Κυριακή 1 Οκτωβρίου 2023

Η τραγωδία των κοινών (αγαθών)

Μια μικρή ιστορία για το πρόβλημα που προκύπτει όταν το ιδιωτικό συμφέρον έρχεται αντιμέτωπο με το κοινό (συλλογικό) καλό στην κατανάλωση ή εκμετάλλευση περιορισμένων (κοινών) πόρων.

«Όλα ξεκίνησαν στο Κεμπέκ, σ’ έναν από τους παραπόταμους του Αγίου Λαυρεντίου. Εκεί ζούσαν οι κάστορες, αυτοί οι σκληροί εργάτες που είχαν κόψει πάνω από χίλια δέντρα, κατασκευάζοντας το τεράστιο φράγμα που σταμάτησε τη ροή του ποταμού. Ήρθε, όμως, μια τρομερή μέρα – η πίεση του ρεύματος έσπασε το φράγμα, παρασύροντας τα δέντρα σαν σπιρτόξυλα.

Το τελευταίο δέντρο που προστέθηκε στο φράγμα είχε 20 κάστορες, 10 θηλυκούς και 10 αρσενικούς, γαντζωμένους εκεί, να παλεύουν για τη ζωή τους. Παρασυρμένοι, ταξίδεψαν 5 μέρες και 5 νύχτες, αρμενίζοντας πολύ μακριά από την πατρίδα τους. Ξάγρυπνοι κι αποκαμωμένοι, νόμιζαν ότι ο θάνατος ήταν κοντά.

Σαν από θαύμα, το δέντρο ξεβράστηκε στην ακτή ενός παραδεισένιου νησιού, γεμάτο καταπράσινα φυλλώματα και κρυστάλλινα νερά στις βουνοπλαγιές του. Αμέσως οι κάστορες κατάλαβαν πως έπρεπε να ξεχάσουν τις σπάταλες συνήθειές τους, επειδή το νησί αυτό ήταν πολύ μικρό. Σκαρφάλωσαν στη στεριά, φίλησαν το έδαφος και υποσχέθηκαν να διαφυλάξουν το περιβάλλον για πάντα, έτσι ώστε να μπορέσει να συντηρήσει τα παιδιά και τα εγγόνια τους για πάντα».

Δεδομένου ότι υπήρχαν 10 ζευγάρια, χάραξαν το 10% του νησιού σε ίσα οικόπεδα του 1%. Κανείς δεν μπορούσε να πουλήσει το οικόπεδό του και να μείνει φτωχός. Άφησαν το υπόλοιπο 90% του νησιού για όλους και τ’ ονόμασαν The Commons – τα Κοινά. Στα Κοινά οι κάστορες έβρισκαν την τροφή τους – κλαδιά δέντρων, σπόρους, καρπούς και μικρά πλάσματα.

Πράγματι, οι κάστορες είχαν υπολογίσει πολλά πράγματα σωστά, αλλά, δυστυχώς, όχι όλα. Δίνοντας σε κάθε ζευγάρι ένα οικόπεδο, ήταν τέλειο για τους πρώτους άποικους. Αλλά με τις γιαγιάδες να έχουν μωρά ταυτόχρονα με τις κόρες και τις εγγονές, τα οικόπεδα έπρεπε να διαιρούνται ξανά και ξανά.

Υπήρχε ένας κάστορας που είδε αυτό το πρόβλημα κι έγραψε το βιβλίο “Η Καταστροφή του Κάστορα“. Είπε πως κάθε ζευγάρι έπρεπε να έχει δύο μόνο παιδιά και, με τη σειρά του, κάθε ένα από τα δύο παιδιά θ’ αποκτούσε άλλα δύο και ούτω καθεξής. Με αυτόν τον τρόπο ο πληθυσμός θ’ αυξανόταν, αλλά θα σταθεροποιούνταν όταν οι θάνατοι ισοδυναμούσαν με τις γεννήσεις. Οι υπόλοιποι κάστορες διάβασαν το βιβλίο του, μόνο για να το αγνοήσουν. Για όσο κρατούσε ο παράδεισος, οι κάστορες διασκέδαζαν όλη τη νύχτα, χορεύοντας τάνγκο και σάλσα. Χόρευαν πάνω στους τάφους τους.

Ο υπερπληθυσμός θα ήταν αρκετός για να καταστρέψει τους κάστορες, αλλά κάτι άλλο συνέβη πρώτα – η τραγωδία των Commons, των Κοινών. Οι ανόητοι χρησιμοποίησαν όσο το δυνατόν περισσότερα από τα Commons για δικό τους όφελος. Κάθε οικογένεια είχε το δικαίωμα να λαμβάνει μόνο ένα κιλό τροφής ημερησίως.

Δυστυχώς, όμως, μια οικογένεια αποφάσισε να πάρει ένα κιλό παραπάνω, θέλοντας να ικανοποιήσει το ένστικτο της απληστίας. Αυτή η οικογένεια διπλασίασε το κέρδος της, αλλά η ζημία στα Κοινά μοιράστηκε σε όλους και, ως αποτέλεσμα, αυτή η οικογένεια υπέστη μόνο το ένα δέκατο της ζημιάς που προκάλεσε. Ήταν σαν να κέρδισε δέκα πέσος και να της κόστισε μόνο ένα, αφήνοντάς τη με καθαρό κέρδος εννέα πέσος.

Σύντομα κι άλλες οικογένειες έκαναν το ίδιο και, σε λίγο, τα Κοινά δεν είχαν αρκετούς σπόρους για να καρπίσουν νέα φυτά και ν’ αντικαταστήσουν τα προηγούμενα. Στο τέλος, το δάσος πέθανε, το χώμα ξεβράστηκε κι ο παράδεισος του νησιού έγινε απλώς ένας βράχος που μπορούσε να στηρίζει μόνο τα οστά από τους κάστορες που πέθαναν από την πείνα».

Κι έτσι έγινε, κάθε οικογένεια που κυνηγούσε το δικό της συμφέρον κατέστρεψε το νησί για όλους. Αυτό ήταν το τέλος της Εδέμ. Ήταν το τέλος της επιστήμης τους. Ήταν το τέλος της τέχνης τους. Ήταν το τέλος των παιδικών τους παραμυθιών. Ήταν το τέλος τους»

Σωκράτης: Το Δέντρο της Σοφίας

Ο Σωκράτης βρέθηκε σε ένα χωριό όπου οι άνθρωποι μιλούσαν για ένα θρυλικό “Δέντρο της Σοφίας”. Το δέντρο έλεγαν ότι έφερε καρπούς που χάριζαν απαράμιλλη σοφία σε όποιον τoυς κατανάλωνε.

Περίεργος και λίγο δύσπιστος, ο Σωκράτης αποφάσισε να αναζητήσει αυτό το δέντρο. Ετοίμασε μια μικρή τσάντα, πέταξε μέσα ένα μπουκάλι νερό και κατευθύνθηκε προς το δάσος, οπλισμένος μόνο με το περίεργο μυαλό του.

Αφού περπάτησε για ώρες, συνάντησε έναν ξυλοκόπο.

Ξυλοκόπος: Φαίνεσαι χαμένος, γέροντα. Τι σε φέρνει σε αυτό το δάσος;

Σωκράτης: Ψάχνω για το Δέντρο της Σοφίας. Το έχεις ακουστά;

Ξυλοκόπος: Α, το θρυλικό δέντρο! Οι άνθρωποι λένε ότι υπάρχει, αλλά κανείς δεν το βρήκε ποτέ.

Σωκράτης: Γιατί δεν το έχει ανακαλύψει κανείς ακόμα;

Ξυλοκόπος: Λένε ότι πρέπει να απαντήσεις σε τρεις γρίφους για να το βρεις. Πολλοί προσπάθησαν, κανείς δεν τα κατάφερε.

Ο Σωκράτης χαμογέλασε. “Γρίφοι ε; Ακούγεται σαν μια τέλεια πρόκληση”.

Ο ξυλοκόπος έδειξε στον Σωκράτη μια κατεύθυνση και του ευχήθηκε καλή τύχη. Ο Σωκράτης συνέχισε το ταξίδι του και τελικά βρέθηκε σε ένα σταυροδρόμι. Εκεί, συνάντησε ένα άγαλμα που μιλούσε.

Άγαλμα: Για να προχωρήσεις, πρέπει να απαντήσεις στο γρίφο μου. «Όσο πιο πολύ με προσφέρεις τόσο πιο πολύ με έχεις. Τι είμαι;»

Σωκράτης: Α, ένα κλασικό. Είσαι η αγάπη!

Το μονοπάτι άνοιξε και ο Σωκράτης προχώρησε, αισθανόμενος λίγο πιο αισιόδοξα. Μετά από άλλη μια διαδρομή, βρήκε μια μικρή λίμνη μέσα στην οποία κολυμπούσαν αστραφτερά ψάρια.

Ψάρι: Αν θέλεις να περάσεις απέναντι, απάντησε σε αυτή την ερώτηση: “Πολλοί με θέτουν σαν ερώτηση αλλά ποτέ δεν απαντώμαι. Όλοι με αναζητούν, κανείς δεν με βρίσκει. Υπάρχω από την απαρχή της ανθρωπότητας αλλά είμαι πάντα επίκαιρο. Τι είμαι ;”

Σωκράτης: Ενδιαφέρον! Πρέπει να είσαι το νόημα της ζωής.

Τα ψάρια πήδηξαν από ενθουσιασμό και μια γέφυρα εμφανίστηκε μαγικά πάνω από τη λίμνη.

Τελικά, μετά από ώρες περπατήματος, ο Σωκράτης έφτασε στη βάση ενός λόφου. Μια κουκουβάγια καθόταν στο κλαδί ενός δέντρου.

Κουκουβάγια: Ο τελευταίος γρίφος: “Μπορούν να με αποδείξουν αλλά ποτέ δεν θα με δουν, εκατομμύρια σκοτώνονται για μένα αλλά ποτέ δεν με αγγίζουν, μπορούν να με κατανοήσουν αλλά δεν μπορούν να με αιχμαλωτίσουν. Τι είμαι;”

Σωκράτης: Αχ, ιδού μια διαφωτιστική ερώτηση! Είσαι μια ιδέα.

Με ένα επιφώνημα, η κουκουβάγια πέταξε μακριά και η πλαγιά του λόφου άνοιξε για να αποκαλύψει το μονοπάτι που οδηγούσε στο Δέντρο της Σοφίας, τα κλαδιά του οποίου ήταν φορτωμένα με χρυσούς καρπούς.

Ο Σωκράτης διάλεξε έναν καρπό και δάγκωσε μια μπουκιά. Ξαφνικά, τα μάτια του άνοιξαν. Δεν ένιωθε διαφορετικά, αλλά συνειδητοποίησε κάτι βαθύ.

Επέστρεψε στο χωριό και οι άνθρωποι τον ρώτησαν με ανυπομονησία: “Λοιπόν, απέκτησες απαράμιλλη σοφία;”.

Και ο Σωκράτης απάντησε: “Η σοφία, φίλοι μου, δεν προέρχεται από ένα φρούτο ή ένα δέντρο αλλά από το ταξίδι και τις ερωτήσεις που θέτουμε.

Και μπορεί οι χωρικοί να απογοητεύτηκαν από τα λόγια του, ο Σωκράτης όμως, όχι! Έκτοτε, βοηθούσε τους ανθρώπους να βρουν τη δική τους σοφία, θέτοντάς τους τις σωστές ερωτήσεις.

Πορφύριος Περί Αγαλμάτων

“Φασί δέ καί τόν άγαλματοποιόν Φειδίαν κατασκευάζοντα τήν έν άκροπόλει ‘Αθήναν έν μέση τή ταύτης άσπίδι τό έαυτοϋ πρόσωπον έντυπώσασθαι, καί συνδήσαι τω άγάλματι διά τίνος αφανούς δημιουργίας, ώστε έξ ανάγκης, εϊ τις βούλοιτο αύτό περιαιρεϊν, τό σόμπαν άγαλμα λύειν τε καί συγχεΐν. Τούτο ούν έχει τόν λόγον ό Θεός έν κόσμφ, συνέχων τήν των όλων αρμονίαν τε καί σωτηρίαν, πλήν ούτε μέσος ών, ένθα ή γη τε καί ό θολερός τόπος ούτος, άλλ’ άνω καθαρός έν καθαρω χωρώ βεβηκώς, ον έτύμως καλούμεν Ούρανόν μέν από τού όρον είναι τόν άνω, Όλυμπον δέ οίον όλολαμπή τε καί παντός ζόφου καί άτάκτου κινήματος κεχωρισμένον.

“Λένε ότι καί ό Φειδίας ο αγαλματοποιός όταν κατασκεύαζε το άγαλμα της Αθήνας, πού βρίσκεται στην Ακρόπολη, στο μέσον της ασπίδας της αποτύπωσε το δικό του πρόσωπο, καί συνέδεσε το όλο άγαλμα με κάποιο είδος αφανούς δημιουργίας, ώστε εξ ανάγκης αν κάποιος ήθελε να το αφαιρέσει από την θέση του, ολόκληρο το άγαλμα διαλυόταν και τα μέρη του συγχέονταν. Αυτή, λοιπόν, την έννοια έχει καιί ο Θεός στον κόσμο- να διατηρεί την αρμονία καί σωτηρία των πάντων, πλην όμως δεν είναι στο ενδιάμεσο όπου βρίσκεται η γη και ο θολερός αυτός τόπος, αλλά άνω καθαρός σε καθαρό χώρο ευρισκόμενος, αυτόν πού κατά ορθή ετυμολογία ονομάζουμε Ουρανό, επειδή αποτελεί όρον τού άνω, καί Όλυμπο, επειδή είναι ολόλαμπρος καί απαλλαγμένος από κάθε σκιά καί άτακτη κίνηση.”

Η λέξη άγαλμα είναι αρχαιότατη. Συναντάται επτά φορές στα ομηρικά έπη· μία στην Ιλιάδα (Δ 144) καί έξι φορές στην Οδύσσεια (γ 274, 438, δ 602, θ 509, μ 347, σ 300). Στους Ομηρικούς ύμνους συναντάται μία φορά (Άποσπ. Ύμνου εις Βάκχον). Το ίδιο και στα Ορφικά, όπου την συναντούμε μόνο στον Ύμνο της Σελήνης, ή οποία αποκαλείται από τον Ορφέα «νυκτός άγαλμα». Ή αρχική της σημασία είναι «κόσμημα, στόλισμα, αφιέρωμα στους Θεούς», αλλά στην ραψωδία μ της Οδύσσειας ή σημασία της σχεδόν ταυτίζεται με ό,τι σήμερα αντιλαμβανόμαστε με την λέξη αυτή: «Ήελίω Ύπερίονι πίονα νηόν τεύξομεν, έν δέ κε θεΐμεν άγάλματα πολλά καί εσθλά». “Στον Υπερίωνα Ήλιο πλούσιο ναό θα χτίσουμε κι εντός του θα θέσουμε αγάλματα πολλά καί ωραία” (μ 347).

Ή δε έκφραση «περικαλλές άγαλμα», πού την συναντούμε σε πολλούς συγγραφείς της αρχαιότητος, είναι ομηρική (σ 300), και θα μπορούσαμε να την αποδώσουμε ώς «ακτινοβόλο μνημείο χαράς». Μετά τον Όμηρο ή σημασία τής λέξεως μετακινήθηκε περισσότερο προς την λατρεία και την σχέση του ανθρώπου με το θείο, με «τον κόσμο του Θαυμαστού και του Ωραίου». Ο αρχετυπικός εκείνος Κόσμος από τον όποιο εκπορεύεται κάθε γνώση καί ικανότητα για την δημιουργία τέτοιων «αντικειμένων θαυμασμού».

Στους αττικούς συγγραφείς έχει την σημασία τού «ομοιώματος που προσφέρεται σε κάποιον θεό». Ό Ισοκράτης διακρίνει μεταξύ εικόνων (ομοιώματα ανθρώπου) καί άγαλμά- των (ομοιώματα θεού). Ό Γοργίας διαχωρίζει την έννοια του αγάλματος από την έννοια του αναθήματος, λέγοντας χαρακτηριστικά: «Διός μεν αγάλματα, εαυτών δε (των ανθρώπων) αναθήματα».

Ο δε Ξενοφάνης διευκρινίζει ότι, ή μορφή των ομοιωμάτων είναι μόνον ή ανθρώπινη σύλληψη τής ιδέας τού θείου. Αλλά ή σημασία τής λέξεως γενικεύεται ήδη από πολύ παλιά καί σημαίνεται με αυτήν κάθε τι στην θέα του οποίου αγάλλεται, χαίρεται ή αναζωογονείται κανείς, κάθε αντικείμενο θαυμασμού.

Έτσι, σε αντικείμενα πού αφιερώνονται στους Θεούς απαντάται ή φράση «Ο (τάδε) με άνέθηκεν περικαλλές άγαλμα». Στο μνημειώδες άγαλμα τής Ήρας (6ος αί. π.κ.ε.) πού βρέθηκε στη Σάμο καί σήμερα βρίσκεται στο Λούβρο, υπάρχει χαραγμένη ή έξης επιγραφή στην άκρη τού ιματίου της Θεάς: 

“ΧΗΡΑΜΥΗΣΜΑΝΑΘΗΚΕΝΤΗΡΙΑΓΑΛΜΑ”.

Σε έναν χάλκινο αρύβαλλο (μυροδοχείο) του ίδιου αιώνα, πού βρέθηκε στην Σπάρτη είναι χαραγμένη από τα δεξιά προς τα αριστερά ή επιγραφή:

“ΧΑΛΚΟΔΑΜΑΣΜΕΝΕΘΕΚΕΘΙΙΟΙΜΠΕΡΙΚΑΛΛΕΣΑΓΑΛΜΑ”

Η ομορφιά (άρχ. ευμορφία), πού ακτινοβολεί ή προϋποθέτει ένα αληθινό έργο τέχνης θεωρείται ότι προέρχεται από τον Θείο κόσμο, από τους ίδιους τους Θεούς, γι’ αυτό και τα αναθήματα σε αυτούς δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο παρά «αγάλματα», δηλαδή, έργα πού γεννώνται (άρχ. τίκτω > τέκνον, τέχνη) από ό,τι ανώτερο καί θεϊκό διαθέτει ό άνθρωπος για να αποτελέσει σημείο συνάντησης του θείου και του ανθρώπινου κόσμου. Το άγαλμα είναι ή κίνηση από την πλευρά τού ανθρώπου πού του δίνει παρρησία ενώπιον του θείου, γι αυτό καί τοποθετείτο σε μέρος ιερό και καθαγιασμένο· στον σηκό του ναού της λατρευομένης όψεως του Θείου. Από εδώ προήλθε και η θεωρία ότι αγάλματα υπέροχης και ασύλληπτης ομορφιάς είχαν ριχτεί στην γη από τον ίδιο τον Δία (Διοπετή αγάλματα).

Το άγαλμα είναι ένας σιωπηλός μυστηριακός ύμνος, ό οποίος διατηρεί την σύνδεση μεταξύ ανθρώπινου καί θείου κόσμου.
«Γιατί τα σπάσαμε τ’ αγάλματά των
Γιατί τούς διώξαμε από τούς ναούς των.
Διόλου δεν πέθαναν γι’ αυτό οι Θεοί
», 
λέει ο Καβάφης σε ένα ποίημά του…

Εκείνο πού πέθανε δεν είναι ασφαλώς οι Θεοί, αλλά η αληθινή ευσέβεια του ανθρώπου και η δυνατότητα να επικοινωνεί μαζί τους. Τα ιερά βεβηλώθηκαν καί γκρεμίστηκαν, τα αγάλματα έγιναν συντρίμμια… Ένας κόσμος θαυμαστός, συντριμμένος από την χριστιανική μαύρη καί λυσσαλέα ασχήμια· πού την μόνη χαρά πού μπορεί να νιώσει είναι ή «χαρά της καταστροφής». Ή χαρά της δημιουργίας ποτέ δεν θα φωλιάσει μέσα σε μελανοχίτωνα, ανέραστα, πανουκλιασμένα και θωρακισμένα σώματα… Ωστόσο, ακόμα κι έτσι, ακόμα καί συντριμμένη, ή ομορφιά προκαλεί θαυμασμό· όλα τα ερείπια τρομάζουν καί μόνο τα Ελληνικά προκαλούν θαυμασμό, αγαλλίαση… Γιατί, άραγε, συμβαίνει αυτό;

Το εκπληκτικό είναι ότι ακόμα κι έτσι, ακόμα και συντριμμένη η Ελληνική τέχνη, έχει τον τρόπο της να προσφέρει πολύτιμες γνώσεις- έτσι όπως στωικά καί πεισματικά το θέτει ό ποιητής Λουκιανός Παπαϊωάννου:

«Απ’ όσα κλέψανε κι απ’ όσα σπάσανε, σύμφυτες ευπροσήγορες φωνές κρύβουν οι τάφοι, στ’ αγγεία μας, την ιστορία εικονογραφημένη…»
(Στου Ιαπετού τα βέλη, στ. 3028 – 3030).

Το χρυσελεφάντινο άγαλμα της Θεάς Αθηνάς ήταν στολισμένο με έναν τόνο χρυσού. Ο Παρθενώνας χτίστηκε προς τιμήν της προστάτιδας της πόλης, Θεάς Αθηνάς και σχεδιάστηκε ώστε να χωράει το χρυσελεφάντινο άγαλμα στο εσωτερικό του. Ήταν τοποθετημένο σε ένα βάθρο στο σηκό του ναού και ο πυρήνας του αγάλματος ήταν κατασκευασμένος από ξύλο. Ο Φειδίας χρησιμοποίησε για τα γυμνά μέρη του σώματος ελεφαντόδοντο και για το ένδυμα και τα μαλλιά χρυσό βάρους 1.140 κιλών. Η Θεά Αθηνά παρουσιαζόταν πάνοπλη να κοιτά προς την Ανατολή και να κρατά στο δεξί της χέρι την Θεά νίκη και στο αριστερό την ασπίδα και το δόρυ της.

Είχε 13 μέτρα ύψος και ήταν εφάμιλλο της δόξας και της δύναμης της Αθήνας του Περικλή. Η Αθηνά Παρθένος, όπως τα περισσότερα έργα του Φειδία, ήταν ένα αριστούργημα. Φορούσε αττικό κράνος που ήταν διακοσμημένο με μυθικά ζώα, δωρικό πέπλο και μέσα στην ασπίδα της υπήρχε το ιερό της φίδι. Σε όλο το δημιούργημα, όπως και στον ναό του Παρθενώνα, υπήρχαν αναπαραστάσεις κενταυρομαχίας, γιγαντομαχίας και αμαζονομαχίας. Οι Αθηναίοι είχαν την ευκαιρία να το θαυμάσουν μόνο στις γιορτές της πόλης. Το κατέστρεψαν τον 3ο αιώνα μ.κ.ε. με μια πυρκαγιά στο εσωτερικό του ναού.

Το αντίγραφο του χρυσελεφάντινου αγάλματος ανακαλύφτηκε το 1880 στο Βαρβάκειο Λύκειο γι’ αυτό ονομάζεται Αθηνά Παρθένος του Βαρβακείου. Έχει ύψος 1,05 και χρονολογείται τον 2ο αιώνα π.κ.ε.

Λέγεται ότι όταν ο Πάναινος, αδελφός ή ανεψιός του Φειδία, τον ερώτησε πώς εμπνεύστηκε την μορφή αυτή του Διός, αν ο ίδιος ανέβηκε στον Όλυμπο για να δει τον Δία, ή αν ο Ζεύς κατέβηκε από τον Όλυμπο έτσι ώστε ο Φειδίας μπόρεσε να τον δει, εκείνος του απήντησε λέγοντάς του ένα χωρίο του Ομήρου από την Ιλιάδα, που περιέγραφε τον Δία ως έναν Θεό τρομερό και αυστηρό, που μ’ ένα νεύμα της κεφαλής του έκανε ολόκληρο τον Όλυμπο να σείεται.

ἦ καὶ κυανέῃσιν ἐπ’ ὀφρύσι νεῦσε Κρονίων
ἀμβρόσιαι δ’ ἄρα χαῖται ἐπερρώσαντο ἄνακτος
κρατὸς ἀπ’ ἀθανάτοιο μέγαν δ’ ἐλέλιξεν Ὄλυμπον.

Είπε, τα μαύρα φρύδια του χαμήλωσε ο Κρονίδης,
έκλινε από τ᾽ αθάνατο κεφάλι του κυρίου
Θεία κόμη και ο τρανός ο Όλυμπος εσείσθη.

Ανασυνθέτοντας το παρελθόν, εισάγοντας με προσοχή τα νέα στοιχεία, και ανταποκρινόμενοι στις νέες ανάγκες, προχωρούμε με βεβαιότητα προς το μέλλον… Αυτή ή πρόταση όμως απαιτεί κι ένα ανάλογο επίπεδο κατανόησης και αντίληψης· απαιτεί ανθρώπους πού να μπορούν να διεκπεραιώνουν έστω καί στοιχειωδώς τις ανθρώπινες λειτουργίες τους. Και όταν αυτό δεν συμβαίνει κάθε πνευματικό ρεύμα θα «ηττάται».

Ο χριστιανισμός είναι δογματικός, μονολιθικός, απαιτεί μόνο πίστη και υπακοή, ενώ ό νεοπλατωνισμός ήταν δυναμικός, πολυσχιδής, απαιτούσε πολύ περισσότερα… Ο Έλληνας Φιλόσοφος Κέλσος, το 178 μ.κ.ε. γράφει το έργο του «Αληθής Λόγος». Είναι ένα έργο πού κρίνει, συγκρίνει καί αξιολογεί το καινοφανές για την εποχή του χριστιανικό δόγμα και απερίφραστα το θεωρεί προϊόν βάρβαρης καί απαίδευτης σκέψης, πού δεν διαθέτει καμιά σοβαρή θεωρητική βάση.

Το δόγμα αυτό ελέγχεται από τον Κέλσο ως ένα ψεύδος πού στηρίζεται σε αρνητικές προϋποθέσεις- στην κοινωνική αποκοπή, στον φανατισμό καί στην καλλιέργεια φόβου προς ό,τι του είναι ξένο. Κατηγορεί τούς Χριστιανούς ήδη από τότε για αδίστακτο προσηλυτισμό, πού τον απευθύνουν προς άτομα αδαή και δουλόφρονα, χρησιμοποιώντας ώς όπλο κάθε είδος φόβους, λέγοντας χαρακτηριστικά: «Παντοδαπά συμπλάσσοντες δείματα έπισπώνται τούς άνθρώπους… Πάντα μέν σοφόν άπελαύνουσι τοϋ λόγου τής πίστεως αυτών μόνους δέ άνοήτους καί τούς άνδραπώδεις καλοϋσι».

Επινοώντας κάθε λογής φόβητρα προσελκύουν κόσμο στις γραμμές τους τρομοκρατώντας τον με την ιδέα της θείας τιμωρίας… Κάθε έξυπνο άνθρωπο τον απομακρύνουν από την διδασκαλία της πίστης τους, ενώ καλοδέχονται τους ανόητους και τους δουλοπρεπείς. Τα πράγματα δεν φαίνεται να έχουν αλλάξει και πολύ από τότε, διότι ένα δόγμα μοιάζει με ένα δέντρο, κι ένα δέντρο παράγει κάθε φορά τούς ίδιους καρπούς! Ό λόγος του Κέλσου ήταν και αποδείχτηκε πραγματικά αληθής- είναι ό στιβαρός, καίριος λόγος τής Ελληνικής Φιλοσοφίας, ή οποία δεν μπόρεσε τότε να αντιμετωπίσει στο επίπεδό της την τεκταινόμενη «δύναμη των ποιμνίων» ή «δύναμη των μαζών» όπως ονομάζεται το φαινόμενο στην γλώσσα τής σύγχρονης προπαγάνδας…

Στην κρίσιμη καμπή του 3ου – 4ου μ.κ.ε. αιώνα, ή Ελληνική Φιλοσοφία, χρησιμοποιώντας τα παραδοσιακά της όπλα, προσπαθούσε να πείσει και να αντικρούσει την επερχόμενη βαρβαρότητα διά του Λόγου. Και πράγματι, ή βαρβαρότητα αντικρούστηκε στο ιδεολογικό επίπεδο με απόλυτη επιτυχία από πολλούς καταρτισμένους και μαχητικούς Φιλοσόφους- υπό μία έννοια, ακόμα και τα Ευαγγέλια στην αρχική τους μορφή και πριν μετατραπούν σε αντικείμενο εκμαθήσεως «κοπτορραπτικής», θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ώς προωθημένη αιχμή του δόρατος της Ελληνικής Φιλοσοφίας.

Αλλά ή βαρβαρότητα πρακτικά υπερίσχυσε και σάρωσε τα πάντα… Διότι, ηττημένη στο ιδεολογικό επίπεδο, μετέφερε το επίπεδο σύγκρουσης πολύ χαμηλά, κάτω από την μέση, καί οι άσπονδοι εχθροί του Ελληνισμού βρήκαν την ευκαιρία -ευκαιρία την οποία είχαν επιμελώς προετοιμάσει άλλωστε- να κάνουν πολύ καλά «την δουλειά τους»… Το «θεάρεστο έργο» τους δεν ήταν άλλο από την συστηματική καταστροφή των επιτευγμάτων καί υλοποιήσεων του Ελληνικού Πολιτισμού, σε κάθε τομέα…

Ό «Αληθής Λόγος» του Κέλσου, όπως και το άκρως εμπεριστατωμένο μνημειώδες έργο «Κατά Χριστιανών» του Πορφυρίου, τα «Δεκαοκτώ Επιχειρήματα Κατά Χριστιανών» του Πρόκλου, καί άλλα έργα πού δεν μάς είναι γνωστά, έγιναν παρανάλωμα της φωτιάς, θύματα κι αυτά της χριστιανικής πανούκλας!

Ο Πορφύριος αφιέρωσε την ζωή του στον αγώνα της πολιτισμένης ανθρωπότητας κατά τής επερχόμενης βαρβαρότητας. Για τον σκοπό αυτό συνέθεσε καί το φοβερό έργο «Κατά Χριστιανών», αποτελούμενο από 15 βιβλία, στο όποιο χωρίς «φόβο των Ιουδαίων», αλλά καί χωρίς διάθεση υποτίμησης καί χλευασμού, με βαθιά γνώση καί με νηφαλιότητα ασκεί εμπεριστατωμένη κριτική σε όλες τις ιουδαϊκές καί χριστιανικές γραφές, και στο ίδιο το καινοφανές χριστιανικό δόγμα. Θεωρεί ότι γύρω από το πρόσωπο του Ιησού, στο όποιο αποδίδει τον πρέποντα σεβασμό, «στήθηκε» ένα καθ’ όλα ψεύτικο καί αλλοπρόσαλλο σκηνικό, το όποιο διασώζεται μόνο αν κανείς απλώς το πιστεύει καί πάψει να το έρευνά (εξ ου καί το βασικό ιδεολόγημα του χριστιανισμού: «Πίστευε καί μη έρευνα»).

Το έργο αυτό είχε τεράστια απήχηση στον κόσμο, σε τέτοιο σημείο μάλιστα ώστε αργότερα με διάταξη του Κωνσταντίνου να ονομάζονται «Πορφυριανοί» όχι μόνο οι «εξωτερικοί εχθροί» του χριστιανισμού, αλλά καί «οι έκ των ένδον» διαφωνούντες, οι γνωστοί «αιρετικοί»: «…άλλ’ ώσπερ οί Άρειανοί, φησίν, έκ διατάξεως Κωνσταντίνου, Πορφυριανοί εκλήθησαν, από Πορφυρίου του φιλοσόφου του πολλά κατά των χριστιανών συγγραψαμένου ταύτην λαβόντες τήν προσηγορίαν…» (Τών Βασιλικών, Βιβλίον Α’, Τίτλος Α’, διάταγμα κς’).

Το «Κατά Χριστιανών» άρχιζε με μιά σαρωτική κριτική για την χριστιανική άποψη περί προφητείας, καυτηρίαζε την προσηλυτιστική τακτική τους, τα ογκώδη οικήματα πού επιδίωκαν να κατασκευάζουν επιδεικτικά, καί γενικώς θεωρούσε το χριστιανικό δόγμα ώς μιά επικίνδυνη μορφή δεισιδαιμονίας, ή οποία όταν καταλάμβανε έναν άνθρωπο, ήταν σαν να του αφαιρούσε την λογική του λειτουργία. Σε κάποιο σημείο λέει χαρακτηριστικά, ότι, είναι πιο εύκολο να γράψεις πάνω στο νερό, παρά να λογικέψεις με λογικά επιχειρήματα έναν χριστιανό.

Η θρησκεία αυτή, έλεγε ό Πορφύριος, δεν έχει ούτε εθνικό στήριγμα, ούτε λογική βάση. Από τον νεοφώτιστο ζητούν να δεχτεί τα πάντα με τυφλή πίστη, κι έτσι σωρευτικά σχηματίζεται ένα σύνολο από ηθικώς ανάπηρα άτομα, τα όποια αισθάνονται ασφαλή μέσα στην κοινή τους αδυναμία. Οι χριστιανοί εκπροσωπούν μιά ναρκωμένη ηθική πού βρίσκεται στους αντίποδες της ελληνικής αναζήτησης για ηθική ανωτερότητα.

Η ακριβής έκταση του έργου αυτού παραμένει άγνωστη (τουλάχιστον μέχρι σήμερα). Ό,τι γνωρίζουμε έχει σταχυολογηθεί από σκόρπιες αναφορές, παραθέσεις καί παραφράσεις μέσα σε κείμενα διαφόρων εκκλησιαστικών συγγραφέων. Οι επιχειρούμενες ανασυγκροτήσεις του κειμένου δεν είναι οριστικές, καθώς διευρύνονται με νέα σχετικά αποσπάσματα πού η αρχαιογνωστική έρευνα φέρνει στο φως. Κύρια πηγή βεβαίως αποτελεί ο «Απολογητικός» του Μακαρίου Μάγνητος, απολογητικό εκκλησιαστικό σύγγραμμα του 4ου – 5ου μ.κ.ε. αιώνα πού βρέθηκε στην Αθήνα το 1867. Μόλις πρόσφατα εκδόθηκε καί κυκλοφόρησε στην Ελλάδα ένα σύνολο διασωθέντων αποσπασμάτων προερχόμενα από το «Κατά Χριστιανών» του Πορφυρίου. Από την έκδοση αυτή αντλήσαμε και ορισμένες από τις πληροφορίες που παραθέτουμε.

Με την αντίκρουση του έργου αυτού ασχολήθηκε μιά ολόκληρη στρατιά εκκλησιαστικών αξιωματούχων, επιστρατεύτηκαν οι πιο μορφωμένοι, οι πιο καταρτισμένοι, αλλά όλοι, από τον Ευσέβιο μέχρι τον Αυγουστίνο τρόμαζαν από τα επιχειρήματα του Πορφυρίου και τις εντυπωσιακές γνώσεις του για τις εβραϊκές και χριστιανικές πηγές… Ο Αυγουστίνος έτρεφε μεγάλο θαυμασμό για τον Πορφύριο, τον όποιο χαρακτηρίζει «επιστημονέστατον των φιλοσόφων» (doctissimum philosophorum). Ο Απολινάριος έγραψε τριάντα τόμους: «Ούτος έγραψε καταλογάδην κατά Πορφυρίου του δυσσεβούς τόμους λ’, καί δι’ ηρώων επών πάσαν την των Εβραίων γραφήν»!

Ο Ιερώνυμος έγραψε ένα μεγάλο σχολαστικό υπόμνημα για το βιβλίο του «Δανιήλ» της Π. Διαθήκης, σε μιά προσπάθειά του να εξουδετερώσει τις οξυδερκείς παρατηρήσεις του Πορφυρίου για την αληθινή φύση των βιβλικών προφητειών· ότι δηλαδή και το «προφητικό» αυτό βιβλίο δεν αναφέρεται σε «προφητείες» αλλά σε γεγονότα, αφού ο Πορφύριος αποδεικνύει ότι γράφτηκε μετά τα γεγονότα πού δήθεν «προφητεύει».

Όλα είναι θέμα ύφους… Αν σε μιά σειρά από παλιές εφημερίδες αλλάξεις έντεχνα την ημερομηνία κυκλοφορίας τους και τις τιτλοφορήσεις «Ημερήσιες Προφητείες», τότε και ιδίως όταν φροντίσεις να απευθύνεσαι σε ανθρώπους πού δεν έχουν ζήσει τα γεγονότα, έ, τότε γίνεσαι προφήτης έκ του ασφαλούς με μιά απλή μετάθεση της ήμεροχρονολογίας!

«Οι απόψεις πού εξέφραζε ό Πορφύριος ήταν συντριπτικές γιατί προέρχονταν από κάποιον πού είχε βαθιά γνώση των «Ιερών γραφών» των χριστιανών καί του δόγματός τους. Επιπλέον, στην πολεμική του ο Πορφύριος αρνιόταν στους χριστιανούς το αγαπημένο τους καταφύγιο: την αλληγορία. Ό Πορφύριος αποδίδει στα κείμενα την κυριολεκτική σημασία τους. Καθώς υπήρξε μαθητής του Λογγίνου, κατείχε τέλεια την αλληγορική ερμηνεία… αρνιόταν να δεχτεί ότι μιά καταφανής αντίφαση αποτελεί «μυστήριο» ή τις εσφαλμένες περιγραφές αντικειμενικών γεγονότων ώς «παράδοξο»».

Καμία αντίκρουση δεν θεωρήθηκε ικανοποιητική! Κι έτσι, ελλείψει πειστικών επιχειρημάτων έφεραν σε αντίκρουση το μόνο απολύτως πειστικό επιχείρημα της… πυράς.

Ό Αγαθάγγελος Γεωργιάδης, γράφει σχετικώς (σελ. 54):

«Ένεκα τούτου δυνάμεθα να εννοήσομε ότι ουχί μόνον οι αυτοκράτορες υπό του Κωνσταντίνου μέχρι Θεοδοσίου του Β’ πάντες αποπειράθηκαν να άπαγορεύσωσιν αυστηρότατα την ανάγνωσιν του έργου του Πορφυρίου, αλλά καί αί κατ’ αυτού γενόμεναι αναιρέσεις, πολυαριθμότεραι των του Κέλσου ούσαι, μετέσχον τής αυτής τώ πολεμουμένω βιβλίο τύχης. Το δηλητήριον όπερ έρρευσεν έκ του φοβερού καλάμου του Πορφυρίου, έφαίνετο, ότι δεν έξουδετεροΰτο διά των απολογητικών αναιρέσεων των χριστιανών καί ένεκα τούτου προετιμήθη ή καταστροφή αμφοτέρων των έργων των τε πολεμούντων τον χριστιανισμόν καί των υπερασπιζόντων αυτού…».

Οι αυτοκράτορες Θεοδόσιος Β’ καί Ούαλεντινιανός εξέδωσαν το 448 μ.κ.ε. -144 χρόνια μετά τον θάνατο του Πορφυρίου– το παρακάτω διάταγμα, το όποιο διατηρήθηκε σε ισχύ καθ’ όλη την διάρκεια της βυζαντινής αυτοκρατορίας, αφού συμπεριελήφθη στην κωδικοποίηση τον Βασιλικών τον 9° αιώνα:

«Θεσπίζουμε, πάντα, όσα Πορφύριος υπό της εαυτού μανίας έλαυνόμενος ή έτερός τις κατά τής των χριστιανών ευσεβούς θρησκείας συνέγραψε, παρ’ οιοδήποτε ευρισκόμενα πυρί παραδίδοσθαι. Πάντα γαρ τα κινούντα τον θεόν εις οργήν συγγράμματα και τας ψυχάς αδικούντα ουδέ εις ακοάς ανθρώπων ελθείν βουλόμεθα.»

«Θεσπίζουμε, όλα όσα συνέγραψε ο Πορφύριος κινούμενος από την μανία του κατά της ευσεβούς θρησκείας των χριστιανών, σε οποιουδήποτε τα χέρια κι αν βρίσκονται, να παραδίδονται στην πυρά. Διότι πρόθεσή μας είναι, όλα τα συγγράμματα πού εξοργίζουν τον Θεό και αδικούν τις ψυχές να μην φτάνουν καθόλου στα αυτιά των ανθρώπων.»
(Ιουστινιάνειος Κώδιξ, I 1.3 καί Βασιλικά, Βιβλίον Α’, Τίτλος Α’, διάταγμα γ’).

Ή Εξουσία τότε, έχοντας κάνει τις στρατηγικές επιλογές της, «αισθάνθηκε» την ανάγκη να κάψει βιβλία πού αφύπνιζαν τον νου, κρατούσαν ξύπνια την μνήμη καί υπηρετούσαν την αλήθεια. Μία εξουσία πού καίει βιβλία… αντιλαμβάνεται κανείς τι είδους εξουσία είναι καί σε τι αποσκοπεί…

Υπολογίζεται ότι ο Πορφύριος συνέγραψε συνολικά πλέον των 80 έργων. Πίνακα των έργων του Πορφυρίου συγκρότησε ό J. Bidez, «Vie de Porphyre, le philosophe neoplatonicien», Λειψία: Teubner, 1913, άνατ. Hildesheim: 01ms, 1964. Τον κατάλογο αυτόν καθώς και σημαντικές παρατηρήσεις του Γάλλου συγγραφέα παραθέτουν οι Άγις και Παν. Μαρίνης στην εκτενή εισαγωγή τους στο βιβλίο «Περί τού εν Οδύσσεια των Νυμφών Άντρου» (1998), όπου μεταξύ άλλων σημειώνονται και τα εξής:

«Ή πολύπλευρος καλλιέργεια του Πορφυρίου προσδίδει μίαν μοναδικήν ποικιλίαν εις το έργο του, καθ’ όσον μάλιστα επιτυγχάνει τον γόνιμο συγκερασμό των ιδεών διαφόρων φιλοσοφικών σχολών… ο Πορφύριος με το πολυσχιδές καί βαθυστόχαστο έργο του ήσκησε ιδιαιτέρως σημαντικήν επίδρασην καί εις τάς μεταγενεστέρας εποχάς. Ο Πρόκλος τής Σχολής των Αθηνών τον αναφέρει διαρκώς εις τα έργα του (π.χ. εις τα «Σχόλια εις τον Τίμαιον»), παραθέτων φιλοσοφικός απόψεις καί ερμηνείας του. Ομοίως καί ο Σιμπλίκιος μαρτυρεί ένα μεγάλον σε βαθμόν διά τον Τύριον Φιλόσοφον. Κατόπιν οι Σύροι καί οι Άραβες λόγιοι τον θεωρούν διδάσκαλο της φιλοσοφίας τους (Η μαρτυρία του Ibn Al-Qifti: «’Οξυδερκής εις την έπιστήμην της φιλοσοφίας καί ανώτερος εις την γνώσιν του συστήματος του Αριστοτέλους», του Ibn Sina, γνωστού ως Άβικένα, και άλλων εις το έργον του Bidez).

Επίσης εις την χριστιανικήν Κωνσταντινούπολη, όταν άναγεννήθη το ένδιαφέρον διά τα γράμματα μετά τούς αιώνας του σκοταδισμού, ό Πορφύριος είναι μεταξύ εκείνων, οι όποιοι βοηθούν εις την άνάγνωσιν των ποιητών καί πεζογράφων τής άρχαιότητος. Μεταξύ των εγκωμίων πού τού πλέκουν οι μαθηταί τού Ψελλού υπάρχουν πολλά συγκινητικά εξαιτίας τής γραφικής αδεξιότητας καί τής ειλικρίνειας των. Το όνομα «Πορφύριος» εμπνέει τούς επιγραμματοποιούς. Αλλοτε διακηρύσσουν ότι καθιστά σαφή καί διαφανή τα σκοτεινά βάθη της αριστοτελικής σκέψεως, καί άλλοτε πιστεύουν ότι, όπως από το όστρακον εξάγεται ή πορφύρα διά να δίδει το βαθύ ερυθρό χρώμα εις τα χείλη, έτσι καί από τούς λόγους του εξάγεται ένα βασιλικόν ένδυμα διά το πνεύμα.

Και ό Δυτικός κόσμος ήσχολήθη με τον Πορφύρων, αν καί όχι τόσον έντόνως. Εκεί εχρησίμευσε ή φιλοσοφία του ώς ενδιάμεσος κρίκος μεταξύ τού Πλωτίνου καί τού Αύγουστίνου, τού Πλωτίνου καί των σχολαστικών. Αλλά όχι μόνον. Μία άγνωστος, πλην όμως σπουδαιότατη, πτυχή τής προσφοράς τού Πορφυρίου εις το ανθρώπινον πνεύμα είναι ή διατήρησις καί διάσωσις πολλών έκ των σωζόμενων αποσπασμάτων των Προσωκρατικών, των Στωικών καί των ’Ορφικών, τα όποια άλλως θα είχαν άπολεσθή. Πολλά λοιπόν του οφείλει καί ή φιλολογική επιστήμη. Γενικώς, θα δυνάμεθα να είπωμε, ότι ή συνεισφορά τού Πορφυρίου εις την διαμόρφωσιν τής μετέπειτα φιλοσοφικής σκέψεως καί εσωτερικής αναζητήσεως είναι πολύ μεγαλυτέρα απ’ ό,τι έχομε συνειδητοποιήσει».

Για τον sir James George Frazer όλη η κοινωνική ζωή είναι μία θεσμική έκφραση συμβολισμών, μία αναπαράσταση κάποιου άλλου πράγματος και το βιβλίο του «The Golden Bough» έχει κύριο θέμα τον αποσυμβολισμό ή την ερμηνεία αυτών των συμβολισμών. Το έργο του έχει χαρακτηριστεί σαν μία αίθουσα με μία σειρά από ατελείωτους καθρέπτες όπου το κάθε σύμβολο αντικατοπτρίζεται μέσα στο άλλο κατά αναλογικό τρόπο παρουσιάζοντας μία συνεχή ερμηνευτική μετατόπιση.

Το Άγαλμα του Ολυμπίου Διός ήταν μία κολοσσιαία, καθήμενη μορφή του Θεού Διός, περίπου 42 πόδια (13 μέτρα) ύψος, σμιλευμένη από τον Αθηναίο γλύπτη Φειδία περί το 435 π.κ.ε. και τοποθετημένη μέσα στον ναό του Διός, στο Ιερόν της Ολυμπίας. Ήταν ένα από τα πιο μεγαλοπρεπή μνημεία που κατασκευάστηκαν στην αρχαιότητα, ενώ το κολοσσιαίο άγαλμα, συμπεριλαμβανόταν στα Επτά Θαύματα του κόσμου, μέχρι την τελική κλοπή και καταστροφή του κατά τον 5ο αιώνα μ.κ.ε. στην Κωνσταντινούπολη από τους χριστιανούς. Ο λόφος πάνω από την Άλτιν ήταν τόπος λατρείας του Κρόνου, πατέρα του Διός, εξ ου και το όνομα αυτού Κρόνιος. Η τοποθεσία είναι ιστορική, αφού από την αρχαιότητα εδώ διαδραματίστηκαν πολλές μάχες, και από το 1000 π.κ.ε. δέσποζε εκεί το Ἡραῖον, ένας από τους αρχαιότερους ναούς της Ελλάδος και αφιερωμένος στην Ήρα. Κοντά στον αρχαίο αυτό ναό ήταν και το στάδιο των Ολυμπιακών αγώνων.

Σύμφωνα με τον Σουετώνιο, ο Ρωμαίος αυτοκράτωρ Καλιγούλας, είχε διατάξει να το μεταφέρουν στην Ρώμη και να του αλλάξουν το πρόσωπο, δίνοντάς του την μορφή του αυτοκράτορα, πράγμα που όμως δεν έγινε, επειδή το πλοίο που περίμενε στον λιμένα για να το φορτώσει χτυπήθηκε από κεραυνό και κάηκε. Κατά μία άλλη παράδοση, το άγαλμα έβγαλε έναν πολύ δυνατό κρότο, που φάνταζε σαν άκουσμα γέλιου, έτσι ώστε οι σκαλωσιές που το περιέβαλλαν κατέρρευσαν και οι εργάτες ετράπησαν σε φυγή. Ευτυχώς για εκείνους, ο αυτοκράτωρ είχε ήδη δολοφονηθεί όταν γύρισαν πίσω στην Ρώμη, με άδεια τα χέρια.

Μετά την κατάργηση των Ολυμπιακών Αγώνων το 393 μ.κ.ε. ο ναός παρήκμασε. Το 426 μ.κ.ε. την εποχή του Θεοδοσίου, ο ναός πυρπολήθηκε και το άγαλμα καταστράφηκε ή κατατεμαχίστηκε και λεηλατήθηκε, αν και οι συνθήκες της ενδεχόμενης καταστροφής του είναι σχετικά άγνωστες. Σύμφωνα με μία άλλη εκδοχή, ο Θεοδόσιος το 390 μ.κ.ε. το μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί, τοποθετήθηκε μέσα στο Παλάτιον του Λαύσου, ενός Έλληνα χριστιανού ευνούχου, μαζί με άλλα σπουδαία έργα τέχνης, όπου καταστράφηκε από μεγάλη πυρκαγιά το 475 μ.κ.ε. παραμένοντας εκεί για περίπου 60 έτη. Ενώ το Ιερόν της Ολυμπίας κατέρρεε από αμέλεια, το άγαλμα αυτό που θεωρούταν ως το μεγαλύτερο έργο της κλασικής γλυπτικής, χανόταν στην “περικαλλή” χριστιανική Βασιλεύουσα.

Ο δε ναός δεν είχε καλύτερη μοίρα από το άγαλμα. Κατ’ εντολήν του αυτοκράτορα του Βυζαντίου Θεοδοσίου Β’, περί το 426, το ιερό λεηλατήθηκε, ενώ σεισμοί κατά τα έτη 522 και 551 προκάλεσαν την εν μέρει ταφή των ερειπίων του ναού του Διός. Κατά άλλη άποψη, το αρχιτεκτόνημα του Λίβωνος λεηλατήθηκε από τους Γότθους και τα υπολείμματά του μετετράπησαν σε χριστιανικό ναό, μέχρι που κατέρρευσε από σεισμό, ενώ αργότερα τα ερείπια σκεπάστηκαν από την κοίτη του ποταμού Αλφειού. Το 1875 μια γερμανική αποστολή έκανε αρχαιολογικές ανασκαφές και μέχρι το 1881 επανέφερε στο φως τα ερείπια, κάτω από τεσσάρων μέτρων χώμα. Το 2004, έτος διεξαγωγής των Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα, αναστηλώθηκε ένας κίων του ναού, ο οποίος δείχνει στους επισκέπτες της Ολυμπίας το μέγεθος και το αλλοτινό μεγαλείο του ναού.

Το περιβάλλον μας πάντα ήταν γεμάτο με εικόνες και σύμβολα που παίρνουν ποικίλες μορφές και ερμηνείες, με τα οποία βρισκόμαστε σε μία συνεχή αλληλεπίδραση δημιουργώντας συνδέσμους πέρα από τον αντιληπτό για εμάς χώρο και χρόνο. Ακόμα και ο Frazer στο βιβλίο του σημειώνει ότι οι ερμηνείες στους συμβολισμούς που δίνει δεν είναι απόλυτες και δίνει έμφαση στο γεγονός ότι το μέγιστο που μπορούμε να φιλοδοξούμε σε αυτά τα θέματα είναι να τα προσεγγίζουμε με ένα λογικό βαθμό πιθανότητας.

Παρόλο την πολυδιαστατικότητα των συμβόλων αυτά πάντα μιλούσαν και μιλούν σε εμάς μέσα από ένα σημείο επαφής μεταδίδοντας πληροφορίες, κάτι όμως που απαιτεί τον συντονισμό μεταξύ πομπού και δέκτη. Ο συντονισμός αυτός γίνεται γνωρίζοντας τα κλειδιά ή την γλώσσα που θα ξεκλειδώσει τους συμβολισμούς, ώστε να μπορέσουμε να τους προσεγγίσουμε, μία γλώσσα που αν και ξεχασμένη από εμάς είναι ικανή να μας κάνει να αντιληφθούμε την δύναμή τους.

Μία τέτοια κωδική γλώσσα ήταν και αυτή των αγαλμάτων στην αρχαιότητα, όπου όσοι την ήξεραν μπορούσαν να αντιληφθούν την λειτουργία των θείων δυνάμεων και να αντλήσουν γνώση και δύναμη. Εσφαλμένα, μάλλον καλύτερα εσκεμμένα η χριστιανική παράδοση προώθησε την εικόνα μίας ειδωλολατρικής αρχαιότητας, όπου τα αγάλματα κατασκευάστηκαν και λατρεύτηκαν για την ύλη από την οποία ήταν φτιαγμένα. Αυτά όλα ήταν συκοφαντίες προς το πρόσωπο της Ελληνικής θρησκείας και νομίζω ότι καταλαβαίνετε για ποιους λόγους.

Αντιθέτως, τα αγάλματα θεωρούνταν από τους αρχαίους Έλληνες ότι είναι υποδοχείς και δέκτες κοσμικής ενέργειας.

Ο Πορφύριος στο έργο του “Κατά Χριστιανών” αναφέρει ότι: “…Όποιος σέβεται τους Θεούς δεν τους ταυτίζει με το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένα τα αγάλματά τους.”

Την ίδια θέση ο Πορφύριος είχε την ευκαιρία να την αναπτύξει στο έργο το «Περί Αγαλμάτων». Δυστυχώς, όμως, το έργο του σώζεται αποσπασματικά μέσα στο κεφάλαιο «Περί της Φυσικής Θεολογίας των Ελλήνων» στο βιβλίο «Ευαγγελική Προπαρασκευή» του επισκόπου Καισαρείας Ευσεβίου Παμφίλου.

Φυσικά, όπως και με άλλα έργα της αρχαιότητας σκοπός των παραπομπών αυτών σε χριστιανικά βιβλία δεν ήταν τίποτα άλλο παρά να αντικρουστούν και να απορριφθούν. Μέσα στην ατυχία, είμαστε τυχεροί που έστω και με αυτόν τον τρόπο σώθηκαν κάποια αποσπάσματα από το συγκεκριμένο έργο του Πορφυρίου, που πιθανότερα ο πλήρης τίτλος του πρέπει να ήταν «Περί της εξ Αγαλμάτων φυσιολογίας». Αξίζει να παραθέσουμε ένα σχετικό κομμάτι από την πρώτη παράγραφο του έργου σε μετάφραση:

«Θα απευθύνω τον λόγο μου σε όσους είναι θεμιτό, κλείστε τις θύρες στους βέβηλους, δεχόμενος αυτά τα νοήματα σοφίας του Θεολόγου [αναφέρεται στον Ορφέα], αναφέρομαι σε όσους υποδούλωσαν τον Θεό και τις δυνάμεις του Θεού, με σύμφυτες προς την αίσθηση εικόνες αποτυπώνοντας τα αόρατα σε ορατά δημιουργήματα, τα οποία σαν ένα είδος ανοικτών βιβλίων περιγράφουν τις βασικές γνώσεις για τους Θεούς σε όσους γνωρίζουν να τα διαβάζουν. Δεν είναι να απορεί κανείς που οι αμαθέστατοι των ανθρώπων θεωρούν τα αγάλματα ξύλα και πέτρες, αφού και τα γράμματα έτσι τα θεωρούν οι ανόητοι, βλέποντας τις ενεπίγραφες στήλες σαν απλές πέτρες, τις πινακίδες σαν ξύλα και τα βιβλία σαν υφασμένο πάπυρο.»

Τα αρχαία Ελληνικά αγάλματα μιλούσαν μέσα στην ψυχή των ανθρώπων γεγονός που το δηλώνει και η ίδια η λέξη. Σύμφωνα με το Λεξικό του Ησύχιου από την Αλεξάνδρεια όπου, άγαλμα, είναι κάθε τι με το οποίο αγάλλεται κάποιος, δηλαδή κάτι που τον γεμίζει συναισθήματα χαράς, τον αναζωογονεί και τον εντυπωσιάζει. Η λέξη άγαλμα συναντάται για πρώτη φορά στα ομηρικά έπη και η αρχική της σημασία είναι «κόσμημα, στόλισμα, αφιέρωμα στους Θεούς.»

Ταυτόχρονα, όμως με αυτή την σημασία της υπήρχε και εκείνη του γλυπτού όπως το αντιλαμβανόμαστε εμείς σήμερα. Τους επόμενους αιώνες η χρήση της λέξης συνδέθηκε περισσότερο με τη λατρεία προς το Θείο και την σχέση του ανθρώπου με αυτό.

Οι αττικοί συγγραφείς και σοφιστές της δίνουν και την σημασία του «ομοιώματος» που προσφέρεται σε έναν Θεό. Κάποιοι, όπως ο ρήτορας Ισοκράτης διακρίνει τα αγάλματα από τις εικόνες, με τα πρώτα να αφορούν τα ομοιώματα των Θεών και τα δεύτερα τα ομοιώματα του ανθρώπου. Το περιεχόμενο, λοιπόν, της λέξης αποκτά μία πολυσημαντικότητα, η οποία συναντάται γραπτώς και στα αναθήματα που αφιέρωναν οι πιστοί στα ιερά. Η στερεότυπη φράση «ο/η τάδε με ανέθηκεν περικαλλές άγαλμα» βρίσκεται χαραγμένη σε κάθε μορφής ανάθημα είτε πρόκειται για άγαλμα είτε για ένα μικρό αγγείο αφού η λέξη άγαλμα σήμαινε οποιοδήποτε ήταν αντικείμενο θαυμασμού.

Σε κάποιες μάλιστα εξαιρετικές περιπτώσεις οι αρχαίοι πίστευαν ότι συγκεκριμένα αγάλματα ασύλληπτης ομορφιάς είχαν πέσει στην γη από τον ίδιο τον Δια, τα λεγόμενα διοπετή αγάλματα (κάτι αντίστοιχο με αυτό που αργότερα θα κλέψουν οι χριστιανοί και το βαφτίσουν σαν αχειροποίητες εικόνες ή «η τάδε εικόνα της Παναγίας της Φανερωμένης» κτλ.).

Τα αγάλματα αποτελούσαν το σημείο της ένωσης μεταξύ των Θεών και των ανθρώπων και ήταν αυτά που γεφύρωναν την επικοινωνία μεταξύ τους. Ήταν το μέσο της υπενθύμισης για τους πιστούς χωρίς να πιστεύουν ότι ο ίδιος ο Θεός ή μέρη του έχουν κλειστεί μέσα σε αυτό. Πάνω σε αυτό πάτησε αργότερα η χριστιανική εκκλησία μετά τον θάνατο του αυτοκράτορα Ιουλιανού και κατηγόρησε την παλαιά θρησκεία σαν ειδωλολατρική ισχυριζόμενη ότι μέσα στα αγάλματα κατοικούν δαίμονες.

Δεν είναι τυχαίο ότι έργα γλυπτικής τέχνης και έκφρασης δεν ενθαρρύνθηκαν από τους μετέπειτα σκοτεινούς Βυζαντινούς αυτοκράτορες, αλλά και κάθε εκδήλωση που αφορούσε την γλυπτική περιορίστηκε αποκλειστικά σχεδόν στην διακόσμηση των χριστιανικών εκκλησιών (κυρίως ξυλογλυπτική σε τέμπλα, άμβωνες, εικόνες κτλ.). Μεγάλη άνθιση και πάλι της γλυπτικής εμφανίστηκε στην Δ. Ευρώπη την Αναγέννηση μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο θαυμασμού για τον αρχαίο Ελληνικό κόσμο, ενώ την ίδια περίοδο στην μεσαιωνική Ελλάδα τα πράγματα παρέμειναν στάσιμα.

Τα αγάλματα που κοσμούσαν τους αρχαίους ελληνικούς ναούς και ιερά, τις οικείες, τα δημόσια κτήρια, τα θέατρα, τους δρόμους δεν ήταν απλά και μόνο έργα τέχνης και επίσης, δεν κατασκευάστηκαν σαν αντικείμενα λατρείας. Αυτό που έκανε λειτουργικό έναν λατρευτικό χώρο ή ναό, εκεί δηλαδή που υπήρχε λατρεία του Θεού και λάμβανε ουσιαστικά χώρα σαν ένα δρώμενο δεν ήταν μπροστά στο άγαλμά του.

Ένας βράχος, ένα σπήλαιο ή ακόμα και μία πηγή μπορούσε να αποτελέσει χώρο λατρείας χωρίς την φυσική παρουσία ενός λατρευτικού αγάλματος. Βλέπετε, δυστυχώς, πολλές από τις εικόνες που έχουμε για την αρχαιότητα τις υιοθετούμε από την βιομηχανία του κινηματογράφου. Για να υπάρχει, λοιπόν, λατρεία ενός ή περισσοτέρων Θεών απαραίτητη ήταν η ύπαρξη βωμού προσφορών όπου εκεί γίνονταν και οι πράξεις λατρείας. Η παρουσία λατρευτικού αγάλματος είναι μεν συχνή, αλλά όχι απαραίτητη.

Σε άλλο διασωθέν απόσπασμα από το έργο του “Κατά Χριστιανών”, ο Πορφύριος συμπληρώνει τα ακόλουθα σχετικά με το θέμα (απόσ. 76):

«Ότι οι πρόγονοι των Ελλήνων δημιούργησαν τους ναούς και τα αγάλματα που τους διακοσμούν για την διαρκή υπενθύμιση των Θεών (ὑπομνήσεως γὰρ ἕνεκα). Με αυτόν τον τρόπο επέτρεπαν στους παρευρισκομένους να ανάγονται στην έννοια του Θεού (εἰς ἔννοιαν γίνεσθαι τοῦ Θεού) και να ζητούν από αυτούς ό,τι έχουν ανάγκη μέσω προσευχής και ικεσίας.»

Σε αυτό το σημείο του κειμένου ο Πορφύριος προσπαθεί να διαχωρίσει την εικόνα/είδωλο/άγαλμα από την ίδια την έννοια του Θείου υπογραμμίζοντας ότι το πρώτο αποτελεί ένα μέσο το οποίο χρησιμοποιεί ο πιστός για να αποδώσει τιμή στους Θεούς. Το μέσο αυτό δεν θα μπορούσε να έχει κάτι άλλο από ανθρωπομορφικό σχήμα γιατί ο ίδιος ο άνθρωπος υπερέχει σε ομορφιά όλων των ζώων και ο ίδιος υποτίθεται ότι αποτελεί εικόνα του Θεού.

Ο Πορφύριος στο “Περί αγαλμάτων” αναφέρει ότι:

«Οι άνθρωποι αποτύπωσαν τους Θεούς με ανθρώπινη μορφή γιατί το Θείο είναι λογικό και τους απέδωσαν ωραιότητα γιατί το κάλλος σε εκείνους είναι άφθαρτο»

Ένας από τους εκπροσώπους του κινήματος της Δεύτερης Σοφιστικής, ο Δίων Χρυσόστομος εξηγεί γιατί η τέχνη της αγαλματοποιητικής επέλεξε την ανθρώπινη μορφή στο λόγο του Περί Βασιλείας (Α, 1.12):

«Τον νου και την φρόνηση αυτή καθαυτή δεν είναι ικανός να απεικονίσει κανένας, ούτε αγαλματοποιός, ούτε ζωγράφος διότι τέτοιες δυνάμεις είναι αόρατες και παντελώς άγνωστες σε όλους. Έτσι, καταφεύγουμε στο ανθρώπινο σώμα στο οποίο οτιδήποτε αποδίδουμε δεν υπονοείται απλώς, αλλά και αναγνωρίζεται. Και επειδή το θεωρούμε ως σκεύος φρονήσεως και λόγου το συνδέουμε με τον Θεό, λόγω ελλείψεως και απουσίας άλλου παραδείγματος αυτών, επιζητώντας να δείξουμε με το φανερό και απεικονιζόμενο το αφανές και το ανεικονικό, χρησιμοποιώντας το ανθρώπινο σώμα σαν σύμβολο δυνάμεων.»

Είναι αξιοπρόσεκτο ότι και άλλοι σύγχρονοι συγγραφείς με τον Πορφύριο έκαναν ιδιαίτερες μνείες στα έργα τους πάνω στο συγκεκριμένο θέμα για το τι είναι και τι απεικονίζει ένα άγαλμα στα μάτια του πιστού. Είναι μάλλον προφανές, ότι οι κινήσεις αυτές με σκοπό να δοθούν εξηγήσεις για μία παράδοση που ήταν ζωντανή εδώ και πολλούς αιώνες έχει άμεση σύνδεση με τον συκοφαντικό πόλεμο που δέχθηκε η αρχαία Ελληνική θρησκεία από τους εκπροσώπους της χριστιανικής εκκλησίας εκείνη την εποχή.

Έτσι, λοιπόν, σύμφωνα με τα έργα των Ελλήνων φιλοσόφων οι πιστοί που θυσιάζουν παρουσία αγαλμάτων των Θεών, δεν τιμούν ούτε θυσιάζουν στην ύλη από την οποία είναι φτιαγμένα, αλλά τιμούν τον Θεό και όχι το υποκείμενο του, δηλ. το ομοίωμά του. Σε καμία όμως περίπτωση δεν υπάρχει ταύτιση, όπως αργότερα υποστήριξαν οι χριστιανοί μεταξύ του Θείου και των εκδηλώσεών του, δηλ. αγαλμάτων. Και αυτό γιατί σύμφωνα με τον Πορφύριο τα αγάλματα είναι κάτι πολύ παραπέρα από το σχήμα που τα περιγράφει, είτε αυτό εκδηλώνεται με την πραγματική φυσιολογική τους στάση ή με την λεκτική τους περιγραφή.

Σκεφθείτε την παρακάτω αναλογία, για παράδειγμα, δεν μπορεί να υποστηρίξει κανείς ότι οι ηλεκτρικές συσκευές (αγάλματα) δεν είναι τίποτα άλλο παρά τα σημεία και τα σύμβολα του ηλεκτρικού ρεύματος (θείο). Το σωστό είναι να θεωρήσουμε, για παράδειγμα, μία ηλεκτρική κουζίνα σαν μία «προσδιορισμένη εκδήλωση (άγαλμα) του ηλεκτρικού ρεύματος (Θείου). Βασιζόμενοι στην παραπάνω αναλογία μπορούμε να πούμε ότι κάθε άγαλμα υπονοεί την ύπαρξη μίας ενέργειας (Θείον) που εκδηλώνεται στα μάτια μας σαν παραγόμενο έργο. Για να κατανοήσουμε αυτή την ενέργεια ή τους συμβολισμούς που είναι αποτυπωμένοι στην μορφή ενός αγάλματος χρειαζόμαστε κάποια λοιπόν κλειδιά.

Το έργο του Πορφυρίου “Περί Αγαλμάτων” είναι ολόκληρο αφιερωμένο σε αυτό το θέμα προσέγγισης των συμβολισμών που επικεντρώνονται κυρίως στο φυσιολογικό επίπεδο της αγαλματικής παράστασης (δηλ. στάση σώματος, μορφή, εξωτερικά χαρακτηριστικά). Το “Περί Αγαλμάτων” ανήκει σε μία συγγραφική παράδοση στην οποία βασίστηκαν αρκετοί φιλόσοφοι και συγγραφείς της αρχαιότητας ανάμεσά τους και Στωικοί, ο Πλούταρχος, ο Φίλων ο Αλεξανδρεύς, και οι Νεοπλατωνικοί. Χρήση της ετυμολογίας των ονομάτων για να επεξηγήσει την φύση των Θεών συναντάται και στον Κρατύλο του Πλάτωνα και στο έργο Saturnalia του Μακρόβιου.

Στο έργο του ο Πορφύριος εξηγεί γιατί οι Θεοί και οι Θεές παίρνουν τις συγκεκριμένες μορφές στα αγάλματά τους και πώς τα ονόματά τους και οι συμβολισμοί είναι αλληγορικές αναφορές των Δυνάμεων της Φύσης και των κοσμικών αρχών του σύμπαντος. Στην ίδια παράδοση ανήκουν και τα έργα του Πλούταρχου “Περί Ίσιδος και Οσίριδος” και του Σαλλούστιου “Περί Θεών και Κόσμου”. Ας παραθέσουμε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το “Περί Αγαλμάτων” που αφορά τον συνήθη τρόπο του απεικονίζεται ο Δίας (αποσπ. 4):

«Το ομοίωμα του Διός το έπλασαν κατά την ανθρώπινη μορφή, διότι νους ήταν και σύμφωνα με αυτόν δημιουργούσε, ολοκληρώνοντας τα πάντα δια σπερματικών λόγων. Τον εμφανίζουν να κάθεται, υπαινισσόμενοι την σταθερότητα της δυνάμεώς του. Έχει γυμνό το πάνω μέρος του σώματός καθότι είναι φανερός στα νοερά και στα ουράνια μέρη του κόσμου, ενώ τα πρόσθια και κάτω μέρη είναι σκεπασμένα, καθότι είναι αφανής και απόκρυφος στα κάτω μέρη του κόσμου. Στο αριστερό χέρι έχει το σκήπτρο, καθόσον στην αριστερή πλευρά εδρεύει και λειτουργεί η καρδιά, που είναι το πιο ηγεμονικό και νοερό σπλάχνο όλων των μερών του σώματος αφού βασιλεύς του κόσμου είναι ο δημιουργικός νους. Στο δεξί χέρι φέρει είτε τον αετό, καθότι προΐσταται των Θεών του αέρος, όπως ο αετός που είναι μεταρσιωτικό* πτηνό, είτε άγαλμα νίκης, διότι αυτός ενίκησε τα πάντα.»

[*μετάρσιος: αυτός που είναι σηκωμένος ψηλά στον αέρα, ο μετέωρος.]

Από εκεί και πέρα η Κλίμακα των Ερμηνειών για τον καθένα είναι ανοικτή και όποιος ήθελε και ήταν έτοιμος να την βαδίσει το έκανε. Ο κάθε πιστός προσέδιδε σε κάθε Θεό τα ιδιαίτερα σύμβολά του τα οποία είχαν εννοιολογική συνάφεια και σχέση με τον απεικονιζόμενο Θεό. Θεωρούσαν, λοιπόν και οι αγαλματοποιοί, αλλά και οι πιστοί που πλησίαζαν ένα άγαλμα ότι τα σχήματα και οι μορφές συγκρατούν μέσα τους συγκεκριμένες ιδιότητες, οι οποίες αποτυπώνονται στο υλικό και για αυτό το κάθε άγαλμα περιβάλλεται από τα δικά του συγκεκριμένα σχήματα, δηλαδή εκείνο τον ιδιαίτερο κώδικα επικοινωνίας. Μέσω αυτών των συμβόλων άρρητων και μη αποκαλύπτεται το Θείο σε αυτόν που προσεγγίζει το άγαλμα.

Στο έργο του Πρόκλου “Περί της Ιερατικής Τέχνης” (εκδ. Joseph Bidez: 149.20 κ.ε.) αναφέρεται ότι οι ιερείς χρησιμοποιούσαν επιπρόσθετα σύμβολα για να ενισχύσουν την επικοινωνία με το Θείο. Τα σύμβολα αυτά βασίζονταν στην δύναμη της αρχής της συμπάθειας, δηλαδή την χρήση ίδιων πραγμάτων που προκαλούν ίδια αποτελέσματα. Για παράδειγμα, χρησιμοποιούσαν βότανα και φυτά που οι ιδιότητές τους είχαν τις ίδιες αντίστοιχες ιδιότητες με αυτές των Θεών.

Η Αφροδίτη της Μήλου είναι πολύ γνωστό μαρμάρινο άγαλμα, του τέλους ελληνιστικής – αρχών ρωμαϊκής εποχής (περί το 150 – 50 π.κ.ε.), το οποίο βρέθηκε, την άνοιξη του 1820, σε αγροτική περιοχή της Μήλου. Το άγαλμα βρέθηκε σε πάνω από 6 χωριστά κομμάτια και κατέληξε ένα χρόνο αργότερα στο Μουσείο του Λούβρου, όπου και εκτίθεται μέχρι σήμερα. Στο μουσείο της Μήλου υπάρχει πιστό αντίγραφό του, το οποίο έστειλε αργότερα ως δωρεά το Λούβρο. Η Αφροδίτη της Μήλου θεωρείται καταπληκτικό έργο της ελληνιστικής τέχνης, το οποίο συνδυάζει αρμονικά την γυναικεία ομορφιά και θηλυκότητα. Άλλοτε θεωρείτο έργο του Πραξιτέλη, σήμερα όμως είναι σαφές ότι ο δημιουργός της είναι άλλος ο Αγήσανδρος ή Αλέξανδρος της Αντιοχείας . Είναι σήμα κατατεθέν της Μήλου ή προσδιοριστικό στοιχείο του τουρισμού της και οπωσδήποτε ένα από τα σημαντικότερα αποκτήματα του Λούβρου.

Η Αφροδίτη της Μήλου είναι σκαλισμένη σε παριανό μάρμαρο και έχει ύψος 2,02 μ. Χρονολογείται γύρω στο 150 – 50 π.κ.ε και παριστάνει την Αφροδίτη, παρότι αρχικά κάποιοι θεωρούσαν ότι μπορεί να παριστάνει την Αμφιτρίτη. Βρέθηκε ακρωτηριασμένη και εικάζεται πως η Θεά στο αριστερό της χέρι κρατούσε μήλο ή καθρέφτη ή ότι με τα δύο χέρια της κρατούσε την ασπίδα του Άρη. Άλλοι πάλι θεωρούν ότι δεν έκανε τίποτε από αυτά και ότι ήταν έτοιμη να λουστεί. Για τα χέρια της υπάρχει ο μύθος ότι έσπασαν πάνω σε καβγά Γάλλων αρχαιολόγων και Ελλήνων κατά την κλοπή-μεταφορά του αγάλματος, αλλά αυτό δεν ευσταθεί γιατί το έργο είχε βρεθεί εξαρχής δίχως τα χέρια. Εκείνο που πιθανόν αληθεύει είναι ότι τμήματα των χεριών είχαν βρεθεί σε διάφορα σημεία και ότι το αριστερό κρατούσε μήλο, αλλά χάθηκε κατά την μεταφορά ή ότι επάνω στην συμπλοκή (η οποία όντως συνέβη για την απόκτησή της), κάποια από αυτά τα κομμάτια που συνόδευαν το γλυπτό (όπως το αριστερό χέρι) έπεσαν στην θάλασσα από τα βράχια και χάθηκαν για πάντα.

Σχέση Πομπού και Δέκτη, μία σχέση ενέργειας

Είδαμε ότι δινόταν πολύ μεγάλη προσοχή σε αυτόν τον φανερό ή μυστικό διάλογο μεταξύ του αγάλματος και του πιστού που ξεπερνά σε μεγάλο βαθμό την σημασία που δίνουμε σήμερα στον τρόπο που εκλαμβάνουμε γενικότερα τα μηνύματα (οπτικά και μη). Σήμερα είμαστε συντονισμένοι να αντιλαμβανόμαστε μόνο την επιφανειακή όψη των πραγμάτων και τυφλά να εισπράττουμε τα μηνύματα των πομπών θεωρώντας τα απλά σαν εικόνες.

Σαν παθητικοί δέκτες απορροφάμε εικόνες χωρίς όμως να κάνουμε διάλογο μαζί τους και δυστυχώς σε πολλές περιπτώσεις θα έπρεπε να διακόψουμε κάθε επαφή μαζί τους, είτε οπτική είτε αυτή που γίνεται με την ψυχή μας. Γιατί ναι, οι εικόνες εξακολουθούν να μιλούν ακόμα και σήμερα, αλλά ποιος τις ακούει; Ακούει μόνο μία ανομοιογενή φασαρία και αναταραχή χάνοντας μέρα με την μέρα την ικανότητά της να εστιάζει στα επιμέρους σημεία, όπως εστίαζαν οι αρχαίοι Έλληνες στην θέα μίας εικόνας ή αγάλματος. Πόσο, λοιπόν, ακοίμητα είναι τα μάτια μας;

Ο αρχαίος Ελληνικός κόσμος είχε αντιληφθεί σε μεγάλο βαθμό την αξία και την λειτουργία των εικόνων που πολύ προσεκτικά επέλεγε για να ντύσουν την καθημερινότητά του. Ακόμα και ίσως άσχημες για την αισθητική μας εικόνες (άσχημες γιατί ξεχάσαμε την συμβολική τους γλώσσα) είναι πολύ προσεκτικά διαλεγμένες στον τόπο που θα τοποθετούνταν. Σκεφθείτε λίγο τι απεικονίζεται πολύ συχνά στις ασπίδες των αρχαίων Ελλήνων πολεμιστών που τις βλέπουμε σε αγγεία.

Ήξεραν πολύ καλά, λοιπόν, τους τρόπους που τα αγάλματα είναι δέκτες και υποδοχείς ενέργειας και η τελική τους μορφή συντελούσε σε μεγάλο βαθμό κατά πόσο ήταν λειτουργικά σε αυτό το κομμάτι. Το Λεξικό της Σούδας αναφέρει κάποιον Ηραΐσκο από την πόλη της Αλεξάνδρειας που περιγράφει την ανταλλαγή αυτής της ενέργειας. Λέει, λοιπόν τα εξής το αντίστοιχο λήμμα για τον Ηραΐσκο:

«Ο Ηραΐσκος εκ γενετής είχε την ικανότητα να διαισθάνεται τα ζώντα από τα μη ζώντα ιερά αγάλματα. Πράγματι, μόλις έστρεφε το βλέμμα του στο άγαλμα δεχόταν ένα κύμα ενθουσιασμού στην καρδιά και αναπηδούσε το σώμα και η ψυχή του, σαν να καταλαμβανόταν από Θεία ενέργεια. Εάν δεν συνέβαινε κάτι τέτοιο, το άγαλμα εκείνο ήταν άψυχο και άμοιρο θείας επίπνοιας.»

Τα αγάλματα σαν πρότυπα ομορφιάς και ευγονικής

Ο πρωτοπόρος για την εποχή του (3ος αι. π.κ.ε.) ιατρός Ηρόφιλος από την Αλεξάνδρεια υποστήριζε ότι η αίσθηση της όρασης λειτουργεί ως εξής: το «εσωτερικό πνεύμα» που βρίσκεται στο μάτι είναι αυτό που συλλαμβάνει τις εικόνες. Πάνω, λοιπόν, στο πνεύμα αποτυπώνεται το οποιοδήποτε αντικείμενο είναι ορατό και το πνεύμα το μεταφέρει στα νεύρα σαν πληροφορία και εκείνα με την σειρά τους την αποτυπώνουν στην ψυχή εκείνου που βλέπει. Ακόμα και αν σήμερα η επιστήμη διαφωνεί με τον Ηρόφιλο βλέπετε πόσο σημαντικό ήταν για τους αρχαίους ποια εικόνα με την μορφή ενέργειας, σκεπτομορφής ή ενθουσιασμού θα φόρτιζε την ψυχή τους μέσω της όρασης. Θυμηθείτε και πάλι τι σημαίνει άγαλμα.

Η παράδοση λέει ότι όταν η Μήδεια σκότωσε τα παιδιά της, παραδέχθηκε ότι γεννήθηκε με έναν τόσο άθλιο χαρακτήρα που την οδήγησε σε αυτήν την πράξη, γιατί όταν εκείνη ήταν ακόμα στην κοιλιά της μητέρας της, η μητέρα της δεν φρόντισε να περιτριγυρίζεται από περικαλλή αγάλματα. Η άποψη ότι τα χαρακτηριστικά των παιδιών προσδιορίζονται από τις σκέψεις των γονέων τους, κυρίως από την μητέρα την στιγμή της σύλληψής τους ήταν αρκετά διαδεδομένη.

Ο προ-σωκρατικός φιλόσοφος Εμπεδοκλής υποστήριζε ότι υπήρχαν περιπτώσεις όπου συχνά γυναίκες που κυοφορούαν ερωτεύονταν αγάλματα και αργότερα έφερναν στον κόσμο απογόνους που έμοιαζαν στο αντικείμενο του πόθου τους. Ο Ηλιόδωρος στα Αιθιοπικά(4.8) αναφέρει ότι από ένα ζευγάρι γονέων που ήταν και οι δύο μαύροι ήρθε στον κόσμο ένα λευκό κοριτσάκι. Η ίδια η μητέρα ομολογεί ότι την στιγμή της σύλληψής της κοιτούσε μία εικόνα όπου απεικόνιζε μία ερωτική σκηνή με την Ανδρομέδα γυμνή και τον Περσέα.

Για να μην υπάρχουν ανάλογες περιπλοκές, ο Γαληνός απαγόρευε την ύπαρξη ζωγραφικών πινάκων στα υπνοδωμάτια γιατί μπορεί η σύλληψη να έχει ως αποτέλεσμα μία τερατογένεση, αφού υπάρχει η πιθανότητα η φαντασία της μητέρας να διεγερθεί από μία μη πρέπουσα εικόνα. Ο ίδιος ο Αριστοτέλης συμβούλευε (Πολιτικά, 7.18) τις μητέρες να κρατούν το πνεύμα τους όσο πιο ήσυχο γίνεται.

Έτσι, λοιπόν, ένας άλλος σπουδαίος ιατρός του 2ου αιώνα μ.κ.ε. ο Σωρανός από την Έφεσο υπογραμμίζει ότι η ποιοτική κατάσταση της ψυχής την ώρα της συνουσίας επιφέρει μεταβολές στα παιδιά που θα ενδέχεται να γεννηθούν. Συμβουλεύει τις μητέρες ότι για να αποφύγουν την γέννηση ενός άσχημου παιδιού εξαιτίας των αλλόκοτων φαντασιών της ψυχής, όταν αυτή βρίσκεται υπό την επήρεια οποιασδήποτε μέθης, καλό θα ήταν να είναι νηφάλιες την ώρα της ερωτικής συνουσίας γιατί

«…Η ομοιότητα των γεννηθέντων τέκνων προς τις μητέρες τους αφορά όχι μόνο στο σώμα, αλλά και στην ψυχή» (Γυναικείων Α, 1.39).

Οι άσχημες ή μη πρέπουσες εικόνες στην συγκεκριμένη περίπτωση της σύλληψης έχουν μεγάλη σημασία για τον Σωρανό καθώς αναφέρει ότι κάποιες γυναίκες κατά την διάρκεια της συνουσίας τους έβλεπαν πιθήκους και γέννησαν παιδιά πιθηκόμορφα. Σε αντιπαράθεση αυτού, συνεχίζει ο Σωρανός, ο κυβερνήτης των Κυπρίων αν και ήταν άσχημος, όταν πλησίαζε ερωτικά την σύζυγό του την υποχρέωνε να βλέπει όμορφα αγάλματα, με αποτέλεσμα να γίνει πατέρας όμορφων παιδιών. Ακόμα και στην περίοδο που ζευγαρώνουν τα άλογα, εκείνοι που τα εκτρέφουν κρατούν μπροστά στα θηλυκά για να τα βλέπουν αρσενικά άλογα ευγενικής καταγωγής.

Αν όλα αυτά σας φαίνονται υπερβολικά ρίξτε μία ματιά γύρω σας και κοιτάξτε τι από όλα αυτά που έχει δημιουργήσει το ανθρώπινο χέρι σας δημιουργεί αγαλλίαση και μιλάει στην καρδιά σας; Αν δεν βρείτε τίποτα, κοιτάξτε τις εικόνες, τα γλυπτά και τα αγάλματα που κοσμούν το περιβάλλον σας. Κοιτάξτε τις εικόνες και τους ήχους που μας πλημμυρίζουν καθημερινά. Όλα αυτά μας μιλάνε, ακόμα και αν δεν τα ακούμε και αποτυπώνουν τις κακέκτυπες τους μορφές στην ψυχή μας.

Είναι σε έναν μονόλογο μαζί μας γιατί συντονίζονται σε αυτή την συχνότητα της παράδοσης άνευ όρων. Μην αναρωτιέστε γιατί πάμε όπως πάμε κατά διαόλου σήμερα. Αν σας ενοχλούν αυτά που «κοσμούν» τους χώρους που ζείτε και εργάζεστε μην τα κοιτάτε παθητικά. Είπαμε… είναι πομποί, αλλά και δέκτες και ας δούμε με ένα πολύ όμορφο κομμάτι από την εισαγωγή της του σχολιαστή της Ελληνικής έκδοσης του Περί Αγαλμάτων:

«Αν θέλαμε να διακρίνουμε αδρομερώς την ανθρωπότητα, θα μπορούσαμε με βεβαιότητα να πούμε ότι διαιρείται σε τρεις κατηγορίες: Σε αυτούς που φτιάχνουν αγάλματα, σε αυτούς που τα καταστρέφουν και στο επαμφοτερίζον πλήθος. Με άλλα λόγια: στους Δημιουργούς, τους Καταστροφείς και τους Αδιάφορους. Το επαμφοτερίζον πλήθος είναι που κάνει τη ζυγαριά να γέρνει πότε από τη μια και πότε προς την άλλη κατεύθυνση. Δημιουργικότητα και καταστροφικότητα φαίνεται πως έχουν κοινή ενεργειακή βάση, αλλά εντελώς διαφορετική πορεία. Η πρώτη είναι δρόμος, ενώ η δεύτερη σύνδρομο. Συχνά η ανικανότητα προς δημιουργία «δημιουργεί» ικανότητα προς καταστροφή.»

Η Τέχνη, της Τέχνης για την διαμόρφωση της Πνευματικότητας, είναι τεράστιος, επειδή ακριβώς επιφέρει την ισορροπία των ψυχικών δυνάμεων και βάσει αυτού, επέρχεται και ισορροπία του πολιτισμού, εφ’ όσον μειώνεται στο ελάχιστο η καταδυνάστευση από μονοκρατορικές δυνάμεις και γιατί το ωραίο που συνεισφέρει η τέχνη, αφαιρεί τις αιχμές από την σκληρή πραγματικότητα.

Η Τέχνη επιβάλλεται να παριστάνει ωραία πράγματα, παρά ίσως ανατριχιαστικά, όπως συμβαίνει με τα εκτρώματα που παρουσιάζονται ως “τέχνη” και εμβολιάζουν τους ανθρώπους με το μικρόβιο του κακού, το οποίο παρασταίνεται ακριβώς για να αποκτήσει ανοσία ο οργανισμός του και να μην ρυμουλκηθεί ποτέ, σε τέτοιες ή παρόμοιες καταστάσεις. Χαρά στον άνθρωπο και στην κοινωνία, που έχουν, όχι τυπική, αλλά ζωτική σχέση με την Τέχνη. Αυτοί μπορούν να είναι βέβαιοι ότι και οι δυσκολότερες στιγμές τους μπορούν να γίνουν τραγούδι, χορός, χειροτέχνημα.

Ότι και να καταλαβαίνει ο καθένας, σύμφωνα με τις πεποιθήσεις του πάντα οι συμβολισμοί έχουν και ΣΗΜΕΙΟΛΟΓΙΑ. Αυτό επιλέγει να το ξεχνάει ο άνθρωπος που κοιτάει την δουλειά – δουλεία του.

Το έργο του Πορφυρίου αν και είχε την ίδια τύχη με τα ακρωτηριασμένα αγάλματα, συνεχίζει να μιλάει μέσα από τους ακρωτηριασμένους του βραχίονες, ίσως γιατί αυτά που λέει δεν κατοικούσαν πότε πίσω από τις γραμμένες από χέρι λέξεις.

Τα αγάλματα, ιδίως αυτά των Θεών, αποτυπώνουν μιά ξεχασμένη σήμερα σε μάς μυστηριακή «γλώσσα του σώματος», ή οποία μετέδιδε πληροφορίες κατευθείαν στο υποσυνείδητο αυτού πού τα έθεάτο. Για κάποιον πού γνωρίζει την «άγαλματική γραφή», υπάρχει ή δυνατότητα να αντλήσει μυστηριακές γνώσεις καί πληροφορίες υψίστης σημασίας.

Αυτός είναι, έξαλλου, και ο υποκρυπτόμενος λόγος της καταστροφικής μανίας πού εξαπολύθηκε εναντίον τους, στόχος ήταν ή καταστροφή της μυστηριακής γνώσης.

Το έργο «Περί Αγαλμάτων» του Πορφυρίου είχε κι αυτό την τύχη των αρχαίων αγαλμάτων διασώθηκε ακρωτηριασμένο, με κομμένους βραχίονες, τεμαχισμένο εις χείρας ενός έκ των πρωταιτίων της μεγάλης καταστροφής… Έτσι, «πορφυρωμένο» από τα «αίματα της αγάπης», κατά την έκφραση του Ελύτη, μάς παραδόθηκε καί αυτό το κείμενο…

Ας ακούσουμε τον Πορφύριο, πού η γεμάτη ευγένεια καί σαφήνεια φωνή του φιμώθηκε για αιώνες, κάτω από τα μελανά πέπλα τής σιωπής, του σκοταδισμού και του φόβου. Ας μην ξεχνάμε πώς, όταν μιλάμε για τα έργα του, μιλάμε για απαγορευμένα βιβλία.

Μπρέχτ: H Βλακεία

«Πάντα υπάρχουν αρκετοί βλάκες για να σχηματίσουν μια πλειοψηφία. Αυτό είναι το μυστικό όπλο του βλάκα»

«Ποιο είναι το μεγάλο μυστικό του βλάκα;» ρώτησαν κάποτε τον κ. Κόινερ «Αυτό που τον κάνει ακατανίκητο, ανυπέρβλητα κακό και πάντα νικητή;»

– Το μεγάλο μυστικό του βλάκα, χμ, για να σκεφτώ λίγο…

Ε… μάλλον ότι δεν του περνά καν από το μυαλό, δεν διανοείται ότι μπορεί για μια στιγμή να ‘χει άδικο. Κι αν του περάσει μια στάλα υποψίας από το μυαλό, γρήγορα τη διώχνει.

Αυτός βλαξ; Ποτέ των ποτών. Οι άλλοι είναι πάντα. Έτσι γίνεται αδίσταχτα θρασύς, υπέροχα επικίνδυνος, ανυπέρβλητα αλαζονικός. Και πείθει. Γιατί πάντα υπάρχουν αρκετοί βλάκες για να σχηματίσουν μια πλειοψηφία.

Αυτό είναι το μυστικό όπλο του βλάκα. Μα γι αυτό ακριβώς πρέπει να εξολοθρεύουμε τη βλακεία, γιατί κάνει βλάκες αυτούς που τη συναντούν.

«Άραγε η βλακεία οδηγεί στην κακία ή η κακία οδηγεί στην βλακεία; Τον Ρώτησαν

-Ούτε το ένα ούτε το άλλο .. Απάντησε ο κ Κόινερ. Και τα δυο δεν είναι παρά συμπτώματα. Η βαθύτερη αιτία είναι η δυσανεξία απέναντι σε ένα Απύθμενο εσωτερικό κενό…

Ο Βλάξ το Υποψιάζεται , αλλά καθώς αδυνατεί να το παραδεχτεί, το Απωθεί.

Το παραγεμίζει είτε σωματικά -λαιμαργία-είτε στρεφόμενος προς τον εξωτερικό κόσμο: Με κακία. Προσπαθώντας να Επιβάλλει την εξουσία του ελπίζει να ξεχάσει την εσωτερική του κενότητα.. αλλά εκείνη επιστρέφει τα βραδιά καθώς ετοιμάζεται να κοιμηθεί… ή τα πρωινά λίγα δευτερόλεπτα πριν ανοίξει τα ματιά του. Φαύλος κύκλος.

«Ποιες δραστηριότητες επιλέγει συνήθως ο Βλάκας ;»

-Επειδή είναι ανασφαλής επιλεγεί δραστηριότητες που του δίνουν μια Ψευδαίσθηση παντοδυναμίας.

Καθώς είναι περιορισμένος στην Βλακεία του διαθέτει και ορισμένα πλεονεκτήματα: Οργανωτικότητα, επιμονή και υπομονή, Τα καταφέρνει συνήθως να οικειοποιείται δουλειές άλλων.

Εξάλλου διαθέτει και ένα σπάνιο χάρισμα: δεν έχει καθόλου την αίσθηση της Ευγνωμοσύνης…

Καθώς επίσης είναι και βλάκας δεν μπορεί να διανοηθεί ότι κάνει κάτι το κακό, καρπουμενος τον πνευματικό ή μη μόχθο, άλλων.

Αυτό αποτελεί επισυνεπεια του μυστικού όπολου του βλάκα (βλ παραπάνω..)

«Ποια Ύπαρξη ενοχλεί περισσότερο τον Βλάκα;»

-Η αλογόμυγα … Γιατί τον βάζει σε υποψίες αυτογνωσίας.

«Ναι κύριε Κόινερ… Αλλά γιατί από την άλλη η αλογόμυγα πάει και κολάι στα μούτρα του Βλάκα;»

– Διότι δεν μπορεί να ανεχτεί την Βλακεία… Αυτή είναι η μοίρα της αλογόμυγας .

«Και γιατί ο Βλάκας παρόλο που είναι πιο δυνατός δεν εξοντώνει την Αλογόμυγα;»

-Γιατί είναι βλάκας και υπερβολικός. Προσπαθεί να την εξοντώσει με κανονιές… Μονό ένας βλάκας θα προσπαθούσε να εξοντώσει μια Αλογόμυγα με κανόνι…-

«Και ποια θα ήταν η λύση;»

Η λύση θα ήταν να έπαυε να είναι Βλάκας. Αλλά καθώς αυτό είναι αδύνατον δυστυχώς δεν υπάρχει λύση: Ούτε για τον βλάκα αλλά και ούτε για την Αλογόμυγα…

«Και δεν είναι Τραγικό για τον Βλάκα να πρέπει να υποφέρει διαρκώς την ενοχλητική του Αλογόμυγα;»

-Ε όχι και τόσο. Tι να πούνε και όσοι θα πρέπει να υποφέρουνε τον βλάκα ;

«Πως είναι δυνατόν ο Βλάξ να μην έχει ΚΑΘΟΛΟΥ την αίσθηση του χιούμορ;»

– Στην ουσία η έκλειψη Χιούμορ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΕΙ ΤΟΝ ΒΛΑΚΑ. Διότι , αν είχε στοιχειώδη αίσθηση του Χιούμορ δεν θα έπαιρνε και τον εαυτό του τόσο σοβαρά, οπότε θα έπαυε νάναι και βλάκας .

«Και ποια είναι τα πιο σημαντικά Χαρακτηριστικά της Βλακείας ;» Ρώτησαν κάποτε τον κ Κόινερ.

-«Ας τα πάρουμε ένα ενα» απαντησε ο κ Κόινερ.

Πρώτα απ όλα ο Βλάξ δεν έχει καμιά ικανότητα μεταφορικής σκέψης. Τα παίρνει όλα κυριολεκτικά…

Έτσι αδυνατεί να καταλάβει πότε ο συνομιλητής του μεταφέρει μια άποψη άλλων από την άποψη του ιδίου του συνομιλητή του. Δεν μπορεί να αντιληφθεί την εντός εισαγωγικών φράση…

Παράδειγμα, λέει η Βίβλος ”Ο Άφρων είπε: Δεν υπάρχει Θεός ” και λέει ο Άφρων (δηλαδή ο Βλάξ) «Είδατε ; Το λέει και η Βίβλος. Δεν υπάρχει θεός.»

«Δηλαδή τι θέλετε να μας πείτε κ Κόινερ; Ότι υπάρχει Θεός;»

-Αγαπητό μου παιδί. Δεν υπάρχει Θεός. Εκείνο για το οποίο είμαι Βέβαιος είναι ότι η Ανθρώπινη Βλακεία είναι Ακατανίκητη, κυριολεκτικά!

Μπέρτολτ Μπρέχτ, Ιστορίες του κ. Κοϊνερ

Η ευφυΐα φαίνεται όταν αντιμετωπίζεις το άγνωστο

Η ευφυΐα φαίνεται μόνο όταν αντιμετωπίζεις το άγνωστο – αυτό για το οποίο δεν έχεις καμία πληροφορία, καμία γνώση, καμία μνήμη από πριν. ‘Όταν αντιμετωπίζεις το άγνωστο, εκεί είναι το αποφασιστικό σημείο. Πώς ανταποκρίνεσαι;

Ευφυΐα σημαίνει την ικανότητα να ανταποκρίνεσαι σε καινούριες περιστάσεις. Βγαίνει από το είναι σου. Ο νους είναι απλώς ένα όχημα. Ευφυΐα είναι η ποιότητα του παρατηρητή. Είναι το να έχεις επίγνωση του τι είναι ο νους, χωρίς να ανήκεις σ’ αυτόν. Είναι το να παρατηρείς το νου και να του δίνεις κατεύθυνση.

Μια ιστορία: Ένας μαθητής του Ζεν ήρθε στο δάσκαλο και τον ρώτησε: “Σε ποια κατάσταση νου πρέπει να αναζητήσω την αλήθεια;” Ο δάσκαλος αποκρίθηκε: “Δεν υπάρχει κανένας νους, οπότε δεν μπορείς να τον βάλεις σε καμία κατάσταση. Και δεν υπάρχει καμία αλήθεια, οπότε δεν μπορείς να την αναζητήσεις.” Ο μαθητής είπε λυπημένα: “Δεν σε καταλαβαίνω.” Ο δάσκαλος είπε: “Ούτε κι εγώ καταλαβαίνω.”

Η ζωή είναι τέτοιο μυστήριο, που κανένας δεν μπορεί να το καταλάβει. Και εκείνος που ισχυρίζεται ότι την καταλαβαίνει, είναι απλώς αδαής και δεν ξέρει τι λέει – δεν ξέρει τι ανοησίες λέει.

Αν είσαι σοφός, αυτή θα είναι η πρώτη κατανόηση: Η ζωή δεν μπορεί να γίνει κατανοητή. Η κατανόηση είναι ανέφικτη. Μόνο μέχρι εκεί μπορεί να γίνει κατανοητό – ότι η κατανόηση είναι ανέφικτη.

Αν πας να ρωτήσεις τους φωτισμένους, θα σου πουν πως ούτε κι εκείνοι δεν καταλαβαίνουν τη ζωή. Αν όμως πας και ρωτήσεις εκείνους που δεν είναι φωτισμένοι, θα σου δώσουν πολλές απαντήσεις, θα σου προτείνουν πολλά δόγματα, θα προσπαθήσουν με κάθε τρόπο να λύσουν το μυστήριο. Το μυστήριο δεν μπορεί να λυθεί. Δεν είναι γρίφος. Ένας γρίφος μπορεί να λυθεί, το μυστήριο όμως είναι άλυτο από την ίδια του τη φύση. Ο Σωκράτης είπε: “Όταν ήμουν νέος, νόμιζα ότι γνώριζα πολλά. Όταν γέρασα και ωρίμασε η σοφία μέσα μου, έφτασα να κατανοήσω ότι δεν γνωρίζω τίποτα.”

Αναφέρεται ότι ένας σούφι δάσκαλος, ο Τζουνάιντ, εργαζόταν μαζί με ένα νεαρό. Ο νεαρός δεν είχε επίγνωση τής εσωτερικής σοφίας του Τζουνάιντ. Και ο Τζουνάιντ ζούσε μια τόσο συνηθισμένη ζωή, που χρειαζόταν πολύ διεισδυτικά μάτια για να αντιληφθείς ότι βρισκόσουν δίπλα σε ένα βούδα. Δούλευε σαν συνηθισμένος εργάτης και μόνο εκείνοι που είχαν μάτια μπορούσαν να τον αναγνωρίσουν. Το να αναγνωρίσεις το Βούδα ήταν πολύ εύκολο – καθόταν κάτω από το δέντρο μπόντι. Το να αναγνωρίσεις τον Τζουνάιντ ήταν πολύ δύσκολο – δούλευε σαν εργάτης, δεν καθόταν κάτω από ένα δέντρο μπόντι. Στο κάθε τι ήταν ένας απολύτως συνηθισμένος άνθρωπος.

Ο νεαρός που εργαζόταν μαζί του, έκανε συνέχεια επίδειξη της γνώσης του και έλεγε στον Τζουνάιντ τι να κάνει και πώς να το κάνει. ‘Ο,τι κι αν έκανε ο Τζουνάιντ, ο νεαρός του έλεγε: “Λάθος το κάνεις αυτό! Αν το κάνεις έτσι κι έτσι, θα είναι καλύτερα.” Εκείνος τα ήξερε όλα! Τελικά ο Τζουνάιντ γέλασε και είπε: “Νεαρέ, εγώ δεν είμαι τόσο νέος για να ξέρω τόσο πολλά.”

Ωραία κουβέντα αυτή: “Νεαρέ, εγώ δεν είμαι τόσο νέος για να ξέρω τόσο πολλά.” Μόνο ένας νέος μπορεί να είναι τόσο ανόητος, τόσο άπειρος. Ο Σωκράτης είχε δίκιο όταν είπε: “Όταν ήμουν νέος, νόμιζα ότι γνώριζα πολλά. Όταν γέρασα και ωρίμασε η σοφία μέσα μου, έφτασα να κατανοήσω ότι δεν γνωρίζω τίποτα.”

Η ζωή είναι μυστήριο. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί να λυθεί. Κι όταν όλες οι προσπάθειες για να το λύσεις, αποδειχθούν μάταιες, τότε αρχίζει να φωτίζεται το μυστήριο.

Hegel: πόλεμος ή ειρήνη;

Γκέοργκ Χέγκελ: 1770–1831

Η Φαινομενολογία του πολέμου

§1

Ι. Η εποχή, που έζησε ό Χέγκελ, 1770-1831, ήταν μια πολυκύμαντη εποχή, με φοβερές δονήσεις της ιστορίας, αποκορύφωμα της οποίας ήταν η Γαλλική επανάσταση. Η τελευταία αποτέλεσε μια από τις πιο συνταρακτικές παρορμήσεις για τη συγκρότηση αλλά και την εξέλιξη της σκέψης του. Στο πλαίσιο τούτης της εξέλιξης εντάσσεται και η διαμόρφωση της πολιτικής του σκέψης, δυνάμει της οποίας διατυπώνει και τη διαλεκτική του θεωρία για τον πόλεμο. Ακριβώς επειδή η εγελιανή θεωρία του πολέμου είναι διαλεκτική δεν αφήνει περιθώρια για μια ερμηνεία, αποπροσανατολιστική για κάθε λαό και έθνος, που ανυμνεί την ειρήνη και αναθεματίζει τον πόλεμο. Σε κάθε στιγμή του χρόνου αποδεικνύεται επίκαιρη και αληθής.

ΙΙ. Οι σκέψεις του Χέγκελ για τον πόλεμο κινούνται πέραν κάθε «συμπονετικού» πασιφισμού και υποκριτικής ειρηνοφιλίας. Φορείς, άτομα ή ομάδες, που υπερασπίζονται ή αναπαράγουν τέτοιου είδους υποκρισίες, είναι συνήθως ακατέργαστοι παράγοντες της πολιτικής ζωής, με ύψιστη αξία τους την καλοπέραση και την τρυφηλή ζωή: λουφαγμένοι μέσα στο ένα ή το άλλο χλιδάτο πολιτικό μαγαζί ή στην καρέκλα της εξουσίας ιδιοποιούνται τον πλούτο της ολότητας του έθνους για να υλοποιούν ως πολιτική του τελευταίου την εγκληματική παραίτηση από την αναγκαία ετοιμότητά του για πόλεμο. Μια τέτοια παραίτηση, που φτάνει συνήθως στα όρια της εθνικής μειοδοσίας συμβαίνει, όταν τη διακυβέρνηση αναλαμβάνουν τα φασιστοειδή μορφώματα της καθεστωτικής «αριστεράς».

ΙΙΙ. Είναι αλήθεια πως ο Χέγκελ δεν υποστηρίζει τον πόλεμο ως κρατική πολιτική ούτε υποστηρίζει τη διαρκή ειρήνη. Αντίθετα υποστηρίζει ότι η σύγκρουση είναι εγγενής μεταξύ κρατών σε μια άναρχη διεθνή σφαίρα. Έτσι, ακόμα κι αν είναι επιθυμητό, η αέναη ειρήνη είναι αδύνατο να επιτευχθεί. Ο φιλόσοφος δέχεται πως υπάρχουν ορισμένες θετικές πτυχές του πολέμου, όπως το ότι είναι ένας καλός δείκτης της υγείας ενός κράτους, μιας ζωντανής πολιτείας. Ωστόσο, η παρατήρηση αυτών των θετικών χαρακτηριστικών δεν ισοδυναμεί με υπεράσπιση του πολέμου: χρησιμεύουν μόνο ως περιγραφή του τρόπου, με τον οποίο ο πόλεμος επηρεάζει τα κράτη. Επ’ αυτού ο Χέγκελ είναι ένας παραδειγματικός ρεαλιστής, που διαβάζει την ενεργό πραγματικότητα της πολιτείας από μέσα και διακρίνει την αναγκαιότητα να είναι πάντοτε ετοιμοπόλεμη, εάν θέλει να ζήσει εν ειρήνη.

ΙV. Ο μεγάλος διαλεκτικός φιλόσοφος, στο πλαίσιο κατανόησης του κόσμου του ανθρώπου υπό την οπτική της διαλεκτικής πραγμάτωσης του πνεύματος εντός του κόσμου, υποβάλλει σε σφοδρή κριτική τις συμβατικές αντιλήψεις ή παραστάσεις περί πολέμου. Αυτές οι αντιλήψεις ανάγουν το γενικό τους υπόβαθρο σε διάφορες θεωρίες περί φυσικού δικαίου και θεωρούν τον πόλεμο –αδιάφορο, αν είναι θεολογικο-εκκλησιαστικής ή δημοκρατικοφανούς υφής– ως εκτροπή, ως μια κατάσταση όπου τίθεται υπό αδικαιολόγητη αμφισβήτηση η αρμονική συνεργασία ανάμεσα στα άτομα καθώς και ανάμεσα στα κράτη.

V. Απεναντίας, όπως λένε συνήθως οι αφιλοσόφητοι ωφελιμιστές, η ειρήνη εκφράζει την αρμονία και την αρμονική συνεργασία των ανθρώπων, γι’ αυτό και πρέπει να επικρατεί παντού και με κάθε τρόπο. Μεταφερόμενη δε αυτή η αίσθηση περί ειρήνης στην κοινωνία επιτρέπει σε όλους τους οικονομικούς και πολιτικούς άρπαγες του ανθρώπινου μόχθου να υπερασπίζονται μέχρι θανάτου την κοινωνική «ειρήνη», την αδιαμαρτύρητη, τη δουλική υποταγή της ανθρώπινης κοινότητας στις ορέξεις της δικής τους φιλαρχίας: ό,τι ακριβώς ο Χέγκελ αποτιμά ως αποκοίμιση των λαών και ενάντια στο οποίο στρέφεται με τη θεωρία του περί πολέμου. Τα πάθη των κρατούντων, ανάλογα με τη μια ή την άλλη συμπτωματικότητα, εμφανίζονται ως εξωτερική αιτία ή αφορμή για αφηρημένα κηρύγματα περί ειρήνης ή και περί πολέμου. Όμως πάνω απ’ αυτά τα πάθη βρίσκεται η πολιτεία –με την αριστοτελική έννοια του όρου‒ που η ηθική της ουσία έγκειται στο να είναι πάντοτε σε πολεμική ετοιμότητα για να πραγματώνει το έργο της ελευθερίας (Χέγκελ: Werke 7, σσ. 491 κ.εξ).

§2

Ι. Το θεμελιώδες φιλοσοφικό θεώρημα, πάνω στο οποίο ο Χέγκελ στηρίζει τη φαινομενολογική του θεωρία περί πολέμου, είναι η ρήση του Ηράκλειτου: «Πόλεμος πατήρ πάντων …». Ιστορικά ιδωμένος ο πόλεμος, σύμφωνα με τον Γερμανό φιλόσοφο, αποτελεί συστατικό στοιχείο της ανθρώπινης ιστορίας, άρα είναι μια αντικειμενική πραγματικότητα, που υπερβαίνει κάθε είδους υποκειμενικό ή ατομικό ηθικό credo και η οποία μόνο με κριτήρια του Αντικειμενικού μπορεί να κατανοείται. Τι μας λέει λοιπόν αυτό το Αντικειμενικό; Ότι τα περισσότερα εκάστοτε νέα μορφώματα ζωής έχουν εγγραφεί στην ιστορία ως έμμεσα ή άμεσα αποτελέσματα πολέμου, διαμάχης, αγώνα, έριδας, σύγκρουσης και όχι ως προερχόμενα από οποιαδήποτε κοινωνική και πολιτική σύμβαση, στασιμότητα, επανάπαυση, απάθεια, αδράνεια, αποτελμάτωση.

ΙΙ. Η καταδίκη, ο αναθεματισμός του πολέμου επομένως, με βάση αφηρημένα ηθικά αξιώματα που έχουν ως κοινό παρονομαστή το Δέον-Είναι (Sollen), δηλαδή αυτό που οφείλει, που πρέπει να νομιμοποιείται σε αντίθεση με ό,τι δεν πρέπει, αιχμαλωτίζουν το άτομο μέσα στην ιδιοτέλεια του ατομικού συμφέροντος και του αφαιρούν τη δυνατότητα να σκέπτεται πολεμικά, δηλαδή μαχητικά, αποφασιστικά, καθολικά, οικουμενικά, και να οικοδομεί τη συνεργασία του με τα άλλα άτομα στη βάση υπεράσπισης του κοινού συμφέροντος· μια υπεράσπιση που όχι σπάνια απαιτεί τη θυσία πεπερασμένων, υλικών αγαθών προκειμένου να διατηρηθεί «η κατά κοινωνικό έθος υγεία των λαών» (ό.π., σ. 493).

ΙΙΙ. Λαοί που φοβήθηκαν να αγωνιστούν, να πολεμήσουν για την ύψιστη ελευθερία τους, την ελευθερία της πολιτείας ως έθνους, ως πατρίδας, καταδίκασαν τον εαυτό τους στο να υφίσταται μια εσωτερική κυριαρχία και συγχρόνως να μη μπορούν να αγωνιστούν ενάντια στην υποδούλωσή τους από άλλους: «η ελευθερία τους πέθανε από το φόβο ότι θα πεθάνει» (ό.π. σ. 492). Να γιατί και οι εθνικοί μειοδότες της εκάστοτε φασιστικής «αριστεράς» υπηρετούν δουλικά ξένες δυνάμεις και συμφέροντα, χωρίς την αφειδώλευτη στήριξη των οποίων ούτε μια ημέρα δεν θα μπορούσαν να μείνουν στην εξουσία. Σύμφωνα με τον Χέγκελ, τέτοια ανδρείκελα δεν έχουν ίχνος πατριωτισμού, νοούμενου ως κατ’ έθος πολιτικής πράξης για την ευημερία της πολιτείας.

§3

Ι. Πώς δικαιολογεί ο Χέγκελ την ως άνω «αιχμαλωσία» του λαού; Τη δικαιολογεί με βάση τη διάκριση που κάνει ανάμεσα στην αστική κοινωνία των πολιτών (bürgerliche Gesellschaft) και στο κράτος/πολιτεία (Staat). Η κοινωνία αυτή, στη νεωτερική εποχή, συγκροτείται και λειτουργεί ως αστική κοινωνία, όπου κυριαρχεί μια τυπική κοινότητα ή ενότητα των ανθρώπινων ατόμων ως πολιτών, πίσω από την οποία μαίνεται ένας ακήρυκτος πόλεμος ανταγωνιστικών ατομικών συμφερόντων: το κάθε άτομο γίνεται μεμονωμένο-απομονωμένο άτομο, περιορισμένο μόνο στην υπεράσπιση της ατομικής του ιδιοκτησίας και του ατομικού του συμφέροντος. Το γενικό συμφέρον υπολείπεται. Σε καιρό ειρήνης έτσι ευδοκιμεί η αστική ζωή της τρυφηλότητας και με την πάροδο του χρόνου τα άτομα αποτελματώνονται (ό.π., σ. 493).

ΙΙ. Η εν λόγω κοινωνία, κατά συνέπεια, συνιστά απλώς μια επί μέρους εξισορρόπηση διαφορετικών ιδιοτελών σκοπών. Γι’ αυτό ο Χέγκελ αναζητεί την αληθινή, την ουσιακή της ενότητα στο κράτος/την πολιτεία ως την ιδέα ή το πνεύμα, όπου η κοινότητα συμφερόντων ανελίσσεται, μέσα από τη διαλεκτική της αναίρεση, στην ποιοτική βαθμίδα της κοινότητας ενδιαφερόντων. Το κράτος/η πολιτεία έτσι αναδύεται ως η σταθερή υποστασιακή ατομικότητα των επί μέρους ατόμων. Όταν διακυβεύεται αυτή η υποστασιακή ατομικότητα του εκάστοτε συγκεκριμένου ανθρώπου, τότε αισθάνεται την ανάγκη πολέμου για την υπεράσπιση αυτής της υπόστασής του (ό.π.).

ΙΙΙ. Έτσι αφυπνίζεται από τον λήθαργο, εν καιρώ ειρήνης, που συνεπάγεται η ατομικιστική του φιλαυτία και ο απόλυτος εγκλεισμός του μέσα στο ιδιοτελές Δώμα των εγωιστικών του συμφερόντων. Τότε συμβαίνει να ενσαρκώνει την πραγμάτωση του πνεύματος: γίνεται πολεμιστής, μαχητής της Ιδέας του, η οποία είναι Ιδέα όλων, δηλαδή καθολική ή απόλυτη Ιδέα. Επέρχεται τότε η στιγμή, όπου δεν υπάρχει ως μεμονωμένο άτομο της αστικής κοινωνίας, αλλά κινείται μες στη ζωή ως ενεργώς πραγματική Ιδέα του όλου.

§4

Ι. Η ετοιμότητα του πολέμου, αποφαίνεται ο Χέγκελ, αποδεικνύει τη σχετικότητα των αξιών της αστικής κοινωνίας. Μια αιώνια ειρήνη, ως εκ τούτου, την οποία υπερασπιζόταν ο Καντ, απολυτοποιεί αυτή τη σχετικότητα και γεμίζει τον κόσμο του ανθρώπου με αυταπάτες: δηλαδή ανάγει σε υπέρτατη αξία την υπεράσπιση των ιδιοτελών συμφερόντων των κοινωνικών ατόμων και οντολογικά προσανατολίζει τα τελευταία να θεωρούν ως ultima ratio της κοινωνικής οργάνωσης τα δικά τους συμφέροντα. Μια διαλυμένη κοινωνία λοιπόν δείχνει να είναι βουλιαγμένη μέσα σε ωκεανούς αυταπατών, που επιτείνονται από τους πραιτοριανούς του πολιτικού καθεστωτισμού. Δείχνει περαιτέρω να είναι οντολογικά συμμορφωμένη προς ιδιοτελείς επιταγές εργασιακής, κοινωνικής, πολιτικής, επαγγελματικής, ιδεολογικής ειρήνης κ.λπ.

ΙΙ. Η αμφισβήτηση αυτής της συμμόρφωσης προϋποθέτει την τεράστια δύναμη του αρνητικού. Και αυτή η δύναμη, κατά τον Χέγκελ, είναι ο πόλεμος στην αναλογία συνθηκών και μορφών. Αυτός συναφώς δεν είναι ένα απόλυτο κακό, ακόμη κι αν ορισμένως μπορεί να επιφέρει παροδικά κακά ή να προκαλείται από ανεξέλεγκτα πάθη των εκάστοτε εξουσιαστών. Αντίθετα, είναι η κατάσταση που δείχνει τη ματαιότητα των εν χρόνω πραγμάτων και αγαθών, κατ’ επέκταση κονιορτοποιεί κάθε είδους ψευδαισθητική εικόνα περί βεβαιότητας, περί «πολιτισμένου διαλόγου», περί υλικής ευμάρειας κ.α., εκ μέρους υποψηφίων κυβερνητών, σε δεδομένες ιστορικές στιγμές σαν τις δικές μας, είτε ετούτοι προέρχονται από την προδοτική «αριστερά», είτε από έναν αντίστοιχο «δημοκρατικό» ή «σοσιαλιστικό» αστισμό: για όλους, ο μόνος νόμιμος πόλεμος είναι η βίαιη εξαθλίωση της ανθρώπινης κοινότητας, αρκεί οι ίδιοι να νέμονται την εξουσία. Αυτή η συμπόρευση φιλαρχίας και εθνικής μειοδοσίας/αντιπατριωτισμού είναι ο πιο επικίνδυνος εχθρός, κατά Χέγκελ, της κατ’ έθος ζωής, δηλ. της πολιτείας.

O Σωκράτης και η θεμελίωση της ηθικής στον λόγο

Στην ιστορία της φιλοσοφίας τα ζητήματα της ηθικής δεν ήταν μεταξύ εκείνων που προηγήθηκαν στη συστηματική διερεύνηση και στον στοχασμό. Aντίθετα, το ενδιαφέρον για τον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου ακολούθησε τη μέριμνα για τη φύση και το εξωτερικό περιβάλλον της ανθρώπινης συμπεριφοράς. H φύση, επομένως, προηγήθηκε της ηθικής στην πορεία του φιλοσοφικού στοχασμού και της ενατένισης.

H αποφασιστική στιγμή που σημάδεψε τη στροφή του ενδιαφέροντος και της προσοχής από τον εξωτερικό στον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου συνδέεται με την ιστορική παρουσία και τη διδασκαλία του Σωκράτη τον 5ο αιώνα π.X. Πράγματι, ο Σωκράτης που θανατώθηκε από τους συμπολίτες του το 399 π.X., ήτοι, ακριβώς πριν από 2.400 χρόνια, δίκαια θεωρείται ως ο θεμελιωτής της ηθικής φιλοσοφίας επειδή έστρεψε το φως της σκέψης και του προβληματισμού του από τη φύση στην ψυχή και την ηθική συμπεριφορά του ανθρώπου. Αυτή η «ανθρωποκεντρική» στροφή έταμε έκτοτε την πορεία του φιλοσοφικού στοχασμού και ο Σωκράτης κατέκτησε μια αν όχι την κορυφαία θέση στο Πάνθεον των φιλοσόφων της ανθρωπότητας.

Tο «παράδοξο» είναι ότι τούτο το πέτυχε δίχως ποτέ ο ίδιος να γράψει τίποτα ή να οργανώσει κάποια σχολή ή κάποιο φιλοσοφικό σύστημα. Aπλά με τη δύναμη του κριτικού στοχασμού και με την καθαρότητα του προσωπικού του παραδείγματος ζωής (μιας ζωής που την οικοδόμησε σαν έργο τέχνης) άφησε τέτοια εντύπωση στους συγκαιρινούς και τους φίλους του ώστε αυτό αρκούσε για να γράψουν κατόπιν εκείνοι (ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Aριστοτέλης) όσα έγραψαν για την ύπαρξη και τη σκέψη του ως παρακαταθήκη στην ιστορία του πνεύματος.

H γνώση της αρετής

Eξαρχής, το «γνώθι σαυτόν» της δελφικής προσταγής ο Σωκράτης το ερμήνευσε ως το έναυσμα για μια πορεία αναζήτησης που ένας σκεπτόμενος άνθρωπος θα μπορούσε να ακολουθήσει προκειμένου να επιτύχει την αρετή. Ως αρετή εννοούσε ο Σωκράτης την επιλογή του αγαθού, το «εὖ πράττειν», ύστερα από κριτική ανάλυση και στοχασμό. Συνέδεσε έτσι με τρόπο μοναδικό και αξεδιάλυτο την αρετή με τη γνώση, τη γνώση εκείνου που είναι πραγματικά και όχι φαινομενικά καλό και χρήσιμο στον άνθρωπο.

H λογική θεμελίωση της ηθικής συνίστατο επομένως στη στοχαστική διερεύνηση και αναζήτηση της αρετής. Yπ’ αυτήν την έννοια, η «αρετή είναι γνώση» και έως ότου αποκτήσει ο άνθρωπος τη γνώση δεν μπορεί να είναι ενάρετος. Όπως μαρτυρά ο Aριστοτέλης (Hθικά Nικομάχεια, 1144 b, 28–29), ο Σωκράτης θεωρούσε ότι οι αρετές ήταν μορφές λόγου («λόγους τάς ἀρετάς ᾤετο εἶναι/ἐπιστήμας γάρ εἶναι πάσας») διότι ήταν αδιάλυτα συνδεδεμένες με τη γνώση. Mε συνέπεια ούτε η επίτευξη του αγαθού να είναι δυνατή άνευ φρονήσεως, «ουδέ φρόνιμον άνευ της ηθικής».

Έδειξε, επιπλέον, ότι μόνο με τον τρόπο αυτό, δηλαδή με τον ασίγαστο στοχασμό περί της αρετής, μπορεί να κερδίσει κανείς την αληθινή και διαρκή ευδαιμονία. H μαρτυρία του προσωπικού του παραδείγματος ήταν αδιάψευστη: πέθανε δίχως θλίψη, φόβο ή ταραχή, αλλά με εσωτερική γαλήνη και ηρεμία – ίσως και με ευδαιμονία, παρά το γεγονός ότι δεν ήταν εκείνος που θέλησε ή επέλεξε τον θάνατό του.

O Σωκράτης συνέβαλε επίσης όσο κανείς έως τότε στον «εκδημοκρατισμό» της ηθικής θεωρίας, εφόσον κατέστησε την πρόσβαση σε αυτήν ανοικτή και διαθέσιμη στον καθένα που ήταν πρόθυμος να τη γνωρίσει. Tούτο το έπραττε με την προσφιλή του όσο και ιδιαίτερα αποτελεσματική μέθοδο της διαλογικής ανάλυσης (όπως φανερώνουν οι πλατωνικοί διάλογοι) μέσω της οποίας μπορούσε να εξετάζει και να ελέγχει τις απόψεις και τις ιδέες των συμπολιτών του με διαρκείς ερωταποκρίσεις αποκαλύπτοντας έτσι όχι μόνο την άγνοιά τους αλλά και την αληθινή φύση της αρετής. Ήταν προφανώς πεπεισμένος ότι μόνο αυτό το είδος της διαλογικής αυτοεξέτασης και του αναστοχασμού κάνει τους ανθρώπους καλύτερους από ηθικής σκοπιάς. Kαι τούτο διότι υποβάλλεται έτσι κανείς σε διαρκή κριτικό έλεγχο σχετικά με το τι να κάνει ή να αποφύγει επί τη βάσει ηθικών κριτηρίων.

Tόσο ο Πλάτων όσο και ο Aριστοτέλης, εξάλλου, θεωρούσαν την ηθική ως μέρος της πολιτικής, της οποίας η πρωτεύουσα λειτουργία ήταν να διαμορφώνει το πλαίσιο και τις συνθήκες ώστε τα μέλη της πολιτείας να μπορούσαν να κατακτήσουν την αληθινή ευδαιμονία. Έτσι, η επίτευξη της γνώσης και της αληθινής ευδαιμονίας καθίσταται η ουσία της επιστήμης του αγαθού, δηλαδή της ηθικής.

H πράξη της αρετής

Kατά τους αρχαίους Έλληνες η ηθική δεν περιοριζόταν στη θεωρητική μόνο ενασχόληση με το ζήτημα της αρετής αλλά κατ’ εξοχήν ενδιαφερόταν για την άσκησή της στην πράξη: όχι μόνο να στοχάζεται και να διερευνά κανείς το αγαθό, αλλά κυρίως να το πράττει στη ζωή του.

Συναφώς, η έννοια της «επιστήμης» περιελάμβανε όχι μόνο την αφηρημένη γνώση ενός τομέα της σκέψης και της εμπειρίας, αλλά και την έντεχνη και επιδέξια εφαρμογή του στην πράξη. Δεν εκπλήσσει, επομένως, ότι μια ισχυρή κανονιστική διάσταση χαρακτήριζε την όλη επιστημονική δραστηριότητα, υπό την έννοια ότι συγκεκριμένες αξίες και κανονιστικά κριτήρια κατευθύνουν τη δράση των ανθρώπων και εκφράζονται σε ανάλογες έμπρακτες συμπεριφορές.

«H αρετή από μόνη της δεν εξαρκεί», δίδασκε ο Aριστοτέλης στα Πολιτικά του (1. 325 b, 12-13), «πρέπει επίσης να υπάρχει η δύναμη να μετατραπεί σε πράξη». Πράγμα που σημαίνει ότι εφόσον έχει ληφθεί μια απόφαση με ηθικά κριτήρια πρέπει κατόπιν να εφαρμοσθεί με συνέπεια.

Bέβαια, ο μετασχηματισμός της αξίας σε πράξη και η σύμπτωση των απώτερων σκοπών και επιδιώξεων με τα συγκεκριμένα ενεργήματα συνιστά μείζον πρόβλημα που θέτει σε δοκιμασία την ηθική αντοχή και την ακεραιότητα του δρώντος υποκειμένου. «Φυσικά, η πράξη σε πολύ μικρότερο βαθμό προσεγγίζει την αλήθεια από ό,τι η σκέψη», επεσήμαινε ο Πλάτων στην Πολιτεία του (473 a, 1-2).

Eν τούτοις ο Σωκράτης έδειξε ο ίδιος με το παράδειγμά του τη δύναμη και την ετοιμότητα του ανθρώπου με ήθος να ζήσει σύμφωνα με τα κριτήρια και τις αξίες του. «Σφάλλεις αν νομίζεις πως κάποιος που έχει την παραμικρή αξία», υποστήριζε στην Aπολογία του (28b, 5-9), «θα υπολόγιζε τον κίνδυνο της ζωής ή του θανάτου ή οτιδήποτε άλλο αντί να εξετάζει τούτο μόνο: Eάν η πράξη του είναι δίκαιη ή άδικη, και εάν αρμόζει στα έργα ενός καλού ή κακού ανθρώπου».

Aνεξέταστος βίος είναι αβίωτος

Aπό ηθικής σκοπιάς, λοιπόν, η σύμπτωση θεωρίας και πράξης είναι αναγκαία, εφόσον η ηθική οντολογία δεν αφορά μόνο τις προθέσεις αλλά εξίσου την πραγμάτωση και την εκπλήρωσή τους. Θεωρία και πράξη συναπαρτίζουν ισότιμα μέρη της ζωής και της συγκρότησης του υποκειμένου, και δεν υπάρχει λόγος να υποθέτει κανείς ότι το ένα προηγείται και υπερέχει του άλλου.

Mπορούμε, επομένως, να συμπεράνουμε ότι για τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους και βέβαια για τον Σωκράτη η ηθική συνίστατο στη γνώση και την επιλογή των καλών πραγμάτων στη ζωή. Eπιπλέον, ο λόγος περί των αξιών που όφειλαν να εμπνέουν και να κατευθύνουν τη ζωή αποτελούσε μια αξία καθ’ εαυτήν, που θα μπορούσε να οδηγήσει στην ευδαιμονία εάν επιδιώκετο με συνεπή και συστηματικό τρόπο.

Kατά τον Aριστοτέλη, μάλιστα, το ήθος δεν ήταν παρά «η συνήθεια του αγαθού» («ἡ δ' ἠθική ἐξ ἔθους περιγίνεται», Hθικά Nικομάχεια, 1103 a, 17) και η ηθική στάση απορρέει από την ελεύθερη επιλογή του αγαθού που γίνεται κατόπιν συνήθης πρακτική («η ηθική αρετή έξις προαιρετική», Hθικ. Nικ., 1139 a, 22–23). Mια απώτερη συνέπεια αυτής της αντίληψης είναι ότι η ηθική επιλογή δεν αποτελεί τόσο ζήτημα επιβράβευσης ή τιμωρίας, αλλά ελεύθερη προτίμηση του αγαθού δίχως να υπεισέρχεται το δέλεαρ της ανταμοιβής ή το φόβητρο της ποινής.

Δεν ξενίζει, επομένως, ότι το πρωτεύον κριτήριο και η επιδίωξη της καλής διακυβέρνησης ήταν κατά τον Aριστοτέλη ο εθισμός των πολιτικών στην άσκηση της αρετής. Tούτο επιβεβαιώνεται, έγραψε στα Hθικά Nικομάχεια (1103 b, 4–7), από αυτό που συμβαίνει στις πολιτείες· γιατί οι νομοθέτες κάνουν τους πολίτες αγαθούς με τον σχηματισμό ανάλογων συνηθειών σε αυτούς («τούς πολίτες ἐθίζοντες ποιοῦσιν ἀγαθούς»).

Για να προσθέσει ότι «τούτη είναι η επιθυμία κάθε νομοθέτη, και αυτοί που δεν το καταφέρνουν χάνουν τον στόχο, και σε τούτο διαφέρει μια καλή από μια κακή πολιτεία».

Eφόσον ηθική συνιστά μια πρωτεύουσα λειτουργία της πολιτικής προκύπτει ότι η κύρια αποστολή των πολιτικών είναι να μεριμνούν για την ηθική καλλιέργεια και τελείωση των πολιτών.

Προκειμένου όμως να το επιτύχουν αυτό χρειάζονται και οι ίδιοι γνώση, τη γνώση της αρετής, πράγμα που αποκτάται με τη διαρκή διερεύνηση και τον αυστηρό και ασίγαστο έλεγχο των πραγμάτων και των καταστάσεων.

Στο τέλος τέλος, η ηθική συνοχή δεν αποκτάται παρά μόνο μέσα από τη διαρκή αναζήτησή της. Kαι τούτο είναι το μέγα προνόμιο των ανθρώπινων όντων, διαφορετικά η ζωή δεν έχει αξία. Bίος ανεξέταστος δεν είναι αποδεκτός από τον άνθρωπο («ὁ δέ ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτός ἀνθρώπῳ»), κατέληξε ο Σωκράτης στην εκπληκτική Aπολογία του (28, 12). Kοντολογίς, η ηθική στάση ως αποτέλεσμα μιας ξεχωριστής για τον καθένα πορείας και αναζήτησης είναι αυτό που κάνει τη ζωή, την «τέχνη της ζωής», μια τόσο δημιουργική και ενδιαφέρουσα υπόθεση.

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΠΛΑΤΩΝ, ΝΟΜΟΙ

ΠΛ Νομ 631b–632d

Αγαθά, θεϊκά και ανθρώπινα, και ο ρόλος του νομοθέτη

Δραματικός χώρος του διαλόγου είναι η Κρήτη και στη συζήτηση παίρνουν μέρος ένας ανώνυμος Αθηναίος, ο Κρητικός Κλεινίας και ο Σπαρτιάτης Μέγγιλος. Αντικείμενο –όπως και στην Πολιτεία – είναι η οικοδόμηση ενός φανταστικού πολιτεύματος, η εύρυθμη λειτουργία του οποίου εξαρτάται από μια ιδεατή νομοθεσία. Η συζήτηση ξεκίνησε από την απορία του Αθηναίου σχετικά με τη λειτουργία των συσσιτίων και της στρατιωτικής εκπαίδευσης στις πόλεις καταγωγής των συνομιλητών του, οι οποίοι υποστήριξαν ότι αυτά, όπως και οι υπόλοιποι νόμοι και θεσμοί, αποσκοπούσαν στην επιτυχή διεκπεραίωση των πολέμων, επομένως στην καλλιέργεια της αρετής της ανδρείας. Ο Αθηναίος δήλωσε ότι δεν πίστευε πως οι νομοθέτες θα θέσπιζαν τους νόμους τους αποσκοπώντας στην καλλιέργεια ενός μόνο μορίου της αρετής, την ανδρεία. Και συνεχίζει:


ΑΘ. «Ὦ ξένε», ἐχρῆν εἰπεῖν, «οἱ Κρητῶν νόμοι οὐκ
εἰσὶν μάτην διαφερόντως ἐν πᾶσιν εὐδόκιμοι τοῖς Ἕλλησιν·
ἔχουσιν γὰρ ὀρθῶς, τοὺς αὐτοῖς χρωμένους εὐδαίμονας ἀπο-
τελοῦντες. πάντα γὰρ τἀγαθὰ πορίζουσιν. διπλᾶ δὲ ἀγαθά
ἐστιν, τὰ μὲν ἀνθρώπινα, τὰ δὲ θεῖα· ἤρτηται δ’ ἐκ τῶν
θείων θἄτερα, καὶ ἐὰν μὲν δέχηταί τις τὰ μείζονα πόλις,
[631c] κτᾶται καὶ τὰ ἐλάττονα, εἰ δὲ μή, στέρεται ἀμφοῖν. ἔστι
δὲ τὰ μὲν ἐλάττονα ὧν ἡγεῖται μὲν ὑγίεια, κάλλος δὲ δεύ-
τερον, τὸ δὲ τρίτον ἰσχὺς εἴς τε δρόμον καὶ εἰς τὰς ἄλλας
πάσας κινήσεις τῷ σώματι, τέταρτον δὲ δὴ πλοῦτος οὐ τυφλὸς
ἀλλ’ ὀξὺ βλέπων, ἄνπερ ἅμ’ ἕπηται φρονήσει· ὃ δὴ πρῶτον
αὖ τῶν θείων ἡγεμονοῦν ἐστιν ἀγαθῶν, ἡ φρόνησις, δεύ-
τερον δὲ μετὰ νοῦ σώφρων ψυχῆς ἕξις, ἐκ δὲ τούτων μετ’
ἀνδρείας κραθέντων τρίτον ἂν εἴη δικαιοσύνη, τέταρτον δὲ
[631d] ἀνδρεία. ταῦτα δὲ πάντα ἐκείνων ἔμπροσθεν τέτακται φύ-
σει, καὶ δὴ καὶ τῷ νομοθέτῃ τακτέον οὕτως. μετὰ δὲ ταῦτα
τὰς ἄλλας προστάξεις τοῖς πολίταις εἰς ταῦτα βλεπούσας
αὐτοῖς εἶναι διακελευστέον, τούτων δὲ τὰ μὲν ἀνθρώπινα
εἰς τὰ θεῖα, τὰ δὲ θεῖα εἰς τὸν ἡγεμόνα νοῦν σύμπαντα
βλέπειν· περί τε γάμους ἀλλήλοις ἐπικοινουμένους, μετά τε
ταῦτα ἐν ταῖς τῶν παίδων γεννήσεσιν καὶ τροφαῖς ὅσοι
[631e] τε ἄρρενες καὶ ὅσαι θήλειαι, νέων τε ὄντων καὶ ἐπὶ τὸ πρε-
σβύτερον ἰόντων μέχρι γήρως, τιμῶντα ὀρθῶς ἐπιμελεῖσθαι
δεῖ καὶ ἀτιμάζοντα, ἐν πάσαις ταῖς τούτων ὁμιλίαις τάς τε
λύπας αὐτῶν καὶ τὰς ἡδονὰς καὶ τὰς ἐπιθυμίας συμπάντων
[632a] τε ἐρώτων τὰς σπουδὰς ἐπεσκεμμένον καὶ παραπεφυλαχότα,
ψέγειν τε ὀρθῶς καὶ ἐπαινεῖν δι’ αὐτῶν τῶν νόμων· ἐν ὀργαῖς
τε αὖ καὶ ἐν φόβοις, ὅσαι τε διὰ δυστυχίαν ταραχαὶ ταῖς
ψυχαῖς γίγνονται καὶ ὅσαι ἐν εὐτυχίαις τῶν τοιούτων ἀπο-
φυγαί, ὅσα τε κατὰ νόσους ἢ κατὰ πολέμους ἢ πενίας ἢ τὰ
τούτοις ἐναντία γιγνόμενα προσπίπτει τοῖς ἀνθρώποις παθή-
ματα, ἐν πᾶσιν τοῖς τοιούτοις τῆς ἑκάστων διαθέσεως δι-
[632b] δακτέον καὶ ὁριστέον τό τε καλὸν καὶ μή. μετὰ δὲ ταῦτα
ἀνάγκη τὸν νομοθέτην τὰς κτήσεις τῶν πολιτῶν καὶ τὰ
ἀναλώματα φυλάττειν ὅντιν’ ἂν γίγνηται τρόπον, καὶ τὰς
πρὸς ἀλλήλους πᾶσιν τούτοις κοινωνίας καὶ διαλύσεις ἑκοῦσίν
τε καὶ ἄκουσιν καθ’ ὁποῖον ἂν ἕκαστον πράττωσιν τῶν
τοιούτων πρὸς ἀλλήλους ἐπισκοπεῖν, τό τε δίκαιον καὶ μὴ
ἐν οἷς ἔστιν τε καὶ ἐν οἷς ἐλλείπει, καὶ τοῖς μὲν εὐπειθέσιν
τῶν νόμων τιμὰς ἀπονέμειν, τοῖς δὲ δυσπειθέσι δίκας τακτὰς
[632c] ἐπιτιθέναι, μέχριπερ ἂν πρὸς τέλος ἁπάσης πολιτείας ἐπ-
εξελθών, ἴδῃ τῶν τελευτησάντων τίνα δεῖ τρόπον ἑκάστοις
γίγνεσθαι τὰς ταφὰς καὶ τιμὰς ἅστινας αὐτοῖς ἀπονέμειν
δεῖ· κατιδὼν δὲ ὁ θεὶς τοὺς νόμους ἅπασιν τούτοις φύλακας
ἐπιστήσει, τοὺς μὲν διὰ φρονήσεως, τοὺς δὲ δι’ ἀληθοῦς
δόξης ἰόντας, ὅπως πάντα ταῦτα συνδήσας ὁ νοῦς ἑπόμενα
σωφροσύνῃ καὶ δικαιοσύνῃ ἀποφήνῃ, ἀλλὰ μὴ πλούτῳ μηδὲ
[632d] φιλοτιμίᾳ.» οὕτως, ὦ ξένοι, ἔγωγε ἤθελον ἂν ὑμᾶς καὶ ἔτι
νῦν βούλομαι διεξελθεῖν πῶς ἐν τοῖς τοῦ Διὸς λεγομένοις
νόμοις τοῖς τε τοῦ Πυθίου Ἀπόλλωνος, οὓς Μίνως τε καὶ
Λυκοῦργος ἐθέτην, ἔνεστίν τε πάντα ταῦτα, καὶ ὅπῃ τάξιν
τινὰ εἰληφότα διάδηλά ἐστιν τῷ περὶ νόμων ἐμπείρῳ τέχνῃ
εἴτε καί τισιν ἔθεσιν, τοῖς δὲ ἄλλοις ἡμῖν οὐδαμῶς ἐστι
καταφανῆ.

***
ΑΘ. «Ξένε», θα 'πρεπε να πης, «οι νόμοι των Κρητών δεν απολαύουν χωρίς λόγο τόσον μεγάλης υπολήψεως μεταξύ όλων των Ελλήνων». Πράγματι, είναι σωστοί, αφού κάνουν ευτυχείς εκείνους που τους χρησιμοποιούν, διότι προσφέρουν όλα τα αγαθά. Είναι δε δύο ειδών τα αγαθά: τα μεν ανθρώπινα, τα δε θεϊκά· εξαρτώνται δε εκ των θεϊκών και τα άλλα, και αν μία πόλις δέχεται τα μεγαλύτερα, αποκτά και τα μικρότερα, ειδεμή στερείται και των δύο. Στα μικρότερα περιλαμβάνονται κυρίως μεν η υγεία, δεύτερο η ομορφιά, τρίτο η σωματική δύναμις, και στο τρέξιμο και σε όλες τις άλλες κινήσεις, και τέταρτο, τέλος, ο πλούτος, όχι τυφλός, αλλ' οξυδερκής, αν βεβαίως συνοδεύεται από φρόνηση. Από τα θεϊκά αγαθά, πάλι, εκείνο που προεξάρχει είναι η φρόνησις, δεύτερο δε η σωφροσύνη μετά λογικής, από αυτά δε ―αφού αναμειχθούν με ανδρεία― θα προέλθη τρίτο, η δικαιοσύνη, και τέταρτο η ανδρεία. Όλα αυτά δε τα τελευταία έχουν ταχθή από τη φύση να είναι μπροστά από τα προηγούμενα, και έτσι πρέπει να τα κατατάσση και ο νομοθέτης. Εν συνεχεία πρέπει να διακηρυχθή στους πολίτας, ότι τα άλλα προστάγματα προς αυτά αποβλέπουν, και ότι εξ αυτών τα μεν ανθρώπινα αποβλέπουν στα θεϊκά, τα δε θεϊκά στον κυρίαρχο νου. Και πρέπει (ο νομοθέτης) να φροντίζη το κάθε τι, και αυτό που αφορά τους γάμους που συνάπτουν οι πολίται μεταξύ τους, και αυτό που αφορά τη μετέπειτα γέννηση και ανατροφή των παιδιών ―είτε αγόρια είναι, είτε κορίτσια― και όταν είναι σε νεαρή ηλικία και όσο μεγαλώνουν, μέχρι τα γεράματα, απονέμοντας με ορθότητα τιμές ή επιβάλλοντας ποινές ατιμωτικές· και σ' όλες τις μεταξύ τους συναναστροφές να επιβλέπη άγρυπνα και να παρακολουθή από κοντά τις λύπες τους και τις ηδονές και τις επιθυμίες και τους ενθουσιασμούς των πάσης φύσεως ερώτων τους, να ψέγη δε αυτά ή να τα επαινή με αυτούς τους νόμους. Επίσης, θα πρέπει να διδάσκεται και να προσδιορίζεται τι είναι καλό και τι όχι και πώς πρέπει να φέρεται ο άνθρωπος σε όλα όσα υφίσταται, δηλαδή και στους θυμούς και στους φόβους και στις ψυχικές αναστατώσεις του, που επέρχονται λόγω κάποιας δυστυχίας, και τους τρόπους πώς μπορεί να τις αποφεύγη κανείς, ευκαιρίας δοθείσης, και σ' όλες γενικά τις συμφορές που παθαίνουν οι άνθρωποι λόγω ασθενείας, πολέμου ή φτώχειας, και τα αντίθετα τούτων. Εν συνεχεία, είναι ανάγκη, ο νομοθέτης να προστατεύη με όποιον τρόπο μπορεί εκείνα που αποκτούν οι πολίται και εκείνα που ξοδεύουν, και να εποπτεύη πού υπάρχει το δίκαιο και πού δεν υπάρχει στις συνάψεις ή λύσεις συμφωνιών, είτε θεληματικές, είτε αθέλητες είναι· και σ' εκείνους μεν που υπακούουν στους νόμους ν' απονέμη τιμές, σε όσους δε δυστροπούν να επιβάλλη ωρισμένες ποινές, μέχρις ότου, φθάνοντας προς το τέλος του νομοθετικού του έργου, ασχοληθή με τον τρόπο που θα πρέπει να γίνεται η ταφή καθενός, και ποιες ενδεχομένως τιμές θα πρέπει να απονέμωνται σε καθέναν απ' αυτούς. Αφού δε ρυθμίση και αυτό, ο νομοθέτης θα ορίση σε όλα αυτά φύλακας, που θα καθοδηγούνται οι μεν από τη φρόνηση, οι δε από τη σωστή γνώμη, σε τρόπον ώστε, αφού τα συνδέση ο νους, καταστήση φανερό ότι όλα αυτά είναι σύμφωνα με τη σωφροσύνη και τη δικαιοσύνη, αλλ' όχι με τον πλούτο, ούτε με τη φιλοδοξία. Έτσι ήθελα, εγώ τουλάχιστον, φίλοι μου ―και θέλω τώρα― να μου εξηγήσετε λεπτομερώς, κατά ποιον τρόπο στους νόμους τους λεγομένους του Δία, και σ' εκείνους του Πυθίου Απόλλωνος, τους οποίους εθέσπισαν ο Μίνως και ο Λυκούργος, ενυπάρχουν όλα αυτά, και κατά ποια διάταξη έχουν τεθή, ώστε να είναι ολοφάνερα για κείνον που ―είτε λόγω ειδικότητας, είτε λόγω πρακτικής τυχόν εμπειρίας― είναι πεπειραμένος στα αφορώντα τους νόμους, ενώ σε μας τους υπολοίπους να μην είναι καθόλου φανερά.

Παρασκευή 29 Σεπτεμβρίου 2023

O Σχηματισμός των λέξεων στην Αρχαία Ελληνική γλώσσα

ΙV. -τύ-


§ 374. Το ελληνικό ρηματικό αφηρημένο επίθημα -τύ- αντιστοιχεί ως προς τη λειτουργία του τόσο πολύ με τον ινδοευρωπαϊκό τύπο που διατηρήθηκε στο λατ. - tus (ex - i - tus 'έξοδος' κτλ.), που πρέπει να σχετίζεται μ' αυτόν, παρότι η κλίση του αποκλίνει σημαντικά και το αρσενικό γένος υποχώρησε μπροστά στο θηλυκό, που θεωρήθηκε χαρακτηριστικό των αφηρημένων [1]. Η διάκριση του -τυ- από το - ti - προκαλεί μεγάλες δυσκολίες· γι' αυτό και το -τυ- αναγκάστηκε τελικά να υποχωρήσει. Έτσι ο Όμηρος σχηματίζει ακόμη από τους νεότερους μετονοματικούς τύπους τα αφηρημένα με το -τυ-: ἀλαωτύς 'τύφλωση' από το ἀλαοῦν 'τυφλώνω' (ἀλαός 'τυφλός'), ἀκοντιστύς 'το ρίξιμο του ακόντιου' από το ἀκοντίζειν 'ρίχνω το ακόντιο (ἄκων, ἄκοντ-ος)' ενώ αργότερα εμφανίζονται κανονικά τα -ωσις και -ισις (ἀκόντισις Ξεν.). Η προτίμηση του Ομήρου για το -τυ- φαίνεται να προέρχεται από την ιωνική διάλεκτο, και, ακριβώς επειδή οι άλλες διάλεκτοι είχαν απολέσει λίγο-πολύ το επίθημα, ήταν κατάλληλο ως μέσο ποιητικής έκφρασης.

§ 375. Άλλα παραδείγματα:

γραπτύς 'αμυχή (του δέρματος)' (Όμ.) από το γράφειν 'χαράζω',

κλειτύς 'πλαγιά' (Όμ.) από το κλι- 'κλίνω',

φλεγμαντύς 'φλεγμονή' (Ιπποκρ.) από το φλεγμαίνειν 'πρήζομαι από φλεγμονή',

ἀσπαστύς 'χαιρετισμός' (Καλλίμ.) από το ἀσπάζεσθαι 'χαιρετώ',

ῥυστακτύς 'κακοποίηση' (Όμ.) από το ῥυστάζειν 'σέρνω πέρα δώθε'.

§ 376. Το επίθημα -τύ- χρησιμεύει επίσης στο σχηματισμό αριθμητικών ουσιαστικών:

τρικτύς 'τριάδα', αττ. τριττύς (αφομοίωση του -κτ- σε -ττ- ή προσαρμογή στο τριττός 'τριπλός') 'το ένα τρίτο μιας φυλής' από τα τρίχα 'τριπλά', τριττός τρισσός·

πεντηκοστύς 'σώμα 50 αντρών' (Ξεν.) από το πεντήκοντα, πρβ. πεντηκοστός.
---------------------------
[1] Τα ουδέτερα θέματα σε tuήταν ανέκαθεν πολύ σπάνια: ἄστυ 'πόλη', φῖτυ 'γόνος'. Το μακρόχρονο -ū- φαίνεται ότι ήδη στην προελληνική περίοδο θεωρήθηκε χαρακτηριστικό του θηλυκού σε αντίθεση με το αρσενικό και ουδέτερο -ŭ-.

Τι σημαίνει «σέβομαι» μέσα σε μια σχέση

Όταν ακούμε την ερώτηση «μ’ αγαπάς;», απαντάμε αυτόματα «Ναι». Χωρίς να ψάχνουμε βαθιά μέσα μας τι νιώθουμε πραγματικά – αγάπη ή εξάρτηση. Άλλωστε, πολύ συχνά μπερδεύουμε τα συναισθήματα που νιώθουμε: συνήθεια, φόβο μοναξιάς, εξάρτηση, τρυφερότητα. Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά που διαφοροποιεί τις υγιείς σχέσεις από τις τοξικές είναι η παρουσία του σεβασμού.

Ο σεβασμός σε ένα ζευγάρι

Σε κάθε σχέση ανάμεσα σε ανθρώπους, σεβασμός σημαίνει ότι αναγνωρίζω την αξιοπρέπεια της προσωπικότητας ενός συντρόφου. Τι σημαίνει ακριβώς αυτό; Οι σύντροφοι λαμβάνουν υπόψη την άποψη της άλλης πλευράς, ακούνε τα σχόλια και τις ανάγκες τους, προσπαθούν να δράσουν με έναν τρόπο που δεν προκαλεί απογοήτευση στο άλλο μισό. Ο σεβασμός προϋποθέτει εμπιστοσύνη και ελευθερία στις σχέσεις.

Σε έναν γάμο, η φύση του σεβασμού μπορεί να αλλάξει. Οι σύζυγοι συχνά παραπονιούνται για την έλλειψή του. Η επαναφορά αυτού του χαρακτηριστικού, απαραίτητη για μια υγιή σχέση, είναι δύσκολη, αλλά πιθανή. Ας σκεφτούμε την «εσωτερική» και «εξωτερική» πλευρά του σεβασμού στην οικογένεια.

Στην πρώτη περίπτωση, χρειάζεται να δημιουργηθούν άνετες συνθήκες για τον σύντροφο. Αυτό προϋποθέτει έναν ήρεμο τόνο ομιλίας και ένα αυθεντικό ενδιαφέρον για τη ζωή του άλλου. Όσο για την «εξωτερική» πλευρά, σημαίνει ότι ένα άτομο χρειάζεται να συμπεριφέρεται σωστά δημοσίως στο/στη σύντροφό του/της. Να μην τον/τη προσβάλει δημοσίως και να μην προκαλεί δυσάρεστα σχόλια για τη μεταξύ τους σχέση. Επιπλέον, δεν πρέπει να περιορίζεται ο προσωπικός χώρος ή η ελευθερία του άλλου με απαγορεύσεις και χειραγώγηση.

Πώς δείχνουμε και χτίζουμε σεβασμό σε μια σχέση;

Ο σεβασμός σε μια σχέση αντανακλάται στο πώς αντιμετωπίζουμε και συμπεριφερόμαστε ο ένας στον άλλο σε καθημερινή βάση. Ακόμα κι αν διαφωνούμε ή έχουμε έναν καυγά (ναι, οι καυγάδες συμβαίνουν και στις υγιείς σχέσεις), μπορούμε να σεβόμαστε και να εκτιμάμε τις απόψεις και τα συναισθήματα του άλλου επιχειρηματολογώντας δίκαια.

Ο σεβασμός δεν έχει καμία σχέση με τον έλεγχο ή τη χειραγώγηση. Ο σεβασμός μας επιτρέπει αντιθέτως να νιώθουμε ελεύθεροι να είμαστε ο εαυτός μας και να αγαπιόμαστε γι’ αυτό που είμαστε.

Σε μια υγιή σχέση, λοιπόν, ο σεβασμός περιλαμβάνει τα παρακάτω στοιχεία:

– Μιλάμε ανοιχτά και με ειλικρίνεια ο ένας στον άλλο

– Ακούμε πραγματικά τι λέει ο άλλος

– Εκτιμάμε τα συναισθήματα και τις ανάγκες του

– Συμβιβαζόμαστε όταν πιστεύουμε ότι χρειάζεται

– Μιλάμε με καλοσύνη ο ένας στον άλλο

– Στηρίζουμε τα ενδιαφέροντα, τα χόμπι και την καριέρα ο ένας του άλλου

– Εξελισσόμαστε μέσα από μια σχέση, εξελίσσοντας και την ίδια τη σχέση

– Τιμάμε και σεβόμαστε τα όρια του άλλου, ό,τι κι αν συμβεί

Φυσικά, αν και είναι σημαντικό να σεβόμαστε τον/τη σύντροφό μας σε μια σχέση, είναι εξίσου σημαντικό να δείχνουμε σεβασμό στον εαυτό μας. Ο αυτοσεβασμός είναι το κλειδί για να χτίσουμε αυτοπεποίθηση και να διατηρήσουμε υγιείς σχέσεις, καθώς έτσι θέτουμε όρια και χτίζουμε εκτίμηση σε όλη τη ζωή μας.