Παρασκευή 2 Νοεμβρίου 2018

Αρχαία Ελληνική Τραγωδία: Όψεις της τραγικής σύνθεσης - Η ενότητα του χρόνου

Οι αριστοτελικές απόψεις
Αφετηρία της ευρωπαϊκής σκέψης σε θέματα λογοτεχνικής κριτικής αποτελεί η πρώτη συστηματική πραγματεία της ελληνικής αρχαιότητας, η Ποιητική του Αριστοτέλη. Το ιδιαίτερο πλεονέκτημα αυτού του εν μέρει περιγραφικού και εν μέρει κανονιστικού συγγράμματος έγκειται στο γεγονός ότι ερευνά το ποιητικό φαινόμενο όχι στο πλαίσιο μιας φιλοσοφικής πραγματείας, όπως η πλατωνική Πολιτεία ή ο Ἴων, ή ενός ρητορικού παιγνίου, όπως το Ἑλένης ἐγκώμιον του Γοργία, αλλά το αντιμετωπίζει ως αυτόνομη περιοχή της ανθρώπινης πνευματικής δραστηριότητας, το αναδεικνύει σε αποκλειστικό αντικείμενο έρευνας και κωδικοποιεί και διατυπώνει τις συνθετικές του αρχές και τα ειδοποιά του γνωρίσματα. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται η διάκριση ανάμεσα στην τραγωδία και το έπος, την οποία προτείνει ο Αριστοτέλης στο πέμπτο κεφάλαιο της Ποιητικής. Παραθέτω το σχετικό κείμενο (1449b 9-16):
 
ἡ μὲν οὖν ἐποποιία τῇ τραγωδίᾳ μέχρι μὲν τοῦ μετὰ μέτρου λόγῳ μίμησις εἶναι σπουδαίων ἠκολούθησεν· τῷ δὲ τὸ μέτρον ἁπλοῦν ἔχειν καὶ ἀπαγγελίαν εἶναι, ταύτῃ διαφέρουσιν· ἔτι δὲ τῷ μήκει· ἡ μὲν ὅτι μάλιστα πειρᾶται ὑπὸ μίαν περίοδον ἡλίου εἶναι ἢ μικρὸν ἐξαλλάττειν, ἡ δὲ ἐποποιία ἀόριστος τῷ χρόνῳ καὶ τούτῳ διαφέρει, καίτοι τὸ πρῶτον ὁμοίως ἐν ταῖς τραγῳδίαις τοῦτο ἐποίουν καὶ ἐν τοῖς ἔπεσιν.
 
Ο Αριστοτέλης αναφέρεται εδώ στις ομοιότητες και τις διαφορές ανάμεσα στα δύο λογοτεχνικά είδη με βάση το μέσο έκφρασής τους, το αντικείμενο της μίμησης και τον τρόπο εκτέλεσής τους. Οι διαφορές ανάμεσα στα δύο λογοτεχνικά είδη θα μπορούσαν να αποδοθούν σχηματικά ως εξής:
Τραγωδία
Έπος
[η τραγωδία χρησιμοποιεί διάφορα μέτρα· πρβ. 1462a 15]
μέτρον ἁπλοῦν
[σκηνική δράση· πρβ. 1449b 26]
ἀπαγγελία
μῆκος: ὑπὸ μίαν περίοδον ἡλίου εἶναι
μῆκος: ἀόριστος
ἢ μικρὸν ἐξαλλάττειν
τῷ χρόνῳ
Από την παραπάνω σύγκριση γίνεται αμέσως αντιληπτή μια δυσκολία: πρέπει να δεχτούμε ότι μήκος και χρόνος αποτελούν δύο χαρακτηριστικά που σχετίζονται μεταξύ τους και ανήκουν στην ίδια διαφορά (όπως δηλώθηκε προσωρινά στο σχήμα) ή πρέπει να αποσυνδεθούν και να αποτελέσουν ξεχωριστές διαφορές ανάμεσα στα δύο λογοτεχνικά είδη; Είναι προφανές ότι η απάντηση σε αυτό το θεμελιώδες ερώτημα εξαρτάται από τη διασάφηση της σημασίας των δύο όρων και τη διαπίστωση της ύπαρξης ή της απουσίας κάποιας σχέσης ανάμεσά τους, καθώς και από την εξακρίβωση της συντακτικής σχέσης των προτάσεων στις οποίες ανήκουν οι όροι αυτοί.
 
Ένας υπομνηματιστής της Ποιητικής, ο D. W. Lucas,[19] διακρίνει τρεις σημασίες του όρου μῆκος: (1) έκταση σε στίχους ή σε μέτρα παπύρου που καταλαμβάνει η γραπτή μορφή ενός κειμένου (καθαρά ποσοτική σημασία)· (2) χρονικό διάστημα που απαιτείται για την πρόσληψη (ακρόαση, ανάγνωση, θεατρική παράσταση) ενός κειμένου [εξωτερικός προσδιορισμός του χρόνου που εξαρτάται από την έκταση του κειμένου (πρβ. την πρώτη σημασία), την προσληπτική ικανότητα του αναγνώστη, τους αντικειμενικούς όρους απαγγελίας ή τον τρόπο της σκηνικής εκτέλεσης]· (3) διάρκεια του πλασματικού χρόνου ενός λογοτεχνικού έργου [εσωτερικός προσδιορισμός της διάρκειας των παριστανόμενων γεγονότων· αυτό το είδος του χρόνου, πρέπει να συμπληρώσουμε, παραμένει ανεξάρτητο από την ικανότητα του δέκτη και τους εξωτερικούς όρους εκτέλεσης του έργου (πρβ. τη δεύτερη σημασία)· πρόκειται για τον χρόνο μέσα στον οποίο ζουν και δρουν τα πρόσωπα του έργου]. Ο Lucas πιστεύει ότι ο Αριστοτέλης χρησιμοποιεί, ειδικά σε αυτό το κεφάλαιο, τον όρο μῆκος με την τρίτη σημασία, γιατί θέλει να εξάρει τη χρονική ενότητα και πυκνότητα της δράσης σε μια τραγωδία και να την αντιπαραθέσει στην κάπως χαλαρότερη σύνδεση των γεγονότων του έπους.
 
Αυτή η ερμηνεία, που φαίνεται ότι τείνει να καθιερωθεί στη σύγχρονη αριστοτελική έρευνα, δημιουργεί, ωστόσο, σημαντικές δυσκολίες. Καταρχήν η χρήση του όρου μῆκος με αυτή τη σημασία είναι αμάρτυρη, όπως άλλωστε παραδέχεται και ο ίδιος ο Lucas, πράγμα που καθιστά την ερμηνεία προκαταβολικά ύποπτη. Αν ο Αριστοτέλης ήθελε να διατυπώσει αυτό που του αποδίδουν οι νεότεροι μελετητές του, δεν βλέπω τον λόγο που τον εμπόδισε να χρησιμοποιήσει τον προσδοκώμενο όρο χρόνος. Στην περίπτωση αυτή θα εισήγε μια ειδοποιό διαφορά ανάμεσα στα δύο λογοτεχνικά είδη που θα την επεξηγούσε με την ακόλουθη περίοδο. Είναι, βέβαια, δυνατό να προβληθεί η αντίρρηση ότι το ατημέλητο ύφος των εσωτερικών έργων του Αριστοτέλη, που αποτελούσαν τη βάση για τις παραδόσεις του στο Λύκειο, είναι υπεύθυνο για την παράλειψη μιας προσδιοριστικής γενικής (τοῦ χρόνου) που εύκολα συμπληρώνεται από τα επόμενα και που εξαρτάται από τη λέξη μήκει. Η λύση αυτή όμως, που άλλωστε έχει καθαρά υποθετικό χαρακτήρα, πρέπει να αποκλειστεί, όχι μόνο γιατί αποκλίνει από την τρέχουσα γραμματική χρήση, αλλά και γιατί η χρήση του όρου μῆκος στην καθαρά ποσοτική του σημασία -πρόκειται για την πρώτη σημασία του Lucas- είναι αποφασιστικό κριτήριο για τον διαχωρισμό και την ταξινόμηση των λογοτεχνικών ειδών.
 
Με αυτή την έννοια η περικοπή μας συγγενεύει με δύο άλλα χωρία της Ποιητικής:
 
(1) Διαφέρει δὲ κατά τε τῆς συστάσεως τὸ μῆκος ἡ ἐποποιία καὶ τὸ μέτρον. τοῦ μὲν οὖν μήκους ὅρος ἱκανὸς ὁ εἰρημένος· δύνασθαι γὰρ δεῖ συνορᾶσθαι τὴν ἀρχὴν καὶ τὸ τέλος. εἴη δ' ἂν τοῦτο, εἰ τῶν μὲν ἀρχαίων ἐλάττους αἱ συστάσεις εἶεν, πρὸς δὲ τὸ πλῆθος τραγῳδιῶν τῶν εἰς μίαν ἀκρόασιν τιθεμένων παρήκοιεν. ἔχει δὲ πρὸς τὸ ἐπεκτείνεσθαι τὸ μέγεθος πολύ τι ἡ ἐποποιία ἴδιον διὰ τὸ ἐν μὲν τῇ τραγῳδίᾳ μὴ ἐνδέχεσθαι ἅμα πραττόμενα πολλὰ μέρη μιμεῖσθαι ἀλλὰ τὸ ἐπὶ τῆς σκηνῆς καὶ τῶν ὑποκριτῶν μέρος μόνον· ἐν δὲ τῇ ἐποποιίᾳ διὰ τὸ διήγησιν εἶναι ἔστι πολλὰ μέρη ἅμα ποιεῖν περαινόμενα, ὑφ' ὧν οἰκείων ὄντων αὔξεται ὁ τοῦ ποιήματος ὄγκος. ὥστε τοῦτ' ἔχει τὸ ἀγαθὸν εἰς μεγαλοπρέπειαν καὶ τὸ μεταβάλλειν τὸν ἀκούοντα καὶ ἐπεισοδιοῦν ἀνομοίοις ἐπεισοδίοις· τὸ γὰρ ὅμοιον ταχύ πληροῦν ἐκπίπτειν ποιεῖ τὰς τραγῳδίας. τὸ δὲ μέτρον τὸ ἡρωικὸν ἀπὸ τῆς πείρας ἥρμοκεν. εἰ γάρ τις ἐν ἄλλῳ τινὶ μέτρῳ διηγηματικὴν μίμησιν ποιοῖτο ἢ ἐν πολλοῖς, ἀπρεπὲς ἂν φαίνοιτο· τὸ γὰρ ἡρωικὸν στασιμώτατον καὶ ὀγκωδέστατον τῶν μέτρων ἐστίν, τὸ δὲ ἰαμβεῖον καὶ τετράμετρον κινητικὰ καὶ τὸ μὲν ὀρχηστικὸν τὸ δὲ πρακτικόν. ἔτι δὲ ἀτοπώτερον εἰ μιγνύοι τις αὐτά, ὥσπερ Χαιρήμων. διὸ οὐδεὶς μακρὰν σύστασιν ἐν ἄλλῳ πεποίηκεν ἢ τῷ ἡρῴω, ἀλλ' ὥσπερ εἴπομεν αὐτὴ ἡ φύσις διδάσκει τὸ ἁρμόττον αὐτῇ αἱρεῖσθαι. δεῖ μὲν οὖν ἐν ταῖς τραγῳδίαις ποιεῖν τὸ θαυμαστόν, μᾶλλον δ' ἐνδέχεται ἐν τῇ ἐποποιίᾳ τὸ ἄλογον, δι' ὃ συμβαίνει μάλιστα τὸ θαυμαστόν, διὰ τὸ μὴ ὁρᾶν εἰς τὸν πράττοντα· ἐπεὶ τὰ περὶ τὴν Ἕκτορος δίωξιν ἐπὶ σκηνῆς ὄντα γελοῖα ἂν φανείη, οἱ μὲν ἑστῶτες καὶ οὐ διώκοντες, ὁ δὲ ἀνανεύων, ἐν δὲ τοῖς ἔπεσιν λανθάνει. τὸ δὲ θαυμαστὸν ἡδύ· σημεῖον δέ, πάντες γὰρ προστιθέντες ἀπαγγέλλουσιν ὡς χαριζόμενοι (14591b 17 - 1460a 18).
 
(2) ἔπειτα διότι πάντ᾽ ἔχει ὅσαπερ ἡ ἐποποιία (καὶ γὰρ τῷ μέτρῳ ἔξεστι χρῆσθαι), καὶ ἔτι οὐ μικρὸν μέρος τὴν μουσικήν [καὶ τὰς ὄψεις], δι᾽ ἧς αἱ ἡδοναὶ συνίστανται ἐναργέστατα· εἶτα καὶ τὸ ἐναργὲς ἔχει καὶ ἐν τῇ ἀναγνώσει καὶ ἐπὶ τῶν ἔργων· ἔτι τῷ ἐν ἐλάττονι μήκει τὸ τέλος τῆς μιμήσεως εἶναι (τὸ γὰρ ἀθροώτερον ἥδιον ἢ πολλῷ κεκραμένον τῷ χρόνῳ, λέγω δ᾽ οἷον εἴ τις τὸν Οἰδίπουν θείη τὸν Σοφοκλέους ἐν ἔπεσιν ὅσοις ἡ Ἰλιάς)· ἔτι ἧττον μία ἡ μίμησις ἡ τῶν ἐποποιῶν (σημεῖον δέ, ἐκ γὰρ ὁποιασοῦν μιμήσεως πλείους τραγῳδίαι γίνονται), ὥστε ἐὰν μὲν ἕνα μῦθον ποιῶσιν, ἢ βραχέως δεικνύμενον μύουρον φαίνεσθαι, ἢ ἀκολουθοῦντα τῷ τοῦ μέτρου μήκει ὑδαρῆ· λέγω δὲ οἷον ἐὰν ἐκ πλειόνων πράξεων ᾖ συγκειμένη, ὥσπερ ἡ Ἰλιὰς ἔχει πολλὰ τοιαῦτα μέρη καὶ ἡ Ὀδύσσεια <ἃ> καὶ καθ᾽ ἑαυτὰ ἔχει μέγεθος· καίτοι ταῦτα τὰ ποιήματα συνέστηκεν ὡς ἐνδέχεται ἄριστα καὶ ὅτι μάλιστα μιᾶς πράξεως μίμησις. (1462a 14 - 1462b 11).
 
Στα χωρία αυτά ο Αριστοτέλης αναφέρεται στο μῆκος (1459b 17-31 ~ 1462a 18-b 11), στο μέτρο (1459b31-60a5 ~ 1462a 14-17) και στον τρόπο εκτέλεσης (1460a 5-18 ~ 1462a 17-18). Η παρουσία των τριών αυτών στοιχείων στο 5ο κεφάλαιο (1449b) 11 μέτρο/τρόπος εκτέλεσης, 1449b 12 μῆκος) δεν μπορεί, επομένως, κατά κανέναν τρόπο να αποδοθεί σε απλή σύμπτωση, και έτσι οποιαδήποτε συμπλήρωση μετά το μήκει είναι αυθαίρετη. Επειδή, επιπλέον, μῆκος στα δύο συγγενικά χωρία σημαίνει αναμφισβήτητα «έκταση» (στο δεύτερο χωρίο η έκταση σχετίζεται με τον αντικειμενικά μετρήσιμο χρόνο εκτέλεσης ενός έργου -δηλαδή με τη δεύτερη σημασία του Lucas- όχι όμως με τον πλασματικό χρόνο που υποτίθεται ότι σημαίνει, σύμφωνα με την άποψη του Lucas, στο 5ο κεφάλαιο της Ποιητικής), πρέπει να δεχτούμε ότι ο όρος διατηρεί και εδώ την καθαρά ποσοτική σημασία του. Αναγκαία συνέπεια της ερμηνείας αυτής αποτελεί η σκέψη ότι οι όροι μῆκος και χρόνος είναι ενδεχόμενο να σχετίζονται, αλλά όχι να ταυτίζονται, όπως γενικά πιστεύουν σήμερα οι μελετητές.
 
Για τη διερεύνηση αυτής της σχέσης είναι απαραίτητο να εξεταστεί κάπως διεξοδικότερα η σημασία του όρου χρόνος στα συγκεκριμένα συμφραζόμενα. Ο Else[20] υποστήριξε ότι χρόνος στο πέμπτο κεφάλαιο σημαίνει τον αντικειμενικό χρόνο πρόσληψης ενός έργου - πρόκειται για τη δεύτερη σημασία του Lucas. Οι δυσκολίες που δημιουργεί αυτή η ερμηνεία είναι ανυπέρβλητες. Καταρχήν η φράση καίτοι τὸ πρῶτον ὁμοίως ἐν ταῖς τραγῳδίαις τοῦτο ἐποίουν καὶ ἐν τοῖς ἔπεσιν παραμένει ακατανόητη. Σύμφωνα με την πληροφορία αυτή, η τραγωδία στα πρώτα της βήματα ή οπωσδήποτε σε ένα πρώιμο στάδιο -το επίρρημα το πρῶτον είναι αρκετά ασαφές- πρέπει να διαρκούσε όσο και ένα έπος. Αν μέτρο σύγκρισης είναι η Ιλιάδα ή η Οδύσσεια -έργα στα οποία ο Αριστοτέλης αναφέρεται συχνά και τα οποία αντιπροσωπεύουν το λογοτεχνικό είδος του έπους-, είναι προφανές ότι δημιουργείται αδιέξοδο με την παραδοχή μιας τραγωδίας τέτοιου μεγέθους. Άλλωστε μια τέτοια ερμηνεία αντιβαίνει στη μαρτυρία του ίδιου του Αριστοτέλη για τον εμπλουτισμό της τραγωδίας με επεισόδια στο τέταρτο κεφάλαιο, γεγονός που προϋποθέτει βαθμιαία αύξηση του μήκους της τραγωδίας. Την ίδια κατεύθυνση υποδεικνύει επίσης το χωρίο 1451a 6-9: τοῦ δὲ μήκους ὅρος <ὁ> μὲν πρὸς τοὺς ἀγῶνας καὶ τὴν αἴσθησιν οὐ τῆς τέχνης ἐστίν· εἰ γὰρ ἔδει ἑκατὸν τραγῳδίας ἀγωνίζεσθαι, πρὸς κλεψύδρας ἂν ἠγωνίζοντο,ὥσπερ ποτὲ καὶ ἄλλοτε φασιν.† Το μήκος ενός έργου και συνακόλουθα ο χρόνος πρόσληψης που αντιστοιχεί σε αυτό είναι συνάρτηση εξωκαλλιτεχνικών παραγόντων, όπως είναι ο αριθμός των δραμάτων που συμμετέχουν σε μία ημέρα των δραματικών αγώνων στο πλαίσιο των Μεγάλων Διονυσίων. Στο πέμπτο κεφάλαιο όμως γίνεται λόγος για χαρακτηριστικά καλλιτεχνικά, όπως είναι το μέτρο, το θέμα ή ο τρόπος εκτέλεσης· μια εξωκαλλιτεχνική σφήνα ως ειδοποιό γνώρισμα των δύο λογοτεχνικών ειδών θα ήταν, επομένως, κάτι απροσδόκητο. Το χαρακτηριστικό πρέπει να αφορά κάποιο στοιχείο που ανήκει στο έργο και όχι κάτι που επιβάλλεται έξωθεν, και αυτό μπορεί να είναι μόνον ο πλασματικός χρόνος.
 
Η διασάφηση των δύο όρων δεν απαντά, ωστόσο, στο ερώτημα ποιά σχέση μπορεί να υφίσταται ανάμεσα στην έκταση του κειμένου και τον πλασματικό χρόνο. Από μεθοδολογική άποψη προσφέρονται δύο δυνατότητες. Μπορούμε να υποθέσουμε, καταρχήν, ότι μετά το μήκει έχουν εκπέσει οι λέξεις <καὶ τῷ χρόνῳ>, οπότε η επεξήγηση ακολουθεί φυσιολογικά. Με την προσθήκη αυτή όμως γίνεται ενοχλητική η φράση καὶ τούτῳ διαφέρει. Πράγματι, το εννοούμενο ρήμα διαφέρει, που πρέπει να συμπληρώσουμε πριν από την επεξηγηματική περίοδο, δημιουργεί μια φορτική επανάληψη, που αίρεται μόνο με την απόρριψη της υποθετικής προσθήκης. Έτσι η πιθανότερη διέξοδος προσφέρεται με τη δεύτερη δυνατότητα. Συγκεκριμένα πιστεύω ότι ο Αριστοτέλης μεταβαίνει συνειρμικά[21] από το ποσοτικό μήκος στον πλασματικό χρόνο, και ο συνειρμός αυτός διευκολύνεται από το γεγονός ότι το έπος διαθέτει μεγάλο πλασματικό χρόνο, που κατά κανόνα αντιστοιχεί σε μεγάλη έκταση κειμένου.
 
Για να κατανοήσουμε καλύτερα αυτή τη λύση πρέπει να συνεκτιμήσουμε επικουρικά ορισμένα πρόσθετα δεδομένα της Ποιητικής. Ήδη από τα χωρία που παραθέσαμε παραπάνω προκύπτει ότι ο Αριστοτέλης θεωρεί εξ ορισμού το έπος ποίημα με μεγάλη έκταση, αφού προτείνει τον περιορισμό του μήκους του και προσπαθεί να καθορίσει ένα ιδανικό όριο (1459b 20-22), χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αυτή η ιδεώδης έκταση του έπους αντιστοιχεί σε περιορισμένο πλασματικό χρόνο, όπως συμβαίνει με την τραγωδία. Η σύγκριση εξάλλου του Οιδίποδα Τυράννου με την Ιλιάδα ως προς το μήκος τους (1462a 18-62b 1) είναι άκρως διαφωτιστική προς την κατεύθυνση αυτή. Ότι το έπος είναι φυσικό να έχει μεγαλύτερο μήκος συνάγεται και από τα χωρία 1455b 15-16, 1456a 10-15, και 1459b 17-18. Όπως εξάγεται από το χωρίο 1451a 11-5 η έκταση της τραγωδίας εξαρτάται από τη λογική και χρονική δομή της πλοκής της, η οποία προκαλεί τη μεταβολή από την ευτυχία στη δυστυχία ή το αντίθετο. Με αυτά τα δεδομένα είναι απόλυτα νόμιμη η δημιουργία μιας αντιστοιχίας ανάμεσα στο μήκος και τον χρόνο. Έτσι βρίσκει τη θέση της και η φράση καὶ τούτῳ διαφέρει, που επιτάσσεται, όταν ο Αριστοτέλης συνειδητοποιεί ότι εισάγει μια επιπλέον διαφορά, η οποία όμως δεν είναι άσχετη με το μήκος.
 
Σύμφωνα με τις προηγούμενες σκέψεις θα επιχειρούσα να αποδώσω το επίμαχο χωρίο ως εξής: η τραγωδία και το έπος διαφέρουν επιπλέον και ως προς την έκταση· η πρώτη επιχειρεί, όσο της είναι δυνατό, να περιορίσει τον χρόνο της δράσης σε μια περίοδο του ήλιου ή να μην υπερβεί το όριο αυτό αισθητά[22] [και η έκτασή της είναι ανάλογα περιορισμένη], ενώ το έπος διαθέτει απεριόριστο πλασματικό χρόνο [και η έκτασή του είναι αντίστοιχα μεγάλη], και ως προς αυτό το σημείο διαφέρουν, μολονότι αρχικά ο πλασματικός χρόνος, τόσο στην τραγωδία όσο και στο έπος, ήταν το ίδιο απροσδιόριστος.
 
Η προτεινόμενη λύση δεν είναι εντελώς καινούργια· έχει υποστηριχτεί σε γενικές γραμμές ήδη από τον Bywater,[23] τον οποίον όμως παρερμήνευσε η σύγχρονη έρευνα. Πραγματικά, η διατύπωση «the two things (εννοεί το μήκος και τον χρόνο) are so closely connected that the one may serve to explain the other» ήταν εύκολο να οδηγήσει στην παρανόηση ότι όσο μεγαλύτερη είναι η έκταση ενός ποιήματος τόσο μεγαλύτερος είναι και ο πλασματικός του χρόνος. Έτσι ο Lucas π.χ. προσάγει ως ανατρεπτικό επιχείρημα για μια τέτοια αντίληψη το χωρίο Ω 784 της Ιλιάδας, όπου ένας στίχος αναφέρεται σε διάστημα εννέα ημερών. Είναι, ωστόσο, πασίγνωστο ότι στο έπος νεκροί χρόνοι μπορούν να καλύπτονται με λίγους στίχους, και θα ήταν υπερβολικό να καταλογίσουμε μια τόσο χονδροειδή άγνοια στον Αριστοτέλη ή τον Bywater. Η ερμηνεία πρέπει να ξεκινήσει, όπως έγινε πιο πάνω, από την υπόθεση ότι ο Αριστοτέλης είχε υπόψη του αντιπροσωπευτικά δείγματα των δύο λογοτεχνικών ειδών (π.χ. την Ιλιάδα και τον Οιδίποδα Τύραννο), προκειμένου να διαπιστώσει τη σχέση μήκους και χρόνου, καθώς επίσης ότι αντιμετώπισε τα έργα στο σύνολό τους, και όχι στην επιμέρους χρονική οργάνωσή τους, όπως κάνει ο Lucas.
 
Υπολείπεται να απαντηθεί το ερώτημα αν ο Αριστοτέλης με το χωρίο αυτό θεσπίζει έναν απαράβατο δραματουργικό κανόνα, όπως πίστεψαν αρκετοί, θεωρητικοί του δράματος και θεατρικοί συγγραφείς. Καταρχήν πρέπει να σημειωθεί ότι η παρατήρηση του φιλοσόφου σχετικά με το μήκος και τον πλασματικό χρόνο εντάσσεται στις υπόλοιπες διαφορές ανάμεσα στα δύο λογοτεχνικά είδη, οι όποιες είναι απόλυτα σαφείς και αναμφισβήτητες. Δεν επιτρέπεται, επομένως, να μιλούμε για απλή ή περιθωριακή διαπίστωση, όπως συχνά έχει υποστηριχτεί, αφού οι άλλες διαφορές αποτελούν καθοριστικά κριτήρια και δεν υπάρχει καμιά ένδειξη ότι αυτό που προστίθεται με το ἔτι δὲ δεν είναι ισότιμο με τις διαφορές αυτές. Από την άλλη πλευρά πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη ότι ο Αριστοτέλης στο σημείο αυτό δεν συμβουλεύει πώς πρέπει να γράφεται μια καλή τραγωδία (πρβ. την προγραμματική του δήλωση 1447a 8-9), αλλά προβαίνει στις παρατηρήσεις του εμπειρικά με βάση τις τότε γνωστές τραγωδίες, που τις εξετάζει γενικά αφήνοντας κάποια περιθώρια για αποκλίσεις, όπως προδίδει η προσεκτική διατύπωση: ὅτι μάλιστα πειρᾶται, ἢ μικρὸν ἐξαλλάττειν. Το αρχαίο δράμα παριστάνει γεγονότα που κατά κανόνα διαρκούν μία ημέρα, όταν όμως αποκλίνει από αυτό το όριο, τότε η απόκλιση είναι περιορισμένη (μικρόν!), έτσι ώστε να αποφευχθεί η σύγχυση με τον απροσδιόριστο χρόνο του έπους. Πώς το κατορθώνει αυτό η κλασική τραγωδία μπορούμε να το καταλάβουμε από τον ψόγο του Αριστοτέλη εναντίον του Αγάθωνα ότι δραματοποιεί ποικίλα γεγονότα και προτιμά το πολύμυθον: σημεῖον δέ, ὅσοι πέρσιν Ἰλίου ὅλην ἐποίησαν καὶ μὴ κατὰ μέρος ὥσπερ Ευριπίδης,<> Νιόβην καὶ μὴ ὥσπερ Αἰσχύλος, ἢ ἐκπίπτουσιν ἢ κακῶς ἀγωνίζονται. ἐπεὶ καὶ Ἀγάθων ἐξέπεσεν ἐν τούτῳ μόνῳ (1456a 15-19). Θα λέγαμε ότι ο Αγάθων με αυτόν τον τρόπο πλησιάζει το έπος, ενώ ο Αριστοτέλης επιμένει στην αναγκαιότητα να δραματοποιείται μια ενιαία πράξη, γεγονός που εξασφαλίζει κατά κανόνα την ενότητα του χρόνου. Εδώ σημειώνουμε, πάντως, ότι αυτή η αριστοτελική άποψη για τον πλασματικό χρόνο εντάσσει την αρχαία τραγωδία στον τύπο του δράματος που η σύγχρονη θεατρολογική έρευνα, σε αντίθεση με το δράμα ανοιχτής μορφής, το ονόμασε δράμα κλειστής μορφής. Τα αναγνωριστικά χαρακτηριστικά του είναι:
  • σύλληψη του χρόνου: ευθύγραμμη-δυναμική·
  • προϊστορία του δράματος: εκτενής·
  • ένταση: διατρέχει όλο το έργο ως την τελική λύση του·
  • ρυθμός: γοργή εξέλιξη·
  • πλασματικός χρόνος: περιορισμένος.
Τα χαρακτηριστικά αυτά ανταποκρίνονται απόλυτα στην αριστοτελική σύλληψη. Πράγματι, η προϋπόθεση ότι κάθε έργο πρέπει να έχει αρχή, μέση και τέλος, καθώς και η αξίωση τα δραματοποιημένα γεγονότα να έχουν όχι απλώς χρονική αλλά αιτιολογική αλληλουχία, σύμφωνα με τους νόμους της αναγκαιότητας ή της πιθανότητας, αποδεικνύουν τη γραμμική εξέλιξη της πλοκής, ενώ η απαίτηση για παρουσίαση των γεγονότων εκείνων που συντελούν στη μεταβολή από την ευτυχία στη δυστυχία ή αντίστροφα φανερώνουν τη δυναμικότητα του χρόνου, ο οποίος επιφέρει σημαντικές αλλαγές στη ζωή του ανθρώπου. Αυτός ο περιορισμός στην κρίσιμη φάση της μεταβολής προϋποθέτει αναγκαστικά τον λεπτομερή κατατοπισμό του θεατή για την προϊστορία, από την οποία πηγάζει η δραματική σύγκρουση. Αν η προκαταβολική γνώση του μύθου από τον θεατή συνεπάγεται έναν διαφορετικό χειρισμό των προδραματικών γεγονότων στην περίπτωση του αρχαίου δράματος, αυτό είναι άλλο θέμα, που οπωσδήποτε θα άξιζε να μελετηθεί. Άξιος μελέτης θα ήταν επίσης και ο τρόπος δημιουργίας έντασης σε ένα θέμα που οι βασικές του γραμμές είναι γνωστές και δεσμευτικά σεβαστές από τον ποιητή, σε αντίθεση με το νεότερο δράμα, όπου η πρωτοτυπία του θέματος συνεπάγεται αναπόφευκτα κάποια εναγώνια προσμονή από την πλευρά του θεατή. Τέλος, ο περιορισμένος πλασματικός χρόνος και ο γοργός ρυθμός αποτελούν χαρακτηριστικά όχι άγνωστα στην αριστοτελική Ποιητική. Στον πλασματικό χρόνο αναφερθήκαμε διεξοδικά πιο πάνω. Σχετικά με τον ρυθμό αρκετά εύγλωττο είναι το χωρίο 1462a 18-b 3 με τη σύγκριση του Οιδίποδα Τυράννου και της Ιλιάδας, πού παραθέσαμε παραπάνω (σ. 96). Εκεί δεν γίνεται, βέβαια, ρητή αναφορά στον ρυθμό, αλλά είναι προφανές ότι ενδεχόμενη διεύρυνση της σύντομης και σύντονης δράσης του Οιδίποδα Τυράννου σε οκταπλάσια περίπου έκταση θα προκαλούσε μια επιβράδυνση που θα αποδυνάμωνε αισθητά τη δραστικότητά του.
 
Από την ερμηνεία που προηγήθηκε γίνεται φανερό ότι στο πέμπτο κεφάλαιο της Ποιητικής εισάγεται για πρώτη φορά στην ιστορία της ευρωπαϊκής λογοτεχνικής κριτικής η διαφορά στην έκταση του πλασματικού χρόνου ως κριτήριο διαχωρισμού ανάμεσα στο έπος και την τραγωδία παράλληλα με τις διαφορές τους στο μέτρο, το μήκος και τον τρόπο εκτέλεσης. Προς αποφυγήν παρανοήσεων πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η διαφορά στο μήκος και τον πλασματικό χρόνο ανάμεσα στο έπος και την τραγωδία είναι ειδολογική, και όχι ζήτημα αναλογικής σχέσης. Ότι έτσι έχουν τα πράγματα το δείχνει το γεγονός ότι τα Κύπρια, μολονότι είναι αισθητώς μικρότερα σε έκταση από ό,τι η Iλιάδα, καλύπτουν απείρως μεγαλύτερο πλασματικό χρόνο από το εν λόγω ομηρικό έπος. Επιπλέον, όπως είδαμε, ο Αριστοτέλης προβαίνει σε μια κανονιστική προδιαγραφή σε σχέση με το μήκος του έπους, κάτι που αποδεικνύει ότι θεωρεί τη διαφορά του μήκους ειδοποιό ειδολογικό γνώρισμα. Από την άλλη πλευρά πρέπει επίσης να τονιστεί ότι ο Αριστοτέλης με τη διαφορά αυτή δεν εισάγει τον απαράβατο κανόνα της ενότητας του χρόνου αλλά ένα αναγνωριστικό χαρακτηριστικό που βασίζεται στην αντιδιαστολή του περιορισμένου χρόνου, που είναι φυσικό να προϋποθέτει μια ενιαία πράξη με κέντρο την κρίσιμη φάση της μεταβολής, προς το πολύμυθο και επεισοδιώδες έπος. Αν η διατύπωση του Αριστοτέλη επιτρέπει τη συναγωγή του νόμου της ενότητας του χρόνου, είναι ένα ζήτημα δευτερεύουσας σημασίας: ο ίδιος ο Αριστοτέλης, ο οποίος βασίζει τις εμπειρικές του παρατηρήσεις στο σύνολο της γνωστής του λογοτεχνικής παραγωγής, δεν διατύπωσε ρητά έναν τέτοιο νόμο. Καταδικάζοντας ο φιλόσοφος τα έργα του Αγάθωνα, που προϋποθέτουν μίξη των λογοτεχνικών ειδών, προκρίνει προφανώς το δράμα κλειστής μορφής.
------------------------------------
19 Aristotle "Poetics" (Οξφόρδη 1968).
20 Aristotle's "Poetics". The Argument (Καίμπριτζ Μασσ. 1957).
21 Η αποδοχή της λειτουργίας ενός συνειρμού στο σημείο αυτό δεν πρέπει να θεωρηθεί παράτολμη, αν ληφθεί υπόψη η ιδιαίτερη φύση του κειμένου. Διδακτικό προς την κατεύθυνση αυτή είναι το χωρίο 1449a 19-20: ἔτι δὲ τὸ μέγεθος· ἐκ μικρῶν μύθων καὶ λέξεως γελοίας διὰ τὸ ἐκ σατυρικοῦ μεταβαλεῖν ὀψὲ ἀπεσεμνύνθη. Ο Αριστοτέλης χρησιμοποιεί αρχικά τη λέξη μέγεθος με την καθαρά ποσοτική της σημασία ως συνώνυμη δηλαδή της λέξης μῆκος (πρβ. π.χ. 1450b 25 και 1451a 15) και γι' αυτό αναφέρεται στις σύντομες υποθέσεις της πρώιμης τραγωδίας. Στη συνέχεια όμως και χωρίς καμιά προειδοποίηση χρησιμοποιεί τη λέξη με τη σημασία «μεγαλοπρέπεια», «σοβαρότητα», όπως φανερώνει αναμφισβήτητα η παρουσία του ἀπεσεμνύνθη. Φυσικά, πρέπει να υπογραμμίσουμε, για να αποφευχθούν ενδεχόμενες παρανοήσεις, ότι εδώ ο συνειρμός διευκολύνεται από το γεγονός ότι η λέξη μέγεθος είναι αμφίσημη, πράγμα που δεν συμβαίνει με τη λέξη μῆκος στο πέμπτο κεφάλαιο, όπου πρόκειται για συνειρμό άλλης τάξεως.
22 Ο Αριστοτέλης ψέγει τους ποιητές εκείνους που καθιστούν αντικείμενο του έργου τους τη ζωή ενός ήρωα, λ.χ. του Ηρακλή ή του Θησέα, γιατί πολλά μπορούν να συμβούν σε κάποιο άτομο, τα οποία δεν συγκροτούν μια ενότητα (όγδοο κεφάλαιο). Γίνεται, επομένως, φανερό ότι το δράμα αξιοποιεί ποιητικά ένα κρίσιμο γεγονός στη ζωή ενός προσώπου, γεγονός που επιφέρει μεταβολή προς το καλύτερο ή το χειρότερο. Αυτό το γεγονός συμβαίνει, κατά κανόνα (πειρᾶται), στο πλαίσιο μιας ημέρας. Το παράδειγμα του Ηρακλή στην ομώνυμη τραγωδία του Ευριπίδη, όπου ο ήρωας μετατρέπεται σε ελάχιστο χρονικά διάστημα, εξαιτίας της παρέμβασης της Ήρας, από σωτήρας σε θύτη της ίδιας του της οικογένειας, είναι άκρως διαφωτιστικό προς την κατεύθυνση αυτή. Η τραγωδία, επομένως, παρουσιάζει την ώρα της καμπής προς την πτώση, και αυτό δεν έχει καμιά σχέση με τη διάρκεια της ανθρώπινης ζωής.
23 Aristotle on the "Art of Poetry" (Οξφόρδη 1909).

Πέμπτη 1 Νοεμβρίου 2018

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Προμηθεὺς δεσμώτης (907-943)

ΕΞΟΔΟΣ


ΠΡ. ἦ μὴν ἔτι Ζεύς, καίπερ αὐθάδη φρονῶν,
ἔσται ταπεινός, οἷον ἐξαρτύεται
γάμον γαμεῖν, ὃς αὐτὸν ἐκ τυραννίδος
910 θρόνων τ᾽ ἄιστον ἐκβαλεῖ· πατρὸς δ᾽ ἀρὰ
Κρόνου τότ᾽ ἤδη παντελῶς κρανθήσεται,
ἣν ἐκπίτνων ἠρᾶτο δηναιῶν θρόνων.
τοιῶνδε μόχθων ἐκτροπὴν οὐδεὶς θεῶν
δύναιτ᾽ ἂν αὐτῷ πλὴν ἐμοῦ δεῖξαι σαφῶς.
915 ἐγὼ τάδ᾽ οἶδα χᾦ τρόπῳ. πρὸς ταῦτα νῦν
θαρσῶν καθήσθω τοῖς πεδαρσίοις κτύποις
πιστός, τινάσσων τ᾽ ἐν χεροῖν πύρπνουν βέλος.
οὐδὲν γὰρ αὐτῷ ταῦτ᾽ ἐπαρκέσει τὸ μὴ οὐ
πεσεῖν ἀτίμως πτώματ᾽ οὐκ ἀνασχετά·
920 τοῖον παλαιστὴν νῦν παρασκευάζεται
ἐπ᾽ αὐτὸς αὑτῷ, δυσμαχώτατον τέρας·
ὃς δὴ κεραυνοῦ κρείσσον᾽ εὑρήσει φλόγα,
βροντῆς θ᾽ ὑπερβάλλοντα καρτερὸν κτύπον,
θαλασσίαν τε γῆς τινάκτειραν νόσον,
925 τρίαιναν αἰχμὴν τὴν Ποσειδῶνος, σκεδᾷ.
πταίσας δὲ τῷδε πρὸς κακῷ μαθήσεται
ὅσον τό τ᾽ ἄρχειν καὶ τὸ δουλεύειν δίχα.
ΧΟ. σύ θην ἃ χρῄζεις, ταῦτ᾽ ἐπιγλωσσᾷ Διός.
ΠΡ. ἅπερ τελεῖται, πρὸς δ᾽ ἃ βούλομαι λέγω.
930 ΧΟ. καὶ προσδοκᾶν χρὴ δεσπόσειν Ζηνός τινα;
ΠΡ. καὶ τῶνδέ γ᾽ ἕξει δυσλοφωτέρους πόνους.
ΧΟ. πῶς οὐχὶ ταρβεῖς τοιάδ᾽ ἐκρίπτων ἔπη;
ΠΡ. τί δ᾽ ἂν φοβοίμην ᾧ θανεῖν οὐ μόρσιμον;
ΧΟ. ἀλλ᾽ ἆθλον ἄν σοι τοῦδ᾽ ἔτ᾽ ἀλγίω πόροι.
935 ΠΡ. ὁ δ᾽ οὖν ποείτω· πάντα προσδοκητά μοι.
ΧΟ. οἱ προσκυνοῦντες τὴν Ἀδράστειαν σοφοί.
ΠΡ. σέβου, προσεύχου, θῶπτε τὸν κρατοῦντ᾽ ἀεί.
ἐμοὶ δ᾽ ἔλασσον Ζηνὸς ἢ μηδὲν μέλει.
δράτω, κρατείτω τόνδε τὸν βραχὺν χρόνον
940 ὅπως θέλει· δαρὸν γὰρ οὐκ ἄρξει θεοῖς.
ἀλλ᾽ εἰσορῶ γὰρ τόνδε τὸν Διὸς τρόχιν,
τὸν τοῦ τυράννου τοῦ νέου διάκονον·
πάντως τι καινὸν ἀγγελῶν ἐλήλυθεν.

***
ΕΞΟΔΟΣ


ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Κι όμως μ᾽ όλη την έπαρση του νου του ο Δίας
θα γίνει ακόμα ταπεινός· γιατί ένα τέτοιο
γάμο ετοιμάζεται να κάμει, που απ᾽ το θρόνο
910 κι απ᾽ την αρχή του ολοάφαντο θενα τον ρίξει·
κι έτσι θα πιάσει ολότελα τότε η κατάρα
που του ᾽δινε ο πατέρας του ο Κρόνος, όταν
γκρεμνίζονταν απ᾽ τους πανάρχαιούς του θρόνους.
Μα πώς να στρέψει τέτοια συμφορά, κανένας
δε θα είχε άλλος θεός άσφαλτα να του δείξει
έξω από με· μόν᾽ εγώ ξέρω πώς και πότε.
Μα τώρα ας κάθεται άγνοιαστος και θαρρεμένος
στους ψηλόβροντους χτύπους του και μες στα χέρια
τινάζοντας τα πύρινα τ᾽ αστροπελέκια·
όμως καθόλου αυτά δε θενα τον γλιτώσουν
απ᾽ το άτιμο το πέσιμο στην καταφρόνια·
920 γιατί ετοιμάζει τώρα ο ίδιος του εαυτού του
αντίπαλο απολέμητο, τέρας αντρείας,
που πιο καλή απ᾽ τον κεραυνό θενά ᾽βρει φλόγα,
κι ανώτερο από τη βροντή τρομερό χτύπο,
και που στάχτη θα κάμει και του Ποσειδώνα
την κοσμοσείστρα τρίαινα, σύνεργο ολέθρου.
Μα όταν πέσει σ᾽ αυτή τη συμφορά, θα μάθει
πως άλλο να ᾽ν᾽ κανείς αφέντης κι άλλο δούλος.
ΧΟΡΟΣ
Τί σε συμφέρει κακομελετάς του Δία.
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Όσα θα γίνουν κι όσα επιθυμώ προλέγω.
ΧΟΡΟΣ
930 Κι είναι να ελπίζεις πως ποτέ θα πέσει ο Δίας;
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Κι άλλα πιο αβάσταχτ᾽ απ᾽ αυτά κακά θα πάθει.
ΧΟΡΟΣ
Και δε φοβάσαι εσύ να πετάς τέτοια λόγια;
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Τί να φοβούμαι, αφού δεν μπορεί να πεθάνω;
ΧΟΡΟΣ
Μα ίσως και σ᾽ άλλους πιο σκληρούς σε ρίξει μόχτους.
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Ό,τι έχει ας κάμει, κι όλα εγώ τα περιμένω.
ΧΟΡΟΣ
Είναι σοφοί, μπρος στην Αδράστεια όσοι σκύβουν.
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Σέβου, προσκύνα, χάιδευε πάντα σου εκείνον
που κρατά την αρχή· μα εγώ το Δία πιο λίγο
ψηφώ κι απ᾽ το μηδέν· ας κυβερνά κι ας κάνει
940 της κεφαλής του, όσος καιρός του μένει ακόμα·
γιατί δε θα ᾽ναι των θεών κύριος για πάντα.
Μα βλέπω τώρα αυτό του Δία τον ταχυδρόμο,
του νέου του βασιλιά τον πρόθυμο υπηρέτη,
που κάποιο βέβαια μήνυμα θα ήρθε να φέρει.

Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΟΥ ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ ΣΤΗ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΩΝ ΣΥΓΧΡΟΝΩΝ ΔΙΕΘΝΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ

Μέσα από την Υψηλή Στρατηγική των αντιπάλων κατά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο
 
Εισαγωγή
 
Θεωρώ σκόπιμο και απαραίτητο πριν εισέλθουμε στην ανάλυση του θέματος να ασχοληθούμε δι΄ ολίγων με τον Θουκυδίδη και το έργο του, την μεγάλη, πολυσχιδή αυτή προσωπικότητα, τον ιστορικό που εξιστόρησε τα του Πελοποννησιακού πολέμου και που τόση αίγλη και αναγνώριση έχει από τους μεταγενέστερους ιστορικούς, αναλυτές, φιλοσόφους κ.α.
 
Το έργο του Θουκυδίδη είναι μνημειώδες και αυτό δεν είναι ένα αυθαίρετο συμπέρασμα δικό μας, αλλά προκύπτει από τη διαχρονική, με διαρκώς εντεινόμενη συχνότητα στην εποχή μας, αναγνώριση από σημαντικούς ιστορικούς, φιλοσόφους, στρατηγικούς αναλυτές, πολιτικούς και στρατιωτικούς. Θα δανεισθούμε ορισμένες απόψεις για τον Θουκυδίδη από το έργο του πρέσβεως Β. Θεοδωρόπουλου «Ιστορικός στην υπηρεσία της ζωής- ο Θουκυδίδης».
 
«Ο Θουκυδίδης επικεντρώνεται στο πολιτικό «είναι», για να διαπιστώσει πως ορισμένα χαρακτηριστικά πολιτικής συμπεριφοράς είναι σύμφυτα με την ανθρώπινη φύση.
 
Το έργο του Θουκυδίδη έχει χαρακτήρα παιδευτικό, για όποιον θέλει να σκεφθεί και να διδαχθεί από το σπαρακτικό παρελθόν που εξιστορεί.
 
Ο Θουκυδίδης είναι ο ιστορικός που τέθηκε με το έργο του στην υπηρεσία της ζωής, υπηρεσία που εξακολουθεί να προσφέρει μέχρι σήμερα, για να συμπληρώσω ότι σήμερα η υπηρεσίες του είναι πολυτιμότερες, ή τουλάχιστον έχουν αναγνωρισθεί πολύ περισσότερο και από περισσότερους από το παρελθόν».[1]
 
Στην παρούσα εισήγηση θα καταβληθεί προσπάθεια να διερευνηθεί η συμβολή του Θουκυδίδη στη διαμόρφωση των συγχρόνων Διεθνών Σχέσεων, μέσα από τη συγκριτική μελέτη της στρατηγικής, που εφαρμόσθηκε από τους δύο αντιπάλους, με δεδομένα από τις σύγχρονες ισχύουσες θεωρίες των διεθνών σχέσεων.
 
Θεωρητικά στοιχεία επί των διεθνών σχέσεων
 
Υψηλή στρατηγική είναι η θεωρία ενός κράτους για το πως μπορεί να "προκαλέσει" ασφάλεια για τον εαυτό του.[2] Σε κάθε περίπτωση στην εποχή μας ο όρος «υψηλή στρατηγική» χρησιμοποιείται για να συμπεριλάβει όλα τα διαθέσιμα μέσα (στρατιωτικά, οικονομικά, διπλωματικά κ.λπ.) που μπορεί να χρησιμοποιήσει ένα κράτος για να επιτύχει τους μακροπρόθεσμους πολιτικούς του σκοπούς, ενόψει πραγματικής ή πιθανής σύγκρουσης. Η υψηλή στρατηγική δεν αναφέρεται μόνο σε περίοδο πολέμου, αλλά και σε αυτή της ειρήνης.[3]
 
Ως μορφές «υψηλής στρατηγικής» αναφέρονται η «υψηλή στρατηγική εκμηδένισης» και η «υψηλή στρατηγική εξουθένωσης».
 
Σύμφωνα με τις επικρατούσες απόψεις ένας επιτυχημένος σχεδιασμός υψηλής στρατηγικής πρέπει να καλύπτει τις ακόλουθες διαστάσεις\παράγοντες:
 
  • Διάγνωση του διεθνούς περιβάλλοντος για καθορισμό – προσδιορισμό- εκτίμηση των απειλών κατά της εθνικής ασφάλειας, καθώς και οι περιορισμοί και οι ευκαιρίες που το διεθνές περιβάλλον επιβάλλει, ή προκαλεί.[4]
  • Καθορισμός των πολιτικών στόχων που θα επιδιώξει η υψηλή στρατηγική. Αυτό θα πρέπει να γίνει με βάση την προαναφερθείσα εκτίμηση των απειλών, εξεύρεση των ευκαιριών και με γνώμονα και βάση πάντα τα διαθέσιμα μέσα.
  • Καθορισμός του αποτελεσματικότερου συνδυασμού μέσων για την προώθηση των ιεραρχημένων πολιτικών στόχων. Δηλαδή προσαρμογή στόχων-σκοπών προς τα μέσα και το αντίστροφο. Κάτι ανάλογο γίνεται σε αυτό που εμείς οι στρατιωτικού αποκαλούμε επιλογή του προσφορότερου τρόπου ενέργειας, κατά τη διαδικασία εκτιμήσεως καταστάσεως.
  • Προσεκτική διαμόρφωση «της εικόνας» που προβάλλεται \ παρουσιάζεται η υψηλή στρατηγική στο εξωτερικό και στο εσωτερικό. Σκοπός αυτής της διαμορφώσεως της «εικόνας» είναι η κοινωνία και η κρατική υποδομή να υποστηρίζουν απόλυτα την υψηλή αυτή στρατηγική, ενώ συγχρόνως η υψηλή στρατηγική να απολαμβάνει νομιμοποίησης στο εξωτερικό. Πρόκειται για τη λεγόμενη εσωτερική και εξωτερική νομιμοποίηση. 
 
Υψηλή Στρατηγική των Αντιπάλων κατά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο
 
Ο Πελοποννησιακός πόλεμος συχνά αντιμετωπίζεται ως μία διαμάχη μεταξύ μιας χερσαίας και μιας ναυτικής δύναμης. Αυτό όμως, δεν αντικατοπτρίζει πλήρως την πραγματική κατάσταση, καθώς οι Σπαρτιάτες γρήγορα αντιλήφθηκαν την ανάγκη να αντιπαρατεθούν με ίσους όρους στην ναυτική ισχύ της Αθήνας, κάτι που τελικά κατάφεραν. Έτσι, ο Πελοποννησιακός Πόλεμος, θεωρείται με μεγαλύτερη ακρίβεια, μία διαμάχη μεταξύ αντιτιθέμενων σχεδιασμών στο επίπεδο της υψηλής στρατηγικής[5]. Η διαπίστωση αυτή οδηγεί και στον προσφορότερο τρόπο για να αναλύσουμε την υψηλή στρατηγική στον Πελοποννησιακό πόλεμο. Έτσι θα αναλύσουμε, χωριστά, την υψηλή στρατηγική που κάθε αντίπαλος, αναλυτικότερα η Αθήνα, εφήρμοσε στον πόλεμο και εν συνεχεία ή και παράλληλα θα επιδιώξουμε την κρίση- σύγκριση των στρατηγικών που εφαρμόσθηκαν, συγκριτικά, πάντα, με τιε ισχύουσες θεωρίες και απόψεις επί των συγχρόνων διεθνών σχέσεων.
 
Η μέθοδος που θα χρησιμοποιηθεί είναι η ανάλυση της υψηλής στρατηγικής με βάση τα στοιχεία\παράγοντες που προαναφέρθηκαν. [6]
 
Υψηλή Στρατηγική Αθήνας
 
  • Διάγνωση Διεθνούς Περιβάλλοντος, Κατάσταση Ισχύος
 
Το τότε διεθνές περιβάλλον μπορεί να χαρακτηρισθεί, με σύγχρονους όρους ως διπολικό, με επικεφαλής των δύο πόλων την Αθήνα και τη Σπάρτη με μέτρο αναφοράς την ηπειρωτική Ελλάδα , το Αιγαίο και την Ιωνία..[7] Βεβαίως υπήρχαν και δρώντες εκτός του διπολικού αυτού συστήματος, όπως η Θήβα, η Μεγάλη Ελλάδα (Σικελία και κάτω Ιταλία), η Κέρκυρα, οι βασιλιάδες της Μακεδονίας Περδίκας και της Θράκης Σιτάλκης, αλλά και ο μεγάλος βασιλιάς της Περσίας. Τελικά όλοι αυτοί, αναγκαστικά ή ηθελημένα, εντάχθηκαν ή συμμάχησαν σε ένα από τους δύο πόλους.
 
Σύμφωνα με το Θουκυδίδη η κατανομή ισχύος, υπό τη δυναμική της μορφή, έφερνε την ισχύ της Αθήνας να αυξάνεται με ταχύτερο ρυθμό από αυτή της Σπάρτης, η οποία μέχρι τότε κατείχε την ηγεμονία στην Ελλάδα. Αυτό οφειλόταν στη δυναμική νέα Αθηναϊκή αυτοκρατορία, που προέκυψε από την αρχική αθηναϊκή συμμαχία και την αλματώδη οικονομική ανάπτυξη που αυτή έφερε στην Αθήνα, ενώ αντίθετα η ισχύς της Σπάρτης έμενε μάλλον στάσιμη, στη γνωστή κλειστή αγροτική οικονομία.[8] Μιλάμε για το νόμο της «άνισης μεγέθυνσης», που ισχύει στις σύγχρονες διεθνείς σχέσεις. Η αλυσίδα αυτή της σταδιακής ενίσχυσης της αθηναϊκής αυτοκρατορίας υπήρξε συνέπεια των ορθών στρατηγικών που εφήρμοσε. Θυμίζω ότι με το πέρας των Περσικών πολέμων η Αθήνα άδραξε την ευκαιρία, εκδίωξε τους Πέρσες από τις Μικρασιατικές ακτές και τα νησιά του Αιγαίου.[9]Η ενέργειά της αυτή είχε ως συνέπεια να αναγνωρισθεί η ηγετική θέση της, από πολλές ελληνικές πόλεις. Δημιουργήθηκε έτσι η αθηναϊκή συμμαχία. Παράλληλα έρχεται η επιτυχής στρατηγική του Θεμιστοκλή για την παραπέρα ενίσχυση του ήδη ισχυρού στόλου, και της η άμυνας της Αττικής με κατασκευή-ενίσχυση τείχους –οχυρώσεων.[10] Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνθήκες ασφαλείας για την ανάπτυξη εμπορίου και εύρωστης οικονομίας και πλούτου. Η αλυσίδα αυτή είναι: ασφάλεια - επέκταση - εμπόριο - πλούτος - συντήρηση - επέκταση ισχύος- διατήρηση και συνεχής αύξηση υπεροχής.[11]
 
Για την ισχύ της Αθήνας μιλά ο ίδιος ο Περικλής, δια του Θουκυδίδη. Να τι λέει στους συμπατριώτες του: «τους είπε (ο Περικλής), αναφέρει ο Θουκυδίδης, ότι έπρεπε να είναι βέβαιοι για τη νίκη, αφού η πολιτεία, εκτός από τις προσόδους, είχε ετήσιο εισόδημα εξακόσια τάλαντα», ενώ σε άλλο σημείο εξηγεί «ότι υπεύθυνοι για τη συνεχώς αυξανόμενη ισχύ της Αθήνας ήταν οι ίδιοι οι σύμμαχοί της, οι οποίοι επειδή ήταν απρόθυμοι να εκστρατεύουν, προτιμούσαν οι περισσότεροι, αντί να δίνουν πολεμικά πλοία, να πληρώνουν σε χρήμα τις αντίστοιχες δαπάνες. Έτσι ο αθηναϊκός στόλος γινόταν συνεχώς ισχυρότερος, ενώ οι σύμμαχοι όταν επαναστατούσαν, ήταν απροετοίμαστοι, διότι δεν είχαν ούτε στόλο, ούτε ετοιμοπόλεμα πληρώματα».(Α99). Η εξέλιξη αυτή είχε ήδη γίνει αντιληπτή από τους Σπαρτιάτες και κυρίως από τον βασιλιά τους Αρχίδαμο, ο οποίος δήλωσε στην Απέλλα, ότι «ο πόλεμος γίνεται λιγότερο με όπλα και περισσότερο με χρήματα, τα οποία πρέπει να ξοδεύει κανείς για να είναι πιο αποτελεσματική τελική προσπάθεια.»(Α 83). Ο Θουκυδίδης φαίνεται ότι αντιλαμβάνεται πλήρως τη σχέση μεταξύ πλούτου και ισχύος. Με αυτή την έννοια θα πρέπει να θεωρηθεί ως ο πρωτοπόρος της μακράς παράδοσης η οποία, στα πλαίσια του πολιτικού ρεαλισμού έδωσε την απαιτούμενη βαρύτητα στη οικονομικά θεμέλια της κρατικής ισχύος
 
Συμπερασματικά η υπεροχή της Αθήνας με την έναρξη του πολέμου ήταν αναμφισβήτητη και στηριζόταν στο ναυτικό, την οικονομική ισχύ και την αυτοκρατορία της.[12]
 
  • Πολιτικοί Σκοποί(Στόχοι-Εθνικά Συμφέροντα)
 
O κύριος πολιτικός σκοπός του πολέμου για την Αθήνα ήταν φαινομενικά απλός. Η διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης, αυτού που λέμε status quo. Όσο όμως και απλός και εάν φαίνεται ο σκοπός αυτός, είναι στην απλότητά του μεγαλειώδης. Ο Περικλής γνώριζε ότι η ύπαρξη της αυτοκρατορίας εξασφάλιζε στην Αθήνα ευημερία και ισχύ. Στο διεθνές επίπεδο οι τριακονταετείς σπονδές (ειρήνη) του 445 π. Χ. είχαν εξασφαλίσει την ισοτιμία μεταξύ Αθήνας και της μέχρι τότε κυρίαρχης δύναμης του ελληνισμού, Σπάρτης. Αυτό προς το παρόν ικανοποιούσε τον Περικλή, διότι γνώριζε ότι ο χρόνος κάποια στιγμή θα εξασφάλιζε στην Αθήνα την πρωτοκαθεδρία, την πλήρη επικράτηση, διότι ο νόμος της «άνισης μεγέθυνσης», που ισχύει και στις σύγχρονες διεθνείς σχέσειςθα λειτουργούσε προς όφελός του.[13]
 
  • Κατανομή μέσων- Σκοπών
 
Mε βάση τον προαναφερθέντα σκοπό, χαράχτηκε η Υψηλή Στρατηγική της Αθήνας. Η Αθήνα, που ήταν ευχαριστημένη με το ισχύον status quo, χάραξε μια στρατηγική με αμυντικό προσανατολισμό, που απέβλεπε να αποθαρρύνει τον αντίπαλο να προσπαθήσει να αλλάξει το status quo. Πως όμως θα πετύχαινε κάτι τέτοιο; Με το να πείσει τον αντίπαλο ότι ήταν ισχυρότερη, ανίκητη, ικανή να διεξάγει πόλεμο επί μεγάλο χρονικό διάστημα, διότι είχε τις οικονομικές εκείνες δυνατότητες για κάτι τέτοιο. Αντίθετα ο αντίπαλος δεν θα μπορούσε να αντεπεξέλθει σε ένα τέτοιο πόλεμο. Κοντολογίς η Αθήνα, θα λέγαμε, με βάση τα ισχύοντα σήμερα, ότι ανέπτυξε μια στρατηγική εξουθένωσης, στην οποία κυρίαρχο ρόλο έπαιξε η οικονομική ισχύς. Στην ουσία δηλαδή η Αθήνα δεν ήταν απαραίτητο να νικήσει τη Σπάρτη. Εάν οι Σπαρτιάτες σταματούσαν να επιδιώκουν τη διάλυση της αθηναϊκής αυτοκρατορίας, οι Αθηναίοι θα είχαν επιβάλλει τον πολιτικό σκοπό του πολέμου, και μελλοντικά θα καθίστατο ανίκητοι, καθότι σημαντικά ισχυρότεροι. Ο Περικλής επιβεβαιώνει \ εφαρμόζει αυτό που ο περίπου σύγχρονός του σπουδαίος κινέζος Sun Tzu αποκαλεί «ανώτερη μορφή στρατηγικής». «Έτσι η ανώτερη μορφή στρατηγικής είναι το να ματαιώνεις τα σχέδια του εχθρού, γι’ αυτό και ο επιδέξιος ηγέτης υποτάσσει τα τμήματα του εχθρού χωρίς να δώσει καμία μάχη».[14] Δηλαδή αντί να νικήσει τους Σπαρτιάτες του ήταν αρκετό να ματαιώσει το Σπαρτιατικό σχέδιο νίκης. Με άλλα λόγια θεμελειώνεται μια σύγχρονη θεωρία περί στρατηγικής, η Στρατηγική της έμμεσης προσέγγισης, κύριος εκφραστής της οποίας είναι ο Άγγλος στρατηγικός αναλυτής και συγγραφέας Liddell Hart, και ο οποίος στο ομώνυμο έργο του «Η Στρατηγική της έμμεσης προσέγγισης» επαναλαμβάνει τα λόγια του Περικλή: «η κορυφαία ικανότητα είναι να συντρίβεις την αντίσταση του εχθρού χωρίς μάχη».[15]
 
Συνοψίζοντας, η Αθήνα ήταν ικανοποιημένη με το status quo, ενώ η Σπάρτη αντίθετα ήταν, όπως θα δούμε αποφασισμένη να το ανατρέψει.
 
Ας εξετάσουμε τώρα που στηριζόταν αυτή η στρατηγική της Αθήνας, δηλαδή ποίες ήταν οι βάσεις της.
 
Ο Περικλής πίστευε ότι η ισοτιμία μεταξύ των δύο πόλων σήμαινε ότι κάθε μονομερής παραχώρηση εκ μέρους της Αθήνας προς τη Σπάρτη, όσο μικρή και εάν ήταν, θα υπονόμευε αυτή την ισοτιμία. Με βάση αυτή τη φιλοσοφία απέρριψε την απαίτηση των Σπαρτιατών για ανάκληση του Μεγαρικού ψηφίσματος. Θέμα, το οποίο φαινομενικά ήταν ήσσονος σημασίας, αλλά κατά τον Περικλή εάν η Αθήνα υποχωρούσε σε αυτό το μικρό θέμα, ήταν σίγουρο ότι η Σπάρτη θα επανερχόταν με νέες απαιτήσεις. Να τι λέει ο Περικλής προς τους Αθηναίους στην εκκλησία του Δήμου: «Εξακολουθώ, Αθηναίοι, να έχω πάντα την ίδια γνώμη, ότι δεν πρέπει να υποχωρήσουμε στις απαιτήσεις των Λακεδαιμονίων, Οι εχθρικές διαθέσεις των Λακεδαιμονίων απέναντί μας ήταν και άλλοτε φανερές, αλλά τώρα έγιναν φανερότερες παρά ποτέ, για να λύσουν τις διαφορές μας προτιμούν τον πόλεμο από τις διαπραγματεύσεις κ’ έρχονται τώρα εδώ, να μας ΔΙΑΤΑΞΟΥΝ και όχι να παραπονεθούν. Μας ζητούν να λύσουμε την πολιορκία της Ποτίδαιας και να καταργήσουμε το Μεγαρικό ψήφισμα. Και τελευταία ήρθαν να μας ζητήσουν ΝΑ αποδώσουμε στους Έλληνες την ανεξαρτησία τους. Κανένας από σας μη νομίσει ότι θα πολεμήσουμε για ασήμαντο αφορμή αν δεν ανακαλέσουμε το Μεγαρικό ψήφισμα για το οποίο οι Λακεδαιμόνιοι λένε, τάχα, ότι αν καταργηθεί, δεν θα γίνει πόλεμος. Το ασήμαντο αυτό είναι δοκιμασία του φρονήματός σας και της αποφασιστικότητάς σας γενικά. Αν υποχωρήσετε θα προβάλλουν, αμέσως άλλη μεγαλύτερη απαίτηση, γιατί θα νομίσουν ότι και τώρα ενδώσατε από φόβο. Αλλά αν δείξετε σταθερότητα, θα τους δείξετε αποφασιστικότητα, θα τους δώσετε να καταλάβουν ότι πρέπει να μας φέρονται σαν ίσοι προς ίσους. Όταν άνθρωποι προς τους οποίους είμαστε ίσοι έρχονται, χωρίς καμιά διαιτησία, και προβάλλουν απαιτήσεις, είτε αυτές είναι μικρές, είτε είναι μεγάλες, τούτο σημαίνει ότι μας ζητούν υποταγή»(Α 140-141). Ανατρέχοντες στις σύγχρονες διεθνείς σχέσεις θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για θέσπιση από τον Θουκυδίδη αυτού που σήμερα ονομάζουμε απόρριψη του κατευνασμού.
 
Η άλλη βάση της στρατηγικής των Αθηναίων ήταν η αποφυγή επεκτάσεως των κτήσεών τους. Ο Περικλής τους συμβούλευε ότι πόλεμος με τρίτο μέρος, κατά την περίοδο και της κρίσεως ακόμα, έπρεπε να αποφευχθεί. Αυτό δείχνει ότι ο Περικλής είχε απόλυτα αντιληφθεί, αυτό που σήμερα όλοι γνωρίζουν, ότι οι μεγάλες δυνάμεις πέφτουν εξαιτίας της υπερεξαπλώσεώς (overexpansion) τους. Όταν αναλαμβάνονται ενέργειες πέρα από τις δυνατότητες και τα διατιθέμενα μέσα. Δηλαδή όταν υπάρχει αναντιστοιχία μέσων και σκοπών.
 
Αφού αναλύσαμε τις βάσεις, ας δούμε τώρα τα μέσα της στρατηγικής των Αθηνών. Η Υψηλή στρατηγική του Περικλή έκανε χρήση μιας σειράς μέσων. Συγκεκριμένα χρησιμοποίησε τα κλασσικά στρατιωτικά, αλλά και οικονομικά, διπλωματικά, τεχνολογικά και ψυχολογικά, τα οποία με σύγχρονους όρους θα μπορούσαμε να πούμε ότι αποσκοπούσαν στην:
 
  • Εξισορρόπηση της ισχύος του αντιπάλου.
  • Εκμετάλλευση των πλεονεκτημάτων των Αθηνών και μείωση των αντιστοίχων του αντιπάλου.
  • Αποτροπή του αντιπάλου.
  • Υπονόμευση της διεθνούς βάσης ισχύος του αντιπάλου.
  • Διαμόρφωση του εσωτερικού περιβάλλοντος του αντιπάλου προς όφελος της Αθήνας.[16] 
 
Ας αναλύσουμε τα τρία πρώτα από τα προαναφερθέντα μέσα:
 
Εξισορρόπηση Ισχύος
 
Αυτό αποτελούσε πρώτιστο μέλημα της Υψηλής Στρατηγικής του Περικλή. Επετυγχάνετο με χρήση της ισχύος τρίτων, με τη δημιουργία συμμαχιών, πέρα από την αθηναϊκή συμμαχία. Τέτοιοι σύμμαχοι για την Αθήνα ήταν οι ελεύθεροι σύμμαχοι, δηλαδή εκείνοι που δεν ήταν ενταγμένοι στις δύο αντίπαλες συμμαχίες, όπως η Κέρκυρα, οι Μακεδόνες, Θράκες, Συρρακούσσες κ.α, αλλά προσεταιρίσθηκαν από καιρό ή λίγο πριν από τον πόλεμο, όπως η Κέρκυρα. Από τις συμμάχους αυτές η Αθήνα προσποριζόταν πλοία σε περίπτωση πολέμου[17] (εξωτερική εξισορρόπηση). Ανάλογες ενέργειες προσεταιρισμού συμμάχων ή φίλων παρατηρούμε στις σύγχρονες συμμαχίες ή συνασπισμούς, όπως κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, στη συγκρότηση των κατά περίπτωση συμμαχιών στους πολέμους του Κόλπου, Αφγανιστάν κλπ. Επίσης και με κινητοποίηση των εσωτερικών δυνατοτήτων, υλικών και ηθικών (εσωτερική εξισορρόπηση). Σκοπός όλων αυτών η επίτευξη των σκοπών της πολιτικής κατά τη διάρκεια του πολέμου.
 
Ανατρέχοντες στις σύγχρονες διεθνείς σχέσεις θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για θέσπιση από τον Θουκυδίδη αυτών που σήμερα ονομάζουμε αποφυγή της υπερεξάπλωσης, και που μαζί με την αρχή της άνισης μεγέθυνσης αποτελούσαν βάσεις της στρατηγικής των Αθηναίων.
 
Εκμετάλλευση των πλεονεκτημάτων των Αθηνών και μείωση των αντιστοίχων του αντιπάλου.
 
Ποία ήταν τα πλεονεκτήματα τα οποία έπρεπε να εκμεταλλευθεί η υψηλή στρατηγική της Αθήνας;
 
Σημαντικό πλεονέκτημα ήταν τα τείχη της Αθήνας και του Πειραιά. Το άλλο πλεονέκτημα της Αθήνας ήταν το ισχυρό όπλο της ο στόλος.
 
Αποτροπή του αντιπάλου μέσω άρνησης της επιτυχίας του και επιδέξιας χρήσης αντιποίνων
 
Η «αποτροπή»,πάντοτε και σήμερα αποτελεί σημαντικό εργαλείο υψηλής στρατηγικής κάθε έθνους και έχει δύο σκέλη\διαστάσεις. Η μια είναι αυτό που με σημερινούς όρους αποκαλούμε «αποτροπή μέσω άρνησης» (deterrence by denial) και η άλλη η «αποτροπή μέσω αντιποίνων». (deterrence by reprisals). Είναι εξαιρετικά σημαντικό ότι και οι δύο μορφές αυτές της αποτροπής θεμελιώνονται στο έργο του Θουκυδίδη. Ειδικότερα:
 
Αποτροπή μέσω άρνησης
 
Κύριο εργαλείο για την υλοποίηση αυτής της αποτροπής ήταν τα τείχη και η ευκολία ανεφοδιασμού της Αθήνας από τη θάλασσα, που απέκλειε κάθε σκέψη για πολιορκία της Αθήνας, ως αναποτελεσματική. Επίσης κάθε προσπάθεια των Σπαρτιατών να εφελκύσουν τους Αθηναίους έξω από τα τείχη εφαρμόζοντας αυτό που αργότερα ονομάσθηκε «Φαβιανή τακτική»,[18] ή τακτική της καμένης γης, ήταν πολύ δύσκολη, όσες ζημιές και εάν η τακτική της δηώσεως και των καταστροφών στην Αττική και εάν προκαλούσε.[19] Εκείνο που έπρεπε οι Αθηναίοι να κάνουν ήταν να μην παρασυρθούν και εξέλθουν και δώσουν μάχη εκ παρατάξεως στην ξηρά, όσο κόστος και εάν είχε αυτό για τους κατοίκους των περιοχών της καταστροφής. Ας αφήσουμε και το κείμενο του Θουκυδίδη να περιγράψει τις βάσεις της σύγχρονης θεωρίας της αποτροπής αρχικά μέσω άρνησης: «Ας εγκαταλείψουμε τα εξοχικά μας και τα κτήματά μας και ας στρέψουμε όλη μας την προσπάθεια στην υπεράσπιση της πολιτείας μας και της θαλασσοκρατορίας μας. Δεν πρέπει η αγανάκτηση που θα νοιώσουμε από τις καταστροφές που θα πάθουμε να μας παρασύρει και να αντιπαραταχθούμε σε μάχη εναντίον των Πελοποννησίων που είναι πολύ περισσότεροι. Αν τους νικήσουμε θα πρέπει πάλι ν’ αντιμετωπίσουμε άλλους τόσους αλλού, και αν νικηθούμε θα χάσουμε εκείνο που αποτελεί τη βάση της δύναμής μας, δηλαδή τους συμμάχους μας που δεν θα μείνουν αδρανείς αν δεν είμαστε σε θέση να εκστρατεύσουμε εναντίον τους. Δεν πρέπει να θρηνούμε τα σπίτια μας και τα κτήματά μας, αλλά τους ανθρώπους μας. Δεν είναι τα άψυχα που κάνουν τους ανθρώπους, αλλά οι άνθρωποι τα άψυχα».(Α 143)
 
Αποτροπή μέσω Αντιποίνων
 
Πάλι θα επικαλεστούμε το κείμενο του Θουκυδίδη. Να τι αναφέρει έπ’ αυτού, μέσω αντιποίνων: «αν έλθουν να εισβάλλουν στο έδαφός μας, θα πάμε εμείς, με καράβια μας, στα δικά τους εδάφη. Και η λεηλασία ενός μέρους της Πελοποννήσου θα έχει πολύ σοβαρότερες συνέπειες από τη λεηλασία ολόκληρης της Αττικής».(Α 143). [20]
 
Πρέπει να σημειώσουμε εδώ ότι τα αντίποινα αυτά ήταν κλιμακούμενα από ελαφρά σε διαρκώς σκληρότερα. Αυτή η κλιμάκωση είχε διπλό σκοπό. Αφ’ ενός έδινε στους Σπαρτιάτες τη δυνατότητα διαφυγής από την κρίση, στα αρχικά στάδια, που θεμελιώνει σημαντικό στοιχείο της σύγχρονης θεωρίας περί χειρισμού κρίσεων, αφ’ ετέρου δε τους απεδείκνυε ότι το ισοζύγιο κόστος ωφέλεια από τη συνέχιση του πολέμου, θα ήταν εις βάρος τους. Κάτι που το αντιλήφθηκαν, έστω αργά μετά τη Σφακτηρία και ζήτησαν ειρήνη.
 
Συνεχίζουμε τώρα με τους παράγοντες της Υψηλής Στρατηγικής της Αθήνας και θα αναλύσουμε την Προσεκτική διαμόρφωση «της εικόνας» που προβάλλεται \ παρουσιάζεται η υψηλή στρατηγική στο εξωτερικό και στο εσωτερικό. Πρόκειται για την εσωτερική και εξωτερική νομιμοποίηση, σύμφωνα με τη σύγχρονη ορολογία. Όταν λέμε εσωτερική νομιμοποίηση εννοούμε το πώς οι πολίτες της χώρας εκλαμβάνουν\αντιδρούν στην εφαρμοζόμενη στρατηγική, κάθε φορά. Όπως έχουμε τονίσει η στρατηγική του Περικλή ήταν ελάχιστα δημοφιλής στο εσωτερικό της Αθήνας. Το ότι ο Περικλής έπεισε τους συμπολίτες του, έστω και δύσκολα λαμβανομένου υπόψη και του ευμετάβλητου συστήματος λήψεως αποφάσεων, αποδεικνύει το μέγεθος του πολιτικού άνδρα και των πολιτικών και άλλων δυνατοτήτων του. Επικαλούμεθα για μια ακόμη φορά το Θουκυδίδη, για να επιβεβαιώσουμε τον ισχυρισμό μας: «τους φάνηκε τρομερό-όπως ήταν φυσικό- να βλέπουν τη γη τους να καταστρέφεται μπροστά στα μάτια τους, πράγμα που οι νεότεροι δεν είχαν δει ποτέ και οι πιο ηλικιωμένοι από τα Μηδικά. Όλοι και προ πάντων η νεολαία, δεν μπορούσαν να το ανεχθούν και ήθελαν να βγουν να δώσουν μάχη».(Β 21). Από όλα αυτά καθίσταται σαφές ότι η εσωτερική νομιμοποίηση αποτελεί όρο «εκ των ων ουκ άνευ», για την επιτυχία μιας στρατηγικής. Σε αυτό άλλωστε στόχευε και ο εκφωνηθείς Επιτάφιος του Περικλέους, έπ’ ευκαιρία της συμπληρώσεως ενός έτους από την έναρξή του και για να τιμήσουν, οι Αθηναίοι, τους νεκρούς τους. σαφώς εντασσόταν στα πλαίσια αυξήσεως της εσωτερικής νομιμοποίησης με χρήση ψυχολογικών επιχειρήσεων στο εσωτερικό. Η ενέργειά του αυτή αποτελεί κορυφαία εκδήλωση Ψυχολογικών επιχειρήσεων Στρατηγικού επιπέδου.
 
Η εξωτερική νομιμοποίηση για την Αθήνα δεν ήταν ιδιαίτερα ευνοϊκή. Ο λόγος ήταν ότι αυτό που αρχικά ξεκίνησε ως συμμαχία μεταξύ ίσων, κατάληξε σε αθηναϊκή ηγεμονία \ αυτοκρατορία. Αυτό είχε ως συνέπεια να έχει εξαφανισθεί κάθε ηθική έννοια νομιμοποίησης, και η διατήρηση της συνοχής της συμμαχίας εξασφαλιζόταν «εν πολλοίς» από τη δύναμη καταναγκασμού, κυρίως του αθηναϊκού στόλου. Ιδού τι λέει ο Θουκυδίδης: «Το μεγαλύτερο μέρος της κοινής γνώμης συμπαθούσε τους Λακεδαιμονίους οι οποίοι, άλλωστε, είχαν διακηρύξει ότι θα απελευθερώσουν την Ελλάδα, και κάθε πολιτεία και ιδιώτης ήταν πρόθυμος να τους βοηθήσει όσο μπορούσε, με λόγια ή έργα»(Β 8).
 
Θα κλείσουμε την ανάλυσή μας σχετικά με την Υψηλή στρατηγική των Αθηναίων ότι μέσα από τον περίφημο διάλογο μεταξύ Αθηναίων και Μηλίων θεμελιώνεται από τον Θουκυδίδη η σύγχρονη θεωρία του πολιτικού ρεαλισμού με προεξάρχουσα τη διαπίστωσή του ότι το Δίκαιο του ισχυρότερου είναι η «Αρχή» που συνήθως εφαρμόζεται στις διεθνείς σχέσεις. Από την μελέτη των σχετικών χωρίων του Θουκυδίδη προκύπτει ότι επικρατεί ο φυσικός νόμος της επιβολής του δικαίου του ισχυρού στον αδύνατο. Άλλωστε αυτό ισχυρίζεται και ο Θρασύμαχος στην Πολιτεία του Πλάτωνα: «Δικαιοσύνη δεν είναι τίποτε άλλο από το συμφέρον του ισχυρότερου». Ο νόμος αυτός επιβάλλεται όταν και οσάκις απαιτείται με πόλεμο, όπως διαπιστώνουμε στο παρακάτω απόσπασμα από τον προαναφερθέντα διάλογο: «Σεις θα το αποφύγετε αυτό αν φανείτε λογικοί και αν δεν θεωρήσετε ντροπή να υποκύψετε στην ισχυρότερη ελληνική πολιτεία πού σας προτείνει μετριοπαθείς όρους, δηλαδή να γίνετε σύμμαχοι της υποτελείς, διατηρώντας το έδαφος σας. Σας προσφέρεται ή εκλογή μεταξύ του πολέμου και της σωτηρίας. Μην διαλέξετε, από πείσμα, το χειρότερο. Ακολουθούν την πιο σωστή πολιτική όσοι απέναντι των ίσων δεν υποχωρούν, απέναντι των ισχυρότερων συμπεριφέρονται με φρόνηση και απέναντι των κατωτέρων είναι», όταν δε οι Μήλιοι αντέτειναν ως επιχείρημα το δίκαιο και την ηθική έλαβαν ως απάντηση, ένα μνημείο πολιτικού αμοραλισμού, που όμως, είτε μας αρέσει είτε όχι, κυριαρχεί στις διεθνείς σχέσεις στη διαδρομή της ιστορίας: «αφού εξίσου γνωρίζουμε και οι δυο, ότι το επιχείρημα του δικαίου αξία έχει, όπου ίση υπάρχει δύναμη προς επιβολή του, ότι όμως ο ισχυρός επιβάλλει ό,τι του επιτρέπει η δύναμης του και ο ασθενής παραχωρεί ό,τι του επιβάλλει η αδυναμία του».[21]
 
Υψηλή Στρατηγική Σπάρτης
 
Λίαν περιληπτικά η Σπάρτη για την αντιμετώπιση της Αθήνας χάραξε μια στρατηγική εκμηδένισης, με στόχο την καταστροφή της ισχύος της Αθήνας και τη διάλυση της αθηναϊκής αυτοκρατορίας. Η απειλή αποφασιστικής χερσαίας μάχης έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη σπαρτιατική υψηλή στρατηγική, ενώ παράλληλα καταβλήθηκε συνεχής προσπάθεια για να γίνει ο πόλεμος πιο δαπανηρός για την Αθήνα. Δόθηκε μεγάλη έμφαση στη διεθνή νομιμοποίηση, με τη Σπάρτη να εμφανίζεται ως ο απελευθερωτής των Ελλήνων από την αθηναϊκή καταπίεση, ενώ την ίδια στιγμή έγινε προσπάθεια να υπονομευθεί η εσωτερική νομιμοποίηση της υψηλής στρατηγικής του αντιπάλου. Τέλος αποφασιστικό ρόλο έπαιξε η διπλωματία, η οποία επέτρεψε στους Σπαρτιάτες να συμμαχήσουν με τους Πέρσες, εξισορροπώντας έτσι τη ναυτική και οικονομική ισχύ της Αθήνας. Αν και η στρατιωτική διάσταση έπαιξε σαφώς τον κυριότερο ρόλο στην Σπαρτιατική υψηλή στρατηγική, καμία από τις άλλες διαστάσεις δεν αγνοήθηκε. Εκείνο που εμείς θα προσθέσουμε είναι ότι οι Σπαρτιάτες εφήρμοσαν πλήρως την αρχή του πολέμου «εμμονή στο σκοπό», με τη συνεχή υποστήριξη της στρατηγικής που χάραξαν εξ’ αρχής, σε αντίθεση με τους Αθηναίους οι οποίοι , χωρίς λόγο στη διαδρομή του πολέμου τροποποίησαν , και το σκοπό του πολέμου και την υψηλή στρατηγική τους.
 
Συμπεράσματα
 
Όπως προελέχθη προσπαθήσαμε, αναλύοντας τη στρατηγική των αντιπάλων του Πελοποννησιακού Πολέμου, να δείξουμε τη συμβολή του Θουκυδίδη στη διαμόρφωση των συγχρόνων διεθνών σχέσεων. Εκτιμούμε ότι έγινε πλήρως αντιληπτή η μεγίστη συμβολή που τα κείμενα του Θουκυδίδη έχουν στη διαμόρφωση των συγχρόνων θεωριών των διεθνών σχέσεων στην Πολιτική Επιστήμη και στη Στρατηγική σκέψη και ανάλυση. Συνοψίζοντας εν είδει συμπερασμάτων θα μπορούσαμε άφοβα να ισχυρισθούμε ότι:
 
(1) Ο Θουκυδίδης θεωρείται ως ο πατέρας του πολιτικού ρεαλισμού, της κυρίαρχης, στην εποχή μας, σχολής επιστημονικής σκέψης και αναλύσεως. Είναι εξαιρετικά συνηθισμένο οι σύγχρονοι θεωρητικοί να αρχίζουν τα βιβλία τους με αναφορές στο Θουκυδίδη, ενώ το έργο του καταλαμβάνει το μείζον των υποσημειώσεων και αναφορών..[22]
(2) Ο Θουκυδίδης αναλύει πλήρως το ρόλο της αποτροπής στις σχέσεις μεταξύ των κρατών και των συμμαχιών και συνασπισμών.
(3) Είναι σύνηθες μεγάλος αριθμός σπουδαίων πολιτικών, στο παρελθόν, αλλά και στο παρόν, όπως οι Υπουργοί Εξωτερικών των ΗΠΑ George Marshall και Henry Kissinger να νοιώθουν την ανάγκη να ανατρέξουν στο Θουκυδίδη, για να αρρυσθούν ιδέες για την πολιτική τους, αλλά και επιχειρήματα για να την δικαιολογήσουν.
(4) Η ανάλυση του Θουκυδίδη μας είναι ιδιαίτερα χρήσιμη για να εξηγήσουμε το παρελθόν, με βάση τα ιστορικά γεγονότα, να κατανοήσουμε το παρόν, αποκωδικοποιώντας το παρελθόν και τα διδάγματά του, αλλά και να διαβλέψουμε πιθανές εξελίξεις για το μέλλον, με βάση τα διδάγματα του παρελθόντος και τα συμπεράσματα από την αναγωγή στο παρόν.
 
Κλείνοντας παραθέτουμε το τι σημειώνει ο ναύαρχος των ΗΠΑ Stanfield Turner, όταν μετά τις εμπειρίες του αδιεξόδου στο Βιετνάμ, αποφάσισε να συμπεριληφθεί η διδασκαλία της ιστορίας του Πελοποννησιακού Πολέμου (ΠΠ) στην Ναυτική Σχολή Πολέμου των ΗΠΑ, το 1972: «για πολλούς από τους σπουδαστές ήταν ένα άγνωστο βιβλίο για έναν φαινομενικά άσχετο πόλεμο από συγγραφέα, του οποίου το όνομα ήταν αδύνατο να το προφέρει κανείς. Όμως για μένα ήταν η ουσία της προσέγγισής του, το καλύτερο παράδειγμα για το πώς θα μπορούσε κανείς να χρησιμοποιήσει τη μελέτη ιστορικών περιστατικών για να διδάξει σύγχρονα στρατηγικά προβλήματα»[23].
-----------------------
[1] Βύρων Θεοδωρόπουλος. « Ιστορικός στην υπηρεσία της ζωής- ο Θουκυδίδης». Άρθρο στην περιοδική έκδοση του Ινστιτούτου Αμυντικών Αναλύσεων(ΙΑΑ), «Γεωστρατηγική», τεύχος 5\2004, σελ. 9
[2] Αθαν. Πλατιάς «Διεθνείς Σχέσεις και Στρατηγική στο Θουκυδίδη», Αθήνα, 1998, βιβλιοπωλείο της ΕΣΤΙΑΣ, σελ. 82
[3]Αθαν. Πλατιάς «Διεθνείς Σχέσεις και Στρατηγική στο Θουκυδίδη», Αθήνα, 1998, βιβλιοπωλείο της ΕΣΤΙΑΣ, σελ 81, 84. και Liddell Hart, «Η Στρατηγική της έμμεσης προσέγγισης», Θεσσαλονίκη, Βάνιας 1995σελ.501.
[4]Με άλλα λόγια η προσαρμογή της υψηλής στρατηγικής προς το διεθνές περιβάλλον.
[5]Αθ. Πλατιάς – Κων. Κολλιόπουλος «Θουκυδίδης και υψηλή στρατηγική ΙΙ: Η Στρατηγική της Σπάρτης στον Πελοποννησιακό Πόλεμο» σελ.143.
[6]Αθαν. Πλατιάς «Διεθνείς Σχέσεις και Στρατηγική στο Θουκυδίδη», Αθήνα, 1998, βιβλιοπωλείο της ΕΣΤΙΑΣ, σελ 86 επόμ.
[7]Για μια πολύ καλή περιγραφή και ανάλυση του διεθνούς περιβάλλοντος βλέπε και Βύρων Θεοδωρόπουλος: « Θουκυδίδης επίκαιρος». Αθήνα Σιδέρης 1988, σελ.32 επόμ.
[8]Για την αξία της οικονομίας ως παράγοντα της υψηλής στρατηγικής βλέπε Βύρων Θεοδωρόπουλος: « Θουκυδίδης επίκαιρος». Αθήνα Σιδέρης 1988, σελ.56-59 και Αθαν. Πλατιάς «Διεθνείς Σχέσεις και Στρατηγική στο Θουκυδίδη», Αθήνα, 1998, βιβλιοπωλείο της ΕΣΤΙΑΣ, 48-49 και 132.
[9] Βύρων Θεοδωρόπουλος: « Θουκυδίδης επίκαιρος». Αθήνα Σιδέρης 1988, σελ.33
[10] Για την αξία του αθηναϊκού στόλου ως παράγοντα ασφάλειας και στοιχείου αποτροπής έναντι κάθε ενέργειας των Περσών κυρίως στο Αιγαίο, βλέπε: sir Basil Lidell Hart, «Η Στρατηγική της έμμεσης προσέγγισης», Θεσσαλονίκη, Βάνιας 1995σελ.42.
[11]. Βλέπε Πλατιάς, ως άνω, σελ. 90.
[12]Οι αναφορές του Θουκυδίδη στο βιβλίο Α 80-81, και 141-144, επιβεβαιώνουν τα ανωτέρω. Στα χωρία αυτά τόσο ο Περικλής όσο και ο Αρχίδαμος προσπαθούν, ο καθένα ς για τους δικούς του λόγους να πείσουν τους συμπατριώτες τους για την υπεροχή των Αθηναίων.
[13]Μια εκτενής και επιτυχής ανάλυση του νόμου αυτού βλέπε Robert Gilpin, “War and Change in World Politics” idem, “The Theory of Hegemonic War”. Cambridge University Press, 1981, sel. 93
[14]Sun Tzu. «Η Τέχνη του Πολέμου», Θεσσαλονίκη, Βάννιας, 1991, σελ. 30-31.
[15]Κατά τον Liddell Hart« η στρατηγική του Περικλή υπαγόταν στην υψηλή στρατηγική, που είχε σκοπό να εξαντλήσει την αντοχή του εχθρού και να τον πείσει ότι δεν μπορούσε να κερδίσει αποφασιστικό αποτέλεσμα» «Η Στρατηγική της έμμεσης προσέγγισης», Θεσσαλονίκη, Βάνιας 1995σελ.43.
[16]Αθαν. Πλατιάς «Διεθνείς Σχέσεις και Στρατηγική στο Θουκυδίδη», Αθήνα, 1998, βιβλιοπωλείο της ΕΣΤΙΑΣ, σελ 100.
[17]Σε αυτή την εξωτερική εξισορρόπηση ανήκει και η αρχή « ο εχθρός του εχθρού μου, είναι φίλος μου», που βοηθά στη δημιουργία αξόνων.
[18]Ο όρος πήρε το όνομα από το Ρωμαίο στρατηγό Φάβιο, και αναφέρεται στη στρατηγική που αυτός εφάρμοσε εναντίον του Αννίβα το 218 π.Χ. Η στρατηγική αυτή προέβλεπε την αποφυγή της μάχης και τη φθορά της δύναμης των Καρχηδονίων μέσω μικρής κλίμακας συμπλοκών.
[19]Κατά τον Liddell Hart, το σχέδιο του Περικλή που υπαγόταν στην υψηλή στρατηγική, είχε σκοπό να εξαντλήσει την αντοχή του εχθρού για να τον πείσει ότι δεν μπορούσε να κερδίσει αποτέλεσμα. Liddell Hart, «Η Στρατηγική της έμμεσης προσέγγισης», Θεσσαλονίκη, Βάνιας 1995σελ, 43.
[20]Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι υπάρχει διάκριση μεταξύ «αποτροπής» και «άμυνας», κάτι για το οποίο το επίπεδο του ακροατηρίου δεν χρειάζεται να επεξηγηθεί. Η συμπλήρωση της αποτροπής με επιθετική ενέργεια αποδεικνύει αυτό που τα εγχειρίδια της τακτικής διδάσκουν ότι μόνο με την άμυνα δεν επιτυγχάνεται η νίκη στον πόλεμου, κατ’ επέκταση δε και στη στρατηγική. Αυτό διότι επιβεβαιώνει την αξιοπιστία τη αποτροπής, καθώς πέρα από την αβεβαιότητα σχετικά με ην επιτυχία αποφασιστικού αποτελέσματος που εξασφάλιζε η αποτροπή, η επιθετική ενέργεια πρόβαλε την απειλή δημιουργίας σοβαρού κόστους για τη Σπαρτιατική συμμαχία. Εξ’ άλλου αυτή ακριβώς είναι και η έννοια του συνδυασμένης εφαρμογής της αρχής του πολέμου «Οικονομία Δυνάμεων» με τις αρχές «Συγκέντρωση» και «επιθετικό πνεύμα».
[21]Θουκυδίδου Ιστορία Βιβλίο Ε, Κεφ. 89.
[22]Μάριος Ευρυβιάδης: «Θουκυδίδης χθες, σήμερα, αύριο». Άρθρο σε περιοδική έκδοση του ΙΑΑ, τεύχος 57, Σεπτέμβριος 1999, σελ. 1-2.
[23]Αθαν. Πλατιάς «Θουκυδίδης Διεθνείς Σχέσεις και Στρατηγική», Αθήνα, 1998, βιβλιοπωλείο της ΕΣΤΙΑΣ, σελ. 16 επ.

Έρωτας και Αξιοπρέπεια

Πόσο μπορείς μέσα στη σχέση σου να μείνεις αξιοπρεπής; Έχει νόημα η λέξη, ή είναι απλά εγωισμός και καλό είναι να μπεις χωρίς καμία απαίτηση και όπου σε πάει; Συνήθως μια σχέση, ειδικά αν ξεκινάει σαν έρωτας, που είναι φλεγόμενη κατάσταση, θα σου ζητήσει πάρα πολλά πράγματα. Αλλιώς θα μπεις και αλλιώς θα είσαι. Ναι, αλλά πόσο; Τι σημαίνει κρατάω την αξιοπρέπειά μου σε μια σχέση;
 
Και η σχέση είναι μια υπόθεση που χτίζεται με απλά υλικά και χωρίς μεγάλα λόγια. Πρέπει να έχει πράγματα που θεωρούνται αυτονόητα, αλλά δεν είναι. Ο σεβασμός, η εκτίμηση, η υποστήριξη, αν ήταν αυτονόητα μεγέθη, δεν θα χωρίζαμε, πολύ απλά.
 
Όλα αυτά τα αυτονόητα, είναι εντελώς δυσεύρετα. Οπότε, πώς να κρατήσεις και την σχέση και την αξιοπρέπειά σου; και τι εννοούμε αξιοπρέπεια, ακριβώς;
 
Αξιοπρέπεια πρώτα και κύρια, είναι να μην είσαι θύμα με κανέναν τρόπο. Να μην κάνεις μόνιμες υποχωρήσεις. Εννοείται, ότι σε μια κατάσταση που την θέλεις να κρατήσει, κάποιες φορές θα δώσεις περισσότερα από όσα θα πάρεις. Και το πότε θα πεις φτάνει, είναι δικό σου θέμα. Μπορεί το τίμημα να είναι να μην έχεις την σχέση, αν ο άλλος είναι πολύ βολεμένος. Πρέπει να το μετρήσεις. Αλλά το να ξυπνάς και να κοιμάσαι και να νιώθεις ότι και αυτήν την ημέρα είσαι ριγμένη και ρημαγμένη, ε δεν είναι και ό,τι καλύτερο.
 
Αξιοπρέπεια είναι να μην εκλιπαρείς για τα βασικά. Δεν είναι παραχώρηση το να σε πάρει μια αγκαλιά, να σε φροντίσει επειδή είσαι αδιάθετη, να σε βοηθήσει να λύσεις ένα πρόβλημα, να καταλάβει ότι έχεις μια δύσκολη μέρα. Αν για όλα αυτά πρέπει ή να κάνεις καβγά για να τα έχεις, ή απλά τα ξεχνάς γιατί δεν στα δίνει έτσι κι αλλιώς, υπάρχει έλλειμμα αξιοπρέπειας. Μην πούμε ότι υπάρχει έλλειμμα σχέσης γενικά.
 
Αξιοπρέπεια είναι να γίνονται σεβαστά τα όσα θέλεις στον έρωτα, συμπεριλαμβανομένου και του να μην θέλεις να κάνεις έρωτα. Είναι άλλο πράγμα το να είναι ζεστή η  σχέση, κάτι που κι εσύ το θέλεις και είναι τελείως άλλο το να τρως μούτρα ή και έναν υπόγειο εκβιασμό ότι υπάρχουν κι άλλες γυναίκες, αφού εσύ δεν θέλεις, στην περίπτωση που δεν θέλεις.
 
Αξιοπρέπεια είναι εννοείται, να μην υπάρχει ίχνος σωματικής και λεκτικής βίας. Εντάξει, αν φτάσετε να καυγαδίσετε μπορεί να πείτε κάτι, αλλά όταν σε συστηματική βάση σε αποστομώνει ή υπάρχει ο φόβος πως αν ξεπεράσεις κάποια όρια – που τα βάζει εκείνος – θα τιμωρηθείς και θα το πληρώσεις με βία ή με προσβολές, στην παρακάτω παραλία επειγόντως!
 
Αξιοπρέπεια είναι να κρατάς τις φιλίες σου, την οικογένειά σου και να μην σε υποχρεώνει να ζήσεις στην από δω μεριά της τάφρου, όπου μπορεί να κάνει κουμάντο μόνο εκείνος. Το να μπορείς να έχεις τις διαφυγές σου, χωρίς να δίνεις συνέχεια εξηγήσεις πού είσαι και τι κάνεις.
 
Και βέβαια, αξιοπρέπεια είναι να γίνεται σεβαστή η διάθεσή σου να πας μπροστά σε σπουδές, σε δουλειά, σε διακρίσεις, σε οτιδήποτε, έχοντας δίπλα σου έναν σύντροφο που χαίρεται για όλα αυτά, και δεν βάζει τον εγωισμό του πάνω από όλα.
 
Αυτά τα αυτονόητα, που ακούγονται τόσο εύκολα, στην πράξη και στην αγάπη, αποδεικνύονται βουνό! Και απλά οι σχέσεις καταλήγουν στην εξαφάνιση, γιατί κάποια στιγμή, όσο παθιασμένη και να είσαι με έναν άντρα, ανοίγει το μάτι και βλέπεις ότι άλλοι άνθρωποι, άλλες γυναίκες περνάνε καλύτερα!

Μπαρούχ Σπινόζα: ο πανθεϊστής

Οι περισσότερες θρησκείες διδάσκουν πως ο Θεός υπάρχει κάπου εκτός κόσμου, ίσως στον παράδεισο. Ο Μπαρούχ Σπινόζα (1632-1677) έκανε την ασυνήθιστη σκέψη ότι ο Θεός είναι ο κόσμος. Έγραφε για «τον Θεό ή τη Φύση», με την έννοια ότι οι δύο λέξεις αναφέρονται στο ίδιο πράγμα. Ο Θεός και η φύση είναι δύο τρόποι περιγραφής του ίδιου πράγματος. Ο Θεός είναι φύση και η φύση είναι Θεός. Αυτό είναι μια μορφή πανθεϊσμού – η πίστη ότι ο Θεός είναι τα πάντα. Πρόκειται για μια ριζοσπαστική ιδέα που του προξένησε ένα σωρό προβλήματα.

Ο Σπινόζα θεωρούσε ότι το καλό και το κακό είναι σχετικές έννοιες, υποστηρίζοντας ότι τίποτα δεν είναι εγγενώς καλό ή κακό, παρά μόνο σε σχέση με μια ιδιαιτερότητα. Πράγματα που είχαν κλασικά θεωρηθεί καλά ή κακά, υποστήριζε ο Σπινόζα, ήταν απλώς καλά ή κακά για τους ανθρώπους.

Ο Σπινόζα γεννήθηκε στο Άμστερνταμ, ήταν γιος Πορτογάλων Εβραίων. Το Άμστερνταμ ήταν τότε ένας δημοφιλής προορισμός για ανθρώπους που προσπαθούσαν να αποφύγουν τις διώξεις. Μα ακόμα κι εκεί υπήρχαν όρια στην έκφραση απόψεων. Αν και ανατράφηκε με την εβραϊκή θρησκεία, ο Σπινόζα αφορίστηκε και δέχτηκε τις κατάρες των ραβίνων στη συναγωγή το 1656 όταν ήταν 24 ετών, πιθανόν εξαιτίας των ανορθόδοξων απόψεών του για τον Θεό. Έφυγε από το Άμστερνταμ και αργότερα εγκαταστάθηκε στη Χάγη. Έκτοτε έμεινε γνωστός ως Μπενεντίκτ ντε Σπινόζα παρά ως Μπαρούχ, που ήταν το εβραϊκό του όνομα.

Το 1656 είχε αναθεματιστεί από την εβραϊκή συναγωγή της γενέτειράς του. Οι φιλοσοφικές του σκέψεις: για το κράτος προδιέγραψαν τη δημιουργία και εξέλιξη της αστικής δημοκρατίας και για τη φύση στηρίχθηκαν στη βασική ιδέα, αντί ενός προσωποποιημένου θεού, μιας παγκόσμιας φυσικής δύναμης, η οποία είναι «θεϊκής» προελεύσεως. Για τα θέματα της Ερμηνευτικής της Βίβλου εισήγαγε ο Σπινόζα επίσης νέες αντιλήψεις: Η Βίβλος δεν περιέχει το λόγο του θεού, αλλά τη θέλησή του, όπως αυτή μεταφέρεται από τους προφήτες, δηλαδή από ενδιάμεσα άτομα, τα οποία όπως πολλοί άλλοι μπορεί να μεταφέρουν εσφαλμένα και των οποίων στην πορεία της παράδοσης τα έργα πιθανόν να έχουν αλλοιωθεί ή παρεξηγηθεί!

Πολλοί φιλόσοφοι έχουν εντυπωσιαστεί από τη γεωμετρία. Οι διάσημες αποδείξεις γεωμετρικών υποθέσεων από τον αρχαίο Έλληνα Ευκλείδη περνούσαν από μερικά απλά αξιώματα ή αρχικές αποφάνσεις σε συμπεράσματα όπως ότι οι μοίρες των εσωτερικών γωνιών ενός τριγώνου ισούνται με τις μοίρες δύο ορθών γωνιών. Αυτό που οι φιλόσοφοι συνήθως θαυμάζουν στη γεωμετρία είναι ο τρόπος που κινείται με προσεκτικά λογικά βήματα από συμφωνημένες αρχές σε εντυπωσιακά συμπεράσματα Αν τα αξιώματα είναι αληθή, τότε και τα συμπεράσματα πρέπει να είναι αληθή. Αυτό το είδος γεωμετρικού συλλογισμού ενέπνευσε τόσο τον Ρενέ Ντεκάρτ όσο και τον Τόμας Χομπς.

Ο Σπινόζα δε θαύμαζε απλώς τη γεωμετρία, αλλά έγραφε φιλοσοφία ωσάν να ήταν γεωμετρία. Οι αποδείξεις στο βιβλίο του Ηθική μοιάζουν με γεωμετρικές αποδείξεις και περιλαμβάνουν αξιώματα και ορισμούς. Υποτίθεται πως έχουν την ίδια αμείλικτη λογική με τη γεωμετρία. Αλλά αντί να αφορούν θέματα όπως οι γωνίες των τρίγωνων και η περιφέρεια των κύκλων, αφορούν τον Θεό, τη φύση, την ελευθερία και το συναίσθημα. Ο Σπινόζα ένιωθε ότι αυτά τα θέματα επιδέχονται ανάλυσης και συλλογιστικής με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που σκεφτόμαστε τα τρίγωνα, τους κύκλους και τα τετράγωνα. Πίστευε πως υπάρχει μια υποκείμενη δομική λογική στον κόσμο και στη θέση μας σε αυτόν, την οποία ο ορθός λόγος δύναται να αποκαλύψει. Τίποτα δεν είναι τυχαίο έτσι όπως είναι, υπάρχει ένας σκοπός και μια αρχή σε όλα. Όλα ταιριάζουν σε ένα τεράστιο σύστημα και ο καλύτερος τρόπος να το καταλάβουμε είναι η δύναμη της σκέψης. Αυτή η προσέγγιση στη φιλοσοφία, που εστιάζει στον ορθό λόγο παρά στο πείραμα και στην παρατήρηση, συχνά αποκαλείται ορθολογισμός.

Στον Σπινόζα άρεσε να μένει μόνος. Όντας σε μοναχική κατάσταση, είχε τον χρόνο και την ηρεμία για να κάνει τις μελέτες του. Ήταν επίσης ασφαλέστερο να μην ανήκει σε κάποιο δημόσιο θεσμό, δεδομένων των απόψεών του για τον Θεό. Γι’ αυτό και το διασημότερο βιβλίο του, η Ηθική, δημοσιεύτηκε μετά θάνατον. Αν και η φήμη του ως ενός άκρως πρωτότυπου στοχαστή διαδόθηκε όσο ζούσε ο Σπινόζα απέρριψε μια προσφορά να διδάξει στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης. Εντούτοις συζήταγε μετά χαράς τις ιδέες του με μερικούς στοχαστές που τον επισκέπτονταν. Ένας από αυτούς ήταν ο φιλόσοφος και μαθηματικός Γκότφριντ Λάιμπνιτς.

Ο Σπινόζα ζούσε απλά, έμενε σε καταλύματα και δεν αγόρασε σπίτι. Δε χρειαζόταν πολλά χρήματα και τα κατάφερνε με όσα έβγαζε ως λειαντής φακών, καθώς και με μικροποσά από ανθρώπους που θαύμαζαν το φιλοσοφικό έργο του. Οι φακοί τους οποίους έφτιαχνε χρησιμοποιούνταν σε επιστημονικά όργανα όπως τηλεσκόπια και μικροσκόπια. Έτσι, ήταν ανεξάρτητος και δούλευε εκεί όπου έμενε. Δυστυχώς αυτό μπορεί να συνέβαλε και στον πρόωρο θάνατό του από πνευμονική λοίμωξη μόλις στα 44 του. Από τη λείανση των φακών ανέπνεε τη σκόνη του γυαλιού και αυτό μάλλον κατέστρεψε τους πνεύμονες του.

Αν ο θεός είναι άπειρος, σκεφτόταν ο Σπινόζα, συνάγεται ότι δεν μπορεί να υπάρχει κάτι που να μην είναι Θεός. Αν ανακαλύψετε κάτι στο σύμπαν που να μην είναι θεός, τότε ο θεός δεν μπορεί να είναι άπειρος, αφού ο θεός θα έπρεπε επί της αρχής να είναι και αυτό το πράγμα, όπως είναι τα πάντα. Όλοι είμαστε μέρη του Θεού, όπως και οι πέτρες, τα μυρμήγκια, το χορτάρι και τα παράθυρα. Όλα. Όλα ανήκουν σε ένα απίστευτα περίπλοκο σύνολο, αλλά εντέλει όλα όσα υπάρχουν αποτελούν τμήμα ενός και μόνου πράγματος: του θεού.

Οι πιστοί των παραδοσιακών θρησκειών κήρυτταν ότι ο θεός αγαπά την ανθρωπότητα και απαντά στις ατομικές προσευχές Αυτό συνιστά ανθρωπομορφισμό – την προβολή ανθρώπινων ιδιοτήτων, όπως η συμπόνια, σε ένα μη ανθρώπινο ον, τον θεό. Η πιο ακραία ανθρωπομορφική θέση είναι να φανταζόμαστε τον Θεό ως έναν καλό άνδρα με μεγάλη γενειάδα και ευγενικό χαμόγελο. Ο Θεός του Σπινόζα δεν ήταν έτσι. Αυτός -ή ίσως θα ήταν ακριβέστερα να πούμε “αυτό” δεν είχε πρόσωπο και δεν ενδιαφερόταν για τίποτα και για κανέναν. Σύμφωνα με τον Σπινόζα, μπορείτε και οφείλετε να αγαπάτε τον Θεό, αλλά μην περιμένετε να σας επιστρέψει την αγάπη. Αυτό θα έμοιαζε με έναν φυσιολάτρη που προσδοκά από τη φύση να τον λατρεύει ανταποδοτικά. Στην πραγματικότητα, ο Θεός που ο Σπινόζα περιγράφει είναι τόσο παντελώς αδιάφορος για τους ανθρώπους και για όσα κάνουν, ώστε πολλοί θεωρούσαν πως ο Σπινόζα δεν πίστευε καθόλου στον Θεό και ότι ο πανθεϊσμός του ήταν απλώς ένα προκάλυμμα. Τον θεωρούσαν άθεο και αντίθρησκο. Πώς θα μπορούσε κάποιος που πίστευε πως ο θεός δεν ενδιαφέρεται για την ανθρωπότητα να είναι κάτι άλλο; Ο Σπινόζα, ωστόσο, έτρεφε μια διανοητική αγάπη για τον Θεό, μια αγάπη που βασιζόταν στη βαθιά κατανόηση που επιτυγχάνεται με τον ορθό λόγο. Αλλά αυτό δε συνιστά μια συμβατική θρησκεία. Η συναγωγή είχε δίκιο να τον αφορίσει.

Οι απόψεις του Σπινόζα για την ελεύθερη βούληση ήταν επίσης αμφιλεγόμενες. Ήταν ντετερμινιστής, πίστευε δηλαδή ότι κάθε ανθρώπινη πράξη είναι το αποτέλεσμα πρότερων αιτιών Μια πέτρα που πετά στον αέρα, αν μπορούσε να αποκτήσει συνείδηση όπως ένας άνθρωπος, θα φανταζόταν ότι κινείται με τη δική της βούληση, παρ’ ότι αυτό δε συμβαίνει. Αυτά που πραγματικά την κινούν είναι η δύναμη της ρίψης και οι συνέπειες της βαρύτητας. Η πέτρα θα ένιωθε ότι η ίδια, και όχι η βαρύτητα, ελέγχει το πού πηγαίνει. Έτσι είμαστε κι εμείς οι άνθρωποι: φανταζόμαστε ότι επιλέγουμε ελεύθερα τι κάνουμε και ότι ελέγχουμε τη ζωή μας. Αλλά αυτό συμβαίνει επειδή δεν καταλαβαίνουμε συνήθως τους τρόπους με τους οποίους έχουν επέλθει οι επιλογές και οι πράξεις μας. Στην πραγματικότητα, η ελεύθερη βούληση είναι μια αυταπάτη. Δεν υπάρχει αυθόρμητη ελεύθερη δράση.

Αν και ντετερμινιστής, ο Σπινόζα πίστευε πως μια πολύ περιορισμένη ανθρώπινη ελευθερία ήταν δυνατή και επιθυμητή. Η χειρότερη συνθήκη ύπαρξης ήταν αυτό που ονόμαζε δουλεία: να βρισκόμαστε στο πλήρες έλεος των συναισθημάτων μας. Όταν συμβαίνει κάτι κακό, όπως κάποιος που σας φέρεται αγενώς, και χάνετε την ψυχραιμία σας και σας πλημμυρίζει μίσος, αυτός είναι ένας πολύ παθητικός τρόπος ύπαρξης. Απλώς αντιδράτε σε γεγονότα. Τα εξωτερικά συμβάντα προκαλούν την οργή σας. Δεν τα ελέγχετε καθόλου. Ο τρόπος να τα αποφύγετε είναι να κατανοήσετε καλύτερα τις αιτίες που διαμορφώνουν τη συμπεριφορά τα πράγματα που σας ωθούν να οργίζεστε. Για τον Σπινόζα, το καλύτερο που μπορούμε να πετύχουμε είναι να αναδύονται τα συναισθήματα μας κατ’ επιλογή μας και όχι από εξωτερικά συμβάντα. Παρ’ ότι αυτές οι επιλογές δε γίνεται ποτέ να είναι εντελώς ελεύθερες, καλύτερα να είμαστε ενεργητικοί παρά παθητικοί.

Γνωστική ασυμφωνία: Πώς πείθουμε τον εαυτό μας με ψέματα

Ο όρος «γνωστική ασυμφωνία» χρησιμοποιείται για να περιγράψει την αίσθηση δυσφορίας που νιώθουμε όταν οι πεποιθήσεις μας δεν συμφωνούν με τις συμπεριφορές μας και/ή τις νέες πληροφορίες που μας παρουσιάζονται. Οι άνθρωποι τείνουν να αναζητούν τη συνοχή στις στάσεις και στην αντίληψή τους, οπότε όταν αυτό που πιστεύουμε, αμφισβητείται ή όταν αυτό που κάνουμε δεν συμφωνεί με αυτό που σκεφτόμαστε, κάτι χρειάζεται να αλλάξει, ώστε να εξαλείψουμε ή να μειώσουμε την ασυμφωνία που δημιουργείται μέσα μας.

Τι είναι η γνωστική ασυμφωνία;

Ο ψυχολόγος Leon Festinger ήταν ο πρώτος που πρότεινε μια θεωρία γνωστικής ασυμφωνίας που επικεντρωνόταν στο πώς οι άνθρωποι προσπαθούν να φτάσουν σε εσωτερική συνοχή. Ισχυρίστηκε ότι οι άνθρωποι έχουν μια εσωτερική ανάγκη να διασφαλίζουμε ότι οι πεποιθήσεις ταιριάζουν απόλυτα με τη συμπεριφορά μας. Οι αντιφατικές ή συγκρουόμενες πεποιθήσεις οδηγούν σε δυσαρμονία, κάτι που οι άνθρωποι προσπαθούν να αποφύγουν.

Στο βιβλίο του (1957), «Η θεωρία της γνωστικής ασυμφωνίας», ο Festinger εξήγησε ότι η «γνωστική ασυμφωνία μπορεί να γίνει αντιληπτή ως μια συνθήκη η οποία προκαλεί μια δραστηριότητα που κινείται προς τη μείωση της ασυμφωνίας, όπως η πείνα προκαλεί μια κίνηση προσανατολισμένη να μειώσει την ίδια την πείνα».

Παράγοντες που επηρεάζουν

Ο βαθμός ασυμφωνίας που οι άνθρωποι βιώνουν εξαρτάται από ορισμένους διαφορετικούς παράγοντες, συμπεριλαμβανομένης της αξίας που δίνουν σε μια συγκεκριμένη πεποίθηση και στο βαθμό που οι πεποιθήσεις μας είναι αντιφατικές. Η συνολική δύναμη της ασυμφωνίας μπορεί επίσης να επηρεάζεται από διάφορους άλλους παράγοντες:

– Γνωστικά σχήματα πιο προσωπικά, όπως πεποιθήσεις για τον εαυτό μας (τείνουν να προκαλούν μεγαλύτερη ασυμφωνία)

– Η σημασία των γνώσεων (πεποιθήσεις που θεωρούμε πολύ σημαντικές και πολύτιμες, μπορούν να δημιουργήσουν μεγαλύτερη ασυμφωνία όταν αμφισβητούνται)

– Η αναλογία ανάμεσα στις ασύμφωνες σκέψεις και στις αρμονικές σκέψεις

– Όσο μεγαλύτερη είναι η δύναμη της ασυμφωνίας, τόσο μεγαλύτερη πίεση νιώθουμε για να ανακουφιστούμε από τα συναισθήματα της ανακούφισης.

Παράδειγμα

Η γνωστική ασυμφωνία εμφανίζεται σε πολλούς τομείς της ζωής μας, αλλά είναι ιδιαίτερα εμφανής σε καταστάσεις όπου η συμπεριφορά ενός ατόμου συγκρούεται με πεποιθήσεις που σχετίζονται με την προσωπική του ταυτότητα. Ένα συνηθισμένο παράδειγμα γνωστικής ασυμφωνίας εμφανίζεται στις αποφάσεις που παίρνουμε όταν αγοράζουμε κάτι. Για παράδειγμα, ένας άνδρας που θεωρεί πως πρέπει να είναι υπεύθυνος απέναντι στο περιβάλλον μόλις αγόρασε ένα νέο αμάξι που αργότερα ανακαλύπτει ότι κάνει μεγάλη κατανάλωση καυσίμων.

Η σύγκρουση

– Είναι σημαντικό για τον άνδρα να προστατεύσει το περιβάλλον

– Οδηγεί ένα αμάξι που δεν είναι φιλικό προς το περιβάλλον.

Για να μειώσει την ασυμφωνία αυτή, μπορεί να πουλήσει το αυτοκίνητο και να αγοράσει ένα άλλο φιλικότερο προς το περιβάλλον ή μπορεί να μειώσει τη σημασία της ευθύνης του απέναντι στο περιβάλλον. Στη δεύτερη επιλογή, η ασυμφωνία του μπορεί να ενισχυθεί αν ακολουθήσει σχετικές τακτικές, όπως το να χρησιμοποιεί περισσότερο τα μέσα μαζικής μεταφοράς.

Όμως, τα περισσότερα παραδείγματα δεν είναι τόσο απλά. Σε πολλές περιπτώσεις, δεν μας συμφέρει καθόλου να ακολουθήσουμε την νέα γνώση που έρχεται σε αντίθεση με τις ήδη ισχυρές μας πεποιθήσεις. Σε αυτή την περίπτωση, διαστρεβλώνουμε τη διαδικασία προς όφελός μας:

– Εστιάζουμε σε πεποιθήσεις που στηρίζουν τις δικές μας και έτσι ενδυναμώνουμε αυτές που έχουμε, ώστε να μειώσουμε τη δυσφορία της ασυμφωνίας.

– Μειώνουμε τη σημασία της πεποίθησης που έρχεται σε σύγκρουση με τη δική μας

– Αλλάζουμε το περιεχόμενο (διαστρεβλώνουμε) της πεποίθησης που προκαλεί ασυμφωνία ώστε να πετύχουμε εσωτερική συμφωνία.