Τετάρτη 25 Μαρτίου 2026

Παρθενοσύλληψη ή πορνεία; Ένας άλυτος θεολογικός γρίφος στα ευαγγέλια

Παρθενοσύλληψη ή πορνεία; Επιτέλους μετά από 2.000 χρόνια, ένας άλυτος θεολογικός γρίφος των ευαγγελίων, αποκαλύπτεται! 

-Ήταν ο Εμμανουήλ αδελφός του Ιησού Χριστού;
-Πως απέφυγε τον χαρακτηρισμό της πόρνης η Μαρία;
-Πως απέφυγε τον λιθοβολισμό της ως ανύπαντρη μητέρα;
-Είχε αλλά παιδιά η Μαρία;

Με την σύλληψη (εγκυμοσύνη) της Μαρίας, η κατάσταση πρέπει να έγινε εξαιρετικά περίπλοκη. Η Μαρία δεν ήταν ακόμα παντρεμένη, και για όλους εξακολουθούσε να είναι… μιά ανύπαντρη έγκυος παρθένα! Η εγκυμοσύνη όμως αργά ή γρήγορα θα γινόταν αντιληπτή, και η μικρούλα έγκυος Μαρία, έπρεπε σύμφωνα με τον νόμο του Μωυσή, να λιθοβοληθεί πάραυτα!

Σεβόμενος τους νόμους του Μωυσή, ο ίδιος ο Ιωσήφ, θα έπρεπε να την παραδώσει στην κρίση των ιερέων. Κάθε παραβίαση αυτού του νόμου απ' τον Ιωσήφ, τον καθιστούσε συνένοχο! Όμως η μικρή Μαρία, θα έπρεπε, ή να απαλλαγεί απ' την κατηγορία της πορνείας, ή να τιμωρηθεί, άλλη διέξοδος δεν υπήρχε.

Το πρόβλημα ήταν περίπλοκο και το δίλλημα εντελώς αδιέξοδο, και θα δούμε γιατί οι “θεόπνευστοι” ευαγγελιστές, δεν το άγγιξαν καθόλου!

Κάποια φυσική διέξοδο, που περιπλέκει όμως ακόμα περισσότερο τα πράγματα, καταγράφουν τα εξω-βιβλικά κείμενα[1] όπως στο Ευαγγέλιο Ιακώβου (7.11-17.3). Εκεί βλέπουμε να προσπαθούν να κάνουν κάτι εντελώς δικαιολογημένο, να δώσουν δηλαδή την νόμιμη διέξοδο στην περίπλοκη αυτή υπόθεση. Ας δούμε τι λέει.

Ο Ιωσήφ, όταν αντιλαμβάνεται την εγκυμοσύνη της δωδεκάχρονης[2] Μαρίας, το παίρνει κατάκαρδα: «έτυψεν το πρόσωπον αυτού και έρριψεν αυτόν επί τον σάκκον και έκλαυσε πικρώς. Τις εχμαλώτησε την παρθένον και εμίανεν αυτήν;», και αγανακτισμένος ο Ιωσήφ τη ερωτάει: «τι τούτο το πονηρόν εποίησες εν τω οίκω μου; (τι είναι αυτό το πονηρό που έκανες μεσ' στο σπίτι μου), εσύ που μεγάλωσες μέσα στο ιερό;» Πρωτευαγγέλιο Ιακώβου 26.15.

Απ' την άλλη η Μαρία τον διαβεβαιώνει: «καθαρά είμαι και άνδρα ου γινώσκω. Και είπεν αυτή Ιωσήφ. Πόθεν έστιν ουν τούτο εν τη γαστρί σου; Και εφοβήθη ο Ιωσήφ σφόδρα διαλογιζόμενος, εαν αυτής κρύψω το αμάρτημα, ευρεθήσομαι μαχόμενος τω νόμω Κυρίου, εαν δε φανερώσω, φοβούμαι μήπως παραδώσω αίμα αθώον εις θάνατον» Πρωτευαγγέλιο Ιακώβου 27.1. (ΤLG: proteyageliun Jacobi)

Ο εντελώς απάνθρωπος βιβλικός νόμος επιβεβαιώνεται, απ' τους φόβους του μνηστήρα Ιωσήφ. Η κατάσταση λοιπόν αφορούσε όχι μόνο τη Μαρία, αλλά και τον ίδιο τον Ιωσήφ! (δες στο παράρτημα)

Η μικρούλα Εβραία έγκυος, αντιμετώπιζε φρικτό δια λιθοβολισμού θάνατο, σε περίπτωση που διαπιστωνόταν η πορνική της εγκυμοσύνη! Σε αντίθεση λοιπόν με τα ευαγγέλια, που δεν δίνουν καμία λύση στο καυτό αυτό πρόβλημα, στο εξωβιβλικό κείμενο του Ιακώβου, ο Ιωσήφ φαίνεται να αντιμετωπίζει το σοβαρό πρόβλημα που δημιούργησε με τον Νόμο, η ξαφνική, άκαιρη και ανεξήγητη εγκυμοσύνη της αρραβωνιαστικιάς του Μαρίας!

Η θέση της ήταν εξαιρετικά δύσκολη! Ο Νόμος απαιτούσε: «Εάν όμως… δεν ευρεθή παρθένος η κόρη, τότε θέλουσιν εκφέρει την νέαν εις την θύραν του οίκου του πατρός αυτής, και οι άνθρωποι της πόλεως αυτής, θέλουσι λιθοβολίσει αυτήν με λίθους, και θέλει αποθάνει, διότι έπραξεν αφροσύνην (παρανομία) εν τω Ισραήλ, πορνεύουσα τον οίκον του πατρός αυτής• και θέλεις εξαφανίσει το κακόν εκ μέσου σου». Δευτ.22.21.

Σημειωτέον ότι αυτή η καταδίκη δια λιθοβολισμού, της εκτός γάμου διακορευμένης κόρης, δεν φαίνεται πουθενά να εξέταζε την ενδεχόμενη εγκυμοσύνη της, για πιθανή ματαίωση του λιθοβολισμού! Ο μωυσιακός νόμος, δεν ήταν μόνο απίστευτα βάρβαρος και απάνθρωπος, αλλά απόλυτα στενόμυαλος και κοντόφθαλμος!

Εάν όμως ο σύζυγος και οι ιερείς, δεν ήταν σίγουροι και απλώς είχαν υποψίες για την ενοχή της, τότε η γυναίκα αυτή έπρεπε να υποστεί απ' τους ιερείς την βάσανο της «αγνείας». Τότε ήταν που το θύμα, ήταν στην απόλυτη εξουσία των ιερέων και έπρεπε από το χέρι ιερέως να πιει: «ύδωρ ελεγμού ή επικαταρωμένο ύδωρ» Αριθμοί 5.18-22.

Στο ελεγκτήριο αυτό ύδωρ, οι ιερείς διάβαζαν κάθε είδους βιβλικές κατάρες, και στην συνέχεια πρόσθεταν: “μελάνη” και “ιερό χώμα” (Αριθ.5.11-31) που το πάτησαν με τα ιερά τους σανδάλια, μέσα στη σκηνή του μαρτυρίου, και μετά το πότιζαν στο θύμα τους!

Έτσι με το πρόσχημα αυτής της ανατολίτικης «θεοδικίας», οι ιερείς είχαν τη δυνατότητα, να ρίξουν ότι ήθελαν μέσα σ' αυτό το ποτό του ελέγχου, και φυσικά ήταν αυτοί που τελικά αποφάσιζαν, για το αν κάποια ήταν ένοχος και έπρεπε να πεθάνει με φρικτούς πόνους απ' το δηλητηριασμένο καταπότι, ή αν έπρεπε να αθωωθεί και να ξεφύγει αλώβητη απ' το επικαταραμένο ύδωρ ή ελεγκτήριο ύδωρ, της ιερατικής ψευδο-θεοδικίας ή «αγνείας», όπως έγινε γνωστή αργότερα στον βυζαντινό Μεσαίωνα! Περί “αγνείας” βλέπε στο παράρτημα.

Στο πρωτευαγγέλιο λοιπόν του Ιακώβου, βλέπουμε πράγματι να επακολουθεί, η από του νόμου προβλεπόμενη και αναπόφευκτη αυτή συνέχεια. Έτσι (στο πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου) όταν η εγκυμοσύνη της Μαρίας έγινε πιά φανερή, για να την απαλλάξουν οριστικά από κάθε υπόνοια, και να ξεφύγει τον υποχρεωτικό λιθοβολισμό, χρησιμοποίησαν και στους δύο (Μαρία και Ιωσήφ) την δοκιμασία του ελεγκτηρίου ή επικαταρωμένου ύδατος: «και είπε ο αρχιερεύς, θα σας ποτίσω το ύδωρ της ελέγξεως Κυρίου για να φανερώσει το αμάρτημα σας. Και λαβών ο αρχιερεύς επότισεν τον Ιωσήφ και την Μαρία και έστειλε αυτούς εις την έρημο, και εθαύμασεν πάς ο λαός, ότι ουκ εφάνη η αμαρτία αυτών και ο αρχιερεύς απέλυσεν (αθώωσε) αυτούς» Πρωτευαγγέλιο Ιακώβου 34.1-13. Μπορεί βέβαια να παρακολουθούμε αυθεντικές σκηνές βιβλικής μαγείας… αλλά αυτή ήταν η προβλεπόμενη από τον νόμο διαδικασία!

Αυτή λοιπόν η αφήγηση, (στο Πρωτευαγγέλιο Ιακώβου) με τον τρόπο αυτόν, αθωώνει τελικά τόσο τον Ιωσήφ, όσο και την Μαρία, ακολουθώντας επαναλαμβάνω, το πνεύμα και το γράμμα της τυπικής ιερατικής πρακτικής, που ήταν υποχρεωτική σε ανάλογες περιπτώσεις.

Οι ιερείς λοιπόν του Ιουδαϊσμού, είχαν την εξουσία, να ποτίζουν διάφορες βρωμιές και δηλητήρια σε μια έγκυο κοπελίτσα, για να δουν (ουσιαστικά να αποφανθούν), αν θα της επιτρέψουν να διαφύγει, τον απίστευτα βαρβαρικό γιαχβικό νόμο του θανάτου δια λιθοβολισμού! Αν μάλιστα η κοπελίτσα αυτή ήταν κόρη ιερέως, τότε για το σεξουαλικό της αυτό παράπτωμα, η δύστυχη μικρούλα, έγκυος ή μη… καιγόταν ζωντανή: «και θυγατέρα ιερέως αν βεβηλωθεί με πορνεία, επί πυρός κατακαυθήσεται». Λευιτικό 21.9.

Τελικά, η εξωβιβλική αυτή αφήγηση, μπορεί μεν να βρίσκεται έξω απ' τον αναγνωρισμένο κανόνα των θεόπνευστων βιβλίων, περιγράφει όμως αντικειμενικά τις υποχρεωτικές ιουδαϊκές εξελίξεις, στην περίπτωση μιας διαπιστωμένης πορνικής (δηλαδή παράνομης) εγκυμοσύνης.

Όπως και να το δούμε, η μικρούλα Μαρία, με την εκτός νομού εγκυμοσύνη της, βρισκόταν επικίνδυνα υπόλογη στον μωυσιακό νόμο. Ενώ λοιπόν η παραπάνω (εξω-βιβλική) περιγραφή, δίνει την προβλεπόμενη απάντηση, στη βασική αυτή εκκρεμότητα της Μαρίας απέναντι στο μωυσιακό νόμο… τα επίσημα ευαγγέλια, μας αφήνουν άναυδους, εγκαταλείποντας αυτή την νομική εκκρεμότητα εντελώς στον αέρα… και θα δούμε γιατί!

Ερώτηση: Αλήθεια γιατί απ' τα επίσημα ευαγγέλια, δεν υιοθετήθηκε αυτή η νόμιμη, φυσιολογική και προβλεπόμενη απ' το νόμο διέξοδος; Αυτή είναι μια σπουδαία ερώτηση, που την απάντηση της, με έκπληξη θα διαβάστε στο τέλος του άρθρου.

Οι ευσεβείς λοιπόν Ιουδαίοι, τουλάχιστον κάθε Σάββατο έπρεπε να παραβρίσκονται στις συναγωγές. Κι εμείς με τη σειρά μας ρωτάμε: Δεν είδαν την εγκυμοσύνη της Μαρίας οι ιερείς; Δεν έγινε αντιληπτή η προχωρημένη εγκυμοσύνη της δεκατριάχρονης Μαρίας; Αν ναι, με ποια δικαιολογία την άφησαν ατιμώρητη; Με ποιο σκεπτικό παρέβλεψαν την εγκυμοσύνη μιας παράνομης παρθένας;

Ας αφήσουμε όμως για λίγο μετέωρες τις ερωτήσεις μας, κι ας πάμε για λίγο σε μια άλλη ανάλογη περίπτωση εγκυμονούσης “παρθένας”, που κι αυτή ξέφυγε τον θάνατο απ' την προβλεπόμενη πυρά της κατάκρισης, που μας αναφέρει ο Ησαΐας, και που όπως θα δούμε, η περίπτωσή της μας ενδιαφέρει άμεσα.

Μια άλλη παράλληλη υπόθεση παρθενογέννησης

Την εποχή λοιπόν που βασιλιάς στην Ιερουσαλήμ ήταν ο Άχαζ, συνέβη κάτι αναπάντεχα προδοτικό. Το βόρειο εβραϊκό έθνος του Ισραήλ, με πρωτεύουσα την Σαμάρεια, συμμάχησε με τους Ασσύριους, με προφανή σκοπό την κοινή υποδούλωση του νότιου εβραϊκού έθνους των Ιουδαίων, και της πρωτεύουσάς τους Ιερουσαλήμ! Ο αδελφοκτόνος πόλεμος και η συντριβή της Ιερουσαλήμ, φαινόταν πως ήταν πλέον ζήτημα χρόνου.

Ο βασιλιάς της Ιερουσαλήμ, κάλεσε τον προφήτη Ησαΐα (που τότε ήταν κάτι σαν υπουργός άμυνας), να τον συμβουλευθεί. Οι μυστικές πληροφορίες που είχε ο προφήτης, αλλά και τα μυστικά όπλα μαζικού θανάτου που διέθετε, καθιστούσαν την γνώμη του πραγματικά “θεϊκή”.

Ο Ησαΐας απάντησε καθησυχαστικά στον βασιλιά: «να μένεις ήσυχος. Μη φοβηθείς, μηδέ μικροψυχήσεις, από τον άγριο θυμό της Σαμάρειας και της Συρίας… Τούτο (η συμμαχία Σαμάρειας και Συρίας) δεν θα σταθεί ουδέ θέλει γίνει». Ησαΐας 7.4-7.

Όμως, αμέσως μετά την διαβεβαίωση αυτή και μέσα στην συζήτηση περί του ενδεχόμενου πολέμου… ο Ησαΐας κάνει κάτι πρωτάκουστο, πιέζει τον βασιλιά να ζητήσει απ' τον θεό, κάποιο σημείο (θαύμα) που να επιβεβαιώνει αυτή την ευνοϊκή προφητεία του!

Ο βασιλιάς Άχαζ τα έχασε! Όχι μόνο δεν καταλάβαινε που το πάει ο προφήτης, αλλά εντελώς φυσιολογικά, απάντησε ότι δεν θα τολμούσε ποτέ του να ζητήσει θαύμα επιβεβαίωσης, στην έτσι κι αλλιώς θετική αυτή προφητεία! Και τότε, χωρίς καν να του το ζητήσει ο βασιλιάς, ολοφάνερα για δικούς του λόγους, ο Ησαΐας κάνει μια επιπρόσθετη προφητεία: «ακούστε τώρα όλοι εσείς απ' τον οίκο του Δαυίδ… ο Κύριος θα σας δώσει σημείον, (αν και κανένας δεν το ζήτησε!) ιδού η παρθένος (προφανώς τους δείχνει κάποια κοπέλα) θέλει συλλάβει και γεννήσει υιόν, και θέλει καλέσει το όνομα αυτού Εμμανουήλ, βούτυρο και μέλι θα τρώει, και πριν το παιδί (αυτό) μάθει να απορρίπτει το κακό και να εκλέγει το αγαθό (εκπληκτικές αοριστίες που μπορούν να εφαρμοστούν από την βρεφική ηλικία μέχρι και την εφηβεία του παιδιού!) η γη (η συμφωνία) την οποίαν εσύ τρέμεις, θα εγκαταλειφθεί από τους δύο βασιλείς». Ησαΐας 7.13-16.

Η προφητεία (ουσιαστικά, εξαιρετικά συμβατική πρόβλεψη) ήταν ξεκάθαρη, οι αναμενόμενες εξελίξεις του πολέμου, αργούν ακόμα! Ο Ησαΐας πρόβλεψε την διάλυση της συμμαχίας μεταξύ Σαμάρειας και Συρίας, κάτι που θα μπορούσε να αποπειραθεί οποιοσδήποτε, έχοντας απλώς περισσότερες πληροφορίες!

Όμως, που κολλάνε στην πρόβλεψη αυτή, όσα ξεκάρφωτα είπε ο Ησαΐας για ένα παιδί, που θαυματουργικά θα γεννηθεί από παρθένο; Ποιά ανάγκη υπήρχε να δώσει ο θεός πρόσθετες εγγυήσεις για την καλή έκβαση των εξελίξεων, καθιστώντας (θαυματουργικά) έγκυο μια άσχετη παρθένο, θέτοντάς την και σε κίνδυνο λιθοβολισμού;

Επειδή όμως γνωρίζουμε, ότι σαφώς κανένας θεός δεν σχετίστηκε ποτέ με οποιουσδήποτε προφήτες, αντιμετωπίζοντας κατάματα την ουσία, πρέπει να ρωτήσουμε… τι ανάγκασε τον προφήτη να εμπλέξει στις πολιτικο-στρατιωτικές συζητήσεις του και πιθανές εξελίξεις της περιοχής του, την παρθενογέννηση κάποιου παιδιού, δίνοντας επιπλέον διαβεβαιώσεις που κανένας δεν του ζήτησε;

Η εξήγηση είναι εξαιρετικά απλή! Απλά ο προφήτης γνώριζε, ότι μια αφιερωμένη στον ναό ανύπαντρη κοπέλα, εξ αιτίας απρόσμενης εγκυμοσύνης, σε λίγους μήνες θα γεννούσε παιδί, και η κατάστασή της ήταν απλά τραγική! Κάτι έπρεπε λοιπόν να γίνει και μάλιστα επειγόντως, για να αποφευχθεί ο προβλεπόμενος από το νόμο υποχρεωτικός θάνατός της!

Έτσι ο προφήτης δεν χάνει την ευκαιρία. Γνωρίζοντας ότι μόνο μια ανάλογη προφητική κίνηση, που θα έδινε άλλη, “θετικότερη” διάσταση στο γεγονός της άνομης σύλληψης αυτού του παιδιού, θα μπορούσε να σώσει την κακόμοιρη νεαρή έγκυο και το παιδί της από τον λιθοβολισμό, ή την καύση της στην πυρά που της επέβαλε ο απάνθρωπος μωυσιακός νόμος, σπεύδει να προβάλει την συγκεκριμένη εγκυμοσύνη ως θεϊκό σημάδι… αν και κανένας δεν το ζήτησε!

Η αναγόρευση της ανθρώπινα φυσιολογικής, αλλά παράνομης εγκυμοσύνης της, σε θεόσταλτη παρθενο-σύλληψη και η μετατροπή της σε θεοσημία, ήταν ο μόνος τρόπος διαφυγής! Εξ αφορμής λοιπόν κάποιων άσχετων και μελλοντικών στρατιωτικών εξελίξεων στην περιοχή, ο Ησαΐας πιθανότατα για προσωπικούς του λόγους, (ενδεχομένως να ήταν ο ίδιος πατέρας του Εμμανουήλ) είχε την ευφυή πρωτοβουλία, να δώσει στην περίπτωση, διαστάσεις θαύματος και παρθενο-σύλληψης, αποτρέποντας τον προβλεπόμενο θάνατο της μητέρας του Εμμανουήλ (μαζί με τον κυοφορούμενο Εμμανουήλ) στην πυρά!

Ότι πρόκειται για συγκεκριμένο φυσιολογικό παιδί, παράνομης σχέσης και όχι για αόριστη προφητεία, το βλέπουμε λίγα εδάφια παρακάτω! Το παιδί εκείνο, ο Εμμανουήλ, (δέκα μόλις εδάφια μετά την αναγγελία της γέννησής του) γεννήθηκε πράγματι, και ο προφήτης μαζί με άλλους ιερείς και «πιστούς μάρτυρες» παρευρέθησαν στην γέννηση και την ονοματοδοσία του “παρθενο-γεννημένου” αυτού παιδιού:

«Και προσήλθον προς την προφήτισσα ήτις συνέλαβε και γέννησε τον υιόν. Και είπε ο Κύριος, κάλεσον το όνομα αυτού: Εμμανουήλ (που κατά το Μασοριτικό κείμενο[3] σημαίνει) Ταχέως σκύλευσον οξέως προνόμευσον, διότι πριν το παιδί (αυτό) καταφέρει να πει πατέρα και μητέρα, (που σημαίνει ότι το παιδί απέκτησε τελικά και ανάδοχο πατέρα) τα πλούτη της Σαμάρειας θα διαρπαγούν από τον βασιλιά της Ασσυρίας». (Ο΄) Ησαΐας 8.3-4.

Ο Εμμανουήλ, το θεόσταλτο εκείνο παιδί, τελικά γεννήθηκε! Δεν γνωρίζουμε αν ο Ησαΐας ήταν ο ίδιος ο πατέρας αυτού του παιδιού. Το σίγουρο είναι, ότι ο Ησαΐας έσωσε μια νεαρή αφιερωμένη (προφήτισσα) που είχε την ατυχία (ή την τύχη) να την επισκεφθεί “ουρανόσταλτο σπέρμα” και να μείνει έγκυος άγαμη, δηλαδή έξω απ' τους κανόνες του Μωυσή!

Ο Ησαΐας γνώριζε πως απ' την στιγμή που η εγκυμοσύνη της θα γινόταν φανερή, η ζωή της θα τελείωνε με λιθοβολισμό, ή ακόμα χειρότερα, επειδή ήταν προφήτισσα, στην πυρά του εξαγνισμού, όπως απαιτούσε ο κατά τα αλλά θεόπνευστος νομοθέτης Μωυσής!

Το περίεργο είναι, ότι αυτήν ακριβώς την περίπτωση της ολοφάνερα κίβδηλης παρθενο-γέννησης, στην εποχή του Ησαΐα, στην οποία κανένας δεν θα έπρεπε να μπορεί να δώσει άλλη απ' την παραπάνω ερμηνεία, (γιατί το συγκεκριμένο παιδί γεννήθηκε την εποχή εκείνη) επικαλούνται ως την πλέον εντυπωσιακή προφητεία, για την μοναδική όπως λένε, παρθενο-γέννηση του θεοποιημένου Ιησού! Μάλιστα, δεν διστάζουν να συνδέσουν τον Ιησού, με το παιδί του οποίου το όνομα (όπως οι ίδιοι λένε) σημαίνει “αισχρό πόλεμο” και όχι αγάπες και λουλούδια, δηλαδή, Εμμανουήλ, δηλαδή: «Γρήγορα σκύλευσε[4] , ταχύτατα λαφυραγώγησε»!

Η θεόσταλτη εγκυμοσύνη, ήταν στην περίπτωση αυτή, η μοναδική θεολογική δικαιολογία, που μπορούσε να βρει ο προφήτης, για να σώσει το παιδί και την αγαπημένη του άγαμη παρθένα προφήτισσα! Άλλωστε, σε κάτι ανάλογο κατέφευγε ολόκληρη η αρχαιότητα σε παρόμοιες περιπτώσεις. Το παραπάνω συμπέρασμα προκύπτει επίσης, και από την λέξη ‘almah (νέα κοπέλα) που χρησιμοποίει το εβραϊκό κείμενο και όχι την λέξη bethulah που ορίζει σαφέστερα την μη διακορευμένη παρθένα.

Λέγεται λοιπόν, πως η συγκεκριμένη περίπτωση του Ησαΐα, προφητεύει την ανάλογη παρθενογέννηση του Ιησού. Κανένας όμως δεν μας εξήγησε, γιατί αφού ο ίδιος ο άγγελος ζήτησε το όνομά του να είναι Εμμανουήλ, (Ματθ.1.23) τελικώς το παιδί της Μαρίας ονομάσθηκε Ιησούς;!

Το όνομα Ιησούς είναι εντελώς διαφορετικό από το όνομα Εμμανουήλ, και το τι σημαίνει μας το ξεκαθαρίζει ο άριστος γνώστης της Ιουδαϊκής γλώσσας (και πιθανότατα Εβραίος πατέρας της εκκλησιάς) Ευσέβιος: «το όνομα του Ιησού μεταληφθέν (μεταφραζόμενο) στα ελληνικά σημαίνει σωτήριον θεού. Επειδή Ισουά στα εβραϊκά σωτηρία σημαίνει. Ιησούς δε από τους ίδιους (τους Εβραίους) Ιωσουέ ονομάζεται. Ιω-σουέ δε εστίν Ιαώ σωτηρία» Ευσέβιος «ευαγγελικής αποδείξεως» 4.17.23.3-9.

Το πραγματικό όνομα του Ιησού λοιπόν είναι: Ιωσουέ ή Ιω-σουέ ή Ιαώ-σουε ή Γιάχ-σουε ή Γιαχσού (ή Jeh-sus) ή «Γιαχβέ-σωτήρ».

Υπάρχει λοιπόν κι άλλος παρθενο-γεννημένος;

Τελικά, πόσο περιπλέκονται τα πράγματα, αν δεχθούμε πράγματι πως στην εποχή του Ησαΐα, από μια ανέγγιχτη παρθένο γεννήθηκε ένα θεόσταλτο παιδί;

Ας υποθέσουμε λοιπόν πως εμείς κάνουμε λάθος, και ο προφήτης Ησαΐας έλεγε αλήθεια… και το παιδί εκείνο, συνελήφθη πράγματι “εκ πνεύματος αγίου”, στην μήτρα εκείνης της ευλογημένης παρθένας, ακριβώς όπως θέλουν να συμβαίνει οι θεολόγοι και στην περίπτωση της Μαρίας και του Ιησού!

Έτσι όμως, τα πράγματα περιπλέκονται ακόμα χειρότερα. Διότι οδηγούμεθα στο αναπόφευκτο συμπέρασμα, πως ο υιός του θεού τελικά, δεν είναι ένας… αλλά δυο! Ο Ιησούς είχε λοιπόν αδελφό και δεν το ξέραμε! Τώρα, γιατί εκείνος ο Εμμανουήλ, ενώ είχε ακριβώς την ιδία ενδομήτρια σύλληψη από το άγιο πνεύμα, αλλά δεν ήταν υιός θεού, δεν έκανε ουτε ένα θαύμα για δείγμα, και δεν άφησε πίσω του ουτε έναν θεόπνευστο λόγο, αλλά έτρωγε μόνο βούτυρο και μελί (μονό αυτό ξέρουμε γι' αυτόν) αυτό είναι αλλουνού παπά ευαγγέλιο!

Μια δική μας πρόχειρη και ομολογουμένως λίγο ειρωνική ερμηνεία είναι, ότι την εποχή του Ησαΐα, ο Γιαχβέ έκανε μια σοβαρή γενική δόκιμη, για να δει αν μπορεί πράγματι από απόσταση, με το άγιο πνεύμα του, να καταστήσει έγκυο μια παρθένα! Βέβαια, αν εσείς έχετε άλλες σοβαρότερες εξηγήσεις, να τις ακούσουμε ευχαρίστως!

Ερωτήσεις… παρακαλώ απαντήστε:

Όπως καταλαβαίνετε, τα παραπάνω θεολογικά κενά, τόσο στην περίπτωση την παρθενο-σύλληψης της Μαρίας (Ματθ.1.23) όσο και στην περίπτωση παρθενο-σύλληψης της ανώνυμης μητέρας (ουτε καν το όνομα της δεν διεσώθη!) του Εμμανουήλ, (Ησαΐας 7.14) αποτελούν εξαιρετικά γόνιμο πεδίο παραγωγής ερωτήσεων… και φυσικά εμείς δεν θα αφήσουμε την ευκαιρία να πάει χαμένη!

Ένα είναι σίγουρο, στην εντελώς ευφάνταστη αφήγηση των περιστατικών σύλληψης και γέννησης των δυο αυτών παιδιών (του Ιησού και του Εμμανουήλ) δημιουργούνται τεράστια ερωτηματικά, με τα οποία εντέχνως, εδώ και αιώνες, δεν ασχολείται κανένας.

Τι προκύπτει απ' την αποδοχή της σποράς με άγιο πνεύμα ακόμα ενός παιδιού; Μήπως ότι ο Γιαχβέ έχει… ακόμα ένα παιδί και μας το κρύβανε! Αλλά δεν είναι μόνο αυτό.

Ρωτάμε λοιπόν και περιμένουμε απαντήσεις:

*Γιατί αυτό το παιδί ο Εμμανουήλ, που γεννήθηκε ακριβώς με τις ίδιες προϋποθέσεις του Ιησού, απλά μεγάλωσε και προφανώς πέθανε, χωρίς να αφήσει πίσω του καμία ιδιαίτερης σημασίας ιστορία; (Ο΄) Ησαΐας 7.13-16.και 8.3-4.
*Γιατί ένα τέτοιο παιδί, αγιοπνευματικής σποράς δεν έκανε τίποτε αξιόλογο;
*Αν το άγιο πνεύμα έσπειρε κι άλλο παιδί στην περίοδο του Ησαΐα, τον Εμμανουήλ, γιατί δεν αναφέρεται ως ισότιμος και ισάξιος αδελφός του Ιησού;
*Τι διαφορετικό είχε εκείνο το παιδί, αφού σπάρθηκε και γεννήθηκε ακριβώς με τον ίδιο τρόπο κι απ' τον ίδιο ουράνιο θεό πατέρα; Γιατί εκείνο το παιδί δεν είχε καμιά απολύτως θεϊκή ιδιότητα όπως ο Ιησούς;
*Γιατί τελικά ο Ιησούς δεν παίρνει το όνομα Εμμανουήλ, παρά την εξαγγελία αυτού του ονόματος από τον “άγγελο” του ευαγγελισμού της σύλληψης; (Ματθαίος 1.23)
*Αφού τελικά ο Ιησούς δεν παίρνει το όνομα Εμμανουήλ, τι πρέπει να υποθέσουμε για τον γκαφατζή άγγελο του ευαγγελισμού Γαβριήλ (για φαντάσου ξέρουμε και τ' όνομά του!) που είπε τα βαρύγδουπα λόγια: «Εγώ είμαι Γαβριήλ ο παριστάμενος ενώπιον του Θεού» (Λουκάς 1.19) ότι δεν ήξερε τι έλεγε;
*Τελικά ο Ιησούς δεν παίρνει το όνομα Εμμανουήλ, μήπως λοιπόν πρέπει να δηχθούμε ότι το παιδί του Ησαΐα, δεν αποτελεί και τόσο σωστή προφητεία για τον Ιησού;
Ή μήπως (όπως υποδεικνύει ιστορικά η λυσσαλέα λαφυραγώγηση του Ελληνισμού απ' τον χριστιανισμό!) πείρε τελικά τη “χάρη” του “Εμμανουήλ” που τ' όνομα του σημαίνει: «Γρήγορα σκύλευσε, ταχύτατα λαφυραγώγησε»;! Ησαΐας 8.3.
*Πως απέφυγε τον χαρακτηρισμό της πόρνης η Μαρία, όταν η εγκυμοσύνη της έγινε γνωστή;
*Αν ο Ιωσήφ, ήταν ισόβιος μνηστήρας, δηλαδή απλός προστάτης και όχι νόμιμος σύζυγος της, πως απέφυγε την κατηγορία της πορνείας και τον λιθοβολισμό η Μαρία;
*Πως δήλωσαν το παιδί, όταν το παρουσίασαν στο (ληξιαρχείο) Ναό της Ιερουσαλήμ, για περιτομή και ονοματοδοσία; (Λουκάς 2.21)
*Δήλωσαν τον μικρούλη Ιησού, ως γιο της Μαρίας, με πατέρα τον Ιωσήφ; Ή μήπως είπαν στους ιερείς, ότι πατέρας του είναι το άγιο πνεύμα;
*Αν δήλωσαν για πατέρα του τον Ιωσήφ, δεν έλεγαν αμφότεροι ψέματα;
*Αν δεν δήλωσαν τον Ιωσήφ ως πατέρα του Ιησού, πως ξέφυγε απ' την αυτονόητη κατηγορία, και την υποχρεωτική καταδίκη της σε θάνατο η Μαρία λόγω πορνείας;
*Μήπως η Μαρία, απαλλάχθηκε απ' την κατηγορία της πορνείας με θεϊκές διαδικασίες, που πρόβλεπε ο μωυσιακός νομός, δηλαδή με «ύδωρ ελεγμού ή επικαταρωμένο ύδωρ»; Αριθμοί 5.18-22.
*Αν ναι, γιατί δεν αναφέρεται πουθενά αυτή η νόμιμη διαδικασία απαλλαγής της Μαρίας απ' την κατηγορία αυτή;
*Επειδή στον ιουδαϊσμό, ισόβια μνηστευμένη παρθένα με παιδί… και ακατηγορισία, δεν μπορούν να συνυπάρξουν, μήπως τελικά κάποια στιγμή ο μνηστήρας Ιωσήφ την παντρεύτηκε;
*Αν ναι, πότε, και γιατί δεν αναφέρεται πουθενά ο γάμος τους;
*Αν ο Ιωσήφ τελικά παντρεύτηκε την Μαρία γιατί το υποκρύπτουν;
*Αν την παντρεύτηκε, τότε γιατί ο Ιωσήφ αναφέρεται ως “ισόβιος μνήστορ” (μνηστήρας), δηλαδή ισόβιος αρραβωνιαστικός;
*Μήπως θέλουν κάτι να μας πουν οι Φαρισαίοι, όταν λένε κατά πρόσωπο στον Ιησού “Εμείς δεν είμαστε γέννημα πορνείας”; Ιωάνν. 8.41.
*Αν δεν ήταν ο Ιωσήφ φυσικός πατέρας του Ιησού, τότε γιατί δυο ευαγγελιστές (Ματθαίος και Λουκάς) γενεαλόγουν το οικογενειακό δένδρο… του Ιωσήφ;
*Πως μπορεί να εκπληρωθεί μια προφητεία καταγωγής του Μεσσία από τον Δαβίδ, όταν ο Ιωσήφ (που είναι απόγονος του Δαβίδ) και που γενεαλογείται με κάθε επιμέλεια, δεν είναι ο φυσικός του πατέρας;
*Αν ο Ιωσήφ δεν παντρεύτηκε ποτέ την Μαρία, αλλά είχε έξι τουλάχιστον παιδιά, (Ματθ.13.55) από προηγούμενο γάμο του, τότε γιατί δεν τα έχει μαζί του στην υποτιθέμενη απογραφή (στην Βηθλεέμ) την πατρίδα του, όπου πάει να απογραφεί.
*Είχε τελικά αδέλφια ο Ιησούς, και τίνος παιδιά ήταν; Βλέπε: Ματθ.12.46. // 13.55 // Μάρκ.3.31-34. // Λουκ.8.19-20. // Ιωανν.2.22 // 7.3.
*Αν η Μαρία, δεν είχε άλλα παιδιά, τότε γιατί γράφτηκε γι αυτήν: “και εγέννησε (η Μαρία) τον υιόν αυτής τον πρωτότοκον” Λουκάς 2.7. (πράγμα που υπονοεί ότι κατόπιν γέννησε και δευτερότοκο, τριτότοκο κλπ, τα οποία φυσικά πρέπει να απέκτησε με τον Ιωσήφ) και όχι τον μονογενή, όπως έπρεπε να γραφτεί στην περίπτωση που η Μαρία απέκτησε ένα μοναδικό παιδί; (Βλέπε: Λουκάς 8.42)
*Ο Γιαχβέ εκτός από την ΜΟΙΧΕΙΑ του με την παιδίσκη Μαρία απάτησε και την σύζυγό του Θεά ΑΣΕΡΑ η οποία με τον καιρό μετονομάστηκε σε Σοφία στο βιβλίο των Παροιμιών.

Συμπέρασμα δικό μας, αλλά εντελώς πιθανό:

Ολόκληρη η περίοδος της γέννησης και της ενηλικίωσης του Ιησού είναι μυθολογικό εφεύρημα. Ο όποιος Ιησούς, (αν ήταν ένας οι πολλοί, των οποίων τις ιστορίες συνταίριαξαν, δεν το ξέρουμε) επιλέχτηκε ήδη ενήλιξ απ' τις ορδές των ορφανών που μεγάλωναν στο Κουμράν (στο φαρισαϊκό κέντρο ανατροφής και εκπαίδευσης Ναζιραίων) και μετά από σύντομη εκπαίδευση, αυτός και καμπόσοι άλλοι, (μαθητές και σκιώδοι συνοδοιπόροι) ανέλαβαν εργολαβία την διεθνοποίηση του Ιουδαϊσμού, δημιουργώντας (με την αόρατη υψηλή επιστασία των Φαρισαίων) τα αγοθο-θελκτικά, σαγηνο-παγιδευτικά χαρακτηριστικά, που δεν είχε ο άγριος και βάρβαρος Ιουδαιο-Γιαχβισμός. (Για την αόρατη υψηλή επιστασία των Φαρισαίων έχω γράψει πολλά και θα επανέλθουμε αν αμφισβητηθεί)

Τελικά το απατηλό τους κίνημα, με τα στημένα θαύματα, και την εξίσου καλοστημένη ανάσταση, (για την οποία ομολογουμένως τους βγάζουμε το καπέλο!) έλαβε το όνομα Χριστιανισμός, (αν και επί το ορθότερο θα ήταν Χρισμενισμός). Δηλαδή, αυτοί που είναι χρισμένοι, ή διορισμένοι, ή αφοσιωμένοι, ή επί το κατανοητότερο, (πάρτε βαθιά ανάσα) μουτζαχεντινοποιημένοι!

Παρακαλώ λοιπόν τους παπάδες, θεολόγους, ιεροκήρυκες, ψαλτάδες, εξομολογητές, πνευματικούς, μητροπολίτες, αρχιμανδρίτες, αρχιεπισκόπους, διακόνους, καλογέρους, (τελικά είναι τόσοι πολλοί!!!) και ολόκληρη την ιερά σύνοδο, να απαντήσουν στις ολοφάνερα ουσιαστικές ερωτήσεις μου.

Γιατί αν δεν απαντήσουν… όσοι παρακολουθούμε με ενδιαφέρον είκοσι χρόνια τώρα, το απίστευτο ξεσκέπασμα της αθλίας αυτής θρησκευτικής απάτης, θα καταλάβουμε πια, πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι όλοι αυτοί οι μαυροφορεμένοι σωτήρες μας, γνωρίζουν πολύ καλά τις αθλιότητα της θρησκευτικής αυτής απατής, αλλά βολεμένοι στο σβέρκο ενός κακότυχου και αποχαυνωμένου λαού, δεν τολμούν να εγκαταλείψουν τους βαρύγδουπους τίτλους, τα αμέτρητα προνόμια, τους παχυλούς μισθούς, τις κυριολεκτικά λατρευτικές μετάνοιες και τα χειροφιλήματα των αναρίθμητων προβατόμυαλων, και τις ιερές θωρακισμένες μερσεντές τους, κι ας γνωρίζουν καλύτερα από μας, ότι υπηρετούν χάριν προδοτικών ανταλλαγμάτων, στο υποκατάστημα μια αρχαίας, εθνοκτόνου και πολιτισμοκτόνου καλοστημένης ιουδαϊκής απάτης!

Τελικά αν δεν μας απαντήσουν, όχι με αφορισμούς, υπεκφυγές και ειρωνείες, αλλά με συγκρουόμενο λόγο και επιχειρήματα, ακόμα και ο τελευταίος Έλληνας θα καταλάβει, ότι αυτοί μετέτρεψαν ένα τρισένδοξο έθνος ηρώων και φιλοσόφων, σε κακορίζικους σκλάβους και προσκυνημένους επαίτες, και κάποτε (δεν ξέρω πως) ελπίζω να το πληρώσουν.

Και τώρα προσοχή, στην απάντηση που σας οφείλω:

Προσέξτε τώρα, γιατί όλο αυτό το κουρελιασμένο μπέρδεμα της παρθενοσύλληψης ή πορνείας, είναι εκεί στα κείμενά τους και δεν λύθηκε ποτέ.

Όλα αυτά πρόεκυψαν απ' τις εξής απλές και εντελώς κατανοητές δυσκολίες:

1) Αν ο Ιησούς ήταν φυσικό παιδί του Ιωσήφ… δεν θα ήταν θεός και η απάτη δεν θα προχωρούσε.
2) Αν ήταν αγιοπνευματική σπορά, κανένας ανθρώπινος πατέρας δεν θα μπορούσε να δηλωθεί ως πατέρας του Ιησού, αλλά και η Μαρία θα έμενε ισόβια εκτεθειμένη στην κατηγορία της πορνείας… όπως και παραμένει ακόμα!
3) Αν έβαζαν στα κείμενά τους, την Μαρία και τον Ιωσήφ, να περνάει μέσα απ' την βάσανο της προβλεπόμενης απ' τον μωυσιακό νόμο δοκιμασίας της “αγνείας” (ελεγκτηρίου ύδατος)… τα πράγματα θα είχαν τις εξής δυο αδιέξοδες λύσεις:

Πρώτον, αν η Μαρία δεν πέρναγε με επιτυχία την δοκιμασία της αγνείας, έπρεπε να θανατωθεί και φυσικά η “ιστορία” θα σταματούσε… και δεύτερον, πολύ χειρότερο του πρώτου, αν η Μαρία πέρναγε με επιτυχία την δοκιμασία, (προσέξτε το αυτό) οι ιερείς θα έπρεπε να αναγνωρίσουν το παιδί της σαν Μεσσία και κάθε περίπτωση ψευδ-αντιπαράθεσης με τον Χριστό και τον ανερχόμενο Χριστιανισμό… θα ήταν αδύνατη! Οι ιερείς δεν θα μπορούσαν να παίξουν τον ρολό της αντίπαλης ομάδας, (ψευδαντιπαλότητας) μια και θα τον είχαν αποδεχτεί ως θεόσταλτο παιδί (άρα και ως νόμιμο Μεσσία) απ' την μήτρα ακόμα της μάνας του!

Έτσι κι αυτοί, μια και δεν έβγαζαν άκρη, τα βρόντηξαν όπως ήταν, και τα κείμενα τους, με τον άλυτο αυτό γρίφο, παραμένουν μέχρι σήμερα ξεσκέπαστα, διάτρητα και κουρελιασμένα, στο κεφαλαιώδες αυτό θέμα!

Όμως έστω, επιτέλους, μετά από 2.000 χρόνια, ένας σοβαρός άλυτος θεολογικός γρίφος των ευαγγελίων, αποκαλύπτεται!
 
Η ανύπαρκτη αντιπαλογνωσία μας, και η αχαρακτήριστη νωθρότητά μας, επέτρεψε στα εβραϊκά αυτά προχειρογραφήματα, να περιβληθούν όλους τους τίτλους της ακαταδίωκτης ιερότητας. Όλο αυτό το σαβουρογράφημα, ήταν πάντα εκεί μπροστά στα νωθρά και νυσταλέα μάτια μας, ξεσκέπαστο, προκλητικό και εξόχως αποκαλυπτικό!

Αν όλα αυτά είχαν αποκαλυφθεί αιώνες πριν, το σκυλί της αμφισβήτησης θα αλυχτούσε ασταμάτητα, αφυπνίζοντας μια τεράστια μερίδα Ελλήνων! Το κύρος των εβραϊκών γραφών θα είχε τρωθεί ανεπανόρθωτα, και η ζαλισμένη βιβλική θεολογία, θα κυνηγούσε ασταμάτητα την ουρά της… αναζητώντας απεγνωσμένα απαντήσεις!

Βεβαία, για να πούμε και του στραβού το δίκαιο… οι άνθρωποι αυτοί, δεν φταίνε σε τίποτα! Ούτε είναι η μόνη θεολογική σαβούρα που μας τάισαν μέχρι σήμερα. Αυτοί έκαναν το κατά δύναμιν… εμείς τα άβουλα θύματά τους, είναι που φερθήκαμε εντελώς μα εντελώς ηλίθια, και για δυο χιλιετίες τώρα, καταβροχθίζουμε τα θεολογικά τους απορρίμματα, συνωστιζόμαστε στα θεολογικά τους ελπιδο-πωλεία για να φορέσουμε τα αρχαία δύσοσμα και ρυπαρά σωτηριακά τους κουρέλια, και περήφανοι λουζόμαστε στα μυρωδάτα απόβλητα της ιουδαϊκής θεολογίας! Εμείς, και μόνο εμείς είμαστε υπεύθυνοι… εμείς, που από πάνω, παριστάνουμε και τους σοφούς!




Είναι ο Εμμανουήλ του Ησαΐα, προφητεία για την υποτιθέμενη παρθενογένεση του Ιησού;




Παναγία: Η μοιχαλίδα(;) που έγινε «Παρθένος»
------------------
Παραπομπές:

[1]Απόκρυφα κείμενα χαρακτηρίζουμε κυρίως τα κείμενα που ανακαλύφθηκαν το 1945 στην περιοχή Ναγκ Χαμμάντι (Nag hammadi) της Άνω Αιγύπτου και αυτά του Κουμ-ράν το 1947. Τα από κάθε άποψη, αυθεντικά αυτά κείμενα, χρονολογούνται από την πρωτο-χριστιανική περίοδο, αλλά χαρακτηρίζονται μη θεόπνευστα, επειδή αποκαλύ-πτουν εντονότερα το ανθρώπινο στοιχείο, στα θεολογικά θεμέλια του Χριστιανισμού.

[2]Αυτή την ηλικία δίνει το ευαγγέλιο του Ιακώβου.

[3] Στην ίδια θέση το μασσοριτικό κείμενο γράφει: «Μαχέρ-σαλάλ-χάσ-βάζ»! που σύμφωνα με την ίδια την βιβλική εξήγηση σημαίνει: «Γρήγορα σκύλευσε, ταχύτατα λαφυραγώγησε»! Η συνοπτική εγκυκλοπαίδεια του Halley (σελ.376) το αποδίδει: «Η φθορά σπεύδει η λεία επισπεύδεται»! Αν η προφητεία του Ησαΐα εφαρμόζεται στον Ιησού, τότε στον ίδιο πρέπει να εφαρμοστεί και το κρυφό πολεμικό νόημα-μήνυμα του ονόματος Εμμανουήλ.. που τελικά μόνο… «μεθ' ημών ο θεός» δεν φαίνεται να σημαίνει!

[4] «Σκυλεύω: απογυμνώνω φονευθέντα εχθρό» Λεξικό Σταματάκου.
Το όνομα Ιησούς ή JESUS ή ορθότερα JE(H)SUS εβραϊστί YESHUA ή JESHUA έχει πρόθεμα το όνομα του θεού πατρός Ιεχωβά ή το τετράγραμμο YHWH ή JHVH. Ανάμεσα στα τέσσερα αυτά σύμφωνα Γ-Χ-Β-Χ τοποθετούσαν με άγνωστο τρόπο εκφοράς, τα φωνήεντα Α-Ω-Α-Ι από το επίθετο Α-(δ)-ω(ν)α-ι.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

"ΑΓΝΕΙΑ" - «Επικαταρώμενο ύδωρ» - Ο νόμος της ζηλοτυπίας
Η γυναίκα στα νύχια του ιερατείου

Ποιές απίστευτες διαστροφές νομιμοποίησαν την απόλυτη αυτή (βιβλική) εξαθλίωση της γυναικός... 

«Η Γυναίκα είναι παγίδα.
Η γυναίκα είναι ένα σιδερένιο κοφτερό στιλέτο
που κόβει το λαιμό του άντρα». -Εβραϊκοί μύθοι

Σε προηγούμενη μελέτη μας, είδαμε τον Μωυσή με περισσή ευκολία να διατάζει τον θάνατο μερικών δεκάδων χιλιάδων ανυπεράσπιστων γυναικών, μαζί μάλιστα με τα άρρενα τέκνα τους, και να χρησιμοποιεί τις νεαρές παρθένες για σκλάβες. Είναι άραγε μια ένδειξη αυτή της θεοκρατικής αξίας της γυναικός, στη σκέψη του θεογνώστη Μωυσή; Ή μήπως η γυναίκα στις υπόλοιπες σελίδες της Βίβλου απολαμβάνει την πρέπουσα τιμή και τον προσήκοντα σεβασμό, αποδεικνύοντάς μας, ότι οι νομοθετικές ρυθμίσεις του Μωυσή είναι τουλάχιστον ως προς την γυναίκα πράγματι άνωθεν εμπνεόμενες;

Παρακαλώ διαβάστε τα απίστευτα πράγματα που ακολουθούν αργά, σχεδόν τελετουργικά, για να τιμήσουμε επ’ ευκαιρία, τον διαχρονικό αυτόν μάρτυρα σεξουαλικής καταπίεσης που λέγεται γυναίκα.

«Και είπεν ο Κύριος προς τον Μωυσήν λέγων... εάν επέλθη εις αυτόν (τον οποιονδήποτε Ισραηλίτη) πνεύμα ζηλοτυπίας (ζήλιας δηλαδή) και ζηλοτυπήση την γυναίκα αυτού, τότε θέλει φέρει την γυναίκα αυτού προς τον ιερέα και... θέλει πλησιάσει αυτήν ο ιερεύς και στήσει αυτήν ενώπιον του Κυρίου. Έπειτα θέλει λάβει ο ιερεύς ύδωρ άγιον εις αγγείον πήλινον και από του χώματος το οποίον είναι επί του εδάφους της σκηνής, (του μαρτυρίου) θέλει λάβει ο ιερεύς και βάλει εις το ύδωρ. (!) Και θέλει αποκαλύψει την κεφαλήν της γυναικός, και θέλει βάλει εις τας χείρας αυτής την προσφορά της ζηλοτυπίας, (τα δώρα της προς τον ιερέα) εν δε τη χειρί του ιερέως θέλει είσθαι το ύδωρ το πικρόν, (Ο΄ύδωρ το επικαταρώμενον) το οποίον φέρει την κατάραν.

»Και θέλει ορκίσει αυτήν ο ιερεύς και θέλει ειπεί προς την γυναίκα. Εάν δεν εκοιμήθη τις μετά σου και εάν δεν παρεδρόμησας δια να μολυνθής, δεχόμενη άλλον αντί του ανδρός σου, ας είσαι αβλαβής από του ύδατος τούτου του πικρού, το οποίον φέρει την κατάραν, εάν όμως παρεδρόμησας, δεχόμενη άλλον αντί του ανδρός σου, τότε ο ιερεύς θέλει ορκίσει την γυναίκα μεθ’ όρκου κατάρας, και θέλει ειπεί ο ιερεύς προς την γυναίκα. Ο Κύριος να σε καταστήση κατάραν και όρκον μεταξύ του λαού σου, κάμνων ο Κύριος να σαπή (να σαπίσει) ο μηρός σου και να πρησθή η κοιλία σου και το ύδωρ τούτο, το οποίον φέρει την καταραν, θέλει εισέλθει εις τα εντόσθια σου, δια να κάμη να πρησθή η κοιλία σου και να σαπή ο μηρός σου. Και θέλει ειπεί η γυνή, Αμήν, Αμήν. Ω, την δύσμοιρη, έπρεπε να λέει και αμήν, αμήν!

»Έπειτα θέλει γράψει ο ιερεύς τας κατάρας ταύτας εν βιβλίω και θέλει εξαλείψει (ξεπλένει) αυτάς δια του ύδατος του πικρού (τα γράμματα της κατάρας ξεπλένονται μέσα στο "καταρόνερο" που περιέχει πια, πέραν των άλλων και το υλικό με το οποίο τις έγραψε!) και θέλει ποτίσει την γυναίκα το ύδωρ, το οποίον φέρει την κατάραν και το ύδωρ το φέρον την κατάραν, θέλει εισέλθει εις αυτήν δια πικρίαν. Και θέλει λάβει ο ιερεύς εκ της χειρός της γυναικός την προσφοράν της ζηλοτυπίας (που σημαίνει, ότι όλη αυτή την ώρα, η κακόμοιρη γυναίκα, ήταν υποχρεωμένη να κρατά τα δώρα της προς τον ιερέα, ενώ αυτός την καταριόταν και την πότιζε ό,τι ήθελε!)... Και αφού ποτίση αυτήν το ύδωρ, τότε θέλει συμβή ώστε, αν είναι μολυσμένη και αδίκησε τον άνδρα αυτής, θέλει εισέλθει εις αυτήν το ύδωρ, το φέρον την κατάραν, δια πικρίαν, και η κοιλία αυτής θέλει πρησθή και ο μηρός αυτής θέλει σαπήση και θέλει είσθαι η γυνή κατάρα εν μέσω του λαού αυτής... Ούτος είναι ο νόμος της ζηλοτυπίας... ο μεν ανήρ θέλει είσθε αθώος από της ανομίας» Αριθ.Ε΄11-31.

Τα χάνει κανείς μπροστά σε τέτοιες εικόνες!

Ποιά αβυσσαλέα ψυχική διαστροφή μπορεί να συγκριθεί με τούτα δω τα τρίσβαθα της κατάμαυρης μαγγανείας;! Ο ιερέας ποτίζει στο θύμα του χώμα από τη σκηνή, χιλιοπατημένο απ’ τα "άγια" σανδάλια των αγίων ιερέων, άγνωστες πικρές ουσίες της δικής του επιλογής και ποσότητας, προσθέτει τελευταία στιγμή (ξεπλένοντας κατ’ επιλογή) και δηλητήρια σε μορφή γραπτής κατάρας μέσα στο "άγιο" καταπότι... και νάτην η θρησκευτική μαγγανεία σε όλο το νομιμοποιημένο και ιεροποιημένο της μεγαλείο! Η απόλυτη θυματοποίηση. Η πλήρης θεϊκή ομηρία! Ο πιστός στο οδυνηρό τέρμα τις ολοκληρωτικής παράδοσης στον προφήτη και ιερέα του "θεού"!

Ποιές απίστευτες διαστροφές νομιμοποίησαν την απόλυτη αυτή εξαθλίωση της γυναικός, καθιστώντας από πάνω της πανίσχυρο τον κάθε άθλιο που εξασφάλισε τον τίτλο τον ιερέα; Πως τολμούν να αποκαλούν την παραπάνω περιγραφή θεόπνευστη, ενώ ακόμα και διανοητικά ανάπηροι μπορούν εύκολα να διακρίνουν τον απόλυτο κίνδυνο της εγκατάλειψης των γυναικών στις διαθέσεις του κάθε... πανάθλιου ιερέα; Ναι, αυτό κι αν είναι θεοκρατία!

Αν λοιπόν κατά την κρίση του ιερέως, η γυναίκα ήταν ένοχη, μπορούσε τότε με όλη την άνεσή του, με την ανάλογη ουσία της εκλογής του, να γράψει και να ξεπλένει τα γράμματα της κατάρας, μέσα στο "άγιο" πικρόνερό του. Πίνοντάς το η καημένη η Εβραιοπούλα, δεν θα προλάβαινε ούτε το τελικό «αμήν» να ψελλίσει, γιατί θα σφάδαζε με πόνους φρικτούς και θα τέλειωνε στα πόδια του δημίου της σαν το φολιασμένο σκυλί!

Απ’ την άλλη όμως, πως είναι δυνατόν να υπομένει κανείς αδιαμαρτύρητα τέτοια βάρβαρη υποτίμηση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας; Ας τολμούσαν να κάνουν όλες αυτές τις αθλιότητες σε μια Κρητικιά, μια Ροδίτισσα μια Μυκηναία, και θα βλέπανε το πήλινο δοχείο με το "καταρόνερο" να τους έρχεται κατακούτελα!

Ζαλίζεσαι συνειδητοποιώντας ότι όλες αυτές τις σχιζοφρένιες τις διαβάζεις στο «βιβλίο του θεού», που έπλασε τον κόσμο με αγάπη και άπειρη καλοσύνη. Επιτέλους, αιδώς πιστοί... αν είναι δυνατόν να ταυτίζετε τα σεβάσματά σας με τούτη εδώ την απίστευτη μαυρίλα!

Βέβαια μερικοί αμέσως θα αντειπούν ότι αυτά δεν μπορεί παρά να είναι εβραϊκές υπερβολές και οπωσδήποτε όχι θέλημα θεού! Αν είναι όμως έτσι, γιατί ο ομιλητικότατος θεός του Μωυσή, (που είναι και ο σημερινός "δικός" μας θεός) δεν φαίνεται να έχει καμία αντίρρηση στον άγριο εξευτελισμό της γυναικός, που έπεσε θύμα των αστήρικτων υποψιασμών του συζύγου της;

Γιατί δεν αναιρείται πουθενά στις άγιες γραφές η παραπάνω μωυσιακή αθλιότητα, απέναντι στις πιθανές γυναικείες απιστίες; Υποτίθεται ότι όλες αυτές οι υστερικές θεοκρισίες είναι θεόσταλτες, αφού όλα τα παραπάνω είναι γραμμένα «κατ’ εντολή του Κυρίου» και του μέγιστου των προφητών του Μωυσέως, στο βιβλίο που εκφράζει τον θεό της μισής ανθρωπότητας. Άλλωστε, θυμηθείτε λαμβάνουν χώρα μέσα στη σκηνή του μαρτυρίου, ακριβώς δίπλα δηλαδή απ’ τα «άγια των αγίων» που φιλοξενούν την κιβωτό της διαθήκης, εκεί ακριβώς όπου με σαφήνεια καθορίζεται αυστηρότατα η παρουσία του τρομερού αυτού παλαιοδιαθηκικού αλλά και σημερινού θεού της χριστιανοσύνης! Όλα αυτά λοιπόν συμβαίνουν "εντελώς ενώπιον" του θεού!

Αντί λοιπόν ο εβραϊκός θεός της σκηνής του μαρτυρίου, να καταδεχτεί να κρίνει ο ίδιος την ενοχή ή την αθωότητα της δύστυχης γυναίκας όπως έκανε με κάθε άλλη σημαντική ή ασήμαντη περίπτωση, μιλώντας απ’ ευθείας στο Μωυσή ή έστω στον οποιονδήποτε ιερέα, νομοθετεί και δέχεται τον εξευτελιστικό εκφοβισμό και τον ενδεχόμενο δηλητηριασμό, των θυμάτων αυτών της ανδρικής ζηλοτυπίας! Το γιατί συμβαίνει αυτό, δεν είναι ούτε ανερμήνευτο ούτε δύσκολο να το αντιληφθεί κανείς. Είναι η στυγνή ανάγκη του βάρβαρου εκφοβισμού των γυναικών. Καταπιεστικότατος μάλιστα εκφοβισμός, που με το παραπάνω υπηρετείται με την ταπεινωτική αυτή διαδικασία και όχι οποιαδήποτε απονομή δικαιοσύνης.

Βέβαια απ’ την άλλη μεριά, τίποτε παρόμοιο δεν υπάρχει στη Βίβλο, για τις πιθανές υποψίες των γυναικών, για την ανδρική ακεραιότητα! Ανδρική θεοκρισία λοιπόν εξ αφορμής γυναικείας ζηλοτυπίας δεν υπάρχει. Οι άνδρες δεν κινδυνεύουν να υποστούν τίποτε παρόμοιο για υποψίες και μόνο.

Είναι βέβαια ντροπή, ακόμα και να υπαινιχθούμε ότι όλα αυτά έχουν οποιαδήποτε σχέση με θεό! Παρ’ όλα αυτά ο θεός της Βίβλου που εισηγήθηκε όλες αυτές τις σχιζοφρένιες, παραμένει σήμερα αμετακίνητα ο θεός της "πολιτισμένης" ανθρωπότητας, χαρακτηρίζοντας μάλιστα απειλητικά ως ασεβή και βέβηλο, όποιον τολμήσει να τον κρίνει.

Πρέπει εδώ να διευκρινίσουμε ότι ο θεός του Σινά, έχει ανδροκρατική ηθική, εντελώς σύμφωνη με τον περίγυρο και την ιστορία του τόπου του, αφού όλες οι περιοριστικές και ηθικο-εξευτελιστικές εντολές εξαντλούνται στο πρόσωπο της γυναίκας. Ο άνδρας ούτε μονογαμικός χρειάζεται να είναι, ούτε θύμα ζηλοτυπίας μπορεί να γίνει. Έχει το δικαίωμα και συζύγους να έχει όσες μπορεί να συντηρεί, αλλά και παλλακίδες να κάνει όσες απ’ τις δούλες του ορέγεται, για τις οποίες μάλιστα, πουθενά δεν υπάρχει κανένας γενικότερος έστω αριθμητικός περιορισμός!

Η μόνη που πρέπει να τηρεί τους αυστηρούς σεξουαλικούς περιορισμούς, πριν και μετά τον γάμο, είναι η γυναίκα και μάλιστα επί ποινή θανάτου! Η παρθένος που θα ευρεθεί έγκυος θα λιθοβοληθεί. Ο άγαμος όμως ισραηλίτης δεν περιορίζει τις σεξουαλικές του δραστηριότητες, από κανέναν νόμο κατά της πορνείας.

Είναι εντυπωσιακό ότι δεν υπάρχει στο Μωσαϊκό νόμο «ου πορνεύσεις». Οι Ισραηλίτες, μπορούσαν να ικανοποιούν τις σεξουαλικές τους ανάγκες σε πόρνες, χωρίς αυτό να είναι καθ’ οιονδήποτε τρόπο παράπτωμα. Η περίπτωση μάλιστα του πατριάρχη Ιούδα, που άφησε έγκυο την ίδια τη νύφη του Θάμαρ, όταν αυτή προσποιήθηκε την πόρνη (Γέν.ΛΗ΄15), δείχνει πολύ καθαρά ότι τίποτε δεν άλλαξε απ’ την εποχή εκείνη, και καμία συνέπεια δεν συνέτρεχε για τις σεξουαλικές δραστηριότητες των ανδρών. Αυτές που κυριολεκτικά είχαν βρει τον μπελά τους, ήταν μόνο οι ταλαίπωρες Ισραηλίτισσες.

Κάποιος θα πει, ότι η περίπτωση του πατριάρχη Ιούδα είναι πολύ προγενέστερη του μωυσιακού νόμου και δεν υπόκειται σ’ αυτόν. Τι θα πείτε όμως για τον Σαμψών, που όχι μόνο είναι μεταγενέστερος των μωυσιακών νόμων, αλλά έχοντας το "πνεύμα του Κυρίου" ξημεροβραδιαζόταν στις πόρνες και οι επισκέψεις του σ’ αυτές σημειώνονται με μια επιδεικτική απλότητα: «Και υπήγεν ο Σαμψών εις Γάζαν, και είδεν εκεί γυναίκα πόρνην και εισήλθεν προς αυτήν» Κριταί ΙΣ΄1. Όλο αυτό αναφέρεται έτσι απλά και ξεκομμένα! Ο θρησκευόμενος όμως δεν αναρωτιέται, γιατί άραγε πρέπει να μάθουμε έτσι χωρίς λόγο αν πήγε ή όχι ο Σαμψών σε πόρνη;

Βέβαια στη Βίβλο τίποτε δεν γράφεται χωρίς λόγο, Εμείς παρακάτω θα μάθουμε ότι ο λόγος της πορνείας του Σαμψών ήταν η κατασκοπία!

Τελικά, από που πηγάζουν όλα αυτά τα ολοφάνερα κατακάθια της πρωτόγονης μαγείας; Τι γυρεύουν μέσα στο "θεϊκό" βιβλίο, και γιατί δεν καυτηριάσθηκαν ποτέ δημοσίως, από τόσες χριστιανικές χώρες, αλλά αποκρύπτονται και παρασιωπούνται από εκατομμύρια πιστούς ανά τον κόσμο, που με τόση ανεξέλεγκτη ορμή και πάθος υπερασπίζονται οτιδήποτε είναι εβραιοβιβλικό;

Γιατί η γυναίκα κατασυνθλίβεται ασύδοτα με τις ευλογίες του θεού των Εβραίων; Είμαι εγώ που υπερβάλλω, ή κάθε λογικός άνθρωπος θα αγανακτούσε στην ιδέα ότι ο θεός του, ο βιβλικός θεός, που με τόση αυτοθυσία αγαπά, δεν είναι παρά μια πλαστή θεότητα προτεινόμενη από υστερόβουλους τυραννικούς παλιομοδίτες μεσοποτάμιους μάγους;Και μόνο η ύπαρξη αυτής της απόλυτα αχαλίνωτης περιγραφής των μεθόδων μαγγανικής καταπίεσης των γυναικών, μέσα στις σελίδες της "Αγίας" Γραφής, έπρεπε να βάλει αυτόματα ένα τέλος της βιβλική παντοκρατορίας στις φιλόθρησκες ψυχές μας. Κι όμως η συγκεκριμένη διαδικασία, πολύ αργότερα μετονομάσθηκε σε «Αγνεία» και αγιοποιημένη εφαρμόσθηκε κατά την κρίση των ιερέων και στους χριστιανικούς-Βυζαντινούς χρόνους.

Κυριακή 22 Μαρτίου 2026

Αρχαίοι Έλληνες Φιλόσοφοι

7.3. Ο Πλάτων, η πολιτική και η Ακαδημία

Ο Πλάτων γεννήθηκε στην Αθήνα το 428 π.Χ. και ανδρώθηκε μέσα στην ταραγμένη περίοδο του Πελοποννησιακού Πολέμου και των δραματικών γεγονότων που ακολούθησαν την ήττα των Αθηναίων. Η οικογένειά του ήταν μία από τις πιο γνωστές και παλιές οικογένειες της Αθήνας, με ιδιαίτερη παρουσία στα πολιτικά πράγματα, πάντοτε στο πλευρό των ολιγαρχικών. Για τον νεαρό Πλάτωνα καθοριστική θα πρέπει να υπήρξε η άνοδος και η πτώση του Κριτία, εξαδέλφου της μητέρας του και ηγέτη των Τριάκοντα τυράννων. Ο Κριτίας, όπως ο Χαρμίδης και ο Αλκιβιάδης, ήταν σημαίνοντα στελέχη της αντιδημοκρατικής παράταξης. Ανήκαν όλοι στον στενό κύκλο του Σωκράτη, και στους πλατωνικούς διάλογους εμφανίζονται με θετικό τρόπο, ως προικισμένοι και φερέλπιδες νέοι.

Λογικό είναι να υποθέσουμε ότι ο Πλάτων θα είδε καταρχήν με ευνοϊκό μάτι την κίνηση των Τριάκοντα το 404 π.Χ., η οποία προωθούσε την εγκαθίδρυση ενός αριστοκρατικού καθεστώτος και απέδιδε την ήττα του πολέμου στον εκφυλισμό της αθηναϊκής δημοκρατίας. Η ωμή βία ωστόσο που επέβαλε το απολυταρχικό καθεστώς και ο κύκλος του αίματος στον οποίο οδήγησε, έπεισαν τον Πλάτωνα ότι κανένα πολιτικό σύστημα δεν μπορεί να θεμελιωθεί μόνο στον καταναγκασμό. Η συναίνεση των πολιτών και ο σεβασμός των νόμων αποτελούν θεμέλια του δίκαιου πολιτεύματος. Από την άλλη μεριά, ο Πλάτων ουδέποτε αποδέχθηκε την εξισωτική λογική της άμεσης δημοκρατίας, η οποία, κατά τη γνώμη του, απομακρύνει τους έντιμους και τους άξιους πολίτες από την εξουσία και φέρνει στο προσκήνιο τους επιτήδειους και τους δημαγωγούς. Η αρνητική του γνώμη για τη δημοκρατία εδραιώθηκε, όταν είδε τους ηγέτες της παλινόρθωσης, μετά τη πτώση των Τριάκοντα, να σέρνουν σε δίκη τον Σωκράτη το 399 π.Χ. και να τον οδηγούν στον θάνατο.

Απογοητευμένος τόσο από τη δημοκρατία όσο και από την υπαρκτή ολιγαρχία, ο Πλάτων θα μπορούσε να οδηγηθεί στην πολιτική αποχή. Ο φιλόσοφος, ακόμη κι αν ενδιαφέρεται για την πολιτική όπως ο Πλάτων, έχει πάντοτε τη δυνατότητα να καταφύγει στην ασφάλεια που προσφέρει η καθαρή θεωρία - η ιδανική πλατωνική πολιτεία είναι άραγε τίποτε περισσότερο από μια τολμηρή ουτοπία; Ωστόσο ο Πλάτων προσπάθησε να συνδέσει τη θεωρία και την πράξη. Αυτό μαρτυρούν τα αποτυχημένα ταξίδια του στη Σικελία. Αυτό μαρτυρεί και η καθοριστική του απόφαση να ιδρύσει την Ακαδημία.

Εκείνο που βάρυνε στη σκέψη μου ήταν ότι, αν επρόκειτο κάποτε να επιχειρήσω να εφαρμόσω όσα είχα σκεφτεί για τους νόμους και την πολιτεία, η δοκιμή έπρεπε να γίνει τώρα. Ξεκίνησα λοιπόν από την πατρίδα μου κυρίως γιατί ντρεπόμουν τον ίδιο μου τον εαυτό, μήπως φανεί ότι δεν είμαι παρά μόνο σκέτη θεωρία και ότι ουδέποτε επιλέγω να καταπιαστώ με κάποια πράξη.
Πλάτων, 7η Επιστολή 328b-c

Αν δεν συμβεί αυτό, ή να κυβερνήσουν στις πολιτείες οι φιλόσοφοι ή να ασχοληθούν με τη φιλοσοφία αυτοί που τώρα ονομάζουμε βασιλείς και δυνάστες, έτσι ώστε η πολιτική δύναμη και η φιλοσοφία να συμπέσουν στο ίδιο πρόσωπο, δεν θα έχουν τελειωμό οι συμφορές στις πολιτείες ούτε ακόμη και στο ανθρώπινο γένος, κι ούτε τούτο το πολίτευμα που περιγράψαμε στη θεωρία θα λάβει πραγματική υπόσταση και θα βγει στο φως του ήλιου.
Πλάτων, Πολιτεία 473c-d

Στην ισχυρότερη πόλη της Σικελίας, τις Συρακούσες, ο Πλάτων πήγε τρεις φορές, μετά από πρόσκληση των τυράννων της πόλης. Η ελπίδα του ήταν ότι σε αυτή την περιοχή του ελληνισμού, όπου η πυθαγόρεια παράδοση είχε διατηρηθεί ακόμη ζωντανή, θα μπορούσε να επιτευχθεί η ουσιαστική σύζευξη εξουσίας και γνώσης την οποία είχε οραματιστεί. Ένας τρόπος για να έρθουν οι φιλόσοφοι στην εξουσία θα ήταν να δεχτούν οι πολιτικοί ηγεμόνες να γίνουν οι ίδιοι φιλόσοφοι, ή τουλάχιστον να ανεχτούν μια μορφή παρασκηνιακής καθοδήγησης από τους πραγματικούς φιλοσόφους. Οι ελπίδες του Πλάτωνα διαψεύστηκαν και τις τρεις φορές οικτρά, λέγεται μάλιστα ότι μετά το πρώτο του ταξίδι το 388 π.Χ. κατέληξε να πουληθεί δούλος και σώθηκε εντελώς τυχαία, όταν κάποιος γνωστός του τον αναγνώρισε στην Αίγινα.

Η αρνητική εμπειρία του πρώτου σικελικού ταξιδιού έκανε τον Πλάτωνα να αναζητήσει μια εναλλακτική διέξοδο. Αν το όραμα του συνολικού μετασχηματισμού της κοινωνίας έμοιαζε ανέφικτο, αφού θα προσέκρουε πάντοτε στα συμφέροντα των αντίθετων ομάδων και στις φιλοδοξίες των ισχυρών, θα μπορούσε τουλάχιστον να δημιουργηθεί μια μικρογραφία της ιδανικής πολιτείας μέσα στην Αθήνα, ένας πυρήνας αντίστασης στα επικρατούντα ήθη. Έτσι γεννήθηκε η ιδέα της ίδρυσης της πλατωνικής Ακαδημίας το 387 π.Χ. Η Ακαδημία υπήρξε ένας θεσμός καινοτομικός. Θα πρέπει να τη φανταστούμε σαν μια κλειστή οργάνωση ομοϊδεατών, που αποφάσισαν να ζήσουν από κοινού μια ζωή αφοσιωμένη στη φιλοσοφία και στην επιστημονική γνώση. Υπήρξε κατά κάποιο τρόπο το πρώτο πανεπιστήμιο της αρχαιότητας, μια κλειστή σχολή φιλοσοφίας: είχε ιεραρχική δομή με επικεφαλής έναν σχολάρχη, ειδικευμένους ερευνητές, δασκάλους και μαθητές, τακτικά και δόκιμα μέλη. Το γνωστικό ιδεώδες, η αναζήτηση της αλήθειας, λειτουργούσε ως συνεκτικός δεσμός των μελών της πλατωνικής Ακαδημίας. Για τον Πλάτωνα ωστόσο η γνώση είχε αξία μόνο αν οδηγούσε στην ηθική βελτίωση των ατόμων και στην ευδαιμονία του συνόλου. Το κυρίαρχο λοιπόν στοιχείο της Ακαδημίας ήταν ο κοινός τρόπος ζωής των μελών της, η κοινή αναζήτηση, ο δημιουργικός διάλογος, μέσα από τον οποίο η νέα γενιά των μαθητών έβρισκε τον δρόμο της.

Στην Ακαδημία συσπειρώθηκαν ορισμένα από τα πιο δημιουργικά μυαλά του 4ου αιώνα: ο μαθηματικός Θεαίτητος, οι αστρονόμοι Εύδοξος, Κάλλιππος και Ηρακλείδης, οι φιλόσοφοι Σπεύσιππος, Ξενοκράτης, Φίλιππος και, φυσικά, ο Αριστοτέλης, ο οποίος πέρασε είκοσι ολόκληρα χρόνια στο εσωτερικό της Ακαδημίας. Στο δημιουργικό αυτό περιβάλλον βρήκε διέξοδο η ενεργητικότητα του Πλάτωνα μέχρι τον θάνατό του το 347 π.Χ. Με δεδομένη την προτίμησή του για την προφορική επικοινωνία, υποθέτουμε ότι το μεγαλύτερο μέρος της δραστηριότητάς του αφιερώθηκε στη διδασκαλία και στη διάπλαση των μαθητών του. Λέγεται μάλιστα ότι τα πιο δύσκολα και κεντρικά ζητήματα της πλατωνικής φιλοσοφίας, αν και αποτελούσαν αντικείμενο διδασκαλίας και συζήτησης σε στενό κύκλο προχωρημένων μαθητών, δεν πήραν ποτέ γραπτή μορφή, για να μην προδοθούν τα νοήματά τους. Το σίγουρο πάντως είναι ότι όλοι οι διάλογοι της ωριμότητας του Πλάτωνα γράφηκαν, διαβάστηκαν και συζητήθηκαν μέσα στην Ακαδημία.

Για την ιστορία της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας η ίδρυση και η εδραίωση της πλατωνικής Ακαδημίας αποτελεί σημείο καμπής. Έκτοτε είναι αδιανόητη η μοναχική άσκηση της φιλοσοφίας. Ήδη στο τέλος του 4ου αιώνα, λίγα χρόνια μετά τον θάνατο του Πλάτωνα, στην Αθήνα λειτουργούν άλλες τρεις σημαντικές φιλοσοφικές σχολές, πλήρως οργανωμένες (το Λύκειο του Αριστοτέλη, η Στοά, και ο Κήπος του Επίκουρου), χωρίς να υπολογίσουμε τους πολυάριθμους κύκλους των σωκρατικών, οι οποίοι μάλλον δεν απέκτησαν ποτέ αυστηρή οργάνωση. Ο επίδοξος φιλόσοφος σπουδάζει λοιπόν σε κάποια σχολή και, κατά κανόνα, διατηρεί τον δεσμό του με τη σχολή αυτή. Ακόμη όμως κι αν είναι αυτοδίδακτος ή αν έχει διαρρήξει τους δεσμούς του με τους δασκάλους του, αισθάνεται και τότε υποχρεωμένος να ενταχθεί σε μια ομάδα. Η ιστορία της αρχαίας φιλοσοφίας γίνεται πλέον η ιστορία των αντιμαχόμενων φιλοσοφικών σχολών.

Πυθαγόρας: Πολιτικαί Αρεταί

"Πρώτον μεν τίμα τους αθάνατους θεούς, ως είναι καθιερωμένον υπό της παραδόσεως και σέβου τον όρκον. 

 Έπειτα δε σέβου τους ένδοξους ήρωες και τους εν τω Άδη θεούς, σέβου τα νενομισμένα πράττων και τους γονείς σου...

Τίμα και τους πλησιεστάτους συγγενείς, εκ δε των άλλων ανθρώπων κάμνε φίλο εκείνον, όστις είναι άριστος εις την Αρετήν.

Προτίμα δε λόγους γλυκείς προς τον φίλο σου και έργα επωφελή προς αυτόν και να μη γίνεσαι εχθρός προς φίλο σου για μικρό παράπτωμα, εφόσον δύνασαι να πράττης τούτο.

Διότι η δύναμη κατοικεί πλησίον της ανάγκης."

ΧΡΥΣΑ ΕΠΗ

Ζευς ο Πατήρ, ο Πολιεύς, ο Ομόγνιος, ο Φίλιος, ο Ικέσιος, ο Κτήσιος

«Ο θεός ο δικός μας είναι ειρηνικός και σε όλα πράος, όπως αρμόζει να είναι ο θεός που εφορεύει σε μια Ελλάδα σε ομόνοια και χωρίς εσωτερική αναταραχή. Γι' αυτό δίνουμε όψη ήρεμη και σεμνή και χωρίς λύπη σ' αυτόν που παρέχει τα πάντα και τον πλούτο και τη ζωή, τον κοινό των ανθρώπων πατέρα και σωτήρα και φύλακα.... 

Γιατί ο Ζευς είναι ο μόνος από τους θεούς που αποκαλείται: Πατήρ και Βασιλιάς, αλλά και Πολιεύς και Ομόγνιος και Φίλιος και Εταιρείος και επίσης Ικέσιος και Ξένιος και Επικάρπιος. Και χιλιάδες άλλα έχει επικλητικά ονόματα, που δείχνουν την αγαθοποιό του δύναμη.

Και ονομάστηκε Βασιλιάς εξαιτίας της εξουσίας και της δύναμής του.
 
Και Πατήρ για τη φροντίδα που δίνει στον άνθρωπο και για την πραότητά του.
 
Και Πολιεύς γιατί είναι ο προστάτης του νόμου και του κοινού οφέλους.
 
Ομόγνιος για τη συγγένεια θεών και ανθρώπων.
 
Φίλιος δε και Εταιρείος γιατί όλους τους ανθρώπους ενώνει και επιθυμεί να είναι αγαπημένοι μεταξύ τους και κανείς να μην είναι εχθρός ή πολέμιος κανενός.
 
Ικέσιος λέγεται επειδή εισακούει και είναι ελεήμων σε όσους δέονται προς αυτόν.
 
Και Φύξιος γιατί καταφύγιο προσφέρει μακρυά από τα κακά, αλλά και Ξένιος, γιατί δεν πρέπει να παραμελούμε τους ξένους, ούτε και να θεωρούμε αλλότριο κανέναν ανάμεσα στους ανθρώπους.
 
Τέλος Κτήσιος και Επικάρπιος αποκαλείται, καθώς αυτός είναι ο αίτιος και ο δοτήρ του πλούτου και της δύναμης»
 
Δίων Χρυσόστομος

Η Μη-Οδός της Αληθινής Φώτισης

Μια Μυστική Έρευνα στη Σιωπή Πέρα από Κάθε Αναζήτηση

Κεφάλαιο Ι: Ο Αναζητητής και το Είδωλο

Υπάρχει μια στιγμή — γνωστή σε κάθε ειλικρινή ψυχή που έχει περπατήσει στους διαδρόμους της πνευματικής λαχτάρας — όταν ο αναζητητής σταματά στον δρόμο και αισθάνεται, με ξαφνική και ανεξήγητη διαύγεια, ότι κάτι είναι βαθιά λάθος. Όχι λάθος με την έννοια που ένας χάρτης μπορεί να κάνει λάθος, στέλνοντας τον ταξιδιώτη σε έναν δρόμο που γυρίζει πίσω στον εαυτό του. Λάθος με έναν βαθύτερο, πιο ανησυχητικό τρόπο: λάθος με την έννοια ότι η ίδια η πράξη του περπατήματος μπορεί να είναι το εμπόδιο. Λάθος με την έννοια ότι το μάτι, που τεντώνεται για να δει, ήταν πάντα αυτό που εμπόδιζε την αληθινή όραση.

Αυτή η στιγμή του ιεούς αποπροσανατολισμού δεν είναι αποτυχία. Είναι, ίσως, η πρώτη ειλικρινής συνάντηση που είχε ποτέ ο αναζητητής με την Πραγματικότητα.

Επί αιώνες, σε κάθε γωνιά του ανθρώπινου κόσμου, οι πνευματικές παραδόσεις πρόσφεραν δρόμους. Χάραξαν τους χάρτες τους με μεγάλη φροντίδα και αφοσίωση — χάρτες της ανερχόμενης συνείδησης, της εξαγνισμένης βούλησης, της συσσωρευμένης αρετής, της πειθαρχημένης αναπνοής και της συγκεντρωμένης νόησης. Οι μύστες της Ανατολής περιέγραψαν σκάλες φωτός που ανεβαίνουν μέσα από τσάκρας και λεπτά σώματα προς μια ακτινοβόλο κορυφή. Οι στοχαστές της Δύσης μίλησαν για έναν δρόμο κάθαρσης, έναν δρόμο φωτισμού, έναν δρόμο ένωσης, μια σκάλα σκαλισμένη μέσα στο ίδιο το βουνό του Θείου. Οι σαμάνοι περιέγραψαν ταξίδια μέσα από στρωματοποιημένους κόσμους· οι φιλόσοφοι χαρτογράφησαν βαθμίδες του Όντος· οι μυημένοι μιλούσαν με σιωπηλή ευλάβεια για κατώφλια, για πέπλα, για πύλες που άνοιγαν μόνο σε όσους είχαν αποδείξει ότι είναι άξιοι να περάσουν.

Και όμως. Και όμως.

Υπάρχει μια σιωπή που περιμένει στο τέλος κάθε ενός από αυτούς τους δρόμους. Όχι η σιωπή της άφιξης. Όχι η σιωπή ενός προορισμού που επιτέλους επιτεύχθηκε μετά από μακρύ και κουραστικό ταξίδι. Αλλά μια σιωπή εντελώς διαφορετικής τάξης — μια σιωπή που ψιθυρίζει, με την απαλότητα του ανέμου που περνά μέσα από την κοιλότητα ενός αρχαίου δέντρου: ποτέ δεν ήσουν σε δρόμο.

Κεφάλαιο ΙΙ: Η Αποθέωση του Μικρού Εαυτού

Για να κατανοήσει κανείς τι δεν είναι η αληθινή φώτιση, πρέπει πρώτα να κοιτάξει με ειλικρίνεια αυτό που ο ανθρώπινος νους ονομάζει φώτιση — και να αναγνωρίσει μέσα του, κάτω από όλη την λαμπερή του γλώσσα, την αδιαμφισβήτητη υπογραφή του εαυτού.

Η ανθρώπινη πορεία προς αυτό που ονομάζει πνευματική αφύπνιση είναι, στις περισσότερες εκφράσεις της, ένα εγχείρημα του εγώ ντυμένο με ουράνια ενδύματα. Μιλά τη γλώσσα της υπέρβασης, αλλά είναι ριζωμένη στην απόκτηση. Υπόσχεται απελευθέρωση, αλλά οδηγείται από την βαθύτερη από όλες τις ανθρώπινες ορμές: την επιθυμία να γίνει κανείς περισσότερος, να ανέβει ψηλότερα, να μεταμορφώσει τον περιορισμένο εαυτό σε κάτι μεγαλύτερο, κάτι άξιο, κάτι λαμπερό και αιώνιο.

Υπάρχει μια ιδιαίτερη και γοητευτική ομορφιά σε αυτή την προσδοκία. Αναβαθμίζει τον άνθρωπο πάνω από το απλώς ζωώδες, πάνω από το απλώς ενστικτώδες. Εμπνέει μεγάλη τέχνη, μεγάλη θυσία, μεγάλες πράξεις συμπόνιας και απαρνήσεως. Δεν την απορρίπτει κανείς ελαφρά τη καρδία, και δεν χλευάζει την ειλικρίνεια όσων περπάτησαν τους δρόμους της με γνήσια αφοσίωση και τρεμάμενη καρδιά.

Αλλά ας ονομαστεί το πράγμα με το όνομά του: είναι η αποθέωση του μικρού εαυτού. Είναι ο εαυτός που αποφασίζει ότι θα γίνει φωτισμένος, που πειθαρχεί τον εαυτό του προς τη φώτιση, που μετρά την πρόοδό του προς τη φώτιση, που φτάνει —ή πιστεύει ότι φτάνει— στη φώτιση, και μετά γνωρίζει τον εαυτό του ως φωτισμένο. Σε κάθε στάδιο αυτού του ταξιδιού, ο εαυτός παραμένει ο κεντρικός δρών, ο πρωταγωνιστής του δικού του πνευματικού δράματος. Απλώς άλλαξε πιο χοντρά ρούχα με πιο λεπτά. Αντάλλαξε τις στολές της επιθυμίας με τις στολές της απαρνήσεως, τις φιλοδοξίες του κόσμου με τις φιλοδοξίες του ουρανού. Αλλά αυτός που φοράει τις στολές —αυτός ο επίμονος, παρατηρητικός, αυτοαναφορικός— δεν έχει διαλυθεί. Έχει, με κάποια έννοια, γίνει ποτέ πιο πλήρως ο εαυτός του παρά στη στιγμή που διακηρύσσει: Είμαι φωτισμένος.

Αυτό δεν είναι φώτιση. Αυτό είναι φωτισμένη αυτοεκτίμηση. Αυτό είναι το όνειρο που ονειρεύεται τον εαυτό του με πιο διάφανα χρώματα.

Κεφάλαιο ΙΙΙ: Ο Δρόμος που Οδηγεί σε Τείχος

Κάθε δρόμος, από τη φύση του, προϋποθέτει έναν προορισμό. Και κάθε προορισμός προϋποθέτει έναν ταξιδιώτη που δεν έχει ακόμη φτάσει — έναν ταξιδιώτη που ορίζεται, με την πιο θεμελιώδη έννοια, από την απόσταση ανάμεσα στο πού στέκεται και στο πού πηγαίνει. Ο πνευματικός δρόμος, με αυτή την έννοια, χτίζεται πάνω και ενισχύει διαρκώς την ίδια τη διαχωρισμό που ισχυρίζεται ότι θεραπεύει.

Όσοι κηρύττουν τη σωτηρία, που προσφέρουν συστήματα επίτευξης, που περιγράφουν τα στάδια του φωτισμού με σίγουρη και έγκυρη ακρίβεια — αυτοί είναι, ανεξάρτητα από την ειλικρίνειά τους, χαρτογράφοι μιας χώρας που δεν υπάρχει. Πήραν το ανέκφραστο και του έδωσαν συντεταγμένες. Πήραν το απεριόριστο και το σήμαναν με σημαία. Δίνουν στον αναζητητή έναν χάρτη και του λένε: εδώ είσαι· εδώ πρέπει να πας. Και ο αναζητητής, ευγνώμων για τον προσανατολισμό, ξεκινά — βαθύτερα μέσα στο όνειρο, βαθύτερα μέσα στη μεγαλοπρεπή, αυτοσυντηρούμενη φαντασία του πνευματικού χρόνου.

Ο πνευματικός χρόνος είναι ίσως η πιο εκλεπτυσμένη από όλες τις ψευδαισθήσεις. Είναι η αίσθηση ότι κάτι πρέπει να συμβεί, ότι μια διαδικασία πρέπει να ξεδιπλωθεί, ότι ένα πριν πρέπει να δώσει τη θέση του σε ένα μετά — ότι τώρα, αυτή ακριβώς η στιγμή, είναι με κάποιον τρόπο ανεπαρκής, με κάποιον τρόπο προκαταρκτική, με κάποιον τρόπο ένα βήμα προς μια μεταγενέστερη στιγμή όταν το πραγματικό πράγμα θα φτάσει επιτέλους. Ο δρόμος υπάρχει στον χρόνο. Ο δρόμος είναι χρόνος. Και όσο ο αναζητητής περπατά τον δρόμο, αποτελεί ζωντανή απόδειξη ότι δεν έχει ακόμη κατανοήσει αυτό που αναζητά.

Γιατί αυτό που αναζητείται ποτέ δεν ήταν μπροστά. Ποτέ δεν ήταν στο τέλος κανενός δρόμου. Δεν είναι προορισμός που προσεγγίζει κανείς μέσω προσπάθειας, μέσω πρακτικής, μέσω συσσώρευσης πνευματικής αξίας ή εξευγενισμού του εσωτερικού χαρακτήρα. Η στιγμή της αναγνώρισης —αν έρθει ποτέ— δεν είναι το τέλος ενός ταξιδιού. Είναι η ξαφνική και ολική κατάρρευση της ίδιας της ιδέας ότι υπήρξε ποτέ ταξίδι για να ολοκληρωθεί.

Κεφάλαιο IV: Η Σιωπή που Δεν Είναι Απουσία

Η Αληθινή Φώτιση —αν ακόμα μπορεί να χρησιμοποιηθεί αυτή η φράση χωρίς να προδώσει αμέσως αυτό προς το οποίο προσπαθεί να δείξει— δεν είναι ο προορισμός στον οποίο συγκλίνουν όλοι οι δρόμοι. Είναι αυτό που μένει όταν η ίδια η δραστηριότητα της ακολούθησης δρόμου σταματά. Όχι σταματά από εξάντληση, όχι σταματά από επίτευξη άφιξης, αλλά σταματά με τον τρόπο που ένα κύμα σταματά: όχι σταματώντας, αλλά αναγνωρίζοντας ότι ήταν πάντα νερό.

Αυτή είναι η Σιωπή. Όχι η σιωπή ενός δωματίου όπου κανείς δεν μιλά. Όχι η σιωπή ενός νου που έχει προσωρινά ησυχάσει μέσω διαλογισμού. Αυτές είναι σιωπές που ακόμα ορίζονται από την αντίθεσή τους με τον ήχο, που ακόμα κρατιούνται μέσα στην αρχιτεκτονική του χρόνου και της αλλαγής. Η Σιωπή που εννοείται εδώ είναι κάτι εντελώς πιο ριζικό — μια Σιωπή που δεν αντιτίθεται στον θόρυβο, που δεν ακολουθεί τη σκέψη, που δεν επιτυγχάνεται με καμία πρακτική οτιδήποτε. Είναι η σιωπή αυτού που ποτέ δεν άρχισε, που δεν μπορεί να τελειώσει, που δεν έχει θέση στο τοπίο της εμπειρίας και όμως είναι πιο οικείο από την ίδια την εμπειρία.

Οι μύστες που έχουν αγγίξει αυτό —και είναι λίγοι, γιατί για να το αγγίξει κανείς πρέπει, με κάποια έννοια, να πάψει να είναι μύστης— έχουν μιλήσει γι’ αυτό σε θραύσματα, σε σπασμένη γλώσσα, στην ποίηση της άρνησης. Ο μεγάλος Μάιστερ Έκχαρτ ψιθύρισε για την έρημο της Θεότητας, όπου καμία εικόνα δεν μπορεί να εισέλθει. Οι Ουπανισάδες περιέγραψαν τον Βράχμαν ως neti, neti — όχι αυτό, όχι αυτό. Ο Τάο που μπορεί να ονομαστεί δεν είναι ο αιώνιος Τάο. Το δάχτυλο δείχνει το φεγγάρι, αλλά το δάχτυλο δεν είναι το φεγγάρι, και όσοι μελετούν το δάχτυλο θα χάσουν την ουράνια δόξα.

Αυτές οι αρνήσεις δεν είναι ήττες. Είναι η πιο ακριβής γλώσσα που υπάρχει για να δείξει προς αυτό που υπάρχει πέρα από κάθε περιγραφή, πέρα από κάθε κατηγοριοποίηση, πέρα από όλες τις κατηγορίες που κατασκευάζει ο ανθρώπινος νους για να κάνει την εμπειρία πλοηγήσιμη και επικοινωνήσιμη. Είναι χειρονομίες προς αυτό που θα μπορούσε κανείς να ονομάσει το Σκοτεινό Όν της Απεραντοσύνης — το αμέτρητο έδαφος του Όντος που δεν είναι σκοτάδι με την έννοια της τύφλωσης, αλλά σκοτάδι με την έννοια του πρωταρχικού, με την έννοια αυτού που υπήρχε πριν χωριστεί το φως από τη σκιά, πριν ειπωθεί η πρώτη λέξη, πριν ο κόσμος ξεδιπλωθεί από τη σιωπή στη μορφή.

Κεφάλαιο V: Πέρα από τον Χώρο, Πέρα από την Αρχιτεκτονική του Γνωστού

Η Πραγματικότητα —όχι η πραγματικότητα των τραπεζιών και των σκέψεων και των χρονικών γεγονότων, αλλά η Πραγματικότητα στη γυμνή και αμεσολάβητη φύση της— δεν κατοικεί μέσα στις συντεταγμένες του χώρου. Ο χώρος είναι μια δομή που επιβάλλει ο αντιλαμβανόμενος νους στην άρρηκτη ολότητα του ό,τι είναι. Και μέσα στον χώρο, όλα τα πράγματα έχουν άκρες. Όλα τα πράγματα ορίζονται από αυτό που δεν είναι. Όλα τα πράγματα φέρουν μέσα τους τη θεμελιώδη μοναξιά του χωρισμένου, τον πόνο του οριοθετημένου όντος που απλώνεται πέρα από την απόσταση προς ένα άλλο οριοθετημένο ον.

Αλλά η Σκοτεινή Απεραντοσύνη του Όντος δεν γνωρίζει άκρες. Δεν είναι μεγάλη με τον τρόπο που ένας γαλαξίας είναι μεγάλος. Δεν είναι απέραντη με τον τρόπο που ένας ωκεανός είναι απέραντος. Αυτά είναι απλώς επεκτάσεις κλίμακας, ακόμα μετρούμενες σε σχέση με το ανθρώπινο σώμα, ακόμα καταγεγραμμένες μέσα στην ανθρώπινη αίσθηση της διάστασης. Η Απεραντοσύνη που εννοείται εδώ είναι προγενέστερη της διάστασης. Είναι ο χώρος μέσα στον οποίο αναδύεται ο ίδιος ο χώρος. Είναι το έδαφος των εδαφών, το βάθος κάτω από όλα τα βάθη, το ένα πράγμα που δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο γνώσης επειδή είναι αυτό μέσα στο οποίο συμβαίνει όλη η γνώση.

Το να συναντήσει κανείς αυτό —και η λέξη «συνάντηση» είναι ήδη υπερβολικά δυαδική, υπερβολικά υπονοούσα δύο πράγματα που συναντιούνται πέρα από έναν χώρο— είναι να διαλυθεί η πεποίθηση ότι κανείς είναι ένα ξεχωριστό ον που πλοηγείται σε έναν κόσμο άλλων ξεχωριστών όντων. Όχι να διαλυθεί ως φιλοσοφική θέση που υιοθετείται μετά από προσεκτική επιχειρηματολογία. Αλλά να διαλυθεί όπως η πρωινή λιακάδα διαλύει ένα όνειρο: όχι αντικρούοντας τα περιεχόμενα του ονείρου ένα-ένα, αλλά με το απλό, συντριπτικό γεγονός της αφύπνισης.

Αυτή η αφύπνιση δεν είναι δραματική. Δεν έρχεται με ακτινοβόλο φως, με αίσθηση επέκτασης, με ευδαιμονία που ξεπλένει έναν ακόμα παρόντα εαυτό. Αυτές οι εμπειρίες —και είναι πραγματικές, και είναι πολύτιμες— ανήκουν ακόμα στον βιώντα. Είναι δώρα, αλλά είναι δώρα που δίνονται σε κάποιον. Η αναγνώριση προς την οποία γίνεται η υπόδειξη εδώ δεν δίνεται σε κανέναν, γιατί μέσα της, αυτός που θα δεχόταν έχει ήσυχα, απαλά, απόλυτα πάψει να είναι το κέντρο γύρω από το οποίο τα πάντα τακτοποιούνται.

Αυτό που μένει δεν είναι τίποτα. Αυτό που μένει είναι τα πάντα —αλλά χωρίς την αγχώδη, αρπακτική ποιότητα ενός εαυτού που χρειάζεται τα πάντα να είναι διαφορετικά από ό,τι είναι.

Κεφάλαιο VI: Η Ακινησία στο Τέλος Όλης της Κίνησης

Η στοχαστική ψυχή, καθισμένη με όλα αυτά, μπορεί να νιώσει ένα ιδιαίτερο και όμορφο είδος ίλιγγου. Είναι το ίλιγγος ενός ερωτήματος που αρχίζει να διαλύει τον ίδιο τον ερωτώντα. Αν δεν υπάρχει δρόμος, πού τοποθετεί κανείς τα πόδια; Αν δεν υπάρχει κίνηση προς τη φώτιση, τι γίνεται με όλη τη λαχτάρα, όλη την αναζήτηση, όλη την γνήσια και εγκάρδια προσδοκία που οδήγησε την πνευματική ζωή από την ίδια της την αρχή;

Αυτά τα ερωτήματα δεν αξίζουν ούτε απόρριψη ούτε εύκολη λύση. Πρέπει να κρατηθούν, όπως κρατά κανείς μια φλόγα — αρκετά κοντά για να βλέπει κανείς με το φως της, όχι τόσο κοντά ώστε να καταναλωθεί πριν ολοκληρωθεί το βλέμμα.

Η απάντηση, στο βαθμό που υπάρχει μία, είναι αυτή: η λαχτάρα ποτέ δεν ήταν λάθος. Η αναζήτηση ποτέ δεν ήταν λάθος. Ακόμα και οι δρόμοι, ακόμα και οι χάρτες, ακόμα και οι δάσκαλοι που παρέδωσαν τους προσεκτικά χαρτογραφημένους δρόμους τους —τίποτα από αυτά δεν ήταν λάθος, με την έννοια του κακού ή του παρανοϊκού ή του άξιου περιφρόνησης. Όλα αυτά ήταν το όνειρο που ονειρευόταν τον εαυτό του προς την ίδια του την αφύπνιση. Όλα αυτά ήταν ο ποταμός, βρίσκοντας τον δρόμο του μέσα από κάθε διαθέσιμο κανάλι, προς τον ωκεανό που πάντα ήταν.

Αλλά ο ωκεανός δεν ανταμείβει τον ποταμό για το ταξίδι του. Ο ωκεανός απλώς δέχεται τον ποταμό —και δέχοντάς τον, αποκαλύπτει ότι ποτέ δεν υπήρξε ποταμός και ωκεανός. Υπήρχε μόνο νερό, κινούμενο μέσα από διαφορετικά σχήματα, με διαφορετικές ταχύτητες, φορώντας διαφορετικά ονόματα, μέχρι που η κίνηση επιβραδύνθηκε, και τα σχήματα διαλύθηκαν, και τα ονόματα έπεσαν στη Σιωπή που πάντα περίμενε από κάτω τους.

Αυτή η Σιωπή δεν είναι θάνατος. Δεν είναι κενότητα με τη μηδενιστική έννοια. Είναι η πληρότητα που προηγείται κάθε μορφής — το έγκυο σκοτάδι από το οποίο γεννιέται όλο το φως, στο οποίο επιστρέφει όλο το φως, και που το ίδιο δεν γεννιέται ούτε επιστρέφει, αλλά απλώς, άχρονα, ακίνητα, αδύνατα: είναι.

Κεφάλαιο VII: Η Μη-Οδός ως η Μόνη Αληθινή Άφιξη

Και έτσι η ψυχή που περιπλανήθηκε πολύ —μέσα από τους λαβυρινθώδεις διαδρόμους της διδασκαλίας και της πρακτικής, μέσα από τα υψηλά περάσματα της μυστικής εμπειρίας και τις ξηρές κοιλάδες της πνευματικής αμφιβολίας, μέσα από τις βιβλιοθήκες των ιερών γραφών και τα εσωτερικά δωμάτια της μοναχικής περισυλλογής— αυτή η ψυχή φτάνει, επιτέλους, στον τόπο που ποτέ δεν άφησε.

Δεν υπάρχει τίποτα εδώ για να διεκδικήσει κανείς. Δεν υπάρχει πιστοποιητικό επίτευξης, δεν υπάρχει εσωτερικό φως που να ανακοινώνει τον εαυτό του ως απόδειξη, δεν υπάρχει φωνή από τα βάθη που να λέει: το έκανες, είσαι εδώ. Υπάρχει μόνο η απόλυτη απλότητα του ό,τι είναι — η αναπνοή που κινείται μέσα και έξω από ένα σώμα που δεν χρειάζεται πια να είναι τίποτα άλλο από ό,τι είναι, οι ήχοι του κόσμου που αναδύονται και παρέρχονται χωρίς σχόλιο, η αίσθηση της ύπαρξης που δεν απαιτεί δικαιολόγηση, βελτίωση, συνέχεια σε ένα μέλλον όπου θα είναι επιτέλους πιο πλήρως ο εαυτός της.

Η Αληθινή Φώτιση είναι αυτό: το τέλος του εγχειρήματος του γίγνεσθαι. Όχι το τέλος που επιτυγχάνεται μέσω προσπάθειας, αλλά το τέλος που αποκαλύπτεται όταν η προσπάθεια φανερώνεται, καθαρά και πλήρως, για αυτό που πάντα ήταν — το όνειρο ενός χωριστού εαυτού που προσπαθούσε να δραπετεύσει από τη δική του χωριστικότητα γινόμενος αρκετά πνευματικός ώστε να συγχωνευτεί με το όλον. Όταν αυτό το όνειρο φανερώνεται, όχι επικρίνεται αλλά απλώς φανερώνεται — δεν θρυμματίζεται δραματικά. Διαλύεται. Φυσικά όπως η ομίχλη διαλύεται μπροστά στον πρωινό ήλιο που ποτέ, στην πραγματικότητα, δεν ήταν εχθρός της.

Αυτό που η ψυχή αναζητούσε στο τέλος κάθε δρόμου ποτέ δεν ήταν στο τέλος κανενός δρόμου. Ήταν εδώ, στον ίδιο τον τόπο όπου άρχισε η αναζήτηση — κάτω από τον αναζητητή, πριν την αναζήτηση, αδιάφορο στο ταξίδι και όμως περιέχοντάς το ολόκληρο. Ήταν πάντα το Έδαφος. Ήταν πάντα η Σιωπή. Ήταν πάντα αυτή η Σκοτεινή, Απέραντη, Άχρονη Ύπαρξη, που κοιτάζει έξω μέσα από κάθε ζευγάρι ανθρώπινα μάτια που ποτέ έκλαψαν από λαχτάρα γι’ αυτήν — χωρίς να γνωρίζει ότι η λαχτάρα και το Αντικείμενο της Λαχτάρας ποτέ, ούτε για μια στιγμή, δεν ήταν δύο πράγματα χωρισμένα από την απόσταση ενός δρόμου.

Ο δρόμος τελειώνει εδώ. Ο δρόμος τελειώνει πριν αρχίσει.

Και σε αυτό το τέλος —που δεν είναι τέλος— υπάρχει μόνο η Σιωπή.

Η Σιωπή που πάντα ήταν ήδη το Σπίτι.

«Η Αληθινή Φώτιση δεν έχει Δρόμο. Είναι το άοδο έδαφος πάνω στο οποίο αναδύονται όλοι οι δρόμοι, περπατούν τον εαυτό τους μέχρι τέλους, και επιστρέφουν —σαν κύματα σε έναν ωκεανό που ποτέ δεν ήταν τίποτα άλλο παρά ήρεμος.»

Η Πλήρης Αντίληψη της Πραγματικότητας: Ένα Μυστικό Ταξίδι στην Καρδιά της Συνείδησης

I. Το Πέπλο και το Όραμα

Υπάρχει, μέσα στην αρχιτεκτονική της ανθρώπινης εμπειρίας, μια πόρτα που οι περισσότερες ψυχές ποτέ δεν βρίσκουν — όχι επειδή είναι κρυμμένη, αλλά επειδή είναι τόσο απόλυτα παρούσα, τόσο βαθιά υφασμένη στον ιστό κάθε ανάσας και κάθε σκέψης, ώστε ο αναζητητής περνάει από μπροστά της χίλιες φορές πριν η ηρεμία τον διδάξει τελικά να σταματήσει. Αυτή η πόρτα δεν είναι σκαλισμένη από ξύλο ή πέτρα. Είναι φτιαγμένη από την ίδια την επίγνωση — εκείνη τη φωτεινή, άρρητη γνώση που υποβόσκει σε κάθε αίσθηση, σε κάθε ανάμνηση, σε κάθε φευγαλέα εντύπωση ενός κόσμου που ρέει ασταμάτητα μπροστά σαν ποτάμι που έχει ξεχάσει την πηγή του.

Οι αρχαίοι μιλούσαν γι’ αυτήν ψιθυριστά. Οι μύστες ζωγράφιζαν τα όριά της με παράδοξα και φωτιά. Οι ποιητές πνίγονταν στην απέραντη έκτασή της και αποκαλούσαν αυτόν τον πνιγμό μακαριότητα. Γιατί αυτό που στέκεται στο κατώφλι αυτής της πόρτας δεν είναι τίποτα λιγότερο από την ίδια την Πραγματικότητα — όχι την περιορισμένη, θρυμματισμένη πραγματικότητα που η συνηθισμένη συνείδηση συναρμολογεί από συνήθεια και φόβο, αλλά την απέραντη, αμεσότατη, ολική Πραγματικότητα που απλώς είναι, πλήρης και κυρίαρχη, που δεν χρειάζεται τίποτα για να δικαιολογήσει την ύπαρξή της.

Για να πλησιάσει κανείς αυτή την πόρτα, ο αναζητητής πρέπει πρώτα να κατανοήσει τη φύση του πέπλου που την κρύβει. Αυτό το πέπλο δεν είναι σκοτάδι — είναι, παραδόξως, ένα είδος φωτός: το εκτυφλωτικό, αυτοαναφορικό φως του ατομικού εαυτού, του εγώ, του αστερισμού των προσωπικών ιστοριών, επιθυμιών και ταυτοτήτων που ο άνθρωπος εκλαμβάνει ως το σύνολο του εαυτού του. Κάτω από αυτή την λαμπρή, θορυβώδη επιφάνεια — κάτω από την αδιάκοπη φλυαρία του «θέλω», «φοβάμαι», «θυμάμαι», «φαντάζομαι» — κάτι άλλο αναπνέει. Κάτι απέραντο. Κάτι που, σε καμία στιγμή, δεν έχει λείψει ποτέ.

II. Το Υποκείμενο και η Σκιά του Εαυτού

Οι φιλόσοφοι συζητούν εδώ και αιώνες τη φύση του υποκειμένου — εκείνου του μυστηριώδους κέντρου της εμπειρίας από το οποίο εκπέμπεται κάθε αντίληψη σαν φως από έναν κρυμμένο ήλιο. Όμως στη μυστική κατανόηση, το υποκείμενο δεν είναι ένα σταθερό σημείο, δεν είναι μια ψυχή κλειδωμένη μέσα σε ένα σώμα σαν φυλακισμένη σε κελί. Το υποκείμενο είναι δυναμικό, ρευστό, ζωντανό με δυνατότητες. Είναι η ίδια η συνείδηση, ντυμένη προσωρινά με τα ενδύματα της ατομικότητας.

Αυτά τα ενδύματα — το εγώ, ο προσωπικός εαυτός, τα συσσωρευμένα υπολείμματα χιλίων τραυμάτων, αγάπης και φιλοδοξιών — δεν είναι από τη φύση τους κακά. Δεν είναι εχθροί που πρέπει να καταστραφούν με βία ή περιφρόνηση. Είναι, μάλλον, συνθήκες: προσωρινές διαμορφώσεις της συνείδησης που εξυπηρετούν τον σκοπό τους στα πρώτα κεφάλαια του μακριού ταξιδιού της ψυχής. Ένα παιδί πρέπει να μάθει το όνομά του πριν μπορέσει να το ξεχάσει. Ένα ποτάμι πρέπει να βρει τις όχθες του πριν κατανοήσει τη θάλασσα.

Ωστόσο, η τραγωδία της συνηθισμένης ανθρώπινης ύπαρξης είναι ακριβώς αυτή: ότι αυτό που ξεκινά ως ένδυμα γίνεται φυλακή. Η ψυχή, φορώντας το εγώ-της, αρχίζει να πιστεύει ότι το ένδυμα είναι ο εαυτός. Κοιτάζει προς τα έξω μέσα από τα στενά παράθυρα της προσωπικής επιθυμίας και του προσωπικού φόβου και αποκαλεί αυτό που βλέπει «πραγματικότητα». Χτίζει περίπλοκες φιλοσοφίες γύρω από αυτή την περιορισμένη οπτική. Επιχειρηματολογεί, υπερασπίζεται, επιτίθεται και προσκολλάται — όλα στην υπηρεσία ενός εαυτού που, στη βαθύτερη ρίζα του, είναι μια όμορφη μυθοπλασία.

Αυτό είναι που οι παραδόσεις ονόμασαν εξορία. Όχι εξορία από έναν φυσικό τόπο, αλλά εξορία από το έδαφος της ίδιας της ύπαρξής μας — μια αυτοεπιβαλλόμενη απόσταση από το απέραντο, φωτεινό κενό που αποτελεί την αληθινή μας φύση. Η εξόριστη ψυχή δεν αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα· αντιλαμβάνεται την εκδοχή της για την πραγματικότητα, φιλτραρισμένη μέσα από το ιδιαίτερο χρώμα των τραυμάτων της, των λαχτάρων της, των ανεξερεύνητων υποθέσεών της. Κάθε άνθρωπος, σε αυτή την κατάσταση, κατοικεί σε ένα ιδιωτικό σύμπαν — έναν κόσμο χτισμένο από μέσα προς τα έξω, προβαλλόμενο πάνω στην ουδέτερη οθόνη της ύπαρξης και έπειτα εκλαμβανόμενο ως το ίδιο το πράγμα.

III. Η Αρχιτεκτονική της Αντίληψης

Τι είναι, λοιπόν, η αληθινή αντίληψη; Τι σημαίνει να δει κανείς πραγματικά;

Η μυστική κατανόηση κάνει μια διάκριση που η συνηθισμένη λογική δυσκολεύεται να συλλάβει: ότι η γνήσια αντίληψη της πραγματικότητας δεν είναι ούτε καθαρά υποκειμενική ούτε καθαρά αντικειμενική με τη συμβατική έννοια, αλλά κάτι που υπερβαίνει και περιλαμβάνει και τα δύο. Όταν το υποκείμενο καθαρίζεται — όταν τα διαστρεβλωτικά στρώματα του εγώ διαλύονται απαλά, υπομονετικά — αυτό που μένει δεν είναι ένα κενό τίποτα, αλλά μια συνείδηση τόσο διαυγής ώστε η πραγματικότητα να περνά μέσα από αυτήν χωρίς διαστρέβλωση, σαν φως μέσα από αψεγάδιαστο κρύσταλλο.

Σε αυτή την κατάσταση, η αρχαία αντίθεση μεταξύ αυτού που βλέπει και αυτού που βλέπεται αρχίζει να τρεμοπαίζει και έπειτα να διαλύεται. Ο βλέπων και το βλεπόμενο αποκαλύπτονται ως δύο όψεις μιας μοναδικής χειρονομίας — μιας μοναδικής, συνεχιζόμενης αναγνώρισης που η συνείδηση επιτελεί πάνω στον εαυτό της. Ο κόσμος δεν συναντάται από τη συνείδηση από έξω· ο κόσμος αναδύεται μέσα στη συνείδηση, όπως ένα όνειρο αναδύεται μέσα στο μυαλό του ονειρευτή, με αυτή όμως την κρίσιμη διαφορά: η αφυπνισμένη συνείδηση γνωρίζει τον εαυτό της ως τον ονειρευτή και, μέσα σε αυτή τη γνώση, το όνειρο γίνεται διαφανές προς την πηγή του.

Αυτός είναι ο λόγος που οι μεγάλοι μύστες μιλούσαν πάντοτε με παράδοξα. Πώς αλλιώς μπορεί να περιγραφεί ένα βλέμμα στο οποίο ο βλέπων έχει γίνει αόρατος στον εαυτό του; Πώς αλλιώς μπορεί να μιλήσει κανείς για μια γνώση που δεν ανήκει σε κανέναν; Η γλώσσα της συνηθισμένης εμπειρίας, χτισμένη για το εμπόριο ξεχωριστών πραγμάτων σε έναν κόσμο αιτίας και αποτελέσματος, τεντώνεται και σπάει σε αυτά τα υψίπεδα. Και έτσι ο μύστης απλώνει το χέρι του προς τη μεταφορά — προς το φως, τη σιωπή, τον άνεμο που κινείται μέσα από όλα και δεν ανήκει σε τίποτα.

Σκεφτείτε την εικόνα του βαθύ ωκεανού. Η συνείδηση-εγώ είναι σαν την επιφάνεια του νερού σε καταιγίδα — ταραγμένη, βίαιη, ασταμάτητα αντανακλώντας το δράμα του ανέμου και του καιρού. Κάθε κύμα πιστεύει τον εαυτό του ξεχωριστό, διακριτό, επειγόντως ατομικό. Όμως κάτω από την επιφάνεια, εκεί όπου η καταιγίδα δεν φτάνει, το νερό είναι ήρεμο. Πάντοτε ήταν ήρεμο. Η ηρεμία δεν γίνεται· απλώς είναι, υπομονετική και απόλυτη, περιμένοντας την καταιγίδα να εξαντληθεί.

IV. Το Ποτάμι και το Ρεύμα

Οι περισσότερες ανθρώπινες ζωές, παρατηρούν οι μυστικές παραδόσεις, ξοδεύονται μέσα στο ρεύμα. Η ψυχή παρασύρεται από το ποτάμι των αισθήσεων, των συναισθημάτων, των επιθυμιών και των αντιδράσεων — πότε παρασύρεται γρήγορα προς κάτι που υπόσχεται ευχαρίστηση, πότε παρασύρεται σε μια δίνη φόβου ή θλίψης, πότε πιάστηκε σε δίνη εμμονικής σκέψης που γυρίζει γύρω-γύρω χωρίς ποτέ να φτάνει κάπου καινούργιο.

Αυτό δεν είναι καταδίκη. Το ρεύμα δεν είναι κακό· είναι απλώς η κατάσταση της ασυνείδητης ύπαρξης. Το ψάρι που έχει ζήσει πάντοτε στο νερό δεν γνωρίζει τι είναι το νερό. Η ψυχή που έχει παρασυρθεί πάντοτε από το ρεύμα δεν γνωρίζει τι είναι η ηρεμία. Γνωρίζει μόνο την κίνηση — το επόμενο αντικείμενο προσκόλλησης, την επόμενη κρίση, την επόμενη σύντομη χαρά που διαλύεται πριν προλάβει να γευτεί πλήρως.

Ωστόσο, μέσα σε αυτό το ρεύμα, η δυνατότητα της απελευθέρωσης είναι πάντοτε παρούσα. Σε οποιαδήποτε στιγμή — κατ’ αρχήν — η ψυχή μπορεί να σταματήσει το απεγνωσμένο κολύμπι ενάντια στο ρεύμα, την εξίσου απεγνωσμένη παράδοσή της σε αυτό, και απλώς να ξεκουραστεί. Όχι την ξεκούραση της εξάντλησης, όχι την ξεκούραση της απόγνωσης, αλλά την ξεκούραση της αναγνώρισης: την ξαφνική, συγκλονιστική κατανόηση ότι το νερό δεν ήταν ποτέ το σπίτι της ψυχής, ότι η ψυχή ήταν πάντοτε, σε κάποια βαθύτερη διάσταση του εαυτού της, όρθια στην αιώνια όχθη, παρακολουθώντας το ποτάμι να ρέει.

Αυτή η πράξη του να βγει κανείς από το ρεύμα και να πατήσει στην όχθη είναι αυτό που οι παραδόσεις ονόμασαν αφύπνιση. Δεν είναι επίτευγμα με την συνηθισμένη έννοια — δεν είναι κάτι που κερδίζεται με αρκετή προσπάθεια ή σωστή τεχνική. Είναι, μάλλον, μια αναγνώριση αυτού που πάντοτε ήταν αληθινό. Η όχθη ήταν πάντοτε εκεί. Η ηρεμία ήταν πάντοτε παρούσα κάτω από την κίνηση. Η καθαρή συνείδηση ήταν πάντοτε το έδαφος στο οποίο το εγώ έπαιζε το περίπλοκο, εξαντλητικό παιχνίδι του.

Όταν αυτή η αναγνώριση ξημερώνει — όταν η ψυχή, έστω και για μια στιγμή, βγαίνει πλήρως από το ρεύμα — συμβαίνει κάτι μη αναστρέψιμο. Η συνείδηση που έχει αγγίξει το βάθος του εαυτού της δεν μπορεί να ξεχάσει εντελώς αυτό που βρήκε. Σαν άνθρωπος που έχει δει τον ήλιο μέσα από μια σχισμή στα σύννεφα, κουβαλάει τη μνήμη του φωτός σε κάθε επόμενο σκοτάδι.

V. Η Αληθινή Διαλογιστική Πρακτική και η Ιερή Ηρεμία

Οι στοχαστικές παραδόσεις έχουν αναπτύξει, επί χιλιετίες, μια εκπληκτική ποικιλία μεθόδων για να διευκολύνουν αυτή την αναγνώριση — ασκήσεις αναπνοής, ψαλμωδίες, οραματισμούς, ερωτήματα, αφοσίωση, ασκητισμό. Και όμως, η βαθύτερη κατανόηση μέσα σε αυτές τις παραδόσεις δείχνει σταθερά προς κάτι που δεν είναι καθόλου μέθοδος. Δείχνει προς την απόλυτη παύση κάθε μεθοδικής δραστηριότητας: την απλή, ριζική πράξη του σταματήματος.

Όχι το σταμάτημα με την έννοια του να μην κάνει κανείς τίποτα — γιατί ακόμα και στην φαινομενική αδράνεια, το εγώ μπορεί να είναι φρενιασμένα απασχολημένο, να καταγράφει, να κρίνει, να κατακτά την ηρεμία σαν τρόπαιο. Το σταμάτημα που περιγράφουν οι μυστικές παραδόσεις είναι κάτι πολύ πιο θεμελιώδες: το σταμάτημα της θέλησης να γίνει κανείς κάτι άλλο από αυτό που ήδη είναι. Το σταμάτημα της αναζήτησης. Το απαλό, άπειρα τρυφερό άφημα του βάρους της αυτοβελτίωσης και της αυτοολοκλήρωσης.

Γιατί στη βαθύτερη μυστική κατανόηση, δεν υπάρχει τίποτα να ολοκληρωθεί. Η συνείδηση είναι ήδη ολόκληρη. Η πραγματικότητα είναι ήδη πλήρως παρούσα. Αυτός που αναζητά είναι ήδη αυτό που αναζητάται — ήταν πάντοτε, δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι αλλιώς. Όλη η καριέρα του αναζητητή στην πνευματική αναζήτηση ήταν, με κάποια έννοια, μια μακριά και αναγκαία παράκαμψη, σκοπός της οποίας ήταν να εξαντλήσει την ίδια την ορμή που την οδηγούσε, αφήνοντας πίσω μόνο το γυμνό, φωτεινό γεγονός της επίγνωσης, που αναπαύεται στον εαυτό της, χωρίς να χρειάζεται τίποτα.

Αυτή είναι η ηρεμία που οι παραδόσεις ονομάζουν ιερή. Μέσα της, ο πρακτικάριος δεν γίνεται θεατής της πραγματικότητας — ανακαλύπτει ότι η ίδια η επίγνωση, στην φυσική της κατάσταση, είναι ήδη καθαρή μαρτυρία: ανοιχτή, μη-προσκολλημένη, άπειρα δεκτική. Αντικείμενα αναδύονται μέσα σε αυτή τη μαρτυρία — σκέψεις, αισθήσεις, συναισθήματα, όλο το μεγαλειώδες θέαμα της εμπειρίας — και βλέπονται καθαρά, χωρίς την διαστρεβλωτική προσθήκη προσωπικού σχολιασμού. Επιτρέπονται να είναι ακριβώς αυτό που είναι: κινήσεις μέσα στον μοναδικό, απεριόριστο ωκεανό της συνείδησης.

VI. Η Μία Συνείδηση

Και εδώ η μυστική κατανόηση φτάνει στην πιο συγκλονιστική και ταυτόχρονα πιο δύσκολη διακήρυξή της: ότι η συνείδηση δεν είναι πολλαπλή, δεν είναι διαιρεμένη ανάμεσα στα δισεκατομμύρια ζωντανά όντα που το καθένα φαντάζεται τον εαυτό του ως τον μοναδικό και ξεχωριστό κάτοχό της. Η συνείδηση είναι μία. Η φαινομενική πολλαπλότητα — τα αμέτρητα ατομικά μυαλά, το καθένα σφραγισμένο μέσα στην ιδιωτική του εμπειρία — είναι η ίδια μια αντίληψη που αναδύεται μέσα σε εκείνη την μία Συνείδηση, σαν εικόνες που εμφανίζονται σε έναν μοναδικό καθρέφτη, σαν κύματα που σχηματίζονται σε μία μοναδική θάλασσα.

Η αίσθηση του να είναι κανείς ξεχωριστός εαυτός — η ζωντανή, πειστική, απόλυτα πειστική εμπειρία του να είναι αυτός εδώ και όχι εκείνος εκεί — δεν είναι, στη βαθύτερη μυστική κατανόηση, ψευδαίσθηση με την έννοια ότι είναι ανύπαρκτη. Είναι, μάλλον, μια μερική πραγματικότητα: μια οπτική από μέσα στο όνειρο που είναι ακριβής στο δικό της επίπεδο αλλά ελλιπής. Το κύμα είναι πραγματικά κύμα· δεν είναι λάθος να αποκαλεί τον εαυτό του κύμα. Όμως κάνει λάθος αν πιστεύει ότι το να είναι κύμα είναι όλο αυτό που είναι.

Όταν η συνείδηση αναγνωρίζει τον εαυτό της ως το μοναδικό έδαφος κάθε εμπειρίας, οι συνέπειες είναι τεράστιες και ήσυχες. Το άγχος του χωρισμού αρχίζει να χαλαρώνει τη λαβή του. Η επείγουσα ανάγκη αυτοσυντήρησης — τόσο καταναλωτική όταν ο εαυτός φαίνεται μικρός, εύθραυστος, απομονωμένος σε ένα απέραντο και αδιάφορο σύμπαν — μαλακώνει στο φως της αναγνώρισης ότι αυτό που πραγματικά είναι κανείς δεν μπορεί να απειληθεί, δεν μπορεί να μειωθεί, δεν μπορεί να χαθεί. Είναι το ίδιο το σύμπαν, που κοιτάζει τον εαυτό του μέσα από προσωρινά μάτια, αναπνέει μέσα από προσωρινούς πνεύμονες, αγαπάει και πενθεί και απορεί μέσα από προσωρινές καρδιές.

Αυτή η αναγνώριση δεν διαλύει το άτομο. Ο μύστης που αφυπνίζεται δεν εξαφανίζεται. Το κύμα που κατανοεί τη φύση του ως ωκεανός δεν παύει να είναι κύμα. Όμως κάτι αλλάζει ριζικά: η ποιότητα της ταύτισης μετατοπίζεται. Η συνείδηση δεν προσκολλάται πια στην ατομική της μορφή ως την έσχατη πραγματικότητά της. Την κρατά ελαφρά, τρυφερά ακόμα, σαν μια προσωρινή και όμορφη έκφραση κάτι απείρως μεγαλύτερου.

VII. Η Πύλη και η Επιστροφή

Κάθε γνήσια μυστική παράδοση έχει περιστραφεί γύρω από ένα τελικό, αξεδιάλυτο μυστήριο: ότι ο άνθρωπος δεν είναι απλώς ένα πλάσμα που συναντά την πραγματικότητα από έξω, σαν ταξιδιώτης που φτάνει σε ξένη χώρα. Ο άνθρωπος — στο επίπεδο της καθαρής συνείδησης, γυμνωμένος από την επικάλυψη του εγώ — είναι η πραγματικότητα, που συναντά τον εαυτό της.

Αυτό δεν είναι μεταφορά. Ή μάλλον, είναι η μοναδική μεταφορά αρκετά μεγάλη ώστε να δείξει προς κάτι που, τελικά, δεν είναι καθόλου μεταφορά. Το υποκείμενο είναι η πύλη προς την πραγματικότητα επειδή το υποκείμενο, όπως πρέπει να κατανοηθεί, είναι η πραγματικότητα — η ίδια πραγματικότητα από την οποία είναι φτιαγμένα τα αστέρια, από την οποία είναι υφασμένη η σιωπή, από την οποία αντλεί το ανεξάντλητο ρεύμα της η αγάπη. Το να γνωρίσει κανείς τον εαυτό του σε αυτό το βάθος είναι να γνωρίσει τα πάντα, όχι ως πληροφορία αλλά ως αναγνώριση: η ξαφνική, ήρεμη, ανείπωτα οικεία αίσθηση της επιστροφής σε ένα σπίτι που ποτέ δεν έφυγε.

Το ταξίδι, λοιπόν, δεν είναι από εδώ προς εκεί. Είναι από εδώ προς εδώ — από την επιφάνεια προς το βάθος του ίδιου του εδάφους πάνω στο οποίο ο αναζητητής στεκόταν πάντοτε. Κάθε βήμα μακριά ήταν προετοιμασία για αυτό το βήμα του σταματήματος. Κάθε αναζήτηση ήταν προετοιμασία για αυτή την αναγνώριση ότι αυτό που αναζητούνταν ήταν η ίδια η αναζήτηση.

Στο τέλος, η μυστική παράδοση δεν ζητά από τους ασκούμενους να πιστέψουν σε ένα δόγμα ή να κυριαρχήσουν μια τεχνική. Ζητά κάτι πολύ πιο απλό και πολύ πιο απαιτητικό: να είναι κανείς διατεθειμένος, έστω και για μια μοναδική στιγμή, να αφήσει τη λαβή του εαυτού πάνω στον εαυτό του — να αφήσει το κύμα να ανακαλύψει ότι ήταν, από πάντα, ο ωκεανός. Να αφήσει αυτόν που αντιλαμβάνεται να ανακαλύψει ότι ήταν, από πάντα, το φως.

Και σε αυτή την ανακάλυψη, που είναι ταυτόχρονα επιστροφή και ταυτόχρονα αρχή — η σιωπή ανοίγει σαν μια απέραντη, φωτεινή χώρα χωρίς σύνορα, χωρίς τέλος, και η ψυχή, αναγνωρίζοντας την πατρίδα της, δεν μιλά. Αναπαύεται. Γνωρίζει. Είναι.

Στην ηρεμία πέρα από την αναζήτηση, το Πραγματικό αποκαλύπτεται — όχι σαν προορισμός που φτάνει κανείς, αλλά σαν το έδαφος που ήταν πάντοτε ήδη εδώ, υπομονετικό σαν το φως, απεριόριστο σαν τη σιωπή, πλήρες.

Η αγάπη είναι ο βούρδουλας του φόβου

Όταν κάποιος αγαπάει...
Δεν φοβάται. Νιώθει μια απεριόριστη δύναμη να τον πλημμυρίζει. Δεν υπάρχει τίποτα να τον περιορίσει. Νιώθει ότι μπορεί να κάνει τα πάντα! Αψηφά ακόμα και τον θάνατο γιατί η ζωή του είναι γεμάτη.

Όταν όμως δεν αγαπάει...
Φοβάται ακόμα και τα πιο μικρά πράγματα. Ακόμα και οι πιο ασήμαντοι φόβοι του θεριεύουν και αναζητά την ασφάλεια ολοένα και περισσότερο, περιορίζοντας τον εαυτό του και τις δυνατότητες του.

Αν θέλουν κάποιοι επιτήδειοι να περιορίσουν τον άνθρωπο, να τον εκμεταλλευτούν και να κυριαρχήσουν στην ανθρωπότητα ο τρόπος είναι απλός. Τον οδηγούν στον φόβο. Μπορεί να χρησιμοποιούν όμορφα λόγια λέγοντας: «Είμαι εδώ για να σε βοηθήσω και να σου εξασφαλίσω μια καλύτερη ζωή» ταυτόχρονα όμως τον εγκλωβίζουν, με αριστοτεχνικό τρόπο μέσα στα τείχη του φόβου.

Κι όσο περισσότερο ο άνθρωπος φοβάται, κλείνεται και απομονώνεται, αφήνοντας την δυστυχία μέσα του να μεγαλώνει και να τον αποδυναμώνει. Αρχίζει να μην εκτίμα τον εαυτό του, η Αυτο-αγάπη γίνεται άγνωστη λέξη γι' αυτόν, χάνει το έδαφος κάτω από τα πόδια του και άγετε και φέρετε όπως του ορίζουν οι «έξυπνοι».

Γίνεται θύμα και σκορπά παραχωρητήρια δύναμης δεξιά και αριστερά, ψάχνοντας κάποιον να βάλει σε τάξη στην ζωή του. Σταματά να κύλα με την ροή της ζωής και αφήνεται χωρίς να το καταλαβαίνει στην ροή του θανάτου.

Οι μεγάλοι μύστες λένε:
Αν θέλεις να αποδυναμώσεις την ανθρωπότητα τότε κράτα τους ανθρώπους χωριστά. Απομάκρυνέ τους…
Καν' τους μοναχικούς και σπείρε τον φόβο. Κι αυτοί, σταδιακά θα κτίσουν την φυλακή τους. Θα μπουν σε μεγάλα κουτιά υψώνοντας γύρω τους τεράστια τείχη. Και όσο αποφεύγουν την αγάπη, όσο αποφεύγουν το άγγιγμα, τόσο ο φόβος θα μεγαλώνει. Θα γίνονται άχρωμοι και σκεπτικοί (όχι σκεπτόμενοι), θα ψάχνουν συνεχώς την ασφάλεια και θα απαρνιούνται την ζωή.

Υπάρχει όμως κάποιος τόσο έξυπνος, τόσο πονηρός, που μπορεί να μας το κάνει αυτό;
ΕΣΥ ΤΙ ΛΕΣ;

Φόβος ή Ελπίδα;

Η ελπίδα και ο φόβος, τα πιο αποτελεσματικά όπλα στα χέρια της εξουσίας, διεκδικούν σε λίγες ώρες την ψήφο μας. Ένα ύποπτο αγαθό σταλμένο απ’ τους θεούς και ο γιος του θεού του πολέμου.

Ο Δίας φρόντισε να τοποθετήσει την ελπίδα μέσα στο πιθάρι της Πανδώρας, μαζί με όλες τις συμφορές που έπληξαν την ανθρωπότητα, όταν εκείνη το άνοιξε. Φροντίζοντας να μείνει η ελπίδα στο πιθάρι και στη διάθεση των ανθρώπων, ο Δίας μπορεί να τους κυβερνήσει ευκολότερα. Ο Ναπολέων Βοναπάρτης ομολογεί πως «ο ηγέτης είναι έμπορος ελπίδας».

Ο φόβος απ’ την άλλη, γιος του Άρη και της Αφροδίτης, μαζί με τον αδελφό του τον Δείμο (τρόμος) συνοδεύουν πάντα τον πατέρα τους στις μάχες. Ο φιλόσοφος Bertrand Russel διαπιστώνει πως «κανένας άνθρωπος ούτε ομάδα ούτε έθνος δεν μπορεί να ενεργήσει ανθρώπινα ή να σκεφθεί σωστά υπό το κράτος ενός μεγάλου φόβου.»

Τι είναι, λοιπόν, πιο επικίνδυνο; Ο φόβος ή η ελπίδα;

Η ελπίδα

«Το όνειρο που βλέπουμε ξυπνητοί είναι η ελπίδα», είπε ο Αριστοτέλης. «Είναι το χειρότερο κακό», είπε ο Νίτσε, «διότι παρατείνει τα βάσανα των ανθρώπων».

Η ελπίδα είναι άτιμο πράγμα. Εύκολα ρίχνει τον άνθρωπο στην αδράνεια και τον κάνει να πιστεύει σε χίμαιρες και Μεσσίες. Τον αποδυναμώνει, τον κάνει να αισθάνεται μικρός κι εξαρτώμενος από εξωτερικούς παράγοντες ή όπως λέει μία γερμανική παροιμία «Οι δυνατοί έχουν θέληση, οι αδύναμοι έχουν ελπίδα».

Η αρχαία ελληνική τραγωδία ήταν θεραπευτική, επειδή μεταξύ άλλων δεν πρόσφερε ελπίδα. Η κάθαρση ήταν το αποτέλεσμα της ταύτισης του θεατή με τον ήρωα, ο οποίος, όποιες κι αν είναι οι επιλογές του, στο τέλος θα υποστεί τις συνέπειες των πράξεών του. Κάποτε, ούτε καν αυτές. Θα υποστεί μέχρι τέλους τις συνέπειες κάποιας κακής συγκυρίας, μιας τυχαιότητας. Η κάθαρση του θεατή επέρχεται ως αποτέλεσμα του συντονισμού του με τις πραγματικότητες της ζωής. Η ελπίδα δεν έχει ρόλο, ούτε όταν ο Ευριπίδης επινόησε τον από μηχανής θεό.

Σήμερα, χρησιμοποιούμε την έκφραση «από μηχανής θεός» για να δηλώσουμε μία απρόσμενη λύση που εμφανίζεται ξαφνικά και λύνει προβλήματα. Στην τραγωδία, όμως, οι θεοί είναι αυτοί που προκάλεσαν τα προβλήματα εξ’ αρχής και ο Ευριπίδης τους «υποχρεώνει» να τα λύσουν. Επιπλέον, εκείνοι οι θεοί δεν έχουν καμία σχέση με ό, τι σήμερα ονομάζουμε θεότητα. Είναι ανθρώπινοι, κάνουν λάθη, μετανιώνουν, θυμώνουν και αγαπούν. Είναι άνθρωποι που ζουν σε άλλη διάσταση. Αυτό λοιπόν που βιώνει ο θεατής, ακόμα και όταν η λύση του δράματος επιτυγχάνεται με την επέμβαση του θεού, είναι η κάθαρση που προσφέρει η αποκατάσταση της κανονικότητας από εκείνον που τη διατάραξε.

Προσέξτε τι έγινε με την Ιφιγένεια. Η μοίρα της άρχισε να γράφεται πριν ακόμα γεννηθεί. Όταν οι τρεις θεές, η Αφροδίτη, η Άρτεμις και η Αθηνά ζητούν από τον Πάρη, τον πρίγκιπα της Τροίας, να επιλέξει μία από τις τρεις. Εκείνος επιλέγει την Αφροδίτη, που του υποσχέθηκε την ομορφότερη γυναίκα του κόσμου. Έτσι, εκείνος έκλεψε την Ελένη, ο άντρας της ο Μενέλαος ζητά εκδίκηση από τους Τρώες και ένας συμμαχικός στρατός ετοιμάζεται να εκστρατεύσει εναντίον της Τροίας. Οι άνεμοι όμως δεν ήταν ευνοϊκοί για τον απόπλου του στόλου και τότε η Άρτεμις ζητά από τον βασιλιά Αγαμέμνονα να θυσιάσει την κόρη του, την Ιφιγένεια. Στη συνέχεια, η θεά αρπάζει την Ιφιγένεια από τον βωμό και τη μεταφέρει στον Ταύρο, όπου υπηρετεί ως ιέρεια στον ναό της.

Εκεί κάποτε φτάνουν ο αδελφός της Ιφιγένειας με τον φίλο του, τον Πυλάδη και μετά από μία σειρά γεγονότων, δραπετεύουν όλοι μαζί από τον αφιλόξενο Ταύρο, αλλά μία κακοκαιρία ρίχνει το καράβι τους και πάλι στη στεριά. Ο θεατής παρατηρεί την αποτυχία των ηρώων με κομμένη την ανάσα. Η ζωή τους πια κινδυνεύει, αν πέσουν στα χέρια του βασιλιά. Ποιος θα τους σώσει; Ο Ευριπίδης εμφανίζει εντελώς ξαφνικά την τρίτη θεά. Η Αφροδίτη έγραψε τον πρόλογο, η Άρτεμις το κυρίως θέμα και η Αθηνά θα γράψει τον επίλογο. Ο από μηχανής θεός λέγεται έτσι επειδή εμφανίζεται στη σκηνή επάνω σ’ έναν γερανό που ονόμαζαν μηχανή. Η εμφάνιση αυτή, όμως, δεν ήταν τόσο απροσδόκητη όσο νομίζουμε σήμερα.

Ο θεατής στην τραγωδία δεν ελπίζει σε μαγική λύση. Αναμένει απλώς να ολοκληρωθεί ο κύκλος των παθημάτων και να επανέλθει η τάξη στη ζωή των ανθρώπων. Η Ιφιγένεια έζησε μία ταλαίπωρη ζωή σε ξένο τόπο, χωρίς δική της υπαιτιότητα, και όταν σώζεται από τη θεά Αθηνά και επιστρέφει στην Ελλάδα, και πάλι είναι υποχρεωμένη να υπηρετεί στον ναό της Αρτέμιδος στη Βραυρώνα.

Ο θεατής της τραγωδίας δεν ελπίζει, όμως φοβάται. Μάλιστα, ο οίκτος και ο φόβος είναι τα μέσα που χρησιμοποιεί ο ποιητής για να οδηγήσει τον θεατή στην κάθαρση.

Ο φόβος και ο οίκτος

Ο Αριστοτέλης εξηγεί στην «Ποιητική» του, ότι τα δύο αυτά συναισθήματα προκαλούνται μόνο όταν αισθανόμαστε όμοιοι με εκείνα που βλέπουμε και όταν οι δυστυχίες που παρουσιάζονται δεν είναι τερατώδεις. Οι τερατώδεις δυστυχίες εκνευρίζουν απλώς και αποσυντονίζουν τον θεατή. Η περίπτωση που εκτινάζει τον φόβο και τον οίκτο στα ύψη είναι όταν κάποιος με τον οποίον ταυτιζόμαστε, ετοιμάζεται να διαπράξει ένα ανεπανόρθωτο σφάλμα από άγνοια. Όπως ο Οιδίποδας, που διέπραξε πατροκτονία και αιμομιξία εν αγνοία του. Ο μόνος τρόπος να ησυχάσει ο θεατής από την ένταση αυτή είναι η αποκάλυψη της αλήθειας. Ο Οιδίποδας κάποια στιγμή μαθαίνει τι έχει διαπράξει, αλλά δεν μπορεί πια να το διορθώσει. Η κάθαρση του θεατή οφείλεται στην εξάλειψη του φόβου, αφού πλέον ο ήρωας γνωρίζει τι έχει συμβεί. Δεν απαλλάσσεται από τις συνέπειες, αλλά γνωρίζει τι συμβαίνει και ο θεατής δεν ανησυχεί πια για το τι θα συμβεί, αν αποκαλυφθεί η αλήθεια. Το βλέπει και απολαμβάνει την ηδονή που προέρχεται από την κατανόηση μίας κατάστασης, το «κατά φύσιν καθίστασθαι», όπως λέει στη «Ρητορική».

Στη «Ρητορική» διαβάζουμε περισσότερα πράγματα για τον οίκτο και τον φόβο. Εκεί, ο Αριστοτέλης εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο ο ρήτορας χρησιμοποιεί τα συναισθήματα αυτά για να πείσει τους ακροατές του. Όπως στο θέατρο οι ηθοποιοί έχουν μεγαλύτερη πέραση από τους συγγραφείς των έργων, έτσι και στην πολιτική, επικράτησε η υποκριτική τέχνη λόγω της αχρειότητας των πολιτών, λέει ο Αριστοτέλης. Την τέχνη αυτή χρησιμοποιούν για να προκαλέσουν, μεταξύ άλλων, τον φόβο.

Η καλλιέργεια του φόβου για να είναι αποτελεσματική, θα πρέπει ο ρήτορας να γνωρίζει καλά την ψυχοσύνθεση του ακροατηρίου του. Ο φόβος είναι μία μορφή έντονης λύπης για ένα δυσάρεστο επερχόμενο, ένα κακό που δεν βλέπουμε, αλλά μπορούμε να φανταστούμε. Κάποιες φορές, ο ρήτορας χρειάζεται να προκαλέσει τον φόβο, κυρίως όταν όσα έχει να πει δεν είναι ευχάριστα. Στη συνέχεια, θα πρέπει να πείσει ότι η πρότασή του θα απαλλάξει τους ακροατές από τον φόβο, πράγμα που προαπαιτεί την καλή γνώση των πραγμάτων που φοβίζουν το συγκεκριμένο κοινό.

Γενικά, οι άνθρωποι φοβόμαστε περισσότερο:

1. Κάτι που μπορεί να μας βλάψει σύντομα και ανεπανόρθωτα ή που μπορεί να διορθωθεί από ανθρώπους που αντιπαθεί (και άρα, να τους ενδυναμώσει).

2. Τους ανθρώπους που έχουν τη δύναμη να προκαλέσουν το κακό που φοβόμαστε και τους φιλοχρήματους, επειδή το χρήμα είναι ισχυρό κίνητρο.

3. Τους ανθρώπους που έχουν προκαλέσει το ίδιο κακό στο παρελθόν και εκείνους των οποίων τα συμφέροντα συγκρούονται με τα δικά μας ή με τα συμφέροντα ισχυρών ανθρώπων που εμπιστευόμαστε.

4. Όσους έχουν αδικηθεί στο παρελθόν και διψούν για εκδίκηση, ειδικά όσους δεν δείχνουν οργισμένοι, οπότε είναι πιθανόν να δράσουν απροσδόκητα.

Ολοκληρώνοντας την ανάλυσή του για το φόβο ο Αριστοτέλης αποκαλύπτει πως, για να καλλιεργηθεί ο φόβος, «δεῖ τινα ἐλπίδα ὑπεῖναι σωτηρίας, περὶ οὖ ἀγωνιῶσιν.» Πρέπει, δηλαδή, να υπάρχει μία ελπίδα, κάτι για το οποίο να αγωνιούν, γιατί αυτός που δεν ελπίζει, δεν φοβάται!

Να φοβάμαι ή να ελπίζω;

Με την ελπίδα που συνοδεύεται από άγνοια, εξαπατά κανείς τον εαυτό του, από φόβο ν’ αντικρίσει την πραγματικότητα. Με τον φόβο συσκοτίζει τη λογική του και παραδίδεται στο έλεος εκείνου που εμπορεύεται την ελπίδα. Σ’ έναν φαύλο κύκλο παθημάτων, η ελπίδα γεννά τον φόβο και κατόπιν τον εμποδίζει να οδηγήσει την ψυχή στην κάθαρση, στην απελευθέρωση, για την οποία απαιτείται η κατανόηση της πραγματικότητας. Ο φόβος εγκλωβισμένος ψάχνει την ελπίδα. Ένας κύκλος ατέρμονης, ανατροφοδοτούμενης σύγχυσης.

Πριν ξεκινήσετε για την κάλπη, αφιερώστε λίγα λεπτά και σκεφτείτε. Απομονωθείτε για λίγο από κάθε περισπασμό και αναλογιστείτε τι ακριβώς μας έχει συμβεί. Πώς έγινε και αποδεχτήκαμε τον παραλογισμό. Γιατί δεν τολμάμε να σκεφτούμε λογικά.

Οι μισοί έλληνες ψηφίζουμε κυνηγώντας την ελπίδα

Οι άλλοι μισοί ψηφίζουμε για να απαλλαγούμε από τον φόβο.

Κι όλοι μαζί καμαρώνουμε για το ορθολογικό πνεύμα των προγόνων μας, ενώ επαναλαμβάνουμε αμήχανα εκείνο που ποτέ δεν κατανοήσαμε:
«Δεν ελπίζω τίποτα, δεν φοβάμαι τίποτα, είμαι λεύτερος!»

Σενέκας: Τώρα ζω;

Ζούμε στο έπακρο, εξαντλούμε τη ζωή μας ή θεωρούμε τον χρόνο μας μια ανεξάντλητη παρακαταθήκη ζωής ως τα γηρατειά; Μήπως είμαστε πολύ απασχολημένοι για να ζήσουμε; Αυτά τα ερωτήματα θέτει ο Σενέκας σε πολλά από τα έργα του. Στο Περί της συντομίας της ζωής ο συγγραφέας απευθύνεται στον Παυλίνο (επόπτη της προμήθειας και διανομής του σίτου στη Ρώμη) για να τον πείσει ότι ήρθε ο καιρός να αποσυρθεί από τα καθήκοντά του και να αξιοποιήσει τον χρόνο του προς όφελός του. Αρκεί να ρίξει μια ματιά γύρω του. Όλοι επιθυμούν να ζήσουν περισσότερο, γιατί ανάλωσαν τη ζωή τους σε ανούσια πράγματα.

«Θέλεις να μάθεις γιατί τελικά αυτοί οι άνθρωποι δεν ζουν πιο πολύ; Δες πόσο επιθυμούν να ζήσουν περισσότερο. Υπέργηροι σε ηλικία ικετεύουν να τους δοθούν περισσότερα χρόνια. Προσποιούνται ότι είναι νεότεροι από όσο είναι. Κολακεύονται με ένα ψέμα και αρέσκονται να εξαπατούν τον εαυτό τους σαν να εξαπατούν ταυτόχρονα τη μοίρα. Αλλά όταν κάποια ασθένεια (imbecillitas) τους υπενθυμίσει τη θνητότητά τους, με πόσο τρόμο πεθαίνουν, καθώς η ζωή τούς αποβάλλει, χωρίς να την εγκαταλείπουν οι ίδιοι. Ωρύονται επειδή υπήρξαν ανόητοι που δεν έζησαν, και λένε ότι, αν ξεφύγουν από αυτή την κατάσταση, θα ζήσουν σε ανάπαυλα (in otio* victuros). Τότε συνειδητοποιούν πόσο μάταια μοχθούσαν για πράγματα που δεν απολάμβαναν, και πως ο μόχθος τους πήγε χαμένος. Αλλά όσοι έζησαν τη ζωή τους μακριά από τέτοιες ασχολίες, γιατί θεωρούν ότι δεν έζησαν πολύ (quidni spatiosa sit);»
Σενέκας, Περί της συντομίας της ζωής 11.1

Δεν είναι μόνο οι ασχολίες του δημόσιου βίου που κρατούν τους ανθρώπους πολύ απασχολημένους (occupatos) για να ζήσουν. Μπορεί η ενασχόληση με τα κοινά να θεωρούνταν εκ των ων ουκ άνευ για τους Ρωμαίους πολίτες, αλλά η ρωμαϊκή αυτοκρατορία έχει δημιουργήσει εύρωστους οικονομικά πολίτες που έχουν τον ελεύθερο χρόνο και τα μέσα για να τον αξιοποιήσουν όπως αυτοί επιθυμούν. Πάλι όμως ο Σενέκας ψέγει εκείνους που εξαντλούν τον χρόνο τους εφευρίσκοντας ασχολίες. Η ανάπαυλα (otium) είναι ο ελεύθερος χρόνος μας, αλλά σίγουρα δεν είναι συνώνυμο της απραξίας.

Με μία γλαφυρή περιγραφή της καθημερινής πραγματικότητας από τον Σενέκα, βλέπουμε πολίτες να περνούν τον χρόνο τους στα κουρεία «ανησυχώντας περισσότερο για τις τρίχες του κεφαλιού τους παρά για την ασφάλειά του», να τραγουδούν παράφωνα αντί να συνδιαλέγονται γι’ αυτά που τους απασχολούν, να μεθούν και να επιδεικνύουν τον πλούτο τους με τον πιο ευφάνταστο τρόπο για να προκαλέσουν τον θαυμασμό των άλλων, να ξεσκονίζουν τη συλλογή των κορινθιακών αγγείων τους «που η μανία ελάχιστων ανθρώπων έχει καταστήσει πανάκριβα», περνώντας τον χρόνο τους με τη σκουριά. Αυτοί ζουν για να επιδεικνύονται, όντας πολυάσχολοι στην ανάπαυλά τους. «Αυτοί δεν έχουν ελεύθερο χρόνο, αλλά μια νωθρή ασχολία», αποφαίνεται ο συγγραφέας. Η ρωμαϊκή αυτοκρατορία στην εποχή του έχει φτάσει σε τέτοιο σημείο τρυφηλότητας που δεν ασχολείται με τίποτε. Τελικά, αφηγείται μια εξωφρενική σκηνή τρυφηλής απραξίας:

«Άκουσα ότι κάποιος από αυτούς τους ντελικάτους (ex delicatis) ανθρώπους-αν μπορείς να αποκαλέσεις ντελικάτο κάποιον που έχει ξεχάσει τις βασικές συνήθειες της ανθρώπινης ζωής- όταν τον σήκωσαν από το μπάνιο με τα χέρια και τον έβαλαν να καθίσει στο φορείο, είπε με απορία: ‘Τώρα κάθομαι;’ Πιστεύεις ότι αυτός που δεν ξέρει αν κάθεται, ξέρει αν είναι ζωντανός, αν βλέπει, αν βρίσκεται σε ανάπαυλα;»
Σενέκας, Περί της συντομίας της ζωής 12.7-8

*Ανάπαυλα (otium) δεν σημαίνει απραξία. Για τον Σενέκα ο ελεύθερος χρόνος είναι η ζωή που επιλέγουμε. Είναι ο μοναδικός χρόνος του οποίου κυρίαρχοι είμαστε εμείς. Μας ανήκει όσο μας ανήκει η ζωή.

Το ταξίδι της ψυχής στον Πλωτίνο

Για τον Πλωτίνο και τον Νεοπλατωνισμό υφίσταται μία κυκλική κίνηση της πραγματικότητας, καθώς όλα τα όντα παράγονται δια της αυτομάτου υπερχειλίσεως του Εν -ός, στο οποίο και επιστρέφουν τελικά.

Κάτω από την υπέρτατη πραγματικότητα του Εν -ός ή Αγαθού ξεδιπλώνονται οι λοιπές υποστάσεις, με κυρίαρχες τις εξής τρεις: EN –NOΥΣ - ΨΥΧΗ.

Ο Νους, εμπεριέχει τις λογικές αρχές κατά το πρότυπο των οποίων θα προκύψει η δημιουργία του κόσμου. Με τη μεσολάβηση της υπόστασης της Ψυχής, κάτω από το Νου, τα υλικά όντα θα αποκτήσουν μορφή και ύπαρξη. Εδώ αναλαμβάνει το ρόλο της και η Φύσις, ως ένας ακόμη ενδιάμεσος κρίκος που συνδέει τις ανώτερες υποστάσεις με την ύλη.

Ο σχηματισμός των υλικών πραγμάτων και η ζωογόνηση των έμψυχων οργανισμών, συνεπώς και του ανθρώπου, προϋποθέτει ακριβώς αυτή την ακολουθία των επιπέδων.

Αντίστροφη αυτής της κίνησης απορροής από το Εν, είναι η επιστροφή όλων στην πηγή και αιτία του "Είναι" τους. Κατά τον ίδιο τρόπο οι ατομικές ψυχές επιστρέφουν σε αυτό που τις γέννησε.

Μέσα σε όλη αυτή την κίνηση απορροής, επιστροφής και μονής η ψυχή βρίσκει τον εαυτό της. Διότι πέφτοντας στον κόσμο των σωμάτων δεν λησμόνησε εντελώς τον υπερουράνιο τόπο καταγωγής της.

Η επίτευξη της "μέθεξης", ως στάσης πλήρους ευδαιμονίας εντός του Εν- ός, συνιστά το αποκορύφωμα της Νεοπλατωνικής μυστικής ενώσεως...!

Όμηρος και αναφορά στο DNA

Στη ραψωδία κ´ της «Οδύσσειας», όπου περιγράφεται η περιπέτεια του Οδυσσέα και η μεταμόρφωση των συντρόφων του σε χοίρους στο νησί της Κίρκης, υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις, ότι ο Όμηρος μεταφέρει πληροφορίες, από τις οποίες προκύπτει, ότι υπήρχε γνώση της γενετικής από πανάρχαιες ακόμα εποχές. Συγκεκριμένα:

• Το όνομα Κίρκη δεν είναι κάποιο τυχαίο, αλλά τα γράμματα που το αποτελούν συναντώνται και στη λέξη Κηρύκειο (*1).

• Το όνομα του γιού της Κίρκης και του Οδυσσέα είναι Τηλέγονος [τήλε (= από μακρυά) και γόνος].

• Όταν ο Όμηρος περιγράφει κάποιο πρόσωπο, συνήθως εκτός από το όνομα χρησιμοποιεί κι ένα η περισσότερα επίθετα, που το προσδιορίζουν καλύτερα. Τα επίθετα που χρησιμοποιεί για την Κίρκη είναι: πολυφάρμακος (κ 276), πότνια (σεβαστή: κ 549), καλλιπλοκάμοιος (κ 220) και εϋπλόκαμος (κ 136 και λ 8). Το πολυφάρμακος και το πότνια μπορούν εύκολα να εξηγηθούν, γιατί, όπως αναφέρει ο ποιητής, ήταν θεά (αδελφή του Αιήτη, κόρη του Ήλιου και της κόρης του Ωκεανού Περσηίδας ή κατ' άλλους της Εκάτης). Για να επιμένει όμως ο Όμηρος, που πάντα ακριβολογεί, σε τρία σημεία μάλιστα στην περιγραφή, ότι η Κίρκη είχε καλούς πλοκάμους, πρέπει να είναι πολύ σημαντικό, κι ασφαλώς δεν πρέπει να αναφέρεται στην κόμμωσή της.

• Το αντίδοτο στον Οδυσσέα δεν το έδωσε η θεά Αθηνά, που πάντα τον προστάτευε, αλλά ο -κάτοχος του κηρυκείου- Ερμής.

• Η Κίρκη είχε τέσσερις θεραπαινίδες («αμφιπόλους»: κ 348-349), όσες και οι βάσεις του DNA. (*2)

• Ο αριθμός των τεσσάρων θεραπαινίδων θα μπορούσε να θεωρηθεί τυχαίος, αλλά ο Όμηρος μας δίνει έντεχνα κι άλλον έναν εκπληκτικό αριθμό, ο οποίος δεν φαίνεται να είναι τυχαίος. Όταν οι σύντροφοι του Οδυσσέα πήγαν στο ανάκτορο της Κίρκης, χωρίστηκαν σε δύο ομάδες. Στην μία αρχηγός ήταν ο Ευρύλοχος και στην άλλη ο Οδυσσέας. Μαζί του ο κάθε αρχηγός πήρε 22 άνδρες (κ 203-209). Ο Όμηρος μας περιγράφει λοιπόν δύο ομάδες των 22, κι αν προσθέσουμε και τους αρχηγούς, προκύπτουν δύο ομάδες των 23. Σας θυμίζει τίποτε αυτός ο αριθμός; Είναι ο αριθμός των χρωμοσωμάτων στον πυρήνα των ανθρωπίνων κυττάρων!

Αυτός είναι ο τρόπος, με τον οποίο έχουν διασωθεί πληροφορίες πανάρχαιας επιστημονικής γνώσης δια μέσου των χιλιετιών με την βοήθεια της Μυθολογίας. Ασφαλώς δεν ήταν δυνατόν σε κανέναν άνθρωπο τόσα χρόνια να σκεφθεί, γιατί επισημαίνει ο Όμηρος τον αριθμό των 2 × 23. Μόνο τώρα μετά την αποκωδικοποίηση του DNA, και με σοβαρή κι επισταμένη μελέτη των κειμένων μπορούν να εξαχθούν τέτοια συμπεράσματα.
--------------------------
(*1) Αν παρατηρήσουμε το κηρύκειο του Ερμή (δίχως να είναι καθ' αυτό θεός της Ιατρικής, επιστατούσε στην υγεία των ανθρώπων και στην ανάγκη τούς πρόσφερνε αποτελεσματική συνδρομή κατά των ασθενειών) θα δούμε το πλέξιμο των δυο φιδιών γύρω από την ράβδο που μοιάζει με το σχήμα του DNA. Η ομοιότητά του κηρυκείου του Ερμή με το έμβλημα του Ασκληπιού είχε ως αποτέλεσμα την υιοθέτηση του κηρύκειου ως συμβόλου των γιατρών και της Ιατρικής Επιστήμης γενικότερα.

(*2) Κάθε κλώνος του DNA αποτελείται από πολλά μόρια, που λέγονται νουκλεοτίδια και είναι τεσσάρων ειδών: η αδενίνη, η θυμίνη, η κυτοσίνη και η γονανίνη∙ συμβολίζονται δε αντίστοιχα με τα γράμματα Α, Θ, Κ και Γ. Θα μπορούσαν ίσως να λέγονται αλλιώς και να συμβολίζονται με τα γράμματα Ι, Χ, Ω και Ρ; «Έτρεχε το αθάνατο αίμα της θεάς, ο ιχώρ, ο οποίος κυκλοφορεί ακριβώς μέσα στους μακάριους θεούς» (Ε 340.) Δεν έχουν γίνει μέχρι τώρα σοβαρές προτάσεις, για το τι ήταν ο ιχώρ. Όμως, με δεδομένο, ότι ο ιχώρ έχει τέσσερα γράμματα, όσα τα νουκλεοτίδια του DNA, μιά σοβαρή συνεργασία φιλολόγων, γλωσσολόγων, γιατρών και βιολόγων προς αυτή την κατεύθυνση, ίσως να μας επιφυλάσσει εκπλήξεις...

Ο ΠΛΗΘΩΝ ΚΑΙ Ο ΠΛΑΤΩΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΜΥΣΤΡΑ

Στη Φλωρεντία το 1439, ο Πλήθων διαπίστωνε το θερμό ενδιαφέρον της Δύσεως για τον Ελληνισμό και η ελπίδα του φούντωνε. Ήλπιζε επίσης πως η Ελλάδα θα ξέφευγε από τους κινδύνους που την απειλούσαν. Όταν ο Γεώργιος ο Τραπεζούντιος τον ρώτησε ποια πίστευε πως θα ήταν η έκβαση στη διαμάχη της εποχής ανάμεσα στον Χριστιανισμό και το Ισλάμ, ο Πλήθων δήλωνε ευθαρσώς τη γνώμη του ότι οι αντιμαχόμενες αυτές θρησκείες θα εξέλιπαν και θα θριάμβευαν τα νομιζόμενα των Εθνικών.

Ο Γεώργιος ο Τραπεζούντιος περιγράφει ως εξής τη συνομιλία του με τον Γεώργιο Γεμιστό:

«Audivi ego ipsum Florentiae...asserentem unam eandemque religionem uno animo, una mente, una praedicatione universum orbem paucis post annis, esse suscepturum. Cumque rogassem Christine an Machumeti? Neutram inquit, sed non a gentilitate differentem.»

«Τον άκουσα εγώ ο ίδιος στη Φλωρεντία....να δηλώνει πως σε λίγα χρόνια θα υπάρχει μία και μόνη θρησκεία που θα διδάσκεται και θα υιοθετείται με κοινή συμφωνία όλων στην οικουμένη. Κι όταν τον ρώτησα «του Χριστού ή του Μωάμεθ;», απάντησε «Καμία απ’ τις δυο, αλλά δεν θα διαφέρει από αυτήν των Εθνικών».

Οι νόμοι» του Πλήθωνα γράφτηκαν για να αποκαλύψουν την αρχαία σκέψη σε έναν κόσμο που θα ήταν έτοιμος να τη δεχθεί. Πεντέμισι αιώνες αργότερα μπορούμε να κάνουμε μια εκτίμηση: Η ιστορία δεν εξελίχθηκε ακριβώς όπως σχεδίαζε ο Πλήθων. Η Ελλάδα έπεσε στους Οθωμανούς. Ο πατριάρχης Σχολάριος έριξε τους Νόμους στην πυρά και συνεργάστηκε με τους Οθωμανούς. Η Ορθοδοξία του Σχολάριου ανέκτησε τον χαμένο έλεγχο της χριστιανικής Ανατολής, ενώ στη Δύση το μήνυμα του Πλήθωνα με παραλήπτη την Αναγέννηση χάθηκε στις φλόγες της ιεράς εξέτασης. Ωστόσο, ο Ελληνισμός δεν πνίγηκε. Στην Ελλάδα, χρειάστηκαν τέσσερεις αιώνες για να οδηγήσει στην ελεύθερη πατρίδα που ονειρευόταν ο Πλήθων. Αλλά στη Δύση, ο Ελληνισμός διείσδυσε αμέσως στη σκέψη, στις τέχνες και στις επιστήμες και η συμβολή του ήταν αναντίρρητη. Διότι αν και η Αναγέννηση στα σπάργανά της ήταν ιταλικό φαινόμενο, η μεγάλη Αναγέννηση αντιθέτως αρχίζει με την ελληνική επιρροή και ειδικότερα με την εμφάνιση του Πλήθωνα στη Φλωρεντία.

Η πιο σημαντική αιτία της ήταν η μαζική εισαγωγή αρχαίων ελληνικών έργων και των πλατωνικών παραδόσεων της σχολής του Μυστρά. Ένας ορθολογικός ιδεαλισμός ξεπήδησε από την Αναγέννηση, ο οποίος έκανε να καρποφορήσει κάθε γόνιμο στοιχείο της σκέψης του Μυστρά.

Σε τελική ανάλυση, από τον 15ο αιώνα κι ύστερα, η συσχέτιση των δυνάμεων άλλαξε προς την κατεύθυνση που προέκρινε ο Πλήθων, αλλά οι ίδιες οι δυνάμεις αυτές κι ο ανταγωνισμός τους διατηρούνται.

Στον Δωδεκάλογο του Γύφτου του Κωστή Παλαμά, ο γύφτος βλέπει τους ανθρώπους να κινούνται και να μετριούνται γύρω από την πυρά όπου κάηκαν οι Νόμοι. Κι ο Κωνσταντίνος Δημαράς στις «Σημειώσεις για τον Τάφο του Γεμιστού», αναπολώντας στο μνήμα του Γεμιστού στο Ρίμινι, ένιωθε τη ψυχή του διχασμένη ανάμεσα στο «προκλητικό» ελληνικό κάλλος από τη μια μεριά και στην υπόσχεση της ταπεινής υποταγής από την άλλη.
Ακόμα και σήμερα πονάει η επιλογή ανάμεσα στο Βυζάντιο και στην Ελλάδα.

Ερμής ο Τρισμέγιστος: Ο Φιλόσοφος των Φιλοσόφων

Ακόμη και σήμερα, όταν θέλουμε να τονίσουμε την ηθελημένη σιωπή ενός ανθρώπου, λέμε: ‘έχει το στόμα του ερμητικά κλειστό’… Η λέξη ‘ερμητικά’ προήλθε από το αρχαίο μυστικιστικό φιλοσοφικό ρεύμα που είναι γνωστό ως ‘ερμητισμός’.

Είναι ένα σύστημα μεταφυσικών αξιών που δημιουργήθηκε ή καλύτερα διαμορφώθηκε στην ελληνιστική και ρωμαϊκή εποχή. Οι βάσεις του ανάγονται στις φιλοσοφικές θεωρήσεις της πλέον πολυσυζητημένης προσωπικότητας όλων των εποχών, του Ερμή του Τρισμέγιστου.

Σύμφωνα με όλες τις αρχαίες πνευματικές πηγές ο Ερμής ο Τρισμέγιστος βασίλευσε στην αρχαία Αίγυπτο πολύ πριν από την κλασική ελληνική αρχαιότητα και πολύ πριν από τους γνωστούς Αιγύπτιους Φαραώ (πριν από την τρίτη ή τέταρτη χιλιετία π.Χ.).

Στους Αιγυπτίους είχε την ίδια έκφραση με το σεληνιακό θεό Θώθ. Λέγεται πως η ονομασία του προέρχεται από το έρμα ή έρεισμα (η βάση, η αρχή) γιατί όλες οι επινοήσεις του ανθρώπου αποδίδονται σε αυτόν. Στον Ερμή οδηγείται η δημιουργία του έναρθρου λόγου, της γλωσσικής απεικόνισης (γραφής), της αριθμητικής, της γεωμετρίας, της αστρονομίας, της μουσικής, της σωματικής υγείας, της σωματικής έκφρασης (χορός), της γλυπτικής και πολλών άλλων.

Εκτός από τη βασιλική του ιδιότητα, ήταν σεβαστός για την φιλοσοφία του και την γνώση της ιατρικής.

Στις θεωρήσεις και γνώσεις αυτές μύησε το αιγυπτιακό ιερατείο το οποίο κατόπιν βάσει των γραπτών του σοφού Βασιλιά, δίδασκε στους μύστες τη γνώση του κόσμου.

«Μία θεότητα στον κόσμο υπάρχει»

Ο Ερμής αναφέρεται ως ένας παντογνώστης στα χρόνια της βασιλείας του Σώστρου. Γράφει σχετικά ο Ιωάννης Μαλάλας (7-8 αιων):
”Ἑρμῆς ὁ Τρισμέγιστος ὁ Αἰγύπτιος, ἀνὴρ φοβερὸς ἐν σοφίᾳ· ὃς ἔφρασε τρεῖς μεγίστας ὑποστάσεις εἶναι τὸ τοῦ ἀῤῥήτου καὶ δημιουργοῦ ὄνομα, μίαν δὲ θεότητα εἶπε·“

Δηλαδή:
”Ο Ερμής ο Τρισμέγιστος ο Αιγύπτιος, άνδρας με φοβερή σοφία. Ο οποίος είπε πως του ακατάληπτου και δημιουργού το όνομα έχει τρεις υποστάσεις σε μια ενιαία θεότητα”, δίδοντας έτσι το τριαδικό της υπόστασης του Θεού, που κατόπιν ενσωματώθηκε στην Ορθοδοξία.

Ο αναφερόμενος βυζαντινός συγγραφέας συνεχίζοντας μας πληροφορεί πως έχει μελετήσει το έργο του Ασκληπιού για τον Τρισμέγιστο («Ερμού Τρισμέγιστου Ασκληπιός ήτοι περί φύσεως θεών διάλογος»), όπου και τα αναγραφόμενα. Τονίζει πάντως πως ο λόγος του Ερμή δεν είναι εφικτός στους αμύητους. Επί λέξει: ‘οὐ γὰρ ἐφικτόν ἐστιν εἰς ἀμυήτους τοιαῦτα μυστήρια παρέχεσθαι, ἀλλὰ τῷ νοῒ ἀκούσατε’.

Ένα σημαντικό κομμάτι από τη φιλοσοφική θεώρηση του Ερμή του Τρισμέγιστου, του φιλοσόφου των φιλοσόφων, αφού προηγείται τουλάχιστο τρεις χιλιάδες χρόνια της κλασικής
αρχαιότητας.

“ἓν μόνον ἐστὶ τὸ φῶς νοερὸν πρὸ φωτὸς νοεροῦ· καὶ ἦν ἀεὶ νοῦς νοὸς φωτεινός, καὶ οὐδὲν ἕτερον ἦν ἢ ἡ τούτου ἑνότης, ἀεὶ ἐν αὑτῷ ὢν ἀεὶ τῷ αὑτοῦ νοῒ καὶ φωτὶ καὶ πνεύματι πάντα περιέχει.ἐκτὸς τούτου οὐ θεός, οὐκ ἄγγελος, οὐ δαίμων, οὐκ οὐσία τις ἄλλη· πάντων γὰρ κύριος καὶ θεός, καὶ πάντα ὑπ’ αὐτὸν καὶ ἐν αὐτῷ ἐστιν.”

Δηλαδή,
Μία μόνο είναι η άυλη Ύπαρξη, πριν από την πεπροικισμένη με νου ζωή. Πάντοτε υπήρχε ο λαμπερός Νους της Ύπαρξης, και τίποτε άλλο δεν ήταν παρά η καθαυτή έννοιά του, πάντοτε μέσα σε αυτό, πάντοτε η κατανόησή του. Η ύλη και τα πνεύματα περιέχονται σε αυτό.

Μακριά από την Ύπαρξη αυτήν δεν υπάρχει ούτε θεός, ούτε δαίμονας ούτε κάποια άλλη ουσία. Γιατί σε όλα αυτά είναι ένας ο κύριος και θεός και όλα βρίσκονται υπό αυτόν και σε αυτόν ανήκουν.

Έτσι, ο Ερμής ο Τρισμέγιστος ήταν ο πρώτος που μίλησε για έναν Δημιουργό του Κόσμου, χιλιάδες χρόνια πριν καθιερωθούν οι σημερινές μονοθεϊστικές θρησκείες σε όλη την υφήλιο.

«Ο Ερμής ήταν ο Τρίτος Μέγιστος»

Μια άλλη αναφορά που αξίζει να σημειώσουμε είναι αυτή από άλλον έναν βυζαντινό συγγραφέα. Τον Ιωάννη το Μοναχό (5ος αι.;). Σε διάλογο μεταξύ του αυτοκράτορα των Ρωμαίων Ιουλιανού και των χριστιανών Ευγενίου και Μακαρίου (“πρεσβύτεροι τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ Ἐκκλησίας ὑπάρχοντες”), αναφέρεται στην ύπαρξη τριών βασιλέων της Αιγύπτου με το όνομα Ερμής.

Γράφει επί λέξει ο συγγραφέας των πρώτων βυζαντινών αιώνων:
“ εἰσὶ καὶ παρ’ Ἕλλησιν ἄνδρες σοφώτατοι οὐ μόνον δὶς γεννηθέντες, ἀλλὰ καὶ τρίς· ὅ τε γὰρ Ἑρμῆς ὁ Τρισμέγιστος ἐπικαλούμενος, τρίτον ἦλθεν ἐν κόσμῳ, ἑαυτὸν ἐπιγνοὺς, καθὼς αἱ ἱεραὶ αὐτοῦ καὶ θαυμάσιαι βίβλοι διαγορεύουσι, καὶ διὰ τοῦτο Τρισμέγιστος ὀνομάζεται”

Δηλαδή,
Υπάρχουν και στους Έλληνες άνδρες σοφώτατοι που δεν γεννήθηκαν δύο φορές αλλά τρεις. Όπως για παράδειγμα ο Ερμής ο Τρισμέγιστος που αποκαλείται. Ήρθε για τρίτη φορά στον κόσμο, αναγνωρίζοντας τον εαυτό του, όπως μας λένε τα ιερά και θαυμάσια βιβλία του, γι’ αυτό άλλωστε Τρισμέγιστος λέγεται.

Στον Ιωάννη το Μοναχό αναφέρεται ο Ερμής ως Έλληνας θεός που βασίλεψε στην Αίγυπτο, όπως και οι συνονόματοί του κατά το μακρινό παρελθόν.

Ερμής ο Τρισμέγιστος στη Δύση

Μόλις το 15ο αιώνα έγινε γνωστό το έργο του Ερμή του Τρισμέγιστου στη Δύση. Στα χρόνια, δηλαδή, της Αναγέννησης. Μεταφράστηκαν, τότε, από τον Μαρτσίλιο Φιτσίνο -από τα ελληνικά στα λατινικά- αποσπάσματα από το έργο του φιλοσόφου των φιλοσόφων ως “Hermetica Corpus Hermeticum”.

Αυτή η μετάφραση αποτέλεσε το έναυσμα. Το ενδιαφέρον των Ευρωπαίων διογκώθηκε ξαφνικά και από τότε έχουν γίνει αμέτρητες εκδόσεις ενσωματώνοντας στο έργο όλες τις μυστικιστικές και αλχημικές θεωρήσεις των ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων. Ακολούθησαν από τότε έως σήμερα, πάρα πολλές εκδόσεις σε τουλάχιστον εκατό γλώσσες.

Η παγιδευμένη σε έρωτες ανεκπλήρωτους νύμφη Ηχώ

Η Ηχώ ήταν ορεσίβια Νύμφη των δασών και των πηγών, παγιδευμένη σε έρωτες ανεκπλήρωτους είτε από εκείνη προς άλλους είτε από άλλους προς εκείνη. Οι Μούσες την δίδαξαν άσμα, αυλό και σύριγμα. Έτσι έμεινε γνωστή για τη μελωδική φωνή της. Ζούσε μακριά από τους ανθρώπους κι απέφευγε τον έρωτά τους. Αρνιόταν ακόμη και τον έρωτα των θεών, γι' αυτό ο θεός Πάνας είχε θυμώσει μαζί της επειδή δεν ανταποκρινόταν στον έρωτά του, ενώ αντίθετα εκείνη ποθούσε κάποιο Σάτυρο που την απέφευγε...

Ως μουσικός, κατά μία παράδοση, συναγωνίζονταν τον Πάνα που, είτε αυτός από καλλιτεχνική αντιζηλία, είτε διότι η Ηχώ περιφρόνησε τον έρωτά του προτιμώντας αντ΄ αυτού ένα σάτυρο (αν και αναφέρεται ως κόρη της Ηχούς και του Πάνα η ομηρική Ίαμβη ή η Βαυβώ των Ορφικών) έβαλε μανία στους ποιμένες οι οποίοι την κατακερμάτισαν και σκόρπισαν τα λείψανά της.

Όμως η στοργική Γαία συνέλεξε τα τεμάχια της Ηχούς και τα έθαβε όπου τα έβρισκε. Κι επειδή η Ηχώ δεν έχασε μετά το θάνατό της την ικανότητά της να αναπαράγει όσους ήχους άκουγε, τους επαναλάμβανε από κάθε τόπο που ήταν θαμμένο κάποιο μέλος του σώματός της. (Μόσχου Ειδυλ. Λόγγος ΙΙΙ, 23). Ο Οβίδιος αναφέρει ότι η Ηχώ με τη φλυαρία της κρατούσε απασχολημένη την Ήρα για να μην μπορεί να αντιληφθεί τις διάφορες ερωτικές σχέσεις του Δία. (εν ώρα συνουσίας με τις νύμφες Οβ., Μετ. 363). Όταν η Ήρα κατάλαβε το σχέδιο του Δία και της Ηχούς καταδίκασε τη Νύμφη να μην μπορεί να λέει ότι θέλει, αλλά να επαναλαμβάνει τις τελευταίες συλλαβές των λέξεων που άκουγε.

Η γνωστότερη όμως και περισσότερο διαδεδομένη παράδοση για τον Νάρκισσο ήταν η παρακάτω που οφείλεται στον Οβίδιο (στο έργο του "Μεταμορφώσεις" ΙΙΙ 342). Μια μέρα η Ηχώ συνάντησε έναν όμορφο νεαρό που περιπλανιόταν μόνος στα δάση. Ήταν ο Νάρκισσος, γιος του ποταμού-θεού Κηφισού και της νύμφης Λειριώπης. Η Ηχώ τον ερωτεύτηκε. Ο Νάρκισσος όμως δεν ενέδιδε ποτέ στις χάρες καμίας, και μάλιστα φερόταν στις θαυμάστριές του ψυχρά και περιφρονητικά.

Προσπάθησε να τον σαγηνέψει με την ομορφιά της, αλλά εκείνος ήταν απορροφημένος από τη δική του ομορφιά. Χρησιμοποίησε τότε τη φωνή της, χωρίς όμως κανένα αποτέλεσμα.

Αυτή η απόρριψη είχε ως αποτέλεσμα η νύμφη να πέσει σε βαθιά θλίψη, να κρύβεται στα δάση και η φυσική της υπόσταση να εξαφανιστεί σιγά σιγά έτσι ώστε να μείνει μόνο η φωνή της, που κι αυτή ακόμα ακούγεται ως επανάληψη λέξεων άλλων.

Έτσι όταν οι θεοί από οίκτο τη μεταμόρφωσαν σε βράχο, διατήρησε την ιδιότητα της επανάληψης των τελευταίων συλλαβών της όποιας φωνής έφθανε σ΄ αυτόν.

Εκδίκηση για την Ηχώ ζήτησαν οι νέες που είχαν επίσης περιφρονηθεί από τον Νάρκισσο. Η Νέμεση ανέλαβε τη δικαίωση. Ο Νάρκισσος μια μέρα βρήκε μια λίμνη με κρυστάλλινο νερό που λαμπύριζε στο φως. Ξάπλωσε δίπλα στη λίμνη και, σκύβοντας να πιει, αντίκρισε το ομορφότερο πρόσωπο που είχε δει ποτέ. Γοητευμένος, συνέχισε να το κοιτάζει εκστατικά. Μη συνειδητοποιώντας ότι αυτό που έβλεπε ήταν το είδωλό του, προσπάθησε επανειλημμένα να αγγίξει το πρόσωπο που νόμιζε ότι βρισκόταν κάτω απ’ το νερό. Έμεινε πλάι στη λίμνη και στο είδωλό του μερόνυχτα ολόκληρα χωρίς να τρώει και να πίνει τίποτε, μέχρι που τελικά μαράζωσε και χάθηκε κι αυτός.

Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, ο Νάρκισσος, μετά το θάνατο της επίσης πανέμορφης δίδυμης αδελφής του Ηχούς, με την οποία και ήταν ερωτευμένος, δεν έβρισκε παρηγοριά στη δυστυχία του εκτός από το να βλέπει τον εαυτόν του στα ήσυχα νερά του Δονακώνα και να θυμάται την αδελφή του. Μέχρι που πέθανε στη θέση εκείνη από εξάντληση.

Το πνεύμα του Προμηθέα

Το ορατόριο Προμηθέας και Αθηνά δεν είναι απλώς μια αναφορά στον Αισχύλο ή ένας φόρος τιμής στον Ησίοδο, είναι η ανάδειξη του πνεύματος του Προμηθέα σε σχέση με την ανθρωπότητα. Το μοτίβο του φωτός, το οποίο διαχωρίζεται με τον κεραυνό του Δία και τη φωτιά του Ήφαιστου, αποτελεί μια πρόκληση για το Κράτος και τη Βία.

Και γι’ αυτό το λόγο θα κατηγορηθεί ο Προμηθέας, διότι το έργο του είναι απαγορευμένο. Δεν έπρεπε να δείξει στους ανθρώπους τη διαφορά που υπάρχει μεταξύ φωτιάς και φωτός. Κι όμως είναι το πρέπον. Με την ικανότητα του να βλέπει αυτό που όλοι κοιτάζουν, η κρίση του, η νοητική, προκαλεί μια θεϊκή κρίση. Το σύστημα των θεών βασισμένο σε αρχές δεν μπορούσε να αποδεχθεί την αναρχική σκέψη του Προμηθέα βασισμένη αποκλειστικά σε αξίες. Αυτός είναι και ο προβληματισμός της Αθηνάς, η οποία γεννήθηκε χάρη στο χτύπημα της ουσίας πάνω στη εξουσία.

Με συνέπεια το θεϊκό της στοιχείο να είναι διαφορετικό από τα άλλα. Αυτή η διαφορά έκανε τη διαφορά και της επέτρεψε να προσεγγίσει την σκέψη του Προμηθέα και να συμβάλλει και αυτή στην αλλαγή φάσης που προκάλεσε το έργο του πάνω στην ανθρωπότητα.

Όσον αφορά στις επιπτώσεις πάνω στο θεϊκό στοιχείο, έχουμε την κατάρρευση του ονείρου, η οποία θα αποτελειώσει το λυκόφως των θεών, για να υλοποιηθεί το όραμα των ανθρώπων, το οποίο δεν είναι τίποτα άλλο παρά η σκέψη της ανθρωπότητας.

Αυτήν την αβάσταχτη μεταμόρφωση κανείς δεν θα μπορούσε να την αντέξει δίχως αγάπη. Και αυτή δεν μπορεί να έχει μια συμβατική μορφή δίχως να εκφυλιστεί σ’ ένα νόμιμο ερωτικό στοιχείο. Και η Αθηνά που αδυνατεί ν’ αγγίξει την τελεολογία του Προμηθέα θα καρφωθεί πάνω στην οντολογία του. Με άλλα λόγια, ο Προμηθέας είναι και ο βράχος της Αθηνάς.

Αυτή τη σχέση θα τη σφραγίσει το πέτρινο δαχτυλίδι, που θα επιτρέψει την απελευθέρωση του φωτοπλάστη, αναδεικνύοντας με αυτόν τον τρόπο ότι τα δεσμά μπορεί να γίνουν και δεσμοί. Έτσι δημιουργήθηκε και το κράμα του κειμένου και της μουσικής. Τα λόγια έγιναν μέτρα και τα μέτρα πήραν την απόφαση να παίξουν με τη νοημοσύνη μας και τα αισθήματά μας για να μην ξεχάσουν την αλήθεια.