Κυριακή 21 Μαΐου 2023

Το τεθερισμένο στάχυ των Ελευσινίων

Τι και εάν τα αρχαία μυστήρια της θεάς και της κόρης, σίγησαν πριν από χιλιάδες χρόνια. Τι και εάν το θερισμένο στάχυ δεν επιδεικνύεται πια στους μύστες, αλλά στις οθόνες των χρηματιστηριακών αγορών;

Εχθές είδα και φωτογράφισα άγρια στάχυα να φυτρώνουν επάνω στα ερείπια μίας από τις κολώνες που κάποτε στέγαζαν το τελεστήριο της Ελευσίνος, ώστε να μας θυμίζουν πως η γονιμοποιός και εξελικτική δύναμη της φύσης είναι πανταχού παρούσα, ακολουθώντας αέναα τον εποχικό και βλαστικό κύκλο, ανεξαρτήτως από τις ανθρώπινες πεποιθήσεις και προσδοκίες..

Η συντήρηση/διαχείριση της φωτιάς, και η καλλιέργεια της γης, ήταν τα πρώτα στοιχεία πολιτισμού του ανθρώπου. Για αυτό τον λόγο το στάχυ μαζί και η δάδα αποτελούσαν τα σύμβολα των Ελευσινίων.

Tο ιερό στάχυ, θεριζόταν κάθε χρόνο από την ιέρεια ή από κάποιο θεράποντα του ιερού τελετουργικά από το ιερό χωράφι της θεάς και φυλασσόταν στο ιερό. Eπιδεικνυόταν από τον Ιεροφάντη σε καταληκτική τελετή των Ελευσίνιων Μυστηρίων.

Η Δήμητρα συμβόλιζε την καλλιεργημένη γη. Αυτή η συνέχεια της Μεγάλης μητέρας, παρείχε τον δώρο της καλλιέργειας της Γης. Έφερε στο φως δια της κόρης Περσεφόνης το δώρο του πολύτιμου και μυστικού καρπού, του θερισμένου σταχιού.

Ένας σπόρος που , κρυβόταν άφατος για ένα ορισμένο διάστημα, μέσα στα σκοτεινά σπλάχνα της, στο βασίλειο του «Αίδιου» Άδη. Για αυτό η λατρεία της ήταν ταυτόχρονα και ειδυλλιακή και μυστηριακή.

Το ένα αγαθό της Δήμητρας στους ανθρώπους ήταν ο «πολιτισμός» της καλλιέργειας της γης, και το άλλο η μύηση των Ελλήνων σε μια ανώτερη πνευματική εμπειρία, στο γεγονός του αέναου κύκλου της γέννησης του θανάτου, και της αναγέννησης, δηλαδή στα «Ελευσίνια Μυστήρια».

Το θερισμένο στάχυ ενσάρκωνε την αφθονία του σίτου, της πιο πολύτιμης για τη ζωή τροφής. Πέρα όμως από την ελπίδα για την εξασφάλιση της τροφής, σε συμβολικό επίπεδο, και κατ΄ αντιστοιχία της περιοδικής ανάπτυξης του βλαστικού σπόρου, έδινε την ελπίδα για την αθανασία και της ανθρώπινης ψυχής.

Όπως ο σπόρος αναπτύσσεται, ανθίζει, πεθαίνει, αλλά επανεμφανίζεται μέσα από την μήτρα της Γης, έτσι και για τη ψυχή του μυημένου δίνεται η υπόσχεση της αναγέννησης. Τα μυστήρια αποβλέπουν στη σωτηρία και στη μακάρια αθανασία των μυημένων.

Όπως πιστοποιεί ο Κικέρων (Περί νόμων, Βιβλίο Β΄, 36):

«Ανάμεσα στους εξαίρετους και πράγματι θεϊκούς θεσμούς που η Αθήνα σας έχει γεννήσει και φέρει στην ανθρωπότητα, καμία κατά τη γνώμη μου, δεν είναι καλύτερη από αυτά τα Μυστήρια. Γιατί μέσω αυτών αποβάλαμε το βάρβαρο και άγριο τρόπο ζωής και μορφωθήκαμε και εκπολιτιστήκαμε. Και μύησις καθώς αποκαλείται, πράγματι μάθαμε τις απαρχές της ζωής και αποκτήσαμε τη δύναμη όχι μόνο να ζούμε ευτυχισμένοι, αλλά και να πεθαίνουμε με μια καλύτερη ελπίδα».

Βασικός σκοπός των Μυστηρίων είναι η κοινωνία του μύστη με την φύση, με την μήτρα της ζωής, εκεί από όπου όλα προέρχονται και που όλα επιστρέφουν.

Οι βλαστικές αυτές λατρευτικές εκδηλώσεις έχουν χαρακτήρα μυθολογικό, δραματουργικό, βιωματικό, με κυριαρχούσα συγκίνηση, διδασκαλίες και δρώμενα τα οποία αποβλέπουν σε μια στενή και προσωπική επαφή με το θείο.

Η μύηση ταυτίζεται με την αποκάλυψη ενός μυστικού, την εισαγωγή στα μυστήρια, τη διδασκαλία των μυστικών τελετών, τα «δεικνυόμενα», τα «δρώμενα», τα «λεγόμενα».

Στο τελευταίο στάδιο της μύησης, την εποπτεία, όπως λεγόταν στο τυπικό της τελετής, δηλαδή την δυνατότητα να δει κανείς την κοσμική αλήθεια, ο μύστης έφθανε και στην ηθική κάθαρση, στην ανανέωση, τον εξαγνισμό της ψυχής και την αθανασία της ψυχής που προσφέρει ο Ζευς.

Οι μυστηριακές λατρείες περιείχαν αντιλήψεις προσωπικής ένωσης του μυημένου με τους Θεούς, οι οποίοι θα πρόσφεραν μετέπειτα στον μυημένο την προστασία και την εύνοια του.

Έτσι ο μύστης αποκτά ένα αίσθημα απόλυτης ασφάλειας και μακαριότητας, που τον κάνει να ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους ανθρώπους». Καθώς και ότι: «η τελετή της μύησης, αποκορύφωμα όλων των τελετουργιών, συντελεί στην ιδιαίτερη μεταμόρφωση του πιστού και στη μετάβασή του σε μια νέα πραγματικότητα».

Η μύηση αποτελεί ιδιαίτερη, προσωπική, ατομική υπόθεση. Κύριο χαρακτηριστικό της Ελευσίνιας μύησης αποτελούσε η ιδέα του θανάτου και της αναγέννησης. Πεθαίνει το παλιό, ο παλιός εαυτός, και αναγεννιέται σε ένα νέο συνειδησιακό και πνευματικό επίπεδο.

Απόλλων: ΕΝΑΣ ΚΟΣΜΟΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ ΣΗΜΕΡΑ

21η Μαΐου σήμερα!

Ημέρα φωτός και διπλού συμβολισμού, καθώς θεωρείται ως η γενέθλιος ημέρα του φωτοδότη θεού Απόλλωνα, αλλά και η ημέρα που ξεκινάει η κυριαρχία του μέγιστου θεού.

Σύμφωνα με την Ορφική θεολογία απ' τις 21 Μαΐου (7η Θαργηλιώνος) ως τις 21 Ιουνίου βρισκόμαστε κάτω απ' την επιρροή των ενεργειών του μέγιστου θεού, καθώς και του ένατου Θεμελιωτικού Συμπαντικού Νόμου, του Νόμου της Αρμονίας και Δικαιοσύνης.

Ο Χρυσάωρας Φοίβος άρχει του Νόμου αυτού.

Με το χρυσό του τόξο σκοτώνει τον Πύθωνα της άγνοιας, της δεισιδαιμονίας, του δογματισμού και του φόβου.

Κάθε ψυχή που πάλλεται από θεϊκό πόθο για δικαιοσύνη, για αλήθεια και φως, ας επικαλεστεί σήμερα το μέγα όνομά Του, καθώς «Έστ' ήμαρ ότε Φοίβος πάλιν ελεύσεται καὶ ες αεί έσσεται».

Είναι ώρα να οπλιστούμε με το τόξο Του για να εξοντώσουμε τα κάθε λογής τέρατα της ψυχής μας που μας κάνουν δυσαρμονικούς, φοβισμένους, άνοες, σκλάβους στις κάθε λογής εξουσίες.

Είναι ώρα να αναμετρηθούμε με τον σκοταδισμό, την πλύση εγκεφάλου, των ωχαδερφισμό και τη μαζοποίηση.

Η γνώση του εαυτού, η συνείδηση ότι είμαστε ελεύθεροι και θεϊκοί είναι τα δώρα του Εκατηβόλου θεού. Ο Έλληνας άνθρωπος δημιουργεί μόνος του το νόημα της ύπαρξης του και δεν επιτρέπει στις κάθε λογής εξουσίες να έχουν τον έλεγχο της ζωής του.

Το Δελφικό ιδεώδες, το “Γνώθι σαυτόν” είναι λαμπερή ακτίνα φωτός που διαλύει τα σκοτάδια της αμάθειας και της δοκησισοφίας. Είναι η νίκη των ελεύθερων ανθρώπων απέναντι στο έρεβος της άγνοιας, της ενοχής και του φόβου.

Όλοι όσοι αναζητάμε την αλήθεια και το νόημα της ζωής, ας καθαρθούμε στα ιερά νάματα της Κασταλίας πηγής κι ας ρίξουμε στον Καιάδα της Λήθης ανίκανους ηγέτες, απολυταρχικά καθεστώτα, δεισιδαιμονίες, μια “δικαιοσύνη” που λειτουργεί κατ' επίφασην και αντιτίθεται στο θεϊκό Νόμο του Μεγάλου Θεσμοθέτη και πάνω απ' όλα ας καταργήσουμε τον φόβο.

Ο Φωτοβόλος Απόλλων μας φωτίζει τον δρόμο προς την Αρμονία, τη Δικαιοσύνη, τον Ανθρωπισμό και την Ελευθερία.

Ήρθε η ώρα να ελευθερωθούμε, να αγαπηθούμε και να δώσουμε ξανά νόημα στις ζωές μας

Ήρθε η ώρα να ανεβάσουμε τον ήλιο της δικαιοσύνης πάνω απ' την Ελλάδα!
Να ανεβάσουμε τον ήλιο της δικαιοσύνης πάνω απ' τον κόσμο ολάκερο!

Οι εκμεταλλεύτες της αγάπης

Αγάπη: αγνή μορφή ενδιαφέροντος, στοργής, τρυφερότητας ακόμη κι έλξης. Διακρίνεται μέσα σε διάφορα μοτίβα σχέσεων: ερωτικών, φιλικών, συγγενικών ή εν δυνάμει, μα προσωρινά ασχημάτιστων. Φωλιάζει σ’ επαφές και σε δεσμούς ισχυρούς και μας συντροφεύει από τον δρόμο της χαράς έως το σοκάκι της λύπης και τούμπαλιν. Είναι φορές που αναρωτιέται κανείς πόσο μας αξίζει ή πόσο της αξίζουμε. Μπροστά της έχουμε μεγέθη δυσανάλογα. Έχει ένα μαγευτικό, διαχρονικό μεγαλείο που θα μας ταλανίζει για πάντα, όσους αποπειρόμαστε να το ερμηνεύσουμε. Αναρωτιέμαι αθώα κι εγώ αν χωρά επεξήγηση του όρου που να αντικατοπτρίζει επακριβώς τη σημασία του. Πόση ευλογία νιώθουν όση την έχουν στη ζωή τους; Απέραντη ευελπιστώ! Και πόσοι άραγε την εκμεταλλεύονται; Πιθανότατα όσοι δεν την αξίζουν.

Ίσως υποσυνείδητα κι ασυναίσθητα να είμαστε όλοι θύτες της, απλώς πιθανότατα με δυσανάλογη δυναμική. Αν η αγάπη είναι το βάζο με το μέλι, πόσοι είμαστε λαίμαργοι και βουτάμε συνεχώς το δάχτυλο στην απόλαυση της άφεσης των συναισθημάτων; Η αγάπη υπερνικά φραγμούς, ταμπού και προκαταλήψεις κι η δύναμη συνήθως μας ελκύει και γι’ αυτό την επιζητούμε. Αν ήταν ο κρυμμένος θησαυρός θα την ψάχναμε αγωνιωδώς μέχρι να μας χρίσει νικητές της πίστας κι αν ήταν φανερή θα την κρύβαμε για να μη μας κλαπεί ή να μην κατσιαστεί. Τα λαδωμένα χέρια που την εκμεταλλεύονται τη λερώνουν και μια βρόμικη αγάπη χάνει την αίγλη της.

Βέβαια, την αγάπη την εκμεταλλευόμαστε είτε έχοντας επίγνωση είτε όχι. Υπάρχει κάποια περίπτωση από τις δυο που μας αθωώνει; Όχι, είμαστε για πάντα ένοχοι! Αθωώνονται ποτέ οι τοκογλύφοι και τα τσιράκια της λαμογιάς; Δε νομίζω, θα έλεγα πως κουβαλάνε εσαεί μια ρετσινιά για συντροφιά. Αν δεν κατανοούμε ότι την εκμεταλλευόμαστε και γεμίζουμε με απαιτήσεις τους ανθρώπους μας, το πιο λογικό σενάριο είναι πως περιτριγυριζόμαστε γύρω από τον άξονα του εαυτού μας, κυνηγώντας την ουρά μας και κατοικούμε στη σφαίρα του κακομαθημένου (στην περίπτωση αυτή φταίμε και δε φταίμε). Αν έχουμε επίγνωση της πράξεώς μας αυτής, η εσκεμμένη τούτη ενέργεια μάς υποβιβάζει πολύ ως προς το ποιόν μας κι η λέξη «κακομαθημένος» ορίζεται σχεδόν ως φιλοφρόνηση.

Γιατί να εκμεταλλευτεί κανείς την αγάπη; Γιατί είναι εύκολο! Η ευκολία μας δίνει πρόσβαση κι άνεση απέναντι σ’ όσους τρέφουν συναισθήματα αγάπης για το πρόσωπό μας. Συγγενείς, φίλοι, ερωτικά ταίρια και κάθε παραπαίδι που ήλπιζε να κατακτήσει το έδαφος του στη ζωή μας και στη συναισθηματική μας ατμόσφαιρα είναι τα πιο προφανή θύματα τέτοιων καταστάσεων. Η αδυναμία που μας δείχνουν και το νοιάξιμο για την ευτυχία μας, καμιά φορά μας δίνει το προβάδισμα να προσπεράσουμε, να διακόψουμε ή να αγνοήσουμε τη δικιά τους, καταπατώντας κάθε τους επιθυμία και προσπάθεια!

Ποια είναι τα οφέλη; Σ’ έναν κόσμο που η οικονομία βουλιάζει, πόσο κοστολογείται η έννοια της αγάπης και της στοργής; Στα 100 θα μ’ αγαπάς παραπάνω από ό,τι στα 50 ή να σταματήσω να κάνω υπολογισμούς; Κι αν το πορτοφόλι είναι λειψό και δε σηκώνει γούστα κι ανέσεις υπάρχουν και πολλές επιλογές σε υπηρεσίες κι εξυπηρετήσεις. Ο ρόλος του δουλικού προσωπικού εμφανίζεται, από τα να πας βόλτα τα σκουπίδια στον κάδο, τον σκύλο πρωί-βράδυ, έως και το να κοιμίζεις τα όνειρα.

Κι η αγάπη έχει αμφίδρομη ροή και πάει κι έρχεται και δε ρωτάει κανέναν από ποιον θα πάρει τι. Όλοι της χρωστάμε και δε χρωστάει πουθενά. Είναι άσσος στους υπολογισμούς κι έχει μια τάση, ακόμη κι αν κάποιες φορές κινείται αργά, να εξισώνει και να πατάσσει την αδυναμία της αδικίας τής ανθρώπινης υπόστασης. Δεν είναι για δειλούς χρήστες και πρέπει να χρησιμοποιείται υπεύθυνα κι ώριμα από επιμελή μέλη. Έτσι κερδίζει τη διαχρονικότητά της και διατηρεί την απορρέουσα λάμψη της, ακόμη κι αν καμιά φορά παρασύρεται και δέχεται να της φέρονται λες κι είναι προς πώληση.

Ο Αριστοτέλης ήταν ο πρώτος φιλόσοφος που ερεύνησε το είδος της υποκειμενικής ευτυχίας

Ο Αριστοτέλης ήταν ο πρώτος φιλόσοφος που ερεύνησε το είδος της υποκειμενικής ευτυχίας. Ανέπτυξε ένα σύνθετο, ανθρώπινο πρόγραμμα για να γίνει κάποιος ευτυχισμένος, το οποίο παραμένει σε ισχύ ακόμα και σήμερα. Ο Αριστοτέλης παρέχει όλα όσα χρειάζεστε για να αποφύγετε τη συνειδητοποίηση του πρωταγωνιστή του Τολστόι στον Θάνατο του Ιβάν Ιλίτς (1886), ο οποίος έχει σπαταλήσει μεγάλο μέρος της ζωής του για να αναρριχηθεί κοινωνικά θέτοντας το προσωπικό συμφέρον του πάνω από τη συμπόνια και τις αξίες της κοινότητας, και όλα αυτά όσο είναι παντρεμένος με μια γυναίκα την οποία αντιπαθεί. Αντιμέτωπος με τον επικείμενο θάνατό του, μισεί τα πιο οικεία μέλη της οικογένειάς του, που δεν του μιλούν καθόλου γι’ αυτό το θέμα. Η αριστοτελική ηθική ενσωματώνει όλα όσα οι σύγχρονοι στοχαστές συνδέουν με την υποκειμενική ευτυχία: την αυτο-συνειδητοποίηση, την εύρεση ενός «νοήματος» και τη «ροή» της δημιουργικής συμμετοχής στη ζωή ή το «θετικό συναίσθημα».

Ο Αριστοτέλης πίστευε ότι αν εκπαιδεύσεις τον εαυτό σου να είναι καλός, ασκώντας τις αρετές σου και ελέγχοντας τα ελαττώματα σου, θα ανακαλύψεις ότι η ευτυχής ψυχική διάθεση προέρχεται από το να κάνεις το σωστό σε τακτική βάση. Αν ξεκινήσεις σκόπιμα να χαμογελάς πρόθυμα κάθε φορά που σε πλησιάζει το παιδί σου, αρχίζεις να το κάνεις υποσυνείδητα. Μερικοί φιλόσοφοι αμφισβητούν κατά πόσο ένας ενάρετος τρόπος ζωής είναι προτιμότερος από τον αντίθετό του. Αλλά τελευταία «η ηθική της αρετής» έχει αποκατασταθεί στους φιλοσοφικούς κύκλους και έχει γίνει αποδεκτή ως ευεργετική. Ο Αριστοτέλης θεωρούσε όλες τις αρετές ως μέρος μιας ενιαίας δέσμης, αλλά οι νεότεροι στοχαστές έτειναν να τις διαχωρίζουν σε κατηγορίες. Ο Τζέιμς Γουάλας, στο έργο του Virtues and Vices (Αρετές και Ελαττώματα, 1978), περιγράφει τρεις διαφορετικές ομάδες: αρετές αυτοπειθαρχίας, όπως το θάρρος και η υπομονή- αρετές ευσυνειδησίας, όπως η τιμιότητα και η δικαιοσύνη- και αρετές που συνεπάγονται καλοσύνη προς τους άλλους, όπως η ευγένεια και η ευσπλαχνία.

Οι δύο πρώτες κατηγορίες αρετών μπορούν να επηρεάσουν θετικά την επιτυχία των ατομικών σχεδίων αλλά και ολόκληρης της κοινότητας. Οι αρετές της καλοσύνης είναι λιγότερο ευδιάκριτες αλλά μπορούν να αυξήσουν τη συμπάθεια που δείχνετε στον εαυτό σας αλλά και σε οποιονδήποτε άλλο γύρω σας. Επομένως η αρετή έχει εξωγενή οφέλη: είναι πιθανότερο να είστε ευτυχισμένοι αν οι γύρω σας είναι ευτυχισμένοι, και άρα είναι προς όφελος της προσωπικής φώτισής σας να είστε ενάρετοι. Αλλά ο Αριστοτέλης, καθώς και ο Σωκράτης, οι στωικοί και ο βικτοριανός φιλόσοφος Τόμας Χιλ Γκριν, πίστευαν ότι είχε και άμεσα ενδογενή οφέλη. Οι αρετές που απευθύνονται προς άλλους ανθρώπους συμβάλλουν σημαντικά στη δική μας ευτυχία.

Στα Ηθικά Νικομάχεια ο Αριστοτέλης πραγματεύεται την αιτία της ευδαιμονίας. Αν δεν είναι θεόσταλτη, λέει (και ο Αριστοτέλης δεν πίστευε ότι οι θεοί παρεμβαίνουν στις ανθρώπινες υποθέσεις), τότε έρχεται «ως αποτέλεσμα της αρετής ή κάποιας εκμάθησης ή εξάσκησης» (Ηθικά Νικομάχεια, 1099b, 15). Τα συστατικά στοιχεία της ευτυχίας μπορούν να περιγραφούν και να αναλυθούν, όπως το αντικείμενο οποιουδήποτε άλλου κλάδου γνώσης, όπως η αστρονομία ή η βιολογία. Αλλά αυτή η διαδικασία μελέτης της ευτυχίας διαφέρει από εκείνες τις επιστήμες, γιατί έχει έναν ακριβή στόχο, την κατάκτηση της ευτυχίας, και αυτό την κάνει να προσομοιάζει στην ιατρική ή στην πολιτική θεωρία.

Επιπλέον, λέει ο Αριστοτέλης, η ευτυχία θα μπορούσε εν δυνάμει να εξαπλωθεί, «διότι είναι δυνατόν να υπάρχει σε όλους τους ανθρώπους που δεν είναι ανίκανοι να φτάσουν στην αρετή με τη βοήθεια κάποιας εκμάθησης και επιμέλειας» (Ηθικά Νϊκομάχεια, 1099b, 20). Ο Αριστοτέλης γνωρίζει ότι η ικανότητα για καλοσύνη μπορεί να φθαρεί από συγκεκριμένες καταστάσεις και γεγονότα της ζωής. Αλλά για την πλειονότητα των ανθρώπων, η ευτυχία είναι όντως εφικτή αν αποφασίσουν να αφοσιωθούν στη δημιουργία της. Όλοι σχεδόν μπορούν να αποφασίσουν να σκεφτούν τον εαυτό τους ευτυχισμένο. Δεν είναι κάτι που αφορά μια ελάχιστη μειονότητα ανθρώπων με πτυχίο φιλοσοφίας.

Το «σχεδόν» είναι η λέξη κλειδί εδώ, φυσικά. Ο Αριστοτέλης δεν παρέχει ένα μαγικό ραβδί για να σβήσουμε ό,τι απειλεί την ευτυχία μας. Όντως υπάρχουν κάποια προσόντα που αφορούν τη γενική ικανότητά μας να αναζητούμε την ευτυχία.

ο Αριστοτέλης παραδέχεται ότι υπάρχουν κάποια είδη πλεονεκτημάτων που είτε τα έχουμε είτε όχι. Αν έχουμε την ατυχία να έχουμε γεννηθεί σε πολύ χαμηλή κοινωνικο-οικονομική βαθμίδα ή αν δεν έχουμε παιδιά ή άλλους συγγενείς ή έναν αγαπημένο, ή αν είμαστε εξαιρετικά άσχημοι, οι συνθήκες της ζωή μας, που είναι αναπόφευκτες, όπως το θέτει, «κηλιδώνουν» την ευδαιμονία. Είναι πιο δύσκολο να κατακτήσουμε την ευτυχία. Αλλά όχι αδύνατον. Δεν χρειαζόμαστε υλικά αποκτήματα ή σωματική δύναμη ή ομορφιά για να αρχίσουμε να ασκούμε τον νου μας συντροφιά με τον Αριστοτέλη, γιατί υποστηρίζει έναν τρόπο ζωής που αφορά μάλλον μια ηθική και ψυχολογική τελειότητα και όχι έναν τρόπο ζωής βασισμένο στα υλικά αποκτήματα ή στο σωματικό μεγαλείο. Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, υπάρχουν και πιο δύσκολα εμπόδια: το να έχουμε παιδιά ή φίλους απόλυτα διεφθαρμένους είναι ένα τέτοιο εμπόδιο. Ένα άλλο -που ο Αριστοτέλης αναφέρει τελευταίο και σε άλλο σημείο υπονοεί ότι είναι το πιο δύσκολο πρόβλημα που μπορεί ποτέ να αντιμετωπίσει ένας άνθρωπος- είναι η απώλεια των καλών φίλων, στους οποίους έχουμε επενδύσει τις προσπάθειές μας, και ιδιαίτερα των παιδιών, λόγω θανάτου.

Ωστόσο, δυνάμει, ακόμα και οι άνθρωποι που είναι ελάχιστα προικισμένοι από τη φύση ή που έχουν βιώσει φριχτές απώλειες μπορούν να ζήσουν μια καλή ζωή, βαδίζοντας στο μονοπάτι της αρετής. «Αυτού του είδους η φιλοσοφία, που όλοι μπορούν να ασκήσουν, είναι διαφορετική από την πλειονότητα των άλλων τύπων φιλοσοφίας», εξηγεί ο Αριστοτέλης, διότι έχει έναν απτό στόχο στην αληθινή, καθημερινή ζωή: η ηθική, προσθέτει, σε αντίθεση με τους άλλους φιλοσοφικούς κλάδους, έχει πρακτικό στόχο, «διότι δεν κάνουμε αυτή την έρευνα με σκοπό να μάθουμε τι είναι αρετή, αλλά για να γίνουμε ενάρετοι, αφού χωρίς αυτό το τελευταίο δεν θα προέκυπτε κανένα όφελος από την έρευνα αυτή» (Ηθικά Νικομάχεια, 1103b, 27). Πράγματι, ο μόνος τρόπος να είμαστε καλοί άνθρωποι είναι να κάνουμε καλές πράξεις. Πρέπει να φερόμαστε στους ανθρώπους με δικαιοσύνη και μάλιστα κατ επανάληψη. Πρέπει να προθυμοποιούμαστε με χαρά να μοιραζόμαστε εξίσου τη φροντίδα του παιδιού με τον άλλο γονέα το Σαββατοκύριακο και πάντα να καταβάλλουμε στην οικιακή βοηθό όλη την αμοιβή της ακόμα κι αν ακυρώσουμε το ραντεβού. Ο Αριστοτέλης θεωρεί ότι πολλοί άνθρωποι φαντάζονται πως αρκεί να μιλούν για την καλή συμπεριφορά: «Αλλά καταφεύγοντας στη θεωρητική εξέταση νομίζουν ότι επιδίδονται στη φιλοσοφία κι ότι με αυτόν τον τρόπο θα γίνουν σπουδαίοι». Συγκρίνει αυτούς τους ανθρώπους με «τους ασθενείς που ακούν με προσοχή τους γιατρούς αλλά δεν εφαρμόζουν καμία εντολή» (Ηθικά Νικομάχεια, 1105b, 15).

Σκέφτομαι με τον αριστοτελικό τρόπο σημαίνει ότι κατανοώ την ανθρώπινη φύση ώστε να ζήσω με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Σημαίνει ότι η φύση, και όχι μια έννοια πέρα από τη φύση -όπως ο θεός ή οι θεοί- είναι το θεμέλιο της ανάλυσης των σχέσεων και των αποφάσεών μου. Αυτή ήταν η μοναδική σπουδαιότατη διαφορά ανάμεσα στον Αριστοτέλη και τον δάσκαλό του, τον Πλάτωνα, που πίστευε ότι οι άνθρωποι έπρεπε να βρουν απαντήσεις στα προβλήματα της ύπαρξης σε έναν αόρατο κόσμο από μη απτές ιδέες ή αρχέτυπες μορφές πέρα από τον υλικό κόσμο τον οποίο αντιλαμβάνονται με την όραση. Ωστόσο, ο Αριστοτέλης εστίασε στα εντυπωσιακά φαινόμενα του αντιληπτού «εδώ και τώρα», όπως έγραψε ο ποιητής και κλασικιστής Λούις Μακνίς στο Autumn Journal (Φθινοπωρινή Εφημερίδα), ωδή 12:

Ο Αριστοτέλης ήταν καλύτερος γιατί παρακολούθησε το έντομο να αναπαράγεται, τον φυσικό κόσμο να αναπτύσσεται, υπογραμμίζοντας τη λειτουργία, διαλύοντας τη Μορφή αυτή καθαυτήν, παίρνοντας το άλογο από το ράφι και αφήνοντάς το να καλπάσει.

Ο Αριστοτέλης τοποθέτησε την ανθρώπινη εμπειρία στο επίκεντρο ολόκληρης της σκέψης του. Ο Τόμας Μουρ, ο Φράνσις Μπέικον, ο Δαρβίνος, ο Καρλ Μαρξ και ο Τζέιμς Τζόις, όλοι τους τον θαύμαζαν βαθιά γι’ αυτό. Οι σύγχρονοι φιλόσοφοι, συμπεριλαμβανομένων κάποιων εξαιρετικών γυναικών που γεννήθηκαν τον 20ό αιώνα -οι Χάνα Άρεντ, Φιλίπα Φουτ, Μάρτα Νούσμπαουμ, Σάρα Μπρόντι και Σάρλοτ Γουίτ- έγραψαν σπουδαίες πραγματείες βαθιά επηρεασμένες από τον Αριστοτέλη ή αφιερωμένες ο εκείνον.

Ο Αριστοτέλης επιμένει ότι η δημιουργία ευτυχίας δεν αφορά τη φανατική επιβολή ανώτερων κανόνων και αρχών, αλλά την επαφή με τον ιστό της ζωής σε κάθε κατάσταση, με κάθε άλογο που καλπάζει, καθώς γνωρίζουμε την ιδιαιτερότητά της. Υπάρχουν γενικοί οδηγοί όπως στην ιατρική ή τη ναυσιπλοΐα, ο γιατρός ή ο πλοίαρχος θα είναι εφοδιασμένοι με γνώση συγκεκριμένων αρχών, αλλά κάθε ασθενής και κάθε ταξίδι θα παρουσιάζει ελαφρώς διαφορετικά προβλήματα, τα οποία θα απαιτούν διαφορετικές λύσεις.

Ο Αριστοτέλης δεν αποτελεί αποκλειστικό κτήμα καμίας σύγχρονης πνευματικής ή πολιτιστικής παράδοσης. Βιώνουμε μια ανακούφιση όταν διαλεγόμαστε με έναν ανθρώπινο νου από τόσο παλιά, γιατί συνειδητοποιούμε πόσο λίγο έχει αλλάζει η ανθρώπινη κατάσταση, παρά την υποτιθέμενη τεχνολογική πρόοδό μας. Μας κάνει να νιώθουμε μέλη μιας διαχρονικής ανθρώπινης λέσχης και ότι υποστηριζόμαστε με έναν τρόπο που κατορθώνει να υπερβαίνει την ανθρώπινη θνητότητα και τον χρόνο. Κάποιοι φιλόσοφοι μετά τον Χιουμ και τον Καντ αμφισβήτησαν την ιδέα ότι η ανθρώπινη φύση είναι χρήσιμη στην ηθική, γιατί ο ανθρώπινος πολιτισμός έχει διαφοροποιηθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό και οι άνθρωποι, ακόμα και μέσα στο πλαίσιο της κοινότητας, έχουν διαφορετική ιδιοσυγκρασία. Αλλά ο Αριστοτέλης περιγράφει ένα εκπληκτικά διαχρονικό σύνολο ηθικών προβλημάτων του ανθρώπου. Όταν χρησιμοποιεί την αντωνυμία «εμείς», συχνά εννοεί ολόκληρη την ανθρωπότητα ως συλλογικότητα, στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον.

Nietzsche: Ο Θεός πέθανε

ΝΙΤΣΕ: 1844–1900

Τι είναι το: Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα;

1. Το υπό συζήτηση έργο είναι ένα από τα πιο λαμπρά αλλά και τα πιο αμφιλεγόμενα έργα του Νίτσε. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι προσφέρεται για πολλά είδη ανάγνωσης ή ευνοεί τις πιο διαφορετικές ερμηνείες. Ευθύς ως αρχίζει ο αναγνώστης να το διαβάζει, αισθάνεται αμέσως έλξη από μια σειρά παραβολών που αναδεικνύουν τα υφολογικά χαρίσματα του συγγραφέα, ενώ συγχρόνως κινδυνεύει να παγιδευτεί στον ιστό ονειρικών εικόνων που αναφέρονται σε ορισμένα επεισόδια της βιογραφίας του Νίτσε. Θα παρορμηθεί, τέλος, από μια σειρά ομιλιών που αποκαλύπτουν πρωτάκουστα φιλοσοφικά πειράματα. Αυτό εξηγείται, τουλάχιστον εν μέρει, από το είδος της γραφής που υιοθετεί ο Νίτσε σε αυτό το έργο. Η ιδιαιτερότητά του είναι διπλή: το ύφος τού Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα αποτελεί εξαίρεση στο πλαίσιο της φιλοσοφικής γραφής γενικότερα, αλλά και της νιτσεϊκής γραφής ειδικότερα. Στα κείμενά του ο Νίτσε δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει το ύφος διατριβής και το πολεμικό ύφος καθώς και εκείνο του ποιήματος και του αφορισμού. Το γεγονός ότι είναι έντονος ο πλουραλισμός των υφών στο έργο του δεν σημαίνει διόλου ότι το απογυμνώνει από δομή και ενότητα. Ο εν λόγω πλουραλισμός αντικατοπτρίζει τις πολλαπλές προοπτικές και στη συνάφεια τούτη εκφράζει πολλαπλές συνθήκες της ζωής. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί κανείς να διακρίνει το περιεχόμενο της σκέψης και τις συγκεκριμένες μορφές έκφρασής τους.

2. Υπό το πρίσμα αυτών των σκέψεων χρειάζεται να προσεγγίσουμε το Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα. Στην αλληλογραφία του, ο Νίτσε υποδηλώνει ότι ο Ζαρατούστρα του θα μπορούσε κάλλιστα να θεωρηθεί ως συμφωνία ή ως πρωτότυπο είδος κηρύγματος, ως ποίηση ή ως το πέμπτο Ευαγγέλιο, εν ολίγοις, ως κάτι ανώνυμο. Γνωρίζει καλά τις πολλαπλές συνέπειες του στυλ που υιοθετεί εκεί, έχει επίσης επίγνωση των δυσκολιών που πρέπει να αντιμετωπίσει για να βρει τα μέσα που θα του επέτρεπαν να πει αυτό που έχει να πει. Για αυτό το θέμα, γράφει στο Ecce Homo:

«Αυτός που μιλάει εκεί δεν είναι “προφήτης”, ένα από εκείνα τα θλιβερά μείγματα αρρώστιας και θέλησης για εξουσία που ονομάζονται ιδρυτές της θρησκείας. Αυτός που μιλάει εδώ δεν είναι φανατικός, εδώ δεν “κηρύττουμε”, δεν απαιτούμε πίστη» (Ecce Homo, Πρόλογος, § 4).

Ο Νίτσε δεν επιθυμεί να προσδώσει στο κείμενό του έναν μονολιθικό χαρακτήρα. Ούτε ο Ζαρατούστρα θέλει να αναγκάσει τους συνομιλητές του να ακολουθήσουν ένα ακριβές και υποχρεωτικό δρομολόγιο:

«Με όλα αυτά, ο Ζαρατούστρας δεν είναι σαγηνευτής;... Τι λέει όμως ο ίδιος όταν για πρώτη φορά επιστρέφει στη μοναξιά του; Ακριβώς το αντίθετο από αυτό που θα έλεγε σε μια τέτοια περίπτωση οποιοσδήποτε «σοφός», «άγιος», ή «σωτήρας του κόσμου» και άλλοι παρηκμασμένοι...» (ό.π.).

3. Ο Ζαρατούστρα δεν επεξηγεί δόγματα. δεν επιβάλλει προσταγές. Δεν επιδιώκει, μέσω μακροχρόνιων συλλογισμών και σχολαστικών επιδείξεων, να πείσει τους συνομιλητές του για τη συνάφεια και την αλήθεια των ιδεών του. Αντίθετα, περιορίζεται στην ανταλλαγή διδασκαλιών, βιωμένων εμπειριών. Η επεξεργασία του έργου κράτησε λίγο περισσότερο από δύο χρόνια. Τον Ιανουάριο του 1883, ο Νίτσε σχεδιάζει το πρώτο μέρος του βιβλίου⸱ τον Ιούλιο του ίδιου έτους έγραψε το δεύτερο. Τον Ιανουάριο του 1884 επεξεργάστηκε το τρίτο μέρος και τον Ιανουάριο του επόμενου έτους έγραψε το τέταρτο. Η δημοσίευση όλων των μερών ήταν περιπετειώδης. Το πρώτο μέρος του βιβλίου, που ο Νίτσε έστειλε από τη Γένοβα στον εκδοτικό οίκο στις 14 Φεβρουαρίου 1883, καθυστέρησε να εκδοθεί. Ο Schmeitzner, ο εκδότης του, δίνει προτεραιότητα στην εκτύπωση θρησκευτικών ύμνων και αντισημιτικών φυλλαδίων, ενώ δεν δημοσιεύει με ευκολία έργα που δεν ανήκουν στη μαζική κουλτούρα και, ως εκ τούτου, δεν έχουν μεγάλη κυκλοφορία. Από τo Sils-Maria, ο Νίτσε έστειλε στον Schmeitzner το δεύτερο μέρος γύρω στα μέσα Ιουλίου και, από τη Νίκαια, του έστειλε το τρίτο τις πρώτες μέρες του Φεβρουαρίου 1884. Ο εκδότης του συμφώνησε να τα εκδώσει σε έναν μόνο τόμο, αλλά αρνήθηκε κατηγορηματικά τη δημοσίευση του τέταρτου μέρους. Ο Νίτσε αναγκάστηκε τότε, τον Απρίλιο του 1885, να προχωρήσει σε μια ιδιωτική έκδοση σαράντα αντιτύπων αυτού του μέρους. Αυτό, λέει, είναι υπεραρκετό για το τέταρτο μέρος, καθώς σκέφτεται μόνο να το στείλει σε καμιά δεκαριά περίπου άτομα – και τούτο μάλιστα σε εμπιστευτική βάση.

4. Ο Νίτσε γράφει και δημοσιεύει τα διάφορα μέρη του έργου, χωρίς να έχει στο νου του έναν τελικό τύπο σχεδιασμού. Την ώρα που εκδίδει το πρώτο μέρος, θεωρεί το βιβλίο τελειωμένο. Όταν προετοιμάζει με τον Peter Gast, τον φίλο του, τη δημοσίευση του τρίτου μέρους, θεωρεί ότι αυτό αποτελεί το τελευταίο. Και όταν δημοσιεύει το τέταρτο μέρος, επιμένει να το ονομάσει «Τέταρτο και τελευταίο μέρος». Ωστόσο, δεν άργησε να αλλάξει εντελώς γνώμη για το έργο του: αρνείται τα τρία πρώτα μέρη που το συνθέτουν και σκέπτεται να σχεδιάσει έναν νέο Ζαρατούστρα με βάση το τέταρτο μέρος, ενώ υπολογίζει στην επεξεργασία ενός πέμπτου και ενός έκτου μέρους. Ανεξάρτητα από την υλοποίηση ενός τέτοιου σχεδιασμού, από μια τέτοια πραγματοποίηση του έργου, διατηρεί τη σχετική του πρόθεση ενεργό μέχρι το φθινόπωρο του 1888. Το 1886, ο E. W. Fritzsch, εκδότης του Wagner, συμφώνησε με τον Schmeitzner να αγοράσει αντίγραφα των βιβλίων του Nietzsche που είχαν ήδη εκδοθεί. Σε αυτή την περίπτωση ο συγγραφέας έδωσε τη συγκατάθεσή του στον Φριτς για την επανέκδοση των τριών πρώτων μερών του Ζαρατούστρα σε έναν μόνο τόμο, αλλά αρνήθηκε αυτό του τέταρτου μέρους. Ήταν μόλις το 1891, δύο χρόνια μετά την ψυχική κατάρρευση του Νίτσε στο Τορίνο, που ο Peter Gast το δημοσίευσε τελικά, χωρίς να λάβει υπόψη του τι θα επιθυμούσε ο φίλος του. Και μόλις το 1893, έχοντας κατά νου την επανέκδοση του Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα, ο εκδότης Naumann συγκέντρωσε και δημοσίευσε τα τέσσερα μέρη για πρώτη φορά σε έναν μόνο τόμο. Από εδώ προκύπτει ότι το έργο σε τέσσερα μέρη που γνωρίζουμε και το οποίο έχει καθιερωθεί από τους μεταγενέστερους δεν είχε ποτέ τη συμφωνία του Νίτσε.

5. Οι πρώτες γραμμές του Προλόγου του Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα επαναλαμβάνουν ipsis litter την τελευταία παράγραφο (§ 342) του τέταρτου βιβλίου του: η Χαρούμενη Επιστήμη. Αν σε αυτή την παράγραφο ο Νίτσε σκηνοθετεί ήδη τον Ζαρατούστρα, στην προηγούμενη που φέρει τον τίτλο «Το βαρύτερο βάρος» (§ 341), παρουσιάζει για πρώτη φορά, στο δημοσιευμένο έργο του, την ιδέα της αιώνιας επιστροφής του ίδιου. Αυτές οι δυο παράγραφοι δημοσιεύτηκαν αμέσως πριν από το Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα, και συλλαμβάνουν εκ των προτέρων αυτό που θα γίνει ο κεντρικός χαρακτήρας και ο θεμελιώδης σχεδιασμός του Ζαρατούστρα. Είναι, επιπλέον, ο ίδιος ο συγγραφέας που παρέχει αυτά τα κλειδιά, για την ανάγνωση ή τον αναγνώστη, στο Ecce Homo, όπου βεβαιώνει ότι η Χαρούμενη Επιστήμη

«περιέχει εκατό σημάδια προαγγελτικά της προσέγγισης ενός ασύγκριτου πράγματος. Τέλος βρίσκεται εκεί μέσα ακόμη και η αρχή του Ζαρατούστρα⸱ το προτελευταίο κομμάτι του τέταρτου βιβλίου περιέχει τη θεμελιώδη σκέψη του» (Ecce Homo, «Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα» § 1).

Το Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα ανοίγει με την αναγγελία της μεταμόρφωσης που μόλις υπέστη ο κεντρικός χαρακτήρας. Για δέκα περίπου χρόνια, έζησε στη μοναξιά της σπηλιάς του και του βουνού του. «αλλά στο τέλος η καρδιά του άλλαξε» (Ζαρατούστρα, Πρόλογος, § 1), όχι όμως και η σκέψη του. Ο Ζαρατούστρα εμφανίζεται τότε ως ο προάγγελος μιας πλήρους ανατροπής του πολιτισμού μας.

6. Η μεταμόρφωση του Ζαρατούστρα γίνεται τελικά σαφής στην πρώτη παράγραφο του Προλόγου και επαναλαμβάνεται στην επόμενη παράγραφο. Η μεταμόρφωση τούτη συνδέεται άμεσα με τη γνώση και την επίγνωση ότι ο θεός πέθανε. Έτσι, ο Ζαρατούστρα τώρα εκφράζει τη βούληση να μοιραστεί τη σοφία του: αφού πέρασε δέκα χρόνια στη σπηλιά του, κατεβαίνει προς την κοιλάδα. Μόλις φτάσει στην πόλη, απευθύνεται στον κόσμο που είναι συγκεντρωμένος στην πλατεία της αγοράς. Να τα πρώτα λόγια που του απευθύνει:

«Σου διδάσκω τον υπεράνθρωπο. Ο άνθρωπος είναι κάτι που πρέπει να ξεπεραστεί» (ό.π., § 3).

Ο θάνατος του θεού ανοίγει νέους ορίζοντες στη φιλοσοφία του υπερανθρώπου. Πρώτα πρώτα κλονίζεται ριζικά το ουσιώδες χαρακτηριστικό του πολιτισμού μας, ο δυϊσμός των κόσμων (αισθητός και υπεραισθητός), που επινοήθηκε από τη μεταφυσική σκέψη και από τη χριστιανική θρησκεία. Ο σωκρατικός-ιουδαιο-χριστιανικός πολιτισμός αποκαλύπτεται ότι είναι μηδενιστικός, καθώς απαξιώνει τον αισθητό κόσμο στο όνομα ενός υπεραισθητού, που θα ήταν ουσιαστικός, αμετάβλητος και αιώνιος. Είναι λοιπόν ο θάνατος του θεού που θα επιτρέψει στον Ζαρατούστρα να περάσει στον μηδενισμό, τουτέστι να γκρεμίσει όλο το ισχύον στερέωμα των αξιών. Αν ως τώρα οι αξίες έβρισκαν πάντα τη νομιμοποίησή τους στον υπεραισθητό κόσμο, τώρα πρέπει να εξαλειφθεί το έδαφος από το οποίο αναδύθηκαν, προκειμένου να δημιουργηθεί ένα εντελώς διαφορετικό σύστημα αξιών. Οι καθιερωμένες αξίες προέκυψαν σε μια δεδομένη στιγμή σε ένα (καθ)ορισμένο περιβάλλον. Και, ανά πάσα στιγμή και σε οποιοδήποτε μέρος, μπορούν να δημιουργηθούν νέες αξίες. Είναι ο θάνατος του θεού που θα επιτρέψει στον Νίτσε να οραματιστεί το εγχείρημα της μεταξίωσης όλων των αξιών.

7. Κριτήριο, συνακόλουθα, για την αξιολόγηση κάθε είδους αξιολόγησης είναι ο αισθητός κόσμος, αυτός δηλαδή στον οποίο ζούμε τώρα και ο οποίος δεν χαρακτηρίζεται από υπερβατικότητα. Ακριβώς μέσα σ’ αυτόν μπορεί ο άνθρωπος να βρει το νόημα του εαυτού του, αυτόν τούτο τον υπεράνθρωπο, που αποτελεί το αυθεντικό νόημα όλης της γης. Στο πλήθος που συγκεντρώθηκε στην αγορά, ο Ζαρατούστρα θα πει:

«Σας εξορκίζω, αδελφοί μου, να μείνετε πιστοί στη γη και να μην έχετε πίστη σε αυτούς που σας μιλούν για υπεργήινες ελπίδες. Τα λόγια τους είναι φαρμάκι είτε το ξέρουν είτε όχι» (Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα, Πρόλογος, § 3).

Μετά πλέον τον θάνατο του θεού πέθαναν και εκείνοι που τον βλαστημούσαν. Η πιο φρικτή βλασφημία τώρα είναι εκείνη εναντίον της γης, όταν προτιμούμε να δίνουμε αξία περισσότερο στα έγκατα του ανεξερεύνητου παρά στο νόημα της γης. Έχοντας λοιπόν ως κριτήριο τούτο το νόημα, μπορούμε να κάνουμε πράξη τη γενεαλογική διεργασία των αξιών, κατά την οποία διαγιγνώσκονται και αξιολογούνται οι καθιερωμένες αξίες, οι όροι επαναπροσδιορίζονται, οι θέσεις τροποποιούνται και τελικά ανοίγονται νέες προοπτικές. Ένα παράδειγμα αυτής της διεργασίας μας παρουσιάζει ο Νίτσε στην τρίτη παράγραφο του Προλόγου του Ζαρατούστρα, εκεί όπου εξετάζει τις έννοιες της ευτυχίας, της λογικής, της αρετής, της δικαιοσύνης και της συμπόνιας.

8. Όλες αυτές οι έννοιες δεν πρέπει να λειτουργούν έτσι που να σταυρώνουν τον άνθρωπο, αλλά ως τέτοιες που δικαιώνουν την ύπαρξή του. Αν τότε ο άνθρωπος είναι ένα βρώμικο ποτάμι, με μια τέτοια δικαίωση γίνεται η θάλασσα, που δέχεται το βρώμικο ποτάμι χωρίς να βρωμίζεται (ό.π.).

«Σας διδάσκω τον υπεράνθρωπο: ο υπεράνθρωπος είναι αυτή η θάλασσα⸱ μέσα της μπορεί να βουλιάξει η μεγάλη σας περιφρόνηση» (ό.π.).

Στους ανθρώπους, ο Ζαρατούστρα σκοπεύει να κάνει ένα δώρο διπλής υφής: μια νέα αγάπη και μια νέα περιφρόνηση. Από τη μια, η νέα αγάπη σχετίζεται με τον υπεράνθρωπο και εμφανίζεται στενά συνδεδεμένη με τη δημιουργία νέων αξιών. Από την άλλη, η νέα περιφρόνηση σχετίζεται με τον τελευταίο άνθρωπο, που συνδέεται με την υπεράσπιση των θεσμοθετημένων αξιών. Η προοπτική που σηματοδοτεί ο υπεράνθρωπος και αυτή που υποδεικνύει ο τελευταίος άνθρωπος είναι εκ διαμέτρου αντίθετες. Η υιοθέτηση της προοπτικής του υπερανθρώπου συνεπάγεται την αποδοχή του θανάτου του θεού ως Δημιουργού και, επομένως, του θανάτου του ανθρώπου ως πλάσματος που δημιούργησε ο θεός. Το να υποθέσει κανείς την προοπτική του τελευταίου ανθρώπου συνεπάγεται την υποστήριξη της ύπαρξης ενός υπερβατικού κόσμου και, ως εκ τούτου, την υιοθέτηση της μεταφυσικής αντίληψης και της χριστιανικής ερμηνείας του κόσμου.

Αριστοτέλης: Ο φόβος και το θάρρος

Τώρα θα δείξουμε ποιοι άνθρωποι και ποια πράγματα προκαλούν το φόβο και σε ποια ψυχική κατάσταση βρίσκονται κείνοι που φοβούνται. Ας δεχτούμε ότι φόβος είναι κάποια λύπη ή ταραχή που προέρχεται από την ιδέα πως πρόκειται να συμβεί κάποιο κακό, δηλ. κάποια καταστροφή ή μεγάλη λύπη. Αλήθεια, δεν προξενούν φόβο όλα τα κακά, λ.χ. δεν φοβάται κανείς αν θα είναι άδικος ή βραδύνους. Ο φόβος προέρχεται μόνο όταν πρόκειται να συμβούν κακά που μπορούν να προξενήσουν μεγάλη λύπη ή καταστροφή κι αυτό όταν δεν πρόκειται να γίνουν πολύ αργότερα, παρά βρίσκονται πολύ κοντά μας και πιστεύουμε ότι από τη μια στιγμή στην άλλη θα επέλθουν. Επειδή κανένας δεν φοβάται εκείνο που θα συμβεί αργότερα, ούτε καν το σκέπτεται. Αφού λοιπόν αυτό το πράγμα είναι ο φόβος, κατ’ ανάγκη προξενούν φόβο εκείνα τα πράγματα που θεωρούνται ότι έχουν μεγάλη δύναμη να προξενούν καταστροφές και βλάβες από κείνες που προξενούν μεγάλη λύπη. Και γι’ αυτό και οι ενδείξεις που προαναγγέλλουν τέτοια γεγονότα προκαλούν κι αυτές το φόβο, επειδή αποδείχνουν ότι, όπου να ‘ναι, θα συμβεί αυτό που φοβούμαστε. Εξάλλου αυτό το πράγμα, ότι δηλ. προσεγγίζουν τα πράγματα που φοβούμαστε, το ονομάζουμε κίνδυνο. Λοιπόν, ανάμεσα στα πράγματα που προξενούν φόβο είναι και η οργή ή η έχθρα ανθρώπων που είναι σε θέση να μας κάνουν κακό. Επειδή, αφού μας μισούν ή είναι θυμωμένοι μαζί μας είναι φανερό πως επιθυμούν να μας βλάψουν ― και η επιθυμία λίγο απέχει από την εκτέλεση. Φόβο επίσης προξενεί και η αδικία, όταν περιβάλλεται με ισχύ. Επειδή έναν άδικο άνθρωπο τον χαρακτηρίζουμε σαν άδικο ακριβώς από τις προθέσεις του.

[1382b] Προκαλεί επίσης φόβο και η αρετή που έχει υποστεί προσβολή και που είναι περιβεβλημένη με δύναμη. Επειδή είναι φανερό πως εξαιτίας της προσβολής έχει την πρόθεση να εκδικηθεί και, στην παρούσα περίσταση, έχει και τη δύναμη να το πράξει. Επίφοβοι είναι ακόμα εκείνοι που φοβούνται αυτούς που έχουν τη δύναμη να κάνουν κάτι κακό, επειδή κατ’ ανάγκη κι αυτοί προετοιμάζουν αντίστοιχο κακό. Κι επειδή ο πολύς κόσμος είναι διεφθαρμένος και κατέχεται από τη δίψα του κέρδους, ενώ φοβάται τον κίνδυνο, το ότι εξαρτάται κανείς από κάποιον άλλον είναι ικανό να προκαλέσει φόβο. Έτσι προκαλούν φόβο όσοι ξέρουν ότι κάναμε κάτι κακό, επειδή είναι ενδεχόμενο ή να μας καταδώσουν ή να μας εγκαταλείψουν. Επίσης όσοι μπορούν να αδικήσουν προξενούν φόβο σε κείνους που μπορεί να αδικηθούν. Επειδή, συνήθως, όταν μπορούν οι άνθρωποι, αδικούν. Επίφοβοι είναι επίσης εκείνοι που έχουν αδικηθεί ή πιστεύουν ότι αδικούνται, επειδή αυτοί πάντοτε ζητάνε ευκαιρία για να εκδικηθούν. Επίφοβοι είναι και κείνοι που έχουν ήδη αδικήσει, αν έχουν τη δύναμη, επειδή μπορεί να ξαναρχίσουν, καθώς φοβούνται αντίποινα. Έχουμε αλήθεια ειπεί πως κι αυτό είναι μια εύλογη αφορμή φόβου. Το ίδιο και οι ανταγωνιστές μας, εκείνοι που επιδιώκουν τον ίδιο σκοπό με μας, χωρίς να μπορεί να τον απολαύσουμε και οι δυο συγχρόνως. Επειδή, αυτοί που βρίσκονται κάτω από τέτοιες συνθήκες βρίσκονται σε αδιάλειπτο πόλεμο ανάμεσά τους. Επίσης όσοι είναι επίφοβοι στους ισχυροτέρους μας είναι επίφοβοι και σε μας, επειδή πολύ περισσότερο μπορούν να μας βλάψουν, αφού μπορούν να κάνουν κακό και στους ισχυροτέρους μας. Και για τον ίδιο λόγο είναι επίφοβοι εκείνοι που και οι ισχυρότεροί μας τους φοβούνται. Ακόμα και κείνοι που έχουν εξοντώσει ανθρώπους πιο ισχυρούς από μας. Αλλά, ακόμα, και όσοι επιτίθενται εναντίον ασθενεστέρων μας, επειδή αυτοί ή από τώρα είναι επικίνδυνοι, ή θα γίνουν όταν θ’ αυξηθεί η δύναμή τους. Από τους ανθρώπους πάλι που έχουμε αδικήσει, δεν είναι τόσο επίφοβοι οι οξύθυμοι και κείνοι που εκδηλώνονται, αλλά οι ήρεμοι, ύπουλοι και πονηροί. Επειδή οι άνθρωποι αυτού του είδους ποτέ δεν φανερώνονται αν πρόκειται τώρα σύντομα να μας εκδικηθούν και λοιπόν, ποτέ δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι πως ο κίνδυνος από μέρους των έχει απομακρυνθεί. Κάθε τι που προκαλεί φόβο γίνεται ακόμα πιο επίφοβο, όταν το σφάλμα που έχουμε κάνει δεν είναι δυνατόν να το επανορθώσουμε, παρά, ή μας είναι ολότελα αδύνατο ή είναι δυνατό μάλλον στους αντιπάλους μας. Επίσης εκείνα τα πράγματα που ή δεν παίρνουν γιατρειά, ή η θεραπεία τους είναι πολύ δύσκολη. Και με λίγα λόγια επίφοβα είναι κείνα τα πράγματα που, όταν συμβαίνουν ή μέλλουν να συμβούν σε κάποιον άλλον, μας προκαλούν τον οίκτο μας.

Μπορούμε λοιπόν να ειπούμε ότι σχεδόν εκθέσαμε έως εδώ τα σπουδαιότερα παραδείγματα του πώς κι από ποια αίτια προέρχεται ο φόβος, και μένει τώρα να εξηγήσουμε σε ποια ψυχική κατάσταση βρίσκονται κείνοι που φοβούνται. Αν λοιπόν ο φόβος περιέχει μέσα του την προσδοκία πως πρόκειται να πάθουμε κάποια καταστροφή, είναι φανερό πως κανείς δεν φοβάται όταν νομίζει πως δεν πρόκειται να πάθει τίποτε και ακόμα κανείς δεν φοβάται εκείνα τα πράγματα που δεν πιστεύει πως θα τα πάθει, ούτ’ εκείνους τους ανθρώπους που δεν πιστεύει πως είναι δυνατόν να τον βλάψουν, ούτε αισθάνεται φόβο την εποχή όπου πιστεύει ότι δεν πρόκειται να του συμβεί κάτι κακό. Αναγκαστικά λοιπόν φοβούνται μόνον εκείνοι που πιστεύουν ότι πρόκειται να πάθουν κάτι και μάλιστα να πάθουν από ορισμένα πρόσωπα ορισμένο πάθημα σε ορισμένη εποχή.

[1383a] Και δεν πιστεύουν ότι πρόκειται να πάθουν κάτι εκείνοι που ευημερούν πάρα πολύ. Γι’ αυτό και γίνονται αυθάδεις, περιφρονητές και θρασείς. Στην κατάσταση αυτή περιέρχονται όσοι έχουν πλούτο, σωματική δύναμη, πολλούς φίλους ή ισχύ. Δεν φοβούνται ακόμα εκείνοι που νομίζουν πως έχουν υποστεί όλα τα δεινά του κόσμου κι έχει μαυρίσει το μάτι τους, όπως π.χ. εκείνοι που υφίστανται ήδη βασανιστήρια. Πρέπει όμως ακόμα να έχουν και κάποια ελπίδα σωτηρίας κι αυτό ακριβώς προκαλεί την αγωνία τους. Απόδειξη ότι όποιος φοβάται σκέπτεται και παίρνει αποφάσεις για πράγματα για τα οποία δεν υπάρχει ελπίδα σωτηρίας. Πρέπει λοιπόν κι ο ρήτορας, όταν έχει συμφέρον να προξενήσει φόβο στους ακροατές του, να τους φέρει σε παρόμοια ψυχική κατάσταση, δηλ. να τους παρασταίνει πως πρόκειται να πάθουν κάτι κακό, επειδή και άλλοι, ισχυρότεροί τους έχουν πάθει τα ίδια. Και να εξιστορεί τι παθαίνουν ή τι έπαθαν, και πώς το κακό τούς ήρθε από κείνους που δεν το περίμεναν και σε μια εποχή που δεν πίστευαν.

Και τώρα που δείξαμε τι είναι φόβος και ποια πράγματα είναι επίφοβα και σε ποια ψυχική κατάσταση βρίσκονται κείνοι που φοβούνται, απ’ όλα αυτά προκύπτει καθαρά (15) και τι είναι θάρρος και σε ποια πράγματα έχει κανείς θάρρος, καθώς και σε ποια ψυχική κατάσταση βρίσκονται οι θαρραλέοι. Αλήθεια και το θάρρος είναι το αντίθετο από το φόβο και κείνο που προκαλεί θάρρος είναι το αντίθετο από κείνο που προκαλεί φόβο. Θάρρος λοιπόν είναι η ελπίδα που προέρχεται από την ιδέα ότι ζυγώνει η ώρα της σωτηρίας μας και ότι τα επίφοβα πράγματα, είτε δεν υπάρχουν καθόλου είτε βρίσκονται μακριά μας.

Εκείνο που μας δίνει θάρρος είναι η απομάκρυνση του κινδύνου και η προσέγγιση των πραγμάτων που μας παρέχουν ασφάλεια. Και μπορούμε ν’ απαριθμήσουμε ανάμεσα στα πράγματα που μας δίνουν θάρρος και το ότι το κακό είναι δυνατό να επανορθωθεί και το ότι έχουμε βοήθεια ή πολλή ή μεγάλη, ή συγχρόνως και πολλή και μεγάλη. Επίσης το ότι ούτε έχουμε αδικήσει, ούτε έχουμε αδικηθεί και είτε δεν έχουμε καθόλου ανταγωνιστές, είτε κείνοι που υπάρχουν δεν έχουν τη δύναμη να μας βλάψουν, είτε, ενώ έχουν τη δύναμη, όμως είναι φίλοι μας και μας έχουν ευεργετήσει ή έχουν ευεργετηθεί από μας. Ή ακόμα όταν υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που έχουν το ίδιο συμφέρον με μας, ή ισχυροί, ή πολλοί και συγχρόνως ισχυροί.

Εκείνοι που είναι θαρραλέοι βρίσκονται στην ακόλουθη ψυχική κατάσταση. Είτε πιστεύουν ότι έχουν καταφέρει πολλά έως τώρα χωρίς να πάθουν τίποτα, είτε, αν πολλές φορές φτάσανε στο σημείο να πάθουν κακό, διέφυγαν. Επειδή οι άνθρωποι γίνονται άφοβοι, κατά δυο τρόπους. Είτε επειδή έχουν δοκιμάσει τον κίνδυνο, είτε επειδή πάντοτε βρήκαν τον τρόπο να διαφύγουν. Έτσι και στους κινδύνους της ζωής των ναυτικών αποβλέπουν με θάρρος προς το μέλλον, από τη μια όσοι δεν έχουν πείρα, γιατί δεν τους έτυχε καμιά μεγάλη τρικυμία και από την άλλη εκείνοι που, με τη μεγάλη πείρα τους, μάθανε πώς να γλιτώνουν. Θαρραλέοι είναι ακόμα, όταν αντιμετωπίζουν πράγματα που δεν εμπνέουν φόβο ούτε στους ομοίους των ούτε στους κατωτέρους των, ούτε σε κείνους από τους οποίους θεωρούν ότι είναι ισχυρότεροι. Και θεωρούν πως είναι ισχυρότεροι από κείνους τους οποίους έχουν νικήσει, ή αυτούς τους ίδιους ή ομοίους των ή τους ισχυροτέρους των. Έχουν θάρρος επίσης εκείνοι που πιστεύουν ότι διαθέτουν μεγαλύτερα ή περισσότερα προσόντα και η υπεροχή τους σ’ αυτά τους κάνει επίφοβους.

[1383b] Και τα προσόντα αυτά είναι ο μεγάλος πλούτος, η στρατιωτική δύναμή τους, καθώς και των φίλων τους, η υπεροχή της χώρας και της πολεμικής προετοιμασίας της στο σύνολο ή στα σπουδαιότερα σημεία. Ακόμα θάρρος έχουν όσοι δεν έχουν αδικήσει κανέναν ή δεν έχουν αδικήσει πολλούς ή τέλος δεν έχουν αδικήσει εκείνους τους οποίους φοβούνται. Και γενικά έχουν θάρρος όσοι έχουν την εύνοια των θεών, μ’ όποιον άλλο τρόπο κι αν εκδηλώνεται, και ιδίως άμα προέρχεται από οιωνούς και από χρησμούς. Αλήθεια, η οργή δίνει θάρρος, το ότι πάλι δεν έχουμε αδικήσει αλλά έχουμε αδικηθεί προκαλεί την οργή και, εξάλλου, πιστεύεται ότι το Θείον βοηθάει εκείνους που αδικούνται. Τέλος έχουν θάρρος όσοι πιστεύουν πως αν επιχειρήσουν κάτι τι θα το επιτύχουν ή τουλάχιστον ότι δεν πρόκειται να πάθουν τίποτα ούτε αμέσως ούτε αργότερα. Έτσι έχουμε εκθέσει όσα έπρεπε για το φόβο και για το θάρρος.

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΞΕΝΟΦΩΝ, ΕΛΛΗΝΙΚΑ

ΞΕΝ Ελλ 4.5.1–4.5.8

Εκστρατεία του Αγησίλαου στην Κορινθία

Οι Λακεδαιμόνιοι νίκησαν τον αντισπαρτιατικό συνασπισμό στον ποταμό Νεμέα (Ιούλιος 394 π.Χ.) και στην Κορώνεια της Βοιωτίας (τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου υπό την ηγεσία του Αγησίλαου), χωρίς, ωστόσο, να αποκομίσουν στρατηγικά οφέλη. Στα χρόνια που ακολούθησαν, Κορίνθος και Άργος ενώθηκαν πολιτικά, ενώ απέτυχαν οι προσπάθειές των Σπαρτιατών για προσέγγιση του Πέρση βασιλιά, αλλά και οι προτάσεις για ειρήνη που υπέβαλαν στους αντιπάλους τους. Την άνοιξη του 390 π.Χ. ο Αγησίλαος ξεκινά μια νέα εκστρατεία στην Κορινθία.


[4.5.1] Ἐκ δὲ τούτου Λακεδαιμόνιοι ἀκούοντες τῶν φευγόντων
ὅτι <οἱ> ἐν τῇ πόλει πάντα μὲν τὰ βοσκήματα ἔχοιεν καὶ
σῴζοιντο ἐν τῷ Πειραίῳ, πολλοὶ δὲ τρέφοιντο αὐτόθεν,
στρατεύουσι πάλιν εἰς τὴν Κόρινθον, Ἀγησιλάου καὶ τότε
ἡγουμένου. καὶ πρῶτον μὲν ἦλθεν εἰς Ἰσθμόν· καὶ γὰρ ἦν
ὁ μὴν ἐν ᾧ Ἴσθμια γίγνεται, καὶ οἱ Ἀργεῖοι αὐτοῦ ἐτύγχανον
τότε ποιοῦντες τὴν θυσίαν τῷ Ποσειδῶνι, ὡς Ἄργους τῆς
Κορίνθου ὄντος. ὡς δ’ ᾔσθοντο προσιόντα τὸν Ἀγησίλαον,
καταλιπόντες καὶ τὰ τεθυμένα καὶ τὰ ἀριστοποιούμενα μάλα
σὺν πολλῷ φόβῳ ἀπεχώρουν εἰς τὸ ἄστυ κατὰ τὴν ἐπὶ
Κεγχρείας ὁδόν. [4.5.2] ὁ μέντοι Ἀγησίλαος ἐκείνους μὲν καίπερ
ὁρῶν οὐκ ἐδίωκε, κατασκηνήσας δὲ ἐν τῷ ἱερῷ αὐτός τε τῷ
θεῷ ἔθυε καὶ περιέμενεν, ἕως οἱ φυγάδες τῶν Κορινθίων
ἐποίησαν τῷ Ποσειδῶνι τὴν θυσίαν καὶ τὸν ἀγῶνα. ἐποίη-
σαν δὲ καὶ οἱ Ἀργεῖοι ἀπελθόντος Ἀγησιλάου ἐξ ἀρχῆς
πάλιν Ἴσθμια. καὶ ἐκείνῳ τῷ ἔτει ἔστι μὲν ἃ τῶν ἄθλων
δὶς ἕκαστος ἐνικήθη, ἔστι δὲ ἃ δὶς οἱ αὐτοὶ ἐκηρύχθησαν.
[4.5.3] τῇ δὲ τετάρτῃ ἡμέρᾳ ὁ Ἀγησίλαος ἦγε πρὸς τὸ Πείραιον τὸ
στράτευμα. ἰδὼν δὲ ὑπὸ πολλῶν φυλαττόμενον, ἀπεχώρησε
μετ’ ἄριστον πρὸς τὸ ἄστυ, ὡς προδιδομένης τῆς πόλεως·
ὥστε οἱ Κορίνθιοι δείσαντες μὴ προδιδοῖτο ὑπό τινων ἡ
πόλις, μετεπέμψαντο τὸν Ἰφικράτην σὺν τοῖς πλείστοις
τῶν πελταστῶν. αἰσθόμενος δὲ ὁ Ἀγησίλαος τῆς νυκτὸς
παρεληλυθότας αὐτούς, ὑποστρέψας ἅμα τῇ ἡμέρᾳ εἰς τὸ
Πείραιον ἦγε. καὶ αὐτὸς μὲν κατὰ τὰ θερμὰ προῄει, μόραν
δὲ κατὰ τὸ ἀκρότατον ἀνεβίβασε. καὶ ταύτην μὲν τὴν
νύκτα ὁ μὲν πρὸς ταῖς θέρμαις ἐστρατοπεδεύετο, ἡ δὲ μόρα
τὰ ἄκρα κατέχουσα ἐνυκτέρευσεν. [4.5.4] ἔνθα δὴ καὶ ὁ Ἀγησίλαος
μικρῷ καιρίῳ δ’ ἐνθυμήματι ηὐδοκίμησε. τῶν γὰρ τῇ μόρᾳ
φερόντων τὰ σιτία οὐδενὸς πῦρ εἰσενεγκόντος, ψύχους δὲ
ὄντος διά τε τὸ πάνυ ἐφ’ ὑψηλοῦ εἶναι καὶ διὰ τὸ γενέσθαι
ὕδωρ καὶ χάλαζαν πρὸς τὴν ἑσπέραν, καὶ ἀνεβεβήκεσαν δὲ
ἔχοντες οἷα δὴ θέρους σπειρία, ῥιγούντων δ’ αὐτῶν καὶ ἐν
σκότῳ ἀθύμως πρὸς τὸ δεῖπνον ἐχόντων, πέμπει ὁ Ἀγησίλαος
οὐκ ἔλαττον δέκα φέροντας πῦρ ἐν χύτραις. ἐπειδὴ δὲ
ἀνέβησαν ἄλλος ἄλλῃ, καὶ πολλὰ καὶ μεγάλα πυρὰ ἐγένετο,
ἅτε πολλῆς ὕλης παρούσης, πάντες μὲν ἠλείφοντο, πολλοὶ
δὲ καὶ ἐδείπνησαν ἐξ ἀρχῆς. φανερὸς δὲ ἐγένετο καὶ ὁ
νεὼς τοῦ Ποσειδῶνος ταύτῃ τῇ νυκτὶ καόμενος· ὑφ’ ὅτου δ’
ἐνεπρήσθη οὐδεὶς οἶδεν. [4.5.5] ἐπεὶ δὲ ᾔσθοντο οἱ ἐν τῷ Πειραίῳ
τὰ ἄκρα ἐχόμενα, ἐπὶ μὲν τὸ ἀμύνασθαι οὐκέτι ἐτράποντο,
εἰς δὲ τὸ Ἥραιον κατέφυγον καὶ ἄνδρες καὶ γυναῖκες καὶ
δοῦλοι καὶ ἐλεύθεροι καὶ τῶν βοσκημάτων τὰ πλεῖστα. καὶ
Ἀγησίλαος μὲν δὴ σὺν τῷ στρατεύματι παρὰ θάλατταν
ἐπορεύετο· ἡ δὲ μόρα ἅμα καταβαίνουσα ἀπὸ τῶν ἄκρων
Οἰνόην τὸ ἐντετειχισμένον τεῖχος αἱρεῖ, καὶ τὰ ἐνόντα
ἔλαβε, καὶ πάντες δὲ οἱ στρατιῶται ἐν ταύτῃ τῇ ἡμέρᾳ
πολλὰ τὰ ἐπιτήδεια ἐκ τῶν χωρίων ἐλάμβανον. οἱ δ’ ἐν
τῷ Ἡραίῳ καταπεφευγότες ἐξῇσαν, ἐπιτρέψοντες Ἀγησιλάῳ
γνῶναι ὅ τι βούλοιτο περὶ σφῶν. ὁ δ’ ἔγνω, ὅσοι μὲν τῶν
σφαγέων ἦσαν, παραδοῦναι αὐτοὺς τοῖς φυγάσι, τὰ δ’ ἄλλα
πάντα πραθῆναι. [4.5.6] ἐκ τούτου δὲ ἐξῄει μὲν ἐκ τοῦ Ἡραίου
πάμπολλα τὰ αἰχμάλωτα· πρεσβεῖαι δὲ ἄλλοθέν τε πολλαὶ
παρῆσαν καὶ ἐκ Βοιωτῶν ἧκον ἐρησόμενοι τί ἂν ποιοῦντες
εἰρήνης τύχοιεν. ὁ δὲ Ἀγησίλαος μάλα μεγαλοφρόνως
τούτους μὲν οὐδ’ ὁρᾶν ἐδόκει, καίπερ Φάρακος τοῦ προξένου
παρεστηκότος αὐτοῖς, ὅπως προσαγάγοι· καθήμενος δ’ ἐπὶ
τοῦ περὶ τὴν λίμνην κυκλοτεροῦς οἰκοδομήματος ἐθεώρει
πολλὰ τὰ ἐξαγόμενα. τῶν δὲ Λακεδαιμονίων ἀπὸ τῶν
ὅπλων σὺν τοῖς δόρασι παρηκολούθουν φύλακες τῶν αἰχμα-
λώτων, μάλα ὑπὸ τῶν παρόντων θεωρούμενοι· οἱ γὰρ
εὐτυχοῦντες καὶ κρατοῦντες ἀεί πως ἀξιοθέατοι δοκοῦσιν
εἶναι. [4.5.7] ἔτι δὲ καθημένου Ἀγησιλάου καὶ ἐοικότος ἀγαλλο-
μένῳ τοῖς πεπραγμένοις, ἱππεύς τις προσήλαυνε καὶ μάλα
ἰσχυρῶς ἱδρῶντι τῷ ἵππῳ. ὑπὸ πολλῶν δὲ ἐρωτώμενος
ὅ τι ἀγγέλλοι, οὐδενὶ ἀπεκρίνατο, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐγγὺς ἦν
τοῦ Ἀγησιλάου, καθαλόμενος ἀπὸ τοῦ ἵππου καὶ προσδραμὼν
αὐτῷ μάλα σκυθρωπὸς ὢν λέγει τὸ τῆς ἐν Λεχαίῳ μόρας
πάθος. ὁ δ’ ὡς ἤκουσεν, εὐθύς τε ἐκ τῆς ἕδρας ἀνεπήδησε
καὶ τὸ δόρυ ἔλαβε καὶ πολεμάρχους καὶ πεντηκοντῆρας καὶ
ξεναγοὺς καλεῖν τὸν κήρυκα ἐκέλευεν. [4.5.8] ὡς δὲ συνέδραμον
οὗτοι, τοῖς μὲν ἄλλοις εἶπεν, οὐ γάρ πω ἠριστοποίηντο,
ἐμφαγοῦσιν ὅ τι δύναιντο ἥκειν τὴν ταχίστην, αὐτὸς δὲ σὺν
τοῖς περὶ δαμοσίαν ὑφηγεῖτο ἀνάριστος. καὶ οἱ δορυφόροι
τὰ ὅπλα ἔχοντες παρηκολούθουν σπουδῇ, τοῦ μὲν ὑφηγου-
μένου, τῶν δὲ μετιόντων. ἤδη δ’ ἐκπεπερακότος αὐτοῦ τὰ
θερμὰ εἰς τὸ πλατὺ τοῦ Λεχαίου, προσελάσαντες ἱππεῖς
τρεῖς ἀγγέλλουσιν ὅτι οἱ νεκροὶ ἀνῃρημένοι εἴησαν. ὁ δ’
ἐπεὶ τοῦτο ἤκουσε, θέσθαι κελεύσας τὰ ὅπλα καὶ ὀλίγον
χρόνον ἀναπαύσας, ἀπῆγε πάλιν τὸ στράτευμα ἐπὶ τὸ
Ἥραιον· τῇ δ’ ὑστεραίᾳ τὰ αἰχμάλωτα διετίθετο.

***
Αργότερα οι Λακεδαιμόνιοι έμαθαν από τους εξόριστους ότι οι Κορίνθιοι είχαν συγκεντρώσει και φύλαγαν όλα τους τα κοπάδια στο Πείραιο, κι ότι από κει τρέφονταν πολλοί· έκαναν λοιπόν καινούργια εκστρατεία εναντίον της Κορίνθου, πάλι με αρχηγό τον Αγησίλαο. Πρώτα πήγαν στον Ισθμό: ήταν ο μήνας που γιορτάζονται τα Ίσθμια, κι οι Αργείοι βρίσκονταν εκεί και θυσίαζαν στον Ποσειδώνα ― λες κι η Κόρινθος ανήκε στο Άργος. Μόλις όμως άκουσαν ότι σίμωνε ο Αγησίλαος, παράτησαν και τα θυσιασμένα σφάγια και το έτοιμο φαγητό κι αποτραβήχτηκαν πανικόβλητοι προς την πόλη, από τον δρόμο των Κεγχρειών. Ο Αγησίλαος τους είδε, αλλά δεν τους κυνήγησε· κατασκήνωσε στο ιερό κι έκανε ο ίδιος θυσία στον θεό, ενόσω περίμενε να κάνουν οι Κορίνθιοι εξόριστοι τη θυσία και τους αγώνες τους. Όταν αποτραβήχτηκε ο Αγησίλαος, οι Αργείοι γιόρτασαν από την αρχή τα Ίσθμια, κι έτσι παρουσιάστηκε εκείνη τη χρονιά το φαινόμενο να νικηθούν οι ίδιοι άνθρωποι δυο φορές στο ίδιο αγώνισμα, κι άλλοι ν' ανακηρυχτούν δυο φορές νικητές.

Τρεις μέρες αργότερα ο Αγησίλαος οδήγησε τον στρατό προς το Πείραιο, αλλά βλέποντας ότι φυλασσόταν καλά κίνησε μετά το γεύμα προς την πόλη, σαν να 'ταν τάχα να του την παραδώσουν. Οι Κορίνθιοι φοβήθηκαν μην τυχόν υπήρχαν στ' αλήθεια προδότες μέσα στην πόλη, κι έφεραν ενίσχυση τον Ιφικράτη με το μεγαλύτερο μέρος των πελταστών. Μόλις ο Αγησίλαος έμαθε πως είχαν μετακινηθεί τη νύχτα, γύρισε ξανά με τα χαράματα προς το Πείραιο, κι ενώ ο ίδιος προχωρούσε προς τη θερμοπηγή, έστειλε ένα τάγμα στην κορυφογραμμή. Την επόμενη νύχτα στρατοπέδευσε αυτός στη θερμοπηγή και το τάγμα στις κορφές που είχε καταλάβει. Εκεί είναι που ο Αγησίλαος διακρίθηκε με μια μικρή, αλλ' αξιόλογη πρωτοβουλία: καθώς κανένας από κείνους που είχαν πάει συσσίτιο στο τάγμα δεν τους είχε πάει και φωτιά, με το κρύο που έκανε εκεί ψηλά ―προς το βράδυ έβρεξε κιόλας κι έριξε και χαλάζι― οι στρατιώτες που φορούσαν ελαφρά καλοκαιρινά ρούχα ξεπάγιαζαν και δεν είχαν όρεξη να φάνε. Ο Αγησίλαος λοιπόν έστειλε δέκα, το λιγότερο, άνδρες να τους πάνε φωτιά μέσα σε χύτρες· αυτοί ανέβηκαν από διάφορα μονοπάτια και σε λίγο, καθώς αφθονούσε η ξυλεία, άναβαν πολλές μεγάλες φωτιές. Τότε όλοι οι στρατιώτες αλείφτηκαν με λάδι και πολλοί κάθισαν να φάνε από την αρχή.

Την ίδια νύχτα φάνηκε να καίγεται κι ο ναός του Ποσειδώνα, κανείς όμως δεν ξέρει ποιος του 'βαλε φωτιά.

Σαν είδαν οι κάτοικοι του Πειραίου ότι είχε καταληφθεί η βουνοκορφή, δεν δοκίμασαν πια ν' αμυνθούν, παρά κατέφυγαν όλοι στο Ήραιο ― άνδρες και γυναίκες, δούλοι κι ελεύθεροι πολίτες, μαζί με τα περισσότερα κοπάδια τους. Στο μεταξύ ο Αγησίλαος προχώρησε με τον στρατό του ακολουθώντας την παραλία, ενώ το τάγμα κατέβαινε από το βουνό, κυρίευε τα οχυρά που είχαν κατασκευαστεί στην Οινόη κι αιχμαλώτιζε ό,τι βρισκόταν μέσα· τέλος όλος ο στρατός εφοδιάστηκε εκείνη τη μέρα με άφθονα τρόφιμα από τα χωριά. Εκείνοι που είχαν καταφύγει στο Ήραιο βγήκαν και παραδόθηκαν δίχως όρους στον Αγησίλαο· αυτός αποφάσισε να παραδοθούν στους εξόριστους όσοι είχαν πάρει μέρος στη σφαγή, κι οι υπόλοιποι να πουληθούν για δούλοι.

Ύστερα απ' αυτά, κι ενώ έβγαιναν από το Ήραιο πολυάριθμοι αιχμάλωτοι και λάφυρα, ήρθαν από πολλά μέρη πρεσβείες να ρωτήσουν με τι όρους θα μπορούσαν να πετύχουν ειρήνη. Ανάμεσα σ' αυτές ήταν και μία των Βοιωτών. Μ' όλο που στεκόταν πλάι τους, για να τους παρουσιάσει, ο Φάραξ που ήταν πρόξενός τους, ο Αγησίλαος τους φέρθηκε πολύ περιφρονητικά, κάνοντας ότι τάχα δεν τους βλέπει· καθισμένος στο κυκλικό κτίριο, κοντά στη λίμνη, παρακολουθούσε όλα όσα έβγαζαν από το Ήραιο. Μερικοί Λακεδαιμόνιοι που είχαν έρθει από το στρατόπεδο με τα δόρατά τους, φρουροί των αιχμαλώτων, τραβούσαν ολωνών τα βλέμματα ― γιατί πάντα εκείνοι που πετυχαίνουν και νικούν φαίνονται ν' αποτελούν κατά κάποιο τρόπο αξιοπερίεργο θέαμα.

Την ώρα που ο Αγησίλαος καθόταν ακόμα εκεί και φαινόταν ενθουσιασμένος με την επιτυχία του, έφτασε καλπάζοντας ένας καβαλάρης με τ' άλογό του βουτηγμένο στον ιδρώτα. Πολλοί τον ρώτησαν τι είδηση έφερνε, μ' απάντηση δεν έδινε σε κανέναν· μόνο σαν βρέθηκε σιμά στον Αγησίλαο πήδηξε κάτω κι έτρεξε κοντά του, πολύ σκυθρωπός, να του αναγγείλει την καταστροφή που είχε πάθει το τάγμα του Λεχαίου. Μόλις τ' άκουσε εκείνος αναπήδησε ευθύς από το κάθισμά του, άρπαξε το δόρυ του και πρόσταξε τον κήρυκα να φωνάξει τους πολέμαρχους, τους πεντηκόνταρχους και τους αξιωματικούς–συνδέσμους. Όταν συγκεντρώθηκαν όλοι βιαστικά, είπε στους άλλους να φάνε κάτι ―γιατί δεν είχαν ακόμα γευματίσει― και να ξεκινήσουν το γρηγορότερο· στο μεταξύ ο ίδιος έφευγε πρώτος, νηστικός, μαζί με τους συντρόφους του. Οι σωματοφύλακές του πήραν τα όπλα τους και τον ακολούθησαν τρέχοντας καθώς προπορευόταν έχοντας τους συντρόφους ξοπίσω του. Είχε κιόλας ξεπεράσει τη θερμοπηγή και φτάσει στην πεδιάδα του Λεχαίου, όταν ήρθαν να τον απαντήσουν τρεις καβαλάρηδες, με την είδηση ότι είχαν πια περισυλλέξει τους νεκρούς. Σαν τ' άκουσε ο Αγησίλαος πρόσταξε τον στρατό να σταματήσει, τον άφησε λίγο να ξεκουραστεί και τον οδήγησε πίσω στο Ήραιο, όπου την άλλη μέρα ξεπούλησε τους αιχμαλώτους και τα λάφυρα.

Σάββατο 20 Μαΐου 2023

Αρχές Σύνταξης της Αρχαιοελληνικής Γλώσσας: 12. ΑΝΑΦΟΡΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ


§12.0. Στο γενικό εισαγωγικό μέρος των εξαρτημένων επιρρηματικών προτάσεων έγινε λόγος, σε συνάρτηση με τη διευκρίνιση της σχέσης τους προς την κύρια πρόταση, για την αντιστοιχία των δευτερευουσών προτάσεων εν γένει αφενός προς τις γραμματικές κατηγορίες του ουσιαστικού, του επιθέτου και του επιρρήματος, αφετέρου προς τις συντακτικές κατηγορίες του υποκειμένου, του αντικειμένου, του επιθετικού προσδιορισμού και του επιρρηματικού προσδιορισμού.

Με βάση τα όσα αναπτύχθηκαν εκεί οι εξαρτημένες αναφορικές προτάσεις, θα μπορούσε να πει κανείς, αντιστοιχούν προς τις γραμματικές κατηγορίες και τις συντακτικές λειτουργίες του επιθέτου ή της μετοχής, η οποία, όπως επίσης μνημονεύτηκε (βλ. τα εισαγωγικά κεφάλαια για το απαρέμφατο και τη μετοχή), παρουσιάζει μορφολογικά και συντακτικά αναλογίες προς το επίθετο. Έτσι οι εξαρτημένες αναφορικές προτάσεις προσδιορίζουν κατά βάση, όπως και το επίθετο, ένα ουσιαστικό γι' αυτό αποκαλούνται, μεταξύ άλλων, και "προσδιοριστικές" ή "επιθετικές" προτάσεις∙ ενδέχεται όμως, όπως τα επίθετα και οι μετοχές, να ισοδυναμούν και με ένα ουσιαστικό, ενώ μπορούν να εκφέρονται σε όλες τις πτώσεις.

Η ανάλογη συντακτική λειτουργία αναφορικών προτάσεων από τη μια και επιθέτων ή μετοχών από την άλλη πλευρά, τεκμηριώνεται από τον παραλληλισμό και τη συμπαράταξή τους σε προτάσεις όπως π.χ.:

ΔΗΜ 18.35 τίνες οὖν ἦσαν οἱ παρὰ τούτου λόγοι τότε ῥηθέντες, καὶ δι' οὓς ἅπαντα ἀπώλετο; || ποιοι λοιπόν ήταν οι λόγοι που εκφωνήθηκαν τότε από αυτόν και εξαιτίας των οποίων χάθηκαν τα πάντα;

ΔΗΜ 20.121 μεγάλων μὲν οὖν εὐεργεσιῶν οὔθ' ὑμῖν συμφέρει συμβαίνειν πολλάκις καιρόν, οὔτ' ἴσως ῥᾴδιον αἴτιοι γενέσθαι∙ μετρίων δὲ καὶ ὧν ἐν εἰρήνῃ τις καὶ πολιτείᾳ δύναιτ' ἂν ἐφικέσθαι, εὐνοίας, δικαιοσύνης, ἐπιμελείας, τῶν τοιούτων, καὶ συμφέρειν ἔμοιγε δοκεῖ καὶ χρῆναι διδόναι τὰς τιμάς || σε ό,τι αφορά τώρα στις μεγάλες ευεργεσίες ούτε σας ωφελεί να υπάρχουν πολλές ευκαιρίες να γίνεστε αποδέκτες τους, ούτε είναι ίσως εύκολο να τις παρέχει κανένας∙ τα καθημερινά καθήκοντα όμως και αυτά που μπορεί κανείς να επιτελέσει σε καιρό ειρήνης και στην καθημερινή ζωή - καλό λογισμό, δικαιοσύνη, φιλοπονία και τα όμοια - και ωφελούν, κατά τη γνώμη μου, και πρέπει να επιβραβεύονται.

§12.1. "Αναφορικές" ονομάζονται οι υπό συζήτηση προτάσεις επειδή εισάγονταιμε αναφορικές αντωνυμίες (ὅς, ἥ, ὅ, ὅστις, ἥτις, ὅτι, οἷος κ.λπ.) ή αναφορικά επιρρήματα (οὗ, ὅπου, ὅθεν, ὅστις, ὡς, ὅπως, κλπ.), και μέσω αυτών "αναφέρονται", δηλαδή αποδίδονται, προσδιορίζοντάς τον, σε κάποιον, ρητό ή υπόρρητο (εννοούμενο), όρο μιας άλλης, κύριας ή και δευτερεύουσας πρότασης. Από τις αναφορικές αντωνυμίες:

• Το ὅς δηλώνει ένα ορισμένο, μεμονωμένο αντικείμενο∙ ως η γενικότερη αναφορική αντωνυμία χρησιμοποιείται όμως ενίοτε και αντί του οἷος και του ὅστις.

• Το ὅστις (από το ὅς και την αόριστη αντωνυμία τις) δηλώνει ένα αντικείμενο από τη άποψη του γένους στο οποίο ανήκει, του είδους και της ουσίας του, της δύναμης ή της ικανότητάς του ("τέτοιος είδους"). Με τη σημασία του αυτή συνδέεται προφανώς και η χρήση του σε εξαρτημένες αναφορικές προτάσεις που περιέχουν μιαν αιτία ή έναν λόγο για την ενέργεια που δηλώνει το ρήμα της κύριας πρότασης, όπως π.χ.:

ΞΕΝ ΚΑναβ 2.6.6 ταῦτα οὖν φιλοπολέμου μοι δοκεῖ ἀνδρὸς ἔργα εἶναι, ὅστις ἐξὸν μὲν εἰρήνην ἄγειν ἄνευ αἰσχύνης καὶ βλάβης αἱρεῖται πολεμεῖν || αυτά βέβαια είναι, κατά τη γνώμη μου, έργα φιλοπόλεμου ανθρώπου, ο οποίος, μολονότι μπορεί να ζει ειρηνικά χωρίς ντροπή και ζημία, προτιμά να κάνει πόλεμο.

Ήδη από τον Όμηρο, ωστόσο, το ὅστις χρησιμοποιείται και για ένα ορισμένο αντικείμενο και αργότερα παύει να γίνεται αισθητή η διαφορά μεταξύ ὅς και ὅστις, για να επικρατήσει τελικά το ὅστις.

Από τις υπόλοιπες αναφορικές αντωνυμίες:

• Το οἷος και το ὁποῖος δηλώνουν έναν αντικείμενο από την άποψη του ποιού του.

• Το ὅσος και ὁπόσος από την άποψη της ποσότητάς του, ενώ ο πληθυντικός ὅσοι είτε από την άποψη της ποσότητας εν γένει είτε, ειδικότερα, από την άποψη της αριθμητικής ποσότητας.

• Το ἡλίκος και ὁπηλίκος από την άποψη του ποιού μιας ιδιότητας σε σχέση προς το μέγεθος, την ισχύ, την ηλικία κλπ.

• Οι σύνθετοι τύποι ὁποῖος, ὁπόσος, ὁπηλίκος εμπεριέχουν, όπως και το ὅστις, την έννοια της αοριστίας και τη συναφή προς αυτήν καθολικότητα ή γενικότητα.

§12.2. Τα αναφορικά επιρρήματα όπως το ἔνθα, ᾗ (σπάνια και μόνο ποιητ. ὅπου), ὅθεν, οἷ χρησιμοποιούνται συνήθως τοπικά, σπάνια προσωπικά:

ΟΜ Ιλ 2.852 ἐξ Ἐνετῶν, ὅθεν [= ἐξ ὧν] ἡμιόνων γένος ἀγροτεράων || από τη χώρα των Ενετών, από όπου προέρχονται τα άγρια μουλάρια.

ΟΜ Οδ 4.220 εἰς οἶνον βάλε φάρμακον, ἔνθεν [= ἐξ οὗ] ἔπινον || έριξε στο κρασί, από όπου έπιναν, ένα βότανο.

ΣΟΦ Αντ 892 οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι || κατοικία αιώνια φυλαγμένη, όπου πορεύομαι.

ΣΟΦ Φιλ 456-458 ὅπου [= ἐν οἷς, το συσχετικό είναι το τούτους που ακολουθεί] θ' ὁ χείρων τἀγαθοῦ μεῖζον σθένει κἀποφθίνει τὰ χρηστὰ χὠ δειλὸς κρατεῖ, τούτους ἐγὼ τοὺς ἄνδρας οὐ στέρξω ποτέ || και όπου ο κακός είναι ανώτερος από τον καλό, και η αρετή μαραίνεται και επικρατεί ο δειλός, αυτούς τους άνδρες εγώ ποτέ δεν θα τιμήσω.

ΞΕΝ Ιερ 2.4 [ἡ τυραννὶς] τὰ χαλεπὰ ἐν ταῖς ψυχαῖς τῶν τυράννων κέκτηται ἀποκεκρυμμένα, ἔνθαπερ καὶ τὸ εὐδαιμονεῖν καὶ τὸ κακοδαιμονεῖν τοῖς ἀνθρώποις ἀπόκειται || η τυραννίδα κρατά κρυμμένα τα δυσάρεστά της μέσα στις ψυχές των τυράννων, όπου φωλιάζει και η ευτυχία και η δυστυχία των ανθρώπων.

ΞΕΝ ΚΑναβ 4.2.20 ἤρξαντο καταβαίνειν ἀπὸ τοῦ μαστοῦ πρὸς τοὺς ἄλλους ἔνθα τὰ ὅπλα ἔκειτο || άρχισαν να κατεβαίνουν από τον λόφο προς τους άλλους [στο μέρος] όπου είχαν παραταχθεί οι ένοπλοι.

§12.3. Το ουσιαστικό στο οποίο αναφέρεται ή αποδίδεται η αναφορική πρόταση, από τη μια, και η ίδια η αναφορική πρόταση, από την άλλη, συνδέονται με μια σχέση αμοιβαίας παραπομπής. Ο αμφίδρομος αυτός συσχετισμός ενδέχεται, προπαντός σε περιπτώσεις έμφασης, να εκφράζεται με μια δεικτική αντωνυμία ή το άρθρο ὁ, ἡ, τό στην κύρια πρόταση, τα οποία παραπέμπουν σε μια αναφορική αντωνυμία της εξαρτημένης αναφορικής πρότασης, ενώ η αντωνυμία αυτή με τη σειρά της παραπέμπει αντίστροφα στο συσχετικό της στην κύρια πρόταση:

ΣΟΦ Αντ 1025-1027 κεῖνος οὐκέτ' ἔστ' ἀνὴρ ἄβουλος οὐδ' ἄνολβος, ὅστις ἐς κακὸν πεσὼν ἀκεῖται μηδ' ἀκίνητος πέλῃ || δεν λείπει αποφασιστικότητα και τύχη από εκείνον τον άνδρα, ο οποίος αφού πέσει στο κακό σηκώνεται ξανά όρθιος και δεν μένει αδρανής.

Μερικές φορές ωστόσο το απλό αναφορικό συσχετίζεται με ένα προηγούμενο τοιοῦτος, όπως π.χ.:

ΠΛ Γοργ 473e ὅταν τοιαῦτα λέγῃς, ἃ οὐδεὶς ἂν φήσειεν ἄνθρώπων || όταν λες τέτοια πράγματα τα οποία κανείς άλλος άνθρωπος δεν θα τα έλεγε.

Συχνά η εξαρτημένη αναφορική πρόταση προηγείται για λόγους έμφασης της κύριας πρότασης και της συσχετικής δεικτικής αντωνυμίας:

ΠΛ Ευθυδ 285c ὅ τι βούλεται, τοῦτο ποιείτω || ό,τι νομίζει, αυτό ας κάνει.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το άρθρο ὁ, ἡ, τό είχε αρχικά δεικτική σημασία και λειτουργία, και μάλιστα όχι μόνον όταν εκφερόταν μόνο του, αλλά και όταν συνόδευε ένα ουσιαστικό. Επειδή το δεικτικό άρθρο ὁ, ἡ, τό και η αναφορική αντωνυμία ὅς, ἥ, ὅ συμπλέκονται μεταξύ τους με σχέση αμφίδρομης παραπομπής όντας, έτσι, αλληλένδετα, οι αρχαίοι Γραμματικοί τα αποκαλούσαν ἄρθρα, και ειδικότερα το πρώτο, επειδή προτασσόταν του ουσιαστικού, ἄρθρον προτακτικόν, το δεύτερο, επειδή επιτασσόταν, ἄρθρον ὑποτακτικόν.

§12.4. Πολύ συχνά, ωστόσο, απουσιάζει από την κύρια πρόταση μια δεικτική αντωνυμία που υποκαθιστά ένα ουσιαστικό, προς την οποία θα μπορούσε να συσχετίζεται η αναφορική. (Η απουσία αυτή παρατηρείται συνήθως όταν γίνεται λόγος για ένα αόριστο αντικείμενο ή όταν η εξαρτημένη αναφορική πρόταση προηγείται της κύριας). Στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται για έλλειψη της δεικτικής αντωνυμίας, αλλά η ίδια η αναφορική πρόταση είναι ισοδύναμη με την έννοια ενός ουσιαστικού ή με την "ουσιαστικοειδή" δεικτική αντωνυμία που θα μπορούσε να το υποκαθιστά, πράγμα που προκύπτει και από τον συχνό παραλληλισμό και τη συμπαράταξη της εξαρτημένης αναφορικής πρότασης με ουσιαστικά (βλ. το δεύτερο παράδειγμα):

ΣΟΦ Φιλ 957-958 θανὼν παρέξω δαῖθ' ὑφ' ὧν ἐφερβόμην, καί μ' οὓς ἐθήρων πρόσθε θηράσουσι νῦν [ενν. τούτοις ὑφ' ὧν, ἐκεῖνοι οὓς] || πεθαμένος [από την πείνα] θα γίνω τροφή σε εκείνα από τα οποία τρεφόμουν, και εκείνα που πριν κυνηγούσα εγώ τώρα θα κυνηγούν εμένα.

ΘΟΥΚ 2.41.4 οὐδὲν προσδεόμενοι οὔτε Ὁμήρου ἐπαινέτου οὔτε [ενν. τοιούτου ή ἄλλου τινός κτλ.] ὅστις ἔπεσιν μὲν τὸ αὐτίκα τέρψει, τῶν δ' ἔργων τὴν ὑπόνοιαν ἡ ἀλήθεια βλάψει || χωρίς να έχουμε ανάγκη ούτε κανέναν Όμηρο να μας υμνήσει ούτε κανέναν άλλον που με τους στίχους του θα προκαλέσει στιγμιαία ευχαρίστηση, αλλά που η αλήθεια θα καταστρέψει την εντύπωση που υποβάλλει για τις πράξεις μας.

ΞΕΝ Συμπ 4.42 οἷς γὰρ μάλιστα τὰ παρόντα ἀρκεῖ [ενν. οὗτοι] ἥκιστα τῶν ἀλλοτρίων ὀρέγονται || όσοι αρκούνται σε όσα έχουν δεν επιθυμούν καθόλου τα ξένα.

Εδώ ανήκουν και οι συνάψεις του τύπου (οὐκ) ἔστιν ὅς ή, συχνότερα, (οὐκ) ἔστιν ὅστις:

ΟΜ Ιλ 21.103 νῦν δ' οὐκ ἔσθ' ὅς τις θάνατον φύγῃ || τώρα όμως δεν υπάρχει αυτός που θα γλιτώσει τον θάνατο.

ΘΟΥΚ 2.62.2 καὶ οὐκ ἔστιν ὅστις τῇ ὑπαρχούσῃ παρασκευῇ τοῦ ναυτικοῦ πλέοντας ὑμᾶς οὔτε βασιλεὺς οὔτε ἄλλο οὐδὲν ἔθνος τῶν ἐν τῷ παρόντι κωλύσει και με το ναυτικό που έχετε τώρα δεν υπάρχει κανείς που να μπορεί να σας εμποδίσει να πάτε όπου θέλετε, ούτε ο Μεγάλος Βασιλιάς ούτε κανένας λαός από όσους υπάρχουν σήμερα.

ΞΕΝ Ελλ 4.4.3 σπασάμενοι τὰ ξίφη ἔπαιον τὸν μέν τινα συνεστηκότα ἐν κύκλῳ, τὸν δὲ καθήμενον, τὸν δέ τινα ἐν θεάτρῳ, ἔστι δ' ὅν καὶ κριτὴν καθήμενον || βγάζοντας τα σπαθιά χτυπούσαν αδιάκριτα άλλον όρθιο μέσα σε μια ομάδα ανθρώπων, άλλον καθισμένο, άλλον στο θέατρο και άλλον που καθόταν ως κριτής των αγώνων.

ΠΛ Απολ 27b ἔσθ' ὅστις δαιμόνια μὲν νομίζει πράγματ' εἶναι, δαίμονας δὲ οὐ νομίζει; || υπάρχει κανένας που πιστεύει σε δαιμόνια πράγματα, αλλά όχι σε δαίμονες;

Παγιωμένες είναι οι συνάψεις ἔστιν (εἰσὶν, ἦσαν) οἵ, ἔστιν ὧν, ἔστιν οἷς, ἔστιν οὕς (= ἔνιοι "μερικοί"):

ΘΟΥΚ 7.44.8 ὅσοι ἦσαν τῶν προτέρων στρατιωτῶν ἐμπειρίᾳ μᾶλλον τῆς χώρας ἐς τὸ στρατόπεδον διεφύγγανον, οἱ δὲ ὕστερον ἥκοντες εἰσὶν οἳ διαμαρτόντες τῶν ὁδῶν κατὰ τὴν χώραν ἐπλανήθησαν || όσοι από τους στρατιώτες ανήκαν στην προηγούμενη αποστολή διέφευγαν, γνωρίζοντας καλύτερα τον τόπο, στο στρατόπεδο, μερικοί όμως από αυτούς που είχαν έρθει αργότερα έχασαν τον δρόμο και τριγύριζαν στην πεδιάδα.

ΘΟΥΚ 7.11.2 ἦλθε Γύλιππος Λακεδαιμόνιος στρατιὰν ἔχων ἔκ τε Πελοποννήσου καὶ ἀπὸ τῶν ἐν Σικελίᾳ πόλεων ἔστιν ὧν || ήρθε ο Γύλιππος ο Λακεδαιμόνιος έχοντας μαζί του στρατό τόσο από την Πελοπόννησο, όσο και και από μερικές πόλεις της Σικελίας.

ΠΛ Αλκ2 143c εἴ γε μὴ προσθείημεν τὴν ἔστιν ὧν τε ἄγνοιαν καὶ ἔστιν οἷς καὶ ἔχουσί πως ἀγαθόν, ὥσπερ ἐκείνοις κακόν || αν δεν προσθέσουμε την άγνοια ορισμένων πραγμάτων και εκείνων που εμπεριέχουν κατά κάποιον τρόπο το καλό όπως τα άλλα το κακό.

§12.5. Τόσο στην συνήθη μορφή τους όσο και στις περιπτώσεις που οι εξαρτημένες αναφορικές πρότασεις υποκαθιστούν τον όρο της πρότασης, τον οποίον θα αντιπροσώπευε η απουσιάζουσα δεικτική αντωνυμία, οι πρώτες (δηλαδή οι αναφορικές προτάσεις) ισοδυναμούν με γνήσια ή ουσιαστικοειδή επίθετα και μετοχές και μπορούν, όπως άλλωστε διαφαίνεται και από τα προηγούμενα παραδείγματα, να λειτουργούν συντακτικά με ανάλογο τρόπο, δηλαδή:

Αφενός ως κύριοι όροι της πρότασης, π.χ.:

• ως υποκείμενο:

ΛΥΣ 31.23 ὅστις γὰρ περὶ τοὺς ἑαυτοῦ ἀναγκαίους τοιαῦτα ἁμαρτάνει ἁμαρτήματα, τί ἂν περί γε τοὺς ἀλλοτρίους ποιήσειεν; || όποιος διαπράττει τέτοια αδικήματα σε βάρος συγγενών του, τι θα ήταν άραγε ικανός να κάνει στους ξένους;

ΠΛ Πολ 352e ἔσθ' ὅτῳ ἂν ἄλλῳ ἴδοις ἢ ὀφθαλμοῖς; [= ἔστιν τι ἄλλον, ὅτῳ κ.λπ.] || υπάρχει κάτι, με το οποίο μπορείς να βλέπεις, διαφορετικό από τα μάτια;

• ως κατηγορούμενο:

ΞΕΝ Ελλ 2.3.32 οὗτος δε τοί ἐστιν ὃς καὶ ταχθεὶς ἀνελέσθαι ὑπὸ τῶν στρατηγῶν τοὺς καταδύντας Ἀθηναίων ἐν τῇ περὶ Λέσβον ναυμαχίᾳ αὐτὸς οὐκ ἀνελόμενος ὅμως τῶν στρατηγῶν κατηγορῶν ἀπέκτεινεν αὐτούς || και είναι βέβαια ο ίδιος άνθρωπος ο οποίος, αν και διατάχτηκε από τους στρατηγούς να περισυλλέξει αυτούς τους Αθηναίους που ναυάγησαν στη ναυμαχία κοντά στη Λέσβο, όχι μόνο δεν τους περισυνέλεξε αλλά και σκότωσε τους στρατηγούς με τις κατηγορίες του.

Αφετέρου (οι εξαρτημένες αναφορικές προτάσεις μπορούν να λειτουργούν) και ως συμπληρωματικοί προσδιορισμοί των κύριων όρων της πρότασης, και ειδικότερα: είτε:

(α) ως προσδιορισμοί που συνοδεύουν το ρήμα, π.χ.:

• ως αντικείμενο:

ΠΛ Πρωτ 324c τιμωροῦνται δὲ καὶ κολάζονται οἵ τε ἄλλοι ἄνθρωποι οὓς ἂν οἴωνται ἀδικεῖν, καὶ οὐχ ἥκιστα Ἀθηναῖοι, οἱ σοὶ πολῖται || έτσι και οι άλλοι άνθρωποι και πρώτα πρώτα οι Αθηναίοι, οι συμπολίτες σου, διώκουν και τιμωρούν αυτούς που νομίζουν ότι τους αδικούν.

ΣΟΦ Αι 967-968 ὧν γὰρ ἠράσθη τυχεῖν [ενν. ταῦτα] ἐκτήσασθ' αὐτῷ, θάνατον ὅνπερ ἤθελεν || αυτό που επιθυμούσε να του τύχει το απόκτησε: τον θάνατο που ήθελε.

• ως προσδιορισμός σε γενική (αφαιρετική):

ΘΟΥΚ 2.41.4 οὐδὲν προσδεόμενοι οὔτε Ὁμήρου ἐπαινέτου οὔτε [ενν. τοιούτου ή ἄλλου τινός κτό.] ὅστις ἔπεσιν μὲν τὸ αὐτίκα τέρψει, τῶν δ' ἔργων τὴν ὑπόνοιαν ἡ ἀλήθεια βλάψει || χωρίς να έχουμε ανάγκη ούτε κανέναν Όμηρο να μας υμνήσει ούτε κανέναν άλλον που με τους στίχους του θα προκαλέσει στιγμιαία ευχαρίστηση, αλλά που η αλήθεια θα καταστρέψει την εντύπωση που υποβάλλει για τις πράξεις μας.

• ως προσδιορισμός σε δοτική ("οργανική της κοινωνίας"):

ΞΕΝ Απομν 1.2.6 τοὺς δὲ λαμβάνοντας τῆς ὁμιλίας μισθὸν ἀνδραποδιστὰς ἑαυτῶν ἀπεκάλει διὰ τὸ ἀναγκαῖον αὐτοῖς εἶναι διαλέγεσθαι [τούτοις] παρ' ὧν λάβοιεν τὸν μισθόν || αυτούς που έπαιρναν αμοιβή για τη διδασκαλία τους αποκαλούσε υποδουλωτές του εαυτού τους, διότι ήταν υποχρεωμένοι να συζητούν με εκείνους από τους οποίους θα έπαιρναν την αμοιβή.

• ως επιρρηματικός προσδιορισμός (του τόπου):

ΞΕΝ ΚΑναβ 3.1.3 ἐπὶ δὲ τὰ ὅπλα πολλοὶ οὐκ ἦλθον ταύτην τὴν νύκτα, ἀνεπαύοντο δὲ ὅπου ἐτύγχανεν ἕκαστος || πολλοί δεν πήγαν αυτή τη νύχτα στο στρατόπεδο, αλλά πλάγιαζαν όπου τύχαινε ο καθένας.

είτε πάλι:

(β) ως προσδιορισμοί που συνοδεύουν το όνομα, π.χ.:

• ως παράθεση:

ΞΕΝ Ελλ 4.1.29 ἦν δε τις Ἀπολλοφάνης Κυζικηνός, ὃς καὶ Φαρναβάζῳ ἐτύγχανεν ἐκ παλαιοῦ ξένος ὢν καὶ Ἀγησιλάῳ κατ' ἐκεῖνον τὸν χρόνον ἐξενώθη || ήταν και κάποιος Απολλοφάνης από την Κύζικο, ο οποίος και του Φαρνάβαζου φίλος ήταν από παλιά και του Αγησίλαου φίλος έγινε εκείνη την εποχή.

• ως επεξήγηση:

ΔΗΜ 7.38 φησὶ δὲ καὶ τοὺς αἰχμαλώτους ἡμῶν, ὅσοι ἐν τῷ πολέμῳ ἑάλωσαν, ἀποδεδωκέναι || ισχυρίζεται επίσης ότι έχει επιστρέψει και τους δικούς μας αιχμάλωτους, όσοι συνελήφθηκαν στον πόλεμο.

• ως επιθετικός προσδιορισμός:

ΞΕΝ ΚΠαιδ 3.1.33 χρήματα […] σὺν τοῖς θησαυροῖς οἷς πατὴρ κατέλιπεν [= τοῖς ὑπὸ τοῦ πατρὸς καταλειφθεῖσι] ἔστιν εἰς ἀργύριον λογισθέντα τάλαντα πλείω τῶν τρισχιλίων || χρήματα μαζί με τους θησαυρούς που μας άφησε ο πατέρας, αν τα υπολογίσουμε σε ασημένιο νόμισμα, υπάρχουν περισσότερα από τρεις χιλιάδες τάλαντα.

• ως προσδιορισμός σε γενική ("του διαιρεμένου όλου", "κτητική"):

ΠΛ Απολ 37b ἀντὶ τούτου δὴ ἕλωμαι [τι] ὧν εὖ οἶδ' ὅτι κακῶν ὄντων, τούτου τιμησάμενος; || και αντί γι' αυτό να προτιμήσω κάτι από όσα γνωρίζω πως είναι κακά, προτείνοντάς το ως ποινή μου;

ΞΕΝ Ελλ 3.1.3 ἐπεὶ μέντοι Τισσαφέρνης […] σατράπης κατεπέμφθη ὧν τε αὐτὸς πρόσθεν ἦρχε καὶ ὧν Κῦρος, εὐθὺς ἠξίου τὰς Ἰωνικὰς πόλεις ἁπάσας ἑαυτῷ ὑπηκόους εἶναι || όταν ο Τισσαφέρνης στάλθηκε [από τον Αρταξέρξη] σατράπης τόσο των χωρών που εξουσίαζε πριν ο ίδιος όσο και εκείνων που εξουσίαζε ο Κύρος, απαιτούσε αμέσως να είναι υπήκοοί του όλες οι Ιωνικές πόλεις.

Γενναίοι άνθρωποι είναι εκείνοι που χτίζουν από την αρχή τους εαυτούς τους

Όλοι είναι θαρραλέοι με τον δικό τους τρόπο.

Όλοι μας είχαμε να ξεπεράσουμε δυσκολίες. Γιορτάστε τη γενναιότητά σας!

Οι γενναίοι άνθρωποι δεν γίνονται πάντα πρωτοσέλιδα. Ο κόσμος είναι γεμάτος από ανώνυμους ήρωες και άγνωστα άτομα τα οποία ενεργούν με μυστικότητα και ξεπερνούν τις αντιξοότητες.

Όλοι θαυμάζουν κάποιον επειδή αντιμετώπισε με ευκολία μία τραυματική εμπειρία, ξεπέρασε κάποια ασθένεια ή απώλεια, χωρισμό ή ατύχημα.

Είναι πιθανό πως και εσείς οι ίδιοι μπορεί να περάσατε πρόσφατα κάποιο αντίστοιχο γεγονός.

Ανεξάρτητα από το τι συνέβη, μαζέψατε τα κομμάτια σας και χτίσατε ξανά τον εαυτό σας λίγο-λίγο, μέρα με τη μέρα. Αντιμετωπίσατε με ελπίδα και θάρρος κάθε πρόβλημα.

Όσα μάθατε από εκείνες τις στιγμές δεν έρχεται πάντα ως γνώση από κάποιο βιβλίο ή κάποιο μάθημα για την προσωπική ωρίμανση.

Υπάρχει ένα είδος γνώσης το οποίο αποκτάται με την εμπειρία χωρίς επιλογή.

Ας μιλήσουμε λίγο παραπάνω γι’ αυτό.
Είστε περισσότερο γενναίοι άνθρωποι απ’ όσο νομίζετε

Ο εγκέφαλος αντιστέκεται στις αλλαγές. Δεν εκτιμά τα απρόβλεπτα γεγονότα ή τις ξαφνικές αλλαγές στο πώς βλέπουμε τα πράγματα.

Ίσως σας φανεί δύσκολο να το πιστέψετε, αλλά υπάρχει πληθώρα ψυχολογικών εργαλείων που μπορείτε να χρησιμοποιήσετε για να αντιμετωπίσετε τις δυσκολίες.

Το φυσικό σας ένστικτο θα διασφαλίσει την επιβίωσή σας. Γι’ αυτό ακόμη και όταν τα αρνητικά συναισθήματα απειλούν να σας καταβάλουν, η εσωτερική σας πυξίδα θα σας ωθήσει και θα σας οδηγήσει στο μονοπάτι της ανάρρωσης.

Το πρόβλημα έγκειται στο ότι δεν επιτρέπετε πάντα στον εαυτό σας να είναι ευάλωτος.

Το να πληγωθείτε, να απογοητευτείτε ή να σας διαλύσει μια απώλεια ή προδοσία μπορεί να σας κάνει να αισθανθείτε αδύναμοι ή πως δεν έχετε τη δύναμη να ανταπεξέλθετε.

Θα θέλαμε, ωστόσο, να ξεκαθαρίσουμε κάτι: θα πρέπει να αγκαλιάσετε τη νέα σας ευπάθεια για να γίνετε πιο δυνατοί.

Η αποδοχή του συμβάντος και του τωρινού πόνου είναι σημαντικό κομμάτι για την ενθάρρυνση της μελλοντική σας επούλωσης.

Από την άλλη, όσοι αντιστέκονται θα χρειαστούν περισσότερο χρόνο για να ξεπεράσουν τις δοκιμασίες.

Χτίστε ξανά τον εαυτό σας, μια διαδικασία που χρειάζεται κάτι παραπάνω από χρόνο

Παρά τη δημοφιλή πεποίθηση, ο χρόνος από μόνος του δεν μπορεί να τα γιατρέψει όλα. Στην πραγματικότητα ο πόνος μπορεί, κάποιες φορές, να οδηγήσει σε πιο έντονο πόνο ή σε συναισθηματικές διαταραχές.

Η αληθινή επούλωση έρχεται με το κουράγιο για την αποδοχή, τη συγχώρεση και τη θέληση για ευτυχία.

Ο χρόνος δεν θα λύσει τα προβλήματά σας, ούτε θα δράσει ως ηρεμιστικό για τα βάσανα.

Είναι η ίδια σας η συμπεριφορά εκείνη που θα σας επιτρέψει να καταλάβετε ότι δεν μπορείτε να ξεχάσετε ποτέ ορισμένα πράγματα.

Όμως, μπορείτε να ζήσετε με αυτά επειδή επιτρέπετε στον εαυτό σας να προχωρήσει ανεξάρτητα από ό,τι συνέβη.

Το πέρασμα του χρόνου μπορεί να λειτουργήσει ευεργετικά για όσους αποφασίσουν να ανοιχτούν ξανά στον κόσμο, ανεξάρτητα από τις εσωτερικές τους πληγές, εφόσον έχουν μάθει περισσότερα για το τι έχει συμβεί.

Υπάρχουν μάχες που πρέπει να δώσετε μόνοι σας

Όταν ξεπερνάτε οποιοδήποτε είδος δύσκολης κατάστασης, θα χρειαστείτε την κοινωνική και συναισθηματική υποστήριξη των αγαπημένων σας ανθρώπων.

Ωστόσο, εσείς είστε εκείνοι που πρέπει να κάνετε το πρώτο βήμα. Σε εσάς έγκειται η εύρεση της θέλησης να φροντίσετε τον εαυτό σας. Το αξίζετε να θέσετε τα πράγματα σε κίνηση για να αλλάξετε προς το καλύτερο.

Ίσως ακούγεται σκληρό και αποκαρδιωτικό, αλλά το ξεπέρασμα της κατάθλιψης, της απώλειας ή της προδοσίας είναι μια πράξη μοναχική, μια διεργασία που φέρει ένα μονάχα όνομα: το δικό σας.

Κανείς δεν θα κλάψει στη θέση σας, κανείς δεν μπορεί να σας δώσει τη δύναμη να σηκώνεστε κάθε μέρα και να αλλάζετε τις συνήθειές σας.

Μπορούν να σας ενθαρρύνουν και να σας καθοδηγήσουν, η ευθύνη όμως θα είναι πάντοτε δική σας.

Οι αντιξοότητες σας διδάσκουν, αλλά η ζωή δεν είναι βάσανο, είναι η αναζήτηση της ευτυχίας

Κάτι άλλο σύνηθες είναι να σκέφτεστε ότι «όποιος δεν βασανίστηκε, δεν έμαθε να ζει» ή «για να είστε πάντα ευτυχισμένοι, πρέπει πρώτα να ξεπεράσετε τις αντιξοότητες».

Κανένα από τα δύο δεν είναι αλήθεια. Τα βάσανα δεν είναι υποχρεωτικά. Για την ακρίβεια, κανείς δε θα έπρεπε να βιώνει τραυματικές εμπειρίες για να ανακαλύψει την ευτυχία.

Ο καθένας έχει τη δική του ιστορία, το μοναδικό και εξαιρετικό σημείο αναφοράς από το οποίο αντλείται η σοφία και η προσωπική του ουσία.

Είμαστε όλοι μας γενναίοι άνθρωποι, ο καθένας με τον τρόπο του.

Είμαστε όλοι τυχεροί που βρήκαμε το μονοπάτι το οποίο μας βοήθησε να ξεπεράσουμε τις δύσκολες στιγμές και να παραχωρήσουμε τη θέση μας σε αυτό που είμαστε τώρα: ένα άτομο πιο δυνατό, πιο συγκεντρωμένο, πιο ευτυχισμένο και πιο ώριμο.

Ζωή σημαίνει να μαθαίνεις, σε στιγμές ηρεμίας και ευτυχίας.

Το σημαντικότερο είναι να αισθάνεστε περήφανοι για όσα έχετε καταφέρει.

ΠΡΟΟΙΜΙΟ ΣΕ ΕΝΑ ΚΑΙΝΟΥΡΙΟ ΟΝΕΙΡΟ

Υπάρχουν χιλιάδες συμφωνίες που έχετε συνάψει με τον εαυτό σας, με άλλα άτομα, με το όνειρο της ζωής σας, με την κοινωνία, με τους γονείς, τον/τη σύζυγο, τα παιδιά σας. Οι πιο σημαντικές, όμως, συμφωνίες είναι εκείνες που έχετε συνάψει με τον εαυτό σας. Αυτές αναφέρονται στο ποιος είστε, τι αισθάνεστε, σε τι πιστεύετε και στο πως πρέπει να συμπεριφέρεστε. Το αποτέλεσμά τους είναι η προσωπικότητά σας. Σε αυτές τις συμβάσεις δηλώνετε: “Να τι είμαι. Να σε τι πιστεύω. Υπάρχουν κάποια πράγματα που μπορώ να κάνω και κάποια άλλα που δεν μπορώ να κάνω. Αυτό είναι πραγματικότητα, εκείνο είναι φαντασία. Αυτό είναι δυνατό, εκείνο είναι αδύνατο”.

Μία μόνο συμφωνία δεν θα δημιουργούσε πρόβλημα, οι συμφωνίες, όμως, που μας κάνουν να υποφέρουμε και να αποτυγχάνουμε στη ζωή είναι πολλές. Αν θέλετε να ζήσετε μια ζωή γεμάτη ευτυχία και πληρότητα, θα πρέπει να ανασύρετε από μέσα σας το κουράγιο να διακόψετε αυτές τις συμφωνίες, που έχουν τη ρίζα τους στο φόβο και κλέβουν την προσωπική σας δύναμη. Οι συμφωνίες που προέρχονται από φόβο μας αναγκάζουν να ξοδεύουμε πολλή ενέργεια, ενώ οι συμφωνίες που προέρχονται από την αγάπη μας βοηθούν όχι μόνο να εξοικονομούμε αλλά και να αντλούμε ενέργεια.

Ο καθένας μας έχει γεννηθεί μ’ ένα συγκεκριμένο ποσοστό προσωπικής δύναμης, το οποίο επανακτά κάθε μέρα μετά την ανάπαυση. Δυστυχώς, σπαταλάμε όλη μας την προσωπική δύναμη για να δημιουργήσουμε, κατ’ αρχήν, όλες αυτές τις συμφωνίες και, κατά δεύτερον, για να μείνουμε πιστοί σε αυτές. Η προσωπική μας δύναμη διασκορπίζεται από τις τόσες συμφωνίες που έχουμε συνάψει και το αποτέλεσμα είναι να νιώθουμε τελικά ανήμποροι. Μόλις που μας απομένει λίγη δύναμη για να επιβιώσουμε κάθε μέρα, επειδή την περισσότερη την ξοδεύουμε για να μην προδώσουμε τις συμφωνίες που μας κρατούν εγκλωβισμένους στο όνειρο του πλανήτη. Πώς μπορούμε να αλλάξουμε ολόκληρο το όνειρο της ζωής μας, όταν δεν έχουμε τη δύναμη να αλλάξουμε ούτε καν την παραμικρή συμφωνία;

Αν έχουμε συνειδητοποιήσει ότι οι συμφωνίες μας είναι εκείνες που κυβερνούν τη ζωή μας κι αν δεν μας αρέσει το όνειρο αυτής της ζωής, τότε πρέπει να αλλάξουμε τις συμφωνίες.

ΛΑΟ ΤΣΕ: Η μετριοφροσύνη φέρνει την καταξίωση

Επειδή στην Οικουμένη:
η υποχώρηση φέρνει προώθηση·
το άδειασμα, πληρότητα·
το πάλιωμα, ανανέωση·
όταν επιζητάς λίγα, στο τέλος κερδίζεις πολλά·
όταν επιζητάς πολλά, χάνεις και τα λίγα…

Ο σοφός άνθρωπος
αποδέχεται ανεπιφύλακτα
την ενότητα των αντιθέτων.

Έτσι στη ζωή του:
Δεν αυτοπροβάλλεται·
γι’ αυτό του όμως το προτέρημα
αναδεικνύεται.
Δεν ισχυρίζεται ότι
κάθε του λόγος είναι δίκαιος·
γι’ αυτό του όμως το προτέρημα
παινεύεται.
Δεν ισχυρίζεται ότι
κάθε πράξη του είναι σωστή·
γι’ αυτό του όμως το προτέρημα
εκτιμάται.

Δεν έχει έπαρση·
γι’ αυτό του όμως το προτέρημα
επιλέγεται για αρχηγός.
Δηλαδή φαίνεται ότι,
επειδή δεν διακατέχεται
από το πνεύμα του ανταγωνισμού,
κανείς μέσα στην κοινωνία
δεν μπορεί να τον ανταγωνιστεί.

Μήπως το παλιό ρητό:
«Η μετριοφροσύνη φέρνει την καταξίωση»
είναι λόγια κούφια;
– Δεν νομίζω.

– Αλήθεια !
Αν κρατάς τέτοια στάση,
καταξιώνεσαι …

ΛΑΟ ΤΣΕ, ΤΑΟ ΤΕ ΤΣΙΝΓΚ

Από την Κρίση στην Αυτογνωσία

Ο Θεός είναι υπεύθυνος, η μοίρα είναι υπεύθυνη, ο Αδάμ και η Εύα είναι υπεύθυνοι, το φίδι, που ξελόγιασε την Εύα να μην υπακούσει στο Θεό – αυτό το φίδι είναι υπεύθυνο. Μπορείς να δεις την ηλιθιότητα του να ρίχνεις τη δική σου ευθύνη πάνω σε κάποιον άλλο;

Ένα φίδι, πιθανόν πριν από εκατομμύρια χρόνια… Όσο κι αν προσπαθήσεις να συνομιλήσεις με ένα φίδι, αυτά δεν μιλάνε. Για την ακρίβεια ούτε καν ακούν. Κι αν δεν μπορούν να ακούσουν, πώς μπορεί να έπεισαν την Εύα; Εμείς όμως ρίχνουμε την ευθύνη μας σε κάποιον άλλον. Ο Αδάμ τη ρίχνει στην Εύα, η Εύα τη ρίχνει στο φίδι, το φίδι – αν μπορούσε να μιλήσει – θα την έριχνε στο Θεό.

Με αυτόν τον τρόπο, ρίχνεις τις ευθύνες σου, χωρίς να καταλαβαίνεις ότι, αν δεν είσαι εσύ υπεύθυνος για τον εαυτό σου, δεν είσαι αληθινό άτομο. Το να αποφεύγεις τις ευθύνες σου είναι καταστροφικό για την ατομικότητά σου. Μπορείς όμως να αποδεχτείς την ευθύνη, μόνο όταν έχεις τρομερή αγάπη για τον εαυτό σου.

Εγώ αποδέχομαι τις ευθύνες μου και τις χαίρομαι. Ποτέ δεν έριξα καμία ευθύνη μου σε κανέναν άλλο, επειδή αυτό είναι χάσιμο της ελευθερίας, αυτό γίνεται σκλαβιά. Για οτιδήποτε είμαι, είμαι εγώ ολοκληρωτικά υπεύθυνος γι’ αυτό. Αυτό μου δίνει μεγάλη δύναμη, μου δίνει ρίζες, μου δίνει συγκράτηση. Η πηγή όμως αυτής της υπευθυνότητας βρίσκεται στο ότι αγαπώ τον εαυτό μου.

Έχω περάσει κι εγώ από το ίδιο είδος μαζικής εκμετάλλευσης. Από την αρχή αρχή όμως, ξεκαθάρισα ότι, αν πρόκειται να μπω στον παράδεισο με το ζόρι, θα το αρνηθώ. Με τη δική μου θέληση, είμαι έτοιμος να πάω και στην κόλαση.

Τουλάχιστον θα έχω την ανεξαρτησία μου, την επιλογή μου. Οι γονείς μου, οι δάσκαλοί μου στο σχολείο, οι καθηγητές μου μαχόταν σθεναρά μαζί μου.

Εγώ όμως έλεγα: «Ένα είναι σίγουρο, ότι δεν μπορώ να δεχτώ καμία δωροδοκία, για να γίνω σκλάβος. Θα προτιμούσα να υποφέρω ολόκληρη την αιωνιότητα μέσα στις φωτιές της κόλασης, θα παραμείνω όμως ο εαυτός μου. Τουλάχιστον θα έχω αυτή τη χαρά, ότι είναι δική μου επιλογή, ότι δεν με πίεσε κανένας.»

Σέρνοντάς σε στον παράδεισο σαν κρατούμενο, νομίζεις ότι μπορείς να το ευχαριστηθείς;

Αυτός ο παράδεισος θα είναι χειρότερος κι από την κόλαση. Οι άνθρωποι όμως έχουν απομακρυνθεί από την ίδια τους την πηγή.

Σε θέλω να επιστρέψεις πίσω, στο σπίτι σου. Σεβάσου τον εαυτό σου. Νιώσε χαρά και περηφάνια για το ότι η ύπαρξη σε χρειάζεται, διαφορετικά δεν θα ήσουν εδώ.

Πανηγύρισε το γεγονός ότι η ύπαρξη δεν μπορεί χωρίς εσένα. Και πρώτα – πρώτα, γι’ αυτό βρίσκεσαι εδώ, επειδή η ύπαρξη σού έχει δώσει την ευκαιρία, μια ζωή γεμάτη τρομερούς θησαυρούς κρυμμένους μέσα σου – θησαυρούς ομορφιάς, θησαυρούς έκστασης, θησαυρούς ελευθερίας.

Εσύ όμως δεν είσαι υπαρξιακός! Εσύ είσαι χριστιανός, είσαι βουδιστής, είσαι ινδουιστής. Κι εγώ θέλω να πιστεύεις μόνο σε ένα πράγμα: στην ύπαρξη. Να μπορείς να βιώσεις τον ουρανό, τα αστέρια, το ηλιοβασίλεμα, την ανατολή, το άνθισμα των λουλουδιών, το κελάηδημα των πουλιών…

Το μόνο που χρειάζεται είναι να εμπιστεύεσαι τον εαυτό σου – με άλλα λόγια, να αγαπάς τον εαυτό σου. Κι όταν εμπιστεύεσαι και αγαπάς τον εαυτό σου, προφανώς έχεις πάρει στους ώμους σου όλη την ευθύνη αυτού που είσαι, ό,τι κι αν είσαι. Αυτό δίνει μια τέτοια τρομερή εμπειρία του είναι, που κανένας δεν μπορεί να σε σκλαβώσει ξανά.

Μπορείς να δεις την ομορφιά ενός ατόμου, που έχει την ικανότητα να στέκεται μόνο του στα πόδια του; Και οτιδήποτε συμβαίνει, χαρά ή λύπη, ζωή ή θάνατος, ο άντρας που έχει αγαπήσει τον εαυτό του είναι τόσο ακέραιος, που θα είναι σε θέση, όχι μόνο να απολαμβάνει τη ζωή, αλλά να απολαύσει επίσης και το θάνατο.

Η συμβολή των Αρχαίων Ελλήνων στη Χημεία

Τους αρχαίους Έλληνες απασχολούσε όχι τόσο το «πώς», αλλά το «γιατί», δηλ. η αναζήτηση της αλήθειας και των αιτίων.

Σύμφωνα με τους αρχαιολόγους, η συνεισφορά των Αρχαίων Ελλήνων και διανοητών στις φυσικές επιστήμες ήταν κυρίως οι θεωρητικές έννοιες.

Στην αρχαία Ελλάδα πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά η απόδοση των φυσικών φαινομένων σε φυσικά αίτια και η αντικατάσταση των υπερφυσικών δυνάμεων από τους φυσικούς νόμους.

Οι ιδέες των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων ήταν η απαρχή πολλών σημερινών εννοιών των φυσικών επιστημών. Η αρχαία ελληνική φυσική φιλοσοφία είχε μεγάλη επίδραση και στη σύγχρονη χημεία, είτε άμεσα, είτε έμμεσα, έστω και μέσω των παραδοξοτήτων της αλχημείας.

Μερικές τις ιδέες που βρήκαν εφαρμογή στη χημεία ακόμη και σήμερα είναι:

(α) Η έννοια του στοιχείου. Η θεωρία των τεσσάρων βασικών στοιχείων ή ριζωμάτων (γη, ύδωρ, πυρ και αήρ) διατυπώθηκε από τον Εμπεδοκλή (495-435 π.Χ., από Ακράγαντα, Σικελία). Τα τέσσερα στοιχεία ήταν μέρος της φιλοσοφικής του συμβολής και ιδιαίτερα το ποίημα (2.000 στίχοι) «Περί Φύσεως». Τα πάντα είναι συνδυασμοί αυτών των τεσσάρων στοιχείων.

Στα στοιχεία αυτά αποδίδονται κυκλικά οι ιδιότητες «υγρό», «θερμό», «ξηρό» και «ψυχρό» ως πρωτεύουσες ή δευτερεύουσες. Ο «αήρ» είναι πρωτίστως «υγρός» και δευτερευόντως «θερμός», το «πυρ» είναι πρωτίστως «θερμό» και δευτερευόντως «ξηρό», η «γη» είναι πρωτίστως «ξηρή» και δευτερευόντως «ψυχρή» και το «ύδωρ» είναι πρωτίστως «ψυχρό» και δευτερευόντως «υγρό».

(β) Η έννοια του ατόμου. Η ατομική θεωρία για τη συγκρότηση ύλης διατυπώθηκε αρχικά από τον Λεύκιππο (5ος αιώνας π.Χ., Μίλητος). Για τον Λεύκιππο είναι λίγα πράγματα γνωστά. “Έζησε κατά την περίοδο (περίπου) 480-420 π.Χ.

Παρακολούθησε την Ιονική σχολή φιλοσοφίας, σπούδασε και στην Ελέα (σήμερα Velia, στη νότια Ιταλία) και φαίνεται ότι επηρεάστηκε κυρίως από τον προσωκρατικό φιλόσοφο Ζήνωνα τον Ελεάτη (490;-430; π.Χ.). Ίδρυσε σχολή στα Άβδηρα της Θράκης. Η ατομική θεωρία του Λεύκιππου διατυπώθηκε πιο συστηματικά από τον μαθητή του Δημόκριτο (460-370 π.Χ., Άβδηρα, Θράκη).

Η ατομική θεωρία όριζε ότι τα άτομα είναι τα έσχατα μόρια της ύλης. Τα άτομα (: α-στερητικό + τομή) είναι άτμητα, άφθαρτα, αναλλοίωτα και κινούνται αδιάκοπα στον χώρο. Υπάρχουν άπειρα είδη ατόμων σε συνεχή κίνηση και οποιαδήποτε μεταβολή της ύλης δεν είναι παρά ένα είδος ανασυνδυασμού των ατόμων.

Οι ιδιότητες των υλικών καθορίζονται από το σχήμα των ατόμων. Τα άτομα των υγρών είναι σφαιρικά, γι’ αυτό και τα υγρά απλώνονται στις επιφάνειες. Αντίθετα, τα άτομα των στερεών έχουν ακανόνιστο σχήμα γι’ αυτό και τα στερεά σώματα διατηρούν τη μορφή τους.

(γ) Η διατήρηση της μάζας. Η θεωρία της αφθαρσίας της ύλης που διατύπωσαν παράλληλα ο Δημόκριτος και ο Διογένης ο Απολλωνιάτης (5ος αιώνας π.Χ.).

Οι ιδέες αυτές διαδόθηκαν κυρίως με τη διδασκαλία του Επίκουρου και αργότερα από το εκτενές φιλοσοφικό ποίημα του Λουκρητίου (Τίτος Λουκρήτιος Κάρος, 98-53 π.Χ., Ρωμαίος φιλόσοφος) που είχε τίτλο De Rerum Natura (Περί της Φύσεως των Πραγμάτων), όπου και εξηγούσε τις αρχές της ατομικής θεωρίας του Δημόκριτου.

Ο Επίκουρος (Σάμος 341 – Αθήνα 270 π.Χ.) ήταν Έλληνας φιλόσοφος, ο οποίος ίδρυσε τη φιλοσοφική σχολή που έμεινε γνωστή ως «Επικούρειος Κήπος».

Στόχος του Επίκουρου ήταν η αναζήτηση των αιτιών της ανθρώπινης δυστυχίας και των εσφαλμένων δοξασιών που την προκαλούν, όπως η δεισιδαιμονία. (Εικόνα: Πλάτωνας και Αριστοτέλης. Λεπτομέρεια από τον περίφημο πίνακα του Raphael «Η Σχολή των Αθηνών» (1510))

Βασικές αρχές της διδασκαλίας του Επίκουρου είναι οι εξής: Με τον θάνατο έρχεται το τέλος όχι μόνο του σώματος αλλά και της ψυχής – οι θεοί ούτε επιβραβεύουν, ούτε τιμωρούν τους ανθρώπους. Το σύμπαν είναι άπειρο και αιώνιο – τα γενόμενα στον κόσμο συμβαίνουν τελικά, με βάση τις κινήσεις και τις αλληλεπιδράσεις των ατόμων που βρίσκονται σε έναν κενό χώρο.

Οι υλιστικές απόψεις του Επίκουρου πολεμήθηκαν άγρια από μεταγενέστερους φιλοσόφους και θεολόγους. Ο ίδιος κατασυκοφαντήθηκε και χαρακτηρίστηκε ως άτομο με ροπή προς τις ηδονές και τις απολαύσεις. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι υλιστικές ιδέες και η αντίληψη περί ατόμων και αφθαρσίας της ύλης αναπτύχθηκαν περίπου την ίδια περίοδο από Ινδούς φιλοσόφους (Βεδική φιλοσοφία), αλλά με αρκετά πιο ήπιους τόνους και με ποιητική διάθεση.

Οι ατομικές θεωρίες του Δημόκριτου για την ύλη έμειναν στο περιθώριο για πολλούς αιώνες. Οι υλιστικές θεωρίες περί ατόμων, αφθαρσίας της ύλης και των στοιχείων δεν είχαν προοπτική διάδοσης, αφού έπεσαν στη δυσμένεια των φιλοσόφων Πλάτωνα (428-348 π.Χ.) και Αριστοτέλη (384-322 π.Χ.).

Ο Αριστοτέλης, ο πολυγραφότερος διαλεκτικός φιλόσοφος της αρχαιότητας, επηρέασε με τις θεωρίες του τη δυτική φιλοσοφική και επιστημονική σκέψη μέχρι και τον 17ο αιώνα. Ο Αριστοτέλης μελέτησε και έγραψε για πολλούς κλάδους (φιλοσοφία, ψυχολογία, λογική, πολιτική, φυσική, βιολογία, κ.α.). “

Έγραψε πολλά βιβλία για τη Φυσική (φυσική ακρόαση, περί ουρανού, περί γενέσεως και φθοράς, μετεωρολογικά και περί κόσμου) και τη Βιολογία (περί ζώων ιστορίας, περί ζώων μορίων, περί ζώων πορείας, περί ζώων κινήσεως, περί ζώων γενέσεως και περί φυτών).

Η φιλοσοφία του Αριστοτέλη κλείνει προς τον ιδεαλισμό και θέτει τον υλισμό σε μια μάλλον παθητική μοίρα. Σύμφωνα με τις θεωρίες του κάθε πράγμα αποτελείται από ύλη και πνεύμα, που είναι μεταξύ τους αδιάσπαστα ενωμένα. Η ύλη είναι παθητική και μόνη της παρέχει τη δυνατότητα, ενώ το πνεύμα ενεργητικό, και αποτελεί τη δύναμη που μεταβάλλει τη δυνατότητα σε πραγματικότητα.

Ο κόσμος, κατά τον Αριστοτέλη, είναι ενιαίος και αιώνιος και το σύμπαν ή ο κόσμος είναι σφαιρικός με κέντρο τη Γη. Η θεωρία αυτή ταίριαζε με τις θρησκευτικές αντιλήψεις και η γεωκεντρική εικόνα επικράτησε μέχρι την εποχή του Γαλιλαίου. Μέσω της τυπικής λογικής βλέπει την αντικειμενική πραγματικότητα «στατικά» και όχι μέσα στην αέναη μεταβολή και κίνησή της.

Ο Αριστοτέλης διετύπωσε τη θεωρία της ύπαρξης του πέμπτου στοιχείου της φύσης (πέραν των τεσσάρων: γη, ύδωρ, πυρ και αήρ, που πίστευαν οι Ίωνες φιλόσοφοι).

Ο Αριστοτέλης πρόσθεσε τον αιθέρα (: καθαρός, φρέσκος αέρας, καθαρός ουρανός, το υλικό που συμπληρώνει το σύμπαν πάνω από τη γήινη σφαίρα) στο κέντρο του κλασικού τετραγώνου των στοιχείων. Ο αιθέρας παρουσιάζει κάποιες ιδιαιτερότητες ως στοιχείο, είναι: αγέννητος, αγήραντος, άφθαρτος, αΐδιος (αιώνιος), αναυξής και αναλλοίωτος. Ο αιθέρας θα ταυτισθεί αργότερα με τη Φιλοσοφική Λίθο των αλχημιστών. Επιπλέον εντοπίζεται στον «άνω τόπο» όπου κατοικεί η Θεότητα.

Να σημειωθεί στο σημείο αυτό, ότι η πρώτη αναφορά στην έννοια στοιχείον έγινε από τον Πλάτωνα, περίπου το 360 π.Χ. στον διάλογό του «Τίμαιος», όπου περιλαμβάνεται μια συζήτηση πάνω στη σύνθεση των ανόργανων και των οργανικών σωμάτων, μια πρωταρχική προσέγγιση πάνω στη χημεία.

Ο Πλάτωνας θεωρούσε ότι το μικρότερο σωματίδιο κάθε στοιχείου αντιστοιχούσε σε ένα από τα πέντε κανονικά πολύεδρα, δηλ. κυρτά πολύεδρα με έδρες κανονικά πολύγωνα και ίδιες, τα οποία είναι γνωστά και ως «Πλατωνικά στερεά»: το τετράεδρο (η φωτιά), ο κύβος (η γη), το οκτάεδρο (ο αέρας), το δωδεκάεδρο (ο αιθέρας) και το εικοσάεδρο (το νερό).

Ο Αριστοτέλης δέχεται ότι η παθητική ύλη συνδυάζεται με την ενεργητική αρχή, την εντελέχεια (ετυμολογία: εν + τέλος + έχω, η ενυπάρχουσα σε κάθε ον τάση για τελειότητα) ή ψυχή, που τη διαμορφώνει και της δίνει κίνηση. Με την αναντίρρητη κυριαρχία του Αριστοτέλη στις φυσικές επιστήμες, οι ιδέες του επηρέασαν τη μελλοντική ιστορία των φυσικών επιστημών.

Οι θεωρίες του αποτέλεσαν το υπόβαθρο της αντίληψης του κόσμου από τους θρησκευτικούς καθοδηγητές της Χριστιανικής εκκλησίας και ιδιαίτερα του Αγίου Αυγουστίνου. Η φιλοσοφική σκέψη ταίριαζε και μπορούσε να διατηρηθεί κάτω από τον μανδύα των δογματικών θρησκευτικών αντιλήψεων, αφού η φύση γίνονταν κατανοητή όχι με την παρατήρηση και το πείραμα, αλλά από τα αναγραφόμενα στα θρησκευτικά βιβλία.

Οι Έλληνες Αλχημιστές

Ως ο αρχαιότερος Έλληνας αλχημιστής αναφέρεται ο Ερμής ο Τρισμέγιστος. Το πιο πιθανό είναι να πρόκειται για φανταστικό πρόσωπο, μια ενσάρκωση θεότητας που συνδύαζε τον θεό των Ελλήνων Ερμή με τον σεληνιακό θεό των Αιγυπτίων Θωθ (Thoth), θεό-προστάτη των αστρολόγων και των αλχημιστών.

Οι αλχημιστές του μεσαίωνα απέδιδαν στον Τρισμέγιστο Ερμή πλήθος ανακαλύψεων (γλώσσα, αλφάβητο, γεωμετρία, αριθμητική, ιατρική). Του απέδιδαν την τριπλή ιδιότητα του φιλοσόφου, του ιατρού και του βασιλέως.

Στον Τρισμέγιστο Ερμή αποδίδονται πολλά Ελληνικά συγγράμματα της Ελληνιστικής Αιγύπτου που γράφηκαν κατά τη ρωμαϊκή εποχή. (Εικόνα: Απεικόνιση του Τρισμέγιστου Ερμή από διάφορα αλχημιστικά συγγράμματα) Στον Τρισμέγιστο Ερμή οφείλεται το φιλοσοφικό κίνημα του ερμητισμού (hermetism), το οποίο ξεκίνησε από την Ελληνιστική Αίγυπτο.

Ο ερμητισμός ήταν ένα μεταφυσικό σύστημα και ένα σώμα συστηματοποιημένων μαγικών, μαντικών, αστρολογικών και αλχημικών πρακτικών. Κύριο χαρακτηριστικό του ερμητισμού ήταν η αντίσταση στην κυριαρχία τόσο της καθαρής λογικής, όσο και κάθε δογματικής πίστης.

Η έκφραση ερμητική τέχνη, όρο τον οποίο χρησιμοποιούσαν οι αλχημιστές για να περιγράψουν την τέχνη τους, που στην αρχαιότητα μόνο ιερείς είχαν το δικαίωμα να ασκούν και να γνωρίζουν τα μυστικά της. Οι αλχημιστές συχνά πραγματοποιούσαν αποστάξεις και χρειάζονταν καλά «σφραγισμένες» αποστακτικές συσκευές (άμβυκες) ή ερμητικά κλειστές.

Οι αλχημιστές θεωρούσαν τους εαυτούς τους Ερμητικούς, έχοντας αποδεχθεί τη φιλοσοφία του Ερμή του Τρισμέγιστου, του ερμητισμού και χαρακτήριζαν τις γνώσεις τους ως ερμητικές (Hermetica ή Corpus Hermeticum).

Ενας διάσημος αλχημιστής της Ελληνιστικής Αιγύπτου ήταν ο Ζώσιμος ο Πανοπολίτης (Zosimos of Panopolis). Γεννήθηκε στην Πανόπολη (σήμερα El Akhmim) της νότιας Αιγύπτου κατά τέλη του 4ου μ.Χ. Οι αλχημιστές των ισλαμικών χωρών, αλλά και της Ευρώπης του μεσαίωνα, όπως και οι νεότεροί τους, τον θεωρούσαν ως έναν από τους μεγαλύτερους αλχημιστές όλων των εποχών.

Ο Ζώσιμος συνέγραψε πλήθος συγγραμμάτων (αναφέρονται εικοσιοκτώ βιβλία) πολλά από τα οποία μεταφράστηκαν στην Αραβική και Συριακή γλώσσα, ωστόσο μόνο τμήματα από αυτά έχουν σωθεί.

Στα αποσπάσματα αυτά γίνεται αναφορά στην οξείδωση του υδραργύρου, σε κάποιο περίεργο βάμμα το οποίο μετατρέπει τον άργυρο σε χρυσό και σε κάποιο ιερό ύδωρ («πανάκεια») που θεραπεύει κάθε αρρώστια. Αυτά τα αποσπάσματα επηρέασαν τους νεότερους αλχημιστές και τους ώθησαν στη μανιώδη αναζήτηση αυτών των ουσιών.

Στον ναό του θεού Σέραπη, το Σεράπειο (Serapeum) της Αλεξάνδρειας φαίνεται πως υπήρχαν άφθονα συγγράμματα Ελλήνων αλχημιστών και γενικότερα επιστημόνων. Δυστυχώς ο ναός αυτός καταστράφηκε το 391 μ.Χ. από πλήθη φανατικών χριστιανών, που είχαν απαγορέψει την είσοδο των πολιτών στους αρχαίους ναούς, σε ένα γενικότερο πλαίσιο διωγμών των εθνικών και των παγανιστών (δηλ. των οπαδών των αρχαίων θρησκειών).

Οι διωγμοί εκείνης της εποχής οδήγησαν πολλούς Έλληνες σοφούς στην Περσία, τη μόνη χώρα εκείνης της εποχής που ήταν προοδευτική και ανοικτή σε κάθε φιλοσοφικό ρεύμα ή θρησκευτικό κίνημα.

Οι Έλληνες αυτοί συνέβαλαν ουσιαστικά στη μετέπειτα εκπληκτική ανάπτυξη της επιστήμης και τεχνολογίας των ανατολικών ισλαμικών χωρών. (Πάνω εικόνα. Ό,τι έχει απομείνει από το Σεράπειο της Αλεξάνδρειας, έναν πραγματικό ναό της γνώσης, που τον κατέστρεψε ο θρησκευτικός φανατισμός)

Οι καταστροφές του Σεραπείου και της Βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας (που ολοκληρώθηκε το 642 μ.Χ. από τους “Αραβες) είχαν ως αποτέλεσμα την απώλεια σωρευμένης επιστημονικής γνώσης αιώνων. Κύριο αποτέλεσμα αυτών των διωγμών ήταν η Ευρώπη να βυθιστεί στον Σκοτεινό Μεσαίωνα για τους επόμενους αιώνες. Κανείς δεν ξέρει σε ποιο στάδιο εξέλιξης θα βρισκόταν η σημερινή επιστήμη και τεχνολογία, αλλά και ο κόσμος γενικότερα, αν δεν γίνονταν οι καταστροφές αυτές.

Το πιο γνωστό «χημικό επίτευγμα» των Βυζαντινών χρόνων, σίγουρα είναι το περίφημο «υγρό πυρ» (greek fire). Η σύνθεσή του ήταν επτασφράγιστο μυστικό και μόνο εικασίες ως προς αυτήν μπορούν σήμερα να γίνουν. Δεν φαίνεται πάντως να ήταν ένα απλό καύσιμο μίγμα νάφθας και θείου.

Υπάρχουν μαρτυρίες που αναφέρουν την αυτανάφλεξή του όταν ερχόταν σε επαφή με το νερό. Έτσι, διατυπώθηκε η υπόθεση ότι ένα δραστικό συστατικό του θα πρέπει να ήταν το φωσφίδιο του ασβεστίου (Ca3P2).

Το φωσφίδιο αυτό σε επαφή με το νερό υδρολύεται παρέχοντας το αέριο φωσφίνη (PH3). Η φωσφίνη αυταναφλέγεται στον αέρα προκαλώντας ανάφλεξη και στα υπόλοιπα καύσιμα υλικά του μίγματος. Τώρα, το πώς θα μπορούσε να παρασκευασθεί αυτό το φωσφίδιο, που απαιτεί ισχυρότατα αναγωγικές συνθήκες ή ακόμη και μεταλλικό ασβέστιο για τη σύνθεσή του, παραμένει μυστήριο.