Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2026

Ο Σωκράτης για την υπερκατανάλωση ποτού

Ο πλατωνικός Σωκράτης, στην ανάλυσή του στο κοινό που τον ακούει, και ιδιαίτερα στον σοφιστή Πρωταγόρα, αναλύει γιατί κάποιες ηδονές χαρακτηρίζονται από τον κόσμο ως κακές, παρότι είναι ηδονές, και, αντίστοιχα, γιατί κάποιες λύπες χαρακτηρίζονται ως καλές, παρότι λύπες. Μέσω της ανάλυσής του αίρει τελικά τις φαινομενικές αντιφάσεις που υπάρχουν σε αυτά τα γλωσσικά σχήματα:
«Γιατί κατά τα λεγόμενά σας και η ευχαρίστηση στην ουσία της τότε είναι κάτι κακό, όταν εξαιτίας της χάνετε μεγαλύτερες ηδονές απ’ εκείνες που σας χαρίζει αυτή ή επειδή σας ρίχνει σε λύπες μεγαλύτερες από τις ηδονές που μπορεί να σας δώσει·

Κι εγώ την ίδια γνώμη έχω, είπε ο Πρωταγόρας.

Κι αν πάλι πάρουμε την ίδια τη λύπη, δεν συμβαίνουν τα ίδια πράγματα; Πότε ονομάζετε την ίδια τη λύπη κάτι καλό; Όταν σας λυτρώνει από λύπες μεγαλύτερες απ’ αυτές που μπορεί να σας δώσει αυτή ή σας φέρνει χαρές μεγαλύτερες από τις λύπες·

Πολύ σωστά, είπε ο Πρωταγόρας.»

Σε άλλο, δε, σημείο του ίδιου πλατωνικού έργου, ο Σωκράτης γίνεται αναλυτικότερος επί του ίδιου ζητήματος.

«Αν λοιπόν μας ξαναρωτούσαν οι άνθρωποι: Ποιο όνομα δίνετε εσείς σ’ αυτό που εμείς ονομάζουμε ‘η αδυναμία μας μπροστά στην ηδονή; να με ποιον τρόπο θα τους απαντούσα: Δώστε προσοχή· γιατί εγώ κι ο Πρωταγόρας θα προσπαθήσουμε να σας το πούμε.

Τι λέτε ότι σας συμβαίνει σε τέτοιες περιστάσεις, άνθρωποί μου; Δεν θέλετε να πείτε αυτό, ότι πολλές φορές με την ηδονή που δίνουν τα φαγητά και τα ποτά κι η ερωτική πράξη σας νικούν, ώστε ακόμη κι όταν ξέρετε ότι αυτά είναι κακά, πάλι τα κάνετε; Θα συμφωνούσαν. Λοιπόν, θα τους ξαναρωτούσαμε εγώ κι εσύ: Και από ποια άποψη λέτε ότι είναι κακά; Επειδή σας δίνουν αυτή την ηδονή της στιγμής και το καθένα τους είναι ευχάριστο ή επειδή σας ρίχνουν αργότερα σε αρρώστιες και σε φτώχειες και ανοίγουν τον δρόμο σε πολλά άλλα παρόμοια; Μπορούμε να υποθέσουμε ότι θα μας έδιναν κάποια άλλη απάντηση, Πρωταγόρα, και όχι αυτήν: ότι δηλαδή αυτά δεν είναι κακά επειδή μας δίνουν εκείνη την ηδονή της στιγμής, αλλά για τα μελλοντικά τους αποτελέσματα – τις αρρώστιες και τα λοιπά;

Εγώ πιστεύω ότι οι πολλοί αυτή την απάντηση θα μας έδιναν, είπε ο Πρωταγόρας.

Λοιπόν, άνθρωποί μου, έγινε φανερό ότι –όπως λέμε εγώ κι ο Πρωταγόρας– το μόνο που μας κάνει να τα θεωρούμε αυτά κακά είναι επειδή στο τέλος φέρνουν στεναχώριες και μας στερούν από άλλες ηδονές.

Λοιπόν, αν τώρα τους κάναμε την αντίθετη ερώτηση και τους λέγαμε: Άνθρωποί μας, εσείς από την άλλη μεριά λέτε ότι υπάρχουν ορισμένα δυσάρεστα πράγματα που είναι καλά. Λέγοντας αυτά δεν έχετε στον νου σας κάτι τέτοιο, λόγου χάρη τις γυμναστικές ασκήσεις, τις θεραπείες που εφαρμόζουν οι γιατροί –καυτηριασμούς, εγχειρήσεις, φάρμακα, δίαιτες φοβερές–, αυτά δεν λέτε ότι είναι καλά βέβαια, αλλά δυσάρεστα; Θα το παραδέχονταν;

Συμφώνησε ο Πρωταγόρας.

Λοιπόν, από ποιαν άποψη τα ονομάζετε αυτά καλά; Επειδή τη στιγμή εκείνη σας φέρνουν τους πιο φριχτούς πόνους και δάκρυα ή επειδή σας φέρνουν αργότερα την υγεία και την ευεξία του σώματος ή τα πλούτη; Νομίζω ότι η απάντησή τους θα ήταν καταφατική.

Το πιστεύω.

Κι όλα αυτά είναι καλά επειδή στο τέλος φέρνουν ηδονές και σας σώζουν και διώχνουν μακριά τη λύπη ή για κάποιον άλλον λόγο; Ή μήπως παίρνετε υπόψη σας κάτι άλλο κι όχι τις ηδονές και τις λύπες όταν αυτά τα ονομάζετε καλά; μπορείτε να μας πείτε ποιο είναι αυτό; Νομίζω ότι δεν θα μπορούσαν να το πουν.

Το ίδιο νομίζω κι εγώ, είπε ο Πρωταγόρας.»

Στο συγκεκριμένο χωρίο ο πλατωνικός Σωκράτης αναφέρει, λοιπόν, συγκεκριμένα παραδείγματα, όπως είναι η υπερκατανάλωση ποτού από την μία πλευρά και οι εγχειρήσεις από την άλλη, για να καταδείξει με πολύ εύστοχο τρόπο ότι στην πραγματικότητα, και ιδωμένες από την οπτική και των μελλοντικών συνεπειών τους στον δρώντα, αφενός οι κακές ηδονές δεν είναι ηδονές, αλλά λύπες, και αφετέρου οι καλές λύπες δεν είναι λύπες, αλλά ηδονές. Ακριβώς τα ίδια θα υποστηρίξει περίπου εκατό χρόνια αργότερα και ο Επίκουρος.

Η σύγκρουση στη ψυχή, είναι φλεγμονή στο σώμα

Φλεγμονή είναι το σύνολο των τοπικών και συστηματικών μηχανισμών που ενεργοποιεί ο οργανισμός αντιδραστικά μετά από την επίδραση σε αυτόν διαφόρων βλαπτικών παραγόντων.Οι φλεγμονές διακρίνονται σε οξείες (διάρκειας λίγων ημερών) και σε χρόνιες (μεγαλύτερης διάρκειας)”

Η φλεγμονή είναι στην πραγματικότητα ένας «πόλεμος μέσα στο σώμα», όπου μια απειλητική υπεροπλίαεχθρικών στοιχείων (βακτηριδίων, ιών, τοξινών) αντιμετωπίζεται και καταπολεμάται από τα αμυντικά συστήματα του οργανισμού.

Η μάχη αυτή γίνεται αντιληπτή με συμπτώματα όπως πρήξιμο, κοκκίνισμα, πόνο και πυρετό. Αν το σώμα καταφέρει τελικά να καταπολεμήσει την εισβοή των μικροβίων, η φλεγμονή περνά. Αν νικήσουν τα βακτηρίδια, ο ασθενής πεθαίνει. Αυτό το παράδειγμα μας επιτρέπει να κατανοήσουμε εύκολα την αναλογικότητα, δηλαδή την αντιστοιχία της φλεγμονής προς τον πόλεμο.

Αναλογικότητα σημαίνει ότι τόσο ο πόλεμος όσο και η φλεγμονή – αν και δεν υπάρχει μεταξύ τους αιτιώδης σχέση – έχουν την ίδια εσωτερική δομή και ότι μέσα τους πραγματοποιείται η ίδια αρχή, απλώς σε διαφορετικό επίπεδο έκφρασης.

Η γλώσσα μας γνωρίζει άριστα τους εσωτερικούς αυτούς συσχετισμούς. Η λέξη φλεγμονή εμπεριέχει τη πασίγνωστη φλόγα, τη σπίθα, που μπορεί ν’ ανατινάξει ολόκληρο βαρέλι με πυρίτιδα. Ο αντίστοιχος αγγλικός όρος inflammation, σημαίνει «ανάφλεξη».

Με τόσο πολύ μπαρούτι, σύντομα θα ακολουθήσει η έκρηξη, όπου εκρήγνυται ξαφνικά κάτι που ήταν συσσωρευμένο, πράγμα που δεν παρατηρούμε μονάχα στο σώμα μας, όταν εκρήγνυται (και αδειάζει) ένα μικρό σπυράκι ή ένα μεγάλο απόστημα, αλλά και σε ένα ακόμα αναλογικό επίπεδο, την ψυχή. Ακόμα κι ένας άνθρωπος μπορεί να εκραγεί.

Και αυτό δεν σημαίνει ένα απόστημα, αλλά μια συναισθηματική αντίδραση, μέσω της οποίας κάποια εσωτερική σύγκρουση προσπαθεί να απελευθερωθεί.

Η πολικότητα της συνείδησής μας μας τοποθετεί πάντα μέσα σε μία σύγκρουση…Πρέπει συνεχώς να αποφασίζουμε ανάμεσα σε δύο δυνατότητες. Παραιτούμενοι από τη μία δυνατότητα, πραγματοποιούμε την άλλη. Έτσι πάντοτε μας λείπει κάτι, παραμένουμε πάντα αλύτρωτοι.

Μακάριοι όσοι ομολογούν και αισθάνονται αυτήν την μόνιμη ένταση, το συγκρουσιακό χαρακτήρα του ανθρώπινου είδους, γιατί οι περισσότεροι τείνουν να πιστεύουν ότι το να μη βλέπουν και να μην αισθάνονται τη σύγκρουση, είναι ασφαλές κριτήριο ότι δεν αντιμετωπίζουν συγκρούσεις. Η ίδια αφέλεια ωθεί τα μικρά παιδιά να πιστεύουν ότι, κλείνοντας τα μάτια τους, γίνονται αόρατα.

Αλλά τις συγκρούσεις δεν τις απασχολεί αν τις αντιλαμβανόμαστε ή όχι:είναι πάντοτε παρούσες.

Όποιος δεν είναι πρόθυμος να τις ανεχθεί στη συνείδησή του, να τις επεξεργαστεί και να τις οδηγήσει σταδιακά σε μια λύση, τις σωματοποιεί, οπότε γίνονται αντιληπτές ως φλεγμονές.

Κάθε φλεγμονή είναι μια σύγκρουση που μετατράπηκε σε ύλη. Η σύγκρουση που αποφεύγεται στην ψυχή (με όλους τους πόνους και τους κινδύνους της) επιβάλλεται δικαιωματικά στο επίπεδο του σώματος, ως φλεγμονή.Ας παρακολουθήσουμε την πορεία της: Οι νοσογόνοι παράγοντες εισχωρούν στο σώμα. Είναι βακτηρίδια, ιοί ή δηλητήρια (τοξίνες).

Η εισβολή αυτή, δεν εξαρτάται – όπως πιστεύουν σήμερα πολλοί ερασιτέχνες – από την παρουσία μολυσματικών παραγόντων, αλλά πολύ περισσότερο από την ετοιμότητα του οργανισμού, που τους επιτρέπει την είσοδο. Η ιατρική την αποκαλεί «ύφεση του ανοσοποιητικού συστήματος». Το πρόβλημα όμως της φλεγμονής δεν οφείλεται, όπως πιστεύουν πάντοτε οι φανατικοί της αντισηψίας, στην παρουσία μικροβίων ή ιών, αλλά στην ικανότητα ή μη, να συμβιώσει το σώμα μ’ αυτά.

Η φράση αυτή βρίσκει κατά γράμμα εφαρμογή στο συνειδησιακό επίπεδο, γιατί δεν πρόκειται για τη διαβίωση του ανθρώπου σε ένα άσηπτο περιβάλλον, δηλαδή σ’ έναν κόσμο δίχως προβλήματα και συγκρούσεις, αλλά την ικανότητά του να ζει μέσα σε συγκρούσεις.

Η κατάσταση του ανοσοποιητικού συστήματος ρυθμίζεται από τον ψυχικό κόσμο, κι αυτό δεν χρειάζεται να εξηγηθεί με λεπτομέρειες, δεδομένου ότι η ίδια η επιστήμη διερευνά ολοένα και βαθύτερα τη σχέση αυτή (έρευνα του άγχους). Πολύ περισσότερο εντυπωσιακό είναι να παρακολουθήσουμε με προσοχή αυτήν τη σχέση μέσα στον εαυτό μας.

Όποιος δεν θέλει να ανοίξει την συνείδησή του σε μια συγκρουσιακή κατάσταση, που θα του προκαλούσε μεγάλη αναστάτωση, αναγκάζεται αντί γι αυτό να ανοίξει το σώμα του στους μολυσματικούς παράγοντες. Τα μικρόβια προσκολλώνται σε ορισμένες ευαίσθητες περιοχές του σώματος, που ονομάζονται loci minoris resistentiae (λατ. σημεία μειωμένης αντίστασης) τα οποία η ακαδημαϊκή ιατρική θεωρεί ότι υφίστανται εκ γενετής ή κληρονομικά…

Η ψυχοσωματική είχε ωστόσο εξ αρχής παρατηρήσει, ότι ορισμένες κατηγορίες προβλημάτων συσχετίζονται με συγκεκριμένα όργανα, και συγκρούσθηκε με την ακαδημαϊκή θεωρία των «σημείων μειωμένης αντίστασης».

Παρακολουθώντας από ένα τρίτο σημείο, παρατηρούμε το σώμα να είναι ορατή έκφραση της συνείδησης, όπως ένα κτίριο είναι η ορατή έκφραση της ιδέας του αρχιτέκτονα. Η ιδέα και η εκδήλωση έχουν αμοιβαία αντιστοιχία, όπως μια εκτυπωμένη φωτογραφία αντιστοιχεί στην αρνητική πλάκα της, χωρίς να είναι όμως το ίδιο πράγμα. Κάθε μέρος του σώματος και κάθε όργανο αντιστοιχεί σε ένα ορισμένο ψυχικό περιεχόμενο, ένα συναίσθημα και μια συγκεκριμένη προβληματική.

Ο άνθρωπος ενσαρκώνεται έχοντας μια συγκεκριμένη συνείδηση, που τη συγκεκριμένη στιγμή εκφράζει τη μέχρι τώρα μαθησιακή του πορεία.Φέρνει μαζί του ένα συγκεκριμένο μοντέλο προβλημάτων, που τον προκαλούν και τον καλούν σταδιακά να τα επιλύσει, διαμορφώνοντας το πεπρωμένο του, γιατί χαρακτήρας+χρόνος=πεπρωμένο. Ο χαρακτήρας ούτε κληρονομείται, ούτε σφραγίζεται από το περιβάλλον, αλλά «μεταφέρεται» – ως έκφραση της συνείδησης, την οποία ενσαρκώνει.

Αν όμως το σώμα είναι έκφραση της συνείδησης, συναντούμε μέσα του και πάλι το ανάλογο σχέδιο, που σημαίνει ότι οι διάφοροι τομείς προβλημάτων έχουν μια σωματική ή οργανική αντιστοιχία, που εκφράζεται με μια συγκεκριμένη ευπάθεια.

Το «σημείο μειωμένης αντίστασης», είναι το όργανο εκείνο, που πάντοτε αναγκάζεται να αναλάβει στο σωματικό επίπεδο τη μαθησιακή διαδικασία, όταν ο άνθρωπος δεν επεξεργάζεται ενσυνείδητα το ψυχικό πρόβλημα που αντιστοιχεί στο συγκεκριμένο όργανο του σώματός του.

Όσοι γνωρίζουν την αντιστοιχία κάθε οργάνου σε συγκεκριμένα προβλήματα διαβλέπουν σε κάθε νοσηρή διεργασία τελείως νέες διαστάσεις, ενώ όσοι δεν τολμούν να απελευθερωθούν από τον αιτιώδη τρόπο σκέψης, στερούνται αυτήν την ενορατική ικανότητα.

Στην πρώτη φάση του ερεθισμού, οι νοσογόνοι οργανισμοί εισβάλουν στο σώμα. Η διαδικασία αυτή σε ψυχικό επίπεδο αντιστοιχεί στην πρόκληση που ενεργοποιείται από κάποιο πρόβλημα. Μια διέγερση, με την οποία μέχρι στιγμής δεν είχαμε ασχοληθεί, εισχωρεί στην άμυνα των συνειδησιακών μας συνόρων και μας ερεθίζει. Αναφλέγει την τάση κάποιας πολικότητας, την οποία βιώνουμε πλέον συνειδητα ως σύγκρουση.

Αν η ψυχική μας αντίσταση λειτουργεί πολύ καλά, η διέγερση δεν μπορεί να φτάσει στην επιφάνεια της συνείδησής μας, είμαστε άνοσοι έναντι κάθε εμπειρίας και εξέλιξης. Και εδώ ισχύει το μαύρο-άσπρο της πολικότητας: αν η συνείδησή μας δεν αρνηθεί, διατηρούμε τη σωματική ανοσία, αν όμως η συνείδησή μας εμφανίσει «ανοσία» σε κάθε νέα διέγερση, ανοίγεται το σώμα στους νοσογόνους οργανισμούς. Δεν μπορούμε να αποφύγουμε τη προσβολή, μπορούμε μονάχα να επιλέξουμε το επίπεδο διεξαγωγής του πολέμου.

Όταν οι νοσογόνοι οργανισμοί έχουν σταθεροποιηθεί, σχηματίζουν εστία φλεγμονής. Από κάθε κατεύθυνση συρρέει ορός, αισθανόμαστε το οίδημα των ιστών και την τάση.

Αν παρατηρήσουμε την ψυχική μας σύγκρουση σ’ αυτό το δεύτερο στάδιο, βλέπουμε ότι κι εδώ αυξάνεται η τάση. ‘Ολη μας η προσοχή επικεντρώνεται στο νέο πρόβλημα, είμαστε ανίκανοι να σκεφθούμε οτιδήποτε άλλο, το πρόβλημα μας ακολουθεί μέρα-νύχτα, δεν μιλάμε για τίποτε άλλο, όλες μας οι σκέψεις στρέφονται αδιάκοπα γύρω απ’ αυτό το πρόβλημα.

Το σύνολο της ψυχικής μας ενέργειας ρέει προς το σημείο της σύγκρουσης, τροφοδοτούμε το πρόβλημα, το μεγενθύνουμε, ωσότου γιγαντωθεί μπροστά μας σαν ανυπέρβλητο βουνό. Η σύγκρουση έχει προσδέσει όλες τις ψυχικές μας δυνάμεις στο άρμα της.

Ο οργανισμός εν όψει των νοσογόνων παραγόντων, δημιουργεί ειδικά αντισώματα στο αίμα και στον μυελό των οστών. Τα λεμφοκύτταρα και τα κοκκιοκύταρα υψώνουν ένα τείχος γύρω από τα μικρόβια και τα μακροφάγα κύτταρα αρχίζουν να καταβροχθίζουν τους εισβολείς. Ο πόλεμος στο σωματικό επίπεδο βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη: οι εχθροί περικυκλώνονται και αποδεκατίζονται. Αν η σύγκρουση δεν δεν επιλυθεί σε τοπικό επίπεδο, κηρύσσεται γενική επιστράτευση.

Η κατάσταση αυτή γίνεται αισθητή στο σώμα ως πυρετός. Ο οργανισμός απαντά στην τοπική φλεγμονή με γενική άνοδο της θερμοκρασίας. Το ύψος του πυρετού συμβαδίζει με την ταχύτητα πορείας της νόσου και γι αυτό τον λόγο χρειάζεται να περιορίζεται κάθε αντιπυρετική αγωγή, όσο ο πυρετός κινείται σε τιμές οριακές , πέρα από τις οποίες απειλεί την ίδια τη ζωή. Μην προσπαθούμε πανικοβλημένοι να κατεβάσουμε τεχνητά κάθε μικρή άνοδο της θερμοκρασίας.

Στο ψυχικό επίπεδο η σύγκρουση σ΄αυτή τη φάση απορροφά ολόκληρη τη ζωή και την ενέργειά μας. Οι χαρακτηριστικές ομοιότητες του σωματικού πυρετού με τον ψυχικό ερεθισμό, γεννούν τις εκφράσεις «πυρετώδης αναμονή». Το γνωστό ποπ τραγούδι Fever αναφέρεται σ’ αυτήν ακριβώς την αμφισημία. «Καιγόμαστε» από ερεθισμό, χτυπά η καρδιά μας, κοκκινίζουμε (από έρωτα ή θυμό…), ιδρώνουμε από ταραχή, τρέμουμε από ένταση. Όλα αυτά δεν είναι βέβαια πολύ ευχάριστα, είναι όμως υγιεινά. Υγιεινός δεν είναι μόνο ο πυρετός, αλλά ακόμα περισσότερο η αντιμετώπιση των συγκρούσεων και παρ’ όλ’ αυτά, προσπαθούμε κάθε φορά να καταπνίξουμε είτε τον πυρετό, είτε την σύγκρουση εν τη γενέσει τους- και καμαρώνουμε μάλιστα για την τέχνη της καταπίεσης (…μακάρι η καταπίεση να μη μας ευχαριστούσε τόσο!)

Ας υποθέσουμε ότι οι αμυντικές δυνάμεις του οργανισμού έδρασαν με επιτυχία: απέκρουσαν τους ξένους εισβολείς, εν μέρει τους εγκολπώθηκαν (τους καταβρόχθισαν!), με αποτέλεσμα την αποσύνθεση των αντισωμάτων και των μικροβίων και τη δημιουργία πύου (=απώλειες και στα δύο μέτωπα!).

Οι νοσογόνοι οργανισμοί εγκαταλείπουν το σώμα σε μεταλλαγμένη, αφοπλισμένη μορφή. Συγχρόνως και ο οργανισμός έχει υποστεί μεταβολή, γιατί τώρα: α) διαθέτει την ικανότητα αναγνώρισης των συγκεκριμένων μικροβίων, με άλλα λόγια διαθέτει ειδική ανοσία, και β) έχει εξασκήσει το σύνολο των αμυντικών του δυνάμεων, πράγμα που τον ενδυναμώνει, έχει δηλαδή αποκτήσει «μη εξειδικευμένη ανοσία». Στη στρατιωτική ορολογία είναι νίκη της μιας πλευράς, μετά από απώλειες και στα δύο στρατόπεδα. Αλλά ο νικητής βγαίνει από την όλη σύγκρουση ενισχυμένος, γιατί προσαρμόστηκε στον εχθρό, τον γνωρίζει καλύτερα και στο μέλλον θα είναι σε θέση να αντιδράσει εξεδικευμένα. Η Χρονιοποίηση της νόσου συμβαίνει, αν κανένα από τα δύο στρατόπεδα δεν καταφέρει να επιλύσει τη σύγκρουση προς το συμφέρον του και επέρχεται συμβιβασμός μεταξύ των νοσογόνων οργανισμών και των αμυντικών δυνάμεων: τα μικρόβια παραμένουν στο σώμα χωρίς να νικήσουν (= θάνατος), αλλά και χωρίς να ηττηθούν από τον οργανισμό(=ολοκληρωτική ίαση).

Τα συμπτώματα της χρόνιας μορφής είναι: αυξημένος αριθμός λεμφοκυτάρων και κοκκιοκυτάρων, των αντισωμάτων δηλαδή, ελαφρά αύξηση της καθίζησης του αίματος (BSG) και ελαφρός πυρετός.

Η μη εκκαθαρισμένη σύγκρουση δημιουργεί στο σώμα εστία, στην οποία δεσμεύεται συνεχώς ενέργεια που αποσύρεται από τον υπόλοιπο οργανισμό.

Ο ασθενής αισθάνεται κόπωση, εξάντληση, απάθεια. Δεν είναι ούτε τελείως άρρωστος ούτε τελείως υγιής – ούτε αληθινός πόλεμος, ούτε γνήσια ειρήνη, αλλά συμβιβασμός, κι επομένως, όπως κάθε συμβιβασμός, σάπιος. Οι συμβιβασμοί αποτελούν τον πάγιο στόχο των δειλών, των «χλιαρών», που συνεχώς φοβούνται τις συνέπειες των πράξεών τους και τις ευθύνες που θα προκύψουν.

Δυστυχώς ο συμβιβασμός ποτέ δεν αποτέλεσε λύση, γιατί δεν αποκαθιστά την απόλυτη ισορροπία μεταξύ των δύο πόλων, ούτε όμως έχει τη δύναμη να ενώνει. Συμβιβασμός σημαίνει χρόνια τριβή κι επομένως στασιμότητα. Πόλεμος χαρακωμάτων, που συνεχίζει να καταναλώνει ενέργεια και υλικό, διαβρώνοντας και παραλύοντας όλους τους υπόλοιπους τομείς, την οικονομία, τον πολιτισμό κλπ.

Στον ψυχικό τομέα η χρονιοποίηση αντιστοιχεί με μια χρόνια σύγκρουση. Το άτομο «κολλά» στη σύγκρουση, μην βρίσκοντας ούτε το θάρρος ούτε τη δύναμη να επιφέρει κάποια απόφαση. Κάθε απόφαση κοστίζει θυσίες – στην πραγματικότητα μπορούμε να κάνουμε τη ίδια στιγμή μόνον το ένα ή το άλλο – και οι αναπόφευκτες αυτές θυσίες εμπνέουν τον φόβο.

Πολλοί άνθρωποι παγώνουν κάπου στη μέση της σύγκρουσής τους, ανίκανοι να συμβάλλουν στη νίκη του ενός ή του άλλου πόλου. Ασταμάτητα σταθμίζουν τις πιθανές λύσεις, ποια είναι η σωστή και ποια λάθος, χωρίς να κατανοούν ότι με την αφηρημένη έννοια, δεν υπάρχει σωστό και λάθος, γιατί για να ολοκληρωθούμε, χρειαζόμαστε ούτως ή άλλως και τους δύο πόλους, όμως στα πλαίσια της πολικότητας δεν μπορούμε να τους πραγματώσουμε συγχρόνως, αλλά τον ένα μετά τον άλλον. Επομένως ας αρχίσουμε με έναν από τους δύο – ας αποφασίσουμε επιτέλους!

Κάθε απόφαση απελευθερώνει! Η χρόνια υποβόσκουσα σύγκρουση απορροφά συνεχώς ενέργεια και προκαλεί ακεφιά, έλλειψη κινήτρων και απογοήτευση στον ψυχικό τομέα. Αν όμως καταφέρουμε να φτάσουμε στον ένα πόλο της σύγκρουσης, θα νιώσουμε αμέσως την ενέργεια που απελευθερώθηκε.

Όπως το σώμα βγαίνει δυναμωμένο από την φλεγμονή, έτσι και η ψυχή, δυναμώνει μέσα από την σύγκρουση, γιατί αντιμετωπίζοντας το πρόβλημα διδάχτηκε, διεύρυνε τα όριά της μέσω της ενασχόλησης με τους αντιθετικούς πόλους, κι έγινε έτσι πιο ενσυνείδητη.

Μέσα από κάθε βιωμένη σύγκρουση ανακτούμε ως κέρδος την πληροφόρηση, τη συνειδητοποίηση, που, αντίστοιχα με την ειδική ανοσία, κάνει τον άνθρωπο ικανό να αντιμετωπίζει μελλοντικά το ίδιο πρόβλημα με ακίνδυνο τρόπο.

Κάθε βιωμένη σύγκρουση διδάσκει ακόμα τον άνθρωπο να αντιμετωπίζει καλύτερα και με θάρρος τις συγκρούσεις, αντίστοιχα με τη γενική ανοσία του οργανισμού. ..

Οπως το σώμα έτσι και η ψυχή πρέπει να κάνει μεγάλες θυσίες όταν λαμβάνει αποφάσεις. Πολλές παλιότερες απόψεις και γνώμες, πολλές καθημερινές, αγαπητές ασχολίες και συνήθειες παραδίνονται στον θάνατο, όπως κάθε νέο προϋποθέτει τον θάνατο του παλιού.

«Πόλεμος πατήρ πάντων» είχε πει ο Ηράκλειτος. Ο πόλεμος, η σύγκρουση, η τάση των πόλων, δίνουν τη ζωτική ενέργεια εξασφαλίζοντας την πρόοδο και την εξέλιξη.

Ζούμε σε μια εποχή κι ένα πολιτισμό ακραία εχθρικό σε κάθε σύγκρουση. Σε όλα τα επίπεδα γίνεται προσπάθεια αποφυγής των συγκρούσεων, χωρίς να κατανοούμε ότι έτσι καταπολεμούμε κάθε συνειδητοποίηση.

Ο άνθρωπος δεν είναι βέβαια σε θέση να αποφύγει με οποιονδήποτε τρόπο τις συγκρούσεις στα πλαίσια του πολωμένου κόσμου, ωστόσο όμως οι αέναες προσπάθειες καταστολής προκαλούν ολοένα και πιο σύνθετες εκφορτίσεις σε άλλα επίπεδα, των οποίων τους εσωτερικούς συσχετισμούς είναι αδύνατο να ελέγξει. Κάθε απόφαση απελευθερώνει!

Η χρόνια υποβόσκουσα σύγκρουση απορροφά συνεχώς ενέργεια και προκαλεί ακεφιά, έλλειψη κινήτρων και απογοήτευση στον ψυχικό τομέα. Αν όμως καταφέρουμε να φτάσουμε στον ένα πόλο της σύγκρουσης, θα νιώσουμε αμέσως την ενέργεια που απελευθερώθηκε.

Η ψυχική σύγκρουση και η σωματική φλεγμονή σχεδόν ποτέ δεν εκτυλίσσονται συγχρόνως και παράλληλα στον άνθρωπο. ΄Οταν η σύγκρουση-ερεθισμός διαπεράσει την άμυνα της συνείδησης, κάνοντας το άτομο να την συνειδητοποιήσει, τότε η διαδικασία της επεξεργασίας αυτής της σύγκρουσης λαμβάνει χώρα στην ψυχή και μόνο και κατά κανόνα δεν καταλήγει σε φλεγμονή στο σώμα.

Αν όμως το άτομο δεν ανοιχθεί στη σύγκρουση, απωθώντας οτιδήποτε θα μπορούσε να αμφισβητήσει τον τεχνητά στημένο, «όμορφο» κόσμο του, η σύγκρουση βυθίζεται στη σωματικότητα, όπου αναγκαστικά θα βιωθεί ως φλεγμονή στο σωματικό επίπεδο. Φλεγμονή=μια σύγκρουση στο επίπεδο της ύλης. Η αλήθεια είναι πως οι συγκρούσεις είναι πάντοτε επώδυνες. Είτε πόλεμος, είτε εσωτερική αντίσταση, είτε αρρώστια, ποτέ δεν είναι ευχάριστες.

Αλλά πάλι το «ευχάριστο-δυσάρεστο» δεν μπορούμε να το αποφύγουμε στην κατάσταση της πολικότητας στην οποία ζούμε, απλά όποιος δεν επιτρέπει στον εαυτό του ψυχικές εκρήξεις, επιτρέπει την έκρηξη μέσα στο σώμα του!(απόστημα)

Η σύγκρουση είναι ο κινητήρας της εξέλιξης, δηλ. της ζωής, κάθε καταπίεση μιας σύγκρουσης είναι επίθεση κατά της δυναμικότητας της ζωής. (αντιβιοτικά=εναντίον του βίου).

Όταν η Αυτοπραγμάτωση Δεν Συναντά την Εξατομίκευση

Στην ψυχολογία υπάρχουν έννοιες που συνοδεύουν τον άνθρωπο σε κάθε στάδιο της ζωής του. Δύο από αυτές αφορούν τον τρόπο με τον οποίο ο εαυτός εξελίσσεται μέσα στον χρόνο και επηρεάζουν βαθιά την ποιότητα της προσωπικής πορείας.

Η πρώτη σχετίζεται με την κίνηση προς τα έξω, στις επιλογές που δίνουν μορφή στις δυνατότητες και στις αξίες ενός ατόμου.

Η δεύτερη αναπτύσσεται στο βάθος, στα σημεία όπου η ψυχή αρχίζει να ανασύρει παλαιότερο υλικό για να οργανωθεί με μεγαλύτερη συνοχή. Οι δύο αυτές πορείες έχουν κοινή κατεύθυνση την ανάπτυξη, καθεμία όμως ξεκινά από διαφορετικό σημείο και ο ρυθμός της ζωής σταθεροποιείται όταν βρίσκουν χώρο να λειτουργήσουν μαζί.

Η σύγχρονη εποχή ενισχύει κυρίως την πρώτη από αυτές τις πορείες. Προωθεί μια κουλτούρα αδιάκοπης αυτοβελτίωσης όπου οι στόχοι, οι δεξιότητες, οι επιδόσεις και οι ορατές αλλαγές παρουσιάζονται ως τα βασικά εργαλεία της εξέλιξης.

Το περιβάλλον επιβραβεύει την εξωτερική πρόοδο και αφήνει να εννοηθεί ότι η ψυχική οργάνωση ακολουθεί από μόνη της.

Έτσι, ο άνθρωπος καταλήγει συχνά να επενδύει υπερβολικά σε ό,τι φαίνεται και λιγότερο σε ό,τι κινείται μέσα του. Επιδιώκει βελτίωση με ένταση, αλλά χωρίς εσωτερικό πλαίσιο επεξεργασίας. Ακολουθεί πρακτικές που υπόσχονται άμεση αλλαγή, χωρίς να παρατηρεί αν οι εσωτερικές του αντιδράσεις μετακινούνται ή αν οι βαθύτερες ανάγκες του βρίσκουν χώρο. Η εξωτερική οργάνωση δεν μεταφράζεται αυτόματα σε εσωτερική σταθερότητα. Ένα άτομο μπορεί να λειτουργεί άψογα στον κόσμο και ταυτόχρονα να νιώθει ότι το κέντρο βάρους του μετακινείται με τρόπους που δεν κατανοεί. Μπορεί να επιτυγχάνει πολλά και να παραμένει ανήσυχο, να ζει με ορατή πρόοδο αλλά χωρίς αίσθηση ψυχικής συνέχειας.

Όταν η ανάπτυξη στηρίζεται αποκλειστικά στη σφαίρα της πράξης, το βάθος μένει ανενεργό. Η ψυχή δεν οργανώνεται επειδή ο άνθρωπος κινείται γρήγορα, οργανώνεται όταν ο εσωτερικός της ρυθμός λαμβάνεται υπόψη. Και αυτός ο ρυθμός γίνεται αντιληπτός μόνο μέσα από την κίνηση της εξατομίκευσης. Εκεί, τα χαμένα και θαμμένα στρώματα του ψυχικού υλικού βρίσκουν θέση, οι ασύνδετες εμπειρίες αποκτούν νόημα και οι μικρές εσωτερικές αντιδράσεις μετατρέπονται σε δείκτες που δείχνουν που χρειάζεται να δείξουμε προσοχή. Η πραγματική πρόοδος προκύπτει όταν η εξωτερική προσπάθεια βρίσκει σημείο επαφής με αυτή την εσωτερική οργάνωση. Τότε η ανάπτυξη αποκτά βάθος, η κατεύθυνση σταθεροποιείται και η ζωή παύει να είναι μια σειρά από επιτεύγματα χωρίς πυρήνα.

Σε αυτό το σημείο καθίσταται σαφές ότι η προσωπική εξέλιξη οργανώνεται μέσα από δύο αλληλοσυμπληρούμενες διεργασίες.

-Η μία εκδηλώνεται στο επίπεδο της πράξης, όπου το άτομο δίνει μορφή στις δυνατότητές του μέσω επιλογών με συναισθηματικό και αξιακό περιεχόμενο.
-Η άλλη δρα στο εσωτερικό ψυχικό πεδίο, στο οποίο το ασυνείδητο ανασύρει υλικό που χρειάζεται επεξεργασία προκειμένου να επιτευχθεί μεγαλύτερη εσωτερική συνοχή. Με αυτό το υπόβαθρο γίνεται ευκολότερο να δούμε πώς λειτουργούν οι δύο κινήσεις στην πράξη και στο βάθος.

Η αυτοπραγμάτωση εμφανίζεται όταν ένας άνθρωπος αρχίζει να ζει αυτό που ήδη γνωρίζει πως τον εκφράζει. Δεν χρειάζεται θεαματικές δηλώσεις. Αρκεί μια σειρά από επιλογές που αντικατοπτρίζουν εσωτερική συνέπεια. Κάποιος δίνει μορφή σε αξίες, δεξιότητες, δημιουργικές παρορμήσεις. Αρχίζει πράγματα που έμεναν στα συρτάρια. Στηρίζει σχέσεις που καλλιεργούν ποιότητα. Παύει να παλεύει με την εικόνα που φοβάται πως δείχνει και ασχολείται με το περιεχόμενο της ζωής του. Η αυτοπραγμάτωση φαίνεται στη στάση που κρατά ο άνθρωπος απέναντι στη ζωή, όχι στα αποτελέσματα που παρουσιάζει.

Η καθημερινή εμπειρία δείχνει πως η αυτοπραγμάτωση γεννιέται όταν το άτομο κουράζεται να παραμένει “μικρό”. Να ελέγχει κάθε βήμα, κάθε σκέψη, κάθε ανάγκη για δημιουργικότητα. Κάποια στιγμή, ο εσωτερικός περιορισμός κουράζει περισσότερο από την αβεβαιότητα της εξέλιξης. Η πράξη τότε παίρνει το προβάδισμα. Και η ζωή ανοίγει χώρο σε επιλογές που δεν υπηρετούν την επίδειξη, αλλά την αξιοπρέπεια.

Η εξατομίκευση έχει άλλη κατεύθυνση. Εξελίσσεται στο επίπεδο του ψυχικού βάθους. Δεν απευθύνεται στον τρόπο που λειτουργούμε στην καθημερινότητα, αλλά αφορά το σημείο όπου το ασυνείδητο βρίσκει ευκαιρία να ξεπροβάλλει στην επιφάνεια. Ο άνθρωπος αρχίζει να καταλαβαίνει πως το υλικό που αναδύεται δεν είναι τυχαίο. Προέρχεται από παλιές μνήμες, από επιθυμίες που έμειναν ανεκπλήρωτες, από πλευρές του χαρακτήρα που δεν εκπαιδεύτηκαν ποτέ να στέκονται στο φως.

Η εξατομίκευση σαφώς δεν είναι ψυχολογικό πρόγραμμα ούτε θεραπευτική μέθοδος. Είναι η φυσική διαδικασία με την οποία η ψυχή αναζητά συνοχή. Όταν κάποιος συναντά το εσωτερικό του υλικό με ανοιχτότητα, οι εικόνες του ασυνείδητου γίνονται ενδείξεις για το πραγματικό του πλαίσιο. Φωτίζονται συγκρούσεις, προσδοκίες που δεν ανήκουν στο άτομο, τρόποι προσαρμογής που κάποτε χρειάζονταν αλλά τώρα περιορίζουν. Η εξατομίκευση προσφέρει αυτό το είδος βάθους που επιτρέπει σε έναν άνθρωπο να ζει με μεγαλύτερη αυθεντικότητα ακόμη κι όταν δεν έχει βρει λύσεις για όλα.

Στην ψυχοερευνητική πράξη παρατηρείται συχνά ένα φαινόμενο. Όσο πιο έντονα ένας άνθρωπος στρέφεται προς τις εξωτερικές του επιδιώξεις, τόσο περισσότερο παραμένει ακαθάριστο το εσωτερικό του υλικό. Και όσο πιο βαθιά κάποιος εξερευνά το ασυνείδητο, τόσο πιο συχνά δυσκολεύεται να μεταφέρει αυτή τη γνώση στην καθημερινότητά του.

Η πραγματική ωρίμανση προκύπτει όταν το άτομο επιτρέπει στον εαυτό του να ξεδιπλωθεί και στις δύο κατευθύνσεις. Η πράξη χρειάζεται καλλιέργεια. Το βάθος χρειάζεται καθαρή ματιά. Και η ισορροπία χτίζεται όταν αυτά τα δύο συναντιούνται.

Σε επίπεδο ανάπτυξης, η αυτοπραγμάτωση βοηθά το άτομο να αναγνωρίζει τι μπορεί να δημιουργήσει. Να στηρίξει επιλογές που αντανακλούν την ακεραιότητά του. Να ζήσει με τρόπο που παράγει νόημα. Η εξατομίκευση επιτρέπει στον άνθρωπο να επεξεργαστεί το υλικό που κουβαλά. Να κυκλοφορεί μέσα στον εαυτό του χωρίς να φοβάται τα σημεία που κάποτε τον πλήγωσαν. Να βλέπει τις εσωτερικές του κινήσεις χωρίς εξιδανικεύσεις.

Πιο συγκεκριμένα, ένα στοιχείο που επηρεάζει και τις δύο διαδικασίες είναι ο τρόπος με τον οποίο ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται τα εσωτερικά του όρια. Κάθε εμπειρία αφήνει ένα ίχνος που καθορίζει τον τρόπο προσέγγισης των επόμενων. Στην αυτοπραγμάτωση αυτό φαίνεται μέσα από στιγμές όπου ένα μικρό βήμα δίνει τόλμη για το επόμενο. Μια επιτυχία, ακόμη και περιορισμένη, λειτουργεί σαν σημείο αναφοράς και ενισχύει την αίσθηση κατεύθυνσης. Στην εξατομίκευση, τα όρια εμφανίζονται μέσα από αντιδράσεις που δεν εξηγούνται άμεσα. Μια δυσκολία να δεχθούμε στήριξη, μια ένταση που επανέρχεται, μια αίσθηση δυσφορίας χωρίς φανερή αιτία. Αυτές οι μικρές μετατοπίσεις δίνουν πληροφορίες για την εσωτερική οργάνωση.

Μερικές αντιδράσεις εμφανίζονται πριν καν προλάβουμε να τις σκεφτούμε. Μια σύσπαση στο στομάχι την ώρα μιας συζήτησης. Μια μικρή αλλαγή στη φωνή όταν κάτι μας αγγίζει βαθύτερα από όσο θέλουμε να παραδεχτούμε. Μια επιμονή σε μια λεπτομέρεια που, λογικά, δεν θα έπρεπε να μας απασχολεί τόσο. Αυτά τα σημάδια δείχνουν σημεία ενεργοποίησης. Δείχνουν πού υπάρχει φόρτιση και πού χρειάζεται περισσότερη προσοχή. Όταν το άτομο αρχίζει να τα αναγνωρίζει, καταλαβαίνει πιο καθαρά τι το επηρεάζει και γιατί. Αυτή η κατανόηση ενισχύει τη διαύγεια των επόμενων βημάτων και δημιουργεί εσωτερική συνέχεια που στηρίζει τόσο την πράξη όσο και το βάθος.

Οι δύο διαδικασίες μπορούν να συνυπάρξουν δημιουργικά. Η ζωή αποκτά ρυθμό που δεν στηρίζεται σε ρόλους. Οι σχέσεις γίνονται πιο καθαρές. Οι επιλογές αποκτούν νόημα που δεν βασίζεται στην επιβεβαίωση. Η ψυχή αποκτά χώρο να αναπνεύσει. Το άτομο αντέχει το βάρος της εξέλιξης, όχι επειδή έγινε άτρωτο, αλλά επειδή γνωρίζει πια τον τρόπο που λειτουργεί μέσα του.

Στο σύγχρονο τοπίο, η προσωπική ανάπτυξη συχνά παρουσιάζεται σαν αγώνας δρόμου. Ο άνθρωπος καλείται να παράγει αποτελέσματα με ρυθμό που δεν επιτρέπει καμία παύση. Στο μεταξύ, το εσωτερικό του σύστημα ζητά χρόνο για να οργανωθεί. Η αυτοπραγμάτωση χρειάζεται χώρο για να αποκτήσει σταθερότητα. Η εξατομίκευση χρειάζεται χρόνο για να γίνει κατανοητή. Καμία από τις δύο διεργασίες δεν ανθίζει μέσα σε πίεση. Εκεί αναπτύσσονται ΜΟΝΟ οι άμυνες.

Η εσωτερική ωρίμανση αρχίζει όταν το άτομο καταλαβαίνει πως η ζωή δεν λειτουργεί με διαταγές. Θέλει προσοχή. Θέλει διάθεση να δούμε ποιο κομμάτι μας δρα σε κάθε στιγμή. Άλλοτε χρειάζεται πράξη. Άλλοτε χρειάζεται επεξεργασία του υλικού που εμφανίζεται στο βάθος. Η πράξη χωρίς βάθος γίνεται μηχανική. Το βάθος χωρίς πράξη γίνεται ακινησία. Η συνοχή προκύπτει όταν αυτά τα δύο βρίσκουν τον ρυθμό τους.

Κάποια στιγμή ο άνθρωπος παρατηρεί μια δική του αλήθεια. Η ζωή που χτίζει εξωτερικά επηρεάζεται από τον τρόπο που χειρίζεται το υλικό της ψυχής του. Και το υλικό της ψυχής του επηρεάζεται από τις επιλογές που κάνει στον κόσμο. Αυτές οι δύο κατευθύνσεις δημιουργούν κύκλους ανάπτυξης. Αργούς, σταθερούς, αλλά γεμάτους ουσία. Η ψυχή δεν ζητά τελειότητα. Ζητά προθυμία.

Όταν η αυτοπραγμάτωση και η εξατομίκευση κινούνται μαζί στο ίδιο πρόσωπο, η ζωή αποκτά άλλη ποιότητα. Δεν στηρίζεται σε φόβο, ούτε σε υπερπροσπάθεια. Στηρίζεται σε μια εσωτερική δύναμη που γεννιέται από τη γνώση του εαυτού. Οι σχέσεις γίνονται καθαρότερες. Οι επιλογές γίνονται πιο σταθερές. Το άτομο αρχίζει να αντέχει τις μεταβολές χωρίς να χάνει τον προσανατολισμό του.

Η ωρίμανση προχωρά όταν ο άνθρωπος αντέχει να είναι παρών στις εσωτερικές του αντιδράσεις. Η παρατήρηση αυτή, όσο απλή κι αν φαίνεται, μετακινεί βαθιά σημεία της ψυχικής οργάνωσης. Η αυτοπραγμάτωση προσφέρει κατεύθυνση. Η εξατομίκευση προσφέρει βάθος. Και μέσα σε αυτή τη συνύπαρξη, η ανθρώπινη εμπειρία βρίσκει το σημείο όπου οι επιλογές και το ασυνείδητο παύουν να συγκρούονται και αρχίζουν να συνεργάζονται. Και εκεί αρχίζει η πραγματική Αλλαγή.

Να αγαπώ λίγους πολύ, όχι πολλούς ανώφελα

Καταρχάς μ’ αγαπούσα. Έδωσα τον καλύτερό μου εαυτό. Σε όλους σας. Όχι γιατί όλοι το αξίζατε, αλλά γιατί αυτός είμαι εγώ. Με όσους υπήρξα σκληρός, κάποιο λόγο θα είχα. Μου δώσατε αφορμές και δεν ζητώ συγχώρεση.

Όσους έγραψα στα… παλιά μου παπούτσια, χάρη σας έκανα για όσο ασχολήθηκα. Σε όσους έδωσα δεύτερη ευκαιρία και τη σπαταλήσατε, τελειώσατε. Όσοι με εκμεταλλευτήκατε, το πληρώσατε. Όσοι με θεωρήσατε σιγουράκι, κούνια που σας κούναγε. Όσοι με υποτιμήσατε, την πατήσατε.

Όσοι με αγαπήσατε, σας αγαπώ πολλαπλάσια. Όσοι μου απλώσατε το χέρι, θα έχετε δίπλα σας για πάντα τον πιο πιστό σας φίλο. Όσοι με εμπιστευτήκατε, τα αυτιά μου θα είναι πάντα ανοιχτά, το στόμα μου κλειστό και η καρδιά μου ζεστή για εσάς. Όσοι με στηρίξατε, θα γίνω συνεργός στο συμφέρον σας.

Δεν θα απολογηθώ αν δεν μπορείτε να εξηγήσετε τον τρόπο που ζω. Είναι επιλογή μου και αποτέλεσμα των δικών μου εμπειριών. Δεν κρίνω τις ικανότητες, αλλά ούτε τις ανικανότητές σας. Όσα καθίκια σκέφτονται να με πλησιάσουν, σας προειδοποιώ να μείνετε σε απόσταση ασφαλείας.

Κάθε χρόνος που περνάει από μέσα μου, με αλλάζει. Με κάνει καλύτερο με τους καλούς και χειρότερο με τους κακούς. Δεν με γελάς εύκολα πια. Αισθάνομαι το συναίσθημά σου, όχι γιατί είμαι έξυπνος, αλλά γιατί έχω εμπιστευτεί τα λάθος άτομα και το έχω πληρώσει. Κανένας οίκτος στις κακές σας προθέσεις. Ό,τι δώσετε θα πάρετε. Δικαιοσύνη λέγεται.

Λίγους και καλούς θέλω δίπλα μου. Να αγαπώ λίγους πολύ, όχι πολλούς ανώφελα. Νέε χρόνε είμαι έτοιμος για ό,τι μου φέρεις. Είμαι έτοιμος να με διδάξεις ακόμα περισσότερο. Κάνε με σοφότερο, μάθε με.

Παρελθόν μου, σ’ αγαπώ γι’ αυτό που είμαι. Μέλλον μου, σε περιμένω με αγάπη. Παρόν μου, σ’ αγαπώ. Γιατί αυτός που δεν έχει να φοβάται και δεν χρειάζεται να περιμένει τίποτα τελικά, είναι αυτός που μπορεί να αγαπάει αληθινά.

Φόβος και Θυμός πηγάζουν απ’ την αμάθεια

Μόνο ένας δειλός τολμάει να υπερηφανεύεται ότι δεν έχει νοιώσει ποτέ του φόβο

Όσο μεγαλύτερη η προσκόλληση και η αγκίστρωση με οτιδήποτε έχομε ή δημιουργούμε, τόσο ενδυναμώνονται οι έμφυτοι φόβοι ή δημιουργούνται νέοι παράλογοι ή φανταστικοί. Οι αρχέγονες αιτίες του φόβου περιγράφονται ιδιαίτερα περιεκτικά και βαθύτατα στο απόσπασμα: «Ο φόβος είναι συνυφασμένος με το γεγονός αυτής της ίδιας της ύλης και με τη συνάντηση των ζευγών των αντιθέτων –ψυχής και ύλης. Οι αισθαντικές ψυχές των ζώων και των ανθρώπων έχουν υποσυνείδητα επίγνωση παραγόντων όπως: Η απεραντοσύνη και συνεπώς η αισθητή καταπίεση του Όλου. Η πίεση όλων των άλλων ζωών και υπάρξεων. Η λειτουργία ενός Νόμου αδυσώπητου, η αίσθηση της αιχμαλωσίας, του περιορισμού και της συνεπακόλουθης ανεπάρκειας. Στους παράγοντες αυτούς, που προκύπτουν από τη διαδικασία της ίδιας της εκδηλώσεως και που διαρκούν και αυξάνονται σε δύναμη στο διάστημα των αιώνων, βρίσκονται τα αίτια κάθε σύγχρονου φόβου και η βάση όλου του τρόμου, έξω από καθετί που είναι καθαρά ψυχολογικά και όχι απλώς ο ενστικτώδης φόβος του ζώου».

Ο Αριστοτέλης και άλλοι φιλόσοφοι όπως ο Κίρκεγκωρ και ο Χάιντεγκερ έχουν εστιάσει σε αυτές τις ιδέες με τον δικό τους ιδιαίτερο τρόπο. Ο Δανός φιλόσοφος Κίρκεγκωρ (1813-1855) συναισθάνεται πως η θρησκευτική εμπειρία δεν εξαλείφει τον υπαρξιακό τρόμο, του δίνει όμως ένα μυστικό πρόσωπο και τον μετατρέπει σε μια ασκητική ζωής. Ενώπιον κάποιου Θεού ολόκληρη η δημιουργία σείεται από μια ανείπωτη προσδοκία και φρίκη μαζί.

~ Ας σε μισούν. Αρκεί να σε φοβούνται. Ευριπίδης

~ Ο Φαραώ ήξερε το μυστικό της υπακοής, για να γνωρίζει ο λαός το φόβο να τιμωρείς όχι τους ένοχους, αλλά τους αθώους.

~ Αν φοβάσαι μη μιλάς, αν μίλησες μη φοβάσαι. Αραβική παροιμία

~ Απ’ όλους τους φόβους που τρέφουμε, επαληθεύονται ευτυχώς μόνο οι χειρότεροι. Σταντάλ

~ Ας μην κοιτάμε πίσω με θυμό, ούτε μπροστά με φόβο, αλλά γύρω με επίγνωση. Θέρμπερ Τζ.

~ Αυτό είναι το μυστικό του ηρωισμού, να μην επιτρέπεις στον φόβο να συνοδεύει τη ζωή σου. Μπ Σω

~ Γαλήνη είναι η κατάλυση κάθε πόθου και φόβου. Βούδας

~ Δεν είναι φοβερό αν σας προσέβαλλαν, σας κορόιδεψαν ή σας λήστεψαν. Φοβερό είναι αν εσείς δεν μπορείτε να τα ξεχάσετε. Κομφούκιος

~ Δεν έχουμε να φοβηθούμε, παρά μόνο το φόβο. Ρούσβελτ Φραγκλίνος

~ Δεν υπάρχει Καλό, η αρετή δεν είναι παρά ένα από τα πρόσωπα του φόβου.

~ Δεν υπάρχει καλύτερος πελάτης από τον φοβισμένο εκατομμυριούχο. Αμερικανός δικηγόρος

~ Δίνουμε υποσχέσεις και κάνουμε όρκους σύμφωνα με τις ελπίδες μας και τους τηρούμε σύμφωνα με τους φόβους μας. Λαροσφουκώ

~ Δυο πράγματα να φοβάσαι, και να αποφεύγεις, νεόπλουτο και παλιά πουτάνα. Άγνωστος

~ Εγώ δε φοβάμαι την τιμωρία. Εγώ φοβάμαι να είμαι άξιος τιμωρίας. Μπερνέ

~ Είναι αξιολύπητος εκείνος που έχει λίγες επιθυμίες και πολλές φοβίες, μα αυτή είναι η μοίρα των μοναρχών. Μπέικον Φ.

~ Εκείνος που είναι μολυσμένος με το φόβο της αρρώστιας, είναι ήδη μολυσμένος με την αρρώστια του φόβου. Ντε Μονταίν

~ Έξι μειονεκτήματα πρέπει να υπερνικήσεις για να φτάσεις την επιτυχία, νωθρότητα, οκνηρία, φόβο, θυμό, αταξία και φλυαρία. Σανσκριτική σοφία.

~ Η δυστυχία, η αρρώστια, και οι άνθρωποι είναι όπως τα σκυλιά, αν καταλάβουν ότι φοβάσαι σου επιτίθενται με μεγαλύτερη αγριότητα. Χορόσκελης Δ.

~ Η Ελλάδα είναι ένας τόπος γεμάτος πληγές… Που πονάνε… Όμως οι Έλληνες φοβούνται τον πόνο και προσπαθούν να τον αποφύγουν! Αντί να τον γιατρέψουν, προσπαθούν να τον ξεγελάσουν! Κάνουν καραγκιοζιλίκια, παίρνουν πόζες, το ρίχνουν στο τσιφτετέλι, στα κοσμικά, στα κομματικά. Φοβούνται να αντικρίσουν κατάφατσα τον πόνο, τα προβλήματά τους, τον εαυτό τους, την ταυτότητά τους. Ποτέ λαός δε φοβήθηκε τον εαυτό του, περισσότερο απ’ ο,τι ο νεοέλληνας. Όμως ο πόνος εξορκίζεται με τον πόνο! Αν τον αντικρίσεις κατάματα, αποκτάς αυτογνωσία, εξανθρωπίζεσαι Ποταμίτης Δ.

~ Η θρασύτητα είναι η μάσκα του φόβου.

~ Η ισορροπία του φόβου πρέπει να παραχωρήσει τη θέση της στην ισορροπία της εμπιστοσύνης.

~ Η λογική παλεύει με το φόβο και νικά. Ευριπίδης

~ Η σκληρότητα προέρχεται από φόβο, αδυναμία και δειλία. Ελβέτιος Κ.

~ Η συνείδηση στέκει μόνη επάνω από τον φόβο. Βίας

~ Η συνεχής επίκληση της πίστης είναι ένδειξη φόβου. Άγνωστος

~ Θάρρος είναι η τέχνη να φοβάσαι χωρίς να το δείχνεις. Σω Μπερνάρ

~ Θρησκεία είναι η μυθολογία του φόβου και της ελπίδας. Καμπέρογλου Β.

~ Καλύτερα να είσαι ένα λεπτό φοβητσιάρης, παρά όλη τη ζωή σου νεκρός. Ιρλανδική παροιμία

~ Καλύτερα φοβερό τέλος, παρά ατέλειωτος φόβος. Σίλλερ Φ.

~ Κανένα πάθος δεν ληστεύει τη δύναμη της ενέργειας και τη λογική από το μυαλό του ανθρώπου, όσο ο φόβος. Μπιούρκ Ε.

~ Κερδίζεις δύναμη, θάρρος και αυτοπεποίθηση με κάθε εμπειρία, που πραγματικά κοιτάζεις το φόβο κατάματα. Μπορείς να πεις στον εαυτό σου: «ξεπέρασα κι αυτό το κακό, θ’ αντέξω ό,τι κι αν μου τύχει». Ινδική σοφία

~ κι ο άγιος φοβέρα θέλει. Ελληνική Παροιμία

~ Κουράγιο δεν είναι η έλλειψη φόβου. Είναι να δρας σε πείσμα του φόβου. Τουέην Μαρκ

~ Μερικές φορές ο φόβος του “κάτι” είναι χειρότερος απ’ το ίδιο το “κάτι”.

~ Μια σημαντική πλευρά της δημιουργικότητας είναι να μην φοβάσαι να αποτύχεις Λαντ Ένουιν

~ Να φοβάσαι τον άνθρωπο που με πάθος εργαζόταν για ν’ αποκτήσει γνώσεις και μετά κατανόησε που δεν έγινε καθόλου εξυπνότερος και τότε αρχίζει θανάσιμα να μισεί ανθρώπους που είναι το ίδιο αμαθείς όπως εκείνος, αλλά εκείνοι δεν κόπιασαν καθόλου. Βόνεγκουτ Κ.

~ Να φοβάσαι τον καθένα στον οποίον έκανες καλό. Ινδική σοφία

~ Ο αμοιβαίος φόβος είναι η μόνη αιτία που παρακινεί σε πιστή συμμαχία. Θουκυδίδης

~ Ο άνθρωπος που φοβάται να υποφέρει, υποφέρει ήδη απ’ αυτό που φοβάται. Ντε Μονταίν

~ Ο δειλός τρέμει περιμένοντας τον κίνδυνο, ο φοβητσιάρης όταν έρχεται ο κίνδυνος, αλλά ο γενναίος όταν θα περάσει. Πολ Ζ.

~ Ο δικός μας φόβος μπροστά στην καταστροφή μόνο μεγαλώνει την πιθανότητα της. Ράσελ Μπ.

~ Ο κίνδυνος φεύγει ταχύτερα όταν περιφρονείται. Ευριπίδης

~ Ο μεγάλος φόβος αγνοεί τη λογική. Κραφτσένκο

~ Ο φόβος ακολουθεί το έγκλημα κι αυτό είναι η ποινή του. Βολταίρος

~ Ο φόβος αναδύεται από την επιθυμία, αλλά σκορπίζει από μόνος του, αν σταθείς ακλόνητος απέναντί του και τον αντιμετωπίσεις χωρίς προκατάληψη. Σούφικη σοφία

~ Ο φόβος δεν απομακρύνει από μας το θάνατο, απομακρύνει τη ζωή. Μαχφούζ Ν.

~ Ο φόβος είναι απόδειξη εκφυλισμένου μυαλού. Βιργίλιος

~ Ο φόβος είναι η αναμονή μελλοντικού κακού. Πλάτων

~ Ο φόβος είναι η πιο άφθονη πηγή των ελαττωμάτων. Ουσίνσκι Κ.

~ Ο φόβος είναι ο παντοτινός συνοδοιπόρος της αναλήθειας. Μπέικον Φρ.

~ Ο φόβος και η ηλιθιότητα υπήρξαν πάντοτε τα βασικά κίνητρα των ανθρώπινων ενεργειών.

~ Ο φόβος κάνει τους έξυπνους ανόητους και τους δυνατούς αδύνατους. Κούπερ Φ.

~ Ο φόβος καταστρέφει την ελευθερία του ατόμου.

~ Ο φόβος πηγάζει πάντοτε από την αμάθεια.

~ Πνίξε το φίδι της αμφιβολίας στην ψυχή σου, λειώσε τα σκουλήκια του φόβου στην καρδιά σου. Τότε και τα βουνά ακόμα θα παραμερίσουν απ’ το διάβα σου. Σερεντί Κ.

~ Στον αγαθό άνθρωπο για το τίποτε δεν γεννιέται φθόνος, ούτε φόβος, ούτε οργή ή μίσος. Πλούταρχος

~ Τα δαιμόνια επιτίθενται στους φοβητσιάρηδες. Ινδική παροιμία

~ Το πέρασμα από μια θρησκεία του φόβου σε μια θρησκεία της ηθικής αποτελεί ένα μεγάλο βήμα στη ζωή ενός έθνους. Ινδική σοφία

~ Φόβος, ψυχική αναταραχή που προκλήθηκε από την αναμονή του κακού. Πλάτων

Ο Θυμός πηγάζει από τον Φόβο

Δε χρειάζεται να τον κρύβεις ή να τον “ξεφορτώνεις”, μπορείς να τον αξιοποιήσεις πραγματικά θετικά. Θυμώνεις; Τίποτα πιο φυσιολογικό! Το θέμα είναι, ξέρεις να διαχειρίζεσαι το θυμό και τον φόβο σου και να τον χρησιμοποιείς εποικοδομητικά; Οι περισσότεροι είτε τον καταπιέζουμε, είτε τον κρύβουμε επιμελώς, είτε τον «ξεφορτώνουμε» σε άλλους ανθρώπους χωρίς κανένα όφελος –και συνήθως με αρνητικές συνέπειες για όλους. Ο θυμός και ο φόβος είναι πολύ παρεξηγημένος στην κοινωνία μας. Διότι όσο «τρομερός και κακός» κι αν μοιάζει, στην πραγματικότητα είναι μία μεγάλη δύναμη, που αν χρησιμοποιηθεί σωστά, μπορεί να επιφέρει εκπληκτικά θετικά αποτελέσματα σε κάθε επίπεδο. Όλοι μας θυμώνουμε κι όλοι μας φοβόμαστε. Λίγοι όμως αξιοποιούν πραγματικά τον φόβο και τον θυμό τους, έτσι ώστε να επιφέρουν θετική αλλαγή. Εάν είστε ένας από αυτούς τους λίγους, δε χρειάζεται να συνεχίσετε να διαβάζετε αυτό το άρθρο. Εάν όχι, δείτε παρακάτω τρεις δημιουργικές συμβουλές για την αποτελεσματική χρήση του φόβου και του θυμού:

Νιώσε το φόβο και τον θυμό σου, μην τα καταπιέζεις

Οι περισσότεροι άνθρωποι μαθαίνουμε να καταπιέζουμε το θυμό μας. Αυτό όμως δεν λειτουργεί θετικά. Όταν καταπιέζεις το θυμό σου δύο πράγματα μπορούν να συμβούν: Πρώτον, πιθανότατα θα αρρωστήσεις. Σχετικές έρευνες υποδεικνύουν ότι ο θυμός που καταπιέζεται και δεν βιώνεται, κάνει τους ανθρώπους να ασθενούν. Μερικές από τις πιο συνηθισμένες ασθένειες που συνδέονται με τον καταπιεσμένο θυμό είναι χρόνιος πόνος στην πλάτη, καρδιοπάθειες, υψηλή πίεση, πονοκέφαλοι, δυσλειτουργίες των κροταφογναθικών αρθρώσεων και κατάθλιψη. Δεύτερον, χάνεις ενέργεια. Το να καταπιέζεις το θυμό είναι σαν να κρατάς μία μεγάλη φουσκωτή μπάλα παραλίας κάτω από το νερό. Χρειάζεται πολλή ενέργεια. Γιατί να σπαταλάς πολύτιμη ενέργεια;

Ο θυμός, όπως όλα τα συναισθήματα, είναι απλώς μία αίσθηση στο σώμα. Για να αισθανθείς το θυμό σου λοιπόν, χρειάζεται να στρέψεις την προσοχή σου στο σώμα σου, αποσύροντας την εστίασή σου από αυτόν ή αυτό με το οποίο είσαι θυμωμένος. Ανάπνευσε, κινήσου και καλωσόρισε το θυμό. Έτσι θα περάσει μέσα από το σώμα σου σε λιγότερο από 90 δευτερόλεπτα, ενώ ο καταπιεσμένος θυμός θα παραμείνει εκεί για χρόνια.

Έκφρασε τον θυμό σου, μην τον κρύβεις

Ακόμα κι αν νιώθουμε τον θυμό μας, οι περισσότεροι έχουμε «διδαχθεί» να τον κρύβουμε. Ούτε αυτό είναι καλή ιδέα και το πιθανότερο είναι ότι τελικά θα γίνει αισθητός από τους άλλους ούτως ή άλλως. Ο άνθρωπος λειτουργεί σαν ζώο αγέλης. Έχουμε μάθει να αισθανόμαστε πως αισθάνονται οι άλλοι. Είναι κλειδί για την επιβίωσή μας. Όταν είσαι θυμωμένος, οι άνθρωποι γύρω σου το γνωρίζουν, όσο σκληρά κι αν προσπαθείς να το κρύψεις. Και θα αντιδράσουν με μάχη, φυγή, ή «πάγωμα». Και με αυτή τη συμπεριφορά λοιπόν, χαραμίζεις χρόνο και ενέργεια. Μπορείς να μάθεις να εκφράζεις το θυμό σου με υγιή, άμεσο, μη επιθετικό και μη τοξικό τρόπο. Μπορείς απλώς να πεις «αισθάνομαι θυμωμένος». Δε χρειάζεται να πεις «έχω θυμώσει γιατί έκανες αυτό το λάθος» ή «έχω θυμώσει για τον τάδε λόγο». Οι πολλές εξηγήσεις και οι κατηγορίες είναι χάσιμο χρόνου και ενέργειας.

Μάθε από τον θυμό σου μην τον χαραμίζεις

Το πιο σύνηθες είναι κάποιος να χαραμίζει το θυμό του μπαίνοντας σε δραματικές διαμάχες τροφοδοτούμενες από το «φταίξιμο» κάποιου άλλου και να κολλάει σε αυτόν προσπαθώντας να αποδείξει ότι έχει δίκιο. Εννοείται ότι και αυτό είναι τεράστια ρουφήχτρα χρόνου και ενέργειας –και συνήθως έχει πολλές αρνητικές συνέπειες και καμία θετική. Αντί λοιπόν να ψάχνουμε κάποιον να κατηγορήσουμε, μπορούμε να μάθουμε από τον θυμό μας και να γίνουμε καλύτεροι!

Αφού έχουμε αισθανθεί, εκφράσει και πλέον «κατέχουμε» τον δικό μας θυμό, μπορούμε πλέον να ρωτήσουμε: «Τι έχει έρθει να μου διδάξει ή να μας διδάξει αυτός ο θυμός;». Συνήθως ο θυμός είναι μία πρόσκληση για να θέσουμε ένα όριο, να πάψουμε να κάνουμε κάτι που πλέον δεν εξυπηρετεί, να αλλάξουμε κατεύθυνση, να αντιμετωπίσουμε κάτι που δεν αντιμετωπίζουμε ή απλώς να πούμε «όχι». Σίγουρα, χρειάζεται ένα λεπτό για να το μάθεις και μία ζωή για να το τελειοποιήσεις. Αλλά ποια πολύτιμη δεξιότητα δεν είναι έτσι; Το καλό νέο είναι ότι, όταν αρχίσεις να αλλάζεις τη σχέση σου με το θυμό, θα δεις τα αποτελέσματα άμεσα.

Θυμώνεις; Καν’το εποικοδομητικά!

Το να υποκύπτεις σε ή να καταπιέζεις έντονα συναισθήματα, όπως ο θυμός, μπορεί να επιβαρύνει πολύ τη θέση σου. Ο θυμός μπορεί να γίνει θετικό στοιχείο, ακόμα και ισχυρό εργαλείο. Εάν όμως επιτρέψεις σε αυτό το συναίσθημα να ελέγχει τις δράσεις σου ή το καταπιέσεις, θα κάνεις λάθη. Ευτυχώς, υπάρχουν τρόποι να χρησιμοποιήσεις τον θυμό παραγωγικά, χωρίς να τον ξεσπάς σε κάποιον για να εκτονωθείς, αλλά ούτε και να τον αποθηκεύεις μέσα σου.

Ο Στιβ Τζομπς ήταν γνωστός για την έντονη ιδιοσυγκρασία του, ενώ λέγεται ότι ο Τζεφ Μπέζος γίνεται δηκτικός και σαρκαστικός όταν θυμώνει. Το να διαχειρίζεσαι φορτισμένα συναισθήματα, όπως ο φόβος, ο θυμός, η ανησυχία και η επιθυμία είναι μέρος της πραγματικότητας ζωής –προσωπικής, επαγγελματικής και κοινωνικής. Όπως γράφει στο Harvard Business Review ο σύμβουλος ηγεσίας Πίτερ Μπρέγκμαν, «για να επιτύχουμε στη ζωή και στην ηγεσία, χρειάζεται να δρούμε δυναμικά στο πλαίσιο ισχυρών συναισθημάτων και παρ’ όλα αυτά να έχουμε τον προτιθέμενο αντίκτυπο».

Όταν καταπιέζεις το θυμό, κι όταν φοβάσαι, αυτό δεν γίνεται απλώς να «εξατμιστεί». Ο θυμός παραμένει «κολλημένος κάπου στο σώμα» σου και αναπόφευκτα κάποια στιγμή θα βγει στη λάθος κατεύθυνση, σε κάποιον που δεν του αναλογεί, λέει ο Μπρέγκμαν και έχει επιβεβαιώσει η σωματική ψυχοθεραπεία. Εάν π.χ είσαι σε θέση ισχύος στην εργασία σου, το μόνο που θα πετύχει αυτό είναι να αποξενώσει έναν υφιστάμενο και να δώσει έδαφος στη δυσπιστία. Εάν πάλι καταπιέζεις το θυμό σου κάθε φορά, μπορεί να ασθενήσεις φυσικά και νοητικά, να χάσεις την ισορροπία σου και να εξαντληθείς.

Εάν υποκύπτεις και χάνεις την ψυχραιμία σου, όχι απλώς φέρνεις τον εαυτό σου σε δύσκολη, ντροπιαστική θέση, αλλά αποτελείς και κακό παράδειγμα για τους υπαλλήλους σου, τα μέλη της οικογένειάς σου ή τους φίλους σου. Εάν γίνονται συχνά, τα ξεσπάσματά σου μπορεί να καλλιεργήσουν μια κουλτούρα φόβου. Ακόμα χειρότερα, αφήνοντας τον εαυτό σου να ελέγχεται από έντονα συναισθήματα, αφήνεσαι στο έλεος απρόβλεπτων δράσεων. Θέλεις να μάθεις να διαχειρίζεσαι τον φόβο και τον θυμό -και τα συναισθήματά σου γενικότερα- εποικοδομητικά; Ορίστε τι προτείνει ο Πίτερ Μπρέγκμαν

Νιώσε το: Το πρώτο πράγμα που χρειάζεται να κάνεις όταν έρχεται ο θυμός, είναι να τον νιώσεις. Πρέπει να δώσεις χώρο στο συναίσθημα και να το νιώσεις πλήρως. Στόχος σου δεν είναι να μειώσεις ή να εκτονώσεις το συναίσθημά σου για να αισθανθείς καλύτερα. Στόχος σου είναι «να το αισθανθείς, έτσι ώστε να μη μπορεί να ελέγξει την επόμενή σου κίνηση» γράφει. Το επόμενο βήμα είναι να λάβεις μία στρατηγική απόφαση για το τι θα κάνεις μετά. «Αυτό μπορεί να φαίνεται απλό, ωστόσο είναι μακράν η πιο δύσκολη επιλογή να εφαρμόσεις. Απαιτεί δεξιότητα και εξάσκηση. Αλλά αξίζει τον κόπο. Αυτή η επένδυση έχει τεράστια απόδοση» Η ικανότητα να σκέφτεσαι λογικά, ενώ στις φλέβες σου κυκλοφορεί φόβος και θυμός, χρειάζεται εξάσκηση και μεγάλες κοχόνες.

Διαλογίσου: Ο διαλογισμός μπορεί να είναι πολύ χρήσιμος κι εδώ. Είτε είσαι επιχειρηματίας, είτε οικογενειάρχης, είτε απλώς σχετίζεσαι με άλλους ανθρώπους καθ’ οιονδήποτε τρόπο, σε κάθε περίπτωση με το θυμό και τον φόβο διακυβεύονται πολλά. Εάν έχεις περιέργεια για το διαλογισμό, απλώς πάρε πέντε – δέκα λεπτά για να καθίσεις ήσυχα και να αισθανθείς οτιδήποτε σου έρχεται, χωρίς να κάνεις τίποτα γι’ αυτό, φορώντας έναν καλό οργονίτη. Παρατήρησε τι αίσθηση έχει ο φόβος, τι είναι αυτό το πράγμα ο θυμός. Παρατήρησε τι αίσθηση έχει ο εκνευρισμός, η σύγχυση, η μοναξιά και η επιθυμία. Παρατήρησε που το αισθάνεσαι στο σώμα σου. Παρατήρησε την υφή του, πως κινείται, που οδηγεί.

Το όλο θέμα είναι να μη δρας μέσα από το συναίσθημα που νιώθεις. Απλώς βίωσε την «αίσθηση του συναισθήματος» και την ανεξαρτησία σου από αυτό. Αφού ακονίσεις την ικανότητα να νιώθεις ένα συναίσθημα και να μη δρας μέσα από αυτό, έχεις μεγαλύτερη δύναμη και καλύτερο έλεγχο του εαυτού σου και των καταστάσεων. Εκείνη τη στιγμή, όταν προκύπτει ένα συναίσθημα, ο εκπαιδευμένος νους και το σώμα σου, σου επιτρέπουν να το βιώσεις, να το εκφράσεις ξεκάθαρα και να δράσεις στρατηγικά. Αυτή, όπως αποδεικνύεται, είναι η διαφορά μεταξύ του να έχεις έντονα συναισθήματα και του να είσαι συναισθηματικός.

Αποστασιοποίηση: Όταν κάτι σου «ανεβάζει την πίεση», πάρε ένα λεπτό να νιώσεις πραγματικά το συναίσθημά σου. Άσε τον εαυτό σου να θυμώσει και μη δρας άμεσα, όχι δηλαδή την στιγμή που το νοιώθεις. Όταν εξασκηθείς καλά σε αυτό, ο φόβος κι ο θυμός μπορεί να γίνουν μοχλοί για στρατηγική σκέψη. Οι «κανόνες» για την έκφραση του θυμού σου είναι: Μη βρίζεις, μην καταριέσαι και μην απειλείς. Μπορείς να υψώσεις τη φωνή σου, να είσαι θυμωμένος, αλλά χρειάζεται να διατηρήσεις τον έλεγχό σου. Μόλις αρχίσεις να βρίζεις και να εκτοξεύεις απειλές, το Εγώ σου «τυλίγει» τον ορθολογικό νου σου και χάνεις το «πάνω χέρι». Θύμωσε, αλλά διατήρησε τον έλεγχο του εαυτού σου και εκφράσου με ακρίβεια. Το λεξιλόγιό σου περιλαμβάνει πολύ περισσότερες λέξεις από αυτές που πιθανότατα σου έρχονται πρώτες, όταν έχεις κυριευτεί από θυμό. Αυτό είναι! Το μόνο που έχεις να κάνεις τώρα, είναι να εξασκηθείς και να ακονίσεις την ικανότητά σου να βιώνεις έντονα συναισθήματα, χωρίς να τα αφήνεις να σε ελέγξουν.

Ο έλεγχος του εαυτού είναι αυτό που ξεχωρίζει τους ανθρώπους από τα υπόλοιπα δίποδα του πλανήτη και δυστυχώς μερικοί δεν αφήνουν καμία αμφιβολία σε ποιά φυλή ανήκουν, άλλωστε δεν έχει βρεθεί ακόμη ο εξελικτικός κρίκος μεταξύ μαϊμούδων και ανθρώπου, γιατί απλούστατα αυτή η εξέλιξη δεν έχει συμβεί. Εκατοντάδες γεγονότα το αποδεικνύουν καθημερινά. Είναι δική σου ΕΥΘΥΝΗ λοιπόν σε ποιά κατηγορία τοποθετείς τον εαυτό σου και μην ξεχνάς πως αυτό είναι ΟΛΟΦΑΝΕΡΟ σε όλους τους υπόλοιπους.

ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ: Αντιλήψεις της Ανάλυσης στην Αναλυτική Φιλοσοφία

Αντιλήψεις της Ανάλυσης στην Αναλυτική Φιλοσοφία

1. Εισαγωγή
2. Γκότλομπ Φρέγκε
3. Μπέρτραντ Ράσελ
4. Γ. Ε. Μουρ
5. Λούντβιχ Βιτγκενστάιν
6. Η Susan Stebbing και η Σχολή Ανάλυσης του Cambridge
7. Ρούντολφ Κάρναπ και Λογικός Θετικισμός
8. Γλωσσολογική Φιλοσοφία της Οξφόρδης
9. Εννοιολογική Ανάλυση
10. Εννοιολογική Μηχανική
11. Συμπέρασμα

1. Εισαγωγή στο Συμπλήρωμα

Αυτό το συμπλήρωμα παρέχει έναν απολογισμό της εξέλιξης των μορφών και αντιλήψεις για την ανάλυση στην αναλυτική φιλοσοφία, όπως αυτή Ευρώπη γύρω στις αρχές του εικοστού αιώνα. Η εμφάνιση του η λογική ανάλυση ως η χαρακτηριστική μορφή ανάλυσης στα πρώτα (δυτική) αναλυτική φιλοσοφία.

2. Γκότλομπ Φρέγκε

Αν και το έργο του Γκότλομπ Φρέγκε (1848–1925) δείχνει την τεράστιες δυνατότητες λογικής αναλύσεως, δεν είναι ασυμβίβαστη με την άλλες μορφές ανάλυσης. Πράγματι, το όλο θέμα φαίνεται να είναι προετοιμάσει το δρόμο για αυτές τις άλλες μορφές, όπως οι φιλόσοφοι στη δεύτερη φάση της αναλυτικής φιλοσοφίας ήρθε να επιχειρηματολογήσει. Μια τέτοια μορφή είναι η παραδοσιακή αποσύνθεση ανάλυσης, η οποία νοείται, ειδικότερα, ως επίλυση ενός συνόλου στα μέρη του (π.χ. μια «σκέψη» ή «πρόταση» στα συστατικά της). Αποσύνθεση Η ανάλυση παίζει πράγματι ρόλο στη φιλοσοφία του Φρέγκε, αλλά αυτό που μεγαλύτερη σημασία έχει η χρήση του Φρέγκε συνάρτησης-ορίσματος, η οποία λειτουργεί σε κάποια ένταση για να ανάλυση ολόκληρου μέρους.

Αναπτύσσοντας τη λογική του στο πρώτο του βιβλίο, το Begriffsschrift, η βασική κίνηση του Φρέγκε ήταν να αναπαραστήσει απλές δηλώσεις όπως «Ο Σωκράτης είναι θνητός» όχι σε υποκείμενο-κατηγόρημα («S is P», δηλαδή, αναλύοντάς το σε υποκείμενο και κατηγόρημα που ενώνονται με το copula) αλλά σε μορφή συνάρτησης-ορίσματος («Φα»)—παίρνοντας το «Σωκράτης» ως το επιχείρημα και «το x είναι θνητό» ως συνάρτηση, η οποία αποδίδει ως αξία αυτό που ο Φρέγκε αποκαλεί «κριτικό περιεχόμενο» της δήλωσης όταν το όρισμα που υποδεικνύεται από τη μεταβλητή Το «x» συμπληρώνεται από το όνομα «Σωκράτης». (Αποσιωπούμε εδώ το επίμαχο ζήτημα σχετικά με το πώς ο Φρέγκε κατανοεί τις λειτουργίες, τα επιχειρήματα και τα κρίσιμα περιεχόμενα σε αυτό συγκεκριμένη ώρα. Στο μεταγενέστερο έργο του, θεωρεί το αποτέλεσμα της «κορεσμός» μιας έννοιας από ένα αντικείμενο ως τιμή αλήθειας.) Η ήταν αυτό που του επέτρεψε να αναπτύξει ποσοτική θεωρία, επιτρέποντας να αναλύει πολύπλοκες μαθηματικές προτάσεις. (Για λεπτομέρειες, βλ. Beaney 2016.)

Για να εκτιμήσουμε μερικές από τις φιλοσοφικές επιπτώσεις του ανάλυση συνάρτησης-επιχειρήματος, εξετάστε το παράδειγμα ότι ο Φρέγκε αναφέρει στο Begriffsschrift (§9):

(HLC) Το υδρογόνο είναι ελαφρύτερο από το διοξείδιο του άνθρακα.

Σύμφωνα με τον Frege, αυτό μπορεί να αναλυθεί με έναν από τους δύο τρόπους: ανάλογα με το αν παίρνουμε το υδρογόνο ως επιχείρημα και είναι ελαφρύτερο από το διοξείδιο του άνθρακα ως λειτουργία, ή το διοξείδιο του άνθρακα ως το επιχείρημα και είναι βαρύτερο από το υδρογόνο ως συνάρτηση. Αν σεβαστήκαμε τη θέση υποκειμένου-κατηγορήματος, ίσως να θέλαμε να εκφράστε το τελευταίο ως εξής:

(ΧΧ) Το διοξείδιο του άνθρακα είναι βαρύτερο από το υδρογόνο.

Αλλά κατά την άποψη του Φρέγκε, οι (HLC) και (CHH) έχουν το ίδιο «περιεχόμενο» («Inhalt»), καθένα από τα οποία αντιπροσωπεύει απλώς εναλλακτικούς τρόπους «ανάλυσης» του περιεχομένου αυτού. Δεν υπάρχει φαίνεται να είναι κάτι κοινό (HLC) και (CHH), και Η ανάλυση συνάρτησης-επιχειρήματος φαίνεται να επιτρέπει εναλλακτικές αναλύσεις ενός και του αυτού πράγματος, αφού δύο διαφορετικές λειτουργίες με διαφορετικά ορίσματα μπορούν να αποδώσουν την ίδια τιμή.

Ωστόσο, ως απάντηση σε αυτό, θα μπορούσε να προταθεί ότι και οι δύο αυτές προϋποθέτουν μια πιο τελική ανάλυση, η οποία προσδιορίζει δύο ορίσματα, υδρογόνο και διοξείδιο του άνθρακα, και μια σχέση (μια συνάρτηση με δύο ορίσματα). Michael Dummett (1981b, κεφ. 17), για παράδειγμα, έχει προτείνει να διακρίνουμε μεταξύ ανάλυσης και αποσύνθεσης: μπορεί να υπάρχουν εναλλακτικές αναλύσεις, «συνιστώσες» έννοιες, αλλά μόνο μία ανάλυση, μοναδικών «συστατικών». (Με «ανάλυση» Dummett σημαίνει αυτό που εδώ ονομάζεται «αποσύνθεση», που —ο Dummet— φαίνεται να υπονοεί μια μοναδική τελικό προϊόν πολύ περισσότερο από την «ανάλυση», και «αποσύνθεση» Dummett σημαίνει συνάρτηση-όρισμα ανάλυση.) Αλλά ποια σχέση επιλέγουμε τότε, είναι πιο ελαφριά από ή είναι βαρύτερο από; Σαφώς δεν είναι το ίδιο, αφού το ένα είναι το αντίστροφο του άλλου. Έτσι, αν δεχτούμε ότι (HLC) και (CHH) έχουν το ίδιο «περιεχόμενο» — και υπάρχει αναμφίβολα κάτι που έχουν κοινό – τότε φαίνεται ότι μπορούν να υπάρξουν εναλλακτικές αναλύσεις ακόμη και στην υποτιθέμενη τελική επίπεδο.

Το θέμα, ωστόσο, είναι αμφιλεγόμενο και μας οδηγεί γρήγορα στο βαθύτερα προβλήματα στη φιλοσοφία του Φρέγκε, σχετικά με τα κριτήρια για την ομοιότητα του «περιεχομένου» (και του «Sinn» και «Bedeutung», σε το οποίο «περιεχόμενο» αργότερα διακλάδωσε), η καρποφορία του ορισμούς και τη σχέση μεταξύ των συμφραζομένων του Φρέγκε αρχή και τη συνθετική του αξία.

3. Μπέρτραντ Ράσελ

Στη φιλοσοφική μου ανάπτυξη, ο Μπέρτραντ Ράσελ (1872–1970) έγραψε: «Από τότε που εγκατέλειψα τη φιλοσοφία του Καντ και του Χέγκελ, αναζήτησα λύσεις φιλοσοφικών προβλημάτων μέσω ανάλυσης· και παραμένω σταθερά πεπεισμένος, παρά τις κάποιες σύγχρονες τάσεις περί του αντιθέτου, ότι μόνο με την ανάλυση η πρόοδος δυνατό» (MPD, 11). Παρόμοιες παρατηρήσεις γίνονται και αλλού (πρβλ., π.χ., POM, 3; ΜΟΠ, 1–2; PLA, 189. Δυστυχώς, όμως, ο Ράσελ δεν εξηγεί ποτέ τι ακριβώς εννοεί με «ανάλυση» – ή μάλλον, αν συνθέσουμε τα κομμάτια του σκόρπιες παρατηρήσεις για την ανάλυση, σε καμία περίπτωση δεν αντικατοπτρίζουν την πραγματική του πρακτική. Σε μια εργασία με τίτλο «Η οπισθοδρομική μέθοδος της Discovering the Premises of Mathematics», που χρονολογείται από το 1907, για παράδειγμα, ο Russell μιλά για «ανάλυση» στην οπισθοδρομική δηλαδή ως η διαδικασία επιστροφής στην «έσχατη λογική» υποθέσεις», και αυτό ως επαγωγικό και όχι παραγωγικό διαδικασία. Στο κεφάλαιο για την ανάλυση και τη σύνθεση στο εγκαταλελειμμένο Το χειρόγραφο του 1913, Θεωρία της Γνώσης, από την άλλη πλευρά, ορίζει την «ανάλυση» ως «την ανακάλυψη του συστατικά και τον τρόπο συνδυασμού ενός δεδομένου συμπλέγματος» (ΤΚ, 119). Αυτό αποτυπώνει καλύτερα την «επίσημη» άποψη του Russell, και ανάλυση αποσύνθεσης διαδραμάτισε αναμφίβολα σημαντικό ρόλο στην Η σκέψη του Russell (βλ. Hylton 1996; Beaney 2007a). Ωστόσο, τι χαρακτηρίζει την ίδρυση από τον Φρέγκε και Russell (τουλάχιστον ένα κεντρικό σκέλος στο) αναλυτικό κίνημα ήταν της λογικής αναλύσεως, στο πλαίσιο της οποίας κρίσιμο στοιχείο ήταν η τυποποίηση των δηλώσεων της συνήθους γλώσσας σε μια λογική Γλώσσα.

Ήταν η λογική ανάλυση που περιλαμβανόταν στην περίφημη θεωρία των περιγραφών, η οποία παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο Υποδηλώνοντας» το 1905, το οποίο ο Ράμσεϊ αποκάλεσε «παράδειγμα φιλοσοφία» και η οποία διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην καθιέρωση της αναλυτικής φιλοσοφίας. Σε αυτή τη θεωρία, το (Ka) αναδιατυπώνεται ως (Kb), το οποίο στη συνέχεια μπορεί εύκολα να επισημοποιηθεί στη νέα λογική ως (Kc):

(ΚΑ) Ο σημερινός βασιλιάς της Γαλλίας είναι φαλακρός.

(Κβ) Υπάρχει ένας και μόνο ένας Βασιλιάς της Γαλλίας, και ό,τι είναι Βασιλιάς της Η Γαλλία είναι φαλακρός.

(Kc) ∃x (Kx &; ∀y (Ky → y = x) & Bx).

Τα προβλήματα που δημιουργούνται από την προσπάθεια ανάλυσης του (Ka) αποσυνθετικά εξαφανίζονται σε αυτή την ανάλυση. Του Ράσελ πρόβλημα ήταν το εξής: αν δεν υπάρχει βασιλιάς της Γαλλίας, τότε ο θεματικός όρος στο (Ka)—η οριστική περιγραφή «ο σημερινός Βασιλιάς του Γαλλίας»— φαίνεται να στερείται νοήματος, οπότε πώς Θα μπορούσε το σύνολο να έχει νόημα; Ο Ράσελ έλυσε αυτό το πρόβλημα «αναλύοντας» την οριστική περιγραφή. Η οριστική Η περιγραφή δεν έχει νόημα από μόνη της, αλλά το (Ka) στο σύνολό του έχει μια έννοια, μια έννοια που δίνεται από το (Kb), στο οποίο το (Ka) θεωρείται ως ισοδύναμο. Η έννοια του (Kb) δεν έχει ακόμη εξηγηθεί, αλλά αυτό μπορεί να γίνει αντλώντας από τους πόρους της λογικής θεωρίας, που αποκάλυψαν οι λογικές σταθερές και η ποσοτική δομή (Kc).

Ακριβώς όπως ο Φρέγκε έδωσε μια διάγνωση για το τι δεν πάει καλά με το οντολογικό επιχείρημα, τουλάχιστον στην παραδοσιακή του μορφή, οπότε ο Ράσελ έδειξε πώς να αποφεύγονται οι περιττές πραγμοποίηση των υποτιθέμενων αντικειμένων του λόγου μας. Αν μπορούμε να βρούμε ισοδύναμο με μια δήλωση που περιλαμβάνει κάποια προβληματική έκφραση, τότε τα προβλήματα εξαφανίζονται στην ίδια τη διαδικασία «μεταφράζοντάς» το σε μια λογική γλώσσα. Αν και ο Φρέγκε ο ίδιος φαίνεται να μην έχει εκτιμήσει πλήρως την εξολοθρευτική δυνατότητες που ανοίγονται από αυτή τη στρατηγική της λογικής ανάλυσης, ο Russell σαφώς το έκανε, και στην πορεία ξεκίνησε ένα αναγωγικό πρόγραμμα Αυτό έχει επιρροή από τότε. Μολονότι, όπως ο Russell και ο Russell Οι Γουάιτχεντ αναγνωρίζουν στον πρόλογό τους στο Principia Mathematica, «Σε όλα τα ζητήματα λογικής ανάλυσης, η κύριο χρέος είναι στον Φρέγκε» (PM, viii), του ίδιου του Ράσελ προχώρησε στην επέκταση της λογικής ανάλυσης και στην υπόδειξη της δυνατότητες εξάλειψης.

4. Γ. Ε. Μουρ

Ο G. E. Moore (1873–1958) θεωρείται γενικά ως ένας από τους θεμελιωτών της αναλυτικής φιλοσοφίας, αλλά η δική του πρώιμη αντίληψη για την Η ανάλυση είναι εκπληκτικά παραδοσιακή. Στο «The Nature of Judgement», που δημοσιεύθηκε το 1899, βλέπει την ανάλυση απλώς ως το αποσύνθεση πολύπλοκων εννοιών (για την οποία προτάθηκαν Moore εκείνη την εποχή) στους ψηφοφόρους τους: «Ένα πράγμα γίνεται κατανοητή πρώτα όταν αναλυθεί στο συστατικό της έννοιες» (NJ, 8). Αυτή η αντίληψη αποτελεί τη βάση των κύριων θέσεων της πρώτης σημαντικό έργο, Principia Ethica (1903), συμπεριλαμβανομένου του διάσημου επιχείρημα «ανοικτής ερώτησης».

Στο πρώτο κεφάλαιο, με τίτλο «Το αντικείμενο της Ηθικής», ο Μουρ εξετάζει πόσο «καλό» είναι να είσαι καθοριστεί. Με τον όρο «ορισμός» εδώ ο Moore εννοεί «πραγματικός» και όχι «ονομαστικός» ορισμός, δεν αφορά τη σημασία μιας λέξης, αλλά τη φύση της αντικείμενο που δηλώνεται (πρβλ. PE, 6). Καταλήγει στο συμπέρασμα ότι Το «καλό» είναι απροσδιόριστο, αφού το καλό δεν έχει μέρη στα οποία Μπορεί να αποσυντεθεί:

Αυτό που θέλω να πω είναι ότι το «καλό» είναι μια απλή έννοια, όπως και Το «κίτρινο» είναι μια απλή έννοια. ότι, όπως ακριβώς δεν μπορείτε, με κάθε είδους μέσο, εξηγήστε σε όποιον δεν το γνωρίζει ήδη, τι είναι το κίτρινο, οπότε δεν μπορείτε να εξηγήσετε τι είναι καλό. Ορισμοί του είδος που ζητούσα, ορισμούς που περιγράφουν την πραγματική φύση του αντικειμένου ή της έννοιας που δηλώνεται με μια λέξη, και οι οποίες δεν τι σημαίνει η λέξη, είναι δυνατές μόνο όταν η Το εν λόγω αντικείμενο ή έννοια είναι κάτι περίπλοκο. Μπορείτε να δώσετε ένα ορισμός του αλόγου, γιατί ένα άλογο έχει πολλές διαφορετικές ιδιότητες και ιδιότητες, τις οποίες μπορείτε να απαριθμήσετε. Αλλά όταν έχεις τα απαρίθμησες όλα, όταν έχεις μειώσει ένα άλογο στο πιο απλό του όρους, τότε δεν ορίζετε πλέον αυτούς τους όρους. Είναι απλά κάτι που σκέφτεσαι ή αντιλαμβάνεσαι, και σε όποιον δεν μπορεί να τα σκεφτείτε ή να τα αντιληφθείτε, δεν μπορείτε ποτέ, με κανέναν ορισμό, να Η φύση τους είναι γνωστή. (ΠΕ, 7)

Στο βαθμό που κάτι είναι περίπλοκο, σύμφωνα με τον Moore, μπορεί να είναι «ορίζεται» ως προς τα συστατικά μέρη του και, εκτός εάν συνεχίζονται επ' άπειρον, πρέπει τελικά να φτάσουμε στην απλή μέρη, τα οποία δεν μπορούν να οριστούν τα ίδια (PE, 7–8). Δεδομένου ότι το «καλό», όπως και το «κίτρινο», δεν είναι σύνθετο έννοια, είναι απροσδιόριστη.

Το επιχείρημα «ανοιχτής ερώτησης» του Moore προσφέρεται στη συνέχεια υποστηρίζουν τον ισχυρισμό του ότι το «καλό» είναι απροσδιόριστο. Σκεφτείτε ένα Προτεινόμενος ορισμός της μορφής:

(Ζ) Το καλό είναι το Χ.

(Προτεινόμενοι υποψήφιοι για το «Χ» μπορεί να είναι «αυτό που προκαλεί ευχαρίστηση» ή «αυτό που εμείς επιθυμώ να επιθυμώ»· πρβλ. PE, 15–16.) Τότε είτε «το Αγαθό» σημαίνει το ίδιο με το «Χ», ή Δεν το κάνει. Αν ναι, τότε ο ορισμός είναι ασήμαντος, αφού «αναλυτική»· αλλά αν δεν το κάνει, τότε ο ορισμός είναι λάθος. Αλλά για οποιαδήποτε αντικατάσταση του «Χ» – εκτός από το «Καλό» που προφανώς θα έκανε το (G) αναλυτικό—μπορούμε πάντα να θέτουν την ερώτηση (δηλαδή, είναι πάντα μια «ανοιχτή ερώτηση») ως προς το αν το (G) είναι αληθές· οπότε το «Χ» δεν μπορεί να σημαίνει το ίδιο με το «Αγαθό» και ως εκ τούτου δεν μπορεί να προσφερθεί ως ορισμός του «καλού». Ειδικότερα, κάθε απόπειρα Η παροχή ενός νατουραλιστικού ορισμού του «καλού» είναι καταδικασμένη να αποτύχει, ενώ η αντίθετη άποψη ονομάστηκε από τον Moore «νατουραλιστική πλάνη».

Αυτό το επιχείρημα είχε επιρροή —και αμφιλεγόμενο— στο μεταηθικές συζητήσεις από τότε. Αλλά στη γενική του μορφή αυτό που εδώ είναι το παράδοξο της ανάλυσης. (Αν και το πρόβλημα ανάγεται στο παράδοξο της έρευνας που διατυπώνεται στον Μένων του Πλάτωνα και μπορεί να βρεθεί διατυπωμένο στα γραπτά του Φρέγκε, επίσης. Πράγματι, ο όρος «παράδοξο της ανάλυσης» χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά στην σχέση με το έργο του Μουρ, από τον Λάνγκφορντ το 1942.) Σκεφτείτε ένα ανάλυση της μορφής «Το Α είναι Γ», όπου το Α είναι το αναλυόμενο (αυτό που αναλύεται) και το Γ το αναλυόμενο (αυτό που προσφέρεται ως ανάλυση). Τότε είτε το «Α» και το «Γ» έχουν την ίδια έννοια, οπότε η ανάλυση εκφράζει μια τετριμμένη ταυτότητα; ή όχι, οπότε η ανάλυση είναι λάθος. Φαίνεται λοιπόν ότι καμία ανάλυση δεν μπορεί να είναι και σωστή και κατατοπιστικός.

Υπάρχουν πολλά που θα μπορούσαν να ειπωθούν για το παράδοξο του ανάλυση. Τουλάχιστον, φαίνεται να φωνάζει για μια διάκριση μεταξύ δύο ειδών «εννοιών», όπως η διάκριση μεταξύ των μεταξύ «αίσθησης» και «αναφοράς» που ο Φρέγκε σχεδίασε, αναμφισβήτητα ακριβώς ως απάντηση σε αυτό το πρόβλημα (βλ. Beaney 2005; 2017, κεφ. 3). Μια ανάλυση θα μπορούσε τότε να θεωρηθεί ορθή εάν Τα «Α» και «Γ» έχουν την ίδια αναφορά και είναι κατατοπιστικά αν το «Γ» έχει διαφορετική, ή πιο πλούσια διατυπωμένη, έννοια από 'Α'. Στη δική του απάντηση, όταν το παράδοξο ήταν που του τέθηκε το 1942, ο Moore μιλά για το analysandum και το analysans ως την ίδια έννοια σε μια σωστή ανάλυση, αλλά με διαφορετικές εκφράσεις. Αλλά παραδέχτηκε ότι δεν είχε σαφή λύση στο πρόβλημα (RC, 666). και Εάν αυτό ισχύει, τότε είναι εξίσου ασαφές ότι δεν υπάρχει ορισμός του Το «καλό» —είτε νατουραλιστικό είτε όχι— είναι δυνατόν.

Ωστόσο, αν ο Moore δεν παρείχε γενική λύση στο παράδοξο της ανάλυση, το έργο του προσφέρει διευκρινίσεις μεμονωμένων εννοιών, και τα μεταγενέστερα γραπτά του χαρακτηρίζονται από την επίπονη προσοχή στις αποχρώσεις της γλώσσας που επρόκειτο να επηρεάσουν τη γλωσσική φιλοσοφία, ειδικότερα.

5. Λούντβιχ Βιτγκενστάιν

Στον πρόλογο του πρώτου του έργου, το Tractatus Logico-Philosophicus, Λούντβιχ Βιτγκενστάιν (1889–1951) καταγράφει το χρέος του τόσο στον Φρέγκε όσο και στον Ράσελ. Από τον Φρέγκε κληρονόμησε Οι υποθέσεις ότι η λογική που είχε αναπτύξει ο Φρέγκε ήταν η λογική της γλώσσας μας και ότι οι προτάσεις είναι ουσιαστικά της μορφής συνάρτησης-επιχειρήματος. «Ερμηνεύω μια πρόταση —όπως ο Φρέγκε και ο Ράσελ— ως συνάρτηση της εκφράσεις που περιέχονται σε αυτό» (TLP, 3.318· πρβλ. 5.47). Από τον Ράσελ έμαθε τη σημασία της θεωρίας των περιγραφών. «Η αξία του Ράσελ είναι ότι έδειξε ότι το προφανές Η λογική μορφή μιας πρότασης δεν χρειάζεται να είναι η πραγματική» (TLP, 4.0031). Σε αντίθεση με τον Φρέγκε και τον Ράσελ, ωστόσο, σκέφτηκε ότι η συνηθισμένη γλώσσα βρίσκεται σε τέλεια λογική σειρά (TLP, 5.5563). Ο στόχος ήταν απλώς να δείξουμε πώς είναι έτσι μέσω της κατασκευής μιας ιδανικής σημειογραφίας και όχι μιας ιδανική γλώσσα, αποκαλύπτοντας την υποκείμενη σημασιολογική δομή συνηθισμένων προτάσεων που δεν επισκιάζονται πλέον από την επιφανειακή συντακτική τους μορφή.

Αναμφισβήτητα σε αντίθεση με τον Φρέγκε, επίσης, ο Βίτγκενσταϊν ήταν πεπεισμένος εκείνη την εποχή το Tractatus ότι «Υπάρχει ένα και μόνο ένα πλήρες ανάλυση μιας πρότασης» (TLP, 3.25). Η χαρακτηριστικές θέσεις του Tractatus προκύπτουν από τη σκέψη μέσα από τις συνέπειες αυτού, στο πλαίσιο της φρεγκεανής λογικής. Οι προτάσεις θεωρούνται ως συναρτήσεις αλήθειας στοιχειωδών προτάσεων (4.221, 5, 5.3) και στοιχειώδεις προτάσεις ως συναρτήσεις ονομάτων (4.22, 4.24). Η σημασία κάθε ονόματος είναι το απλό αντικείμενο που σημαίνει (3.203, 3.22), και αυτά τα απλά αντικείμενα υπάρχουν απαραίτητα ως προϋπόθεση της νοηματοδότησης της γλώσσας (2.02 κ.ε.). Για Wittgenstein, η ύπαρξη απλών αντικειμένων ήταν εγγυημένη από το απαίτηση να είναι καθορισμένη η έννοια (3.23· πρβλ. Σημείωση, 63). Η κατ' αυτόν τον τρόπο ο Wittgenstein κατέληξε σε συμπεράσματα, τα οποία ελάχιστα φαίνονται μεταφυσικά – επιδιώκοντας αυστηρά την συνέπειες των λογικών του απόψεων. Όπως σημείωσε στα Σημειωματάριά του το 1916, «Το έργο μου έχει επεκταθεί από το θεμέλια της λογικής στη φύση του κόσμου» (Σημείωση, 79).

Σύμφωνα με τον Wittgenstein, λοιπόν, η ανάλυση αρχή – μας οδηγεί στα τελικά συστατικά των προτάσεων, και πράγματι, στη φύση του ίδιου του κόσμου. Ότι ο Βιτγκενστάιν ήταν δεν ήταν σε θέση να δώσει παραδείγματα απλών αντικειμένων δεν θεωρήθηκε ως αντίρρηση στην ίδια τη λογική σύλληψη. Εξίσου βέβαιο Εξήχθησαν συμπεράσματα όσον αφορά τη σκέψη μας. «Αν Γνωρίζουμε για καθαρά λογικούς λόγους ότι πρέπει να υπάρχει στοιχειώδης προτάσεις, τότε όλοι όσοι κατανοούν τις προτάσεις στο δικό τους μη αναλυμένη μορφή πρέπει να το γνωρίζει» (TLP, 5.5562). Επί του αιτήματος μπορεί να φαίνεται προφανώς ψευδής, αλλά ήταν ακριβώς το καθήκον της ανάλυσης για να αναδείξουμε αυτό που γνωρίζουμε μόνο σιωπηρά.

Όλη αυτή η λογική και μεταφυσική εικόνα διαλύθηκε στο Το μεταγενέστερο έργο του Wittgenstein (βλ. ειδικά PI, §§ 1–242). Η υπόθεση ότι η φρεγκεανή λογική παρέχει τη λογική της γλώσσας και του κόσμου απορρίφθηκε και η Τονίστηκαν πολλές διαφορετικές χρήσεις της γλώσσας. Η ιδέα ότι τα ονόματα σημαίνουν τους φορείς τους, οι διάφορες θέσεις λειτουργικότητας και σύνθεσης και της συνακόλουθης προσφυγής σε σιωπηρές διαδικασίες Η δημιουργία νοήματος επικρίθηκε. Για το μεταγενέστερο του Βιτγκενστάιν άποψη, «τίποτα δεν είναι κρυφό» (PI, §435· πρβλ. Malcolm 1986, 116); Η φιλοσοφία είναι απλώς θέμα σαφήνειας για ό,τι είναι ήδη κοινό κτήμα – τη γραμματική του δικού μας γλώσσα (PI, §§ 122, 126).

Η έρευνά μας είναι επομένως γραμματική. Η εν λόγω Η έρευνα ρίχνει φως στο πρόβλημά μας ξεκαθαρίζοντας παρεξηγήσεις μακριά. Οι παρανοήσεις σχετικά με τη χρήση των λέξεων, που προκλήθηκαν, μεταξύ άλλα πράγματα, με ορισμένες αναλογίες μεταξύ των μορφών έκφρασης διαφορετικές περιοχές της γλώσσας.—Μερικά από αυτά μπορούν να αφαιρεθούν από αντικατάσταση μιας μορφής έκφρασης με μια άλλη. Αυτό μπορεί να ονομαστεί «ανάλυση» των μορφών έκφρασής μας, γιατί η διαδικασία είναι μερικές φορές σαν να αποσυναρμολογείς ένα πράγμα. (PI, §90)

Η προηγούμενη αντίληψη του Wittgenstein για την ανάλυση, ως συνδυασμός ανάλυση με ανάλυση αποσύνθεσης, έχει δώσει τη θέση της σε αυτό που έχει ονομαστεί «συνδετική» ανάλυση (Strawson 1992, κεφ. 2; Hacker 1996, κεφ. 5). Δεδομένου του πόσο βαθιά ενσωματωμένο ήταν αυτό νωρίτερα σύλληψη ήταν σε όλη τη μεταφυσική του Tractatus, το κριτική του Tractatus έχει θεωρηθεί από ορισμένους ότι υπονοεί την απόρριψη της ανάλυσης συνολικά. Αλλά ο Βιτγκενστάιν δεν αποκηρύσσει ανάλυση συνολικά, αν και (όπως υποδηλώνει το απόσπασμα που μόλις παρατέθηκε) τείνει να σκέφτεται την «ανάλυση» κυρίως στην ακατέργαστη έννοια της αποσύνθεσης. Όχι μόνο μπορεί η λογική ανάλυση, με την έννοια του «μετάφραση» σε μια λογική γλώσσα, εξακολουθούν να έχουν αξία απελευθερώνοντάς μας από παραπλανητικές απόψεις για τη γλώσσα, αλλά συνδετική ανάλυση είναι επίσης μια μορφή ανάλυσης (όπως δείξαμε σε όλο αυτό το λήμμα, και όπως θα δούμε περαιτέρω στις επόμενες τρεις ενότητες).

6. Η Susan Stebbing και η Σχολή Ανάλυσης του Cambridge

Η Σχολή Ανάλυσης του Κέιμπριτζ, όπως ήταν γνωστή εκείνη την εποχή, ήταν δραστηριοποιήθηκε κυρίως τη δεκαετία του 1930. Με έδρα το Κέιμπριτζ, σχεδίασε την έμπνευση από τον λογικό ατομισμό του Ράσελ και του Βιτγκενστάιν και το προηγούμενο έργο του Moore. Η Susan Stebbing (1885–1943) ήταν η ηγετική φυσιογνωμία, αν μη τι άλλο για τη συγγραφή αυτού που ήταν στην πραγματικότητα η πρώτη εγχειρίδιο αναλυτικής φιλοσοφίας, Μια σύγχρονη εισαγωγή στο Logic, η οποία εκδόθηκε το 1930, με δεύτερη έκδοση το 1933. Εκτός από τον ίδιο τον Stebbing και τον Moore, τα μέλη του περιελάμβαναν τον John Wisdom, Max Black και Austin Duncan-Jones. Μαζί με τον C. A. Mace και οι Gilbert Ryle, Stebbing και Duncan-Jones (ο οποίος ήταν ο πρώτος συντάκτης του) ίδρυσε το περιοδικό Analysis, το οποίο πρωτοεμφανίστηκε στο Νοέμβριος 1933 και το οποίο παραμένει βασικό περιοδικό της αναλυτικής φιλοσοφίας Σήμερα.

Το παράδειγμα της ανάλυσης εκείνη την εποχή ήταν η θεωρία του Ράσελ για περιγραφές οι οποίες (όπως είδαμε σε σχέση με τις αποφάσεις Russell και Wittgenstein παραπάνω) άνοιξε το όλο εγχείρημα της αναδιατύπωσης προτάσεις στην «ορθή» λογική τους μορφή, όχι μόνο για να αποφευχθούν τα προβλήματα που δημιουργούνται από παραπλανητικές επιφανειακές γραμματικές μορφή τους, αλλά και να αποκαλύψουν τη «βαθιά δομή» τους. Ενσωματωμένο Στη μεταφυσική του λογικού ατομισμού, αυτό γέννησε την ιδέα του ανάλυση ως τη διαδικασία αποκάλυψης των τελικών συστατικών της προτάσεις (ή τα πρωτόγονα στοιχεία των «γεγονότων» που αντιπροσωπεύουν οι προτάσεις μας).

Αυτός ο χαρακτηρισμός υποδηλώνει μια διάκριση που έχει ήδη γίνει και η οποία σχεδιάστηκε για πρώτη φορά ρητά τη δεκαετία του 1930 από τον Susan Stebbing (1932, 1933b, 1934) και John Wisdom (1934), στο μεταξύ αυτού που αποκαλούνταν «λογικό» ή ανάλυση «ίδιου επιπέδου» και «φιλοσοφική» ή «μεταφυσική» ή «αναγωγική» ή ανάλυση «κατεύθυνσης» ή «νέου επιπέδου». Η μεταφράζει πρώτα την πρόταση που πρέπει να αναλυθεί σε καλύτερα λογικά ενώ το δεύτερο στοχεύει να εκθέσει τη μεταφυσική του προϋποθέσεις. Στην περίπτωση του Russell, αφού «ανέλυσε την οριστική περιγραφή, αυτό που φαίνεται στη συνέχεια είναι ακριβώς αυτό που δεσμεύσεις παραμένουν—σε λογικές σταθερές και έννοιες, οι οποίες με τη σειρά τους απαιτούν περαιτέρω ανάλυση για να «μειωθούν» σε πράγματα της υποτιθέμενης άμεσης γνωριμίας μας.

Η αξία αυτής της διάκρισης είναι ότι μας επιτρέπει να αποδεχτούμε το πρώτο είδος ανάλυσης, αλλά να απορρίψετε το δεύτερο, το οποίο είναι ακριβώς αυτό που Ο Max Black (1933) απάντησε στον Stebbing (1933b). Η επίθεση στο της μεταφυσικής ανάλυσης ως αποκάλυψης γεγονότων, θεωρεί ότι η ακόλουθο παράδειγμα:

(Ε) Κάθε οικονομολόγος είναι λανθασμένος.

Ο Black προτείνει ότι μια μεταφυσική ανάλυση, στο σύλληψη, τουλάχιστον σε ενδιάμεσο επίπεδο, θα απέφερε την ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

(Ε#) Ο Maynard Keynes είναι λανθασμένος, ο Josiah Stamp είναι λανθασμένος κ.λπ.

Ωστόσο, το (E) δεν σημαίνει το ίδιο με το (E#), τα μαύρα αντικείμενα, εκτός εάν Ο όρος «μέσα» χρησιμοποιείται χαλαρά υπό την έννοια του «συνεπάγεται». Αλλά η ανάλυση δεν μπορεί να παρουσιάσει τις προτάσεις συνεπάγεται, δεδομένου ότι αυτό θα απαιτούσε τη γνώση, σε αυτό το παράδειγμα, της ονομασίας κάθε οικονομολόγου. Η σωστή ανάλυση, προτείνει ο Black, είναι Απλά:
(Ε*) (x) (ο x είναι οικονομολόγος) συνεπάγεται (x είναι λανθασμένος).

Αυτή είναι μια λογική ανάλυση της δομής και όχι μια μεταφυσική αποκάλυψη γεγονότων. (1933, 257)

Παρόμοια επιχειρήματα θα μπορούσαν να προβληθούν στην περίπτωση άλλων γενικών προτάσεις, οι οποίες μαζί με τις αρνητικές προτάσεις αποδείχθηκαν ιδιαίτερα ανθεκτική στην «αναγωγική» ανάλυση, και η απόρριψη του τελευταίου υπέρ της λογικής αναλύσεως και, στη συνέχεια, γλωσσολογική ανάλυση, ήρθε να χαρακτηρίσει την επόμενη φάση της αναλυτικής φιλοσοφία.

7. Rudolf Carnap και Λογικός Θετικισμός: Οιονεί Ανάλυση και Εξήγηση

Η απόρριψη της μεταφυσικής ανάλυσης είναι χαρακτηριστική της λογικής θετικισμός, που αναπτύχθηκε στη Βιέννη κατά τις δεκαετίες του 1920 και του 1930. Η κεντρική φιγούρα ήταν ο Ρούντολφ Κάρναπ (1891–1970), ο οποίος επηρεάστηκε όχι μόνο από τον Φρέγκε, τον Ράσελ και τον Βιτγκενστάιν αλλά και από τον νεοκαντιανισμό (βλ. Friedman 2000, Richardson 1998). Το έργο του μπορεί να θεωρηθεί ως σημάδι Η μετάβαση σε λογικές και γλωσσικές μορφές ανάλυσης απαλλαγμένος, τουλάχιστον επίσημα, από μεταφυσικές αποσκευές.

Η βασική μεθοδολογική σύλληψη του Carnap στο πρώτο του σημαντικό έργο, Der logische Aufbau der Welt (1928) είναι αυτή της οιονεί ανάλυσης. Ο Carnap έκρινε ότι η θεμελιώδης «μονάδες» εμπειρίας δεν ήταν οι ιδιότητες (τα χρώματα, τα σχήματα κ.λπ.) εμπλέκονται σε ατομικές εμπειρίες, αλλά εμπειρίες, λαμβανόμενες ως αδιαίρετα σύνολα. Αλλά αυτό σήμαινε Αυτή η ανάλυση—κατανοητή στην αποσυνθετική δεν μπορούσε να αποδώσει αυτές τις ιδιότητες, ακριβώς επειδή Δεν θεωρούνταν συστατικά του στοιχειώδους εμπειρίες (1928, §68). Αντίθετα, έπρεπε να είναι «κατασκευασμένη» με οιονεί ανάλυση, μια μέθοδος που μιμείται την ανάλυση για την παραγωγή «οιονεί συστατικών», αλλά που προχωρά «συνθετικά» και όχι «αναλυτικά» (1928, §§ 69, 74).

Στην ουσία, η μέθοδος οιονεί ανάλυσης του Carnap είναι ακριβώς αυτό μέθοδο λογικής αφαίρεσης που είχε χρησιμοποιήσει ο Φρέγκε στην §62 του Grundlagen (αν και χωρίς να τη δει ως «αφαίρεση»). Μια σχέση ισοδυναμίας που ισχύει μεταξύ πράγματα ενός είδους (έννοιες στην περίπτωση του Φρέγκε) χρησιμοποιείται για να ορίσει ή «κατασκευάζουν» πράγματα άλλου είδους (αριθμοί σε Φρέγκε). Ακριβώς όπως οι αριθμοί δεν είναι συστατικά του έννοιες στις οποίες αποδίδονται, αλλά μπορούν να κατασκευαστούν από σχέσεις ισοδυναμίας, το ίδιο μπορούν να κάνουν και άλλες «οιονεί συστατικά». (Για λεπτομερή συζήτηση για την οιονεί ανάλυση, καθώς και για τις επιπλοκές και τις δυσκολίες ότι προκαλεί, βλέπε Goodman 1977, κεφ. 5; Richardson 1998, κεφ. 2.)

Η χρήση του όρου «οιονεί ανάλυση» από τον Carnap είναι αποκαλυπτικό, γιατί το «οιονεί» υποδηλώνει ότι είναι ακόμα μέσα υποταγμένος στην αποσυνθετική αντίληψη της ανάλυσης, παρά το γεγονός ότι αναγνωρίζουν ότι υπάρχουν και άλλες μορφές ανάλυσης, π.χ. οι οποίες αφαίρεση αντ' αυτού. Στις αρχές της δεκαετίας του 1930, ωστόσο, ο Carnap είναι στην ευχάριστη θέση να χρησιμοποιούν τον όρο «ανάλυση» ή πιο συγκεκριμένα, «λογική ανάλυση»—για μεθόδους αφαίρεσης και κατασκευή. Σε μια εργασία με τίτλο «Η Μέθοδος της Λογικής Ανάλυση», που δόθηκε σε ένα συνέδριο το 1934, για παράδειγμα, έγραψε: "Η λογική ανάλυση μιας συγκεκριμένης έκφρασης συνίσταται στην δημιουργία ενός γλωσσικού συστήματος και την τοποθέτηση αυτής της έκφρασης σε αυτό το σύστημα» (1936, 143). Μέχρι εκείνη τη στιγμή, ο Carnap's είχε συμβεί «γλωσσική στροφή» (βλ. Carnap 1932, 1934). αλλά η αντίληψη στην οποία βασίζεται το Aufbau παρέμεινε: ανάλυση περιλαμβάνει την έκθεση των δομικών σχέσεων ενός πράγματος με τον εντοπισμό σε ένα αφηρημένο θεωρητικό σύστημα.

Στο μεταγενέστερο έργο του ο Carnap μιλά για την ανάλυση ως «εξήγηση», αν και αυτό ανάγεται επίσης στο Aufbau, όπου ο Carnap μίλησε για «ορθολογική ανασυγκρότησης». (Η σύνδεση μεταξύ των δύο ιδεών γίνεται στον πρόλογο του Carnap στη 2η έκδοση του Aufbau). Στο Νόημα και Αναγκαιότητα (1947), Carnap Χαρακτηρίζει την εξήγηση ως εξής:

Το έργο της ακριβέστερης μιας ασαφούς ή όχι ακριβούς έννοιας που χρησιμοποιείται στην καθημερινή ζωή ή σε προγενέστερο στάδιο της επιστημονικής ή λογικής ανάπτυξη ή μάλλον να την αντικαταστήσει με ένα νεόδμητο, πιο έννοια, ανήκει στα πιο σημαντικά καθήκοντα της λογικής ανάλυση και λογική κατασκευή. Αυτό το ονομάζουμε καθήκον του ή να εξηγήσει την προγενέστερη έννοια ... (1947, 7–8)

Ο Carnap δίνει ως παραδείγματα τον λογικιστή του Frege και του Russell επεξήγηση αριθμητικών όρων όπως «δύο»—«το «δύο» με την όχι ακριβώς ακριβή έννοια με την οποία χρησιμοποιούνται στην καθημερινή ζωή και στα εφαρμοσμένα μαθηματικά»—και τις διαφορετικές εξηγήσεις των συγκεκριμένων περιγραφών τους (1947, 8).

Μια πληρέστερη συζήτηση της εξήγησης παρέχεται στο πρώτο κεφάλαιο του Logical Foundations of Probability (1950), όπου ο Carnap προσφέρει κριτήρια επάρκειας για εξήγηση και δίνει Ως κύριο παράδειγμά του η έννοια της θερμοκρασίας ως εξήγηση της πιο αόριστη έννοια της ζεστασιάς. Η ιδέα μιας επιστημονικά καθορισμένης έννοιας που αντικαθιστά μια καθημερινή έννοια μπορεί να είναι προβληματική, αλλά η ιδέα ότι η ανάλυση περιλαμβάνει τη «μετάφραση» κάτι σε Το πλουσιότερο θεωρητικό σύστημα δεν είναι εμφανές μόνο σε ένα κεντρικό σκέλος αναλυτική φιλοσοφία, αλλά έχει επίσης υπονοηθεί σε αναλυτικά έργα σε όλη την ιστορία της φιλοσοφίας. Μπορείτε να το βρείτε ακριβώς στο αρχίζοντας, για παράδειγμα, από την αρχαία ελληνική γεωμετρία, αν και πολύ πιο σαφής στην αναλυτική γεωμετρία. Επομένως, δεν ήταν νέο, αλλά σίγουρα προβλήθηκε στο προσκήνιο φιλοσοφία και να δοθεί μια σύγχρονη πνοή στο πλαίσιο της νέας λογικά συστήματα που αναπτύχθηκαν από τους Frege, Russell και Carnap.

8. Γλωσσολογική Φιλοσοφία της Οξφόρδης: Γλωσσολογική και Συνδετική Ανάλυση

Ο Michael Dummett (1991a, 111) έχει προτείνει ότι η ακριβής στιγμή που έγινε η «γλωσσική στροφή» στη φιλοσοφία είναι άρθρο 62 του Grundlagen του Frege, όπου ως απάντηση στην πώς μας δίνονται οι αριθμοί, ο Φρέγκε προτείνει να ορίσουμε η έννοια μιας πρότασης στην οποία εμφανίζεται ένας αριθμητικός όρος. Ο Dummett έχει ανέφερε επίσης ότι «το θεμελιώδες αξίωμα της αναλυτικής φιλοσοφία» είναι ότι «η μόνη οδός για την ανάλυση των Η σκέψη περνά μέσα από την ανάλυση της γλώσσας» (1993, 128). Ακόμα Τόσο ο Φρέγκε όσο και ο Ράσελ ήταν εχθρικοί προς την καθημερινή γλώσσα και οι Η «γλωσσική στροφή» υιοθετήθηκε Tractatus του Wittgenstein, πριν ενοποιηθεί στο το έργο του Carnap στις αρχές της δεκαετίας του 1930. Αλλά το αξίωμα του Dummett έχει πολλοί αναλυτικοί φιλόσοφοι και ήταν σίγουρα χαρακτηριστικό της φιλοσοφίας της Οξφόρδης στις δύο δεκαετίες περίπου μετά την Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος.

Ο Gilbert Ryle (1900–76) μπορεί να θεωρηθεί αντιπροσωπευτικός εδώ. Σε Ένα από τα πρώτα του έργα, που χρονολογείται πριν από τον πόλεμο, είχε υποστηρίξει ότι η γλώσσα είναι «συστηματικά παραπλανητική» (1932), αν και όπως ο ίδιος παρατήρησε αργότερα (στο Rorty 1967, 305), Ήταν ακόμα υπό την επιρροή της ιδέας που ήταν πάντα μια «ορθή» λογική μορφή που πρέπει να αποκαλυφθεί. Αλλά με την κατάρρευση του λογικού ατομισμού (βλ. §6 παραπάνω), η έμφαση μετατοπίστηκε στην προσεκτική περιγραφή αυτού που ο Ryle που ονομάζεται «λογική γεωγραφία» των εννοιών μας. Το πιο σημαντικό έργο του Ryle ήταν το The Concept of Mind, δημοσιεύθηκε το 1949, στην οποία υποστήριξε ότι το καρτεσιανό δόγμα της Το «Ghost in the Machine» ήταν το αποτέλεσμα μιας «λάθος κατηγορίας», μπερδεύοντας τις νοητικές περιγραφές με το γλώσσα των φυσικών γεγονότων. Και πάλι, ο Ράιλ ήταν αργότερα επικριτικός για το υπονοεί ότι η μοναδική έννοια του σφάλματος κατηγορίας θα μπορούσε να λειτουργεί ως «σκελετός-κλειδί» για όλα τα προβλήματα (1954, 9). αλλά οι λεπτομερείς περιγραφές μεμονωμένων εννοιών που παρείχε στο Το έργο του στο σύνολό του κατέδειξε τη δύναμη και την αξία της γλωσσικής ανάλυση και πρόσφερε ένα μοντέλο για άλλους φιλοσόφους. Στο κεφάλαιο 2, Για παράδειγμα, κάνει μια διάκριση μεταξύ του να γνωρίζεις πώς και να γνωρίζεις ότι, για την οποία έχει γίνει πολλή συζήτηση στο Πρόσφατη επιστημολογία. Υπάρχουν πολλά πράγματα που ξέρω πώς να κάνω κάνουν —όπως να κάνουν ποδήλατο— χωρίς να μπορούν να εξηγήσουν αυτό που κάνω, δηλαδή χωρίς να ξέρω ότι ακολουθώ Ο τάδε κανόνας. Ο πειρασμός να αφομοιώσεις τη γνώση πώς να το γνωρίζουμε αυτό πρέπει επομένως να αντισταθούμε.

Ο J. L. Austin (1911–60) ήταν μια άλλη σημαντική προσωπικότητα στην Οξφόρδη εκείνη την εποχή. Όπως και ο Ράιλ, τόνισε την ανάγκη να είμαστε προσεκτικοί προσοχή στη συνήθη χρήση της γλώσσας, περιγράφοντας την μεθοδολογική προσέγγιση ως «γλωσσική φαινομενολογία» (1956, 182). Είχε επιρροή στη δημιουργία της θεωρίας λόγου-πράξης, με διακρίσεις όπως αυτή μεταξύ λόγου, ομιλίας και Προφορικές πράξεις (1962a). Αν και ο Austin μοιράστηκε το ότι ο προβληματισμός για τη γλώσσα θα μπορούσε να επιλύσει τις παραδοσιακές φιλοσοφικά προβλήματα, η γλωσσολογική ανάλυση έχει έκτοτε όλο και περισσότερο ως εργαλείο για την κατασκευή θεωριών Γλώσσα. Αλλά ένα καλό παράδειγμα της σημασίας τέτοιων Ο προβληματισμός για τη φιλοσοφία εμφανίζεται στην ενότητα IV του βιβλίου του Austin Sense and Sensibilia (1962b), όπου ο Austin θεωρεί το διάφορες χρήσεις των ρημάτων «εμφανίζομαι», «κοιτάζω» και «φαίνεται». Συγκρίνετε, για παράδειγμα, τα ακόλουθα (1962b, 36):

(1) Φαίνεται ένοχος.

(2) Φαίνεται ένοχος.

(3) Φαίνεται ένοχος.

Υπάρχουν σαφώς διαφορές εδώ, και η σκέψη διαφορές επιτρέπει σε κάποιον να εκτιμήσει πόσο χονδροειδείς ορισμένες από τις Τα επιχειρήματα είναι υπέρ των θεωριών της αντίληψης που απευθύνονται σε «αισθητηριακά δεδομένα».

Ο Ράιλ, ειδικότερα, κυριάρχησε στη φιλοσοφική σκηνή της Οξφόρδης (και ίσως στη Βρετανία γενικότερα) στις δεκαετίες του 1950 και του 1960. Ήταν Waynflete Καθηγητής Μεταφυσικής Φιλοσοφίας από το 1945 έως το 1968 και Εκδότης του Mind από το 1947 έως το 1971. Ο διάδοχός του στην προεδρία ήταν ο P. F. Strawson (1919–2006), του οποίου η κριτική Η θεωρία των περιγραφών του Ράσελ στη δική του θεμελιώδη εργασία του 1950, «Περί παραπομπής», και η εισαγωγή του στη λογική Η θεωρία του 1952 είχε επίσης βοηθήσει στην καθιέρωση της συνηθισμένης γλώσσας φιλοσοφία ως αντίβαρο στην παράδοση του Φρέγκε, του Ράσελ και του Κάρναπ. Η εμφάνιση των Ατόμων το 1959 και η Το Bounds of Sense το 1966 σηματοδότησε μια επιστροφή στη μεταφυσική, αλλά ήταν μια μεταφυσική που ο Strawson ονόμασε «περιγραφική» (όπως σε αντίθεση με την «αναθεωρητική») μεταφυσική, με στόχο την αποσαφήνιση τα θεμελιώδη εννοιολογικά μας πλαίσια. Εδώ μπορούμε να δούμε πώς Η «συνδετική» ανάλυση έχει αντικαταστήσει την «αναγωγική» ανάλυση; και αυτή η μετατόπιση συζητήθηκε ρητά στο έργο Strawson δημοσίευσε λίγο μετά τη συνταξιοδότησή του, Analysis and Metaphysics (1992). Ο Strawson σημειώνει ότι η ανάλυση έχει συχνά θεωρηθεί ως «ένα είδος διάσπασης ή αποσύνθεσης κάποιου πράγματος» (1992, 2), αλλά επισημαίνει ότι έχει επίσης μια πιο ολοκληρωμένη έννοια (1992, 19), στην οποία βασίζεται για να προσφέρει μια «συνδετική ανάλυσης» σε αντίθεση με το «αναγωγικό ή αναγωγικό ατομιστικό μοντέλο» (1992, 21). Οι πιο βασικές μας έννοιες, σε αυτό το είναι «μη αναγώγιμες», αλλά όχι «απλές»:

Μια έννοια μπορεί να είναι πολύπλοκη, με την έννοια ότι η φιλοσοφική της Η αποσαφήνιση απαιτεί τη δημιουργία των δεσμών της με άλλα έννοιες και ταυτόχρονα μη αναγώγιμες, υπό την έννοια ότι δεν μπορεί να οριστεί, χωρίς κυκλικότητα, όσον αφορά τις άλλες έννοιες με τις οποίες αναγκαστικά σχετίζεται. (1992, 22–3)

Μια τέτοια άποψη δεν ήταν καινούργια. Το σημείο είχε επίσης επισημανθεί από τον A. C. Ewing, Για παράδειγμα, σε ένα βιβλίο για την ηθική που εκδόθηκε το 1953. Ανταπόκριση απευθείας στα επιχειρήματα του Moore στην υπόθεση Principia Ethica (βλ. §4 ανωτέρω), ο Ewing παρατηρεί ότι «Το να διατηρείς ότι το καλό είναι απροσδιόριστο δεν είναι να υποστηρίξουμε ότι δεν μπορούμε να ξέρουμε πώς είναι ή ότι δεν μπορούμε να πούμε τίποτα γι' αυτό, αλλά μόνο ότι δεν μπορεί να μειωθεί σε οτιδήποτε άλλο» (1953, 89). Όποια και αν είναι η άποψη του καθενός αναγωγικά προγράμματα, ένα ουσιαστικό μέρος της φιλοσοφίας ήταν η αποσαφήνιση των θεμελιωδών εννοιών μας. Αντικατοπτρίζεται στο της συνδετικής ανάλυσης, είναι ίσως αυτό, πάνω απ' όλα, που έχει επέτρεψε να συνεχιστεί η συζήτηση για «αναλυτική» φιλοσοφία παρά το γεγονός ότι Η κατάρρευση του λογικού ατομισμού και του λογικού θετικισμού.

9. Εννοιολογική Ανάλυση

Όπως αναφέρθηκε στην αρχή αυτού του λήμματος, η (δυτική) αναλυτική φιλοσοφία θα πρέπει πραγματικά να θεωρηθεί ως ένα σύνολο αλληλένδετων υποπαραδόσεις που συγκρατούνται από ένα κοινό ρεπερτόριο αντιλήψεων για ανάλυση στην οποία βασίζονται μεμονωμένοι φιλόσοφοι με διαφορετικούς τρόπους. Υπάρχουν συγκρούσεις μεταξύ αυτών των διαφόρων υποπαραδόσεων. Στο δικό του εναρκτήρια διάλεξη του 1969, «Νόημα και Αλήθεια», Strawson μίλησε για μια «ομηρική πάλη» μεταξύ θεωρητικών της τυπικής σημασιολογίας, όπως αντιπροσωπεύεται με διαφορετικούς τρόπους από τον Φρέγκε, τον πρώιμο Βιτγκενστάιν και Τσόμσκι, και οι θεωρητικοί της επικοινωνίας-πρόθεσης, όπως εκπροσωπούμενη από τους Austin, Paul Grice και τον μετέπειτα Wittgenstein (1969, 171–2). Οι ιδέες των πρώτων επρόκειτο να αναπτυχθούν, οι περισσότερες ιδίως από τους Donald Davidson και Michael Dummett, καθώς και τις ιδέες του τελευταίο από τον ίδιο τον Strawson και τον John Searle. και η συζήτηση έχει συνεχίστηκε μέχρι σήμερα, διακλαδίζοντας πολλούς τομείς της φιλοσοφίας. Ούτε είναι συμφωνία σχετικά με αυτό που ο Dummett αποκάλεσε «θεμελιώδη αξίωμα της αναλυτικής φιλοσοφίας, ότι η ανάλυση της γλώσσας είναι πριν από την ανάλυση της σκέψης (1993, 128). Όπως σημείωσε ο ίδιος ο Ντάμετ (ό.π., 4), το έργο του Gareth Evans, The Varieties of Reference (1982), φαίνεται να τον θέτει εκτός της αναλυτικής παράδοση, έτσι χαρακτηρισμένη. Για να υπονοήσει ότι παραμένει μόνο μέσα στο αρετή της «υιοθέτησης ενός συγκεκριμένου φιλοσοφικού ύφους και... ελκυστικό σε ορισμένους συγγραφείς παρά σε ορισμένους άλλους» (Dummett 1993, 5) είναι ήδη να παραδεχτεί την ανεπάρκεια της χαρακτηρισμός.

Από τη δεκαετία του 1960, το κέντρο βάρους της αναλυτικής φιλοσοφίας έχει μετατοπίστηκε προς τη Βόρεια Αμερική, η οποία αντισταθμίστηκε ελαφρώς από την τα τελευταία χρόνια της αναλυτικής φιλοσοφίας στην ηπειρωτική Ευρώπη, τη Νότια Αμερική και την Ασία και τη συνεχή ανάπτυξή της Αυστραλασία. Αν και πολλοί από τους λογικούς θετικιστές - οι περισσότεροι Συγκεκριμένα, ο Carnap - μετανάστευσε στις Ηνωμένες Πολιτείες τη δεκαετία του 1930, χρειάστηκε λίγος χρόνος για να ριζώσουν και να αναπτυχθούν οι ιδέες τους. W. V. O. Quine (1908–2000) είναι η πανύψηλη φιγούρα εδώ, και η περίφημη κριτική του της αναλυτικής/συνθετικής διάκρισης του Carnap (Quine 1951) ήταν καθοριστικής σημασίας για την εγκαινίαση μιας άποψης της φιλοσοφίας ως συνεχούς φυσικές επιστήμες, με την αντίστοιχη απόρριψη της άποψης ότι υπήρχε κάτι ξεχωριστό στην εννοιολογική ανάλυση. Του αμφισβητήθηκε εκείνη την εποχή από τους Grice και Strawson (1956), αλλά Μόλις τη δεκαετία του 1990 το θέμα επανεξετάστηκε με μια πιο φιλανθρωπική άποψη του Carnap (Ebbs 1997, Μέρος II; Friedman 1999, κεφ. 9; Richardson 1998, κεφ. 9).

Μια υπεράσπιση της εννοιολογικής ανάλυσης, με μια επιφυλακτική απόρριψη της Η κριτική του Quine για την αναλυτικότητα, προσφέρθηκε από τον Frank Jackson στο το βιβλίο του, Από τη Μεταφυσική στην Ηθική (1998). Στις Κατά την άποψη του Τζάκσον, ο ρόλος της εννοιολογικής ανάλυσης είναι να κάνει σαφή τη «λαϊκή θεωρία» μας για ένα δεδομένο θέμα, αποσαφηνίζοντας τις έννοιές μας εξετάζοντας τον τρόπο με τον οποίο τα άτομα ταξινομούν δυνατότητες (1998, 31–3). Στον βαθμό που περιλαμβάνει «κατανοητά» των απαντήσεών μας (ό.π., 36), πιο κοντά σε αυτό που ο Quine ονόμασε «παράφραση» (1960, §§ 33, 53) από την απλή καταγραφή των συνηθισμένων διαισθήσεις (Jackson 1998, 45). Ο Τζάκσον υποστηρίζει ένα «μέτριο» ρόλο για την εννοιολογική ανάλυση, αλλά στο μέτρο που παραδέχεται ότι ένα ορισμένο «μασάζ των λαϊκών διαισθητικών» μπορεί να (ό.π., 47), δεν είναι σαφές ότι η αντίληψή του είναι όπως ουδέτερο όπως προτείνει. Σκεφτείτε, για παράδειγμα, το κεντρικό του επιχείρημα στο κεφάλαιο 4, που προσφέρεται προς υπεράσπιση της άποψης ότι τα χρώματα είναι πρωταρχικά ιδιότητες των αντικειμένων (ό.π., 93):

(Παρ. 1) Το κιτρίνισμα είναι η ιδιότητα των αντικειμένων που υποτίθεται ότι παρουσιάζονται σε θέματα όταν αυτά τα αντικείμενα φαίνονται κίτρινα.

(Παρ. 2) Η ιδιότητα των αντικειμένων που υποτίθεται ότι παρουσιάζονται στα υποκείμενα όταν Τα αντικείμενα φαίνονται κίτρινα είναι τουλάχιστον μια φυσιολογική αιτία της εμφάνισής τους κίτρινος.

(Παρ. 3) Οι μόνες αιτίες (κανονικές ή μη) των αντικειμένων» Τα κίτρινα φαίνονται είναι συμπλέγματα φυσικών ιδιοτήτων.

(Συμπ.) Το κιτρίνισμα είναι ένα σύμπλεγμα των φυσικών ιδιοτήτων του αντικείμενα.

(Παρ. 1) αποτελεί παράδειγμα αυτού που ο Τζάκσον αποκαλεί «πρωταρχική μας διαίσθηση» για το χρώμα», (Παρ. 2) είναι μια «εννοιολογική αλήθεια για το παρουσίαση», και (Pr. 3) είναι η εμπειρική αλήθεια που είναι απαιτείται για να καταλήξουμε στο μεταφυσικό συμπέρασμα (Conc.) ότι «εντοπίζει» την κιτρινίλα στην οντολογία μας. (Pr. 1) προορίζεται για να συμπυκνώσουμε τη συνηθισμένη μας «λαϊκή άποψη». Αλλά ως έχει Είναι διφορούμενο. Λέει το (Pr. 1) ότι υπάρχει ένα ακίνητο, αλλά για την οποία δεν είμαστε σίγουροι αν μας παρουσιάζεται πραγματικά ή όχι, ή ότι η ίδια η ιδιότητα είναι μόνο υποθετική; Το τελευταίο Η ανάγνωση είναι πιο κοντά στην «επιπολαιότητα» που λέει ο Τζάκσον θέλει ως «ασφαλή αφετηρία» του, που θα μπορούσε να είναι Καλύτερα να εκφραστεί ως "Η κίτρινη είναι η ιδιότητα που βλέπουν τα αντικείμενα έχουν όταν φαίνονται κίτρινα» (βλ. 1998, 89)· αλλά είναι το πρώτο Αυτό κάνει τη δουλειά στο επιχείρημα. Εάν το ίδιο το ακίνητο είναι μόνο (δηλαδή, εάν τα χρώματα δεν είναι καθόλου ιδιότητες των αντικειμένων, όπως κάποιοι υποστήριξαν), τότε (Παρ. 2) είναι ψευδής. Τουλάχιστον, δεν είναι μια εννοιολογική αλήθεια ότι οι υποτιθέμενες ιδιότητες μπορεί να είναι φυσιολογικές αιτίες. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Τζάκσον κάνει λάθος για τις προκριματικές εκλογές ποιοτική προβολή χρώματος. Αλλά δείχνει ακριβώς ποιες υποθέσεις μπορεί ήδη να εμπλέκονται στην άρθρωση «λαϊκών διαισθητικών», ακόμη και σε μια υποτιθέμενη «μέτρια» κατανόηση της εννοιολογικής ανάλυση. Στο τέλος, όπως δείχνει η ιστορία των αντιλήψεων της ανάλυσης, καμία αντίληψη δεν μπορεί να διαχωριστεί από το λογικό και το μεταφυσικό πλαίσιο στο οποίο λειτουργεί.

10. Εννοιολογική Μηχανική

Τα τελευταία χρόνια υπάρχει αυξανόμενο ενδιαφέρον για αυτό που ονομάζεται «εννοιολογική μηχανική», η οποία θεωρείται από ορισμένους ως διάδοχος της εννοιολογική ανάλυση, με μεγαλύτερη έμφαση στην αξιολόγηση και την βελτίωση των εννοιών. Η ιδέα πηγαίνει πίσω τουλάχιστον στον Carnap έννοια της «επεξήγησης» (βλ. §7 ανωτέρω), σύμφωνα με την έννοια που χρησιμοποιείται στην καθημερινή ζωή αντικαθίσταται από μια πιο ακριβής, επιστημονικά καθορισμένη έννοια. Σε μια εργασία που δημοσιεύθηκε το 2000, με τίτλο «Φύλο και φυλή: (Τι) είναι; (Τι) Θέλουμε Them to Be?», η Sally Haslanger υποστήριξε ότι οι συνηθισμένες μας έννοιες φύλου και της φυλής είναι ελαττωματικές, οδηγώντας σε ανεπιθύμητες κοινωνικές και θα πρέπει να αντικατασταθούν από νέες έννοιες, ένα έργο που «βελτιωτική ανάλυση». Στο μεταγενέστερο έργο της, Resisting Reality (2012), αποσύρθηκε από τη συζήτηση για «αντικατάσταση», υποδηλώνοντας ότι το έργο ήταν περισσότερο να καταστήσουμε σαφέστερες τις έννοιες που ήδη έχουμε. Ήταν «ανάλυση» και όχι «εξήγηση», όμως χαρακτηρίζοντάς το με τον όρο «βελτιωτικός» υπέδειξε ο αναθεωρητικός Σκοπός.

Στη μονογραφία του, Replace Truth (2013), ο Kevin Sharp ήταν πιο σαφής για τον επεξηγηματικό χαρακτήρα του έργου του: το έννοια της αλήθειας, υποστήριξε, ήταν ασυνεπής, και τουλάχιστον για την τυπικής λογικής, έπρεπε πράγματι να αντικατασταθούν από δύο νέες έννοιες της «ανερχόμενης αλήθειας» και της «φθίνουσας αλήθεια». Επίσης το 2013 οι Alexis Burgess και David Plunkett δημοσίευσαν δύο εργασίες σχετικά με αυτό που ονόμασαν «εννοιολογική ηθική», ορίζεται ότι αφορά «κανονιστικά και αξιολογικά ζητήματα [εξ ου και η «ηθική»] σχετικά με τις αναπαραστατικές επιλογές και αλλαγές [εξ ου και το «εννοιολογικό»]» και περιγράφεται ως «Ένας καλός συνεργάτης για τις ευρείες χρήσεις του «εννοιολογικού ανάλυσης» (2013a, §3). Το 2018 ο Χέρμαν Το βιβλίο του Cappelen, Fixing Language: An Essay on Conceptual Μηχανική, εμφανίστηκε. Εκτός από την ανίχνευση των ριζών της εννοιολογικής μηχανική στο έργο των Frege και Carnap, εξετάζει επίσης διάφορες φιλοσοφικά ερωτήματα που ανακύπτουν σε τέτοια αναθεωρητικά σχέδια, ειδικά σε θέματα γλώσσας και επικοινωνίας.

Οι δύο ιδέες της εννοιολογικής μηχανικής και της εννοιολογικής ηθικής ήταν συγκεντρώθηκαν σε μια συλλογή εγγράφων που επιμελήθηκαν οι Burgess, Cappelen και Plunkett, το οποίο εκδόθηκε το 2020. Οι εισαγωγικές προσπάθειες να συρράψουν τις δύο ιδέες μαζί, ενωμένες στο (ειρωνικά) ασαφές ιδέα της αξιολόγησης και της βελτίωσης των εννοιών, αλλά είναι σαφές από την παραδείγματα που δίνονται και διερευνώνται ότι υπάρχει μια ολόκληρη σειρά αξιολογικές και βελτιωτικές στρατηγικές. Δεν μπορεί να υπάρξει «θεωρία» της εννοιολογικής μηχανικής (ή εννοιολογικής ηθικής) Όπως δεν μπορεί να υπάρξει μια «θεωρία» ανάλυσης. Τι λαμβάνει τη θέση της είναι η λεπτομερής περιγραφή όλων των περιπτώσεων που περιγράφονται —ή θα μπορούσαν να περιγραφούν— ως εννοιολογική μηχανική. και Όταν πρόκειται για τον εντοπισμό τέτοιων περιπτώσεων, μας λένε ότι είναι σε όλη την ιστορία της φιλοσοφίας, με την ιστορία της αναλυτικής φιλοσοφία μια ιδιαίτερα πλούσια πηγή:

Πολλοί φιλόσοφοι, εργαζόμενοι σε πολλές διαφορετικές θεωρητικές παραδόσεις, κατά τη διάρκεια πολλών αιώνων, θεωρούν ότι το έργο τους περιλαμβάνει εννοιολογικής μηχανικής ή εννοιολογικής δεοντολογίας και/ή σύλληψης του έργου άλλων φιλοσόφων προς αυτή την κατεύθυνση (ακόμη και αν δεν χρησιμοποίησα την ορολογία που χρησιμοποιούμε εδώ). ... Φρέγκε, Wittgenstein, Carnap, Stebbing και άλλοι ιδρυτές της αναλυτικής Η φιλοσοφία ασχολήθηκε εκτενώς με την εννοιολογική μηχανική. Έτσι αντί να περιγράψει την εννοιολογική μηχανική ως ένα «καυτό» νέο θέμα στην αναλυτική φιλοσοφία, θα μπορούσαμε να το σκεφτούμε απλώς ως δίνοντας μεγαλύτερη προσοχή σε μια βασική πτυχή της αναλυτικής φιλοσοφίας που έχει είναι μαζί μας από την αρχή του. (2020, 18–19)

Στην πραγματικότητα, η έννοια της εννοιολογικής μηχανικής προσφέρεται ως έννοια της εννοιολογικής αναλύσεως, προφανώς βάσει της αρχής της αιτιολογία ότι η «παραδοσιακή» εννοιολογική ανάλυση ανεπαρκώς αξιολογικό και βελτιωτικό. Αλλά αν ο Φρέγκε και άλλοι «ασχολήθηκαν εκτενώς» με την εννοιολογική μηχανική, τότε Τελικά το έκαναν αυτό, έστω και σιωπηρά. Μπορεί να εννοιολογικής ανάλυσης που αποτελούν μέρος της αναθεωρητικής έργα που δεν αναγνωρίζονται επαρκώς ως τέτοια, και γίνεται λόγος για Η εννοιολογική μηχανική και η εννοιολογική ηθική μπορεί να μας ενθαρρύνουν να κάνουμε Ετσι. Αναμφίβολα, επίσης, σε ένα κλίμα στο οποίο η επιστήμη αποτελεί το πρότυπο για την έρευνα, η συζήτηση για εννοιολογική «μηχανική» μπορεί να είναι πιο είναι πιθανό να προσελκύσει χρηματοδότηση από ό,τι οι μακραίωνες συζητήσεις για «ανάλυση» (και καθώς η επιστήμη εγείρει όλο και περισσότερο Η συζήτηση για εννοιολογική «ηθική» μπορεί επίσης να φαίνεται καυτή και μοντέρνο). Μπορεί να έχει αξία η ύφανση νέων ρούχων για ανάλυση, αλλά τα αναλυτικά έργα που διαμορφώνουν το περιεχόμενο της ιστορίας της Η φιλοσοφία είναι ακόμα εκεί για να επιστρέψει, να ξεδιαλεγεί, να ερμηνευτεί, και (επανα)συνδέονται—όλα σύμφωνα με τους τέσσερις τρόπους ανάλυσης διακρίνεται σε αυτό το λήμμα. Αναλύοντας αυτά τα αναλυτικά έργα μπορεί να υποκινούνται από τις προοπτικές αναβίωσης ή αναθεώρησής τους για νέες σκοπούς σε σύγχρονα πλαίσια, και το ενδιαφέρον για την εννοιολογική Η μηχανική και η εννοιολογική ηθική μπορούν να θεωρηθούν απλώς οι πιο πρόσφατες παράδειγμα αυτής της συνεχώς εξελισσόμενης φιλοσοφικής διαδικασίας.

11. Συμπέρασμα

Αυτό που γενικά θεωρείται σήμερα ως αναλυτική φιλοσοφία έχει τις ρίζες του στο έργο του Φρέγκε και του Ράσελ και την ανάπτυξη και χρήση του Ειδικότερα, η λογική ανάλυση. Έκτοτε, διευρύνθηκε και διακλαδίζεται σε μια εξαιρετικά περίπλοκη παράδοση στην οποία διάφορες μορφές και Οι αντιλήψεις της ανάλυσης ανταγωνίζονται και τραβούν προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Αναγωγικό και συνδετικό, αναθεωρητικό και περιγραφικό, γλωσσικό και ψυχολογικά, μορφολογικά και εμπειρικά στοιχεία συνυπάρχουν όλα στη δημιουργική ένταση; Και είναι αυτή η δημιουργική ένταση που είναι η μεγάλη δύναμη του την αναλυτική παράδοση. Η ίδια η ιδέα της ανάλυσης, λοιπόν, έχει εξελιχθεί στις διαδικασίες της φιλοσοφικής σκέψης, με την ιστορία της Η αναλυτική φιλοσοφία είναι απλώς το τελευταίο κεφάλαιο σε μια πλούσια και συναρπαστική ιστορία που ξαναγράφεται συνεχώς καθώς εμπνέει νέες γενιές στοχαστών.