Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2019

Λουκρήτιος: Η παθολογία του έρωτα

Αποτέλεσμα εικόνας για ερεβοκτονοσ επιλογεσΑυτή είναι η Αφροδίτη που φανταζόμαστε. Από δω πήρε και τ όνομα του ο έρωτας, από δω σταλάζει για πρώτη φορά η γλύκα της Αφροδίτης στην καρδιά' και καταπόδι ακολουθούν οι παγερές οι έγνοιες. Γιατί ακόμη κι αν λείπει το αγαπημένο πρόσωπό, το είδωλο του είναι παρόν και τ όνομά του το γλυκό ηχεί μέσα στα αυτιά σου.

Καλύτερα λοιπόν ν’ αποφεύγεις τα είδωλα και ν’ αποδιώχνεις καθετί που τρέφει τον έρωτα' να στρέφεις αλλού τη σκέψη σου, να εκκενώνεις το μαζεμένο σπέρμα σου σ οποιοδήποτε σώμα πάρα να το κρατάς για τον έρωτα ενός μονάχα ανθρώπου και να σε σκλαβώνουν οι έγνοιες και ο πόνος. Γιατί η πληγή όταν την τρέφεις παίρνει ζωή και χρονίζει, η τρέλα μέρα με τη μέρα κερδίζει έδαφος κι η τυραννία γίνεται πιο βαριά, αν δεν κλείσεις τις πρώτες πληγές με καινούρια χτυπήματα και δεν τις γιατρέψεις όσο είναι ακόμη πρόσφατες, με τις περιπλανήσεις σου στην πάνδημη Αφροδίτη, ή στρέφοντας τη σκέψη σου σε άλλες κατευθύνσεις.

Δε μένει στερημένος απ’ τους καρπούς της Αφροδίτης όποιος τον έρωτα αποφεύγει ίσα-ίσα, που γεύεται απολαύσεις που δεν τον τιμωρούν μετά' γιατί είναι βέβαιο πως την πιο γνήσια κι αμόλυντη ηδονή τη νιώθουν οι υγιείς παρά οι αρρωστημένοι. Ακόμη και τη στιγμή που οι ερωτευμένοι έχουν δικό τους ο ένας τον άλλο, το πάθος που τους καίει ξεχύνεται με αβέβαια σκαμπανεβάσματα, δεν ξέρουν τι να πρωτοαπολαύσουν και πώς, με τα μάτια ή με τα χέρια. Σφίγγουν με δύναμη το αντικείμενο του πόθου, το κάνουν να πονάει, του μπήγουν τα δόντια κι αφήνουν δαγκωματιές πάνω σε χείλη τρυφερά - γιατί η ηδονή τους δεν είναι καθαρή: κρυφά αγκάθια τους κεντρίζουν να πληγώσουν το πλάσμα, όποιο και να ναι αυτό, που κάνει να ξεπηδούν της τρέλας τους τα βλαστάρια.

Μα την ώρα του έρωτα η Αφροδίτη με χέρι ανάλαφρο μετριάζει τον πόνο, και η γλυκιά ηδονή απαλύνει τις δαγκωματιές: γιατί έχουν την ελπίδα πως το ίδιο εκείνο σώμα που τους άναψε τη φωτιά μπορεί και να τη σβήσει.

Όμως η φύση το αρνείται αυτό και το αντιμάχεται: είναι η μόνη περίπτωση όπου, όσο περισσότερα κατέχουμε άλλο τόσο μας καίει τα στήθη πόθος σφοδρός. Το νερό κι η τροφή περνούν μέσα στο σώμα, κι επειδή καταλαμβάνουν καθορισμένα μέρη, εύκολα χορταίνουνε την πείνα και τη δίψα. Αντίθετα, από τη θωριά ενός ανθρώπου και τ όμορφο πρόσωπό του τίποτα δεν δίνεται στο σώμα για απόλαυση, πέρα από κούφια είδωλα: ελπίδες θλιβερές που τις σαρώνει ο αέρας.

Όπως στα όνειρα, που ο διψασμένος ζητάει να πιεί μα αντί να βρει νερό να σβήσει τη λαύρα που του καίει τα σωθικά, κυνηγάει είδωλα νερού και μάταια παλεύει, και μένει διψασμένος μολονότι έχει βρεθεί καταμεσής σε ορμητικό ποτάμι και πίνει αχόρταγα -έτσι και στον έρωτα η Αφροδίτη ξεγελάει τους ερωτευμένους με είδωλα. Όσο και να κοιτάζουνε το σώμα που ’χουν εμπρός τους, δεν ικανοποιούνται κι ούτε μπορούν μ εκείνα τα αβέβαια χέρια τους που διατρέχουν όλο το κορμί κάτι να αποσπάσουνε από τα τρυφερά τα μέλη.

Κι όταν, τέλος, μπλεγμένα τα κορμιά τους χαίρονται τον ανθό της νιότης, και αισθάνονται να φτάνει η κορύφωση, κι η Αφροδίτη είναι εκεί να σπείρει τον γυναικείο αγρό, σφιχταγκαλιάζονται άπληστα και γεύονται τα σάλια ο ένας του άλλου, και ασθμαίνοντας δαγκώνουνε τα χείλη μάταια όμως, γιατί τίποτα δεν μπορούν ν αποσπάσουν απ’ τον άλλο, μήτε να διεισδύσουν και να χαθούν ο ένας μέσα στο σώμα του άλλου.

Γιατί ’ναι φορές που φαίνεται πως αυτό λαχταρούν και πως γι' αυτό πασχίζουν, έτσι παθιασμένα που σφιχτοδένονται με τα δεσμά της Αφροδίτης ενώ τους λιώνει τα μέλη η δύναμη της ηδονής. Και τελικά όταν εκτονωθεί ο συσσωρευμένος στα νεύρα πόθος, κοπάζει για λίγο η μανιασμένη πυρκαγιά. Μα η λύσσα επιστρέφει, τους ξαναπιάνει η ίδια μανία και ζητούν να κατακτήσουν αυτό που ποθούν, και δεν μπορούν ένα τρόπο να μηχανευτούν για να νικήσουν το κακό, και η κρυφή πληγή τους κάνει να μαραζώνουν μες στην τόση αβεβαιότητα.

Και βάλε ακόμη πώς σπαταλούν τις δυνάμεις τους και πώς τους αφανίζει η ταλαιπωρία, και βάλε ακόμη πως ζουν υποταγμένοι στα νεύματα κάποιου άλλου, ξεχνούν τα καθήκοντά τους και καταστρέφουν την υπόληψή τους. Και στο μεταξύ ξοδεύονται περιουσίες και μετατρέπονται σε Βαβυλωνιακά αρώματα, κι αστράφτουνε στα πόδια [της] πανέμορφα σανδάλια Σικυώνας, και να ’σαι σίγουρος πως θα φοράει και κάτι μεγάλα σμαράγδια λαμπερά, δεμένα με χρυσάφι, και πως η πολυφορεμένη θαλασσιά εσθήτα της ολοένα και ξεθωριάζει ρουφώντας τον ιδρώτα του έρωτα. Κι η τίμια πατρική περιουσία σπαταλιέται σε τιάρες και σε μίτρες, κι άλλοτε πάλι σε πέπλα και σε υφάσματα από την Άλινδο και την Κω. Συμπόσια ετοιμάζονται και γλέντια με ωραίο διάκοσμο κι άφθονες λιχουδιές, παιχνίδια, ποτά αμέτρητα, αρώματα, γιρλάντες και στεφάνια.

Όλα μάταια όμως: μες από την πηγή της ευφορίας, μια πίκρα ξεπροβάλλει και του σφίγγει το λαιμό, κι ας είναι τριγύρω λουλουδιασμένος ο τόπος είτε γιατί τον βασανίζουν τύψεις που περνά τη ζωή του άπραγος, χαμένος μες τη διαφθορά, είτε γιατί του πέταξε μια κουβέντα διφορούμενη που καρφώθηκε στην παθιασμένη του καρδιά και τον καίει σαν φωτιά, είτε γιατί του φάνηκε πως έριχνε άλλου το βλέμμα της και κοίταζε άλλον άντρα, και πως στο πρόσωπό της είδε μια υποψία χαμόγελου.

Υπερεκτίμηση του ερωτικού αντικειμένου

Και να σκεφτείς πως τούτα τα κακά τα βρίσκουμε σ’ ένα δεσμό ερωτικό που έχει ευοδωθεί. Όμως σ’ έναν άτυχο και ανεκπλήρωτο έρωτα τα δεινά είναι αναρίθμητα, και τα βλέπεις και με κλειστά τα μάτια. Γ ι’ αυτό καλύτερα να φυλαχτείς από τα πριν, όπως σου είπα' το νου σου, μην παρασυρθείς. Είναι πιο εύκολο να μη παγιδευτείς στα δίχτυα του έρωτά, παρά να πασχίζεις μετά να σπάσεις τα γερά δεσμά της Αφροδίτης για ν’ απελευθερωθείς. Μα ακόμη κι αν σε τύλιξαν κι έχεις μπλεχτεί, πάλι μπορείς να ξεφύγεις τον κίνδυνο, αρκεί να μη σταθείς εσύ ο ίδιος εμπόδιο στον εαυτό σου με το να παραβλέπεις από την πρώτη στιγμή όλα τα ψεγάδια, πνευματικά και σωματικά, αυτής που με τόσο πόθο αποζητάς.

Γιατί αυτό συνήθως κάνουν οι άνθρωποι που τους τύφλωσε το πάθος και αποδίνουν στις γυναίκες που αγαπούν χαρίσματα που αυτές δεν έχουν' και βλέπουμε γυναίκες διεστραμμένες κι άσχημες να περνούν για γοητευτικές και να δέχονται τις μεγαλύτερες τιμές. Κι ο ένας άντρας κοροϊδεύει τον άλλον και τον παρακινεί να εξευμενίσει την Αφροδίτη, αφού έχει πέσει θύμα, λέει, μιας αγάπης χυδαίας -και δε βλέπει ο δύστυχος τα χάλια τα δικά του: Μια μαυριδερή γίνεται «μελίχρους»' η άπλυτη βρωμιάρα γίνεται «αστόλιστη»' μια οποιαδήποτε γαλανομάτα γίνεται «μικρή Παλλάδα»' η νευρική και κοκαλιάρα γίνεται «δορκάς»' η κοντοστούπα σα νάνος «μια από τις Χάριτες», ολο χάρη κι αυτή η γιγαντόσωμη νταρντάνα γίνεται «εντυπωσιακή» κι «επιβλητική» ' αν δε μπορεί να πει μια στρωτή κουβέντα, τότε «τραυλίζει»' η μουγκή είναι «ντροπαλή»' μια παθιασμένη ανυπόφορη γλωσσοκοπάνα είναι «αναμμένος δαυλός»' άλλη κοντεύει να τα τινάξει απ' την αδυναμία, και τότε γίνεται η «μικρή ισχνή ερωμένη»' πεθαίνει από το βήχα, γίνεται «εύθραυστη»' μια χοντρή με βυζάρες γίνεται «θεά Δήμητρα που θηλάζει τον Ίακχο»' μια πλακουτσομύτα είναι ο «θηλυκός Σάτυρος», ο «θηλυκός Σειληνός» μια χειλαρού είναι «γεννημένη για φίλημα». Θα μου ’παιρνε ώρα πολλή να σου πω κι άλλα τέτοια παραδείγματα.

Δεν προσποιείται πάντα μια γυναίκα, όταν αναστενάζει στην αγκαλιά ενός άντρα, καθώς σμίγουν τα κορμιά τους και του ρουφά τα χείλη και τον γεμίζει υγρά φιλιά συχνά το κάνει με την καρδιά της, και αποζητώντας την αμοιβαία ηδονή τον παρακινεί να διανύσει όλη τη διαδρομή και να φτάσει ως το τέρμα. Για κανέναν άλλο λόγο δεν θα παραδίνονταν στ’ αρσενικά οι προβατίνες κι οι αγελάδες κι οι φοράδες και τα πουλιά και τ’ άγρια θηρία, αν η ίδια η φύση τους δεν φλεγόταν από τον πόθο έτσι που να δέχεται με χαρά το σπέρμα του επιβήτορα. Δεν βλέπεις κάποια ζευγάρια πώς τα κρατά σφιχτοδεμένα η αμοιβαία ηδονή και πώς παιδεύονται μες τα κοινά δεσμά τους; Πόσο συχνά στα σταυροδρόμια, σκυλιά που θέλουν να αποχωριστούν τραβιούνται μ’ όλη τους την δύναμη, μα τα γερά δεσμά της Αφροδίτης τα κρατούν κολλημένα το ’να με τ’ άλλο. Δεν θα το έκαναν ποτέ, αν δεν ένιωθαν και τα δύο την ίδια ηδονή που τα παρέσυρε στην παγίδα και τα κρατά δεμένα. Το ξαναλέω, λοιπόν, η ηδονή είναι αμοιβαία.

Και σε κανέναν οι θεοί ποτέ δεν θ’ αρνούνταν τη γονιμότητα, κι από κανένα δεν θα στερούσαν τη χαρά ν' ακούει τα γλυκά βλαστάρια του να τον λεν πατέρα, μήτε θα τον καταδίκαζαν αυτοί να περάσει τη ζωή του με στείρους έρωτες έτσι όμως νομίζουν οι πολλοί, και με βαριά ψυχή ραντίζουν μ’ αίμα τους βωμούς και τους θυμιάζουνε με προσφορές, μήπως και μπορέσουν να γκαστρώσουν τις γυναίκες τους με άφθονο σπέρμα. Μάταια όμως ενοχλούν τους θεούς και παν να αλλάξουν τη μοίρα που τους έλαχε.

Κι αν καμιά φορά τύχει ν’ αγαπηθεί μια γυναικούλα κάπως πιο άσχημη, αιτία γι' αυτό δεν είναι μήτε θεός μήτε οι σαΐτες της Αφροδίτης. Καμιά φορά, τα καταφέρνει μια γυναίκα με το φέρσιμό της, τους περιποιητικούς της τρόπους, την καθαριότητα και τη νοικοκυροσύνη της, να σε συμφιλιώσει με την ιδέα να ζήσεις μαζί της για πάντα. Κι έπειτα, μέσα απ’ τη συνήθεια μαθαίνεις ν’ αγαπάς. Γιατί καθετί που δέχεται απανωτά χτυπήματα, όσο ελαφρά και να ναι, με τον καιρό νικιέται και υποκύπτει. Δεν βλέπεις πώς με τα χρόνια το νερό πέφτοντας στάλα-στάλα σκάβει το βράχο;

Η επικούρεια θεραπεία

Ο αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος Επίκουρος (341-270 π. Χ) υποστήριζε ότι ο φόβος του θανάτου είναι χάσιμο χρόνου και βασίζεται σε κακή λογική. Είναι μια ψυχική διάθεση την οποία πρέπει να ξεπεράσουμε.
 
Ο Επίκουρος γεννήθηκε στη Σάμο. Πέρασε τον περισσότερο χρόνο της ζωής του στην Αθήνα, όπου έγινε μια θρυλική μορφή προσελκύοντας πολλούς μαθητές οι οποίοι ζούσαν μαζί του σε μια κοινότητα. Αυτή περιλάμβανε επίσης γυναίκες και σκλάβους –κάτι σπάνιο για την αρχαία Αθήνα. Διεύθυνε τη φιλοσοφική του σχολή σε ένα σπίτι με κήπο, γι' αυτό και έμεινε γνωστό ως ο κήπος. Ήταν σημαντικό για όσους τον ακολουθούσαν να εφαρμόζουν στην πράξη τη φιλοσοφία του, όχι απλώς να τη μαθαίνουν
 
Για τον Επίκουρο, το μυστικό της ζωής, είναι να καταλάβουμε ότι αναζητούμε ηδονή και, ακόμα πιο σημαντικό, ότι αποφεύγουμε την οδύνη όποτε μπορούμε. Αυτά μας παρακινούν. Ο καλύτερος τρόπος να ζείτε, συνεπώς, είναι ο εξής: να έχετε έναν απλούστατο τρόπο ζωής, να είστε καλοί με τους γύρω σας και να περιστοιχίζεστε από φίλους. Με αυτόν τον τρόπο θα μπορείτε να ικανοποιείτε τις περισσότερες επιθυμίες σας. Δε θα θέλετε κάτι που δε θα μπορείτε να το αποκτήσετε. Είναι πολύ καλύτερο να ζείτε απλά. Αν οι επιθυμίες σας είναι απλές, ικανοποιούνται εύκολα, συνεπώς έχετε τον χρόνο και την ενέργεια να απολαμβάνεται τα πράγματα που έχουν σημασία. Αυτή ήταν η συνταγή του Επίκουρου για την ευτυχία και έχει πολύ νόημα.
 
Αυτή η διδασκαλία ήταν μια μορφή θεραπείας. Στόχος του Επίκουρου ήταν να θεραπεύσει τους μαθητές του από την ψυχική οδύνη και να τους δείξει πως ο σωματικός πόνος γίνεται ανεκτός όταν θυμόμαστε περασμένες ηδονές. Επισήμαινε πως οι ηδονές είναι ευχάριστες την εκάστοτε στιγμή, αλλά είναι επίσης ευχάριστες όταν τις θυμόμαστε μετά, συνεπώς μας ωφελούν και μακροπρόθεσμα. Καθώς πέθαινε και βρισκόταν σε επώδυνη κατάσταση έγραψε σε ένα φίλο του για το πώς κατόρθωσε να αποστασιοποιηθεί από την αρρώστια του ενθυμούμενος τη χαρά από τις παλαιότερες συζητήσεις τους.
 
Όλα αυτά διαφέρουν από τη σημερινή σημασία της λέξης «επικούρειος». Σημαίνει σχεδόν το αντίθετο. Ένας «επικούρειος» άνθρωπος αρέσκεται σε καλό φαγητό, ενδίδει στην πολυτέλεια και την αισθησιακή ηδονή. Τα γούστα του Επίκουρου ήταν πολύ πιο απλά. Δίδασκε την ανάγκη να είναι κανείς μετριοπαθής: όποιος παραδίδεται σε άπληστες ορέξεις απλώς δημιουργεί όλο και περισσότερες επιθυμίες, οπότε στο τέλος προκαλεί την ψυχική αγωνία του ανεκπλήρωτου πόθου. Μια τέτοια ζωή αέναης επιθυμίας πρέπει να αποφεύγεται. Αυτός και οι οπαδοί του ζούσαν με ψωμί και νερό. Παρά ταύτα, οι εχθροί του υποστήριζαν ότι στην κοινότητα του Κήπου οι Επικούρειοι έτρωγαν, έπιναν, και έκαναν σεξ σε ένα ατελείωτο όργιο. Έτσι προέκυψε η νεότερη σημασία της λέξης «επικούρειος».  
 
Σύμφωνα με μαρτυρίες, ο Επίκουρος, έγραψε κάπου τριακόσια βιβλία σε πάπυρο αν και κανένα δεν έχει σωθεί. Ότι γνωρίζουμε για αυτόν προέρχεται κυρίως από σημειώσεις των οπαδών του. Μια άλλη σημαντική πηγή πληροφοριών για τη διδασκαλία του Επίκουρου είναι το μακροσκελές ποίημα Για τη φύση των πραγμάτων του Ρωμαίου φιλόσοφου-ποιητή Λουκρήτιου. Αυτό το ποίημα, που το συνέθεσε ο Λουκρήτιος πάνω από διακόσια χρόνια μετά το θάνατο του Επίκουρου, συνοψίζει τις βασικές διδασκαλίες της σχολής του.
 
Ας επανέλθουμε λοιπόν στο ερώτημα του Επίκουρου: γιατί δεν πρέπει να φοβάστε τον θάνατο; Ένας λόγος είναι ότι δεν τον βιώνετε. Ο θάνατος σας δεν θα είναι κάτι που θα συμβεί σ’ εσάς. Όταν συμβεί δε θα είστε εκεί. Ο φιλόσοφος του 20ου αιώνα Λούντβιχ Βιτγκενστάιν έγραψε κάτι παρόμοιο στο Tractatus Logico-Philosophicus: «Ο θάνατος δεν είναι ένα γεγονός στη ζωή». Σύμφωνα με αυτή την ιδέα, τα γεγονότα είναι πράγματα που βιώνουμε, αλλά ο ίδιος ο θάνατός μας είναι μια αφαίρεση της πιθανότητας της εμπειρίας, όχι κάτι επιπλέον το οποίο θα μπορούσαμε να συνειδητοποιήσουμε και κάπως να βιώσουμε. 
 
Όταν φανταζόμαστε τον ίδιο μας τον θάνατο, υποστήριζε ο Επίκουρος, οι περισσότεροι κάνουμε το λάθος να σκεφτόμαστε πως θα έχει απομείνει κάτι από μας το οποίο θα νιώθει ότι θα έχει συμβεί στο νεκρό σώμα. Αλλά έτσι παρανοούμε αυτό που είμαστε. Είμαστε δεμένοι στο συγκεκριμένο σώμα μας, τη σάρκα και τα οστά μας. Σύμφωνα με τον Επίκουρο, αποτελούμαστε από άτομα (αν και με αυτό τον όρο εννοούσε κάτι διαφορετικό απ’ ότι εννοούν οι νεότεροι επιστήμονες). Μόλις αυτά τα άτομα διαλυθούν με τον θάνατο, δεν υπάρχουνε πια ως πρόσωπο με τη δυνατότητα της συνείδησης. Ακόμα και αν κάποιος κατόρθωνε να επανασυνδέσει όλα τα κομμάτια αργότερα και να εμφυσήσει ζωή στο ανασυγκροτημένο σώμα, αυτό δε θα είχε καμιά σχέση μ’ εμένα. Το νέο έμβιο σώμα δεν θα ήμουν εγώ, παρ’ ότι θα έμοιαζε μ’ εμένα. Δε θα ένιωθα τους πόνους του, επειδή, μόλις το σώμα πάψει να λειτουργεί, τίποτα δεν μπορεί να το επαναφέρει στη ζωή. Η αλυσίδα της ταυτότητας θα έχει σπάσει. 
 
Ο Επίκουρος πίστευε πως μπορούσε να θεραπεύσει τους οπαδούς του από το φόβο του θανάτου και με το να επισημαίνει τη διαφορά ανάμεσα σε όσα νιώθουμε για το μέλλον και με όσα νιώθουμε για το παρελθόν. Νοιαζόμαστε για το ένα μα όχι για το άλλο. Σκεφτείτε το χρόνο προτού γεννηθείτε, όλο αυτό το χρόνο όπου δεν υπήρχατε. Όχι μόνο τις εβδομάδες που βρισκόμασταν στη μήτρα της μητέρας σας και θα μπορούσατε να είχατε γεννηθεί πρόωρα, ή ακόμα το σημείο προτού οι γονείς σας σας συλλάβουν και ήσασταν απλώς μια πιθανότητα για αυτούς, αλλά τα δισεκατομμύρια χρόνια προτού γεννηθείτε. Συνήθως δεν ανησυχούμε επειδή δεν υπήρχαμε όλες αυτές τις χιλιετίες πριν από τη γέννησή μας. Γιατί να νοιάζεται κάποιος για όλο αυτό το χρόνο όπου δεν υπήρχε; Αν όμως αυτό ισχύει, γιατί να νοιαζόμαστε τόσο πολύ για όλους τους αιώνες της μη ύπαρξης μας μετά θάνατον; Η σκέψη μας είναι ασύμμετρη. Έχουμε την προκατάληψη να ανησυχούμε για το χρόνο μετά το θάνατό μας παρά για το χρόνο πριν από τη γέννησή μας. Ο Επίκουρος το θεωρούσε λάθος. Μόλις το καταλάβετε, θα αρχίσετε να σκέφτεστε τον χρόνο μετά το θάνατό σας όπως σκέπτεστε τον πρότερο χρόνο. Τότε δε θα νοιάζεστε τόσο πολύ.
 
Κάποιοι άνθρωποι ανησυχούν πολύ πως θα τιμωρηθούν, μετά θάνατον. Ο Επίκουρος απέρριπτε και αυτή την ανησυχία. Οι θεοί δεν ενδιαφέρονται πραγματικά για τη δημιουργία τους, έλεγε με σιγουριά στους οπαδούς του. Υπάρχουν ανεξάρτητα από μας και δεν εμπλέκονται σε όσα γίνονται στον κόσμο. Έτσι θα είστε μια χαρά. Αυτή είναι η θεραπεία του, ο συνδυασμός αυτός των επιχειρημάτων. Ο Επίκουρος συνόψισε τη φιλοσοφία του στην επιτύμβια επιγραφή του:
 
«Δεν ήμουν - Ήμουν - Δε με νοιάζει»

Το σύμπαν συνωμοτεί, μας δοκιμάζει

Το σύμπαν είναι ικανό να σου προσφέρει ότι ζητήσεις, να γίνει υπηρέτης σου για να σε κάνει ευτυχισμένο. Ένα πράγμα μονάχα ζητά από σένα, να απαιτείς από εκείνο μόνο πράγματα που πραγματικά επιθυμείς. Να μην παίζεις μαζί του, να μην το εξαπατάς.

Βέβαια πολλές φορές δεν ξέρεις τι ακριβώς θες. Έτσι, ζητάς τον ουρανό με τ’ άστρα από το σύμπαν με την ελπίδα να σου χαρίσει έστω και το πιο μικρό του άστρο. Μα ούτε αυτό στο δίνει. Γιατί το σύμπαν δεν χαρίζεται, χρυσό μου, διεκδικείται και κερδίζεται. Για το σύμπαν, το να διεκδικείς αυτό που θες είναι η απόδειξη ότι αξίζεις να το αποκτήσεις.

Το σύμπαν δε μας χαρίζει ό,τι επιθυμούμε. Μας δοκιμάζει για να ανακαλύψει αν το αξίζουμε. Βάζει εμπόδια ανάμεσα σε μας και τις επιθυμίες μας. Χτίζει φράχτες και τοίχους που μας χωρίζουν από τα όνειρα μας. Και εμείς; Τι κάνουμε εμείς; «Τα γκρεμίζουμε» μας φωνάζει η λογική μας. Μα τα γκρέμισες; Ή μήπως συμβιβάστηκες με ένα μικρό άστρο ενώ λαχταρούσες ολόκληρο φεγγάρι; Μα ποιο φεγγάρι; Αξίζεις εσύ το φεγγάρι; Τόσο όμορφο και λαμπερό, τόσο εντυπωσιακό και μοναδικό. Είναι ένα και εσύ δεν είσαι ο μόνος που το διεκδικείς.

Για δες, έφτασες στα μέσα του τοίχου. Σχεδόν γκρεμίστηκε μα οι αντοχές σου στέρεψαν. Κάποιος πιο δυνατός τον γκρέμισε πριν προλάβεις εσύ. Μην πεις ότι είναι άδικο, δεν είναι. Το σύμπαν είναι πάντα δίκαιο και περιμένει διαρκώς από σένα να του αποδείξεις μέχρι που μπορείς να φτάσεις για τα όνειρα σου. Τον βλέπεις να κρατά το φεγγάρι σου και να χαμογελά. Μοιάζει αλήθεια ικανοποιημένος. Τι θα κάνεις τώρα; Τι θα σκεφτείς; Μην ξεχάσεις, όσο ζεις, το σύμπαν σου δίνει διαρκώς ευκαιρίες. Ακόμα και όταν νιώσεις πως όλα έχουν τελειώσει, το σύμπαν σε μια απρόσμενη στιγμή θα σου δώσει μια ακόμα ευκαιρία. Τι θα κάνεις, λοιπόν; Θα την εκμεταλλευτείς;

Είναι γνωστό πως όταν κάτι το θέλεις πάρα πολύ, όλο το σύμπαν συνωμοτεί για να γίνει δικό σου. Κάποιοι άνθρωποι δεν το πιστεύουν αυτό, υπάρχουν όμως πολλοί που το πιστεύουν και απογοητεύονται όταν νιώθουν ότι το σύμπαν πρόδωσε τις προσπάθειες τους. Αν ανήκεις σε αυτή την κατηγορία, να θυμάσαι πως όταν θέλεις κάτι πάρα πολύ, πράγματι όλο το σύμπαν συνωμοτεί για να γίνει δικό σου. Πρόσεξε όμως, όταν θέλεις κάτι πάρα πολύ. Όταν είσαι ικανός να κάνεις τα πάντα στο όνομα αυτού του «κάτι».

Και αν προσπάθησες και απογοητεύτηκες, και αν θεωρείς πως το σύμπαν δε σε έχει ανταμείψει, και αν νιώθεις ότι ήθελες κάτι πάρα πολύ μα δεν πραγματοποιήθηκε να θυμάσαι από δω και πέρα πως ό,τι δε γίνεται στη ζωή σου, δεν το θες αρκετά. Σταμάτα να κυνηγάς τα αδύναμα θέλω σου και ξεκίνα να διεκδικείς το “πάρα πολύ” που κρύβεις μέσα σου. Σταμάτα να αμφισβητείς αν τελικά το σύμπαν συνωμοτεί. Ναι, συνωμοτεί, όχι για τα θέλω σου όμως, συνωμοτεί για τα πάρα πολύ σου.

Τα σύγχρονα ζευγάρια δεν πεθαίνουν από εγωισμό ή από υπερβολική έγνοια για τα υλικά αγαθά, πεθαίνουν από μοιραίο ηρωισμό, από υπερβολικές προσδοκίες

Να ποιο είναι το σημερινό όνειρο: όλα σε ένα· όλα ή τίποτα. Ένα και μοναδικό πλάσμα πρέπει να συμπυκνώσει το σύνολο των προσδοκιών μας: αν δεν τα καταφέρνει σ’ αυτή την αποστολή, το παραμερίζουμε και προχωρούμε παρακάτω. Η τρέλα είναι το να θέλουμε να τα συμφιλιώσουμε όλα – την καρδιά και τον ερωτισμό, την ανατροφή των παιδιών και την κοινωνική επιτυχία, το πάθος και τη διάρκεια. Τα σύγχρονα ζευγάρια δεν πεθαίνουν από εγωισμό ή από υπερβολική έγνοια για το χρήμα και τα υλικά αγαθά· πεθαίνουν από μοιραίο ηρωισμό, από υπερβολικές προσδοκίες.

Η μεγαλειώδης ιδέα του ζευγαριού και της ευτυχίας τούς γδέρνει όπως γδέρνει το συρματόπλεγμα τους φυλακισμένους. Οι γυναίκες είναι υποχρεωμένες να παίζουν τέλεια τον ρόλο της μαμάς, της πόρνης, της φίλης, της φλογερής ερωμένης· οι άνδρες είναι υποχρεωμένοι να παίζουν τέλεια το ρόλο του μπαμπά, του εραστή, του συζύγου και του κουβαλητή: αλίμονο σε όποιον δεν πληροί αυτές τις προϋποθέσεις!

Στις παραδοσιακές αιτίες της συζυγικής δυστυχίας – τη φθορά του χρόνου, την κούραση των σωμάτων – προσθέτουμε ένα σύγχρονο τοξικό συστατικό: την υπέρμετρη φιλοδοξία.

Το ζευγάρι ναυαγεί όπως το υπερφορτωμένο καράβι: πασχίζει να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων, να διατηρήσει τη σφοδρότητα των αισθημάτων και να αντιμετωπίσει την καθημερινότητα.
Έλεος!

Τρελός πλατωνισμός: αγαπάμε τον έρωτα περισσότερο από τα ίδια τα άτομα· τον αναζητούμε μέσω διαφορετικών προσώπων που διαδέχονται το ένα το άλλο, αντί να συγκεντρωθούμε σε ένα και μοναδικό πρόσωπο και να το αγαπάμε περισσότερο από όλα. Κακολογούμε τις σημερινές μας σχέσεις στο όνομα μιας φανταστικής ένωσης, λες και κανένα πλάσμα δεν είναι άξιο να του μεταβιβάσουμε την ελευθερία μας. Ποτέ δεν νιώθουμε πληρότητα, ποτέ οι ελπίδες μας δεν ικανοποιούνται ολοκληρωτικά, πάντα πιστεύουμε ότι αξίζουμε κάτι καλύτερο. Υπάρχει μια τρομερή γαλλική παροιμία: “Ακόμα και η ωραιότερη γυναίκα στον κόσμο δίνει αυτό που έχει, δεν μπορεί να δώσει τίποτα περισσότερο”. Άσχετο αν αυτό που έχει είναι ήδη τόσο υπέροχο που θα έπρεπε να την ευχαριστούμε γονατιστοί που μας το προσφέρει.

Ο παραλογισμός έχει άσχημα αποτελέσματα: τα ζευγάρια έγιναν πιο εύθραυστα από τότε που η ζωή ανά δύο έγινε το πρότυπο της προσωπικής εξέλιξης και ευδαιμονίας. Θέλοντας να επιτύχουν σώνει και καλά, αγχώνονται, φοβούνται τον νόμο της εντροπίας, την ανία του “νεκρού χρόνου”.

Η παραμικρή μείωση της έντασης βιώνεται σαν φιάσκο, σαν απόρριψη.

Δίνοντας τόση σημασία στην ερωτική φρενίτιδα, βάζουμε τους συζύγους σε κίνδυνο: ο δεσμός τους λιώνει κυριολεκτικά μέσα στον πυρετό και τα όρια μεταξύ τους εξασθενούν. Η οικιακή σφαίρα γίνεται το διακύβευμα μιας τιτάνιας μάχης ανάμεσα στην έκσταση που αναζητείται και στην τετριμμένη καθημερινότητα που βιώνεται.

Ο έρωτας – πάθος είναι η αγάπη για το πάθος, δηλαδή για τα βάσανα, για τον πόλεμο, για την “κόψη του ξυραφιού”, για τον υπερθεματισμό, για τη διαρκή αντιπαράθεση. Μόλις ακούγεται η λέξη “πάθος” αναδύονται εικόνες θύελλας, δακρύων, κραυγών και βογκητών. Ωστόσο, αν θέλουμε να διαρκέσουμε ως ζευγάρι έχουμε ανάγκη από χαρά, κανονικότητα και ενθουσιασμό.

Δεν υπάρχει καμιά ανάγκη “λατρείας” για να ζούμε πλάι πλάι: αρκεί να εκτιμάμε ο ένας τον άλλον, να μας αρέσουν παρόμοια πράγματα, να επιδιώκουμε το μέγιστο της δυνατής ευτυχίας και αρμονίας στη συμβίωσή μας. Πρέπει να πάψουμε να υποτάσσουμε την κοινή μας ζωή – αν θέλουμε να διαρκέσει – στην επιβεβλημένη “νόρμα” της αδιάλειπτης έξαψης.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι να αγαπάμε κι είναι όλοι τους αποδεκτοί, παρότι έχουμε πάντα την τάση να κρίνουμε εκείνους που διαφέρουν από τον δικό μας.

Αυτή η κρίση δεν έχει πάντα ηθικό περιεχόμενο· γεννιέται από μια ανησυχία: κι αν έχω κάνει λάθος; Αν έχω πάρει το πράγμα στραβά;

Το κάθε ζευγάρι είναι ένα αίνιγμα για τα άλλα ζευγάρια, τόσο στις αποτυχίες όσο και στις επιτυχίες του.

Μερικά ζευγάρια είναι διαχυτικά και εξαντλούνται από την υπερβολικά στενή συμβιωτικότητα· άλλα είναι αταίριαστα και αντέχουν κουτσά στραβά για χρόνια και χρόνια· υπάρχουν κι εκείνα που οφείλουν τη διάρκειά τους στην αχαλίνωτη κοινωνική φιλοδοξία.

Υπάρχουν ζευγάρια ανοιχτά στον κόσμο και στους θαυμαστές τους, άλλα όπου οι σύζυγοι χοντραίνουν μαζί και τυλίγονται στη χαρά της αμοιβαίας πάχυνσης.

Η ΑΙΤΙΑΚΗ ΕΞΗΓΗΣΗ ΚΑΙ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΣΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ

Το ερώτημα που απασχολεί τους μελετητές της θεωρίας και μεθοδολογίας της Ιστορίας είναι γιατί επιστρέφουμε συνεχώς στον Θουκυδίδη. Μήπως δεν εξαντλήθηκε το περιεχόμενο του έργου του και υπάρχουν ακόμα και άλλα ενδιαφέροντα σημεία της αφήγησης και της κριτικής; Τι νέο μπορεί να φέρει η νέα έρευνα;
 
Μια απάντηση είναι ότι υπάρχουν πολλά ανοιχτά ερωτήματα σχετικά με τη μεθοδολογία της Ιστορίας που συνδέονται με τη σύγχρονη σκέψη. Μια διάσταση αυτών των ερωτημάτων είναι η αναζήτηση των γεγονότων του παρελθόντος ως πληροφορία και μεταφορά στην αφήγηση και το λόγο. Οι νέες μελέτες αποκαλύπτουν και άλλες πλευρές της σκέψης του ιστορικού, διαλεκτικές και ορθολογικές, που διατυπώθηκαν με τη μορφή του κριτικού σχολιασμού, πιο κοντά στην ερμηνεία.
 
Μέχρι σήμερα, ο Θουκυδίδης θεωρείται ο πατέρας της επιστημονικής αντίληψης της ιστορικής μεθόδου, η οποία αναζητάει την αντικειμενικότητα και αλήθεια των γεγονότων του παρελθόντος. Ο Έλληνας ιστορικός έζησε τον 5° αιώνα π. X., εποχή κατά την οποία διαμορφώνεται η φιλοσοφική και ιστορική θεώρηση για τη φυσική και κοινωνική πραγματικότητα και ανιχνεύονται όψεις των ορίων του κόσμου. Οι Σοφιστές και ο Σωκράτης ρωτούν αν υπάρχει αληθινός κόσμος με υλική - εμπειρική υπόσταση ή είναι νοητικός και ιδεατός στο πλαίσιο της σύμβασης, αντικειμενικός ή υποκειμενικός.[1]
 
Το θεμελιώδες ερώτημα, ποια είναι η πηγή της γνώσης μας για τον κόσμο, σχετίζεται με το αμετάβλητο, το σταθερό, που εκφράζεται με το νόμο και την κανονικότητα, έξω από την ανθρώπινη συνείδηση, και το υποκειμενικό που είναι πιο κοντά στον ορθό λόγο και τη γλώσσα. Ποια είναι τα κριτήρια της εγκυρότητας και της αλήθειας;
 
Ο Θουκυδίδης τοποθετείται ανάμεσα στη φυσική, αναλλοίωτη ή και μεταβαλλόμενη εμπειρική πραγματικότητα των γεγονότων και τις ορθολογικές κανονικότητες και νόμους. Επεξεργάζεται και μια σχέση ανάμεσα στην αναγκαιότητα και νομοτέλεια ως αλήθεια που περιέχει μια βεβαιότητα και τη φυσική τάξη που περιέχει ένα ρυθμό επανάληψης.[2] Θεωρεί ότι η πραγματικότητα των γεγονότων είναι «εἰρημένων τεκμηρίων» «ἀληθέστερον», «ἐγγυτάτη τῆς ξυμπάσης γνώμης των ἀληθώς λεχθέντων», Α21- A 22, όπου κυριαρχεί η αλήθεια.
 
Ο μεγαλύτερος βαθμός ακρίβειας των γεγονότων για τον ιστορικό είναι η βαθύτερη ουσία των πραγμάτων, των πράξεων των ανθρώπων και ταυτίζεται με την αντικειμενικότητα και την αλήθεια.[3] Η λεπτομερής εξακρίβωση και διασταύρωση των πράξεων αποκαλύπτει και άλλες πλευρές των γεγονότων που μένουν κρυφές, όπως οικονομικές, κοινωνικές, πολιτικές, ψυχολογικές, ηθικές, ιδεολογικές και σταδιακά ολοκληρώνουν την τεκμηριωμένη προσέγγιση.
 
Όσο πιο επίμονα ερευνούμε τι έγινε, πώς έγινε και γιατί έγινε, πλησιάζουμε στη γένεση και αρχή της φύσης των πραγμάτων, την αιτιακή εξήγηση και ερμηνεία. Σύμφωνα με τον Σατελέ, η ιστορία του Θουκυδίδη αποτελεί «κατά κύριο λόγο μια τεκμηριωμένη μελέτη, αποβλέπουσα στην εξαγωγή γενικών νόμων της ιστορικής εξέλιξης και πολύ λιγότερο μια αφήγηση που σκοπό έχει τη διατήρηση των γεγονότων του παρελθόντος».[4]
 
Για τον Θουκυδίδη, τα ιστορικά γεγονότα είναι μορφές διατάραξης της φυσικής τάξης, που μπορεί να έχει αποτυπωθεί στην καθημερινή συμβίωση των ανθρώπων που μοιάζει σαν σταθερή και αμετάβλητη. Η βεβαιότητα της διατήρησης μιας μορφής σταθερότητας αίρεται με τον πόλεμο και τη βία που έρχεται να δείξει ότι μια σειρά από επαναλαμβανόμενες πράξεις οδηγούν σε νέες κανονικότητες και νόμους. Η επαναλαμβανόμενη αναφορά στην «ἀνθρωπείαν φύσιν» παραπέμπει σε αυτήν τη διάσταση, ότι εμφανίζονται και νέες μορφές επαναληψιμότητας. Η σκέψη του Θουκυδίδη κατευθύνεται στο ερώτημα αν οι νέες αυτές μορφές, που εμφανίζονται στον πόλεμο, μπορούν να ανατρέψουν τη φυσική τάξη, της τέλειας Αθηναϊκής Δημοκρατίας, η οποία περιλαμβάνει τη λειτουργία των κοινωνικών-πολιτικών θεσμών, τη συμμετοχή των πολιτών στις αποφάσεις για τη λύση των προβλημάτων, την ελευθερία λόγου, ισονομία, ισότητα και να οδηγηθεί στην παρακμή και την καταστροφή.[5]
 
Επομένως, υπάρχουν βαθύτερα γεγονότα που δεν κινούνται μόνο στη σφαίρα της ιδεολογίας και της ηθικής, αλλά και της υλικής και οικονομικής πραγματικότητας. Αναζητεί τις γενετικές ρίζες στην ιστορία των ελληνικών πόλεων και πού γεννιούνται οι αντιθέσεις, πολιτικές, κοινωνικές και ταξικές. Η ορθολογική τάξη της οικονομικής και πολιτικής ηγεμονίας διαρκεί λιγότερο απ’ όσο θεωρητικά υπολόγιζαν οι οραματιστές της εποχής.
 
Η δεύτερη πλευρά της Φυσικής τάξης περιέχει τη διατάραξη της ισορροπίας που φαντάζει ως παράβαση. Η οικονομική ηγεμονία απαιτεί επέκταση στρατιωτική, γιατί δεν μπορεί να διατηρηθεί ο υλικός πλούτος που χρειάζεται για να ικανοποιηθεί η πολιτεία. Επομένως, αναζητούνται τα αίτια που διαμορφώνουν τη νέα πολιτική ιδεολογία και διπλωματία με σκοπό την κυριαρχία.
 
Οι συζητήσεις γίνονται στο πλαίσιο του πολιτικού και ρητορικού λόγου της Δημηγορίας και τίθενται τα ερωτήματα.
 
1. Δίκαιη ή άδικη πράξη. 2. Διατήρηση της ελευθερίας και αντίσταση με σκοπό την ισοτιμία, ισονομία και ελευθερία συνείδησης. 3. Απόδοση δικαιοσύνης και τελικός κριτής ο Ηγεμών, ο ισχυρότερος, ο οποίος γίνεται εγγυητής του Διεθνούς Δικαίου;[6]
 
Ο Θουκυδίδης αναρωτιέται μήπως υπάρχει τελική Δικαιοσύνη στον πόλεμο και αποκαλύπτει ότι δεν εξηγείται η βία με ηθικούς όρους. Και οι συγκρούσεις υπερβαίνουν την ορθολογική διάσταση. Τα υλικά κίνητρα και συμφέροντα δίνουν μια εξήγηση. Ο Θουκυδίδης κρατάει μια επιφύλαξη για την ψυχολογία, τα πάθη, τα κίνητρα και την παθολογία του πολέμου. Δεν μπορεί να εξηγήσει μέχρι τέλους την κίνηση ανάμεσα στα ταξικά και πολιτικά συμφέροντα και την ηθική. Όμως, προβάλλει σταθερά τα υλικά συμφέροντα και επιμένει ότι βρίσκονται πίσω από την ψυχολογία, τη βία, τα εγκλήματα και τις αντεκδικήσεις που παρουσιάζονται στις εμφύλιες διαμάχες που κυριαρχούν στις πόλεις.
 
Ο Θουκυδίδης προβαίνει σε μια αιτιακή εξήγηση των υλικών συμφερόντων και της αναπόφευκτης κατεύθυνσης των γεγονότων. Με τον πόλεμο αλλάζει η οπτική και οι αναγκαιότητες μετατρέπονται σε οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα: Αποκαλύπτεται πίσω από τα υλικά κίνητρα και συμφέροντα ο πολιτικός λόγος που συγκροτείται στη βάση του λογικού επιχειρήματος.[7] Αναδεικνύονται το ύφος και η δύναμη του ρητορικού-σοφιστικού και παραπειστικού λόγου που δεν λέει ολόκληρη την αλήθεια, αλλά μέρος αυτής. Με την αφήγηση όμως των γεγονότων πλησιάζουμε την αλήθεια. Με ορθολογικό τρόπο δικαιολογούνται τα εγκλήματα πολέμου, όπως οι εκτελέσεις μεγάλου μέρους του πληθυσμού της πόλης που χάνει τον πόλεμο και υποτάσσεται.
 
Ο Θουκυδίδης παραπέρα εξηγεί ότι αιτία της επέκτασης του πολέμου δεν είναι μόνο η αλαζονεία της δύναμης των ηγεμόνων της Αθήνας, αλλά και η προσωπική θέση των ηγετών, που παρασύρουν ως δημαγωγοί την πόλη προς άλλες κατευθύνσεις (ιδιόμορφα επιχειρήματα ερμηνεύει τη στρατηγική του πολέμου και εξηγεί την ήττα που είναι και μέρος της τραγωδίας και της καταστροφής μιας πολιτείας). 
 
Η ιστορική γένεση, εξέλιξη και συγκρότηση των ελληνικών πόλεων-κρατών
 
Ο Θουκυδίδης, από την αρχή του έργου του, συνδέει την εξέλιξη των πόλεων με τους «πολέμους» και τις «στάσεις» που έχουν ως αιτία τα οικονομικά-υλικά συμφέροντα.[8]
 
«Διά γάρ ἀρετήν γῆς αἵ τε δυνάμεις τισί μείζους ἐγγιγνόμεναι στάσεις ἐνεποίουν ἐξ ὧν ἐφθείροντο καί ἅμα ὑπό ἀλλοφύλων μᾶλλον ἐπεβουλεύοντο» Α,2,4.
 
Εξηγεί ότι ο πλούτος της γης δημιουργούσε ταξικές συγκρούσεις, έτσι ώστε «ἐκ γάρ τῆς ἄλλης Ἑλλάδος οἱ πολέμῳ ἤ στάσει ἐκπίπτοντες παρ’Αθηναίους οἱ δυνατώτατοι ὡς βέβαιον ὄν ἀνεχώρουν» Α,2,4.
 
Οι πολιτικοί εξόριστοι, αυτοί που έχασαν το πλούτο, κατέφευγαν σε άλλες πόλεις-κράτη, όπως η Αθήνα, και δημιουργούσαν μια πολιτική βάση ισχυρή. Όπως θα φανεί παρακάτω, αυτή συνδέθηκε με το εμπόριο και τη ναυτιλία και δημιούργησε πλούτο.
 
Στην «Αρχαιολογία» του ο Θουκυδίδης εξηγεί ότι τα ισχυρά κράτη του ελλαδικού χώρου που βασίστηκαν στις φυλές ελληνικής καταγωγής συγκροτήθηκαν με υλικούς όρους ανάπτυξης. Οι γεωγραφικοί και άλλοι υλικοί όροι οδήγησαν στην επεκτατική πολιτική της αρπαγής του πλούτου και τελικά στην ανάπτυξη.[9]
 
«Οἱ γάρ Ἕλληνες τό πάλαι καί τῶν βαρβάρων οἱ τέ ἐν ταῇ ἠπείρῳ παραθαλάσσιοι καί ὅσοι νήσους εἶχον, ἐπειδή ἤρξαντο μᾶλλον περαιοῦσθαι ναυσίν ἐπ’ ἀλλήλους, ἐτράποντο πρός ληστείαν, ἡγουμένων ἀνδρῶν οὐ τῶν ἀδυνατωτάτων κέρδους τοῦ σφετέρου αὐτῶν ἕνεκα καί τοῖς ἀσθενέσι τροφῆς, καί προσπίπτοντες πολεσιν ἀτειχίστοις καί κατά κώμας οἰκουμέναις, ἤρπαζον...» Α,5,1.
 
Ο Θουκυδίδης εξηγεί ότι οι πόλεις που κτίστηκαν σε γεωγραφικές περιοχές όπου παρά­γοντες, όπως η θάλασσα και το κλίμα, ευνοούσαν την ανάπτυξη μέσω του εμπορίου, διαμόρ­φωναν την πολιτική και τη στρατηγική, κτίζοντας τείχη και οργανώνοντας στρατό για την άμυνα. Αυτή είναι μια επαρκής αιτιακή εξήγηση σχετικά με τη δύναμη και την κυριαρχία της πόλης-κράτους.
 
«Τῶν δέ πόλεων ὅσαι μέν νεώτατα ῴκίσθησαν καί ἤδη πλωιμωτέρων ὄντων, περιουσίας μᾶλλον ἔχουσαι χρημάτων, ἐπ’ αὐτοῖς τοῖς αἰγιαλοῖς τείχεσιν ἐκτίζοντο καί τούς ἰσθμούς ἀπελάμβανον ἐμπορίας τε ἕνεκα καί τῆς πρός τούς προσοίκους ἕκαστοι ἰσχύος».  Α,7.
 
Ο ιστορικός εξηγεί ότι το εμπόριο ήταν η αιτία της ανάπτυξης και άλλων κρατών, όπως της Αίγινας και Αθήνας: «ταϋτα γάρ τελευταία προ τής Ξέρξου στρατείας ναυτικό αξιόλογα έν τή Ελλάδι κατέστη. Αίγινήται γάρ καί Αθηναίοι, καί οίτινες άλλοι, βραχέα έκέκτηντο καί τούτων τά πολλά πεντηκοντόρους». Α,14,3.
 
Και για να εξηγήσει τη μεγάλη συγκέντρωση στρατού που οδήγησε στον Πελοποννησιακό πόλεμο διερεύνησε αιτιακά και εξελικτικά τα γεγονότα, λέγοντας ότι αυτό δεν χρειάσθηκε να γίνει ποτέ στο παρελθόν, γιατί υπήρχε ισορροπία ανάμεσα στα ισχυρά κέντρα εξουσίας, σχετικά με την οικονομική πολιτική κατανομή και τις αγορές. Μόνο γειτονικές διαφορές υπήρξαν και τοπικοί πόλεμοι μικρής διάρκειας. «Κατά γῆν δέ πόλεμος, ὄθεν τις καί δύναμις παρεγένετο, οὐδείς ξυνέστη· πάντες δέ ἦσαν, ὅσοι καί ἐγένοντο, πρός ὁμόρους τούς σφετέρους ἑκάστοις, καί ἐκδήμους στρατείας πολύ ἀπό ταῆς ἑαυτῶν ἐπ’ ἀλλων καταστροφή οὐκ ἐξῇσαν οἱ Ἑλληνες». A, 15,2.
 
Ο ιστορικός προσπαθεί να εξηγήσει ότι η ενότητα των στρατιωτικών δυνάμεων που πραγ­ματοποιείται απέναντι σε ένα εξωτερικό εχθρό, όπως ήταν οι Πέρσες, δεν διαρκεί για μεγάλο χρονικό διάστημα, γιατί τα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα είναι ισχυρότερα από την εθνική ή ιδεολογική κοινή στάση.
 
«Καί ὀλίγον μέν χρόνον ξυνέμεινεν ἡ ὁμαιχμία, ἔπειτα διενεχθέντες οἱ Λακεδαιμόνιοι καί Ἀθηναῖοι ἐπολέμησαν μετά τῶν ξυμμάχων πρός ἀλλήλους· καί τῶν ἄλλων Ἑλλήνων εἴ τινές πού διασταῖεν, πρός τούτους ἤδη ἐχώρουν». Α,18,3.
 
Οι οικονομικές, πολιτικές και φυλετικές αιτίες του πολέμου
 
Η φυσική τάξη, ως μια μορφή επαναλαμβανόμενης ισορροπίας ανάμεσα στα ισχυρά κράτη- πόλεις, δεν παραβιάσθηκε μέχρι τότε (431 π.χ.), αφού οι μεγάλες δυνάμεις είχαν συμμαχήσει ή στην πραγματικότητα υποτάξει τις μικρότερες πόλεις. Επομένως, η ισορροπία δύο κυρίως κέν­τρων με διαφορετικά οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα, πολίτευμα, θεσμούς, νόμους, δια­τηρείται μέχρι τον μεγάλο πόλεμο. Οι δύο αντίπαλοι, Λακεδαιμόνιοι και Αθηναίοι, μοίραζαν την κυριαρχία επί των εδαφών και των στρατηγικών σημείων. Με τη διεκδίκηση και άλλων συμ­φερόντων ξωτικού χώρου (χερσαίου και θαλάσσιου) διαμορφώνονται, κατά τον Θουκυδίδη, νέες αντιλήψεις περί δικαίου και, ταυτόχρονα, νέα πολιτικά επιχειρήματα, που συνδέονται με την υπεράσπιση των δικαιωμάτων και ελευθεριών των πόλεων-κρατών κατά οποιασδήποτε επιβο­λής. Τα οικονομικά συμφέροντα μετατρέπονται σε πολιτικά συμφέροντα και ελευθερίες που φέρνουν στο προσκήνιο το ‘διεθνές’ Δίκαιο που συμπίπτει με το δίκαιο του ισχυροτέρου και ρωτάει ποιος αδίκησε πρώτος.[10]
 
Ο Θουκυδίδης αφηγείται τα γεγονότα της σύγκρουσης Επιδάμνου και Κέρκυρας και τις επεμβάσεις των Κορινθίων και Αθηναίων, αναζητώντας μια αιτιακή και λογική διαδοχή, και προβάλλει τις μαρτυρίες εκείνες που εξηγούν την έναρξη του πολέμου. Μέσα από τους λόγους της αντιπροσωπείας των Κερκυραίων και Κορινθίων στην Αθήνα, συζητείται και εξηγείται το Δίκαιο του πολέμου, το οποίο ταυτίζεται με το υλικό συμφέρον των πόλεων και την πολιτική των ζωτικών χώρων και τη διεύρυνση των αγορών. Στην ουσία, γίνεται κατανοητή η επέκταση του πολέμου προς τη Δυτική Ελλάδα από την πλευρά Κερκυραίων, Κορινθίων, Λευκαδίων, Αμπρακιωτών, Αθηναίων, όπως και το αμυντικό δίκαιο της Κέρκυρας.
 
Η επέμβαση μεγαλύτερης δύναμης είναι άδικη. Οι Κερκυραίοι ζητούν συμμαχία από τους Αθηναίους, γιατί: «Ξύμμαχοί τε γάρ οὐδενός πω ἐν τῷ πρό τοῦ χρόνῳ ἑκούσιοι γενόμενοι νῦν ἄλλων τοῦτο δεησόμενοι ἥκομεν, καί ἅμα ἐς τόν παρόντα πόλεμον Κορινθίων ἔρημοι δι’αὐτό καθέσταμεν». Α,32,4. Και θεωρούν ότι είναι σωφροσύνη να συντηρείται η πόλη με τις ίδιες της τις δυνάμεις. Ζητούν ασφάλεια και ισοτιμία πράγμα το οποίο ήταν καθεστώς στους Έλληνες, ως Ελ­ληνικό Δίκαιο ή Νόμος: «δεόμενοι οἶς ἐπικαλοῦνται ἀσφάλειαν καί κόσμον οὐχ ἧσσον διδόντες ἤ ληψόμενοι παραγίγνονται». Α,33,5.
 
Ο Θουκυδίδης εξηγεί ότι οι'Ελληνες διεκδικούσαν στις πόλεις-κράτη την ισοτιμία ανάμεσα στη μητρόπολη και την αποικία. Φανερή γίνεται η πολιτική των Κερκυραίων, όπου καταγγέλ­λονται η αδικία και η εκμετάλλευση και, μόλις η ισορροπία χάνεται, πυκνώνουν τα σύννεφα ενός μεγάλου πολέμου: «Ἤν δέ λέγωσιν ὡς οὐ δίκαιον τούς σφετέρους ἀποίκους ὑμᾶς δέχεσθαι, μαθόντων ὡς πᾶσα ἀποικία εὖ μέν πάσχουσα τιμᾶ τήν μητρόπολιν, ἀδικούμενη δέ ἀλλοτριοῦται· οὐ γάρ ἐπι τῷ δοῦλοι ἀλλ’ ἐπί ταῷ ὁμοῖοι τοῖς λειπομένοις εἶναι ἐκπέμπονται». Α,34, J.
 
Ο Θουκυδίδης μέσα από τους λόγους των Κορινθίων εξηγεί ότι ο πόλεμος είναι αναπόφευ­κτος, αφού η κάθε πόλης-κράτος υπερβαίνει το Πανελλήνιο Δίκαιο και ερμηνεύει με ρητορικά σχήματα και επιχειρήματα τη στάση της. «Φασίν δέ συμμαχίαν διά τό σῶφρον οὐδενός πω δέξασθαί· τό δ’ ἐπί κακουργίᾳ καί οὐκ ἀρετῇ ἐπετήδευσαν ξύμμαχόν τε οὐδένα βουλόμενοι πρός τἀδικήματα οὐδέ μάρτυρα ἔχειν οὔτε παρακαλοῦντες αἰσχύνεσθαι» Α,37,2.
 
Οι Κορίνθιοι διαμορφώνουν σταδιακά τα επιχειρήματα του πολέμου, και ισχυρίζονται ότι δεν υπάρχουν καλές προθέσεις (αρετή) στα πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα, αλλά τρό­πος εφαρμογής της δύναμης και επιβολής. Η ουδετερότητα είναι ένα πρόσχημα για να επιβάλ­λονται οι όροι στο εμπόριο και να διατηρείται η ισορροπία.
 
Επανέρχεται το ζήτημα του Δικαίου και Αδίκου και στη Σπάρτη για την πολιτική της Αθή­νας. Η επιθετικότητα μιας μεγάλης δύναμης είναι φανερή με τα μικρά βήματα της διπλωμα­τίας: «Καί ἐπιστάμεθα οἵᾳ ὁδῷ οἱ Ἀθηναῖοι καί ὅτι κατ’ ὀλίγον χωροῦσιν ἐπί τούς πέλας» Α,69,3. Έτσι υποτάσσονται, οι γείτονες χωρίς να γίνει αντιληπτό: «χρῆν γάρ οὐκ εἰ ἀδικούμεθα ἔτι σκοπεῖν, ἀλλά κάθ ’ ὅτι ἀμυνούμεθα· οἱ γάρ δρῶντες βεβουλευμένοι πρός οὐ διεγνωκότας ἤδη καί οὐ μέλλοντες ἐπέρχονται». Α,69,2.
 
Ο Θουκυδίδης ερμηνεύει την επιθετικότητα και τον πόλεμο ως νομοτέλεια με τα λόγια των Κορινθίων. Και είναι ανάγκη να υπάρχει κίνηση και βίαιη προσαρμογή στις νέες συνθήκες και ανανέωση της στρατηγικής και πολιτικής: «Ἀνάγκη δέ ὥσπερ τέχνης αἰεί τά ἐπιγιγνόμενα κρατεῖν· καί ἡσυχαζουςῃ μέν πόλει τά ἀκίνητα νόμιμα ἄριστα, πρός πολλά δέ ἀναγκαζομένοις ἰέναι πολλῆς καί τῆς ἐπιτεχνήσεως δεῖ» Α,71,3.
 
Και το συμφέρον του ισχυροτέρου στον πόλεμο, που καταργεί το Δίκαιο, διατυπώνεται από πλευράς των Αθηναίων με προτάσεις-συλλογιστικές που είναι στην πραγματικότητα αιτιώδεις εξηγήσεις και ερμηνείες.[11]
 
«Οὕτως οὐδ’ ἡμεῖς θαυμαστόν οὐδέν πεποιήκαμεν οὐδ’ ἀπό τοῦ ἀνθρωπείου τρόπου, εἰ ἀρχήν τε διδομένην ἐδεξάμεθα καί ταύτην μή ἀνεῖμεν ὑπό (τριῶν) τῶν μεγίστων νικηθέντες, τιμῆς καί δέους καί ὠφελίας, οὐδ ’ αὖ πρῶτοι τοῦ τοιούτου ὑπάρξαντες, ἀλλ’ αἰεί καθεστῶτος τόν ἤσσω ὑπό τοῦ δυνατωτέρου κατείργεσθαι… ». Α,76,2.
 
Το ιστορικό κείμενο του Θουκυδίδη αποκαλύπτει ότι η αυτονομία, η αυτοτέλεια και ισοτι­μία ανάμεσα στις πόλεις-κράτη της Αρχαίας Ελλάδας ήταν ένα από τα υψηλά ιδανικά και τις ηθικές επιταγές. Είναι διάχυτη μια τάση πολιτικής και ηθικής ελευθερίας η οποία διατηρεί μορ­φές θεσμών εγγύησης. Ο αγώνας για διατήρηση της πολιτικής ελευθερίας ανταλλάσσεται με οποιοδήποτε τίμημα και ισούται με το αίτημα της δικαιοσύνης, ένας στόχος ο οποίος απορρο- φήθηκε από τις οικονομικές και πολιτικές αντιθέσεις. «Ἀδικούμενοί τε, ὡς ἔοικεν, οἱ ἄνθρωποι μᾶλλον ὀργίζονται ἤ βιαζόμενοι· τό μέν γάρ ἀπό του ἴσου δοκεῖ πλεονεκτεῖσθαι, τό δ’ ἀπό του κρείσσονος καταναγκάζεσθαι». Α,77,4.
 
Δεν ανέχεται λοιπόν ο άνθρωπος να αδικείται από τον ίσο ή ισότιμο και αντιδρά, αν και γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης και βίαιης εξάρτησης από τον ισχυρό. Η ιδέα ότι όπου μπορεί και μάλιστα στην ισορροπία των διαφορετικών πολιτειών, να δια­τηρεί την ελευθερία-αυτονομία και να αντιστέκεται, είναι μια επαρκής αιτιακή εξήγηση για τη συνέχιση και αύξηση του πολέμου.
 
Το δίκαιο, το νόμιμο ή η ηθική εξηγούν τη βία του πολέμου;
 
Οι αξίες και τα ιδανικά της Ειρήνης και ολοκλήρωσης μιας Πανελλήνιας Ιδέας, οικονομικής και πολιτικής, δεν μπορούσαν να οικοδομηθούν σε μια περιοχή, όπου υπήρχαν διαφορετικά συμφέροντα.
 
Οι ιδέες και αξίες που δημιούργησε η Αθήνα, στο πλαίσιο της Δημοκρατίας, δηλ. της συμ­μετοχής των πολιτών στις αποφάσεις, της Ισηγορίας και της Ισονομίας, διαμορφώθηκαν στο κέντρο μιας Ηγεμονίας, λειτούργησαν ως εύθραυστες ισορροπίες, αφού τα προβλήματα της εξωτερικής πολιτικής λύνονταν με την καταστολή.
 
Ο Θουκυδίδης, μέσα από τους λόγους του Περικλή, κατανοεί την πραγματικότητα, αφού λέει ότι η δημοκρατία πιέζεται από τους Πελοποννήσιους και ειδικά από τους Λακεδαιμόνιους να μείνουν οι ελληνικές πόλεις αυτόνομες και ελεύθερες. Η ιδέα της λειτουργίας της αυτονομίας είναι στρατηγικός στόχος που οδηγεί με ταχείς ρυθμούς στην αντίληψη του νόμου του ισχυροτέρου.
 
Το θεμελιώδες ερώτημα που τίθεται είναι γιατί δεν διατηρείται η φυσική τάξη υπό μορφή ει­ρηνικής συνύπαρξης και επαναλαμβάνεται διαταραγμένη υπό μορφή πολέμου και μοιάζει προς μια φύση την οποία αρνούνται η ανθρώπινη συνείδηση και η ηθική και ο ανώτατος θεσμός της Δημοκρατίας; Τι είναι εκείνο που κυριαρχεί; Ίσως μια αντιφατική πολυπλοκότητα, η οποία κι­νείται ανάμεσα στην παθολογία και τα ηθικά κίνητρα ως ανθρώπινες διεκδικήσεις.
 
Στον Επιτάφιο, ο Θουκυδίδης μιλάει, μέσα από το λόγο του Περικλή, και υπερασπίζεται την αρχή της πλειοψηφίας και της ισοτιμίας και ισονομίας. Ταυτίζει την αρχή της διακυβέρνη­σης από την πλεισψηφία με τους δίκαιους νόμους, οι οποίοι ωφελούν τους ανθρώπους που αδι­κούνται, εννοώντας ότι η αθηναϊκή δημοκρατία είναι ανώτερη μορφή δίκαιης εξουσίας: «καί ὄνομα μέν διά τό μή ἐς ὀλίγους ἀλλ’ ἐς πλείονας δημοκρατία κέκληται· μετεστι δέ κατά μέν τούς νόμους πρός τά ἴδια διάφορα πᾶσι τό ἴσον», ὑπέρ τῆς πειθαρχίας καί ὑπακοῆς στούς νόμους οἱ ὁποῖοι «καί μάλιστα αὐτῶν ὅσοι τε ἐπ’ ὠφελίᾳ τῶν ἀδικούμενων κεῖνται καί ὅσοι ἄγραφοι ὄντες αἰσχύνην ὁμολογούμενην φέρουσιν» Β,37,1,3.
 
Ο Θουκυδίδης δεν μπορεί να εξηγήσει πώς είναι δυνατόν η τέλεια Δημοκρατία να μην μπορεί να λύσει ειρηνικά τα προβλήματα και επανέρχεται στο ερώτημα: Τι προέχει, η ασφάλεια των πολιτών μέσα από μια ισχυρή ηγεμονία ή η συζήτηση για την ειρηνική συνύπαρξη και η λειτουργία των θεσμών χωρίς ελευθερία και ισχύ. Απαντάει ως ρεαλιστής και ιστορικός της πραγματικότητας ότι ο πόλεμος είναι αποτέλεσμα της σύγκρουσης για τα υλικά συμφέροντα. Λέει στον Επιτάφιο: «Τούς δέ λοιπούς χρή ἀσφαλεστέραν μέν εὔχεσθαι, ἀτολμοτέραν δέ μηδέν ἀξιοῦν τήν ἐς τούς πολεμίους διάνοιαν ἔχειν, σκοποῦντας μή λόγῳ μόνῳ τήν ὠφελίαν, ἥν ἄν τις πρός οὐδέν χεῖρον αὐτούς [ὑμᾶς] εἰδότας μηκύνοι» Β,43,1. Πολύ μεγαλύτερη είναι η ωφέλεια μέσα από τα υλικά έργα παρά με τα λόγια, που σημαίνει ότι η υλική σύγκρουση θα φέρει το αποτέ­λεσμα.
 
Η Αθήνα λειτούργησε ως Ηγεμονία και απόδειξη είναι η καταστολή που πραγματοποιήθηκε στη Μυτιλήνη όπου κυριαρχεί ο λόγος του Κλέωνα. Εκεί αναπτύσσεται η αρχή του Νέου Δι­καίου του πολέμου, που είναι η ισχύς-δύναμη με αποτέλεσμα η ισότητα δικαιωμάτων να καταργείται. Ταυτίζεται το ηθικό και το ωφέλιμο με το νόμιμο και η ενότητα αυτή μετατρέπεται σε δίκαιο. Αυτού που μπορεί να το επιβάλλει. Εξηγείται η μετάβαση σε μια καινούργια εποχή, όπου ο πόλεμος είναι μέσον και παρασκευάζεται ως θεωρία δικαιολόγησης των πράξεων των ισχυρών. Κάθε αντίσταση για την ελευθερία ή αυτονομία βαφτίζεται άδικη πράξη ενάντια στη Σύμβαση ανάμεσα σε δύο κράτη και οι ενδιάμεσες αδικίες στη φορολογία ή στην κατανομή του εισοδήματος δεν λαμβάνονται υπό\|/η. Κάθε παραβίαση της συμφωνίας υπό άλλους όρους είναι απαγορευτική. Ο Κλέων λέει: «θαυμάζω δέ καί ὅστις ἔσται ὁ ἀντερῶν καί ἀξιώσων ἀποφαίνειν τάς μέν Μυτιληναίων ἀδικίας ἡμῖν ὠφελίμους οὔσας, τάς δ’ ἡμετέρας ξυμφοράς τοῖς ξυμμάχοις βλάβας καθισταμένας» Γ,38,1.
 
Και υποστηρίζεται το δίκαιο της τιμωρίας όλων: «Κολασθέντων δέ καί νῦν ἀξίως ταῆς ἀδικίας καί μή τοῖς μέν ὀλίγοις ἡ αἰτία προστεθῇ, τόν δέ δῆμον ἀπολύσητε» Γ, 39,6. Επομένως, η απόλυτη εξουσία οδηγεί στον ολοκληρωτικό πόλεμο. Καθένας που εναντιώνεται πρέπει να καταστρέφεται. Ο Διόδοτος εκφράζει αντίθετη γνώμη λέγοντας ότι η καταδίκη σε θάνατο είναι αναποτε­λεσματική και αυτό μπορεί να ισχύει ως γενική αλήθεια.[12]
 
Με αυτή την αρχή, αρχαία τα δεινά και δεν μπορεί να τελειώσει ο πόλεμος παρά μόνο με κα­ταστροφή. Και είναι φανερό ότι δεν υπήρχε ούτε καν σκέψη για οίκτο: «Ἔλεος τέ γάρ πρός τούς ὁμοίους δίκαιος ἀντιδίδοσθαι καί μή πρός τούς οὔτ’ ἀντοικτιοῦντας ἐξ ἀνάγκης τε καθεστῶτας αἰεί πολεμίους» Γ, 40,3.
 
Ο Θουκυδίδης συνδέει την «άνθρωπείαν φύσιν» με την ελευθερία και τονίζει ότι επαναλαμ­βάνεται ως δύναμη αντίστασης απέναντι στην καταστολή και το φόβο εκεί που δεν το περιμένεις. Οπότε τίποτε δεν είναι σταθερό για την πορεία της ηγεμονίας και μπορεί να φθάσει στη παρακμή.
 
Στην πραγματικότητα, η ελευθερία είναι η κατοχύρωση της ευημερίας και των οικονομι­κών και υλικών συμφερόντων μιας οποιασδήποτε πολιτείας. «πλῶς τέ ἀδύνατον καί πολλῆς εὐηθείας, ὅστις οἴεται τῆς ἀνθρωπείας φύσεως ὁρμωμένης προθύμως τι πρᾶξαι ἀποτροπήν τινά ἐχειν ἤ νόμων ἰοχύι ἤ ἄλλῳ τῷ δεινῷ» Γ, 45,7.
 
Οι κοινωνικές, οικονομικές και κοινωνικές συγκρούσεις για τη διεκδίκηση του Δικαίου εξηγούν τον εμφύλιο πόλεμο στην Κέρκυρα
 
Τι ήταν για τον Θουκυδίδη ο εμφύλιος στην Κέρκυρα; Ήταν εμφύλια σύγκρουση, εξέγερση ή επαναστατική δράση κάποιων ομάδων πολιτικών ή κοινωνικών στρωμάτων.
 
Οι εμφύλιες συγκρούσεις, κατά τον Θουκυδίδη, είχαν πολλαπλές αιτίες και εξηγούνται: οι­κονομικά, κοινωνικά, ταξικά, -ψυχολογικά και ηθικά.
 
Η βασική αιτία είναι οι οικονομικές διαφορές που δημιουργήθηκαν, επί μεγάλο χρονικό διά­στημα, εξαιτίας της εκμετάλλευσης των φτωχών στρωμάτων από τους γαιοκτήμονες που εκ­φράζονταν από τους ολιγαρχικούς, τους μεγαλέμπορους τοκογλύφους, που δάνειζαν με μεγάλο επιτόκιο και έβαζαν ενέχυρο τις μικρές αγροτικές περιουσίες των φτωχών.
 
Ο Θουκυδίδης λέει χαρακτηριστικά ότι οι Κορίνθιοι που ενεπλάκησαν στον πόλεμο των Κερκυραίων και Επιδαμναίων ήθελαν να αποκομίσουν οικονομικά οφέλη μεγάλα από τους αιχ­μαλώτους τους οποίους απέλυσαν κατόπιν αμοιβής (λύτρων).
 
Οι διαμάχες, οι ταξικές και οικονομικές, κατέληξαν σε πολιτικές διαμάχες που συνεχίστηκαν με θεσμικές και νομικές διαδικασίες. Η σύγκρουση των πραγματικών συμφερόντων (ο ισχυρός όπως θέλει περνάει την απόφασή του) δήλωσε στην περίπτωση του Πειθία, ο οποίος για πραγ­ματικά ή μη γεγονότα έφερε τους πέντε πλούσιους ολιγαρχικούς (μεγαλογαιοκτήμονες) σε δίκη Η μια αιτία ήταν: « δέ (Πειθίας) ἀποφυγών ἀνθυπάγει αὐτῶν τούς πλουσιωτάτονς πέντε ἄνδρας, φάσκων τέμνειν χάρακας ἐκ τοῦ τε Διός τοῦ τεμένους καί τοῦ Ἀλκινου· ζημία δέ κάθ’ ἑκάστην χάρακα ἐπέκειτο στατήρ. Ὀφλόντων δέ αὐτῶν καί πρός τά ἱερά ἱκετῶν καθεζομένων διά πλῆθος τῆς ζημίας, ὅπως ταξάμενοι ἀποδῶσιν, ὁ Πειθίας (ἐτύγχανεν γάρ καί βουλῆς ὤν) πείθει ὥστε τῷ νόμῳ χρήσασθαι» Γ,70,4-5.
 
Η αρχή των βίαιων πράξεων, δολοφονιών και καταστροφών έχει σχέση με τη χρήση των νόμων, τις αυθαιρεσίες για εκδίκαση των υποθέσεων των αντιπάλων (ολιγαρχικοί-δημοκρατικοί) και την αναζωπύρωση του ταξικού μίσους.
 
Ο Θουκυδίδης εξηγεί τη συμπεριφορά των δύο πολιτικών παρατάξεων αλλά και τη μορφή των συμμαχιών που επιδίωξαν, για να υπερασπισθούν τα συμφέροντά τους. Ο «δήμος», δη­λαδή, οι φτωχοί αγρότες, οι εργάτες και μικροί επαγγελματίες της πόλης ζητούσαν τη συμμαχία των δούλων με αντάλλαγμα την ελευθερία τους.[13] «Τῇ δ’ ὑστεραίᾳ ἠκροβολίσαντό τε ὀλίγα καί ἐς τούς ἀγρούς περιέπεμπον ἀμφότεροι, τούς δούλους παρακαλοῦντές τε καί ἐλευθερίαν ὑπσχνούμενοι· καί τῷ μέν δήμῳ τῶν οἰκετῶν τό πλῆθος παρεγένετο ξύμμαχον, τοῖς δ’ ἑτέροις ἐκ τῆς ἠπείρου ἐπίκουροι οκτακόσιοι» Γ΄,73.
 
Οι αριστοκρατικοί ζητούσαν βοήθεια από τους ηγέτες άλλων πόλεων-κρατών που είχαν την ίδια πολιτική και ιδεολογία. Το χαρακτηριστικό κεφάλαιο που λέει για την έλευση του Νικόστρατου στην Κέρκυρα μας αποκαλύπτει την πολιτική της μεγάλης δύναμης, στην προκειμένη περίπτωση της Αθήνας, όταν επιχειρεί να διατηρήσει τα οικονομικά της συμφέροντα (εισφορές, φόρους) σε μια σύμμαχη, αλλά στην ουσία αποικία και μικρότερη δύναμη.
 
Ο στρατηγός των Αθηναίων και σημαντικοί διπλωμάτες προσπάθησαν να συμβιβάσουν τις αντίπαλες παρατάξεις, στην ουσία να σταματήσουν τον εμφύλιο πόλεμο. Οι δημοκρατικοί ήλθαν σε επαφή με το στρατηγό, ο οποίος είχε αγκυροβολήσει έξω από την πόλη. Έγινε προσπάθεια να γλυτώσουν κάποιοι ολιγαρχικοί από τη μανία των δημοκρατικών, πράγμα που δείχνει ότι η αθηναϊκή πολιτική επιδιώκει ως ηγεμονεύουσα δύναμη την ισορροπία των πολιτικών συμφε­ρόντων και των διεθνών σχέσεων.
 
Όμως, και με την έλευση των Πελοποννησίων δεν σταμάτησε ο εμφύλιος και δεν έγειρε υπέρ των ολιγαρχικών, γιατί ο Σπαρτιάτης Αλκίδας δεν ήθελε να μπει στην πόλη. Η ταξική σύγ­κρουση, που συνεχίστηκε με βιαιότητα, ξεπέρασε κάθε εξωτερική επέμβαση. Στην ουσία γίνεται φανερό ότι οι αιτίες της σύγκρουσης, που ήταν οικονομικές και πολιτικές, δεν επέτρεπαν να λυ­θούν τα προβλήματα άμεσα. Και όπως τονίζει ο ιστορικός, «Κερκνραίοι σφών αυτών τούς εχθρούς 8οκοΰντας είναι έφόνενον, την μέν αιτίαν έπιφέροντες τοίς τον δήμον κατάλύουσιν, άπέθανον έτινες καί ιδίας έχθρας ένεκα, και άλλοι χρημάτων σφίσιν όφειλομένων ύπό των λαβόντων» Γ,81,4. Το χωρίο αυτό εξηγεί με ρεαλιστικό τρόπο ότι το μίσος και η έχθρα έπαιξαν ρόλο απέ­ναντι στους δανειστές τοκογλύφους που αδικούσαν επειδή έπαιρναν τα κτήματα των φτωχών αν δεν ξεπλήρωναν τα χρέη.
 
Οι επαναστάσεις επεκτάθηκαν και σε άλλες πόλεις, οι οποίες ζητούσαν βοήθεια από τη δη­μοκρατική Αθήνα και την ολιγαρχική Σπάρτη.
 
«Οὕτως ὠμή ἡ στάσις προυχώρησε, καί ἔδοξε μᾶλλον διότι ἐν τοῖς πρώτη ἐγένετο, ἐπεί ὕστερον γε καί πᾶν ὡς εἰπεῖν τό Ἑλληνικόν ἐκινήθη, διαφορῶν οὐσῶν ἑκασταχοῦ τοῖς τέ τῶν δήμων προστάταις τούς Ἀθηναίους ἐπάγεσθαι καί τοῖς ὀλιγοις τούς Λακεδαιμονίους» Γ,82,1.
 
Ο Θουκυδίδης εξηγεί ότι, κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης, αναδεικνύονται τα βαθύτερα αισθήματα-ένστικτα απόδοσης δικαιοσύνης-ισότητας και γίνονται υπερβολές και ακραίες πρά­ξεις. «Καί ἐπέπεσε πολλά καί χαλεπά κατά στάσιν ταῖς πόλεσι, γιγνόμενα μέν καί αἰεί ἐσόμενα, ἕως ἄν ἡ αὐτή φύσις ἀνθρώπων ῇ, μᾶλλον δέ καί ἡσυχαίτερα καί τοῖς εἴδεσι διηλλαγμένα, ὡς ἄν ἔκασται αἱ μεταβολαί τῶν ξυντυχιῶν ἐφιστῶνται» Γ,82,2.
 
Δεν μπορεί να εξηγήσει την «ανθρωπίνην φύσιν» και βλέπει ότι επαναλαμβάνονται οι ψυ­χολογικές και ηθικές διαστάσεις, αφού δεν μπορεί να κατανοήσει ποιο είναι το καθοριστικό: η ισορροπία συμφερόντων, η δίκαιη κατανομή με ισότητα οικονομική, χωρίς εκμετάλλευση, ή αξιοκρατική. Οπότε ευφυώς παρουσιάζει όλες τις πλευρές και αφήνει τον αναγνώστη να προ­βληματιστεί. Όμως την επανάληψη ως νόμο και κανονικότητα την καταγράφει. Λέει ότι όλοι ομοιάζουν στις ακραίες στιγμές: «Τόλμα μέν γάρ ἀλόγιστος ἀνδρεία φιλέταιρος ἐνομίσθη, μέλλησις δέ προμηθής δειλία εὐπρεπής, τό δέ σῶφρον τοῦ ἀνάνδρου πρόσχημα, καί τό πρός ἅπαν ξυνετόν ἐπί πᾶν ἀργόν· τό δ’ ἐμπλήκτως ὀξύ ἀνδρός μοίρᾳ προσετέθη, ἀσφάλεια δέ τό ἐπιβουλεύσασθαι ἀποτροπῆς πρόφασις εὔλογος». Γ, 82,4.
 
Ο Θουκυδίδης εξηγεί ότι ο τρόπος και η συμπεριφορά των ανθρώπων, στην πράξη, αλλά­ζουν την εκτίμηση που έχουμε για την ηθική στάση, σ’ ένα ιδανικό σχήμα και αντιστρέφονται οι καθημερινοί όροι της ζωής του ανθρώπου. Κατανοεί τις αντιστροφές καταστάσεις και τις διαφορές, αλλά όμως το συλλογικό, «τό έταιρικόν», όπως λέει) το θεωρεί παράγοντα συγ­κρότησης ατομικών συμφερόντων χωρίς να κάνει αναφορά σε κοινωνική συνείδηση.[14] Διακρίνει ευφυώς και εξηγεί ότι στο βάθος υπάρχει το συμφέρον, δεν μπορεί να διαχωρίσει πλήρως το ατομικό από το ταξικό στο βαθμό που υπάρχει. Η αρχαία κοινωνία δεν προωθούσε προβλή­ματα συνταγματικών ελευθεριών, ατομικών και κοινωνικών με τη σημερινή έννοια της ισότη­τας, των φυσικών και νομικών δικαιωμάτων, που είναι πέρα από την εποχή τους. «Καί μήν καί τό ξυγγενές τοῦ ἑταιρικοῦ ἀλλοτριώτερον ἐγένετο διά τό ἑτοιμότερον εἶναι ἀναποφασίστως τολμᾶν· οὐ γάρ μετά τῶν κειμένων νόμων ὠφελἰᾳ αἱ τοιαῦται ξύνοδοι, ἀλλά παρά τούς καθεστῶτας πλεονεξίᾳ. Καί τάς ἐς σφᾶς αὐτούς πίστεις οὐ τῷ θείῳ νόμῳ μᾶλλον ἐκρατοῦντο ἤ τῷ κοινῇ τι παρανομῆσαι». Γ, 82,6.
 
Τα κόμματα, σχολιάζει ο ιστορικός, δεν δημιουργήθηκαν, για να εξυπηρετούν τον όρο της αλληλοβοήθειας και της συγγένειας, αλλά της από κοινού συγκρότηση μεθόδων για την αρ­παγή του άλλου. Τι θα πει ακριβώς «τώ κοινή τι παρανομήσαι» δεν είναι τόσο ευκρινές, γιατί ο νόμος είναι αφηρημένη διάσταση, πότε φυσική και πότε ηθική. Όμως αν το «κοινή» έχει κάποια αξία, αυτή βρίσκεται σε μια κοινωνιολογική- ταξική και ιστορική εξήγηση.
 
Η αιτιατική εξήγηση φθάνει μέχρις ότου αναγνωρισθεί το υλικό κίνητρο του ανθρώπου που τον οδηγεί στη σύγκρουση. Η παραπέρα ερμηνεία είναι ανοιχτή Ο Θουκυδίδης στα Κερκυραϊκά τελειώνει με μια σημαντική επισήμανση η οποία εξηγεί.
 
«ν δ’ οὗν τῇ Κερκύρᾳ τά πολλά αὐτῶν προυτολμήθη, καί ὁπόσα ὕβρει μέν ἀρχόμενοι τό πλέον ἤ σωφροσύνη ὑπό τῶν τήν τιμωρίαν παραοχόντων οἱ ἀνταμυνόμενοι δράσεων, πενίας δε τῆς εἰωθυίας ἁπαλλαξείοντες τινες, μάλιστα δ’ ἄν διά πάθους ἐπιθυμοῦντες τά τῶν πέλας ἔχειν, παρά δίκην γιγνώσκοιεν, οἱ τε μή ἐπί πλεονεξίᾳ, ἀπό ἴσου δέ μάλιστα ἐπιόντες, ἀπαιδευσίᾳ ὀργῆς πλεῖστον ἐκφερόμενοι ὠμῶς καί ἀπαραιτήτως ἐπέλθοιεν» Γ, 84.
 
Με σαφήνεια και καθαρότητα εξηγεί ο ιστορικός ότι η ανθρώπινη κοινωνία επαναστάτησε σε μια φάση της Ιστορίας, γιατί: α) θέλησαν να απαλλαγούν με βίαιο τρόπο από εκείνους που τους τυραννούσαν. β) Ήθελαν να απαλλαγούν από τη διαρκή φτώχεια τους. γ) Να προβούν και αυτοί με άδικο τρόπο σε αρπαγή των περιουσιών των εκμεταλλευτών, δ) Να εκτονωθούν -ψυ­χολογικά, χωρίς να μπορούν να συγκροτήσουν την οργή τους. μια μορφή πρώτης, χωρίς ορ­γάνωση, αίτησης δικαιοσύνης.
 
Και ενώ δέχεται ότι η εκμετάλλευση και η αδικία είναι το αίτιο του εμφυλίου πολέμου, προ­σπαθεί χωρίς μέθοδο να εξηγήσει τα πράγματα. Σχολιάζει τη διατάραξη του νόμου, που συνή­θως εγγυάται την ισορροπία. «Ξυνταραχθέντος τε τοῦ βίου ἐς τόν καιρόν τοῦτον τῇ πόλει καί τόν νόμον κρατήσασα ἡ ἀνθρωπεία φύσις, εἰωθυῖα καί παρά τούς νόμους ἀδικεῖν, ἀσμένη ἐδήλωσεν ἀκρατής μέν ὀργῆς οὖσα, κρείσσων δέ τοῦ δικαίου πολεμία δέ τοῦ προύχοντος». Γ, 84,2.
 
Η φύση του ανθρώπου είναι ενάντια στο νόμο όταν υπάρχει το αίτημα του δικαίου. Η κα­τάργηση της πείνας και της εκμετάλλευσης είναι ανώτερη από το νόμο. Έτσι εξηγείται ιστο­ρικά και κοινωνικά η σύγκρουση.
 
Η ερμηνεία της Ιστορίας στα «Σικελικά» του Θουκυδίδη
 
Δύο όψεις της ερμηνείας περί της Στρατηγικής και Πολιτικής της Διπλωματίας κατά τη διάρκεια του πολέμου. Ο πόλεμος είναι η συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα και σχεδιάζεται στη βάση της επάρκειας των υλικών αγαθών (επισιτισμός, μεταφορικά μέσα, εξοπλισμός, άνδρες) και της στρατηγικής της, επίσης και της εκμετάλλευσης της συγκυρίας.
 
Οι δημηγορίες του Νικία και Αλκιβιάδη είναι και συνόψιση και ερμηνεία της πολιτικής και στρατηγικής μας Ηγεμονίας η οποία έχει μόνο ένα δρόμο για να επιβιώσει. Τίθενται τα επιχει­ρήματα που ερμηνεύουν τη διατήρηση, την ακμή αλλά και την πτώση μιας αυτοκρατορίας. Οι αντιλήψεις του Νικία δείχνουν ότι η Αθήνα βρίσκεται σε δυσμενή κατάσταση ότι είχε αδύνατες θέσεις, γιατί είναι υποχρεωμένη να συνδυάσει τις θαλάσσιες με τις χερσαίες δυνάμεις και δυσκολεύεται εξ αιτίας της απόστασης μέχρι τη Σικελία. Και ότι δεν έχουν τα νώτα εξασφαλισθεί εξ αιτίας των ανοιχτών μετώπων «ὥστε χρή σκοπεῖν τινά αυτά και μη μετεώρῳ ταῇ πόλει ἀξιοῦν κινδυνεύειν καί ἀρχῆς ἄλλης ὀρέγεσθαι πρίν ἥν ἔχομεν βεβαιωσώμεθα, εἰ Χαλκιδῆς γε οἱ ἐπί Θράκης ἔτη τοσαῦτα ἀφεστῶτες ἀφ’ ἡμῶν ἔτι ἀχείρωτοί εἰσι καί ἄλλοι τινές κατά τάς ἠπείρους ἐνδοιαστῶς ἀκροῶνται». Ζ, 10,5.
 
Ο Θουκυδίδης υποστηρίζει ότι από την αρχή της εκστρατείας υπήρχαν πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα, γιατί υπάρχει ο πόλεμος της φθοράς και δεν μπορεί μια ηγεμονία να αντεπε- ξέλθει σε συνεχείς μάχες και κινδύνους αν δεν είναι εξασφαλισμένα: «εί δέ σφαλείημέν τι, τάχιστ' άν ύπεριδόντες μετά τών ένθάδε έπιθοϊντο. όπερ νυν εμείς, ώ Αθηναίοι, ές Λακεδαιμονίους και τούς ξυμμάχους πεπόνθατε διά το παρά γνώμην αυτών πρός α έφοβείσθε το πρώτον περιγεγενήσθαι καταφρονήσαντες ήδη και Σικελίας έφίεσθε» Ζ, 11,5.
 
Από την άλλη μεριά μέσα από τα επιχειρήματα του Αλκιβιάδη φαίνεται ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος για την Ηγεμονία παρά ο κίνδυνος απέναντι στις άλλες δυνάμεις, αν θέλει να επιβιώσει είναι η μοναδική επιλογή και μπορεί μόνο να κατανοήσει την καλή συγκυρία και να φθάσει στις καλύτερες επιλογές.
 
Τίποτε δεν είναι βέβαιο, γιατί πρέπει να εξετάσει καλά τις κατάλληλες χρονικές στιγμές που θα επιτεθεί και την καλή διπλωματική δράση. Έτσι, η κατάλληλη στιγμή είναι οι διάφοροι αν­ταγωνισμοί ανάμεσα στις πόλεις της Σικελίας και οι επιδιώξεις με τις «στάσεις» να καταλά­βουν την εξουσία, δηλαδή αστάθεια πολιτική: «και τον ές την Σικελίαν πλοϋν μή μεταγιγνώσκετε ώς έπι μεγάλην δύναμιν έσόμενον. δχλοις τε γάρ ζυμμείκτοις πολυανδροϋσιν αί πόλεις και ραδίας έχουσι τών πολιτών τάς μεταβολής και έπιδοχάς. και ούδείς δι ’ αυτό ώς περί οικείας πατρίδος ούτε τά περί τό σώμα δπλοις εζήρτυται οϋτε τά έν τή χώρα νομίμοις κατασκευαϊς. δτι δέ έκαστος ή εκ τού λέγων πείθειν οϊεται ή στασιάζων από τοϋ κοινού λαβών άλλην γην, μή κατορθώσας, οίκήσειν, ταϋτα ετοιμάζεται» Ζ, 17,2.
 
Η διατήρηση της ηγεμονίας είναι η πρόληψη και η καλύτερη στρατηγική και η θεωρία του ξαφνικού και ολοκληρωτικού πολέμου. Ο Θουκυδίδης επισημαίνει ότι η Αθηναϊκή Ηγεμονία δεν μπορεί να διατηρηθεί για πολύ και έφθανε προς την παρακμή, γιατί δεν μπορούσε να ικα­νοποιήσει αυτές τις προϋποθέσεις.
 
Κάνει φανερή τη στρατηγική της ανόδου μέσω της δημηγορίας του Αλκιβιάδη:
 
«Τήν τε ἀρχήν ὄντως ἐκτησάμεθα καί ἡμεῖς καί ὅσοι δή ἄλλοι ἦρξαν, παραγιγνόμενοι προθύμως τοῖς αἰεί ἤ βαρβάροις ἤ Ἕλλησιν ἐπικαλουμένοις, ἐπεί, εἴ γε ἡσυχάζοιεν πάντες ἤ φιλοκρινοῖεν οἶς χρεών βοηθεῖν, βραχύ ἄν τι προσκτώμενοι αὐτῇ περί αὐτῆς, ἄν ταύτης μᾶλλον κινδυνεύοιμεν. τόν γάρ προύχοντα οὐ μόνον ἐπιόντα τις ἀμύνεται, ἀλλά καί ὅπως μή ἔπεισι προκαταλαμβάνει» Ζ, 18,2.
 
Όμως, επιμένει ότι χωρίς τα υλικά μέσα ως βάση δεν μπορεί να προχωρήσει και εκθέτει τα πλεονεκτήματα των αντιπάλων: «χρήματα τ’ ἔχουσι, τά μέν ἴδια, τά δέ καί ἐν τοῖς ἱεροῖς ἐστί Σελινουντίοις, Συρακοσίοις δέ καί ἀπό βαρβάρων τινῶν ἀπαρχή ἐσφέρεται· ᾦ δέ μάλιστα ἡμῶν προύχουσιν, ἵππους τέ πολλούς κέκτηνται καί σίτῳ οἰκείῳ καί οὐκ ἐπακτῷ χρῶνται» Ζ, 20,4.
 
Και σε μια συνολική εκτίμηση που υπάρχει στα λόγια του Ερμοκράτη στις Συρακούσες δίνει στην ουσία την πρόβλεψη του πολέμου. Λέει ότι όσοι κι αν έλθουν εισβολείς για να καταλάβουν τη Σικελία δεν είναι περισσότεροι από τους ντόπιους. Και τελικά δεν θα έχουν τις απαραίτητες προμήθειες. «οὔτε γάρ πλείους τῶν ἐνοικούντων καί ἀστυγειτόνων ἔρχονται (πάντα γάρ ὑπό δέους ξυνίσταται), ἤν τέ δι’ ἀπορίαν τῶν ἐπιτηδείων ἐν ἀλλοτρίᾳ γῇ σψαλῶσι, τοῖς ἐπιβουλευθεῖσιν ὄνομα, κἄν περί σφίσιν αὐτοῖς τά πλείω πταίσωσιν, ὅμως καταλείπουσιν» Ζ, 33.
 
Η πορεία της Πολιτικής και Πολιτιστικής ή Ιδεολογικής προοπτικής μη Ηγεμονίας ερμη­νεύεται Ιστορικά. Εξηγεί ο Θουκυδίδης ότι η αξιοποίηση των υλικών και πλουτοπαραγωγικών πηγών, ξυλεία, μεταλλεύματα, και η στρατηγική των συμμαχιών, οι εισφορές και τα χρήματα από τη λεία θα ήταν η βάση για τη νίκη.
 
Η αντίσταση όμως των Σικελιωτών, με όπλο τις ντόπιες συμμαχίες, τη συσπείρωση σε θύ­λακες άμυνας και η φθορά είναι το πρόβλημα. Και μέσα από το κείμενο εξηγείται και ερμη­νεύεται τελικά η αδυναμία της επίτευξης του σκοπού. Ναι μεν μπορούσε να αξιοποιηθεί ο ένας ευνοϊκός παράγοντας, αλλά εξηγεί ότι είναι δύο τα μέρη, και η αντιφατική πολυπλοκότητα με­γάλη (Αλαζονεία).
 
«ἐχούσης τῆς Ἰταλίας ξύλα ἄφθονα, αἷς τήν Πελοπόννησον πέριξ πολιορκοῦντες καί τῷ πεζῷ ἅμα ἐκ τῆς γῆς ἐφορμαῖς τῶν πόλεων τάς μέν βίᾳ λαβόντες, τάς δέ ἐντειχισάμενοι, ῥαδίως ἠλπίζομεν καταπολεμήσειν καί μετά ταῦτα καί τοῦ ξύμπαντος Ἑλληνικοῦ ἄρξειν. χρήματα δέ καί σῖτον, ὥστε εὐπορώτερον γίγνεσθαί τι αὐτῶν, αὐτά τά προσγενόμενα ἐκεῖθεν χωρία ἔμελλε διαρκῆ ἄνευ τῆς ἐνθένδε προσόδου παρέξειν». Ζ, 90,3-4.
 
Ο στόχος του πολέμου εξακολουθεί να είναι οικονομικός και πολιτικός και το μέσον επέ­κτασης της κυριαρχίας ο πλούτος.
 
Η ιστορία εξηγεί ότι όλες οι ηγεμονίες και οι ηγέτες εξυπηρέτησαν αυτό το στόχο με επιτυχή ή αμφίβολα αποτελέσματα. Η αδυναμία και τα λάθη είναι νομοτελειακά, και οι Νόμοι της Ιστο­ρίας εξηγούν την κατάληξη. Η αλαζονεία και η εκεί εκτίμηση της κατάστασης οδηγούν στην κα­ταστροφή.
 
Συμπερασματικά, ο Θουκυδίδης έγραψε μια Ιστορία, η οποία ερευνά σε βάθος τις αιτιώδεις συνθήκες και περιπλοκές που πηγάζουν από τις συνέπειες μιας αύξησης της δύναμης της πόλης- κράτους, η οποία κυριαρχεί επί δεκαετίες στα οικονομικά και πολιτικά πράγματα των Ελλήνων.
 
Η σύγκρουση με την ετέρα ηγεμονεύουσα δύναμη, η οποία έχει τις αντίθετες βλέψεις, οι­κονομικές και πολιτικές, οδήγησε σε πολύπλοκο πόλεμο, ο οποίος απελευθερώνει νομοτελει­ακά τις δυνάμεις εκείνες αναζητώντας την αντίπαλη ισοδύναμη διαδικασία: αναδεικνύονται η δύναμη για ισονομία και ανεξαρτησία και ελευθερία και προστασία του βιοτικού επιπέδου οι­κονομίας και ευμάρειας.
  
 
Ἐν μέν γάρ εἰρήνῃ καί ἀγαθοῖς πράγμασιν αἵ τε πόλεις καί οἱ ἰδιῶται ἀμείνους τάς γνώμας ἔχουσι διά τό μή ἐς ἀκουσίους ἀνάγκας πίπτειν ὁ δέ πόλεμος ὑφελών τήν εὐπορίαν τοῦ καθ’ ἡμέραν βίαιος διδάσκαλος καί πρός τά παρόντα τάς ὄργας τῶν πολλῶν ὁμοιοῖ. Γ, 82,2.
 
   --------------------------------
[1] W. Κ. Guthrie, Οι Έλληνες φιλόσοφοι. Από τον Θαλή ως τον Αριστοτέλη, μτφρ. Αντ. Σακελλαρίου, Παπαδήμας, Αθήνα 1987, σσ. 67-82.
[2] Τζων X. Φίνλεϊ, Θουκυδίδης, μτφρ. Τασ. Κουκουλιός, Παπαδήμας, Αθήνα 1985, σσ. 297-299.
[3] Emily Greenwood, Ο Θουκυ8ί8ης και η διαμόρφωση της ιστορίας, μτφρ. Παν. Χιωτέλλης, Καρδαμίτσα, Αθήνα 2011, σσ. 114-116 . 
[4] Francois Chatelet, Η γέννηση της Ιστορίας. Η διαμόρφωση της ιστορικής σκέψης στην αρχαία Ελλάδα, μτφρ. Λίνα Κασίμη, Σμίλη, Αθήνα 1992, σσ. 147-233.
[5] Chatelet, ό.π., σσ. 198-200.
[6] Simon Homblowel, Θουκυδίδηςj ο ιστορικός και το έργο του, μτφρ. Αλ. Μανιάτης, Τυπωθήτω - Δαρδανός, Αθήνα 2003, σσ. 95-96.
[7] Perez Zagorin, Thucydides, An introduction for the common reader, Princeton University Press, 2005, p. 40-45. 
[8] Robert D. Luginbill, Thucydides on War and National Character, Westwiew Press, Oxford 1999, p. 37.
[9] Ό.π,, p.39-41. 
[10] J. De Romilly, Ο Θουκυδίδης και ο Αθηναϊκός ιμπεριαλισμός, μτφρ. Λύντια Στεφάνου, Παπαδήμας, Αθήνα 2000.
[11] Romilly, J. De, Η οικοδόμηση της αλήθειας στο Θουκυδίδη, μτφρ. Στ. Βλοντάκης, Παπαδήμας, Αθήνα 1994, σ. 76. 
[12] Ό.π., σ. 89. 
[13] Price, J. Jonathan, Thucydides and internal war, Cambridge University Press, 2001. 
[14] Ό.π.. σσ. 12 -14