικότερα βελτίωνε τη θέση των μεσαίων και ανώτερων τάξεων στα μεγάλα αστικά κέντρα αλλά δεν σήμαινε τίποτε για τις πτωχευμένες μάζες στην ύπαιθρο· και στις συνθήκες αυτές ο υψηλός πνευματικός πολιτισμός και οι μεγάλες ιστορικές παραδόσεις ήταν αγαθά για πολύ λίγους. Και μέσα σ᾽ όλα αυτά, οι βαρβαρικές ορδές στα σύνορα του κράτους συνέχιζαν να πυκνώνουν απειλητικά.
Στο Μιλάνο, όπου ο Γάιος Καρβίλιος όριζε τις τύχες του σχολείου του, η σκιά των Άλπεων τα δειλινά έπεφτε μαζί με την αίσθηση ότι κάπου εκεί κοντά οι Οστρογότθοι και οι Βησιγότθοι μελετούσαν την τελική τους εξόρμηση. Και τότε εκείνος αναρωτιόταν αν η Νέα Ρώμη του Κωνσταντίνου είχε περισσότερες πιθανότητες να κρατήσει ψηλά τον ήλιο της ρωμαιοσύνης που φαινόταν να δύει πέρα από τον Πάδο, πίσω από τις Άλπεις.
Η Αλήθεια και η φύση της σκέψης
Η Πραγματικότητα μπορεί να Βιωθεί μόνο με την Άμεση Επαφή με αυτό που συμβαίνει, στο Απόλυτο Παρόν, Εδώ, Τώρα, κι όχι μέσα από άλλες γνωστικές διαδικασίες, όπως η σκέψη ή η έμμεση πληροφόρηση. Η σκέψη δεν αποτελεί άμεση γνωστική διαδικασία, δεν είναι άμεση επαφή με το πραγματικό που είναι και το αληθινό. Η σκέψη είναι μια έμμεση διαδικασία που συλλαμβάνει κι εκφράζει ένα «νόημα» για την πραγματικότητα και τα πράγματα. Το «νόημα» που εκφράζεται αποκτά περιεχόμενο κι αξία όχι από αυτό το ίδιο που «λέγεται» αλλά από την συσχέτισή του με αυτό στο οποίο αναφέρεται, με το «αντικείμενο». Ολόκληρη η σκέψη, κάθε σκέψη, κάθε νοητική σύλληψη-έκφραση, έχει αυτόν τον έμμεσο χαρακτήρα αφού μιλά για ένα αντικείμενο που είναι «μακριά», απέναντι.
Η σκέψη, από την φύση της, σαν αναπαραστατική διαδικασία, δεν ενώνει με το αντικείμενο αλλά απλά αναφέρεται σε αυτό, «μιλά» για αυτό, και δεν μπορεί ποτέ να ξεπεράσει αυτό το χάσμα, δεν μπορεί ποτέ να γίνει άμεση γνώση, επαφή με το πραγματικό, που είναι βιωματική εμπειρία του πράγματος. Αυτό σημαίνει ότι όταν σκεφτόμαστε βρισκόμαστε στην αναπαραστατική τεχνητή πραγματικότητα της σκέψης κι όχι στην ζωντανή πραγματικότητα. Ό,τι κι αν συλλάβουμε με την σκέψη, τον Θεό, την Αλήθεια, την Πραγματικότητα, θα μένει πάντα διαχωρισμένο από εμάς, δεν μπορούμε να το βιώσουμε με αυτόν τον τρόπο (όχι με την σκέψη), γιατί αυτό που συλλαμβάνουμε είναι η εικόνα, το «νόημα», όχι το πραγματικό.
Η λειτουργία της διανόησης, της σκέψης, μπορεί να μας χρησιμεύσει σαν θεωρητική εξέταση που θα καθοδηγήσει την πρακτική εφαρμογή στον εξωτερικό κόσμο, αλλά αυτή η λειτουργία είναι τελείως άχρηστη όταν στρεφόμαστε εσωτερικά και θέλουμε να την εφαρμόσουμε στο Εσωτερικό Άγνωστο που Υπάρχει πέρα από την σκέψη, γιατί το Άγνωστο είναι Κάτι τελείως Αφηρημένο, Χωρίς Ιδιότητες. Είναι Κατάσταση Ύπαρξης κι όχι συγκεκριμένο αντικείμενο. Εισχωρώντας στον Χώρο του Αγνώστου πρέπει να μάθουμε να Είμαστε Διαφορετικοί, εμείς οι ίδιοι κι όχι (όπως στον κόσμο της δυαδικότητας) να προσεγγίσουμε ένα αντικείμενο. Με άλλα λόγια πρέπει να το Βιώσουμε Αυτό, να έχουμε βιωματική επαφή μαζί Του.
Για αυτό κι η Οδός που Οδηγεί στο Πραγματικό, στο Αληθινό, πηγαίνει πέρα από την σκέψη, πέρα από την λειτουργία της σκέψης, δηλαδή της έμμεσης γνωστικής διαδικασίας που μιλά για το αντικείμενο, στην άμεση επαφή με το αντικείμενο, με αυτό που συμβαίνει πραγματικά, μέσα στην οποία (επαφή) διαλύεται κάθε «απόσταση», κάθε διαχωρισμός. Η Άμεση Επαφή με το Πραγματικό προϋποθέτει ακριβώς το ξεπέρασμα της έμμεσης γνωστικής διαδικασίας και της αυταπάτης ενός ξεχωριστού εαυτού (και της δυαδικότητας που συνεπάγεται αυτός ο «διαχωρισμός») και του εικονικού κόσμου που δημιουργούν αυτές οι διαδικασίες.
Η Αλήθεια Είναι Έξω από την σκέψη. Η σκέψη μπορεί να μιλά όσο θέλει για την Αλήθειας αλλά ποτέ δεν μπορεί να την προσεγγίσει, γιατί ποτέ το φανταστικό, το τεχνητό, το ψεύτικο, δεν μπορεί να γίνει Αληθινό.
Η λειτουργία της διανόησης, της σκέψης, μπορεί να μας χρησιμεύσει σαν θεωρητική εξέταση που θα καθοδηγήσει την πρακτική εφαρμογή στον εξωτερικό κόσμο, αλλά αυτή η λειτουργία είναι τελείως άχρηστη όταν στρεφόμαστε εσωτερικά και θέλουμε να την εφαρμόσουμε στο Εσωτερικό Άγνωστο που Υπάρχει πέρα από την σκέψη, γιατί το Άγνωστο είναι Κάτι τελείως Αφηρημένο, Χωρίς Ιδιότητες. Είναι Κατάσταση Ύπαρξης κι όχι συγκεκριμένο αντικείμενο. Εισχωρώντας στον Χώρο του Αγνώστου πρέπει να μάθουμε να Είμαστε Διαφορετικοί, εμείς οι ίδιοι κι όχι (όπως στον κόσμο της δυαδικότητας) να προσεγγίσουμε ένα αντικείμενο. Με άλλα λόγια πρέπει να το Βιώσουμε Αυτό, να έχουμε βιωματική επαφή μαζί Του.
Για αυτό κι η Οδός που Οδηγεί στο Πραγματικό, στο Αληθινό, πηγαίνει πέρα από την σκέψη, πέρα από την λειτουργία της σκέψης, δηλαδή της έμμεσης γνωστικής διαδικασίας που μιλά για το αντικείμενο, στην άμεση επαφή με το αντικείμενο, με αυτό που συμβαίνει πραγματικά, μέσα στην οποία (επαφή) διαλύεται κάθε «απόσταση», κάθε διαχωρισμός. Η Άμεση Επαφή με το Πραγματικό προϋποθέτει ακριβώς το ξεπέρασμα της έμμεσης γνωστικής διαδικασίας και της αυταπάτης ενός ξεχωριστού εαυτού (και της δυαδικότητας που συνεπάγεται αυτός ο «διαχωρισμός») και του εικονικού κόσμου που δημιουργούν αυτές οι διαδικασίες.
Η Αλήθεια Είναι Έξω από την σκέψη. Η σκέψη μπορεί να μιλά όσο θέλει για την Αλήθειας αλλά ποτέ δεν μπορεί να την προσεγγίσει, γιατί ποτέ το φανταστικό, το τεχνητό, το ψεύτικο, δεν μπορεί να γίνει Αληθινό.
Καταστροφή
Κάποιοι άνθρωποι γίνονται καταστροφικοί γιατί νιώθουν ότι αυτός είναι ο μόνος τρόπος να προστατεύσουν τον εαυτό τους από τη συντριπτική δύναμη των άλλων. Για άλλους, όταν τα πράγματα έρχονται εύκολα, τότε φαίνεται ότι θέλουν να τα δυσκολέψουν και πάλι, έτσι, για να μην βαρεθούν.
Από τη στιγμή που ξεκινήσει ο κύκλος της καταστροφής, είναι εύκολο να υπερβούμε ό,τι είναι κοινωνικά αποδεκτό.
Παρ' όλο που τέτοιες συμπεριφορές πρέπει να τις αντιμετωπίζουμε με σκληρότητα, πρέπει να είμαστε και ικανοί να δείξουμε ιδιαίτερη προσοχή και επιείκεια προκειμένου να καταλάβουμε τι πραγματικά έχει συμβεί.
Οι άνθρωποι που έχουν ασκήσει βία είναι συχνά έτοιμοι να το ξανακάνουν, και η μόνη ελπίδα να σπάσουν αυτό τον κύκλο είναι να βρουν έναν καλύτερο τρόπο να εκφράζονται.
Πρέπει να είμαστε σκληροί με την επιθετικότητα και μαλακοί με τον άνθρωπο που κρύβεται μέσα της, ο οποίος προσπαθεί να εκφράσει ένα φόβο που δεν έχει βρει ακόμα τη φωνή του.
Βοηθάει να θυμηθούμε ότι, σε τελευταία ανάλυση, αυτό που καταστρέφουν οι άνθρωποι όταν γίνονται καταστροφικοί είναι πάντα η ίδια τους η ζωή και οι ίδιες τους οι ευκαιρίες.
Αν δεχθούμε την αντίληψη ότι ο εαυτός μας αποτελεί απλώς μία σχέση και όχι μία ουσιώδη οντότητα, τότε η καταστροφή είναι επίσης πάντα αυτοκαταστροφή, κι αυτό μπορεί να αποτελέσει το κλειδί για την αντιμετώπισή της.
Τα αντικείμενα είναι δομές-πλαίσια- οι δορυφόροι της ζωής μας: περιστρέφονται με τη δύναμη της βαρύτητας γύρω μας, ενώ ένας μυστικός σύνδεσμος μας συνδέει μαζί τους.
Από τη στιγμή που ξεκινήσει ο κύκλος της καταστροφής, είναι εύκολο να υπερβούμε ό,τι είναι κοινωνικά αποδεκτό.
Παρ' όλο που τέτοιες συμπεριφορές πρέπει να τις αντιμετωπίζουμε με σκληρότητα, πρέπει να είμαστε και ικανοί να δείξουμε ιδιαίτερη προσοχή και επιείκεια προκειμένου να καταλάβουμε τι πραγματικά έχει συμβεί.
Οι άνθρωποι που έχουν ασκήσει βία είναι συχνά έτοιμοι να το ξανακάνουν, και η μόνη ελπίδα να σπάσουν αυτό τον κύκλο είναι να βρουν έναν καλύτερο τρόπο να εκφράζονται.
Πρέπει να είμαστε σκληροί με την επιθετικότητα και μαλακοί με τον άνθρωπο που κρύβεται μέσα της, ο οποίος προσπαθεί να εκφράσει ένα φόβο που δεν έχει βρει ακόμα τη φωνή του.
Βοηθάει να θυμηθούμε ότι, σε τελευταία ανάλυση, αυτό που καταστρέφουν οι άνθρωποι όταν γίνονται καταστροφικοί είναι πάντα η ίδια τους η ζωή και οι ίδιες τους οι ευκαιρίες.
Αν δεχθούμε την αντίληψη ότι ο εαυτός μας αποτελεί απλώς μία σχέση και όχι μία ουσιώδη οντότητα, τότε η καταστροφή είναι επίσης πάντα αυτοκαταστροφή, κι αυτό μπορεί να αποτελέσει το κλειδί για την αντιμετώπισή της.
Τα αντικείμενα είναι δομές-πλαίσια- οι δορυφόροι της ζωής μας: περιστρέφονται με τη δύναμη της βαρύτητας γύρω μας, ενώ ένας μυστικός σύνδεσμος μας συνδέει μαζί τους.
Τα καλά όρια πλάθουν ευτυχισμένα παιδιά
Τα όρια... μπορεί κανείς να μιλά για αυτά μέρες!
Τα όρια αφορούν όλους μας και υπάρχουν παντού. Χωρίς αυτά δε θα μπορούσαμε να είμαστε λειτουργικοί, να συνεργαζόμαστε, να οργανωνόμαστε και να είμαστε αποδοτικοί.
Τα όρια δημιουργούν το πλαίσιο μέσα στο οποίο κάθε άνθρωπος μπορεί να συνυπάρξει με τους συνανθρώπους του, να αντλεί όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ικανοποίηση και ασφάλεια, να εξελίσσεται και να δημιουργεί.
Γιατί μέσα στην οικογένεια οι γονείς βάζουν όρια στα παιδιά και δεν τα αφήνουν να τα ανακαλύψουν μόνα τους; Γιατί επιφορτίζονται εκείνοι με το απαιτητικό αυτό έργο, που στην πράξη αποδεικνύεται αρκετά ζόρικη υπόθεση;
Μα, γιατί τα παιδιά δεν κατανοούν τη χρησιμότητα των ορίων! Δεν καταλαβαίνουν τη σημασία του να αναστέλλουν τις επιθυμίες τους, να ασκούν αυτοέλεγχο, να λειτουργούν υπεύθυνα, να συμπονούν τους γύρω τους. Εκτός αυτού, αν οι γονείς δε θέσουν όρια, τότε το παιδί αισθάνεται ανυπεράσπιστο και απροστάτευτο, αντιλαμβάνεται τον κόσμο ως απειλή, συνεχώς μεταβαλλόμενο και το γονιό ως ανίσχυρο.
Μπερδεύεται και δεν μπορεί να διαμορφώσει μια ξεκάθαρη εικόνα του άγνωστου κόσμου μέσα στον οποίο μεγαλώνει, αλλά και των προθέσεων και των συναισθημάτων των γονιών του απέναντί του. Νιώθει δυστυχισμένο, αποθαρρυμένο, ανασφαλές και συχνά εκδηλώνει προβλήματα στη συμπεριφορά του.
Ένα παιδί το οποίο μεγαλώνει σε ένα περιβάλλον χωρίς κανόνες και σαφή όρια δεν είναι ένα παιδί ελεύθερο. Αντίθετα, είναι ένα παιδί σκλαβωμένο σε μια ασαφή και περίπλοκη δομή, μέσα στην οποία δεν μπορεί να καλλιεργήσει το αίσθημα της υπευθυνότητας και της συνεργασίας.
Από την άλλη, το παιδί που ζει και μεγαλώνει σε ένα υπερβολικά αυστηρό περιβάλλον, βομβαρδισμένο από αυταρχικούς και υπερβολικούς κανόνες, δυσκολεύεται να αναπτύξει ενδιαφέροντα, κλίσεις και προτιμήσεις. Συχνά είναι ένα παιδί με χαμηλό αίσθημα αυτοεκτίμησης που μπορεί όμως μελλοντικά να εμφανίσει έντονα σημάδια ανυπακοής και αντίδρασης.
Πολλές μελέτες δείχνουν ότι όταν οι γονείς θέτουν σταθερά όρια, τα παιδιά μεγαλώνουν έχοντας μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και καλύτερη προσαρμογή στην ομάδα των συνομηλίκων. Εκτός αυτού, γίνονται περισσότερο αυτόνομα. Η συνέπεια και η σταθερότητα στην εφαρμογή των κανόνων αυτών, αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την ολοκληρωμένη και υγιή ανάπτυξη της προσωπικότητας του παιδιού, καθώς και την ομαλή λειτουργία ολόκληρου του οικογενειακού συστήματος.
Τα όρια, όσο και αν ακούγεται περίεργο, είναι ένδειξη αγάπης και μέρος της φροντίδας που οι γονείς παρέχουν στα παιδιά τους. Είναι από τα σπουδαιότερα δώρα που μπορεί να προσφέρει ένας γονιός στο παιδί του, από τα σημαντικότερα εφόδια που του δίνει για να μάθει να πορεύεται μόνο του. Κάθε γονιός προσβλέπει σε ένα ευτυχισμένο μέλλον για το παιδί του και αυτό για να επιτευχθεί προϋποθέτει την ύπαρξη ορίων.
Στις μικρότερες ηλικίες, οι γονείς συχνά οριοθετούν τα παιδιά τους για λόγους ασφαλείας, π.χ. λένε στο παιδί του ενός έτους «ΟΧΙ!» όταν πάει να πιάσει τα χάπια της γιαγιάς από το κομοδίνο ή λένε «ΜΗ» στο δίχρονο παιδί τους όταν ανεβαίνει πάνω στην καρέκλα για να σκαρφαλώσει στη βιβλιοθήκη και να πάρει ένα παιχνίδι που του γυάλισε. Αυτή η οριοθέτηση είναι απολύτως απαραίτητη, αφού το παιδί δεν έχει ακόμη αίσθηση του κινδύνου και μπορεί να πάθει κακό.
Στις περιπτώσεις που δεν το κάνει ο γονιός μιλάμε για παραμέληση, η οποία αποτελεί μια μορφή βίας και διώκεται ποινικά. Εκτός αυτών των παρεμβάσεων, οι γονείς από πολύ νωρίς θέτουν κανόνες που σχετίζονται με τις ώρες ύπνου και διατροφής, ενώ στην πορεία βάζουν κανόνες και για το ντύσιμο, τα παιχνίδια, τις σχέσεις με τους άλλους, τη μελέτη, τις αγορές, την τηλεόραση, τις εξόδους, κλπ.
Καθώς το παιδί μεγαλώνει και ειδικά από το 2ο έτος της ζωής του και μετά, η οριοθέτηση αρχίζει να περιστρέφεται και γύρω από θέματα επιθετικής συμπεριφοράς, όπως όταν ένα παιδί θέλει το παιχνίδι που έχει ο αδερφός του και τον χτυπά για να το πάρει. Οι ανάγκες για οριοθέτηση είναι συνεχείς! Ακόμα κι όταν ένας γονιός θεωρεί ότι έχει διευθετήσει πολύ καλά τα θέματα αυτά, την επόμενη κιόλας στιγμή θα προκύψουν νέες καταστάσεις, που πρέπει να επεξεργαστεί και να πάρει θέση. Γονείς και παιδιά βρίσκονται σε συνεχή συνδιαλλαγή, διαπραγμάτευση και κάνουν συμβιβασμούς.
Ένας πατέρας λέει: «ο μικρός τρίχρονος γιος μου επέλεξε τη χειρότερη ώρα για να κάνει μια κρίση θυμού. Καθώς περπατούσαμε στο διάδρομο ενός καταστήματος, άρπαξε ένα κουτί με καραμέλες. Του είπα ότι δεν μπορεί να πάρει τις καραμέλες τώρα και αν θέλει κάτι από το κατάστημα, πρέπει πρώτα να με ρωτήσει. Αντί να υπακούσει, όταν του είπα να το βάλει πίσω στη θέση του, άρχισε να κλαίει, να ουρλιάζει και να με χτυπά. Μετά, έπεσε στο πάτωμα και ακολούθησε μια έκρηξη σε όλο της το μεγαλείο! Όλο το μαγαζί είχε γυρίσει και μας κοιτούσε! Δεν ήξερα τι να κάνω! Δε μου αρέσει καθόλου να αισθάνομαι ότι ένα δίχρονο παιδί έχει τόση δύναμη! Τι θέλει; Να με ρεζιλέψει; Αμάν πια! Άλλη φορά θα πάει με τη μάνα του και άμα κάνει τα ίδια, δε θα πάει ποτέ ξανά και με κανέναν!»
Τα καλά όρια χτίζουν καλές σχέσεις και οι καλές σχέσεις χτίζονται πάνω σε καλά όρια
Μια σχέση στέρεη και δυνατή, που τροφοδοτείται από το γονιό με αγάπη, αποδοχή, κατανόηση και τρυφερότητα προς το παιδί, είναι η καλύτερη βάση πάνω στην οποία μπορεί να στηριχτεί για να βάλει όρια. Αν η σχέση είναι δυνατή, ο θυμός από τις διενέξεις που αναπόφευκτα θα προκύψουν, θα εκτονωθεί σύντομα.
Επιβραβεύουμε τις επιθυμητές συμπεριφορές αντί να σχολιάζουμε τις μη επιθυμητές, π.χ. αντί για «Μην είσαι αφηρημένος!», λέμε «Συγκεντρώσου!» ή αντί για «Μην κρατάς τα παιχνίδια μόνο για σένα!» λέμε «Μπράβο παιδί μου, που παίζεις ωραία με την αδερφή σου! Πολύ σε χαίρομαι!». Πιο αναλυτικά, για να έχει αποτέλεσμα, η επιβράβευσή μας χρειάζεται να είναι:
- Άμεση: να δίνεται τη στιγμή που το παιδί εκδηλώνει την επιθυμητή συμπεριφορά και όχι πολύ αργότερα.
- Συγκεκριμένη: να περιλαμβάνει ένα ξεκάθαρο λιτό λεκτικό μήνυμα, π.χ. «Κάθεσαι πολύ ωραία δίπλα μου στο καρότσι και με βοηθάς να ψωνίσω! Σ'ευχαριστώ!».
- Ειλικρινής και απόλυτα αφιερωμένη σε αυτό που συμβαίνει: να δίνεται ενώ προσέχουμε το παιδί, π.χ. το κοιτάμε στα μάτια και στεκόμαστε στο ύψος του όταν του μιλάμε.
- Προσανατολισμένη στην αναγνώριση της προσπάθειας και όχι μόνο στην επιτυχία: να δίνεται όταν το παιδί καταφέρνει κάτι, αλλά και ενδιάμεσα, όσο δείχνει να προσπαθεί, ώστε να ενθαρρύνεται να βάλει τα δυνατά του μέχρι το τέλος.
- Σταθερή και συνεπής: να ενισχύει σε κάθε ευκαιρία το παιδί, καθημερινά και χωρίς διακυμάνσεις.
Ο τρόπος που ένας γονιός ορίζει, διατυπώνει και επικοινωνεί τα όρια, είναι πολύ σημαντικός.
1. Οι τρόποι πειθαρχίας που θα μεταχειριστεί ένας γονιός εξαρτώνται από τη δική του ιδιοσυγκρασία, καθώς και αυτή του παιδιού του. Τι ταιριάζει στον ίδιο, με ποιο τρόπο θα το κάνει, τι πιάνει στο παιδί του; Ό,τι ξέρει ο γονιός γύρω από το χαρακτήρα και τις ευαισθησίες του παιδιού του είναι ιδιαίτερα χρήσιμο. Μπορεί για ένα παιδί η στέρηση των παιχνιδιών του να είναι η μέγιστη τιμωρία, ενώ για ένα άλλο να μη σημαίνει κάτι. Ή μπορεί το να κοιτά τον τοίχο για λίγα λεπτά να είναι ό,τι χειρότερο, ενώ να μην ενοχλείται καθόλου άμα δε φάει σοκολάτα για μια μέρα.
2. Τα όρια πρέπει να συμβαδίζουν με το στάδιο ανάπτυξης του παιδιού και να προσαρμόζονται στα χαρακτηριστικά της ηλικίας του. Όσο πιο μικρό το παιδί, τόσο πιο σύντομες, ξεκάθαρες και λιτές οι εντολές του γονιού προς αυτό. Αν πρόκειται για βρέφος ή νήπιο που μόλις άρχισε να στέκεται στα πόδια του, ο γονιός μπορεί να στρέψει την προσοχή του σε μια άλλη δραστηριότητα.
Από την άλλη, για ένα παιδί άνω των δύο ετών, η επιβολή των ορίων είναι πιο σύνθετη διαδικασία, καθώς περιλαμβάνει διάλογο, εξηγήσεις και διαπραγμάτευσεις. Συχνά το παιδί από μόνο του προκαλεί το γονιό κάνοντας ερωτήσεις, π.χ. «Γιατί μπαμπά; Δεν είναι δίκαιο!». Απαντήσεις τύπου «γιατί έτσι το λέω εγώ!» ή «είσαι μικρός ακόμα για να καταλάβεις» δεν έχουν αποτέλεσμα, δεδομένου ότι οι απαγορεύσεις που δεν συνοδεύονται από κάποια εξήγηση δε γίνονται κατανοητές από το παιδί, αλλά φαίνονται σαν περιορισμός. Κανείς δεν υπακούει απλά επειδή κάποιος του λέει ότι αυτό είναι το σωστό.
Αφήνουμε το παιδί να μας πει την άποψή του και κάνουμε ειλικρινή προσπάθεια για διάλογο. Είναι μια από τις καλύτερες επενδύσεις που μπορεί να κάνει ένας γονιός. Στα χρόνια που θα ακολουθήσουν και ειδικά στην εφηβεία, το παιδί που δεν του δόθηκε ουσιαστικός χρόνος και χώρος να εκφραστεί, έχει περισσότερες πιθανότητες να αποφεύγει συζητήσεις με τους γονείς.
3. Το παιδί μαθαίνει από αυτό που κάνουμε και όχι από αυτό που του λέμε. Το προσωπικό μας παράδειγμα αποτελεί «μοντέλο» προς μίμηση για το παιδί. Αν δυσκολευόμαστε να βάλουμε όρια σε εμάς πρώτα, τότε πώς θα βάλουμε στους άλλους; Τα παιδιά κατανοούν πιο εύκολα το τι είμαστε και πώς λειτουργούμε, παρά το τι λέμε. Για παράδειγμα, τι κάνουμε εμείς οι γονείς όταν είμαστε θυμωμένοι, αγχωμένοι, απογοητευμένοι, όταν δε γίνεται το δικό μας κλπ. Τι θα σήμαινε για το παιδί του παραδείγματός μας αν ο πατέρας του άρχιζε να του φωνάζει μέσα στο κατάστημα, το χτύπαγε ή ...; Πώς θα ένιωθε εκείνο μετά; Από την άλλη, στην περίπτωση που το χάσουμε και παραφερθούμε, δεν τελείωσαν όλα. Κανένας δεν είναι τέλειος, αλλά τον τιμά περισσότερο το να το αναγνωρίζει και να παραδέχεται τα λάθη του, γιατί έτσι γίνεται καλύτερος. Τέλειοι γονείς δεν υπάρχουν, όπως δεν υπάρχουν και τέλεια παιδιά...
4. Δεν είναι όλα τα θέματα το ίδιο σημαντικά. Ξεχωρίζουμε ποια είναι προς διαπραγμάτευση και ποια όχι, π.χ. είναι το ίδιο αν ο δίχρονος γιος μου χοροπηδάει στα πατώματα τις ώρες κοινής ησυχίας και αν χτυπάει την αδερφή του για να πάρει ένα παιχνίδι; Αν η έφηβη κόρη μου θέλει να βάλει το αγαπημένο της μπλουζάκι στο πάρτι ακόμα και αν αυτό είναι βρώμικο, είναι λιγότερο σημαντικό από το να επιστρέψει αργότερα από την ώρα που έχουμε συμφωνήσει. Διαχωρίζω τα ζητήματα και ασχολούμαι με κάποια, όχι με όλα, γιατί αλλιώς θα κάνω κήρυγμα όλη μέρα και το παιδί μου θα γίνει σκέτος τύραννος ή θα απομονωθεί εντελώς. Η σχέση μου μαζί του θα διαταραχθεί και αυτό δεν το θέλω με τίποτα στον κόσμο.
5. Η επικοινωνία πρέπει να είναι παρούσα και συγκεκριμένη, χωρίς αναφορές στο παρελθόν, να αφορά το «Εδώ και Τώρα»: («...και την περασμένη φορά τα ίδια έκανες!»), χωρίς προφητείες για το μέλλον («...ποτέ δεν θα αλλάξεις!») και χωρίς γενικεύσεις (πάντα, ποτέ, όλοι, κανένας...). Πώς αισθάνεται κάποιος όταν κάνει ένα λάθος στη δουλειά και ο εργοδότης του λέει «Πάλι λάθος έκανες! Αδιόρθωτος είσαι πια! Όλοι έχουν καταλάβει πώς λειτουργεί το σύστημα, αλλά εσύ ποτέ σου!»; Ματαίωση, απόρριψη, απογοήτευση, ντροπή, χαμηλή αυτοεκτίμηση, θυμό, πίκρα, παραίτηση και καμία διάθεση για περαιτέρω προσπάθεια κλπ.
Μέσα από όλα τα παραπάνω, κατανοούμε τη μεγάλη σημασία που διαδραματίζουν τα όρια στην ανάπτυξη των παιδιών. Το είδος των οικογενειακών σχέσεων, η αυτοπεποίθηση και σιγουριά του γονέα για την επιβολή ορίων σε συνδυασμό με την έμπρακτη αγάπη προς το παιδί αποτελούν τα βασικά συστατικά της επιβολής ορίων στα παιδιά. Τα καλά όρια πλάθουν ευτυχισμένα παιδιά, ικανούς και ολοκληρωμένους ενήλικες, οι οποίοι καθώς μεγαλώνουν θα έχουν περισσότερες ευθύνες, μα και περισσότερα δικαιώματα.
Τα όρια αφορούν όλους μας και υπάρχουν παντού. Χωρίς αυτά δε θα μπορούσαμε να είμαστε λειτουργικοί, να συνεργαζόμαστε, να οργανωνόμαστε και να είμαστε αποδοτικοί.
Τα όρια δημιουργούν το πλαίσιο μέσα στο οποίο κάθε άνθρωπος μπορεί να συνυπάρξει με τους συνανθρώπους του, να αντλεί όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ικανοποίηση και ασφάλεια, να εξελίσσεται και να δημιουργεί.
Γιατί μέσα στην οικογένεια οι γονείς βάζουν όρια στα παιδιά και δεν τα αφήνουν να τα ανακαλύψουν μόνα τους; Γιατί επιφορτίζονται εκείνοι με το απαιτητικό αυτό έργο, που στην πράξη αποδεικνύεται αρκετά ζόρικη υπόθεση;
Μα, γιατί τα παιδιά δεν κατανοούν τη χρησιμότητα των ορίων! Δεν καταλαβαίνουν τη σημασία του να αναστέλλουν τις επιθυμίες τους, να ασκούν αυτοέλεγχο, να λειτουργούν υπεύθυνα, να συμπονούν τους γύρω τους. Εκτός αυτού, αν οι γονείς δε θέσουν όρια, τότε το παιδί αισθάνεται ανυπεράσπιστο και απροστάτευτο, αντιλαμβάνεται τον κόσμο ως απειλή, συνεχώς μεταβαλλόμενο και το γονιό ως ανίσχυρο.
Μπερδεύεται και δεν μπορεί να διαμορφώσει μια ξεκάθαρη εικόνα του άγνωστου κόσμου μέσα στον οποίο μεγαλώνει, αλλά και των προθέσεων και των συναισθημάτων των γονιών του απέναντί του. Νιώθει δυστυχισμένο, αποθαρρυμένο, ανασφαλές και συχνά εκδηλώνει προβλήματα στη συμπεριφορά του.
Ένα παιδί το οποίο μεγαλώνει σε ένα περιβάλλον χωρίς κανόνες και σαφή όρια δεν είναι ένα παιδί ελεύθερο. Αντίθετα, είναι ένα παιδί σκλαβωμένο σε μια ασαφή και περίπλοκη δομή, μέσα στην οποία δεν μπορεί να καλλιεργήσει το αίσθημα της υπευθυνότητας και της συνεργασίας.
Από την άλλη, το παιδί που ζει και μεγαλώνει σε ένα υπερβολικά αυστηρό περιβάλλον, βομβαρδισμένο από αυταρχικούς και υπερβολικούς κανόνες, δυσκολεύεται να αναπτύξει ενδιαφέροντα, κλίσεις και προτιμήσεις. Συχνά είναι ένα παιδί με χαμηλό αίσθημα αυτοεκτίμησης που μπορεί όμως μελλοντικά να εμφανίσει έντονα σημάδια ανυπακοής και αντίδρασης.
Πολλές μελέτες δείχνουν ότι όταν οι γονείς θέτουν σταθερά όρια, τα παιδιά μεγαλώνουν έχοντας μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και καλύτερη προσαρμογή στην ομάδα των συνομηλίκων. Εκτός αυτού, γίνονται περισσότερο αυτόνομα. Η συνέπεια και η σταθερότητα στην εφαρμογή των κανόνων αυτών, αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την ολοκληρωμένη και υγιή ανάπτυξη της προσωπικότητας του παιδιού, καθώς και την ομαλή λειτουργία ολόκληρου του οικογενειακού συστήματος.
Τα όρια, όσο και αν ακούγεται περίεργο, είναι ένδειξη αγάπης και μέρος της φροντίδας που οι γονείς παρέχουν στα παιδιά τους. Είναι από τα σπουδαιότερα δώρα που μπορεί να προσφέρει ένας γονιός στο παιδί του, από τα σημαντικότερα εφόδια που του δίνει για να μάθει να πορεύεται μόνο του. Κάθε γονιός προσβλέπει σε ένα ευτυχισμένο μέλλον για το παιδί του και αυτό για να επιτευχθεί προϋποθέτει την ύπαρξη ορίων.
Στις μικρότερες ηλικίες, οι γονείς συχνά οριοθετούν τα παιδιά τους για λόγους ασφαλείας, π.χ. λένε στο παιδί του ενός έτους «ΟΧΙ!» όταν πάει να πιάσει τα χάπια της γιαγιάς από το κομοδίνο ή λένε «ΜΗ» στο δίχρονο παιδί τους όταν ανεβαίνει πάνω στην καρέκλα για να σκαρφαλώσει στη βιβλιοθήκη και να πάρει ένα παιχνίδι που του γυάλισε. Αυτή η οριοθέτηση είναι απολύτως απαραίτητη, αφού το παιδί δεν έχει ακόμη αίσθηση του κινδύνου και μπορεί να πάθει κακό.
Στις περιπτώσεις που δεν το κάνει ο γονιός μιλάμε για παραμέληση, η οποία αποτελεί μια μορφή βίας και διώκεται ποινικά. Εκτός αυτών των παρεμβάσεων, οι γονείς από πολύ νωρίς θέτουν κανόνες που σχετίζονται με τις ώρες ύπνου και διατροφής, ενώ στην πορεία βάζουν κανόνες και για το ντύσιμο, τα παιχνίδια, τις σχέσεις με τους άλλους, τη μελέτη, τις αγορές, την τηλεόραση, τις εξόδους, κλπ.
Καθώς το παιδί μεγαλώνει και ειδικά από το 2ο έτος της ζωής του και μετά, η οριοθέτηση αρχίζει να περιστρέφεται και γύρω από θέματα επιθετικής συμπεριφοράς, όπως όταν ένα παιδί θέλει το παιχνίδι που έχει ο αδερφός του και τον χτυπά για να το πάρει. Οι ανάγκες για οριοθέτηση είναι συνεχείς! Ακόμα κι όταν ένας γονιός θεωρεί ότι έχει διευθετήσει πολύ καλά τα θέματα αυτά, την επόμενη κιόλας στιγμή θα προκύψουν νέες καταστάσεις, που πρέπει να επεξεργαστεί και να πάρει θέση. Γονείς και παιδιά βρίσκονται σε συνεχή συνδιαλλαγή, διαπραγμάτευση και κάνουν συμβιβασμούς.
Ένας πατέρας λέει: «ο μικρός τρίχρονος γιος μου επέλεξε τη χειρότερη ώρα για να κάνει μια κρίση θυμού. Καθώς περπατούσαμε στο διάδρομο ενός καταστήματος, άρπαξε ένα κουτί με καραμέλες. Του είπα ότι δεν μπορεί να πάρει τις καραμέλες τώρα και αν θέλει κάτι από το κατάστημα, πρέπει πρώτα να με ρωτήσει. Αντί να υπακούσει, όταν του είπα να το βάλει πίσω στη θέση του, άρχισε να κλαίει, να ουρλιάζει και να με χτυπά. Μετά, έπεσε στο πάτωμα και ακολούθησε μια έκρηξη σε όλο της το μεγαλείο! Όλο το μαγαζί είχε γυρίσει και μας κοιτούσε! Δεν ήξερα τι να κάνω! Δε μου αρέσει καθόλου να αισθάνομαι ότι ένα δίχρονο παιδί έχει τόση δύναμη! Τι θέλει; Να με ρεζιλέψει; Αμάν πια! Άλλη φορά θα πάει με τη μάνα του και άμα κάνει τα ίδια, δε θα πάει ποτέ ξανά και με κανέναν!»
Τα καλά όρια χτίζουν καλές σχέσεις και οι καλές σχέσεις χτίζονται πάνω σε καλά όρια
Μια σχέση στέρεη και δυνατή, που τροφοδοτείται από το γονιό με αγάπη, αποδοχή, κατανόηση και τρυφερότητα προς το παιδί, είναι η καλύτερη βάση πάνω στην οποία μπορεί να στηριχτεί για να βάλει όρια. Αν η σχέση είναι δυνατή, ο θυμός από τις διενέξεις που αναπόφευκτα θα προκύψουν, θα εκτονωθεί σύντομα.
Επιβραβεύουμε τις επιθυμητές συμπεριφορές αντί να σχολιάζουμε τις μη επιθυμητές, π.χ. αντί για «Μην είσαι αφηρημένος!», λέμε «Συγκεντρώσου!» ή αντί για «Μην κρατάς τα παιχνίδια μόνο για σένα!» λέμε «Μπράβο παιδί μου, που παίζεις ωραία με την αδερφή σου! Πολύ σε χαίρομαι!». Πιο αναλυτικά, για να έχει αποτέλεσμα, η επιβράβευσή μας χρειάζεται να είναι:
- Άμεση: να δίνεται τη στιγμή που το παιδί εκδηλώνει την επιθυμητή συμπεριφορά και όχι πολύ αργότερα.
- Συγκεκριμένη: να περιλαμβάνει ένα ξεκάθαρο λιτό λεκτικό μήνυμα, π.χ. «Κάθεσαι πολύ ωραία δίπλα μου στο καρότσι και με βοηθάς να ψωνίσω! Σ'ευχαριστώ!».
- Ειλικρινής και απόλυτα αφιερωμένη σε αυτό που συμβαίνει: να δίνεται ενώ προσέχουμε το παιδί, π.χ. το κοιτάμε στα μάτια και στεκόμαστε στο ύψος του όταν του μιλάμε.
- Προσανατολισμένη στην αναγνώριση της προσπάθειας και όχι μόνο στην επιτυχία: να δίνεται όταν το παιδί καταφέρνει κάτι, αλλά και ενδιάμεσα, όσο δείχνει να προσπαθεί, ώστε να ενθαρρύνεται να βάλει τα δυνατά του μέχρι το τέλος.
- Σταθερή και συνεπής: να ενισχύει σε κάθε ευκαιρία το παιδί, καθημερινά και χωρίς διακυμάνσεις.
Ο τρόπος που ένας γονιός ορίζει, διατυπώνει και επικοινωνεί τα όρια, είναι πολύ σημαντικός.
1. Οι τρόποι πειθαρχίας που θα μεταχειριστεί ένας γονιός εξαρτώνται από τη δική του ιδιοσυγκρασία, καθώς και αυτή του παιδιού του. Τι ταιριάζει στον ίδιο, με ποιο τρόπο θα το κάνει, τι πιάνει στο παιδί του; Ό,τι ξέρει ο γονιός γύρω από το χαρακτήρα και τις ευαισθησίες του παιδιού του είναι ιδιαίτερα χρήσιμο. Μπορεί για ένα παιδί η στέρηση των παιχνιδιών του να είναι η μέγιστη τιμωρία, ενώ για ένα άλλο να μη σημαίνει κάτι. Ή μπορεί το να κοιτά τον τοίχο για λίγα λεπτά να είναι ό,τι χειρότερο, ενώ να μην ενοχλείται καθόλου άμα δε φάει σοκολάτα για μια μέρα.
2. Τα όρια πρέπει να συμβαδίζουν με το στάδιο ανάπτυξης του παιδιού και να προσαρμόζονται στα χαρακτηριστικά της ηλικίας του. Όσο πιο μικρό το παιδί, τόσο πιο σύντομες, ξεκάθαρες και λιτές οι εντολές του γονιού προς αυτό. Αν πρόκειται για βρέφος ή νήπιο που μόλις άρχισε να στέκεται στα πόδια του, ο γονιός μπορεί να στρέψει την προσοχή του σε μια άλλη δραστηριότητα.
Από την άλλη, για ένα παιδί άνω των δύο ετών, η επιβολή των ορίων είναι πιο σύνθετη διαδικασία, καθώς περιλαμβάνει διάλογο, εξηγήσεις και διαπραγμάτευσεις. Συχνά το παιδί από μόνο του προκαλεί το γονιό κάνοντας ερωτήσεις, π.χ. «Γιατί μπαμπά; Δεν είναι δίκαιο!». Απαντήσεις τύπου «γιατί έτσι το λέω εγώ!» ή «είσαι μικρός ακόμα για να καταλάβεις» δεν έχουν αποτέλεσμα, δεδομένου ότι οι απαγορεύσεις που δεν συνοδεύονται από κάποια εξήγηση δε γίνονται κατανοητές από το παιδί, αλλά φαίνονται σαν περιορισμός. Κανείς δεν υπακούει απλά επειδή κάποιος του λέει ότι αυτό είναι το σωστό.
Αφήνουμε το παιδί να μας πει την άποψή του και κάνουμε ειλικρινή προσπάθεια για διάλογο. Είναι μια από τις καλύτερες επενδύσεις που μπορεί να κάνει ένας γονιός. Στα χρόνια που θα ακολουθήσουν και ειδικά στην εφηβεία, το παιδί που δεν του δόθηκε ουσιαστικός χρόνος και χώρος να εκφραστεί, έχει περισσότερες πιθανότητες να αποφεύγει συζητήσεις με τους γονείς.
3. Το παιδί μαθαίνει από αυτό που κάνουμε και όχι από αυτό που του λέμε. Το προσωπικό μας παράδειγμα αποτελεί «μοντέλο» προς μίμηση για το παιδί. Αν δυσκολευόμαστε να βάλουμε όρια σε εμάς πρώτα, τότε πώς θα βάλουμε στους άλλους; Τα παιδιά κατανοούν πιο εύκολα το τι είμαστε και πώς λειτουργούμε, παρά το τι λέμε. Για παράδειγμα, τι κάνουμε εμείς οι γονείς όταν είμαστε θυμωμένοι, αγχωμένοι, απογοητευμένοι, όταν δε γίνεται το δικό μας κλπ. Τι θα σήμαινε για το παιδί του παραδείγματός μας αν ο πατέρας του άρχιζε να του φωνάζει μέσα στο κατάστημα, το χτύπαγε ή ...; Πώς θα ένιωθε εκείνο μετά; Από την άλλη, στην περίπτωση που το χάσουμε και παραφερθούμε, δεν τελείωσαν όλα. Κανένας δεν είναι τέλειος, αλλά τον τιμά περισσότερο το να το αναγνωρίζει και να παραδέχεται τα λάθη του, γιατί έτσι γίνεται καλύτερος. Τέλειοι γονείς δεν υπάρχουν, όπως δεν υπάρχουν και τέλεια παιδιά...
4. Δεν είναι όλα τα θέματα το ίδιο σημαντικά. Ξεχωρίζουμε ποια είναι προς διαπραγμάτευση και ποια όχι, π.χ. είναι το ίδιο αν ο δίχρονος γιος μου χοροπηδάει στα πατώματα τις ώρες κοινής ησυχίας και αν χτυπάει την αδερφή του για να πάρει ένα παιχνίδι; Αν η έφηβη κόρη μου θέλει να βάλει το αγαπημένο της μπλουζάκι στο πάρτι ακόμα και αν αυτό είναι βρώμικο, είναι λιγότερο σημαντικό από το να επιστρέψει αργότερα από την ώρα που έχουμε συμφωνήσει. Διαχωρίζω τα ζητήματα και ασχολούμαι με κάποια, όχι με όλα, γιατί αλλιώς θα κάνω κήρυγμα όλη μέρα και το παιδί μου θα γίνει σκέτος τύραννος ή θα απομονωθεί εντελώς. Η σχέση μου μαζί του θα διαταραχθεί και αυτό δεν το θέλω με τίποτα στον κόσμο.
5. Η επικοινωνία πρέπει να είναι παρούσα και συγκεκριμένη, χωρίς αναφορές στο παρελθόν, να αφορά το «Εδώ και Τώρα»: («...και την περασμένη φορά τα ίδια έκανες!»), χωρίς προφητείες για το μέλλον («...ποτέ δεν θα αλλάξεις!») και χωρίς γενικεύσεις (πάντα, ποτέ, όλοι, κανένας...). Πώς αισθάνεται κάποιος όταν κάνει ένα λάθος στη δουλειά και ο εργοδότης του λέει «Πάλι λάθος έκανες! Αδιόρθωτος είσαι πια! Όλοι έχουν καταλάβει πώς λειτουργεί το σύστημα, αλλά εσύ ποτέ σου!»; Ματαίωση, απόρριψη, απογοήτευση, ντροπή, χαμηλή αυτοεκτίμηση, θυμό, πίκρα, παραίτηση και καμία διάθεση για περαιτέρω προσπάθεια κλπ.
Μέσα από όλα τα παραπάνω, κατανοούμε τη μεγάλη σημασία που διαδραματίζουν τα όρια στην ανάπτυξη των παιδιών. Το είδος των οικογενειακών σχέσεων, η αυτοπεποίθηση και σιγουριά του γονέα για την επιβολή ορίων σε συνδυασμό με την έμπρακτη αγάπη προς το παιδί αποτελούν τα βασικά συστατικά της επιβολής ορίων στα παιδιά. Τα καλά όρια πλάθουν ευτυχισμένα παιδιά, ικανούς και ολοκληρωμένους ενήλικες, οι οποίοι καθώς μεγαλώνουν θα έχουν περισσότερες ευθύνες, μα και περισσότερα δικαιώματα.
AΦΡΟΔΙΤΗ: Η ΑΡΧΕΓΟΝΗ ΘΕΑ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ
Oυρανία, πολυτραγουδισμένη Aφροδίτη, γενέτειρα θεά,
συ τις τρεις μοίρες κυβερνάς και τα πάντα γεννάς,
όσα στον ουρανό υπάρχουν και στην πολύκαρπη τη γη
και στο βυθό του πόντου, Mητέρα των Eρώτων,
έλα, γέννημα θεϊκό της Kύπρου...[1]
(Oρφικός Ύμνος στην Αφροδίτη)
Η γοητευτική μορφή της θεάς, αισθησιακή και γεμάτη μυστήριο, μου έδωσε την έμπνευση να ψηλαφήσω τις ποικίλες διαστάσεις της μέσα από τα αρχαία κείμενα, τη μυθολογία και τα αρχαιολογικά ευρήματα. Έγινε έτσι το έναυσμα να διεισδύσω στα βάθη του χρόνου για να ανακαλύψω έναν αλλιώτικο κόσμο -τις ειρηνικές, αταξικές, προπατριαρχικές κοινωνίες που τιμούσαν το Θηλυκό και τον έρωτα.
Ξεπροβάλλουν μέσα από τη μυθική περιγραφή του Ησίοδου για μια περίοδο στο παρελθόν όπου οι άνθρωποι ζούσαν χαρούμενα και αρμονικά απολαμβάνοντας την αφθονία των καρπών που τους έδινε η γη (Έργα και Ημέραι, στ. 109 κ.ε.). Τους ονομάζει Χρυσό Γένος κι ο νους μου πηγαίνει στη «χρυσή Αφροδίτη», όπως την αποκαλούσαν στην αρχαιότητα. Ο φιλόσοφος Εμπεδοκλής επιβεβαιώνει τις σκέψεις μου, καθώς μιλά για τις γυναίκες και τους άνδρες μιας παλιότερης εποχής:
Δεν λάτρευαν κανένα θεό Άρη ούτε της μάχης την αντάρα
ούτε ήταν ο Δίας βασιλιάς τους ούτε ο Kρόνος ούτε ο Ποσειδώνας,
παρά βασίλευε η Kύπρη [σ.σ. η Αφροδίτη].
Aυτήν εξευμενίζανε με αγάλματα ιερά,
με ζώων ζωγραφιές, με αρώματα λογής λογής,
ατόφια σμύρνα θυσιάζοντας κι ευωδιαστό λιβάνι,
σπονδές στο χώμα χύνοντας από ξανθό μέλι.[2]
Η ΜΕΓΑΛΗ ΜΗΤΕΡΑ
Έτσι, συναντήθηκα με την αρχέγονη Μεγάλη Μητέρα, την προϊστορική Θεά, που δεν εξαφανίστηκε μέσα στα γυρίσματα των εποχών. Επιβιώνει κι αναβιώνει αλλάζοντας μορφές κι ονόματα. Στην Kύπρο η παρουσία της χάνεται στα βάθη των αιώνων. Ένα αγαλματάκι, που χρονολογείται γύρω στο 3000, την παρουσιάζει με τα χέρια απλωμένα να στέλνει ευλογίες. Σχηματίζουν με το καθιστό της σώμα ένα σταυρό -πανάρχαιο σύμβολό της. Tα μάτια της δυο κύκλοι που κοιτάζουν πέρα από το χρόνο. Tα στήθη της, παράξενα σμιλεμένα, παραπέμπουν στο τρίγωνο της ήβης: το Iερό Aιδοίο. Aποτελεί μια παλιότερη όψη της «αιδοίας» (σεβαστής) Aφροδίτης –έτσι τη χαρακτηρίζει ο ομηρικός ύμνος 6.
Στην Ασία εμφανίζεται ως Bασίλισσα του Oυρανού με τα ονόματα Aστάρτη, Iστάρ και Iνάνα, θεότητα της σεξουαλικότητας και της ευφορίας. Την τιμούσαν σε ολόκληρη τη Mέση Aνατολή για τουλάχιστον 3000 χρόνια. Στη Σιδώνα λατρευόταν ως η Παρθένος της Θάλασσας. O βασιλιάς Σολομών είχε καθιερώσει προς τιμήν της ιερό νότια του όρους των Eλαιών.[3] Στην Αίγυπτο γίνεται Ίσιδα αλλά κι Aθώρ, προστάτιδα των γυναικών, της γονιμότητας, του έρωτα, που έπαιρνε κάποτε τη μορφή της αγελάδας συμβολίζοντας τη μητρότητα. Είναι κι αυτή θεότητα του ουρανού, όπως η Ουρανία Αφροδίτη.
Ο Ρωμαίος συγγραφέας Απουλήιος, μυημένος στα Μυστήρια της Ίσιδας, παρουσιάζει τη Θεά σε όλο της το μεγαλείο:
Mόλις που είχα κλείσει τα μάτια μου, όταν έξαφνα αναδύθηκε από τη θάλασσα ένα πρόσωπο θεϊκό, μια μορφή άξια να λατρεύεται ακόμα κι από τους θεούς. Σιγά σιγά φανερωνόταν όλο το κορμί της, ώσπου η πανέμορφη οπτασία στάθηκε ολάκερη μπροστά μου, πάνω στον αφρό. Mε τούτη τη μορφή μού παρουσιάστηκε και ήρθαν στην όσφρησή μου όλες οι ευωδιές της Aραβίας, όταν με τίμησε με την ουράνια φωνή της:
«Ήρθα σ’ εσένα, Λούκιε, συγκινημένη από τις προσευχές σου εγώ, η Μητέρα του σύμπαντος, η Κυρία όλων των στοιχείων της φύσης, το αρχέγονο τέκνο των αιώνων, η ισχυρότερη απ’ όλους τους θεούς, η βασίλισσα των νεκρών, η πρώτη ανάμεσα στα ουράνια όντα. Στο πρόσωπό μου φανερώνονται όλοι οι θεοί και οι θεές. M’ ένα μου νεύμα κυβερνώ τα αστροφώτιστα ύψη του ουρανού, την ευεργετική αύρα της θάλασσας και τη θρηνητική σιωπή του κάτω κόσμου.
Mία και μόνη είμαι θεότητα, μα η οικουμένη με λατρεύει με διάφορες μορφές, ποικίλες τελετές και πολλαπλά ονόματα. Oι Φρύγες, οι πρώτοι άνθρωποι στη γη, με ονομάζουνε Mητέρα Θεά της Πεσσινούντας· οι αυτόχθονες της Aττικής Kεκροπία Aθηνά· οι Kύπριοι με αποκαλούν Παφία Aφροδίτη· οι Kρήτες τοξοβόλοι Άρτεμη Δίκτυννα· οι τρίγλωσσοι Σικελοί Στυγία Περσεφόνη και οι αρχαίοι κάτοικοι της Eλευσίνας Δήμητρα.»
Ο ΙΕΡΟΣ ΓΑΜΟΣ
Ωστόσο, η Αφροδίτη, όπως τουλάχιστον έχει φτάσει ως εμάς, είναι πάνω απ’ όλα σεξουαλική θεά, η Μήτηρ Ερώτων, κατά τον ορφικό ύμνο. Είναι εκείνη «που σ’ αχαλίνωτες ανάγκες έζεψε τους ανθρώπους μα και των άγριων ζώων την πολυάριθμη φυλή κι έκανε να μανιάζουν από του έρωτα τα μάγια».
Η ζωοδότρα ένωση του Θεϊκού Θηλυκού με το Ιερό Αρσενικό παριστανόταν συμβολικά με την τελετουργία του Ιερού Γάμου. Η Γη κι ο Ουρανός αποτελούν το πρωταρχικό ζευγάρι σε πολλές θρησκείες του κόσμου. Στην ολύμπια μυθολογία, το ρόλο του ουράνιου θεού παίζει ο Δίας. Παντρεύεται την Ή ρ α, μια άλλη εκδοχή της προϊστορικής Θεάς· το όνομά της κατά μια ερμηνεία προέρχεται από το έρα: γη. Ενώνεται με τη Δήμητρ α (Δημήτηρ: Γη Μήτηρ), η οποία κυοφορεί την Περσεφόνη –το σπόρο του σιταριού που θάβεται και ξαναγεννιέται. Στα Ελευσίνια οι μύστιδες και οι μύστες φαίνεται ότι συνόδευαν την τελετή τραγουδώντας το περίφημο ύε κύε: το ύε (βρέξε) απευθυνόταν στο Δία, ενώ το κύε (κυοφόρησε) στη Δήμητρα.
Κάποτε εκείνος παίρνει τη μορφή χρυσής βροχής και σμίγει με τη Δανάη. Γονιμοποιεί τη Σεμέλη (πιθανόν από το zĕme: γη) και γεννάει, με τη βοήθεια του κεραυνού, το πνεύμα της βλάστησης, το Διόνυσο. Άλλοτε η θεογαμία γίνεται ανάμεσα στον Πλούτωνα και την Περσεφόνη, η οποία φέρνει στον κόσμο το Ιερό Παιδί, τον Ίακχο. Κι άλλοτε η «νύμφη» είναι η Αφροδίτη και ο «νυμφίος» ο Άδωνις, ο ωραίος νεαρός εραστής της. Η ένωση και ο αποχωρισμός τους γιορταζόταν με πάθος κάθε χρόνο από τις γυναίκες στα Αδώνια.
Ένα απόσπασμα από άγνωστο δράμα του Ευριπίδη δείχνει ότι η ερωτική ενέργεια της Κύπριδας είναι αναγκαία για να ευοδωθεί η γονιμότητα της Φύσης ολόκληρης:
Δε βλέπεις τι λογής θεά είναι η Aφροδίτη;
Ούτε να πεις μπορείς ούτε και να μετρήσεις
πόσο είναι μεγάλη κι ως πού φτάνει.
Εκείνη τρέφει εσέ κι εμέ και τους θνητούς τους πάντες.
Δεν θα το μάθεις μόνο με τα λόγια,
μ’ έργα τη δύναμη της θα σου δείξω·
Λαχταρά η Γη τη βροχή όταν ξερό τον τόπο έχει,
άκαρπη απ’ τη στέγνα του νερού και στερημένη.
Και λαχταρά ο σεβάσμιος Ουρανός, βροχή
γεμάτος, στη Γη να πέσει, χάρη στην Αφροδίτη.
Κι όταν οι δυο τους σ’ ένα ενωθούν,
όλα μας τα παράγουν κι όλα τα γεννούν,
απ’ όπου των θνητών το γένος ζει και θάλλει.[4]
Το μοτίβο του Ιερού Γάμου χρησιμοποιεί με το δικό του, ξεχωριστό τρόπο και ο Αριστοφάνης. Στις αντιπολεμικές του κωμωδίες Αχαρνής και Ειρήνη εμφανίζεται η πανέμορφη θεά Ειρήνη. Τη στενή της σχέση με την Αφροδίτη, που την είδαμε ήδη έμμεσα στον Εμπεδοκλή, την εκφράζουν πιο καθαρά τα Ορφικά Αποσπάσματα: πόλεμος μεν Άρης, ειρήνη δ’ εστ’ Αφροδίτη (28. 4). Άλλωστε, είναι μια από τις τρεις Ώρες, τις θεραπαινίδες της Κύπριδας.
Εξάλλου, η τελευταία έχει τη ικανότητα να τιθασεύει το θεό του πολέμου μέσα από το ακαταμάχητο αγκάλιασμά της. Ο ορφικός ύμνος στον Άρη περιγράφει ανάγλυφα αυτή τους τη σχέση:
Συ ο οπλοχαρής, ανθρωποκτόνε, βασιλιά Άρη, πάντα με φόνους μολεμένος,
που χαίρεσαι με ανθρωποκτόνο αίμα, πολεμοτάραχε, φριχτέ (...)
πάψε τη λυσσασμένη αμάχη, κατάνευσε στης Kύπριδας τον πόθο,
λαχταρώντας την παιδοτρόφο ειρήνη, που ευτυχία χαρίζει.
Στους Αχαρνής ο χορός, που αποτελείται από γέροντες, δείχνει πώς η δύναμη του έρωτα ξανανιώνει τους ανθρώπους και γονιμοποιεί τη Φύση:
Όμορφο πούχεις πρόσωπο
και τό κρυβες Ειρήνη!
Συντρόφισσα της Κύπριδας
και όλων των Χαρίτων.
Πώς θα μπορούσε ο έρωτας τους δυο μας ν’ ανταμώσει,
εκείνος ο ζωγραφιστός ο ανθοστεφανωμένος;
Ή τάχα πολύ γέροντα για τέτοια με νομίζεις;
Πέσε στα μπράτσα μου εσύ και ξέρω τι να κάνω!...
Και πρώτα – πρώτα ένα μακρύ θα σου φυτέψω αμπέλι
κι ύστερα δίπλα στη σειρά συκιές με σύκα μέλι
και τρίτο μια κληματαριά, να δεις αν είμαι γέρος...
Κι ολόγυρα το κτήμα θα το κυκλώνουνε ελιές,
που θα μας κάνουν λάδι
για ν’ αλειφόμαστε απαλά
οι δύο μας κάθε βράδυ...[5]
Τα φυτά που αναφέρει εδώ ο ποιητής δεν είναι τυχαία. Και τα τρία σχετίζονται με την έννοια της αφθονίας. Το κλήμα, αφιερωμένο στο Διόνυσο, παραπέμπει στο κρασί και άρα στα γλέντια και την καλοπέραση. Η ελιά, ιερό δέντρο της Αθηνάς, αποτελεί μέχρι σήμερα σύμβολο ειρήνης.
Το σύκο στα αρχαία ελληνικά σημαίνει και «αιδοίο». Σύμφωνα με τη μελετήτρια Mπάρμπαρα Γουόκερ, συνηθισμένο έμβλημα της Mεγάλης Mητέρας υπήρξε η συκιά, τη μορφή της οποίας έπαιρνε η βαβυλωνιακή Iστάρ, αντίστοιχη της Αφροδίτης. Το δέντρο αυτό πιθανότατα σχετίζεται και με τα Ελευσίνια Μυστήρια. Ο περιηγητής Παυσανίας αναφέρει ότι υπήρξε δώρο της Δήμητρας προς το βασιλιά Φύταλο, ο οποίος τη φιλοξένησε· το όνομά του θυμίζει τα φυτά και τη βλάστηση, ενώ ο τάφος του βρισκόταν στην Ιερά Οδό, δηλαδή στο δρόμο που οδηγούσε από την Αθήνα στην Ελευσίνα. Κι ακόμη Ερινεός (αγριοσυκιά) ονομαζόταν ο τόπος απ’ όπου ο Πλούτων κατέβηκε στον Κάτω Κόσμο, αφού άρπαξε την Περσεφόνη.[6]
Η αναφορά του χορού στο φύτεμα φυσικά περιέχει σεξουαλικά υπονοούμενα. Άλλωστε, στην αρχαιότητα η σπορά της γης παρομοιαζόταν με την ερωτική πράξη, απ’ όπου προέκυψε η έννοια του Ιερού Γάμου. Είναι ενδιαφέρον ότι τα γεωργικά προϊόντα και σήμερα ονομάζονται «γεννήματα»...
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Η περιπλάνηση στο μαγικό κόσμο της Θεάς δεν τελειώνει εδώ· έχει ακόμη πολλά μυστικά να μας αποκαλύψει. Μελετώντας τον τεράστιο πλούτο της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας, συνειδητοποίησα ότι έχει τη δύναμη να γίνει οδηγός μας στους δύσκολους καιρούς όπου ζούμε. Μπορεί να μας βοηθήσει ν’ ανακαλύψουμε μια άλλη αντίληψη για τη Φύση και τον Έρωτα, για το Θηλυκό, για την ειρήνη και τον πόλεμο.
Η Αφροδίτη ταξιδεύει μέσα στο χρόνο για να μας μυήσει στη δική της σοφία, να μας δώσει το έναυσμα για νέες σκέψεις και προβληματισμούς. Κουβαλώντας τους απόηχους μιας άλλης κοινωνίας έχει την ικανότητα να μας κάνει να ονειρευόμαστε έναν πολιτισμό διαφορετικό, όπου οι αξίες της θα μπορέσουν ν’ αναδυθούν ξανά. Άλλωστε, εκείνη, κατά τη μυθολογία, είναι η μητέρα της Αρμονίας...
-----------------------
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Oρφικός Ύμνος 55.
[2] Kαθαρμοί, απόσπασμα 128.
[3] Παλαιά Διαθήκη, B’ Bασιλέων 23.
[4] Απόσπασμα από άγνωστο δράμα του Ευριπίδη, που περιλαμβάνεται στο βιβλίο 13 του Αθήναιου.
[5] Αχαρνής 1074-1084.
[6] Παυσανίας 1. 37, 2 και 1. 38, 5.
συ τις τρεις μοίρες κυβερνάς και τα πάντα γεννάς,
όσα στον ουρανό υπάρχουν και στην πολύκαρπη τη γη
και στο βυθό του πόντου, Mητέρα των Eρώτων,
έλα, γέννημα θεϊκό της Kύπρου...[1]
(Oρφικός Ύμνος στην Αφροδίτη)
Η γοητευτική μορφή της θεάς, αισθησιακή και γεμάτη μυστήριο, μου έδωσε την έμπνευση να ψηλαφήσω τις ποικίλες διαστάσεις της μέσα από τα αρχαία κείμενα, τη μυθολογία και τα αρχαιολογικά ευρήματα. Έγινε έτσι το έναυσμα να διεισδύσω στα βάθη του χρόνου για να ανακαλύψω έναν αλλιώτικο κόσμο -τις ειρηνικές, αταξικές, προπατριαρχικές κοινωνίες που τιμούσαν το Θηλυκό και τον έρωτα.
Ξεπροβάλλουν μέσα από τη μυθική περιγραφή του Ησίοδου για μια περίοδο στο παρελθόν όπου οι άνθρωποι ζούσαν χαρούμενα και αρμονικά απολαμβάνοντας την αφθονία των καρπών που τους έδινε η γη (Έργα και Ημέραι, στ. 109 κ.ε.). Τους ονομάζει Χρυσό Γένος κι ο νους μου πηγαίνει στη «χρυσή Αφροδίτη», όπως την αποκαλούσαν στην αρχαιότητα. Ο φιλόσοφος Εμπεδοκλής επιβεβαιώνει τις σκέψεις μου, καθώς μιλά για τις γυναίκες και τους άνδρες μιας παλιότερης εποχής:
Δεν λάτρευαν κανένα θεό Άρη ούτε της μάχης την αντάρα
ούτε ήταν ο Δίας βασιλιάς τους ούτε ο Kρόνος ούτε ο Ποσειδώνας,
παρά βασίλευε η Kύπρη [σ.σ. η Αφροδίτη].
Aυτήν εξευμενίζανε με αγάλματα ιερά,
με ζώων ζωγραφιές, με αρώματα λογής λογής,
ατόφια σμύρνα θυσιάζοντας κι ευωδιαστό λιβάνι,
σπονδές στο χώμα χύνοντας από ξανθό μέλι.[2]
Η ΜΕΓΑΛΗ ΜΗΤΕΡΑ
Έτσι, συναντήθηκα με την αρχέγονη Μεγάλη Μητέρα, την προϊστορική Θεά, που δεν εξαφανίστηκε μέσα στα γυρίσματα των εποχών. Επιβιώνει κι αναβιώνει αλλάζοντας μορφές κι ονόματα. Στην Kύπρο η παρουσία της χάνεται στα βάθη των αιώνων. Ένα αγαλματάκι, που χρονολογείται γύρω στο 3000, την παρουσιάζει με τα χέρια απλωμένα να στέλνει ευλογίες. Σχηματίζουν με το καθιστό της σώμα ένα σταυρό -πανάρχαιο σύμβολό της. Tα μάτια της δυο κύκλοι που κοιτάζουν πέρα από το χρόνο. Tα στήθη της, παράξενα σμιλεμένα, παραπέμπουν στο τρίγωνο της ήβης: το Iερό Aιδοίο. Aποτελεί μια παλιότερη όψη της «αιδοίας» (σεβαστής) Aφροδίτης –έτσι τη χαρακτηρίζει ο ομηρικός ύμνος 6.
Στην Ασία εμφανίζεται ως Bασίλισσα του Oυρανού με τα ονόματα Aστάρτη, Iστάρ και Iνάνα, θεότητα της σεξουαλικότητας και της ευφορίας. Την τιμούσαν σε ολόκληρη τη Mέση Aνατολή για τουλάχιστον 3000 χρόνια. Στη Σιδώνα λατρευόταν ως η Παρθένος της Θάλασσας. O βασιλιάς Σολομών είχε καθιερώσει προς τιμήν της ιερό νότια του όρους των Eλαιών.[3] Στην Αίγυπτο γίνεται Ίσιδα αλλά κι Aθώρ, προστάτιδα των γυναικών, της γονιμότητας, του έρωτα, που έπαιρνε κάποτε τη μορφή της αγελάδας συμβολίζοντας τη μητρότητα. Είναι κι αυτή θεότητα του ουρανού, όπως η Ουρανία Αφροδίτη.
Ο Ρωμαίος συγγραφέας Απουλήιος, μυημένος στα Μυστήρια της Ίσιδας, παρουσιάζει τη Θεά σε όλο της το μεγαλείο:
Mόλις που είχα κλείσει τα μάτια μου, όταν έξαφνα αναδύθηκε από τη θάλασσα ένα πρόσωπο θεϊκό, μια μορφή άξια να λατρεύεται ακόμα κι από τους θεούς. Σιγά σιγά φανερωνόταν όλο το κορμί της, ώσπου η πανέμορφη οπτασία στάθηκε ολάκερη μπροστά μου, πάνω στον αφρό. Mε τούτη τη μορφή μού παρουσιάστηκε και ήρθαν στην όσφρησή μου όλες οι ευωδιές της Aραβίας, όταν με τίμησε με την ουράνια φωνή της:
«Ήρθα σ’ εσένα, Λούκιε, συγκινημένη από τις προσευχές σου εγώ, η Μητέρα του σύμπαντος, η Κυρία όλων των στοιχείων της φύσης, το αρχέγονο τέκνο των αιώνων, η ισχυρότερη απ’ όλους τους θεούς, η βασίλισσα των νεκρών, η πρώτη ανάμεσα στα ουράνια όντα. Στο πρόσωπό μου φανερώνονται όλοι οι θεοί και οι θεές. M’ ένα μου νεύμα κυβερνώ τα αστροφώτιστα ύψη του ουρανού, την ευεργετική αύρα της θάλασσας και τη θρηνητική σιωπή του κάτω κόσμου.
Mία και μόνη είμαι θεότητα, μα η οικουμένη με λατρεύει με διάφορες μορφές, ποικίλες τελετές και πολλαπλά ονόματα. Oι Φρύγες, οι πρώτοι άνθρωποι στη γη, με ονομάζουνε Mητέρα Θεά της Πεσσινούντας· οι αυτόχθονες της Aττικής Kεκροπία Aθηνά· οι Kύπριοι με αποκαλούν Παφία Aφροδίτη· οι Kρήτες τοξοβόλοι Άρτεμη Δίκτυννα· οι τρίγλωσσοι Σικελοί Στυγία Περσεφόνη και οι αρχαίοι κάτοικοι της Eλευσίνας Δήμητρα.»
Ο ΙΕΡΟΣ ΓΑΜΟΣ
Ωστόσο, η Αφροδίτη, όπως τουλάχιστον έχει φτάσει ως εμάς, είναι πάνω απ’ όλα σεξουαλική θεά, η Μήτηρ Ερώτων, κατά τον ορφικό ύμνο. Είναι εκείνη «που σ’ αχαλίνωτες ανάγκες έζεψε τους ανθρώπους μα και των άγριων ζώων την πολυάριθμη φυλή κι έκανε να μανιάζουν από του έρωτα τα μάγια».
Η ζωοδότρα ένωση του Θεϊκού Θηλυκού με το Ιερό Αρσενικό παριστανόταν συμβολικά με την τελετουργία του Ιερού Γάμου. Η Γη κι ο Ουρανός αποτελούν το πρωταρχικό ζευγάρι σε πολλές θρησκείες του κόσμου. Στην ολύμπια μυθολογία, το ρόλο του ουράνιου θεού παίζει ο Δίας. Παντρεύεται την Ή ρ α, μια άλλη εκδοχή της προϊστορικής Θεάς· το όνομά της κατά μια ερμηνεία προέρχεται από το έρα: γη. Ενώνεται με τη Δήμητρ α (Δημήτηρ: Γη Μήτηρ), η οποία κυοφορεί την Περσεφόνη –το σπόρο του σιταριού που θάβεται και ξαναγεννιέται. Στα Ελευσίνια οι μύστιδες και οι μύστες φαίνεται ότι συνόδευαν την τελετή τραγουδώντας το περίφημο ύε κύε: το ύε (βρέξε) απευθυνόταν στο Δία, ενώ το κύε (κυοφόρησε) στη Δήμητρα.
Κάποτε εκείνος παίρνει τη μορφή χρυσής βροχής και σμίγει με τη Δανάη. Γονιμοποιεί τη Σεμέλη (πιθανόν από το zĕme: γη) και γεννάει, με τη βοήθεια του κεραυνού, το πνεύμα της βλάστησης, το Διόνυσο. Άλλοτε η θεογαμία γίνεται ανάμεσα στον Πλούτωνα και την Περσεφόνη, η οποία φέρνει στον κόσμο το Ιερό Παιδί, τον Ίακχο. Κι άλλοτε η «νύμφη» είναι η Αφροδίτη και ο «νυμφίος» ο Άδωνις, ο ωραίος νεαρός εραστής της. Η ένωση και ο αποχωρισμός τους γιορταζόταν με πάθος κάθε χρόνο από τις γυναίκες στα Αδώνια.
Ένα απόσπασμα από άγνωστο δράμα του Ευριπίδη δείχνει ότι η ερωτική ενέργεια της Κύπριδας είναι αναγκαία για να ευοδωθεί η γονιμότητα της Φύσης ολόκληρης:
Δε βλέπεις τι λογής θεά είναι η Aφροδίτη;
Ούτε να πεις μπορείς ούτε και να μετρήσεις
πόσο είναι μεγάλη κι ως πού φτάνει.
Εκείνη τρέφει εσέ κι εμέ και τους θνητούς τους πάντες.
Δεν θα το μάθεις μόνο με τα λόγια,
μ’ έργα τη δύναμη της θα σου δείξω·
Λαχταρά η Γη τη βροχή όταν ξερό τον τόπο έχει,
άκαρπη απ’ τη στέγνα του νερού και στερημένη.
Και λαχταρά ο σεβάσμιος Ουρανός, βροχή
γεμάτος, στη Γη να πέσει, χάρη στην Αφροδίτη.
Κι όταν οι δυο τους σ’ ένα ενωθούν,
όλα μας τα παράγουν κι όλα τα γεννούν,
απ’ όπου των θνητών το γένος ζει και θάλλει.[4]
Το μοτίβο του Ιερού Γάμου χρησιμοποιεί με το δικό του, ξεχωριστό τρόπο και ο Αριστοφάνης. Στις αντιπολεμικές του κωμωδίες Αχαρνής και Ειρήνη εμφανίζεται η πανέμορφη θεά Ειρήνη. Τη στενή της σχέση με την Αφροδίτη, που την είδαμε ήδη έμμεσα στον Εμπεδοκλή, την εκφράζουν πιο καθαρά τα Ορφικά Αποσπάσματα: πόλεμος μεν Άρης, ειρήνη δ’ εστ’ Αφροδίτη (28. 4). Άλλωστε, είναι μια από τις τρεις Ώρες, τις θεραπαινίδες της Κύπριδας.
Εξάλλου, η τελευταία έχει τη ικανότητα να τιθασεύει το θεό του πολέμου μέσα από το ακαταμάχητο αγκάλιασμά της. Ο ορφικός ύμνος στον Άρη περιγράφει ανάγλυφα αυτή τους τη σχέση:
Συ ο οπλοχαρής, ανθρωποκτόνε, βασιλιά Άρη, πάντα με φόνους μολεμένος,
που χαίρεσαι με ανθρωποκτόνο αίμα, πολεμοτάραχε, φριχτέ (...)
πάψε τη λυσσασμένη αμάχη, κατάνευσε στης Kύπριδας τον πόθο,
λαχταρώντας την παιδοτρόφο ειρήνη, που ευτυχία χαρίζει.
Στους Αχαρνής ο χορός, που αποτελείται από γέροντες, δείχνει πώς η δύναμη του έρωτα ξανανιώνει τους ανθρώπους και γονιμοποιεί τη Φύση:
Όμορφο πούχεις πρόσωπο
και τό κρυβες Ειρήνη!
Συντρόφισσα της Κύπριδας
και όλων των Χαρίτων.
Πώς θα μπορούσε ο έρωτας τους δυο μας ν’ ανταμώσει,
εκείνος ο ζωγραφιστός ο ανθοστεφανωμένος;
Ή τάχα πολύ γέροντα για τέτοια με νομίζεις;
Πέσε στα μπράτσα μου εσύ και ξέρω τι να κάνω!...
Και πρώτα – πρώτα ένα μακρύ θα σου φυτέψω αμπέλι
κι ύστερα δίπλα στη σειρά συκιές με σύκα μέλι
και τρίτο μια κληματαριά, να δεις αν είμαι γέρος...
Κι ολόγυρα το κτήμα θα το κυκλώνουνε ελιές,
που θα μας κάνουν λάδι
για ν’ αλειφόμαστε απαλά
οι δύο μας κάθε βράδυ...[5]
Τα φυτά που αναφέρει εδώ ο ποιητής δεν είναι τυχαία. Και τα τρία σχετίζονται με την έννοια της αφθονίας. Το κλήμα, αφιερωμένο στο Διόνυσο, παραπέμπει στο κρασί και άρα στα γλέντια και την καλοπέραση. Η ελιά, ιερό δέντρο της Αθηνάς, αποτελεί μέχρι σήμερα σύμβολο ειρήνης.
Το σύκο στα αρχαία ελληνικά σημαίνει και «αιδοίο». Σύμφωνα με τη μελετήτρια Mπάρμπαρα Γουόκερ, συνηθισμένο έμβλημα της Mεγάλης Mητέρας υπήρξε η συκιά, τη μορφή της οποίας έπαιρνε η βαβυλωνιακή Iστάρ, αντίστοιχη της Αφροδίτης. Το δέντρο αυτό πιθανότατα σχετίζεται και με τα Ελευσίνια Μυστήρια. Ο περιηγητής Παυσανίας αναφέρει ότι υπήρξε δώρο της Δήμητρας προς το βασιλιά Φύταλο, ο οποίος τη φιλοξένησε· το όνομά του θυμίζει τα φυτά και τη βλάστηση, ενώ ο τάφος του βρισκόταν στην Ιερά Οδό, δηλαδή στο δρόμο που οδηγούσε από την Αθήνα στην Ελευσίνα. Κι ακόμη Ερινεός (αγριοσυκιά) ονομαζόταν ο τόπος απ’ όπου ο Πλούτων κατέβηκε στον Κάτω Κόσμο, αφού άρπαξε την Περσεφόνη.[6]
Η αναφορά του χορού στο φύτεμα φυσικά περιέχει σεξουαλικά υπονοούμενα. Άλλωστε, στην αρχαιότητα η σπορά της γης παρομοιαζόταν με την ερωτική πράξη, απ’ όπου προέκυψε η έννοια του Ιερού Γάμου. Είναι ενδιαφέρον ότι τα γεωργικά προϊόντα και σήμερα ονομάζονται «γεννήματα»...
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Η περιπλάνηση στο μαγικό κόσμο της Θεάς δεν τελειώνει εδώ· έχει ακόμη πολλά μυστικά να μας αποκαλύψει. Μελετώντας τον τεράστιο πλούτο της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας, συνειδητοποίησα ότι έχει τη δύναμη να γίνει οδηγός μας στους δύσκολους καιρούς όπου ζούμε. Μπορεί να μας βοηθήσει ν’ ανακαλύψουμε μια άλλη αντίληψη για τη Φύση και τον Έρωτα, για το Θηλυκό, για την ειρήνη και τον πόλεμο.
Η Αφροδίτη ταξιδεύει μέσα στο χρόνο για να μας μυήσει στη δική της σοφία, να μας δώσει το έναυσμα για νέες σκέψεις και προβληματισμούς. Κουβαλώντας τους απόηχους μιας άλλης κοινωνίας έχει την ικανότητα να μας κάνει να ονειρευόμαστε έναν πολιτισμό διαφορετικό, όπου οι αξίες της θα μπορέσουν ν’ αναδυθούν ξανά. Άλλωστε, εκείνη, κατά τη μυθολογία, είναι η μητέρα της Αρμονίας...
-----------------------
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Oρφικός Ύμνος 55.
[2] Kαθαρμοί, απόσπασμα 128.
[3] Παλαιά Διαθήκη, B’ Bασιλέων 23.
[4] Απόσπασμα από άγνωστο δράμα του Ευριπίδη, που περιλαμβάνεται στο βιβλίο 13 του Αθήναιου.
[5] Αχαρνής 1074-1084.
[6] Παυσανίας 1. 37, 2 και 1. 38, 5.
Η τρυφερότητα είναι η πιο ταπεινή μορφή αγάπης
Η τρυφερότητα είναι η πιο ταπεινή μορφή αγάπης. Είναι το είδος της αγάπης που δεν εμφανίζεται στις γραφές ή στα ευαγγέλια, κανένας δεν ορκίζεται σ’ αυτήν, κανείς δεν την παραθέτει. Δεν έχει ειδικά εμβλήματα ή σύμβολα, δεν οδηγεί σε εγκληματικές πράξεις, ούτε προκαλεί φθόνο.
Εμφανίζεται όποτε κοιτάζουμε από κοντά και με προσοχή μια άλλη ύπαρξη, κάτι που δεν είναι ο «εαυτός» μας.
Η τρυφερότητα είναι αυθόρμητη και ανιδιοτελής· υπερβαίνει κατά πολύ τη συγγενή της ενσυναίσθηση. Αντιθέτως, είναι το συνειδητό, αν και ίσως ελαφρώς μελαγχολικό, μοίρασμα του κοινού πεπρωμένου. Η τρυφερότητα είναι μια βαθιά συναισθηματική ανησυχία για μια άλλη ύπαρξη, για την ευθραυστότητά της, για τη μοναδική της φύση και για την έλλειψη ανοσίας στον πόνο και στις επιπτώσεις του χρόνου. Η τρυφερότητα αντιλαμβάνεται τους δεσμούς που μας ενώνουν, τις μεταξύ μας ομοιότητες και τα κοινά μας. Είναι ένας τρόπος να κοιτάζουμε που δείχνει ότι ο κόσμος είναι ζωντανός, ζων, διασυνδεμένος, συνεργατικός και εξαρτώμενος από τον εαυτό του.
Η λογοτεχνία στηρίζεται στην τρυφερότητα προς οποιαδήποτε ύπαρξη εκτός από τον εαυτό μας. Είναι ο βασικός ψυχολογικός μηχανισμός του μυθιστορήματος. Χάρη σε αυτό το θαυματουργό εργαλείο, το πιο εξελιγμένο μέσο της ανθρώπινης επικοινωνίας, η εμπειρία μας μπορεί να ταξιδέψει μέσα στον χρόνο, φτάνοντας σε εκείνους που δεν έχουν γεννηθεί ακόμα, αλλά που θα στραφούν κάποια στιγμή σε αυτά που έχουμε γράψει εμείς, στις ιστορίες που είπαμε για τον εαυτό μας και για τον κόσμο μας.
Εμφανίζεται όποτε κοιτάζουμε από κοντά και με προσοχή μια άλλη ύπαρξη, κάτι που δεν είναι ο «εαυτός» μας.
Η τρυφερότητα είναι αυθόρμητη και ανιδιοτελής· υπερβαίνει κατά πολύ τη συγγενή της ενσυναίσθηση. Αντιθέτως, είναι το συνειδητό, αν και ίσως ελαφρώς μελαγχολικό, μοίρασμα του κοινού πεπρωμένου. Η τρυφερότητα είναι μια βαθιά συναισθηματική ανησυχία για μια άλλη ύπαρξη, για την ευθραυστότητά της, για τη μοναδική της φύση και για την έλλειψη ανοσίας στον πόνο και στις επιπτώσεις του χρόνου. Η τρυφερότητα αντιλαμβάνεται τους δεσμούς που μας ενώνουν, τις μεταξύ μας ομοιότητες και τα κοινά μας. Είναι ένας τρόπος να κοιτάζουμε που δείχνει ότι ο κόσμος είναι ζωντανός, ζων, διασυνδεμένος, συνεργατικός και εξαρτώμενος από τον εαυτό του.
Η λογοτεχνία στηρίζεται στην τρυφερότητα προς οποιαδήποτε ύπαρξη εκτός από τον εαυτό μας. Είναι ο βασικός ψυχολογικός μηχανισμός του μυθιστορήματος. Χάρη σε αυτό το θαυματουργό εργαλείο, το πιο εξελιγμένο μέσο της ανθρώπινης επικοινωνίας, η εμπειρία μας μπορεί να ταξιδέψει μέσα στον χρόνο, φτάνοντας σε εκείνους που δεν έχουν γεννηθεί ακόμα, αλλά που θα στραφούν κάποια στιγμή σε αυτά που έχουμε γράψει εμείς, στις ιστορίες που είπαμε για τον εαυτό μας και για τον κόσμο μας.
Τα Δύο Είδη Μοναξιάς
Υπάρχουν δύο είδη μοναξιάς: η καθημερινή και η υπαρξιακή.
Η πρώτη είναι διαπροσωπική, είναι ο πόνος του να είσαι απομονωμένος από τους άλλους ανθρώπους.
Αυτή η μοναξιά -η οποία συχνά συνδέεται μ’ έναν φόβο για τη στενή επαφή ή με αισθήματα απόρριψης και ντροπής ή με την πεποίθηση ότι είμαστε ανίκανοι ν’ αγαπηθούμε- είναι σε όλους μας γνώριμη.
Για την ακρίβεια το μεγαλύτερο μέρος της δουλειάς που γίνεται στην ψυχοθεραπεία, επιχειρεί να βοηθήσει τους θεραπευόμενους να μάθουν να διαμορφώνουν πιο στενές, πιο υποστηρικτικές και σταθερές σχέσεις με τους άλλους.
Η μοναξιά αυξάνει σε πολύ μεγάλο βαθμό την αγωνία του θανάτου.
Ο πολιτισμός μας ορθώνει δυστυχώς πολύ συχνά ένα παραπέτασμα σιωπής και απομόνωσης γύρω απ’ τον άνθρωπο που πεθαίνει.
Μπροστά στον μελλοθάνατο οι φίλοι και τα μέλη της οικογένειας γίνονται συχνά πιο απόμακρα, γιατί δεν ξέρουν τι να πουν.
Φοβούνται μην τον ταράξουν. Αποφεύγουν επίσης να τον πλησιάσουν πολύ, από φόβο μην έρθουν αντιμέτωποι με τον δικό τους θάνατο. Ακόμα και οι θεοί των αρχαίων Ελλήνων το έβαζαν στα πόδια.
Αυτή η καθημερινή απομόνωση λειτουργεί αμφίδρομα: δεν είναι μόνο όσοι είναι καλά που τείνουν ν’ αποφεύγουν τον μελλοθάνατο, πολλές φορές κι οι ίδιοι οι μελλοθάνατοι συνεργάζονται στην απομόνωσή τους.
Ασπάζονται τη σιωπή, για να μην τυχόν παρασύρουν τους ανθρώπους που αγαπούν μέσα στον μακάβριο, μελαγχολικό τους κόσμο.
Ένας άνθρωπος που δεν είναι σωματικά άρρωστος, αλλά βρίσκεται εν μέσω άγχους θανάτου, μπορεί να νιώθει περίπου το ίδιο. Μια τέτοια απομόνωση βέβαια επιδεινώνει τον τρόμο.
Όπως έγραψε ο Ουίλλιαμ Τζέημς τρομαγμένοι, όταν πλησίαζε η στιγμή του θανάτου ενός ανθρώπου.
Η δεύτερη μορφή μοναξιάς, η υπαρξιακή απομόνωση, είναι πιο βαθιά και πηγάζει από το αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα στο άτομο και στους άλλους ανθρώπους.
Το χάσμα αυτό είναι συνέπεια όχι μόνο του γεγονότος ότι ο κάθε άνθρωπος βρίσκεται πεταμένος μόνος του μέσα στην ύπαρξη κι είναι υποχρεωμένος να βγει απ’ αυτήν μόνος, αλλά προκύπτει κι από το γεγονός πως ο καθένας από εμάς κατοικεί έναν κόσμο, τον οποίο γνωρίζει πλήρως μόνο ο εαυτός μας. πριν από έναν αιώνα: «Δεν θα μπορούσε να έχει επινοηθεί πιο μοχθηρή τιμωρία, αν κάτι τέτοιο ήταν πραγματικά εφικτό, από το να ρίξεις έναν άνθρωπο ελεύθερο μέσα στην κοινωνία, ο οποίος να μείνει στο περιθώριο, να μην τον λάβει υπόψη του ποτέ κανένα από τα μέλη της».
Τον δέκατο όγδοο αιώνα ο Ιμμάνουελ Καντ διέλυσε την επικρατούσα υπόθεση που ήταν βασισμένη στην κοινή λογική, ότι όλοι μπαίνουμε και κατοικούμε σ’ έναν τελειωμένο, καλά κατασκευασμένο, κοινό κόσμο.
Σήμερα γνωρίζουμε ότι χάρη στον νευρολογικό μας εξοπλισμό, ο κάθε άνθρωπος παίζει ουσιαστικό ρόλο στη δημιουργία της δικής του πραγματικότητας.
Μ’ άλλα λόγια, διαθέτουμε έναν αριθμό εγγενών νοητικών κατηγοριών (για παράδειγμα, ποσότητα, ποιότητα, αίτιο και αποτέλεσμα), οι οποίες αρχίζουν να λειτουργούν, όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με εισερχόμενα δεδομένα των αισθήσεων, και που μας δίνουν τη δυνατότητα να συνθέτουμε αυτόματα και ασυνείδητα τον κόσμο με μοναδικό τρόπο.
Έτσι η υπαρξιακή απομόνωση αναφέρεται στην απώλεια όχι μόνο της βιολογικής μας ζωής αλλά και του ίδιου μας του πλούσιου και θαυμαστά λεπτομερούς κόσμου, ο οποίος δεν υπάρχει με τον ίδιο τρόπο στον νου κανενός άλλου ανθρώπου.
Κι η καθεμιά τους δεν είναι παρά μια φασματική εικόνα που με τον θάνατό μου θα σβηστεί για πάντα.
Ο καθένας από μας βιώνει τη διαπροσωπική απομόνωση (το καθημερινό αίσθημα μοναξιάς) με ποικίλους τρόπους σε όλες τις φάσεις του κύκλου της ζωής.
Αλλά η υπαρξιακή απομόνωση είναι λιγότερο συνηθισμένη στα πρώτα στάδια της ζωής.
Οι άνθρωπο τη βιώνουν πολύ έντονα, όταν είναι μεγαλύτεροι σε ηλικία και πιο κοντά στον θάνατο.
Σε τέτοιες στιγμές αποκτούμε επίγνωση του γεγονότος ότι ο κόσμος μας θα εξαφανιστεί, κι ακόμα ότι κανείς δεν μπορεί να μας συντροφέψει πλήρως στο ζοφερό ταξίδι μας στον θάνατο.
Όπως μας υπενθυμίζει το παλιό σπιρίτσουαλ: «Μόνος σου πρέπει να την περπατήσεις αυτή τη μοναχική κοιλάδα».
Η ιστορία και η μυθολογία βρίθουν από απόπειρες των ανθρώπων να απαλύνουν την απομόνωση του θανάτου.
Σκεφτείτε τις ομαδικές αυτοκτονίες, ή διάφορους μονάρχες σε πολλούς πολιτισμούς, που διέταζαν να ταφούν μαζί τους ζωντανοί οι σκλάβοι τους, ή την ινδική πρακτική του sati, η οποία απαιτεί να καίγεται η χήρα στη νεκρική πυρά του συζύγου της.
Σκεφτείτε την επανασύνδεση στον παράδεισο και την ανάσταση των νεκρών.
Σκεφτείτε την απόλυτη βεβαιότητα του Σωκράτη ότι θα περνούσε όλη την αιωνιότητα συζητώντας με άλλους μεγαλόπνοους στοχαστές.
Η πρώτη είναι διαπροσωπική, είναι ο πόνος του να είσαι απομονωμένος από τους άλλους ανθρώπους.
Αυτή η μοναξιά -η οποία συχνά συνδέεται μ’ έναν φόβο για τη στενή επαφή ή με αισθήματα απόρριψης και ντροπής ή με την πεποίθηση ότι είμαστε ανίκανοι ν’ αγαπηθούμε- είναι σε όλους μας γνώριμη.
Για την ακρίβεια το μεγαλύτερο μέρος της δουλειάς που γίνεται στην ψυχοθεραπεία, επιχειρεί να βοηθήσει τους θεραπευόμενους να μάθουν να διαμορφώνουν πιο στενές, πιο υποστηρικτικές και σταθερές σχέσεις με τους άλλους.
Η μοναξιά αυξάνει σε πολύ μεγάλο βαθμό την αγωνία του θανάτου.
Ο πολιτισμός μας ορθώνει δυστυχώς πολύ συχνά ένα παραπέτασμα σιωπής και απομόνωσης γύρω απ’ τον άνθρωπο που πεθαίνει.
Μπροστά στον μελλοθάνατο οι φίλοι και τα μέλη της οικογένειας γίνονται συχνά πιο απόμακρα, γιατί δεν ξέρουν τι να πουν.
Φοβούνται μην τον ταράξουν. Αποφεύγουν επίσης να τον πλησιάσουν πολύ, από φόβο μην έρθουν αντιμέτωποι με τον δικό τους θάνατο. Ακόμα και οι θεοί των αρχαίων Ελλήνων το έβαζαν στα πόδια.
Αυτή η καθημερινή απομόνωση λειτουργεί αμφίδρομα: δεν είναι μόνο όσοι είναι καλά που τείνουν ν’ αποφεύγουν τον μελλοθάνατο, πολλές φορές κι οι ίδιοι οι μελλοθάνατοι συνεργάζονται στην απομόνωσή τους.
Ασπάζονται τη σιωπή, για να μην τυχόν παρασύρουν τους ανθρώπους που αγαπούν μέσα στον μακάβριο, μελαγχολικό τους κόσμο.
Ένας άνθρωπος που δεν είναι σωματικά άρρωστος, αλλά βρίσκεται εν μέσω άγχους θανάτου, μπορεί να νιώθει περίπου το ίδιο. Μια τέτοια απομόνωση βέβαια επιδεινώνει τον τρόμο.
Όπως έγραψε ο Ουίλλιαμ Τζέημς τρομαγμένοι, όταν πλησίαζε η στιγμή του θανάτου ενός ανθρώπου.
Η δεύτερη μορφή μοναξιάς, η υπαρξιακή απομόνωση, είναι πιο βαθιά και πηγάζει από το αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα στο άτομο και στους άλλους ανθρώπους.
Το χάσμα αυτό είναι συνέπεια όχι μόνο του γεγονότος ότι ο κάθε άνθρωπος βρίσκεται πεταμένος μόνος του μέσα στην ύπαρξη κι είναι υποχρεωμένος να βγει απ’ αυτήν μόνος, αλλά προκύπτει κι από το γεγονός πως ο καθένας από εμάς κατοικεί έναν κόσμο, τον οποίο γνωρίζει πλήρως μόνο ο εαυτός μας. πριν από έναν αιώνα: «Δεν θα μπορούσε να έχει επινοηθεί πιο μοχθηρή τιμωρία, αν κάτι τέτοιο ήταν πραγματικά εφικτό, από το να ρίξεις έναν άνθρωπο ελεύθερο μέσα στην κοινωνία, ο οποίος να μείνει στο περιθώριο, να μην τον λάβει υπόψη του ποτέ κανένα από τα μέλη της».
Τον δέκατο όγδοο αιώνα ο Ιμμάνουελ Καντ διέλυσε την επικρατούσα υπόθεση που ήταν βασισμένη στην κοινή λογική, ότι όλοι μπαίνουμε και κατοικούμε σ’ έναν τελειωμένο, καλά κατασκευασμένο, κοινό κόσμο.
Σήμερα γνωρίζουμε ότι χάρη στον νευρολογικό μας εξοπλισμό, ο κάθε άνθρωπος παίζει ουσιαστικό ρόλο στη δημιουργία της δικής του πραγματικότητας.
Μ’ άλλα λόγια, διαθέτουμε έναν αριθμό εγγενών νοητικών κατηγοριών (για παράδειγμα, ποσότητα, ποιότητα, αίτιο και αποτέλεσμα), οι οποίες αρχίζουν να λειτουργούν, όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με εισερχόμενα δεδομένα των αισθήσεων, και που μας δίνουν τη δυνατότητα να συνθέτουμε αυτόματα και ασυνείδητα τον κόσμο με μοναδικό τρόπο.
Έτσι η υπαρξιακή απομόνωση αναφέρεται στην απώλεια όχι μόνο της βιολογικής μας ζωής αλλά και του ίδιου μας του πλούσιου και θαυμαστά λεπτομερούς κόσμου, ο οποίος δεν υπάρχει με τον ίδιο τρόπο στον νου κανενός άλλου ανθρώπου.
Κι η καθεμιά τους δεν είναι παρά μια φασματική εικόνα που με τον θάνατό μου θα σβηστεί για πάντα.
Ο καθένας από μας βιώνει τη διαπροσωπική απομόνωση (το καθημερινό αίσθημα μοναξιάς) με ποικίλους τρόπους σε όλες τις φάσεις του κύκλου της ζωής.
Αλλά η υπαρξιακή απομόνωση είναι λιγότερο συνηθισμένη στα πρώτα στάδια της ζωής.
Οι άνθρωπο τη βιώνουν πολύ έντονα, όταν είναι μεγαλύτεροι σε ηλικία και πιο κοντά στον θάνατο.
Σε τέτοιες στιγμές αποκτούμε επίγνωση του γεγονότος ότι ο κόσμος μας θα εξαφανιστεί, κι ακόμα ότι κανείς δεν μπορεί να μας συντροφέψει πλήρως στο ζοφερό ταξίδι μας στον θάνατο.
Όπως μας υπενθυμίζει το παλιό σπιρίτσουαλ: «Μόνος σου πρέπει να την περπατήσεις αυτή τη μοναχική κοιλάδα».
Η ιστορία και η μυθολογία βρίθουν από απόπειρες των ανθρώπων να απαλύνουν την απομόνωση του θανάτου.
Σκεφτείτε τις ομαδικές αυτοκτονίες, ή διάφορους μονάρχες σε πολλούς πολιτισμούς, που διέταζαν να ταφούν μαζί τους ζωντανοί οι σκλάβοι τους, ή την ινδική πρακτική του sati, η οποία απαιτεί να καίγεται η χήρα στη νεκρική πυρά του συζύγου της.
Σκεφτείτε την επανασύνδεση στον παράδεισο και την ανάσταση των νεκρών.
Σκεφτείτε την απόλυτη βεβαιότητα του Σωκράτη ότι θα περνούσε όλη την αιωνιότητα συζητώντας με άλλους μεγαλόπνοους στοχαστές.
Λύκος, Απόλλων, Άρτεμις, γνώση και σοφία.
Ο λύκος υπήρξε το θηλαστικό με τη μεγαλύτερη κατανομή στον κόσμο μετά τον άνθρωπο, ϊσως για αυτό και τον συναντούμε διαχρονικά ως ένα παγκόσμιο αρχετυπικό σύμβολο. Οι λύκοι, έχουν έναν κοινωνικό και ευφυή χαρακτήρα. Ζούν σε καλά οργανωμένες αγέλες με σεβασμό στην ιεραρχία αλλά και με υψηλό αίσθημα υπερηφάνειας. Συμβολίζουν την ενότητα, την προσαρμογή, και την αντοχή.
Στην αρχαία Ελλάδα, ο θεός Απόλλωνας αναφέρεται συχνά ως Λύκειος, ενώ ο λύκος ήταν απο τα ιερά του ζώα. Για αυτό τον λόγο το όνομα του λύκου σημαίνει ο «φωτεινός», έχοντας κοινή καταγωγή, με τις λέξεις λυκόφως και λυκαυγές, δηλαδή το σούρουπο και τη χαραυγή (Στο ετυμολογικό λεξικό αναφέρεται ότι ο Απόλλωνας ονομαζόταν λυκοκτόνος ως προστάτης από τους λύκους).
Σύμφωνα με μία απο τις επικρατέστερες εκδοχές της Ελληνικής μυθολογίας, η μητέρα του Απόλλωνος Λητώ, ως ερωμένη του Δία μετά από παρέμβαση του Βορέα (κατόπιν εντολών του Δία), οδηγήθηκε η Λητώ στον Ποσειδώνα, ο οποίος δημιούργησε έναν υδάτινο θόλο πάνω από το νησί της Δήλου. Έτσι, «δημιουργήθηκε» ένας τόπος ανήλιος, για να γεννήσει η Λητώ τα παιδιά της. Εκεί γεννήθηκε πρώτη η Άρτεμη που βοήθησε τη μητέρα της να ξεγεννήσει και τον αδελφό της.
Και έτσι το αόρατο έως τότε νησί, μέτα την γέννηση των φωτεινών τέκνων του Διός, στερεώθηκε με τέσσερις στήλες στον βυθό της θάλασσας και μετονομάστηκε από Ορτυγία, όπως την αποκαλούσαν οι αθάνατοι, σε Δήλο, που σημαίνει φανερή ή φωτεινή, λαμπρή, γιατί φανέρωσε τον θεό Απόλλωνα, τον θεό του φωτός.
Άλλη παράδοση θέλει τη Λητώ να μεταμορφώνεται σε λύκαινα, για να ξεφύγει από την Ήρα, και να επιστρέφει στην κατοικία της στη χώρα των Υπερβορείων, για να γεννήσει. Έτσι εξηγείται το επίθετο του θεού λυκογενής, δηλαδή γεννημένος από λύκο. Ή γιατί λύκοι βοήθησαν τη Λητώ, όταν, μετά τον τοκετό, εκείνη πήγε στη χώρα Τρεμιλίδα με τα δύο νεογέννητα, σταμάτησε σε μια πηγή ή λίμνη για να τα λούσει, αλλά γελαδάρηδες την εμπόδισαν. Η θεά, με τη βοήθεια των λύκων, τους μεταμόρφωσε σε βατράχια και μετονόμασε τη χώρα προς τιμή τους σε Λυκία.
Ο Απόλλωνας και η Άρτεμις σε επίπεδο συμβολισμού αντιπροσωπεύουν τα δύο φωτεινά ουράνια σώματα του πλανητικού μας συστήματος, τον Ηλιο και την σελήνη. Σε ιστορικό και ανθρωπολογικό επίπεδο, η Άρτεμις ως πρωτογεννημένη αντιπροσωπεύει την μητριαρχία (την τροφοσυλλεκτική κοινωνία, την μαγεία), και ο Ήλιος την πατριαρχία, την μόνιμη εγκατάσταση και τα βασίλεια.
Δεν είναι τυχαίο, πως το Μαντείο των Δελφών, ενώ ήταν αρχικά αφιερωμένο στην Γαία, στην συνέχεια έρχεται ο Απόλλων σκοτώνει τον δράκο φύλακα της Γαίας, και ιδρύει το δικό του ιερό.
Έτσι δεν μας κάνει εντύπωση πως αν και ο λύκος είναι το ιερό ζώο του Θεού Απόλλωνος, συνδέεται και με την αδελφή του Απόλλωνος, Αρτέμιδα (συνέχεια της Γαίας, της μεγάλης μητέρας) και το φεγγάρι. Η εικόνα του λύκου που ουρλίαζει μπροστά από την πανσέληνο είναι μία αρχετυπική εικόνα. Ως γνωστόν οι λύκοι για κάποιο, λόγο ουρλίαζουν όταν υπάρχει πανσέληνος, για αυτό μάλιστα η πανσέληνος του Ιανουαρίου ονομάζεται «Σελήνη του Λύκου», επειδή σύμφωνα με τους αυτόχθονες Ιθαγενείς της Αμερικής, οι λύκοι ούρλιαζαν προς το φεγγάρι αυτή την εποχή του χρόνου.
Η επιστημονική κοινότητα δεν έχει κάποια ένδειξη για το αν οι φάσεις της σελήνης διαδραματίζουν κάποιον ρόλο στο ουρλιαχτό των λύκων αλλά αυτοί είναι νυχτερινά ζώα και πιο δραστήρια στη διάρκεια της νύχτας. Και πάντα ουρλιάζουν με κατεύθυνση στο φεγγάρι γιατί έτσι το ουρλιαχτό ακούγεται καλύτερα και πιο μακριά
Το φεγγάρι δανείζεται το φως του ήλιου, ώστε να μας παρέχει προσανατολισμό και μία σχετική προστασία και στους κίνδυνους του σκότους. Ο λύκος λοιπόν πρωτίστως ως αντιπρόσωπος του φωτός, είτε του ηλιακού είτε του εξ αντανακλάσεως του φεγγαριού, συνδέεται τόσο με την γνώση, όσο και την αυτογνωσία.!
Ο λύκος ως ζώο που διαθέτει άριστη όραση στο σκοτάδι, στην αρχαία Ελλάδα υπήρξε σύμβολο μιας εκπαιδευτικής και μυητικής διαδικασίας, αυτής του περάσματος από την αμάθεια, στην γνώση, από το σκοτάδι στο φως. Τα λυκάκια γεννιούνται τυφλά και κουφά. Ανοίγουν τα μάτια τους στις δυο περίπου εβδομάδες. Θηλάζουν για περίπου 9 εβδομάδες ή και περισσότερο. Τις πρώτες εβδομάδες της ζωής τους παραμένουν πάντα κοντά στη φωλιά και στη συνέχεια αρχίζουν και απομακρύνονται από αυτή σε αποστάσεις λίγων εκατοντάδων μέτρων.
Κατ΄αντιστοιχία στην αρχαία Ελληνική κοινωνία, οι λέξεις Λυκόπουλο ή Λυκιδεύς χρησιμοποιούνταν για να χαρακτηρίσουν τους εφήβους που βρίσκονταν στην είσοδο της ενηλικίωσής τους. Εξάλλου η μυητική, σκληρότατη εννιάχρονη εκπαίδευσή τους, ονομαζόταν και αγέλη, κατόπιν υπολογίζονταν ως ενήλικες, άξιοι κυνηγοί, άνδρες πλέον. Στην Aθήνα το ιερό δάσος γύρω από το ναό του Aπόλλωνα ονομαζόταν Λυκαίον εκεί όπου δίδασκε ο Αριστοτέλης (εξ ου και η λέξη λύκειον).
Η γνώση μπορεί να αποτελεί προυπόθεση για την κοινωνική καταξίωση και εξέλιξη, αλλά μόνο η αυτογνωσία, μπορεί να οδηγήσει στην σοφία. Η πραγματική σοφία, βρίσκεται στο κέντρο της ύπαρξης μας και αφορά μία μεταμορφωτική εσωτερική διαδικασία, η οποία απαιτεί, υπομονή, επιμονή, χρόνο και βίωμα. Σκοπός του ανθρώπου να γίνει αυτόφωτος όπως Ζωοδότης ήλιος, και όχι ετερόφωτος όπως η σελήνη.
Όταν απαλλαχτούμε από την γνώση που έχουμε διδαχθεί, όταν ανακαλύψουμε την ματαιότητα όλων των ανθρώπινων δογμάτων ίσως αναγεννηθεί μέσα μας, κάτι εντελώς καινούργιο, ένας καινούργιος νους. Ένας νους χωρίς την παραμικρή γνώση και εμπειρία. Άπλαστος και ακατέργαστος, ατόφιος, αυθεντικός, όσο η φύση.
Επιστροφή στα διδάγματα της φύσης λοιπόν!
Στην αρχαία Ελλάδα, ο θεός Απόλλωνας αναφέρεται συχνά ως Λύκειος, ενώ ο λύκος ήταν απο τα ιερά του ζώα. Για αυτό τον λόγο το όνομα του λύκου σημαίνει ο «φωτεινός», έχοντας κοινή καταγωγή, με τις λέξεις λυκόφως και λυκαυγές, δηλαδή το σούρουπο και τη χαραυγή (Στο ετυμολογικό λεξικό αναφέρεται ότι ο Απόλλωνας ονομαζόταν λυκοκτόνος ως προστάτης από τους λύκους).
Σύμφωνα με μία απο τις επικρατέστερες εκδοχές της Ελληνικής μυθολογίας, η μητέρα του Απόλλωνος Λητώ, ως ερωμένη του Δία μετά από παρέμβαση του Βορέα (κατόπιν εντολών του Δία), οδηγήθηκε η Λητώ στον Ποσειδώνα, ο οποίος δημιούργησε έναν υδάτινο θόλο πάνω από το νησί της Δήλου. Έτσι, «δημιουργήθηκε» ένας τόπος ανήλιος, για να γεννήσει η Λητώ τα παιδιά της. Εκεί γεννήθηκε πρώτη η Άρτεμη που βοήθησε τη μητέρα της να ξεγεννήσει και τον αδελφό της.
Και έτσι το αόρατο έως τότε νησί, μέτα την γέννηση των φωτεινών τέκνων του Διός, στερεώθηκε με τέσσερις στήλες στον βυθό της θάλασσας και μετονομάστηκε από Ορτυγία, όπως την αποκαλούσαν οι αθάνατοι, σε Δήλο, που σημαίνει φανερή ή φωτεινή, λαμπρή, γιατί φανέρωσε τον θεό Απόλλωνα, τον θεό του φωτός.
Άλλη παράδοση θέλει τη Λητώ να μεταμορφώνεται σε λύκαινα, για να ξεφύγει από την Ήρα, και να επιστρέφει στην κατοικία της στη χώρα των Υπερβορείων, για να γεννήσει. Έτσι εξηγείται το επίθετο του θεού λυκογενής, δηλαδή γεννημένος από λύκο. Ή γιατί λύκοι βοήθησαν τη Λητώ, όταν, μετά τον τοκετό, εκείνη πήγε στη χώρα Τρεμιλίδα με τα δύο νεογέννητα, σταμάτησε σε μια πηγή ή λίμνη για να τα λούσει, αλλά γελαδάρηδες την εμπόδισαν. Η θεά, με τη βοήθεια των λύκων, τους μεταμόρφωσε σε βατράχια και μετονόμασε τη χώρα προς τιμή τους σε Λυκία.
Ο Απόλλωνας και η Άρτεμις σε επίπεδο συμβολισμού αντιπροσωπεύουν τα δύο φωτεινά ουράνια σώματα του πλανητικού μας συστήματος, τον Ηλιο και την σελήνη. Σε ιστορικό και ανθρωπολογικό επίπεδο, η Άρτεμις ως πρωτογεννημένη αντιπροσωπεύει την μητριαρχία (την τροφοσυλλεκτική κοινωνία, την μαγεία), και ο Ήλιος την πατριαρχία, την μόνιμη εγκατάσταση και τα βασίλεια.
Δεν είναι τυχαίο, πως το Μαντείο των Δελφών, ενώ ήταν αρχικά αφιερωμένο στην Γαία, στην συνέχεια έρχεται ο Απόλλων σκοτώνει τον δράκο φύλακα της Γαίας, και ιδρύει το δικό του ιερό.
Έτσι δεν μας κάνει εντύπωση πως αν και ο λύκος είναι το ιερό ζώο του Θεού Απόλλωνος, συνδέεται και με την αδελφή του Απόλλωνος, Αρτέμιδα (συνέχεια της Γαίας, της μεγάλης μητέρας) και το φεγγάρι. Η εικόνα του λύκου που ουρλίαζει μπροστά από την πανσέληνο είναι μία αρχετυπική εικόνα. Ως γνωστόν οι λύκοι για κάποιο, λόγο ουρλίαζουν όταν υπάρχει πανσέληνος, για αυτό μάλιστα η πανσέληνος του Ιανουαρίου ονομάζεται «Σελήνη του Λύκου», επειδή σύμφωνα με τους αυτόχθονες Ιθαγενείς της Αμερικής, οι λύκοι ούρλιαζαν προς το φεγγάρι αυτή την εποχή του χρόνου.
Η επιστημονική κοινότητα δεν έχει κάποια ένδειξη για το αν οι φάσεις της σελήνης διαδραματίζουν κάποιον ρόλο στο ουρλιαχτό των λύκων αλλά αυτοί είναι νυχτερινά ζώα και πιο δραστήρια στη διάρκεια της νύχτας. Και πάντα ουρλιάζουν με κατεύθυνση στο φεγγάρι γιατί έτσι το ουρλιαχτό ακούγεται καλύτερα και πιο μακριά
Το φεγγάρι δανείζεται το φως του ήλιου, ώστε να μας παρέχει προσανατολισμό και μία σχετική προστασία και στους κίνδυνους του σκότους. Ο λύκος λοιπόν πρωτίστως ως αντιπρόσωπος του φωτός, είτε του ηλιακού είτε του εξ αντανακλάσεως του φεγγαριού, συνδέεται τόσο με την γνώση, όσο και την αυτογνωσία.!
Ο λύκος ως ζώο που διαθέτει άριστη όραση στο σκοτάδι, στην αρχαία Ελλάδα υπήρξε σύμβολο μιας εκπαιδευτικής και μυητικής διαδικασίας, αυτής του περάσματος από την αμάθεια, στην γνώση, από το σκοτάδι στο φως. Τα λυκάκια γεννιούνται τυφλά και κουφά. Ανοίγουν τα μάτια τους στις δυο περίπου εβδομάδες. Θηλάζουν για περίπου 9 εβδομάδες ή και περισσότερο. Τις πρώτες εβδομάδες της ζωής τους παραμένουν πάντα κοντά στη φωλιά και στη συνέχεια αρχίζουν και απομακρύνονται από αυτή σε αποστάσεις λίγων εκατοντάδων μέτρων.
Κατ΄αντιστοιχία στην αρχαία Ελληνική κοινωνία, οι λέξεις Λυκόπουλο ή Λυκιδεύς χρησιμοποιούνταν για να χαρακτηρίσουν τους εφήβους που βρίσκονταν στην είσοδο της ενηλικίωσής τους. Εξάλλου η μυητική, σκληρότατη εννιάχρονη εκπαίδευσή τους, ονομαζόταν και αγέλη, κατόπιν υπολογίζονταν ως ενήλικες, άξιοι κυνηγοί, άνδρες πλέον. Στην Aθήνα το ιερό δάσος γύρω από το ναό του Aπόλλωνα ονομαζόταν Λυκαίον εκεί όπου δίδασκε ο Αριστοτέλης (εξ ου και η λέξη λύκειον).
Η γνώση μπορεί να αποτελεί προυπόθεση για την κοινωνική καταξίωση και εξέλιξη, αλλά μόνο η αυτογνωσία, μπορεί να οδηγήσει στην σοφία. Η πραγματική σοφία, βρίσκεται στο κέντρο της ύπαρξης μας και αφορά μία μεταμορφωτική εσωτερική διαδικασία, η οποία απαιτεί, υπομονή, επιμονή, χρόνο και βίωμα. Σκοπός του ανθρώπου να γίνει αυτόφωτος όπως Ζωοδότης ήλιος, και όχι ετερόφωτος όπως η σελήνη.
Όταν απαλλαχτούμε από την γνώση που έχουμε διδαχθεί, όταν ανακαλύψουμε την ματαιότητα όλων των ανθρώπινων δογμάτων ίσως αναγεννηθεί μέσα μας, κάτι εντελώς καινούργιο, ένας καινούργιος νους. Ένας νους χωρίς την παραμικρή γνώση και εμπειρία. Άπλαστος και ακατέργαστος, ατόφιος, αυθεντικός, όσο η φύση.
Επιστροφή στα διδάγματα της φύσης λοιπόν!
Αυτό που θέλω & αυτό που αντέχω
Αυτό που θέλω, αυτό που επιθυμεί η ψυχή μου και με τόση λαχτάρα υπόσχομαι στον εαυτό μου, χρειάζεται ένα και μόνο πράγμα για να το κατακτήσω• να μπορώ να το αντέξω.
Στην παιδική μας ηλικία, εάν η αγάπη και η αποδοχή έφτανε σε εμάς με όρους, μεγαλώναμε μέσα σε μία συνθήκη. Να είμαστε καλοί για να την λαμβάνουμε και όποια στιγμή δεν το καταφέρουμε, θα βιώσουμε την απομάκρυνση εκείνων που έχουμε περισσότερο ανάγκη και την αποστέρηση όλων των προνομίων μας.
Το πρώτο μας συναίσθημα, λοιπόν, έπρεπε να θαφτεί για να συνηχήσουμε με αυτό που μας ζητούσαν, μα καθώς αυτό ήταν αδύνατο, έμελλε να επενδύεται σε κάτι άλλο. Επενδυόταν στην προσδοκία ότι θα ικανοποιηθεί κάθε μας ανάγκη, εάν είμαστε καλοί, και στο ότι ο θυμός, η απογοήτευση και η θλίψη δεν πρέπει να επικοινωνούνται γιατί θα μας οδηγήσουν στην περιθωριοποίηση.
Όσο, όμως, κι αν λαχταρούσαμε να απελευθερωθούμε από αυτή την συνθήκη, άλλο τόσο έπρεπε να παραμείνουμε στους κόλπους της για να συνεχίσουμε να υπάρχουμε, και η λύση ήταν μία. Να την αγαπήσουμε. Να την ενστερνιστούμε και να την ασπαστούμε ώστε να μπορέσουμε να την αντέξουμε. Κι ως ενήλικες, που αδημονούσαμε να νιώσουμε ελεύθεροι από αυτή την οδηγία της παιδικής μας ηλικίας, μοιάζει την οδηγία να την κατάπιαμε.
Όταν έρθει η ώρα να σχετιστούμε, λοιπόν, η κασέτα μπαίνει μπρος κι ο σύντροφος που επιλέγουμε περνάει από μια ασυνείδητη και χειρουργικής ακριβείας εξέταση. Η εξέταση αυτή διαρκεί ελάχιστα, εκτελείται αυτόματα, και αποτελείται από μία και μόνο ερώτηση: “Σε αντέχω;”
Όσο κι αν επιθυμώ κάτι άλλο, κάτι διαφορετικό από αυτό που έμαθα, το κορμί μου τεντώνεται στην αντίθετη κατεύθυνση. Κι ο λόγος για αυτό δεν είναι άλλος από το ότι το οικείο, ακόμα κι αν είναι ματαιωτικό, το αντέχω.
Για να επιβιώσουμε στη σχέση, λοιπόν, αναβιώνει η ίδια οδηγία με τότε. Να είσαι καλή... μη δίνεις σημασία... να είσαι υπομονετικός, μη φωνάζεις... μη χτυπιέσαι και στο τέλος θα ανταμειφτείς.
Και μέσα σε αυτή τη φράση, συμβαίνουν τα δύο πράγματα που συνέβαιναν και τότε. Η υπενθύμιση ότι καλός είναι εκείνος που δεν παραπονιέται, που δεν ζητάει, που δεν υπερασπίζεται αυτό που νιώθει, και το ότι χρειάζεται να καταπνίξουμε το συναίσθημά μας ώστε να είμαστε αρεστοί, ώστε να μας αγαπούν.
Αυτό που απομένει, όμως, είναι το ίδιο παιδί το οποίο δεν έπρεπε να νιώθει όπως νιώθει, και παρά το ότι το απαγορεύει στον εαυτό του, εξακολουθεί να μην εμπεριέχεται. Και αυτό το παιδί γίνεται ένας ενήλικας ο οποίος συνεχίζει να απορρίπτεται με την ίδια ακρίβεια. Συνεχίζει να είναι δοτικός και φροντιστικός με το συναίσθημα του άλλου, συνεχίζει να δίνει με την ελπίδα ότι θα πάρει, αλλά αυτό είναι ένα αξίωμα το οποίο δεν μέλλει να ικανοποιηθεί.
Μέσα σε έναν δεσμό με μία τέτοια συνθήκη, καιρό με τον καιρό, αναδύεται η ίδια συναισθηματική έλλειψη που υπήρχε και τότε. Και το γνώριμο της κατάστασης είναι που μας κρατά εκεί και δεν εγκαταλείπουμε βαφτίζοντας την ταλαιπωρία μας αφοσίωση, δέσμευση, ή όπως αλλιώς χρειάζεται να κάνουμε.
Οι σύντροφοί μας, ωστόσο, όσο κι αν μοιάζουν να μας ταλαιπωρούν, είναι συγχρόνως αυτό ακριβώς που μπορούμε να διαχειριστούμε. Κι, όμως. Μέσα στην ταλαιπωρία μας θυμώνουμε, οργιζόμαστε. Να αλλάξει ο άλλος, λέμε. Να καταλάβει... να γίνει πιο γλυκός... πιο τρυφερός... πιο εμπεριεκτικός...
Όμως, αν το έκανε, θα το αντέχαμε; Θα αντέχαμε να ζούμε με κάποιον τόσο δοτικό, όταν η αγάπη στην οποία μάθαμε ερχόταν με τόνους παραμέλησης;
Θα αντέχαμε όταν η αποδοχή που λαμβάναμε ερχόταν με όρους; Όταν αυτό που μάθαμε είναι ότι πρέπει να είμαστε ολοκληρωτικά και συνεχώς καλοί; Ότι το να στενοχωρείς, να θυμώνεις, να κλαις, δεν ανήκει σε μια σχέση και το ότι, αν συμβαίνει, σημαίνει ότι η σχέση είναι κακή;
Ότι οφείλουμε ακόμα και να προνοούμε. Να καταλαβαίνουμε τον άλλο πριν καν μας το ζητήσει και το ότι το ίδιο οφείλει να κάνει κι αυτός; Γιατί να του μιλήσουμε, λοιπόν, όταν κάτι μας πληγώνει; Λες και θα καταλάβει.
Φυσικά, και δεν θα καταλάβει. Το να καταλάβει σημαίνει να αλλάξει, να γίνει κάποιος άλλος, μα αυτό γίνεται να συμβεί; Γίνεται να αλλάξει; Πώς; Πώς θα αλλάξει κάποιος τον οποίο τον επιλέξαμε για αυτόν ακριβώς το λόγο; Για να μας δίνει αυτό που αντέχουμε• τη ματαίωση, όταν η φροντίδα και η δοτικότητα που ζητάμε είναι τρομερά πιο απειλητική.
Συγχρόνως, όμως, μάθαμε να εξαρτάμε το αν θα εκφραστούμε από το πώς θα το υποδεχτεί εκείνος. Εάν το ακούσει, να το κάνω. Εάν όχι, δεν έχει νόημα. Έτσι, από το φόβο μην ματαιωθούμε, ματαιώνουμε οι ίδιοι εμάς. Κι όμως. Το να εκφραστούμε έχει το μεγαλύτερο νόημα καθώς ή θα αγγίξει τον άλλο και θα πλησιαστούμε ή θα καταλάβω με ποιον σχετίζομαι.
Κι αυτός που χρειάζομαι το περισσότερο να σχετιστώ είμαι εγώ. Αυτός που χρειάζομαι το περισσότερο να ακούσω, να αγκαλιάσω και να καταλάβω είμαι πάλι εγώ. Κι αυτή η αγκαλιά δεν γίνεται με τα χέρια μου, αλλά με κάτι μεγαλύτερο. Με κάτι σπουδαιότερο. Με κάτι που ο χώρος που μπορεί να εσωκλείσει είναι απεριόριστος. Την αποδοχή μου.
Δίνοντας εμείς σε εμάς αυτό που δεν μας δόθηκε. Εμπεριέχοντας τον εαυτό μας χωρίς συνθήκες, χωρίς όρους, για αυτό που είναι. Με το να γίνουμε εμείς οι ιδανικοί γονείς του. Εκείνοι που είχαμε ανάγκη.
Επιτρέπεται να θυμώσω; Φυσικά, και επιτρέπεται. Επιτρέπεται να κλάψω, να ζητήσω, να παραπονεθώ; Φυσικά, και επιτρέπεται. Μπορώ να το κάνω χωρίς να φοβάμαι ότι θα απορριφθώ; Φυσικά, και μπορείς. Έχω δικαίωμα να αγαπηθώ βαθιά για αυτό που είμαι; Έχεις κάθε δικαίωμα. Και έτσι ακριβώς απαντούμε τα ερωτήματα που έπρεπε να είχαν απαντηθεί, και λαμβάνουμε τις απαντήσεις που χρειαζόμασταν να έχουμε εσωτερικεύει ώστε να ψηλώσει η ψυχή μας.
Ο πόνος του να επαναλαμβάνω αυτό που με πληγώνει, είναι ένας πόνος που τον διατηρεί η δυσκολία του να αλλάξω αυτό που είμαι.
Η δυσκολία του να αποχωριστώ την προσδοκία μου για τους άλλους και να την στρέψω στον εαυτό μου. Κι αν δεν υπάρχει και δευτερογενές όφελος, τότε ένα και μόνο ένα πράγμα συμβαίνει. Επαναλαμβάνω την ιστορία της παιδικής μου ηλικίας σε μία προσπάθεια να την αλλάξω.
Η αλλαγή δεν είναι εύκολη. Εξίσου δύσκολη είναι. Και ο πόνος, όμως, δύσκολος είναι. Και το ένα δύσκολο είναι, και το άλλο δύσκολο είναι. Και τα δύο δύσκολα είναι. Εσύ, όμως, διαλέγεις με πιο δύσκολο θέλεις να ζεις..
Στην παιδική μας ηλικία, εάν η αγάπη και η αποδοχή έφτανε σε εμάς με όρους, μεγαλώναμε μέσα σε μία συνθήκη. Να είμαστε καλοί για να την λαμβάνουμε και όποια στιγμή δεν το καταφέρουμε, θα βιώσουμε την απομάκρυνση εκείνων που έχουμε περισσότερο ανάγκη και την αποστέρηση όλων των προνομίων μας.
Το πρώτο μας συναίσθημα, λοιπόν, έπρεπε να θαφτεί για να συνηχήσουμε με αυτό που μας ζητούσαν, μα καθώς αυτό ήταν αδύνατο, έμελλε να επενδύεται σε κάτι άλλο. Επενδυόταν στην προσδοκία ότι θα ικανοποιηθεί κάθε μας ανάγκη, εάν είμαστε καλοί, και στο ότι ο θυμός, η απογοήτευση και η θλίψη δεν πρέπει να επικοινωνούνται γιατί θα μας οδηγήσουν στην περιθωριοποίηση.
Όσο, όμως, κι αν λαχταρούσαμε να απελευθερωθούμε από αυτή την συνθήκη, άλλο τόσο έπρεπε να παραμείνουμε στους κόλπους της για να συνεχίσουμε να υπάρχουμε, και η λύση ήταν μία. Να την αγαπήσουμε. Να την ενστερνιστούμε και να την ασπαστούμε ώστε να μπορέσουμε να την αντέξουμε. Κι ως ενήλικες, που αδημονούσαμε να νιώσουμε ελεύθεροι από αυτή την οδηγία της παιδικής μας ηλικίας, μοιάζει την οδηγία να την κατάπιαμε.
Όταν έρθει η ώρα να σχετιστούμε, λοιπόν, η κασέτα μπαίνει μπρος κι ο σύντροφος που επιλέγουμε περνάει από μια ασυνείδητη και χειρουργικής ακριβείας εξέταση. Η εξέταση αυτή διαρκεί ελάχιστα, εκτελείται αυτόματα, και αποτελείται από μία και μόνο ερώτηση: “Σε αντέχω;”
Όσο κι αν επιθυμώ κάτι άλλο, κάτι διαφορετικό από αυτό που έμαθα, το κορμί μου τεντώνεται στην αντίθετη κατεύθυνση. Κι ο λόγος για αυτό δεν είναι άλλος από το ότι το οικείο, ακόμα κι αν είναι ματαιωτικό, το αντέχω.
Για να επιβιώσουμε στη σχέση, λοιπόν, αναβιώνει η ίδια οδηγία με τότε. Να είσαι καλή... μη δίνεις σημασία... να είσαι υπομονετικός, μη φωνάζεις... μη χτυπιέσαι και στο τέλος θα ανταμειφτείς.
Και μέσα σε αυτή τη φράση, συμβαίνουν τα δύο πράγματα που συνέβαιναν και τότε. Η υπενθύμιση ότι καλός είναι εκείνος που δεν παραπονιέται, που δεν ζητάει, που δεν υπερασπίζεται αυτό που νιώθει, και το ότι χρειάζεται να καταπνίξουμε το συναίσθημά μας ώστε να είμαστε αρεστοί, ώστε να μας αγαπούν.
Αυτό που απομένει, όμως, είναι το ίδιο παιδί το οποίο δεν έπρεπε να νιώθει όπως νιώθει, και παρά το ότι το απαγορεύει στον εαυτό του, εξακολουθεί να μην εμπεριέχεται. Και αυτό το παιδί γίνεται ένας ενήλικας ο οποίος συνεχίζει να απορρίπτεται με την ίδια ακρίβεια. Συνεχίζει να είναι δοτικός και φροντιστικός με το συναίσθημα του άλλου, συνεχίζει να δίνει με την ελπίδα ότι θα πάρει, αλλά αυτό είναι ένα αξίωμα το οποίο δεν μέλλει να ικανοποιηθεί.
Μέσα σε έναν δεσμό με μία τέτοια συνθήκη, καιρό με τον καιρό, αναδύεται η ίδια συναισθηματική έλλειψη που υπήρχε και τότε. Και το γνώριμο της κατάστασης είναι που μας κρατά εκεί και δεν εγκαταλείπουμε βαφτίζοντας την ταλαιπωρία μας αφοσίωση, δέσμευση, ή όπως αλλιώς χρειάζεται να κάνουμε.
Οι σύντροφοί μας, ωστόσο, όσο κι αν μοιάζουν να μας ταλαιπωρούν, είναι συγχρόνως αυτό ακριβώς που μπορούμε να διαχειριστούμε. Κι, όμως. Μέσα στην ταλαιπωρία μας θυμώνουμε, οργιζόμαστε. Να αλλάξει ο άλλος, λέμε. Να καταλάβει... να γίνει πιο γλυκός... πιο τρυφερός... πιο εμπεριεκτικός...
Όμως, αν το έκανε, θα το αντέχαμε; Θα αντέχαμε να ζούμε με κάποιον τόσο δοτικό, όταν η αγάπη στην οποία μάθαμε ερχόταν με τόνους παραμέλησης;
Θα αντέχαμε όταν η αποδοχή που λαμβάναμε ερχόταν με όρους; Όταν αυτό που μάθαμε είναι ότι πρέπει να είμαστε ολοκληρωτικά και συνεχώς καλοί; Ότι το να στενοχωρείς, να θυμώνεις, να κλαις, δεν ανήκει σε μια σχέση και το ότι, αν συμβαίνει, σημαίνει ότι η σχέση είναι κακή;
Ότι οφείλουμε ακόμα και να προνοούμε. Να καταλαβαίνουμε τον άλλο πριν καν μας το ζητήσει και το ότι το ίδιο οφείλει να κάνει κι αυτός; Γιατί να του μιλήσουμε, λοιπόν, όταν κάτι μας πληγώνει; Λες και θα καταλάβει.
Φυσικά, και δεν θα καταλάβει. Το να καταλάβει σημαίνει να αλλάξει, να γίνει κάποιος άλλος, μα αυτό γίνεται να συμβεί; Γίνεται να αλλάξει; Πώς; Πώς θα αλλάξει κάποιος τον οποίο τον επιλέξαμε για αυτόν ακριβώς το λόγο; Για να μας δίνει αυτό που αντέχουμε• τη ματαίωση, όταν η φροντίδα και η δοτικότητα που ζητάμε είναι τρομερά πιο απειλητική.
Συγχρόνως, όμως, μάθαμε να εξαρτάμε το αν θα εκφραστούμε από το πώς θα το υποδεχτεί εκείνος. Εάν το ακούσει, να το κάνω. Εάν όχι, δεν έχει νόημα. Έτσι, από το φόβο μην ματαιωθούμε, ματαιώνουμε οι ίδιοι εμάς. Κι όμως. Το να εκφραστούμε έχει το μεγαλύτερο νόημα καθώς ή θα αγγίξει τον άλλο και θα πλησιαστούμε ή θα καταλάβω με ποιον σχετίζομαι.
Κι αυτός που χρειάζομαι το περισσότερο να σχετιστώ είμαι εγώ. Αυτός που χρειάζομαι το περισσότερο να ακούσω, να αγκαλιάσω και να καταλάβω είμαι πάλι εγώ. Κι αυτή η αγκαλιά δεν γίνεται με τα χέρια μου, αλλά με κάτι μεγαλύτερο. Με κάτι σπουδαιότερο. Με κάτι που ο χώρος που μπορεί να εσωκλείσει είναι απεριόριστος. Την αποδοχή μου.
Δίνοντας εμείς σε εμάς αυτό που δεν μας δόθηκε. Εμπεριέχοντας τον εαυτό μας χωρίς συνθήκες, χωρίς όρους, για αυτό που είναι. Με το να γίνουμε εμείς οι ιδανικοί γονείς του. Εκείνοι που είχαμε ανάγκη.
Επιτρέπεται να θυμώσω; Φυσικά, και επιτρέπεται. Επιτρέπεται να κλάψω, να ζητήσω, να παραπονεθώ; Φυσικά, και επιτρέπεται. Μπορώ να το κάνω χωρίς να φοβάμαι ότι θα απορριφθώ; Φυσικά, και μπορείς. Έχω δικαίωμα να αγαπηθώ βαθιά για αυτό που είμαι; Έχεις κάθε δικαίωμα. Και έτσι ακριβώς απαντούμε τα ερωτήματα που έπρεπε να είχαν απαντηθεί, και λαμβάνουμε τις απαντήσεις που χρειαζόμασταν να έχουμε εσωτερικεύει ώστε να ψηλώσει η ψυχή μας.
Ο πόνος του να επαναλαμβάνω αυτό που με πληγώνει, είναι ένας πόνος που τον διατηρεί η δυσκολία του να αλλάξω αυτό που είμαι.
Η δυσκολία του να αποχωριστώ την προσδοκία μου για τους άλλους και να την στρέψω στον εαυτό μου. Κι αν δεν υπάρχει και δευτερογενές όφελος, τότε ένα και μόνο ένα πράγμα συμβαίνει. Επαναλαμβάνω την ιστορία της παιδικής μου ηλικίας σε μία προσπάθεια να την αλλάξω.
Η αλλαγή δεν είναι εύκολη. Εξίσου δύσκολη είναι. Και ο πόνος, όμως, δύσκολος είναι. Και το ένα δύσκολο είναι, και το άλλο δύσκολο είναι. Και τα δύο δύσκολα είναι. Εσύ, όμως, διαλέγεις με πιο δύσκολο θέλεις να ζεις..
Εμπεδοκλής: Αγάπη ή Α-Μάχη
Φιλότητα και Νεῖκος [=Φιλία και Έχθρα]
§1
Ποιος ήταν ο Εμπεδοκλής; Ήταν ο ποιητής-φιλόσοφος της προσωκρατικής περιόδου –αρχή του πέμπτου αιώνα π.Χ.–, ο οποίος με τον χυμώδη λόγο του και τη χαρισματική του ευστροφία επιχείρησε να κατανοήσει τα ανθρώπινα πράγματα με βάση τις αρχές της ισότητας και της αυθεντικά δημο-κρατικής ευαισθησίας. Η στοχαστική του πρόταση, βαθιά νοηματική, αγκαλιάζει το σύνολο του κοσμικού συστήματος με πολλαπλές υποτυπώσεις και υποσημάνσεις. Βασικό μοτίβο της σκέψης του, κατ’ επέκταση της διδασκαλίας του, ήταν να υπερασπίζεται με έμφαση την ανάγκη προσεκτικής παρατήρησης του περιβάλλοντος κόσμου, του καθημερινού μας περίκοσμου. Δεν αρκεί, μας λέει, να ακούμε με τα ίδια μας τα αυτιά τους δικούς του λόγους, όσο σοφοί κι αν είναι, αλλά να αναζητούμε την αλήθεια, ανασύροντας από αυτούς ή τέτοιους λόγους νοήματα που επιτρέπουν ή διασφαλίζουν την πλήρωση της ως άνω ανάγκης. Στο αβέβαιο σήμερα του δικού μας κόσμου, η πλήρωση αυτής της ανάγκης παραμένει σε γενικές γραμμές το ζητούμενο. Στο απόσπασμα Β2 (Diels-Kranz), ο Εμπεδοκλής δηλώνει με σαφήνεια ότι οι άνθρωποι, αν και έχουν εξοπλιστεί με εκπληκτική νόηση, παγιδεύονται μέσα στο καθημερινά τυχαίο ή συμπτωματικό –το απολύτως αβέβαιο– και πιστεύουν ότι έχουν ανακαλύψει ένα ολόκληρο σύμπαν. Έτσι όμως καθιστούν τον εαυτό τους αδέξιο να παρατηρεί προσεκτικά τον κόσμο, με αποτέλεσμα να χάνονται μέσα σε αυτό που έπρεπε να ελέγχουν. Η μαγική λέξη στο εν λόγω απόσπασμα είναι: Μήτις [=νους, σοφία, ευφυία, πανουργία, φρόνηση]. Αυτή ενσαρκώνει για τον άνθρωπο την τέχνη της βέβαιης, της σίγουρης πλοήγησης στη ζωή πάνω από εμπόδια, εξαπατήσεις και ψευδαισθήσεις. Όταν όμως αυτή λείπει, απελπισμένοι οι θνητοί σύρονται ως άβουλα όντα πέρα–δώθε.
§2
Αλλά ποιες δυνάμεις ρυθμίζουν την κίνηση του συμπαντικού και ανθρώπινου κόσμου; Το Νεῖκος και η Φιλότης. Η πρώτη λέξη σημαίνει την έχθρα, τη διαμάχη, την έριδα, τον αγώνα· η δεύτερη τη φιλία και την αγάπη. Στο απόσπασμα Β17 (Diels-Kranz), ο Εμπεδοκλής παρουσιάζει τις δυο αυτές δυνάμεις στην αυξομειωτική τους κίνηση ή στον εναλλασσόμενο κύκλο τους: φθοράς, έχθρας, αμάχης, διαμάχης, αγώνα από τη μια και συμμετρίας, εναρμόνισης, συμφιλίωσης, αγάπης. Αυτή η κίνηση διέπει το πεπρωμένο των πάντων. Η ενεργοποίηση της Φιλότητας εμφανίζεται να ενώνει, να «δένει» τα όντα με την αγάπη. Η ενεργοποίηση του Νεῖκους σηματοδοτεί τη διεργασία ή διαδικασία αποχωρισμού, αποσύνθεσης, πολυδιάσπασης: δεσπόζει ο αγώνας του διαχωρισμού. Συνήθως, η πρώτη κίνηση ερμηνεύεται από διάφορους μελετητές του Εμπεδοκλή ως η θεμελιώδης, δεσπόζουσα και τελική κατάσταση, η οποία κατορθώνει να επικρατήσει επί της έχθρας, ενώ η κίνηση της τελευταίας είναι απλώς ένα ενδιάμεσο επεισόδιο μέσα στο όλον της αρμονίας. Αυτή η αντίληψη ότι όλα τα πράγματα στο τέλος τα κυβερνά η αγάπη, η συμφιλίωση και παρόμοια είναι άκρως θεολογική και εξουσιαστική. Μια τέτοια αντίληψη αποτελεί και την («ηθική») λαμπάδα της ενθάδε εξουσιαστικής μηχανής που λυσσομανά ασύστολα και ελαφρά τη καρδία στέλνει μαζικά τους ανθρώπους στην απελπισία και την αυτοκτονία. Μια προσεκτική ανάγνωση, όπως μας επιτάσσει ο ίδιος ο ποιητικός λόγος του Εμπεδοκλή, συνηγορεί υπέρ ενός περιδινούμενου κύκλου φιλότητας και έριδας, αγάπης και αγώνα, χωρίς αρχή και τέλος. Ο κοσμικός κύκλος, σύμφωνα με τον φιλόσοφο, δεν διέπεται από καμιά προοπτική να αρχίζει και να τελειώνει κάποτε είτε αίσια [=αγαπητικά, φιλικά] είτε «απαίσια» [=εχθρικά, εριστικά, ταξικά]. Κυβερνιέται μόνο και εσαεί από την επικράτηση της κεραυνοβόλας κίνησης: Νείκους και Φιλότητας. Μια οποιαδήποτε παραγνώριση τούτης της κίνησης, μέσα ας πούμε από «ηθικο-πολιτικά» κηρύγματα περί κοινωνικής ειρήνης κ.λπ., επιτρέπει στους παχύσαρκους ημιβάρβαρους της εκάστοτε εξουσίας να αυτοπαρουσιάζονται ως οι επίγειοι εκπρόσωποι της θεάς που συνήθως ονομάζεται πολιτική.
§1
Ποιος ήταν ο Εμπεδοκλής; Ήταν ο ποιητής-φιλόσοφος της προσωκρατικής περιόδου –αρχή του πέμπτου αιώνα π.Χ.–, ο οποίος με τον χυμώδη λόγο του και τη χαρισματική του ευστροφία επιχείρησε να κατανοήσει τα ανθρώπινα πράγματα με βάση τις αρχές της ισότητας και της αυθεντικά δημο-κρατικής ευαισθησίας. Η στοχαστική του πρόταση, βαθιά νοηματική, αγκαλιάζει το σύνολο του κοσμικού συστήματος με πολλαπλές υποτυπώσεις και υποσημάνσεις. Βασικό μοτίβο της σκέψης του, κατ’ επέκταση της διδασκαλίας του, ήταν να υπερασπίζεται με έμφαση την ανάγκη προσεκτικής παρατήρησης του περιβάλλοντος κόσμου, του καθημερινού μας περίκοσμου. Δεν αρκεί, μας λέει, να ακούμε με τα ίδια μας τα αυτιά τους δικούς του λόγους, όσο σοφοί κι αν είναι, αλλά να αναζητούμε την αλήθεια, ανασύροντας από αυτούς ή τέτοιους λόγους νοήματα που επιτρέπουν ή διασφαλίζουν την πλήρωση της ως άνω ανάγκης. Στο αβέβαιο σήμερα του δικού μας κόσμου, η πλήρωση αυτής της ανάγκης παραμένει σε γενικές γραμμές το ζητούμενο. Στο απόσπασμα Β2 (Diels-Kranz), ο Εμπεδοκλής δηλώνει με σαφήνεια ότι οι άνθρωποι, αν και έχουν εξοπλιστεί με εκπληκτική νόηση, παγιδεύονται μέσα στο καθημερινά τυχαίο ή συμπτωματικό –το απολύτως αβέβαιο– και πιστεύουν ότι έχουν ανακαλύψει ένα ολόκληρο σύμπαν. Έτσι όμως καθιστούν τον εαυτό τους αδέξιο να παρατηρεί προσεκτικά τον κόσμο, με αποτέλεσμα να χάνονται μέσα σε αυτό που έπρεπε να ελέγχουν. Η μαγική λέξη στο εν λόγω απόσπασμα είναι: Μήτις [=νους, σοφία, ευφυία, πανουργία, φρόνηση]. Αυτή ενσαρκώνει για τον άνθρωπο την τέχνη της βέβαιης, της σίγουρης πλοήγησης στη ζωή πάνω από εμπόδια, εξαπατήσεις και ψευδαισθήσεις. Όταν όμως αυτή λείπει, απελπισμένοι οι θνητοί σύρονται ως άβουλα όντα πέρα–δώθε.
§2
Αλλά ποιες δυνάμεις ρυθμίζουν την κίνηση του συμπαντικού και ανθρώπινου κόσμου; Το Νεῖκος και η Φιλότης. Η πρώτη λέξη σημαίνει την έχθρα, τη διαμάχη, την έριδα, τον αγώνα· η δεύτερη τη φιλία και την αγάπη. Στο απόσπασμα Β17 (Diels-Kranz), ο Εμπεδοκλής παρουσιάζει τις δυο αυτές δυνάμεις στην αυξομειωτική τους κίνηση ή στον εναλλασσόμενο κύκλο τους: φθοράς, έχθρας, αμάχης, διαμάχης, αγώνα από τη μια και συμμετρίας, εναρμόνισης, συμφιλίωσης, αγάπης. Αυτή η κίνηση διέπει το πεπρωμένο των πάντων. Η ενεργοποίηση της Φιλότητας εμφανίζεται να ενώνει, να «δένει» τα όντα με την αγάπη. Η ενεργοποίηση του Νεῖκους σηματοδοτεί τη διεργασία ή διαδικασία αποχωρισμού, αποσύνθεσης, πολυδιάσπασης: δεσπόζει ο αγώνας του διαχωρισμού. Συνήθως, η πρώτη κίνηση ερμηνεύεται από διάφορους μελετητές του Εμπεδοκλή ως η θεμελιώδης, δεσπόζουσα και τελική κατάσταση, η οποία κατορθώνει να επικρατήσει επί της έχθρας, ενώ η κίνηση της τελευταίας είναι απλώς ένα ενδιάμεσο επεισόδιο μέσα στο όλον της αρμονίας. Αυτή η αντίληψη ότι όλα τα πράγματα στο τέλος τα κυβερνά η αγάπη, η συμφιλίωση και παρόμοια είναι άκρως θεολογική και εξουσιαστική. Μια τέτοια αντίληψη αποτελεί και την («ηθική») λαμπάδα της ενθάδε εξουσιαστικής μηχανής που λυσσομανά ασύστολα και ελαφρά τη καρδία στέλνει μαζικά τους ανθρώπους στην απελπισία και την αυτοκτονία. Μια προσεκτική ανάγνωση, όπως μας επιτάσσει ο ίδιος ο ποιητικός λόγος του Εμπεδοκλή, συνηγορεί υπέρ ενός περιδινούμενου κύκλου φιλότητας και έριδας, αγάπης και αγώνα, χωρίς αρχή και τέλος. Ο κοσμικός κύκλος, σύμφωνα με τον φιλόσοφο, δεν διέπεται από καμιά προοπτική να αρχίζει και να τελειώνει κάποτε είτε αίσια [=αγαπητικά, φιλικά] είτε «απαίσια» [=εχθρικά, εριστικά, ταξικά]. Κυβερνιέται μόνο και εσαεί από την επικράτηση της κεραυνοβόλας κίνησης: Νείκους και Φιλότητας. Μια οποιαδήποτε παραγνώριση τούτης της κίνησης, μέσα ας πούμε από «ηθικο-πολιτικά» κηρύγματα περί κοινωνικής ειρήνης κ.λπ., επιτρέπει στους παχύσαρκους ημιβάρβαρους της εκάστοτε εξουσίας να αυτοπαρουσιάζονται ως οι επίγειοι εκπρόσωποι της θεάς που συνήθως ονομάζεται πολιτική.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)
.jpg)







