Παρασκευή 2 Αυγούστου 2024

ΑΝΝΙΒΑΣ - Ο Α’ Β’ Γ’ ΚΑΡΧΗΔΟΝΙΑΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΟΙ ΜΑΧΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ (ΜΕΡΟΣ Α')

ΑΝΝΙΒΑΣ - Ο Α’ Β’ Γ’ ΚΑΡΧΗΔΟΝΙΑΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

Καρχηδονιακοί Πόλεμοι

Οι τρεις πόλεμοι μεταξύ της Καρχηδόνας και της Ρώμης, οι οποίοι πραγματοποιήθηκαν μεταξύ του 264 π.Χ. και του 146 π.Χ. (264 π.Χ. - 242 π.Χ. ο πρώτος, 219 π.Χ. - 202 π.Χ. ο δεύτερος, 149 π.Χ. - 146 π.Χ. ο τρίτος) και κατέληξαν στην ολοσχερή καταστροφή της Καρχηδόνας. Όταν οι Ρωμαίοι, μετά τη νίκη τους επί του βασιλιά της Ηπείρου, Πύρρου, βρέθηκαν στο στενό της Μεσσήνης, ήταν επόμενο –εφόσον περιέλαβαν στη σφαίρα της επιρροής τους ολόκληρη τη νότια Ιταλία– να αναλάβουν και την υπεράσπιση των συμφερόντων των εκεί Ελληνικών πόλεων.

Ήταν αναπόφευκτη, λοιπόν, η αντίθεση με τους Καρχηδόνιους, με αποτέλεσμα να ξεσπάσουν οι πόλεμοι που διήρκεσαν περισσότερο από έναν αιώνα. Αφορμή για τη σύγκρουση υπήρξε μια διαμάχη που εκδηλώθηκε στη Μεσσήνη μεταξύ δύο πολιτικών παρατάξεων, οι οποίες, για να απαλλαγούν από την πολιορκία του Ιέρωνα, βασιλιά των Συρακουσών, ζήτησαν τη βοήθεια η μία των Καρχηδόνιων και η άλλη των Ρωμαίων. Ο πόλεμος αυτός σύντομα προσέκτησε τον χαρακτήρα πάλης για την κυριαρχία στην κεντρική Μεσόγειο. 

Με αξιοθαύμαστη ταχύτητα η Ρώμη συγκρότησε έναν αξιόλογο στόλο, με τον οποίο πέτυχε δύο νίκες: του 260 π.Χ. κοντά στις Μύλες, χάρη στον Γάιο Δουίλιο, και του 256 π.Χ. κοντά στο ακρωτήριο Έκνομο, χάρη στον Μάρκο Ατίλιο Ρήγουλο. Αυτός μετέφερε κατόπιν τον πόλεμο στο Αφρικανικό έδαφος, αλλά νικήθηκε από τις Καρχηδονιακές δυνάμεις, τις οποίες αναδιοργάνωσε ο Σπαρτιάτης Ξάνθιππος.

Έτσι, για αρκετό διάστημα ο πόλεμος περιορίστηκε κατά μήκος των σικελικών ακτών, με φάσεις που εναλλάσσονταν, έως ότου οι Ρωμαίοι κατόρθωσαν να ναυπηγήσουν νέο ισχυρό στόλο, με τον οποίο ο Λουτάτιος Κάτουλος συνέτριψε το 242 π.Χ. τον καρχηδονιακό στις Αιγάδες. Τότε η Καρχηδόνα σύναψε ειρήνη με τη Ρώμη, αναλαμβάνοντας την υποχρέωση να πληρώσει πολεμική αποζημίωση και να αποσυρθεί από όλη τη Σικελία (και κατόπιν από τη Σαρδηνία και την Κορσική), η οποία αποτέλεσε την πρώτη Ρωμαϊκή επαρχία.

Ωστόσο, η Καρχηδόνα επεδίωξε να καλύψει με άλλον τρόπο τις απώλειές της, στρέφοντας τις βλέψεις της στην Ισπανία, χώρα με μυθώδη μεταλλευτικό πλούτο. Η διείσδυσή της, που άρχισε με τον Αμίλκα Βάρκα, ο οποίος ίδρυσε εκεί τη Νέα Καρχηδόνα (σημερινή Καρθαγένη), συνεχίστηκε από τον Ασδρούβα, χωρίς να επέμβει η Ρώμη, η οποία τότε αντιμετώπιζε τις Γαλατικές επιδρομές στη βόρεια Ιταλία. 

Όταν όμως το 219 π.Χ. ο Αννίβας, που στο μεταξύ είχε αναλάβει την ηγεσία των Καρχηδονιακών δυνάμεων, κατέλαβε την πόλη Σάγουντο (συμμαχική προς τη Ρώμη), οι Ρωμαίοι συνειδητοποίησαν πόσο επικίνδυνοι είχαν καταστεί οι παλιοί αντίπαλοί τους και τους κήρυξαν τον πόλεμο· αυτή ήταν η έναρξη της δεύτερης φάσης της πολεμικής σύγκρουσης (219 π.Χ.-202 π.Χ.).


Ο Αννίβας, ένας από τους μεγαλύτερους στρατηλάτες της αρχαιότητας, επικεφαλής ενός άριστα εκπαιδευμένου στρατού, εφοδιασμένου με θωρακισμένους ελέφαντες, πραγματοποίησε μια τολμηρή πορεία, διέβη τα Πυρηναία και τις Άλπεις και εμφανίστηκε στην κοιλάδα του Πάδου, όπου τον περίμεναν οι Γαλάτες, προσφέροντάς του αξιόλογη ενίσχυση. 

Έπειτα από μια πρώτη νικηφόρα σύγκρουση στον ποταμό Τιτσίνο, ο Αννίβας διέλυσε τον πολυπληθέστερο ρωμαϊκό στρατό (218 π.Χ.). Τους νίκησε πάλι το επόμενο έτος, κοντά στη λίμνη Τρασιμένη, προξενώντας τους σημαντικές απώλειες. Σε μια υπέρτατη προσπάθεια, το 216 π.Χ., οι Ρωμαίοι αντιμετώπισαν τον Αννίβα –ο οποίος είχε κατέβει στο μεταξύ στα Ν, απ’ όπου ήταν εύκολη η επικοινωνία με την Καρχηδόνα– σε μια μεγαλειώδη μάχη στις Κάννες της Απουλίας και για μία ακόμη φορά, αφού βρέθηκαν μέσα σε έναν θανάσιμο κλοιό, υπέκυψαν, χάνοντας όλο τον στρατό τους. 

Σε αυτή τη δραματική αλληλοδιαδοχή καταστροφών, η Ρώμη κατόρθωσε να επιδείξει θαυμαστή σταθερότητα, κινητοποιώντας όλες τις διαθέσιμες δυνάμεις της. Ο Αννίβας δεν τόλμησε να πολιορκήσει τη Ρώμη· κυρίαρχος στόχος του ήταν να την εξασθενήσει, απογυμνώνοντάς την από τους συμμάχους της, από τους οποίους γνώριζε ότι προέρχονταν οι ανεξάντλητες ενισχύσεις της. Αντίθετα, η ελευθερία, που ο ίδιος απηύθυνε στους Ιταλιώτες, δεν βρήκε απήχηση παρά σε λίγες ελληνικές πόλεις, όπως στις Συρακούσες, στον Τάραντα καθώς και στην Καπύη. 

Οι Ρωμαίοι κατόρθωσαν έτσι να εφαρμόσουν την τακτική φθοράς του εχθρού, την οποία είχε εγκαινιάσει ο Φάβιος Μάξιμος, ο οποίος επονομάστηκε γι’ αυτό τον λόγο cunctator (= αναβλητικός). Η τακτική αυτή περιλάμβανε μεμονωμένες παρενοχλήσεις φθοράς και παθητική αντίσταση, χωρίς ποτέ να δεχθούν οι Ρωμαίοι την κατά μέτωπο επίθεση, στην οποία ο Αννίβας ήταν ανυπέρβλητος. 

Παράλληλα, με μια έντονη διπλωματική δραστηριότητα στην Ελλάδα (όπου υποκίνησαν εναντίον του συμμάχου του Αννίβα, Φιλίππου Ε’ της Μακεδονίας, την Αιτωλική συμπολιτεία), στην Αφρική και στην Ισπανία, οι Ρωμαίοι κατόρθωσαν να παρεμποδίσουν την αποστολή βοήθειας στον Αννίβα Το 212 π.Χ., οι Ρωμαίοι ανακατέλαβαν την Καπύη και τις Συρακούσες. Εκεί ο Μάρκελλος χρειάστηκε να αντιμετωπίσει ισχυρά αμυντικά έργα, προϊόντα της ιδιοφυΐας του Αρχιμήδη.


Στην Ισπανία, εξάλλου, ο νεαρός στρατηγός Πόπλιος Σκιπίων είχε αξιόλογες επιτυχίες. Το 207 π.Χ., ο Ασδρούβας κατόρθωσε να διαφύγει από την καταδίωξη του Σκιπίωνα και, επαναλαμβάνοντας την πορεία του αδελφού του, Αννίβα, εμφανίστηκε απειλητικός στην Ιταλία με τον εμπειροπόλεμο στρατό του· τελικά όμως νικήθηκε κοντά στον ποταμό Μέταυρο. 

Το γεγονός αυτό αποτέλεσε για τον Αννίβα το τέλος των προσδοκιών του για νικηφόρα έκβαση της εκστρατείας του. Πραγματικά, λίγο αργότερα ανακλήθηκε στην Καρχηδόνα, όπου είχε ήδη αποβιβαστεί ο Σκιπίων, ο οποίος με τον ογκώδη στρατό του –ενισχυμένο από το ισχυρό ιππικό του βασιλιά της Νουμιδίας Μασσανάσση– ανέτρεπε όλο το αμυντικό σύστημα γύρω από την Καρχηδόνα. Στην τελική σύγκρουση, που έλαβε χώρα στη Ζάμα το 202 π.Χ., η νίκη έγειρε προς την πλευρά των Ρωμαίων.

Έτσι έληξε ο πόλεμος· η Καρχηδόνα υποχρεώθηκε να δεχτεί πολύ σκληρούς όρους: απώλεια των κτήσεών της στην Αφρική, καταβολή βαρύτατων φόρων, καταστροφή του στόλου της και εγκατάλειψη κάθε φιλοδοξίας στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής. 
Μετά τη νίκη της, η Ρώμη βρέθηκε μπροστά σε νέες υποχρεώσεις. 

Έπρεπε να οργανώσει τις νέες κτήσεις στην Ισπανία, να επιβάλει τάξη στην Ελλάδα και την υπεροχή της σε όλες τις παραθαλάσσιες χώρες της Ελληνιστικής Ανατολής. Κύριο μέλημά της ήταν να παγιώσει παντού την ειρήνη, την pax romana, εξουδετερώνοντας τις επικίνδυνες εστίες ανταρσίας: μέσα σε αυτά τα πλαίσια τοποθετείται ο Γ’ Καρχηδονιακός πόλεμος (149 π.Χ.-146 π.Χ.). Ο Κάτων, εκπρόσωπος της πιο συντηρητικής μερίδας της ρωμαϊκής αριστοκρατίας, για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν έπαυε να επαναλαμβάνει ότι η Καρχηδόνα αναλάμβανε δυνάμεις και ότι μπορούσε να απειλήσει την πολιτική σταθερότητα της Μεσογείου. 

Όταν το 149 π.Χ. οι Καρχηδόνιοι έκαναν το σφάλμα να κηρύξουν τον πόλεμο κατά της Νουμιδίας, δίχως να ζητήσουν τη συγκατάθεση της Ρώμης, αυτή βρήκε το πρόσχημα για να τη συντρίψει οριστικά: έστειλε στην Αφρική τον Σκιπίωνα Αιμιλιανό, ο οποίος απαίτησε από τους κατοίκους της Καρχηδόνας να εγκαταλείψουν την πόλη τους και να εγκατασταθούν αλλού. Οι Καρχηδόνιοι αρνήθηκαν και κλείστηκαν μέσα στα τείχη για να αμυνθούν μέχρις εσχάτων.

 
Ο Σκιπίων κυρίευσε την πόλη πολεμώντας από συνοικία σε συνοικία και το 146 π.Χ. την ισοπέδωσε. Έτσι, έκλεισε ο κύκλος των Καρχηδονιακών πολέμων και η Ρώμη διατήρησε υπό τον έλεγχό της όλες τις ακτές της Μεσογείου. Ο Καρχηδόνιος στρατηγός Αννίβας.

Καρχηδόνα

Η Καρχηδόνα είναι προάστιο της Τύνιδας, πρωτεύουσας της Τυνησίας, με πληθυσμό της τάξεως των 20.715 (σύμφωνα με την απογραφή του 2004), ενώ αποτέλεσε το κέντρο της Καρχηδονιακής Αυτοκρατορίας κατά την Αρχαιότητα. Η πόλη υπάρχει για χρονικό διάστημα διάρκειας 3.000 ετών, μεταλλασσόμενη από μια απλή Φοινικική αποικία της πρώτης 1000 ετίας π.Χ. στην πρωτεύουσα μιας αρχαίας αυτοκρατορίας.

Ο πρώτος πολιτισμός που αναπτύχθηκε εντός της σφαίρας επιρροής της πόλης αναφέρεται ως "Punic" (μια μορφή της λέξης "Φοινικικός") ή Καρχηδονιακός. Η πόλη της Καρχηδόνας βρίσκεται στην ανατολική πλευρά της Λίμνης Τύνιδας, η οποία βρίσκεται στο κεντρικό τμήμα της Τυνησίας. Σύμφωνα με Έλληνες ιστορικούς, η Καρχηδόνα ιδρύθηκε από, ομιλούντες την Χαναανική, Φοίνικες αποίκους από την Τύρο (ευρισκόμενη στον σύγχρονο Λίβανο) υπό την ηγεσία της Ελίσσα, η οποία άλλαξε ονομασία (Βασίλισσα Διδώ) στην Αινειάδα του Βιργιλίου. 

Εξελίχθηκε σε μεγάλη και εύπορη πόλη και, ως συνέπεια, κυρίαρχη δύναμη στην Μεσόγειο. Η αντιπαλότητα, που ήρθε ως αποτέλεσμα αυτού, με τις Συρακούσες, την Νουμιδία, και την Ρώμη συνοδεύτηκε από αρκετούς μεταξύ τους πολέμους, στην διάρκεια των οποίων πραγματοποιήθηκαν εκατέρωθεν εισβολές στα εδάφη των άλλων.

Η εισβολή του Αννίβα στην Ιταλία κατά την διάρκεια του Β΄ Καρχηδονιακού Πολέμου είχε ως αποτέλεσμα τη νίκη στις Κάννες, ενώ έθεσε σε σημαντικό κίνδυνο της συνέχιση της Ρωμαϊκής κυριαρχίας στην Ιταλία. Ωστόσο, η Καρχηδόνα βγήκε αποδυναμωμένη από αυτή την σύγκρουση μετά και την ήττα του Αννίβα στην Μάχη της Ζάμας το 202 π.Χ. Μετά το τέλος του Γ΄ Καρχηδονιακού Πολέμου, η πόλη καταστράφηκε ολοσχερώς από τους Ρωμαίους το 146 π.Χ.

Ωστόσο, οι Ρωμαίοι επανίδρυσαν την Καρχηδόνα, η οποία κατέστη η τέταρτη σημαντικότερη πόλη της Αυτοκρατορίας και η δεύτερη σημαντικότερη πόλη στην Λατινική Ανατολή. Αργότερα, αποτέλεσε την πρωτεύουσα του βραχύβιου Βασιλείου των Βανδάλων. Παρέμεινε ως μία από τις σημαντικότερες ρωμαϊκές πόλεις μέχρι και την Μουσουλμανική επέλαση, όταν και καταστράφηκε για δεύτερη φορά το 698 π.Χ..


Ο Αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος Αριστοτέλης περιέγραψε αναλυτικά τους πολιτικούς θεσμούς της Καρχηδόνας, ενώ θεωρούσε πως η πόλη είχε μια από τις καλύτερες πολιτικές οργανώσεις στον κόσμο, μαζί με αυτές των ελληνικών πόλεων-κρατών της Αθήνας, της Σπάρτης και της Κρήτης.

Τοπογραφία

Η Καρχηδόνα χτίστηκε σε ένα ακρωτήριο περιτριγυρισμένο από βορά και νότο από θάλασσα. Η τοποθεσία της πόλης την κατέστησε κυρίαρχο εμπορικό σταθμό στην Μεσόγειο. Όσα πλοία ταξίδευαν υποχρεούνταν να περάσουν μεταξύ της Σικελίας και των ακτών της Τυνησίας, όπου η Καρχηδόνα ήταν χτισμένη, αποκομίζοντάς της, έτσι, μεγάλη δύναμη και επιρροή στην ευρύτερη περιοχή.

Δύο μεγάλα, τεχνητά λιμάνια κατασκευάστηκαν εντός της πόλης, το ένα για την φιλοξενία του πολυάριθμου ναυτικού στόλου των 220 πλοίων που διέθετε η πόλη και το άλλο για εμπορική χρήση. Ένας περιτειχισμένος πύργος επέβλεπε και τα δύο λιμάνια.

Η πόλη διέθετε ισχυρά τείχη, μήκους 37 χιλιομέτρων, μεγαλύτερα των τειχών πόλεων ανάλογου μεγέθους. Το μεγαλύτερο τμήμα των τειχών βρισκόταν από την πλευρά της στεριάς, κάτι που αν και μπορεί, αρχικώς, να φανεί παράξενο, είναι απολύτως λογικό, καθώς η κυριαρχία της Καρχηδόνας στην θάλασσα καθιστούσε ιδιαιτέρως απίθανη οποιαδήποτε περίπτωση επίθεσης από εκείνη την κατεύθυνση. Τα 4 με 4,8 χιλιόμετρα μήκους του τείχους που εκτεινόταν κατά μήκος του ισθμού και προς τα δυτικά ήταν ιδιαιτέρως μεγάλα, κάτι που εξηγεί, ουσιαστικά, τον λόγο για τον οποίο παρέμειναν απαραβίαστα.

Η πόλη είχε μια μεγάλη νεκρόπολη ή χώρο ταφής των νεκρών, περιοχή θρησκευτικών μνημείων και ναών, υπαίθριες αγορές, βουλευτήριο, πύργους, καθώς και έναν θέατρο, ενώ ήταν χωρισμένη σε τέσσερις ισοδύναμες περιοχές κατοικίας, παρόμοιας έκτασης. Στο κέντρο της πόλης έστεκε το υπερυψωμένο φρούριο, γνωστό και ως Μπιρσά.

Η Καρχηδόνα ήταν μια από τις μεγαλύτερες πόλεις κατά τους Ελληνιστικούς χρόνους (σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις, μονάχα η Αλεξάνδρεια ήταν μεγαλύτερη), ενώ παρέμεινε τέτοια μέχρι και λίγο πριν την προ της βιομηχανικής επανάστασης περίοδο.


Ιστορία

Η ιστορική μελέτη της Καρχηδόνας αποδεικνύεται ιδιαιτέρως προβληματική. Κι αυτό γιατί ο πολτισμός καθώψς και τα επίσημα έγγραφά της καταστράφηκαν από τους Ρωμαίους με το τέλος του Γ΄ Καρχηδονιακού Πολέμου, με αποτέλεσμα οι πρωτογενείς Καρχηδονιακές πηγές που έχουν επιζήσει μέχρι σήμερα να είναι ελάχιστες. 

Ενώ υπάρχουν ορισμένες αρχαίες μεταφράσεις Φοινικικών κειμένων στα Ελληνικά και τα Λατινικά, με επιγραφές να διατηρούνται σε διάφορα μνημεία και κτίρια που έχουν ανασκαφεί στην Βόρεια Αφρική, οι κύριες πηγές για την εποχή παραμένουν οι Έλληνες και Ρωμαίοι ιστορικοί, στους οποίους περιλαμβάνονται οι Τίτος Λίβιος, Πολύβιος, Αππιανός, Κορνήλιος Νέπως, Σίλιος Ιταλικός, Πλούταρχος, Δίων Κάσσιος και Ηρόδοτος. Οι συγγραφείς αυτοί ανήκαν σε ανταγωνιζόμενους λαούς, οι οποίοι τις περισσότερες φορές βρίσκονταν σε πόλεμο με την Καρχηδόνα. 

Οι Ελληνικές Πόλεις συγκρούστηκαν με την Καρχηδόνα για την κυριαρχία στην Σικελία, ενώ οι Ρωμαίοι ξεκίνησαν τρεις πολέμους ενάντια της Καρχηδόνας. Δίχως ιδιαίτερη έκπληξη, τα γραφόμενά τους για την Καρχηδόνα είναι ιδιαιτέρως εχθρικά, αν και υπάρχουν ορισμένοι Έλληνες συγγραφείς οι οποίοι είχαν μια πιο θετική ματιά, αν και τα συγγραφικά τους έργα έχουν χαθεί.

Περί Ιδρύσεως Μύθοι

Βασίλισσα Ελίσσα (Διδώ)

Σύμφωνα με τις Ρωμαϊκές πηγές, Φοίνικες άποικοι προερχόμενοι από τον σημερινό Λίβανο, υπό την ηγεσία της Βασίλισσας Διδώς (Ελίσσα), ίδρυσαν την Καρχηδόνα. Η Βασίλισσα Ελίσσα (γνωστή, επίσης, και ως "Αλισσάρ") ήταν εξόριστη πριγκίπισσα της παλιάς Φοινικικής πόλης της Τύρου. Στο απόγειο της δύναμής της, η μητρόπολη την οποία ίδρυσε, η Καρχηδόνα, έφτασε να αποκαλείται ως η "Λαμπερή Πόλη," έχοντας υπό τον έλεγχό της άλλες 300 πόλεις περιμετρικά της Δυτικής Μεσογείου και ηγούμενη του Φοινικικού κόσμου.

Ο αδερφός της Ελίσσα, Βασιλιάς Πυγμαλίων της Τύρου, είχε δολοφονήσει τον σύζυγό της, τον αρχιερέα. Η Ελίσσα κατόρθωσε να ξεφύγει από την τυραννία της ίδιας της της χώρας, ιδρύοντας τη "νέα πόλη" της Καρχηδόνας και, ως αποτέλεσμα, τις μετέπειτα κτήσεις της. Λεπτομέρειες για την ζωή της είναι αποσπασματικές και προκαλούν σύγχυση, όμως το παρακάτω μπορεί να βρεθεί σε αριθμό πηγών. Σύμφωνα με τον Ιουστίνο, η Πριγκίπισσα Ελίσσα ήταν κόρη του Βασιλιά Μάτεν της Τύρου (επίσης γνωστός ως Μπέλος Β΄).

 
Όταν πέθανε, ο θρόνος μεταβιβάστηκε στην ίδια και τον αδερφό της, Πυγμαλίωνα. Παντρεύτηκε τον θείο της Ακέρμπα (επίσης γνωστός ως Σύχος), Αρχιερέα του Μέλκαρτ, έναν άνδρα με ισχύ και πλούτο που θα μπορούσαν να συγκριθούν μονάχα με του βασιλιά. Αυτό οδήγησε στην αύξηση της αντιπαλότητας μεταξύ της θρησκείας και της μοναρχίας.

Ο Πυγμαλίων κυβερνούσε ως τύραννος, με αγάπη τόσο για τα πλούτη όσο και τις δολοπλοκίες, ενώ εποφθαλμιούσε την εξουσία και τα πλούτη του Ακέρμπα. Ο Πυγμαλίων δολοφόνησε τον Ακέρμπα εντός του ναού του και κράτησε κρυφή την εμπλοκή του για καιρό από την αδερφή του, λέγοντάς της σορία ψεμάτων σχετικά με τα αίτια θανάτου του συζύγου της. Τον ίδιο καιρό, οι κάτοικοι της Τύρου απαίτησαν να έχουν έναν μοναδικό άρχοντα.

Αινειάδα του Βιργιλίου

Στο Ρωμαϊκό έπος του Βιργιλίου, την Αινειάδα, η Βασίλισσα Διδώ, η ελληνική ονομασία της Βασίλισσας Ελίσσα, παρουσιάζεται αρχικά ως μια ισχυρή προσωπικότητα που αποπνέει σεβασμό. Σε διάστημα μόλις επτά ετών, μετά την αποχώρησή τους από την Τύρο, οι Καρχηδόνιοι είχαν οικοδομήσει εκ νέου ένα ισχυρό βασίλειο υπό την διοίκησή της. Οι υπήκοοί της την λάτρευαν και τις επιφύλασσαν ιδιαιτέρως κολακευτικά σχόλια για το έργο της. 

Ο ευγενικός της χαρακτήρας αναδεικνύεται ακόμη περισσότερο από τον Βιργίλιο, όταν αυτή θα προσφέρει άσυλο στον Αινεία και τους άνδρες του, οι οποίοι είχαν μόλις γλιτώσει από την άλωση της Τροίας. Ένα πνεύμα υπό την μορφή του αγγελιοφόρου των θεών, Μερκούριου, σταλμένο από τον Γιούπιτερ, υπενθυμίζει στον Αινεία ότι η αποστολή του δεν είναι να καταλύσει στην Καρχηδόνα με τον νέο του έρωτα, Διδώ, αλλά να ταξιδέψει στην Ιταλία για να ιδρύσει την Ρώμη. 

Ο Βιργίλιος ολοκληρώνει την διήγηση του μύθου για την Διδώ με την ιστορία ότι, όταν ο Αινείας εξηγεί στην Διδώ τους λόγους της αποχώρησής του, εκείνη, ούσα απογοητευμένη, διέταξε να υψωθεί μια πυρά στο σημείο όπου θα έπεφτε πάνω στο ξίφος του Αινεία. Καθώς κοιτώταν ετοιμοθάνατη, καταράστηκε ο λαός του Αινεία να βρίσκεται πάντα σε πόλεμο με τον δικό της: "γεννηθείτε από τα κόκαλά μου, πνεύματα της εκδίκησης" (4.625, trans. Fitzgerald) λέει, σε μια πιθανή προοικονομία για τον Αννίβα.

 
Οι λεπτομέρειες, ωστόσο, της αφήγησης του Βιργιλίου, δεν αποτελούν κομμάτι του αρχικού μύθου και αποτελούν περισσότερο δείγμα των Ρωμαϊκών αισθημάτων απέναντι στην πόλη που μόλις είχαν καταστρέψει, παράδειγμα των οποίων είναι και η διάσημη φράση του Κάτωνα του Πρεσβύτερου, Carthago delenda est, ''Η Καρχηδόνα πρέπει να καταστραφεί''.

Οικονομία

Οι κυριότερες ασχολίες των κατοίκων ήταν η γεωργία και το εμπόριο. Η πόλη έγινε εμπορικό κέντρο και διέθετε σπουδαία ναυτική δύναμη, ώστε να συναγωνίζεται τους Έλληνες και τους Ετρούσκους. Κυριότερος όμως ανταγωνιστής και αντίπαλος ήταν η Ρώμη.

Ιστορία των Πολέμων

Οι δύο πόλεις άρχισαν πόλεμο μεταξύ τους, που διακρίνεται σε τρεις περιόδους:
  • Ο Α΄ Ρωμαιο-Καρχηδονιακός Πόλεμος 264 - 241 π.Χ.,
  • Ο Β΄ Ρωμαιο-Καρχηδονιακός Πόλεμος 218 - 201 π.Χ.Και στους δύο αυτούς πολέμους οι Καρχηδόνιοι νικήθηκαν από το στρατό των Ρωμαίων.
  • Ο Γ΄ Ρωμαιο-Καρχηδονιακός Πόλεμος 149 - 146 π.Χ., ήταν ο μοιραίος για την Καρχηδόνα. Σε αυτόν η πόλη ισοπεδώθηκε και οι κάτοικοί της πωλήθηκαν ως δούλοι.
Ρωμαϊκή Δημοκρατία

Με τον όρο Ρωμαϊκή Δημοκρατία (Res publica Romanorum) εννοούμε εκείνη την περίοδο της Ρωμαϊκής ιστορίας κατά την οποία οι Ρωμαίοι εκδιώκοντας τον τελευταίο βασιλιά τους τον Ετρούσκο Λεύκιο Ταρκύνιο, εγκαθίδρυσαν παράλληλα το πολίτευμα της res publica. Η περίοδος αυτή της δημοκρατίας, ή ρεπουμπλικανική περίοδος ξεκινά με την εκθρόνιση του τελευταίου Ετρούσκου βασιλιά της Ρώμης, του Ταρκύνιου του Υπερήφανου (Tarquinius Superbus), το 509 π.Χ. και τελειώνει με την επικράτηση του Οκταβιανού επί του Μάρκου Αντώνιου στη ναυμαχία του Ακτίου, το 31 π.Χ.

Απόδοση του Όρου στα Ελληνικά

Όσον αφορά τη δημοκρατική περίοδο της Ρωμαϊκής ιστορίας, υπάρχει πρόβλημα με την απόδοση του όρου στα Ελληνικά. Έτσι, ενώ τα παλαιότερα ιστορικά εγχειρίδια προτιμούσαν τους όρους ελεύθερη πολιτεία και Ρωμαϊκή Δημοκρατία, σήμερα προτιμάται ο όρος ρεπουμπλικανική, από το Λατινικό res publica. Είναι ευνόητο ότι στη διάρκεια αυτής της μακράς περιόδου, η Ρώμη μεταβλήθηκε από μία μικρή πόλη-κράτος σε μία υπερπόντια αυτοκρατορία, ενώ αναφύονταν ποικίλα προβλήματα και προκλήσεις, πολιτικής και κοινωνικής φύσης.


Πηγές

Για τους τελευταίους αιώνες της δημοκρατικής περιόδου έχουμε αξιόπιστες πηγές. Ιδιαίτερα για τον τελευταίο αιώνα, από την εποχή των Γράκχων μέχρι τη ναυμαχία στο Άκτιο (133 π.Χ.-31 π.Χ.), υπάρχουν πλούσιες και αξιόπιστες πηγές τόσο από τη φιλολογική παράδοση όσο και από επιγραφές. Δεν πρέπει να παραβλέπουμε, ωστόσο, ότι, ήδη από τα μέσα του 3ου προχριστιανικού αιώνα, η Ρώμη ήταν μία αυτοκρατορία.

Πολιτική Οργάνωση

Με τον όρο res publica αναφερόμαστε γενικά στη μορφή διακυβέρνησης του Ρωμαϊκού κράτους από το 509 π.Χ. έως το 27 π.Χ., όταν ο Οκταβιανός περιβάλλεται με μοναρχική εξουσία και τον τίτλο του Αugustus (Σεβαστός), γεγονός το οποίο, ωστόσο, προβλήθηκε ως η αναβίωση της res publica. Ο όρος αυτός, πάντως, δεν περιγράφει απλώς τους πολιτικούς θεσμούς του κράτους, αλλά ένα ευρύτερο σύνολο κοινωνικών θεσμών που ρυθμίζουν τη λειτουργία του, δηλαδή:

Τον τρόπο δόμησης του πολιτεύματος με τις σύνθετες κοινωνικές διαβαθμίσεις τους θεσμούς της Ρωμαϊκής οικογένειας, της familia τους θρησκευτικούς θεσμούς και τις παραδοσιακές ηθικές αξίες, γνωστές με τον όρο mos maiorum.

Φυσικά, η μορφή διακυβέρνησης δεν παρέμεινε στατική, αλλά υπέστη αλλαγές και μετατροπές, καθώς η μεγέθυνση του Ρωμαϊκού κράτους, επέφερε θεαματική μεταβολή συνθηκών και την ανάδυση νέων προκλήσεων, η μη ανταπόκριση στις οποίες οδήγησε, τελικά, στην κατάρρευση του κυβερνητικού συστήματος, καθώς οι θεσμοί μιας πόλης ήταν ανεπαρκείς για την αυτοκρατορική διακυβέρνηση την οποία ασκούσε η Ρώμη.

Παρά την ανεπάρκεια και την αναξιοπιστία των πηγών των πρώιμων αιώνων της περιόδου αυτής, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι τρία ήταν τα στοιχεία της πολιτικής εξουσίας: οι ύπατοι (consules), η σύγκλητος (senatus) και ο λαός (populus). Οι consules, δύο τον αριθμό, ήταν οι ανώτατοι άρχοντες, των οποίων η θητεία διαρκούσε ένα έτος και ήταν οι φορείς της εκτελεστικής εξουσίας, του imperium. Στις μείζονες αποφάσεις τους, όμως, ακολουθούσαν τη σύγκλητο. Οι προτάσεις των υπάτων υποβάλλονταν σε ψηφοφορία στις λαϊκές συνελεύσεις, τα committia, προκειμένου να καταστούν νόμοι του κράτους.


Ο ιστορικός Πολύβιος θαύμαζε τη σταθερότητα του Ρωμαϊκού πολιτεύματος, η οποία κατά τη γνώμη του οφειλόταν στην ισορροπία των δικαιωμάτων των τριών ομάδων (ύπατοι, σύγκλητος, λαός), καθεμία από τις οποίες αντιπροσώπευε και ένα είδος διακυβέρνησης (μοναρχία, αριστοκρατία, δημοκρατία). Δεν κατανόησε ο Πολύβιος ότι η σταθερότητα δεν οφειλόταν σε αυτό, αλλά στην επικράτηση της αριστοκρατίας. Για τους Ρωμαίους, το κύρος, η αυθεντία της συγκλήτου (auctoritas senatus), αποτελούσε κύριο στοιχείο της πολιτικής ζωής.

Η περιγραφή αυτή του συστήματος διακυβέρνησης, όμως, δεν αποδίδει την πραγματική κατάσταση, διότι τα τρία στοιχεία δεν διατελούσαν ανεξάρτητα το ένα από το άλλο. Και αυτό γιατί η σύγκλητος, τα μέλη της οποίας προέρχονταν από την παραδοσιακή αριστοκρατία, ήταν που εξέλεγε τους υπάτους. Έτσι αυτοί, λόγω της σύντομης διάρκειας της θητείας τους και του ότι ήταν και οι ίδιοι μέλη της συγκλήτου, συνήθως λειτουργούσαν ως εκτελεστικά όργανα της τελευταίας. 

Ακόμα και οι λαϊκές συνελεύσεις ελέγχονταν από την παραδοσιακή αριστοκρατία, εξαιτίας αφενός του τρόπου στάθμισης των ψήφων, σύμφωνα με τον οποίο η ψήφος των πλουσίων είχε πολλαπλάσιο βάρος από εκείνη των φτωχότερων, και αφετέρου των δικτύων πατρωνίας, μέσω των οποίων οι πλούσιοι λειτουργούσαν ως προστάτες των οικονομικά ασθενέστερων με αντάλλαγμα την εξαγορά ψήφων. Ουσιαστικά η παραδοσιακή αριστοκρατία (nobilitas) ασκούσε επομένως απόλυτο έλεγχο στο πολιτικό σύστημα, κάτι που εκφραζόταν με τη μεγάλη ισχύ της συγκλήτου.

Κοινωνική Οργάνωση

Αρχικά, η Ρωμαϊκή κοινωνία χωριζόταν σε δύο ομάδες. Η ανώτερη ήταν οι πατρίκιοι, που κατείχαν το μονοπώλιο σε όλους τους τομείς της εξουσίας, πολιτική, στρατιωτική, δικαστική και θρησκευτική. Ήταν μία αριστοκρατία αίματος, ιδιοκτησίας με σαφώς καθορισμένα προνόμια. Η άλλη ομάδα ήταν οι πληβείοι, αλλιώς plebs (=πλήθος), που παράγεται από το ρήμα pleo (=γεμίζω). Οι πληβείοι ήταν εξαρτημένοι από τους πατρικίους από οικονομική και κοινωνική άποψη. Ήταν μία μεγάλη κοινωνική ομάδα, με ποικίλη σύνθεση, που περιελάμβανε από τα πλέον φτωχά τμήματα έως και ιδιαίτερα πλούσια άτομα. Οι αρκετά πλούσιοι πληβείοι επιθυμούσαν πρόσβαση στα αξιώματα.

Με την εκδίωξη του τελευταίου βασιλιά, οι πατρίκιοι, που αποτελούσαν την αγροτική αριστοκρατία και ήταν οι κεφαλές των εκατό κυριότερων οικογενειών της Ρώμης, οργάνωσαν το νέο πολίτευμα. Στη θέση του βασιλιά τοποθετήθηκαν δύο άρχοντες με ετήσια θητεία, οι ύπατοι, οι οποίοι κυβερνούσαν το κράτος και το στρατό. Σταδιακά θεσπίστηκαν και άλλα ανώτερα αξιώματα, όπως οι δύο κυέστορες που ήταν υπεύθυνοι για τα δημόσια οικονομικά.

 
Όλοι οι αξιωματούχοι ορίζονταν από τη Σύγκλητο, μέλη της οποίας μπορούσαν να γίνουν μόνον πατρίκιοι. Αυτό, βέβαια, δυσαρέστησε πολύ την άλλη κοινωνική ομάδα της Ρώμης, τους πληβείους, δηλαδή τους βιοτέχνες, τους μικροκαλλιεργητές και όλους αυτούς που δεν ανήκαν σε κανένα γένος. Αυτοί, περίπου το 490 π.Χ., συγκεντρώθηκαν σε έναν μικρό λόφο έξω από τη Ρώμη και απείλησαν να ιδρύσουν μία καινούρια, δική τους πόλη αν οι πατρίκιοι συνέχιζαν να τους αγνοούν και να τους καταπιέζουν.

Οι πατρίκιοι υποχώρησαν, καθώς τους χρειάζονταν για στρατιώτες, και έτσι θεσπίστηκε το αξίωμα του τριβούνου (δημάρχου), του οποίου μοναδικό καθήκον ήταν η προστασία των πληβείων από τις πιέσεις των αρχόντων. Σταδιακά, οι πληβείοι κατέκτησαν και άλλα δικαιώματα. Το 450 π.Χ. πέτυχαν να καταγραφεί το δίκαιο, που ως τότε παρέμενε άγραφο και η ερμηνεία του ήταν στα χέρια των πατρικίων, ενώ το 287 π.Χ. πέτυχαν την ψήφιση ενός νόμου που όριζε ότι η συνέλευση των πληβείων μαζί με τους τριβούνους θα μπορούσε να ψηφίσει νόμους που θα ήταν δεσμευτικοί για όλους τους Ρωμαίους.

Αυτοί οι πλούσιοι ενεπλάκησαν σε μία διαμάχη με τους πατρικίους, η οποία διήρκεσε για δύο αιώνες και είναι γνωστή ως η πάλη των ordines. Η διαμάχη κατέληξε με ορισμένες παραχωρήσεις από την πλευρά των πατρικίων. Σε θεσμικό επίπεδο, δημιουργήθηκαν ειδικές συνελεύσεις πληβείων (consilium plebis), στις οποίες προήδρευαν οι 10 δήμαρχοι (tribunibes).

Και οι συνελεύσεις αυτές, όμως, βρίσκονταν κάτω από τον έλεγχο των οικονομικά ισχυρών. Οι πλούσιοι πληβείοι μαζί με την παλαιά αριστοκρατία δημιούργησαν μία νέα αριστοκρατία. Η διαμάχη, λοιπόν, δεν οδήγησε στη δημοκρατικοποίηση της πολιτικής ζωής, όπως είχε συμβεί στις πόλεις της αρχαίας Ελλάδας, αλλά στη διεύρυνση της ομάδας που νεμόταν την εξουσία.

Με την πάροδο του χρόνου, έγινε δύσκολο να διακριθούν οι δύο ομάδες που αποτελούσαν τη νέα αριστοκρατία, καθώς οποιοσδήποτε αναλάμβανε το αξίωμα του υπάτου εξευγένιζε τους απογόνους του, ανεξαρτήτως του εάν ανήκαν στους πατρικίους και στους πληβείους. Μέρος των εξουσιών των υπάτων μεταφέρθηκε σε νέα αξιώματα που δημιουργήθηκαν: στους ταμίες, τους αγορανόμους και τους στρατηγούς (praetores).


Αποτελούσε συνήθη πρακτική να ανεβαίνουν σε όλα τα αξιώματα, ακολουθώντας μία ‘καριέρα’ (cursus honorum). Δεδομένου ότι η θητεία διαρκούσε δώδεκα μήνες, δεν μπορούσε κάποιος να είναι κάτοχος της εκτελεστικής εξουσίας για μεγάλο χρονικό διάστημα. Επίσης, δεν υπήρχε διαφοροποίηση της πολιτικής και της στρατιωτικής εξουσίας, καθώς τη στρατηγία ασκούσαν πολιτικοί άρχοντες, οι στρατηγοί και οι ύπατοι, κάτι το οποίο τους προσέδιδε πρόσθετο κύρος.

Ως στρατιωτικοί άρχοντες είχαν, ακόμη, απόλυτη δικαιοδοσία ποινών στους υφισταμένους τους, κάτι το οποίο αυτομάτως καθιστούσε διστακτικούς τους απλούς πολίτες απέναντι στους κατόχους της εξουσίας. Με τον τρόπο αυτό, η σύγκλητος διασφάλιζε ασφαλή θέση, εφόσον συγκλητικοί κατείχαν τα ανώτερα αξιώματα, ενώ ο ύπατος, ο οποίος ήταν συγκλητικός, καλούνταν να εφαρμόσει τις αποφάσεις των συναδέλφων του.

Όσον αφορά την επίσημη θρησκεία, συγκλητικοί κατείχαν και τα μείζονα ιερατικά αξιώματα. Καθώς το σύνολο του πληθυσμού επιζητούσε την εύνοια των θεών, η επιρροή των ιερέων ήταν μεγάλη, και, επειδή η θρησκεία σχετιζόταν με τη δημόσια ζωή, πολλοί ακολουθούσαν τις οδηγίες τους στον τομέα αυτό. Έτσι, λόγω της ταύτισης των προσώπων που κατείχαν την ιερατική και την πολιτική εξουσία, η θρησκευτική χειραγώγηση αποτελούσε ένα μέσο πρόσθετου ελέγχου. 

Καθώς οι συγκλητικοί ήταν και νομομαθείς, καταλάμβαναν και τα δικαστικά αξιώματα. Αποτέλεσμα όλων των ανωτέρω ήταν οι συγκλητικοί να ασκούν πλήρη έλεγχο στην πολιτική κατάσταση. Οι συγκλητικοί διέθεταν, επιπλέον, πλούτο σε γη. Ήλεγχαν, λοιπόν, και τους αγρότες-μισθωτές της γης τους και, μέσω των εισοδημάτων που αποκτούσαν από το δανεισμό της γης, τις μάζες του αστικού προλεταριάτου, ως πάτρωνες.

Η Ρωμαϊκή Επέκταση

Το Ρωμαϊκό κράτος αυτήν την περίοδο αρχίζει να επεκτείνεται στις γειτονικές περιοχές, και συγκροτεί μία συμμαχία των πόλεων του Λατίου. Αργότερα, οι Ρωμαίοι συγκρούονται με τους Κέλτες της βόρειας Ιταλίας, και τους Σαμνίτες της νότιας. Μέχρι το 280 π.Χ. που εισβάλλει ο Πύρρος, βασιλιάς της Ηπείρου, μετά από την έκκληση για βοήθεια των Ελληνικών πόλεων της Κάτω Ιταλίας, η Ρώμη έχει κυριαρχήσει στην κεντρική Ιταλία. Οι Ρωμαίοι κατάφεραν μετά από αγώνα να αναγκάσουν τον Πύρρο να γυρίσει στην Ελλάδα και κατέλαβαν το 272 π.Χ. την ελληνική πόλη του Τάραντα.


Καρχηδονιακοί Πόλεμοι

Μετά από λίγα χρόνια, ξεσπά ο Α' Καρχηδονιακός πόλεμος (264 π.Χ.-241 π.Χ.). Στο τέλος αυτού του πολέμου οι κουρασμένοι αντίπαλοι, Ρώμη και Καρχηδόνα, κάνουν ειρήνη. Οι Ρωμαίοι κερδίζουν τη Σικελία, τη Σαρδηνία και την Κορσική, και στρέφουν την προσοχή τους στη βόρεια Ιταλία, όπου μέχρι το 220 π.Χ. καταλαμβάνουν την κοιλάδα του Πάδου. Οι Καρχηδόνιοι στρέφονται στην Ισπανία και σύντομα καταλαμβάνουν όλα τα εδάφη μέχρι τον ποταμό Έβρο. 

Όλα έδειχναν ότι οι δύο δυνάμεις είχαν αφήσει ανοιχτούς λογαριασμούς. Εκείνη την εποχή αναλαμβάνει τη διοίκηση των Καρχηδονιακών δυνάμεων ο Αννίβας, που σύντομα θα έδειχνε τη στρατιωτική του ιδιοφυΐα. Περνά τις Άλπεις (218 π.Χ.), μεταφέρει τον πόλεμο στην Ιταλία, και σε δύο φονικές μάχες, στη λίμνη Τρανσιμένη και τις Κάννες (216 π.Χ.) καταφέρνει να συντρίψει τον Ρωμαϊκό στρατό. Οι Ρωμαίοι, όμως, συνήλθαν γρήγορα και κατάφεραν να αντισταθούν και να μεταφέρουν οι ίδιοι τον πόλεμο στην Αφρική.Το 202 π.Χ., ο Αννίβας ηττάται στη Ζάμα από τον Κορνήλιο Σκιπίωνα.

Η Επέκταση στην Ασία

Η Καρχηδόνα υποχρεώθηκε να περιοριστεί στην Αφρική και να πληρώσει μεγάλη χρηματική αποζημίωση. Μόλις τελείωσε ο Β' Καρχηδονιακός πόλεμος, οι Ρωμαίοι εμπλέκονται σε πόλεμο στην Ελληνική ανατολή.Το 197 π.Χ. νίκησαν το Φίλιππο Ε', βασιλιά της Μακεδονίας στις Κυνός Κεφαλαί. Μετά από τέσσερις νικηφόρους Μακεδονικούς πολέμους υποτάσσουν το βασίλειο της Μακεδονίας και το 148 π.Χ. συγκροτούν εκεί την πρώτη τους επαρχία πέρα από την Αδριατική. 

Το 146 π.Χ. νικούν την Αχαϊκή Συμπολιτεία στην μάχη της Λευκόπετρας και κάθε αντίσταση στον Ελληνικό νότο εξουδετερώνεται, ενώ μία εξέγερση της Καρχηδόνας, τον ίδιο χρόνο, συντρίφτηκε. Το 189 π.Χ. νικούν το Σελευκίδη βασιλιά Αντίοχο Γ' στην Μικρά Ασία. Το 133 π.Χ., ο βασιλιάς της Περγάμου, ο Άτταλος Γ' κληροδοτεί το βασίλειό του στη Ρώμη.

Κοινωνικές Συνέπειες

Όμως, οι συνέπειες από αυτές τις επιτυχίες, δεν είναι όλες θετικές για το λαό. Από τη δημιουργία της αυτοκρατορίας, παρουσιάζονται τα πρώτα σημάδια αδυναμίας της συγκλήτου να ασκήσει τον παραδοσιακό της ρόλο, κάτι που οδήγησε στην κρίση της res publica. Με την κατάκτηση τόσων καινούριων εδαφών η εισροή χρυσού και αργύρου γίνεται μαζική, προκαλεί αύξηση των τιμών και ωθεί τους μικροκαλλιεργητές στην χρεωκοπία και τα κατώτερα στρώματα του λαού στη φτώχεια.

 
Η έγγεια περιουσία μαζεύεται στα χέρια μεγάλων γαιοκτημόνων, ενώ η ψαλίδα μεταξύ των φτωχών και των πλουσίων άνοιγε συνεχώς. Αυτή την κατάσταση προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν δύο αδέρφια, οι Γάιος Γράκχος και Τιβέριος Γράκχος, με φιλολαϊκές μεταρρυθμίσεις και ίση διανομή της καλλιεργήσιμης γης σε όλους τους πολίτες. Όμως η αντίδραση των πατρικίων ήταν πολύ μεγάλη και οι Γράκχοι δολοφονήθηκαν. Εν τω μεταξύ το πολίτευμα της Ρώμης βυθιζόταν όλο και πιο πολύ στην ασυδοσία και τη διαφθορά, παρόλο που η Ρώμη συνέχιζε να επεκτείνεται κυρίως λόγω φιλόδοξων στρατηγών.

Νουμιδία

H Νουμιδία ήταν αρχαίο βερβερικό βασίλειο της Βόρειας Αφρικής, στη θέση της σημερινής Αλγερίας και τμήματος της Τυνησίας. Διήρκεσε από το 201 π.Χ. ως το 46 π.Χ. Οι κάτοικοί της χωρίζονταν σε φυλές και φυσιογνωμικά δε διαχωρίζονταν από τους άλλους Βέρβερους της βόρειας Αφρικής. Πρωτεύουσα ήταν η Κίρτη, σημερινή Κωνσταντίνη της Αλγερίας. Αργότερα αποτέλεσε Ρωμαϊκή επαρχία με το ίδιο όνομα.

Θέση

Τοποθετείται γεωγραφικά στα ανατολικά σύνορα της σύγχρονης Αλγερίας και γειτνίαζε με τη Ρωμαϊκή επαρχία της Μαουρετάνια (σημερινά κράτη Αλγερία και Μαρόκο) στα δυτικά, ανατολικά με την επαρχία Άφρικα, ενώ βόρεια βρεχόταν από τη Μεσόγειο και νότια είχε την έρημο Σαχάρα.

Ονομάστηκε έτσι απ' τους αρχαίους Έλληνες και Ρωμαίους, πιθανόν γιατί η περιοχή κατοικούνταν από νομάδες.

Βερβερικό Βασίλειο

Το 206 π.Χ., η Νουμιδία χωρίζεται σε δυο βασίλεια: ο βασιλιάς Σύφαξ της δυτικής Νουμιδίας είναι ο πιο ισχυρός και υποστηρίζει τον Αννίβα στους Καρχηδονιακούς Πολέμους, ενώ από εκείνη τη χρονιά ο Μασινίσα της ανατολικής Νουμιδίας άρχισε να υποστηρίζει τους Ρωμαίους, καθώς έχανε έδαφος απέναντι στο Σύφακα.

Το 201 π.Χ. η Ρώμη νικάει την Καρχηδόνα και όλη η Νουμιδία περνάει υπό την εξουσία του Μασινίσα, ο οποίος το 148 π.Χ. πεθαίνει και το βασίλειο διαιρείται σε μικρότερα. Το 113 π.Χ. στην εξουσία ανέρχεται ο Ιουγούρθας.


Στη Ρωμαϊκή Εποχή

Το 46 π.Χ., ολόκληρο το βασίλειο περνάει υπό τη διοίκηση της Ρώμης: το 29 π.Χ., βασιλιάς γίνεται ο σύμμαχος της Ρώμης Ιούβας Β' και τέσσερα χρόνια αργότερα του παραχωρείται και η επαρχία Μαουρετάνια. Ήδη η Νουμιδία έχει φτάσει μέχρι τη Θηβέστη (Τεμπέσα). Οι Νουμίδες αποτελούν συχνά τμήμα του Καρχηδονιακού στρατού.

Δυο αιώνες αργότερα, η Νουμιδία θα γίνει ξεχωριστή επαρχία, ενώ τον 4ο αιώνα θα γίνει το κέντρο του Δονατισμού, εκκλησιαστικού σχίσματος της τοπικής εκκλησίας της Βορείου Αφρικής. Ερημώθηκε ολοκληρωτικά κατά την επιδρομή των Βανδάλων τον 5ο μ.Χ. αι. και το 10ο αιώνα οι Νουμίδες ασπάστηκαν το χριστιανισμό.

Αννίβας Μπάρκα ο Καρχηδόνιος

Ο νικητής των Καννών θεωρείται σήμερα ένας από τους σημαντικότερους στρατηγούς της ιστορίας. Αν και ήταν άτυχος όσον αφορά στα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα των εκστρατειών του, η τακτική του ιδιοφυία δεν είναι δυνατό να αμφισβητηθεί.

Ο Αννίβας γεννήθηκε το 247 π.Χ. στην Καρχηδόνα. Το όνομά του στη γλώσσα του ήταν Hanba’al που σημαίνει “Χάρη” ή “Ευχή” του Μπάαλ. Ο τελευταίος είναι ο κύριος θεός του Φοινικικού πανθέου και η λατρεία του ήταν από τις πλέον αιματηρές, αφού «απαιτούσε» ανθρωποθυσίες.

Η Αννίβας ήταν μάρτυρας, σε τρυφερή ηλικία, της ταπείνωσης της Καρχηδόνας στα χέρια των Ρωμαίων κατά τη διάρκεια του Α΄ Καρχηδονιακού πολέμου, που σηματοδότησε την αρχή της παρακμής της πανίσχυρης εμπορικής αυτοκρατορίας των Φοινίκων της Δύσης.

Ο πατέρας του, Χάμιλκαρ Μπάρκα, ήταν ένας από τους πιο επιτυχημένους Καρχηδόνιους ηγέτες, ιδιαίτερα όσον αφορά στα πολεμικά πράγματα και μέγιστος εχθρός της Ρώμης. Σε αυτό το πλαίσιο αποδίδεται και ο «όρκος του Αννίβα», αφού – όπως διασώζουν Ρωμαϊκές πηγές – ο Χάμιλκαρ έβαλε τον Αννίβα να ορκιστεί ότι θα μισεί για πάντα τους Ρωμαίους.

Μαζί με τον πατέρα του ο Αννίβας μετοίκησε στις κτήσεις της Καρχηδόνας στην Ισπανία, όπου είδε τον Χάμιλκαρ να πεθαίνει το 229 π.Χ. Περίπου την εποχή αυτή ο Αννίβας άρχισε να ενδιαφέρεται περισσότερο για τα στρατιωτικά πράγματα και οκτώ χρόνια μετά, όταν ο διάδοχος του Χάμιλκαρ, Ασδρουβάλ, δολοφονείται, ο Αννίβας ανακηρύσσεται ηγέτης των Καρχηδόνιων στην Ισπανία. Βάζει στόχο του την κατάκτηση της Ιβηρικής, αλλά η προσπάθειά του θα φέρει την Καρχηδόνα σε σύγκρουση με τη Ρώμη για μία ακόμη φορά.

Η αφορμή για τον Β΄ Καρχηδονιακό πόλεμο δόθηκε με την κατάληψη από τον Αννίβα του Σάγουντα και τα γεγονότα που ακολούθησαν μέχρι τις Κάννες μπορείτε να τα διαβάσετε στο κυρίως θέμα.

Μετά τις Κάνες ο Αννίβας δεν θέλησε να πολιορκήσει τη Ρώμη – για λόγους που ακόμη και σήμερα μοιάζουν θολοί – αλλά συνέχισε την τακτική του πολέμου φθοράς, στην οποία ήταν μοιραίο ότι δεν μπορούσε να αντέξει επ’ αόριστον, τόσο μακριά από τη χώρα του και από τις βάσεις στρατολόγησής του.

Ο Αννίβας παρέμεινε για μερικά χρόνια ακόμη στην Ιταλία και συνέχισε να νικά τους Ρωμαίους όπου τους έβρισκε, ωστόσο η «νέα πολιτική» της αιώνιας Πόλης ήταν μια αντιγραφή της στρατηγικής του Αννίβα: Μετέφερε τον πόλεμο στην χώρα του εχθρού, δηλαδή στο κύριο πεδίο στρατολόγησης μισθοφόρων, την Ιβηρική, αλλά και την Αφρική και την ίδια την Καρχηδόνα.

Το 203 π.Χ. ο Αννίβας είχε την ευκαιρία να συναντήσει στο πεδίο της μάχης, έξω από τις πύλες της Καρχηδόνας, στη Ζάμα, έναν στρατηγό σχεδόν ισάξιό του, τον περίφημο Σκιπίωνα τον Αφρικανό.

Η συντριβή του στρατεύματος του Αννίβα σήμανε το οριστικό τέλος της Καρχηδόνας ως εμπορικής αυτοκρατορίας, αν και ο Αννίβας προσπάθησε να αναστυλώσει το κύρος της πατρίδας του με έξυπνες διπλωματικές κινήσεις και οικονομικές μεταρρυθμίσεις λίγα χρόνια μετά το πέρας του πολέμου.

 
Ωστόσο προκάλεσε τη μήνη των προυχόντων της Καρχηδόνας που τον κατέδωσαν στους Ρωμαίους. Για να γλιτώσει στη ζωή του, κατέφυγε στην αυλή του Αντίοχου του Μέγα, του Έλληνα βασιλιά της αυτοκρατορίας των Σελευκιδών, αλλά και εκεί έγινε μάρτυρας της συντριβής των δυνάμεων του Αντίοχου από τους Ρωμαίους στη μάχη της Μαγνησίας (στην οποία δε συμμετείχε).

Ο επόμενος σταθμός της Οδύσσειας του Αννίβα ήταν η αυλή του Αρταξία, τέως σατράπη του Αντίοχου, ενώ το μικρό βασίλειο της Βιθυνίας στη βορειοδυτική Μικρά Ασία έμελλε να είναι ο τελευταίος του σταθμός. Τελικά ο Αννίβας προκειμένου να μην πέσει στα χέρια των Ρωμαίων το 183 π.Χ. αυτοκτόνησε στη Λίμπισα, κοντά στη σημερινή Κωνσταντινούπολη, πίνοντας δηλητήριο.

Ο Αννίβας Συντρίβει τις Λεγεώνες της Ρώμης

Το σχέδιο μάχης του Αννίβα δεν ήταν απλά αριστοτεχνικό – ήταν η τελειότητα αποτυπωμένη σε μία μάχη που έμελλε να μείνει στην ιστορία ως η πλέον άψογη εφαρμογή του ελιγμού της διπλής υπερκέρασης που κατόρθωσε ποτέ κάποιος στρατηγός.

Μέχρι και τις μέρες μας, αμέτρητοι ηγέτες έχουν προσπαθήσει να πετύχουν έναν παρόμοιο ελιγμό. Αρκετοί το έχουν κατορθώσει, αλλά κανείς με την τελειότητα του Αννίβα, με δεδομένη και την αριθμητική υστέρηση των δυνάμεών του έναντι των Ρωμαϊκών!

Τα Παιδικά Χρόνια του Αννίβα και η Εκλογή του στην Αρχιστρατηγία των Καρχηδονιακών Δυνάμεων (247 π. Χ. - 221 π. Χ.)

Μετά το τέλος του Α΄ Καρχηδονιακού πολέμου σχηματίστηκαν δύο παρατάξεις στην πόλη της Καρχηδόνας. Η πρώτη παράταξη ήταν η αριστοκρατική που υποστήριζε με πείσμα την συνέχιση του πολέμου κατά της Ρώμης και είχε ως αρχηγούς την μεγάλη οικογένεια των Βαρκιδών, η δεύτερη παράταξη ήταν φιλειρηνική με πυρήνα της την οικογένεια των Χάννο.

 
Η οικογένεια των Βαρκιδών είχε ως ηγέτη τον Αμίλκα, ο οποίος έθεσε ως στόχο η Καρχηδόνα να καταλάβει την Ιβηρική Χερσόνησσο, ώστε να αναπληρώσει την απώλεια της Σικελίας. Το 236 π.Χ. Ο Αμίλκας αποβίβασε στην Ισπανία στρατό και σε λίγα χρόνια κατάφερε να καθυποτάξει όλη την νοτιοδυτική περιοχή της Ιβηρικής. Το 228 π. Χ. ο Αμίλκας σκοτώθηκε σε μια μάχη εναντίον τοπικών Ισπανικών φυλών και τον αντικατέστησε στην αρχηγία ο γαμπρός του Ασδρούβας.

Ο Ασδρούβας πολύ σύντομα αντιμετώπισε την επέμβαση των Ρωμαίων στην περιοχή που είχαν προσκληθεί από Ελληνικές αποικίες της Ιβηρικής που ένιωθαν ότι η παρουσία των Καρχηδονίων απειλούσε τα οικονομικά τους συμφέροντα αλλά και υπονόμευε την πολιτική τους ανεξαρτησία. Οι Ρωμαίοι απέστειλαν πρεσβευτές στον Ασδρούβα απαιτώντας να σταματήσει η Καρχηδονιακή προέλαση στην περιοχή, κάτι που αποδέχτηκε ο Ασδρούβας γιατί θεώρησε πως η Καρχηδόνα δεν είχε ακόμα την δύναμη να πολεμήσει ξανά την Ρώμη. 

Το 221 π.Χ. ο Ασδρούβας δολοφονήθηκε και ο στρατός των Καρχηδονίων (60.000 πεζοί, 10.000 ιππείς, 80 ελέφαντες) που αποτελούσε την μοναδική σοβαρή υπολογίσιμη στρατιωτική δύναμη τους, αποφάσισε δια βοής να επιλέξει ως νέο στρατιωτικό του ηγέτη τον Αννίβα Βάρκα σε ηλικία μόλις 26 ετών. Η εκλογή του Αννίβα επικυρώθηκε από την πολιτική σύγκλητο της Καρχηδόνας αν και η φιλειρηνική μερίδα την καταψήφισε.

Η επιλογή του Αννίβα από τον στρατό δεν ήταν φυσικά τυχαία. Ο Αννίβας γεννήθηκε το 247 π. Χ. στην Καρχηδόνα και ήταν ένας από τους τέσσερις γιους του Αμίλκα (οι άλλοι τρεις ήταν ο Ασδρούβας, ο Σοφονίβας και ο Μάγωνας). Ο Αμίλκας μεγάλωσε τα παιδιά του με τρεις βασικές αρχές: την αγάπη προς την πατρίδα, την εξοικείωση με τα πολεμικά έργα και το άσβεστο μίσος για την Ρώμη. 

Σύμφωνα με τον Ρωμαίο Ιστορικό Λίβιο, όταν η Καρχηδόνα ηττήθηκε στον Α΄ Καρχηδονιακό πόλεμο και οι Ρωμαίοι την ταπείνωσαν εξαναγκάζοντας την να καταστρέψει τον στόλο της, ο Αμίλκας οδήγησε τα παιδιά του που βρίσκονταν σε εφηβική ηλικία στην αγορά της πόλης και τα όρκισε δημοσίως να μισούν την Ρώμη για όλη τους την ζωή.

 
Σύμφωνα με τον Άγγλο συγγραφέα Ρος Λέκι ο όρκος ήταν: "Μα τις οχτώ φωτιές των Καβείρων, μα τα άστρα, τα μετέωρα και τα ηφαίστεια, μα το Σπήλαιο του Αδρύμητου και το πέρασμα του Άσροκετ, μα τη σφαγή, μα την έρημο, μα τον ήλιο, τη σελήνη και τη γη, ορκίζομαι αυτόν τον μεγάλο όρκο των επτά απεχθειών προς τη Ρώμη, όχι εκεχειρία με τη Ρώμη, όχι έλεος προς τη Ρώμη όσον καιρό ζω ή σε οποιονδήποτε Ρωμαίο βαδίζει πάνω στη γη ή ταξιδεύει στη θάλασσα. 

Μα τη ζωή μου, ορκίζομαι όλα αυτά τα πράγματα» (Αννίβας ο Καρχηδόνιος, Ρ. Λέκι)." Είναι χαρακτηριστικό πως οι τρεις γιοί του Αμίλκα πέθαναν στο πεδίο της μάχης ως στρατηγοί σε μάχες εναντίον των Ρωμαίων, ενώ ο τέταρτος, ο Αννίβας, διεξήγαγε μια από τις εκπληκτικότερες στρατιωτικές εκστρατείες όλων των εποχών εναντίον της Ρώμης.

Υπάρχουν ομολογουμένως λίγες πληροφορίες για τα παιδικά και εφηβικά χρόνια του Αννίβα. Και αυτό γιατί η καθολική καταστροφή της Καρχηδόνας εξαφάνισε κάθε πιθανή πρωτογενή πηγή, σε σημείο να μην γνωρίζουμε ούτε καν πως ήταν η Καρχηδονιακή γλώσσα. Τις περισσότερες πληροφορίες τις έχουμε από τους αιώνιους εχθρούς του, τους Ρωμαίους. Σύμφωνα με των Δίωνα Κάσσιο, ο Αννίβας είχε μελετήσει κατά την εφηβεία του τα έργα των Αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων, διδάχτηκε για τον Αλέξανδρο, για τον τρόπο που πολεμούσε, για τις νίκες που πέτυχε.

Διδάχτηκε Ξενοφώντα, Πλάτωνα, Όμηρο, Ευριπίδη, Ερατοσθένη, Αριστοτέλη, Δημοσθένη. Έμαθε αργότερα για το μύθο και τις περιπέτειες του Ηρακλή και για τις μάχες του βασιλιά της Ηπείρου Πύρρο, ενώ σύμφωνα με μια άλλη πηγή, η μόρφωση του Αννίβα περιλάμβανε όλα εκείνα που στην εποχή του ήταν "υπέροχα" και "πανέμορφα". Ο Αννίβας έμαθε για τους θεούς της Καρχηδόνας και την αρχαία γλώσσα των Καρχηδονίων από τον Αμίλαξ, αρχιθαλαμιπόλο, στενό φίλο και συνεργάτη του πατέρα του. 

Ο Έλληνας Σιληνός του δίδαξε Ελληνικά, ενώ ταυτόχρονα εκπαιδεύονταν συνεχώς στις τέχνες του πολέμου προοριζόμενος να γίνει στρατιώτης. Αναμφίβολα ο Αμίλκας καθοδήγησε τα παιδιά του προς τα πολεμικά έργα, παρά το γεγονός ότι η Καρχηδόνα φημιζόταν μάλλον για τους εμπόρους της και όχι για τους πολεμιστές της. Ουσιαστικά ο χαρακτήρας και η μορφή του Αννίβα"παραδόθηκαν άσπιλα στην Ιστορία υπεράνω των προσπαθειών των αντιπάλων του (Ρωμαίων) να τα κηλιδώσουν".


Ο Αννίβας συνόδεψε τον πατέρα του το 236 π.Χ. στην εκστρατεία στην Ισπανία, όπου και παρέμεινε για 9 χρόνια. Σε αυτό το διάστημα ο Αννίβας πολέμησε με γενναιότητα στην πρώτη γραμμή και διακρίθηκε για την αρετή του και την ορθοκρισία του. Επέστρεψε για λίγα χρόνια στην Καρχηδόνα, αλλά ο Ασδρούβας τον μετακάλεσε και του ανέθεσε την αρχηγεία του ιππικού του στρατού του. 

Η παρουσία του Αννίβα ως επικεφαλής του ιππικού τον καθιέρωσε ως τον σημαντικότερο στρατιωτικό ηγήτορα των Καρχηδονίων. Η σοφή καθοδήγηση του Αννίβα στις μάχες και οι σωστές επιλογές του γέμιζαν τους στρατιώτες υπό την διοίκηση του με αυτοπεποίθηση, καθιστώντας τους τολμηρότερους. Αλλά δεν διέπρεψε μόνο ως διοικητής.

Στα χρόνια του Ασδρούβα ως αρχιστρατήγου, ο Αννίβας πολεμούσε συνεχώς στην πρώτη γραμμή αψηφώντας κάθε κίνδυνο και καθοδηγώντας τους στρατιώτες του αυτοπροσώπως. Ο ίδιος σωματικά ήταν ακούραστος στις πορείες και στις κακουχίες των στρατοπέδων, κοιμόταν κατάχαμα μαζί με τους υπόλοιπους στρατιώτες ενώ μοιραζόταν το περιορισμένο τους συσσίτιο Έμοιαζε ανεπηρέαστος από καιρικές συνθήκες, κλιματολογικές αλλαγές, η φυσικά φαινόμενα, κανένα εμπόδιο δεν ανέβαλλε τις επιδιώξεις του στο πεδίο της μάχης. 

Ήταν μακράν ο ικανότερος ιππέας από όλους τους υφισταμένους του, ενώ τα όπλα του και το άλογο του ήταν πάντοτε φροντισμένα, καλογυαλισμένα και σε εξαιρετική κατάσταση. Η συμπεριφορά και οι ικανότητες του Αννίβα έκανε αυτονόητη την εκλογή του μετά τον θάνατο του Ασδρούβα, στην θέση του αρχιστρατήγου όλων των Καρχηδονιακών δυνάμεων στην Ισπανία.

Σε ηλικία 21 ετών περίπου, ο Αννίβας παντρεύτηκε τη Σιμίλκη, τη μοναδική γυναίκα που έβαλε ποτέ στο πλευρό του. Η Σιμίλκη τον στήριξε έντονα στο σκοπό του. Τον ακολούθησε σε όλες τις εκστρατείες του και βοήθησε σημαντικά στη φροντίδα των στρατιωτών σε προβλήματα που αντιμετώπιζαν: τραυματισμοί, ασθένειες, διατροφή, ρουχισμός κ.α. Μαζί απέκτησαν ένα γιο, τον Φουάβα, ο οποίος πέθανε από το κρύο σε βρεφική ηλικία στη διάβαση των Άλπεων.

 
Καρχηδονιακοί Πόλεμοι και η Ακμή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας

Η Ακμή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας

Η Ρώμη και η αυτοκρατορία που ίδρυσε ήταν μια οντότητα γεμάτη αντιθέσεις που έφερε τα σπέρματα της παρακμής της. Από το 1.000.000 κατοίκους οι 400.000 ήταν δούλοι απ’ τους οποίους η αυτοκρατορία ήταν απόλυτα εξαρτημένη. Οι Ρωμαϊκές μάζες (περίπου 320.000) ήταν χωρίς δυνατότητα εργασίας, λόγω των δούλων και παρέμεναν φτωχές. Το κράτος για να αποφεύγει τις εντάσεις κατέφευγε στην πολιτική της προσφοράς άρτου και θεαμάτων. Τη δημοκρατία διαδέχτηκε η μοναρχία και ο στρατός μετατράπηκε σε ένα παντοδύναμο κι επικίνδυνο σώμα.

• Τον 3ο π.Χ. αιώνα η Ρωμαϊκή δημοκρατία είχε επικρατήσει σε όλη σχεδόν τη χερσόνησο. Η πρώτη δημοκρατία ήταν αριστοκρατική, αλλά το 367 π.Χ. οι πληβείοι επέβαλαν σαρωτικές μεταρρυθμίσεις.

• Ο ένας τουλάχιστον ύπατος ήταν πληβείος και η εξουσία τους επεκτάθηκε και στα άλλα αξιώματα μέχρις αυτού των ιερέων.

• Κατακτούν τη συμμετοχή στη σύγκλητο, ωστόσο οι Πατρίκιοι απορροφούν τους πλούσιους πληβείους.

• Ο στρατός έδινε ευκαιρίες στους πλούσιους αλλά κατέστρεφε τους φτωχούς.

• Το 240 π.Χ. η Λατινική ομοσπονδία διαλύεται όταν στρέφεται ενάντια στη Ρώμη. Η τελευταία απορροφά τους πολίτες της ομοσπονδίας με διαφορετικούς τρόπους και ανάλογα την περίσταση.

• Το 280 π.Χ. ο Πύρρος της Ηπείρου νικά σε δύο μάχες τους Ρωμαίους αλλά με τεράστιο κόστος μέχρι που το 275 π.Χ. αλλάζει έκβαση ο πόλεμος.

• Το 272 π.Χ. ο Τάραντας παραδίδεται στη Ρώμη.

• Το 264 π.Χ. η Ρώμη θέτει υπό την κυριαρχία της όλη τη χερσόνησο νότια του Πάδου.

• Το 273 π.Χ. οι Καρχηδόνιοι καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρος της νότιας και ανατολικής Ισπανίας υπό τον Αμίλκο Βάρκα.

• Το 264 π.Χ. λαμβάνει χώρα ο Α’ Καρχηδονιακός πόλεμος και όταν η Καρχηδόνα ζητά ειρήνη η Ρώμη καταλαμβάνει τη Σικελία και αργότερα Σαρδηνία και Κορσική.

• Το 218 π.Χ. ξεκινάει ο Β’ Καρχηδονιακός πόλεμος. Ο Αννίβας νικά 3 φορές τους Ρωμαίους στη Β. Ιταλία παρακάμπτει τη Ρώμη, καθώς δεν είχε τη δυνατότητα να την πολιορκήσει και κατευθύνεται στο νότο.


• Το 216 π.Χ. στην περίφημη μάχη των Καννών ο Αννίβας συντρίβει τους Ρωμαίους.

• Το 209 π.Χ. ο Σκιπίων καταλαμβάνει τη Νέα Καρχηδόνα και Ισπανικά εδάφη.

• Το 201 π.Χ. ο Αννίβας ηττάται στη Ζάμα έξω από την Καρχηδόνα και η τελευταία ζητά ειρήνη. Το 183 π.Χ. ο Αννίβας αυτοκτονεί στη Βηθυνία πριν συλληφθεί από τους Ρωμαίους διώκτες του. Το 146 π.Χ. η Ρώμη καταστρέφει ολοσχερώς την Καρχηδόνα.

• Το150 π.Χ. Η Βόρειος Ιταλία γίνεται Ρωμαϊκή.

Ανατολικά η Ρώμη μετατρέπει την Ιλλυρία σε πελατειακό κράτος. Κατόπιν καταλαμβάνει τη Μακεδονία και την Μικρά Ασία απωθώντας τον Αντίοχο τον Γ’. Στην Νότιο Ιταλία οι μεγαλογαιοκτήμονες με αρπαγές δημιουργούν απέραντες εκτάσεις τα λατιφούντια, που τα καλλιεργούν δούλοι. Οι δούλοι γνωρίζουν κτηνώδη μεταχείριση, ωστόσο μερικοί για οικονομικούς κυρίως λόγους απελευθερώνονται.

Τα έτη 107π.Χ. - 101 π.Χ. μετά από έντονες ταξικές συγκρούσεις ο Γάιος Μάριος εκλέγεται ύπατος και αλλάζει τη φύση του στρατού, λόγω έλλειψης μικροαγροτών που αποτελούσαν αιμοδότη του. Ο στρατός γίνεται επαγγελματικός με αποτέλεσμα την υπακοή στο στρατηγό και όχι στο κράτος. Έτσι γίνεται πολιτικό όργανο.

• Το 91 π.Χ. οι Ιταλιώτες σύμμαχοι εξεγείρονται και μετά από αγώνα 2 ετών κατακτούν πλήρη δικαιώματα πολιτών.

• Οι ανταγωνισμοί μεταξύ του Λαϊκού Γάιου και του Αριστοκράτη Σύλλα λήγει με το θάνατο του πρώτου και την επιστροφή το 83 π.Χ. του δεύτερου στη Ρώμη. Εν τω μεταξύ είχε νικήσει το Μιθριδάτη στην Ασία. Κατά την επιστροφή του θανατώνει 6.000 οπαδούς του Μάριου Γάιου.

Η διαφθορά στη Ρώμη βασιλεύει και μετά το θάνατο του Σύλλα αναδεικνύονται 3 ηγέτες: 1ος ο Πομπήιος χάρη στις πολυάριθμες νίκες του. 2ος ο Μάρκος Κράσσος, ο οποίος έχει τη φήμη του φιλάργυρου τοκογλύφου, είναι γαιοκτήμονας και υπήρξε ο άνθρωπος που κατέπνιξε την εξέγερση του Σπάρτακου σταυρώνοντας 6.000 δούλους κατά μήκος της Αππίας οδού. 3ος ο Ιούλιος Καίσαρας. Έτσι σχηματίζεται η πρώτη Ρωμαϊκή τριανδρία. Ωστόσο ο Κράσσος σκοτώνεται σε εκστρατεία κατά των Πάρθων.


• Ο Ιούλιος Καίσαρας αναγορεύεται σε διοικητή εντεύθεν και εκείθεν Άλπεων Γαλατίας, αποκτώντας τεράστια περιουσία από την πώληση δούλων που προμηθεύονταν από τις περιοχές που του αντιστέκονταν. Με εννιάχρονους αγώνες καταλαμβάνει όλη τη σημερινή Γαλλία, τμήματα της Ελβετίας και των Κάτω Χωρών. Επίσης εκστρατεύει κατά της Βρετανίας ανοίγοντας το δρόμο για μελλοντικές επιχειρήσεις.

• Ο Πομπήιος και η σύγκλητος φοβούμενοι τις επιτυχίες του Καίσαρα τον ανακαλούν στη Ρώμη.

• Το 49 π.Χ. Ο Καίσαρας (λέγοντας τη γνωστή ρήση «ο κύβος ερρίφθη») βαδίζει κατά της Ρώμης, δεν συναντά αντίσταση και καταδιώκει τον Πομπήιο σε Ελλάδα και Αίγυπτο, όπου δολοφονείται από το βασιλιά Πτολεμαίο Γ’ που επιδιώκει την εύνοια του Καίσαρα.

• Ο Καίσαρας επιβάλει την τάξη στην Αίγυπτο και τοποθετεί στο θρόνο την Κλεοπάτρα.

• Το 43 π.Χ. κατά την επιστροφή του στη Ρώμη ανακηρύσσεται από τη σύγκλητο δικτάτορας.

• Διανέμει γη σε 80.000 Ρωμαίους κολόνους και ανακουφίζει χρεωστές από μέρος των οφειλών τους.

• Δίνει το δικαίωμα του πολίτη στους Γαλάτες εκείθεν των Άλπεων.

• Εισάγει το ημερολόγιο που ίσχυσε επί 15 αιώνες μέχρι που μικρές μεταρρυθμίσεις το μετέτρεψαν στο σύγχρονο Γρηγοριανό.

• Έκανε τη δικτατορία μόνιμη επιβεβαιώνοντας τους φόβους των ευγενών.

• Το 43 π.Χ. 60 συγκλητικοί συνωμότες τον εκτελούν την ώρα που προήδρευε σε συνέλευση με 23 μαχαιριές.


• Το θρόνο διεκδικούν οι: Μάρκος Αυρήλιος Λέπιδος (αρχηγός του ιππικού), ο Μάρκος Αντώνιος(ύπατος) και ο Οκτάβιος (μικρανιψιός και κληρονόμος του Καίσαρα). Σχηματίζουν τη δεύτερη τριανδρίακαι η σύγκλητος τους παραχωρεί πεντάχρονη απολυταρχική εξουσία.

• Ο Μάρκος Αντώνιος και ο Οκτάβιος τους Μάρκο Ιούνιο Βρούτο και Γάιο Κάσσιο, που τους θεωρούν πρωταίτιους για τη δολοφονία του Ιούλιου Καίσαρα. Οι τελευταίοι καταφεύγουν στη Μακεδονία αλλά μετά την στρατιωτική ήττα που υπέστησαν αυτοκτονούν. Κατόπιν, κυρίως λόγω επιμονής τού Αντώνιου, εξοντώνουν 300 συγκλητικούς και 2.000 ιππείς, ανάμεσα στα θύματα ήταν και ο ρήτωρ Κικέρωνας.

• Ο Λέπιδος προσπαθεί να συλλάβει τον Οκτάβιο, όταν αποτυγχάνει τίθεται σε κατ’ οίκον περιορισμό μέχρι το θάνατό του.

• Ο Αντώνιος παντρεύεται την αδελφή του Οκτάβιου, Οκταβία αλλά όταν γνωστοποιείται ο δεσμός του με την Κλεοπάτρα της Αιγύπτου, στην οποία σκόπευε να παραχωρήσει τμήματα της αυτοκρατορίας, η σύγκλητος του κηρύσσει τον πόλεμο. Έτσι ο Οκτάβιος νικά τον Αντώνιο την ναυμαχία του Ακτίου, το 31 π.Χ. με συνέπεια την αυτοκτονία του ζευγαριού Αντωνίου και Κλεοπάτρας.

• Ο Οκτάβιος αρνείται ρόλο του δικτάτορα, προτιμάει τον τίτλο «του πρώτου πολίτη» και με την προσωνυμία Αύγουστος (σεβαστός), το 27 π.Χ. Παρά τους ισχυρισμούς του για το αντίθετο, η δημοκρατία όταν ανέλαβε Αύγουστος είχε ήδη πεθάνει, ωστόσο η Ρώμη θα γνωρίσει τον χρυσό της αιώνα στις δεκαετίες της διακυβέρνησής του.

• Στο εξωτερικό: προσαρτεί την Αίγυπτο (πολύτιμη για το σιτάρι της), επεκτείνει τα βόρεια και κεντρικά σύνορα της αυτοκρατορίας (Ουγγαρία, Αυστρία), τελειώνει τον πόλεμο στην Ισπανία 2 αιώνες μετά την έναρξή του. Όμως αποτυγχάνει να καταλάβει την Γερμανία που θα παραμείνει απειλή.


• Στο εσωτερικό: διορίζει συγκλητικούς αλλά το καθημερινό διοικητικό έργο βασίζεται στους ιππείς, τους απελεύθερους και τους δούλους. Με αυτόν τον τρόπο δημιουργεί μια αποτελεσματική γραφειοκρατία.Επενδύει στην πολιτική «Άρτος και θεάματα».

• Στα μέσα της θητείας του ονομάζεται Μέγας Ποντίφικας και μπαίνει επικεφαλής της θρησκείας. Αναστηλώνει 82 κατεστραμμένους ναούς και φτιάχνει δημόσια έργα (λουτρά, θέατρα, υδραγωγεία κ.λ.π).

• ‘Έδωσε ισχυρή ώθηση στα γράμματα και τις τέχνες. Έφερε στη Ρώμη ποιητές όπως ο Οβίδιος και οΠροπέρτιος, τον ιστορικό Τίτο Λίβιο, όπως και τους Βιργίλιο (Αινειάδα), Οράτιο.

• Το 14 π.Χ. ο Οκτάβιος πεθαίνει ρωτώντας «έπαιξα καλά στην κωμωδία;».

• Τον Οκτάβιο διαδέχεται, ο θετός του γιός Τιβέριος, που κάνει υπερβολική χρήση «του νόμου του μεγαλείου» εξοντώνοντας εχθρούς πραγματικούς και φανταστικούς. Έπειτα αφήνει την εξουσία στον Σηιανό και λόγω της πολιτικής του δεύτερου γίνεται αντιπαθής.

• Τον Τιβέριο διαδέχεται ο μικρανιψιός του Καλιγούλας που παντρεύεται την αδελφή του Δρουσίλλα (πεθαίνει σύντομα). Το 41 μ.Χ. η δική του πραιτοριανή φρουρά τον δολοφονεί μαζί με τη γυναίκα του και την κόρη του.

• Οι πραιτοριανοί τοποθετούν στη θέση του αυτοκράτορα το θείο του Καλιγούλα, Κλαύδιο. Αυτός στρέφεται κυρίως στα γράμματα. Επίσης προσαρτεί τη Βρετανία και δίνει στους Γαλάτες ευγενείς το δικαίωμα να γίνουν συγκλητικοί.

• Η ανιψιά και σύζυγος του Ιουλία Αγριππίνα τον δηλητηριάζει για να ανέβει στο θρόνο ο γιός της Νέρωνας. Όμως αυτός στη συνέχεια δολοφονεί αδελφό και μητέρα. Το 64 μ.Χ. το μεγαλύτερο μέρος της Ρώμης καταστρέφεται από πυρκαγιά και ο Νέρωνας καθιστά αποδιοπομπαίους τράγους τους χριστιανούς. Τέλος μετά από εξέγερση διοικητών κάποιων επαρχιών και της πραιτοριανής φρουράς αυτοκτονεί.


• Το 69 μ.Χ. 4 άντρες ανέρχονται στο θρόνο της αυτοκρατορίας, όμως οι 2 δολοφονούνται και ο 3ος αυτοκτονεί. Έτσι ο 4ος, ο Βεσπιανός αφού καταπνίγει εξέγερση στην Ιουδαία – το 70 μ.Χ. ο γιός του Τίτος καίει την Ιερουσαλήμ – βαδίζει στη Ρώμη. Ο Βεσπιανός ανορθώνει την οικονομία με αντιλαϊκά όμως μέτρα. Τον διαδέχεται ο Τίτος και αυτόν ο παρανοϊκός αδελφός του Δομητιανού που δολοφονείται το 96 μ.Χ.

• Ακολουθούν 5 αυτοκράτορες που άφησαν καλή υστεροφημία:

1. Νέρβας

2. Τραϊανός, που παρέχει βοήθεια στους φτωχούς.

3. Αδριανός (117 μ.Χ.), που εγκαταλείπει την επεκτατική πολιτική του προκατόχου του και υιοθετεί αμυντική.

4. Αντωνίνος Πίος (138 μ.Χ.), που είναι ειρηνόφιλος.

5. Μάρκος Αυρήλιος (έως 180 μ.Χ.), που είναι και Στωϊκος φιλόσοφος.

Τα επόμενα χρόνια βαρβαρικές φυλές και ασθένειες θέτουν την αυτοκρατορία σε κίνδυνο.

Συμπεράσματα

1. Η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία βρίσκεται σε περίοδο ακμής με αξιοσημείωτες αλλαγές στο κοινωνικό και το πολιτικό επίπεδο. Σε πολιτικό επίπεδο έχουμε το πισωγύρισμα στη μοναρχία που μάλλον δίνει ώθηση παρά ανακόπτει το δυναμισμό της Ρώμης. Η οικονομία βασίζεται σε ένα εκτεταμένο σύστημα δουλοκτησίας και έχουμε τον σχηματισμό τεράστιων αγροκτημάτων (Λατιφούντιων) που ανήκουν σε λίγους εύπορους. Οι πληβείοι ελέγχονται με την πολιτική του άρτου και των θεαμάτων και παρότι βρίσκονται στο μέσο της κοινωνικής πυραμίδας δεν αποτελούν παραγωγική τάξη.


2. Σταδιακά φαίνεται πως το σύστημα αναγκάζεται να κάνει διορθωτικές αλλαγές. Η συρρίκνωση της τάξης των αγροτών πιθανά οφείλεται τόσο για την επέκταση του δικαιώματος του πολίτη σε λαούς εκτός της Ρώμης όσο και για την μετάλλαξη του στρατού σε μισθοφορικό. Η Ρώμη επεκτείνεται, όμως οι επιλογές που δίνουν λύσεις στο παρόν, στο μέλλον θα αποτελέσουν λόγους της παρακμής της.

3. Στην εξουσία φαίνεται να ανέρχονται τόσο φωτισμένοι ηγέτες όπως ο Ιούλιος Καίσαρας και ο Οκτάβιος (με τον οποίο η αυτοκρατορία θα γνωρίσει τον χρυσό αιώνα της) όσο και διεφθαρμένοι ή ανίκανοι όπως ο Καλιγούλας και ο Νέρωνας. Σημαντικό ρόλο στην κατάκτηση της εξουσίας παίζει πλέον ο στρατός.

Α΄ Ρωμαιο-Καρχηδονιακός Πόλεμος

Σχέσεις πριν την Σύγκρουση

Οι σχέσεις μεταξύ των δύο πόλεων μέχρι εκείνη την περίοδο θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν αρκετά καλές, αφού οι Καρχηδόνιοι μέχρι και στρατιωτική βοήθεια είχαν προσφέρει στους Ρωμαίους στην διαμάχη τους με τους Έλληνες της Νότιας Ιταλίας, η οποία είναι γνωστή σαν Κάτω Ιταλία. Η βοήθεια αφορούσε κυρίως ναυτικές δυνάμεις, αφού οι Ρωμαίοι εκείνη την περίοδο δεν είχαν αξιόλογο στόλο. 

Μάλιστα, μεταξύ των δυο κρατών είχαν υπογραφεί και συμφωνίες, με τις οποίες καθορίζονταν οι σφαίρες επιρροής τους. Βάσει αυτών των συμφωνιών, οι Καρχηδόνιοι δεσμεύονταν να μην διατηρούν βάση στην Ιταλία. Φαίνεται ξεκάθαρα λοιπόν ότι υπήρχε μεγάλος ανταγωνισμός μεταξύ των δύο πόλεων. Φαίνεται επίσης ότι η Ρώμη θεωρούσε την επεκτατική Καρχηδόνα απειλή για τα συμφέροντά της και ήταν βέβαιο πως μια περαιτέρω επέκταση της τελευταίας στην Σικελία θα αντιμετωπιζόταν δυναμικά από τη Ρώμη.

Αίτια και Αφορμή
 
Τα αίτια της σύγκρουσης των δύο υπερδυνάμεων της δυτικής μεσογείου ήταν: αφενός η επεκτατική πολιτική της Καρχηδόνας, αφού μέχρι τότε είχε κατακτήσει ένα μέρος της Αφρικής, τα Ισπανικά παράλια, τις Βαλεαρίδες νήσους, το μεγαλύτερο μέρος της Σικελίας και τη Σαρδηνία, αφετέρου η ίδια η φύση της Ρωμαϊκής πολιτείας έδινε ώθηση στον επεκτατισμό και στην εξάπλωση εις βάρος των γειτονικών πόλεων. Τελευταία τους κατάκτηση ήταν οι Ελληνικές πόλεις της Νότιας Ιταλίας με την βοήθεια των Καρχηδονίων, όπως αναφέρθηκε παραπάνω.


Ο χώρος της πρώτης σύγκρουσης ήταν η Σικελία, νησί τον έλεγχο του οποίου ζητούσαν και οι Ρωμαίοι αλλά και οι Καρχηδόνιοι, οι οποίοι μάλιστα για τον έλεγχο του είχαν εμπλακεί σε ένοπλη διαμάχη με τις Ελληνικές πόλεις του νησιού. Σε μια από αυτές τις συγκρούσεις με την πόλη των Συρακουσών, πήραν μέρος στην πλευρά των Συρακουσίων και οι Μαμερτίνοι (σαμνίτες μισθοφόροι που κατοικούσαν στην Kαμπανική πεδιάδα). 

Στη συνέχεια, οι Μαμερτίνοι κατέλαβαν την πόλη της Μεσσήνης περίπου το 288 π.Χ., από όπου ενεργούσαν επιδρομές κατά των γειτονικών πληθυσμών, μέχρι που νικήθηκαν σε μάχη από τον τύραννο των Συρακουσών Ιέρωνα το 265 π.Χ. Στην συνέχεια, οι δυνάμεις των Συρακουσίων πολιόρκησαν την πόλη της Μεσσήνης. Με την ήττα αυτήν, οι Μαμερτίνοι βρέθηκαν σε πολύ δύσκολη και επισφαλή θέση και αποφάσισαν να ζητήσουν εξωτερική βοήθεια. Στάλθηκαν πρέσβεις και στην Ρώμη και στην Καρχηδόνα.

Οι Καρχηδόνιοι, βλέποντας μια καλή ευκαιρία να εντείνουν τον έλεγχό τους στο νησί, ανταποκρίθηκαν πρώτοι, στέλνοντας ένα στόλο υπό τον Άννωνα και ένα εκστρατευτικό σώμα, το οποίο έδιωξε τις δυνάμεις των Συρακουσίων και κατέλαβε καίρια σημεία στην πόλη. Οι Μαμερτίνοι πλέον είχαν να αντιμετωπίσουν την νέα απειλή των Καρχηδονίων. Στη Ρώμη, οι απόψεις περί εμπλοκής με την Καρχηδόνα στη Σικελία ήταν διχασμένες. 

Υπήρχαν αυτοί που ήταν υπέρ της στρατιωτικής επέμβασης και αυτοί που είχαν συμφέροντα για εξάπλωση προς τη βόρεια Ιταλία. Πάντως όλοι ήταν σύμφωνοι ότι η κατάληψη της Μεσσήνης αποτελούσε άμεσο κίνδυνο και απειλή για την ίδια την υπόσταση της Ρώμης, οπότε και αποφασίστηκε η στρατιωτική εμπλοκή και η αποστολή στρατιωτικού σώματος για την εκδίωξη των Καρχηδονίων.

Πρώτες Συγκρούσεις στη Σικελία

Από την στιγμή που αποφασίστηκε η επέμβαση, άρχισαν να συγκεντρώνονται οι απαραίτητες δυνάμεις στο Ρήγιο. Τα μεταφορικά μέσα που χρειάζονταν για την μεταφορά στην Σικελία οι Ρωμαίοι θα τα προμηθεύονταν από τις γειτονικές Ελληνικές πόλεις. Επειδή όμως η συγκέντρωση και η προετοιμασία των στρατιωτών απαιτούσε χρόνο, στάλθηκε αιφνιδιαστικά μια μικρή δύναμη πεζικού, η οποία εκδίωξε τις δυνάμεις των Καρχηδονίων από την Μεσσήνη και κατέλαβαν την πόλη.


Έχοντας εξασφαλίσει ένα προγεφύρωμα, οι Ρωμαίοι μετέφεραν και τις υπόλοιπες δυνάμεις τους, περίπου 8000 άνδρες, και μετά από μάχη ανάγκασαν τους Καρχηδόνιους να αποχωρήσουν από την περιοχή της Μεσσήνης. Με σίγουρη πλέον την θέση τους στο νησί, οι Ρωμαίοι ενίσχυσαν περαιτέρω τις δυνάμεις τους, φτάνοντας σε ένα σύνολο περίπου 40.000 ανδρών. Πολλές πόλεις στη Σικελία, Ελληνικές και Φοινικικές, φοβούμενες τη μεγάλη αυτή στρατιωτική δύναμη, έσπευσαν να συνάψουν συνθήκες ανακωχής με την Ρώμη.

Η Καρχηδόνα πλέον, ελέγχοντας μόνο το δυτικό κομμάτι του νησιού, ανασυγκροτήθηκε, μεταφέροντας στον Ακράγαντα μια ισχυρή μισθοφορική δύναμη. Η πόλη πολιορκήθηκε από τους Ρωμαίους, οι οποίοι χρησιμοποίησαν το σύνολο των δυνάμεών τους. Μετά από μια νικηφόρα μάχη, περιόρισαν τις δυνάμεις των Καρχηδονίων μέσα στα τείχη της πόλης και μετά από πεντάμηνη πολιορκία και μία αποτυχημένη προσπάθεια των Καρχηδονίων να ενισχύσουν την πόλη, ο Ακράγαντας εγκαταλείφθηκε από τους Καρχηδόνιους, αφού πλέον ήταν φανερό ότι η ήττα ήταν αναπόφευκτη.

Οι Ρωμαίοι λεηλάτησαν την πόλη και προέβησαν σε αγριότητες κατά του πληθυσμού και, ως αποτέλεσμα, οι περισσότερες πόλεις της Σικελίας πήραν το μέρος της. Έως το 261 π.Χ., και παρά τις επιτυχίες τους και την ανωτερότητα του στρατού τους, οι Ρωμαίοι μετά από 4 χρόνια δεν είχαν καταφέρει να επικρατήσουν πλήρως στην Σικελία. Πολλές πόλεις είχαν διαγνώσει την αδυναμία τους και είχαν σπεύσει να αλλάξουν στρατόπεδο.

Επιπλέον, οι Καρχηδόνιοι, όσο διατηρούσαν το ισχυρό ναυτικό τους, μπορούσαν να ανεφοδιάζονται και να ενισχύονται συνεχώς. Ήταν λοιπόν φανερό για τους Ρωμαίους ότι για να επικρατήσουν στον πόλεμο θα έπρεπε να ναυπηγήσουν ισχυρό ναυτικό.

Ο Πόλεμος στη Θάλασσα

Μετά την διαπίστωση ότι για να επικρατήσουν στην Σικελία, θα πρέπει να θέσουν εκτός μάχης το ισχυρό Καρχηδονιακό ναυτικό, οι Ρωμαίοι ξεκίνησαν την κατασκευή του δικού τους στόλου. Καθώς δεν είχαν προηγούμενη εμπειρία στη ναυπήγηση πολεμικών πλοίων, υπάρχουν αρκετές εκδοχές για τον τρόπο με τον οποίο αποκτήθηκε η απαιτούμενη τεχνογνωσία.

 
Ο ιστορικός Πολύβιος αναφέρει ότι η κατασκευή του Ρωμαϊκού στόλου βασίστηκε σε ένα καρχηδονικό πλοίο που εξώκειλε σε μάχη και αιχμαλωτίστηκε. Άλλες εκδοχές αναφέρουν ότι όχι μόνο την τεχνογνωσία, αλλά και ολόκληρα πλοία οι Ρωμαίοι τα δανείστηκαν από τους Έλληνες της Ιταλίας και τις Συρακούσες. Τα πληρώματα των πλοίων θα προέρχονταν από τις Ελληνικές πόλεις την Ιταλίας αλλά και από τους πιο φτωχούς πολίτες της Ρώμης.

Η πρώτη απόπειρα έγινε το 260 π.Χ., όταν ένας μικρός Ρωμαϊκός στόλος επιχείρησε να καταλάβει τις Αιολίδες νήσους. Η επιχείρηση κατέληξε σε αποτυχία, καθώς ο ισχυρότερος, ποιοτικά και αριθμητικά, καρχηδονιακός στόλος που βρισκόταν στην περιοχή κατόρθωσε να αποκρούσει τους Ρωμαίους. Η συνέχεια δόθηκε ένα χρόνο μετά, σε νέα ναυμαχία έξω από την Σικελία, βορείως του ακρωτηρίου Μύλες. Εκεί, 110 πλοία των Ρωμαίων αναμετρήθηκαν με 130 των Καρχηδονίων.

Σε αυτή τη ναυμαχία, οι Ρωμαίοι χρησιμοποίησαν για πρώτη φορά ένα νέο όπλο, τον κόρβους (λατ. corvus, κόρακας). Ο Κόρακας ήταν στην ουσία μια γέφυρα, η οποία προσαρμοζόταν κάθετα στην πλώρη του πλοίου και είχε στην άκρη της μια μακριά σιδερένια αιχμή. Η γέφυρα αυτή ήταν περιστρεφόμενη και την κατάλληλη στιγμή έπεφτε είτε στην πλώρη είτε στο πλάι του αντίπαλου πλοίου, ακινητοποιώντας το και επιτρέποντας τους επιτιθεμένους να καταλάβουν το πλοίο πάνω από την γέφυρα και να εξουδετερώσουν το αντίπαλο πλήρωμα.

Με αυτόν τον τρόπο, οι Ρωμαίοι αφενός εκμηδένισαν το πλεονέκτημα της εμπειρίας και ποιοτικής ανωτερότητας πού είχε το καρχηδονιακό ναυτικό, αφού τα ακινητοποιημένα πλοία δεν μπορούσαν να κάνουν ελιγμούς, και αφετέρου μετέφεραν το δικό τους πλεονέκτημα, του ισχυρότερου και καλύτερα εκπαιδευμένου πεζικού, στη θάλασσα.

Η ναυμαχία κατέληξε σε νίκη των Ρωμαίων, αν και το μεγαλύτερο μέρος των πλοίων των Καρχηδονίων κατάφερε να διαφύγει. Παρόλ´αυτά, οι Ρωμαίοι πλέον μπορούσαν να συναγωνιστούν με τους αντιπάλους τους στη θάλασσα επί ίσοις όροις. To επόμενο βήμα για αυτούς ήταν η μεταφορά του πολέμου στην Αφρική, με στόχο τον εξαναγκασμό της Καρχηδόνας σε συνθηκολόγηση. Για το σκοπό αυτό συγκεντρώθηκε μεγάλος στόλος, περίπου 330 πλοία, και ξεκίνησε από το λιμάνι της Μεσσήνης.


Οι Καρχηδόνιοι, γνωρίζοντας το σχέδιο, ετοίμασαν και αυτοί ανάλογο στόλο, με σκοπό να αποτρέψουν το σχέδιο των Ρωμαίων. Οι δύο στόλοι συναντήθηκαν στην Έγκωμη το 256 π.Χ.. Στη ναυμαχία που ακολούθησε, οι Καρχηδόνιοι ηττήθηκαν και πάλι, χάνοντας ένα μεγάλο μέρος του στόλου. Οι περισσότερες από τις απώλειες των Καρχηδονίων αφορούσαν αιχμαλωτισμένα πλοία και όχι βυθισμένα, χάρη στον κόρακα των Ρωμαίων.

Ο Πόλεμος στην Αφρική

Μετά από ένα σύντομο διάστημα αναδιοργάνωσης, οι Ρωμαϊκές δυνάμεις αποβιβάστηκαν στην Αφρική και μετά από σύντομη πολιορκία κατέκτησαν την πόλη Ασπίς νότια της Καρχηδόνας. Στην συνέχεια, με δυνάμεις που έφταναν περίπου τους 15.000 άνδρες, πολιόρκησαν και την πόλη Άδυτο. Οι Καρχηδόνιοι με 15.000 περίπου άνδρες έσπευσαν να τους αντιμετωπίσουν. Δέχτηκαν όμως αιφνιδιαστική επίθεση από τους Ρωμαίους και αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν.

Οι Ρωμαίοι, προχωρώντας ακόμα πιο κοντά στην Καρχηδόνα, κατέλαβαν και την Τύνιδα, αναγκάζοντας έτσι τους Καρχηδόνιους να ζητήσουν συνθηκολόγηση. Οι όροι όμως που τέθηκαν από την Ρώμη ήταν πολύ σκληροί και περιελάμβαναν την εγκατάλειψη της Σικελίας και της Σαρδηνίας από την Καρχηδόνα, την διάλυση του πολεμικού της στόλου και την καταβολή πολεμικής αποζημίωσης και ετήσιας εισφοράς. Οι όροι αυτοί δεν έγιναν δεκτοί και οι συγκρούσεις συνεχίστηκαν.

Τον επόμενο χρόνο, το 255 π.Χ., οι Καρχηδόνιοι, στην προσπάθειά τους να αναδιοργανωθούν, ενισχύθηκαν από μία δύναμη μισθοφόρων με αρχηγό τον Σπαρτιάτη Ξάνθιππο. Όπως και στην περίπτωση του Γύλιπου κατά την Σικελική εκστρατεία, έτσι και εδώ, ο Ξάνθιππος ήταν ο πρωτεργάτης της αναβάθμισης του καρχηδονιακού στρατού και της ανύψωσης του καταρρακωμένου ηθικού του. Με σκληρή εκπαίδευση κατόρθωσε να τον καταστήσει και πάλι αξιόμαχο και να νικήσει τους Ρωμαίους στην μάχη που ακολούθησε, απομακρύνοντας έτσι τον κίνδυνο από την Καρχηδόνα και τα Αφρικανικά παράλια.

Το Τέλος του Πολέμου

Μετά την ήττα στην Αφρική, οι Ρωμαίοι επικέντρωσαν τις προσπάθειές τους στην κατάληψη ολόκληρης της Σικελίας, την οποία δεν είχαν καταφέρει ακόμα, αν και είχαν περιορίσει κατά πολύ τους αντιπάλους τους.


Οι Καρχηδόνιοι, χάρη στο ανώτερο ναυτικό τους και στην δυνατότητα που αυτό τους παρείχε για ανεφοδιασμό και μεταφορά ενισχύσεων, είχαν κατορθώσει να παραμείνουν στη Σικελία, ελέγχοντας δυο, τις τελευταίες τους, μεγάλες βάσεις: το Λιλύβαιο και τα Δρέπανα στο δυτικό άκρο του νησιού. Οι Ρωμαίοι πολιόρκησαν το Λιλύβαιο, αλλά καθώς δεν μπορούσαν να το αποκλείσουν συστηματικά από την θάλασσα, δεν κατόρθωσαν να το καταλάβουν έως το 241 π.Χ., οπότε και τελείωσε ο πόλεμος.

Επίσης, προσπάθησαν να καταστρέψουν την ναυτική βάση των Δρεπάνων, αλλά χάρη στην παρέμβαση του καρχηδονιακού στόλου, το εγχείρημα απέτυχε. Οι Καρχηδόνιοι επιχείρησαν να πάρουν την πρωτοβουλία στέλνοντας μια στρατιωτική δύναμη υπό τον Αμίλκα Βάρκα, πατέρα του Αννίβα, η οποία όμως περιορίστηκε σε επιδρομές στο δυτικό τμήμα του νησιού χωρίς να καταφέρει κάτι ουσιαστικό.

Η αρχή του τέλους ήταν η απόφαση των Ρωμαίων, το 243 π.Χ., να επαναλάβουν την ναυπήγηση ισχυρού ναυτικού, ώστε να εκμηδενίσουν το κύριο όπλο των Καρχηδονίων, το ναυτικό τους, και να τους αναγκάσουν να συνθηκολογήσουν. Η αποφασιστική ναυμαχία δόθηκε το 241 π.Χ. στα δυτικά παράλια της Σικελίας. Οι Καρχηδόνιοι ηττήθηκαν στη ναυμαχία, χάνοντας μεγάλο μέρος του στόλου τους, το οποίο δεν επιχείρησαν να αναπληρώσουν, καθώς μετά 20 και πλέον χρόνια πολέμου οι οικονομικές τους δυνατότητες ήταν περιορισμένες.

Αποδέχτηκαν λοιπόν την ήττα τους και τους όρους των Ρωμαίων, οι οποίοι περιλάμβαναν την καταβολή πολεμικής αποζημίωσης και, το κυριότερο, την εγκατάλειψη της Σικελίας. Οι Ρωμαίοι είχαν επικρατήσει, πετυχαίνοντας πλήρως τους στόχους τους: την κατάληψη της Σικελίας και την απομάκρυνση της Καρχηδονιακής απειλής. Αυτό που δεν γνώριζαν εκείνη την στιγμή ήταν ότι 25 χρόνια αργότερα θα πλήρωναν βαρύ τίμημα για τη σκληρότητα και την αδιαλλαξία που επέδειξαν.


Β΄ Ρωμαιο-Καρχηδονιακός Πόλεμος

O Β' Καρχηδονιακός πόλεμος έγινε μεταξύ της Ρώμης και της Καρχηδόνας και διήρκεσε από το 218 π.Χ. έως το 202 π.Χ..

Μεσοπόλεμος

Ως μεσοπόλεμος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί άτυπα το διάστημα μεταξύ του Α' και του Β' καρχηδονιακού πολέμου, δηλαδή το διάστημα μεταξύ του 241 π.Χ. και του 219 π.Χ.. Κατά το διάστημα αυτό και αμέσως μετά το τέλος του πρώτου πολέμου, το 241 π.Χ., οι Καρχηδόνιοι αντιμετώπισαν την εξέγερση των μισθοφόρων. 

Επρόκειτο για την εξέγερση ενός σώματος μισθοφόρων, το οποίο με την εγκατάλειψη της Σικελίας, στην οποία στάθμευαν, μεταφέρθηκε στην Αφρικανική ακτή. Εκεί εξεγέρθηκαν, πιθανότατα λόγω της καθυστέρησης των Καρχηδονίων στην καταβολή των μισθών τους, και πολιόρκησαν την ίδια την πόλη της Καρχηδόνας. Οι Καρχηδόνιοι αντεπιτέθηκαν και τους έδιωξαν και μέχρι το 237 π.Χ. κατάφεραν να καταπνίξουν τελείως την εξέγερση.

Από το 237 π.Χ. ξεκίνησε η προσπάθεια των Καρχηδονίων, υπό τον Αμίλκα Βάρκα, αναπλήρωσης των εδαφών που χάθηκαν στον πρώτο πόλεμο και η στρατιωτική και οικονομική αναδιοργάνωση της Καρχηδόνας. Η προσπάθεια αυτή επικεντρώθηκε στα ισπανικά παράλια. Έως το 220 π.Χ., οι Καρχηδόνιοι με στρατηγό τον Αμίλκα κατόρθωσαν να θέσουν υπό την κυριαρχία τους όλη την νότια Ιβηρική χερσόνησο, με πρωτεύουσα της περιοχής την πόλη της Νέας Καρχηδόνας. 

Οι περιοχές αυτές ήταν πλούσιες σε μεταλλεύματα, αλλά κυρίως προσέφεραν στους Καρχηδόνιους άφθονο ανθρώπινο δυναμικό. Οι Καρχηδόνιοι το εκμεταλλεύτηκαν αυτό και προχώρησαν κατά την διάρκεια του πολέμου σε εκτεταμένες στρατολογήσεις πολεμιστών από τις τοπικές φυλές.


Οι σχέσεις με τους Ρωμαίους είχαν επανέλθει περίπου στα ίδια επίπεδα με αυτές πριν το 264 π.Χ., αφού οι τελευταίοι δεν είχαν ζωτικά συμφέροντα στην Ιβηρική και είχαν υιοθετήσει μια μετριοπαθή στάση απέναντι στους Καρχηδόνιους, αποδεχόμενοι την παρουσία τους στην Ισπανία. Μάλιστα, οι δυο πόλεις είχαν επέλθει σε συμφωνία, θέτοντας ως σύνορο των δύο δυνάμεων στην περιοχή τον ποταμό Έβρο στην βορειοανατολική Ισπανία.

Αίτια και Αφορμές

Βλέποντας οι Ρωμαίοι την συνεχή αύξηση της ισχύος της Καρχηδόνας στην περιοχή, ανησύχησαν και αποφάσισαν να αναθεωρήσουν την μετριοπαθή πολιτική τους και να θέσουν εμπόδια στην περαιτέρω εξάπλωση της Καρχηδόνας. Η ευκαιρία δόθηκε, όταν σε μια πόλη νότια του ποταμού Έβρου, το Σαγούντο, η φιλορωμαϊκή παράταξη ζήτησε την βοήθεια της Ρώμης σε μία διαμάχη που είχε με την φιλοκαρχηδονική παράταξη. Οι Ρωμαίοι επενέβησαν δυναμικά και οι αντίπαλοι πολιτικοί διώχθηκαν από την πόλη.

Από την πλευρά των Καρχηδονίων, την διοίκηση των δυνάμεών τους στην Ισπανία είχε αναλάβει από το 221 π.Χ. ο Αννίβας. Αυτός, μεγαλωμένος με τις ιδέες του πατέρα του, Αμίλκα, περί αιώνιου μίσους κατά των Ρωμαίων, έθεσε σε εφαρμογή το φιλόδοξο σχέδιο που είχε συλλάβει: την καταστροφή της ίδιας της Ρώμης. Για να γίνει αυτό όμως έπρεπε να ολοκληρωθεί η κατάκτηση της Ισπανίας. Έτσι, το 219 π.Χ., εκμεταλλευόμενος άλλη μια εσωτερική διαμάχη στο Σαγούντο, πολιόρκησε την πόλη και μετά από οκτάμηνη πολιορκία την κατέλαβε. 

Αμέσως από τους Ρωμαίους στάλθηκε πρεσβεία στην Καρχηδόνα απαιτώντας εξηγήσεις για την πράξη αυτήν και την παράδοση του Αννίβα. Οι Καρχηδόνιοι όμως έδειξαν την υποστήριξη στον στρατηγό τους, αρνούμενοι να τον παραδώσουν. Μάλιστα, αρνήθηκαν να αναγνωρίσουν την συνθήκη με την οποία καθοριζόταν το σύνορο των σφαιρών επιρροής των δυο πόλεων στον ποταμό Έβρο. Επίσης, από το 219 π.Χ. σταμάτησαν να καταβάλουν την ετήσια πολεμική αποζημίωση, η οποία αποτελούσε όρο της συμφωνίας ειρήνης το 241 π.Χ..

Η θρασύτητα των Ρωμαίων οι οποίοι χωρίς κανένα πρόσχημα απαίτησαν την παράδοση του Αννίβα σε συνδυασμό με την αυξανόμενη ισχύ της Καρχηδόνας έκαναν αναπόφευκτη μια δεύτερη σύγκρουση των δυο υπερδυνάμεων. Μετά την άλωση του Σαγούντου ο Αννίβας αποσύρθηκε στην έδρα των Ιβηρικών κτήσεων ,Νέα Καρχηδόνα, για να προετοιμάσει την εκστρατεία εναντίον της Ρώμης.

 
Ο συσχετισμός των ναυτικών δυνάμεων καθιστούσε απαγορευτική μια προσέγγιση από την θάλασσα. Απέμενε μόνο ο μακρύς δρόμος από την στεριά. Εγχείρημα όμως το οποίο είχε πολλές δυσκολίες. Αφενός ο στρατός του Αννίβα θα έπρεπε να διασχίσει εχθρικές περιοχές στη Γαλατία, αφετέρου απομακρυνόμενος από την ιβηρική έχανε και τις βάσεις ανεφοδιασμού του. Τέλος υπήρχε και το ανυπέρβλητο ,μέχρι τότε τουλάχιστον ,εμπόδιο των Άλπεων, φυσικό οχυρό της Ιταλίας.

Την ικανότητα του αντιπάλου τους διαπίστωσαν οι Ρωμαίοι στην πρώτη μεγάλη μάχη που συνήψαν με τους Καρχηδόνιους (Δεκ. 218 π.Χ.) στον ποταμό Τρεβία. Οι Ρωμαίοι υπέστησαν δεινή ήττα• οι 10.000 περίπου λεγεωνάριοι, που σώθηκαν, με κόπο κατόρθωσαν να διαφύγουν στα οχυρά της Πλακεντίας. Σημαντικές απώλειες είχε και ο Αννίβας χάνοντας πολλούς εμπειροπόλεμους στρατιώτες και όλους τους ελέφαντες, εκτός από ένα.

Μάχη του Ποταμού Τρεβία (218 π.Χ.)

Η Μάχη του ποταμού Τρεβία ήταν η πρώτη μεγάλη μάχη του Β' Καρχηδονιακού Πολέμου και έλαβε χώρα στις 18 Δεκεμβρίου του 218 π.Χ. μεταξύ των Καρχηδονιακών δυνάμεων του Αννίβα και της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας. Μετά την αποφασιστική επιτυχία του Αννίβα στην πολιορκία της Ρωμαϊκής πόλης Σαγούντο που είχε ως αποτέλεσμα την Καρχηδονιακή κυριαρχία στην Ιβηρική χερσόνησο ο Καρχηδόνιος στρατηγός έχοντας δημιουργήσει ένα ισχυρό στράτευμα διέσχισε τα Πυρηναία και τις Άλπεις καταφέρνοντας να εισβάλει στην Ιταλία με σκοπό την καταστροφή της Ρώμης με αποτέλεσμα η Καρχηδόνα να ανακτήσει την ηγεμονία στην Μεσόγειο θάλασσα. 

Ο Αννίβας μετά από μια αποτελεσματική νίκη στην Μάχη του Τικίνιου συμμάχησε με τις Γαλατικές φυλές με σκοπό να προσαρτήσει χιλιάδες Γαλάτες πολεμιστές στον στρατό του με αποτέλεσμα η κυριαρχία της Ρώμης στην Βόρεια Ιταλία να τερματιστεί κάτι που οδήγησε στην Μάχη του Τρέβια μια από τις πιο μελανές σελίδες στην στρατιωτική ιστορία της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας.

Στρατηγικό Πλαίσιο

Ο Αννίβας μετά τη δολοφονία του γαμπρού το Ασδούρβα του Μεγαλοπρεπή ανακηρύχθηκε διοικητής των Καρχηδονιακών στρατευμάτων στην Ιβηρική χερσόνησο με σκοπό την κατάληψη ολόκληρης της Ιβηρικής χερσονήσου. Έτσι πολιόρκησε τη Ρωμαϊκή πόλη Σαγούντο με αποτέλεσμα την έναρξη του Β΄ Καρχηδονιακού Πολέμου. Έτσι μετά από οχτώ μήνες σκληρής πολιορκίας τα τείχη του Σαγούντου έπεσαν με αποτέλεσμα την καταστροφή της πόλης.

 
Ο Αννίβας μετά την επιτυχία στο Σαγούντο αποφάσισε να μεταφέρει τον πόλεμο στην Ιταλία με σκοπό την απόσπαση Ρωμαϊκών στρατευμάτων από την Σικελία με αποτέλεσμα την ανακατάληψη του νησιού κάτι που θα οδηγούσε την Καρχηδόνα σε θαλάσσια κυριαρχία.

Με ένα ισχυρό στράτευμα που αποτελούνταν από 40.000 πεζικό 10.000 ιππικό και 47 ελέφαντες περνά τα Πυρηναία και μετά από δυο μήνες εξαντλητικής πορείας κατέφθασε στο λιμάνι της Μασσαλίας όπου συναντά ένα μικρό εκστρατευτικό σώμα δυο λεγεώνων υπό τον Κορνήλιο Σκιπίωνα (θείος του Σκιπίωνα του Αφρικανού) με σκόπο την αναχαίτιση του στρατεύματός του και την κάμψη του ηθικού των Καρχηδονίων στρατιωτών. 

Ο Αννίβας αποφάσισε να αποφύγει τη σύγκρουση με αποτέλσμα να αναγκαστεί να διασχίσει τις Άλπεις, κάτι που οδήγησε στον χαμό του 1/5 του στρατού του. Ο Καρχηδόνιος στρατηγός γνώριζε ότι η πράξη αυτή θα του κόστιζε και είχε δημιουργήσει σχέδιο για να αναπληρώσει τις απώλειές του το οποίο βασιζόταν στους ελέφαντές του οι οποίοι ελέφαντες έφεραν πάταγο στη βόρεια Ιταλία με αποτέλεσμα οι Γαλάτες της περιοχής να συμμαχήσουν μαζί του. 

Έτσι τον Δεκέμβριο του 218 π.Χ. η δύναμη του Αννίβα αποτελούταν από 40.000 στρατιώτες. Η Ρώμη έχοντας ηττηθεί στον ποταμό Τικίνιο όπου ο Σιπίωνας τραυματίστηκε πολύ άσχημα και αντικαθίσταται από τον Τιβέριο Σεμπρώνιο Λόγκο αποσπώντας τα στρατεύματα της Σικελίας στέλνοντας μια δύναμη 40.000 στρατιωτών για να διώξουν οριστικά τον Αννίβα από την βόρεια Ιταλία.
 
Η Μάχη

Τον Δεκέμβριο του 218 π.Χ.  ένας άριστα οργανωμένος Ρωμαϊκός στρατός είχε σταλεί από τη Ρωμαϊκή σύγκλητο για να διώξει τον Αννίβα Βάρκα από την χερσόνησό του. Οι Ρωμαίοι στρατοπεδεύουν στις όχθες του ποταμού Τρέβια αντικρίζοντας από την απέναντι όχθη τα στρατεύματα του Αννίβα. Την αυγή ο Αννίβας αποφασίζει να προσαρτήσει σε μια παγίδα τον ανυπόμονο Ρωμαίο στρατηγό στέλνοντας 2.000-3.000 ιππείς στο Ρωμαϊκό στρατόπεδο με αποτέλεσμα να προκληθεί σύγχυση στο Ρωμαϊκό στράτευμα.

 
Ο στρατηγός Σεμπρόνιος έγινε έξαλλος και διατάζει ολόκληρο το στράτευμα να περάσει τον ποταμό ένα από τα σημαντικότερα σφάλματα που του κόστισε την μάχη διότι ήταν Δεκέμβριος με αποτέλεσμα τα νερά του ποταμού να ήταν παγωμένα και οι Ρωμαίοι στρατιώτες να χάσουν τη μαχητική τους ικανότητα. Ο Αννίβας είχε εκμεταλλευτεί την σύγχυση κρύβοντας το υπόλοιπο ιππικό του σε βάλτους στα νώτα του Ρωμαϊκού στρατεύματος. Οι στρατιώτες του Αννίβα περίμεναν ξεκούραστοι τους απροετοίμαστους Ρωμαίους λεγεωνάριους. 

Οι Ρωμαίοι παρατάχθηκαν σε σχηματισμό σκακιέρα με αποτέλεσμα το Ρωμαϊκό ιππικό να ήταν απροστάτευτο, έτσι έστειλε τους ελέφαντές του και το ιππικό που είχε κρύψει στους βάλτους με αποτέλεσμα να τρέψει το Ρωμαϊκό ιππικό σε φυγή. Το Καρχηδονιακό πεζικό επιτίθεται στα πλάγια του Ρωμαϊκού στρατού και τον διαλύει. Ο υπόλοιπος στρατός προσπαθεί να ξεφύγει, όμως σφαγιάστηκε από το Καρχηδονιακό ιππικό ενώ οι υπόλοιποι πνίγηκαν στον ποταμό. Ο Αννίβας πέτυχε έναν ολοκληρωτικό θρίαμβο που θα του χάριζε την κυριαρχία στην Βόρεια Ιταλία.

Οι Απώλειες

Οι Ρωμαϊκές απώλειες ήταν τρομερές. 30.000 άνδρες βρίσκονταν στο έλεος των Καρχηδονίων ενώ 10.000 τραυματισμένοι και κουρασμένοι κατάφεραν να ξεφύγουν πετώντας όμως τις πανοπλίες τους και τα όπλα τους. Οι Καρχηδόνιοι έχασαν 4.000-5.000 άνδρες χάνοντας όμως 36 ελέφαντες.

Μάχη της Λίμνης Τρασιμένης (217 π.Χ.)

Η μάχη της λίμνης Τρασιμένης αποτέλεσε άλλη μια αποφασιστική νίκη του Αννίβα Βάρκα ο οποίος εισέβαλλε στην Ιταλία για υποτάξει την παντοδύναμη Ρώμη. Μετά από την νίκη στον ποταμό Τρέβια η σύγκλητος δημιούργησε μια νέα στρατιά αποτελούμενη από 4 νέες λεγεώνες με αρχηγό τον Γάιο Φλαμίνιο. Η στρατιά αυτή έπαθε ολοκληρωτική καταστροφή στις όχθες της λίμνης Τρασιμένης και ο Γάιος Φλαμίνιος σκοτώθηκε. Ο Αννίβας μπορούσε επιτέλους να υποτάξει την Ρώμη αλλά αποφάσισε να ανακόψει την περιοχή που αποτελούσε τον εφοδιασμό της Ρώμης από τρόφιμα, την πεδιάδα των Καννών.

Πριν την Μάχη

Μετά την ήττα του Τιβέριου Σεμπρόνιου Λόγγου στον Τρέβια ποταμό η σύγκλητος εκλέγει δύο νέους ύπατους τον Σερβίλιο Γεμίνιο και τον Γάιο Φλαμίνιο. Αυτοί οι δύο ύπατοι είχαν ώς αποστολή να καταστρέψουν τον Αννίβα και να τον διώξουν από την Ιταλία. Έτσι συγκέντρωσαν περίπου 20.000 άνδρες για να τον αντιμετωπίσουν.

 
Ο Ρωμαϊκός στρατός κινήθηκε προς την πόλη Αριμίνουμ και οχυρώθηκε εκεί. Ο Αννίβας περνά τους βάλτους 7 χιλιόμετρα από το Αριμίνουμ και καίει την πεδιάδα της Τοσκάνης. Όμως, αντί να επιτεθεί στα τείχη της πόλης απλώς κάθεται και χλευάζει το θάρρος του Ρωμαίου στρατηγού και του στρατού του. Ο Φλαμίνιος αποφασίζει να τον αντιμετωπίσει σε ανοιχτό πεδίο.

Η Μάχη

Ο Γάιος Φλαμίνιος αφού παρακολούθησε την λεηλασία της ρωμαϊκής υπαίθρου από το στράτευμα του Αννίβα αποφάσισε να δώσει ένα τέλος και να τον αντιμετωπίσει σε ανοιχτή μάχη. Ο Αννίβας καταδιώχθηκε από τον Ρωμαϊκό στρατό σε όλη την πεδιάδα της Τοσκάνης αλλά τελικά ο εφυής Καρχηδόνιος στρατηγός αποφάσισε να πολεμήσει στις όχθες της λίμνης Τρασιμένης η οποία ήταν περικυκλωμένη από λόφους με πυκνή βλάστηση και με συνεχή ομίχλη. 

Έτσι έστησε ένα ψεύτικο στρατόπεδο οπού τοποθέτησε μια φρουρά 6.000 στρατιωτών ενώ τους υπόλοιπους τους έκρυψε στους γύρω λόφους. Η εμπροσθοφυλακή του Φλαμίνιου είδε τις φωτιές του στρατοπέδου και διατάχθηκε να επιτεθεί εκεί ενώ ο υπόλοιπος στρατός θα στρατοπέδευε στις όχθες της λίμνης. Η λεγεώνα που στάλθηκε περίμενε τους στρατιώτες του Αννίβα απροετοίμαστους για μάχη με απότελεσμα την εύκολη καταστροφή τους. 

Όμως οι Καρχηδόνιοι ήταν έτοιμοι και μάλιστα τους επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά! Κατά την διάρκεια της αψιμαχίας όμως οι δυνάμεις του Αννίβα έκαναν μια ψεύτικη υποχώρηση παρασύροντας τους ανυποψίαστους Ρωμαίους αλλά τότε μέσα από την πυκνή ομίχλη ξεπρόβαλε ολόκληρος ο καρχηδονιακός στρατός ο οποίος τους επιτέθηκε και τους έτρεψε σε φυγή. Ο Αννίβας μετά την επιτυχία του διέταξε μαζική επίθεση στο υπόλοιπο Ρωμαϊκό στρατό ο οποίος δεν ήταν έτοιμος για μάχη, δεν είχε σχηματισμό μάχης και οι λεγεώνες ήταν αποδιορανωμένες. 

Οι Καρχηδόνιοι στρατιώτες τους επιτέθηκαν, τους περικυκλώσαν και τους υποχρέωσαν σε ταπεινωτική ήττα. Η μάχη τελείωσε μέσα σε τρείς ώρες και άλλος ένας Ρωμαϊκός στρατός είχε καταστραφεί. Από τους 20.000 στρατιώτες οι 15.000 έπεσαν νεκροί. Οι Καρχηδονιακές απώλειες ανήλθαν στους 1.500 στρατιώτες.

 
Οι Απώλειες

Ο απροετοίμαστος στρατός των Ρωμαίων έπαθε ολοκληρωτική καταστροφή. Τα 3/4 της Ρωμαϊκής στρατιάς χάθηκαν δηλαδή περίπου 15.000 άνδρες. Ο Καρχηδονιακός στρατός έχασε 1.500 στρατιώτες. Μετά από την ολοκληρωτική νίκη του Αννίβα η Ρωμαϊκή σύγκλητος αποφάσισε να τοποθετήσει στην εξουσία έναν δικτάτορα, το Φλάβιο Μάξιμο ο οποίος εφάρμοσε την στρατηγική της "Καμένης Γής" για έξι μήνες όπου και έληξε η θητεία του! Αργότερα οι Ρωμαίοι κινητοποιήσαν έναν τεράστιο στρατό ο οποίος καταστράφηκε ολοκληρωτικά στην γνωστή μάχη των Καννών.

Φωτογραφικό Υλικό


* ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ: ΜΕΡΟΣ Β'

Σήμερα 2 Αυγούστου μνήμη του Αγίου εγκληματία Ιουστινιανού Β΄

Ορθόδοξη αγιότητα σημαίνει θηριωδία

Όπως ξέρετε η Ορθόδοξη Εκκλησία θεωρεί πως η ιδιότητα του μονάρχη συνιστά αιτία αγιοποίησης ειδικά αν ο γαλαζοαίματος βαρύνεται με ειδεχθή εγκλήματα. Έτσι έχουν αγιοποιηθεί αιμοσταγείς αυτοκράτορες και τσάροι, Ρωμαίοι, Σέρβοι και Ρώσοι. Στο πάνθεον των ιερών φονιάδων όπως η Ειρήνη η Αθηναία, ο Μέγας Κωνσταντίνος, η Αγία Ελένη, ο Μέγας Θεοδόσιος, η Αγία Όλγα, οι δυο Αγίες αυτοκράτειρες Θεοδώρες, η Πουλχερία, ο Ιώάννης Βατάτζης, ο τσάρος Βλαδίμηρος, ο Στέφανος Ούρος και οι νεότεροι Άγιοι Νικόλαος και Αλεξάνδρα Ρωμανώφ, εξέχουσα θέση κατέχουν οι δυο Ιουστινιανοί, δυο αιμοβόροι ανατολικοί Ρωμαίοι αυτοκράτορες, εκ των οποίων ο δεύτερος τιμάται στις 2 Αυγούστου.

Ο ευλαβέστατος αυτοκράτορας Ιουστινιανός ο Β΄, ο ρινότμητος, είναι αυτός που το 691, συγκάλεσε την Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο, διότι τότε οι ευσεβείς αυτοκράτορες συγκαλούσαν αλάθητες Συνόδους οι οποίες με το φάσγανο και το πυρωμένο σίδερο του βασιλιά έπαιρναν θεόπνευστη απόφαση, η οποία γινόταν δόγμα απαραβίαστο, νόμος του κράτους και αλίμονο σε όποιον το αμφισβητούσε. Είχε να αντιμετωπίσει εκτός από τις φωτιές της Κόλασης του ορθόδοξου θεού και τα βασανιστήρια του αυτοκράτορα. Για την αγιότητα αυτού του αυτοκράτορα μπορούν οι ευσεβείς αναγνώστες μας να διαβάσουν εδώ:

http://www.saint.gr/2025/08/02/3210/saint.aspx
http://mesageitonias.com/saints_2nd_august.htm
http://el.wikipedia.org/wiki/2_%CE%91%CF%85%CE%B3%CE%BF%CF%8D%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%85

Το ανθρωπόμορφο αυτό κτήνος που έγινε αυτοκράτορας μόλις στα 17 του, έχασε τη μύτη του από τον διάδοχό του Λεόντιο που τον ανέτρεψε με πραξικόπημα και τον τιμώρησε με ακρωτηριασμό και εξορία. Ανατράπηκε όμως και ο μιαρός Λεόντιος από τον Τιβέριο που με τη σειρά του ανατράπηκε από τον κοψομύτη Ιουστινιανό ο οποίος ανακατέλαβε το 698 θρόνο έχοντας συμμαχήσει με Βούλγαρους και Τούρκους (Χάζαρους). Έτσι διόρισε ως Καίσαρα τον Τούρκο χάνο Ιβουζίρ Έδειξε εξαιρετική ικανότητα στη συλλογή φόρων με όργανά του τον Μεγάλο Λογοθέτη Θεόδοτο και τον ενάρετο ευνούχο Στέφανο οι οποίοι λόγω των κάπως σκληρών μεθόδων τους, προκάλεσαν τη γενική αγανάκτηση.

Ήταν τόσο αποθηριωμένος ο άγιος που εκδικήθηκε τους δυο σφετεριστές του θρόνου του θανατώνοντας και ακρωτηριάζοντας εκατοντάδες οπαδούς τους. Η ανισορροπία του τον έφερε στο σημείο να αντιδράσει με ασυγκράτητα γέλια όταν πληροφορήθηκε τον πνιγμό 70.000 στρατιωτών του που επέστρεφαν από την αποτυχημένη εκστρατεία του της Χερσώνας (711). Την ίδια χρονιά, ο Αρμένης Βαρδάνης (Φιλιππικός) τον ανέτρεψε με πραξικόπημα και τον δολοφόνησε μαζί με τον 6χρονο γιό του, καταλαμβάνοντας έτσι το θρόνο. Στο ευσεβές ορθόδοξο ρωμαϊκό κράτος, του οποίου την αθάνατη κληρονομιά και συνέχεια, διεκδικεί η Ελλάδα του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού, η διαδοχή των ενάρετων αυτοκρατόρων γινόταν πάντα με πολιτισμένες διαδικασίες.

Με την ευκαιρία επιτρέψτε μου να αναφερθώ με συντομία στον Άγιο Ιουστινιανό τον Α΄, που γιορτάζει στις 14 Νοεμβρίου και καθόλου δεν υπολείπεται του άλλου, σε εγκλήματα και βαρβαρότητες. Αυτός λοιπόν ο Αλβανός ή κατ’άλλους Σλάβος δομήτορας της Αγίας Σοφίας, της Νέας Ακρόπολης του Ελληνισμού, αρχικά λεγόταν Ουπράβντα και καταγόταν από την Βεδεριάνα της Ιλλυρίας. Ανακηρύχθηκε άγιος επί πατριαρχείας του αγ.Ιωάννη του Θ΄του Αγαπητού (1111-1134). Η μνήμη του γιορτάζεται διακριτικά μαζί με αυτήν της περιώνυμης αρχιπόρνης συμβίας του την ημέρα του θανάτου του. Μεγαλύτερο κατόρθωμά του υπήρξε η σφαγή 35.000 άοπλων πολιτών στον Ιππόδρομο, για να αντιμετωπιστεί η λεγόμενη “Στάση του Νίκα”. Ο ιστορικός Προκόπιος, στην απόκρυφη ιστορία του αποκαλύπτει τα έργα του “άρχοντα των δαιμόνων”, όπως αποκαλεί τον εστεμμένο φονιά, σκιαγραφόντας τον διαστροφικό χαρακτήρα αυτού και της επίσης αγίας συζύγου του, δίνοντας ανατριχιαστικές λεπτομέρειες των αναρίθμητων εγκλημάτων τους: “Ο άνθρωπος αυτός έχει σκοτώσει τόσους πολλούς, που φαίνεται πως κανείς στον κόσμο δεν μπορεί να πει τον ακριβή αριθμό τους εκτός από τον θεό… χάθηκαν πολλά εκατομμύρια άνθρωποι” (Ανέκδοτα, ιη΄, 1-6).

Ο Ευάγριος επίσης σημειώνει: “…κάτι άλλο υπέβοσκε στο χαρακτήρα του Ιουστινιανού, που ξεπερνούσε κάθε θηριωδία που μπορεί να βάλει ο νους”. Τα ίδια υποστηρίζουν και οι ιστορικοί Αγαθίας και Ιωάννης ο Λυδός. Ο αυτοκράτορας βασάνιζε και σκότωνε τους Μοντανιστές, τους Εβραίους και τους Έλληνες στο θρήσκευμα. Ξεφορτωνόταν όσους αντιπαθούσε προσάπτοντάς του την κατηγορία του παιδεραστή, επί ποινή αποκοπής των γεννητικών οργάνων. Την ποινή αυτή υπέστη και κάποιος νεαρός ονόματι Βασιανός, επειδή κακολογούσε την αυτοκράτειρα. Υποβλήθηκε σε φοβερά δημόσια βασανιστήρια και θανατώθηκε. Όμως ο κατάλογος των ανομημάτων του ζεύγους είναι ανεξάντλητος. Από την εποχή ακόμη της συμβασιλείας του με τον αγράμματο θείο του Ιουστίνο, οι δήμιοι του έκαιγαν ζωντανούς ή έπνιγαν τους Μανιχαίους, ενώ ο αυτοκράτορας απολάμβανε το θέαμα.. (F. Nau, «Revue de l’orient, ii., 1897, σελ.481).

Δείγμα της ορθόδοξης χρηστοήθειας είναι η στάση του αγιορείτη άγίου Νικόδημου (πρωκτολόγου-σεξολόγου-τέλη 18ου αι.), που αμφισβητεί κατά πόσον ανακηρύχτηκε άγιος, όχι για το αθώο αίμα που έχυσε (αυτά για την Ορθοδοξία είναι ψιλά γράμματα), αλλά επειδή υποψιάζεται αυτόν τον Στύλο της Ορθοδοξίας για αίρεση.

Ο Άγιος Ιουστινιανός B’ ο βασιλεύς (εορτάζει για την Εκκλησία στις 2 Αυγούστου).

“Η ανισορροπία του τον έφερε στο σημείο να αντιδράσει με ασυγκράτητα γέλια όταν πληροφορήθηκε τον πνιγμό 70.000 στρατιωτών του που επέστρεφαν από την αποτυχημένη εκστρατεία του της Χερσώνας (711)".

528 Ο Ιουστινιανός ξεκινάει πεισματικό αγώνα κατά της «ειδωλολατρίας», η οποία αν και είχε κηρυχθεί δημόσιο έγκλημα πριν από 50 χρόνια «εξακολουθούσε να επιβιώνει σε απομακρυσμένες ή παραμεθόριες περιοχές… αλλά και στους κύκλους των λόγιων, στην καλή κοινωνία της Κωνσταντινουπόλεως» (Deschner, τόμος 2, σελ. 527 - 528). «Σε ένα πρώτο διάταγμα εναντίον των Εθνικών –που δεν φέρει χρονολογία και συντάκτη, αλλά αποδίδεται από τους νεότερους ερευνητές στον Ιουστινιανό- εκτός από τους προηγούμενους αυστηρούς νόμους, ορίζεται επίσης να ψάχνουν και να βρίσκουν πού γίνονται ειδωλολατρικές τελετές. Απαγορεύονται οι δωρεές και οι εκτελέσεις διαθηκών, που βαίνουν προς όφελος των Εθνικών. Ένα άλλο διάταγμα, προερχόμενο αναμφίβολα από τον Ιουστινιανό, στηλιτεύει ιδιαίτερα τις θυσίες και τις «ανίερες» εορτές. Και προχωρώντας ακόμα πιο πέρα από την προηγούμενη νομοθεσία που προσπαθούσε να εξαλείψει ολότελα την παγανιστική λατρεία και την ικανότητα των οργανώσεών της για δικαιοπραξία, ο Ιουστινιανός επιδιώκει τώρα, τρόπον τινά, να την καταπολεμήσει σε όλο το φάσμα της. Διατάσσει να βαπτίζονται υποχρεωτικά όλοι οι Εθνικοί μαζί με τις οικογένειές τους, έναντι της ποινής της δήμευσης της περιουσίας. Οι παραβάτες χάνουν στο εξής τα πολιτικά τους δικαιώματα, όπως και όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία τους» γράφει επίσης ο Deschner (σελ. 558). Το ίδιο έτος (528), ο Ιουστινιανός με έδικτό του καταργεί τους εξόριστους στην Αντιόχεια Ολυμπιακούς Αγώνες, ενώ έχει ήδη νομοθετήσει να θανατώνονται με κατασπαραγμό από θηρία, θάνατο στην πυρά, σταύρωση ή ξέσκισμα με σιδερόνυχα, όλοι οι «καταγινόμενοι με την μαγεία, την μαντική, την γοητεία και την ειδωλολατρία» και απαγορεύσει να διδάσκουν οι Εθνικοί, εξαφανίζοντας έτσι και την τελευταία δυνατότητά τους να έχουν πρόσβαση στην κοινωνία («σε όλη την έκταση της Αυτοκρατορίας, παγανιστικές κοινότητες είχαν επιβιώσει έως τότε με τρόπους, που συνήθως μας διαφεύγουν, σίγουρα όμως με δυναμισμό και πνευματικό σφρίγος μεγαλύτερο στην Ανατολή παρά στην Δύση. Οι οπαδοί τους είχαν αποκλεισθεί από την πολιτική διοίκηση και την στρατιωτική εξουσία, αλλά όχι και από την διδασκαλία...», Chuvin, σελ. 10 – 11).

529 Ένας ακόμα νόμος του Ιουστινιανού έρχεται τώρα να απαγορεύσει κάθε είδους Εθνική διδασκαλία ή άλλη μετάδοση «ειδωλολατρικής» γνώσης («Ιουστινιάνειος Κώδιξ» 1. 11. 10) και να ορίσει την θανατική ποινή αδιάκριτα για Εθνικούς και διπλόπιστους χριστιανούς («…ακόμα και εκείνους που έχουν κριθεί άξιοι τού άγιου βαπτίσματος…»), που υποτίθεται ότι «εξοργίζουν τον φιλάνθρωπο Θεό» με «ανόσιες πράξεις», όπως θυσίες και συμμετοχή σε «απρεπείς» εορτές (MacMullen, 1997, σελ. 41 και 182, σημ.27). Ο Ιουστινιανός διατάσσει την υποχρεωτική βάπτιση όλων ανεξαιρέτως των Εθνικών, μαζί με τις οικογένειές τους συμπεριλαμβανόμενων ακόμα και των βρεφών (Deschner, τόμος 2ος, σελ. 559), με ποινή σε περίπτωση άρνησης την δήμευση της κινητής και ακίνητης περιουσίας τους. Όσοι ευσεβείς Εθνικοί αρνούνται να προδώσουν τους Θεούς και να ασπασθούν δημόσια τον Χριστιανισμό χάνουν επίσης όλα τα πολιτικά και αστικά τους δικαιώματα και κάθε μέσο βιοπορισμού, ενώ απαγορεύεται εφεξής κάθε διδασκαλία των Εθνικών φιλοσόφων και διδασκάλων, από τους οποίους επιπλέον αφαιρείται ο κρατικός μισθός και δημεύονται όλα τα περιουσιακά τους στοιχεία (ως άνω, σελ. 558).Με έδικτο του αυτοκράτορος Γιουτπράδα-Ιουστινιανού, κλείνει η Ακαδημία των Αθηνών και κατάσχεται η περιουσία της. Οι επτά τελευταίοι διδάσκαλοι καταφεύγουν σύμφωνα με μία αφήγηση του Αγαθία στον καλλιεργημένο βασιλιά των Περσών Χοσρόη, που κολακευμένος από την παρουσία τους τούς υποδέχεται με εξαιρετικές τιμές και τους προσφέρει καθηγητικές έδρες στο Πανεπιστήμιοτου Ιουντισαπούρ (Jundishapur).

532 Μία ακόμη χριστιανική εσχατολογία προβλέπει, ανεπιτυχώς φυσικά, ότι το συγκεκριμένο έτος θα γίνει η… συντέλεια του Κόσμου. Ο μοναχός Ιωάννης Ασιακός, επικεφαλής ενόπλων ομάδων προσηλυτιστών, αρχίζει γενοκτονία κατά των Μικρασιατών Εθνικών.

536 Στην παλαιά Ελλάδα, η παραφροσύνη των χριστιανών τους οδηγεί στο να κατακαίνε ή να κόβουν συστηματικά τα δάση της χώρας, κυρίως στις νότιες περιοχές, γιατί μέσα στα δένδρα έβλεπαν.. «κατοικίες των δαιμόνων». Η φωτιά και το τσεκούρι εξαπολύονται κυρίως εναντίον των δρυοδασών (κατοικίες του Διός), των ελατοδασών (κατοικίες της Αρτέμιδος και του Πανός) αλλά και των ελαιώνων ακόμα (κατοικίες της Αθηνάς) που περιέζωναν τις κατά πλειοψηφία έρημες ή ημιέρημες πια πόλεις των «ειδωλολατρών». Τα αποτελέσματα θα είναι τρομακτικά για την γη των Ολυμπίων Θεών, καθώς αυτή η τεράστια αποδάσωση θα φέρει με την σειρά της ξήρανση ποταμών και πηγών, όπως επίσης και πλήρη διαταραχή ολοκλήρου του οικοσυστήματος της χώρας, που μάλιστα θα βασανιστεί το έτος 536 και από μία πρωτόγνωρη για την περιοχή ξηρασία, αλλά και διαπεραστική παγωνιά (σύμφωνα με ανακοίνωση του αρχαιολόγου Stephen G. Miller, καθηγητή του Πανεπιστήμιου του Berkeley, που έκανε ανασκαφές στην Νεμέα: «αναλύσεις σε γύρι της εποχής εκείνης αποδείκνύουν, ότι ανάμεσα στο έτος 500 και το 600 η βλάστηση στην Ελλάδα άλλαξε δραματικά, ακόμα και η καλλιέργεια της ελιάς σταμάτησε σχεδόν εντελώς» και κάτι τέτοιο επιβεβαιώνουν και τα γραπτά των Προκόπιου και Κασσιόδωρου, που μαρτυρούν μία έντονη διατάραξη του καιρού την χρονιά της συγκεκριμένης οικοκαταστροφής).

540 Η ελληνική Ιατρική έχει ήδη απαγορευθεί ως «γνώση του Διαβόλου» και τα συγγράμματά της έχουν ήδη χαθεί για πάντα στη φωτιά των χριστιανών. Με μόνη θεραπευτική μέθοδο την… αφαίμαξη και το διάβασμα εξορκισμών, αρχίζει στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία η μεγάλη επιδημία που υπολογίζεται (Panati Charles, 1989) ότι εξόντωσε 100 εκατομμύρια ανθρώπους. Η Εκκλησία βγαίνει παρόλα αυτά κερδισμένη, καθώς αποδίδει την επιδημία στην οργή του Θεού για την επιβίωση των «αιρέσεων» και της «ειδωλολατρίας». Ο όχλος τρέχει πανικόβλητος να εκκλησιασθεί. Ο Πέρσης βασιλιάς Χοσρόης σαρώνει τις χριστιανικές πόλεις της Συρίας. Την μόνη πόλη που δεν καταστρέφει ή λεηλατεί είναι η Χαρράν (ελληνιστί Κάρρες), της οποίας οι κάτοικοι είχαν παραμείνει πεισματικά Εθνικοί.

542 Ο Γιουτπράδα-Ιουστινιανός αναθέτει καθήκοντα αυτοκρατορικού προσηλυτιστού («επισκόπου τιτουλαρίου») στον Ιωάννη Ασιακό εξ Εφέσσου. Επί 35 ολόκληρα χρόνια ο τελευταίος εφαρμόζει μαζικούς και βιαίους εκχριστιανισμούς των Εθνικών της Φρυγίας, Καρίας και Λυδίας και κτίζει 99 εκκλησίες και 12 μοναστήρια πάνω στα συντρίμμια των Εθνικών Ιερών (Trombley, τόμος 1, σελ. 333).

545 - 546 Ο Ιωάννης Ασιακός εξοντώνει εκατοντάδες Εθνικούς της Κωνσταντινουπόλεως. Τα θύματα της χριστιανικής παραφροσύνης σταυρώνονται («φουρκίζονται»), κόβονται κομμάτια ή πνίγονται στην θάλασσα μέσα σε σάκκους, και σε πολλές περιπτώσεις τα έντερά τους περιφέρονται ως.. τρόπαια στους δρόμους από τον χριστιανικό όχλο (Mac Mullen, «Christianity & Paganism..», σελ. 176-177, σημ. 89). Πολλοί ευγενείς Εθνικοί γλυτώνουν την βάπτιση ή το μαρτύριο αυτοκτονώντας. Οι χριστιανοί βεβηλώνουν τα πτώματά τους και τους πετούν στους σκουπιδότοπους.

546 Νέος μικρότερος διωγμός κατά των Εθνικών και «αιρετικών» της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, έρχεται να ολοκληρώσει το έργο του προηγουμένου. Πλήθος γραμματικοί, σοφιστές, νομικοί και ιατροί σέρνονται μπροστά στον ιεροεξεταστή Ιωάννη Ασιακό και τιμωρούνται με μαστιγώσεις και φυλακίσεις (Mango, σελ. 163).

556 Ο Ιουστινιανός στέλνει στην Αντιόχεια τον φοβερό ιεροεξεταστή Αμάντιο που συλλαμβάνει, βασανίζει και θανατώνει τους τελευταίους Εθνικούς της πόλεως και καίει όλες τις ιδιωτικές βιβλιοθήκες.

557 Η χριστιανική εσχατολογία προβλέπει, ανεπιτυχώς, ότι το συγκεκριμένο έτος θα γίνει η… συντέλεια του Κόσμου.

560 Ο στρατηγός Ναρσής, έχοντας ήδη εξοντώσει τα τελευταία απομεινάρια των Βλεμμύων μετά από 20ετή αιματηρό πόλεμο (540 – 560 περίπου), αναλαμβάνει να σταματήσει το… «σκάνδαλο» της ύπαρξης μίας κανονικής παγανιστικής λατρείας μέσα στα σύνορα της «άγιας» Αυτοκρατορίας. Γύρω στο έτος 560 (ενώ άλλοι τοποθετούν το γεγονός στο έτος 537, πριν δηλαδή και όχι μετά τον 20ετή πόλεμο), βεβηλώνει, ληστεύει και σφραγίζει το τελευταίο Ιερό της Θεάς Ίσιδος στη νησίδα Φίλαι ή Ελεφαντίνη του Νείλου, ασβεστώνει τον ιερογλυφικό διάκοσμο, φυλακίζει τους ιερείς και στέλνει τα αγάλματα των Θεών Οσίριδος, Μηνός και Ίσιδος στην Κωνσταντινούπολη ως πολεμικά τρόπαια.

562 Μετά από διορία τριών μηνών για πλήρη απομάκρυνση από τις πατρογονικές λατρείες, ο Ιουστινιανός διατάσσει νέες μαζικές συλλήψεις, διαπομπεύσεις, βασανιστήρια και φυλακίσεις Εθνικών ιερέων στην Αθήνα, την Αντιόχεια, την Παλμύρα και την Κωνσταντινούπολη, όπως πληροφορούμαστε από τον Beck που αντλεί από τους Μαλάλα, Προκόπιο και Μιχαήλ Σύριο και στην συνέχεια σχολιάζει: «Όπως φαίνεται το Βυζάντιο δεν είχε εκχριστιανισθεί εντελώς τον 6ο αιώνα» (Beck, σελ. 358). Στην πλατεία του Κυνηγίου της Κωνσταντινουπόλεως καίγονται σε τεράστιες πυρές χιλιάδες βιβλία και πολλά ιδιωτικά αγάλματα (Ι. Μαλάλας «Χρονογραφία» και Mango, σελ. 163). Οι συντεχνίες και οι οικογένειες καθίστανται τώρα αποκλειστικά υπεύθυνες για τις θρησκευτικές αντιλήψεις των μελών τους, το ίδιο δε και οι αφέντες για τις αντιλήψεις των δούλων τους. Την ίδια χρονιά οργανώνονται νέες επιχειρήσεις βίαιου εκχριστιανισμού των Εθνικών της Ιωνίας, από τον τρομερό επίσκοπο Εφέσου Ιωάννη τον πρώην «Ασιακό» (Chuvin).

Να σημειωθεί ότι ήταν ιδιαίτερα σκληρός ειδικά στην συλλογή των φόρων, τόσο που ανατράπηκε γρήγορα από τον στρατό και ο επόμενος αυτοκράτορα ο Λεόντιος, του ακρωτηρίασε την μύτη και για τον λόγο αυτό λεγόταν και Ρινότμητος. Μετά από 10 χρόνια στην φυλακή απέδρασε, συνεννοήθηκε με Βούλγαρους και Χαζάρους και τον βοήθησαν να νικήσει τους Βυζαντινούς και να ξανακαταλάβει τον θρόνο και να εξαπολύσει ένα φοβερό πογκρόμ για εκατοντάδες αυλικούς και συνεργάτες των δύο αυτοκρατόρων που μεσολάβησαν. Έξη χρόνια μετά την δεύτερη του στέψη, μετά από μια αποτυχημένη εκστρατεία στην οποία συνέβη και ο πνιγμός των 70 χιλιάδων στρατιωτών, ανατρέπεται πάλι με πραξικόπημα από τον στρατηγό Βαρτάνη και σκοτώνεται μαζί με τον γιο του. Η Εκκλησία τον έκανε άγιο γιατί συγκάλεσε στην πρώτη βασιλεία του το 691, την Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο!

Όπως θα θυμάστε, όταν αποπειράθηκα να υμνήσω την αγία Θεοδώρα την Α΄, (υπάρχει και δεύτερη αγία Θεοδώρα, η χήρα του αυτοκράτορα Θεόφιλου, επίορκη και απατεώνισα, η προστάτρια της Κέρκυρας, μεγαλύτερη φόνισσα και αγία από την πρώτη, αναστηλώτρια των αγίων ειδώλων, στην οποία η Εκκλησία χρωστά τη λεγόμενη Κυριακή της Ορθοδοξίας), δέχθηκα πυρά ασεβών ορθοδόξων που προσπάθησαν από τη μια μεριά να μας πουν πως η αγία δεν ήταν ελευθέρων ηθών όσο την παρουσιάζει ο ιστορικός Προκόπιος ούτε ανακηρυγμένη αγία, όπως και ο άνδρας της. Πάντως ο J.Korbler («Einige Beiträge zur Geschichte der Krebskrankheit in Byzanz-die Aerzte-der Kaiser-die Prinzessin», 1971) στήριξε με σοβαρά στοιχεία την θεωρία πως το ιερό ζεύγος έπασχε από σύφιλη.
http://www.imperobizantino.it/old/Societa-art10.html

Ευτυχώς στην ιστοσελίδα της Russian Orthodox church abroad της ρωσικής δηλαδή Εκκλησίας της Υπερορίας ο ευσεβής ελληνορθόδοξος κ. Αστέριος Γεροστέργιος (Institute for Byzantine and Modern Greek Studies), με το βιβλίο του «Ιουστινιανός ο Μέγας, αυτοκράτωρ και Άγιος», που παρουσιάζεται από τον αιδεσιμολογιότατο Αλέξιο Young, βάζει τα πράγματα στη θέση τους σχετικά με την αδιαμφισβήτητη αγιοποίηση αυτού υπερασπιστή της Ορθοδοξίας και αποκαθιστά παράλληλα την υπόληψη του Βυζαντίου απέναντι στην καχύποπτη Δύση που το θεωρεί βάρβαρο. http://www.roca.org/OA/42/42m.htm

Υπηρέτησε ποικιλότροπα ο άγιος Ιουστινιανός την Ορθοδοξία που την έθεσε υπό την προστασία της Πολιτείας, θεσπίζοντας πως μια μόνο πίστη ήταν θεμιτή χάριν της κρατικής ενότητας, με διωγμούς των αιρετικών, των Ελλήνων στο θρήσκευμα και των Εβραίων, με παροχή προστασίας στο μοναχισμό, με προνόμια στον κλήρο, σταμπάροντας τον Τίμιο Σταυρό στα νομίσματα, με την οικοδόμηση (με τεράστιες οικονομικές θυσίες του λαού και με αίμα των εργατών) της Αγίας Σοφίας και δεκάδων άλλων ναών, με τη θέσπιση της αγαμίας των επισκόπων η οποία ανύψωσε την ηθική του κλήρου, αφού μόνον αγνοί παρθένοι γίνονται έκτοτε επίσκοποι.

Παράλληλα αναγνώρισε την πρωτοκαθεδρία του επισκόπου της Ρώμης, αν και αυτό δεν τον εμπόδισε να φερθεί σκληρά στους πάπες Σιλβέριο και Βιγίλιο. Νομίζω όμως πως η τεράστια προσφορά του στην ανθρωπότητα ήταν το κλείσιμο (529) της νεοπλατωνικής Φιλοσοφικής Σχολής των Αθηνών, που ανάγκασε τον Σχολάρχη της Δαμάσκιο και τους καθηγητές να ζητήσουν άσυλο στην αυλή του Πέρση βασιλιά. Ο επικίνδυνος ιός της αμφιβολίας, το μικρόβιο της έρευνας, διώχτηκαν για πάντα από τα ιερά εδάφη της Ορθοδοξίας.

Για όσους ασεβείς ορθοδόξους τον κρύβουν κάτω από το χαλί και δεν διστάζουν να μας πουν πως δεν υπάρχει άγιος Ιουστινιανός, θα θυμίσω πως το όνομα αυτό πήρε και ο ευλαβής πατριάρχης του Τσαουσέσκου Ιουστινιανός. Ποτέ επίσκοπος δεν παίρνει όνομα με το οποίο δεν τιμάται κάποιος Άγιος. Για τους άπιστους Θωμάδες θα αφήσω να μιλήσει η Orthodox Church in America (OCA), η δεύτερη σε δύναμη Ορθόδοξη Εκκλησία της Αμερικής,, μία ρωσογενής πολυεθνική Εκκλησία, που βρίσκεται σε κανονική επικοινωνία με το πατριαρχείο της Μόσχας, με την Ελληνορθόδοξη Αρχιεπισκοπή ΗΠΑ και με το Οικουμενικό πατριαρχείο:
http://ocafs.oca.org/FeastSaintsViewer.asp?FSID=103301

Ο ευλαβής αναγνώστης θα διαπιστώσει πως αυτή η Εκκλησία δεν διστάζει στο βιογραφικό που παραθέτει να ομολογήσει: “Ο Ιουστινιανός έστειλε τον Ιωάννη επίσκοπο της Εφέσου στην Μικρασία με σκοπό να διαδώσει τον χριστιανισμό. Ο Ιωάννης βάπτισε πάνω από 70.000 παγανιστές”. Από σεμνότητα η ιστοσελίδα αποφεύγει να πει με ποιες μεθόδους πείστηκαν αυτές οι δεκάδες χιλιάδες να βουτήξουν στην κολυμπήθρα.

Στην ίδια ιστοσελίδα διαβάζουμε πως η σύζυγος Ιουστινιανού η Αγία Θεοδώρα ήταν μια «διαβόητη πόρνη» που μετεστράφη. Αυτήν την κοινωνικά χρήσιμη ιδιότητά της, αμφισβήτησαν οι ορθόδοξοι σχολιαστές μας που την απέδωσαν στο μίσος του Προκόπιου και στη δική μου αγραμματοσύνη και εμπάθεια.

Για την Αγιότητα του Ιουστινιανού ομιλούν και η ορθόδοξη wiki:
http://orthodoxwiki.org/Justinian
καθώς και η Wikipedia:
http://en.wikipedia.org/wiki/Saint_Justinian
http://en.wikipedia.org/wiki/Justinian_I
όπως και άλλοι ευσεβείς.
http://codexjustinianus.blogspot.com/
http://www.answers.com/topic/justinian-i
http://www.neobyzantine.org/byzantium/emperors/justinian/index.php

Βέβαια υπάρχουν για όσους πιστούς δεν ξέρουν ανάγνωση και τα γνωστά ψηφιδωτά με το φωτοστέφανο (εικ.).

ΔΕΣ:

Ιουστινιανός & Θεοδώρα: Η ιστορία τους, έξω από τον πολύπλευρο και πολύπλοκο περίγυρό της, έχει τη θέση της σε ένα ανθολόγιο ζευγαριών ερωτικών συμβόλων


Πέμπτη 1 Αυγούστου 2024

ΜΑΚΚΑΒΑΙΟΙ, ΜΟΥΤΖΑΧΕΝΤΙΝ ΚΑΙ ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΟΙ ΓΙΑ ΚΛΑΜΜΑΤΑ

Μανιφέστο ενάντια σε εκείνους που ονειρεύονται ή απεικονίζουν την Θεά Ελευθερία γονατιστή

«Η πολυμορφία είναι βασικός βιολογικός φυσικός κανόνας. Η φύση απαιτεί πολυμορφία, η Μονάδα δεν είναι παρά προϋπόθεση μίας υποχρεωτικής πληθύνσεως, ό,τι ομογενοποιείται ζει στο προστάδιο του αφανισμού του.

Η πολυμορφία της ανθρωπότητας είναι βιολογική και κοινωνικο-πολιτική. Η βιολογική πολυμορφία εκδηλώνεται μέσα από την διαφορά στην εξωτερική μορφή, την ιδιοσυγκρασία και το χρώμα, η δε κοινωνικο-πολιτική μέσα από την διαφορά στο συλλογικό «έθος» ή για να χρησιμοποιήσουμε την διατύπωση των Ελλήνων, από την διαφορά «στα ειωθότα και τα νομιζόμενα»

Η ρίζα της λέξης «έθνος» είναι το «έθος». Η φυσική και άρα μόνη υγιής κατάσταση της ανθρωπότητας είναι το να εκδηλώνει τον εαυτό της μέσα από μία εξαιρετική ποικιλία εθνών, μέσα από μία πολυποίκιλη Εθνόσφαιρα
»

Κανείς προφανώς που είναι στοιχειωδώς «στα καλά του», δεν θα διανοείτο ποτέ να πει ότι πρέπει να υπάρχει μόνον ένας τύπος λουλουδιού, ή μόνον ένας τύπος δένδρου, ή μόνον ένας τύπος ψαριού, ή μόνον ένας τύπος θηλαστικού. Αυτό ίσως οφείλεται στο γεγονός ότι η Φύση βοά πως επιθυμεί ποικιλία, πολυμορφία. Και όντως, κάθε είδος που χάνει την ποικιλία του, η Φύση το εξαφανίζει και το αντικαθιστά με μία νέα ποικιλία.

Κανείς επίσης που είναι στοιχειωδώς «στα καλά του», δεν θα διανοείτο ποτέ να πει ότι πρέπει να υπάρχει μόνον ένας τύπος φαγητού. Εδώ είναι ολοφάνερο πως δεν «πολυασχολείται» η Φύση. «Ασχολείται» όμως η επιμέρους φύση του ανθρώπου, που εδώ και εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια έχει την ιδιορρυθμία να «φτιάχνει» το φαγητό του κατά τις επιθυμίες του, προτού το καταναλώσει. Τμήμα της απόκλισης του συγκεκριμένου ζωϊκού είδους από τις πρωτόγονες συνθήκες, είναι και η πρώϊμη πολιτισμική του κατάκτηση που στις ημέρες μας ονομάζεται «κουζίνα», «μαγειρική».

Το ίδιο κανείς που είναι στοιχειωδώς «στα καλά του», δεν θα διανοείτο ποτέ να πει ότι πρέπει να υπάρχει μόνον ένας τύπος ερωτικής πράξης (προφανώς η λεγόμενη «ιεραποστολική»). Εκτός από «κουζίνα», η ανθρωπότητα έχει αναπτύξει και μια άλλη βασική, καθημερινής χρήσης, τέχνη, με θαυμαστή μάλιστα ποικιλία επινοήσεων, που ονομάζεται «ερωτισμός».

Έως εδώ, όλα καλά και λογικά. Το αδιανόητο όμως άρχισε να χαλαρώνει στην πρόσφατη Ιστορία της ανθρωπότητας, από τον 4ο «μεταχριστιανικό» αιώνα, αλλά, κυρίως, κατά την δεύτερη «μεταχριστιανική» χιλιετία, όχι βεβαίως για τα παραπάνω βιολογικά είδη ή πρακτικές τέχνες, αλλά γι’ αυτό το ίδιο το ανθρώπινο είδος. Θρησκείες (μία ουσιαστικά, με πολλές αιρέσεις) και ιδεολογίες που είχαν ως άμεσο ζητούμενό τους να κάνουν όλους τους ανθρώπους τους πλανήτη ίδιους και υπό τις συγκεκριμένες δικές τους προδιαγραφές, έπεισαν τους, ουσιαστικά διανοητικά κατεστραμμένους, πιστούς τους, ότι δεν πρέπει να υπάρχουν διαφορές μεταξύ των ανθρώπων.

Επειδή βεβαίως δεν μπορούσαν, και συνεπώς δεν ενδιαφέρονταν, να αλλάξουν τον σωματότυπο ή το χρώμα των διαφόρων φυλών, η ομογενοποίηση στόχευσε κυρίως στην πολιτισμική / θρησκευτική διαφορά και την ιδιαίτερη «συλλογική ταυτότητα». Εχθρός λοιπόν του θρησκευτικού μονοθεϊσμού αρχικά, και του πολιτικού μονοθεϊσμού από τα τέλη του 19ου αιώνα κι εντεύθεν στάθηκε το «έθνος», δηλαδή το κάθε ανθρώπινο σύνολο με επίγνωση μιας σαφούς «συλλογικής ταυτότητας», η οποία συγκροτείται από κοινό ιστορικό παρελθόν, κοινή κοσμοαντίληψη, κοινή θρησκεία, κοινό αξιακό σύστημα και κοινά πολιτισμικά φαινόμενα, όπως γλώσσα, συμβολιστική, κ.λπ. Πιο περιληπτικά, το κάθε ανθρώπινο σύνολο που έχει επίγνωση των ιστορικών, λατρευτικών και πολιτισμικών ριζών και ιδιαιτεροτήτων του. «Να εξολοθρευθούν τα έθνη» κραύγαζε η Τορά και η κραυγή της αντηχούσε μέσα στην πρόθυμη Βίβλο και το εξίσου πρόθυμο Κοράνι, «να εξολοθρευθούν τα έθνη» κραυγάζουν και οι σύγχρονοι διεθνιστές της «Αριστεράς» (συνειδητά με εισαγωγικά) ή οι νεοφιλελεύθεροι της Δεξιάς (συνειδητά δίχως εισαγωγικά), η κάθε πλευρά βεβαίως για τους δικούς της «ιδεολογικούς» σκοπούς.

Ο γράφων έπεσε πρόσφατα επάνω σε ένα «fashion victim» του πολιτικού μονοθεϊσμού, της διεθνιστικής συγκεκριμένα πλευράς, όταν στο Facebook δημοσίευσε μία εικόνα με το μήνυμα «Υποστηρίζουμε τα αυτόχθονα έθνη και τις αυτόχθονες κουλτούρες σε κάθε σημείο της γης». Με πάσα άνεση και αυτοπεποίθηση, ο συγκεκριμένος και μάλιστα νέος άνθρωπος, βγήκε και δήλωσε ότι… μόνον ένα έθνος πρέπει να υπάρχει επί γης και, εν συνεχεία, αναπαρήγαγε κάποια υπερχρησιμοποιημένα κλισέ, αδυνατώντας εμφανώς να κάνει διάλογο ή να υποστηρίξει λογικά την άποψή «του». Και γεννήθηκαν λοιπόν τρία βαθιά ερωτήματα:

1. Όταν κάποιος διακηρύσσει ότι «δεν πρέπει να υπάρχουν έθνη», αγνοεί ότι το (δήθεν) πανανθρώπινο έθος που θα απομείνει, δεν θα είναι άλλο από εκείνο των νυν κυριάρχων σε πολιτισμικό, θρησκευτικό και οικονομικό επίπεδο;

2. Αγνοεί τον βασικό κανόνα ότι η Φύση απαιτεί ποικιλίες και πολυμορφίες, γι’ αυτό άλλωστε και, από την εμφάνισή του, το ανθρώπινο είδος επιμερίζεται σε μία τεράστια ποικιλία κουλτουρών και εθών, δηλαδή σε μια τεράστια ποικιλία εθνισμών, σε αυτό που οι εθνολόγοι με θαυμασμό περιγράφουν ως «εθνόσφαιρα»;

3. Αγνοεί ότι ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας είναι η λεγόμενη «εθνοκτονία», το να αφήνεις δηλαδή ζωντανά τα μέλη ενός έθνους, καταστρέφοντας ωστόσο την πολιτισμική τους ταυτότητα και ιδιαιτερότητα;

Τα πιο πάνω τρία ερωτήματα απαντώνται με ένα υπερβέβαιο «όχι» για την περίπτωση εκείνων που μηχανεύθηκαν και εφαρμόζουν και βελτιώνουν συνεχώς την ισοπέδωση της διαφορετικότητας. Από τους εκ του μηδενός κατασκευαστές του μονοθεϊσμού στην Βαβυλώνα και τα Σούσα γύρω στο έτος – 500 του χριστιανικού τρόπου χρονολόγησης, τους «πυρί και σιδήρω» χριστιανούς προσηλυτιστές επιγόνους τους και τους «αγωνιστές» («μουτζαχεντίν») της δια του ξίφους επιβολής του μονοθεϊσμού (τζιχάντ αλ-σάϊφ), μέχρι τα μαρξιστικολενινιστικά επιτελεία, που συστηματικά κατέστρεψαν τις αυτόχθονες κουλτούρες όπου τις πέτυχαν ακόμα ζωντανές, και τις γεμάτες περιτετμημένους «δεξαμενές σκέψης» («think tanks», «policy institutes», κ.λπ.) του νέου παγκοσμίου και μετακαπιταλιστικού καθεστώτος των περιβόητων «Αγορών», τα πιο πάνω ερωτήματα απαντώνται με «όχι».

Απαντώνται όμως, δυστυχώς, με «ναι», για τα εκατομμύρια των προγραμματισμένων ανθρώπων που νεροκουβαλούν στον μύλο της ισοπέδωσης. Και χρησιμοποίησα το «δυστυχώς» γιατί εδώ έχουμε να κάνουμε με έναν εφιάλτη. Όχι μόνον οι νεροκουβαλητές είναι πάρα πολλοί για τις αντοχές της ανθρώπινης φυσιολογικότητας, αλλά είναι ταυτόχρονα και προγραμματισμένοι ως σκύλοι του Παβλώφ να απεχθάνονται το «άλλο», το πέρα από τα δεδομένα τους, την συγκροτημένη ταυτότητα που τους έχει διαφύγει, αδυνατώντας να κάνουν τις στοιχειωδέστερες επαγωγές που θα τους βοηθούσαν να καταλάβουν τον παραλογισμό και το χάλι τους.

«Έλληνες είστε και φαίνεστε» γράφουν κάποιοι από αυτούς στους τοίχους της χώρας μας και προφανώς καμαρώνουν για το κατόρθωμά τους και την «ευφυΐα» τους. Άλλοι ομόβαθμα «προοδευτικοί», καγχάζουν κάθε φορά που εμείς αναφερόμαστε σε «έθνος», «εθνισμό», «συλλογική ταυτότητα», «εθνικό αξιακό σύστημα», και, ακόμα πιο πολύ, σε «εθνική κοσμοαντίληψη» ή «εθνική θρησκεία». Φωνάζουν «πατρίδα για τους Παλαιστίνιους» ή «αξιοπρέπεια για τα ινδιάνικα έθνη» και ταυτόχρονα βγάζουν αφρούς κάθε φορά που γίνεται αναφορά στην δική μας, ελληνική, πατρίδα ή έθνος. Καλά και υπάκουα φανταράκια της πανούργας «αποδόμησης», χέρι – χέρι οι προδεφτικάνοι και οι νεοφιλελέ, καγχάζουν απέναντι σε κάθε αναφορά σε παράδοση και σε κάθε κοίταγμα προς την προχριστιανική ανθρωπότητα, απέναντι σε κάθε τι το πνευματικό που δεν ανήκει στα μονοθεϊστικά χωράφια, απέναντι σε κάθε τι που δεν μπορούν ή δεν θέλουν να κατανοήσουν. Σταυροκοπούμενοι ή με αμέτρητα εβραϊκά σχήματα μέσα στα μυαλά τους, καγχάζουν επιλεκτικά απέναντι σε κάθε πραγματική διαφορετικότητα, δηλαδή σε κάθε «άλλη» ταυτότητα που δεν είναι υπόδουλη στον θρησκευτικό ή πολιτικό μονοθεϊσμό.

Ένα από τα χειρότερα που μπορούν να συμβούν σε ένα έλλογο ον, και τέτοιο ον υποτίθεται ότι είναι ο άνθρωπος, είναι το να μη θεωρεί εξευτελιστικό το να αντιμετωπίζει με καγχασμό οτιδήποτε αδυνατεί να κατανοήσει (το χειρότερο είναι βεβαίως να εξολοθρεύει, αντί να περιορίζεται στο να καγχάζει). Τουλάχιστον η συγκριτικά ολιγάριθμη ηγεσία, τα εν επιγνώσει αφεντικά, ξέρουν πολύ καλά τι είναι αυτό που θέλουν με κάθε τρόπο να εξολοθρεύσουν. Οι άλλοι είναι για κλάματα. Οι εκατομμύρια ανώνυμοι μακκαβαίοι, μουτζαχαντίν και σταυροφόροι. Σε όποιο επίπεδο και σε όποιον τομέα δρουν και σε όποιον βαθμό εξολοθρεύουν. Στην κοσμοαντίληψη και θρησκεία, στα αξιακά συστήματα, τις κουλτούρες, την εκπαίδευση - διαμόρφωση, την αντιληπτική ικανότητα, τον καθημερινό τρόπο, την τέχνη, την πολιτική οικονομία.

Μακκαβαίοι: Οι Σφαγείς των Ελλήνων που… Γιορτάζουμε

Είναι θλιβερό όταν οι άνθρωποι δεν γνωρίζουν την ιστορία τους, αλλά ούτε καν τα όποια θρησκευτικά πιστεύω τους και τις γιορτές τους. Είναι σχήμα οξύμωρο, αν όχι παρανοϊκό, να θεωρείς τον εαυτό σου Έλληνα, απόγονο των αρχαίων Ελλήνων αλλά και χριστιανό, όταν η πίστη σου γιορτάζει τους σφαγείς των προγόνων σου…

O Αριστίων μας γράφει:

Στις 11 Σεπτεμβρίου είναι η επέτειος της μητέρας όλων των μαχών που διεξήχθη στον Μαραθώνα το 490 π.α.χ.χ. Ακολουθεί στις 20 Αυγούστου η επέτειος της μάχης των Θερμοπυλών του 480 π.α.χ.χ όπου απεδείχθη κατά τον Ηρόδοτο ότι «άνθρωποι πολλοί, άνδρες ελάχιστοι». Στις 29 Αυγούστου ακολουθεί η επέτειος της μάχης των Πλαταιών το 479 π.α.χ.χ, όπου θάφτηκε το «όνειρο» των περιούσιων για εξαφάνιση της Ελλάδος και των αξιών της μαζί με τον εκπρόσωπό τους Μαρδοχάι-Μαρδόνιο. Και έναν μήνα αργότερα 28 Σεπτεμβρίου του 480  η ναυμαχία, της Σαλαμίνας, η ναυμαχία των ναυμαχιών όπου διεσώθη ολόκληρος η Ευρώπη και ο πανανθρώπινος πολιτισμός.

Και όμως! Οι ναζωραίοι κατακτητές «φρόντισαν», όλα αυτά να «ξεχαστούν». οι τύμβοι των ηρώων να καταντήσουν σκουπιδότοποι και ονόματα όπως Μιλτιάδης, Λεωνίδας, Παυσανίας, Θέρσιππος, Κυναίγειρος, Ευχίδας, Σκιλίας, Διηνέκης, Αριστόδημος, Θεμιστοκλής, Αμεινίας και τόσα άλλα Ελλήνων Ηρώων, να «αμαυρωθούν» (μην ξεχνάτε εκείνον τον γελοίο που απεκάλεσε τους 300 του Λεωνίδα «κιναιδικά ζευγάρια» κρίνοντας ίσως εξ ιδίων τα αλλότρια και «ξεχνώντας» εντέχνως τον αιμομίκτη «προπάτορα» του Λωτ και όλα τα μπουμπούκια του κοπαδιού της ερήμου) επιβάλλοντας τις δικές τους «εορτές» και «ήρωες» που τους αποκαλούν «αγίους».

Είδατε κάποιον «υπερπατριώτη» ιουδαιοχριστιανό απ’ αυτούς που το «παίζουν» Eλληνάρες, να προτείνει επαναφορά των εορτών αυτών; Το δε χείριστο όλων, είναι ότι αυτοί που θέλουν να ονομάζονται Έλληνες. τρέχουν με τα τέσσερα στα ιουδαιομαντριά και προσκυνούν (αν είναι δυνατόν» τους σφαγείς των αντί να φωνάξουν με όλη την δύναμη της ψυχής τους. «ΝΤΡΕΠΟΜΑΙ ΠΟΥ ΑΚΟΜΑ ΕΙΜΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ΚΑΙ ΑΥΤΟΑΠΟΚΑΛΟΥΜΑΙ ΕΛΛΗΝΑΣ». Μόλις το καταλάβουν τα ιουδαιχριστιανικά πρόβατα που τρέχουν στα μαντριά με τα τέσσερα γιορτάζοντας τους σφαγείς των, τότε θα αρχίσει και η πραγματική απελευθέρωση της Ελλάδος!

Σήμερα, όπως κάθε χρονιά την 1η Αυγούστου, η Ορθόδοξη Εκκλησία και το σύνολο του ποιμνίου της, δίχως έως σήμερα μία ελάχιστη έστω φωνή διαμαρτυρίας ή απλή ένσταση, εορτάζουν την μνήμη των «Αγίων» 7 Μακκαβαίων. Εορτάζουν την μνήμη 7 Ιουδαίων αδελφών, φανατικών όσο και φανταστικών (αφού η πραγματική πηγή γι’ αυτούς είναι το προπαγανδιστικό, γραμμένο από την ιουδαϊκή διασπορά στα ελληνικά, «Β' βιβλίο των Μακκαβαίων»), που υποτίθεται ότι εκτελέστηκαν από τον Έλληνα βασιλιά της Συρίας Αντίοχο τον Δ' τον Επιφανή λίγο πριν την εξέγερση του Ιούδα Μακκαβαίου (167 – 160) επειδή αρνήθηκαν να φάνε… θυσιασμένο χοιρινό!

Οι πραγματικοί, ιστορικά υπαρκτοί Μακκαβαίοι ή Ασμοναίοι (δηλαδή ο Ματαθίας Ασμοναίος και οι απόγονοί του) τιμώνται ωστόσο από τους μονοθεϊστές Ιουδαίους ως εθνικοί και θρησκευτικοί ήρωες, πράγμα λογικό, αφού με την άγρια τρομοκρατία τους κατόρθωσαν να αποτρέψουν την ολοκληρωτική εξαφάνιση της λατρείας του Θεού Ιαχωβά και την πλήρη αφομοίωση των ομοφύλων τους από τον κυρίαρχο τότε Ελληνισμό, αφού όλοι σχεδόν οι αξιόλογοι Ιουδαίοι της εποχής είχαν εξελληνισθεί. Για τους μονοθεϊστές Ιουδαίους, οι πραγματικοί Μακκαβαίοι, που κατέσφαξαν τόσο τους Έλληνες Εθνικούς όσο και τους υπερπολλαπλάσιους των Ελλήνων ελληνίζοντες ομοφύλους τους, απετέλεσαν έκτοτε το υπέρτατο σύμβολο της απόλυτης πειθαρχίας στον μωσαϊκό νόμο, της πεισματώδους αντίστασης και της πέρα από τα αναμενόμενα επιβίωσης.

Όλα αυτά είναι συνεπώς απολύτως λογικά όσο και σεβαστά, ασχέτως της εκ των πραγμάτων αντιπαλότητας προς το έθνος των Ελλήνων: κάποιοι τιμούν, στην εορτή που ονομάζουν «χανουκά», τους όχι ομοφύλους τους (αφού ο μακκαβαϊκός πόλεμος στο μεγαλύτερο τμήμα του ήταν εμφύλιος), αλλά ομοϊδεάτες και ομοθρήσκους τους, που δίχως εκείνους, σήμερα αυτοί οι κάποιοι απλώς… δεν θα υπήρχαν.

Αντίθετα, ο παραλογισμός, η ανηθικότητα και το σκάνδαλο αναβλύζουν από την εθνοκάπηλη και πατριδοκάπηλη (αφού αυτό που εκπροσωπεί μισεί τα έθνη και τις πατρίδες) Ορθόδοξη Εκκλησία, η οποία τιμά την μνήμη των, όχι απλώς «ηρώων» άλλα «αγίων» και όχι ιστορικά πραγματικών αλλά φανταστικών, Μακκαβαίων, την ίδια ώρα που τόσο η ίδια όσο και η πολύμορφη «παραγοντική» συντεχνία που την προσκυνάει και την στηρίζει σε βάρος του βιοτικού και πνευματικού επιπέδου του ελληνικού λαού, εξακολουθητικά κάνουν απατεωνίστικα λόγο για «εθνική συνοχή». «Τίνος έθνους;» θα ρωτήσουμε εμείς. Γιατί όσο και να στηρίζεται η χριστιανική κατοχή του τόπου μας στην κατάρριψη κάθε κανόνα της Λογικής και την πλήρη αντιστροφή των αξιών και της ιστορικής πραγματικότητας, η τιμή από το παπαδαριό και τους πολιτικούς υπηρέτες τους που παριστάνουν τους «Έλληνες» προς 7 μέλη, έστω και φανταστικά, ενός ιστορικά υπαρκτού ωστόσο κινήματος που κάποτε κατέσφαξε Έλληνες, σπάζει κάθε προηγούμενο φράγμα τρέλας ή θρασύτητας.

Σήμερα, 1η Αυγούστου, όπως και κάθε χρόνο, η Ορθόδοξη Εκκλησία εορτάζει με κάθε ξεδιαντροπιά την μνήμη των 7 υποτιθέμενων «αγίων» του 2ου προχριστιανικού αιώνα, τους οποίους μάλιστα εξυμνεί ως «επτάριθμο δήμο των Μακκαβαίων», «προ Μαρτύρων μεγίστους Μάρτυρες», «καλλιμάρτυρας Χριστού», «επταρίθμους στύλους Σοφίας Θεού», «θείου φωτός επταφώτους λυχνίας» και «φρουρούς και φύλακας των του (μωσαϊκού) Νόμου δογμάτων». Ουσιαστικά εορτάζει τους ίδιους τους πραγματικούς, ιστορικά υπαρκτούς Μακκαβαίους, τους εθνικοθρησκευτικούς ήρωες του ιουδαϊκού μονοθεϊσμού και σφαγείς των Ελλήνων και των ελληνιστών, τους αναστηλωτές του Ιαχωβά και ακυρωτές του εξελληνισμού της Παλαιστίνης του 2ου προχριστιανικού αιώνα.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία εορτάζει ουσιαστικά την μνήμη των θρησκευτικών της προγόνων, δίχως τους οποίους αυτή δεν θα είχε ποτέ υπάρξει γιατί απλώς κανείς δεν θα μπορούσε να παραστήσει τον «ενσαρκωμένο Ιαχωβά» μέσα σε πληθυσμούς που είχαν ήδη προ δύο αιώνων υιοθετήσει την ελληνική κοσμοθέαση και παιδεία. Καλά κάνει λοιπόν και εορτάζει τους «Μακκαβείμ». Τον Ελληνισμό μόνο να μην πιάνει στο στόμα της, όπως και τους όρους «έθνος» και «πατρίδα».

«Πᾶν γὰρ ἑρπετὸν πληγῇ νέμεται»
(Τα ερπετά κουμαντάρονται με πλήγματα)
Μέγας Ηράκλειτος, DK B11.
 
Γεννήθηκε γαμώφιδο στου Αβραάμ το γένος
Σφάζει αρχαίες πατριές με γυναικείο μένος.
Όλο τον κόσμο διαιρεί δύο χιλιάδες χρόνια
Τα έθνη κάνει αχταρμά, τα δίνει σε κλεφτρόνια.
Πουλάει φτηνιάρικο καλό, μούφα ελεημοσύνη
Πίνει το αίμα με μπουρί, γαμεί νοημοσύνη.

Σφαγή, πουστιά και διχασμός, αιώνες προμελέτης
Τοκογλυφία, τεκτονισμός και λείπει ο ηγέτης.
Ισλάμ, Μεσσίας, παπαδαριά, της μήτρας εφευρέσεις,
Των δούλων τα αποχέσματα χυσοβολούν αιρέσεις.
Η αστροπύλη άνοιξε σε δράκους άλλης Γης,
Φυλάξτε τα κουλούρια σας, ΤΟ ΠΕΟΣ ΓΑΡ ΕΓΓΥΣ!!!

Από την συλλογή: «Ο Αντίχυστος ήρθε και την έχει μεγάλη»

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

1) Οι Eβραίοι, πριν την επανάσταση των Μακκαβαίων, κόντεψαν από μόνοι τους να εξελληνιστούν πλήρως, λόγω της ακτινοβολίας τού Ελληνικού πολιτισμού.

Πολλοί Εβραίοι σταμάτησαν να λέγονται Γιεχοχάναν (Ιωάννης) και έπαιρναν Ελληνικά ονόματα (π.χ Μενέλαος). Πήγαιναν στα γυμναστήρια και στις φιλοσοφικές σχολές και θυσίαζαν στους θεούς.

Ένας Ιουδαίος, ο Ιάσωνας, ο οποίος είχε εξαγοράσει το αξίωμα του Αρχιερέα, πήρε την άδεια από τον Σελευκίδη μονάρχη να οργανώσει την Ιερουσαλήμ στα πρότυπα της Αντιόχειας, δηλαδή να πραγματοποιήσει την ανέγερση Γυμνασίου και Εφηβείου. Εκεί, οι Ελληνιστές Ιουδαίοι, αθλούνταν γυμνοί μιμούμενοι τις ελληνικές συνήθειες και μιλώντας την ελληνική γλώσσα. Είχαν μάλιστα αποδεχθεί και τα ελληνικά ονόματα.

Oι Έλληνες, εδώ και 2.000 χρόνια, μαγεμένοι από την ”ακτινοβολία τού εβραϊκού πολιτισμού” σταματήσαμε να λεγόμαστε Μενέλαοι και γίναμε όλοι Γιάννηδες. (=Ο Ιεχωβά είναι γενναιόδωρος), δεν πάμε στην Ακαδημία, πάμε στα Ιεροσόλυμα. Και υμνούμε τους ιουδαίους στις ιουδαιοχριστιανικές εκκλησίες ως ”ἀγωνισαμένους ὑπὲρ πατρῴων ἐθῶν”. Ξεχάσαμε τα πατρώα έθη τα δικά μας και υμνούμε εκείνους που αγωνίστηκαν για τα δικά τους πατρώα εναντίον μας.

2) Ο Έλληνας Αντίοχος δεν κυνήγησε κανένα ιουδαίο, ούτε θέλησε να εξελληνίσει τους εβραίους.

Ο ίδιος ο αρχιερέας των Εβραίων, που είχε εξελληνίσει το όνομά του σε Ιάσων, ζήτησε από τον Αντίοχο την άδεια να ιδρύσουν “Γυμνάσιον” στα Ιεροσόλυμα και ο Αντίοχος τούς την έδωσε. Τα βιβλία των Μακκαβαίων ΟΜΟΛΟΓΟΥΝ ότι από μόνοι τους πολλοί Εβραίοι παρατούσαν το νόμο και πήγαιναν στην παλαίστρα “τας μεν πατρώους τιμάς εν ουδενί τιθέμενοι, τας δε Ελληνικάς δόξας καλλίστας ηγούμενοι”.

Είχαν φτάσει στο σημείο ακόμα και “να καλύψουν με εγχείρηση την περιτομή”. Η “ακμή τού Ελληνισμού” δεν είχε έρθει λόγω Ελληνικής επιβολής αλλά λόγω “τής αναγνείας τού αρχιερέως”, τής ασέβειας δλδ τού Ελληνίζοντος αρχιερέα. Απέναντι στούς Ελληνίζοντες στάθηκαν οι Μακκαβαίοι οι οποίοι ασκούσαν τρομοκρατία στούς Ελληνίζοντες ιουδαίους και ήταν τόσο φανατικοί που έκαναν περιπολίες και όποιο παιδί έβρισκαν απερίτμητο το περιέτεμναν με την βία και φυσικά κατέστρεφαν τα “είδωλα”.

Α' Μακ. 1,11 Κατά τους χρόνους εκείνους (των Σελευκιδών) παρουσιάσθησαν από τον λαόν των Ισραηλιτών μερικοί άνδρες παράνομοι, καταφρονηταί του θείου Νόμου, οι οποίοι με τας δημαγωγίας των παρέσυραν πολλούς άλλους, στους οποίους και έλεγον· “ας πάμε να κάμωμεν συνθήκην φιλίας με τα ειδωλολατρικά έθνη, τα οποία ευρίσκονται γύρω μας, διότι από την εποχήν, που εχωρίσθημεν από αυτά, μας ευρήκαν μεγάλαι συμφοραί”.

Α' Μακ. 1,12 Ο λόγος αυτός ήρεσεν στους Ισραηλίτας.

Α' Μακ. 1,13 Μερικοί δε από τον Ιουδαϊκόν λαόν επροθυμοποιήθησαν και μετέβησαν προς τον βασιλέα των Ελλήνων, τον Αντίοχον, ο οποίος και παρεχώρησεν εις αυτούς το δικαίωμα να ζουν σύμφωνα με τα ήθη και έθιμα των ειδωλολατρικών λαών.

Α' Μακ. 1,14 Εκτισαν δε και γυμναστήριον με γήπεδον αθλήσεων εις τα Ιεροσόλυμα, σύμφωνα με τα έθιμα των ειδωλολατρικών εθνών.

Α' Μακ. 1,15 Εξήλειψαν (δια χειρουργικής επεμβάσεως) τας περιτομάς των, ώστε να φαίνωνται απερίτμητοι, όπως οι εθνικοί, απεμακρύνθησαν από την αγίαν Διαθήκην, που είχαν συνάψει με τον Θεόν, έγιναν ομόζυγοι και ομόψυχοι με τους ειδωλολατρικούς λαούς. Ψυχή και σώματι διέπραττον το κακόν, ώστε έγιναν πλέον δούλοι εις αυτό.

Ο Αντίοχος ενόσω βρισκόταν στην Αίγυπτο, άρχισαν στα Ιεροσόλυμα αλληλοσφαγές μεταξύ των Εβραίων. Το θεώρησε ανταρσία εναντίον του μιάς και στράφηκαν εναντίον τού Ελληνιστή ιουδαίου Μενελάου και έκανε ό,τι θα έκανε κάθε άλλο ηγεμόνας: Επέβαλε την τάξη με όση σκληρότητα χρειαζόταν γιά να επιβληθεί.

Η Μακκαβαϊκή επανάσταση δεν ήταν απλά ο αγώνας εναντίον των Ελλήνων. Κυρίως ήταν ο αγώνας εναντίον των Ελληνιζόντων συμπατριωτών τους, το μέρος των οποίων πήρε ο Αντίοχος. Oi Eβραίοι λοιπόν, πριν την επανάσταση των Μακκαβαίων κόντεψαν από μόνοι τους να εξελληνιστούν πλήρως, λόγω τής ακτινοβολίας τού Ελληνικού πολιτισμού. Πολλοί Εβραίοι σταμάτησαν να λέγονται Γιεχοχάναν (Ιωάννης) και έπαιρναν Ελληνικά ονόματα (π.χ Μενέλαος). Πήγαιναν στα γυμναστήρια και στις φιλοσοφικές σχολές και θυσίαζαν στους θεούς.

Οι ελληνίζοντες Ιουδαίοι και οι Ιουδαίοι που ήθελαν να διατηρήσουν τα ήθη κι έθιμα τους συγκρούστηκαν μεταξύ τους. Ένας Ιουδαίος, ο Ιάσωνας, ο οποίος είχε εξαγοράσει το αξίωμα του Αρχιερέα, πήρε την άδεια από τον Σελευκίδη μονάρχη να οργανώσει την Ιερουσαλήμ στα πρότυπα της Αντιόχειας, δηλαδή να πραγματοποιήσει την ανέγερση Γυμνασίου και Εφηβείου. Εκεί, οι Ελληνιστές Ιουδαίοι, αθλούνταν γυμνοί μιμούμενοι τις ελληνικές συνήθειες και μιλώντας την ελληνική γλώσσα. Είχαν μάλιστα αποδεχθεί και τα ελληνικά ονόματα. Κατά την βασιλεία του Αντιόχου του Δ΄ Επιφανούς υπήρξαν ορισμένοι ιουδαίοι που αρνήθηκαν να εξελληνιστούν. Αποτέλεσμα ήταν η εξέγερση των Ιουδαίων εναντίον των ελληνιστών Ιουδαίων και των Σελευκιδών που έμεινε γνωστή ως «Εξέγερση των Μακκαβαίων». Οι Ιουδαίοι που εξεγέρθηκαν ονομάστηκαν έτσι επειδή ήταν οπαδοί του Ιούδα του Μακκαβαίου, του γιου του ιερέα Ματταθία. Η εβραϊκή γιορτή Χανουκά είναι η μνήμη αυτής της επανάστασης των Εβραίων. Βέβαια, αυτό που δεν είναι γνωστό και αποκρύπτεται σκοπίμως είναι ότι οι ελληνίζοντες Ιουδαίοι πολεμούσαν μαζί με τους Σελευκίδες τους Ασιδαίους (=Φαρισαίους), ένα κίνημα των Ιουδαίων που μαχόταν υπέρ της διατήρησης της ιουδαϊκής παράδοσης: «Μαζί του (αρχιστράτηγος Σήρων της σελευκιδικής φρουράς στη Συρία) συνεξεστράτευσε και όλος ο στρατός των εξωμοτών Ιουδαίων, δια να τον βοηθήσουν, να εκδικηθούν δε και τιμωρήσουν τους πιστούς στον Θεόν Ισραηλίτας» (Α Μακ 3,15) . Επρόκειτο δηλαδή και για έναν ιουδαϊκό εμφύλιο.

Οι Μακκαβαίοι έβαλαν ένα φρένο σ’ αυτόν τον εθελούσιο εξελληνισμό. Ο Χριστιανισμός του Γαμαλιήλ ουσιαστικά ήταν η συνέχιση του κινήματος των Μακκαβαίων. Οι μέχρι πρότινος παρ’ ολίγον εξαφανισμένοι κατάφεραν να δώσουν το τελειωτικό χτύπημα στο έθνος από το οποίοι κινδύνεψαν, το Ελληνικό. Είναι οι Έλληνες πιά εδώ και 2.000 χρόνια, που μαγεμένοι από την ”ακτινοβολία τού εβραϊκού πολιτισμού” σταματήσαμε να λεγόμαστε Μενέλαοι και γίναμε όλοι Γιάννηδες. (=Ο Ιεχωβά είναι γενναιόδωρος), δεν πάμε στην Ακαδημία, πάμε στα Ιεροσόλυμα. Και τους υμνούμε στις εκκλησίες ως ”ἀγωνισαμένους ὑπὲρ πατρῴων ἐθῶν”. Ξεχάσαμε τα πατρώα έθη τα δικά μας και υμνούμε εκείνους που αγωνίστηκαν γιά τα δικά τους πατρώα εναντίον μας.

Διόδωρος Σικελιώτης, Βιβλίων ΑΔ’ και ΑΕ’ Αποσπάσματα:

”Αφηγούμενοι όλα τούτα, οι φίλοι του παρακαλούσαν τον Αντίοχο να εξολοθρεύσει ολοκληρωτικά το έθνος των Ιουδαίων ή διαφορετικά να καταλύσει τους νόμους τους και να τους αναγκάσει να αλλάξουν συμπεριφορά. Ο βασιλιάς όμως που ήταν μεγαλόψυχος και ήπιος στον χαρακτήρα, πήρε ομήρους και απάλλαξε τους Ιουδαίους από τις κατηγορίες, αφού εισέπραξε τους φόρους και γκρέμισε τα τείχη των Ιεροσολύμων”.

3) Ἡ ταλμουδικὴ γραμματεία περιέχει περισσότερες ἀπὸ 2.500-3.000 ἑλληνικὲς λέξεις, ἐνῶ ἀκόμη καὶ ἀρχιερεῖς ἔφεραν ἑλληνικὰ ὀνόματα (Ἰάσων, Μενέλαος, Ὀνίας).

Χαρακτηριστικὰ τῆς ἔκτασης τοῦ ἐξελληνισμοῦ τῆς Παλαιστίνης εἶναι τὰ στοιχεῖα ποὺ μᾶς παρέχει ἡ μελέτη τῶν ἐπιγραφῶν ποὺ ἡ ἀρχαιολογικὴ σκαπάνη ἀπεκάλυψε στὰ ὀστεοφυλάκια τῆς Ἰερουσαλήμ. Ἡ συνήθεια τῆς ἀποθέσεως τῶν ὀστῶν σὲ πήλινα ἢ λίθινα ὀστεοφυλάκια προέρχεται ἀπὸ τοὺς φαρισαϊκοὺς κύκλους, οἱ ὁποῖοι ἀνέμεναν ἐνσώματη ἀνάσταση, σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς Σαδδουκαίους, καὶ γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ διατηροῦσαν τὰ κατάλοιπα τοῦ σώματος γιὰ τὴ στιγμὴ τῆς ἐγέρσεως.

Φαίνεται ὅτι ὀστεοφυλάκια ἄρχισαν νὰ χρησιμοποιοῦνται ἀπὸ τὸ 20-15 π.Χ.. Πολὺ ἐνδιαφέρον ὑλικὸ ἀπὸ 897 ὀστεοφυλάκια περιλαμβάνει τὸ ἔργο τοῦ L.Y. Rahmani A Catalogue of Jewish Ossuaries in the Collections of the State of Israel, τὸ ὁποῖο ἐκδόθηκε τὸ στὴν Ἰερουσαλὴμ ἀπὸ τὴν Ἀρχαιολογικὴ Ὑπηρεσία τοῦ Ἰσραήλ.

Ἀπὸ τὸ σύνολο τῶν 897 ὀστεοφυλακίων ποὺ μελετήθηκαν τὰ 233 εἶναι ἐνεπίγραφα καὶ προέρχονται ἀπὸ τὴν περίοδο ἀνάμεσα στὸ θάνατο τοῦ Ἡρώδη (4 π.Χ.) καὶ στὴν καταστροφὴ τῆς Ἰερουσαλὴμ ἀπὸ τοὺς Ρωμαίους (70 μ.Χ.). Ἀπὸ αὐτὰ τὰ 143 ἔχουν ἰουδαϊκὲς ἐπιγραφές, τὰ 73 ἑλληνικές, 14 ἢ 15 εἶναι δίγλωσσα, τὰ 2 λατινικὲς καὶ 1 ἀπὸ τὴν Παλμύρα.

Δηλαδὴ ποσοστὸ 38% τοῦ συνόλου ἔφερε ἑλληνικὴ ἢ δίγλωσση ἐπιγραφή. Ἀντιστοίχως, ἀπὸ τὰ 147 ὀνόματα ποὺ καταγράφονται τὰ 53 εἶναι ἑλληνικά, 80 ἑβραϊκὰ καὶ 7 λατινικά.

Τὸ 1989 ἀνακαλύφθηκαν στὴν κοιλάδα Κιδρὼν 23 ὀστεοφυλάκια, τὰ ὁποῖα ἐκδόθηκαν τὸ 1996 ἀπὸ τοὺς G. Avni καὶ Z. Greenhut σὲ τόμο μὲ τίτλο The Akeldama Tombs: Three Burial caves in the Kidron Valley. Ἀπὸ αὐτὰ τὰ 13 ἔχουν ἑλληνικὲς ἐπιγραφές, τὰ 5 ἑβραϊκὲς καὶ τὰ 5 εἶναι δίγλωσσα. Τὰ ποσοστὰ σὲ αὐτὴ τὴν περίπτωση εἶναι 56% ἑλληνικές, 22% ἑβραϊκὲς καὶ 22% δίγλωσσες ἐπιγραφές. Ἄρα τὸ 78% περιεῖχε ἑλληνικὲς καὶ μόνο τὸ 22% ἀποκλειστικὰ ἑβραϊκές.

Ἀντιλαμβανόμαστε ὅτι ὅταν στὴν Ἰερουσαλήμ, ἡ ὁποία ἀποτελοῦσε τὸ κέντρο τοῦ ἰουδαϊσμοῦ ὑπῆρχε τέτοιας ἔκτασης ἐπίδραση τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ, ἡ ἐπίδρασή του στὶς κοινότητες τῆς διασπορᾶς ἦταν ἰδιαίτερα ἔντονη. Ἡ λατρεία καὶ ἡ προσευχὴ στὶς συναγωγὲς αὐτῶν τῶν κοινοτήτων γινόταν παράλληλα στὴν ἑλληνικὴ καὶ τὴν ἑβραϊκὴ γλῶσσα.

Κατὰ τὸν 1ο π.Χ. αἰῶνα ὁ ραββὶ Γαμαλιὴλ εἶχε 500 μαθητὲς τῆς ἑλληνικῆς σοφίας καὶ 500 τῆς Τορά. Αὐτὸ δείχνει τὴν ἀδιαμφισβήτητη ἐπίδραση τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ καὶ ἀποδοχὴ αὐτῆς τῆς καταστάσεως ἀπὸ προσωπικότητες ἐγνωσμένου κύρους, ὅπως ὁ Γαμαλιήλ. Παρ’ ὅλα αὐτὰ οἱ Ἰουδαῖοι δὲν ἀπώλεσαν τὴν ἐθνική τους συνείδηση καὶ τὴν ἀντίστοιχη πολιτιστική τους ταυτότητα.
Ὑπάρχουν πολλὰ παραδείγματα ποὺ παρουσιάζουν τὴν ἐκταση τοῦ ἐξελληνισμοῦ τῆς Παλαιστίνης κατὰ τὴν ἑλληνιστικὴ ἐποχή. Ἕνα ἀπὸ αὐτὰ εἶναι τὸ ἀκόλουθο:

Κατὰ τὸ ἔτος 175 π.Χ. ὁ ἀρχιερέας Ἰάσων ἵδρυσε «γυμνάσιο» στὴν Ἰερουσαλήμ, σὲ περιοχὴ πλησίον τοῦ Ναοῦ. Τὸ «γυμνάσιο» ἦταν ἕνας πολύπλευρος θεσμός, ὁ ὁποῖος περιελάμβανε τὴν καλλιέργεια τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ (γλώσσα, διανόηση, ἄθληση, τέχνη, ἤθη) καὶ τὴν προώθησή του σὲ περιοχὲς ποὺ δὲν εἶχε ἐξαπλωθεῖ. Ἡ ἵδρυση «γυμνασίου» ἀποτελοῦσε δήλωση τῆς ἐπιθυμίας μίας πόλεως νὰ χαρακτηριστεῖ ἑλληνική. Στὴν Ἰερουσαλήμ, κατὰ τὸ Β´ Μακκαβαίων, ὄχι ἁπλῶς οἰκοδομήθηκε «γυμνάσιο», ἀλλὰ ἡ θέση του ἦταν δίπλα στὸ Ναό, σὲ τέτοιο σημεῖο ποὺ ἡ ἀκάθαρτη ἀπὸ τὶς ἑλληνικὲς πρακτικὲς περιοχὴ δὲν μποροῦσε νὰ ἀπομονωθεῖ, ἀλλὰ ἐπηρέαζε καὶ τὸ πλάτωμα τοῦ Ναοῦ.

Τὸ Β´ Μακκαβαίων, θέλοντας νὰ δείξει τὴν ἔσχατη ἀλλοτρίωση ποὺ εἶχε ἐπέλθει, σημειώνει τὰ ἑξῆς: «μηκέτι περὶ τὰς τοῦ θυσιαστηρίου λειτουργίας προθύμους εἶναι τοὺς ἱερεῖς ἀλλὰ τοῦ μὲν νεὼ καταφρονοῦντες καὶ τῶν θυσιῶν ἀμελοῦντες ἔσπευδον μετέχειν τῆς ἐν παλαίστρῃ παρανόμου χορηγίας μετὰ τὴν τοῦ δίσκου πρόσκλησιν» (4:14). Ὁ ἴδιος ὁ ἀρχιερέας Ἰάσων πῆρε ἄδεια ἀπὸ τὸν Ἀντίοχο Δ´ νὰ ἐπανιδρύσει τὴν Ἰερουσαλὴμ ὡς ἑλληνικὴ «πόλιν». Αὐτὸ σήμαινε ὅτι πολλὰ θὰ ἄλλαζαν. Μία ἀπὸ τὶς σημαντικότερες ἀλλαγὲς ἦταν ὅτι ἡ ἐκπαίδευση τῶν νέων δὲν θὰ βασιζόταν πλέον στὴν ἐκμάθηση τοῦ Νόμου, ἀλλὰ θὰ ἀκολουθοῦσε τὰ πρότυπα τῆς Ἑλλάδας.

4) Στην πραγματικότητα η Ελληνική γλώσσα, από επιστημονικής και φιλοσοφικής πλευράς, παρέμεινε καθηλωμένη στα ιδία επίπεδα που την βρήκε ο ιουδαιο-χριστιανισμός. Όταν η ελληνική γλώσσα πέφτει στα χεριά των χριστιανών, είναι ήδη ένας γίγαντας πνευματικότητας, ένας πανάρχαιος ιαματικός συλλεκτήρας σοφίας και ευεργετικών υποδείξεων, ικανός να πετύχει την απελευθέρωση της παγκόσμιας νοημοσύνης. Ένα ασύλληπτο εργαλείο αφύπνισης και μεταφοράς απειράριθμων και παντοειδών γνώσεων, που στα χέρια των χριστιανών, υποχρεώθηκε να περιοριστεί στον ταπεινωτικό ρόλο του υμνητή των ιουδαϊκών βιβλικών ιδεών και ηρώων!

Υποχρεωμένη μάλιστα, να απορροφήσει σταδιακά τα αναρίθμητα δηλητηριασμένα θεολογικά λύματα και ψευδο-σωτηριακά ευρήματα του ιουδαιο-χριστιανισμού, μετεβλήθη σταδιακά από αξιοθαύμαστο ιαματικό της ψυχής φάρμακο και κήρυκα απελευθέρωσης, σε αποτελεσματικό εργαλείο θρησκευτικής υποδούλωσης, με πλούσιο δογματικό λεξιλόγιο, και εντυπωσιακούς μηχανισμούς περίτεχνης ρητορικής σαγήνης!

5) Είπαμε να υμνολογούμε, για ιδιοτελείς σκοπούς τους ιουδαίους, αλλά να μην το παρακάνουμε. Που είδε ο συγγραφέας Δρακόπουλος ιστορία των εβραίων 4.000 χρόνων;

Ο ιστορικός Γκρέηβς, ο εγκυρότερος όλων, τοποθετεί τον Αβραάμ, τον γενάρχη των Εβραίων, στο δεύτερο μισό του 15ου π.Χ. αιώνα (δηλαδή περίπου στο 1450 με 1400 π.Χ. Και πρόκειται για μυθολογημένη ιστορία, δηλαδή ουσιαστικά παραμύθι.

Όπως γράφουν οι ίδιοι οι σημερινοί ιουδαίοι έγκυροι ιστορικοί δεν έχουμε κανένα αδιαμφισβήτητο υπαρκτό στοιχείο υλικού πολιτισμού που να παραπέμπει σε ιουδαίους πριν από τον 7ο αιώνα π.Χ.

Και από εκεί και μετά πάλι, πολύ ισχνά είναι τα υλικά ευρήματα ακόμη και για την εποχή του Χριστού. Μετά δε από αυτήν την εποχή και για 2000 χρόνια εξέλειπε τελείως η παρουσία των Ιουδαίων στην Παλαιστίνη. Σκάβουν οι σημερινοί αρχαιολόγοι του Ισραήλ στην Παλαιστίνη και βρίσκουν... αρχαιοελληνικές πόλεις.

Οι Έλληνες των κλασσικών χρόνων γνώριζαν όλους τους λαούς του κόσμου αλλά αγνοούσαν τελείως τους Εβραίους. Ο μεγάλος ταξιδευτής της Ανατολής Ηρόδοτος δεν γνωριζει τέτοιο λαό.

Όλες οι ιστορίες της Βίβλου για τον Μωυσή του 1200 π.Χ., τον Δαυίδ του 900 π.Χ, τον Σολομώντα κλπ είναι μόνο ιστορίες, αφηγήματα αναπόδεικτα.

Απεναντίας έχουμε ευρήματα υλικού πολιτισμού στην Παλαιστίνη για τους Ελληνοφιλισταίους από το 1100 π.Χ. με ωραία Ελληνόμορφα αγγεία, Μυκηναϊκή γραφή, κτίρια, δρόμους, κλπ.

Ουσιαστικά το έθνος των Ιουδαίων έγινε καταλύτης ιστορικών εξελίξεων με την δημιουργία του Χριστιανισμού και του Ισλάμ. Με την δημιουργία των δύο αυτών θυγατρικών θρησκευτικών κινημάτων (και αργότερα του κομμουνισμού), οι ιουδαίοι είχαν την ευκαιρία να αναδειχθούν στο ιστορικό προσκήνιο και να προσεγγίσουν μέσα απ' αυτές τις δικές τους θρησκείες τα ισχυρά κέντρα αποφάσεων και ιστορικών εξελίξεων. Αυτές οι τρεις δικές τους θρησκείες που ενστερνίστηκαν οι λαοί υπήρξαν οι βάσεις για να αναπτυχθεί στους νέους χρόνους το κίνημα του Σιωνισμού. Αυτές ουσιαστικά, και το αναγνωρίζει ο Νετανιάχου σήμερα, έδωσαν στο έθνος αυτό απίστευτες ευκαιρίες διεθνοποίησης της Εβραϊκής ιστορίας και θεολογίας, κάνοντας παγκοσμίως γνωστό, ένα ασήμαντο, μέχρι τους πρώτους μετά Χριστόν αιώνες, θρησκευτικά και πολιτικά έθνος.