Παρασκευή 11 Απριλίου 2014

480 π.Χ. : Σημεία και θαύματα σώζουν τους Δελφούς

Ηρόδοτος, Ἱστορίαι 8.35 – 39 Η ιστορία των Περσικών Πολέμων

Τον Αύγουστο του 480 π.Χ., μετά τις Θερμοπύλες, ο στρατός του Ξέρξη ξεχύνεται στην Λοκρίδα, τη Φωκίδα και τη Βοιωτία, χωρίς να συναντήσει πουθενά αντίσταση. Οι Θηβαίοι και οι περισσότεροι από τους άλλους Βοιωτούς “μηδίζουν”, υποτάσσονται στους Πέρσες. Προορισμός των Περσών είναι η Αθήνα, την οποία – άδεια σχεδόν από κατοίκους – θα καταλάβουν τον Σεπτέμβριο. Σε αυτή την πορεία προς την Αττική, ένα τμήμα του περσικού στρατού θρυλείται πως αποσπάστηκε από το κύριο στράτευμα και κατευθύνθηκε προς τους Δελφούς, με σκοπό να λαφυραγωγήσει το φημισμένο σε Ελλάδα και Ανατολή για τα πλούσια αναθήματά του ιερό. Δεν πρέπει να δοθεί μεγάλη πίστη στην όλη ιστορία. Είναι μάλλον βέβαιο πως οι Πέρσες, αν δεν κατέλαβαν τους Δελφούς, τουλάχιστον εξασφάλισαν τον έλεγχο της περιοχής. Αλλά αποκλείεται να δόθηκε από τον Ξέρξη εντολή (ή έστω να επέτρεψε) να λεηλατηθεί το ιερό, διότι έτσι θα φούντωνε ακόμη περισσότερο η ελληνική αντίσταση, δεδομένης της πανελλήνιας αίγλης του μαντείου. Δεν υπάρχουν, εξάλλου, αρχαιολογικές ενδείξεις για λεηλασίες και καταστροφές στο ιερό κατά την περίοδο εκείνη. Η αφήγηση του Ηροδότου στηρίζεται πιθανώτατα σε ελάχιστα αξιόπιστες προφορικές μαρτυρίες των ίδιων των κατοίκων των Δελφών. Η αρχική ηττοπάθεια του μαντείου (είχε δώσει π.χ. χρησμό στους Αθηναίους που με λίγα λόγια τους έλεγε πως κάθε αντίσταση είναι μάταιη) ενόχλησε τους Έλληνες, που, αν μη τι άλλο, περίμεναν στήριξη από το μαντείο στον αγώνα τους κατά των Περσών. Δεν έχει νόημα να συζητήσουμε εδώ το αν οι Δελφοί μήδισαν, δωροδοκήθηκαν από τους Πέρσες ή απλώς τήρησαν στάση ουδετερότητας. Μετά την τελική νίκη των Ελλήνων, πάντως, είναι λογικό να ήθελαν και οι Δελφοί να προβάλλουν την εικόνα της ενεργητικής αντίστασης (κατοίκων, αλλά και θεών και ηρώων της περιοχής) εναντίον των εισβολέων.
35 …[Το εν λόγω τμήμα του περσικού στρατού] ξεκίνησε με οδηγούς κατευθυνόμενο προς το ιερό των Δελφών, έχοντας τον Παρνασσό στα δεξιά του. Αυτοί κατέστρεψαν όλες τις περιοχές της Φωκίδος από τις οποίες πέρασαν. Έκαψαν τις πολιτείες Πανοπέα, Δαύλια και Αιολίδα. Χωρίστηκαν από τον υπόλοιπο στρατό και ακολούθησαν αυτήν την διαδρομή για να συλήσουν το ιερό των Δελφών και να προσφέρουν τους θησαυρούς στον βασιλιά Ξέρξη. Καθώς έχω πληροφορηθεί, ο Ξέρξης γνώριζε όλα τα αξιόλογα αναθήματα που βρίσκονταν στο ιερό – τα γνώριζε καλύτερα από όσα είχε αφήσει στα παλάτια του, γιατί πολλοί του μιλούσαν συχνά για τ’ αναθήματα του Κροίσου, του γιού του Αλυάττη (ο Κροίσος, βασιλιάς των Λυδών κατά τον 6ο π.Χ. αι., είχε προσφέρει πολύτιμα αναθήματα στους Δελφούς, στα οποία αναφέρεται ο Ηρόδοτος στο 1ο βιβλίο του έργου του. Από την στιγμή που το βασίλειό του υποτάχθηκε στους Πέρσες, ο Κροίσος παρέμεινε αιχμάλωτος στην αυλή του Πέρση βασιλιά Κύρου – προγόνου του Ξέρξη. Φαίνεται πως οι Πέρσες ήδη από τότε γνώριζαν για τον τεράστιο πλούτο που υπήρχε στους Δελφούς).
36 Μόλις το έμαθαν οι Δελφοί τρομοκρατήθηκαν και μέσα στην ταραχή τους ζήτησαν χρησμό για το πώς να προστατέψουν τον ιερό θησαυρό – να τον θάψουν κάπου ή να τον μεταφέρουν σε άλλη περιοχή. Ο θεός (ο Απόλλωνας) όμως δεν τους επέτρεψε να μετακινήσουν τ’ αναθήματα, λέγοντας πως είναι ο ίδιος ικανός να τα προφυλάξει. Όταν οι Δελφοί τ’ άκουσαν αυτά, τότε φρόντισαν τον εαυτό τους. Τις γυναίκες και τα παιδιά τους τα έστειλαν στην Αχαΐα και οι περισσότεροι ανέβηκαν στις κορυφές του Παρνασσού, μεταφέροντας τα υπάρχοντά τους στην σπηλιά Κωρύκιο. Άλλοι πήγαν στην Άμφισσα της Λοκρίδας. Όλοι οι Δελφοί έφυγαν από την πολιτεία, εκτός από εξήντα άνδρες και τον προφήτη (ο προφήτης δεν είναι αυτός που προφητεύει τα μελλούμενα, αλλά θρησκευτικός αξιωματούχος στο μαντείο των Δελφών. Είναι αυτός που μεσολαβεί ανάμεσα στον θεό και τους ανθρώπους, που μιλάει στους ανθρώπους εκ μέρους του. Ίσως ήταν αυτός που μετέφερε σε έμμετρη μορφή τους χρησμούς της Πυθίας).
37 Όταν οι βάρβαροι πλησίαζαν και διέκριναν τον ναό (εννοείται προφανώς ο ναός του Απόλλωνα), εκείνη την στιγμή ο προφήτης, που ονομαζόταν Ακήρατος, είδε μπροστά στον ναό όπλα ιερά, μεταφερόμενα από το εσωτερικό του, τα οποία είναι ανόσιο να αγγίξει άνθρωπος θνητός. Ο προφήτης έσπευσε να πληροφορήσει τους Δελφούς που είχαν μείνει, να τους πει για το θεϊκό αυτό σημάδι. Οι βάρβαροι στην βιασύνη τους έφτασαν στον ναό της Προναίας και τότε τους φανερώθηκαν ακόμα μεγαλύτερα σημάδια από το προηγούμενο. Κι αυτό ήταν θαύμα μεγάλο, ν’ αναφανούν μόνα τους όπλα πολεμικά έξω από τον ναό – αλλά και τα υπόλοιπα θεϊκά σημάδια είναι αξιοθαύμαστα. Καθώς οι βάρβαροι προχωρούσαν και βρέθηκαν στο ιερό της Προναίας Αθηνάς, τους χτύπησαν πολλοί κεραυνοί από τον ουρανό και δυο βράχοι αποσπάστηκαν από τον Παρνασσό και κυλώντας με μεγάλο κρότο επάνω τους καταπλάκωσαν πολλούς απ’ αυτούς, ενώ από τον ναό της Προναίας Αθηνάς ακούγονταν τρομερή βοή και αλαλαγμοί.
38 Με όλα αυτά τα θεϊκά σημάδια οι βάρβαροι τρομοκρατήθηκαν και όταν οι Δελφοί κατάλαβαν πως αποχωρούν, κατέβηκαν και σκότωσαν πολλούς. Όσοι από τους βαρβάρους σώθηκαν κατευθύνθηκαν γρήγορα προς την Βοιωτία, και, έλεγαν, καθώς έχω πληροφορηθεί, ότι εκτός από τα προηγούμενα είδαν και άλλα θεϊκά σημάδια : δύο πολεμιστές υπερφυσικούς στο σώμα να τους καταδιώκουν και να τους σκοτώνουν.
39 Οι Δελφοί ισχυρίζονται ότι οι δύο αυτοί είναι εγχώριοι ήρωες, ο Φύλακος και ο Αυτόνοος, των οποίων οι ιεροί περίβολοι βρίσκονται κοντά στο ιερό. Του Φυλάκου βρίσκεται επάνω στον δρόμο, πιο ψηλά από τον ναό της Προναίας, του Αυτονόου κοντά στην Κασταλία, κάτω από τον βράχο Υάμπεια. Τους βράχους που κύλησαν από τον Παρνασσό μπορούσε κανείς να τους δει και μέχρι τις μέρες μου. Κείτονταν στον περίβολο της Προναίας Αθηνάς, όπου και σταμάτησαν αφού έπεσαν πάνω στους βαρβάρους. Έτσι, λοιπόν, έφυγαν από το ιερό οι επιδρομείς αυτοί.

Ο έρωτας στην αρχαιότητα και οι παρερμηνείες του

Όλες οι εποχές, όλοι οι πολιτισμοί και όλοι οι άνθρωποι, ασχολήθηκαν, ασχολούνται και θ’  ασχολούνται με τον Έρωτα. Έχουν δοθεί πάρα πολλοί ορισμοί, εξηγήσεις και ερμηνείες,σε τέτοιο βαθμό ώστε δε θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι ο καθένας ταυτίζει τον Έρωτα μ’ αυτό που ο ίδιος αντιλαμβάνεται ότι είναι.

Όπως η Φιλοσοφία σε κάθε εποχή αναζητάει τόσο για τον Έρωτα όσο και για κάθε τι που σχετίζεται με την ζωή και την ύπαρξη, αυτό που πραγματικά είναι και όχι τις υποκειμενικές και σχετικές αντιλήψεις. Στόχος της εργασίας αυτής είναι να προσεγγίσει την άποψη για το Έρωτα όπως αυτή εκφράστηκε μέσα από τη Φιλοσοφία της Κλασικής Ελληνικής Αρχαιότητας και ακόμα να συσχετίσει αυτή την άποψη με τις σημερινές αντιλήψεις περί σεξουαλικής διαστροφής στην Αρχαία Ελλάδα.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΣΥΜΠΟΣΙΟΥ: Ανάμεσα στις ιστορικές πηγές που μπορούμε να έχουμε γι’ αυτό το θέμα, ξεχωρίζει ο διάλογος του Πλάτωνα «Συμπόσιο» ή «Περί Έρωτος Ηθικός». Σ’ αυτό το διάλογο οι Φαίδρος, Ερυξίμαχος, Παυσανίας, Αριστοφάνης, Αγάθων, Σωκράτης και Αλκιβιάδης, θα μιλήσουν με τη σειρά και θα τοποθετηθούν πάνω στο θέμα του Έρωτα.

Ο Φαίδρος λοιπόν, παρουσιάζει τον Έρωτα σαν ένα Θεό Μέγα, γεννημένο πρώτο απ’ όλους τους Θεούς, ο οποίος προξενεί όλα τα αγαθά. Τη ντροπή για τα άσχημα και το φιλότιμο για τα ωραία. Προκαλεί ανδρεία, γιατί μόνο οι ερωτευμένοι είναι πρόθυμοι να θυσιάσουν τη ζωή τους για το αγαπημένο τους πρόσωπο κι όχι μόνο οι άνδρες αλλά και οι γυναίκες.

Έπειτα ο Παυσανίας θα κάνει το διαχωρισμό ανάμεσα στον ουράνιο και τον πάνδημο Έρωτα ανάλογα με την ουράνια και την πάνδημο Αφροδίτη. Πάνδημος είναι αυτό του χυδαίου ανθρώπου με αντικείμενο περισσότερο τις γυναίκες παρά τα παιδιά. Οι εμπνευσμένοι από τον ουράνιο Έρωτα απέχουν από κάθε αδιαντροπιά. Τους αρέσει το αρσενικό επειδή έχει περισσότερη δύναμη σωματικά και πνευματικά.

Αυτός ο Έρωτας γεννά στις ψυχές των πολιτών μεγάλα φρονήματα, δυνατές φιλίες και συντροφιές. Στις Ελληνικές πόλεις προστατεύεται από το νόμο και τον ονομάζει Παιδεραστία.

Σκοπός της Παιδεραστίας είναι η απόκτηση της αρετής, με την προϋπόθεση ότι ο εραστής είναι ικανός να διαμορφώσει τον ερωμένο ο οποίος όντως αισθάνεται την ανάγκη για μόρφωση και σοφία. Θα πρέπει να προσέξουμε ότι τόσο για αυτή την παιδεραστία όσο και για άλλα φαινόμενα της αρχαίας Ελληνικής κοινωνίας θα πρέπει να προσεγγίζονται στις σωστές ιστορικές τους διαστάσεις και όχι να μελετώνται αναχρονιστικά.

Ο Ερυξίμαχος θα προσθέσει ότι ο έρωτας αναφέρεται και στα ζώα και στα φυτά και αλλά και σε όλο το σύμπαν. Στα ανθρώπινα σώματα ο Ουράνιος Έρωτας προκαλεί υγεία ενώ ο Πάνδημος νοσηρότητα.

Η Ιατρική συντελεί ώστε τα σώματα να υιοθετούν τον ωραίο έρωτα μέσα από τη συμφιλίωση των εχθρικών στοιχείων του σώματος. Αυτός ο δυαδισμός υπάρχει και για τη μουσική, ώστε υπάρχει αυτή που εξυψώνει ηθικά αλλά και αισθητικά, αλλά και αυτή που προκαλεί ακολασία. Το ίδιο ισχύει και για όλα τα πράγματα ανθρώπινα και Θεία.

Τέλος ο Ουράνιος Έρωτας είναι παντοδύναμος γιατί εγκαθιδρύει την φιλία μεταξύ ανθρώπων και Θεών, μέσα από τη χρήση της μαντικής επιστήμης.Ο Αριστοφάνης θα παρουσιάσει τον Έρωτα σαν τη τάση των ανθρώπων για ξανά-ολοκλήρωση, εφόσον σε κάποια παλαιότερη εποχή διχοτομήθηκαν από τους Θεούς.

Αναλύει τη διαδικασία της επανένωσης, στην οποία τοποθετεί τον έρωτα για αρχηγό ο οποίος απαιτεί από τους ανθρώπους να έχουν σεβασμό προς τους Θεούς, για να επιτευχθεί η οριστική επανένωση του καθενός με το έτερο ήμισυ και ν’ αποφευχθεί πιθανή δεύτερη διχοτόμηση.

Ακολουθεί ο Αγαθών που παρουσιάζει τον Έρωτα σαν τον πιο ευτυχισμένο, ωραίο και άριστο από τους Θεούς. Είναι πάντα νέος,τρυφερός και ελαστικός. Ακόμα έχει τις αρετές της δικαιοσύνης, της φρόνησης και της ανδρείας.

Πέρα από άριστος ποιητής είναι και μεγάλος σε κάθε τέχνη, εφ’ όσον και οι Θεοί με τον έρωτα για οδηγό αποκτούν μαστοριά στις τέχνες τους. Έτσι πριν τον Έρωτα βασίλευε η Ανάγκη. Με την γέννηση του έγιναν και όλα τα αγαθά στους θεούς και στους ανθρώπους.

Στη συνέχεια αναλαμβάνει ο Σωκράτης, που αποδεικνύει στο Αγάθωνα ότι ο Έρωτας δεν είναι ούτε όμορφος, ούτε αγαθός γιατί αυτά είναι που στερείται εφόσον πάντα τα αναζητάει. Ακολουθεί η διήγηση από το Σωκράτη της διδασκαλίας της Διοτίμας που μάλλον πρόκειται για γυναίκα «σαμάνο» της εποχής.

Ο Έρωτας λοιπόν δεν είναι ωραίος όπως τους Θεούς αλλά ούτε και άσχημος. Είναι κάτι ανάμεσα, όπως η σωστή δοξασία μεταξύ της γνώσης και της άγνοιας. Είναι λοιπόν ανάμεσα στους ανθρώπους και στους Θεούς.Ένας δαίμονας μεσάζων και οι άνθρωποι επικοινωνούν με τους Θεούς μέσω αυτού, χρησιμοποιώντας την Ιερατική και τη Μαντική τέχνη.
Ο Έρωτας είναι γιος του Πόρου και της Πενίας, που η σύλληψή του έγινε στα γενέθλια της Αφροδίτης. Έτσι είναι πάντα φτωχός, άσχημος και στερημένος. Κυνηγάει όμως τα ωραία και τα αγαθά με ορμή, ανδρεία και εξυπνάδα. Αγαπάει τη γνώση και είναι εφευρέτης της.Πάντα φιλοσοφεί. Το αντικείμενο του Έρωτα είναι η παντοτινή κατοχή του αγαθού και η αθανασία. Και η αθανασία αρχικά επιτυγχάνεται μέσα από την αναπαραγωγή των σωμάτων, που διαιωνίζει το είδος.
Αυτός όμως που εγκυμονεί ψυχικά δηλαδή (φρόνηση, δικαιοσύνη,σωφροσύνη) αναζητάει μια όμορφη, έξυπνη και ευγενική ψυχή για να γεννήσει τις αρετές του. Στη συνέχεια το γεννημένο ανατρέφεται από κοινού και αυτό δημιουργεί ένα πιο σπουδαίο δεσμό από αυτό των παιδιών και μια πολύ πιο σταθερή φιλία.

Αυτά βέβαια τα παιδιά (οι αρετές) είναι πιο ωραία και πιο αθάνατα ώστε καθένας θα προτιμούσε τέτοια να γεννήσει και όχι ανθρώπινα. Για παράδειγμα τα «παιδιά» του Λυκούργου σώζουν τη Σπάρτη και αυτά «νόμοι» του Σόλωνα σώζουν και γεννούν αρετή στην Αθήνα.

Γι’ αυτά τα παιδιά τους έχουν τιμηθεί και τους έχουν αφιερωθεί πολλά ιερά.Στη συνέχεια σ’ αυτό το λόγο η Διοτίμα διδάσκει στο Σωκράτη το σωστό δρόμο για τη μύηση στα «τέλεια και εποπτικά» μυστήρια του Έρωτα.

Πρώτα λοιπόν πρέπει από νεαρή ηλικία κάποιος να πλησιάσει νέους με ωραία σώματα, να αγαπήσει κάποιον και σ’ αυτόν να γεννήσει ωραίους λόγους, μετά να διευρύνει την αγάπη του προς όλα τα ωραία σώματα,ανακαλύπτοντας την ομορφιά του είδους, έπειτα ν’ ανακαλύψει την ομορφιά των ψυχών που είναι ανώτερη από αυτή των σωμάτων και που εκδηλώνεται στους ωραίους τρόπους ζωής και στους νόμους.

Στη συνέχεια αναζητώντας την ομορφιά των επιστημών, θα στρέψει το βλέμμα του στη μια και μοναδική επιστήμη. Την επιστήμη της ομορφιάς καθ’ αυτής.

Με αυτό λοιπόν το δρόμο της παιδεραστίας φτάνει κανείς ως τη θέση της ίδιας της ιδέας της ομορφιάς ώστε να μπορεί πια να γεννήσει όχι είδωλο αρετής παρά αληθινή αρετή. Έτσι θα γίνει αγαπημένος στους Θεούς και αθάνατους περισσότερο από κάθε άλλον.

Ακολουθεί ο λόγος του Αλκιβιάδη που θα εγκωμιάσει τον ίδιο τον Σωκράτη. Αναφέρει ότι ο Σωκράτης ήταν ο μόνος που τον έκανε να ντραπεί, εκθειάζει την ανωτερότητα και τις αρετές της ανδρείας και της φρόνησης του Δαιμόνιου Σωκράτη, που όμοιος ούτε υπήρξε, ούτε υπάρχει.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Βλέπουμε λοιπόν ότι για τη Φιλοσοφία ο Έρωτας ταυτίζεται με τη δύναμη που τείνει στην ολοκλήρωση και στην κατάκτηση της αθανασίας. Σαν πρωταρχική ελκτική δύναμη ο Θεός Έρωτας είναι μια δύναμη ικανή να ταξινομεί και να δίνει ζωή στα πάντα. Πλάθει διαφορετικά σκαλοπάτια από ένα λεπτότατο ουρανό σε μια απτή γη, όπου σε κάθε επίπεδο υπάρχει και μια διαφορετική μορφή Έρωτα.

Και για να φτάσουμε στην ουσία του Έρωτα, πρέπει να μάθουμε να ανακαλύπτουμε τη σκάλα ανάβασης ξεκινώντας από τη ομορφιά. Αυτή που υπάρχει στα σώματα, στις ψυχές, στις δράσεις, στους Νόμους της φύσης, στην Επιστήμη και στην Τέχνη και ακόμα πιο πέρα φτάνουμε στο Ωραίο καθ’ αυτό, στην αγνή ιδέα, στην αφηρημένη ομορφιά καθαρή και άψογη, η οποία όμως συμπίπτει και με το Καλό, το Δίκαιο και το Αληθές.

Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΑΠΟΨΗ ΚΑΙ Η ΠΑΡΕΡΜΗΝΕΙΑ: Σήμερα αυτές οι αντιλήψεις σε μεγάλο βαθμό έχουν παρερμηνευθεί ολοκληρωτικά. Μέσα από ξένες αλλά και Ελληνικές επίσημες εκδόσεις ακόμα και από ντοκιμαντέρ πολιτιστικού περιεχομένου υιοθετείται και επαναλαμβάνεται η εσφαλμένη αντίληψη πως οι Αρχαίοι Έλληνες ασκούσαν την ομοφυλοφιλία και την παιδεραστία με την έννοια του σεξ στα πλαίσια ενός κοινωνικά και νομικά αναγνωρισμένου θεσμού.

Έτσι, προσπαθούν να μας πείσουν ότι οι άνθρωποι αυτοί, που αναζητούσαν την αρετή, την ανδρεία, την τιμή, την αξιοπρέπεια, την υπευθυνότητα, τη δικαιοσύνη και που άφησαν για το μέλλον αθάνατα μνημεία πολιτιστικής και πνευματικής κληρονομιάς, δεν ήταν παρά κίναιδοι που με κάθε ελευθεριότητα επιδίδονταν σε κάθε είδος σεξουαλικές περιπτύξεις. Αλλά αυτό είναι ένα μεγάλο λάθος.

Η ουσία της παρερμηνείας εντοπίζεται κυρίως στη ύποπτα λανθασμένη απόδοση ορισμένων λέξεων που το νόημα και οι λέξεις οι σχετικές με το έρω, έρως, εραστής και παιδικά. Σχετικά γράφει ο Γιάννης Γιουδέλης στο βιβλίο του «η Ερωτική φιλία των Αρχαίων Ελλήνων», σελίδα 69-70 ότι:
«Το έρω σημαίνει και αγαπώ θερμά, κατ’ έννοια απολύτως άσχετη προς το μεταξύ των φύλων έρωτα, περιβάλλω τινά διά θερμής αγάπης, αφοσιώσεως, λατρεύω, εμφαντικότερο του φιλώ» (Σταματάκου, Μέγα Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας, Δ.Δημητράκου).
Εδώ κλείνεται και η έννοια της ερωτικής φιλίας, ενός αισθήματος ανώτατου που, αν και βρισκόταν τότε σε ακμή, τώρα έχει χαθεί τελείως από τη γλώσσα και τη καρδιά μας, και βέβαια βρίσκεται πέρα από τα όρια της αντίληψης των σημερινών ανθρώπων. Γι’ αυτό και αδυνατώντας να ερμηνεύσουν μια σχέση που εγείρει και δεν διαφθείρει, παρερμήνευσαν εξωραΐζοντας το χυδαίο.

Η λέξη έρως, πέρα από τη γνωστή έννοια σημαίνει και: η μετά πάθους αφοσίωση, προσήλωση σε κάτι, αντικείμενο, πρόσωπο, ιδέα ( Μ.Λεξ. Δ.Δημητράκου ). Ειδικά όλον τον Πλάτωνα τι άλλο τον χαρακτηρίζει πέρα από τον έρωτα των ιδεών; Η λέξη εραστής, εκτός από τη σημασία που δίνουμε έχει και τις εξής: α)θαυμαστής, θιασώτης, λάτρης. β) μτφ.εν. αναφ. προς πράγμ., ενέργεια, κατάσταση, θεωρία κ.α., λίαν αγαπών τι, ο μετά πάθους ορεγόμενο, ο θιασώτης τινός. (Μ. Λεξ. Δ.Δημητράκου )

Παίδων εραστής = ο επιθυμών να έχει τέκνα και σε προέκταση η επιθυμία να φέρεις στον κόσμο παιδιά της ψυχής σου, ομοιώματα του ανώτερου σου εγώ και αυτό ήταν έρως όπως λέει ο Ιωάννης Συκούρτης στη σελ. 33. Να σημειώσουμε εδώ ότι ο Ι. Συκουρτής, Ακαδημαϊκός, στην επανέκδοση του Συμποσίου του Πλάτωνα από την Ακαδημία των Αθηνών στα 1949 παραθέτει εισαγωγή με μελέτη και σχόλια 250 σελίδων (16 κεφάλαια όπου δημιουργεί μια πραγματική σύγχυση για το θέμα.

Στο κεφ. 4 για π.χ.,σχετικά με τον παιδικό έρωτα στους Αρχαίους Έλληνες αναφέρει ότι: «ήτο θεσμός κοινωνικώς αναγνωρισμένης με τας συνήθειας και τους κανονισμούς του με την παράδοση και την τεχνική του, όπως ο ιπποτικός έρως εις το μεσαίωνα.»

Ακόμα «το θέμα βέβαια είναι πολύ λεπτό. Αναφέρεται σε κάτι απολύτως ξένο προς τις συνήθειες και τις ηθικές αντιλήψεις της σημερινής κοινωνίας, αλλά αυτό δε μας απαλλάσσει από την υποχρέωση να το αντικρίσουμε με ψυχραιμία και αγνότητα … Δι’ εκείνους ο έρως ο παιδικός δεν θεωρείτο και δεν ήτο απλώς μια ηθική διαστροφή, διαδεδομένη και σήμερον περισσότερον απ’ ότι ομολογούμε,την οποία προσπαθούμε για λόγους ηθικούς και αισθητικούς να ανακαλύψωμεν με ένα πέπλον σιγής αισχυντηλής…» με παρρησία και υπερηφάνεια τον ανέφεραν ως ένα σημείο ανωτερότητας από τους βάρβαρους λαούς, ως ένα κατ’ εξοχήν δείγμα πολιτισμού.

Ως θεσμόν κοινωνικών και όχι ως παρεκτροπήν, ιστορικώς και ψυχολογικώς, πρέπει να εξετάσωμεν αυτή τη συνήθεια.

Να εισδύσωμεν δηλαδή εις τη νοοτροπίαν εκείνων και να την εννοήσομεν. Αυτή είναι η υποχρέωσή μας που δε θα είναι επιδοκιμασία αλλά ούτε και απδοκιμασία..αυτή η προσπάθεια κατανόησης εγκλείει πολύ μεγαλυτέρα δικαιοσύνην και σεβασμό προς τους πατέρας του ωραίου και του αληθινού, παρ’ όσον η μονοκόμματος καταδίκη ή, το χειρότερον, η δήθεν ευλαβής και μηδέν λέγουσα, πολλά δε σημαίνουσα παρασιώπησις.»

Με τις αντίστοιχες παραπομπές στους αρχαίους συγγραφείς αναφέρει πως ήταν ένας θεσμός κυρίως των Δωριέων που επικρατούσε στην Ηλεία,Θεσσαλία, Βοιωτία, Σπάρτη και Κρήτη. Έπειτα επηρεασμένοι από τους Δωριείς τον υιοθέτησαν οι Ίωνες στην Εύβοια και στη Αθήνα.« Εις την Σπάρτην η σχέσις εράστου (εισπλήνας ελέγετο) προς τον (αϊταν τον ερωμένον) τόσο νόμιμος εθεωρείτο ώστε ο εραστής επείχε θέσιν ανεγνωρισμένου κηδεμόνος και ήτο υπεύθυνος απέναντι της πολιτείας δια τας παρεκτροπάς εκείνου. Δια την Κρήτη, την κοιτίδα του εθίμου μας προσφέρει ο Έφορος παρά Στράβωνι ( σελ.483 ) λεπτομερή περιγραφή της εθιμοτυπίας.

Ο εραστής ( φιλήτωρ ελέγετο ) προανήγγελλε από τριών ημερών εις τους οικείου του νέου την εκλογήν του και εκείνοι έκριναν αν έπρεπε να επιτρέψουν τη σχέση αυτή. Κριτήριο ήταν όχι αν η σχέση αλλά αν ο εραστής ήταν αντάξιος του υιού τους. Αν προτιμούσαν άλλον εραστή φρόντιζαν να ματαιώσουν την αρπαγή, διαφορετικά η αρπαγή του νέου ήταν εικονική όπως και η αντίσταση των συγγενών.

Το ζεύγος κατέφευγε στα βουνά όπου για δύο μήνες διδάσκονταν ο νέος τη σκληραγωγία, το κυνήγι και τη χρήση των όπλων, ιδιαίτερα των δύσκολων τεχνικών όπλων ( τόξο, σφενδόνα κτλ.) στα οποία διακρίνονταν στην αρχαιότητα οι Κρήτες. Έπειτα επέστρεφαν και ο εραστής χάριζε στο νέο μια πανοπλία, την πρώτη που θα φορούσε, ένα κύπελλο και ένα βόδι που θυσιάζονταν στο Δία.

Ο νέος έπαιρνε τότε το όνομα κληνός και απολάμβανε μεγάλες τιμές. Η μεγαλύτερη ντροπή για ένα νέο ήταν να μη βρεθεί γι’ αυτόν ένας φιλήτωρ. Η σχέση εξακολουθούσε ειδικά στους πολέμους όπου ο ερωμένος λεγόταν περασταθένς δηλαδή παραστάτης.» Το δρώμενο αυτό–γιατί περί αυτού πρόκειται–έχει αρκετές προεκτάσεις με την ιδέα της σχέσης πολίτη-οπλίτη.

Πρόκειται επίσης και για μία διαβατήρια διαδικασία. Ουσιαστικά έξοδος από την παιδική ηλικία, από την κοινωνότητα, από την οργανωμένη ζωή και είσοδος στην ενηλικίωση και στην ενεργή συμμετοχή τόσο στην πολιτική ζωή, αλλά και την αναπαραγωγική αφού με την επιστροφή στην κοινότητα πραγματοποιούνταν και «ιεροί γάμοι». Πρόκειται για έναν συμβολικό θάνατο και αναγέννηση, αναπροσδιορισμός μέσω του έρωτα.

Αυτός βέβαια ο δεσμός υπήρχε σε όλες τις πόλεις όπως και στην Αθήνα όπου ο εραστής με τη συγκατάθεση των γονέων προετοίμαζε τον νέο ώστε να μπορέσει να γίνει ικανός και άξιος πολίτης ώστε να μπορεί να ανταποκριθεί σε κάθε υποχρέωση προς την πόλη και να μπορεί να έχει αξιοπρεπή ιδιωτική ζωή.Στην Αθήνα λοιπόν έχουμε εραστή και ερωμένο, στη Σπάρτη εισπλήνα και αϊτα, στην Κρήτη Φιλήτωρ και κληνόν ή παρασταθένς.

Γιατί όμως θα πρέπει να δεχτούμε ότι στη σχέση αυτή μαθητείας απαραίτητο στοιχείο ήταν το σεξουαλικό; Και έχει θέση το σεξ σε μια τέτοια σχέση ανάμεσα σε άνδρες; Ο Γιάννης Γουδέλης μας δίνει τις έννοιες των λέξεων φιλήτωρ και κληνής ως εξής: «φιλήτως: φίλος της καρδιάς, καρδιακός φίλος=εραστής ,η έννοια της λέξης φαίνεται και στο κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο (18,55) ‘Ιησούς δ’ ανέκοψε φιλήτορι Πέτρον…’ όπου ο Ιησούς αναφέρεται στο φιλήτορα.

Η λέξη Κληνής είναι λάθος, που σημαίνει αγαπητικός της κλήνης, ενώ η σωστή που θα έπρεπε να γράφεται είναι: κλεινός που σημαίνει ‘»ο πλήρης κλέους, ο ένδοξος, ο επιφανής»

Στο ίδιο βιβλίο σελ.35 διαβάζουμε: «Πώς μπορεί ένα παιδί να παράδινε τη νεανική του σάρκα για μια σειρά ετών, να άλλαζε ρόλο εραστή ερωμένου και να λαμβάνει αποστολή στην οικογένεια και στην κοινωνία; Δεν χρειάζονται πολλά χρόνια αρσενοκοιτίας για να παραμορφώσουν και να διαστρεβλώσουν πλήρως τη φύση. Έτσι που να μην επανορθώνεται σε καμιά περίπτωση.

Αντίθετα, η περίπτωση της φιλίας, στη δυνατή μορφή της, που αναφέρεται με τις λέξεις εραστής και ερωμένος, αποσκοπούσε στη φήμη και όχι στη δυσφήμιση. Ήταν δεσμός δασκάλου, φροντιστή,καθοδηγητή και που μια αναλογία μπορούμε να βρούμε και σήμερα στις σχέσεις νονού-βαφτιστήρα.»

Στη σελίδα 52 γράφει: «Ο έρωτας των αρχαίων Ελλήνων πρέπει να έχει αντιπαρατεθεί στη περίπτωση της ερωτικής φιλίας με τη Χριστιανική αγάπη, με τους Γιόγκι ( δάσκαλος γκουρού και μαθητής ) και με κάθε δεσμό που το δόσιμο δένει τα άτομα.  Τα δυναμώνει δεν τα εκφυλίζει. Σκεφτείτε όλους αυτούς τους χριστιανικούς αγίους που εμφανίζονται σε ζευγάρια και έχουν κοινή δράση και πορεία. Πρόκειται για μία συγκεκαλυμμένη μορφή του έρωτα των αρχαίων Ελλήνων, όπως πέρασε στη χριστιανική διδασκαλία.

Τέτοιες περιπτώσεις υπάρχουν αρκετές, σε όλους τους χώρους και όλους τους χρόνους. Πρόσφατο παράδειγμα οι σταυραδερφοί. Ακόμα να φέρνουμε στο νου τη χριστιανική αγάπη, το δεσμό λ.χ. Ιησού και Λαζάρου και ειδικά τους πρώτους χριστιανούς, ακόμα και μοναχούς εκείνους, που τηρούσαν την αυστηρή και απαρέγκλιτη σχέση Γέροντα και νεοφώτιστου που θα τον διαδέχονταν τη λέξη έρως έχει εγκολπωθεί και η εκκλησία και τη συναντάμε με δοξαστική έννοια σε πολλούς αίνους: «…πάντες οι των λόγων αυτών εραστές συνελθόντες ύμνοις τιμήσωμεν…’Ψάλλουν προς τους τρις Ιεράρχες οι χριστιανοί. Χρειάζεται σχόλιο;»

ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΠΕΡΙ ΟΜΟΦΥΛΟΦΙΛΙΑΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ: Στις σελίδες 73,82, ο Γουδέλης παραθέτει αποσπάσματα από την νομοθεσία της Σπάρτης και της Αθήνας που είναι και πολύ διαφωτιστικά για το θέμα μας. Ενδεικτικά αναφέρουμε δυο αποσπάσματα. «Όποιος παρακινεί σε ακολασία παιδιά ή γυναίκα ή άνδρα ελεύθερο ή δούλο, ή παρανομεί σε βάρος κάποιου από αυτούς, να καταγγέλλεται από οποιοδήποτε Αθηναίο έχει το δικαίωμα (επίτιμο δηλαδή ) στους θεσμοθέτες.

Οι δε θεσμοθέτες μέσα σε τριάντα μέρες από την καταγγελία να εισάγουν προς δίκην τον τούτον ( τον ένοχον ) ετώπιον της Ηλιαίας, εάν οι δημόσιες ασχολίες το επιτρέπουν (εάν δεν υπάρχει κάποιο δημόσιο κόλλημα). Εδ’ αλλιώς, όταν καταστεί δυνατόν. Αφού δε, δικαστεί πρώτα από την Ηλιαία, εάν κηρυχθεί ένοχος, καταδικάζεται πάραυτα σε φυλάκιση ή πρόστιμο. Αν δε, αποτιμηθεί η ύβρις με θάνατο, να παραδίδεται στους ένδεκα και να θανατώνεται αυθημερόν.»

«Δημοσθένους, Κατά Μειδίου»  «Εάν κάποιος αποδεικνυόταν ότι επιθυμούσε παιδικό σώμα, ο Λυκούργος το έκανε με νόμο στη Σπάρτη να είναι αισχρότατο, ώστε οι εραστές να αποφεύγουν τα παιδικά σώματα καθόλου λιγότερο απ’ ότι οι γονείς τα παιδιά τους.» ‘Ξεν. Λακαιδ. Πολιτ. //,13′

Ακόμη ο Πλούταρχος στον ‘Ερωτικό’ (769 α.β.) αναφέρει ότι: «…ο Σόλωνας στάθηκε εμπειρότατος νομοθέτης του γάμου, που όρισε να μη σμίγει λιγότερο από τρις φορές το μήνα ο άντρας με τη γυναίκα του, όχι βέβαια για τη σαρκική ηδονή, αλλά γιατί, όπως οι πόλεις ανανεώνουν ύστερα από ορισμένο χρόνο τις συμμαχίες αναμεταξύ τους, έτσι ήθελε να ανανεώνεται ο γάμος από τη φθορά του κάθε φορά βυθώντας μέσα σε μια τέτοια ευχαρίστηση.»

Βλέπουμε λοιπόν ότι, τόσο ο Ι. Συκουρτής όσο και ο Άγγλος καθηγητής Κ.J.Dover,(βλ. «Η Ομοφυλοφιλία στην Αρχαία Ελλάδα» Copyright 1978 by K.J.Dover,ελληνική έκδοση Π. Χιωτέλη, Αθήνα 1990) αλλά και τόσοι άλλοι σχολιαστές ήδη από τη Ρωμαϊκή εποχή, δεν επιθυμούν μια πραγματικά και αντικειμενική προσέγγιση της νοοτροπίας των Αρχαίων Ελλήνων όπως ισχυρίζονται εφ’ όσον δεν λαμβάνουν υπ’ όψιν τους ξεκάθαρα στοιχεία όπως τα παραπάνω.

Νοοτροπία όμως πολύ ξεκάθαρη που εκφράζεται και  μέσα από το γνωστό μύθο του Έρωτα και της Ψυχής ( Απουλήιου ‘Μεταμορφώσεις’ )  όπου η Ψυχή μέσα από τη σχέση της με τον Έρωτα καταφέρνει να ξεπεράσει όλες εκείνες τις δοκιμασίες που θα της επιτρέψουν να γίνει δεκτή αθάνατη στον Όλυμπο.

Έναν άλλο μύθο μας διηγείται ο Αίσωπος.

ΑΙΣΩΠΟΥ ΕΠΩΔΟΣ ΖΕΥΣ ΚΑΙ ΑΙΣΧΥΝΗ: «Ο Ζευς πλάθοντας τους ανθρώπους, έβαλε μέσα τους διάφορες ψυχικές αρετές και μόνο την ντροπή λησμόνησε να βάλει. Γι’ αυτό, μη έχοντας άλλο δρόμο να την τοποθετήσει, την πρόσταξε να μπει απ’ τον πισινό των ανθρώπων. Εκείνη αρχικά αρνήθηκε και διαμαρτυρήθηκε για τη προσβολή.

Επειδή όμως ο Ζευς τη ζόρισε πολύ, είπε: «Ας είναι, θα μπω, υπό τον όρο ότι από κει δε θα μπει ο έρωτας. Γιατί αν τύχει και μπει, εγώ θα βγω αμέσως». Από τότε συμβαίνει όλοι οι ανώμαλοι να είναι και αδιάντροποι.»  Ο μύθος σημαίνει ότι είναι αδιάντροποι όσοι κατέχονται από ανώμαλες ερωτικές επιθυμίες. (Αισώπου Μύθοι, Αρχαίο κείμενο, μετάφραση στη δημοτική Τάσου Βουρνά, τομ. Ά, Εκδόσεις Αφών Τολίδη).

Στα ‘Ορφικά’, μετάφραση Ιωάννου Δ. Πασσά, Αθήναι, Εκδόσεις Εγκυκλωπαίδειας του « ΗΛΙΟΥ» υπάρχει ένας ωραίος ύμνους για τον Έρωτα, που έχει ως εξής:
ΕΡΩΤΟΣ θυμίαμα, αρώματα Επικαλούμαι τον μεγάλον, τον αγνόν,
τον Περιπόθητον, τον γλυκύν Έρωτα.
Τον ισχυρόν τοξότη, τον φτερωτόν, που φλογίζει με δύναμιν τους ανθρώπους, τον ταχύν και ορμητικό
που παίζει με τους θεούς και με τους θνητούς ανθρώπους, τον έξυπνον, τον εφευρετικόν,
με των πάντων, τα κλειδιά του επουράνιου αιθέρος, της θαλάσσης και της γης,
και όσα πνεύματα που γεννούν εις τους ανθρώπους,
τρέφει η θεά, παράγουσα χλωρούς καρπούς,
και όσα έχει ο ευρύς Τάρταρος και η θορυβώδης θάλασσα
διότι μόνον εσύ κρατείς το πηδάλιον ( είσαι κυρίαρχος ) όλων αυτών.
Αλλά ω μακάριε, με καθαρές διαθέσεις έλα Μαζί με τους μύστας,
Και απομάκρυνε από αυτούς τις φαύλες και Παράδοξες ορμές.
Τι ήταν λοιπόν ο έρωτας στην Αρχαία Ελλάδα; Σεξουαλικά διαστροφή ή σχέση μαθητείας που οδηγούσε προς την ηθική τελείωση και τον αυθεντικό άνθρωπο; Η απάντηση είναι ξεκάθαρα η δεύτερη αν πιστέψουμε ότι οι άνθρωποι αυτοί θέλησαν να ζουν σε αρμονία με τη φύση και τους νόμους της. Ακολουθούν κάποιες αναφορές σχετικά με το πόσο αυστηροί ήταν οι φιλόσοφοι και οι νόμοι για την ομοφυλοφιλία και όλες τις σεξουαλικές παρεκκλίσεις στην αρχαία Ελλάδα.

Πλουτάρχου, Περί Αλεξάνδρου Τύχης ή Αρετής Λόγος Α’ 12«Αλέξανδρος δε, Φιλοξένου του της παραλίας υπάρχου γράψαντος, ότι παίς εν Ιωνία γέγονεν οίος ουκ άλλος ώραν και είδος, και πυνθανομένου δια των γραμμάτων ει αναπέμψη, πικρώς αντέγραψεν ω κάκιστ’ ανθρώπων, τι μοι πώποτε τοιούτο συνέγνως, ίνα τοιαύταις με κολακεύσης ηδοναίς;»

«Και ο Αλέξανδρος, όταν του έγραψε ο Φιλόξενος, ο κυβερνήτης της παραλίας ότι υπάρχει στην Ιωνία ένα παιδί που, όμοιο στην ομορφιά του δεν ξανάγινε ποτέ, και ζητούσε να πληροφορηθή με γράμμα, αν ήθελε να του το στείλη, ο Αλέξανδρος του έγραψε απαντώντας αυστηρά: «Ω πιο κακέ απ’ όλους τους ανθρώπους, με ξέρεις ανακατεμένο, ποτέ, με τέτοιες βρωμοδουλειές, για να με κολακεύσης με τέτοιου είδους απολαύσεις;».

Aισχύνου, Kατά Tιμάρχου § 21«Eάν κάποιος Aθηναίος εκδίδεται ως παθητικός ομοφυλόφιλος, να μην επιτρέπεται σ’ αυτόν να εκλέγεται ως ένας εκ των εννέα αρχόντων, ούτε να αναλαμβάνει το αξίωμα του ιερέως, ούτε να γίνεται σύνδικος του δήμου, ούτε να αναλαμβάνει κανένα απολύτως αξίωμα ούτε στο εσωτερικό, ούτε στο εξωτερικό, ούτε κληρωτό, ούτε αιρετό, ούτε να αποστέλεται σε διπλωματική αποστολή, ούτε να εκφέρει τη γνώμη του, ούτε να εισέρχεται στα δημόσια ιερά, ούτε να έχει δικαίωμα να φέρει στεφάνι στις Eορτές που συνηθίζεται αυτό, ούτε να πηγαίνει στα περιαντήρια που βρίσκονται μέσα στην αγορά. EAν δε κάποιος κάνει κάτι από αυτά και εφόσον αυτό αποδειχθεί δικαστικώς, τότε να τιμωρείται με θάνατο».

Δημοσθένους, Kατά Aνδροτίωνος § 21«Δεν επιτρέπεται στους ομοφυλοφίλους ούτε να ομιλούν, ούτε να γράφουν».

Aιλιανού, Ποικίλη Iστορία III 12«O Σπαρτιατικός έρωτας δεν είχε καμία σχέση με αισχρότητες. Εάν ποτέ κάποιος έφηβος τολμούσε να ανεχθεί ασέλγεια εις βάρος του ή εάν κάποιος άλλος έφηβος επιχειρούσε να ασελγήσει εις βάρος κάποιου άλλου, δεν συνέφερε κανέναν απ’ τους δύο να καταντροπιάσουν την Σπάρτη, αφού σε τέτοια περίπτωση ή εξοριζόντουσαν εφ’ όρου ζωής από την Σπάρτη ή έχαναν την ζωή τους».

Πλουτάρχου, Λακεδαιμονίων Eπιτηδεύματα 7,237c
Mάξιμος Tύριος, 20,8d,e
«O ψυχικός δεσμός μεταξύ των νέων δεν έχει καμία σχέση με σωματικές επαφές. Όποιος νέος επιχειρήσει να ασελγήσει εις βάρος άλλου θα στερηθεί διά βίου τα πολιτικά του δικαιώματα».

Ξενοφώντος Λακεδαιμονίων Πολιτεία ΙΙ, 13«Ο δε Λυκούργος Εναντία και τούτοις πάσι γνούς, ει μεν τις αυτός ων οίον δει αγασθείς ψυχήν παιδός πειρώτο άμεμπτον φίλον αποτελέσασθαι και συν-είναι, επήνει και καλλίστην παιδείαν ταύτην ενόμιζεν. Ει δε τις παιδός σώματος ορεγόμενος φανείη, αίσχιστον τούτο θείς εποίησεν εν Λακεδαίμονι μηδέν ήττον εραστάς παιδικών απέχεσθαι ή γονείς παίδων ή και αδελφοί αδελφών εις αφροδίσια απέχοντα».

«Ο Λυκούργος όμως, αντιθέτως προς όλα ταύτα πιστεύων, επεδοκίμαζε μόνον το εάν σημαίνων άνθρωπος, θαυμάσας την ψυχική αρετήν του παιδίου, προσεπάθη να κάμη αυτόν φίλον με δεσμούς αναμεταξύ των αμέμπτους και να τον συναναστρέφεται, διότι τούτο ενόμιζε μέσον καλλίστης ανατροφής. Εάν όμως επαρουσιάζετο κανείς επιθυμών το παιδικόν σώμα, επειδή ο Λυκούργος εθεώρη τούτο πολύ αναίσχυντον, ενομοθέτησεν εις την Σπάρτην να απέχουν οι ερασταί από τα αγαπώμενα παιδιά, όπως αποφεύγουν εις αφροδισίους (ερωτικάς) σχέσεις οι γονείς από τα τέκνα των και οι αδελφοί από τους αδελφούς των».

Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι, Λυκούργος ΧVII«Λακεδαιμόνιοι δε οι νομίζοντες, εάν και ορεχθή τις σώματος, μηδενός αν έτι καλού καγαθού τούτον τύχειν, ούτω τελέως τους ερωμένους αγαθούς απεργάζονται ως και μετά ξένων καν μη εν τη αυτή [πόλει] ταχθώσι τω εραστή, ομοίως αιδούνται τους παρόντας απολείπειν. Θεάν γάρ ου την Αναίδειαν αλλά την Αιδώ νομίζους»ι.

«Οι Λακεδαιμόνιοι, αντιθέτως, που πιστεύουν ότι το μόνο αν επιθυμήσει κανείς το σώμα νέου, αυτός δεν είναι δυνατόν πια να επιτύχη τίποτε το ωραίο και το αγαθό, καθιστούν τους ερωμένους τόσον τελείους αγαθούς, ώστε και αν ακόμη ταχθούν στην μάχη μεταξύ ξένων και όχι στην ίδια πόλη με τον εραστή, εξ ίσου από αιδώ δεν εγκαταλείπουν τους συμπολεμιστές των. Γιατί πιστεύουν ως θεά όχι την Αναίδεια, αλλά την Αιδώ».

«Εκοινώνουν δε οι ερασταί τοις παισί της δόξης επ’ αμφότερα και λέγεταί ποτε παιδός εν των μάχεσθαι φωνήν αγεννή προεμένου ζημιωθήναι τον εραστήν υπό των αρχόντων. Ούτω δε του εράν εγκεκριμένου παρ’ αυτοίς, ώστε και των παρθένων εράν τας καλάς και αγαθάς γυναίκας, το αντεράν ούκ ην, αλλά μάλλον αρχήν εποιούντο φιλίας προς αλλήλους οι των αυτώ ερασθέντες, και διετέλουν κοινή σπουδάζοντες, όπως άριστον απεργάσαιντο τον ερώμενον».

«Οι ερασταί δε των παίδων μετείχον της φήμης αυτών και εις τάς δύο περιπτώσεις (δηλαδή = της φήμης και επί καλώ και επί κακώ). Και διηγούνται σχετικώς ότι, όταν κάποτε εις παίς εξεφώνησε κατά την διάρκειαν της μάχης μίαν απρεπή κραυγήν, οι άρχοντες ετιμώρησαν δια τούτο τον εραστήν του παιδός.

Ενω δε ο έρως επεδοκιμάζετο κατ’ αυτόν τον τρόπον υπό των Σπαρτιατών, ώστε και αι αγαθαί και ευγενείς γυναίκες να τρέφουν έρωτα προς τας παρθένους, δεν υπήρχεν όμως αντιζηλία εις τας ερωτικάς των σχέσεις, αλλά μάλλον εύρισκον αφορμήν να συνάψουν μεταξύ των στενήν φιλίαν εκείνοι , οι οποίοι είχον αγαπήσει τους ιδίους παίδας, και κατέβαλλον από κοινού, συνεχείς φροντίδας, δια να εξεύρουν τον καλύτερον τρόπον, με τον οποίον θα ήτο δυνατόν να γίνη άριστος ο υπ’ αυτών αγαπώμενος νέος».

Πλάτωνος Νόμοι 636c«Εννοητέον ότι τη θηλεία και τη των αρρένων φύσει εις κοινωνίαν ιούση της γεννήσεως ή περί ταύτα ηδονή κατά φύσιν αποδεδόσθαι δοκεί, αρρένων δε προς άρρενας ή θηλέων προς θηλείας παρά φύσιν»

«Είναι λοιπόν κατανοητό ότι η φύσις ωθεί τα θηλυκά να είναι σε επαφή με τα αρσενικά από την γέννηση τους, και η ηδονή σε αυτά είναι φανερό ότι έχει δοθεί σύμφωνα με την φύσιν, ενώ (η επαφή ενν.) των αρσενικών με τα αρσενικά και θηλυκών με τα θηλυκά ενάντια στην φύσιν (παρά φύσιν).»

Πλάτωνος Νόμοι 836c-e«…ει γάρ τις ακολουθών τη φύσει θήσει τον προ του Λαίου νόμον, λέγων ως ορθώς είχεν το αρρένων και νέων μη κοινωνείν καθάπερ θηλειών προς μίξειν αφροδισίων, μάρτυρα παραγόμενος την θηρίων φύσιν και δεικνύς προς τα τοιαύτα ουχ απτόμενον άρρενα άρρενος δια το μη φύσει τούτο είναι, ταχ’ αν χρώτο πιθανώ λόγω…

«Όποιος, υπακούοντας στην φύση, προτείνει την επανακαθιέρωση του νόμου, όπως ήταν πριν από τον Λάιο-(ο οποίος εθεωρείτο ο μυθικός εφευρέτης της ομοφυλοφιλίας, με τον βιασμό του Χρυσίππου, για τον οποίο και τιμωρήθηκε από την μοίρα με το να δολοφονηθεί από τον ίδιο του τον γιό) και διακηρύσσει ότι δεν είναι σωστό να έρχεσαι σε σεξουαλική επαφή με άνδρες και αγόρια, όπως με τις γυναίκες, και προσάγει ως απόδειξη γι’ αυτό, την φύση των Ζώων και επισημαίνει ότι (ενν. Ανάμεσα τους) το αρσενικό δεν αγγίζει αρσενικό με σεξουαλικό σκοπό, αφού αυτό δεν είναι φυσικό, βρίσκεται, νομίζω, σε πολύ ισχυρή θέση…»

Πλάτωνος Νόμοι 840de«…ως ου χείρους ημίν είναι τους πολίτας ορνίθων και άλλων θηρίων πολλών, οι κατά μεγάλας αγέλας γεννηθέντες, μέχρι μεν παιδογονίας η ίθεοι και ακήρατοι γάμων τε αγνοί ζώσιν, όταν δ’ εις τούτο ηλικίας έλθωσι, συνδυασθέντες άρρην θηλεία κατά χάριν και θήλεια άρρενι, τον λοιπόν χρόνον οσίων και δικαίως ζώσιν, εμμένοντες βεβαίως ταίς πρώταις της φιλίας ομολογίαις δειν δη θηρίων γε αυτούς αμείνους είναι.»

«Οι πολίτες μας δεν πρέπει να είναι κατώτεροι από τα πουλιά και πολλά άλλα είδη ζώων, που γεννιούνται σε αγέλες και ζουν αζευγάρωτα, ως την ηλικία της τεκνοποιίας, αγνά και αμόλυντα από τον γάμο, αλλά, όταν φτάσουν σ’ εκείνη την ηλικία, ζευγαρώνουν αρσενικό με θηλυκό και θηλυκό με αρσενικό σύμφωνα με τις διαθέσεις τους και για το υπόλοιπο της ζωής τους ζουν με ευλάβεια και είναι νομοταγή, μένοντας πιστά στις συμφωνίες που ήταν η αρχή της σχέσεώς τους. Πρέπει λοιπόν αυτοί (δηλ οι πολίτες) να είναι ακόμη καλύτεροι από τα θηρία».

Πλάτωνος Νόμοι 841d«Ή μηδένα τολμάν μηδενός άπτεσθαι των γενναίων άμα και ελευθέρων πλην γαμέτης εαυτού γυναικός, άθυτα δε παλλακών σπέρματα και νόθα μη σπείρειν, μηδέ άγονα αρρένων παρά φύσιν ή το μέν των αρρένων πάμπαν αφελοίμθ’άν..»

«Ή κανένας να μην τολμά να έρχεται σε επαφή με τους γενναίους και ελευθέρους εκτός από την ίδια τους την γυναίκα, ούτε να επιτρέπεται να σπείρουν νόθα σπέρματα στις παλλακίδες, είτε σε άνδρες άγονα παρά φύσιν ή μάλλον καλύτερα την μεταξύ ανδρών επαφή να την απαγορεύσουμε εντελώς».

Ξενοφώντος Απομνημονεύματα Α,ΙΙ30«Κριτίαν μεν τοίνυν αισθανόμενος ερώντα Ευθυδήμου και πειρώντα χρήσθαι, καθάπερ οι προς τ’ αφροδίσια των σωμάτων απολαύοντες, απέτρεπε φάσκων ανελεύθερόν τε είναι και ου πρέπον ανδρί καλώ καυγαθώ τον ερώμενον, ω βούλεται πολλού άξιος φαίνεσθαι, προσαιτείν ώσπερ τους πτωχούς ικετεύοντα και δόμενον προσδούναι, και τύτα μηδενός αγαθού του δε Κριτίου τοις τοιούτοις ουχ υπακούοντος ουδέ αποτρεπομένου, λέγεται τον Σωκράτην άλλων τε πολλών παρόντων και του Ευθυδήμου ειπείν ότι υιικόν αυτώ δοκοίη πάσχειν ο Κριτίας, επιθυμών Ευθυδήμω προσκνήσθαι ώστπερ τα ύιια τοις λίθοις, εξ ων δη και εμίσει τον Σωκράτην ο Κριτίας».

«Αντιθέτως όμως, όταν αντιλήφθηκε πως ο Κριτίας ήταν ερωτευμένος με τον Ευθύδημο και επροσπαθούσε να τον χρησιμοποιήση καθώς εκείνοι που απολαμβάνουν τα σώματα αφροδιασικά, τον απέτρεπεν ο Σωκράτης λέγοντας ότι και ανάξιο για ελεύθερον άνθρωπο είναι και ανάρμοστο για έναν άνδρα μορφωμένον ενάρετα, εκείνον που αγαπά, χάριν του οποίου θέλει να φαίνεται πως αξίζει πολύ, να τον ζητιανεύει, ικετεύοντας και παρακαλώντας να του στέρξει σε κάτι, που μάλιστα κάθε άλλο παρά αγαθό είναι.

Επειδή δε ο Κριτίας δεν άκουσε αυτά τα λόγια και δεν απομακρυνόταν από τον σκοπό του, λέγεται ότι ο Σωκράτης, παρουσία και πολλών άλλων και του Ευθύδημου, είπεν ότι του φαίνεται πως ο Κριτίας υποφέρει από κάτι που παθαίνουν οι χοίροι, αφού επιθυμεί να τρίβεται επάνω στον Ευθύδημο, όπως ακριβώς τρίβονται τα χοιρίδια στις πέτρες. Εξ αιτίας αυτών ακριβώς ο Κριτίας εμισούσε τον Σωκράτη».

Αισχίνου Κατά Τιμάρχου 72:«Ου γαρ έγωγε υπολαμβάνω ούτως υμάς επιλήσμονας είναι, ώστε ασχημονείν ων ολίγω πρότερον ηκούσατε αναγιγνωσκομένων <των> νόμων, εν οις γέγραπται, εάν τις μισθώσηται τινα Αθηναίων επί ταύτην την πράξιν, ή εάν τις εαυτόν μισθώση ένοχον είναι τοις μεγίστοις και τοις ίσοις επιτιμίοις».

«Εγώ τουλάχιστον, δεν νομίζω πως ξεχνάτε τόσο εύκολα, ώστε να μη θυμάστε αυτά που ακούσατε προηγουμένως, όταν γινόταν η ανάγνωση των νόμων. Θυμάστε ασφαλώς, ότι οι νόμοι αναφέρανε ότι, όποιος πληρώσει άλλον άνδρα γι΄ αυτή τη δουλειά, ή πληρωθεί για να ικανοποιήσει τέτοιες επιθυμίες, και στις δύο περιπτώσεις η τιμωρία είναι ίδια και μάλιστα από τις πιο βαριές».

Ειδικότερα δε για τον Ιερό Λόχο των Θηβαίων φαίνεται ότι στην αρχαιότητα κάποιοι θιασώτες της ομοφυλοφιλίας είχαν προσπαθήσει να συσχετίσουν αυτά τα ζευγάρια των εραστών και ερωμένων με ζευγάρια που είχαν σαρκικές σχέσεις, γι’ αυτό ο Πλούταρχος, ο οποίος βέβαια γράφει τον 2ο μ.κ.ε. αιώνα, άρα έχει περάσει ολόκληρη την Ρωμαϊκή εποχή της πλήρους διαστροφής και διαφθοράς των ηθών, βάζει μετά την μάχη της Χαιρωνείας στο στόμα του νικητού της μάχης, Φιλίππου τα εξής συνταρακτικά λόγια:

Πλουτάρχου, Βίοι Παράλληλοι: «ας έχουν κακό τέλος εκείνοι που τόλμησαν να υπονοήσουν ότι κάτι αισχρό συνέβαινε μεταξύ αυτών των (πολεμικών) ζευγαριών»

Ξενοφώντος Συμπόσιον VIII, 28-32«επιθυμώ δε σοι, έφη, ω Καλλία, και μυθολογήσαι ως ου μόνον άνθρωποι αλλά και θεοί και ήρωες την της ψυχής φιλίαν περί πλείονος ή την του σώματος χρήσιν ποιούνται. Ζεύς τε γάρ όσων μεν θνητών ουσών μορφής ηράσθη, συγγενόμενος εία αυτάς θνητάς είναι όσων δε ψυχαίς αγαθαίς αγασθείη, αθανάτους τούτους εποίει ων Ηρακλής μεν και Διόσκουροί είσι, λέγονται δε και άλλοι και εγω δε φημι και Γανυμήδην ου σώματος αλλά ψυχής ένεκα υπό Διός εις ΅Ολυμπον ανενεχθήναι, μαρτυρεί δε και τούνομα αυτού έστι μεν γάρ δήπου και Ομήρω γάνυται δε τ’ακούων, τούτο δε φράζει ότι ήδεται δε τ’ακούων έστι δε και αλλοθί που πυκινά φρεσί μήδεα ειδώς τούτο δ’ αυ λέγει σοφά φρεσί βουλεύματα ειδώς, εξ ούν συναμφοτέρων τούτων ουχ ηδυσώματος ονομασθείς ο Γανυμήδης αλλ’ ηδυγνώμων εν θεοίς τετίμηται αλλά μην, ω Νικήρατε, και Αχιλλεύς Ομήρω πεποίηται ουχ ως παιδικοίς Πατρόκλω αλλ’ ως εταίρω αποθανόντι εκπρεπέστατα τιμωρήσαι και Ορέστης δε και Πυλάδης και Θησεύς και Πειρίθους και άλλοι δε πολλοί των ημιθέων οι άριστοι υμνούνται ου διά το συγκαθεύδειν αλλά δια το άγασθαι αλλήλους τα μέγιστα και κάλλιστα κοινή διαπεπράχθαι, τι δε, τα νυν καλά έργα ου παντ’ αν εύροι τις ένεκα επαίνου υπο των και πονείν και κινδυνεύειν εθελόντων πραττόμενα μάλλον ή υπό των εθιζομένων ηδονήν αντ’ ευκλείας αιρείσθαι;»

«28. Επιθυμώ τέλος, Καλλία, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, να σου αποδείξω και με την μυθολογία ότι όχι μόνο οι άνθρωποι αλλά και οι θεοί και οι ήρωες προτιμούν περισσότερο την φιλία της ψυχής παρά την χρησιμοποίηση του σώματος. 29. Ο Ζεύς, ως γνωστόν, όσες γυναίκες θνητές ερωτεύθηκε για τη σωματική τους ομορφιά, αφού συναντιόταν μαζί τους, τις άφηνε να μένουν θνητές όσους όμως αγάπησε για την ομορφιά της ψυχής τους, αυτούς τους καθιστούσε αθάνατους. Ανάμεσα σ’ αυτούς είναι ο Ηρακλής, οι Διόσκουροι και άλλοι.

30. Εγώ επίσης υποστηρίζω ότι και ο Γανυμήδης μεταφέρθηκε στον ΅Ολυμπον επάνω όχι για την ομορφιά του σώματός του, αλλά για την ομορφιά της ψυχής του. Επιβεβαιώνει δε την γνώμη μου και το όνομά του, διότι και σε κάποιο χωρίον του Ομήρου υπάρχει γάνυται δε τ’ ακούων τούτο δε σημαίνει «ευχαριστείται να τον ακούη» υπάρχει επίσης και κάποιο άλλο χωρίον του Ομήρου: πυκίνα φρεσί μήδεα ειδώς κι’ αυτό πάλι λέγει «αυτός που είχε σοφές σκέψεις». Απ’ αυτά τα δύο λοιπόν ο Γανυμήδης αφού πήρε τ’ όνομα όχι ηδυσώματος αλλά ηδυγνώμων έχει τιμηθή μεταξύ των θεών.

31. Αλλ’ επίσης και ο Αχιλλεύς, Νικήρατε, έχει παρασταθή από τον Όμηρον ότι περιφανέστατα εκδικήθηκε τον θάνατο του Πατρόκλου όχι ως ερωμένου του, αλλ’ ως φίλου του. Και επίσης ο Ορέστης και ο Πυλάδης και ο Θησεύς και ο Περίθους και άλλοι πολλοί απο τους ημιθέους οι άριστοι εξυμνούνται, όχι γιατί εκοιμούντο μαζί, αλλά γιατί εθαύμαζε ο ένας τον άλλον και από κοινού έχουν κάμει μέγιστα και ωραιότατα κατορθώματα.

32. Και ως προς τ’ σύγχρονα έργα τι γνώμην έχεις; Όλα δεν θα εύρισκε κανείς ότι γίνονται από εκείνους που συνηθίζουν να προτιμούν αντί της δόξας την ηδονή;»

Ξενοφώντος, Λακεδαιμονίων Πολιτεία II 13«Eάν κάποιος επιθυμούσε το σώμα μικρού παιδιού, αυτό εθεωρείτο τόσο αισχρό όσο και το να επιθυμεί κάποιος αδελφός το σώμα του αδελφού του ‘ή κάποιος γονέας το σώμα του παιδιού του».

Ξενοφώντος, Λακεδαιμονίων Πολιτεία«Λεκτέον δε μοι δοκεί είναι και περί των παιδικών ερώτων έστι γαρ τι και τούτο πρός παιδείαν»
«Μου φαίνεται και περί παιδεραστίας πρέπει να ομιλήσω, διότι και τούτο είναι κάτι, το οποίον έχει σχέσι με την αγωγήν».

(Παιδεραστία: O Nοητικός Έρως του Διδασκάλου προς τον Mαθητή, ανάλογον του σημερινού «Oι εκπαιδευτικοί πρέπει να αγαπούν τα παιδιά».)

Ξενοφώντος Κύρου Ανάβασις II,VI28«Αριαίω δε βαρβάρω όντι, ότι μειρακίοις καλοίς ήδετο…»
«στον Αριαίο εξ άλλου, που ήταν βάρβαρος, διότι ευχαριστιόταν με όμορφα παιδιά»

Aισχύνου, Nόμος Aττικού Δικαίου – Kατά Tιμάρχου 12«Oι διδάσκαλοι να μην ανοίγουν τα σχολεία πρίν ανατείλει ο ήλιος και να τα κλείνουν πριν από την δύση του. Nα μην επιτρέπεται σε όσους έχουν μεγαλύτερη ηλικία από τα παιδιά να εισέρχονται στα σχολεία, όταν υπάρχουν μέσα παιδιά, εκτός αν πρόκειται για τον υιό, τον αδελφό ‘ή τον γαμπρό του διδασκάλου.

Εάν κάποιος παραβεί αυτή την απαγόρευση και εισέλθει στο σχολείο, θα τιμωρείται με την ποινή του θανάτου. Επίσης οι επί κεφαλής της παλαίστρας να μην επιτρέπουν, επ’ ουδενί λόγο, σε κανέναν ενήλικο να κάθεται μαζί με τα παιδιά στις Εορτές του Eρμή. Εάν κάτι τέτοιο συμβεί ο επί κεφαλής της παλαίστρας είναι ένοχος παραβάσεως του νόμου περί διαφθοράς των ελευθέρων παίδων».

Aισχύνου, Nόμος Σόλωνος – Kατά Tιμάρχου 16«Eάν κάποιος ωθήσει σε ασέλγεια ελεύθερο παίδα, να καταγγέλλεται ενώπιον των θεσμοθετών από εκείνον που έχει την κηδεμονίαν του παιδός, αφού προηγουμένως αναγράψει στην μήνυση την ποινή που θεωρεί άξια για τον δράστη. Αν δε ο μηνυθείς καταδικασθεί, να παραδοθεί στους ένδεκα και να θανατωθεί αυθημερόν».

Αισχίνου Κατά Τιμάρχου 13«εάν τινά εκμισθώσει εταιρείν πατήρ ή αδελφός ή θείος ή επίτροπος ή όλως των κυρίων τις, κατ’ αυτού μεν του παιδός ουκ εά γραφήν είναι, κατά δε του μισθώσαντος και του μισθωσαμένου, του μεν ότι εξεμίσθωσε, του δε ότι, φησίν εμισθώσατο»

«εάν κάποιος ή πατέρας είναι αυτός ή αδελφός ή θείος ή κηδεμόνας ή τέλος πάντων ένας που έχει κάποια εξουσία πάνω στο παιδί, παραχωρήσει για χρήματα ένα παιδί, στην περίπτωσι αυτή, εναντίον του παιδιού δεν ασκείται ποινική δίωξη, ασκείται όμως εναντίον εκείνου που πλήρωσε και εκείνου που το παραχώρησε»

Δημοσθένους, Nόμος Σόλωνος – Kατά Mηδείου § 47«Όποιος παρακινεί σε ακολασία παιδί ‘ή γυναίκα ‘ή άνδρα ελεύθερο ‘ή δούλο ‘ή παρανομεί εις βάρος κάποιου απ’ αυτούς, να καταγγέλλεται από οποιονδήποτε Αθηναίο έχει το επίτιμο δικαίωμα, στους θεσμοθέτες. Oι δε θεσμοθέτες μέσα σε τριάντα ημέρες από την καταγγελία να εισάγουν προς δίκη τον κατηγορούμενο ενωπίον της Hλιαίας εφόσον οι δημόσιες ασχολίες το επιτρέπουν.

Σε αντίθετη περίπτωση να δικαστεί με την πρώτη ευκαιρία. Αφότου δικαστεί από την Hλιαία και αν κριθεί ένοχος, καταδικάζεται σε φυλάκιση ‘ή πρόστιμο. Εάν το αδίκημα όμως είναι σοβαρό τότε να παραδοθεί στους ένδεκα και να θανατωθεί αυθημερόν».

Αισχίνου Κατά Τιμάρχου 16”τις Αθηναίων ελεύθερον παίδα υβρίση, γραφέσθω ο κύριος του παιδός προς τους θεσμοθέτας, τίμημα επιγραψάμενος ου δ’ άν το δικαστήριον καταψηφίσηται, παραδοθείς τοις ένδεκα τεθνάτω αυθημερόν, εάν δε εις αργύριον καταψηφισθή, αποτισάτω εν ένδεκα ημέραις μετά την δίκην, εάν μη παραχρήμα δύνηται αποτίνειν έως δε του αποτίσαι ειρχθήτω ένοχοι δε έστωσαν ταίσδε ταίς αιτίαις και οι εις τα οικετικά σώματα εξαμαρτάνοντες.]

«Αν κάποιος Αθηναίος προσβάλει έναν ελεύθερο νέο, να καταθέσει γραφή (μήνυση) ο κηδεμών προς τους θεσμοθέτες (εισαγγελείς) και να ζητάει την τιμωρία του. Εάν το δικαστήριο τον καταδικάσει, τότε να παραδοθεί στους ένδεκα δημίους και να εκτελεστή την ίδια ημέρα. Εάν καταδικαστεί σε χρηματικό πρόστιμο να το εξοφλήσει μέσα σε διάστημα ένδεκα ημερών από την καταδίκη του, εάν δεν έχει την δυνατότητα να το εξοφλήσει αμέσως και μέχρι να το εξοφλήσει να είναι σε κάθειρξη, ένοχοι δε για τις ίδιες πράξεις να είναι και όσοι τις κάνουν προς τους δούλους.

Αισχίνου Κατά Τιμάρχου 136«Εγώ δε ούτε έρωτα δίκαιον ψέγω, ούτε τους κάλλει διαφέροντας φημί πεπορνεύσθαι, ούτε αυτός εξαρνούμαι μη ου γεγονέναι <τ’> ερωτικός και έτικαι νυν είναι? Ορίζομαι δ’ είναι το μεν εράν των καλών και σωφρόνων φιλανθρώπου πάθος και ευγνώμονος ψυχής, το δε ασελγαίνειν αργυρίου τινά μισθούμενον υβριστού και απαιδεύτου ανδρός έργον είναι ηγούμαι.

Και το μεν αδιαφθόρως εράσθαι φημί καλόν είναι, το δ’ επαρθέντα μισθώ πεπορνεύσθαι αισχρόν?Οι γαρ πατέρες ημών, οθ’ υπέρ των επιτηδευμάτων και των εκ φύσεως αναγκαίων ενομοθέτουν, α τοις ελευθέροις ηγούντο είναι πρακτέα, ταύτα τοις δούλοις απείπον μη ποιείν?.»δούλον ελευθέρου παιδός μητ’ εράν μητ’ επακολουθείν, ή τύπτεσθαι τη δημοσία μάστιγι πεντήκοντα πληγάς» αλλά ου τον ελεύθερον εκώλυσεν εράν <και ομιλείν> και ακολουθείν, ουδέ βλάβην τω παιδί, αλλά μαρτυρίαν σωφροσύνης ηγήσατο συμβαίνειν?το δ’ επακολουθείν και εφοράν φρουράν και φυλακήν σωφροσύνης ηγήσατο είναι μεγίστην».

«Αλλά εγώ, κύριοι δικασταί, δεν κατηγορώ τον όμορφο έρωτα. Ούτε λέω ότι είναι πόρνος όποιος είναι όμορφος. Ούτε αρνούμαι, ότι έχω αγαπήσει, και αγαπώ τα παιδιά;. Και σας διευκρινίζω, ότι το να ερωτεύεται κανείς τα παιδιά τα όμορφα και με ανατροφή, αυτό είναι μια αδυναμία που χαρακτηρίζει ανθρώπους ανωτέρους. Αλλά το να ασελγή κάποιος πληρώνοντας, αυτό νομίζω είναι χαρακτηριστικό κακού και αμόρφωτου ανθρώπου. Υποστηρίζω ακόμη ότι το να αγαπηθεί ένας νέος με σκοπούς ανιδιοτελείς (αδιαφθόρως), είναι κάτι το ηθικό και όμορφο;

Οι πρόγονοί μας κύροι δικασταί, όταν θεσπίζανε νόμους για τις ασχολίες μας και τις ανάγκες της ανθρώπινης φύσεως, όσα, κατά την γνώμη τους, αρμόζουν σε ελευθέρους ανθρώπους, αυτά τα απαγόρευαν στους δούλους.Ο νόμος λέει ο δούλος απαγορεύεται να γίνεται εραστής ελευθέρου παιδιού, ή να το παίρνει από κοντά γι’ αυτό τον σκοπό.

Ο παραβάτης δε να μαστιγώνεται δημόσια με πενήντα κτυπήματα. Τον ελεύθερο άνθρωπο όμως, κύριοι δικασταί, δεν τον εμπόδισε να γίνεται εραστής του παιδιού, ούτε τον εμπόδισε να το παρακολουθεί. Και δεν νόμισε πως αυτό είναι ζημιά για το παιδί, παρά απόδειξη καλής ανατροφής; Πάντως το να συνοδεύει κανείς παιδιά και να εποπτεύει τις πράξεις τους, αυτό ο νομοθέτης το θεώρησε σαν πολύ σπουδαίο τρόπο περιφρουρήσεως της καλής ανατροφής του παιδιού»

Συμπερασματικά, αυτό που βγαίνει είναι ότι οι αρχαίες Ελληνικές κοινωνίες δεν έβλεπαν με καλό μάτι την ομοφυλοφιλία, την ανεχόντουσαν στα πλαίσια ενός μικρού φυσιολογικού ποσοστού απόκλισης από το φυσιολογικό. Σε καμία περίπτωση, όμως, δεν την πρόβαλαν ως αγαθό και ιδανικό.

Ασφαλώς και δεν τους έκαιγαν στην πυρά, αλλά απαιτούσαν να το δηλώσουν, έτσι ώστε να μην έχουν κανένα δικαίωμα σε δημόσια αξιώματα. Εάν το έπρατταν δεν τους ενοχλούσε κανείς. Εάν, όμως το έκρυβαν, τότε ο πέλεκυς του Νόμου έπεφτε πάνω τους βαρύς.

Στην αρχαία Ελλάδα το να είναι κάποιος ομοφυλόφιλος είχε τις εξής επιπτώσεις:

Δεν μπορούσε να γίνει ένας απο τους 9 άρχοντες
Ούτε ιερέας
Ούτε δικηγόρος δημοσίων δικώνή να καταλάβει οποιαδήποτε εξουσία, είτε εντός της πόλεως είτε έξω από τα όριά της,είτε με κλήρο είτε με εκλογή
Ούτε να μυηθεί στα ιερά μυστήρια
Ούτε να στέλνεται ώς κύρηκας
Ούτε να λέει τη γνώμη του(η γνώμη του σε δίκες είχε μηδενική αξία)
Ούτε να μετέχει σε δημόσιες θρησκευτικές τελετές
Ούτε να φοράει στεφάνι στις δημόσιες στεφανοφορίες
Ούτε να περιφέρεται στην δημόσια αγορά (αυτό ισχύει για αυτόν που ήταν «δηλωμένος» ομοφυλόφιλος).
Ο παραβάτης των παραπάνω ετιμωρείτο με την ποινή του θανάτου.
Ο ομοφυλόφιλος στην αρχαία Ελλάδα δεν είχε πολιτικά και ιερατικά δικαιώματα.

Βιβλιογραφία
۰ ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΣΥΜΠΟΣΙΟΝ. Κείμενο, μετάφραση και ερμηνεία υπό
Ιωάννου Συκουρτή «Εστία»
۰ Η ΕΡΩΤΙΚΗ ΦΙΛΙΑ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ Γιάννη Γουδέλη,
«ΔΙΦΡΟΣ» 1992
۰ ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΥ ΕΡΩΤΙΚΟΣ Μ.Γ. Μερακλής, « ΓΝΩΣΗ » 1985
۰ ΤΑ ΟΡΦΙΚΑ Σ. Μαγγίνα, Ι. Δ. Πασσά Εγκυκλοπαίδεια του « ΗΛΙΟΥ »
۰ ΑΠΟΥΛΗΙΟΥ «ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ»
۰ DELIA STEINBERG GUZMAN ‘ΠΛΑΤΩΝΙΚΟΣ ΕΡΩΤΑΣ ή σεξουαλικός έρωτας’

Ετσι διοικείς τους Έλληνες: Οξυρρύγχειοι Πάπυροι

Πως να διοικείς τους Έλληνες: Οι Οξυρρύγχειοι Πάπυροι. Τα παρακάτω είναι αποσπάσματα αλληλογραφίας του Ρωμαίου συγκλητικού Μενένιου Άπιου, στον φίλο του Ατίλιο Νάβιο , ο οποίος τον διαδέχεται στην διακυβέρνηση της Αχαίας και τον συμβουλεύει για το πώς μπορεί να χειριστεί τους Έλληνες. Οι πάπυροι βρέθηκαν στην τοποθεσία Οξύρρυγχος, εξ’ ου και το όνομα του τίτλου.

Διαβάστε το με προσοχή και διαπιστώστε αν έχει αλλάξει κάτι εδώ και 2000+ χρόνια !

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΠΡΩΤΟ
Κερδίσαμε αγαπημένε Ατίλιε τον κόσμο με τις λεγεώνες μας, αλλα θα μπορέσουμε να τον κρατήσουμε μονάχα με την πολιτική τάξη που θα του προσφέρουμε. Διώξαμε τον πόλεμο στις παρυφές της γης. Από τον Περσικό κόλπο, ως την Μαυριτανία και από την γη των Αιθιόπων ως την Καληδονία, αδιατάρακτη βασιλεύει η ρωμαϊκή ειρήνη. Δύσκολο φαίνεται να εξηγήσει κανείς, πως μια πόλη έφτασε να κυβερνά την οικουμένη. Μέσα στους λόγους όμως που θα αναφέρονταν για μια τέτοια εξήγηση θα έπρεπε πρώτος να ηταν ετούτος.

Καταλάβαμε καθαρά και έγκαιρα πως υποτάσσοντας ξένους λαούς αναλαμβάνουμε μιαν ευθύνη για την ευημερία τους. Τούτη η συνείδηση της ευθύνης διακρίνει τους βαρβάρους κατακτητές από τους κοσμοκράτορες. Μονάχα ο Αλέξανδρος πριν από μας είχε την συνείδηση τούτης της ευθύνης. Ευτυχώς για την δόξα της Ρώμης, πέθανε νέος, γιατι αλλιώς θα ήτανε οι Έλληνες σήμερα οι άρχοντες του κόσμου. Αλίμονο στους λαούς όταν τις προσπάθειές τους τις ενσαρκώνουν μονάχα σε μεμονωμένα άτομα που περνούν και όχι σε ανθρώπινες κοινότητες, σε θεσμούς που αντέχουν στην ροή των πραγμάτων και σηκώνουν άνετα τον όγκο των πολύχρονων έργων. Έχουμε την σοφία να μην θέλουμε να είμαστε δυσβάσταχτοι εκμεταλλευτές των λαών που υποτάχτηκαν στην εξουσία μας.

Αλλα δεν φτάνει να τους χαρίζουμε την ειρήνη και τάξη, γιατι αυτά είναι αρνητικά στοιχεία, είναι όροι, δεν αποτελούν την ουσία της ευδαιμονίας των ανθρώπων. Θα έπρεπε και της φιλοσοφίας και της ποίησης τα δώρα να σκορπούσαμε στις χώρες που κυβερνούμε. Το μέγα όμως τούτο έργο είμαστε άξιοι να το κάνουμε μόνο στις δυτικές επαρχίες, γιατι εκεί που βρίσκεσαι εσύ, οι Έλληνες το επιτελούν ακόμη σήμερα καλύτερα από μας. Ας επαναλάβουμε και εμείς την δυσάρεστη ομολογία του Οράτιου Φλάκκου: Graecia capta, ferum victorem cepti, et artes intulit agresti Latio.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ
Μάθε φίλτατέ μου Ατίλιε, πως όσοι θέλουν να είναι κοσμοκράτορες, πρέπει να έχουν νοοτροπία πατρικίων και όχι νοοτροπία ιππέων.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΤΡΙΤΟ
Ο Έλληνας είναι πιο εγωιστής από εμάς και συνεπώς από όλα τα έθνη του κόσμου. Το άτομό του είναι «πάντων χρημάτων μέτρον» κατά το ρητό του Πρωταγόρα. Αδέσμευτο, αυθαίρετο και ατίθασο, αλλα και αληθινά ελεύθερο, ορθώνεται το «εγω» των Ελλήνων. Χάρις σε αυτό σκεφθήκανε πηγαία, πρώτοι αυτοί, οσα εμείς αναγκαζόμαστε σήμερα να σκεφθούμε σύμφωνα με την σκέψη τους. Χάρις σε αυτό βλέπουν με τα μάτια τους και όχι με τα μάτια εκείνων που είδαν πριν από αυτούς. Χάρις σε αυτό η σχέση τους με το σύμπαν, με τα πράγματα και τους ανθρώπους δεν μπαγιατεύει, αλλα είναι πάντα νέα, δροσερή και το κάθε τι, χάρις σε αυτό το «εγω» αντιχτυπάει σαν πρωτοφανέρωτο στην ψυχή τους.

Είναι όμως και του καλού και του κακού πηγή τούτο το χάρισμα. Το ίδιο «εγω» που οικοδομεί τα ιδανικά πολιτικά συστήματα, αυτό διαλύει και τις πραγματικές πολιτείες των ανθρώπων. Και ήρθανε καιροί όπου ο ελληνικός εγωισμός ξέχασε την τέχνη που οικοδομεί τους ιδανικούς κόσμους, αλλα δεν ξέχασε την τέχνη που γκρεμίζει τις πραγματικές πολιτείες. Και εμείς τους συναντήσαμε, καλέ Ατίλιε, σε τέτοιους καιρούς και γι αυτό η κρίση μας γι αυτούς συμβαίνει να είναι τόσο αυστηρή που κάποτε καταντά άδικη.

Αλλα και πώς να μην είναι; Η μοίρα μας έταξε νομοθέτες του κόσμου και το ελληνικό άτομο περιφρονεί τον νόμο. Δεν παραδέχεται άλλη κρίση δικαίου παρά την ατομική του, που δυστυχώς στηρίζεται σε ατομικά κριτήρια. Απορείς πως η πατρίδα των πιο μεγάλων νομοθετών, εχει τόση λίγη πίστη στον νόμο. Και όμως από τέτοιες αντιθέσεις πλέκεται η ψυχή των ανθρώπων και η πορεία της ζωής των. Σπάνια οι έλληνες πείθονται «τοις κείνων ρήμασι». Πείθονται μονο στα ρήματα τα δικά τους και η αλλάζουν τους νόμους κάθε λίγο ανάλογα με τα κέφια της στιγμής, η όταν δεν μπορούν να τους αλλάξουν, τους αντιμετωπίζουν σαν εχθρικές δυνάμεις και τότε μεταχειρίζονται εναντίον τους η τη βία η τον δόλο.

Α! πόσο την χαίρεται ο έλληνας την εύστροφη καταδολίευσή τους, τους σοφιστικούς διαλογισμούς που μεταβάλλουν τους νόμους σε ράκη! Ο έλληνας εχει την πιο αδύνατη μνήμη από μας, έχει λιγότερη συνέχεια στον πολιτικό του βίο. Είναι ανυπόμονος και κάθε λίγο, μόλις δυσκολέψουν λίγο τα πράγματα, αποφασίζει ριζικές μεταρρυθμίσεις. Θες να σαγηνεύσεις την εκκλησία του δήμου σε μια πόλη ελληνική; Πες τους: «Σας υπόσχομαι αλλαγή» Πες τους: «Θα θεσπίσω νέους νόμους» Αυτό αρκεί. Με αυτό χορταίνει η ανυπομονησία τους,  το αψίκορο πάθος του.

Τι φαεινές συλλήψεις θα βρεις μέσα σε αυτά τα ελληνικά δημιουργήματα της ιδιοτροπίας της στιγμής! Εμείς δειλά-δειλά και μόνο με το χέρι του πραίτωρα τολμήσαμε , διολισθαίνοντας μέσα στους αιώνες να ξεφύγουμε από τους άκαμπτους κλοιούς της Δωδεκαδέλτου μας  και πάλι διατηρώντας όλους τους τύπους, όλα τα εξωτερικά περιβλήματα. Τούτη η υποκρισία των μορφών, όταν η ουσία αλλάζει, δείχνει πόση είναι η ταπεινοφροσύνη μας μπρος σε κάθε τι που είναι θεσμός και έθος και παράδοση, πόσο το παρελθόν και η συνέχειά του βαραίνουν στην πορεία μας και πόσο δίκαια αντέχουμε αιώνες εκεί που οι έλληνες εκάμφθησαν σε δεκαετηρίδες,

Μεσα στους πιο πολλούς έλληνες, άμα σκάψεις λίγο, θα βρεις ένα ισχνό υπερόπτη Κοριολανό, έναν άσημο εκδικητικό Αλκιβιάδη, ένα εγω μεγαλύτερο από την πατρίδα. Όχι βέβαια σε όλους, αλλιώς δεν θα υπήρχαν σήμερα πια ελληνικές πόλεις. Αλλα όποιος διοικεί, σαν κι εσένα, έναν λαό, πρέπει να γνωρίζει τις άρχουσες ροπές, που δεν φτάνουν βέβαια ως την φανερή ακρότητα του ωραίου αθηναίου η του δικού μας Γάιου Μάρκου, αλλα τείνουν προς τα εκεί. Οι πολλοί, από χίλιους δυο λόγους, γιατι είναι πιο μικροί και πιο αδύνατοι, σταματούν μεσοδρομίς. Μα και μ’ αυτούς, το κακό γίνεται.

Οι έλληνες λίγα πράγματα σέβονται και σπάνια όλοι τους τα ίδια. Και προς καλού και προς κακού στέκουν επάνω από τα πράγματα. Για να κρίνουν αν ένας νόμος είναι δίκαιος, θα τον μετρήσουν με το μέτρο της προσωπικής τους περίπτωσης ακόμα κι όταν υπεύθυνα τον κρίνουν στην εκκλησία η στο δικαστήριο. Ο έλληνας ζητεί από τον νόμο δικαιοσύνη για την δική του προσωπική περίπτωση. Εάν τύχει και ο νόμος, δίκαιος στην ολότητά του και δεν ταιριάζει σε λίγες περιπτώσεις όπως η δική του, δεν μπορεί αυτό να το παραδεχτεί.

Και εν τούτοις τετρακόσια χρόνια τώρα το διακήρυξε ο μεγάλος τους Πλάτων, πως τέτοια είναι η μοίρα και η φύση των νόμων, πως άλλο νόμος και άλλο δικαιοσύνη. Το διακήρυξε αυτό και ο Σταγειρίτης, χωρίζοντας το δίκαιο από το επιεικές. Δεν δέχεται να θυσιάσει την δική του περίπτωση, το δικό του εγώ σε έναν νόμο σκόπιμο και δίκαιο στην γενικότητά του. Ετσι είναι πολλοί στις πόλεις που τώρα πρόκειται να διοικήσεις. Ετσι διαφορετικοί, αν όχι από μας, όμως από τους πατέρες μας, που θεμελίωσαν το μεγαλείο της παλιάς, της αληθινής μας δημοκρατίας.


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΤΕΤΑΡΤΟ
Οσο περνούν οι αιώνες, τόσο εμείς και οι λαοί που κυβερνούμε γινόμαστε περισσότερο ατομιστές, ως που μια μέρα να μαραθούμε όλοι μαζί μέσα στην μόνωση των μικρών μας εαυτών. Νομίζω ότι οι έλληνες επάνω στους οποίους εσύ τώρα άρχεις είναι πρωτοπόροι σε αυτόν τον θανάσιμο κατήφορο. Δεν σου έκανε κιόλας εντύπωση καλέ μου Νάβιε, η αδιαφορία του έλληνα για τον συμπολίτη του; Όχι πως δεν θα του δανείσει μια χύτρα να μαγειρέψει, όχι πως αν τύχει μια αρρώστια δεν θα τον γιατροπορέψει, όχι πως δεν του αρέσει να ανακατεύεται στις δουλειές του γείτονα, για να του δείξει μάλιστα την αξιοσύνη του και την υπεροχή του, βοηθά ο έλληνας περισσότερο από κάθε άλλον.

Βοηθά και τον ξένο πρόθυμα, με την ιδέα μάλιστα, που χάρις στους μεγάλους στωικούς, πάντα τον κατέχει, μιας πανανθρώπινης κοινωνίας. Του αρέσει να δίνει στον ασθενέστερο, στον αβοήθητο. Είναι κι αυτό ένας τρόπος υπεροχής …
Λέγοντας πως ο έλληνας αδιαφορεί για τον πλησίον του, κάτι άλλο θέλω να πω, αλλα μου πέφτει δύσκολο να σου το εξηγήσω. Θα αρχίσω με παραδείγματα, που αν προσέξεις, ανάλογα θα δεις και εσύ ο ίδιος πολλά με τα μάτια σου.

Ακόμη υπάρχουν ποιητές πολλοί και τεχνίτες στις μεγάλες πόλεις της Ελλάδας. Πλησίασέ τους καθώς είναι χρέος σου και πες μου αν άκουσες κανέναν από αυτούς ποτέ να επαινεί τον ομότεχνό του. Δεν χάνει τον καιρό του σε επαίνους ο έλληνας. Δεν χαίρεται τον έπαινο. Χαίρεται όμως τον ψόγο και γι αυτόν πάντα βρίσκει καιρό. Για την κατανόηση, την αληθινή, αυτήν που βγαίνει από την συμπάθεια γι αυτό που κατανοείς, δεν θέλει τίποτε να θυσιάσει. Το κίνητρο της δικαιοσύνης δεν τον κινεί για να επαινέσει ότι αξίζει τον έπαινο.

Όχι πως δεν θα ήθελε να είναι δίκαιος, αλλα δεν αντιλαμβάνεται καν την αδικία που κάνει στον άλλο. Θαυμάζει ότι είναι ο δικός του κόσμος. Κάθε άλλον τον υποτιμά ! Όταν ένας πολίτης άξιος, δεν αναγνωρίζεται κατά την αξία του, λέει ο έλληνας, αφού δεν αναγνωρίζομαι εγώ ο αξιώτερός του, τι πειράζει αν και αυτός δεν αναγνωρίζεται; Ο εγωκεντρισμός αφαιρεί από τον έλληνα την δυνατότητα να είναι δίκαιος. Μόνον όταν δημιουργηθούν συμφέροντα που συμβαίνει να είναι κοινά σε πολλά άτομα μαζί, βλέπεις την συναδέλφωση και την αλληλεγγύη. Στον κάθε έλληνα τα ιδανικά είναι ατομικά. Γι αυτό οι πολιτικές των φατρίες είναι φατρίες συμφερόντων και το ιδανικό του κάθε ηγέτη είναι ο εαυτός του.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΠΕΜΠΤΟ
Νάβιε, ο Κάτων από καιρό έχει πεθάνει και πέθανε μαζί του και η παλιά μας δημοκρατία. Τώρα βαδίζουμε κι εμείς τον δρόμο των ελλήνων ως που και οι δικοί μας εγωισμοί κάθε μέρα ωμότεροι και βιαιότεροι να σκεπάσουν με την πλημμυρίδα τους την Σύγκλητο και την αγορά και ολόκληρη την αθάνατη πόλη.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΕΚΤΟ
Εδώ και δυο εβδομάδες σου έγραφα για το φυγόκεντρο εγωισμό των ελλήνων. Δεν θυμάμαι όμως αν σου έγραψα το χειρότερο. Κινημένος από την ίδια εγωπάθεια, την ρίζα αυτή του κάθε ελληνικού κακού (ας βοηθήσουν οι θεοί να μην γίνει και των δικών μας δεινών η μολυσμένη πηγή) ο έλληνας σε συχωράει στον συμπολίτη του καμία προκοπή. Όποιον τον ξεπεράσει, ο έλληνας τον φθονεί με πάθος και αν είναι στο χέρι του να τον γκρεμίσει από εκεί που ανέβηκε θα το κάνει.

Μα το πιο σπουδαίο, για να καταλάβεις τον έλληνα, είναι να σπουδάσεις τον τρόπο με τον οποίο εκδηλώνει τον φθόνο του, τον τρόπο που εφηύρε για να γκρεμίζει καλύτερα. Είναι ένας τρόπος πιο κομψός από το δικό μας γέννημα σοφιστικής ευστροφίας και διανοητικής δεξιοτεχνίας. Δεν του αρέσει η χοντροκομμένη δολοφονία στους διαδρόμους του παλατιού, αλλα η λεπτοκαμωμένη συκοφαντία, ένα είδος αναίμακτου, ηθικού φόνου, ενός φόνου διακριτικότερου και εντελέστερου, που αφήνει του δολοφονημένου την σάρκα σχεδόν ανέπαφη, να περιφέρει την ατίμωση και την γύμνια της στους δρόμους και στις πλατείες.

Γιατι και την συκοφαντία, αγαπητέ μου, την έχουν αναγάγει σε τέχνη οι θαυμάσιοι, οι φιλότεχνοι έλληνες, οι πρώτοι δημιουργοί του καλού και του κακού λόγου. Το να επινοήσεις ένα ψέμα για κάποιον και να το διαλαλήσεις, αυτό είναι κοινότυπο και άτεχνο. Σε πιάνει ο άλλος από το αυτί και σε αποδείχνει εύκολα συκοφάντη και σε εξευτελίζει.

Η τέχνη είναι να συκοφαντείς χωρίς να ενσωματώνεις πουθενά ολόκληρη την συκοφαντία, μονο να την αφήνεις να την συνάγουν οι άλλοι από τα συμφραζόμενα και έτσι ασυνείδητα να υποβάλλεται σε όποιον την ακούει.

Η τέχνη είναι να βρίσκεις τον διφορούμενο λόγο, που άμα σε ρωτήσουν γιατι τον είπες, να μπορείς να πεις πως τον είπες με την καλή σημασία, και πάλι εκείνος που τον ακούει να αισθάνεται πως πρέπει να τον εννοήσει με την κακή του σημασία.

Αυτό είναι το αγχέμαχο όπλο με το οποίο πολεμάει ο έλληνας τον έλληνα, ο ηγέτης τον ηγέτη, ο φιλόσοφος τον φιλόσοφο, ο ποιητής τον ποιητή αλλα και ο ανάξιος τον άξιο, ο ουσιαστικά αδύνατος τον ουσιαστικά δυνατό  και ξένος , θα δοκιμάσεις την αιχμή τούτου του όπλου κι εσύ όπως την δοκίμασα κι εγώ. Θα απορήσεις σε τι κοινωνική περιωπή βάζουν οι έλληνες τους δεξιοτέχνες της συκοφαντίας, πως τους φοβούνται οι πολλοί και αγαθοί  και πως τους υπολήπτονται οι χρησμοθήρες και πως γλυκομίλητα τους χαιρετούν όταν τους συναντούν στις στοές και στην αγορά.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΕΒΔΟΜΟ
Το ανυπότακτο σε κάθε πειθαρχία, η περιφρόνηση των άλλων και ο φθόνος, η αρρωστημένη διόγκωση της ατομικότητας σπρώχνουν σχεδόν τον Έλληνα να θεωρεί τον εαυτό του πρώτο ανάμεσα στους άλλους. Αδιαφορώντας για όλους και για όλα, παραβλέποντας ότι γίνηκε πριν και ότι γίνεται γύρω του, αρχίζει κάθε φορά από την αρχή και δεν αμφιβάλλει πως πορεύεται πρώτος τον δρόμο το σωστό. Ταλαιπωρεί από αιώνες την ελληνική ζωή η υπέρμετρη εμπιστοσύνη του έλληνα στην προσωπική του γνώμη και στις προσωπικές του δυνατότητες.

Παρά να υποβάλει τη σκέψη του στην βάσανο μιας ομαδικής συζήτησης, προτιμάει να ριψοκινδυνεύει με μόνες τις προσωπικές του δυνάμεις. Πρόσεξε τις συσκέψεις των ηγετών των πολιτικών μερίδων τους με τους δήθεν φίλους των και θα δεις ότι οι περισσότερες είναι προσχήματα. Ο ηγέτης λεει την γνώμη του , βελτιώνει την διατύπωσή της με τις πολλές επαναλήψεις, χωρίς ούτε να περιμένει, ούτε να θέλει καμία αντιγνωμία. Και οι φίλοι του το ξέρουν καλά αυτό και συχνάζουν σε αυτές τις συσκέψεις η για να μάθουν τα νέα της ημέρας η για να βρουν ευκαιρία να κολακέψουν τον ηγέτη.

Το αποτέλεσμα είναι ότι ο έλληνας πολιτικός ανακυκλώνεται μόνος του μέσα στις δικές του σκέψεις, γιατι πιστεύει πως αυτές αρκούν για το έργο του, η το χειρότερο γιατι η χρησιμοποίηση και των άλλων στην εκτέλεσή του, θα περιόριζε την κυριότητά του επάνω στο έργο , θα το έκανε περισσότερο τέλειο , αλλα λιγότερο δικό του  και εκείνο που προέχει για τον έλληνα δεν είναι το πρώτο, αλλα το δεύτερο.

Ετσι σε πρώτη μοίρα έρχεται η τιμή του και σε δεύτερη η αξία του έργου. Αυτή είναι η αδυναμία του πολιτικού ήθους που θα παρατηρήσεις στους έλληνες δημόσιους άνδρες, που κατά τα άλλα είναι και πιο υψηλόφρονες και πιο αδέκαστοι και σχεδόν πιο φτωχοί από τους σύγχρονους δικούς μας. Οι παλιοί όμως ρωμαίοι, αυτοί κατείχαν την αρετή της μετριοφροσύνης που απουσιάζει και απουσίασε πάντα από την ελληνική πολιτική ζωή και γι’ αυτό τότε κατορθώσανε, αν και σε τόσα καθυστερημένοι, να πάρουν την κοσμοκρατορία από τα χέρια των ελλήνων.

Γιατί βλέπεις, τούτη η μοιραία για την τύχη των ελλήνων εγωπάθεια φέρνει και ένα άλλο χειρότερο δεινό: Όπου βασιλεύει, τα έργα σχεδιάζονται πάντα μέσα στα στενά όρια της ατομικότητας, σύντομα και βιαστικά, για να συντελεστούν όλα, πριν το πρόσωπο εκλείψει. Η πολιτική όμως που θεμελιώνει τις μεγάλες πολιτείες Δε σηκώνει ούτε βιασύνη, ούτε συντομία. Σχεδιάζεται σε έκταση αιώνων. Δεν προσδένεται σε άτομα, αλλα σε ομάδες προσώπων, σε διαδοχικές γενιές.

Στην εκτύλιξή της εξαφανίζεται το εφήμερο άτομο και παίρνουν την πρώτη θέση, διαρκέστερες υποστάσεις, λαοί, οικογένειες, πολιτικές μερίδες, η κοινωνικές τάξεις. Τα εδραία πολιτικά έργα μεσα στην ιστορία είναι υπέρ προσωπικά. Και δυστυχώς, οι έλληνες μονο σε προσωπικά έργα επιδίδονται με ζήλο. Γι αυτό η δεν φτάνουν ως την τελείωση ενός άξιου πολιτικού έργου, η όταν φτάσουν, φέρνει μέσα του το έργο του το ίδιο το σπέρμα της φθοράς.

Και αυτό είναι δίκαιο. Γιατί σκοπός των ελλήνων είναι η πρόσκαιρη λάμψη του πρόσκαιρου ατόμου, όχι η μόνιμη απρόσωπη ευόδωση του ιδίου του έργου. Έπρεπε εξαιρετικά ευνοϊκές περιστάσεις να συντρέξουν με την μεγαλοφυία του Αλέξανδρου του Μακεδόνα για να αποκτήσουν για λίγα χρόνια οι έλληνες μια κυρίαρχη πολιτική θέση στην οικουμένη. Αλλα και εκεί το έργο, στηριγμένο σε ένα πρόσωπο , όχι σε μιαν κοινότητα ανθρώπων, ούτε σε μία πολύχρονη παράδοση, μόλις εξαφανίστηκε ο δημιουργός του, διαλύθηκε μέσα σε χέρια των ιδίων εκείνων ανθρώπων που όταν ο Αλέξανδρος ζούσε, στάθηκαν οι απαραίτητοι συντελεστές του. Αλλα το έργο, βλέπεις, δεν ήταν δικό τους. Δεν τους είχε κάνει ο αυταρχικός ηγέτης κοινωνούς στην τιμή του έργου, αλλα θήτες του γιγάντιου εγωισμού του.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΟΓΔΟΟ
Ποτέ, μα ποτέ δεν θέλησα να σου πω ότι λείπει η πολιτική σκέψη από την Ελλάδα. Απεναντίας πιστεύω πως αφθονεί, περισσότερο μάλιστα απ’ όσο φαντάζεται όποιος βλέπει τα πράγματα από έξω. Μόνο που δεν μας είναι αισθητή η παρουσία της, γιατι οι άνδρες που την κατέχουν φθείρονται ο ένας από τον άλλον σε μιαν αδιάκοπη πεισματική και το πιο συχνά, μάταιη σύγκρουση. Εάν λείπει κάτι των ελλήνων πολιτικών, δεν είναι ούτε η δύναμη της σκέψης , ούτε η αγωνιστική διάθεση. Στο χαρακτήρα, στο ήθος φωλιάζει η αρρώστια.

Φωλιάζει στην άρνησή τους να δεχθούν να εξαφανίσουν το άτομό τους για την ευόδωση ενός ομαδικού έργου. Δεν κρίνουν ποτέ με δικαιοσύνη το συναγωνιστή τους και γι αυτό δεν υποτάσσονται ποτέ στην υπεροχή του. Δεν έχουν την υπομονή μέσα στον κύκλο των ισοτίμων, να περιμένουν με την τάξη του κλήρου η της ηλικίας την σειρά τους. Ετσι διασπαθίζοντας την δύναμη του και τις αρετές του κατάντησε ο λαός με την υψηλότερη και πλουσιότερη στην θεωρία πολιτική σκέψη, να μείνει τόσο πίσω από μας στις πρακτικές πολιτικές του επιδόσεις.

… τα δεινά, όσα υποφέρανε ως τα σήμερα οι έλληνες, μα θαρρώ και όσα θα υποφέρουν στο μέλλον, μια έχουν κύρια και πρώτη πηγή, την φιλοπρωτία, την νόμιμη θυγατέρα του τρομερού των εγωισμού. Μου γράφεις πως αυτό συμβαίνει και αλλού και προ παντός σε μας. Η διαφορά καλέ μου φίλε, έγκειται στο μέτρο και στην ένταση της φιλοπρωτίας. Βέβαια και εμείς σήμερα δεν υστερούμε. Αλλα την εποχή που θεμελιώνονταν το μεγαλείο της Ρώμης δεν είχαν υπερβεί οι δικοί μας το πρεπούμενο μέτρο. Υποτάσσονταν στον κοινό νόμο και στους γενικούς σκοπούς της πολιτείας, ενώ οι έλληνες το ξεπέρασαν πριν προφτάσουν να στεριώσουν την δύναμή τους στην οικουμένη. Όσο όμως αυστηρότερος και αν θέλω να είμαι, καθώς είναι χρέος μου, για μας τους ρωμαίους, δεν ξέρω αν μεταξύ των ρωμαίων, και σήμερα ακόμα, υπάρχουν τόσο φανατικοί και αδίστακτοι στο κυνήγημα των τιμών, όσοι υπήρξανε μεταξύ των ελλήνων στους ενδοξότερους τους αιώνες.

Μήπως υπερβάλω καλέ μου φίλε; Μήπως βλέπω το θαυμαστό γένος των ελλήνων με τα μάτια της γεροντικής κακίας ; μα είναι χρόνια τώρα που με το λυχνάρι και με του ήλιου το φως διαβάζω Αριστοφάνη , Δημοσθένη , Ευριπίδη , Θεόφραστο, Επίκουρο, Ζήνωνα, Χρύσιππο και όλο και βεβαιώνομαι περισσότερο πως δεν είμαι μόνος στον τρόπο που τους κρίνω. Όχι φίλε μου, Δε βλέπω πως είμαι άδικος όταν λέγω πως πρόθεσή τους συνήθως δεν είναι να ξεπεράσουν σε αξιότητα η και σε καλή φήμη τον αντίπαλό τους, αλλα να τον κατεβάσουν στα μάτια του κόσμου κάτω από την δική τους θέση, όποια κι αν είναι.

Την αρχαία «ύβριν» των, την κατεβάσανε στο χαμηλότερο επίπεδο. Κάποτε με τούτη την ισοπέδωση προς τα κάτω νομίζουν ότι επαναφέρουν το πολίτευμά τους στην ορθή του βάση. Μάταια ξεχώρισε ο μεγάλος Σταγειρίτης την «δημοκρατία» (Σ.Μ. οχλοκρατία) από την «πολιτεία» (Σ.Μ. ορθή δημοκρατία). Η θέλησή τους για ισότητα, άμα την αναλύσεις, θα δεις ότι δεν απορρέει από την αγάπη της δικαιοσύνης, αλλα από τον φθόνο της υπέρτερης αξίας. «Μια που εγώ, λεει ο έλληνας, δεν είμαι άξιος να ανέβω ψηλότερα από σένα, τότε τουλάχιστον και εσύ να μην ανεβείς από μένα ψηλότερα. Συμβιβάζομαι με την ισότητα».

Συμβιβάζεται με την ισότητα ο έλληνας, γιατι τι άλλο είναι παρά συμβιβασμός να πιστεύεις ανομολόγητα πως αξίζεις την πρώτη θέση και να δέχεσαι μία ίση με των άλλων ! Μέσα του λοιπόν δεν αδικεί τόσο ο έλληνας, όσο πλανάται. Γεννήθηκε με την ψευδαίσθηση της υπεροχής.

Και ύστερα θα συναντήσεις και μεταξύ των ελλήνων την άλλη ψευδαίσθηση που τους κάνει να υπερτιμούνε την μία αρετή που έχουν και να υποτιμούν τις άλλες που τους λείπουν. Είδα δειλούς που φαντάζονταν πως μπορούν να ξεπεράσουν όλους μονάχα με την εξυπνάδα τους και ανδρείους που πίστευαν πως φτάνει για να ξεπεράσουν όλους η ανδρεία τους. Είδα έξυπνους που φαντάζονταν ότι δεν χρειάζεται να γίνουν πρώτοι, ούτε η επιστήμη, ούτε η αρετή.
Είδα κάτι σοφούς που θελαν να σταθούν επάνω από τους έξυπνους και από τους ανδρείους με μόνη την επιστήμη και την σοφία. Πόσο αλήθεια άμαθοι της ζωής μπορεί να είναι αυτοί οι αφεντάδες της γνώσης! Τι κακό μας έκανε αυτός ο Πλάτωνας ! Πόσους δολοπλόκους πήρε στο λαιμό του που νομίσανε πως είναι «άνδρες βασιλικοί» !

Μα είδα τέλος, αγαπητέ μου Νάβιε, και κάτι ενάρετους, που δεν το χώνευαν να μην είναι πρώτοι στην πολιτεία, αφού ηταν πρώτοι στην αρετή. Και βέβαια δεν στασίαζαν όπως οι βάναυσοι και οι κακοί, αλλά αποσύρονταν σιωπηλοί και απογοητευμένοι στους αγρούς των, αφήνοντας τον δήμο στα χέρια των δημαγωγών και των συκοφαντών, η δηλητηριάζανε την ίδια τους την αρετή και τους ωραίους της λόγους με την πίκρα της αποτυχίας των, σαν οι ηγεσίες των πολιτειών να μην ήταν μοιραία υποταγμένες στις ιδιοτροπίες της τύχης και του χρόνου και σε λογής άλλους συνδυασμούς δυνάμεων που συνεχώς τις απομακρύνουν από την ιδεατή τους μορφή και τις παραδίνουν στα χέρια των ανάξιων η των μέτριων.

Τέτοια είναι τα πάθη και οι αδυναμίες που φθείρουν τους ηγέτες των ελληνικών πόλεων. Όσο για τους οπαδούς των ηγετών αυτών, έχουν και αυτοί την ιδιοτυπία τους στον μακάριο εκείνο τόπο. Είναι οπαδοί, πραγματικοί οπαδοί, μόνο όσοι έχασαν οριστικά την ελπίδα να γίνουν και αυτοί ηγέτες. Ετσι θα παρατηρήσεις ότι πιστοί οπαδοί είναι μόνο οι γεροντότεροι από τον ηγέτη τους. Ελάχιστοι είναι οι οπαδοί από πίστη ιδεολογική η από πίστη στον ηγέτη. Οι πολλοί είναι πειθαναγκασμένοι από τα πράγματα, γιατι ατύχησαν, γιατι βαρέθηκαν η λιγοψύχησαν. Γι αυτό είναι και όλοι προσωρινοί, άπιστοι, ενεδρεύοντες οπαδοί, ώσπου να περάσει η κακιά ώρα. Μα και αυτοί που μένουν και όσο μένουν οπαδοί, προσπαθούν συνεχώς να αναποδογυρίσουν την τάξη της ηγεσίας και να διευθύνουν αυτοί από το παρασκήνιο τον ηγέτη.

Γι αυτό και βλέπεις τόσο συχνά να είναι περιζήτητοι οι μέτριοι ηγέτες που προσφέρονται ευκολότερα στην παρασκηνιακή ηγεσία των οπαδών τους. Σε πολλές περιπτώσεις δεν έχει σημασία να ξέρεις ποιος είναι ο ονομαστικός ηγέτης μιας πολιτικής μερίδας αλλά ποιοι εκ του αφανούς τον διευθύνουν. Βλέπεις είναι μερικοί άνθρωποι που δεν είναι προικισμένοι με τα χαρίσματα με τα οποία αποκτάς τα φαινόμενα της ηγεσίας αλλά μονο με εκείνα που χρειάζονται για την ουσία της, για την άσκηση της εξουσίας. Είναι αναγκασμένοι λοιπόν οι τέτοιοι να περιοριστούν στον ρόλο του υποβολέα και να αφήσουν τους άλλους που κατέχουν τα φαινόμενα να χαριεντίζονται επάνω στην σκηνή.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΕΝΑΤΟ
Και ύστερα ,μήπως δεν βλέπω και την άλλη όψη του πράγματος; Ας παραπονιόμαστε για την ελληνική εγωπάθεια εμείς που διαρκώς επάνω της σκοντάφτουμε, γιατι έχουμε να κάνουμε με την ελληνική πόλη και τους πολιτικούς της. Εχει και την εξαίσια πλευρά της η υπερτροφία αυτή της προσωπικότητας, που στις κακές της όψεις την ονομάζουμε εγωπάθεια.

Εχει την πλευρά την δημιουργική, στην φιλοσοφία, στην ποίηση, στις τέχνες, στις επιστήμες, ακόμη και στο εμπόριο και στον πόλεμο. Από αυτήν αναβλύζει όλη η δόξα των ελλήνων, η μόνη δόξα στην ιστορία που μπορεί να σταθεί πλάι στην δική μας. Φοβάμαι μονάχα, γιατι, και ας μην το βλέπεις εσύ, κατά βάθος με γοητεύουν και εμένα οι έλληνες , που είναι και θα είναι πάντα οι δάσκαλοί μου. Φοβάμαι πως φτάσαμε στον καιρό, που η φωτεινή πλευρά της προσωπικότητάς των πηγαίνει όλο μικραίνοντας και αντίθετα η σκοτεινή όλο και αυξάνει και δεν ξέρω, δεν μπορώ να ξέρω αν ετούτος ο κατήφορος μπορεί ποτέ πια να σταματήσει.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΔΕΚΑΤΟ
Δεν σου κρύβω πως με πείραξε ο λόγος σου, πως δείχνομαι τάχα κακός και άδικος με τους έλληνες. Ας αρχίσω λοιπόν σήμερα το γράμμα μου με έναν έπαινο γι αυτούς, για να ξεπλύνω έτσι κάπως την μομφή σου. Ο εγωισμός δεν κάνει τους έλληνες μόνο κακούς πολίτες στην αγορά, τους κάνει και καλούς στρατιώτες στον πόλεμο. Εχουν αιώνων τρόπαια που μέσα στην μνήμη τους γίνονται σαν νόμοι άγραφοι και επιβάλλουν την περιφρόνηση της κακουχίας και του κινδύνου. Μη συγχέεις την διάλυση της στρατιωτικής δύναμης , που εχει αφορμή τις εμφύλιες έριδες, με την ατομική γενναιότητα καθώς και την πολεμική δεξιοτεχνία των ελλήνων. Μα δεν είναι μόνο στον πόλεμο ο έλληνας γενναίος και άξιος μαχητής, αλλά και στην ειρήνη.

Ακριβώς γιατι η γενναιότητά του δεν είναι συλλογική, σαν των περισσοτέρων λαών, αλλά ατομική, γι αυτό δεν φοβάται, και εκεί που βρίσκεται μόνος του, να ριψοκινδυνεύσει, στην ξενιτιά , στο παράτολμο ταξίδι, στην εξερεύνηση του αγνώστου. Γι αυτό και τόλμησε τέτοια που εμείς δεν θα τολμούσαμε ποτέ και θεμελίωσε για αιώνες αποικίες , έξω από τις στήλες του Ηρακλέους και πέρα στα χιόνια της Σκυθίας . Και στον καιρό μας ακόμη, έλληνες δεν είναι εκείνοι που τόλμησαν να διασχίσουν άγνωστες θάλασσες για να φτάσουν στην χώρα των Ινδών και στις έμπειρες χώρες πιο κάτω από την γη των Αιθιόπων; Αναρωτιέσαι κάποτε γιατί τα τολμάει αυτά τα παράτολμα ο έλληνας;

Επειδή είναι γενναίος ο έλληνας, είναι και παίκτης. Παίζει την περιουσία του, την ζωή του και κάποτε την τιμή του. Γεννήθηκε για να σκέπτεται μόνος, για να δρα μόνος, για να μάχεται μόνος και γι αυτό δεν φοβάται την μοναξιά. Εμείς αντίθετα είμαστε από τα χρόνια τα παλιά μια υπέροχα οργανωμένη αγέλη. Σκεπτόμαστε μαζί, δρούμε μαζί, μαχόμαστε μαζί και μοιραζόμαστε μαζί την τιμή, τα λάφυρα, την δόξα. Οι έλληνες δε δέχονται, όσο αφήνεται η φύση τους ελεύθερη, να μοιραστούν τίποτε με κανέναν.

Το εθνικό τους τραγούδι, αρχίζει με έναν καυγά, γιατι θελήσανε να κάνουν μοιρασιά ανάμεσα σε άντρες που μοιρασιά δεν δέχονται (Σ.Μ. αναφέρεται στην Ιλιάδα). Και μια που πήρα τον δρόμο των επαίνων, άκουσε και αυτόν, που δεν είναι και ο μικρότερος. Οι αυστηρές κρίσεις που τώρα βδομάδες σου γράφω, θαρρείς πως είναι μόνο δικές μου; Τις πιο πολλές τις διδάχτηκα από έναν έλληνα, από τον Επίκτητο. Νέος τον άκουσα να εξηγεί το μέγα δράμα του γένους του. Ήσυχα, καθαρά, με την ακριβολογία και την χάρη που σφράγιζε τον λόγο του , μας ετοίμαζε για έναν κόσμο που είχε πια περάσει, για μίαν Ατλαντίδα που είχε κατακαλύψει ο Ωκεανός.

Κάποτε κάνοντας την απολογία της πατρίδας του, μας έλεγε: «Δεν είναι τόσο δίκαια τα ανθρώπινα, ώστε μόνο αμαρτήματα να είναι οι αιτίες των τιμωριών. Η Τύχη, η τυφλή θεά, η τελευταία στην οποία θα πάψω να πιστεύω, πρόδωσε συχνά τους έλληνες στον δρόμο τους. Αλλα και αυτοί, πρόσθετε, την συντρέξανε με τον δικό τους τρόπο».

Μην νομίσεις όμως πως μόνο ένας Επίκτητος κατέχει την αρετή του «γνώθι σαυτόν» . Σε κάθε κόχη, απάγκια της αγοράς κάθε πόλης, σε κάθε πλάτανο από κάτω της ευλογημένης ελληνικής γης, θα βρεις και έναν έλληνα, αδυσώπητο κριτή του εαυτού του. Και εύκολα θα σου ξανοιχτεί και ας είσαι ξένος. Αρκεί εσύ να μην αρχίσεις να κακολογείς τίποτε το ελληνικό, γιατι τότε ξυπνάει μέσα του μια άλλη αρετή, η περηφάνια.

Ναι, ναι, σε βλέπω να γελάς, Ατίλιε Νάβιε, αυτούς τους ταπεινούς κόλακες που σέρνονται στους προθαλάμους μας, γελάς που τους ονομάζω περήφανους. Και όμως θα αστοχήσεις στο έργο σου αν αγνοήσεις αυτήν την αλήθεια. Πρόσεξε την υπεροψία και την φιλοτιμία των ελλήνων. Μην πλανάσαι! Εχουν την ευαισθησία των ξεπεσμένων ευγενών. Είναι γκρεμισμένοι κοσμοκράτορες, ποτέ όμως τόσο χαμηλά πεσμένοι ώστε να ξεχάσουν τι ήτανε!

Η πολυσύνθετη ψυχή τους χωράει λογής αντιφάσεις και έρχονται ώρες που για πολλούς είναι δίκαιος ο ειρωνικός λόγος του Ιουβενάλιου “Graeculus esuriens, in coelum jusseris, ibit” (τον λιμασμένο γραικύλο, κι αν στον ουρανό τον προστάξεις να πάει, θα πάει). Άλλοι όμως είναι τούτοι οι γραικύλοι και άλλοι οι έλληνες. Και το πιο περίεργο, οι ίδιοι τούτοι σε άλλες ώρες είναι γραικύλοι (graeculus) και σε άλλες έλληνες (graeci). Δεν πρέπει ποτέ να δώσεις την εντύπωση στον έλληνα ότι του αφαίρεσες την ελευθερία του.

Άφησε τον, όσο μπορείς, να ταράζεται, να θορυβεί, και να ικανοποιεί την πολιτική του μανία, μέσα στην σφαίρα που δεν κινδυνεύουν τα συμφέροντα της αυτοκρατορίας. Εσύ πρέπει να έχεις την τέχνη να επεμβαίνεις μόνο την τελευταία στιγμή, όταν δεν μπορείς να βάλεις τους έλληνες να αποτρέψουν το δυσάρεστο. Πάντοτε βρίσκονται οι διαφωνούντες μεταξύ των ελλήνων, που θα είναι πρόθυμοι να σε βοηθήσουν, είτε θεληματικά, είτε, συνηθέστερα, άθελά τους.

Υποβοηθώντας το τυφλό παιγνίδι των φατριών από το παρασκήνιο, χωρίς να προσβάλλεις την περηφάνιά τους, μπορεί να οδηγήσεις τις ελληνικές πόλεις προς το καλό πολύ ευκολότερα παρά με τις σοφότερες διαταγές που θα εξέδιδες, αν ήσουνα ανθύπατος στην Ισπανία η στην Ιλλυρία.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΕΝΔΕΚΑΤΟ
Όμως αν θέλεις στην Ελλάδα πραγματικά να επιβάλεις μία απόφασή σου, όσο σωστή και αν είναι, κοίταξε να μην φανεί η πρόθεσή σου. Πρέπει να θυσιάσεις την τιμή μίας απόφασης για να την επιβάλεις μεταξύ των ελλήνων. Κάλεσε ιδιαιτέρως έναν-έναν τους αρχηγούς των μερίδων, δώσε στον καθένα την ευκαιρία μίας επίπλαστης πρωτοβουλίας.

Φυσικά, αν δυστροπούν, να τους τρομάξεις, αλλα και αυτό υπό εχεμύθεια, χωρίς να αναγκάσεις την φιλοτιμία τους να πάρει τα όπλα. Δώσε τους κάποια περιθώρια έντιμης υποχώρησης και όταν ακόμη στην πραγματικότητα διατάσεις, μην τους πεις ότι διατάσεις. Πες τους ότι δεν διατάσεις, αλλά ότι αν δεν γίνει τούτο κι εκείνο, τότε οι ρωμαϊκές λεγεώνες θα αναγκαστούν να μετασταθμεύσουν για λόγους ασφαλείας σε άλλη επαρχία και τότε μπορεί τίποτε Γέτες η Κέλτες η Δακοί να στείλουν τα στίφη τους να δηώσουν την χώρα και ας αναμετρήσουν οι ίδιοι τις συνέπειες και ας αποφασίσουν.

Όλα αυτά δεν σου τα λεω για να σε κάνω να περιφρονείς τους έλληνες. Απεναντίας σου τα λεω για να τους καταλάβεις και να τους προσέξεις. Ακόμη και σήμερα διατηρούν τα ίχνη μερικών αρετών που μοιάζουν με την χόβολη μίας μεγάλης πυρράς. Μελετητές της ψυχής των ατόμων και του όχλου, θα τους δεις να εκτελούν μερικούς θαυμάσιους ελιγμούς, να χαράζουν πολιτικά σχέδια περίλαμπρα, με μια ευκινησία στην σκέψη και μια γοργότητα στις αντιδράσεις που εμείς εδώ ποτέ δεν φτάσαμε. Μόνο που ύστερα θα μελαγχολήσεις βλέποντας πως είναι πια ασήμαντοι οι σκοποί για τους οποίους ξοδεύονται αυτά τα εξαίσια χαρίσματα.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΔΩΔΕΚΑΤΟ
Πρόσεξε αυτούς τους παλικαράδες της πολιτικής, που δεν καταλαβαίνουν ότι είναι γελοίο να έχεις το ύφος του δυνατού και του τρανού, όταν από καιρό έχεις πάψει να είσαι. Καθώς τρέφονται από την οπτασία των περασμένων τους μεγαλείων και δεν μπορούν να συμμορφωθούν με τις σημερινές τους διαστάσεις, πολύ θα σε ταλαιπωρήσουν με την αξίωσή τους να μην επεμβαίνεις στα πράγματα της πόλης τους.

«Μας ξεσήκωσε η αλαζονεία… της θρησκευτικής Δεξιάς στις ΗΠΑ»

Συνέντευξη με τον Daniel Dennett
DanielDennettΟ Ντάνιελ Ντένετ, καθηγητής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Ταφτς, συγγραφέας του μπεστ σέλερ βιβλίου «Καταρρίπτοντας τη θρησκεία» (εκδ. Βάνιας) και ένας από τους διασημότερους «νέους άθεους» της εποχής μας, εξηγεί στην «Ε» γιατί πιστεύει στον άνθρωπο και όχι στον Θεό.
Γιατί είστε άθεος; Αν όχι η θρησκεία, τότε τι;
«Εκπλήσσομαι από το ότι πολλοί άνθρωποι εξακολουθούν να θεωρούν ότι κάποιος χρειάζεται τη θρησκεία για να βρει νόημα (και ηθική) στη ζωή του. Ζούμε σ” αυτόν τον υπέροχο πλανήτη, προικισμένοι με το δώρο της κληρονομιάς εκατομμυρίων ανθρώπων που έζησαν πριν από εμάς και είμαστε περικυκλωμένοι από πολλά προκλητικά προβλήματα που περιμένουν τη λύση τους.
Είμαι ευγνώμων προς όλους όσοι δημιούργησαν όλα αυτά τα καλά πράγματα που καθημερινά συναντώ και προσπαθώ να τους το «ανταποδώσω», προσθέτοντας σε αυτή τη «σούμα» ό,τι είναι δυνατόν να αποτελέσει καλύτερο δώρο για τις μελλοντικές γενιές. Τι θα μπορούσε να δίνει περισσότερο νόημα στη ζωή μου από αυτό; Δεν χρειάζομαι κάποιον φαντασιακό ενδιάμεσο για την απόδοση της ευγνωμοσύνης μου και ασφαλώς δεν χρειάζομαι «έναν μπάτσο στον ουρανό» που να με αποτρέπει από το να κάνω κακά πράγματα».
Πώς περνάτε τις γιορτές, τα Χριστούγεννα; Τηλεφωνείτε για ευχές στους φίλους σας που γιορτάζουν; Εχετε διαφωνίες με όσους από αυτούς δηλώνουν ότι πιστεύουν στον Θεό;
«Η οικογένειά μου κι εγώ αγαπούμε τη μυσταγωγία των γιορτών, τη μουσική, τους εορτασμούς των Χριστουγέννων. Για πάνω από 25 χρόνια διοργανώνουμε ένα ντίνερ-πάρτι, το οποίο αποτελεί το επίκεντρο της εποχής των Χριστουγέννων. Παίζουμε θρησκευτικά τραγούδια στο αρμόνιο, μάλιστα έχω κάνει και μια επιλογή από τα καλύτερα που έχουμε τραγουδήσει όλα αυτά τα χρόνια! Ασφαλώς και έχω θρησκευόμενους φίλους. Δεν αντιδικώ μαζί τους (γιατί άραγε θα έπρεπε να το κάνω;), από τη στιγμή που δεν χρησιμοποιούν τις θρησκευτικές τους θέσεις (οι οποίες, αν έχω δίκιο, δεν είναι στην πραγματικότητα πεποιθήσεις) για να δικαιολογήσουν τις ηθικές ή πολιτικές απόψεις τους. Τους στέλνω ευχετήριες κάρτες και τους συγχωρώ εάν, χωρίς την έγκρισή μου, προσεύχονται για μένα!».
Πώς αντιμετωπίζετε την αγωνία του θανάτου;

«Προσπαθώντας να κάνω ό,τι περισσότερο και καλύτερο μπορώ κάθε μέρα της ζωής μου. Παραδέχομαι ότι η βολική ψευδαίσθηση της «μετάβασης στον Ουρανό» είναι ένα ακαταμάχητο ψεματάκι για να το λες στα μικρά παιδιά, όταν π.χ. κάποιος που αγαπούν πεθαίνει, αλλά όλοι μας, αργά ή γρήγορα, πρέπει να ωριμάσουμε στη ζωή μας».
Γιατί τόσος θόρυβος τα τελευταία τρία χρόνια με τους «άθεους συγγραφείς» και τα βιβλία τους; Υπήρξε κάτι συγκεκριμένο που δημιούργησε αυτό το φαινόμενο;
«Νομίζω ότι η αυξανόμενη αλαζονεία της θρησκευτικής Δεξιάς στις ΗΠΑ, η οποία φαινόταν να βαδίζει προς τη θεοκρατία, ξεσήκωσε αρκετούς από εμάς, οπότε βάλαμε στην άκρη την -κατά κανόνα- ευγενική σιωπή μας και αποφασίσαμε ότι έπρεπε να τραβήξουμε την προσοχή του κόσμου πάνω στο πόσο πολλοί μη πιστοί υπάρχουν. Και όλο αυτό φαίνεται να λειτουργεί πολύ καλά. Εμείς, που δεν έχουμε κάποια θρησκεία, είμαστε η ταχύτερα αναπτυσσόμενη κατηγορία, ταχύτερα και από τους Μορμόνους και τους Μουσουλμάνους, οι οποίοι είναι τα μόνα γκρουπ που αυξάνονται στις μέρες μας – κυρίως λόγω αυξημένου ρυθμού γεννήσεων- και όχι προσηλυτισμού.
Ακόμη και οι Ευαγγελικοί Χριστιανοί στις ΗΠΑ ανησυχούν ότι οι περισσότεροι από τους νέους ανθρώπους θα εγκαταλείψουν την εκκλησία πριν από την εφηβεία τους. Παρ” όλα αυτά, άνθρωποι που δεν θα διανοούνταν ποτέ να κατηγορήσουν Εβραίους, Μουσουλμάνους ή Ινδουιστές αισθάνονται όμορφα όταν εκφράζουν την περιφρόνησή τους και το μίσος τους για τους άθεους -αλλά έφθασε η ώρα να συνειδητοποιήσουν ότι παγκοσμίως υπάρχουν δύο φορές περισσότεροι άθεοι απ” ό,τι Ινδουιστές και πιθανότατα σαράντα φορές περισσότεροι απ” ό,τι Εβραίοι».
Υπάρχουν επιστήμονες που πιστεύουν στον Θεό. Είναι αυτό αντιφατικό;
«Οπωσδήποτε υπάρχει κάποια σύγκρουση, αν όχι μια τεράστια αντίφαση. Οι επιστήμονες που διακηρύσσουν την πίστη τους στον Θεό δεν έχουν καταφέρει ποτέ να πουν με σαφήνεια πώς καταφέρνουν και συμφιλιώνουν «δύο μυαλά» πάνω στο ίδιο θέμα. Κρίνοντας από την εμπειρία μου, νομίζω ότι απλώς αποδέχονται σκεπτικό αιτίασης, το οποίο ποτέ δεν θα ανέχονταν στην επιστημονική τους δουλειά. Δικαιολογούν δε αυτά τα διπλά στάνταρντ με διάφορους τρόπους, κανείς απ” τους οποίους δεν είναι πειστικός κατ” εμέ».
Δεν θα μπορούσε, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, η επιστήμη να παίξει τον ρόλο μιας νέας, απόλυτης θρησκείας, με τον ίδιο τρόπο που στα ολοκληρωτικά καθεστώτα οι ηγέτες τους δήλωναν άθεοι, έχοντας απλώς αντικαταστήσει τον Θεό με τον εαυτό τους;
«Θα μπορούσε, εάν επρόκειτο για μια τυφλή, ανορθολογική πίστη, αλλά η επιστήμη δεν είναι αυτό, σε γενικές γραμμές. Η επιστήμη δεν διαθέτει κάποιο άκριτο δόγμα και συνεχώς ελέγχει τον εαυτό της. Πολλές φορές μιλούμε, με υπερβολή, για «αιρετικούς» ή «ανορθόδοξους» επιστήμονες, αλλά ποτέ κανείς τους δεν τιμωρήθηκε με κάτι περισσότερο από το να αγνοηθεί!».
Υπάρχουν σημεία της Βίβλου ή των Ευαγγελίων που βρίσκετε γοητευτικά;
«Υπάρχει πολλή και όμορφη ποίηση στη Βίβλο, και κάποιες υπέροχες ιστορίες. Αλλά το ίδιο συμβαίνει και με την Ιλιάδα και την Οδύσσεια. Δεν χρειάζεται να πιστεύεις στις ιστορίες για να γοητεύεσαι από αυτές».
Πώς σχολιάζετε το γεγονός ότι σε πολλά αμερικανικά σχολεία διδάσκεται τόσο η θεωρία-γεγονός της εξέλιξης όσο και και εκείνη του ευφυούς σχεδιασμού του Σύμπαντος από ένα ανώτερο ον, τον Θεό;
«Πιθανότατα, όσο κακά είναι τα σχολεία, στα οποία διδάσκονται και οι δύο θεωρίες, άλλο τόσο κακά είναι κι εκείνα, στα οποία διδάσκεται η βιολογία, χωρίς όμως να γίνεται αναφορά είτε στην εξέλιξη είτε στον ευφυή σχεδιασμό, από τον φόβο των δασκάλων και των σχολικών συμβουλίων ότι, αν το κάνουν, κάποιος μπορεί να προσβληθεί και να δημιουργηθεί πρόβλημα. Κάποια μέρα, αλλά όχι σύντομα, θα κοιτάζουμε πίσω με θαυμασμό -θα είναι σαν να φοβόμαστε να διδάξουμε ότι η Γη είναι σφαίρα, επειδή μπορεί να αναστατωθούν κάποιοι που τη θεωρούσαν επίπεδη!».
Τι είδους κοινωνία είναι αυτή στην οποία μια συγκεκριμένη θρησκεία (η χριστιανική) «βγάζει» πρόεδρο, όπως έγινε δύο φορές στην Αμερική με τον Μπους;
«Κοιτάξτε, μόλις εκλέξαμε έναν πολύ διαφορετικού είδους (ασφαλέστερο και υγιέστερο διανοητικά) Χριστιανό, κάτι που δείχνει ότι οι ΗΠΑ πήραν το μάθημά τους από το προηγούμενο μεγάλο λάθος που διέπραξαν».
Ποια είναι η βασική διαφορά ΗΠΑ και Ιράν, αποκλειστικά στο θέμα της θρησκείας;
«Η διαφορά είναι πολύ μεγαλύτερη σήμερα απ” ό,τι ήταν πριν από τον Νοέμβριο! Η αιτία και το αποτέλεσμα βρήκαν πάλι τη δικαιωματική τους θέση στην κυβέρνησή μας. Ελπίζουμε ότι θα μπορέσουμε -και ότι αξίζουμε- να ξανακερδίσουμε τις φιλίες που χάσαμε σε όλον τον κόσμο τα προηγούμενα 8 χρόνια…».

Δωρικός, ιωνικός, κορινθιακός και χριστιανικός ρυθμός κιόνων

1458682_10201659888553189_1801486546_n
Δωρικός, ιωνικός, κορινθιακός και χριστιανικός ρυθμός κιόνων




μμμμ

Ο Επικουρισμός και οι χριστιανοί απολογητές

EpikourosΣτα μέσα του 2ου αιώνα, το χριστιανικό κίνημα είχε ενδυναμωθεί αρκετά, ώστε να φιλοδοξεί να κερδίσει οπαδούς μέσα από τους κύκλους των μορφωμένων. Εκκλησιαστικοί ηγέτες επιδίδονταν σοβαρά στο έργο της καταπολέμησης της ελληνικής φιλοσοφίας -συχνά υπό τη μορφή γραπτής «απολογίας», δηλαδή υπεράσπισης που στρεφόταν κατά των Εθνικών αλλά και αντιπάλων χριστιανικών παρατάξεων.
Οι επιθέσεις κατά του Επικουρισμού μέσα από τα έργα αυτά αποτελούσαν κοινοτοπία, όπως φαίνεται λ.χ. στον «Λόγο προς Έλληνας» του Τατιανού, στην «Απολογία υπέρ χριστιανών προς τη Ρωμαϊκή Σύγκλητο» του Ιουστίνου Μάρτυρος, στον «Προτρεπτικό προς Έλληνας» και στους «Στρωματείς» του Κλήμη Αλεξανδρείας*, στο πεντάτομο βιβλίο «Κατά των αιρέσεων» του Ειρηναίου (επισκόπου της Λυών) κ. α.
[* «Φιλοσοφίαν μεν ου πάσαν, αλλά την επικούρειον, ης και μέμνηται εν ταις Πράξεσιν των αποστόλων ο Παύλος διαβάλλει, πρόνοιαν αναιρούσαν και ηδονήν εκθειάζουσαν». (Κλήμης Αλεξανδρεύς Στρωματείς, 11.51)]
Δύο κεντρικές ιδέες διέτρεχαν την πολεμική των πρώιμων απολογητών: Πρώτον, ότι η ελληνική φιλοσοφία ήταν άξια χλευασμού, διότι οι Έλληνες φιλόσοφοι διαφωνούσαν μεταξύ τους σε απελπιστικό σημείο. Οι απολογητές χρησιμοποιούσαν τις διαφωνίες μεταξύ των Ελλήνων -τις πρόβαλλαν συστηματικά- ως απόδειξη ότι το ανθρώπινο πνεύμα δεν μπορούσε να φτάσει σε οριστικά συμπεράσματα και να οδηγήσει στην αλήθεια. (Κατά ειρωνεία της ιστορίας, την ίδια εποχή μαίνονταν οι διαμάχες μεταξύ των ίδιων των χριστιανών…).
Δεύτερο στοιχείο, ήταν η άμεση επίθεση κατά της επικούρειας άρνησης της θείας πρόνοιας και της μετά θάνατον ζωής, κατά της επικούρειας υλιστικής ατομικής φυσικής και της θέσης ότι η ηδονή αποτελεί υπέρτατο αγαθό. Ενώ οι πρώιμες απολογίες συνήθως τοποθετούσαν τον Επίκουρο αδιακρίτως μαζί με τους άλλους φιλοσόφους, στις κατοπινές δεκαετίες σημειώθηκε σημαντική αλλαγή. Μέγας αντίπαλος του επικουρισμού αναδείχτηκε ο Τερτυλλιανός (αρχές 3ου αιώνα). Σε αντίθεση με τους προηγούμενους χριστιανούς απολογητές, ο Τερτυλλιανός είχε μεν συλλάβει τον καταφανή παραλογισμό της αντιεπικούρειας επιχειρηματολογίας του, όμως το μένος του πυροδοτούνταν από την τάση ορισμένων αιρετικών να υιοθετούν επικούρεια δόγματα για να υποστηρίξουν ότι είναι αδύνατη η ανάσταση νεκρών σωμάτων ή ότι δεν υπάρχει θεία πρόνοια.

Ο φανατισμός του ενάντια στον Επικουρισμό και άλλες ελληνικές φιλοσοφίες και στην επίδραση τους στους αιρετικούς, απεικονίζεται με τον καλύτερο τρόπο στο έργο του «Εντολές κατά αιρετικών» {De Proescripftone Hoereticorum – 220 μ.Χ), στο κεφάλαιο με τίτλο, «Η ειδωλολατρική φιλοσοφία γεννήτωρ των αιρέσεων· η σχέση ανάμεσα στην απόκλιση από την χριστιανική πίστη και στα αρχαία συστήματα της ειδωλολατρικής φιλοσοφίας», όπου γράφει: «Τα δόγματα αυτά είναι έργα ανθρώπων και δαιμόνων και απευθύνονται σε αφτιά που λαχταρούν να δεχτούν τη σοφία ετούτου του κόσμου. Ο Κύριος ετούτη τη σοφία την αποκάλεσε μωρία». Λίγο παρακάτω ξεσπά: «Τί σχέση μπορεί να έχει η Αθήνα με την Ιερουσαλήμ; Τι σχέση μπορεί να έχει η Ακαδημία με την Εκκλησία;».
Η αντίθεσή του προς τη φιλοσοφία τον οδηγεί σε βαθύτατα ανορθολογικές θέσεις και σε μιαν ιδιόμορφη εις άτοπον απαγωγή καθώς επιχειρηματολογεί κατά της εγκόσμιας σοφίας (μια πρακτική που πρώτος είχε εγκαινιάσει ο Σαούλ): «Ο Υιός του Θεού πέθανε. Αυτό είναι άμεσα πιστευτό, επειδή είναι ανόητο. Ο Υιός του Θεού θάφτηκε κι αναστήθηκε. Είναι γεγονός βέβαιον, επειδή είναι αδύνατον» (De carne Christi, κεφ. 5). Στο έργο του «Η μαρτυρία της ψυχής» {De testimonio animoe), ο ανορθολογισμός συνδυάζεται με ανησυχίες για τη βλαβερή επίδραση του επικούρειου υλισμού στην χριστιανική πίστη. Τουλάχιστον σε επτά έργα του ο Τερτυλλιανός επιτίθεται κατά του Επίκουρου. Χαρακτηρίζει τις θεωρίες του ανόητες και ισχυρίζεται ότι ο Επίκουρος δεν ήταν καν φιλόσοφος.
Οι μεγαλοστομίες του Τερτυλλιανού, ωστόσο, δεν στάθηκαν ικανές να συγκαλύψουν το πνευματικό κενό της χριστιανικής πολεμικής ενάντια στη φιλοσοφία. Το κυρίαρχο ρεύμα του Χριστιανισμού έπρεπε, αν ήθελε να κατανικήσει τις αιρέσεις που πλήθαιναν ολοένα, να στηρίξει τη θεολογία του πάνω σε μια πιο λογική επιχειρηματολογία.
Ανεπαίσθητη αλλαγή διαπιστώνεται με τον Ιππόλυτο της Ρώμης, συγκαιρινό του Τερτυλλιανού, στο έργο του «Ανασκευή όλων των αιρέσεων», που σημαδεύει το ξεκίνημα της προσπάθειας για μια πιο περιεκτική θεολογία που δεν θα αρκείται στην απόρριψη της «σοφίας αυτού του κόσμου», αλλά θα προβάλλει με τρόπο κατάλληλο μια πιο εκλεπτυσμένη και πειστική επιχειρηματολογία ενάντιά της. Γύρω στα μέσα του 3ου αιώνα, εντείνεται η φιλοσοφική αντιπαράθεση Επικουρισμού και Χριστιανισμού.
Σε μια προσπάθεια να ανασκευάσει τον αντιχριστιανικό «Αληθή Λόγο», γραμμένο γύρω στο 170 μ.Χ. από τον εκλεκτικιστή φιλόσοφο Κέλσο, ο Ωριγένης, στο «Κατά Κέλσου», συστηματικά τον κατηγορεί ως επικούρειο. Αλλά και ο Λακτάντιος, στο έργο του «Θεϊκές διδασκαλίες», επιδίδεται σε ζωηρή πολεμική κατά του Επικουρισμού. Ιδιαίτερα ο Λακτάντιος μάς δείχνει πώς οι χριστιανοί δεν αρκούνται πλέον να στηρίζουν τις θέσεις τους στο έδαφος της πίστης, μα αρχίζουν να ενστερνίζονται πλατωνικές ιδέες για να επιχειρηματολογήσουν υπέρ της θείας πρόνοιας, κι ακόμα, επικρίσεις των πλατωνικών κατά της ηθικής του Επίκουρου.
Η πλατωνική τάση γίνεται ακόμα περισσότερο φανερή τον 4ο αιώνα. Στο έργο του «Λόγος περί της ενανθρωπήσεως του λόγου και της διά σώματος προς ημάς επιφανείας αυτού», (2.1), ο Αθανάσιος Αλεξανδρείας επαναλαμβάνει ένα πάγιο πλέον επιχείρημα κατά της επικούρειας άρνησης της θείας πρόνοιας: «Τη δημιουργία του κόσμου και όλων των πραγμάτων πολλοί την έχουν καταλάβει διαφορετικά, όπως νόμιζε ο καθένας, και την όρισαν αναλόγως. Άλλοι λένε πως τα πάντα έγιναν από μόνα τους με τυχαίο τρόπο -όπως οι επικούρειοι, που λένε παραμύθια ότι δεν υπάρχει πρόνοια, και απροκάλυπτα ισχυρίζονται πράγματα που έρχονται σε αντίθεση με τις ολοφάνερες αλήθειες. Διότι αν τα πάντα έγιναν, όπως λένε, από μόνα τους και χωρίς πρόνοια, τότε θα έπρεπε τα πάντα να είναι όμοια μεταξύ τους και να μην έχουν καμία διαφορά».
Φυσικά, δεν σταματούσαν οι επιθέσεις κατά της επικούρειας ηδονής· η παρακάτω επιστολή του Αμβρόσιου Μεδιολάνων απευθυνόταν σε μια χριστιανική σύνοδο, το 396: «Ο ίδιος ο Επίκουρος, τον οποίο οι άνθρωποι αυτοί προτιμούν από τους αποστόλους, ο συνήγορος της ηδονής, μολονότι αρνείται ότι η ηδονή φέρνει το κακό, δεν αρνείται ότι προκύπτουν από αυτήν ορισμένα πράγματα από τα οποία ξεπηδούν τα κακά· και σχεδόν διαβεβαιώνει ότι η γεμάτη ηδονές ζωή των ασώτων δεν είναι αξιόμεμπτη, εκτός αν την ταράζει φόβος του πόνου ή του θανάτου. Όμως το πόσο απέχει από την αλήθεια, το καταλαβαίνουμε από τη διαβεβαίωσή του ότι η ηδονή είναι χαρισμένη στον άνθρωπο από τον Θεό… Μα η Αγία Γραφή το ανασκευάζει αυτό, γιατί μας διδάσκει ότι το ερπετό υπέβαλε την ιδέα της ηδονής στον Αδάμ και στην Εύα, με την πονηρία και τον πειρασμό…».
Τελικώς, το μεγάλο καθήκον τής εξ ολοκλήρου μετατροπής της χριστιανικής θεολογίας σε παραλλαγή του Πλατωνισμού επωμίστηκε ο Αυγουστίνος της Ιππώνας. Όπως και οι προηγούμενοι του, ο Αυγουστίνος συνέχισε να υπερτονίζει την ασυμβατότητα ηδονής και αρετής και να καταπολεμά την ατομική φυσική και την ιδέα της υλικότητας και θνητότητας της ψυχής. Στις «Εξομολογήσεις» του μιλά για το πώς ο Επικουρισμός τού προκάλεσε αμφιβολίες, λίγο μετά τη μεταστροφή του στον Χριστιανισμό: «Ω πηγή του ελέους, εγώ βυθιζόμουν ολοένα στην αθλιότητα και συ με πλησίασες. Η δεξιά Σου ήταν πάντα έτοιμη να με τραβήξει από τον βούρκο και να με αποκαθάρει, μα εγώ δεν το γνώριζα. Κανείς δεν με φώναξε τότε που ήμουν έρμαιο της σαρκικής ηδονής· μόνον ο φόβος του θανάτου και της μέλλουσας κρίσης Σου, που μες σ’ όλες τις ταλαντεύσεις μου δεν έσβησε από τα στήθη μου ποτέ. Και συζητούσα με τους φίλους μου για τη φύση του καλού και του κακού κι ισχυριζόμουν πως θα με κέρδιζε ο Επίκουρος, αν δεν είχα πιστέψει αυτό που δεν ήθελε να πιστέψει ο Επίκουρος: Ότι η ψυχή ζει μετά τον θάνατο κι ότι υπάρχουν οι τόποι όπου βρίσκει την ανταμοιβή της. Και τους ρωτούσα: “Ας πούμε πως είμαστε αθάνατοι και ζούμε μέσα σε μια αιώνια σωματική ηδονή, χωρίς τον φόβο μη την χάσουμε· γιατί, τότε, να μην είμαστε ευτυχισμένοι, γιατί να αναζητήσουμε κάτι άλλο;”. Δεν ήξερα πως αυτή ήταν η ρίζα της δυστυχίας μου· είχα ξεπέσει τόσο κι ήμουν τόσο τυφλός που δεν μπορούσα να ξεχωρίσω το φως της αρετής και της ομορφιάς, που μόνον τα μάτια της ψυχής μπορούν να ιδούν κι όχι τα μάτια της σάρκας».
Αν τα γραπτά του Αυγουστίνου σημαδεύουν την παράδοση του Χριστιανισμού στον Πλάτωνα, συγχρόνως προοιωνίζουν τις διώξεις κατά των μη χριστιανών και των αιρετικών και την απαγόρευση των βιβλίων τους: «Αν, ωστόσο, προκειμένου όχι μόνο να εξασφαλιστεί συντριβή των πασίδηλων λαθών αλλά και να ξεριζωθούν κι εκείνα που καραδοκούν μες στο σκοτάδι, είναι αναγκαίο να γνωρίσεις τις σφαλερές γνώμες των άλλων, τότε ας είναι τα μάτια και τ’ αυτιά σου σε εγρήγορση. Άκουγε προσεκτικά, μήπως κάποιος από τους επικριτές μας προκαλεί κάποια θέση του Αναξιμένη ή του Αναξαγόρα, μιας και από τις κρύες στάχτες της στωικής και επικούρειας φιλοσοφίας -παρ’ ότι πιο πρόσφατες και πιο διαδεδομένες-, δεν μπορεί να ξεπηδήσει καμία σπίθα που να απειλεί τη χριστιανική πίστη». (Επιστολή προς Διόσκουρο).
Ο χριστιανισμός έχει γίνει επίσημη κρατική θρησκεία της Ρώμης και του Βυζαντίου. Δεν έχει πλέον ανάγκη από επιχειρήματα· έχει με το μέρος του την εξουσία και το χρήμα, και αντιμετωπίζει τους ανταγωνιστές του με σκληρή αδιαλλαξία. Στην Αθήνα, οι επικούρειοι εξακολουθούν να διατηρούν τον Κήπο, όμως είναι εκ των πραγμάτων αδύνατον να διαδώσουν τη διδασκαλία του Επίκουρου. Για την ώρα, ο Χριστιανισμός έχει αναδειχτεί νικητής στον αγώνα του ενάντια στην υπόθεση της ανθρώπινης ευτυχίας και του ορθού λόγου.
Πηγή: «Επίκουρος»