Κυριακή 14 Απριλίου 2024

Καταναλωτισμός και Καπιταλισμός

Για τον καταναλωτισμό ευθύνεται το κράτος, όχι ο καπιταλισμός

Στον καπιταλισμό, οι άνθρωποι αποταμιεύουν πλούτο περιορίζοντας την κατανάλωση, επομένως δεν έχει νόημα να λέει κανείς ότι ο καπιταλισμός ενθαρρύνει τον καταναλωτισμό. Είναι ενδιαφέρον ότι οι άνθρωποι που κατηγορούν τον καπιταλισμό για την προώθηση του καταναλωτισμού συνήθως είναι εκείνοι που υποστηρίζουν το κεηνσιανό -και δυστυχώς αρκετά δημοφιλές εσφαλμένο αφήγημα- ότι η κατανάλωση «κινεί την οικονομία». Έτσι, είναι κυριολεκτικά οι ίδιοι που υποστηρίζουν την αύξηση της κατανάλωσης

Σε μια ελεύθερη αγορά, η υψηλή τιμή ενός προϊόντος είναι γενικά συνάρτηση της δυναμικής της προσφοράς και της ζήτησης, και όχι το αποτέλεσμα ενός «άπληστου καπιταλιστή» που καθορίζει αυθαίρετα την τιμή. Η τιμή αντανακλά τη σχετική σπανιότητα του προϊόντος και το τι είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν οι καταναλωτές γι’ αυτό. Οι καταναλωτές συμφωνούν να πληρώσουν αυτή την τιμή, επειδή εκτιμούν το προϊόν περισσότερο από τα χρήματα που πρέπει να απαρνηθούν για να το αποκτήσουν. Εάν η προσφορά ενός προϊόντος αυξηθεί, η τιμή θα πέσει μέχρι να εξισωθεί με τη ζήτηση. Αντίστοιχα, αν το προϊόν γίνει πιο σπάνιο, η τιμή του θα αυξηθεί έως ότου η ζήτηση ισορροπήσει με την προσφορά.

Οι τιμές όχι μόνο ενημερώνουν τους καταναλωτές για τη σπανιότητα, αλλά επηρεάζουν και τις καταναλωτικές συνήθειες. Οι καταναλωτές αναβάλλουν την κατανάλωσή τους όταν θεωρούν ότι τα αγαθά είναι «πολύ ακριβά». Υποκειμενικά, εκτιμούν περισσότερο τα χρήματα που θα έπρεπε να ξοδέψουν, από ό,τι τα ίδια τα αγαθά. Όλα αυτά φαίνονται προφανή, ωστόσο οι περισσότεροι άνθρωποι δεν συνειδητοποιούν τις συνέπειές τους.

Οι συμμετέχοντες στην αγορά αποκαλύπτουν ο ένας στον άλλο τις εξελισσόμενες προτιμήσεις και τους όρους τους, είτε πραγματοποιώντας αγορές είτε απέχοντας από αγορές σε συγκεκριμένα σημεία τιμών. Οι τιµές χρησιµεύουν, έτσι, ως µηχανισµός συντονισµού της κατανοµής και της χρήσης των πόρων σε µια αγορά. Αντικατοπτρίζοντας με ακρίβεια τη σχετική σπανιότητα των πόρων, δίνουν κίνητρα στους παραγωγούς και τους καταναλωτές να χρησιμοποιούν τους πόρους πιο αποτελεσματικά.

Σε ένα καπιταλιστικό σύστημα, οι τιμές είναι σήματα προς τους επιχειρηματίες και τους καταναλωτές, που καθορίζονται από την προσφορά και τη ζήτηση. Οι υψηλές τιμές λόγω έλλειψης πόρων περιορίζουν την κατανάλωση και ενθαρρύνουν την αποταμίευση και τις επενδύσεις.

Όπως υποδηλώνει και το όνομά του, ο καπιταλισμός αφορά κυρίως τη συσσώρευση και την αύξηση του κεφαλαίου. Ειδικότερα, δεν μπορεί κανείς να το επιτύχει αυτό καταναλώνοντας πλούτο. Αντιθέτως, η παραίτηση από την κατανάλωση είναι αυτή που επιτρέπει σε κάποιον να αποταμιεύει και να επενδύει και έτσι να συσσωρεύει κεφάλαιο.

Αν λοιπόν ο καπιταλισμός αποθαρρύνει συστηματικά την κατανάλωση, τι προκαλεί τον καταναλωτισμό; Κατ’ αρχάς, θα πρέπει να τονίσουμε ότι ο καταναλωτισμός είναι ένα πολιτισμικό χαρακτηριστικό, διαφορετικό από το ισχύον οικονομικό σύστημα. Μια καπιταλιστική κοινωνία είναι ελεύθερη να είναι όσο καταναλωτική ή μη καταναλωτική επιθυμούν τα άτομα που ζουν σε αυτήν. Ομοίως, τίποτα δεν εμποδίζει απαραίτητα μια κομμουνιστική κοινωνία να είναι καταναλωτική. Οι άνθρωποι στον κομμουνισμό υπόκεινται στις ορέξεις των κεντρικών σχεδιαστών και δεν πρέπει να υποθέτουμε ότι αυτό δεν θα μπορούσε ποτέ να οδηγήσει σε μια καταναλωτική κοινωνία. Τουλάχιστον ο καπιταλισμός δεν στερεί από τους ανθρώπους την ελευθερία της επιλογής!

Είναι ενδιαφέρον ότι οι άνθρωποι που κατηγορούν τον καπιταλισμό για την προώθηση του καταναλωτισμού τείνουν να είναι εκείνοι που υποστηρίζουν ότι η κατανάλωση «κινεί την οικονομία». Έτσι, είναι κυριολεκτικά οι ίδιοι που υποστηρίζουν την αύξηση της κατανάλωσης. Αναφέρομαι στο κεϋνσιανό, και δυστυχώς, πολύ δημοφιλές επιχείρημα ότι «η κατανάλωση είναι το κλειδί για μια υγιή οικονομία». Στην πραγματικότητα, η παραγωγή προηγείται της κατανάλωσης και συνεπώς η παραγωγή είναι υπεύθυνη για την κίνηση της οικονομίας και τη δημιουργία πλούτου.

Το 2010, καθώς οι mainstream οικονομολόγοι επέπλητταν τους πλούσιους επειδή δεν ξόδευαν αρκετά, ο Lew Rockwell συνόψισε εύστοχα αυτό το σημείο:

«Το πρόβλημα είναι ότι οι δαπάνες δεν είναι η αιτία της οικονομικής ανάπτυξης. Οι επενδύσεις, οι οποίες ξεκινούν από την αποταμίευση, είναι η ρίζα της οικονομικής ανάπτυξης. Δεν έχει σημασία ότι η κατανάλωση αποτελεί ένα ορισμένο ποσοστό της οικονομικής δραστηριότητας. Αυτή είναι μόνο η ορατή επιφάνεια. Οι δαπάνες και η κατανάλωση χωρίς αποταμίευση και επένδυση είναι μια συνταγή που καταβροχθίζει τις προοπτικές ευημερίας στη συνέχεια. Σε αυτή την περίπτωση, το καλύτερο πράγμα που μπορούν να κάνουν οι πλούσιοι για ένα μέλλον οικονομικής ανάπτυξης είναι να μην ξοδεύουν αλλά να αποταμιεύουν προς την κατεύθυνση των επενδύσεων».

Ένας λόγος για την ύπαρξη μιας καταναλωτικής κοινωνίας θα μπορούσε να είναι απλά ότι οι άνθρωποι που ζουν σ’ αυτήν αρέσκονται να αγοράζουν υλικά πράγματα, καθώς τους δίνει μια αίσθηση άνεσης ή υπερηφάνειας. Ο οικονομικός αναλφαβητισμός πιθανότατα συμβάλλει στις υλιστικές τους τάσεις. Ωστόσο, οι κυβερνήσεις μπορούν να συμβάλουν σε αυτή την τάση, αποδυναμώνοντας τα αξιόπιστα σήματα που βασίζονται στην αγορά, τα οποία αναφέρθηκαν προηγουμένως.

Για να «τονώσει» την οικονομική δραστηριότητα, για παράδειγμα, η κυβέρνηση μειώνει τεχνητά τα επιτόκια που καθοδηγούν τους καταναλωτές στο αν θα αποταμιεύσουν ή θα ξοδέψουν. Τα υψηλά επιτόκια οδηγούν σε λιγότερη αγνόηση του μέλλοντος και σε περισσότερες αποταμιεύσεις, ενώ τα χαμηλά επιτόκια προάγουν την άμεση κατανάλωση αγαθών. Για να προκαλέσει τις καταναλωτικές δαπάνες βραχυπρόθεσμα, η κυβέρνηση διαταράσσει αυτή την ισορροπία πιέζοντας προς τα κάτω τα επιτόκια. Αυτό οδηγεί σε μη βιώσιμες καταναλωτικές δαπάνες λόγω της στρέβλωσης αυτών των ζωτικών σημάτων από τις τιμές.

Κατά ειρωνικό τρόπο, η συμπεριφορά που προκαλείται από την κρατική παρέμβαση χαρακτηρίζεται σαν «καταναλωτισμός», ωστόσο συχνά η ευθύνη πέφτει λανθασμένα στον καπιταλισμό και τις ελεύθερες αγορές.

Με έξυπνα ψέματα κατόρθωσε ο Οδυσσέας να αποκρύψει την επιστροφή του στην Ιθάκη, λύγισε όμως όταν...

Ο Οδυσσέας ξεγελά την Πηνελόπη λέγοντάς της ότι είναι Κρητικός.

Oδύσσεια. Ραψωδία τ`. ( απόσπ.).

Απόδοση:

Τον Οδυσσέα αναγνώρισε μέχρι τώρα μόνο το πιστό του κυνηγόσκυλο, ο Άργος που πεθαίνει αμέσως μόλις είδε και οσμίστηκε, ότι γύρισε ο αγαπημένος του αφέντης. Την ταυτότητά του ο Οδυσσέας την έχει αποκαλύψει μόνο στον Τηλέμαχο.

Η Πηνελόπη ζητά από τον ξένο να της πει ποιος είναι, από ποιον τόπο έρχεται, ποιοι είναι οι γονείς του, πως έφτασε στην Ιθάκη.. Ο Οδυσσέας αρνείται ευγενικά. Εκείνη του εκμυστηρεύεται την θλιβερή της ιστορία με τους Μνηστήρες και για το τέχνασμά της, με το ράβε- ξήλωνε του πέπλου που υφαίνει. Του ζητά πάλι στοιχεία για κείνον και ο Οδυσσέας πλάθει μια ιστορία ότι είναι τάχα Κρητικός από καλή και πλούσια γενιά και μάλιστα στην Κρήτη γνώρισε τον Οδυσσέα και τον φιλοξένησε πριν εκείνος πάει στην Τροία.

Μιλά και για τα ρούχα που φορούσε τότε ο Οδυσσέας με λεπτομέρειες και έτσι πείθεται η Πηνελόπη ότι έχει απέναντί της έναν αξιόπιστο άνθρωπο αλλά δεν έχει καταλάβει, μέσα στη μεγάλη της συγκίνηση, ότι πρόκειται για τον ίδιο τον Οδυσσέα. Η Πηνελόπη ζητά από τις βοηθούς της να πλύνουν και να λούσουν τον ξένο και να του δώσουν καθαρά ρούχα, χλαμύδα, χιτώνα και ότι άλλο χρειάζεται.

Η ψυχομάνα του Ευρύκλεια αναλαμβάνει το ποδόλουτρό του και ξαφνικά η παλάμη της έρχεται σε επαφή με την ουλή που είχε από μικρός ο Οδυσσέας κοντά στο γόνατο, τραύμα από αγριόχοιρο στον Παρνασσό στο βασίλειο του παππού του Αυτόλυκου. Η Ευρύκλεια που έβλεπε στον ξένο πολλές ομοιότητες με τον Οδυσσέα, τώρα πια είναι σίγουρη. Παραλύει από την χαρά της, δεν έχει δύναμη να κρατήσει το πόδι του Οδυσσέα που της φεύγει από τα χέρια και πέφτει με θόρυβο στη μεγάλη χάλκινη λεκάνη που αναποδογυρίζει και χύνονται τα νερά. Ο Οδυσσέας ζητά από την αγαπημένη του τροφό και παραμάνα να μην πει τίποτα σε κανένα γι` αυτή την αναγνώριση.

Λίγο μετά η Πηνελόπη μιλά στον ξένο για μια εξαιρετική της ιδέα προκειμένου να αποφύγει τους Μνηστήρες. Λέει ότι θα πάρει άντρα της αυτόν που θα μπορέσει να τεντώσει το τόξο του Οδυσσέα και να διαπεράσει με το βέλος τις εγκοπές των λεπίδων δώδεκα τσεκουριών στημένων στη σειρά. Αυτό το είχε καταφέρει μόνο ο Οδυσσέας που είχε τη δύναμη να τεντώσει εντελώς το σκληρό τόξο αλλά και τη σκοπευτική δεινότητα να περάσει το βέλος από τις δώδεκα εντορμίες των πελεκιών.

Ω Πηνελόπη σεβαστή σου είπα πως δεν θέλω για όλα αυτά να ομιλώ και πίκρα να γεμίζω. Μάθε πως είμαι από νησί στον κόσμο ξακουσμένο, την Κρήτη, που τα πέλαγα ορίζει και δεσπόζει. Η Κρήτη είναι όμορφη κι έχει περίσσια πλούτη κι η θάλασσα την αγαπά και την περικυκλώνει. Άνθρωποι μύριοι κατοικούν σε ενενήντα πόλεις, πολλές φυλές ειρηνικά ζούνε στην Κρήτη απάνω και είναι όλοι οι Κρητικοί περήφανοι γενναίοι και άξιοι θαλασσινοί που τριγυρνούν τον κόσμο. Ο Μίνωας ο βασιλιάς την Κρήτη κυβερνάει και έχει το παλάτι του στην ξακουσμένη πόλη που τέτοια άλλη δεν θα βρεις σ’ όλη την οικουμένη, την περιλάλητη Κνωσό την χιλιοπαινεμένη.

Από την Κρήτη αποκρατεί και ο Ιδομενέας που με τους άλλους Αχαιούς πήγε κι αυτός στην Τροία με τα πολλά καράβια του. Μαζί του πήγα και εγώ ν’ αλώσουμε την πόλη. Ο Οδυσσεύς σαν πήγαινε κι εκείνος προς την Τροία βαρύς τον έσπρωξε καιρός κι αντί να πάει Τροία φτάνει στην Κρήτη, στης ξακουστής της Αμνισός τον όρμο, εκεί κοντά που βρίσκεται τ’ άντρο της Ειλειθυίας , το σπήλαιο το ιερό, που ζει, των τοκετών η μαία. Ο πολυπράγμων Οδυσσεύς αναζητά αμέσως τον άρχοντά μας τον καλό σοφό Ιδομενέα που φίλο και προστάτη του αυτός τον θεωρούσε. Μάθε λοιπόν βασίλισσα πως τον καλό σου άντρα εγώ τον φιλοξένησα στο πλούσιό μου σπίτι, δώρα πολλά του χάρισα και με αγάπη πλέρια τους σύντροφους του φρόντισα. Δώδεκα μέρες και νυχτιές τον είχα εγώ κοντά μου, μαζί με τους συντρόφους του. Σαν ο βοριάς σταμάτησε άνοιξαν τα πανιά τους να σμίξουν με τους Αχαιούς στο Ίλιον να πάνε.

Έλεγε πολλά ψέματα που με αλήθειες μοιάζαν. τ`, 203 ἴσκε ψεύδεα πολλὰ λέγων ἐτύμοισιν ὁμοῖα·
Ο Οδυσσέας λέει μια ψεύτικη ιστορία στον πατέρα του Λαέρτη.

Οδύσσεια. Ραψωδία ω`.

Απόδοση:

Και ο Λαέρτης μίλησε και ρώτησε τον ξένο γιατί δεν αναγνώρισε τον ίδιο του τον γιο :

« Ποιος είσαι, από πού κρατάς, ποιοι είναι οι γονιοί σου»;
«Εγώ είμαι ο Επήριτος από μεγάλο τζάκι, γιος είμαι εγώ του Αφείδαντα του Πολυπημονίδη του άνακτα τ` Αλύβαντα. Τυχαία βρέθηκα εδώ από την Σικανία, με το γοργό καράβι μας δέσαμε στην Ιθάκη.

Πριν πέντε χρόνια πέρασε απ` τη δική μου χώρα, ο Οδυσσέας ο τρανός ο πορθητής της Τροίας. Καλοί οιωνοί φανήκανε σαν ήτανε να φύγει και τα πουλιά πετούσανε όλα στα δεξιά μας. Ελπίζω να τον ξαναδώ, με δώρα να χαρούμε τη νέα μας συνάντηση σαν οι θεοί θελήσουν».

Περίλυπος τον άκουγε ο συνετός Λαέρτης γιατί φοβόταν πως ποτέ ο γιος του δεν θα έλθει στην ποθητή Ιθάκη του και στη δικολογιά του. Μαύρη σκιά τον τύλιξε από τη στενοχώρια κι αναστενάζοντας βαριά πιάνει στα χέρια χώμα και πάνω στο κεφάλι το βάζει αυτός με πόνο. Ο Οδυσσέας λύγισε σαν είδε τον Λαέρτη, τον συνετό πατέρα του σπαραχτικά να κλαίει και όρμησε σαν σίφουνας για να τον αγκαλιάσει, να τον φιλήσει και να πει: « Εγώ είμαι πατέρα, ο γιος που τόσο αγαπάς, και λαχταράς να έλθει. Έφτασα στην Ιθάκη μας τον εικοστό πια χρόνο και βρήκα τη γυναίκα μου, εσένα και το γιο μου. Πατέρα στο ανάκτορο σκότωσα τους Μνηστήρες που άναντρα και άπρεπα φερθήκανε σε μένα αλλά και στη γυναίκα μου και στο καλό παιδί μου.

Τόλμα να γνωρίζεις

Immanuel Kant (1724-1804) / Fuente: Darwin Project
Το 1784, σε ένα δοκίμιό του με τίτλο αυτή την ερώτηση: “Was ist Aufidarung?“, ο Ιμάνουελ Καντ έδωσε την απάντηση ότι έγκειται στην «έξοδο του ανθρώπου από την ανωριμότητά του, για την οποία υπεύθυνος είναι ο ίδιος», από τη λόγω «οκνηρίας και δειλίας» υποταγή του σε «δόγματα και τύπους» θρησκευτικών και πολιτικών εξουσιών. Ως κατάλληλο σύνθημα για τον Διαφωτισμό πρότεινε το «Τόλμα να γνωρίζεις!» («Sapere dude!») και ως θεμελιώδη απαίτησή του όρισε την ελευθερία της σκέψης και του λόγου.

«Καμία εποχή δεν μπορεί να συμμαχήσει και να συνωμοτήσει με στόχο να εμποδίσει ας επόμενες να επεκτείνουν τις αντιλήψεις τους, να αυξήσουν τις γνώσεις τους και να απαλλαγούν από τις πλάνες τους. Αυτό θα ήταν έγκλημα απέναντι στην ανθρώπινη φύση, της οποίας ο αρχικός προορισμός συνίσταται ακριβώς στην πρόοδο αυτή».

·Μια εκδοχή της ίδιας σκέψης στον εικοστό πρώτο αιώνα βρίσκουμε στην υπεράσπιση του Διαφωτισμού από τον Ντέιβιντ Ντόιτς, στο βιβλίο του The Beginning of Infinity. Ο Ντόιτς υποστηρίζει ότι αν τολμήσουμε να γνωρίσουμε, είναι δυνατή η πρόοδος σε όλα τα πεδία, επιστημονικά, πολιτικά και ηθικά:

Αισιοδοξία (με την έννοια που υποστηρίζω) είναι η θεωρία ότι όλες οι αστοχίες -όλα τα δεινά- οφείλονται στην ανεπαρκή γνώση… Τα προβλήματα είναι αναπόφευκτα επειδή η γνώση μας θα είναι πάντα απείρως μακριά από την πληρότητα. Μερικά προβλήματα είναι δύσκολα, αλλά είναι σφάλμα να θεωρούμε τα δύσκολα προβλήματα ως προβλήματα που δεν είναι πιθανό να λυθούν. Τα προβλήματα είναι επιλύσιμα και κάθε ξεχωριστό δεινό είναι ένα πρόβλημα που μπορεί να λυθεί. Ένας αισιόδοξος πολιτισμός είναι ανοιχτός, δεν φοβάται να καινοτομήσει και βασίζεται στις παραδόσεις της κριτικής. Οι θεσμοί του διαρκώς βελτιώνονται και η πιο σημαντική γνώση που ενσωματώνουν είναι η γνώση του πώς να εντοπίζουν και να απαλείφουν τα σφάλματα.

Τι είναι ο Διαφωτισμός; Εδώ δεν υπάρχει επίσημη απάντηση επειδή η εποχή που περιγράφεται στο δοκίμιο του Καντ δεν πλαισιώθηκε ποτέ από τελετές έναρξης και λήξης όπως οι Ολυμπιακοί Αγώνες, ούτε ορίζονται οι αρχές της με έναν όρκο ή κάποιο δόγμα. Ο Διαφωτισμός ως εποχή τοποθετείται συμβατικά στα τελευταία δύο τρίτα του δέκατου όγδοου αιώνα, μολονότι είναι απόρροια της Επανάστασης των Επιστημών και της Εποχής του Ορθολογισμού του δέκατου έβδομου αιώνα, και οδήγησε στην ακμή του κλασικού φιλελευθερισμού στο πρώτο μισό του δέκατου ένατου αιώνα. Με αφορμή τις προκλήσεις που έθεταν στις τότε συμβατικές γνώσεις η επιστήμη και οι εξερευνήσεις, με επίγνωση της αιματοχυσίας από τους πρόσφατους θρησκευτικούς πολέμους και με βοήθεια από την εύκολη διακίνηση ιδεών και ανθρώπων, οι στοχαστές του Διαφωτισμού αναζήτησαν μια νέα κατανόηση της ανθρώπινης κατάστασης. Η εποχή χαρακτηριζόταν από αφθονία νέων ιδεών, μερικές από τις οποίες ήταν αντικρουόμενες, αλλά υπήρχαν τέσσερις θεματικές που τις συνέδεαν όλες μεταξύ τους: ο ορθολογισμός, η επιστήμη, ο ανθρωπισμός και η πρόοδος.

Το πρώτο και κύριο είναι ο ορθολογισμός. Ο ορθολογισμός είναι μη διαπραγματεύσιμος. Από τη σπγμή που θα ασχοληθείς με το ερώτημα για ποιο λόγο πρέπει να ζεις (ή με οποιοδήποτε άλλο ερώτημα) και εφόσον επιμένεις ότι οι απαντήσεις σου, όποιες κι αν είναι αυτές, είναι λογικές ή δικαιολογημένες ή αληθείς και συνεπώς πρέπει να τις πιστέψουν και άλλοι άνθρωποι, έχεις δεσμεύσει τον εαυτό σου στα πλαίσια της λογικής και στον έλεγχο των πεποιθήσεών σου σύμφωνα με αντικειμενικές προδιαγραφές.

Αν υπήρχε ένα κοινό σημείο στους στοχαστές του Διαφωτισμού, αυτό ήταν η επιμονή τους στην ενεργητική εφαρμογή των προδιαγραφών του ορθολογισμού για να κατανοούμε τον κόσμο μας και να μην υποχωρούμε σε πράγματα που γεννούν παραισθήσεις, όπως η πίστη, το δόγμα, η αποκάλυψη, η αυθεντία, το χάρισμα, ο μυστικισμός, η μαντεία, τα οράματα, η διοίκηση και η ερμηνευτική γραμματική και συντακτική ανάλυση ιερών κειμένων. Αυτός ο ορθολογισμός οδήγησε τους περισσότερους στοχαστές του Διαφωτισμού να αποκηρύξουν την πίστη σε έναν ανθρωπόμορφο Θεό που ενδιαφέρεται για τις υποθέσεις των ανθρώπων. Η εφαρμογή του ορθολογισμού αποκάλυψε ότι οι διηγήσεις περί θαυμάτων ήταν ύποπτες, ότι οι συγγραφείς των ιερών κειμένων ήταν όλοι τους άνθρωποι της καθημερινότητας, ότι τα φυσικά γεγονότα εξελίσσονται χωρίς καμία μέριμνα για την ευημερία των ανθρώπων και ότι διάφοροι πολιτισμοί πίστευαν σε αμοιβαία ασύμβατες θεότητες, που καμία τους δεν έμοιαζε λιγότερο απίθανο προϊόν φαντασίας από τις άλλες. (Οπως έγραψε ο Μοντεσκιέ, «Αν τα τρίγωνα είχαν θεό, θα τον έφτιαχναν με τρεις πλευρές»). Παρ’ όλα αυτά, όμως, δεν ήταν αθεϊστές όλοι οι διανοούμενοι του Διαφωτισμού. Ορισμένοι ήταν ντέϊστές (όχι θεϊστές), που σημαίνει ότι πίστευαν πως ο Θεός έθεσε το σόμπαν σε λειτουργία και μετά αποτραβήχτηκε και το άφησε να εξελίσσεται σύμφωνα με τους νόμους της φύσης. Άλλοι ήταν πανθεϊστές, δηλαδή χρησιμοποιούσαν τον όρο «Θεός» ως συνώνυμο για τους νόμους της φύσης. Λίγοι όμως ήταν εκείνοι που επικαλούνταν τον νομοθέτη θαυματουργό Θεό των γραφών, που έστειλε τον γιο του ως εκπρόσωπό του.

Σήμερα υπάρχουν πολλοί συγγραφείς που συγχέουν την υποστήριξη του Διαφωτισμού στον ορθολογισμό με τον παράλογο ισχυρισμό ότι οι άνθρωποι δρουν με απόλυτη λογική. Τίποτα δεν θα μπορούσε να απέχει περισσότερο από την ιστορική πραγματικότητα. Στοχαστές όπως ο Καντ, ο Μπαρούχ Σπινόζα, ο Τόμας Χομπς, ο Ντέιβιντ Χιουμ και ο Άνταμ Σμιθ ήταν ερευνητικοί ψυχολόγοι που είχαν απόλυτη συναίσθηση των παράλογων παθών και ελαττωμάτων μας. Επέμεναν ότι μόνο με την αποκάλυψη των κοινών πηγών κάθε απερισκεψίας μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα τις υπερβούμε. Η σκόπιμη χρήση του ορθολογισμού ήταν απαραίτητη ακριβώς επειδή οι κοινές συνήθειες του τρόπου σκέψης μας δεν είναι επαρκώς ορθολογικές. Αυτό μας οδηγεί στο δεύτερο ιδανικό, την επιστήμη, την εκλέπτυνση του ορθολογισμού με στόχο να κατανοήσουμε τον κόσμο. Η Επανάσταση των Επιστημών υπήρξε ανατρεπτική με τρόπο που δεν μπορούμε να κατανοήσουμε σήμερα, σε μια εποχή που οι ανακαλύψεις της έχουν γίνει δεύτερη φύση για τους περισσότερους απο μας.

Συστημικός Εξορκισμός και Εξιλασμός της Κοινωνικής Συνείδησης

Κατ’ αρχάς η επεξήγηση των σημαινομένων

ΣΥΣΤΗΜΙΚΟΣ ΕΞΟΡΚΙΣΜΟΣ: Η έντονη έκφραση της ευρύτατα διαχυμένης στις κοινωνικές μάζες απέχθειας προς τον Δυτικό κόσμο και δη τον Αμερικανικό και η εξ’ αυτής ποικίλως εκδηλούμενες κινητοποιήσεις κατεδάφισής του. Προς δικαιολόγηση της απέχθειας επιστρατεύονται οικοφοβικές και εθνοαποδομητικές αντιλήψεις, ιστορικά απωθημένα, αρχειοθετημένη αποικιοκρατία, οικονομική πρωτοκαθεδρία, στρατιωτική ισχύς, πολιτισμική επιρροή, μονόπλευρη συνωμοσιολογία και «κλιματική ενοχή».

ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΕΞΙΛΑΣΜΟΣ: Η αγανακτισμένη φωνή των κοινωνικών μαζών, καταγγελίας, καταδίκης ή κατάρας προς τα κατ’ αυτούς δεινά που επιφέρουν στην ανθρωπότητα όλες οι συνιστώσες του Δυτικού κόσμου, προς καθησυχασμό της συνείδησής των, προκειμένου να μην αισθάνονται ξεκομμένες από μια φαντασιακά θεσμισμένη ηθική.

Τα παραπάνω νοούνται μόνο ως απαντώμενα στις Δυτικές κοινωνίες πάντοτε με σταθερή εσωστρεφή κατεύθυνση και ποτέ κατά του μη Δυτικού και δη του ισλαμικού κόσμου.

Ο συστημικός εξορκισμός και ο εξιλασμός της συνείδησης κατά τις κοινωνικές εκδηλώσεις, είτε πρόκειται για τις συνήθεις εθιμικές συζητήσεις της καθημερινότητας (small talking), είτε για δημόσιες τοποθετήσεις συνεντευξιαζομένων ημιεπίσημου ή επίσημου χαρακτήρα, είτε ακόμα και για πολιτικές δημοσιοποιήσεις έκφρασης μιας οιονεί αντιπροσώπευσης του δημοσίου αισθήματος, έχουν αποκτήσει τέτοια δυναμική και παρεμβατικότητα που μόνο εθελότυφλοι δεν κατανοούν το ότι δημιουργούν και πολιτική.

Εκ πρώτης και μάλλον επιπόλαια, (αλλά δικαιολογημένα κατά κάποιο τρόπο), θα μπορούσε κάποιος να τα αποδώσει ως σύμφυτα χαρακτηριστικά της στην Αριστερά, μια και αυτή η ιδεολογία είναι ζυμωμένη με την αμφισβήτηση, την καταγγελία, την πάλη ενάντια σε κάθε τι ισχυρό, καθιερωμένο και ηγεμονικό όταν προέρχεται από το Δυτικό στρατόπεδο. Όμως η πραγματικότητα μας αναγκάζει να διευρύνουμε τη ματιά μας και να συμπεριλάβουμε σε αυτό το αγωνιστικό πλήθος ανθρώπους ετερόκλητης ιδεολογίας, από ακροδεξιούς έως αναρχικούς.

Και αυτό ως πραγματικότητα γίνεται δυνατό επειδή αφενός, όλοι αυτοί δρουν εκ του ασφαλούς στην απόλυτη ελευθερία έκφρασης της Δύσης και αφετέρου, η ηγετική δραστηριοποίηση του Δυτικού κόσμου σε παγκόσμια κλίμακα είναι αναπόφευκτα γενεσιουργός αιτία εκτός από ευημερίας και παρεπομένων αναστατώσεων και αναταραχών.

Αναταραχών βέβαια που δεν αποφεύγονται όταν επιδιώκεται η τιθάσευση του φυσικού κόσμου προς ευμάρεια των μαζών και η δημοκρατική διακυβέρνηση ανά την υφήλιο. Αν δεν δρούσε έτσι ο Δυτικός κόσμος τα παραπάνω δεν θα υφίσταντο. Όμως δρούσε και δρα επιδιώκοντας την ηγεμονία στην ανθρωπότητα, όπως άλλωστε αυτό επιχείρησε και πέτυχε εν μέρει ο ισλαμικός κόσμος και σήμερα η ισορροπία εξακολουθεί να ταλαντεύεται μετατοπίζοντας συνεχώς το κέντρο βάρους της ισχύος.

Αν αναλογιστούμε την αφύπνιση της ισλαμικής ταυτότητας χωρίς εσωτερική κριτική ή οικοφοβία από τις ισλαμικές κοινωνίες, με καταφανή τη σταθερή επιδίωξη για την υποταγή της οικουμένης στο Κοράνι, είναι ν’ απορείς πως στο καλό αναπτύσσεται τέτοια αυτομαστιγωτική νοοτροπία στους Δυτικούς ενόσω μάλιστα ακόμα διατηρούν την υπεροχή στην εκκοσμίκευση, τη δημοκρατία, τα ανθρώπινα δικαιώματα, την τεχνολογία και τις τέχνες. Καταφανώς λείπει μια συνέχουσα ιδεολογική πίστη σαν κι’ αυτή που μόνο οι θρησκείες μπορούν να παράσχουν και καμία πολιτική ορθότητα ή υποτιθέμενα αφυπνιστικά κινήματα τύπου «woke» δεν μπορούν να την υποκαταστήσουν.

Αφήνοντας για μια άλλη επεξεργασία τις λεπτομερείς θεωρήσεις αυτής της ιδιότυπης ψυχολογίας εξορκισμού και εξιλασμού που εξαπλώνεται στις Δυτικές κοινωνίες λόγω φαντασιακών ενοχικών συνδρόμων, ας δούμε που αποσκοπούν και που μπορούν να καταλήξουν για να επιτευχθεί αυτό που επιδιώκουν. Διότι κάτι πρέπει να επιδιώκουν αλλιώς είναι απλώς φωνασκίες έστω κι αν οι πολύτροπες εκφάνσεις τους δυσκολεύονται να μορφοποιήσουν ένα καθαρό άξονα στήριξης της κίνησης του νέου κόσμου που ευαγγελίζονται. Και ακόμα πιο ουσιαστικά, αυτό που επιθυμούν να κατεδαφίσουν και αυτό που θα το αντικαταστήσει θα τους φέρει την ευτυχία; Θα ζήσουν καλύτερα, πιο ήσυχα, πιο παραγωγικά;

Εξ αφορμής της τρέχουσας επικαιρότητας στην Ουκρανία, στο Ισραήλ, στην Υεμένη αλλά και απανταχού της Γης, σε Δυτικό, ισλαμικό ή Ασιατικό κόσμο όπου εμπλέκεται η Δύση συγκρουσιακά, τι θα συνέβαινε άραγε αν η Δύση υποχωρήσει, υποβαθμιστεί, ηττηθεί στρατιωτικά, ηθικά και πολιτισμικά, είτε υποκύπτοντας σε υπέρτερες δυνάμεις, είτε λόγω ενοχών και μετάνοιας παραδώσει γη και ύδωρ στους αντιπάλους της;

Το Ισραήλ λοιπόν αφήνει τα όπλα, σηκώνει τα χέρια και διαλύεται (όπως άλλωστε ορίζει το Αραβικό δόγμα), οι Αραβο-παλαιστίνιοι καταλαμβάνουν το έδαφός του και οι Εβραίοι είτε σφαγιάζονται, είτε εκδιώκονται, είτε ευνουχισμένοι κοινωνικά παραμένουν στο νέο κράτος. Πάει λοιπόν μια από τις κυριότερες αιτίες αγανάκτησης των Δυτικών ευαίσθητων ψυχών. Η Μεσόγειος από Νότο και Ανατολή με την Τουρκία ηγεμονεύουσα γίνεται ισλαμική θάλασσα και η Ελλάδα ανεξάρτητη χώρα υπό προθεσμία μια και τα πληθυσμιακά μεγέθη εις βάρος της προδιαγράφουν το αναπόδραστο τέλος της.

Ιρανικές βάσεις στη Γάζα και στο Λίβανο, ανεξέλεγκτοι ισλαμικοί πυρήνες τζιχαντιστών και μουσουλμανικής αδελφότητας θα οργιάζουν ανενόχλητοι και η διώρυγα του Σουέζ μαζί με τον κόλπο της Ακαμπα, την Ερυθρά θάλασσα και ακόμα πιο κάτω στο Κέρας θα γίνουν ισλαμικά νερά επίσης. Το Ιράν ανενόχλητο πλέον συνεπικουρούμενο πρωτίστως από την Υεμένη θα καταστήσει και τον Περσικό κόλπο απαγορευμένη θάλασσα για τη Δύση χωρίς δυνατότητα σοβαρής παρέμβασης νατοϊκών δυνάμεων (είναι αστείο να περιμένει κανείς αντίδραση από τη Σαουδική Αραβία). Το πολεμικό πυρηνικό πρόγραμμα Ιράν και Τουρκίας θα τρέξει ανεμπόδιστα επιταχυνόμενο. Το πετρέλαιο της περιοχής θα καταστεί χαρτί εκβιασμών και η εμπορική ναυσιπλοϊα «σπορ» πολυτελείας.

Ας φανταστούμε πάλι ότι οι ΗΠΑ κουρασμένες, απηυδισμένες και αποδυναμωμένες από την κουλτούρα αμφισβήτησης εντός των, υποβαθμίζουν έως πλήρους απόσυρσης κάθε τους στρατιωτική δύναμή ανά τον κόσμο και χάνουν κάθε ενδιαφέρον για διπλωματικές εμπλοκές. Μειώνουν έως σχεδόν εξαφάνισης την πολεμική τους βιομηχανία και την εξ αυτής τεχνολογική παραγωγή. Βαθμιαία χάνουν τον χρηματιστηριακό δυναμισμό τους, τον κόσμο του Χόλυγουντ και τα πανεπιστήμιά τους υποβαθμίζονται σε φιλολογικά εργαστήρια. Σε ένα επόμενο στάδιο μεταπίπτουν σε ειρηνικές κοινότητες αγροτών πουριτανών.

Τι λέτε ότι αυτό θα σήμαινε για το ΝΑΤΟ, την Ιαπωνία, την Κορέα, την Αυστραλία και συνολικά για την Ευρώπη; Η Ταϊβάν λοιπόν θα δέχονταν εισβολή από την Κίνα, η Β. Κορέα με την υποδαύλιση Ρωσίας και Κίνας θα επιτίθετο στη Νότια με την Ιαπωνία στην επόμενη στόχευσή τους. Η Αυστραλία και η Ν. Ζηλανδία θα γίνονταν όμηροι ναυτικού αποκλεισμού από τους κυρίαρχους στον Ειρηνικό Κινεζικούς και Ρώσικους στόλους. Φινλανδία, Σουηδία και Βαλτικές χώρες θα εκβιάζονταν ωμά από τη Ρωσία για παραχωρήσεις και το Καλίνινγκραντ θα μετατρέπονταν σε πυρωμένη σφήνα στη Β. Ευρώπη. Η Ουκρανία φυσικά θα προσαρτάτο πάραυτα στη Ρωσία και το ίδιο θα γίνονταν σε Μολδαβία, Υπερδνειστερία, ενώ ταυτόχρονα η Αρμενία θα εξαφανίζονταν.

Χωρίς άλλη επέκταση σε υπόλοιπα σενάρια τα παραπάνω επαρκούν για να αναλογισθούμε τι θα συνέβαινε στην Ευρώπη, η οποία ήδη και αυτή έχοντας αφεθεί στην πολιτισμική αυτοκαταστροφή της με την αποκήρυξη των κοσμικών αρχών που τη συνείχαν και την καταβαράθρωση των ιστορικών μορφών που τη διαμόρφωσαν. Την υπεροχή θα κατέχουν πλέον οι πρώην δήθεν παρίες που διηθήθηκαν με τα χρόνια εντός της, ήτοι μουσουλμάνοι, αναρχικοί και φυλετικές ή σεξουαλικές μειονότητες. Οι οικογενειακές αξίες θα εξαφανιστούν, η υπογεννητικότητα των πρώην Δυτικών θα τους καταστήσει μειονότητα και το καταναλωτικό μοντέλο με τη σύμφυτη καλλιτεχνική δημιουργία θα πάψουν και να υφίστανται και να στηρίζουν την οικονομική ζωή.

Ο ισλαμικός νόμος ως σαρία θα επικρατήσει αναπόφευκτα στα ισλαμοκρατούμενα πλέον κράτη και κάθε δημοκρατικός θεσμός και κοινωνική εκδήλωση θα πάψουν να υπάρχουν όπως τα είχαμε συνηθίσει. Ανθρώπινα δικαιώματα προεξαρχούσης της ελεύθερης έκφρασης θα πάψουν να υφίστανται και η καθημερινότητα από μια ποικιλόχρωμη πανήγυρις θα μεταβεί στον μουντό κόσμο της ομοιομορφίας και της αποχής από οτιδήποτε ασύμβατο με το λόγο του προφήτη. Η κοινωνική δικαιοσύνη θα έχει πλέον επικρατήσει πλήρως μια και τα διεκδικούμενα θα έχουν απωλέσει την καπιταλιστική τους αξία.

Αν λοιπόν τα παραπάνω είναι αυτά τα οποία θα χάσει η Δύση (ή κερδίσει ανάλογα με την οπτική των κοινωνικών ομάδων) με την απομείωση του σφρίγους της, είναι ταυτόχρονα και αυτά που επιδιώκουν οι αντίπαλοί της με την ενδυνάμωση των πόθων τους. Για την επιλογή «στρατοπέδου» ας τα έχει στο μυαλό του ο όποιος ανικανοποίητος εντός των τειχών και ας αναλογιστεί (αν όχι παρηγορηθεί) ότι ζει ήδη εντός ενός στρατοπέδου που η μακραίωνη ιστορία με αγώνες του προσέφερε.

Αλήθειες για τις ανθρώπινες σχέσεις

Ολοένα και πιο συχνά οι άνθρωποι κλείνονται ερμητικά στο μικρόκοσμό τους, την ίδια στιγμή που λαχταρούν να εισπράξουν ενδιαφέρον και νοιάξιμο.

“Σ’ αγαπώ μη γνωρίζοντας πώς, από πού και πότε, σ’ αγαπώ στα ίσια δίχως πρόβλημα ή περηφάνια: σ’ αγαπώ έτσι γιατί δεν ξέρω μ’ άλλον τρόπο” – Πάμπλο Νερούδα.

Τον τελευταίο καιρό μ’ απασχολεί πολύ το θέμα των σχέσεων. Βλέπω ολοένα και πιο συχνά γύρω μου τους ανθρώπους σαν να θέλουν να κερδίσουν την πιο όμορφη φιλική, ερωτική ή συναδελφική σχέση χωρίς όμως να χάσουν τίποτα από τη βολή τους, χωρίς να παραχωρήσουν χιλιοστό από το ζωτικό τους χώρο, χωρίς να επιτρέπουν ούτε μια ρωγμή στο προσωπείο που διάλεξαν να τους αντιπροσωπεύει στον έξω κόσμο.

Κάποτε αυτό θα με πλήγωνε, τώρα πια αρχίζω να αποδέχομαι πως οι αληθινές σχέσεις – αυτές που για χάρη τους βάζεις το χέρι σου στη φωτιά – είναι λιγοστές.

Κατέγραψα εδώ ό,τι έχω προσωπικά αντιληφθεί για το θέμα των σχέσεων, προσπαθώντας να ξεκαθαρίσω τις προτεραιότητές μου και να βεβαιωθώ πως αφήνω χώρο στις σχέσεις που αξίζουν να εξελιχθούν και ν’ ανθήσουν:
  • Κάποιες σχέσεις είναι ευλογία ενώ κάποιες είναι μαθήματα ζωής. Οι άνθρωποι που περνούν από τη ζωή σου άλλοτε σε στηρίζουν, άλλοτε σε δοκιμάζουν, άλλοτε σε χρησιμοποιούν και άλλοτε σε ωθούν να βγάλεις τον καλύτερο (ή χειρότερο εαυτό σου). Όλα αυτά είναι πολύτιμες εμπειρίες που σε ωριμάζουν και σ’ αναγκάζουν να πάρεις θέση για το τι λογής σχέσεις θέλεις τελικά να έχεις στη ζωή σου.
  • Όταν η ζωή σού φέρνει αλλαγές – ακόμα και προς το καλύτερο – κάποιοι άνθρωποι απομακρύνονται από κοντά σου. Ίσως γιατί η προηγούμενη φάση σου τους πήγαινε περισσότερο, ίσως γιατί ο νέος τρόπος ζωής σου δεν τους ταιριάζει πια, ίσως γιατί πατιούνται κουμπιά που πονάνε…, πάντως είναι κάτι που συμβαίνει και χρειάζεται να το αποδεχτείς, όσο δυσάρεστο κι αν είναι.
  • Όταν είσαι σε δύσκολη θέση και νιώθεις την ανάγκη για υποστήριξη, ποιος παραμένει δίπλα σου; Ποιος αφιερώνει χρόνο και ενέργεια για σένα; Οι άνθρωποι αυτοί είναι οι αληθινοί σου φίλοι. Μαζί στη χαρά και στη λύπη, στα εύκολα και στα δύσκολα.
  • Οι άνθρωποι σου φέρονται με τον τρόπο που τους επιτρέπεις. Εσύ βάζεις τον πήχυ ψηλά ή χαμηλά, εσύ θέτεις τα όρια. Σίγουρα δεν μπορείς να ελέγξεις τη συμπεριφορά τους, είσαι σε θέση όμως να ελέγχεις το τι θα δεχτείς και τι όχι.
  • Ένα λάθος μπορεί να είναι τυχαίο. Τα απανωτά ψέματα και οι δόλιες συμπεριφορές δεν είναι τυχαία. Αν είσαι αποδέκτης τέτοιων συμπεριφορών συστηματικά, και με ένα “συγγνώμη” υποχωρείς και παραμένεις στη σχέση, τότε κρύβεσαι πίσω από το δάχτυλό σου και ξεγελάς τον ίδιο σου τον εαυτό.
  • Βεβαιώσου πως αναγνωρίζεις τις σχέσεις που αξίζουν πραγματικά. Μήπως έχεις γίνει ο εγωπαθής που παραπονιέται γιατί ο κόσμος δεν ασχολείται αδιάλειπτα με την ευτυχία του; Αυτό που ζητάς από τους αγαπημένους σου το προσφέρεις εσύ ο ίδιος; Καμιά φορά ο φίλος που πονάει ίσως σου πει “μην ανησυχείς, είμαι καλά”, αλλά αυτό που χρειάζεται στ’ αλήθεια είναι να τον κοιτάξεις στα μάτια και να του πεις “όχι, ξέρω πως δεν είσαι καλά. Μίλησέ μου, είμαι δίπλα σου”.
  • Οι “βαριές” κουβέντες πληγώνουν περισσότερο από τον φυσικό πόνο. Έχε το νου σου μήπως, θεωρώντας δεδομένους τους δικούς σου ανθρώπους, ξεφορτώνεις άθελά σου πάνω τους τα καταπιεσμένα συναισθήματα από σχέσεις που σε πόνεσαν και τις κουβαλάς ακόμα. Οι άλλοι, όσο κι αν μας αγαπούν, δεν είναι τα συναισθηματικά μας υποζύγια.
  • Οι πράξεις μετράνε, όχι τα λόγια. Συνήθως όσοι αγαπούν δεν το διατυμπανίζουν, αρκούνται στο να το δείχνουν με μικρές ή μεγάλες κινήσεις μέσα στην καθημερινότητα. Μην παρασύρεσαι από τα μεγάλα λόγια, άφησε τις συμπεριφορές να μιλήσουν για την αλήθεια.
  • Κανείς δεν μπορεί να σου προσφέρει την ευτυχία, ούτε να ανακαλύψει το σκοπό της ζωής για λογαριασμό σου. Μην κάνεις το λάθος να περιμένεις τους άλλους να σου ανοίξουν το δρόμο στην προσωπική σου ολοκλήρωση. Ο μόνος που μπορεί είσαι εσύ ο ίδιος.
  • Η γνήσια αγάπη σε μια σχέση ανθίζει όταν εξαλείφονται οι παντός είδους “χειρισμοί”. Όταν αποδέχεσαι τον άνθρωπο που είναι δίπλα σου γι’ αυτό που είναι κι όχι γι’ αυτό που θα μπορούσε να είναι. Όταν έχεις τη δυνατότητα να αποκαλύψεις πόσο ευάλωτος κι ανασφαλής νιώθεις. Κι όλο αυτό κερδίζεται όταν βάζουν πλάτη και οι δύο, με αφοσίωση και ακεραιότητα. Διαφορετικά απλώς δεν γίνεται να συμβεί.
Κλείνω αυτή την ανάρτηση με τη σημείωση πως δεν έχω την πρόθεση να δώσω συμβουλές σε κανένα. Γράφω μόνο τις σκέψεις μου, που ίσως να είναι και αφελείς και εκτός πραγματικότητας. Πολύ θα το ήθελα οι σχέσεις μας να έχουν όλες χάπι-εντ, μάλλον όμως αυτό δεν συμβαίνει.

Ο χορός της ζωής έχει τους δικούς του ρυθμούς κι εμείς μαθαίνουμε αδιάκοπα τα βήματα που ολοένα αλλάζουν καθώς κυλάει ο καιρός…

Επιστημονική γνώση

Αποτέλεσμα εικόνας για ερεβοκτονοσ ΕπίκουροςΥπάρχουν δύο απαραίτητα στοιχεία για τη γνώση: το υποκείμενο της γνώσης (ο γνωρίζων, ή ο προσπαθών/επιθυμών να γνωρίσει) και το αντικείμενο της γνώσης (το γνωριστέο, το γνώσιμο, το γνωστό). Το υποκείμενο είμαστε εμείς, ο καθένας ξεχωριστά, το εγώ, η συνείδηση. Μπορεί όμως να είναι ο άνθρωπος γενικότερα, η ανθρωπότητα, ή μια ομάδα ανθρώπων, π.χ. η επιστημονική κοινότητα των βιολόγων.

Το αντικείμενο είναι, συνήθως, η έξω από εμάς πραγματικότητα, η εκτός συνείδησης πραγματικότητα, ο κόσμος, έμβιος και άβιος. Μπορεί όμως να είναι και ο ίδιος μας ο εαυτός, ή ο άνθρωπος γενικότερα. Θυμηθείτε, για παράδειγμα, το «Γνώθι σαυτόν», που είναι το παλαιότερο από τα τρία πιο σημαντικά δελφικά παραγγέλματα που ήταν χαραγμένα στην είσοδο του ναού του Απόλλωνα.

Υπάρχει βέβαια και η μέθοδος γνώσης. Αυτή από μόνη της αποτελεί ένα μεγάλο κεφάλαιο και θα πω δυο λόγια παρακάτω.

Το “γιατί” της γνώσης

Η γνώση του κόσμου είναι χρήσιμη έως απαραίτητη για την επιβίωση. Γι αυτό υπάρχει και η αγωνιώδης “περιέργεια” σε όλα τα έμβια όντα για το τι συμβαίνει στο γύρω τους περιβάλλον. Βλέπουμε ότι σε όλα τα ζώα υπάρχει η “αναζήτηση της γνώσης”, της χρήσιμης γνώσης – χρήσιμης για τη ζωή τους. Ο έμφρων άνθρωπος, με την ανάπτυξη της ευφυίας του, ξεφεύγει βέβαια από το στάδιο της ανάγκης και της στενής χρησιμότητας και επιδιώκει περισσότερα, κυρίως την εξάλειψη του φόβου και την αποφυγή μιας αγωνιώδους ζωής, με απώτερο στόχο του την αταραξία και την ευδαιμονία, δηλαδή μια ανέφελη ζωή. Αυτό σημαίνει ότι η γνώση που χρειάζεται είναι πιο γενική, πιο ουσιαστική, πιο βαθιά. Θέλει να μάθει τα αίτια των φαινομένων, όχι μόνο τα φαινόμενα. Σκέφτεται αιτιοκρατικά και συλλαμβάνει “φυσικούς νόμους”. Μόνο έτσι νιώθει ότι μπορεί ίσως να ελέγξει την εξέλιξη των πραγμάτων, άρα να διαμορφώσει έτσι το περιβάλλον του ώστε να μην κινδυνεύει, αλλά να απολαμβάνει τη ζωή. Να μην ζει με φόβο και πόνο, αλλά με ασφάλεια, ηρεμία και χαρά. Να διάγει με άλλα λόγια έναν ηδονικό βίο.

Η φυσική φιλοσοφία

Για τη γνώση του κόσμου γύρω μας, αναπτύχθηκε η φυσική φιλοσοφία, η οποία πέρασε από πολλά ιστορικά στάδια μέχρι να φτάσει στον σύγχρονο τρόπο επιστημονικής έρευνας.

Στην προσπάθεια για την ορθολογική κατανόηση της φύσης, πρώτοι οι «φυσικοί» φιλόσοφοι της μικρασιατικής Ιωνίας και αργότερα της Μεγάλης Ελλάδας και της Θράκης, τον 6ο και τον 5ο αιώνα π.X., έθεσαν ως κεντρικό θέμα την αναζήτηση μιας ενιαίας αρχής του κόσμου, την αναζήτηση της πρωταρχικής ουσίας από την οποία προέρχονται τα πάντα και στην οποία επιστρέφουν τα πάντα. Μέσα από τους σχετικούς προβληματισμούς, η πορεία της σκέψης των «φυσικών» φιλοσόφων έφθασε στην ατομική θεωρία. Οι ατομικοί φιλόσοφοι Λεύκιππος και Δημόκριτος και μετά από αυτούς ο Επίκουρος, με την παραδοχή των ατόμων απάντησαν σε πλήθος λογικών παραδόξων και αδιεξόδων όπως αυτά που είχαν τεθεί με το ζήτημα της επ’ άπειρον διαιρετότητας και του μαθηματικού συνεχούς.

Την φιλοσοφία των φυσικών φιλοσόφων διαδέχθηκε η φιλοσοφία της «κλασικής εποχής» που είχε ως κεντρικές μορφές της, τον Σωκράτη (470-399 π.Χ.), τον Πλάτωνα (427-347 π.Χ.) και τον Αριστοτέλη (384-322 π.Χ.). Ο Κικέρων αναφερόμενος στην εποχή αυτή είπε ότι «ο Σωκράτης κατέβασε τη φιλοσοφία από τον ουρανό στη Γη», επισημαίνοντας έτσι ότι το ενδιαφέρον των φιλοσοφικών στοχασμών μετατοπίστηκε από τον φυσικό κόσμο στον άνθρωπο.

Ακολούθησε η ελληνιστική περίοδος, διάρκειας τριών αιώνων, η οποία αρχίζει με το θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου (323 π.Χ.). Στον καινούργιο κόσμο που αναδύθηκε από τις ελληνικές κατακτήσεις και με την δημιουργία της ελληνιστικής οικουμένης, η φιλοσοφία στρέφεται προς νέα φιλοσοφικά ρεύματα, προσαρμοσμένα στις αναζητήσεις του οικουμενικού ανθρώπου. Αυτά είναι κυρίως ο Στωικισμός, ο Σκεπτικισμός και η φιλοσοφία του Επίκουρου. Κοινό στοιχείο τους είναι ότι βλέπουν ως κεντρικό ρόλο της φιλοσοφίας την καθοδήγηση του ανθρώπινου βίου, δηλαδή την «ηθική».

Ο Επίκουρος (341-270 π.Χ.) επέλεξε την Αθήνα ως έδρα της φιλοσοφικής σχολής του, τον «Κήπο», μια ιδιόκτητη κατάφυτη έκταση εκτός των τειχών, με εγκαταστάσεις κατάλληλες για την παραμονή εκεί των φίλων και μαθητών της φιλοσοφίας του. Κύρια επιδίωξη της επικούρειας φιλοσοφίας είναι η γαλήνη της ψυχής και ο ευδαίμων βίος, που είναι εύκολο να επιτευχθούν με την αποφυγή του σωματικού και ψυχικού πόνου και την αναζήτηση της ευχαρίστησης, κυρίως με τη μορφή των πνευματικών ηδονών και της αταραξίας. Ως σημαντική αιτία ψυχικού πόνου θεωρήθηκαν οι μεταφυσικοί φόβοι που προκαλούνται από τα μυθεύματα και τις δεισιδαιμονίες που οφείλονται με τη σειρά τους στην άγνοια της φυσικής πραγματικότητας και των φυσικών νόμων. Ο Επίκουρος θεώρησε ότι η ηθική του πρέπει να εδράζεται στην γνώση της φύσης, στην «φυσιολογία» όπως την είπε, ενώ το πιο συνεκτικό μοντέλο περιγραφής της φυσικής πραγματικότητας βρήκε ότι δίνεται από την ατομική φυσική του Δημόκριτου, την οποία αφού εμπλούτισε με κάποια νέα στοιχεία, την ενσωμάτωσε στην διδασκαλία του. Γράφει γι αυτά ο Χ. Θεοδωρίδης, καθηγητής φιλοσοφίας στο ΑΠΘ, στο βιβλίο του «Επίκουρος, η αληθινή όψη του αρχαίου κόσμου»:

«Η επιστήμη, όπως κάθε ανθρώπινη προσπάθεια, σκοπό έχει τη γαλήνη της ψυχής και συνέπειά της την ευτυχία. Μα η γαλήνη δεν μπορεί να ασφαλιστεί όσο δεν ξέρουμε την πραγματική φύση του κόσμου και τις αιτίες των φαινομένων… Η προσπάθεια της ιωνικής φυσικής να βγάλει την ποικιλία των όντων από ένα ορισμένο στοιχείο, από το νερό ή τη φωτιά, αντίκρισε μεγάλες δυσκολίες κι έδωσε αφορμή σε πολύμορφη κριτική… Από την κρίση που απείλησε την ιωνική φυσική, την έσωσε η ατομική θεωρία… Η νέα θεωρία παίρνει γι’ αρχικά στοιχεία τα άτομα και το κενό. Τα άτομα είναι ελαχιστότατα κομμάτια της ύλης, αόρατα κι άπιαστα, αντιληπτά μόνο με τη νόηση… Το άτομο λοιπόν είναι το στέρεο κι ανάλλαγο, που το απαιτούσε η διανόηση της εποχής. Παλαιοί και νεότεροι το παρομοίασαν με το έν ακίνητον του Παρμενίδη. «Κενόν» είναι ο άδειος χώρος. Σ’ αυτό μέσα βρίσκονται τα άτομα, κινούνται και κάνουν τους άπειρους συνδυασμούς, που αποτέλεσμά τους είναι τα όντα».

Τις απόψεις του Επίκουρου για τη φυσική πραγματικότητα τις γνωρίζουμε κυρίως από την επιστολή προς τον Ηρόδοτο, έναν από τους μαθητές του. Εκεί φαίνεται και η σημασία της Φυσικής για τον Επίκουρο, που είναι ότι η γνώση της φύσης μας δίνει γαλήνη γιατί μας απαλλάσσει από φόβους και δεισιδαιμονίες. Λέει ο Επίκουρος στην Επιστολή του:

“Συνιστών τη συνεχή απασχόληση με την έρευνα της φύσης, χάρις στην οποία απολαμβάνω στη ζωή τέλεια γαλήνη, σου έκανα και αυτή την περίληψη όπου δίνω τα βασικά στοιχεία όλων μου των θεωριών”.

Παρόμοιες απόψεις εκφράζονται και από τους σύγχρονους φυσικούς, όπως π.χ. από τον καθηγητή της κβαντικής φυσικής, τον Στέφανο Τραχανά, ο οποίος έχει πει σε διάλεξή του:

«Η επιστήμη μπορεί να δράσει στην κοινωνία ως απελευθερωτική δύναμη από τις δεισιδαιμονίες και τον ανορθολογισμό που όλο και πιο πολύ διεισδύουν, όχι μόνο στα μυαλά των ανθρώπων, αλλά διαβρώνουν και τους θεσμούς της κοινωνίας».

Η Επικούρεια «Φυσιολογία» και η καινοτομία της

Ο Επίκουρος δέχτηκε την ατομική θεωρία ως την αναγνωρισμένη φυσική του 4ου π.Χ. αιώνα, την βελτίωσε και την έβαλε βάση στους στοχασμούς για την Ηθική του, για την επίτευξη ευδαίμονος βίου. Ο λατίνος Λουκρήτιος με το εκπληκτικό του ποίημα “De Rerum Natura” (1ος αιών π.Χ.) την διέσωσε ολόκληρη μέχρι στις μέρες μας.

“Η καινοτομία αυτής της φιλοσοφίας έγκειται στο ότι προσπάθησε να εξηγήσει ορθολογικά όλη την πολυπλοκότητα των φαινομένων της φύσης με βάση κάποιες πολύ απλές αρχές. Η πολυπλοκότητα των φαινομένων δεν είναι εγγενής αλλά προέρχεται από τις συγκρούσεις, τους συνδυασμούς και τις κινήσεις κάποιων βασικών συστατικών που τα ονόμασαν ΑΤΟΜΑ.” [Ίων Σιώτης, Πρώην Διευθυντής του “Δημόκριτου”].

Θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι είναι άλλο πράγμα η φιλοσοφική προσέγγιση της γνώσης (ο ορθός λόγος) και άλλο η επιστημονική της προσέγγιση όπως την εννοούμε σήμερα. Άλλο πράγμα η φιλοσοφία και άλλο η επιστήμη. Η επιστημονική επανάσταση του 16ου-17ου αιώνα, ανέδειξε τον εμπειρικό έλεγχο, μέσα από την επιστημονική παρατήρηση και το πείραμα, ως το ακλόνητο κριτήριο για την ορθότητα της επιστημονικής γνώσης.

Η κεντρική ιδέα των αρχαίων ατομικών φιλοσόφων ότι η ύλη είναι ασυνεχής στη δομή της, εξακολουθεί και σήμερα να ισχύει. Και όπως ο Δημόκριτος και ο Επίκουρος θεώρησαν απαραίτητο και προσπάθησαν να διασαφηνίσουν τις ιδιότητες, τις κινήσεις, τις αλληλεπιδράσεις, τις φυσικές διεργασίες των “ατόμων” με την άμεση παρατήρηση, τον ορθό λόγο – τον Επικούρειο “Κανόνα” – έτσι και σήμερα είναι απαραίτητο για την κατανόηση της φύσης, να δούμε την αντίστοιχη εικόνα των διεργασιών και φαινομένων που έχει ο άνθρωπος από τη σύγχρονη επιστήμη, με τον πλούτο των επιστημονικών οργάνων, των παρατηρήσεων και μεθόδων, με την εισαγωγή γενικευμένων εννοιών και τη δημιουργία μοντέλων και θεωρητικών υποθέσεων οι οποίες επιδέχονται επαλήθευσης ή διάψευσης.

Στη μέθοδο για τη γνώση, ήταν πρωτοποριακός ο Επίκουρος, ο οποίος μας λέει για το λάθος και την πλάνη [Επιστολή προς Ηρόδοτον, 50]:

Το λάθος και η πλάνη βρίσκονται πάντα σ’ εκείνο που ο νους προσθέτει στις εντυπώσεις. Κριτήριο αν η παράσταση είναι σωστή ή λαθεμένη, είναι ο έλεγχος στην πράξη. Αν επιμαρτυρηθεί ή το λιγότερο δεν αντιμαρτυρηθεί έχουμε την αλήθεια. Αν όμως δεν επιμαρτυρηθεί ή αν αντιμαρτυρηθεί, έχουμε την πλάνη.

Τὸ δὲ ψεῦδος καὶ τὸ διημαρτημένον ἐν τῷ προσδοξαζομένῳ ἀεί ἐστιν ἐπιμαρτυρηθήσεσθαι ἢ μὴ ἀντιμαρτυρηθήσεσθαι, εἶτ’ οὐκ ἐπιμαρτυρουμένου [κατά τινα κίνησιν ἐν ἡμῖν αὐτοῖς συνημμένην τῇ φανταστικῇ ἐπιβολῇ, διάληψιν δὲ ἔχουσαν, καθ’ ἣν τὸ ψεῦδος γίνεται.]

Περί Γνωσιολογίας

Στη φιλοσοφία η μελέτη της γνώσης καλείται γνωσιολογία. Ο Πλάτων προσεγγίζει το πρόβλημα της γνώσης στους διαλόγους του. Απορρίπτει τις αισθήσεις ως πηγή της έγκυρης γνώσης και υποδεικνύει την οδό της εκπαίδευσης και της επίπονης διανοητικής άσκησης ως μέθοδο πρόσβασης στη γνώση των Ιδεών. Για τον Πλάτωνα, η ύπαρξη των Ιδεών θεωρείται δεδομένη και έγκυρη γνώση θεωρεί μόνο η γνώση των νοητών Ιδεών.

Στον “Θεαίτητο” για πρώτη φορά γίνεται έρευνα του ουσιαστικού περιεχομένου του όρου “επιστήμη” (αντί “γνώσις”) και επιχειρείται η διατύπωση κάποιου ορισμού της. Ο Σωκράτης εφαρμόζοντας την “μαιευτική” του μέθοδο βοηθάει τον νεαρό Θεαίτητο να “γεννήσει” την απάντηση στο ερώτημα “τι εστί επιστήμη”. Ο Θεαίτητος την ορίζει ως “δόξα“, ήτοι απλή γνώμη, που ο καθένας σχηματίζει με την βοήθεια των αισθήσεων, για να διορθώσει λέγοντας ότι είναι η “αληθής δόξα” και να καταλήξει ότι “έστιν ουν επιστήμη δόξα αληθής μετά λόγου”, δηλαδή «γνώση είναι η βεβαιωμένη άποψη που συνάδει με τη λογική».

Στους νεότερους χρόνους εμφανίστηκαν αρκετές θεωρίες που θέτουν τη γνώση ως κεντρικό πρόβλημα της γνωσιολογίας, με κάποιους φιλοσόφους να φτάνουν να μην αποδέχονται πως υπάρχει οτιδήποτε γνωστό. Στη βιβλιογραφία, ένας συνήθης τρόπος διάκρισης της αποκτώμενης γνώσης είναι η ρητή γνώση (explicit knowledge) και η άρρητη γνώση (tacit knowledge). Η πρώτη μεταδίδεται με το γραπτό και προφορικό λόγο, ενώ η δεύτερη αποκτάται με την εμπειρία. Όταν η εμπειρία είναι εσωτερική, δηλαδή προέρχεται από το ίδιο το υποκείμενο, μιλάμε για ενορατική γνώση (π.χ. στα μαθηματικά), μυστική γνώση (κυρίως στις ανατολικές φιλοσοφίες συνδεδεμένη με μύστες και μυστικές τελετές, π.χ. τα Ελευσίνια μυστήρια, στην θρησκεία κλπ.).

Η ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΜΕΘΟΔΟΣ

Η επιστημονική επανάσταση του 16ου-17ου αιώνα, ανέδειξε την παρατήρηση και το πείραμα ως το πιο ακλόνητο κριτήριο για την ορθότητα της επιστημονικής γνώσης. Έφερε δηλαδή “τὰς αἰσθήσεις”, ως πρώτο στη σειρά κριτήριο της αλήθειας, συνοδευόμενο βέβαια και από τα άλλα τρία: προλήψεις, πάθη καὶ τὰς φανταστικὰς ἐπιβολὰς τῆς διανοίας. Παραφράζοντας θα λέγαμε, με σύγχρονη ορολογία, ότι πρόκειται για την επεξεργασία των πειραματικών δεδομένων και μετρήσεων και την βάσει αυτών εισαγωγή γενικευμένων εννοιών, δημιουργία μοντέλων και θεωρητικών υποθέσεων.

Είναι σημαντικό να αντιληφθούμε ότι τα φαινόμενα του κόσμου δεν τα ανακαλύπτουμε μέσα στο μυαλό μας. Είναι εκεί έξω στον πραγματικό κόσμο και παραμένουν άλογα και άγνωστα, μέχρι να έρθουμε εμείς και να τους δώσουμε νόημα. Πολλά δεν τα βλέπουμε άμεσα με οπτική εικόνα, αλλά τα παρατηρούμε έμμεσα, μέσω κατάλληλων οργάνων ή πολύπλοκων πειραματικών διατάξεων.

Η εργαστηριακή έρευνα κάνει τον επιστήμονα να εμβαθύνει στη λογική της πειραματικής διαδικασίας για την παρατήρηση του κόσμου, τον εξοικειώνει με την πρωτογενή αλήθεια των μετρήσεων των φυσικών μεγεθών και του ρόλου τους στην ανάδειξη και διατύπωση φυσικών νόμων και μοντέλων, του αποκαλύπτει την πειραματική θεμελίωση της Επιστήμης, την στιβαρότητα και «αντικειμενικότητα» της επιστημονικής γνώσης. Είναι αυτό που λέμε, επιστημονική γνώση μέσα από την επιστημονική μέθοδο. Η διαδικασία αυτή είναι απαιτητική. Απαιτεί ευαισθησία, υπομονή, ευρηματικότητα, και βέβαια, γνώση και βαθιά κατανόηση.

Η Επιστήμη δεν είναι δογματική

Ένα από τα σπουδαιότερα χαρακτηριστικά της επιστήμης είναι ότι δεν είναι δογματική. Οι υποθέσεις, τα μοντέλα και οι θεωρίες της επιστήμης είναι πάντα υπό έλεγχο, κρίση και αναθεώρηση. Έτσι οι επιστημονικές θεωρίες φαίνεται να έχουν πάντα έναν προσωρινό χαρακτήρα. Πράγματι αν κοιτάξουμε την ιστορία της επιστήμης, θα βρούμε μία πληθώρα από επιστημονικές θεωρίες, που ήταν κάποτε αποδεκτές από την επιστημονική κοινότητα και εμπειρικά επιτυχείς για αιώνες, ωστόσο αποδείχθηκαν αργότερα ψευδείς ή τουλάχιστον ελλιπείς σχετικά με τους ισχυρισμούς τους για τον κόσμο. Μερικά παραδείγματα είναι η θεωρία της αυτόματης γένεσης (που υποστήριζε ότι ζωντανά όντα θα μπορούσαν να προκύψουν από μη ζωντανή ύλη), τα περί των ουρανίων σφαιρών της αρχαίας και μεσαιωνικής αστρονομίας, οι θεωρίες των ηλεκτρικών ρευστών, η θεωρία του φλογιστού, η θεωρία του θερμιδικού ρευστού και άλλες.

Αξίζει να κλείσουμε με ένα ερώτημα όπως το διατύπωσε πρόσφατα ο μεγάλος δάσκαλος της κβαντικής φυσικής, ο Στέφανος Τραχανάς, στο εξαιρετικό βιβλίο του «Ο Κύκλος: Επιστήμη και Δημοκρατία σε ανήσυχους καιρούς». Απευθυνόμενος προς όλους μας, αναρωτιέται:

Πώς συμβαίνει και σε μια εποχή υποτιθέμενου θριάμβου της επιστήμης, ένας ολοένα και μεγαλύτερος αριθμός ανθρώπων να παραδίδονται χωρίς αντίσταση στις πιο ακραίες μορφές ανορθολογισμού και ψευδοεπιστήμης;

Ας προβληματιστούμε.

3 Χ 2 tips αρχαίας Επικούρειας σοφίας με διαχρονική ισχύ

Μερικές οριστικές διαπιστώσεις ζωής που προέρχονται μεν από την αρχαία σοφία αλλά έχουν διαχρονική ισχύ, ικανές να λειτουργήσουν ως «απόσταγμα» αλλέως «tips» – όπως τα λέμε τώρα οι νεοέλληνες – για νεότερους αλλά και γηραιότερους που δεν τα έχουν (ενδεχομένως) ακόμη ενστερνιστεί και πορεύονται με αμφιβολίες.

Ιδού:1. «Ζούμε μόνο μια φορά και δεύτερη δεν υπάρχει»

Εδώ και 60 χρόνια δεν έχω γνωρίσει κανέναν που να είχε ξαναζήσει και δεν συνάντησα κανένα που να πέθανε και να επανήλθε στη ζωή. Κι απ’ ό,τι γνωρίζω αυτό δεν έχει συμβεί ούτε τα προηγούμενα χιλιάδες χρόνια.

1α. (Συμπληρωματικό) Μην τρομάξετε: Η ψυχή δεν πηγαίνει πουθενά γιατί έτσι κι αλλιώς «δεν υπάρχει», και ό,τι υπάρχει που συνηθίσαμε να το λέμε ψυχή, «…διαλύεται κι αυτό μαζί με το σώμα».

1β. (Συνοδευτικό) Μυστήρια δεν υπάρχουν, «όλα εξηγούνται με βάση τη φύση των πραγμάτων». Για τη φύση των πραγμάτων «εμπιστευόμαστε τις αισθήσεις μας και το λογικό μας», επομένως και τα πορίσματα (όχι κατ’ ανάγκη και τις θεωρίες) της επιστήμης, δηλαδή ό,τι βασίζεται στην απτή πραγματικότητα. Ελέγξτε τα υπόλοιπα όσο είναι καιρός!

2. Σκοπός της ζωής μας είναι η «ευδαιμονία, γιατί όταν την έχουμε, έχουμε τα πάντα κι όταν μας λείπει κάνουμε τα πάντα για να την έχουμε».

Με τη λέξη «τα πάντα» εννοούμε - χωρίς να το προσδιορίζουμε - το μέσο ή τα μέσα, και χρειάζεται προσοχή να μη τα συγχέουμε με το σκοπό. Η λέξη ευδαιμονία αποδίδει κάτι περισσότερο διαρκές και βαθύ, από τον όρο ευτυχία που χρησιμοποιούμε κατά κόρο σήμερα, …αλλά ό,τι προτιμάτε, ιδίως αν οι λέξεις σας ενοχλούν, αρκεί να γνωρίζετε κάθε φορά το σωστό «εννόημα των λέξεων, που είναι το αρχικό τους».

2α. (Συμπληρωματικό) Τα μέσα ποικίλουν και υπάρχει πάντα ο φόβος να επιλέξουμε λάθος μέσα, που μπορεί να μας παρασύρουν και να καταλήξουμε δυστυχείς. «Αν δεν έχουμε φιλοσοφήσει από μικροί, - όπως θα έπρεπε - ποτέ δεν είναι αργά». Αν φιλοσοφήσαμε λάθος, το ίδιο.

2β. (Συνοδευτικό) Το οικονομικό μοντέλο σήμερα μας οδηγεί στο να κυνηγούμε το χρήμα είτε από ανάγκη είτε από πλεονεξία και καθ’ υπερβολή. Αυτό συμφέρει μόνο στους πολύ πλούσιους.

3. Σχετικά με όλα όσα γίνονται και θα εξακολουθούν να γίνονται πρέπει να γνωρίζουμε ότι «άλλα γίνονται κατ’ ανάγκη άλλα από τύχη και άλλα εξαρτώνται από εμάς».

Για να κατανοήσετε τη φύση του αναγκαίου σκεφτείτε τον αέρα, την τροφή, το νερό, την ένδυση και άλλα παρόμοιας σημασίας σχετικά με την υγεία μας. Υπάρχουν και τα δυσάρεστα αναγκαία που προέρχονται από εξωτερικούς παράγοντες, είτε φυσικούς είτε κοινωνικούς, όπως οι όροι με τους οποίους ερχόμαστε στην κοινωνική ζωή, που όταν παίρνουν να βαραίνουν το λέμε «κοινωνική πίεση». Γι όλα αυτά οφείλουμε να εξοπλιζόμαστε με γνώση για να τα αντιμετωπίζουμε.

«Η τύχη είναι άστατη», αλλά υπάρχει. Είμαστε ικανοί να προετοιμαζόμαστε για την κακή τύχη, ενώ η καλή ας ορίσει, "αρκεί να μην εξαρτόμαστε διαρκώς από αυτήν".

Το ζουμί βρίσκεται σε όσα εξαρτώνται από εμάς γιατί έχουν να κάνουν με την βούλησή μας, η οποία «είναι ελεύθερη ώστε να επισύρει και τη μομφή και τον έπαινο».

3α. (Συμπληρωματικό) Όλοι οι άνθρωποι διαθέτουμε από φυσικού μας την ικανότητα άσκησης ελεύθερης βούλησης και αυτό δεν πρέπει να συγχέεται με το γεγονός πως η «κοινωνία» σε όλες τις εκδηλώσεις απέναντι στο άτομο το καθοδηγεί και του επιβάλλει συμπεριφορές. Άλλωστε από εξουσιαστικές κοινωνίες δεν θα περιμέναμε κάτι διαφορετικό.

3β. (Συνοδευτικό) Το ζήτημα της «ελεύθερης βούλησης» είναι ζωτικής σημασίας για τον άνθρωπο συνώνυμο με την ίδια την ικανότητά του να είναι (και να γίνεται) άνθρωπος. Αναλογιστείτε τι, ποιοι και πόσοι μηχανισμοί δουλεύουν στους αιώνες ακατάπαυστα στην κατεύθυνση να την καταστέλλουν. Του φόβου το ανάγνωσμα. Προσφάτως όμως ανέλαβαν αρωγοί της εξουσίας και οι (κάποιοι) νευροεπιστήμονες.

Προσοχή: Η ύπαρξη ελεύθερης βούλησης είναι προς το συμφέρον του ίδιου του ατόμου, όχι προς το συμφέρον των άλλων και ιδίως καθόλου προς το συμφέρον των λογής εξουσιών. Γι αυτό μας την αμφισβητούν. Γι αυτό τη φυλάμε ως κόρη οφθαλμού.

Εκείνοι από τους φίλους που γνωρίζουν τα επικούρεια τα διέκριναν μέσα στα εισαγωγικά.Σε όσους δεν τα γνωρίζουν τους συνιστώ να πλακωθούν στο διάβασμα. Ο Επίκουρος είναι αρχαίος (η γριά κότα έχει το ζουμί) και συνάμα διαχρονικός (αιωνίως τζόβενο). Θα λύσουν πολλά τους προβλήματα. Και θα βρίσκουν πλέον τους μύθους με τους οποίους μεγαλώσαμε μόνον διασκεδαστικούς, τίποτε περισσότερο.

Βολτέρος: Είστε ελεύθερος να κάνετε κάτι όταν έχετε τη δυνατότητα να το κάνετε

Α. -Να μια πυροβολαρχία που ρίχνει κανονιές στ’ αυτιά μας· έχετε την ελευθερία επιλογής να την ακούτε ή να μην την ακούτε;

Β. -Χωρίς αμφιβολία, δεν μπορώ να εμποδίσω τον εαυτό μου να την ακούει.

Α. -Μήπως θα θέλατε αυτή η κανονιά να πάρει το δικό σας το κεφάλι, το κεφάλι της γυναίκας σας και της κόρης σας, που κάνουν περίπατο μαζί σας;

Β. -Μα τι είναι αυτό που μου προτείνετε; Όσο θα έχω τα μυαλά μου, δεν μπορώ να θέλω κάτι τέτοιο· μου είναι αδύνατο.

Α. -Ωραία. Τότε αυτό το κανόνι το ακούτε αναγκαστικά και αναγκαστικά δεν θέλετε να πεθάνετε την ώρα του περιπάτου από μια βολή κανονιού, ούτε εσείς ούτε η οικογένειά σας· δεν έχετε ούτε τη δυνατότητα να μην ακούτε μήτε τη δυνατότητα να θέλετε να μείνετε εδώ.

Β. -Αυτό είναι σαφές.

Α. -Επομένως, προχωρήσατε καμιά τριανταριά βήματα για να προφυλαχτείτε από το κανόνι, είχατε λοιπόν τη δύναμη να κάνετε μαζί μου αυτά τα λίγα βήματα;

Β. -Αυτό είναι ακόμα πιο σαφές.

Α. -Δεν είναι αλήθεια ότι εάν ήσαστε παράλυτος, δεν θα είχατε αποφύγει να εκτεθείτε σ’ αυτήν την πυροβολαρχία; Ότι δεν θα είχατε τη δύναμη να παραμείνετε εκεί που είστε; Ότι θα είχατε αναγκαστικά ακούσει και δεχθεί τη βολή του κανονιού και θα είχατε αναγκαστικά πεθάνει;

Β. -Τίποτα δεν είναι περισσότερο αληθές.

Α. -Σε τι ακριβώς συνίσταται η ελευθερία σας, αν όχι στη δύναμη που έχει το άτομο σας, να πράξει αυτό που απαιτούσε η βούλησή σας, με μια απόλυτη αναγκαιότητα;

Β. -Με βάζετε σε δύσκολη θέση. Ελευθερία συνεπώς δεν είναι τίποτε άλλο από τη δύναμη να κάνω αυτό που θέλω;

Α. -Σκεφτείτε το και δείτε μήπως η ελευθερία μπορεί να έχει άλλο νόημα.

Β. Σ’ αυτήν την περίπτωση, το κυνηγόσκυλό μου είναι το ίδιο ελεύθερο όπως κι εγώ. Έχει κατ’ ανάγκην την επιθυμία να τρέξει όταν βλέπει ένα λαγό και τη δύναμη να τρέξει εάν δεν του πονούν τα πόδια. Άρα, δεν έχω τίποτα παραπάνω από το σκύλο μου, με υποβιβάζετε στην κατάσταση του ζώου.

Α. -Ιδού τα ευτελή σοφίσματα των ευτελών σοφιστών που σας μόρφωσαν. Ορίστε, αρρωστήσατε επειδή είστε ελεύθερος όπως και ο σκύλος σας! Ε, και λοιπόν! Μήπως δεν μοιάζετε σε χίλια δυο πράγματα με το σκύλο σας; Η πείνα, η δίψα, η αγρυπνία, ο ύπνος, οι πέντε αισθήσεις δεν είναι κοινές σ’ εσάς και στο σκύλο; Θα θέλατε μήπως να οσφραίνεσθε με διαφορετικό τρόπο και όχι από τη μύτη; Γιατί θέλετε, λοιπόν, να είστε ελεύθερος με διαφορετικό τρόπο απ’ ότι ο σκύλος;

Β. -Όμως εγώ έχω ψυχή που συλλογίζεται πολύ, ενώ ο σκύλος μου δεν σκέφτεται καθόλου. Δεν έχει παρά απλές ιδέες, ενώ εγώ έχω χίλιες δυο μεταφυσικές ιδέες.

A. -Ε, και λοιπόν! Είστε χίλιες φορές πιο ελεύθερος από κείνον: δηλαδή έχετε χίλιες φορές μεγαλύτερη ικανότητα να σκέφτεστε απ’ ότι εκείνος· αλλά δεν είστε με διαφορετικό τρόπο ελεύθερος από κείνον.

Β. -Πώς! Δεν είμαι ελεύθερος να θέλω αυτό που θέλω;

Α. -Τι ακριβώς εννοείτε;

Β. -Εννοώ αυτό που όλος ο κόσμος εννοεί. Δεν λέμε κάθε ημέρα: «Η βούληση είναι ελεύθερη»;

Α. -Μια παροιμία δεν είναι λόγος· εξηγηθείτε καλύτερα.

Β. -Εννοώ ότι είμαι ελεύθερος να θέλω ότι μου αρέσει.

Α. -Εάν μου επιτρέπετε, αυτό δεν έχει νόημα· δεν βλέπετε ότι είναι γελοίο να λέτε: «Θέλω ότι θέλω»; Κατ’ ανάγκην θέλετε, συνεπώς έχετε ιδέες που σας έρχονται. Θέλετε να παντρευτείτε, ναι ή όχι;

Β. -Εάν όμως σας έλεγα ότι δεν θέλω ούτε το ένα ούτε το άλλο;

Α. -Θα απαντούσατε όπως αυτός που έλεγε: «Οι μεν νομίζουν ότι ο καρδινάλιος Μαζαρίνος είναι νεκρός, οι δε πως είναι ζωντανός κι εγώ δεν νομίζω ούτε το ένα ούτε το άλλο».

Β. -Καλά λοιπόν! Θέλω να παντρευτώ.

Α. -Αυτό κι αν είναι απάντηση. Γιατί θέλετε να παντρευτείτε;

Β. -Επειδή είμαι ερωτευμένος με μια νέα κοπέλα, όμορφη, γλυκιά, με καλή ανατροφή, αρκετά πλούσια, που τραγουδάει πολύ ωραία, που οι γονείς της είναι πολύ καθωσπρέπει άνθρωποι, και επειδή με κολακεύει η ιδέα πω: κι εκείνη μ’ αγαπάει και πως είμαι καλοδεχούμενος στην οικογένειά της.

Α. -Αυτός είναι ένας λόγος. Βλέπετε πως δεν μπορείτε να θέλετε χωρίς κάποιο λόγο. Σας δηλώνω, ότι είστε ελεύθερος να παντρευτείτε· δηλαδή ότι έχετε τη δυνατότητα να υπογράψετε το συμβόλαιο.

Β. -Πώς! Δεν μπορώ να θέλω χωρίς λόγο; Και τι θ’ απογίνει αυτή η παροιμία: Sit pro ratione voluntas: η βούλησή μου είναι ο λόγος μου, αιτία μου, θέλω επειδή θέλω;

Α. -Τούτο είναι παράλογο, καλέ μου φίλε, τότε θα υπήρχε σε σας ένα αποτέλεσμα χωρίς αιτία.

Β. -Πως! Όταν παίζω μονά ζυγά, έχω κάποιο λόγο για να διαλέξω τα ζυγά αντί τα μονά;

Α. -Ναι, χωρίς καμιά αμφιβολία.

Β. -Και ποιος είναι αυτός ο λόγος, παρακαλώ;

Α. -Είναι ότι στο μυαλό σας παρουσιάστηκε η ιδέα του ζυγού αριθμού και όχι η αντίθετη ιδέα. Θα ήταν αστείο να υπάρχουν περιπτώσεις όπου θέλετε κάτι επειδή υπάρχει κάποια αιτία γι’ αυτό και να υπάρχουν μερικές περιπτώσεις όπου θα θέλατε κάτι χωρίς αιτία. Όταν θέλετε να παντρευτείτε, αισθάνεστε προφανώς τον κυρίαρχο λόγο· δεν τον αισθάνεστε όταν παίζετε μονά ζυγά, παρ’ όλ’ αυτά πρέπει να υπάρχουν κάποιοι λόγοι.

Β. -Αλλά, για μια ακόμη φορά, δεν είμαι, λοιπόν, ελεύθερος;

Α. -Η βούλησή σας δεν είναι ελεύθερη, αλλά οι πράξεις σας είναι. Είστε ελεύθερος να κάνετε κάτι όταν έχετε τη δυνατότητα να το κάνετε.

Β. -Αλλά όλα τα βιβλία που έχω διαβάσει σχετικά με την απροσδιόριστη ελευθερία...

Α. -Είναι βλακείες: δεν υπάρχει απροσδιόριστη ελευθερία· είναι μια λέξη απογυμνωμένη από κάθε νόημα. Την επινόησαν άνθρωποι που διόλου δεν την είχαν.

α. Ένας πτωχός τω πνεύματι, σ’ ένα μικρό, έντιμο ευγενικό και κυρίως λογικό γραπτό, παρατηρεί ότι εάν ο ηγεμόνας διατάξει τον Β να εκθέσει τον εαυτό του στο κανόνι, ο Β θα το κάνει. Ναι, βεβαίως, εάν έχει περισσότερο θάρος ή εάν, κυρίως, όπως πολύ συχνά συμβαίνει, ο φόβος του μήπως ντροπιαστεί είναι πιο ισχυρός από την αγάπη του για τη ζωή. Πρώτον, εδώ πρόκειται για μια εντελώς διαφορετική περίπτωση. Δεύτερον, όταν το ένστικτο του φόβου της ντροπής υπερισχύει του ενστίκτου της αυτοσυντήρησης, τότε ο άνθρωπος βρίσκεται τόσο κάτω υπό την επήρεια της ανάγκης να παραμένει εκτεθειμένος στο κανόνι, όσο και να τραπεί σε φυγή, όταν δεν ντρέπεται να το βάλει στα πόδια. Και ο φτωχός τω πνεύματι είναι αναγκασμένος να κάνει γελοίες παρατηρήσεις και να πει και μερικές βρισιές και οι φιλόσοφοι αναγκασμένοι να τον κοροϊδέψουν λιγάκι και να τον συγχωρέσουν. (Πρόσθετη σημείωση του Βολταίρου για την έκδοση Varbeg 1761).

Βολταίρος, Φιλοσοφικό λεξικό

Η ζωή είναι ερωμένη

Περνάς τη ζωή σου μέσα στο φόβο. Του τι θα πουν οι τρίτοι, οι έξω, οι ξένοι. Το αυθαίρετα διορισμένο ανώτατο δικαστήριο που κρίνει και κατακρίνει το κάθε τι που θα κάνεις. Κι έρχονται και περνούν τα χρόνια. Και σε προσπερνά η ζωή κι εσύ είσαι δεμένος. Ανίκανος να ζήσεις όπως θέλεις, εγκλωβισμένος σε συμβάσεις, κοινωνικούς περιορισμούς και πρέπει. Όλες δηθενιές ενός κόσμου που από μπροστά ηθικολογεί κι από πίσω οργιάζει.

Μένεις δεμένος χειροπόδαρα, ανίκανος να κάνεις αυτό που αλήθεια γουστάρεις. Πότε αλήθεια σε κάνανε δικό τους; Πότε σε αναγκάσανε να αναγνωρίζεις την αξία, την κρίση και την κριτική τους;

Πότε αποφασίσανε ότι εκείνοι θα ζουν αντί για σένα;

Ξυπνάς και κοιμάσαι με ένα καινούριο απωθημένο. Γιατί είσαι άνθρωπος, έχεις επιθυμίες, ανάγκες κι όνειρα. Βούληση μόνο δεν έχεις και θάρρος. Να αντιπαρατεθείς σε όσα προγραμμάτισαν για σένα. Σήμερα θα κάνεις αυτό, αύριο πρέπει οπωσδήποτε να κάνεις εκείνο. Και οι επιθυμίες μένουν ανεκπλήρωτες, οι ανάγκες υποτιμούνται και τα όνειρα γίνονται απωθημένα. Ξυπνούν μαζί σου κάθε πρωί κι επανέρχονται σαν ακουμπήσεις το βράδυ το κεφάλι στο μαξιλάρι. Για να σε βασανίσουν που τα αγνοείς. Κι είναι ένας βασανισμός που δίκαια σου ανήκει.

Γιατί κάνεις το μεγαλύτερο λάθος. Καταδικάζεις τον εαυτό σου στο χειρότερο μαρτύριο.Εκείνο των καταπιεσμένων ονείρων. Αυτά είναι χειρότερα κι από τα ανεκπλήρωτα. Βλέπεις τα δεύτερα, τα παλεύεις κι απλά δεν συγκατατίθεται το σύμπαν, η μοίρα κι ο καιρός για να εκπληρωθούν.

Τα άλλα όμως, τα καταπιεσμένα, δεν τα τόλμησες ποτέ. Τα ζεις στη φαντασία σου, τα σκέφτεσαι κάθε βράδυ πριν κοιμηθείς. Ενίοτε τα βλέπεις στον ύπνο σου. Κι είναι η μεγαλύτερη κατάρα όταν ξυπνάς το πρωί και τα θυμάσαι. Γιατί για τους άλλους, τους τολμηρούς, αυτά που είναι τα δώρα του Μορφέα, για σένα είναι εφιάλτες. Καθώς έρχονται να σου θυμίσουν πως χάνονται, όταν ανοίγεις τα μάτια σου.

Πότε είπες ελεύθερα τη γνώμη σου; Με το ρίσκο να δυσαρεστηθεί ο συνομιλητής σου; Στη δουλειά, τις κοινωνικές σου επαφές, στην οικογένεια; Ακόμη κι αυτό φοβάσαι. Δε γίνεται όμως να είσαι αρεστός σε όλους. Είναι νόμος. Τσάμπα το παλεύεις. Μίλα ελεύθερα. Γίνε ο εαυτός σου. Θα πρέπει να μάθουν να σε σέβονται κι όχι να πατούν στην πλάτη σου, γκρινιάζοντας που τα κόκκαλα της τους ενοχλούν στα πέλματα. Κι αντί να έχεις πενήντα χλιαρούς φίλους, θα έχεις μόνο πέντε. Καλύτερο είναι. Τώρα είσαι μόνος ανάμεσα στους πενήντα. Κι η μοναξιά δεν παλεύεται αδερφέ.

Πότε πάλεψες για έναν έρωτα, όσο δύσκολα κι αν ήταν τα πράγματα; Να διεκδίκησες τον άνθρωπο που μιλούσε στην καρδιά σου, ανοιχτά κι ειλικρινά. Κούρνιασες στο καβούκι φοβούμενος το «όχι». Που μπορεί και να μην ήταν «όχι». Αλλά αφού πρώτα εσύ απορρίπτεις τον εαυτό σου, πως θα σε δεχτεί ένας άλλος;

Ποιος σου είπε ποτέ, πως οφείλεις να διαχειριστείς τη ζωή σου έτσι; Ποιός σε δίδαξε να είσαι ένα ηττοπαθές κι άτολμο πλάσμα; Η ζωή δε μαθαίνεται από δεύτερο χέρι. Τη βουτάς από το χαίρω πολύ που θα σου πει και την ξεζουμίζεις. Με θράσος και τσαμπουκά. Της λες είσαι δικιά μου κυρία μου κι άσε τους άλλους να πάνε να πνιγούνε. Τη ζωή τους αυτοί, τη δική σου εσύ. Και σε όποιους αρέσεις. Για τους άλλους δε σου καίγεται καρφί. Τα στόματα άλλωστε φτιάχτηκαν για να μασούν και να μιλάνε. Και ιδέα δεν έχω τι κάνουν πιο συχνά.

Η ζωή. Αυτή είναι ο στόχος. Η ερωμένη που πρέπει να τη δέσεις χειροπόδαρα στο κρεβάτι σου. Μια φορά σου δόθηκε και χίλιες οφείλεις να τη διεκδικείς. Παλεύοντας με τους δικούς σου δαίμονες κι όχι εκείνους που σου φορτώνουν οι τρίτοι. Δόξα τω Θεώ, από μόνοι μας αρκετά τελώνια κουβαλάμε, δε μας χρειάζονται και τα ξένα.

Τόλμησε, ρίσκαρε μα πάνω από όλα, άδραξε τη μέρα, πριν το αύριο γίνει πάλι χθες.

Πριν φτάσει η ώρα που θα βλέπεις πίσω σου όσα πέρασαν, θα σου έχει έρθει το μυαλό στον τόπο, αλλά δε θα προλαβαίνεις να διορθώσεις τίποτα. Θα μετράς σκόρπια όνειρα, ανθρώπους αδιεκδίκητους κι άπειρα «αν». Με το «αν» δεν πρόκοψε ποτέ κανείς. Με το «να» όμως, μπορείς να χτίσεις το σπιτικό σου. Με τοίχους γερούς, όμοιους με τη θέλησή σου. Παράθυρα φωτεινά και μονωμένα από τις διαρροές του έξω κόσμου. Μα κυρίως με πόρτα ατσαλένια, που θα κρατά μακριά τους καλοθελητές. Μπορείς να ζήσεις και χωρίς δραγάτες. Να το θυμάσαι.

Ο θεός για τον Πλάτωνα είναι το μέτρο με βάση το οποίο κρίνονται τα πάντα

Παρά τη διαδεδομένη πεποίθηση ότι ο Πλάτων οικοδομεί ένα θεολογικό σύστημα, τα ίδια τα πλατωνικά κείμενα δεν ενισχύουν μια τέτοια θέση. Ο πλατωνικός θεός, στις διάφορες εκφάνσεις του, χαρακτηρίζεται από ένα έντονο νοητικό στοιχείο, ενώ καθοριστικό του στοιχείο είναι η αγαθότητα. Η οντότητα που πλησιάζει περισσότερο στην πλατωνική αντίληψη του θείου είναι η Ιδέα του Αγαθού.

Υπάρχει ένα πλατωνικό θεολογικό σύστημα;

Σε όλη σχεδόν τη διάρκεια της αρχαιότητας, από τον 4ο αιώνα π.Χ. ώς τον 6ο αιώνα μ.Χ., κυριαρχεί η εντύπωση ότι ένα βασικό συστατικό της πλατωνικής φιλοσοφίας αφορά ζητήματα θεολογικού περιεχομένου. Η θεολογική αυτή πρόσληψη του πλατωνικού έργου γίνεται ιδιαίτερα εμφανής ήδη σε συγγραφείς όπως ο Πλούταρχος, ο συντάκτης του πλατωνικού εγχειριδίου Διδασκαλικὸς τῶν Πλάτωνος δογμάτων, ο σχολάρχης της πλατωνικής σχολής των Αθηνών κατά τον 2ου αιώνα μ.Χ. Αττικός, ή ακόμη ο Μάξιμος ο Τύριος (συγγραφέας μια πραγματείας με τίτλο: Τίς ὁ θεὸς κατὰ Πλάτωνα). Αργότερα βέβαια οι σχετικές θεολογικές αναζητήσεις στον χώρο του Νεοπλατωνισμού έφτασαν στην αποκορύφωσή τους με το μνημειώδες έργο του Πρόκλου:  Περὶ τῆς κατὰ Πλάτωνα θεολογίας. Είναι αρκετά πιθανό πως η παράδοση αυτή είλκυε την καταγωγή της από την Αρχαία Ακαδημία, και ιδιαίτερα από τον Ξενοκράτη, του οποίου η θεολογική θεώρηση του κόσμου έθετε ως πρωταρχική οργανωτική αρχή του σύμπαντος έναν κοσμικό Θεό-Νου.

Αν ωστόσο στραφούμε στο έργο του ίδιου του Πλάτωνα και αναζητήσουμε εκεί στοιχεία θεολογικού προβληματισμού ή αναλύσεις με αυθεντικά θεολογικό περιεχόμενο, τα ευρήματά μας είναι σχετικά πενιχρά.

Πρώιμοι και μέσοι διάλογοι

Στους πρώιμους διαλόγους του, ο Πλάτων δείχνει να ενδιαφέρεται κυρίως να απαλλάξει τον Σωκράτη από την κατηγορία ότι εισήγαγε καινοφανείς απόψεις στον χώρο της θεολογίας —τα περιβόητα καινὰ δαιμόνια— και έτσι τον εμφανίζει (ιδίως στην Ἀπολογία ) να αποδέχεται ανεπιφύλακτα την παραδοσιακή άποψη σχετικά με το ολυμπιακό δωδεκάθεο, δείχνοντας μάλιστα ιδιαίτερο σεβασμό προς τον δελφικό Απόλλωνα. Πιο σημαντικό ασφαλώς είναι το ότι στον Φαίδωνα θεωρείται ως κύριο μέλημα του φιλοσόφου ο φιλοσοφικός «θάνατος», δηλαδή η αποδέσμευση της ψυχής από τα δεσμά και τη μέριμνα του σώματος, και η αναγωγή της προς τις υπεραισθητές Ιδέες. Οι τελευταίες αυτές χαρακτηρίζονται επανειλημμένα εκεί ως θεῖα ὄντα και η ψυχή λέγεται ότι έχει τη δυνατότητα να τα προσεγγίσει επειδή είναι συγγενὴς με εκείνα ή κάτι ομοιότατον προς αυτά. Έτσι γίνεται σαφές ότι τα πλατωνικά εἴδη θεωρούνται ως από τη φύση τους θεϊκά και ότι η ψυχή καθίσταται και αυτή θεϊκή στον βαθμό που προσηλώνεται σε αυτά. Μάλιστα σε ένα σημείο του διαλόγου (82b10-c1) ο Σωκράτης φτάνει στο σημείο να ισχυριστεί ότι με την εξάσκηση της φιλοσοφίας και με τη συναφή αποκάθαρση της ψυχής του από τη σωματικότητα, κανείς καταλήγει να ενταχθεί στο γένος των θεῶν. Ίσως η πιο χαρακτηριστική και σαφής διατύπωση αυτής της αντίληψης είναι εκείνη που συναντούμε λίγο αργότερα, σε μια περίφημη περικοπή από τον διάλογο Θεαίτητος, όπου ως υπέρτατος σκοπός του ανθρώπου προβάλλεται η ὁμοίωσίς του κατά το δυνατόν με τον θεό. Είναι εμφανές ότι σε αυτά τα συμφραζόμενα ως θεός λογίζεται το σύνολο του νοητού κόσμου, που εμπεριέχει τις θεμελιώδεις αρχές του ενάρετου βίου, αυτού που οδηγεί τον άνθρωπο στην τελείωσή του.

Η θεώρηση αυτή ασφαλώς προσδίδει τελικά ένα νέο και ρηξικέλευθο, για την εποχή του, περιεχόμενο στον τρόπο με τον οποίο ο Πλάτων ερμηνεύει και αποτιμά τη σχέση του ανθρώπου με το θείο, όμως συνεισφέρει ελάχιστα στη διαμόρφωση ενός ολοκληρωμένου θεολογικού συστήματος.

Ύστεροι διάλογοι

Μόνο στους διαλόγους της ύστερης συγγραφικής περιόδου του Πλάτωνα αρχίζει να μορφοποιείται ή, εν πάσει περιπτώσει, να υπονοείται, ένα θεολογικό σύστημα, και φαίνεται να ρίχνει βαριά τη σκιά του σε έργα με έντονα δογματικό περιεχόμενο, όπως είναι το τελευταίο του μεγάλο σύγγραμμα, οι Νόμοι.

Το πρώτο σημαντικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση μπορούμε να το βρούμε ήδη προς το τέλος τού δεύτερου βιβλίο της Πολιτείας, όταν ο Σωκράτης επιχειρεί να προσδιορίσει τις βασικές προδιαγραφές τις οποίες θα πρέπει να πληροί κάθε πολιτικά πρόσφορη αφήγηση που αφορά τους θεούς, διατυπώνοντας τους περίφημους τύπους τῆς θεολογίας (379a επ.). Οι δύο βασικότεροι από αυτούς υποδεικνύουν (α) ότι, εφόσον ο θεός είναι πραγματικά αγαθός, δεν μπορεί να είναι αίτιος, και επομένως υπεύθυνος, για οτιδήποτε κακό ή βλαπτικό συμβαίνει στον κόσμο, παρά μόνο για τα καλά και ότι, συνεπώς, για όσα κακά συμβαίνουν θα πρέπει να αναζητηθεί κάποια άλλη αιτία, ανεξάρτητη από τη θεϊκή βούληση. (β) Ότι, εφόσον ο θεός είναι τέλειος, δεν μπορεί να υφίσταται οποιαδήποτε μεταβολή ή μεταμόρφωση, μια και κάτι τέτοιο θα τον καθιστούσε μη τέλειο.

Οι προδιαγραφές αυτές τηρούνται με ακρίβεια τόσο στο κοσμολογικό όραμα που εμπεριέχεται στον τελικό εσχατολογικό μύθο της Πολιτείας, όσο και κατά την περιγραφή της κοσμογονίας στον Τίμαιο. Εκεί ο δημιουργός θεός προβαίνει σε μια σειρά από ενέργειες προκειμένου να διασφαλίσει ότι ο κόσμος που δημιουργείται θα είναι όσο γίνεται τελειότερος και πιο εύτακτος, ένα όσο το δυνατόν καλύτερο ομοίωμα του νοητού προτύπου του στον κόσμο των Ιδεών. Ο θεός ενεργεί ως προνοητικός Νους, σχεδιάζοντας το δημιούργημά του με τελεολογικά κριτήρια ώστε να πετύχει το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα.

Ωστόσο, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η δράση του Δημιουργού διέπεται και οριοθετείται από συγκεκριμένους εξωτερικούς προς αυτόν παράγοντες. Αφ' ενός ρυθμίζεται από τον ίδιο τον τελεολογικό της χαρακτήρα ως πραγμάτωση του Αγαθού, το οποίο προϋποτίθεται και βρίσκεται ενσωματωμένο μέσα στον ίδιο τον τρόπο οργάνωσης και σύνταξης του νοητού προτύπου του κόσμου, και το οποίο υφίσταται ανεξάρτητα από την κοσμογονική πρόθεση του Δημουργού. Από την άλλη πλευρά, η δράση του υπόκειται στους περιορισμούς που επιβάλλει η αναγκαιότητα την οποία συνεπάγεται το γεγονός ότι το δημιούργημά του είναι αισθητό και συνεπώς ενέχει το στοιχείο της υλικότητας. Διότι η ίδια η συγκρότηση της ύλης είναι τέτοια ώστε να επιβάλλει τη δική της νομοτέλεια, μια δική της ιδιαίτερη μορφή αιτιότητας. Μάλιστα, προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι ο αγαθός Δημιουργός θα παραμείνει εντελώς αμέτοχος στην παραγωγή ατελέστερων μορφών, αναθέτει τη διεκπεραίωση της σχετικής δημιουργικής δράσης σε μια ομάδα από κατώτερους —αστρικούς κατά πάσα πιθανότητα— θεούς.

Το ότι ο χαρακτήρας της κοσμοποιητικής αρχής η οποία διέπει και διευθετεί το αισθητό σύμπαν είναι νοητικός είναι κάτι που διαφαίνεται και στους άλλους διαλόγους της ύστερης φάσης της πλατωνικής φιλοσοφίας – τόσο στον κοσμολογικό μύθο του Πολιτικού, όσο και στον Φίληβο (28c επ.). Στο τελευταίο έργο του, τους Νόμους, ο Πλάτων επανέρχεται σε αυτό το θέμα, προσδίδοντάς του όμως μια νέα διάσταση. Διότι, όπως το έχει εύστοχα περιγράψει ο Verdenius, ο ρόλος του Νου από κοσμογονικός καθίσταται εδώ κοσμονομικός. Αντί να καθορίζει τις τύχες και την εξελικτική πορεία του κόσμου απ' έξω, ως υπερβατικός δημιουργός, βρίσκεται ενσωματωμένος μέσα σε αυτόν, ως το ανώτερο λογικό μέρος μιας αγαθοποιού Κοσμικής Ψυχής που ασκεί διαρκή προνοητική μέριμνα για όσα τεκταίνονται μέσα σε αυτόν. Το γεγονός ότι η τελευταία αυτή έχει να αντιπαλέψει με μιαν αντίθετή της ψυχή αποτελεί βέβαια μιαν εντυπωσιακή καινοτομία, που όμως δεν είναι τόσο δραματική όσο φαίνεται από πρώτη ματιά, ώστε να δικαιολογεί την επίκληση επιδράσεων προερχόμενων από ανατολικές, συγκεκριμένα περσικές, δυιστικές δοξασίες σχετικά με τον κόσμο ως πεδίο διαμάχης μεταξύ αντίπαλων και ανταγωνιστικών θεϊκών δυνάμεων. Διότι, όπως είδαμε, ήδη στον Τίμαιο, ο διευθετών Νους είχε να υπερνικήσει αντίρροπες δυνάμεις εγγενείς στον χώρο της υλικότητας, ενώ είχε υποστηριχθεί ότι ο Νους δεν μπορεί να υπάρξει δίχως ψυχή.

Ο πλατωνικός θεός και η Ιδέα του αγαθού

Το γεγονός ότι ο Πλάτων μεταχειρίζεται τον όρο ‘θεός' για να αναφερθεί σε μια ποικιλία οντοτήτων, από την ανθρώπινη ψυχή στην καθαρότερή της εκδοχή ώς τον υπερβατικό κοσμικό Δημιουργό, συμπεριλαμβανομένων ενδιαμέσως των αστρικών θεών, των θεών του ολυμπιακού δωδεκαθέου, αλλά και της ίδιας της προνοούσας Κοσμικής Ψυχής, φανερώνει ότι ο όρος αυτός, αντί να λειτουργεί ως ουσιαστικό που αναφέρεται σε κάποιο συγκεκριμένο στοιχείο της οντολογίας του, διατηρεί ακόμη τη δυναμική του επιθετικού προσδιορισμού, και δηλώνει μάλλον μια σειρά από ποιοτικά χαρακτηριστικά τα οποία, όλα μαζί, συνεισφέρουν στο να καταστήσουν κάτι θεϊκό. Τέτοια χαρακτηριστικά είναι πρωταρχικά η αθανασία και η συναφής με αυτήν αμεταβλητότητα, η τελειότητα, η ενεργητικότητα, και, περισσότερο απ' όλα, η αγαθότητα, η οποία καθορίζει το σύνολο της δράσης του θεού μέσα στον κόσμο. Διότι η αγαθότητα δεν αποτελεί δευτερεύον χαρακτηριστικό του θεού, αλλά συστατικό του γνώρισμα, στοιχείο της ίδιας της ουσίας του. Έτσι το συγκεκριμένο αυτό χαρακτηριστικό μας ωθεί να αναζητήσουμε τον πυρήνα της έννοιας του θεού στον Πλάτωνα στην ίδια την υπέρτατη αρχή της οντολογίας του, στην Ιδέα του Αγαθού. Η τελευταία, κατά την μοναδική κρυπτική εμφάνισή της στο έβδομο βιβλίο της Πολιτείας, μπορεί να μην χαρακτηρίζεται ως θεός, όμως η όλη παρουσίασή της περιβάλλεται με λεξιλόγιο που υποβάλλει το αίσθημα μιας βαθύτατα θρησκευτικής σύλληψής της.

Είναι αναμφισβήτητο γεγονός ότι η Ιδέα του Αγαθού στερείται πολλών από τα χαρακτηριστικά που εμείς θα θεωρούσαμε απαραίτητα προκειμένου να αναγνωρίσουμε κάτι ως θεό. Μοιάζει εντελώς απόμακρη στην απόλυτη υπερβατικότητά της ακόμη και από τον κόσμο των νοητών, εφόσον βρίσκεται ἐπέκεινα τῆς οὐσίας, ενώ παράλληλα δεν παρουσιάζει την παραμικρή ένδειξη κάποιου προσωπικού στοιχείου ή έστω οποιασδήποτε ανταπόκρισης στην ευσέβεια ή στην προσήλωση που κανείς μπορεί να επιδείξει απέναντί της. Τούτο όμως ενδεχομένως έχει να κάνει με το ότι η πλατωνική θεολογία είναι ολωσδιόλου φιλοσοφική, χωρίς να έχει την πρόθεση να συγκροτήσει κάποιο καινούργιο θρησκευτικό σύστημα ή έστω θεολογικό δόγμα. Διότι ο θεός για τον Πλάτωνα δεν καλείται να ικανοποιήσει απλώς την ψυχολογική ανάγκη που γεννά το θρησκευτικό αίσθημα για προσφυγή σε μια ανώτερη δύναμη που να νοηματοδοτεί και να εμπλουτίζει με αξίες τη ζωή μας, αλλά συνιστά το απόλυτο οντολογικό θεμέλιο, το μέτρο με βάση το οποίο κρίνονται τα πάντα ως προς την αλήθεια και την αξία τους (πρβ. Νόμοι 716c). Πρόκειται με άλλα λόγια για μια πρωτοφανή, εξαιρετικά τολμηρή και σχεδόν ανατρεπτική προσπάθεια να συλληφθεί η έννοια του θείου μέσω του ορθού λόγου και μόνο, ως μέγιστον μάθημα (Πολιτεία 505a2).

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: ΕΝΑΣ ΚΥΝΗΓΟΣ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ

Αδιαφορεί γιά την κοινωνική δικαιοσύνη και αναζητά το... «θεοφιλές» και το «όσιο».

Ανάλυση τού πλατωνικού διαλόγου "Ευθύφρων" .

Στη δυτική εκπαίδευση διδασκόμαστε για έναν Σωκράτη, ο οποίος έγινε «μάρτυρας» λόγω, υποτίθεται, τής συνέπειάς του στα όσα διακήρυσσε. Ωστόσο ελάχιστη σημασία έχει δοθεί στο τί ήσαν πραγματικά αυτά που δίδασκε, τα οποία έχουν απαράδεκτα εξιδανικευθεί. Με το άρθρο αυτό επιχειρούμε να δώσουμε το ερέθισμα σε κάθε απροκατάληπτο και υποψιασμένο άνθρωπο, ώστε να προσεγγίσει εκ νέου αυτόν τον περιθωριακό φιλόσοφο τής κλασικής αρχαιότητας, ο οποίος σε πολύ μεταγενέστερους αιώνες έγινε φιλοσοφικός μύθος. Ίσως επίσης δοθεί το ερέθισμα μιάς διαφορετικής κατανόησης ορισμένων στυγνών πλευρών και απόψεων τού, εξ ίσου περιθωριακού μαθητή τού Σωκράτη (και επίσης μύθου πολύ μεταγενεστέρων εποχών), Πλάτωνα.

Ο σωκρατικός μελοδραματικός μύθος βασισμένος σε αριστοτεχνική διαστροφή των πραγματικών γεγονότων επινοήθηκε από τον Πλάτωνα και ανασύρθηκε πολύ μεταγενέστερα από νεοπλατωνικούς και χριστιανούς λόγιους σε εποχές, που η φιλοσοφική σκέψη και οι ρωμαιοκρατούμενες ευρωπαϊκές κοινωνίες είχαν διαβρωθεί από ανατολικές θεοκρατικές δοξασίες. Τόσο ο Σωκράτης, όσο και ο Πλάτων υπήρξαν στην πραγματικότητα περιθωριακοί φιλόσοφοι, εντελώς έξω από τον πνευματικό κορμό τής ομολογουμένως πολυδιάστατης ελληνικής φιλοσοφίας.

Ο Νίτσε, που άρχισε τη σταδιοδρομία του σαν κλασικιστής, χαρακτήρισε κάποτε τη λογική τού Σωκράτη «παγωμένη». Ο Γρηγόρης Βλαστός, ένας από τους πιο διιακεκριμένους Πλατωνιστές τού καιρού μας έγραψε κάποτε, ότι ενώ ο Ιησούς θρηνούσε για την Ιερουσαλήμ, ο Σωκράτης ποτέ δεν έχυσε ούτ΄ ένα δάκρυ για την Αθήνα. Αυτή η έλλειψη συμπόνιας τού Σωκράτη είναι εμφανής στον Πλατωνικό Ευθύφρονα, αν ξαναδιαδαστεί με καινούργιο μάτι. Συνήθως τυπώνεται -μαζί με την Απολογία, τον Κρίτωνα και τον Φαίδωνα- ως η Δίκη και ο Θάνατος τού Σωκράτη. Αλλά ο Ευθύφρων, παρ΄ όλο που αρχικά φαίνεται να υπόσχεται πολλά απ΄ αυτά, που θα θέλαμε να ξέρουμε, τελικά μας λέει απογοητευτικά ελάχιστα για τη δίωξη. Όταν αρχίζει, συναντάμε τον Σωκράτη στη στοά τού βασιλέως άρχοντος, όπου είχε κληθεί για μια προκαταρκτική εξέταση πριν τη δίκη. Περιμένουμε με ενδιαφέρον να ακούσουμε τι έγινε εκεί. Σύμφωνα με τον αθηναϊκό νόμο, όπως αργότερα και στο ευρωπαϊκό νομικό σύστημα, η προκαταρκτική εξέταση ενώπιον τού άρχοντα ήταν της ίδιας σημασίας με το grand-jury στον αγγλοαμερικανικό νόμο. Ο άρχοντας άκουγε και τις δύο πλευρές και αποφάσιζε αν η περίπτωση άξιζε δίκη.

Οι κατήγοροι ούτε καν εμφανίζονται στο διάλογο. Η αρχική σκηνή είναι απλώς ένα τέχνασμα για την εκκίνηση τού διαλόγου, που σχεδόν δεν έχει σχέση με τη δίκη τού Σωκράτη. Αντί γι΄αυτή συναντάμε έναν άλλο ενάγοντα, τον Ευθύφρονα, σε μια άσχετη δίκη. Αλλά καθ΄ οδόν έχουμε και μερικές απρόσεχτες αποκαλύψεις για τον Σωκράτη.

Αυτό που κάνει τη δίκη τού Ευθύφρονα ασυνήθιστη είναι, ότι απήγγειλε κατηγορία κατά τού ίδιου τού πατέρα του, εξ αιτίας ενός διπλού φόνου στη φυτεία του στη Νάξο. Ένας από τους σκλάβους τής οικογένειας είχε σκοτωθεί σε μια φιλονικία από έναν έμμισθο εργάτη. Ο πατέρας τού Ευθύφρονα έριξε τον άνθρωπο, δεμένο χειροπόδαρα, σ΄ ένα χαντάκι, ενώ έστελνε με πλοίο αγγελιαφόρο στην Αθήνα, για να ζητήσει θρησκευτική συμβουλή από κάποιον ειδικό, πώς να χειριστεί το φόνο του σκλάβου. Ώσπου να γυρίσει όμως ο αγγελιαφόρος, ο εργάτης πέθανε από την πείνα και τις κακουχίες. Ο Ευθύφρων αποφάσισε να απαγγείλει κατηγορία εναντίον τού πατέρα του για το θάνατο τού εργάτη.

Ο Σωκράτης χρησιμοποιεί τη συνάντηση με τον Ευθύφρονα για άλλο ένα ανέφικτο κυνήγι μεταφυσικής και σημαντικής. Θέλει να μάθει αν είναι «ευσεβές» και «όσιον» ένας γιός να διώκει δικαστικά τον πατέρα του. Ο διάλογος λοιπόν, αφιερώνεται σε μια αναζήτηση ορισμού τού «θεοφιλούς» και τού «οσίου».

Πουθενά στο μακρύ, περίπλοκο, και μερικές φορές ανιαρό διάλογο δεν ξεστομίζει ο Σωκράτης μια λέξη οίκτου για το φτωχό ακτήμονα εργάτη, ποτέ δεν αναφέρονται τα δικαιώματα του. Ήταν «θεοφιλές» ή δίκαιο να αφεθεί εκτεθειμένος στο κρύο και στην πείνα, ενώ «ο κύριος του» αποφάσιζε με την ησυχία του τί θα τον έκανε; Δεν είχε αυτός δικαίωμα για μια μέρα στο δικαστήριο; Θα μπορούσε ίσως να είχε αποδείξει, ότι η φιλονικία ήταν προσχεδιασμένη ή ότι βρισκόταν σε αυτοάμυνα ή ότι ο φόνος ήταν συμπτωματικός. Όλες αυτές οι απολογίες ήταν γνωστές στον αθηναϊκό νόμο περί ανθρωποκτονίας. Και τώρα, που ο εργάτης είχε πεθάνει από πείνα και έκθεση στο κρύο, δεν απαιτούσε η δικαιοσύνη τη δίκη τού πατέρα του Ευθυφρονα ώστε να αποφασιστεί, άν η δική του συμπεριφορά συνιστούσε ανθρωποκτονία;

Ο Σωκράτης μπορεί να έλεγε σ΄ αυτό το σημείο, ότι δεν υποστήριζε το νόμο ή τη δικαιοσύνη, αλλά τη λογική. Όμως, μπορεί επίσης να υποστηριχθεί, ότι έλλειψη συμπόνιας τον τύφλωσε, ώστε να μή βλέπει τις πραγματικές διαστάσεις τής περίπτωσης και να δημιουργήσει ρωγμή στη λογική του. Το ερώτημα που απασχολούσε περισσότερο το Σωκράτη, σε βαθμό αγωνίας, ήταν άν, υπό τις δεδομένες συνθήκες, ο Ευθύφρων ενήργησε «ευσεβώς» εγείροντας κατηγορία κατά τού ίδιου του τού πατέρα. Αλλά κανένας ορισμός «ευσέβειας» δεν θα τακτοποιούσε το θέμα. Ο Ευθύφρων είχε παγιδευτεί στην κλασική σύγκρουση υποχρεώσεων, που είναι τόσο συχνές στην αρχαία ελληνική τραγωδία. Είχε την υποχρέωση ενός γιού προς τον πατέρα του και την υποχρέωση ενός ανθρώπου και ενός πολίτη απέναντι στη δικαιοσύνη.

Στην Ορέστεια τού Αισχύλου, κατά παρόμοιο τρόπο, ο καημένος ο Ορέστης φτάνει μέχρι τρέλας εξ αιτίας αυτής τής σύγκρουσης υποχρεώσεων. Ως γιός, είχε υποχρέωση να εκδικηθεί το φόνο του πατέρα του, που όμως δολοφονήθηκε από τη μητέρα του, την Κλυταιμνήστρα, στην οποία επίσης είχε υποχρέωση ως γιός. Ποιό ήταν περισσότερο ιερό; Στον Αισχύλο, η Κλυταιμνήστρα βγάζει έξω το στήθος της και με μια τρομακτική χειρονομία θέτει το ερώτημα: Πώς μπόρεσε το παιδί της να μπήξει το μαχαίρι του στο στήθος, που είχε βυζάξει;

Το πρόβλημα δεν ήταν δυνατόν να λυθεί με κανένα συλλογισμό βασισμένο σε κάποιο αλάνθαστο ορισμό ηθικής ή νομικής φύσης. Ο Αισχύλος τοποθέτησε τη μητροκτονία σ΄ ένα άλλο επίπεδο, διαφορετικό από το νόμο ή τη λογική. Όπως και να οριζόταν η δικαιοσύνη, ήταν ανέφικτη υπό τις παρούσες φοβερές περιστάσεις. Στο τέλος τής τραγωδίας, το αθηναϊκό δικαστήριο το σταμάτησε η Αθηνά. Η θεά - προστάτης τής πόλης έδωσε τη λύση ψηφίζοντας υπέρ τής αθώωσης. Ο οίκτος στάθηκε δυνατότερος από τη δικαιοσύνη.

Αλλά μόνο ο οίκτος μας κάνει να βλέπουμε καθαρά σ΄ αυτές τις περιπτώσεις. Στον Ευθύφρονα, πρέπει να αισθανθεί κανείς συμπόνια γι΄ αυτόν τον άτυχο εργάτη -δεν ξέρουμε ούτε τ’ όνομά του- ώστε να βγούμε από το αδιέξοδο τής λογικής, στο οποίο τελειώνει ο διάλογος. Ο Ευθύφρων, όπως ο Ορέστης, είχε παγιδευτεί σε μια σύγκρουση -μάλλον σύγχυση- υποχρεώσεων, ηθικών, νομικών και πολιτικών. Αυτές δεν προσπαθεί να τις ξεδιαλύνει η άγονη σημαντική τής σωκρατικής ανάκρισης.

Ας δούμε τα θέματα, που παράβλεψε ο Σωκράτης:

1. Πράγματι ο Ευθύφρων είχε την υποχρέωση ενός γιού προς τον πατέρα του. Αλλά ακόμα και σ’ αυτή τη σχέση αντιμετώπιζε αλληλοσυγκρουόμενες υποχρεώσεις. Και βέβαια είναι φοβερό ένας γιός να φέρνει τον πατέρα του στο δικαστήριο. Αλλά, σύμφωνα με τα αθηναϊκά και ελληνικά ήθη, ο πατέρας δεν θα απαλλασσόταν από την ενοχή για το θάνατο τού εργάτη, χωρίς να περάσει από δίκη. Σ΄ αυτή τη δίκη θα μπορούσε να απαλλαγεί από την ενοχή ή, αν κρινόταν ένοχος, να επιτύχει κάθαρση μέσα από την τιμωρία. Αν κανείς άλλος δεν οδηγούσε το γαιοκτήμονα στην κάθαρσή του μέσω δίκης, δεν ήταν καθήκον τού γιού του να αναλάβει αυτή την οδυνηρή υποχρέωση;

2. Ο Ευθύφρων είχε υποχρέωση ως πολίτης να εγείρει κατηγορία ακόμα και εναντίον τού πατέρα του. Στην Αθήνα δεν υπήρχαν δημόσιοι κατήγοροι. Κάθε πολίτης είχε δικαίωμα -και καθήκον- να εγείρει κατηγορία, όταν παραβιαζόταν ο νόμος· κάτι σαν τη σημερινή «σύλληψη», που επιτρέπει να συλλαμβάνεται κάποιος, όταν διαπράττει έγκλημα. Στην Αθήνα ο πολίτης μπορούσε όχι μόνο να συλλαμβάνει, αλλά και να διώκει. Αυτό ήταν σε πλήρη συμφωνία με την αθηναϊκή αντίληψη τής δημοκρατικής διακυβέρνησης με συμμετοχή.

3. Υπήρχε και μια τρίτη υποχρέωση, που θα ήταν ευκρινής στον αρχαίο Αθηναίο παρατηρητή. Αυτή η υποχρέωση πηγάζει από μια κοινή αίσθηση ανθρωπισμού και ήταν ηθική και πολιτική, όταν την έβλεπε κανείς από δημοκρατική άποψη. Δεν φαίνεται όμως παρά στο τέλος τού διαλόγου, όπου ο Σωκράτης λέει στον κουρασμένο Ευθύφρονα, πως αν δεν ήξερε τί ακριβώς ήταν όσιο και ανόσιο, «σίγουρα δεν θα 'πρεπε να διώκεις για φόνο τον ηλικιωμένο πατέρα σου για χάρη ενός υπηρέτη». Τι διαφορά είχε -ενώπιον τού νόμου ή τής ηθικής- που ο νεκρός ήταν μόνον υπηρέτης; Η λέξη, που χρησιμοποιεί ο Πλάτων, και που μεταφράζουμε υπηρέτη, είναι θης, μια λέξη με ειδική σημασία στη δημοκρατική Αθήνα.

Οι Αθηναίοι πολίτες για δύο αιώνες ήταν χωρισμένοι σε τέσσερις τάξεις για λόγους φορολογίας και για να επιλέγονται ευκολότερα στα δημόσια αξιώματα. Ο χωρισμός γινόταν με βάση τον πλούτο ή την έλλειψή του, σύμφωνα με καταγραμμένη εκτίμηση τής περιουσίας τους. Η κατώτερη και μεγαλύτερη από τις τέσσερις τάξεις ήταν οι θήτες, που είχαν λίγη ή καθόλου περιουσία. Ήταν ελεύθεροι, άνθρωποι φτωχοί, αλλά όχι αναγκαστικά υπηρέτες. Αρχικά, ακόμα και στην Αθήνα, δεν ήταν καθόλου πολίτες. Η παρουσία τους δεν μετρούσε.

Η λέξη θης είναι τόσο παλιά, όσο και ο Όμηρος, όπου σήμαινε έναν έμμισθο εργάτη, σε αντίθεση μ’ ένα σκλάβο. Υπάρχει ένα απόσπασμα στην Ιλιάδα, που μας έρχεται στο μυαλό, καθώς διαβάζουμε τον Ευθύφρονα. Εκεί φαίνεται, ότι ο κύριος ενός θήτη, ο άρχοντας ομηρικός γαιοκτήμονας, μπορούσε να συμπεριφερθεί όσο υπεροπτικά συμπεριφέρθηκε και ο πατέρας τού Ευθύφρονα στον έμμισθο εργάτη του.

Στο εικοστό πρώτο βιβλίο της Ιλιάδας, ο Ποσειδών θυμίζει στον Απόλλωνα πόσο ξεδιάντροπα εξαπατήθηκαν από τον Τρώα ευγενή γαιοκτήμονα, τον Λαομέδοντα. Μεταμφιεσμένοι σε θήτες, είχαν έρθει κάτω στη γη -κατά διαταγή του Δία- και υπηρετούσαν τον Λαομέδοντα «για διάστημα ενός έτους και με κανονισμένο μισθό», χτίζοντας τοίχους και βόσκοντας τα κοπάδια του. Όταν όμως ήρθε η ώρα να πληρωθούν, ο Λαομέδων όχι μόνο αρνήθηκε, αλλά τους απείλησε να τους κόψει τ΄ αυτιά τους και να τους πουλήσει για σκλάβους άν συνεχίσουν να επιμένουν. Ο Όμηρος λέει, ότι ξαναγύρισαν στον Όλυμπο, απλήρωτοι και «με θυμωμένη καρδιά». Γενικά οι έμμισθοι εργάτες ήταν περισσότερο ανασφαλείς και λιγότερο προστατευμένοι απ΄ ό,τι οι σκλάβοι, που είχαν μια έστω ελάχιστη προστασία και φροντίδα, μιά και αποτελούσαν ιδιοκτησία.

Αυτή είναι μια από τις λίγες φορές στον αριστοκρατικό κόσμο τού Ομήρου, που βλέπουμε το θέμα από τα κάτω. Εδώ ο Όμηρος, για μια στιγμή, ήταν πιο ευαίσθητος στην κοινωνική δικαιοσύνη απ΄ ό,τι ο Σωκράτης στον Πλάτωνα. Στον Ευθύφρονα η κατάσταση τού ελεύθερου εργάτη τής Νάξου φαίνεται, ότι δεν ήταν και πολύ καλύτερη από ό,τι κατά τους ομηρικούς χρόνους. Ο πατέρας τού Ευθύφρονα είχε θυμώσει τόσο πολύ για την απώλεια τού σκλάβου του, που δεν ενδιαφέρθηκε καθόλου για τα δικαιώματα του εργάτη του και τον έριξε σ΄ ένα χαντάκι να πεθάνει. Σε καμμιά περίπτωση δεν θα χαρακτηρίζαμε αυτή τη μεταχείριση «όσια». Αλλά αυτή η άποψη ποτέ δεν μπαίνει στο σωκρατικό πεδίο σκέψης. Για τον Σωκράτη ήταν «ένας απλός υπηρέτης».

Ο Ευθύφρων λέει στο Σωκράτη, ότι ο θάνατος τού εργάτη συνέβη, όταν «εμείς», δηλαδή ο Ευθύφρων και ο πατέρας του, «κάναμε γεωργικές εργασίες στη Νάξο» και «αυτός εργαζόταν εκεί στη γη μας». Αυτό που συνέβη στη Νάξο δεν θα μπορούσε να είχε συμβεί στην Αθήνα. Η Νάξος ήταν ένα εύφορο νησί τού Αιγαίου, που οι Αθηναίοι ελευθέρωσαν κατά τους Περσικούς πολέμους και συμμετείχε στην Ένωση της Δήλου υπό την αθηναϊκή ηγεμονία. Η Νάξος ήταν ένα από τα πρώτα μέλη, που επαναστάτησαν ενάντια στο βαρύ αθηναϊκό ζυγό· όταν υποτάχθηκαν πάλι στην Αθήνα, η γη τής Νάξου δόθηκε σε Αθηναίους κληρούχους ή αποίκους. Οι πρώην ιδιοκτήτες γης -αυτοί, που ήταν οι πιο τυχεροί- έγιναν έμμισθοι εργάτες στα κτήματα, που κάποτε ήταν δικά τους. Όταν η Αθήνα έχασε τον πόλεμο με τη Σπάρτη, η Νάξος ελευθερώθηκε από τη συμμαχία και οι Αθηναίοι άποικοι έπρεπε να φύγουν. Η γη αποδόθηκε στους πρώην ιδιοκτήτες της. Γι΄ αυτό ο Ευθύφρων μιλάει για γεωργικές εργασίες τού παρελθόντος.

Οι θήτες τής Νάξου κατά την αθηναϊκή κυριαρχία δεν είχαν τα πολιτικά ή άλλα δικαιώματα, που απολάμβαναν οι ακτήμονες εργάτες τής Αθήνας. Στην Αττική ο έμμισθος εργάτης θα δικαζόταν με την κατηγορία, ότι δολοφόνησε ένα σκλάβο. Άν το αφεντικό του τον έριχνε στο χαντάκι να πεθάνει, οι φίλοι ή συγγενείς τού νεκρού θα ασκούσαν στον ιδιοκτήτη δίωξη για ανθρωποκτονία. Αυτό είναι, που κάνει τώρα ο Ευθύφρων για λογαριασμό τού άτυχου εργάτη, που δεν είχε φίλους.

Ο Ευθύφρων αντιμετωπίζεται στο διάλογο σαν ένα είδος φανατικού και προληπτικού ανθρώπου, αλλά η συμπεριφορά του είναι πιο ανθρώπινη και φορτισμένη απ΄ αυτή τού Σωκράτη. Στην αρχή τού διαλόγου, προτού μάθει τα στοιχεία τής ασυνήθιστης περίπτωσης, ο Σωκράτης θεωρεί αυτονόητο, ότι ο Ευθύφρων δεν θα απήγγειλε κατηγορία φόνου κατά τού πατέρα του για κάποιον «αλλότριο» και ρωτάει, άν το θύμα ήταν στενός συγγενής. Ο Ευθύφρων ξαφνιάζεται απ΄ αυτή τη στάση.

«Είναι γελοίο, Σωκράτη», λέει, «να νομίζεις, ότι υπάρχει διαφορά στο άν ο άνθρωπος που πέθανε είναι αλλότριος ή οικείος και να μή βλέπεις, ότι το μόνο που έχει σημασία είναι να εξεταστεί, άν η πράξη τού φόνου ήταν δίκαια ή όχι... και αν δεν ήταν δίκαια, θα πρέπει κανείς να εγείρει κατηγορία εναντίον τού ανθρώπου που φόνευσε, ακόμα κι άν αυτός κοιμάται στο ίδιο σπίτι και τρώει στο ίδιο τραπέζι (συνέστιος και ομοτράπεζος)».

Ο Ευθύφρων προφανώς θεώρησε, ότι αυτό το καθήκον ξεπερνούσε σε σημασία τις κοινωνικές ή ταξικές διαφορές. Ο Σωκράτης δεν ασχολείται μ΄ αυτή τη θεώρηση. Η ιδέα τής ίσης μεταχείρισης υπό το νόμο ή τής κοινωνικής δικαιοσύνης, ποτέ δεν συζητιέται στο διάλογο. Αλλά το 399 π.Χ., το χρόνο, που υποτίθεται, ότι γίνεται η συζήτηση με τον Ευθύφρονα, την παραμονή ακριβώς τής δίκης τού Σωκράτη, ο αθηναϊκός δήμος είχε ευαισθητοποιηθεί πάνω σ’ αυτό το θέμα, λόγω των πρόσφατων αγώνων κατά της ολιγαρχικής καταστολής τού 411 και τού 404, όταν η τάξη των θητών είχε υποφέρει περισσότερο. Οι θήτες είχαν στερηθεί τα πολιτικά δικαιώματα, που είχαν κερδίσει δύο αιώνες πριν με τις μεταρρυθμίσεις του Σόλωνα. Οι ηγέτες τους είχαν δολοφονηθεί. Οι φτωχοί είχαν διωχθεί από την Αθήνα. Είχαν χάσει τα σπίτια τους και την πόλη τους. Αν η ανατροπή τής δημοκρατίας είχε σταθεροποιηθεί, θα ήταν εύκολο να συμβεί στην Αττική ό,τι και στη Νάξο, δηλαδή ένας γαιοκτήμονας να παίρνει το νόμο στα χέρια του, όπως έκανε ο πατέρας τού Ευθύφρονα. Ο εργάτης δεν θα είχε δικαιώματα.

Η αδιαφορία, που δείχνει ο Σωκράτης για την τύχη τού έμμισθου εργάτη, θα φαινόταν στους συγχρόνους του ταιριαστή με την αδιαφορία, που έδειξε για την τύχη των θητών το 411 και το 404. Θα μπορούσαν να συμπεράνουν, ότι η έλλειψη συμπόνοιάς του αντανακλά την περιφρόνησή του για τη δημοκρατία. Αυτό θα εξηγούσε, γιατί δεν είχε εγκαταλείψει την πόλη σε καμμιά δικτατορία και δεν είχε λάβει μέρος στην αποκατάσταση τής δημοκρατίας. Δεν ενδιαφερόταν για τα δικαιώματα των φτωχών, ούτε για την κοινωνική δικαιοσύνη, ενώ τού Ευθύφρονα η στάση ήταν πράγματι δημοκρατική.

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

Αποτέλεσμα εικόνας για ΠΛΑΤΩΝ: Ο ΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΔΙΟΤΙΜΑΣ ΣΤΟ «ΣΥΜΠΟΣΙΟ»ΠΛΑΤΩΝ, ΣΥΜΠΟΣΙΟΝ

ΠΛ Συμπ 198a–199c

Ο Σωκράτης ζητά να μιλήσει με τον δικό του τρόπο για τον Έρωτα

Θέμα συζητήσεως στο συμπόσιο αυτό, το οποίο διοργανώνεται προς τιμήν του τραγικού ποιητή Αγάθωνα για την πρώτη του νίκη σε δραματικούς αγώνες, είναι η ουσία και η φύση του Έρωτα. Πατὴρ τοῦ λόγου είναι ο Φαίδρος, ο οποίος κάλεσε τον Αγάθωνα να εκφωνήσει μετά τον Ερυξίμαχο το δικό του εγκώμιο στον Έρωτα. Ο Σωκράτης προέβλεψε ότι ο Αγάθωνας θα εκφωνούσε έναν ποιοτικό λόγο. Ο νεαρός ποιητής, ακολουθώντας τη μέθοδο των σοφιστών, επέλεξε να εγκωμιάσει τον Θεό απαριθμώντας τα χαρακτηριστικά του. Μόλις τελείωσε, ο Σωκράτης επισημαίνει:

[198a] Εἰπόντος δὲ τοῦ Ἀγάθωνος πάντας ἔφη ὁ Ἀριστόδημος
ἀναθορυβῆσαι τοὺς παρόντας, ὡς πρεπόντως τοῦ νεανίσκου
εἰρηκότος καὶ αὑτῷ καὶ τῷ θεῷ. τὸν οὖν Σωκράτη εἰπεῖν
βλέψαντα εἰς τὸν Ἐρυξίμαχον, Ἆρά σοι δοκῶ, φάναι, ὦ
παῖ Ἀκουμενοῦ, ἀδεὲς πάλαι δέος δεδιέναι, ἀλλ’ οὐ μαντικῶς
ἃ νυνδὴ ἔλεγον εἰπεῖν, ὅτι Ἀγάθων θαυμαστῶς ἐροῖ, ἐγὼ δ’
ἀπορήσοιμι;

Τὸ μὲν ἕτερον, φάναι τὸν Ἐρυξίμαχον, μαντικῶς μοι
δοκεῖς εἰρηκέναι, ὅτι Ἀγάθων εὖ ἐρεῖ· τὸ δὲ σὲ ἀπορήσειν,
οὐκ οἶμαι.

[198b] Καὶ πῶς, ὦ μακάριε, εἰπεῖν τὸν Σωκράτη, οὐ μέλλω
ἀπορεῖν καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλος ὁστισοῦν, μέλλων λέξειν μετὰ
καλὸν οὕτω καὶ παντοδαπὸν λόγον ῥηθέντα; καὶ τὰ μὲν ἄλλα
οὐχ ὁμοίως μὲν θαυμαστά· τὸ δὲ ἐπὶ τελευτῆς τοῦ κάλλους
τῶν ὀνομάτων καὶ ῥημάτων τίς οὐκ ἂν ἐξεπλάγη ἀκούων;
ἐπεὶ ἔγωγε ἐνθυμούμενος ὅτι αὐτὸς οὐχ οἷός τ’ ἔσομαι οὐδ’
ἐγγὺς τούτων οὐδὲν καλὸν εἰπεῖν, ὑπ’ αἰσχύνης ὀλίγου
[198c] ἀποδρὰς ᾠχόμην, εἴ πῃ εἶχον. καὶ γάρ με Γοργίου ὁ λόγος
ἀνεμίμνῃσκεν, ὥστε ἀτεχνῶς τὸ τοῦ Ὁμήρου ἐπεπόνθη·
ἐφοβούμην μή μοι τελευτῶν ὁ Ἀγάθων Γοργίου κεφαλὴν
δεινοῦ λέγειν ἐν τῷ λόγῳ ἐπὶ τὸν ἐμὸν λόγον πέμψας αὐτόν
με λίθον τῇ ἀφωνίᾳ ποιήσειεν. καὶ ἐνενόησα τότε ἄρα
καταγέλαστος ὤν, ἡνίκα ὑμῖν ὡμολόγουν ἐν τῷ μέρει μεθ’
[198d] ὑμῶν ἐγκωμιάσεσθαι τὸν Ἔρωτα καὶ ἔφην εἶναι δεινὸς τὰ
ἐρωτικά, οὐδὲν εἰδὼς ἄρα τοῦ πράγματος, ὡς ἔδει ἐγκωμιάζειν
ὁτιοῦν. ἐγὼ μὲν γὰρ ὑπ’ ἀβελτερίας ᾤμην δεῖν τἀληθῆ
λέγειν περὶ ἑκάστου τοῦ ἐγκωμιαζομένου, καὶ τοῦτο μὲν
ὑπάρχειν, ἐξ αὐτῶν δὲ τούτων τὰ κάλλιστα ἐκλεγομένους
ὡς εὐπρεπέστατα τιθέναι· καὶ πάνυ δὴ μέγα ἐφρόνουν ὡς εὖ
ἐρῶν, ὡς εἰδὼς τὴν ἀλήθειαν τοῦ ἐπαινεῖν ὁτιοῦν. τὸ δὲ ἄρα,
ὡς ἔοικεν, οὐ τοῦτο ἦν τὸ καλῶς ἐπαινεῖν ὁτιοῦν, ἀλλὰ τὸ ὡς
[198e] μέγιστα ἀνατιθέναι τῷ πράγματι καὶ ὡς κάλλιστα, ἐάν τε ᾖ
οὕτως ἔχοντα ἐάν τε μή· εἰ δὲ ψευδῆ, οὐδὲν ἄρ’ ἦν πρᾶγμα.
προὐρρήθη γάρ, ὡς ἔοικεν, ὅπως ἕκαστος ἡμῶν τὸν Ἔρωτα
ἐγκωμιάζειν δόξει, οὐχ ὅπως ἐγκωμιάσεται. διὰ ταῦτα δὴ
οἶμαι πάντα λόγον κινοῦντες ἀνατίθετε τῷ Ἔρωτι, καί
φατε αὐτὸν τοιοῦτόν τε εἶναι καὶ τοσούτων αἴτιον, ὅπως ἂν
[199a] φαίνηται ὡς κάλλιστος καὶ ἄριστος, δῆλον ὅτι τοῖς μὴ γιγνώ-
σκουσιν ―οὐ γὰρ δήπου τοῖς γε εἰδόσιν― καὶ καλῶς γ’ ἔχει
καὶ σεμνῶς ὁ ἔπαινος. ἀλλὰ γὰρ ἐγὼ οὐκ ᾔδη ἄρα τὸν
τρόπον τοῦ ἐπαίνου, οὐ δ’ εἰδὼς ὑμῖν ὡμολόγησα καὶ αὐτὸς
ἐν τῷ μέρει ἐπαινέσεσθαι. ἡ γλῶσσα οὖν ὑπέσχετο, ἡ δὲ
φρὴν οὔ· χαιρέτω δή. οὐ γὰρ ἔτι ἐγκωμιάζω τοῦτον τὸν
τρόπον ―οὐ γὰρ ἂν δυναίμην― οὐ μέντοι ἀλλὰ τά γε ἀληθῆ,
[199b] εἰ βούλεσθε, ἐθέλω εἰπεῖν κατ’ ἐμαυτόν, οὐ πρὸς τοὺς
ὑμετέρους λόγους, ἵνα μὴ γέλωτα ὄφλω. ὅρα οὖν, ὦ Φαῖδρε,
εἴ τι καὶ τοιούτου λόγου δέῃ, περὶ Ἔρωτος τἀληθῆ λεγόμενα
ἀκούειν, ὀνομάσει δὲ καὶ θέσει ῥημάτων τοιαύτῃ ὁποία δἄν
τις τύχῃ ἐπελθοῦσα.

Τὸν οὖν Φαῖδρον ἔφη καὶ τοὺς ἄλλους κελεύειν λέγειν,
ὅπῃ αὐτὸς οἴοιτο δεῖν εἰπεῖν, ταύτῃ.

Ἔτι τοίνυν, φάναι, ὦ Φαῖδρε, πάρες μοι Ἀγάθωνα σμίκρ’
ἄττα ἐρέσθαι, ἵνα ἀνομολογησάμενος παρ’ αὐτοῦ οὕτως ἤδη
λέγω.

[199c] Ἀλλὰ παρίημι, φάναι τὸν Φαῖδρον, ἀλλ’ ἐρώτα.

***
Μετά την ομιλίαν του Αγάθωνος όλοι, είπεν ο Αριστόδημος, οι παριστάμενοι εξέσπασαν εις παταγώδεις επιδοκιμασίας του νέου· ο λόγος του υπήρξεν αντάξιος και της φήμης του και του θεού. Ο Σωκράτης τότε στραφείς προς τον Ερυξίμαχον είπεν : «Λοιπόν, γέννημα συ του Ακουμενού; Εξακολουθείς να πιστεύης, πως άφοβος ο φόβος ήτο που εφοβούμην τόσην ώραν; Και δεν είχα ως προφήτης ομιλήσει προ ολίγου, όταν ετόνιζα ότι ο Αγάθων θα εκφωνήση ένα τόσον θαυμάσιον λόγον, ωστ' εγώ θα ευρεθώ εις δύσκολον θέσιν;» «Εις το ένα μέρος του ισχυρισμού σου αναγνωρίζω πως υπήρξες προφήτης εις το ότι ωραίος θα είναι του Αγάθωνος ο λόγος· ότι όμως συ θα δυσκολευθής, δεν το πιστεύω». «Και πώς θέλεις, καλότυχε» απήντησεν ο Σωκράτης «να μη δυσκολευθώ, όχι μόνον εγώ, αλλά και οιοσδήποτε άλλος ομιλήση ύστερ' από ένα τόσον εύμορφον και τόσον πολυποίκιλον λόγον που εξεφωνήθη ; Αφήνω τ' άλλα σημεία ήσαν, όχι βέβαια εις τον ίδιον βαθμόν όλα εκπληκτικά. Εκείνος όμως ο επίλογος με τα θέλγητρα των λέξεων και των φράσεων! ποίος θα τα ήκουε και δεν θα έχανε τον νουν του; Εγώ τουλάχιστον, συναισθανόμενος ότι προσωπικώς δεν θα είμαι διόλου εις θέσιν ούτε κατά προσέγγισιν να ομιλήσω τόσον νόστιμα, ολίγον έλειψεν, αν εύρισκα τρόπον, να το σκάσω κρυφά από την εντροπήν μου. Ο λόγος άλλωστε μου ενθύμιζε τον Γοργίαν· ώστε είχα πάθει, ούτε πολύ ούτε ολίγον, εκείνο, που λέγει ο Όμηρος: έτρεμα μήπως εις το τέλος ο Αγάθων του Γοργίου την κεφαλήν, του τρομερού εις τους λόγους, εναντίον του λόγου μου μέσα εις τον λόγον του μου εξαποστείλη και με κάνη τον ίδιον άφωνον, σαν την πέτραν».

Και αντελήφθην τότε, πόσον γελοίος λοιπόν υπήρξα, όταν ανελάμβανα ενώπιόν σας την υποχρέωσιν να μετάσχω μαζί σας και εγώ με την σειράν μου εις τον εγκωμιασμόν του Έρωτος, και εβεβαίωνα, ότι ήμην πεπειραμένος εις τα ζητήματα του Έρωτος, ενώ, καθώς αποδεικνύεται, δεν είχα ιδέαν του πράγματος, κατά ποίον δηλ. τρόπον έπρεπε κανείς να εγκωμιάζη οτιδήποτε. Εγώ π.χ. εν τη αφελεία μου εφανταζόμην, ότι ώφειλεν ο καθένας την αλήθειαν ν' αναπτύσση περί οιουδήποτε αντικειμένου, το οποίον εγκωμιάζει, και ότι αυτό μεν θα ήτον η βάσις, κατόπιν δε, συμφώνως προς αυτήν, θα εξέλεγε τα λαμπρότερα σημεία και θα τα συνέθετε κατά τον ευπρεπέστερον δυνατόν τρόπον. Δια τούτο μάλιστα είχα μεγάλην αυτοπεποίθησιν, ότι θα ωμιλούσα ωραία, αφού εγνώριζα δα την ορθήν μέθοδον του εγκωμιασμού οιουδήποτε πράγματος. Εντούτοις, καθώς τώρα βλέπω, δεν ήταν αυτή, φαίνεται, η μέθοδος του να συνθέσης ένα κομψόν πανηγυρικόν προς τιμήν ενός πράγματος, αλλά πολύ μάλλον το να επισωρεύης προς έξαρσίν του τα σημαντικώτερα, που γίνεται, και τα τιμητικώτερα προσόντα, αδιακρίτως αν ανταποκρίνωνται εις την πραγματικότητα ή όχι. Και ψευδή αν είναι, δεν έχει, βλέπω, σημασίαν· ωρίσθη άλλωστ' εκ των προτέρων, καθώς φαίνεται, να κοιτάξη ο καθένας μας να δώση απλώς την εντύπωσιν, ότι εξυμνεί τον Έρωτα, όχι να τον εξυμνήση πραγματικά. Αυτός, φαντάζομαι, είναι ο λόγος, που μεταφέρετε κάθε επαινετικόν χαρακτηρισμόν και τον φορτώνετε εις τον Έρωτα, βεβαιώνοντες ότι είναι τοιούτος και τόσων αγαθών πρόξενος· έτσι δηλαδή θα εμφανίζεται όσον το δυνατόν ωραιότερος και ανώτερος, φυσικά εις τα όμματα εκείνων που δεν τον γνωρίζουν, όχι, υποθέτω, εις όσους τον γνωρίζουν. Και ασφαλώς υπό τας συνθήκας αυτάς και ο πανηγυρικός έχει λαμπρότητα και επιβλητικότητα. Εντούτοις εγώ δεν εγνώριζα, όπως βλέπω, τον τρόπον αυτόν του εγκωμίου, και επομένως εν αγνοία μου σας έδωσα την υπόσχεσιν να εγκωμιάσω και εγώ, όταν έλθη η σειρά μου. Ώστε η γλώσσα μου έδωσ' υπόσχεσιν, ο νους μου όχι. Ας πάη λοιπόν στο καλό! Δεν αναλαμβάνω πλέον να εγκωμιάσω κατ' αυτόν τον τρόπον· ούτε θα είχα άλλωστε την ικανότητα. Μολαταύτα, την αλήθειαν, αν το επιθυμήτε, αυτήν ναι, δέχομαι να σας εκθέσω, με τον ιδικόν μου τρόπον, όχι εν αντιπαραβολή προς τας ομιλίας τας ιδικάς σας· έτσι δεν θα γελοιοποιηθώ. Σκέψου λοιπόν, Φαίδρε, αν σου χρειάζεται και παρομοία αγόρευσις, την αλήθειαν ν' ακούσης ν' αναπτύσσεται περί του Έρωτος, και μάλιστα με την εκλογήν και την συναρμολόγησιν των λέξεων, οποία τυχόν θα μου ήρχετο προχείρως εις το στόμα».

Ο Φαίδρος τότε και οι άλλοι τον ενεθάρρυναν, είπε, με τον τρόπον που αυτός τυχόν ευρίσκει σωστόν να εκθέση τας απόψεις του, μ' αυτόν να ομιλήση. «Κάτι άλλο ακόμη, Φαίδρε» είπε· «δώσε μου την άδειαν να ερωτήσω κάτι μικροπράγματα τον Αγάθωνα, ώστε να έχω πρώτα την συγκατάθεσίν του, και ύστερα επί τη βάσει πλέον αυτής να ομιλήσω». «Καλά, σου δίδω την άδειαν» απήντησεν ο Φαίδρος· «ερώτα τον».