Τετάρτη 25 Μαρτίου 2026

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821 (ΜΕΡΟΣ Α')

Η ΕΘΝΕΓΕΡΣΙΑ - ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821

Εισαγωγή

Η Ελληνική Επανάσταση ή Επανάσταση του 1821 ήταν η ένοπλη εξέγερση των Ελλήνων εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με σκοπό την αποτίναξη της Οθωμανικής κυριαρχίας και τη δημιουργία ανεξάρτητου εθνικού κράτους. Οι απαρχές του Ελληνικού εθνικού κινήματος βρίσκονται στην ώριμη φάση του νεοελληνικού Διαφωτισμού, περί το 1800. Η επανάσταση οργανώθηκε από μία μυστική οργάνωση που ιδρύθηκε το 1814, τη Φιλική Εταιρία. Την άνοιξη του 1821 οι Φιλικοί δημιούργησαν πολλές επαναστατικές εστίες από την Μολδοβλαχία μέχρι την Κρήτη.

Οι περισσότερες από αυτές έσβησαν σε σύντομο χρονικό διάστημα, όμως οι επαναστάτες κατάφεραν να υπερισχύσουν στην Πελοπόννησο, τη Στερεά Ελλάδα και σε πολλά νησιά του Αιγαίου και να κατανικήσουν τις στρατιές που έστειλε εναντίον τους τα δύο επόμενα χρόνια ο Σουλτάνος Μαχμούτ Β΄. Οι Έλληνες οργανώθηκαν πολιτικά και συνέστησαν προσωρινή κεντρική διοίκηση, η οποία επέβαλε την εξουσία της στους επαναστατημένους μετά από δύο εμφυλίους πολέμους.

Οι οθωμανικές δυνάμεις με τη συνδρομή του Ιμπραήμ πασά της Αιγύπτου κατάφεραν να περιορίσουν σημαντικά την επανάσταση, αλλά η πτώση του Μεσολογγίου το 1826 σε συνδυασμό με το κίνημα του Φιλελληνισμού, συνέβαλαν στη μεταβολή της διπλωματικής στάσης των Ευρωπαϊκών μεγάλων δυνάμεων, που είχαν αντιμετωπίσει με δυσαρέσκεια το ξέσπασμα της επανάστασης.

Η διπλωματική ανάμιξη της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας και η ένοπλη παρέμβασή τους με τη ναυμαχία του Ναυαρίνου και το Ρωσοτουρκικό πόλεμο συνέβαλαν στην επιτυχή έκβαση του αγώνα των Ελλήνων, αναγκάζοντας την Πύλη να αποσύρει τις δυνάμεις της αρχικά από την Πελοπόννησο και έπειτα από τη Στερεά Ελλάδα. Μετά από μια σειρά διεθνών συνθηκών από το 1827 και εξής, η Ελληνική ανεξαρτησία αναγνωρίστηκε το 1830 και τα σύνορα του νέου κράτους οριστικοποιήθηκαν το 1832. Το σύνθημα της επανάστασης, «Ελευθερία ή θάνατος», έγινε το εθνικό σύνθημα της Ελλάδας.

Η Ευρώπη Μετά του Ναπολεόντειους Πολέμους

Για περισσότερο από δύο δεκαετίες (1792-1815) η Ευρώπη συνταρασσόταν από μια γενικευμένη σύγκρουση. Στον πόλεμο αυτό κατά τον οποίο συγκρούονταν κράτη και συστήματα (σύμφωνα με την έκφραση του ιστορικού E.J. Hobsbawm) νικητές υπήρξαν τα λεγόμενα παλαιά καθεστώτα. Στην πλευρά των ηττημένων βρέθηκαν όχι μόνο η Γαλλία του Ναπολέοντα αλλά πολύ περισσότερο οι δημοκρατικές ιδέες και τα φιλελεύθερα κινήματα που εμπνέονταν από την παράδοση του Διαφωτισμού και ιδίως της Γαλλικής Επανάστασης.

Ωστόσο, η νίκη και η Παλινόρθωση των παλαιών καθεστώτων δε σήμανε εξάλειψη των επαναστατικών ιδεών. Tα σπέρματα της Γαλλικής Επανάστασης είχαν ριζώσει στην Ευρωπαϊκή ήπειρο και επαναστατικές ζυμώσεις εξακολουθούσαν να γίνονται μέσα από μυστικές εταιρείες. H ανάγκη για την αντιμετώπισή τους οδήγησε στη διαμόρφωση ενός συστήματος ασφάλειας και σταθερότητας που προσανατολιζόταν προς ένα διπλό στόχο: Την αποτροπή ενός νέου πολέμου και παράλληλα κάποιων νέων επαναστάσεων στα πρότυπα της Γαλλικής, που πιθανά θα οδηγούσαν στην κατάρρευση των παλαιών καθεστώτων.

Για την επίτευξη των στόχων αυτών συγκροτήθηκε από το 1815 και μετά η λεγόμενη Ιερή, Πενταπλή ή Ευρωπαϊκή Συμμαχία στην οποία μετείχαν οι ισχυρές χώρες της Ευρώπης, οι Μεγάλες Δυνάμεις. H Ιερή Συμμαχία υπήρξε για την Αγγλία, τη Ρωσία, την Αυστρία, την Πρωσία και τη Γαλλία το διπλωματικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο ασκούσαν την εξωτερική τους πολιτική προωθώντας αφενός τη σταθερότητα των παλαιών καθεστώτων και αφετέρου τα ιδιαίτερα και αντικρουόμενα οικονομικά και γεωπολιτικά συμφέροντά τους.

Απαιτούνταν λοιπόν μια ελάχιστη συμφωνία κοινής εξωτερικής πολιτικής ανάμεσα στα κράτη αυτά ως προς την αντιμετώπιση όλων εκείνων των ζητημάτων που θα μπορούσαν να εξελιχτούν σε απειλή για τη σταθερότητα στην Ευρώπη. Για το σκοπό αυτό οργανώνονταν συχνά συναντήσεις και συνέδρια στα οποία μετείχαν οι ηγεμόνες των κρατών αυτών και πολιτικοί ηγέτες όπως ο πρίγκηπας Μέτερνιχ, καγκελάριος της Αυστρίας και κατεξοχήν θιασώτης της σταθερότητας. H πολιτική σταθερότητα ωστόσο δεν ήταν δυνατό να επιτευχθεί σε μια περίοδο γοργών και ριζικών κοινωνικών και οικονομικών αλλαγών, στην οποία είχε ήδη εισέλθει η Ευρώπη του 19ου αιώνα.


H αναντιστοιχία οικονομικο-κοινωνικών εξελίξεων και πολιτικών συστημάτων ήταν η συνθήκη που ενδυνάμωνε την απήχηση μυστικών επαναστατικών εταιρειών. Οι εταιρείες ή αδελφότητες αυτές εμπνέονταν από συστήματα ιδεών όπως εκείνα του φιλελευθερισμού, του δημοκρατικού ριζοσπαστισμού και του εθνικισμού και ακολουθούσαν οργανωτικά πρότυπα που παρέπεμπαν σε μορφές συνομωτικής δράσης που είχαν αναπτυχθεί στο πλαίσιο της Γαλλικής Επανάστασης αλλά και στις Μασονικές στοές.

Oι επαναστατικές ζυμώσεις οδήγησαν στις αρχές της δεκαετίας του 1820 σε μια σειρά εξεγέρσεων και επαναστάσεων που εκδηλώθηκαν στα Βαλκάνια και τον Ευρωπαϊκό νότο. Η Ιερή Συμμαχία δεν περιορίστηκε στην καταδίκη των επαναστάσεων αυτών. H Γαλλία κατέπνιξε την Επανάσταση στην Ιβηρική χερσόνησο και η Αυστρία στην Ιταλική. Η Ελληνική Επανάσταση αντίθετα αφέθηκε να αντιμετωπιστεί από την ίδια την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η αντοχή που επέδειξαν οι Έλληνες επαναστάτες στα πεδία των μαχών και η σταθεροποίηση της επανάστασης στην Πελοπόννησο, τη Ρούμελη και τα νησιά του Αιγαίου τουλάχιστον έως το 1825, δοκίμασε τη συνοχή της Ιερής Συμμαχίας.

Ακόμη περισσότερο οδήγησε ορισμένες από τις Μεγάλες Δυνάμεις και ιδίως την Αγγλία και τη Ρωσία να αναθεωρήσουν τη στάση τους και να ευνοήσουν την προσπάθεια για τη δημιουργία Ελληνικού κράτους. Έτσι, η Ελληνική Επανάσταση που αποτέλεσε πηγή έμπνευσης και ελπίδας στους χώρους των Ευρωπαίων φιλελευθέρων υπήρξε το μοναδικό παράδειγμα επανάστασης με ευτυχή κατάληξη σε όλη την περίοδο της Παλινόρθωσης (1815-1830).

Η Ευρωπαϊκή Διπλωματία και το Ελληνικό Ζήτημα στο Συνέδριο του Λάιμπαχ

Η είδηση της Ελληνικής Επανάστασης έγινε γνωστή σε μια εποχή που οι Μεγάλες Δυνάμεις ασχολούνταν με την καταστολή των εξεγέρσεων στην Ιταλική και την Ιβηρική χερσόνησο. H αρνητική αντιμετώπιση των επαναστατικών κινημάτων συνδέεται με τη λεγόμενη Αρχή της Νομιμότητας που είχε κατισχύσει στο διπλωματικό πεδίο από το 1815, όταν οι νικητές των Ναπολεόντειων πολέμων επέβαλαν την Παλινόρθωση των παλαιών καθεστώτων στην Ευρωπαϊκή Ήπειρο.

Έτσι, η διατήρηση της ειρήνης συνδέθηκε άμεσα με τη διατήρηση των καθεστώτων, σκοπός για τον οποίο απαιτούνταν η συνεργασία των Μεγάλων Δυνάμεων. Η Ρωσία, η Γαλλία, η Αυστρία, η Πρωσία και η Αγγλία, κράτη με διαφορετικά και συχνά ανταγωνιστικά οικονομικά και γεωπολιτικά συμφέροντα, θα έπρεπε να κινηθούν από κοινού για την αντιμετώπιση ενός νέου επαναστατικού ξεσηκωμού στην Ευρώπη. Με άλλα λόγια, η προώθηση των ιδιαίτερων συμφερόντων κάθε χώρας δεν έπρεπε να θέτει σε δοκιμασία την πολιτική σταθερότητα στη Γηραιά Ήπειρο.

Κάτι τέτοιο προϋπέθετε τη συμφωνία των πέντε ισχυρών κρατών και η συμφωνία αυτή ήταν αποτέλεσμα εξαντλητικών διπλωματικών διαβουλεύσεων και συνεδρίων. Οι αποφάσεις των συνεδρίων ισορροπούσαν ανάμεσα στους βασικούς άξονες μιας στοιχειώδους κοινής εξωτερικής πολιτικής και στα ιδιαίτερα συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων, οι οποίες σε καμιά περίπτωση δεν εγκατέλειπαν την προσπάθεια επικυριαρχίας η μία επί της άλλης.

H Οθωμανική Αυτοκρατορία αποτελούσε εστία εντάσεων, ανταγωνισμών και συγκρούσεων που τη μετέτρεπαν σε παράγοντα αποσταθεροποίησης. O άλλοτε κραταιός ανταγωνιστής των Ευρωπαϊκών δυνάμεων είχε περιέλθει σε μια διαρκώς εντεινόμενη παρακμή, εξαιτίας της οποίας αποκλήθηκε ο Μεγάλος Ασθενής. Από τα τέλη του 18ου αιώνα είχαν διαφανεί οι αποσχιστικές τάσεις που καλλιεργούνταν στους χριστιανικούς πληθυσμούς των Ευρωπαϊκών της κτήσεων. Oι τάσεις αυτές ενισχύονταν από την επιθετική πολιτική της Ρωσίας.


Η τελευταία προωθούσε την ένταση των σχέσεών της με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, αποβλέποντας στην προσάρτηση περιοχών που θα διευκόλυναν την πρόσβασή της στα λιμάνια και τους θαλάσσιους δρόμους της Ανατολικής Μεσογείου. Ωστόσο, η πολιτική της Ρωσίας στην περιοχή έβρισκε αντίθετες τις άλλες Μεγάλες Δυνάμεις και ιδίως την Αγγλία. Tα κράτη αυτά θεωρούσαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία εμπόδιο στη Ρωσική επέκταση και συνακόλουθα ευνοούσαν την εδαφική ακεραιότητά της.

Η είδηση της Ελληνικής Επανάστασης έγινε γνωστή στις Ευρωπαϊκές αυλές στα μέσα Μαρτίου 1821, όταν έφτασε στο Λάιμπαχ (Λουμπιάνα) επιστολή του Αλέξανδρου Υψηλάντη προς το Ρώσο αυτοκράτορα Αλέξανδρο A'. Εκεί βρίσκονταν από τον Ιανουάριο της ίδια χρονιάς οι αυτοκράτορες της Αυστρίας και της Ρωσίας, ο βασιλιάς της Πρωσίας και διπλωματικές αντιπροσωπείες από την Αγγλία και τη Γαλλία, αναζητώντας τρόπους αντιμετώπισης των επαναστάσεων που είχαν ξεσπάσει στην Ιταλία και την Ισπανία.

Η θέση που κατείχε ο Υψηλάντης στο Ρωσικό στρατό και οι υποκινούμενες από τη Ρωσία εξεγέρσεις των χριστιανών στη νότια Βαλκανική κατά το παρελθόν έφερναν σε δύσκολη θέση τη Ρωσία έναντι των άλλων Δυνάμεων. Έτσι, η αποδοκιμασία της Ελληνικής επανάστασης, η οποία εκφράστηκε με τη διαγραφή του Υψηλάντη από τον κατάλογο των αξιωματικών της Ρωσίας και μια επιστολή συνταγμένη από τον Καποδίστρια, σήμαινε πρώτα από όλα την εναρμόνιση της Ρωσίας με τη συνολικότερη στάση των Μεγάλων Δυνάμεων απέναντι σε κάθε επαναστατικό κίνημα.

Η Δυναμική της Επανάστασης και το Άνοιγμα της Ελληνικής Κοινωνίας στη Νεοτερικότητα

H κήρυξη της Επανάστασης, ο πολύχρονος πόλεμος και η ευτυχής του κατάληξη με την εγκαθίδρυση ανεξάρτητου κράτους εγκαινιάζουν διαδικασίες αλλαγών που εισάγουν την Ελληνική κοινωνία στους ρυθμούς της σύγχρονης εποχής, της νεοτερικότητας. Oι αλλαγές αυτές επέρχονται σ' όλους τους τομείς της κοινωνικής, της πολιτικής και της οικονομικής ζωής, κατισχύουν δε σταδιακά με διαφορετικούς τρόπους και σε διαφορετικούς χρόνους.

Oι αλλαγές αυτές που χαρακτηρίζουν συνολικά την Ελληνική κοινωνία του 19ου αιώνα γίνονται εμφανέστερες στα χρόνια της επανάστασης. Από την Α' Εθνοσυνέλευση και το Προσωρινό Πολίτευμα της Επιδαύρου εγκαινιάζονται διαδικασίες πολιτικής ενοποίησης και ομογενοποίησης στη βάση σύγχρονων θεσμών και μηχανισμών: διαμόρφωση συντάγματος, διάκριση των εξουσιών και συγκρότηση μηχανισμών κεντρικής διοίκησης. Βέβαια, η λειτουργία των σύγχρονων πολιτικών θεσμών συνοδεύτηκε συχνά από πρακτικές που εγγράφονται σ' ένα διαφορετικό -"παραδοσιακό"- πολιτικό πολιτισμό (τοπικοσυγγενικά δίκτυα, φατρίες).

Παρόμοια, τα πρόσωπα που μετείχαν στα πολιτικά πράγματα προέρχονταν συχνά -αλλά πλέον όχι αποκλειστικά- από τις ηγετικές ομάδες της προεπαναστατικής περιόδου (προύχοντες, ένοπλοι, ιεράρχες). Πρόκειται ωστόσο για κάτι διαφορετικό, κάτι νέο. Πρόκειται για μια κοινωνία που αναγνωρίζει τον εαυτό της και το μέλλον της με τρόπο άλλο από ό,τι στο παρελθόν και συνακόλουθα επαναστατεί αναζητώντας νέους τρόπους ύπαρξης.

Tο άνοιγμα της Ελληνικής κοινωνίας στη νεοτερικότητα συνιστά τομή στο χρόνο και την εμπειρία των ανθρώπων. Oι κοινωνικοί πρωταγωνιστές της επανάστασης διαχειρίστηκαν με τρόπο ιστορικά πρωτότυπο μια συγκυρία αλλαγών και ρήξεων με το παρελθόν που οι ίδιοι προκάλεσαν, ακόμη κι αν δεν ήταν σε θέση να ελέγξουν και πολύ περισσότερο να καθορίσουν τα αποτελέσματα της δράσης τους. Oι καινοτομίες που επιφέρει η επανάσταση συνεπάγονται συνολικές αλλαγές που αφορούν τη συγκρότηση του πολιτικού πεδίου και εκφράζονται σε τρία διαφορετικά επίπεδα.


Πρώτον, αλλαγές που αφορούν τους θεσμούς, μέσω των οποίων στοιχειοθετείται το εγχείρημα της πολιτικής αυτονομίας του Ελληνικού έθνους. Δεύτερον, αλλαγές που έχουν να κάνουν με τη συγκρότηση των πολιτικών ιεραρχιών, δηλαδή με την κοινωνική προέλευση και σύσταση του πολιτικού προσωπικού που στελεχώνει και κινεί τους νέους θεσμούς. Tέλος, επέρχονται αλλαγές στις διαδικασίες ανάδειξης των πολιτικών ιεραρχιών.

Oι βαθιές αυτές αλλαγές που διαπερνούν την Ελληνική κοινωνία συνολικά ανατρέπουν την προεπαναστατική τάξη πραγμάτων (θεσμοί, ιεραρχίες, διαδικασίες) που είχε διαμορφωθεί στο πλαίσιο της Οθωμανικής κατάκτησης. Mε άλλα λόγια, ο εκσυγχρονισμός της Ελληνικής κοινωνίας έθεσε σε δοκιμασία και δυναμίτισε πολλά από τα θεμέλιά της. Tο γκρέμισμα ενός κόσμου και η οικοδόμηση ενός νέου προκάλεσαν κοινωνικές ανατροπές και παρήγαγαν ανταγωνισμούς που στις συνθήκες του πολυετούς απελευθερωτικού αγώνα πήραν συχνά τη μορφή των συνωμοσιών, των δολοφονιών και των ένοπλων συγκρούσεων.

Oι εμφύλιοι πόλεμοι του 1824, οι στάσεις κατά του Καποδίστρια και η δολοφονία του, όπως και οι νέες ένοπλες συγκρούσεις έως την έλευση του Όθωνα είναι ίσως τα κορυφαία από τα περιστατικά αυτά. Ωστόσο, ακόμη κι αν οι συγκρούσεις αυτές θυμίζουν σε ένα βαθμό κοινωνικοπολιτικές αντιπαλότητες που ανάγονται στο Οθωμανικό παρελθόν (σύγκρουση προυχόντων-ενόπλων, Ρουμελιωτών-Πελοποννήσιων), δεν αποτέλεσαν τροχοπέδη στην εμπέδωση των νέων θεσμών και διαδικασιών. Μέσα από τις συγκρούσεις αυτές κατίσχυσαν οι νέοι θεσμοί, πριμοδοτώντας τη δυναμική της ενοποίησης και του εκσυγχρονισμού του κοινωνικοπολιτικού πεδίου που εγκαινιάζεται με την επανάσταση.

Νεοπαγής Πολιτικοί Παράγοντες

Η Ελληνική Επανάσταση ξέσπασε σχεδόν ταυτόχρονα στην Πελοπόννησο, την Α. Στερεά, τα νησιά του Αιγαίου και τη Δ. Στερεά, περιοχές που αποτέλεσαν την πρώτη Ελληνική επικράτεια. Σε κάθε μια από τις περιοχές αυτές οι τοπικές ηγετικές ομάδες της προεπαναστατικής περιόδου βρέθηκαν επικεφαλής των επαναστατικών κινημάτων στις επαρχίες τους. Τους μήνες που ακολούθησαν κατέφτασαν στις επαναστατημένες περιοχές αρκετοί επιφανείς Έλληνες, επικεφαλής εθελοντών και κομιστές χρημάτων και εφοδίων, για να μετάσχουν στην επανάσταση· οι περισσότεροι από αυτούς, για να μετάσχουν στην επαναστατική ηγεσία.

Ήταν συνήθως άνθρωποι που κατάγονταν από φαναριώτικες οικογένειες, ενώ οι περισσότεροι είχαν σπουδάσει σε κάποια Ευρωπαϊκή χώρα και είχαν αποκτήσει διοικητική και πολιτική εμπειρία. Η συγκρότηση κεντρικής διοίκησης και η επικράτηση των θεσμών και των οργάνων της έναντι των τοπικών κέντρων εξουσίας ευνόησε την ανάδειξη των ανθρώπων αυτών, οι οποίοι δε διέθεταν ούτε τα τοπικά ερείσματα, ούτε την παραδοσιακά νομιμοποιημένη ηγετική παρουσία των προεπαναστατικών εξουσιαστικών ομάδων.

Είχαν αποκτήσει ωστόσο πολιτικές και οργανωτικές δεξιότητες, εξίσου σπάνιες και χρήσιμες σε μια κοινωνία που βρισκόταν σε επανάσταση. Η ανοδική τους πορεία συνδέεται με την υιοθέτηση δυτικού τύπου, σύγχρονων πολιτικών θεσμών και με την ενδυνάμωση των μηχανισμών της κεντρικής διοίκησης. Η εμπλοκή τους στα όργανα αυτά βοήθησε ορισμένους να αποκτήσουν σημαντικά κοινωνικά ερείσματα και να συγκροτήσουν σταδιακά προσωπικές πολιτικές φατρίες.

Ο Κωλέττης και ο Μαυροκορδάτος, πολιτικοί που πρωταγωνίστησαν στην πολιτική ζωή του Ελληνικού κράτους το μεγαλύτερο διάστημα της βασιλείας του Όθωνα, είναι ίσως τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα νεοφερμένων που "εκμεταλλεύτηκαν" τις δυναμικές απελευθέρωσης του πολιτικού πεδίου που παράγονται στα χρόνια της επανάστασης. Παρόμοια ήταν και η πορεία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, ενός Πελοποννήσιου οπλαρχηγού που σημείωσε αρκετές στρατιωτικές επιτυχίες, οι οποίες και αποτέλεσαν το εφαλτήριο της οικονομικής και κοινωνικοπολιτικής του ανόδου.


Μιλώντας γενικά θα λέγαμε ότι στην περίοδο της επανάστασης καθώς και στα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια προκλήθηκαν ριζικές ανατροπές, ιδίως στο επίπεδο των θεσμών, των ιεραρχιών και των πολιτικών συσσωματώσεων. Aκόμη περισσότερο, η πολιτική σκηνή ενοποιήθηκε με όρους εθνικής επικράτειας (κεντρική διοίκηση, εθνοσυνελεύσεις) και συνακόλουθα αποδεσμεύτηκε από παραδοσιακούς φραγμούς (κληρονομικότητα, κοινωνική και θρησκευτική αυθεντία).

Έτσι, η κοινωνική κινητικότητα που χαρακτηρίζει κάθε επαναστατική περίοδο οδήγησε και στην Ελληνική περίπτωση στη σταδιακή αποδυνάμωση των πραδοσιακών ηγετικών ομάδων και στην ανανέωση των πολιτικών παραγόντων. Η πρωταγωνιστική παρουσία νεοπαγών παραγόντων στα χρόνια της επανάστασης, όπως ήταν ο Μαυροκορδάτος, ο Κωλέττης και ο Κολοκοτρώνης, αποτελεί έκφραση της ρήξης και ταυτόχρονα της ανασύνθεσης/αναδιοργάνωσης που συντελείται στα χρόνια της επανάστασης στο πεδίο της πολιτικής.

Τα Οικονομικά της Επανάστασης (1821 – 1827)

H οργάνωση και ο συντονισμός των πολεμικών επιχειρήσεων επέβαλαν από τις απαρχές της Επανάστασης την ανάγκη συγκρότησης επιμελητείας, ώστε να εξασφαλίζονται όπλα, πολεμοφόδια, τρόφιμα και μισθοί για τους ενόπλους. Αρχικά οι ανάγκες αυτές καλύπτονταν σε επαρχιακό επίπεδο, σύντομα όμως κινήθηκαν οι διαδικασίες για την οργάνωση των οικονομικών της κεντρικής Διοίκησης μέσα από τυπικές λειτουργίες (προϋπολογισμός εσόδων-εξόδων, λογιστικό σύστημα, μηχανισμοί εισπράξεων και διαχείρισης των πόρων κτλ.).

Η αρχή έγινε στην Α' Εθνοσυνέλευση (1822), ωστόσο ο κεντρικός έλεγχος των οικονομικών πόρων και η διαχείρισή τους με ορθολογικό τρόπο δε φαίνεται να συμβαίνει παρά μόνο κατά την Καποδιστριακή περίοδο (1828-31). Τα χρηματικά ποσά που είχαν συγκεντρωθεί αρχικά από τη Φιλική Εταιρεία, οι σποραδικές εισφορές των φιλελληνικών κομιτάτων καθώς και χρήματα που συγκεντρώνονταν στις Ελληνικές παροικίες ήταν ασφαλώς σημαντικά, δεν μπορούσαν ωστόσο να καλύψουν παρά ένα μικρό μέρος των χρημάτων που χρειάζονταν για τη συνέχιση της επανάστασης.

Έτσι, οι οικονομικές ανάγκες καλύφθηκαν ιδίως με πόρους από τις επαναστατημένες περιοχές. Οι εισφορές των προυχοντικών οικογενειών στην Πελοπόννησο και τα νησιά του Αιγαίου ήταν σημαντικές. Οι ίδιες οικογένειες που στην Οθωμανική περίοδο ήταν υπεύθυνες για τη συγκέντρωση των φόρων στις περιοχές τους και την επίδοσή τους στις Οθωμανικές αρχές και επιπλέον εμπλέκονταν στους μηχανισμούς υπενοικίασης των φόρων αυτών συνέχισαν και στη διάρκεια των πρώτων χρόνων της επανάστασης τη δραστηριότητά τους αυτή.

Έτσι, οικονομικοί θεσμοί και μηχανισμοί της Οθωμανικής περιόδου διατηρήθηκαν στα χρόνια της επανάστασης, όπως ο φόρος της δεκάτης και το σύστημα υπενοικίασης των φόρων. Παράλληλα έγινε προσπάθεια για τη συγκέντρωση των τελωνειακών φόρων. Τα έσοδα αυτά, τα οποία προέρχονταν από την Πελοπόννησο κατά πρώτο λόγο και δευτερευόντως από τα νησιά του Αιγαίου, αποτέλεσαν τη βασικότερη πηγή για τη χρηματοδότηση της επανάστασης, ιδίως μέχρι το 1824.

Ωστόσο, οι πόροι από την άμεση και την έμμεση φορολογία ήταν χαμηλοί, αφού ο πόλεμος δεν επέτρεπε ιδιαίτερη ανάπτυξη της αγροτικής παραγωγής και του εμπορίου. Ταυτόχρονα, η συγκέντρωση και η επίδοση των φόρων αυτών στηρίζονταν μάλλον στην καλή διάθεση των ενοικιαστών και των υπενοικιαστών παρά στην αποτελεσματικότητα των μηχανισμών είσπραξης της κεντρικής διοίκησης. Συμπληρωματικό έσοδο αποτέλεσε και ένα ποσοστό από τα πολεμικά λάφυρα, το μοίρασμα των οποίων αποτέλεσε συχνά αντικείμενο σύγκρουσης μεταξύ των διάφορων αρχηγών.


Από το 1824 και μετά η σημαντικότερη εξέλιξη στα οικονομικά θέματα υπήρξε η σύναψη δύο εξωτερικών δανείων από χρηματοπιστωτικούς κύκλους της Αγγλίας. Oι όροι της αποπληρωμής τους ήταν εξαιρετικά αρνητικοί, ενώ παράλληλα υποθηκεύτηκαν τα Εθνικά Κτήματα, οι Οθωμανικές δηλαδή ιδιοκτησίες που πέρασαν στα χέρια των επαναστατών, περιορίζοντας έτσι τη δυνατότητα να αποκατασταθούν οι αγωνιστές και γενικότερα οι ακτήμονες αγρότες. Tο σημαντικότερο όμως σημείο αναφορικά με τα εξωτερικά δάνεια δε συνδέεται τόσο με τα οικονομικά θέματα αλλά με την εξωτερική πολιτική.

Η ανεπίσημη συγκατάβαση της αγγλικής κυβέρνησης στη χορήγηση των δανείων σήμαινε την εκ των πραγμάτων αναγνώριση της πολιτικής ύπαρξης των Ελλήνων και της δυνατότητάς τους να συγκροτήσουν μελλοντικά κράτος, το οποίο θα μπορούσε να αποπληρώσει τα δάνεια αυτά.

ΠΡΟΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

Γενικά

Στον απόηχο της Αμερικανικής και της Γαλλικής Επανάστασης και των Ναπολεόντειων πολέμων, που δεν είχαν αντίκτυπο στις οπισθοδρομικές πλέον δομές της αχανούς Οθωμανικής Αυτοκρατορίας του Μαχμούτ Β' (1808-1839), δημιουργήθηκε το Εθνικό Κίνημα των Ελλήνων, βασικά χαρακτηριστικά του οποίου ήταν η προβολή ανεξάρτητης εθνικής υπόστασης των Ελλήνων στο αρχαίο παρελθόν, η καταγγελία της Οθωμανικής εξουσίας ως παράνομης και αυθαίρετης και η έκφραση της βούλησης ίδρυσης ανεξάρτητης και ευνομούμενης ελληνικής πολιτείας.

Ανάμεσα στους Έλληνες της διασποράς, αλλά και στα Ελληνικά εδάφη, ιδρύθηκαν αρχικά εταιρείες με σκοπούς πολιτιστικούς και εκπαιδευτικούς, τη διάδοση, δηλαδή, της παιδείας στους υπόδουλους Έλληνες, όπως το Ελληνόγλωσσο Ξενοδοχείο το 1809 στο Παρίσι και η Φιλόμουσος Εταιρεία των Αθηνών το 1813 και της Βιέννης το 1814, οι οποίες αποτέλεσαν τον προθάλαμο για τη δημιουργία φιλελεύθερης πολιτικής οργάνωσης.

Το 1814 τρεις ριζοσπάστες έμποροι μεσαίας οικονομικής εμβέλειας, ο Νικόλαος Σκουφάς, ο Αθανάσιος Τσακάλωφ και ο Εμμανουήλ Ξάνθος, ίδρυσαν στην Οδησσό της Ρωσίας τη Φιλική Εταιρεία, μια μυστική και παράνομη οργάνωση που λειτουργούσε στα πρότυπα των Μασονικών στοών και είχε ως στόχο τη συγκέντρωση πόρων και τη δημιουργία δομών για την κήρυξη επανάστασης για την ίδρυση ανεξάρτητου εθνικού κράτους.

Σε αντίθεση με τις πολλές εξεγέρσεις που είχαν λάβει χώρα κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής κυριαρχίας στον κατακτημένο Ελληνικό χώρο, οι οποίες συνδέονταν με πολιτικά σχέδια μεγάλων Ευρωπαϊκών δυνάμεων, η επανάσταση που σχεδίαζαν οι Φιλικοί επρόκειτο να είναι αυτοδύναμη επανάσταση των Ελλήνων. Μετά τη λήξη των Ναπολεόντειων πολέμων και την ειρήνευση της Μεσογείου οι Ευρωπαϊκοί στόλοι ανέκτησαν τη θέση τους στο εμπόριο και η κρίση της Ελληνικής εμπορικής ναυτιλίας, που είχε ξεκινήσει το 1812, προσέλαβε μεγάλες διαστάσεις.

Η διακοπή των εμπορικών και ναυτιλιακών δραστηριοτήτων που είχαν ανθίσει το προηγούμενο διάστημα επηρέασε τόσο τους Έλληνες των παροικιών όσο και της αυτοκρατορίας, καθώς η κρίση επεκτάθηκε στις οικονομικές δραστηριότητες που ήταν συνδεδεμένες με την εμπορική ναυτιλία, οδηγώντας ολόκληρες κοινωνικές ομάδες σε αδιέξοδο: συσσωρευμένα εφοπλιστικά κεφάλαια παρέμειναν ανενεργά, ενώ ναυτικοί, τεχνίτες και βιοτέχνες έμειναν άνεργοι ή αναγκάστηκαν να αναζητήσουν εργασία στην αγροτική παραγωγή ως κολίγοι.


Μετά από κάποιες πρώτες δυσκολίες, στην Εταιρεία μυήθηκαν πολλοί λόγιοι, φοιτητές, έμποροι και οικονομικά ισχυροί Έλληνες όχι μόνο της διασποράς, αλλά και της αυτοκρατορίας, ιδίως μετά την μεταφορά της έδρας της στην Κωνσταντινούπολη, το 1818. Εκμεταλλευόμενοι μια μακραίωνη παράδοση χρησμολογιών και τη διάδοση των Μεσαιωνικών αντιλήψεων στις παραδοσιακές ορθόδοξες κοινότητες των Ελληνικών χωρών, οι Φιλικοί άφηναν να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι διέθεταν τη στήριξη της Ρωσίας.

Έτσι, διευκολύνθηκε η ανάπτυξη ενός απελευθερωτικού ήθους ανάμεσα στα παραδοσιακά ορθόδοξα στρώματα, όπως οι προεστοί, οι κλεφταρματολοί, οι κληρικοί και οι χωρικοί, και η υιοθέτηση από μέρους τους του κλασικιστικού μύθου περί καταγωγής από τους αρχαίους Έλληνες και του νεωτερικού επαναστατικού προγράμματος. Η Φιλική Εταιρεία γνώρισε ιδιαίτερη επιτυχία στους κλεφταρματολούς που βρίσκονταν στα Επτάνησα και τη Ρωσία.

Εκεί είχαν βρει καταφύγιο την πρώτη δεκαετία του 19ου αιώνα κλέφτες κυνηγημένοι από την Πελοπόννησο, όπως ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, και αρματολοί εκδιωγμένοι από τον Αλή Πασά. Μη γνωρίζοντας άλλα επαγγέλματα από αυτά του πολεμιστή και του ποιμένα, είχαν στρατολογηθεί σε Ευρωπαϊκούς στρατούς, απασχόληση που, ωστόσο, εξέλιπε με το τέλος των Ναπολεόντειων πολέμων.

Την περίοδο αυτή ήλθαν σε επαφή με τους Φιλικούς, που προπαγάνδιζαν επαναστατικές ιδέες, οργανώθηκαν στην Εταιρεία και συνεισέφεραν σημαντικά στην παρασκευή της Επανάστασης· κάποιοι προσηλύτισαν και πολλούς άλλους στην υπόθεση της Επανάστασης δρώντας ως «Απόστολοι» της Εταιρείας. Μετά την άρνηση του υπουργού εξωτερικών του Τσάρου της Ρωσίας, Ιωάννη Καποδίστρια, να αναλάβει την αρχηγία της Εταιρείας, Γενικός Επίτροπος της Αρχής αναδείχθηκε τον Απρίλιο του 1820 ο Φαναριώτης πρίγκιπας Αλέξανδρος Υψηλάντης, ανώτατος αξιωματικός του Ρωσικού στρατού.

Το Σούλι και η Εθνεγερσία

Ξεφυλλίζοντας τη λαμπρή ιστορία του έθνους μας, θα μπορούσε κανείς να αναφερθεί σε πολλά γεγονότα και «ηρωικές μορφές του Αγώνα της Ανεξαρτησίας». Ανάμεσα σε αυτούς τους αγωνιστές ξεχωριστή θέση έχουν και οι χιλιοτραγουδισμένοι Σουλιώτες, οι οποίοι με τους ηρωικούς τους αγώνες προετοίμασαν το έδαφος και προδιέγραψαν την έκβαση του Αγώνα της Εθνεγερσίας. Οι Σουλιώτες αρχικά ήταν εγκατεστημένοι στο Τετραχώρι, μια συμπολιτεία τεσσάρων χωριών - το Σούλι, την Κιάφα, το Αβαρίκο και τη Σαμονίβα – που κατοικούνταν από 450 οικογένειες κατανεμημένες σε φάρες.

Τα χωριά αυτά ήταν χτισμένα στις βραχώδεις και απόκρημνες πλαγιές των Κασσιόπιων ορέων, περιβάλλονταν από αδιάβατα φυσικά οχυρώματα και η πρόσβασή τους γινόταν μόνο από ένα μονοπάτι. Στα ανώμαλα ανηφορικά σημεία του μονοπατιού αυτού υπήρχαν οχυρωμένοι πύργοι, οι οποίοι εξασφάλιζαν την απόλυτη προστασία και ασφάλεια στην περιοχή. Αργότερα, δημιουργήθηκαν στις πιο χαμηλές πλαγιές του βουνού άλλα επτά χωριά – το Τσικούρι, το Περιχάτι, η Βίλια, το Αλσοχώρι, οι Κοντάτες, η Γκιονιάλα και το Τσεφλίκι – που τα ονόμασαν συνολικά Επταχώρι.

Η Σουλιώτικη Συμπολιτεία λειτουργούσε αυτόνομα, με δικούς της νόμους, στρατό, νομοθετικό και εκτελεστικό σώμα. Στον έλεγχο των Σουλιωτών περιήλθαν σταδιακά άλλα εξήντα περίπου χωριά του Παρασουλίου, τα οποία απέσπασαν από τους αγάδες του Μαργαριτίου και της Παραμυθιάς και τους πασάδες των Ιωαννίνων. Έτσι, οι κάτοικοι του Παρασουλίου απαλλάχθηκαν από την Τουρκική δουλεία. Έδιναν, όμως, φόρο στη Σουλιώτικη Συμπολιτεία, στο πλαίσιο της οποίας λειτουργούσαν ελεύθεροι στην Τουρκοκρατούμενη Ελλάδα κάτω από συνθήκες άμεσης Δημοκρατίας.


Η βάση του πολιτεύματός τους ήταν οι σαράντα επτά φάρες, οι οποίες συγκροτούνταν από οικογένειες που είχαν κοινό γενάρχη. Η κάθε φάρα εκπροσωπούνταν στη Βουλή, «το Κριτήριον της Πατρίδος» όπως το ονόμαζαν οι ίδιοι, από τον αρχηγό της πιο παλιάς και πιο τιμημένης οικογένειας. Στο Σούλι λειτουργούσε επίσης και η Εκκλησία του Δήμου, την οποία συγκαλούσαν, προκειμένου να συζητήσουν και να αποφασίσουν κυρίως για πολεμικά ζητήματα.

Ο Σουλιώτες υπήρξαν ξεχωριστοί ως προς το φρόνημα, τις συνήθειες και τον τρόπο ζωής τους. Ήταν ολιγαρκείς, εξαιρετικά σκληραγωγημένοι, συνηθισμένοι στη σωματική κακουχία και στη σκληρή ζωή, χαρακτηριστικά καθόλου άσχετα με τη φύση του δυσπρόσιτου και άγονου τόπου τους. Η πατρίδα και η ελευθερία ήταν για τους Σουλιώτες βασικός κανόνας και όρος της ζωής τους και οι αγώνες τους εναντίον όσων προσπαθούσαν να τους στερήσουν αυτά τα αγαθά ήταν διαρκείς. Διακρίνονταν για την τήρηση των συμφωνιών και των υποσχέσεών τους, θεωρώντας ιερό το λόγο τιμής, τη γνωστή «μπέσα».

Από μικρά παιδιά μάθαιναν να χειρίζονται τα όπλα, «τα οποία περιπατούντες, καθήμενοι, τρώγοντες και κοιμώμενοι δεν αμελούσι». Περικυκλωμένοι πάντα από εχθρούς και ολιγάριθμοι, έμαθαν να χρησιμοποιούν ιδιότυπη πολεμική τακτική, που προέκυψε από τις ιδιαίτερες συνθήκες της ζωής τους. Ενώ οι εχθροί τους συνήθιζαν να πολεμούν στο φως της ημέρας, οι Σουλιώτες όχι μόνο δεν απέφευγαν τις νυκτερινές επιχειρήσεις, αλλά τις επεδίωκαν και ήταν φημισμένοι νυκτομάχοι. Επίσης, συνήθιζαν να μάχονται σε ευθεία γραμμή ακροβολισμού, τοποθετημένοι σε αραιά διαστήματα μεταξύ τους.

Ακολουθώντας αυτές τις τεχνικές, έδιναν την εντύπωση στον εχθρό ότι ήταν πολλαπλάσιοι απ’ ό,τι στην πραγματικότητα. Είναι αυτονόητο ότι οι αρχηγοί τους πολεμούσαν επικεφαλής των ανδρών τους «πάντα οι πρώτοι στη φωτιά», εκτεθειμένοι περισσότερο από όλους στα πυρά των εχθρών. Με αυτό τον τρόπο εξασφάλιζαν την εκτίμηση και το σεβασμό των ανδρών τους και προκαλούσαν το φόβο στους αντιπάλους τους, πολλοί από τους οποίους συχνά υποχωρούσαν, όταν διέκριναν στην αντίπαλη πλευρά κάποιον από τους γνωστούς Σουλιώτες πολέμαρχους.

Οι Σουλιώτισσες κατείχαν ιδιαίτερη θέση και έχαιραν τιμής και σεβασμού στη Σουλιώτικη κοινωνία. Όταν μεταξύ των ανδρών προέκυπταν διαφορές, μεσολαβούσαν οι ίδιες και τις διευθετούσαν. Εξασκημένες κι αυτές στα όπλα, πολεμούσαν στο πλευρό των αντρών τους με απαράμιλλο θάρρος και αυτοθυσία, όπως δηλώνεται από την πληθώρα των σχετικών αναφορών στα περισσότερα δημοτικά τραγούδια. Άλλοτε, όταν δεν χρειάζονταν στη μάχη, μετέφεραν πολεμοφόδια, τρόφιμα και άλλα εφόδια στους μαχόμενους άνδρες τους και τους εμψύχωναν.

Όπως οι αρχαίες Σπαρτιάτισσες, αποστρέφονταν και απέρριπταν ως σύζυγο τον άνδρα που τον ακολουθούσε η φήμη ότι κάποια στιγμή στη μάχη δείλιασε ή φυγομάχησε. Η Τζαβέλλαινα, η Λένω Μπότσαρη, η Δέσπω, τα κατορθώματα των οποίων παρακολούθησε βήμα προς βήμα και εξύμνησε η αλάθευτη δημοτική Μούσα, έγιναν συνώνυμα της γυναικείας αγωνιστικότητας και της ιδιαίτερης δυναμικής που ανέπτυξαν οι γυναίκες στα κακοτράχαλα βουνά του Σουλίου.

Τον 18ο αιώνα η κυριαρχία των Σουλιωτών είχε παγιωθεί στο νοτιοδυτικό τμήμα της Ηπείρου και, όπως ήταν φυσικό, οι Τούρκοι Αγάδες της περιοχής δεν μπορούσαν να ανεχθούν μια ανεξάρτητη Χριστιανική εστία, η οποία μάλιστα είχε αναδειχθεί σε κέντρο εξουσίας στην ευρύτερη περιοχή. Οκτώ πόλεμοι Τούρκων και Τουρκαλβανών εναντίον των Σουλιωτών (1731, 1754, 1759, 1762, 1772, 1774, 1780, 1780-1790) παρουσιάζονται από το Χριστόφορο Περραιβό, ο οποίος παραμένει η κύρια πηγή πληροφοριών για τη συγκεκριμένη περίοδο.


Ο μεγάλος, όμως, αντίπαλος των Σουλιωτών, μετά το 1787, υπήρξε ο Αλή πασάς, ο οποίος, μην μπορώντας να ανεχτεί την αντεξουσία τους στην καρδιά της επικράτειάς του, ξεκινάει μία ανελέητη επίθεση εναντίον τους. Το 1792 συλλαμβάνει με δόλιο τρόπο το Λάμπρο Τζαβέλλα και κάνει επίθεση στο Σουλιώτες, οι οποίοι όμως αντιστέκονται σθεναρά. Τότε ο πανούργος Πασάς στέλνει το Λάμπρο Τζαβέλλα στο Σούλι, για να διαπραγματευθεί με τους δικούς του ανθρώπους την παράδοση της περιοχής τους.

Ως εγγύηση για την εκπλήρωση της αποστολής του, ο Αλή πασάς κρατάει ως όμηρο το γιο του Λάμπρου Τζαβέλλα, Φώτο. Ο Σουλιώτης πολέμαρχος, όμως, ενεργεί αντίθετα με την επιθυμία και τις εντολές του Αλή, και όχι μόνο δεν διαπραγματεύεται την παράδοση του Σουλίου αλλά στέλνει στον πασά σκληρό μήνυμα, δηλώνοντάς του απερίφραστα ότι στο όνομα της ελευθερίας της πατρίδας του ο γιος του οφείλει να θυσιαστεί. Μεταξύ άλλων του αναφέρει και τα εξής:

Αλή πασά, … κάποιοι Τούρκοι, καθώς εσύ, θέλουν ειπή, ότι είμαι άσπλαχνος πατέρας με το να θυσιάσω τον υιόν μου … εάν ο υιός μου νέος, καθώς είναι, δε μένη ευχαριστημένος ν’ αποθάνη διά την πατρίδα του, αυτός δεν είναι άξιος να ζήση, και να γνωρίζηται ως υιός μου∙ προχώρησε λοιπόν άπιστε, είμαι ανυπόμονος να εκδικηθώ. Εγώ ο ωμοσμένος εχθρός σου Καπετάν Λάμπρος Τζαβέλλας. 

Μετά από αυτή την αρνητική εξέλιξη, ο Αλή, βλέποντας ότι οι Σουλιώτες είναι αποφασισμένοι να κρατήσουν τα μέρη τους με οποιοδήποτε κόστος, τους επιτέθηκε ξανά.

Στις 20, και κατ’ άλλους στις 27, Ιουλίου του 1792 ξεκίνησε η μάχη, στην οποία τα στρατεύματα του Αλή κατατροπώθηκαν και αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν με σοβαρές απώλειες σε νεκρούς και τραυματίες. Σε αυτή τη μάχη ξεχώρισε η ηρωική μορφή της Μόσχως Τζαβέλα, γυναίκας του Λάμπρου και μητέρας του κρατούμενου Φώτου, η οποία επικεφαλής ενός γυναικείου σώματος έκανε την τελική επίθεση και έτρεψε σε φυγή τους τρομοκρατημένους Τουρκαλβανούς.

Είναι τέτοια η ντροπή του Αλή, ο οποίος επιστρέφοντας στα Γιάννενα έδωσε εντολή «οιοσδήποτε των πολιτών τολμήση να εξάξη την κεφαλήν του διά τινός θυρίδος ή οπής της οικίας του ίνα ίδη τους στρατιώτας, να φονεύηται ακρίτως». Στη συνέχεια, υπέγραψε αναγκαστική συνθήκη ειρήνης με τους Σουλιώτες και απελευθέρωσε στο πλαίσιο της ανταλλαγής των αιχμαλώτων και το Φώτο Τζαβέλα.

Ο ραδιούργος Πασάς, συνειδητοποιώντας τη δυσκολία της κατάκτησης του Σουλίου, αποφασίζει να διασπάσει την ενότητα των Σουλιωτών. Έρχεται σε συμφωνία με το Γιώργο Μπότσαρη, ο οποίος αποτραβιέται από τα ηρωικά χώματα του Σουλίου και αναλαμβάνει το αρματολίκι των Τζουμέρκων. Επίσης, ο Αλή κτίζει δώδεκα πύργους σε επίκαιρα σημεία γύρω από τα βουνά του Σουλίου, με απώτερο σκοπό να αναγκάσει τους Σουλιώτες να παραδοθούν, λόγω έλλειψης τροφίμων και πολεμοφοδίων.


Και το 1801 επανέρχεται με πρόταση ειρήνης, «υποσχόμενος να τοις δώση δύο χιλιάδες τάλαντα, δεκαετή ασυδωσίαν και οποιανδήποτε άλλην τοποθεσίαν εκλέξωσιν εις την Ελλάδα διά κατοικίαν». Οι Σουλιώτες αρνήθηκαν και πάλι οποιαδήποτε συμφωνία μαζί του και του απάντησαν με σκληρή γλώσσα:

Βεζύρ Αλή πασά σε χαιρετούμεν. Η πατρίς μας είναι απείρως γλυκυτέρα και από τα άσπρα σου και από τους ευτυχείς τόπους, όπου υπόσχεσαι να μας δώσης∙ όθεν ματαίως κοπιάζεις, επειδή η ελευθερία μας δεν πωλείται ούτε αγοράζεται σχεδόν με όλους τους θησαυρούς της γης, παρά με το αίμα και τον θάνατον έως τον ύστερον Σουλιώτην. Όλοι οι Σουλιώται, μικροί και μεγάλοι .

Αλήθεια, πόσο ταιριαστή η υπογραφή τους «όλοι μικροί και μεγάλοι» με το συγκλονιστικό «ομοφώνως» του ψηφίσματος των Ελεύθερων Πολιορκημένων, που γράφτηκε λίγα χρόνια αργότερα στον ιστορικό μας τόπο. Για άλλη μια φορά οι Σουλιώτες, παρότι λίγοι και εξουθενωμένοι από τις στερήσεις και την πείνα, πήραν τη μοίρα στα χέρια τους, ενεργώντας κατά τα κελεύσματα της ηθικής τους συνείδησης.

Κι ενώ η πίεση του Αλή και ο αγώνας συνεχιζόταν αδυσώπητος, οι επιστολές των Σουλιωτών προς τη Ρωσική και τη Γαλλική κυβέρνηση και τις αρχές της Επτανήσου Πολιτείας, με τις εκκλήσεις τους να τους προμηθεύσουν τρόφιμα και πολεμοφόδια δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα, καθώς οι πρώην σύμμαχοί τους, επιθυμώντας σε εκείνη τη συγκυρία να διατηρήσουν φιλικές σχέσεις με την Πύλη, αρνήθηκαν να εμπλακούν στην υπόθεση του Σουλίου. Η μόνη ηθική στήριξη προς τους ακαταμάχητους ήρωες και θερμούς υπερμάχους της ελευθερίας ήρθε από τον Αδαμάντιο Κοραή, ο οποίος με επιστολή του, τον Απρίλιο του 1803, από το μακρινό Παρίσι τους παρότρυνε να μην προδώσουν την ελευθερία τους.

Έτσι, παρά τις δυσμενείς συνθήκες που είχαν διαμορφωθεί από τη σύσφιξη του πολιορκητικού κλοιού, οι Σουλιώτες εξακολουθούσαν να υπερασπίζονται με απαράμιλλη γενναιότητα τα πάτρια εδάφη τους, με αποτέλεσμα πολλοί Τούρκοι να λιποτακτούν, «κηρύττοντες πανταχού ότι ούτ’ αυτοί ούτ’ αυτών οι μεταγενέστεροι θα δυνηθώσιν να κυριεύσωσι το Σούλλιον, και ότι αδίκως και ανωφελώς χύνεται το Τουρκικόν αίμα».

Οι συνεργάτες του Αλή ανέπτυξαν μυστικές επαφές με αρχηγούς Σουλιώτικων φαρών, τους οποίους πίστευαν ότι θα μπορούσαν να εξαγοράσουν, ώστε να υπονομεύσουν το μέτωπο των Σουλιώτικων δυνάμεων με τη δύναμη χρήματος. Το Σεπτέμβριο του 1803, δύο Σουλιώτες αρχηγοί, ο Κουτσονίκας και ο Πήλιος Γούσης, παρουσιάστηκαν στο Βελή πασά, γιο του Αλή, ζητώντας «την απελευθέρωσιν ενός γαμβρού του εν ειρκτή υπάρχοντος μετά των εικοσιτεσσάρων ομήρων και εννέα χιλιάδες γρόσια ανταμοιβήν περί της απολαβής του Σουλίου».

Ο Βελή αποδέχθηκε τις προτάσεις τους και τη νύκτα της 25ης Σεπτεμβρίου ο Πήλιος Γούσης, ως άλλος Εφιάλτης, οδήγησε κρυφά στο σπίτι του 200 Τουρκαλβανούς στρατιώτες, οι οποίοι το επόμενο πρωί κατέλαβαν το Σούλι. Και τα τέσσερα χωριά του Σουλίου έπεσαν στα χέρια του Βελή πασά. Ως τελευταία εστία αντίστασης παρέμεινε το τειχόκαστρο του ναού της Αγίας Παρασκευής στο λόφο Κούγκι και τα υψώματα της Κιάφας. Σε όλη τη διάρκεια του Οκτωβρίου οι συστηματικές προσπάθειες του Βελή πασά να κυριεύσει τα τελευταία οχυρά απέτυχαν.


Η παντελής, όμως, έλλειψη τροφίμων, η στενή πολιορκία και η αδυναμία λήψης οποιασδήποτε εξωτερικής βοήθειας ανάγκασε και τους τελευταίους Σουλιώτες που έμεναν αποκλεισμένοι στο Κούγκι, να δεχτούν να συνθηκολογήσουν την 12η Δεκεμβρίου 1803. Και ενώ οι Σουλιώτες αποχωρούσαν από τις πατρογονικές τους εστίες, στις 16 Δεκεμβρίου έγινε η πυρπόληση του καλόγερου Σαμουήλ στο Κούγκι.

Ο καλόγερος, μαζί με πέντε άλλους Σουλιώτες, είχε μείνει στο Κούγκι, για να παραδώσει στους απεσταλμένους του Βελή τα πολεμοφόδια που φυλάσσονταν εκεί. Εξοργισμένος, όμως, από τα προσβλητικά λόγια των Τούρκων απεσταλμένων, έβαλε φωτιά στην πυριτιδαποθήκη. Και έτσι τα στρατεύματα του πασά «πήραν την Κιάφα την κακή, το ξακουσμένο Κούγκι / κι έκαψαν τον καλόγερο με τέσσερις νομάτους».

Ο Αλή έθεσε τότε σε εφαρμογή το τελευταίο μέρος του σχεδίου του. Ο ίδιος μπορεί πια να είχε στην κατοχή του τους ορεινούς όγκους του Σουλίου, οι Σουλιώτες, όμως, που όλα τα προηγούμενα χρόνια αμφισβήτησαν την εξουσία του και ήρθαν σε ευθεία αντιπαράθεση μαζί του, εξακολουθούσαν να είναι ένοπλοι και να συνιστούν απειλή στην επιβολή της συγκεντρωτικής εξουσίας του.

Έτσι, πρώτα τα γένη του Νίκου Κουτσονίκα και του Κολέτση Φωτομάρα που είχαν καταφύγει στο Ζάλογγο, δέχθηκαν την αιφνιδιαστική επίθεση 3.000 Τουρκαλβανών. Στη διάρκεια της μάχης «γυναίκες τινές ωσεί εξήκοντα, όλαι σχεδόν χήραι, ιδούσαι τον κίνδυνον αναπόφευκτον, επρόκρινον, παρά την πολυπαθή και κατησχυμένην αιχμαλωσίαν, τον ηρωικόν και στιγμιαίον θάνατον της αυτοκτονίας∙ αναβάσαι επί τινός κρημνώδους ύψους κατέρριπτον πρώτον τα τρυφερά και φίλτατα αυτών τέκνα, επομένως δε μία κατόπιν της άλλης ερρίπτοντο και αυταί αυθορμήτως από του κρημνού».

Ως άλλοι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι οι Σουλιώτισσες αρνήθηκαν να γίνουν σκλάβες των Τούρκων και, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο εθνικός μας ποιητής, «Τες εμάζωξε εις το μέρος / Του Ζαλόγγου το ακρινό / Της Ελευθεριάς ο έρως / Και ταις έμπνευσε χορό». Από τους 500 Σουλιώτες, μόλις οι 150 μπόρεσαν να διασωθούν και να μεταβούν στην Πάργα.

Αυτό το κορυφαίο ίσως γεγονός θυσίας γυναικών στην παγκόσμια ιστορία, καθώς επιλέγουν τον τιμημένο θάνατο «χωρίς γόγγυσμα κι αντάρα», η σχολή της αποδόμησης προσπάθησε να το παρουσιάσει ως έναν ακόμη συνωστισμό Ελλήνων, που πριν από εκείνον στο λιμάνι της Σμύρνης, μπορεί ίσως να «κατακρημνίστηκε απωθούμενο στην άκρη του γκρεμού από τους οπισθοχωρούντες μαχητές». Και βέβαια, η αμφισβήτηση γεγονότων που αποτέλεσαν σταθμό στη Σουλιώτικη ιστορία δεν περιορίζεται μόνο στο Ζάλογγο, καθώς αμφιβολίες εκφράζουν οι δορυφόροι της αποδομητικής σχολής για την πυρπόληση του Σαμουήλ στο Κούγκι και για την ανατίναξη της Δέσπως στον πύργο του Δημουλά.

Στη συνέχεια, στις 23 Δεκεμβρίου, τα Τουρκοαλβανικά στρατεύματα κινήθηκαν στη Ρινιάσα, όπου είχαν εγκατασταθεί είκοσι Σουλιώτικες οικογένειες από το γένος του Γιωργάκη Μπότση. Η γυναίκα του, η θρυλική Δέσπω, κλεισμένη με τις κόρες της, τις νύφες και τα εγγόνια της στον πύργο του Δημουλά, επέλεξε τον ένδοξο και ελεύθερο θάνατο και «δαυλί στο χέρι άρπαξε, κόρες και νύφες κράζει / σκλάβες Τουρκών μη ζήσωμεν, παιδιά, μαζί μ’ ελάτε. / Και τα φυσέκια άναψε, κι όλοι φωτιά γενήκαν».


Τέλος, ο Κίτσος Μπότσαρης, κατέφυγε με 1.200 Σουλιώτες στα Άγραφα, κοντά στο χωριό Σέλτσο, στη φυσικά οχυρή θέση της Μονής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Εκεί, τον Ιανουάριο του 1804, δέχθηκε επίθεση από Τουρκοαλβανικά στρατεύματα. Μετά από πολιορκία τριών μηνών, στις 7 Απριλίου 1804 το μοναστήρι κατελήφθη και μόνο 50 Σουλιώτες, ανάμεσά τους ο Κίτσος και ο γιος του Μάρκος, κατάφεραν να σωθούν και να βρουν καταφύγιο στην Πάργα.

Η Λένω Μπότσαρη, κόρη του Κίτσου, πολεμώντας γενναία κοντά στον Αχελώο ποταμό, περικυκλώθηκε από τα εχθρικά στρατεύματα και για να μη συλληφθεί, έπεσε στο ποτάμι και πνίγηκε. Οι αποδιωγμένοι από την πατρίδα τους Σουλιώτες εγκαταστάθηκαν στη συνέχεια στα Επτάνησα και κυρίως στην Κέρκυρα, όπου κατατάχθηκαν και υπηρέτησαν σε στρατιωτικά σώματα υπό τις διαταγές, αρχικά των Ρώσων και στη συνέχεια των Γάλλων και των Άγγλων.

Η δυνατότητα να επανακτήσουν τους ορεινούς όγκους του Σουλίου τους δόθηκε το 1820, όταν επωφελήθηκαν από τη σύγκρουση του Αλή πασά με τις Σουλτανικές δυνάμεις. Έτσι, στις 12 Δεκεμβρίου του 1820, το Σούλι ήταν και πάλι ελεύθερο, και μάλιστα η πρώτη Ελληνική περιοχή που απελευθερώθηκε από τον Τουρκικό ζυγό. Στη συνέχεια, οι Σουλιώτες, ενεργώντας σύμφωνα με τα διπλωματικά σχέδια της Φιλικής Εταιρείας, η οποία επεδίωκε τη διατήρηση της εμπόλεμης κατάστασης μεταξύ των Τούρκων και του Αλή, και καθοδηγούμενοι από τους Φιλικούς Χριστόφορο Περραιβό και Νικόλαο Φωτομάρα, συνέχισαν να μάχονται εναντίον των Τούρκων.

Στην αυγή του 1821, αφοσιώνονται στην υπόθεση της Ελληνικής Επανάστασης και ενωμένοι πια με τις δυνάμεις του μαχόμενου Ελληνισμού πολεμούν εναντίον του κοινού εχθρού, επιδεικνύοντας απαράμιλλη ανδρεία και χύνοντας αφειδώς το αίμα τους καθ’ όλη τη διάρκεια του Ιερού Αγώνα. Μετά το θάνατο του Αλή πασά, τα Σουλτανικά στρατεύματα στράφηκαν εναντίον των Σουλιωτών και τον Αύγουστο του 1822 τους οδήγησαν στην οριστική αποχώρησή τους από τις πατρογονικές τους εστίες, τις ποτισμένες με το αίμα των πολυετών αγώνων τους.

Από εκείνη τη στιγμή και μετά θα διακριθούν σε όλες τις σημαντικές συγκρούσεις του Αγώνα της Εθνεγερσίας και θα αναδειχθούν σε ένοπλη πρωτοπορία της Επανάστασης του 1821-32. Με τη γενναιότητά τους, το υψηλό τους φρόνημα και τη βαθιά τους πίστη στην αξία της ελευθερίας θα τιμήσουν και τα ιερά μας χώματα, στην κρισιμότερη πράξη της ιστορίας του νεότερου Ελληνισμού.

Οι απροσκύνητοι Σουλιώτες ανήκουν σε εκείνους που αγωνίστηκαν για την ελευθερία της πατρίδας τους, πολύ πριν ακουστούν οι σειρήνες της Επανάστασης, αντιδρώντας στη λογική της κυριαρχίας του παντοδύναμου Τούρκου δυνάστη. Η γενναιότητά τους και ο Έρως της Ελευθερίας, κατά το Διονύσιο Σολωμό, συνέθεταν αυτό που οι αρχαίοι Έλληνες αποκαλούσαν ευψυχία. Αυτή η δυσεύρετη αρετή στην εποχή μας έγινε τραγούδι στο στόμα του λαού, που εμπνεύστηκε από τα κατορθώματά τους και με ιδιαίτερη περηφάνια παρουσίασε τις θυσίες τους για την πατρίδα.

Η δημοτική μούσα, ασύγκριτα πλούσια στην εξύμνηση των Σουλιωτών, ο Διονύσιος Σολωμός, ο Λόρδος Βύρων, ο Ανδρέας Κάλβος, ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης και πλήθος άλλων λογοτεχνών έψαλαν τη ζωή τους και τις πράξεις αυθυπέρβασής τους, χάρη στις οποίες κρατήθηκε ζωντανή η Εθνεγερσία. Πολλοί ξένοι περιηγητές και ζωγράφοι μίλησαν μέσα από την τέχνη τους για τους αγώνες τους σε όλη τη διάρκεια του Αγώνα.


Γνήσια τέκνα του Ελληνισμού και της Ελληνικής παράδοσης με τον τρόπο σκέψης και της ζωής τους εξέφρασαν όλες τις αντινομίες της Ελληνικής φυλής, τα ελαττώματα και τις αρετές που χαρακτηρίζουν το γένος μας. Αναμφίβολα διαπαιδαγωγούμενοι να θεωρούμε «εθνικόν ό,τι είναι αληθές» κατά την παραίνεση του Σολωμού, και με επιβεβλημένη την απαλλαγή της ιστορίας μας από μυθοπλασίες χωρίς ιστορικό αντίκρισμα, δεν μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι υπήρχαν μόνο λαμπρές σελίδες στην πολύχρονη δράση τους στα άγρια βουνά της Ηπείρου και μετέπειτα στον Αγώνα της Εθνεγερσίας.

Ταυτόχρονα, όμως, κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι, όπως οι περισσότεροι Έλληνες αγωνιστές στο διάβα των αιώνων, «απέναντι στον εγωισμό τους όρθωσαν μια αυταπάρνηση τόσο πηγαία, που κατέπληξε και μέθυσε τους πάντες, ακόμη και τους ίδιους εκείνους που υπήρξαν οι ζωντανές αποδείξεις της». Το Ζάλογγο, το Σούλι, η Δέσπω και ο πύργος του Δημουλά, οι Τζαβελλαίοι και οι Μποτσαραίοι, είναι ταυτισμένα στο υποσυνείδητο των Ελλήνων με τον αγώνα για την ελευθερία της πατρίδας και για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

Και κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι οι Σουλιώτες καταλαμβάνουν κεντρικό ρόλο στην νεότερη Ελληνική ιστορία ως κορυφαίο σύμβολο όλων εκείνων των αξιών που συνιστούν την εθνική μας αξιοπρέπεια. Ο Γιώργος Καραμπελιάς στο τελευταίο εξαιρετικό πόνημα του Συνωστισμένες στο Ζάλογγο. Οι Σουλιώτες, ο Αλή πασάς και η αποδόμηση της ιστορίας, απάντηση στους θιασώτες της αναθεωρητικής σχολής, επισημαίνει χαρακτηριστικά:

«Το γεγονός ότι ζούμε σε μια αντιηρωική εποχή και έχουμε σχετικοποιήσει τα πάντα δεν μας επιτρέπει να βλέπουμε με το ματογυάλι του ύστερου απομυθοποιητικού εικοστού αιώνα ενέργειες και πράξεις ηρωισμού, με τις οποίες, επειδή δεν μπορούμε να αναμετρηθούμε, τις βάζουμε στο κρεβάτι του Προκρούστη».

Το μύθο τους οι Σουλιώτες τον έπλασαν οι ίδιοι, με τον αγώνα τους στο όνομα της πατρίδας και της ελευθερίας, καθώς πολέμησαν στην πρώτη γραμμή, αφήνοντας στην άκρη τις προσωπικές τους διαφορές και περιφρονώντας το θάνατο. Και επειδή κατά το στοχαστικό Λαοκράτη Βάσση «οι λαοί στα δύσκολα κρατιούνται από την ψυχή τους», οι σύγχρονες γενιές στο άκουσμά τους, σε μια Ελλάδα που βλέπει τα πάντα από την αρχή.

ΔΕΣ: ΚΙΤΣΟΣ ΤΖΑΒΕΛΑΣ (1801 - 1855)

Οι Προεπαναστατικές Ηγετικές Ομάδες (Προεστοί και Ιεράρχες)

Στις περιοχές που αποτέλεσαν το βασικό πυρήνα της Επανάστασης οι προεστοί, ο κλήρος και οι άνθρωποι των όπλων υπήρξαν οι ηγετικές ομάδες κατά την προεπαναστατική περίοδο. Οι συνθήκες κοινοτικής αυτοδιοίκησης, λιγότερο ή περισσότερο διευρυμένης ανά περίπτωση, που εξασφάλιζε το Οθωμανικό διοικητικό σύστημα οδήγησε σε περιοχές που πληθυσμιακά υπερτερούσε συντριπτικά το Ελληνικό/Χριστιανικό στοιχείο στην οικονομική ευρωστία και την κοινωνικο-πολιτική ανάδειξη της κοινοτικής ηγεσίας.

Οι κοινοτικοί άρχοντες διεκπεραίωναν τις οικονομικές υποχρεώσεις των κοινοτήτων και διαμεσολαβούσαν στην επικοινωνία τους με την Οθωμανική διοίκηση. Οι ισχυρότεροι από αυτούς, οι προεστοί, οι πρόκριτοι, οι προύχοντες ή οι κοτζαμπάσηδες όπως τους αποκαλούσαν, συμμετείχαν σε επαρχιακά διοικητικά όργανα με συμβουλευτικό χαρακτήρα. Ο ρόλος τους επέτρεπε τη συμμετοχή τους στους φοροδοτικούς μηχανισμούς (υπενοικιάσεις φόρων), δραστηριότητα που τους επέφερε μεγάλα κέρδη.


Σε ορισμένες περιπτώσεις όπως στην Πελοπόννησο συμμετείχαν σε συμβουλευτικά όργανα της περιφερειακής διοίκησης (πασαλίκι), αποκτώντας περιουσία (συνήθως γη), κοινωνική επιρροή και πολιτική δύναμη. Τέτοιες ήταν οι οικογένειες Σισίνη από τη Γαστούνη, Λόντου από το Αίγιο, Ζαΐμη και Χαραλάμπη από τα Καλάβρυτα και Δεληγιάννη από την Καρύταινα, οι οποίες βρέθηκαν από τις αρχές της επανάστασης επικεφαλής των περιοχών τους και υπήρξαν πρωταγωνιστές στις πολιτικές διαμάχες και συγκρούσεις ως το 1833.

Συμπρωταγωνιστές των Μοραϊτών προυχόντων, άλλοτε ως σύμμαχοι κι άλλοτε ως αντίμαχοι, υπήρξαν οι ισχυρές οικογένειες προυχόντων των νησιών του Αργοσαρωνικού και των Κυκλάδων. Τα ειδικά προνόμια και το διευρυμένο σε σχέση με άλλες περιοχές σύστημα κοινοτικής αυτοδιοίκησης επέτρεψε στην κοινοτική ηγεσία των νησιών να αποκτήσει κοινωνικοπολιτική δύναμη παρόμοια με εκείνη των Πελοποννήσιων. Εμπλέκονταν κι αυτοί στους φοροδοτικούς μηχανισμούς, τα κέρδη τους ωστόσο δεν επενδύονταν στη γη αλλά σε πλοία.

Η ναυτιλία και το εμπόριο υπήρξαν κατά το 18ο αιώνα επικερδείς δραστηριότητες, ιδίως για νησιά όπως η Ύδρα και οι Σπέτσες, όπου κυριαρχούσαν οι οικογένειες Κουντουριώτη και Μποτάση αντίστοιχα. Οι ναπολεόντειοι πόλεμοι και ο αποκλεισμός που επέβαλε η Αγγλία στους θαλάσσιους δρόμους της Ανατολικής Μεσογείου αποδείχτηκαν ευνοϊκές συνθήκες για τους νησιώτες προύχοντες και καραβοκυραίους. Τα πλοία τους συμπεριέλαβαν την άρση του ναυτικού αποκλεισμού και την πειρατεία στις συνήθεις ναυτιλιακές και εμπορικές τους δραστηριότητες, οδηγημένα από τολμηρούς καπετάνιους όπως ο Μιαούλης.

Ηγετική ήταν και η παρουσία του ανώτερου κλήρου. Οι κοσμικές εξουσίες με τις οποίες είχε περιβληθεί ο Πατριάρχης, ο οποίος στο Οθωμανικό σύστημα λειτουργούσε ως ηγέτης των κατακτημένων Ορθόδοξων Χριστιανών, έφτανε και στο επίπεδο της επαρχιακής διοίκησης με τη συμμετοχή αρχιερέων σε επαρχιακά και περιφερειακά συμβουλευτικά όργανα. Αρχιερείς όπως ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ή ο Βρεσθένης Θεοδώρητος πρωταγωνίστησαν πολιτικά ιδίως στα δύο τρία πρώτα χρόνια της επανάστασης.

Η πολιτική σημασία του κλήρου ατόνισε σταδιακά, ιδίως μετά την απόσχιση της Εκκλησίας της Ελλάδος από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και την υπαγωγή της στον έλεγχο της κρατικής εξουσίας.

Κλέφτες και Αρματολοί

Στις ορεινές περιοχές της Ρούμελης διαμορφώθηκε στη διάρκεια της Οθωμανικής κατάκτησης ένα ιδιότυπο σύστημα τοπικής ασφάλειας. Η προστασία των κοινοτήτων από την παράνομη δράση ένοπλων ομάδων, των κλεφτών, ανατίθετο από τις τοπικές Οθωμανικές αρχές στους αρματολούς. Επρόκειτο για ομάδες ενόπλων που μισθοδοτούνταν από τις κοινότητες και αποκτούσαν προνόμια (οπλοφορία, απαλλαγή από φόρους), μέσω των οποίων αναδείχτηκαν σε τοπικής εμβέλειας ηγετικές ομάδες.

Για να διατηρήσουν τη θέση τους, οι αρματολοί θα έπρεπε να καταστείλουν τη δράση των κλεφτών. Αν δε συνέβαινε αυτό, ενεργοποιούνταν μηχανισμοί αντικατάστασής τους. Στη θέση της έκπτωτης ομάδας αρματολών αναδεικνυόταν συνήθως η ισχυρότερη ομάδα των κλεφτών που με την έκνομη δράση της (λεηλασίες, καταστροφές, παράνομη φορολόγηση) είχε αποδείξει την ικανότητά της στη χρήση της βίας. Στη διάρκεια της δράσης της, μια ομάδα ενόπλων περνούσε συχνά από τη νομιμότητα (αρματολός, διώκτης) στην παρανομία (κλέφτης, διωκόμενος).

Από το 18ο αιώνα η οικονομική και κοινωνικοπολιτική δύναμη των οικογενειών των αρματολών είχε υποσκελίσει εκείνη των προυχόντων στις περισσότερες ορεινές επαρχίες της Ρούμελης. Στις απαρχές της επανάστασης ένοπλοι σαν το Βαρνακιώτη και τον Ανδρούτσο φάνηκε να κυριαρχούν στη Στερεά Ελλάδα, σύντομα όμως εξουδετερώθηκαν, εξοντώθηκαν ή ελέγχτηκαν από νεοπαγείς πολιτικούς παράγοντες που αναδείχτηκαν στη διάρκεια της επανάστασης (Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, Ιωάννης Κωλέττης).


Ο αρματολισμός δεν αναπτύχθηκε στην Πελοπόννησο. Εκεί, η αντιμετώπιση των κλεφτών από τις Οθωμανικές αρχές και τους προύχοντες υπήρξε αποτελεσματικότερη. Ισχυρές οικογένειες κλεφτών όπως οι Κολοκοτρωναίοι εκμισθώνονταν κάποτε από τους προύχοντες και λειτουργούσαν ως ιδιωτικός στρατός. Οι κάποι, όπως τους αποκαλούσαν, σε καμιά περίπτωση δεν απέκτησαν προεπαναστατικά την οικονομική ευμάρεια, την κοινωνικοπολιτική δύναμη και το κύρος των καπετάνιων της Ρούμελης και των άλλων περιοχών, όπου αναπτύχθηκε το σύστημα του αρματολισμού (Ήπειρος, Θεσσαλία, Δ. Μακεδονία).

Στη διάρκεια της επανάστασης όσοι δεν ακολούθησαν τον Κολοκοτρώνη, στηρίζοντας την ανάδειξή του σε πρωταγωνιστικό πολιτικό παράγοντα, συνέχισαν να βρίσκονται στο πλευρό των προυχόντων.

Ο Φιλελληνισμός

Από τις απαρχές της η Ελληνική Επανάσταση είχε την τύχη να δεχτεί τη βοήθεια ενός δυναμικού ρεύματος υποστήριξης που αναπτύχθηκε στις σημαντικότερες πόλεις της Ευρώπης. Ο φιλλεληνισμός, όπως ονομάστηκε αυτό το ρεύμα, πρόσφερε σημαντική βοήθεια στην Ελληνική υπόθεση. Πρώτον, με την αποστολή χρημάτων, εφοδίων και εθελοντών. Δεύτερον, ασκώντας πίεση στις Ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, ώστε να προχωρήσουν σε μια ευνοϊκή ρύθμιση για τους Έλληνες επαναστάτες.

Το ρεύμα αυτό παρά την ύφεση που κάποιες χρονιές γνώρισε, έλκυσε το ενδιαφέρον ορισμένων από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της εποχής. Διανοούμενοι, πανεπιστημιακοί, άνθρωποι των τεχνών και των γραμμάτων εργάστηκαν εθελοντικά προπαγανδίζοντας υπέρ της Ελληνικής υπόθεσης. Επιπλέον, ένας σημαντικός αριθμός εθελοντών προσήλθε στις επαναστατημένες περιοχές, για να πολεμήσει για τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου Ελληνικού κράτους. Ανάμεσά τους βρέθηκαν γνωστοί στρατιωτικοί της εποχής των Ναπολεόντειων πολέμων, φοιτητές, κυνηγημένοι επαναστάτες ακόμη και τυχοδιώκτες ή καιροσκόποι, για τους οποίους η Ελληνική επανάσταση φάνταζε ως περιπέτεια και μάλιστα επικερδής.

Ανεξάρτητα από τους πολλούς λόγους, τους διαφορετικούς τρόπους και τις ασύμβατες κάποτε προσδοκίες που στήριξαν στην Ελληνική υπόθεση, όλοι αυτοί συνέβαλαν στο να διατηρηθεί ζωντανό το ενδιαφέρον της Ευρωπαϊκής κοινής γνώμης για την Ελληνική επανάσταση, ιδίως στα σημαντικά αστικά κέντρα της Ευρώπης.

Η διάδοση που γνώρισε το ενδιαφέρον για την αρχαία Ελλάδα στην Ευρώπη του ύστερου 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα υπήρξε ο ένας από τους δυο βασικούς λόγους ανάπτυξης του φιλελληνισμού. Η ιδέα της δημιουργίας Ελληνικού κράτους στα εδάφη που ήκμασε η Ελληνική Αρχαιότητα φάνταζε γοητευτική, ιδίως στα μορφωμένα και οικονομικά εύρωστα αστικά στρώματα των Ευρωπαϊκών κοινωνιών. Η πολιτική κατάσταση στην Ευρώπη μετά το τέλος των Ναπολεόντειων πολέμων υπήρξε η δεύτερη πηγή τροφοδότησης του φιλελληνισμού.

Η παλινόρθωση των παλαιών καθεστώτων, η πίεση και οι διώξεις που γνώρισαν τα φιλελεύθερα, ριζοσπαστικά και επαναστατικά στοιχεία μετά το 1815 δεν έδινε και πολλά περιθώρια έκφρασης και πολύ περισσότερο προώθησης των πολιτικών και κοινωνικών αιτημάτων που είχαν τεθεί από την εποχή της Γαλλικής Επανάστασης. Επιπλέον, οι επαναστατικές κινήσεις καταπνίγονταν γρήγορα η μία μετά την άλλη. Στις συνθήκες αυτές η Ελληνική επανάσταση αποτέλεσε πηγή έμπνευσης και προσδοκιών που παρότι έμελλε στο τέλος να διαψευστούν, στάθηκαν ικανές να κινητοποιήσουν αρκετούς για την ευτυχή της κατάληξη.


Οι Εθελοντές

Με δυο κυρίως τρόπους εκφράστηκε το ρεύμα του φιλελληνισμού στις Ευρωπαϊκές χώρες. Συστήθηκαν κομιτάτα, επιτροπές προπαγάνδισης και ενίσχυσης της Ελληνικής Επανάστασης, ενώ οργανώθηκαν αρκετές αποστολές εθελοντών, οι οποίοι έσπευσαν να πολεμήσουν στο πλευρό των Ελλήνων επαναστατών. Αν και ο αριθμός τους δεν είναι με ακρίβεια γνωστός, υπολογίζεται ότι περισσότεροι από χίλιοι προσήλθαν στις επαναστατημένες περιοχές. Από αυτούς περίπου το ένα τρίτο δε γύρισε πίσω.

Οι περισσότεροι έφτασαν τα δύο πρώτα χρόνια της επανάστασης, ενώ ένα δεύτερο κύμα εθελοντών προκάλεσε η εγκατάσταση και ο θάνατος του λόρδου Μπάιρον στο Μεσολόγγι (1824). Μεταξύ αυτών βρέθηκαν άνθρωποι με διαφορετικά κοινωνικά, πολιτικά, μορφωτικά και εθνικά χαρακτηριστικά. Στην πλειονότητά τους ωστόσο ήταν παλαίμαχοι στρατιώτες και αξιωματικοί των Ναπολεόντειων πολέμων που αναζητούσαν δόξα και πλούτο σε περιφερειακές συγκρούσεις είτε γιατί από το 1815 και μετά βρέθηκαν χωρίς απασχόληση είτε γιατί είχαν τεθεί σε δυσμένεια εξαιτίας των πολιτικών τους ιδεών.

Ο Σκωτσέτζος συνταγματάρχης Γκόρντον (Τ. Gordon) και ο αξιωματικός του ναυτικού Άστιγξ (Fr. Hastings) είναι μερικοί από αυτούς. Πολλοί πέθαναν, άλλοι έφυγαν απογοητευμένοι, κάποιοι ξαναγύρισαν. Δεν έλειψαν τέλος εκείνοι που άλλαξαν στρατόπεδο και επέστρεψαν στις επαναστατημένες περιοχές με διαφορετικούς σκοπούς αλλά για τους ίδιους λόγους. Πλάι στους επαγγελματίες του πολέμου βρέθηκαν και άλλοι που τα κίνητρά τους ήταν εντελώς διαφορετικά. Ήταν άνθρωποι που αγωνίζονταν για έναν κόσμο κοινωνικά και πολιτικά δικαιότερο.

Από ανθρώπους σαν το λόρδο Μπάιρον και τον Στάνχοπ (Stanhope) που συμμερίζονταν τις ιδέες του κοινωνικού φιλόσοφου Τζ. Μπένθαμ (Bentham) έως τον περιβόητο Ιταλό Καρμπονάρο κόμη Σανταρόζα (Santarosa), όλο το φάσμα των φιλελεύθερων και ριζοσπαστικών ιδεών και των ανατρεπτικών κινημάτων της καθεστηκυίας στην Ευρώπη τάξης πραγμάτων έδωσε το παρόν του στην Ελληνική επανάσταση.

Μαθημένοι να δρουν σε διαφορετικά οργανωμένα ένοπλα σώματα και να ακολουθούν άλλες πολεμικές τακτικές, οι Ευρωπαίοι εθελοντές μάλλον δεν τα κατάφεραν και τόσο καλά στα πεδία των μαχών. Παρότι δεν τους έλειψε ο ηρωισμός, βρέθηκαν συχνά εκτεθειμένοι, ανίκανοι να αντιδράσουν στους εφορμούντες Οθωμανούς ενόπλους. Στη μάχη στο Πέτα τον Ιούλιο του 1822, μια από τις σοβαρότερες ήττες της Ελληνικής πλευράς, το σώμα των εθελοντών καθώς και των Επτανήσιων ήταν τα μόνα που είχαν συντριπτικές απώλειες.

Υποτιμούσαν τις ικανότητες των ντόπιων ενόπλων, δε γνώριζαν τον κλεφτοπόλεμο κι ούτε επιθυμούσαν να πολεμούν κατ' αυτόν τον τρόπο. Από την άλλη, γνώρισαν τη δυσπιστία και κάποτε την εχθρότητα των ντόπιων ενόπλων, οι οποίοι δεν ήθελαν να καθορίζουν άλλοι το πώς θα πολεμούν ούτε επιθυμούσαν να καρπωθούν ξένοι τη δόξα και τα πλούσια λάφυρα μιας νίκης. Το κλίμα της δυσπιστίας της μιας πλευράς προς την άλλη γίνεται φανερό, συχνά με δηκτικές παρατηρήσεις, στα απομνημονεύματα που εξέδωσαν αγωνιστές της Ελληνικής επανάστασης, ντόπιοι και ξένοι.


Τα Κομιτάτα

Tο ρεύμα του φιλελληνισμού στις χώρες τις δυτικής Ευρώπης εκφράστηκε μέσα από επιτροπές, τα λεγόμενα κομιτάτα που ανέλαβαν την προβολή και την ενίσχυση του αγώνα των επαναστατημένων Ελλήνων. Oι πρώτες κινήσεις εμφανίστηκαν σε γερμανικές πόλεις και σε Γερμανόφωνες κυρίως περιοχές της Ελβετίας. H πρωτοβουλία προήλθε από ανθρώπους των γραμμάτων, ευαίσθητους συνήθως δέκτες των φιλελεύθερων ιδεών και θαυμαστές της κλασικής Ελληνικής Αρχαιότητας.

Tον Αύγουστο του 1821 ιδρύθηκε το φιλελληνικό κομιτάτο της Στουτγκάρδης και ακολούθησε η ίδρυση αντίστοιχων επιτροπών σε αρκετές γερμανικές πόλεις. Tο φθινόπωρο του ίδιου έτους οργανώθηκαν τα κομιτάτα της Ελβετίας, πρώτα στη Ζυρίχη και κατόπιν στη Λοζάνη και τη Γενεύη. Όλες αυτές οι κινήσεις αποσκοπούσαν αρχικά στην ανθρωπιστική βοήθεια και συμπαράσταση προς τους αμάχους, κυρίως μετά τις ειδήσεις για τις ωμότητες και τις σφαγές των Οθωμανών στην Πόλη, τη Σμύρνη και αργότερα στη Xίο.

Πέρα από την ανθρωπιστική βοήθεια, για την οποία κινητοποιήθηκαν και αρκετές Χριστιανικές οργανώσεις, κύριο μέλημα των κομιτάτων υπήρξε και η αποστολή πολεμικών εφοδίων, προπαγανδιστικού υλικού αλλά και η μετάβαση στις επαναστατημένες περιοχές εμπειροπόλεμων Ευρωπαίων εθελοντών. Παράλληλα, δόθηκε βάρος και στη μορφωτική βοήθεια, με υποτροφίες για σπουδές σε Γαλλικά και Αγγλικά εκπαιδευτικά ιδρύματα, αλλά και στην αποστολή εκπαιδευτικού υλικού στις επαναστατημένες περιοχές.

H αριθμητική υπεροχή εθελοντών από τις Γερμανόφωνες περιοχές, ιδίως κατά τα πρώτα χρόνια της επανάστασης, αντανακλά σ' ένα βαθμό τη δυναμική του φιλελληνικού κινήματος στις περιοχές αυτές. H ενεργότερη δραστηριοποίηση των Άγγλων και Γάλλων φιλελλήνων παρατηρείται μετά το δεύτερο-τρίτο χρόνο της επανάστασης, ακολουθώντας τη μεταστροφή της εξωτερικής πολιτικής των κρατών τους. Βέβαια, ο κύκλος του Κοραή στο Παρίσι προσπάθησε αρκετά νωρίς να πάρει φιλελληνικές πρωτοβουλίες.

Όμως μόνο μετά το 1823 η δράση αυτή παίρνει ουσιαστικό χαρακτήρα, με τη συγκέντρωση ενός σημαντικού ποσού, ενώ παράλληλα ξεκίνησε η λειτουργία της φιλελληνικής επιτροπής της Μασσαλίας. Σημαντική βοήθεια στην οργάνωση του φιλελληνικού κινήματος στη Γαλλία και την Ελβετία πρόσφερε ο Ελβετός τραπεζίτης Εϋνάρδος, ο οποίος υπήρξε προσωπικός φίλος του Καποδίστρια και πρωτοστάτησε στη δημιουργία των κομιτάτων του Παρισιού και της Γενεύης.

Eιδικά η Φιλανθρωπικής Εταιρείας υποστήριξης των Ελλήνων στο Παρίσι έγινε το κέντρο συντονισμού των ενεργειών των κομιτάτων όλης της Ευρώπης. Στην Αγγλία, ιδρύθηκε το 1823 η Φιλελληνική Επιτροπή του Λονδίνου, με την οποία βρισκόταν σε επαφή ο πολιτικός φιλόσοφος Μπένθαμ (J. Bentham). H επιτροπή αυτή έπαιξε ουσιαστικό ρόλο στην επαφή των Ελλήνων επαναστατών με επίσημους Βρετανικούς φορείς, κυρίως δε στα θέματα που αφορούσαν τη χορήγηση των εξωτερικών δανείων.


Τοπικοί Οργανισμοί και Κεντρική Διοίκηση

Η συγκρότηση κεντρικών πολιτικών θεσμών και μάλιστα σύγχρονου, δυτικού τύπου στάθηκε το μεγαλύτερο ίσως διακύβευμα της Επανάστασης, όπως βέβαια και αυτό της πολιτικής ανεξαρτησίας.

Η διαμόρφωση κεντρικής πολιτικής σκηνής -η Προσωρινή Διοίκηση ή Διοίκηση όπως συνήθως αναφέρεται- και η συγκέντρωση των πολιτικών διεργασιών σε αυτήν σήμαινε, πρωταρχικά και κύρια, την αποδιοργάνωση των τοπικών και περιφερειακών κέντρων εξουσίας και των πολιτικοδιοικητικών οργανισμών που συστήθηκαν σ' όλες τις επαναστατημένες περιοχές κατά τους πρώτους μήνες της έναρξης της επανάστασης.

Τέτοιοι οργανισμοί λειτούργησαν στην Πελοπόννησο (Αχαϊκό Διευθυντήριο, Μεσσηνιακή Γερουσίαή Σύγκλητος, Καγκελαρία της Αργολίδος κ.ά. που σύντομα ενοποιήθηκαν σε Πελοποννησιακή Γερουσία), τη Δυτική (Οργανισμός Δυτικής Χέρσου Ελλάδος) και την Α. Στερεά (Νομική Διάταξη της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος-Άρειος Πάγος) και την Κρήτη (Πολίτευμα της Νήσου Κρήτης).

Στα νησιά, που προεπαναστατικά απολάμβαναν ένα καθεστώς λιγότερο ή περισσότερο διευρυμένης κοινοτικής αυτοδιοίκησης, ακολουθήθηκαν οι προϋπάρχουσες μορφές κοινοτικής οργάνωσης. Εξαίρεση αποτέλεσε η Σάμος, με το τοπικό πολίτευμα που εγκαθίδρυσε εκεί ο Λυκούργος Λογοθέτης.

Ορισμένα από τα περιφερειακά πολιτικά μορφώματα που λειτούργησαν στα πρώτα χρόνια της επανάστασης θυμίζουν κοινοτικούς θεσμούς διαμορφωμένους από την εποχή της Οθωμανικής κυριαρχίας. Η Πελοποννησιακή Γερουσία για παράδειγμα ανακαλούσε την τακτική συγκέντρωση των σημαντικότερων Μοραϊτών προκρίτων στους ύστερους χρόνους της Οθωμανικής κατάκτησης.

Στη Ρούμελη πάλι, όπου η ισχυρή προεπαναστατικά παρουσία των αρματολών στάθηκε φραγμός σε μια ανάλογη θεσμική εξέλιξη των κοινοτικών θεσμών, οι πολιτικοδιοικητικοί οργανισμοί που συστήθηκαν μετά την επανάσταση ήταν έργο Φαναριωτών και άλλων επιφανών ετεροχθόνων. Συστήνοντας και ελέγχοντας τους οργανισμούς αυτούς άνθρωποι σαν τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο και το Θεόδωρο Νέγρη επιχείρησαν και σε μεγάλο βαθμό πέτυχαν να στηρίξουν την πολιτική τους παρουσία στους κόλπους των επαναστατών.

Παρά τη σύσταση κεντρικών πολιτικών οργάνων από τον πρώτο χρόνο της επανάστασης (Εθνοσυνέλευση: Το Πολίτευμα της Επιδαύρου) οι τοπικοί οργανισμοί δεν καταργήθηκαν ούτε υπάχθηκαν στη Διοίκηση. Αντίθετα, τα αδύναμα όργανα της κεντρικής διοίκησης δεν κατάφεραν να επιβάλουν τη δική τους εξουσία στις διάφορες περιοχές. Οι κεντρικοί πολιτικοί θεσμοί φαίνεται να κατισχύουν μόνο μετά το 1824 κι αφού έχουν προηγηθεί αρκετοί μήνες σφοδρών εμφύλιων συγκρούσεων.

Κι ενώ η επανάσταση έφθινε διαρκώς από το 1825 και μετά στα πεδία των μαχών, η κατίσχυση των θεσμών της κεντρικής διοίκησης έναντι των τοπικών κέντρων εξουσίας ήταν αντιστρόφως ανάλογη. Η δολοφονία του Καποδίστρια, κατά τη διακυβέρνηση του οποίου (1828-31) τέθηκαν για πρώτη φορά με συστηματικό τρόπο οι βάσεις για τη συγκρότηση ενός σύγχρονου συγκεντρωτικού κράτους, δε στάθηκε ικανή να ανατρέψει τη δυναμική των εξελίξεων. Η διαδικασία ενοποίησης του πολιτικού πεδίου με βασικό άξονα αναφοράς μια ισχυρή κεντρική εξουσία ολοκληρώθηκε στις πρώτες δεκαετίες της βασιλείας του Όθωνα (1833-62).


Νεοελληνικός Διαφωτισμός

Ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός είναι ιδεολογικό, φιλολογικό, γλωσσικό και φιλοσοφικό ρεύμα που επιχείρησε να μεταφέρει τις ιδέες και τις αξίες του Ευρωπαϊκού διαφωτισμού στον χώρο του υπόδουλου γένους.

Με τον όρο διαφωτισμός εννοείται η πνευματική κίνηση που σημειώθηκε στη Δυτική Ευρώπη στα τέλη του 17ου αιώνα, με κύριους στόχους τη λύτρωση του ανθρώπινου πνεύματος από τις προλήψεις, τις δεισιδαιμονίες, την αυθεντία του κράτους και της εκκλησίας και την επικράτηση του ορθού λόγου, της πνευματικής ελευθερίας, της ανεξιθρησκίας και του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Οι ιδέες του διαφωτισμού διαχύθηκαν στον Ελληνικό χώρο, όταν διαμορφώθηκαν οι κατάλληλες συνθήκες στις αρχές του 18ου αιώνα με την ανάθεση της εξουσίας των παραδουνάβιων ηγεμονιών σε Έλληνες ηγεμόνες και αργότερα με τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή, το 1774.

Κύριοι φορείς του νεοελληνικού διαφωτισμού είναι οι Έλληνες που ζουν στην δύση. Αυτοί παρακολουθούν από κοντά όλες τις αλλαγές που γίνονται στην σκέψη, παρακολουθούν τις ανακαλύψεις πάνω στις νέες τεχνικές, ανακαλύπτουν τις ιδεολογικές αρχές πάνω στις οποίες πραγματοποιείται η Γαλλική επανάσταση. Αυτό το κοινωνικό και πολιτικό γεγονός δανείζει τις αρχές στον Νεοελληνικό διαφωτισμό.

Εκείνη την εποχή η Ευρώπη ανακαλύπτει τον φιλελευθερισμό και την ανάγκη της αυτοδιάθεσης των λαών. Οι Έλληνες της Δύσης αντιλαμβάνονται πως μόνο με την πνευματική αναγέννηση των υποδούλων θα μπορέσει να ωριμάσει η ιδέα της επανάστασης. Μέσα σε αυτά τα δεδομένα πολλοί μορφωμένοι Έλληνες συμμετείχαν στην διάδοση των ιδεών του διαφωτισμού, που προσαρμόστηκαν στις ανάγκες του υπόδουλου γένους.

Η Αγγλική βιομηχανική επανάσταση διαδόθηκε στη Γαλλία και τις Κάτω Χώρες, οδηγώντας την αστική τάξη σε ανοδική πορεία. Ωστόσο, στην κεντρική, τη νότια και την ανατολική Ευρώπη εξουσίαζε στη συγκεκριμένη περίοδο η αριστοκρατία. Οι λαϊκές τάξεις, αγροτικές ως επί το πλείστον, υπέφεραν εξαιτίας της οικονομικής αστάθειας και της επακόλουθης αύξησης των τιμών. Το αποτέλεσμα ήταν η διαφοροποίηση της βορειοδυτικής Ευρώπης, που άρχισε να εκσυγχρονίζεται και της υπόλοιπης ηπείρου που έμεινε στο περιθώριο.

Η Αγγλική αστική επανάσταση του 17ου αι., η Γαλλική του 18ου και ο πόλεμος ανεξαρτησίας των Η.Π.Α. στράφηκαν ένάντια σε ένα παρηκμασμένο πλέον φεουδαρχικό σύστημα, που αποτελούσε εμπόδιο στην αστική ανάπτυξη. Η βιομηχανική επανάσταση άλλαξε ριζικά την παραγωγική ικανότητα σε πολλά πεδία και τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας, αλλάζοντας ριζικά τη μορφή των παραδοσιακών κοινωνιών και των οικονομιών του Ευρωπαϊκού κόσμου.

Κατόπιν η Γαλλική Επανάσταση προσέφερε το ιδεολογικό υπόβαθρο μιας διαφορετικής πολιτικής και κοινωνικής άποψης και έγινε η έμπνευση για έναν οικουμενικό, σχεδόν, ξεσηκωμό, με στόχο τον εθνικό αυτοπροσδιορισμό. Ο όρος οικουμενικός δικαιολογείται, αν ανατρέξει κανείς σε παγκόσμιους ιστορικούς χάρτες και δει πόσα απελευθερωτικά κινήματα διαδραματίστηκαν ανάμεσα στο 1811 και το 1840, παράλληλα με την παγκόσμια Βρετανική οικονομική διείσδυση –διείσδυση που άντλησε τη δύναμή της από τη βιομηχανική επανάσταση.


Ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός –προϊόν πολιτισμικής διάχυσης- θα μπορούσε να αποτιμηθεί ως παρακλάδι του του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού. Ο ίδιος ο όρος προέρχεται από τη μετάφραση των αντίστοιχων όρων της Αγγλικής, γερμανικής και Ιταλικής γλώσσας. Συνεπώς είναι σκόπιμο να γνωρίζει κανείς τι εννοούσαν οι Ευρωπαίοι διανοητές με τον όρο διαφωτισμός.

Ως ιδεολογία του διαφωτισμού θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν οι ιδέες και οι αξίες που διαμορφώθηκαν από την παιδεία της βορειοδυτικής Ευρώπης κατά τον 18ο αιώνα, πριν από τη Γαλλική Επανάσταση. Η αφετηρία αυτής της νέας ιδεολογίας βρίσκεται στον αρχαιοελληνικό στοχασμό, τον οποίο οι εκπρόσωποί της μελέτησαν σε βάθος, αλλά στηρίχθηκε κυρίως στις σύγχρονες επιστημονικές ανακαλύψεις, με χαρακτηριστικούς εκπρόσωπους τον Γαλιλαίο και τον Νεύτωνα.

Επιδίωξη των Ευρωπαίων Διαφωτιστών ήταν η υπερίσχυση του σύγχρονου πνεύματος εις βάρος των κατεστημένων ιδεών της θρησκευτικής μισαλλοδοξίας, του δογματισμού, της άγνοιας και της προκατάληψης. Η ριζική αμφισβήτηση των καθιερωμένων αυθεντιών, ο προβληματισμός γύρω από τη φύση, τις πηγές και τα όρια της γνώσης, η πίστη στην ανθρώπινη δυνατότητα παραγωγής γνώσης, ο ορθός λόγος και ο ελεύθερος στοχασμός είναι τα κύρια στοιχεία που διαμόρφωσαν το ιδεολογικό πλαίσιο του κινήματος του Διαφωτισμού. Όπως είναι ίσως φυσικό ο νεοελληνικός διαφωτισμός εκκινήθηκε σε περιοχές στις οποίες ήκμαζε το Ελληνικό στοιχείο σε διάφορους τομείς δραστηριότητας.

Τα υπάρχοντα μέσα εκπαίδευσης, δηλαδή οι σχολές, οι ακαδημίες και τα Ελληνικά τυπογραφεία, βοήθησαν τις διαδικασίες της αφομοίωσης και ενδεχομένως της μετάλλαξης των ιδεών. Στις ίδιες περιοχές υπήρχε οικονομική ανάπτυξη, με αποτέλεσμα να γνωρίσει ιδιαίτερη άνθηση η παιδεία. Οι Έλληνες έμποροι και λόγιοι ήλθαν σε επαφή με το Ευρωπαϊκό πνεύμα και μεταφράστηκαν σε σύντομο χρονικό διάστημα στην Ελληνική τα έργα του Λοκ, του Καρτέσιου, του Ρουσό, του Λάιμπνιτς και του Βολταίρου.

Ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός, όπως και ο Δυτικοευρωπαϊκός, εναντιώνεται στο πολιτικό, κοινωνικό και θρησκευτικό κατεστημένο της εποχής του. Ζητά παιδεία για όλους και απαλλαγή του ανθρώπου από την πρόληψη και τη δεισιδαιμονία. Παρουσιάζει ωστόσο όμως δυο σημαντικές διαφορές. Ως ιδεολογικό ρεύμα απευθύνθηκε σε υπόδουλους και συνεπώς το κύριο αίτημά του υπήρξε η απελευθέρωση του Έθνους.

Στην παιδεία εναπόθεσαν οι Έλληνες –ιδιαίτερα ο Κοραής- ένα μεγάλο μέρος των ελπίδων τους για απελευθέρωση. Από την άλλη, η παραγωγή της ιδεολογίας του Ελληνικού διαφωτισμού φαίνεται πως υπήρξε έργο μεμονωμένων προσωπικοτήτων, σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε στην υπόλοιπη Ευρώπη.


Ανάμεσα στις πολλές σημαντικές προσωπικότητες του Νεοελληνικού διαφωτισμού διακρίνονται οι:

· Μεθόδιος Ανθρακίτης 1660-1736
Εφημέριος στο ναό του Αγίου Γεωργίου της Βενετίας και διορθωτής κειμένων αρχικά στον εκδοτικό οίκο στη Βενετία των Γλυκήδων από τα Ιωάννινα και από το 1710-1722 Διευθυντής στη Σχολή Κυρίτζη στην Καστοριά και στη συνέχεια στη Σιάτιστα και στη Μπαλάνειο Σχολή των Ιωαννίνων.

· Ευγένιος Βούλγαρης 1716-1806
Είναι ένας σημαντικός εκπρόσωπος του νεοελληνικού διαφωτισμού. Υπήρξε θαυμαστής του Βολτέρου και ο πιο θερμός υποστηρικτής του. Έγραψε πολλά επιστημονικά, φιλοσοφικά και θεολογικά συγγράμματα.

· Ιώσηπος Μοισιόδαξ 1730-1800
Ασχολήθηκε με τα παιδαγωγικά και τις φυσικές επιστήμες. Στο γλωσσικό πρόβλημα, σε ποια γλώσσα θα φωτιζόταν το έθνος, τάχθηκε υπέρ της Κοινής.

· Δημήτρης Καταρτζής-Φωτιάδης 1730-1800
Προοδευτική προσωπικότητα που επηρεάστηκε από το Γαλλικό διαφωτισμό. Οι φιλοσοφικές του αντιλήψεις βρίσκονται μέσα στο δοκίμιό του Γνώθι σαυτόν.

· Αδαμάντιος Κοραής 1748-1833
Η προσωπικότητα του Κοραή σημάδεψε την Ελλάδα και από μορφωτική και από πολιτική άποψη. Οι γνώσεις του και η παρουσία του στην Ελλάδα και στο εξωτερικό τον κατατάσσουν ανάμεσα στους κορυφαίους φιλόλογους στον Ευρωπαϊκό χώρο.

· Ρήγας Φεραίος 1757-1798
Γεννήθηκε στο Βελεστίνο της Θεσσαλίας το 1757. Σπούδασε στην Ελλάδα και στο εξωτερικό όπου και αρχίζει την πολιτική του προσπάθεια. Τα έργα του Ρήγα έχουν πολιτικό, ιδεολογικό και επαναστατικό περιεχόμενο και είναι επηρεασμένος από το Γαλλικό πνεύμα. Πέρα από το συγγραφικό του έργο και την πολιτική του δράση ενδιαφέρθηκε για την εκπαίδευση των Ελλήνων, γνώριζε πως μέσα από την αναγέννηση της παιδείας θα έρθει και η αναγέννηση του έθνους. Το όραμα του, είναι η απελευθέρωση των λαών της Βαλκανικής και η δημιουργία μιας ενιαίας πολιτικής ενότητας.

Πέρα από την αναφορά στους πρωταγωνιστές του Νεοελληνικού διαφωτισμού πρέπει να αναφερθούμε και σε μερικά κείμενα της εποχής. Η Ελληνική Νομαρχία, ο Ανώνυμος του 1789 και ο Ρωσαγγλογάλλος. Αυτά τα κείμενα έχουν πολιτικό περιεχόμενο, ασκούν κριτική στους φορείς συντηρητικών ιδεών και σε όσους αδιαφορούν για την ελευθερία του γένους και αναφέρονται στη θεωρία και τη σκέψη που πρέπει να έχουν οι Έλληνες για να οργανώσουν τον ένοπλο αγώνα τους.

Εκφραστές των ιδεών του Διαφωτισμού ήταν και διάφορα περιοδικά της εποχής, ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζει ο Ερμής ο Λόγιος και η Φιλολογική Εταιρεία Βουκουρεστίου με την υποστήριξη της οποίας εκδόθηκε. Ο Νεοελληνικός διαφωτισμός ως πνευματικό κίνημα αντλεί την καταγωγή του από τον Ευρωπαϊκό διαφωτισμό. Παρουσιάζει, ωστόσο, ιδιαιτερότητες εξαιτίας των ιδιαίτερων κοινωνικών, πολιτικών και ιστορικών συνθηκών που χαρακτήριζαν τον Ελληνισμό εκείνης της περιόδου.

Οι Έλληνες λόγιοι, παρά το γεγονός ότι εναντιώθηκαν στον διαμορφωμένο διαμέσου αιώνων Ελληνικό πολιτισμικό πλούτο, κατάφεραν σε κάποιον βαθμό να περάσουν στην Ελληνική κοινωνία τα ιδεολογήματα του Ευρωπαϊκού διαφωτισμού. Σε μεγάλο βαθμό κατάφεραν να δημιουργήσουν θαυμασμό για τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό, εκμεταλλευόμενοι κυρίως την έλλειψη αυτοπεποίθησης και τα αισθήματα μειονεξίας που έτρεφαν οι Έλληνες έναντι των Ευρωπαϊκών λαών.


Ο θαυμασμός αυτός βέβαια, αποκομμένος από την βιωμένη παράδοση του Ελληνικού γένους, ομοίαζε με εκείνον που έτρεφαν οι Ευρωπαίοι για την κλασσική αρχαιότητα όπως την είχαν προσλάβει από γραπτά κείμενα, χωρίς να έχουν τις προϋποθέσεις να την κατανοήσουν. Ξεκίνησε έτσι ένας φαύλος κύκλος αλλοτρίωσης του λαϊκού φρονήματος, που θα γιγαντωνόταν ολοένα και περισσότερο με το πέρασμα των χρόνων. Πάντως, επί τη βάσει των αρχών του διαφωτισμού διεκδικήθηκε, μεταγενέστερα κυρίως, η νομιμότητα του αιτήματος αναδημιουργίας του εθνικού κράτους.

Ο αγώνας των Ελλήνων για απελευθέρωση θα μπορούσε να γίνει η συνέχεια του αγώνα ενάντια στην ''ασιατική βαρβαρότητα''. Στην πορεία του Νεοελληνικού διαφωτισμού τέθηκαν επίσης ζητήματα και προβλήματα που ταλαιπώρησαν επί μακρόν την Ελληνική παιδεία, μεταδόθηκαν νέες γνώσεις και ανακαλύψεις της εποχής, ενώ τυπώθηκαν εκατοντάδες πρωτότυπα βιβλία και μεταφράσεις.

Η φιλολογική διαμάχη της εποχής με επίκεντρο το γλωσσικό πρόβλημα αντικατοπτρίζει εν μέρει τις πνευματικές αναζητήσεις και τον δυναμισμό με τον οποίο αντιμετώπισαν οι Έλληνες λόγιοι τα πνευματικά ζητήματα, αλλά και μια πάλη ανάμεσα στα παραδοσιακά και τα νεωτερικά ρεύματα της Ελληνικής κοινωνίας.

Η Παιδεία στην Τουρκοκρατία (17ος & 18ος αιώνας)

Κατά τα μέσα του 17ου αιώνα τα πράγματα στην παιδεία αλλάζουν. Η ανάπτυξη του εξωτερικού εμπορίου και η πυκνότερη επικοινωνία με τη Δύση, όχι μόνο με την Ιταλία, αλλά κατόπιν και με την Κεντρική Ευρώπη, όπως και με τη Ρωσία, θα συντελέσουν στην ανάπτυξη των σχολείων μέσης εκπαίδευσης όπως θα λέγαμε σήμερα. Πρόκειται για τα σχολεία της «Εγκυκλίου Παιδείας» ή γυμνάσια ή φροντιστήρια ή λύκεια ή Ελληνομουσεία ή ακαδημίες.

Οι Έλληνες, επί Τουρκοκρατίας, που ήθελαν να κάνουν παραπέρα σπουδές, να γίνουν π.χ. γιατροί ή νομικοί, πήγαιναν στην Ευρώπη. Τη νέα εποχή, και μέχρι την εισροή των ιδεών του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού στα μέσα του 18ου αιώνα, θα σημαδέψει με την παρουσία του ο νεοαριστοτελικός Θεόφιλος Κορυδαλλέας μαθητής, όπως και ο πατριάρχης Κύριλλος Λούκαρης, του Cremonini στην Πάδοβα, ο πρώτος νεοέλληνας φιλόσοφος που διαχώρισε τη φιλοσοφία από τη θεολογία. 

Μετά από πρόσκληση του πατριάρχη Κύριλλου Λούκαρη θα διευθύνει την Πατριαρχική Σχολή στην Κωνσταντινούπολη, όπου θα διδάξει από το 1624 έως το 1628 και από το 1636 έως το 1640 και μετά θα εκδιωχθεί. Η προσπάθεια αυτή του Λούκαρη και του Κορυδαλλέα είναι το πρώτο σοβαρό εκπαιδευτικό εγχείρημα, η πρώτη σοβαρή δυτική επίδραση στην ελληνική εκπαίδευση. Ο Κορυδαλλέας με επίκεντρο της διδασκαλίας του τη φιλοσοφία ανέβασε τη στάθμη της σχολής, και όπως γράφεται, της έδωσε χαρακτήρα πανεπιστημιακό. 

Τα ερμηνευτικά του υπομνήματα σε έργα του Αριστοτέλη θα διδάσκονται σε όλα τα σχολεία της «Εγκυκλίου Παιδείας». Το 1662, χάρη στη χρηματική χορηγία του επιχειρηματία Μανολάκη του Καστοριανού, η Πατριαρχική Σχολή αναδιοργανώθηκε. Τώρα λειτουργεί με τρεις κύκλους σπουδών: ο ένας για τα «κοινά γράμματα», ο δεύτερος για την «κυκλοπαιδεία» (γραμματική, ρητορική, λογική) και ο τρίτος, ο ανώτερος, για τη θεολογία και τη φιλοσοφία. 


Όμως, δεν μπόρεσε παραπέρα να εκσυγχρονιστεί, παρά τις προσπάθειες που κατά καιρούς έγιναν, και έτσι δεν έπαιξε ρόλο στην πνευματική αναγέννηση του Ελληνισμού τα τελευταία χρόνια πριν από την Επανάσταση. Την εποχή αυτή θα πολλαπλασιαστούν τα σχολεία. Ο μαθητής του Κορυδαλλέα, ο Ευγένιος Γιαννούλης ή Ευγένιος ο Αιτωλός, θα ιδρύσει σχολεία στην ορεινή περιοχή των Αγράφων (Καρπενήσι, Βραγγιανά) και στις απόμακρες περιοχές της Αιτωλίας. Γενικότερα, θα γίνει ο παιδαγωγός της Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. 

Οι έμποροι κυρίως, με τις χορηγίες τους και τα κληροδοτήματά τους θα βοηθήσουν στην ίδρυση σχολείων ή αλλού στην ανανέωση της εκπαιδευτικής παράδοσης, όπως π.χ. στη Χίο. Εκεί θα διδάξει και ο Κων/νος Γορδάτος ή Λίλας (1713-1738), ο εισηγητής της διδασκαλίας των μαθηματικών και της φυσικής στα σχολεία της Ανατολής. Σχολεία συναντάμε στο Αιτωλικό, στην Άρτα, στην Αθήνα, στην Πάτμο (την «Πατμιάδα Σχολή»), στη δυτική Μακεδονία, την Ήπειρο, τη Θεσσαλία και αλλού. 

Στη Μοσχόπολη ιδρύθηκε ένα από τα καλύτερα σχολεία της περιόδου, η «Νέα Ακαδήμεια», ο διευθυντής της οποίας Θεόδωρος Καβαλιώτης εξέδωσε το 1770 ένα ελληνοβλαχοαλβανικό λεξικό. Πρόκειται για την πρώτη απόπειρα γραφής, έντυπης μάλιστα, της κοτσοβλαχικής και αλβανικής γλώσσας. Αργότερα, ο δάσκαλος επίσης της σχολής, Δανιήλ Μοσχοπολίτης, εξέδωσε ένα τετράγλωσσο λεξικό της Ελληνικής, Κουτσοβλαχικής, Αλβανικής και Βουλγαρικής. 

Και ο άλλος δάσκαλος, ο ιερομόναχος Γρηγόριος Κωνσταντινίδης, εγκατέστησε στη Μοσχόπολη, λίγο πριν από το 1731, τυπογραφείο. Είναι το δεύτερο τυπογραφείο που λειτούργησε επί τουρκοκρατίας. Είχε προηγηθεί το τυπογραφείο του Νικόδημου Μεταξά στην Κωνσταντινούπολη το 1627 επί πατριαρχίας Κύριλλου Λούκαρη. Στην Πελοπόννησο από το 1764 χρονολογείται η αξιόλογη Σχολή της Δημητσάνας. Από το 1715-1821 λειτούργησαν στο Μοριά σχολεία διαφόρου εμβέλειας, των οποίων ο αριθμός ποικίλλει κατά συγγραφείς (41 ή περίπου 50). 

Αναμφισβήτητα, πάντως, το σπουδαιότερο υπήρξε της Δημητσάνας. Και στη Μεσσηνία κατά το αμέσως παραπάνω χρονικό διάστημα αναφέρονται σχολεία σε Καλαμάτα, Μάνη, Μελέ Αλαγονίας, Νησί (Μεσσήνη), Πολιανή, Κυπαρισσία, Γαργαλιάνους. Η εποχή του 17ου μέχρι τα τέλη περίπου του 18ου αιώνα χαρακτηρίζεται, όχι μόνο από την αύξηση των σχολείων και των μαθητών, αλλά και από την ύπαρξη οργανωμένων σχολείων με ειδικά διδακτήρια, με πρόγραμμα σπουδών που περιείχε και μαθήματα ανώτερου επιπέδου, με κορμό όμως τα μαθήματα που απέβλεπαν στην εκμάθηση της αρχαίας Ελληνικής και των δογμάτων της Ορθόδοξης Εκκλησίας. 

Οι λόγιοι δραστηριοποιήθηκαν πλέον ως καθηγητές και διευθυντές συγκροτημένων σχολών, όπως επίσης σημειώθηκε εκτύπωση και κυκλοφορία ολοένα και περισσότερων σχολικών εγχειριδίων πρωτοτύπων ή μεταφρασμένων στην Ελληνική. Από τις αρχές του 17ου αιώνα εμφανίστηκαν και οι πρώτες μορφωμένες γυναίκες, κόρες επιφανών Φαναριωτών, που μάθαιναν γράμματα στο σπίτι και ασχολήθηκαν, κυρίως, με το θέατρο και τη μετάφραση βιβλίων.

Τα προβλήματα στη λειτουργία των σχολείων δεν έλειψαν και την περίοδο στην οποία αναφερόμαστε. Με την κατάλυση από το Ναπολέοντα το 1797 της Βενετικής Δημοκρατίας και την κατάσχεση των τραπεζικών καταθέσεων και των κληροδοτημάτων με βάση τα οποία λειτουργούσαν τα σχολεία, πέρασαν κρίση οι σχολές της Αθήνας και των Ιωαννίνων. Κατά τα Ορλωφικά (1770) και τις βαρβαρότητες των Αλβανών που ακολούθησαν, μεταξύ των σχολείων που έκλεισαν ήταν και της Δημητσάνας, το οποίο επαναλειτούργησε μετά από δέκα περίπου χρόνια, το 1779.


Στον Τουρκοκρατούμενο Ελληνικό χώρο τα καλύτερα σχολεία εμφανίστηκαν σε ορισμένα αστικά κέντρα, κυρίως, της περιφέρειας (Ιωάννινα, Μοσχόπολη, Σμύρνη, Τραπεζούντα κ.ά.) και όχι στο κέντρο, την Κωνσταντινούπολη. Αυτό οφείλεται στο ότι τελούσαν υπό προνομιακό καθεστώς εσωτερικής αυτονομίας, άκμαζαν οικονομικά και οι φωτισμένοι δάσκαλοι της εποχής είχαν μεγαλύτερη ελευθερία δράσης, μακριά από τους συντηρητικούς κύκλους της Πόλης. Ιδιαίτερα τα Ιωάννινα βρέθηκαν στην εκπαιδευτική πρωτοπορία από τα μέσα του 17ου μέχρι τα μέσα του 18ου αιώνα.

Τα πιο λαμπερά, όμως, εκπαιδευτήρια της περιόδου αυτής με την πιο άρτια οργάνωση λειτούργησαν στις πλούσιες Ελληνικές παροικίες της Ιταλίας και στις Ηγεμονίες (Βλαχία και Μολδαβία). Στις Ηγεμονίες οφείλεται, κυρίως, στην παρουσία Ελλήνων παροίκων και των Φαναριωτών, οι οποίοι λόγω των αξιωμάτων που κατείχαν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και κυρίως στο Οθωμανικό Διοικητικό Μηχανισμό είχαν αντιληφθεί την αξία της μόρφωσης.

Στην Πάδοβα το 1653 ιδρύθηκε από τον Ιωάννη Κωτούνιο το Ελληνομουσείο της Πάδοβας, το οποίο διέκοψε οριστικά τη λειτουργία του το 1797 που ο Μ. Ναπολέων κατέλυσε τη Βενετική Δημοκρατία. Το σημαντικότερο, όμως, εκπαιδευτικό ίδρυμα του παροικιακού Ελληνισμού υπήρξε το Φλαγγινιανό Κολλέγιο της Βενετίας που ιδρύθηκε από τον Θωμά Φλαγγίνη και άρχισε να λειτουργεί το 1665. 

Μέχρι το 1797 που έκλεισε λόγω των παραπάνω ενεργειών του Ναπολέοντα σπούδασαν στη σχολή, εκτός από τους μη οικότροφους μαθητές, και 600 περίπου οικότροφοι, κυρίως από τις Βενετοκρατούμενες, αλλά και τις τουρκοκρατούμενες περιοχές της Ελλάδας. Οι σπουδές διαρκούσαν έξι χρόνια και οι μαθητές διδάσκονταν στον πρώτο κύκλο σπουδών γραμματική, φιλολογία, ρητορική και μαθήματα επιστολογραφίας, ενώ στο δεύτερο λογική, φιλοσοφία, θεολογία, μαθηματικά και γεωγραφία. 

Η σχολή μετά το κλείσιμό της το 1797 επαναλειτούργησε από το 1823 μέχρι το 1905, χωρίς όμως την αίγλη της πρώτης περιόδου. Τα παραπάνω εκπαιδευτικά ιδρύματα της Πάδοβας και της Βενετίας, εκτός από τους μορφωμένους Έλληνες που έβγαλαν, υπήρξαν και αντίβαρο στην καθολική προπαγάνδα που γινόταν μέσω του Ελληνικού Κολλεγίου του Αγίου Αθανασίου της Ρώμης. Στη Μολδαβία και Βλαχία οι πρώτες προσπάθειες για ίδρυση ανώτερων σχολείων έγιναν το 16ο και 17ο αιώνα. 

Το 18ο και στις αρχές του 19ου υπάρχουν στις Ηγεμονίες τα σημαντικότερα σχολεία του υπόδουλου Ελληνισμού. Μεταξύ των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων που ιδρύθηκαν στις διάφορες πόλεις ξεχωρίζουν η Ηγεμονική Ακαδημία του Βουκουρεστίου και η Ηγεμονική Ακαδημία του Ιασίου. Το 1690 αναδιοργανώθηκε και ονομάστηκε Ακαδημία το σχολείο που υπήρχε στο Βουκουρέστι. Σταθμό στην ανοδική της πορεία αποτέλεσε η τοποθέτηση στο θρόνο της Βλαχίας του Φαναριώτη Αλέξανδρου Υψηλάντη το 1774. 

Με διάταγμα του 1776 κανονίστηκαν τα μαθήματα και οι υποτροφίες της σχολής, από τις οποίες όμως αποκλείονταν τα παιδιά των ελεύθερων χωρικών και των δουλοπαροίκων. Η Ηγεμονική Ακαδημία του Ιασίου ιδρύθηκε το 1707 και το 1714 ο πρώτος Φαναριώτης ηγεμόνας της Μολδαβίας, Νικόλαος Μαυροκορδάτος, την αναδιοργάνωσε. Στην Ακαδημία αυτή πιθανώς από το 1728 άρχισε η διδασκαλία της νέας ελληνικής γλώσσας, την οποία ο Ιώσηπος Μοισιόδακας την καθιέρωσε ως γλώσσα διδασκαλίας το 1776. 


Από το 1764, με σχολάρχη το Νικηφόρο Θεοτόκη, αναδείχθηκε ως ένα από τα καλύτερα σχολεία του υπόδουλου Ελληνισμού και το 1766 ο σχολάρχης Νικ. Ζερζούλης δίδαξε φιλοσοφία σύμφωνα με τα φιλοσοφικά ρεύματα της εποχής, εγκαταλείποντας τη νεοαριστοτελική μέθοδο του Θεόφιλου Κορυδαλλέα. Η Ακαδημία συνέχισε με διακυμάνσεις την πορεία της και το 1821, με την έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης, έκλεισε με διαταγή του σουλτάνου, όπως και η Ακαδημία του Βουκουρεστίου, γιατί θεωρήθηκε ότι, αντί να μορφώνουν τους νέους, έτρεφαν επαναστάτες.

Από τα μέσα και μετά του 18ου αιώνα οι ιδέες του Διαφωτισμού, παρά τις αντιδράσεις της Εκκλησίας, θα αρχίσουν να επηρεάζουν και την εκπαίδευση.

ΟΙ ΑΠΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

Επανάσταση Εθνική, Ταξική και Θρησκευτική

Η Επανάσταση του 1821 δεν ήταν ένα τοπικό γεγονός, αλλά είχε παγκόσμια σημασία. Υπήρξε μια πρώιμη εθνική επανάσταση, εμπνευσμένη από το πρότυπο της Γαλλικής, ενάντια στην Ισλαμική κυριαρχία στο χώρο της Ανατολής.

Ηταν μια επανάσταση που είχε ως γενέθλια ημερομηνία την 22α Φεβρουαρίου του 1821, όταν ο Αλέξανδρος Υψηλάντης πέρασε τον Προύθο, ύψωσε τη σημαία της Επανάστασης και δύο μέρες μετά εξέδωσε την προκήρυξη-κάλεσμα «Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος». Αυτό ήταν το γεγονός που πυροδότησε τις ελληνικές εξεγέρσεις σε διάφορα μέρη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με πιο πετυχημένη απ' όλες αυτή του Μοριά.

Η Επανάσταση του 1821 υπήρξε ένα κορυφαίο γεγονός, που είχε κυρίως αντι-απολυταρχικά χαρακτηριστικά, και ως περιεχόμενο ήταν:

Εθνική, ως έχουσα ηγεσία εμπνευσμένη από τη Γαλλική Επανάσταση, που κατάφερε να μετεξελίξει σε κυρίαρχη ιδεολογία την από την εποχή της Άλωσης αντίληψη, περιορισμένη έως τότε σε κύκλους διανοουμένων -της Διασποράς αλλά και του Φαναρίου-, ότι «είμαστε εθνικά Έλληνες». Μια άποψη που στις εποχές πριν από την Άλωση είχε οδηγήσει σε μια παράδοξη εμφάνιση των Ελλήνων ως έθνους, με τη νεοτερική σημασία του όρου (δηλαδή με σαφές πολιτικό πρόγραμμα) αιώνες πριν από τη νεοτερικότητα. Αυτό το γεγονός, μαζί με κάποια άλλα εξίσου παράδοξα για τους ιστορικούς και κοινωνικούς επιστήμονες που ασχολούνται με το φαινόμενο του έθνους, οδήγησε τον ίδιο τον Ε. Gelner να μιλήσει για εξαιρέσεις από τον κανόνα.

Θρησκευτική, των Χριστιανών κατά των κυρίαρχων Μουσουλμάνων, γιατί ήταν δεύτερης και τρίτης κατηγορίας πολίτες, υφιστάμενοι πλείστες όσες διακρίσεις ένεκα του θρησκεύματός τους.

Ταξική, των απόκληρων, πολύμορφων από άποψη καταγωγής Ρωμιών, γιατί οι Ρωμιοί ήταν οι οικονομικά δυναστευόμενοι μέσα από την απλοϊκή Μουσουλμανική δομή που καθόριζε τις ενδοοθωμανικές σχέσεις.

Αυτή η πολλαπλή σημασία θα εκφραστεί με την πανελλήνια κινητοποίηση. Σε κάθε μέρος του Ελληνικού κόσμου θα υπάρξουν επαναστατικές κινήσεις, ενώ η Οθωμανική καταστολή θα είναι σκληρή. Σφαγές, διώξεις και τυφλή βία θα είναι η απάντηση μιας σκληρής, θρησκευτικής και απολυταρχικής εξουσίας εναντίον των Ρωμαίικων πληθυσμών σε όλη την έκταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.


Φιλική Εταιρεία

Η Φιλική Εταιρεία ήταν η σημαντικότερη από τις μυστικές οργανώσεις που σχηματίστηκαν για την προετοιμασία επανάστασης για την απελευθέρωση των Ελλήνων από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ιδρύθηκε το 1814 στην Οδησσό, και σύμφωνα από τους παλαιότερους ιστορικούς, από τον Εμμανουήλ Ξάνθο, το Νικόλαο Σκουφά, Αθανάσιο Τσακάλωφ. Τέταρτο μέλος της, μυήθηκε ο Αντώνιος Κομιζόπουλος από τη Φιλιππούπολη.

Επίσης από τα πρώτα μέλη που μυήθηκαν ήταν και ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος (και μάλιστα κατά ορισμένες πηγές συνιδρυτής, πριν τον Ξάνθο που μυήθηκε αργότερα). Οι Φιλικοί αφού μυούνταν στην Εταιρεία έδιναν όρκο πίστης και επικοινωνούσαν με κώδικες, ψευδώνυμα και συνθηματικές λέξεις. Στα μέσα Σεπτεμβρίου 1814 στην Οδησσό, τρεις Έλληνες έμποροι, δυο Ηπειρώτες και ένας Πάτμιος, αποφάσισαν να προετοιμάσουν το έδαφος για την "εν καιρώ" εκδήλωση επανάστασης των Ελληνικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

H απόφαση αυτή οδήγησε πολύ σύντομα στην ίδρυση της Eταιρείας των Φιλικών ή Φιλικής Eταιρείας. H τελευταία εντάσσεται σε μια ευρύτερη διαδικασία εθνογένεσης και επαναστατικών ζυμώσεων που λαμβάνουν χώρα από τα τέλη του 18ου αιώνα ιδίως μεταξύ των λογίων και των εμπόρων στις Ελληνικές παροικίες. Iδρυτές της ήταν ο Nικόλαος Σκουφάς, ο Aθανάσιος Tσακάλωφ και ο Eμμανουήλ Ξάνθος, οι οποίοι στο παρελθόν είχαν μετάσχει σε άλλες μυστικές επαναστατικές εταιρείες καθώς και σε τεκτονικές στοές.

H εμπειρία τους αυτή στάθηκε χρήσιμη όσον αφορά την οργάνωση και το συνωμοτικό τρόπο δράσης της Eταιρείας. Έως το 1818, χρονιά κατά την οποία οι τρεις ιδρυτές εγκαθίστανται στην Kωνσταντινούπολη, η Φιλική Eταιρεία υπήρξε ένας ολιγάριθμος οργανισμός με περίπλοκες διαδικασίες μύησης, συνωμοτικούς κανόνες και πλειάδα μυστικών συμβόλων. Θεωρείται ότι έως την εποχή εκείνη ο αριθμός των μελών που μυήθηκαν δεν ξεπερνούσε τους τριάντα, ενώ ως μέλη επιλέγονταν κατά κύριο λόγο επιφανείς

Έλληνες από τη Pωσία και τις παραδουνάβιες ηγεμονίες. Kατά την περίοδο αυτή (1814-18) στον ηγετικό πυρήνα της Eταιρείας, την Aρχή όπως την ονόμαζαν, συμπεριλήφθηκε μεταξύ άλλων και ο Άνθιμος Γαζής, ιερωμένος και λόγιος με αναγνωρισμένο κύρος. H μετεγκατάσταση της οργάνωσης στην Kωνσταντινούπολη συνέπεσε με το θάνατο του N. Σκουφά και τη διεύρυνση της ηγετικής ομάδας, στην οποία συμπεριλήφθηκαν μεταξύ άλλων ο μητροπολίτης Iγνάτιος Oυγγροβλαχίας, ο Φαναριώτης Aλέξανδρος Mαυροκορδάτος και ο αρχιμανδρίτης Γρηγόριος Δικαίος (Παπαφλέσσας).

Aκόμη περισσότερο, την περίοδο αυτή (1818-20) η Eταιρεία προχωρεί σε οργανωτικές αλλαγές, σε διεύρυνση του κύκλου των μελών της και σε συγκεκριμενοποίηση ενός σχεδίου για την εκδήλωση της επανάστασης. Σε ό,τι αφορά τις οργανωτικές αλλαγές υιοθετείται το λεγόμενο σύστημα των δώδεκα αποστόλων. Σύμφωνα με αυτό, δώδεκα ευυπόληπτα μέλη της Εταιρείας στάλθηκαν σε ισάριθμες περιοχές, όπου διαβιούσαν Ελληνικοί πληθυσμοί. Στόχος τους ήταν να προσεγγίσουν κοινωνικοπολιτικά και οικονομικά ισχυρούς τοπικούς παράγοντες.


Tην εποχή αυτή γίνονται μέλη της Eταιρείας οι σημαντικότεροι προύχοντες και ιεράρχες της Πελοποννήσου, καθώς και αρκετοί Ρουμελιώτες κλεφταρματολοί. Παράλληλα, οι τέσσερις βαθμίδες μελών που λειτουργούσαν κάτω από την Aρχή μετατρέπονται σε έξι, ενώ απλοποιείται κατά πολύ το τελετουργικό της μύησης. Tαυτόχρονα, προσεγγίστηκε ο Iωάννης Kαποδίστριας με σκοπό να αναλάβει την αρχηγία. Μετά την άρνησή του οι Φιλικοί πλησίασαν τον Aλέξανδρο Υψηλάντη, ο οποίος δέχτηκε τον Aπρίλιο του 1820.

Ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας

Στα πλαίσια του διακαούς πόθου για αποτίναξη του Τουρκικού ζυγού και με σαφή την επίδραση των μυστικών εταιρειών της Ευρώπης, συναντιούνται το 1814 στην Οδησσό τρεις Έλληνες και αποφασίζουν τη σύσταση μιας αυστηρά μυστικής οργάνωσης, η οποία θα προετοίμαζε τον ξεσηκωμό όλων των Ελλήνων. Πρόκειται για τον Νικόλαο Σκουφά, 35 χρόνων, από το Κομπότι της Άρτας, τον Εμμανουήλ Ξάνθο, 42 χρόνων, από την Πάτμο και τον Αθανάσιο Τσακάλωφ, 26 χρόνων, από τα Γιάννενα . Και οι τρεις έχουν ήδη γίνει κοινωνοί των επαναστατικών ιδεών και του εταιρισμού.

Ο Σκουφάς είχε ιδιαίτερες επαφές με τον Κωνσταντίνο Ράδο, ο οποίος ήταν μυημένος στον Καρμποναρισμό. Ο Ξάνθος είχε μυηθεί σε τεκτονική Στοά της Λευκάδας («Εταιρεία των Ελεύθερων Κτιστών», της Αγίας Μαύρας), ενώ ο Τσακάλωφ είχε υπάρξει ιδρυτικό μέλος του Ελληνόγλωσσου Ξενοδοχείου. Σκοπός της Φιλικής Εταιρείας είναι η γενική επανάσταση των Ελλήνων για την «ανέγερσιν και απελευθέρωσιν του Ελληνικού Έθνους και της Πατρίδoς μας», όπως μας πληροφορεί ο ίδιος ο Ξάνθος.

Και σημειώνει στα «Aπομνημονεύματά του: ..δια να ενεργήσωσι μόνοι των ό,τι ματαίως από πολλού χρόνου ήλπιζον από την φιλανθρωπίαν των χριστιανών βασιλέων». Η πορεία ανάπτυξης της Φιλικής είναι εντυπωσιακή. Το διάστημα 1814-1816 τα μέλη της αριθμούν περίπου 20. Ως τα μέσα του 1817 αναπτύσσεται κυρίως μεταξύ των Ελλήνων της Ρωσίας και της Μολδοβλαχίας, αλλά και πάλι τα μέλη της δεν υπερβαίνουν τα 30. Όμως, από το 1818 σημειώνονται αθρόες μυήσεις.

Κατά το 1820 εξαπλώνεται σε όλες σχεδόν τις περιοχές της Ελλάδας και τις περισσότερες Ελληνικές παροικίες του εξωτερικού. Χιλιάδες υπολογίζονται οι μυημένοι, μολονότι είναι γνωστά μόνο 1096 ονόματα. Τους πρώτους μήνες του 1821 τα μέλη της αριθμούν δεκάδες χιλιάδες. Η οργάνωση είχε υπερβεί τα ίδια της τα όρια.

Στις γραμμές της συσπειρώνονται κυρίως έμποροι και μικροαστοί, αλλά και Φαναριώτες και κοτζαμπάσηδες και κληρικοί, πρόσωπα που θα διαδραματίσουν αγωνιστικό ρόλο (θετικό ή αρνητικό) στον αγώνα για την ανεξαρτησία, όπως οι οπλαρχηγοί Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Οδυσσέας Ανδρούτσος, Αναγνωσταράς, ο αρχιμανδρίτης Γρηγόριος Δικαίος (Παπαφλέσσας), οι Φαναριώτες Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος και Νέγρης, οι μεγαλοκαραβοκύρηδες Κουντουριώτηδες, οι μεγαλοκoτζαμπάσηδες Ζαΐμης, Λόντος, Νοταράς, ο μητροπολίτης Παλαιών Πατρών Γερμανός κ.ά.

Η όλη διάρθρωση της Φιλικής Εταιρείας στηρίχθηκε στα οργανωτικά πρότυπα των Καρμπονάρων και των Ελευθεροτεκτόνων. Η ηγετική της ομάδα απεκαλείτο «η Αόρατος Αρχή» και περιβλήθηκε από την πρώτη στιγμή με τέτοια μυστική αίγλη, ώστε να πιστεύεται ότι συμμετείχαν σε αυτήν πολλές σημαντικές προσωπικότητες, όχι μόνον Έλληνες μα και ξένοι, όπως ο Τσάρος Αλέξανδρος Α΄ της Ρωσίας. Στην πραγματικότητα, τον πρώτο καιρό ήταν μόνο οι τρεις ιδρυτές της. Κατόπιν, από το 1815 έως το 1818, προστέθηκαν άλλοι πέντε και μετά το θάνατο του Σκουφά προστέθηκαν άλλοι τρεις.


Το 1818 η Αόρατη Αρχή μετονομάστηκε σε «Αρχή των Δώδεκα Αποστόλων» και κάθε Απόστολος επωμίστηκε την ευθύνη μιας μεγάλης περιφέρειας. Οι Aπόστολοι της Φιλικής Εταιρείας ήταν δώδεκα και ορίστηκαν από τον Σκουφά, όταν πήγε στην Κωνσταντινούπολη την άνοιξη του 1818. Αυτοί ήταν οι ακόλουθοι:
  • Ο Γεωργάκης Ολύμπιος για τη Σερβία,
  • Ο Βατικιώτης για τη Βουλγαρία,
  • Ο Πεντεδέκας για τη Ρουμανία,
  • Ο Λουριώτης για την Ιταλία,
  • Ο Αναγνωσταράς για τα νησιά του Σαρωνικού,
  • Ο Χρυσοσπάθης για τη Μεσσηνία,
  • Ο Φαρμάκης για τη Μακεδονία και Θράκη,
  • Ο Κροκίδας για την Ήπειρο,
  • Ο Πελοπίδας για την Πελοπόννησο,
  • Ο Ίπατρος για την Αίγυπτο,
  • Ο Κατακάζης για τη Νότια Ρωσία και
  • Ο Κυρ. Καμαρηνός για τον Πετρόμπεη της Μάνης.
Όλοι αυτοί, μετά το θάνατο του Σκουφά, διασκορπίστηκαν στις περιφέρειες που τους ορίστηκαν και άρχισαν να μυούν τους Έλληνες στους σκοπούς της Φιλικής Εταιρείας. Ανάμεσα σ' αυτούς πεφωτισμένοι λόγιοι και επιστήμονες της εποχής, αλλά και προεστοί όπως ο βαρώνος Ιωάννης Κεφαλάς από την Ήπειρο και άλλοι εξέχοντες άνδρες.

Η όλη δομή ήταν πυραμιδοειδής και στην κορυφή δέσποζε η «Αόρατος Αρχή». Κανείς δε γνώριζε ούτε είχε δικαίωμα να ρωτήσει ποιοι την αποτελούσαν. Οι εντολές της εκτελούνταν ασυζητητί, ενώ τα μέλη δεν είχαν δικαίωμα να λαμβάνουν αποφάσεις. Η Εταιρεία απεκαλείτο «Ναός» και είχε αρχικά τέσσερις βαθμίδες μύησης:

α) οι αδελφοποιητοί ή βλάμηδες,
β) οι συστημένοι,
γ) οι ιερείς και
δ) οι ποιμένες. Όταν το 1818 η εταιρεία μετέφερε την έδρα της στην Κωνσταντινούπολη, δημιουργήθηκαν ακόμα δύο βαθμοί
ε) οι αφιερωμένοικαι
στ) οι αρχηγοί των αφιερωμένων, οι οποίοι δίνονταν αποκλειστικά σε στρατιωτικούς. Αργότερα οι βαθμίδες συμπληρώθηκαν από
ζ) τους απόστολους και
η) το Γενικό Επίτροπο της Αρχής, τίτλος που δόθηκε στην Αλεξ. Υψηλάντη, όταν δέχτηκε την αρχηγία της Φιλικής Εταιρείας (1820)

Οι Ιερείς ήταν επιφορτισμένοι με το έργο της μύησης στους δύο πρώτους βαθμούς. Όταν ο Ιερέας πλησίαζε κάποιον, σιγουρευόταν για τη φιλοπατρία του και τον κατηχούσε πλάγια στους σκοπούς της εταιρείας, οπότε το τελευταίο στάδιο ήταν να ορκιστεί. Τότε τον πήγαινε σε κάποιον κληρικό—κάτι καθόλου εύκολο αν ο ιερέας δεν ήταν ήδη μυημένος. Πήγαινε και έβρισκε τον ιερέα και του έλεγε ότι ήθελε να ορκίσει κάποιον για προσωπική τους υπόθεση, προκειμένου να διαπιστώσει ότι λέει την αλήθεια.


Από εκεί και μετά ο μυούμενος θεωρείτο νεοφώτιστο μέλος της Εταιρείας, ήταν δηλαδή Βλάμης, με όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις. Ο Φιλικός με το βαθμό του Ιερέα είχε αμέσως την υποχρέωση να του δείξει όλα τα σημάδια αναγνώρισης μεταξύ των Βλάμηδων. Τόσο οι Βλάμηδες όσο και οι Συστημένοι αγνοούσαν τους επαναστατικούς σκοπούς της οργάνωσης.

Ήξεραν μόνο πως υπήρχε μια Εταιρεία που πασχίζει για το γενικό καλό του έθνους, η οποία συμπεριελάμβανε στους κόλπους της και σημαντικά πρόσωπα. Κάτι τέτοιο διαδιδόταν σκόπιμα, για να τονώνεται το ηθικό των μελών αφενός και αφετέρου για να γίνεται ευκολότερα ο προσηλυτισμός.

Το Σχέδιο Δράσης της Φιλικής Εταιρείας

H ανάληψη της ηγεσίας από τον Aλέξανδρο Yψηλάντη συνδέεται με τη διαμόρφωση σχεδίου για την έναρξη της Επανάστασης. Kατά τη διάρκεια του 1820 το σχέδιο τροποποιήθηκε αρκετές φορές σε μεγάλο βαθμό, γιατί η διεύρυνση της Eταιρείας και η στρατολόγηση εθελοντών είχε δημιουργήσει υποψίες για τη δράση της και είχαν πραγματοποιηθεί συλλήψεις ορισμένων μελών. Έτσι, στις αρχές του 1821 επισπεύτηκε η έναρξη της Eπανάστασης, η οποία φαίνεται ότι προβλεπόταν να ξεκινήσει σχεδόν ταυτόχρονα σε τρεις διαφορετικές περιοχές: στις παραδουνάβιες ηγεμονίες, στο Mοριά και στην Kωνσταντινούπολη.

Στις αρχές Οκτωβρίου 1820 στην πόλη Ισμαήλιο της Ρωσικής επαρχίας της Βεσσαραβίας πραγματοποιήθηκε συγκέντρωση μελών της Εταιρείας ύστερα από πρωτοβουλία του Aλ. Yψηλάντη. Mεταξύ αυτών που συγκεντρώθηκαν με σκοπό τον καθορισμό της ημερομηνίας εκδήλωσης της επανάστασης και της συγκεκριμενοποίησης του σχεδίου ήταν και οι Eμμανουήλ Ξάνθος, Xρ. Περαιβός και Γρηγόριος Δικαίος (Παπαφλέσσας).

Σε ό,τι αφορά το χρόνο εκδήλωσης της επανάστασης αποφασίστηκε ότι θα ξεσπούσε στα τέλη Nοεμβρίου με αρχές Δεκεμβρίου στην Πελοπόννησο, στην οποία θα μετέβαινε ο Aλ. Yψηλάντης με πλοίο από την Tεργέστη. Λίγες μέρες νωρίτερα θα είχε εκδηλωθεί κίνημα και στη Mολδοβλαχία. Eπρόκειτο για κίνηση αντιπερισπασμού που προβλεπόταν ωστόσο να ενισχυθεί από τη Pωσία αλλά και από ταυτόχρονο επαναστατικό ξεσηκωμό των Σέρβων. Έτσι, η Επανάσταση στην Πελοπόννησο θα εκδηλωνόταν σε μια εποχή γενικότερου επαναστατικού ξεσηκωμού σε ολόκληρη την Οθωμανοκρατούμενη Βαλκανική Χερσόνησο.

Στο σχεδιασμό αυτό βοηθούσε και ο πόλεμος μεταξύ του Αλή-Πασά και των σουλτανικών στρατευμάτων, ενώ θετικό ενδεχόμενο θα ήταν η πρόκληση ενός ακόμη Ρωσο-Οθωμανικού πολέμου Ωστόσο, η εκδήλωση της επανάστασης αναβλήθηκε για την άνοιξη του 1821, καθώς τα μηνύματα από την Πελοπόννησο δεν ήταν ενθαρρυντικά. Kατόπιν αποφασίστηκε να ηγηθεί ο Aλ. Υψηλάντης του κινήματος στις παραδουνάβιες ηγεμονίες, από όπου θα διέσχιζε τη Βαλκανική χερσόνησο πολεμώντας και θα κατέληγε στην Πελοπόννησο.

Προβλεπόταν ακόμη στάση των Ελληνικών πληρωμάτων στο ναύσταθμο της Κωνσταντινούπολης, πυρπόληση του οθωμανικού στόλου και σύλληψη του Σουλτάνου μέσα στο γενικότερο χάος που θα προκαλούνταν στην πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας. Τελικά, στα μέσα Φεβρουαρίου αποφασίστηκε στο Κίσνοβο της Βεσσαραβίας να περάσει ο Υψηλάντης στη Μολδαβία και να κηρύξει την έναρξη της επανάστασης στις 27 Φεβρουαρίου 1821, ημέρα που συνέπιπτε με την Κυριακή της Ορθοδοξίας.


Oι παράγοντες που οδήγησαν στην εκδήλωση της επανάστασης στις παραδουνάβιες ηγεμονίες είχαν να κάνουν σε μεγάλο βαθμό με το ειδικό καθεστώς που απολάμβαναν οι γειτονικές στη Pωσία επαρχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. H Μολδαβία και η Βλαχία διοικούνταν από Φαναριώτες που διορίζονταν από το Σουλτάνο και παρότι τυπικά οι περιοχές αυτές ανήκαν στην Αυτοκρατορία, Οθωμανικά στρατεύματα δεν μπορούσαν να εισχωρήσουν σ' αυτές χωρίς τη σύμφωνη γνώμη της Ρωσίας.

Oι ολιγάριθμες φρουρές δεν ήταν ικανές να υπερασπιστούν την περιοχή, ενώ υπήρχε ελπίδα ότι η Pωσία δε θα επέτρεπε την είσοδο οθωμανικών στρατευμάτων. Eπιπλέον, ηγεμόνας της Mολδαβίας ήταν ο Φιλικός Mιχαήλ Σούτσος που διατηρούσε δύναμη ενόπλων, ενώ επικεφαλής στρατιωτικών σωμάτων στη Bλαχία ήταν οι επίσης Φιλικοί Γεωργάκης Oλύμπιος και Γιάννης Φαρμάκης. Παρότι οι ελληνικοί πληθυσμοί ήταν λιγοστοί, επικεντρωμένοι στις πόλεις και απασχολούμενοι σε διοικητικές θέσεις, ευελπιστούσαν ότι θα μπορούσαν να πάρουν με το μέρος τους τους ντόπιους πληθυσμούς.

Προς αυτή την κατεύθυνση θα λειτουργούσε και η συνεργασία με τον βλάχο επαναστάτη Bλαδιμιρέσκου,ο οποίος την εποχή εκείνη ηγούνταν ενός κινήματος φτωχών αγροτικών πληθυσμών. Kανείς από τους υπολογισμούς αυτούς δεν επιβεβαιώθηκε. Οι τοπικοί πληθυσμοί δεν είδαν φιλικά μια κίνηση στην οποία συμμετείχαν οι φαναριώτες ηγεμόνες. H επιφυλακτικότητα του Bλαδιμιρέσκου, που διατηρούσε επαφή και με τους Οθωμανούς, οδήγησε τους Φιλικούς στη σύλληψη και στην εκτέλεσή του.

Tέλος, οι βιαστικές προετοιμασίες και ο ελλιπής εξοπλισμός των σχετικά ολιγάριθμων Βαλκάνιων εθελοντών που αποτελούσαν το στρατό του Υψηλάντη δεν ήταν δυνατόν να ισοσταθμιστούν με τον όποιο ηρωισμό επιδείκνυαν στη διάρκεια των μαχών. Tέλος, η απραξία των Φιλικών στην Κωνσταντινούπολη και ιδίως η καταδίκη του κινήματος του Υψηλάντη από το Ρώσο αυτοκράτορα διέψευσαν και τις τελευταίες ελπίδες για μια θετική κατάληξη του κινήματος στις παραδουνάβιες ηγεμονίες.

Ο Όρκος των Φιλικών

«Ορκίζομαι ενώπιον του αληθινού Θεού, ότι θέλω είμαι επί ζωής μου πιστός εις την Εταιρείαν κατά πάντα. Να φανερώσω το παραμικρόν από τα σημεία και τους λόγους της, μήτε να σταθώ κατ΄ουδένα λόγον ή αφορμή του να καταλάβωσι άλλοι ποτέ, ότι γνωρίζω τι περί τούτων, μήτε εις συγγενείς μου, μήτε εις πνευματικόν ή φίλον μου.

Ορκίζομαι ότι εις το εξής δεν θέλω έμβει εις καμμίαν εταιρείαν, οποία και αν είναι, μήτε εις κανέναν δεσμόν υποχρεωτικόν. Και μάλιστα, οποιονδήποτε δεσμόν αν είχα, και τον πλέον αδιάφορον ως προς την Εταιρείαν, θέλω τον νομίζει ως ουδέν.



Ορκίζομαι ότι θέλω τρέφει εις την καρδίαν μου αδιάλλακτον μίσος εναντίον των τυράννων της πατρίδος μου, των οπαδών και των ομοφρόνων με τούτους, θέλω ενεργεί κατά πάντα τρόπον προς βλάβην και αυτόν τον παντελή όλεθρόν των, όταν η περίστασις το συγχωρήσει.

Ορκίζομαι να μη μεταχειριστώ ποτέ βίαν δια να αναγνωρισθώ με κανένα συνάδελφον, προσέχων εξ εναντίας με την μεγαλυτέραν επιμέλειαν να μην λανθασθώ κατά τούτο, γενόμενος αίτιος ακολούθου τινός συμβάντος, με κανένα συνάδελφον.

Ορκίζομαι να συντρέχω, όπου εύρω τινά συνάδελφον, με όλην την δύναμιν και την κατάστασίν μου. Να προσφέρω εις αυτόν σέβας και υπακοήν, αν είναι μεγαλύτερος εις τον βαθμόν και αν έτυχε πρότερον εχθρός μου, τόσον περισσότερον να τον αγαπώ και να τον συντρέχω, καθ΄όσον η έχθρα μου ήθελεν είναι μεγαλυτέρα.

Ορκίζομαι ότι καθώς εγώ παρεδέχθην εις Εταιρείαν, να δέχομαι παρομοίως άλλον αδελφόν, μεταχειριζόμενος πάντα τρόπον και όλην την κανονιζομένην άργητα, εωσού τον γνωρίσω Έλληνα αληθή, θερμόν υπερασπιστήν της πατρίδος, άνθρωπον ενάρετον και άξιον όχι μόνον να φυλάττη το μυστικόν, αλλά να κατηχήση και άλλον ορθού φρονήματος.

Ορκίζομαι να μην ωφελώμαι κατ΄ουδένα τρόπον από τα χρήματα της Εταιρείας, θεωρών αυτά ως ιερό πράγμα και ενέχυρον ανήκον εις όλον το Έθνος μου. Να προφυλάττωμαι παρομοίως και εις τα λαμβανόμενα εσφραγισμένα γράμματα.

Ορκίζομαι να μην ερωτώ κανένα των Φιλικών με περιέργειαν, δια να μάθω οποίος τον εδέχθη εις την Εταιρείαν. Κατά τούτο δε μήτε εγώ να φανερώσω, ή να δώσω αφορμήν εις τούτον να καταλάβη, ποίος με παρεδέχθη. Να αποκρίνομαι μάλιστα άγνοιαν, αν γνωρίζω το σημείον εις το εφοδιαστικόν τινός.

Ορκίζομαι να προσέχω πάντοτε εις την διαγωγήν μου, να είμαι ενάρετος. Να ευλαβώμαι την θρησκείαν μου, χωρίς να καταφρονώ τας ξένας. Να δίδω πάντοτε το καλόν παράδειγμα. Να συμβουλεύω και να συντρέχω τον ασθενή, τον δυστυχή και τον αδύνατον. Να σέβομαι την διοίκησιν, τα έθιμα, τα κριτήρια και τους διοικητάς του τόπου, εις τον οποίον διατριβώ.

Τέλος πάντων ορκίζομαι εις Σε, ω ιερά πλην τρισάθλια Πατρίς ! Ορκίζομαι εις τας πολυχρονίους βασάνους Σου. Ορκίζομαι εις τα πικρά δάκρυα τα οποία τόσους αιώνας έχυσαν και χύνουν τα ταλαίπωρα τέκνα Σου, εις τα ίδια μου δάκρυα, χυνόμενα κατά ταύτην την στιγμήν, και εις την μέλλουσαν ελευθερίαν των ομογενών μου ότι αφιερώνομαι όλως εις Σε. Εις το εξής συ θέλεις είσαι η αιτία και ο σκοπός των διαλογισμών μου. Το όνομά σου ο οδηγός των πράξεών μου, και η ευτυχία Σου η ανταμοιβή των κόπων μου. 


Η θεία δικαιοσύνη ας εξαντλήσει επάνω εις την κεφαλήν μου όλους τους κεραυνούς της, το όνομά μου να είναι εις αποστροφήν, και το υποκείμενόν μου το αντικείμενον της κατάρας και του αναθέματος των Ομογενών μου, αν ίσως λησμονήσω εις μίαν στιγμήν τας δυστυχίας των και δεν εκπληρώσω το χρέος μου. Τέλος ο θάνατός μου ας είναι η άφευκτος τιμωρία του αμαρτήματός μου, δια να μη λησμονώ την αγνότητα της Εταιρείας με την συμμετοχήν μου.

Ενώπιον του αοράτου και πανταχού παρόντος αληθινού Θεού,. του καθ' αυτό δικαίου, του εκδικούντος την παράβασιν και παιδεύοντος την κακίαν, καθιερώνω κατά τους κανόνας της Φιλικής Εταιρείας τον (ονοματεπώνυμο) εκ πατρίδος (τόπος καταγωγής), ετών (ηλικία) και επαγγέλματος (τάδε) και δέχομαι τούτον ιερέα, καθώς εδέχθην τούτον εις την Εταιρείαν των Φιλικών».

Η Πορεία προς την Εξέγερση

To 1818 η έδρα της Φιλικής μεταφέρθηκε από την Οδησσό στην Κωνσταντινούπολη, δηλαδή στην καρδιά της Οθωμανικής εξουσίας, κάτι που πιστοποιούσε «την αυτοπεποίθηση των Φιλικών στις συνομωτικές οργανωτικές τους ικανότητες» ενώ ο θάνατος του Σκουφά ήταν σοβαρή απώλεια. Με αφορμή αυτό το γεγονός και με δεδομένη τη ραγδαία εξάπλωσή της, οι υπόλοιποι από τους ιδρυτές επιχείρησαν να βρουν μια μεγάλη προσωπικότητα να αναλάβει τα ηνία, θέλοντας να της προσδώσουν μεγαλύτερο κύρος και αίγλη.

Στις αρχές του 1818 έγινε μια συνάντηση με τον Ιωάννη Καποδίστρια ο οποίος όχι μόνον αρνήθηκε, αλλά αργότερα έγραψε πως θεωρούσε ότι οι Φιλικοί ήταν υπαίτιοι για τον όλεθρο που προμηνυόταν στην Ελλάδα. Τελικά, μετά από αρκετές επαφές, τον Απρίλιο του 1820 ανέλαβε την αρχηγία της Φιλικής Εταιρείας ο Αλέξανδρος Υψηλάντης. Οι συνθήκες έδειχναν πλέον αρκετά ώριμες για να εκδηλωθεί η εξέγερση και εκπονήθηκε ένα μεγαλόπνοο σχέδιο. Το σχέδιο ήταν αρχικά να ξεσπάσει ταυτόχρονα επανάσταση των Σέρβων και των Μαυροβουνίων, καθώς και στη Μολδοβλαχία.

Παράλληλα να κάψουν τον τουρκικό στόλο στην Κωνσταντινούπολη, ενώ να ηγηθεί ο Υψηλάντης της επανάστασης στην Πελοπόννησο. Μετά από διάφορες διχογνωμίες και αφού κάποια από τα σχέδια έχουν ήδη προδοθεί, η επανάσταση κηρύχθηκε το Φεβρουάριο του 1821 στο Ιάσιο, πρωτεύουσα της Μολδαβίας. Στις 24 Φλεβάρη κυκλοφόρησε η περίφημη προκήρυξη του Υψηλάντη, «ΜΑΧΟΥ ΥΠΕΡ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΔΟΣ», στην οποία ανταποκρίθηκαν αρκετοί Έλληνες, μεταξύ των οποίων οι νέοι. Όμως η Ρωσία δεν έρχεται ως αναμενόμενος αρωγός, ενώ το Πατριαρχείο αφορίζει επισήμως στις 23 Μάρτη τον Αλέξανδρο Υψηλάντη και τον Μιχαήλ Σούτσο, μαζί με όλους τους επαναστάτες:

«[...] θέλοντες (οι επαναστάτες) να διαταράξωσιν την άνεσιν και ησυχίαν των ομογενών μας πιστών ραγιάδων της κραταιάς βασιλείας την οποίαν απολαμβάνουσιν υπό την αμφιαφή αυτής σκιά με τόσης ελευθερίας προνόμια, όσα δεν απολαμβάνει άλλο έθνος υποτελές και υποκείμενον... να διακηρύξετε την απάτην των ειρημένων κακοποιών και κακοβούλων ανθρώπων και να τους αποδείξητε και να τους στηλιτεύετε πανταχού ως κοινούς λυμεώνας και ματαιόφρονας... και παραδίδοντας και εκείνους τους απλουστέρους, όσοι ήθελον φορασθή, ότι ενεργούν ανοίκεια του ραγιαδικού χαρακτήρος [...]».

Μπορεί η μάχη του Δραγατσανίου (Ιούνιος 1821) να οδήγησε στη σφαγή των νέων του Ιερού Λόχου και στη συντριβή του κινήματος στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, αλλά απετέλεσε τον ιδανικό αντιπερισπασμό για να κηρυχθεί η Επανάσταση στην Ελλάδα και να υπερκεραστούν οι αντιρρήσεις των προκρίτων. Αυτή ήταν η αρχή του υπεράνθρωπου αγώνα που μετά από χρόνια σκληρών μαχών ανάγκασε τους «Συμμάχους» να στρέψουν τα μάτια προς την Ελλάδα και να έρθει η απελευθέρωση.


Η Φιλική Εταιρεία για περίπου επτά χρόνια αντιπάλεψε την ηττοπάθεια, οργάνωσε τις μάζες, συγκέντρωσε χρήματα και προετοίμασε τον ένοπλο αγώνα. Η ύπαρξη και η δράση της συνιστούν μια λαμπρή σελίδα στην ιστορία μας. Αποδεικνύει ότι πολλές φορές το φαινομενικά ουτοπικό και αδύνατο μπορεί να γίνει πραγματικότητα, γιατί η πραγματικότητα δεν αντιστρατεύεται πάντα τo όραμα και το όραμα μπορεί κάλλιστα να την υπερκεράσει.

Η Προκήρυξη Ἀλέξανδρου Ὑψηλάντη

«νὰ ὑψώσωμεν τὸ σημεῖον δι᾿ οὗ πάντοτε νικῶμεν, τὸν Σταυρόν!»

Ἡ ὥρα ἦλθεν, ὦ ἄνδρες Ἕλληνες!

Οἱ ἀδελφοί μας καὶ φίλοι εἶναι πανταχοῦ ἕτοιμοι· οἱ Σέρβοι, οἱ Σουλιῶται, καὶ ὅλη ἡ Ἤπειρος ὁπλοφοροῦντες μᾶς περιμένουν· ἂς ἑνωθῶμεν λοιπὸν μὲ ἐνθουσιασμόν! Ἡ Πατρὶς μᾶς προσκαλεῖ!

Ἡ Εὐρώπη προσηλώνουσα τοὺς ὀφθαλμούς της εἰς ἡμᾶς, ἀπορεῖ διὰ τὴν ἀκινησίαν μας· ἂς ἀντηχήσωσι λοιπὸν ὅλα τὰ ὄρη τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τὸν ἦχον τῆς πολεμικῆς μας σάλπιγγος καὶ αἱ κοιλάδες ἀπὸ τὴν τρομερὰν κλαγγὴν τῶν ἁρμάτων μας. Ἡ Εὐρώπη θέλει θαυμάσει τὰς ἀνδραγαθίας μας οἱ δὲ τύραννοι ἡμῶν τρέμοντες καὶ ὠχροὶ θέλουσι φύγῃ ἀπ᾿ ἔμπροσθέν μας. Οἱ φωτισμένοι λαοὶ τῆς Εὐρώπης ἀσχολοῦνται εἰς τὴν ἀπόλαυσιν τῆς ἰδίας εὐδαιμονίας καὶ πλήρεις εὐγνωμοσύνης διὰ τὰς πρὸς αὐτοὺς τῶν προπατόρων μας εὐεργεσίας, ἐπιθυμοῦσι τὴν ἐλευθερίαν τῆς Ἑλλάδος.

Ἡμεῖς φαινόμενοι ἄξιoι τῆς προπατορικῆς ἀρετῆς καὶ τοῦ παρόντος αἰῶνος εἴμεθα εὐέλπιδες, νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν ὑπεράσπισιν αὐτῶν καὶ εἰς βοήθειαν πολλοὶ ἐκ τούτων φιλελεύθεροι θέλουσιν ἔλθῃ, διὰ νὰ συναγωνισθῶσι μὲ ἡμᾶς. Κινηθεῖτε, ὦ φίλοι, καὶ θέλετε ἰδῇ μίαν κραταιὰν δύναμιν νὰ ὑπερασπισθῇ τὰ δίκαιά μας! Θέλετε ἰδῇ καὶ ἐξ αὐτῶν τῶν ἐχθρῶν μας πολλοὺς οἵτινες παρακινούμενοι ἀπὸ τὴν δικαίαν μας αἰτίαν, νὰ στρέψωσι τὰ νῶτα πρὸς τὸν ἐχθρὸν καὶ νὰ ἑνωθῶσι μὲ ἡμᾶς· ἂς παρρησιασθῶσι μὲ εἰλικρινὲς φρόνημα, ἡ Πατρὶς θέλει τοὺς ἐγκολπωθῇ! Ποῖος λοιπὸν ἐμποδίζει τοὺς ἀνδρικούς σας βραχίονας; Ὁ ἄνανδρος ἐχθρός μας εἶναι ἀσθενὴς καὶ ἀδύνατος. 

Οἱ στρατηγοί μας ἔμπειροι, καὶ ὅλοι οἱ ὁμογενεῖς γέμουσιν ἐνθουσιασμοῦ! Ἑνωθῆτε λοιπόν, οἱ ἀνδρεῖοι καὶ μεγαλόψυχοι Ἕλληνες! Ἂς σχηματισθῶσι φάλαγγες ἐθνικαί, ἂς ἐμφανισθῶσι πατριωτικαὶ λεγεῶνες, καὶ θέλετε ἰδῇ τοὺς παλαιοὺς ἐκείνους κολοσσοὺς τοῦ δεσποτισμοῦ νὰ πέσωσιν ἐξ ἰδίων, ἀπέναντι τῶν θριαμβευτικῶν μας σημαιῶν. Εἰς τὴν φωνὴν τῆς σάλπιγγός μας ὅλα τὰ παράλια τοῦ Ἰoνίoυ καὶ Αἰγαίoυ πελάγους θέλουσιν ἀντηχήσῃ· τὰ ἑλληνικὰ πλοῖα, τὰ ὁποῖα ἐν καιρῷ εἰρήνης ἤξευραν νὰ ἐμπορεύωνται καὶ νὰ πολεμῶσι, θέλουσι σπείρῃ εἰς ὅλους τοὺς λιμένας τοῦ τυράννου με τὸ πῦρ καὶ τὴν μαχαίραν τὴν φρίκην καὶ τὸν θάνατον.

Ποία ἑλληνικὴ ψυχὴ θέλει ἀδιαφορήσῃ εἰς τὴν πρόσκλησιν τῆς Πατρίδος; Εἰς τὴν Ῥώμην ἕνας τοῦ Καίσαρος φίλος σείων τὴν αἱματωμένην χλαμύδα τοῦ τυράννου ἐγείρει τὸν λαόν. Τί θέλετε κάμῃ σεῖς ὦ Ἕλληνες, πρὸς τοὺς ὁποίους ἡ Πατρὶς γυμνὴ δεικνύει μὲν τὰς πληγάς της καὶ μὲ διακεκομμένην φωνὴν ἐπικαλεῖται τὴν βοήθειαν τῶν τέκνων της; 

Ἡ θεία πρόνοια, ὦ φίλοι συμπατριῶται, εὐσπλαγχνισθεῖσα πλέον τὰς δυστυχίας μας ηὐδόκησεν οὕτω τὰ πράγματα, ὥστε μὲ μικρὸν κόπον θέλομεν ἀπολαύσῃ μὲ τὴν ἐλευθερίαν πᾶσαν εὐδαιμονίαν. Ἂν λοιπὸν ἀπὸ ἀξιόμεμπτον ἀβελτηρίαν ἀδιαφορήσωμεν, ὁ τύραννος γενόμενος ἀγριώτερος θέλει πολλαπλασιάσῃ τὰ δεινά μας, καὶ θέλομεν καταντήσῃ διὰ παντὸς τὸ δυστυχέστερον πάντων τῶν ἐθνῶν.


Στρέψατε τοὺς ὀφθαλμούς σας, ὦ συμπατριῶται! καὶ ἴδετε τὴν ἐλεεινήν μας κατάστασιν· ἴδετε ἐδῶ τοὺς ναοὺς καπατημένους· ἐκεῖ τὰ τέκνα μας ἁρπαζόμενα, διὰ χρῆσιν ἀναιδεστάτην τῆς ἀναιδοῦς φιληδονίας τῶν βαρβάρων τυράννων μας· τοὺς οἴκους μας γεγυμνωμένους· τοὺς ἀγρούς μας λεηλατισμένους καὶ ἡμᾶς αὐτοὺς ἐλεεινὰ ἀνδράποδα.

Εἶναι καιρὸς νὰ ἀποτινάξωμεν τὸν ἀφόρητον τοῦτον ζυγόν, νὰ ἐλευθερώσωμεν τὴν Πατρίδα, νὰ κρημνίσωμεν ἀπὸ τὰ νέφη τὴν ἡμισέληνον, διὰ νὰ ὑψώσωμεν τὸ σημεῖον δι᾿ οὗ πάντοτε νικῶμεν, λέγω τὸν Σταυρόν, καὶ οὕτω νὰ ἐκδικήσωμεν τὴν Πατρίδα, καὶ τὴν ὀρθόδοξον ἡμῶν Πίστιν ἀπὸ τὴν ἀσεβῆ τῶν ἀσεβῶν καὶ ἀφρόνησιν.

Μεταξὺ ἡμῶν εὐγενέστερος εἶναι, ὅς τις ἀνδρειωτέρως ὑπερασπισθῇ τὰ δίκαια τῆς Πατρίδος καὶ ὠφελιμωτέρως τὴν δουλεύσει. Τὸ ἔθνος συναθροιζόμενον θέλει ἐκλέξῃ τοὺς δημογέροντάς του, καὶ εἰς τὴν ὕψιστον ταύτην βουλὴν θέλουσιν ὑπέκει ὅλαι μας αἱ πράξεις. Ἂς κινηθῶμεν λοιπὸν μὲ ἓν κοινὸν φρόνημα, οἱ πλούσιοι ἂς καταβάλωσιν μέρος τῆς ἰδίας περιουσίας, οἱ ἱερoὶ ποιμένες ἂς ἐμψυχώσωσι τὸν λαὸν μὲ τὸ ἴδιόν των παράδειγμα, καὶ οἱ πεπαιδευμένοι ἂς συμβουλεύσωσιν τὰ ὠφέλιμα. 

Οἱ δὲ ἐν ξέναις αὐλαῖς ὑπουργοῦντες στρατιωτικοὶ καὶ πολιτικοὶ ὁμογενεῖς, ἀποδίδοντες τὰς εὐχαριστίας εἰς ἣν ἕκαστος ὑπουργεῖ δύναμιν, ἂς ὁρμήσωσιν ὅλοι εἰς τὸ ἀνοιγόμενον ἤδη μέγα καὶ λαμπρὸν στάδιον, καὶ ἂς συνεισφέρωσιν εἰς τὴν πατρίδα τὸν χρεωστούμενον φόρον, καὶ ὡς γενναῖoι ἂς ἐνοπλισθῶμεν ὅλοι ἄνευ ἀναβολῆς καιροῦ μὲ τὸ ἀκαταμάχητον ὅπλον τῆς ἀνδρείας καὶ ὑπόσχομαι ἐντὸς ὀλίγου τὴν νίκην καὶ μετ᾿ αὐτὴν πᾶν ἀγαθόν. Πoῖoι μισθωτοὶ καὶ χαῦνοι δοῦλοι τολμοῦν νὰ ἀντιπαραταχθώσιν ἀπέναντι λαοῦ, πολεμοῦντος ὑπὲρ τῆς ἰδίας ἀνεξαρτησίας; Μάρτυρες οἱ ἡρωικοὶ ἀγῶνες τῶν προπατόρων μας· Μάρτυς ἡ Ἱσπανία, ἥτις πρώτη καὶ μόνη κατετρόπωσεν τὰς ἀηττήτους φάλαγγας ἑνὸς τυράννου.

* * *

Μὲ τὴν ἕνωσιν, ὦ συμπολίται, μὲ τὸ πρὸς τὴν ἱερὰν θρησκείαν σέβας, μὲ τὴν πρὸς τοὺς νόμους καὶ τοὺς στρατηγοὺς ὑποταγήν, μὲ τὴν εὐτολμίαν καὶ σταθηρότητα, ἡ νίκη μας εἶναι βεβαῖα καὶ ἀναπόφευκτος· αὐτὴ θέλει στεφανώσῃ μὲ δάφνας ἀειθαλεῖς τους ἡρωικοὺς ἀγώνας μας· αὐτὴ μὲ χαρακτῆρας ἀνεξαλείπτους θέλει χαράξῃ τὰ ὀνόματα ἡμῶν εἰς τὸν ναὸν τῆς ἀθανασίας, διὰ τὸ παράδειγμα τῶν ἐπερχομένων γενεῶν. 

Ἡ Πατρὶς θέλει ἀνταμείψῃ τὰ εὐπειθῆ καὶ γνήσιά της τέκνα μὲ τὰ βραβεῖα τῆς δόξης καὶ τιμῆς· τὰ δὲ ἀπειθῆ καὶ κωφεύοντα εἰς τὴν τωρινήν της πρόσκλησιν, θέλει ἀποκηρύξῃ ὡς νόθα καὶ ἀσιανὰ σπέρματα, καὶ θέλει παραδώσῃ τὰ ὀνόματά των, ὡς ἄλλων προδοτῶν, εἰς τὸν ἀναθεματισμὸν καὶ κατάραν τῶν μεταγενεστέρων. Ἂς καλέσωμεν λοιπὸν ἐκ νέου, ὦ ἀνδρεῖοι, καὶ μεγαλόψυχοι Ἕλληνες, τὴν ἐλευθερίαν εἰς τὴν κλασικὴν γῆν τῆς Ἑλλάδος. Ἂς συγκροτήσωμεν μάχην μεταξὺ τοῦ Μαραθῶνος καὶ τῶν Θερμοπυλῶν. Ἂς πολεμήσωμεν εἰς τοὺς τάφους τῶν Πατέρων μας, οἱ ὁποῖοι διὰ νὰ μᾶς ἀφήσωσιν ἐλευθέρους ἐπολέμησαν καὶ ἐπέθανον ἐκεῖ. 

Τὸ αἷμα τῶν τυράννων εἶναι δεκτὸν εἰς τὴν σκιὰν τοῦ Ἐπαμινώνδου Θηβαίου, καὶ τοῦ Ἀθηναίου Θρασυβούλου, οἵτινες κατετρόπωσαν τοὺς τριάκοντα τυράννους· εἰς ἐκείνας τοῦ Ἁρμοδίου καὶ Ἀριστογείτονος, οἱ oπoίoι συνέτριψαν τὸν Πεισιστρατικὸν ζυγόν· εἰς ἐκείνην τοῦ Τιμολέοντος ὅς τις ἀπεκατέστησε τὴν ἐλευθερίαν εἰς τὴν Κόρινθον καὶ τὰς Συρακούσας, μάλιστα εἰς ἐκείνας τοῦ Μιλτιάδου καὶ Θεμιστοκλέους τοῦ Λεωνίδου καὶ τῶν Τριακοσίων, οἵτινες κατέκοψαν τοσάκις τοὺς ἀναριθμήτους στρατοὺς τῶν βαρβάρων Περσῶν, τῶν ὁποίων τοὺς βαρβαρωτέρους καὶ ἀνανδροτέρους ἀπογόνους πρόκειται εἰς ἡμᾶς σήμερον μὲ πολλὰ μικρὸν κόπον νὰ ἐξαφανίσωμεν ἐξ ὁλοκλήρου.

Εἰς τὰ ὅπλα λοιπόν, φίλοι, ἡ Πατρὶς μᾶς προσκαλεῖ!

Ἀλέξανδρος Ὑψηλάντης

Τῇ 24ῃ τοῦ Φεβρουαρίου 1821
Εἰς τὸ γενικὸν στρατόπεδον τοῦ Ἰασίου


Η Επανάσταση στη Μολδοβλαχία

Στις 22 Φεβρουαρίου 1821 ο Αλέξανδρος Υψηλάντης με μια μικρή συνοδεία πέντε ατόμων πέρασε τον ποταμό Προύθο, το σύνορο μεταξύ της Ρωσίας και των παραδουνάβιων ηγεμονιών (Μολδαβία και Βλαχία) που ανήκαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Στο έδαφος της Μολδαβίας τον υποδέχτηκε η φρουρά του ηγεμόνα Μιχαήλ Σούτσου και τον συνόδευσε έως το Ιάσιο. Εκεί εξέδωσε στις 24 Φεβρουαρίου την προκήρυξη Μάχου υπέρ Πίστεως και Πατρίδος, η οποία θεωρείται η επίσημη κήρυξη της Επανάστασης. Δύο ημέρες αργότερα πραγματοποιήθηκε ιεροτελεστία κατά την οποία ευλογήθηκε η επαναστατική σημαία.

Η σημαία είχε στη μια της όψη το φοίνικα, κεντρικό σύμβολο της Φιλικής Εταιρείας, και τη φράση Eκ της Στάκτης μου Αναγεννώμαι, ενώ από την άλλη τους ισαποστόλους Κωνσταντίνο και Ελένη, το σταυρό και τη φράση Eν Τούτω Νίκα. Στη διάρκεια της ολιγοήμερης παραμονής του στο Ιάσιο έγιναν και οι πρώτες προπαρασκευές για τη συγκέντρωση χρημάτων και τη συγκρότηση στρατού από Βαλκάνιους εθελοντές που συνέρρεαν εκεί, ενώ εκδόθηκαν και άλλες επιστολές, ανάμεσά τους και εκείνη που απευθυνόταν στο Ρώσο αυτοκράτορα.

Aπό το Iάσιο ο Yψηλάντης αναχώρησε την 1η Μαρτίου, διέσχισε τη Μολδαβία, πέρασε στη Βλαχία και προς τα τέλη του μήνα βρέθηκε έξω από το Βουκουρέστι, όπου βρίσκονταν ήδη τα ένοπλα σώματα του Γεωργάκη Ολύμπιου. Οι μικρές Οθωμανικές φρουρές δεν ήταν δυνατό να εμποδίσουν την πορεία του. Παρόλα αυτά, τα προβλήματα είχαν αρχίσει να διαφαίνονται. Oι πολεμικές προετοιμασίες ήταν ανεπαρκείς. O στρατός συγκροτούνταν καθοδόν ανάλογα με την προσέλευση των εθελοντών, ενώ πολλοί ήταν άοπλοι ή πλημμελώς οπλισμένοι.

Oι ομογενείς των περιοχών αυτών φαίνονταν διστακτικοί στην πλειονότητά τους στο να βοηθήσουν ενεργά και ουσιαστικά, ενώ και οι ντόπιοι πληθυσμοί ήταν μάλλον εχθρικοί, σε μεγάλο βαθμό εξαιτίας των αρπαγών και των λεηλασιών που υφίσταντο από τμήματα του στρατού του Υψηλάντη. Επιπρόσθετα, είχε διαφανεί ότι δεν υπήρχε ελπίδα επανάστασης των Σέρβων, η επικοινωνία με τον Αλή-Πασά δεν είχε καταστεί δυνατή και μόνο ο Βλαδιμιρέσκου, επικεφαλής αγροτικού κινήματος στη Βλαχία που επίσης κατευθυνόταν την ίδια εποχή προς το Βουκουρέστι, θα μπορούσε να καταστεί σύμμαχος.

Στα τέλη Μαρτίου η προοπτική μιας θετικής κατάληξης αδυνατούσε ακόμη περισσότερο μετά τον αφορισμό του Υψηλάντη από τον Πατριάρχη και ιδίως μετά την καταδίκη της επανάστασης από τον αυτοκράτορα της Ρωσίας, ο οποίος θα επέτρεπε την είσοδο Οθωμανικών στρατευμάτων στις ηγεμονίες. Πράγματι, πολυάριθμα οθωμανικά στρατεύματα συγκεντρώθηκαν μέχρι τα τέλη Απριλίου και ήταν έτοιμα να αντιμετωπίσουν το στρατό του Υψηλάντη.

Tην ίδια εποχή ο Βλαδιμιρέσκου διατηρούσε επικοινωνία και με τους Οθωμανούς και ενδιαφερόταν περισσότερο να διαπραγματευτεί παρά να συγκρουστεί μαζί τους. Στη Μολδαβία πάλι οι τοπικοί άρχοντες (Βογιάροι), όταν είδαν ότι πίσω από το κίνημα του Υψηλάντη δε βρισκόταν η Ρωσία, εκδηλώθηκαν πλέον ανοιχτά εναντίον του και ζήτησαν από τους Οθωμανούς τη συμβολή τους, εξέλιξη που ανάγκασε το Μιχαήλ Σούτσο και πολλούς άλλους ομογενείς να καταφύγουν στη γειτονική Βεσσαραβία.

Είναι γνωστό ότι η Ελληνική εθνεγερσία άρχισε στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες της Βλαχίας και Μολδαβίας (υποτελείς των Οθωμανών) στις 22 Φεβρουαρίου 1821, χάρη στις ενέργειες του σχετικά λησμονημένου πατριώτη Αλέξανδρου Υψηλάντη και των συναγωνιστών του. Η εξέγερση απέτυχε λόγω εσωτερικών και εξωτερικών παραγόντων και καταπνίγηκε έως τον Σεπτέμβριο, όμως η φλόγα της Επανάστασης είχε ήδη ανάψει στην Πελοπόννησο, τη Ρούμελη και τα νησιά.


Η αποτυχία του Ελληνικού Αγώνα στη Μολδοβλαχία ήταν οπωσδήποτε ένα αρνητικό γεγονός για την Επανάσταση, όμως δεν επηρέασε αρνητικά την πορεία της στη νότια Ελλάδα. Αν ο Υψηλάντης κατόρθωνε να κερδίσει κάποιες αποφασιστικές μάχες, ο αγώνας του θα καταπνιγόταν λόγω της έλλειψης προθυμίας των Ρώσων, των Σέρβων ή και των Βλάχων-Μολδαβών να συμπολεμήσουν μαζί του, και της τελικής απόφασης των πρώτων να επιτρέψουν την Οθωμανική στρατιωτική επέμβαση στις Ηγεμονίες.

Υπενθυμίζουμε ότι μετά από σχετική συνθήκη με τη Ρωσική Αυτοκρατορία, οι Τούρκοι δεν διατηρούσαν δυνάμεις στη Μολδοβλαχία, εκτός από λίγες με αστυνομικά καθήκοντα, και δεν μπορούσαν να επιχειρήσουν στο έδαφος τους χωρίς την άδεια του εκάστοτε Ρώσου Τσάρου. Ο τότε Τσάρος Αλέξανδρος έδωσε τη σχετική άδεια στους Οθωμανούς να εισβάλουν στις Ηγεμονίες και έτσι να συντρίψουν το κίνημα του Υψηλάντη. Εντούτοις η απόδοση μομφών σε βάρος των Ρώσων, Σέρβων, Βλάχων και Μολδαβών για την απροθυμία τους – όπως συμβαίνει ενίοτε – είναι μάλλον εσφαλμένη για τους λόγους που ακολουθούν.

Οι Ρώσοι μεριμνούσαν ανέκαθεν για την προστασία των Ορθοδόξων της Οθωμανικής επικράτειας, όμως το κίνημα του Υψηλάντη εμφανίσθηκε τη χρονική στιγμή μίας αρνητικής για εκείνο διπλωματικής συγκυρίας. Η Ρωσία είχε αναλάβει τη δέσμευση έναντι των άλλων τεσσάρων Ευρωπαϊκών Δυνάμεων, να μην ενισχύσει οποιαδήποτε επαναστατική κίνηση ανά την Ευρώπη. Η εξέγερση στις παραδουνάβιες Ηγεμονίες συνέπεσε χρονικά με το επαναστατικό κίνημα του Πεδεμόντιου ενώ είχαν προηγηθεί οι επαναστάσεις της Ισπανίας και της Νεάπολης και η ανταρσία του συντάγματος Συμεωνόφσκι στην Αγία Πετρούπολη η οποία είχε κλονίσει τον τσάρο Αλέξανδρο.

Έτσι ο Αυστριακός Μέττερνιχ, ακούραστος αντίμαχος κάθε επαναστατικού κινήματος, δεν άργησε να πείσει τους μονάρχες των Δυνάμεων ότι οι νέες επαναστάσεις στο Πεδεμόντιο και τη Μολδοβλαχία ανήκαν σε μία κοινή και συντονισμένη κίνηση εξεγέρσεων που απειλούσε την ασφάλεια και την ηρεμία όλης της Ευρωπαϊκής ηπείρου. Η σύμπραξη του Βλάχου «κοινωνικού» επαναστάτη Βλαδιμηρέσκου με τον Υψηλάντη, ενίσχυε αυτόν τον ισχυρισμό του.

Εξάλλου η προσπάθεια του Υψηλάντη και των Φιλικών να παρασύρουν «εκβιαστικά» τη Ρωσική ηγεσία σε υποστήριξη της εξέγερσης στη Μολδοβλαχία, ήταν ουσιαστικά αψυχολόγητη, επειδή τέτοιες μεθοδεύσεις δεν καταλήγουν σε θετικά αποτελέσματα. Ο ικανότατος διπλωμάτης Ιωάννης Καποδίστριας υπαινίχθηκε αυτή την πραγματικότητα σε μία περίφημη επιστολή του προς τον Υψηλάντη. Ο Υψηλάντης, παρότι αγνός και φλογερός πατριώτης, είχε εκθέσει τον Τσάρο και τη Ρωσική ηγεσία όταν κατά το αγωνιστικό διάγγελμα του στη Μολδαβία υπαινίχθηκε ότι τον υποστήριζαν.

Συν τοις άλλοις, έφερε τον βαθμό στρατηγού του Ρωσικού στρατού. Ο Υψηλάντης και οι περισσότεροι Φιλικοί ήλπιζαν ότι η Ρωσία θα τους υποστήριζε με κάποιο τρόπο (έστω και με την απαγόρευση της προέλασης Οθωμανικών δυνάμεων στις Ηγεμονίες) ακολουθώντας τη σταθερή ανατολική επεκτατική πολιτική της σε βάρος των Τούρκων, όμως η Αγία Πετρούπολη είχε αναστείλει αυτήν την πολιτική για μεγάλο διάστημα.

Αργότερα οι Ρώσοι συνέβαλαν τα μέγιστα στην απελευθέρωση της Ελλάδας τόσο με την ευρεία σύμπραξη τους στη ναυμαχία του Ναβαρίνου, όσο και με την εισβολή μιας στρατιάς τους στην Οθωμανική επικράτεια σε εκείνη την κρίσιμη φάση του Ελληνικού Αγώνα, παρότι δρούσαν προστατεύοντας τα συμφέροντα τους (όπως και οι Βρετανοί και οι Γάλλοι).


Οι Φιλικοί είχαν κάποιες περιορισμένες επαφές με τον Σέρβο ηγεμόνα Οβρένοβιτς και μερικούς ακόμη Σέρβους ηγήτορες, όμως η πιθανότητα μίας νέας σερβικής επανάστασης ταυτόχρονα με την ελληνική, ήταν πολύ μικρή ή μηδαμινή, παρά τις διάφορες «διαβεβαιώσεις» Φιλικών ότι οι Σέρβοι θα εξεγερθούν μαζί με τους Ελληνες. Οι εν λόγω «διαβεβαιώσεις» ανήκαν στην ευρύτερη προσπάθεια αλληλοενθάρρυνσης μεταξύ των αγωνιστών.

Οι Σέρβοι δεν επαναστάτησαν, κυρίως εξαιτίας της εξάντλησης τους από τις απώλειες και τα δεινά που υπέστησαν κατά την πρόσφατη πολυετή εξέγερση τους εναντίον των Τούρκων (1804-1816) και λόγω της αλλαγής της ανατολικής πολιτικής της Ρωσίας, στην οποία προσέβλεπαν για την ανάκτηση της ανεξαρτησίας τους ως μεγάλης Σλαβικής και Ορθόδοξης «μητέρας». Οι Σέρβοι και οι Σερβικής καταγωγής Μαυροβούνιοι, είχαν έναν ακόμη αποφασιστικό λόγο για να μην επαναστατήσουν το 1821: τον πόλεμο ανάμεσα στον ημιανεξάρτητο Αλβανό Αλή Πασά και τους Οθωμανούς (1820 κ.ε.).

Οι Σέρβοι αρχηγοί ανησυχούσαν από χρόνια λόγω της ταχείας ισχυροποίησης του πανούργου Αλή Πασά, ο οποίος σκόπευε να ιδρύσει δική του ηγεμονία στο δυτικό τμήμα της Βαλκανικής που θα περιελάμβανε όλα τα Ελληνικά, Αλβανικά, Σερβικά και Μαυροβουνιακά εδάφη. Οι Σέρβοι απεχθάνονταν τους Τούρκους αλλά έτρεφαν την ίδια απέχθεια για τους Αλβανούς Μουσουλμάνους, και ενδεχομένως προτιμούσαν την Τουρκική κυριαρχία (προσωρινή κατά την άποψη τους) από τον αληπασαλιδικό ζυγό.

Εξάλλου πίστευαν ότι σε κάθε περίπτωση η Σουλτανική επικυριαρχία στη χώρα τους θα εκμηδενιζόταν, και με τη ρωσική επέμβαση. Ο σταδιακός Αλβανικός εποικισμός στην ιερή Σερβική γη του Κοσσυφοπεδίου (σύγχρονο Κόσσοβο) και στο σαντζάκι του Νόβι Πάζαρ, ήταν ένας από τους βασικούς λόγους (μεταξύ αρκετών άλλων) της Σερβοαλβανικής αντίθεσης. Οι Αλβανοί Μουσουλμάνοι ήταν ολιγάριθμοι συγκριτικά με τους Ορθοδόξους των δυτικών Βαλκανίων, όμως ήταν ο ανιών πολιτικοστρατιωτικός παράγοντας της περιοχής. Εξάλλου ήταν οι πιο έμπειροι και αρτιότερα οπλισμένοι μάχιμοι της.

Αν ο Αλή πασάς νικούσε τον Οθωμανικό στρατό, θα προσαρτούσε στην ηγεμονία του και τους Κοσσοβάρους και Σκοδρανούς Αλβανούς στα βόρεια της. Έτσι όλοι οι Αλβανοί θα ενώνονταν υπό έναν ικανό ηγεμόνα και πολύ γρήγορα θα ενισχύονταν με τους Σλάβομουσουλμάνους του Νόβι Πάζαρ και κυρίως της Βοσνίας και Ερζεγοβίνης, επειδή εκείνοι δεν θα είχαν πλέον εδαφική επαφή με τα οθωμανικά εδάφη. Αλλωστε οι Σλαβομουσουλμάνοι (Βόσνιοι κ.α.) ένοιωθαν την απειλή της περικύκλωσης των Σέρβων της Σερβίας, Βοσνίας-Ερζεγοβίνης και ανατολικής Σλαβονίας.

Αν οι Σέρβοι και Μαυροβούνιοι εξεγείρονταν μαζί με τους Έλληνες, η αληπασαλιδική νίκη επί του Σουλτάνου θα ήταν μάλλον βέβαιη. Όμως τότε οι Σέρβοι θα αντιμετώπιζαν την Αλβανοβοσνιακή απειλή, που ίσως ήταν ισχυρότερη της Οθωμανικής επειδή θα βρίσκονταν ανάμεσα στις δύο Μουσουλμανικές δυνάμεις: ανάμεσα στους εμπειροπόλεμους Βόσνιους στα βορειοδυτικά τους και στους αληπασαλιδικούς Αλβανούς στα νότια. Το αντισουλτανικό κίνημα του Αλή πασά έδωσε μεγάλο πλεονέκτημα στον Ελληνικό Αγώνα επειδή απασχόλησε τον Σουλτανικό στρατό, αλλά για τους εξουθενωμένους από την επανάσταση του 1804-1816 Σέρβους ήταν μέγιστη απειλή.

Η Σουλτανική αναγνώριση της αυτόνομης ηγεμονίας της βόρειας Σερβίας το 1815/1816 ήταν μία αποφασιστική «πολιτική κατάκτηση» των Σέρβων αγωνιστών προς την απελευθέρωση της χώρας τους, την οποία δεν ήθελαν δικαιολογημένα να χάσουν με μία άκαιρη επανάσταση. Εξάλλου παρά τον τίτλο της ηγεμονίας, η Σερβία παρέμενε υποτελής στους Τούρκους, με το Βελιγράδι και άλλα αστικά κέντρα να κατέχονται από Τουρκικές φρουρές. Ο δε ηγεμόνας Οβρένοβιτς ομοίαζε περισσότερο με έναν απλό Σλάβο «φύλαρχο».


Επιπρόσθετα, οι Έλληνες και οι Σέρβοι υποπτεύονταν ο ένας τον άλλον: το 1820, σε ένα γραπτό προσχέδιο της Ελληνικής εξέγερσης το οποίο συντάχθηκε στο Βουκουρέστι, ο Λεβέντης, ο Παπαφλέσσας και άλλοι Πελοποννήσιοι ηγήτορες εφιστούν στους Φιλικούς αναγνώστες του κειμένου, την ανάγκη να είναι οι Σέρβοι εκείνοι που θα επαναστατήσουν πρώτοι και ακολούθως οι Έλληνες του Μοριά, έτσι ώστε η Σουλτανική στρατιωτική προσπάθεια να επικεντρωθεί στη Σερβία και έτσι οι Μοραϊτες να έχουν ευκολότερη πολεμική αποστολή.

Στην αντίθετη περίπτωση, επισημαίνεται ο κίνδυνος οι Σέρβοι αγωνιστές να μη συναντήσουν αξιόλογη Τουρκική αντίσταση και να βαδίσουν έως τη Μακεδονία και τη Θράκη που τις εποφθαλμιούσαν. Συμπερασματικά, ο ανταγωνισμός μεταξύ Σέρβων και Ελλήνων για την απόκτηση όσο το δυνατόν περισσότερων εδαφών, ο οποίος εκδηλώθηκε κατά τους Βαλκανικούς Πόλεμους στις αρχές του 20ου αιώνα, υφίστατο ήδη έναν αιώνα ενωρίτερα.

Μάλλον και η Σερβική ηγεσία έκανε ανάλογους υπολογισμούς με εκείνους του Παπαφλέσσα και των συναγωνιστών του, και ήθελε να αποτρέψει την επέκταση μίας ανεξάρτητης Ελλάδας έως τη Μακεδονία και τη Θράκη. Άλλωστε δεν είχε λησμονήσει ποτέ την εξάπλωση της Σερβικής ηγεμονίας του Στέφανου Δουσάν κατά τον Ύστερο Μεσαίωνα, έως τη Θράκη και τον Κορινθιακό κόλπο. Πρόκειται πιθανώς για ένα ακόμη αίτιο της σερβικής αδράνειας-ουδετερότητας κατά το 1821.

Παρά ταύτα, οι Σέρβοι ενίσχυσαν ακούσια τον Ελληνικό Αγώνα έχοντας φθείρει σημαντικά τον Σουλτανικό στρατό κατά το 1804-1816, ενώ αρκετοί Σέρβοι-Μαυροβούνιοι μάχιμοι κατήλθαν στην Ελλάδα το 1821 προκειμένου να ενισχύσουν τους ομόδοξους Έλληνες επαναστάτες. Και για τους άλλους Χριστιανικούς λαούς της χερσονήσου του Αίμου έχει εκτιμηθεί ότι θα έπρεπε να είχαν επαναστατήσει μαζί με τους Έλληνες, όμως αυτή η πιθανότητα ήταν μηδαμινή.

Οι Βλάχοι και οι Μολδαβοί (σημείωση) δεν είχαν σημαντικούς λόγους για να υποστηρίξουν το κίνημα του Υψηλάντη, επειδή η Τουρκική κυριαρχία δεν ήταν ιδιαίτερα πιεστική για εκείνους. Νωρίτερα, δεν είχαν υποστηρίξει ουσιαστικά ούτε τα σερβικά κινήματα. Στη Μολδοβλαχία, οι Οθωμανοί δεν εκδήλωναν εύκολα τη βαρβαρότητα τους, λόγω και της Ρωσικής προστασίας. Οι Βλάχοι-Μολδαβοί αντιμετώπιζαν χριστιανούς καταπιεστές: ζούσαν υπό ένα παρωχημένο, σχεδόν φεουδαρχικό κοινωνικοπολιτικό καθεστώς, στο οποίο οι επικυρίαρχοι τους δεν ήταν τόσο οι Οθωμανοί όσο οι εγχώριοι και οι Ελληνες γαιοκτήμονες και ευγενείς, και οι ανώτεροι γηγενείς κληρικοί και επίσκοποι.

Οι Βούλγαροι κατείχαν τη δυσχερέστερη γεωπολιτική θέση (για μία εξέγερση εναντίον των Τούρκων), κατοικώντας στην ανατολική και κεντρική Βαλκανική, ανάμεσα στην Αλβανία, τον Δουναβικό σύνορο και τη Θράκη, δηλαδή ανάμεσα σε περιοχές με πολυάριθμα Τουρκικά και Αλβανικά στρατεύματα. Επίσης, οι Βούλγαροι (Χριστιανοί) περιβάλλονταν από τα εδάφη των Βούλγαρων Μουσουλμάνων και των Τατάρων προσφύγων (Μπουτζάκ, Νογκάι, Κριμαϊκοί κ.ά.) της ανατολικής Βουλγαρίας και Δοβρουτσάς, των Πομάκων της Ροδόπης, και των Αλβανών.

Επρόκειτο για έμπειρους πολεμικά Μουσουλμανικούς λαούς που μπορούσαν να τους συντρίψουν λόγω της γεωστρατηγικής περικύκλωσης της Βουλγαρίας, αν εκείνοι εξεγείρονταν. Ειδικά η ανατολική Βουλγαρία θα δεχόταν την καταστροφική επίθεση των Οθωμανικών ναυτικών μοιρών της Κωνσταντινούπολης, Δοβρουτσάς και Σινώπης, οι οποίες μπορούσαν να αποβιβάσουν πλήθος άγριων «Βασιβουζούκων» (Bashi-bazuk) και άλλων ατάκτων στην ακτή της. Οι Βούλγαροι δεν διέθεταν ναυτικό, όπως οι Έλληνες επαναστάτες.


Οι Βούλγαροι κατάφεραν να αγωνιστούν αποτελεσματικά για την απελευθέρωση τους μόνο μετά την εδαφική εξάπλωση του Ελληνικού και του Σερβικού κράτους και την ανεξαρτητοποίηση της Ρουμανίας, επειδή η ενδοχώρα «πίσω» από τη χώρα τους ήταν πλέον συμμαχική τους. Παρά τη μείωση των Τουρκικών δυνάμεων στα Βουλγαρικά εδάφη λόγω του πολέμου με τον Αλή Πασά, όσες παρέμειναν εκεί ήταν πολυάριθμες λόγω της Ρωσικής απειλής.

Επίσης, οι Βούλγαροι δεν διέθεταν την εθνική συνοχή, την αποτελεσματική οργάνωση και τη στρατιωτική κατάρτιση των Σέρβων και των Ελλήνων. Αρκετοί από αυτούς προτιμούσαν να αυτοπροσδιορίζονται ως Ελληνες ή Σέρβοι και όχι ως Βούλγαροι.

Γενικά οι Ηγεμονίες της Μολδοβλαχίας δεν ευνοούντο γεωπολιτικά για την επιτυχία της εξέγερσης, κείμενες μεταξύ των ενισχυμένων Τουρκικών δυνάμεων στη Βουλγαρία, της Αψβουργικής (Αυστριακής) Αυτοκρατορίας που αντιμαχόταν τα φιλορωσικά κινήματα της χερσονήσου του Αίμου (εποφθαλμιώντας την), και της Ρωσίας για την οποία είδαμε ότι δεν μπορούσε να τα υποστηρίξει. Η επανάσταση στις Ηγεμονίες θα μπορούσε να επικρατήσει μόνο με τη τσαρική βοήθεια ή και με μία ταυτόχρονη νέα Σερβική επανάσταση, ενδεχομένως και με μία εξέγερση δυτικών Βουλγάρων.

Οι τελευταίοι ήταν οι Σλάβοι των Σκοπίων, της σύγχρονης F.Y.R.O.M., οι οποίοι αυτοαποκαλούντο «Bugari» (παραφθορά του «Βούλγαροι») και έβλεπαν φιλικά στους Σέρβους λόγω της κοινής Σλαβικής προέλευσης και της αντιπάθειας τους για τους Αλβανούς του Κοσσυφοπεδίου και της Αλβανίας. Αν οι Σέρβοι και οι δυτικοί Βούλγαροι εξεγείρονταν, ή έστω μόνο οι Σέρβοι, θα επιτυγχάνετο η εδαφική επαφή των Ελλήνων αγωνιστών της Μολδοβλαχίας με τις επαναστατημένες Μακεδονία και νότια Ελλάδα. Ωστόσο η κακή συγκυρία δεν επέτρεψε ούτε στη Μακεδονία να εξεγερθεί, επειδή η Σερβική και Βουλγαρική ενδοχώρα στα βόρεια της παρέμεινε υπό Τουρκικό έλεγχο.

Υπό αυτές τις συνθήκες, η εξέγερση περιορίσθηκε στους Ελληνες των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών και στη νότια Ελλάδα, δηλαδή σε δύο περιφέρειες πολύ απομακρυσμένες μεταξύ τους, στα βορειοανατολικά και τα νότια της χερσονήσου του Αίμου αντίστοιχα. Οι προσδοκίες των Φιλικών για μία μαζική επανάσταση των χριστιανών των Βαλκανίων διαψεύσθηκαν και οι Ελληνες απέμειναν με μοναδικό σύμμαχο τους ολιγάριθμους πια Αλβανούς του Αλή Πασά.

Μοιραία το κίνημα του Υψηλάντη στην ακατάλληλη γεωπολιτικά-γεωστρατηγικά Μολδοβλαχία καταπνίγηκε, αλλά κατά τη διάρκεια του εξεγέρθηκε η Πελοπόννησος, η Στερεά Ελλάδα και τα ναυτικά νησιά. Η επανάσταση στη Μολδοβλαχία δημιούργησε σοβαρό αντιπερισπασμό υπέρ του αγώνα στην Ελλάδα, επειδή εξαιτίας της πολυάριθμες Οθωμανικές δυνάμεις μετακινήθηκαν και «καθηλώθηκαν» στις Θράκη, Κωνσταντινούπολη, Αιολίδα, Ιωνία, ακτές του Ελλησπόντου και του Εύξεινου Πόντου και στα οχυρά του Δούναβη, λόγω του φόβου της επανάστασης των Ελλήνων αυτών των περιοχών και ενδεχόμενης εισβολής των Ρώσων.

Ο Σουλτάνος δεν εμπιστευόταν τους Ρώσους, παρά τις διαβεβαιώσεις τους. Ετσι η επανάσταση στην Ελλάδα θεμελιώθηκε και κατάφερε να επιβιώσει. Εκεί η εξέγερση «αγκαλιάσθηκε» από τους απλούς ανθρώπους και υποβοηθήθηκε γεωστρατηγικά: βάση της ήταν ο Μοριάς, ο οποίος προστατευόταν από την πλευρά της θάλασσας από τον τρινήσιο (Ελληνικό) στόλο, ενώ ο δύσβατος όγκος και οι εμπειροπόλεμοι κλεφταρματολοί της Ρούμελης τον προστάτευαν από τα βόρεια.


Με αυτόν τον τρόπο, ο Αγώνας στην Ελλάδα κατόρθωσε μετά από πολλές δραματικές διακυμάνσεις, νίκες και ήττες, επεκτάσεις και συρρικνώσεις, να εδραιωθεί, να προκαλέσει τη δυναμική παρέμβαση των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων εναντίον των Οθωμανών και τον Αιγυπτίων στο Ναβαρίνο («απηυδησμένες» από το αδιέξοδο του Ελληνο-Οθωμανικού πολέμου που απειλούσε το προσοδοφόρο εμπόριο και την πολιτικοκοινωνική σταθερότητα στην ευρύτερη περιοχή), και τελικά να καταλήξει στην απελευθέρωση της Ελλάδας.

Το 1821, οι Βλάχοι, Βαλάχοι ή Βολόχοι), οι Μολδαβοί και οι Ρωμανόφωνοι της Τρανσυλβανίας, δηλαδή συνολικά οι πρόγονοι των Ρουμάνων, δεν είχαν αναπτύξει αρκετά τη συνείδηση της κοινής προέλευσης τους (μάλλον από Λατινόφωνους Ιλλυριούς πρόσφυγες και όχι από τους αρχαίους Δάκες όπως διατείνονται οι σύγχρονοι Ρουμάνοι). Η σχέση των Βλάχων της Βλαχίας με τους Βλάχους της Πίνδου παραμένει έως σήμερα αντικείμενο μελέτης και διαφωνιών.

Τα επιχειρήματα υπέρ της κοινής προέλευσης τους είναι ισχυρά, αλλά εξίσου ισχυρά είναι εκείνα που υποστηρίζουν ότι δεν σχετίζονται εθνολογικά: το προλατινικό γλωσσικό υπόστρωμα των Βλάχων της Ρουμανίας είναι Θρακοϊλλυρικό, ενώ εκείνο των Βλάχων της Πίνδου είναι Ελληνικό. Επίσης οι δύο αναφερόμενες Βλαχικές ομάδες δεν έχουν ούτε καν σχετική ανθρωπολογική ομοιομορφία: οι Βλάχοι της Πίνδου ανήκουν κυρίως στον Μεσογειακό μορφολογικό τύπο, ενώ οι εκείνοι της Βλαχίας ανήκουν στον Αδριατικό-Διναρικό.

Οι Βλάχοι της Πίνδου χαρακτηρίζονταν ανέκαθεν από τον κτηνοτροφικό ορεσίβιο βίο και τη νεολατινική-Ρωμανική διάλεκτο τους η οποία ομοιάζει εξαιρετικά με τη Βλαχική της Ρουμανίας. Γενικά, κατά τον πρώιμο 19ο αιώνα, οι ορεσίβιοι κτηνοτρόφοι του Ελλαδικού χώρου ανήκαν σε τρεις γλωσσικές ομάδες: τους Ελληνόφωνους Σαρακατσάνους, τους Λατινόφωνους Βλάχους και τους Αλβανόφωνους Φρασαριώτες. Οι τελευταίοι έλαβαν το όνομα της κοιτίδας τους, Φράσαρης, κοντά στις πηγές του Άψου.

Οι Μάχες του Γαλατσίου του Δραγατσανίου και το Τέλος της Επανάστασης στη Μολδοβλαχία

Έως τα τέλη Απριλίου, οπότε οι Οθωμανικές δυνάμεις εισήλθαν στις ηγεμονίες διαβαίνοντας τον Δούναβη, μικρές μόνο αψιμαχίες είχαν πραγματοποιηθεί ανάμεσα στους επαναστάτες και τις επιφορτισμένες με αστυνομικά καθήκοντα ολιγάριθμες οθωμανικές φρουρές. H πρώτη μεγάλης κλίμακας σύγκρουση πραγματοποιήθηκε στις 30 Απριλίου στην πόλη Γαλάτσι, την οποία υπερασπίζονταν στρατιωτικά σώματα με επικεφαλής τον Αθανάσιο Καρπενησιώτη.

Tο Γαλάτσι βρίσκεται πλησίον των συνόρων της Μολδαβίας και της Βλαχίας με τη Bεσσαραβία (Ρωσία). Εκεί, ύστερα από σκληρές μάχες οι Οθωμανοί κατέλαβαν την πόλη, εκδιώκοντας στο Ρωσικό έδαφος τους λιγοστούς διασωθέντες επαναστάτες. Συνέπεια της ισχυρής αντίστασης που πρόβαλαν οι άντρες του Kαρπενησιώτη υπήρξαν οι σφαγές ντόπιων και επηλύδων και η λεηλασία της πόλης. Την ίδια στιγμή έριδες, αντιζηλίες, διαφωνίες και απειθαρχία δυσχέραναν όλο και περισσότερο την κατάσταση στο στρατόπεδο των επαναστατών, ενώ αρκετοί άρχισαν να λιποτακτούν.

Στις συνθήκες αυτές ο Αλέξανδρος Υψηλάντης αποφάσισε να τεθεί ο ίδιος επικεφαλής μιας σύγκρουσης, η έκβαση της οποίας ήλπιζε ότι θα μετέβαλλε ευνοϊκά την κατάσταση. Συγκέντρωσε λοιπόν στην περιοχή του Δραγατσανίου τα ένοπλα σώματα που είχαν απομείνει. Ένα από αυτά ήταν ο Ιερός Λόχος, που συστήθηκε από ενθουσιώδεις αλλά χωρίς πολεμική εμπειρία νεαρούς εθελοντές από την Οδησσό και από άλλες Ελληνικές παροικίες.


Ωστόσο, η απειθαρχία και η έλλειψη συντονισμού δεν επέτρεψαν την εφαρμογή του πολεμικού σχεδίου που είχε αποφασιστεί. Η μάχη ξεκίνησε μια μέρα νωρίτερα με πρωτοβουλία κάποιου αξιωματικού και ενώ το συνολικό στράτευμα δεν είχε ακόμη τοποθετηθεί στις προβλεπόμενες θέσεις. Παρά την αυταπάρνηση των ιερολοχιτών η κατάληξη της μάχης ήταν τραγική. Οι απώλειες ήταν τεράστιες, σχεδόν καθολικές, ενώ ο πανικός που προκλήθηκε από το απρόσμενο της σύγκρουσης οδήγησε σε άτακτη φυγή και σε οριστική διάλυση του στρατοπέδου του Υψηλάντη.

O ίδιος, που δεν πρόλαβε να βρεθεί στο μέτωπο, κατάφερε στα μέσα Ιουνίου να περάσει τα αυστριακά σύνορα, όπου παρά την αρχική συμφωνία με τις αρχές συνελήφθη και παρέμεινε φυλακισμένος έως το Νοέμβριο του 1827. Λίγους μήνες αργότερα, στις αρχές του 1828, πέθανε στη Βιέννη. Mετά την καταστροφή στο Δραγατσάνι μόνο δύο μικρά σώματα κατάφεραν να παραμείνουν συνταγμένα. Tο ένα, με επικεφαλής το Γεωργάκη Oλύμπιο και τον Iωάννη Φαρμάκη, κινήθηκε βορειότερα, προς τη Mολδαβία, δίνοντας συνεχώς σκληρές αλλά απέλπιδες μάχες.

Στόχος τους ήταν να περάσουν στη Ρωσική Βεσσαραβία και από εκεί να κινηθούν με πλοία προς την Πελοπόννησο. Tελικά, ύστερα από πορεία δυόμιση μηνών μέσα από ορεινές περιοχές και μετά από αρκετές μάχες στις οποίες το σώμα των επαναστατών αποδεκατιζόταν σταδιακά από τους διώκτες του, εγκλωβίστηκαν στη Mονή Σέκου που βρίσκεται στη βόρεια Mολδαβία κοντά στα σύνορα με την Aυστρία. Εκεί, ύστερα από πολιορκία δύο και πλέον εβδομάδων, στη διάρκεια της οποίας σκοτώθηκαν ο Γ. Oλύμπιος και ο Γ. Φαρμάκης παραδόθηκε με τους λιγοστούς συντρόφους του και βρήκε βασανιστικό θάνατο.

Tο δεύτερο σώμα αριθμούσε 250 περίπου ενόπλους και είχε επικεφαλής τον αδελφό του Θεόδωρου Kολοκοτρώνη, Iωάννη. Aυτός ακολούθησε πορεία διαφορετική από τους Oλύμπιο και Φαρμάκη. Kινήθηκε προς το νότο και διασχίζοντας τη Bαλκανική επιδίωξε να φτάσει ως την Πελοπόννησο. Tο παράτολμο εγχείρημα στέφθηκε με επιτυχία. O Iωάννης Kολοκοτρώνης έφτασε τον Aύγουστο στην Πελοπόννησο με εκατό περίπου ενόπλους και έλαβε μέρος στην πολιορκία της Tριπολιτσάς, επικεφαλής της οποίας ήταν ο αδελφός του.

Μάχη του Γαλατσίου

Η Μάχη του Γαλατσίου ήταν η πρώτη πραγματική μάχη στην Μολδοβλαχία ανάμεσα στις δυνάμεις της Φιλικής Εταιρίας, του πρίγκιπα Αλέξανδρου Υψηλάντη και των στρατευμάτων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στα ευρύτερα πλαίσια της Ελληνικής επανάστασης του 1821. Έλαβε χώρα στις 1 τού Μάη τού 1821 στο Γαλάτσι (Γκαλάτσι) της Μολδοβλαχίας. Αρχηγός των Ελλήνων, Κρητικών στη καταγωγή, ήταν ο Αθανάσιος Καρπενησιώτης, των δε Τούρκων ο Γιουσούφ Πασάς Περκόφτσαλης, ο Χατζή Καρά Αχμέτ εφέντης και ο Σελήμ Μεχμέτ Εφέντης.

Ο Τσάρος Αλέξανδρος Α΄ της Ρωσίας κάτω από την πίεση του Μέττερνιχ, έδωσε την άδεια στην Πύλη να μπουν οι Τουρκικές στρατιές στην Μολδοβλαχία για να αντιμετωπίσουν τους επαναστάτες. Την αρχηγία του Τουρκικού στρατού ανέλαβε ο Βαλής της Σιλίστριας Σελήμ Μεχμέτ, ο οποίος στα τέλη του Απρίλη του 1821 διέταξε τον πασά του κάστρου της Βράιλας, Γιουσούφ Περκόφτσαλη, να ανακαταλάβει το Γαλάτσι.

Ο Περκόφτσαλης ξεκίνησε έχοντας 2 χιλιάδες άνδρες πεζικό, 3 χιλιάδες ιππείς και κανόνια. Αρχηγός της άμυνας του Γαλατσίου ήταν ο Θανάσης Καρπενησιώτης, που οργάνωσε δύναμη από 600 αγωνιστές. Επισκεύασε τους Ρωσικούς προμαχώνες του Ρωσοτουρκικού πολέμου (1806–1812) και έστησε 19 κανόνια από αυτά που έστειλαν οι Έλληνες της Οδησσού και της Βεσσαραβίας για τον στρατό του Υψηλάντη. Αφήνοντας 400 άνδρες του μέσα στην πόλη, μετακινεί τους υπόλοιπους 200 και τους κατανέμει στους τρεις προμαχώνες.


Στις 30 του Απρίλη η εμπροσθοφυλακή των Τούρκων πέρασε τον παραπόταμο του Δούναβη, τον Σερέτη και 18 μαούνες των Τούρκων με κανόνια κατέβηκαν τον Δούναβη για να χτυπήσουν τους Έλληνες από το ποτάμι. Ο Καρπενησιώτης κράταγε το κεντρικό ταμπούρι. Τα άλλα τα κράταγαν οι αδερφοί Μαγγλέροι από την Κεφαλλονιά, ο Γιώργης Παπάς από την Αδριανούπολη, ο Δαμιανάκος από τα Σφακιάκαι ο παπάς Πέτρος Μονίκ, που παράτησε το Ισμαήλ "και έλαβε τον σταυρόν και τα όπλα, και ήλθε να συμμεθέξη εις τούτον τον υπέρ πίστεως καί πατρίδος ιερόν αγώνα".

Χαράματα 1 του Μάη οι Τούρκοι ξεκίνησαν την επίθεση βάζοντας στην μέση το πεζικό και στηρίζοντας το από τις δυο πλευρές με το ιππικό. Οι Έλληνες απέκρουσαν όλες τις επιθέσεις αλλά μετά από 4 ώρες μάχης λύγισαν και οπισθοχώρησαν οι υπερασπιστές του δεξιού και του αριστερού ταμπουριών, εκτός από τον Κωτήρα και τα 32 παλικάρια του, που αγωνίζονταν μη χάνοντας ούτε "ένα βολύμι άνευ αίματος εχθρικού"

Αφού τελείωσαν τα πυρομαχικά τους με τα σπαθιά τους άνοιξαν δρόμο ανάμεσα στους Τούρκους και μπήκαν στο Γαλάτσι το οποίο όμως ήδη είχε καταληφθεί από τους Τούρκους. Πολεμάνε και πεθαίνουν όλοι τους. Στο κεντρικό ταμπούρι συνέχιζε να πολεμά ο Καρπενησιώτης με άλλους 45 αγωνιστές αποκρούοντας με τα κανόνια και τα τουφέκια τους χιλιάδες Τούρκους που άφησαν εκεί 700 νεκρούς. Όταν έπεσε το σκοτάδι η μάχη σταμάτησε.

Για τους λίγους επιζώντες αγωνιστές δεν υπήρχε πια ελπίδα σωτηρίας. Τα χαράματα πέταξαν έξω τις κάπες τους στις οποίες οι Τούρκοι αδειάσαν τα τουφέκια τους και πριν οι Τούρκοι τα ξαναγέμισαν, σπάσαν με επίθεση τον κλοιό. 20 αγωνιστές, μαζί τους και ο Καρπενησιώτης κατάφεραν να ξεφύγουν ζωντανοί. Όπως γράφει ο Ξόδιλος "Ή μάχη αυτή της 1 τού Μάη έν Γαλαζίω, άν καί φαίνεται ζημιώδης διά τούς Έλληνας, υπήρξεν όμως διά αυτούς αρκετά ένδοξος και τρανόν προμήνιμα της νίκης των Ελλήνων κατά των Τούρκων".

Μάχη του Δραγατσανίου

Η Μάχη του Δραγατσανίου ήταν στρατιωτική σύγκρουση ανάμεσα στις δυνάμεις της Φιλικής Εταιρίας και στρατευμάτων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στα ευρύτερα πλαίσια της της Ελληνικής επανάστασης του 1821. Έλαβε χώρα στις 6 Ιουνίου του 1821 στο Δραγατσάνι της Βλαχίας.

Στις 30 Απριλίου 1821 πραγματοποιήθηκε, με τη συγκατάθεση της Ρωσίας, είσοδος των Οθωμανικών στρατευμάτων στη Μολδοβλαχία. Με αρχιστράτηγο τοβαλή της Σιλιστρίας Σελίμ Μεχμέτ, οι Οθωμανοί πέρασαν τα σύνορα από την περιοχή της Βράιλας και η πρώτη μεγάλη σύγκρουση έγινε την 1 Μαΐου 1821 στο Γαλάτσι – στο οποίο η ελληνική σημαία είχε υψωθεί στις 21 Φεβρουαρίου1821 από το Βασίλειο Καραβία - το οποίο οι Τούρκοι ανακατέλαβαν με μεγάλες απώλειες στον άμαχο πληθυσμό.

Καθ' όλη τη διάρκεια του Μαΐου 1821, άλλες συγκρούσεις του Τουρκικού στρατού με τους Έλληνες έλαβαν χώρα, χωρίς οι δυνάμεις του Υψηλάντη να έχουν κάποια επιτυχία. Οι Έλληνες συγκεντρώθηκαν στο Ρίμνικο, που απείχε 8 ώρες από το Δραγατσάνι, ενώ οι Τούρκοι, που η δύναμη τους ανερχόταν στους 2.600 άντρες, κατέλαβαν τα μοναστήρια Σερμπανεστίου, Σταντσεστίου, Στραζεστίου και Μαμούλ, κλείνοντας την είσοδο της κοιλάδας των Καρπαθίων. Συγχρόνως 800 Τούρκοι μετακινήθηκαν στο Δραγατσάνι.


Τελικά ο Αλέξανδρος Υψηλάντης αποφάσισε να αντιμετωπίσει τους Τούρκους στη πεδιάδα του Δραγατσανίου με όλο του το στρατό, που αποτελούσαν 5.000 πεζοί, 2.500 ιππείς και 4 κανόνια. Τα πρώτα Ελληνικά τμήματα ξεκίνησαν προς την κατεύθυνση του Δραγατσανίου στις 3 Ιουνίου 1821, με άσχημες καιρικές συνθήκες και έφτασαν στην περιοχή στις 6 Ιουνίου. Οι θέσεις που κατέλαβαν οι Έλληνες στους πρόποδες των γύρω βουνών παρείχαν πλεονεκτήματα, και ο αρχηγός των Τουρκικών δυνάμεων του Δραγατσανίου Καρά Φεϊζ, για να αντιμετωπίσει τα Ελληνικά τμήματα, άρχισε να κατασκευάζει οχυρώματα και συγχρόνως να πυρπολεί τμήμα του χωριού.

Ενώ όμως ο Υψηλάντης, που βρισκόταν σε απόσταση τριών ωρών από το σημείο της μάχης, συσκεπτόταν με το Γεωργάκη Ολύμπιο, ο χιλίαρχος Βασίλειος Καραβίας, στις 7 Ιουνίου 1821 και παρά τις αντίθετες διαταγές για καμιά ελληνική κίνηση πριν τις 8 Ιουνίου, επιτέθηκε με 800 ιππείς εναντίον της μονής Σερμπανεστίου, όπου είχαν οχυρωθεί Οθωμανικές δυνάμεις. Ωστόσο η επίθεση απέτυχε και πολλοί από τους ιππείς εγκατέλειψαν τoν αγώνα και έφυγαν προς το γειτονικό δάσος.

Ο Νικόλαος Υψηλάντης, επικεφαλής του Ιερού Λόχου, έσπευσε προς βοήθεια με 375 αξιωματικούς και οπλίτες, αλλά η αποχώρηση του τμήματος του Καραβία ανάγκασε τους Ιερολοχίτες να πολεμούν μόνοι τους χωρίς την υποστήριξη ιππικού. Έτσι ο Ιερός Λόχος δέχτηκε επίθεση από το Τουρκικό ιππικό, αρνούμενος το κάλεσμα να παραδοθεί, με αποτέλεσμα να υποστεί σοβαρές απώλειες. Ο σημαιοφόρος του λόχου, 25 αξιωματικοί και 180 στρατιώτες έπεσαν νεκροί, ενώ 37 Ιερολοχίτες αιχμαλωτίστηκαν.

Στη κρίσιμη στιγμή της μάχης έφτασε ο Γεωργάκης Ολύμπιος ο οποίος διέσωσε τους υπόλοιπους, 136 συνολικά, μεταξύ των οποίων και ο αρχηγός Νικόλαος Υψηλάντης και ο υπασπιστής του Ιερού Λόχου Αθανάσιος Τσακάλωφ, συνιδρυτής της Φιλικής Εταιρείας. Μετά την καταστροφή στο Δραγατσάνι, η επανάσταση στη Μολδοβλαχία είχε πλέον κριθεί. Οι εθελοντές λιποτάχτησαν και ο στρατός του Υψηλάντη διαλύθηκε. Ο Υψηλάντης κατέφυγε στο Ρίμνικο, όπου στις 8 Ιουνίου 1821 συνέταξε την τελευταία διαταγή του, με την οποία στιγμάτισε την προδοσία του πολιτικού και στρατιωτικού του επιτελείου και εξήρε την αυτοθυσία του Ιερού Λόχου:

''Σεις δε σκιαί των γνησίων Ελλήνων και του Ιερού Λόχου, όσοι προδοθέντες επέσατε θύματα δια την ευδαιμονίαν της πατρίδος, δεχτήτε δι’ εμού τας ευχαριστήσεις των ομογενών σας! Ολίγος καιρός και στήλη θα αναγερθή να διαιωνίση τα ονόματά σας. Με χαρακτήρες φλογερούς είνε εγκεχαραγμένα εις τα φίλτρα της καρδίας μου, τα ονόματα εκείνων όσοι μέχρι τέλους μ’ έδειξαν πίστιν και ειλικρίνειαν. Η ενθύμησίς των θα είναι πάντοτε το μόνον δροσιστικόν ποτό της ψυχής μου''.

Η μάχη αποτέλεσε και το ουσιαστικό τέλος της Φιλικής Εταιρίας. Ο Τσακάλωφ κατέβηκε στη Ρούμελη προκειμένου να βοηθήσει την επανάσταση που είχε λίγο πριν ξεσπάσει. Ο Υψηλάντης συνελήφθη και φυλακίστηκε στην Αυστρία όπου κατέφυγε με τα εναπομείναντα στρατεύματα, ενώ ο Ολύμπιος ανατινάχτηκε μαζί με τους άντρες του και δυνάμεις του εχθρού στη μονή Σέκου της Μολδαβίας, όπου είχε αποκλειστεί από τα Οθωμανικά στρατεύματα.

Ιερός Λόχος

Ο Ιερός Λόχος ήταν στρατιωτικό σώμα που ιδρύθηκε από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη στη Φωξάνη, πόλη στα όρια της Μολδαβίας με τη Βλαχία, στα μέσα Μαρτίου του 1821 και συγκροτήθηκε από εθελοντές σπουδαστές των Ελληνικών παροικιών της Μολδοβλαχίας και της Οδησσού, κυρίως. Ήταν η πρώτη οργανωμένη στρατιωτική μονάδα της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 και του Ελληνικού στρατού γενικότερα. Ο Υψηλάντης πίστευε πως οι νεαροί αυτοί θα μπορούσαν να αποτελέσουν την ψυχή του στρατού του. Γι’ αυτό τους ονομάτισε από το κλασικό όνομα του Ιερού Λόχου των Θηβών.


Στη Φωξάνη, μετά την ολοκλήρωση της εκπαίδευσης των Ιερολοχιτών οργανώθηκε μεγαλοπρεπής τελετή ορκωμοσίας, κατά την τσαρική εθιμοτυπία. Αμέσως μετά την ορκωμοσία ο Αλέξανδρος Υψηλάντης μίλησε με ιδιαίτερο ενθουσιασμό και παρέδωσε τη Σημαία του Ιερού Λόχου στον αρχηγό του Λόχου Γεώργιο Καντακουζινό. Στη συνέχεια οι Ιερολοχίτες παρέλασαν με βήμα στρατιωτικό τραγουδώντας πολεμικό θούριο που είχε συγγράψει ο 20 χρόνια πριν ο Αδαμάντιος Κοραής για την "Ταξιαρχία των Ακροβολιστών της Ανατολής" του Βοναπάρτη που πολεμούσε στην Αίγυπτο και στην οποία ταξιαρχία συμμετείχαν Έλληνες.

Στους πρώτους 120 Ιερολοχίτες προστέθηκαν και άλλοι αργότερα φτάνοντας τους 400, ενώ η οργάνωση του σώματος αυτού ολοκληρώθηκε στο Τιργοβίτσι. Οι άνδρες του Ιερού Λόχου ήταν πεζοί και ιππείς εφοδιασμένοι με καραμπίνες και ξιφολόγχες. Έφεραν στολές, όπως γράφει και στην ιστορία του, ο ιστορικός Φιλήμων, που αποτελούσε μίγμα Ελληνικής και Ευρωπαϊκής στολής, από μαύρο ύφασμα, καλούμενοι εξ αυτού μελανοφόροι ή μαυροφόροι, φέροντας επίσης στο μαύρο πηλίκιο τρίχρωμο λοφίο, (ως εθνόσημο), κάτω από το οποίο υπήρχε η φράση Ελευθερία ή Θάνατος και το σήμα της νεκροκεφαλής με χιαστί οστά σαν σύμβολο της νίκης πάνω στον θάνατο.

Η σημαία του Ιερού Λόχου ήταν τρίχρωμη, το κόκκινο συμβόλιζε τον πατριωτισμό, το λευκό την αδελφοσύνη και το μαύρο τη θυσία. Στη μία πλευρά της σημαίας αναγραφόταν το ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑκαι υπήρχε η εικόνα των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης. Στην άλλη πλευρά υπήρχε η εικόνα του Φοίνικα αναγεννόμενου από τις φλόγες και αναγραφόταν ΕΚ ΤΗΣ ΚΟΝΕΩΣ ΜΟΥ ΑΝΑΓΕΝΝΩΜΑΙ.

Διοικητής του Ιερού Λόχου διορίστηκε ο Γεώργιος Καντακουζηνός, πρώην ανώτερος αξιωματικός του Τσαρικού στρατού – ο οποίος σύντομα παραμερίστηκε από τον Υψηλάντη - και υπασπιστής ο Αθανάσιος Τσακάλωφ, συνιδρυτής της Φιλικής Εταιρείας. Εκατόνταρχοι του Ιερού Λόχου ήταν ο Σπυρίδων Δρακούλης, δραματικός ηθοποιός, από την Ιθάκη, ο Κωνσταντινουπολίτης Δημήτριος Σούτσος, αδελφός του ποιητή Αλέξανδρου Σούτσου, ο Κεφαλλονίτης Λουκάς Βαλσαμάκης , ο Πελοποννήσιος Ανδρόνικος, ο Φαναριώτης Αλέξανδρος Ρίζος, γιος του πρωθυπουργού της Μολδαβίας Ιάκώβο Ρίζο Νερουλό, ο Ρίζος από τα Ιωάννινα και ο Χιώτης Ιωάννης Κρόκιας.

Εκτός όμως από το Πεζικό τμήμα δημιουργήθηκε και Ιππικό με στολές Ουσάρων και Κοζάκων. Για δε την οργάνωση του Ιππικού σημαντικά χρηματικά ποσά διέθεσε επίσης και ο ηγεμόνας της Μολδαβίας Μιχαήλ Σούτσος.

Όρκος Ι.Λ.

Στην Φωξάνη, οι σπουδαστές που δεν είχαν καμιά στρατιωτική εμπειρία άρχισαν να γυμνάζονται και να εκπαιδεύονται στην χρήση των όπλων και της λόγχης. Η ορκωμοσία τους έγινε στο ναό της πόλης:

«Ως Χριστιανός ορθόδοξος και υιός της ημετέρας Καθολικής Εκκλησίας, ορκίζομαι στο όνομα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και της Αγίας Τριάδας να μείνω πιστός εις την Πατρίδα μου και εις την Θρησκείαν μου. Ορκίζομαι να ενωθώ με όλους τους αδελφούς μου Χριστιανούς δια την ελευθερίαν της Πατρίδος μας. Ορκίζομαι να χύσω και αυτήν την υστέραν ρανίδα του αίματός μου υπέρ της θρησκείας και Πατρίδος μου. Να αποθάνω μετά των αδελφών μου υπέρ της Ελευθερίας της Πατρίδος και της Θρησκείας μου.

Να φονεύσω και αυτόν τον ίδιον τον αδελφόν μου, εάν τον εύρω προδότην της Πατρίδος μας. Να υποτάσσομαι στον υπέρ της Πατρίδος μου αρχηγόν, Να μη βλέψω εις τα όπισθέν μου, εάν δεν αποδιώξω τον εχθρόν της Πατρίδος και Θρησκείας μου. Να λάβω τα όπλα εις κάθε περίστασιν, ευθύς μόλις ακούσω ότι ο Αρχηγός μου εκστρατεύει κατά των τυράννων και να συγκαταφέρω άπαντας τους φίλους και γνωρίμους μου εις το να με ακολουθήσωσιν. Να βλέψω πάντοτε τους εχθρούς μου με μίσος και με περιφρόνησιν. Να μη παρατήσω τα όπλα προτού να ιδώ ελευθέραν την Πατρίδα μου και εξολοθρευμένους τους εχθρούς της.

Να χύσω το αίμα μου, ίνα νικήσω τους εχθρούς της θρησκείας μου ή ν΄ αποθάνω ως μάρτυς δια τον Ιησού Χριστόν. Ορκίζομαι τέλος πάντων εις το της Θείας Μεταλήψεως φοβερόν Μυστήριον ότι θα υστερηθώ της Αγίας Κοινωνίας εις την τελευταία μου εκείνην ώρα, εάν δεν εκτελέσω απάσας τας υποσχέσεις, τας οποίας έδωσα ενώπιον της εικόνος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού »


Θούριος Ι.Λ.

Το θούριο αυτό που υιοθέτησαν και τραγουδούσαν οι Ιερολοχίτες το είχε συγγράψει 20 χρόνια πριν ο Αδαμάντιος Κοραής.

Φίλοι μου συμπατριώται
δούλοι ν΄ άμεθα ως πότε;
των αγρίων μουσουλμάνων
της Πατρίδος των τυράννων
Έφθασεν ω φίλοι τώρα
εκδικήσεως η ώρα.
Η κοινή πατρίς φωνάζει
με τα δάκρυα μας κράζει!
Γίνομεν Γραικοί γενναίοι;
δράμετ΄ άνδρες τε και νέοι
κι είπατε μεγαλοφώνως
Είπατε όλοι τε συμφώνως
Κι΄ ασπαζόμεν΄ εις τον άλλον
μ΄ ενθουσιασμόν μεγάλον
έως πότε η τυραννία;
Ζήτω η Ελευθερία!

Η πρώτη μεγάλη μάχη (πλην διαφόρων μικροσυμπλοκών) που επιλέγει να δώσει ο Υψηλάντης, είναι στην κωμόπολη του Δραγατσανίου, όπου είναι εγκατεστημένη ισχυρή φρουρά με ιππικό των Τούρκων. Μετά από μία τριήμερη δύσκολη πορεία κάτω από πολύ κακές καιρικές συνθήκες, ο Ιερός Λόχος θα φτάσει απέναντι από το Δραγατσάνι όπου θα στρατοπεδεύσει.

Η θυσία των Ιερολοχιτών Φοιτητών το 1821

Με την αρχή της, η Ελληνική Επανάσταση του 1821, ανέστησε ένα νέο Σπαρτιατικό πρότυπο θυσίας. Τους Έλληνες φοιτητές των πανεπιστημίων της Ευρώπης, που προετοιμασμένοι ήδη από μεγάλους Έλληνες και φιλέλληνες πανεπιστημιακούς δασκάλους, περίμεναν το επαναστατικό σύνθημα.

Οι φοιτητές στο πλευρό του Υψηλάντη

Από τις πρώτες μέρες που ο Υψηλάντης εγκαθίσταται στις παραδουνάβιες ηγεμονίες, σηκώνοντας την σημαία της Ελληνικής επανάστασης, στα πανεπιστήμια και στις σχολές της Ευρώπης φτάνει το μήνυμα. Στο Βουκουρέστι οι φοιτητικές ομάδες του καθηγητή και Φιλικού Γεώργιου Γεννάδιου, περίμεναν από καιρό την ώρα της εξέγερσης.

Όταν ένας αγγελιοφόρος όρμησε μέσα στην αίθουσα που δίδασκε, μεταφέροντας το μήνυμα της εισβολής του Υψηλάντη στην Μολδοβλαχία, ο Γεννάδιος πάνω στον ενθουσιασμό του πέταξε τα βιβλία στην σόμπα και άρχισε να μεταδίδει την φλόγα της επανάστασης στους φοιτητές του: «Ήλθεν η ώρα! Η Πατρίς αφού σας ευηργέτησε γεννήσασα υμάς Έλληνας, τώρα σας παρέχει και άλλην μεγαλυτέραν ευεργεσίαν, να πολεμήσετε και ν’ αποθάνετε, ως Έλληνες, υπέρ αυτής. Αφού σας έδωκε την ζωήν, τώρα σας προτείνει την αθανασίαν».

Εθελοντές φοιτητές θα ξεπηδήσουν από δεκάδες πανεπιστήμια της Ανατολικής και της Δυτικής Ευρώπης. Εκτός από το Βουκουρέστι δεκάδες εθελοντές θα προστρέξουν από την Σχολή Μηχανικών του Ιασίου. Από την Οδησσό, το Κίεβο, την Μόσχα, την Πετρούπολη, αλλά και από την Πίζα, την Τεργέστη, τις σχολές της Γαλλίας, της Γερμανίας και της Αυστροουγγαρίας.


Η Αστυνομία στα ίχνη των σπουδαστών

Με το συνέδριο της Ιεράς Συμμαχίας ολοκληρωμένο δύο μήνες πριν (Ιανουάριο του 1821), που βρήκε τις μεγάλες δυνάμεις σύμφωνες στο να πατάξουν κάθε επαναστατική δραστηριότητα που θα απειλούσε το δημιουργημένο στάτους, οι αστυνομίες των Ευρωπαϊκών χωρών σήμαναν συναγερμό για την κινητικότητα των Ελλήνων φοιτητών.

Διαβάζουμε από τα αρχεία της Αστυνομίας της Βιέννης εκείνες τις ημέρες: «Την πρωίαν της χθες αφίχθησαν εις Πράγαν, ως εξάγεται εκ των συνημμένων αναφορών της φρουράς της πύλης της πόλεως, 13 σπουδασταί προερχόμενοι εκ Λειψίας και Γοττίγγης. Η άφιξις του σημαντικού αυτού αριθμού των φοιτητών, οι οποίοι κατάγονται όλοι ανεξαιρέτως εξ Ελλάδος, ηνάγκασε την Στρατιωτικήν Διοίκησιν της πόλεως να ενεργήσει αμέσως ερεύνας περί του σκοπού του ταξιδίου των».

Ενώ ο Sedlnitzky γράφει από την Βιέννη προς τον γενικό διοικητή της Βενετίας: «Από έγγραφο της Εξοχότητάς σας, είδα την καθησυχαστική είδηση, ότι στις αστυνομικές αρχές επεστήθη η προσοχή σχετικώς με τους νεαρούς Έλληνες, που αφήνουν το Πανεπιστήμιο της Πάδουας, για να επανέλθουν δια μέσου Τεργέστης στην πατρίδα τους, για να πάρουν μέρος στην Επανάσταση των Ελλήνων εναντίον της Πύλης».

Οι Έλληνες φοιτητές με κάθε μέσο, και προσπαθώντας να αποφύγουν τις πολλές εμπλοκές με τις Αρχές, προσπαθούν να φτάσουν στις επαναστατημένες περιοχές. Στην επιστολή του φοιτητή Νικ. Γκίκα προς έναν Γάλλο συμφοιτητή του διαβάζουμε: «Ήλπιζα να φτάσω στην Οδησσό δια μέσου του Δουνάβεως και ευρίσκομαι στην Τριέστη, από όπου μπαρκάρω μεθαύριο με 20 πατριώτες μου. Με πολλούς από αυτούς εσπούδαζα στην Γερμανία. Όλο αυτό συνέβη, γιατί το διαβατήριό μου δεν ήταν θεωρημένο από τον Αυστριακό πρεσβευτή και αντί να γυρίσω πίσω, παράτησα όλα τα πράγματα και ήρθα από το Πασσάου μέχρις εδώ με τα πόδια, μ’ ένα μπαστούνι στο χέρι και με την γροθιά στην τσέπη! Τι θαύμα!

Πρέπει να σου ομολογήσω την αδυναμία μου, θαυμάζω ο ίδιος τον εαυτό μου. Εδώ ευρίσκομαι από τις 27 του περασμένου μηνός. Όλον τον καιρό τον περάσαμε για να εφοδιαστούμε με στολές και με οπλισμό. Η στολή μας είναι μαύρη. Πάνω στο καπέλλο μας έχουμε την ασημένια πλακέττα με την επιγραφή: «Ελευθερία ή Θάνατος». Ο ενθουσιασμός είναι γενικός και έχει φτάσει στο κατακόρυφο».

Ιερολοχίτες: το καμάρι του Υψηλάντη

Στον στρατό του Υψηλάντη θα φτάσουν τελικώς περίπου 700 φοιτητές (κατά άλλους 400) που θα συγκροτήσουν τον Ιερό Λόχο, το πιο ενθουσιώδες και πιο αγνό κομμάτι του στρατεύματος. Ενός στρατεύματος που περιελάμβανε από αγνούς Καπετάνιους με τα παλικάρια τους, έως ομάδες επιτήδειων μισθοφόρων. Οι σπουδαστές θα εφοδιαστούν από την Φιλική Εταιρεία με τα διακριτικά του Λόχου και τον οπλισμό τους: μαύρη στολή, μαύρος σκούφος ή κράνος, οι λέξεις «Ελευθερία ή Θάνατος» στο στήθος ή στο κράνος και το έμβλημα του λόχου: μία νεκροκεφαλή με δύο χιαστί οστά. Οπλισμός μία λογχοφόρος καραμπίνα και μια μπαγιονέτα.

«Μόνο οι Ιερολοχίτες, θα ομολογήσει ο Ρώσος πράκτορας Liprandi, έχουν υψηλό φρόνημα και ποθούν να αναμετρηθούν με τον εχθρό. Τα βήματά τους ηχούν ρυθμικά, καθώς περνούν συνταγμένοι από τους δρόμους της κωμόπολης του Ρίμνικου τραγουδώντας Πατριωτικά τραγούδια και προ πάντων το αγαπημένο του θούριο.


Ο Υψηλάντης θα τους συναντά συχνά στο αρχηγείο του και θα συζητά μαζί τους, ενώ θα παραβρίσκεται πολλές φορές προσωπικά στις ασκήσεις τους. Οι νέοι Ιερολοχίτες, άπειροι πολεμικά αλλά ενθουσιώδεις, θα πέσουν με τα μούτρα στα γυμνάσια. Ο Αρχηγός τους παρουσιάζει παντού σαν την ελίτ των επαναστατών.

«Παντού απ’ όπου περνούσαν οι Ιερολοχίτες, τους θαύμαζαν για την εμφάνιση και την συμπεριφορά τους, στους χωρικούς και όπου αλλού έτυχε να σχετιστούν με πολίτες. Εντυπωσίαζαν τον κόσμο με τα τραγούδια, τις θεατρικές παραστάσεις, τον ενθουσιασμό και το ρίγος που προξενούσαν σε Έλληνες και ξένους, στις νεαρές ελληνοπούλες».

Προδοσία και θυσία

Ως το λαμπρό πρότυπο του επαναστατικού στρατεύματος όμως, θα μπουν στο μάτι των πρακτόρων και των επιτήδειων, που βρίσκονταν ακόμα και ανάμεσα σε υψηλόβαθμους αξιωματικούς, που αλληλοφαγωνόντουσαν και που υπόσκαπταν από ματαιοδοξία ή επιτηδειότητα τον Υψηλάντη. Οι πισώπλατες συκοφαντίες δεν θα πιάσουν τόπο, η προδοσία όμως θα τους παγιδεύσει. Η πρώτη μεγάλη μάχη (πλην διαφόρων μικροσυμπλοκών) που επιλέγει να δώσει ο Υψηλάντης, είναι στην κωμόπολη του Δραγατσανίου, όπου είναι εγκατεστημένη ισχυρή φρουρά με ιππικό των Τούρκων.

Μετά από μία τριήμερη δύσκολη πορεία κάτω από πολύ κακές καιρικές συνθήκες, θα φτάσουν απέναντι από το Δραγατσάνι όπου θα στρατοπεδεύσουν. Την επόμενη θα ξεκινήσουν οι αψιμαχίες, προτού καταφτάσει όλο το στράτευμα. Μπροστά και σε πλατιά πεδιάδα βρίσκεται ο Ιερός Λόχος, ενώ στα πλευρά του έχει οριστεί να τον προστατεύει ο Καραβίας με το ιππικό του. Στις πρώτες συγκρούσεις το ιππικό του Καραβία εγκλωβίζεται και ο Ιερός Λόχος με μαχητικότητα και πειθαρχία καταφέρνει να τους απεγκλωβίσει και να στρέψει τους Τούρκους σε φυγή προς τα σπίτια του Δραγατσανίου.

Μονάδες του Τουρκικού ιππικού καλύπτουν την υποχώρηση δίνοντας μάχη με την μία πλευρά του Ιερού Λόχου, ενώ οι υπόλοιποι υπολογίζοντας στην ανασύνταξη και την αντεπίθεση του ιππικού του Καραβία, ετοιμάζονται να εγκαταλείψουν το Δραγατσάνι.

Εκείνη την κρίσιμη στιγμή ο Καραβίας με το ιππικό του γυρίζει προς την αντίθετη μεριά και χώνεται στα δάση, εγκαταλείποντας τον Ιερό Λόχο στην πεδιάδα, και κατευθυνόμενος προς τα Αυστριακά σύνορα. Οι Ιερολοχίτες πεζοί, χωρίς ιππικό να τους υποστηρίζει και με το υπόλοιπο στράτευμα κάμποσες ώρες μακριά τους, αποτελούν πλέον έναν εύκολο στόχο για το πολυάριθμο τουρκικό ιππικό που εκμεταλλεύεται αμέσως το δώρο του Καραβία.

1.000 περίπου Τούρκοι ιππείς, εφορμούν από το Δραγατσάνι κατά των Ιερολοχιτών που αντιστέκονται σθεναρά στην μέση της πεδιάδας, συσπειρωμένοι, με τις σημαίες τους ψηλά καθώς αποδεκατίζονται από το Ιππικό που τους έχει περικυκλώσει. Η μάχη θα διαρκέσει για ώρα, με πολλές απώλειες από την μεριά των Τούρκων, αλλά και με καταστροφή του Ιερού Λόχου. Τους τελευταίους 170 Ιερολοχίτες θα σώσει το Ιππικό του Γιωργάκη Ολύμπιου που θα καταφτάσει μία ώρα αργότερα, καταδιώκοντας τους Τούρκους.


Πρότυπο ηρώων

Οι Ιερολοχίτες φοιτητές αποτέλεσαν ένα παράδειγμα ηρώων που πάντοτε η αναφορά σε αυτούς συγκινούσε και εξέγειρε τους σκλάβους Έλληνες. Θα αποτελέσουν το έναυσμα για να ξεσηκωθούν χιλιάδες ακόμα Έλληνες φοιτητές που ήρθαν ως εθελοντές στην Πελοπόννησο και στις άλλες επαναστατημένες περιοχές. Αυτοί οι φοιτητές δεν πολέμησαν σε κάποια «ταξική επανάσταση» όπως θέλουν να εμφανίσουν την επανάσταση του 1821, διάφοροι διεθνιστές καθηγητάδες.

Ήταν γόνοι εύπορων οικογενειών, με όλο το μέλλον μπροστά τους, με ανοιγμένους δρόμους για την σταδιοδρομία τους, οι οποίοι τα παράτησαν όλα και ήρθαν πίσω να θυσιαστούν για την ελευθερία της Πατρίδας. Ο Δημήτριος Σούτσος, αδελφός του ποιητή Αλέξανδρου Σούτσου, ήταν ο πρώτος εκατόνταρχος στην ιεραρχία του Ιερού λόχου.

Έπεσε ηρωικά στο Δραγατσάνι. Διαβάζουμε σε γράμμα που είχε αποστείλει λίγες μέρες πριν: «Δεν έχω πλέον υποδήματα. Τα πόδια μου κατεσχίσθησαν. Κοιμούμαι μέσα σε θανατηφόρα τέλματα. Ζω με καρπούς, σπανίως ευρίσκω ένα ξερό κομμάτι ψωμί. Αλλά αι στερήσεις αυταί μου είναι γλυκείαι. Ο βίος αυτός μ’ αρέσει. Από παιδί δεν ονειρευόμουν τίποτε άλλο από την ημέρα της ανεξαρτησίας μας. Ευρίσκομαι δια πρώτην φοράν επικεφαλής ελευθέρων ανθρώπων, οι οποίοι δε με φορτώνουν με μάταιους τίτλους, οι οποίοι μου δίνουν το γλυκύ του αδελφού όνομα. Χαίρετε. Θα ιδωθώμεν; Πού; Ο Θεός το ξεύρει».

Ενώ αλλού επισημαίνει προφητικά: «Εξ’ όλων των μερών της παλαιάς Ελληνική αυτοκρατορίας εις τας εσχατιάς της αυτάς συνήλθομεν τριακόσιοι χθες μαθηταί των γυμνασίων και σήμερον μαχηταί της ελευθερίας. Μη το αίμα ημών προώρισται να χαράξει την οροθετικήν γραμμήν του μέλλοντος του ελληνικού κράτους; Αλλά αν ημείς πέπρωται να αποθάνουμε επί της γης αυτής, γράψατε εσείς εις την επιτύμβιον ημών πέτραν: «Ενταύθα κείνται τριακόσιοι της νέας Σπάρτης μη φροντίσαντες να μας ειπώσιν ουδέ τα ονόματά των»».

ΧΑΡΤΕΣ 


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ

 
(Κάντε κλικ στις φωτογραφίες για μεγέθυνση)

* ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ: ΜΕΡΟΣ Β' - ΜΕΡΟΣ Γ'

O ρόλος του Κλήρου στην επανάσταση του 1821

Σε όλη τη διάρκεια της μακραίωνης δουλείας των Ελλήνων, ο ρόλος του κλήρου υπήρξε καταλυτικά αρνητικός σε κάθε ιδέα ξεσηκωμού του Γένους. Ορθόδοξος και καθολικός κλήρος, όχι απλώς συνιστούσαν υποταγή στον σουλτάνο, αλλά με κάθε τρόπο παρεμπόδιζαν κάθε ιδέα εξέγερσης.

Άλλωστε ο κλήρος απολάμβανε προνομίων και δεν είχε κανέναν λόγο να αλλάξει η κατάσταση. Δούλοι του Θεού και δούλοι του σουλτάνου έπρεπε να παραμείνουν εσαεί οι δύσμοιροι ραγιάδες. Αυτό ήταν το θέλημα του Θεού.

To είχε διακηρύξει ο πιο επίσημος θεϊκός εκπρόσωπος, ο γνήσιος ερμηνευτής της θέλησης του Θεού, ο Απόστολος Παύλος, ο επιλεγόμενος Απόστολος των Εθνών, ο πρώην Εβραίος Σαούλ, ο νεαρός Μπίν Λάντεν των Εβραίων, για τους χριστιανούς της εποχής του, στην αρχή της πολυτάραχης σταδιοδρομίας του. To ’λεγε και το ’γραψε, μήπως και το ξεχάσουν οι άνθρωποι. Tα γραπτά μένουν, scripta manent, που έλεγαν και οι Λατίνοι.

Και ήλθαν ύστερα οι διάδοχοι -δεν τους όρισε κανείς, μόνοι τους χρίστηκαν διάδοχοι— πήραν τα γραπτά του και με την κληρονομική αποστολική εξουσία, που δημιούργησαν για τον εαυτό τους, τα ενέταξαν εκεί όπου έπρεπε να τα εντάξουν, τα περιτύλιξαν με μία δήθεν θεοπνευστία και τα καθιέρωσαν πλέον ως δόγμα, αδιαφιλονίκητη εντολή και επιθυμία του Θεού. Και όποιος τυχόν δεν ήθελε να το πιστέψει, τον περίμενε η αιώνια φωτιά και η βρασμένη πίσσα στην κόλαση.

Άντε τώρα εσύ να πείσεις τους αγράμματους ραγιάδες ότι δεν είναι έτσι τα πράγματα και ότι ο Θεός δεν μπορούσε να θέλει τον άνθρωπο δούλο ούτε δικό Του, ούτε κάποιου άλλου συνανθρώπου του. Δεν ακούστηκε ποτέ, ούτε γράφτηκε πουθενά, ότι ο Αδάμ και η Εύα ήταν και πλάστηκαν δούλοι για να γίνουν τέτοιοι και οι απόγονοί τους. Τη θεωρία αυτή την κατασκεύασε ο Παύλος και τα κατάφερε μια χαρά, ώστε να καταστήσει πράγματι τον άνθρωπο δούλο, όχι μόνο του Θεού και του Ιερατείου, αλλά και κάθε ισχυρού αχρείου, αφού δίδασκε ότι, κάθε τάση για ελευθερία και ανυπακοή στην εξουσία, ήταν αντίθετη προς την εντολή του Θεού.

Αλλά ας ακούσουμε τον ίδιο τον Παύλο να μας εξηγεί τη θεωρία του: Αναφέρεται σε περισσότερες από μία επιστολές του, από αυτές που τις ακούμε (και δεν τις καταλαβαίνουμε), τακτικά στις εκκλησίες. Και μάλιστα για να μην υπάρξει καμμιά αμφιβολία και αμφισβήτηση ότι όντως ομιλεί εξ ονόματος του Θεοΰ, σε μία από αυτές το τονίζει καθαρά:

«Παύλος, απόστολος Ιησού Χριστού, κατ’ εντολήν του Θεού και του Σωτήρος μας και του Κυρίου Ιησού Χριστού, επιτάσσω: Όσοι είσιν ύπό ζυγόν δοϋλοι, τοϋς ιδίους δεσπότας πάσης τιμής άξίους ήγείσθωσαν, ινα μή τό όνομα του Θεού και ή διδασκαλία βλασφημήται». (Προς Τιμόθεον A’ κεφ. 6, στ. 1.)

Κατ’ εντολήν λοιπόν του Θεού και του Χριστού, διατάσσω: Όσοι είναι δούλοι, να εκτιμούν ιδιαίτερα τους κυρίους τους για να μη δυσφημείται το όνομα του Θεού και η διδασκαλία Του. Τώρα μαθαίνω και εγώ ότι, όταν δεν υπακούς και δεν εκτιμάς το βάρβαρο αφεντικό σου, διαπράττεις δυσφήμηση του Θεού και της διδασκαλίας του.

Ευτυχώς το ιερατείο δεν έχει θεσμοθετήσει ακόμη τις βρισιές και τις κατάρες κατά των πάσης φύσεως τυράννων, πέρα από την περιύβριση της αρχής, και ως συκοφαντική δυσφήμηση του Θεού και του Ευαγγελίου Του!

«Πάσα ψυχή έξουσίάις ΰπερεχοΰσαις ΰποτασσέσθω. Ού γάρ έστιν έξουσία εΙ μή ύπό Θεοΰ, αί δέ ούσαι έξουσίαι ύπό τοΰ Θεοΰ τεταγμέναι είσίν, ώστε ό αντιτασσόμενος τή έξουσία τή τοΰ Θεοϋ διαταγή άνθέστηκε. Oi δέ άνθεστηκότες έαυτοις κρίμα λήψονται. Θέλεις δέ μή φοβεΐσθαι τήν έξουσίαν; τό άγαθόν ποίει, κα’ι έξεις έπαινον έξ αύτής. Θεοΰ γάρ διάκονός έστί σοι είς τό άγαθόν. Έάν δέ τό κακόν ποιής φοβοϋ. Οΰ γάρ είκή τήν μάχαιραν φορεΙ’ Θεοϋ γάρ διάκονος έστιν είς όργήν εκδικος τφ το κακόν πράσσοντι. Διό άνάγκη ΰποτάσσεσθαι ού μόνον διά τήν όργήν, άλλά κάι διά τήν συνείδησιν». (Προς Ρωμαίους, Κεφ.13. 1-5.)

Κάθε άνθρωπος πρέπει να υποτάσσεται στις ανώτερες αρχές, διότι δεν υπάρχει καμιά εξουσία, χωρίς τη θέληση του Θεού, οι εξουσίες δε που υπάρχουν, έχουν ορισθεί από τον Θεό, εις τρόπον ώστε, εκείνος που αμφισβητεί την εξουσία, αντιτάσσεται στη διαταγή του Θεού. Όσοι δε, δεν υπακούουν θα τιμωρηθούν. Θέλεις να μη φοβάσαι την εξουσία; Κάνε το καλό και θα επαινεθείς από αυτήν, διότι η εξουσία είναι υπηρέτης του Θεού και αποβλέπει στο καλό σου. Εάν όμως πράξεις το κακό, τότε να φοβάσαι, διότι δεν είναι έτσι άσκοπα ζωσμένη με το μαχαίρι, έτοιμη να εκδικηθεί εκείνον που κάνει το κακό. Επομένως πρέπει να υποτάσσεστε, όχι μόνον για να αποφύγετε την οργή, αλλά και δια λόγους συνειδήσεως…!»

Ωραίος ο Παύλος. Όλα μέλι γάλα, αρκεί να μην βγάζεις γλώσσα στην εξουσία και να κάνεις ό,τι σου λέει, αφού υπάρχει και λειτουργεί ως όργανο του Θεού και θέλει πάντα το καλό σου. Κάτσε λοιπόν φρόνιμα, γιατί δεν είναι μόνο που θα πας στην κόλαση, αλλά θα δοκιμάσεις πρώτα και το μαχαίρι της στον λαιμό σου. Μπράβο ρε, Παύλο. Αλλά αφού έτσι πρέπει να είναι τα πράγματα, θεϊκά δοσμένα, γιατί μωρέ κατηγορείτε και μας λέτε άλλα στο σχολείο και άλλα στην κοινωνία, ότι ο Χίτλερ, ο Στάλιν, ο Πινοσέτ και τόσοι πολλοί άλλοι, για να περιορισθώ μόνο στη νεότερη εποχή, ήσαν δικτάτορες, αιμοσταγείς δολοφόνοι, χασάπηδες, θηρία, ανθρωπόμορφα κτήνη; Αυτοί δεν είχαν ορισθεί από τον Θεό και δεν ήσαν όργανά του και ο Θεός δεν τους είχε εφοδιάσει με το μαχαίρι τους; Εάν αυτό είναι το θέλημα του Θεοΰ, γιατί επιτρέπει τις επαναστάσεις, την αντίσταση κατά της τυραννίας και τους ξεσηκωμοΰς για την ελευθερία; Av έτσι έχουν τα πράγματα, έπρεπε όλοι να έχουμε συμμορφωθεί στις εντολές του Παύλου ασυζητητί και να προσκυνάμε, ιδιαίτερα εμείς οι Έλληνες, ακόμη τον σουλτάνο, που θα μας επέτρεπε να ζούμε υπό την Προστασία Του και τη Σκέπη του Μωάμεθ! Ή μήπως Παύλο, ο Αλλάχ δεν είναι Θεός; Τώρα, βέβαια, μού γεννήθηκε μία απορία: Ti θα γίνει από εδώ και πέρα με τους νεωτερισμούς, να διαβάζονται στην εκκλησία τα ευαγγέλια, και οι απόστολοι στην καθομιλούμενη γλώσσα; Πώς θα δικαιολογούν πλέον τις παραπάνω περίεργες φιλομοναρχικές θεωρίες του Παύλου, που φρόντισε να τις εξοπλίσει με θεϊκό κύρος;

Και πού να ακούσει το εκκλησίασμα, τί γράφει ο Παύλος για τις γυναίκες. Φοβάμαι ότι θα ξεσηκωθούν και οι πέτρες εναντίον του! Αλλά αυτό είναι άλλου παπά ευαγγέλιο. Νομίζω ότι ήταν καλύτερα τα πράγματα, ως είχαν. Oi νεωτερισμοί είναι κακό πράγμα. Ξυπνούν τον κόσμο και αρχίζει να ρωτάει. Πώς, γιατί, και τέτοια. Ενώ με την καθιερωμένη μιξοβάρβαρη γλώσσα των Αποστόλων, είναι ζήτημα αν ένας στους χίλιους καταλάβαινε τί θέλει να πει ο Παύλος και οι άλλοι. Δεν ήταν ηλίθιοι αυτοί που διατήρησαν “την παράδοση”,αφού ήξεραν καλά ότι το δυσνόητο είναι και ακατανόητο, και το ακατανόητο δεν δημιουργεί ερωτηματικά, ενώ τα ερωτηματικά δημιουργούν απορίες και οι απορίες αμφισβητήσεις. Γι’ αυτό σου λέω, πίστευε και μη ερεύνα!

Ειναι πικρή αλήθεια ότι μετά τη βιαίη επιβολή του χριστιανισμού, ο κόσμος σκοτείνιασε, το αρχαίο ελληνικό πνεύμα σίγησε, το πλήθος των ελεύθερων ανθρώπων μεταβλήθηκε σε ποίμνιο και η ζωή έγινε κολαστήριο. Παντού ενοχές, φωτιές, σκοτάδι πυκνό. Ακολούθησαν αιώνες σκοτεινοί, εγκληματικοί, βάρβαροι, με τους Κωσταντίνους, τους Κωνστάντιους, του Θεοδόσιους, τους Ιουστινιανούς και τα τόσα άλλα αστοιχείωτα ανδράποδα δεκανέων, υποδεκανέων, χιλιάρχων και υποχιλιάρχων, που δεν άφησαν τίποτε όρθιο, από τη μέχρι τότε πρόοδο του ανθρωπίνου γένους. H Ελλάδα είχε την ατυχία να υποστεί πρώτη τον εκβαρβαρισμό της νέας τάξης πραγμάτων και μετά την κατάργηση των Ολυμπιακών Αγώνων και το κλείσιμο των Φιλοσοφικών Σχολών, παραδόθηκε αμαχητί στο μεσαιωνικό Ιερατείο, που από τότε και στο εξής, δυστυχώς και μέχρι σήμερα, θα αποφάσιζε όχι μόνο το τί θα τρώει και τί θα πίνει και πώς θα ντύνεται, ο ονομαζόμενος πλέον, όχι ελεύθερος άνθρωπος, αλλά πιστός ή αμνός, αλλά και τί θα διαβάζει και τί θα σπουδάζει και τί θα διδάσκει.

H γνώση και η διδασκαλία πέρασε στην απόλυτη δικαιοδοσία, από τους φιλοσόφους και τους ποιητές στους άξεστους καλόγηρους και στους υποκριτές! Έτσι καθιερώθηκε ελέω Ιερατείου και κοσμικής εξουσίας να κάνει κουμάντο, σε ό,τι αφορά την παιδεία, η εκάστοτε ηγεσία της Εκκλησίας. Είμαστε η μοναδική χώρα στον κόσμο που διατηρούμε σήμερα κοινό Υπουργείο Θρησκείας και Παιδείας, όπου το είδος και το εύρος της εθνικής παιδείας, καθορίζει, όχι η Πολιτεία, αλλά η Εκκλησία. H διαπίστωση αυτή, κάνει τον κύριο εκφραστή, του λεγόμενου ελληνοχριστιανικού πολιτισμού, συντηρητικό, δεξιό ιστορικό Παπαρρηγόπουλο, να διαμαρτύρεται από τον περασμένο ήδη αιώνα για την κατάσταση αυτή του εκκλησιασικού κατεστημένου και να γράφει σε ιδιαίτερο κεφάλαιο με τον τίτλο: Ή Έκκλησία ήμέλησε τόν έξελληγισμό τών άλλογλώσσων,

«Τό καθ’ ήμάς ήθέλομεν άνεχθή άπαντα τά λοιπά αύτοΰ άμαρτήματα,τήν θυσίαν τών προνομίων, τόν έξευτελισμόν, τήν φιλοχρηματίαν, έάν έφρόντιζε νά ύπηρετήση τό μέγιστο τών συμφερόντων εκείνων τοΰ Έλληνισμού, αφού ειχε πρός τοΰτο δύναμιν και καιρόν».

Αποκαλυπτικός, όμως, για την παρεχόμενη εκπαίδευση στο ελληνικό κράτος, στο τέλος του 19ου αιώνα, είναι ο ιστορικός Π. Σ. Φωτιάδης, που γράφει:

«…σήμερον έξερχόμενοι τών σοφών γυμνασίων μας οί πλείστοι ούτε τοΰς προγόνους συγγραφείς έννοοΰμεν ούτε, ώφέλειάν τινα ήθικήν έξ αύτών συνεπαγόμεθα ούτε ισως ορθογραφίαν γιγνώσκομεν, χωρ’ις νά προσθέσωμεν ότι πάντες άνεξαιρέτως άγνοοΰμεν τά στοιχειωδέστατα τής βοτανικής, τής χημείας, τής ζωγραφικής και τών λοιπών έκείνων γνώσεων, αίτινες σήμερον θεωροϋνται καί είσΐ πράγματι τό άναποσπαστον έφόδιον παντός τά έγκΰκλια πεπαιδευμένου άνθρώπου».

H κατάσταση αυτή οφείλεται στην εξάρτηση της εκπαίδευσης από την Εκκλησία, η οποία το μόνο που θα ήθελε να γνωρίζει ο χριστιανός είναι απλή ανάγνωση και γραφή για να μπορεί να διαβάζει τη Βίβλο και τους Ψαλμούς! Όλες οι υπόλοιπες γνώσεις οδηγούν, κατά την Εκκλησία, στην αθεΐα. Γι’ αυτό και για να μας προφυλάξει από την πλάνη, έχει αναλάβει εργολαβικά, από της συστάσεως του ελληνικού κράτους, διά του περιβόητου Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων την παιδεία των ελληνοπαίδων.

Καλύτερη απόδειξη για τον αρνητικό ρόλο της Εκκλησίας στην παιδεία των υπόδουλων Ελλήνων και τη συνεργασία τους με τον κατακτητή δεν έχουμε, παρά τα ίδια τα λόγια του πρωτεργάτη του Ξεσηκωμού του Γένους Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, που γνώριζε καλά από πρώτο χέρι και έζησε τα γεγονότα. Σε ομιλία του προς τους φοιτητές στην Αθήνα, στις 8 Οκτωβρίου το 1838, τοποθέτησε τα πράγματα έτσι όπως έπρεπε. Καυτηρίασε τη στάση του κλήρου -δηλαδή των αρχιερέων- γιατί οι απλοί παπάδες, όντες παντελώς αγράμματοι, ήσαν άβουλα ενεργούμενά τους -για την εχθρική τους στάση κατά των ελληνικών γραμμάτων ειδικώς και της προόδου γενικότερα, και αναγνώρισε τη σπουδαία συμβολή των Ελλήνων και των ξένων διανοουμένων του εξωτερικού και των οπαδών του Διαφωτισμού στην επανάσταση και στην αναγέννηση της Ελλάδας. Είπε ο Κολοκοτρώνης τότε:

«Σάν ειδε τούτο διόρισε έναν Βιτσερέ -έναν Πατριάρχην- και του έδωκε τήν έξουσίαν τής ’Εκκλησίας. Αύτός και ό λοιπός κλήρος έκαμαν ό,τι τοϋς έλεγεν ό Σουλτάνος. ‘Ύστερον έγιναν οί Κοτσαμπαοήδες είς όλα τά μέρη. Ή τρίτη τάξις καί, οί προκομμένοι τό καλύτερο μέρος τών πολιτών, μή ύποφέροντες τόν ζυγόν έφευγαν, κάι οί γραμματισμένοι έπήραν και έφυγαν άπό τήν Έλλάδα, τήν πατρίδα των, και έτσι έμεινε ο λαός, όστις στερημένος άπό τά μέσα τής προκοπής έκατήντησεν είς άθλίαν καταστάσιν και αύτή αύξαινε κάθε ήμέρα χειρότερα, διότι άν εύρίσκετο μεταξύ του λαού κανείς με όλίγην μαθήσιν, τόν έλάμβανε ό κλήρος, όστις έχαιρε προνόμια, ή εσύρετο άπό τόν έμπορον τής Εύρώπης ώς βοηθός του, ή έγίνετο γραμματικός τοϋ προεστοϋ. Και μερικοί, μήν ύποφέροντες τήν τυραννίαν τοΰ Τοΰρκου κα’ι βλέποντες τες δόξες αύτές και τες ηδονές, όπου άπελάμβαναν αύτοί, άφηναν τήν πίστην τους κάί έγένοντο μουλσουμάνοι. Κάί τοιουτοτρόπως κάθε ήμέραν ό λαός έλίγνευε κάί έπτώχαινε». (Θ. Κολοκοτρώνη, Διήγησις συμβάντων της Ελληνικής Φυλής, Αθήναι 1846, σ. 283.)

Στη συνέχεια της ομιλίας του ξεκαθάρισε ότι οι ραγιάδες συνειδητοποίησαν την ελληνική τους καταγωγή και αποφάσισαν να ξεσηκωθοΰν, όταν για πρώτη φορά πληροφορήθηκαν το παρελθόν τους, μέσα απο τα έργα των αρχαίων Ελλήνων, τα οποία μέχρι τότε ήταν άγνωστα, εξαιτίας της καταδίκης τους και της απαγορεΰσεώς τους από την Εκκλησία. Oi Έλληνες και ξένοι διανοούμενοι που μετέφρασαν την αρχαία ελληνική γραμματεία και αποκάλυψαν τη σοφία της στους λαούς της Ευρώπης, βοήθησαν με τον τρόπο αυτό να αναπτυχθεί ένα μεγάλο κίνημα συμπαράστασης και υποστήριξης του Ελληνικού Αγώνα για την απελευθέρωση της Ελλάδας από τον τουρκικό ζυγό.

«Είς αύτήν τήν δυστυχισμένην καταστάσιν μερικοι άπό τοΰς φυγάδες γραμματισμένους έμετάφραζαν και έστελναν είς τήν Έλλάδα βιβλία -και είς αύτοΰς πρέπει να χρωστοΰμε εύγνωμοσΰνην-, διότι εύθΰς όπου κανένας άνθρωπος άπό τόν άπλό λαό έμάνθανεν τά κοινά γράμματα, έδιάβαζεν αΰτά τά βιβλία, και έβλεπε ποίους εΐχαμε προγόνους καί τί έκαμεν ό Θεμιστοκλής, ο Αριστείδης και οί άλλοι παλαιοι μας, και έβλέπαμε και είς ποίαν κατάστασιν εύρισκόμεθα τότε. Όθεν μας ήλθεν είς τόν νοΰν νά τοΰς μιμηθοϋμε κα’ι νά γίνωμε εύτυχέστεροι». (Τερτσέτης, Άπαντα, εκδ. Βαλέτα, τ. Γ’, σ. 254.)

«H βυζαντινή ιστορία», γράφει ο Ιάκωβος-Ρίζος Νερουλός, αναφερόμενος στα έργα του κλήρου,

«ειναι άλληλένδετος σχεδόν, και μακροτάτη σειρά πράξεων μικρών και αισχρών βιαιοτήτων τοΰ είς τοΰ είς τό Βυζάντιον μετεμφυτευθέντος Τωμαϊκοϋ Κράτους. Ειναι στηλογραφία έπονείδιστος τής έσχάτης άθλιότητος και έξουθενώσεως τών Έλλήνων», ενώ ο ιστορικός K. Κοΰμας προσδιορίζοντας τον ρόλο του πατριάρχη, αποφαίνεται ότι« οΰτος δε άνελάμβανε δΰο τά πρώτιστα καθήκοντα: Να έπαγρυπνή είς τοΰς χριστιανοΰς νά διατηρώσιν άπαρασάλευτον τήν θρησκείαν των, και μετά τοΰτο, άκλόνητον ύπακοήν είς τήν εξουσίαν».

O πατριάρχης στην Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν ήταν μόνο απλά πνευματικός ηγέτης των χριστιανών, αλλά ταυτόχρονα και πολιτικός. O Άγγλος ιστορικός Ουϊλιαμ Μίλλερ το ξεκαθαρίζει ρητά: «…έν τή οθωμανική αύτοκρατορία οί έπίσκοποι ειναι συνήθως πρώτον μέν πολιτευταί, έπειτα δέ πνευματικόι άρχηγοί…», ενώ ο δικός μας ιστορικός Δημ. Φωτιάδης γράφει ότι «H πολυπόθυτη λευτεριά άργησε πάρα πολΰ να έλθη, γιατί το πατριαρχικο-φαναριώτικο κράτος κατέπνιγε κάθε ελευθερωτική πνοή με αφορισμοΰς, αρές, κατάρες και διαβρώσεις μέσω πολυπληθών ρασοφόρων του, και ιδιαίτερα των αργόσχολων καλογέρων του, εκτός από το “σφάξε με, αγά μου, για ν’ αγιάσω”.

O Πατριάρχης πάλι, όχι μόνο δεν είχε μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία, αλλά δεν ήθελε καν να ακούσει την λέξη “επανάσταση”.

«Πατριάρχης έταΐρος, ό έστι συνωμότης κατά τής τοΰρκικης εξουσίας, δέν ήτο, κα’ι όχι μόνον ουδόλως ένθάρρυνε τήν έλληνικήν έθνεγερσίαν, άλλά πάντοτε έπέτρεπε τοΰς πρός οΰς διελέγετο φιλεπαναστάτας, θεωρών έθνοφθόρον τό τοιοΰτον τόλμημα».

H εξουσία του κλήρου, μετά την επανάσταση είχε σχεδόν εκμηδενισθεί. Και αυτό εξαιτίας της συνεργασίας του με τους Τούρκους. Oi κοτζαμπάσηδες και ο κλήρος σύρθηκαν υποχρεωτικά με το μέρος των επαναστατών, γιατί είχε γίνει φανερό πια ότι οι Τούρκοι είχαν αποφασίσει την εξόντωσή τους. H προσχώρηση των κοτζαμπάσηδων και του ανώτερου κλήρου στην Επανάσταση δεν ήταν αυθόρμητη. Ήταν κατάσταση ανάγκης για όλους αυτούς. Ήταν ζήτημα ζωής ή θανάτου.

«H σκανδαλώδης σε ανηθικότητα διαγωγή του κλήρου τον είχε αποξενώσει από το ποίμνιο, ενώ οι ανελεύθερες ιδέες του, η εχθρότητά που έδειξε αρχικ ά εναντίον του επαναστατικού κινήματος, προκάλεσαν την καταφρόνηση του καλύτερα πληροφορημένου τμήματος του έθνους».

Φυσικά ο Millingen αναφέρεται στον ανώτερο κλήρο. O ανώτερος κλήρος αποτελούσε μία αριστοκρατική ομάδα που επέβαλε ζυγό στον τράχηλο των Ελλήνων, καταπιεστικό όσο σχεδόν και του πασά. Για να εξασφαλίσει ο επίσκοπος την προστασία των τουρκικών αρχών πρόσφερε δώρα κάθε χρόνο με δαπάνες φυσικά του ποιμνίου του και εξαγοράζοντας σιωπηρά την ατιμωρησία, μπορούσε να ικανοποιεί ανενόχλητα τις αρπακτικές του επιθυμίες ή αν είχε μεγάλες φιλοδοξίες να συσσωρεύει πλούτη που θα του χάριζαν μια πλουσιότερη επισκοπή, ακόμη καιτο πατριαρχικό αξίωμα, το οποίο έπαιρνε ο μεγαλύτερος πλειοδότης.

Γιατί οι “κοσμοπαπάδες”, όπως αποκαλεί τους λαϊκούς παπάδες των χωριών, ζούσαν και αυτοί τη μίζερη ζωή των συγχωριανών τους. Για να επιβιώσουν δούλευαν χειρωνακτικά, όπως ακριβώς και οι υπόλοιποι πολίτες. «H φτώχια, η εξαθλίωση και η αμάθειά τους δεν επέτρεπαν την ελάχιστη επιρροή πάνω στον λαό. Έτσι γίνονταν παθητικά όργανα στα χέρια του ανώτερου κλήρου. Αντίθετα οι ιεράρχες ζούσαν σαν μεγιστάνες. Στις δημόσιες εμφανίσεις τους, η συνοδεία τους ήταν ελάχιστα κατώτερη από την κουστωδία του πασά. H διαγωγή τους και η διαγωγή των μοναχών γενικά ήταν πολύ ανήθικη. Και για να μην αναφέρω άλλους, ο Αρχιεπίσκοπος Άρτας και ο Παπαφλέσσας, καθώς και ο επίσκοπος Μεθώνης και Κορώνης βαρύνονται με κατάφωρα εγκλήματα».

Τις κατηγορίες αυτές υιοθετεί και η Ελληνική Νομαρχία:

« Ή μέν Σΰνοδος, δπου έξοδεΰει διά νά κάμη τόν πατριάρχην οπως θέλει, λαμβάνει εύθύς άπό τόν ίδιον τά δσα έξώδευσεν, όμοίως κα’ι ό πατριάρχης τά ξαναλαμβάνει άπό τους άρχιεπισκόπους, διπλά και τρίδιπλα. Άλλά αύτοί, άφοϋ λάβουν μέρος άπό τους επισκόπους, τά λοιπά πρέπει νά τά έβγάλουν άπό τους χριστιανούς κα’ι είς αύτό μιμοϋνται τοΰς Όθωμανικοΰς διοικητάς τής άρχιεπισκοπής των, άπό τοΰς όποίους είς άλλα δέν διαφέρουσι είμή δτι οί άρχιεπίσκοποι πληρώνουν αΰτοΰς [τοΰς Τοΰρκους] κα’ι αΰτο’ι τοΰς δίδουν τήν άδεια να κλέψωσι δσα ήμποροΰσι. Ό χώρος τών επισκόπων άκολουθεΐ μετά τοΰς άρχιεπισκόπους. Αΰτοϊ πάλι ειναι λΰκοι, χειρότεροι άπό τοΰς πρώτους, έπειδή κυριεΰουσι τοΰς χωρικοΰς κα’ι ίδιώτας. Ανεκδιήγητα ειναι τά άνομήματά τους κα’ι ή σκληρότης των διαπερνά κατά πολλά έκείνην τής ίδίας παρδάλεως».

Και συνεχίζει η Ελληνική Νομαρχία:

«Πώς ζώσιν αυτοί οι άρχιεπίσκοποι είς τάς μητροπόλεις των κα’ι όποΐαι είσίν αί άρεται των; Τρώγωσι κα’ι πίνωσι ώς χοΐροι. Κοιμώνται δεκατέσσαρας ώρας τήν νΰκτα κα’ι δΰο ώρας τήν ήμέρα μετά τό μεσημέρι, λειτουργοϋσι δυο φοράς τόν χρόνον κα’ι όταν δεν τρώγωσι, δεν πίνωσι, δεν κοιμώνται, τότε κατεργάζονται τά πλέον άναίσχυντα κάί ουτιδανά έργα όποϋ τινάς ήμπορεΐ νά στοχασθή. Ό Άρτης, ό Γρεβενών κα’ι ό Ίωαννίνων ειναι οί πρώτοι προδόται τοϋ τυράννου, καθώς όλοι τό γνωρίζουσι. Ό ΰστερος άπό αΰτοΰς ίκέτευσεν τόν τΰραννον και έκοΰρευσε τόν έγγονά του ώς να τοϋ έγίνετο νουνός. Ό Άρτης ήπάτησεν κα’ι έπρόδωσεν τοΰς ήρωας Σουλιώτας. Ειναι δέ κα’ι οί τρεΐς άσελγεΙς, άσωτοι είς άκρον, μοιχοί, πόρνοι, κα’ι άρσενοκοϊται φανεροί. Κα’ι ούτως είς τον βόρβορον τής άμαρτίας κα’ι εις τήν ίδίαν άκρασίαν θησαυρίζουσι χρήματα κα’ι οί αναστεναγμοί τοϋ λαοΰ ειναι πρός αύτοϋς τόσοι ζέφυρες».

Και παρακάτω:

«Δεν ειναι κρύφον, άλλ’ όλοι τό ήξεύρουν ότι είς τά Ίωάννινα οί πνευματικο’ι άναφέρουσι κάθε ύπόθεσιν όποϋ άκούουσιν άπό τοϋς χριστιανοϋς είς τόν άρχιερέα κα’ι αύτός εύθϋς κάμνει ένα κατάλογόν με προσθήκην κα’ι τόν προσφέρει τοϋ τυράννου, είς τρόπον όπου ή έξομολόγησις ειναι τήν σήμερον έν μέσον προδοσίας».

O Αρχιεπίσκοπος Άρτας Πορφύριος, που αναφέρεται παραπάνω, στην εποχή της Επανάστασης πήρε το μέρος του Μαυροκορδάτου και βυσσοδομούσε σε βάρος του Κολοκοτρώνη και των άλλων οπλαρχηγών. Σε μία συνάντηση που είχε με τον Κολοκοτρώνη, φαίνεται να τον απείλησε, στηριζόμενος στις πλάτες του φίλου του Μαυροκορδάτου, για να πάρει την απάντηση από το λιοντάρι του Μοριά:

«Μη μου βροντάς εμένα το πόδι παπά, γιατί βροντώ το σπαθί και σου παίρνω το κεφάλι».

Επίσης σύμφωνα με την μαρτυρία του Βλαχογιάννη, που την αναφέρει ο ιστορικός της επανάστασης Κασομούλης, διάβασε συγχωρητική ευχή στους τάφους των δολοφόνων του Καποδίστρια.

O Γάλλος περιηγητής Bartholdy, επισημαίνει τον ιδίαιτερα αρνητικό ρόλο των μοναστηριών και του μοναχικού βίου στην εξέλιξη του νέου ελληνισμού.

«Αυτοί οι καλόγεροι καλλιεργούν κάθε δεισιδαιμονία, επιτρέπουν κάθε δολιότητα, καταδιώκουν τους φωτισμένους ανθρώπους. Όσες φορές βρέθηκα πλάι σε καλόγερους διαπίστωσα, με ελάχιστες εξαιρέσεις, πως είναι ιδιοτελείς, φιλοχρήματοι, μοχθηροί, απελέκητοι και απίθανα ρυπαροί. Είναι βδέλλες που απομυζούν το αίμα του λαού και βρίσκουν πάντοτε τον τρόπο να αρπάζουν για λογαριασμό τους το καλύτερο».

O ίδιος επισκέπτεται μοναστήρι της Χίου και βρίσκει τα βιβλία στην αποθήκη ανάμεσα σε λάδια, τυριά και άλλα τρόφιμα, πνιγμένα στη σκόνη. Στο μοναστήρι του Αγίου Ιακώβου στην Πάτμο, ρώτησε τον ηγούμενο αν υπήρχαν στη μονή χειρόγραφα και πήρε την εξής απάντηση:

«Θεός φυλάξοι! Εμείς είμαστε ορθόδοξοι και όσα έγραψαν αυτοί οι Ελληνοβριοί, όλο αιρετικά πράγματα, τα κάψαμε».

O κλήρος είχε εντελώς εξαχρειωθεί. Στα Γιάννενα ήταν όργανο του πασά. O Αλής χρησιμοποιούσε τους δεσποτάδες για να ελέγχει καλύτερα τους υπηκόους του. «Κι έτσι οι Έλληνες ήταν διπλά υποδουλωμένοι, διπλά καταπιεσμένοι και ηθικά εξουθενωμένοι».

Αναρίθμητα τα χρονικά και αμέτρητες οι μαρτυρίες για τη στάση του κλήρου. Εχθρικός σε κάθε προοδευτικό δάσκαλο, εχθρικός του διαφωτισμού και της αναγέννησης. Oi δάσκαλοι που επιχειρούσαν να φωτίσουν το Γένος, να μεταλαμπαδεύσουν τις νέες ανθρωπιστικές και δημοκρατικές ιδέες της Ευρώπης στην Ελλάδα, αντιμετώπιζαν λυσσαλέο διωγμό από την ηγεσία της Εκκλησίας. «Κάθε προοδευτική, νεωτεριστική, εθνοπαιδευτική προσπάθεια, η εισαγωγή εκσυχρονισμένων συστημάτων και η διδασκαλία των επιστημών χαρακτηρίζονταν από τους φωτοσβέστες ανώτερους κληρικούς και τα όργανά τους επιβουλή του Σατανά, της αθεϊας παρακίνηση…» αφού «Οί Νεύτωνες και οί Καρτέσιοι κα’ι τά τρίγωνα κα’ι αί φυσικαί έπιστήμαι και τά τοιοϋτα έφεραν άδιαφορίαν πρός τά θεια».

Στα Γιάννενα εμπόδια για τη λειτουργία των σχολείων παρενέβαλλε η Εκκλησία και όχι ο Αλή Πασάς. H διδασκαλία του Βολταίρου προκαλούσε υστερία. Tov σπουδαίο δάσκαλο της σχολής Ιωαννίνων Ψαλλίδα, έσωσε από τον αφορισμό και την κατηγορία για αθεΐα και τον προστάτευσε ο ίδιος ο Αλή πασάς. Δεν συνέβη, όμως, το ίδιο και για τον νεωτεριστή και φωτισμένο δάσκαλο Γεώργιο Σουγδουρή που πρωτοδίδαξε στα Γιάννενα, Φυσική και Φιλοσοφία, τον οποίο αφόρισε ο μητροπολίτης Κλήμης. O περίφημος Μεθόδιος Ανθρακίτης, ο πρώτος που δίδαξε συστηματικά Γεωμετρία, Άλγεβρα και Τριγωνομετρία στην Ελλάδα, χαρακτηρίστηκε, εξ αυτού του λόγου άθεος, καθαιρέθηκε -ήταν ιεροκήρυκας- και η διδασκαλία του αφορίστηκε από τον πατριάρχη Ιερεμία Γ. O άλλος γίγαντας των ελληνικών γραμμάτων κληρικός Ευγένιος Βούλγαρις που δίδασκε Φυσική και έκανε πειράματα, κατηγορήθηκε για αθεΐα και υποχρεώθηκε να ανακαλέσει.

O μεγάλος Γάλλος φιλόσοφος και συγγραφέας Βολταίρος ήταν το κόκκινο πανί για την Εκκλησία, εξ αιτίας της διδασκαλίας του, ότι για να γίνει ο άνθρωπος ευτυχισμένος έπρεπε να απαλλαγεί από τα δεσμά της θρησκείας, πηγής κάθε φανατισμού, από τη μεταφυσική θεώρηση των πραγμάτων, πηγής επίσης δυστυχίας για τον άνθρωπο, από τα δόγματα, την κληρικοκρατία, τους λειτουργούς κάθε θρησκείας και τις λειτουργίες της και να αμφισβητήσει τα πολιτικά καθεστώτα. Αυτόν λοιπόν τον καταξιωμένο παγκόσμια φιλόσοφο, έρχεται να τον αντικρούσει, ποιός νομίζετε; O Κύπριος… γίγαντας του πνεύματος καλόγερος Σέργιος!

Ακούστε με ποιον τρόπο και με ποια επιχειρήματα αντικρούει τον Βολταίρο: «Είναι αμαθής ιστορικός, συγκεχυμένος λογοποιός, αδιανόητος διαλεκτικός, χυδαιότατος φρονηματίας, ασυλλόγιστος γεωγράφος, χρονολογικός ταραξίας, αναιδέστατος ψεύτης, αδιάκριτος κριτικός, ακατάστατος συγγραφεύς, ασυνετος, φλύαρος, ψευδώνυμος φιλόσοφος, αηδέστατος κωμωδός και βδελυρός αδολέσχης, πάντολμος τολμητίας, κακεντρεχέστατος άθεος, και των ασεβών απάντων εξωλέστατος, του σύμπαντος χρόνου αφρονέστατον έκτρωμα, καιτης εσχάτης απονοίας αντάρτης του Θεού και των αγίων γραφών».

Τώρα μάλιστα. Έτσι μπράβο Σέργιε. Tov ξέσκισες τον Βολταίρο. Από βρισιές σκίζεις. Δεν έχεις το ταίρι σου. Βρισιές και κατάρες. H ειδικότητα του κλήρου. To 1819 ο πατριάρχης Γρηγόριος ο E’ με εγκύκλιό του στρέφεται ανοικτά κατά της διδασκαλίας των Θετικών Επιστημών και της Φιλοσοφίας και το μόνο που δέχεται είναι η γνώση μίας στείρας γραμματικής και των απλών πράξεων της αριθμητικής.

Ιδού η εγκύκλιος: «Έπιπολάζει ενιαχού μιά καταφρόνησις περι τά Γραμματικά μαθήματα και διόλου παράβλεψις περι τάς Λογικάς και ‘Ρητορικάς τέχνας, και περι αύτήν έπι πάση τήν διδασκαλίαν τής ύψηλοτάτης Θεολογίας, προερχομένη έκ τής ολοτελούς άφοσιώσεως μαθητών όμου και διδασκάλων είς μόνα τά μαθηματικά κα’ι τάς έπιστήμας, και άδιαφορία είς τάς παραδεδομένας νηστείας, προκΰπτουσα έκ τινών διεφθαρμένων άνδραρίων, τά όποΐα καθώς τά ζιζάνια μεταξύ τοΰ καθαροΰ σίτου, ούτω κα’ι αύτά μεταξΰ τών πεπαιδευμένων τοΰ Γένους άνεφύησαν, πλανώμενα ΰφ’ αύτών κα’ι πλανώντα τοΰς άφελεστέρους κα’ι άπεριφράκτους τήν διάνοιαν».

H τοποθέτηση αυτή του πατριάρχη κάνει τον Κοραή να δηλώσει ότι: «Περισσότερον ήθελε ώφελήσει τό Γένος σήμερον όστις καίει, παρά όστις γράφει Γραμματικάς».

ΔΕΣ:


Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821

Ο αφορισμός της Επανάστασης του 1821 από την Εκκλησία

ΤΑ ΟΡΛΩΦΙΚΑ (Η ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ)

Η ΤΣΑΡΙΚΗ ΡΩΣΙΑ ΚΑΙ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821

Η ΦΙΛΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ

Φιλέλληνες – Τα φιλελληνικά κομιτάτα της Αμερικής

Η ΠΡΟΚΗΡΥΞΗ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΥΨΗΛΑΝΤΗ (24 / 02 / 1821)

ΚΙΤΣΟΣ ΤΖΑΒΕΛΑΣ

ΑΛΗ ΠΑΣΑΣ Ο ΤΕΠΕΛΕΝΛΗΣ 1744 - 1822

Η ΜΑΧΗ ΣΤΟ ΧΑΝΙ ΤΗΣ ΓΡΑΒΙΑΣ (8 Μαϊου 1821)

Η ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ ΚΑΙ Η ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΤΡΙΠΟΛΙΤΣΑΣ (23 Σεπτεμβρίου 1821)

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗ ΝΑΟΥΣΑ ΤΟ 1822 ΚΑΙ ΤΟ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ ΤΗΣ ΗΡΩΙΚΗΣ ΠΟΛΗΣ

Η ΜΑΧΗ ΣΤΟ ΜΑΝΙΑΚΙ (20 Μαΐου 1825)

Η ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ ΤΗΣ ΑΚΡΟΠΟΛΗΣ (1826 - 1827)

Η ΝΑΥΠΛΙΑΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟ 1862 ή ΝΑΥΠΛΙΑΚΑ

Η ΛΕΗΛΑΣΙΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821

Η ΠΕΙΡΑΤΕΙΑ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ ΤΟ ΜΕΣΑΙΩΝΑ ΕΩΣ ΤΟ 1821

Η ΠΕΙΡΑΤΕΙΑ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΤΟ 1821 ΚΑΙ Η ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ: Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ ΚΑΤΑ ΤΟ (1821 - 1831)

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ: Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ ΕΠΙ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΤΟΥ ΟΘΩΝΑ (1833 - 1863)

Η ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ ΣΤΗ ΠΝΥΚΑ

ΟΙ ΕΛΛΗΝΙΚΟΙ ΕΜΦΥΛΙΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ (1823 - 1825)

Η ΔΙΚΗ ΤΩΝ ΣΤΡΑΤΗΓΩΝ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ ΚΑΙ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΠΛΑΠΟΥΤΑ

ΤΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ (1830 - 1832)

ΠΑΝΘΕΟΝ ΗΡΩΩΝ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ 1821

ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟΣ ΤΗΣ 25ης ΜΑΡΤΙΟΥ 1821

Υπήρχε Ελληνικό έθνος πριν το 1821;

Είναι δύσκολο να ορίσουμε επακριβώς τι είναι «έθνος»· σύμφωνα με τα λεξικά, ως έθνος ορίζεται ένα σύνολο ανθρώπων που διακρίνεται και θέλει να διακρίνεται ως τέτοιο με βάση μια μακρόχρονη συνοίκηση στον ίδιο γεωγραφικό χώρο, μια κοινή ιστορική και πολιτιστική εξέλιξη, μια (υποθετική ή πραγματική) φυλετική ομοιογένεια.

Για τις ανάγκες του κειμένου, ας θεωρήσουμε ως έθνος μια «δέσμη», ένα σύνολο από «ταυτότητες». Κάπως γενικά, μπορούμε να πούμε πως οι Ρωμιοί, οι Γραικοί, μιλούσαν ελληνικά, (γλωσσική ταυτότητα) ήταν οι περισσότεροι Ορθόδοξοι Χριστιανοί, (θρησκευτική ταυτότητα), πιθανότατα ήταν απόγονοι Ελλήνων Ρωμιών (φυλετική ταυτότητα), είχαν διακριτό πολιτισμό στην καθημερινή ζωή, ενδεχομένως Ελληνική παιδεία, συνήθειες και ήθη (πολιτιστική ταυτότητα) και άλλα πολλά που αποτελούν αυτό που λέγεται ιστορική παρουσία ενός λαού στον χώρο και τον χρόνο.

Φυσικά, οποιαδήποτε ταυτότητα προϋποθέτει τη διαφορά: τέσσερις αιώνες οθωμανικής κατάκτησης δεν στάθηκαν αρκετοί για να γεφυρώσουν το πολιτισμικό χάσμα ανάμεσα στους Έλληνες Ρωμιούς και τους Τούρκους. Οι ανώτερες τάξεις «τούρκευαν» βεβαίως και «φράγκευαν» κατά συρροή, ο απλός λαός όμως, συχνά, αντιστάθηκε μέχρις εσχάτων στους εξισλαμισμούς και του εκτουρκισμού. Το ρωμέικο έθνος κουβαλούσε στην πλάτη του την αρχαία Ελλάδα και χίλια χρόνια βυζαντινής αυτοκρατορίας: οι Τούρκοι παρέμειναν πάντα βάρβαροι κατακτητές. (Πολλά οφείλουν βεβαίως οι Οθωμανοί στους κυριολεκτικά αδίστακτους και πανούργους Έλληνες αξιωματούχους που καταλάμβαναν ανώτατα αξιώματα, καθώς και στον πολυάριθμο «αλλόφυλο» στρατό των γενιτσάρων – αυτά όμως είναι άλλη ιστορία).

Αναμφίβολα, μια εθνική και κοινωνική επανάσταση αλλάζει ριζικά τις ζωές, το φρόνημα και τις συνειδήσεις των ανθρώπων και πολλοί ένιωσαν «εθνικά» Έλληνες ή Ρωμιοί μετά τον Αγώνα ή κατά τη διάρκειά του. Είναι άλλο πράγμα όμως να υπονοείς ότι περίπου Ελληνικό έθνος δεν υπήρχε (το κράτος φτιάχνει το έθνος) και δημιουργήθηκε λόγω του Αγώνα της Ανεξαρτησίας, και απ’ τους λεγόμενους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους, στη συνέχεια· κατά την εκτίμησή μου, υπήρχε, για αιώνες ολόκληρους, λαός Ελληνικός με συνείδηση εθνική, ρωμαίικη, κι αυτός μπόρεσε κι έκανε την Επανάσταση, όπως την έκανε. Η πραγματική σύγχυση μεταξύ θρησκείας κι εθνικότητας, ασφαλώς δεν μπορεί να μας οδηγήσει σε συμπεράσματα περί ανύπαρκτου έθνους: δεν ένιωθαν όλοι οι Ορθόδοξοι τον εαυτό τους ως Έλληνα, (όποιο περιεχόμενο κι αν δώσουμε στην έννοια), υπήρχαν όμως εκατομμύρια Χριστιανοί που αυτοπροσδιορίζονταν ως Γραικοί, Ρωμιοί ή Έλληνες. Η σύγκριση με την Αμερικάνικη Επανάσταση είναι τουλάχιστον ατυχής: το αμερικάνικο έθνος, ετερόκλητο κι ετερογενές όσο κανένα άλλο στην ιστορία, δημιουργείται ταυτόχρονα σχεδόν με το κράτος· συμβαίνει εδώ δηλαδή αυτό που κάπως σχηματικά λέγεται, το κράτος να δημιουργεί το έθνος.

Ένας απ’ τους πιο αυστηρούς ιστορικούς της Επανάστασης του 1821, ο φιλέλληνας Γεώργιος Φίνλεϊ, γράφει: «Έλληνες διδάσκαλοι μετέδωκαν την γλώσσαν και τας ιδέας των εις το μεγαλείτερον μέρος των ευπαιδεύτων τάξεων μεταξύ του χρι­στιανικού πληθυσμού της Ευρωπαϊκής Τουρκίας. Κατέστησαν ούτω οι αντιπρόσωποι της Ανατολικής Χριστιανοσύνης, και έταξαν εαυτούς προέχοντας αντιπάλους προς τους κατακτητάς των, τους Οθωμανούς Τούρ­κους. οίτινες επέδραμον την Ευρώπην ως απόστολοι της θρησκείας του Μωάμεθ. Οι Έλληνες, καθ’ όλον τον χρόνον της υποταγής των εις τον ζυγόν ξένου έθνους και εχθρικής θρησκείας, ουδέποτε ελησμόνησαν ότι η γη την οποίαν κατώκουν ήτο γη των πατέρων των και ο ανταγωνισμός των προς τους αλλοφύλους δέσποτας, κατά την ώραν και της ευτελεστάτης δουλείας των, ήτο οιωνός προαναγγέλλων ότι η αντίστασίς των έμελ­λε ν’ απολήξη εις καταστροφήν ή εις απελευθέρωση.»

Οπωσδήποτε, δεν υπήρχε αμερικανισμός, πριν την Αμερικάνικη Επανάσταση, είναι όμως ιστορικός παραλογισμός να πούμε ότι δεν υπήρχε ελληνισμός πριν το 1821. Με άλλα λόγια, είναι αδύνατον να παλεύει ένας λαός για την εθνική ανεξαρτησία του, αν δεν υπάρχει ως έθνος. Οι άνθρωποι δεν αγωνίζονται γενικώς ενάντια στην τυραννία, επαναστατούν έχοντας ταυτότητα, σε σύγκρουση με την ταυτότητα του άλλου -αλλιώς δεν έχουμε αγώνα. Το γεγονός ότι οι επαναστάτες στράφηκαν, «ταξικά», κι ενάντια στους ντόπιους κοτσαμπάσηδες, που συχνά ήταν πιο καταπιεστικοί από τους Τούρκους πασάδες, δεν αναιρεί φυσικά τα εθνικά χαρακτηριστικά της Επανάστασης. Ούτε η ανώτερη κοινωνική και οικονομική θέση πολλών Ελλήνων τούς μετατρέπει αυτόματα σε Τουρκολάτρες ή προδότες, επειδή τα συμφέροντα τους συχνά ταυτίζονταν μ’ εκείνα του κατακτητή: η Επανάσταση στο Μοριά στηρίχτηκε συνειδητά κι από πολλούς προκρίτους, οι οποίοι δεν σύρθηκαν απλώς στον Αγώνα, όπως πολλές φορές γράφεται. Η γενική φτώχεια και η κατάσταση του απλού λαού δεν επέτρεπαν να ξεκινήσει οποιοσδήποτε μορφή ένοπλης σύγκρουσης χωρίς τη, μερική έστω, συμμετοχή ντόπιων ισχυρών Ελλήνων. Το οθωμανικό καθεστώς ακόμα διέθετε ισχυρό στρατό και οι μνήμες από τις προηγούμενες σφαγές ήταν πολύ νωπές. Σύμφωνα με πολλές μαρτυρίες, ο Μοριάς κινδύνεψε πραγματικά με μαζικό εξανδραποδισμό των Ελλήνων κατοίκων του, κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων του Ιμπραήμ -εξ ου και το σκληρό αλλά επιβεβλημένο σύνθημα που έριξε ο Κολοκοτρώνης: Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους! Δεν ήταν απλό πράγμα μια εξέγερση και κάθε περίπτωση πρέπει να κρίνεται ξεχωριστά.

Νομίζω τα προηγούμενα είναι αρκετά, για να φανεί ότι οι Έλληνες, ως έθνος υπό ξένη κατοχή, δεν ξεπήδησαν όπως η Αθηνά απ’ το κεφάλι του Δία. Αναμφίβολα, στοιχεία εθνικής ταυτότητας δεν μπορούν να βρεθούν σε χημικά καθαρή μορφή. Καμιά εθνική ταυτότητα δεν έχει όλα τα χαρακτηριστικά που αναφέραμε: ο Φίνλεϊ περιγράφει λ.χ. ξεκάθαρα, ακόμα και φυσιογνωμικά, τις φυλετικές διαφορές μεταξύ Ελλήνων, Αλβανών, Βλάχων κλπ. και ταυτόχρονα κάνει λόγο για τη διαχρονική παρουσία Ελληνικού «έθνους» και Ελληνικής «φυλής»· (για τις επιμειξίες μεταξύ Ορθοδόξων και άλλων πολλών δεν χρειάζεται να γίνει ιδιαίτερος λόγος εδώ: ο αρχαίος Ελληνισμός κι αργότερα η Ρωμιοσύνη εξελλήνισαν πλήθη ανθρώπων μεσογειακής, βαλκανικής και μικρασιατικής καταγωγής, μέσω της θρησκείας, της παιδείας και της γλώσσας, πολλούς αιώνες πριν την δημιουργία του νεοελληνικού κράτους) Στα πρώτα συντάγματα του νεοελληνικού κράτους, ορίζεται σαφώς ότι πολίτες του θα είναι «όσοι πιστεύουσι εις Χριστόν» (θρησκευτική ταυτότητα), ενώ η γλώσσα και η καταγωγή δεν αναφέρονται καν ως κριτήρια με αποτέλεσμα μεγάλες ομάδες του πληθισμού να μπούνε στην απαξίωση π.χ. Πομάκοι, δωδεκαθεϊστές κλπ. Η διάταξη αυτή ασφαλώς διευρύνει τον αριθμό των Ελλήνων πολιτών, δεν δημιουργεί όμως ολόκληρο έθνος εκ του μηδενός.

«…Όλοι οι Έλληνες και μάλιστα οι χωρικοί έχουσι μεγαλωτάτην κλίσιν εις τα άρματα. Σχεδόν καθείς από αυτούς έχει δύο και τρία άρματα και είναι αξιοθαύμαστοι κυνηγοί. Έχουσι δε και την όρασιν τόσον οξείαν και καθαράν όπου βλέπουσι τη νύχτα περισσότερον απ’ ό,τι βλέπουσιν οι Ακαδημαϊκοί της Κρούσκας την ημέραν»
(«Ελληνική Νομαρχία»)

Ο Φίνλεϊ, πάλι, με βάση και τις εκτιμήσεις του Άγγλου στρατιωτικού Μάρτιν Λικ, υπολογίζει τους Έλληνες σε 3.500.000 εκατομμύρια περίπου: «Όταν oι Έλληνες έλαβον τα όπλα, οι αριθμοί της Ελληνικής και της Τουρκικής φυλής εν Ευρώπη ήσαν, κατά πάσαν πιθανότητα, σχεδόν ίσοι, και υποτίθεται ότι ουδετέρα τούτων υπερέβαινε πολύ τα δύο εκατομμύρια. Ο πληθυσμός της Ηπειρωτικής Ελλάδος, από του Ταινάρου ακρωτηρίου μέχρι του βορειοτάτου ορίου της Ελληνικής γλώσσης υπετίθετο όχι πολύ υπέρ το εκατομμύριον. Εν άλλο εκατομμύριον πρέπει να προστεθή εις τον πληθυσμόν της Κρήτης, των Κυκλάδων, των Ιονίων Νήσων, της Κωνσταντινουπόλεως και των παραθαλασσίων Ελληνικών πόλεων. Εάν προσθέσωμεν εις τούτο τον Ελληνικόν πληθυσμόν της Μικράς Ασίας, των νήσων της Ασιατικής ακτής, της Κύπρου και των Παραδουναβίων Επαρχιών, της Ρωσίας και άλλων χωρών, το όλον του πληθυσμού της Ελληνικής φυλής δεν δύναται να υπολογισθή εις πλέον των τριών και ημίσεως εκατομμυρίων.» (1). Ο ίδιος αναφέρεται χωριστά στους Βλάχους και σε Αλβανούς Χριστιανούς, δεν τους υπολογίζει δηλαδή στον αριθμό των Ελλήνων.

Κι αλλού: «Η δύναμις της Ελληνικής φυλής εκείτο εις τας αρχαίας κοιτίδας της Ελληνικής ελευθερίας. Εις την Πελοπόννησον, εις την Στερεάν Ελλάδα και εις τας νήσους, όχι μόνον απετέλουν την πλειονότητα του πληθυσμού, άλλα και κατείχον δημοτικήν τινα εξουσία, και μέγα μέρος της καλλιερ­γησίμου εγγείου ιδιοκτησίας. Προσέτι εις την Νοτίαν Ήπειρον και εις την Χαλκιδικήν της Μακεδονίας απετέλουν την πλειονότητα του γεωργικού πληθυσμού.» (1)

Παρά τα όσα λέγονται και γράφονται για την δήθεν καθολική συμμετοχή των Γραικών της εποχής στον επαναστατικό αγώνα, η αλήθεια είναι ότι χιλιάδες πλούσιοι και ισχυροί Έλληνες όχι μόνο δεν συμμετείχαν στην Επανάσταση, αλλά συνέχισαν να πλουτίζουν κατά τη διάρκειά της, ως έμποροι κι αξιωματούχοι του Οθωμανικού κράτους. Λόγου χάρη, είναι βέβαιο πως με τις μεγάλες περιουσίες που κατείχαν οι Έλληνες των παροικιών μπορούσαν να εξοπλιστούν στρατεύματα ικανά ν’ απελευθερώσουν μεγάλο μέρος του Ελλαδικού χώρου, σχετικά εύκολα, ή να σταλούν όπλα και πολεμοφόδια στις εστίες της Επανάστασης. Ο Ανώνυμος της Ελληνικής Νομαρχίας αναφέρει σχετικά:

«Μὴν στοχάζεσθε λοιπόν, πάλιν σᾶς τὸ ξαναλέγω, ὅτι ἐκτελεῖτε τὸ πρὸς τὴν πατρίδα σας χρέος ὅταν πέμπετε μερικὰ χρήματα τῶν συμπατριώτων σας. Ἡ ἀρετή σας εἶναι καλή, ἀλλ᾿ οἱ Ἕλληνες ἔχουσι χρείαν ἀπὸ τὴν παρουσίαν σας. Μὴν δίδετε κακὸν παράδειγμα καὶ τῶν ἄλλων, δι᾿ ἀγάπην τῆς πατρίδος, καὶ νὰ φθάσητε ὕστερον νὰ ἰδῆτε – ὃ μὴ γένοιτο, Θεέ μου! – τὴν Ἑλλάδα ἔρημον. Ἐνθυμηθῆτε, ὅτι τὸ καλὸν δὲν εἶναι δύσκολον νὰ γίνῃ, ἀλλ᾿ ἡ ἀληθὴς ἀξιότης μόνον διδάσκει νὰ γίνεται καθὼς πρέπει. Αἱ εὐεργεσίαι σας εἶναι ἔργον χρηστότατον, ἀλλὰ τί ἄλλο κάμνουσι, εἰμὴ νὰ παρηγορῶσι μόνον τοὺς δυστυχεῖς Ἕλληνας ὁπωσοῦν, καὶ νὰ τοὺς φυλάττωσιν ὀλίγον ξέμακρα ἀπὸ τὴν ἀπελπισίαν, ἡ ὁποία ἤθελεν σταθῆ ἀληθῶς βιαία, ἀλλὰ ἄφευκτος καὶ βεβαία ὁδὸς τῆς ἐλευθερώσεως τῆς Ἑλλάδος; (3)

Στοχάζεσθε, μήπως καὶ δὲν κερδίσετε εἰς τὴν πατρίδα, ὅσα κερδίζετε μακρὰ ἀπ᾿ αὐτήν; Ἀλλ᾿ ὅσα ἂν κερδίσητε εἰς τί σᾶς ὠφελῶσι, ἂν εἶσθε ὀρφανοὶ ἀπὸ πατρίδα; Μήπως δὲν ἠθέλατε ἀποκτήσει καὶ εἰς τὴν πατρίδα σας τὰ πρὸς τὸ ζῆν ἀναγκαῖα, ἂν ὄντως ἠθέλατε προσπαθήσει διὰ τὸ καλόν της καὶ διὰ τὸ καλόν σας; Διατί λοιπὸν τόσας ἀποικίας καὶ αἰωνίους ξεχωρισμοὺς ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς σας καὶ φίλους σας;»

Οι ελευθερωτές της Ελλάδας

Ο Γερμανός ιστορικός Κ. Μένδελσων Βαρθόλδη στην «Ιστορία της Ελλ. Επαναστάσεως» σημειώνει:«Ελευθερωταί αυτής [της Ελλάδας] υπήρξαν ουχί σοφοί, ανατραφέντες παρά την εστίαν της κλασσικής αρχαιότητος, αλλ’ άνδρες εξ ακοής μόνον την αρχαιότητα γνωρίσαντες και μόλις μαθόντες ν’ αναγιγνώσκωσι και να γράφωσιν, ουχί φρόνιμοι και εύποροι, αλλ’ άνθρωποι από ευτελούς μόλις εργασίας, από ταριχείας ορτύγων και συλλογής ελαιών αποζώντες -άνδρες ουχί του καλάμου και της θεωρίας…» (2)

Όπως ξέρουμε, δεν υπήρξε πρακτικά σοβαρή υποστήριξη του Αγώνα από τους Έλληνες του εξωτερικού, με χρήματα, άνδρες, όπλα κλπ., τουλάχιστον ανάλογη με τις οικονομικές δυνατότητες: ο βραχίονας της επανάστασης ήταν οι αρματολοί, οι κλέφτες και κυρίως το πλήθος του απλού λαού. Αυτοί σήκωσαν το βαρύ φορτίο του Αγώνα, χωρίς τακτικό στράτευμα, χωρίς ηγέτη και κεντρική εξουσία, χωρίς βόλια και ψωμί, κάποτε μόνο με τα γυμνά σπαθιά τους. Ο ηρωισμός και η καρτερία του απλού λαού έσωσαν την πατρίδα: «Η Ελληνική Επανάστασις δεν παρήγαγεν άνδρα υπερόχου μεγέθους, ούτε πολιτικόν με τιμήν άσπιλον, ούτε στρατιωτικόν με αξίωμα επιβάλλον. Αλλ’ η αληθής δόξα της έγκειται εις την αδάμαστον ενεργητικότητα και την ακλόνητον καρτερίαν του πολλού λαού». (1)

Στις μάχες συμμετείχαν ελάχιστοι γραμματισμένοι της εποχής, κι ούτε οι καπεταναίοι ζητούσαν ποτέ τέτοιες δύσκολες και σκληρές υπηρεσίες απ’ τους ντελικάτους και φραγκοφορεμένους νεόφερτους. Όλοι σχεδόν οι ηγέτες της Φιλικής, εκτός ίσως απ’ τον Χριστόφορο Περραιβό και κάποιους άλλους, δεν ήταν άνδρες του τουφεκιού. Η πατρίδα, όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, είχε μεγάλη ανάγκη τους πεπαιδευμένους ομογενείς της. Με το που ξεσπάει η Επανάσταση, τα φιλολογικά μελετήματα φαντάζουν επικίνδυνη πολυτέλεια στα μάτια των καπεταναίων. Από το Άστρος, ο «αγράμματος» οπλαρχηγός τα γράφει χωρίς περιστροφές προς τον Αδαμάντιο Κοραή, που βρισκόταν τότε στο Παρίσι:

«… Αν συγγράψης εις τους ολίγους σου χρόνους τα υψη­λότερα πράγματα και η Ελλάς πέση, τις η ωφέλεια; Αν όλοι οι μετά ταύτα αιώνες στεφανώσωσι τους κόπους σου με τους λαμπρότερους επαίνους και η Ελλάς μείνη πάλιν υπό ζυγόν, ποιά δόξα; Αν συ, εις ολίγα λόγια, απαθανατιστής συγγράφων, και η πατρίς παραδοθή εις τας χείρας του αγρίου τυράννου, ή εις την διάκρισιν των ανθρωπίνων παθών, τι εκέρδισας; Η Ελλάς έχει ανάγκην σου και όλων των πεπαιδευμένων ομογενών. Λοιπόν, συμπαραλαβών όσους δυνηθής μαζί σου, ελθέ να συναγωνισθής με τους αδελφούς σου τον δικαιότατον και νομιμώτατον παρ’ όλους τους λοιπούς αγώνας του κόσμου…
Ο υιός σου Οδυσσεύς Ανδρίτσου» (2)

Την ίδια περίοδο, τον Απρίλη του 1821, προς τον λόγιο Νεόφυτο Βάμβα (1) στέλνει τα εξής: «Τι τρούπωσες, ορέ Καλόγερε, αυτού στη Φραγκιά και με ευ­χές και κατάρες θέλεις να βοηθήσεις τη δυστυχισμένη πα­τρίδα; Σαν την αγαπάς έλα εδώ να ιδείς τις πληγές της και να τη βοηθήσεις!
-------------------------------
1) Γεώργιος Φίνλεϋ, Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης (History of the Greek Revolution, το 1861) πρώτος μεταφραστής στα Ελληνικά ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Εκδ. Βουλής των Ελλήνων, 2008.

2) Οι επιστολές του Ανδρούτσου είναι από εδώ: Γιάννης Σκαρίμπας, Το 1821 και η αλήθεια, εκδ. Κάκτος, 1995.

3) Ελληνική Νομαρχία, http://users.uoa.gr/~nektar/history/3contemporary/hellenic_polity.htm

Ο ανύπαρκτος κρίνος της Παναγίας


Η κατά παράδοση ''αυθεντική'' εικόνα
της παναγίας της Τήνου από το χέρι
του Ευαγ. Λουκά
που ο άγγελος κρατά τον κρίνο
!
Πως μια εικονογραφική απεικόνιση έγινε αστικός μύθος

Πολλοί πιστεύουν ότι ο Αρχάγγελος Γαβριήλ κρατούσε, κατά τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου, κρίνο, τον οποίο της προσέφερε. Αυτή η λαθεμένη άποψη, που δεν έχει έρεισμα ούτε στην Κ. Διαθήκη (Λουκ. 1.26-38) ούτε στη χριστιανική γραμματεία, έχει καταστεί προ πολλού αστικός μύθος, ο οποίος αναπαράγεται, δυστυχώς, ακόμα και στα σχολεία από δασκάλους και -χειρότερα- από θεολόγους και προέρχεται από την ανάγνωση, με ανατολικά κριτήρια, της μετά την Αναγέννηση δυτικής ζωγραφικής.

Η ανατολική ορθόδοξη εικονογραφία, που ονομάζεται «βυζαντινή» (sic), ακόμα και αν αναφέρεται σε έργα σύγχρονα, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της λατρείας. Συνεπώς, επειδή, όπως αναφέρει ο Αγ. Ειρηναίος της Λυών, «Ημίν δε σύμφωνος τη γνώμη η ευχαριστία και η ευχαριστία βεβαιοί την γνώμην», και φαίνεται στην εικονογραφία με τη σειρά της, αποτελεί έκφραση της ορθόδοξης πίστης και διδασκαλίας, όπως περίτρανα διακήρυξε ο Μέγας Βασίλειος (Λόγος εις τον Άγιον Μάρτυρα Θεόδωρον, PG 31.489). Η εικόνα, επομένως, διηγείται κάθε τι μεταχειριζόμενη τις δικές της περιγραφές και ψευδείς αλληγορίες και περιγράφει τους αγγέλους ανθρωπόμορφους, επειδή ως άνθρωποι εμφανίστηκαν και συνομίλησαν με πρόσωπα της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. Τους εικονίζει με φτερά, για να δείξει ότι δεν είναι επίγεια, αλλά επουράνια πλάσματα. Κρατούν ραβδί, διακριτικό του αγγελιοφόρου από αρχαιοτάτων χρόνων και φέρουν φωτοστέφανο, που δηλώνει τον παρά του Θεού φωτισμό. Αλήθεια, τι χρειάζονται οι άγγελοι αφού δήθεν ο θεός είναι, πανταχού παρών και τα πάντα πληρών, και η θέλησή του, νόμος απαράβατος.

Τα ίδια χαρακτηριστικά παρατηρούμε και στον Αρχάγγελο Γαβριήλ, στην εικόνα του Ευαγγελισμού, όπου απεικονίζεται σε διπλή κίνηση: κατεβαίνει από τον ουρανό, με το ένα φτερό χαμηλωμένο και το άλλο ανασηκωμένο, και βαδίζει προς τη Θεοτόκο, με το ένα πόδι προτεταμένο και το άλλο αρκετά πίσω από το κέντρο βάρος του σώματός του. Στο αριστερό του χέρι βαστά το ραβδί (εξουσίας, επιβολή βίας) και με το δεξί ανασηκωμένο χαιρετά την Παναγία. Αντίστοιχη με την περιγραφή του Ευαγγελίου είναι και η στάση της Παναγίας. Απορεί με το παράδοξο της είδησης και συναινεί(;) στην κλήση του Θεού.


Στη δυτική παράδοση η εικονογραφία δεν συνδέθηκε με τη λατρεία, ούτε αποδέχθηκε στο σύνολό της τη θεολογία των εικόνων. Το 599 ο επίσκοπος της Μασσαλίας Σεβήρος, για πρώτη φορά στην ιστορία, προέβη σε καταστροφή των εικόνων, όπως σαφώς απαγορεύει ο νόμος του θεού στην Αγία Γραφή. Ο Πάπας Γρηγόριος ο Διάλογος τού έγραψε ότι οι εικόνες δεν πρέπει να προσκυνούνται, ούτε όμως και να καταστρέφονται, γιατί είναι διδακτικές για τους αγράμματους. Η Σύνοδος της Φρανκφούρτης (794) απέρριψε ως αιρετική τη Ζ’ Οικουμενική Σύνοδο. Έτσι, η εικονογραφία περιορίστηκε ως διακοσμητική τέχνη κυρίως και δευτερευόντως διδακτική. Η γοτθική αρχιτεκτονική της εποχής, με τα μεγάλα ανοίγματα και τις ελάχιστες και σε μεγάλο ύψος επιφάνειες, την έθεσε στο περιθώριο.

Από τον Καρλομάγνο έως τις αρχές του 14ου αι., στην εικονογράφηση των ναών η Δύση δανείζεται την τέχνη της Ανατολής απευθείας, προσκαλώντας βυζαντινούς καλλιτέχνες ή αντλώντας από τη βυζαντινή μνημειακή ζωγραφική και τα ψηφιδωτά της περιόδου. Από το β’ μισό του 13ου αιώνα αρχίζει να αποσυνδέεται από τις βυζαντινές επιδράσεις, μιμούμενη το «νεκρικό πρότυπο της φύσεως». Το έργο του Giotto αποτελεί την εμπέδωση της ρήξης με τη βυζαντινή τέχνη. Στην εικόνα του Ευαγγελισμού αναπαριστά το γεγονός με εντελώς νατουραλιστική προοπτική, παραμένοντας πιστός στη διήγηση του Ευαγγελίου. Ο Αρχάγγελος Γαβριήλ υποκλίνεται, με συμμετρικά κατεβασμένα τα φτερά και με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, χωρίς να κρατεί ραβδί ούτε κάτι άλλο.

Στην ουσία, προορισμένη στον διακοσμητικό κυρίως χαρακτήρα, αφού ακόμα και ο μεγάλος ρωμαιοκαθολικός θεολόγος Θωμάς Ακινάτης (1225-1274) δεν αναφέρει τίποτα σχετικά με την τιμή και την προσκύνηση των εικόνων, με εξαίρεση την εικόνα του Χριστού (Summa Theologica, III, q. 25).

Η δυτική εικονογραφία ενδιαφέρεται περισσότερο να συγκινήσει τους θεατές χρησιμοποιώντας την καλαισθησία και το συναίσθημα. Στο πλαίσιο αυτό, η παρουσία κάπου στην εικόνα ενός βάζου με κρίνους (που από την αρχαιότητα συμβολίζουν την αγνότητα) ή ο μετασχηματισμός της ράβδου -σύμβολο του αγγελιοφόρου- σε μίσχο που φέρει κρίνους εναλλάσσεται καθ’ όλη την περίοδο από τον 13ο αιώνα και εξής, χωρίς ιδιαίτερο λόγο και προφανώς ανάλογα από τα πρότυπα που είχε στη διάθεσή του ο κάθε καλλιτέχνης. Στη Ρώμη, π.χ., στο βυζαντινό ψηφιδωτό του Ευαγγελισμού στον ναό του Αγίου Παύλου εκτός των τειχών ο Pietro Cavallini (1259-1330) φιλοτεχνεί τον Αρχάγγελο Γαβριήλ να κρατεί ράβδο και δίπλα στον θρόνο της Παναγίας ανθοδοχείο με κρίνους. Ο Giotto (1266-1337), λίγο αργότερα, αφαιρεί το ραβδί. Ενάμιση περίπου αιώνα αργότερα, ο Melozzo da Forli (1438-1494) φιλοτεχνεί στο Πάνθεον της Ρώμης τον Γαβριήλ να κρατεί κρίνο, όπως και ο Leonardo da Vinci (1452-1519) σε εξαίσιο εξ επόψεως αισθητικής, αρχιτεκτονικής, συμμετρίας, προοπτικής και χρωμάτων πίνακά του. Ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος (1541-1614), παρόλο που δραστηριοποιείται στην Ισπανία, μετερχόμενος ιδιότυπη τεχνοτροπία, ζωγραφίζει τον Αρχάγγελο Γαβριήλ με ραβδί, διατηρώντας τη βυζαντινή παράδοση που ακολούθησε κατά την πρώτη περίοδο της καλλιτεχνικής του παραγωγής, πριν εγκαταλείψει τη γενέτειρά του Κρήτη. Τέλος, στην εικόνα του Ευαγγελισμού που ζωγράφισε το 1628 ο διάσημος Φλαμανδός ζωγράφος Peter Paul Rubens (1577-1640), ο Αρχάγγελος Γαβριήλ δεν κρατεί ραβδί ούτε κρίνο.

Η εικονογραφία στην Ελλάδα έως και τον 19ο αιώνα ακολουθεί τη εβραίο-ρωμαϊκη-βυζαντινή παράδοση. Ακόμα και οι εικόνες της λεγόμενης «λαϊκής τέχνης» αγνοούν παντελώς τον κρίνο. Στις χώρες όπως η Ρωσία που διατηρούσαν δεσμούς με τη Δύση για λόγους πολιτικούς ή θρησκευτικούς (ουνία), παρατηρούνται σποραδικά εικόνες του Ευαγγελισμού όπου ο Γαβριήλ κρατεί κρίνο αντί για ράβδο. Με την άφιξη των Βαυαρών ήλθε φυτευτή μαζί με την αρχιτεκτονική και η ζωγραφική της πατρίδας του νέου βασιλέως, παραμερίζοντας την «κακότεχνη» λαϊκή τέχνη.

Πέρασαν πάνω από εκατό χρόνια ώσπου να αρχίσει ο Κόντογλου να φωνάζει για την επιστροφή στη διαχρονική παράδοση της εικονογραφίας μας. Η εξάπλωση, ωστόσο, της δυτικότροπης θρησκευτικής ζωγραφικής, μέσω της καθιέρωσης της βαυαρικής ζωγραφικής, σε συνδυασμό με τη διάδοση της επίσης δυτικότροπης ρωσικής τεχνοτροπίας, μέσω της καλλιτεχνικής παραγωγής των εργαστηρίων του Αγίου Όρους, συνετέλεσαν στο να γεμίσουν οι ναοί και τα σπίτια, για μακρά περίοδο, από εικόνες του Ευαγγελισμού στις οποίες ο Αρχάγγελος Γαβριήλ κρατά κρίνο αντί για ράβδο. Αν προσθέσουμε τις έντυπες χάρτινες εικόνες, που έως και τη δεκαετία του 1980 προέρχονταν από δυτικά τυπογραφεία ή δανείζονταν αντίστοιχα πρότυπα (για λόγους που συνδέονται με την καθ’ ημάς αργοπορία στην υιοθέτηση των νέων μεθόδων τυπογραφίας), γίνεται αντιληπτό το μέγεθος της ακούσιας παραπληροφόρησης.

Η εξάπλωση, ωστόσο, της δυτικότροπης θρησκευτικής ζωγραφικής, μέσω της καθιέρωσης της βαυαρικής ζωγραφικής, σε συνδυασμό με τη διάδοση της επίσης δυτικότροπης ρωσικής τεχνοτροπίας, μέσω της καλλιτεχνικής παραγωγής των εργαστηρίων του Αγίου Όρους, συνετέλεσαν στο να γεμίσουν οι ναοί και τα σπίτια, για μακρά περίοδο, από εικόνες του Ευαγγελισμού στις οποίες ο Αρχάγγελος Γαβριήλ κρατά κρίνο αντί για ράβδο.

Συνηθισμένος ο Ορθόδοξος Χριστιανός στη ειδωλολατρική χρήση των εικόνων, όπου πίστη, τέχνη και λατρεία μαρτυρούν το ίδιο γεγονός, ερμήνευσε με ανατολικά κριτήρια τη δυτικότροπη ζωγραφική, με αποτέλεσμα να θεωρεί, εσφαλμένα, ότι όντως ο Αρχάγγελος Γαβριήλ προσέφερε στην Παναγία έναν κρίνο. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν αναφέρεται στα Ευαγγέλια, δεν αποτελεί πίστη της Εκκλησίας και δεν το υπαινίσσεται ούτε μία φορά κάποιος εκκλησιαστικός συγγραφέας.

Η διαιώνιση μιας αναληθούς πληροφορίας δεν εξυπηρετεί κανέναν θρησκευτικό, κοινωνικό ή εκπαιδευτικό σκοπό. Αντίθετα, σε βάθος χρόνου συνιστά τεκμήριο ψεύδους σε ό,τι και εάν πούμε ή κάνουμε. Ας μη διαδίδουμε, επομένως, αυτό το λαθεμένο παραμύθι, ειδικά στα παιδιά της προσχολικής ηλικίας ή των πρώτων τάξεων του Δημοτικού, γιατί ό,τι εντυπώνεται στις πρώτες ηλικίες θέλει πολύ κόπο να αλλάξει και επίσης διότι αργότερα, ως σκεπτόμενοι άνθρωποι, θα πέσουν σε πολλές παρανοήσεις ξεκινώντας από τέτοια αφετηρία. Αντί αυτού, όλοι μας, γονείς, δάσκαλοι, δοθείσης της ευκαιρίας, ας φροντίζουμε να αναιρούμε όλους τους θρησκευτικούς μύθους που δηλητηριάζουν τις αγνές παιδικές ψυχές.

ΔΕΣ:

Η μετόπη του «Ευαγγελισμού»

Γιατί η μετόπη αρ. 32 της βόρειας πλευράς του Παρθενώνα, λέγεται και «μετόπη του Ευαγγελισμού»;

Το Μουσείο της Ακρόπολης, στο οποίο και εκτίθεται η συγκεκριμένη μετόπη, λέει πως διασώθηκε από την καταστροφή του 5ου αι. μ.Χ. επειδή θεωρήθηκε ότι απεικονίζει τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Οι χριστιανοί στρατιώτες του Αλάριχου, που πολιόρκησαν την Αθήνα, ή κάποιοι άλλοι, λίγο αργότερα, «είδαν» στις δύο μορφές, την καθιστή και την όρθια, την Παναγία και τον Άγγελο και φαντάστηκαν πως ανάμεσά τους υπάρχει ένας κρίνος- αν υπάρχει κάτι, είναι σήμερα εντελώς απροσδιόριστο.

Μπορεί η μετόπη να γλίτωσε την απολάξευση, αλλά οι μορφές χάθηκαν.

Η βόρεια μετόπη αρ 32 μαζί με τις τρεις προηγούμενες απεικονίζουν τους θεούς πάνω στον Όλυμπο που αποφασίζουν για το τέλος του Τρωϊκού πολέμου και για τη νίκη των Ελλήνων. Η συγκεκριμένη απεικονίζει την Ήβη που φέρνει στην καθιστή θεά 'Ηρα το άγγελμα της απόφασης των θεών να νικήσουν οι Έλληνες στον Τρωικό Πόλεμο. Το έργο αυτό είναι μοναδικής τέχνης, η στάση των δύο μορφών ήταν αυτή που έδωσε την εντύπωση στους χριστιανούς ότι απεικονίζονται ο Άγγελος (όρθιος) και δίπλα (καθιστή) η Παρθένος, θυμίζοντάς τους την τυπική αναπαράσταση του Ευαγγελισμού. Από τη μετόπη λείπουν τα κεφάλια των μορφών

Φαίνεται πως λαξεύτηκε από μεγάλο γλύπτη της αρχαιότητας, που θα μπορούσε να είναι ακόμη και ο Φειδίας. Το μαρτυρά η ποιότητά της εν γένει, αλλά και επιμέρους στοιχεία της. Οι πτυχώσεις των φορεμάτων των δύο μορφών που απεικονίζονται σε αυτή, αέρινες και διάφανες σαν να έγιναν σε μεταξωτό ύφασμα και όχι να λαξεύτηκαν σε μάρμαρο, συνηγορούν για τέτοιες υποθέσεις.

Η καταβίβασή της από τον Παρθενώνα έγινε τον Οκτώβριο του 2012 και η πρώτη παρουσίασή της στο Μουσείο ανήμερα του Ευαγγελισμού την επόμενη χρονιά. Η μετόπη ζυγίζει 800 κιλά και ήταν από τα τελευταία γλυπτά που κατέβηκαν, καθώς στήριζε γείσο βάρους εννέα τόνων. Οι μετόπες του Παρθενώνα ήταν ανάγλυφες πλάκες τοποθετημένες ανάμεσα στα τρίγλυφα των ζωφόρων. Ήταν τα πρώτα μέλη του θριγκού του ναού που δέχθηκαν διακόσμηση.

Ο Φειδίας είχε επιλέξει να «αφηγηθεί» στις μετόπες που κοσμούσαν γύρω γύρω τον Παρθενώνα (32 σε καθεμιά από τις μακριές πλευρές και 14 στις στενές) τέσσερα σπουδαία μυθολογικά θέματα. Από το σύνολο των μετοπών στην Αθήνα βρίσκονται μόνο 39, στο Βρετανικό Μουσείο στο Λονδίνο, 5 και στο Λούβρο, στο Παρίσι, μία. Οι άλλες δεν σώθηκαν.

Κάθε μια απέδιδε μια αυτοτελή σκηνή, συνήθως με δύο μορφές. Τα θέματα ήταν εμπνευσμένα από μυθικές μάχες και συμβόλιζαν τους νικηφόρους αγώνες των Αθηναίων εναντίον των Περσών. Στην ανατολική πλευρά παριστανόταν η μάχη των Ολυμπίων θεών με τους Γίγαντες που προσπαθούσαν να ανατρέψουν την τάξη του Ολύμπου (Γιγαντομαχία). Στη δυτική πλευρά εικονιζόταν ο αγώνας των νέων της Αθήνας ενάντια στις Αμαζόνες που απείλησαν την ίδια την Ακρόπολη (Αμαζονομαχία). Θέμα της νότιας πλευράς ήταν η πάλη των Θεσσαλών νέων (Λαπίθες) ενάντια στους Κενταύρους που προσπάθησαν να κλέψουν τις γυναίκες τους κατά τη διάρκεια γαμήλιας τελετής (Κενταυρομαχία). Στη βόρεια τέλος πλευρά, όπου και ο «Ευαγγελισμός», παριστανόταν η Άλωση της Τροίας (Ιλίου Πέρσις).

Οι μετόπες, όπως και η ζωφόρος και τα γλυπτά των αετωμάτων, όλα βγαλμένα από το χέρι του Φειδία και των μαθητών του, εκτίθενται στον ανώτερο όροφο του Μουσείου Ακροπόλεως. Τα αυθεντικά στοιχεία παρουσιάζονται δίπλα σε γύψινα εκμαγεία όσων έκλεψε ο λόρδος 'Ελγιν και βρίσκονται σήμερα στο Βρετανικό Μουσείο, ή όσα πήραν άλλοι και τα μετέφεραν παράνομα σε άλλα μουσεία του εξωτερικού.