Κυριακή 15 Οκτωβρίου 2023

Θα συνδεόσασταν σε μία μηχανή μόνιμης ευτυχίας;

Η φιλοσοφία έχει τη δύναμη να ενεργοποιήσει τη σκέψη μας σε βαθμό που να ανακαλύψουμε την πραγματική σημασία της ευτυχίας.

Θέλοντας να γκρεμίσει τα θεμέλια του ωφελιμιστικού ηδονισμού, ώστε να αναθεωρήσουμε την έννοια της ηδονής ως σκοπού της ζωής, ο φιλόσοφος Robert Nozick μας καλεί να πάρουμε μέρος σε ένα νοητικό πείραμα:

«Υποθέστε ότι υπάρχει μία μηχανή εμπειρίας (experience machine) που σας δίνει όποια εμπειρία επιθυμείτε. Καταπληκτικοί νευροψυχολόγοι θα μπορούσαν να προσομοιώσουν τον εγκέφαλό σας με τέτοιον τρόπο, ώστε να αισθάνεστε ότι γράφετε ένα λογοτεχνικό αριστούργημα ή ότι κάνετε φίλους ή ότι διαβάζετε ένα ενδιαφέρον βιβλίο. Όλη αυτή την ώρα εσείς θα επιπλέετε σε μια δεξαμενή, με ηλεκτρόδια συνδεδεμένα στον εγκέφαλό σας. Θα συνδεόσασταν για όλη σας τη ζωή στη μηχανή, επαναπρογραμματίζοντας τις εμπειρίες της ζωής σας; Φυσικά, όσο είστε στη δεξαμενή δεν γνωρίζετε ότι βρίσκεστε εκεί. Πιστεύετε ότι όλα συμβαίνουν στην πραγματικότητα. Θα συνδεόσασταν;», Robert Nozick, Anarchy, State, and Utopia (N.Y.: Basic Books, 1974).

Ο Nozick για να καθησυχάσει τις ανησυχίες της απώλειας ενδιαφερουσών εμπειριών, μας επιτρέπει κάθε δύο χρόνια να επιλέγουμε τις επόμενες νέες εμπειρίες μας από μία αχανή εμπειριοθήκη. Μάλιστα, μας δίνει ένα διάστημα 10 λεπτών ή δέκα ωρών, τη διάρκεια του οποίου περνάμε εκτός δεξαμενής προκειμένου να αποφασίσουμε πώς θα βιώσουμε ευτυχισμένα τα επόμενα δύο χρόνια. Οι περισσότεροι όμως δεν θα συνδεόμασταν: «Τι έχει σημασία για εμάς πέρα από τις εμπειρίες μας; Πρώτον, θέλουμε να κάνουμε συγκεκριμένα πράγματα, και όχι μόνο να έχουμε την εμπειρία ότι τα κάναμε».

Οι εμπειρίες μας αναμφισβήτητα είναι μεγάλο μέρος της ευτυχίας μας. Γιατί τότε να μην επιλέξουμε τη μηχανή των εμπειριών; Ο Nozick προσθέτει ένα δεύτερο λόγο: «Ένας δεύτερος λόγος για να μην συνδεθούμε είναι ότι θέλουμε να είμαστε με συγκεκριμένο τρόπο, να είμαστε ένα συγκεκριμένο είδος ανθρώπου. Κάποιος που επιπλέει σε μία δεξαμενή είναι μια αόριστη σταγόνα. Δεν υπάρχει απάντηση στην ερώτηση τι είδους άτομο είναι κάποιος που έχει μείνει καιρό στη δεξαμενή. Είναι θαρραλέος, ευγενικός, πνευματώδης, τρυφερός; Δεν είναι απλώς ότι είναι δύσκολο να πούμε. Δεν υπάρχει κανένας τρόπος να είναι. Η σύνδεση στη μηχανή είναι ένα είδος αυτοκτονίας».

Θέλουμε απλώς να σπαταλήσουμε τον χρόνο μας βιώνοντας ευχάριστες εμπειρίες τις οποίες δεν ζήσαμε στην πραγματικότητα; Επιθυμούμε να ζούμε σε μια κατασκευασμένη ευτυχία;

«Τρίτον, η σύνδεση στη μηχανή της εμπειρίας μας περιορίζει σε μία κατασκευασμένη εμπειρία, σε έναν κόσμο που δεν είναι βαθύτερος ούτε πιο σημαντικός από εκείνον που μπορούν να κατασκευάσουν οι άνθρωποι. Δεν υπάρχει καμία πραγματική επαφή με καμία βαθύτερη πραγματικότητα, παρόλο που η εμπειρία της μπορεί να προσομοιωθεί».

Η ζωή όλων μας περιλαμβάνει ευχάριστα και δυσάρεστα γεγονότα. Ο Nozick παρακάμπτει τα δυσάρεστα για να μας αποδείξει το αυτονόητο. Ότι η ευτυχία δεν είναι μια κατάσταση αέναων απολαύσεων και ικανοποίησης της ματαιοδοξίας. Ό,τι αποτρέψει ή αναβάλλει την ευδαιμονία μας, θα οδηγήσει σε νέα μονοπάτια στη ζωή μας ανάλογα με τον χαρακτήρα που έχουμε διαμορφώσει. Για να προλάβει και αυτή την ένσταση ο Nozick προσθέτει την «μηχανή της μεταμόρφωσης», που μεταμορφώνει τον εαυτό μας σε οποιοδήποτε είδους άνθρωπο θέλουμε, και, αν και αυτό δεν είναι αρκετό, τη «μηχανή του αποτελέσματος» για να επιτυγχάνουμε το επιθυμητό αποτέλεσμα των δράσεών μας.

Ο Nozick μας προσφέρει απλόχερα την ευτυχία, προκειμένου να συνειδητοποιήσουμε ότι τελικά δεν θέλουμε απλώς να ευτυχούμε. Θέλουμε να ζούμε συνειδητά, γιατί: «Θα ήταν λοιπόν παράλογο για κάποιον να μην επιλέγει τη δική του ζωή, αλλά τη ζωή ενός άλλου». -Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια, 1178a

Η ανατροπή του κόσμου όπως τον ξέρουμε

Η Ανατροπή της Πραγματικότητας

Η πραγματικότητα στην πραγματικότητα είναι μόνο μέσα μας. Ζούμε μέσα μας. Ό,τι ξέρεις είναι μέσα σου, ό,τι βλέπεις είναι μέσα σου, όλοι οι άλλοι άνθρωποι και όλα τα πράγματα του κόσμου, και ο ίδιος ο κόσμος ολόκληρος είναι μέσα σου.

Έξω σου, για σένα, δεν υπάρχει απολύτως τίποτε. Όλα τα βλέπεις με τα δικά σου μάτια, ταυτόχρονα τα επεξεργάζεσαι σύμφωνα με ό,τι ξέρεις (γι’ αυτό και είναι τόσο σημαντικό το τι ξέρεις), και παίρνεις το αποτέλεσμα που είναι η αποκλειστικά δική σου αντίληψη.

Παντού εκεί έξω βλέπεις τον εαυτό σου.

Τον εαυτό σου ανθρωπότητα, τον εαυτό σου κόσμο, τον εαυτό σου σύμπαν. Τον εαυτό σου αλήθεια, τον εαυτό σου ψέματα, τον εαυτό σου σωστά, τον εαυτό σου λάθος, τον εαυτό σου εικόνες μέσα σε εικόνες και γνώμες μέσα σε γνώμες, όλα δικά σου. Όταν βλέπεις κάτι κακό «εκεί έξω», αυτό το κακό απλώς είναι μέσα σου, γι’ αυτό το βλέπεις, αλλιώς δεν θα το έβλεπες καθόλου. Δεν γνωρίζεις αληθινά τίποτε, μονάχα αναγνωρίζεις, αυτά που ήδη έχεις μέσα σου.

Όλοι οι άνθρωποι που ξέρεις, για παράδειγμα, ζουν και υπάρχουν μόνο μέσα σου, διότι δεν είναι παρά μεταμφιέσεις του εαυτού σου, αντικατοπτρισμοί του δικού σου εαυτού, και κατά τα άλλα δεν υπάρχουν στ’ αλήθεια για σένα. Δηλαδή, υπάρχουν, αλλά εσύ δεν ξέρεις σχεδόν τίποτε γι’ αυτήν τους την ύπαρξη, παρά μόνο ένα καθρέφτισμά τους που είναι μέσα σου, απόλυτα ταυτισμένο και ερμηνευμένο από σένα όπως είσαι.

Όλα αυτά που έζησες φτιάχνουν τη ζωή για σένα, όλα αυτά που έμαθες φτιάχνουν τη γνώση για σένα, όλες σου οι εμπειρίες είναι μνήμες που συμμετέχουν στις επόμενες εμπειρίες. Καμία εικόνα δεν είναι καθαρή για σένα, όλες σε περιέχουν. Για σένα τα πάντα λειτουργούν σε σχέση με σένα. Κι ο κόσμος όλος είναι σχεδιασμένος από σένα για σένα, είναι απόλυτα φανταστικός. Η μεγαλύτερη δύναμή σου είναι η φαντασία σου. Τα πάντα τα έχεις φτιάξει για σένα με τη φαντασία σου -και με τις εμπειρίες σου (δηλαδή τις μνήμες σου, δηλαδή αυτά που φαντάζεσαι γι’ αυτά που συνέβησαν).

Όλα αυτά είναι το πνεύμα μας, διότι είμαστε πνεύματα, και ανάλογα με το πώς είναι το πνεύμα σου έτσι είναι και ο κόσμος, έτσι είναι τα πάντα. Για να κάνεις κάποια ζητήματα πράξη, πρέπει να γίνει μια επέμβαση του πνεύματος πάνω στην «πραγματικότητα», και αυτή θα γίνει, αν γίνει, όπως ακριβώς είναι το πνεύμα. Κι έπειτα το πνεύμα θα την παρατηρήσει και θα την κάνει πάλι δική του, δηλαδή: η υλική επέμβασή σου θα ξαναγίνει πνευματική.

Αυτό κάνουμε συνεχώς: υλοποιούμε το πνεύμα, και έπειτα πνευματοποιούμε την ύλη, και πάλι από την αρχή, ώσπου όλα καταλήγουν πάλι στο πνεύμα. Αυτό που κάποτε φανταζόσουν, τώρα το έκανες πράξη, και μετά απλώς το θυμάσαι και το φαντάζεσαι πάλι, και θέλεις να το ξανακάνεις, κλπ. Και συνεχώς οι πράξεις των άλλων γίνονται πνεύμα μέσα στο πνεύμα μας, το ίδιο και οι δικές μας μέσα στους άλλους. Το πιο όμορφο από όλα, όμως, είναι εκείνο το καθαρό πνεύμα, που ταξιδεύει απευθείας από πνεύμα σε πνεύμα, και δεν παύει ποτέ να είναι πνεύμα, και ταξιδεύει στον χρόνο, αθάνατο και αιώνιο.

Το πραγματικό, προκύπτει από το πράγμα, που είναι το προϊόν της πράξης. Το πνευματικό, πρόκυπτει από το πνεύμα, που είναι το προϊόν της πνοής (της πνοής που μας ζωογονεί, που οξυγονώνει τον εγκέφαλο μας). Εν προκειμένω, της έμπνευσης (εν-πνεύση), της πνοής που φυσάει μέσα μας από αλλού. Το «φάντασμα» είναι το προϊόν της φαντασίας.

Ζούμε ανάμεσα σε φαντάσματα.

Το πνεύμα μας πράττει το πραγματικό ανάμεσα σε φαντάσματα, κι όλα στο τέλος γίνονται πνευματικά. Τον πραγματικό κόσμο τον παρακολουθεί το πνεύμα μας και τον αφομοιώνει, άρα ο πραγματικός κόσμος είναι κομμάτι του πνευματικού κόσμου. Τον πνευματικό κόσμο στον οποίο συμμετέχει το πνεύμα μας, τον επηρεάζει καθημερινά ο πραγματικός κόσμος με τρόπους ανεξιχνίαστους από εμάς, άρα ο πνευματικός κόσμος είναι κομμάτι του πραγματικού κόσμου. Το «μέσα» και το «έξω» συνδέονται, αλλά αυτή η σύνδεση είναι «μέσα».

Η φαντασία είναι ο τρόπος με τον οποίο βλέπει το πνεύμα την πραγματικότητα. Δεν μπορεί να τη δει αλλιώς. Λένε πώς ο κόσμος μας είναι μια φυλακή, στην οποία είμαστε φυλακισμένοι, (μεγάλος είναι ο πόθος μας να αποδράσουμε από την τυραννική καθημερινή πραγματικότητα του κόσμου). Ναι, είμαστε «πραγματικά» φυλακισμένοι, αλλά δεν είμαστε «πνευματικά» φυλακισμένοι. Κι αφού είμαστε πνεύματα, τότε δεν είμαστε στ’ αλήθεια φυλακισμένοι, είμαστε ελεύθερα πνεύματα.

Η Ουτοπία υπάρχει μόνο μέσα στα όνειρα μας (το λέει η λέξη: ου-τοπία, ο ου τόπος, ο τόπος που δεν είναι τόπος, ο τόπος που δεν υπάρχει, ο τόπος που δεν είναι τοπικός), και η δύναμή της είναι ότι μπορεί να αλλάξει τον ίδιο μας τον εαυτό, όχι τον κόσμο, αλλά ίσως και τα πνεύματα που έρχονται σε επαφή με το δικό μας. Δεν μπορούμε να αλλάξουμε τον κόσμο, διότι δεν τον γνωρίζουμε, και ο κόσμος δεν μας δίνει και καμία σημασία. Μπορούμε όμως να αλλάξουμε τα πνεύματα, που δημιουργούν τον κόσμο μέσα τους, και τότε, κατά κάποιο τρόπο, θα έχουμε αλλάξει τον κόσμο, όταν αυτά υλοποιήσουν το πνεύμα όπως το συνηθίζουν.

Οι αλλαγές του κόσμου γίνονται μέσω του πνεύματος, όχι μέσω της πραγματικότητας. Αν θέλεις να γίνουν τα όνειρα σου πραγματικότητα, τότε προδίδεις τα όνειρα σου, τα ξεγελάς. Κράτα τα όνειρα σου, σαν όνειρα, μεγάλα και όμορφα, και άσε τα, ως όνειρα, να αλλάξουν τα πνεύματα των άλλων ανθρώπων γύρω σου.

Αν θέλεις να βοηθήσεις τον κόσμο να εξελιχθεί, να γίνουν οι άνθρωποι καλύτεροι, τότε πρέπει να γίνεις εσύ καλύτερος, να βοηθήσεις τον εαυτό σου να εξελιχθεί, και τότε, ως δια μαγείας, ο κόσμος θα εξελιχθεί, οι άλλοι θα γίνουν καλύτεροι, απλά διότι όλα και όλοι είναι μέσα σου και θα έχεις γίνει εσύ καλύτερος και άρα θα το βλέπεις αυτό και γύρω σου. Αυτή είναι η Αλήθεια, γι’ αυτό και είναι σημαντικό να το καταλάβουμε αυτό σε όλες του τις προεκτάσεις.

Γινόμαστε καλύτεροι για να αποκτήσουμε αληθινή όραση, αληθινά μάτια, όσο πιο αληθινά γίνεται. Κι όταν θα δεις τον κόσμο με τα αληθινά μάτια (σου), τότε θα δεις παντού τον μεγάλο μυστικό πόλεμο του πνεύματος, που δημιουργεί αναλόγως τον κόσμο, και τότε θα μπορέσεις να συμμετέχεις δυναμικά σε αυτόν τον πόλεμο, για να αλλάξουμε τον κόσμο, δηλαδή το μεγάλο πνεύμα, με τη βοήθεια του μεγάλου πνεύματος στο οποίο όλοι μας συμμετέχουμε και από το οποίο όλοι μας προερχόμαστε μαζί με τα πάντα, διότι, στην πιο υψηλή εικόνα -όπως όλα βρίσκονται μέσα στο πνεύμα μας- όλα βρίσκονται μέσα σε ένα μεγάλο πνεύμα, μαζί με όλα μας τα πνεύματα.

Πιστεύω ότι η ώρα της ανατροπής, αργά ή γρήγορα, έρχεται

Της ανατροπής του κόσμου όπως τον ξέρουμε. Είναι μια προσωπική ανατροπή, μια πνευματική ανατροπή, αλλά ταυτόχρονα είναι μια πραγματική ανατροπή, μια παγκόσμια ανατροπή. Ολοι οι καλύτεροι άνθρωποι ανάμεσα στους ανθρώπους, εργάζονται αφοσιωμένα γι’ αυτό, και δεν εργάζονται μόνοι τους αλλά και κάτι άλλο ανώτερο εργάζεται μαζί τους. Δεν θέλουμε να κάνουμε τη φαντασία πράξη, θέλουμε να κάνουμε την πράξη, φαντασία.

Ακούγεται τρελό, ίσως, αλλά το Πνεύμα κάνει όλα αυτά τα τρελά πράγματα, δεν φταίω εγώ.

Ένα Σύμπαν ΚΕΝΟ από το Τίποτε

«Τα μαθηματικά, αν ιδωθούν σωστά, περιέχουν όχι μόνο αλήθεια, αλλά υπέρτατη ομορφιά, μια ομορφιά ψυχρή και λιτή, χωρίς τα υπέροχα στολίδια της ζωγραφικής ή της μουσικής» -Bertrand Russell

Ένα σύμπαν από το τίποτε: Όταν λέμε ότι το σύμπαν δημιουργήθηκε από «τίποτε» σε πρώτη φάση θα μπορούσαμε να θεωρούμε ως τίποτε τον κενό χώρο.

Ο κενός χώρος είναι πολύπλοκος. Μοιάζει με σούπα δυνάμει σωματιδίων που κοχλάζουν και τα οποία δημιουργούνται σε χρονικά διαστήματα τόσο σύντομα ώστε δεν μπορούμε να τα δούμε άμεσα. Τα δυνάμει σωματίδια υποδηλώνουν μια βασική ιδιότητα των κβαντικών συστημάτων. Στην καρδιά της κβαντικής μηχανικής βρίσκεται ο κανόνας που λέει, πως όταν δεν υπάρχει παρατηρητής, τα πάντα μπορούν να γίνουν.

Τα συστήματα, δηλαδή, συνεχίζουν να εξελίσσονται, έστω και στιγμιαία, ανάμεσα σε όλες τις δυνατές καταστάσεις, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που δεν επιτρέπονταν. Αυτές οι «κβαντικές διακυμάνσεις» αποκαλύπτουν ένα βασικό χαρακτηριστικό του κβαντικού κόσμου: από το τίποτε μπορεί να παραχθεί κάτι. Ωστόσο αν λάβουμε υπόψη μας τη σύνθεση κβαντικής μηχανικής και γενικής σχετικότητας, μπορούμε να επεκτείνουμε το επιχείρημα για να υποστηρίξουμε την αναγκαστική δημιουργία του ίδιου του χώρου.

Η επέκταση της κβαντικής μηχανικής με σκοπό να συμπεριλάβουμε ένα τέτοιο ενδεχόμενο δεν είναι εύκολη υπόθεση, αλλά προς αυτή την κατεύθυνση κινείται ο φορμαλισμός που ανέπτυξε ο Richard Feynman, και οδήγησε στη σύγχρονη κατανόηση της προέλευσης των αντισωματιδίων. Οι μέθοδοι του Feynman εστιάζονται στο βασικό γεγονός, ότι τα κβαντομηχανικά συστήματα εξερευνούν όλες τις δυνατές διαδρομές, ακόμη κι εκείνες που κλασικά απαγορεύονται, καθώς εξελίσσονται στον χρόνο.

Για να το διερευνήσει, ο Feynman ανέπτυξε έναν «φορμαλισμό άθροισης διαδρομών». Σε αυτή τη μέθοδο, εξετάζουμε όλες τις δυνατές διαδρομές που μπορεί να ακολουθήσει ένα σωματίδιο μεταξύ δυο σημείων. Έπειτα, αποδίδουμε σε κάθε διαδρομή μια σταθμισμένη πιθανότητα, που βασίζεται σε καλά ορισμένες αρχές της κβαντικής μηχανικής και, στη συνέχεια, αθροίζουμε όλες τις διαδρομές ώστε να καταλήξουμε σε τελικές (πιθανοκρατικές) προβλέψεις για την κίνηση των σωματιδίων.

Ο Stephen Hawking ήταν ένας από τους πρώτους επιστήμονες που αξιοποίησαν πλήρως την ιδέα, στην ανάπτυξη μιας κβαντομηχανικής θεωρίας του χωροχρόνου, την ένωση του τρισδιάστατου χώρου μας με τη μία διάσταση του χρόνου από την οποία προκύπτει ένα τετραδιάστατο ενοποιημένο χωροχρονικό σύστημα.

Η μέθοδος Feynman, εστιάζοντας σε όλες τις δυνατές διαδρομές, συνεπαγόταν αποτελέσματα ανεξάρτητα από τις συγκεκριμένες χωρικές και χρονικές τιμές που αποδίδει κάποιος σε κάθε σημείο της διαδρομής. Επειδή, σύμφωνα με τη σχετικότητα, διαφορετικοί παρατηρητές που βρίσκονται σε σχετική κίνηση μεταξύ τους μετρούν διαφορετικά τις αποστάσεις και τους χρόνους, συνεπώς αποδίδουν διαφορετικές τιμές σε κάθε σημείο του χώρου και του χρόνου, ένας φορμαλισμός ανεξάρτητος από τις διαφορετικές τιμές που αποδίδουν οι διαφορετικοί παρατηρητές σε κάθε σημείο στον χώρο και στον χρόνο, είναι ιδιαιτέρως χρήσιμος.

Και είναι εξαιρετικά χρήσιμος στην περίπτωση της γενικής σχετικότητας, όπου ο προσδιορισμός των χωρικών και χρονικών σημείων γίνεται εντελώς αυθαίρετα και διαφορετικοί παρατηρητές σε διαφορετικά σημεία σε ένα βαρυτικό πεδίο μετρούν αποστάσεις και χρόνους διαφορετικά. Στη γενική σχετικότητα, όλα όσα προσδιορίζουν τελικά τη συμπεριφορά των συστημάτων είναι γεωμετρικές ποσότητες, όπως η καμπυλότητα, η οποία αποδεικνύεται ανεξάρτητη από όλες τις μεθόδους προσδιορισμού τιμών.

Η γενική σχετικότητα – από όσα τουλάχιστον γνωρίζουμε – δεν βρίσκεται σε πλήρη συμφωνία με την κβαντική μηχανική, συνεπώς δεν υπάρχει καμιά απολύτως ξεκάθαρη μέθοδος ορισμού της τεχνικής άθροισης διαδρομών του Feynman στο πλαίσιο της γενικής σχετικότητας. Γι’ αυτό πρέπει να κάνουμε κάποιες εικασίες με βάση την αληθοφάνειά τους και κατόπιν να ελέγχουμε το νόημα των αποτελεσμάτων. Αν, λοιπόν, θέλουμε να εξετάσουμε την κβαντική δυναμική του χώρου και του χρόνου, πρέπει να διερευνήσουμε κάθε ξεχωριστή «άθροιση διαδρομών», καθεμία από τις οποίες αντιστοιχεί σε μια διαφορετική γεωμετρία που μπορεί να υιοθετήσει ο χώρος κατά τα ενδιάμεσα στάδια οποιασδήποτε διαδικασίας, όταν κυριαρχεί η κβαντική απροσδιοριστία.

Αυτό σημαίνει πως πρέπει να λάβουμε υπόψη χώρους σε αυθαιρέτως μεγάλο βαθμό καμπυλωμένους σε μικρές αποστάσεις και μικρά χρονικά διαστήματα (τόσο μικρές αποστάσεις και μικρά χρονικά διαστήματα (τόσο μικρές και τόσο σύντομα που δεν μπορούμε να τα μετρήσουμε, με αποτέλεσμα να κυριαρχεί η κβαντική παραδοξότητα). Αυτοί οι αλλόκοτοι σχηματισμοί δεν μπορούν να παρατηρηθούν από μεγάλου μεγέθους κλασικούς παρατηρητές, όπως είμαστε εμείς. Ας εξετάσουμε, όμως, κάποια ακόμη πιο αλλόκοτα ενδεχόμενα.

Θυμηθείτε ότι στην κβαντική θεωρία του ηλεκτρομαγνητισμού, σωματίδια μπορούν να εμφανίζονται αυθαιρέτως από τον κενό χώρο, αρκεί να εξαφανίζονται πάλι μέσα σε ένα χρονικό διάστημα που καθορίζεται από την αρχή της αβεβαιότητας. Μήπως, λοιπόν, και στην κβαντική άθροιση των δυνατών χωροχρονικών σχηματισμών του Feynman, θα έπρεπε να εξετάσουμε την πιθανότητα αυθόρμητης εμφάνισης και εξαφάνισης μικρών, πιθανώς συμπαγών χώρων; Γενικότερα, τι μπορούμε να πούμε για χώρους που ίσως διαθέτουν «τρύπες» ή «λαβές», σαν ντόνατς βουτηγμένα στον χωρόχρονο;

Τα ερωτήματα παραμένουν ανοιχτά. Ωστόσο, αν δεν βρεθεί ένας καλός λόγος για να αποκλειστούν τέτοιοι σχηματισμοί από την κβαντομηχανική άθροιση που προσδιορίζει τις ιδιότητες του εξελισσόμενου Σύμπαντος – και μέχρι στιγμής δεν γνωρίζω κάποιον τέτοιο λόγο – τότε, στο πλαίσιο μιας γενικής αρχής που ισχύει οπουδήποτε στη φύση δηλαδή, πως οτιδήποτε δεν απαγορεύεται από τους νόμους της φυσικής πρέπει στην πραγματικότητα να συμβεί, η εξέταση αυτών των ενδεχομένων φαντάζει άκρως λογική.

Μια κβαντική θεωρία της βαρύτητας επιτρέπει τη δημιουργία, έστω και στιγμιαίως, του ίδιου του χώρου εκεί που πριν δεν υπήρχε.

Τα «δυνάμει» σύμπαντα – οι πιθανοί μικροί συμπαγείς χώροι που μπορούν να εμφανιστούν και να εξαφανιστούν σε χρονικές κλίμακες τόσο μικρές ώστε αδυνατούμε να τους μετρήσουμε άμεσα – είναι συναρπαστικές θεωρητικές δομές, ωστόσο δεν φαίνεται να εξηγούν πως μπορεί να προκύψει μακροπρόθεσμα κάτι από το τίποτε, περισσότερο απ’ όσο το εξηγούν τα δυνάμει σωματίδια που ενοικούν τον κατά τα άλλα κενό χώρο.

Δεν πρέπει βεβαίως να ξεχνάμε ότι ένα μη μηδενικό πραγματικό ηλεκτρικό πεδίο, παρατηρήσιμο σε μεγάλες αποστάσεις από το φορτισμένο σωματίδιο – πηγή του, μπορεί να προκύψει από τη σύμφωνη εκπομπή πολλών εν δυνάμει φωτονίων μηδενικής ενέργειας, από το φορτίο. Αυτό συμβαίνει επειδή η εκπομπή δυνάμει φωτονίων μηδενικής ενέργειας δεν παραβιάζει τη διατήρηση της ενέργειας. Συνεπώς, με βάση την αρχή της αβεβαιότητας του Heisenberg, η ύπαρξή τους δεν περιορίζεται σε πού μικρά χρονικά διαστήματα.

Θυμηθείτε, επίσης, ότι η αρχή της αβεβαιότητας του Heisenberg δηλώνει πως η αβεβαιότητα που χαρακτηρίζει τη μέτρηση της ενέργειας ενός σωματιδίου, και συνεπώς την πιθανότητα η ενέργειά του να αλλάξει ελαφρώς εξαιτίας της εκπομπής και της απορρόφησης δυνάμει φωτονίων, είναι αντιστρόφως ανάλογη προς τον χρόνο παρατήρησής του. Επομένως, τα δυνάμει σωματίδια μπορούν ουσιαστικά να αφαιρέσουν ατιμωρητί μηδενική ενέργεια – δηλαδή, μπορούν να υπάρξουν για αυθαιρέτως μεγάλα χρονικά διαστήματα και να διανύσουν αυθαιρέτως μεγάλες αποστάσεις, πριν απορροφηθούν οδηγώντας έτσι στην πιθανή ύπαρξη αλληλεπιδράσεων μακράς εμβέλειας μεταξύ φορτισμένων σωματιδίων. Αν το φωτόνιο είχε μάζα, και επομένως έφερε μη μηδενική ενέργεια εξαιτίας μιας μάζας ηρεμίας, η αρχή της αβεβαιότητας του Heisenberg θα συνεπαγόταν ότι το ηλεκτρικό πεδίο θα είχε μικρή εμβέλεια, επειδή τα φωτόνια θα διαδίδονταν για μικρά μόνο χρονικά διαστήματα πριν απορροφηθούν ξανά.

Σύμφωνα με ένα παρόμοιο επιχείρημα, δεν αποκλείεται η ύπαρξη ενός σύμπαντος που θα μπορούσε να εμφανιστεί αυθορμήτως χωρίς να χρειάζεται να εξαφανιστεί αμέσως μετά, εξαιτίας των περιορισμών που θέτουν η αρχή της αβεβαιότητας και η διατήρηση της ενέργειας. Δηλαδή, ένα συμπαγές σύμπαν με μηδενική ολική ενέργεια.

Lawrence M. Krauss: “Ενα σύμπαν από το τίποτα”

Οι θεωρίες που περιγράφουν την δημιουργία του Σύμπαντος από το τίποτα διαμέσου των κβαντικών διαταραχών του κενού υπονοούν την ύπαρξη του κενού χώρου. Ο Alexander Vilelkin δημοσίευσε ένα άρθρο το 1982 στο οποίο περιγράφει την δημιουργία του σύμπαντος μέσω κβαντικών διαδικασιών «κυριολεκτικά από το τίποτα», θεωρώντας όχι μόνο την απουσία της ύλης, αλλά ταυτόχρονα και την απουσία ΧΩΡΟΥ και ΧΡΟΝΟΥ!

Το Σύμπαν υπάρχει και μαζί μ’ αυτό η ανθρώπινη περιέργεια για το πώς ξεκίνησε. Η θεωρία της Μεγάλης Έκρηξης δεν ασχολείται με το ερώτημα αυτό, επειδή περιγράφει το Σύμπαν από τη στιγμή της δημιουργίας και μετά. Ο Εdward Tryon ήταν ο πρώτος που ασχολήθηκε σοβαρά με το πως μπορεί να δημιουργηθεί το σύμπαν από το τίποτα ήταν ο Εdward Tryon, με ένα άρθρο που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Nature, το 1973, με τον τίτλο: «Is the Universe a Vacuum Fluctuation?»

Για τη μελέτη της δημιουργία του Σύμπαντος, ένα σημείο κλειδί είναι η επιλογή του αρχικού σημείου. Σύμφωνα με την πρόταση του Tryon, το Σύμπαν δημιουργήθηκε από το κενό, δηλαδή τον άδειο χώρο. Σύμφωνα με τη κβαντική θεωρία, το φαινομενικά αδρανές κενό, δεν είναι καθόλου άδειο, αλλά σε υποατομικό επίπεδο, βρίσκεται σε διαρκή αναβρασμό. Είναι δυνατόν για παράδειγμα, από το κενό να εμφανιστεί ένα ζεύγος ηλεκτρονίου-ποζιτρονίου, να υπάρξει για σύντομο χρονικό διάστημα, και στη συνέχεια να εξαφανιστεί και πάλι. Τέτοιες διακυμάνσεις του κενού (vacuum fluctuations) δεν είναι δυνατόν να παρατηρηθούν πειραματικά, διότι έχουν χρόνο ζωής γύρω στα 10-21 δευτερόλεπτα, ενώ η απόσταση ανάμεσα στο ηλεκτρόνιο και το ποζιτρόνιο είναι της τάξης των 10-10 εκατοστών.

Οι φυσικοί όμως, είναι πεπεισμένοι ότι οι διακυμάνσεις αυτές είναι πραγματικές, επειδή μπορούν να «παρατηρηθούν» με έμμεσους τρόπους. Για παράδειγμα, κάθε ηλεκτρόνιο μοιάζει με ένα μικροσκοπικό μαγνήτη, την μαγνητική ένταση του οποίου, οι φυσικοί μπορούν να μετρήσουν με εκπληκτική ακρίβεια 10 δεκαδικών ψηφίων. Οι θεωρητικοί, με τη βοήθεια της κβαντικής θεωρίας, μπορούν να υπολογίσουν την ποσότητα αυτή, και έχουν βρει ότι η τιμή της εξαρτάται από τη δημιουργία των ζευγών ηλεκτρονίων-ποζιτρονίων. Αν το φαινόμενο αυτό αγνοηθεί, τότε ο θεωρητικός υπολογισμός συμφωνεί με τα πειραματικά δεδομένα στα πρώτα πέντε δεκαδικά ψηφία, αλλά όχι στα υπόλοιπα. Συμπεριλαμβάνοντας, όμως την επίδραση της δημιουργίας των ζευγών ηλεκτρονίων-ποζιτρονίων, υπάρχει συμφωνία σε όλα τα δεκαδικά ψηφία!

Θεωρητικά, οποιοδήποτε αντικείμενο μπορεί να εμφανιστεί στιγμιαία στο κενό, ακόμα και ένα ψυγείο ή ένας υπολογιστής. Η πιθανότητα της εμφάνισης ενός αντικειμένου όμως ελαττώνεται δραματικά καθώς αυξάνει η μάζα του και η πολυπλοκότητα της δομής του. Στην πράξη, μόνο ζεύγη σωματιδίου-αντισωματιδίου έχουν κάποια εύλογη πιθανότητα να δημιουργηθούν. Ο Tryon, στις δυο σελίδες του παράξενου και αμφισβητούμενου άρθρου του, πρότεινε ότι, σε σπάνιες περιπτώσεις, ολόκληρα σύμπαντα μπορούν να εμφανιστούν από το κενό, και ότι το Σύμπαν μας θα μπορούσε να έχει αρχίσει με αυτόν τον τρόπο.

Επειδή οι κβαντικές διακυμάνσεις είναι γενικά στιγμιαίες, η πρόταση του Tryon, ότι το Σύμπαν μας που έχει ηλικία 10 δισεκατομμύρια χρόνια δημιουργήθηκε με τον τρόπο αυτό, φαίνεται αδιανόητη. Σε γενικές γραμμές, ο χρόνος ζωής μιας διακύμανσης εξαρτάται από τη μάζα, και γίνεται μικρότερη από 10-65 γραμμάρια, δηλαδή 1038 φορές μικρότερη από τη μάζα του ηλεκτρονίου.

Εδώ, ο Tryon επικαλέστηκε το γεγονός ότι η ενέργεια ενός βαρυτικού πεδίου είναι αρνητική. Σε ένα κλειστό Σύμπαν η αρνητική βαρυτική ενέργεια αντισταθμίζει ακριβώς την ενέργεια της ύλης που περιέχει το Σύμπαν αυτό. Η συνολική ενέργεια ή ισοδύναμα η συνολική μάζα είναι ακριβώς ίση με το μηδέν. Ο χρόνος ζωής μιας κβαντικής διακύμανσης με μηδενική μάζα μπορέι να είναι άπειρος. Όμως, αν το Σύμπαν μας δημιουργήθηκε από τον κενό χώρο, από πού προέρχεται ο χώρος αυτός;

Στην καθημερινή μας εμπειρία, συνηθίζουμε να εξισώνουμε τον άδειο χώρο με το «τίποτα». Ο κενός χώρος δεν έχει μάζα, ούτε χρώμα, ούτε υφή, ούτε σκληρότητα, ούτε θερμοκρασία. Αν αυτό δεν είναι το «τίποτα, τότε τι είναι; Από τη σκοπιά της γενικής θεωρίας της σχετικότητας, ο χώρος δεν είναι ένα παθητικό υπόβαθρο, αλλά ένα εύκαμπτο μέσο το οποίο μπορεί να στραφεί, να καμπυλωθεί, να αλλάξει μορφή. Η καμπύλωση του χώρου είναι ακριβώς ο τρόπος με τον οποίο περιγράφεται το βαρυτικό πεδίο. Από αυτή τη σκοπιά, η πρόταση ότι το Σύμπαν δημιουργήθηκε στον κενό χώρο, δεν φαίνεται να εξηγεί περισσότερα από την πρόταση για παράδειγμα, ότι το Σύμπαν δημιουργήθηκε από ένα κομμάτι λάστιχο. Μπορεί να είναι αλήθεια, αλλά θα θέλαμε να μάθουμε από πού προήλθε το λάστιχο αυτό.

Το 1982, ο Ο Alexander Vilenkin από το Πανεπιστήμιο Tufts πρότεινε μια επέκταση της αρχικής ιδέας του Tryon. Πρότεινε ότι το Σύμπαν δημιουργήθηκε με κβαντικές διαδικασίες «κυριολεκτικά από το τίποτα», θεωρώντας όχι μόνο την απουσία της ύλης, αλλά ταυτόχρονα και την απουσία ΧΩΡΟΥ και ΧΡΟΝΟΥ. Η έννοια του απόλυτου τίποτα είναι δυσνόητη, γιατί έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε το χώρο σαν ένα αμετάβλητο υπόβαθρο, το οποίο πρέπει να υπάρχει. Όπως ένα ψάρι δεν μπορεί να φανταστεί την απουσία νερού, έτσι κι εμείς δεν μπορούμε να φανταστούμε την απουσία του χώρου και του χρόνου.

Ένας τρόπος να κατανοήσει κανείς το απόλυτο Τίποτα είναι να θεωρήσει ένα κλειστό Σύμπαν με πεπερασμένο όγκο και στη συνέχεια να φανταστεί ότι ο όγκος του ελαττώνεται στο μηδέν.

Είτε μπορείτε να το φανταστείτε είτε όχι, ο Vilenkin απέδειξε ότι, η έννοια του απόλυτου Τίποτα είναι τουλάχιστον πλήρως ορισμένη μαθηματικά, και ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν το σημείο εκκίνησης στις θεωρίες της δημιουργίας του Σύμπαντος. Στις πρώτες αναφορές του άρθρου του Vilenkin, μετά τoυς Guth και Witten, οι δυο Έλληνες φυσικοί Ταμβάκης και Βαγιονάκης

Όπως ακριβώς και η ιδέα του Tryon, έτσι και η πρόταση του Vilenkin, ήταν βασισμένη στην κβαντική περιγραφή της γενικής σχετικότητας. Από τη γενική σχετικότητα ο Vilenkin πήρε την ιδέα ότι ο χώρος δεν έχει σταθερή γεωμετρία, αλλά μπορεί να αλλάζει μορφή και να καμπυλώνεται. Υπάρχουν πολλές διαφορετικές γεωμετρίες που είναι πιθανές, όπως το κλειστό Σύμπαν, το ανοικτό Σύμπαν, καθώς και άλλοι λιγότερο συμμετρικοί συνδυασμοί χώρου και χρόνου.

Ανάμεσα σ’ αυτές, βρίσκεται και η γεωμετρία που είναι εντελώς κενή, ένας χώρος ο οποίος δεν περιέχει κανένα σημείο. Από την κβαντική θεωρία, ο Vilenkin χρησιμοποίησε την ιδέα του φαινομένου της σήραγγας: ένα κβαντικό σύστημα μπορεί με ασυνεχή τρόπο, να μεταπηδήσει ξαφνικά από μια κατάσταση σε μια άλλη, με την προϋπόθεση ότι δεν υπάρχει κάποιος νόμος διατήρησης που να απαγορεύει την αλλαγή αυτή. Συνδυάζοντας τις ιδέες αυτές, μπορεί να φανταστεί κανείς, ότι το Σύμπαν ξεκίνησε με εντελώς ΚΕΝΗ γεωμετρία – το απόλυτο ΤΙΠΟΤΑ – και στη συνέχεια μεταπήδησε με τη βοήθεια του κβαντικού φαινόμενου της σήραγγας σε μια μη-κενή κατάσταση.

Σύμφωνα με τους μαθηματικούς υπολογισμούς, ένα Σύμπαν που δημιουργείται με τον τρόπο αυτό θα έχει υποατομικές διαστάσεις, αλλά αυτό δεν είναι ιδιαίτερο πρόβλημα. Ενώ ο Tryon ανησυχούσε για την απειροελάχιστη πιθανότητα που έχει μια κβαντική διακύμανση με κοσμικές διαστάσεις, ο Vilenkin κατάφερε να χρησιμοποιήσει τον πληθωρισμό για να μεγεθύνει το Σύμπαν στο σημερινό του μέγεθος.

Μύθοι και αλήθειες γύρω από τις ψυχώσεις: τελικά τι ισχύει;

Ποια είναι η πρώτη εικόνα που μας έρχεται στο μυαλό όταν ακούμε την λέξη «ψύχωση»; Ίσως κάποιος βίαιος, επιθετικός και μανιακός δολοφόνος σε κατάσταση αμόκ ή ένας τρελός, ένας «περίεργος» επιστήμονας. Παρά το μέγεθος και τις διαφορετικές (και προσβάσιμες) μορφές στις οποίες διατίθεται η πληροφορία και η γνώση, πολλοί συνεχίζουν να μην κατανοούν τις ψυχώσεις και τις αλήθειες γύρω από αυτές.

Αυτό επηρεάζει σημαντικά το πως σκέφτονται, μιλούν και συμπεριφέρονται απέναντι σε άτομα με ψυχώσεις, με αποτελέσμα να διαιωνίζονται και να συντηρούνται, οι όποιοι «μύθοι», στερεότυπα και λανθασμένες αντιλήψεις γύρω από αυτές. Τους μύθους αυτούς θα προσπαθήσουμε να δούμε στην συνέχεια, προτού γίνει αυτό όμως ας δούμε κάποια βασικά πράγματα.

Πιο συγκεκριμένα, ως ψυχώσεις ορίζεται μια ομάδα διαταραχών με κοινό χαρακτηριστικό την απώλεια της επαφής του ατόμου με την πραγματικότητα αλλά και την κλονισμένη ικανότητα του για αντίληψη, επεξεργασία και ανταπόκριση στα διάφορα περιβαλλοντικά ερεθίσματα.

Κατά βάση διακρίνονται σε δύο μεγαλύτερες κατηγορίες: τις οργανικές ψυχώσεις, που έχουν οργανική βάση (π.χ σύνδρομο Korsakoff ή μετά από χρήση ουσιών) και τις λειτουργικές ψυχώσεις, που δεν έχουν κάποια γνωστή οργανική αιτία και με τις σειρά τους διακρίνονται σε άλλες 3 υποκατηγορίες: 1) τις διαταραχές διάθεσης (που δεν είναι απαραιτήτως πάντα ψυχώσεις), 2) τις σχιζοφρενικές (διαταραχές κυρίως στις γνωστικές & συναισθηματικές λειτουργίες αλλά και την συμπεριφορά) και 3) τις παραληρηματικές. Οφείλονται κυρίως σε διάφορες διαταραχές στην φυσιολογική ισορροπία χημικών ουσιών του εγκεφάλου αλλά και σε άλλες δομικές και λειτουργικές διαταραχές του.

ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΔΥΝΑΤΗ ΠΑΡΟΧΗ ΒΟΗΘΕΙΑΣ ΣΕ ΑΤΟΜΑ ΜΕ ΨΥΧΩΣΗ ΕΙΝΑΙ Η ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΑΙΣΘΗΤΟΠΟΙΗΣΗ.

Ωστόσο, όπως ειπώθηκε και προηγουμένως, παρά την ευρέως διαθέσιμη σχετική γνώση, συντηρούνται ακόμη αρκετές αναληθείς και αρνητικές ιδέες, «αλήθειες» και στερεότυπα γύρω από αυτές, κάποια από τα οποία θα δούμε παρακάτω:

-Μύθος 1ος: Τα άτομα με ψυχώσεις είναι ψυχοπαθή.

Αλήθεια: Οι ψυχώσεις και η ψυχοπάθεια είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα. Στη μεν περίπτωση της ψυχοπάθειας το άτομο μπορεί να χειραγωγεί ή να μεταχειρίζεται τους άλλους με τρόπο τέτοιο ώστε να ικανοποιούνται οι επιθυμίες και οι ανάγκες του (χωρίς να νοιάζεται για το εάν θα πληγώσει με κάποιον τρόπο τους άλλους). Στην περίπτωση όμως των ψυχώσεων μπορεί να υπάρξει φόβος, σύγχυση ή και μειωμένη ικανότητα να αλληλεπιδράσει «φυσιολογικά» με τους άλλους, όχι ωστόσο και κάποια σκόπιμη βλάβη τους.

-Μύθος 2ος: Τα άτομα με ψυχώσεις είναι επικίνδυνα.

Αλήθεια: Στην ιδέα αυτή έχουν συμβάλλει πολλές ταινίες (π.χ το Ψυχώ), βιβλία, ΜΜΕ κλπ. Σκεφτείτε πως (άθελα μας ίσως) ονομάζουμε τους παράλογους ή επιθετικούς, «ψυχάκηδες». Παρόλο μια ενδεχόμενη σύνδεση επιθετικότητας-ψυχώσεων (κυρίως λόγω της κλονισμένης επφής με την πραγματικότητα), αλλαγές θα επέλθουν στην συμπεριφορά όμως και όχι στην προσωπικότητα του ατόμου.

-Μύθος 3ος: Η ψύχωση είναι μεταδοτική.

Αλήθεια: Οι διάφορες υποκατηγορίες ψυχώσεων, σύμφωνα με τα ιατρικά και ψυχιατρικά εγχειρίδια, θεωρούνται ψυχικές διαταραχές που μπορεί να οφείλονται σε βιολογικούς, γενετικούς ή περιβαλλοντικούς παράγοντες , ως αποτέλεσμα χρήσης ουσιών ή και έντονου σωματικού ή ψυχολογικού στρες. Καμία από όλες αυτές τις πιθανές αιτίες ωστόσο δεν είναι «μεταδοτική».

-Μύθος 4ος: Οι ψυχώσεις οφείλονται σε κακές γονικές πρακτικές ή στον ελαττωματικό χαρακτήρα του ατόμου.

Αλήθεια: Όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως, οι ψυχώσεις οφείλονται σε βιολογικούς, γενετικούς, περιβαλλοντικούς παράγοντες, σε πιθανή χρήση ουσιών ή έντονο ψυχολογικό/σωματικό στρες, όχι όμως σε κακές γονικές πρακτικές ή κάποιον ελαττωματικό χαρακτήρα.

-Μύθος 5ος: Άτομα με ψυχώσεις δε θα μπορέσουν ποτέ να έχουν μια «φυσιολογική» και «παραγωγική» ζωή.

Αλήθεια: Αυτό δεν είναι αλήθεια. Στην αρχή ίσως η διαδικασία φανεί στο άτομο δύσκολη ή ακόμη και ακατόρθωτη, όμως με την κατάλληλη υποστήριξη (ψυχοθεραπευτικά και φαρμακευτικά), το άτομο μπορεί να μάθει να διαχειρίζεται λειτουργικότερα τα τυχόν επεισόδια του, πιθανότατα να προλάβει μελλοντικά, να βελτιώσει και την γενικότερη υγεία και ποιότητα ζωής του και σε κάποιες περιπτώσεις ακόμη και να επανακάμψει.

Συνοψίζοντας, το κλειδί για την καλύτερη δυνατή παροχή βοήθειας σε άτομα με ψύχωση, είναι πρώτα και πάνω από όλα η προσωπική ενημέρωση και ευαισθητοποίηση επί του θέματος. Έτσι θα μειωθούν στο ελάχιστο δυνατό οι όποιες συνέπειες του στίγματος γύρω από αυτό στα άτομα και θα αυξηθούν κατά το δυνατόν η ενσυναίσθηση, κατανόηση, αποδοχή, υποστήριξη, ποιότητα ζωής και διαχείρισης της κατάστασης.

Κάθε θετική αλλαγή της ύπαρξής μας προϋποθέτει ανοικτούς ορίζοντες. Πείραμα σκέψης: πόσο θελκτική θεωρείς την αντίθετη εκδοχή του εαυτού σου;

Κάθε θετική αλλαγή της ύπαρξής μας προϋποθέτει ικανότητα αυτοπαρατήρησης , ικανότητα παρατήρησης του περιβάλλοντος και ανοικτούς ορίζοντες.

H εικόνα του εαυτού σας είναι μια διανοητική εικόνα για το πώς βλέπετε εσείς οι ίδιοι τον εαυτό σας, αλλά και πώς πιστεύετε ότι σας βλέπουν οι άλλοι. Αυτό περιλαμβάνει όχι μόνο τα φυσικά χαρακτηριστικά σας, όπως το ύψος, το βάρος και το σχήμα του σώματός σας, αλλά και τα πνευματικά χαρακτηριστικά σας όπως η προσωπικότητα, η αυτοπεποίθηση, οι δεξιότητες και η συμπεριφορά σας. Συχνά θεωρούμε ότι η αυτοεικόνα μας είναι μία αντικειμενική αλήθεια. Σκεφτόμαστε Φυσικά και γνωρίζω ποιος είμαι! Πώς θα μπορούσα να μην ξέρω;

Στην πραγματικότητα όμως, η αυτοεικόνα μας είναι συχνά μια υποκειμενική ερμηνεία. Παίρνουμε στοιχεία και γεγονότα που μας έχουν συμβεί και στη συνέχεια τα περνάμε μέσα από ένα διανοητικό φίλτρο, δημιουργώντας έτσι την τελική μας αντίληψη για το εγώ και την ιστορία μας.

Κάποιες φορές, χρειάζεται να προσπαθήσουμε να βγούμε από την περιορισμένη εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας προκειμένου να μπορέσουμε να μάθουμε κάτι καινούργιο για εμάς ή να ωριμάσουμε.

Μια ωραία άσκηση για να γίνει αυτό είναι να φανταστείτε την αντίθετη εκδοχή του εαυτού σας.

Για να αρχίζετε να φαντάζεστε την αντίθετη εκδοχή του εαυτού σας, αρχικά δημιουργήστε μια λίστα με τα χαρακτηριστικά που αποδίδετε στον εαυτό σας και στη συνέχεια γράψτε ακριβώς τα αντίθετα από αυτά τα χαρακτηριστικά.

Για παράδειγμα:

Εσωστρεφής – Πώς θα ήταν μια εξωστρεφής εκδοχή του εαυτού σας;

Αγχωμένος – Πώς θα ήταν μια ήρεμη και χαλαρή εκδοχή του εαυτού σας;

Χαμηλή αυτοεκτίμηση– Πώς θα ήταν μια εκδοχή του εαυτού σας γεμάτη αυτοπεποίθηση;

Ευαίσθητος – Πώς θα ήταν μια πιο λογική εκδοχή του εαυτού σας;

Στενόμυαλος – Πώς θα ήταν μια πιο ανοιχτή εκδοχή του εαυτού σας;

Ιδιότροπος – Πώς θα ήταν μια πιο ευγενική και φιλική εκδοχή του εαυτού σας;

Φυσικά τα χαρακτηριστικά που επιλέγετε μπορεί να είναι διαφορετικά από αυτά που προαναφέρθηκαν, ωστόσο μπορείτε να πάρετε μια ιδέα. Συνιστάται να επικεντρωθείτε περισσότερο σε εκείνα τα χαρακτηριστικά που θεωρείτε ανθυγιεινά ή που θέλετε να εξισορροπήσετε, καθώς ο κύριος στόχος αυτής της άσκησης είναι να ωθήσετε το μυαλό σας σε έναν διαφορετικό τρόπο σκέψης.
Μόλις αρχίσετε να συλλογίζεστε αυτή την αντίθετη εκδοχή του εαυτού σας, φανταστείτε με ποιο τρόπο θα ενεργούσε διαφορετικά από εσάς σε διάφορες καταστάσεις.

Για παράδειγμα, πώς θα αντιδρούσε και θα σκεφτόταν ο γεμάτος αυτοπεποίθηση εαυτός σας κατά τη διάρκεια μιας συνέντευξης, σε ένα πρώτο ραντεβού ή σε μία δημόσια παρουσίαση; Τι θα γινόταν διαφορετικά; Πώς θα φαινόταν αυτό από την οπτική ενός τρίτου προσώπου; Πώς θα νιώθατε εσείς; Κλείστε τα μάτια σας και προσπαθήστε να φανταστείτε τη συγκεκριμένη συνθήκη με όσο περισσότερες λεπτομέρειες μπορείτε.

Μπορείτε ακόμη και να υποδυθείτε την αντίθετη εκδοχή του εαυτού σας. Μπείτε στο ρόλο και φανταστείτε ότι μιλάτε σε κάποιους ανθρώπους, ενώ περπατάτε και χρησιμοποιείτε τη γλώσσα του σώματος σας.

Αυτό το πείραμα σκέψης ίσως αρχικά να σάς φαίνεται περίεργο και αστείο αλλά χρειάζεται να το δείτε το ως έναν διασκεδαστικό και δημιουργικό τρόπο να πειραματιστείτε με την εικόνα του εαυτού σας. Μοιάζει με τον τρόπο με τον οποίο τα παιδιά παίζουν υποδυόμενα διάφορους κοινωνικούς ρόλους καθώς αναπτύσσουν την αίσθηση του εαυτού και της ταυτότητά τους.

Επίσης, είναι πιθανό να ανακαλύψετε ότι αυτοί οι νέοι τρόποι με τους οποίους ενσαρκώνετε αυτή τη νέα ταυτότητα, σάς είναι πιο ταιριαστοί απ’ ό,τι περιμένατε. Ίσως ανακαλύψετε κάποιες κρυφές πτυχές του εαυτού σας που σάς ήταν άγνωστες.

Μην ξεχνάτε ότι ο βασικός σκοπός δεν είναι να γίνετε η αντίθετη εκδοχή του εαυτού σας, αλλά να αρχίσετε να ωθείτε το μυαλό σας σε νέες και διαφορετικές κατευθύνσεις .

Εάν μπορούσατε να επιτύχετε μόνο το 10% της γεμάτης αυτοπεποίθηση εκδοχής του εαυτού σας, σκεφτείτε το εύρος της αλλαγής που θα μπορούσε να επιφέρει αυτό στη ζωή σας. Για να μπορέσετε όμως να κινηθείτε προς αυτήν την αλλαγή, θα πρέπει να είστε σε θέση να τη δείτε με τα μάτια του μυαλού σας. Εάν δεν είστε ανοιχτοί σε αυτή τη πιθανότητα, τότε θα δυσκολευτείτε να τη μετατρέψετε σε πραγματικότητα.

H ουσία της πραγματικότητας - Ένας διάλογος με τον Σωκράτη και τον Πλάτωνα

Μια μέρα, ο Πλάτωνας επισκέφθηκε τον Σωκράτη. Καθώς ήταν ο αγαπημένος του μαθητής, ο Πλάτωνας περίμενε υπομονετικά να τελειώσει τη συζήτηση που είχε ο δάσκαλός του και κάθισε σε μια καρέκλα. Όταν έφυγαν όλοι ο Σωκράτης του απηύθυνε το λόγο:

Σωκράτης: Σωκράτης: Αγαπημένε μου μαθητή! Πώς είσαι αυτή την ωραία μέρα;

Πλάτων: Είμαι προβληματισμένος, Σωκράτη, όπως πολλοί από τους Αθηναίους συμπολίτες μας όταν συνομιλούν μαζί σου.

Σωκράτης: Και τι είναι αυτό που σε προβληματίζει;

Πλάτων: Είναι η φύση της πραγματικότητας, Σωκράτη. Τι είναι πραγματικό; Είναι η καρέκλα στην οποία κάθομαι αληθινή ή είναι απλώς μια σκιά κάποιας ιδανικής καρέκλας που υπάρχει σε ένα ανώτερο πεδίο;

Σωκράτης: Πολύ ενδιαφέρουσα ερώτηση! Πες μου, όταν μιλάς για μια “ιδανική καρέκλα”, σε τι αναφέρεσαι;

Πλάτων: Μιλάω για τη Μορφή της καρέκλας, ένα τέλειο, αμετάβλητο ιδανικό που ενσαρκώνει την ουσία της “καρέκλας”.

Σωκράτης: Ενδιαφέρον. Δηλαδή προτείνεις ότι αυτή η “ιδανική καρέκλα” είναι πιο πραγματική από αυτή στην οποία κάθεσαι;

Πλάτωνας: Ακριβώς. Η καρέκλα εδώ υπόκειται στη φθορά και την αλλαγή. Αλλά η Μορφή της καρέκλας είναι αμετάβλητη, αιώνια.

Σωκράτης: Α, άρα αυτό που λες είναι ότι το απτό είναι λιγότερο πραγματικό επειδή είναι παροδικό. Αλλά αυτή η παροδικότητα δεν το κάνει πιο αληθινό στην ανθρώπινη εμπειρία μας;

Πλάτων: Μα και η ανθρώπινη εμπειρία μας είναι επίσης μια σκιά από κάτι μεγαλύτερο, κάτι πιο “αληθινό” στο πεδίο των Ιδεών.

Σωκράτης: Αυτό είναι πολύ τολμηρό. Υπονοείς ότι η ίδια η ύπαρξή μας εδώ είναι, κατά κάποιο τρόπο, μικρότερη από κάποια ιδανική ύπαρξη;

Πλάτων: Κατά κάποιο τρόπο, ναι. Πιστεύω ότι η κατανόηση των Ιδεών είναι το κλειδί για την κατανόηση της αληθινής φύσης της πραγματικότητας.

Σωκράτης: Αλλά αγαπητέ μου Πλάτωνα, αν δεν μπορούμε ποτέ να βιώσουμε πραγματικά αυτές τις Ιδέες, αυτά τα ιδανικά, δεν είναι απλώς έννοιες; Και αν είναι απλώς έννοιες, μπορούμε πραγματικά να πούμε ότι είναι “πιο πραγματικές” από τον κόσμο που βιώνουμε;

Πλάτων: Υποστηρίζω ότι είναι πραγματικές επειδή παρέχουν το πλαίσιο για την κατανόηση του κόσμου μας. Με τον στοχασμό των Ιδεών, ερχόμαστε πιο κοντά στο να κατανοήσουμε την ουσία της ίδιας της πραγματικότητας.

Σωκράτης: Πολύ ενδιαφέρον επιχείρημα. Έτσι, είμαστε παγιδευμένοι σε μια διαρκή αναζήτηση για να κατανοήσουμε μια πραγματικότητα που δεν μπορούμε ποτέ να βιώσουμε πλήρως. Η ζωή μας, λοιπόν, είναι ένα ταξίδι προς την κατανόηση αυτής της ασύλληπτης “ουσίας”.

Πλάτων: Ακριβώς, Σωκράτη. Οι φιλοσοφικές μας αναζητήσεις είναι η γέφυρα προς αυτή την ανώτερη κατανόηση.

Σωκράτης: Οπότε, Πλάτωνα, ας συνεχίσουμε να αναζητούμε γιατί φαίνεται ότι η ουσία της πραγματικότητας είναι τόσο άπιαστη όσο ποτέ. Αλλά η αναζήτηση για την κατανόησή της είναι ένα ταξίδι που αξίζει να κάνουμε.

Εισαγωγή στη φιλοσοφία των Κυνικών: Αντισθένης (1)

Αντισθένης: 445/450 ‒365/360 π.Χ.

Η διαλεκτική του Λόγου

§1

Ι. Ποιος είναι ο Αντισθένης; Είναι Κυνικός φιλόσοφος, γεννημένος στην Αθήνα και κατά πάσα πιθανότητα ιδρυτής της Κυνικής φιλοσοφίας. Διαμόρφωσε τις φιλοσοφικές του απόψεις, επηρεασμένος τόσο από τους Σοφιστές όσο και από τον Σωκράτη. Παρακολούθησε μαθήματα των Σοφιστών και ιδιαίτερα του Γοργία. Στο μεταξύ έγινε μαθητής του Σωκράτη, από τον οποίο διαφοροποιείται, ανάλογα βέβαια και με το θέμα, κυρίως ως προς τη μέθοδο. Π.χ., όπως και ο Σωκράτης, κάνει λόγο για τη ύψιστη αξία της ανδρείας και της δικαιοσύνης, τις συσχετίζει με τη σοφία και θεωρεί ότι μπορούν να διδαχτούν. Διαφοροποιείται ωστόσο από τον δάσκαλό του κατά το ότι θεωρεί πως η σοφία δεν αποτελεί προϋπόθεση, όπως υποστήριζε ο Σωκράτης, για την ανδρεία και τη δικαιοσύνη, αλλά είναι μια ουδέτερη έννοια, που ανήκει στον ορθό βίο, στο μέτρο, εννοείται, που τη διέπει η δικαιοσύνη.

ΙΙ. Η Κυνική φιλοσοφία δεν αποτελεί μια σχολή, με την αυστηρή έννοια του όρου, παρά υπαγορεύει μια συνεπή, ως προς την ουσία της, στάση, με κύριο θεμέλιο τον ορθό Λόγο, απέναντι στα θεμελιώδη ζητήματα της ζωής. Πρόκειται για ζητήματα, που αναφύονται καθημερινά στη ζωή των ατόμων αλλά συνδέονται και με τον βίο της ελληνικής πολιτείας από τη μέση περίοδο του 5ου αιώνα έως και τον 4ο αιώνα. Τέτοια ζητήματα, ας πούμε, είναι εκείνο του ορθού βίου, της κριτικής άρνησης των καθιερωμένων αρχών και τρόπων συμπεριφοράς, της πρακτικής σημασίας της παρρησίας και της ανδρείας, της ορθής οργάνωσης της ατομικής αλλά και της πολιτικής ζωής, της ερμηνείας του νόμου όχι δογματικά με βάση το γράμμα του παρά με βάση το πνεύμα του, πράγμα που σημαίνει πιο ειδικά ότι κατά την απονομή του δικαίου ο δικαστής θα πρέπει να εισδύει σ’ αυτό που «υπονοεί» ο νόμος και να μην προσκολλάται μονοσήμαντα σε ό,τι λέει το γράμμα.

ΙΙΙ. Οι Κυνικοί φιλόσοφοι, στο σύνολό τους σχεδόν, βρίσκονταν πολύ κοντά στις κατευθυντήριες γραμμές της Σωκρατικής φιλοσοφίας, ωστόσο διαφοροποιήθηκαν αισθητά σε κεντρικές μεθοδολογικές ή και περιεχομενικές εν μέρει αρχές του Σωκράτη. Έτσι, όπως και ο δάσκαλός τους, θεωρούσαν τον ενάρετο τρόπο ζωής [: το κατ’ αρετήν ζην] ως τον ύψιστο σκοπό της ζωής, χωρίς όμως να ασπάζονται και τη βασική άποψη του Σωκράτη περί προηγούμενης μετάδοσης της γνώσης για μια τέτοια πρακτική στάση. Η μάθηση της αρετής, γι’ αυτούς, προέκυπτε από την καθημερινή εμπειρία και άσκηση με τα πράγματα και όχι από κάποια θεωρητική διδασκαλία.

§2

Ο Αντισθένης εννοούσε ως νόμιμες ηδονές εκείνες μόνο που συμπορεύονται με την αρετή και επιτρέπουν την αντιμετώπιση των πόνων. Γενικώς αποδεχόταν εκείνες τις αρετές, για τις οποίες δεν πρόκειται να μετανιώσει κανείς αργότερα. Στο θεμελιώδες επίπεδο του διαλέγεσθαι και τον γενικότερο ρόλο του Λόγου είναι πιο κοντά στον Σωκράτη παρά στον Γοργία. Σε ένα πρώτο, άμεσο στάδιο εξετάζει τα ονόματα ‒καθότι επίσκεψις ονομάτων συνιστά αρχή παιδεύσεως‒ και τη σημασία τους, ως ένα πρώτο βήμα για την ανάπτυξη μιας γενικότερης δραστηριότητας του Λόγου· μια τέτοια δραστηριότητα όμως που διασφαλίζει την εδραία άσκηση της φρόνησης και δεν εξαντλείται σε αφηρημένα λογικά σχήματα, μακριά από τα πράγματα. Αυτή η δραστηριότητα είναι διαλεκτική αναζήτηση της αλήθειας στο επίπεδο του πρακτικού βίου: συγκρότηση ορθών, υγιών κρίσεων, που συμβάλλουν συγκεκριμένα στην ενίσχυση της ψυχής, στην ενδυνάμωσή της. Στο πλαίσιο της επίσκεψης των ονομάτων, δηλαδή της κατανόησης της σημασίας των λέξεων, που κατ-ονομάζουν τα πράγματα, οι κρίσεις αυτές εισέρχονται στη ζωή μας ως ένα είδος ηθικής γνώσης τόσο για τα μέσα μας όσο και για σωστή αποτίμηση των πραγμάτων και για την ορθή χρήση του Λόγου στην επαφή μας με αυτά. Αλήθεια, πόσο ορθά, ηθικά, συνετά και με νοηματική ακρίβεια χρησιμοποιούμε σήμερα τον Λόγο: από τους αναίσθητους και αγράμματους πολιτικούς θαμώνες των σκυλάδικων και των χαρτοπαιχτικών κέντρων ως τους φλύαρους διορισμένους των ιδεολογικό-πολιτικό-«επιστημονικών» οργανισμών ή αντίστοιχων μορφωτικών ιδρυμάτων. Στη διεργασία καθορισμού της σημασίας των διαφόρων λέξεων-όρων [=επίσκεψις ονομάτων], ο Αντισθένης ακολουθεί, ως επί το πλείστο τη Σωκρατική μέθοδο αναζήτησης ορισμού: το τι σημαίνει η κάθε έννοια, ας πούμε αρετή, ηδονή κ.λπ. Αυτή η επίσκεψις, για τον Αντισθένη, δεν εξετάζει το ον ως ον, αλλά επιζητεί να αναδείξει μια γνωσιο-λογική, ήτοι λογικο-γλωσσολογική κατανόηση όρων και εννοιών.

§3

Ι. Σε κάθε περίπτωση, ο Αντισθένης επιδίωκε, κατά τις ως άνω λογικές διεργασίες να διασώσει τη δυνατότητα του πρακτικού διαλέγεσθαι, κατά το πρότυπο του Σωκράτη, και δι’ αυτού μια ουσιωδώς χρήσιμη, μεστή σε πρακτικά νοήματα, μετάδοση της γνώσης. Με βάση τη θεωρία του: της επισκέψεως ονομάτων, ο Αντισθένης αναπτύσσει μια οξεία κριτική, πολεμική για την ακρίβεια, στη θεωρία των Ιδεών του Πλάτωνα. Με βάση τη διεργασία αναζήτησης ορισμού, κατά τη λογική διαδικασία του ορίζειν, στρέφεται ενάντια στο Πλατωνικό τι εστί: ο λόγος περί ορισμού ποτέ δεν έχει για αντικείμενο το τι εστί, αλλά το ποίον τι εστί. Με τούτο εννοούσε πως υπάρχουν μόνο πραγματικά, συγκεκριμένα όντα και όχι Ιδέες ως οντότητες. Βασιζόμενος στη ρεαλιστικότητα των αισθήσεων και στην προφανή αλήθεια της εμπειρικής γνώσης έλεγε ειρωνικά, για τον Πλάτωνα: τον ίππον μεν τον βλέπω, την Ιδέα όμως της ιππότητας δεν τη βλέπω.

ΙΙ. Υποστήριζε, συναφώς, ρητά ότι ένας και μοναδικός λόγος μπορεί να ειπωθεί ή να διατυπωθεί για το τι εστί, γι’ αυτό εδώ το πράγμα, ο οικείος λόγος. Π.χ. μπορούμε να πούμε μόνο ότι ο άνθρωπος είναι άνθρωπος· οποιαδήποτε άλλη κατηγόρηση του ανθρώπου, όπως είναι λευκός κ.λπ. δεν είναι ικανή να εγγυηθεί, σε επίπεδο λογικής επιχειρηματολογίας, το αληθές ή το ψευδές του ονόματος, της έννοιας άνθρωπος. Αναλογικά και στο πρακτικό επίπεδο της ζωής: δεν λύνουν κανένα πρόβλημα του ανθρώπου οι πολύπλοκες θεωρίες· το μόνο που είναι αναγκαίο είναι η ηθική του αυτάρκεια. Ας σημειωθεί πως οι αρνητικά πολύπλοκες, ακατανόητες, ασαφείς θεωρίες σήμερα ρέουν άφθονες μέσα στα σκονισμένα αμφιθέατρα της φιλοσοφίας· εκεί δηλαδή όπου δοτές μετριότητες διδασκόντων, αδιανόητες ακόμη και για τον κοινό νου, σαν τις δοτές κυβερνήσεις των δεσποτικών καθεστώτων, ασχημονούν ασύστολα πάνω στο σώμα της φιλοσοφίας.

ΙΙΙ. Για να φτάσει ο άνθρωπος σε μια ηθική αυτάρκεια, χρειάζεται να πειστεί να εγκαταλείψει το κυνήγι των εξωτερικών αγαθών, με κύρια εκείνα της ηδονής και του πλούτου, και να επιμείνει στην πραγμάτωση της εσωτερικής του ελευθερίας, της αυτονομίας της ψυχής του. Για τη σημερινή εποχή της μαζικο-«δημοκρατικής» αποβλάκωσης των ανθρώπων και της μετατροπής τους σε καταναλωτικά εργαλεία και πράγματα, με το κυνήγι παρόμοιων εξωτερικών αγαθών, σαν αυτά που αποστρέφεται ο Αντισθένης, ο Λόγος του είναι σαν τα Χρυσά Έπη του Πυθαγόρα. Κυρίως γίνεται μοναδικά αποκαλυπτικός για όλους εκείνους τους άξεστους βοσκούς της δημόσιας ζωής, που πρωταγωνιστούν στο πιο πάνω κυνήγι με χρήματα των εξαθλιωμένων ποιμνίων τους. Σε επίπεδο φιλοσοφικής σκέψης, η δυστυχία είναι ότι έχουν χαθεί πολλά από τέτοια σπουδαία κείμενα της φιλοσοφικής γραμματείας. Π.χ. στο μη διασωθέν βιβλίο του περί του αντιλέγειν κάνει λόγο για το αδύνατο της αντίφασης, της διαφωνίας, τη μη συμφωνίας, της αντιλογίας. Τα σχετικά του επιχειρήματα φωτίζουν αληθινά την καθημερινή συνομιλία των ανθρώπων διαχρονικά: κατά τη θεωρία του περί της μη δυνατότητας για αντιλογία, δυο συνομιλητές δεν μπορούν να διαφωνούν: είτε γιατί κατά τη συνομιλία τους χρησιμοποιούν την ίδια λέξη/λόγο, είτε την/τον κατανοούν με το ίδιο νόημα, είτε λένε διαφορετικά πράγματα. Πέραν των άλλων, η εν λόγω θεωρία θίγει το θέμα, που κατακλύζει σήμερα τη μαζική κουλτούρα: το θέμα μιας στοιχειώδους κατανοητικής βάσης, μιας προκατανόησης (Χάιντεγκερ), για οποιαδήποτε περαιτέρω συνομιλία. Σήμερα, όχι σπάνια οι εριστικές διαφωνίες προκύπτουν από μιμητική μεταφορά πληροφοριών, χωρίς την παραμικρή εσωτερίευση νοημάτων.

Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΗ (399 π.Χ.)

Έχει ειπωθεί πολύ σωστά ότι έχουμε την τάση να ξεχνάμε την αξία της ελευθερίας - μέχρι να τη χάσουμε. Η ελευθερία είναι μια αμφισβητούμενη έννοια (δεν υπάρχει καθολική συμφωνία ως προς μια κεντρική σημασία της), φαντάζομαι όμως ότι θα συναντούσε ευρεία συναίνεση η πρόταση ότι, για τη δύση, μια ιδιαίτερη ελευθερία, η ελευθερία του λόγου, είναι η πιο θεμελιώδης πολιτική ελευθερία. Χωρίς αυτή, δεν μπορεί να υπάρξει καμία άλλη - ή, σε κάθε περίπτωση, μόνο υπό μία ιδιαίτερα αποδυναμωμένη έννοια. Ο ελεύθερος λόγος ωστόσο έχει υψηλό τίμημα: το τίμημα της προσβολής, έστω και αν τα αισθήματα προσβολής πο­τέ δεν μπορούν από μόνα τους να δικαιολογήσουν οποιουδήποτε είδους επίσημη λογοκρισία επιβαλλόμενη ή κατευθυνόμενη από το κράτος. Η δίκη του Σωκράτη πολλές φορές έχει θεωρηθεί ότι αποτελεί μια διαρκή προσβολή αυτής της αρχής της δημοκρατικής πολιτικής ελευθερίας. Ένας σύγχρονος στοχαστής μάλιστα (I.F. Stone [1988]) έφτασε στο σημείο να ισχυριστεί ότι, δικάζοντας και στη συνέχεια καταδικάζοντας τον Σωκράτη, έναν άνθρωπο πολιτικά κατευθυνόμενου λόγου και όχι πολιτικής δράσης, οι δημοκρατικοί Αθηναίοι διέπραξαν αμάρτημα σε βάρος των πεποιθήσεων τους περί ελευθερίας του λόγου.

Ο ίδιος ο Στόουν ήταν μεγάλος υποστηρικτής της αθηναϊκού τύπου δημοκρατίας γενικά, αλλά πολλοί διανοούμενοι από την εποχή του Σωκράτη και μετά δεν ήταν πράγματι, πολύ συχνά ήταν το αντίθετο του υποστηρικτή (Roberts 1994). Μας έρχεται στο μυαλό αμέσως και πάνω απ’ όλους ο Πλάτωνας και οι μαθητές του, συμπεριλαμβανομένου του Αριστοτέλη, αν και ο Σταγειρίτης ήταν πολύ πιο ανεκτικός απ’ όσο ο μέντοράς του απέναντι στην αρχή της λήψης αποφάσεων κατά πλειοψηφία. Η δίκη και η θανατική καταδίκη του Σωκράτη, του μέντορα του Πλάτωνα, έχει σταθερά αντιμετωπιστεί και απεικονιστεί ως η πιο φρικτή πράξη λογοκρισίας από μια μη ανεκτική, σκοταδιστική δημοκρατία, στην οποία κυριαρχούσε ο όχλος. Ακόμα και ο Τζον Στιούαρτ Μιλ, που υπήρξε γενικά υπερασπιστής της Αθήνας σε αντίθεση με τους δεξιούς ολιγαρχικούς επικριτές του (βλ. Irwin 1998), αντιμετώπισε τη δίκη του Σωκράτη ως παράδειγμα αυτού που φοβόταν περισσότερο στο δοκίμιό του Περί Ελευθερίας (1859), δηλαδή την τυραννία της πλειοψηφίας.

Είναι βάσιμες όμως οι ενστάσεις, η κριτική και οι ανησυχίες του Στόουν και του Μιλ; Αυτό δεν είναι εύκολο να το κρίνει κανείς, όχι μόνο γιατί ποτέ δεν είναι εύκολο να επανεξετάσουμε και να φανταστούμε ξανά την ατμόσφαιρα ενός δικαστηρίου που λειτουργούσε με εντελώς διαφορετικούς κανόνες και κώδικες από αυτούς με τους οποίους είμαστε σήμερα εξοικειωμένοι, αλλά και γιατί τα αποδεικτικά στοιχεία που μας επιτρέπουν να κάνουμε μια αναδρομική επανεκτίμηση αυτής της ιδιαίτερης υπόθεσης διαστρεβλώνονται συστηματικά. Από τη μια πλευρά, ο Σωκράτης είναι πιθανότατα ο διασημότερος φιλόσοφος που έζησε ποτέ, τουλάχιστον στη δυτική παράδοση, κάτι που είναι σπουδαίο επίτευγμα για έναν άνθρωπο για τη ζωή του οποίου (469-399 π.Χ.) ελάχιστα πράγματα γνωρίζουμε με βεβαιότητα και ο οποίος, όπως φαίνεται, δεν έγραψε ποτέ ούτε λέξη από τη φιλοσοφία ή τις διδασκαλίες του. Από την άλλη, κατά συνέπεια, δυσκολευόμαστε σοβαρά να αποφασίσουμε ποιες ήταν οι «δικές του» απόψεις, πόσω μάλλον να τις ερμηνεύσουμε σωστά. Επιπλέον, όσον αφορά τη δίκη του για ασέβεια, ακούμε μόνο τα επιχειρήματα της υπεράσπισης· και αυτά τα επιχειρήματα μας μεταδίδονται μόνο έμμεσα, με παραπλανητική γλώσσα. Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι «η δίκη του Σωκράτη είναι ένα θέμα για το οποίο πολλοί μελετητές δυσκολεύονται να παραμείνουν ηθικά αμέτοχοι, καμιά φορά σε βάρος της διατήρησης της κατάλληλης απόστασης από το ιστορικό αντικείμενο» (Giordano-Zecharya 2005: 350).

Όπως και να έχει, με το χέρι στην καρδιά και μιλώντας ειλικρινά, θα διακινδυνεύσω να ισχυριστώ ότι το αθηναϊκό ορκωτό δικαστήριο του 399 π.Χ., το οποίο αποτελούσαν πεντακόσιοι ένας ένορκοι, πολίτες καλής κοινωνικής θέσης εγγεγραμμένοι στον ετήσιο κατάλογο από τον οποίο κληρώνονταν τυχαία οι ένορκοι για ιδιαίτερες υποθέσεις τη μέρα της δίκης, δικαίως καταδίκασε τον Σωκράτη. Πιο συγκεκριμένα, θα ισχυριστώ ότι το έκαναν με βάση την κύρια κατηγορία, αυτή της ασέβειας. Μπορεί ίσως να φανεί παράξενο που νιώθω την ανάγκη να πάρω αυτή τη θέση, αφού η δίωξη που ασκήθηκε κατά του Σωκράτη αφορούσε επίσημα μια γραφή ασεβείας (έγγραφη κατηγορία), που δικάστηκε από το δικαστήριο στο οποίο προέδρευε ο βασιλεύς, ο άρχοντας που ήταν υπεύθυνος για την τήρηση και εφαρμογή του θρησκευτικού νόμου. Οι συνήγοροι του Σωκράτη τον καιρό εκείνο πάντως, και πιθανόν η πλειονότητα των ερμηνευτών από τότε, σκέφτηκαν ή ισχυρίστηκαν ότι η πραγματική κατηγορία σε βάρος του, εκείνη που τον έστειλε στο θάνατο, αφορούσε σχέσεις όχι ανάμεσα σε ανθρώπους και θεούς, αλλά μόνο ανάμεσα σε ανθρώπους. Γι' αυ­τούς, ο πραγματικός λόγος της παραπομπής σε δίκη και της καταδίκης του Σωκράτη ήταν η πολιτική με τη στενότερη έννοια της λέξης, η συνέχιση με άλλα νόμιμα μέσα της άσχημης και συχνά βίαιης πολιτικής διαμάχης που μάστιζε τους δρόμους και τις επίσημες πολιτικές αρένες της Αθήνας για πάνω από μία δεκαετία. Θα διαφωνήσω με αυτή την άποψη· θα προλογίσω όμως την αντίκρουσή μου επαναλαμβάνοντας ότι, στην αρχαία Αθήνα, η θρησκεία δεν ήταν απλά πολιτικοποιημένη αλλά πολιτική - μέρος της ουσίας του «πολιτικού» μάλιστα. Θα ήταν επομένως αναχρονιστικό και παραπλανητικό να διακρίνουμε μια «πολιτική» από μια «θρησκευτική» κατηγορία.

Αρχίζω την απόπειρα υπεράσπισης του αθηναϊκού δήμον εκθέτοντας μια σειρά από τέσσερα «άρθρα» που αφορούν τη θρησκεία στην αρχαία ελληνική πόλη γενικά, όχι μόνο ή ειδικά τη δημοκρατική πόλη της Αθήνας το 399 π.Χ. Στη συνέχεια, παρουσιάζω μια σειρά τεσσάρων «προτάσεων» σχετικά με τις συγκεκριμένες συνθήκες της πόλης των Αθηνών εκείνη την εποχή. Το επαγωγικό συμπέρασμα της διάκρισης είναι το εξής: ενώ, σύμφωνα με τα τέσσερα «άρθρα», η κλασική Αθήνα ήταν μια τυπική ελληνική πόλη, σύμφωνα με τις τέσσερις «προτάσεις», η Αθήνα όχι μόνο ήταν μια μη τυπική ελληνική πόλη, αλλά οι συνθήκες του 399 π.Χ. ήταν επίσης εξαιρετικά ανώμαλες όταν τις βλέπει κανείς μέσα στο πλαίσιο της ιστορίας της κλασικής δημοκρατικής Αθήνας ως σύνολο.

ΑΡΘΡΟ 1

Η ελληνική πόλις ήταν μια πόλη θεών καθώς και ανθρώπων - ή, μάλλον, θεών πρώτα και ύστερα ανθρώπων. Το να είσαι πραγματικά Έλληνας σήμαινε να γνωρίζεις τη θέση σου μέσα στον κόσμο, να γνωρίζεις ότι ήσουν από τη φύση σου, που δεν μπορούσε να αλλάξει, όχι θείος και κατώτερος από το θεϊκό σύμπαν. Η ελληνική πόλη ήταν μια συγκεκριμένη ζωντανή οντότητα, που έχαιρε της σίγουρης προστασίας των θεών, οι οποίοι δε θα την εγκατέλειπαν όσο αυτή δεν εγκατέλειπε εκείνους. Επομένως, η θρησκεία ήταν αναμεμειγμένη με τα πάντα και τα πάντα ήταν διαποτισμένα από τη θρησκεία - έστω και αν οι Έλληνες συνέβαινε «να μην έχουν μια λέξη για τη θρησκεία» και συχνά χρησιμοποιούσαν κάποια περίφραση, όπως «τα των θεών». Έτσι, η θρησκεία είτε καθόριζε (ή προκαλούσε) την ανθρώπινη συμπεριφορά, πάνω απ’ όλα τελετουργικού χαρακτήρα, είτε έδινε θρησκευτική διάσταση, σχέση ή τουλάχιστον αίσθηση σε συμπεριφορές που δεν ήταν πρωταρχικά ή αποκλειστικά θρησκευτικές. Για παράδειγμα, η συνέλευση της Εκκλησίας του Δήμου της Αθήνας άρχιζε με την τελετουργική σφαγή χοιριδίων, με το αίμα των οποίων εξαγνιζόταν ο τόπος της συνέλευσης στο λόφο της Πνύκας.

ΑΡΘΡΟ 2

Η θρησκεία της ελληνικής πόλεως δεν έμοιαζε και πολύ με αυτές μέσα στις οποίες (υποθέτω ότι) ανατράφηκε ή με τις οποίες είναι σε κάθε περίπτωση εξοικειωμένη η πλειονότητα των αναγνωστών μου: δηλαδή η μια ή η άλλη εκδοχή του ιουδαϊσμού, του χριστιανισμού καν του ισλαμισμού. Η αρχαία ελληνική θρησκεία δηλαδή δεν ήταν ένας καθαρά πνευματικός μονοθεϊσμός, εξ αποκαλύψεως και δογματικός, ούτε ήταν ζήτημα προσωπικής πίστης ή ιερών βιβλίων, τα οποία ερμηνεύει και κηρύσσει ένας επαγγελματικός, ιεραρχικά δομημένος κλήρος. Η διάκριση και η αντίθεση μπορούν να συνοψιστούν ως εξής: σύμφωνα με τα αδιαμφισβήτητα δόγματα του ιουδαϊσμού, του χριστιανισμού και του ισλαμισμού, ο Θεός (ενικός αριθμός) δημιούργησε τον κόσμο- σύμφωνα με τη μυθολογία των προ Χριστού Ελλήνων ωστόσο, ο κόσμος προϋπήρχε των θεών, τους οποίους κατά μία έννοια δημιούργησε.

ΑΡΘΡΟ 3

Η ελληνική θρησκεία δεν μπορούσε να διαχωριστεί από την πολιτική, με την ευρύτατη έννοια του αυτοπροσδιορισμού και της διακυβέρνησης της κοινότητας. Με τη στενή έννοια της πολιτικής δραστηριότητας ή της πολιτικής διαμάχης, η ελληνική πολιτική μπορεί να διαχωριστεί από τη θρησκεία, αν και με τα περισσότερα σύγχρονα φιλελεύθερα-δημοκρατικά κριτήρια ο δεσμός ανάμεσά τους ήταν πολύ στενός ακόμα και εδώ. Για παράδειγμα, ένας όρος που χρησιμοποιούσαν συχνά οι Έλληνες για μια ανατρεπτική πολιτική δολοπλοκία ήταν η λέξη συνωμοσία, που σημαίνει κυριολεκτικά μια ομάδα ανθρώπων τα μέλη της οποίας συνδέονται με όρκο, και οι όρκοι ήταν εξ ορισμού θρησκευτικοί, αφού δίνονταν στο όνομα των θεών (ως μαρτύρων και εγγυητών). Τυπικά μιλώντας, η απαγγελία κατηγορίας από τον Μέλητο κατά του Σωκράτη ήταν μια αντωμοσία, μια ένορκη δήλωση: ο Μέλητος ορκίστηκε κατά του Σωκράτη ενώπιον των θεών ως μαρτύρων του ότι όσα ισχυριζόταν σε βάρος του ήταν αλήθεια. Ο αγγλικός όρος «affidavit», που είναι δανεισμένος από τα λατινικά, είναι ο ισοδύναμος όρος της αντωμοσίας, αλλά έχει χάσει το ισχυρό αρχικό πνεύ­μα και την ουσία του ελληνικού όρου.

ΑΡΘΡΟ 4

Η θρησκεία της ελληνικής πόλεως μέχρι την εποχή του Σωκράτη αλλά και μεταγενέστερα ήταν ουσιαστικά, από τη φύση της, ένα δημόσιο ζήτημα, το οποίο εκφραζόταν πρωταρχικά με συλλογική συμμετοχή στις τελετές που διοργανώνονταν από την κοινότητα. Η τυπική έκφραση της θρησκείας της πόλεως, η καρδιά της, ήταν οι εορτές της, που τελούνταν συστηματικά σύμφωνα με ένα ημερολόγιο, ο έλεγχος της τήρησης του οποίου ήταν ένα σημαντικό μέρος της δουλειάς της πόλεως. Έτσι, λοιπόν, οι σύγχρονες εννοιολογικές διχοτομήσεις ή πολώσεις, όπως η πράξη σε αντιδιαστολή με την πεποίθηση ή η τελετουργία σε αντιδιαστολή με την πίστη, δεν ίσχυαν στην ελληνική πόλη της κλασικής εποχής. Η ελληνική θρησκευτική τελετουργία προϋπέθετε, έπαιρνε ως δεδομένη, την πίστη, η οποία με τη σειρά της δεν ήταν ένα λίγο ως πολύ συγκεκριμένο πνευματικό ή ψυχικό γνώρισμα, αλλά κάτι που βιωνόταν και επιβεβαιωνόταν σιωπηρά μέσω της δράσης (συμπεριλαμβανομένων των λέξεων και των μη λεκτικών συμπεριφορών: για παράδειγμα, η φράση νομίζειν τους θεούς που χρησιμοποιήθηκε στην απαγγελία της κατηγορίας κατά του Σωκράτη αφορούσε ζητήματα πίστης καθώς και συμμετοχή σε λατρευτικές πράξεις).

Υπό το πρίσμα αυτών των τεσσάρων «άρθρων», η κλασική δημοκρατική Αθήνα ήταν μια απόλυτα φυσιολογική και τυπική πόλη, και μάλιστα σε υπερβολικό βαθμό, καθώς κατάφερνε να τελεί κάθε χρόνο περισσότερες γιορτές από κάθε άλλη ελληνική πόλη. Τα πράγματα παρουσιάζονται όμως εντελώς διαφορετικά στις παρακάτω τέσσερις «προτάσεις», το συνδυαστικό αποτέλεσμα των οποίων είναι ότι φανερώνουν πως η Αθήνα ήταν μια μη τυπική ελληνική πόλη από πολλές ουσιώδεις απόψεις και το 399 π.Χ. διερχόταν ένα διάστημα τέτοιας ανωμαλίας μέσα στο πλαίσιο της ιστορίας της, ώστε θα δικαιολογούσε τη χρήση του πολυχρησιμοποιημένου όρου «κρίση».

ΠΡΟΤΑΣΗ 1

Το 399 π.Χ. η Αθήνα ήταν μια δημοκρατία, ενώ οι περισσότερες ελληνικές πόλεις όχι. (Η κατάσταση αυτή επρόκειτο να αλλάξει μέσα στο επόμενο τέταρτο του αιώνα και η περίοδος από το 380 ως το 350 π.Χ. περίπου, που είδε, για παράδειγμα, την επανίδρυση της Βοιωτικής Ομοσπονδίας πάνω σε μια μετριοπαθώς δημοκρατική βάση, ήταν η σπουδαία εποχή της δημοκρατίας.) Ήταν επιπλέον μια ριζοσπαστική ή ολοκληρωμένη δημοκρατία, ενώ οι περισσότερες άλλες ελληνικές δημοκρατίες δεν ήταν (ούτε τότε ούτε αργότερα). Μόλις πέντε χρόνια νωρίτερα ωστόσο η Αθήνα είχε πάψει να είναι δημοκρατία, για δεύτερη φορά μέσα σε μία δεκαετία. Αυτό οφειλόταν σε ένα πραξικόπημα με την υποστήριξη της Σπάρτης, που έφερε στην εξουσία μια μικρή κλίκα ακραίων αντιδημοκρατικών, οι οποίοι κέρδισαν επάξια το μισητό προσωνύμιο «Τριάκοντα Τύραννοι». Δύο είναι τα πράγματα που μας διδάσκει αυτή η εμπειρία. Πρώτον, η Αθήνα, περισσότερο από κάθε άλλη ελληνική πόλη, έδωσε αληθινή εξουσία στη μάζα των απλών, φτωχών πολιτών και αυτό το κράτος περιλάμβανε και θρησκευτική εξουσία, την εξουσία προσδιορισμού του τι ήταν, και τι δεν ήταν, σωστή και πρέπουσα συμπεριφορά απέναντι στους θεούς που αναγνώριζε η πόλη. Δεύτερον, όσος χρόνος και αν είχε περάσει από την εγκαθίδρυσή της (η Αθήνα είχε δημοκρατικό πολίτευμα υπό διάφορες εκδοχές από το 508/7 π.Χ.), η δημοκρατία ήταν ευάλωτη και εύθραυστη και το τίμημα της συνεχούς δημοκρατικής αυτοδιακυβέρνησης ήταν η αιώνια επαγρύπνηση. Το 399 π.Χ. αυτή η ανάγκη για δημοκρατική επαγρύπνηση γινόταν, ορθά, αντιληπτή ως ύψιστη.

ΠΡΟΤΑΣΗ 2

Ο λαός ασκούσε τη δημοκρατία στα δικαστήρια όπως και στην Εκκλησία του Δήμου. Πράγματι, σύμφωνα με έναν ορισμό - αυτόν του Αριστοτέλη (Πολιτικά Βιβλίο Β΄, 1274b31-78b5, ιδίως 1275Μ9-20) -, το να είναι κανείς Έλληνας πολίτης, όποιο και αν ήταν το πολίτευμα της πόλης, σήμαινε «να μετέχει στη δικαστική εξουσία (κρίσις) και στην κυβέρνηση (αρχή)». Αν και ο ίδιος δεν ήταν πολίτης της Αθήνας, ο Αριστοτέλης ήταν ένας διορατικός παρατηρητής της αθηναϊκής σκηνής και, πιθανώς έχοντας την Αθήνα στο μυαλό του, πρόσθεσε ότι ο γενικός ορισμός του ίσχυε ειδικότερα για τους πολίτες μιας δημοκρατίας. Ασφαλώς, οι δημοκρατικοί Αθηναίοι έδωσαν στην έννοια της λαϊκής δικαιοδοσίας στο λαϊκό δικαστήριό τους τη μεγαλύτερη δυνατή έκταση· και δεν ήξεραν τίποτα -και θα ήθελαν να ξέρουν ακόμα λιγότερα- για το ακόμα αποδεκτό φιλελεύθερο δόγμα της διάκρισης των εξουσιών (νομοθετικής, εκτελεστικής και δικαστικής).

Η αθηναϊκού τύπου δημοκρατία ήταν άμεση συμμετοχική δημοκρατία κατά περισσότερες από μία έννοιες. Όποιος πολίτης το επιθυμούσε (ο βουλόμενος, «αυτός που είναι πρόθυμος»), ασκούσε, όπως ο Μέλητος το 399 π.Χ., αγωγή κατά ενός άλλου πολίτη και το έκανε φανερά, ιδανικά και ιδεολογικά για λογαριασμό της πόλης, εκπληρώνοντας έτσι τα καθήκοντα που ασκεί ο εισαγγελέας ποινικής δίωξης σε χώρες όπου η διακυβέρνηση δε γίνεται αντιληπτή ούτε διεξάγεται με αυτό τον τρόπο. Η Αθήνα βέβαια δεν είχε εισαγγελέα, γιατί θεωρούσε ότι δεν της χρειαζόταν. Οι κατήγοροι όπως ο Μέλητος δεσμεύονταν επομένως (με περισσότερες από μία έννοιες) να επικαλεστούν αυτό που παρουσίαζαν ως το συμφέρον της κοινότητας: όχι μόνο αυτό που υποτίθεται ότι ήταν το συμφέρον της κοινότητας τη στιγμή εκείνη, αλλά αυτό που οι ίδιοι ισχυρίζονταν ότι γινόταν κατά παράδοση και κατά συνήθεια αντιληπτό ως το συμφέρον της κοινότητας.

Με άλλα λόγια, ισχυρίζονταν ότι είχαν πίσω τους το νόμο (εθιμικό και κοινωνικές συμβάσεις) και ότι υπερασπίζονταν δημόσια το νόμο με την έννοια του νομοθετήματος ή της νομιμότητας γενικότερα. Αυτό βρισκόταν σε πλήρη συμφωνία με την κυρίαρχη ιδεολογική αντίληψη του τι ήταν αντιδικία στη δημοκρατική Αθήνα. Στην πράξη, αρκετά συχνά, δεν αφορούσε και τόσο - καμιά φορά δεν αφορούσε καθόλου - την εξεύρεση της αλήθειας αναφορικά με αυτό που είχε πραγματικά συμβεί σε σχέση με την παραβίαση των νόμων της πόλης. Ήταν μάλλον ένα ζήτημα επίλυσης μιας διαφοράς που αφορούσε άτομα -τον κατήγορο και τον κατηγορούμενο τουλάχιστον-, αλλά και το καλό της κοινότητας ως συνόλου, προς το συμφέρον της αρμονίας και της αλληλεγγύης των πολιτών. Αυτή η επίλυση διαφοράς μπορούσε να προσλάβει έντονα θρησκευτική χροιά, όπως ο τελετουργικός καθαρμός και εξαγνισμός της πόλης που ήταν μολυσμένη με υποτιθέμενη εγκληματικότητα, ακόμα και όταν το πασίδηλο περιεχόμενο της δικαστικής υπόθεσης δεν ήταν θρησκευτικό - όπως ήταν στη δίκη του Σωκράτη.

ΠΡΟΤΑΣΗ 3

Αυτή η γενικά αναγνωρισμένη και παραδεκτή κοινωνική λειτουργία της αντιδικίας στην Αθήνα είχε ιδιαίτερο νόημα στο συγκεκριμένο πλαίσιο του 399 π.Χ. Η Αθήνα τότε διερχόταν κρίση - με τη σύγχρονη έννοια του όρου: οικονομική, κοινωνική, πολιτική και ιδεολογική (μαζί και θρησκευτική). Η Αθήνα είχε χάσει πρόσφατα ένα μοναδικά μακρόχρονο, δαπανηρό και εξαντλητικό πόλεμο, τον Πελοποννησιακό πόλεμο του 431-404 π.Χ. Αμέσως μετά, είχε ζήσει τη δεύτερη από δύο εξαιρετικά άσχημες και βίαιες περιόδους στάσεως, δηλαδή πολιτικής έριδας που φούσκωνε και έπαιρνε διαστάσεις ανοιχτού εμφυλίου πολέμου και πολιτικής επανάστασης. Εκτός από τις καθαρά στρατιωτικές πανωλεθρίες -όπως στη Σικελία (413 π.Χ.) και στους Αιγός Ποταμούς στον Ελλήσποντο (405 π.Χ.)- η πόλη είχε ζήσει και αυτό που λέμε μεγάλη «φυσική» καταστροφή, τη μεγάλη επιδημία πανώλης από το 430 π.Χ. και μετά (που στοίχισε τη ζωή περίπου στο ένα τρίτο του πληθυσμού των πολιτών). Καμιά φορά αποκαλούμε αυτές τις καταστροφές «θεομηνίες», μιλώντας μεταφορικά· για τους αρχαίους Αθηναίους ωστόσο ήταν κυριολεκτικά αυτό. Ακόμα και ο ορθολογιστής Περικλής (που πέθανε και ο ίδιος το 429 π.Χ. από την πανούκλα) αναφέρεται σε αυτή, κατά τον Θουκυδίδη (2.64.3), ως δαιμόνιον, «θεόσταλτη» ή υπερφυσική. Οι απλοί, μη διανοούμενοι, ευλαβείς Αθηναίοι δε θα δυσκολεύονταν, ούτε θα δίσταζαν να θεωρήσουν ένα τόσο τεράστιο, απροσδόκητο, μυστήριο και μη αντιμετωπίσιμο δυστύχημα (συμφορά) ως το έργο ενός δαίμονα ή δαιμόνων, υπερφυσικών, υπεράνθρωπων δυνάμεων.

Σαν να μην ήταν αρκετή αυτή η φυσική καταστροφή, οι Αθηναίοι υποχρεώθηκαν να ζήσουν, κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου, δυο καταστροφές που ήταν έργο ανθρώπων και αφορούσαν τις σχέσεις με τους θεούς. Κατ’ αρχάς, το 415 π.Χ., συνέβη ο ακρωτηριασμός των Ερμών (πέτρινων αγαλματίδιων του θεού Ερμή), οι οποίες κοσμούσαν ιδιωτικές οικίες και δημόσιους ναούς. Η πράξη αυτή ήταν ένα δυσοίωνο γεγονός, καθώς συνέπεσε, εσκεμμένα χωρίς αμφιβολία, με την αναχώρηση του στόλου της Αθήνας και των συμμάχων της, της ισχυρότερης αρμάδας που είχε συγκεντρώσει ποτέ ελληνική πόλη, για τη Σικελία, και ο Ερμής, ανάμεσα στα άλλα θεϊκά του γνωρίσματα, ήταν και ο θεός των ταξιδιωτών. Περίπου την ίδια εποχή, ο βασικός υποστηρικτής της Σικελικής εκστρατείας, ο Αλκιβιάδης, προστατευόμενος του Περικλή παλιότερα, παραπέμφθηκε σε δίκη για βεβήλωση των ιερών Ελευσίνιων Μυστηρίων: όχι ακριβώς παρωδώντας τα (όπως συχνά λέγεται ανακριβώς), αλλά τελώντας χωρίς άδεια τα ιερά μυστήρια σε ιδιωτικές κατοικίες, πέρα από τον άμεσο έλεγχο του κληρονομικού ιερατείου της Ελευσίνας, για να μην αναφερθούμε στον έλεγχο του αθηναϊκού λαού, ο οποίος νομοθετούσε τακτικά, πιο πρόσφατα γύρω στο 422 π.Χ., για να διασφαλίσει ότι τα οφέλη αυτού του σχεδόν πανελλήνιας εμβέλειας ναού που βρισκόταν σε αττικό έδαφος θα περιέρχονταν στους Αθηναίους. Οι περισσότεροι Αθηναίοι ήταν μυημένοι (μύσται) στη μυστηριακή λατρεία της Ελευσίνας - εξ ου και η χρήση από τον Αριστοφάνη ενός χορού αποτελούμενου από μυημένους στην εξαιρετικά επιτυχημένη κωμωδία του Βάτραχοι του 405 π.Χ. Εξ ου και η παραπομπή σε δίκη του Αλκιβιάδη από τους εχθρούς του με αυτή την κατηγορία το 415 π.Χ. Αυτό ήταν ένα είδος προαναγγελίας της κατηγορίας κατά του Σωκράτη, δασκάλου του Αλκιβιάδη, για θρησκευτικά εγκλήματα τα οποία σχεδόν όλοι οι Αθηναίοι θα θεωρούσαν, χωρίς να διστάσουν και χωρίς δεύτερη σκέψη, ειδεχθή και τιμωρητέα με θανατική ποινή.

Υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις του 399 π.Χ., οι απλοί ευσεβείς Αθηναίοι στην ουσία ήταν σίγουρο ότι αναρωτιούνταν για τα εξής: Αφού οι θεοί (ή «ο θεός», το «θείο») ήταν ολοφάνερα θυμωμένοι με τους Αθηναίους, κάνοντάς τους να χάσουν τον Πελοποννησιακό πόλεμο και να ζήσουν έναν εμφύλιο πόλεμο, υποφέροντας τό­σο πολύ, αυτό έγινε επειδή οι Αθηναίοι είχαν παραλείψει να τιμήσουν δεόντως (κάποιους από) τους καθιερωμένους θεούς ή επειδή υπήρχαν μη καθιερωμένοι θεοί τους οποίους θα έπρεπε να εξευμενίζουν και να τιμούν αλλά για κάποιο λόγο δεν το έκαναν; Για να το θέσουμε αλλιώς: Οι θεοί είχαν εγκαταλείψει τους Αθηναίους ή οι Αθηναίοι τους θεούς; Ή και τα δύο; Αυτό είναι το σωστό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα εξετάσουμε την τελευταία πρό­τασή μου.

ΠΡΟΤΑΣΗ 4

Οι Αθηναίοι διέθεταν ένα δημόσιο πολιτικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο ο ανοιχτός προβληματισμός, χωρίς να αποκλείεται και η αμφισβήτηση της ίδιας της ύπαρξης των θεών, μπορούσε να φτάσει στα όριά του - αλλά όχι να τα υπερβεί. Υπήρχαν όρια - και τα όρια της επίσημης ανοχής αυτού του πνευματικού προβληματισμού τα έθεταν προφανώς τα δημόσια ψηφίσματα, τα οποία γίνονταν μάλιστα πιο αυστηρά όσο προχωρούσε ο πέμπτος αιώνας π.Χ. Δεν ξέρουμε πότε εισήχθησαν για πρώτη φορά το έγκλημα και η διαδικασία της γραψης ασεβείας, ούτε τι ακριβώς θεωρούσαν οι Αθηναίοι ότι κάλυπτε η κατηγορία. Το δικαιοδοτικό σύστημα της αθηναϊκής δημοκρατίας απέφευγε τους έμπειρους νομικούς συμβούλους ή επαγγελματίες δικηγόρους, κι έτσι ο νομικός ορισμός ή προσδιορισμός των εγκλημάτων έμενε εσκεμμένα αόριστος ερμηνευτικά. Γνωρίζουμε πάντως (τουλάχιστον αν πιστέψουμε ότι οι πηγές του Βίου τον Περικλή, του Πλουτάρχου ήταν σωστές και αναφέρονται με ακρίβεια) ότι κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια του ενήλικου βίου του Σωκράτη ένας μάντης με το όνομα Διοπείθης, ένας αυτοαποκαλούμενος ειδήμων περί τα θρησκευτικά, πρότεινε με επιτυχία ένα ψήφισμα στην Εκκλησία του Δήμου «σχετικά με την απαγγελία κατηγορίας σε βάρος εκείνων που δεν αναγνωρίζουν δεόντως τα θεϊκά ζητήματα (νομίζειν τα θεία) ή που διδάσκουν θεωρίες σχετικά με τα ουράνια», δηλαδή λανθασμένες και αντίθετες με την παράδοση θεωρίες, ιδίως αθεϊστικές.

Υπάρχουν προβλήματα σχετικά με την ιστορικότητα όλων (εκτός από μια) των δικών που υποτίθεται ότι διεξήχθησαν με βάση ή στο πλαίσιο αυτού του ψηφίσματος, για παράδειγμα η δίκη του Αναξαγόρα από τις Κλαζομενές, συνεργάτη του Περικλή. Η μόνη σίγουρη εξαίρεση είναι βέβαια η αναμφίβολα ιστορική δίκη του Σωκράτη. Αυτό που εξηγεί την ισχύ, τη σημασία και την εφαρμογή του ψηφίσματος του Διοπείθη είναι ότι κύριος στόχος του ήταν οι στοχαστές και οι δάσκαλοι που κατατάσσονταν όλοι μαζί, άδικα σε κάθε περίπτωση, κάτω από τον περιφρονητικό τίτλο σοφισταί (τσαρλατάνοι, απατεώνες: βλ. κεφάλαιο 6). Ο Πλάτωνας πάντως, και όχι ο Διοπείθης, είναι ο κύριος υπεύθυνος για το ότι οι Σοφιστές απέκτησαν κακό όνομα, καθώς επιζητούσε απεγνωσμένα να αντικρούσει την αντίληψη των Αθηναίων της εποχής ότι ο σεβάσμιος μέντοράς του, ο Σωκράτης, δεν ήταν παρά ένας Σοφιστής. Έτσι, για παράδειγμα, τον παρουσίαζε ο Αριστοφάνης στις Νεφέλες του 423 π.Χ., προβάλλοντας (όπως θα δούμε σύντομα) τη θρησκευτική διάσταση της υποτιθέμενης σοφιστείας του. Απέναντι σε αυτή την προσβολή, όπως τη θεωρούσε, ο Πλάτωνας τόνιζε πάνω απ’ όλα ότι ο Σωκράτης -σε αντίθεση με τους καθαρά ή σε μεγάλο βαθμό μισθοφόρους Σοφιστές- δεν ασκούσε την τέχνη του για ταπεινά υλιστικούς λόγους και ότι η επιδίωξη της γνήσιας σοφίας ήταν μια ανιδιοτελής αναζήτηση της αλήθειας, ή τουλάχιστον της προσωπικής φώτισης, έστω και αν ή ιδίως αν αυτή στοίχιζε την πρόκληση μεγαλύτερης αμηχανίας ή σύγχυσης (απορίας) στους ακροατές του. Ο Σωκράτης, ο Σωκράτης του Πλάτωνα, ήταν λοιπόν πρόθυμος να αρνηθεί ότι γνώριζε οτιδήποτε, υπό οποιαδήποτε επιστημολογική έννοια: αν ήταν πράγματι ο σοφότερος άνθρωπος στη γη, όπως λέγεται ότι είχε ανακοινώσει το Μαντείο των Δελφών (η πηγή κάθε θρησκευτικής σοφίας), αυτό ίσχυε (μόνο) επειδή γνώριζε ότι δε γνώριζε τίποτα. Μια υπερβολή χωρίς αμφιβολία, ή ίσως μια λογική ανακολουθία, που πάντως συμφωνούσε απόλυτα με την περίφημη δελφική προσταγή «γνώθι σαυτόν» - όπως πράγματι ήταν η ουσία της φιλοσοφίας του Σωκράτη ως σύνολο, όπως αυτή παρουσιάζεται από τον Πλάτωνα.

Η υπεράσπιση του Σωκράτη από τον Πλάτωνα ήταν πολύ λιγότερο επιτυχημένη από την επίθεσή του κατά των Σοφιστών γενικά. Κατά τη διάρκεια μιας περίφημης παρωδίας δίκης που έγι- νε πάνω από μισό αιώνα μετά το θάνατο του Σωκράτη, ο κορυφαίος πολιτικός Αισχίνης αναφέρθηκε σε αυτόν και στην καταδίκη του ως εξής (Αισχίνης I, Κατά Τιμάρχου, 173): «Εσείς, Αθηναίοι, θανατώσατε τον Σωκράτη τον σοφιστή, επειδή φάνηκε πως υπήρξε δάσκαλος του Κριτία, ενός από τους Τριάκοντα που κατέλυσαν τη δημοκρατία». Στην πραγματικότητα, στη μεγαλύτερη διάρκεια της ζωής του ίδιου του Σωκράτη, δε συμμερίζονταν όλοι οι Αθηναίοι την αρνητική άποψη του Πλάτωνα για όλους τους Σοφιστές και μόνο ο χαρακτηρισμός του ως Σοφιστή δε θα ήταν κατ’ ανάγκη καταστροφικός για τον Σωκράτη - υπό κανονικές συνθήκες για την πόλη. Το 399 π.Χ. ωστόσο η Αθήνα δεν ήταν πλέον ένας τόπος ελεύθερης και ανοιχτής σκέψης και ανεμπόδιστης συζήτησης. Τότε είχε γίνει, εξαιτίας των κακουχιών του χαμένου Πελοποννησιακού πολέμου, ακριβώς το είδος του τόπου που ο Περικλής, στην εκδοχή του επιτάφιου λόγου του 430 π.Χ. που του αποδίδεται από τον Θουκυδίδη (2.37), είχε υπερήφανα διακηρύξει πώς δεν ήταν η Αθήνα: «...δεν θυμώνουμε με το γείτονά μας, αν κάνει κάτι καταπώς τον ευχαριστεί, ούτε παίρνουμε απέναντι του το ύφος του ενοχλημένου, πράγμα που μπορεί βέβαια να μην τον βλάπτει, σίγουρα όμως τον στενοχωρεί. Και στην ιδιωτική μας ζωή δεν ενοχλούμε ο ένας τον άλλο...». Στην πραγματικότητα, οι Αθηναίοι το 399 π.Χ. ενεργούσαν αμήχανα σαν τυπικοί παραδοσιακοί χωριάτες της Μεσογείου - καχύποπτοι, συντηρητικοί, προκατειλημμένοι, παράλογοι. Και μάλιστα, ακόμα περισσότερο απ’ όσο υποδηλώνει το στερεότυπο αυτό, αφού το 399 π.Χ. οι Αθηναίοι δεν ικανοποιούνταν ρίχνοντας απλά φαρμακερές ματιές, αλλά έσερναν τους συμπολίτες τους στα δικαστήρια και τους δίκαζαν με βάση κατηγορίες που επέσυραν τη θανατική ποινή, όπως η ασέβεια. Το 400/399 π.Χ. έγιναν, απ’ όσο γνωρίζουμε, ούτε λίγο ούτε πολύ έξι δημόσιες δίκες, που όλες σχετίζονταν κατά κάποιο τρόπο με τα ολέθρια αποτελέσματα των τελευταίων χρόνων του πολέμου και της μεταπολεμικής περιόδου.

Δυο από αυτές τις έξι δίκες -του Σωκράτη και του πανούργου πολίτικου Ανδοκίδη (ο οποίος κατηγορήθηκε για το ρόλο του στα σκάνδαλα των Ελευσίνιων Μυστηρίων και των ερμοκοπιδών το 415 π.Χ.)- αφορούσαν ξεκάθαρα τη θρησκεία. Εφόσον οι κατηγορούμενοι μπορούσαν να παρουσιαστούν ως ελεύθερα σκεπτόμενοι άθρησκοι, οι δίκες αποτελούσαν επίσης μια λαϊκή αντίδραση κατά των Σοφιστών, και μάλιστα με ιδιαίτερο μένος. Γιατί επιδίωκαν να πάρουν εκδίκηση για τη θρησκευτική μόλυνση που οι Αθηναίοι ένιωθαν ότι είχαν υποστεί ή θα μπορούσαν να υποστούν, φιλοξενώντας ανάμεσά τους ανθρώπους που είτε με λόγια είτε με πράξεις φέρονταν να έχουν παραβιάσει τους βασικότερους θρησκευτικούς κανόνες και κώδικες της πόλης. Το πνεύμα επομένως, αν όχι και το γράμμα, αυτών των δικών παραβίαζε τον όρκο αμνηστίας που είχε δοθεί το 403 π.Χ. Αυτή, πιθανότατα η πρώτη γενική αμνηστία σε όλη την καταγεγραμμένη ιστορία, ήταν μια δημόσια τελετουργική δήλωση επίσημης συγχώρησης των «κακών», δηλαδή αντιδημοκρατικών, πράξεων των ετών πριν από το 403 π.Χ., ένας όρκος που έδωσαν όλοι οι Αθηναίοι με την αποκατά­σταση της δημοκρατίας μετά την τυραννία των Τριάκοντα.

Ο κύριος κατήγορος του Σωκράτη ήταν ο ελάχιστα γνωστός Μέλητος. Το κατηγορητήριο διατηρείται, ασφαλώς με ακρίβεια, από το δοξογράφο-βιογράφο του τρίτου αιώνα μ.Χ. Διογένη Λαέρτιο (στο Βίοι και Γνώμαι των εν Φιλοσοφία Ευδοκιμησάντων, 2.40). Η κατηγορία, η οποία πήρε επίσης τη μορφή θρησκευτικού όρκου ή ένορκης βεβαίωσης, έχει δύο σκέλη, με την πρώτη και πιθανόν και τη δεύτερη βασική κατηγορία να υποδιαιρούνται περαιτέρω σε δύο επιμέρους κατηγορίες. (Υπάρχουν άλλες αποδείξεις ότι ο Σωκράτης κατηγορήθηκε επίσημα ότι «έκανε το χειρότερο επιχείρημα να φαίνεται το καλύτερο», ένα χαρακτηριστικό τέχνασμα των Σοφιστών. Αυτό θα μπορούσε να είναι το άλλο μισό της κατηγορίας για «διαφθορά των νέων».)

Ο Πιτθεύς Μέλητος Μελήτου κατηγορεί τον Σωκράτη του Σωφρονίσκου από την Αλωπεκή και βεβαιώνει ότι ο Σωκράτης είναι ένοχος [Ια] επειδή δεν παραδέχεται τους θεούς της πόλης και [Ιβ] προτείνει άλλες, νέες θεότητες. Είναι ακόμη ένοχος [II] για τη διαφθορά των νέων. Η πρέπουσα ποινή είναι ο θάνατος.

Η κατηγορία θα είναι αρνητική, μια κατηγορία για παράλειψη, που εκφράζεται με γλώσσα παρόμοια με αυτή του ψηφίσματος του Διοπείθη: ο Σωκράτης δεν αναγνώρισε δεόντως τους θεούς που αναγνωρίζει η πόλη. Την ένδειξη για να καταλάβουμε τι εννοούσε ο Μέλητος μας τη δίνει η πολύ λιγότερο εξεζητημένη - αλλά, γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, πιο άμεσα κατανοητή - από τις δύο Απολογίες του Σωκράτη που σώζονται: αυτή που συνέγραψε ένας άλλος Αθηναίος μαθητής του Σωκράτη, ο Ξενοφώντας. Στην πραγματικότητα, ο Σωκράτης φαίνεται ότι δεν εκφώνησε κάποιου είδους συνεκτική απολογία στη δίκη του, αλλά μάλλον εφάρμοσε τη συνηθισμένη του τεχνική των ερωταποκρίσεων και την κατεύθυνε προς τον κύριο κατήγορο, τον Μέλητο· ένα διασκευασμένο δείγμα αυτής διατηρείται στην εκδοχή του Πλάτωνα. Ο Ξενοφώντας ωοτόκο, μακράν ο πιο συμβατικός στοχαστής, όπως αναμενόταν, προσφέρει μια υπεράσπιση σύμφωνη με τα καθιερωμένα πρότυπα, αναπόσπαστο κομμάτι της οποίας είναι ο ισχυρισμός του Σωκράτη ότι αναγνώρισε με το δέοντα τρόπο τους θεούς, τελώντας τακτικά όλες τις θυσίες (ιερά) που η πόλη απαιτεί και ορίζει.

Η θυσία, ειδικά στο πλαίσιο των μεγάλων δημόσιων γιορτών, ήταν ταυτόχρονα πολιτική και θρησκευτική πράξη στην αρχαία ελληνική πόλη. Η τέλεση μιας θυσίας, είτε δημόσιας είτε ιδιωτικής, ήταν απόδειξη ότι κάποιος ήταν καλός πολίτης και ήταν το πρωταρχικό μέσο για να δείξει κανείς την επικοινωνία του με τους θεοΰς αλλά και την απόστασή του από αυτούς. Ήταν ουσιώδες στοιχείο της ελληνικής θρησκευτικής πολιτικής και πολιτικής θρησκείας. Παρ’ όλα αυτά, από τον άλλο βασικό απολογητή του Σωκράτη, τον Πλάτωνα, μπορεί ίσως να προκύψει μια ιδέα σχετικά με το γιατί το γεγονός της συμμετοχής του Σωκράτη στις θυσίες ίσως να μη θεωρούνταν επαρκής απάντηση στη βασική θρησκευτική κατηγορία σε βάρος του. Φαίνεται ότι ο Σωκράτης απαιτούσε ένα πρόσθετο στοιχείο από τους πιστούς, πέρα και πάνω από το απλό γεγονός της συμμετοχής, έτσι ώστε η πράξη της θυσίας να θεωρηθεί αποτελεσματική, δηλαδή καλή ψυχική προδιάθεση. Φαίνεται ότι δεν ήταν αρκετό γι’ αυτόν οι πιστοί απλά να κάνουν κάτι μηχανικά. Αυτή η απαίτηση πρόσθετης αξίας υπενθυμίζει κατά κάποιο τρόπο την εξίσου αντισυμβατική ερμηνεία που έδινε ο Σωκράτης στο θείο, στο τι σήμαινε αλήθεια θεός: γι’ αυτόν, ένας θεός έπρεπε εξ ορισμού να είναι ηθικά καλός (Ευθύφρων, 6a-c) - μια άποψη η οποία θα κατέπλησσε ένα ακροατήριο που είχε ανατραφεί με τον Όμηρο.

Ίσως, όμως, να είμαστε πολύ απαιτητικοί. Ίσως το μόνο που χρειαζόταν να κάνει ο Μέλητος για να πάρει με το μέρος του την πλειοψηφία των ενόρκων ήταν να τους πείσει ότι ο Σωκράτης ήταν το είδος του ανθρώπου που μπορούσε να υιοθετήσει μια τέτοια αντισυμβατική στάση, που μπορούσε με τα λεγόμενό του να προ- καλέσει αμφιβολίες σχετικά με το κυρός αυτών που οι απλοί συμβατικοί Αθηναίοι θεωρούσαν ότι ήταν πρέπουσες, αποτελεσματικές, ευσεβείς πράξεις. Αυτή η εικασία μπορεί πράγματι όχι μόνο να εξηγήσει την αποτελεσματικότητα της κατηγορίας· μπορεί επίσης να εξηγήσει γιατί ο Πλάτωνας στην Απολογία του βάζει τον Σωκράτη να αναφερθεί στις Νεφέλες του Αριστοφάνη, που είχαν παρουσιαστεί το 423 π.Χ. Οι Αθηναίοι ήταν γενικά πολύ φανατικοί οπαδοί του θεάτρου, αν όχι τρελοί με το θέατρο, και είχαν πολύ καλή μνήμη - ή, σε κάθε περίπτωση, αποτελεσματικά δίκτυα κουτσομπολιού. Στις Νεφέλες ο Σωκράτης παρουσιαζόταν ως αρχέτυπος σοφιστής και, κατά συνέπεια, ως άθεος, με την έννοια ότι ήθελε να αντικαταστήσει τον Δία ως θεϊκό κυβερνήτη του κόσμου με ένα θεό δικής του κατασκευής, τον Δίνο (Δίνη ή Στρόβιλος).

Αυτό, όχι τυχαία, μας οδηγεί στην κατηγορία Ιβ, δηλαδή ότι «εισήγαγε έτερα καινά δαιμόνια». Έστω και αν αυτές οι λέξεις δεν ήταν αυτές που πραγματικά χρησιμοποίησε ο Μέλητος, σίγουρα θα μπορούσαν να είναι, αφού συλλαμβάνουν ακριβώς τις απαιτούμενες εννοιολογικές αποχρώσεις. Η ελληνική γλώσσα έχει δύο συνώνυμες λέξεις: έτερον και άλλο. Έτερον σημαίνει «ένα από τα δύο», στην περίπτωση αυτή δύο είδη θεοτήτων, τις καλές και τις κακές - μια αντίθεση του τύπου άσπρο-μαύρο απόλυτα χαρακτηριστική του ελληνικού τρόπου σκέψης, που άγγιζε τα βασικά στοιχεία της κουλτούρας των Ελλήνων (Cartledge 2002). Η ελληνική γλώσσα είχε επίσης περισσότερες από μία λέξεις για το «νέο»: η επιλογή του καινόν θα είχε σκοπό να μεταδώσει την έννοια του «ολοκαίνουριου» - δηλαδή του πρωτοφανούς. Για τον ελληνικό τρόπο σκέψης, οποιασδήποτε μορφής καινοτομία θεωρούνταν από μόνη της δυνητικά απειλητική για την καθεστηκυία τάξη. Οι εκφράσεις τους για την πολιτική «επανάσταση» ήταν νεωτερισμός και νεύτερα πράγματα. Το ακριβώς αντίθετο του «νέου» με αυτές τις έννοιες ήταν το «παραδοσιακό», και το «παραδοσιακό» λεγόταν πάτριον, δηλαδή «αυτό που αναφέρεται στους προγόνους» ή «προγονικό». Η επίσημη θρησκεία της Ελλάδας ή της Αθήνας μπορούσε να ερμηνευτεί ή ακόμα και να παραφραστεί ως τα πάτρια, «τα πράγματα των πατέρων/προγόνων».

Δαιμόνια σήμαινε υπερφυσικές δυνάμεις γενικά. Δεν ήταν από μόνος του ένας όρος με σαφώς αρνητική σημασία, αν και η κατάληξη -ιον πιθανόν υποδήλωνε μια κατώτερη τάξη θεότητας από το δαίμονα, ενώ ο δαίμων ήταν κατώτερης θέσης από το θεό. Ίσως, λοιπόν, ο Μέλητος να ήθελε οι ένορκοι να σκεφτούν τις δυσδιάκριτες, αόρατες και εν δυνάμει βλαβερές δυνάμεις που σύχναζαν στον ελληνικό κάτω κόσμο και απειλούσαν να εισβάλουν στον επάνω κόσμο, και όχι τους ανθρωπόμορφους θεούς που κατοικούσαν στην ψηλή κορυφή του Ολύμπου. Σε κάθε περίπτωση, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι ο Μέλητος ήθελε οι ένορκοι να σκεφτούν αυτό στο οποίο ο ίδιος ο Σωκράτης, σύμφωνα με την Απολογία του Πλάτωνα, αναφερόταν ως το προσωπικό του δαιμόνιον. Αυτό φαίνεται ότι σήμαινε ένα είδος άμεσης επικοινωνίας με το θείο, μια εσωτερική φωνή που ο Σωκράτης ισχυριζόταν ότι πάντα του έλεγε πότε δεν έπρεπε να κάνει κάτι και ποτέ δεν τον παρότρυνε να κάνει οποιαδήποτε συγκεκριμένη ενέργεια. Ακόμα και αυτή η αρνητική δύναμη ωστόσο δε θα καθησύχαζε τους ενόρκους, αφού υποδήλωνε την ύπαρξη μιας δύναμης πέρα από το ρυθμιστικό έλεγχο των ανθρώπων, και αυτό είναι ακριβώς το ζήτημα με το ρήμα που χρησιμοποιεί στη συνέχεια ο Μέλητος για να περιγράψει τι φέρεται ο Σωκράτης να έκανε με τα έτερα καινά δαιμόνιά του.

Αυτό που έκανε ήταν να τα «εισαγάγει» (εισηγούμενος). Αυτή ήταν ίσως η πιο έξυπνη κίνηση του Μέλητου, αφού δεν υπήρχε τίποτα παράξενο ή μη παραδοσιακό, πόσω μάλλον ασεβές, στην «εισαγωγή» νέων θεοτήτων στην Αθήνα, αρκεί αυτή να γινόταν σωστά, δηλαδή επίσημα, δημόσια και, πάνω απ’ όλα, δημοκρατικά (Garland 1992). Πράγματι, κατά τη διάρκεια του πέμπτου αιώνα π.Χ., αρκετές νέες επίσημες λατρείες είχαν «εισαχθεί» στο πάνθεον των θεοτήτων που λατρεύονταν επίσημα από το αθηναϊκό κράτος: του Πάνα, του Ασκληπιού και της Βένδιδος, μεταξύ άλλων. Η τελευταία (μια θρακική θεά) μάλιστα δεν είχε οΰτε αθηναϊκή ούτε καν ελληνική προέλευση. Συμπερασματικά, λοιπόν, τα δαιμόνια του Σωκράτη όχι μόνο δεν έλαβαν επίσημη έγκριση, αλλά επρόκειτο και για το είδος των δαιμόνιων που ήταν απίθανο να τη λάβουν αν ο Σωκράτης είχε επιχειρήσει να τα «εισαγάγει» επίσημα - κάτι που βέβαια δεν έκανε.

Με λίγα λόγια, οι θρησκευτικές κατηγορίες σε βάρος του Σωκράτη ήταν οι σοβαρότερες δυνατές, τόσο γενικά - δηλαδή σύμφωνα με τα κανονικά κριτήρια περί ευσέβειας των Αθηναίων και τον επίσημο έλεγχό της από τη δημοκρατία -, όσο και ειδικά, υπό τις εξαιρετικά φορτισμένες και ασταθείς πολιτικές συνθήκες του 399 π.Χ. Κατά τη γνώμη μου, πιθανόν να αρκούσαν από μόνες τους, αν υποστηρίζονταν με πειστικά επιχειρήματα, για να πείσουν την πλειοψηφία των πεντακοσίων ενός ενόρκων να κρίνουν ένοχο τον Σωκράτη.

Για το ενδεχόμενο να υπήρχε ένας σημαντικός αριθμός «αναποφάσιστων» ενόρκων, πολιτών που είτε ήταν εκ πεποιθήσεως πιο ανεκτικοί απέναντι στη θρησκευτική παρέκκλιση είτε πιο δυνατοί απέναντι στις αντιξοότητες ή δεν είχαν πειστεί ότι ο Σωκράτης ήταν ασεβής στο παρελθόν ή θα αποτελούσε μια πραγματική θρησκευτική απειλή για την κοινότητα στο μέλλον, η κατηγορία II προστέθηκε, πιστεύω, συμπληρωματικά ως εξασφάλιση. Αυτό έγινε πιθανώς με προτροπή ενός από τους δυο συνηγόρους του Μέλητου, μάλλον του εξέχοντος πολιτικού Άνυτου (κατά του οποίου ο Πλάτωνας θα επιδείκνυε ασυνήθιστη εχθρότητα στον Μένωνα).

Η κατηγορία II ήταν μια «πολιτική» κατηγορία με τη στενή έννοια του όρου. Παραβίαζε το πνεύμα, αν όχι τον τύπο, της αμνηστίας του 403 π.Χ., αφού με βάση αυτή ο Σωκράτης θα κατηγορούνταν για αντιδημοκρατική συμπεριφορά με πολιτικά κίνητρα στην πορεία προς την τυραννία των Τριάκοντα και κατά τη διάρκειά της. Αυτή ωστόσο ήταν μια παραβίαση για την οποία οι κατήγοροι ήξεραν ότι θα μπορούσαν να αποφύγουν τις συνέπειες. Χωρίς να κατηγορήσουν τον ίδιο τον Σωκράτη με πολλά λόγια ότι ήταν αντιδημοκράτης προδότης, υπονοούσαν ότι ήταν τουλάχιστον ένοχος λόγω συνάφειας. Γιατί «η διαφθορά των νέων» ήταν ευφημιστικός, υπαινικτικός τρόπος για να πουν ότι ο Σωκράτης ήταν ο δάσκαλος διεφθαρμένων νεαρών ανδρών, ιδίως του Αλκιβιάδη, ο οποίος αποδείχτηκε προδότης, και του Κριτία, ηγέτη των φανατικών αντιδημοκρατικών Τριάκοντα Τυράννων και υπονοούσε ότι ο Σωκράτης τούς είχε διδάξει ακριβώς πώς να γίνουν αντιδημοκράτες προδότες. Ο συλλογισμός -ο Σωκράτης τούς δίδαξε, εκείνοι ήταν προδότες, άρα ο Σωκράτης τούς δίδαξε πώς να γίνουν προδότες- ήταν λογικά λανθασμένος, παρ’ όλα αυτά θα ήταν πειστικός. Ακόμα και αν οι ένορκοι δεν μπορούσαν να αποφασίσουν τι ακριβώς ήταν η «ασέβεια» ή αν ο Σωκράτης ήταν ένοχος ασέβειας όπως κατηγορούνταν, ήξεραν να διακρίνουν έναν προδότη και εχθρό του δήμου όταν τον έβλεπαν. Όσα ήξεραν, ή νόμιζαν πως ήξεραν, για τις απόψεις του Σωκράτη για την εξουσία της πλειοψηφίας και για τη συμπεριφορά του επί της τυραννίας των Τριάκοντα θα τον έκαναν να φανεί τουλάχιστον ένας όχι ένθερμος φίλος του αθηναϊκού δήμον η της δημοκρατικής διακυβέρνησης αυτής καθαυτής.

Παρ’ όλα αυτά, αν και οι θαυμαστές του Σωκράτη έσπευσαν να ισχυριστούν ότι αυτή η πολιτική κατηγορία ήταν η πραγματική κατηγορία σε βάρος του και ο πραγματικός λόγος για τον οποίο καταδικάστηκε, νομίζω ότι θα έπρεπε να διστάσουμε προτού βιαστούμε να συμφωνήσουμε με αυτή την ερμηνεία. (Είναι ένα ξεχωριστό και αμφιλεγόμενο ζήτημα το αν ο Σωκράτης ήταν πραγματικά αντιδημοκράτης, είτε στη θεωρία είτε στην πράξη.) Στις μεγάλες πολιτικού χαρακτήρα δίκες στην Αθήνα, το θέμα που κρινόταν δεν ήταν τόσο η ενοχή του κατηγορούμενου από τεχνική άποψη σύμφωνα με την κατηγορία, αλλά το καλό της κοινότητας, όπως αυτό γινόταν αντιληπτό από την πλειοψηφία των απλών πο- λιτών-ενόρκων. Κατά συνέπεια, με βάση τα κριτήρια της αθηναϊκής δημοκρατίας, ο Σωκράτης δίκαια καταδικάστηκε με τη δέουσα νομική διαδικασία. Επιπλέον, αν τη θεωρήσουμε υπό ευρύτερους θρησκευτικούς όρους, η έκβαση της δίκης του Σωκράτη, όπως και αυτής του Ανδοκίδη, θα λειτουργούσε κατά κάποιο τρόπο ως συλλογική τελετή εξαγνισμού και επανένταξης: θα εξάγνιζε το σώμα των πολιτών καθαρίζοντάς το από το καρκίνωμα ενός άθρησκου προδότη και θα το επανέντασσε σε μια ανανεωμένη δημοκρατική βάση.

Είναι αβέβαιος ο ακριβής αριθμός των ψήφων, φαίνεται όμως ότι περίπου διακόσιοι ογδόντα από τους πεντακόσιους έναν ενόρκους - μια μικρή αλλά ξεκάθαρη πλειοψηφία- τον έκριναν, «ένοχο» σύμφωνα με το κατηγορητήριο. Παρ’ όλα αυτά... ήταν ανάγκη το δικαστήριο να καταδικάσει τον Σωκράτη σε θάνατο; Αυτό είναι κυριολεκτικά ένα ξεχωριστό ερώτημα. Το είδος της δίκης στην οποία υποβλήθηκε ο Σωκράτης (αγών τιμητός) χωριζόταν διαδικαστικά σε δύο μέρη· Στο πρώτο, το ζήτημα ήταν η ενοχή ή αθωότητα του κατηγορούμενου. Στο δεύτερο, αν η πλειοψηφία ψήφιζε «ένοχος», το ζήτημα ήταν η φύση της ποινής (τιμής) του καταδικασμένου και ο κατήγορος και ο κατηγορούμενος αγόρευαν ξανά επ’ αυτής.

Ο Μέλητος βέβαια επιχειρηματολόγησε υπέρ της θανατικής ποινής. Αυτού του είδους η ασέβεια ήταν, σε τελική ανάλυση, ένα ειδεχθές πολιτικό έγκλημα και οι Αθηναίοι δε δίσταζαν να επιβάλουν τη θανατική ποινή σε περιπτώσεις στις οποίες ένιωθαν ότι είχαν διαπραχθεί μείζονος σημασίας δημόσια αδικήματα που απειλούσαν το καλό της κοινότητας. Ο Σωκράτης, όπως ήταν φυσικό, εναντιώθηκε. Ωστόσο, αντί να αντιπροτείνει μια αληθινά βαριά ποινή (εξορία ή μεγάλο χρηματικό πρόστιμο), φαίνεται πως στην αρχή ισχυρίστηκε ότι έπρεπε να τον μεταχειριστούν ως δημόσιο ευεργέτη και να τον τιμούν (ως Ολυμπιονίκη) με δωρεάν γεύματα στο πρυτανείο της πόλης για την υπόλοιπη ζωή του. Αυτό δεν ήταν εύκολο να το δεχτούν. Το ίδιο και η τελική προσφορά του (που υπαγορεύτηκε ίσως από κάποια τελευταία ίχνη σεβασμού για τις επιθυμίες των φίλων του) να πληρώσει ένα σημαντικό, αλλά σε καμία περίπτωση αρκετά σημαντικό, χρηματικό πρόστιμο.

Έτσι, αφού ο Σωκράτης δεν προσφέρθηκε ούτε να πληρώσει ένα μεγάλο πρόστιμο ούτε να πάει σε μόνιμη εξορία, θα έπρεπε να απομακρυνθεί με τη βία και αμετάκλητα από την αθηναϊκή κοινότητα με πράξη του λαού. Περισσότεροι ένορκοι (περίπου τριακόσιοι σαράντα) ψήφισαν υπέρ της θανατικής καταδίκης απ’ όσους είχαν ψηφίσει αρχικά για την ενοχή του. Ακόμα και τότε πάντως ο Σωκράτης δεν ήταν ανάγκη να πεθάνει όπως έκανε, πίνοντας κώνειο στη φυλακή. Θα μπορούσε να είχε πάει στην εξορία, όπως τον προέτρεπαν οι φίλοι του, μεταξύ των οποίων και ο Κρίτωνας.

Σε αυτούς ωστόσο λέγεται ότι ο Σωκράτης αποκρίθηκε μεγαλόψυχα, προκαλώντας όμως και κάποιες απορίες, ότι δηλαδή το όφειλε στην πόλη με τους νόμους της οποίας είχε ανατραφεί να τηρήσει αυτούς τους νόμους κατά γράμμα. Η γενναιότητά του δεν αμφισβητείται. Μπορεί μάλιστα να θεωρηθεί και ήρωας: ένα νέο είδος διανοουμένου ήρωα, ένας μάρτυρας της ελευθερίας της σκέψης και της συνείδησης, που πίστευε -με την περίφημη φράση που του αποδίδεται από τον Πλάτωνα (Απολογία 38a)- ότι «...Η ζωή χωρίς να τα εξετάζει κανείς αυτά [την αρετή και τα άλλα για τα οποία συζητούσε ο Σωκράτης] είναι ζωή που δεν αξίζει να τη ζει ο άνθρωπος». Ήταν υπό μία έννοια ένας εκούσιος μάρτυρας και μόνο αναδρομικά και, πολύ συχνά, κάτω από πολύ διαφορετικές πολιτικές περιστάσεις και από πολύ διαφορετικές πολιτικές σκοπιές σε σχέση με εκείνες της Αθήνας του 399 π.Χ. η ενοχή για τον τρόπο του θανάτου του μεταφέρθηκε από τον Σωκράτη στο λαό της Αθήνας. Λανθασμένα, όπως προσπάθησα να αποδείξω, αφού η δημοκρατία της Αθήνας και η δική μας είναι δομημένες και ερμηνεύονται με πολύ διαφορετικό τρόπο. Όποια και αν ήταν, πάντως, τα σωστά και τα λάθη της «υπόθεσης Σωκράτη», μέσω της καταδίκης -και του θανάτου-του η αθηναϊκή δημοκρατία εξαγνίστηκε και επανεπιβεβαιώθηκε στα μάτια των Αθηναίων.

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΠΛΑΤΩΝ, ΝΟΜΟΙ

ΠΛ Νομ 728c–730a

Η υποχρέωση των πολιτών να τιμούν το σώμα τους, τους νέους, τους συγγενείς και τους ξένους

Ο Κλεινίας ζήτησε από τους συνομιλητές του να τον βοηθήσουν στη θέσπιση της νομοθεσίας της καινούριας αποικίας που σκόπευαν να ιδρύσουν οι Κρήτες και τους κάλεσε να προχωρήσουν στη θεωρητική κατασκευή μιας νέας πόλης. Έτσι, επέλεξαν ως τύπο πολιτεύματος αυτό στο οποίο κυρίαρχος θα ήταν ο νόμος και δήλωσαν ότι σκοπός του νομοθέτη θα ήταν να κερδίσει την εύνοια και ευπείθεια των πολιτών απέναντι στους νόμους. Ο Αθηναίος ζήτησε από τους πολίτες της νέας πόλης να τιμούν και να σέβονται καταρχάς τους θεούς, τους ήρωες και τους γονείς τους και στη συνέχεια την ψυχή τους ως το ύψιστο αγαθό. Και συνεχίζει
:

[728c] τιμὴ δ’ ἐστὶν ἡμῖν, ὡς τὸ ὅλον εἰπεῖν, τοῖς μὲν ἀμείνοσιν
ἕπεσθαι, τὰ δὲ χείρονα, γενέσθαι δὲ βελτίω δυνατά, τοῦτ’
αὐτὸ ὡς ἄριστα ἀποτελεῖν.

Ψυχῆς οὖν ἀνθρώπῳ κτῆμα οὐκ ἔστιν εὐφυέστερον εἰς
[728d] τὸ φυγεῖν μὲν τὸ κακόν, ἰχνεῦσαι δὲ καὶ ἑλεῖν τὸ πάντων
ἄριστον, καὶ ἑλόντα αὖ κοινῇ συνοικεῖν τὸν ἐπίλοιπον βίον·
διὸ δεύτερον ἐτάχθη τιμῇ, τὸ δὲ τρίτον ―πᾶς ἂν τοῦτό γε
νοήσειεν― τὴν τοῦ σώματος εἶναι κατὰ φύσιν τιμήν· τὰς δ’
αὖ τιμὰς δεῖ σκοπεῖν, καὶ τούτων τίνες ἀληθεῖς καὶ ὅσαι
κίβδηλοι, τοῦτο δὲ νομοθέτου. μηνύειν δή μοι φαίνεται
τάσδε καὶ τοιάσδε τινὰς αὐτὰς εἶναι, τίμιον εἶναι σῶμα οὐ
τὸ καλὸν οὐδὲ ἰσχυρὸν οὐδὲ τάχος ἔχον οὐδὲ μέγα, οὐδέ
[728e] γε τὸ ὑγιεινόν ―καίτοι πολλοῖς ἂν τοῦτό γε δοκοῖ― καὶ μὴν
οὐδὲ τὰ τούτων γ’ ἐναντία, τὰ δ’ ἐν τῷ μέσῳ ἁπάσης ταύτης
τῆς ἕξεως ἐφαπτόμενα σωφρονέστατα ἅμα τε ἀσφαλέστατα
εἶναι μακρῷ· τὰ μὲν γὰρ χαύνους τὰς ψυχὰς καὶ θρασείας
ποιεῖ, τὰ δὲ ταπεινάς τε καὶ ἀνελευθέρους. ὡς δ’ αὔτως
ἡ τῶν χρημάτων καὶ κτημάτων κτῆσις, καὶ τιμήσεως κατὰ
τὸν αὐτὸν ῥυθμὸν ἔχει· τὰ μὲν ὑπέρογκα γὰρ ἑκάστων
[729a] τούτων ἔχθρας καὶ στάσεις ἀπεργάζεται ταῖς πόλεσιν καὶ
ἰδίᾳ, τὰ δ’ ἐλλείποντα δουλείας ὡς τὸ πολύ. μὴ δή τις
φιλοχρημονείτω παίδων γ’ ἕνεκα, ἵνα ὅτι πλουσιωτάτους
καταλίπῃ· οὔτε γὰρ ἐκείνοις οὔτε αὖ τῇ πόλει ἄμεινον. ἡ
γὰρ τῶν νέων ἀκολάκευτος οὐσία, τῶν δ’ ἀναγκαίων μὴ
ἐνδεής, αὕτη πασῶν μουσικωτάτη τε καὶ ἀρίστη· συμφω-
νοῦσα γὰρ ἡμῖν καὶ συναρμόττουσα εἰς ἅπαντα ἄλυπον τὸν
[729b] βίον ἀπεργάζεται. παισὶν δὲ αἰδῶ χρὴ πολλήν, οὐ χρυσὸν
καταλείπειν. οἰόμεθα δὲ ἐπιπλήττοντες τοῖς νέοις ἀναι-
σχυντοῦσιν τοῦτο καταλείψειν· τὸ δ’ ἔστιν οὐκ ἐκ τοῦ νῦν
παρακελεύματος τοῖς νέοις γιγνόμενον, ὃ παρακελεύονται
λέγοντες ὡς δεῖ πάντα αἰσχύνεσθαι τὸν νέον. ὁ δὲ ἔμφρων
νομοθέτης τοῖς πρεσβυτέροις ἂν μᾶλλον παρακελεύοιτο
αἰσχύνεσθαι τοὺς νέους, καὶ πάντων μάλιστα εὐλαβεῖσθαι
μή ποτέ τις αὐτὸν ἴδῃ τῶν νέων ἢ καὶ ἐπακούσῃ δρῶντα ἢ
[729c] λέγοντά τι τῶν αἰσχρῶν, ὡς ὅπου ἀναισχυντοῦσι γέροντες,
ἀνάγκη καὶ νέους ἐνταῦθα εἶναι ἀναιδεστάτους· παιδεία γὰρ
νέων διαφέρουσά ἐστιν ἅμα καὶ αὐτῶν οὐ τὸ νουθετεῖν, ἀλλ’
ἅπερ ἂν ἄλλον νουθετῶν εἴποι τις, φαίνεσθαι ταῦτα αὐτὸν
δρῶντα διὰ βίου. συγγένειαν δὲ καὶ ὁμογνίων θεῶν κοινω-
νίαν πᾶσαν ταὐτοῦ φύσιν αἵματος ἔχουσαν τιμῶν τις καὶ
σεβόμενος, εὔνους ἂν γενεθλίους θεοὺς εἰς παίδων αὑτοῦ
σπορὰν ἴσχοι κατὰ λόγον. καὶ μὴν τό γε φίλων καὶ ἑταίρων
[729d] πρὸς τὰς ἐν βίῳ ὁμιλίας εὐμενεῖς ἄν τις κτῷτο, μείζους μὲν
καὶ σεμνοτέρας τὰς ἐκείνων ὑπηρεσίας εἰς αὑτὸν ἡγούμενος
ἢ ’κεῖνοι, ἐλάττους δ’ αὖ τὰς αὑτοῦ διανοούμενος εἰς τοὺς
φίλους χάριτας αὐτῶν τῶν φίλων τε καὶ ἑταίρων. εἰς μὴν
πόλιν καὶ πολίτας μακρῷ ἄριστος ὅστις πρὸ τοῦ Ὀλυμ-
πίασιν καὶ ἁπάντων ἀγώνων πολεμικῶν τε καὶ εἰρηνικῶν
νικᾶν δέξαιτ’ ἂν δόξῃ ὑπηρεσίας τῶν οἴκοι νόμων, ὡς
[729e] ὑπηρετηκὼς πάντων κάλλιστ’ ἀνθρώπων αὐτοῖς ἐν τῷ βίῳ.
πρὸς δ’ αὖ τοὺς ξένους διανοητέον ὡς ἁγιώτατα συμβόλαια
ὄντα· σχεδὸν γὰρ πάντ’ ἐστὶ τὰ τῶν ξένων καὶ εἰς τοὺς
ξένους ἁμαρτήματα παρὰ τὰ τῶν πολιτῶν εἰς θεὸν ἀνηρτη-
μένα τιμωρὸν μᾶλλον. ἔρημος γὰρ ὢν ὁ ξένος ἑταίρων τε
καὶ συγγενῶν ἐλεεινότερος ἀνθρώποις καὶ θεοῖς· ὁ δυνά-
μενος οὖν τιμωρεῖν μᾶλλον βοηθεῖ προθυμότερον, δύναται
[730a] δὲ διαφερόντως ὁ ξένιος ἑκάστων δαίμων καὶ θεὸς τῷ ξενίῳ
συνεπόμενοι Διί. πολλῆς οὖν εὐλαβείας, ᾧ καὶ σμικρὸν
προμηθείας ἔνι, μηδὲν ἁμάρτημα περὶ ξένους ἁμαρτόντα ἐν
τῷ βίῳ πρὸς τὸ τέλος αὐτοῦ πορευθῆναι. ξενικῶν δ’ αὖ
καὶ ἐπιχωρίων ἁμαρτημάτων τὸ περὶ τοὺς ἱκέτας μέγιστον
γίγνεται ἁμάρτημα ἑκάστοις· μεθ’ οὗ γὰρ ἱκετεύσας μάρ-
τυρος ὁ ἱκέτης θεοῦ ἔτυχεν ὁμολογιῶν, φύλαξ διαφέρων
οὗτος τοῦ παθόντος γίγνεται, ὥστ’ οὐκ ἄν ποτε ἀτιμώρητος
πάθοι ὁ τυχὼν ὧν ἔπαθε.

***
Με μια λέξη λοιπόν: τιμή για μας είναι αφ' ενός μεν να ακολουθή κανείς τα καλύτερα, αφ' ετέρου δε να προσπαθή με τον καλύτερο δυνατό τρόπο να βελτιώση τα χειρότερα, εφ' όσον είναι επιδεκτικά βελτιώσεως.

Ο άνθρωπος, λοιπόν, δεν διαθέτει απ' τη φύση του καλύτερο πράμα από την ψυχή, στο ν' αποφεύγη μεν το κακό, ν' ανιχνεύη δε και να ξεχωρίζη το καλό, και αφού το ξεχωρίση να θέλη να ζη με τη συντροφιά του στον υπόλοιπο βίο του. Να γιατί την κατετάξαμε δεύτερη κατά σειράν στην απονομή τιμών, τρίτη δε ―αυτό δα θα το καταλάβαινε ο καθένας― την τιμή του σώματος, όπως είναι φυσικό. Πρέπει όμως, εξ άλλου, να εξετάσωμε τι είδους τιμές του απονέμονται, και ποιες απ' αυτές είναι αληθινές και ποιες ψεύτικες· κι' αυτό είναι δουλειά του νομοθέτου. Μου φαίνεται, λοιπόν, ότι οι τιμές αυτές είναι οι εξής και του εξής είδους ― θα σας τις αναφέρω ενδεικτικώς: άξιο τιμής είναι το σώμα όχι το ωραίο, ούτε το δυνατό, ούτε αυτό που είναι γρήγορο, ούτε μεγάλο, ούτε ακόμη αυτό που έχει υγεία ―αν και πολλοί είναι της γνώμης αυτής― και φυσικά ούτε τα αντίθετα τούτων, αλλά εκείνα τα σώματα που εγγίζουν το σωστό μέτρο όλων αυτών των ιδιοτήτων, αυτά είναι κατά πολύ πιο εγκρατή και ασφαλή· διότι τα μεν κάνουν τις ψυχές πομπώδεις και υπεροπτικές, ενώ τα άλλα ταπεινές και ανελεύθερες. Το ίδιο δηλαδή όπως συμβαίνει και με την κατοχή πλούτου και αγαθών, που είναι πράγματι, η εκτίμησις των οποίων γίνεται κατά τον ίδιο τρόπο: δηλαδή, όταν το κάθε ένα απ' αυτά είναι υπέρογκο, προκαλεί έχθρα και επαναστάσεις στις πόλεις και στα άτομα, όταν δε δεν υπάρχη καθόλου, συνεπάγεται ως επί το πλείστον δουλείαν. Ας μη κυνηγάη λοιπόν κανείς τα πλούτη για χάρη των παιδιών του, δηλαδή για να τα καταστήση όσο μπορεί πιο πλούσια· διότι αυτό δεν είναι το καλύτερο ούτε για κείνα ούτε για την πόλη. Διότι για τους νέους, η περιουσία που δεν προκαλεί κολακείες, αλλά και δεν τους αποστερεί από τα αναγκαία, αυτή είναι από όλες η καλύτερη και πιο αρμονική· διότι με το να είναι σε όλα σύμφωνη και σε αρμονία με μας, μας εξασφαλίζει βίο απηλλαγμένο από λύπες. Όσον αφορά, λοιπόν, τα παιδιά, πρέπει να τους αφήνη κανείς όχι χρυσάφι, αλλά αιδώ. Νομίζομε όμως πως θα μεταδώσωμε στους νέους την αρετή αυτή με το να τους επιπλήττωμε όταν κάνουν πράξεις αναίσχυντες· αλλ' αυτό δεν επιτυγχάνεται με την υπόδειξη που κάνομε τώρα στους νέους, λέγοντάς τους ότι «ο νέος οφείλει να σέβεται τον καθένα». Ο έμφρων νομοθέτης όμως, στους γεροντότερους μάλλον θά' πρεπε να συνιστούσε να σέβωνται τους νέους, και να προσέχουν πάνω απ' όλα μη τυχόν ποτέ κανείς από τους νέους ιδή ή ακούση κανένα τους να κάνη ή να λέη κάτι αισχρό, διότι εκεί που οι γέροντες αναισχυντούν, είναι αναπόφευκτο εκεί οι νέοι να δείχνωνται ακόμη πιο αναίσχυντοι· διότι η καλύτερη διαπαιδαγώγησις των νέων, αλλά και αυτών των ιδίων, είναι, όχι το να δίνη κανείς συμβουλές, αλλά να εφαρμόζη ο ίδιος σ' όλη του τη ζωή, κατά τρόπον έκδηλο, όλες εκείνες τις συμβουλές που θα 'δινε σ' έναν άλλο νουθετώντας τον. Εκείνος δε που τιμά και σέβεται τους συγγενείς του, με τους οποίους συνδέεται από τους προστάτας θεούς της οικογενείας, και με τους οποίους έχει εκ φύσεως το ίδιο αίμα, είναι λογικό να κερδίση την εύνοια των γενεθλίων θεών στη σπορά των παιδιών του. Όσον αφορά τους φίλους και τους συντρόφους στις κοινωνικές του σχέσεις, θα κερδίση την ευμένειά τους, με το να θεωρή πολύ πιο σημαντικές και μεγαλύτερες τις υπηρεσίες που προσφέρουν εκείνοι σ' αυτόν, από ό,τι (το θεωρούν) οι ίδιοι, κι' από την άλλη μεριά, με το να θεωρή μικρότερες τις δικές του εξυπηρετήσεις προς τους φίλους και τους συντρόφους του. Ως προς την πόλη τώρα και τους συμπολίτας, θα είναι κατά πολύ καλύτερος εκείνος, ο οποίος περισσότερο κι' απ' τους Ολυμπιακούς ―και όλους γενικά― τους αγώνας, τους πολεμικούς και τους ειρηνικούς, θα διάλεγε τη δόξα του να νικά στην εξυπηρέτηση των νόμων της πατρίδος του, με το να τους έχη υπηρετήσει σε όλη του τη ζωή κατά τον καλύτερο τρόπο από όλους τους ανθρώπους. Όσον αφορά τους ξένους, εξ άλλου, θα πρέπει να τους θεωρή σαν να είναι τα πιο ιερά συμβόλαια· διότι μπορεί να πη κανείς ότι σχεδόν όλα όσα τους αφορούν και όλα τα αδικήματα που γίνονται εις βάρος των ξένων, εν συγκρίσει με εκείνα που διαπράττονται εναντίον των συμπολιτών, έχουν πολύ περισσότερη εξάρτηση από τον εκδικητή θεό. Διότι καθώς είναι μόνος κι' έρημος από φίλους και συγγενείς, ο ξένος, προκαλεί περισσότερο τον οίκτο στους θεούς και στους ανθρώπους. Αυτός, λοιπόν, που μπορεί να τιμωρήση περισσότερο, βοηθεί με μεγαλύτερη προθυμία, πιο πολύ δε απ' όλους μπορεί ο προστάτης της φιλοξενίας θεός ή δαίμων του καθενός, οι οποίοι ακολουθούν τον Ξένιο Δία. Χρειάζεται λοιπόν πολύ μεγάλη προσοχή κανείς, έστω κι' αν είναι ελάχιστα προβλεπτικός, ώστε να βαδίση στο δρόμο της ζωής του, μέχρι τέλους, χωρίς να διαπράξη κανένα σφάλμα έναντι των ξένων. Αλλά μεγαλύτερο κι' από τα σφάλματα έναντι των συμπατριωτών και των ξένων είναι, για κάθε άνθρωπο, το σφάλμα που διαπράττεται έναντι των ικετών. Διότι ο θεός, του οποίου την προστασία επεκαλέσθη ο ικέτης ―και εξηπατήθη εν συνεχεία στις υποσχέσεις που του έδωσαν―, ο θεός αυτός γίνεται ο κατ' εξοχήν φύλακας του παθόντος, και μάλιστα σε σημείο να μη αφήση ανεκδίκητο τον εξαπατηθέντα για όσα υπέστη αυτός.