Κυριακή 1 Οκτωβρίου 2023

Οι πέντε Ιερές πόλεις της Αρχαίας Ελλάδας

Κατά την αρχαιότητα η Ελευσίνα αποτελούσε μαζί με την Αθήνα, την Ολυμπία, τους Δελφούς και τη Δήλο τις 5 ιερές πόλεις της Αρχαίας Ελλάδος και σε αυτήν κατέληγε η Ιερά Οδός.

Η λέξη Ελευσίς-ίνος αναφέρεται για πρώτη φορά στον Ορφικό ύμνο «Δήμητρος θυμίαμα».

Επιπλέον, ο Ησύχιος μας αναφέρει ότι το παλαιότερο όνομα της Ελευσίνας ήταν Σαισαρία. Σύμφωνα με το μύθο, η Σαισαρία ήταν η μικρότερη κόρη του βασιλιά Κελεού.

Ο Κελεός αναφέρεται ως ο πρώτος Ιεροφάντης και ότι πρώτος χειροτόνησε τις κόρες του Ιέρειες της θεάς Δήμητρας.

Ο Κελεός ήταν ο οικιστής της Ελευσίνας, ο οποίος για να τιμήσει τον πατέρα, τον ήρωα Ελευσίνα, έδωσε το όνομά του στην πόλη.

Η λέξη Ελευσίνα είναι ομιλούν όνομα και προέρχεται από το ρήμα ελεύθω = έρχομαι. Δηλαδή ο τόπος της αφίξεως, του ερχομού, της παρουσίας, της αποκάλυψης. Σε όλα τα αρχαία κείμενα η λέξη Ελευσίς δεν υπάρχει παρά μόνο σε συνάρτηση με τη θεά Δήμητρα ή στα Ελευσίνια Μυστήρια. Έτσι έγινε γνωστή η Ελευσίνα στην αρχαιότητα κι έτσι μένει για πάντα.

Σαισαρία, η Ελευσίνα, από την ιέρεια Σαισάρα. Ελευσίνα, από τον ήρωα της τον Ελευσίνα. Ελευσίς, από την έλευση της θεάς Δήμητρας. Στην ελληνιστική εποχή από την πόλη άποικοι ίδρυσαν μια ομώνυμη πόλη πλάι στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και ένα χωριό Ελευσίς στην όαση του Φαγιούμ.

Τα Ελευσίνια ήταν γιορτή και μυστηριακή τελετή που πραγματοποιούνταν στην Ελευσίνα της Αττικής προς τιμήν της θεάς Δήμητρας και της Περσεφόνης.

Επρόκειτο για την ιερότερη και πιο σεβαστή τελετή από όλες τις γιορτές της αρχαίας Ελλάδας: έχοντας ξεκινήσει από τη Σαμοθράκη και τα Καβείρια Μυστήρια μεταφέρθηκαν στην Ελευσίνα από Θράκες αποίκους. Άρχισαν να αποκτούν μεγάλη φήμη κατά τον καιρό του Πεισίστρατου και έφτασαν στο απόγειο της ακμής τους κατά το χρυσό Αιώνα του Περικλή.

Η αρχαία Αθήνα (Αθηναι) ήταν πόλη-κράτος της αρχαίας Ελλάδας και μία από τις σημαντικότατες πόλεις του αρχαίου κόσμου γενικότερα. Τα όρια της περιλάμβαναν το μεγαλύτερο τμήμα της σημερινής Αττικής.

Οι Αθηναίοι πέρα από την Αττική κυριαρχούσαν μέσω του ισχυρού τους στόλου σε έναν μεγάλο αριθμό ιωνικών αποικιών στα νησιά του Αιγαίου και στα παράλια της Μικράς Ασίας. Η Αττική άλλωστε αποτελούσε και την μητρόπολη των περισσότερων ιωνικών αποικιών.

Οι Αθηναίοι συνόρευαν βόρεια με τους Βοιωτούς και δυτικά με τους Μεγαρείς, με τους οποίους βρίσκονταν συχνά σε σύγκρουση.

Η αρχαία Αθήνα πρωταγωνίστησε στους Περσικούς πολέμους, ηγήθηκε της συμμαχίας της Δήλου, καθώς και της μιας από τις δύο συμμαχίες οι οποίες συγκρούστηκαν κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο.

Η Αττική ήταν από τις λίγες περιοχές της Ελλάδας που δεν έγινε εγκατάσταση Δωριέων καθώς εκεί οι Δωριείς αποκρούστηκαν (μύθος του βασιλιά Κόδρου).

Στην Αττική σταδιακά διαμορφώθηκε μία ξεχωριστή διάλεκτος της ιωνικής, η αττική διάλεκτος που έγινε η γλώσσα των γραμμάτων και των τεχνών στην αρχαιότητα. Στην περιοχή της Αττικής υπήρχε έντονη ανθρώπινη παρουσία από την νεολιθική εποχή.

Πρώτος μυθικός βασιλιάς της Αθήνας ήταν ο Κέκροπας στον οποίο αποδίδεται η επιλογή της θεάς Αθηνάς ως προστάτιδας θεάς της πόλης. Τα πρώιμα χρόνια της εποχής του χαλκού οι Αθηναίοι φαίνεται να βρίσκονταν υποταγμένοι στους Κρήτες, όπως φαίνεται και από τον μύθο του Θησέα.

Το σημαντικότερο γεγονός, μετά την εξόντωση του Μινώταυρου από τον Θησέα, ίσως και αλληγορικός μύθος, για την μελλοντική εξέλιξη της πόλης στάθηκε η συνένωση των δώδεκα οικισμών, που είχαν ιδρυθεί στην περιοχή της Αττικής, σε ένα κράτος, με την Αθήνα ως κεντρική εστία.

Την Μυκηναϊκή περίοδο οι Αθηναίοι βρίσκονταν στην σκιά των ισχυρών Μυκηναϊκών κέντρων της περιόδου. Ο Όμηρος αναφέρει συμμετοχή της Αθήνας στον Τρωικό πόλεμο, με 50 πλοία και αρχηγό τον Μενεσθέα.

Την περίοδο της καθόδου των Δωριέων οι Αθηναίοι αντιστάθηκαν με επιτυχία. Σε καμία άλλη πόλη της αρχαίας Ελλάδας δεν αναπτύχθηκαν τόσο πολύ οι τέχνες και τα γράμματα όσο στην αρχαία Αθήνα καθώς εκεί αναπτύχθηκαν οι κατάλληλες συνθήκες για να υπάρξει αυτό το αξιοθαύμαστο πολιτιστικό δημιούργημα.

Οι λόγοι που αυτό συνέβη ιδιαίτερα στην Αθήνα ήταν η ύπαρξη δημοκρατικού πολιτεύματος, η μεγάλη εισροή πλούτου στην πόλη, αλλά και η έντονη συναναστροφή και ανταλλαγή ιδεών με ξένους λαούς και πολιτισμούς μέσω του ιδιαίτερα ανεπτυγμένου Αθηναϊκού εμπορίου.

Το μεγαλύτερο μέρος του πολιτιστικού δημιουργήματος της αρχαίας Ελλάδας οφείλεται στην Αθήνα. Εκεί δημιουργήθηκε το θέατρο, πρωτοεφαρμόστηκε το δημοκρατικό πολίτευμα, αναπτύχθηκε η φιλοσοφία, η ιστοριογραφία, η ρητορική, η γλυπτική, η αρχιτεκτονική κ.α.

Από την Αθήνα ήταν μερικές από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες των γραμμάτων και των τεχνών της αρχαιότητας, όπως οι Δραματικοί ποιητές Αισχύλος, Σοφοκλής, Ευριπίδης και Αριστοφάνης, οι φιλόσοφοι Σωκράτης και Πλάτωνας, οι ιστορικοί Θουκυδίδης και Ξενοφώντας, οι ρήτορες Λυσίας, Ισοκράτης και Δημοσθένης ο γλύπτης Φειδίας κ.α. Επίσης οι φιλόσοφοι Αριστοτέλης, Αναξαγόρας, Επίκουρος και Ζήνων έζησαν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους στην Αθήνα.

Στην Αθήνα λειτούργησαν και οι μεγάλες φιλοσοφικές σχολές της αρχαιότητας, όπως η Ακαδημία Πλάτωνος και το Λύκειο του Αριστοτέλη και αργότερα η σχολή των Επικούρειων φιλοσόφων και των Στωικών. Στον χώρο της Αττικής υπήρχαν μερικοί από τους σημαντικότερους λατρευτικούς χώρους της αρχαίας Ελλάδας.

Ο σημαντικότερος λατρευτικός χώρος ήταν η Ακρόπολη στον οποίο λατρευόταν η θεά Αθηνά. Η ακρόπολη ήταν ο σημαντικότερος λατρευτικός χώρος της θεάς Αθηνάς στην αρχαία Ελλάδα.

Μετά την αποχώρηση των Περσών το 479 π.Χ. ανοικοδομήθηκαν στην Ακρόπολη εντυπωσιακά μνημεία κάτω από την επίβλεψη των σημαντικότερων αρχιτεκτόνων και γλυπτών της αρχαιότητας όπως του Φειδία, του Ικτίνου, του Καλλικράτη κ.α. Πολύ σημαντικός λατρευτικός χώρος ήταν το Σούνιο, αφιερωμένος στον θεό Ποσειδώνα. Στο Σούνιο υπήρχε σημαντικός ναός αφιερωμένος στον Ποσειδώνα που σώζεται μέχρι σήμερα.

Στην Ελευσίνα λατρευόταν η θεά Δήμητρα και η περιοχή ήταν από τους σημαντικότερους λατρευτικούς χώρους στην αρχαία Αθήνα.

Εκεί διεξάγονταν κάθε χρόνο τα Ελευσίνια Μυστήρια σημαντική γιορτή προς τιμήν της θεάς Δήμητρας.

Στην ανατολική Αττική υπήρχαν άλλοι τρεις σημαντικοί λατρευτικοί χώροι.

Η Βραυρώνα στην περιοχή του αρχαίου Αθηναϊκού δήμου της Αραφήνος, που ήταν λατρευτικός χώρος της Άρτεμης, ο Ραμνούντας, στην περιοχή του αρχαίου Αθηναϊκού δήμου του Μαραθώνα, όπου λατρευόταν η θεά Νέμεση και το Αμφιαράειο στα σύνορα με την Βοιωτία, σημαντικό μαντείο αφιερωμένο τον μυθικό ήρωα Αμφιάραο.

Η Δήλος, είναι μικρή νήσος των Κυκλάδων, δυτικά της Μυκόνου. Στην αρχαιότητα υπήρξε ιδιαίτερα διάσημη ως γενέτειρα του θεού Απόλλωνα, εξ ου και η επωνυμία του Δήλιος και εκ τούτου σπουδαίο θρησκευτικό κέντρο που εξελίχθηκε ομοίως και σε εμπορικό.

Ο κάτοικος της Δήλου καλείται Δήλιος, ή Δηλιεύς (΄΄Δήλιοι ή Δηλιείς). Όταν η Ήρα έμαθε ότι η Λητώ ήταν έγκυος από το Δία, απαγόρευσε στη Λητώ να γεννήσει σε στεριά και σε οποιοδήποτε μέρος κάτω από τον ήλιο. Ή γέννησή του Απολλωνα αναφέρει πως αυτή πραγματοποιήθηκε στο νησί Ορτυγία Δήλος) από τη Λητώ που υπήρξε σύζυγος του Δία πριν από την Ήρα.

Λόγω της μεγάλης ζήλιας της Ήρας για την Λητώ, κανένας τόπος δεν τη δεχόταν να γεννήσει εκτός από την Ορτυγία. Ήταν ένα νησί που έως τότε έπλεε ελεύθερο στα κύματα κι έτσι ήταν δύσκολο η Ήρα να ανιχνεύσει την τοποθεσία στην οποία η Λητώ είχε καταφύγει. Αργότερα, ο Δίας σταθεροποίησε το νησί προκειμένου να πραγματοποιηθεί η γέννηση του Απόλλωνα.

Οι πόνοι του τοκετού διήρκεσαν εννιά μέρες και εννιά νύχτες και τότε η Ειλείθυια, η μαμή, που η Ήρα κρατούσε επίτηδες κοντά της, μπόρεσε να διαφύγει ώστε να βοηθήσει την ετοιμόγεννη Λητώ. Πρώτη γεννήθηκε η Άρτεμις και ύστερα ο Απόλλωνας. Η Ορτυγία ονομάστηκε Δήλος επειδή εκεί αποκαλύφθηκε (δήλος, δηλαδή φανερός) ο θεός Απόλλωνας.

Η Ολυμπία, υπήρξε το πιο δοξασμένο ιερό της αρχαίας Ελλάδας αφιερωμένο στον Δία, πατέρα των θεών και των ανθρώπων.

Ήταν ο τόπος διεξαγωγής των Ολυμπιακών Αγώνων οι οποίοι τελούνταν στο πλαίσιο των Ολυμπίων, της πιο σημαντικής εορτής των Ελλήνων κατά το μεγαλύτερο διάστημα της αρχαιότητας.

Αντίστοιχες γιορτές ήταν τα Πύθια που διοργανώνονταν προς τιμήν του Απόλλωνος στους Δελφούς, τα Ίσθμια προς τιμήν του Ποσειδώνος στον Ισθμό της Κορίνθου και τα Νέμεα, επίσης προς τιμήν του Διός στο ιερό του στη Νεμέα.

Στην Ολυμπία, εντός του μεγαλοπρεπούς ναού του θεού, βρισκόταν το χρυσελεφάντινο άγαλμα του Διός, έργο του Φειδία, το οποίο ήταν γνωστό στην αρχαιότητα ως ένα από τα επτά θαύματα του κόσμου.

Η αφετηρία των Ολυμπιακών Αγώνων τοποθετείται στο 776 π.Χ. και τελούνταν κάθε τέσσερα χρόνια.

Την Ελληνιστική περίοδο ανεγέρθηκαν αρκετά οικοδομάματα, κυρίως κοσμικού χαρακτήρα, όπως το γυμνάσιο και η παλαίστρα, και στα ρωμαϊκά χρόνια έγιναν μετασκευές στα ήδη υπάρχοντα.

Οικοδομήθηκαν επίσης θέρμες, πολυτελείς κατοικίες και το υδραγωγείο. Η λειτουργία του ιερού χώρου συνεχίσθηκε κανονικά τα πρώτα χριστιανικά χρόνια επί Μεγάλου Κωνσταντίνου.

Το 393 μ.Χ. έγιναν οι τελευταίοι Ολυμπιακοί Αγώνες και λίγο αργότερα ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Θεοδόσιος Α΄, με διάταγμά του απαγόρευσε οριστικά την τέλεσή τους γιατί θεωρούνταν παγανιστικοί, ενώ επί Θεοδοσίου Β΄, επήλθε η οριστική καταστροφή του ιερού (426 μ.Χ.).

Οι Δελφοί ήταν αρχαία ελληνική πόλη στην οποία λειτούργησε το σημαντικότερο μαντείο του αρχαιοελληνικού κόσμου.

Η πόλη αναφέρεται από τους ομηρικούς χρόνους με την ονομασία Πυθώ. Στην αρχή των ιστορικών χρόνων ήταν μία από τις πόλεις της αρχαίας Φωκίδας, αλλά σταδιακά ο ρόλος της πόλης ενισχύθηκε και εξελίχθηκε σε πανελλήνιο κέντρο και ιερή πόλη των αρχαίων Ελλήνων. Αποτέλεσε επίσης κέντρο της Δελφικής Αμφικτυονίας.

Οι Δελφοί διατήρησαν τη σημαντική τους θέση μέχρι τα τέλη του 4ου αιώνα μ.Χ., οπότε δόθηκε οριστικό τέλος στη λειτουργία του μαντείου με διάταγμα του αυτοκράτορα Θεοδοσίου Α΄. Τους επόμενους αιώνες η πόλη παρήκμασε και εγκαταλείφθηκε οριστικά την περίοδο των σλαβικών επιδρομών στον μεσαίωνα (570-780μ.χ).

Στην περιοχή των Δελφών υπήρχε ιερό αφιερωμένο στη γυναικεία θεότητα της Γαίας και φύλακάς του είχε τοποθετηθεί ο φοβερός δράκοντας Πύθων. Κύριος του ιερού έγινε ο Απόλλωνας όταν σκότωσε τον Πύθωνα.

Στη συνέχεια ο θεός μεταμορφωμένος σε δελφίνι μετέφερε στην περιοχή Κρήτες, οι οποίοι ίδρυσαν το ιερό του. Ο μύθος αυτός σχετικά με την κυριαρχία του Απόλλωνα επιβίωσε σε εορταστικές αναπαραστάσεις στις τοπικές γιορτές, όπως τα Σεπτήρια, τα Δελφίνια, τα Θαργήλια, τα Θεοφάνεια, και τα Πύθια.

Τα παλαιότερα ευρήματα στην περιοχή των Δελφών έχουν εντοπιστεί στο Κωρύκειο Άντρο και χρονολογούνται στη νεολιθική εποχή (4000 π.Χ.) Στο ξεκίνημα της Μυκηναϊκής περιόδου εγκαταστάθηκαν στο χώρο των Δελφών Αχαιοί προερχόμενοι από τη Θεσσαλία και ίδρυσαν οργανωμένη πόλη.

Από την πόλη αυτή έχουν βρεθεί κατάλοιπα μυκηναϊκού οικισμού και νεκροταφείου. Πιστεύεται πως αντιστοιχεί στην πόλη που αναφέρεται στον κατάλογο των Νεών της Ιλιάδας, με το όνομα Πυθώ. Η Πυθώ ήταν μία από τις εννέα Φωκικές πόλεις που συμμετείχαν στον Τρωικό πόλεμο, στο πλευρό των υπολοίπων Αχαιών. Με το τέλος της Μυκηναϊκής περιόδου η πόλη εγκαταλείφθηκε, όπως και πολλά ακόμα Μυκηναϊκά κέντρα της ηπειρωτικής Ελλάδας.

Για τους επόμενους τέσσερις αιώνες δεν παρατηρήθηκε καμία σημαντική εγκατάσταση στην περιοχή.

Τα ευρήματα από την περιοχή παρέμειναν ελάχιστα και πολύ αποσπασματικά μέχρι τον 8ο αι. π.Χ., οπότε και επικράτησε οριστικά η λατρεία του Απόλλωνα και άρχισε η ανάπτυξη του ιερού και του μαντείου. Προς το τέλος του 7ου αι. π.Χ. οικοδομήθηκαν οι πρώτοι λίθινοι ναοί, αφιερωμένοι ο ένας στον Απόλλωνα και ο άλλος στην Αθηνά, που λατρευόταν επίσημα, με την επωνυμία «Προναία» ή «Προνοία» και είχε δικό της τέμενος.

ΓΟΡΓΙΑΣ: Ἑ­λέ­νης Ἐγ­κώ­μι­ον

Βί­ος καί ἔρ­γο τοῦ Γορ­γί­α

Σπου­δαῖ­ος σο­φι­στής καί ρή­το­ρας ἀ­πό τούς Λε­ον­τίνους τῆς Σι­κε­λί­ας. Τά ἀκριβῆ ὁ­ρι­α τῆς ζω­ῆς του δέν μᾶς εἶ­ναι γνω­στά. Γεν­νή­θη­κε πι­θα­νό­τα­τα με­τά τό 490 π.Χ. (ἴ­σως τό 483) καί πέ­θα­νε με­τά τό 380 (ἴ­σως τό 376). Ἔ­ζη­σε, πάν­τως, σί­γου­ρα πά­νω ἀ­πό 100 χρό­νι­α-ἡ Σού­δα ἀ­να­φέ­ρει 109 χρό­νι­α- κα­λύ­πτον­τας μέ τή ζω­ή του ὁ­λό­κλη­ρο σχε­δόν τόν 5ο αἰώνα καί τίς ἀρχές τοῦ 4ου.

Ὑ­πῆρ­ξε μα­θη­τής τοῦ Ἐμ­πε­δο­κλῆ τοῦ Ἀ­κρα­γαντί­νου μέσω τοῦ ὁποίου ἦρ­θε σέ ἐπαφή μέ τίς ἰ­δέ­ες τῶν φυ­σι­κῶν φι­λο­σό­φων. Καρ­πός τῆς ἐ­να­σχό­λη­σής του μέ τή φυ­σι­κή φι­λο­σο­φί­α, πού ἐκείνη τήν ἐποχή -πρῶ­το μι­σό τοῦ 5ου αἰώνα- ἄκ­μα­ζε στή Σι­κε­λί­α καί τήν Κά­τω Ἰ­τα­λί­α, ὑπῆρξε ἕ­να σύγ­γραμ­μα μέ τί­τλο Πε­ρί Φύο­ε­ως ἤ πε­ρί το­ῦ μή ὄν­τος γραμ­μέ­νο λί­γο πρίν ἀ­πό τό 440 π.Χ., ὅπου ἀν­τι­στρέ­φον­τας τά ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα τῶν Ἐ­λε­α­τῶν καί ἰ­δί­ως τοῦ Παρ­με­νί­δη γιά τήν ὕ­παρ­ξη ἑνός Ὄν­τος, αἰ­ω­νί­ου καί ἀ­κί­νη­του, προ­σπά­θη­σε νά ἀ­πο­δεί­ξει ὅτι: α) τί­πο­τε δέν ὑ­πάρ­χει, β) κι ἄν ὑ­πῆρ­χε, δέν εἶ­ναι δυ­να­τόν νά τό γνω­ρί­σου­με, γ) κι ἄν τό γνω­ρί­ζα­με δέν θά μπο­ρού­σα­με νά τό δι­α­τυ­πώ­σου­με καί νά τό με­τα­δώ­σου­με στούς ἄλ­λους (DK 82 Β3: ἕν μέν καί πρῶ­τον ὅτι οὐ­δέν ἔ­στιν, δεύ­τε­ρον ὅτι εἰ καί ἔ­στιν, ἀ­κατά­λη­πτον ἀν­θρώ­πῳ, τρί­τον ὅτι εἰ καί κα­τα­λη­πτόν, ἀλ­λά τοί γε ἀ­νέ­ξοι­σ­τον καί ἀ­νερ­μή­νεν­τον τῷ πέ­λας).

Πολ­λοί ἔ­χουν ἑρ­μη­νεύ­σει τό σύγ­γραμ­μα ὡς δεῖγ­μα το­ῦ φι­λο­σο­φι­κοῦ μη­δε­νι­σμοῦ τοῦ Γορ­γί­α, θά ἦ­ταν, ὅμως, ὀρ­θό­τε­ρο νά θε­ω­ρη­θεῖ ὡς δε­ϊγ­μα φι­λο­σο­φι­κοῦ σχε­τι­κι­σμοῦ. Τό πρό­βλη­μα ἔγ­κει­ται στήν ἑρ­μηνεί­α τῆς ἐ­ναρ­κτή­ρι­ας φρά­σης τοῦ συλ­λο­γι­σμοῦ (οὐδέν ἔ­στιν). Μέ τή φρά­ση αὐ­τή ὁ Γορ­γί­ας δέν δι­α­κη­ρύσ­σει τήν ἀ­νυ­παρ­ξί­α τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, ἀλ­λά μᾶλ­λον τήν πο­λυ­πρι­σμα­τι­κό­τη­τά της: ἡ φρά­ση οὐδέν ἔ­στιν ση­μαί­νει πώς τί­πο­τε δέν ὑ­πάρ­χει μέ μί­α μό­νον ἰ­δι­ό­τη­τα, τό οὐ­δέν ἔ­στιν, δη­λα­δή, δέν ἰ­σο­δυνα­μεῖ μέ τήν ἀ­νυ­παρ­ξί­α, ἄλ­λα μέ τό φαί­νε­σθαι. Ὁ Γορ­γί­ας σέ αὐ­τό τό πρῶ­το μέ­ρος τοῦ συλ­λο­γι­σμοῦ του, λοι­πόν, ἀν­τι­στρέ­φει τόν ἰ­σχυ­ρι­σμό τοῦ Παρ­με­νί­δη ὅτι τό ὄν εἶ­ναι ἕ­να καί συ­νε­χές (DK 28 Β8, 5-6: οὐ­δέ πότ’ ἦν οὐδ’ ἔ­σται, ἐ­πεί νῦν ἔ­στιν ὁ­μο­ῦ πᾶν, ἕν, συ­νε­χές). Στή συ­νέ­χει­α δη­λώ­νει ὅτι, καί ἄν ὑ­πῆρ­χε, δέν θά μπο­ρού­σα­με νά τό γνω­ρί­σου­με, θί­γον­τας ἔ­τσι ἕ­να ἀ­πό τά βα­σι­κά φι­λο­σο­φι­κά προ­βλή­μα­τα, τό πρό­βλη­μα τῆς σχέ­σης τῆς γνώ­σης μέ τό εἶ­ναι: αὐτό πού σκε­φτό­μα­στε γιά τά πράγ­μα­τα δέν μπο­ρεῖ νά ἀ­πο­τε­λεῖ τήν ἀ­λη­θι­νή οὐ­σί­α τους, γιά τόν πο­λύ ἁ­πλό λό­γο ὅτι κά­νου­με σκέ­ψεις καί γιά πράγ­μα­τα πού δέν ὑ­πάρ­χουν (ὅπως γιά τό ὅτι ὁ ἄν­θρω­πος πε­τά­ει). Ὁ Γορ­γί­ας, ὅμως, δέν ἐν­το­πί­ζει τό πρό­βλη­μα μό­νο στή σχέ­ση τῆς γνώ­σης μέ τό εἶ­ναι, ἀλλά καί στή σχέ­ση τῆς γνώ­σης μέ τή γλωσ­σι­κή ἔκ­φρα­ση: κι ἄν ἀ­κό­μα εἴ­χα­με γνώ­ση τοῦ ὄν­τος δέν θά μπο­ρού­σα­με νά τήν ἐκ­φρά­σου­με οὔ­τε νά τή με­τα­δώ­σου­με στούς ἄλ­λους, για­τί «ὁ λό­γος δέν μπο­ρεῖ νά εἶ­ναι πο­τέ ἡ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα πού ἐμ­φανί­ζε­ται ὅτι δη­λώ­νει» (Kerferd, 1996, 146-156).

Τό Πε­ρί τοῦ μή ὄν­τος τοῦ Γορ­γί­α μαρ­τυ­ρεῖ τήν ἀ­πό­στα­ση πού τόν χω­ρί­ζει ἀ­πό τούς ἕλ­λη­νες φι­λό­σο­φους τῆς Δύ­σης καί τό ἐν­δι­α­φέ­ρον του γιά μι­ά ἀν­θρω­πο­κεν­τρι­κή προ­σέγ­γι­ση τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, πού προ­οι­κο­νο­μεῖ τή στρο­φή του πρός τή σο­φι­στι­κή καί τή ρη­το­ρι­κή.

Στή Σι­κε­λί­α ἡ ρη­το­ρι­κή εἶ­χε ἤδη ἀρ­χί­σει νά δι­δά­σκε­ται καί νά καλ­λι­ερ­γεῖ­ται ἀ­πό τόν πρώ­ι­μο 5ο αἰώνα· ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης μά­λι­στα θε­ω­ρεῖ πῶς ὁ Ἐμπεδοκλῆς ἔ­δω­σε πρῶ­τος ὤ­θη­ση στή ρη­το­ρι­κή (DK 82 A3). Ἀ­πό τή Σι­κε­λί­α προ­ερ­χό­ταν καί τό πρῶ­το δι­δα­κτι­κό βι­βλί­ο ρη­το­ρι­κῆς πού γνω­ρί­ζου­με, γραμ­μέ­νο ἀ­πό τόν Κό­ρα­κα τόν Συ­ρα­κού­σι­ο ἤ ἀ­πό τόν μα­θη­τή του Τει­σί­α. Αὐτοί ἦ­ταν καί οἱ πρῶ­τοι πού χρη­σι­μο­ποί­η­σαν τόν ὄ­ρο εἰ­κός πού δη­λώ­νει τό ἀ­λη- θο­φα­νές ἐ­κεῖ­νο ἐ­πι­χεί­ρη­μα, τό ὁποῖο ἀ­ξι­ο­λο­γεῖ­ται βά­σει τῆς σχέ­σης του μέ τήν ἀν­τι­κει­με­νι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα καί προ­σπα­θεῖ νά ἐμ­φα­νί­σει τά σπου­δαῖ­α ὡς ἀ­σή­μαν­τα καί τά ἀ­σή­μαν­τα ὡς σπου­δαῖ­α (βλ. Πλάτ. Φαῖ­δρος 267a).

Ὁ Γορ­γί­ας ἦρ­θε σέ ἐπαφή μα­ζί τους -πι­θα­νό­τατα μα­θή­τευσ­ε κον­τά τους- καί ἔ­γι­νε ρη­το­ρο­δι­δάσκά­λος καλ­λι­ερ­γών­τας τήν τέ­χνη τοῦ ὀ­έ τέ­τοιο βαθ­μό, ὥ­στε νά θε­ω­ρη­θεῖ ἱ­δρυ­τής της. Ἡ δι­δα­σκα­λί­α του ἀ­πο­σκο­πού­σε στό νά κά­νει τούς νέ­ους ἄ­ξι­ους ἀ­γο­ρη­τές, ἱ­κα­νούς νά ἐ­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γο­ῦν πει­στι­κά γιά ὁποιο­δή­πο­τε ζή­τη­μα. Αὐτό, ἐ­ξάλ­λου, ἦ­ταν καί τό αἴ­τη­μα τῆς ἐ­πο­χῆς: τόν 5ο αἰώνα ἡ ἀλλα­γή στόν τρό­πο δι­α­κυ­βέρ­νη­σης μέ τή δη­μι­ουρ­γί­α πό­λε­ων- κρα­τῶν καί τήν ἐγ­κα­θί­δρυ­ση τῆς δη­μο­κρα­τί­ας στήν Ἀ­θή­να, κέν­τρο τῶν τό­τε ἐ­ξε­λί­ξε­ων, εἶ­χε ὡς ἀ­ποτέ­λε­σμα τή δι­εύ­ρυν­ση τῆς συμ­με­το­χῆς τῶν πο­λι­τῶν στά κοι­νά, πού προϋ­πέ­θε­τε μι­άν ἀν­τί­στοι­χη δι­εύ­ρυν­ση τῆς παι­δεί­ας τῶν νέ­ων, ὥ­στε νά εἶ­ναι γό­νι­μη καί δη­μι­ουρ­γι­κή ἡ συμ­με­το­χή τους στή δι­α­χεί­ρι­ση καί ἄ­σκη­ση τῆς ἐ­ξου­σί­ας. Τήν ἀ­πάν­τη­ση στό αἴ­τη­μα αὐτό τήν ἔ­δι­νε ἡ ρη­το­ρι­κή, πού δί­δα­σκε στούς νέ­ους τήν τέ­χνη τῆς πει­θοῦς. Αὐτή ἀ­κρι­βῶς ἡ δύ­να­μη τοῦ λό­γου νά πεί­θει, νά με­τα­βάλ­λει τή γνώ­μη τοῦ ἀ­πο­δέ­κτη του, ἦ­ταν πού συ­νάρ­πα­ζε τόν Γορ­γί­α καί ἀ­πο­τε­λοῦ­σε πρό­κλη­ση μέ τήν ὁ­ποί­α δέν ἔ­χα­νε εὐ­και­ρί­α νά ἀ­να­με­τρη­θεῖϊ.

Ὁ Γορ­γί­ας ἀ­να­γνω­ρί­ζει τήν πει­θώ ὡς μί­α ψυ­χο­λο­γι­κή δύ­να­μη πού βα­σί­ζε­ται ἀφ’ ἑνός στή σωστή χρή­ση ἀ­λη­θο­φα­νῶν ἐ­πι­χει­ρη­μά­των (εἰ­κό­των) καί ἀφ’ ἑ­τέ­ρου στήν αἴ­σθη­ση τοῦ ὁ­μι­λη­τῆ νά προ­κρί­νει τήν κα­τάλ­λη­λη στιγ­μή γιά νά δι­α­τυ­πώ­σει τό ἐ­πι­χεί­ρη­μα (λέ­ξαι τό δέ­ον ὀρ­θῶς, Ἑλ. Ἐγκ. [2]). Ἡ αἴ­σθη­ση αὐτή ὀ­νο­μά­ζε­ται και­ρός καί ἔ­χει ψυ­χο­λο­γι­κή βά­ση. Φαί­νε­ται μά­λι­στα ὅτι ὁ Γορ­γί­ας τῆς εἶ­χε ἀ­φι­ε­ρώ­σει καί σχε­τι­κό σύγ­γραμ­μα (Δι­ον. Ἀ­λι­καρν. Πε­ρί συν­θέ­σε­ως ὀ­νο­μά­των 12, 6).

Στήν προ­ο­πά­θει­ά του νά πεί­σει, ὁ Γορ­γί­ας ἔ­δω­σε ἐ­ξαι­ρε­τι­κή ση­μα­σί­α στό ὕ­φος, ἀ­ξι­ο­ποι­ών­τας στό ἔ­πα­κρον τίς τε­ρά­στι­ες δυ­να­τό­τη­τες το­ῦ λό­γου. Καλ­λι­έρ­γη­σε τόν ἔν­τε­χνο πε­ζό λό­γο υἱ­ο­θε­τών­τας ποι­η­τι­κές φόρ­μες, ὥ­στε ὄ­χι μό­νο νά ἐ­πι­τύ­χει ἕ­να αἰ­σθη­τι­κό ἀ­πο­τέ­λε­σμα ἀ­νά­λο­γο μέ ἐ­κεῖ­νο πού προ­κα­λο­ῦσε ἡ ποί­η­ση, ἀλλά καί γιά νά ἀ­φή­σει δι­αρ­κέ­στε­ρη ἐν­τύ­πω­ση στή σκέ­ψη καί στά συ­ναι­σθή­μα­τα τῶν ἀ­κρο­α­τῶν του: για­τί γνώ­ρι­ζε πώς, ἐ­κτός τῶν ἄλ­λων, ὁ λό­γος τῆς ποί­η­σης ὡς λό­γος θε­ϊ­κός, ἐμ­πνευσμέ­νος ἀ­πό τίς Μοῦ­σες, ἦ­ταν καί λό­γος πει­θο­ῦς, ἱ­κα­νός νά προ­κα­λεῖ ἐν­τύ­πω­ση στούς ἀ­κρο­α­τές του καί νά δι­α­μορ­φώ­νει συγ­κε­κρι­μέ­νη ἀν­τί­λη­ψη γιά τά πράγ­μα­τα (ἡ τῶν ποι­η­τῶν ἀ­κου­σάν­των πί­σ­τις, Ἑλ. Ἐγκ.[2]).

Δη­μι­ούρ­γη­σε, λοι­πόν, ἕ­ναν λό­γο πε­ρί­τε­χνο, πλού­σι­ο σέ ρη­το­ρι­κά σχή­μα­τα -ἀν­τι­θέ­σεις, πα­ρι­σώ­σεις, ἰ­σό­κω­λα, ὁ­μοι­ο­τέ­λευ­τα- πού ἔ­μει­ναν γνω­στά ὡς γορ­γί­ει­α σχή­μα­τα, ὄ­χι ἐ­πει­δή ἦ­ταν ὁ πρῶ­τος πού τά ἐ­φεῦ­ρε -ἦ­ταν ἤδη γνω­στά ἀ­πό τους προ­σω­κρατι­κούς φι­λο­σό­φους καί ἀ­πό τήν ποί­η­ση- ἀλλά ἐ­πει­δή ἦ­ταν ὁ πρῶ­τος πού τά καλ­λι­έρ­γη­σε τό­σο πο­λύ, ὥ­στε νά ἀ­πο­τε­λέ­σουν τό σῆ­μα κα­τα­τε­θέν τοῦ ὕ­φους του. Τό πε­ρί­τε­χνο αὐτό ὕ­φος σέ συν­δυ­α­σμό μέ τή ρη­το­ρι­κή του δει­νό­τη­τα τόν ἔ­κα­ναν νά ξε­χω­ρί­σει ἀ­πό τους ἄλ­λους ρή­το­ρες τῆς ἐ­πο­χῆς του καί νά ἀ­ποκτή­σει φή­μη ὡς ρη­το­ρο­δι­δά­σκα­λος. Γι’ αὐτό καί οἱ συμ­πο­λί­τες του στά 427 π.Χ. τόν ἔ­θε­σαν ἐ­πι­κε­φαλῆς μι­ᾶς πρε­σβεί­ας στήν Ἀ­θή­να μέ σκο­πό νά πεί­σει τούς Ἀ­θη­ναί­ους νά προ­σφέ­ρουν βο­ή­θει­α στήν πό­λη τῶν Λε­ον­τί­νων, πού κιν­δύ­νευ­ε νά κα­τα­λη­φθεῖ ἀ­πό τους Συ­ρα­κού­σι­ους. Μαρ­τυ­ρεῖ­ται πώς ἦ­ταν τό­σο ἰ­σχυ­ρή ἡ ἐν­τύ­πω­ση πού προ­κά­λε­σε στούς Ἀ­θη­ναί­ους μέ τό ἀ­συ­νή­θι­στο ὕ­φος του, ὥ­στε κα­τά­φε­ρε νά τούς πεί­σει νά συ­νά­ψουν συμ­μα­χί­α μέ τούς Λε­ον­τί­νους (DK 82 Α4). Αὐ­τή ἦ­ταν καί ἡ πρώ­τη του ἐ­πί­σκε­ψη στήν Ἀ­θή­να.

Ἔ­κτο­τε τήν ἐ­πι­σκέ­φτη­κε πολ­λές φο­ρές καί τα­ξί­δε­ψε καί σέ ἄλ­λες πό­λεις δι­δά­σκον­τας τή ρη­το­ρι­κή. Ὡς μα­θη­τές του ἀ­να­φέ­ρον­ται πολ­λά σπου­δαῖ­α ὀ­νό­μα­τα τῆς ἐποχῆς, ὅπως ὁ Ἰ­σο­κρά­της, ὁ Ἀλ­κιδά­μας, ὁ Πῶ­λος ὁ Ἀ­κρα­γαν­τί­νος, ὁ τρα­γι­κός ποι­η­τής Ἀ­γά­θων κ.α., ἐ­νῷ μέ τό ὕ­φος του ἐ­πη­ρέ­α­σε πολ­λούς συγ­γρα­φεῖς (ὅπως ὁ Θου­κυ­δί­δης, ὁ Ἀν­τιφῶν, ὁ Ἰ­σο­κρά­της κ.α.).

Πάν­τως, ἡ δι­δα­σκα­λί­α τῆς ρη­το­ρι­κῆς πρέ­πει νά τοῦ ἀ­πέ­φε­ρε πολ­λά χρή­μα­τα (σύμ­φω­να μέ τή Σούδα λάμ­βα­νε ἑ­κα­τό μνᾶς ἀ­πό κά­θε μα­θη­τή), για­τί ἀ­να­φέ­ρε­ται πώς εἶ­χε ἀ­φι­ε­ρώ­σει στό ἱ­ε­ρό τῶν Δελ­φῶν ἕ­ναν ἀν­δρι­άν­τα τοῦ ἑ­αυ­τοῦ του ἀ­πό ἀ­τό­φιο χρυ­σά­φι (DK 8 2 A1, Α7). Στούς Δελ­φούς ἐκ­φώ­νησε κι ἕ­ναν Πυ­θι­κό λό­γο, τό πε­ρι­ε­χό­με­νο τοῦ ὁποίου, ὅπως καί ἡ πε­ρί­στα­ση γιά τήν ὁ­ποί­α ἐκ­φω­νή­θη­κε, δέν μᾶς εἶ­ναι γνω­στά.

Πε­ρισ­σό­τε­ρα γνω­ρί­ζου­με γιά ἕ­ναν Ἐ­πι­τά­φι­ο πού ἔ­γρα­ψε πι­θα­νό­τα­τα γιά τούς νε­κρούς του Πε­λο­ποννη­σι­α­κο­ῦ πο­λέ­μου, ἀ­πό τόν ὁποῖο γνω­στή θά μεί­νει ἡ φρά­ση πού πα­ρα­δί­δει ὁ Φι­λό­στρα­τος (DK 82 5b: Τά μέν κα­τά τῶν βαρ­βά­ρων τρό­παι­α ὕ­μνους ἀ­παι­τεῖ τά δέ κα­τά τῶν Ἑλ­λή­νων θρή­νους), μέ τήν ὁ­ποι­α πα­ραι­νοῦ­σε τούς Ἕλ­λη­νες γιά ὁ­μό­νοι­α.

Τήν ἴ­δια συμ­βου­λή ἀ­πηύ­θυ­νε καί μέ ἕ­ναν Ὀ­λυμπι­κό λό­γο του, πού ἐκ­φω­νή­θη­κε πι­θα­νό­τα­τα τό 392 π.Χ. στή δι­άρ­κει­α τῆς 97ης Ὀ­λυμ­πι­ά­δας, δέ­κα μό­λις χρό­νι­α δη­λα­δή με­τά τό τέ­λος τοῦ Πε­λο­ποννη­σι­α­κο­ῦ πο­λέ­μου, σέ μί­α πε­ρί­ο­δο ἀν­τα­γω­νι­σμο­ῦ καί δι­χό­νοι­ας με­τα­ξύ τῶν ἑλ­λη­νι­κῶν πό­λε­ων. Ἔ­τσι, ὁ Γορ­γί­ας ὑ­πῆρ­ξε ἐκ­φρα­σ­τής τοῦ ὁ­ρά­μα­τος γιά πα­νελ­λή­νι­α συμ­φι­λί­ω­ση καί συμ­μα­χί­α ἐ­νάν­τι­ον τῶν βαρ­βά­ρων, πο­λύ πρίν ἀ­πό τόν Ἰ­σο­κρά­τη.

Πέ­ρα, ὅμως, ἀ­πό τους λό­γους μέ πο­λι­τι­κό καί πα­ραι­νε­τι­κό χαρακτήρα, ὁ Γορ­γί­ας ἔ­γρα­ψε καί ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κούς λό­γους πού ἀ­πο­τε­λο­ῦσαν ρη­το­ρι­κά γυ­μνά­σμα­τα καί πρό­τυ­πα γιά τή δι­δα­σκα­λί­α τῶν μα­θη­τῶν του. Σέ αὐ­τούς συγ­κα­τα­λέ­γον­ται οἱ μο­να­δι­κοί λό­γοι τοῦ Γορ­γί­α πού σῴ­ζον­ται ὁ­λό­κλη­ροι: τό Ἑ­λέ­νης Ἐγ­κώ­μι­ον, ὅπου ἐ­πι­χει­ρεῖ νά ἀ­παλ­λά­ξει τήν ὡ­ραί­α Ἑ­λέ­νη ἀ­πό τίς κα­τη­γο­ρί­ες τῶν ἐ­πι­κρι­τῶν της, καί ἡ Ὑ­πέρ Πα­λα­μή­δους Ἀ­πο­λο­γί­α, ὅπου προ­σπα­θεῖ νά ἀ­πο­δεί­ξει τήν ἀ­θῳ­ό­τη­τα τοῦ ὁ­μη­ρι­κοῦ ἥ­ρω­α Πα­λα­μή­δη, ὁ ὁποῖος εἶ­χε ἄ­δι­κα κα­τη­γο­ρη­θεῖ ἀ­πό τόν Ὀ­δυσ­σέ­α ὅτι εἶ­χε προ­δώ­σει τούς Ἕλ­λη­νες στούς βάρ­βα­ρους Τρῶ­ες, πράγμα πού ὁ­δή­γη­σε στή θα­νά­τω­σή του.

Πρέ­πει, ἐ­πί­σης, νά εἶ­χε συγ­γρά­ψει καί μί­α Τέ­χνην, μέ τίς θε­ω­ρη­τι­κές του ἀ­πό­ψεις πε­ρί ρη­το­ρι­κῆς, στήν ὁ­ποί­α ἐν­δέ­χε­ται νά συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νό­ταν ἡ θε­ω­ρί­α γιά τόν και­ρόν.

Ἀ­να­φέ­ρε­ται, τέ­λος, καί ἕ­να Ἐγ­κώ­μι­ον εἰς Ἠ­λεί­ους, συμ­βου­λευ­τι­κοῦ -πι­θα­νό­τα­τα- χαρακτήρα, γιά τό ὁποῖο, ὡ­στό­σο, τί­πο­τα πε­ρισ­σό­τε­ρο δέν μᾶς εἶ­ναι γνω­στό.

Ἡ δό­μη­ση τῆς ἐ­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γί­ας

Ἡ ἀ­πο­κα­τά­στα­ση τῆς φή­μης τῆς Ἑ­λέ­νης δι­ά τῆς ἀ­λή­θει­ας τοῦ ρη­το­ρι­κοῦ λό­γου ἀ­φορ­μᾶ­ται ἀ­πό τήν πρό­θε­ση τοῦ ρή­το­ρα νά ἔρ­θει ἀν­τι­μέ­τω­πος μέ αὐτό πού λέ­με «δύ­σκο­λη ὑ­πό­θε­ση»· δύ­σκο­λη ὑ­πό­θε­ση, κα­θώς ἀ­κό­μη καί ἡ ὑ­πε­ρά­σπι­ση πα­ρα­δέ­χε­ται τήν τέ­λε­ση τῆς πρά­ξε­ως (εἰ­κός ἦν γε­νέ­σθαι τόν τῆς Ἑ­λέ­νης εἰς τήν Τροί­αν στό­λον [5]).

Ἡ Ἑ­λέ­νη ἔ­πρα­ξεν ἅ ἔ­πρα­ξεν, αὐτό δέν τό ἀμ­φισβη­τεῖ κα­νείς. Ἐ­κεῖ­νο πού ἐν­δι­α­φέ­ρει, ὅμως, εἶ­ναι τί τήν ὁ­δή­γη­σε νά τά πρά­ξει. Ἡ ἴ­δια ἡ Ἑ­λέ­νη σέ κά­θε πε­ρί­πτω­ση εἶ­ναι ἀ­θώ­α, κα­θώς ὑπῆρξε θύμα ἐ­ξω­τε­ρι­κῆς βί­ας. Ὅ,τι κι ἄν συ­νέ­βη δέν εἶ­ναι συ­νέ­πει­α τῶν δι­κῶν της ἐ­πι­λο­γῶν, οὔτε δι­κή της εὐ­θύ­νη. Δέν εἶ­ναι ἄλ­λω­στε τυ­χαῖ­ο τό γε­γο­νός, ὅτι τό ὄ­νο­μά της σπα­νί­ως ἀ­να­φέ­ρε­ται στό κεί­με­νο. Τό πρᾶτ­τον ὑ­πο­κεί­με­νο ἐν προ­κει­μέ­νῳ εἶ­ναι οὕ­τως ἤ ἄλ­λως ἀ­παλ­λαγ­μέ­νο ἀ­πό τίς εὐ­θύ­νες του, οἱ δέ πρά­ξεις του ὑ­πό­κειν­ται στήν κα­θο­λι­κή ἰ­σχύ τῶν πι­θα­νο­τή­των.

Οἱ αἰ­τί­ες, λοι­πόν, πού ὁ­δή­γη­σαν την Ἑ­λέ­νη στό τα­ξί­δι της εἶ­ναι τέσ­σε­ρις: ἡ θε­ϊ­κή δύ­να­μη, ἡ βί­αι­η ἁρ­πα­γή, ἡ πει­στι­κό­τη­τα τοῦ λό­γου, ὁ ἔ­ρω­τας ([6]). Καμ­μί­α ἀ­πό τίς τέσ­σε­ρις αὐτές αἰ­τί­ες δέν ἀ­πο­κλεί­ει ἀ­μοι­βαί­α κά­ποιαν ἄλ­λη, οὔ­τε ὅμως μᾶς ἐ­πι­τρέ­πε­ται νά φαν­τα­στοῦ­με κά­ποιαν ἀ­κό­μη. Ὅλες εἶ­ναι ἐ­ξί­σου πι­θα­νές καί ὅλες ἔ­χουν ἕναν κοι­νό πα­ρο­νο­μα­στή: τόν πα­ρά­γον­τα τῆς ἐ­πι­βαλ­λό­με­νης βί­ας.

Ἄν, λοι­πόν, ἰ­σχύ­ει τό πρῶ­το, δέν πρέ­πει νά κα­τη­γο­ροῦ­με τήν Ἑ­λέ­νη, για­τί εἶ­ναι φυ­σι­κό (πέ­φυκεν [6]), ὁ ἀ­νώ­τε­ρος νά ὁ­δη­γεῖ τόν κα­τώ­τε­ρο καί ὁ κα­τώ­τε­ρος νά ὑ­πο­κύ­πτει στή βού­λη­ση τοῦ ἀ­νώ­τε­ρου.

Ἡ βί­αι­η ἁρ­πα­γή της Ἑ­λέ­νης ([7]) εἶ­ναι ἡ δεύ­τε­ρη πι­θα­νή αἰ­τί­α πού προ­βάλ­λει ὁ ρή­το­ρας. Ἄν ἡ Ἑ­λέ­νη ὑ­πῆρ­ξε θύμα ἀ­πα­γω­γῆς, τό­τε ἡ ἴ­δια εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­ξι­ο­λύ­πη­τη πα­ρά ἀ­ξι­ό­μεμ­πτη γι’ αὐτό πού ἔ­πα­θε. Εἶ­ναι ἀ­ξι­ο­ση­μεί­ω­το ὅτι ὁ Γορ­γί­ας δέν μι­λᾶ ἁ­πλῶς γιά τή σω­μα­τι­κή βί­α, ἀλλά εἰ­σά­γον­τας ἐνα λε­ξι­λό­γι­ο δι­κα­στι­κό στόν λό­γο τοῦ κά­νει λό­γο γιά ὕ­βριν, τήν ἄ­σκη­ση δη­λα­δή βί­ας μέ σκο­πό τόν ἐ­ξευ­τε­λι­σμό καί τήν προ­σβο­λή τοῦ θύ­μα­τος ἀ­πό ἕναν βάρ­βα­ρο.

Ἡ τρί­τη πι­θα­νό­τη­τα, τῆς ὁ­ποί­ας ἡ δι’ ἐ­πι­χει­ρημά­των ὑ­πο­στή­ρι­ξη κα­τα­λαμ­βά­νει καί τό με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος τοῦ Ἐγ­κω­μί­ου ([8-14]), εἶ­ναι αὐτή το­ῦ λό­γου. Τό ἐ­πι­χεί­ρη­μα δο­μεῖ­ται ὡς ἑ­ξῆς: ἀρ­χι­κά ὁ Γορ­γί­ας ὁ­ρί­ζει τόν λό­γον ὡς δυ­νά­στη ([8]), ἐ­νῷ ἤδη ἀ­πό τό ση­μεῖ­ο αὐτό ὑ­παι­νίσ­σε­ται μι­ά σύν­δε­ση τοῦ λό­γου μέ ψυ­χο­λο­γι­κές πα­ρα­μέ­τρους. Στίς δύ­ο ἑ­πό­με­νες πα­ρα­γρά­φους ([9-10]), δί­νει δύ­ο πα­ρα­δείγ­μα­τα λει­τουρ­γί­ας τοῦ λό­γου μέ τά ὁ­ποῖα στη­ρί­ζει τόν χα­ρα­κτη­ρι­σμό του ὡς δυ­νά­στη: τό πρῶ­το πα­ρά­δειγ­μα εἶ­ναι αὐτό της λει­τουρ­γί­ας τοῦ ποι­η­τι­κοῦ λό­γου πού ὁ­ρί­ζε­ται ἀ­πό τόν ἴδ­ι­ο ὡς λό­γος ἔ­χων μέ­τρον ([9]) καί τό δεύ­τε­ρο, αὐτό τῶν ἐν­θέ­ων δι­ά λό­γων ἐ­πῳ­δῶν ([ 10]). Ὅσα λέ­γον­ται ἐ­δῶ δί­νουν λα­βή σ­έ πολ­λούς με­λε­τη­τές νά μι­λή­σουν γιά τή δι­α­μόρ­φω­ση μι­ᾶς θε­ω­ρί­ας τοῦ λό­γου ἤ μί­ας πρώ­ι­μης ποι­η­τι­κῆς θε­ω­ρί­ας. Ἡ δό­ξα τῆς πα­ρα­γρά­φου 9 ἀ­ναγγέλ­λει πράγ­μα­τι τή δι­α­τύ­πω­ση μι­ᾶς θε­ω­ρί­ας τοῦ λό­γου. Αὐτή, ὅμως, ἡ θε­ω­ρί­α τοῦ λό­γου εἶ­ναι τό μέ­σο, ὁ δρό­μος τόν ὁποῖον ἐ­πι­λέ­γει ὁ Γορ­γί­ας προ­κει­μένου νά πεί­σει καί νά ἀ­παλ­λά­ξει τήν Ἑ­λέ­νη ἀ­πό τίς κα­τη­γο­ρί­ες. Μέ ἄλλα λό­γι­α ἡ προ­βαλ­λό­με­νη θε­ω­ρί­α τοῦ λό­γον, ὡς γνώ­ση τῶν μη­χα­νι­σμῶν δι­ά τῶν ὁ­ποίων ὁ λό­γος ἐ­πι­δρᾶ στήν ψυ­χή, συν­τεί­νει στήν πει­στι­κό­τη­τα τοῦ λό­γου του.

Με­τά τά δύ­ο αὐ­τά πα­ρα­δείγ­μα­τα, ἡ ἀ­νά­πτυ­ξη τοῦ ἐ­πι­χει­ρή­μα­τος προ­ω­θεῖ­ται μέ τήν εἰ­σα­γω­γή τῆς ἔν­νοι­ας τῆς πει­θοῦς. Ἡ πει­στι­κό­τη­τα ἑνός λό­γου δέν μπο­ρεῖ νά εἶ­ναι ἀ­πο­κλει­στι­κά ἐγ­γε­νές χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό του: προ­ϋ­πο­θέ­τει καί ἕναν δέ­κτη ἐ­πιρ­ρε­πή στήν ἐ­ξα­πά­τη­ση. Ὁ δέ­κτης αὐτός δι­έ­πε­ται ἀ­πό τήν ἔλ­λει­ψη τρι­ῶν ἱ­κα­νο­τή­των: νά θυ­μᾶ­ται ὅσα συ­νέ­βη - σάν στό πα­ρελ­θόν, νά ἐ­κτι­μᾶ σω­στά ὅσα συμ­βαί­νουν στό πα­ρόν καί νά προ­βλέ­πει τά μελ­λού­με­να. Ἡ ἀ­δυ­να­μί­α αὐτή κά­νει τούς ἀν­θρώ­πους νά ἐμ­πιστεύ­ον­ται τήν δό­ξαν, μι­ά γνώ­μη δη­λα­δή κι ὄ­χι μι­ά γνώ­ση. Ὁ λό­γος κα­τά συ­νέ­πει­α - κα­λύ­τε­ρα ὁ λό­γος πει­θοῦς - λει­τουρ­γεῖ σέ συν­δυ­α­σμό μέ τήν δό­ξαν, ἡ ὁ­ποί­α εἶ­ναι σύμ­βου­λος τῆς ψυ­χῆς ([11]). Ἑ­πο­μέ­νως, ἡ πει­θώ τοῦ λό­γου, ὁ πει­στι­κός λό­γος, ἐ­ξα­ναγκά­ζει ([12]), για­τί ἀ­κρι­βῶς ὁ ρή­το­ρας ἐκ­με­ταλ­λεύ­ε­ται τήν ἄ­γνοι­α τοῦ ἀ­κρο­α­τῆ καί ἐ­πι­βάλ­λει χή δι­κή του γνώ­μη.

Τό εὐ­με­τά­βο­λο τῆς γνώ­μης (δό­ξης), ἡ ἱ­κα­νό­τη­τα τοῦ πει­στι­κοῦ λό­γου νά πλά­θει τήν ψυ­χή ἀ­νάλογα μέ τήν ἑ­κά­στο­τε πρό­θε­ση τοῦ ρή­το­ρα, φαί­νε­ται ἀ­πό τά πα­ρα­δείγ­μα­τα πού πα­ρα­τί­θεν­ται στήν πα­ρά­γρα­φο 13. Τά πα­ρα­δείγ­μα­τα αὐτά ἀν­τι­στοι­χο­ῦν σέ τρεῖς δι­α­φο­ρε­τι­κές συν­θῆ­κες ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας: α) στούς λό­γους τῶν με­τε­ω­ρο­λό­γων, β) στούς δι­κα­νικούς καί γε­νι­κά στούς ρη­το­ρι­κούς λό­γους, γ) στίς δι­α­μά­χες τῶν φι­λο­σό­φων. Στήν πρώ­τη πε­ρί­πτω­ση οἱ με­τε­ω­ρο­λό­γοι με­τα­κι­νού­με­νοι συ­νε­χῶς στίς ἀ­πόψεις τους κα­θι­στοῦν πράγ­μα­τα ἀ­ό­ρα­τα σ­τά μά­τια, ὁ­ρα­τά στά μά­τια τῆς δό­ξης· στή δεύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση οἱ ρή­το­ρες γρά­φον­τας ἕναν λό­γο μέ τέ­χνη, ἐ­φαρμό­ζον­τας δη­λα­δή τίς γνώ­σεις τῆς τέ­χνης τους, τέρ­πουν καί πεί­θουν τούς ἀ­κρο­α­τές. Τό τερ­πνόν, ἄλ­λω­στε, τοῦ λό­γου - ὅπως φαί­νε­ται καί ἀ­πό τήν πα­ρά­γρα­φο 5 - εἶ­ναι προ­ϋ­πό­θε­ση τῆς πει­στι­κό­τητάς του. Στήν τρί­τη καί τε­λευ­ταί­α πε­ρί­πτω­ση, ἡ τα­χύ­τη­τα μέ τήν ὁ­ποί­α προ­βάλ­λον­ται οἱ σκέ­ψεις ἀ­πό τους φι­λο­σό­φους κα­θι­στᾶ τίς ἀ­πό­ψεις τους ἀ­να­ξι­ό­πι­στες.

Ἡ τε­λευ­ταί­α πα­ρά­γρα­φος ([14]) μέ ἀν­τι­κεί­με­νο τόν λό­γο χρη­σι­μο­ποι­εῖ μι­άν ἀ­να­λο­γί­α: ἡ ἐ­πί­δρα­ση τοῦ λό­γου στήν ψυ­χή εἶ­ναι ἀ­νά­λο­γη μέ τήν ἐ­πί­δρα­ση τῶν φαρ­μά­κων στό ἀν­θρώ­πι­νο σῶ­μα. Καί ἐ­δῶ, ὁ λό­γος ἐ­ξε­τά­ζε­ται ὡς πρός τίς ψυ­χο­λο­γι­κές πα­ρα­μέ­τρους του καί κυ­ρί­ως ἐν ἀ­να­φο­ρᾷ πρός τά συ­ναι­σθή­μα­τα πού προ­κα­λεῖ (λύ­πη, τέρ­ψις, φό­βος, θάρ­ρος). To νέ­ο στοι­χεῖ­ο πού προ­στί­θε­ται μέ τήν πα­ρά­γρα­φο 14 εἶ­ναι τό στοι­χεῖ­ο τῆς κα­κῆς πει­θο­ῦς. Ἡ κα­κή πει­θώ, ἡ δο­λε­ρή δη­λα­δή χρή­ση τοῦ πει­στι­κοῦ λό­γου, φαρ­μα­κεύ­ει καί γο­η­τεύ­ει τήν ψυ­χή, ὅπως ἀ­κρι­βῶς κά­ποια φάρ­μα­κα προ­κα­λοῦν τόν θά­να­το (βί­ου παύ­ει). Ἀ­νε­ξάρ­τη­τα, λοι­πόν, ἀ­πό τά θε­τι­κά (τέρ­ψις, θάρ­ρος), ἤ τά ἀρ­νη­τι­κά συ­ναι­σθή­μα­τα (λύ­πη, φό­βος), ἡ κα­κή πει­θώ προ­κα­λεῖ τήν ἀ­πο­νέ­κρω­ση τῶν ψυ­χι­κῶν λει­τουρ­γι­ῶν, στε­ρών­τας τή μέν ψυ­χή ἀ­πό τή δυ­να­τό­τη­τα τῆς ἐ­πι­λο­γῆς, τό δέ ὑ­πο­κεί­με­νο ἀ­πό τήν ἴ­δια του τή βού­λη­ση.

Ἡ τέ­ταρ­τη πι­θα­νή αἰ­τί­α πού προ­βάλ­λει ὁ Γορ­γί­ας εἶ­ναι ὁ ἔ­ρω­τας. Ἡ δό­μη­ση τῆς ἐ­πι­χει­ρη­μα­τολο­γί­ας ἐ­δῶ εἶ­ναι ἀ­νά­λο­γη μέ ἐκεί­νη της πραγ­μάτευ­σης τοῦ λό­γου. Ὅπως ὁ λό­γος εἰ­σχω­ρεῖ στήν ψυ­χή ἐ­πι­δρών­τας στόν συ­ναι­σθη­μα­τι­κό κό­σμο τοῦ ὑ­ποκει­μέ­νου, ἔ­τσι καί ἡ σε­ξου­α­λι­κή ἐ­πι­θυ­μί­α πρό­καλεῖϊ­ται ἀ­πό τήν ὄψιν: ἡ ὄ­ψις ἐν προ­κει­μέ­νω ἔ­χει διτ­τή ση­μα­σί­α: ἀφ’ ἑνός δη­λώ­νει τήν ἐ­ξω­τε­ρι­κή ἐμ­φά­νι­ση ἑνός ἐ­ρε­θί­σμα­τος τοῦ πε­ρι­βάλ­λον­τος κό­σμου, ἀφ’ ἑ­τέ­ρου τήν αἴ­σθη­ση τῆς ὁ­ρά­σε­ως, ὡς μέ­σου δι­ά τοῦ ὁποίου τά ἐ­ρε­θί­σμα­τα τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ κό­σμου ἐγγρά­φον­ται (ἐνέ­γρα­ψεν [17]) στήν ψυ­χή.

Ὅπως καί στήν πε­ρί­πτω­ση τοῦ λό­γου, ἔ­τσι καί ἐ­δῶ ὁ Γορ­γί­ας ξε­κι­νᾶ ἀ­πό μι­ά φρά­ση δί­κην ἀ­ξιώμα­τος: αὐτά πού βλέ­που­με δέν εἶ­ναι φτιαγ­μέ­να ὅπως ἐμεῖς θέ­λου­με, ἀλλά ὅπως συμ­βαί­νει νά εἶ­ναι ἀ­πό τή φύ­ση του τό κα­θέ­να. Ἡ ψυ­χή, συ­να­κο­λού­θως, δι­α­μορ­φώ­νει τή συμ­πε­ρι­φο­ρά της ἀ­νε­ξάρ­τη­τα ἀ­πό τή δι­κή μας βού­λη­ση, ἀλλά σύμ­φω­να μέ τή βού­λη­ο­η τῆς ὄ­ψε­ως. Ὁ ἰ­σχυ­ρι­σμός στη­ρί­ζε­ται καί σ’ αὐ­τήν τήν πε­ρί­πτω­ση στό πα­ρά­δειγ­μα πού ἀ­κο­λου­θεῖ: ὅταν οἱ στρα­τι­ῶ­τες ἀν­τι­κρί­σουν τόν ὁ­πλι­σμό τῶν ἐ­χθρῶν, τρέ­πον­ται σέ φυ­γή. Ἡ ὄ­ψις δε­χό­με­νη τό ἐ­ρέ­θι­σμα (τόν ἐ­χθρι­κό ὁ­πλι­σμό) τα­ράσ­σε­ται καί τα­ράσ­σει τήν ψυ­χή. Ἡ ἐ­ξω­τε­ρι­κή ἐκ­δή­λω­ση αὐ­τῆς τῆς δι­α­δι­κα­σί­ας εἶ­ναι ἡ φυ­γή, ἡ ὑ­πο­χώ­ρη­ση τοῦ στρα­τοῦ. Ἡ πο­δη­γέ­τη­ση τῆς ψυ­χῆς ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα τῆς παν­το­δυ­να­μί­ας τῆς ὄ­ψε­ως ἐ­δῶ δέν δη­λώ­νε­ται ἄ­με­σα, ὅπως στήν πε­ρί­πτω­ση τοῦ λό­γου (λό­γος δυ­νά­στης μέ­γας ἔ­στιν [8]): κα­θί­στα­ται φα­νε­ρή ἀ­πό τό γε­γο­νός ὅτι μπο­ρεῖ νά ξε­πε­ρά­σει καί τήν ἰ­σχύ τοῦ νό­μου καί τό προ­σω­πι­κό ὄ­φε­λος πού προ­κύ­πτει ἀ­πό τή νί­κη.

Ἡ συ­ζή­τη­ση τῆς ὄ­ψε­ως ἀ­πα­σχο­λεῖ τόν Γορ­γί­α καί στήν πα­ρά­γρα­φο 17, ὅπου ἀ­να­φέ­ρον­ται γε­νι­κά οἱ συ­νέ­πει­ες τοῦ φό­βου πού προ­κα­λεῖ­ται ἀ­πό τήν ὄ­ψιν. Ἐ­δῶ κλι­μα­κώ­νον­ται τά ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα τοῦ φό­βου, χω­ρίς νά ἀ­να­φέ­ρον­ται συγ­κε­κρι­μέ­να πα­ρα­δείγ­μα­τα. Ἕ­να φο­βε­ρό θέ­α­μα ὁ­δη­γεῖ τόν ἄν­θρω­πο σέ πα­θο­λο­γι­κές κα­τα­στά­σεις, ὅπως εἶ­ναι ἡ μα­νί­α, ἐκ­δή­λω­ση τῆς ὁ­ποί­ας συ­νι­στοῦν οἱ μά­ται­οι πό­νοι, οἱ πρά­ξεις δη­λα­δή ἐ­κεῖ­νες πού δέν ξε­κι­νοῦν καί δέν κα­τα­λή­γουν σέ κά­ποιο συγ­κε­κρι­μέ­νο ἀ­πο­τέ­λε­σμα. Ὡς ἐ­δῶ, ἡ θε­ω­ρί­α τῆς ὄ­ψε­ως φαί­νε­ται ἀ­σύν­δε­τη μέ τήν ὑ­πε­ρά­σπι­ση τῆς Ἑ­λέ­νης, ὅπως καί ἡ θε­ω­ρί­α τοῦ λό­γου. Στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ὅμως, ἡ ἐ­πί­δει­ξη γνώ­σε­ων ἐκ μέ­ρους τοῦ ρή­το­ρα ἐν­σω­μα­τώ­νε­ται στήν ἐ­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γί­α του καί ἀ­πο­τε­λεῖ μέ­ρος τῆς ἀ­ναπό­σπα­στο. Ἡ δό­ξα τοῦ ρή­το­ρα πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ὡς γνώ­σ­η. Ἡ ἀρ­χι­κά ἀ­θώ­α πε­ρι­γρα­φή τῆς λει­τουρ­γί­ας τῶν μη­χα­νι­σμῶν τῆς ὄ­ψε­ως καί τῶν ἐ­πι­δρά­σε­ων τους σ­τήν ψυ­χή προ­ε­τοι­μά­ζει τή με­τά­βα­ση στή συγ­κε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση τῆς Ἑ­λέ­νης.

Ἡ με­τά­βα­ση αὐτή γί­νε­ται μέ τήν πα­ρεμ­βο­λή τῆς πα­ρα­γρά­φου 18, ἡ ὁ­ποί­α ξε­κι­νᾶ μέ μι­ά γε­νι­κή πραμά­τευ­ση τῆς ὄ­ψε­ως γιά νά κα­τα­λή­ξει στή συγ­κε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση τῆς Ἑ­λέ­νης. Ἡ πα­ρά­γρα­φος αὐτή ἀ­σχο­λεῖ­ται μέ τίς εἰ­κα­στι­κές τέ­χνες, τή ζω­γρα­φι­κή καί τή γλυ­πτι­κή συγ­κε­κρι­μέ­να, τῶν ὁ­ποίων τά ἔρ­γα εἶ­ναι πλα­σμέ­να γιά νά τέρ­πουν τήν ὄ­ψιν καί τό ση­μαν­τι­κό­τε­ρο νά προ­κα­λο­ῦν τόν ἔ­ρω­τα. Ἡ ὄ­ψις καί ὁ ἔ­ρως συν­ται­ρι­ά­ζον­ται ἐδῶ, ὥ­στε στήν ἑ­πό­μενη πα­ρά­γρα­φο ([19]) νά ἀ­πο­τε­λέ­σουν ἐνα ἀ­διάσπαστο ζε­ῦ­γος.

Ἄν, λοι­πόν, ἡ Ἑ­λέ­νη - ἤ κα­λύ­τε­ρα τά μά­τια τῆς Ἑ­λέ­νης - εἶ­δε τόν Πά­ρη καί πα­ρέ­δω­σε τήν ψυ­χή της στόν ἔ­ρω­τα, τό­τε δέν πρέ­πει νά τήν κα­τη­γο­ροῦ­με. Ἡ ψυ­χή ἐ­ξάλ­λου, ὅπως μᾶς εἶ­πε ἤδη ὁ Γορ­γί­ας ([15]), παίρ­νει τή μορ­φή πού τῆς δί­νει ἡ ὄ­ψις καί συμ­πε­ριφέ­ρε­ται ἀ­να­λό­γως. Ὁ ἔ­ρω­τας, ἄλ­λω­στε, εἶ­ναι θε­ός, καί κα­τά συ­νέ­πει­α ἀ­νώ­τε­ρος τοῦ ἀν­θρώ­που.

Τό Ἐγ­κώ­μι­ον κλεί­νει μέ μι­άν ἀν­τί­στρο­φη ἀ­ναφο­ρά στίς αἰ­τί­ες πού ἔ­φε­ραν τήν Ἑ­λέ­νη στήν Τροί­α. Ὁ ρή­το­ρας σέ μι­άν αὐ­το­α­να­φο­ρι­κή ἀ­πο­στρο­φή του ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νει ὅτι ἐ­πέ­τυ­χε στόν στό­χο πού ὁ ἴ­διος εἶ­χε θέ­σει στήν ἀρ­χή του λό­γου του: νά ἀ­παλ­λά­ξει δη­λα­δή τήν Ἑ­λέ­νη ἀ­πό τήν ἄ­δι­κη κα­τη­γο­ρί­α, ἡ ὁ­ποί­α προ­έ­κυ­ψε ἀ­πό τήν ἐ­σφαλ­μέ­νη γνώ­μη (δό­ξαν) πού εἶ­χε σχη­μα­τι­στεῖ γι’ αὐ­τήν.

Ἡ ἔκ­πλη­ξη, τό νέ­ο στοι­χεῖ­ο, μᾶς ἐ­πι­φυ­λάσ­σε­ται γιά τό τέ­λος: ὁ Γορ­γί­ας μᾶς λέ­ει πώς ὅ,­τι ἀ­κού­σαμε, ἐ­κτός ἀ­πό ἐγ­κώ­μι­ο γιά τήν Ἑ­λέ­νη, ἦ­ταν γιά τόν ἴ­διον ἐνα παί­γνι­ον. Ἕ­να παι­χνί­δι εἶ­ναι, λοι­πόν, ὅσα λέ­γον­ται τό­σο σο­βα­ρο­φα­νῶς· παί­γνι­ον, ἑνός ἀνθρώ­που πού ξέ­ρει νά δη­μι­ουρ­γεῖ ὁ ἴ­διος τόν ζω­τι­κό χῶ­ρο τοῦ λό­γου του.

Χρο­νο­λό­γη­ση το­ῦ Ἐγ­κω­μί­ου

Ἡ χρο­νο­λό­γη­ση το­ῦ ’Ἐγ­κω­μί­ου τῆς Ἑ­λέ­νης εἶ­ναι μι­ά ἀρ­κε­τά δύ­σκο­λη ὑ­πό­θε­ση. Κα­θώς τό Ἑ­λέ­νης Ἐγ­κώ­μι­ον καί ἡ Ὑ­πέρ Πα­λα­μή­δους Ἀ­πο­λο­γί­α εἶ­ναι τά μό­να ρη­το­ρι­κά κεί­με­να τοῦ Γορ­γί­α πού σῴ­ζον­ται ὁ­λό­κλη­ρα - ἐ­νῷ ἀ­πό τά ὑ­πό­λοι­πα ἔρ­γα του ἐ­λά­χι­στα μό­νον ἀ­πο­σπά­σμα­τα δι­α­θέ­του­με, κι αὐτά ἀ­πό ἔμ­με­σες πη­γές - ἡ χρο­νο­λό­γη­ση τοῦ Ἐγ­κω­μί­ου θά πρέ­πει ἀ­ναγ­κα­στι­κά νά στη­ρι­χθεῖ ἀφ’ ἑνός στή σύγ­κρι­ση μέ τήν Ὑ­πέρ Πα­λα­μή­δους Ἀ­πο­λο­γί­α καί ἀφ’ ἕ­τε­ρου σέ πλη­ρο­φο­ρί­ες πού ἀν­τλοῦ­με ἀ­πό ἔρ­γα ἄλ­λων συγ­γρα­φέ­ων.

Ὁ Maass (1888, σ. 578) ὑ­πο­στή­ρι­ξε πῶς τό Ἑ­λέ­νης Ἐγ­κώ­μι­ον προ­η­γεῖ­ται χρο­νο­λο­γι­κά της Ἀ­πο­λο­γί­ας καί στη­ρί­ζει τόν ἰ­σχυ­ρι­σμό του στό ὅτι τό Ἐγ­κώ­μι­ον εἶ­ναι πι­ό ἄ­τε­χνο ὑ­φο­λο­γι­κά, ὅπως μαρ­τυ­ροῦν οἱ πε­ρι­πτώ­σεις χα­σμω­δί­ας, πού στήν Ἀ­πο­λο­γί­α σχε­δόν ἐ­ξα­φα­νί­ζον­ται. Θέ­τει δέ ὡς terminus ante quem γιά τή συγ­γρα­φή καί τῶν δύ­ο ἔρ­γων τό 411 π.Χ., χρο­νιά θα­νά­του το­ῦ Ἀν­τι­φών­τα τοῦ Ρα­μνού­σι­ου, μα­θη­τῆ τοῦ Γορ­γί­α, ὁ ὁποῖος στό τέ­λος το­ῦ λό­γου του Πε­ρί το­ῦ Ἡ­ρώ­δου Φό­νου χρη­σι­μο­ποι­εῖ τίς ἴ­δι­ες με­τα­φο­ρές πού εἶ­χε χρη­σι­μο­ποι­ή­σει ὁ Γορ­γί­ας σέ ἐνα χω­ρί­ο τῆς Ἀ­πο­λο­γί­ας.

Με­τα­γε­νέ­στε­ροι με­λε­τη­τές προ­σπά­θη­σαν νά προσ­δι­ο­ρί­σουν ἀ­κρι­βέ­στε­ρα τή χρο­νο­λο­γί­α συγ­γρα­φῆς τοῦ Ἐγ­κω­μί­ου σέ σχέ­ση μέ δύ­ο τρα­γῳ­δί­ες τοῦ Εὐ­ρι­πί­δη, πού ἔ­χουν ὡς ἡ­ρω­ί­δα τήν Ἑ­λέ­νη, τίς Τρω­ά­δες καί τήν Ἑ­λέ­νη, οἱ ὁ­ποιες πα­ρα­στά­θη­καν τό 415 καί 412 ἀν­τί­στοι­χα.

Ὁ Preuss (1911, σ. 9) ὑ­πο­στη­ρί­ζει πῶς τό Ἐγ­κώ­μι­ον γρά­φτη­κε με­τα­ξύ το­ῦ 415 καί το­ῦ 412, ἐ­πει­δή θε­ω­ρεῖ πῶς μέ­ρος τῶν ἐ­πι­χει­ρη­μά­των πού χρη­σι­μο­ποί­η­σε ὁ Γορ­γί­ας γιά τήν ὑ­πε­ρά­σπι­ση τῆς Ἑ­λέ­νης βρί­σκε­ται καί στίς Τρω­ά­δες.

Τήν ἄ­πο­ψη αὐτή ἀ­να­σκεύ­α­σε μέ ἀρ­κε­τά πει­στι­κή ἐ­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γί­α ἡ Orsini (1956) ὑ­πο­στη­ρί­ζον­τας ὅτι τό Ἐγ­κώ­μι­ον γρά­φτη­κε πρίν ἀ­πό τίς Τρω­ά­δες, ὅπως μαρ­τυ­ροῦν οἱ στ. 981-990, ὅπου ὁ Εὐ­ρι­πί­δης φαί­νε­ται νά ἀ­σκε­ῖ κρι­τι­κή στόν Γορ­γί­α. Συγ­κε­κρι­μέ­να, στόν στ. 989 ὁ Εὐ­ρι­πί­δης δι­ά στό­μα­τος Ἑ­κά­βης γε­λοι­ο­ποι­εῖ τήν ἀ­πό­δο­ση τῆς εὐ­θύ­νης στόν θε­ό Ἔ­ρω­τα λέ­γον­τας χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά: τά μῶ­ρα γάρ πάντ' ἐ­στίν Ἀ­φρο­δί­τη βρο­τοῖς: μέ ἄλλα λό­γι­α, ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἀ­νο­η­σί­α δι­α­πράτ­τουν οἱ θνη­τοί τήν ἀ­πο­δί­δουν στήν Ἀ­φρο­δί­τη (στόν ἔ­ρω­τα).

Ἐ­πί­σης, σ­τούς στ. 998-1001 ἡ Ἑ­κά­βη συ­νε­χί­ζον­τας τό κα­τη­γο­ρη­τή­ρι­ό της πρός τήν Ἑ­λέ­νη τῆς λέ­ει πώς δέν μπο­ρεῖ νά ἰ­σχυ­ρί­ζε­ται ὅτι ὁ Πά­ρις τήν ἅρ­πα­ξε μέ τή βί­α, ἀ­φο­ῦ ἡ ἴ­δια συ­ναί­νε­σε χω­ρίς νά προ­βά­λει ἀν­τί­στα­ση, καί τά λό­γι­α αὐτά φαί­νε­ται ὅτι ἀ­παν­τοῦν σ­τό ἐ­πι­χεί­ρη­μα τοῦ Γορ­γί­α πώς ἡ Ἑ­λέ­νη δέν εὐ­θύ­νε­ται, ἐ­πει­δή ἁρ­πά­χθη­κε μέ τή βί­α (Ἑλ. Ἐγκ.[7]).

Ή Orsini (1956, ο. 85) ἀ­να­φέ­ρει καί ἐνα τρί­το χω­ρί­ο τῶν Τρω­ά­δων, πι­ό ἀν­τι­προ­σω­πευ­τι­κό, ὅπου ἡ Ἑ­κά­βη δη­λώ­νει πώς ἡ Ἑ­λέ­νη δέν θά κα­τα­φέ­ρει, ὡ­ραι­ο­ποι­ών­τας τό σφάλ­μα της, νά πεί­σει αὐ­τούς πού εἶ­ναι σο­φοί (στ. 981-82), φρά­ση μέ τήν ὁ­ποί­α ὁ Εὐ­ρι­πί­δης μοιά­ζει νά ἀ­πευ­θύ­νε­ται στόν Γορ­γί­α, πού μέ τήν τέ­χνη τῆς πει­θο­ῦς καί μέ τά πε­ρί­τε­χνα ὑ­φο­λο­γι­κά του σχή­μα­τα ἐ­πι­δι­ώ­κει νά ὑ­πο­βά­λει στούς ἀ­κρο­α­τές του συγ­κε­κρι­μέ­νη ἄ­πο­ψη γιά τά πράγ­μα­τα καί δι­α­τεί­νε­ται ὅτι μπο­ρεῖ νά τό ἐ­πι­τύχει, ἐ­πει­δή οἱ ἀ­κρο­α­τές του ἔ­χουν ὡς σύμ­βου­λο τῆς ψυ­χῆς τους τή γνώ­μη (δό­ξαν) καί ὄ­χι τή γνώ­ση (σο­φί­α).

Ἄν δε­χτοῦ­με τά ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα τῆς Orsini, τό­τε τό Ἐγ­κώ­μι­ον θά πρέ­πει νά το­πο­θε­τη­θεῖ χρο­νο­λο­γι­κά πρίν ἀ­πό τό 415 π.Χ. Θέ­τον­τας καί ὡς terminus post quem τό 430 π.Χ., ἐ­πει­δή τό­τε ἄρ­χι­σε ἡ συ­στη­μα­τι­κή ἐ­να­σχό­λη­ση τοῦ Γορ­γί­α μέ τή ρη­το­ρι­κή, μπο­ροῦ­με νά πού­με πώς τό Ἑ­λέ­νης Ἐγ­κώ­μι­ον εἶ­ναι μί­α ἀ­πό τίς πρῶ­τες - ἄν ὄ­χι ἡ ἀρ­χαιότε­ρη - μαρ­τυ­ρί­ες τοῦ ἔν­τε­χνου ἀτ­τι­κοῦ πε­ζοῦ λό­γου.

Η "Ασσυριολογία" κατέστρεψε ανεπανόρθωτα την "θεοπνευστία" της Βίβλου

«Ασσυριολογία» μια επανάσταση που ξεχάσθηκε

Ο Paul E. Botta, Γάλλος πρόξενος στη Μοσούλη, που «μόνο αρχαιολόγος δεν ήταν», ανακάλυψε το 1842 τα ερείπια της αρχαίας Νινευή. Λίγο αργότερα ο ίδιος έφερε στο φως τα απομεινάρια του τεράστιου ανάκτορου του Σαργών Β΄. Έτσι το 1842 μπορεί να χαρακτηριστεί σαν την αρχή της αρχαιολογίας στην Εγγύς Ανατολή.

Ο Henry A. Layard, Ο αληθινός «ανασκαφέας της Νινευή» πέρασε απ’ τα ίδια αυτά μέρη λίγα χρόνια αργότερα. Βέβαια η σημαντικότερη για την έρευνά μας ανακάλυψή του ήταν: «οι 20.000 πήλινες πινακίδες σφηνοειδούς γραφής από τη βιβλιοθήκη του Ασσουρμπανιπάλ, που μετά την αποκρυπτογράφησή τους μας επέτρεψαν βαθιά γνώση της ιστορίας και της ουσίας των αρχαίων μεσοποταμιακών πολιτισμών. Το έπος Γιλγαμές, ο ύμνος της δημιουργίας (Ενούμα ελίς [1]) και ο κώδικας του Χαμουραμπί είναι λίγα από τα πολύτιμα γραπτά μνημεία» που μας βοήθησαν να αποκτήσουμε ολοκληρωμένη άποψη για την προϊστορία της Ανατολής.

Την ανάγνωση τελικά της σφηνοειδούς αυτής γραφής, που σε ατέλειωτα κεραμικά πλακίδια, ήταν έτοιμη να μας δώσει ανεκτίμητες πληροφορίες για τη σκέψη τη ζωή και τις θρησκευτικές συνήθειες ολόκληρης της Μεσοποτάμιας ανατολής κατόρθωσε ο Georg F. Grotefent, ένας απλός δάσκαλος από το Μύντεν της Γερμανίας.

Ο άνθρωπος αυτός, επιτέλεσε έναν ανεπανάληπτο άθλο. Χωρίς κανένα σημείο αναφοράς, χωρίς δηλαδή την βοήθεια καμίας δίγλωσσης ή τρίγλωσσης επιγραφής (όπως αυτή της «Ρωσέτης» που βοήθησε τον Sampolion στην κατανόηση της Αιγυπτιακής ιερογλυφικής γραφής) κατόρθωσε να μεταφράσει μια εντελώς άγνωστη γραφή, ουσιαστικά χωρίς κανένα σημείο εκκίνησης!

Κάνοντας όμως πετυχημένα την φανταστική υπόθεση, ότι: η συχνότερα αναφερόμενη λέξη στο σφηνοειδές κείμενο πρέπει να είναι η λέξη «βασιλιάς», προς μεγάλη έκπληξη χιλιάδων ειδικών γλωσσολόγων που άπρακτοι καθόταν στις δάφνες των τίτλων τους, ο δαιμόνιος και απόλυτα μη ειδικός "δασκαλάκος" δικαιώθηκε πανηγυρικά και έδειξε για μια ακόμα φορά ότι η ευφυΐα, το ταλέντο, η ευρηματικότητα και το πάθος της έρευνας, πολύ συχνά δεν αναντικαθίστανται απ’ τους βαρύγδουπους (αλλά "νυσταλέους") τίτλους σπουδών! «Θεοί τάφοι και σοφοί» σελ. 225.

Ο "δασκαλάκος" από το Μύντεν, έδωσε λοιπόν την εκκίνηση μιας σειράς μεταφράσεων που έμελλαν να μας ξεναγήσουν σε ήθη έθιμα και νομοθετήματα της αρχαίας Μεσοποταμίας. Έτσι γεννήθηκε η επιστήμη της ασσυριολογίας.

«Κάτω από την έννοια του ασσυριολόγου συμπεριλαμβάνονται μέχρι σήμερα όλοι οι ερευνητές των πολιτισμών της Εγγύς Ανατολής, αδιάφορα αν πρόκειται γι’ αυτόν των Σουμερίων, Χετταίων, Βαβυλωνίων ή Ασσυρίων. Ο χαρακτηρισμός αυτός επεβλήθη οριστικά, όταν ο ασσυριολόγος Friedrich Delitzsch, καθηγητής σημιτικών γλωσσών στο πανεπιστήμιο της Λειψίας, έδωσε στο τετράτομο έργο του για ανάλογα θέματα τον τίτλο "Ασσυριολογική Βιβλιοθήκη"».

Έτσι γεννήθηκε μια επανάσταση που έμελλε να συγκλονίσει την πίστη στη Βίβλο και την "ατράνταχτη" μέχρι τότε θεοπνευστία της. Στις πρώτες βέβαια δεκαετίες, τα ευρήματα των ανασκαφών έγιναν ενθουσιωδώς δεκτά, αφού στα χέρια των αλλοπαρμένων θεολόγων, κάθε εύρημα της Βαβυλώνας μόνο θετικές βιβλικές προεκτάσεις δικαιούτο να έχει. Συνεργάτης του Delitzsch γράφει επ’ αυτού:

«Τις πρώτες δεκαετίες της έρευνας οι μαρτυρίες των μνημείων έτυχαν εκμετάλλευσης υπέρ της παραδοσιακής βιβλικής άποψης με αγύρτικο διαφημιστικό τρόπο. Με υπερβολική βιασύνη ήθελαν να εκμεταλλευτούν τα συμπεράσματα από τα ευρήματα για την επιβεβαίωση των βιβλικών μαρτυριών. Τον λόγο του (βιβλικού) Κυρίου για "βοώντες λίθους" καταχράστηκαν μέχρι αηδίας. Συμπεριφέρθηκαν έτσι, σαν να έπρεπε η κάθε βαβυλωνιακή πλίθα (η Βαβυλώνα ήταν κατά μέγα μέρος πλινθόκτιστη) να ουρλιάζει για χάρη της Παλαιάς Διαθήκης.

»Πολλοί (αρχαιολόγοι) δεν μπόρεσαν να απαλλαγούν από την επιδίωξη εντυπώσεων και βρήκαν πάντοτε ευγνώμονες ακροατές ανάμεσα στους πρακτικούς θεολόγους, που ήταν ξένοι με τις επιστημονικές εργασίες. Συνέβησαν και πολλές παρεξηγήσεις (βεβιασμένες ερμηνείες υπέρ των βιβλικών θέσεων) στις οποίες πατέρας της σκέψης ήταν η επιθυμία. Έτσι θυμάμαι ότι τον τελευταίο καιρό διάβασα: Ανακαλύφθηκε ο τοίχος της Βαβυλώνας όπου ο Βαλτάσαρ είδε το mene tekel upharsin ή βρέθηκε πλίθα που μαρτυρεί την προσωπικότητα του Αβραάμ!

»Σύντομα όμως αυτός ο ενθουσιασμός και η θετική στάση από την πλευρά της εκκλησίας άλλαξε απότομα, τη στιγμή που η Ασσυριολογία έπαψε να παρουσιάζεται σαν απολογήτρα του: "κι όμως η Βίβλος έχει δίκαιο" . Η αντίθετη άποψη (δηλαδή) "η Βαβυλωνιακή λογοτεχνία να είναι η πηγή από την οποίαν αντλήθηκαν οι πρώτες βιβλικές ιστορίες" δεν μπορούσε, ακριβέστερα, δεν επιτρεπόταν να υπάρξει.» Βαβυλώνα σελ. 297.

Όλα άρχισαν να πηγαίνουν στραβά για τους θρησκευτικούς ενθουσιασμούς, ανάμεσα στα χρόνια 1872 και 1876, με την δημοσίευση των πρώτων κειμένων από την βιβλιοθήκη του Ασσουρμπανιπάλ. Μεγάλη αίσθηση προκάλεσε κυρίως, η σύγκριση εκείνων των αποσπασμάτων που παρουσίαζαν εντυπωσιακούς παραλληλισμούς με τις βιβλικές αναφορές της «Γένεσις».

Έτσι, στην αρχή του αιώνα μας, (το 1902) οι έρευνες είχαν φτάσει στο σημείο να φέρουν στη δημοσιότητα τα πρώτα αποτελέσματα αυτής της έρευνας. Ο Friedrich Delitzsch, ο θεμελιωτής της Βαβυλωνιο-ασσυριακής γλωσσολογίας, έδωσε στο Βερολίνο την πρώτη του διάλεξη με θέμα «Βαβέλ και Βίβλος» που έμελλε να ξεσηκώσει ανεπανάληπτη θύελλα, πάνω απ’ την αρχαία λιμνάζουσα πίστη των γραφών.

Ο Delitzsch, αποκάλεσε τους εβραίους συγγραφείς της Βίβλου «δραστήριους αντιγραφείς των δημιουργικών Σουμερίο-βαβυλωνίων, επιμελείς επίγονους που βρήκαν έτοιμους τους μύθους της δημιουργίας και του κατακλυσμού και τους μετατόπισαν μονάχα, άλλοτε πολύ και άλλοτε λίγο, για τους δικούς τους σκοπούς».Βαβυλώνα 295 Petra Eisele Βαβυλώνα. σελ. 211-212 & 295.

Απ’ την πλευρά των θρησκευόμενων, ξέσπασε ένα τεράστιο κύμα αγανάκτησης. Ο Delitzsch είχε τολμήσει να παρουσιάσει την εκρηκτική ιδέα της βαβυλωνιακής προέλευσης των βιβλικών ιδεών, κατανοητά και δημόσια σε δύο διαλέξεις που αργότερα έλαβαν τη μορφή βιβλίου των 480 σελίδων.

Στα επόμενα χρόνια, οι επιθέσεις εναντίον του διογκώθηκαν. Ο Delitzsch γράφει: «Όταν το Σεπτέμβριο του 1903 αποτραβήχτηκα για λίγο στο Λονδίνο συγκέντρωσα από γερμανική μόνο βιβλιογραφία σχετικά με το θέμα "Βαβέλ και Βίβλος" παραμερίζοντας μάλιστα ό,τι ήταν άχρηστο, περίπου 1350 μικρά και πάνω από 300 μεγάλα άρθρα εφημερίδων και περιοδικών και επιπλέον 28 φυλλάδια αφήνοντας πίσω μου μια μεγάλη ποσότητα αποκομμάτων ξένων εφημερίδων.

»Τα γράμματα που έλαβα εξαιτίας των δύο διαλέξεών μου καλύπτουν (γεωγραφικά) όλη τη γη, από την Καλκούτα ως και την τελευταία φάρμα των Πάμπα της Καλιφόρνιας και από την Νορβηγία ως το Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας(!). Από όλες τις πόλεις, μικρές και μεγάλες, συνεχίζουν να φθάνουν οι επιστολικές εξωτερικεύσεις μέχρι και σήμερα. Και οι δύο διαλέξεις μεταφράστηκαν στα αγγλικά, ιταλικά, σουηδικά, τσέχικα, ουγγρικά. Το κίνημα "Βαβέλ και Βίβλος" είχε κυριεύσει ολόκληρη την για θρησκευτικά πράγματα ενδιαφερόμενη ανθρωπότητα»

Το συμπέρασμα ήταν για όλους ολοφάνερο. Η νέα αυτή επιστήμη της Ασσυριολογίας, κατέστρεφε ανεπανόρθωτα το κύρος και την θεόπνευστη αυθεντία των βιβλικών ιερών εγγράφων. Οι πολυάριθμοι εκπρόσωποι της θεολογίας της Παλαιάς Διαθήκης, πανικόβλητοι διαισθάνθηκαν τον άμεσο κίνδυνο και εξεγέρθηκαν να συμμαζέψουν όσο γίνεται τις εντυπώσεις που ολοφάνερα προκαλούσαν οι επιστημονικές ανακοινώσεις του Delitzsch. Δεν ήταν διατεθειμένοι να δεχθούν το αυταπόδεικτο.

Ο Delitzsch όμως βομβάρδιζε ασταμάτητα την αξιοπιστία των γραφών με νέα αδιάσειστα στοιχεία, αποδεικνύοντας ότι η πνευματικότητα και η γενικότερη λογοτεχνία της Παλαιάς Διαθήκης, κάθε άλλο παρά ουράνιας προέλευσης ήταν, αφού απ’ τα ευρήματα αποδεικνύετο ως κοινότατο δάνειο κατά βάση Βαβυλωνιακό. Οι πανομοιότυπες ιστορίες του κατακλυσμού και της δημιουργίας του κόσμου, ήταν για τον Delitzsch η αναντίρρητη απόδειξη. «Φυσικά οι συγγραφείς της Παλαιάς Διαθήκης δεν υπολόγισαν, ότι κάποια μέρα θα μπορούσαμε να φτάσουμε μόνοι μας στις πηγές» Βαβυλώνα σελ 289.

Στο «μεγάλο ψέμα», υποδείξαμε την προέλευση των βασικών βιβλικών μύθων εν πολλοίς ως αντιγραφές των αντίστοιχων μεσογειακών. Θα θυμάται ίσως ο αναγνώστης, ότι στη σύγκριση των τριών πανομοιότυπων κατακλυσμικών αφηγήσεων που επιχειρήσαμε εκεί, του Ελληνο-μεσογειακού Δευκαλίωνος, του Ασσυριο-βαβυλωνιακού Γιλγαμές-Ουτναπιστήμ και του εβραϊκού Νώε. Η ανάλυση των λεπτομερειών και κυρίως η κατανόηση των λόγων για την ύπαρξη και το πέταγμα της περιστεράς στο τέλος και των τριών αφηγήσεων, μας οδήγησαν στην αποδοχή του μύθου του Δευκαλίωνος ως προγενέστερου των υπολοίπων.

Υποστηρίξαμε λοιπόν, και νομίζω όχι αστήρικτα, τη σκέψη ότι οι συγκεκριμένοι τουλάχιστον μεσογειακοί μύθοι όπως «θεογονία» «ανθρωπογονία» «κατακλυσμικό» και «πολυγλωσσία», είναι οι αρχέγονοι μύθοι που διεσπάρησαν στην αρχαία Μεσοποταμία και έγιναν το βασικό υλικό των Ασσυρο-βαβυλωνιακών μύθων και όχι οπωσδήποτε το αντίθετο, όπως οι περισσότεροι διατείνονται. Αυτό βέβαια, ούτε κατά κεραία δεν υποβαθμίζει την αξία των ασσυριολογικών ευρημάτων, αφού με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, αποδεικνύουν την απόλυτη πλαστότητα της βιβλικής θεοπνευστίας.

Τα ευρήματα όμως της Ασσυριολογίας, ανεξάρτητα απ’ τις όποιες απαρχές των μύθων, και την αληθινή τους προέλευση, μας προσφέρουν έναν ανεπανάληπτο θησαυρό λεπτομερέστατων γνώσεων, που αποδεικνύουν ότι: οι δεισιδαιμονίες κάθε τύπου απ’ τις γραφικότερες, ως τις πλέον φθοροποιές που μαστίζουν ακόμα την ανθρωπότητα, διαρκώς μάλιστα επεκτεινόμενες, γεννήθηκαν εν πολλοίς εδώ απ’ τη μητέρα των δεισιδαιμονιών και της μαγείας, στο άλλοτε πολυσύχναστο σταυροδρόμι της ανατολής, τη Μεσοποταμία.

Κανείς δεν μπορεί να υποπτευθεί πόσα από τα δεινά της ανθρώπινης σκέψης και της ιστορίας γεννήθηκαν εδώ στην δεισιδαιμονοκρατούμενη ανατολή! Η μεσοποτάμια σκέψη απόλυτα θρησκοκρατούμενη, επηρέασε βαθύτατα την ανθρωπότητα, γεννώντας άπειρες μορφές δεισιδαιμονίας, αστρολογίας, αριθμοσοφίας, μαγείας και πάσης φύσεως δαιμονολογίας, που δυστυχώς απαράλλακτες ακόμα και στις λεπτομέρειές τους, κυριαρχούν ακόμα στον κόσμο μας. Στη συνέχεια της έρευνάς μας, συχνά θα παραπέμπουμε στα ευρήματα της Ασσυριολογίας, ώστε σταδιακά να φωτίσουμε όσο γίνεται καλύτερα τους μεσοποτάμιους επηρεασμούς των βιβλικών ηρώων.

Οι βιβλικές ιστορίες άλλωστε, διαδραματίζονται κυριολεκτικά ανάμεσα στις δύο γιγάντιες επιρροές της ελληνο-αιγυπτιακής επίδρασης από τη μια και της χαλδαιο-μεσοποταμιακής από την άλλη. Η Μεσοποταμία, δικαιωματικά άσκησε ισχυρότατη επίδραση στην πατριαρχική σκέψη, αφού εκεί είναι οι χώρες της φυσικής και πνευματικής τους καταγωγής. Τα ευρήματα λοιπόν της Ασσυριολογίας, είναι κατά την γνώμη μου, ο καλύτερος μίτος της Αριάδνης, που με μεγάλη ασφάλεια, θα μας ερμηνεύσει την δαιδαλώδη εβραιο-προφητική σκέψη!

Δείτε το αν θέλετε κι έτσι. Η δεισιδαίμων εβραιο-πατριαρχική σκέψη, γεννήθηκε στη Μεσοποταμία, ανδρώθηκε επεκτατικά στην Παλαιστίνη, και έγινε αργότερα πνευματική αυτοκρατορία στη Μεσόγειο, και επέκεινα σε ολόκληρο τον δυτικό κόσμο, χωρίς ποτέ να χάση τα τυπικά γνωρίσματα της χώρας των μάγων. Προς τούτο, είχε πάντοτε συμπαραστάτες, όχι μόνο τα άγνωστα στους πολλούς και ανίκητα όπλα του δόλου, αλλά και τη μόνιμη ροπή των λαών στην δεισιδαιμονία.

Η θύελλα όμως της Ασσυριολογίας πέρασε. Ο απόηχός της έμεινε στα γραφεία και τις βιβλιοθήκες κάποιων ιδιόρρυθμων φιλομαθών, και ο κόσμος έκατσε ξανά βαρύς στις ζεστές βολικότατες θρησκευτικές ιδέες του. Τι πειράζει αν ο Μωυσής είχε ελαττωματική θεοπνευστία; Και τι έγινε που κάποιους απ’ τις παράξενους νόμους του Σινά, τους δανείστηκε ο μεγάλος Μωυσής από προγενέστερες συλλογές νόμων; Οι κληρικοί περιποιήθηκαν την τσαλακωμένη υπερηφάνεια τους, έβαλαν αρκετό νερό στο κρασί τους, και έκλεισαν την πόρτα πίσω τους.

Αν και μέχρι σήμερα παρατηρείται μια έξαρση στην γαλλική κυρίως βιβλιογραφία, ουσιαστικά η Ασσυριολογία πέρασε στην αφάνεια. Στην πατρίδα μας δεν έφτασε φαντάζομαι ποτέ, ούτε ο παραμικρός κραδασμός, αφού οι δυστυχείς Έλληνες την εποχή εκείνη, είχαν τόσων αιώνων μιζέρια να αποτινάξουν από πάνω τους. Σήμερα όμως είναι καιρός, κάποιοι μεταφραστές, εκδότες και συγγραφείς, να στρέψουν την προσοχή τους επιτέλους στην δυναμικότερη αυτή εμπράγματη αμφισβήτηση των γραφών, την Ασσυριολογία. Μια επανάσταση που δεν πρέπει να ξεχαστεί.

Επιστρέφοντας λοιπόν με τη σκέψη μας στον μεγάλο Χαλδαίο-Αιγύπτιο Μωυσή, δεν πρέπει να ξεχνούμε τις έντονες μεσοποτάμιες καταβολές του.
-----------------------------
[1]«Ενούμα ελίς» επονομάσθη απ’ της δυο πρώτες εναρκτήριες λέξεις του: «όταν ψηλά»

Δέκα Σημεία που Καθορίζουν έναν Χριστιανό

10 - Αρνείστε σθεναρά την ύπαρξη χιλιάδων Θεών άλλων θρησκειών, αλλά προσβάλλεστε αν κάποιος αρνείται την ύπαρξη του Θεού σας.

9 - Αισθάνεστε προσβεβλημένος όταν λένε οι επιστήμονες ότι οι άνθρωποι εξελίχθηκαν από τις μικρότερες μορφές ζωής, αλλά δεν έχετε κανένα απολύτως πρόβλημα με τη βιβλική αφήγηση που θεωρεί ότι δημιουργηθήκαμε από την λάσπη.

8 - Γελάτε με τους πολυθεϊστές, αλλά δεν έχετε κανένα πρόβλημα πιστεύοντας σε έναν τριαδικό Θεό.

7 - Νευριάζετε όταν ακούτε για τις «αγριότητες» που αποδίδονται στον Αλλάχ, αλλά δεν σας αγγίζει καθόλου το γεγονός πώς ο Θεός Γιαχβέ θανάτωσε όλα τα μωρά της Αιγύπτου κατά την Έξοδο και διέταξε την εξάλειψη ολόκληρων εθνικών ομάδων - συμπεριλαμβανομένων των γυναικών, των παιδιών, των ζώων ακόμη και των δέντρων!

6 - Γελάτε με τις ινδικές πεποιθήσεις που θεοποιούν τους ανθρώπους και με τις ελληνικές αξιώσεις για τους Θεούς που κοιμούνται με γυναίκες, αλλά δεν έχετε κανένα πρόβλημα στο ότι το Άγιο Πνεύμα γονιμοποίησε την Μαρία, η οποία γέννησε έπειτα έναν Θεάνθρωπο τον οποίο τον σκότωσαν, έπειτα επέστρεψε στη ζωή και ανήλθε στον ουρανό.

5 - Είστε πρόθυμοι να περάσετε τη ζωή σας ψάχνοντας κάποιο παραθυράκι ώστε να παρερμηνεύσετε την επιστημονικά καθιερωμένη ηλικία της γης (4.55 δισεκατομμύρια έτη), αλλά δεν βρίσκετε τίποτα το λανθασμένο με την υιοθέτηση των ημερομηνιών που καταγράφονται από τους προϊστορικούς φυλέτες του Ισραήλ που κάθονται στις σκηνές τους και που υποθέτουν ότι η γη είναι μερικές γενεές παλαιά.

4 - Θεωρείτε ότι ολόκληρος ο πληθυσμός αυτού του πλανήτη, με εξαίρεση τους ομοπίστους σας, αποκλείοντας όλους εκείνους που πιστεύουν σε άλλες αιρέσεις - θα περάσουν την αιωνιότητα σε μια κόλαση βασάνων. Και όμως θεωρείτε τη θρησκεία σας «την πιο ανεκτική» και τον Θεό σας υπόδειγμα «αγάπης».

3 - Ενώ η σύγχρονη επιστήμη, η ιστορία, η γεωλογία, η βιολογία, και η φυσική έχουν αποτύχει να σας πείσουν, μια χούφτα ανόητων που μιλούν διάφορες γλώσσες γνωρίζουν όλα όσα χρειάζεστε για να αποδείξετε τον χριστιανισμό.

2 - Καθορίζετε το 0.001% ως «υψηλό ποσοστό επιτυχίας» όταν αφορά τις απαντημένες προσευχές. Θεωρείτε πως τα στοιχεία αυτά αποδεικνύουν ότι η προσευχή λειτουργεί! Και σκέφτεστε ότι η υπόλοιπη ΑΠΟΤΥΧΙΑ 99.999% ήταν απλά η θέληση του Θεού.

1 - Ξέρετε πραγματικά πολύ λιγότερα πράγματα από πολλούς άθεους και Αγνωστικιστές όσον αφορά την ίδια την Βίβλο, το χριστιανισμό και την ιστορία της εκκλησίας σας - αλλά ακόμα σας αρέσει να αποκαλείστε Χριστιανός.

ΔΕΣ: Τουλάχιστον 50 λόγοι να ντρεπόσαστε για τον Ιησού και να μην είσαστε οπαδοί του

Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΣ ΑΝΤΙΕΡΩΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΨΕΥΤΟΗΘΙΚΗ ΤΟΥ

«Είναι κτήνος εκείνος που αποκαλεί κτηνώδη την πράξη που του έδωσε τη ζωή». -Μοντεσκιέ (Γάλλος φιλόσοφος).

Με αφορμή ακραίες, αναχρονιστικές και σκοταδιστικές θέσεις που κατά καιρούς εκφράζονται από ανθρώπους της εκκλησίας (δυστυχώς και από μερικούς από αυτούς που θέλουν να ονομάζονται «πνευματικοί ηγέτες», βλ. ανακοίνωση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος στις 17/3/2008) για τις προγαμιαίες σχέσεις, και επειδή μερικοί ανέραστοι καλόγεροι και άγαμοι μητροπολίτες δεν μπορούν να γίνονται τιμητές των πάντων και να προσβάλλουν με χυδαίες εκφράσεις τους συνανθρώπους μας για συνήθεις πρακτικές και φυσιολογικές συμπεριφορές της κοινωνίας μας, όπως η συμβίωση ενός ζευγαριού εκτός θρησκευτικού γάμου, την οποία χαρακτηρίζουν «πορνεία», ας τραβήξουμε για λίγο την κουρτίνα του εξωραϊσμού, της υποκρισίας και της δήθεν πνευματικότητας, για να δούμε το πραγματικό πρόσωπο «της θρησκείας της αγάπης» στο βασικό θέμα της ερωτικής συμπεριφοράς των ανθρώπων, ώστε να ξέρουν όλοι «σε τι θεό πιστεύουν».

Ο απόστολος Παύλος, δείχνοντας τον μισογυνισμό του και την αποστροφή του προς το γυναικείο φύλο το δήλωσε ξεκάθαρα: «Καλόν ανθρώπω γυναικός μη άπτεσθαι (Καλόν είναι εις τον άνθρωπο να μην εγγίζει και να μη γνωρίσει διόλου γυναίκα)», δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι… η γυναίκα δεν είναι άνθρωπος! (Α΄ Κορινθ. Ζ΄,1-2). Και πιο κάτω: «θέλω γαρ πάντας ανθρώπους είναι ως και εμαυτόν», δηλ. «θέλω να είναι όλοι οι άνθρωποι, όπως είμαι και εγώ, δηλ. άγαμοι και ανέραστοι» (Α΄ Κορινθ. Ζ΄, 7).

Στο ίδιο πνεύμα κινούνται και οι μαθητές του Ιησού, οι «πάνσοφοι αλιείς», οι οποίοι, μετά από μια συζήτηση με τον δάσκαλό τους περί χωρισμού και διαζυγίου, η οποία καταλήγει σε προτροπή υπέρ της παρθενίας και της αγαμίας, ακόμα και υπέρ του ευνουχισμού(!), αφού τα ζύγισαν καλά τα πράγματα με το σύνδρομο της εβραϊκής συμφεροντολογίας, καταλήγουν στο συμπέρασμα: «ει ούτως εστίν η αιτία του ανθρώπου μετά της γυναικός, ου συμφέρει γαμήσαι (δεν συμφέρει να έρχεται κανείς εις γάμον)»! (Ματθ. ΙΘ΄ 9-12).

Ο “μέγας” Αθανάσιος, έλεγε: «Δύο δρόμοι υπάρχουν στη ζωή. Ο ένας είναι του γάμου, ο μέτριος. Ο άλλος είναι της παρθενίας, αγγελικός και ανυπέρβλητος». Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος γράφει: «Τόσο πολύ προέχει του γάμου η παρθενία, όσο ο ουρανός από τη γη». Και ο Τερτυλλιανός συμβούλευε: «Αυτοί που έχουν γυναίκες να κάνουν σαν να μην τις έχουν» (!), δηλ. απλά να τις κοιτάζουν και να σφυρίζουν αδιάφορα! Ένας εκκλησιαστικός ύμνος τονίζει πως οι πραγματικά ηθικοί άνδρες είναι «οι ανδρικώς την φύσιν εκβιασάμενοι ασκητές άγιοι», αφού κατάφεραν να νικήσουν τις βιολογικές ορμές τους, βιάζοντας τη φύση και ο Ισαάκ ο Σύρος δηλώνει ότι «Η παρθενία είναι η κορυφαία των αρετών».

Αλλά αν είναι ιδανικό η παρθενία, η αγαμία και ο μοναχισμός και το ιδανικό αυτό θεωρητικά αποφάσιζε μια μέρα να το ακολουθήσει όλη η ανθρωπότητα, οραματιζόμενη την... Παραδείσια παρθενία και βασιλεία, τότε μετά από πενήντα έως εκατό χρόνια θα εξέλιπε η ζωή από τον πλανήτη!

Άγαμοι θύτες λοιπόν ο απόστολος Παύλος, οι «άγιοι» απόστολοι και οι Πατέρες της εκκλησίας με τις παράλογες, διαστροφικές (μη φυσιολογικές) και αντικοινωνικές απόψεις τους και θύματα όσοι και όσες από το «χριστεπώνυμο ποίμνιο» ακολούθησαν τη γνώμη τους, βασανίστηκαν από πλαστές ενοχές και φοβικά σύνδρομα, απομονώθηκαν από την κοινωνία ή κλείστηκαν σε μοναστήρια, γύρισαν την πλάτη τους στη φυσιολογική ερωτική συμπεριφορά (η οποία είναι η μήτρα και η πηγή της αιώνιας, δηλ. της διαχρονικής ζωής) και με το φόβο της… “κολάσεως” στερήθηκαν τις χαρές του φυσιολογικού έρωτα και της ανθρώπινης επικοινωνίας και μέθεξης με το άλλο φύλλο. Και κάποιοι δυστυχώς εξαργυρώνουν τη ζωή τους αγοράζοντας απραξία και θάνατο! Γιατί θάνατος δεν είναι μόνο ο “χωρισμός της ψυχής από το σώμα”, αλλά και η άρνηση της ζωής, όπως και ο χωρισμός της λογικής σκέψης από τον εγκέφαλο! Γι αυτό και οι περισσότεροι μοναχοί και ασκητές των θρησκειών έχουν συμφιλιωθεί με την ιδέα του θανάτου, αφού δεν έχουν να χάσουν και πολλά πράγματα από μια “ζωή μισή”, από μια ζωή όμοια με θάνατο! «Γενού ως νεκρός κατά την ζωήν και θέλεις ζήσει μετά θάνατον», προτρέπει ο Ισαάκ ο Σύρος στα «Ασκητικά» του.

Έτσι, αποστεωμένοι και άφροντεις, πετάνε τη ζωή τους στα σκουπίδια για μια παραίσθηση ανατολίτικης προέλευσης, μέσα από τα δεσμά της μεταθανάτιας ελπίδας και της σωτηριολογικής εξάρτησης, με τα οποία η αίσθηση της πραγματικότητας μετατρέπεται σε παραίσθηση μιας θολής υπερβατικότητας! Εκεί λοιπόν που αρχίζει η «Βασιλεία του Θεού» τελειώνει το αληθινό, το πλήρες νόημα της φυσιολογικής ζωής!

Αξίζει όμως να δούμε μερικούς από τους ιερούς κανόνες, όπως καταγράφονται στο «Ιερόν Πηδάλιον» της εκκλησίας, που είναι ο κώδικας της καλής και «θεάρεστης» (χριστιανικής) συμπεριφοράς του πιστού, η παραβίαση των οποίων επισύρει βαριές κυρώσεις αποβολής, επιτιμίων, γονυκλισιών, ψαλμών κλπ, αλλά και αυστηρών «μεταθανάτιων» τιμωριών! Σκοπός βέβαια όλης αυτής της ποιμνιακής χειραγώγησης είναι να εμποτίζεται το μυαλό του ανθρώπου με το δηλητήριο της αμαρτίας, με φόβους, φοβίες και πλαστές ενοχές, να αισθάνεται ένας ταπεινός αμαρτωλός, ένας ισόβιος κατηγορούμενος, ένα θύμα του διαβόλου, να βιώνει μια μόνιμη μανία καταδιώξεως λόγω του… «προπατορικού αμαρτήματος» (!) και ένα σπαθί να κρέμεται διαρκώς πάνω από το κεφάλι του, αυτό της «αιωνίου Κολάσεως»!

Με τον τρόπο αυτό, της συνεχούς και ιδιότυπης πλύσης εγκεφάλου, δημιουργείται και συντηρείται η αέναη στρατιά των «πιστών δούλων του Θεού», δηλ το εξασφαλισμένο και ανυποψίαστο ποίμνιο της «αγίας» ποιμαντορίας, των «σεβασμιωτάτων» και «παναγιωτάτων» ποιμεναρχών(!)

Κατά το «Ιερόν Πηδάλιον» λοιπόν, απαγορεύεται στη γυναίκα που έχει την περίοδό της (μια απόλυτα φυσιολογική δηλαδή λειτουργία του οργανισμού της για την αναπαραγωγή του είδους) να προσέλθει στην εκκλησία, όπως και εκείνος ο άνδρας που κατά τη νύκτα (άθελά του δηλαδή) έχει πάθει «ενυπνιασμόν ή ονείρωξιν, μολυνθείς καθ’ ύπνους τω της εκκρίσεως πάθει...», ακόμα «ο μαλακίαν διαπραξάμενος», όπως και η «γυνή η εις ασπασμούς ανδρός ελθούσα και επαφάς, μη διαφθαρείσα όμως, το της μαλακίας επιτίμιον δέχεται». (Στην περίπτωση που «διεφθάρη» τα πράγματα είναι πολύ πιο δύσκολα, από πλευράς χριστιανικών ποινών!).

Ακόμα, κατά το «Ιερόν Πηδάλιον», μεταξύ άλλων «αφορίζονται»: Όσοι (εννοείται πάντα και όσες) έχουν προγαμιαίες σχέσεις. Όσοι έχουν βιβλία αιρετικών ή αντιχριστιανικά και δεν τα παραδίδουν στο επίσκοπο να τα κάψει(!). Όσοι δεν καταστρέφουν τα κατάλοιπα των ελληνικών ειδώλων (αγαλμάτων), όπου κι αν βρίσκονται (ακόμα και στα μουσεία!). Όσοι έχουν συνήθειες των Ελλήνων (π.χ. μετέχουν σε αθλητικούς αγώνες). Όσοι είναι θεατρίνοι, ή γελωτοποιοί ή μίμοι, αλλά και όσοι παρακολουθούν τέτοια θεάματα (αλίμονο στους θεατρόφιλους!). Όσοι καλλωπίζονται και στολίζονται. Όσοι περιποιούνται τα μαλλιά τους και αρωματίζονται. Όσοι φορούν προσωπίδες και καρναβαλίζονται (τέρμα οι Αποκριάτικες φιέστες!). Όσοι φορούν γυναικεία ρούχα και το αντίστροφο (γυναίκες με τα παντελόνια αλίμονό σας!). Όσοι κρεμούν μαγιάτικα στεφάνια στα σπίτια τους. Όσοι πηδούν τις φωτιές του Αϊ Γιάννη. Όσοι… Όσοι… Όσοι…!

Ας σταθούμε για λίγο και στο «Μέγα Ευχολόγιον», να δούμε τι λέει για τον «σαραντισμό της λεχούς», δηλ. για την… «προσαγωγή» (!) της στο ναό. «Ο Σαραντισμός είναι το έθιμον ειθισμένον εν τω Μωσαϊκώ Νόμω γινομένου εν τω Ιεροσολυμιτικώ Μεγάλω Ναώ, μετά την εκπλήρωσιν των ημερών του καθαρισμού της λεχούς αυτήν προσαχθήναι εις το Ιερόν».

Προσαχθήναι λοιπόν την νέα μητέρα προς καθαρισμόν! Για να της διαβάσει ο παπάς την ευχή που λέει: «Και καθάρισον αυτήν από του ρύπου της Γεννήσεως». Η πιο φυσική και φυσιολογική διαδικασία της ζωής, να θεωρείται βρώμικη και αμαρτωλή, να φορτώνεται με σκοτεινές ενοχές, να βιάζεται κάτω από το τερατώδες, το υπερφυσικό, το εβραιομυθολατρικό, το μαγικό και ανατολίτικο, όταν στην αρχαία Ελλάδα υπήρχαν θεές για αρωγή και προστασία των εγκύων, των επιτόκων και των λεχώνων, όπως η Αθηνά, η Αρτέμιδα, η Ειλείθια ή Ελευθώ, η Ήρα και η Κλωθώ, η Μαία και η Λητώ. Ακόμα και η μητέρα του Ιησού, η «αειπάρθενος» Μαρία, σύμφωνα με τον ευαγγελιστή Λουκά, παρά... την «άμωμο» και «άσπιλο» σύλληψη, υποβλήθηκε στη διαδικασία του καθαρμού!(Λουκ. Β΄ 22).

Στην εφημερίδα «ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ» της Κυριακής 4 Μαΐου 2008 δημοσιεύτηκε ένα αποκαλυπτικό δισέλιδο ρεπορτάζ του δημοσιογράφου Χρήστου Μπόκα με τίτλο «Παιδεραστές με ράσα!», το οποίο αφορούσε «συγκλονιστικές υποθέσεις “σάτυρων” ιερέων στην Ελληνορθόδοξη Εκκλησία της Αμερικής», με ειδική αναφορά στη «σιωπή της Αρχιεπισκοπής Αμερικής που συγκάλυψε 11 περιπτώσεις σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών από ιερείς» και που «μέσα σε έξι χρόνια πλήρωσε 8,3 εκατομμύρια δολάρια σε αποζημιώσεις για να κλείσει τα στόματα των θυμάτων»!

Στο εκτενές αυτό ρεπορτάζ της εφημερίδας αποκαλύπτονται με ονόματα συγκεκριμένων παιδεραστών κληρικών – ιερωμένων ανατριχιαστικές συμπεριφορές που προήλθαν από «δεκάδες καταγγελίες και μηνύσεις από οικογένειες των θυμάτων που είναι στην πλειονότητά τους παιδιά ομογενών», όπως «ασέλγεια κληρικού σε βάρος του ανιψιού του αλλά και άλλων παιδιών ομογενών», «ασέλγεια κληρικού εις βάρος 12χρονου κοριτσιού την ώρα που του παρέδιδε μαθήματα Ελληνικών», «ασέλγεια χήρου παπά με δύο παιδιά εις βάρος ενός 15χρονου παιδιού», αλλά και πολλές άλλες περιπτώσεις ασέλγειας ή βιασμού ανήλικων αγοριών «από σάτυρους ιερείς, πολλά εκ των οποίων ήταν παπαδοπαίδια», δηλ. “παπαδάκια”! Παιδιά που μέχρι πρότινος οι γονείς τους θεωρούσαν ότι αποτελεί πλεονέκτημα και καλή πορεία ζωής να συναναστρέφονται με «πνευματικούς», ως εκείνη τη μέρα που «έσκασε η βόμβα» μέσα στο σπίτι τους!

Στην εκπομπή «ΜΠΟΡΩ» της Άννας Δρούζα της Δευτέρας 5 Μαΐου 2008 παρακολουθήσαμε έκπληκτοι την εξομολόγηση μιας νεαρής μητέρας που στην παιδική της ηλικία είχε την ατυχία να βρεθεί σε ίδρυμα (ορφανοτροφείο) που ανήκε σε μονή της περιοχής Κοζάνης, όπου οι υπεύθυνοι για το ίδρυμα καλόγεροι την κακοποιούσαν και την βίαζαν, μαζί με άλλα μικρά κορίτσια, από την ηλικία των οκτώ ετών μέχρι τα δεκατρία, οπότε κατάφερε να ξεφύγει από το κατ΄ επίφαση ίδρυμα, στην πραγματικότητα κολαστήριο – μοναστήρι! Με τρόμο λοιπόν, με σπασμένη τη φωνή και με ανεπούλωτα τα ψυχικά της τραύματα περιέγραψε τα δεινά που υπέφερε από τους ανώμαλους και σαδιστές βασανιστές της παιδικής της ψυχής! Και το εξ ίσου τραγικό που ακούστηκε ήταν ότι ενώ πολλοί ήξεραν και οι εφημερίδες της Β. Ελλάδας είχαν ασχοληθεί πολλές φορές με το θέμα, ο ηγούμενος της μονής και ο υπεύθυνος μητροπολίτης δεν έκαναν καμιά ενέργεια να σταματήσουν και να πατάξουν αυτά τα φρικτά εγκλήματα! Σε τέτοιες περιπτώσεις όμως η αδιαφορία, η αμέλεια ή η συγκάλυψη σημαίνουν συνενοχή!

Και όλα αυτά σημειωτέον ότι αποτελούν ένα μικρό μέρος μιας σκληρής και αδίστακτης διαχρονικά πραγματικότητας που με δυσκολίες βλέπει κατά καιρούς το φως της δημοσιότητας. Αλλά αν μέσα στην κοινωνία εμφανίζονται κατά καιρούς ανθρωπόμορφα κτήνη, θα περίμενε ο κάθε καλοπροαίρετος και ευκολόπιστος άνθρωπος τέτοια φαινόμενα να μην έχουν θέση στο χώρο της εκκλησίας και του ιερατείου, και εν πάση περιπτώσει τυχόν τέτοια απαράδεκτα και ακραία φαινόμενα να καταγγέλλονται άμεσα και να τιμωρούνται παραδειγματικά και όχι να γίνεται προσπάθεια για την άνωθεν συγκάλυψή τους. Άλλωστε η εκκλησία και η χριστιανική θρησκεία γενικότερα διατείνεται με έπαρση για τη προάσπιση της ηθικής και για τον ενάρετο βίο των λειτουργών της, καθώς και για τη στήριξη, την κατήχηση και τη νουθεσία της νεολαίας «σύμφωνα με το πνεύμα και το γράμμα των Ιερών Γραφών»!

Αλλά επειδή ο όρος «Ιερές Γραφές» είναι κατά κάποιον τρόπο αόριστος, ας γίνουμε πιο συγκεκριμένοι, με ζωντανά παραδείγματα «ιερών προσώπων», για τα οποία η χριστιανική θρησκεία υπερηφανεύεται και τα θεωρεί καύχημα και τιμή, αφού τα κατατάσσει στο «χορό των δικαίων και αγίων» και εορτάζει τη μνήμη τους σε συγκεκριμένες ημερομηνίες. Ένα τέτοιο σεβαστό πρόσωπο της εβραϊκής ιστορίας και της ιουδαιοχριστιανικής θρησκείας που «ευαρέστησε τον Θεό», είναι ο ανιψιός του Πατριάρχη Αβραάμ, ο Λωτ.

Ο Λωτ λοιπόν και η οικογένειά του ήταν οι μόνοι, σύμφωνα με την «θεόπνευστη» Παλαιά Διαθήκη, που σώθηκαν από την καταστροφή των Σοδόμων. Ας δούμε όμως πιο προσεκτικά ποια ήταν η «σεσωσμένη» από την καταστροφή «αγία οικογένεια»: Ο Λωτ είναι αυτός που μετά την απομάκρυνσή του από τα Σόδομα (με τη βοήθεια του Θεού κατά τη Βίβλο) και την απώλεια της γυναίκας του, εγκαταστάθηκε μαζί με τις δυο του κόρες σε μια σπηλιά πάνω στα βουνά, διότι «εφοβήθη να κατοικήσει εν Σηγώρ και κατώκησεν εν σπηλαίω» (Για να φοβάται κάτι κακό θα είχε κάνει, αλλά ας δούμε την εξέλιξη της ιστορίας).

Εκεί πάνω στην απομόνωση λοιπόν και αφού συνεννοήθηκαν μεταξύ τους οι δυο κόρες του Λωτ, τον πότισαν κρασί (αλήθεια που το βρήκαν το κρασί οι κυνηγημένοι;) και στη συνέχεια προχώρησαν μαζί του σε ερωτικές συνευρέσεις (εναλλάξ βράδυ παρά βράδυ), «και συνέλαβον αι δύο θυγατέρες Λωτ εκ του πατρός αυτών. Και έτεκεν η πρεσβυτέρα υιόν και εκάλεσε το όνομα αυτού Μωάβ λέγουσα: εκ του πατρός μου. Ούτος πατήρ Μωαβιτών έως της σήμερον ημέρας. Έτεκε δε και η νεωτέρα υιόν και εκάλεσε το όνομα αυτού Αμμάν, λέγουσα: υιός γένους μου. Ούτος πατήρ Αμμανιτών έως της σήμερον ημέρας.»! Γεν. ΙΘ΄35-37.

Και το ερώτημα που προκύπτει είναι: Τι χειρότερα από τον Λωτ μπορεί να έκαναν οι κάτοικοι των Σοδόμων για να τους «κάψει ο Θεός» (σύμφωνα με την εβραϊκή Βίβλο); Η ίδια η «Αγία Γραφή» τους παρουσιάζει σαν κοινωνικούς, εργατικούς και νοικοκύρηδες και όχι σαν ανήθικους, έκφυλους και διεστραμμένους! «Ήσθιον, έπινον, ηγόραζον, επώλουν, εφύτευον, ωκοδόμουν». Λουκάς ΙΖ΄22-29. Εκτός και αν οι συγγραφείς της Π. Διαθήκης ήθελαν να πείσουν τους εβραίους ότι η ενδογαμία, η πατρογαμία και η αιμομιξία είναι θεάρεστη πράξη (!), προκειμένου να μείνουν “καθαρά” τα γένη και οι φυλές τους!…

Αυτόν λοιπόν τον «άγιο» Λωτ τον εορτάζει και τον τιμά η ορθόδοξη χριστιανική εκκλησία στις 9 Οκτωβρίου! Ποια περίσσια αγιοσύνη άραγε να επιβάλει αυτή την τιμή; Ποια «οσμή ευωδίας πνευματικής» αναδύεται από τα έργα του; Ποιος θα μας το εξηγήσει; Μήπως εκείνοι οι δεσποτάδες που χαρακτήρισαν τις προγαμιαίες σχέσεις και την εκτός θρησκευτικού γάμου συμβίωση «πορνεία»; Σίγουρα αυτοί μπορούν να μας απαντήσουν και στο ερώτημα: «Τα εγγόνια του “αγίου” Λωτ ποιόν πατέρα είχανε;»

Γιατί η δικαιολογία ότι ο Λωτ έχει το ελαφρυντικό του μεθυσμένου γι’ αυτά τα σεξουαλικά του ανοσιουργήματα ή ότι τον παρέσυραν οι κόρες του για να συνευρεθεί μαζί τους δεν περιποιεί ιδιαίτερη τιμή στους υπερασπιστές του, αλλά τους εκθέτει στα μάτια της κοινωνίας και στην κρίση κάθε σκεπτόμενου με πραγματικά ηθικά κριτήρια ανθρώπου, χωρίς θρησκευτικές εξαρτήσεις, συναισθηματικές παρωπίδες και πνευματικές ωτασπίδες! Άλλωστε ένας μεθυσμένος δεν σημαίνει ότι δεν έχει επίγνωση του τι κάνει, ούτε χάνει τη μνήμη του, ώστε να μη θυμάται το επόμενο πρωί τι έκανε το προηγούμενο βράδυ. Απλώς πάνω στο μεθύσι εκδηλώνεται πιο εύκολα ο πραγματικός του χαρακτήρας!

Ο Μέγας Βασίλειος της Καισαρείας βρήκε για την περίπτωση αυτή σαν αιτία τον «από μηχανής θεό» της χριστιανοσύνης, τον διάβολο! Γράφει λοιπόν ο άγιος Βασίλειος: «Και του διαβόλου την ηδυπάθεια (παράδοση σε σωματικές απολαύσεις) συνασπιζόμενοι (συστρατευόμενοι εναντίον της) … (καθώς) ο Λωτ θυγατρόγαμος γίνεται, γαμβρός εαυτού και πενθερός, ο πατήρ ανήρ, και ο πάππος πατήρ, εκατέρωθεν τους όρους της φύσεως υβρίζων»!!! ΛΟΓΟΣ ΑΣΚΗΤΙΚΟΣ 31.640/30-45.

Βλέπουμε άλλωστε ότι το “γαμικό” μητρώο πολλών εβραίων πατριαρχών, του Αβραάμ μη εξαιρουμένου (αφού δηλώνει ότι η γυναίκα του η Σάρρα είναι ετεροθαλής αδελφή του και την “πουλάει” διαδοχικά σε δύο βασιλείς, αποκομίζοντας μεγάλα οικονομικά οφέλη), δεν είναι καθόλου καθαρό! (Γεν. ΙΒ΄10-19, ΙΓ΄12, Κ΄ 1-16). Πράγματι στις σελίδες της εβραϊκής Βίβλου περιγράφονται ψευδολογίες, πανουργίες, εξαπατήσεις, προδοσίες, ληστείες, δολοφονίες, βιασμοί, αιμομιξίες, αδελφογαμίες, παιδογαμίες, αυνανισμοί, κοπροφαγίες, γενοκτονίες, αιματηροί πόλεμοι, ανεπανάληπτες θηριωδίες και θανατηφόρες θαυματοποιίες (μαγγανεία και μαύρη μαγεία)! Ο κάθε καλοπροαίρετος και αντικειμενικός αναγνώστης ας ανοίξει οποιαδήποτε σελίδα της Παλαιάς Διαθήκης και θα διαπιστώσει αμέσως την “αγιοποίηση” δόλιων και επαίσχυντων συμπεριφορών! Και όλα αυτά με τις προτροπές και τις ευλογίες του εβραϊκού Θεού Γιαχβέ! Άπειρα τα σχετικά χωρία, με συμπεριφορές που βρίσκονται στον αντίποδα του ανθρωπισμού!

Η ατομική αφύπνισή μας λοιπόν και η αμφισβήτηση για ό,τι άκριτα θεωρείται «ιερό και όσιο», και η αντίληψή μας ότι «κανείς δεν είναι υπεράνω πάσης υποψίας», μπορεί να αποβεί ακόμα πιο αποτελεσματική αν παραβάλουμε την ιστορία του “εκλεκτού” του Θεού Γιαχβέ, του «δικαίου και αγίου» Λωτ, του υβριστή της φύσεως κατά τον Μέγα Βασίλειο, με τον μύθο του τραγικού Οιδίποδα, του μυθολογικού βασιλιά των Θηβών, του γιου του Λαΐου και της Ιοκάστης, ο οποίος υπήρξε τραγικό θύμα μιας πλεκτάνης της μοίρας και τίποτα δεν μπόρεσε να ξεπλύνει τις ενοχές του για το ανοσιούργημα που χωρίς να γνωρίζει είχε διαπράξει, το γάμο του δηλαδή με τη μητέρα του, παρά μονάχα ο αυτοχειριασμός και ο θάνατος!... Γι αυτό και ο μύθος του Οιδίποδα έχει εμπνεύσει έξοχα έργα της αρχαίας τραγικής ποιήσεως, ενώ η αισχρή ιστορία αιμομιξίας του Λωτ έντεχνα και με επιμέλεια αποσιωπείται από τους (δήθεν) «πνευματικούς», τους «κήρυκες της ηθικής» και τους ιεροκήρυκες!

Μέχρι πότε λοιπόν η ελεύθερη Ελληνική ψυχή θα ασφυκτιά, παλεύοντας τυλιγμένη μέσα στο δίχτυ του σκοταδισμού, της οπισθοδρόμησης, της εξουσιαστικής μανίας και της μισαλλοδοξίας του ιερατείου και του θρησκευτικού κατεστημένου, έχοντας τελικά φθάσει δυστυχώς στο σημείο της μετάλλαξης ώστε να βλέπουμε ακόμα και σήμερα μορφωμένους και σεβαστούς κατά τα άλλα ανθρώπους, να σκύβουν και να φιλούν τα χέρια των δεσποτάδων (καθαρά ραγιαδιστικό φαινόμενο δουλικής συμπεριφοράς ποιμνίου), να γονατίζουν μπροστά τους νομίζοντας ότι τους μεταγγίζεται η «θεία χάρη» και να εκβιάζονται στη συμπεριφορά τους, επιφορτιζόμενοι με πλαστές αμαρτίες και ενοχές, επιζητώντας μάλιστα τον εξευτελισμό τους και τη μείωση της προσωπικότητάς τους, μέσα στον κόσμο των παραισθήσεων και των ψευδαισθήσεων που διάλεξαν να μπουν;

Γιατί τι άλλο συμβαίνει όταν αναθέτουν, μέσω της εξομολόγησης, σε δήθεν «πνευματικούς», στην ουσία επαγγελματίες σκοταδιστές, οπισθοδρομικούς εσχατολόγους, εθελούσιους άτεκνους, αυτοκηρυγμένους ανέραστους, φανατικούς μισογύνηδες, επικίνδυνους ψευτοηθικολόγους, «τον έλεγχο των πιο λεπτών κυττάρων τους», όπως τον έλεγχο της φυσιολογικής τους σεξουαλικής συμπεριφοράς, με συνέπεια να δηλητηριάζεται η σκέψη τους με νοσηρές ηθικές φόρμουλες και αρετές περί παρθενίας και αγαμίας, να τους δημιουργούνται σεξουαλικές ψυχώσεις, αφού ο Θεός… επιτρέπει την ικανοποίηση του σεξουαλικού ενστίκτου κάτω από αυστηρούς όρους και περιορισμούς, κι έτσι να φτάνουν στο σημείο να αισθάνονται ενοχές και τύψεις επειδή είναι φυσιολογικά άτομα!

Τέτοιων ανθρώπων, της εξουσιαστικής ποιμαντορίας, της γυναικοφοβικής ψυχοσύνθεσης και της καλογερίστικης νοοτροπίας έργα είναι και οι βίοι αρκετών «αγίων» θηλυκού γένους, όπως της όσιας Μαρίας που μετονομάσθηκε… Μαρίνος και μπήκε σε ανδρικό μοναστήρι (εορτάζεται στις 12 Φεβρουαρίου), της οσίας Ματρώνας που αφού εγκατέλειψε σύζυγο και μικρό παιδί, πήγε σε ανδρικό μοναστήρι «μεταμφιεσμένη σε άνδρα με το όνομα Βαβύλας» (εορτάζεται στις 9 Νοεμβρίου), ή της οσίας Ευφροσύνης από την Αίγυπτο, η οποία «κατέληξε μεταμφιεσμένη ανδρικά σε κοινόβιο ανδρικό μοναστήρι», όπου πήρε το όνομα Σμάραγδος (εορτάζεται στις 25 Σεπτ.), ή της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας, η οποία «έπεσε στη διαφθορά της αμαρτωλής ζωής για 17 ολόκληρα χρόνια» (εορτάζεται την 1η Απριλίου), ή της οσίας Πελαγίας από την Αντιόχεια (που «η ζωή της ήταν βουτηγμένη μέσα στον οίστρο των αμαρτωλών ηδονών και η ακολασία είχε πωρώσει τη συνείδησή της») και της αγίας Ταϊσίας από τη Σιδώνα, που εορτάζονται στις 8 Οκτωβρίου, δηλ. δυο πόρνες -μεταμελημένες- σε μια μέρα), που περιγράφονται με όλες τις σκανδαλιστικές και πολλές φορές διαστροφικές λεπτομέρειες. Μάλιστα η αγία Ταϊσία… «παρασύρθηκε στο δρόμο της ατιμίας μόλις 17 ετών και αυτή που επιβουλεύτηκε την τιμή της και ήθελε να την εκμεταλλευτεί ήταν η ίδια η μάνα της»! Με αποτέλεσμα να γίνει «πλούσια αλλά και πόρνη», και «να καταντήσει ένα αντικείμενο σαρκικής ικανοποίησης και τίποτα περισσότερο»! (Βλ. Αγιολόγιο της ορθοδοξίας Χρήστου Τσολακίδη).

Ακόμα να μην ξεχνάμε ότι υπάρχουν πολλοί άγιοι που αγίασαν επειδή αν και παντρεμένοι παρέμειναν… παρθένοι («έζησαν εν παρθενία»), όπως οι άγιοι Χρύσανθος και Δαρεία η «πάνσεμνος» (19 Μαρτίου), ή ο βούλγαρος πρίγκιπας και μετέπειτα βασιλιάς της Σερβίας άγιος Ιωάννης ο Βλαδίμηρος (22 Μαΐου), ή ο άγιος Κόνων (5 Ιουνίου)! Και μετά μας λένε ότι «ο Ιησούς και η εκκλησία γενικότερα ευλόγησε τον γάμο»! Μήπως εννοούν τον «λευκό» γάμο, το γάμο των χωριστών κρεβατιών; Γιατί και οι μεν (οι παρθένοι δηλαδή) «άγιοι» και οι άλλοι (οι σεξουαλικώς ενεργοί και δραστήριοι) «ευλογημένοι» δεν γίνεται!

Είναι γνωστό άλλωστε, ότι οι χριστιανοί πατέρες, ασκητές, συγγραφείς και ιερατεία θεώρησαν το σώμα του ανθρώπου σαν έδρα του κακού και της αμαρτίας (που έπρεπε να παραμεληθεί, να καταπιεστεί, να ταλαιπωρηθεί), τη γυναίκα σαν το “άντρο” του διαβόλου και τη σεξουαλική ορμή (την πηγή της ζωής) σαν κατεξοχήν αμαρτωλή και ακάθαρτη και της προσέδωσαν «διαβολική» προέλευση, την ονόμασαν «την φλόγα των πειρασμών» (!), παρασυρμένοι προφανώς από τη… «σεξουαλική αγωγή» που θέλησε να κάνει στον ανδρικό πληθυσμό ο Ιησούς λέγοντας: «Εισί γαρ ευνούχοι οίτινες εκ κοιλίας μητρός εγεννήθησαν ούτω. Και εισίν ευνούχοι οίτινες ευνουχίσθησαν υπό των ανθρώπων, και εισίν ευνούχοι οίτινες ευνούχησαν εαυτούς δια την βασιλείαν των ουρανών. Ο δυνάμενος χωρείν χωρείτω (όποιος μπορεί να το κάνει… καλοδεχούμενος) ». Ματθ. ΙΘ΄12.

Αλήθεια, εκτός από τον φρικτό αυτοευνουχισμό, η βάρβαρη πράξη του ευνουχισμού ανθρώπου από άνθρωπο δεν ενοχλεί καθόλου τον «γλυκύτατο» Ιησού; Γιατί δεν την σχολιάζει;

Ο εκκλησιαστικός πατέρας, ο πολυγραφότατος Ωριγένης, όταν εμβάθυνε στο… βαθύτερο νόημα της παρότρυνσης του Ιησού για τους ευνούχους, θεώρησε ότι απέκτησε και το εισιτήριο για τη «βασιλεία των ουρανών» και έσπευσε να «αυτοευνουχισθεί», «ορμιθείς προς τούτο εκ του γράμματος της ευαγγελικής ρήσεως»! Βέβαια αν είχε διαβάσει την άποψη του Έλληνα τραγικού ποιητή Ευριπίδη, ο οποίος είχε πει ότι «Την απόλυτη βλακεία αγγίζει αυτός που θέλει να νικήσει τη φύση», ίσως να εκτιμούσε περισσότερο ό,τι η Φύση του χάρισε!

Βέβαια ο Ωριγένης είχε μελετήσει και τα άλλα... μεστά σοφίας (αλλά και μεταθανάτιας τρομοκρατίας) , λόγια του Ιησού, που λέει: «Εί δε η χείρ σου ή ο πούς σου σκανδαλίζει σε, έκκοψον αυτά και βάλε από σου. Καλόν σοι εστίν εισελθείν εις την ζωήν χωλόν ή κυλλόν, ή δύο χείρας ή δύο πόδας έχοντα βληθήναι εις το πυρ το αιώνιον. Και εί ο οφθαλμός σου σκανδαλίζει σε, έξελε αυτόν και βάλε από σου. Καλόν σοι εστί μονόφθαλμον εις την ζωήν εισελθείν, ή δύο οφθαλμούς έχοντα βληθήναι εις την γέεναν, εις το πυρ το άσβεστον, όπου ο σκώληξ αυτών ου τελευτά και το πυρ ου σβέννυται». (Ματθ. ΙΗ΄9 και Μάρκ. Θ΄43-48). Έτσι όμως οι προτροπές για αυτοακρωτηριασμούς μπορεί να μην έχουν τέλος!... Και αφού πόδια, χέρια, μάτια τα κόψαμε και τα βγάλαμε, σκεφθείτε τι έχει σειρά!...

Μήπως τελικά το δήθεν ψυχοσωτήριο έργο της θρησκείας στην ουσία καταντάει ψυχοκτόνο και ο σημαντικότερος αντίπαλος της νοημοσύνης μας, όταν νεκρώνει τα ψυχικά μας αντανακλαστικά απέναντι στη βαρβαρότητα και στην καταπίεση, δημιουργεί πλαστές αμαρτίες και υποχρεώσεις, μεταθανάτιες φοβίες και διαρκείς ενοχές και μας αποστρέφει από τις χαρές της (φυσιολογικής) ζωής δηλ. από το «κατά φύσιν ζειν» και το «κατά Λόγον ζείν», που είναι η ουσία της ελευθερίας και της αρετής;

«Το κατά φύσιν ζήν, ταυτό του κατ΄ αρετήν ζήν (εστί)» κατά τον Ζήνωνα. Γι αυτό οι άνθρωποι που βιώνουν, αποδέχονται, υπηρετούν και προπαγανδίζουν το «παράλογο» ή το «ανορθόλογο», δηλ. το “παρά φύσιν ζειν”, είναι αρνητές του Λόγου (που είναι η φύση του ανθρώπου και του Σύμπαντος) και της ελευθερίας. Γιατί σίγουρα η έλλειψη ελέγχου, κριτικής σκέψης και αμφισβήτησης συνιστά αποδοχή και υποταγή στα όποια εξουσιαστικά και καταπιεστικά κηρύγματα.

Και όπως γράφει ο στοχαστής, λογοτέχνης και συγγραφέας Ιάσονας Ευαγγέλου, «ο σοφός άνθρωπος είναι παραγωγός ελευθερίας. Ο φιλόσοφος είναι συντηρητής της. Ο κοινός άνθρωπος είναι καταναλωτής της. Και ο εξαρτημένος άνθρωπος είναι ενταφιαστής της».

Πόσο ωραία και σοφά λοιπόν είναι τα λόγια του Ακαδημαϊκού Κων. Τσάτσου, που λέει: «Πολλοί χριστιανοί για να συναντήσουν το Θεό, νομίζουν πως πρέπει να παραμερίσουν το λουλούδι, το δέντρο, το κύμα, τη γυναίκα. Εγώ, ακριβώς για να τον συναντήσω, τα αγκάλιασα όλα αυτά. Αυτή είναι η διαφορά μας».

Και ο τραγικός Έλληνας ποιητής Ευριπίδης (Ανθολ. Στοβ. ΞΓ΄, 11) έλεγε:

«Έρωτα δ’ όστις μη θεόν κρίνει μέγαν
και των απάντων δαιμόνων υπέρτατον,
ή σκαιός εστίν ή καλών άπειρος ών
ουκ οίδε τον μέγιστον ανθρώποις θεόν
»

Και σε απλή μετάφραση, για ανέραστους εξομολόγους και σκοταδιστές καλόγερους, αρνησίζοους αναχωρητές και πονηρούς κατηχητές «αρχιμανδρίτες», που μάταια ή ανορθόδοξα προσπαθούν να μαντρώσουν τα πρόβατα στο μαντρί και να δαμάσουν το κάλεσμα της φύσης:

«΄Οποιος τον Έρωτα μεγάλο θεό δε θεωρεί, και μάλιστα τον ανώτερο απ’ όλους, ή βάναυσος είναι, ή επειδή δεν έχει ιδέα από ωραιότητα, δε γνωρίζει τον μεγαλύτερο για τους ανθρώπους θεό».

Ας μην ξεχνάμε και το μύθο της Δανάης, της κόρης του Ακρίσιου, του βασιλιά του Άργους , την οποία ερωτεύθηκε ο Δίας, που μαγεμένος από τα θέλγητρά της ήλθε σαν χρυσό σύννεφο και μπήκε από το μικρό παραθυράκι της οροφής της φυλακής της σαν χρυσή βροχή και η Δανάη συνέλαβε και γέννησε τον Περσέα. Ο μύθος αυτός, με το έντονο ερωτικό στοιχείο, είναι ένας από τους πολύ χαρακτηριστικούς της ελληνικής μυθολογίας, που παρόμοια επαναλαμβάνεται σε πολλές αρχαίες θρησκείες.

Η δε γέννηση από παρθένο γυναίκα αναφέρεται σε πολλούς μύθους στη Ελληνική Μυθολογία, καθώς και στην Αιγυπτιακή, και την αρχαία Ινδική, πολύ πριν από τον μύθο… της “ασπίλου” και “αμώμου” συλλήψεως της “αειπαρθένου” Μαρίας, η οποία υμνείται ως “άχραντος”, “ασπόρως κυήσασα” και “αδιαφθόρως τεκούσα” (!)

Και, για να επανέλθουμε, όπως γράφει ο Ιάσονας Ευαγγέλου με τον σοφό γνωμικό λόγο του, «η κορυφαία μυστική ένωση του (θνητού) ανθρώπου με τον (αθάνατο) Θεό-Φύση, είναι η “θεία μετάληψη” του Έρωτα».

Όποιος λοιπόν στ’ αλήθεια ερωτεύτηκε, σ’ αυτές τις κορυφαίες υπαρξιακές στιγμές της ζωής του, σίγουρα κράτησε στα χέρια του ένα από τα κλειδιά του πραγματικού (και όχι του φαντασιακού) «Παραδείσου»!

ΔΕΣ:

Παλεύοντας με την Προδοσία

Η προδοσία αποτελεί μία από τις πιο οδυνηρές εμπειρίες που μπορεί να βιώσει ένας άνθρωπος. Ξαφνικά ανακαλύπτουμε ότι αυτό που πιστεύαμε πως ήταν αληθινό, δεν είναι. Όταν ένα πρόσωπο που εμπιστευόμαστε υπονομεύει την εμπιστοσύνη που του έχουμε δείξει, ο κόσμος μας καταρρέει.

Όταν δείχνουμε εμπιστοσύνη σε κάποιο πρόσωπο σημαίνει ότι αισθανόμαστε ασφαλείς μαζί του. Ελπίζουμε ότι θα μας σέβεται, ότι νοιάζεται για μας και δεν θα μας βλάψει, ειδικά εκ προθέσεως. Αισθανόμαστε προδομένοι και ξαφνικά συνειδητοποιούμε μια καινούρια πραγματικότητα: αυτό που νομίζαμε ότι ήταν ασφαλές και αξιόπιστο δεν είναι τελικά.

Η προδοσία μπορεί να λάβει διάφορες μορφές. Εκτός από την απιστία, μπορεί να νιώθουμε προδομένοι όταν οι άνθρωποι αθετούν σημαντικές συμφωνίες, διαδίδουν κουτσομπολιά για εμάς ή τελειώνουν μια σχέση παρά τις υποσχέσεις τους. Σε μια στιγμή, η ζωή μας αλλάζει για πάντα.

Η προδοσία είναι κάτι που συμβαίνει σε όλους. Είναι σπάνιο για κάποιον να περάσει τη ζωή του χωρίς να νιώσει ότι έχει προδοθεί. Πώς λοιπόν μπορούμε να ξεπεράσουμε την προδοσία έτσι ώστε να μην υποκύψουμε στην κατάθλιψη, τον κυνισμό και την απόγνωση; Με λίγα λόγια, πώς μπορούμε να ξεπεράσουμε την προδοσία χωρίς να προδώσουμε τους εαυτούς μας;

Η προδοσία πονάει. Δεν υπάρχουν μαγικές συνταγές που θα μας βγάλουν από την αγωνία και την πικρία που αφήνει πίσω της μια μεγάλη προδοσία. Ωστόσο, καθώς ξεπερνάμε το αρχικό σοκ και την απογοήτευση, υπάρχει δυνητικά μια συνέχεια μετά την προδοσία. Οι εβδομάδες και οι μήνες μετά την προδοσία μας δίνουν ευκαιρίες να κατανοήσουμε τον εαυτό μας και τη ζωή πιο βαθιά. Οι πιο απελευθερωτικές ανακαλύψεις της ζωής συχνά έρχονται την εποχή που αισθανόμαστε πληγωμένοι.

Μία από τις πιο καταστροφικές πτυχές της προδοσίας είναι ότι η αίσθησή μας για την πραγματικότητα υπονομεύεται. Η ικανότητα να εμπιστευόμαστε το ένστικτό μας και τους εαυτούς μας χάνεται.

Η αντιμετώπιση του αισθήματος της προδοσίας σημαίνει ότι πρέπει να εμπιστευτούμε τις εμπειρίες και τις επιλογές μας ξανά. Αλλά για να μπορέσουμε να το κάνουμε αυτό, θα πρέπει να αφήσουμε τον εαυτό μας να περάσει από τα διάφορα στάδια του πένθους που συνοδεύουν την απώλεια. Αυτό μπορεί να περιλαμβάνει κάποιο σοκ, την άρνηση, τον θυμό και την εκδίκηση.

Δυστυχώς, πολλοί άνθρωποι επιθυμούν να πάρουν εκδίκηση, η οποία συνήθως αυξάνει τον πόνο τους αντί να τον μαλακώσει. Το βιβλίο και η ταινία «Ο πόλεμος των Ρόουζ» (War of the Roses) απεικονίζει την κλιμάκωση του φαύλου κύκλου καταστροφής που ακολουθεί την εκδίκηση.

Η εκδίκηση είναι μια ασύνετη προσπάθεια να προστατευτούμε από την αναπόφευκτη οδύνη και τον πόνο. Ο συγγραφέας James Baldwin το θέτει ως εξής: «Φαντάζομαι ότι ένας από τους λόγους που οι άνθρωποι προσκολλώνται στο μίσος τόσο πεισματικά είναι επειδή, όταν το μίσος πλέον θα έχει φύγει, θα είναι αναγκασμένοι να αντιμετωπίσουν τον πόνο».

Το να αγκαλιάσουμε τον πόνο και την απώλεια όχι μόνο θα μας βοηθήσει να θεραπευτούμε ως άτομα, αλλά ακόμα και τα αντιμαχόμενα έθνη μπορούν να κάνουν ένα βήμα μπροστά σταματώντας τις διενέξεις και αναγνωρίζοντας με θάρρος την αμοιβαία θλίψη τους.

Το συναίσθημα της ντροπής εμποδίζει την επούλωση των πληγών από την προδοσία. Ίσως αναρωτηθούμε: «Τι μου συμβαίνει; Πώς μπόρεσα να εμπιστευτώ αυτό το άτομο; Πόσο ανόητος ήμουν;». Ενώ η αυτοκριτική είναι κάτι συνηθισμένο, περιπλέκει το ζήτημα του πόνου που νιώθουμε.

Αν καταφέρουμε να αναγνωρίσουμε αυτό το συναίσθημα τη στιγμή που προκύπτει, μπορούμε να το διαφοροποιήσουμε από τη φυσική θλίψη λόγω της απώλειας. Θα μπορούσαμε τότε να θυμηθούμε ότι η προδοσία αποτελεί απλώς μέρος της ζωής. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάτι δεν πάει καλά με εμάς. Αν αγκαλιάσουμε τη θλίψη θα οδηγηθούμε στην ίαση. Η αυτοκριτική και η ντροπή παρατείνει την αγωνία της θλίψης μας.

Ο οργανισμός μας έχει έναν τρόπο να θεραπεύεται, αν καταφέρουμε να βρούμε το μονοπάτι της ίασης, το οποίο σημαίνει ότι δεν αντιστεκόμαστε σε αυτά που νιώθουμε. Αν καταφέρουμε να βρούμε τη δύναμη να αγκαλιάσουμε τη θλίψη χωρίς να νιώθουμε ντροπή, προχωράμε μπροστά. Αυτό μπορεί να σημαίνει ότι δεχόμαστε την υποστήριξη των φίλων που μπορούν να μας ακούσουν, επισκεπτόμαστε έναν ψυχοθεραπευτή προκειμένου να μας βοηθήσει να ομαλοποιήσουμε τα συναισθήματά μας, δείχνουμε κατανόηση στον εαυτό μας και συνειδητοποιούμε τι συνέβη έτσι ώστε να προχωρήσουμε μπροστά.

Καθώς αντιμετωπίζουμε το θέμα της προδοσίας, προχωράμε με μεγαλύτερη σοφία και κατανόηση για τον εαυτό μας. Η επανάκτηση της αξιοπρέπειάς μας από ένα τέτοιο μεγάλο πλήγμα ίσως πάρει πολύ χρόνο. Είναι μια διαδικασία μετάβασης που μας καλεί να είμαστε ιδιαίτερα υπομονετικοί και επιεικείς με τους εαυτούς μας.

Φ. Πεσσόα: Αυτό που αγαπάμε είναι μια δική μας έννοια και ο εαυτός μας

Όλοι τους έχουν, όπως εγώ, μια καρδιά ενθουσιώδη και λυπημένη. Τους γνωρίζω καλά.

Κάποιοι είναι παιδιά για θελήματα, άλλοι υπάλληλοι γραφείου, άλλοι μικρέμποροι, άλλοι πάλι οι νικητές των καφενείων και των μαγέρικων, ένδοξοι χωρίς να το γνωρίζουν μέσα στην έκσταση του εγωτικού τους λόγου, ικανοποιημένοι μέσα στη σιωπή του φιλάργυρου εγωτισμού τους χωρίς τίποτα το πολύτιμο για να φυλάξουν.

Αλλά όλοι τους είναι ποιητές, οι καημένοι, και σέρνουν, στα μάτια μου, όπως και εγώ στα δικά τους, την ίδια αθλιότητα της κοινής μας απρέπειας.

Όλοι τους, όπως κι εγώ, έχουν το μέλλον πίσω τους.

Ποτέ δεν αγαπάμε κάποιον. Αγαπάμε απλώς την ιδέα που σχηματίζουμε για κάποιον.

Τελικά αυτό που αγαπάμε είναι μια δική μας έννοια και ο εαυτός μας.

Αυτό είναι αλήθεια σε όλη την κλίμακα του έρωτα.

Στο σεξουαλικό έρωτα αναζητάμε τη δική μας απόλαυση με τη μεσολάβηση ενός ξένου κορμιού.

Στον έρωτα που διαφέρει από τον σεξουαλικό αναζητάμε τη δική μας απόλαυση με τη μεσολάβηση μιας δική μας ιδέας.

Ο αυνανιστής είναι αποτρόπαιος, αλλά, στην απόλυτη αλήθεια, ο αυνανιστής είναι η απόλυτη λογική έκφραση του ερωτευμένου.

Είναι ο μόνος που δεν προσποιείται μήτε κοροϊδεύει τον εαυτό του.

Να λες. Να ξέρεις να λες.

Να ξέρεις να υπάρχεις μεσ' από τη γραπτή φωνή και τη νοητική εικόνα!

Η ζωή δεν αξίζει τίποτα παραπάνω: το παραπάνω είναι άντρες και γυναίκες, υποθετικοί έρωτες και ματαιοδοξίες ψεύτικες, προφάσεις της πέψης και της λήθης, άνθρωποι που κινούνται πάνω κάτω, σαν ζώα όταν ανασηκώνουμε μια πέτρα, κάτω από τον μεγάλο αφηρημένο βράχο του γαλάζιου χωρίς νόημα ουρανού.

Η λογοτεχνία που είναι η τέχνη παντρεμένη με τη σκέψη και η πραγματοποίηση χωρίς το ελάττωμα της πραγματικότητας, μου φαίνεται πως είναι ο σκοπός προς τον οποίο έπρεπε να τείνει κάθε ανθρώπινη προσπάθεια, αν ήταν πραγματικά ανθρώπινη και όχι μια επιπολαιότητα του ζωώδους.

Πιστεύω πως λέω κάποιο πράγμα είναι διατηρώ την αρετή του και του αφαιρώ τον τρόμο.

Οι αγροί είναι πιο πράσινοι στο λόγο παρά στην πρασινάδα τους. Τα άνθη, αν περιγράφονταν με φράσεις που τα περιγράφουν στο χώρο της φαντασίας, θα είχαν χρώματα ανεξίτηλα που η ζωή των κυττάρων δεν επιτρέπει.

Επανάσταση; Αλλαγή;

Αυτό που θέλω στ' αλήθεια από τα βάθη της ψυχής μου είναι να φύγουν τα άτονα σύννεφα που πασαλείβουν με μια γκρίζα σαπουνάδα τον ουρανό.

Αυτό που θέλω είναι να δω το γαλάζιο να προβάλλει ανάμεσα τους, αλήθεια βέβαιη και ξεκάθαρη γιατί τίποτα δεν είναι και ούτε θέλει να είναι.

Ανασυνθέτοντας διαρκώς τον εαυτό μου, τον κατέστρεψα.

Από την πολλή σκέψη του εαυτού μου είμαι πια οι σκέψεις μου και όχι εγώ.

Με βυθομέτρησα και άφησα να πέσει ο βυθομετρητής.

Ζω για να σκέφτομαι αν έχω βάθος ή όχι, χωρίς πια άλλο βυθομετρητή πέρα από το βλέμμα μου, που μου δείχνει, φωτεινό πάνω στο σκούρο φόντο του καθρέφτη του τεράστιου πηγαδιού, το πρόσωπό μου να με κοιτάζει ενώ το κοιτάζω.

Μακάριος αυτός που δεν απαιτεί από τη ζωή περισσότερα απ” όσα αυτή του δίνει αυθόρμητα, καθοδηγούμενος από το ένστικτο της γάτας, που αναζητεί τον ήλιο όταν υπάρχει ήλιος, και, όταν δεν υπάρχει, τη ζέστη, όπου κι αν αυτή βρίσκεται.

Πιστεύω, ιδανικά, γυναίκα ή επάγγελμα – όλα αυτά είναι κελί και χειροπέδες.

Να είσαι και να παραμένεις ελεύθερος.

Η ίδια η φιλοδοξία, αν γίνει υπερηφάνεια και πάθος, είναι ένα φορτίο, και δεν θα νιώθαμε υπερήφανοι αν κατανοούσαμε ότι είναι ένα σχοινί από το οποίο μας τραβάνε.

Όχι, ούτε καν δεσμούς με τον εαυτό μας!

Ελεύθεροι από τον εαυτό μας και από τους άλλους, στοχαστικοί χωρίς έκσταση, σκεπτόμενοι χωρίς συμπέρασμα, θα ζήσουμε, απελευθερωμένοι από τον Θεό, το μικρό διάλλειμα που η διάσπαση της προσοχής των δημίων παραχωρεί στην έκσταση μας στη διάρκεια της παρέλασης.

Αύριο μας περιμένει η γκιλοτίνα. Αν δεν είναι αύριο είναι μεθαύριο.


Ας βγάλουμε περίπατο στον ήλιο την ανάπαυση μας πριν από το τέλος, αγνοώντας συνειδητά τους σκοπούς και τις συνέπειες.

Ο ήλιος θα χρυσίσει τα χωρίς ρυτίδες μέτωπά μας, και η αύρα θα φέρει δροσιά σε όσους έπαψαν να ελπίζουν.

Φερνάντο Πεσσόα, Το βιβλίο της ανησυχίας

Όσο πιο πολύ εκτιμάει κανείς τον εαυτό του, τόσο πιο πολύ μπορεί να αγαπάει

Οι καλές ανθρώπινες σχέσεις και η κατάλληλη και τρυφερή συμπεριφορά πηγάζουν από ανθρώπους που έχουν αυξημένη αυτεκτίμηση.

Για να το πούμε απλά, όσοι αγαπάνε και εκτιμούν τον εαυτό τους είναι ικανοί να αγαπήσουν και να εκτιμήσουν τους άλλους και να αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα κατάλληλα.

Η συναίσθηση της αξίας του εαυτού είναι το κλειδί, ο δρόμος για να γίνεις περισσότερο ανθρώπινος, να αποκτήσεις υγεία και ευτυχία, να δημιουργήσεις και να συντηρήσεις ικανοποιητικές σχέσεις και να είσαι ο κατάλληλος άνθρωπος, ο αποδοτικός και υπεύθυνος.

Όταν νοιάζεται κανείς για τον εαυτό του, δεν πρόκειται ποτέ να κάνει κάτι για να τον πληγώσει, να τον υποτιμήσει, να τον ταπεινώσει ή να τον καταστρέψει, αυτόν ή κάποιον άλλον και ποτέ δε θα θεωρήσει τους άλλους υπεύθυνους για τις πράξεις του.

Για παράδειγμα, όσοι νοιάζονται για τον εαυτό τους, δε θα τον καταστρέψουν με ναρκωτικά, κ.α. και δε θα επιτρέψουν ποτέ στους άλλους να τους κακομεταχειριστούν σωματικά ή ψυχικά.

Όσοι νοιάζονται για τον εαυτό τους, δε θα διαταράξουν ποτέ τις σχέσεις τους με τους άλλους.

Όσο πιο δυνατή είναι η αυτεκτίμηση, τόσο πιο εύκολα παίρνει κανείς κουράγιο για να αλλάξει συμπεριφορά.

Όσο πιο πολύ εκτιμάει κανείς τον εαυτό του, τόσο πιο λίγα απαιτεί από τους άλλους.

Όσο λιγότερα απαιτεί, τόσο περισσότερο τους εμπιστεύεται.

Όσο πιο πολύ εμπιστεύεται τον εαυτό του και τους άλλους, τόσο πιο πολύ μπορεί να αγαπάει.

Όσο πιο πολύ αγαπάει, τόσο πιο λίγο φοβάται τους άλλους.

Όσο περισσότερα οικοδομεί μαζί με τους άλλους, τόσο πιο πολύ τους γνωρίζει.

Όσο πιο πολύ τους γνωρίζει, τόσο πιο στερεοί είναι οι δεσμοί και οι γέφυρες ανάμεσα σ’ αυτόν και τους άλλους.

Η συμπεριφορά της αυτεκτίμησης βοηθάει λοιπόν να μπει τέλος στην απομόνωση και την αποξένωση ανάμεσα στους ανθρώπους, στις ομάδες και στα έθνη στην εποχή μας.

Δεν μπορούμε να διδάξουμε αυτό που δεν ξέρουμε.

Όταν οι μυαλωμένοι άνθρωποι μαθαίνουν πως δεν ξέρουν ανασκουμπώνονται για να μάθουν...

Όταν ο εαυτός μου δεν μου αρέσει, τότε τα συναισθήματά μου για τους άλλους θα είναι ζήλια ή φόβος.