Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2024

Καταλαυνικά Πεδία 451 μ.Χ.: Η Μάχη των Εθνών - Η τελευταία νίκη της Ρώμης

Αττίλας, ο βασιλιάς των Ούννων, ο αρχηγέτης των βαρβάρων, το ζωντανό σύμβολο του ρέοντος αίματος, της φωτιάς και της καταστροφής. Ήταν ο άνθρωπος που κατόρθωσε, με τη δύναμη του σπαθιού του, να ενώσει όλα τα βαρβαρικά έθνη και να τα στρέψει κατά του πολιτισμού.

Ο μέγας βάρβαρος Αττίλας, ηττήθηκε τελικά από τους συνασπισμένους αντιπάλους του και η αυτοκρατορία του αίματος που είχε ιδρύσει διαλύθηκε.

Ήδη από τα τέλη του 2ου αιώνα μ.Χ. η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία παρουσίαζε έντονα τα σημάδια της παρακμής.

Τίποτε πέρα από βαρύγδουπους τίτλους δεν θύμιζε την παλαιά δόξα που είχαν προσδώσει στη Ρώμη ο Ιούλιος Καίσαρ ή ο Οκταβιανός Αύγουστος. Σταδιακά, η Αυτοκρατορία κατακρημνιζόταν καθημερινά, όλο και βαθύτερα στα πλοκάμια της παρακμής. Τα παλαιά στηρίγματα του κράτους, η δικαιοσύνη και ο στρατός, βίωναν επίσης τις συνέπειες της παρακμής αυτής.

Στις αρχές του 4ου αιώνα μ.Χ. η κατάσταση είχε χειροτερέψει συνεπεία των συνεχών εμφυλίων πολέμων.

Εντός αυτού του πλαισίου έκαναν την εμφάνισή τους στο ιστορικό προσκήνιο οι Ούννοι, ένας λαός βαρβάρων ιπποτοξοτών, που αντλούσε την καταγωγή του από τις στέπες του Τουρκμενιστάν. H επαφή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας με τους Ούννους ήταν έμμεση και συντελέστηκε μέσω των Γερμανών. Οι Γερμανοί, πιεζόμενοι από τους Ούννους, εισέβαλαν τον 4ο αιώνα μ.Χ. εντός των ορίων της αυτοκρατορίας.

Μαζί τους εισέβαλαν στα ανατολικά αυτοκρατορικά εδάφη και τα πρώτα στοιχεία Ούννων. Οι Ούννοι ήταν λίγοι. Ο μεγάλος όγκος τους είχε παραμείνει πέρα από τα σύνορα. Οι Ούννοι είχαν φτάσει περί το 374 μ.Χ. στις όχθες του Βόλγα. Είχαν ξεκινήσει από τις μακρινές στέπες. Από εκεί κινήθηκαν δυτικότερα και αφού διέσχισαν όλους τους μεγάλους ποταμούς της νοτιοανατολικής Ευρώπης, έφτασαν στον Δούναβη.

Οι Ούννοι, ως νομάδες που ήταν, εγκαταστάθηκαν στην εύφορη κοιλάδα του Δούναβη, στις περιοχές της σημερινής Μολδαβίας και Ρουμανίας. Έτσι οι Ούννοι έφτασαν να εξαπλωθούν, στα τέλη του 4ου αιώνα μ.Χ. από τη Σιβηρία έως την Κασπία θάλασσα και από τη Σαμαρακάνδη έως τον Δούναβη. Οι Ούννοι ήταν το φόβητρο των Γερμανών, λόγω του πολεμικού τους μένους αλλά και της αγριότητάς τους.

Γι’ αυτό ακριβώς οι Ρωμαίοι σκέφθηκαν να τους χρησιμοποιήσουν ως το αντίπαλο δέος των Γερμανών. Κανείς δεν πίστευε ότι η μικρή αυτή νομαδική φυλή έμελλε να διαδραματίσει τόσο σημαντικό ρόλο στην παγκόσμια Ιστορία. Όλα θα άλλαζαν όταν οι Ούννοι θα αποκτούσαν ενιαία και άξια ηγεσία. Οι Ούννοι διαβιούσαν αρχικά ειρηνικά στην κοιλάδα του Δούναβη.

Δεν μπορούσαν όμως να μείνουν για πολύ ήσυχοι. Μια μεγάλη ομάδα τους, με επικεφαλής τον Οκτάρ, στράφηκε προς την κεντρική Ευρώπη. Αν και αρχικά οι Ούννοι είχαν επιτυχίες, τελικά ηττήθηκαν από τους εκχριστιανισμένους Βουργουνδούς (γερμανικό φύλο).

Οι υπόλοιποι Ούννοι που παρέμειναν στον Δούναβη δέχθηκαν την πρόταση του αυτοκράτορα της Ανατολής Θεοδοσίου Β΄ και αντί 350 λιβρών χρυσού κατ’ έτος συμμάχησαν με την Ανατολική Αυτοκρατορία. Ένα τρίτο τμήμα των Ούννων, υπό τον Ούλδη, κινήθηκε δυτικά και πρόσφερε τις υπηρεσίες του στη Δυτική Αυτοκρατορία.

Οι μικρόσωμοι, άσχημοι στην όψη αυτοί Ασιάτες προκαλούσαν επί τη εμφανίσει το δέος στους Ρωμαίους. Οι αντίπαλοί τους τους περιέγραφαν ως αλλόκοτα ανθρωπόμορφα τέρατα, γεννήματα δαιμόνων, που περνούν όλη τους τη ζωή έφιπποι. Δεν αφίππευαν ούτε για να κοιμηθούν.

Απλώς όταν έδυε ήλιος και έπεφτε η νύχτα τα πλάσματα αυτά έγερναν στη ράχη του αλόγου τους και κοιμούνταν. Το μόνο που δεν έκαναν επάνω στα άλογά τους ήταν το ζευγάρωμα, όπως χαρακτηριστικά ανέφεραν.

Το 395 μ.Χ. σε μια ξύλινη καλύβα, πλάι στις όχθες του Δούναβη, ο Ούννος βασιλιάς Ματζούκ γιόρταζε τη γέννηση ενός ακόμα γιού του. Το παιδί ονομάστηκε Αττίλας (Άτλι Έτζελ, στη γλώσσα των Ούννων), που σήμαινε «μικρός πατέρας». Με διαφορά λίγων μηνών, στη Σιλίστρια της σημερινής Βουλγαρίας γεννιόταν ένα άλλο αγόρι, το οποίο ονομάστηκε Αέτιος. Τα δύο συνομήλικα αγόρια δεν θα μπορούσαν ποτέ να φανταστούν τι οι Μοίρες είχαν σχεδιάσει για αυτά. Θα το διαπίστωναν 56 έτη αργότερα στα Καταλαυνικά πεδία.

Ο Ούννος πρίγκιπας στάλθηκε ως όμηρος στη Ρώμη μετά τον θάνατο του βασιλιά πατέρα του. Αφού έληξε η ομηρία του και επέστρεψε, ο Αττίλας εξουδετέρωσε σταδιακά όλους τους άλλους διεκδικητές του θρόνου των Ούννων, ανάμεσά τους και το αδελφό του. Έχοντας ισχυροποιήσει τη θέση του εξαπέλυσε μεγάλης κλίμακας επίθεση κατά της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Τελικά όμως υποχώρησε, εξαγοραζόμενος με μεγάλα ποσά.

Ο Αττίλας, έχοντας καλύψει από κάθε άποψη τα νώτα του, ήταν πλέον έτοιμος για τη «Μεγάλη Κατάκτηση», για την κατάλυση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Σκέφτηκε να επιτεθεί πρώτα στο Ανατολικό κράτος και πάλι. Αλλά η αναρρίχηση του Μαρκιανού στον θρόνο της Κωνσταντινούπολης συντέλεσε στην απόφαση του Αττίλα να αφήσει ήσυχη την Ανατολική Αυτοκρατορία, όταν αντιλήφθηκε ότι ο νέος αυτοκράτορας ήταν έτοιμος να τον αντιμετωπίσει.

Ο Μαρκιανός ήταν στρατιώτης, με καταγωγή από τη Θράκη. Ήταν υπερδραστήριος και γενναίος. Δεν φοβόταν τον Αττίλα, και ευθύς εξαρχής το έκανε γνωστό σε όλους. Έτσι όταν οι Ούννοι αντιπρόσωποι του Αττίλα ήρθαν στην Κωνσταντινούπολη για να εισπράξουν τον φόρο υποτέλειας που πλήρωνε ο Θεοδόσιος Β΄ στον Ούννο βασιλιά, ο Μαρκιανός όχι μόνο δεν κατέβαλε τα χρήματα, αλλά τους είπε να μεταφέρουν το εξής μήνυμα στον Αττίλα: «Αν θέλει, ας έρθει να τα εισπράξει μόνος του. Θα τον περιμένω με τους άνδρες μου, οι οποίοι δεν υστερούν σε τίποτε σε σύγκριση με τους δικούς του».

Αποφάσισε λοιπόν να στραφεί αρχικά κατά της Δυτικής Αυτοκρατορίας, την οποία θεωρούσε εντελώς παρηκμασμένη και έτοιμη να του παραδοθεί. Ο αυτοκράτορας της Δύσης άλλωστε, ο απόλεμος και δειλός Βαλλεντιανός ο Γ΄, δεν ήταν ιδιαίτερα υπολογίσιμος αντίπαλος γι’ αυτόν. Το μόνο πρόσωπο που θα μπορούσε να του δημιουργήσει πρόβλημα ήταν ο «τελευταίος των Ρωμαίων», ο γενναίος Αέτιος.

Ως αφορμή για τις διεκδικήσεις του, ο Αττίλας ξέθαψε από τα βάθη του μυαλού του μια παλαιά ιστορία με την Ονώρια, την αδελφή του Βαλλεντιανού, η οποία του είχε υποσχεθεί αιώνια αγάπη και ως απόδειξη του είχε δώσει το δαχτυλίδι της όταν ήταν όμηρος στη Ρώμη. Αξίωσε λοιπόν από τον Βαλλεντιανό, στέλνοντας πρεσβευτή του, να του δώσει ως σύζυγο την Ονώρια.

Ζητούσε επίσης ως προίκα τη μισή αυτοκρατορία. Η Ονώρια δεν αποτελούσε παρά την πρόφαση για να υλοποιήσει την προειλημμένη απόφασή του για την εξαπόλυση μιας άνευ προηγουμένου επίθεσης κατά της Δυτικής Αυτοκρατορίας.

Η Μάχη των Εθνών

Καθώς ο χειμώνας του έτους 450 μ.Χ. πλησίαζε, το κλίμα αβεβαιότητας εντός της αυτοκρατορίας εντεινόταν. Ο Μαρκιανός στην Ανατολή, αγνοώντας τις πραγματικές προθέσεις του Αττίλα, συγκέντρωνε δυνάμεις. Στη Δύση, ο Αέτιος εξακολουθούσε τις προετοιμασίες όσο καλύτερα μπορούσε, αγνοώντας επίσης τον ακριβή τόπο και χρόνο που ο Αττίλας θα εκδήλωνε την επίθεσή του. Ο Αέτιος πάντως κατόρθωσε να συμμαχήσει με τον Βησιγότθο βασιλιά Θεοδώριχο, ο οποίος επίσης κινδύνευε από τους Ούννους. Αλλά και ο Ούννος βασιλιάς ολοκλήρωνε τις τελευταίες προετοιμασίες για τη «Μεγάλη Κατάκτηση».

Ο Αέτιος πίστευε ότι ο Αττίλας διέθετε δύο πιθανούς άξονες εισβολής. Ο ένας ήταν μέσω του Ρήνου και ο δεύτερος μέσω της διαδρομής αυστριακά υψίπεδα-πεδιάδα σημερινής Τεργέστης-κοιλάδα Πάδου. Η πρώτη οδός ενδείκνυτο για την ανάπτυξη μαζών Ιππικού, εφόσον κατά μήκος της υπήρχε νομή για τα άλογα.

Η δεύτερη οδός ήταν πιο δύσκολη για ιππείς, αλλά οδηγούσε κατευθείαν στον ζωτικό γεωγραφικό χώρο της Δυτικής Αυτοκρατορίας, την ιταλική χερσόνησο. Στην προκειμένη όμως περίπτωση ο Αττίλας ακολούθησε τις επιταγές της έμμεσης στρατηγικής και επέλεξε την οδό μέσω Γαλατίας. Ενδεχομένως να είχε ως στόχο να εξοντώσει πρώτα τους Βησιγότθους, τους οποίους θεωρούσε πιο εύκολους αντίπαλους.

Τον Ιανουάριο του 451 μ.Χ. χιλιάδες Ούννοι, Γεπίδες, Αλανοί, Ρούγιοι, Φράγκοι, Θουρίγγιοι αλλά και Σλάβοι μαχητές συγκεντρώθηκαν στην ανατολική όχθη του ποταμού Ρήνου στην περιοχή απέναντι από τη σημερινή πόλη του Στρασβούργου. Οι πηγές αναφέρουν ότι ο Αττίλας είχε κατορθώσει να συγκεντρώσει εκεί το σύνολο του τρομερού στρατού του, περί τους 700.000 άνδρες. Πιθανότατα ο αριθμός αυτός είναι υπερβολικά διογκωμένος ή σε αυτόν περιλαμβάνονται και οι άμαχοι, που πάντα ακολουθούσαν τον στρατό στις εκστρατείες.

Ωστόσο η μάχιμη δύναμη του Αττίλα δεν θα πρέπει να ήταν μικρότερη των 300.000 ανδρών, αφού μόνο τα υποτελή έθνη του διέθεσαν περί τους 100.000 μαχητές. Από το σύνολο αυτό, το 60 με 70 % ήταν ιππείς.

Ο Αέτιος πληροφορήθηκε από κατασκόπους την αναχώρηση του Αττίλα από την πρωτεύουσά του. Πληροφορήθηκε επίσης τα πρώτα βήματα της τεράστιας στρατιάς. Σταδιακά όμως η ροή των πληροφοριών έπαψε και ο Ρωμαίος στρατηγός άρχισε και πάλι να προχωρεί σε υποθέσεις σχετικά με τις κινήσεις του αντιπάλου του. Ο Αέτιος υπολόγιζε ότι οι Φράγκοι και οι Θουρίγγιοι, που κατοικούσαν μεταξύ Αλσατίας και Σαξονίας, θα προέβαλαν μικρή έστω αντίσταση στις ουννικές ορδές.

Κάτι τέτοιο όμως δεν συνέβη και οι μεν Φράγκοι σκότωσαν τον ρωμαιόφιλο βασιλιά τους και προσχώρησαν στον Αττίλα, οι δε Θουρίγγιοι προσχώρησαν σχεδόν σύσσωμοι. Ο Αέτιος λοιπόν, μένοντας με όλο και λιγότερους συμμάχους, έμαθε ξαφνικά ότι οι Ούννοι είχαν φτάσει στον Ρήνο και ότι είχαν μάλιστα αρχίσει να τον διασχίζουν με πλοιάρια, διστακτικά στην αρχή, φοβούμενοι ρωμαϊκή ενέδρα, μαζικά λίγο αργότερα, μέσω πλωτών γεφυρών που κατασκεύασαν. Σε λίγο η τεράστια στρατιά του Αττίλα στρατοπέδευε γύρω από τη μεγάλη πόλη Τρέβηρα (σημερινή Τρίερ).

Ο Αττίλας αντιμετώπισε σχετικά σοβαρή αντίσταση, για πρώτη φορά από την έναρξη της εκστρατείας, από τους Βουργουνδούς, υπό τον Γκίντερ, που κατοικούσαν στη σημερινή Λορένη. Τους κατανίκησε όμως και κατόπιν χώρισε την τεράστια στρατιά του σε δύο τμήματα. Το πρώτο διατάχθηκε να κινηθεί βορειοδυτικά προς το Αρράς.

Το δεύτερο τμήμα, του οποίου ηγούνταν ο ίδιος, βάδισε κατά μήκος της κοιλάδας του Μοζέλα και έφτασε έως την πόλη Μπενσαζόν, την οποία και ισοπέδωσε. Την ίδια τύχη είχαν και οι πόλεις Βορμς και Μαγεντία, αλλά και το Κόλμαρ, η Τόνγκρ και το Αρράς. Ακολούθησε η ισοπέδωση του Μετς.

Οι ορδές του Αττίλα κινούνταν με ταχύτητα και πυρπολούσαν τα πάντα στο πέρασμά τους. Όποιος αντιστεκόταν σφαγιαζόταν χωρίς δεύτερη σκέψη. Ήδη το Ουννικό Ιππικό είχε εξαπλωθεί σε μια τεράστια έκταση, από την οροσειρά του ελβετικού Ιούρα έως τον Ατλαντικό ωκεανό.

Υλοποιώντας τα σχέδιά του, ο Αττίλας κίνησε τις χιλιάδες των ανδρών του προς τον Λίγηρα. Η στρατιά του διέσχισε τον Σηκουάνα στο ύψος της Νοζάν. Στη συνέχεια, εξαπέλυσε τις ορδές του κατά της Τρουά. Η πόλη καταστράφηκε συθέμελα. Στις 2 Μαΐου 451 μ.Χ. ο Αττίλας έγινε κύριος των διαβάσεων του Λίγηρα και στρατοπέδευσε εμπρός από τα τείχη της Ορλεάνης.

Ο επίσκοπος της πόλης, Ανιανός, είχε αναλάβει τη διεύθυνση της Άμυνας και είχε φροντίσει για τον εξοπλισμό και τη συγκρότηση των κατοίκων σε υποτυπώδεις στρατιωτικές μονάδες. Ο γενναίος επίσκοπος είχε επίσης φροντίσει να αποστείλει μήνυμα στον Αέτιο να σπεύσει σε βοήθεια της πόλης. Αυτό που διακυβευόταν στην Ορλεάνη δεν ήταν η ύπαρξη της πόλης αυτής καθαυτής, αλλά η επιβίωση των συμμάχων της Ρώμης Βησιγότθων, και κατ’ επέκταση η επιβίωση της Αυτοκρατορίας, αλλά και του πολιτισμού στην Ευρώπη.

Αφού ανέλυσε την στρατηγική κατάσταση, βάσει των νέων πληροφοριών που έλαβε από τον επίσκοπο της Ορλεάνης, ο Αέτιος κίνησε με τον στρατό του για την Αρλ. Πριν αναχωρήσει όμως απέστειλε μια επιστολή στον βασιλιά των Βησιγότθων με την οποία τον ενημέρωνε για την πρόοδο του Αττίλα και τον καλούσε να ενώσει τις δυνάμεις του με τις δικές του.

Στο μεταξύ, οι κάτοικοι της Ορλεάνης υποχρεώθηκαν να παραδοθούν λόγω έλλειψης τροφίμων. Οι Ούννοι μόλις μπήκαν στην πόλη άρχισαν αμέσως τις σφαγές και τις λεηλασίες. Αλλά τότε έφτασε ο Αέτιος. Από τις ανοιχτές και αφρούρητες πύλες, οι άνδρες του Αέτιου εισήλθαν στην πόλη, αιφνιδιάζοντας τους απασχολημένους με τη λεηλασία και μεθυσμένους Ούννους. Οι Ούννοι τράπηκαν σε φυγή μόλις δέχθηκαν την πρώτη έφοδο των Ρωμαίων.

Μάταια ο οργισμένος Αττίλας επιχείρησε να συγκρατήσει τη φυγή των ανδρών του. Ο βαρβαρικός ασιατικός συρφετός συνέχισε τη φυγή του, έως ότου απομακρύνθηκε πολλά χιλιόμετρα από την πόλη. Πίσω του άφησε όμως χιλιάδες νεκρούς του. Οι Ούννοι διέφυγαν προς την Καμπανία.

Πίσω στην Ορλεάνη ο Θεοδώριχος πίεζε τον Αέτιο να καταδιώξουν τους υποχωρούντες Ούννους. Ο Ρωμαίος στρατηγός όμως δεν συμφώνησε. Θεώρησε πως δεν ήταν φρόνιμο να διακινδυνεύσουν καταδίωξη του Αττίλα στη μεγάλη πεδιάδα, εκεί όπου η υπεροχή του σε Iππικό θα μπορούσε να αποβεί καταλυτική. Αντίθετα ο Αέτιος άφησε τον στρατό του να αναπαυτεί στην Ορλεάνη και μόνο την επομένη κίνησε προς Βορρά, προς καταδίωξη των ηττημένων Ούννων.

Την ίδια ώρα στο στρατόπεδο του Αττίλα επικρατούσε κατήφεια. Η ήττα, η πρώτη που γνώρισαν τα όπλα του βάρβαρου αρχηγού, είχε φοβίσει τους άνδρες του και είχε σταματήσει τα μυστικιστικά παραληρήματα περί του αήττητου του Αττίλα. Οι Ούννοι δεν ήσαν αήττητοι, και αυτό το γνώριζαν οι αντίπαλοί τους.

Ο Αττίλας συνέχισε την προς Βορρά υποχώρηση. Επιθυμούσε να φτάσει στην απέραντη πεδιάδα της ανατολικής Καμπανίας, κοντά στην πόλη Σαλόν. Στη μεγάλη πεδιάδα το ακατάβλητο Ιππικό του θα εκδικούνταν τους εχθρούς για την ήττα της Ορλεάνης. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες της εποχής, ο Αττίλας είχε συναντήσει πριν τη μάχη έναν καλόγερο, ο οποίος του είχε πει τα εξής: «Εσύ είσαι η μάστιγα του Θεού και η σφύρα με την οποία η Θεία Πρόνοια πλήττει τον κόσμο.

Αλλά ο Θεός συντρίβει όταν το επιθυμεί ακόμα και τα όργανα της εκδίκησής του και δίνει το ξίφος του από ένα χέρι σε άλλο, σύμφωνα με την αλάνθαστη βούλησή Του. Μάθε λοιπόν ότι θα σε νικήσουν οι Ρωμαίοι, γιατί η ισχύς δεν προέρχεται από τα γήινα, αλλά από τον Θεό».Ο Αττίλας πάντως δεν πτοήθηκε, συνέχισε να κινείται και, λίγο πριν νυχτώσει, στρατοπέδευσε βόρεια της πεδιάδας του Μωριάκ. Στην πεδιάδα είχε εγκαταστήσει ως οπισθοφυλακή ένα ισχυρό τμήμα Γεπίδων. Την ίδια ώρα ο συμμαχικός στρατός του Αέτιου συνέχιζε την καταδίωξη των Ούννων.

Ο Αέτιος είχε τάξει ως εμπροσθοφυλακή σκληροτράχηλους Γερμανούς ιππείς. Οι Γερμανοί, υπό τον Μεροβαίο, συνέχισαν την κίνησή τους και με το τελευταίο φως της μέρας είχαν φτάσει στο Μωριάκ, κοντά στη θέση που είχαν ταχθεί οι Γεπίδες του Αττίλα. Οι τελευταίοι είχαν δει τα σύννεφα σκόνης από τα άλογα των Γερμανών και είχαν θορυβηθεί, θεωρώντας ότι πλησίαζε εναντίον τους το σύνολο του στρατού του Αέτιου.

Στο μεταξύ οι Γερμανοί του Μεροβαίου είχαν αντιληφθεί την παρουσία των Γεπίδων. Σε λίγο τους επιτέθηκαν με αλαλαγμούς, παρά το γεγονός ότι είχε πια νυχτώσει για τα καλά. Μέσα στο σκοτάδι ξέσπασε τότε άγρια μάχη, χωρίς κανείς να μπορεί να αναγνωρίσει εχθρούς και φίλους. Μέσα στη σύγχυση, πολλοί άνδρες και από τους δύο στρατούς έπεσαν. Τελικά όμως οι Γεπίδες, πιστεύοντας πάντα ότι δέχονταν την επίθεση του συνόλου του συμμαχικού στρατού, τράπηκαν σε άτακτη φυγή, διωκόμενοι κατά πόδας από τους Γερμανούς.

Οι Γεπίδες συνέχισαν τη φυγή ακόμα και αφού έφτασαν στη θέση όπου βρισκόταν ο στρατός του Αττίλα. Σύντομα ο πανικός εξαπλώθηκε σε ολόκληρο τον στρατό. Στο μεταξύ εντός του ουννικού καταυλισμού είχαν φτάσει τώρα και οι λιγοστοί Γερμανοί ιππείς του Μεροβαίου. Σαν δαίμονες, ψάλλοντας τους τρομακτικούς τους πολεμικούς παιάνες, οι Γερμανοί όρμησαν καταπάνω στους ήδη πανικοβλημένους από τους Γεπίδες Ούννους, και τους έτρεψαν σε άτακτη φυγή.

Ολόκληρη η ορδή των πολλών χιλιάδων ανδρών ετράπη σε φυγή από την έφοδο όχι περισσοτέρων από 2.000 ιππέων. Ο Αττίλας και πάλι επιχείρησε να ανασυγκροτήσει τα απείθαρχα στρατεύματά του. Ο φόβος όμως αποδείχθηκε ισχυρότερός του. Ύστερα από το νέο αυτό ατύχημα, το μόνο που του απέμενε ήταν να κινηθεί το ταχύτερο δυνατόν προς τη Σαλόν, εκεί όπου είχε διατάξει τη συγκέντρωση και των υπολοίπων τμημάτων της στρατιάς, τα οποία επιχειρούσαν στη βορειοδυτική Γαλατία.

Εκεί, με το σύνολο του στρατού του συγκεντρωμένο, υπολόγιζε να συντρίψει τον συμμαχικό στρατό, ο οποίος άλλωστε υστερούσε και αριθμητικά απέναντι στα στίφη του.

Ήταν Ιούλιος όταν τελικά ο Αττίλας κατόρθωσε να συγκεντρώσει τον στρατό του κοντά στην πόλη Σαλόν, στη θέση που έμεινε γνωστή ως «Καταλαυνικά πεδία». Πολλοί ιστορικοί αμφισβητούν την άποψη ότι τα περίφημα Καταλαυνικά πεδία βρίσκονταν κοντά στη Σαλόν. Ως τις μέρες μας, η ακριβής θέση όπου έλαβε χώρα η τρομερότερη μάχη του μεσαιωνικού κόσμου δεν έχει καθοριστεί.

Το πιθανότερο πάντως είναι η μάχη πράγματι να δόθηκε στη μεγάλη πεδιάδα της Καμπανίας, κοντά στην πόλη Σαλόν, εκεί που η μορφολογία του εδάφους ευνοούσε τους Ούννους. Επίσης και η ακριβής ημερομηνία διεξαγωγής της μάχης δεν έχει καθοριστεί, αφήνοντας ανοιχτό το πεδίο για εικασίες. Το πιθανότερο είναι η μάχη να δόθηκε την 20ή Ιουλίου 451 μ.Χ.

Το βράδυ της 19ης Ιουλίου, τα ουννικά στρατεύματα, με επικεφαλής τον τρομερό βασιλιά τους, είχαν στρατοπεδεύσει νότια της Σαλόν, γύρω από τα ερείπια ενός παλαιού συνοριακού ρωμαϊκού οχυρού στρατοπέδου. Εντός του μισοκατεστραμμένου περιβόλου, ο Αττίλας έταξε τις άμαξες με τα εφόδια και το στρατηγείο του.

Την ίδια ώρα ο συμμαχικός στρατός είχε φτάσει απέναντι από τους Ούννους, σε απόσταση λίγων χιλιομέτρων. Ο Αέτιος είχε αξιοποιήσει στο έπακρο τις πληροφορίες που είχε λάβει από τον Μεροβαίο και είχε ορθά υποθέσει ότι ο Αττίλας θα τον περίμενε στα Καταυλανικά πεδία, σε πρόσφορο γι’ αυτόν έδαφος.

Με το πρώτο φως της 20ής Ιουλίου, ο Αέτιος κίνησε τα τμήματά του σε σχηματισμό μάχης και διέταξε την προέλαση προς τον εχθρό. Στόχος του ήταν η κατάληψη ενός μικρού δασωμένου υψώματος, το οποίο δέσποζε στο κέντρο τού κατά τα άλλα ομαλού τοπίου. Την αξία του υψώματος αντιλήφθηκε και ο Αττίλας.

Δυστυχώς όμως για τον ίδιο δεν είχε φροντίσει να το καταλάβει από το προηγούμενο βράδυ, υπολογίζοντας λανθασμένα ότι ο Αέτιος δεν θα πλησίαζε τις θέσεις τους πριν από την 21η Ιουλίου. Τώρα όμως που έκπληκτος αντίκριζε απέναντί του το σύνολο του συμμαχικού στρατού, διέταξε οργισμένος ένα τμήμα του να σπεύσει να καταλάβει πάση θυσία το ύψωμα.

Το συγκεκριμένο ύψωμα είχε πράγματι μεγάλη τακτική αξία, αφού όποιος το κατείχε διέθετε άριστο οπτικό πεδίο για τις κινήσεις του αντιπάλου, αλλά και ένα πρώτης τάξεως σημείο στηρίγματος. Οι Ούννοι ιππείς, εκτελώντας πιστά τη διαταγή του αρχηγού τους, κάλπασαν προς τον λοφίσκο με τη μέγιστη δυνατή ταχύτητα των αλόγων τους.

Την κίνησή τους όμως αντιλήφθηκε ο γιος του Βησιγότθου βασιλιά, ο Θορισμούνδος. Οι Ούννοι πίεσαν αρχικά τα τμήματα που κατείχαν τον λόφο, και σχεδόν τον κυρίευσαν. Τότε όμως δέχθηκαν στο ακάλυπτο αριστερό τους πλευρό την επίθεση του Θορισμούνδου και τράπηκαν σε φυγή. Ο λόφος είχε κερδηθεί για τους συμμάχους.

Ο Αέτιος, μετά την πρώτη αυτή επιτυχία, ανέπτυξε τον στρατό του, στηρίζοντας το κέντρο της παράταξής του στον λόφο. Οι Φράγκοι, οι Βουργουνδοί και οι Σάξονες πεζοί τάχθηκαν επί του λόφου, σε πυκνούς σχηματισμούς. Μπροστά από το μέτωπό τους τάχθηκαν, στις παρυφές του λόφου, οι Αλανοί ιππείς, με σκοπό να λειτουργήσουν ως κινητό πρόχωμα προστασίας του πεζικού.

Σε περίπτωση που πιέζονταν πολύ, οι Αλανοί είχαν διαταγές να σπάσουν τον σχηματισμό τους και να κινηθούν οι μισοί προς την αριστερή πτέρυγα και οι άλλοι μισοί προς τη δεξιά. Αν οι Ούννοι συνέχιζαν τότε την επίθεσή τους κατά του υψώματος, οι Αλανοί θα τους επιτίθεντο και πάλι από τα πλευρά, την ώρα που θα ήταν ήδη «αγκιστρωμένοι» από το Γερμανικό Πεζικό.

Στη δεξιά πτέρυγα τάχθηκαν οι δυνάμεις των Βησιγότθων με επικεφαλής τον βασιλιά τους Θεοδώριχο και τον γιο του Θορισμούνδο. Οι Βησιγότθοι τάχθηκαν σε δύο γραμμές. Η πρώτη συγκροτήθηκε από πεζούς τοξότες, σκοπός τον οποίων ήταν να κόψουν την αρχική ορμή της ουννικής επίθεσης και η δεύτερη συγκροτήθηκε από το περίφημο βαρύ τους ιππικό, το οποίο θα επιτίθετο στους Ούννους αμέσως μόλις οι τελευταίοι έδειχναν σημάδια αποδιοργάνωσης.

Στην αριστερή πτέρυγα ο Αέτιος έταξε τον Ρωμαϊκό Στρατό του. Το πεζικό του τάχθηκε δίπλα στον λόφο, έχοντας το δεξιό του καλυπτόμενο από αυτόν, ενώ το ιππικό τάχθηκε στο άκρο αριστερό. Οι λεγεωνάριοι τάχθηκαν σε πυκνούς επίσης σχηματισμούς, σε μεγάλο βάθος. Κάθε τμήμα λεγεωνάριων διέθετε και μια οργανική υπομονάδα τοξοτών, γεγονός που είχε ως συνέπεια να αυξάνεται η αντοχή του απέναντι στο περίφημο ουννικό ιππικό.

Ο Αττίλας από την πλευρά του φαίνεται πως έταξε τον στρατό του μάλλον συμβατικά, σύμφωνα με τα καθιερωμένα στους Ούννους διδάγματα. Πιθανότατα ολόκληρη η πρώτη γραμμή να αποτελούνταν από ιππικό. Οι Ούννοι δεν διέθεταν δικό τους πεζικό και όλα τα τμήματα πεζικού της βαρβαρικής στρατιάς συγκροτούνταν από Γερμανούς υποτελείς.

Γνωρίζοντας την παράταξη της στρατιάς του Αέτιου, μπορούμε να υποθέσουμε ότι ο Αττίλας παρέταξε τον στρατό του με τρόπο που να ανταποκρίνεται το δυνατόν καλύτερα στην παράταξη του αντιπάλου. Γι’ αυτό και υποθέτουμε ότι ολόκληρη η πρώτη γραμμή μάχης αποτελούνταν από ιππικό, και μάλιστα ελαφρύ ουννικό, αλλά και βαρύ οστρογοτθικό.

Οι Ούννοι ιππείς του Αττίλα θα μπορούσαν να αγκιστρώσουν τις δύο ισχυρές πτέρυγες του συμμαχικού στρατού, την ώρα που άλλοι ιππείς, ίσως βαριά οπλισμένοι Γερμανοί, θα εξαπέλυαν σφοδρή επίθεση για την ανατροπή των Αλανών ιππέων του ή ακόμα και για την ανατροπή των λεγεωνάριων του Αέτιου. Μόλις ο στόχος αυτός θα είχε επιτευχθεί και μόνο τότε ο Αττίλας θα έριχνε στη μάχη το πολύτιμο πεζικό του, που μόνο αυτό μπορούσε να ανατρέψει το αντίπαλο πεζικό από τον λόφο, να τον καταλάβει και να τον διατηρήσει.

Η ώρα ήταν 10.00. Οι δύο στρατοί έμεναν ακίνητοι, αντικρίζοντας ο ένας τον άλλο. Ο Αέτιος υπολόγιζε να τον βοηθήσει η απειθαρχία των Ούννων. Γνώριζε ότι οι βάρβαροι δεν αρέσκονται στην πολύωρη αναμονή, η οποία τους προκαλούσε εκνευρισμό και έριχνε το ηθικό τους. Ο Αέτιος ήταν βέβαιος ότι η στάση αναμονής που σκόπευε να τηρήσει θα οδηγούσε τους βαρβάρους στην εκτόξευση ορμητικής μεν, άκαιρης και ασυντόνιστης δε, επίθεσης.

Και έκρινε ορθά. Κατά το μεσημέρι, ούτε ο ίδιος ο Αττίλας δεν μπορούσε να συγκρατήσει τους άνδρες του. Μικρά αρχικά, μεγαλύτερα αργότερα, αποσπάσματα Ούννων εγκατέλειπαν τις γραμμές τους, εφορμούσαν ορμητικά και αποκρούονταν κατά κύματα από τους συμμάχους με ευκολία, αφήνοντας πολλούς συντρόφους πίσω τους νεκρούς.

Ο Αέτιος, φανερά ευχαριστημένος, έβλεπε τις προσδοκίες του να πραγματώνονται. Για να εντείνει μάλιστα τον εκνευρισμό των αντιπάλων αποφάσισε να προβεί σε επιθεώρηση των παρατεταγμένων του δυνάμεων.

Το θέαμα του αγέρωχου στρατηγού αποτέλεσε μιας πρώτης τάξεως τονωτική ένεση για τα τμήματά του. Οι στρατιώτες του τον επευφημούσαν με ζητωκραυγές, χτυπώντας ρυθμικά τα όπλα πάνω στις ασπίδες τους, και δημιουργώντας ένα πραγματικό πανδαιμόνιο. Μερικές εκατοντάδες μέτρα πιο μακριά, οι Ούννοι παρακολουθούσαν κατηφείς το μεγαλειώδες θέαμα και άκουγαν, όχι χωρίς έναν ενδόμυχο φόβο να τους πλημμυρίζει, τις ζητωκραυγές και την κλαγγή των όπλων των αντιπάλων.

Μόλις ο Αέτιος περάτωσε την ιππηλασία, επέστρεψε στη θέση του. Δεν αποδέχτηκε την πρόταση του Θεοδώριχου για εξαπόλυση άμεσης επίθεσης κατά των εχθρών, εκμεταλλευόμενος τον ενθουσιασμό των ανδρών. Ο Αέτιος επέμεινε ότι έπρεπε να περιμένουν.

Το μεσημέρι είχε περάσει. Η ώρα πλησίαζε 15.00 και η ίδια εκνευριστική ακινησία επικρατούσε στις δύο στρατιές. Η αταξία, οι φωνές και η σύγχυση είχαν κυριεύσει την ουννική παράταξη. Ήταν φανερό ότι ο Αττίλας δεν μπορούσε να περιμένει άλλο. Ξαφνικά ο αέρας γέμισε από ουρανομήκεις κραυγές. Τύμπανα και σάλπιγγες άρχισαν να ηχούν.

Ο Αττίλας, σε εμφανές σημείο στο κέντρο της παράταξής του, έδινε διαταγές.

Δευτερόλεπτα αργότερα, χιλιάδες ιππείς ρίχτηκαν μπροστά. Ο Αέτιος είδε τη μαινόμενη μάζα να καλπάζει εναντίον τους και έδωσε διαταγή στο πεζικό του να πυκνώσει τον σχηματισμό του. Πριν καλά-καλά εκτελεστεί το παράγγελμα, οι Ούννοι ιππείς είχαν φτάσει απέναντι στους Αλανούς, πιέζοντάς τους ασφυκτικά.

Οι Αλανοί πιέστηκαν πολύ, αλλά, με τα πλευρά τους καλυμμένα από τους Ρωμαίους λεγεωνάριους και τους Βησιγότθους τοξότες, άντεξαν στην πίεση και ανέκοψαν την έφοδο των Ούννων. Το ίδιο επαναλαμβάνεται και στο συμμαχικό δεξιό, όπου ο γενναίος Θεοδώριχος, όχι μόνο ανέκοψε την εχθρική επίθεση με τους τοξότες του, αλλά αντεπιτέθηκε με το βαρύ του ιππικό και, αφού ανέτρεψε το Ουννικό και το Οστρογοτθικό Ιππικό, επέπεσε με τους λογχοφόρους ιππείς του στους δορυφόρους Οστρογότθους πεζούς του Αττίλα.

Τελικά αποκρούστηκε και οπισθοχώρησε στις αρχικές του θέσεις. Στην άλλη πτέρυγα, οι Ρωμαίοι λεγεωνάριοι δέχτηκαν επίσης ατάραχοι τις εφόδους του Γερμανικού Πεζικού και του Ουννογερμανικού Ιππικού του Αττίλα.

Μόνο στο άκρο αριστερό το ρωμαϊκό ιππικό πιέστηκε σοβαρά από το εκλεκτό αντίπαλο ιππικό. Παρ’ όλα αυτά άντεξε στην εχθρική πίεση και απέκρουσε την επίθεση. Ο Αττίλας βλέποντας την επίθεση του στρατού να αποτυγχάνει σε όλο το μήκος του μετώπου, αποφάσισε να συγκεντρώσει τους επίλεκτους Ούννους πολεμιστές του και με αυτούς να επιχειρήσει μια τελική έφοδο προς θραύση του εχθρικού κέντρου.

Την ίδια ώρα τα τμήματα των Γερμανών υποτελών του θα έπρεπε να αγκιστρώσουν τους Ρωμαίους του Αέτιου και τους Βησιγότθους τους Θεοδώριχου, έτσι ώστε να μην μπορούν να παράσχουν βοήθεια στο απειλούμενο κέντρο. Η μάχη έμπαινε στην πιο κρίσιμη φάσή της. Το επίλεκτο Ουννικό Ιππικό επιτέθηκε με αφάνταστη ορμή κατά των Αλανών και τους ανέτρεψε. Το συγκεντρωμένο σε δεύτερο κλιμάκιο εφεδρικό πεζικό του Αττίλα ρίχτηκε με τη σειρά του στη μάχη.

Οι πεζοί, υποστηριζόμενοι από το ιππικό, πλησίασαν το τείχος των ασπίδων των συμμάχων της Ρώμης Γερμανών μαχητών. Σε λίγο η κλαγγή των όπλων ακουγόταν παντού. Οι αντίπαλοι τώρα πολεμούσαν με έναν πρωτόγνωρο, απίστευτο φανατισμό. Ακόμα και ακρωτηριασμένοι άνδρες επιχειρούσαν να αρπάξουν με τα δόντια τους αντιπάλους τους.

Η ένταση της μάχης στο κέντρο δεν άφησε ανεπηρέαστα και τα αντίπαλα τμήματα στις δύο πτέρυγες. Ο Αέτιος βλέποντας τους Ούννους να έχουν εμπλακεί σε φονικό αγώνα φθοράς στο κέντρο, αποφάσισε να αντεπιτεθεί τις πτέρυγες. Οι Βησιγότθοι, στη δεξιά πτέρυγα, κινήθηκαν πρώτοι. Επικεφαλής τους βρισκόταν πάντα ο γέρο-βασιλιάς τους Θεοδώριχος.

Με τη λόγχη στο χέρι, ο Θεοδώριχος όρμησε πρώτος στη μάχη. Σε λίγο τόσο ο ίδιος, όσο και οι ιππείς του είχαν εμπλακεί σε άγριο αγώνα με τους Οστρογότθους και τους Ούννους του Αττίλα. Οι Βησιγότθοι σταδιακά κέρδιζαν έδαφος, αναγκάζοντας τον εχθρό να οπισθοχωρήσει. Τότε όμως συνέβη το μοιραίο: ο Θεοδώριχος έπεσε χτυπημένος από τα εχθρικά δόρατα. Οι άνδρες του πάγωσαν στη θέα του νεκρού βασιλιά. Τότε όμως εμφανίστηκε ο Θορισμούνδος. «Για τον Θεοδώριχο», κραύγασε. «Για τον Θεοδώριχο», ούρλιαξαν και οι πολεμιστές του και όρμησαν με λύσσα κατά των εχθρών.

Οι Βησιγότθοι κομμάτιαζαν όποιον αντίπαλο έβρισκαν μπροστά τους, αδιαφορώντας για τις απώλειες. Επέπεσαν με άγρια μανία στο τείχος των Οστρογότθων δορυφόρων και τους διέλυσαν. Την ώρα που συνέβαιναν αυτά, στην αριστερή πτέρυγα ο Αέτιος διέταξε τους υπ’ αυτόν να προελάσουν. Οι Ρωμαίοι, ο μόνος τακτικός στρατός της εποχής, προήλασαν συντεταγμένα ως ένα πραγματικό ανθρώπινο τείχος, σαρώνοντας τους βαρβάρους που έβρισκαν απέναντι τους.

Εκείνοι αντεπιτέθηκαν για να αναχαιτίσουν την προέλασή τους. Οι Γερμανοί και οι Ούννοι πολέμησαν με εξαιρετική γενναιότητα. Αδιαφορώντας για τους νεκρούς συντρόφους τους, οι Γεπίδες χρησιμοποιούσαν τα πτώματα ως βάθρα για να σκαρφαλώσουν πάνω από τις ασπίδες των Ρωμαίων και να τους πλήξουν με τα σπαθιά τους.

Το ίδιο έπρατταν και οι Ούννοι ιππείς. Παρ’ όλα αυτά, οι Ρωμαίοι άντεξαν. Όταν οι εχθροί σκαρφάλωναν επάνω στις ασπίδες τους, οι λεγεωνάριοι τις ύψωναν, ώστε να τους κρατήσουν ψηλά και τους έκοβαν τα πόδια με τα σπαθιά τους.

Η αντεπίθεση απέτυχε. Οι άνδρες του Αέτιου συνέχισαν την προέλασή τους. Οι Βησιγότθοι επίσης κατόρθωσαν να συντρίψουν τους απέναντί τους εχθρούς και έφτασαν έως τα ουννικά οχυρώματα, έξω από το παλαιό ρωμαϊκό οχυρό. Το ουννικό κέντρο επίσης μετά την κατάρρευση των πτερύγων υποχώρησε με τη σειρά του για να μην αποκοπεί. Ο Αττίλας κατάλαβε τότε ότι όλα είχαν χαθεί.

Η νύχτα απλώθηκε σκοτεινή πάνω από το πεδίο της μάχης, το οποίο ήταν γεμάτο με τα πτώματα 300.000 ανδρών. Γύρω στα μεσάνυχτα, ο Αττίλας είδε πολλές φωτιές να καίνε στο εχθρικό στρατόπεδο. Οι ανιχνευτές που απέστειλε τον ενημέρωσαν ότι οι εχθροί θρηνούσαν τον θάνατο του αρχηγού τους. Περιχαρής ο Αττίλας, νομίζοντας ότι ο νεκρός ήταν ο Αέτιος, έδωσε εντολή να ηχήσουν τα πολεμικά τύμπανα και τα βούκινα και οι άνδρες να αλαλάξουν. Απότομα η φρικτή νύχτα αναστατώθηκε από το ηχητικό πανδαιμόνιο των Ούννων. Ο Αέτιος, ανήσυχος, διέταξε τους άνδρες του να βρίσκονται σε επιφυλακή, έτοιμοι να αποκρούσουν κάθε νυχτερινό εγχείρημα του ηττημένου, αλλά πάντα επίφοβου αντιπάλου.

Ο Αέτιος, αφού τίμησε τον νεκρό Θεοδώριχο, συγκάλεσε συμβούλιο. Στη συζήτηση που ακολούθησε, τόσο οι βάρβαροι σύμμαχοι αρχηγοί, όσο και οι δικοί του επιτελείς τον πίεσαν να επιτεθεί στους οχυρωμένους Ούννους. Ο Αέτιος όμως ήταν αρνητικός σε ένα τέτοιο εγχείρημα, αναλογιζόμενος τις φρικτές απώλειες που θα υφίστατο ο στρατός του, σε μια τέτοια επιχείρηση. Κατόπιν τούτου, οι Γερμανοί σύμμαχοι του Αέτιου έφυγαν. Στο στρατόπεδο είχαν απομείνει μόνο οι Ρωμαίοι.

Ο Αττίλας αγνόησε τις εισηγήσεις των υφισταμένων του να επιχειρήσει νέα επίθεση, ακόμα και όταν οι ανιχνευτές του τον ενημέρωσαν ότι στο εχθρικό στρατόπεδο είχαν απομείνει μόνο οι Ρωμαίοι. Τους Ρωμαίους όμως τους διοικούσε ο Αέτιος, ο άνθρωπος τον οποίο ο Αττίλας φοβόταν, ο μόνος άνδρας που προκαλούσε δέος στον αιμοσταγή βάρβαρο αρχηγό. Ο Αττίλας έδωσε διαταγή να ετοιμαστούν για αναχώρηση με το πρώτο φως.

Η επόμενη μέρα ξημέρωσε. Οι φωτιές στο ρωμαϊκό στρατόπεδο έσβηναν σιγά-σιγά. Μόνο οι σκοποί περιδιάβαιναν στις επάλξεις του στρατοπέδου. Πέρα στον ορίζοντα οι άμαξες των Ούννων άρχισαν να κυλούν αργά προς τα βορειοανατολικά, για την ουγγρική πεδιάδα. Οι πολεμιστές ακολουθούσαν, κατάκοποι. Ο αξιωματικός φρουράς ξύπνησε τον Αέτιο. Του ανακοίνωσε ότι οι Ούννοι φεύγουν.

Ο νικητής τυλίχθηκε με τον μανδύα του και προχώρησε έως την κεντρική πύλη του στρατοπέδου. Με προσοχή παρατηρούσε τους βάρβαρους αντιπάλους του να αποχωρούν. Ξαφνικά ένας ιππέας ξέφυγε από τη μάζα και πλησίασε. Κοντοστάθηκε και κοίταξε το γεμάτο πτώματα πεδίο.

Ύστερα είδε τον Αέτιο. Σήκωσε ψηλά το χέρι του και με μια κίνηση τον χαιρέτησε.

Ο Ρωμαίος σήκωσε και αυτός το χέρι και τον χαιρέτησε με τον ίδιο τρόπο. Κατόπιν ο Αττίλας, γιατί αυτός ήταν ο ιππέας, στράφηκε προς τον στρατό του, μαστίγωσε το άλογό του και χάθηκε. Ο Αέτιος απέμεινε να αγναντεύει το πεδίο της μάχης μέσα στη δροσιά του πρωινού. Είχε συντρίψει τη «σφύρα του σύμπαντος».

ΑΡΚΕΣΙΛΑΟΣ

Ο Αρκεσίλαος έλεγε πως δεν υπάρχει τίποτα που να μπορούμε να το γνωρίζουμε, ούτε καν εκείνο που ο Σωκράτης πίστευε ότι κράτησε για τον εαυτό του, δηλαδή το “ἓν οἶδα ὅτι οὐδεν οἶδα”.

Σύμφωνα με τον Αρκεσίλαο τα πάντα είναι βαθιά κρυμμένα και δεν υπάρχει τίποτα που να μπορούμε να το διακρίνουμε ή να το καταλάβουμε. Για τον λόγο αυτό δεν πρέπει κανείς ούτε να δηλώνει κατηγορηματικά, ούτε να επιβεβαιώνει, ούτε συναινώντας να επιδοκιμάζει ο,τιδήποτε, αλλά πρέπει πάντοτε να συγκρατεί την απερισκεψία του και να την εμποδίζει από κάθε ολίσθημα· και θα ήταν μεγάλη απερισκεψία να επιδοκιμάζει κανείς κάτι εσφαλμένο ή αβέβαιο, καθώς δεν υπάρχει τίποτε χειρότερο από τη συγκατάθεση και την επιδοκιμασία που προηγούνται της γνώσης και της κατανόησης.

Η πρακτική που εφάρμοζε ήταν συνεπής με την θεωρία του· επιχειρηματολογώντας ενάντια σε όλες τις απόψεις, οδηγούσε τους περισσότερους ακροατές του να την αποδεχτούν· αποτέλεσμα: όταν διαπιστωνόταν ότι είναι ισοβαρή τα επιχειρήματα των διιστάμενων απόψεων πάνω στο ίδιο θέμα, το ευκολότερο ήταν η κάθε πλευρά να συγκρατεί την συγκατάθεσή της.

9α: Διογένης Λαέρτιος 4.28

Ο Αρκεσίλαος, γιός του Σεύθου (ή Σκύθου, όπως τον αναφέρει ο Απολλόδωρος στο τρίτο βιβλίο των “Χρονικών” του), καταγόταν από την Πιτάνη της Αιολίδας. Είναι ο ιδρυτής της Μέσης Ακαδημίας, και ο πρώτος που τήρησε την αναστολή κάθε απόφανσης, λόγω των αντιπαρατιθέμενων επιχειρημάτων. Είναι ο πρώτος που ανέπτυξε την επιχειρηματολογία των διιστάμενων απόψεων [επί παντός ζητήματος], κι επίσης ο πρώτος που διαφοροποίησε τα δόγματα που παρέδωσε ο Πλάτων, προσδίδοντας σ’ αυτά ένα χαρακτήρα πιο μαχητικό, με τη χρήση ερωταποκρίσεων.

9β: Διογένης Λαέρτιος 4.32 – 3, 4.37

Κάποιοι λένε πως λόγω της ἐποχῆς επί παντός θέματος, [ο Αρκεσίλαος] δεν έγραψε ποτέ κανένα βιβλίο. Άλλοι λένε πως τον είδαν να περνά διορθώσεις σε κάποια γραπτά του τα οποία και φρόντισε να εκδοθούν· άλλοι, πάλι, λένε πως τα έκαψε. Φαινόταν να θαυμάζει τον Πλάτωνα και είχε τα βιβλία του· αλλά, όπως λένε μερικοί, θαύμαζε επίσης και μιμούνταν τον Πύρρωνα· επίσης ασκήθηκε στη διαλεκτική και υιοθέτησε την επιχειρηματολογία της σχολής της Ερέτριας, με αποτέλεσμα να λέει γι’ αυτόν ο Αρίστων: “Από μπρος είναι Πλάτων, από πίσω Πύρρων και στη μέση Διόδωρος”

Ήταν ευρηματικότατος, ετοιμόλογος, έδινε εύστοχες απαντήσεις, δεν άφηνε την συζήτηση να ξεστρατίσει από το θέμα και πάντα έλεγε το κατάλληλο πράγμα στην κατάλληλη ώρα· κι ήταν πιο πειστικός από οποιονδήποτε άλλον, πράγμα που τραβούσε πολλούς μαθητές στη σχολή, παρ’ όλο που ο ίδιος ήταν απότομος και τους επέπληττε. Αλλά το ευχαριστιόντουσαν, γιατί ήταν πάρα πολύ καλός άνθρωπος και τους γέμιζε προσδοκίες. Υπήρξε κοινωνικότατος, έτοιμος πάντα να κάνει το καλό, και από υπερβολική μετριοφροσύνη φρόντιζε να μην γίνεται ντόρος για τις ευεργεσίες του. Όταν κάποτε επισκέφτηκε τον Κτησίβιο που ήταν άρρωστος, και τον είδε στριμωγμένο οικονομικά, έχωσε κρυφά κάτω από το προσκέφαλο του ένα πορτοφόλι. Όταν το βρήκε ο Κτησίβιος, “Παιχνιδάκι του Αρκεσίλαου είναι αυτό”, είπε. Και άλλη μια φορά ο Αρκεσίλαος του ’στειλε χίλιες δραχμές.

9γ: Διογένης Λαέρτιος 4.42.11 – 42.14

Τόσο μετριόφρων ήταν, που συμβούλευε τους μαθητές του να παρακολουθούν και τις διδασκαλίες των άλλων. Κι όταν κάποτε ένας νεαρός από τη Χίο φάνηκε να μην είναι ικανοποιημένος από τη διδασκαλία του κι είπε πως προτιμούσε τον Ιερώνυμο, ο Αρκεσίλαος τον πήγε ο ίδιος και τον σύστησε στον φιλόσοφο, αφού τον συμβούλευσε να συμπεριφέρεται καλύτερα.

9δ: Διογένης Λαέρτιος 4.44.11 – 44.13

Κατά τα λεγόμενα του Έρμιππου, ο Αρκεσίλαος, έχοντας ήδη κερδίσει την αποδοχή των Αθηναίων όσο κανείς άλλος, πέθανε στα εβδομήντα πέντε του χρόνια, αφού ήπιε πολύ ανέρωτο κρασί και παραφρόνησε.

10: Διογένης Λαέρτιος 7.171

Σε κάποιον που είπε ότι του Αρκεσίλαου οι πράξεις δεν είναι πρέπουσες, εκείνος [ο Κλεάνθης ο Στωικός] αποκρίθηκε, “Σταμάτα να τον κατηγορείς. Μπορεί στα λόγια να απορρίπτει το καθήκον, όμως τουλάχιστον με τις πράξεις του το αποδέχεται”. Ο Αρκεσίλαος είπε, “Δεν με κολακεύει αυτό”. Και ο Κλεάνθης: “Μα σε κολακεύω, λέγοντας πως άλλα λες κι άλλα κάνεις”. -ΚΙΚΕΡΩΝ, Academica I.45

Τα τρία κοστούμια των σχέσεων

Στην αρχή της ερωτικής μας ζωής, οι άνθρωποι, φέρουμε την περιουσία της ψυχής μας απείραχτη· ανέγγιχτη από οποιονδήποτε άλλο παρά ημών, έτοιμη να επενδυθεί σε εκείνον που θα επιλέξουμε.

Η λέξη επένδυση, εδώ, κρύβει μεγαλύτερη σημασία από όσο φανερώνει η πρώτη ανάγνωσή της καθώς – με μία ασυνείδητη κυριολεξία – αφορά το ντύσιμο του εκλεκτού μας με το συναισθηματικό μας ενδυματολόγιο, το οποίο, όμως, είναι στις δικές μας διαστάσεις...

Τι συμβαίνει, λοιπόν, όταν προσπαθήσουμε να το εφαρμόσουμε στον άλλο και πώς επηρεάζει την “αναπνοή” του κάτι το οποίο ενδεχομένως τον στενεύει;

Για αρχή, καλό είναι να δούμε τι περιέχει το “ενδυματολόγιο” αυτό, που κουβαλάμε, και πόσο αποπνιχτικά καθιστά τα πράγματα για εμάς τους ίδιους.

Μέσα σε αυτό, λοιπόν, εδρεύουν τρία κοστούμια...

Το πρώτο ονομάζεται εξιδανίκευση και είναι το πιο καλοσιδερωμένο απ’ όλα...

Με μία απαράβατη επιμέλεια, τόσο καθαρό που μας αντικατοπτρίζει αλαβάστρινους και απερίγραπτα όμορφους. Αυτή είναι και η ανάγκη μας όταν το φοράμε στο άλλο...

Να καθρεφτιστούμε επάνω του ιδανικοί και να νιώσουμε όπως θα θέλαμε να είχαμε νιώσει στην παιδική μας ηλικία. Αγαπημένοι, δηλαδή, από ένα ιδανικό πλάσμα.

Σύντομα, όμως, διαπιστώνουμε πως το κοστούμι αυτό μας εμποδίζει από το να νιώσουμε το δέρμα που στεγάζεται κάτω του και – ως εκ τούτου – να έχουμε μία βαθιά επαφή με τον σύντροφό μας. Βλέπετε, το κοστούμι αυτό, στην εσωτερική του τσέπη, έχει αυτό που ονομάζουμε έρωτα και αυτό δημιουργεί μία άηχη υπόσχεση...

Έτσι, δημιουργούμε σταδιακά, επάνω του, μικρές αμυχές καθώς η λαχτάρα μας πλέον αφορά το άδραγμα της έννοιας τούτης, στην ελπίδα μας να τη βιώσουμε στον μέγιστο βαθμό. Χρειάζεται, όμως, μεγάλη προσοχή στο πως θα απογδύσουμε τον άλλο καθώς τότε, το ψύχος της πραγματικότητας, θα μας επιβάλει να βγάλουμε από την ντουλάπα μας, και να του φορέσουμε το δεύτερο κοστούμι...

Το δεύτερο κοστούμι ονομάζεται μεταβίβαση και είναι ραμμένο από ένα υλικό που θυμίζει το βέλκρο. Εκείνη την κολλώδη επιφάνεια που συγκρατεί οτιδήποτε έρθει σε επαφή μαζί της· οτιδήποτε την αγγίξει. Έτσι, οποιαδήποτε συμπεριφορά του συντρόφου μας, που μας θυμίζει συμπεριφορές που είχαμε υφισταθεί στην αρχή της ζωής μας, μπολιάζεται και με τα ανάλογα συναισθήματα...

Το κοστούμι αυτό παγιδεύει το θυμό μας, τη θλίψη, ή την αμφιθυμία μας επάνω στο πρόσωπο που το φορά με αποτέλεσμα να θάβεται κάτω από αυτό και να ξεχνάμε πολλές φορές σε ποιον απευθυνόμαστε. Η ένταση των συναισθημάτων μας, σαν επιδέξιος γλύπτης, το σμιλεύει στη μορφή των πρωτόλειων φιγούρων της ζωής μας που μας πλήγωσαν ή μας πόνεσαν.

Αυτός ακριβώς είναι και ο λόγος που φοράμε στον άλλο το κοστούμι αυτό, αυτή είναι η ανάγκη μας... Να αποβάλλουμε τον συσσωρευμένο θυμό και να επικρατήσουμε στις φιγούρες εκείνες που κάποτε υπήρξαμε πολύ αδύναμοι να αντιδράσουμε.

Το τρίτο κοστούμι ονομάζεται προβολή και μοιάζει να έχει δεκάδες τσέπες ραμμένες επάνω του.

Σε κάθε μία από αυτές τοποθετούμε επιθυμίες, ιδιότητες ή και συναισθήματα, τα οποία αφαιρούμε από επάνω μας, καθώς μας είναι επίπονο να παραδεχτούμε ότι είναι δικά μας. Έτσι, τα αποδίδουμε στον άλλο και τον κρίνουμε που τα φέρει, καθώς μας είναι πιο εύκολο να λιδορήσουμε κάποιον άλλο παρά τον εαυτό μας...

Εκείνα, βέβαια, προσθέτουν βάρος στο κοστούμι κάνοντας τον να φαντάζει απειλητικός, με τον όγκο του, με αποτέλεσμα να καταλήξουμε να τον αντιμαχόμαστε. Να τον απωθούμε και να προσπαθούμε να τον καθηλώσουμε προσθέτοντας όλο και περισσότερα από τα μεμπτά του χαρακτήρα μας.

Συνοψίζοντας, αυτό που πραγματικά φανερώνει το συναισθηματικό μας ενδυματολόγιο είναι η ανάγκη μας να αφομοιώσουμε τον άλλο· να τον σταθμίσουμε στα βιώματα μας, να τον κάνουμε αντιληπτό μέσα από την πορεία της δικής μας εμπειρίας αντί να δώσουμε την ευκαιρία στον εαυτό μας να βιώσει τη διαφορετικότητά του ανεπεξέργαστη.

Ο, σαφώς, μονομερής τρόπος που μάθαμε να αποδεχόμαστε τον άλλο – η ομοιότητα – έγινε προστάτης μας από την απειλή της ανομοιογένειας, καθώς θεωρούμε πως οι άνθρωποι που σχετίζονται χαρακτηρίζονται από την ομοιοτυπία ενός μίγματος δύο υλικών.

Η αλήθεια είναι, όμως, πως περισσότερο χαρμάνι από χοντροκομμένα κομμάτια θυμίζει, του οποίου η γεύση κρύβει τόσο την “μυρωδιά” του καθενός όσο και την επίγευση των δύο...

Μπορεί, λοιπόν, το κοστούμι της εξιδανίκευσης να φαντάζει όμορφο και πολλά υποσχόμενο...

Μπορεί το κοστούμι της μεταβίβασης να φαντάζει εκτονωτικό...

Μπορεί εκείνο της προβολής να μοιάζει απελευθερωτικό...

Είναι, όμως, η γύμνια που απαιτείται από δύο σώματα και όχι η ένδυση, για να άγουν το ηλεκτρικό φορτίο και να χτυπήσει τους συναισθηματικούς κάλυκες της ψυχής, βάζοντας σε λειτουργία το μηχανισμό της αγάπης...

Το ταξίδι στο χρόνο είναι εφικτό;

Όλοι μπορούμε να ταξιδέψουμε στο χρόνο. Το κάνουμε είτε το θέλουμε είτε όχι, με σταθερό ρυθμό ενός δευτερολέπτου ανά δευτερόλεπτο. Μπορεί να νομίζετε ότι δεν είναι το ίδιο με το να ταξιδεύετε σε μια από τις τρεις χωρικές διαστάσεις με ταχύτητα, ας πούμε, ένα μέτρο ανά δευτερόλεπτο. Αλλά σύμφωνα με τη θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν, ζούμε σε ένα τετραδιάστατο χωροχρονικό συνεχές, στο οποίο ο χώρος και ο χρόνος είναι ανταλλάξιμες οντότητες.

Ο Αϊνστάιν διαπίστωσε ότι όσο πιο γρήγορα κινείσαι στο χώρο, τόσο πιο αργά κινείσαι στο χρόνο – γερνάς πιο αργά, με άλλα λόγια. Μια από τις βασικές ιδέες της σχετικότητας είναι ότι τίποτα δεν μπορεί να ταξιδέψει ταχύτερα από την ταχύτητα του φωτός, με περίπου δηλαδή 300.000 χιλιόμετρα ανά δευτερόλεπτο, ή ένα έτος φωτός ανά έτος. Ωστόσο μπορείτε να φτάσετε πολύ κοντά σε αυτήν. Αν ένα διαστημόπλοιο πετούσε με το 99% της ταχύτητας του φωτός, θα το βλέπατε να διανύει απόσταση ενός έτους φωτός σε χρόνο λίγο περισσότερο από ένα έτος.

Αυτό είναι αρκετά προφανές, ωστόσο για τους αστροναύτες που θα επέβαιναν σε αυτό το διαστημόπλοιο, το ταξίδι θα διαρκούσε μόλις επτά εβδομάδες. Πρόκειται για μια συνέπεια της σχετικότητας που ονομάζεται «διαστολή του χρόνου» και στην πραγματικότητα σημαίνει ότι οι αστροναύτες έχουν μεταπηδήσει περίπου 10 μήνες στο μέλλον.

Το ταξίδι με μεγάλη ταχύτητα δεν είναι ο μόνος τρόπος για να προκληθεί διαστολή του χρόνου. Ο Αϊνστάιν έδειξε ότι τα βαρυτικά πεδία παράγουν παρόμοιο αποτέλεσμα – ακόμη και το σχετικά ασθενές πεδίο εδώ στην επιφάνεια της Γης. Για παράδειγμα, σε ύψος 20.000 χιλιομέτρων και πάνω, η βαρύτητα είναι ασθενέστερη και ο χρόνος περνάει πιο γρήγορα, κατά περίπου 45 μικροδευτερόλεπτα την ημέρα. Αυτό είναι πιο σημαντικό απ’ ό,τι νομίζετε, επειδή είναι το ύψος στο οποίο οι δορυφόροι GPS βρίσκονται σε τροχιά γύρω από τη Γη και τα ρολόγια τους πρέπει να συγχρονίζονται με ακρίβεια με τα επίγεια, για να λειτουργεί σωστά το σύστημα.

Οι δορυφόροι πρέπει να αντισταθμίσουν τα φαινόμενα διαστολής του χρόνου που οφείλονται τόσο στο μεγαλύτερο υψόμετρο όσο και στην ταχύτερη ταχύτητά τους. Έτσι, κάθε φορά που χρησιμοποιείτε τη λειτουργία GPS στο smartphone σας ή στο αυτοκίνητό σας, πραγματοποιείται ένα μικρό ταξίδι στο χρόνο. Εσείς και οι δορυφόροι ταξιδεύετε στο μέλλον με ελάχιστα ελαφρώς διαφορετικούς ρυθμούς.

Αλλά για πιο δραματικά αποτελέσματα, θα πρέπει να εξετάσουμε πολύ ισχυρότερα βαρυτικά πεδία, όπως αυτά γύρω από τις μαύρες τρύπες, τα οποία μπορούν να παραμορφώσουν τον χωρόχρονο τόσο πολύ ώστε να αναδιπλωθεί στον εαυτό του. Το αποτέλεσμα είναι η λεγόμενη σκουληκότρυπα, μια έννοια που είναι γνωστή από ταινίες επιστημονικής φαντασίας, αλλά στην πραγματικότητα προέρχεται από τη θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν. Στην πραγματικότητα, η σκουληκότρυπα είναι μια συντόμευση από ένα σημείο του χωροχρόνου σε ένα άλλο.

Με άλλα λόγια, μπαίνετε σε μια μαύρη τρύπα και βγαίνετε από μια άλλη, κάπου αλλού. Δυστυχώς, δεν είναι ένα τόσο πρακτικό μέσο μεταφοράς όσο το κάνει να φαίνεται το Χόλιγουντ. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η βαρύτητα της μαύρης τρύπας θα σας έκανε κομμάτια καθώς θα την πλησιάζατε, αλλά θεωρητικά είναι εφικτό. Και επειδή μιλάμε για χωρόχρονο και όχι μόνο για διάστημα, η έξοδος της σκουληκότρυπας θα μπορούσε να γίνει σε προγενέστερο χρόνο από την είσοδο- αυτό σημαίνει ότι θα καταλήγατε στο παρελθόν αντί για το μέλλον.

Οι τροχιές στο χωρόχρονο που γυρίζουν πίσω στο παρελθόν ονομάζονται «κλειστές χρονικές καμπύλες». Αν ψάξετε σε σοβαρά ακαδημαϊκά περιοδικά, θα βρείτε πολλές αναφορές σε αυτές – πολύ περισσότερες από όσες θα βρείτε για το «ταξίδι στο χρόνο». Αλλά στην πραγματικότητα, αυτό ακριβώς είναι το νόημα των κλειστών χρονικά όμοιων καμπυλών: το ταξίδι στο χρόνο.

Υπάρχει και ένας άλλος τρόπος για την παραγωγή μιας κλειστής χρονικής καμπύλης που δεν περιλαμβάνει κάτι τόσο εξωτικό όσο μια μαύρη τρύπα ή μια σκουληκότρυπα, αλλά απαιτείται ένας απλός περιστρεφόμενος κύλινδρος από υπερπυκνό υλικό.

Αυτός ο λεγόμενος κύλινδρος του Τίπλερ είναι ό,τι πιο κοντινό σε μια πραγματική χρονομηχανή. Αλλά πιθανότατα δεν θα κατασκευαστεί ποτέ στον πραγματικό κόσμο, οπότε, όπως και η σκουληκότρυπα, είναι περισσότερο μια ακαδημαϊκή θεωρία παρά ένας βιώσιμος μηχανικός σχεδιασμός.

Ωστόσο, όσο τραβηγμένα κι αν είναι αυτά τα πράγματα από πρακτική άποψη, δεν υπάρχει κανένας θεμελιώδης επιστημονικός λόγος -από όσο γνωρίζουμε σήμερα- που να υποστηρίζει ότι είναι αδύνατα. Αυτή είναι μια κατάσταση που προκαλεί σκέψεις, διότι όπως αρέσκεται να λέει ο φυσικός Michio Kaku, «ό,τι δεν απαγορεύεται είναι υποχρεωτικό» (φράση που δανείστηκε από το μυθιστόρημα του T.H. White, «Ο κάποτε και ο μελλοντικός βασιλιάς»).

Ο φυσικός δεν εννοεί ότι τα ταξίδια στο χρόνο πρέπει να συμβαίνουν παντού και πάντα, αλλά ισχυρίζεται ότι το σύμπαν είναι τόσο τεράστιο που θα πρέπει να συμβαίνει κάπου, τουλάχιστον περιστασιακά. Ίσως κάποιος υπερ-προηγμένος πολιτισμός σε έναν άλλο γαλαξία να ξέρει πώς να κατασκευάσει μια λειτουργική χρονομηχανή, ή ίσως οι κλειστές χρονικές καμπύλες να μπορούν να εμφανιστούν ακόμη και φυσικά, υπό ορισμένες σπάνιες συνθήκες.

Αυτό εγείρει προβλήματα διαφορετικού είδους – όχι στην επιστήμη ή τη μηχανική, αλλά στη βασική λογική. Αν το ταξίδι στο χρόνο επιτρέπεται από τους νόμους της φυσικής, τότε είναι δυνατόν να φανταστούμε μια ολόκληρη σειρά από παράδοξα σενάρια.

Σκέψεις όπως αυτές, ώθησαν τον Στίβεν Χόκινγκ, ο οποίος ήταν πάντα επιφυλακτικός απέναντι στην ιδέα του ταξιδιού στο παρελθόν, να καταλήξει στην «εικασία προστασίας της χρονολογίας», την ιδέα δηλαδή ότι κάποιος άγνωστος ακόμη νόμος της φυσικής, εμποδίζει την πραγματοποίηση κλειστών χρονικών καμπυλών. Αλλά αυτό είναι μια εικασία και μέχρι να υποστηριχθεί από αδιάσειστα στοιχεία, μπορούμε να καταλήξουμε μόνο σε ένα συμπέρασμα: Το ταξίδι στο χρόνο είναι δυνατό.

Ένα πάρτι για ταξιδιώτες του χρόνου

Ο Χόκινγκ ήταν επιφυλακτικός ως προς τη δυνατότητα του ταξιδιού στο παρελθόν, όχι επειδή το είχε διαψεύσει, αλλά επειδή τον ενοχλούσαν τα λογικά παράδοξα που δημιουργούσε αυτή η θεωρία. Υπέθεσε λοιπόν ότι οι φυσικοί θα ανακάλυπταν τελικά ένα ελάττωμα στη θεωρία των κλειστών χρονικών καμπυλών, που θα τις καθιστούσε αδύνατες.

Το 2009, σκέφτηκε έναν διασκεδαστικό τρόπο για να ελέγξει αυτή την θεωρία. Διοργάνωσε ένα πάρτι αλλά το διαφήμισε μόνο αφού είχε συμβεί. Το σκεπτικό του ήταν ότι, αν οι μηχανές του χρόνου τελικά λειτουργήσουν, κάποιος στο μέλλον θα μπορεί να διαβάσει για το πάρτι και να ταξιδέψει πίσω στο παρελθόν για να παρευρεθεί. Ωστόσο κανείς δεν το έκανε και ο Χόκινγκ έμεινε μόνος του όλο το βράδυ. Αυτό δεν αποδεικνύει ότι το ταξίδι στο χρόνο είναι αδύνατο, αλλά υποδηλώνει ότι δεν θα γίνει ποτέ ένα συνηθισμένο φαινόμενο εδώ στη Γη.

Το βέλος του χρόνου

Ένα από τα χαρακτηριστικά πράγματα του χρόνου είναι ότι έχει μια κατεύθυνση – από το παρελθόν στο μέλλον. Ένα φλιτζάνι καυτού καφέ που μένει σε θερμοκρασία δωματίου, θα κρυώσει. Αυτό είναι ένα παράδειγμα εντροπίας, η μέτρηση δηλαδή, της ποσότητας της «άχρηστης» σε αντίθεση με τη «χρήσιμη» ενέργεια. Η εντροπία ενός κλειστού συστήματος αυξάνεται πάντα και είναι ο βασικός παράγοντας που καθορίζει το βέλος του χρόνου.

Αποδεικνύεται ότι η εντροπία είναι το μόνο πράγμα που κάνει διάκριση μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος. Σε άλλους κλάδους της φυσικής, όπως η σχετικότητα ή η κβαντική θεωρία, ο χρόνος δεν έχει μια προτιμώμενη κατεύθυνση. Κανείς δεν γνωρίζει από πού προέρχεται το βέλος του χρόνου. Μπορεί να ισχύει μόνο για μεγάλα, πολύπλοκα συστήματα, οπότε τα υποατομικά σωματίδια μπορεί να μην βιώνουν το βέλος του χρόνου.

Το παράδοξο του ταξιδιού στο χρόνο

Το ταξίδι πίσω στο παρελθόν – έστω και θεωρητικά – εγείρει μια σειρά από παράδοξα που ακόμη και οι επιστήμονες και οι φιλόσοφοι βρίσκουν εξαιρετικά αμήχανα.

Ένας ταξιδιώτης του χρόνου θα μπορούσε να αποφασίσει να πάει πίσω στο παρελθόν και να σκοτώσει τον Χίτλερ στη βρεφική του ηλικία. Αν το πετύχαινε, τα μελλοντικά βιβλία ιστορίας δεν θα τον ανέφεραν καν – οπότε τι κίνητρο θα είχε ο χρονοταξιδιώτης για να γυρίσει πίσω στον χρόνο και να τον σκοτώσει;

Σκοτώνοντας τον παππού σας

Αντί να σκοτώσετε έναν νεαρό Χίτλερ, θα μπορούσατε, κατά λάθος, να σκοτώσετε έναν από τους δικούς σας προγόνους. Αλλά τότε δεν θα γεννιόσασταν ποτέ, οπότε δεν θα μπορούσατε να ταξιδέψετε πίσω στο χρόνο για να τον σκοτώσετε, οπότε θα γεννιόσασταν τελικά, και ούτω καθεξής.

Ένας κλειστός βρόχος

Ας υποθέσουμε ότι βρίσκετε ξαφνικά τα σχέδια για μια χρονομηχανή. Ξοδεύετε λίγες μέρες για να την κατασκευάσετε και στη συνέχεια τη χρησιμοποιείτε για να στείλετε τα σχέδια πίσω στον προηγούμενο εαυτό σας. Αλλά από πού προήλθαν αυτά τα σχέδια; Από πουθενά – απλά κάνουν κύκλους γύρω-γύρω στο χρόνο.

Ψυχοπαθολογίες των Προέδρων των ΗΠΑ

Αν ξέρεις τον δρόμο προς την επιτυχία, ξέρεις και τον δρόμο προς τη νεύρωση. Αυτό δεν είναι μία απλή μεταφορά, αλλά περισσότερο μία ψυχιατρική σοφία.

Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι οι πιο επιτυχημένοι άνθρωποι, μπορεί να μην είναι εντελώς «φυσιολογικοί». Αυτό είναι πολύ γνωστό στους επιστήμονες που έχουν πάθος στο να κατανοούν τις ψυχοπαθολογίες των εθνικών τους ηγετών. Το Naked Science μιλά για τις «διαγνώσεις» των προέδρων των ΗΠΑ και τις συνέπειές τους.

Σε αυτό το άρθρο, ως επί το πλείστον, θα μιλήσουμε φυσικά για ψυχολογικές αποκλίσεις που δεν έχουν φτάσει ακόμη στο στάδιο της ψύχωσης. Εξάλλου, ο καθένας έχει ορισμένα ψυχολογικά προβλήματα, σε διαφορετικό βαθμό.

Ωστόσο, αυτός ο βαθμός είναι σημαντικός. Για κάποιους, η «διάγνωση» συνίσταται μόνο στο έμμονο πλύσιμο των χεριών, ενώ για άλλους σημαίνει δημιουργία συνθηκών στις οποίες εκατομμύρια άνθρωποι θα πεθάνουν.

Χωρίς Συνείδηση

Μερικές από τις πιο κοινές και αξιοσημείωτες παθολογίες αυτού του είδους είναι η ψυχοπάθεια και ο ναρκισσισμός. Οι περισσότεροι ψυχολόγοι και ψυχοθεραπευτές μοιράζονται αυτές τις έννοιες, ορίζοντας τις, ωστόσο, ως το άκρο του ίδιου περίπου φάσματος. Για παράδειγμα, ένας από τους πιο διάσημους ψυχαναλυτές, ο Otto Kernberg, δεν διακρίνει καθόλου αυτές τις παθολογίες. Πολύ συμβατικά, ο ναρκισσισμός μπορεί να ονομαστεί μια «ηπιότερη» μορφή ψυχοπάθειας. Ωστόσο, ούτε η μία ούτε η άλλη διάγνωση θεωρείται ψυχιατρική, οι σύγχρονοι ειδικοί τείνουν να τις αποκαλούν «Ηθική Παραφροσύνη».

Με εντελώς άθικτη νοημοσύνη, τέτοιοι άνθρωποι δεν έχουν σχεδόν καμία συναισθηματική ενσυναίσθηση, ούτε όμως και την ικανότητα όχι μόνο να συμπονούν, αλλά επίσης να βάζουν τον εαυτό τους στη θέση ενός άλλου ατόμου. Παρόλα αυτά, οι ναρκισσιστές και οι ψυχοπαθείς έχουν καλά ανεπτυγμένες δεξιότητες γνωστικής ενσυναίσθησης – παρατηρώντας τα συναισθήματα άλλων ανθρώπων καθ ‘όλη την διάρκεια της ζωής τους, μαθαίνουν να μιμούνται την εκδήλωσή τους όσο το δυνατόν ακριβέστερα και επιτυγχάνουν πραγματική κυριαρχία σε αυτό το θέμα.

Ο ναρκισσισμός συχνά κατανοείται ως ένας ακραίος βαθμός ψύχωσης. Αυτό δεν είναι απολύτως αλήθεια. Ο ναρκισσισμός είναι ευρύτερος και πιο σύνθετος. Γενικά, οι ναρκισσιστές έχουν πραγματικά μια αίσθηση της δικής τους εξαιρετικότητας και μεγαλοπρέπειας. Ωστόσο, συχνά κρύβεται πίσω από μια πρόσοψη επιδεικτικής σεμνότητας και αυτοαμφισβήτησης. Επιπλέον, ακόμη και ένας «μεγαλοπρεπής» (δηλαδή, φανερός, σε αντίθεση με τον κρυφό) νάρκισσος, βαθιά μέσα στην ψυχή του, μπορεί να συνειδητοποιήσει την αναξιότητά του και το αίσθημα ανωτερότητας λειτουργεί ως μοναδική μορφή άμυνας.

Αυτό που διακρίνει τους ναρκισσιστές από τους πραγματικά ανασφαλείς (καταθλιπτικούς ή μαζοχιστές) ανθρώπους είναι η προαναφερθείσα έλλειψη συναισθηματικής ενσυναίσθησης και ανθρώπινων συναισθημάτων όπως η αγάπη ή η στοργή. Μπορούν να παραποιήσουν αυτές τις συναισθηματικές αντιδράσεις μόνο παρουσία των ανθρώπων που «χρειάζονται». Αντί για τα «ζεστά» συναισθήματα που βιώνουν οι περισσότεροι από εμάς, βιώνουν κυρίως φθόνο, οργή, πόνο και ντροπή. Αν και για ένα μικρό χρονικό διάστημα μπορεί να υπόκεινται σε απόλαυση ή εκτυφλωτική εξιδανίκευση.

Τέτοιοι άνθρωποι προτιμούν να επιβάλλουν τον εαυτό τους σε βάρος των άλλων (τους οποίους, αφενός, τους θεωρούν άχρηστους και, αφετέρου, νιώθουν κρυφό φθόνο απέναντί ​​τους), είναι εγωιστές (αφού είναι εσωτερικά πεπεισμένοι ότι όλοι οι άλλοι άνθρωποι δομούνται με παρόμοιο τρόπο, αλλά «προσποιούνται») και έχουν ένα λεγόμενο ψεύτικο εγώ – μια διογκωμένη αυτοσημασία στο φόντο μιας οδυνηρής εμπειρίας ενός κρυφού αισθήματος κατωτερότητας, ντροπής και κενού. Επιπλέον, η εικόνα των ναρκισσιστών και των ψυχοπαθών, κατά κανόνα, είναι άψογη. Είναι γοητευτικοί, έχουν αυτοπεποίθηση και ξέρουν πώς να εντυπωσιάζουν.

Χάρη στην χειριστική φύση τους και την έλλειψη συνείδησής τους, χειραγωγούν επιδέξια τους άλλους, λατρεύουν την εξουσία και ως εκ τούτου συχνά επιτυγχάνουν καλή επιτυχία στην καριέρα τους, γίνονται διευθυντές και εξέχοντες ειδικοί σε διάφορους τομείς. Ένας από αυτούς τους τομείς είναι τα υψηλότερα κλιμάκια εξουσίας. Επομένως, είναι οι δείκτες ναρκισσισμού των μάνατζερ που έχουν γίνει ένα από τα πιο δημοφιλή θέματα για έρευνα από τους επιστήμονες.

Τον περασμένο Φεβρουάριο, μια ομάδα Ιταλών ειδικών από το Politecnico di Milano και το Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Bozen-Bolzano, για παράδειγμα, δημοσίευσε μια μελέτη στο The Leadership Quarterly, στην οποία διαπίστωσαν ότι οι ναρκισσιστές ανεβαίνουν γρηγορότερα στην καριέρα τους. Οι ερευνητές εξέτασαν 172 εθελοντές – γενικούς διευθυντές επιχειρήσεων και εταιρειών.

Οι επιστήμονες κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι όσοι σημείωσαν την υψηλότερη βαθμολογία σε δείκτες όπως η αυτοπεποίθηση, ο αυταρχισμός, η κυριαρχία και άλλα σημάδια ναρκισσιστικής διαταραχής ανέβηκαν στην καριέρα τους πιο γρήγορα από εκείνους που δεν είχαν αυτές τις ιδιότητες. Γενικά, τα αυξανόμενα επίπεδα ναρκισσισμού αύξησαν την πιθανότητα απόκτησης ηγετικής θέσης σε έναν δεδομένο οργανισμό. Άλλες, παλαιότερες μελέτες που πραγματοποιήθηκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες κατέληξαν στα ίδια περίπου συμπεράσματα.

Ορισμένα παραδείγματα περιλαμβάνουν:

Άντριου Τζάκσον (Andrew Jackson): Ο 7ος πρόεδρος των ΗΠΑ θεωρείται ότι έπασχε από μια σειρά ψυχολογικών δυσκολιών, περιλαμβανομένων συναισθηματικών διαταραχών και υπερβολικής επιθετικότητας, γεγονός που αντανακλούσε τη συμπεριφορά του κατά τη διάρκεια της προεδρίας του. Υποστηρίζεται ότι οι εμπειρίες του από τις συγκρούσεις του και τις προσωπικές τραγωδίες (όπως η απώλεια της συζύγου του, Ρέιτσελ, λίγο πριν από την εκλογή του) συνέβαλαν σε αυτές τις ψυχολογικές δυσκολίες.

Άμπραχαμ Λίνκολν (Abraham Lincoln): Ο 16ος πρόεδρος, σύμφωνα με πολλές πηγές, υπήρξε επιρρεπής στην κατάθλιψη. Η περίοδος της διακυβέρνησής του, κατά την οποία διαχειρίστηκε τον Εμφύλιο Πόλεμο, καθώς και οι προσωπικές του δυσκολίες, περιγράφονται ως παράγοντες που ενδέχεται να ενίσχυσαν αυτή την κατάσταση. Η κατάθλιψη του Λίνκολν έγινε ένα σημαντικό θέμα συζήτησης, αλλά δεν έχει επιβεβαιωθεί με σαφήνεια ότι έπασχε από συγκεκριμένη ψυχική διαταραχή.

Θίοντορ Ρούζβελτ (Theodore Roosevelt): Ο 26ος πρόεδρος είχε ιστορικό ψυχολογικής έντασης και υπερβολικής ενέργειας, που συχνά αποδίδεται στο γεγονός ότι προσπαθούσε να ξεπεράσει τα προσωπικά του τραύματα και την ανασφάλεια. Οι περίοδοι συναισθηματικής κατάρρευσης του, μετά την απώλεια της συζύγου του, έδειξαν ψυχική ανθεκτικότητα, αλλά και έναν έντονο πόνο που τον οδήγησε να αναπτύξει έντονα καταναλωτικές συνήθειες και συμπεριφορές.

Ρίτσαρντ Νίξον (Richard Nixon): Ο 37ος πρόεδρος, ο οποίος είναι γνωστός για το σκάνδαλο Watergate, αντιμετώπισε συχνά ψυχολογικές δυσκολίες. Είχε ένα έντονο αίσθημα παρανοϊκής συμπεριφοράς, όπως φαίνεται και από τις σφοδρές αντιδράσεις του κατά τη διάρκεια του Watergate. Πολλοί ιστορικοί και ψυχολόγοι πιστεύουν ότι αυτή η παρανοϊκή τάση επηρέασε τις πολιτικές του αποφάσεις.

Τζον Φ. Κένεντι (John F. Kennedy): Ο 35ος πρόεδρος των ΗΠΑ, σύμφωνα με αρκετές πηγές, υπήρξε επιρρεπής σε προβλήματα υγείας, όπως οι επιληπτικές κρίσεις και μια σειρά από ψυχικά και σωματικά προβλήματα, πιθανώς λόγω του χρόνιου πόνου που προκλήθηκε από ασθένειες και τραυματισμούς. Αν και δεν έχει επιβεβαιωθεί κάποια σοβαρή ψυχική διαταραχή, οι δυσκολίες του Κένεντι συχνά αναφέρονται ως παράγοντες που επηρεάζουν τις επιλογές του.

Βίλιαμ Χάρις Τάφτ (William Howard Taft): Ο 27ος πρόεδρος αντιμετώπισε δυσκολίες σχετικά με το βάρος και την ψυχική του υγεία. Οι αγώνες του με την υπερβολική του παχυσαρκία συνδέθηκαν με την κατάθλιψη και μια γενικότερη αίσθηση ανασφάλειας για την εικόνα του και την ικανότητά του να ηγείται.

Είναι επίσης σημαντικό να τονιστεί ότι ορισμένοι πρόεδροι είχαν την τάση να εμφανίζουν προσωπικά χαρακτηριστικά, όπως ισχυρές ψυχολογικές αντοχές, που τους επέτρεπαν να ανταπεξέρχονται στις προκλήσεις και να λαμβάνουν αποφάσεις υπό εξαιρετικά πιεστικές συνθήκες.

Βασιλιάς των Νάρκισσων

Ίσως ένας αποτελεσματικός ηγέτης πρέπει να διαθέτει ορισμένα χαρακτηριστικά ενός ναρκισσιστή, όπως η ακαμψία και η ικανότητα να κλείνει τα μάτια στα συμφέροντα της μειοψηφίας για να ευχαριστήσει την πλειοψηφία. Αλλά, όπως γνωρίζουμε, όλα είναι καλά όταν υπάρχει μέτρο. Μερικές φορές ο ναρκισσισμός ενός ηγέτη μπορεί να οδηγήσει στον θάνατο όχι μόνο μιας οικογένειας, αλλά και μιας ολόκληρης χώρας ή τουλάχιστον ορισμένων ομάδων του πληθυσμού. Τον Σεπτέμβριο του τρέχοντος έτους, ο Αμερικανός πολιτικός επιστήμονας John P. Harden από το Ripon College παρουσίασε μια μελέτη στο Journal of Conflict Resolution που εξέτασε την σύνδεση μεταξύ του ναρκισσισμού των προέδρων των ΗΠΑ και της διάρκειας των πολέμων κατά την θητεία τους.

Συνολικά, αναλύθηκαν στοιχεία για 19 προέδρους που ηγήθηκαν των Ηνωμένων Πολιτειών από το 1897 έως το 2007. Ο πιο ναρκισσιστής πρόεδρος των ΗΠΑ κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου ήταν ο Λίντον Τζόνσον, ο οποίος κατείχε την κύρια θέση της αμερικανικής κυβέρνησης από τον Νοέμβριο του 1963 έως τον Ιανουάριο του 1969. Παρεμπιπτόντως, ένας άλλος ερευνητής, ο Rich Morin, κατέληξε στο ίδιο ακριβώς συμπέρασμα το 2013. Παρουσίασε τα ευρήματά του στο περιοδικό Policy Commons. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο πιο ναρκισσιστής πρόεδρος της Αμερικής ήταν και ο Λίντον Τζόνσον.

Τη δεύτερη και την τρίτη θέση, σύμφωνα με την έρευνα του Χάρντεν, μοιράστηκαν οι Θίοντορ Ρούσβελτ και Ρίτσαρντ Νίξον, αντίστοιχα. Αλλά τις χαμηλότερες βαθμολογίες στην κλίμακα του ναρκισσισμού σημείωσαν οι William McKinley, William Howard Taft και Calvin Coolidge. Ο επιστήμονας κατέληξε στο συμπέρασμα ότι όσο πιο ναρκισσιστικός είναι ο ηγέτης, τόσο μεγαλύτεροι είναι οι πόλεμοι που κάνει. Έτσι, οι οκτώ πρόεδροι με τα υψηλότερα σκορ διέταξαν ένοπλες συγκρούσεις που διήρκεσαν κατά μέσο όρο 613 ημέρες, σε σύγκριση με τους λιγότερο ναρκισσιστές ηγέτες, των οποίων οι πόλεμοι διήρκεσαν κατά μέσο όρο 136 ημέρες.

Τον Οκτώβριο του 2013, άλλοι ερευνητές από τα πανεπιστήμια Emory και Georgia (ΗΠΑ) δημοσίευσαν εργασία στο περιοδικό APS Association for Psychological Science. Διαπίστωσαν ότι οι Αμερικανοί πρόεδροι εμφανίζουν υψηλά επίπεδα μεγαλεπήβολου (φανερού) ναρκισσισμού σε σύγκριση με τον γενικό πληθυσμό και ότι η διαταραχή αυξάνεται στους ηγέτες των ΗΠΑ με την πάροδο του χρόνου. Συνολικά 41 Αμερικανοί ηγέτες εξετάστηκαν, συμπεριλαμβανομένου του Τζορτζ Μπους.

Η προσωπικότητα κάθε προέδρου αξιολογούνταν πέντε χρόνια πριν από την ανάληψη των καθηκόντων του, έτσι ώστε η αξιολόγηση να είναι πιο αντικειμενική και ανεξάρτητη από την στάση απέναντι στο πρόσωπο ως αρχηγός κράτους.

Οι ερευνητές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ο μεγαλειώδης ναρκισσισμός αυξήθηκε σημαντικά μεταξύ όλων των προέδρων με την πάροδο του χρόνου, από τον Ουάσιγκτον μέχρι τον Τζορτζ Μπους. Επιπλέον, οι επιστήμονες ανακάλυψαν ότι ο ναρκισσισμός μεταξύ των ηγετών των ΗΠΑ είναι φυσικά υψηλότερος από ό,τι στον πληθυσμό της χώρας συνολικά. Αποδείχθηκε επίσης ότι σχετίζεται τόσο με αντικειμενικούς δείκτες της επιτυχίας της προσωπικότητας ενός ηγέτη (για παράδειγμα μία νίκη στις εκλογές), όσο και με ορισμένες αρνητικές πτυχές των δραστηριοτήτων του (ειδικά όσον αφορά την ηθική και τα ψηφίσματα του Κογκρέσου για την παραπομπή).

Αλκοολισμός και Διπολική Διαταραχή

Μία από τις μεγαλύτερες μελέτες σχετικά με την ψυχολογική υγεία των Αμερικανών προέδρων διεξήχθη από επιστήμονες στο Πανεπιστήμιο Duke (ΗΠΑ), οι οποίοι τη δημοσίευσαν στο The Journal of Nervous and Mental Disease το 2006.

Συνολικά, εξέτασαν 37 Αμερικανούς ηγέτες που ηγήθηκαν της χώρας από το 1776 έως το 1974. Στις έρευνες αυτές συμμετείχαν από έμπειροι ψυχίατρους ως και ανεξάρτητοι εμπειρογνώμονες. Τα επίπεδα εμπιστοσύνης προσδιορίστηκαν για κάθε μια από τις διαγνώσεις των προέδρων. Σύμφωνα με αυτά τα ευρήματα, 18 διευθυντές (49% του συνόλου) ήταν πιθανό να έχουν κάποια μορφή ψυχικής διαταραχής. Μεταξύ των πιο κοινών ήταν: η κατάθλιψη (24%), το άγχος (8%), η διπολική διαταραχή (8%) και η κατάχρηση αλκοόλ ή κάποιος άλλος εθισμός (8%). Στο 10% των περιπτώσεων, τα συμπτώματα της διαταραχής παρατηρήθηκαν κατά την διάρκεια της θητείας του προέδρου, κάτι που, σύμφωνα με τους ερευνητές, επηρέασε το έργο των ηγετών και επιδείνωσε την απόδοσή τους.

Ο Μπάιντεν και η Άνοια

Τα ψυχολογικά προβλήματα περιλαμβάνουν και τις γνωστές παραξενιές του προέδρου των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν. Αυτό είναι κατανοητό, γιατί ο πρώην αρχηγός του κράτους είναι ο γηραιότερος Αμερικανός ηγέτης στην ιστορία της χώρας. Έκλεισε τα 80 του χρόνια. Μόνο που ο ίδιος δεν έγραφε για τις παραδοξότητες που του συνέβησαν ακόμη και πριν αναλάβει τα καθήκοντά του. Και πρώτα από όλα, αυτοί ήταν οι ίδιοι οι Αμερικανοί πολίτες, οι οποίοι μάλιστα ονόμασαν τον αρχηγό τους με το προσβλητικό παρατσούκλι Joe Dementio. Τότε μάλιστα στο αμερικανικό Twitter εμφανίστηκε και αντίστοιχο hashtag – #DementiaJoe.

Ακόμη και όταν ο Μπάιντεν ανέλαβε την εξουσία, άρχισαν συζητήσεις στα αμερικανικά κοινωνικά δίκτυα: «Δεν θα αντέξει τέσσερα χρόνια», «Ω, αγαπητή Αμερική, τι έκανες», «Ο Πρόεδρος Χάρις περιμένει στο περιθώριο… Κάνεις λάθος, Αμερική!», «Η Καμαλά ταράχτηκε για μια στιγμή».

Ο “άτυχος” Μπάιντεν θα σκοντάψει, στην συνέχεια θα ονομάσει δημόσια την εγγονή του με το όνομα του γιου του, στην συνέχεια θα ανακηρύξει την συνάδελφό του Καμάλα Χάρις ως νέο πρόεδρο ή ακόμη και θα μπερδέψει τα ονόματα των κρατών. Ένα βίντεο κυκλοφόρησε στα ΜΜΕ στο οποίο ο Αμερικανός ηγέτης, αποχωρώντας από την σκηνή μετά από μια χαιρετιστική ομιλία στο συνέδριο του Global Fund στη Νέα Υόρκη, σταμάτησε και άρχισε να χειρονομεί, απευθυνόμενος σε έναν αόρατο συνομιλητή.

Όλα αυτά, δυστυχώς, μοιάζουν πολύ με σοβαρές εκδηλώσεις άνοιας. Αλλά ας μην είμαστε αβάσιμοι, αλλά ας στραφούμε στο παλιό καλό ICD-10 (Διεθνής Ταξινόμηση Νοσημάτων), που απαριθμεί τα κύρια συμπτώματα της νόσου. Αν και διατίθεται σε διαφορετικούς τύπους, έχει κοινές κλινικές εκδηλώσεις. Το πρώτο από αυτά είναι η εξασθένηση της μνήμης (σε τρία στάδια: ήπια, μέτρια και σοβαρή). Πρώτα απ ‘όλα, βραχυπρόθεσμα, αλλά σε πιο σοβαρές περιπτώσεις – μακροπρόθεσμα. Το άτομο δεν μπορεί να θυμηθεί πρόσφατα γεγονότα και δυσκολεύεται να μάθει νέες πληροφορίες.

Ένα άλλο σύμπτωμα είναι η πτώση σε άλλες γνωστικές λειτουργίες. Για παράδειγμα, κριτική αντίληψη και σκέψη. Ένα άτομο είναι χειρότερο στην επεξεργασία πληροφοριών από πριν και είναι πιο δύσκολο για αυτόν να σχεδιάσει τις ενέργειές του. Ο προσανατολισμός στο χώρο και το χρόνο διαταράσσεται, ένα άτομο χάνει την επιθυμία να μάθει νέα πράγματα. Υπάρχουν επίσης τρία στάδια εδώ.

Το τρίτο σημάδι είναι η μείωση του συναισθηματικού ελέγχου ή των κινήτρων ή μια αλλαγή στην κοινωνική συμπεριφορά, η οποία εκδηλώνεται με τουλάχιστον ένα από τα ακόλουθα συμπτώματα: συναισθηματική αστάθεια (αλλαγή διάθεσης για διάφορους, συχνά ασήμαντους λόγους), ευερεθιστότητα, απάθεια και τραχύτητα στην κοινωνική συμπεριφορά.

Υπάρχουν επίσης τρία στάδια της ίδιας της νόσου. Στο πρώτο στάδιο παρατηρείται λήθη, απώλεια της αίσθησης του χρόνου και αποπροσανατολισμός σε οικεία σημεία. Στο δεύτερο – λήθη πρόσφατων γεγονότων και ονομάτων ανθρώπων, αποπροσανατολισμός στο οικιακό περιβάλλον, αυξανόμενες δυσκολίες στην επικοινωνία, ανάγκη αυτοφροντίδας, δυσκολίες συμπεριφοράς, συμπεριλαμβανομένου του άσκοπου περπατήματος και των ίδιων ερωτήσεων. Το τρίτο στάδιο χαρακτηρίζεται από απώλεια χρόνου και χώρου, δυσκολία στην αναγνώριση συγγενών και φίλων, δυσκολίες στην κίνηση και αλλαγές συμπεριφοράς που μπορεί να περιλαμβάνουν επιθετικότητα και παρανοϊκές τάσεις.

Φυσικά, η διάγνωση της νόσου θα πρέπει να περιλαμβάνει μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου (η οποία, ωστόσο, δεν μπορεί πάντα να παρέχει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες) και άλλες νευροψυχολογικές μελέτες, αλλά ακόμη και με βάση τα παραπάνω σημεία, μπορεί κανείς να υποψιαστεί την παρουσία μιας τέτοιας ασθένειας στον Τζο Μπάιντεν. Δυστυχώς, τέτοια συμπεράσματα δεν προοιωνίζονται ούτε για τον κόσμο ούτε για την Αμερική.

Η άνοια, όπως γνωρίζουμε, τείνει να εξελίσσεται μόνο με την ηλικία (αυτός είναι γενικά ο κύριος παράγοντας ανάπτυξής της). Το μέσο προσδόκιμο ζωής με αυτή τη διάγνωση είναι από τρία έως 12 χρόνια. Αλλά για όσους είναι άνω των 65 ετών, ο μέσος όρος είναι έξι. Από αυτή την άποψη, είναι ενδιαφέρον να εξετάσουμε τα ευρήματα μιας μελέτης του S. Jay Olshansky, Ph.D., που δημοσιεύτηκε στο JAMA Network τον Δεκέμβριο του 2011. Έδειξε ότι το προσδόκιμο ζωής των Αμερικανών ηγετών είναι, κατά μέσο όρο, ελαφρώς υψηλότερο από αυτό των ανδρών των ΗΠΑ. Οι 23 από τους 34 Αμερικανούς ηγέτες (στην εξουσία από το 1816 έως το 1899) που πέθαναν από φυσικά αίτια έζησαν περισσότερο από τον μέσο άνδρα σε αυτήν την χώρα.

Η μέση ηλικία θανάτου για τους ηγέτες των ΗΠΑ ήταν τα 78 έτη. Αυτό συμβαίνει παρά την πεποίθηση ότι η προεδρία είναι τόσο αγχωτική που οι ηγέτες μπορεί να γερνούν πιο γρήγορα από τον μέσο άνθρωπο. Όμως, όπως επισημαίνει ο Olshansky, ακόμη και παρά το γεγονός αυτό, οι πρόεδροι έχουν μεγαλύτερο προσδόκιμο ζωής κατά μέσο όρο, έστω και μόνο επειδή έχουν πρόσβαση σε μια τεράστια γκάμα ιατρικών υπηρεσιών.

Ο Αργός Θάνατος του Διανθρωπισμού

«Εν τέλει, η Ουτοπία φαίνεται πως βρίσκεται πολύ πιο κοντά μας από όσο θα μπορούσαμε να φανταστούμε μόλις πριν από δεκαπέντε χρόνια». Aldous Huxley

Ο διανθρωπισμός (Transhumanism) είναι φιλοσοφικό κίνημα που υποστηρίζει τον μετασχηματισμό της ανθρώπινης κατάστασης αναπτύσσοντας και καθιστώντας ευρέως διαθέσιμες εξελιγμένες τεχνολογίες για να ενισχύσει και διαστρεβλώσει σημαντικά την ανθρώπινη διάνοια και φυσιολογία.

Οι διανθρωπιστές στοχαστές μελετούν τα πιθανά οφέλη και τους κινδύνους των αναδυόμενων τεχνολογιών που θα μπορούσαν να ξεπεράσουν τους θεμελιώδεις ανθρώπινους περιορισμούς, καθώς και τους ηθικούς περιορισμούς της χρήσης τέτοιων τεχνολογιών. Η πιο συνηθισμένη δια-ανθρωπιστική θεωρία είναι ότι τα ανθρώπινα όντα μπορεί τελικά να είναι σε θέση να μεταμορφωθούν σε διαφορετικά όντα με ικανότητες που επεκτάθηκαν σε μεγάλο βαθμό από την τρέχουσα κατάσταση ώστε να αξίζουν την ετικέτα των αθάνατων όντων.

Από την ουτοπία στην αμφισβήτηση.

Ο Λούις Μάμφορντ (Louis Mumford) (1895-1990) στα πρώτα χρόνια μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο έστρεψε την προσοχή του στον διαρκώς αυξανόμενο ρόλο, συμβολικό και πρακτικό, που η τεχνική και τα προϊόντα της διαδραμάτιζαν στον σύγχρονο τρόπο ζωής. Σε μια σειρά από διαλέξεις και βιβλία, ο Μάμφορντ εξέφραζε την ανησυχία του για την μετάλλαξη της σχέσης του ανθρώπου με την μηχανή, στεκόμενος κριτικά απέναντι σε αυτό που έβλεπε ως υποδούλωση του σύγχρονου ανθρώπου στην μηχανή.

Παρά την κριτική στον σύγχρονο μηχανικό πολιτισμό, στον πυρήνα της σκέψης του Μάμφορντ η μηχανή παρέμενε ένα εργαλείο, και ο άνθρωπος, ως δημιουργός αυτού του εργαλείου, είχε την δυνατότητα, τουλάχιστον στις αρχές του 1950, να επανακτήσει την κυριαρχία του πάνω στην μηχανή. Αυτή η αντίληψη, που βλέπει την τεχνολογία ως μια ουδέτερη δύναμη καθοριζόμενη από τις διαθέσεις του ανθρώπου-δημιουργού και χειριστή εργαλείων, παρέμεινε η πλέον διαδεδομένη μέχρι τα τέλη του 20ού αιώνα, χωρίς να λείπουν φωνές όπως του Ζακ Ελλύλ, που έβλεπε με ανησυχία την επικράτηση της μηχανής ως προτύπου για την οργάνωση της κοινωνίας ή του Μάρτιν Χάιντεγκερ, που φοβόταν την μεταμόρφωση της τεχνολογίας σε μια αυτόνομη δύναμη, ανεξάρτητη από τον ανθρώπινο έλεγχο. Αυτή η θέση του Χάιντεγκερ, σε μια πιο απλοϊκή μορφή, έχει εμποτίσει την λογοτεχνία της επιστημονικής φαντασίας του 20ου αιώνα, δίνοντας ζωή σε αμέτρητα δυστοπικά σενάρια.

Όμως, παρά την ισχύ και το πλήθος των κριτικών φωνών εναντίον της στην διάρκεια του 20ού αι., η τεχνολογία μετατράπηκε στο τελευταίο όχημα των ανθρώπινων ουτοπικών ελπίδων για έναν καλύτερο κόσμο. Σημαντικός παράγοντας γι’ αυτήν την κατάσταση ήταν η συστηματική απαξίωση των ιδεολογιών και μεγάλων αφηγημάτων που ο 19ος αι. είχε κληροδοτήσει στον 20ό, αναγκάζοντας τους ουτοπιστές να αναζητήσουν διέξοδο και λύσεις σε μια τεχνική γλώσσα που δύσκολα θα μπορούσε να αμφισβητηθεί από τους προστάτες του εκάστοτε status quo και πολέμιους των ουτοπικών ελπίδων.

Διανθρωπισμός: η υπόσχεση της μηχανής

Ίσως η ωριμότερη μορφή που πήρε ο τεχνολογικός ουτοπισμός τον 20ό αι. είναι ο διανθρωπισμός (transhumanism), ένα φιλοσοφικό κίνημα που επιθυμεί μέσω της χρήσης νέων τεχνολογιών να επέμβει στην ανθρώπινη φύση και κατάσταση, απαλλάσσοντας τον άνθρωπο από τους βιολογικούς του περιορισμούς. Ο διανθρωπισμός έχει ανάμεσα στους βασικούς του στόχους την κατάκτηση της αθανασίας από τον άνθρωπο και την απελευθέρωσή του από τον σωματικό πόνο —δύο στόχοι/ελπίδες που είναι ίσως οι παλαιότεροι/-ες του είδους μας και που οδηγούν κάποιους μελετητές να εντοπίζουν τις απαρχές του κινήματος σε αρχαίους θρησκευτικούς μύθους και έπη, δημιουργώντας μια γενεαλογία που πηγαίνει πίσω στις απαρχές της ανθρώπινης ιστορίας.

Ωστόσο, το κίνημα του διανθρωπισμού επίσημα οργανώθηκε την δεκαετία του 1980 με επίκεντρο το UCLA (University of California, Los Angeles), όπου δίδαξε ο φιλόσοφος και πρωτοπόρος διανθρωπιστής Φερεϊντούν Μ. Εσφαντιάρι (Fereidoun M. Esfandiary / 1930-2000), γνωστός ως FM-2030, και όπου φιλοξενήθηκαν τα πρώτα συνέδρια των διανθρωπιστών. Σύντομα, η δυτική ακτή των ΗΠΑ έγινε το επίκεντρο του κινήματος και έδρα διαφόρων οργανισμών που επικεντρώνονταν στην έρευνα νέων τεχνολογιών που θα βοηθούσαν τον άνθρωπο να βελτιώσει την ζωή του, όπως η κρυογονική και η νανοτεχνολογία.

Η σύνδεση του κινήματος με τεχνολογίες που ακόμα βρίσκονταν σε εμβρυακό επίπεδο ή που αμφισβητούνταν ακόμα και η ίδια η επιστημονική τους υπόσταση κράτησε το κίνημα στο περιθώριο μέχρι τα τέλη του 1990, όταν το διαδίκτυο έδωσε την δυνατότητα στους διανθρωπιστές να οργανωθούν και να δημιουργήσουν τον Παγκόσμιο Διανθρωπιστικό Σύνδεσμο (World Transhumanism Αssociation) το 1998.

Πρωτεργάτες σε αυτήν την κίνηση ήταν ο Νικ Μπόστρομ (Nick Bostrom) και ο Ντέιβιντ Πιρς (David Pearce), στο έργο των οποίων μπορούμε να δούμε την πιο ολοκληρωμένη εκδοχή του διανθρωπισμού και τον βαθιά τεχνο-ουτοπικό του χαρακτήρα. Ο Μπόστρομ, διευθυντής του Institute for the Future of Humanity του Πανεπιστημίου της Oξφόρδης και καθηγητής φιλοσοφίας, συνόψισε το πρόγραμμα του διανθρωπισμού σε ένα κείμενο του που περιέγραψε ως επιστολή από το μέλλον με τίτλο “Letter from Utopia”, που αναγνωρίζεται ως ένα από τα θεμελιώδη κείμενα του κινήματος. Σε αυτό απαριθμεί τα τρία βήματα που οδήγησαν την ανθρωπότητα στην «ουτοπία».

Το πρώτο είναι η απελευθέρωση του ανθρώπου από τους περιορισμούς του βιολογικού του σώματος, που ο Μπόστρομ χαρακτηρίζει ως παγίδα θανάτου. Η μακρά και ασφαλής ζωή είναι το θεμέλιο της ανθρώπινης ευτυχίας, και στο διανθρωπιστικό όραμα αυτό παίρνει την μορφή της αθανασίας και της προστασίας από έναν βίαιο θάνατο.

Το δεύτερο βήμα είναι η αναβάθμιση της ανθρώπινης νοημοσύνης. O Μπόστρομ σημειώνει πως μπορεί η τεχνητή νοημοσύνη να υπερβεί τις δυνατότητες του ανθρώπινου είναι, αλλά πολύ πριν αυτό συμβεί θα μπορούσαμε να αναβαθμιστούμε, χρησιμοποιώντας νέες τεχνολογίες, όπως κρανιακά εμφυτεύματα, και να ενωθούμε με την μηχανή, να γίνουμε cyborg. Απορρίπτοντας το βιολογικό της σώμα και την θνητή πλευρά της, η ανθρωπότητα ίσως διατηρήσει την κυριαρχία της πάνω σε έναν πλανήτη, τον οποίο θα μοιράζεται με έξυπνες μηχανές.

Το τρίτο και τελευταίο βήμα είναι η κατάκτηση της ευτυχίας. Σε αυτό το σημείο, ο Μπόστρομ υπογραμμίζει πως η καλύτερη ζωή που η τεχνολογική πρόοδος μπορεί να μας προσφέρει είναι μια βαθιά προσωπική διαδικασία, προσαρμοσμένη στις ατομικές προτιμήσεις του καθενός, τελείως διαφορετική από τις παλιές υποσχέσεις της ουτοπίας για μια νέα μορφή κοινοτικής οργάνωσης, που ισοπέδωναν τα προσωπικά θέλω των μελών τους για το γενικό καλό της κοινότητας.

Ο άνθρωπος έχει υποχρέωση να κατακτήσει αυτό το ουτοπικό μέλλον τιθασεύοντας την τεχνολογία για να υπερνικήσει τις βιολογικές του αδυναμίες. Για τους διανθρωπιστές, ο άνθρωπος στην τωρινή του κατάσταση δεν έχει φτάσει το τελικό στάδιο της εξελικτικής του πορείας ως είδος. Στον πυρήνα του διανθρωπισμού και του προγράμματος για την τεχνολογική ενίσχυση του ανθρώπου, όπως τον έχουν διατυπώσει μέλη του κινήματος, όπως ο Ρέϊ Κιούρζβειλ (Ray Kurzweil) και ο Χανς Μόραβεκ (Hans Moravec), είναι η πεποίθηση πως “δεν υπάρχει ανθρώπινη φύση”.

Οι παραδοσιακές αντιλήψεις για την ανθρώπινη φύση που επικεντρώνονται γύρω από την συνειδητότητα και την σωματικότητα απορρίπτονται για χάρη μιας οπτικής που κατανοεί την ανθρώπινη συνειδητότητα ως ένα σύνολο δεδομένων, με το σώμα να υποβαθμίζεται σε ένα πρόθεμα με ημερομηνία λήξης.

Απορρίπτοντας την ιδέα ότι το ανθρώπινο σώμα είναι καταστατικό κομμάτι του «ανθρώπου», οι διανθρωπιστές απορρίπτουν οποιονδήποτε περιορισμό στο πού, πώς και κατά πόσο θα μπορούσαμε να επέμβουμε για να βελτιώσουμε ή να αλλάξουμε το σώμα μας με την βοήθεια της τεχνολογίας. Συνεπώς, ο διανθρωπισμός αντιλαμβάνεται την τεχνολογία ως μια εκ των προτέρων θετική δύναμη που θα μας επιτρέψει να αποδράσουμε από την καταπιεστική ομοιομορφία και θνητότητα που η ανθρώπινη φύση μας έχει επιβάλλει.

Οι φαντασιώσεις των διανθρωπιστών για μια νέα ανθρωπότητα μοιάζουν να απέχουν ελάχιστα από τις υποσχέσεις των αποκαλυπτικών θρησκειών για μια ανθρωπότητα που θα έχει υπερνικήσει την αμαρτία και θα έχει ανταμειφθεί με αθανασία κι ευτυχία. Σε αυτόν τον τομέα ο διανθρωπισμός, παρά τις επιθέσεις του στην ιδέα της ανθρώπινης φύσης, μοιάζει παράταιρα ανθρωποκεντρικός, σκιαγραφώντας ένα πρόγραμμα ακραία ωφελιμιστικό, με πυρήνα του την απελευθέρωση του ανθρώπου από τον πόνο και τον θάνατο.

Αυτό γίνεται ιδιαίτερα εμφανές στο έργο του έτερου ιδρυτή του παγκόσμιου διανθρωπιστικού κινήματος και επίσης φιλοσόφου, του Ντέιβιντ Πιρς (David Pearce). Στο κείμενο του με τίτλο “H ηδονιστική επιταγή” (Hedonistic Imperative) που πρωτοεμφανίστηκε στο διαδίκτυο το 1995, ο Πιρς συμφωνεί με τον Μπόστρομ πως μέσω της τεχνολογίας οι άνθρωποι θα χτίσουμε τον παράδεισο επί γης, αλλά είναι κάπως πιο συγκεκριμένος, κατονομάζοντας συγκεκριμένα πεδία επιστημονικής έρευνας που θα μας βοηθήσουν να πραγματώσουμε αυτό το όνειρο, όπως η νανοτεχνολογία και η γενετική μηχανική.

Αν και αναγνωρίζει πως οι τεχνολογίες αυτές μοιάζουν βγαλμένες από την επιστημονική φαντασία, ο Πιρς θεωρεί πως χάρη στην ταχύτατη πρόοδο των τελευταίων ετών σύντομα θα είναι έτοιμες για πρακτική εφαρμογή. Πιστός στο κυνήγι του διανθρωπιστικού τρίπτυχου ευτυχία, μακροβιότητα και σοφία, ο Πιρς πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα ισχυριζόμενος πως η τεχνολογία θα μας απελευθερώσει όχι μόνο από τον θάνατο και τον σωματικό πόνο, αλλά και από τον ψυχικό πόνο με την χρήση κρανιακών εμφυτευμάτων και ψυχοτρόπων φαρμάκων που θα εγγυηθούν την ευτυχία μας και την διατήρησή της. (Φυσικά δεν αναφέρει, τι εννοεί λέγοντας την λέξη”ευτυχία” ή “σοφία”)

Αυτή η αισιοδοξία που διακατέχει όλα τα μανιφέστα του διανθρωπισμού, πως ένα καλύτερο μέλλον είναι προδιαγεγραμμένο να έρθει, αντανακλά την πίστη των Διαφωτιστών του 18ου αι. στην δυνατότητα του ανθρώπου να προοδεύσει και να κτίσει μια καλύτερη κοινωνία. Δεν είναι τυχαίο πως διαφωτιστές όπως ο Μαρκήσιος ντε Κοντορσέ (Marquis de Condorcet) με το Σχεδίασμα για έναν ιστορικό πίνακα των προόδων του ανθρώπινου πνεύματος (1795) έβλεπαν την ιστορία της ανθρωπότητας ως μια μακρά πορεία προόδου και ανάπτυξης, στο τέλος της οποίας θα συναντούσαμε μια ανθρώπινη κοινωνία που θα είχε υπερνικήσει όχι μόνο τις υλικές ελλείψεις της, αλλά και μια ανθρωπότητα που θα είχε απαλλαγεί από την άγνοια και τον φανατισμό.

Αυτή η ουτοπική ελπίδα για μια καλύτερη κοινωνία που έχει μετατοπιστεί σε μέλλοντα χρόνο και θεωρείται αναπόφευκτο αποτέλεσμα της προόδου αποκαλείται «ευχρονία», για να υπογραμμιστεί η σημασία του χρόνου στην επίτευξή της, σε αντίθεση με τις κλασικές ουτοπίες της πρώιμης νεωτερικότητας, όπως το ομώνυμο έργο του Τόμας Μορ (Thomas More) που περιγράφουν μια διαφορετική κοινωνία, η οποία μοιράζεται το ίδιο παρόν με την κοινωνία του συγγραφέα, αλλά βρίσκεται σε κάποιον απομακρυσμένο γεωγραφικά χώρο.

Ο διανθρωπισμός ως ουτοπικό πρόγραμμα, έχοντας την ίδια πίστη στην πρόοδο και με ορίζοντα το μέλλον, μοιάζει ως συνέχεια των ευχρoνιών του 18ου αι., αλλά αυτή η ομοιότητα είναι μάλλον επιφανειακή. Η ανθρωπότητα των διανθρωπιστών που θα έχει αλλάξει την εμφάνιση και την φύση της μοιάζει αδιάφορη για την κοινότητά της, είτε μιλάμε για τους άλλους ανθρώπους είτε για το φυσικό της περιβάλλον, κι ενώ είναι εχθρική απέναντι στον μονολιθικό ορισμό της ανθρώπινης φύσης και της σημασίας του ανθρώπινου σώματος σε αυτόν, δείχνει εγκλωβισμένη σε ένα ορίζοντα προσδοκιών με μοναδικό πυρήνα το ανθρώπινο σώμα και τις ανάγκες του.

Οραματιζόμενοι ένα μέλλον που η ανθρώπινη συνείδηση θα μπορεί να ανέβει σε κάποιο κύκλωμα και να κατοικεί αιώνια σε ένα ψηφιακό περιβάλλον, οι διανθρωπιστές μοιάζουν να ολισθαίνουν προς την «τεχνο-ιδιωτεία» (techno-idiocy), όπως έχει χαρακτηριστεί η ιδέα της ψηφιοποίησης του ανθρώπινου εγκεφάλου (mind uploading) από την Ντόνα Χαραγουέι (Donna Haraway), που παρά την σημαντική της επιρροή στον διανθρωπισμό, εκφράζει την δυσφορία της για την τεχνικοποίηση της ανθρώπινης ζωής που ευαγγελίζεται το εν λόγω κίνημα.

Το ίδιο επικριτική είναι η Κάθριν Χέιλς (Kathrine Hayles) όταν, αναλύοντας τις απόψεις των διανθρωπιστών στο βιβλίο της “How we became post-human”, δεν διστάζει να χαρακτηρίσει εφιαλτικά τα διανθρωπιστικά σενάρια που θέλουν την ανθρώπινη συνειδητότητα να ψηφιοποιείται και να μεταφέρεται σε βιολογικά ή μηχανικά σώματα αενάως χωρίς κανένα περιορισμό.

Παρ’ όλα αυτά, οι ιδέες των διανθρωπιστών μοιάζουν σήμερα να μονοπωλούν το μελλοντολογικό (futurology) φαντασιακό, όπως εκφράζονται από την επιστημονική φαντασία μέσω της λογοτεχνίας και τηλεοπτικών σειρών όπως το Βlack Mirror το Blade Runner και το Αltered Carbon, που περιγράφουν μια ανθρωπότητα που έχει κατακτήσει την ψηφιακή αθανασία καθώς και τις συνέπειες αυτής της κατάκτησης.

Οι ακραίες ιδέες και τεχνολογίες που ευαγγελίζεται ο διανθρωπισμός δεν θα πρέπει να μας οδηγήσουν στο να θεωρήσουμε τον σύγχρονο τεχνο-ουτοπισμό ένα περιθωριακό κίνημα. Η αντίληψη πως η ανθρωπότητα μπορεί να αγγίξει την ουτοπία μέσω των λύσεων που παρέχουν νέα και αναπτυσσόμενα πεδία γνώσης, όπως η νανοτεχνολογία και η βιοτεχνολογία, στις αρχές του 21ου αι. είχε μετουσιωθεί σε επίσημο δόγμα των πολιτικών και επιχειρηματικών ελίτ των ΗΠΑ.

Μπροστά μας ανοιγόταν μια απολιτική τεχνοκρατική οδός προς ένα καλύτερο μέλλον, όπως το συνόψιζε η 405 σελίδων αναφορά του εθνικού οργανισμού για την επιστήμη των ΗΠΑ (National Science Foundation) με τίτλο Converging Technologies for Improving Human Performance που δημοσιεύθηκε το 2002, και η οποία, αφού αναγνώριζε το τεράστιο τεχνολογικό άλμα των τελευταίων 20 ετών, καλούσε τους φορείς και τους ερευνητές των νέων τεχνολογιών να ενώσουν άμεσα τις δυνάμεις τους ώστε να χαράξουν το μονοπάτι προς την ουτοπία.

Ανάμεσα στις προβλέψεις της αναφοράς συναντάμε φουτουριστικές τεχνολογίες που υποστηρίζονται σθεναρά από διανθρωπιστές, όπως εμφυτεύματα στον ανθρώπινο εγκέφαλο που θα βελτιώνουν την μνήμη, ρομπότ που θα εκτελούν επικίνδυνες εργασίες, γενετικές θεραπείες που θα επιμηκύνουν την ανθρώπινη ζωή, αυτόματοι μεταφραστές που θα καταργήσουν τα γλωσσικά εμπόδια στην επικοινωνία και πρόβλεψη για έξυπνες μηχανές (Αrtificial Ιntelligence).

Παίρνοντας ως παράδειγμα την αύξηση της παραγωγικότητας και την επακόλουθη συσσώρευση πλούτου ως αποτέλεσμα της βιομηχανικής επανάστασης (18ο αιώνας) και της δεύτερης βιομηχανικής επανάστασης (1879-1914), αφενός, και της τρίτης ψηφιακής επανάστασης, που έφερε η διάδοση της χρήσης των υπολογιστών (δεύτερο μισό του 20ου αιώνα), αφετέρου, πενήντα κορυφαίοι ακαδημαϊκοί, ερευνητές και μέλη επιστημονικών οργανισμών των ΗΠΑ που είναι οι συγγραφείς της Converging Technologies for Improving Human Performance, τονίζουν πως η δημιουργία έξυπνων μηχανών θα οδηγήσει σε πρωτόγνωρη οικονομική ανάπτυξη και πλούτο φέρνοντας μια νέα επανάσταση στην παραγωγικότητα που σε αντίθεση με τις προηγούμενες θα συνεχίζεται όσο οι έξυπνες μηχανές θα αυξάνουν της νοημοσύνη τους. Το αποτέλεσμα αυτής της διαρκούς επανάστασης παραγωγικότητας θα είναι μια ανθρωπότητα “πλουσιότερη, υγιέστερη και πιο σοφή”. (Κοντολογίς, με τις έξυπνες μηχανές θα γίνει ο ηλίθιος άνθρωπος… σοφός!!)



Ο αργός θάνατος του τεχνο-ουτοπισμού.

Σήμερα, ενώ πλησιάζουμε τα 20 χρόνια από την δημοσίευση της αναφοράς, καμία από αυτές τις τεχνολογίες δεν έχει ακόμα μεταμορφώσει τον κόσμο. Αν και η έρευνα, όπως και η συζήτηση πάνω στις δυνατότητές τους να αλλάξουν την εικόνα των κοινωνιών μας, συνεχίζεται, το αισιόδοξο πνεύμα αυτής της αναφοράς μοιάζει να έχει εξαφανιστεί.

Η υπόσχεση για ένα καθαρό περιβάλλον που θα έφερναν οι έξυπνες μηχανές μέσα σε διάστημα 50 ετών, όπως το Converging Technologies for Improving Human Performance, μοιάζει σήμερα, με την περιβαλλοντολογική κρίση να πλησιάζει σε μη αναστρέψιμα επίπεδα, να έχει ξεχαστεί· το ίδιο και η υπόσχεση της κοινής ευημερίας που θα έφερναν οι μηχανές, που έχει αντικατασταθεί από τον φόβο της μαζικής ανεργίας λόγω της περαιτέρω αυτοματοποίηση της οικονομίας.

Ο φόβος για τις αρνητικές συνέπειες της τεχνολογικής “προόδου” έρχεται στο προσκήνιο όσο η θρυλούμενη νέα επανάσταση στην παραγωγικότητα πλησιάζει. Η τεχνολογία μοιάζει να κυριαρχεί πάνω στον άνθρωπο και όχι να κυριαρχείται από αυτόν. Κόντρα σε αυτό το αποκαλυπτικό σενάριο, παρατηρούμε την εμφάνιση έργων κριτικών προς τον τεχνο-ουτοπισμό της τεχνοκρατίας και του τεχνολογικού λυσισμού, που βλέπουν την τεχνολογία ως ένα εντελώς ουδέτερο εργαλείο που χρησιμοποιείται συστηματικά από τις πολιτικές και οικονομικές ελίτ για δικό τους όφελος, χρησιμοποιώντας την πολυπλοκότητα των νέων τεχνολογιών ώστε να κρύψουν τα ίχνη τους και να αποκλείσουν την πλειονότητα των πολιτών από την λήψη αποφάσεων.

Χρειάστηκαν οι τελευταίες δεκαετίες και η συνειδητοποίηση του αντίκτυπου των νέων τεχνολογιών στο περιβάλλον, στην ιδιωτικότητα και τις πολιτικές ελευθερίες, ώστε μια σειρά ερευνητών να στρέψουν ξανά την προσοχή τους κριτικά στην σχέση του ανθρώπου με την τεχνολογία και στην ιδέα πως η μηχανή μπορεί να ακολουθεί μια πορεία ανεξάρτητη από τον δημιουργό της, μια πορεία που ίσως την φέρει σε σύγκρουση με αυτόν, μεταμορφώνοντας τους ανθρώπους από επικυρίαρχους της τεχνολογίας σε παθητικούς χρήστες ή ακόμα και σε θύματά της.

Αφομοιώνοντας τους δημιουργούς της σε ευρύτερα τεχνολογικά συστήματα, η τεχνολογία δεν αύξησε μόνο τις δυνατότητές μας και την παραγωγικότητά μας, αλλά άρχισε να διαμορφώνει και να καθοδηγεί ενεργητικά κάθε τομέα της σύγχρονης ζωής, από την πολιτική και την οικονομία μέχρι την εκπαίδευση και την μαζική κουλτούρα.

Παράλληλα, ερευνητές και δημοσιογράφοι όπως οι Τζέιμς Μπριντλ (James Bridle), Εβγκένι Μορόζοφ (Evgeni Mozorov) και Μπράιαν Φουνγκ (Brian Fung) επισημαίνουν την διαρκώς μειούμενη δυνατότητά μας να κατανοήσουμε τον αντίκτυπο της σύγχρονης τεχνολογίας πέρα από το πεδίο της απλής τεχνικής στις ζωές μας, τονίζοντας πως σε αυτή την νέα εποχή τεχνολογικής ανάπτυξης το τσιτάτο πολιτικών και τεχνολόγων «να γίνουμε όλοι προγραμματιστές», ώστε να την κατανοήσουμε, φαντάζει ήδη παρωχημένο.

Η απλή γνώση ενός συστήματος ή μιας υπολογιστικής γλώσσας δεν μπορούν να μας βοηθήσουν να παρακολουθήσουμε πώς χρησιμοποιούνται οι νέες τεχνολογίες από τις πολιτικές κι επιχειρηματικές ελίτ. Η δογματική πίστη πως οι υπολογιστές θα προσφέρουν λύσεις στα προβλήματα των κοινωνιών μας είναι μια ιδέα που και οι τρεις αντιμετωπίζουν με δυσπιστία, βλέποντας πίσω από το τεχνοκρατικό επικάλυμμα του απολίτικου ρασιοναλισμού μια ιδεολογία με το όνομα λυσισμός (solutionism): ένα σύστημα υπό τον έλεγχο κρατών και πολυεθνικών, που σκοπίμως προωθεί την άυλη/ψηφιακή υπόστασή του μέσω της μεταφοράς του νέφους (cloud), και που χρησιμοποιεί μια περίπλοκη τεχνική αργκό, ώστε να συσκοτίσει την υλική του υπόσταση και τις συνέχειες που ο παγκοσμιοποιημένος ψηφιακός κόσμος μοιράζεται με τα εμπορικά και επικοινωνιακά δίκτυα του αποικιακού κόσμου του 19ου αι.

Στον πυρήνα αυτής της κριτικής βρίσκεται το συμπέρασμα πως η επανάσταση της πληροφορικής και του διαδικτύου, σε αντίθεση με τις ελπίδες των τεχνο-ουτοπιστών, απέτυχε να δημιουργήσει μια πιο σοφή και ευτυχισμένη κοινωνία. Αντίθετα, διαπιστώνουν πως η περίοδος που διανύουμε υπό το κάλυμμα μιας newspeak και ουδέτερων όρων είναι μια εποχή τυφλής πίστης στην τεχνολογία και στις δυνάμεις της ως το μόνο μέσο που είναι ικανό να προσφέρει λύσεις σε μια πλειάδα ζητημάτων, όπως η κλιματική αλλαγή και το αυξανόμενο κόστος περίθαλψης ενός διαρκώς αυξανόμενου και μακροβιότερου πληθυσμού. Θα πρέπει πάντως να σημειωθεί πως η κριτική τους δεν είναι τεχνοφοβική και πως και οι τρεις θεωρούν πως υπάρχει ακόμα ο χρόνος και η δυνατότητα να τιθασευτεί και να τεθεί ξανά υπό έλεγχο η τεχνολογική εξέλιξη.

Αν θέλουμε να κατανοήσουμε πλήρως την κρίση του τεχνο-ουτοπισμού, θα πρέπει να στραφούμε στο έργο του Νικ Λαντ (Nick Land), του στοχαστή που θεωρείται ο βασικός εκφραστής του επιταχυσμού (accelerationism), μιας θεωρίας που ζητά, όπως και η πλειονότητα των διανθρωπιστών, να μπει οριστικά τέλος στην συζήτηση για το κατά πόσο μπορούμε να επανακτήσουμε τον έλεγχό μας πάνω στην τεχνολογία ή αν έστω μπορούμε να περιορίσουμε τις αρνητικές επιπτώσεις της πάνω στις ανθρώπινες κοινωνίες και στον πλανήτη, και να αφήσουμε τις δυνάμεις της τεχνολογίας και του καπιταλισμού ελεύθερες να ολοκληρώσουν το έργο τους.

Ο Λαντ, ακολουθώντας τον Χάιντεγκερ σε μια σειρά κειμένων του, βλέπει την τεχνολογία να καθίσταται νομοτελειακά μια ανεξάρτητη δύναμη, ικανή να δρα και να σκέφτεται μόνη της, υποβαθμίζοντας πλήρως όχι απλά την ισχύ του ανθρώπινου στοχασμού σχετικά με αυτήν, αλλά και το ίδιο το νόημα μια τέτοιας πράξης.

Για τον Λαντ, όπως και για την πλειονότητα των σύγχρονων στοχαστών της τεχνολογικής προόδου, το σημείο μηδέν για την ανθρωπότητα σηματοδοτείται με την δημιουργία/ανάδυση, στο μέλλον, μιας τεχνολογικής μοναδικότητας (technological singularity): μιας τεχνητής νοημοσύνης που θα έχει υπερβεί την μέγιστη ανθρώπινη νοημοσύνη και θα είναι σε θέση να ξεκινήσει έναν διηνεκή κύκλο αυτο-αναβάθμισης, τελείως ανεξάρτητο και προστατευμένο από την ανθρώπινη παρέμβαση.

Αυτό το σημείο μηδέν για την ανθρωπότητα έχει μετεξελιχθεί σε κομβικό σημείο της σύγχρονης σκέψης πάνω στην σχέση του ανθρώπου με την τεχνολογία. Ο Λαντ γνωρίζει πως απέχουμε αρκετές δεκαετίες μέχρι το σημείο μηδέν της μοναδικότητας, και καλεί, όπως όλοι οι υποστηρικτές του επιταχυσμού, σε απελευθέρωση των δυνάμεων που θα φέρουν την μοναδικότητα πιο γρήγορα. Γι’ αυτόν, το μόνο θετικό σενάριο που το μέλλον επιφυλάσσει για την ανθρωπότητα είναι η αποσύνθεσή της στην ψηφιακή θάλασσα του κυβερνοχώρου όπου θα αναβαπτιστεί σε ένα σύμπαν λογισμικού, που θα την μεταφέρει πέρα από τους βιολογικούς της περιορισμούς.

Φυσικά, το ποιητικό και συνάμα βάρβαρο όραμα του Λαντ και των επιταχυστών αγνοεί ή μάλλον επιλέγει να αποκρύπτει την αναλογική πλευρά αυτού του ψηφιακού κόσμου και τις τεχνικές παραμέτρους του, όμως σοφά παρατηρεί πως, αν και απέχουμε δεκαετίες μέχρι η τεχνητή νοημοσύνη να επιβληθεί στην βιολογική, πλέον είναι αδύνατο να φανταστούμε την κυριαρχία του ανθρώπου πάνω στον πλανήτη με ορίζοντα τους επόμενους αιώνες. Η αντίστροφη μέτρηση έχει ξεκινήσει.

Αυτό το ρολόι μοιάζει να λειτουργεί ως ξυπνητήρι για τον υπαρξιακό φόβο του είδους μας, που τρομάζει στην ιδέα μιας τεχνολογίας που θα έχει ξεφύγει πλήρως, όχι μόνο από τον έλεγχο του ανθρώπου, αλλά και από την ρασιοναλιστική πορεία που έχουμε προδιαγράψει γι’ αυτήν. Ακόμα και ο Μπόστρομ βλέπει στην νανοτεχνολογία και στην ανάδυση μιας τεχνητής υπερνοημοσύνης τους δύο πιο πιθανούς κινδύνους για την ανθρωπότητα. Όπως επισημαίνει σε ένα άρθρο του από το 2002, η ανεξέλεγκτη χρήση αυτών των τεχνολογιών μπορεί να έχει καταστροφικές συνέπειες για την επιβίωση της νοήμονος ζωής στον πλανήτη ή, όπως ο Μπόστρομ αναφέρει σε λιγότερο δραματικό, μπορεί να δημιουργήσουν προσκόμματα στην εξέλιξη του ανθρώπινου πολιτισμού.

Πρόκειται για ένα συμπέρασμα με το οποίο συμφωνούν συγγραφείς από διαφορετικά ιδεολογικά στρατόπεδα, όπως ο Ντέιβιντ Γουιλς (David Wills) και ο Φράνσις Φουκουγιάμα (Francis Fukuyama), επισημαίνοντας τον κίνδυνο της αποδοχής των επιταχυντιστικών επιχειρημάτων, δεδομένου ότι αυτά ζητούν την πλήρη απελευθέρωση της δύναμης της τεχνολογίας, καθώς και των τεχνο-ουτοπικών σεναρίων, που αποδέχονται τυφλά την γραμμική πρόοδο της τεχνολογίας, πιστεύοντας πως η τελευταία θα πραγματώσει την ουτοπία.

Το αδιέξοδο

Αυτή η κριτική του τεχνο-ουτοπισμού, η οποία δυναμώνει τις δύο πρώτες δεκαετίες του 21ου αι., εκφράζει βαθιές υπαρξιακές φοβίες του είδους μας, που ίσως πηγαίνουν πέρα από το διανθρωπιστικό σχέδιο, επιβεβαιώνοντας την σκέψη του Χάιντεγκερ, αλλά και την διαπίστωση του Λαντ πως η τεχνολογία πλέον είναι μια δύναμη που δεν μπορεί να τιθασευτεί και που απειλεί την κυριαρχία του ανθρώπου στο πλανήτη.

Τα καλέσματα για την εισαγωγή φραγμών στην έρευνα, σε τομείς όπως η γενετική μηχανική και η ανάπτυξη τεχνητής νοημοσύνης, εκ μέρους του Φουκουγιάμα και του Γουίλς, μοιάζουν καταδικασμένα, όπως και οι επιθέσεις του Μορόζοφ στον λυσισμό. Τα πολλαπλά δυστοπικά σενάρια με τα οποία έχουμε εξοικειωθεί μέσω της λογοτεχνίας και του κινηματογράφου ίσως να μοιάζουν πιθανότερα από το όραμα του διανθρωπισμού, όμως υπάρχει πάντα η ελπίδα της συνύπαρξης.

Όπως ο Έρικ Ντέηβις (Erik Davis) είχε σημειώσει λίγο πριν το 2000, ίσως να υπάρχει ένα άλλο ουτοπικό μέλλον, στο οποίο ο άνθρωπος και η έξυπνη μηχανή να μην χρειάζεται να αλληλοεξοντωθούν ή να υποδουλωθούν ο ένας στον άλλο, αλλά να μπορούν να συνυπάρξουν αυτόνομα και ισότιμα σε έναν πλανήτη που θα απέχει τόσο από την δυστοπική κόλαση του υπερπληθυσμού και των ρυπαρών μεγαλουπόλεων, όσο και από τον πλανήτη-υποδομή για τον ψηφιακό παράδεισο που οι διανθρωπιστές ονειρεύονται.

Κυβερνήτης Αντίοχος: Πώς ένας Αθηναίος χάρισε τη νίκη στον πελοποννησιακό στόλο

Λανθασμένη επιλογή του Αλκιβιάδη ή μελετημένη κίνησή του, η τοποθέτηση του Αντίοχου ως επικεφαλής του αθηναϊκού στόλου οδήγησε στη ναυμαχία στο Νότιον (407 π.Χ.), που έληξε με ήττα των Αθηναίων και σήμανε την καθαίρεση του Αλκιβιάδη.

Βρισκόμαστε στην τελευταία περίοδο του Πελοποννησιακού Πολέμου. Μετά από τη λαμπρή επιτυχία του αθηναϊκού στόλου στη ναυμαχία της Κυζίκου, οι Αθηναίοι έγιναν και πάλι κύριοι του Ελλησπόντου.

Επικεφαλής του αθηναϊκού στόλου ήταν ο Αλκιβιάδης, ο οποίος, εκτός από τις προσπάθειες να επαναφέρει την περιοχή υπό αθηναϊκή ηγεμονία, ίδρυσε και το «δεκατευτήριον» στο Βόσπορο, τελωνείο δηλαδή από το οποίο οι Αθηναίοι θα εισέπρατταν το φόρο της δεκάτης (δασμούς 10%) από όλα τα εμπορικά πλοία που θα διέσχιζαν το Βόσπορο.

Όλα έδειχναν πως η Αθήνα είχε αποκαταστήσει τη δύναμή της, πως ο φριχτός αυτός πόλεμος θα τελείωνε και πως επιτέλους θα υπογραφόταν συνθήκη με τους Σπαρτιάτες.

Όμως, ενώ οι Λακεδαιμόνιοι είχαν στείλει πρέσβεις για να διαπραγματευτούν τους όρους της ειρήνης, οι πολεμοκάπηλοι, για προφανείς λόγους, παρέσερναν τους Αθηναίους στη συνέχιση του αιματηρού και παράλογου εκείνου πολέμου.

Στρατηγός του αθηναϊκού στόλου παραμένει ο Αλκιβιάδης, ενώ του πελοποννησιακού αναλαμβάνει τώρα ο Λύσανδρος.

Οι στρατηγικές εξελίξεις έδειχναν στους Αθηναίους ότι έπρεπε να ναυμαχήσουν εναντίον του Λύσανδρου στην Έφεσο. Εκεί, η νίκη της ναυμαχίας θα εξασφάλιζε το Αιγαίο και τα Στενά.

Τα πράγματα τελικά δεν ήταν τόσο απλά, γιατί τα ταμεία των Αθηνών ήταν άδεια και ο Αλκιβιάδης προσπαθούσε να αναζητήσει λάφυρα ως αμοιβή για τους άνδρες του.

Αυτό τον έκανε να καθυστερεί να ναυμαχήσει, γεγονός που εκμεταλλεύτηκαν οι αντίπαλοι, οι οποίοι είχαν το χρόνο να συγκροτήσουν το ναυτικό τους και να εκπαιδεύσουν τα πληρώματά τους.

Επιπροσθέτως, είχαν την οικονομική βοήθεια και υποστήριξη από τον μέγα βασιλέα.

Έτσι, ο Λύσανδρος, από τις περσικές ενισχύσεις έδιδε μισθό τεσσάρων οβολών για κάθε ναύτη, σε αντίθεση με τον Αλκιβιάδη, ο οποίος δυσκολευόταν πολύ να δώσει ακόμα και τους τρεις οβολούς που θεωρούνταν, τρόπο τινά, ο συνήθης μισθός για την εποχή εκείνη.

Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι ο μισθός ήταν από αρχαιοτάτων χρόνων ένας σημαντικός παράγοντας για να επιλέξει ο ναυτικός σε ποιο στόλο ή σκάφος θα ανήκε (Θουκυδίδου, Ιστοριών Α’ 31). Οπότε, δεν θα πρέπει να κρίνουμε αυστηρά εκείνους που λιποτακτούσαν από τον αθηναϊκό στόλο και πήγαιναν στον πελοποννησιακό λόγω υψηλότερων αμοιβών.

Με ολοένα περισσότερους άνδρες λοιπόν ο Λύσανδρος είχε συγκροτήσει το ναυτικό του και είχε ανελκύσει στην ξηρά της Εφέσου τα πλοία του. Με την αίσθηση της υπεροχής και με την ικανοποίηση ότι συγκέντρωνε ολοένα και περισσότερους ναύτες, με την ησυχία του, καθάριζε και επισκεύαζε τα πλοία του.



Κατά τον Πλούταρχο (Αλκιβιάδης, 35), ο Αλκιβιάδης, βλέποντας πως έχουν τα πράγματα, πήγε στην Καρία για να εξασφαλίσει πηγές χρηματοδότησης. Άφησε επικεφαλής του στόλου του τον προσωπικό του κυβερνήτη Αντίοχο με την εντολή «να μη ναυμαχήσει, ακόμα και αν του επιτεθούν».

Κατά τον Ξενοφώντα (Ελληνικά Α’ 5, 11), ο Αλκιβιάδης άφησε τον Αντίοχο με την ίδια εντολή κι έφυγε όχι για την Καρία αλλά για να βοηθήσει τον Θρασύβουλο ο οποίος οχύρωνε τη Φώκαια.

Από την άλλη, ο Διόδωρος Σικελιώτης (Ιστορική Βιβλιοθήκη ΙΓ’ 71) μας λέγει ότι όταν ο Αλκιβιάδης έμαθε ότι ο Λύσανδρος αρματώνει τον στόλο του στην Έφεσο, έβαλε πλώρη για να τον αντιμετωπίσει με όλο του τον στόλο.

Επειδή κανείς δεν βγήκε να ναυμαχήσει τότε, προσόρμισε τα περισσότερα πλοία του στο Νότιον, παρέδωσε την αρχηγία στον Αντίοχο, με τις ίδιες πάντα εντολές, και κατευθύνθηκε προς τις Κλαζομενές, που ήταν σύμμαχος πόλη των Αθηναίων και υπέφερε από λεηλασίες κάποιων εξορίστων.

Όποια όμως και αν ήταν η αιτία της απουσίας του Αλκιβιάδη, αυτό που έχει σημασία τελικά είναι ότι σε εκείνη την κρίσιμη στιγμή απουσίαζε, έχοντας αφήσει πίσω του όχι έναν στρατηγό αλλά έναν κυβερνήτη!

Η ναυμαχία στο Νότιον

Παρά την εντολή που είχε λάβει ο Αντίοχος από τον Αλκιβιάδη «να μην εμπλακεί σε ναυμαχία μέχρι να επιστρέψει ο ίδιος» (Διοδώρου Σικελιώτου, ΙΓ’ 71, 1), αυτός επάνδρωσε τα δέκα καλύτερα πλοία του στόλου, ενώ στους κυβερνήτες έδωσε εντολή να έχουν τα υπόλοιπα σε ετοιμότητα σε περίπτωση που χρειαστεί να ναυμαχήσουν.

Κατόπιν κατευθύνθηκε εναντίον των εχθρών και τους προκαλούσε σε ναυμαχία: «Έπλευσε με αυτές (τις τριήρεις) στην Έφεσο, και, παραπλέοντας κοντά στις πλώρες των εχθρών, έλεγε και έπραττε πολλά ακόλαστα και βωμολόχα» («επιπλεύσαι τη Εφέσω και παρά τας πρώρας των πολεμίων νεών πολλά και πράττων και φθεγγόμενος ακόλαστα και βωμολόχα παρεξελαύνειν»/Πλουτάρχου, Αλκιβιάδης, 35).

Αυτή η ανώριμη συμπεριφορά σίγουρα δεν αρμόζει σε κάποιον υπαξιωματικό του Πολεμικού Ναυτικού. Ο Αντίοχος δεν χωρεί αμφιβολία, όχι μόνο για το ότι ήθελε να προκαλέσει ναυμαχία αλλά και για το ότι ήθελε να εφαρμόσει ξανά την τακτική που είχε ακολουθήσει με επιτυχία ο Αλκιβιάδης στη ναυμαχία της Κυζίκου.

Μια ευφυέστατη τακτική η οποία ήταν πολύ καλά μελετημένη από έναν σπουδαίο στρατηγό.

Με λίγα λόγια, ο Αντίοχος ήθελε να προκαλέσει τον εχθρό δείχνοντάς του ότι διαθέτει λιγότερα πλοία, να τον παρασύρει στ’ ανοιχτά και μετά να τον αιφνιδιάσει με την επίθεση όλου του στόλου, ο οποίος με κάποιο «μαγικό» τρόπο θα είχε πετύχει και την υπερφαλάγγιση.

Όμως, ο Αντίοχος, δεν είχε προχωρήσει σε μελέτη χώρου, στόλου και παραμέτρων και δεν είχε καθορίσει έναν σαφή και εφικτό αντικειμενικό σκοπό, πράγμα που αποτελεί θεμελιώδες δόγμα στρατηγικής.

Αντιθέτως, ο κυβερνήτης προέβη σε ενέργειες για εντυπωσιασμό, κάτι που οδήγησε σε άσκοπη ανάλωση δυναμικού, κρίση της αξιοπιστίας της διοικήσεως, πτώση του ηθικού και λήξη της επιχειρήσεως με αποτυχία. Φυσικά δεν πρέπει να παραβλέψουμε και το μέγα σφάλμα στη στρατηγική του, το οποίο ήταν να επαναλάβει ακριβώς την ίδια τακτική στον ίδιο εχθρό!

Ο Λύσανδρος, από την άλλη, ήταν ένας στρατηγός που είχε διακριθεί στο παρελθόν και που είχε μελετήσει πολύ σοβαρά τη στρατηγική των Αθηναίων.

Αν και στη ναυμαχία της Κυζίκου επικεφαλής του σπαρτιατικού στόλου ήταν ο Μίνδαρος, αυτό δεν εμπόδισε τον Λύσανδρο να μελετήσει όλες τις παραμέτρους σε μια ναυμαχία στην οποία ο στόλος του είχε χάσει.

Επιπλέον, ο Λύσανδρος γνώριζε ήδη ότι ο Αλκιβιάδης έλειπε και ότι είχε αναθέσει τη διοίκηση του στόλου του σε έναν άπειρο υπαξιωματικό.

Έχοντας αντιληφθεί λοιπόν πώς είχε η κατάσταση, θα πρέπει να ένιωθε απολύτως ικανοποιημένος μπροστά σε τέτοια ευκαιρία για διττή επιτυχία: και να κερδίσει τη ναυμαχία και να ρεζιλέψει εντελώς τον αθηναϊκό στόλο.

Αυτό λοιπόν και έπραξε. Αρχικά καταδίωξε τον Αντίοχο με λίγα πλοία. Οι Αθηναίοι έσπευσαν να βοηθήσουν τον Αντίοχο.

Ο Λύσανδρος συνέταξε όλο το στόλο του σε τάξη μάχης. Από το Νότιον, η κύρια δύναμη του αθηναϊκού στόλου είδε το μικρό στολίσκο του Αντίοχου να επιστρέφει, με τον εχθρικό στόλο να τον ακολουθεί σε απόσταση αναπνοής.



Επικράτησε πανικός! Δεν υπήρχε χρόνος ούτε για την εξεύρεση της κατάλληλης ηγεσίας ούτε για ανάλογο σχηματισμό μάχης. Τα αθηναϊκά πλοία καθελκύονταν στη θάλασσα όπως-όπως. Αντίθετα, ο στόλος του Λυσάνδρου ναυμαχούσε με τάξη, σκότωσε τον Αντίοχο, συνέλαβε πολλά πλοία και αιχμαλώτους, και φυσικά έστησε τρόπαιο νίκης.

Τελικά, το σχέδιο της ακαριαίας εκτονώσεως μαχητικής ισχύος στο ευάλωτο σημείο του εχθρού, και καλά μελετημένο ήταν και εφαρμόστηκε στη ναυμαχία.

Η κεραυνοβόληση του αντιπάλου έγινε. Όχι όμως από τον Αντίοχο αλλά από τον Λύσανδρο! Η επιθυμία του Αντίοχου λειτούργησε ως «μπούμερανγκ» για τον ίδιο, ο οποίος είχε φροντίσει να έχει ανοιχτά πολλά ευάλωτα σημεία.

Όταν ο Αλκιβιάδης έμαθε τι έγινε ήταν βέβαια αργά. Επέστρεψε με τα υπόλοιπα πλοία του και κινήθηκε με όλο πλέον το στόλο του, προκαλώντας τον Λύσανδρο: «Εκείνος όμως αρκούνταν στη νίκη του και δεν κινήθηκε κατά του Αλκιβιάδη» («Ο δ’ ηγάπα νενικηκώς και ουκ αντανήγετο»/Πλουτάρχου, Αλκιβιάδης, 35).

Το «παράδοξο» της εκλογής του Αντίοχου

Για τον Αντίοχο, οι πληροφορίες που έχουμε, αν και δεν είναι επαρκείς, σκιαγραφούν ωστόσο την προσωπικότητά του. Κατά τον Διόδωρο τον Σικελιώτη, ο Αντίοχος ήταν ένας άνθρωπος «εκ φύσεως επιπόλαιος» («ων τη φύσει πρόχειρος»/ΙΓ’ 71, 1), ενώ, κατά τον Πλούταρχο, «ήταν μεν καλός κυβερνήτης, αλλά κατά τα άλλα ήταν ανόητος και υπερόπτης» («αγαθός μεν ην κυβερνήτης, ανόητος δε τάλλα και φορτικός»/Αλικιβιάδης, 35).

Έτσι εγείρεται το ερώτημα αφού αυτός ο άνθρωπος είχε ελαττώματα ασυμβίβαστα με την ιδιότητα του στρατηγού, τότε γιατί τον επέλεξε ο Αλκιβιάδης ως προσωρινό στρατηγό σε μια τόσο κρίσιμη ναυμαχία; Δεν υπήρχαν άλλοι, ικανότεροι, με πείρα, που είχαν διατελέσει στρατηγοί και στο παρελθόν;

Ακόμα και αν οι στρατηγοί του Αλκιβιάδη έλειπαν σε άλλες αποστολές, τότε θα έπρεπε να διοριστεί ένας τριήραρχος που είχε πείρα και είχε διακριθεί σε προηγούμενες ναυμαχίες. Γιατί όμως, αντ’ αυτού, στρατηγός διορίστηκε ένας «ανόητος» υπαξιωματικός;

Κατά μία άποψη

Οι περισσότεροι αξιωματικοί λόγω παλαιοτέρων πολεμικών διακρίσεων τους και ανεξαρτησίας πνεύματος δεν θα υπάκουαν στην εντολή να μην πλεύσουν εναντίον των πλοίων του Λύσανδρου.

Θα το θεωρούσαν ευκαιρία για να «κλέψουν» λίγη από τη δόξα της ναυμαχίας.

Ένας απλός κυβερνήτης, όμως, και δη άπειρος, δεν θα αποτολμούσε να προβεί σε τόσο μεγάλο εγχείρημα, πόσο μάλλον όταν είχε διατελέσει και για κάποιο διάστημα προσωπικός κυβερνήτης του πλοίου του Αλκιβιάδη.

Τελικά βέβαια αποδείχτηκε εσφαλμένη αυτή η εκτίμηση του Αλκιβιάδη, αφού ο Αντίοχος υπήρξε αναμφισβήτητα λανθασμένη επιλογή.

Κατ’ άλλη άποψη

Εφόσον υπήρξε επί πολλά έτη ο προσωπικός κυβερνήτης του, αποκλείεται ο Αλκιβιάδης να μη γνώριζε τα ελαττώματά του: εκ φύσεως επιπόλαιος, ανόητος και υπεροπτικός.

Επιπροσθέτως, γνωρίζουμε ότι ο Αλκιβιάδης ήταν άνθρωπος ευφυέστατος και ως στρατηγός γνώριζε ότι η σπουδαιότητα του «διοικείν είναι το εκλέγειν», γεγονός που μας οδηγεί στο να αποκλείσουμε ότι διέπραξε ένα τόσο μεγάλο σφάλμα ως προς την επιλογή του σωστού ανθρώπου για τη συγκεκριμένη ναυμαχία.

Εάν δεχθούμε όμως αυτή την άποψη, τότε γεννάται ένα περίεργο ερώτημα: μήπως ο Αλκιβιάδης είχε αντιληφθεί ότι με άδεια ταμεία και διαρκείς λιποταξίες το «παιχνίδι» ήταν πλέον χαμένο;

Μήπως ήθελε να χρεωθεί κάποιος άλλος, και όχι αυτός, την ήττα; Οπότε, ένας αξιωματικός με πείρα θα καταλάβαινε ότι τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα και θα περίμενε τον Αλκιβιάδη να επιστρέψει για να χειριστεί την κατάσταση τηρώντας ακριβώς την εντολή του, ενώ ένας ανόητος δεν θα μπορούσε να αντιληφθεί την κρισιμότητα της κατάστασης και ένας υπερόπτης θα εκμεταλλευόταν την ευκαιρία προκειμένου να διακριθεί, δίχως να υπολογίσει το κόστος.

Ο Αντίοχος ήταν το κατάλληλο πρόσωπο γιατί διέθετε όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά.

Το γεγονός βέβαια ότι αργότερα προκαλούσε ο Αλκιβιάδης για ναυμαχία τον Λύσανδρο μπορεί να θεωρηθεί ως «κίνηση μπαλαντέρ», αφού, από τη μία, δικαιώνει την πρώτη άποψη, αλλά από την άλλη, δεν αποκλείει και την περίπτωση αυτό να έγινε ακριβώς για να δικαιώσει την πρώτη άποψη.

Σκέψεις & Συμπεράσματα

Ενώ η λαμπρή νίκη της Κυζίκου τους είχε εξασφαλίσει πολλά πλεονεκτήματα, τώρα, με τη ναυμαχία στο Νότιον, οι Αθηναίοι χάνουν την κυρίαρχη θέση τους στην Ιωνία.

Αντίθετα, οι Σπαρτιάτες διαθέτουν πολλές πηγές χρηματοδότησης, στόλο συνεχώς διογκούμενο και ηθικό υψηλό!

Ίσως αυτό το «φιάσκο» στο Νότιον να προκαλεί πολλά ερωτήματα αλλά και αντιφατικά συναισθήματα.

Αδιαμφισβήτητο όμως είναι ότι η λήξη του Πελοποννησιακού Πολέμου μοιάζει να πλησιάζει και η πλάστιγγα γέρνει πλέον υπέρ της Σπάρτης.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Δεν οδηγεί η αρετή στην ευτυχία, η ευτυχία οδηγεί στην αρετή

Ο αξιόλογος και καλός (ενάρετος) άνθρωπος απολαμβάνει στη ζωή τη χαρά που απορρέει από την αρετή του. Αν η αρετή δεν συνοδευόταν από ηδονήν, πώς θα μπορούσε να λειτουργήσει ως κατακλείδα της ευτυχίας; Αυτή μάλιστα η ηδονή που συνοδεύει τις ενάρετες πράξεις ενός ανθρώπου σπουδαίου αποτελεί και τον αδιάψευστο μάρτυρα της αρετής του. Ένας άνθρωπος φαύλος μόνο εξαναγκασμένος θα έπραττε το καλό, και τούτο όχι χαρούμενος αλλά λυπημένος. (ΗΘΙΚΑ ΜΕΓΑΛΑ, Β7, 23.3-10)

Στη ζωή του βέβαια ο ενάρετος χαίρεται και αγαθά που δεν απορρέουν όπως η αρετή από μέσα του, αλλά είναι εξωτερικά και υλικά αγαθά. Η υγεία και το κάλλος του σώματος, ο πλούτος και η τιμή, η εξουσία και η δόξα μπορούν να συντροφεύουν την ευτυχία του. Μία ευτυχία που ταυτίζεται με την αυτάρκεια.

Αλλά αυτή η αυτάρκεια δεν έχει καθόλου να κάνει με κάποιον κλειστό εγωτισμό, καθώς μέσα στην καθημερινότητα της ζωήςσυμπληρώνεται από την παρουσία φίλων. Τι θα έκανε τα αγαθά του ένας ενάρετος άνθρωπος, αν δεν είχε πρόσωπα αγαπημένα να βοηθήσει; Και πώς θα ζούσε τη χαρά του μόνος του; Η ζωή θέλει συντροφικότητα, και αυτήν μόνο πρόσωπα αγαπημένα μπορούν να την προσφέρουν. (ΗΘΙΚΑ ΜΕΓΑΛΑ, Β15, 1.7-2.3)

Ο φίλος ως άλλος εαυτός (ΗΘΙΚΑ ΜΕΓΑΛΑ, Β15, 5.4-6.1) δίνει στον ενάρετο την δυνατότητα να συμπληρώσει την ευτυχία του με την αυτογνωσία. Ειδάλλως, αυτή θα παρέμενε, ακόμα και για έναν σπουδαίον, ανέφικτο ζητούμενο. Γιατί είναι η ίδια η αδυναμία της ανθρώπινης φύσης που δεν επιτρέπει ακόμη και στον άνθρωπο με την πιο ασκημένη φρόνηση να δει καθαρά τον εαυτό του ανεπηρέαστος από μεροληψίες και πάθη. Αλλά στο πρόσωπο του φίλου του, σαν σε κάτοπτρο, μπορεί ο ενάρετος να δει τον εαυτό του και να κατακτήει την αυτογνωσία. (ΗΘΙΚΑ ΜΕΓΑΛΑ, Β15, 7.3-8.4)

Στο πρόσωπο του φίλου υποστασιάζεται το ίδιο το αγαθό. Αυτό είναι που αγαπάει ο ενάρετος(στον φίλο του).

Αντίθετα, ένας άνθρωπος κακός, μη βλέποντας το αγαθό ούτε στο πρόσωπο ενός φίλου, ούτε βεβαίως μέσα του, καταλήγει να στρέψει την αγάπη του στον ίδιο του τον εαυτό, με μία εσωστρέφεια αδιέξοδης δυστυχίας.

Η ευτυχία ανήκει στον καλό.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, ΗΘΙΚΑ ΜΕΓΑΛΑ

Επιλεκτική παραμόρφωση της αντίληψης

Η ενέργεια που παίρνουμε είναι πολύ μεγαλύτερα από την ενέργεια που δίνουμε και αυτό δημιουργεί τεράστια ανισορροπία, που όμως δεν εντοπίζουμε και έτσι δεν αναλαμβάνουμε την ευθύνη.

Στην επιφάνεια της ζωής μας, στο επίπεδο του γραμμικού νου και των αισθήσεων, της ξεχωριστότητας και της απομόνωσης της αντίληψης, τα πράγματα φαίνονται ανάποδα: ότι δίνουμε πολύ περισσότερα απ’ όσα παίρνουμε πίσω, κι έτσι εξακολουθούμε να κυνηγάμε και να προσπαθούμε να «δικαιωθούμε», να λάβουμε.

Η ανισορροπία μεγαλώνει με κάθε δήλωση της πρόθεσής μας κι εμείς εξακολουθούμε να μην αντιλαμβανόμαστε.

Ο νόμος της δημιουργίας «ζητάει» ένα και μοναδικό πράγμα από μας: τη δική μας αυθεντική, μοναδική προσφορά, εκδήλωση. Η απόλυτη, ταπεινή, εμπιστοσύνη στην αυθεντικότητά μας, διαφοροποιημένη από όλων των άλλων. Ούτε αντίθετη, ούτε υπέρ, ούτε αντιμαχόμενη, ούτε οχυρωμένη, όμως μοναδική, μεγαλόπρεπη, αθόρυβη αφοσίωση σε αυτό που είμαστε.

Το λαβείν είναι τότε φυσική συνέπεια, φυσικό επακόλουθο της ροής της ενέργειας, που δεν μπορεί να είναι στατική. Οποιοδήποτε λαβείν, κατάκτηση πριν από αυτό είναι δανικό, προσωρινό και με κάποιο τρόπο, αργά ή γρήγορα θα το χάσουμε, αφού δεν μας ανήκει και άρα ο νόμος της δικαιοσύνης πρέπει να εφαρμοστεί, ανεξάρτητα από τις εγωικές μας ανάγκες και την παραμορφωμένη μας οπτική.

Η κατάχρηση της δύναμης είναι συνηθισμένη παγίδα στον κόσμο των φαινομένων, όπου όλα μοιάζουν ανάποδα απ’ ότι είναι πραγματικά. Η αδικία που αντιλαμβανόμαστε και μας κρατάει στη θέση του θύματος που εξυπηρετεί τις πεποιθήσεις μας, δεν υπάρχει πουθενά. Είναι όμως άλλο επίπεδο αντίληψης που μπορεί να το φανερώσει αυτό. Είναι εντελώς άλλη κατάσταση ύπαρξης, που μπορεί αν ανατρέψει τη ξέφρενη πορεία της αυτοκαταστροφής που συχνά δεν φαίνεται στις ρωγμές του χρόνου που τα φυσικά μάτια αντιλαμβάνονται μυωπικά.

Η ροή της ενέργεια ακολουθεί πάντα τη βαθύτερη πρόθεση, που δεν είναι ορατή στα επιφανειακά «θέλω» μας, τους στόχους, τις επιθυμίες, τις αρχές, τα ιδανικά που υποστηρίζουμε με φόβο της εκδήλωσης της μοναδικότητάς μας.

Βάζουμε ανθρώπους απέναντι και ο νους μάς πείθει πως μπορούμε να το κάνουμε. Έχουμε απαιτήσεις και προσδοκίες από άλλους που δεν έχουμε από τον εαυτό μας ή που έχουμε από τον εαυτό μας αντίστοιχα. Θέλουμε να λάβουμε απεγνωσμένα και επιτακτικά χωρίς να έχουμε προσφέρει το αντίστοιχο "αντίτιμο" σεβασμού, αναγνώρισης, αφοσίωσης, που θα μαρτυρούσε την ειλικρίνεια της πρόθεσής μας. Συνεχίζουμε να υποστηρίζουμε ένα φτιαχτό σύστημα δικαιοσύνης που ενισχύει τα εγώ και την πλάνη της αντίληψής μας.

Και όλα αυτά, μέσα στα πλαίσια της αυτο-δημιουργίας μας με σκοπό να διεισδύσουμε στα σκοτάδια μας, στην πυκνότητα της παραμόρφωσης της αντίληψής μας εξετάζοντας τα όρια, σπρώχνοντας το Είναι μας στα πλέον απομακρυσμένα σημεία του άγνωστου.

Τίποτα όμως δεν σημαίνουν όλα αυτά και γρήγορα ξεχνιούνται ή κρίνονται εφόσον η γνώση παραμένει νοητική πληροφορία που αδυνατούμε να μετατρέψουμε σε Γνώση βιωματικά, μεγαλόπρεπα, ταπεινά, με ακλόνητη σιγουριά, στην καθημερινότητα της ζωής μας, στις σχέσεις μας, σε όλα όσα κάνουμε και συμμετέχουμε, στον κόσμο μας. Η τιμή και ο σεβασμός στον χρόνο μας, σε κάθε λεπτομερή εκδήλωση μας, είναι τότε φυσικό επακόλουθο, όπως και τα "θαύματα" που γίνονται απλά, φυσικά, καθημερινά επακόλουθα της μετατόπισης της αντίληψής μας.

Σωκράτης: Αν με εκτελέσετε θα περάσετε την υπόλοιπη ζωή σας κοιμισμένοι

Ο Σωκράτης απολογείται στην Ηλιαία το 399 π.Χ. Οι Μέλητος, Άνυτος και Λύκωνας τον κατηγόρησαν ότι δεν σεβόταν τους θεούς της πόλης και ότι με τη διδασκαλία του διέφθειρε τους νέους. Αρχικά αναφέρθηκε στις παλαιότερες παρανοήσεις της φιλοσοφίας και της δράσης του και κατόπιν ανασκεύασε τις τρέχουσες κατηγορίες. Όταν δήλωσε ότι, ανεξάρτητα από την απόφαση, αυτός θα ενεργούσε με τον ίδιο τρόπο και στο μέλλον, προκάλεσε την αντίδραση των δικαστών.

«Ησυχάστε, Αθηναίοι, και κάντε μου τη χάρη να τηρήσετε αυτό που σας παρακάλεσα, να ακούτε ήσυχα αυτά που λέω. Γιατί, όπως εγώ νομίζω, θα ωφεληθείτε, αν ακούσετε. Σκοπεύω να σας πω και άλλα πράγματα για τα οποία ίσως θα διαμαρτυρηθείτε·με κανένα τρόπο μην το κάνετε.

Να ξέρετε καλά ότι αν με εκτελέσετε, εμένα που είμαι τέτοιος που λέω, θα βλάψετε περισσότερο τους εαυτούς σας παρά εμένα.

Γιατί καθόλου δε θα μπορούσαν να με βλάψουν ούτε ο Μέλητος ούτε ο Άνυτος· δε θα είχαν τη δυνατότητα. Γιατί πιστεύω ότι είναι αδύνατον, σύμφωνα με το θεϊκό νόμο, να βλάψει ο χειρότερος άνθρωπος τον καλύτερο. Θα μπορούσε ίσως να τον οδηγήσει στην εκτέλεση ή να τον εξορίσει ή να του στερήσει την ιδιότητα του πολίτη. Αυτά ίσως ο κατήγορός μου και άλλοι άνθρωποι τα θεωρούν μεγάλα δεινά. Εγώ όμως όχι: αντίθετα, πιστεύω ότι είναι πολύ μεγαλύτερο κακό να κάνει κανείς αυτό που προσπαθεί τώρα ο Άνυτος, να επιχειρεί δηλαδή να οδηγήσει άδικα στο θάνατο έναν άνθρωπο.

Επομένως, Αθηναίοι, εγώ δεν απολογούμαι για να υπερασπιστώ τον εαυτό μου, όπως θα νόμιζε κανείς, αλλά για να υπερασπιστώ εσάς, μη τυχόν και καταδικάζοντάς με διαπράξετε ολέθριο σφάλμα απέναντι στο δώρο του θεού σε σας. Γιατί, αν με σκοτώσετε, δε θα βρείτε εύκολα άλλον τέτοιο σαν και μένα, που, κυριολεκτικά, αν και ακούγεται λίγο αστείο, τοποθετήθηκε από το θεό στην πόλη όπως μία αλογόμυγα πάνω σε άλογο μεγαλόσωμο και καθαρόαιμο, νωθρό όμως εξαιτίας του όγκου του, που του χρειάζεται μία αλογόμυγα να το ξυπνάει. Σαν κάτι τέτοιο μου φαίνεται πως ο θεός με έβαλε στην πόλη για να μη σταματάω όλη μέρα να ξυπνάω και να διαφωτίζω και να επιπλήττω τον καθένα σας, πηγαίνοντας να καθίσω δίπλα του, όπου και αν πάει. Και δε θα βρείτε εύκολα άλλον τέτοιο, Αθηναίοι· αν με πιστέψετε, δε θα με εκτελέσετε. Ίσως όμως από δυσαρέσκεια, όπως όσοι μόλις έχουν σηκωθεί και νυστάζουν ακόμη, θα μπορούσατε να μου καταφέρετε ένα χτύπημα και, ακολουθώντας τη γνώμη του Άνυτου, να με εκτέλεσε. Κατόπιν θα περνούσατε την υπόλοιπη ζωή σας κοιμισμένοι, εκτός και αν ο θεός ενδιαφερόταν για σας και σας έστελνε κάποιον άλλο.

Όσο για το ότι εγώ είμαι το είδος του ανθρώπου που χάρισε ο θεός στην πόλη, θα το καταλάβετε από τα παρακάτω: δε μοιάζει δηλαδή ανθρώπινο ότι έχω παραμελήσει όλα τα προσωπικά μου ζητήματα και ανέχομαι να μένει παραμελημένο τόσα χρόνια το σπίτι μου, ενώ διαρκώς ασχολούμαι με τις δικές σας υποθέσεις, πλησιάζοντας τον καθένα σας ξεχωριστά και πείθοντάς τον σαν πατέρας ή μεγαλύτερος αδερφός να φροντίζει για την αρετή. Αν από αυτό αποκόμιζα βέβαια κάποιο κέρδος ή αν πληρωνόμουν για να σας προτρέπω στην αρετή, θα είχα κάποιο λόγο να το κάνω. Τώρα όμως βλέπετε και μόνοι σας ότι και οι κατήγοροί μου, που διατυπώνουν τόσο αναίσχυντα κατηγορίες για όλα τα υπόλοιπα, δεν μπόρεσαν να φτάσουν σε τέτοιο βαθμό ξεδιαντροπιάς, ώστε να φέρουν μάρτυρα ότι εγώ ή πήρα ή ζήτησα ποτέ χρήματα. Εγώ όμως παρουσιάζω αδιάψευστο ―όπως νομίζω― μάρτυρα του ότι λέω την αλήθεια τη φτώχεια μου.»

Πλάτωνος, Απολογία Σωκράτους

Παράδοξα: όταν οι λέξεις δεν διατυπώνουν

Οι πληροφορίες είναι πάντα πολύ περισσότερες απ' όσες νομίζουμε πως ταξινομούμε ή και ζυγίζουμε. Δεν έχουμε τη δυνατότητα ούτε μπορεί αυτό να αλλάξει δια της βίας, προτού μάθουμε να κοιτάμε, προτού αποκτήσουμε το θάρρος να γνωρίζουμε, προτού είμαστε έτοιμοι να ενεργήσουμε βάση όσων αντιλαμβανόμαστε.

Κάθε μέγιστη συνειδητοποίηση/άνοιγμα, προκαλεί ένα ήρεμο, γαλήνιο χαμόγελο, διαφορετικά δεν είναι συνειδητοποίηση. Είναι άλλη μια πλάνη στο δρόμο μας, που έχουμε ανάγκη να βιώσουμε.

Επιστρέφουμε/θυμόμαστε, εξελίσσοντας τον εαυτό μας, μετακινούμενοι, δημιουργώντας.

Ατελείωτοι κύκλοι ενοχοποίησης, αυτο-κατηγορίας επαναλαμβάνουν όλα όσα έχουμε ανάγκη να κατανοήσουμε, μέχρι να φτάσουμε στο σημείο να μην υπάρχει, να μη μπορούμε, να κατηγορήσουμε πια κανέναν...ούτε καν τον ίδιο μας τον εαυτό. Δεν είναι νοητική εργασία όμως! Τότε, και μόνο τότε, μπορούμε να αρχίσουμε να αναλαμβάνουμε την ευθύνη του ποιοι είμαστε και ποιοι θέλουμε να είμαστε.

Όλες οι εικονικές πραγματικότητες παραμένουν άκρως αληθινές στο επίπεδο που βιώνονται. Η πρόκληση δεν βρίσκεται στην έξοδο από αυτές, αφού είναι επιλογές, δημιουργήματα, όλα όσα κατακτήσαμε, κάναμε, σε όλο το φάσμα του χρόνου (παρελθόν, μέλλον).

Η πρόκληση είναι η ταυτόχρονη ύπαρξη μέσα και έξω από αυτές: το βίωμα αλλά και η αποστασιοποιημένη παρατήρηση τους. Με ισότιμη εστίαση προσοχής, διατηρώντας την ισορροπία μέσα μας, καλλιεργώντας το ξύπνημα της συνείδησης.

Σαν παιχνίδι, αλλά με άφθονη τραγικότητα που το κάνει αληθινό. Γιατί είναι! Πονάς, χάνεσαι, μπλοκάρεις, προσπαθείς να ελέγξεις, να λύσεις, να βρεις, αυτό που πάντα διέθετες αλλά δεν ήξερες. Παράδοξο!

Οι κολάσεις συνυπάρχουν με τους παραδείσους, ανάλογα με την εστίαση της προσοχής και το ξύπνημα της συνείδησης.

Όλα όσα πάντα ήθελες, έψαχνες, είναι/ήταν πάντα εδώ. Αλλά το "εδώ" είναι όσο στιγμιαίο όσο και αιώνιο, κι έτσι επιλέγεις το χρόνο που ταξιδεύεις, την ποιότητα της ενέργειας που θέλεις και μπορείς να αντέξεις. Ανάλογα με την Εσωτερική Όραση, με την κάθε απόφαση εστίαση της προσοχής σου.

Μετά από κάθε αποκάλυψη, δυσκολία, πρόκληση, παραμένω πλέον ευγνώμων, για το τόλμημα να Βλέπω!

Χρειάζεται τόλμη, το να έχεις το θάρρος να ζεις χωρίς να γνωρίζεις το άμεσο μέλλον μα και με παραμορφωμένη πληροφόρηση του παρελθόντος. Δεν θα έπρεπε η κριτική να είναι στην άκρη της γλώσσας μας τόσο έντονη. Γιατί, όσα κι αν έχεις κατακτήσει, ξεπεράσει, έρχονται στιγμές που τα χάνεις, τα ξεχνάς, για να τα ξαναβρείς μεταμορφωμένα, ανάμεσα στα ερείπια του εαυτού σου, εκ νέου, ανασταίνοντας το πνεύμα σου. Αν δειλιάσεις, δημιουργείς το χρόνο...βασανιστικό, οδυνηρό, πυκνό..

Αυτές οι δυο προκλήσεις/εμπόδια (η άγνοια του άμεσου μέλλοντος και η παραμόρφωση του παρελθόντος) μικραίνουν και σταδιακά μεταμορφώνονται σε γνώση και ενθύμηση, όσο παραμένουμε πρόθυμοι να μετακινούμαστε, να προκαλούμε την υφιστάμενη άποψη μας για τα πάντα.

Οι παγίδες πολλές. Οι "πειραγμένες" πληροφορίες άπειρες. Αλλά τίποτα δεν παραμένει κρυφό που έχουμε την τόλμη να ξεσκεπάσουμε, να αντλήσουμε μέσα από τη συνείδησή μας. Είναι άλλωστε όλα δικές μας επιλογές, κατακτήσεις, εμπειρίες, πορεία, που συναινέσαμε/θελήσαμε να διαβούμε. Οι πληροφορίες που θα εμπόδιζαν τη Βούλησή Μας, μάς προσπερνάνε. Οι καταστάσεις που δεν χρειαζόμαστε, απλά δεν συμβαίνουν!

Ο πόνος, τα λάθη, οι αποτυχίες, τα εμπόδια είναι όλα αληθινά στο επίπεδο που τα ζούμε. Η προσπάθεια (από μόνη της) να "δούμε την θετική πλευρά της ζωής" ή να εθελοτυφλούμε στα μεγάλα προβλήματα που μαστίζουν τον "πολιτισμό" μας τα ενισχύει και τα διατηρεί.

Ο εγκλωβισμός και ο έλεγχος της εστίασης της προσοχής μας, εξακολουθεί να είναι η μεγαλύτερη πρόκληση/δύναμη...νομίζοντας πως πρέπει να "επιλέξουμε" ανάμεσα στ' αντίθετα. Μη γνωρίζοντας πως είναι ένα και το αυτό!

Τα πάντα δημιουργούνται ως ανάγκη των αντιθέτων τους. Φυσική συνέπεια της εστίασης της προσοχής μας, όμως αποκομμένη από την αιτία/το άλλο της μισό, παραμένουν όλα "άδικα", ενοχοποιημένα, θυματοποιητικά.

Δεν βρισκόμαστε όλοι στον ίδιο χωροχρόνο, κι ας φαίνονται τα σώματά μας να συνυπάρχουν. Πώς όμως να ξεχωρίζεις πού βρίσκεσαι εσύ, κάθε στιγμή, και ποιοι συνυπάρχουν μαζί σου, ουσιαστικά, πέρα από το όνειρο; Ιδού η πρόκληση της αλήθειας, της ειλικρίνειας, της επιλογής του να φεύγεις ή να μένεις, να αφοσιώνεσαι ή να υπομένεις, να ζεις ή να επιβιώνεις.

Το σώμα σου και ο σκεπτόμενος νους σου παραμένουν οι πιο πιστοί και ισχυρότεροι εχθροί σου. Μέχρι, η ίδια η συνείδηση να απελευθερώσει και τα δυο από το μαρτύριο της λήθης, της αποκοπής, της απομόνωσης των καταγραφών: τη συνειδητότητα.

Συχνά οι λέξεις εμποδίζουν, περιορίζουν και μειώνουν... Αλλά θα τις χρησιμοποιούμε, προσπαθώντας να διαπεράσουμε τους προσωπικούς μας κώδικες, μέχρι να (ξανα) βρούμε την αληθινή, εσωτερική, εκδηλωμένη, ενιαία επικοινωνία. Μόνο όσοι από μας το βιώνουμε ήδη, κατανοούμε πως δεν υπάρχει σύγκριση, ούτε αντικατάστατο...

Γιατί δημιουργούμε μαζί, σε έναν κόσμο άλλο, παράλληλα με αυτόν των ονείρων, διατηρώντας ταυτόχρονα τα πάντα: ρόλους, όνειρα, ταξίδια, μα και την Ουσία μας, την αυθεντικότητα του Είναι μας, την "επιστροφή" και την άφιξη, το μέλλον και το παρελθόν ως ενιαία, σαν γνώση, εικόνα, εσωτερικό συναίσθημα και όχι σαν ιδέα.