Δευτέρα 22 Αυγούστου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ὀδύσσεια (11.281-11.332)

Καὶ Χλῶριν εἶδον περικαλλέα, τήν ποτε Νηλεὺς
γῆμεν ἑὸν διὰ κάλλος, ἐπεὶ πόρε μυρία ἕδνα,
ὁπλοτάτην κούρην Ἀμφίονος Ἰασίδαο,
ὅς ποτ᾽ ἐν Ὀρχομενῷ Μινυείῳ ἶφι ἄνασσεν·
285 ἡ δὲ Πύλου βασίλευε, τέκεν δέ οἱ ἀγλαὰ τέκνα,
Νέστορά τε Χρομίον τε Περικλύμενόν τ᾽ ἀγέρωχον.
τοῖσι δ᾽ ἐπ᾽ ἰφθίμην Πηρὼ τέκε, θαῦμα βροτοῖσι,
τὴν πάντες μνώοντο περικτίται· οὐδέ τι Νηλεὺς
τῷ ἐδίδου ὃς μὴ ἕλικας βόας εὐρυμετώπους
290 ἐκ Φυλάκης ἐλάσειε βίης Ἰφικληείης
ἀργαλέας· τὰς δ᾽ οἶος ὑπέσχετο μάντις ἀμύμων
ἐξελάαν· χαλεπὴ δὲ θεοῦ κατὰ μοῖρα πέδησε,
δεσμοί τ᾽ ἀργαλέοι καὶ βουκόλοι ἀγροιῶται.
ἀλλ᾽ ὅτε δὴ μῆνές τε καὶ ἡμέραι ἐξετελεῦντο
295 ἂψ περιτελλομένου ἔτεος καὶ ἐπήλυθον ὧραι,
καὶ τότε δή μιν λῦσε βίη Ἰφικληείη,
θέσφατα πάντ᾽ εἰπόντα· Διὸς δ᾽ ἐτελείετο βουλή.
Καὶ Λήδην εἶδον, τὴν Τυνδαρέου παράκοιτιν,
ἥ ῥ᾽ ὑπὸ Τυνδαρέῳ κρατερόφρονε γείνατο παῖδε,
300 Κάστορά θ᾽ ἱππόδαμον καὶ πὺξ ἀγαθὸν Πολυδεύκεα,
τοὺς ἄμφω ζωοὺς κατέχει φυσίζοος αἶα·
οἳ καὶ νέρθεν γῆς τιμὴν πρὸς Ζηνὸς ἔχοντες
ἄλλοτε μὲν ζώουσ᾽ ἑτερήμεροι, ἄλλοτε δ᾽ αὖτε
τεθνᾶσιν· τιμὴν δὲ λελόγχασιν ἶσα θεοῖσι.
305 Τὴν δὲ μέτ᾽ Ἰφιμέδειαν, Ἀλωῆος παράκοιτιν,
ἔσιδον, ἣ δὴ φάσκε Ποσειδάωνι μιγῆναι,
καί ῥ᾽ ἔτεκεν δύο παῖδε, μινυνθαδίω δὲ γενέσθην,
Ὦτόν τ᾽ ἀντίθεον τηλεκλειτόν τ᾽ Ἐφιάλτην,
οὓς δὴ μηκίστους θρέψε ζείδωρος ἄρουρα
310 καὶ πολὺ καλλίστους μετά γε κλυτὸν Ὠρίωνα·
ἐννέωροι γὰρ τοί γε καὶ ἐννεαπήχεες ἦσαν
εὖρος, ἀτὰρ μῆκός γε γενέσθην ἐννεόργυιοι.
οἵ ῥα καὶ ἀθανάτοισιν ἀπειλήτην ἐν Ὀλύμπῳ
φυλόπιδα στήσειν πολυάϊκος πολέμοιο.
315 Ὄσσαν ἐπ᾽ Οὐλύμπῳ μέμασαν θέμεν, αὐτὰρ ἐπ᾽ Ὄσσῃ
Πήλιον εἰνοσίφυλλον, ἵν᾽ οὐρανὸς ἀμβατὸς εἴη.
καί νύ κεν ἐξετέλεσσαν, εἰ ἥβης μέτρον ἵκοντο·
ἀλλ᾽ ὄλεσεν Διὸς υἱός, ὃν ἠύκομος τέκε Λητώ,
ἀμφοτέρω, πρίν σφωϊν ὑπὸ κροτάφοισιν ἰούλους
320 ἀνθῆσαι πυκάσαι τε γένυς εὐανθέϊ λάχνῃ.
Φαίδρην τε Πρόκριν τε ἴδον καλήν τ᾽ Ἀριάδνην,
κούρην Μίνωος ὀλοόφρονος, ἥν ποτε Θησεὺς
ἐκ Κρήτης ἐς γουνὸν Ἀθηνάων ἱεράων
ἦγε μέν, οὐδ᾽ ἀπόνητο· πάρος δέ μιν Ἄρτεμις ἔκτα
325 Δίῃ ἐν ἀμφιρύτῃ Διονύσου μαρτυρίῃσι.
Μαῖράν τε Κλυμένην τε ἴδον στυγερήν τ᾽ Ἐριφύλην,
ἣ χρυσὸν φίλου ἀνδρὸς ἐδέξατο τιμήεντα.
πάσας δ᾽ οὐκ ἂν ἐγὼ μυθήσομαι οὐδ᾽ ὀνομήνω
ὅσσας ἡρώων ἀλόχους ἴδον ἠδὲ θύγατρας·
330 πρὶν γάρ κεν καὶ νὺξ φθῖτ᾽ ἄμβροτος. ἀλλὰ καὶ ὥρη
εὕδειν, ἢ ἐπὶ νῆα θοὴν ἐλθόντ᾽ ἐς ἑταίρους
ἢ αὐτοῦ· πομπὴ δὲ θεοῖς ὑμῖν τε μελήσει.»

***
Είδα μετά πεντάμορφη τη Χλώρη, που κάποτε ο Νηλέας
την έκανε δική του, δίνοντας δώρα αμέτρητα στη νύφη.
Ήταν η πιο μικρή του κόρη, του Αμφίονα, γιου του Ιάσου,
που άλλοτε βασίλευε στους Μίνυες του Ορχομενού.
Η Χλώρη όμως έγινε βασίλισσα στην Πύλο
και στον Νηλέα χάρισε τρία παλληκάρια,
τον Νέστορα, τον Χρόμιο, αγέρωχο τον Περικλύμενο.
Του γέννησε και την Πηρώ, κοπέλα ασυναγώνιστη,
που ο κόσμος θαύμαζε την τόση ομορφιά της
κι όλοι από γύρω δήλωναν μνηστήρες.
Μόνο που ο Νηλεύς αρνιόταν να τη δώσει σ᾽ άλλον,
παρά σ᾽ εκείνον που θα πήγαινε να αρπάξει,
290 να φέρει απ᾽ τη Φυλάκη τα αδάμαστα γελάδια
του Ιφικλή — με τα στριφτά τους κέρατα, το μέτωπό τους το φαρδύ.
Ένας μονάχα μάντης άψογος του υποσχέθηκε πως θα τα φέρει,
όμως κι αυτόν τον έδεσε μοίρα θεού· δεσμοί ακατάλυτοι
κι άγριοι βουκόλοι στους αγρούς.
Αλλ᾽ όταν πια μήνες και μέρες συμπληρώθηκαν,
ο χρόνος γύρισε και έφερε πάνω τον ξανθόν Απρίλη,
τότε επιτέλους τον λευτέρωσε ο βίαιος Ιφικλής τον μάντη,
που του φανέρωσε της μοίρας τα καθέκαστα —
και συντελέστηκε η βουλή του Δία.
Είδα τη Λήδα, που πλάγιαζε στην κλίνη του Τυνδάρεου
και γέννησε μαζί του δυο παλληκάρια,
300 τον καβαλάρη Κάστορα, τον έξοχο πυγμάχο Πολυδεύκη·
δίδυμους, που τους έχει ζωντανούς η γη με τα πολλά γεννήματα
στα βάθη της, αφού ο Ζευς τούς κάνει την τιμή
να αλλάζουν μοίρα μέρα παρά μέρα, τη μια να ζουν, την άλλη
να πεθαίνουν· και τους δοξάζει ο κόσμος, σαν θεούς.
Είδα την Ιφιμέδεια, του Αλωέα ομόκλινη,
που μου καυχήθηκε πως αγαπήθηκε από τον Ποσειδώνα,
και γέννησε δυο γιους, όμως δεν έζησαν πολύ,
τον Ώτο ισόθεο, τον Εφιάλτη διαβόητο:
πανύψηλους — άλλους ψηλότερους δεν έθρεψε η γη με τα γεννήματά της·
310 πανέμορφους — μόνο ο ωραίος Ωρίων τούς ξεπέρασε.
Στα εννιά τους μόλις χρόνια είχανε φάρδος εννιά πήχες,
έριξαν μπόι εννιά οργιές.
Ήσαν αυτοί που απείλησαν στον Όλυμπο τους αθανάτους,
να ανοίξουν μάχη κι άγριο πόλεμο· ψήλωσε ο νους τους
και πεθύμησαν να βάλουν πάνω στον Όλυμπο την Όσσα,
πάνω στην Όσσα το ανεμοδαρμένο Πήλιο,
θέλοντας να ανεβούν στον ουρανό.
Και θα το είχαν ίσως κατορθώσει, αν έφταναν
ως την ακμή της νιότης τους, αλλά τους πρόλαβε
ο γιος του Δία, γέννημα της καλλίκομης Λητώς,
που τους αφάνισε τους δυο μεμιάς, προτού το χνούδι ανθίσει
320 κάτω από τους κροτάφους, προτού σκεπάσουν με σγουρά τα μάγουλά τους.
Είδα μετά τη Φαίδρα, την Πρόκριδα, την όμορφη Αριάδνη,
κόρη του Μίνωα με τις κακές βουλές, που κάποτε ο Θησέας
την άρπαξε απ᾽ την Κρήτη και θέλησε στον λόφο να τη φέρει
της ιερής Αθήνας· μα δεν το χάρηκε, γιατί τον πρόλαβε
και τη σκοτώνει η Άρτεμη, στη Δία τη θαλασσοφίλητη,
με συνεργό τον Διόνυσο που τη μαρτύρησε.
Τη Μαίρα είδα, την Κλυμένη, τη διαβόητη Εριφύλη,
που πρόδωσε τον άντρα της για το πολύτιμο χρυσάφι.
Όμως θα σταματήσω, έτσι κι αλλιώς δεν θα μπορούσα
όλες τους να τις πω και να τις ονομάσω, όσες και πόσες
είδα γυναίκες ή θυγατέρες διάσημων ηρώων —
330 πιο πριν θα τέλειωνε αυτή η θεσπέσια νύχτα.
Ώρα λοιπόν να κοιμηθούμε· ή κατεβαίνω
στο γρήγορο καράβι πλάι στους συντρόφους, εκτός κι αν
με κοιμίσετε εδώ· όσο για το ταξίδι μου, είναι στο χέρι
των θεών, και στο δικό σας, πώς θα το φροντίσετε.»

Διαίσθηση: Η νευροεπιστήμη εξηγεί τι είναι και αν μπορούμε να βασιστούμε σε αυτή για να παίρνουμε αποφάσεις

Στον δυτικό κόσμο, όπου τις τελευταίες δεκαετίες ο αναλυτικός τρόπος σκέψης προωθείται σταθερά, το να βασίζεται κανείς στη διαίσθησή του, αντιμετωπίζεται με δυσπιστία. Πολλοί άνθρωποι πιστεύουν ότι η εξέλιξη μας οδήγησε από την πρωτόγονη και θρησκευτική σκέψη στην αναλυτική και επιστημονική, φτάνοντας να θεωρούν τα συναισθήματα και τη διαίσθηση λανθασμένα και παράξενα εργαλεία.

Ωστόσο, η διαίσθηση δεν είναι ένα «προϊόν» αντιεπιστημονικής σκέψης αλλά αποτέλεσμα πολλών επεξεργασιών που συμβαίνουν στον εγκέφαλό μας.

Έρευνες δείχνουν ότι ο εγκέφαλος είναι μια μηχανή που κάνει προβλέψεις, καθώς συγκρίνει συνέχεια τις πληροφορίες που λαμβάνει από τις αισθήσεις και τις τρέχουσες εμπειρίες, με τις αποθηκευμένες γνώσεις και αναμνήσεις προηγούμενων εμπειριών και προβλέπει τι θα επακολουθήσει. Αυτό διασφαλίζει ότι ο εγκέφαλος είναι πάντοτε προετοιμασμένος, να αντιμετωπίσει κάθε τρέχουσα κατάσταση, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Όταν συμβαίνει κάτι που δεν έχει προβλεφθεί, ο εγκέφαλος ενημερώνει τα γνωστικά του μοντέλα. Η αντιστοίχιση των προηγούμενων μοντέλων και της τρέχουσας εμπειρίας γίνεται αυτόματα και υποσυνείδητα.

Αν από την αντιστοίχιση που θα κάνει ο εγκέφαλος προκύψει σημαντική ταύτιση ή αναντιστοιχία αλλά αυτό δεν έχει φτάσει ακόμη στη συνειδητή επίγνωση τότε, εμφανίζεται η διαίσθηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η εμπειρία σε κάποιο συγκεκριμένο τομέα τόσες περισσότερες πληροφορίες έχει ο εγκέφαλος για να συγκρίνει την τρέχουσα εμπειρία και τόσο πιο αξιόπιστες είναι οι διαισθήσεις. Αυτό σημαίνει ότι, όπως συμβαίνει και με τη δημιουργικότητα, η διαίσθηση μπορεί να βελτιωθεί με την εμπειρία.

Στην Ψυχολογία, αναγνωρίζονται δύο γενικοί τρόποι σκέψης: Η διαισθητική σκέψη που είναι αυτόματη, γρήγορη και υποσυνείδητη και η αναλυτική σκέψη που είναι λογική, σκόπιμη, αργή και συνειδητή.

Και ενώ πολλοί πιστεύουν ότι, αυτά τα είδη σκέψης είναι αντίθετα και ο τρόπος που λειτουργούν δεν μπορεί να αλλάξει, μία πρόσφατη έρευνα έδειξε ότι η αναλυτική και η διαισθητική σκέψη δεν συσχετίζονται και επομένως, μπορούν να συμβαίνουν ταυτόχρονα, συμπληρώνοντας η μία την άλλη ή λειτουργώντας συντονισμένα. Πόσες επιστημονικές έρευνες, ιδέες και υποθέσεις, δεν ξεκίνησαν με μια διαίσθηση και αργότερα επικυρώθηκαν μέσω δοκιμών και αναλύσεων!

Ωστόσο, τι πρέπει να κάνουμε όταν έχουμε να πάρουμε μια σοβαρή απόφαση; Θα μπορούσαμε απλά να βασιστούμε στη διαίσθησή μας;

Η απάντηση δεν είναι τόσο απλή. Η διαίσθηση βασίζεται σε εξελικτικά παλαιότερη, αυτόματη και γρήγορη επεξεργασία και γι’ αυτό μπορεί να λάβει λανθασμένες οδηγίες, όπως είναι για παράδειγμα, οι γνωστικές προκαταλήψεις.

Οι γνωστικές προκαταλήψεις είναι συστηματικά λάθη στη σκέψη, που συμβαίνουν αυτόματα. Αν όμως, εξοικειωθεί κανείς με τις κοινές γνωστικές προκαταλήψεις, μπορεί να μάθει να τις εντοπίζει, σε μελλοντικές περιπτώσεις.

Επίσης, επειδή η διαίσθηση βασίζεται στην γρήγορη επεξεργασία που είναι αρχαία, συμβαίνει κάποιες φορές να είναι ξεπερασμένη.

Έτσι, όταν βρίσκεστε μπροστά στη λήψη μιας απόφασης που βασίζεται στη δική σας εκτίμηση, αναρωτηθείτε:

1. Η διαίσθησή σας έχει εκτιμήσει σωστά την κατάσταση;

2. Πρόκειται για μια εξελικτική παλιά ή νέα κατάσταση;

3. Υπάρχουν γνωστικές προκαταλήψεις;

4. Έχετε εμπειρία ή εξειδίκευση σε τέτοιου είδους καταστάσεις;

Αν είναι εξελικτική, παλιά, εμπεριέχει γνωστική προκατάληψη και δεν έχετε κάποια εξειδίκευση σε αυτό, τότε προτιμήστε να βασιστείτε στην αναλυτική σκέψη. Διαφορετικά, βασιστείτε στη διαίσθησή σας.

Είναι πλέον καιρός, να σταματήσουμε να βλέπουμε τη διαίσθηση με καχυποψία και να τη δούμε έτσι όπως είναι: ένας αυτόματος, γρήγορος και υποσυνείδητος τρόπος επεξεργασίας, που μπορεί να μας δίνει πολλές και χρήσιμες πληροφορίες, που η αναλυτική σκέψη δεν μπορεί να μας δώσει και επίσης να αποδεχθούμε ότι, αυτά τα δύο είδη σκέψης μπορεί να συμβαίνουν μαζί και να συνεργάζονται, κάθε φορά που βρισκόμαστε μπροστά σε δύσκολες καταστάσεις και πρέπει να πάρουμε σοβαρές αποφάσεις.

Όσα δώσεις στο παιδί σου μέχρι τα 6, καθορίζουν την υπόλοιπη ζωή του

Έρευνες, μελέτες και σιγά σιγά η εμπειρία των προηγούμενων γενεών πιστοποιούν πια πως τα 6 πρώτα χρόνια ζωής ενός παιδιού προδιαγράφουν το μέλλον του.

Η υγιεινή διατροφή, τα πλούσια ερεθίσματα αλλά κυρίως η αγάπη των γονιών, ειδικά σε αυτά τα σημαντικά 6 χρόνια της ζωής, είναι ικανά ακόμα και να απενεργοποιήσουν τα γονίδια εκείνα που σχετίζονται με κάθε είδους ασθένεια, σωματική ή ψυχική. Τα νέα στοιχεία, κάνουν σκόνη την θεωρία που θέλει τα γονίδιά μας να είναι αυτά που κάνουν καθολικό κουμάντο. Τώρα ξέρουμε πως το περιβάλλον και ο τρόπος που μεγαλώνουμε είναι αυτά που μπορούν να επηρεάσουν τη ζωή μας. Αυτό δεν σημαίνει πως τα γονίδια δεν παίζουν το ρόλο τους, δεν ορίζουν όμως μόνο αυτά τη εξέλιξη της προσωπικότητάς μας.

Όπως και να έχει, το βασικό είναι πως επιβεβαιώνεται αυτό που όλοι υποψιαζόμασταν: πως η προσοχή, η αγάπη και η φροντίδα που δίνουμε σε ένα παιδί από τα πρώτα χρόνια της ζωής του καθορίζει σε τεράστιο βαθμό τη ζωή τους και ουσιαστικά αποτελεί ένα σημαντικό κληροδότημά μας προς εκείνα.

Στα πρώτα χρόνια της ζωής του το παιδί είναι όπως το μαλακό κερί, όπως το μαργαριτάρι, όπως η ζωγραφική, όπως η κατασκευή των αγαλμάτων. Κατ’ επέκτασιν, οι γονείς γίνονται ζωγράφοι, καλλιτέχνες, αγαλματοποιοί και κατασκευάζουν αυριανούς ανθρώπους.

Παλαιότερα τα παιδιά αντιμετωπίζονταν ή αδιάφορα ή στην καλύτερη περίπτωση ως μικρογραφία ενήλικα. Στην πορεία, άρχισε να αντιμετωπίζεται με μεγάλη προσοχή, γιατί το σημερινό παιδί είναι ο πρόδρομος του αυριανού ενήλικα. Το ψυχικά υγιές παιδί έχει πολύ περισσότερες πιθανότητες να είναι αύριο ένας υγιής ενήλικας. Αντίστοιχα, το κακοποιημένο και τραυματισμένο παιδί έχει μεγάλες πιθανότητες να είναι αύριο ένας προβληματικός, αντικοινωνικός και παραβατικός ενήλικας. Η ανατροφή και η διαπαιδαγώγηση του παιδιού από τα πρώτα χρόνια της ζωής του είναι μια υπερβολικά υπεύθυνη, επίπονη, χρονοβόρα και δύσκολη διαδικασία η οποία απαιτεί την ευαισθητοποίηση των γονέων, την αυταπάρνησή τους και την υπομονή τους. Πέρα από το ότι ολοκληρώνει τη μητέρα και τον πατέρα ως άτομα, προδιαγράφει τις σχέσεις των ανθρώπων του αύριο.

Ανατρέφω ένα παιδί, θα πει στην πράξη ότι το μορφώνω. Η μητέρα είναι εκείνη που το εκπαιδεύει πως να πίνει νερό από το ποτήρι, πως να τρώει με το κουτάλι και το πιρούνι, πως να ντύνεται μόνο του, να πηγαίνει στην τουαλέτα. Επίσης, εκείνη το μαθαίνει να τακτοποιεί τα παιχνίδια του, να τα μοιράζεται με τα άλλα παιδιά και να σέβεται τα δικαιώματα του άλλου. Η μητέρα διδάσκει το παιδί της με διάφορους τρόπους. Χρησιμοποιεί το λόγο, την επίδειξη, του παραστέκεται με τη σωματική της δύναμη. Αν θέλει, όμως, να πετύχει στο έργο της, επιβάλλεται να προσαρμόζει τις προσδοκίες της σ’ αυτά που σωματικά, ψυχολογικά και διανοητικά, μπορεί το παιδί να μάθει. Είναι σημαντικό για τη μητέρα να γνωρίζει το ίδιο της το παιδί. Να ξέρει σε ποιο σημείο ανάπτυξης βρίσκεται κι αν είναι έτοιμο να μάθει, αυτό που προσπαθεί να του διδάξει.

Ο πιο εκδηλωτικός τρόπος να μεταδώσουμε την αγάπη μας στο παιδί είναι η σωματική επικοινωνία. Κι όταν λέμε σωματική επικοινωνία, εννοούμε ένα χάιδεμα, ένα αγκάλιασμα, το ενθαρρυντικό χτύπημα στην πλάτη ή και ένα απλό άγγιγμα του παιδιού. Το παιδί που μεγαλώνει σε ένα σπίτι όπου οι γονείς χρησιμοποιούν την οπτική και σωματική επικοινωνία, αισθάνεται άνετα με τον εαυτό του και με τους άλλους, και συνεπώς, θα είναι αγαπητό και θα έχει αυτοσεβασμό. Κατ’ αυτό τον τρόπο το παιδί μπορεί να γεμίσει το συναισθηματικό του δοχείο. Επίσης, η συμμετοχή του πατέρα στη φροντίδα του παιδιού και η συναισθηματική στήριξη στη σύζυγό του ενισχύει σημαντικά τη συζυγική και οικογενειακή αρμονία, ενισχύοντας τους δεσμούς τόσο με το παιδί όσο και με τη σύντροφό του.

“Ιδανικοί” γονείς θεωρούνται, όσοι συνδυάζουν την έκδηλη στοργή και την ενθάρρυνση για αυτονομία. «Το πολύ μικρό παιδί μπορεί να έχει ανάγκη από τη συνεχή φροντίδα, όσο μεγαλώνει όμως, ο γονιός οφείλει να το απελευθερώνει σιγά – σιγά, χωρίς να διακόπτεται η αμοιβαία αγάπη και να το οδηγεί στη συναισθηματική και πνευματική ανεξαρτησία. Η γονεϊκή αγάπη που πνίγει τα παιδιά, τη στιγμή που αυτά έχουν ανάγκη να βγουν έξω από την οικογενειακή “φωλιά”, μοιάζει με τα δέντρα που φυτεύουμε, για να προστατεύσουμε το σπίτι από τον ήλιο και που, τελικά, μεγαλώνουν τόσο πολύ και ευδοκιμούν τόσο, ώστε πρέπει να τα κλαδέψουμε, αν δεν θέλουμε να πεθάνουμε από ασφυξία».

Όσα κάνουμε, όσα λέμε, από ένα απλό νανούρισμα, μέχρι ένα χαδί, από ένα «μη» μέχρι ένα «μπράβο» στο πρώτο δειλό βήμα, καταγράφονται στο μυαλό και την ψυχή του παιδιού. Και παρόλο που ως ενήλικες αδυνατούμε να χρησιμοποιήσουμε σε συνειδητό επίπεδο όλες τις πληροφορίες εκείνες που συλλέξαμε στην πρώιμη παιδική ηλικία, αυτές οι μνήμες είναι υπαρκτές και ασκούν πάνω μας επιρροή σε ασυνείδητο επίπεδο.

Γι’ αυτό οφείλουμε σαν γονείς να γεμίσουμε τον κόσμο του τόσο μικρού αυτού ανθρώπου με όμορφες εικόνες και τρυφερά συναισθήματα, ώστε όταν έρθει ο καιρός να «ανασύρει» όλο αυτό του υλικό για να προχωρήσει, να «βρει» στοιχεία που θα τον κάνουν έναν μαχητή της ζωής και όχι ένα φερέφωνο των γονεικών προσδοκιών.

Ό,τι δεν ήταν να συμβεί, άστο στην μοίρα του και τράβα παρακάτω

Κάποιοι άνθρωποι, είναι κομμάτια μιας ιστορίας που γράφτηκε για να τελειώσει αλλά το τέλος ξέχασε να γραφτεί. Κι έτσι μένουν μισοί, περιμένοντας κάτι.

Περιμένοντας κάποιον.

Κάποιον να τους γράψει ένα τέλος που να τους αξίζει ή να τους δώσει ένα δρόμο να περπατήσουν που να τους αξίζει.

Αν είναι όμως να μην του αξίζει άστο, άσε την χωρίς τέλος την ιστορία.
Το προτιμά.

Άλλωστε έμαθαν αυτοί οι άνθρωποι.
Έμαθαν να μπαίνουν στην ζωή τους διάφοροι κάνοντας θόρυβο και να χάνονται στα κρυφά, χωρίς λέξεις, χωρίς ματιές, χωρίς ένα φιλί για το τέλος.
Άνθρωποι μουντοί, σε σχέσεις θολές.
Άνθρωποι που έμαθαν σε μια βολή κι από εκεί δεν τόλμησαν ποτέ να ξεμυτίσουν μην τύχει και ταράξουν την ψεύτικη γαλήνη τους.
Άνθρωποι που ένα πρωί ξυπνάνε και κάθε τι παλιό τους φαίνεται ξένο και το κοιτάνε σαν να μην το αναγνωρίζουν πια.
Άνθρωποι που τρομάζουν στην σκέψη του καινούριου.
Άνθρωποι που έχουν κάνει την συνήθεια ασπίδα τους και την ρουτίνα δίχτυ ασφαλείας τους.
Κι όμως ακόμα κι εκείνοι, ένα πρωί ξυπνάνε και το «μέχρι σήμερα» δεν τους κάνει πια.
Τα ρούχα τους είναι στενά και οι μάσκες τους έχουν φαρδύνει και πέφτουν.
Τώρα πια δεν έχουν ρόλο να υποδυθούν.
Δεν έχουν κοινό να τους χειροκροτήσει.
Δεν έχουν μείνει άλλα ψέματα να ειπωθούν κι άλλες αλήθειες να δουν το φως της μέρας.
Τώρα πια, είναι μόνοι με παρέα τους την ζεστασιά της συνήθειας.
Κάποιοι, λίγοι, θα σκεφτούν να αποδράσουν από αυτό κι άλλοι θα κρυφτούν για να ξεγελάσουν άλλη μια φορά την ίδια τους την ζωή.
Σε μια ζωή που είναι μία, μοναδική και δεν έχεις τρόπο να την γυρίσεις πίσω, τις εκπτώσεις φρόντισε να μην τις κάνεις στα αισθήματα.

Οι υποχωρήσεις κι οι συμβιβασμοί μπορεί να μοιάζουν δύσκολη εξίσωση μα είναι απαραίτητοι για να πας στην επόμενη πράξη.
Χτίσε γέφυρες εκεί που αξίζει και τις άλλες τις σάπιες, κάψε τες!
Βάλτους φωτιά και μην αφήσεις τίποτα όρθιο.
Μην ψάχνεις πάντα σε κάποιον άλλο την αδικία και τον πόνο.
Αν δεν αδικήσεις εσύ τον εαυτό σου, δεν θα σε αδικήσει κανείς.
Αν δεν πονέσεις εσύ τον εαυτό σου, δεν θα σε πονέσει κανείς.
Κι όταν δεν ήταν να συμβεί, άστο στην μοίρα του και τράβα παρακάτω.
Κάποια όνειρα δεν ήταν να γίνουν ζωή κι όσο με πάθος προσπαθείς να τους δώσεις ζωή, τόση ζωή χάνεις!

Γίνει η μοίρα σου κι όχι η εμμονή σου!

Η χειρότερη μοναξιά είναι αυτή που βιώνουμε με τους «δικούς μας ανθρώπους»

Περνάν αρκετά χρόνια ώστε να καταφέρει κάποιος να ερμηνεύσει την πραγματική διάσταση που έχει η λέξη μοναξιά μέσα στη ζωή του, την καθημερινότητα του αλλά και την δουλειά του. Η μοναξιά δεν είναι κάτι το οποίο φοβάσαι ότι μπορεί να μεταδοθεί, αλλά σίγουρα φοβάσαι ώστε να μην σου συμβεί.

Ο καθένας βιώνει την ανάλογη περίοδο στη ζωή του και αυτό που ακούγεται συνήθως είναι πως η μοναξιά είναι ένα συναίσθημα της εγκατάλειψης από τους άλλους. Αν κάποιος όμως μείνει μόνο σε αυτή την ιδέα δεν καταφέρνει να δει πως η μοναξιά στη ζωή ενός ανθρώπου, μπορεί να προκληθεί ακόμα και όταν είναι καθημερινά με τους δικούς του ανθρώπους.

Μια υγιείς κατάσταση είναι να καταφέρνει κάποιος να μοιράζεται με τους γύρω του συναισθήματα, ιδέες, απόψεις αλλά και να υπάρχει η δυναμική μέσα στο άτομο να ακούει τις συμβουλές, να τις σέβεται και να τις λαμβάνει σοβαρά σε περίπτωσή που πρόκειται να τις ακολουθήσει.

Όμως αυτό δεν συμβαίνει πάντα, καθώς ακόμα και οι πιο στενοί μας άνθρωποι δεν καταφέρνουν να μας βοηθούν με την παρουσία τους, αφού αντί να μας δείξουν το ενδιαφέρον τους, βρίσκονται δίπλα μας σαν αόρατες φιγούρες όπου στέκονται με ένα κινητό στο χέρι, χαζεύουν τηλεόραση ενώ τους μιλάμε, μας λένε το δικό τους πρόβλημα αλλά δεν κάθονται να ασχοληθούν με κάποιο δικό μας , πόσο μάλλον να μας συμβουλέψουν και όλος τυχαία δεν έχουν ποτέ χρόνο να βγουν μια βόλτα μαζί μας, γιατί όλο και κάτι θα έχουν να κάνουν η δεν θα έχουν όρεξη.

Αυτό πιστεύω πως είναι χειρότερη μοναξιά και από το να είσαι απόλυτα μόνος σου σε ένα δωμάτιο. Είναι πολύ σκληρό και άσχημο συναίσθημα να έχεις δικούς σου ανθρώπους γύρω σου, όπου δεν ενδιαφέρονται πραγματικά για εσένα και σε αφήνουν στο περιθώριο.

Οι λεγόμενοι άνθρωποι γλάστρες δεν φέρνουν χαρά και παρέα στο άτομο που τους έχει ανάγκη, πάρα μόνο κενό και πρέπει είτε να τους μιλήσουμε ώστε να αλλάξουν συμπεριφορά απέναντι μας είτε να τους απομακρύνουμε εμείς οι ίδιοι από την ζωή μας και να αναζητήσουμε νέους φίλους και παρέες που θα αξίζουν πραγματικά και πάντα θα μας ακούνε, ώστε να μην ξανά χρειαστεί να βιώσουμε αυτό το βαρύ συναίσθημα.

Δεν είναι κάποια μόδα η μοναξιά και ούτε μπορεί να κρυφτεί στο πρόσωπο ενός ανθρώπου όσο και αν προσπαθεί, γι’ αυτό να ξέρεις πως το άτομο που θα καταλάβει αμέσως πως περνάς μια μοναχική περίοδο στη ζωή σου, είναι εκείνο που σε κοίταξε στα μάτια και σου έδωσε πραγματική σημασία, οπότε φρόντισε να επιλέγεις τέτοιους ανθρώπους για να βρίσκονται πλάι σου.

Αυτά ζητάμε από σένα εμείς, οι φίλοι σου, αυτά σου ταιριάζουν, γι’ αυτά γεννήθηκες

Επειδή όμως τα γηρατειά δεν έχουν όλα τα κακά, κατά τον Ευριπίδη, ούτε και η βλακεία των φίλων, πρέπει να βλέπει κανείς όχι μόνο τα σφάλματα αλλά και τις επιτυχίες τους και, μα τον Δία, να τους επαινεί αρχικά, έπειτα όμως, όπως ο σίδηρος πήζει με το πάγωμα και επιδέχεται τη στόμωση, αφού πρώτα διασταλεί και μαλακώσει με τη θερμότητα, έτσι και στους φίλους, χαλαροί καθώς είναι και θερμοί από τους επαίνους, μπορεί εύκολα κανείς να εφαρμόσει την παρρησία, σαν εμβάπτιση στο κατάλληλο υγρό. Παρουσιάζεται, πράγματι, η ευκαιρία να πει κανείς: “Αξίζουν άραγε αυτά να παραβληθούν με εκείνα; Βλέπεις τι καρπούς αποδίδει το καλό; Αυτά ζητάμε από σένα εμείς, οι φίλοι σου, αυτά σου ταιριάζουν, γι’ αυτά γεννήθηκες. 

Τα άλλα πρέπει να ριχτούν
στα βουνά ή στο κύμα της πολύβουης θάλασσας (ΟΜΗΡΟΣ).

Τίποτε άλλο δεν προσφέρεται περισσότερο για να λυπήσει όσο το δυνατόν λιγότερο τον αποδέκτη της παρρησίας και να το θεραπεύσει όσο το δυνατόν καλύτερα από το να μετριάζει κανείς την οργή στη συμπεριφορά του και να αντιμετωπίζει καλοπροαίρετα όσους κάνουν λάθη.

Επομένως, δεν πρέπει ούτε να τους επικρίνει κανείς άγρια, αν αρνούνται (τα λάθη τους), ούτε να τους εμποδίζει, αν θέλουν να απολογηθούν, αλλά και δικαιολογίες εύσχημες να τους βοηθάει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να βρουν και να απορρίπτει τη χειρότερη εξήγηση της πράξης τους, προτείνοντάς τους άλλη πιο μετριοπαθή, όπως ο Έκτωρ,

Τρελέ, καλό δεν είναι να βάζεις τέτοια οργή στην ψυχή σου, (ΟΜΗΡΟΣ)

προς τον αδερφό του, επειδή τάχα δεν ήταν λιποταξία ή δειλία η αναχώρησή του από τη μάχη αλλά αντίδραση οργής.

Και προς τον Αγαμέμνονα ο Νέστωρ:

Συ όμως στη μεγαλοπρεπή οργή σου υπάκουσες, (ΟΜΗΡΟΣ)

Πιο ψυχολογημένο, θαρρώ, είναι να πεις “φέρθηκες άσχημα” παρά “φέρθηκες άδικα”, “δεν σκέφτηκες σωστά” παρά “αδιαφόρησες”, “μην τσακώνεσαι με τον αδερφό σου” παρά “μην φθονείς τον αδερφό σου” και “απόφυγε τη γυναίκα που σε καταστρέφει” παρά “πάψε να καταστρέφεις τη γυναίκα”.

Τέτοιου είδους μέθοδο αναζητεί η επανορθωτική παρρησία, ενώ η προληπτική την αντίθετη.

Πράγματι, όταν χρειαστεί είτε να αποτρέψει κανείς ανθρώπους που πρόκειται να κάνουν λάθος είτε θελήσουμε να τονώσουμε και να παροτρύνουμε ανθρώπους που στέκονται αδρανείς απέναντι σε κάποια βίαιη αντίδραση ή είναι μαλθακοί και απρόθυμοι να κάνουν το καλό, πρέπει να αποδίδουμε το φαινόμενο σε αιτίες άτοπες και άπρεπες.

Έτσι, στο έργο του Σοφοκλή, ο Οδυσσέας, προσπαθώντας να ερεθίσει τον Αχιλλέα, δεν λέει πως η οργή του έχει να κάνει με το δείπνο, αλλά:

Τώρα είναι η θέα των επάλξεων της Τροίας που σε τρομάζει;

Και πάλι, ενώ ο Αχιλλέας αγανακτεί και λέει ότι θα αποπλεύσει:

Ξέρω εγώ τι προσπαθείς να αποφύγεις· όχι τα λόγια σε βάρος σου,
αλλά τον Έκτορα που είναι κοντά.
Ωραίο πράγμα στ’ αλήθεια, ο θυμός.

Τρομάζοντας τον ψυχωμένο άντρα με την ιδέα ότι θα αποκτήσει φήμη δειλού, τον μετρημένο και κόσμιο ακόλαστου, τον γενναιόδωρο και μεγαλόπρεπο με το ότι θα αποκτήσει φήμη μίζερου και τσιγκούνη, τους παροτρύνουν προς ωραίες πράξεις και τους αποτρέπουν από τις άσχημες, μένοντας μετρημένοι στις κριτικές τους σε περιπτώσεις ανίατες και προσθέτοντας στην παρρησία περισσότερη λύπη και συμμετοχή στον πόνο του άλλου παρά ψόγο, ενώ, όταν πρόκειται να εμποδίσουν τον άλλο να διαπράξει το λάθος ή να (τον κάνουν να) αντισταθεί στο πάθος του, είναι σφοδροί, άτεγκτοι και επίμονοι. Τούτη είναι, όντως, η ευκαιρία να φανεί η ακλόνητη αφοσίωση και η αληθινή παρρησία.

Τον ψόγο, αντίθετα, για όσα έχουν ήδη γίνει βλέπουμε να εφαρμόζουν και οι εχθροί μεταξύ τους, όπως ακριβώς έλεγε ο Διογένης ότι αυτός που είναι να σωθεί πρέπει να έχει φίλους καλούς ή σφοδρούς εχθρούς, διότι οι πρώτοι νουθετούν, οι δεύτεροι επικρίνουν.

Είναι καλύτερο όμως να πείθεται κανείς χάρη σε όσους τον συμβουλεύουν και να αποφεύγει τα σφάλματα, παρά να σφάλει και να μετανοεί λόγω αυτών που τον κακολογούν.

Για τούτο χρειάζεται τέχνη η παρρησία, στον βαθμό που είναι το μεγαλύτερο και πιο δυνατό φάρμακο στη φιλία, εφόσον χρειάζεται πάντοτε να πέφτει την κατάλληλη στιγμή και να είναι ισορροπημένη.

Επειδή λοιπόν η παρρησία, όπως έχει λεχθεί, πολλές φορές είναι από τη φύση της λυπηρή γι’ αυτόν που θεραπεύεται, πρέπει να μιμείται κανείς τους γιατρούς.

Πράγματι, ούτε εκείνοι, όταν κάνουν τομή, αφήνουν το μέρος που πάσχει να πονάει και να υποφέρει, αλλά το πλένουν μαλακά και το καταβρέχουν, ούτε όσοι νουθετούν, αφού πετάξουν διακριτικά την πικρή και δηκτική παρατήρησή τους, φεύγουν μακριά, αλλά με άλλες συζητήσεις και λόγους ευχάριστους, τους καταπραΰνουν και τους ψυχαγωγούν, όπως ακριβώς οι λιθοξόοι λειαίνουν και βερνικώνουν τα μέρη των αγαλμάτων που χτύπησαν με τη σμίλη και έκοψαν.

Αυτόν όμως που χτυπήθηκε και χαρακώθηκε από την παρρησία, αν τον αφήσεις τραχύ, με εξογκώματα και ανωμαλίες από την οργή, είναι δύσκολο να τον επαναφέρεις και να τον παρηγορήσεις.

Γι’ αυτό, τούτο είναι από τα κυριότερα που πρέπει να προσέχουν όσοι νουθετούν και να μην το παραμελούν ούτε η τελευταία γεύση που αφήνουν στη συντροφιά και την παρέα να είναι η λύπη και η πίκρα στους φίλους.

Απαιτεί πολύ χρόνο η ανάπτυξη

ΑN ΒΛΕΠΟΥΜΕ ΤΗ ΔΥΣΤΥΧΙΑ ΣΑΝ ΚΑΤΙ ΑΦΥΣΙΚΟ, κάτι που δεν θα έπρεπε να μας συμβαίνει, τότε δεν είναι καθόλου παράξενο να ψάχνουμε να βρούμε κάποιον ο οποίος ευθύνεται για τη δυστυχία μας. Ο θύτης μπορεί να είναι το κράτος, το εκπαιδευτικό σύστημα, οι καταπιεστικοί γονείς, μια δυσλειτουργική οικογένεια, το άλλο φύλο ή ο άστοργος σύντροφός μας. Ο κίνδυνος όμως που προκύπτει από τη συνεχιζόμενη απόδοση της ευθύνης και τη διατήρηση της θέσης του θύματος είναι η διαιώνιση της δυστυχίας μας -μέσα από τα επίμονα συναισθήματα θυμού, απογοήτευσης και αποστροφής.

ΠΟΛΥ ΣΥΧΝΑ ΓΙΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΠΡΟΚΑΛΟΥΜΕ οι ίδιοι τη δυστυχία μας, με το να αρνούμεθα να εγκαταλείψουμε το παρελθόν. Αν προσδιορίσουμε την εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας με τα δεδομένα που είχε το παρουσιαστικό μας παλιότερα ή με τα δεδομένα αυτών που μπορούσαμε παλιά να κάνουμε και που δεν μπορούμε πια να κάνουμε τώρα, μπορούμε να στοιχηματίσουμε με βεβαιότητα ότι με αυτές τις αντιλήψεις δεν πρόκειται να γινόμαστε πιο ευτυχισμένοι καθώς θα μεγαλώνουμε.

Η ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ ΝΑ ΑΛΛΑΖΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ μπορεί να γίνει από τα πιο ισχυρά και αποτελεσματικά όπλα που έχουμε για να μας βοηθήσουν να ανταποκριθούμε στα προβλήματα της καθημερινής ζωής. Πρέπει να συνειδητοποιήσει κανείς ότι κάθε φαινόμενο, κάθε συμβάν, έχει διαφορετικές όψεις. Συμβαίνει συχνά όταν ανακύπτουν προβλήματα να περιορίζεται σημαντικά η θέασή μας. Όλη μας η προσοχή επικεντρώνεται στη στενοχώρια μας για το πρόβλημα και ίσως έχουμε την αίσθηση ότι είμαστε οι μόνοι που αντιμετωπίζουμε τέτοιες δυσκολίες. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε ένα είδος αυτοαπορρόφησης, που κάνει το πρόβλημα να φαίνεται πολύ μεγάλο.

ΑΝ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΜΑΘΕΙΣ ΝΑ ΑΝΑΠΤΥΣΣΕΙΣ ΥΠΟΜΟΝΗ και ανεκτικότητα απέναντι στους εχθρούς σου, τότε όλα τα άλλα έρχονται πολύ πιο εύκολα -η συμπόνια σου απέναντι σε όλους τους άλλους αρχίζει να ρέει με φυσικότητα. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ενδυνάμωση από εκείνη της υπομονής, ακριβώς όπως δεν υπάρχει χειρότερο βάσανο από το μίσος. Γι’ αυτό τον λόγο θα πρέπει να εντείνει κανείς τις προσπάθειές του όσο μπορεί, ώστε να μην τρέφει μίσος απέναντι στον εχθρό του, αλλά μάλλον να χρησιμοποιήσει την κάθε δυσκολία ως μια ευκαιρία για να αναπτύξει την άσκησή του στην υπομονή και την ανεκτικότητα. Στην πραγματικότητα, ο εχθρός είναι μια αναγκαία προϋπόθεση για την άσκηση της υπομονής.

ΣΕ ΚΑΙΡΟΥΣ ΑΝΑΚΟΥΦΙΣΗΣ, ΣΕ ΠΕΡΙΟΔΟΥΣ ΠΡΙΝ ή μετά από άσχημες εμπειρίες δυστυχίας, μπορούμε να στοχαζόμαστε πάνω στη δυστυχία, προσπαθώντας να κατανοήσουμε το νόημά της. Και ο χρόνος και η προσπάθεια που καταβάλλουμε αναζητώντας το νόημα της δυστυχίας θα μας ανταμείψουν πλουσιοπάροχα όταν αρχίσει να μας χτυπάει το κακό.

ΜΕΤΑΤΡΕΠΟΥΜΕ ΤΟΝ ΠΟΝΟ ΣΕ ΔΥΣΤΥΧΙΑ ακριβώς μέσα στο πνεύμα μας. Για να περιορίσουμε τη δυστυχία του πόνου, χρειάζεται να κάνουμε μια κρίσιμη διάκριση ανάμεσα στον πόνο του πόνου και στον πόνο που δημιουργούμε με τις σκέψεις μας γύρω από τον πόνο. Φόβος, θυμός, ενοχή, μοναξιά και η αίσθηση ότι είμαστε αβοήθητοι, όλα αυτά είναι νοητικές και συγκινησιακές αντιδράσεις που μπορούν να εντατικοποιήσουν τον πόνο. 

ΑΠΑΙΤΕΙ ΠΟΛΥ ΧΡΟΝΟ Η ΑΝΑΠΤΥΞΗ της κατάλληλης συμπεριφοράς και των συνηθειών εκείνων του νου που συμβάλλουν στην επίλυση των προβλημάτων μας. Απαιτεί επίσης πολύ χρόνο για να εγκαθιδρυθούν οι νέες εκείνες συνήθειες που θα προσφέρουν την ευτυχία. Δεν υπάρχει τρόπος να παραγνωρίσουμε αυτά τα απαραίτητα συστατικά, όπως η αποφασιστικότητα, η προσπάθεια και ο χρόνος. Αυτά είναι τα πραγματικά μυστικά για την κατάκτηση της ευτυχίας.

Υπάρχουν δύο τρόποι αναπαραγωγής: η σωματική και η ψυχική

Ο πόθος της αναπαραγωγής είναι ένα ακόμη στοιχείο του έρωτα. Υπάρχουν δύο τρόποι αναπαραγωγής: η σωματική και η ψυχική. Οι ερωτευμένοι άνθρωποι ενώνουν τα σώματά τους για να αναπαραχθούν. Η συνουσία είναι θείο πράγμα, λέει η Διοτίμα, όμως ο ψυχικός τρόπος αναπαραγωγής είναι ανώτερος, γιατί η ψυχή γεννά σε μια άλλη άφθαρτες ιδέες και αισθήματα. Αυτοί που εγκυμονούν στην ψυχή συλλαμβάνουν μέσω της σκέψης.

Είναι οι ποιητές, οι καλλιτέχνες, οι σοφοί και, τέλος, οι νομοθέτες που διδάσκουν τη φρόνηση και τη δικαιοσύνη. Έτσι, ένας εραστής μπορεί να γεννήσει στην ψυχή του ερωμένου προσώπου τη γνώση, την αρετή, το σεβασμό για το ωραίο, το δίκαιο και το καλό. Το κάλλος, η αλήθεια και η αρετή είναι τρεις έννοιες και ταυτόχρονα μία.. Πρόκειται για όψεις της ίδιας πραγματικότητας. Ο έρωτας είναι «η οδός προς το πάλλον κάλλος». Αυτός είναι ο δρόμος της αθανασίας.

ΠΛΑΤΩΝΟΣ, ΣΥΜΠΟΣΙΟ

Τίποτε δεν είναι αφ’ εαυτού όμορφο ή δύσμορφο

Αν μπορούμε να βασιστούμε σε κάποια αρχή που μαθαίνουμε από τη φιλοσοφία, αυτή που νομίζω ότι μπορεί να θεωρηθεί ως βέβαιη και αδιαμφισβήτητη είναι ότι τίποτε δεν είναι αφ’ εαυτού αξιόλογο ή καταφρονητέο, επιθυμητό ή απωθητικό, όμορφο ή δύσμορφο· όλα ετούτα τα χαρακτηριστικά πηγάζουν από την ιδιαίτερη σύσταση και την υφή των ανθρώπινων συναισθημάτων και διαθέσεων. Το φαγητό που είναι γευστικό για ένα ζώο είναι αηδιαστικό για κάποιο άλλο. 

Ό,τι ευφραίνει τις αισθήσεις κάποιου προκαλεί δυσφορία σε κάποιον άλλο. Αυτό ισχύει κατά γενική ομολογία αναφορικά με όλες τις αισθήσεις του σώματος. Αν όμως διερευνήσουμε το ζήτημα πιο προσεκτικά, θα βρούμε ότι το ίδιο ισχύει και όπου το πνεύμα συμπράττει με το σώμα και συμμειγνύει τα συναισθήματά του με τις εξωτερικές ορέξεις.

Παρακαλέστε έναν φλογερό εραστή να σας σκιαγραφήσει τα χαρακτηριστικά της ερωμένης του: Θα σας πει ότι δεν έχει λόγια για να περιγράψει τα θέλγητρά της και θα σας ρωτήσει πολύ σοβαρά αν έχετε ποτέ γνωρίσει μια θεά ή έναν άγγελο. Αν απαντήσετε αρνητικά, τότε θα σας πει ότι είναι αδύνατο να σχηματίσετε μια ιδέα για τόσο θεϊκές ομορφιές, όπως αυτές που διαθέτει η μάγισσά του· πόσο τέλεια είναι η μορφή της· πόσο καλοσχηματισμένα τα χαρακτηριστικά της· πόσο αξιαγάπητο το παρουσιαστικό της· πόσο γλυκιά η διάθεσή της, πόσο πρόσχαρη η συμπεριφορά της. Από την υμνολογία αυτή όμως μπορεί μόνο κανείς να συμπεράνει ότι ο δυστυχής αυτός είναι ερωτευμένος και ότι η γενική προδιάθεση, που η φύση έχει εμφυτέψει σε όλα τα πλάσματα, σ’ εκείνον προσδιορίζεται από ένα συγκεκριμένο αντικείμενο με βάση κάποια χαρακτηριστικά που του δίνουν ευχαρίστηση. Το ίδιο θεϊκό πλάσμα έχει τη μορφή ενός απλού θνητού και αντιμετωπίζεται με άκρα αδιαφορία από κάποιον άλλο.

Η Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή (ΙΨΔ) μπορεί να έχει τις ρίζες της στις συνθήκες γέννησης ή ακόμη και πιο πριν

Η ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή (ΙΨΔ), που συχνά εμφανίζεται στην εφηβεία ή λίγο μετά, μπορεί να έχει τις ρίζες της στις συνθήκες της γέννησης ή ακόμη και πιο πριν, κατά την ανάπτυξη του εμβρύου στην κοιλιά της μητέρας του, σύμφωνα με μια νέα σουηδική επιστημονική έρευνα.

Η ΙΨΔ είναι μια νευρωτική αγχώδης διαταραχή που χαρακτηρίζεται από ιδεοληψίες και καταναγκασμούς. Εμφανίζεται συχνά στα μέλη της ίδιας οικογένειας και θεωρείται μια από τις ψυχικές διαταραχές με την μεγαλύτερη κληρονομικότητα, όμως μέχρι σήμερα δεν έχει βρεθεί κάποιο «ένοχο» γονίδιο.

Η νέα μελέτη, η οποία αναδεικνύει τους πιθανούς περιβαλλοντικούς παράγοντες κινδύνου, δείχνει ότι το κάπνισμα της μητέρας κατά την εγκυμοσύνη, η γέννηση του παιδιού με καισαρική, ο πρόωρος τοκετός, το πολύ μικρό βάρος του μωρού κατά τη γέννα κ.α. συσχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο εκδήλωσης ιδεοψυχαναγκαστικής διαταραχής αργότερα στη ζωή του νέου.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον Γκούσταφ Μπράντερ του Τμήματος Κλινικής Νευροεπιστήμης του ιατρικού Ινστιτούτου Καρολίνσκα του Πανεπιστημίου της Στοκχόλμης, οι οποίοι έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο αμερικανικό περιοδικό ψυχιατρικής JAMA Psychiatry, σύμφωνα με το πρακτορείο Reuters, μελέτησαν στοιχεία για 2,4 εκατομμύρια παιδιά, από τα οποία περίπου 17.000 διαγνώστηκαν με την εν λόγω διαταραχή σε ηλικία 23 ετών κατά μέσο όρο. Έμφαση δόθηκε στην μελέτη οικογενειών όπου το ένα παιδί είχε ΙΨΔ και το άλλο όχι.

Σχεδόν οι μισοί άνθρωποι που είχαν διάγνωση ΙΨΔ, είχαν επίσης τουλάχιστον ένα παράγοντα κινδύνου σχετικό με τη γέννησή τους, ενώ πολλοί είχαν περισσότερους από έναν. Όσο πιο επιβαρημένες ήταν οι συνθήκες γέννησης κάποιου, τόσο μεγαλύτερη ήταν η πιθανότητα για διάγνωση ΙΨΔ αργότερα.

Μεταξύ άλλων, διαπιστώθηκε ότι όταν η έγκυος μητέρα κάπνιζε τουλάχιστον δέκα τσιγάρα τη μέρα, ο κίνδυνος εμφάνισης ΙΨΔ στο παιδί μεγάλωνε κατά 27% κατά μέσο όρο. Ο τοκετός με καισαρική σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο ΙΨΔ κατά 17%, ενώ αν το παιδί βρίσκεται ανάποδα στη μήτρα (με τα πόδια προς τα κάτω αντί για το κεφάλι) ο κίνδυνος ΙΨΔ είναι αυξημένος κατά 35%.

«Τα παιδιά που γεννήθηκαν πρόωρα και από μητέρες που είχαν σοβαρά προβλήματα κατά τη γέννα, έχουν αυξημένο κίνδυνο ιδεοψυχαναγκαστικής διαταραχής μετά από πολλά-πολλά χρόνια» δήλωσε ο ψυχίατρος της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Γέιλ δρ Τζέημς Λέκμαν.

Οι ερευνητές παραδέχονται ότι, προς το παρόν, είναι άγνωστοί οι μηχανισμοί που συνδέουν την ΙΨΔ με τις συνθήκες κύησης και τοκετού. Πιθανώς σχετίζονται με προβλήματα στην ανάπτυξη του εγκεφάλου του εμβρύου ή του βρέφους, όπως εκτιμάται ότι συμβαίνει στην περίπτωση του αυτισμού ή της διαταραχής ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας.

Γιατί η ζωή είναι ωραία;

Πρώτα από όλα γιατί είναι δραματική, παιχνιδιάρα και άκρως ενδιαφέρουσα. Πόσο ωραίο μπορεί να είναι κάτι που από την στιγμή σε δημιουργεί, θέλει να σε αφανίσει; Να σε πεθάνει;

Όλοι μας από την πρώτη μας ανάσα, είμαστε προορισμένοι στον θάνατο! Στην σήψη. Στον ολοκληρωτικό αφανισμό! Δεν θα μπορούσατε να φανταστείτε χειρότερη αρχή ως επιχείρημα για την εδραίωση του δόγματος ότι η ζωή είναι ωραία έτσι; … κι όμως αυταπατάσθε! Αυτό είναι το ισχυρότερο και ειλικρινέστερο επιχείρημα!

Αν δεν δώσουμε η ίδιοι την πιο δυναμική γροθιά στο φόβο μας, στο Εγώ μας πως θα τα ρίξουμε κάτω; Αν δεν ομολογήσουμε την τραγικότητα της ύπαρξης μας πως θα μετουσιώσουμε την τραγωδία σε ευτυχία; Με τι τρόπο θα ζήσουμε; Ναι, φίλτατε, είμαστε προορισμένοι να πεθάνουμε αυτή είναι η μόνη κάθετη αλήθεια.

Γι’ αυτό ως τότε ας ζήσουμε!

Ας χορτάσουμε ζωή!

Ας αγαπήσουμε!

Γιατί δίνοντας ενέργεια, φωτογενή, ειλικρινή, καθαρή, ανθρώπινη ενέργεια, την εισπράττουμε πίσω διπλή και την επιστρέφουμε και πάλι για να μας δοθεί ξανά και ξανά. Αυτός είναι ο υπέροχος φωτογενής επαναληπτικός κύκλος της ευτυχίας.

Αν προσέξεις γύρω σου προσεκτικά, μπορεί κάθε μέρα να βλέπεις την ευτυχία.

Να σκοντάφτεις πάνω της και να μην το καταλαβαίνεις.

Η ευτυχία είναι μια δυνατότητα.

Είναι ένα παιχνίδι.

Μια επιλογή και τίποτε άλλο.

Στην πραγματικότητα η ευτυχία δεν είναι τίποτε άλλο από την ειρήνη, την γαλήνη μέσα μας. Η ευτυχία είναι η απουσία του Εγώ, που μας καταδυναστεύει. Πρέπει το ένα στοιχείο της προσωπικότητας μας να μην μαλώνει με το άλλο. Πρέπει να έχουμε το θάρρος να ανακαλύπτουμε τα κόμπλεξ μας. Να δουλεύουμε με τις αδυναμίες μας. Να εξελίσσουμε τον εαυτό μας. Να γνωρίζουμε τον εαυτό μας κάθε μέρα. Δεν γίνεται να ζούμε μέσα στην ψευδαίσθηση ότι είμαστε τέλειοι. Ότι είμαστε σπουδαίοι. Αδικημένα όντα μέσα στην κοινωνία που δεν τα ανακάλυψε κανείς!

Πρέπει να συμβιβαστούμε ότι η αξία μας είναι ίση σημαντική (αν είναι). Να αναγνωρίσουμε και την αξία του απέναντι (αν υπάρχει). Ακόμη και αν ο απέναντι είναι ο βλάκας που μισούμε. Πρέπει να θυμόμαστε πάντα την θέση μας στο σύμπαν. Και να έχουμε πάντα επίγνωση ότι και να εξαφανιστούμε από τον χάρτη, αυτήν ακριβώς την στιγμή, δεν θα αλλάξει τίποτε στον χάρτη. Η γη συνεχίζει να κινείται και χωρίς εμάς. Η καθαρή επίγνωση αυτού του πράγματος, μπορεί να μας κάνει ευτυχισμένους, πέρα από κάθε προσδοκία.

Ο εγωισμός, είναι καθαρά μια τρύπα που μας χώνει με ο κεφάλι μέσα σε μια δίνη. Είναι μια αυτοκαταστροφική αγχόνη. Είναι το Λερναιοκέφαλο τέρας με τα πέντε χιλιάδες κεφάλια, που πρέπει να τα κόψουμε ένα ένα, μεθοδικά και με Ηράκλεια τέχνη. Ο ίδιος μας ο εαυτός, μας προσφέρει ασφυξία αν τον παραπάρουμε στα σοβαρά, αν αφήσουμε δηλαδή το Εγώ να κυριαρχήσει. Πρέπει να καταλάβουμε ότι κατ' ουσίαν, είμαστε αστείοι. Φαιδροί. Όχι και τόσο σημαντικοί. Και όταν το ανακαλύψουμε αυτό, ω του θαύματος, ανυψωνόμαστε πρώτα στα δικά μας τα μάτια …αρχίζουμε να σκεφτόμαστε με τον Νου μας. Και ο Νους μας, θα μας βλέπει πάντα ως κάτι σημαντικότερο από έναν σίγουρο αναβάτη αν είμαστε αρσενικά και αν είμαστε θηλυκά, κάτι περισσότερο από ένα σέξι καταναλωτικό μοντέλο στην κοινωνία. Και αν η κοινωνία είναι καθρέφτης μας, καιρός να αλλάξουμε καθρέφτη. Γι’ αυτό ας αρχίσουμε από το είδωλο. Δηλαδή εμάς… Το δικό μας Εγώ είναι αυτό που μας καταδυναστεύει και οι σκέψεις μας που δεν είναι καν δικές μας. Από κει λοιπόν πρέπει να ξεκινήσουμε.

Η ευτυχία δεν είναι ένας σταθμός στον οποίο φτάνεις, αλλά ένα όχημα να ταξιδεύεις.

Παρ’ όλο που το θαύμα της ζωής συντελείται συνεχώς μπροστά μας, αρκετοί άνθρωποι δρουν ακόμη σαν μηχανές, χωρίς να καταλαβαίνουν τι κάνουν. Και στις μηχανές δεν υπάρχει χώρος για συνειδητή εμπειρία.

Άνθρωπος δε χωρίς αφυπνισμένο Νου γίνεται ένα ον επικίνδυνο για τον εαυτό του αλλά και για τους άλλους. Και αυτό το βλέπουμε σήμερα, μιας και πάνω στην γη τα δύο τρίτα περίπου του κόσμου ζουν σε συνθήκες υπανθρώπινες, πείνας, δίψας, πολέμου, φτώχειας, χωρίς αυτό να απασχολεί τους υπόλοιπους.

Ακόμη και στις αποκαλούμενες ως “προοδευμένες” χώρες πολλά εκατομμύρια ανθρώπων ζουν μέσα σε χαρτοκούτια ή κάτω από γέφυρες ή μέσα στον υπόγειο σιδηρόδρομο. Αυτό είναι ένα σημάδι για το πόσο λίγο έχουμε προοδεύσει ως ανθρώπινη κοινωνία και ως αφυπνισμένα όντα. Εάν όμως αρχίσουμε να καταλαβαίνουμε ότι πράγματι υπάρχει κάποιο κενό στην σχέση μας με τον κόσμο, τότε έχουμε κάνει βήματα στο να αποκτήσουμε μια γνώση που δεν διατυπώνεται με λόγια. Έχουμε αλλάξει σ’ ένα βαθύτερο επίπεδο!

Αυτός ο άλλος τρόπος σκέψης που θα μας βοηθήσει να αλλάξουμε και καταδεικνύεται μέσα από την κβαντομηχανική, λέει πως ο κόσμος δεν είναι μια καλοκουρδισμένη μηχανή, αλλά ένας ζωντανός οργανισμός που εκτείνεται μέσα στο χώρο και τον χρόνο. Έτσι, από μια πολύ βασική άποψη που έχει να κάνει με κανόνες και ηθική, ό,τι σκέφτομαι, επηρεάζει τον κόσμο. Και αυτό αποτελεί πραγματικά το κλειδί του, γιατί η αλλαγή της κοσμοθεώρησης είναι σημαντική. Το θέμα είναι ότι βρισκόμαστε εδώ για να κάνουμε κάτι με τους εαυτούς μας. Είμαστε εδώ για να εξερευνήσουμε τα πλήρη όρια της δημιουργίας είμαστε εδώ για να καταστήσουμε το άγνωστο γνωστό.

Όχι, δεν είμαστε όλοι ίδιοι.

Είναι δίπλα σου, μιλάς καθημερινά γι΄ αυτό, κι όμως δεν μπορείς να αντιληφθείς πώς μπορεί να είναι διαφορετικό.

Το αληθινό ταξίδι ανακάλυψης δεν είναι να αναζητήσεις καινούρια τοπία, αλλά να έχεις καινούρια μάτια. Αυτή την ικανότητα συνήθως την έχουν οι καλλιτέχνες και οι φιλόσοφοι, να μπορούν δηλαδή να δουν το καινούριο μέσα από το παλιό. Είναι πολύ σημαντικό να μπορεί να βλέπει κάποιος την ευκαιρία και την διαφορετικότητα σε κάτι που είναι ξαναϊδωμένο απ’ όλο τον κόσμο. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να ξέρει κανείς να βλέπει την ζωή χωρίς φίλτρα, να τον διεγείρει η περιέργεια.

Οι άνθρωποι λένε, ότι χρειάζεται να ταξιδέψεις για να δεις τον κόσμο. Είναι φορές που σκέφτομαι πως, αν μείνεις ήσυχος σε μια μόνη θέση και με τα μάτια ορθάνοιχτα, θα δεις όλα όσα μπορείς να χειριστείς.

Σκεφτείτε πόσες φορές σας έχει τύχει, ένας φίλος ή γνωστός να δει κάτι διαφορετικό, σε κάτι πολύ οικείο και για τους δύο σας. Είναι η τύχη που επηρεάζει του ανθρώπους αυτούς ή έχουν εκπαιδευτεί με κάποιο τρόπο ώστε να βλέπουν τα πάντα γύρω τους, πιο διευρυμένα; Εσείς πως μπορείτε να το καταφέρετε; Να οραματιστείτε κάτι διαφορετικό μέσα στην ρουτίνα της καθημερινότητας; Αλλά να βρείτε και τους τρόπους να το υιοθετήσετε. Χρειάζεται να πετάξετε τις παγ(ι)ωμένες πεποιθήσεις σας, είναι οι παρωπίδες που σας κρύβουν το πόσο ωραία είναι η Ζωή και το αναπόφευκτο του Θανάτου. Οι ελάχιστοι άνθρωποι που το πετυχαίνουν είναι αυτοί που χαίρονται την Ζωή και που συνήθως ο μαζάνθρωπος τους ζηλεύει, τους χλευάζει, πριν τους δολοφονήσει, γι αυτό το “Λάθρε Βιώσας” του Επίκουρου είναι σημαντικότατο.

Η ΖΩΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΔΕΔΟΜΕΝΗ

Πόσο εύκολα παίρνουμε την Ζωή για δεδομένη και τον ΧΡΟΝΟ ως ατελείωτο και την Αθανασία ως αναφαίρετο δικαίωμα.

Πόσα γεγονότα και καταστάσεις τα θεωρούμε δεδομένα τόσο που έχουμε ξεχάσει ότι υπάρχουν. Όταν λέω ζωή εννοώ κάθε μικρό και μεγάλο κομμάτι της. Από το ότι αναπνέουμε -που δεν είναι δεδομένο- μέχρι το ότι προσπαθούμε να ελέγξουμε την πορεία της -πόσο αστείο- αποδεικνύεται ότι είναι κομμάτι της ύπαρξης μας η στάση αυτή. Σίγουρα η καθημερινότητα μας θα ήταν πιο χαρούμενη, ουσιαστικότερη και πιο γεμάτη αν δεν παίρναμε τίποτα σαν δεδομένο και διαθέταμε περισσότερη Επίγνωση.

Θα γιορτάζαμε κάθε μέρα για το ότι ξυπνήσαμε και είμαστε Ζωντανοί, υγιείς και με όλες τις πιθανότητες ανοιχτές… Θα κοιτούσαμε τους ανθρώπους με αχόρταγη βιάση να γεμίσουμε από αυτούς, θα τους πλησιάζαμε χωρίς ντροπές και αναβολές. Θα ήταν όλα αμεσότερα, αληθινότερα! Θα αγκαλιάζαμε τους αγαπημένους μας χαιρετώντας τους και αποχαιρετώντας τους κάθε μέρα.

Και κάθε μέρα θα ήταν μια μικρή γιορτή που κερδίσαμε και έχουμε να την ζήσουμε για λίγο ακόμα. Αν θέλουμε να δούμε πόσο σημαντικό είναι να αναπνέουμε, να απολαμβάνουμε ένα εξαίσιο γεύμα π.χ. το αντιλαμβανόμαστε αν με κάποιον τρόπο δυσκολευτούμε να αναπνέουμε ή να μπορούμε να πληρώσουμε για ένα εξαίσιο γεύμα. Αν προσωρινά χάσουμε, έστω και κατ’ ελάχιστο, αυτό που λανθασμένα θεωρούμε δεδομένο.

Δεν θα ζούσαμε προσπαθώντας να προβλέψουμε ή να ελέγξουμε το μέλλον γιατί πολύ απλά θα δημιουργούσαμε το καλύτερο δυνατό παρόν- το μόνο που διαθέτουμε ως σχετικά βέβαιο. Δεν θα μας άγχωναν ούτε θα μας πλήγωναν οι καταστάσεις και οι γύρω μας γιατί κάθε μέρα θα ήταν ευκαιρία για αγάπη και δημιουργία. Ποσό ουτοπικό αλλά ποσό πολύ θα άγγιζε την ουσία της ύπαρξης μας.

Τι πιο μαγικό από το να ΖΕΙΣ ΣΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΧΡΟΝΟ

Στο ΤΩΡΑ, χωρίς να υπάρχει τίποτα άλλο στο μυαλό σου.

Χωρίς αναστολές και αναβολές.

Θα βλέπαμε τον κόσμο τόσο διαφορετικά. Θα αγαπούσαμε τα πάντα. Από το κρεβάτι μας μέχρι και τα αντικείμενα του σπιτιού μας, το φαγητό, τα λουλούδια, τους ανθρώπους γνωστούς και αγνώστους και η καρδιά μας θα ήταν ένα ανοιχτό τετράδιο έτοιμο να γεμίσει τις σελίδες του.

Κι αντί γι’ αυτό εσείς τι κάνετε;

Γεμίζετε την αβέβαιη ύπαρξη σας πιστώνοντας τα μέσα σε βάθος [ΑΝΥΠΑΡΚΤΟΥ] ΧΡΟΝΟΥ που φυσικά και δεν μπορείς να προβλέψεις. Γιατί; Γιατί να έχει τόσο πολύ μεγάλη σημασία το ανύπαρκτο μέλλον, μεγαλύτερη από το βέβαιο -έστω και φαινομενικά- παρών; Υπάρχει απάντηση.

Ανατρέξτε στο Εγώ, το μόνο που νοιάζεται για τέτοιες ασημαντότητες.

Να επενδύσεις στο μέλλον, να προσπαθήσεις για να απολαύσεις στο μέλλον, να προσέχεις για να μην δειχτείς τις συνέπειες στο μέλλον, να κάνεις υπομονή και θα αποζημιωθείς στο μέλλον… και στο ΠΑΡΟΝ;

Γιατί το ΠΑΡΟΝ, που είναι ότι πιο βέβαιο έχουμε, πρέπει να μένει ἠ να περιμένει το μέλλον για να γίνει αρκετά κάλο, ουσιαστικό ή σημαντικό, ειδικά όταν το μέλλον δεν έρχεται ποτέ;

Υπάρχει απάντηση αν ανατρέξουμε στο Εγώ, το μόνο που το απασχολούν παράλογα και εξωφρενικά πράγματα για να νοιώθει υπαρκτό, ενώ γνωρίζει πως είναι ανύπαρκτο. Το μόνο που κάνουμε εμείς με αυταπάρνηση είναι να το ταΐζουμε σαν κάτι σημαντικό.

Μια κλασική φράση που ακούμε συχνά και ταυτόχρονα την ξεχνάμε, ότι δηλαδή «ζήσε το σήμερα σαν να μην υπάρχει το αύριο» είναι η πιο σοφή συμβουλή που θα μπορούσα να σκεφτώ. Μην περιμένεις το αύριο για να ζήσεις, μην περιμένεις το αύριο για να κάνεις αυτό που θέλεις, για να αγαπήσεις, για να δημιουργήσεις, για να πλησιάσεις τις επιθυμίες σου, για να δεις τα λάθη σου, για να τα διορθώσεις, για να πληγωθείς, να πονέσεις, να αγαπήσεις, να ζητήσεις, να ζήσεις, μην το περιμένεις γιατί το αύριο μπορεί να μην έρθει ποτέ ή μπορεί να έρθει μεθαύριο. Μην περιμένεις το αύριο για να δεις ότι η Ζωή είναι ωραία, εδώ και τώρα.

Μην σπαταλάς την ζωή σου σήμερα, περιμένοντας το αύριο, επίσης μην περιμένεις τις συγκυρίες να έρθουν στην πόρτα σου, δεν θα έρθουν ποτέ μόνες τους αν δεν τις προκαλέσεις, αν δεν τις γνωρίσεις, αν δεν τις ζήσεις σήμερα !

Δεν υπάρχει άλλος ΧΡΟΝΟΣ από αυτόν που έχεις σήμερα, ΤΩΡΑ, αυτήν ακριβώς την στιγμή. Λέγεται ΠΑΡΟΝΤΑΣ ΧΡΟΝΟΣ, το τι κάνεις στον ΠΑΡΟΝΤΑ ΧΡΟΝΟ είναι ένα θέμα που αξίζει αξιολόγησης και στόχευσης.

Πάρε ένα χαρτί και μολύβι και γράψε τι κάνεις λεπτό προς λεπτό σε ένα 24ωρο μετά σε μια εβδομάδα και σε έναν μήνα, με κάθε λεπτομέρεια. Αυτά που ‘χεις γράψει αυτά είναι η ζωή σου και μην πεις ότι «καλά αυτά τα ξέρω» γιατί ΟΧΙ δεν γνωρίζεις τι κάνεις με τον ΧΡΟΝΟ σου και δεν γνωρίζεις ό,τι θεωρείς την ζωή ως δεδομένη και τον εαυτό σου αθάνατο. Ξέρεις πόσο γελοίο είναι αυτό;

Είσαι ηττημένος από το εγώ, όταν πιστεύεις τον πολιτικό, τα νομοσχέδια του πολιτικάντη, τον παπά, τις γραφές του παπά, τον γκουρού της κάθε παλαβομάρας που σου λέει το ένα ή το άλλο.

Είσαι ηττημένος κάθε φορά που ικετεύεις, προσεύχεσαι, εκλιπαρείς, ζητάς, περιμένεις, από οποιονδήποτε το οτιδήποτε.

Είσαι ηττημένος όταν αντί να ΓΝΩΡΙΖΕΙΣ τι να κάνεις με την ζωή σου και τον ΧΡΟΝΟ σου, εσύ ΠΙΣΤΕΥΕΙΣ πως κάτι θα γίνει με την ζωή σου. Η απόσταση ανάμεσα στο ΝΑ και στο ΘΑ είναι τόσο μεγάλη που τις χωρίζει απεραντοσύνη. Όταν (κι αν) μάθεις αυτήν την τεράστια διαφορά των λέξεων, εκμηδενίσεις την απεραντοσύνη που τις χωρίζει, τότε μπορείς να είναι ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ εσύ και μόνον ΕΣΥ, της ζωής σου. Είσαι κερδισμένος όταν έχεις την ΕΥΘΥΝΗ της ζωής σου, ΕΣΥ και δεν σε επηρεάζει τίποτε και κανένας.

Δεν είσαι μόνος σου, το έχουν κάνει χιλιάδες άνθρωποι και δεν δίνουν δεκάρα για την κρίση τους, τις πανδημίες τους, τις αυξήσεις τους την κατάντια τους. Επικοινώνησε να βρεις τρόπους να ΚΟΨΕΙΣ την γόρδιο δεσμό της κρίσης και ανέλαβε ΕΥΘΥΝΗ.

Βρες τρόπο δηλαδή να μην τους έχεις ανάγκη, αυτό είναι το πρώτο βήμα στο μονοπάτι της Ευθύνης της ζωής σου, υπάρχουν δεκάδες τρόποι αλλά δεν θα στους πει κανένας, μόνος σου πρέπει να τους βρεις. Κάνε μότο της ζωής σου τον ακόλουθο αφορισμό, όταν τον σκεφτείς και τον εφαρμόσεις τότε το χάσμα ανάμεσα στο Να και στο Θα αρχίζει να μικραίνει, φρόντισε να το εξαφανίσεις.

Μην επιτρέπεις να σε επηρεάσει αυτό που δεν μπορείς να επηρεάσεις και Ζήσε Αναλόγως !

και το σπουδαιότερο…

ΚΑΝΕ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΣΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΟ ΚΑΙ ΦΙΛΟ ΣΟΥ.-

Τότε θα αντιληφθείς, για πρώτη ίσως φορά, πόσο ωραία είναι η Ζωή.-

O Επίκουρος κι η εξέλιξη της ανθρώπινης κοινωνίας

Ο Επίκουρος, στην Επιστολή προς τον Ηρόδοτο, αναφέρει τις τρεις κύριες αιτίες όπου βασίστηκε η ανθρωπότητα για να προοδεύσει δημιουργώντας τον ανθρώπινο πολιτισμό.

Οι κοινωνίες δεν προέκυψαν εκ του μηδενός, ούτε είναι δημιουργήματα κάποιων θεών, αλλά προήλθαν μέσα από μια φυσική εξελεγκτική διαδικασία. Αφού προσπάθησε αρχικά να αφαιρέσει τους μύθους που επικρατούσαν μέχρι τότε σχετικά με την ανθρώπινη ύπαρξη, την επαναφέρει σε μια φυσική διάσταση, λέγοντας ότι τα διάφορα όντα, συμπεριλαμβανομένου και του ανθρώπου, έχουν την προέλευσή τους από τον κόσμο όπου κατοικούν και όχι έξω από αυτόν.

«Πρέπει να δεχθούμε» λέει ο Επίκουρος «ότι στους ανθρώπους η εμπειρία και η αναγκαιότητα ήρθαν συχνά σε βοήθεια στη φύση. Ο λογισμός τελειοποίησε τα δεδομένα της Φύσης και πρόσθεσε νέες ανακαλύψεις, εδώ πιο γρήγορα, εκεί πιο αργά. Πότε διασχίζοντας τις περιόδους του χρόνου από την εποχή του απείρου, πότε σε περιόδους πιο σύντομες».

Η κύρια μαρτυρία μας για τις απόψεις του Επίκουρου σχετικά με την εξέλιξη της ανθρώπινης κοινωνίας είναι το ποίημα του Λουκρήτιου «De Rerum Natura», που, χωρίς καμία αμφιβολία, ακολουθούσε τις απόψεις του ίδιου του Επίκουρου, όπως εκείνος τις καταγράφει στο περίφημο έργο του «Περί Φύσεως» και σε άλλες πραγματείες.

Ο Λουκρήτιος, στο ποίημά του, αναλύει και μιλάει για την ανάγκη που μας ωθεί στην αναζήτηση μέσω των αισθήσεων, για την εμπειρία που συσσωρεύει στο πέρασμα του χρόνου τα αποτελέσματα αυτών των διαδοχικών αναζητήσεων, και για τη λογική που επεξεργάζεται ακατάπαυστα τα δεδομένα των αισθήσεων καταλήγοντας σε συμπεράσματα. Ο χρόνος, λέει ο Λουκρήτιος «φέρνει αργά στο φως όλες τις ανακαλύψεις», και η λογική είναι εκείνη που με τη βοήθεια του χρόνου «διδάσκει λίγο-λίγο και βήμα-βήμα τους ανθρώπους».

Οι άνθρωποι της πρώτης περιόδου, σύμφωνα με τον Λουκρήτιο, δεν διαθέτουν ούτε τα στοιχειώδη εργαλεία, δεν γνωρίζουν να καλυφτούν το σώμα τους ούτε με δέρματα ζώων, βγάζουν άναρθρες κραυγές τριγυρνώντας σε αγέλες, όπως τα ζώα, πίνουν νερό απ τα ποτάμια και τρώνε κυρίως φρούτα και λαχανικά. Είναι όμως πιο συγκροτημένοι και σκληραγωγημένοι σε σχέση με τον σημερινό άνθρωπο, με δυνατό σκελετό και με μυς για να αντέχουν στις καιρικές συνθήκες, κάτι που τους βοήθησε σημαντικά στον αγώνα για την επιβίωσή τους

Παρ’ ότι ήσαν γυμνοί και χωρίς όπλα, με τα δυνατά τους χέρια και με τα επιδέξια πόδια υποστήριζαν και κάλυπταν τα μειονεκτήματά τους στη μάχη που έδιναν καθημερινά για την ίδια τους τη ζωή. Όταν έβλεπαν μεγάλα και δυνατά ζώα, λέει ο Λουκρήτιος, έφευγαν μακριά και τα πετούσαν πέτρες ή ανέβαιναν στα δένδρα να σωθούν, ενώ τα λιγότερα επικίνδυνα τα χτυπούσαν από κοντά με ρόπαλα και άλλα θανατηφόρα αντικείμενα. Το βράδυ ξεκουράζονταν και κοιμόντουσαν στο χώμα, μέσα σε σπηλιές και σε λαγκάδια όπου ένιωθαν προστατευμένοι απ’ τους κινδύνους.

Συνεχίζοντας την απολαυστική του αφήγηση, ο Λουκρήτιος λέει ότι «οι άνθρωποι εκείνης της εποχής δεν γνώριζαν την έννοια του κοινού σκοπού ούτε το καλό, δεν ήξεραν από νόμους ούτε από ηθικούς κανόνες στις μεταξύ τους σχέσεις. Ο καθένας άρπαζε από το αυθόρμητο της φύσης του, τη πρώτη λεία που έβρισκε μπροστά του, και το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν η επιβίωσή του, να φροντίζει μονάχα για τον εαυτό του».

Σε αυτό το άγριο περιβάλλον όπου επικρατούσε η δύναμη του πιο ισχυρού, σε μια διαρκή κατάσταση πολέμου και καθημερινής μάχης για την επιβίωση, για τον πρωτόγονο άνθρωπο τίποτα άλλο δεν είχε σημασία παρά μόνο η ίδια του η ζωή, ώσπου κάποια στιγμή, με την συνδρομή του χρόνου, και βασιζόμενος αρχικά στις δυο από τις τρεις κύριες αιτίες που αναφέρει ο Επίκουρος, στην ανάγκη και στην εμπειρία, προχώρησε στις πρώτες του σημαντικές ανακαλύψεις. Έμαθε να ντύνεται γδέρνοντας τα ζώα που σκότωνε, να κατασκευάζει καλύβες για να προφυλάσσεται από τη βροχή και το κρύο, αλλά το σημαντικότερο απ’ όλα ήταν πως ανακάλυψε να ανάβει φωτιά.

Η φωτιά τον έβγαλε από την κτηνώδη κατάσταση στην οποία ζούσε και αποτέλεσε «μέσο, χρησιμοποιώντας και τη λογική πλέον για νέες εφευρέσεις, όπου οι άνθρωποι με το πιο έξυπνο μυαλό και την πιο δυνατή νόηση, εισήγαγαν από μέρα σε μέρα αλλαγές στην τροφή και παλιό τρόπο ζωής». Έτσι, με την ανακάλυψη της φωτιάς, άρχισαν να μαζεύονται γύρω από αυτήν κάτω από κοινή στέγη, και ο άνδρας με τη γυναίκα που μέχρι τότε ενώνονταν κατά τύχη, δημιουργούν οικογένεια και συγκροτούν μια ομάδα, ξεκινώντας μια νέα περίοδο στην Ιστορία της Ανθρωπότητας.

Είναι η περίοδος που γεννιέται η κοινωνία με την αμοιβαία αποδοχή ισότητας, ανάμεσα στην γυναίκα και στον άνδρα και η εμφάνιση των πιο ευγενών συναισθημάτων για τα τέκνα. Σε αυτό το στάδιο, προκύπτει και η σύνδεση μεταξύ των οικογενειών που διέπεται από την αρχή της ωφέλειας, μιας και οι άνθρωποι ήταν σε θέση να ενωθούν για να αποτρέψουν φυσικούς κινδύνους, και να μεριμνήσουν συμμετέχοντας από κοινού στις διάφορες ασχολίες, ώστε να εξασφαλίσουν τα βασικά και αναγκαία αγαθά για την ασφαλή επιβίωση, την αναπαραγωγή και την ευθυμία των μελών τους.

Παράλληλα, καθώς τα ανθρώπινα όντα βιώνουν διαφορετικές επιδράσεις και λαμβάνουν διαφορετικές παραστάσεις και εικόνες, που ποικίλλουν από τόπο σε τόπο, ομοίως και οι ήχοι που παράγονται ως απάντηση σε οποιοδήποτε δεδομένο ερέθισμα είναι διαφορετικοί, και οι αρχικές κραυγές τους μετατρέπονται σε λέξεις, που είναι λίγο ή πολύ σύμφωνες με τα αρχικά ή τα πρωτόγονα αντικείμενά τους.

Οι πρωτόγονες λέξεις δεν αποτελούσαν ακόμη πηγή διανοητικής σύγχυσης, αλλά αυτό άλλαξε μετέπειτα με την πλήρη ανάπτυξη της γλώσσας, πράγμα που εξηγεί και το γεγονός της ύπαρξης πολλών γλωσσών.

Η επιστήμη της Ανθρωπολογίας σήμερα υιοθετεί σε αρκετά πράγματα τις υποθέσεις του Λουκρήτιου για την εξέλιξη του ανθρώπινου είδους.

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ, ΠΡΟΟΙΜΙΑ

ΔΗΜ πρ 43.1–2

Οι ευτυχισμένοι οφείλουν να επιζητούν τη σωφροσύνη περισσότερο από τους δυστυχισμένους

[1] Οὐδεὶς πώποτ’ ἴσως ὑμῶν ἐζήτησεν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι,
τί δήποθ’ οἱ κακῶς πράττοντες ἄμεινον περὶ τῶν πραγμάτων
τῶν εὖ πραττόντων βουλεύονται. ἔστι δ’ οὐχ ἑτέρωθέν
ποθεν τοῦτο γιγνόμενον, ἀλλ’ ὅτι συμβαίνει τοῖς μὲν μήτε
φοβεῖσθαι μηδὲν μήθ’ ἅν τις λέγοι δεινὰ προσήκονθ’
αὑτοῖς ἡγεῖσθαι, τοὺς δὲ πλησίον ὄντας τῶν ἁμαρτη-
μάτων, ὅταν εἰς τὸ κακῶς πράττειν ἀφίκωνται, σώφρονας
πρὸς τὰ λοιπὰ καὶ μετρίους ὑπάρχειν. [2] σπουδαίων τοίνυν
ἐστὶν ἀνθρώπων, ὅταν βελτίστῃ τῇ παρούσῃ τύχῃ χρῶνται,
τότε πλείω τὴν σπουδὴν πρὸς τὸ σωφρονεῖν ἔχειν· οὐδὲν
γὰρ οὔτε φυλαττομένοις οὕτω δεινὸν ὥστ’ ἀφύλακτον εἶναι,
οὔτ’ ὀλιγωροῦσιν ἀπροσδόκητον παθεῖν. λέγω δὲ ταῦτ’ οὐχ
ἵνα τὴν ἄλλως ὑμᾶς δεδίττωμαι, ἀλλ’ ἵνα μὴ διὰ τὴν παροῦ-
σαν εὐπραξίαν, ἃ γένοιτ’ ἄν, εἰ μὴ προνοήσεσθε τῶν πραγμά-
των, δείν’ ἀκούοντες καταφρονῆτε, ἀλλ’ ἄνευ τοῦ παθεῖν,
ὥσπερ ἐστὶν προσῆκον φάσκοντάς γε μηδένων ἀπολείπε-
σθαι τῷ σωφρονεῖν, φυλάξησθε.

***
[1] Ίσως κανείς ποτέ έως τώρα δεν εξήτασεν, άνδρες Αθηναίοι, διατί οι δυστυχούντες σκέπτονται ορθότερον των ευτυχούντων διά τας υποθέσεις. Τούτο δε δεν οφείλεται πουθενά αλλού παρά εις το ότι εις μεν τους ευτυχούντας συμβαίνει και να μη φοβούνται καθόλου και να μη νομίζουν ως αρμόζοντα εις τους εαυτούς των εκείνα, τα οποία ήθελε τις νομίσει φοβερά· τουναντίον οι δυστυχούντες ευρισκόμενοι πλησίον εις τα σφάλματα, οσάκις φθάνουν εις την δυστυχίαν, συμβαίνει να είναι σώφρονες και κόσμιοι ως προς τα λοιπά. [2] Λοιπόν είναι ίδιον σοβαρών ανθρώπων, όταν η τύχη είναι πολύ ευνοϊκή προς αυτούς, τότε να δεικνύουν μεγαλύτερον ζήλον να φανούν σώφρονες· διότι δι' ανθρώπους φυλαττομένους δεν είναι τίποτε τόσον φοβερόν, ώστε να μη δύνανται να προφυλαχθούν από αυτό, ούτε δι' αμελείς ανθρώπους είναι απροσδόκητον να πάθουν κάτι. Λέγω δε ταύτα ουχί διά να σας εκφοβίσω ματαίως, αλλ' ίνα μη ένεκα της παρούσης ευτυχίας καταφρονήτε να ακούετε τα φοβερά, τα οποία ήθελον συμβή, εάν δεν ηθέλετε φροντίσει περί των υποθέσεων, και ίνα χωρίς να υποστήτε συμφοράς, προφυλαχθήτε, όπως ακριβώς αρμόζει εις σας, οι οποίοι ισχυρίζεσθε ότι δεν υστερείτε κανενός άλλου ως προς την σωφροσύνην.

Κυριακή 21 Αυγούστου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ὀδύσσεια (11.225-11.280)

225 Νῶϊ μὲν ὣς ἐπέεσσιν ἀμειβόμεθ᾽, αἱ δὲ γυναῖκες
ἤλυθον, ὄτρυνεν γὰρ ἀγαυὴ Περσεφόνεια,
ὅσσαι ἀριστήων ἄλοχοι ἔσαν ἠδὲ θύγατρες.
αἱ δ᾽ ἀμφ᾽ αἷμα κελαινὸν ἀολλέες ἠγερέθοντο,
αὐτὰρ ἐγὼ βούλευον ὅπως ἐρέοιμι ἑκάστην.
230 ἥδε δέ μοι κατὰ θυμὸν ἀρίστη φαίνετο βουλή·
σπασσάμενος τανύηκες ἄορ παχέος παρὰ μηροῦ
οὐκ εἴων πιέειν ἅμα πάσας αἷμα κελαινόν.
αἱ δὲ προμνηστῖναι ἐπήϊσαν, ἠδὲ ἑκάστη
ὃν γόνον ἐξαγόρευεν· ἐγὼ δ᾽ ἐρέεινον ἁπάσας.
235 Ἔνθ᾽ ἦ τοι πρώτην Τυρὼ ἴδον εὐπατέρειαν,
ἣ φάτο Σαλμωνῆος ἀμύμονος ἔκγονος εἶναι,
φῆ δὲ Κρηθῆος γυνὴ ἔμμεναι Αἰολίδαο·
ἣ ποταμοῦ ἠράσσατ᾽ Ἐνιπῆος θείοιο,
ὃς πολὺ κάλλιστος ποταμῶν ἐπὶ γαῖαν ἵησι,
240 καί ῥ᾽ ἐπ᾽ Ἐνιπῆος πωλέσκετο καλὰ ῥέεθρα.
τῷ δ᾽ ἄρα εἰσάμενος γαιήοχος ἐννοσίγαιος
ἐν προχοῇς ποταμοῦ παρελέξατο δινήεντος·
πορφύρεον δ᾽ ἄρα κῦμα περιστάθη, οὔρεϊ ἶσον,
κυρτωθέν, κρύψεν δὲ θεὸν θνητήν τε γυναῖκα.
245 λῦσε δὲ παρθενίην ζώνην, κατὰ δ᾽ ὕπνον ἔχευεν.
αὐτὰρ ἐπεί ῥ᾽ ἐτέλεσσε θεὸς φιλοτήσια ἔργα,
ἔν τ᾽ ἄρα οἱ φῦ χειρὶ ἔπος τ᾽ ἔφατ᾽ ἔκ τ᾽ ὀνόμαζε·
«Χαῖρε, γύναι, φιλότητι, περιπλομένου δ᾽ ἐνιαυτοῦ
τέξεις ἀγλαὰ τέκνα, ἐπεὶ οὐκ ἀποφώλιοι εὐναὶ
250 ἀθανάτων· σὺ δὲ τοὺς κομέειν ἀτιταλλέμεναί τε.
νῦν δ᾽ ἔρχευ πρὸς δῶμα, καὶ ἴσχεο μηδ᾽ ὀνομήνῃς·
αὐτὰρ ἐγώ τοί εἰμι Ποσειδάων ἐνοσίχθων.»
Ὣς εἰπὼν ὑπὸ πόντον ἐδύσετο κυμαίνοντα.
ἡ δ᾽ ὑποκυσαμένη Πελίην τέκε καὶ Νηλῆα,
255 τὼ κρατερὼ θεράποντε Διὸς μεγάλοιο γενέσθην
ἀμφοτέρω· Πελίης μὲν ἐν εὐρυχόρῳ Ἰαωλκῷ
ναῖε πολύρρηνος, ὁ δ᾽ ἄρ᾽ ἐν Πύλῳ ἠμαθόεντι.
τοὺς δ᾽ ἑτέρους Κρηθῆϊ τέκεν βασίλεια γυναικῶν.
Αἴσονά τ᾽ ἠδὲ Φέρητ᾽ Ἀμυθάονά θ᾽ ἱππιοχάρμην.
260 Τὴν δὲ μέτ᾽ Ἀντιόπην ἴδον, Ἀσωποῖο θύγατρα,
ἣ δὴ καὶ Διὸς εὔχετ᾽ ἐν ἀγκοίνῃσιν ἰαῦσαι,
καί ῥ᾽ ἔτεκεν δύο παῖδ᾽, Ἀμφίονά τε Ζῆθόν τε,
οἳ πρῶτοι Θήβης ἕδος ἔκτισαν ἑπταπύλοιο
πύργωσάν τ᾽, ἐπεὶ οὐ μὲν ἀπύργωτόν γ᾽ ἐδύναντο
265 ναιέμεν εὐρύχορον Θήβην, κρατερώ περ ἐόντε.
Τὴν δὲ μετ᾽ Ἀλκμήνην ἴδον, Ἀμφιτρύωνος ἄκοιτιν,
ἥ ῥ᾽ Ἡρακλῆα θρασυμέμνονα θυμολέοντα
γείνατ᾽ ἐν ἀγκοίνῃσι Διὸς μεγάλοιο μιγεῖσα·
καὶ Μεγάρην, Κρείοντος ὑπερθύμοιο θύγατρα,
270 τὴν ἔχεν Ἀμφιτρύωνος υἱὸς μένος αἰὲν ἀτειρής.
Μητέρα τ᾽ Οἰδιπόδαο ἴδον, καλὴν Ἐπικάστην,
ἣ μέγα ἔργον ἔρεξεν ἀϊδρείῃσι νόοιο,
γημαμένη ᾧ υἷϊ· ὁ δ᾽ ὃν πατέρ᾽ ἐξεναρίξας
γῆμεν· ἄφαρ δ᾽ ἀνάπυστα θεοὶ θέσαν ἀνθρώποισιν.
275 ἀλλ᾽ ὁ μὲν ἐν Θήβῃ πολυηράτῳ ἄλγεα πάσχων
Καδμείων ἤνασσε θεῶν ὀλοὰς διὰ βουλάς·
ἡ δ᾽ ἔβη εἰς Ἀΐδαο πυλάρταο κρατεροῖο,
ἁψαμένη βρόχον αἰπὺν ἀφ᾽ ὑψηλοῖο μελάθρου,
ᾧ ἄχεϊ σχομένη· τῷ δ᾽ ἄλγεα κάλλιπ᾽ ὀπίσσω
280 πολλὰ μάλ᾽, ὅσσα τε μητρὸς Ἐρινύες ἐκτελέουσι.

***
Οι δυο μας συναλλάσσαμε τα λόγια μας ακόμη, αλλά
πλησίασαν κι άλλες γυναίκες τώρα — η φημισμένη Περσεφόνη
τις παρότρυνε· όσες υπήρξαν σύζυγοι και θυγατέρες
διάσημων ηρώων.
Εκείνες γύρω από το μαύρο αίμα σμάρι συναθροίστηκαν,
κι αναρωτήθηκα εγώ πώς να τις ξεχωρίσω και καθεμιά να τη ρωτήσω.
230 Κι όπως το συλλογίστηκα, αυτή η απόφαση μου φάνηκε η καλύτερη·
το κοφτερό σπαθί τραβώντας από το σφιχτό μερί μου,
δεν άφησα να πιουν το μαύρο αίμα όλες μαζί.
Έτσι, με τη σειρά, η μια πίσω απ᾽ την άλλη πίνοντας αίμα,
το γένος της εξιστορούσε, κι εγώ τις ρώτησα όλες.
Πρώτη αντικρίζω την Τυρώ, από πατέρα ευγενικό·
είπε πως είναι του Σαλμωνέα η θυγατέρα, που κανένα ψεγάδι
δεν του βρίσκεις· καυχήθηκε πως έγινε γυναίκα του Κρηθέα,
που υπήρξε γιος του Αιόλου.
Αυτή λοιπόν κάποτε ερωτεύτηκε τον ποταμό Ενιπέα
(θείο ποτάμι, το ωραιότερο απ᾽ όσα τρέχουνε στη γη),
γι᾽ αυτό κατέβαινε συχνά στα πάγκαλα νερά του.
240 Εκεί μια μέρα, με την όψη του Ενιπέα, ο Ποσειδώνας,
που τη γη σαλεύει, μαζί της πλάγιασε στις εκβολές του ποταμού
που στροβιλίζονται· όπου ένα κύμα πορφυρό, λες κι ήταν όρος,
κυρτώθηκε και τους περίζωσε, κρύβοντας τον θεό
και τη θνητή γυναίκα.
Έτσι, της έλυσε της παρθενιάς τη ζώνη, αφού πρώτα τη βύθισε
στον ύπνο· κι όταν τα έργα της αγάπης ο θεός συντέλεσε,
της πιάνει τρυφερά το χέρι και την προσφώνησε μιλώντας:
«Χαρά, γυναίκα, ο έρωτάς μου· κι όπως ο χρόνος θα κυλά,
σου μέλλεται να ξεγεννήσεις τέκνα λαμπρά, γιατί δεν μένουν άκαρπα
των αθανάτων τ᾽ αγκαλιάσματα· δική σου από κει και πέρα
250 η φροντίδα της ανατροφής τους.
Και τώρα πήγαινε στο σπίτι, αλλά να μην προδώσεις τ᾽ όνομά μου·
είμαι εγώ, ο κοσμοσείστης Ποσειδών, που πλάγιασα μαζί σου.»
Έτσι της μίλησε, κι ευθύς βυθίστηκε κάτω απ᾽ το κύμα
της θαλάσσης. Εκείνη γκαστρωμένη γέννησε στην ώρα της·
φέρνει στον κόσμο τον Πελία και τον Νηλέα — δυο γιους γενναίους,
που υπηρέτησαν κι οι δυο τον Δία. Ο ένας, ο Πελίας, κατοικούσε απλόχωρα
στην Ιωλκό με τα πολλά βοσκήματα· στην Πύλο την αμμουδερή ο Νηλέας.
Οι άλλοι γιοι της, της βασιλικής γυναίκας, ήσαν απ᾽ τον Κρηθέα·
Αίσων και Φέρης, ο Αμυθάων, μαχητής περίλαμπρος με το άλογό του.
260 Είδα μετά την Αντιόπη, κόρη του Ασωπού·
καυχιόταν πως κοιμήθηκε στου Δία την αγκάλη
και γέννησε μαζί του τους δυο γιους, Ζήθο κι Αμφίονα,
που πρώτοι θεμελίωσαν τη Θήβα την επτάπυλη και την επύργωσαν
με τείχη, γιατί δεν ήταν φρόνιμο να κατοικούν
πόλη ατείχιστη, τη Θήβα απλόχωρη, όση κι αν είχαν δύναμη.
Είδα και την Αλκμήνη, γυναίκα του Αμφιτρύωνα,
μάνα του Ηρακλή, θρασύ κι ατρόμητου σαν το λιοντάρι,
όταν ο μέγας Ζευς την πήρε στην αγκάλη του.
Είδα και τη Μεγάρη, του κραταιού Κρέοντα θυγατέρα —
270 αυτήν την πήρε ταίρι του ο γιος του Αμφιτρύωνα, ακάματος κι αδάμαστος.
Είδα του Οιδίποδα τη μάνα, την όμορφη Επικάστη,
που έκανε πράξη ανήκουστη, δίχως ο νους της να το ξέρει,
σμίγοντας με τον ίδιο της τον γιο· αμέσως όμως οι θεοί
φανέρωσαν τα ανόσια έργα, κι ο κόσμος βούιξε.
Παρ᾽ όλα αυτά εκείνος ξέμεινε στη λατρευτή του Θήβα,
συφοριασμένος των Καδμείων βασιλιάς, δέσμιος
της φριχτής βουλής των αθανάτων.
Εκείνη όμως πέρασε στον Άδη, άσπλαχνο φύλακα
στις κάτω πύλες, αφού πρώτα σε μια θηλιά κρεμάστηκε,
δένοντας το μακρύ σχοινί απ᾽ την ψηλή οροφή της κάμαρής της —
η απελπισία την έπνιξε.
Άφησε ωστόσο και σ᾽ εκείνον κληρονομιά πόνους πολλούς,
280 όσοι απαιτούν να πέσουν πάνω του οι Ερινύες της μητέρας.

Η Ρώμη και ο κόσμος της: 10. Το πορτρέτο του καλλιτέχνη ως αυτοκράτορα - και αντιστρόφως

10.5. Περιοδεύων θίασος «ο Νέρων»


Πολίτες της Κορίνθου,

Τις επόμενες μέρες η ένδοξη πόλη μας θα ζήσει μερικές από τις πιο λαμπρές στιγμές της ιστορίας της. Ο ρωμαίος αυτοκράτορας Νέρων, με μεγάλη συνοδεία, θα τιμήσει την Κόρινθο με την ισόθεη παρουσία του. Στο πλαίσιο της ιστορικής αυτής επίσκεψης, σύμφωνα με το πρόγραμμα που μας έχει ανακοινωθεί από τον Ρωμαίο φρούραρχο της πόλης, θα αναγγείλει την έναρξη εργασιών για τη διάνοιξη διώρυγας στον ισθμό, ανανεώνοντας έτσι το σχέδιο του αυτοκράτορα Γάιου Καλιγούλα. Σε επίσημη τελετή στον ισθμό, ο αυτοκράτορας θα πραγματοποιήσει την εναρκτήρια εκσκαφή. Για τον σκοπό αυτό ένα από τα πιο διάσημα εργαστήρια χρυσοχοΐας στην περιοχή ετοιμάζει ήδη τη χρυσή σκαπάνη που θα χρησιμοποιήσει ο υψηλός επισκέπτης για τα εγκαίνια του μεγάλου αυτού έργου. Στη συνέχεια ο αυτοκράτορας θα παραστεί σε ειδική διοργάνωση των Ισθμίων Αγώνων, όπου θα ανακοινώσει τιμής ένεκεν ευρείες φορολογικές απαλλαγές και μια σειρά άλλων ευεργετικών πολιτικών αποφάσεων για την ευρύτερη περιοχή μας.

Πολίτες της Κορίνθου,

Η παρουσία των Ρωμαίων στην Ελλάδα είναι στενά δεμένη με την ιστορία αυτής της πόλης. Πριν από δυόμισι σχεδόν αιώνες, ο φιλέλλην στρατηγός Φλαμινίνος την πόλη αυτή επέλεξε για να διακηρύξει την ελευθερία των Ελλήνων, αναγνωρίζοντας με αυτό τον τρόπο όχι μόνο την οφειλή του μεγάλου ρωμαϊκού έθνους στον ελληνικό πολιτισμό αλλά και ειδικότερα τον μεγάλο σεβασμό της Ρώμης για τη μακραίωνη πολιτιστική προσφορά της Κορίνθου. Σε χαλεπούς για όλους καιρούς, πριν από διακόσια σχεδόν χρόνια, ήταν και πάλι η Κόρινθος που κατέβαλε βαρύ το τίμημα της ιστορικής συγκυρίας. Σήμερα, ο πιο ισχυρός άντρας στον κόσμο και ένας από τους πιο αφοσιωμένους φίλους της Ελλάδας έρχεται για να επιβεβαιώσει τους στενούς πολιτιστικούς δεσμούς που συνέδεσαν έκτοτε την Κόρινθο με τη μεγάλη ρωμαϊκή δύναμη.

Κατά την ιστορική αυτή επίσκεψη, θα πρέπει η πόλη σύσσωμη να τιμήσει τις δικές της αρχαίες παραδόσεις φιλοξενίας και να απευθύνει ομόθυμα και μαζικά το «καλώς ήρθες» στον ρωμαίο ηγεμόνα.

Κανείς δεν πρέπει να ξεχάσει ότι ο ισόθεος Νέρων έρχεται σαν προσκυνητής του ελληνικού πολιτισμού και σαν φίλος της πόλης μας. Κανείς δεν πρέπει να λείψει από την υποδοχή.

Δημοτικό Συμβούλιο των Κορινθίων

Ο κύριος λόγος για τον οποίο ο Νέρων αποφάσισε να περιοδεύσει στον ελληνικό χώρο ήταν η πεποίθησή του ότι μόνο οι Έλληνες ήταν ικανοί να εκτιμήσουν το μεγάλο καλλιτεχνικό του ταλέντο. Η περιοδεία πραγματοποιήθηκε και κράτησε σχεδόν έναν ολόκληρο χρόνο (67 μ.Χ.). Ο αυτοκράτορας περιοδεύει σε μια Ελλάδα που εδώ και διακόσια χρόνια έχει χάσει την πολιτική της αυτονομία και αποτελεί μέρος του αχανούς ρωμαϊκού κράτους (imperium). Η ανακοίνωση του δημοτικού συμβουλίου καλεί τους Κορίνθιους να υποδεχτούν τον κατακτητή, αλλά παρηγοριέται με τη σκέψη ότι ο κατακτητής είναι ειλικρινής θαυμαστής και φίλος του ελληνικού πολιτισμού - αλλά, βέβαια, υπάρχει και η προσδοκία για φορολογικές απαλλαγές. Υπάρχουν δύο τρόποι να δει κανείς τα αποτελέσματα της ρωμαϊκής κατάκτησης. Ο ένας είναι ιδεαλιστικός και ρομαντικός: η Ελλάδα μπορεί να έχασε την πολιτική της ελευθερία και αυτονομία αλλά κατέκτησε με τον πολιτισμό της τον Ρωμαίο κατακτητή (το είπε άλλωστε και ο Ρωμαίος Οράτιος). Ο άλλος είναι ο ρεαλιστικός και πολιτικός τρόπος: μετά από δυο αιώνες πολιτικής υποτέλειας, οι δημοτικοί άρχοντες δεν μπορούν να αποφύγουν έναν συνδυασμό κολακείας, αυτοκολακείας και καιροσκοπισμού. Οι άνθρωποι ξέρουν ότι για να επιβιώσεις απέναντι στον ισχυρό χρειάζεται ηρωισμός, χρειάζεται όμως και προσαρμοστικότητα.

Έτσι, μάλλον από προσαρμοστικότητα παρά από ειλικρινή εκτίμηση για τα καλλιτεχνικά του χαρίσματα, οι Έλληνες εκείνη τη χρονιά ανακήρυξαν τον Νέρωνα νικητή σε 1.808 αθλητικούς και καλλιτεχνικούς διαγωνισμούς. Θα είχαν ασφαλώς πληροφορηθεί ότι ο καλός αυτοκράτορας στενοχωριέται πολύ όταν δεν παίρνει το πρώτο βραβείο· θα είχαν ασφαλώς ακούσει και τι μπορεί να συμβεί όταν ο αυτοκράτορας στενοχωριέται πολύ. Και έδειξαν ανάλογη προσαρμοστικότητα, όπως, για παράδειγμα, στους Ολυμπιακούς αγώνες που διοργανώθηκαν προς τιμήν του υψηλού επισκέπτη.

Ο Νέρων πήρε μέρος στους αγώνες αρματοδρομίας με άρμα που έσερναν δέκα καθαρόαιμα άλογα. Στην κλασική πίστα της Ολυμπίας, το αυτοκρατορικό άρμα δεν πήρε καλά τη στροφή και ανατράπηκε. Σε τέτοιες περιπτώσεις, που δεν ήταν σπάνιες, οι θνητοί αρματοδρόμοι εγκατέλειπαν ή δεν είχαν καμιά πιθανότητα να κερδίσουν την κούρσα. Αλλά ο Νέρων ήταν θετός γιος του Κλαύδιου που είχε ανακηρυχθεί επίσημα θεός, και οι ελλανοδίκες τού επέτρεψαν να σηκωθεί, να ξεσκονιστεί, να ξανανεβεί στο άρμα και να τερματίσει πρώτος. Εκείνη τη χρονιά η Ελληνική Ολυμπιακή Επιτροπή «άλλαξε λίγο», για ευνόητους λόγους, τους κανονισμούς και έκανε έκπτωση στο λεγόμενο «ολυμπιακό πνεύμα».

Ένα ψήφισμα

Με τη θλιβερή αναγγελία θανάτου του ισόθεου αυτοκράτορα Νέρωνα, το δημοτικό συμβούλιο των Κορινθίων σε έκτακτη συνεδρίασή του αποφάσισε να καθιερώσει ετήσιο μουσικό διαγωνισμό στη μνήμη του και να ανεγείρει ανδριάντα σε περίοπτο σημείο της πόλης με την επιγραφή:

ΣΤΟΝ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑ ΝΕΡΩΝΑ

ΓΙΟ ΤΟΥ ΘΕΪΚΟΥ ΚΛΑΥΔΙΟΥ

ΕΝΘΕΡΜΟ ΦΙΛΕΛΛΗΝΑ

ΚΑΙ ΑΦΟΣΙΩΜΕΝΟ ΦΙΛΟ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΤΗΣ ΚΟΡΙΝΘΟΥ

Η «Ανάδυση» της Ανώτερης Επίγνωσης

Η Εσωτερική Θεώρηση

Βασικές Γνώσεις, «Λογικής», «Θεωρίας Συστημάτων», «Φυσικής» και «Κβαντικής Φυσικής», βοηθούν γενικότερα στην διεύρυνση της κατανόησής μας.

Υπάρχουν πολλές «Προοπτικές» της Πραγματικότητας, ανάλογα το Βαθμό Συνειδητότητας που έχουμε. Όλες είναι επαληθεύσιμες μέσα στα όριά τους κι όλες είναι «ψεύτικες», όταν βλέπουμε έξω από το συγκεκριμένο σύστημα αντίληψης. Έτσι αναδύεται η ανάγκη μιας Ύστατης Αλήθειας. Ο Δρόμος είναι η Κατανόηση. Η Πραγματικότητα χρωματίζεται από το βάθος της κατανόησής μας. Μόνο Αυτός που είναι Πλήρως Αφυπνισμένος, Πλήρως Συνειδητός, Βλέπει την Πραγματικότητα Άμεσα, όπως Είναι. Αυτή η Άμεση Θέαση της Πραγματικότητας είναι η Υπέρτατη Εμπειρία της Ύπαρξης, η Αλήθεια, η Ζωή.

Η Ύστατη Πραγματικότητα Υπερβαίνει αλλά και «Περιέχει» όλες τις Δυνατότητες (όλες τις Καταστάσεις του Συνειδέναι, όλες τις εκδηλώσεις της Συνειδητότητας). Αυτό είναι το «Φαινόμενο» της Επαλληλίας Διαφορετικών Καταστάσεων του Συνειδέναι. Είναι μια Γενική Αρχή που Ισχύει Παντού, (κατά τον Λόγο του Ερμή), τόσο στον Αόρατο Κόσμο όσο και στον Φυσικό Κόσμο των αισθήσεων. Μιλάμε για Σχέση «Επαλληλίας» (οι «Καταστάσεις» είναι Επάλληλες, ούτε «Υπάλληλες», ούτε «Παράλληλες», ούτε «Επαλλάσσουσες»). Παράδειγμα στον Φυσικό Κόσμο είναι το Φως (Λευκό Φως) που Εμπεριέχει όλες της Ακτινοβολίες (Χρώματα) του Φωτεινού Φάσματος.

Όταν το Συνειδέναι «καταρέει» σε μια συγκεκριμένη Κατάσταση «Προβάλλεται» η Συνειδητότητα του Πεδίου (που Εμπεριέχει πολλά επίπεδα επίγνωσης) με ορίζοντα την Υπέρβαση του Συγκεκριμένου Πεδίου Συνειδητότητας. Έτσι Διευρύνεται η Συνειδητότητα (Βαθαίνει η Επίγνωση) και υπάρχει ποιοτική ανύψωση του Συνειδέναι.

Η Υπέρβαση αποτελεί στην πραγματικότητα μια αντίστροφη διαδικασία στην διαδικασία της «κατάρρευσης». Σε φιλοσοφικούς-ψυχολογικούς όρους μιλάμε για Εστίαση-Απορρόφηση του Συνειδέναι («κατάρρευση») και Απόσπαση-Διάλυση της Συνειδητότητας (Υπέρβαση).

Όλα αυτά ακολουθούν Αντικειμενικούς Νόμους και δεν είναι προϊόντα της τύχης. Υπάρχει Τάξη στην «Δημιουργία».

Από την Άποψη της Αφυπνισμένης Αντίληψης η Πραγματικότητα είναι Μία (αυτή που περιγράψαμε πριν, της «Επαλληλίας»).

Από την άποψη μιας «Διαμορφωμένης Αντίληψης» υπάρχουν Διακριτές Καταστάσεις.

Η Μετάβαση στην Κατάσταση της Μιας Πραγματικότητας είναι δυνατή με την «διάλυση» όλων των «διαμορφωμένων αντιλήψεων».

Μια άλλη περιγραφή:

Υπάρχει Μόνο Μία Συνείδηση που Αποτελεί το Απόλυτο Υπόβαθρο κάθε οργανωτικής δομής της Συνειδητότητας.

Η Συνείδηση Είναι Χωρίς Ιδιότητες, Χώρο, Χρόνο. Την Ονομάζουμε Βασική Συνείδηση. Πάνω σε Αυτή την Βασική Συνείδηση Οργανώνονται όλες οι Καταστάσεις Συνειδητότητας. Τις ονομάζουμε Λειτουργικές Οργανωτικές Δομές.

Μια Συνειδητότητα, ή Λειτουργική Οργανωτική Δομή, φαίνεται σαν αυτόνομη και ξεχωριστή. Αποτελεί μια προσωπική θέαση της Πραγματικότητας.

Συνεπώς πως συνδέεται με την Βασική Συνείδηση και πως αναδυόμαστε από την περιορισμένη συνειδητότητα στην Βασική Συνείδηση;

Η Βασική Συνείδηση Υπάρχει εκ των πραγμάτων, Μόνο Αυτή Υπάρχει. Η Οργανωτική Δομή δεν είναι παρά μια «κατασκευή». Συνεπώς δεν υπάρχουν δύο πραγματικότητες. Δεν υπάρχουν δύο Εαυτοί (Ανώτερος και κατώτερος). Δεν χρειάζεται καμιά εξέλιξη, πραγματοποίηση. Απλά πρέπει να διαλυθεί η «οργανωτική δομή» που λειτουργεί σαν παραμορφωτικός καθρέφτης της πραγματικότητας.

Προσπαθήστε να κατανοήσετε, σε εμπειρικό επίπεδο, την διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στην Άμεση Αντίληψη και την εννοιολογική σκέψη. Άμεση Αντίληψη είναι η πηγαία, αυθόρμητη, ανεμπόδιστη και χωρίς «παρεμβάσεις» σύλληψη αυτού που συμβαίνει (χωρίς «διαδικασία»). Είναι κάτι που συμβαίνει αντικειμενικά. Η εννοιολογική σκέψη έχει περισσότερο «υποκειμενικό» χαρακτήρα, είναι μια δική μας «κατασκευή» και μια «προσωπική» αντίληψη της πραγματικότητας. Το «κάνουμε» εμείς.

Σε φιλοσοφικό επίπεδο, εκεί που έχουν αναλύσει την Αντίληψη, σαν Άμεση Δράση (και Άμεση Θέαση της Πραγματικότητας) και σαν «διαδικασία» στην οποία «συμμετέχουμε» και λίγο-πολύ «καθοδηγούμε», είναι στον Βουδισμό. Αξίζει να μελετήσουμε και να κατανοήσουμε την διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στο Prajna και στο vijnana. Και οι δύο όροι αναφέρονται στην «γνώση» που εκφράζεται μ την ρίζα -jna, Η πρόθεση Pra- στο Prajna σημαίνει το άμεσο, το πηγαίο, το βασικό που γίνεται από μόνο του κι έτσι Prajna, σημαίνει την Βάση της Αντίληψης, την Αρχική Αντίληψη στην οποία δεν έχει γίνει καμία «παρέμβαση». Η πρόθεση vi- στο vijnana σημαίνει «διάκριση» του υποκειμένου από το αντικείμενο (την δυαδική αντίληψη) κι αναφέρεται στην περιορισμένη αντίληψη και στην λογική εννοιολογική σκέψη. Το Prajna, σαν Αντίληψη Βάσης υποστηρίζει το vijnana ( σε οποιοδήποτε επιπέδο), το οποίο δεν είναι παρά «Διαμόρφωση» της Βασικής Αντικειμενικής Αντίληψης. Έτσι το Prajna όχι μόνο «προηγείται» του vijnana αλλά και «παραμένει», σαν Αντικειμενική Αντίληψη, όταν κάθε vijnana έχει «διαλυθεί». Δείτε το.

Η Μετάβαση σε μια Διευρυμένη Κατάσταση Συνειδητότητας (Βαθύτερης Επίγνωσης) συνοδεύεται από κάποια παρατηρήσιμα «φαινόμενα» που φανερώνουν την Διεύρυνση της Συνειδητότητας ή την αλλαγή Αντίληψης της Πραγματικότητας.

1) Καταρχήν υπάρχει μια αίσθηση ελευθερίας, απελευθέρωσης από τον περιορισμένο χώρο της προηγούμενης αντίληψης. Αντιλαμβανόμαστε ελεύθερα, χωρίς τους όρους και τους περιορισμούς που επέβαλε η «κατασκευασμένη» αντίληψή μας.

2) Υπάρχει «αλλοίωση» στην αίσθηση του Χώρου. Ο Χώρος καθίσταται «Ανοιχτός» και τα περιλαμβάνει «όλα», χωρίς την προηγούμενη περιορισμένη «ταξινόμηση».

3) Αλλάζει η αίσθηση του Χρόνου. Υπάρχει μια αίσθηση ανεξαρτησίας από τον συγκεκριμένο ιστορικό χρόνο, ένα Άρωμα Αιωνιότητας.

4) Καθώς διαλύεται το ψυχολογικό κέντρο της προηγούμενης κατάστασης συνειδητότητας αναδύεται μια αίσθηση «μη-εαυτού», μια νέα κατάσταση «μη-δυαδικής συνειδητότητας».

5) Καθώς η νέα συνειδητότητα συμπεριφέρεται ανεξάρτητα (αλλά όχι «ασύνδετα») από το σώμα «γεννιέται» αυθόρμητα μια αίσθηση «άχρονου», αθανασίας. Ο θάνατος του σώματος παύει να έχει σημασία γιατί το κέντρο αίσθησης της ύπαρξης έχει μετατοπιστεί από το σώμα στην εσωτερική αίσθηση της ύπαρξης.

6) Υπάρχουν κι άλλα φαινόμενα που παρατηρούνται αλλά μπορεί κάποιος να τα διαπιστώσει ο ίδιος, μεταβαίνοντας σε αυτή τη νέα συνειδητότητα.

7) Η «Μετάβαση» δεν είναι η Τελική Μετάβαση αλλά μία από τις Καταστάσεις που Συνεχώς Διευρύνονται, ένα «Άνοιγμα» προς την Επέκταση στο Ανοιχτό Άπειρο, μέχρι την Τελική Απελευθέρωση στην Ύστατη Κατάσταση.

Να σημειώσουμε ότι μιλάμε πάντα για Καταστάσεις Συνειδέναι (ή Συνειδητότητας) που μόνο οι περιορισμένες συνειδητότητες αντιλαμβάνονται σαν πραγματικές και ολικές καταστάσεις ύπαρξης.

Η Ερμηνεία της Εικόνα

Η Συνείδηση: Η Πραγματικότητα που τα Περιλαμβάνει Όλα, Το Απόλυτο Υπόβαθρο Κάθε «Δραστηριότητας» (κάθε «Αντικειμενικής» Κατάστασης ή «Υποκειμενικής» Αντίληψης).

Το Συνειδέναι Αποτελεί ένα Ενεργό Όριο (κι ένα «Κλειστό» Σύστημα Αντίληψης ταυτόχρονα). Είναι μια Δυνατότητα Εκδήλωσης που Λειτουργεί σε Διάφορα «Πεδία» κι «επίπεδα».

Αποτελεί επίσης, για κάθε περιορισμένη κλειστή αντίληψη τον Ορίζοντα της Πραγματικότητας και την «Γη» της Ελευθερίας.

Όλες οι Καταστάσεις στο Όριο του Συνειδέναι είναι «Παροδικά Φαινόμενα».

Η Απελευθέρωση από το Όριο είναι δυνατή μόνο με την «διάλυση» κάθε «συνειδέναι» ή λειτουργικής οργανωτικής δομής.

Στην Τελική Πραγματικότητα Όλα Λειτουργούν «Ανεμπόδιστα».

Η Θρησκειολογική Ανάλυση

Η «Ανάδυση» της Ανώτερης Επίγνωσης

1) Η Απελευθερωμένη Επίγνωση

Αγαπητοί φίλοι,…Ο Εσωτερισμός, οι θρησκείες, και πολλές μεταφυσικές διδασκαλίες μιλούν για μία ανώτερη κατάσταση της επίγνωσης (τελείως διαφορετική από αυτήν που «νομίζει» ότι αντιλαμβάνεται ο συνηθισμένος άνθρωπος... και την αποδίδει στον εσωτερισμό... την στιγμή που ο Εσωτερισμός λέει άλλα...).

Η ανώτερη επίγνωση λειτουργεί με ένα τρόπο διαφορετικό από αυτόν του συνηθισμένου ανθρώπου:

Η ανώτερη επίγνωση λειτουργεί σαν ένα κέντρο επίγνωσης (μίας Ευρύτερης Πραγματικότητας που περικλείνει και την Υποκρυπτόμενη Αντικειμενική Πραγματικότητα και τον φυσικό κόσμο), όπου:

1) Οι πληροφορίες «αναφέρονται» κατευθείαν στην επίγνωση κι όχι στο ψυχολογικό κέντρο «εγώ», που είναι απλά μία διανοητική διεργασία (που αναδύθηκε για λόγους βιολογικής επιβίωσης), παγιωμένη, κι αποτελεί πιά ένα ψυχολογικό σύμπλεγμα...

2) Οι διανοητικοί μηχανισμοί δεν καταργούνται, λειτουργούν διαφορετικά, χωρίς «σχολιασμό»...

3) Οι αισθήσεις δεν καταργούνται, λειτουργούν διαφορετικά, χωρίς «επιλεκτική» παραμόρφωση...

4) Το τελικό συμπέρασμα: Η ανώτερη επίγνωση λειτουργεί με μία Ευρύτερη Αντίληψη και με «διαφορετικό» τρόπο μέσα στους διανοητικούς μηχανισμούς και τις αισθήσεις: Απλά έχει αλλάξει ο τρόπος λειτουργίας μας... δεν γινόμαστε ξαφνικά εξωγήινοι... Αυτό το βίωμα (μίας ανώτερης κατάστασης της επίγνωσης, μίας απελευθερωμένης επίγνωσης) δεν είναι κάτι εξωπραγματικό και φανταστικό... Είναι μέσα στα ανθρώπινα όρια, είναι απλά μία δυνατότητα της ανθρώπινης επίγνωσης... και το έχουν βιώσει χιλιάδες άνθρωποι και το περιγράφουν με παρόμοιους τρόπους...

Η αντικειμενικότητα του βιώματος πηγάζει όχι μόνο από την ίδια την φύση της κατάστασης, αλλά κι από το ότι την βιώνουν διάφοροι άνθρωποι, και μπορεί να την βιώσει οποιοσδήποτε ήθελε να κάνει τον κόπο...

2) Η «Ανάδυση» της Ανώτερης Επίγνωσης

Αγαπητοί φίλοι... Νομίζω πως από την αρχή ήμουν πολύ σαφής, σε όσα έχω πει... Μίλησα για την ανθρώπινη ύπαρξη, με όρους που είναι γνωστοί, στην φιλοσοφία, στην ψυχολογία, στον οποιοδήποτε άνθρωπο:

Η επίγνωση (κάποιοι χρησιμοποιούν τον όρο «συνειδέναι» ή καταχρηστικά «συνείδηση»...) είναι κάτι που έχουμε όλοι: έχουμε αντίληψη της ύπαρξής μας, των βιωμάτων μας, της δραστηριότητάς μας... Μιλήσαμε συγκεκριμένα για διανοητικές διαδικασίες, στις οποίες συμπεριλαμβάνουμε και το εγώ (επειδή πρόκειται για σύνθετη διαδικασία), και την διανοητική διαδικασία και την αντίληψη που μας πληροφορεί για το σώμα και το περιβάλλον... Μιλήσαμε για αισθήσεις...

Τι να αναλύσουμε από όλα αυτά;

Το μόνο παραπάνω που είπαμε είναι ότι η επίγνωση (η επίγνωση που είναι ο καθένας μας) μπορεί να λειτουργήσει «διαφορετικά».

Μιλώντας για «ανώτερη επίγνωση» δεν είπαμε ότι είναι κάτι διαφορετικό από την συνηθισμένη μας επίγνωση, που εμφανίζεται από το τίποτα...: Είναι μία δυνατότητα της επίγνωσής μας, που αναδύεται... μία διαφορετική λειτουργία της επίγνωσής μας... Στην ύπαρξή μας αλλάζει απλά η λειτουργία, όχι κάποιο μέρος της ύπαρξής μας...

Θέλετε να αναλύσουμε τι είναι λειτουργία;

Χαρακτηρίσαμε αυτή την διαφορετική λειτουργία «ανώτερη επίγνωση», επειδή είναι μία απελευθερωμένη επίγνωση, που «διευθετεί» τους κατώτερους μηχανισμούς, εγώ, διανόηση, αντίληψη... δεν τους καταργεί... Την χαρακτηρίσαμε «ανώτερη επίγνωση», επειδή λόγω της σχετικής της ελευθερίας από τους κατώτερους μηχανισμούς, τώρα αντιλαμβάνεται με τρόπο ευρύτερο (που συμπεριλαμβάνει αλλά ξεπερνά τον παλιό τρόπο του συνηθισμένου ανθρώπου)... Την χαρακτηρίσαμε «ανώτερη επίγνωση», επειδή, απελευθερωμένη, από τις παρωπίδες των κατώτερων μηχανισμών, αντιλαμβάνεται το «αληθινό είναι» που σχετίζεται με το Παγκόσμιο Είναι...

Για να καταλάβει όμως κάποιος τι σημαίνει αυτή η διαφορετική λειτουργία της επίγνωσης, πρέπει να «λειτουργήσει» διαφορετικά... (Υπάρχουν σαφείς οδηγίες στον Εσωτερισμό, στην έννοια του οποίου συμπεριλαμβάνω όλες τις επιμέρους έννοιες, θρησκείες, μεταφυσικές, διδασκαλίες, κλπ...)...

Πως είναι δυνατόν μία ανώτερη λειτουργία (ανώτερη αντίληψη) να μεταφερθεί στα στενά πλαίσια της διανοητικής αντίληψης; Δεν «χωράει».. δεν υπάρχουν αντιστοιχίες και ανάλογοι όροι για να περιγραφεί... Και δεν καταλάβαμε: ότι δεν διατυπώνεται στην διανόηση δεν είναι Πραγματικό, Αληθινό; Μήπως μπορείτε να μεταφέρετε την αντίληψη του Αϊνστάιν για τον χωροχρόνο μέσα στα στενά πλαίσια της Φυσικής του Νεύτωνα; Μήπως μπορείτε να μεταφέρετε την στερεομετρία (την γεωμετρία του χώρου) επακριβώς στην επιπεδομετρία (στην επίπεδη γεωμετρία); Και τι σημαίνει αυτό; Ότι μία ανώτερη αντίληψη δεν ισχύει επειδή δεν μπορεί να μεταφερθεί σε ένα κατώτερο σύστημα αναφοράς; Μην ζητάτε να χωρέσετε τον ωκεανό σε ένα ποτήρι... είναι ανόητο...

Όλα αυτά, ούτε αναιρούν την αντικειμενικότητα της κατάστασης της «ανώτερης επίγνωσης», ούτε εμποδίζει όσους έχουν αυτή την εμπειρία να καταλαβαίνονται και να συνεννοούνται μεταξύ τους...

Αλλά εφ’ όσον μιλάμε για μία δυνατότητα της επίγνωσής μας, που μπορεί να αναδυθεί από την συνηθισμένη μας επίγνωση (με κατάλληλη αγωγή και συμπεριφορά), έχουμε υποχρέωση να μιλήσουμε γι’ αυτήν και να δείξουμε τον δρόμο για προσωπική επαλήθευση, από τον καθένα

Επίγνωση (που είναι ένας όρος «ψυχολογικός») ή Πνεύμα, ή Νοείν, ή όπως αλλιώς το ονομάσουμε... δεν είναι κάτι διαφορετικό από την ενέργεια-ύλη: Η Πραγματικότητα είναι Μία, με διάφορες εκδηλώσεις, πεδία, κόσμους, (πείτε το όπως θέλετε...)...

Κατά την γνώμη μας η Επίγνωση (λόγω της φύσης της ) «προηγείται» της ενέργειας-ύλης (στην παγκόσμια εξέλιξη...)... Ενυπάρχει σαν Δυνατότητα όταν εμφανίζεται ο φυσικός κόσμος κι αναδύεται όταν ωριμάσουν οι συνθήκες και μορφοποιηθούν τα κατάλληλα «όργανα»...

Λόγω της φύσης της, η ατομική επίγνωση, «πρέπει» να επιβιώνει του αποχωρισμού από το σώμα (θάνατος)... Αυτό με μία απλή συλλογιστική, μπορεί να οδηγήσει στην πίστη στην μετενσάρκωση...

Όλα αυτά όμως είναι απόψεις, απόπειρες να συνθέσουμε μία κοσμοθεωρία... δεν υπάρχει η δυνατότητα να επαληθευθούν άμεσα... Κι όποιος θέλει να μείνει σε αυστηρά αντικειμενικά πλαίσια (δεν λέω επιστημονικά...) δεν προχωρά ποτέ τόσο πολύ...

Ψυχανάλυση και αρχαία Ελληνική θρησκεία: περί της γενέσεως και παρουσίας των θεών στον κόσμο

Ι. Ψυχανάλυση και αρχαία Ελληνική θρησκεία

Η συντριπτική πλειονότητα των 750 περίπου αναφορών που κάνει ο Freud στον κλασικό πολιτισμό αφορά μύθους ηρώων, δηλαδή ανθρώπων δοξασμένων και προ πολλού χρόνου νεκρών. Ο Freud δεν ενδιαφέρθηκε ούτε για τους θεούς ούτε για τις θρησκευτικές τελετουργίες τους. Η διπλή αυτή παράλειψη δεν μειώνει βεβαίως την αξία του έργου του ιδρυτή της ψυχανάλυσης, όπως και η φιλολογική απόδειξη ότι ο σοφόκλειος ήρωας δεν πάσχει από οιδιπόδειο[1] δεν μειώνει την σημασία που έχει η ανακάλυψη του συμπλέγματος. Ο Freud δεν προσποιήθηκε ότι ενδιαφέρεται για την ιστορική κατανόηση των Ελληνικών μύθων. Ωστόσο, από την παράλειψη αυτή, σε συνδυασμό με την ναρκισσιστική αυτάρκεια που έδειχναν μέχρι πρόσφατα οι κλασικές σπουδές, είναι δυνατόν να ερμηνευθεί η μικρή σχετικά επίδραση που άσκησε η ψυχανάλυση στην μελέτη της αρχαίας ελληνικής θρησκείας.

Οι πρώτοι μαθητές του Freud (Otto Rank, Karl Abraham) έδειξαν το ίδιο ενδιαφέρον για τους μύθους των ηρώων και την ίδια αδιαφορία για τους θεούς και τις λατρείες τους.[2] Η προσοχή τους εστιάστηκε στις καθολικές ψυχικές παραστάσεις που μπορεί να προσφέρει η μελέτη των μυθολογιών του κόσμου. Το πρώτο βιβλίο φροϋδικής ερμηνείας των ελληνικών μύθων γράφτηκε σχετικά αργά (1968).[3] Στο σημαντικό αυτό έργο, ο κοινωνιολόγος Peter Slater έκανε την πρώτη συστηματική και εκτενή προσπάθεια ανάδειξης των ιδιαιτεροτήτων της αρχαιοελληνικής οικογένειας και ανέλυσε την αμφίσημη σχέση έλξης και απώθησης μάνας και γιου μέσα σε αυτήν. Ταυτόχρονα έλαβε υπόψη του ορισμένους βασικούς θεούς και πρόσεξε την σημασία της τελετουργίας. Ο Δίας, ο Απόλλων, ο Ήφαιστος και, ιδιαίτερα, ο Διόνυσος παρουσιάστηκαν ως διακριτές και συγκεκριμένες απαντήσεις στα προβλήματα που έθετε η οικογένεια της κλασικής εποχής στον ψυχισμό των αρσενικών μελών της κοινωνίας. Οι θεοί εξελήφθησαν ως οι ιστορικά καθορισμένες προβολές ατομικών αλλά κοινωνικά διαδεδομένων εμπειριών - ματαιώσεων, απωθήσεων και συναισθηματικών αμφισημιών - στην εξωτερική πραγματικότητα. Με παρόμοιο, αλλά πιο περίπλοκο, τρόπο αντελήφθη τις θηλυκές θεότητες της Ελλάδας ο κοινωνικός ανθρωπολόγος George Devereux[4] και στο ίδιο πλαίσο, αλλά με εμφανή την επιρροή του γαλλικού δομισμού έχει κινηθεί και το έργο του Richard Caldwell, του σημαντικότερου αγγλόφωνου εκπροσώπου της ψυχαναλυτικής προσέγγισης στην ελληνική μυθολογία κατά τις τελευταίες δεκαετίες.[5]

Όπως φαίνεται από τα έργα αυτά, οι φροϋδική προσεγγίσεις στην ελληνική μυθολογία και θρησκεία είναι ανθρωποκεντρικές. Δεν αφήνουν μεγάλα περιθώρια για το αληθινό μυστήριο του κόσμου και το θαύμα της πολύμορφης και γεμάτης ένταση ύπαρξης. Μόνον ο μαθητής που λυτρώθηκε από την αυθεντία του πατέρα εγκαινίασε μία γραμμή προσέγγισης των ελληνικών θεών ως θεών ― που σημαίνει ως αρχετυπικών και ανεξέλεγκτων μορφών του συλλογικού ασυνειδήτου. Αν εξαιρέσουμε τον ελευσίνιο μυστηριακό μύθο της Δήμητρας και την ερμηνεία της ψυχογονίας του πλατωνικού Τιμαίου,[6] ο Jung δεν ασχολήθηκε ειδικά με την κλασική ελληνική σκέψη. Η αλχημεία, τα ερμητικά συγγράμματα και η μαγεία κέρδισαν γρήγορα την προσοχή του.[7] Όμως εδώ είναι έκδηλο το ενδιαφέρον του όχι μόνον για το τι οι άνθρωποι πίστευαν και έλεγαν αλλά και για το τι έκαναν. Η αλληλεπίδραση μάλιστα δοξασίας και ενεργειών τονίζεται ειδικά στις αλχημικές μελέτες, όπου για πρώτη φορά ερμηνεύτηκε η δράση και η σκέψη των αλχημιστών ως μία ενότητα που αφορά πολύ λιγότερο τον εμπειρικό φυσικό κόσμο και πολύ περισσότερο τον σύνθετο κόσμο της ψυχής.

Τις βασικές ενοράσεις του Jung σχετικά με την σημασία της θρησκευτικής εμπειρίας εφάρμοσε στον χώρο των κλασικών σπουδών ο συνεργάτης και μαθητής του Carl Kerényi. Συνδυάζοντας την κατάρτιση ενός εξαιρετικού κλασικού φιλολόγου με την ευασθησία του ρομαντικού που πιστεύει, όπως επιγραμματικά το διατύπωσε ο Wilamowitz και το αιστάνθηκαν διάφοροι ποιητές από τον Hölderlin έως τον Rilke, ότι "οι θεοί είναι εδώ", ο Kerényi μας χάρισε μια σειρά έργων που ερμηνεύει το καθένα μία θεότητα ή ένα σύμπλεγμα θεοτήτων ως αρχετυπική εικόνα της ανθρώπινης ψυχής.[8] Ο Διόνυσος, φερ’ ειπείν, είναι το αρχέτυπο της ατελεύτητης και απεριόριστης ζωής που υπερβαίνει την ατομική θνητότητα, ο Ασκληπιός το ψυχικό αρχέτυπο του θεραπευτή, ο Δίας και η ΄Ηρα το αρχέτυπο των συζύγων, η Δήμητρα και η Κόρη το αρχέτυπο της ιδιαζόντως θερμής (ζεστής μαζί και εκρηκτικής) σχέσης μάνας και θυγατέρας.

Τα αρχέτυπα λειτουργούν, κατά τον Jung,[9] σε όλους τους ανθρώπους και δεν δημιουργούνται από τις εμπειρίες της ατομικής ύπαρξης, αν και βεβαίως αναδύονται στο φως αφορμώμενα από προσωπικές εμπειρίες. Όταν έχουν λάβει συγκεκριμένη μορφή στους μύθους και τις τελετουργίες μιας κοινωνίας στην οποία εντάσσεται από την γέννησή του ένα παιδί, τα αρχέτυπα αναδύονται αβίαστα στη συνείδηση, παίρνουν αντικειμενική υπόσταση μέσω των λατρευτικών τελετών και έτσι αποσοβείται η επικινδυνότητα που θα είχε για την ψυχική υγεία η ασυνείδητη δράση τους και τα απρόβλεπτα ξεσπάσματά τους.
.
Υπάρχει μια αξιοσημείωτη, αλλά όχι ευρέως γνωστή, αντιστοιχία ανάμεσα στην θεωρία των αρχετύπων και την πλατωνική θεωρία των Ιδεών και της γνώσης ως ανάμνησης. Επισημαίνω την αντιστοιχία διότι θεωρώ ότι οι μελέτες των Jung και Kerényi βρίσκονται πλησιέστερα στο πνεύμα της αρχαιότητας και αντιμετωπίζουν τον μύθο και την τελετουργία με τρόπο ανάλογο με αυτόν που ένας αρχαίος θα εννοιολογικοποιούσε την εμπειρία των θεών του, αν αισθανόταν την ανάγκη να το κάνει.

Οι πλατωνικές Ιδέες είναι καθαρά νοητές αλλά ζώσες και αναλλοίωτες μορφές που ενσαρκώνονται στα αισθητά πράγματα και επιτρέπουν στον ευαίσθητο παρατηρητή την δυνατότητα ενθουσιαστικής πνευματικής ανόδου και αντίληψης, σε στιγμές καίριου συντονισμού, της ζώσας δύναμης που συνιστά το αισθητό, ακόμα δε και επαφής με τον νοητό υποστάτη του.[10] Το οιονεί μυστηριακό αυτό βίωμα που περιγράφει ιερατικά ο Πλάτων, ιδιαίτερα στους δύο ερωτικούς διαλόγους (Συμπόσιον, Φαίδρον), βρίσκεται πολύ κοντά στις λατρευτικές και μυθικές επιφάνειες των θεών που μας παρουσιάζουν τα ποιητικά κείμενα. Ειδικά όμως στην εκδοχή του Πλωτίνου, ο πολύμορφος κόσμος του Νου όπου υφίστανται οι πλατωνικές Ιδέες θα μπορούσε να παραβληθεί με τον γιουγκιανό Εαυτό (Self) που περιλαμβάνει το ασυνείδητο, το οποίο είναι δυναμικό μεν αλλά όχι ακαθόριστο. Στον Πλωτίνο υπάρχει μια νοητή ύλη που διαμορφώνεται αενάως σε αρχετυπικές Ιδέες από την ίδια την δράση του Νου που λειτουργεί εντός της. Το γιουγκιανό ασυνείδητο είναι μια τέτοια δυναμική ύλη που επιδιώκει την καταύγαση των αρχετυπικών περιεχομένων του και την μεγαλύτερη δυνατή έκφραση και διαφοροποίησή τους στο συνειδητό μέρος της ψυχής. Ο θείος Νους, για τον οποίο μιλάει ο Πλωτίνος, είναι έτσι η ιδεατή μορφή του Εαυτού που βρίσκεται σε πλήρη εξατομίκευση (individuation). Η προσπάθεια αναγωγής, ή καλύτερα βύθισης, σε αυτόν που καταβάλλει ο φιλόσοφος είναι παράλληλη με την προσπάθεια του θεραπευομένου να αποδεχθεί όλο και μεγαλύτερο μέρος των ψυχικών περιεχομένων που βρίσκονται στο σκοτάδι.

Αν υπάρχει οποιαδήποτε σχέση βαθείας και υπόρρητης επιρροής του ελληνικού πολυθεϊσμού πάνω στην πλατωνική σύλληψη της θεωρίας των ιδεών, τότε η θεωρία των αρχετύπων αποτελεί καταλληλότερη οδό εξοικείωσης με την ελληνική θρησκευτική εμπειρία από την οδό των νηπιακών φαντασιώσεων μέσα στην οικογένεια, των παιδικών τραυμάτων και της απώθησης. Οι εργασίες των Jung και Kerényi μας επιτρέπουν να έρθουμε σε επαφή με κάτι που, επειδή μας ξενίζει, ενδέχεται τελικά να εμπλουτίσει την γνώση μας.

Αυτή η γραμμή ερμηνείας δεν είχε συνεχιστές. Όση επίδραση άσκησε η ψυχανάλυση στην μελέτη της ελληνικής θρησκείας πέρασε από την επικρατέστερη φροϋδική παράδοση και μάλιστα από κοινωνικούς ανθρωπολόγους, κοινωνιολόγους και ψυχαναλυτές που έστρεψαν το βλέμμα τους στην κλασική αρχαιότητα. Την πρώτη εξαίρεση στην αυτάρεσκη αδιαφορία των κλασικών φιλολόγων για την φροϋδική θεωρία αποτέλεσε η ιδιαίτερη περίπτωση του Ιρλανδού E.R. Dodds, ο οποίος προσπάθησε να εγκαινιάσει έναν ουσιαστικό διάλογο[11] που όμως δεν είχε την αναμενόμενη συνέχεια. Το αναμφισβήτητο κέρδος ήταν η αναγνώριση του παράλογου στοιχείου στην ζωή των αρχαίων Ελλήνων. 

Ειδικά η Σχολή του Παρισιού (J.-P. Vernant, P. Vidal-Naquet, M. Detienne, N. Loraux), από την δεκαετία του 1960 μέχρι σήμερα, εργάστηκε σκληρά για να αναδείξει αφανείς αντιστοιχίες ανάμεσα στο κοινωνικό και το πνευματικό, την ομοιότητα των βασικών δομών που βρήκαν έκφραση στο σύμπλεγμα μύθου και λατρείας, από την μιά, και στην υψηλή ποίηση και φιλοσοφία, από την άλλη, και τις διάφορες ασυνείδητες τάσεις που υποκινούσαν την αρχαιοελληνική νοοτροπία στην σκέψη και την δράση. Οι Έλληνες εξανθρωπολογίστηκαν. Το όφελος υπήρξε σημαντικό και η ψυχανάλυση δικαιούται μέρος της τιμής ― κυρίως όμως λόγω της έμμεσης επίδρασης που είχε στον τρόπο σκέψης και στο εννοιολογικό οπλοστάσιο των σύγχρονων ανθρώπων και λιγότερο επειδή η ίδια ενδιαφέρθηκε για την ελληνική θρησκεία ή οι μελετητές της γι’ αυτήν. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο σημαντικότερος ζων μελετητής της ελληνικής θρησκείας, ο Walter Burkert, στο πολυσέλιδη παραγωγή του,[12] έχει επηρεαστεί από διάφορους γνωστικούς κλάδους, για παράδειγμα από την ηθολογία και το έργο του Κ. Lorenz Περί Επιθετικότητας, αλλά ελάχιστα από την ψυχανάλυση.

Αν η υπέρβαση της νεωτερικότητας που απαιτεί η μεταμοντέρνα εποχή μας σημαίνει την πραγματική έξοδο από τον μύθο της αέναης προόδου και την κατανόηση του αλλότριου με τους δικούς του όρους, τότε μια σύγχρονη ψυχαναλυτική προσέγγιση στην αρχαία ελληνική θρησκεία οφείλει να διαθέτει και ιστορική πειστικότητα και την αμεσότητα του ζωντανού. Οφείλει, με άλλα λόγια, να μας ‘μεταφράζει’ σε μια άγνωστη, αλλά όχι νεκρή, γλώσσα.

ΙΙ. Περί της παρουσίας των θεών στον κόσμο

Οι αρχαίοι Έλληνες δεν είχαν συγκεκριμένη λέξη για την θρησκεία. Τόσο πολύ ήταν ο μύθος και η τελετουργία πράγματα συνυφασμένα με τις άλλες, αμεσότερα πρακτικές, δραστηριότητες του βίου, ώστε δεν σκέφτηκαν να αυτονομήσουν την θρησκευτικότητα. Την θρησκεία τους την μάθαιναν στη πράξη. Συμμετέχοντας στις ιερές τελετές, στις πομπές και τους εορτασμούς προς τιμήν των θεών, παρευρισκόμενοι στις θυσίες, προσφέροντας τις απαρχές των καρπών και τελώντας χοές στους νεκρούς, ακούγοντας δε, από πολύ νεαρή ηλικία, τις ιστορίες και τους θρύλους για την ζωή και την δράση θεών και ηρώων, έρχονταν σε επαφή με ολόκληρο εκείνο τον φαντασιακό κόσμο όντων υπεραισθητών που εκφράστηκε τόσο καίρια στην ποίηση και την τέχνη. Η αρχαία ελληνική κοινωνία ήταν πλήρως διαποτισμένη από το αίσθημα του ιερού, από εκείνο το πρωτογενές, όπως λέει ο Rudolf Otto, mysterium tremens et numinosum, το τρομακτικό και συγκλονιστικό μυστήριο της ύπαρξης.

Αναγνωρίζοντας πάντοτε την διαφορά τους από τα καθημερινά πράγματα της εμπειρίας οι αρχαίοι «έβλεπαν» τους θεούς με το μάτι εκείνο της διαισθητικής όρασης που, αν και έχει σημαντικά ατονήσει σήμερα, ωστόσο ακόμα λειτουργεί, απροειδοποίητα και ακούσια, σε στιγμές ξαφνικού συντονισμού με φαινόμενα της φύσης ή της τέχνης. Τέτοιες επιφάνειες θεών μαρτυρούνται συχνά στα ιερά κείμενα των ποιητών και αναντίρρητα συνέβαιναν στις ψυχές των ανθρώπων καθώς έρχονταν σε επαφή με τα λατρευτικά αγάλματα των θεών και τις τελετές τους.

Θεός και θείον στα αρχαία δεν δήλωναν μόνον τα σταθερά πρόσωπα του μύθου και της λατρείας. Τα ονόματα αυτά λειτουργούσαν κυρίως ως κατηγορήματα και μπορούσαν να χαρακτηρίσουν οποιαδήποτε κατάσταση πραγμάτων και το αντίστοιχο πάθημα της ανθρώπινης ψυχής ―τον ξαφνικό έρωτα, την απροσδόκητη νίκη, το δέος ενώπιον του κεραυνού, την ποιητική έμπνευση, την άλογη βία, την ταχέως διαδιδόμενη φήμη, το ασυγκράτητο γέλιο, την οργιαστική μανία ή τον αδικαιολόγητο φόβο― που ενσκήπτει αίφνης σε άτομα ή ομάδες και τους αλλοιώνει την κανονική συνείδηση και συμπεριφορά. Η χαρακτηριστικά αρχαιοελληνική εμπειρία του θείου ανιχνεύεται σε τούτη την δυναμική απροσδιοριστία των καταστάσεων στις οποίες ενδέχεται να εμφανιστεί μια θεότητα. Οργανωμένη θρησκεία ήταν η τοπικά προσδιορισμένη μυθική και λατρευτική ανταπόκριση στις απροσδόκητες εμφανίσεις των θεών που είχε κρυσταλλοποιηθεί σε συγκεκριμένη εορτολογική τάξη.

Μόνον αν προσεγγίσουμε τους ελληνικούς θεούς όχι ως αμετάβλητες δυνάμεις, όπως είναι οι νόμοι της νευτώνειας φυσικής, αλλά ως δυναμικά πεδία που δημιουργούνται από την σχέση ανθρώπου και κόσμου, και ως ζωντανά και απρόβλεπτα πρόσωπα που έρχονται στο φως από την διαλεκτική των εσωτερικών ενορμήσεων και των εξωτερικών δυνάμεων, μπορούμε να κατανοήσουμε την ευκολία με την οποία οι αρχαίοι μπορούσαν να θεοποιούν, μυθικά και λατρευτικά, αφηρημένες έννοιες και την δυσκολία να διακρίνουν ποιος συγκεκριμένος θεός έχει επέμβει κάθε φορά που το μυθικό, λατρευτικό ή φυσικό πλαίσιο της επέμβασης δεν έδινε άμεσα την απάντηση. Η μαγεία της ελληνικής θρησκείας βρίσκεται στην ανοικτότητα προς τον δυναμικό κόσμο των ασυνείδητων παραστάσεων και ενορμήσεων και όχι στον δήθεν αγνωστικιστικό ή σκεπτικιστικό χαρακτήρα της.

ΙΙΙ.1 Περί της γενέσεως των θεών και του κόσμου: Ησίοδος

Δεν γνωρίζουμε πότε και πώς γεννήθηκαν οι Ολύμπιοι θεοί. Όταν τους πρωτοσυναντούμε είναι ήδη ολοκληρωμένες προσωπικότητες. Το ερώτημα της προέλευσής τους δεν απασχόλησε τον Όμηρο. Ο ποιητής έμεινε ικανοποιημένος από την παρουσία τους στον κόσμο και από την νοηματοδότηση της ζωής που παρείχε το πλέγμα των σχέσεών τους. Όταν πρωτοτέθηκε το θέμα της αρχής τους, οι Μούσες χάρισαν στον Ησίοδο το πρώτο ολοκληρωμένο θεογονικό έπος της Ελλάδας. Ιστορικά, η ενοποίηση και ιεραρχική οργάνωση των θεών με την μορφή γενεαλογικού δέντρου ― κατ’ ακρίβεια δύο τέτοιων δέντρων ― ήρθε μετά από την εμπειρία της μυθικής και τελετουργικής παρουσίας τους στον κόσμο. Το ερώτημα ‘πόθεν προέκυψε το πλήθος των θεών;’ είναι μεταγενέστερο της βιωμένης ύπαρξής τους.

Ο μύθος διαδοχής της ησιόδειας Θεογονίας είναι γνωστός, επειδή αποτελεί ένα προφανές σημείο εφαρμογής της ψυχαναλυτικής θεωρίας.[13] Στον μύθο αυτό υπάρχουν όλα τα στοιχεία που θα ζητούσε ο φροϋδικός αναλυτής: και ευνουχισμός και αιμομειξία και ασταμάτητη ερωτική επιθυμία και σύγκρουση των γενεών και έριδα των φύλων και φθόνος και ματαίωση. Η ερμηνεία έχει παρουσιαστεί με πληρότητα και ευαισθησία, αλλά δεν συνάδει εύκολα με τις λεπτομέρειες του ησιόδειου κειμένου. Ας αρκεστούμε αρχικά σε ορισμένα συμπεράσματα που προκύπτουν αβίαστα από την μελέτη της Θεογονίας.

α) Οι θεοί δεν δημιουργούν τον κόσμο, αλλά έρχονται στην ύπαρξη παράλληλα με την διαμόρφωσή του. Η θεογονία είναι ταυτόχρονα κοσμογονία.

β) Οι θεοί και ο κόσμος δεν κατασκευάζονται από ένα νοήμονα τεχνίτη, ούτε αναφύονται με μια δημιουργική πράξη λόγου. Το ησιόδειο μοντέλο δεν είναι ούτε τεχνομορφικό ούτε λογομορφικό: είναι βιομορφικό με τονισμένη την θηλυκή πλευρά της γονιμότητας.

γ) Τα δύο γενεαλογικά δέντρα του Χάους και της Γαίας δεν συμπλέκονται πουθενά μεταξύ τους και ο αρχέγονος Έρωτας μένει δίχως απογόνους.

δ) Ερχόμενοι στην ύπαρξη οι θεοί μάχονται για κυριαρχία. Γέννηση και διαμάχη είναι οι δύο όψεις της ίδιας, μίας, αρχής εξέλιξης: του ησιόδειου Έρωτος.

ε) Η τελική κυριαρχία του Δία βασίζεται στην συμβουλή που παίρνουν οι επικρατήσαντες θεοί από την Γη (Θεογ. 881-885). Αυτός, μόλις αναλαμβάνει την εξουσία, κάνει κάτι που κανένας προηγούμενος κυρίαρχος του κόσμου δεν είχε σκεφθεί: μοιράζει τα πεδία δικαιοδοσίας του κόσμου σε όλους του άλλους Ολύμπιους θεούς και, με τον τρόπο αυτό, περιορίζει την εσωτερική απειλή στο βασίλειό του. Όμως ταυτόχρονα αποδέχεται και μια άλλη μυστική συμβουλή, η οποία προέρχεται από την Γη και τον Ουρανό (Θεογ. 886-894): καταπίνει την Μήτιδα, την πρώτη σύζυγό του που εκπροσωπεί την ευφυά φρόνηση, για να μην γεννηθεί τέκνο που θα τον ανατρέψει. Το μυστικό της επικράτησης του Δία προέρχεται από συμβουλές που παρέχει η Γαία, η θηλυκή θεότητα των απαρχών, και ο Ουρανός, ο γιός της. Για να διατηρήσει την κυριαρχία του, ο Ολύμπιος Δίας αναγκάζεται να ισορροπήσει ανάμεσα στα δύο άκρα του σύμπαντος. Πριν από την αποδοχή του θηλυκού δυναμισμού, η Γαία γεννούσε ακόμη πλάσματα απειλητικά και τερατώδη, όπως ήταν ο Τυφωέας (Θεογ. 820-868).

στ) Στην τελική κατάσταση κοσμικής Δικαιοσύνης που έχει εγκαταστήσει ο Ζευς, το σύμπαν κυβερνάται επιμερισμένα και πολυκεντρικά ― όπως στον Όμηρο. Αλλά ενώ η διοίκηση παρουσιαζόταν εκεί στατικά, ως μία κατάσταση του κόσμου, εδώ παρουσιάζεται δυναμικά, ως μια διαδικασία και ως το αποτέλεσμα σύγκρουσης. Το οριζόντιο πλέγμα σχέσεων των Ολύμπιων θεών έχει τώρα ριζωθεί καθέτως στις χθόνιες πηγές του. Οι Ολύμπιοι αποτελούν, τρόπον τινά, το πολύμορφο φύλλωμα μιας παμπάλαιας βελανιδιάς―όπως στην Δωδώνη.

Με βάση αυτά τα δεδομένα, θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε την θεοκοσμογονία του Ησιόδου επίσης ως ψυχογονία. Σε μια εποχή που η ψυχή δεν είχε ακόμα εφευρεθεί ― ή, αν προτιμάτε, ανακαλυφθεί ―οι κινήσεις ανάπτυξης και συγκρότησής της γίνονταν αντιληπτές ως διαδικασίες κοσμικές. Το μέσα και το έξω δεν είχαν διαχωριστεί σαφώς. Ανάμεσα στην γέννηση του σύμπαντος και την γέννηση της ατομικής ψυχής επικρατούσε ισομορφισμός. Οι άνθρωποι, όντας ανοικτοί προς τον κόσμο, έβλεπαν στις διαδικασίες του το εξωτερικό αντίστοιχο των δικών τους ψυχικών διεργασιών. Μάλιστα, επειδή το εξωτερικό εθεωρείτο από κάθε άποψη πρότερο, η κοσμογονία έγινε αυθόρμητα το πρότυπο της γέννησης του εαυτού και της ανάπτυξής του. Επειδή, όμως, το ερώτημα της αρχής των θεών δεν οδηγεί στο ερώτημα της προέλευσης των ανθρώπων, το έναυσμα της ησιόδειας θεογονίας δεν μπορεί αβίαστα να παραλληλιστεί με την διάλυση της συμβιωτικής φάσης, την αναγνώριση της μητέρας και την περιέργεια των παιδιών για το (σεξουαλικό) μυστικό των γονιών τους. Πίσω από την ερώτηση που απηύθυνε ο Ησίοδος στις Μούσες κρυβόταν, πιστεύω, μια βαθειά υπαρξιακή απορία για την δομή του ίδιου του ζωντανού κόσμου και του εαυτού. Πρόκειται για ένα από εκείνα τα ερωτήματα που εντείνονται, δεν σβήνουν, από την απάντηση που το θεϊκό άγγιγμα τους προσφέρει.

Η εμπνευσμένη πρώτη απάντηση των Μουσών παρέχει ένα γονιμικό σύμβολο παρουσιασμένο με την μέγιστη δυνατή γενίκευση: την εικόνα της μήτρας που διανοίγεται για να γεννήσει. Αυτό είναι το Χάος στην ησιόδεια εκδοχή: ένα γόνιμο και υγρό χάσμα, μια αβυσσαλέα σχάση στην πλήρως αδιαφοροποίητη κοσμική ύλη. Το ίδιο αποτελεί το πρώτιστο γέννημα. Γαία είναι το δεύτερο αναίτιο γέννημα: η μητέρα κατ’ εξοχήν. Ο Έρωτας, που αναφύεται μετά, είναι η δύναμη φανέρωσης του νέου που λειτουργεί μέσα στο Χάος και την Γαία.[14] Η υπαρξιακή απορία του ποιητή εστιάζεται σε τούτο το πολύμορφο θαύμα της γέννησης και της ύπαρξης, όχι στον εμπειρικό μηχανισμό αναπαραγωγής ή το τραύμα του χωρισμού από την μητέρα.

Η συνολική εικόνα του κόσμου και του εαυτού που μας παρέχει η ησιόδεια Θεογονία βασίζεται σε ένα επανερχόμενο και υπαινικτικά διατυπωμένο δίπολο: την συμπληρωματική αντίθεση του ουρανού και της γης, του ολύμπιου και του χθόνιου στοιχείου, του φωτός και του σκότους, του έρωτα και της έριδας. Η πολικότητα αυτή είχε πολλαπλές εκφράσεις στις λατρευτικές συνήθειες των αρχαίων και ήταν βαθειά ριζωμένη στην συνείδησή τους.[15] Σε αυτές τις αντιθέσεις το ολύμπιο και φωτεινό έπεται, το χθόνιο και σκοτεινό προηγείται.

Το ερώτημα που απηύθυνε ο Ησίοδος στις Μούσες αποτελεί μια πρώιμη εκδοχή του βασικού μεταφυσικού ερωτήματος: ‘πώς άραγε συμβαίνει να υπάρχει κάτι (= εγώ, κόσμος, ολύμπιοι θεοί) αντί για το απόλυτο τίποτα;’. Το ερώτημα δεν αποσκοπούσε στην ικανοποίηση της γνωστικής περιέργειας. Ο ποιητής ήθελε, βεβαίως, να μάθει πώς η τάξη είναι δυνατόν να προέλθει από τον άτακτο δυναμισμό της ζωής, πώς μέσα από γεννήσεις και μάχες προκύπτει οργάνωση. Όμως το πρόβλημα ήταν βιωμένο ως το μυστήριο της γέννησης του φωτός από το σκότος. Η αποκάλυψη των Μουσών είναι μια εξαίφνης διαύγασή του. Η μυθική σκέψη, όσο είναι ζωντανή, δεν λύνει το μυστήριο της ύπαρξης και, πολύ περισσότερο, δεν το λύνει εννοιολογικά: το εκφράζει παρέχοντας ισχυρές εικόνες με τις οποίες μπορεί κάποιος να συντονιστεί.

ΙΙΙ.2 Περί της γενέσεως των θεών και του κόσμου: ‘Ορφέας’

Αν και έγκυρη λόγω της επαφής του ποιητή με τις Μούσες, η θεογονία του Ησιόδου δεν έμεινε αναπάντητη. Το ζήτημα της γέννησης των θεών και του κόσμου ανακίνησαν κατά τον 6ο αιώνα π.Χ. κάποιοι ποιητές που δεν έμειναν ικανοποιημένοι με την ησιόδεια εκδοχή. Οι άγνωστοι αυτοί ποιητές συνέθεσαν νέες θεογονίες και τις απέδωσαν στην πανάρχαιη, όπως πίστευαν, σοφία του Ορφέα. Η παλαιότερη από αυτές τις θεογονίες σώζεται αποσπασματικά, αλλά γνωρίζουμε την βασική δομή της.[16] Εκεί, η θεογονική διαδοχή στην κορυφή του σύμπαντος περιλάμβανε τα τρία στάδια του Ησιόδου (Ουρανός-Κρόνος-Δίας) μέσα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο.

Πρώτη πρώτη, διηγούνταν, εμφανίστηκε η Νύκτα. Αυτή γέννησε τον Πρωτόγονο, ένα πανέμορφο και λαμπρό τέκνο, όπως το περιέγραφαν αργότερα, με χρυσές φτερούγες που όμως δεν μπορούσε να το δει κανείς. Ο Πρωτόγονος, που αργότερα ονομάστηκε Φάνης, ήταν φανερός μόνον στην μητέρα του. Από αυτήν προήλθε επίσης ο Ουρανός, ο πρώτος βασιλιάς του κόσμου, που ανατράπηκε από τον Κρόνο που ανατράπηκε, με την σειρά του, από τον Δία. Μόλις κατέρριψε τον πατέρα του, το πρώτο πράγμα που έκανε ο Δίας ήταν να ακολουθήσει την συμβουλή της Νύκτας και να καταπιεί τον αφανή Πρωτόγονο. Με την κατάποση αυτή ολόκληρος ο κόσμος, μας λένε οι ορφικοί ποιητές, ενώθηκε μαζί του: τα πάντα έγιναν τώρα Ζευς και ο Ζευς ήταν τα πάντα. Στην συνέχεια ο Δίας δημιούργησε εκ νέου τον κόσμο με βάση το σχέδιο της νοήμονος καρδιάς του.

Η ορφική θεογονία βασίζεται εμφανώς στην ησιόδεια, αλλά την παραλλάσσει καίρια με την εισαγωγή δύο νέων προσώπων και ενός νέου μυθεύματος. Νύκτα και Πρωτόγονος, αφενός, κατάποση του Πρωτόγονου και νέα δημιουργία του κόσμου από τον Δία στον ρόλο του τεχνίτη, αφετέρου, αποτελούν καινοτομίες για τις οποίες τίποτε στο Ησίοδο δεν μας έχει προετοιμάσει. Έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε ότι ο νέος κόσμος που δημιουργεί ο Δίας είναι, σε όλες του τις λεπτομέρειες, πανομοιότυπος με τον παλιό. Και έτσι τίθεται μια σειρά από ερωτήματα: Τι θέλει να εκφράσει αυτή η διπλή δημιουργία του κόσμου; Γιατί οι ορφικοί ποιητές δεν έμειναν ικανοποιημένοι με την ησιόδεια διήγηση; Που αναφέρονται, τελικώς, τα νέα αυτά στοιχεία;

Πειστικές και κοινώς αποδεκτές απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα δεν υπάρχουν. Οι κλασικοί φιλόλογοι συνήθως αρκούνται στην εξιχνίαση των επιρροών και των δανείων που δέχτηκε το νέο ποίημα από την προϋπάρχουσα λογοτεχνία (ελληνική ή ανατολική) και διακρίνουν εκλεκτικές συγγένειες που υφίστανται ανάμεσα σε αυτό και παράλληλες εξελίξεις σε άλλους τομείς της κοινωνίας. Όταν όμως όλες οι επιρροές και όλα τα δάνεια ανακαλυφθούν, και όταν οι υποθετικοί παραλληλισμοί φανούν αρκετά εύλογοι ώστε να γίνουν ευρέως αποδεκτοί, το βασικό ερώτημα του ίδιου του νέου μηνύματος που κομίζει η πρωτότυπη ποιητική σύνθεση εξακολουθεί να παραμένει αναπάντητο, ή μάλλον δεν έχει καν ακόμη τεθεί. Τι λοιπόν θέλει να δηλώσει ο Πρωτόγονος και η κατάποσή του από τον Δία και τι η διπλή εμφάνιση του ίδιου σύμπαντος, πρώτα με την διαδικασία της γέννησης και της έριδας και κατόπιν με ενοποίηση και νοήμονα αναδημιουργία;

Κατά την γνώμη μου, τα νέα στοιχεία αναφέρονται, και πάλι, στην ανάπτυξη της ψυχής. Αποτελούν όμως νέες μυθικές παραστάσεις ψυχικών διαδικασιών ολοκλήρωσης. Τα ιδιαίτερα μάλιστα επεισόδια του ορφικού μύθου αποτελούν, πρεσβεύω, συμβολικές παραστάσεις ψυχικής ανα-γέννησης. Ας δούμε πώς θα μπορούσαμε να τα προσεγγίσουμε αναλυτικά.

Ο Πρωτόγονος-Φάνης εκπροσωπεί το μυστικό της ύπαρξης, το ίδιο το Είναι ― αν μου επιτραπεί να μιλήσω χαϊντεγγεριανά ― στην αντίθεσή του με όλα τα επιμέρους πράγματα του κόσμου, δηλαδή με τα όντα. Αυτό, γέννημα ενός γόνιμου μηδενός που εκπροσωπεί η Νύκτα, βρίσκεται παντού, δηλαδή πουθενά συγκεκριμένα, γιατί δεν είναι κάτι. Για τον λόγο αυτό, αν και είναι (όπως το μεταγενέστερο όνομά του δηλώνει) το πιο φανερό πράγμα στον κόσμο, το ίδιο το φως της ύπαρξης, ωστόσο κανείς δεν το βλέπει. Η παρουσία του είναι αναμεμειγμένη με τα επιμέρους όντα στα οποία και μέσω των οποίων φανερώνεται. Ο κυρίαρχος του κόσμου έμαθε το μυστικό της ύπαρξης, το Είναι καθεαυτό, από το μαύρο μηδέν που το γέννησε και που μόνον αυτό υπήρξε πρότερό του. Αν Νύκτα είναι το ασυνείδητο και Πρωτόγονος το πρώτο φανέρωμα του ασυνειδήτου, η πρώτιστη αφανής θερμότητα της δύναμής του, τότε ο Λόγος-Διας πρέπει να γίνει ένα μαζί του, να το αφομοιώσει πλήρως, αν θέλει η εξουσία του να μην μείνει μετέωρη. Με την πράξη του αυτή, ο Δίας γίνεται για πρώτη φορά κυρίαρχος του εαυτού του. Τώρα επιτυγχάνει την πλήρη κατάφαση της ύπαρξής του. Όσα γίνονταν πριν και του ήταν εξωτερικά, γίνονται εκ νέου με την θέλησή του. Τίποτε εξωτερικό δεν έχει αλλάξει. Όμως όλα έχουν τώρα διαυγαστεί στο φως της κατάφασης του πεπρωμένου. Το αναγκαστικό έχει γίνει ελεύθερο, το τυχαίο αναγκαίο, και το ετερόνομο αυτόνομο και αυτεξούσιο.

Η διαδικασία που περιγράφει η ορφική θεογονία είναι μια διαδικασία συγκρότησης και ολοκλήρωσης του Εαυτού: ανάπτυξης των δυνάμεών του από την μαύρη άβυσσο του ασυνειδήτου, εσωτερικής διαφοροποίησης μεταξύ τους, ανάδυσης του συνειδητού λόγου, επιστροφής του στην άβυσσο και αποδοχής των ασυνείδητων ενορμήσεων και παραστάσεων με πλήρη ταύτιση μαζί τους, και νέου χωρισμού τους από το κέντρο του ψυχικού είναι που εκπροσωπεί ο αναγεννημένος Δίας-Φάνης ως Δημιουργός. Οι σκοτεινές και καταπιεσμένες ρίζες της δημιουργικότητας βρίσκουν τώρα απρόσκοπτη έκφραση και ροή. Ο κόσμος του εαυτού έχει διαυγασθεί, όσο του είναι εφικτό, από το φως του Λόγου.

Μια τέτοια θεώρηση δεν είναι φυσικά μονοθεϊστική. Είναι δυαρχική μαζί και πολυθεϊστική γιατί αποδέχεται τόσο την πολλαπλότητα των παραστάσεων και των ορέξεων της ψυχής όσο και τον διπολισμό του φανερού και του κρυφού, του συνειδητού και του ασυνειδήτου, του ουράνιου και του χθόνιου. Κομίζει, όμως, επίσης το αισιόδοξο μήνυμα της ποθητής ενότητας του Εαυτού γύρω από την ήπια δύναμη του αναγεννημένου μέσα στο ασυνείδητο (και την παννύχια απειρία) συνειδητού νου. Σε σχέση με τον Ησίοδο, το νέο στοιχείο αφορά την νοήμονα ανα-δημιουργία. Η συμβιβαστική δικαιοσύνη του Δία ήταν, στον Ησίοδο, το αξεπέραστο όριο της εξατομίκευσης. Το ορφικό μοντέλο, όντας βιομορφικό αρχικά και τεχνομορφικό στην συνέχεια, πηγαίνει πιο πέρα και αναβαπτίζει τον Εαυτό στην έλλογη γνώση.

Φυσικά, η παραπάνω ερμηνεία πάσχει από υπερβολική εννοιολόγηση. Κανένας σύγχρονος δεν είχε συλλάβει φιλοσοφικές έννοιες όπως το Είναι, η κατάφαση του πεπρωμένου (amor fati), ο Εαυτός κ.λπ. Όμως τα αντίστοιχα των δικών μας εννοιών τα παρείχε άμεσα, με τρόπο μη εννοιολογικό, η τελετουργία.

Οι νέες κοσμοθεογονίες, όπως αυτή που είδαμε, άρχισαν να κυκλοφορούν περί τα μέσα του έκτου αιώνα π.Χ. ως ιεροί μύθοι σχετιζόμενοι οργανικά με μυητικές τελετές. Αποτελούσαν τα μυθικά λεγόμενα, τα ιερά κείμενα και σύμβολα των αντίστοιχων τελετουργιών.[17] Το πλήρες νόημά τους δεν μπορεί να γίνει αντιληπτό ούτε αν θεωρήσουμε ότι ασκούν κριτική σε προηγούμενες εκδοχές θεογονίας με τον τρόπο που οι σημερινοί επιστήμονες αναθεωρούν, δίχως ψυχική εμπλοκή (disinterestedly), τις απόψεις των προγενεστέρων τους προς χάριν της γνώσης, ούτε αν πιστέψουμε ότι είναι καθαρά λογοτεχνήματα, απλές ποιητικές εκφράσεις συγκινησιακής έκρηξης. Με μια έννοια, είναι και τα δύο και κάτι περισσότερο. Είναι γνώση, αλλά γνώση ζωής, και είναι ποίηση, αλλά ποίηση που δεν έχει αποσχισθεί από τον γνήσιο ενθουσιασμό, από το άγγιγμα του θείου. Οι ορφικές θεογονίες παρουσιάστηκαν ως αποκαλύψεις, ως νέες συνολικές ενοράσεις του κόσμου, του νοήματός του και της θέσης του ανθρώπου εντός του, αλλά, αντίθετα από την ησιόδεια Θεογονία, για την τελετουργική χρήση της οποίας δεν διαθέτουμε καμία μαρτυρία, οι ορφικές θεογονίες υπήρξαν αποκαλύψεις μυθικές και τελετουργικές ταυτόχρονα. Αυτό σημαίνει ότι η αποκάλυψη συνέβαινε ως η βιωματική έλλαμψη του νου κατά την μύηση, όχι ως το αποτέλεσμα μιας διανοητικής προσπάθειας για το ‘νόημα’ του μύθου.

Ψυχολογικά μιλώντας, αποκάλυψη είναι η αυθόρμητη ανάδυση περιεχομένων του ασυνειδήτου στο φως της συνείδησης. Κατά το πολύτιμο και σπάνιο αυτό συμβάν, επιτυγχάνεται μια απροσδόκητη ταύτιση της έννοιας με το σύμβολο, ή αλλιώς μια εξαίφνης διαύγαση του συμβόλου που οδηγεί σε έκρηξη γνωστικής μαζί και συναισθηματικής ενέργειας στο ψυχικό κέντρο. Αποκάλυψη όμως υπάρχει μόνον εκεί που υπάρχει βιωμένο μυστήριο. Κατά την στιγμή της αποκάλυψης η ψυχή απλώνεται σε πράγματα που πριν της ήταν εξωτερικά και ξένα, η διάκριση του μέσα και του έξω προσωρινά καταλύεται και ένας δίαυλος επικοινωνίας διανοίγεται μέσω του οποίου η τυχαία ύπαρξη του ατόμου αποκτά μια αναγκαιότητα νοήματος καθώς εγγράφεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο. Σε τέτοιες εμπειρίες το υπαρξιακό κέντρο του ατόμου είτε ταυτίζεται είτε συντονίζεται με το κέντρο ύπαρξης των πραγμάτων με τα οποία έρχεται σε επαφή. Ως αποτέλεσμα αυτού του συντονισμού αποκτάται η γνώση ότι οι ίδιες ακριβώς αρχές και δυνάμεις που διοικούν τον κόσμο κυβερνούν και ορίζουν την ατομική ψυχή η οποία δεν είναι παρά μια προοπτική μικρογραφία του σύμπαντος.

Αν δούμε το θέμα από την πλευρά της ψυχής θα μιλήσουμε για προβολή των παραστάσεών της στον κόσμο. Αν το δούμε από την πλευρά του κόσμου, θα μιλήσουμε για φυσική δεκτικότητα, ή και παθητικότητα, του ανθρώπινου νου. Αν το δούμε συνδυαστικά, από την διαλεκτική κόσμου και ψυχής, θα μιλήσουμε για θεούς, για αρχέτυπα σύμβολα, η ακριβής μορφοποίηση των οποίων προέρχεται από παράγοντες ιστορικούς, και συνεπώς τροποποιείται για να ανταποκριθεί σε νέες απαιτήσεις και νέες ψυχικές ανάγκες, τις οποίες, με την σειρά της, εμπεδώνει στην συνείδηση των πολλών.

Στον ορφικό μύθο έχει τεθεί το ερώτημα της ενότητας του κόσμου και του έλλογου σχεδιασμού του: πώς τα μέλη του έχουν συν-αρμολογηθεί, εναρμονιστεί μεταξύ τους, ώστε να αποτελούν ένα ζωντανό όλον; Το ερώτημα είναι καινούργιο, φιλοσοφικό, και δεν μπορεί να απαντηθεί με τον παλαιό ησιόδειο μύθο. Όμως πίσω από αυτό το αναντίρρητα υπαρκτό πρόβλημα ίσως κρύβεται ένα άλλο σημαντικότερο ζήτημα: η απομάκρυνση των παραδοσιακών θεών από τον ψυχικό κόσμο των ανθρώπων, η ψυχρή παγίωσή τους σε επαναλαμβανόμενους μύθους και άπνοες τελετές. Η απόσταση προκλήθηκε από την πιο ελκυστική τάση της ελληνικής νοοτροπίας, την καίρια αποστροφή της προς καθετί άμορφο. Όμως κάθε μονομέρεια πληρώνεται. Η σκληρή μορφοποίηση ενέχει τον κίνδυνο της σκλήρυνσης της μορφής ώστε η επαφή μαζί της να καθίσταται πλέον αδύνατη ή δυσχερής.

Η νέα ορφική ποίηση και η μυητική ανάγκη από την οποία προήλθε ήταν προσπάθειες αμεσότερης επαφής με τους θεούς που η παράδοση είχε απομακρύνει στην κορυφή του μακρινού Ολύμπου. Στο νέο μυθικό και μυητικό-τελετουργικό πλαίσιο, οι θεοί της παράδοσης μπορούσαν να αποκατασταθούν για τον μύστη σε μια θαυμαστή λατρευτική αμεσότητα. Οι θεοί που ενώθηκαν με τον Δία και στην συνέχεια αναδημιουργήθηκαν από εκείνον θα ήταν, για κάποιους εκλεκτούς μύστες, το σύμβολο μιας εσαεί τελούμενης δημιουργίας που αντλεί την ενέργειά της από το μεστό πάντων, τουτέστιν γόνιμο, σκότος της Νύκτας. Ο κόσμος μπορούσε έτσι να γίνει, εκ νέου, το πεδίο μιας αιώνιας γέννησης, μιας διαρκούς δημιουργίας και ενός εσαεί τελούμενου θαύματος, καθώς ο καταρράκτης της διαρκούς ροής των φαινομένων καταυγαζόταν με το νέο φως της νοήμονος καρδιάς του Δία. Από αυτήν την σχέση του έλλογου φωτός με την ροή προέκυπτε, τώρα, το ανανεωμένο ουράνιο τόξο των παραδοσιακών θεοτήτων. Με παρόμοιο τρόπο, στην θεωρία των Ιδεών του Πλάτωνα και στην φιλοσοφική άποψη του Πλωτίνου για την δυναμική ενέργεια του θείου Νου, το Αγαθό παράγει τις αιώνιες μορφές καθώς διαχέει το φως του στην δομημένη αλλά αφανή νοητή ύλη που βρίσκεται σε αιώνια κίνηση.
----------------------------
[1] J.-P. Vernant, "Oedipe sans complèxe", J.-P. Vernant―P. Vidal-Naquet, Mythe et tragédie en Grèce ancienne, Paris 1972 (= Myth and Tragedy in Ancient Greece, New York 1990, 85-111).
[2] O. Rank, The Myth of the Birth of the Hero, New York 1952 [1914] και Psychoanlytische Beiträge zur Mythenforschung, Leipzig 1919; Karl Abraham, "Dreams and Myths: a Study in Folk-Psychology", Clinical Papers and Essays on Psychoanalysis, New York 1955, 151-209.
[3] P. Slater, The Glory of Hera: Greek Mythology and the Greek Family, Princeton 1968.
[4] G. Devereux, Femme et mythe, Paris 1982.
[5] R. Caldwell, The Origin of the Gods: A Psychoanalytic Study of Greek Theogonic Myth, Oxford 1989; "The Psychoanalytic Interpretation of Myth", L. Edmunds (ed.), Approaches to Greek Myth, Baltimore 1990, 344-389.
[6] C.G. Jung―C. Kerényi, Introduction to a Science of Mythology, London 1951, C.G. Jung, "A Psychological Approach to the Trinity", Psychology and Religion: West and East, New York 21969 (=Collected Works 11), 107-200 (ειδικά 117-128).
[7] Βλ. ειδικά C.G. Jung, Psychology and Alchemy, New York 21968 (= Collected Works 12); Alchemical Studies, New York 1968 (= Collected Works 13).
[8] C. Kerényi, Asklepios: Archetypal Image of the Physician’s Existence, New York & London 1959 [1947]; Prometheus: Archetypal Image of Human Existence, New York & London 1963 [1959]; Eleusis: Archetypal Image of Mother and Daughter, New York & London 1967 [1960]; Zeus and Hera: Archetypal Image of Father, Husband and Wife, Princeton & London 1975; Dionysos: Archetypal Image of Indestructible Life, Princeton & London 1976.
[9] C.G. Jung, The Archetypes and the Collective Unconscious, New York 21968 (= Collected Works 9.1); AION, New York 21968 (= Collected Works 9.2).
[10] Σ. Ι. Ράγκος, "H εκστατική στιγμή του âξαίφνης", Φιλοσοφία 36 (2006), 93-114.
[11] E.R. Dodds, The Greeks and the Irrational, Berkeley 1951, κυρίως κεφ. 4.
[12] W. Burkert, Structure and History in Greek Mythology and Ritual, Berkeley 1979; Homo Necans: The Anthropology of Ancient Greek Sacrificial Ritual and Myth, Berkeley 1983 [1972]; Greek Religion, Cambridge (MA) 1985 [1977]; The Creation of the Sacred: Tracks of Biology in Early Religions, Cambridge (MA) 1996.
[13] Η πληρέστερη και πειστικότερη φροϋδική ερμηνεία του μύθου έχει παρουσιαστεί από τον Caldwell, The Origin of the Gods (βλ. σημ. 5 παραπάνω), 126-185. Πβ. του ιδίου "Psychocosmogony: The Representation of Symbiosis and Separation-Individuation in Archaic Greek Myth", W. Muensterberger ― L. Boyer (eds.), The Psychoanalytic Study of Society, vol. 9, New York 1981, 93-103.
[14] Μία ερμηνεία αυτών των πρώτιστων όντων και των αρχαίων εξηγήσεών τους έχω προτείνει στην μελέτη "Hσίοδος και φιλοσοφία: η μυθοποιητική καταγωγή της àληθείας τοÜ λόγου στην αρχαϊκή Eλλάδα", Ν. Μπεζαντάκος ― Χ. Τσαγγάλης (επιμ.), Mουσάων àρχόμεθα: O Hσίοδος και η αρχαϊκή επική ποίηση, Aθήνα 2006, 395-540.
[15] Ο ίδιος ο Freud ομολόγησε ότι συνέλαβε το δίπολο των ενστίκτων ζωής και θανάτου μελετώντας τους αρχαϊκούς στοχαστές ― ο Εμπεδοκλής είναι η πιο χαρακτηριστική περίπτωση.
[16] Πρόκειται για την θεογονία που διασώζεται στον περίφημο πάπυρο του Δερβενίου. Για ένα ανεπίσημο κείμενο και μια εξαιρετική συνολική ερμηνεία βλ. G. Betegh, The Derveni Papyrus: Cosmology, Theology and Interpretation, Cambridge 2004.
[17] Πβ. D. Obbink "Cosmology as Initiation vs. Critique of Orphic Mysteries", A. Laks ― G. Most (eds.), Studies on the Derveni Papyrus, Oxford 1997, 39-54.