Κυριακή 8 Οκτωβρίου 2023

Φιλοκαλούμεν τε μετ’ εὐτελείας καί φιλοσοφοῡμεν ἄνευ μαλακίας

Φιλοκαλούμεν τε μετ’ εὐτελείας καί φιλοσοφοῡμεν ἄνευ μαλακίας

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Αγαπάμε το ωραίο με απλότητα και φιλοσοφούμε χωρίς μαλθακότητα

H φράση αυτή που εκφωνήθηκε στον “Επιτάφιο” του Περικλή κατά το πρώτο έτος του Πελοποννησιακού πολέμου τον χειμώνα(1) τού 431 π.Χ., πιστεύω, πως είχε διπλό σκοπό και στόχο*. Αφ’ ενός να τιμήσει τους πεσόντες μέχρι τότε στον πόλεμο αυτό, αλλά παράλληλα να εξυψώσει το ηθικό των Αθηναίων για να αντέξουν στον μακροχρόνιο αυτό πόλεμο. Την ίδια περίοδο ο Περικλής μιλάει για λιτότητα και αποφυγή κάθε σπατάλης των Αθηναίων που αναφέρεται στην ιδιωτική τους ζωή αρχίζοντας από την κατασκευή των κατοικιών τους, φτάνοντας μέχρι την ενδυμασία τους! Με τη φράση αυτή προσπαθεί να “ανεβάσει” ακόμα περισσότερο το ηθικό τους, τονίζοντας ότι οι Αθηναίοι είναι τόσο καλλιεργημένοι – αφού ασχολούνται με τις τέχνες τις επιστήμες και τα γράμματα – χωρίς ωστόσο αυτό να τους έχει κάνει μαλθακούς και νωθρούς και γι αυτό λιγότερο αξιόμαχους. Με τα παραπάνω λόγια ο ρήτορας απαντάει έμμεσα στην κακοπροαίρετη κριτική τών Σπαρτιατών, οι οποίοι θεωρούσαν ότι η ενασχόληση με τα γράμματα και τις τέχνες κάνουν τους πολίτες μαλθακούς και μειώνουν τον ανδρισμό τους.

Όμως, ας προσπαθήσουμε να συμβάλουμε στην ερμηνεία τής περίφημης και μοναδικής αυτής φράσης, χωρίς ωστόσο να ξεχνάμε πως την ερμηνεία δεν πρέπει να τη βλέπει κανείς επιφανειακά καθ’ ότι έχει άμεση σχέση με τον πλούτο και τη χρήση τής γλώσσας και γι αυτό καθιστά βαρύ το έργο τής ερμηνείας. Επί του προκειμένου λοιπόν βλέπουμε πως η φράση αυτή περιλαμβάνει δύο ρήματα και δύο αντίστοιχους προσδιορισμούς. Φιλοκαλούμεν μετ’ ευτελείας και φιλοσοφούμεν άνευ μαλακίας. Εδώ μπορούμε να διακρίνουμε μια εσωτερική αντίθεση των προσδιορισμών με τα ρήματα. Δηλαδή μεταξύ της έννοιας της “φιλοκαλίας” με την “ευτέλεια” όπως ακριβώς την σύνδεση τής φιλοσοφίας με τον δικό της προσδιορισμό… όπως φανερώνουν και οι συμπλεκτικοί σύνδεσμοι τε – καί . Εκτός όμως απ’ αυτά η σύνδεσή τους γίνεται πιό στενή και δυνατή με την αντίστοιχη παρήχηση και στους προσδιορισμούς μετ’ ευτελείας – άνευ μαλακίας.

Εδώ μπορεί να διακρίνει κανείς ότι η πραγμάτωση των αντιθετικών αυτών ιδιοτήτων, δηλ. της φιλοσοφίας και της φιλοκαλίας η οποία είναι δυνατή και υπάρχει εφόσον ο φιλόσοφος δεν χάνει την ικανότητά του για δράση.

Στο σημείο αυτό να επισημάνουμε, πως, μπορεί η αρχαία γλώσσα να μη μιλιέται αυτούσια σήμερα, όμως ο πλούτος της βγαίνει μέσα από τα κλασσικά έργα ενός Ομήρου, ενός Θουκυδίδη, ενός Αισχύλου, ενός Πλάτωνα… Και αυτός δεν θα πεθάνει ποτέ, όσο βρίσκεται άξιος ερμηνευτής που έχει τη δύναμη να εκφράσει τις λέξεις συμπληρώνοντας ή και ολοκληρώνοντας το νοηματικό τους περιεχόμενο.

Μπορεί σήμερα οι περισσότεροι άνθρωποι να θέλουν να ξεκουραστούν από τον καθημερινό μόχθο και ίσως να ξεχαστούν με ένα…Άρλεκιν(!), όμως αυτός που θέλει να μορφωθεί δεν διαβάζει απλώς, αλλά μελετάει το έργο καταβάλλοντας εντονότατη προσπάθεια, βλέποντας σε βάθος· και εκείνο που τον ικανοποιεί είναι ο ψυχικός πόθος να μορφωθεί**…

Εδώ λοιπόν δεν μετράνε μόνο τα διδάγματα των αρχαίων Ελλήνων, αλλά και η χαρά τού αγώνα που ακονίζει τη σκέψη και την κρίση, που θα σε βοηθήσει να καταλάβεις καλύτερα τους πολιτικούς θεσμούς τής δικής σου εποχής και να γίνεις ικανός να πλάσεις έναν νεοελληνικό λόγο εξ’ ίσου βαθύ και αληθινό πέραν από τα πάνω ή κάτω! Θα ήταν ίσως περιττό να πούμε πως εδώ βρίσκει τη δικαίωσή της η ενασχόλησή μας με τα παλιά κλασικά κείμενα· και χρέος όσων έχουν σχέση με αυτόν τον πλούτο, είναι να μην τον κρατούν για τον εαυτό τους, αλλά να δημιουργούν προσφέροντας μέσω του “παιδεύειν ἀνθρώπους και βελτίους ἀπεργάζεσθαι” (Πλατ. Πολιτ. x/c). Γιατί ο κόσμος δεν θα πεθάνει ποτέ σαν ύπαρξη πνευματική γι αυτούς που μελετούν τον πλούτο της πνευματικής τους ιστορίας πέραν από τα στενά όρια της υλικής τους ζωής.

Έτσι μόνο θα πλουτίσει κανείς την ύπαρξή του· μελετώντας την ιστορία του μέσα από δημοκρατικά – πατριωτικά ιδανικά βγαλμένα από τα πνευματικά αγαθά που ξεκινούν από την ενδοσκόπηση τού εγώ σε σχέση με τον κόσμο της πολιτείας. Γιατί αυτός είναι ο μοναδικός τρόπος που μορφώνονται και διαμορφώνονται ελεύθεροι υπεύθυνοι και στοχαστικοί άνθρωποι, που δεν έχουν σχέση ούτε με την δογματική ακαμψία, ούτε με τον ρομαντισμό, αλλά με την κριτική που συνδυάζει – επί του προκειμένου – την ελευθερία του περιεχομένου μέσω της ρεαλιστικής – πραγματικής ερμηνείας των φαινομένων, για την αποφυγή λαθών που στοχεύει στην αναμόρφωση τής πολιτικής ζωής. Όμως αυτό δεν επιτυγχάνεται χωρίς τη γνώση της ουσίας και του χρέους.

Ευρύτερα δε να γνωρίζουμε, πως, η ιστορία επαναλαμβάνεται και εκδικείται σκληρά εκείνους που δεν διδάσκονται και προσπαθούν να τη βιάσουν ν’ ακολουθήσει τη δική τους τροχιά.
Τα παραδείγματα πολλά……
-----------------------
Αναγκαίες διευκρινήσεις – προσθήκες

(1) Στην Ιστορία του (2.34.1) ο Θουκυδίδης αρχίζει με μοναδικό τρόπο:

“Ἐν δέ τῷ αὐτῷ χειμῶνι Ἀθηναῖοι τῷ πατρίῷ νόμῷ χρώμενοι δημοσίᾳ ταφάς ἐποιήσαντο τῶν ἐν τῷδε πολέμῳ πρώτων ἀποθανόντων τρόπῳ τοιῷδε”. Λόγια μοναδικά, χαρακτηριστικά και αξεπέραστα που φανερώνουν όχι μόνο την ισορροπία αλλά την ακρίβεια και το μέτρο που εγγράφεται στο μυαλό του ανθρώπου με τον ήχο και τον ρυθμό. Λόγια που κανείς δεν μπορεί να τα ταυτίσει με “νεκρό στοιχείο” παράδοσης. Αντίθετα εκείνος που αναλαμβάνει το βαρύ έργο της ερμηνείας πρέπει πρώτα να νοιώσει τους γλωσσικούς κραδασμούς που δημιουργεί ο Ελληνικός λόγος ο οποίος καταξιώνεται και μέσω της γλωσσικής φιλοσοφίας.

Ας μου συγχωρεθεί ο πειρασμός, επί τη ευκαιρία, να αναφερθώ ακροθιγώς και στο 2.37.1, όταν ο ιστορικός μας με λόγια που περικλείουν υψηλόφρων και βαθύ περιεχόμενο προσπαθεί να εξυψώσει το ηθικό των Αθηναίων: “Χρώμεθα γάρ πολιτεία οὐ ζηλούσῃ τούς τῶν πέλας νόμους, παράδειγμα δέ μᾶλλον αὐτοί ὄντες τισίν ἤ μιμούμενοι ἑτέρους”. Να σημειώσω μόνο πως κάποτε αυτά τα λόγια ήθελαν να τα χρησιμοποιήσουν οι “όντως Ευρωπαίοι”, οι οποίοι γνωρίζουν και εκτιμούν το αρχαιοελληνικό πνεύμα, στο σύνταγμα της Ευρώπης. Όσο για τους νόμιμους κληρονόμους – βαλκάνιους, αυτοί ουδόλως ενδιαφέρονται(!) όχι να αναλύσουν και να προωθήσουν τη μοναδικότητα του περιεχομένου του στους άλλους, πράγμα ακατόρθωτο σήμερα, ακριβώς γιατί βρισκόμαστε στο ναδίρ της ιστορικής παρακμής και για το λόγο αυτό όχι μόνο αντιγράφουμε αλλά και υπακούουμε ετέρους λόγω μαλακίας.

* Αν και υπάρχουν διαφορετικές απόψεις σχετικά με την πατρότητα του λόγου, να πούμε πως πιθανόν αυτός γράφτηκε από τον ρήτορα Λυσία, ανήκει στους δημοκρατικούς λόγους και εκφωνήθηκε από τον Περικλή· ο οποίος αν και πιστεύεται ότι εφάρμοσε την “ενός ανδρός αρχή”, παρ’ όλα αυτά ήταν εκείνος που δημιούργησε τον “χρυσούν αιώνα”. Στο πρόγραμμά του σέβεται τον νέο άνθρωπο· και τον εμπνέει να καλλιεργήσει τις αρετές, την ελευθερία, την κριτική σκέψη και τη συναίσθηση ευθύνης.

** Η λέξη μάθηση είναι ουσιαστικό που παράγεται από το ρ. μανθάνω μέσω διδασκαλίας, στην οποία συμμετέχουν εκτός από το σχολείο η οικογένεια και η πολιτεία. Έτσι η μάθηση εμφανίζεται ως μετάβαση γνώσεων ακόμα και εμπειριών. Ενώ η λέξη μόρφωση παράγεται από το ρ. μορφώνω (α.ε μορφόω -ῶ) το οποίο επί υλικών πραγμάτων σημαίνει δίδω μορφήν ή σχήμα σε κάτι άμορφο. Σχετικά με τον άνθρωπο η έννοια μόρφωση, είναι αυτή που συμπεριλαμβάνει και διαμορφώνει την ψυχοπνευματική του υπόσταση μορφώνοντάςτον εσωτερικά, με ψυχικά, πνευματικά, ηθικά, συναισθηματικά και καλλιτεχνικά χαρίσματα διαμορφώνοντάςτον εις “καλόν κἀγαθόν”.

Θεμιστοκλής: Δεν μ’ αφήνει να κοιμηθώ η δόξα του Μιλιτιάδη

ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ (525-461 π. Χ.)

Μεγάλος Αθηναίος πολιτικός, στρατηγός και ναύαρχος. Πήρε μέρος στη μάχη του Μαραθώνα (490 π.Χ.), όπου δοξάστηκε ο Μιλτιάδης (550 π.Χ. – περίπου 489 π.Χ.). Τόσο πολύ δε, του στοίχισε αυτό, που τριγυρνούσε άυπνος τις νύχτες,… λέγοντας σ’ αυτούς που τον ρωτούσαν για την αιτία της αϋπνίας του: «Ουκ έά με καθεύδειν το του Μιλτιάδου τρόπαιον», δηλ. δεν μ’ αφήνει να κοιμηθώ η δόξα του Μιλτιάδη.

Ήταν ο πρώτος από τους Αθηναίους πολιτικούς που κατάλαβε ότι το μέλλον της Αθήνας εξαρτάται από το ναυτικό.

Σαν πρόφαση για την κατασκευή στόλου μεταχειρίστηκε τον πόλεμο εναντίον των Αιγινητών.

Για να μπορέσει όμως να ολοκληρώσει το σχέδιό του, πέτυχε να εξορίσει τον αντίπαλό του Αριστείδη (483π.Χ.).

Μετά κατάρτισε έναν ισχυρό στόλο από 200 τριήρεις. Μετά τη μάχη των Θερμοπυλών και την ήττα των Σπαρτιατών από τους Πέρσες, ο Θεμιστοκλής διέβλεψε ότι το πιο κατάλληλο σημείο των Ελληνικών θαλασσών για μία αναμέτρηση με τον περσικό στόλο ήταν η Σαλαμίνα.

Στο στρατιωτικό συμβούλιο οι σύμμαχοι διαφώνησαν με την άποψή του. Ο στρατηγός των Κορινθίων Αδείμαντος απείλησε τον Θεμιστοκλή με αποχώρηση και ο στρατηγός των Λακεδαινονίων και αρχιστράτηγος Ευρυβιάδης ύψωσε το μπαστούνι του, για να τον χτυπήσει, οπότε ο Θεμιστοκλής. ατάραχος αποκρίθηκε «Πάταξον μεν, άκουσον δε» και εξακολούθησε να υποστηρίζει με θέρμη την άποψή του.

Τελικά εφαρμόστηκε το σχέδιο του Θεμιστοκλή, ο οποίος με τον τρόπο αυτό έγινε αίτιος της μεγάλης νίκης των Ελλήνων.

Μετά την απαλλαγή από τον περσικό κίνδυνο, εισηγήθηκε την οχύρωση της Αθήνας, επειδή φοβόταν την αντιζηλία των Σπαρτιατών.

Και το κατόρθωσε, παρά τη λυσσώδη αντίδραση της Σπάρτης. Οι αλλεπάλληλες επιτυχίες του μεγάλωσαν τη φήμη του σ’ ολόκληρη την Ελλάδα, ενώ οι συμπατριώτες του τον ανακήρυξαν «σωτήρα της πατρίδος».

Τη φήμη όμως αυτή και τη δόξα του Θεμιστοκλή δεν άργησαν να υποσκάψουν οι πολιτικοί του αντίπαλοι, οι οποίοι στο έργο τους αυτό βρήκαν θερμούς υποστηρικτές τους Σπαρτιάτες.

Τον διέβαλαν λοιπόν και τελικά κατόρθωσαν να τον εξορίσουν (471 π.Χ.). Έφυγε τότε για το Άργος και από εκεί, μετά από πολλές περιπλανήσεις, έφτασε στα Σούσα και κατέφυγε κοντά στον Αρταξέρξη, ο οποίος τον περιέβαλε με μεγάλες τιμές και του παραχώρησε ορισμένες πόλεις στη Μαγνησία, για να συντηρείται με τους φόρους που θα εισέπραττε από αυτές.

Όταν όμως το 461 π.Χ. ο Αρταξέρξης θέλησε να εκστρατεύσει εναντίον της Ελλάδας και ζήτησε τη βοήθεια του Θεμιστοκλή, αυτός προτίμησε να αυτοκτονήσει πίνοντας δηλητήριο, παρά να στραφεί εναντίον της πατρίδας του.

Στη Μαγνησία υπήρχε μνημείο και ανδριάντας του Θεμιστοκλή, από όπου οι φίλοι του μετέφεραν κρυφά τα οστά του και τα έθαψαν στην Αθήνα.

Στο Εθνικό Μουσείο της Αθήνας σώζεται ακόμα και σήμερα ένα από τα όστρακα του εξοστρακισμού του. Πάνω σ’ αυτό διαβάζουμε: «ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ ΦΡΕΑΡ-ΡΙΟΣ». Υπάρχει, για να θυμίζει πόσο δίκιο είχε ο πατέρας του, όταν τον συμβούλευε να αποφύγει τον πολιτικό στίβο, δείχνοντάς του τις τραβηγμένες στην ακτή παλιές και εγκαταλελειμμένες τριήρεις, λέγοντάς του:

«Έτσι συμπεριφέρεται ο λαός στους πολιτικούς άνδρες , όταν δεν τους χρειάζεται πια».

Αισχύλος: Προμηθεύς, Κράτος και Βία

Αισχύλος: 525–456 π.Χ.

Προμηθεύς Δεσμώτης

§1

Ο «Προμηθεύς Δεσμώτης» είναι το πρώτο δράμα μιας τριλογίας με τον τίτλο: Προμήθεια. Το δεύτερο δράμα ήταν ο «Προμηθεύς λυόμενος» και το τρίτο ο «Προμηθεύς Πυρφόρος». Με την τριλογία αυτή, ο Αισχύλος θέλησε μάλλον να εκφράσει ένα είδος κοσμοθεωρίας, της οποίας η διαλεκτική–νοητή γραμμή ξεκινούσε με τη βία και το Κράτος ως δύναμη των αντιθέσεων («Προμηθεύς Δεσμώτης») περνούσε στη συμφιλίωση («Προμηθεύς λυόμενος») για να αποκορυφωθεί στη δικαιοσύνη και την ειρηνική συμβίωση («Προμηθεύς Πυρφόρος»). Το γεγονός βέβαια ότι δεν σώθηκαν τα δύο τελευταία δράματα, εκτός από ορισμένα αποσπάσματα του «Λυόμενου», δεν μας επιτρέπει παρά να σκεφτόμαστε με γνώμες και υποθέσεις. Στο πρώτο δράμα οι βασικοί ανταγωνιστές είναι δύο: Ο Δίας και ο Προμηθέας. Με βάση την εκδοχή του σχετικού μύθου, ο Δίας αποφάσισε να καταστρέψει το γένος των ανθρώπων και τότε ο Προμηθέας θέλησε να το σώσει δίνοντάς του τη φωτιά που στο μεταξύ είχε κλέψει από τον Ήφαιστο. Ο κοσμοκράτορας Δίας εξοργίστηκε γι’ αυτό και έστειλε τα όργανά του, το Κράτος και τη Βία, να συλλάβουν τον Προμηθέα και να τον μεταφέρουν στον Καύκασο. Σε όλο το δράμα, διάχυτη είναι η σκληρότητα και η ανελεημοσύνη του Δία, κάτι για το οποίο υπερηφανεύονται τα όργανά του, το Κράτος, η δομημένη εξουσία στην εκτελεστική της αποστολή, και η Βία. Αυτά εδώ, μεθερμηνεύοντας τη βούληση του Δία, φέρνουν τον Τιτάνα στα ακατοίκητα βουνά του Καυκάσου, για να τον αλυσοδέσουν. Το έργο τούτο ανατίθεται στον Ήφαιστο, ο οποίος συμπάσχει με τον Προμηθέα και εκτελεί τούτο το απεχθές καθήκον χωρίς τη θέλησή του. Απεναντίας, το Κράτος, ως πιστός υπηρέτης του Δία, του εξουσιαστή θεών και ανθρώπων, γίνεται ο δήμιος του Τιτάνα και δεν χάνει την ευκαιρία να τον χλευάσει.

§2

Τι συμβολίζουν, πιο συγκεκριμένα, το Κράτος και η Βία; Το πρώτο την εξουσία του Δία και το δεύτερο τον τρόπο άσκησης αυτής της εξουσίας. Ο ήρωας του δράματος, ο Προμηθέας, συμβολίζει την αντί- σταση σε τούτη την εξουσία. Αντιστέκεται από αγάπη για τους ανθρώπους και την ελευθερία (τους). Επιχειρεί να τους δώσει το παντέχνου πυρός σέλας, δηλαδή τη λάμψη της πάντεχνης φωτιάς, και έτσι αποδεικνύεται ως ο πρώτος που μεταδίδει τον ανθρώπινο πολιτισμό. Ποιος αποκαλύπτεται ως εχθρός αυτού του πολιτισμού; Το Κράτος. Ως φορέας εξουσίας, αυτό δεν είναι κατάκτηση του ανθρώπινου πολιτισμού, παρά το ευθέως αντίθετο ως προς την ουσία του τελευταίου. Τούτο μαρτυρούν και τα αθώα, αλλά μεστά νοήματος λόγια του Ήφαιστου: 1. «σκληρός είναι ο καθένας που παίρνει την εξουσία» (στ.35)· τουτέστιν, η εξουσία δεν συμβαδίζει με την ανθρώπινη ουσία, αλλά είναι απανθρωπιά· 2. αποτεινόμενος στο Κράτος του λέει πως πάντα ήταν άσπλαχνο και θρασύ (στ.42), δηλαδή ανήκει στη φύση του να είναι εξ-ουσία, εκτός ουσίας. Πώς νοείται αυτό; Όλα τα έμβια όντα είναι εν χρόνω και τόπω εξουσία και υπό εξουσία. Υπό ένα, επομένως, ευρύτερο νόημα εξουσία σημαίνει εξ-ουσία: είτε τον καταστροφικό κατήφορο/κατάβαση της εκτός ουσίας οντολογικής παρουσίας και δράσης ‒ π.χ. ο εξουσιασμός του Δία και των οργάνων του‒είτε τον δημιουργικό ανήφορο/ανάβαση της εκκάλυψης, αποκάλυψης της ουσίας, όπως π.χ. συμβαίνει με την οντολογική παρουσία και δράση του Προμηθέα, ως φωτοδότη. Στο υπό συζήτηση έργο του Αισχύλου, Δίας και Προμηθέας εμφανίζονται ως οι καθοριστικά αντίρροπες δυνάμεις, που ενσαρκώνουν την εχθρότητα. Με δεδομένο ότι αμφότεροι τούτοι οι θεοί στον κοσμοϊστορικό αγώνα της Τιτανομαχίας ήταν οι πιο στενοί συνεργάτες, η εχθρότητα τούτη δεν είναι απλώς μια ηθικολογούσα εχθρότητα, αλλά το πυρ, η φωτιά –ως φως, αλλά και ως έκρηξη– ενός αδυσώπητου αγώνα ανάμεσα σε δυνάμεις της πολιτικής – εξουσιαστικής βίας και της ανυποχώρητης στοχαστικής δράσης.

§3

Ο στοχαστικός χαρακτήρας της δράσης, έτσι όπως τον ενσαρκώνει ο λόγος του αλυσοδεμένου, αλλά ακαταδάμαστου Προμηθέα, εκδηλώνεται ως η ζωτική ιδέα της μαχόμενης –πολιτικής–ύπαρξης που δεν εγκαταλείπει, δεν ενδίδει στη σκληρή μονοκρατορία του Δία, αλλά την αντιπαλεύει με σθένος, που υπερβαίνει τον ανθρώπινο πόνο, αποδεικνύοντας έτσι το σαθρό χαρακτήρα κάθε είδους μονοκρατορίας. Πώς νοείται πιο συγκεκριμένα τούτο το σθένος, το σθεναρό πάθος; Ως εμμονή σε ένα εγοσμίως ζην, που αμφισβητεί ευθέως το αξιακό σύστημα της νέας τάξης πραγμάτων, την ολιγοφρένεια του νέου πολιτικού συστήματος του Διός. Πώς ξετυλίγεται ο πολιτικός θρίαμβος της εξουσίας του Διός; Στον πρόλογο του έργου, εμφανίζεται το κατ’ εξοχήν εκτελεστικό όργανο τούτης της εξουσίας, το Κράτος –μαζί με τη Βία ως βουβό πρόσωπο– να χλευάζει τον πάσχοντα θεό και να απαιτεί από τον Ήφαιστο να εκτελέσει χωρίς οίκτο ό,τι τον πρόσταξε ο πατέρας Δίας, δηλαδή να δέσει με τη βία, στο παγερό φαράγγι, τον Προμηθέα. Ο διάλογος ανάμεσα στο Κράτος και τον Ήφαιστο είναι αποκαλυπτικός δυο διαφορετικών κόσμων: ο κόσμος του ψυχρού εκτελεστή (Κράτος) και ο συμπάσχων κόσμος του Ήφαιστου. Ο δεύτερος κόσμος θεωρεί πως «η συγγένεια [θεός προς θεό] και η φιλία είναι κάτι το ιερό» (στ. 39)· γι’ αυτό δέχεται με απροθυμία τις διαταγές του Δία: υπηρετεί χωρίς τη θέλησή του τη νέα τάξη πραγμάτων, σε αντίθεση με το Κράτος που «πάντοτε ήταν άσπλαχνο και γεμάτο αυθάδεια» (στ. 42). Για το Κράτος δεν υπάρχει μέτρο ελέγχου της ωμότητας, της βαρβαρότητας. Το μόνο μέτρο είναι η άμετρη βούληση του Δία. Το Κράτος λοιπόν αναλαμβάνει το ρόλο του άβουλου υπηρέτη αυτής της βούλησης. Νιτσεϊκώς είναι η καταστροφική βούληση για δύναμη, σε αντίθεση με τη δημιουργική/προμηθεϊκή βούληση για δύναμη.

§4

Το Κράτος αποδεικνύεται εχθρός της πολιτείας των θεών και των ανθρώπων και υφίσταται, έτσι άκαρδα πλέον, ως ψυχρός εκτελεστής των ορέξεων του καταχρηστικής εξουσίας του Δία. Γι’ αυτό και επιχαίρει για τα δεινά του Προμηθέα:

«Και τώρα αυθαδίαζε εδώ και των θεών τα προνόμια
αρπάζοντας χάριζέ τα στους θνητούς. Σε τι είναι άξιοι
για να σε απαλύνουν από τους πόνους σου οι θνητοί;
Ψευδωνύμως σε λένε Προμηθέα οι θεοί·
Εσύ τώρα χρειάζεσαι έναν προμηθέα για να βρεις
τρόπο να βγεις έξω απ’ αυτά
» (στ. 82-87).

Η ιδέα και η εικόνα επιβολής της βίας από το Κράτος συνιστά μια πρωτόφαντη σύλληψη του Αισχύλου, η οποία έκτοτε έμελλε να επαληθεύεται και ως ιστορική πραγματικότητα με τις διάφορες μορφές κράτους και κρατικής βίας που έχουμε γνωρίσει ως τώρα. Εάν κανείς κάνει αφαίρεση από την απατηλή θεωρία περί κράτους δικαίου –απατηλή εν πολλοίς, γιατί πρόκειται για νομιμοποίηση της εν λόγω βίας– ανασυλλέγει πολλαπλές εμπειρίες «πεφωτισμένης» βίας και δουλικότητας. Όταν, για παράδειγμα, ρώτησαν τον Χίτλερ πώς θα μπορούσε να ελέγξει πολιτικά και να κυβερνήσει όλες εκείνες τις χώρες που κατακτούσε, απάντησε: θα βρεθούν αρκετοί προδότες της πατρίδας τους που θα θελήσουν να με υπηρετήσουν. Τέτοια σκοτεινά σκύβαλα της εξουσίας αλωνίζουν και εκτελούν σήμερα την Πολιτεία, με αχαλίνωτη αγριότητα ανυπόληπτων και ανισόρροπων τυραννίσκων.

Η δίκη του Σωκράτη

Εισαγωγή

Μια από της μελανότερες σελίδες της ιστορίας της αθηναϊκής δημοκρατίας υπήρξε, χωρίς αμφιβολία η θανατική καταδίκη του Σωκράτη, το 399 π.Χ. Από τότε μέχρι σήμερα, πλήθος μελετητών ασχολήθηκε μ’ αυτήν την παράδοξη στιγμή ενός πολιτεύματος, που θεωρήθηκε ιδανικό πρότυπο ελεύθερης συμμετοχής των πολιτών στη διακυβέρνηση του κράτους.

Το βασικότερο ερώτημα που απασχολεί διαχρονικά τους ιστορικούς είναι: «Γιατί οι Αθηναίοι, εν πλήρει δημοκρατία, πήραν την απόφαση, να θανατώσουν έναν εβδομηντάχρονο φιλόσοφο, τη στιγμή, που ακόμη και οι κατήγοροί του δεν αμφέβαλαν ποτέ για την τιμιότητα, την ανιδιοτέλεια και τη νομοταγή συμπεριφορά του;» Η κρατούσα γνώμη αιτιολογεί τη στάση των Αθηναίων στα πλαίσια μιας ευρύτερης πολιτικής δίωξης πνευματικών ανθρώπων που έλαβε χώρα το τελευταίο τέταρτο του 5ου π.Χ. αιώνα. Πιο συγκεκριμένα, φαίνεται πως ο Πελοποννησιακός πόλεμος επηρέασε την ανθρώπινη κοινότητα σε τέτοιο βαθμό που της προκάλεσε το κοινό αίσθημα για απαρέγκλιτη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής, μέσω της ομοιόμορφης συμπεριφοράς των μελών της. Εξαιρέσεις σπάνια γίνονταν ανεκτές.

Ωστόσο, εκτός από την πολιτική και κοινωνική διάσταση του θέματος, από τη δίκη του Σωκράτη δεν θα μπορούσε να απουσιάζει το δικονομικό ενδιαφέρον. Με την παρούσα θα επιχειρηθεί μια συνοπτική παρουσίαση της δίκης με αναφορά στο δικονομικό πλαίσιο, εντός του οποίου αυτή διεξήχθη στα πλαίσια απονομής της δικαιοσύνης στην αρχαία Αθήνα.

Χρονικό πλαίσιο

Η δίκη διεξάγεται το 399 π.Χ., μόλις πέντε χρόνια μετά την ήττα της Αθήνας στον Πελοποννησιακό Πόλεμο, και τέσσερα χρόνια μετά την κατάρρευση της τυραννίας των Τριάκοντα, που η Σπάρτη εγκατέστησε ως τοποτηρητές της ηγεμονίας της. Η δημοκρατία έχει αποκατασταθεί και διατηρεί ακόμη αρκετά στοιχεία από τη γενναιοδωρία της πρώτης της ορμής. Αξίζει να σημειωθεί ότι ισχύει ακόμη το διάταγμα που φέρει τον τίτλο «Περί του μη μνησικακείν», το οποίο παρείχε αμνηστία σε όσους Αθηναίους είχαν συνεργαστεί με τους τυράννους, όσους, εννοείται, δεν ήταν φυσικοί αυτουργοί εγκλημάτων.

Οι κατήγοροι

Τρεις ήταν οι κατήγοροι του Σωκράτη:

Μέλητος: άσημος τραγικός ποιητής, που εμφανίστηκε ως ο κύριος κατήγορος που κατέθεσε την καταγγελία («επίδοση της γραφής»), προκειμένου σε περίπτωση ήττας να μην καταβληθεί μεγάλο χρηματικό ποσό από όλους τους κατήγορους.

Άνυτος: πλούσιος βυρσοδέψης με μεγάλη πολιτική επιρροή στην Αθήνα. Διετέλεσε υπαρχηγός της ομάδας των Αθηναίων που αποκατέστησαν τη δημοκρατία, ανατρέποντας τους Τριάκοντα. Φανατικός εχθρός των σοφιστών, με προσωπική αντιπάθεια προς τον Σωκράτη, εξαιτίας της κριτικής που του είχε ασκήσει ο τελευταίος για την απαγόρευση της ενασχόλησης του γιου του με τη φιλοσοφία. Κύριος δημιουργός της καταγγελίας.

Λύκων, δεινός ρήτορας και με αυτήν του την ιδιότητα κατηγόρησε τον Σωκράτη, κατόπιν προτροπής των προαναφερομένων ώστε να ενισχύσουν την κατηγορία για να επιτύχουν την καταδίκη του Σωκράτη. Ελάχιστα έχουν σωθεί για τη δράση του.

Το κατηγορητήριο

Όπως όριζε ο νόμος, ο Μέλητος έπρεπε να συναντήσει το Σωκράτη παρουσία μαρτύρων και, αφού του θέσει υπόψη την καταγγελία, να τον καλέσει να παραστεί στην επίδοσή της στον άρχοντα βασιλέα, που ήταν αρμόδιος για τις θρησκευτικές υποθέσεις.

Ως γνωστόν, δύο κατηγορίες του απαγγέλθηκαν. Η πρώτη ήταν ότι με τη διδασκαλία του διαφθείρει τη νεολαία. Η δεύτερη, ότι εισάγει καινά δαιμόνια στην πόλη, κοινώς ότι δεν πιστεύει στους θεούς της, ακόμη κι αν δεν είναι άθεος δεν είναι ευσεβής (ασέβεια), όπως οφείλει να είναι κάθε αθηναίος πολίτης.

Συγκεκριμένα, η κατηγορία είχε ως εξής:

«ἀδικεῖ Σωκράτης, οὓς μὲν ἡ πόλις νομίζει θεοὺς οὐ νομίζων, ἕτερα δὲ δαιμόνια καινὰ εἰσηγούμενος· ἀδικεῖ δὲ καὶ τοὺς νέους διαφθείρων. Τίμημα θάνατος.»

Ωστόσο, είναι προφανές ότι η το κατηγορητήριο δεν ήταν παρά ένα πρόσχημα για την πολιτική δίωξη του Σωκράτη, αφού στην αρχαία ελληνική θρησκεία δεν υπήρχαν ιερά βιβλία, ούτε δόγματα κι αιρέσεις, ούτε ιερατείο με ειδική αποστολή τη μεσολάβηση μεταξύ θεών κι ανθρώπων. Ήταν, συνεπώς, σχεδόν αδύνατον να κατηγορηθεί κάποιος για αθεΐα, εφόσον μάλιστα συμμετείχε στις μεγάλες κοινές θρησκευτικές τελετές και δεν τις αμφισβητούσε. Η συνηθισμένη κατηγορία που επέρριπταν σε κάποιους διανοούμενους ήταν η ασέβεια. Φαίνεται όμως, ότι «ο Σωκράτης πλήρωσε τις αμαρτίες των μαθητών του», αφού πολλοί από τους νέους που ανήκαν στον κύκλο του πήραν ενεργό μέρος στην πολιτική κι έπαιξαν αρνητικό ρόλο σε μια καταστροφική για την Αθήνα εποχή. Το γεγονός αυτό επέτρεψε στους κατηγόρους του να αφήσουν να εννοηθεί πως οι θεωρίες του δασκάλου ήταν υπεύθυνες για την κατάληξη των “μαθητών”.

«Δίκη» ή «γραφή»;

Στο αττικό δίκαιο η διάκριση μεταξύ ιδιωτικών και δημόσιων υποθέσεων οδηγεί στην κατανομή των υποθέσεων σε δύο βασικές κατηγορίες. Έτσι, αντικείμενο της «δίκης» αποτελούν υποθέσεις που αφορούν σε ιδιωτικά έννομα συμφέροντα, όπως οι εμπορικές διαφορές, η προίκα, η κλοπή κ.λπ, ενώ οι υποθέσεις που αφορούν στα συμφέροντα της πόλης αποτελούν αντικείμενο της «γραφής» (π.χ. γραφή παρανόμων, ύβρεως, συκοφαντίας, ασέβειας κ.ο.κ.).

Η δίωξη και στις δύο περιπτώσεις ασκείται από τους πολίτες, αφού η εισαγγελία δεν αποτελούσε την ειδική αρχή αυτεπάγγελτης δίωξης όπως σήμερα, αλλά θεσμό με άλλες αρμοδιότητες. Έτσι, δίωξη για ιδιωτικές υποθέσεις ασκούσε ο θιγόμενος πολίτης, ενώ στις δημόσιες υποθέσεις τη δίωξη ασκούσε οποιοσδήποτε πολίτης (βουλόμενος).

Συνεπέστερα λοιπόν, η δίκη του Σωκράτη με τους δικονομικούς όρους της εποχής λογίζεται ως «γραφή ασεβείας», ως αναφορά δηλαδή του ενδιαφερόμενου πολίτη, και όχι ως δίκη.

Το δικαστήριο

Στην Αθηναϊκή δημοκρατία, ο ενεργός πολίτης συμμετέχει στα κοινά της πόλης και με την άσκηση των δικαιωμάτων ελέγχου των αρχόντων. Ειδικά, σχετικά με τη δικαστική λειτουργία της πόλης, ο πολίτης μετέχει υπό προϋποθέσεις (νόμιμη ηλικία και πλήρη πολιτικά δικαιώματα) στο δικαστήριο της Ηλιαίας.

Η Ηλιαία ήταν το δικαστικό σώμα που επιμελείτο τις δημόσιες δίκες, αποτελούμενο από 6.000 πολίτες, 600 από κάθε μία εκ των δέκα φυλών των Αθηνών. Με άλλα λόγια, η απονομή της δικαιοσύνης στην αρχαία Αθήνα γινόταν μέσω λαϊκών δικαστηρίων, μέσα από μια περίπλοκη και αδιάβλητη, καθημερινή διαδικασία επιλογής των δικαστών προς αποφυγή δωροδοκιών.

Σ’ αυτήν, δικαίωμα συμμετοχής είχαν όλοι οι πολίτες άνω των 30 ετών, οι οποίοι δεν είχαν χρέη προς το δημόσιο, δεν είχαν καταδικαστεί για αξιόποινες πράξεις και δεν είχαν σωματικά ή διανοητικά ελαττώματα, ώστε να μπορούν να δικάσουν αμερόληπτα.

Οι Ηλιαστές κληρώνονταν κατ’ έτος κι αμείβονταν. Στις δίκες συνήθως συμμετείχαν 501 δικαστές, όμως αναλόγως της σπουδαιότητας μπορούσαν να συμμετέχουν από 201 δικαστές ή ακόμη και 1001 και 1501, πάντοτε καθ’ αναλογία από κάθε μία εκ των 10 φυλών. Η υπερέχουσα μονή ψήφος ήταν αναγκαία προκειμένου να μην υπάρξει ισοψηφία στην απόφαση. Στη δίκη του Σωκράτη συμμετείχαν 501 δικαστές.

Μετά την κλήρωση των Ηλιαστών, αυτοί έπρεπε να δώσουν τον λεγόμενο «Ηλιαστικόν όρκον» (ομωμοκότες) σύμφωνα με τον οποίο ορκίζονταν ότι: «Θα δώσω τη δικαιοδοτική μου ψήφο σύμφωνα με τους νόμους και τα ψηφίσματα του δήμου των Αθηναίων και της Βουλής των πεντακοσίων και όπου δεν υπάρχει νομοθετική πρόβλεψη, σύμφωνα με την πιο δίκαιη λύση (…) δίχως να κάνω χάρες και δίχως να επηρεάζομαι από έχθρες (…) Δεν θα δεχθώ δώρα εξαιτίας των δικαστικών μου καθηκόντων, ούτε άμεσα ο ίδιος ούτε δια μέσου άλλου προσώπου, ούτε θ’ ανεχθώ να λάβει άλλος δώρα με επίγνωσή μου, με οποιαδήποτε μεθόδευση ή τέχνασμα (…) Και θ’ ακούσω με προσοχή τόσο τους κατηγόρους όσο και τους απολογουμένους εξ ίσου, και θα ψηφίσω αποκλειστικά για το αντικείμενο της διεξαγόμενης δίκης.»

Εν συνεχεία, τους δινόταν ένα δικαστικό πινάκιο, πάνω στο οποίο αναγραφόταν το όνομα και ο δήμος του δικαστή, καθώς και το χρώμα και ο αριθμός του δικαστηρίου, όπου θα γινόταν δίκη, ελλείψει ειδικού χώρου δικαστηρίων. Το πινάκιο διδόταν στους δικαστές το πρωί πριν από την εκδικαζόμενη υπόθεση, ώστε να μην υπάρχει χρόνος δεκασμού τους.

Αττική δικονομία

Είναι γνωστό ότι στην Αθηναϊκή δημοκρατία δεν υπήρχε το δικηγορικό επάγγελμα κι έτσι, έπρεπε τόσο ο ενάγων, όσο και ο εναγόμενος να παρουσιαστούν και να μιλήσουν αυτοπροσώπως για την υπόθεσή τους. Οι εξ επαγγέλματος δικηγόροι θα μπορούσαν να παρασύρουν τους δικαστές σε άδικες αποφάσεις με την δικανική τους δεινότητα. Ωστόσο, είναι γνωστό ότι τις απολογίες τις έγραφαν ρήτορες.

Ο ενάγων μαζί με δύο μάρτυρες (κλητήρες) πήγαινε στο σπίτι του εναγομένου και του επέδιδε τη «γραφή». Ο κατηγορούμενος έπρεπε την πέμπτη ημέρα να παρουσιαστεί στον άρχοντα βασιλέα για την προανάκριση στην οποία παρίσταντο οι δύο διάδικοι, με όλα τα αναγκαία συμβόλαια, νόμους και άλλα έγγραφα της δίκης. Μετά την προανάκριση όλα τα έγγραφα φυλάσσονταν στον εχίνο, μία κίστη η οποία σφραγιζόταν και δεν άνοιγε παρά την ημέρα της δίκης-γραφής.

Με την έναρξη της δίκης-γραφής τελείτο ιεροπραξία. Ο γραμματέας διάβαζε τα ονόματα των διαδίκων και τη γραφή. Ο ηγεμών ενημέρωνε τους δικαστές σχετικά με τα πορίσματα της προανάκρισης και εν συνεχεία ο ενάγων λάμβανε το λόγο. Ακολουθούσαν οι μάρτυρες και η απολογία ο εναγομένου.

Η διαδικασία ήταν δημόσια. Μετά το τέλος των αγορεύσεων ακολουθούσε ψηφοφορία. Στους Ηλιαστές δίδονταν δύο ψήφοι: η μία διάτρητη (καταδικαστική), η άλλη πλήρης (αθωωτική), οι οποίες αφού μετρούνταν, αναγγελλόταν το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας. Εάν ο ενάγων δεν συγκέντρωνε το 1/5 των ψήφων υπέρ αυτού, σε περίπτωση αθώωσης του εναγομένου, τότε υποχρεούταν στην καταβολή 1.000 δραχμών και μερική ατίμωση, δηλαδή δεν είχε το δικαίωμα να παρίσταται σε παρόμοιες δίκες σαν κατήγορος.

Αν η πρώτη απόφαση ήταν καταδικαστική άρχιζε η διαδικασία του ορισμού της ποινής. Αν ο ενάγων επέμενε στον ορισμό της ποινής, ο εναγόμενος μπορούσε να ζητήσει μείωση και εφ’ όσον το δικαστήριο συμφωνούσε η ποινή μειωνόταν. Ο εναγόμενος είχε επίσης το δικαίωμα να εκφράσει την γνώμη του ως προς το ποια ποινή έκρινε δίκαιη για την υπόθεσή του. Εάν ο εναγόμενος αθωωνόταν, ο ενάγων έπρεπε να του καταβάλει το 1/6 του ποσού, το οποίο ζητούσε από αυτόν.

Οι ποινές ήταν δύο ειδών: το «παθείν», που αναφερόταν στις σωματικές ποινές (θάνατος, αειφυγία, πρόσκαιρη φυγή), επιβαλλόμενες επί ποινικών υποθέσεων και το «αποτίσαι», που ήταν χρηματικές ποινές, επιβαλλόμενες επί ποινικών και πολιτικών υποθέσεων.

Μετά την καταδικαστική απόφαση ο καταδικασθείς παραδιδόταν στους «ένδεκα», οι οποίοι είχαν την φροντίδα των δεσμωτών, της φύλαξης, της συντήρησης και της σίτισης τους. Στις περιπτώσεις καταδίκης σε θάνατο, ο καταδικασθείς παραδιδόταν στο δήμιο ή δημόσιο.

Αυτό το δικονομικό σύστημα των Αθηνών παρουσιάζει πλεονεκτήματα αλλά και μειονεκτήματα έναντι των σύγχρονων δικονομικών εγγυήσεων.

Η τυπική διαδικασία της δίκης του Σωκράτη και το νομοθετικό πλαίσιο

Προς το τέλος του 400 π.Χ., ο Μέλητος, κατέθεσε στον αρμόδιο άρχοντα βασιλέα τη λεγόμενη «γραφή ασεβείας» εναντίον του Σωκράτη. Ανάμεσα στην αρχή και τα μέσα Ιανουαρίου του 399 π.Χ. πρέπει να τοποθετηθεί η κλήση και η εμφάνιση του Σωκράτη ενώπιον του άρχοντα βασιλέα που έδρευε στην Αγορά, στη λεγόμενη Βασίλειο Στοά, για προανάκριση.

Ο άρχων βασιλεύς καθόριζε τη σειρά της προανάκρισης με κλήρωση και στη συνέχεια καλούσε τον κατηγορούμενο, τον ενημέρωνε και τον παρακινούσε, εφ’ όσον απέκρουε την κατηγορία, να ετοιμάσει έγγραφη συνοπτική ομολογία, την «αντιγραφή» μεν, αν ο κατηγορούμενος περιοριζόταν μόνο στο ν’ αποκρούσει τις κατηγορίες της «γραφής» σε ουσιαστικό επίπεδο, την «παραγραφή» δε, αν εναντιωνόταν στο παραδεκτό της κατηγορίας, κυρίως -στην περίπτωση του Σωκράτη- αν θα επικαλούνταν ότι η κατηγορία γι’ ασέβεια και διαφθορά των νέων ήταν εικονική και ότι πραγματικός λόγος της δίωξής του ήταν η μομφή της συνεργασίας με το καταρρεύσαν τυραννικό καθεστώς, κάτι που ενέπιπτε στις διατάξεις για την αμνηστία.

Για την ετοιμασία της «αντιγραφής» ή και της «παραγραφής» ο άρχων βασιλεύς παρείχε στον κατηγορούμενο επαρκή προθεσμία. Γνωρίζουμε ότι η προθεσμία για κατηγορίες φόνου ήταν αρχικώς ενός μηνός, με δυνατότητα δύο διαδοχικών ανανεώσεών της, δηλαδή συνολικώς έως τρεις μήνες. Στη συνέχεια ο άρχων βασιλεύς καλούσε σε προανάκριση τους συνηγόρους και τους μάρτυρες του κατηγορουμένου.

Ο Σωκράτης, όταν κλήθηκε από τον άρχοντα βασιλέα κι έλαβε προθεσμία για να ετοιμάσει κείμενο «αντιγραφής» ή και «παραγραφής», άφησε να περάσει άπρακτη όλη η προθεσμία της προανάκρισης.

Όταν λοιπόν ολοκληρώθηκε η ανάκριση ερήμην του Σωκράτη, ο άρχων βασιλεύς όρισε με κλήρωση τη δικάσιμο και εισήγαγε την υπόθεση στην Ηλιαία προς εκδίκαση.

Βεβαίως, ο νόμος δεν προσδιόριζε με σαφήνεια ποια συγκεκριμένα πραγματικά γεγονότα συνιστούσαν το αντικείμενο της ποινικής δίωξης. Έτσι, οι ένορκοι λαϊκοί δικαστές της αθηναϊκής πολιτείας είχαν ευρύτατη δικαιοπλαστική ελευθερία, με μόνο περιορισμό τον όρκο τους ότι, όπου δεν υπάρχει σαφής νόμος, θα δικάσουν κατά κρίση αγαθού ανδρός (γνώμη δικαιοτάτη). Η «γραφή ασεβείας» λοιπόν ήταν μια νομικώς βάσιμη κατηγορία. Απέμενε μόνο ν’ αποδειχθεί και η ουσιαστική βασιμότητά της κατά τη δίκη.

Για τη διαφθορά των νέων, ως εγκληματική πράξη, δεν έχουμε πληροφορίες αν υπήρχε ειδική νομοθετική πρόβλεψη. Το πιθανότερο είναι πως συνιστούσε ειδικότερη εκδήλωση του κεντρικού αδικήματος της ασέβειας, με την έννοια ότι ο Σωκράτης υπονόμευε την πίστη των νέων στις θρησκευτικές και δημοκρατικές αξίες, που συγκροτούσαν την ιδεολογική τάξη της πόλης.

Οι επιλογές του Σωκράτη

Όπως προέβλεπε η τυπική διαδικασία, ο Μέλητος έλαβε πρώτος το λόγο. Στη συνέχεια μίλησαν οι συνήγοροί του, Άνυτος και Λύκων, ενώ είναι βέβαιο πως εξετάστηκαν και μάρτυρες, τους οποίους ο Σωκράτης κατήγγειλε ως επίορκους ψευδομάρτυρες. Δεν έχουμε όμως στοιχεία ως προς το τι κατέθεσαν στο δικαστήριο οι συνήγοροι και οι μάρτυρες του Σωκράτη.

Ο Σωκράτης, αλλόκοτος και ιδιότροπος, αρνήθηκε τη σύνταξη της απολογίας του από το ρήτορα Λυσία, ο οποίος προσφέρθηκε και θα του εξασφάλιζε επιτυχημένους κανόνες της ρητορείας και της δικανικής αγόρευσης και προτίμησε να απολογηθεί μόνος του.

Για να ανασκευάσει τις βαρύτατες κατηγορίες είχει δύο επιλογές: ή να αποδεχθεί τους κανόνες του παιχνιδιού, τη δικανική ρητορεία και να κολακεύσει τους δικαστές του, ή να ακολουθήσει τον δρόμο που ακολουθούσε μια ζωή, ο οποίος τον οδήγησε τελικά την ημέρα εκείνη στο δικαστήριο να απαντήσει στις κατηγορίες, αποδεικνύοντας πως υπερασπίζεται μια αλήθεια, η οποίαδεν είναι της αρμοδιότητας του δικαστηρίου, υπερβαίνει τα όρια της πλειοψηφίας, άρα και την ισχύ των θεσμών της πόλης.

Η απολογία – Πρώτο μέρος

Η Απολογία του Σωκράτη χωρίζεται σε τρία μέρη. Στην πρώτη -και κύρια- απολογία, έτσι όπως μας την παρέδωσε ο Πλάτων, ο Σωκράτης στοχεύει στην απόκρουση τεσσάρων σημείων:

-τη διαβολή, που επί δεκαετίες σερνόταν εξωδίκως εναντίον του, από τότε που ο Αριστοφάνης τον είχε σατιρίσει με τις Νεφέλες ως άθεο και κερδοσκόπο σοφιστή, που διδάσκει τους νέους ν’ απολακτίζουν την πατρική εξουσία, υπό την οποία διατελούσαν,

-την κατηγορία ότι δήθεν δεν πιστεύει στους πατροπαράδοτους θεούς, αλλά σε καινούργιες θεότητες,

-την κατηγορία ότι διαφθείρει το ήθος των νέων, και

-την υποχθόνια κατηγορία ότι διαπνέεται από αντιδημοκρατικά φρονήματα, έτσι ώστε να είναι επικίνδυνος για το δημοκρατικό πολίτευμα.

Ο Πλάτωνας, στην Απολογία του Σωκράτη, έργο το οποίο θεωρείται ένα από τα τελειότερα που γράφτηκαν ποτέ, εμφανίζει αυτόν να μονολογεί και να απευθύνεται για πρώτη φορά στο πλήθος, κρίνοντας Κοινωνία, Σύστημα, Ποιητές. Με πολύ απλά επιχειρήματα, όπως απλή είναι η αλήθεια, παραδέχεται ότι δεν ξέρει να μιλά, αρθρώνει το άτοπο, ακυρώνει την έννοια της αγοράς, δε μιλά πολιτικά και καταρρίπτει τις εις βάρος του κατηγορίες.

Συγκεκριμένα, αρχίζει αρνούμενος ότι είναι δεινός ρήτορας όπως οι κατήγοροι τον χαρακτηρίζουν. Δηλώνει πως θα μιλήσει όπως ακριβώς αισθάνεται καλώντας όλους όσους είναι μέσα στο ακροατήριο να πουν εάν ισχύουν όσα αρνητικά λέγονται γι’ αυτόν. Αναλύει το πραγματικό νόημα της σοφίας και κατά πόσο είναι σοφός ή όχι σαν άνθρωπος, συνεχίζοντας με λεπτομέρεια για όσα λέγονται εις βάρος του. Ακολουθεί ένας διάλογος με τον Μέλητο όπου τον προκαλεί να αποδείξει με ποιον τρόπο διαφθείρει τους νέους. Ο Μέλητος, απαντώντας απλά και μονολεκτικά στις διαυγείς, έξυπνες και περίπλοκες, ουσιαστικά ρητορικές ερωτήσεις του Σωκράτη, στερείται ικανοποιητικών απαντήσεων και πνευματώδους επιχειρηματολογίας.

Στη συνέχεια, καταθέτει παραδείγματα του ήθους του κατά τη διάρκεια της ζωής του αναφέροντας ονομαστικά παρευρισκόμενους στο ακροατήριο που τον γνωρίζουν και που είναι εκεί για μάρτυρες υπεράσπισης ή κατηγορίας, καταλήγοντας πως δε φοβάται το θάνατο και δε θα παρακαλέσει, κάνοντας εν τέλει αυτό που νιώθει σωστό.

Επικαλείται τον χρησμό των Δελφών που τον είχαν κάποτε ανακηρύξει σε σοφότερο όλων κι εξηγεί τη στάση του λέγοντας πως ήταν υποχρεωμένος να ζήσει ελέγχοντας την αλήθεια του χρησμού για να ανακαλύψει πως η Αθήνα είναι γεμάτη από ανθρώπους που νομίζουν ότι γνωρίζουν ενώ στην πραγματικότητα δεν γνωρίζουν. Τουλάχιστον, ο ίδιος γνωρίζει ότι δεν γνωρίζει. Επιμένει πως δεν δίδαξε ποτέ. Συνομιλούσε πάντα με τους νέους για να τους οδηγήσει εκεί όπου ο ίδιος είχε φτάσει, στη γνώση της άγνοιας, άρα στην αρχή της σοφίας. Τέλος, τους υπενθυμίζει τη φτώχεια του για να αποδείξει πως ποτέ δεν ασχολήθηκε με τις υποθέσεις του γιατί ήταν απορροφημένος από την έρευνα που χρωστούσε στο θεό.

Μετά το πρώτο μέρος της απολογίας του Σωκράτη, οι δικαστές αποσύρθηκαν σε ψηφοφορία, με το ερώτημα αν είναι ένοχος ή αθώος των αποδιδόμενων σ’ αυτόν δύο κατηγοριών, της ασέβειας και της διαφθοράς των νέων.

Από τους 501 δικαστές, καταδικαστικά ψήφισαν 280, ενώ αθωωτικά 221.

Η απολογία – Δευτερολογία

Η συνέχεια της διαδικασίας προέβλεπε τις προτάσεις επί της ποινής. Κατά το δικονομικό σύστημα της αθηναϊκής πολιτείας, αν ο κατηγορούμενος κρινόταν ένοχος, τότε το δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο να του επιβάλει ως εναλλακτική ποινή την εξορία ή σημαντική χρηματική ποινή, που ο ίδιος ο κατηγορούμενος αντιπρότεινε.

Ο Μέλητος πρότεινε και πάλι την ποινή του θανάτου, ενώ ο Σωκράτης, αφού εξέφρασε αρχικά την έκπληξή του πως μόνο τριάντα ψήφοι του έλειψαν για να κηρυχθεί αθώος, στη συνέχεια με τη συνηθισμένη ειρωνική διάθεσή του, κι ενώ θα μπορούσε να ξεφύγει με ένα πρόστιμο το οποίο εγγυούνταν οι εύποροι φίλοι του, Κριτίας και Πλάτων, ειρωνεύεται ακόμα την ποινή του. Αντί οποιασδήποτε άλλης ποινής, προτείνει στο δικαστήριο να ψηφίσει την ισόβια, τιμητική σίτισή του στο πρυτανείο, μαζί με τους πρυτάνεις, τους ολυμπιονίκες, τους διακεκριμένους φιλοξενούμενους της πόλης και την οικογένεια των τυραννοκτόνων. «Τι ταιριάζει σ’ έναν άνθρωπο φτωχό και ευεργέτη της πόλεως, που του χρειάζεται ελεύθερος χρόνος για να σας προτρέπει στο καλό; Τίποτα δεν του ταιριάζει τόσο όσο το να τον βάλετε στο πρυτανείο και να τον τρέφετε δωρεάν. Αν λοιπόν πρέπει να προτείνω κάτι αντάξιό μου, προτείνω να τιμηθώ με σίτιση στο πρυτανείο.» [Ἀπολογία, 36d-e].

Μετά τις αποδοκιμασίες που προκάλεσε αυτή η προκλητική πρόταση, εξήγησε ότι σε καμία περίπτωση δεν θα ήθελε να εγκαταλείψει την πόλη, ούτε του ήταν δυνατό να υποσχεθεί ότι θα έπαυε στο μέλλον να γίνεται ενοχλητικός με το δημόσιο έλεγχό του, ενώ εξάλλου δεν είχε χρήματα για να καταβάλει χρηματική ποινή, παρά μόνο μία και μοναδική μνα. Τελικώς, όμως, κάτω από τις πιέσεις και την προθυμία των μαθητών του να πληρώσουν εκείνοι τη χρηματική ποινή, πρότεινε πρόστιμο τριάντα μνων.

Μάλιστα, κατά τον Ξενοφώντα, αρνήθηκε να προτείνει χρηματική ποινή, επειδή κάτι τέτοιο θα ενείχε αποδοχή της ενοχής του, κάτι που εκείνος εξακολουθούσε ν’ αποκρούει. Και ακριβώς επειδή δεν αποδέχθηκε τη δικαστική διάγνωση της ενοχής του, η τελική αντιπρότασή του για χρηματική ποινή δεν ήταν δεσμευτική για το δικαστήριο.

Το δικαστήριο αποσύρθηκε και πάλι σε ψηφοφορία, το αποτέλεσμα της οποίας ήταν η καταδίκη του σε θάνατο με ψήφους 360 έναντι 141, δηλαδή ογδόντα δικαστές που στην πρώτη ψηφοφορία είχαν ψηφίσει υπέρ της αθωότητάς του, τώρα υπερψήφιζαν την πρόταση για τη θανατική καταδίκη του!

Η απολογία – Το τελευταίο μέρος

Στο διάστημα που μεσολάβησε ώσπου ο άρχων βασιλεύς, ως πρόεδρος του δικαστηρίου, μαζί με το γραμματέα να καταγράψουν το διατακτικό της καταδικαστικής απόφασης, ο Σωκράτης απευθύνθηκε για τελευταία φορά, τόσο στους δικαστές που τον καταδίκασαν όσο και σε εκείνους που ψήφισαν την αθώωσή του. Όμως, μόνο τους τελευταίους προσφώνησε για πρώτη φορά ως “άνδρες Δικαστές”. Ως τότε, σταθερά απευθυνόταν στο δικαστήριο της Ηλιαίας με την προσφώνηση “άνδρες Αθηναίοι”, δίνοντας μέχρι τότε έμφαση στην αποκλειστικώς πολιτική διάσταση της κρίσης τους και πλέον εκδηλώνοντας την δυσανεξία του προς εκείνους που τον καταδίκασαν.

Τέλος, κι ενώ οι δικαστές ετοιμάζονται να φύγουν, οι τρεις μηνυτές δέχονται τα συγχαρητήρια των φίλων τους, όμως ο Σωκράτης δεν έχει πει την τελευταία λέξη του. Θυμωμένος που έκανε τόσον κόπο για να πείσει ανθρώπους που, εκ των προτέρων, ήξερε πως δεν επρόκειτο να τον καταλάβουν, τους απειλεί. Για να ακουστεί είναι αναγκασμένος να φωνάξει. Τους εξηγεί γιατί δεν φοβάται το θάνατο και τους αποχαιρετάει με τα συγκλονιστικά λόγια: «Αλλά τώρα πια είναι ώρα να φύγουμε, εγώ για να πεθάνω κι εσείς για να ζήσετε. Ποιοι από μας πηγαίνουν σε καλύτερο μέρος, κανείς δεν ξέρει, παρά μόνο ο θεός».

Η εκτέλεση της ποινής

Κατά το έθιμο, δεν επιτρεπόταν καμία εκτέλεση ποινής όσο έλειπε η Πάραλος, το ιερό πλοίο της πόλης, που βρισκόταν εκείνη την περίοδο στη Δήλο για τις γιορτές του Απόλλωνα και καθυστερούσε να επιστρέψει λόγω θαλασσοταραχής.

Στη διάρκεια της κράτησής του, και ως την τελευταία στιγμή, ο Σωκράτης αντιστάθηκε στις προσπάθειες των φίλων του να τον πείσουν να αποδράσει. Όπως περιγράφει και ο Πλάτωνας στο «Κρίτων», ο Σωκράτης πίστευε πως το γεγονός ότι αδικήθηκε από τους συμπολίτες του δεν αποτελούσε δικαιολογία για να διαπράξει αδικία εναντίον των νόμων της πόλης του.

Στην έσχατη προσπάθεια του Κρίτωνα, που τον ικετεύει να δεχθεί να τον φυγαδεύσουν, ο Σωκράτης επιχειρηματολογεί και τονίζει, πως σημασία δεν έχει το ζείν αλλά το ευ ζείν: «ἀλλ’, ὦ θαυμάσιε, οὗτός τε ὁ λόγος ὃν διεληλύθαμεν ἔμοιγε δοκεῖ ἔτι ὅμοιος εἶναι καὶ πρότερον: καὶ τόνδε δὲ αὖ σκόπει εἰ ἔτι μένει ἡμῖν ἢ οὔ, ὅτι οὐ τὸ ζῆν περὶ πλείστου ποιητέον ἀλλὰ τὸ εὖ ζῆν», και απορρίπτει κάθε ενέργεια που θα τον έκανε ανάξιο των θεών, των νόμων, της πολιτείας, των φίλων, της οικογένειας, του εαυτού του και των αξιών που δίδασκε σ’ όλη του την ζωή. Έτσι, ήπιε ψύχραιμα το κώνειο, συζητώντας με τους φίλους του για την αθανασία της ψυχής και πέθανε μέσα στο κελί του δεσμωτηρίου.

Κριτική ως προς την αξιοποίηση των δικονομικών δυνατοτήτων

Αξιοποίησε ο Σωκράτης τις δικονομικές δυνατότητες αποτελεσματικής υπεράσπισης που του παρείχε το δικονομικό σύστημα της αθηναϊκής πολιτείας; Η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα είναι απερίφραστα αρνητική. Ο Σωκράτης δεν ήταν το θύμα σε μία δολοφονική δίκη, αλλά σε μία δίκη ενσυνείδητης αυτοκτονίας, κάτω από την ακλόνητη πίστη του πως αυτό ήταν το θέλημα του θεού. Ασφαλώς δεν ταίριαζε στο ήθος του Σωκράτη να κολακέψει τους δικαστές του. Δεν ήταν όμως απαραίτητο ούτε και να τους συμπεριφερθεί με τόση προκλητικότητα, όπως αυτή αναδύεται ιδίως μέσα από το δεύτερο μέρος της πλατωνικής Απολογίας του.

Το πιθανότερο είναι πως ο Σωκράτης είχε επίγνωση του ότι παιζόταν κωμωδία, με στόχο τον εξαναγκασμό του σε προσωρινή απομάκρυνσή του από την Αθήνα, καθώς όλοι ανέμεναν πως οι φίλοι του θα τον φυγάδευαν.

Δίκαιη ή άδικη δίκη;

Η απάντηση είναι: και ναι και όχι.

Ήταν άδικη, στην έκταση που άλλη ήταν η φανερή και άλλη η υποκρυπτόμενη αληθινή κατηγορία, για την οποία καταδικάστηκε, μολονότι το αδίκημα των αντιδημοκρατικών φρονημάτων είχε αμνηστευθεί με το ψήφισμα του Αρχίνου.

Αλλά δεν μπορεί να χαρακτηριστεί η δίκη ως άδικη, επειδή καταδικάστηκε για δημόσιο προσηλυτισμό σ’ άλλες θεότητες, ξένες προς τους πάτριους θεούς, καθώς και για το δημόσιο ξεσηκωμό των νέων εναντίον της πατρικής αυθεντίας, δίχως κάτι τέτοιο να έχει αποδειχθεί, ειδικώς κατά τη διαδικασία ενώπιον της Ηλιαίας. Η κρίση του δικαστηρίου, κατά πάγια τακτική, ήταν σεβαστή ως δίκαιη, όχι επειδή έπειθε με την αποδεικτική τεκμηρίωσή της, αλλ’ αποκλειστικώς και μόνον επειδή εξέφραζε την κυρίαρχη στην πόλη γνώμη, όπως αυτή αποτυπωνόταν με την ετυμηγορία της πλειοψηφίας ενός δικαστηρίου, που το συγκροτούσαν πεντακόσιοι κληρωμένοι ένορκοι δικαστές και ο εκλεγμένος άρχων βασιλεύς, ως πρόεδρος.

Λέει ο καθηγητής Πίτσιος: «Η ιδέα ότι δεν ήταν ένοχος, αλλά εκτελέσθηκε από την εξουσία του όχλου είναι λανθασμένη. Απομακρύνοντάς τον, η κοινωνία είχε καθαρθεί στα μάτια των Αθηναίων και η τάξη είχε αποκατασταθεί. Οι Αθηναίοι είχαν προφανώς δίκιο που ενοχλήθηκαν επειδή προέτρεπε τους νέους να σκέφτονται μόνοι τους».

Δεν ήταν άδικη η κρίση των δικαστών της Ηλιαίας ότι ο Σωκράτης δεν πίστευε στην πατροπαράδοτη Θεολογία του Δωδεκαθέου, έτσι όπως αυτή είχε διαπλαστεί από τους ποιητές, και ιδίως από τον Όμηρο και τον Ησίοδο. Ο θεός του Σωκράτη, το δαιμόνιό του, είχε πνευματική διάσταση. Μ’ αυτή την έννοια εισήγαγε όντως νέα θεολογία. Και δεν περιοριζόταν στο να πιστεύει σ’ αυτή την πνευματική διάσταση της θεότητας. Με τη δύναμη του στοχασμού του, έτσι όπως επιθετικά τον εξέφραζε στο Λύκειο, στην Αγορά, στα συμπόσια και τους δρόμους της Αθήνας, έκανε ανοιχτή «προπαγάνδα» εναντίον της πατροπαράδοτης λατρείας του Δωδεκαθέου. Γνώριζε καλώς ότι η βασιμότητα της κατηγορίας γι’ ασέβεια δεν σχετιζόταν με τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του, αλλά με τον επιθετικό προσηλυτισμό που έκανε για χάρη τους.

Ούτε ήταν αβάσιμη, και συνακόλουθα άδικη, η κατηγορία πως καθιστούσε τους νέους ικανούς να προβληματίζονται και ν’ αναζητούν λύσεις, έξω απ’ το συντηρητικό φρόνημα των πατέρων τους. Και με τις δύο αυτές καινοτομίες του, ο Σωκράτης ανήγαγε τη φιλοσοφία σε κέντρο αντίδρασης εναντίον του θρησκευτικού και του πολιτικού κατεστημένου της αθηναϊκής πολιτείας. Και φυσικό είναι πως αυτό το κατεστημένο αμύνθηκε αντεπιτιθέμενο.

Επίλογος

Μπορεί να πέρασαν αιώνες και αιώνες από το θάνατο του Σωκράτη αλλά τα κληροδοτήματα του και η συνεισφορά του στην ανθρώπινη εξέλιξη της σκέψης και των αξιών του πολιτισμού μας, εξακολουθούν και παραμένουν επίκαιρα μέχρι σήμερα. Η διδασκαλίες του επαληθεύονται συνεχώς, αφού ο καθένας από εμάς ψάχνει να βρει κάθε μέρα τον πραγματικό εαυτό του, να τον ανακαλύψει και να δημιουργήσει το ήθος, το χαρακτήρα και τις αρχές του.

Όσοι, παρ’ όλ’ αυτά, επιμένουν πως η δίκη και η καταδίκη ήταν άδικες, παραβλέπουν ότι, και στη δική μας εποχή, επιθετικά ενοχλητικός διανοητής δεν θα είχε καλύτερη μεταχείριση. Δεν ήταν ούτε τότε, ούτε είναι σήμερα εποχή για φιλοσόφους…

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΠΛΑΤΩΝ, ΝΟΜΟΙ

ΠΛ Νομ 643a–644b

Η ιδανική παιδεία και η συμβολή της στη διαμόρφωση του τέλειου πολίτη

Ο Αθηναίος (βλ. ΠΛ Νομ 631b–632d) υποστήριξε ότι η σπαρτιατική αγωγή ήταν ατελής, καθώς δεν εξασφάλιζε στους Σπαρτιάτες την απαιτούμενη σωφροσύνη για την αντιμετώπιση των ηδονών. Έτσι, η συζήτηση έφτασε στα συμπόσια και τη μέθη. Ο Αθηναίος δίστασε να συνεχίσει, φοβούμενος μήπως μακρηγορήσει, όμως οι συνομιλητές του τον ενθάρρυναν.


ΑΘ. Τὰ μὲν τοίνυν ὑμέτερα ἀκούειν, ὡς ἔοικεν, ἕτοιμ’ ἂν
εἴη· τὰ δ’ ἐμὰ βούλεσθαι μὲν ἕτοιμα, δύνασθαι δὲ οὐ πάνυ
ῥᾴδια, ὅμως δὲ πειρατέον. πρῶτον δὴ οὖν πρὸς τὸν λόγον
ὁρισώμεθα παιδείαν τί ποτ’ ἐστὶν καὶ τίνα δύναμιν ἔχει·
διὰ γὰρ ταύτης φαμὲν ἰτέον εἶναι τὸν προκεχειρισμένον ἐν τῷ
νῦν λόγον ὑφ’ ἡμῶν, μέχριπερ ἂν πρὸς τὸν θεὸν ἀφίκηται.

ΚΛ. Πάνυ μὲν οὖν δρῶμεν ταῦτα, εἴπερ σοί γε ἡδύ.

[643b] ΑΘ. Λέγοντος τοίνυν ἐμοῦ τί ποτε χρὴ φάναι παιδείαν
εἶναι, σκέψασθε ἂν ἀρέσκῃ τὸ λεχθέν.

ΚΛ. Λέγοις ἄν.

ΑΘ. Λέγω δή, καί φημι τὸν ὁτιοῦν ἀγαθὸν ἄνδρα μέλ-
λοντα ἔσεσθαι τοῦτο αὐτὸ ἐκ παίδων εὐθὺς μελετᾶν δεῖν,
παίζοντά τε καὶ σπουδάζοντα ἐν τοῖς τοῦ πράγματος ἑκάστοις
προσήκουσιν. οἷον τὸν μέλλοντα ἀγαθὸν ἔσεσθαι γεωργὸν
ἤ τινα οἰκοδόμον, τὸν μὲν οἰκοδομοῦντά τι τῶν παιδείων
[643c] οἰκοδομημάτων παίζειν χρή, τὸν δ’ αὖ γεωργοῦντα, καὶ ὄργανα
ἑκατέρῳ σμικρά, τῶν ἀληθινῶν μιμήματα, παρασκευάζειν τὸν
τρέφοντα αὐτῶν ἑκάτερον, καὶ δὴ καὶ τῶν μαθημάτων ὅσα
ἀναγκαῖα προμεμαθηκέναι προμανθάνειν, οἷον τέκτονα μετρεῖν
ἢ σταθμᾶσθαι καὶ πολεμικὸν ἱππεύειν παίζοντα ἤ τι τῶν
τοιούτων ἄλλο ποιοῦντα, καὶ πειρᾶσθαι διὰ τῶν παιδιῶν
ἐκεῖσε τρέπειν τὰς ἡδονὰς καὶ ἐπιθυμίας τῶν παίδων, οἷ
ἀφικομένους αὐτοὺς δεῖ τέλος ἔχειν. κεφάλαιον δὴ παιδείας
[643d] λέγομεν τὴν ὀρθὴν τροφήν, ἣ τοῦ παίζοντος τὴν ψυχὴν εἰς
ἔρωτα μάλιστα ἄξει τούτου ὃ δεήσει γενόμενον ἄνδρ’ αὐτὸν
τέλειον εἶναι τῆς τοῦ πράγματος ἀρετῆς· ὁρᾶτε οὖν εἰ μέχρι
τούτου γε, ὅπερ εἶπον, ὑμῖν ἀρέσκει τὸ λεχθέν.

ΚΛ. Πῶς γὰρ οὔ;

ΑΘ. Μὴ τοίνυν μηδ’ ὃ λέγομεν εἶναι παιδείαν ἀόριστον
γένηται. νῦν γὰρ ὀνειδίζοντες ἐπαινοῦντές θ’ ἑκάστων τὰς
τροφάς, λέγομεν ὡς τὸν μὲν πεπαιδευμένον ἡμῶν ὄντα τινά,
[643e] τὸν δὲ ἀπαίδευτον ἐνίοτε εἴς τε καπηλείας καὶ ναυκληρίας
καὶ ἄλλων τοιούτων μάλα πεπαιδευμένων σφόδρα ἀνθρώπων·
οὐ γὰρ ταῦτα ἡγουμένων, ὡς ἔοικ’, εἶναι παιδείαν ὁ νῦν λόγος
ἂν εἴη, τὴν δὲ πρὸς ἀρετὴν ἐκ παίδων παιδείαν, ποιοῦσαν
ἐπιθυμητήν τε καὶ ἐραστὴν τοῦ πολίτην γενέσθαι τέλεον,
ἄρχειν τε καὶ ἄρχεσθαι ἐπιστάμενον μετὰ δίκης. ταύτην
[644a] τὴν τροφὴν ἀφορισάμενος ὁ λόγος οὗτος, ὡς ἐμοὶ φαίνεται,
νῦν βούλοιτ’ ἂν μόνην παιδείαν προσαγορεύειν, τὴν δὲ εἰς
χρήματα τείνουσαν ἤ τινα πρὸς ἰσχύν, ἢ καὶ πρὸς ἄλλην
τινὰ σοφίαν ἄνευ νοῦ καὶ δίκης, βάναυσόν τ’ εἶναι καὶ
ἀνελεύθερον καὶ οὐκ ἀξίαν τὸ παράπαν παιδείαν καλεῖσθαι.
ἡμεῖς δὴ μηδὲν ὀνόματι διαφερώμεθ’ αὑτοῖς, ἀλλ’ ὁ νυνδὴ
λόγος ἡμῖν ὁμολογηθεὶς μενέτω, ὡς οἵ γε ὀρθῶς πεπαιδευ-
μένοι σχεδὸν ἀγαθοὶ γίγνονται, καὶ δεῖ δὴ τὴν παιδείαν
[644b] μηδαμοῦ ἀτιμάζειν, ὡς πρῶτον τῶν καλλίστων τοῖς ἀρίστοις
ἀνδράσιν παραγιγνόμενον· καὶ εἴ ποτε ἐξέρχεται, δυνατὸν δ’
ἐστὶν ἐπανορθοῦσθαι, τοῦτ’ ἀεὶ δραστέον διὰ βίου παντὶ κατὰ
δύναμιν.

ΚΛ. Ὀρθῶς, καὶ συγχωροῦμεν ἃ λέγεις.

***
ΑΘΗΝΑΙΟΣ: Να, λοιπόν, που είσαστε έτοιμοι, καθώς φαίνεται, ν' ακούσετε. Κι εγώ είμαι έτοιμος να τα πω με όλη μου την καρδιά, όμως δεν είναι πολύ εύκολο να τα διατυπώσω. Αλλά πρέπει να προσπαθήσω. Πρώτα–πρώτα, λοιπόν, ας ορίσουμε, σύμφωνα με το θέμα τι είναι παιδεία και ποια δύναμη έχει. Γιατί με αυτήν παραδεχόμαστε ότι ο λόγος που αρχίσαμε τώρα εμείς, θα προχωρήσει μέχρις ότου φτάσει στο Διόνυσο.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ: Θα ακολουθήσουμε αποκλειστικά αυτή την πορεία, αν σ' ευχαριστεί.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ: Εγώ, λοιπόν, θα πω τι περιεχόμενο πρέπει να δώσουμε στην παιδεία και σεις σκεφτείτε, αν σας αρέσει ο ορισμός μου.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ: Μπορείς να τον πεις.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ: Λέγω, λοιπόν, και υποστηρίζω ότι όποιος άνθρωπος έχει σκοπό να γίνει ενάρετος σε ό,τι τον ενδιαφέρει, πρέπει να ασχολείται από την πρώτη του παιδική ηλικία αστεία και σοβαρά με τα σχετικά ζητήματα του κλάδου του. Όποιος θέλει, παραδείγματος χάριν, να γίνει καλός γεωργός ή οικοδόμος, ο δεύτερος πρέπει να παίζει χτίζοντας κανένα παιδιάστικο οικοδόμημα, κι ο πρώτος να καλλιεργεί τη γη. Κι όποιος ανατρέφει τον καθένα απ' αυτούς τους δυο, πρέπει να τους φτιάχνει μικρά εργαλεία, απομιμήσεις των αληθινών. Επίσης όσα μαθήματα πρέπει να μάθει, να τα προμελετά. Ο οικοδόμος, λόγου χάριν, να μάθει να χρησιμοποιεί το μέτρο, ή το νήμα της στάθμης και ο πολεμιστής να καβαλλικεύει παίζοντας τα άλογα ή κάμνοντας κάτι παρόμοιο, και να προσπαθεί ο νομοθέτης με τα παιχνίδια να στρέφει τις απολαύσεις και τις επιθυμίες των παιδιών εκεί όπου όταν φτάσουν πρέπει να τελειώσουν. Βασικό, λοιπόν, σκοπό της παιδείας νομίζουμε την σωστή ανατροφή που, με το παιχνίδι, θα οδηγήσει όσο το δυνατό αποτελεσματικότερα την ψυχή του παιδιού ν' αγαπήσει με όλη του την ύπαρξη εκείνο, στο οποίο όταν γίνει άντρας, θα παραστεί ανάγκη να είναι τέλειος. Προσέχτε λοιπόν, όπως σας είπα, αν σας αρέσει αυτό που σας ανέπτυξα μέχρι τώρα.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ: Και γιατί να μη μας αρέσει;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ: Ας μην αφήσουμε λοιπόν, χωρίς ορισμό το θέμα, τι ονομάζουμε παιδεία. Τώρα δηλαδή κατακρίνοντας και επαινώντας την ανατροφή του καθενός λέμε ότι ένας από μας είναι μορφωμένος. Ο άλλος ότι είναι αμόρφωτος κάποτε και στο εμπόριο και στη ναυτιλία και λέμε τα ίδια για πολλούς όμοιους ανθρώπους που είναι πολύ καλά μορφωμένοι. Γιατί, έχω τη γνώμη, ότι ο λόγος μας δεν έχει καμιά σχέση μ' εκείνους που θεωρούν τα παραπάνω εκπαίδευση. Παιδεία είναι εκείνη που γυμνάζει τον άνθρωπο από την παιδική ηλικία στην αρετή και του εμπνέει σφοδρή επιθυμία να την αγαπήσει και να γίνει τέλειος πολίτης, που να ξέρει να κυβερνά και να υπακούει στους νόμους σύμφωνα με το πνεύμα της δικαιοσύνης. Αυτό το είδος της ανατροφής καθορίζει, όπως μου φαίνεται, ο λόγος μας και τώρα μονάχα αυτήν θέλει να ονομάσει παιδεία. Εκείνην που βάζει στόχο της τα χρώματα ή εκείνην που αποβλέπει στην απόκτηση πολιτικής δυνάμεως ή κανένα άλλο είδος σοφίας, χωρίς σύνεση και δικαιοσύνη, τη θεωρεί βάναυση και ανελεύθερη και τελείως ανάξια να ονομάζεται παιδεία. Εμείς όμως ας μη διαφωνούμε μεταξύ μας για τις λέξεις, αλλά ας μείνουμε σταθεροί στο λόγο που παραδεχόμαστε, ότι δηλαδή εκείνοι που έχουν πάρει σωστή μόρφωση γίνονται σχεδόν ενάρετοι και ότι δεν πρέπει να περιφρονούμε καθόλου την παιδεία γιατί έρχεται πρώτη στους τελειότερους ανθρώπους από όλα τα αγαθά. Κι αν κάποτε μας ξεφεύγει, είναι δυνατό να την επαναφέρουμε στη θέση της, κι αυτόν τον αγώνα πρέπει να κάνει πάντοτε κάθε άνθρωπος όσο μπορεί σ' όλη του τη ζωή.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ: Σωστά, και συμφωνούμε σε όσα μας είπες.

Κυριακή 1 Οκτωβρίου 2023

O Σχηματισμός των λέξεων στην Αρχαία Ελληνική γλώσσα

V . Τα επιθήματα με d

1. Η καταγωγή του - d -


§ 377. Η Eλληνική γνωρίζει πολλά επιθήματα, όπου ένα - d - παίζει κάποιο ρόλο· έτσι διαφέρει σαφώς από τις περισσότερες συγγενικές της γλώσσες, όπου αυτή η ομάδα από καιρό πια έχει πάψει να ξεχωρίζει. Κατά συνέπεια και η καταγωγή των επιθημάτων με d λίγο έχει αποσαφηνιστεί, και γενικά ενδείκνυται να ξεκινήσουμε από τις ελληνικές ομάδες. Μόνον ως παραδείγματα για τη διαφορετικότητα των πιθανών προελεύσεων αξίζει ν' αναφέρουμε δύο περιπτώσεις: 1) Τα αριθμητικά ουσιαστικά σε -αδ- (δεκα-δ- 'δεκάδα', επιπλέον εἰκαδ- από το εἴκοσι, δωρ. Ϝίκατι, κτλ., ύστερα με περαιτέρω εξάπλωση του -αδ- και μονάς από το μόνος, ἑβδομάς από το ἕβδομος κτλ.) είχαν παλιότερα, όπως αποδεικνύουν συγγενικές γλώσσες, θέματα με t· 2) το -δ- του επιθήματος -δαπός 'καταγόμενος από' είναι η κατάληξη του ουδετέρου των αντωνυμιών που δηλώνουν γένος (ποδ-απός [1] ἀλλοδ-απός 'από πού, καταγόμενος από αλλού', πρβ. λατ. quod, aliud· ύστερα παντ-ο-δαπός 'ποικίλης προέλευσης, παντοειδής', τηλε-δαπός 'από μακρινή χώρα'· και το οὐτιδανός 'παντελώς ανάξιος' περιέχει ένα ουδέτερο: τι(δ) = λατ. quid).

§ 378. Ωστόσο κατά τα άλλα το -δ- φαίνεται να είναι συνήθως μια ασήμαντη για μας επέκταση (ένα "καθοριστικό της ρίζας", § 7): παρα-στά-ς, -άδος 'παραστάδα' (κλασ.) από τη ρίζα στα-, και συγγενικοί μ' αυτό οι επιρρηματικοί σχηματισμοί σε -δα, -δόν, -δην (§ 107) και επίθετα σε -διος όπως στάδιος 'που στέκεται' (Όμ.· ουσιαστικοποιημένο στάδιον 'στίβος' Πίνδαρος κτλ.).
----------------------------
[1] Το -απός αντιστοιχεί ετυμολογικά στο λατ. - inquusτου propinquus 'κοντινός', longinquus 'μακρινός' και είναι ένα συνθετικό μέλος που έχει γίνει αδιαφανές.

Η Ελληνική Αρχαιότητα: Πόλεμος - Πολιτική - Πολιτισμός 4. Από τα Κούναξα στη Χαιρώνεια

4.6. Το δέκατο τρίτο θεϊκό άγαλμα


Ο Ξενοφών τελείωσε την αφήγηση των Ελληνικών του με τη μάχη της Μαντίνειας. Η έκβαση των γεγονότων τού φάνηκε ιδιαίτερα προβληματική. Δεν ήταν καν σαφές, κατά τη γνώμη του, ποιοι ήταν οι νικητές και ποιο το όφελος που αποκόμισαν από τη νίκη τους. Αντί να βρεθεί νέος ηγεμόνας για την Ελλάδα, είχε δημιουργηθεί μεγαλύτερη ἀκρισία (αβεβαιότητα) και ταραχή. Δύο χρόνια αργότερα είχαν ήδη αρχίσει να διαμορφώνονται εξελίξεις που κανείς δεν είχε προβλέψει, αλλά που έμελλε να ανατρέψουν όλα τα δεδομένα. Το 360 στον θρόνο της Μακεδονίας ανέβηκε ο Φίλιππος Β' (360-336) σε συνθήκες πολύ δυσμενείς. Ο αδελφός του Περδίκκας Γ' (365-360) είχε σκοτωθεί πολεμώντας εναντίον των Ιλλυριών μαζί με 4.000 Μακεδόνες στρατιώτες, και το μέλλον του βασιλείου προδιαγραφόταν ζοφερό.

Οι Μακεδόνες είχαν εμφανιστεί στην ελληνική ιστορία τόσο ξαφνικά και απροσδόκητα, ώστε για το παρελθόν τους, την κοινωνική τους οργάνωση και τον πολιτισμό τους πολύ λίγα ήταν γνωστά. Γράφοντας τον 5ο αιώνα, ο Ηρόδοτος ήταν πεπεισμένος ότι οι βασιλείς τους κατάγονταν από το Άργος - μια παράδοση χάρη στην οποία ονομάζονταν Αργεάδες. Μάλιστα, αφηγείται μια ιστορία σύμφωνα με την οποία όταν αμφισβητήθηκε η καταγωγή του βασιλιά Αλεξάνδρου Α' (περ. 495 - περ. 450/440), που ήθελε να λάβει μέρος στους Ολυμπιακούς Αγώνες, οι οργανωτές τους, οι ἑλλανοδίκαι, αποδέχθηκαν τον ισχυρισμό του ότι ήταν Έλληνας. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που είχε συγκεντρώσει (προφανώς από τον ίδιο τον βασιλικό οίκο), μολονότι υποταγμένος στους Πέρσες, ο Αλέξανδρος διατηρούσε καλές σχέσεις με τους Αθηναίους. Στην κρίσιμη μάχη των Πλαταιών τον εμφανίζει μάλιστα να τους δίνει αυτοπροσώπως χρήσιμες συμβουλές. Για τον ρόλο του αυτό ο Αλέξανδρος έμεινε στην ιστορία ως φιλέλλην.

Το βασίλειο των Μακεδόνων βασιζόταν στο ιππικό, όπου στρατεύονταν οι αριστοκράτες ἑταῖροι του βασιλιά, και το πολύ πιο αδύναμο πεζικό των πεζεταίρων. Αυτό που κυρίως το διέκρινε ήταν η απουσία αυτοδιοικούμενων πόλεων. Για την επέκταση της Μακεδονίας και τη δράση των βασιλέων της στα χρόνια του Πελοποννησιακού Πολέμου κάνει λόγο ο Θουκυδίδης. Βασιλιάς των Μακεδόνων ήταν τότε ο γιος του Αλεξάνδρου, ο Περδίκκας Β' (περ. 450/440-413). Ασκούσε την κυριαρχία του σε μια πολύ μεγάλη περιοχή, αλλά στην Άνω Μακεδονία υπήρχαν ακόμη ημιαυτόνομοι βασιλείς. Τα φρούρια ήταν λιγοστά και η άμυνα απέναντι στους Θράκες επιδρομείς δύσκολη. Ο γιος του Περδίκκα, ο Αρχέλαος (413-399), χάραξε δρόμους και οργάνωσε τον στρατό. Επιπλέον, απέδωσε μεγάλη σημασία στο ιππικό και τον οπλισμό. Την περίοδο της βασιλείας του έγιναν, σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, όσα δεν είχαν γίνει στα χρόνια των οκτώ προκατόχων του.

Ο Αρχέλαος έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον και για τον ελληνικό πολιτισμό. Προσκάλεσε στην αυλή του τον ζωγράφο Ζεύξη και ποιητές, επιφανέστερος από τους οποίους ήταν ο Ευριπίδης. Στη Μακεδονία, όπου έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Ευριπίδης συνέθεσε μια τραγωδία για να τιμήσει έναν υποτιθέμενο πρόγονο του Αρχέλαου, που καταγόταν από τον Ηρακλή, καθώς και τις Βάκχες, με θέμα τη λατρεία του Διονύσου, για την οποία ενδιαφέρονταν ιδιαιτέρως οι Μακεδόνες. Μετά τη δολοφονία του Αρχέλαου η Μακεδονία πέρασε βαθιά κρίση, από την οποία ξαναβγήκε πια στα χρόνια του Φιλίππου Β'. Ακόμη και στα χρόνια του Φιλίππου, πάντως, η θέση των Μακεδόνων στον κόσμο των Ελλήνων παρέμενε αμφισβητούμενη, και οι εχθροί τους μπορούσαν με ευκολία να τους αποκαλούν βαρβάρους. Αλλά και μετά την κυριαρχία τους, στις ιστορικές αφηγήσεις διατηρείται συνήθως η διάκριση μεταξύ Ελλήνων και Μακεδόνων.

Μόλις ανέλαβε τη βασιλεία, ο Φίλιππος Β' αντιμετώπισε με επιτυχία τους Ιλλυριούς, τους Παίονες και τους Θράκες, με τους οποίους συνέπρατταν οι Αθηναίοι. Αμέσως μετά άρχισε να επιβάλλεται σε ελληνικές πόλεις. Οι επιτυχίες αυτές, και μάλιστα η κατάκτηση ολόκληρης της Θράκης, του έδωσαν τον έλεγχο σε χρυσοφόρα μεταλλεία και σε σιτοπαραγωγικές περιοχές καθώς και πρόσβαση στο εμπόριο του βόρειου Αιγαίου.

Πολλές ελληνικές πόλεις αντιλήφθηκαν από νωρίς την απειλή, αλλά δεν είχαν τη δυνατότητα να αντιδράσουν δυναμικά. Η Σπάρτη, μετά την ήττα στα Λεύκτρα, ήταν εξαιρετικά αποδυναμωμένη. Η Θήβα και η Αθήνα πάλι είχαν εμπλακεί σε σκληρούς και μακροχρόνιους πολέμους, η πρώτη για τον έλεγχο των Δελφών και η δεύτερη για τον έλεγχο της συμμαχίας της. Συνδυάζοντας πυγμή και διπλωματία, ο Φίλιππος αναμείχθηκε σε όλες τις σημαντικές υποθέσεις. Διέθετε άλλωστε μεγάλο και αποτελεσματικό στρατό.

Στην οργάνωση του στρατού ο Φίλιππος εμπνεύστηκε από τις καινοτομίες του Ιφικράτη και του Επαμεινώνδα. Από τον πρώτο πήρε την ιδέα να εφοδιάσει τους στρατιώτες του με ένα μακρύ δόρυ που ονομάστηκε σάρισα. Τον χειρισμό της καθιστούσε ευχερέστερο μια μικρή ασπίδα, που κρεμόταν με ιμάντα και άφηνε ελεύθερα τα χέρια, καθώς και ο ελαφρύτερος αμυντικός οπλισμός. Από τον δεύτερο πήρε την ιδέα να διατάξει τη μακεδονική φάλαγγα με βάθος πολύ περισσότερων σειρών από ό,τι συνηθιζόταν και να της δώσει μεγαλύτερη ευελιξία στη μάχη. Το σημαντικότερο ίσως ήταν ότι η δράση του πεζικού συνδυάστηκε οργανικά με αυτή του ιππικού. Και τα δύο σώματα υποστηρίζονταν από Θράκες ακοντιστές, τους Αγριάνες, από Κρήτες τοξότες και από μισθοφόρους πελταστές. Στο σώμα των πεζεταίρων προστέθηκαν και οι ὑπασπισταί, επίλεκτοι άνδρες που περιέβαλλαν τον βασιλιά.

Τον αμεσότερο κίνδυνο τον διέτρεχαν οι Αθηναίοι. Τα συμφέροντά τους εκείνη την εποχή τούς υποχρέωναν να παρακολουθούν με μεγάλη προσοχή όσα συντελούνταν στο βόρειο Αιγαίο. Εκεί κρινόταν το μέλλον της συμμαχίας τους και κυρίως η τροφοδοσία τους με σιτάρι από τον Ελλήσποντο. Η κατάσταση άρχισε να γίνεται πολύ σοβαρή το 357, όταν ο Φίλιππος κατέλαβε την Αμφίπολη, την οποία διεκδικούσαν οι ίδιοι, και ταυτοχρόνως ξεσπούσε συμμαχικός πόλεμος, με την αποστασία της Χίου, της Ρόδου, της Κω και του Βυζαντίου από τη Β' Αθηναϊκή Συμμαχία. Οι Αθηναίοι είχαν στρατηγούς τον Ιφικράτη, τον Τιμόθεο και τον Χάρη, αλλά όταν οι δύο πρώτοι έπεσαν σε δυσμένεια, τις στρατιωτικές υποθέσεις ανέλαβε μόνος του ο τελευταίος. Για την εξασφάλιση χρημάτων ο Χάρης συμμετείχε στην εξέγερση ενός σατράπη εναντίον του Πέρση βασιλιά. Όταν όμως ο Αρταξέρξης Γ' Ώχος έστειλε πρεσβεία απειλώντας τους Αθηναίους, αυτοί αναγκάστηκαν να ανακαλέσουν τον στρατηγό τους και να τερματίσουν άδοξα τον συμμαχικό πόλεμο. Στο μεταξύ ο Φίλιππος συνέχιζε τη νικηφόρο πορεία του, κατακτώντας την Ποτείδαια, τη Μεθώνη, τα Άβδηρα και τη Μαρώνεια.

Αντιμέτωποι με τα νέα δεδομένα, οι πολιτικοί της Αθήνας προβληματίστηκαν και συγκρούστηκαν μεταξύ τους. Το μεγαλύτερο εμπόδιο στις επιχειρήσεις τις οποίες θεωρούσαν επιβεβλημένες ήταν η έλλειψη πόρων. Μετά από μια σειρά αποτυχιών, ο Εύβουλος και οι συνεργάτες του ανέλαβαν πρωτοβουλίες για τη βελτίωση των οικονομικών της πόλης. Για ένα διάστημα έπεισαν τους Αθηναίους ότι το συμφέρον τους απαιτούσε ειρήνη. Ο Ισοκράτης πάλι είδε στο πρόσωπο του Φιλίππου τον άνδρα που μπορούσε να ενώσει τους Έλληνες και να επιλύσει τα κοινωνικά και πολιτικά τους προβλήματα εκστρατεύοντας εναντίον των Περσών. Ο ρήτορας Αισχίνης προέκρινε διπλωματικές λύσεις στις σχέσεις της πόλης με τον Φίλιππο. Ορισμένοι ρήτορες, ωστόσο, με κύριο εκπρόσωπο τον Δημοσθένη, θεωρούσαν ότι ο Φίλιππος συνιστούσε τόσο μεγάλη απειλή για την ελευθερία των Αθηναίων, ώστε χρειαζόταν κάθε είδους συνεργασία και συστράτευση για την αντιμετώπισή του. Ακόμη και τα χρήματα του Πέρση βασιλιά μπορούσαν να γίνουν, και γίνονταν, δεκτά. Για αρκετά χρόνια οι συγκρούσεις μεταξύ των πολιτικών ήταν οξύτατες και βίαιες.

Αμφιταλαντευόμενοι ανάμεσα σε μια αμυντική και μια επιθετική πολιτική, οι Αθηναίοι δεν κατόρθωσαν το 349 ούτε να βοηθήσουν την Όλυνθο, που ήταν ο βασικός τους σύμμαχος και η σημαντικότερη πόλη στη Χαλκιδική, ούτε να υποστηρίξουν τα συμφέροντά τους στην Εύβοια. Η Όλυνθος κατελήφθη και κατεδαφίστηκε από τον Φίλιππο, ενώ η Εύβοια αποσπάστηκε από την Αθηναϊκή Συμμαχία.

Ο Φίλιππος είχε στο μεταξύ διευρύνει την επιρροή του προς την κεντρική Ελλάδα. Από το 357 είχε ξεσπάσει ένας ακόμη αιματηρός και πολυετής πόλεμος, που ονομάστηκε Γ' Ιερός Πόλεμος, επειδή το επίδικο θέμα ήταν ο έλεγχος των Δελφών. (Είχαν προηγηθεί άλλοι δύο, ο ένας στα χρόνια του Σόλωνα και ο άλλος πριν από τον Πελοποννησιακό Πόλεμο.) Η νέα διαμάχη ξεκίνησε όταν οι Φωκείς καταδικάστηκαν για καταπάτηση ιεράς γης. Το υπέρογκο πρόστιμο επιδικάστηκε από τους ἱερομνήμονας των Αμφικτυόνων. Σε Αμφικτυονικό Συνέδριο, δηλαδή σε μόνιμο σύνδεσμο για τη διαχείριση του ιερού, αντιπροσωπεύονταν οι Βοιωτοί και οι Θεσσαλοί αλλά και άλλες ισχυρές πόλεις. Οι Φωκείς αντέδρασαν και κατέλαβαν τους Δελφούς. Οι Θηβαίοι και οι Θεσσαλοί ανέλαβαν την εκδίωξή τους και σημείωσαν μεγάλες επιτυχίες, αλλά οι Φωκείς, με τα χρήματα του ιερού, κατάφεραν να ξαναοργανώσουν έναν μεγάλο μισθοφορικό στρατό.

Οι Φωκείς, με την υποστήριξη των Αθηναίων και των Σπαρτιατών, συμμάχησαν με τους τυράννους των Φερών και επιχείρησαν να καταλάβουν ολόκληρη τη Θεσσαλία. Αντιμέτωπους ωστόσο δεν βρήκαν μόνο τους Θηβαίους, τους Λοκρούς, την πλειονότητα των Θεσσαλών και τους Περραιβούς, αλλά και τον Φίλιππο. Προσκεκλημένος το 353 από τους Θεσσαλούς αριστοκράτες, τους Αλευάδες, ο βασιλιάς των Μακεδόνων πέτυχε ολοκληρωτική νίκη. Άφησε στο πεδίο της μάχης περισσότερους από 6.000 νεκρούς και διέταξε τον πνιγμό των περίπου 3.000 αιχμαλώτων ως ιερόσυλων. Για τον ρόλο του αυτό πέτυχε να εκλεγεί τον επόμενο χρόνο ἄρχων ή ταγός της Θεσσαλίας. Ο Ιερός Πόλεμος όμως συνεχίστηκε και οι ανασυγκροτημένοι Φωκείς αναζήτησαν βοήθεια από τον Αρταξέρξη, ο οποίος την πρόσφερε με προθυμία.

Το 346 οι Αθηναίοι ήταν πλέον εξαντλημένοι και θεώρησαν αναγκαία μια ειρήνη με τον Φίλιππο. Ήταν πρόθυμοι να του αναγνωρίσουν τη θέση που ήδη κατείχε, ώστε να αποτρέψουν την επέκτασή του νοτιότερα. Ακόμη και ο Δημοσθένης ήταν σύμφωνος. Στις διαπραγματεύσεις συμμετείχε μαζί με τον Αισχίνη και τον Φιλοκράτη, το όνομα του οποίου δόθηκε στη συμφωνία. Ταυτοχρόνως διευθετήθηκε οριστικώς και ο Ιερός Πόλεμος. Οι Φωκείς τιμωρήθηκαν σκληρά και διασκορπίστηκαν σε χωριά. Επιπλέον, οι ψήφοι τους στην Αμφικτυονία δόθηκαν στον Φίλιππο. Με τη συνεργασία των Θεσσαλών, ο Φίλιππος απέκτησε πλέον τον απόλυτο έλεγχο και του μαντείου. Αν ο πρόγονός του Αλέξανδρος Α' είχε πετύχει να γίνει δεκτός στους Ολυμπιακούς Αγώνες, αυτός πέτυχε να πρωταγωνιστήσει σε βασικές θρησκευτικές υποθέσεις των Ελλήνων. Ανέλαβε μάλιστα να οργανώσει τα Πύθια μαζί με τους Βοιωτούς και τους Θεσσαλούς. Έτσι, στα μάτια πολλών Ελλήνων εμφανιζόταν και ως ευσεβής υπερασπιστής των ιερών τους.

Για λίγα χρόνια ο Φίλιππος ήταν απασχολημένος με τους παλαιούς εχθρούς των Μακεδόνων, τους Ιλλυριούς· επιπλέον, με την αναδιοργάνωση της Θεσσαλίας και με στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Θράκη. Το 340 βάδισε εναντίον της Περίνθου στην Προποντίδα. Στη διάρκεια της πολιορκίας στράφηκε και εναντίον του Βυζαντίου, που ενίσχυε του Περίνθιους. Οι ενέργειές του αυτές τον έφεραν σε σύγκρουση με τους Πέρσες. Η επέκτασή του στη Θράκη είχε ανησυχήσει τον μεγάλο βασιλιά, που έδωσε εντολή να ενισχυθεί η πολιορκημένη πόλη. Στην περιοχή έσπευσαν και οι Αθηναίοι. Τα ζωτικά τους συμφέροντα ήταν πλέον σε σοβαρότατο κίνδυνο, καθώς υπήρχε φόβος ο ανεφοδιασμός τους σε σιτηρά να βρεθεί στον έλεγχο των Μακεδόνων. Έκριναν άλλωστε ότι η ειρήνη είχε παραβιαστεί. Ο Φίλιππος αναγκάστηκε έτσι να υποχωρήσει και να λύσει την πολιορκία. Ήταν όμως αποφασισμένος να διευθετήσει οριστικά το ελληνικό ζήτημα εξουδετερώνοντας την Αθήνα.

Το 338 η είδηση ότι ο Φίλιππος πλησίαζε στην Αττική έσπειρε τον τρόμο στους Αθηναίους. Οι πολίτες συγκεντρώθηκαν για συνεδρίαση πριν ακόμη τους καλέσουν οι άρχοντες. Αυτή τη φορά δεν υπήρχαν αντιδικίες μεταξύ των ρητόρων. Οι πάντες έστρεψαν το βλέμμα στον Δημοσθένη. Έχοντας μόλις δύο μέρες στη διάθεσή του, αυτός έσπευσε στη Θήβα και έπεισε τους Βοιωτούς να αναλάβουν μαζί την αναχαίτιση του Φιλίππου. Αμέσως άρχισαν οι πολεμικές προετοιμασίες στη Χαιρώνεια, όπου οι Αθηναίοι συγκέντρωσαν όλες τους τις δυνάμεις (πανδημεί) για να σώσουν την πατρίδα τους. Παρομοίως έπραξαν οι Θηβαίοι.

Οι μεγάλοι στρατηγοί της Αθήνας ήταν πλέον νεκροί και ο μόνος που είχε απομείνει, ο Χάρης, ασφαλώς δεν ήταν ισάξιος του Φιλίππου. Η αναμέτρηση ήταν σφοδρή και μεγάλης διάρκειας. Έως ένα σημείο ο αγώνας ήταν μάλιστα αμφίρροπος. Αλλά η αποφασιστική παρέμβαση του νεαρού Αλεξάνδρου, του γιου του Φιλίππου, έκρινε, καθώς λεγόταν, το αποτέλεσμα. Περισσότεροι από 1.000 Αθηναίοι έπεσαν νεκροί και περίπου 2.000 αιχμαλωτίστηκαν. Οι απώλειες των Βοιωτών ήταν μεγαλύτερες. Ο Φίλιππος έστησε το τρόπαιό του θριαμβευτής.

Η Θήβα τιμωρήθηκε σκληρά και αναγκάστηκε να δεχτεί μακεδονική φρουρά και την επιβολή μιας φιλομακεδονικής ολιγαρχίας. Η Αθήνα όμως είχε ακόμη λίγες μέρες περιθώριο να προετοιμάσει την άμυνά της. Σε συνθήκες πανικού οι πάντες έσπευδαν πίσω από τα τείχη. Για τις ανάγκες του πολέμου αξιοποιήθηκαν ακόμη και όσα πολύτιμα αντικείμενα βρέθηκαν στους ιδιωτικούς τάφους του Κεραμεικού. Με την απώλεια τόσων ανδρών στη Χαιρώνεια, οι συνθήκες ήταν απελπιστικές, αλλά οι Αθηναίοι αποφάσισαν να υποστούν την υπέρτατη θυσία.

Αντιμέτωπος με τέτοιες πρωτοφανείς προετοιμασίες, ο Φίλιππος επέλεξε να προσφέρει στους Αθηναίους πολύ ευνοϊκούς όρους ειρήνης. Η συμμαχία τους έπρεπε να διαλυθεί, αλλά η πόλη θα παρέμενε ελεύθερη, διατηρώντας το δημοκρατικό πολίτευμα. Επιπλέον, οι αιχμάλωτοι αφέθηκαν όλοι ελεύθεροι και οι νεκροί αποδόθηκαν για ταφή. Ο Φίλιππος σχεδίαζε άλλωστε ήδη την περσική εκστρατεία του, και οι Αθηναίοι, που εχθρεύονταν τους Πέρσες, ήταν μια πολύ χρήσιμη δύναμη. Ανακουφισμένοι, οι Αθηναίοι έσπευσαν να αποδεχθούν τους όρους των Μακεδόνων. Το όραμα του Ισοκράτη για μια κοινή εκστρατεία εναντίον των Περσών ήταν πλέον εφικτό, αλλά όχι με τους όρους που εκείνος ήλπιζε. Σύμφωνα με μια παράδοση, μετά από τη μεγάλη ήττα της πόλης του πέθανε από ηθελημένη ασιτία. Τον επιτάφιο για τους νεκρούς της Χαιρώνειας ανέλαβε να εκφωνήσει ο Δημοσθένης.

Οι παλαιοί ηγέτες της πόλης τραβήχτηκαν ταπεινωμένοι στο περιθώριο και παραχώρησαν την ηγεσία στον Λυκούργο. Εκείνη την εποχή ήταν ο μόνος ικανός να ανορθώσει την κατεστραμμένη οικονομία της πόλης - κάτι που η Αθήνα είχε απόλυτη ανάγκη. Τέτοια ήταν η επιτυχία του στο δύσκολο αυτό εγχείρημα, ώστε η πόλη γνώρισε μια ακόμη περίοδο δημιουργικής δραστηριότητας. Μεταξύ άλλων άρχισαν να οικοδομούνται νέα λαμπρά κτίρια, ενώ μπήκαν οι βάσεις για καλύτερη οργάνωση του στρατού. Ο μεγάλος γλύπτης της εποχής, ο Λύσιππος, ανέλαβε να κατασκευάσει ανδριάντα του Σωκράτη. Στις δύσκολες περιστάσεις οι Αθηναίοι ζητούσαν με τον τρόπο αυτό συγνώμη για την καταδίκη του.

Την ίδια χρονιά που η μάχη της Χαιρώνειας έκρινε τις υποθέσεις των Ελλήνων, στη Σικελία πέθαινε τιμημένος ο Τιμολέων και στην Ιταλία ο βασιλιάς των Σπαρτιατών Αρχίδαμος Γ' (360-338). Είχε βασιλέψει για 23 χρόνια, κρατώντας τη Σπάρτη μακριά από όλες σχεδόν τις κρίσιμες αποφάσεις. Καθώς ο Φίλιππος κυριαρχούσε στην Ελλάδα, αυτός σκοτώθηκε πολεμώντας στο πλευρό των Ταραντίνων, που ήταν άποικοι της Σπάρτης.

Τη χρονιά που ο Φίλιππος επέβαλε την κυριαρχία του στον Ελληνικό κόσμο με τη νίκη του στη Χαιρώνεια, ο βασιλιάς της Περσίας Αρταξέρξης Γ' Ώχος έπεφτε θύμα αυλικής συνωμοσίας. Τη διακυβέρνηση της μεγάλης αυτοκρατορίας ανέλαβε ο γιος του Αρσής (338-335) σε συνθήκες ιδιαίτερα απαιτητικές. Η Αίγυπτος, για παράδειγμα, κατάφερε να ελευθερωθεί από τον περσικό ζυγό.

Ο Φίλιππος άδραξε την ευκαιρία και το 337, σε κοινό συνέδριο των Ελλήνων (πλην των Λακεδαιμονίων) που συνήλθε στην Κόρινθο, εξελέγη ἡγεμών και στρατηγὸς αὐτοκράτωρ, δηλαδή στρατηγός με απόλυτη εξουσία, για να ηγηθεί σε κοινό αγώνα εναντίον της Περσίας. Στόχος, όπως διακηρύχθηκε, ήταν η εκδίκηση για τη βεβήλωση των ελληνικών ιερών το 480· απαραίτητη προϋπόθεση, η ειρήνη μεταξύ των ελληνικών πόλεων και η διατήρηση της κοινωνικής τάξης. Απαγορεύονταν ρητώς οι δημεύσεις περιουσιών, ο αναδασμός της γης και η παραγραφή των χρεών (βασικά αιτήματα των κατώτερων τάξεων) καθώς και η απελευθέρωση των δούλων με στόχο την κοινωνική αλλαγή. Χωρίς χρονοτριβή, οι Μακεδόνες στρατηγοί Άτταλος και Παρμενίων στάλθηκαν στην Ασία για να ξεκινήσουν τον πόλεμο με 10.000 άνδρες. Κεντρικό σύνθημα ήταν η απελευθέρωση των ελληνικών πόλεων.

Τον επόμενο χρόνο, με την ευκαιρία του γάμου της κόρης του Κλεοπάτρας, ο Φίλιππος διοργάνωσε μεγάλη γιορτή. Στην πομπή που οδηγούσε στο θέατρο παρήλασαν και τα αγάλματα των θεών, με δέκατο τρίτο το δικό του. Διεκδικούσε πλέον για τον εαυτό του μια θέση πλάι στους μεγάλους θεούς. Ο ίδιος εμφανίστηκε με λευκό ιμάτιο, αλλά, καθώς βάδιζε σε κάποια απόσταση από τους σωματοφύλακές του, δολοφονήθηκε.

Ο Φίλιππος παρέλαβε μια Μακεδονία που αγωνιζόταν για την επιβίωσή της και την παρέδωσε κυρίαρχη στο μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού κόσμου και έτοιμη να αναμετρηθεί με τη μεγάλη Περσική Αυτοκρατορία. Με τις στρατιωτικές του νίκες και τη διπλωματία του δεν άλλαξε μόνο την πορεία της ιστορίας αλλά και της ιστοριογραφίας. Τα επιτεύγματά του αφηγήθηκε ένας σύγχρονός του, ο Θεόπομπος ο Χίος, μαθητής του Ισοκράτη. Το εκτενές του σύγγραμμα έχει χαθεί, αλλά και μόνο ο τίτλος του, Φιλιππικά, είναι ενδεικτικός. Για πρώτη φορά ένας άνθρωπος έδινε το όνομά του σε μια περίοδο της ιστορίας. Από τη νέα τροπή που είχε λάβει η ιστορία εμπνεύστηκε και ένας άλλος μαθητής του Ισοκράτη, ο Έφορος από την Κύμη. Και το δικό του έργο έχει χαθεί, αλλά, καθώς ήταν η πρώτη σοβαρή και αξιόπιστη προσπάθεια συγγραφής παγκόσμιας ιστορίας, άσκησε μεγάλη επίδραση στους περισσότερους μεταγενέστερους ιστορικούς. Επρόκειτο για μια αφήγηση πολύ μακράς διάρκειας, από την εμφάνιση των Δωριέων στην Πελοπόννησο έως την κυριαρχία του Φιλίππου, σχεδόν 750 χρόνια αργότερα. Ιδιαιτέρως τον ακολούθησε και τον συμβουλεύτηκε ο Διόδωρος ο Σικελιώτης.

Σύντομα μετά τη δολοφονία του Φιλίππου δολοφονήθηκε και ο βασιλιάς της Περσίας Αρσής. Έτσι η αναμέτρηση των δύο μεγάλων δυνάμεων αναβλήθηκε.

Ο δολοφόνος του Φιλίππου εκτελέστηκε επιτόπου και δεν πρόλαβε να αποκαλύψει ούτε τα κίνητρα ούτε τους συνεργούς του. Η εξέλιξη αυτή ευνόησε πάντως τον Αλέξανδρο Γ' (336-323). Οι στρατιωτικές ικανότητες του νεαρού βασιλιά είχαν αποδειχθεί ήδη στις μάχες, αλλά η θέση του στη διαδοχή ήταν επισφαλής. Χωρίς να χάσει χρόνο, ο Αλέξανδρος εξασφάλισε την υποστήριξη του στρατού και ανέλαβε τη βασιλεία της Μακεδονίας, εξοντώνοντας όλους τους διεκδικητές της εξουσίας. Αμέσως μετά φρόντισε να εδραιώσει τη θέση του στον Ελληνικό κόσμο.

Πολλοί Έλληνες αναθάρρησαν με την είδηση της δολοφονίας του Φιλίππου και άρχισαν να προετοιμάζουν την απελευθέρωσή τους από τη μακεδονική κυριαρχία. Πρώτοι και καλύτεροι οι Αθηναίοι, οι Θηβαίοι, οι Αιτωλοί, οι Αμβρακιώτες, οι Αρκάδες, οι Αργείοι και οι Ηλείοι. Αλλά ο Αλέξανδρος αντέδρασε με αποφασιστικότητα και ταχύτητα - όπως έμελλε άλλωστε να κάνει σε όλη τη σύντομη ζωή του. Οι Θεσσαλοί τον αναγνώρισαν ἄρχοντα του κοινοῦ τους και, αμέσως μετά, οι αντιπρόσωποι των Ελλήνων στην Κόρινθο στρατηγὸν αὐτοκράτορα και του ανέθεσαν να αναλάβει την κοινή εκστρατεία εναντίον των Περσών. Μόνο οι Λακεδαιμόνιοι αρνήθηκαν και πάλι να συμμαχήσουν. Η ιστορία τους, όπως ισχυρίστηκαν, τους απαγόρευε να συμμετάσχουν σε μια στρατιωτική επιχείρηση στην οποία δεν ήταν οι ίδιοι αρχηγοί. Μέσα σε ελάχιστο διάστημα ο Αλέξανδρος κατάφερε έτσι να κερδίσει τη θέση που κατείχε ο πατέρας του πριν από τη δολοφονία του και άρχισε να προετοιμάζει την περσική εκστρατεία του.

Στη νέα αναμέτρηση Ανατολής και Δύσης το πρώτο θύμα ήταν και πάλι ο Βορράς. Όπως ο Δαρείος ενάμιση αιώνα νωρίτερα πριν στραφεί εναντίον των Ελλήνων, έτσι και ο Αλέξανδρος, πριν διαβεί στην Ασία, φρόντισε πρώτα να εξασφαλίσει την κυριαρχία του στους ανυπότακτους λαούς που κατοικούσαν στη Θράκη έως τον ποταμό Ίστρο (Δούναβη) και πέρα από αυτόν. Καθώς όμως υπέτασσε διάφορα πολεμικά φύλα, ορισμένα από τα οποία του αντιστέκονταν σθεναρά, πληροφορήθηκε ότι οι Θηβαίοι ξεσηκώθηκαν εναντίον του. Είχε κυκλοφορήσει η φήμη ότι σκοτώθηκε στις μάχες και αυτό τους έδωσε θάρρος. Οι Θηβαίοι θυμήθηκαν το παλαιό και ένδοξο σύνθημα της ελευθερίας, καθώς και τα πρόσφατα λαμπρά τους κατορθώματα, και επιχείρησαν να απαλλαγούν από τη μακεδονική φρουρά. Ο κίνδυνος να επεκταθεί η εξέγερση ήταν μεγάλος. Το 335 ο Αλέξανδρος ανέλαβε δράση με όλο του τον στρατό, περισσότερους από 30.000 πεζούς και 3.000 ιππείς.

Παρά τις υποσχέσεις που είχαν λάβει από διάφορες πόλεις, οι Θηβαίοι αναγκάστηκαν να αντιμετωπίσουν τους Μακεδόνες μόνοι τους. Πολλοί ήταν εκείνοι που συμμερίζονταν τις ελπίδες τους, αλλά κανείς δεν έδειχνε πρόθυμος να σπεύσει με τον στρατό του εναντίον του Αλεξάνδρου. Στην άνιση μάχη οι Θηβαίοι αρνήθηκαν κάθε συμβιβασμό, πολεμώντας με αυτοθυσία για να επαναλάβουν το ανέλπιστο επίτευγμα στα Λεύκτρα. Όταν όμως κρίθηκε το αποτέλεσμα της αναμέτρησης, ακολούθησε γενική σφαγή. Περισσότεροι από 6.000 Θηβαίοι σκοτώθηκαν και 30.000 αιχμαλωτίστηκαν και υποδουλώθηκαν. Η Θήβα ισοπεδώθηκε, με εξαίρεση τα σπίτια στα οποία είχε κάποτε φιλοξενηθεί ο Φίλιππος καθώς και το σπίτι του Πινδάρου. Στη μεγάλη αυτή μάχη σκοτώθηκαν 500 Μακεδόνες.

Η είδηση της καταστροφής έφτασε στην Αθήνα καθώς τελούνταν τα Ελευσίνια μυστήρια. Οι Αθηναίοι τα διέκοψαν και άρχισαν να προετοιμάζουν για μια ακόμη φορά την άμυνά τους. Ωστόσο, ο Αλέξανδρος δεν τους επιτέθηκε και αρκέστηκε να ζητήσει την παράδοση των δέκα ρητόρων που τους παρακινούσαν εναντίον του. Επιφανέστεροι ανάμεσά τους ήταν ο Δημοσθένης, ο Λυκούργος και ο Υπερείδης. Οι Αθηναίοι, με όση διπλωματία διέθεταν, ζήτησαν συγνώμη, στέλνοντας ως μεσολαβητές τον Δημάδη και τον Φωκίωνα, αλλά αρνήθηκαν να παραδώσουν τους πολιτικούς τους. Το αίτημά τους έγινε (ανέλπιστα) δεκτό. Ο Αλέξανδρος δεν είχε πρόθεση να καταστρέψει την Αθήνα. Βιαζόταν άλλωστε να ξεκινήσει την εκστρατεία του.

Καθώς ο Αλέξανδρος διαδεχόταν τον πατέρα του Φίλιππο, τον Πέρση βασιλιά Αρσή διαδεχόταν ένας εξάδελφός του. Ονομαζόταν Αρτασάτα ή, σύμφωνα με λιγότερο ασφαλείς μαρτυρίες, που έχουν ωστόσο καθιερωθεί, Κοδομαννός. Ως βασιλιάς έλαβε το δυναστικό όνομα Δαρείος Γ' (335-330). Πρώτο του μέλημα ήταν να υποτάξει και πάλι την Αίγυπτο, μια επιχείρηση που έφερε σε πέρας με επιτυχία. Αμέσως μετά άρχισε να αναζητά συμμάχους στην Ελλάδα εναντίον των Μακεδόνων. Ο Δαρείος, που εικονίζεται σε ρωμαϊκό ψηφιδωτό πολεμώντας, έμελλε να είναι ο τελευταίος Πέρσης βασιλιάς της δυναστείας των Αχαιμενιδών.

Μεταφυσική της Ελευθερίας: Σκλαβιά, Αυτάρκεια και η Αναζήτηση της Εσωτερικής Αλήθειας

«Την αστόχαστη ζωή δεν αξίζει να την ζεις.» -Σωκράτης

Ο κόσμος μας, μια περίπλοκη ταπετσαρία που υφαίνεται από τα νήματα των ανθρώπινων αλληλεπιδράσεων και των κοινωνικών κατασκευών, είναι γεμάτος από παράδοξα. Μερικές από αυτές τις αντιφάσεις είναι ιδιαίτερα έντονες, όπως η διχοτόμηση μεταξύ αφεντικών και σκλάβων - μια μεταφορά για την ανισορροπία ισχύος που βρίσκεται κάτω από πολλές ανθρώπινες κοινωνίες. Το ποιοι είμαστε, τι σκεφτόμαστε και πώς ζούμε, συχνά προκύπτει από τις κοινωνικές κατασκευές και τη διαιώνιση των ιεραρχιών εξουσίας. Ωστόσο, στον πυρήνα της ύπαρξής μας, βρίσκεται η επιδίωξη της ελευθερίας, της αυτάρκειας και της αλήθειας.

Σχετικά με τη δουλεία και τις δομές εξουσίας

Η έννοια της δουλείας έχει εξελιχθεί από φυσικές αλυσίδες σε πιο ύπουλες μορφές ελέγχου: οικονομική ανισότητα, ασυμμετρία πληροφοριών και χειραγώγηση των κοινωνικών αφηγήσεων. Είναι μια ζοφερή υπενθύμιση των δομών εξουσίας που επιμένουν, τροφοδοτούμενες σε μεγάλο βαθμό από την αναζήτηση πλούτου και ελέγχου. Αυτή η ανισότητα, ενώ συχνά δικαιολογείται ως υποπροϊόν του «πολιτισμού», είναι μια στρεβλή αντανάκλαση της συλλογικής μας αποτυχίας να προασπίσουμε την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

Θεωρητικά, μια ίση κατανομή των πόρων της Γης μεταξύ όλων των ανθρώπων θα μπορούσε να δημιουργήσει μια κοινωνία ίσων. Ωστόσο, αυτό το ουτοπικό όραμα αποσταθεροποιείται από τη δυναμική εξουσίας και την ανθρώπινη κλίση προς την ιεραρχία. Η κατάρρευση μιας τέτοιας ανισότητας θα διατάραζε την καθιερωμένη τάξη πραγμάτων, συντρίβοντας την ψευδαίσθηση του πολιτισμού για την οποία δείχνουμε υπερηφάνεια, αλλά ίσως κρυφά κουβαλάμε μια αίσθηση ντροπής.

Ελευθερία και επιδίωξη της αλήθειας

Η αναζήτηση της ελευθερίας είναι ένα ταξίδι προς την αυτάρκεια και την ανεξαρτησία από τα κοινωνικά κατασκευάσματα. Η αληθινή ελευθερία βρίσκεται στην ακατάπαυστη αναζήτηση της αλήθειας, ανεπηρέαστη από τις προκαταλήψεις και τη χειραγώγηση των ισχυρών. Αυτό το ταξίδι συχνά περιλαμβάνει μια εκστρατεία προς τα μέσα, μια βαθιά κατάδυση στο βασίλειο της αυτογνωσίας και της συνείδησης.

Τα σώματά μας είναι αγγεία, αγιασμένα από την καθαρότητα της συνείδησης. Ωστόσο, συχνά γεμίζουν με τη λάσπη του εγωισμού, όπου το αιώνιο αναμειγνύεται με το παροδικό. Το αποτέλεσμα είναι μια ζωή που ζει στη σκιά της επιπολαιότητας, μια ζωή χωρίς τη βαθιά ομορφιά που προκύπτει από την αλληλεπίδραση της συνείδησης και της πραγματικότητας.

Η αυτάρκεια και η πηγή της γνώσης

Η αυτάρκεια, με τη μεταφυσική έννοια, δεν αφορά απλώς την οικονομική ανεξαρτησία, αλλά αφορά την πηγή της γνώσης και της σοφίας μας. Οι σοφοί αναζητούν τη γνώση από μέσα τους, αντλώντας από την πηγή της συνείδησής τους. Είναι αυτάρκεις, απαλλαγμένοι από τα δεσμά των εξωτερικών εξαρτήσεων.

Αντίθετα, εκείνοι που αναζητούν γνώση έξω από τον εαυτό τους συχνά βρίσκονται παγιδευμένοι σε ένα πλέγμα εξάρτησης, και γίνονται επιρρεπείς στη χειραγώγηση. Αυτή η εξωτερική αναζήτηση γνώσης, αν και δεν είναι εγγενώς ελαττωματική, γίνεται προβληματική όταν στερείται κριτικής ενδοσκόπησης και αυτογνωσίας.

Συμπέρασμα

Η μεταφυσική της ελευθερίας, της σκλαβιάς και της αυτάρκειας μας καλεί να αναλογιστούμε τη θέση μας στον κόσμο και τη σχέση μας με τις δομές εξουσίας. Μας προκαλεί να αναζητήσουμε την αλήθεια και τη γνώση από μέσα, να αγωνιστούμε για αυτάρκεια και να αντισταθούμε στα δεσμά των κοινωνικών κατασκευών. Καθώς περιηγούμαστε στις πολυπλοκότητες της ζωής, ας παραμείνουμε σταθεροί στην αναζήτησή μας για την αλήθεια, γιατί στην αλήθεια βρίσκεται η ουσία της ελευθερίας μας.

Οι καλοί φίλοι είναι το κλειδί για την ανθεκτικότητα

Ανθεκτικότητα είναι ικανότητα να προσαρμόζεστε και να αντιμετωπίζετε έντονες καταστάσεις. Σίγουρα επομένως είναι ένας σημαντικός παράγοντας στην σωματική και ψυχική ευεξία κάποιου. Οι άνθρωποι που είναι ανθεκτικοί αντιμετωπίζουν καλύτερα τις απώλειες, έχουν καλύτερη υγεία και ζουν περισσότερο.

Και ακόμα και αν η ανθεκτικότητα δεν μπορεί να σας προστατέψει από τον πόνο και τις δυσκολίες της ζωής, σίγουρα μπορεί να σας βοηθήσει να μείνετε συγκεντρωμένοι και υγιείς και να μην χάσετε τον εαυτό και την λογική σας.

Το καλύτερο σχετικά με την ανθεκτικότητα έγκειται στο ότι δεν είναι κάτι με το οποίο οι άνθρωποι γεννιούνται. Είναι ένα χαρακτηριστικό και μια ικανότητα που μπορείτε να μάθετε και να εξασκήσετε. Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να γίνετε ανθεκτικοί και ο πιο ισχυρός είναι η φιλία.

Οι φιλίες είναι πολύ σημαντικές επειδή απελευθερώνουν την ορμόνη οξυτοκίνη που είναι υπεύθυνη για την ευτυχία μας. Γι' αυτό όταν νιώθουμε πολύ άγχος βρίσκουμε καταφύγιο στους φίλους και στην υποστήριξη και την συντροφιά τους.

Επιπλέον, πολλές έρευνες δείχνουν ότι οι άνθρωποι που έχουν δυνατές φιλίες είναι πιο ανθεκτικοί όταν αντιμετωπίζουν δύσκολες καταστάσεις όπως σοβαρές ασθένειες, προβλήματα στην δουλειά ή απώλειες.

Δυστυχώς, στις μέρες μας είμαστε πιο απομονωμένοι και αγχωμένοι από ποτέ. Αναλαμβάνουμε πολλές ευθύνες και λέμε στον εαυτό μας πως δεν έχουμε χρόνο να διατηρήσουμε φιλίες.

Και ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα σχετικά με την δημιουργία δυνατών και βαθύτερων δεσμών με τους φίλους μας είναι το γεγονός ότι οι άνθρωποι που τείνουν να απομονώνουν τον εαυτό τους υιοθετούν συμπεριφορές που τους απομονώνουν ακόμα περισσότερο ακόμα και αν θέλουν να κοινωνικοποιηθούν. Αυτό συμβαίνει μάλλον επειδή με το να απομακρύνονται από τους φίλους τους αρχίζουν να βλέπουν τους άλλους αρνητικά, ακόμα και αυτούς που έχουν καλές προθέσεις. Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος από τον οποίο είναι δύσκολο να βγουν.

Αν δεν είστε και πάρα πολύ κοινωνικοί μην ανησυχείτε. Μπορείτε να εξακολουθήσετε να είστε εσωστρεφείς και να κάνετε καινούργιους φίλους. Επίσης, το σπουδαίο είναι ότι χρειάζεστε έναν κοντινό φίλο για να κάνετε την διαφορά στην ζωή σας και να γίνετε πιο ανθεκτικοί.

Παρακάτω βρίσκονται κάποιες συμβουλές για να χτίσετε καλύτερες φιλίες.

Αρχικά, δημιουργήστε συνδέσεις. Γραφτείτε σε κάποια λέσχη ή σε κάποια ομάδα για να γνωρίσετε ανθρώπους με κοινά ενδιαφέροντα. Είναι ένας πολύ καλός τρόπος για να συνδεθείτε επειδή θα έχετε κάτι κοινό να συζητήσετε.

Έπειτα, ενισχύστε τις συνδέσεις που κάνατε. Εμβαθύνετε την φιλία σας προσκαλώντας τους καινούργιους σας φίλους για καφέ ή φαγητό. Προσπαθήστε να βρείτε μια κοινή ώρα μέσα στην εβδομάδα ώστε να συναντιέστε και να λέτε τα νέα σας.

Να βρίσκεστε περισσότερο με φυσικό τρόπο παρά μέσω του διαδικτύου. Παρόλο που το διαδίκτυο είναι ένας πολύ καλός τρόπος για να μείνετε συνδεδεμένοι με τους σημαντικούς ανθρώπους της ζωής σας, δεν πρέπει να ξεχνάτε πως τίποτα δεν είναι καλύτερο από την συζήτηση πρόσωπο με πρόσωπο όταν πρόκειται για την διατήρηση και την ανάπτυξη της φιλίας σας. Γι αυτό όλοι μας θα πρέπει να ξοδεύουμε λιγότερο χρόνο στο διαδίκτυο και περισσότερο στις συναντήσεις με φίλους.

Όταν νιώθετε αγχωμένοι, αναζητήστε τους.

Ένα μεγάλο μέρος σχετικά με το πώς να γίνετε πιο ανθεκτικοί έχει να κάνει με το να αναζητάτε και να δέχεστε βοήθεια όταν την χρειάζεστε από ανθρώπους που είναι σημαντικοί για εσάς. Θα νιώσετε καλύτερα μετά, κι εσείς και αυτοί, και δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος για να εμβαθύνετε την σύνδεση που έχετε.

Πότε οι άνθρωποι νιώθουν και φέρονται με κακία

Οι άνθρωποι γενικότερα, είμαστε ιδιαιτέρως κοινωνικά όντα που έχουν ανάγκη από θετικές σχέσεις. Επομένως, μπορούμε εύκολα να κατανοήσουμε τα κίνητρα που έχουμε για να διατηρούμε καλές σχέσεις με τους άλλους ανθρώπους.

Στην πραγματικότητα, δεν θα υπήρχε καμία πιθανότητα ύπαρξης της κοινωνίας μας, αν ιστορικά οι άνθρωποι δε συνεργάζονταν και δεν τα πήγαιναν καλά μεταξύ τους σε ένα μεγάλο βαθμό.

Ωστόσο, πολύ συχνά οι άνθρωποι βλάπτουν εσκεμμένα ο ένας τον άλλον. Γιατί άραγε συμβαίνει αυτό; Γιατί οι άνθρωποι θέλουν κάποιες φορές να πληγώσουν και να βλάψουν τους άλλους;

Δεκαετίες ερευνών αποδεικνύουν ότι πίσω από τη δημοφιλή πεποίθηση πως οι άνθρωποι γίνονται κακοί όταν θέλουν να αισθανθούν καλύτερα για τον εαυτό τους, κρύβεται μία μεγάλη αλήθεια.

1. Η Θετική Ιδιαιτερότητα

Η θεωρία της «κοινωνικής ταυτότητας», υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι έχουν μια βασική ψυχολογική ανάγκη για «θετική ιδιαιτερότητα». Με άλλα λόγια, οι άνθρωποι έχουν μία θετικά προσδιορισμένη ανάγκη να αισθάνονται μοναδικοί σε σχέση με τους γύρω τους. Καθώς από τη φύση τους, έχουν την τάση να σχηματίζουν ομάδες, αυτή η ανάγκη για θετική διάκριση, επεκτείνεται και στις ομάδες που ανήκουν.

Δηλαδή, τείνουν να βλέπουν πιο ευνοϊκά τις ομάδες που ανήκουν, παρά τις ομάδες που δεν ανήκουν. Και ως εκ τούτου, έχουν την τάση να βλέπουν λιγότερο θετικά τους ανθρώπους που δεν αποτελούν μέρος μίας ομάδας σε σχέση με αυτούς που ανήκουν κάπου.

Επίσης, αυτό είναι ιδιαίτερα πιθανό να συμβεί, όταν υπάρχει ανταγωνισμός μεταξύ των ομάδων ή όταν οι άνθρωποι αισθάνονται ότι η ταυτότητα της ομάδας τους δοκιμάζεται ή αμφισβητείται.

Μελέτες που έχουν πραγματοποιηθεί για τη εξέταση αυτής της πεποίθησης, διαπιστώνουν ότι οι άνθρωποι γενικότερα εμφανίζουν ενδείξεις ευνοιοκρατίας για την ομάδα τους και επιπλέον, ενισχύεται θετικά η αυτοεκτίμηση τους και το αίσθημα της θετικότητας προς την ομάδας τους, όταν διαγράφονται άλλα μέλη από την ομάδα και θεωρούνται ως «παρείσακτα».

2. Οι Μειονεκτικές Συγκρίσεις

Η θεωρία της «κοινωνικής σύγκρισης», υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι από τη φύση τους κάνουν συγκρίσεις με άλλους ανθρώπους και ότι αυτές οι συγκρίσεις μπορούν συχνά να μας κάνουν να αισθανόμαστε χειρότερα ή καλύτερα για τους εαυτούς μας. Καθώς, σε γενικές γραμμές προτιμάμε να αισθανόμαστε καλά, είμαστε επιρρεπείς στο να κάνουμε συγκρίσεις που θα μας επιτρέψουν να δούμε μειονεκτικά άλλους ανθρώπους.

Επιπλέον, η έρευνα που βασίζεται σε αυτή τη θεωρία, υποστηρίζει επίσης την ιδέα ότι οι άνθρωποι είναι πιο αρνητικοί απέναντι στους άλλους όταν νιώθουν ότι τους έχουν προσβάλει ή τους έχουν υποτιμήσει και ότι έτσι μπορούν να αισθάνονται καλύτερα για τον εαυτό τους και να βοηθηθούν στην αποκατάσταση της αυτοεκτίμησης τους.

Ένα παράδειγμα αυτού, μπορεί να δοθεί σε μια μελέτη, κατά την οποία όταν είπαν στους συμμετέχοντες ότι δεν ήταν ελκυστικοί, χρησιμοποιώντας πλαστή ανατροφοδότηση, βαθμολόγησαν τους άλλους, όχι μόνο ως λιγότερο ελκυστικούς, αλλά και ως λιγότερο έξυπνους και ευγενικούς σε σύγκριση με την ανατροφοδότηση ότι ήταν ελκυστικοί. Συνοψίζοντας, όταν οι συμμετέχοντες ένιωθαν προσβεβλημένοι, ήταν πιθανότερο να υποβιβάσουν τους άλλους.

3. Η Κλασική Προβολή

Ο Freud υποστήριξε δεκαετίες πριν, ότι οι άνθρωποι ένιωθαν καλά με τον εαυτό τους και τα ελαττώματά τους, όταν πίστευαν ότι και άλλα άτομα είχαν τα ίδια αρνητικά χαρακτηριστικά με αυτούς. Βασικά, αν υποθέσουμε ότι αισθάνεστε ανέντιμοι, τότε είναι πιο πιθανό να βλέπετε τους άλλους ανθρώπους ως επίσης ανέντιμους και αυτό σας κάνει κατά μία έννοια, να αισθάνεστε πιο έντιμοι από αυτούς.

Υπάρχουν διάφορες μελέτες που υποστηρίζουν αυτή την ιδέα. Σε μια μελέτη, όταν είπαν σε κάποιους συμμετέχοντες ότι είχαν υψηλά επίπεδα εσωτερικού θυμού, πίστευαν ότι και τα άλλα άτομα εξέφραζαν θυμό και με αυτό τον τρόπο, ένιωθαν ότι δεν είχαν ιδιαίτερο θυμό μέσα τους.

4. Η Απειλή του «Εγώ»

Οι ψυχολόγοι έχουν ανακαλύψει ότι όταν απειλείται η αυτοεκτίμησή μας, εκδηλώνουμε αρκετή επιθετικότητα. Με άλλα λόγια, σε γενικές γραμμές, δεν έχει ιδιαίτερη σημασία αν οι άνθρωποι αισθάνονται καλά ή άσχημα για τον εαυτό τους. Αυτό που έχει σημασία, είναι ότι εκείνη τη στιγμή που επιτίθενται, αισθάνονται χειρότερα για τον εαυτό τους από ό,τι συνήθως.

Αυτό το πεδίο έρευνας, έχει διαπιστώσει ότι η απειλούμενη αυτοεκτίμηση συνδέεται με ένα ευρύ φάσμα αυξημένων επιθετικών συμπεριφορών. Για παράδειγμα, όταν οι άνθρωποι νιώσουν προσβεβλημένοι, σε αντίθεση με το να λαμβάνουν εκτίμηση, είναι αρκετά πιθανό να κάνουν προσβλητικά σχόλια σε κάποιο άλλο άτομο.

Συμπέρασμα

Είτε αφορά στην προώθηση των ομάδων μας είτε των εαυτών μας, έχουμε την τάση να είμαστε πιο επιθετικοί, όταν η αυτοεκτίμηση μας αμφισβητείται και όταν δεν νιώθουμε ιδιαίτερα θετικά συναισθήματα για τους εαυτούς μας.

Όταν απειλείται η αυτοεκτίμησή μας, τότε είναι πιθανό να συγκρίνουμε τους εαυτούς μας με ανθρώπους που νομίζουμε ότι είναι σε χειρότερη θέση από εμάς, ώστε να βλέπουμε ότι έχουν περισσότερα αρνητικά χαρακτηριστικά από εμάς, προκειμένου να υποβαθμίσουμε τα άτομα που δεν είναι μέλη των ομάδων μας, καθώς και για να εκφράσουμε πιο άμεση επιθετικότητα προς τους ανθρώπους γενικότερα.

Η προσβολή, η υποτίμηση ή η επίκριση άλλων ανθρώπων μπορεί να δείξει πολλά περισσότερα για το πώς αισθάνεστε εσείς για τον εαυτό σας, παρά για το χαρακτήρα του άλλου προσώπου. Η ανασφάλεια για τους ίδιους μας τους εαυτούς μας, ευθύνεται σε ένα μεγάλο βαθμό για την αποτύπωση της σκληρότητας που υπάρχει σήμερα στην κοινωνία.

ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ

Μὴ πολλάκις τὸν ποιητήν τις οἴηται λέγειν οὐκ ᾄσματα νέα ἀλλὰ τρόπον ᾠδῆς νέον, καὶ τοῦτο ἐπαινῇ. δεῖ δ’ οὔτ’ ἐπαινεῖν τὸ τοιοῦτον οὔτε ὑπολαμβάνειν. εἶδος γὰρ καινὸν μουσικῆς μεταβάλλειν εὐλαβητέον ὡς ἐν ὅλῳ κινδυνεύοντα· οὐδαμοῦ γὰρ κινοῦνται μουσικῆς τρόποι ἄνευ πολιτικῶν νόμων τῶν μεγίστων, ὥς φησί τε Δάμων καὶ ἐγὼ πείθομαι…
Πλάτωνος "ΠΟΛΙΤΕΙΑ" Δ΄ 424c

Μετάφραση

Νά φοβοῦνται μήπως πολλές φορές φανταστεῖ κανείς ὅτι ὁ ποιητής δέν ἐννοεῖ τραγούδια καινούργια ἀλλά μιά νέα τεχνοτροπία τραγουδιοῦ, κι ὅτι το ἐπιδοκιμάζει. Μήτε νά τό ἐπιδοκιμάζει κανείς αὐτό πρέπει μήτε να ἀποδίδει τέτοιες σκέψεις στόν ποιητή. Χρειάζεται νά εἴμαστε πολύ προσεκτικοί σε ὅ,τι ἀφορᾶ την εἰσαγωγή νέων δρόμων, ἐπειδή ἐδῶ διακυβεύονται τά πάντα. Γιατί πουθενά δεν συντελοῦνται ἀλλαγές στους τρόπους τῆς μελωδικῆς σύνθεσης, χωρίς να ἀκολουθοῦνται ἀπό ριζικές πολιτικές και κοινωνικές μεταβολές, ὅπως ὑποστηρίζει ¨ο Δάμων και το πιστεύω κι ἐγώ…

Διάστημα.

Η σχέση μεταξύ δύο αριθμών, αυτό δηλαδή που ονομάζεται σήμερα στην αριθμητική και στη γεωμετρία λόγος, στη μαθηματική θεωρία της Μουσικής του Πυθαγόρα ονομάζεται «Διάστημα».

Στη θεωρία της Μουσικής μάλιστα η λέξη διάστημα είχε διπλή σημασία. Διότι αφενός μεν ονομαζόταν διάστημα η αριθμητική σχέση με την οποία εκφραζόταν ο λόγος του μουσικού διαστήματος, αφετέρου δε αυτή η λέξη ήταν σύμφωνη με την καθημερινή έννοιά της και το «τμήμα ευθείας», δηλαδή την απόσταση μεταξύ δύο σημείων.

Το μουσικό διάστημα, που εκφραζόταν ως «σχέση δύο αριθμών προς αλλήλους» στη θεωρία της Μουσικής του Πυθαγόρα ονομαζόταν αρχικά διάστημα = απόσταση δυο σημείων απ’ αλλήλων. Το «διάστημα» αυτό είχε πράγματι δύο συνοριακά σημεία (πέρατα, όρους), τα οποία δινόντουσαν ως αριθμοί.

Οι αρχαίοι θεωρητικοί ενδιαφέρονταν κυρίως για τα σύμφωνα διαστήματα ή συμφωνίες. Το όνομα ενός τέτοιου διαστήματος στην Πρακτική της Μουσικής ήταν συνήθως «συμφωνία», αφού άλλωστε για αυτό το λόγο ήθελαν να εκφράσουν το «συγχρονισμένο τονισμό», το «συμφωνείν» δηλαδή δύο ήχων. Ο Πυθαγόρας κυρίως ασχολήθηκε με το «Οκτάτονο (δια πασών, Oktave)», με το «Τετράτονο (δια τεσσάρων, Quarte)» και με το «Πεντάτονο (δια πέντε, Quinte)».

Υπολογισμός διαστημάτων.

Πιο συγκεκριμένα ο Πυθαγόρας ήταν αυτός που πρώτος έθεσε τις βάσεις της επιστήμης της Μουσικής με μια επιστημονικά θεμελιωμένη θεωρία της Μουσικής. Ανακάλυψε τη σχέση ανάμεσα στο μήκος των χορδών και το τονικό ύψος που δίνουν.

Για να το πετύχει αυτό χρησιμοποίησε ένα έγχορδο όργανο, που το δημιούργησε ο ίδιος, το «Μονόχορδο».

Αρχικά υπολόγισε ότι δύο χορδές, που η μία είναι διπλάσια από την άλλη (άρα έχουν σχέση 2/1), παράγουν ήχους, δηλαδή νότες, που απέχουν διάστημα Οκτάβας ή «δια πασών». Στη συνέχεια διαπίστωσε ότι όταν δύο χορδές έχουν σχέση 3/2 τότε το διάστημα που σχηματίζουν οι νότες που παράγονται είναι μια 5η Καθαρή. Με αυτά τα διαστήματα, γνωρίζοντας κανείς ότι όταν προσθέτουμε διαστήματα πολλαπλασιάζουμε τους λόγους τους και αντίθετα όταν αφαιρούμε, τους διαιρούμε, -γιατί δεν πρόκειται για ποσότητες αλλά για αναλογίες- μπορούμε να υπολογίσουμε τους λόγους όλων των διαστημάτων. [Π.χ. με αφετηρία τη νότα ντο, η νότα σολ είναι 5η Καθαρή πάνω, άρα έχει σχέση 3/2. Το ρε, και πάλι, είναι μια 5η Καθαρή πάνω από το σολ, άρα σε σχέση με το ντο είναι (3/2)2 = 9/4. 9/4 όμως είναι η σχέση του διαστήματος 9ης. Για να βρούμε λοιπόν το διάστημα 2ας θα πρέπει να διαιρέσουμε (9/4) : (2/1) = 9/8. Άρα η 2η Μεγάλη δίνεται από τη σχέση 9/8.]

Με αυτό τον τρόπο ο Πυθαγόρας υπολόγισε όλα τα διαστήματα και απέδειξε ότι υπάρχουν δύο ειδών ημιτόνια: τα διατονικά (μι-φα και σι-ντο) και τα χρωματικά (π.χ. φα-φα#). Το διατονικό το ονόμασε λείμμα και το χρωματικό αποτομή. Τη διαφορά τους την ονόμασε Πυθαγόρειο Κόμμα, το οποίο μάλιστα είναι ίσο προς τη διαφορά (3/2)12 και (2/1)7. Κανονικά 12 πέμπτες πρέπει να ισούνται με 7 οκτάβες (στο πιάνο αυτά τα διαστήματα ταυτίζονται). Ωστόσο ο Πυθαγόρας απέδειξε πως διαφέρουν κατά το Πυθαγόρειο Κόμμα.

Βέβαια από την αρχαιότητα είχε παρατηρηθεί ότι αυτή η διαδικασία δεν κλείνει ποτέ με την αφετηρία της όσο και αν πολλαπλασιάζουμε, παρόλα αυτά η απόσταση μικραίνει χωρίς ποτέ να γίνεται 0.

Το πλεονέκτημα του Πυθαγόρειου υπολογισμού των διαστημάτων είναι το ότι αποτελεί έναν τρόπο που να στηρίζεται σε αριθμητικές πράξεις και όχι στο αυτό ή την εμπειρία. Αντίθετα το μειονέκτημά του είναι πως σήμερα δεν μπορεί να εφαρμοστεί για το χόρδισμα των οργάνων.

Το Πυθαγόρειο Κόμμα είναι αυτό που οδήγησε στον Ισοτονικό Συγκερασμό (η διαίρεση της οκτάβας σε δώδεκα ίσα τμήματα-ημιτόνια). Μ’ αυτόν τον τρόπο τα φυσικά διαστήματα τροποποιούνται ελαφρά ώστε όλα τα ημιτόνια να είναι ίδια και οι δώδεκα 5ες να συμπίπτουν με επτά 8άβες (δηλαδή 12 5ες = 7 8άβες).

Ο Πυθαγόρας έκανε τους υπολογισμούς του χωρίς να κάνει συγκεκριμένη αναφορά σε κάποιο μουσικό όργανο ή σε κάποια τονικότητα.

Μέχρι το 16ο αι. ο Πυθαγόρειος υπολογισμός των διαστημάτων υπήρξε ο πυρήνας της τεχνικής χορδίσματος των οργάνων.

Διαφορές με τον Αριστόξενο τον Ταραντίνο.

Ο Αριστόξενος ο Ταραντίνος, νεότερος του Πυθαγόρα (περί το 375), υπήρξε φιλόσοφος και σημαντικότατος θεωρητικός της Μουσικής. Γι’ αυτό το λόγο μάλιστα, στην αρχαιότητα, του δόθηκε η ονομασία «ο Μουσικός».

Σύμφωνα με τον Αριστόξενο διάστημα είναι το περιεχόμενο τμήμα μεταξύ δύο φθόγγων, που έχουν την ίδια ένταση (ύψος). Ως προς αυτόν λοιπόν το βασικό όρο, το διάστημα παρουσιάζεται ως μία διαφορά εντάσεως και ως χώρος, αυτός μπορεί να περιέχει τόνους (φθόγγους) οξύτερους από τους βαρύτερους και βαρύτερους από τους οξύτερους και των οποίων η ένταση το διάστημα αυτό (τύπος δεκτικός φθόγγων). Η διαφορά όμως των υψών αυτών των φθόγγων δείχνει κατά πόσο η ένταση είναι περισσότερη ή λιγότερη.

Ο W. Burkert ανέφερε την εξής πρόταση για τον Αριστόξενο και τους Πυθαγορείους:

«Η έννοια του ευθύγραμμου τμήματος είναι συνδεδεμένη με το όνομα του Αριστόξενου, η δε διδασκαλία περί της αναλογίας της Μουσικής όμως είναι συνδεδεμένη με τους Πυθαγορείους...».

Ως γνωστό ο Αριστόξενος ήταν μεγάλος αντίπαλος της Πυθαγόρειας θεωρίας. Θα παρουσιάσω τη διδασκαλία του συνοπτικά, σύμφωνα με τον C.V.Jan:

«Στην Αρμονική του δεν ερευνά πως δημιουργείται ο κάθε φθόγγος, αν είναι αριθμός ή ταχύτητα (ρυθμός). Το «ούς» πρέπει μόνο αδεσμεύτως σε ότι αφορά τους τόνους να «θεάται» το βασίλειο των φθόγγων. Αυτό μόνο είναι ικανό να μας πληροφορήσει με βεβαιότητα, ποιοι φθόγγοι βρίσκονται σε αρμονική σχέση μεταξύ τους... Το σύστημα της διδασκαλίας του βασίζεται πάνω στις εύκολες αντιληπτές συγχορδίες της τετρατόνου και της πεντατόνου, και χωρίς να ερευνήσει ποια αριθμητική σχέση βρίσκεται στη βάση τους, καθορίζει συμφώνως προς αυτές τον ολόκληρο και τον μισό τόνο κ.λ.π.».

Δηλαδή θέλει να μας εξηγήσει ότι το σύστημα της διδασκαλίας του δεν στηρίζεται στις αριθμητικές σχέσεις, όπως του Πυθαγόρα, αλλά βασίζεται στην ικανότητα του αυτιού να αντιλαμβάνεται την αρμονική σχέση των μουσικών τόνων. Μπορεί να μην ερευνά τις αριθμητικές σχέσεις μέσα στην οκτάβα, καθορίζει όμως τον ολόκληρο και τον μισό τόνο και κατασκευάζει μια κλίμακα με βάση το ένα δωδέκατο του τόνου. Επομένως η μέθοδός του ήταν, καθαρά, εμπειρική.