Όλη η ζωή είναι επιλογές, μόνο στη μοναχικότητα δεν υπάρχει επιλογή. Επιλογή, οποιουδήποτε είδους, σημαίνει σύγκρουση. Στην επιλογή υπάρχουν αναπόφευκτα αντιθέσεις. Αυτές οι αντιθέσεις, εσωτερικές και εξωτερικές, γεννάνε σύγχυση και δυστυχία. Για να ξεφύγει κανείς από αυτή τη δυστυχία, κάνει να μοιάζουν οι θεοί, τα πιστεύω, ο εθνικισμός και η αφοσίωση σε διάφορα μοντέλα δραστηριότητας, σαν πραγματικές ανάγκες.
Ξεφεύγοντας με αυτές τις κάνεις να αποκτήσουν πολύ μεγάλη σημασία, αλλά η φυγή είναι ο δρόμος της ψευδαίσθησης και τότε εμφανίζονται ο φόβος κι η ανησυχία. Ο δρόμος της επιλογής είναι ο δρόμος της θλίψης όπου ο πόνος δεν έχει τέλος. Η επιλογή, η εκλογή, θα υπάρχει πάντα όσο υπάρχει εκείνος που επιλέγει -που είναι η συσσωρευμένη μνήμη πόνου και ευχαρίστησης- και κάθε εμπειρία επιλογής, το μόνο που κάνει είναι να δυναμώνει τη μνήμη, που η αντίδρασή της γίνεται σκέψη και συναίσθημα.
Η μνήμη έχει μόνο μερική σημασία, καθώς είναι φτιαγμένη για να αντιδρά μηχανικά κι αυτή η αντίδραση είναι η επιλογή.
Δεν υπάρχει ελευθερία στην επιλογή. Διαλέγεις σύμφωνα με τον τρόπο που έχεις ανατραφεί, σύμφωνα με την κοινωνική, οικονομική και θρησκευτική διαμόρφωσή σου. Η επιλογή δυναμώνει, χωρίς εξαίρεση, αυτή τη διαμόρφωση. Δεν υπάρχει φυγή από αυτή τη διαμόρφωση που μόνο γεννάει όλο και περισσότερα βάσανα.
Η επιλογή γεννάει πάντα δυστυχία. Παρακολούθησέ την και θα δεις να καραδοκεί, να απαιτεί, να επιμένει, να εκλιπαρεί και πριν το καταλάβεις, θα βρίσκεσαι πιασμένος στο δίχτυ των αναπόφευκτων υποχρεώσεων, ευθυνών και απογνώσεων που φέρνει.
Παρακολούθησέ την και θα έχεις επίγνωση αυτού που πραγματικά συμβαίνει. Έχε επίγνωση αυτού που συμβαίνει, δε μπορείς να αλλάξεις αυτό που συμβαίνει, μπορείς να το κουκουλώσεις, να το βάλλεις στα πόδια, αλλά δε μπορείς να το αλλάξεις. Είναι εκεί. Αν το αφήσεις ήσυχο χωρίς να παρεμβαίνεις με τις απόψεις σου και τις ελπίδες σου, τους φόβους σου και τις απελπισίες σου, με τις υστερόβουλες και πανούργες κρίσεις σου, θα ανθίσει και θα φανερώσει όλη τη δαιδαλώδη μορφή του, όλες τις λεπτές κινήσεις του -και υπάρχουν πολλές- τη φαινομενική σημασία και ηθική του, τα κρυμμένα του κίνητρα και τις κρυμμένες φαντασιώσεις του.
Αν αφήσεις εκείνο που πραγματικά συμβαίνει ήσυχο, θα σου δείξει όλα αυτά και περισσότερα. Αλλά πρέπει να έχεις μια χωρίς επιλογές επίγνωσή του, περπατώντας ήσυχα. Τότε θα δεις ότι η επιλογή, έχοντας ανθίσει, πεθαίνει και μένει η ελευθερία, όχι ότι είσαι ελεύθερος, αλλά υπάρχει ελευθερία.
Εσύ είσαι εκείνος που κάνει τις επιλογές, εσύ είσαι εκείνος που σταμάτησε να τις κάνει. Δεν υπάρχει τίποτα να επιλέξεις. Μέσα από αυτήν την χωρίς επιλογές κατάσταση ανθίζει η μοναχικότητα. Ο θάνατος της επιλογής δεν είναι ποτέ το τέλος της. Πάντοτε ανθίζει και πάντοτε είναι καινούρια. Το να πεθαίνεις για το γνωστό σημαίνει να είσαι μόνος. Κάθε επιλογή βρίσκεται στο πεδίο του γνωστού. Η δράση σε αυτό το πεδίο φέρνει πάντα θλίψη.
Τέλος της θλίψης υπάρχει στη μοναχικότητα
Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου 2024
Ανακαλύφθηκε επαναστατική μέθοδος διατήρησης του DNA

Αποθήκευσαν ολόκληρο το γονιδίωμα σε έναν κρύσταλλο!
Επιστήμονες στο Πανεπιστήμιο του Σαουθάμπτον, ανέπτυξαν μια επαναστατική μέθοδο διατήρησης του ανθρώπινου DNA, καθώς αποθήκευσαν ολόκληρο το γονιδίωμα σε έναν κρύσταλλο, ο οποίος θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να επαναφέρει την ανθρωπότητα, σε περίπτωση αφανισμού της.
Σύμφωνα με το SkyNews, η ομάδα από το Ερευνητικό Κέντρο Οπτοηλεκτρονικής του Πανεπιστημίου του Σαουθάμπτον (ORC) χρησιμοποίησε λέιζερ για να εγγράψει τα δεδομένα σε έναν 5D κρύσταλλο, ο οποίος μπορεί να επιβιώσει για δισεκατομμύρια χρόνια.
Ο κρύσταλλος – σε αντίθεση με άλλες μορφές αποθήκευσης – δεν φθίνει και δεν υποβαθμίζεται με την πάροδο του χρόνου.
Σε ανακοίνωσή του, το πανεπιστήμιο περιέγραψε τον κρύσταλλο – που ισοδυναμεί με τηγμένο χαλαζία – ως ένα από τα πιο «χημικά και θερμικά ανθεκτικά υλικά στη Γη».
Μπορεί να αντέξει τεράστιες δυνάμεις, ακραίες θερμοκρασίες και «έκθεση στην κοσμική ακτινοβολία».
Η ομάδα ελπίζει τώρα ότι θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει την ίδια μέθοδο στο μέλλον για την καταγραφή των γονιδιωμάτων των απειλούμενων με εξαφάνιση φυτικών και ζωικών ειδών.
Υπάρχει όμως ένα «εμπόδιο» στην επαναφορά ζωής.
Προς το παρόν, δεν είναι δυνατή η συνθετική δημιουργία ανθρώπων, φυτών και ζώων χρησιμοποιώντας μόνο γενετικές πληροφορίες.
Ο επικεφαλής της ερευνητικής ομάδας, καθηγητής Kazansky, είπε ότι η μακροζωία του 5D κρυστάλλου σήμαινε ότι οι πληροφορίες θα ήταν διαθέσιμες στους επιστήμονες, όταν και εάν πραγματοποιηθεί πρόοδος στην γενετική.
«Γνωρίζουμε από άλλες εργασίες συναδέλφων ότι γενετικό υλικό απλών οργανισμών μπορεί να συντεθεί και να χρησιμοποιηθεί σε ένα υπάρχον κύτταρο, για να δημιουργηθεί ένα βιώσιμο ζωντανό δείγμα σε ένα εργαστήριο» δήλωσε.
«Ο κρύσταλλος 5D μνήμης ανοίγει δυνατότητες σε άλλους ερευνητές να δημιουργήσουν μια αιώνια αποθήκη γονιδιωματικών πληροφοριών, από την οποία θα μπορούσαν να αποκατασταθούν πολύπλοκοι οργανισμοί όπως φυτά και ζώα, εάν το επιτρέψει η επιστήμη στο μέλλον» είπε χαρακτηριστικά.
Επιστήμονες στο Πανεπιστήμιο του Σαουθάμπτον, ανέπτυξαν μια επαναστατική μέθοδο διατήρησης του ανθρώπινου DNA, καθώς αποθήκευσαν ολόκληρο το γονιδίωμα σε έναν κρύσταλλο, ο οποίος θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να επαναφέρει την ανθρωπότητα, σε περίπτωση αφανισμού της.
Σύμφωνα με το SkyNews, η ομάδα από το Ερευνητικό Κέντρο Οπτοηλεκτρονικής του Πανεπιστημίου του Σαουθάμπτον (ORC) χρησιμοποίησε λέιζερ για να εγγράψει τα δεδομένα σε έναν 5D κρύσταλλο, ο οποίος μπορεί να επιβιώσει για δισεκατομμύρια χρόνια.
Ο κρύσταλλος – σε αντίθεση με άλλες μορφές αποθήκευσης – δεν φθίνει και δεν υποβαθμίζεται με την πάροδο του χρόνου.
Σε ανακοίνωσή του, το πανεπιστήμιο περιέγραψε τον κρύσταλλο – που ισοδυναμεί με τηγμένο χαλαζία – ως ένα από τα πιο «χημικά και θερμικά ανθεκτικά υλικά στη Γη».
Μπορεί να αντέξει τεράστιες δυνάμεις, ακραίες θερμοκρασίες και «έκθεση στην κοσμική ακτινοβολία».
Η ομάδα ελπίζει τώρα ότι θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει την ίδια μέθοδο στο μέλλον για την καταγραφή των γονιδιωμάτων των απειλούμενων με εξαφάνιση φυτικών και ζωικών ειδών.
Υπάρχει όμως ένα «εμπόδιο» στην επαναφορά ζωής.
Προς το παρόν, δεν είναι δυνατή η συνθετική δημιουργία ανθρώπων, φυτών και ζώων χρησιμοποιώντας μόνο γενετικές πληροφορίες.
Ο επικεφαλής της ερευνητικής ομάδας, καθηγητής Kazansky, είπε ότι η μακροζωία του 5D κρυστάλλου σήμαινε ότι οι πληροφορίες θα ήταν διαθέσιμες στους επιστήμονες, όταν και εάν πραγματοποιηθεί πρόοδος στην γενετική.
«Γνωρίζουμε από άλλες εργασίες συναδέλφων ότι γενετικό υλικό απλών οργανισμών μπορεί να συντεθεί και να χρησιμοποιηθεί σε ένα υπάρχον κύτταρο, για να δημιουργηθεί ένα βιώσιμο ζωντανό δείγμα σε ένα εργαστήριο» δήλωσε.
«Ο κρύσταλλος 5D μνήμης ανοίγει δυνατότητες σε άλλους ερευνητές να δημιουργήσουν μια αιώνια αποθήκη γονιδιωματικών πληροφοριών, από την οποία θα μπορούσαν να αποκατασταθούν πολύπλοκοι οργανισμοί όπως φυτά και ζώα, εάν το επιτρέψει η επιστήμη στο μέλλον» είπε χαρακτηριστικά.
Προτιμούμε να καταστραφούμε παρά να αλλάξουμε
«Θα προτιμούσαμε να πεθάνουμε μέσα στον φόβο μας,
παρά να αντιμετωπίσουμε την δυσκολία της στιγμής
και να αφήσουμε τις ψευδαισθήσεις μας να πεθάνουν».
W.A. Auden «The age of anxiety: Α baroque eclogue»
Έχουμε πει πολλές φορές ότι αναπαράγουμε το οικείο κι όχι το ευχάριστο. Προτιμούμε το οικείο έχοντας την αίσθηση, ή την ψευδαίσθηση, ότι ασκούμε ένα είδος ελέγχου πάνω του. Άλλωστε ως σήμερα με αυτό το οικείο, έχουμε καταφέρει να επιβιώσουμε, αν και δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι επαναλαμβάνοντάς το θα επιβιώσουμε και αύριο. Τι γίνεται λοιπόν στην περίπτωση που το οικείο είναι δυσάρεστο, απειλητικό και προκαλεί δυσφορία;
Δυστυχώς ο ψυχισμός μας έχει την τάση να προτιμάει να το αναπαράγει ακριβώς γιατί προτιμά το γνωστό από το άγνωστο.
Σε επίπεδο ατομικής ψυχολογίας αναφέρω το παράδειγμα ενός ανθρώπου που έχει ζήσει την σωματική βία μέσα στην πατρική οικογένεια ως παιδί κι ενώ, σε επίπεδο συνειδητό, γνωρίζει ότι αυτό ήταν πηγή μεγάλου πόνου και δυστυχίας κι επιθυμεί να μεγαλώσει ώστε να μπορέσει να ξεφύγει από αυτή την βίαιη οικογένεια, όταν μεγαλώνει ξαναδημιουργεί ή ξανασυναινεί στην ίδια κατάσταση διαιωνίζοντας τη βία μέσα στη γενεολογική αλυσίδα-εφόσον δεν την σταματήσει.
Ο φόβος για το άγνωστο υπάρχει πίσω από κάθε αντίσταση στην θεραπεία και συντηρεί για καιρό τον άνθρωπο στην ψυχική ασθένεια. Και αυτό γίνεται παρόλο που η θεραπεία είναι επιθυμητή γιατί ο άνθρωπος υποφέρει και θέλει να αλλάξει. Για να επέλθει η αλλαγή χρειάζεται να συνειδητοποιήσει το ότι είναι ανώφελο να ζει με μάταιο πόνο και να πάρει αυτό το ρίσκο της αλλαγής.
Άλλωστε σε κάθε ανθρώπινο επίτευγμα προηγείται η ανάληψη κάποιου μικρότερου ή μεγαλύτερου ρίσκου.
Δεν νοείται πρόοδος και εξέλιξη χωρίς ρίσκο.
Ο φόβος για το άγνωστο είναι μέσα στην ανθρώπινη φύση. Είναι θα λέγαμε ο πιο παράλογος φόβος της ανθρώπινης φύσης. Φοβόμαστε το άγνωστο σημαίνει φοβόμαστε το αύριο, το επόμενο λεπτό, το επόμενο δευτερόλεπτο. Φοβόμαστε την ζωή μας μετά. Και φυσικά στην ρίζα του φόβου για το άγνωστο είναι ο φόβος του θανάτου, που εξίσου είναι παράλογος, αφού αυτή είναι η κοινή μας μοίρα.
παρά να αντιμετωπίσουμε την δυσκολία της στιγμής
και να αφήσουμε τις ψευδαισθήσεις μας να πεθάνουν».
W.A. Auden «The age of anxiety: Α baroque eclogue»
Έχουμε πει πολλές φορές ότι αναπαράγουμε το οικείο κι όχι το ευχάριστο. Προτιμούμε το οικείο έχοντας την αίσθηση, ή την ψευδαίσθηση, ότι ασκούμε ένα είδος ελέγχου πάνω του. Άλλωστε ως σήμερα με αυτό το οικείο, έχουμε καταφέρει να επιβιώσουμε, αν και δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι επαναλαμβάνοντάς το θα επιβιώσουμε και αύριο. Τι γίνεται λοιπόν στην περίπτωση που το οικείο είναι δυσάρεστο, απειλητικό και προκαλεί δυσφορία;
Δυστυχώς ο ψυχισμός μας έχει την τάση να προτιμάει να το αναπαράγει ακριβώς γιατί προτιμά το γνωστό από το άγνωστο.
Σε επίπεδο ατομικής ψυχολογίας αναφέρω το παράδειγμα ενός ανθρώπου που έχει ζήσει την σωματική βία μέσα στην πατρική οικογένεια ως παιδί κι ενώ, σε επίπεδο συνειδητό, γνωρίζει ότι αυτό ήταν πηγή μεγάλου πόνου και δυστυχίας κι επιθυμεί να μεγαλώσει ώστε να μπορέσει να ξεφύγει από αυτή την βίαιη οικογένεια, όταν μεγαλώνει ξαναδημιουργεί ή ξανασυναινεί στην ίδια κατάσταση διαιωνίζοντας τη βία μέσα στη γενεολογική αλυσίδα-εφόσον δεν την σταματήσει.
Ο φόβος για το άγνωστο υπάρχει πίσω από κάθε αντίσταση στην θεραπεία και συντηρεί για καιρό τον άνθρωπο στην ψυχική ασθένεια. Και αυτό γίνεται παρόλο που η θεραπεία είναι επιθυμητή γιατί ο άνθρωπος υποφέρει και θέλει να αλλάξει. Για να επέλθει η αλλαγή χρειάζεται να συνειδητοποιήσει το ότι είναι ανώφελο να ζει με μάταιο πόνο και να πάρει αυτό το ρίσκο της αλλαγής.
Άλλωστε σε κάθε ανθρώπινο επίτευγμα προηγείται η ανάληψη κάποιου μικρότερου ή μεγαλύτερου ρίσκου.
Δεν νοείται πρόοδος και εξέλιξη χωρίς ρίσκο.
Ο φόβος για το άγνωστο είναι μέσα στην ανθρώπινη φύση. Είναι θα λέγαμε ο πιο παράλογος φόβος της ανθρώπινης φύσης. Φοβόμαστε το άγνωστο σημαίνει φοβόμαστε το αύριο, το επόμενο λεπτό, το επόμενο δευτερόλεπτο. Φοβόμαστε την ζωή μας μετά. Και φυσικά στην ρίζα του φόβου για το άγνωστο είναι ο φόβος του θανάτου, που εξίσου είναι παράλογος, αφού αυτή είναι η κοινή μας μοίρα.
Με άξονα την ανθρώπινη ανάπτυξη και την μυθολογία συνειδητοποίησα ότι το μυστικό του μεγαλείου του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού βρίσκεται ακριβώς σε αυτή την επεξεργασία του φόβου του θανάτου.
Σε κάθε μυστήριο, σε κάθε τελετή και σε κάθε γιορτή των αρχαίων Ελλήνων ο στόχος είναι να συμφιλιωθεί ο άνθρωπος με την θνητότητά του. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο που ο άνθρωπος σε όλα τα αρχαία κείμενα αποκαλείται «θνητός» για να μην ξεχνά την μοίρα του. Σε όλες τις πηγές βλέπουμε ότι όποιος περνούσε από τα Ελευσίνια μυστήρια γινόταν ευτυχέστερος και σοφότερος και δεν ήταν λίγοι οι μεγάλοι ηγέτες όλου του κόσμου τότε που περνούσαν από αυτή τη μύηση.
Το άγνωστο δεν μπορούμε να το αποφύγουμε καθώς δεν ξέρουμε και δεν μπορούμε να ελέγξουμε το επόμενο δευτερόλεπτο. Άρα ο φόβος για το άγνωστο πέρα από τον φόβο του θανάτου αφορά και τον φόβο για την μελλοντική ζωή.
Τι γίνεται όμως όταν καλούμαστε να πάρουμε μία απόφαση να μείνουμε ή να φύγουμε από μία γνωστή κατάσταση;
Σε μία τέτοια περίπτωση, χρειάζεται να έχουμε γνώση του παράλογου φόβου για το άγνωστο, να τον παραμερίσουμε προς στιγμή και να επιστρατεύσουμε όσο μπορούμε τον ορθολογισμό. Η λογική χρειάζεται να μπει μπροστά και να κάνουμε έναν απολογισμό της υπάρχουσας κατάστασης για να δούμε αν πράγματι μένουμε ή φεύγουμε. Η βιολογία μιλά γιαυτό το δίλημμα με όρους «to fight or to fly». Είναι μία διαδικασία έμφυτη στην ζωή. Και η απόφαση πάντα πρέπει να γίνεται μετά από νοητική επεξεργασία της κατάστασης.
Θα ξαναπάω στο προαναφερθέν παράδειγμα της κακοποίησης στην οικογένεια.
Ας υποθέσουμε ότι είναι μία γυναίκα που μπορεί να έχει και παιδιά και που κακοποιείται καθημερινά από τον βίαιο άντρα της. Η βία συμβαίνει κατ' εξακολούθηση κι όλα δείχνουν ότι τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει. Μένει στο γνωστό και το οικείο ή παίρνει το ρίσκο να φύγει; Τι θα κάνατε στην θέση της;
Φοβούμενη το άγνωστο και μην παίρνοντας την απόφαση να φύγει (μπορεί να επικαλεσθεί αφορμές που έχουν να κάνουν με την πρακτική πλευρά της ζωής-όπως π.χ. την απουσία πόρων κ.ά. αλλά στην ρίζα κάθε οικονομικής εξάρτησης βρίσκεται πάντα η συναισθηματική) μένει στον καταστροφικό αυτό γάμο. Με τον ίδιο τρόπο φοβούμενη το άγνωστο και μένοντας με τον βίαιο σύντροφό της Bertrand Cantat (τραγουδιστή του γνωστού γαλλικού συγκροτήματος «Noir Desir») η Marie Trintignan, (κόρη του διάσημου Γάλλου ηθοποιού Jean Louis Trintignan) χάνει την ζωή της τελικά έπειτα από πτώση μετά από ένα βίαιο σπρώξιμο του από ένα μοιραίο χτύπημα στο κεφάλι…
Στο δίλημμα «μένω ή αλλάζω» η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων θα απαντήσουν το πρώτο.
Είναι λέξεις κλειδιά που μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε καμπάνιες για να μιλήσουν με το ασυνείδητο του υποκειμένου- που ναρκωμένο και τυφλό δεν σκέφτεται. Ωστόσο, όταν όλα συνάδουν ότι πρέπει κανείς να μετακινηθεί από το οικείο, γιατί αυτό στρέφεται εναντίον του, και δεν το κάνει, τότε μιλάμε για ψυχική αγκύλωση που μπορεί να σχετίζεται με πλήθος ψυχικών αμυνών με κυρίαρχη την πολύ πρωτόγονη ψυχική άμυνα της άρνησης.
«Όχι δεν συμβαίνει κάτι κακό, όχι δεν καίγεται το σπίτι μου για να το εγκαταλείψω (και άρα μένω να καώ)»..
Το ασυνείδητο είναι τυφλό. Δεν μπορεί κανείς να το γνωρίσει σε όλο του το μεγαλείο. Όσα χρόνια ψυχανάλυσης κι αν κάποιος κάνει, πάντα κάτι ασυνείδητο θα του διαφεύγει. Μοιάζει με την ίριδα του ματιού που όσο μικρή κι αν γίνεται παραμένει σκοτεινή.
Από την άλλη, η αλλαγή για την αλλαγή είναι το ίδιο ανόητη όσο η παραμονή στο οικείο, μόνο και μόνο επειδή είναι οικείο. Η αλλαγή που χρειάζεται ανάληψη ρίσκου μπορεί να είναι προϊόν τυχοδιωκτισμού (εφόσον βέβαια διώχνει κανείς μία καλή τύχη ανατρέχοντας στην ετυμολογία της σύνθετης αυτής λέξης τύχη+διώχνω) ή μπορεί να είναι σωτήρια ακόμη και απαραίτητη για την ζωή και την επιβίωση του ανθρώπου.
Υπάρχουν αρκετές μέθοδοι αποχαύνωσης του κριτικού νου. Και όλες στηρίζονται στην ενεργοποίηση του ασυνειδήτου και του αρχέγονου περιεχομένου του. Οι διαφημιστικές καμπάνιες και χειραγωγούμενα μέσα ενημέρωσης έχουν αυτόν τον σκοπό νάρκωσης της κριτικής σκέψης.
Στην επιστράτευση του ορθολογισμού χρειάζεται κάποιος να έχει καθαρή σκέψη έχοντας επίγνωση των λιγότερο ή περισσότερο παράλογων φόβων. Να εξετάσει λογικά κάθε παράμετρο στην υπάρχουσα κατάσταση που είναι γνωστή και εφόσον η κατάσταση δεν είναι ωφέλιμη να πάρει το ρίσκο του αγνώστου με στόχο την βελτίωση (ή και την διατήρηση πολλές φορές) της ζωής του.
Σε κάθε περίπτωση η διατήρηση του παραλόγου προς χάρην του φόβου του αγνώστου το μόνο που κάνει είναι να τρέφει το παράλογο στο διηνεκές και να το μεγαλώνει.
Ο βίαιος σύζυγος θα γίνεται όλο και πιο βίαιος όσο η γυναίκα του παραμένει φοβούμενη το άγνωστο.
Ο τοξικομανής γιος θα γίνεται όλο και πιο ακραίος στην συμπεριφορά του, εφόσον το οικογενειακό σύστημα είναι αγκυλωμένο και αρνείται την οποιαδήποτε αλλαγή.
Κάθε ανοχή μας στην οποιαδήποτε μορφή βίας συμβάλλει στην ενδυνάμωσή της. Και τότε μπαίνουμε σε ένα σαδομαζοχιστικό παιχνίδι εξάρτησης από το οποίο μοιάζει (δεν είναι) αδύνατο να ελευθερωθεί το υποκείμενο.
Μήπως θα έπρεπε να σκεφτούμε με τους ίδιους όρους και σε θέματα περισσότερο συλλογικά; Σε αποφάσεις και διλήμματα που σχετίζονται με το «Μένω» ή «Αλλάζω»;
Μήπως ενίοτε το άγνωστο είναι πιο ελπιδοφόρο από το οικείο, αν το οικείο γίνεται όλο και πιο δύσκολο για την επιβίωση;
Σε κάθε μυστήριο, σε κάθε τελετή και σε κάθε γιορτή των αρχαίων Ελλήνων ο στόχος είναι να συμφιλιωθεί ο άνθρωπος με την θνητότητά του. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο που ο άνθρωπος σε όλα τα αρχαία κείμενα αποκαλείται «θνητός» για να μην ξεχνά την μοίρα του. Σε όλες τις πηγές βλέπουμε ότι όποιος περνούσε από τα Ελευσίνια μυστήρια γινόταν ευτυχέστερος και σοφότερος και δεν ήταν λίγοι οι μεγάλοι ηγέτες όλου του κόσμου τότε που περνούσαν από αυτή τη μύηση.
Το άγνωστο δεν μπορούμε να το αποφύγουμε καθώς δεν ξέρουμε και δεν μπορούμε να ελέγξουμε το επόμενο δευτερόλεπτο. Άρα ο φόβος για το άγνωστο πέρα από τον φόβο του θανάτου αφορά και τον φόβο για την μελλοντική ζωή.
Τι γίνεται όμως όταν καλούμαστε να πάρουμε μία απόφαση να μείνουμε ή να φύγουμε από μία γνωστή κατάσταση;
Σε μία τέτοια περίπτωση, χρειάζεται να έχουμε γνώση του παράλογου φόβου για το άγνωστο, να τον παραμερίσουμε προς στιγμή και να επιστρατεύσουμε όσο μπορούμε τον ορθολογισμό. Η λογική χρειάζεται να μπει μπροστά και να κάνουμε έναν απολογισμό της υπάρχουσας κατάστασης για να δούμε αν πράγματι μένουμε ή φεύγουμε. Η βιολογία μιλά γιαυτό το δίλημμα με όρους «to fight or to fly». Είναι μία διαδικασία έμφυτη στην ζωή. Και η απόφαση πάντα πρέπει να γίνεται μετά από νοητική επεξεργασία της κατάστασης.
Θα ξαναπάω στο προαναφερθέν παράδειγμα της κακοποίησης στην οικογένεια.
Ας υποθέσουμε ότι είναι μία γυναίκα που μπορεί να έχει και παιδιά και που κακοποιείται καθημερινά από τον βίαιο άντρα της. Η βία συμβαίνει κατ' εξακολούθηση κι όλα δείχνουν ότι τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει. Μένει στο γνωστό και το οικείο ή παίρνει το ρίσκο να φύγει; Τι θα κάνατε στην θέση της;
Φοβούμενη το άγνωστο και μην παίρνοντας την απόφαση να φύγει (μπορεί να επικαλεσθεί αφορμές που έχουν να κάνουν με την πρακτική πλευρά της ζωής-όπως π.χ. την απουσία πόρων κ.ά. αλλά στην ρίζα κάθε οικονομικής εξάρτησης βρίσκεται πάντα η συναισθηματική) μένει στον καταστροφικό αυτό γάμο. Με τον ίδιο τρόπο φοβούμενη το άγνωστο και μένοντας με τον βίαιο σύντροφό της Bertrand Cantat (τραγουδιστή του γνωστού γαλλικού συγκροτήματος «Noir Desir») η Marie Trintignan, (κόρη του διάσημου Γάλλου ηθοποιού Jean Louis Trintignan) χάνει την ζωή της τελικά έπειτα από πτώση μετά από ένα βίαιο σπρώξιμο του από ένα μοιραίο χτύπημα στο κεφάλι…
Στο δίλημμα «μένω ή αλλάζω» η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων θα απαντήσουν το πρώτο.
Είναι λέξεις κλειδιά που μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε καμπάνιες για να μιλήσουν με το ασυνείδητο του υποκειμένου- που ναρκωμένο και τυφλό δεν σκέφτεται. Ωστόσο, όταν όλα συνάδουν ότι πρέπει κανείς να μετακινηθεί από το οικείο, γιατί αυτό στρέφεται εναντίον του, και δεν το κάνει, τότε μιλάμε για ψυχική αγκύλωση που μπορεί να σχετίζεται με πλήθος ψυχικών αμυνών με κυρίαρχη την πολύ πρωτόγονη ψυχική άμυνα της άρνησης.
«Όχι δεν συμβαίνει κάτι κακό, όχι δεν καίγεται το σπίτι μου για να το εγκαταλείψω (και άρα μένω να καώ)»..
Το ασυνείδητο είναι τυφλό. Δεν μπορεί κανείς να το γνωρίσει σε όλο του το μεγαλείο. Όσα χρόνια ψυχανάλυσης κι αν κάποιος κάνει, πάντα κάτι ασυνείδητο θα του διαφεύγει. Μοιάζει με την ίριδα του ματιού που όσο μικρή κι αν γίνεται παραμένει σκοτεινή.
Από την άλλη, η αλλαγή για την αλλαγή είναι το ίδιο ανόητη όσο η παραμονή στο οικείο, μόνο και μόνο επειδή είναι οικείο. Η αλλαγή που χρειάζεται ανάληψη ρίσκου μπορεί να είναι προϊόν τυχοδιωκτισμού (εφόσον βέβαια διώχνει κανείς μία καλή τύχη ανατρέχοντας στην ετυμολογία της σύνθετης αυτής λέξης τύχη+διώχνω) ή μπορεί να είναι σωτήρια ακόμη και απαραίτητη για την ζωή και την επιβίωση του ανθρώπου.
Υπάρχουν αρκετές μέθοδοι αποχαύνωσης του κριτικού νου. Και όλες στηρίζονται στην ενεργοποίηση του ασυνειδήτου και του αρχέγονου περιεχομένου του. Οι διαφημιστικές καμπάνιες και χειραγωγούμενα μέσα ενημέρωσης έχουν αυτόν τον σκοπό νάρκωσης της κριτικής σκέψης.
Στην επιστράτευση του ορθολογισμού χρειάζεται κάποιος να έχει καθαρή σκέψη έχοντας επίγνωση των λιγότερο ή περισσότερο παράλογων φόβων. Να εξετάσει λογικά κάθε παράμετρο στην υπάρχουσα κατάσταση που είναι γνωστή και εφόσον η κατάσταση δεν είναι ωφέλιμη να πάρει το ρίσκο του αγνώστου με στόχο την βελτίωση (ή και την διατήρηση πολλές φορές) της ζωής του.
Σε κάθε περίπτωση η διατήρηση του παραλόγου προς χάρην του φόβου του αγνώστου το μόνο που κάνει είναι να τρέφει το παράλογο στο διηνεκές και να το μεγαλώνει.
Ο βίαιος σύζυγος θα γίνεται όλο και πιο βίαιος όσο η γυναίκα του παραμένει φοβούμενη το άγνωστο.
Ο τοξικομανής γιος θα γίνεται όλο και πιο ακραίος στην συμπεριφορά του, εφόσον το οικογενειακό σύστημα είναι αγκυλωμένο και αρνείται την οποιαδήποτε αλλαγή.
Κάθε ανοχή μας στην οποιαδήποτε μορφή βίας συμβάλλει στην ενδυνάμωσή της. Και τότε μπαίνουμε σε ένα σαδομαζοχιστικό παιχνίδι εξάρτησης από το οποίο μοιάζει (δεν είναι) αδύνατο να ελευθερωθεί το υποκείμενο.
Μήπως θα έπρεπε να σκεφτούμε με τους ίδιους όρους και σε θέματα περισσότερο συλλογικά; Σε αποφάσεις και διλήμματα που σχετίζονται με το «Μένω» ή «Αλλάζω»;
Μήπως ενίοτε το άγνωστο είναι πιο ελπιδοφόρο από το οικείο, αν το οικείο γίνεται όλο και πιο δύσκολο για την επιβίωση;
Φραντζέσκο Μοροζίνι & λόρδος Έλγιν: Οι καταστροφείς του Παρθενώνα
Μετά την αποτυχημένη πολιορκία της Βιέννης από τους Οθωμανούς, το 1683, τον επόμενο χρόνο υπεγράφη στην Αυστρία μια συμμαχία ανάμεσα στον εκπρόσωπο του Πάπα και τους εκπροσώπους της Αυστρίας, της Πολωνίας και της Βενετίας, που στρεφόταν κατά του Σουλτάνου των Οθωμανών. Η συμμαχία αυτή έγινε γνωστή ως «Ιερός Συνασπισμός του Λιντς»Επειδή η Βενετία δεν διέθετε δικό της στρατό, η συμμετοχή της στον συνασπισμό, αρχικά υποτιμήθηκε. Όταν όμως κατέφυγε για μισθοφόρους στα γερμανικά κρατίδια, τα οποία διέθεταν πολυάριθμους στρατιώτες που είχαν μείνει δίχως απασχόληση μετά τη λήξη του Τριακονταετούς Πολέμου, τότε ο ρόλος της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας στον ελλαδικό χώρο έγινε ουσιαστικότερος.
Η Βενετία, τον Ιανουάριο του 1684, αποφάσισε να διεξαγάγει πόλεμο κατά των Οθωμανών, με στόχο την κατάληψη την Πελοποννήσου. Αρχιστράτηγος του εκστρατευτικού σώματος διορίστηκε ο παλαίμαχος της πολιορκίας του Χάνδακα, Φραντσέσκο Μοροζίνι, ενώ ο Γουλιέλμος φον Κένιξμαρκ ανέλαβε τη διοίκηση των χερσαίων δυνάμεων, οι οποίες απετελούντο από μισθοφόρους προερχομένους από τα κρατίδια του Ανοβέρου, του Μπράουνσβάιγκ, της Έσσης, της Σαξονίας και της Βυρτεμβέργης.
Μετά την κήρυξη του πολέμου, τον Απρίλιο του 1684, ο Μοροζίνι απέπλευσε με τη Μοίρα του στόλου του τον Ιούνιο του ιδίου έτους προς το Ιόνιο Πέλαγος.
Εκεί, στη Μοίρα των ιταλικών πλοίων προστέθηκαν και 6 γαλέρες με Έλληνες από τα νησιά του Ιονίου. Οι Βενετοί κατέλαβαν πρώτα τη Λευκάδα και την Πρέβεζα και στη συνέχεια το Αιτωλικό και το Μεσολόγγι.
Το 1685, συγκεντρώθηκαν στην Κέρκυρα, στην Πρέβεζα και στο Δραγαμέστο τα στρατεύματα που είχαν στρατολογηθεί για τις επιχειρήσεις της Πελοποννήσου. Η δύναμη που μεταφέρθηκε στη Νότια Πελοπόννησο ανερχόταν σε 9.500 άνδρες. Πρώτα κατελήφθη η Κορώνη και στη συνέχεια η Καλαμάτα, η Μάνη και τμήμα της Μεσσηνίας. Το 1686, τα στρατεύματα των Βενετών κατέλαβαν τη Μεθώνη, την Κυπαρισσία και το Ναύπλιο.
Η κατάκτηση της Πελοποννήσου συνεχίστηκε και το 1687 με την κατάληψη της Πάτρας και της Κορίνθου.
Έτσι, μέσα σε τρία χρόνια, ο Μοροζίνι κατόρθωσε να καταλάβει ολόκληρη σχεδόν την Πελοπόννησο, με εξαίρεση τη Μονεμβασιά. Ο Βενετός αρχιστράτηγος εκτιμώντας ότι το τείχος του Εξαμιλίου στον Ισθμό της Κορίνθου δεν ήταν επαρκές, για την απόκρουση πιθανών οθωμανικών επιθέσεων από Βορρά, αποφάσισε να συνεχίσει τις επιχειρήσεις του, με αντικειμενικό σκοπό την κατάληψη των Αθηνών.
Στο τέλος Αυγούστου του 1687, έφθασε εκ μέρους των Αθηναίων στο στρατόπεδο των Βενετών ένας Καπουτσίνος μοναχός, εξουσιοδοτημένος να διαπραγματευτεί το ποσό που θα έπρεπε να καταβάλουν οι Αθηναίοι για να αποφευχθεί η βενετική επίθεση εναντίον τους. Οι Βενετοί απαίτησαν το ποσόν των 40.000 ρεαλίων ετησίως, για να μην βαδίσουν εναντίον της πόλεως, όμως η πρότασή τους κρίθηκε υπερβολική.
Στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1687, νέα αντιπροσωπεία των Αθηναίων άρχισε ένα νέο κύκλο διαπραγματεύσεων με τους Βενετούς, οι οποίοι δέχθηκαν να ακυρώσουν την επίθεση. Ωστόσο, στις 14 Σεπτεμβρίου, κατά τη διάρκεια πολεμικού συμβουλίου, οι αρχηγοί των μισθοφόρων έλαβαν αντίθετη θέση και επέμεναν στην πραγματοποίηση της επίθεσης.
Τότε έφθασε μια νέα αντιπροσωπεία εκ μέρους των Αθηναίων Προκρίτων, εξουσιοδοτημένη να δηλώσει την συμπαράστασή της στην εκστρατεία των Βενετών. Μετά από αυτές τις εξελίξεις, ο στόλος των Βενετών, κατέπλευσε στον Πειραιά, ενώ μια Μοίρα του βενετικού στόλου κινήθηκε παραπλανητικά προς την Εύβοια. Όταν οι Βενετοί αποβίβασαν στον Πειραιά 8.000 άνδρες και 870 ιππείς, οι Τούρκοι εκκένωσαν την πόλη και οχυρώθηκαν στην Ακρόπολη, αποφασισμένοι να την κρατήσουν, έως ότου φθάσουν ενισχύσεις από την Θήβα. Έτσι, ανενόχλητοι οι Βενετοί με 150 άνδρες κατέλαβαν την πόλη των Αθηνών.
Η Ακρόπολη των Αθηνών το 1687
Η Ακρόπολη των Αθηνών υπήρξε το κέντρο, γύρω από το οποίο αναπτύχθηκε η πόλη των Αθηνών. Ενώ κατά την μυκηναϊκή περίοδο η Ακρόπολη ήταν έδρα του βασιλέα των Αθηνών, μετά το τέλος της περιόδου αυτής, έπαυσε να είναι η έδρα του ηγεμόνα και διοικητικό κέντρο, μετατράπηκε δε σε θρησκευτικό τόπο.
Κατά τη διάρκεια της περσικής επιδρομής εναντίον των Ελλήνων, τα ιερά της Ακροπόλεως πυρπολήθηκαν και καταστράφηκαν, καθώς και πολλά από τα πλούσια αφιερώματα. Ο Ιερός Βράχος πήρε την τελική του μορφή σύμφωνα με το όραμα του Περικλή κατά την περίοδο 450 έως 420 π.Χ.
Με την επιβλητική μορφή και την απαράμιλλη αρχιτεκτονική του, ο Παρθενών είναι άρρηκτα συνδεμένος με την εικόνα της Ακροπόλεως και της Αθήνας. Ανεγέρθη στη διάρκεια της διακυβερνήσεως των Αθηνών από τον Περικλή μεταξύ των ετών 447-438 π.Χ.
Σχεδιάστηκε από τον Ικτίνο με τη συνεργασία του Καλλικράτη, υπό τη γενική εποπτεία του Φειδία, ο οποίος μαζί με τους συνεργάτες του σχεδίασε και εκτέλεσε το γλυπτό διάκοσμο του ναού. Ήδη, από τον 6ο αιώνα μ.Χ., ο Παρθενών είχε μετατραπεί σε χριστιανικό ναό, ο οποίος διαρρυθμίστηκε σε σχήμα βασιλικής και είχε αφιερωθεί στην Αγία του Θεού Σοφία. Αργότερα αφιερώθηκε στην Παναγία την Αθηνιώτισσα. Ο κυρίως ναός, ο οποίος ήταν τριμερής, απετέλεσε το ναό της χριστιανικής βασιλικής, ενώ ο αρχαίος οπισθόδομος στη δυτική πλευρά, απετέλεσε το νάρθηκα του ναού.
Η ανατολική είσοδος καταργήθηκε και κατασκευάστηκε στην πλευρά αυτή η κόγχη του ιερού, σύμφωνα με τον προσανατολισμό των χριστιανικών ναών, ενώ ως κυρία είσοδος διατηρήθηκε η υπάρχουσα δυτική είσοδος του αρχαίου ναού. Στο χριστιανικό ναό προσήλθε για να προσκυνήσει ο Αυτοκράτωρ Βασίλειος ο Β’ ο Βουλγαροκτόνος, το 1018, μετά τη νίκη του εναντίον των Βουλγάρων. Στις αρχές του 13ου αιώνα η λειτουργία του ναού συνεχίστηκε, αλλά μετά τη Δ’ Σταυροφορία οι Φράγκοι, οι οποίοι κατέλαβαν την Αθήνα, μετέβαλαν το μνημείο σε καθολικό ναό. Μετά την επίσκεψη του Μεχμέτ (Μωάμεθ) του Πορθητή στην Αθήνα, το 1458, ο χριστιανικός ναός μετατράπηκε σε τζαμί.
Το Ερέχθειο ανεγέρθη μετά τον Παρθενώνα. Η κατασκευή του άρχισε το 421 π.Χ. και αποπερατώθηκε το 405 π.Χ. Στους χριστιανικούς χρόνους μετατράπηκε σε τρίκλιτη βασιλική, αφιερωμένη στον Σωτήρα Χριστό. Την περίοδο της Φραγκοκρατίας το κτίριο απεδόθη σε κοσμική χρήση, ενώ κατά την Τουρκοκρατία είχε μετατραπεί σε κατοικία του αγά, ο οποίος στέγαζε εκεί και το χαρέμι του. Η πρόσταση των Κορών διατηρείτο ανέπαφη, όμως το ενδιάμεσο διάστημα από Καρυάτιδα σε Καρυάτιδα είχε κτιστεί.
Τα Προπύλαια της Ακροπόλεως ανεγέρθηκαν την περίοδο 437-432 π.Χ. Στο τέλος του 12ου αιώνα είχαν μετατραπεί σε κατοικία των ορθοδόξων επισκόπων των Αθηνών και στη συνέχεια των Φράγκων δουκών. Επάνω στο κεντρικό κτίριο είχε προστεθεί ένας όροφος, ως δάπεδο του οποίου χρησιμοποιήθηκε η αρχαία φατνωματική οροφή του κτιρίου. Επάνω στη νότια πτέρυγα των Προπυλαίων ανήγειραν οι Φράγκοι πύργο, ύψους 26 μέτρων. Στα μετακιόνια των δωρικών κιονοστοιχιών του κεντρικού κτίσματος υψώθηκαν τοίχοι και έτσι καταργήθηκε η πρόσβαση στο Κάστρο από τα Προπύλαια.
Η νέα είσοδος της Ακροπόλεως κατασκευάστηκε ανάμεσα στον φράγκικο πύργο και στο νότιο τείχος της. Επί Τουρκοκρατίας, τα Προπύλαια χρησιμοποιήθηκαν ως κατοικία του φρουράρχου (δισδάρη) της Ακροπόλεως. Το 1640 ένας κεραυνός έπεσε στο κεντρικό κτίριο των Προπυλαίων, στο οποίο ήταν αποθηκευμένη πυρίτιδα και η έκρηξη που επακολούθησε κατέστρεψε σημαντικό τμήμα του κτιρίου, όμως το δυτικό τμήμα του διατηρήθηκε ανέπαφο.
Ο ναός της Αθηνάς Νίκης ανεγέρθη την περίοδο 427-424 π.Χ. με σχέδια του Καλλικράτη, στη θέση του αρχαιότερου μυκηναϊκού πύργου. Παρέμεινε ανέπαφος έως την πολιορκία των Βενετών. Το τμήμα της οχύρωσης, ανάμεσα στο μνημείο του Αγρίππα και τον αρχαίο πύργο όπου είχε οικοδομηθεί ο ναός, ήταν αρκετά υψηλό, ώστε να ενσωματωθεί σε αυτό και η δυτική πρόσοψη του ναού μαζί με τους κίονες.
Η πολιορκία της Ακροπόλεως
Μετά την κατάληψη της πόλης των Αθηνών, οι Βενετοί με διακοίνωσή τους προς τους Τούρκους απαίτησαν την παράδοση της Ακροπόλεως, παρέχοντας ταυτόχρονα τη διαβεβαίωση ότι θα επιτραπεί σε αυτούς η ασφαλής και ανενόχλητη αποχώρηση μαζί με όλα τα υπάρχοντά τους.
Αλλά ο αγάς του κάστρου Αλή, επειδή είχε πολεμικά εφόδια και τρόφιμα σε επαρκή ποσότητα, αρνήθηκε να παραδοθεί, ενώ ταυτόχρονα μερίμνησε για την αποστολή ενισχύσεων. Παράλληλα, για την άμεση αντιμετώπιση του κινδύνου, οι πολιορκούμενοι Τούρκοι ενίσχυσαν τα τείχη και κατασκεύασαν συμπληρωματικά οχυρωματικά έργα στη δυτική πλευρά της Ακροπόλεως. Συγκεκριμένα, έκτισαν έναν πύργο δυτικά του ναού της Αθηνάς Νίκης και προέβησαν στην ενίσχυση του προμαχώνα μεταξύ του ναού και του Μνημείου του Αγρίππα, τοποθετώντας εκεί μια δεύτερη πυροβολαρχία.
Στο μεταξύ, το κύριο σώμα της βενετικής δύναμης υπό τον Κένιξμαρκ είχε καταλάβει τα στρατηγικά σημεία της πόλης, στα οποία ήταν δυνατόν να τοποθετηθούν πυροβόλα. Οι μηχανικοί του προσπάθησαν να διανοίξουν σήραγγες στον βράχο της Ακροπόλεως, για να ανατινάξουν τα τείχη της. Όταν ο Κένιξμαρκ αντελήφθη τη δυσκολία του εγχειρήματος της αλώσεως της Ακροπόλεως, αποφάσισε να προσβάλει το ισχυρό φρούριο με τηλεβόλα.
Για τον σκοπό αυτό, οι Βενετοί σχεδίασαν την τοποθέτηση 15 τηλεβόλων στο λόφο των Μουσών και 9 στην Πνύκα, επίσης 5 μεγάλων όλμων στο λόφο του Αρείου Πάγου, τα οποία και τοποθέτησαν στις επιλεγείσες θέσεις.
Επικεφαλής του βενετικού πυροβολικού τοποθετήθηκε ο Αντόνιο Μουτόνι. Οι περισσότερες μαρτυρίες για τον επικεφαλής του βενετικού πυροβολικού δεν είναι κολακευτικές. Σύμφωνα με αυτές, στην αρχή της επιχειρήσεως τα περισσότερα βλήματα περνούσαν πάνω από την Ακρόπολη και έπεφταν στην άλλη πλευρά του Ιερού Βράχου, με αποτέλεσμα να φονεύονται οι Βενετοί πολιορκητές, που ευρίσκοντο εκεί. Όμως, μετά τις πρώτες αποτυχίες του πυροβολικού, τοποθετήθηκε μια νέα πυροβολαρχία στην ανατολική πλευρά του λόφου. Ατυχώς, κατά τη διάρκεια των βομβαρδισμών ένα βλήμα επέτυχε τη μικρή αποθήκη πυρίτιδας, που βρισκόταν στα Προπύλαια, με αποτέλεσμα να ανατιναχθεί ένα τμήμα του κτιρίου.
Ο Ταγματάρχης Σομπιεβόλσκυ από το κρατίδιο της Έσσης, ο οποίος ήταν εκείνη την περίοδο ανθυπολοχαγός, περιγράφει την καταστροφή του Παρθενώνος ως εξής: «Στις 22 Σεπτεμβρίου άρχισε η διάνοιξη χαρακωμάτων πλησίον των πυροβολαρχιών. Επικεφαλής της επιχείρησης τοποθετήθηκε ο υπολοχαγός κύριος Ντι Μον.
Κατά τη διάνοιξη όμως των χαρακωμάτων, ο ταγματάρχης του συντάγματος, στο οποίο υπηρετούσε ο υπολοχαγός Κλέτερς, κτυπήθηκε θανάσιμα. Επειδή δεν υπήρχε ελπίδα να δημιουργηθούν βλάβες στο φρούριο, άρχισε η κατασκευή σηράγγων μέσα στο σκληρό βράχο, στη βάση του κάστρου.
Ενώ δε φαινόταν ότι και αυτή η προσπάθεια θα αποβεί μάταιη, έφθασε από το κάστρο ένας φυγάς, ο οποίος έφερε την είδηση, ότι ο διοικητής του φρουρίου, είχε μεταφέρει όλη την ποσότητα της πυρίτιδας καθώς και όλα τα πολύτιμα αντικείμενα στο ναό, γνωστό ως ναό της Αθηνάς, επίσης ότι όλοι οι αξιωματούχοι του φρουρίου είχαν καταλύσει μέσα στο ναό, πιστεύοντας ότι οι χριστιανοί δεν θα ήθελαν να τον βλάψουν.
Όμως, οι Βενετοί έστρεψαν τους όλμους τους προς αυτή την κατεύθυνση και άρχισαν να βάλλουν κατά του ναού. Ωστόσο, κανένα βλήμα δεν μπόρεσε να του επιφέρει βλάβες, επειδή η σκεπή του είχε κλίση και ήταν μαρμάρινη προσφέροντας ικανοποιητική προστασία. Τότε ένας ανθυπολοχαγός από το Λίνεμπουργκ, άρχισε να βάλλει με όλμους κατά του ναού.
Όταν ένα βλήμα διαπέρασε τη στέγη του ναού και έπεσε στον όγκο της πυρίτιδας που είχε συγκεντρωθεί εκεί, ανατινάχτηκε ο ναός στο μέσον του και ο εσωτερικός χώρος του καλύφτηκε με πέτρες. Τότε οι Τούρκοι μεταβίβασαν συνθήματα με φωτιές στον στρατό τους, που βρισκόταν εκείνη την στιγμή στη Θήβα».
Από την τρομερή έκρηξη κατέρρευσαν οι τρεις από τους τέσσερεις τοίχους του σηκού και κατέπεσαν τα τρία πέμπτα των ανάγλυφων της αρχαίας ζωοφόρου. Πιθανότατα η στέγη του ναού κατέπεσε στο σύνολό της, καθώς και έξι κίονες της νότιας πλευράς, όπως και το σύνολο των κιόνων της ανατολικής πρόστασης, εκτός από έναν. Με την πτώση των κιόνων έπεσαν τα επιστύλια, τα τρίγλυφα και οι μετόπες.
Η έκρηξη και η επακολουθήσασα ανατίναξη του Παρθενώνος προκάλεσε μεγάλο πανικό. Τριακόσιοι Τούρκοι φονεύτηκαν από τα θραύσματα των μαρμάρων, που εκτοξεύτηκαν προς όλες τις κατευθύνσεις. Επίσης η πυρκαγιά που ξέσπασε από την έκρηξη, μεταδόθηκε γρήγορα στα γύρω σπίτια, ενώ καθώς δεν υπήρχε νερό για την κατάσβεσή της, αυτή συνεχίστηκε ολόκληρη τη νύχτα της 26ης προς την 27η Σεπτεμβρίου 1687, αλλά και την επομένη ημέρα.
Παρά την επελθούσα καταστροφή, οι Τούρκοι οι οποίοι ευρίσκοντο επάνω στην Ακρόπολη δεν ήθελαν να παραδοθούν, γιατί πίστευαν ότι ο τουρκικός στρατός θα έφθανε σύντομα. Πράγματι, στις 28 Σεπτεμβρίου τα τουρκικά στρατεύματα φάνηκαν κοντά στην Αθήνα. Όμως, ο Κένιξμαρκ απέστειλε αμέσως εναντίον τους όλο το διαθέσιμο πεζικό, καθώς και το ιππικό του. Τότε οι Τούρκοι, που είχαν έλθει για να λύσουν την πολιορκία της Ακροπόλεως, υποχώρησαν γρήγορα προς Βορρά, δίχως να ρίξουν ούτε μια τουφεκιά.
Όταν οι φρουροί, που ήταν επάνω στην Ακρόπολη, διαπίστωσαν ότι οι δυνάμεις που είχαν έλθει από τη Θήβα για να τους σώσουν απεμακρύνοντο, αποφάσισαν να παραδοθούν και στις 28 Σεπτεμβρίου ύψωσαν λευκή σημαία στον πύργο των Προπυλαίων. Στη συνέχεια απέστειλαν πέντε αξιωματούχους για να διαπραγματευτούν τους όρους της παράδοσης. Τότε ο Κένιξμαρκ διέταξε παύση του πυρός και οι εκπρόσωποι των Τούρκων οδηγήθηκαν στο βενετικό στρατηγείο του Πειραιά.
Στο πολεμικό συμβούλιο που συνεκλήθη, ο Μοροζίνι επέμενε στην άνευ όρων παράδοση της Ακροπόλεως καθώς και των Τούρκων, που ευρίσκοντο εκεί. Όμως, οι Τούρκοι ζήτησαν εγγυήσεις για τη ζωή των πολιορκημένων και την εξασφάλιση των μέσων για την αποχώρησή τους από την Αθήνα. Τελικά, ο Κένιξμαρκ συμφώνησε με τα αιτήματα των Τούρκων απεσταλμένων και στις 29 Σεπτεμβρίου υπεγράφη η συνθήκη παράδοσης. Το μεσημέρι της ίδιας ημέρας, οι Τούρκοι παραδόθηκαν και η βενετσιάνικη σημαία με το λιοντάρι του Αγίου Μάρκου υψώθηκε στην Ακρόπολη, εμπρός από τα Προπύλαια.
Στο χώρο της Ακροπόλεως, μαζί με τους επιβιώσαντες της πολιορκίας Τούρκους, που περίμεναν σε άθλια κατάσταση για να μεταφερθούν εκτός της πόλεως των Αθηνών, εκείτοντο 300 νεκροί, καθώς και μεγάλος αριθμός τραυματιών. Στις 4 Οκτωβρίου ναυλώθηκαν τα πλοία που θα μετέφεραν τους Τούρκους, όλοι δε οι επιζώντες ξεκίνησαν από την Ακρόπολη για τον Πειραιά με τα πόδια.
Μετά την αποχώρηση των Τούρκων, οι Βενετοί ανέβηκαν στην Ακρόπολη και εγκαταστάθηκαν εκεί. Φρούραρχος τοποθετήθηκε ο κόμης Τομάζο Πομπέι, o οποίος φρόντισε για την ταφή των νεκρών και την καταγραφή των πολεμοφοδίων που εγκατέλειψαν οι Τούρκοι επάνω στην Ακρόπολη. Μετά τον απόπλου των Τούρκων, ο Moροζίνι εισήλθε θριαμβευτικά στην Αθήνα, συνοδευόμενος από τον Κένιξμαρκ και περιστοιχιζόμενος από τους ανώτερους αξιωματικούς του. Στις πύλες της πόλης τον υποδέχθηκαν ως νικητή ο Επίσκοπος και οι Πρόκριτοι των Αθηνών και διακήρυξαν την πίστη τους προς τη Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας.
Μετά τη δοξολογία, ο Μοροζίνι με την συνοδεία του ανέβηκε στην Ακρόπολη και όλοι μαζί αντίκρισαν τα κατεστραμμένα μνημεία. Σύμφωνα με τα απομνημονεύματα του Ταγματάρχη Σομπιεβόλσκι, όλα όσα είχαν καταπέσει στο «Κάστρο» θα ξανακτίζονταν και θα αποκτούσαν την παλαιά τους όψη. Στο ημερολόγιό της η Άννα Ακερχιέλμ, κυρία επί των τιμών της συζύγου του Κένιξμαρκ, αναφέρει ότι «ο κόσμος δεν θα μπορέσει να κτίσει ξανά ένα τέτοιο αριστούργημα». Ενώ, για τον Μοροζίνι, ο οποίος έστειλε το «χαρμόσυνο» μήνυμα στη Βενετία για τον «τυχερό όλμο» που κατέστρεψε τον Παρθενώνα, το μνημείο το οποίο κατεστράφη ήταν «ένα παλιοτζαμί, στο οποίο είχε μετατραπεί ο υπέροχος ναός της Αθηνάς»!
Το νέο για την καταστροφή του Παρθενώνος διαδόθηκε γρήγορα στην Ευρώπη και προξένησε θλίψη. Ωστόσο, το γεγονός ότι ο Παρθενών είχε καταστραφεί για πάντα, λησμονήθηκε σύντομα. Ο ίδιος ο Κένιξμαρκ προσπάθησε να αποσείσει από επάνω του την ευθύνη της καταστροφής του μνημείου. Βεβαίως, οι κάτοικοι των Αθηνών είχαν πλήρη συνείδηση για τη βαρβαρότητα των πολιορκητών και το μέγεθος της καταστροφής που προξένησαν οι εκπρόσωποι της πολιτισμένης Δύσης στα μνημεία του Ιερού Βράχου, τον οποίον κατέλαβαν χρησιμοποιώντας κανόνια και όλμους.
Μετά την απόφαση του Μοροζίνι να διαχειμάσει στην Αθήνα, όλοι οι μισθοφόροι εισήλθαν στην πόλη και στρατοπέδευσαν κατά έθνη. Στον Βενετό μηχανικό Βερνέντα ανετέθη η σύνταξη των τοπογραφικών σχεδίων της πόλεως και η σχεδίαση της αναπαράστασης των Αθηνών και της Ακροπόλεως. Έτσι, σχέδια της βομβαρδισμένης Ακροπόλεως και της επικρατούσας κατάστασης στην πόλη των Αθηνών εκείνης της περιόδου, έφθασαν έως τις μέρες μας. Όταν η συγκέντρωση μεγάλου αριθμού ατόμων μέσα στην πόλη δημιούργησε έλλειψη τροφίμων και νερού, τότε οι Γερμανοί μισθοφόροι άρχισαν τις διαρπαγές και τις λεηλασίες, ενώ στην πόλη ξέσπασε πανώλη.
Η εκκένωση των Αθηνών και η λεηλασία των μνημείων
Στις 31 Δεκεμβρίου 1687, ο Μοροζίνι συγκάλεσε στον Πειραιά πολεμικό συμβούλιο, στο οποίο εξέθεσε την κατάσταση, προτείνοντας την εγκατάλειψη των Αθηνών, αφού για τη συνέχιση της κατοχής της πόλεως απαιτείτο η κατασκευή οχυρών, πολλά έτη εργασίας και μεγάλος αριθμός εργατών.
Επίσης, πρότεινε την εκκένωση της Αθήνας και την απομάκρυνση των κατοίκων της. Πρότεινε επίσης την καταστροφή της πόλεως των Αθηνών εκ θεμελίων καθώς και της Ακροπόλεώς της, για να μην πέσουν στα χέρια των Τούρκων! Οι Αθηναίοι τότε αντιπρότειναν να προσφέρουν χρήματα και να συγκροτήσουν οι ίδιοι τις απαιτούμενες στρατιωτικές μονάδες για την άμυνα της πόλεως. Επίσης, πρότειναν την ανάληψη της μισθοδοσίας τους για ένα χρόνο. Όμως, ο Μοροζίνι αρνήθηκε επίμονα κάθε συνδιαλλαγή.
Στις 12 Φεβρουαρίου 1688, το πολεμικό συμβούλιο αποφάσισε οριστικά την εγκατάλειψη και την εκκένωση των Αθηνών και την καταστροφή της πόλης με εκρηκτικά. Ωστόσο, για την καταστροφή των οικημάτων της πόλης, των τειχών της Ακροπόλεως και των άλλων αρχαίων μνημείων απαιτούντο πολυάριθμοι εργάτες, πολύμηνη εργασία καθώς και μεγάλη ποσότητα εκρηκτικών. H έλλειψη των απαιτούμενων μέσων ήταν τελικά ο μοναδικός λόγος που τότε σώθηκε η Αθήνα και τα μνημεία της από την κοντόφθαλμη πολιτική της Βενετίας, η οποία από το 1204 και μετά συνέχιζε να πολεμά εναντίον των Τούρκων, μέσα στην πρώην επικράτεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, αδιαφορώντας για τις δυσμενείς συνέπειες που είχαν για τους Έλληνες κατοίκους αυτοί οι αποικιοκρατικοί πόλεμοί της.
Στο μεταξύ, η Γερουσία της Βενετίας είχε ήδη στείλει στον Μοροζίνι το ψήφισμα της 4ης Δεκεμβρίου 1687, στο οποίο ανεγράφοντο τα ακόλουθα: «Ελάβαμε το σχέδιο της πόλης των Αθηνών και του φρουρίου αυτής το οποίον εκπόνησε ο Κόμης ντε Σαν Φελίτσε και με ευχαρίστηση παρατηρήσαμε τα υπάρχοντα εκεί περίφημα αρχαία μνημεία. Εξουσιοδοτούμε την Υμετέρα Σύνεση, να αφαιρέσει και να αποστείλει εις ημάς ενταύθα εκείνο που θα έκρινε πιο σπουδαίο και πιο καλλιτεχνικό, δυνάμενο να επαυξήσει την αίγλη της Κυριάρχου, το οποίο θα χρησιμεύσει επίσης ως νέο αιώνιο μνημείο της Ημετέρας Διακεκριμένης Αρετής».
Ενώ ο Μοροζίνι ετοιμαζόταν να εγκαταλείψει την πόλη των Αθηνών αβοήθητη στη σκληρή μοίρα της, που την είχε προκαλέσει ο ίδιος, παράλληλα αποφάσισε να αφαιρέσει, όσα αρχαία μπορούσε και να τα μεταφέρει στη Βενετία, όπως είχε πράξει ο Δόγης Ενρίκο Ντάντολο το 1204, όταν οι Σταυροφόροι λεηλάτησαν την Κωνσταντινούπολη εν ονόματι των υποκριτών της δυτικής χριστιανοσύνης. Τότε, ο Ντάντολο είχε μεταφέρει στη Βενετία και τα τέσσερα άλογα από χαλκό, τα οποία κοσμούσαν τον Ιππόδρομο της Κωνσταντινουπόλεως και τα τοποθέτησε στο ναό του Αγίου Μάρκου, όπου βρίσκονται έως και σήμερα.
Ο Μοροζίνι με τη σειρά του επέλεξε τα καλύτερα διατηρημένα αγάλματα του δυτικού αετώματος, τα οποία δεν είχαν καταπέσει από την έκρηξη και προσπάθησε να τα αποσπάσει από τη θέση τους. Ανάμεσα στα αγάλματα αυτά ήταν τα άλογα της θεάς Αθηνάς και ο Ποσειδών. Όμως το αέτωμα κατέπεσε από το ύψος που βρισκόταν και τα αρχαία γλυπτά καταστράφηκαν οριστικά.
Η αναφορά του Μοροζίνι της 19ης Μαρτίου 1688 έχει ως εξής: «Η αιτία της πτώσης των αρχαίων είναι ότι το οικοδόμημα ήταν κατασκευασμένο δίχως κονίαμα και οι διάφοροι λίθοι είναι συναρμολογημένοι ο ένας με τον άλλο με αξιοθαύμαστη τέχνη. Άλλωστε, από την έκρηξη της πυριτιδαποθήκης που βρισκόταν εκεί, το οικοδόμημα υπέστη σοβαρότατο κλονισμό. Η αδυναμία της εγκατάστασης ικριωμάτων, διά της μεταφοράς των υψηλών καταρτιών των πλοίων καθώς και η έλλειψη και άλλων αναγκαίων μηχανημάτων μας αναγκάζει να εγκαταλείψομε κάθε περαιτέρω απόπειρα. Διακόπτεται συνεπώς κάθε προσπάθεια για την αφαίρεση άλλων ανάγλυφων κοσμημάτων. Άλλωστε, λείπουν από το οικοδόμημα τα πλέον αξιοθαύμαστα κομμάτια και όλα τα υποληφθέντα είναι κατώτερα και παρουσιάζουν φθορές που οφείλονται εις την πολυκαιρία».
Τελικά, ο Μοροζίνι αποφασίζει να συγκεντρώσει γλυπτά με παραστάσεις λεόντων ή ολόγλυφους λέοντες, επειδή στη σημαία της Βενετίας απεικονίζεται ο λέων. Ακολούθως, εντοπίζει έναν ολόγλυφο λέοντα στην Ακρόπολη, άλλον έναν στην περιοχή του Θησείου, καθώς και τον γνωστό λέοντα του Πειραιά, από τον οποίο ο Πειραιάς ήταν γνωστός ως Πόρτο Λεόνε. Τα γλυπτά αυτά μεταφέρθηκαν στη Βενετία και σήμερα κοσμούν τον παλαιό ναύσταθμο (Arsenale) της πόλης. Όμως, και οι αξιωματικοί του Μοροζίνι πήραν μαζί τους στις μακρινές πατρίδες τους όσα έργα τέχνης μπορούσαν να μεταφέρουν. Έτσι, διάφορα τμήματα από τα γλυπτά του Παρθενώνος καθώς και άλλα ελληνικά αρχαία βρίσκονται σήμερα διάσπαρτα στα μουσεία των χωρών της Δυτικής Ευρώπης. Ο Παρθενών, προ της καταστροφής του από τους Βενετούς ήταν σχεδόν ακέραιος. Το μνημείο είχε μεν μετατραπεί σε τζαμί, αλλά οι Τούρκοι δεν επέτρεπαν την απόσπαση και του μικρότερου μαρμάρινου λίθου, επειδή το κτίριο είχε και γι’ αυτούς θρησκευτική αξία.
Στα μέσα του Μαρτίου του 1688, οι Αθηναίοι με μεγάλη τους λύπη εγκατέλειψαν την πόλη τους για πολλοστή φορά. Επιβιβάστηκαν στα βενετικά πλοία με οδύνη και θρήνους για να πάρουν το δρόμο της προσφυγιάς. Πολλοί από αυτούς θα καταφύγουν στη γειτονική Σαλαμίνα, άλλοι στην Αίγινα, άλλοι θα σκορπίσουν στην Πελοπόννησο και μερικοί θα εγκατασταθούν στα Επτάνησα. Κάποιοι από τους πρόσφυγες αυτούς θα ξαναγυρίσουν αργότερα στις προγονικές τους εστίες. Το δράμα ολοκληρώνεται στις 10 Απριλίου, με την εκκένωση των Αθηνών. Όπλα και λάφυρα φορτώνονται όλα μαζί στα βενετικά πλοία, τα οποία σαλπάρουν για το τελικό τους ταξίδι.
Από τους πρωταγωνιστές της επιχείρησης, ο Μοροζίνι εκλέγεται στις 3 Απριλίου παμψηφεί Δόγης της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας. Διατηρεί όμως τη θέση του γενικού αρχιστρατήγου των χριστιανικών δυνάμεων στην Ελλάδα. Μετά την τελετή ορκωμοσίας, η οποία έγινε στην Αίγινα, το καλοκαίρι ο Μοροζίνι αποφάσισε να πολιορκήσει τη Χαλκίδα. Όμως, η καλά οχυρωμένη πόλη του Νεγροπόντε αντιστάθηκε, ο δε λοιμός θέρισε τα χριστιανικά στρατεύματα και τον Κένιξμαρκ.
Η λεηλασία των αρχαίων από τον λόρδο Έλγιν
Μετά από σχεδόν 110 χρόνια, το 1799, ο Τόμας Μπρους, έβδομος κόμης του Έλγιν, διορίστηκε πρέσβης της Μεγάλης Βρετανίας στην Υψηλή Πύλη. Στην αρχή, πέραν των υπηρεσιακών υποχρεώσεών του, ο πρέσβης επεδίωξε τη σχεδίαση και την παραγωγή εκμαγείων των γλυπτών του Παρθενώνος, στη συνέχεια δε την αφαίρεση ορισμένων γλυπτών που ευρίσκοντο στο έδαφος αλλά και στον ίδιο το ναό.
Η πρωτοβουλία του κόμη έγινε σε μια πολύ κατάλληλη στιγμή για την πραγμάτωση των σκοπών του, καθώς μετά τη ναυμαχία του Νείλου, με την οποία ο Νέλσων είχε νικήσει τον γαλλικό στόλο του Ναπολέοντα, τον Αύγουστο του 1798, ο σουλτάνος ανήμπορος παρακαλούσε να εξασφαλίσει την εύνοια και προστασία των Βρετανών, για να αποκρούσει την επιθετικότητα των Γάλλων.
Έτσι, ο Έλγιν κατόρθωσε να αποσπάσει ένα φιρμάνι από τους υπουργούς του σουλτάνου, που τον εξουσιοδοτούσαν να παράγει μήτρες και σχέδια των γλυπτών που ευρίσκοντο στη θέση τους στον «ναό των ειδώλων», να εκτελέσει ανασκαφή γύρω από τον ναό για πεσμένα κομμάτια γλυπτών και να αφαιρέσει μερικές πέτρες με επιγραφές ή γλυπτά.
Όμως, θεωρείται απίθανο ότι το σουλτανικό φιρμάνι επέτρεπε στον Έλγιν να καταστρέψει τμήματα του ναού για να αποκτήσει τα γλυπτά του. Ωστόσο έχοντας στο χέρι του αυτό το ασαφές φιρμάνι, ο Έλγιν, εκμεταλλευόμενος την πολιτική κατάσταση, κατόρθωσε να αφαιρέσει και να αποστείλει στην Αγγλία πάνω από 50 πλάκες της ζωφόρου του ναού και 15 μετόπες, τις οποίες θεώρησε αξιόλογες. Υπάρχει όμως αμφιβολία εάν το σουλτανικό φιρμάνι πράγματι εκδόθηκε νομότυπα ή ακόμη εάν πράγματι εκδόθηκε ποτέ τέτοιο έγγραφο, αφού αντίγραφό του δεν σώζεται.
Το μεγαλύτερο ελάττωμα του Σκωτσέζου λόρδου Έλγιν ήταν η φιλαργυρία. Όταν διορίστηκε πρέσβης μετά από δικές του παρασκηνιακές κινήσεις, πίστεψε ότι θα δοξαζόταν ασχολούμενος με τις Καλές Τέχνες. Όταν συνέλαβε την ιδέα της εκπόνησης σχεδίων και εκμαγείων των ερειπίων των Αθηνών, προσπάθησε να αποσπάσει τη συμπαράσταση της βρετανικής κυβέρνησης. Επίσης, ήλθε σε επαφή με τον νεαρό τότε ζωγράφο Τέρνερ, τον οποίο τελικά δεν προσέλαβε, επειδή σύμφωνα με τα λεγόμενά του θα του στοίχιζε 800 λίρες το χρόνο.
Έτσι, έχασε την ευκαιρία να χρησιμοποιήσει ένα μεγάλο ταλέντο για τον σκοπό αυτό. Η επιλογή του Τέρνερ (1775-1853), ο οποίος κληροδότησε όλα του τα έργα στο βρετανικό Δημόσιο, θα είχε ως αποτέλεσμα την εκπόνηση περισσοτέρων σχεδίων του Παρθενώνος, είναι όμως σχεδόν βέβαιο ότι ο Έλγιν, εάν είχε συνεργαστεί μαζί του, δεν θα μπορούσε να αποσπάσει τα μάρμαρα του ναού. Τελικά, ο Έλγιν αποφάσισε να χρησιμοποιήσει για την εκπόνηση των σχεδίων, δύο λιγότερο ικανούς άνδρες: Τον Ουίλιαμ Ρίτσαρντ Χάμιλτον, που έγινε ο προσωπικός του γραμματέας στη βρετανική πρεσβεία στην Κωνσταντινούπολη και τον Τζιοβάνι Μπατίστα Λουζιέρι, ο οποίος ήταν εικονογράφος βιβλίων, ως ζωγράφο της επιχείρησης. Από τους δύο συνεργάτες του, ο μεν Χάμιλτον έγινε αργότερα υφυπουργός Εξωτερικών, ενώ ο Λουζιέρι πέθανε στην Αθήνα και τα σχέδιά του χάθηκαν στη θάλασσα. Οι δύο συνεργάτες του Έλγιν όταν έφθασαν στην Ρώμη, προσέλαβαν έναν Ρώσο ζωγράφο, δύο Ιταλούς αρχιτέκτονες και δύο ειδικούς εκμαγείων, και τον Ιούλιο του 1800 έφθασαν στην Αθήνα, όπου τους υποδέχθηκε ο Βρετανός πρόξενος Σπυρίδων Λογοθέτης.
Η Αθήνα, η οποία εκείνη την εποχή είχε 1.200 σπίτια, διοικείτο από έναν βοεβόδα, ενώ η Ακρόπολη ήταν υπό την δικαιοδοσία του Δισδάρη, ο οποίος εκτελούσε χρέη φρουράρχου. Αυτός συνήθιζε να εισπράττει χρήματα από τους ξένους που επιθυμούσαν να επισκεφτούν την Ακρόπολη. Εκείνη την περίοδο, μέσα στον Παρθενώνα είχε κτιστεί ένα μικρό τζαμί, το Ερέχθειο είχε γίνει πυριτιδαποθήκη και στα Προπύλαια είχαν τοποθετηθεί κανόνια. Επίσης, το Θησείο ήταν εκκλησία και ο Πύργος των Ανέμων ήταν έδρα των Δερβίσηδων.
Την άνοιξη του 1801, ο Λουζιέρι, με μια επιστολή προς τον Έλγιν, ανέφερε ότι όλες οι εργασίες στην Ακρόπολη είχαν γίνει μετά τη δωροδοκία του Δισδάρη και ότι ο καδής και ο βοεβόδας των Αθηνών απειλούσαν τον Δισδάρη, επειδή άφηνε τους ανθρώπους του Έλγιν να εισέρχονται στην Ακρόπολη. Επίσης, έγραφε ότι απαιτείτο ένα νέο φιρμάνι για τη συνέχιση των εργασιών, επειδή το πρώτο που είχε αποσταλεί δεν είχε φθάσει στον προορισμό του.
Μολονότι ο Έλγιν είχε δηλώσει ότι σκοπός του ήταν μόνο η εκπόνηση σχεδίων και εκμαγείων, φαίνεται ότι τον Μάιο του 1801, διαπιστώνοντας ότι οι Τούρκοι ήταν έντρομοι, άλλαξε σκοπό. Αυτό αποδεικνύεται και από μια δήλωσή του στη βρετανική Βουλή: «Από την εποχή της επίσκεψης του Στιούαρτ στην Αθήνα έως τον διορισμό μου στην Τουρκία, έχει γίνει μεγάλη καταστροφή. Ένας παλαιός ναός στον Ιλισσό εξαφανίστηκε. Κάθε επισκέπτης παίρνει ένα κομμάτι από τα αγάλματα που συναντά. Οι Τούρκοι συνεχώς καταστρέφουν τα πρόσωπα των κεφαλών, έχουν δε μετατρέψει αγάλματα σε ασβέστη. Για τον λόγο αυτόν αποφάσισα να αφαιρέσω όσα περισσότερα αγάλματα μπορούσα, ενώ το αρχικό μου σχέδιο δεν προέβλεπε να μεταφέρω τίποτε άλλο παρά μόνο τα εκμαγεία».
Αυτή η δήλωση του Έλγιν δεν είναι τόσο σαφής όσο ο ίδιος νόμιζε. Η απαίτηση του Λουζιέρι για φιρμάνι δεν ήταν για την κατασκευή εκμαγείων αλλά για την περίπτωση που αυτοί θα προέβαιναν «στην αφαίρεση τμημάτων από μάρμαρο με παλιές επιγραφές ή γλυπτά, ώστε να μη συναντήσουν αντίσταση».
Το δεύτερο φιρμάνι, το οποίο εκδόθηκε στις 6 Ιουλίου και επιδόθηκε στον βοεβόδα, διέταζε τους υφισταμένους της Υψηλής Πύλης «να αποφύγουν την ανάμειξη με τις σκαλωσιές του έργου και τα συνεργεία, επίσης να μην εμποδίσουν την αφαίρεση μαρμάρων με επιγραφές και ανάγλυφα». Αυτό αναγράφεται στην ιταλική μετάφραση του φερμανιού, που γράφτηκε εκείνη την περίοδο, επειδή το ίδιο το φιρμάνι δεν έχει διασωθεί.
Εάν παραδεχθούμε ότι οι Οθωμανοί αδιαφορούσαν για τα αρχαία μνημεία και ότι προέβαιναν ακόμη και στην ασβεστοποίηση των μαρμάρων, τότε τίθεται το ερώτημα της ηθικής υπόστασης του οθωμανικού φιρμανιού, το οποίον επιθυμούσαν τόσο πολύ οι άνθρωποι του Έλγιν, προκειμένου να λεηλατήσουν τον Παρθενώνα. Δηλαδή προς τι η άδεια από μια Αρχή, η οποία ούτως ή άλλως κατέστρεφε τα αρχαία;
Από τις ιδιωτικές επιστολές του Έλγιν φαίνονται καθαρά οι απώτεροι σκοποί του, αφού δεν γίνεται σε αυτές μνεία για τις Καλές Τέχνες και για τη διάσωση των αρχαίων μνημείων. Αντίθετα, σε μια από αυτές τις επιστολές, ο Έλγιν ζητά από τους υπαλλήλους του στην Αθήνα να του προμηθεύσουν μαρμάρινους κίονες για το σπίτι του στη Βρετανία.
Ενώ σε μια άλλη επιστολή του προς τον λόρδο Κηθ, αρχηγό του βρετανικού στόλου στη Μεσόγειο, αναφέρει τα παρακάτω: «Έχω ξοδέψει πολλά χρήματα στην Αθήνα, όπου διαθέτω μεγάλη δύναμη και ισχύ. Τώρα εάν εσείς διαθέσετε ένα μεγάλο πολεμικό πλοίο, να συνοδέψει το πλοίο του Κομισάριου, επιτρέψετε επίσης την παραμονή του πλοίου στην Αθήνα για δύο ημέρες, ώστε να μεταφέρει ένα αρχιτεκτονικό σύνολο που είναι στην διάθεσή μου, θα με υποχρεώσετε ιδιαιτέρως και θα προσφέρετε μεγάλη υπηρεσία στις Τέχνες της Αγγλίας. Ο Βοναπάρτης δεν κατόρθωσε να αποκομίσει κάτι ανάλογο από τις ληστείες του στην Ιταλία».
Είναι φανερό ότι ο Έλγιν, με την επιστολή του αυτή, ζητούσε ένα πολεμικό πλοίο από τον Βρετανό ναύαρχο για να τον διευκολύνει να ξεπεράσει τον Βοναπάρτη σε «πλιάτσικο». Αυτή λοιπόν ήταν η μεγάλη αγάπη του λόρδου για τις τέχνες και την αρχαία Ελλάδα!
Μολονότι ο ναύαρχος δεν μπόρεσε να διαθέσει ένα πολεμικό πλοίο για τον Έλγιν, οι συνεργάτες του Έλγιν είχαν ήδη αφαιρέσει την πρώτη μετόπη από τον Παρθενώνα στις 31 Ιουλίου 1801 και συνέχισαν να αφαιρούν και άλλες. Τον Σεπτέμβριο του 1801, ο Λουζιέρι με επιστολή του ζήτησε από τον Έλγιν την προμήθεια μεγάλων πριονιών για την κοπή των μαρμάρινων αρχιτεκτονικών μελών του ναού αλλά και για την αφαίρεση αρχιτεκτονικών μελών του Ερεχθείου.
Ο ίδιος ο Έλγιν επισκέφτηκε την Αθήνα για πρώτη φορά μεταξύ της 1ης Απριλίου και της 15ης Ιουνίου 1802. Ήδη πριν την άφιξή του, το προϊόν της λεηλασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς των Αθηνών και της Ελλάδος, είχε φορτωθεί σε διάφορα πλοία με προορισμό τη Βρετανία. Το πρώτο πλοίο ήταν το «Constanza». Το ιδιόκτητο πλοίο του Έλγιν, «Mentor», τον Ιανουάριο του 1802, κατά τη μεταφορά των αρχαίων, βυθίστηκε στα Κύθηρα. Η ζωφόρος της Απτέρου Νίκης ανασύρθηκε από το βυθό της θάλασσας μέσα σε ένα μήνα, ενώ τα υπόλοιπα τμήματα ανασύρθηκαν χάρη στον μόχθο των ντόπιων ψαράδων. Επίσης, τα πολεμικά πλοία «La Diane» και «Μutine» μετέφεραν διάφορα γλυπτά με προορισμό τη Βρετανία. Κάποια στιγμή, ο Έλγιν σκέφτηκε να μεταφέρει και το γλυπτό με τους λέοντες από την πύλη του τείχους των Μυκηνών. Όμως η επιχείρηση προσέκρουσε σε τεχνικά προβλήματα.
Τον Φεβρουάριο του 1803, το πλοίο «Braakel», το οποίο απέπλευσε από τον Πειραιά, μετέφερε τα κύρια αγάλματα του ανατολικού αετώματος και δύο αγάλματα του δυτικού. Επίσης μετέφερε δύο μετόπες, 17 κιβώτια με τη ζωφόρο του Παρθενώνα, αρχιτεκτονικά μέλη του Ερεχθείου και του Θησείου, τμήμα της ζωφόρου του ναού της Απτέρου Νίκης και άλλα.
Τον Ιανουάριο του 1803, ο Έλγιν εγκατέλειψε την Κωνσταντινούπολη, επειδή είχε λήξει η θητεία του ως πρέσβη. Το Πάσχα του 1803 παρέμεινε στην Ρώμη, ενώ μετά αποφάσισε να επιστρέψει οδικώς στην Αγγλία. Όταν έφθασε στη Γαλλία, ο Βοναπάρτης είχε ήδη κηρύξει τον πόλεμο κατά της Βρετανίας.
Ο Έλγιν συνελήφθη τότε από τις Αρχές. Παρέμεινε στα χέρια των Γάλλων τρία χρόνια και απελύθη από τον Ταλλεϊράνδο το 1806, αφού έδωσε πρώτα τον λόγο της τιμής του ότι δεν θα συμπεριφερόταν εχθρικά προς την πολιτική του Βοναπάρτη. Ωστόσο, η αιχμαλωσία του λόρδου Έλγιν φαίνεται ότι δεν στάθηκε εμπόδιο στον Λουζιέρι για να συνεχίσει την κλοπή των αρχαίων. Κατά τη διάρκεια της θητείας του νέου Βρετανού πρέσβη στην Κωνσταντινούπολη, Σερ Ουίλιαμ Ντράμοντ, μεταφέρθηκε στην Αγγλία μία από τις Καρυάτιδες, καθώς και άλλα αρχιτεκτονικά μέλη του Ερεχθείου αλλά και άλλων μνημείων.
Η τελευταία αποστολή αρχαίων πραγματοποιήθηκε με το πλοίο «Hydra», στις 22 Νοεμβρίου 1811, στο οποίο επέβαιναν ο Λουζιέρι και ο λόρδος Βύρων. Αργότερα, ο Λουζιέρι επέστρεψε στην Αθήνα για να εκπονήσει τα σχέδιά του. Όμως το 1819, ο Έλγιν, προφασιζόμενος την άσχημη οικονομική του κατάσταση και τις ατέλειωτες συμφορές του, δήλωσε με λύπη του στον Λουζιέρι ότι δεν μπορούσε πλέον να τον χρησιμοποιήσει.
Ο Λουζιέρι πέθανε στην Αθήνα την 1η Μαρτίου 1821. Εάν είχε ζήσει λίγες μέρες ακόμη, θα είχε γίνει θεατής της Επανάστασης των Ελλήνων, τους οποίους δεν ήθελε να βλέπει στα μάτια του, έστω και εάν τους είχε καταληστέψει για λογαριασμό του Έλγιν. Όσον αφορά στα περιβόητα σχέδια του Λουζιέρι, που εκπονούσε όλα αυτά τα χρόνια στην Αθήνα, χάθηκαν όταν ναυάγησε το πολεμικό πλοίο «Cambrian» που τα μετέφερε, στις 31 Ιανουαρίου 1828, στα χωρικά ύδατα της Κρήτης.
Πράγματι, οι συμφορές που επικαλείτο ο Έλγιν δεν ήταν και λίγες. Είχε χάσει την υπόληψη και την περιουσία του, τη γυναίκα του, επιπλέον το κάτω τμήμα της μύτης του. Η παραμόρφωση της μύτης του, που οφειλόταν σε μια δερματική πάθηση, έγινε αιτία δισυπόστατων φημών, όπως ότι είχε κολλήσει σύφιλη στην Τουρκία.
Επιπλέον, η αιχμαλωσία του από τους Γάλλους και η απελευθέρωσή του υπό τον όρο ότι δεν θα τους πολεμούσε, κατέστρεψε τη διπλωματική του καριέρα, ενώ η «ζωηρή» σύζυγός του Μαρία, εκμεταλλευόμενη τη μακρόχρονη απουσία του, δεν δίστασε να συνάψει σχέσεις με τον Σκωτσέζο Ρόμπερτ Φέργκιουσον. Αργότερα διεζεύχθη τον Έλγιν.
Η πώληση των αρχαίων
Μετά την απελευθέρωσή του, ο Έλγιν αποφάσισε να εκθέσει τον θησαυρό του σε έναν πρόχειρα διαμορφωμένο χώρο δίπλα στο προσωρινό σπίτι του, στη λεωφόρο Παρκ Λέιν του Λονδίνου. Τότε, η αυθεντικότητα των μαρμάρων αμφισβητήθηκε από τον Ρίτσαρντ Πέιν Νάιτ, o οποίος είπε στον Έλγιν: «Λόρδε μου άδικα κοπίασες.
Τα μάρμαρά σου είναι υπερτιμημένα. Δεν είναι ελληνικά, είναι ρωμαϊκά, της περιόδου του Αδριανού». Αυτή η αβάσιμη γνώμη του Νάιτ για τα γλυπτά του Παρθενώνος που είχαν μεταφερθεί στην Αγγλία, στάθηκε ακόμη ένα εμπόδιο για τον Έλγιν, ο οποίος δεν μπορούσε πλέον να τα πουλήσει, αφού αμφισβητείτο η αυθεντικότητά τους.
Όταν τα σχέδια του Έλγιν για τη μεταφορά των μαρμάρων στο σπίτι του στο Μπρούμχωλ της Σκωτίας ναυάγησαν, άρχισε να σκέπτεται ότι θα μπορούσε να τα κρατήσει στο Παρκ Λέιν. Το 1810, ο Έλγιν συζήτησε με τον Τζόζεφ Πλάντα, που ήταν βιβλιοθηκάριος του Βρετανικού Μουσείου, την πώληση των αρχαίων και τον Μάιο του 1811 προσέφερε τη συλλογή του προς 62.440 στερλίνες. Ωστόσο, ο πρωθυπουργός Σπένσερ Πέρσιβαλ θεώρησε ότι το ποσό των 30.000 στερλινών ήταν αρκετό για την αγορά της συλλογής.
Στις 31 Ιουλίου 1811, ο Έλγιν έγραψε στον πρωθυπουργό: «Έχουν γίνει υπαινιγμοί ότι απέκτησα ένα μέρος των μαρμάρων ως δώρο από την Πύλη και δίχως έξοδα και ότι το επίδομα των 10.000 λιρών που εισέπραξα το 1806, καλύπτει μέρος των δαπανών μου για την απόκτηση της συλλογής μου. Επίσης, ότι κατά τη διάρκεια της θητείας μου ως πρέσβης έλαβα δώρα πέραν των προβλεπομένων σε άλλες αυλές της Ευρώπης.
Περισσότερο δε από τα άτομα που επωμίστηκαν την απελευθέρωση της Αιγύπτου. Δεν είχα κανένα άλλο πλεονέκτημα από την τουρκική κυβέρνηση πέραν από το φιρμάνι, που επίσης δόθηκε και σε άλλους Άγγλους ταξιδιώτες. Οι διάδοχοί μου στην πρεσβεία δεν κατόρθωσαν να πάρουν κάποια διαφορετική άδεια, ώστε να μπορέσουν και εκείνοι να επιτύχουν την απόκτηση έργων που εγώ δεν μπόρεσα να αποσπάσω.
Και ο κύριος Αντέρ, που είχε μεσολαβήσει προς όφελός μου, είχε αντιληφθεί ότι η Πύλη είχε διατυπώσει την άποψη ότι τα άτομα που είχαν πωλήσει σε εμένα τα μάρμαρα, δεν είχαν το δικαίωμα να το πράξουν».
Η τελευταία φράση του Έλγιν, σε μια ενυπόγραφη επιστολή προς τον Βρετανό πρωθυπουργό, αποδεικνύει ότι είχε αποκτήσει τα μάρμαρα από άτομα τα οποία δεν είχαν δικαίωμα να του τα πωλήσουν, δηλαδή τα είχε αποκτήσει παράνομα. Το Βρετανικό Μουσείο καθίστατο κλεπταποδόχος! Η ομολογία του αυτή διαψεύδει και τους ισχυρισμούς των μετέπειτα βρετανικών κυβερνήσεων, οι οποίες ισχυρίστηκαν ότι ο Έλγιν είχε αποκτήσει νόμιμα τα μάρμαρα και επομένως καλώς ευρίσκοντο στο Βρετανικό Μουσείο.
Στη συνέχεια ο Έλγιν, στερούμενος χρημάτων, μετακόμισε στο σπίτι του Δούκα του Ντέβονσαϊρ, το Μπέρλινγκτον Χάουζ, εκεί δε μετέφερε και την συλλογή του.
Ωστόσο, η δολοφονία του Βρετανού πρωθυπουργού ματαίωσε τις διαπραγματεύσεις που είχαν αρχίσει για την πώληση των αρχαίων. Όταν και το Μπέρλινγκτον Χάουζ πωλήθηκε, o Έλγιν άρχισε να ερευνά για ένα νέο καταφύγιο. Στο μεταξύ, πολλοί επέμεναν ότι οι πρωτοβουλίες του λόρδου Έλγιν στην Ελλάδα δεν είχαν καμία σχέση με τις συνήθεις ασχολίες ενός Βρετανού πρέσβη και ότι αυτός είχε εκμεταλλευτεί μια σπάνια συγκυρία για λογαριασμό του.
Όμως, κανένας δεν σκέφτηκε πριν τον λόρδο Βύρωνα, ότι ο Έλγιν με την οικειοποίηση των αρχαίων δεν είχε ζημιώσει τους Οθωμανούς αλλά τους Έλληνες, οι οποίοι, λίγο πριν την Επανάσταση του 1821, απώλεσαν ένα σημαντικό τμήμα της πολιτιστικής κληρονομιάς τους.
Όταν το 1821, οι Έλληνες που πολιορκούσαν την Ακρόπολη πληροφορήθηκαν ότι οι Τούρκοι σκόπευαν να αφαιρέσουν τα μολυβένια άγκιστρα από τα αρχαία μνημεία για να τα κάμουν σφαίρες, απέστειλαν στους Τούρκους μια ποσότητα από σφαίρες για να μην καταστραφούν τα κτίρια της Ακροπόλεως. Αλλά και ο Μακρυγιάννης, όταν διαπίστωσε ότι μερικοί στρατιώτες προσπαθούσαν να πωλήσουν αρχαία αγάλματα στους ξένους, τους είπε: «Δεν πρέπει να δίνετε αυτά σε ξένους, ούτε για δέκα χιλιάδες τάλιρα. Δεν πρέπει να τα αφήνετε να φύγουν από την χώρα. Για αυτά πολεμήσαμε».
Φαίνεται λοιπόν ότι, ενώ όλοι οι Έλληνες γνώριζαν τη σημασία που είχαν τα αρχαία για αυτούς, πολλοί Βρετανοί το αγνοούσαν. Ωστόσο, ο Τζωρτζ Νόελ Γκόρντον λόρδος Βύρων, ο οποίος γνώριζε την Ελλάδα, είχε διαπιστώσει ότι ο ελληνικός λαός ήταν γνώστης του ένδοξου παρελθόντος της πατρίδας του και είχε εκδηλώσει την αγανάκτησή του. Στο έργο του «Child Harold» και στο μεταγενέστερο «The curse of Minerva», είχε εκφράσει και γραπτώς την προσωπική του αγανάκτηση κατά του Έλγιν. Ο Βύρων εννοούσε αυτά που έγραφε. Εμείς θα τον θυμόμαστε ως έναν από τους λίγους Άγγλους που σκέφτηκε ότι και οι Έλληνες είχαν λόγο για τα θέματα που τους αφορούσαν και όχι μόνο οι Άγγλοι ή οι Οθωμανοί!
Φαίνεται ότι το πάθος του λόρδου Βύρωνα επηρέασε κάποιους όπως τον Χιου Χάμερσλι, ο οποίος στις 7 Ιουνίου 1816, κατά τη διάρκεια των εργασιών της Βουλής, υπαινίχθηκε την επιστροφή των μαρμάρων στην Ελλάδα. Κατά την αγόρευσή του πρόσθεσε: «Η Επιτροπή έχοντας λάβει υπ’ όψιν τον τρόπο, με τον οποίο ο κόμης Έλγιν έθεσε υπό την κατοχή του ορισμένα γλυπτά από την Αθήνα, τονίζει ότι αυτός ο πρέσβης αγνόησε την υψηλή θέση που κατείχε ως εκπρόσωπος του Ηγεμόνα του, και η θέση αυτή θα έπρεπε να τον είχε αποτρέψει από την κατοχή των πολυτίμων αντικειμένων, που ανήκαν στην κυβέρνηση στην οποία είχε διαπιστευτεί».
Στη συνέχεια δε τόνιζε ότι ο λόρδος είχε προβεί στην πράξη του αυτή για να ωφελήσει τη χώρα του, θέτοντας υπό την κατοχή του μερικά από τα πλέον πολύτιμα δείγματα αρχαίας γλυπτικής. Επίσης, πρότεινε τη διάθεση του ποσού των 25.000 στερλινών για την αγορά τους.
Κατά τη διάρκεια της συζήτησης, ο Τζων Ουίλσον Κρούκερ, τόνισε με σαρκασμό: «Πολλά ζητάμε όταν το ενδιαφέρον μας στρέφεται γύρω από τα αισθήματά μας σχετικά με τον μελλοντικό κατακτητή αυτών των κλασσικών περιοχών, και για τα δικαιώματά του επάνω σε θησαυρούς, οι οποίοι αποκτήθηκαν με εγκληματικό τρόπο…». Προσέθεσε δε ότι η σκέψη της επιστροφής αυτών των αρχαίων έργων στους Τούρκους ήταν αστεία και σκέτη χίμαιρα. Όπως πολλοί από τους συγχρόνους του, ο Κρούκερ δεν μπορούσε καν να διανοηθεί ότι η Αθήνα σύντομα θα κυβερνιόταν από τους Έλληνες και ότι αυτοί ήταν που διέθεταν τίτλους ιδιοκτησίας για τις δικές τους αρχαιότητες.
Κατά την ψηφοφορία που έγινε στη Βουλή για τα μάρμαρα του Έλγιν, 82 αντιπρόσωποι ψήφισαν υπέρ της αγοράς των αρχαίων και 30 κατά. Έτσι, τα μάρμαρα του Παρθενώνος αγοράστηκαν από τη βρετανική κυβέρνηση για 30.000 στερλίνες και παραδόθηκαν στο Βρετανικό Μουσείο.
Στις 23 Ιανουαρίου 1941, ενώ η Ελλάδα και η Βρετανία ήταν οι μόνες δημοκρατίες της Ευρώπης που αντιστέκονταν ακόμη στη νέα τάξη πραγμάτων του Χίτλερ, η βουλευτής Θέλμα Καζαλέ υπέβαλε ερώτηση στον πρωθυπουργό Ουίνστον Τσώρτσιλ εάν σκόπευε να εισαγάγει νόμο, με τον οποίο τα μάρμαρα του Παρθενώνα θα επιστρέφονταν στην Ελλάδα μετά τη λήξη των εχθροπραξιών.
Ο Κλέμεντ Άτλι, γραμματέας του Τσώρτσιλ, απαντώντας για λογαριασμό του, έσπευσε να τονίσει ότι η κυβέρνηση της Αυτού Μεγαλειότητος δεν ήταν διατεθειμένη για κάτι τέτοιο. Η σχετική άρνηση των βρετανικών κυβερνήσεων, παρά τις πιέσεις της Ελλάδας και της διεθνούς κοινής γνώμης, συνεχίζεται μέχρι σήμερα…
Συναισθηματικό hangover

Έχετε ποτέ νιώσει συναισθηματικά εξαντλημένος, διανοητικά κενός ή ασυνήθιστα ευερέθιστος μετά από ένα ιδιαίτερα έντονο γεγονός ή συζήτηση; Αυτή η εμπειρία είναι γνωστή ως συναισθηματικό hangover και σε αντίθεση με το σωματικό hangover από το αλκοόλ, το συναισθηματικό hangover προκαλείται από έντονες συναισθηματικές εμπειρίες που μας αφήνουν να αισθανόμαστε πνευματικά και συναισθηματικά κουρασμένοι.
«Οι αντιδράσεις μας στον εξωτερικό κόσμο καθοδηγούνται από τον εσωτερικό μας κόσμο, και ο εσωτερικός μας κόσμος επηρεάζεται από το τι συνέβη χθες», εξηγεί πιο απλά η Lila Davachi, PhD, καθηγήτρια ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια, στο Vox. Αν και διαφορετικοί άνθρωποι έχουν διαφορετικές ερμηνείες για το τι εστί συναισθηματικό hangover, το δεδομένο είναι ότι αυτό προκύπτει μετά από την αλληλεπίδρασή μας με κάτι που σκόπιμα ή όχι, απομυζά τη νοητική και συναισθηματική μας ενέργεια.
Τι προκαλεί συναισθηματικό hangover;
Ο συναισθηματικός αυτός “πονοκέφαλος” εμφανίζεται όταν ο εγκέφαλος παραμένει σε κατάσταση αυξημένης εγρήγορσης ή στρες ακόμη και μετά την παρέλευση του γεγονότος που τον προκάλεσε. Αυτή η αυξημένη κατάσταση οφείλεται στις παρατεταμένες επιδράσεις συναισθημάτων όπως το στρες, το άγχος, ο θυμός ή ακόμη και η μεγάλη χαρά. Πιο συγκεκριμένα, όταν περνάμε μια έντονη συναισθηματική εμπειρία – μια έντονη διαφωνία, μια αγχωτική παρουσίαση στην εργασία, έναν χωρισμό ή ακόμη και έναν γάμο – ο εγκέφαλος επεξεργάζεται μια έξαρση νευροχημικών ουσιών, όπως η αδρεναλίνη και η κορτιζόλη. Αυτές οι χημικές ουσίες μπορεί να προκαλέσουν σωματική και συναισθηματική κόπωση, αφήνοντάς μας να νιώθουμε «hangover» πολύ μετά το τέλος του γεγονότος.
Τα συμπτώματα ενός συναισθηματικού hangover μπορεί να περιλαμβάνουν:
- Κόπωση ή εξάντληση: Αίσθημα αποστράγγισης της ενέργειας.
- Δυσκολία συγκέντρωσης: Νοητική “ομίχλη”, μειωμένη διαύγεια ή πιο αργή σκέψη.
- Μεταβολές της διάθεσης: Ευερεθιστότητα, άγχος ή θλίψη.
- Σωματικά συμπτώματα: Πονοκέφαλοι, μυϊκή ένταση ή πεπτικά προβλήματα.
- Έλλειψη κινήτρων: Επιθυμία απομόνωσης ή απόσυρσης από τις δραστηριότητες.
Ενώ αυτά τα συμπτώματα μπορεί να διαφέρουν σε ένταση και διάρκεια, συχνά παρεμβαίνουν στην ικανότητά μας να λειτουργούμε βέλτιστα στην καθημερινή ζωή. Για αυτό τον λόγο είναι πολύ σημαντικό να εντοπίσουμε τις έντονες συναισθηματικές εμπειρίες που εξουδετερώνουν την ικανότητα του εγκεφάλου μας να ρυθμίζει τα συναισθήματα. Ορισμένες κοινές αιτίες λοιπόν περιλαμβάνουν συναισθηματικές αντιπαραθέσεις, που μπορεί να μας κάνουν να νιώσουμε εξαντλημένοι, καθώς ο εγκέφαλός μας προσπαθεί να επεξεργαστεί τα σύνθετα συναισθήματα και να διαχειριστεί το στρες.
Οι μεγάλες αλλαγές στη ζωή μας είναι επίσης πιθανό αίτιο, καθώς γεγονότα όπως η μετακόμιση σε μια νέα πόλη, η έναρξη μιας νέας εργασίας ή ένας χωρισμός μπορεί να είναι συναισθηματικά επιβαρυντικά. Ακόμη όμως και θετικά γεγονότα όπως πάρτι, γάμοι ή οικογενειακές συγκεντρώσεις μπορούν να οδηγήσουν σε συναισθηματική εξάντληση, ειδικά για εσωστρεφείς ή ιδιαίτερα ευαίσθητα άτομα. Το ίδιο ισχύει και για ανθρώπους που εργάζονται πολλές ώρες, με πολύ στενές προθεσμίες και υψηλές προσδοκίες στο επαγγελματικό τους περιβάλλον.
Το “κουτί πρώτων βοηθειών”
Ενώ το συναισθηματικό hangover μπορεί να είναι πρόκληση, υπάρχουν διάφορες στρατηγικές για τη διαχείρισή του ή ακόμα και για την πρόληψή του. Ακολουθούν ορισμένοι αποτελεσματικοί τρόποι που θα σας βοηθήσουν να αποφύγετε ένα συναισθηματικό hangover:
Θέστε υγιή όρια
Μάθετε να αναγνωρίζετε τα όριά σας και να θέτετε όρια για να προστατεύετε τη συναισθηματική σας ενέργεια. Για παράδειγμα, περιορίστε το χρόνο που αφιερώνετε σε συναισθηματικά επιβαρυντικές συζητήσεις ή δραστηριότητες και μάθετε να λέτε όχι όταν χρειάζεται.
Εξασκηθείτε στη βαθιά αναπνοή
Η βαθιά αναπνοή μπορεί να βοηθήσει στη ρύθμιση των συναισθημάτων και στη μείωση της αντίδρασης του σώματος στο στρες. Ακόμη και λίγα λεπτά βαθιάς αναπνοής μπορούν να βοηθήσουν στην ηρεμία του νευρικού σας συστήματος και στην αποφυγή συναισθηματικής υπερφόρτωσης.
Παραμείνετε σωματικά δραστήριοι
Η σωματική άσκηση είναι ένας εξαιρετικός τρόπος για να απελευθερώσετε το συσσωρευμένο άγχος και την ένταση. Βοηθά στην αύξηση των επιπέδων ενδορφινών, οι οποίες μπορούν να βελτιώσουν τη διάθεση και να μειώσουν το άγχος. Ένας σύντομος περίπατος, μια συνεδρία γυμναστικής ή ακόμη και μερικές ελαφρές διατάσεις μπορούν να βοηθήσουν στην ανακούφιση των συμπτωμάτων ενός συναισθηματικού hangover.
Δώστε προτεραιότητα στην ξεκούραση και τον ύπνο
Ο επαρκής ύπνος είναι ζωτικής σημασίας για τη συναισθηματική ρύθμιση και τη διανοητική διαύγεια. Βεβαιωθείτε ότι κοιμάστε 7-9 ώρες ποιοτικού ύπνου τη νύχτα για να βοηθήσετε τον εγκέφαλό σας να επεξεργαστεί και να ανακάμψει από τις συναισθηματικές εμπειρίες.
Περιορίστε την έκθεση σε αγχωτικό περιεχόμενο
Αποφύγετε την υπερβολική κατανάλωση αρνητικών ειδήσεων, μέσων κοινωνικής δικτύωσης ή συναισθηματικά εξαντλητικών εκπομπών και ταινιών. Δώστε στον εαυτό σας χρόνο να επεξεργαστεί και να ανακάμψει από οποιοδήποτε αγχωτικό περιεχόμενο.
Μείνετε ενυδατωμένοι
Η σωστή ενυδάτωση και διατροφή παίζουν ρόλο στη διατήρηση της συναισθηματικής ισορροπίας. Η αφυδάτωση και η κακή διατροφή μπορούν να επιδεινώσουν τα αισθήματα κόπωσης και ευερεθιστότητας, γι’ αυτό φροντίστε να τρώτε ισορροπημένα γεύματα και να πίνετε αρκετό νερό.
Μιλήστε γι’ αυτό
Το να μοιραστείτε τα συναισθήματά σας με έναν έμπιστο φίλο, μέλος της οικογένειας ή θεραπευτή μπορεί να σας βοηθήσει να επεξεργαστείτε τα έντονα συναισθήματα πιο αποτελεσματικά. Η έκφραση των σκέψεων και των συναισθημάτων σας μπορεί να σας ανακουφίσει και να σας βοηθήσει να αποκτήσετε προοπτική.
Τελικά, οι συναισθηματικοί πονοκέφαλοι είναι μια ακόμη ένδειξη ότι το σώμα και το μυαλό μας συνδέονται. H Kristen Guest, διπλωματούχος κοινωνική λειτουργός εξηγεί στο Vox ότι το σώμα μας σίγουρα θα το νιώσει αν το μυαλό μας είναι εξουθενωμένο ή υπερδιεγερμένο. Τι σημαίνει αυτό; Ότι, δεν πειράζει να παίρνουμε χρόνο για να επαναφορτίζουμε και να φροντίζουμε, όχι μόνο το σώμα μας, αλλά και την συναισθηματική μας υγεία, η οποία είναι το ίδιο σημαντική και επιρρεπής σε αρνητικά γεγονότα, όσο και η σωματική.
Οι μεγάλες αλλαγές στη ζωή μας είναι επίσης πιθανό αίτιο, καθώς γεγονότα όπως η μετακόμιση σε μια νέα πόλη, η έναρξη μιας νέας εργασίας ή ένας χωρισμός μπορεί να είναι συναισθηματικά επιβαρυντικά. Ακόμη όμως και θετικά γεγονότα όπως πάρτι, γάμοι ή οικογενειακές συγκεντρώσεις μπορούν να οδηγήσουν σε συναισθηματική εξάντληση, ειδικά για εσωστρεφείς ή ιδιαίτερα ευαίσθητα άτομα. Το ίδιο ισχύει και για ανθρώπους που εργάζονται πολλές ώρες, με πολύ στενές προθεσμίες και υψηλές προσδοκίες στο επαγγελματικό τους περιβάλλον.
Το “κουτί πρώτων βοηθειών”
Ενώ το συναισθηματικό hangover μπορεί να είναι πρόκληση, υπάρχουν διάφορες στρατηγικές για τη διαχείρισή του ή ακόμα και για την πρόληψή του. Ακολουθούν ορισμένοι αποτελεσματικοί τρόποι που θα σας βοηθήσουν να αποφύγετε ένα συναισθηματικό hangover:
Θέστε υγιή όρια
Μάθετε να αναγνωρίζετε τα όριά σας και να θέτετε όρια για να προστατεύετε τη συναισθηματική σας ενέργεια. Για παράδειγμα, περιορίστε το χρόνο που αφιερώνετε σε συναισθηματικά επιβαρυντικές συζητήσεις ή δραστηριότητες και μάθετε να λέτε όχι όταν χρειάζεται.
Εξασκηθείτε στη βαθιά αναπνοή
Η βαθιά αναπνοή μπορεί να βοηθήσει στη ρύθμιση των συναισθημάτων και στη μείωση της αντίδρασης του σώματος στο στρες. Ακόμη και λίγα λεπτά βαθιάς αναπνοής μπορούν να βοηθήσουν στην ηρεμία του νευρικού σας συστήματος και στην αποφυγή συναισθηματικής υπερφόρτωσης.
Παραμείνετε σωματικά δραστήριοι
Η σωματική άσκηση είναι ένας εξαιρετικός τρόπος για να απελευθερώσετε το συσσωρευμένο άγχος και την ένταση. Βοηθά στην αύξηση των επιπέδων ενδορφινών, οι οποίες μπορούν να βελτιώσουν τη διάθεση και να μειώσουν το άγχος. Ένας σύντομος περίπατος, μια συνεδρία γυμναστικής ή ακόμη και μερικές ελαφρές διατάσεις μπορούν να βοηθήσουν στην ανακούφιση των συμπτωμάτων ενός συναισθηματικού hangover.
Δώστε προτεραιότητα στην ξεκούραση και τον ύπνο
Ο επαρκής ύπνος είναι ζωτικής σημασίας για τη συναισθηματική ρύθμιση και τη διανοητική διαύγεια. Βεβαιωθείτε ότι κοιμάστε 7-9 ώρες ποιοτικού ύπνου τη νύχτα για να βοηθήσετε τον εγκέφαλό σας να επεξεργαστεί και να ανακάμψει από τις συναισθηματικές εμπειρίες.
Περιορίστε την έκθεση σε αγχωτικό περιεχόμενο
Αποφύγετε την υπερβολική κατανάλωση αρνητικών ειδήσεων, μέσων κοινωνικής δικτύωσης ή συναισθηματικά εξαντλητικών εκπομπών και ταινιών. Δώστε στον εαυτό σας χρόνο να επεξεργαστεί και να ανακάμψει από οποιοδήποτε αγχωτικό περιεχόμενο.
Μείνετε ενυδατωμένοι
Η σωστή ενυδάτωση και διατροφή παίζουν ρόλο στη διατήρηση της συναισθηματικής ισορροπίας. Η αφυδάτωση και η κακή διατροφή μπορούν να επιδεινώσουν τα αισθήματα κόπωσης και ευερεθιστότητας, γι’ αυτό φροντίστε να τρώτε ισορροπημένα γεύματα και να πίνετε αρκετό νερό.
Μιλήστε γι’ αυτό
Το να μοιραστείτε τα συναισθήματά σας με έναν έμπιστο φίλο, μέλος της οικογένειας ή θεραπευτή μπορεί να σας βοηθήσει να επεξεργαστείτε τα έντονα συναισθήματα πιο αποτελεσματικά. Η έκφραση των σκέψεων και των συναισθημάτων σας μπορεί να σας ανακουφίσει και να σας βοηθήσει να αποκτήσετε προοπτική.
Τελικά, οι συναισθηματικοί πονοκέφαλοι είναι μια ακόμη ένδειξη ότι το σώμα και το μυαλό μας συνδέονται. H Kristen Guest, διπλωματούχος κοινωνική λειτουργός εξηγεί στο Vox ότι το σώμα μας σίγουρα θα το νιώσει αν το μυαλό μας είναι εξουθενωμένο ή υπερδιεγερμένο. Τι σημαίνει αυτό; Ότι, δεν πειράζει να παίρνουμε χρόνο για να επαναφορτίζουμε και να φροντίζουμε, όχι μόνο το σώμα μας, αλλά και την συναισθηματική μας υγεία, η οποία είναι το ίδιο σημαντική και επιρρεπής σε αρνητικά γεγονότα, όσο και η σωματική.
Δημόκριτος: Περί ευθυμίας
«[Για τον Δημόκριτο] σκοπός της ζωής είναι η ψυχική γαλήνη (τέλος δ᾽ εἶναι τὴν εὐθυμίαν), η οποία δεν ταυτίζεται με την ηδονή, όπως πιστεύουν κάποιοι που παρανόησαν τα διδάγματά του, αλλά η κατάσταση κατά την οποία η ψυχή ζει με γαλήνη και σταθερότητα, χωρίς να ταράζεται από κανέναν φόβο ή δεισιδαιμονία ή από κάποιο άλλο πάθος» -Διογένης Λαέρτιος, Βίοι φιλοσόφων 9.7.45Ο Δημόκριτος αποτελεί μία ιδιάζουσα περίπτωση στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία. Εμφανίζεται στο προσκήνιο χάρη στην ατομική του θεωρία, μία εξαιρετική σύλληψη της δομής του κόσμου από «άτομα και κενό». Αλλά, αυτή δεν είναι η μοναδική του συμβολή στη φιλοσοφία. Πέρα από την έρευνα της φύσης, ο Δημόκριτος ασχολήθηκε με την Ηθική, ξεκινώντας πρώτος τη συζήτηση για τον σκοπό της ζωής. Υπήρξε πολυγραφότατος, αν και τα βιβλία που δημοσίευσε, ακολουθώντας την «τύχη» των περισσότερων έργων της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, έχουν χαθεί. Εντούτοις, η θεωρία του αναμφίβολα ήταν γνωστή και παρέμεινε δημοφιλής, όπως δείχνουν οι πηγές, κατά τα ελληνιστικά χρόνια, ενώ φαίνεται ότι άσκησε την επιρροή της σε όλες τις θεωρίες βίου που ακολούθησαν (Κυνισμός, Στωικισμός, Επικουρισμός). Ο Αβδηρίτης φιλόσοφος δε θα προβεί σε γενικόλογες παρατηρήσεις, αλλά θα διαμορφώσει έναν συμβουλευτικό λόγο που βρίθει πρακτικών συμβουλών. Φαίνεται ότι το βιβλίο του «Περί ευθυμίας» ξεκινούσε ως εξής:
«O άνθρωπος που έχει σκοπό την ευθυμία (τὸν εὐθυμεῖσθαι μέλλοντα) δεν πρέπει να κάνει πολλά ούτε να κάνει πράγματα που θα ξεπερνούν τις δυνατότητές του και τη φύση του. ώστε ακόμη κι αν η τύχη βρεθεί μπροστά του και τον οδηγήσει να θέλει περισσότερα, αυτός τα βάζει στην άκρη και δεν αναλαμβάνει περισσότερα από τις δυνατότητές του» (Δημόκριτος, απ. 3)
Η ευθυμία, ο σκοπός της ζωής, είναι η άμυνα του οργανισμού απέναντι στις αντιξοότητες της τύχης, η στάση ζωής που θα επιλέξει. Ο φιλόσοφος ζει μακριά από το Μαντείο των Δελφών και θα ανακαλύψει τη δύναμη του «γνώθι σαυτόν» -την αφετηρία του Σωκράτη- μόνος του, όπως και ο Ηράκλειτος ο Εφέσιος. Η γνώση του εαυτού είναι εκείνη που θα οδηγήσει στην ευτυχία. Αλλά πώς; Ο Δημόκριτος θα μας μιλήσει για τη γνώση των δυνατοτήτων που θα πρέπει να έχει κάθε άνθρωπος, προκειμένου να μην τις ξεπεράσει. Ποιος θα το αμφισβητήσει αυτό; Αργότερα ο ξενοφώντειος Σωκράτης θα εξηγήσει στον Ευθύδημο ότι το να γνωρίζεις τον εαυτό σου σημαίνει να γνωρίζεις τις δυνάμεις σου και τα όριά σου, αποφεύγοντας τα λάθη και προφυλάσσοντας τον εαυτό σου από δεινά, στα οποία ενδίδουν όσοι πλανώνται από τις δυνάμεις τους.
Ο Δημόκριτος παροτρύνει τον άνθρωπο να ορθώσει το παράστημά του και να πάρει τη ζωή στα χέρια του. Αυτό σημαίνει να μην παρασύρεται από τις επιθυμίες του, αλλά να βασιστεί στις δυνάμεις του στη λογική του που υποδεικνύει να μην ξεπεράσει το μέτρο. Προς το παρόν, αναγνωρίζουμε την αρχαιοελληνική αντίληψη για την τήρηση μέτρου, αλλά ο Δημόκριτος θα είναι πιο αναλυτικός. Περισσότερες πληροφορίες θα αντλήσουμε τον 5ο αιώνα μ.Χ. από τον Ιωάννη Στοβαίο (ο οποίος στην Ανθολογία του συγκέντρωσε περιλήψεις 300 περίπου συγγραμμάτων ποιητών και φιλοσόφων). Ο συγγραφέας θα μας μεταφέρει, σε μορφή αποφθεγμάτων, τις δημοκρίτειες απόψεις. Ο Δημόκριτος δεν θα αναρωτηθεί για το «διδακτόν της αρετής» όπως ο Σωκράτης αργότερα. Η αρετή, η παιδεία, η ηθική διδάσκεται:
«Η μάθηση τελειοποιεί τα καλά πράγματα με κόπους, ενώ τα άσχημα αποκτούνται χωρίς κόπους από μόνα τους». -Στοβαίος ΙΙ, 31, 66
Επομένως, ο άνθρωπος θα πρέπει να «μάθει» πώς να ζει. Αν αφήσει τον εαυτό του απαίδευτο, θα υποφέρει από δικό του λάθος. Ο Δημόκριτος αρνείται την αποποίηση ευθύνης που εδράζει στην απραξία. Η παιδεία κατέχει τον διττό ρόλο, από τη μια, να αναγνωρίζει και να εκτιμά την καλή ζωή και, από την άλλη, να θωρακίζει το άτομο απέναντι στις δυστυχίες:
«Η παιδεία είναι στολίδι για τους ευτυχισμένους, ενώ για τους δυστυχισμένους καταφύγιο από τις συμφορές» (Στοβαίος ΙΙ, 31, 58), καθώς «είναι σπουδαίο όταν κάποιος βρίσκεται σε συμφορά να σκέφτεται αυτά που πρέπει» (απ. 42).
Τι θα πρέπει να γνωρίζει εκείνος που θέλει να «ευθυμήσει», ώστε να ζήσει γαλήνια; Ο Στοβαίος στο τρίτο βιβλίο των Εκλογών του, παραθέτει αφειδώς το μακροσκελέστερο απόσπασμα για τη δημοκρίτεια ευθυμία. Η έλλειψη και η υπερβολή θα παίξουν καθοριστικό ρόλο.
Στο απόσπασμα 191 -το μακροσκελέστερο δημοκρίτειο απόσπασμα που μας παραδίδει ο Ιωάννης Στοβαίος δέκα αιώνες αργότερα- γίνεται αμέσως εμφανής η πρακτική πλευρά της φιλοσοφίας του Δημόκριτου. Το απόσπασμα δείχνει να αποτελεί συνέχεια του αποσπάσματος 3, καθώς εξηγεί γιατί κάποιος πρέπει να κατανοεί τις δυνατότητές του και να παραμένει σ’ αυτές:
«Διότι η ευθυμία (εὐθυμίη) στους ανθρώπους δημιουργείται με τη μετριοπάθεια της χαράς (μετριότητι τέρψιος) και τη σύμμετρη ζωή (συμμετρίῃ). Τα πράγματα που βρίσκονται σε έλλειψη ή σε υπερβολή τείνουν να παρουσιάζουν διακυμάνσεις και προκαλούν μεγάλες κινήσεις στην ψυχή. Οι ψυχές που μεταβάλλονται από μεγάλα διαστήματα δεν είναι ούτε σταθερές (εὐσταθέες) ούτε χαρούμενες (εὔθυμοι). Επομένως, πρέπει κανείς να κατανοεί τι βρίσκεται μέσα στις δυνατότητές του και να αρκείται σ’ αυτό δίνοντας ελάχιστη προσοχή σε πράγματα που ζηλεύει και θαυμάζει, και χωρίς να μένει σε αυτά στο μυαλό του. Αλλά θα πρέπει να παρατηρεί τις ζωές εκείνων που έχουν υποστεί ταλαιπωρίες και να συλλογίζεται πόσο μεγάλες δυστυχίες υποφέρουν. Έτσι, αυτά που έχει ήδη θα του φαίνονται μεγάλα και αξιοζήλευτα και δεν θα επιθυμεί στο μέλλον περισσότερα ώστε να υποφέρει η ψυχή του» (Δημόκριτος, απ. 191)
Ο Δημόκριτος εξηγεί πώς θα κατακτήσει κάποιος τον δικό του σκοπό της ζωής, την ευθυμία, την ψυχική δηλαδή γαλήνη που δημιουργείται κατ’ αρχάς από το μέτρο στις επιθυμίες. Ως εκ τούτου, (1) εκείνος που θέλει να κατακτήσει μία ευτυχισμένη ζωή σίγουρα δεν θα περιμένει τα δώρα της τύχης. αλλά (2) θα πρέπει να τα αποφύγει, όσο γενναιόδωρα κι αν είναι, όταν ξεπερνούν τις δυνατότητές του. (3) Αν αισθανθεί έλλειψη -που γεννάει την επιθυμία για περισσότερα- θα πρέπει να κοιτάξει τις ζωές των άλλων που έχουν λιγότερα από τον ίδιο. Η κακή ζωή (κακῶς ζῆν) παρομοιάζεται με έναν θάνατο που διαρκεί πολύ (απ. 160). Μόνο οι ανόητοι άνθρωποι ζουν χωρίς να χαίρονται τη ζωή (απ. 200). Η χαρά όμως προέρχεται από το μέτρο. Το δημοφιλές απόσπασμα 190 κλείνει, συνοψίζοντας μια «εύθυμη» ζωή, που είναι απαλλαγμένη από πάθη.
«Έχοντας αυτό το αξίωμα (γνώμη) κατά νου θα περάσει τη ζωή του με περισσότερη ευθυμία και θα απομακρύνει τις ανησυχίες της ζωής όπως τον φθόνο, τη ζήλια και την κακή διάθεση (δυσμενίην)» (Δημόκριτος, απ. 191)
Ο Δημόκριτος θα στρέψει το βλέμμα του στους ανθρώπους της εποχής του. Όλοι αναζητούν τον πλούτο και αποφεύγουν τη φτώχεια. Ο φιλόσοφος θα προσδώσει νέα ερμηνεία στην έννοια του πλούτου, καθώς δεν μετριέται με βάση όσα γνωρίζαμε (τον χρυσό, τα σπίτια κτλ.) αλλά αξιολογείται με βάση την έλλειψη και την υπερβολή που βιώνουμε από λανθασμένες εκτιμήσεις, επειδή, δηλαδή, οι συνεχώς αυξανόμενες επιθυμίες μας γεννούν ανάγκες:
Η φτώχεια και ο πλούτος είναι ονόματα που σημαίνουν έλλειψη (ἐνδείης) και πλησμονή (κόρου). Δεν είναι πλούσιος αυτός που έχει ανάγκες ούτε φτωχός αυτός που δεν έχει» (Δημόκριτος, απ. 283)
Η ρίζα του κακού δεν είναι η φτώχεια. Σκοπός της ζωής δεν είναι ο πλούτος, καθώς δεν πρόκειται να προσφέρει μια καλή ζωή από μόνος του. Στο παραπάνω απόσπασμα, η φτώχεια αποβαίνει μια τελείως σχετική έννοια, συνυφασμένη με τις επιθυμίες. Ο Δημόκριτος απευθύνεται σε β΄ πρόσωπο για να συμβουλεύσει:
«Αν δεν επιθυμείς πολλά, τα λίγα θα σου φανούν πολλά· η μικρή επιθυμία κάνει τη φτώχεια ισοδύναμη με τον πλούτο» (Δημόκριτος, απ. 284)
Η υλική φτώχεια ή ο υλικός πλούτος εξαρτώνται από τις επιθυμίες του ανθρώπου. Όσο οι επιθυμίες δεν έχουν όρια τόσο θα πληθαίνουν, θα ανανεώνονται, χωρίς να βρίσκουν αντικείμενο ικανοποίησης. Στο τέλος οι επιθυμίες μετατρέπονται σε ανάγκες, κάνοντας τον άνθρωπο δέσμιό τους:
«Η επιθυμία για χρήματα, αν δεν ορίζεται από τον κορεσμό, είναι πολύ σκληρότερη από την έσχατη φτώχεια· γιατί οι μεγαλύτερες επιθυμίες γεννούν μεγαλύτερες ανάγκες» (Δημόκριτος, απ. 219)
Αν επιθυμούμε συνεχώς περισσότερα, δεν θα ευτυχήσουμε ποτέ. Η ακόρεστη επιθυμία για όλο και περισσότερα αγαθά, αποπροσανατολίζει τον άνθρωπο, οδηγώντας τον σε αναζήτηση μιας ανέφικτης πληρότητας που δεν θα βιώσει ποτέ. Αλλά, η ζωή είναι μικρή.
«Πρέπει να γνωρίζουμε ότι η ανθρώπινη ζωή είναι αδύναμη και ολιγόχρονη και γεμάτη με συμφορές και στερήσεις (ἀμηχανίῃσιν), όπως ακριβώς κάποιος θα πρέπει να φροντίζει να αποκτήσει μικρή περιουσία, ώστε η ταλαιπωρία του να μπορεί να μετρηθεί ανάλογα με τις ανάγκες του» (Δημόκριτος, απ. 285)
Η σωκρατική ηθική
Στους (πλατωνικούς) διαλόγους βλέπουμε τον Σωκράτη να αναζητεί μια θεωρία που να εφαρμόζεται στην ανθρώπινη αρετή. Σε μερικές περιπτώσεις δε αναζητεί μια θεωρία ενός από τα συστατικά στοιχεία της αρετής δηλαδή μια ιδιαίτερη αρετή (όπως η θεοσέβεια στον Ευθύφρονα, το θάρρος στον Λάχη και η σωφροσύνη στον Χαρμίδη), ενώ σε άλλους διαλόγους (Μένων, Πρωταγόρας) αναζητεί μια γενική θεωρία της αρετής. Σε όλους αυτούς τους διαλόγους η έρευνα είναι, τουλάχιστον φαινομενικά, ανεπιτυχής, αφού κάθε διάλογος τελειώνει με την παραδοχή Σωκράτη και των συνομιλητών του ότι δεν έχουν φθάσει στην περιγραφή της αρετής ή των στοιχείων της που αναζητούσαν. Υπάρχουν, ωστόσο, μερικές ευδιάκριτες διαφορές στους διαλόγους.Στους τρεις που πραγματεύονται τις ιδιαίτερες αρετές, η συζήτηση είναι πιο ανιχνευτική, ο Σωκράτης δεν ταυτίζεται πρόθυμα με καμία συγκεκριμένη γνώμη, και είναι τουλάχιστον εύλογο να δεχθούμε το τελικό αδιέξοδο που δημιουργείται.
Στον Μένωνα και τον Πρωταγόρα από την άλλη πλευρά, ο Σωκράτης επιχειρηματολογεί σταθερά υπέρ της θέσης ότι η αρετή είναι γνώση.
Υπάρχει, λοιπόν, ακόμη και μέσα στους διαλόγους που πραγματεύονται τους ορισμούς, μια εξέλιξη της εικόνας του Σωκράτη, από έναν καθαρά κριτικό ερευνητή σε έναν υποστηρικτή θεωρίας.
Η βάση της θεωρίας είναι ο συνδυασμός της αντίληψης της αρετής ως της ιδιότητας που εγγυάται συνολική επιτυχία στη ζωή με την πραγματική θέση ότι εκείνο που στην πραγματικότητα εγγυάται αυτή την επιτυχία είναι η γνώση του τι είναι καλύτερο για το υποκείμενο. Αυτό με τη σειρά του βασίζεται σε μια περιεκτική θεωρία των ανθρώπινων κινήτρων δηλαδή στο ότι η αντίληψη του υποκειμένου για το τι είναι συνολικά το καλύτερο γι’ αυτόν ή αυτήν (π.χ. τι προάγει με τον καλύτερο τρόπο την ευδαιμονία, τη συνολική επιτυχία στη ζωή) είναι επαρκής για να προκαλέσει τη δράση με σκοπό την πραγματοποίηση του στόχου.
Αυτό το κίνητρο συμπεριλαμβάνει την επιθυμία καθώς και την πίστη· ο Σωκράτης υποστηρίζει (Μένων 77c – 78b) ότι όλοι επιθυμούν τα ενάρετα πράγματα. Γι’ αυτόν το λόγο, εκείνο που απαιτείται για την ορθή συμπεριφορά είναι η ορθή εστίαση, η οποία πρέπει να είναι μια ορθή αντίληψη για τη συνολική ευδαιμονία του υποκειμένου.
Κάθε υποκείμενο αποβλέπει πάντα σε αυτό που θεωρεί ότι είναι το καλύτερο για εκείνον ή για εκείνη και η αποτυχία να επιτύχει αυτόν το σκοπό πρέπει να εξηγηθεί από την αποτυχία να τον κατανοήσει σωστά, δηλαδή από μια γνωσιολογική έλλειψη και όχι από οποιαδήποτε έλλειψη κινήτρου. Ο Σωκράτης το εξηγεί αυτό με σαφήνεια στον Πρωταγόρα με την προϋπόθεση, την οποία αποδίδει στους ανθρώπους γενικά, ότι το συνολικό συμφέρον του υποκειμένου πρέπει να ορισθεί με ηδονιστικούς όρους, όπως ακριβώς συμβαίνει με τη ζωή η οποία προσφέρει την ισορροπία ανάμεσα στην ηδονή και τη θλίψη.
Δεδομένης αυτής της προϋπόθεσης, είναι αφελές να εξηγήσουμε ότι η αδικία οφείλεται στο ότι υπερνικάται κανείς από την ηδονή ή από οποιοδήποτε είδος επιθυμίας· κάποιος θα έχει κάνει απλώς λάθος στην εκτίμηση του για το τι θα έφερνε τη μεγαλύτερη ηδονή ή από οποιοδήποτε είδος επιθυμίας. Όπως λέει ο Σωκράτης (358d), «δεν είναι στην ανθρώπινη φύση να είναι πρόθυμη να επιλέγει αυτό που θεωρεί κάποιος ότι είναι κακό μάλλον παρά καλό». Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, η άποψη πως η αντίληψη του υποκειμένου για το καλό είναι η μοναδική εστία κινήτρου (που υποστηρίζεται επίσης στον Μένωνα) ανήκει στον Σωκράτη.
Αυτή η περιγραφή της αρετής ως γνώσης προέρχεται άμεσα από τον περίφημο ισχυρισμό του Σωκράτη, ότι ο άνθρωπος εάν γνωρίζει ποιο είναι το αγαθό δεν το πράττει ή αντίστροφα, εάν γνωρίζει ότι είναι κακό, δεν έχει τη δύναμη να αντισταθεί και να μην το πράξει (ακρασία)· σύμφωνα με τον Αριστοτέλη (Ηθικά Νικομάχεια 1145b 26-7) ο Σωκράτης υποστήριξε ότι «κανένας δεν ενεργεί αντίθετα με αυτό που πιστεύει ότι είναι το καλύτερο, αλλά το κάνει αυτό λόγω σφάλματος», θέση η οποία εκφράζεται πιο συνοπτικά με το απόφθεγμα «κανείς δεν κάνει λάθος από πρόθεση» [«οὑδεὶς ἑκὼν ἁμαρτάνει» (Πρωταγόρας, 345e)].
Ως εδώ η θεωρία ταυτίζει την αρετή με την ιδιότητα που εγγυάται ευδαιμονία στη ζωή, και την ιδιότητα αυτή, μέσω της θεωρίας του κινήτρου, με την γνώση αυτού που είναι καλύτερο για το υποκείμενο. Ωστόσο, η παραπάνω θεωρία στερείται ηθικού περιεχομένου· τίποτε σε αυτή δεν δηλώνει, ούτε καν υπονοεί, ότι αυτό που είναι το καλύτερο για το υποκείμενο είναι να ζει μια ενάρετη ζωή. Αλλά αν υπάρχει κάτι που είναι χαρακτηριστικό στον Σωκράτη, αυτό είναι η επιμονή του για την υπεροχή της ηθικότητας. Όπως είδαμε, στην Απολογία λέει ότι γνωρίζει πως, ότι και αν συμβεί, δεν πρέπει να παρανομήσει παραβαίνοντας τη θεϊκή εντολή να φιλοσοφεί, και στον Κρίτωνα η θεμελιώδης θέση ότι δεν πρέπει ποτέ κανείς να παρανομεί (ή να διαπράττει αδικία») αποτελεί την καθοριστική αρχή της απόφασης του να μην επιχειρήσει να δραπετεύσει από τη φυλακή (49a-b). Η σύνδεση με τη θεωρία του κινήτρου εδραιώνεται με τη θέση ότι η καλύτερη ζωή για το υποκείμενο είναι εκείνη σύμφωνα με τις επιταγές της ηθικής. Δεδομένης αυτής της θέσης, η ρήση ότι κανείς δεν αδικεί από πρόθεση προσλαμβάνει την ηθική διάσταση ότι κανένας δεν αδικεί με τη θέλησή του, αλλά όσοι παρανομούν το κάνουν ακουσίως (Γοργίας, 509e). Έτσι καταγράφεται η πλήρης ηθική ερμηνεία αυτού που έχει γίνει γνωστό ως «Σωκρατικό παράδοξο».
Η θέση ότι η ηθική ζωή είναι η καλύτερη ζωή για το υποκείμενο διαδραματίζει συνεπώς τον κεντρικό ρόλο της σύνδεσης των διαισθήσεων του Σωκράτη για την υπεροχή της ηθικότητας με τη θεωρία του ιδιοτελούς κινήτρου, που είναι η θεμελίωση της συνταύτισης της αρετής, με τη γνώση. Εδώ βρίσκεται ο ακρογωνιαίος λίθος. Με δεδομένη αυτή τη σπουδαιότητα, προκαλεί, ωστόσο, κατάπληξη το πόσο μικρή επιχειρηματολογική υποστήριξη δέχεται. Στον Κρίτωνα 47e, η δικαιοσύνη και η αδικία περιγράφονται ως αντίστοιχη της υγείας και της νόσου της ψυχής· γι’ αυτόν το λόγο, όπως ακριβώς δεν αξίζει να ζει κανείς μ’ ένα νοσηρό και μολυσμένο σώμα, έτσι δεν αξίζει να ζει με μια νοσηρή και διεφθαρμένη ψυχή. Αυτό, όμως, δεν συνιστά επιχείρημα.
Ο Πλάτων προσφέρει μερικά επιχειρήματα στον Γοργία, αλλά είναι αδύνατα. Ο Σωκράτης επιχειρηματολογεί κατά του Πώλου ότι οι επιτυχημένοι τύραννοι, οι οποίοι, όπως συμφωνούν και οι δύο, επιδεικνύουν το έπακρο της αδικίας, δεν εξασφαλίζουν τη καλύτερη ζωή για τους εαυτούς τους, όπως ισχυρίζεται ο Πώλος. Αντιθέτως, ποτέ δεν αποκτούν αυτό που αληθινά θέλουν, γιατί αυτό που θέλουν είναι να φροντίζουν για τους εαυτούς τους, ενώ η αδικία τους βλάπτει τους ίδιους. Η απόδειξη ότι βλάπτει αυτούς (473e-475c) αρχίζει από την παραδοχή του Πώλου ότι το να ενεργούν άδικα, αν και είναι καλό (αγαθόν) για το υποκείμενο, είναι αισχρό για το σύνολο. Ο Σωκράτης, στη συνέχεια, εξασφαλίζει τη σύμφωνη γνώμη του Πώλου για την αρχή πως οτιδήποτε είναι αισχρό είναι έτσι, είτε επειδή είναι δυσάρεστο είτε επειδή είναι επιζήμιο.
Αργότερα στο διάλογο (503e-504d), ο Σωκράτης επιχειρηματολογεί κατά του Καλλικλή ότι, αφού το καλό των πάντων (π.χ. μιας βάρκας ή ενός σπιτιού) εξαρτάται από τη σωστή αναλογία και τάξη των συστατικών του μερών, το καλό του σώματος και της ψυχής θα πρέπει να εξαρτάται από τη σωστή αναλογία κα τάξη των συστατικών τους μερών: αντιστοίχως υγεία για το σώμα και δικαιοσύνη και αυτοπειθαρχία για την ψυχή. Ο παραλληλισμός της σωματικής υγείας και της αρετής, που απλώς διακηρύχθηκε στον Κρίτωνα, εδώ υποστηρίζεται από τη γενική αρχή ότι η αρετή εξαρτάται από την οργάνωση των στοιχείων που την αποτελούν.
Το φιλοσοφικό δόγμα ότι η αρετή είναι γνώση αποτελεί το κλειδί για την κατανόηση της επονομαζόμενης Ενότητας των Αρετών, που υποστηρίζεται από το Σωκράτη στον Πρωταγόρα. Σε αυτόν το διάλογο, ο Πρωταγόρας δέχεται ως δεδομένη τη παραδοσιακή εικόνα των αρετών ως συνόλου ιδιοτήτων διακριτών η μια από την άλλη, όπως, για παράδειγμα, είναι διακριτές οι διαφορετικές σωματικές αισθήσεις. Ένα ανθρώπινο ον που λειτουργεί σωστά πρέπει να τις έχει όλες σε σωστή λειτουργία, είναι όμως δυνατό να έχει μερικές και να στερείται κάποιες άλλες· ειδικότερα, είναι δυνατό να διαθέτει φοβερό θάρρος και να υπολείπεται σημαντικά, όσον αφορά τις άλλες αρετές (329d-e). Αντιθέτως ο Σωκράτης υποστηρίζει ότι τα ονόματα των διακριτών αρετών, θάρρος, αυτοπειθαρχία κ.α., είναι όλα «ονόματα του ενός και ιδίου πράγματος» (329c-d) και στη συνέχεια του διαλόγου διασαφηνίζει πως πρέπει να γίνει αυτό κατανοητό, δηλώνοντας (316b) ότι «προσπαθεί να δείξει ότι όλα τα είδη, δικαιοσύνη, αυτοπειθαρχία και θάρρος είναι γνώση». Το πλαίσιο μέσα στο οποίο καθεμία από τις αρετές είναι γνώση αποτελεί το γεγονός ότι, σύμφωνα με τη θεωρία του κινήτρου που περιγράφηκε παραπάνω, η γνώση αυτού που είναι καλύτερο για το υποκείμενο είναι αναγκαία και επαρκής, ώστε να εγγυάται τη σωστή συμπεριφορά σε οποιονδήποτε τομέα της ζωής εφαρμόζεται η γνώση. Δεν θα έπρεπε να θεωρήσουμε τις διακριτές αρετές ως διαφορετικά είδη μιας γενικής γνώσης· σύμφωνα με αυτό, η ευσέβεια είναι η γνώση των θρησκευτικών και το θάρρος είναι η γνώση που έχει να κάνει με ότι είναι επικίνδυνο, και τα δύο, όμως, είναι τόσο διαφορετικά όσο, για παράδειγμα, η γνώση της αριθμητικής και η γνώση της γεωμετρίας, που είναι διαφορετικά είδη μαθηματικής γνώσης, ενώ ισχύει και η πιθανότητα ότι κάποιος μπορεί να έχει το ένα χωρίς το άλλο. Η Σωκρατική θεώρηση ισοδυναμεί με το ότι υπάρχει μια και μόνη ενοποιημένη γνώση -γνώση του τι είναι καλύτερο για το υποκείμενο-, που εφαρμόζεται σε διάφορους τομείς της ζωής και της οποίας τα διαφορετικά ονόματα ισχύουν σχετικά με αυτούς τους διαφορετικούς τομείς.
Η θεωρία της αρετής ως γνώσης, όπως είδαμε, είναι ρευστή, με την έννοια ότι μια από τις βασικές της προτάσεις, ότι δηλαδή η αρετή είναι πάντα προς όφελος του υποκειμένου, δεν υποστηρίζεται επαρκώς πουθενά στους Σωκρατικούς διαλόγους. Τη διακρίνει επίσης ένα βαθύτερο μειονέκτημα, καθώς στερείται συνοχής. Η έλλειψη συνοχής ανακύπτει όταν ρωτάμε «Τίνος πράγματος γνώση είναι η αρετή;» Η απάντηση στον Μένωνα και τον Πρωταγόρα είναι ότι η αρετή συνιστά γνώση του καλού του υποκειμένου, επειδή, δεδομένου του διαρκούς κινήτρου για την επίτευξη του καλού, το να γνωρίζει κάποιος ποιο είναι αυτό το καλό, θα είναι αναγκαίο, αν πρέπει να το επιδιώξει αποφασιστικά και να εξασφαλίσει με τη γνώση την επιτυχή έκβαση στην επιδίωξη του αυτή. Αυτό, όμως, απαιτεί το καλό του υποκειμένου να είναι κάτι διαφορετικό από τη γνώση, που εγγυάται ότι κάποιος θα επιτύχει αυτό το καλό: «η αρετή είναι γνώση του καλού του υποκειμένου» είναι ανάλογο με το «η ιατρική είναι γνώση της υγείας».
Η έλλειψη συνοχής της θεωρίας, λοιπόν, συνίσταται στο γεγονός ότι ο Σωκράτης υποστηρίζει τόσο ότι η αρετή είναι γνώση του καλού του υποκειμένου όσο και ότι η αρετή είναι το καλό καθεαυτό, θέσεις που είναι ασυμβίβαστες η μια με την άλλη. Έτσι, αν ο Σωκράτης επιθυμεί να εμμείνει στον ισχυρισμό ότι η αρετή είναι γνώση, πρέπει είτε να καθορίσει αυτή τη γνώση ως γνώση κάποιου πράγματος διαφορετικού από αυτό που είναι το καλό του υποκειμένου, είτε να εγκαταλείψει τη θέση ότι η αρετή είναι το καλό του υποκειμένου.
Ο Πλάτων παρουσιάζει τον Σωκράτη να ασχολείται με αυτό το πρόβλημα στον Ευθύδημο. Ο συγκεκριμένος διάλογος αποτυπώνει μια αναμέτρηση ανάμεσα σε δύο φιλοσοφικές αντιλήψεις, που εκπροσωπούνται αντίστοιχα από τον Σωκράτη και τους δύο σοφιστές, τους αδελφούς Ευθύδημο και Διονυσόδωρο. Οι τελευταίοι παρουσιάζουν την αντίληψη τους προσθέτοντας μια εντυπωσιακή επίδειξη των τεχνικών των απατηλών επιχειρημάτων, που τους επιτρέπει να «μάχονται με επιχειρήματα και να αντικρούουν οτιδήποτε λέει οποιοσδήποτε, είτε είναι αληθές είτε ψευδές» (272a-b). Από την πλευρά του, ο Σωκράτης επιδιώκει να επιχειρηματολογήσει υπέρ του κεντρικού ρόλου της σοφίας στην επίτευξη της ευδαιμονίας. Το πρώτο μέρος αυτού του επιχειρήματος (278e - 281e) είναι κατ’ ουσίαν το ίδιο με αυτό που χρησιμοποιείται στον Μένωνα (87d – 89a), για να αποδείξει ότι η αρετή είναι γνώση∙ η γνώση ή η σοφία (οι όποιοι εναλλάσσονται) συνιστά το μόνο ανεπιφύλακτα καλό, αφού όλα τ’ άλλα αγαθά, είτε αγαθά της τύχης, είτε επιθυμητικά γνωρίσματα του χαρακτήρα, είναι ωφέλιμα για το υποκείμενο, μόνο αν χρησιμοποιούνται ορθά, και χρησιμοποιούνται ορθά μόνο αν κατευθύνονται από τη σοφία. Έως αυτού του σημείου, ο Σωκράτης αναπαράγει τη θέση του Μένωνα, αλλά στο δεύτερο μέρος του επιχειρήματος του (288d – 292e) προχωρά πιο πέρα. Εδώ τονίζει πως το προηγούμενο επιχείρημα έχει δείξει ότι η επιδεξιότητα που εξασφαλίζει την ευδαιμονία του υποκειμένου είναι εκείνη που συντονίζει την παραγωγή και χρήση όλων των υποδεέστερων αγαθών, συμπεριλαμβανομένων των προϊόντων όλων των άλλων επιδεξιοτήτων. Υπάρχει, συνεπώς, μια επιδεξιότητα που κατευθύνει ή κυβερνά και ονομάζεται πολιτική ή βασιλική τέχνη. Όμως, ποιος είναι ο σκοπός της βασιλικής τέχνης; Όχι πάντως να παρέχει στους ανθρώπους αγαθά, όπως ο πλούτος ή η ελευθερία, αφού το προηγούμενο επιχείρημα έδειξε ότι τα αγαθά, είναι τέτοια, μόνο με την προϋπόθεση ότι κατευθύνονται από τη σοφία. Ο σκοπός, λοιπόν, της βασιλικής τέχνης μπορεί να είναι μόνο η δημιουργία σοφών ανθρώπων. Αλλά σοφών σε τι; ως εκ τούτου, ο σκοπός της βασιλικής τέχνης δεν μπορεί να είναι άλλος από το να καταστήσει τους ανθρώπους επιδέξιους στην ίδια τη βασιλική τέχνη. Όμως όπως παραδέχεται ο Σωκράτης (292d-e), αυτό είναι απολύτως μη κατατοπιστικό, αφού στερούμαστε οποιαδήποτε ιδέας για το τι είναι η βασιλική τέχνη.
Ο Σωκράτης αφήνει το γρίφο άλυτο και αυτό μπορεί κάλλιστα να οφείλεται στο γεγονός ότι ο Πλάτων δεν ανακάλυψε τη δική του διέξοδο από το γρίφο. Αυτό που δείχνει ο συγκεκριμένος διάλογος είναι ότι ο Πλάτων είχε αντιληφθεί την έλλειψη συνοχής του συστήματος της Σωκρατικής ηθικής, τα δύο κεντρικά αξιώματα της οποίας είναι ότι η αρετή είναι γνώση (του ανθρώπινου καλού) και ότι η αρετή είναι ανθρώπινο αγαθό. Αν το ανθρώπινο αγαθό πρέπει να ταυτιστεί και με τη γνώση και με την αρετή, τότε αυτή η γνώση πρέπει να έχει ένα σκοπό διαφορετικό από τον εαυτό της. Η τελική λύση του Πλάτωνα ήταν να αναπτύξει (στην Πολιτεία) μια αντίληψη του ανθρώπινου αγαθού ότι αυτό έχει να κάνει με την ίδια την προσωπικότητα, στην οποία οι μη ορθολογιστικές παρορμήσεις κατευθύνονται από τη νόηση, που διαποτίζεται από τη γνώση όχι του ανθρώπινου καλού αλλά της ίδιας της αρετής, η οποία με τη σειρά της, συνιστά καθολική αρχή της λογικότητας. Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη α) ανθρώπινο αγαθό είναι η αρετή, β) η αρετή δεν είναι ταυτόσημη με τη γνώση, αλλά κατευθύνεται από αυτήν, και γ) η υπό αμφισβήτηση γνώση αποτελεί γνώση του καθολικού αγαθού. Είναι ασφαλώς εύλογο να θεωρήσουμε ότι ο Ευθύδημος επισημαίνει τη μετάβαση από τη σωκρατική θέση, η οποία παρουσιάστηκε με περισσότερη σαφήνεια στον Μένωνα, σε αυτή την ανεπτυγμένη Πλατωνική θέση.
Ο Πρωταγόρας μπορεί να θεωρηθεί ως διερεύνηση μιας άλλης λύσης σε αυτό το γρίφο, αφού στο συγκεκριμένο διάλογο ο Σωκράτης εκθέτει μια περιγραφή της αρετής, της οποίας οι βασικές θέσεις είναι: α) η αρετή είναι γνώση του ανθρώπινου αγαθού (όπως στον Μένωνα)∙ β) το ανθρώπινο αγαθό είναι μια συνολικά ευχάριστη ζωή. Η σημασία της περιγραφής είναι ανεξάρτητη από το αν ο Σωκράτης εμφανίζεται να υιοθετεί αυτή τη λύση ή απλώς τον προτείνει ως θεωρία, την οποία οι απλοί άνθρωποι και ο Πρωταγόρας θα έπρεπε να την αποδεχτούν. Πάντως η λύση αυτή παρουσιάζει μια διέξοδο από το αδιέξοδο της αρχικής μορφής της σωκρατικής θεωρίας, ωστόσο όχι μια διέξοδο που ο ίδιος ο Πλάτων επρόκειτο να υιοθετήσει. Έχοντας ήδη πειραματιστεί με την αρχική θεωρία, που διατηρεί την ταύτιση της αρετής με το ανθρώπινο αγαθό, συμβιβάστηκε με την εναλλακτική λύση που μόλις περιγράφηκε, η οποία υποστηρίζει την τελευταία ταύτιση, ενώ εγκαταλείπει την πρώτη.
Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας
ΣΟΦΟΚΛΗΣ, ΦΙΛΟΚΤΗΤΗΣΣΟΦ Φιλ 730–826
Δεύτερο επεισόδιο: Ο Φιλοκτήτης πέφτει σε βαθύ ύπνο ύστερα από μια κρίση της αρρώστιας του
Στο πρώτο επεισόδιο ο Φιλοκτήτης πείστηκε από την ψεύτικη ιστορία του Νεοπτόλεμου για δήθεν αναχώρησή του από την Τροία και τον ικέτευσε να τον πάρει μαζί του. Ανάμεσα στην είσοδο των δύο ηρώων στη σπηλιά για την προετοιμασία της αναχώρησής τους και την έξοδό τους παρενεβλήθη το πρώτο στάσιμο , όπου ο χορός θρήνησε για τις συμφορές που για δέκα χρόνια υπέμενε στωικά ο Φιλοκτήτης, πριν αναφερθεί στο αίσιο τέλος της περιπέτειάς του και την επιστροφή του στην πατρίδα.
(730) ΝΕ. Ἕρπ’, εἰ θέλεις. Τί δή ποθ’ ὧδ’ ἐξ οὐδενὸς
λόγου σιωπᾷς κἀπόπληκτος ὧδ’ ἔχῃ;
ΦΙ. Ἆ, ἆ, ἆ, ἆ.
ΝΕ. Τί ἔστιν; ΦΙ. Οὐδὲν δεινόν. Ἀλλ’ ἴθ’, ὦ τέκνον.
ΝΕ. Μῶν ἄλγος ἴσχεις τῆς παρεστώσης νόσου;
(735) ΦΙ. Οὐ δῆτ’ ἔγωγ’, ἀλλ’ ἄρτι κουφίζειν δοκῶ.
Ἰὼ θεοί.
ΝΕ. Τί τοὺς θεοὺς οὕτως ἀναστένων καλεῖς;
ΦΙ. Σωτῆρας αὐτοὺς ἠπίους θ’ ἡμῖν μολεῖν.
Ἆ, ἆ, ἆ, ἆ.
(740) ΝΕ. Τί ποτε πέπονθας; Οὐκ ἐρεῖς, ἀλλ’ ὧδ’ ἔσῃ
σιγηλός; Ἐν κακῷ δέ τῳ φαίνῃ κυρῶν.
ΦΙ. Ἀπόλωλα, τέκνον, κοὐ δυνήσομαι κακὸν
κρύψαι παρ’ ὑμῖν, ἀτταταῖ· διέρχεται,
διέρχεται. Δύστηνος, ὦ τάλας ἐγώ.
(745) Ἀπόλωλα, τέκνον· βρύκομαι, τέκνον· παπαῖ,
ἀπαππαππαῖ, παπᾶ παπᾶ παπᾶ παπαῖ.
Πρὸς θεῶν, πρόχειρον εἴ τί σοι, τέκνον, πάρα
ξίφος χεροῖν, πάταξον εἰς ἄκρον πόδα·
ἀπάμησον ὡς τάχιστα· μὴ φείσῃ βίου·
(750) Ἴθ’, ὦ παῖ.
ΝΕ. Τί δ’ ἔστιν οὕτω νεοχμὸν ἐξαίφνης, ὅτου
τοσήνδ’ ἰυγὴν καὶ στόνον σαυτοῦ ποῇ;
ΦΙ. Οἶσθ’, ὦ τέκνον. ΝΕ. Τί δ’ ἔστιν; ΦΙ. Οἶσθ’, ὦ παῖ. ΝΕ. Τί σοι;
Οὐκ οἶδα. ΦΙ. Πῶς οὐκ οἶσθα; παππαπαππαπαῖ.
(755) ΝΕ. Δεινόν γε τοὐπίσαγμα τοῦ νοσήματος.
ΦΙ. Δεινὸν γὰρ οὐδὲ ῥητόν· ἀλλ’ οἴκτιρέ με.
ΝΕ. Τί δῆτα δράσω; ΦΙ. Μή με ταρβήσας προδῷς·
ἥκει γὰρ αὕτη διὰ χρόνου, πλάνοις ἴσως
ὡς ἐξεπλήσθη. ΝΕ. Ἰὼ ἰὼ δύστηνε σύ,
(760) δύστηνε δῆτα διὰ πόνων πάντων φανείς.
Βούλει λάβωμαι δῆτα καὶ θίγω τί σου;
ΦΙ. Μὴ δῆτα τοῦτό γ’· ἀλλά μοι τὰ τόξ’ ἑλὼν
τάδ’, ὥσπερ ᾐτοῦ μ’ ἀρτίως, ἕως ἀνῇ
(765) τὸ πῆμα τοῦτο τῆς νόσου τὸ νῦν παρόν,
σῷζ’ αὐτὰ καὶ φύλασσε· λαμβάνει γὰρ οὖν
ὕπνος μ’, ὅταν περ τὸ κακὸν ἐξίῃ τόδε·
κοὐκ ἔστι λῆξαι πρότερον· ἀλλ’ ἐᾶν χρεὼν
ἕκηλον εὕδειν. Ἢν δὲ τῷδε τῷ χρόνῳ
(770) μόλωσ’ ἐκεῖνοι, πρὸς θεῶν, ἐφίεμαι
ἑκόντα μήτ’ ἄκοντα, μήτε τῳ τέχνῃ
κείνοις μεθεῖναι ταῦτα, μὴ σαυτόν θ’ ἅμα
κἄμ’, ὄντα σαυτοῦ πρόστροπον, κτείνας γένῃ.
ΝΕ. Θάρσει προνοίας οὕνεκ’· οὐ δοθήσεται
(775) πλὴν σοί τε κἀμοί· ξὺν τύχῃ δὲ πρόσφερε.
ΦΙ. Ἰδοὺ δέχου, παῖ· τὸν φθόνον δὲ πρόσκυσον,
μή σοι γενέσθαι πολύπον’ αὐτά, μηδ’ ὅπως
ἐμοί τε καὶ τῷ πρόσθ’ ἐμοῦ κεκτημένῳ.
ΝΕ. Ὦ θεοί, γένοιτο ταῦτα νῷν· γένοιτο δὲ
(780) πλοῦς οὔριός τε κεὐσταλὴς ὅποι ποτὲ
θεὸς δικαιοῖ χὠ στόλος πορσύνεται.
ΦΙ. Δέδοικα δ’, ὦ παῖ, μή ἀτελὴς εὐχὴ τύχῃ·
στάζει γὰρ αὖ μοι φοίνιον τόδ’ ἐκ βυθοῦ
κηκῖον αἷμα, καί τι προσδοκῶ νέον.
(785) Παπαῖ, φεῦ·
παπαῖ μάλ’, ὦ πούς, οἷά μ’ ἐργάσῃ κακά.
Προσέρπει,
προσέρχεται τόδ’ ἐγγύς. Οἴμοι μοι τάλας.
Ἔχετε τὸ πρᾶγμα· μὴ φύγητε μηδαμῇ.
(790) Ἀτταταῖ.
Ὦ ξένε Κεφαλλήν, εἴθε σοῦ διαμπερὲς
στέρνων ἔχοιτ’ ἄλγησις ἥδε. Φεῦ, παπαῖ,
παπαῖ μάλ’ αὖθις. Ὦ διπλοῖ στρατηλάται,
Ἀγάμεμνον, ὦ Μενέλαε, πῶς ἂν ἀντ’ ἐμοῦ
(795) τὸν ἴσον χρόνον τρέφοιτε τήνδε τὴν νόσον;
Ὤμοι μοι.
Ὦ θάνατε θάνατε, πῶς ἀεὶ καλούμενος
οὕτω κατ’ ἦμαρ οὐ δύνᾳ μολεῖν ποτε;
Ὦ τέκνον, ὦ γενναῖον, ἀλλὰ συλλαβών,
(800) τῷ Λημνίῳ τῷδ’ ἀνακαλούμενον πυρὶ
ἔμπρησον, ὦ γενναῖε· κἀγώ τοί ποτε
τὸν τοῦ Διὸς παῖδ’ ἀντὶ τῶνδε τῶν ὅπλων,
ἃ νῦν σὺ σῴζεις, τοῦτ’ ἐπηξίωσα δρᾶν.
Τί φῄς, παῖ;
(805) Τί φῄς; Τί σιγᾷς; Ποῦ ποτ’ ὤν, τέκνον, κυρεῖς;
ΝΕ. Ἀλγῶ πάλαι δὴ τἀπὶ σοὶ στένων κακά.
ΦΙ. Ἀλλ’, ὦ τέκνον, καὶ θάρσος ἴσχ’· ὡς ἥδε μοι
ὀξεῖα φοιτᾷ καὶ ταχεῖ’ ἀπέρχεται.
Ἀλλ’ ἀντιάζω, μή με καταλίπῃς μόνον.
(810) ΝΕ. Θάρσει, μενοῦμεν. ΦΙ. Ἦ μενεῖς; ΝΕ. Σαφῶς φρόνει.
ΦΙ. Οὐ μήν σ’ ἔνορκόν γ’ ἀξιῶ θέσθαι, τέκνον.
ΝΕ. Ὡς οὐ θέμις γ’ ἐμοῦστι σοῦ μολεῖν ἄτερ.
ΦΙ. Ἔμβαλλε χειρὸς πίστιν. ΝΕ. Ἐμβάλλω μενεῖν.
ΦΙ. Ἐκεῖσε νῦν μ’, ἐκεῖσε. ΝΕ. Ποῖ λέγεις; ΦΙ. Ἄνω.
(815) ΝΕ. Τί παραφρονεῖς αὖ; Τί τὸν ἄνω λεύσσεις κύκλον;
ΦΙ. Μέθες, μέθες με. ΝΕ. Ποῖ μεθῶ; ΦΙ. Μέθες ποτέ.
ΝΕ. Οὔ φημ’ ἐάσειν. ΦΙ. Ἀπό μ’ ὀλεῖς, ἢν προσθίγῃς.
ΝΕ. Καὶ δὴ μεθίημ’, εἴ τι δὴ πλέον φρονεῖς.
ΦΙ. Ὦ γαῖα, δέξαι θανάσιμόν μ’ ὅπως ἔχω·
(820) τὸ γὰρ κακὸν τόδ’ οὐκέτ’ ὀρθοῦσθαί μ’ ἐᾷ.
ΝΕ. Τὸν ἄνδρ’ ἔοικεν ὕπνος οὐ μακροῦ χρόνου
ἕξειν· κάρα γὰρ ὑπτιάζεται τόδε·
ἱδρώς γέ τοί νιν πᾶν καταστάζει δέμας,
μέλαινά τ’ ἄκρου τις παρέρρωγεν ποδὸς
(825) αἱμορραγὴς φλέψ. Ἀλλ’ ἐάσωμεν, φίλοι,
ἕκηλον αὐτόν, ὡς ἂν εἰς ὕπνον πέσῃ.
(730) ΝΕ. Ἕρπ’, εἰ θέλεις. Τί δή ποθ’ ὧδ’ ἐξ οὐδενὸς
λόγου σιωπᾷς κἀπόπληκτος ὧδ’ ἔχῃ;
ΦΙ. Ἆ, ἆ, ἆ, ἆ.
ΝΕ. Τί ἔστιν; ΦΙ. Οὐδὲν δεινόν. Ἀλλ’ ἴθ’, ὦ τέκνον.
ΝΕ. Μῶν ἄλγος ἴσχεις τῆς παρεστώσης νόσου;
(735) ΦΙ. Οὐ δῆτ’ ἔγωγ’, ἀλλ’ ἄρτι κουφίζειν δοκῶ.
Ἰὼ θεοί.
ΝΕ. Τί τοὺς θεοὺς οὕτως ἀναστένων καλεῖς;
ΦΙ. Σωτῆρας αὐτοὺς ἠπίους θ’ ἡμῖν μολεῖν.
Ἆ, ἆ, ἆ, ἆ.
(740) ΝΕ. Τί ποτε πέπονθας; Οὐκ ἐρεῖς, ἀλλ’ ὧδ’ ἔσῃ
σιγηλός; Ἐν κακῷ δέ τῳ φαίνῃ κυρῶν.
ΦΙ. Ἀπόλωλα, τέκνον, κοὐ δυνήσομαι κακὸν
κρύψαι παρ’ ὑμῖν, ἀτταταῖ· διέρχεται,
διέρχεται. Δύστηνος, ὦ τάλας ἐγώ.
(745) Ἀπόλωλα, τέκνον· βρύκομαι, τέκνον· παπαῖ,
ἀπαππαππαῖ, παπᾶ παπᾶ παπᾶ παπαῖ.
Πρὸς θεῶν, πρόχειρον εἴ τί σοι, τέκνον, πάρα
ξίφος χεροῖν, πάταξον εἰς ἄκρον πόδα·
ἀπάμησον ὡς τάχιστα· μὴ φείσῃ βίου·
(750) Ἴθ’, ὦ παῖ.
ΝΕ. Τί δ’ ἔστιν οὕτω νεοχμὸν ἐξαίφνης, ὅτου
τοσήνδ’ ἰυγὴν καὶ στόνον σαυτοῦ ποῇ;
ΦΙ. Οἶσθ’, ὦ τέκνον. ΝΕ. Τί δ’ ἔστιν; ΦΙ. Οἶσθ’, ὦ παῖ. ΝΕ. Τί σοι;
Οὐκ οἶδα. ΦΙ. Πῶς οὐκ οἶσθα; παππαπαππαπαῖ.
(755) ΝΕ. Δεινόν γε τοὐπίσαγμα τοῦ νοσήματος.
ΦΙ. Δεινὸν γὰρ οὐδὲ ῥητόν· ἀλλ’ οἴκτιρέ με.
ΝΕ. Τί δῆτα δράσω; ΦΙ. Μή με ταρβήσας προδῷς·
ἥκει γὰρ αὕτη διὰ χρόνου, πλάνοις ἴσως
ὡς ἐξεπλήσθη. ΝΕ. Ἰὼ ἰὼ δύστηνε σύ,
(760) δύστηνε δῆτα διὰ πόνων πάντων φανείς.
Βούλει λάβωμαι δῆτα καὶ θίγω τί σου;
ΦΙ. Μὴ δῆτα τοῦτό γ’· ἀλλά μοι τὰ τόξ’ ἑλὼν
τάδ’, ὥσπερ ᾐτοῦ μ’ ἀρτίως, ἕως ἀνῇ
(765) τὸ πῆμα τοῦτο τῆς νόσου τὸ νῦν παρόν,
σῷζ’ αὐτὰ καὶ φύλασσε· λαμβάνει γὰρ οὖν
ὕπνος μ’, ὅταν περ τὸ κακὸν ἐξίῃ τόδε·
κοὐκ ἔστι λῆξαι πρότερον· ἀλλ’ ἐᾶν χρεὼν
ἕκηλον εὕδειν. Ἢν δὲ τῷδε τῷ χρόνῳ
(770) μόλωσ’ ἐκεῖνοι, πρὸς θεῶν, ἐφίεμαι
ἑκόντα μήτ’ ἄκοντα, μήτε τῳ τέχνῃ
κείνοις μεθεῖναι ταῦτα, μὴ σαυτόν θ’ ἅμα
κἄμ’, ὄντα σαυτοῦ πρόστροπον, κτείνας γένῃ.
ΝΕ. Θάρσει προνοίας οὕνεκ’· οὐ δοθήσεται
(775) πλὴν σοί τε κἀμοί· ξὺν τύχῃ δὲ πρόσφερε.
ΦΙ. Ἰδοὺ δέχου, παῖ· τὸν φθόνον δὲ πρόσκυσον,
μή σοι γενέσθαι πολύπον’ αὐτά, μηδ’ ὅπως
ἐμοί τε καὶ τῷ πρόσθ’ ἐμοῦ κεκτημένῳ.
ΝΕ. Ὦ θεοί, γένοιτο ταῦτα νῷν· γένοιτο δὲ
(780) πλοῦς οὔριός τε κεὐσταλὴς ὅποι ποτὲ
θεὸς δικαιοῖ χὠ στόλος πορσύνεται.
ΦΙ. Δέδοικα δ’, ὦ παῖ, μή ἀτελὴς εὐχὴ τύχῃ·
στάζει γὰρ αὖ μοι φοίνιον τόδ’ ἐκ βυθοῦ
κηκῖον αἷμα, καί τι προσδοκῶ νέον.
(785) Παπαῖ, φεῦ·
παπαῖ μάλ’, ὦ πούς, οἷά μ’ ἐργάσῃ κακά.
Προσέρπει,
προσέρχεται τόδ’ ἐγγύς. Οἴμοι μοι τάλας.
Ἔχετε τὸ πρᾶγμα· μὴ φύγητε μηδαμῇ.
(790) Ἀτταταῖ.
Ὦ ξένε Κεφαλλήν, εἴθε σοῦ διαμπερὲς
στέρνων ἔχοιτ’ ἄλγησις ἥδε. Φεῦ, παπαῖ,
παπαῖ μάλ’ αὖθις. Ὦ διπλοῖ στρατηλάται,
Ἀγάμεμνον, ὦ Μενέλαε, πῶς ἂν ἀντ’ ἐμοῦ
(795) τὸν ἴσον χρόνον τρέφοιτε τήνδε τὴν νόσον;
Ὤμοι μοι.
Ὦ θάνατε θάνατε, πῶς ἀεὶ καλούμενος
οὕτω κατ’ ἦμαρ οὐ δύνᾳ μολεῖν ποτε;
Ὦ τέκνον, ὦ γενναῖον, ἀλλὰ συλλαβών,
(800) τῷ Λημνίῳ τῷδ’ ἀνακαλούμενον πυρὶ
ἔμπρησον, ὦ γενναῖε· κἀγώ τοί ποτε
τὸν τοῦ Διὸς παῖδ’ ἀντὶ τῶνδε τῶν ὅπλων,
ἃ νῦν σὺ σῴζεις, τοῦτ’ ἐπηξίωσα δρᾶν.
Τί φῄς, παῖ;
(805) Τί φῄς; Τί σιγᾷς; Ποῦ ποτ’ ὤν, τέκνον, κυρεῖς;
ΝΕ. Ἀλγῶ πάλαι δὴ τἀπὶ σοὶ στένων κακά.
ΦΙ. Ἀλλ’, ὦ τέκνον, καὶ θάρσος ἴσχ’· ὡς ἥδε μοι
ὀξεῖα φοιτᾷ καὶ ταχεῖ’ ἀπέρχεται.
Ἀλλ’ ἀντιάζω, μή με καταλίπῃς μόνον.
(810) ΝΕ. Θάρσει, μενοῦμεν. ΦΙ. Ἦ μενεῖς; ΝΕ. Σαφῶς φρόνει.
ΦΙ. Οὐ μήν σ’ ἔνορκόν γ’ ἀξιῶ θέσθαι, τέκνον.
ΝΕ. Ὡς οὐ θέμις γ’ ἐμοῦστι σοῦ μολεῖν ἄτερ.
ΦΙ. Ἔμβαλλε χειρὸς πίστιν. ΝΕ. Ἐμβάλλω μενεῖν.
ΦΙ. Ἐκεῖσε νῦν μ’, ἐκεῖσε. ΝΕ. Ποῖ λέγεις; ΦΙ. Ἄνω.
(815) ΝΕ. Τί παραφρονεῖς αὖ; Τί τὸν ἄνω λεύσσεις κύκλον;
ΦΙ. Μέθες, μέθες με. ΝΕ. Ποῖ μεθῶ; ΦΙ. Μέθες ποτέ.
ΝΕ. Οὔ φημ’ ἐάσειν. ΦΙ. Ἀπό μ’ ὀλεῖς, ἢν προσθίγῃς.
ΝΕ. Καὶ δὴ μεθίημ’, εἴ τι δὴ πλέον φρονεῖς.
ΦΙ. Ὦ γαῖα, δέξαι θανάσιμόν μ’ ὅπως ἔχω·
(820) τὸ γὰρ κακὸν τόδ’ οὐκέτ’ ὀρθοῦσθαί μ’ ἐᾷ.
ΝΕ. Τὸν ἄνδρ’ ἔοικεν ὕπνος οὐ μακροῦ χρόνου
ἕξειν· κάρα γὰρ ὑπτιάζεται τόδε·
ἱδρώς γέ τοί νιν πᾶν καταστάζει δέμας,
μέλαινά τ’ ἄκρου τις παρέρρωγεν ποδὸς
(825) αἱμορραγὴς φλέψ. Ἀλλ’ ἐάσωμεν, φίλοι,
ἕκηλον αὐτόν, ὡς ἂν εἰς ὕπνον πέσῃ.
***
ΔΕΥΤΕΡΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ
ΝΕΟΠΤΟΛΕΜΟΣ
Άς προχωρούμε αν θέλης· μα πώς έτσι
χωρίς κανένα λόγο στέκεσαι
αμίλητος και σαν αλλοπαρμένος;
ΦΙΛΟΚΤΗΤΗΣ
Άα, άα!
ΝΕΟΠΤΟΛΕΜΟΣ
Τι τρέχει;
ΦΙΛΟΚΤΗΤΗΣ
Τίποτα δεν είναι·
έλα, πάμε, παιδί μου.
ΝΕΟΠΤΟΛΕΜΟΣ
Μήπως σου ήρθε
κανένας πόνος από την πληγή σου;
ΦΙΛΟΚΤΗΤΗΣ
Όχι όχι· μάλιστα σα να τη νοιώθω
πολύ τώρα καλύτερα. ― Θεέ μου!
ΝΕΟΠΤΟΛΕΜΟΣ
Τι κράζεις το Θεό κι αναστενάζεις;
ΦΙΛΟΚΤΗΤΗΣ
Να φανή σπλαχνικός και να μας σώση.
Άα, άα !
ΝΕΟΠΤΟΛΕΜΟΣ
Μα τι έχεις πάθη; δε θα πής; θα μένης
έτσι λοιπόν αμίλητος; μα εσύ
πολύ υποφέρεις, φαίνεται.
ΦΙΛΟΚΤΗΤΗΣ
Παιδί μου,
χάνομαι, πάω και δε θα μπορέσω
να κρύψω το κακό από σας. Πω, πω, πω!
Με περνά, με σουβλίζει· ωιμένα, ο μαύρος,
χάθηκα, μ' έφαγε, με ρούφηξε,
παιδί μου, ω πω πω, πω, πω πω, πω πω πω!
Για όνομα του θεού, παιδί μου, αν έχης
κανένα σπαθί πρόχειρο μαζί σου,
χτύπα, κόψε μου αμέσως απ' την άκρη
το πόδι· μη λυπάσαι τη ζωή μου.
Έλα, παιδί!
ΝΕΟΠΤΟΛΕΜΟΣ
Μα τι κακό 'ναι τούτο
το ξαφνικό, που τόσο να βογγάς
σε κάνει και να κλαις τον εαυτό σου;
ΦΙΛΟΚΤΗΤΗΣ
Ξέρεις, παιδί.
ΝΕΟΠΤΟΛΕΜΟΣ
Τι 'ναι που ξέρω;
ΦΙΛΟΚΤΗΤΗΣ
Ξέρεις.
ΝΕΟΠΤΟΛΕΜΟΣ
Τι έχεις; δεν ξέρω.
ΦΙΛΟΚΤΗΤΗΣ
Μα πώς να μην ξέρης;
Ω πω πω, πω πω!
ΝΕΟΠΤΟΛΕΜΟΣ
Φοβερό είν' αλήθεια
κι ασήκωτο φορτίο το πάθημά σου.
ΦΙΛΟΚΤΗΤΗΣ
Φοβερ' όσο δε λέγεται· μα ελέησέ με. . .
ΝΕΟΠΤΟΛΕΜΟΣ
Τι θες να κάμω;
ΦΙΛΟΚΤΗΤΗΣ
Κοίτα μη σε πιάση
φόβος και με προδώσης· γιατ' η αρρώστεια
ξανάρχεται πολύν καιρό κατόπι
κι αφού χορτάση αλλού ίσως να γυρίζη.
ΝΕΟΠΤΟΛΕΜΟΣ
Ω τι δυστυχισμένος που είσαι, αλήθεια
δυστυχισμένος, πόχεις περασμένα
όλα τα βάσανα του κόσμου· θέλεις
να σε πιάσω; να σε στηρίξω κάπως;
ΦΙΛΟΚΤΗΤΗΣ
Όχι, άφησέ με· μόνο αυτά τα τόξα,
καθώς μου τα ζητούσες πριν, να, παρ' τα
ως να περάσ' η κρίση της αρρώστειας,
που τώρα με βαστά, και φύλαξέ τα
και σώσε μού τα· γιατί, σα μ' αφήνει
πια το κακό, με κυριεύει ο ύπνος
και δε μπορεί να πάψη πριν, μα πρέπει
ήσυχο να μ' αφήσουν να κοιμούμαι.
Κι αν στ' αναμεταξύ φτάσουν εκείνοι,
στους θεούς σε ξορκίζω, να μην τύχη
και τους τα παραδώσης, μήτε μόνος
με θέλημά σου, μήτε με τη βία,
μήτε μ' άλλο κανένα τρόπο, αν θέλης
να μη γενής αιτία και του δικού σου
χάμου και μένα, που σου είμαι ικέτης.
ΝΕΟΠΤΟΛΕΜΟΣ
Έγνοια σου και το νου μου θα 'χω· σ' άλλου
χέρια δεν πάνε, εκτός απ' τα δικά μου
και τα δικά σου· δόσε τα κι ας είναι
η ώρα η καλή.
ΦΙΛΟΚΤΗΤΗΣ
Να, πάρε τα, παιδί μου,
και το Φθόνο προσκύνα, μη σου γίνουν
και σένα πολυστέναχτα, όπως ήταν
σε μένα και τον πρώτο κάτοχό τους.
ΝΕΟΠΤΟΛΕΜΟΣ
Ω θεοί, ας μας έβγη σε καλό των δυο μας
κι ο αγέρας πρίμος ας μας προβοδίζη
όπου ο Θεός το κρίνει δίκιο κι όπου
ετοιμαζόμαστε να πάμε.
ΦΙΛΟΚΤΗΤΗΣ
Αχ, γυιε μου,
φοβούμαι μην του κάκου πάη η ευχή σου,
γιατί μου ξαναρχίζει μαύρο γαίμα
βαθιά 'πο την πληγή μου ν' αναδίνη
και νέα πάλι θα 'χωμε· ω πω, πω πω!
Θεοκατάρατε Θειακέ, και να 'ταν
πέρα και πέρα μες στα σωθικά σου
να σου ρίζωνε αυτός ο σφάχτης. Αχ, αχ
και πάλιν αχ· ω διπλοί στρατηλάτες,
Μενέλαε και Αγαμέμνονα, πως να 'ταν
αντίς εμέ να θρέφατε ίσα χρόνια
την αρρώστεια μου εσείς. Ω αλλίμονό μου,
ω θάνατε, αχ ω θάνατε, πώς έτσι
που σε καλούνε πάντα νύχτα – μέρα,
πώς δεν μπορείς τέλος να 'ρθής; Μα, γυιε μου,
εσύ έλα καν, γενναία ψυχή, και πιάσε
σ' αυτή που λένε τη φωτιά της Λήμνου
να με κάψης· και 'γω το ίδιο να κάμω
δέχτηκα μια φορά στο γυιο του Δία,
αντίς γι' αυτά που μου φυλάς τα τόξα.
Μα δε μιλάς, παιδί, γιατί σωπαίνεις;
πού είσαι; πού βρίσκεσαι, παιδί;
ΝΕΟΠΤΟΛΕΜΟΣ
Έτσι στέκω
βουβός και κλαίω από μέσα μου για σένα.
ΦΙΛΟΚΤΗΤΗΣ
Μα έχε και θάρρος, γυιε μου· όπως με πιάνει
με μιας η αρρώστεια, έτσι με μιας και φεύγει.
Μα σε ξορκίζω, μη μ' αφήσης μόνο.
ΝΕΟΠΤΟΛΕΜΟΣ
Μη φοβάσαι, θα μείνωμε.
ΦΙΛΟΚΤΗΤΗΣ
Θα μείνης
αλήθεια;
ΝΕΟΠΤΟΛΕΜΟΣ
Να είσαι βέβαιος.
ΦΙΛΟΚΤΗΤΗΣ
Μα με όρκους
δε θα 'θελα, παιδί μου, να σε δέσω.
ΝΕΟΠΤΟΛΕΜΟΣ
Κανείς θεός δε θα το συχωρούσε
να σηκωθώ να φύω χωρίς εσένα.
ΦΙΛΟΚΤΗΤΗΣ
Δόσε λοιπόν το χέρι σου.
ΝΕΟΠΤΟΛΕΜΟΣ
Το δίνω
πως θε να μείνω.
ΦΙΛΟΚΤΗΤΗΣ
Εκεί, να, από κει τώρα. .
ΝΕΟΠΤΟΛΕΜΟΣ
Τι εκεί;
ΦΙΛΟΚΤΗΤΗΣ
Να, επάνω. . .
ΝΕΟΠΤΟΛΕΜΟΣ
Τι παθαίνεις πάλι;
γιατί στον ουρανό γυρνάς τα μάτια;
ΦΙΛΟΚΤΗΤΗΣ
Άφις, άφις με.
ΝΕΟΠΤΟΛΕΜΟΣ
Πού θες να σ' αφήσω;
ΦΙΛΟΚΤΗΤΗΣ
Άφις με τέλος.
ΝΕΟΠΤΟΛΕΜΟΣ
Όχι, δε σ' αφήνω.
ΦΙΛΟΚΤΗΤΗΣ
Θα με σκοτώσης, αν μ' αγγίξης.
ΝΕΟΠΤΟΛΕΜΟΣ
Να που
σ' αφήνω, αν είσαι πιο στα σύγκαλά σου.
ΦΙΛΟΚΤΗΤΗΣ
Ω γη, δέξου με συ, όπως είμαι τώρα
του θανάτου, γιατί πια δε μ' αφήνουν
οι πόνοι αυτοί στα πόδια μου να στέκω.
ΝΕΟΠΤΟΛΕΜΟΣ
Φαίνεται δε θ' αργήση ακόμα ο ύπνος
να τον πάρη· να, γερν' η κεφαλή του
κι ο ίδρως απ' όλο το κορμί του στάζει·
μια φλέβα μαύρη τού άνοιξε στην άκρη
του ποδιού του· και τρέχει αίμα ποτάμι.
Μ' ας τον αφήσωμε ήσυχο, παιδιά,
για να τον πάρη στα βαθιά του ο ύπνος.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)
