Πέμπτη 10 Νοεμβρίου 2022

Ας είναι ευλογημένη η σιωπή

«Ας είναι ευλογημένη η σιωπή! Γιατί μέσα σ’ αυτήν θα μ’ ακούσεις να μιλώ!» -Χαλίλ Γκιμπράν

Σιωπή! Πώς να ορίσεις τη σιωπή; Από πού να αρχίσεις και πως να προχωρήσεις, μη γνωρίζοντας τι θα συναντήσεις στην πορεία; Πρόκειται άραγε για τη σιωπή του πνεύματος και δεν έχει να κάνει με την ομιλία ή την ομολογία; Είναι η σιωπή που βασιλεύει μέσα στα μυαλά και στις ψυχές και όχι η σιωπή που σφραγίζει το στόμα κάποιου για να μη μεταδώσει τη γνώση;

Πώς να κατορθώσουμε να ζήσουμε την εσωτερική σιωπή; Κάποιες φορές σιωπούμε, αλλά μέσα μας, συζητούμε έντονα, αντιμετωπίζοντας φανταστικούς αντιπάλους η παλεύοντας με τον ίδιο μας τον εαυτό. Ο καθένας μας προσπαθεί να ακούσει μια ψιθυριστή φωνή, μέσα στη σιωπή του κεφαλιού του, που ακόμα και να του μιλήσει, δεν μπορεί να μεταδώσει τα λόγια της, παρά μόνο σε αυτούς που την ακούν κι οι ίδιοι. Αυτό δεν είναι νόμος, αλλά η πιο μοναχική αλήθεια.

Οι αρχαίοι Έλληνες δίδασκαν τη σιωπή ως την ύψιστη αρετή. Σε μια απ’ τις συγκρούσεις Ελλήνων και Τρώων ο Όμηρος αναφέρει, ότι οι Τρώες, ως απολίτιστοι και βάρβαροι, με κραυγές και φωνές και θόρυβο επιτίθεντο, ενώ οι Έλληνες, οι έχοντες ανώτερο ήθος και γενικά πολιτισμό, βάδιζαν στη φοβερή σύγκρουση με απόλυτη σιγή μέσα τους, στη ψυχή τους «μένεα πνέοντες» αλλά και με απόλυτη αυτοκυριαρχία, οπλισμένοι με αδάμαστη και άκαμπτη αποφασιστικότητα να αγωνιστούν γενναία και να νικήσουν.

Ο μεγάλος φιλόσοφος και μύστης Πυθαγόρας, επέβαλε στους μαθητές του επί δύο έως τέσσερα χρόνια την απόλυτη σιωπή. Απαγορευόταν όχι μόνο η ομιλία, αλλά και η πιο απλή ερώτηση, με ποινή την αποβολή τους απ’ τη Σχολή του. Με τον τρόπο αυτόν πίστευε, ότι όχι μόνο έλεγχε την ικανότητα των μαθητών του, αλλά και τους ασκούσε στην αυτοκυριαρχία και στην αυτοεπιβολή, στην αυτοενδοσκόπηση και στην αυτογνωσία, στην αυτοσυκέντρωση και στη θεληματική χρήση του νου και γενικά της δυναμικότητας του Εγώ τους.

Ποιήματα και στίχοι για τη Σιωπή

Νικηφόρος Βρεττάκος – Η σιωπή μου

Οι πρώτοι φθόγγοι που άκουσα στη ζωή μου, οι πρώτες λέξεις
δεν ήταν το νανούρισμα της μάνας μου και το κελάηδημα της σιταρήθρας.
Πάνω απ’ το λίκνο μου άρθρωνε ρήματα το γαλάζιο
κι έμπαζε μέσ’ απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο η σιωπή
ένα ποτάμι υπέροχα λόγια. Μιας θαυμαστής
γλώσσας το χρυσό αλφάβητο διακλαδιζόταν μέσα μου.
Περνώντας μέσ’ από κοιτάσματα χρυσαφιού
στα βάθη μου εξακολουθεί το θείο αυτό ποτάμι
να ρέει, σιγά, σαν τα νερά των βυθισμένων ποταμιών,
που τρέχαν μ’ ένα βούισμα μελισσιών κάτω απ’ τους βράχους
του Ταϋγέτου, όταν οι ωραίες νύχτες τον νανουρίζαν
σαν ένα βρέφος κι ο λαγός όρθιος άκουγε το άπειρο!
Ό,τι καλύτερο άκουσα στον κόσμο αυτό δεν ήταν
παρά τα δάκρυα των απλών ανθρώπων κι η σιωπή.
Ακούστε το παλλόμενο πρωινό χαμόγελό μου!
Είμαι μια τόσο φλύαρη ψυχή! Ω, μη μου λέτε
πως δε μιλώ. Ούτε στιγμή δε σταματά η φωνή μου.
Σύννεφο εντός μου υψώνονται του θέρου οι σιταρήθρες
όταν σιωπώντας σας κοιτώ στα μάτια. Ένα μελτέμι
που βγαίνει μέσ’ από χρυσά φλάουτα είναι η σιωπή μου.
Η κάθε λέξη της σιωπής μου ανθίζει άγραφα χρώματα
κι είναι στημένα μέσα μου άπειρα ουράνια τόξα
που βρέχουνε χρωματιστές λέξεις μες στη σιωπή μου.

Έγινε ξαφνικά μια σιωπή, που όλα φώναζαν
μές στο σπίτι βοήθεια. Εγώ ψύχραιμος, όσο
κι’ αν έτρεμαν όλα μέσα μου, όσο
κι’ αν είχα το πρόσωπο κίτρινο και άσπρο,
περίμενα πάντοτε πως κάτι θα σάλευε πριν
αρχίσουν να λιώνουν κερί και νερό
τα χαρτιά, τα βιβλία μου

Πρίν οι εικόνες στον τοίχο σκύψουν τα πρόσωπα.
Δυό γαρούφαλα έριξαν κιόλας στον τοίχο
τα κεφάλια λιπόθυμα. Βοήθησε, Κύριε!
Βρέξε να σβύσεις το σκοτάδι που καίει,
τη σιωπή που ανεβαίνει απ’ τις τέσσερες
γωνιές του σπιτιού. Ένας κόμπος φωνής
θα ριχνε άπλετο φως.

Ορέστης Αλεξάκης – Ναι, μόνο στη σιωπή σου υπάρχεις

Ναι, μόνο στη σιωπή σου υπάρχεις
και μόνον απ’ την ίδια σου σιωπή
το λάλον ύδωρ αναβλύζει εντός μου
κι αυτό το φέγγος που
σε περιβάλλει
που μέσα του ενοικείς και κυοφορείσαι
θαρρώ σιωπής εμφάνεια είναι
θαρρώ τους δυο μες στη σιωπή συμπλέκεις κόσμους
κι ο τόπος σου
είναι ο τόπος όπου σμίγουν
ζόφος και φως
κι εσύ
με φως και ζόφο
πλάθεσαι και κυριαρχείς
στα σιωπηλά σκιόφωτα του ονείρου
και ιδού
τα μέσα στο βυθό τοπία
ξυπνούν κι ανθίζουν με
τον ερχομό σου
στολίζονται άστρα και όστρακα
κι αργά
προς τον δικό μας αναδύονται κόσμο.

Γιώργος Σεφέρης, Κράτησα τη ζωή μου

Κράτησα τη ζωή μου ψιθυριστά μέσα στην απέραντη σιωπή,
δεν ξέρω πια να μιλήσω, μήτε να συλλογιστώ ψίθυροι
σαν την ανάσα του κυπαρισσιού τη νύχτα εκείνη
σαν την ανθρώπινη φωνή της νυχτερινής θάλασσας στα χαλίκια
σαν την ανάμνηση της φωνής σου λέγοντας «ευτυχία».
Κλείνω τα μάτια γυρεύοντας το μυστικό συναπάντημα των νερών
κάτω απ τον πάγο το χαμογέλιο της θάλασσας τα κλειστά πηγάδια
ψηλαφώντας με τις δικές μου φλέβες τις φλέβες εκείνες πού μου ξεφεύγουν
εκεί πού τελειώνουν τα νερολούλουδα κι αυτός ό άνθρωπος
πού βηματίζει τυφλός πάνω στο χιόνι της σιωπής.

Οδυσσέας Ελύτης – Επτά νυχτερινά επτάστιχα

II
Ευνοϊκές αστροφεγγιές έφεραν τη σιωπή
Και πίσω απ’ τη σιωπή μια μελωδία παρείσαχτη
Ερωμένη
Αλλοτινών ήχων γόησσα
Μένει τώρα ο ίσκιος που ατονεί
Και η ραϊσμένη εμπιστοσύνη του
Και η αθεράπευτη σκοτοδίνη του – εκεί.

III
Όλα τα κυπαρίσσια δείχνουνε μεσάνυχτα
Όλα τα δάχτυλα
Σιωπή
Έξω από τ’ ανοιχτό παράθυρο του ονείρου
Σιγά σιγά ξετυλίγεται
Η εξομολόγηση
Και σαν θωριά λοξοδρομάει προς τ’ άστρα!

Κική Δημουλά – Η περιφραστική πέτρα

Μίλα.
Πες «αστέρι», που σβήνει.
Δεν λιγοστεύει η σιωπή με μια λέξη.
Πες «πέτρα»,
που είναι άσπαστη λέξη.
Έτσι, ίσα-ίσα,
να βάλω έναν τίτλο
σ’ αυτή τη βόλτα την παραθαλάσσια.

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Έξοδος

Στον άγλωσσο τούτο κόσμο
που ήρθα για βουβές σπουδές
είναι οι ασκήσεις μου εκκωφαντικές
ξέρω, δεν ρέει ακόμα
δεν ρέει φυσικά η σιωπή μου.

Μ. Αναγνωστάκης – Θα ῾ρθει μια μέρα

Θα ῾ρθει μια μέρα που δε θα ῾χουμε πια τί να πούμε
Θα καθόμαστε απέναντι και θα κοιταζόμαστε στα μάτια
Ἡ σιωπή μου θα λέει: Πόσο είσαι όμορφη, μα δε
βρίσκω άλλο τρόπο να στο πω.

Ανδρέας Εμπειρίκος – Η σιωπή

Ὅσο και αν μένουν ανεκτέλεστα τα έργα, όσο και αν είναι πλήρης η σιγή (η σφύζουσα εντούτοις) και τον μηδέν αν διαγράφεται στρογγύλον, ως άφωνον στόμα ανοικτόν, πάντα, μα πάντα, η σιγή και τα ανεκτέλεστα όλα, θα περιέχουν εν μέγα μυστήριον γιομάτο, ένα μυστήριον υπερπλήρες, χωρίς κενά και δίχως απουσίαν, εν μέγα μυστήριον (ως το μυστήριον της ζωής εν τάφω) – το φανερόν το τηλαυγές, το πλήρες μυστήριον της υπάρξεως της ζωής, Ἄλφα-Ὠμέγα.

Νίκος Καρούζος – Αντι – νεφέλωμα

Η σιωπή δεν είναι λευτεριά,
η σιωπή δεν είναι αιχμαλωσία
η σιωπή δεν είναι δωρεά, η σιωπή
δεν είναι ιδιοκτησία
η σιωπή είναι ένα καναρίνι στο μικρόφωνο
η σιωπή είναι ντελάλης από στάχτη
κάθε ρυάκι της κραυγάζει πως μονάχα η σιγή μιλιέται
κάθε στιγμή της χαστουκίζει τα ρολόγια
καταρρέουν ελατήρια ο καιρός παξιμάδια και βίδες
η σιωπή περιπαίζει τα αδιέξοδα
η σιωπή δεν κατάγεται από την Κίνα, η σιωπή
τη γλώσσα της φασκιώνει με συνταχτικό και κανόνες
αναπαύεται στα ανώμαλα ρήματα ερωτεύεται επιρρήματα
στους ρήτορες οπού σείουν τα μπαλκόνια συσσωρεύεται
πηγαίνει τις Κυριακάδες στην εκκλησία για να ψάλλει
συχνά τηγανίζει πατάτες
τα τύμπανα δικά της είναι , οι γενετήσιοι
σπασμοί της αγάπης
τα ουρλιάσματα των γυναικώνε στα μαιευτήρια
όλα τα κλάματα δικά της είναι κι όλα τα ξεφαντώματα
μα όμως τι όλεθρος
η σιωπή δε βρίσκει πουθενά το όνομά της.

Διάβασα πάλι όλα μου τα ποιήματα
που έχω γράψει για σένα.
Τόσα πολλά λόγια
και τόσα λίγα τα ειπωμένα, τόσα στο βάθος τ’ ανείπωτα.
Όμως εσύ που μπορείς να διαβάσεις
τους άγραφους νόμους του μέσα μου σύμπαντος
εσύ που έχεις ακούσει το μοναχικό τριζόνι της νύχτας
που είδες το αόρατο φέγγος μιας τρομερής αποκάλυψης
εσύ, προπάντων εσύ
που συνεχίζεις ν’ ανθίζεις
πάνω στο μαύρο χιόνι που απλώνεται γύρω μου
μη βιαστείς να με κρίνεις να κλείσεις τους δρόμους, να διαβάσεις λάθος το μήνυμα.
Κοίταξέ με μόνο στα μάτια
μέτρησε τη βαθιά πληγή που ανοίγεται μέσα τους
άκου τη σιωπή που κάνει να τρίζουν τα φύλλα στις αστροφεγγιές τους
κι όταν ημερέψεις το φόβο
που σαν το παγιδευμένο αγρίμι ουρλιάζει
τότε θα καταλάβεις.
Θα δεις τι πόθοι ασφυκτιούν
το πάθος συντηρούν στις κρύπτες τους
τα ζυγιασμένα λόγια.

Τάσος Λειβαδίτης – Αυτός που σωπαίνει

Το σούρουπο έχει πάντα τη θλίψη
ενός ατελείωτου χωρισμού
Κι εγώ έζησα σε νοικιασμένα δωμάτια
με τις σκοτεινές σκάλες τους
που οδηγούνε
άγνωστο πού…
Με τις μεσόκοπες σπιτονοικοκυρές
πού αρνούνται
κλαίνε λίγο
κι ύστερα ενδίδουν
και τ᾿ άλλο πρωί,
αερίζουν το σπίτι
απ᾿ τους μεγάλους στεναγμούς…
Στα παλαιικά κρεβάτια
με τα πόμολα στις τέσσερις άκρες
πλάγιασαν κι ονειρεύτηκαν
πολλοί περαστικοί αυτού του κόσμου
κι ύστερα αποκοιμήθηκαν
γλυκείς κι απληροφόρητοι
σαν τους νεκρούς στα παλιά κοιμητήρια.
Όμως εσύ σωπαίνεις…
Γιατί δε μιλάς;
Πες μου!
Γιατί ήρθαμε εδώ;
Από που ήρθαμε;
Κι αυτά τα ιερογλυφικά της βροχής πάνω στο χώμα;
Τι θέλουν να πουν;
Ω, αν μπορούσες να τα διαβάσεις!!!
Όλα θα άλλαζαν…
Όταν τέλος, ύστερα από χρόνια ξαναγύρισα…
δε βρήκα παρά τους ίδιους έρημους δρόμους,
το ίδιο καπνοπωλείο στη γωνιά…
Κι ολόκληρο το άγνωστο
την ώρα που βραδιάζει…

Μελισσάνθη – Η χώρα της σιωπής

Η χώρα της σιωπής είναι από κρύσταλλο –
γαλάζιο κρύσταλλο, σαν από πάγο.
Εκείν χορεύουνε τα πάντα αθόρυβα
κι όλες οι εικόνες διαθλώνται στο άπειρο.
Ταν δάκρυα των παιδιών και τα παράπονα
αφήνουν το λεπτό ήχο της κιθάρας
Των σιωπηλών πλασμάτων τα χαμόγελα
ρόδινη ανταύγεια υψώνουν στα μεσούρανα
και τα βαθιά βλέμματα της αγάπης
ανάβουν φλόγες πυρκαγιάς γαλάζιες.
Στη χώρα της σιωπής ό,τι είναι γνήσιο
σαν μια καμπάνα ακούγεται γιορτάσιμη
που ανοίγει βουερούς θόλους στα ουράνια.
Στη χώρα της σιωπής συχνά ακροάστηκα
τις ασημένιες κωδωνοκρουσίες
που υψώνει κάποιο σμήνος γερανών.
Σε γάμους μυστικούς, σὲ λιτανείες,
σε τελετές ουράνιες παρευρέθηκα
στη χώρα της σιωπής που είναι από κρύσταλλο,
γαλάζιο κρύσταλλο σαν από πάγο…

Βύρων Λεοντάρης – Η σιωπή που ακολουθεί

Όχι μόνο τ` αθώα παράπονα,
που αναποδογυρίζουνε
με μια κλοτσιά στο στήθος,
όχι μόνο οι φωνές,
που τις ξαπλώνουν στις πλατείες,
όχι μόνο οι ανύποπτοι ενθουσιασμοί.
Πιο δυνατή είναι, πιότερο βαραίνει
η σιωπή που ακολουθεί,
η σιωπή των πεισμωμένων δρόμων,
των κλειστών παραθυριών,
η σιωπή των παιδιών
μπροστά στον πρώτο σκοτωμένο,
η σιωπή μπροστά στην ξαφνική ατιμία,
η σιωπή του δάσους,
η σιωπή του αλόγου δίπλα στο ποτάμι,
η σιωπή ανάμεσα σε δυό στόματα,
που δεν μπορούν να φιληθούν,
κι εκείνη η “ενός λεπτού σιγή”,
που παρατείνεται και γιγαντώνεται
μες στις καρδιές, μες στους αιώνες,
η σιωπή που αποφασίζει
τι είναι να μείνει, τι είναι να χαθεί.

Γιώργης Παυλόπουλος – Η σιωπή

Η Σιωπή είναι μια άγνωστη
που έρχεται τη νύχτα.
Ανεβαίνει τη σκάλα
χωρίς νʼ ακούγονται πατήματα
μπαίνει στην κάμαρα
και κάθεται στο κρεβάτι μου.
Μου φοράει το δαχτυλίδι της
και με φιλεί στο στόμα.
Τη γδύνω.
Μου δίνει τότε τις βελόνες
και τα τρία χρώματα
το κόκκινο το μαύρο και το κίτρινο.
Κι αρχίζω να κεντάω
πάνω στο δέρμα της
όλα όσα δε σου είπα
και ποτέ πια δε θα σου πω.

Μαρία Καραγιάννη, Κερδισμένη σιωπή

Χειρονομίες απλώνουν τρυφερά οι λέξεις
στον πληγωμένο αέρα
Κερδισμένη σιωπή
Σκεπασμένοι καθρέφτες
σε μέρα ξαφνικής ταφής
Και τα μάτια
να καλούν σα ρόπτρα σφραγισμένης θύρας
στις μέσα αυλές με τα βαθιά πηγάδια
και τα πνιγμένα βρέφη

Μαρία Καραγιάννη, Η κατάδυση και ο πυθμένας

Το πιο όμορφό μου ποίημα
Με τη σιωπή μου το ‘γραψα
Βουλιάζοντας ηδυπαθώς
Και καθ’ ολοκληρίαν
Μέσα στ’ απύθμενα τα μάτια σου
Εκεί όπου συνάντησα
Τις πιο κραταιές λέξεις.

Μάνος Ξυδούς, Το σχήμα της σιωπής μου

Τα μάτια σου απλώθηκαν στο σχήμα της σιωπής μου
κι ένιωσα τον άνεμο να τρέχει σαν τρελός.
Να καταστρέψεις ήθελες το τσίρκο της ζωής μου,
μα ύστερα μετάνιωσες και είπες «δυστυχώς».

Σαν ήρωας του Λωτρεαμόν σε απόκρυφο βιβλίο,
παιδί της επανάστασης με τάσεις μυστικές.
Ακροβατούσα συνεχώς στα όρια της τρέλας
μέσα σε κόσμο αδιάφορο με Σάρτρ και με Μπωντλέρ.

Από μπροστά μου πέρασαν χορεύοντας εικόνες,
κάποια κομμάτια απ’ τον παλιό χαμένο μου εαυτό.
Τον κόσμο μου τον έκλεισα σε ψευτοθεωρίες,
συμβιβασμούς, χαμόγελα και αυτοκριτικές.

Μα δωσ’ μου μόνο ένα λεπτό κρυφής απολογίας,
αφού ο Θεός σου θέλησε να είσαι ο δικαστής.
Και μην το πάρεις πως ζητώ καλή δικαιολογία,
ν’ αλλάξεις την απόφαση την ύστατη στιγμή.

Τώρα στη νύχτα της σιωπής και της απελπισίας,
τα μάτια σου μια υπόσχεση που αργεί πολύ να βγει.
Βέλη θα ρίξει πίσω μου μια παιδική οπτασία
κι αθόρυβα ξανά μέσα στην πόλη θα χαθεί.

Μάνος Ξυδούς, Γέφυρες με πέτρες της σιωπής

Σ’ ευχαριστώ γι’ αυτή τη νύχτα απ’ την ψυχή μου
σ’ ευχαριστώ για ό,τι περάσαμε μαζί
Όμως θα φύγω γιατί αυτή είν’ η ζωή μου
να κλείνω γέφυρες με πέτρες της σιωπής

Σ’ ευχαριστώ για ό,τι μου χάρισες απόψε
μα τα λουλούδια κοιμούνται το πρωί
Ένα «αντίο» που θυμάμαι πότε-πότε
κλείνει τις γέφυρες με πέτρες της σιωπής.

Παρασκευάς Καρασούλας, Ο λόγος της σιωπής

Αφού δεν του έμεινε κανείς
μαζί του να μιλάει
Άρχισε να ξεχνάει τις διαδρομές της λογικής
Κι αφού στα λόγια του κανείς
ποτέ δεν απαντούσε
μόνος του όπως ζούσε
βρήκε την γλώσσα της σιωπής.

Κι είπε το θάνατο αρχή
Τον έρωτα είπε φόβο
Την πόλη έλεγε σιωπή
Τη θάλασσα είπε δρόμο
Μα δεν μπορούσε την σιωπή
κι έτσι όπως ζούσε μόνος
φοβότανε το φόβο
πήρε το τέλος σαν αρχή.

Κώστας Κωτούλας, Με πνίγει τούτη η σιωπή

Πικρό το βράδυ σκυθρωπό
αργεί να ξημερώσει
στο σπίτι μέσα το κλειστό
ερημιά έχει φυτρώσει
Με πνίγει τούτη η σιωπή
τούτη η στενοχώρια
στο δρόμο να `χουνε γιορτή
κι εμείς να ζούμε χώρια
Αυτό το βράδυ δεν μπορώ
γωνιά να βρω ν’ αράξω
στο δρόμο τον ερημικό
να βγω και να φωνάξω
Με πνίγει τούτη η σιωπή
τούτη η στενοχώρια
στο δρόμο να `χουνε γιορτή
κι εμείς να ζούμε χώρια.

Πάμπλο Νερούντα – Μ’ αρέσει άμα σωπαίνεις

Μ’ αρέσει άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν απουσία
κι ενώ μεν απ’ τα πέρατα με ακούς,
η φωνή μου εμένα δε σε φτάνει.
Μου φαίνεται ακόμα ότι τα μάτια μου σε σκεπάζουν πετώντας
κι ότι ένα φιλί, μου φαίνεται,
στα χείλη σου τη σφραγίδα του βάνει.
Κι όπως τα πράγματα όλα ποτισμένα είναι από την ψυχή μου,
έτσι αναδύεσαι κι εσύ μες απ’ τα πράγματα,
ποτισμένη απ’ τη δική μου ψυχή.
Σου ονείρου πεταλούδα, της ψυχής μου εσύ της μοιάζεις έτσι,
σαν όπως μοιάζεις και στη λέξη μελαγχολία, καθώς ηχεί.
Μ’ αρέσεις άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν ξενιτιά.
Κι άμα κλαις μου αρέσεις,
απ’ την κούνια σου πεταλούδα μικρή μου εσύ.
Κι ενώ μεν απ’ τα πέρατα με ακούς,
η φωνή μου εμένα δεν μπορεί να σ’ αγγίξει:
Άσε με τώρα να βυθιστώ κι εγώ σωπαίνοντας
μες στη δική σου σιωπή.
Άσε με τώρα να σου μιλήσω κι εγώ με τη σιωπή
τη δικιά σου
που είναι απέριττη σα δαχτυλίδι αρραβώνων
και που λάμπει σαν αστραπή.
Είσαι όμοια η νύχτα, αγάπη μου,
η νύχτα που κατηφορίζει έναστρη.
Απόμακρη και τόση δα κι απ’ αστέρια φτιαγμένη
είναι η δικιά σου σιωπή.
Μ’ αρέσεις άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν απουσία.
Μακρινή κι απαρηγόρητη, σα να σε σκέπασε χώμα.
Μια λέξη μόνο αν πεις, ένα χαμόγελο – μου αρκεί
για να πανηγυρίσω που είσαι εδώ κοντά μου ακόμα.

Όσκαρ Ουάιλντ – Η σιωπή του έρωτα

Έτσι όπως συχνά ο ήλιος με την εντυπωσιακή του λάμψη
διώχνει το θαμπό φεγγάρι, όσο και αν αντιστέκεται
στη σκοτεινή σπηλιά του, χωρίς να ακούσει
ούτε ένα τραγούδι από το αηδόνι
έτσι η ομορφιά σου μου σφραγίζει τα χείλη
και κάνει παράφωνα για μένα τα πιο όμορφα τραγούδια
Κι όπως την αυγή πάνω από τα λιβάδια
περνά ο άνεμος με τα ορμητικά του φτερά
και σπάει τα καλάμια με τα δυνατά φιλιά του
που αυτά μόνο, μπορούν να γίνουν όργανα τραγουδιού
έτσι τα ορμητικά μου πάθη, παραδέρνουν συνέχεια μέσα μου
και η τόσο μεγάλη αγάπη κάνει την αγάπη μου βουβή
Όμως τα μάτια μου σου έδειξαν εσένα
γιατί είμαι σιωπηλός και η λύρα μου ακούρδιστη
πριν γίνει ο χωρισμός μας μοιραίος
και πριν μας αναγκάσει να φύγουμε
εσύ για άλλα χείλη που τραγουδούν με αρμονία
κι εγώ εδώ να αναπολώ μάταια
φιλιά που δεν έδωσα, τραγούδια που δεν είπα.

Αζίζ Νεσίν – Σώπα, μη μιλάς…

Σώπα, μη μιλάς, είναι ντροπή
κόψ’ τη φωνή σου
σώπασε επιτέλους
κι αν ο λόγος είναι αργυρός
η σιωπή είναι χρυσός.
Τα πρώτα λόγια που άκουσα από παιδί
έκλαιγα, γέλαγα, έπαιζα μου λέγανε:
«σώπα».
Στο σχολείο μου κρύψαν την αλήθεια τη μισή,
μου λέγανε :»εσένα τι σε νοιάζει ; Σώπα!»
Με φιλούσε το πρώτο κορίτσι που ερωτεύτηκα και μου λέγανε:
«κοίτα μην πεις τίποτα, σσσσ….σώπα!»
Κόψε τη φωνή σου και μη μιλάς, σώπαινε.
Και αυτό βάσταξε μέχρι τα είκοσί μου χρόνια.
Ο λόγος του μεγάλου
η σιωπή του μικρού.
Έβλεπα αίματα στο πεζοδρόμιο,
«Τι σε νοιάζει εσένα;», μου λέγανε,
«θα βρεις το μπελά σου, σώπα».
Αργότερα φωνάζανε οι προϊστάμενοι
«Μη χώνεις τη μύτη σου παντού,
κάνε πως δεν καταλαβαίνεις, σώπα»
Παντρεύτηκα, έκανα παιδιά,
η γυναίκα μου ήταν τίμια κι εργατική και
ήξερε να σωπαίνει.
Είχε μάνα συνετή, που της έλεγε «Σώπα».
Σε χρόνια δίσεκτα οι γονείς, οι γείτονες με συμβουλεύανε :
«Μην ανακατεύεσαι, κάνε πως δεν είδες τίποτα. Σώπα»
Μπορεί να μην είχαμε με δαύτους γνωριμίες ζηλευτές,
με τους γείτονες, μας ένωνε , όμως, το Σώπα.
Σώπα ο ένας, σώπα ο άλλος σώπα οι επάνω, σώπα οι κάτω,
σώπα όλη η πολυκατοικία και όλο το τετράγωνο.
Σώπα οι δρόμοι οι κάθετοι και οι δρόμοι οι παράλληλοι.
Κατάπιαμε τη γλώσσά μας.
Στόμα έχουμε και μιλιά δεν έχουμε.
Φτιάξαμε το σύλλογο του «Σώπα».
και μαζευτήκαμε πολλοί
μία πολιτεία ολόκληρη, μια δύναμη μεγάλη, αλλά μουγκή!
Πετύχαμε πολλά, φτάσαμε ψηλά, μας δώσανε παράσημα,
τα πάντα κι όλα πολύ
εύκολα, μόνο με το Σώπα.
Μεγάλη τέχνη αυτό το «Σώπα».
Μάθε το στη γυναίκα σου, στο παιδί σου, στην πεθερά σου
κι όταν νιώσεις ανάγκη να μιλήσεις ξερίζωσε τη γλώσσα σου
και κάν’ την να σωπάσει.
Κόψ’ την σύρριζα.
Πέτα την στα σκυλιά.
Το μόνο άχρηστο όργανο από τη στιγμή που δεν το μεταχειρίζεσαι σωστά.
Δεν θα έχεις έτσι εφιάλτες , τύψεις κι αμφιβολίες.
Δε θα ντρέπεσαι τα παιδιά σου και θα γλιτώσεις από το βραχνά να μιλάς ,
χωρίς να μιλάς να λες «έχετε δίκιο, είμαι σαν κι εσάς»
Αχ! Πόσο θα ‘θελα να μιλήσω ο κερατάς.
Και δεν θα μιλάς,
θα γίνεις φαφλατάς,
θα σαλιαρίζεις αντί να μιλάς.
Κόψε τη γλώσσά σου, κόψ’ την αμέσως.

Δεν έχεις περιθώρια.
Γίνε μουγκός.
Αφού δε θα μιλήσεις , καλύτερα να το τολμήσεις. Κόψε τη γλώσσα σου.
Για να είμαι τουλάχιστον σωστός στα σχέδια και στα όνειρά μου
ανάμεσα σε λυγμούς και σε παροξυσμούς κρατώ τη γλώσσα μου,
γιατί νομίζω πως θα’ ρθει η στιγμή που δεν θα αντέξω
και θα ξεσπάσω και δεν θα φοβηθώ και θα ελπίζω
και κάθε στιγμή το λαρύγγι μου θα γεμίζω με ένα φθόγγο ,
με έναν ψίθυρο , με ένα τραύλισμα , με μια κραυγή που θα μου λέει:
ΜΙΛΑ!…

Η τέχνη της αγένειας

Παράξενες μέρες, δύσκολες και γκριζαρισμένες. Έχουν επηρεάσει τα πάντα γύρω μας, τα πάντα μέσα μας. Μέσα σε όλα τα άλλα, αλλάζουμε κι εμείς.

Ζούμε τις μέρες της αγένειας. Εκείνης της αγένειας της βαθιά ριζωμένης μέσα μας. Είναι οι μέρες που η ευγένεια θεωρείται ξεπερασμένη και παλιακή. Ντεμοντέ και βαρετή. Και δεν μιλάμε για εκείνη την τυπική ευγένεια που έχει μέσα της το «πρέπει», αλλά εκείνη που στην βάζουν μέσα σου οι ρίζες του σπιτιού σου, του σχολείου σου, του κοινωνικού σου περίγυρου.

Δεν μιλάμε καν για εκείνες τις προσποιητές γλυκουλίτσες και τις γλυκερές καλημεροκαλησπέρες της διαδικτυακής λατρείας. Αυτές είναι χειρότερες κι από την αγένεια γιατί είναι τόσο επιτηδευμένες, τόσο καλά σκηνοθετημένες, που υποτιμούν κάθε κύτταρο του εγκεφάλου μας.

Μιλάμε για την άλλη ευγένεια. Εκείνη την καλά κρυμμένη στην συμπεριφορά. Εκείνη που γεννιέται και πηγάζει μέσα από την σεμνότητα, μέσα από την έλλειψη αλαζονείας. Εκείνη που είναι έμφυτη και δεν ψάχνει να κρύψει το φόβο και την ανασφάλεια πίσω από λέξεις δεικτικές, επιθετικές και φράσεις προσβλητικές.

Είναι εκείνα τα μικρά που λίγο πολύ θεωρούνται αυτονόητα και εν τέλει, δεν είναι καθόλου μα καθόλου δεδομένα. Να συζητάς, να εξηγείς, να παραθέτεις την σκέψη σου και να νιώθεις τόσο σίγουρος γι’αυτήν που να αντιμετωπίζεις την αντίθετη γνώμη όχι σαν επίθεση αλλά σαν υγιή και παραγωγική αντιπαράθεση.

Μιλάμε για την επιλογή συμπεριφοράς. Την επιλογή τρόπου έκφρασης και αντιμετώπισης. Καθένας μπορεί να είναι αγενής. Καθένας μπορεί να είναι αλαζόνας και καθένας μπορεί να είναι υπερόπτης. Επειδή όμως αυτά εκτός από την αγένεια συνοψίζουν και την βλακεία, κάποιοι επιλέγουν τον άλλο δρόμο.

Αρκεί μια βόλτα για να καταλάβεις αυτό που χάθηκε ή μήπως δεν υπήρξε ποτέ; Την καλημέρα, το ευχαριστώ, το συγγνώμη, την εξήγηση και την καθαρότητα στην έκφραση. Έχει αρχίσει να παρατηρείται η ευγένεια σαν εκλειπές φαινόμενο. Να προκαλεί εντύπωση και να σχολιάζεται.

Η αγένεια συνήθως πυροδοτείται από ασήμαντα πράγματα. Μια διαφωνία αστεία ακόμα και στο facebook και βλέπεις να εξελίσσονται μάχες ομηρικές με προσβολές εκατέρωθεν σαν να πρόκειται για μια μάχη επικράτησης του χείριστου.

Το χειρότερο όμως είναι πως συνηθίζεται. Αρχίσαμε να συνηθίζουμε την αγένεια των ανθρώπων. Έγινε μόδα και πολλές φορές βαφτίστηκε ακόμα και «χιούμορ».

Φυσικά η αγένεια δεν έχει επιπτώσεις και έχει επισημοποιηθεί σε τέτοιο βαθμό που ενδέχεται στην παρατήρηση του φαινομένου να είσαι εσύ ο «παράξενος» της ιστορίας.

Ζούμε στις μέρες που η αγένεια μεταφράζεται σε μαγκιά και η ξερολίαση σε γνώση. Φτάσαμε να θεωρούμε δεδομένο την προσβολή κι θέσφατο την ασέβεια. Χωρίς να λογίζεται ως έλλειψη αυτοσεβασμού.

Κι όμως αυτό είναι εν τέλει. Εκείνος που δεν έμαθε να σέβεται τον εαυτό του δεν θα σεβαστεί ποτέ ούτε τον φίλο, ούτε το συνεργάτη ούτε καν τον εχθρό του. Εκείνος που ξέρει πως έχει πίσω του κενά στις γνώσεις, εκείνος που νιώθει να απειλείται από τον απέναντί του, χάνει συνήθως την ψυχραιμία του και επιτίθεται.

Αντιμετωπίζεται η αγένεια;

Φυσικά!

Αρκεί να μπορέσεις να βρεις τα κίνητρα πίσω από την συμπεριφορά αυτή. Να μπορέσεις να διακρίνεις το λόγο που φτάνει ο άλλος να εκφραστεί με αγένεια, υποτιμητικά.

Μπορεί να είναι εκτόνωση της έντασης και των νεύρων του. Μπορεί να είναι ξέσπασμα συσσωρευμένων καταστάσεων που βιώνει, μπορεί όμως απλά έτσι να προσπαθεί να καλύψει την έλλειψη αυτοπεποίθησης και την έντονη ανασφάλειά του.

Κι εσύ που δέχεσαι την επίθεση τι κάνεις; Τι μπορείς να κάνεις;

Σίγουρα δεν είναι επιλογή να παίξεις με τους ίδιους όρους. Δεν είναι επιλογή να πέσεις μέσα στο λάκκο.

Θέτεις τα όριά σου. Δείχνεις τις γραμμές σου, τις καθιστάς σαφέστατες και περιμένεις να τελειώσει το ξέσπασμα. Μπορείς ακόμα και να γυρίσεις την πλάτη στην αγένεια και να απομακρυνθείς από την τοξικότητα της στιγμής.

Κι αν είναι κάτι που σε νοιάζει, μπορείς να επανέλθεις με αμοιβαίες και ήρεμες εξηγήσεις. Με λέξεις ήπιες και φράσεις κατευναστικές.

Βέβαια υπάρχει κι η περίπτωση να είναι μάταιη η όποια προσπάθεια. Άλλωστε η μεγαλύτερη πράξη σύγχρονης ασέβειας, είναι η ελλειμματική προσοχή σε αυτά που λέει ο άλλος. Είναι η αδιαφορία μας για τα λόγια του, για τις λέξεις του. Τότε δεν έχεις τίποτε άλλο να κάνεις παρά να φύγεις. Και η φυγή από την φωλιά της αγένειας, είναι πάντα επιλογή.

Ζούμε στις μέρες που η αγένεια περισσεύει και η ευγένεια αναζητιέται με το μικροσκόπιο. Κι αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό δείγμα της έλλειψης όχι γνώσεων, αλλά μόρφωσης. Κι αν μη τι άλλο, είναι η αρχή του τέλους της ουσιαστικής επικοινωνίας.

Οι άνθρωποι βλέπουν τις δικές τους ιδιαίτερες συμπεριφορές σε άλλους

Πολλοί δεν απορείτε για το τι σκέφτεται ο άλλος δίπλα σας;

Μια έρευνα που δημοσιεύθηκε στο Journal of Personality and Social Psychology μας δίνει λίγη βοήθεια.

Στην έρευνα αναφέρεται ότι, το να ζητάει κάποιος την άποψη από έναν άνθρωπο για το πως νομίζει ότι σκέφτονται οι άλλοι άνθρωποι, αποκαλύπτει πολλά για τη δική τους προσωπικότητα.

Ο λόγος είναι ότι οι άνθρωποι τείνουν να βλέπουν πιο εύκολα τις δικές τους ιδιαίτερες συμπεριφορές σε άλλους.

Το γενναιόδωρο άτομο βλέπει τους άλλους ως γενναιόδωρους και το εγωιστικό άτομο βλέπει τους άλλους ως εγωιστές.

Ο Δρ Dustin Wood, πρώτος συγγραφέας της έρευνας, δήλωσε:

«Η απλή τάση να βλέπεις ανθρώπους να δείχνουν αρνητικές συμπεριφορές, έχει μεγαλύτερη πιθανότητα υποβόσκουσας κατάθλιψης ή διαφόρων διαταραχών της προσωπικότητας.»

Τα συμπεράσματα αυτά προέρχονται από μια σειρά από δύο μελετών.

Στην μία, κλήθηκαν διάφοροι άνθρωποι να κρίνουν τα θετικά και τα αρνητικά χαρακτηριστικά των τριών άλλων ανθρώπων.

Οι πιο θετικοί έκριναν αυτούς τους ανθρώπους που ήταν πιο ευτυχισμένοι, ενθουσιώδης, ικανοί και συναισθηματικά σταθεροί, πράγμα που αποδείχθηκε ότι ήταν οι ίδιοι.

Οι άνθρωποι που είχαν την τάση να κρίνουν τους άλλους θετικά, κατέληξε να είναι περισσότερο ικανοποιημένοι με τη ζωή τους.

Με φόντο αυτό, όσοι κρίνουν τους άλλους πιο αρνητικά είχαν υψηλότερα επίπεδα ναρκισσισμού και αντικοινωνική συμπεριφορά.

Οι ερευνητές, επέστρεψαν στους ίδιους ανθρώπους ένα χρόνο αργότερα και βρήκαν τα αποτελέσματα ότι ήταν τα ίδια.

Αυτό υποδηλώνει ότι η κριτική που ασκούσαν προς τους άλλους ανθρώπους, παραμένει σταθερή με την πάροδο του χρόνου.

Οι διαταραχές της προσωπικότητας συχνά διαγιγνώσκονται, τουλάχιστον εν μέρει, από το πώς οι βλέπει κάποιος τους άλλους.

Για παράδειγμα οι συγγραφείς της έρευνας αυτής αναφέρουν ότι:

«Αν κάποιος αναφέρει τους άλλους ως πληκτικούς ή άνευ αξίας, αυτό μπορεί να μην αντικατοπτρίζουν το πώς βλέπουν τον εαυτό τους, μιας και μπορεί να είναι χαρακτηριστικό ναρκισσιστικής προσωπικότητας.»

«Ομοίως, τα άτομα που εμφανίζουν συμπεριφορές που χαρακτηρίζουν την παρανοϊκή διαταραχή της προσωπικότητας, μπορεί να πιστεύουν ότι οι άλλοι είναι κακόβουλοι και αναξιόπιστοι, ακόμα κι αν δεν βλέπουν τους εαυτούς τους με αυτόν τον τρόπο»

Συνοψίζοντας, ένα πολύ σημαντικό πράγμα που θα ήθελα να αναφέρω, είναι ότι τα άρθρα που βασίζονται σε μια έρευνα, δεν είναι ασφαλή να τα οικειοποιείστε αν κρίνετε ότι χρειάζεστε Ψυχολογική βοήθεια. Για παράδειγμα, αν πονάει το δόντι σας, θα διαβάσετε πολλά άρθρα για οδοντιατρική, θα δείτε βίντεο και μετά θα κάνετε την επέμβαση μόνοι σας; Νομίζω όχι… είναι καλό να έχετε γνώσεις και να μαθαίνετε, αλλά να αποφεύγετε την αυτοδιάγνωση.

Τα παιδιά χρειάζονται όραμα για να είναι ευτυχισμένα

Οι γονείς και οι δάσκαλοι συχνά αγωνιούν για να βλέπουν τα παιδιά τους γεμάτα χαρά και προσπαθούν να τα κάνουν χαρούμενα με διάφορους τρόπους.

Ο πιο αποτελεσματικός τρόπος να κάνετε τα παιδιά να έχουν διαρκή χαρά είναι να τους δώσετε ένα όραμα και να τα ενθουσιάσετε στο να πετύχουν το όραμά τους.

Απ’ τη στιγμή που ένα όραμα συντονιστεί με τις ψυχές τους, ο αγώνας προς αυτό το όραμα θα δημιουργεί ελπίδα και χαρά στις καρδιές τους.

Μια απ’ τις πιο ευαίσθητες ευθύνες των δασκάλων ή των γονιών είναι το να δίνουν ένα όραμα στα παιδιά τους και να τα κάνουν πραγματικά να βλέπουν ότι οι γονείς ή οι δάσκαλοί τους είναι άνθρωποι οράματος.

Το όραμα πάντα σχετίζεται με μελλοντικά κατορθώματα, νίκες ή επιτεύγματα που περιλαμβάνουν την πρόοδο και την προστασία της ανθρωπότητας, ένα όραμα που σχετίζεται με την ειρήνη, την συνεργασία, την εξαφάνιση των δυστυχιών του κόσμου, ή ένα όραμα που σχετίζεται με μεγάλα άλματα στα πεδία της ανθρώπινης προσπάθειας.

Ο κόσμος νομίζει ότι δεν είναι εύκολο να δώσει όραμα στα παιδιά, αλλά είναι το πιο ελκυστικό πράγμα για τα παιδιά.

Οράματα δοσμένα μέσα από ιστορίες, παραμύθια, βιογραφίες και αληθινά παραδείγματα ανθρώπινων κατορθωμάτων βυθίζονται βαθιά στην συνειδητότητα του παιδιού και γίνονται πηγές έμπνευσης, χαράς και προσπάθειας.

ARTHUR SCHOPENHAUER: Στην μοναξιά, ο περιβεβλημένος με πορφύρα βλαξ βαριαναστενάζει υπό το αφόρητο βάρος του εαυτού του

Ο άνθρωπος με πλούσιο πνεύμα πασχίζει προφανώς γι’ αναλγησία, αταραξία, ηρεμία και σχόλη, επιζητεί άρα έναν βίο ήσυχο, ολιγαρκή, όμως απαρακώλυτο και, κατά συνέπεια, αφού γνωρίσει αρκετά αυτούς που καλούνται «άνθρωποι», θα επιλέξει τον αποτραβηγμένο βίο, και μάλιστα, σε περίπτωση ιδιαίτερης ευφυίας, την μοναχικότητα· και τούτο επειδή, βέβαια, όσο περισσότερα έχει κανείς καθ’ εαυτόν τόσο λιγότερα χρειάζεται έξωθεν και τόσο λιγότερα μπορούν να σημαίνουν οι άλλοι γι’ αυτόν. Για τον λόγο τούτο, τα έκτακτα πνευματικά χαρίσματα οδηγούν στην αντικοινωνικότητα. Εάν η ποιότητα της συντροφιάς μπορούσε να υποκατασταθεί από την ποσότητα της, τότε θ’ άξιζε τον κόπο να ζει κανείς σ’ ευρύ κοινωνικό κύκλο. Όμως, δυστυχώς, ένας σωρός εκατό ελεεινών παλιάτσων δεν ισοδυναμεί μ’ έναν γνωστικό άνθρωπο.

Ο άνθρωπος, αντίθετα, του άλλου άκρου, μόλις η ένδεια του επιτρέψει να πάρει μία ανάσα, θ’ αναζητήσει πάση θυσία διασκέδαση και συντροφιά αρκούμενος σ’ οτιδήποτε και μη αποφεύγοντας τίποτε άλλο περισσότερο απ’ ότι τον ίδιο του τον εαυτό, καθώς στην μοναχικότητα, ως την κατάσταση εκείνη στην οποία ο καθένας έχει αποσυρθεί στον εαυτό του, γίνεται εμφανές τι έχει ο καθένας καθ’ εαυτόν· και τότε ο περιβεβλημένος με πορφύρα βλαξ βαριαναστενάζει υπό το αφόρητο βάρος της ατομικότητάς του, ενώ ο υπερχαρισματικός γεμίζει και ζωντανεύει με το πνεύμα του και το πιο έρημο και πληκτικό μέρος.

Συνολικά, λοιπόν, καταλήγει κανείς στην διαπίστωση ότι ο βαθμός κοινωνικότητας κάθε ανθρώπου βρίσκεται σε ευθεία αναλογική σχέση με το πόσο πνευματικά ενδεής και γενικά φαύλος είναι, καθώς στην ζωή δεν έχει κανείς και πολλές επιλογές πέραν από εκείνη μεταξύ μοναχικότητας και φαυλότητας.

ARTHUR SCHOPENHAUER, ΑΦΟΡΙΣΜΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

Οι καρχαρίες Kitefin μπορούν και… λάμπουν στο σκοτάδι

Οι καρχαρίες kitefin (Dalatias licha), που οι επιστήμονες γνωρίζουν την ύπαρξη τους από τον 18ο αιώνα, είναι μακράν οι μεγαλύτεροι που μπορούν να λάμπουν στο σκοτάδι!

Ο Jérôme Mallefet, βιολόγος στο Université catholique de Louvain, στο Βέλγιο, που κατάφερε να τους φωτογραφίσει ήλπιζε εδώ και χρόνια να δει έναν λαμπερό καρχαρία kitefin. «Αυτό ήταν ένα από τα ”ιερά μου δισκοπότηρα”, να δω αυτόν τον μεγάλο καρχαρία να λάμπει», λέει.

Μελέτες στη δεκαετία του 1980 έδειξαν ότι είχαν όργανα που εκπέμπουν φως στο καφέ δέρμα τους, αλλά κανείς δεν είχε δει κάποιον ζωντανό από κοντά.

Το όνειρό του τελικά έγινε πραγματικότητα 1.000 μίλια ανατολικά της Νέας Ζηλανδίας, σε ένα ερευνητικό σκάφος αλιείας που χρησιμοποιούσε ένα τεράστιο δίχτυ για να ερευνήσει είδη που κατοικούσαν στη ζώνη του λυκόφωτος, περίπου 800 μέτρα κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας.

Ο Mallefet με τα φώτα χαμηλά, είδε από κοντά τους καρχαρίες kitefin να έχουν μια γαλαζοπράσινη λάμψη στο σώμα τους.

Τα μικρότερα είδη καρχαριών χρησιμοποιούν τα φώτα τους για επιβίωση και για να επικοινωνούν μεταξύ τους. Μερικά έχουν αγκάθια στην πλάτη τους που φωτίζονται σαν [φωτόσπαθα», προειδοποιώντας τους εχθρούς να τους αφήσουν ήσυχους.

Νίτσε: 30 πράγματα πέρα από το καλό και το κακό

30 πράγματα που μας έμαθε ο Φρίντριχ Νίτσε, τα οποία είναι πέρα από το καλό και το κακό

Εκείνος που είναι δάσκαλος εκ βάθρων παίρνει όλα τα πράγματα στα σοβαρά μόνο σε σχέση με τους μαθητές του — ακόμη και τον ίδιο του τον εαυτό.

«Η γνώση για τη γνώση» — αυτός είναι ο τελευταίος βρόχος που στήνει η ηθική: μ’ αυτόν μπλεκόμαστε άλλη μια φορά πλήρως μ’ αυτήν.

Περισσότερο ανέντιμοι είμαστε απέναντι στο Θεό μας: αυτός δεν πρέπει να αμαρτήσει!

Η κλίση να μειώνουμε τον εαυτό μας, να αφήνουμε να μας κλέβουν, να μας λένε ψέματα και να μας εκμεταλλεύονται, μπορεί να είναι η ντροπή ενός θεού ανάμεσα στους ανθρώπους.

Η αγάπη για έναν είναι βαρβαρότητα: γιατί εφαρμόζεται σε βάρος όλων των άλλων. Το ίδιο ισχύει και για την αγάπη για το Θεό.

«Αυτό έκανα», λέει η μνήμη μου. «Δεν μπορεί να το έκανα αυτό» — λέει η περηφάνια μου και παραμένει άτεγκτη. Στο τέλος — η μνήμη υποχωρεί.

Αν έχει κανείς χαρακτήρα, τότε έχει και το τυπικό του βίωμα, που επανέρχεται πάντα.

Ο σοφός ως αστρονόμος. — Όσο καιρό εξακολουθείς να αισθάνεσαι τα αστέρια σαν να είναι κάτι «πάνω από σένα», εξακολουθεί να σου λείπει το μάτι του ανθρώπου της γνώσης.

Όχι η δύναμη αλλά η διάρκεια των υψηλών αισθημάτων είναι εκείνο που κάνει τους ανώτερους ανθρώπους.

Όποιος φτάνει το ιδανικό του, απ’ αυτό το ίδιο το γεγονός το ξεπερνά κιόλας.

Πολλά παγόνια κρύβουν την παγονίσια ουρά τους απ’ όλα τα μάτια — και το λένε αυτό περηφάνια τους.

Ο μεγαλοφυής άνθρωπος είναι ανυπόφορος αν δεν διαθέτει τουλάχιστον δύο άλλα πράγματα: ευγνωμοσύνη και καθαρότητα.

«Οίκτος για όλους» — αυτό θα ήταν σκληρότητα και τυραννία για σένα, γείτονά μου!

Το ένστικτο. — Όταν καίγεται το σπίτι, ξεχνάμε το φαγητό. Ναι: αλλά το περισώζουμε μέσα από τις στάχτες.

Η γυναίκα μαθαίνει να μισεί στο βαθμό που ξεμαθαίνει — να γοητεύει.

Τα ίδια αισθήματα είναι διαφορετικά στο τέμπο στον άντρα και τη γυναίκα: γι’ αυτό ο άντρας και η γυναίκα δεν σταματούν ποτέ να παρανοούν ο ένας τον άλλο.

Να ντρέπεσαι για την ανηθικότητά σου: αυτό είναι ένα σκαλοπάτι της σκάλας στης οποίας το τέλος ντρέπεσαι και για την ηθικότητά σου.

Πρέπει να φεύγει κανείς από τη ζωή όπως έφυγε ο Οδυσσέας από τη Ναυσικά — ευγνωμονώντας μάλλον παρά αγαπώντας την.

Πώς; Ένας μεγάλος άνθρωπος; Εγώ βλέπω πάντα μόνο τον ηθοποιό του ίδιου του τού ιδεώδους.

Όταν γυμνάσει κανείς τη συνείδησή του, αυτή μας φιλάει την ίδια στιγμή που μας δαγκώνει.

Ο βαθμός και το είδος της σεξουαλικότητας ενός ανθρώπου ανεβαίνει ως την υψηλότερη κορυφή του πνεύματός του.

Σε καιρό ειρήνης ο πολεμοχαρής άνθρωπος επιτίθεται στον εαυτό του.

Με τις αρχές που έχει κάποιος προσπαθεί να τυραννήσει τις συνήθειές του ή να τις δικαιολογήσει, να τις τιμήσει, να τις διασύρει, να τις κρύψει — δύο άνθρωποι με τις ίδιες αρχές πιθανόν να επιδιώκουν κάτι τελείως διαφορετικό μ’ αυτές.

Ένα πράγμα που βρίσκει εξήγηση σταματά να μας απασχολεί. — Τι εννοούσε εκείνος ο θεός που συμβούλευε: «Γνώθι σαυτόν!» Μήπως εννοούσε: «Μην ασχολείσαι πια με τον εαυτό σου! Γίνε αντικειμενικός!» — Και ο Σωκράτης; — Και ο «άνθρωπος της επιστήμης»;

Φρίντριχ Νίτσε, Πέρα από το καλό και το κακό

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ, ΙΣΤΟΡΙΑΙ

ΘΟΥΚ 7.83.1–7.85.4

(ΘΟΥΚ 7.75.1–7.87.6: Η καταστροφή του αθηναϊκού εκστρατευτικού σώματος) 

Άκαρπες προτάσεις για συνθηκολόγηση – Παράδοση του στρατεύματος του Νικία μετά τη σφαγή στον Ασσίναρο


[7.83.1] Οἱ δὲ Συρακόσιοι τῇ ὑστεραίᾳ καταλαβόντες αὐτὸν
ἔλεγον ὅτι οἱ μετὰ Δημοσθένους παραδεδώκοιεν σφᾶς
αὐτούς, κελεύοντες κἀκεῖνον τὸ αὐτὸ δρᾶν· ὁ δ’ ἀπιστῶν
σπένδεται ἱππέα πέμψαι σκεψόμενον. [7.83.2] ὡς δ’ οἰχόμενος
ἀπήγγειλε πάλιν παραδεδωκότας, ἐπικηρυκεύεται Γυλίππῳ
καὶ Συρακοσίοις εἶναι ἑτοῖμος ὑπὲρ Ἀθηναίων ξυμβῆναι,
ὅσα ἀνήλωσαν χρήματα Συρακόσιοι ἐς τὸν πόλεμον, ταῦτα
ἀποδοῦναι, ὥστε τὴν μετ’ αὐτοῦ στρατιὰν ἀφεῖναι αὐτούς·
μέχρι οὗ δ’ ἂν τὰ χρήματα ἀποδοθῇ, ἄνδρας δώσειν Ἀθη-
ναίων ὁμήρους, ἕνα κατὰ τάλαντον. [7.83.3] οἱ δὲ Συρακόσιοι καὶ
Γύλιππος οὐ προσεδέχοντο τοὺς λόγους, ἀλλὰ προσπεσόντες
καὶ περιστάντες πανταχόθεν ἔβαλλον καὶ τούτους μέχρι
ὀψέ. [7.83.4] εἶχον δὲ καὶ οὗτοι πονήρως σίτου τε καὶ τῶν ἐπιτη-
δείων ἀπορίᾳ. ὅμως δὲ τῆς νυκτὸς φυλάξαντες τὸ ἡσυχάζον
ἔμελλον πορεύσεσθαι. καὶ ἀναλαμβάνουσί τε τὰ ὅπλα καὶ
οἱ Συρακόσιοι αἰσθάνονται καὶ ἐπαιάνισαν. [7.83.5] γνόντες δὲ
οἱ Ἀθηναῖοι ὅτι οὐ λανθάνουσι, κατέθεντο πάλιν πλὴν
τριακοσίων μάλιστα ἀνδρῶν· οὗτοι δὲ διὰ τῶν φυλάκων
βιασάμενοι ἐχώρουν τῆς νυκτὸς ᾗ ἐδύναντο.

[7.84.1] Νικίας δ’ ἐπειδὴ ἡμέρα ἐγένετο ἦγε τὴν στρατιάν· οἱ δὲ
Συρακόσιοι καὶ οἱ ξύμμαχοι προσέκειντο τὸν αὐτὸν τρόπον
πανταχόθεν βάλλοντές τε καὶ κατακοντίζοντες. [7.84.2] καὶ οἱ
Ἀθηναῖοι ἠπείγοντο πρὸς τὸν Ἀσσίναρον ποταμόν, ἅμα
μὲν βιαζόμενοι ὑπὸ τῆς πανταχόθεν προσβολῆς ἱππέων τε
πολλῶν καὶ τοῦ ἄλλου ὄχλου, οἰόμενοι ῥᾷόν τι σφίσιν
ἔσεσθαι, ἢν διαβῶσι τὸν ποταμόν, ἅμα δ’ ὑπὸ τῆς ταλαι-
πωρίας καὶ τοῦ πιεῖν ἐπιθυμίᾳ. [7.84.3] ὡς δὲ γίγνονται ἐπ’ αὐτῷ,
ἐσπίπτουσιν οὐδενὶ κόσμῳ ἔτι, ἀλλὰ πᾶς τέ τις διαβῆναι
αὐτὸς πρῶτος βουλόμενος καὶ οἱ πολέμιοι ἐπικείμενοι χαλε-
πὴν ἤδη τὴν διάβασιν ἐποίουν· ἁθρόοι γὰρ ἀναγκαζόμενοι
χωρεῖν ἐπέπιπτόν τε ἀλλήλοις καὶ κατεπάτουν, περί τε τοῖς
δορατίοις καὶ σκεύεσιν οἱ μὲν εὐθὺς διεφθείροντο, οἱ δὲ
ἐμπαλασσόμενοι κατέρρεον. [7.84.4] ἐς τὰ ἐπὶ θἄτερά τε τοῦ ποτα-
μοῦ παραστάντες οἱ Συρακόσιοι (ἦν δὲ κρημνῶδες) ἔβαλλον
ἄνωθεν τοὺς Ἀθηναίους, πίνοντάς τε τοὺς πολλοὺς ἀσμέ-
νους καὶ ἐν κοίλῳ ὄντι τῷ ποταμῷ ἐν σφίσιν αὐτοῖς ταρασ-
σομένους. [7.84.5] οἵ τε Πελοποννήσιοι ἐπικαταβάντες τοὺς ἐν τῷ
ποταμῷ μάλιστα ἔσφαζον. καὶ τὸ ὕδωρ εὐθὺς διέφθαρτο,
ἀλλ’ οὐδὲν ἧσσον ἐπίνετό τε ὁμοῦ τῷ πηλῷ ᾑματωμένον καὶ
περιμάχητον ἦν τοῖς πολλοῖς. [7.85.1] τέλος δὲ νεκρῶν τε πολλῶν
ἐπ’ ἀλλήλοις ἤδη κειμένων ἐν τῷ ποταμῷ καὶ διεφθαρμένου
τοῦ στρατεύματος τοῦ μὲν κατὰ τὸν ποταμόν, τοῦ δὲ καί, εἴ
τι διαφύγοι, ὑπὸ τῶν ἱππέων, Νικίας Γυλίππῳ ἑαυτὸν παρα-
δίδωσι, πιστεύσας μᾶλλον αὐτῷ ἢ τοῖς Συρακοσίοις· καὶ
ἑαυτῷ μὲν χρήσασθαι ἐκέλευεν ἐκεῖνόν τε καὶ Λακεδαι-
μονίους ὅτι βούλονται, τοὺς δὲ ἄλλους στρατιώτας παύ-
σασθαι φονεύοντας. [7.85.2] καὶ ὁ Γύλιππος μετὰ τοῦτο ζωγρεῖν
ἤδη ἐκέλευεν· καὶ τούς τε λοιποὺς ὅσους μὴ ἀπεκρύψαντο
(πολλοὶ δὲ οὗτοι ἐγένοντο) ξυνεκόμισαν ζῶντας, καὶ ἐπὶ
τοὺς τριακοσίους, οἳ τὴν φυλακὴν διεξῆλθον τῆς νυκτός,
πέμψαντες τοὺς διωξομένους ξυνέλαβον. [7.85.3] τὸ μὲν οὖν
ἁθροισθὲν τοῦ στρατεύματος ἐς τὸ κοινὸν οὐ πολὺ ἐγένετο,
τὸ δὲ διακλαπὲν πολύ, καὶ διεπλήσθη πᾶσα Σικελία αὐτῶν,
ἅτε οὐκ ἀπὸ ξυμβάσεως ὥσπερ τῶν μετὰ Δημοσθένους
ληφθέντων. [7.85.4] μέρος δέ τι οὐκ ὀλίγον καὶ ἀπέθανεν· πλεῖ-
στος γὰρ δὴ φόνος οὗτος καὶ οὐδενὸς ἐλάσσων τῶν ἐν τῷ
[Σικελικῷ] πολέμῳ τούτῳ ἐγένετο. καὶ ἐν ταῖς ἄλλαις
προσβολαῖς ταῖς κατὰ τὴν πορείαν συχναῖς γενομέναις οὐκ
ὀλίγοι ἐτεθνήκεσαν. πολλοὶ δὲ ὅμως καὶ διέφυγον, οἱ μὲν
καὶ παραυτίκα, οἱ δὲ καὶ δουλεύσαντες καὶ διαδιδράσκοντες
ὕστερον· τούτοις δ’ ἦν ἀναχώρησις ἐς Κατάνην.

***
[7.83.1] Την άλλη μέρα τον πρόφτασαν οι Συρακούσιοι και του είπαν πως ο Δημοσθένης κ' οι δικοί του είχαν παραδοθεί, και τον παρακίνησαν να κάνει κι αυτός το ίδιο· ο Νικίας δεν το πίστεψε, κ' έκλεισε προσωρινή ανακωχή ως να στείλει έναν καβαλλάρη να εξακριβώσει το πράγμα· [7.83.2] κι όταν αυτός γύρισε πίσω με την είδηση πως αλήθεια είχαν παραδοθεί, στέλνει ο Νικίας κήρυκα στο Γύλιππο και τους Συρακουσίους λέγοντας πως είναι έτοιμος να συνθηκολογήσει από μέρους των Αθηναίων, τάζοντας πως θα πληρώσουν όσα χρήματα ξόδεψαν οι Συρακούσιοι για τον πόλεμο, με τον όρο ν' αφήσουν αυτοί ελεύτερο το στρατό που είχε στις προσταγές του· κι όσο να επιστραφούν τα χρήματα, θα 'δινε ομήρους, άντρες από το στρατό των Αθηναίων, ένα για κάθε τάλαντο. [7.83.3] Οι Συρακούσιοι όμως κι ο Γύλιππος δε δέχτηκαν τις προτάσεις αυτές, αλλά τους επιτέθηκαν πιάνοντας θέσεις γύρω–γύρω στο στρατόπεδο, και τους χτυπούσαν ολούθε ως που βράδιασε. [7.83.4] Κ' ήταν κι όλας οι Αθηναίοι σε κακή κατάσταση, γιατί τους έλειπε το ψωμί κι όλα τα χρειαζούμενα. Παρ' ολ' αυτά περίμεναν να νυχτώσει για καλά, και σκόπευαν να πάρουν το δρόμο μεσ' στη νυχτερινή ησυχία. Ντύθηκαν λοιπόν τ' άρματά τους, κ' οι Συρακούσιοι τους πήραν είδηση πως έφευγαν, κι αρχίζουν τον παιάνα. [7.83.5] Όταν κατάλαβαν οι Αθηναίοι πως τους πήραν είδηση οι εχτροί, απόθεσαν πάλι τ' άρματα, εξόν από τρακόσιους άντρες απάνω–κάτω· αυτοί άνοιξαν δρόμο με τη βία μέσα από τους φρουρούς και προχώρησαν νύχτα όπου μπορούσαν.

[7.84.1] Ο Νικίας όμως μπήκε πάλι μπροστά σαν ξημέρωσε κι άρχισε να οδηγεί το στρατό του· οι Συρακούσιοι κ' οι σύμμαχοί τους τούς επιτέθηκαν πάλι κατά τον ίδιο τρόπο, ρίχνοντας μέσα στην παράταξή τους πυκνά βέλη και ακόντια. [7.84.2] Και βιάζονταν οι Αθηναίοι να φτάσουν στον Ασσίναρο ποταμό, τόσο γιατί τους βασάνιζε η αδιάκοπη επίθεση από παντού, από τους πολλούς καβαλλάρηδες και το άλλο πλήθος των ελαφρά οπλισμένων, όσο και γιατί νόμιζαν πως θα ξαλάφρωνε κάπως η θέση τους άμα περνούσαν τον ποταμό, συγχρόνως όμως από το μαρτύριο της δίψας και την επιθυμία να πιούνε νερό. [7.84.3] Και μόλις έφτασαν στην όχτη του, όρμησαν μέσα στο ποτάμι χωρίς τάξη πια καμιά, αλλά θέλοντας ο καθένας να περάσει πρώτος αυτός. Και οι εχτροί, κυνηγώντας τους κατά πόδι, έκαναν το πέρασμα πολύ δύσκολο· γιατί έτσι που ήταν αναγκασμένοι να προχωρούν πλήθος μαζί, έπεφτε ο ένας πάνω στον άλλο και πατούσαν όποιον έπεφτε χάμω, κι άλλοι χτυπιούνταν από τα ίδια τους τα κοντάρια και σκοτώνονταν αμέσως, κι άλλοι μπερδεύονταν στην αρματωσιά τους ή σ' όσα κουβαλούσαν και τους έπαιρνε το ρέμα μακρυά. [7.84.4] Στο μεταξύ οι Συρακούσιοι φάνηκαν στην απέναντι όχτη του ποταμού, και τους χτυπούσαν κι από πάνω (γιατί ήταν γκρεμός), κ' οι Αθηναίοι έπιναν ακόμα χορταίνοντας τη δίψα τους, κουβαριασμένοι όλοι μαζί σε μια βαθύτερη γούβα του ποταμού, με μεγάλο σπρωξίδι κι ανακατωσούρα. [7.84.5] Κ' οι Πελοποννήσιοι κατέβηκαν τον απέναντι γκρεμό κι άρχισαν να σφάζουν όσους βρίσκονταν ακόμα μέσα στο ποτάμι. Το νερό είχε αμέσως θολώσει και μολευτεί, αλλά δεν έπιναν για τούτο με λιγότερη αχορτασιά νερό μαζί με ματωμένη λάσπη, κι ακόμα πολεμούσαν οι περισσότεροι αναμεταξύ τους γι' αυτό.

[7.85.1] Τέλος, τώρα που πολλοί νεκροί κείτονταν ο ένας πάνω στον άλλο μέσα στο νερό, κ' είχε χαλαστεί όλος ο στρατός, άλλοι στο ποτάμι, κι άλλοι, αν τυχόν ξέφευγαν μερικοί, είχαν σκοτωθεί από το ιππικό, παραδίνεται ο Νικίας στο Γύλιππο, έχοντας μεγαλύτερη εμπιστοσύνη σ' αυτόν, παρά στους Συρακουσίους· «εμένα, είπε, κάντε με, εσύ κ' οι Λακεδαιμόνιοι ό,τι θέλετε, άλλα πάψτε να σκοτώνετε τους άλλους στρατιώτες». [7.85.2] Κ' ύστερ' απ' αυτό, πρόσταξε ο Γύλιππος να τους πιάνουνε ζωντανούς· κ' έτσι συγκέντρωσαν τους περισσότερους, όσους δεν έκρυψαν οι Συρακούσιοι (και δεν ήτανε λίγοι αυτοί) ζωντανούς, και στέλνοντας μερικούς να καταδιώξουν τους τρακόσιους που είχαν ξεφύγει μεσ' απ' τους φρουρούς τη νύχτα, τους έπιασαν κι αυτούς. [7.85.3] Έτσι λοιπόν, όσοι απ' αυτό το στρατό συγκεντρώθηκαν στο γενικό στρατόπεδο των αιχμαλώτων, δεν ήταν πολλοί, όσους όμως είχανε κλέψει κρυφά ο ένας κι ο άλλος ήτανε πάρα πολλοί και γέμισε ολόκληρη η Σικελία απ' αυτούς, γιατί δεν τους είχανε συλλάβει ύστερ' από συνθηκολόγηση όπως το στρατό του Δημοσθένη, [7.85.4] και δεν ήτανε μικρό το τμήμα του στρατού που σκοτώθηκαν· γιατί το φονικό αυτό ήταν το μεγαλύτερο που στάθηκε στον πόλεμο τούτο, και δεν ήταν λιγότερο φριχτό από κανένα άλλο. Είχαν επίσης σκοτωθεί πολλοί στις διάφορες επιθέσεις που τους γίνονταν όλη την ώρα κατά την πορεία. Ξέφυγαν όμως και πολλοί, άλλοι αμέσως, κι άλλοι που δραπέτευσαν αφού έκαναν κάμποσον καιρό δούλοι· αυτοί έβρισκαν τέλος καταφύγιο στην Κατάνη.

Τετάρτη 9 Νοεμβρίου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ὀδύσσεια (20.299-20.344)

Ὣς εἰπὼν ἔρριψε βοὸς πόδα χειρὶ παχείῃ,
300 κείμενον ἐκ κανέοιο λαβών· ὁ δ᾽ ἀλεύατ᾽ Ὀδυσσεὺς
ἦκα παρακλίνας κεφαλήν, μείδησε δὲ θυμῷ
σαρδάνιον μάλα τοῖον· ὁ δ᾽ εὔδμητον βάλε τοῖχον.
Κτήσιππον δ᾽ ἄρα Τηλέμαχος ἠνίπαπε μύθῳ·
«Κτήσιππ᾽, ἦ μάλα τοι τόδε κέρδιον ἔπλετο θυμῷ·
305 οὐκ ἔβαλες τὸν ξεῖνον· ἀλεύατο γὰρ βέλος αὐτός.
ἦ γάρ κέν σε μέσον βάλον ἔγχεϊ ὀξυόεντι,
καί κέ τοι ἀντὶ γάμοιο πατὴρ τάφον ἀμφεπονεῖτο
ἐνθάδε. τῶ μή τίς μοι ἀεικείας ἐνὶ οἴκῳ
φαινέτω· ἤδη γὰρ νοέω καὶ οἶδα ἕκαστα,
310 ἐσθλά τε καὶ τὰ χέρεια· πάρος δ᾽ ἔτι νήπιος ἦα.
ἀλλ᾽ ἔμπης τάδε μὲν καὶ τέτλαμεν εἰσορόωντες,
μήλων σφαζομένων οἴνοιό τε πινομένοιο
καὶ σίτου· χαλεπὸν γὰρ ἐρυκακέειν ἕνα πολλούς.
ἀλλ᾽ ἄγε μηκέτι μοι κακὰ ῥέζετε δυσμενέοντες·
315 εἰ δ᾽ ἤδη μ᾽ αὐτὸν κτεῖναι μενεαίνετε χαλκῷ,
καί κε τὸ βουλοίμην, καί κεν πολὺ κέρδιον εἴη
τεθνάμεν ἢ τάδε γ᾽ αἰὲν ἀεικέα ἔργ᾽ ὁράασθαι,
ξείνους τε στυφελιζομένους δμῳάς τε γυναῖκας
ῥυστάζοντας ἀεικελίως κατὰ δώματα καλά.»
320 Ὣς ἔφαθ᾽, οἱ δ᾽ ἄρα πάντες ἀκὴν ἐγένοντο σιωπῇ·
ὀψὲ δὲ δὴ μετέειπε Δαμαστορίδης Ἀγέλαος·
«ὦ φίλοι, οὐκ ἂν δή τις ἐπὶ ῥηθέντι δικαίῳ
ἀντιβίοις ἐπέεσσι καθαπτόμενος χαλεπαίνοι·
μήτε τι τὸν ξεῖνον στυφελίζετε μήτε τιν᾽ ἄλλον
325 δμώων, οἳ κατὰ δώματ᾽ Ὀδυσσῆος θείοιο.
Τηλεμάχῳ δέ κε μῦθον ἐγὼ καὶ μητέρι φαίην
ἤπιον, εἴ σφωϊν κραδίῃ ἅδοι ἀμφοτέροιϊν.
ὄφρα μὲν ὑμῖν θυμὸς ἐνὶ στήθεσσιν ἐώλπει
νοστήσειν Ὀδυσῆα πολύφρονα ὅνδε δόμονδε,
330 τόφρ᾽ οὔ τις νέμεσις μενέμεν τ᾽ ἦν ἰσχέμεναί τε
μνηστῆρας κατὰ δώματ᾽, ἐπεὶ τόδε κέρδιον ἦεν,
εἰ νόστησ᾽ Ὀδυσεὺς καὶ ὑπότροπος ἵκετο δῶμα·
νῦν δ᾽ ἤδη τόδε δῆλον, ὅ τ᾽ οὐκέτι νόστιμός ἐστιν.
ἀλλ᾽ ἄγε σῇ τάδε μητρὶ παρεζόμενος κατάλεξον,
335 γήμασθ᾽ ὅς τις ἄριστος ἀνὴρ καὶ πλεῖστα πόρῃσιν,
ὄφρα σὺ μὲν χαίρων πατρώϊα πάντα νέμηαι,
ἔσθων καὶ πίνων, ἡ δ᾽ ἄλλου δῶμα κομίζῃ.»
Τὸν δ᾽ αὖ Τηλέμαχος πεπνυμένος ἀντίον ηὔδα·
«οὐ μὰ Ζῆν᾽, Ἀγέλαε, καὶ ἄλγεα πατρὸς ἐμοῖο,
340 ὅς που τῆλ᾽ Ἰθάκης ἢ ἔφθιται ἢ ἀλάληται,
οὔ τι διατρίβω μητρὸς γάμον, ἀλλὰ κελεύω
γήμασθ᾽ ᾧ κ᾽ ἐθέλῃ, ποτὶ δ᾽ ἄσπετα δῶρα δίδωμι.
αἰδέομαι δ᾽ ἀέκουσαν ἀπὸ μεγάροιο δίεσθαι
μύθῳ ἀναγκαίῳ· μὴ τοῦτο θεὸς τελέσειεν.»

***
Μιλώντας, έριξε ένα βοδίσιο πόδι με το χοντρό του χέρι —
300 το πήρε απ᾽ το πανέρι. Ο Οδυσσέας όμως τη βολή του ξέφυγε,
κουνώντας λίγο το κεφάλι του, σαρκαστικά μισογελώντας,
μέσα στον θυμό του. Κι όπως το κόκαλο χτύπησε πάνω
στον καλοχτισμένο τοίχο, τον Κτήσιππο ο Τηλέμαχος βαριά αποπήρε:
«Κτήσιππε, μάλλον σε καλό σού βγήκε η άστοχη βολή, αφού
τον ξένο δεν τον βρήκε, μόνος του την απέφυγε·
αλλιώς εγώ με το αιχμηρό μου δόρυ θα σ᾽ έβρισκα κατάστηθα,
και τότε, αντί τον γάμο σου, θα φρόντιζε ο πατέρας σου το θάψιμό σου.
Γι᾽ αυτό σας λέω, τέρμα, κανείς το σπίτι αυτό να μην ντροπιάζει.
Ξέρω και κρίνω ο ίδιος πια το καλό και τ᾽ άσχημο — σαν άλλοτε δεν είμαι
310 παιδάκι ανέμελο.
Και μολαταύτα αντέχουμε, κι ας βλέπουμε μπροστά στα μάτια μας
να σφάζονται τα πρόβατά μας, να τρώγεται ψωμί δικό μας
και το κρασί μας να ξαφρίζεται· πώς να το κάνουμε, πέφτει βαρύ
στον ένα να φρενάρει τους πολλούς.
Αλλά επιτέλους σταματήσετε τα μισητά καμώματά σας.
Κι αν πόθος σας και στόχος σας είμαι εγώ, αν εμένα θέλετε με τον χαλκό
να θανατώσετε, μπορεί και να το προτιμούσα· γιατί πολύ καλύτερος
ο θάνατος, παρά να βλέπω αδιάκοπα, μέσα στο ωραίο σπίτι μου
φιλοξενούμενοι να γίνονται σκουπίδια, δούλες γυναίκες άσεμνα
να σέρνονται εδώ κι εκεί.»
320 Έτσι τους μίλησε, κι έμειναν άφωνοι κάμποση ώρα αυτοί.
Αργά ο Αγέλαος τον λόγο πήρε, του Δαμάστορα ο γιος:
«Φίλοι, τον δίκαιο λόγο κανείς δεν πρέπει να τον κρίνει,
αντιμιλώντας με λόγια αντίθετα και θυμωμένα.
Γι᾽ αυτό λοιπόν μην τον παιδεύετε άλλο τον ξένο, ή κάποιον δούλο
απ᾽ όσους βρίσκονται στο σπιτικό του Οδυσσέα.
Όσο για τον Τηλέμαχο, έχω να κάνω σ᾽ αυτόν και στη μητέρα του
ήπια πρόταση — ίσως οι δυο τους την ακούσουν και την ασπαστούν.
Όσον καιρό ελπίδες έτρεφε η ψυχή σας πως θα νοστήσει
ο Οδυσσέας κάποτε, πως θα γυρίσει σπίτι του ο συνετός,
330 κανείς δεν έδειχνε αγανάκτηση· εσείς τον περιμένατε,
κι αφήνατε να μένουν οι μνηστήρες στο παλάτι —
αυτό κιόλας συνέφερε, αν ήταν να νοστήσει, αν θα γυρνούσε
ο Οδυσσέας σπίτι του.
Μα τώρα είναι φανερό, δεν πρόκειται εκείνος πια να δει τον γυρισμό του.
Γι᾽ αυτό, Τηλέμαχε, κάθησε πλάι στη μάνα σου και πες της καθαρά
πως πρέπει κάποιον άλλο να διαλέξει για γαμπρό,
σίγουρα τον καλύτερο, όποιος της δώσει περισσότερα.
Έτσι κι εσύ θα χαίρεσαι δικά σου πια τα πατρικά αγαθά,
θα πίνεις και θα τρως μ᾽ ήσυχο το κεφάλι σου, ενώ η μητέρα σου
άλλου γαμπρού το σπίτι θα φροντίζει.»
Ανταποκρίθηκε με τη δική του φρόνηση ο Τηλέμαχος:
«Όχι, Αγέλαε, στον Δία ορκίζομαι, στα πάθη του πατέρα μου,
340 ανίσως έχει αφανιστεί ή παραδέρνει ακόμη μακριά από την Ιθάκη.
Όχι, δεν στέκομαι εμπόδιο εγώ στης μάνας μου τον γάμο· τη σπρώχνω
αντίθετα να παντρευτεί, όποιον θελήσει εκείνη, της δίνω κι από πάνω
δώρα αμέτρητα. Όμως παρά τη θέλησή της να τη διώξω, νιώθω ντροπή,
αν φύγει αναγκασμένη — μη δώσει ο θεός να γίνει αυτό.»

Πώς να αντιμετωπίσουμε τη μοναξιά

Η μοναξιά κυριαρχεί ως θέμα στον κόσμο της ψυχολογίας τελευταία, είναι αντικείμενο τόσο πολλών μελετών, άρθρων και διαλέξεων, που μερικές φορές εύχεστε οι ερευνητές της μοναξιάς να έφευγαν ώστε να σας αφήσουν να περάσετε λίγο χρόνο με τον εαυτό σας. Ίσως γνωρίζατε ήδη ότι η μοναξιά μπορεί να αποβεί μοιραία: συνδέεται με καρδιακές παθήσεις, αϋπνία και κατάθλιψη και είναι ισχυρότερος προβλεπτικός παράγοντας θανάτου από την παχυσαρκία. Κι όμως η ανατροπή στις μελέτες σε σχέση με τη μοναξιά είναι ότι είναι σκόπιμο να την καλωσορίζουμε σε μέτριες δόσεις. «Αν βρίσκουμε τον τρόπο να ξανασυνδεόμαστε με τους ανθρώπους τότε η μοναχικότητα είναι καλό πράγμα» είπε ο Γερμανός ψυχολόγος Maike Luhmann στο Αμερικάνικο site Vox. «Πρόκειται για ένα σήμα που προέρχεται από το ψυχικό μας σύστημα και προειδοποιεί ότι κάτι δεν λειτουργεί σωστά. Είναι ένας «βιολογικός συναγερμός» που εξελίχθηκε στο πέρασμα του χρόνου και μας προειδοποιεί όταν φθάνουμε σε επικίνδυνα επίπεδα απομόνωσης. Είναι αλήθεια βέβαια, ότι η απομόνωση δεν είναι τόσο επικίνδυνη σήμερα: ένας μοναχικός Λονδρέζος δεν είναι το ίδιο πιθανό να πεινάσει, ή να φαγωθεί όπως ένας μοναχικός προϊστορικός τροφοσυλλέκτης. Όμως, υπάρχει λόγος που η μοναξιά είναι τόσο επώδυνη.

ΚΙ ΕΤΣΙ Η ΙΔΕΑ ΟΤΙ Η ΜΟΝΑΧΙΚΟΤΗΤΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΩΦΕΛΙΜΗ ΠΡΟΚΑΛΕΙ ΕΚΠΛΗΞΗ.

Γιατί να έχουμε αναπτύξει μηχανισμούς αντιμετώπισης της μοναξιάς αν δεν εξυπηρετεί κάποιο σκοπό; Όπως λέει η συγγραφέας Melissa Dahl, το ίδιο μπορεί να υποστηρίξει κανείς για την ανία, που μας προειδοποιεί ότι χρειαζόμαστε περισσότερο νόημα στη ζωή μας και για το άγχος που μας προετοιμάζει να αντιμετωπίσουμε πιθανές απειλές. Αυτό γίνεται ακόμα πιο προφανές αν αναλογιστούμε τον σωματικό πόνο. Ένας επίμονος πόνος στην κοιλιακή χώρα, δεν είναι ευχάριστος, αλλά είναι «κάτι καλό» αν σε προτρέπει να επισκεφθείς το γιατρό ώστε να διαπιστώσει τι τον προκαλεί. Με όρους προγραμματισμού, ο πόνος δεν είναι ιός, είναι χαρακτηριστικό.

Αν έχουμε την τάση να αποφεύγουμε να προσεγγίσουμε τα συναισθήματά μας ως προειδοποιητικά σήματα αυτό μπορεί να οφείλεται στο ότι θεωρούμε ότι με αυτό τον τρόπο αποδίδουμε ευθύνες. Για παράδειγμα όταν προτρέπουμε τους ανθρώπους να βγαίνουν έξω περισσότερο μοιάζει σαν να υπονοούμε ότι φταίνε οι ίδιοι που νιώθουν μοναξιά. Παρομοίως, κάποιες μορφές κατάθλιψης είναι μια λογική αντίδραση σε μια κακή συνθήκη την οποία χρειάζεται να αντιμετωπίσουμε: ίσως είναι καιρός να απεμπλακείς από μια σχέση ή να αντιμετωπίσεις μια εσωτερική σύγκρουση. Αλλά δεν μας είναι ευχάριστο να σκεφτόμαστε έτσι, προτιμάμε να αποδίδουμε την κατάστασή μας σε μια χημική ανισορροπία, αυτό μας φαίνεται λιγότερο τρομακτικό. Αντιμετωπίζουμε την κατάθλιψη ως πρόβλημα, ενώ ίσως θα ήταν προτιμότερο να τη σκεφτούμε ως σύμπτωμα.

Η δυσάρεστη τροπή είναι ότι η μοναξιά, όπως και η κατάθλιψη, μπορεί να γίνει χρόνια. Κι έτσι ξεκινά ένας φαύλος κύκλος. Αρχίζεις να θεωρείς το περιβάλλον εχθρικό – σε κάνει άλλωστε να αισθάνεσαι άσχημα – κι έτσι συμπεριφέρεσαι εχθρικά στους άλλους ή αποφεύγεις εντελώς την επαφή με τους άλλους ανθρώπους. (Αυτό είναι και το πρώτο προειδοποιητικό σήμα: στην παλαιολιθική εποχή μπορεί να ήταν χρήσιμο σε ένα απομονωμένο άνθρωπο να επαγρυπνά για να εντοπίσει έγκαιρα πιθανές απειλές. Σήμερα αυτό δεν ισχύει). Αυτού του είδους η μοναξιά, απαιτεί μια δεξιότητα: να λαμβάνεις υπόψη σου το προειδοποιητικό σήμα, χωρίς να υποκύπτεις στις σκέψεις που ανακινεί και που σε ωθούν να απομονωθείς ακόμα περισσότερο. Απευθυνθείτε σε άλλους ανθρώπους ακόμα και όταν δεν σας είναι ευχάριστο. Σκεφτείτε το σε αναλογία με το σωματικό πόνο. Σε κανέναν δεν είναι ευχάριστη μια χειρουργική επέμβαση, αλλά καμιά φορά, είναι ακριβώς αυτό που χρειάζεστε.

Η πιο σκοτεινή πλευρά των ανθρώπων που θέλουν να ευχαριστούν τους άλλους

Από την αρχή της ανθρωπότητας η επιθυμία να ευχαριστούμε τους άλλους θεωρείται γυναικείο χαρακτηριστικό και υπάρχει το πολιτισμικό στερεότυπο ότι τα κορίτσια μεγαλώνουν μαθαίνοντας να μη μιλάνε και να βάζουν σε προτεραιότητα τους άλλους.

Σήμερα, όμως, η επιθυμία να ευχαριστούμε τους γύρω μας αποτελεί πρόβλημα για τον οποιονδήποτε, ανεξάρτητα από το φύλο, την ηλικία ή την κοινωνική του θέση. Εδώ και καιρό θεωρείται πρόβλημα να είναι κανείς «εύκολος» ή «υπερβολικά καλός».

Περιγράφεται σαν κάτι ανάλαφρο, ακόμα και παιχνιδιάρικο. Σε παροτρύνουν να το ξεπερνάς επιπόλαια και απαξιωτικά, λέγοντάς σου «απλώς μη σε νοιάζει τι λένε οι άλλοι». Ή μετατρέπεται σε όπλο της φιλοσοφίας που σε ενθαρρύνει να μη νοιάζεσαι και να μην παίρνεις τίποτα στα σοβαρά, όταν στην πραγματικότητα πρέπει να δίνουμε σε αυτό το τίποτα όλη μας την προσοχή και να το αντιμετωπίζουμε αποφασιστικά.

Αν ήταν τόσο απλό, θα το είχαμε κάνει όλοι μέχρι τώρα.

Δεν είναι όμως. Η επιθυμία να ευχαριστούμε τους άλλους είναι μια ψυχαναγκαστική αυτοθυσία. Και είναι καταστροφική τόσο για τους ανθρώπους που ευχαριστούμε όσο και για εμάς.

Η επιθυμία να ευχαριστούμε τους γύρω μας δεν είναι μια καλή συνήθεια με την οποία πρέπει να μάθουμε να ζούμε, ένα καλοπροαίρετο ελάττωμα. Είναι η προσωποποίηση του άγχους. Είναι ο φόβος για κάτι που δεν μπορείτε να ελέγχετε, δηλαδή τα συναισθήματα των άλλων.

Οι άνθρωποι που θέλουν να ευχαριστούν τους άλλους φτάνουν ακόμα και στο σημείο να κρύβουν την αλήθεια τους, για να αποφύγουν μια σύγκρουση ή την πρόκληση αναστάτωσης. Αυτή η ανεξέλεγκτη επιθυμία να ευχαριστείτε ή να μη δυσαρεστείτε τους άλλους μπορεί να καταλήξει σε άγχος και κατάθλιψη, κακή σωματική υγεία, χαμηλή αυτοεκτίμηση και επικίνδυνη παραμέληση του εαυτού σας.

Σήμερα, οι άνθρωποι που ευχαριστούμε είναι περισσότεροι από ποτέ. Στη σύγχρονη, πολυάσχολη ζωή μας, η ανάγκη να ευχαριστούμε μοιάζει απεριόριστη, οι ρόλοι και οι ευθύνες μας αυξάνονται, και τα όρια δεν είναι πια καθορισμένα. Περιμένουν από εμάς να είμαστε ευέλικτοι στη δουλειά μας και διαθέσιμοι για τους φίλους μας, φιλαράκια με τους συντρόφους μας ή ικανοί να φροντίζουμε παιδιά και ηλικιωμένους γονείς χωρίς ποτέ να κουραζόμαστε.

Τα κοινωνικά δίκτυα τοποθετούν τα άτομα που επιθυμούν να ευχαριστούν τους άλλους μπροστά σε άπειρους διαδικτυακούς θεατές, εκθέτοντας την αυτοεκτίμησή τους στους εμπορικούς αλγόριθμους και στα νευρικά δάχτυλα αγνώστων.

Εσείς ίσως να μη θεωρείτε τον εαυτό σας άνθρωπο που θέλει να ευχαριστεί τους άλλους. Πολλοί πελάτες μου αυτό πιστεύουν, δείχνουν να μην επηρεάζονται από τη γνώμη των γύρω τους και είναι έτοιμοι να τρέξουν τον δικό τους αγώνα δρόμου ανεξάρτητα από τους άλλους.

Οι πιο προφανείς τέτοιοι άνθρωποι μπορεί να είναι κάλλιστα αυτοί που κάνουν τη ζωή των γύρω τους πιο εύκολη και πιο άνετη, αλλά αυτό είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου, γιατί η επιθυμία να ευχαριστούμε τους άλλους μπορεί να εμφανιστεί σε πολλές μορφές, να φοράει πολλές στολές μεταμφίεσης.

Διάφορες σχέσεις που λειτουργούν υπό την πίεση να ευχαριστούμε τους άλλους μπορεί να προκαλέσουν ποικίλες αντιδράσεις, όπως το να μη θέλουμε συνειδητά να ευχαριστούμε τον άλλον στην προσπάθειά μας να είμαστε αυτόνομοι, αλλά όλες είναι άμυνες ενάντια στη χαμηλή αυτοεκτίμηση, την έλλειψη δύναμης και τον φόβο της απόρριψης.

Σε επόμενο άρθρο θα σας μιλήσω για τους τέσσερις διαφορετικούς τύπους ανθρώπων που επιθυμούν να ευχαριστούν τους άλλους, οι οποίοι αποτελούν μια παραλλαγή του ίδιου προβλήματος: αδυνατούν να νιώσουν καλά με τον εαυτό τους όπως ακριβώς είναι.

Όμως υπάρχει κι άλλος τρόπος. Όχι εγωιστικός, αλλά ένας τρόπος να μπορούμε να ανταποκρινόμαστε τόσο στις ανάγκες μας όσο και στις ανάγκες των άλλων. Το να μας συμπαθούν ή να μας χρειάζονται δεν έχει καμία σημασία αν απαιτεί να θυσιαζόμαστε στην πορεία, και κάποια στιγμή όλοι πρέπει να κάνουμε την εξής επιλογή: αν θα είμαστε άνθρωποι που συνεχώς ευχαριστούν τους άλλους ή αν θα είμαστε άνθρωποι αυθεντικοί.

Το να ευχαριστείτε τον εαυτό σας είναι στην πραγματικότητα ο πιο υπεύθυνος και γενναιόδωρος τρόπος να προσφέρετε στις σχέσεις σας.

Από αυτή τη θέση μπορούμε να είμαστε πιο αυθεντικοί και πιο ελεήμονες, με τις δυνατότητες και την ικανότητα να βοηθάμε τόσο τους άλλους όσο και τον εαυτό μας, γιατί το να δίνουμε στον εαυτό μας περισσότερη από την προσοχή μας δεν σημαίνει ότι τη στερούμε από κάποιον άλλον. Δεν πρόκειται για πίτα που μοιράζεται.

Η χρυσή συμβουλή: Να νοιάζεστε καλύτερα, όχι λιγότερο.

Τα αυτοάνοσα δεν διαταράσσουν μόνο το ανοσοποιητικό μας σύστημα αλλά και την ψυχική μας διάθεση

Τα αυτοάνοσα νοσήματα, δεν διαταράσσουν μόνο το ανοσοποιητικό μας σύστημα αλλά και την ψυχική μας διάθεση και ισορροπία. Το γεγονός ότι θα πρέπει να μάθουμε να ζούμε μαζί τους είναι ένας όχι εύκολος στόχος…

Η διάγνωση του αυτοάνοσου νοσήματος είναι μια καινούργια κατάσταση στην οποία πρέπει να προσαρμοστεί το άτομο περνώντας από κάποια στάδια, τα οποία συνδέονται με την ψυχολογική του ισορροπία.

Μέχρι να συνειδητοποιήσει και να αποδεχτεί την απώλεια της υγείας του αρχικά θα έλθει αντιμέτωπο με την άρνηση, Πρόκειται για μηχανισμό άμυνας, καθώς ακόμη αδυνατεί να διαχειριστεί μια κατάσταση που περιέχει πόνο

Στη συνέχεια το δεύτερο στάδιο είναι συναισθήματα αγωνίας και φόβου για αυτό που συνέβη, ενώ ακολουθεί το τρίτο στάδιο της σιωπηλής διαπραγμάτευσης με ότι έχει συμβεί.

Το τέταρτο στάδιο περιλαμβάνει τη θλίψη, όπου το άτομο δεν μπορεί να διαπραγματευτεί την απώλεια τη υγείας του ή αρνείται να μπει στη συγκεκριμένη διαδικασία και στο σημείο αυτό είναι κρίσιμη η διαχείριση της κατάστασης για να καταφέρει να περάσει στο πέμπτο και τελικό στάδιο που είναι η αποδοχή του προβλήματος και η συνειδητοποίηση του προβλήματος με το οποίο θα ζήσει. Βασική προϋπόθεση για φτάσει κανείς στο τελευταίο αυτό στάδιο είναι να έχει επεξεργαστεί τα παραπάνω στάδια και να έχει εκφράσει τα συναισθήματά του.

Να σημειώσουμε ότι δεν είναι απαραίτητο να περάσει κανείς από όλα τα στάδια, ενώ δεν αποκλείονται και πισωγυρίσματα δηλαδή να περάσει κανείς δύο φορές από κάποιο στάδιο ακόμη και οι τακτικές εναλλαγές ή το αποκαλούμενο φαινόμενο «ασανσέρ».

Τα αρνητικά συναισθήματα της μοναξιάς, της ανασφάλειας της χαμηλής αυτοεκτίμησης περιλαμβάνονται στις «παρενέργειες» της διάγνωσης αυτοάνοσου νοσήματος.

Η αποδοχή των άλλων ακόμη και η εργασιακή πραγματικότητα γεμίζουν ερωτηματικά… Η στήριξη του οικογενειακού και φιλικού περιβάλλοντος είναι σημαντική σε περιόδους κρίσης, όπως για παράδειγμα μια νοσηλεία, αργότερα όμως μπορεί να εξασθενήσει ή να μη συμβαδίζει με τα στάδια που περνά ο ασθενής.

Σε κάθε περίπτωση η ουσιαστική συζήτηση με άτομα του περιβάλλοντος που νοιάζονται πραγματικά μπορεί να βοηθήσει, ενώ ιδιαίτερα χρήσιμη μπορεί να είναι και η βοήθεια από τον ειδικό ψυχολόγο, την οποία δεν πρέπει να διαστάσει κανείς να ζητήσει αν νιώσει ότι το χρειάζεται.

Η σιωπή είναι ζωτικής σημασίας για τον εγκέφαλό μας

Αποδείξεις ότι ο θόρυβος βλάπτει και η ησυχία θεραπεύει.

Πολλοί άνθρωποι κάποια στιγμή της ζωής τους συνειδητοποιούν την αξία και τη σημασία της σιωπής. Η σιωπή είναι παρηγορητική, ανακουφιστική, μας πλημμυρίζει θαλπωρή. Μας εμπνέει και γεμίζει ομορφιά το μυαλό, το σώμα και την ψυχή. Από την άλλη μεριά, η τρέλα που επικρατεί στον θορυβώδη κόσμο που μας περιτριγυρίζει πνίγει τη δημιουργικότητά μας, μας εμποδίζει να συνδεθούμε με τον εαυτό μας και μας στερεί την ενέργεια. Ωστόσο, σύμφωνα πλέον με την επιστήμη, η σιωπή ίσως είναι ακριβώς αυτό που χρειαζόμαστε για να αναζωογονήσουμε τον οργανισμό και τον εγκέφαλό μας.

Σύμφωνα με μελέτες ο θόρυβος επιδρά πολύ σοβαρά στον εγκέφαλο μας, αυξάνοντας τα επίπεδα των στρεσογόνων ορμονών. Ο ήχος ταξιδεύει στον εγκέφαλο ως ηχητικό κύμα μέσω του αυτιού, ενώ, ακόμη και όταν κοιμόμαστε αυτά τα ηχητικά κύματα οδηγούν το σώμα να αντιδράσει και να ενεργοποιήσει την αμυγδαλή, το μέρος του εγκεφάλου που σχετίζεται με τη μνήμη και το συναίσθημα, οδηγώντας στην απελευθέρωση των ορμονών του στρες. Έτσι, η ζωή σε ένα θορυβώδες περιβάλλον αυξάνει εξαιρετικά τα επίπεδα αυτών των επιβλαβών ορμονών.

Είναι ενδιαφέρον να τονίσουμε ότι η λέξη θόρυβος προέρχεται από τη λατινική λέξη nausia (ναυτία), ή τη λατινική λέξη noxia, που σημαίνει βλάβη ή τραυματισμός. Ο θόρυβος συνδέεται με υψηλή αρτηριακή πίεση, καρδιακές παθήσεις, εμβοές και απώλεια ύπνου, ενώ όλοι έχουμε βιώσει τις επιζήμιες επιπτώσεις της ηχορύπανσης. Ο υπερβολικός θόρυβος μπορεί να αποτελέσει σημαντική ενόχληση των αισθήσεων και όλο και περισσότεροι άνθρωποι αναγνωρίζονται ως ιδιαίτερα ευαίσθητοι και αδύναμοι να λειτουργούν σε χαοτικά και θορυβώδη περιβάλλοντα. Κι όμως, τώρα πλέον η επιστήμη τεκμηριώνει ότι ο θόρυβος τραυματίζει, αλλά η σιωπή θεραπεύει.

Η θετική επίδραση της σιωπής.

Το 2011, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (Π.Ο.Υ.) εξέτασε και ποσοτικοποίησε την επιβάρυνσή του θορύβου για την υγεία στην Ευρώπη. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα 340 εκατομμύρια κάτοικοι της Δυτικής Ευρώπης χάνουν εκατομμύρια χρόνια από τη ζωή τους κάθε χρόνο λόγω του θορύβου. Ο Π.Ο.Υ. ανέφερε επίσης ότι η κύρια αιτία θανάτου λόγω 3.000 καρδιακών παθήσεων οφειλόταν στον υπερβολικό θόρυβο. Μια μελέτη του καθηγητή Gary W. Evans από το Πανεπιστήμιο Cornell, που δημοσιεύτηκε στο Psychological Science, χαρτογράφησε τις επιπτώσεις του θορύβου των αεροδρομίων σε μαθητές που φοιτούσαν σε σχολεία κοντά στο αεροδρόμιο του Μονάχου. Η μελέτη έδειξε ότι τα παιδιά που εκτέθηκαν σε θόρυβο ανέπτυξαν μια αντίδραση στρες, η οποία τους έκανε να αγνοήσουν τον θόρυβο. Δηλαδή, τα παιδιά αγνόησαν τόσο τον επιβλαβή θόρυβο του αεροδρομίου όσο και άλλους καθημερινούς θορύβους.

Η μελέτη αυτή συγκαταλέγεται στις πιο έγκυρες, ίσως συνιστά και την πιο σημαντική απόδειξη ότι ο θόρυβος, ακόμη και σε επίπεδα που δεν προκαλούν βλάβες στην ακοή, προκαλεί άγχος και είναι επιβλαβής για τον άνθρωπο.

Οι επιστήμονες δεν στόχευαν στη μελέτη των επιπτώσεων της σιωπής, αντιθέτως, ανακάλυψαν τα οφέλη της κατά λάθος. Η σιωπή αρχικά προέκυψε ως σημείο αναφοράς σε μια μελέτη σχετικά με τις επιπτώσεις του θορύβου ή της μουσικής. Ο γιατρός Luciano Bernardi, μελετώντας τις φυσιολογικές επιπτώσεις του θορύβου και της μουσικής, προέβη σε μια εκπληκτική ανακάλυψη.

Σύμφωνα με τα ευρήματα της μελέτης αναφορικά με τον θόρυβο και τη μουσική, οι παύσεις των δύο λεπτών ήταν πολύ πιο χαλαρωτικές για τον εγκέφαλο από την ήρεμη μουσική ή τη σιωπή που πριν την έναρξη του πειράματος. Στην πραγματικότητα, οι «άσχετες» κενές παύσεις του Bernardi έγιναν η πιο σημαντική πτυχή της μελέτης. Ένα από τα βασικά ευρήματά του ήταν ότι η σιωπή γίνεται πιο έντονη μέσα από αντιθέσεις.

Ο εγκέφαλος αναγνωρίζει τη σιωπή και ανταποκρίνεται άμεσα.

Πολλοί δάσκαλοι του διαλογισμού επιβεβαιώνουν τη θετική επίδραση της σιωπής και οι πνευματικοί δάσκαλοι συμβουλεύουν τους μαθητές τους να κάνουν συχνά παύσεις καθ ‘όλη τη διάρκεια της ημέρας. Αν και θεωρητικά, η σιωπή είναι απουσία ηχητικών εισροών, η επιστήμη έχει διαφορετική άποψη. Ο εγκέφαλος αναγνωρίζει τη σιωπή και αντιδρά άμεσα. Σύμφωνα με μεταγενέστερες έρευνες, δύο ώρες σιωπής την ημέρα ενεργοποίησαν την ανάπτυξη κυττάρων στον ιππόκαμπο, την περιοχή του εγκεφάλου που σχετίζεται με τη μνήμη και τις αισθήσεις.

Θέλουμε χρόνο για να μείνουμε εκτός λειτουργίας!

Σύμφωνα με τη Θεωρία Αποκατάστασης της Προσοχής, όταν βρίσκεστε σε περιβάλλον με χαμηλότερα επίπεδα αισθητηριακής ευαισθησίας, ο εγκέφαλος μπορεί να «ανακτήσει» μερικές από τις γνωστικές του ικανότητες. Στον ψηφιακό κόσμο που ζούμε, ο εγκέφαλός μας μένει ελάχιστο χρόνο εκτός λειτουργίας, καθώς επεξεργαζόμαστε συνεχώς τεράστιες ποσότητες πληροφοριών. Σύμφωνα με έρευνες οι συνεχείς απαιτήσεις προσοχής που επιβάλλει η σύγχρονη ζωή επιβαρύνει τον προμετωπιαίο φλοιό – το μέρος του εγκεφάλου που είναι υπεύθυνο για τη λήψη αποφάσεων, την επίλυση προβλημάτων και πολλά άλλα. Όταν περνάμε χρόνο στη σιωπή, ο εγκέφαλός μας χαλαρώνει και απελευθερώνει αυτή τη συνεχή ένταση και εστίαση της προσοχής.

Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η σιωπή βοηθά τα νέα κύτταρα να διαφοροποιηθούν σε νευρώνες και να ενσωματωθούν στο σύστημα. Όταν βρισκόμαστε σε ατμόσφαιρα σιωπής, ο εγκέφαλος μπορεί να λειτουργήσει καλύτερα για την καλύτερη κατανόηση του εσωτερικού και του εξωτερικού περιβάλλοντός μας. Μπορούμε να κατανοήσουμε τη ζωή μας και να αποκτήσουμε προοπτική, κάτι που είναι ζωτικής σημασίας για τη γενικότερη ευημερία μας.

Η σιωπή ανακουφίζει από το στρες και την ένταση που επιβαρύνουν καθημερινά τον εγκέφαλό μας.

Ενώ ο θόρυβος δημιουργεί άγχος, η σιωπή ανακουφίζει τον εγκέφαλο και το σώμα από το στρες και την ένταση. Η σιωπή αναπληρώνει και θρέφει το γνωστικό μας σύστημα. Ο θόρυβος μας αποσυντονίζει, μας οδηγεί στην απώλεια της δυνατότητας συγκέντρωσης, διαταράσσει τις γνωστικές δυνάμεις μας, και μειώνει τα κίνητρα και τη δυνατότητα λειτουργίας του εγκεφάλου (όπως υποστηρίζεται από την έρευνα για τις επιπτώσεις του θορύβου). Σύμφωνα με μελέτες όταν περνάμε χρόνο σε ατμόσφαιρα σιωπής, ο εγκέφαλός μας αποκαθιστά τις χαμένες του λειτουργίες. Οι αρχαίοι πνευματικοί δάσκαλοι το γνώριζαν αυτό. Γνώριζαν επίσης ότι. η σιωπή θεραπεύει, μας οδηγεί στον βάθος του εαυτού μας, ισορροπεί το σώμα και το μυαλό. Τώρα η επιστήμη λέει το ίδιο πράγμα.

Τα θεραπευτικά οφέλη της φύσης και της αδράνειας είναι καλά τεκμηριωμένα σε κάθε περίπτωση. Σε αυτά μπορούμε πλέον να προσθέσουμε και την αξία της σιωπής. Η σιωπή θα μπορούσε να είναι αυτό το βάλσαμο που χρειαζόμαστε για να αντιμετωπίσουμε τον τρελό, σύγχρονο τρόπο ζωής μας.

«Η σιωπή είναι ένας κενός χώρος. Ο χώρος είναι ο οίκος ενός αφυπνισμένου μυαλού» – Buddha

Κάποιοι άνθρωποι που αποχαιρετιούνται, στην ουσία δεν λένε ποτέ αντίο

Αποχαιρετίστηκαν. Κοιτάχτηκαν βαθιά στα μάτια, σαν να έδιναν υπόσχεση, να μην ξεχαστούν ποτέ! Η αλήθεια είναι πως ποτέ δεν είπαν αντίο. Ο ένας ποτέ δεν βγήκε από την καρδιά του άλλου. Δεν ειδωθήκαν ξανά, αλλά ποτέ δεν ξεχαστήκαν. Γιατί αγάπες σαν αυτή, μένουν για πάντα!

Αυτά τα αντίο, δεν ειπώθηκαν ποτέ! Είναι ο άνθρωπος που σε έκανε, να χαμογελάς από χαρά, σε κάθε κοίταγμα του, είναι ο άνθρωπος που σε έκανε να κλαις από ευτυχία! Ακόμα και στις κακές στιγμές, όσο τον μισούσες τόσο πολύ και τον αγαπούσες, σου λείπουν οι καβγάδες σας, τα τηλέφωνα ως τις πρωινές ώρες, σου λείπει αυτή η διαφορά που είχατε… έχουν δίκιο που λένε τα ετερώνυμα έλκονται!

Η ζωή όμως σου τα έφερε διαφορετικά. Υπάρχουν και τα ζευγάρια που δεν μπορούν να είναι μαζί! Δεν ήταν γραφτό, δεν το πάλεψαν, δεν ήθελαν, ήθελαν πολύ, δεν ξέρω, κάθε ιστορία έχει και μια διαφορετική οπτική. Πολλές φορές σου το έχω πει, μπορείς να αγαπάς και από μακριά, να δέχεσαι την κατάληξη αυτή της ιστορίας και να αγαπάς ακόμα και αν δεν ξαναδείς αυτόν τον άνθρωπο. Κράτα τα καλά, δεν σου λέω να ζεις με αναμνήσεις, το θεωρώ πολύ μίζερο. Δεν μου αρέσει να πηγαίνεις πίσω και να αγαπάς υστερικά, να σκοτώνεις τον εαυτό σου, με φαντάσματα!

Εσύ ζεις! Στην μνήμη σου όμως έχεις ένα κουτάκι, σαν αυτά τα παλιά, πολύ όμορφο, διαχρονικό, καφέ-ξύλο, σαν ιερό κειμήλιο. Εκεί έχεις και την περιουσία σου, το καλό σου παρελθόν, εκεί να κρατάς το καλό σου παρελθόν! Απόβαλε την κακή μνήμη, και όταν νιώθεις την νοσταλγία, ξεκλείδωσε το όμορφο κουτάκι σου και δες την ταινία σου ξανά, όχι για να κλάψεις, αλλά για να χαμογελάσεις, να θυμηθείς και να νιώσεις άνετα, ασφαλής, όμορφα και ήρεμα.

Αν καταφέρεις και κρατήσεις το καλό παρελθόν, και έχεις αποβάλλει το κάθε τι κακό, έχεις καταφέρει να χρυσώσεις την ψυχή σου! Αυτός είναι ο πλούτος σου! Η περιουσία σου, η ψυχή σου και η ζωή σου να είναι δικιά σου, αποδεχτή από σένα τον ίδιο.

Έτσι είναι και αυτοί οι άνθρωποι που αποχαιρετήθηκαν, αλλά ποτέ δεν είπαν αντίο! Γιατί ο ένας με τον άλλον ζουν στην καρδιά τους, γιατί, ενώ δεν ειδώθηκαν ξανά, δεν ξεχάστηκαν! Και ό,τι ζει μέσα σου, δεν ξεχνιέται ποτέ. Είναι δυνατόν να ξεχαστεί αυτό που ζει μέσα στο πιο ιερό σημείο του σώματος σου, την ψυχή σου; Όχι, δεν είναι! Γιατί οι αληθινοί έpωτες, μάτια μου, δεν πεθαίνουν, απλά κοιμούνται, και κάθε βράδυ βλέπουν το ίδιο όνειρο!

ΞΕΝΟΦΩΝ: Ηγέτης γεννιέσαι ή γίνεσαι;

O Ξενοφών (Αθηναίος ιστορικός συγγραφέας και σωκρατικός φιλόσοφος, 354 π.Χ.) ήταν λοιπόν ο πρώτος που όρισε την Δεσποτική, την σημερινή δηλαδή, ηγεσία. Ο Ξενοφών προβάλλει ως ιδεατό ηγέτη αυτόν που εμφορείται από υψηλές αξίες , όπως είναι η ευγένεια, η επιείκεια, το πατρικό ενδιαφέρον και η φροντίδα για το στράτευμα του. Οι αξίες αυτές σε συνδυασμό με τη δύναμη, την πειθαρχία, το σθένος του, τόσο σε ηθικό όσο και σε ψυχικό επίπεδο, τον καθιστούν πρότυπο ανθρώπινης αρετής και τελειότητας. Σύμφωνα με τον Ξενοφών, μία αυτοκρατορία μπορεί να οδηγηθεί στην ακμή με την καλοσύνη αλλά και το δεσποτισμό του ηγέτη της.

Τέλος, αναφερόμενος στις αρετές του Αγησιλάου ως ανθρώπου και αρχηγέτη, επαινεί τη σοφία, τη δικαιοσύνη, το θάρρος, την ανδρεία, τον αυτοέλεγχο, την ευσέβεια, την προνοητικότητα και την ευγένεια του. Επίσης, δίνει έμφαση σε δύο βασικές αρχές ,που πρέπει να διέπουν κάθε ηγέτη, το προνοείν και το φιλοπονείν. Για τον Αγησίλαο έγραψε επίσης ότι: “Στις καλές μέρες μπορούσε να κάνει κάτι με σύνεση, στις δύσκολες όμως καταστάσεις μπορούσε να είναι τολμηρός”. ενώ στην “Λακεδαιμονίων Πολιτεία” πιστεύει “ότι δεν προέκυψε κανένα πρόβλημα κατά την εφαρμογή, γιατί δεν υπήρχε τίποτε που να μην είχε προβλεφθεί”.

Ηγέτης γεννιέσαι ή γίνεσαι; Ας ανατρέξουμε για λίγο πίσω στον Πλάτωνα, ο οποίος αναγάγει την ηγεσία σε επιστήμη. Ο Πλάτωνας (427 – 347 π.Χ.) ακολουθεί μία εξελικτική πορεία για να μας απαντήσει στο ερώτημα αν ο ηγέτης γεννιέται ή γίνεται. Συγκεκριμένα, στο έργο του “Μένωνα” υποστηρίζει ότι οι αρετές φρόνηση, σωφροσύνη, δικαιοσύνη και ανδρεία αποτελούν ορθογνωμία της ηγεσίας και δεν διδάσκονται (έμφυτα). Θεωρία γνωρισμάτων (Traittheory) 1948 παραθέτει τα έμφυτα χαρακτηριστικά κατάλληλα για έναν ηγέτη – κοινωνικό υπόβαθρο, χαρακτηριστικά προσωπικότητας, χαρακτηριστικά ευφυΐας, χαρακτηριστικά που σχετίζονται με τα καθήκοντα, κοινωνικά χαρακτηριστικά. Τέλος, στο έργο του “Αλκιβιάδης” δηλώνει ότι όποιος κατέχει την επιστήμη της ηγεσίας μπορεί να την διδάξει και να την μεταδώσει και σε άλλους που πληρούν κάποιες έμφυτες προϋποθέσεις (επίκτητα).

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ – Η ΗΓΕΣΙΑ ΠΡΟΎΠΟΘΕΤΕΙ ΚΑΠΟΙΑ ΕΜΦΥΤΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΑΛΛΑ ΕΠΙΔΕΧΕΤΑΙ ΚΑΙ ΕΠΙΚΤΗΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΗΓΕΤΗ.

Χαρακτηριστική υπήρξε η συμβολή των ερευνητών του Πανεπιστημίου της πολιτείας του Oχάιο (Ηοuse κ.ά., 2004) και του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν (Lussier R.N & Αchua C.F, 2010) όπου δόθηκε έμφαση στη συμπεριφορά του ηγέτη και όχι στα γνωρίσματά του (θεωρία ατομικών χαρακτηριστικών) καταλήγοντας στο ότι ο συνδυασμός και των δύο διαστάσεων μας οδηγεί σε ένα αποτελεσματικότερο μοντέλο ηγεσίας. Ηγέτες Κατά καιρούς αναδείχθηκαν πολλοί ηγέτες, οι οποίοι καθόρισαν την ιστορική εξέλιξη με την προσωπικότητα, τις αποφάσεις και τις ενέργειές τους.

Στοιχεία της προσωπικότητας του ηγέτη: Ο Raymond Cattell, ένας από τους πρωτοπόρους μελετητές της προσωπικότητας, ανέπτυξε μια θεωρία περί Ηγετικού Δυναμικού. Η θεωρία αυτή, η οποία βασίστηκε σε μία μελέτη για τη στρατιωτική ηγεσία, χρησιμοποιείται σήμερα για τον καθορισμό των γνωρισμάτων που διακρίνουν έναν ικανό ηγέτη.

Αυτά είναι:
  • Συναισθηματική σταθερότητα
  • Κυριαρχία
  • Ενθουσιασμός
  • Ευσυνειδησία
  • Κοινωνική τόλμη
  • Πειθαρχημένη σκέψη
  • Αυτοεπιβεβαίωση
  • Ορμητικότητα
Πέρα από αυτά τα βασικά χαρακτηριστικά, οι ηγέτες του σήμερα πρέπει να αναπτύξουν ιδιότητες οι οποίες θα τους βοηθήσουν να παροτρύνουν τους άλλους και να τους οδηγήσουν προς νέες κατευθύνσεις. Οι ηγέτες του μέλλοντος πρέπει να είναι ικανοί να οραματιστούν το μέλλον και να πείσουν και τους υπόλοιπους ότι το όραμά τους αξίζει να επιδιωχθεί.

Για να συμβεί αυτό, πρέπει να αναπτύξουν τα εξής γνωρίσματα:
  • Ενεργητικότητα
  • Διορατικότητα
  • Ωριμότητα
  • Ομαδικό πνεύμα
  • Ενσυναίσθηση
Λέγει ο Σωκράτης: «Για να αποκτήσει κάποιος το χάρισμα της ηγεσίας απαιτείται όχι μόνον εκπαίδευση και κατάλληλη προδιάθεση αλλά και να εμπνέεται αυτός από το Θεό.»

ΑΝΤΙΓΟΝΗ: Επέδειξε απείθεια προς την εξουσία ή σεβασμό προς τον νεκρό αδελφό της;

Η καταγωγή της Αντιγόνης

Θεωρείται καρπός της αιμομικτικής σχέσης του Οιδίποδα με τη μητέρα του Ιοκάστη, όπως και όλα τα αδέλφια της.

Στην εξορία μαζί με τον πατέρα /αδελφό Οιδίποδα

Μετά την αποκάλυψη της αληθινής σχέσης του Οιδίποδα με την Ιοκάστη, ο Οιδίποδας, σύμφωνα με τον χρησμό του Απόλλωνα, εξορίστηκε από τη Θήβα και ζητιάνευε για το ψωμί του. Στην εξορία αυτή τον συνόδευσε η Αντιγόνη, μέχρι που ο πατέρας της πέθανε στον Κολωνό και εκείνη επέστρεψε στη Θήβα.

Στη Θήβα

Κηδεμόνας των τεσσάρων γόνων του Οιδίποδα και της Ιοκάστης ήταν ο Κρέων, ο οποίος ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας μετά τον αλληλοσκοτωμό των αρσενικών παιδιών, του Ετεοκλή και του Πολυνείκη. Ήταν, επίσης, πατέρας του Αίμωνα, με τον οποίο η Αντιγόνη ήταν αρραβωνιασμένη. Η κόρη αψήφησε την απόφαση του βασιλιά/κηδεμόνα/θείου της να μην ταφεί ο Πολυνείκης που είχε σύρει ξένο στρατό εναντίον της πατρίδας και του αδελφού του, προκειμένου να πάρει την εξουσία που δικαιούνταν. Προέβη σε συμβολική ταφή του νεκρού σκορπώντας στο εγκαταλελειμμένο σώμα του μια χούφτα χώμα.

Ο θάνατος

Καταδικάστηκε σε θάνατο από τον Κρέοντα γι’ αυτή την πράξη απείθειας προς την εξουσία ή σεβασμού προς τον νεκρό και ευσέβειας προς τους θεούς. Οδηγήθηκε σε υπόγειο σπήλαιο, τον τάφο των Λαβδακιδών, όπου εγκλείστηκε. Κρεμάστηκε και πάνω στο σώμα της αυτοκτόνησε και ο αρραβωνιαστικός της και γιος του Κρέοντα Αίμονας. Στο θάνατο τους ακολούθησε και η μητέρα του Αίμονα, η Ευρυδίκη.

Παραλλαγή

Σύμφωνα με μία παραλλαγή, ο Κρέοντας έδωσε εντολή στον γιο του Αίμονα να σκοτώσει την Αντιγόνη. Εκείνος παράκουσε, είτε γιατί αγαπούσε από παλιά την Αντιγόνη, είτε γιατί την αγάπησε μέσα στη δυστυχία της. Την παντρεύτηκε και απέκτησαν έναν γιο, τον Μαίονα.

Ο Δ.Λιαντίνης προλογίζει Νίτσε: Γιατί ο άνθρωπος προτιμά από το να μη θέλει τίποτα, να θέλει το τίποτα

«Λοιπόν, αυτός που γύρευα, είμαι» – Οδ. Ελύτης

Το ΙΔΕ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ, πώς κανείς γίνεται, εκείνο που είναι, ο Νietzsche τό ’γραψε από τις 15 Οχτώβρη ως τις 4 Νοέμβρη του 1888 στο Τουρίνο. Ύστερα από εξήντα μερόνυχτα τρελάθηκε. Ένας ποιητής στη δική του γλώσσα θά ’λεγε ότι ο ίδιος έβαλε φωτιά στο δυναμίτη του μυαλού του. Ανατινάξεις διαφορετικού οντολογικού γένους, που δε γίνεται να προσομοιασθούν με τους λαγουμιτζήδες της Ακρόπολης στα 1826 χρόνια, όπως τους ανιστορεί ο Μακρυγιάννης…

– Τρελλάθηκε· ο νέος Αποστάτας· εμ καλά έπαθε και τρελλάθηκε· και λίγο τού’πεσε. Είπε ο ευσεβής της συντροφιάς ένα δείλι σε κάποιο μπαρ της Αϊδελβέργης.

– Μα και το Χριστό σου, καημένε, τόνε σταυρώσανε σαν αρχιληστή· καλύτερα πήγε; απεκρίθηκε ο εθνικός της παρέας, που την ώρα εκείνη φαίνεται θυμήθηκε τη συνέντευξη τύπου του αθηναίου Σόλωνα στην αυλή της Λυδίας. Και πρόσθεσε:

– Σε λίγο θα μας πεις ότι γονάτισε κιόλας μπροστά στα Ευαγγέλια σαν τον Ιουλιανό. Τον παραχαραγμένο, εννοώ, από το παπαδιλίκι της Ιστοριογραφίας.

– Το περίεργο είναι πως τις τελευταίες του ώρες, όταν αγωνιζότανε να περάσει το ρέμα του Ρουβίκωνα, καθώς έγραψε στον αφοσιωμένο του Πέτερ Γκαστ, θυμήθηκε έμμονα τον Ιησού. Φαίνεται μάλιστα, σα να’ νοιωσε και συνειδητά ταυτισμένος μαζί του, αφού σε δύο από τα τελευταία τηλεγραφήματα πού’ στειλε υπόγραψε με το όνομα “Εσταυρωμένος”, είπε ο τρίτος.

– Ασυνείδητα, θέλεις να πεις, γιατί, ενόσω είχε τις φρένες του άβλαβες, μόνο στο όνομα Αντίχριστος αναγνώριζε τον εαυτό του, διόρθωσε ο δέλτα.

Ο προηγούμενος τον αντίσκοψε:

– Συνειδητά, θέλω να πω, γιατί το σπασμό τον ιδρυτικό της τρέλας του πρέπει να τον νοιώσουμε σαν ένα αναποδογύρισμα του διανοητικού του κόσμου. Ο πυθμένας της συνείδησης έγινε βουνό: το Σιλς Μαρία Γεθσημανή στον καθρέφτη, ας πούμε. Και η συνειδησιακή του επιφάνεια βούλιαξε σαν το όνειρο της Ατλαντίδας.

Τότε πήρε το λόγο ο τελευταίος της συντροφιάς. Ήταν ένας άραβας χωρίς ζώνη και με κατσαρό γενάκι, που από νωπή εθνική επιταγή δεν πρέπει νά’ τανε άσχετος με τους δυναμίτες.

– Μιά στο καρφί και μιά στο πέταλο, είπε. Ο Μωάμεθ μόνο είναι ο αληθινός προφήτης. Πέθανε γαλήνια, και πλήρης ημερών· φορτωμένος σα γκαμήλα. Και γνώρισε τον έρωτα με όλους τους τρόπους. Παντρεύτηκε δεκατρείς καμπύλες. Αυτή’ ναι γεωμετρία. Κι ας πα’ να λένε οι Πυθαγόρειοι και ο Πλάτωνας. Στο τέλος έκαμε ομόκλινή του και τη γυναίκα του γιού του. Επίσημη και ευλογητική. Έρωτας, νέοι μου, έρωτας και σπαθί. Ιδού η αγάπη του Ιησού, ιδού η σκληρότητα του Nietzsche· και τα δύο ενωμένα στο αυτό. Και ησυχάστε.

Αυτός ο άραβας, συλλογίστηκα. Από το πολύ κοίτα την ξανθιά κελλνερίνα στο βάθος του καπηλειού λάγγεψε το λαρύγγι του, ξεστράτησε η γλώσσα του και είπε την αλήθεια. Πέταξε τη λέξη έρωτας στη μέση της γιορτής σα γάντι, και τώρα προκαλεί σε μονομαχία όλες τις περγαμηνές της σοφίας. Ο Nietzsche δεν είναι ούτε ο νομοθέτης, ούτε ο φιλόσοφος, ούτε ο ποιητής. Είναι ο μέγας Ερωτικός.

Nietzsche ο μέγας Ερωτικός.

Αυτός ο ερημίτης ο φυτεμένος στα χάλκινα βουνά; Που δε γνώρισε τη γυναίκα, και έζησε “αρκούδα μέσα στις αρκούδες, και πουλί μες στα πουλιά”; Έ! όχι. Έτσι και η σγαντζοχοιρίνα ημπορεί να παινεύεται για τα μεταξένια πλοκάμια της. Να πεις για το Goethe, μάλιστα. Αυτόν τον αζάπη, τον ηπεροπευτή, που ξεπαρθένεψε τόσα δάση και τόσα κορίτσια. Et tamen. Ας δυσπιστούμε και λίγο στην κίνηση του ήλιου. Μιλάμε για την ερωτική αγνότητα μιάς ευαίσθητης φύσης. Ένα είδος εγκράτειας, που χλευάζει τη μοναστηριακή τάξη.

– Συλλογίζομαι μιά ανθισμένη κερασιά να λέει ζαλισμένη στον ήλιο “μη”. Κι ύστερα να κοκκινίζει ολόκληρη από ντροπή. (Μην πιστεύετε τους παλιούς τρόπους,που προσόμοιαζαν τα χείλια του κοριτσιού με κεράσι). Ένα χελιδονόψαρο να γλιστράει μες στο νερό όπως το σπαθί στη θήκη. Μιά αλκυονίδα μέρα που ξάπλωσε στα μυτερά χαλίκια του Γενάρη. Τους οφθαλμούς του περιστεριού και τα στιλπνά καπούλια της φοραδοπούλας. Συλλογίζομαι το βλέμμα του Ιησού να πέφτει στην αμαρτωλή, και να ντύνει πορφύρες την παλλόμενη γύμνια. (Θυμηθήτε την άβολη γυναίκα που έσκυψε στο αυτί του συνοδού της: – κύτταξε αυτόν τον τουρκόπαπα, με κυττάει σα να με γδύνει). Συλλογίζομαι τον αδελφό Φραγκίσκο: μιά εκκλησιά και τους κορυδαλλούς καμπάνες και ψαλτήρια της. Συλλογίζομαι την αφή της θύμησης παρά δήμον Ονείρων.

Τα γραφτά του Nietzsche μιλούν για έναν εξαιρετικά ευαίσθητον άντρα.

Για έναν από κείνους που ημπορούν ν’ακούσουν, πώς ο ρόχθος του νερού στρογγυλεύει τα λιθάρια. Να μετατρέψεις αυτή την ευαισθησία σε υλική κατάσταση, να μεταστοιχειώσεις την έννοια της γέννησης και του θανάτου σε σπέρμα, μοιάζει σα να πασχίζεις να εξηγήσεις, πώς γίνεται να διανύσει μέσα σε δύο δευτερόλεπτα ένας πεζοδρόμος που περπατάει με βήμα τελετουργικό – ο Οιδίποδας στο φαράγγι του Κολωνού λογουχάρη – το ένα τετράκις εκατομμύριο τετράκις εκατομμύρια χιλιόμετρα υψωμένο στην τετράκις εκατομμυριοστή δύναμη του Ιωάννη Καραμάζωφ. Έτσι κάπως πρέπει να φαντασθούμε το νόημα του ανθρώπινου σπέρματος σαν υλοποιημένη κατάσταση της ευαισθησίας. Μιλώντας για την ερωτική αγνότητα του Nietzsche, την υλοποιημένη δηλαδή κατάσταση της ευαισθησίας του, εννοώ το μυστήριο της λειτουργίας εκείνης, που αφού έσωσε από ευαισθησία να μετατραπεί σε ύλη, έπρεπε να ξαναδιαλυθεί ακολουθώντας τον αντίστροφο δρόμο. Κι εδώ βρίσκεται ο κόμπος. Γιατί ερωτική αγνότητα σημαίνει το φραγμό του δρόμου στη χύδην, στη χυδαία εκτόνωση. Στο “εξέχεεν επί την γην του μη δούναι σπέρμα” η ανθρωπότητα κληρονόμησε το παλλάδιο του Αυνάν.

Αυτή την αντίστροφη πορεία σαν κατηγορία ενέργειας θά’ταν αστείο να την παραβάλουμε ακόμη και με τη φυλακισμένη δύναμη των εννοιών του πυρήνα ή και του “πλάσματος” της μοντέρνας φυσικής. Δεν ημπορώ παρά έτσι μόνο να συλλάβω το μαρτύριο του Τιτάνα, που απάνου στο βουνό του – την Άνω Ενγκαντίν – χάραξε την εντολή να βαστάξει στους ώμους του το βάρος της γης· και όχι της γης μονάχα:

Ανάγκασε τ’ άστρα να γυρίζουν γύρω σου.

Φαίνεται πολύ ποιητική αυτή η προστακτική για τους απληροφόρητους. Στην πραγματικότητα δε διαφέρει σε τίποτα από μιά απλή, την απλούστερη, διάταξη της σολώνειας νομοθεσίας. Μήπως δεν εκφράζουν το ίδιο νόημα σε άλλο μουσικό τρόπο και τα λόγια του Dante:

Η αγάπη, που τον ήλιο κινάει και τ’ άλλα τ’ αστέρια.

Από το σημείο τούτο πρέπει να θεωρήσουμε και τη δύναμη για την οποία μας μίλησε, και την περηφάνεια με την οποία έζησε, και τα οράματα που θερίσαν το βλέμμα του, και τις υπερβολές – τα λάθη – της σκέψης του. Τον σπερματικό λόγο, την “αρχάν” όλων αυτών των εκρήξεων περιγράφω με την έκφραση μέγας Ερωτικός. Το δεύτερο είναι η παρεξήγηση. Το Ecce homo είναι το τελευταίο σκαρί του ναυαγού· αρπαγμένος στη μοναδική του σανίδα έσωσε να φτάσει στο νησί του Αλκίνοου. Εννοώ τη στιγμή που ο Γεώργιος Μπραντές αρχίζει παραδόσεις στο πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης απάνου στη φιλοσοφία του Nietzsche. Ως τότε ολόκληρος ο κόσμος τον είχε κρατήσει κλεισμένο στη σπηλιά της καταφρόνησης και της σιωπής. Στο άντρο της νεράϊδας, που κράτησε εφτά χρόνια τον Οδυσσέα. Τότε που στο φωτάναμμα και στα θυμιατά έκαιγε το ερωτικό λιβάνι – άχ! πόσο άρεσαν στο Μωάμεθ τα αρώματα, θα τσίριζε ο γνώριμος λιβανέζος μας με το κατσαρό γενάκι. Θέλω να πω, πως, εάν στο “Καλυψούς άντρον” αναγραμματίσει κανείς τα ονόματα του ζευγαριού, του Οδυσσέα και της Καλυψώς, έχει μπροστά του μιά επ’ άπειρον ερωτική ομιλία…

Ανορθόγραφη βέβαια παρότι στην καθαρεύουσα, ατελεύτητη όμως και χωρίς τη χρεία των ελιξηρίων. Ενώ τη σπηλιά του Nietzsche τη φύλαξαν πιστά τυμβωρύχοι άπιστοι και πλαδαροί ευνούχοι. Στο Ecce homo

Ευνουχίστηκε όλη η ανθρωπότητα. Αλλάζει ο κόσμος. Και τα καινούργια παλιώνουν. Μη συζητάτε πιά για τον Όμηρο.

Αμέσως μετά το Μπραντές, αν και για το ναυαγό αξιοθρήνητα αργά πιά, πλάκωσαν σμαριαστά οι μελλοντολόγοι με τα φτυαράκια τους, οι κύκλωπες με το ένα μάτι και τα μυωπικά γυαλιά των σπουδαστηρίων, και οι ναρκοδότες με τα λευκά ράσα, για να φωτίσουν και να “συστήσουν εις Φαίακας” τον άγνωστο κουρελή. Και το θαύμα – τα σημεία και τα τέρατα δηλαδή – έγινε. Η έσχατη πλάνη στάθηκε χειρότερη της πρώτης. Γιατί από την αγνόηση ή παρανόηση είναι εβδομήντα εφτά φορές πιό βλαβερή. Κάποια γιορτή, μιά ‘πίσημον ημέραν, παράδωκαν το μπαστούνι του Nietzsche συμβολικό δώρο – στραταρχική ράβδο πες – στα χέρια του Hitler. Αν είδατε ποτέ σας τον άσπρο κόρακα, είδα κι εγώ το μαύρο χιόνι. Και όμως, πόσο εύκολα θα μπορούσε ο καθένας να περπατήσει στη σελήνη, αν είχε ξεσυνηθίσει τη βαρύτητα. Ο Nietzsche ειδοποίησε. Μαδώντας τα “βεργκιγκετόρεια μουστάκια του” εκραύγαζε με κραυγή μεγάλη:

Έχετε το νου σας και προσέχετε, μη με περάστε γι’ άλλονε.

Στον πρόλογο του Ζαρατούστρα μιλάει ακόμη πιό ψύχραιμα, ψυχρόαιμα δηλαδή:

Όσοι δε θα με καταλάβουν, θα πηδήξω στην τραχηλιά τους και θα γκρεμιστούν στην άβυσσο.

Και μεις, αλάθευτοι μα την απάτη, καταλάβαμε καλά. Δύο πόλεμοι, που οι οιμωγές τους έκαμαν να συγκλονισθούντα τα φρύδια του Ολύμπου, είναι άραγε αρκετοί για να σχολιάσουν αυτά τα δύο τελεσίγραφα; –

Εγώ δεν είμαι άνθρωπος, εγώ ’μαι δυναμίτης.

Ήταν η φράση του (σελ. 113) που προτού βγει από το στόμα του της είχε κιόλας ανάψει το φυτίλι. Τι εστί δυναμίτης το γνωρίσαμε τον Αύγουστο του 1945. Συλλογίζομαι πως, αν συγκρίνουμε εκείνο το κατόρθωμα προς τα σημερινά πολεμικά στέγαστρα και την περηφάνεια τους, θα κάνουμε χάζι το πήδημα του ψύλλου και το πάτημα του ελέφαντα. Εκείνο που δε γνωρίζουμε, και καθώς δείχνουν τα σημάδια δεν θα το μάθουμε ποτές, είναι ότι άλλο πράγμα ήταν ο δυναμίτης του Nietzsche και άλλο οι λαγουμιτζήδες της Ακρόπολης στα 1826 χρόνια, όπως τους ανιστορεί ο Μακρυγιάννης. Ανατινάξεις διαφορετικού οντολογικού γένους. Diximus.

Δεν ξέρω, αν ωφελεί να κυττάξει κανείς από την άλλη πλαγιά του μεσονυχτιού. Εννοώ την αναγνώριση και την κατανόηση. Το μέγα Μεσημέρι στη γλώσσα του άγιου πρωτότυπου. Αν εκεί που’ ριξε το αγκίστρι του δεν πιάστηκε τίποτα (σελ.102), δεν είναι γιατί έλειψαν τα ψάρια. Τα κότσια έλειψαν. Τι πάει να πει ότι για ν’ ανοίξεις το Nietzsche χρειάζεται να’ χεις γερά κότσια;

Να μη ζητιανεύεις τον πόρο ούτε στο χαμαιτυπείο, ούτε στον αυνανισμό, όταν σου λείπει η γυναίκα. Αλλά να φτάνεις να πιαστείς από τα ράχτα της θάλασσας, που’ ναι σκληρά – ουδείς λόγος – σωσίβια όμως για το ναυαγό. Σαν κάποιας αρκαδικής νύφης το νεύμα, που σαρκοπλάθει το όνειρο. Ή κάποιας αλαργινής ονείρωξης το πνεύμα, που φυσάει και σαρώνει τα σύννεφα, όπως εφύσηξε εκείνη η πρωϊνή αύρα, που αναστάτωσε τα κοριτσίστικα σεντόνια της Ναυσικάς:

η δ’ ανέμου ως πνοή επέσσυτο δέμνια κούρης.

Αυτό πάει να πει νά ‘χεις γερά κότσια. Να χαιρετάς από καρδιάς κάθε πρωί τον ήλιο και το γείτονα. Αλλά να μην ξεχνάς το θάνατο, που στέκεται σιμώτερα απ’ το γείτονα. Όσο λιγότερο σκέπτεσαι πως ο θάνατος είναι ο παντοτινός σου πιστός, ο ίσκιος σου, που ούτε να τον πιάσεις μπορείς ούτε να του ξεφύγεις γίνεται – ακόμη και υπό σκιάν σε παραστέκει – τόσο περισσότερο σου λείπουν τα κότσια. Ο θάνατος είναι ο γόρδιος δεσμός της φιλοσοφίας του Nietzsche. Ολόκληρη η περίφημη θεωρία για τη “μεταξίωση όλων των αξιών” στηρίζεται και ξεκινάει απ’ αυτό το ελαφρό σημείο, τούτο το “πάτημα του περιστεριού”. Ο θάνατος είναι το άλλο μάτι, που το ένα, εκεί που κανείς δεν το περιμένει, τα κάνει δύο, και ο Κύκλωπας γίνεται άνθρωπος.

Να ξεντυθείς όλες τις προλήψεις που παραμόρφωσαν με τον καιρό ο διάφανο σώμα του ελληνικού θεού σε κύλινδρο κουτσουροκορμό. Να γδάρεις μόνος σου τα εφτά τους δέρματα που φιδοντύνουν το κορμί σου – και λέγοντας προλήψεις μη θαρρείς καμώματα των αστρολόγων και του Καζαμία, αλλά φιλοσοφίες, και θρησκείες, και τέχνες, και επιστήμη, και συστήματα, και πολιτικές – και μόνο τότε θα παραδεχθεί ο Απόλλωνας τη μουσική του. Μπορεί μάλιστα – αντί για να σε γδάρει όπως το Μαρσύα – να σπάσει και την κιθάρα του. Να σταθείς έτσι γυμνός κάτου από την παγωνιά του ήλιου και τη λάμψη του τίποτα. Αυτό θα πει νά’ χεις γερά κότσια.

Όλα τα κακά τα γέννησε ένα λανθασμένο βήμα, ένα αδέξιο τσάκισμα στη δίπλη του ανθρώπινου χορού:

Γιατί ο άνθρωπος προτιμά από το να μη θέλει τίποτα, να θέλει το τίποτα.

Έτσι θα περιγράψει αυτό το λοξοδρόμισμα ο Νietzsche (σελ. 104). Την πανουργία και την κακοήθεια η ζωή την κρατάει για τον εαυτό της. Κι από σένα ζητάει την καθαρότητα μόνο, και την παλληκαριά. Παρθενοπόρνη σαν τους ανδρόγυνους στα μάρμαρα και στα βάζα, σε θέλει να την χαιρετάς και να την αποχαιρετάς – έτσι λέει ο Nietzsche – όπως ο Οδυσσέας τη Ναυσικά: περισσότερο ευλογώντας και λιγώτερο ερωτευμένος. Τέτοιο το φως του τυφλού.

Αϊδελβέργη 24.11.1978

Δημ. Λιαντίνης

Από το βιβλίο Ecce homo (Ίδε ο άνθρωπος) του Φρίντριχ Νίτσε το οποίο Ελλήνισε ο Δημήτρης Λιαντίνης

Άγιος Νεκτάριος Αιγίνης ή Πενταπόλεως

Η ανηθικότητα δεν πάει στα βουνά· υπάρχουν και τα μοναστήρια


Είναι στιγμές, που όσο νηφάλιος κι αν θες να παραμείνεις, εν τούτοις δεν σ' αφήνουν ν' «αγιάσεις». Όταν το θράσος, τεντώνει στα άκρα την μέση ανθρώπινη ανοχή, δεν μπορείς να παραμένεις απαθής. Όταν αυτοί που πουλάνε «αγάπη» στο «ποίμνιο», όπως οι ρασοφόροι ψυχοσώστες, είναι ικανοί να εκμεταλλευτούν την τυχόν ανθρώπινη αδυναμία, προϊόν θρησκευτικού ψυχαναγκασμού, με σκοπό να τούς χειραγωγήσουν, δεν μπορείς να προσποιείσαι πως δεν είδες ή δεν άκουσες, ή δεν «κατάλαβες».

Εν ολίγοις, είναι στιγμές, που θέλεις να βουτήξεις μερικά ρασοφόρα καθίκια και να τα κρεμάσεις ανάποδα απ' τ' ατροφικά αρχίδια τους στο πλησιέστερο καμπαναριό...

Αποκωδικοποίηση:

Ο Άγιος Νεκτάριος Αιγίνης ή Πενταπόλεως (1846-1920), είναι ένας από τούς αναρίθμητους «αγίους» τής Ορθόδοξης Εκκλησίας, που όχι μόνο ο βίος του δεν δικαιολογεί τέτοιον τίτλο, αλλά θα έπρεπε να αποτελεί και παράδειγμα προς αποφυγήν για το χριστεπώνυμο πλήρωμα. Αυτή η «άγια» λέρα (κατά κόσμον, Αναστάσιος Κεφαλάς), κατά την διάρκεια της επιστασίας του στην Ριζάριο σχολή εκδιώχτηκε ως παιδεραστής και συνέχισε στο πατριαρχείο Αλεξανδρείας τις «ιερές» δολοπλοκίες στις οποίες εμπλέκονταν, ήταν αναμεμειγμένος μεταξύ των άλλων και σε σκάνδαλα ηθικής και οικονομικής φύσεως, και ήταν σφετεριστής του πατριαρχικού θρόνου και δολοφόνος του Πατριάρχη! γι' αυτό και καθαιρέθηκε κι εκδιώχθηκε από το πατριαρχείο Αλεξανδρείας, στο οποίο «μεγαλουργούσε».

Εξορίστηκε στην Ερέτρια όπου οι πιστοί γνωρίζοντας τον βίο του και τις πομπές τον εχλεύασαν και τον εξεδίωξαν. Στην δεύτερη εξορία του στο νησί της Αίγινας πληρωμένος κλακαδόρος κατά την αποβίβασή του από το πλοίο, φώναζε: «καλώς ήλθες Άγιε, ευλογία στο νησί μας»!

Μετακομίζοντας στην Ελλάδα, ο «άγιος» δεν ξέχασε τις παλιές, «καλές» συνήθειες. Το 1918, σε ηλικία 72 ετών, οδηγήθηκε στην Δικαιοσύνη, με την κατηγορία τής ασέλγειας και τής ανηθικότητας, μετά από καταγγελία μητέρας νεαρής μοναχής, η οποία μόναζε στο μαναστήρι που είχε ιδρύσει ο «άγιος» στην Αίγινα. Ο ανακριτής Πειραιά, ο οποίος εξέταζε την υπόθεση, συμπτωματικά πέθανε λίγο αργότερα από καρκίνο.

Ο θάνατος τού δικαστή, ερμηνεύτηκε (όπως ήταν φυσικό) από τούς σαπιοκοιλιάδες κληρικούς, ως θεία τιμωρία για την «άδικη» κατηγορία και δίκη, τού διακορευτή «αγίου» (τού οποίου η «αγιοσύνη» επισημοποιήθηκε μόλις το 1999 και τιμάται πλέον στις 9 Νοεμβρίου). Βεβαίως, το ότι και ο ίδιος ο «άγιος», πέθανε δυο χρόνια αργότερα από καρκίνο τού προστάτη, δεν έτυχε ανάλογης «ερμηνείας» από τούς «αντιπροσώπους» τού Θεού επί γης. Απεναντίας, ο «άγιος» θεωρείται μάλιστα και «προστάτης» όσων πάσχουν από... ανίατες ασθένειες!

Εν κατακλείδι:

-Εκδιώχτηκε από την Ριζάριο σχολή ως παιδεραστής!

-Εκδιώχτηκε από το Πατριαρχείο Αλεξάνδρειας ως καταχραστής, δολοπλόκος, σφετεριστής του πατριαρχικού θρόνου και δολοφόνου του Πατριάρχη!

-Εκδιώχτηκε από την Ερέτρια ως ανεπιθύμητος!

-Εκδιώχτηκε από την Δικαιοσύνη, με την κατηγορία τής ασέλγειας και τής ανηθικότητας νεαρής μοναχής!

Ο εν λόγω ρεμάλι ''Άγιος'' είναι ένας από τους πολλούς ''Αγίους'' που κατασκευάστηκαν από την Ιερή βιομηχανία παραγωγής αγίων με πλαστά αγιογραφικά συναξάρια και ''θαύματα''.

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ, ΙΣΤΟΡΙΑΙ

ΘΟΥΚ 7.80.1–7.82.3

(ΘΟΥΚ 7.75.1–7.87.6: Η καταστροφή του αθηναϊκού εκστρατευτικού σώματος) 

Νυχτερινή αναχώρηση των Αθηναίων – Παράδοση του στρατεύματος του Δημοσθένη

[7.80.1] Τῆς δὲ νυκτὸς τῷ Νικίᾳ καὶ Δημοσθένει ἐδόκει, ἐπειδὴ
κακῶς σφίσι τὸ στράτευμα εἶχε τῶν τε ἐπιτηδείων πάντων
ἀπορίᾳ ἤδη, καὶ κατατετραυματισμένοι ἦσαν πολλοὶ ἐν
πολλαῖς προσβολαῖς τῶν πολεμίων γεγενημέναις, πυρὰ
καύσαντας ὡς πλεῖστα ἀπάγειν τὴν στρατιάν, μηκέτι τὴν
αὐτὴν ὁδὸν ᾗ διενοήθησαν, ἀλλὰ τοὐναντίον ἢ οἱ Συρακόσιοι
ἐτήρουν, πρὸς τὴν θάλασσαν. [7.80.2] ἦν δὲ ἡ ξύμπασα ὁδὸς αὕτη
οὐκ ἐπὶ Κατάνης τῷ στρατεύματι, ἀλλὰ κατὰ τὸ ἕτερον
μέρος τῆς Σικελίας τὸ πρὸς Καμάριναν καὶ Γέλαν καὶ τὰς
ταύτῃ πόλεις καὶ Ἑλληνίδας καὶ βαρβάρους. [7.80.3] καύσαντες
οὖν πυρὰ πολλὰ ἐχώρουν ἐν τῇ νυκτί. καὶ αὐτοῖς, οἷον
φιλεῖ καὶ πᾶσι στρατοπέδοις, μάλιστα δὲ τοῖς μεγίστοις,
φόβοι καὶ δείματα ἐγγίγνεσθαι, ἄλλως τε καὶ ἐν νυκτί τε
καὶ διὰ πολεμίας καὶ ἀπὸ πολεμίων οὐ πολὺ ἀπεχόντων
ἰοῦσιν, ἐμπίπτει ταραχή· [7.80.4] καὶ τὸ μὲν Νικίου στράτευμα,
ὥσπερ ἡγεῖτο, ξυνέμενέ τε καὶ προὔλαβε πολλῷ, τὸ δὲ
Δημοσθένους, τὸ ἥμισυ μάλιστα καὶ πλέον, ἀπεσπάσθη τε
καὶ ἀτακτότερον ἐχώρει. [7.80.5] ἅμα δὲ τῇ ἕῳ ἀφικνοῦνται ὅμως
πρὸς τὴν θάλασσαν, καὶ ἐσβάντες ἐς τὴν ὁδὸν τὴν Ἑλωρίνην
καλουμένην ἐπορεύοντο, ὅπως, ἐπειδὴ γένοιντο ἐπὶ τῷ
ποταμῷ τῷ Κακυπάρει, παρὰ τὸν ποταμὸν ἴοιεν ἄνω διὰ
μεσογείας· ἤλπιζον γὰρ καὶ τοὺς Σικελοὺς ταύτῃ οὓς μετε-
πέμψαντο ἀπαντήσεσθαι. [7.80.6] ἐπειδὴ δ’ ἐγένοντο ἐπὶ τῷ
ποταμῷ, ηὗρον καὶ ἐνταῦθα φυλακήν τινα τῶν Συρακοσίων
ἀποτειχίζουσάν τε καὶ ἀποσταυροῦσαν τὸν πόρον. καὶ
βιασάμενοι αὐτὴν διέβησάν τε τὸν ποταμὸν καὶ ἐχώρουν
αὖθις πρὸς ἄλλον ποταμὸν τὸν Ἐρινεόν· ταύτῃ γὰρ οἱ
ἡγεμόνες ἐκέλευον.

[7.81.1] Ἐν τούτῳ δ’ οἱ Συρακόσιοι καὶ οἱ ξύμμαχοι, ὡς ἥ τε
ἡμέρα ἐγένετο καὶ ἔγνωσαν τοὺς Ἀθηναίους ἀπεληλυθότας,
ἐν αἰτίᾳ τε οἱ πολλοὶ τὸν Γύλιππον εἶχον ἑκόντα ἀφεῖναι
τοὺς Ἀθηναίους, καὶ κατὰ τάχος διώκοντες, ᾗ οὐ χαλεπῶς
ᾐσθάνοντο κεχωρηκότας, καταλαμβάνουσι περὶ ἀρίστου
ὥραν. [7.81.2] καὶ ὡς προσέμειξαν τοῖς μετὰ τοῦ Δημοσθένους
ὑστέροις τ’ οὖσι καὶ σχολαίτερον καὶ ἀτακτότερον χωροῦσιν,
ὡς τῆς νυκτὸς τότε ξυνεταράχθησαν, εὐθὺς προσπεσόντες
ἐμάχοντο, καὶ οἱ ἱππῆς τῶν Συρακοσίων ἐκυκλοῦντό τε
ῥᾷον αὐτοὺς δίχα δὴ ὄντας καὶ ξυνῆγον ἐς ταὐτό. [7.81.3] τὸ δὲ
Νικίου στράτευμα ἀπεῖχεν ἐν τῷ πρόσθεν καὶ πεντήκοντα
σταδίους· θᾶσσόν τε γὰρ ὁ Νικίας ἦγε, νομίζων οὐ τὸ
ὑπομένειν ἐν τῷ τοιούτῳ ἑκόντας εἶναι καὶ μάχεσθαι
σωτηρίαν, ἀλλὰ τὸ ὡς τάχιστα ὑποχωρεῖν, τοσαῦτα μαχο-
μένους ὅσα ἀναγκάζονται. [7.81.4] ὁ δὲ Δημοσθένης ἐτύγχανέ τε
τὰ πλείω ἐν πόνῳ ξυνεχεστέρῳ ὢν διὰ τὸ ὑστέρῳ ἀναχω-
ροῦντι αὐτῷ πρώτῳ ἐπικεῖσθαι τοὺς πολεμίους καὶ τότε
γνοὺς τοὺς Συρακοσίους διώκοντας οὐ προὐχώρει μᾶλλον
ἢ ἐς μάχην ξυνετάσσετο, ἕως ἐνδιατρίβων κυκλοῦταί τε ὑπ’
αὐτῶν καὶ ἐν πολλῷ θορύβῳ αὐτός τε καὶ οἱ μετ’ αὐτοῦ
Ἀθηναῖοι ἦσαν· ἀνειληθέντες γὰρ ἔς τι χωρίον ᾧ κύκλῳ
μὲν τειχίον περιῆν, ὁδὸς δὲ ἔνθεν [τε] καὶ ἔνθεν, ἐλάας δὲ
οὐκ ὀλίγας εἶχεν, ἐβάλλοντο περισταδόν. [7.81.5] τοιαύταις δὲ
προσβολαῖς καὶ οὐ ξυσταδὸν μάχαις οἱ Συρακόσιοι εἰκότως
ἐχρῶντο· τὸ γὰρ ἀποκινδυνεύειν πρὸς ἀνθρώπους ἀπο-
νενοημένους οὐ πρὸς ἐκείνων μᾶλλον ἦν ἔτι ἢ πρὸς τῶν
Ἀθηναίων, καὶ ἅμα φειδώ τέ τις ἐγίγνετο ἐπ’ εὐπραγίᾳ
ἤδη σαφεῖ μὴ προαναλωθῆναί τῳ, καὶ ἐνόμιζον καὶ ὣς ταύτῃ
τῇ ἰδέᾳ καταδαμασάμενοι λήψεσθαι αὐτούς. [7.82.1] ἐπειδὴ δ’ οὖν
δι’ ἡμέρας βάλλοντες πανταχόθεν τοὺς Ἀθηναίους καὶ
ξυμμάχους ἑώρων ἤδη τεταλαιπωρημένους τοῖς τε τραύμασι
καὶ τῇ ἄλλῃ κακώσει, κήρυγμα ποιοῦνται Γύλιππος καὶ
Συρακόσιοι καὶ οἱ ξύμμαχοι πρῶτον μὲν τῶν νησιωτῶν
εἴ τις βούλεται ἐπ’ ἐλευθερίᾳ ὡς σφᾶς ἀπιέναι· καὶ ἀπε-
χώρησάν τινες πόλεις οὐ πολλαί. [7.82.2] ἔπειτα δ’ ὕστερον καὶ
πρὸς τοὺς ἄλλους ἅπαντας τοὺς μετὰ Δημοσθένους ὁμολογία
γίγνεται ὥστε ὅπλα τε παραδοῦναι καὶ μὴ ἀποθανεῖν μηδένα
μήτε βιαίως μήτε δεσμοῖς μήτε τῆς ἀναγκαιοτάτης ἐνδείᾳ
διαίτης. [7.82.3] καὶ παρέδοσαν οἱ πάντες σφᾶς αὐτοὺς ἑξακισχίλιοι,
καὶ τὸ ἀργύριον ὃ εἶχον ἅπαν κατέθεσαν ἐσβαλόντες ἐς
ἀσπίδας ὑπτίας, καὶ ἐνέπλησαν ἀσπίδας τέσσαρας. καὶ
τούτους μὲν εὐθὺς ἀπεκόμιζον ἐς τὴν πόλιν· Νικίας δὲ καὶ
οἱ μετ’ αὐτοῦ ταύτῃ τῇ ἡμέρᾳ ἀφικνοῦνται ἐπὶ τὸν ποταμὸν
τὸν Ἐρινεόν, καὶ διαβὰς πρὸς μετέωρόν τι καθῖσε τὴν
στρατιάν.

***
[7.80.1] Τη νύχτα εκείνη, αποφάσισαν ο Νικίας κι ο Δημοσθένης, επειδή ο στρατός βρισκότανε σε κακή κατάσταση, τόσο γιατί τους είχανε ολότελα σωθεί οι προμήθειες, όσο και γιατί πολλοί στρατιώτες ήταν καταπληγωμένοι από τις πολλές επιθέσεις που τους είχαν κάνει οι εχτροί, αποφάσισαν ν' ανάψουν όσο περισσότερες φωτιές μπορούσαν, και να πάρουν το στρατό από κει, όχι πια προς την ίδια κατεύθυνση που είχανε σχεδιάσει, αλλά προς την αντίθετη από κείνη όπου παραφύλαγαν οι Συρακούσιοι, δηλαδή προς τη θάλασσα· [7.80.2] όλος αυτός ο δρόμος θα 'φερνε το στρατό, όχι στην Κατάνη, άλλα στην αντίθετη μεριά της Σικελίας, προς την Καμάρινα και τη Γέλα και τις άλλες πολιτείες σ' εκείνα τα μέρη, Ελληνικές και ξένες. [7.80.3] Αφού λοιπόν άναψαν πολλές φωτιές κίνησαν μέσα στη νύχτα. Κι όπως συμβαίνει συχνά σ' όλες τις στρατιές, και περισσότερο στις μεγάλες, και σ' αυτούς κι από άλλους λόγους, και ιδίως γιατί βάδιζαν νύχτα μεσ' από τόπο εχτρικό κ' έφευγαν μπροστά σ' εχτρούς που δεν ήταν μακρυά, τους έπιασε πανικός· [7.80.4] κι ο στρατός του Νικία, καθώς τους οδηγούσε αυτός ο ίδιος έμεινε όλος μαζί, και προχώρησε πολύ μπροστά, ο στρατός όμως του Δημοσθένη, που ήταν ο μισός και παραπάνω από το σύνολο, χωρίστηκε από τους μπροστινούς και προχωρούσε με μεγαλύτερη αταξία. [7.80.5] Μ' όλ' αυτά έφτασαν κατά την αυγή στη θάλασσα, και παίρνοντας το δρόμο που λέγεται Ελωρίνη οδός, προχωρούσαν έχοντας τη θάλασσα αριστερά τους με το σκοπό, μόλις φτάσουνε στις όχτες του ποταμού Κακυπάρη, να στρίψουν βαδίζοντας παράλληλα με την κοίτη του προς τ' απάνω, προς τα μεσόγεια· γιατί περίμεναν πως εκεί θα τους αντάμωναν οι Σικελοί, όπως τους είχανε μηνύσει. [7.80.6] Όταν όμως έφτασαν στον ποταμό, βρήκαν κ' εκεί ένα απόσπασμα των Συρακουσίων που έχτιζαν φράγμα κ' έμπηγαν παλούκια στο ρηχό πέρασμα. Τους νίκησαν με τη βία και πέρασαν το ποτάμι, κι άρχισαν να προχωρούν προς έναν άλλο ποταμό, τον Ερινεό γιατί αυτό το δρόμο τους είχαν ορμηνέψει οι οδηγοί τους να πάρουν.

[7.81.1] Στο μεταξύ, οι Συρακούσιοι κ' οι σύμμαχοί τους, μόλις ξημέρωσε και κατάλαβαν πως είχανε φύγει οι Αθηναίοι, άρχισαν οι περισσότεροι να κατηγορούν το Γύλιππο πως τους άφησε από σκοπού να ξεφύγουν, και παίρνοντάς τους γρήγορα το κατόπι, γιατί δεν ήτανε δύσκολο να βρουν από τ' αχνάρια τους προς τα πού πήγαιναν, τους έφτασαν κατά την ώρα του δείπνου, [7.81.2] και μόλις αντάμωσαν το στρατό του Δημοσθένη που βρισκόταν πιο πίσω και προχωρούσε πιο αργά και ακατάστατα από τη σύγχυση που είχαν πάθει την προηγούμενη νύχτα, έπεσαν πάνω τους κι άρχισαν να τους πολεμούνε. Κ' οι Συρακούσιοι καβαλλάρηδες τους περικύκλωσαν τώρα πιο εύκολα γιατί ήτανε χωρισμένοι από το υπόλοιπο στράτευμα, και περιτρέχοντάς τους τούς εστρίμωχναν σε όλο και μικρότερο χώρο. [7.81.3] Ο στρατός όμως του Νικία βρισκόταν τώρα ως πενήντα στάδια πιο μακρυά· γιατί ο Νικίας τους οδηγούσε πιο γρήγορα, νομίζοντας πως στη θέση που βρίσκονταν δεν μπορούσαν να σταθούνε παραπομένοντας θεληματικά και πολεμώντας τους εχτρούς, αλλά υποχωρώντας όσο γρήγορα γινόταν και δίνοντας μάχη μόνον εκεί που θ' αναγκάζονταν να το κάνουν. [7.81.4] Ο Δημοσθένης όμως βρισκόταν τον περισσότερο καιρό σε πιο τυραγνισμένη θέση και χωρίς ανάπαυλα, γιατί επειδή πορευόταν πιο πίσω, σ' αυτόν πρώτα ρίχνονταν οι εχτροί, και σε τούτη την περίσταση, όταν κατάλαβε πως οι Συρακούσιοι τον κυνηγούσαν, δεν επιτάχυνε την πορεία, αλλά μάλλον προσπαθούσε να παρατάξει κάθε τόσο το στρατό για να δώσει μάχη, ώστε απ' αυτή την καθυστέρηση περικυκλώθηκαν εντελώς κι απομονώθηκαν από τους άλλους, έτσι που αυτός κ' οι δικοί του βρέθηκαν σε εξαιρετικά δύσκολη θέση· γιατί πιάστηκαν στριμωγμένοι ένα γύρο σ' ένα μέρος που ήτανε φραγμένοι με χαμηλό τείχος οι δρόμοι από τη μια μεριά κι από την άλλη, κ' είχε και κάμποσα δέντρα μέσα, και τους χτυπούσανε συγχρόνως από παντού. [7.81.5] Γιατί τέτοιου είδους επιθέσεις χρησιμοποιούσαν οι Συρακούσιοι κι όχι μάχες με παραταγμένο στρατό· και ήτανε λογικό, γιατί αν ριψοκιντύνευαν τη ζωή τους σε μάχες σώμα με σώμα προς ανθρώπους που βρίσκονταν τώρα σε απόγνωση, δε θα ήταν τούτο τόσο ευνοϊκό γι' αυτούς όσο για τους Αθηναίους, και σύγκαιρα άρχιζαν τώρα κάπως να φυλάγουν τη ζωή τους με την καθαρή προοπτική της επιτυχίας και της ευημερίας μπροστά τους, και δεν ήθελαν να τη χαλάσουν άδικα πριν τους έρθει· θεωρούσαν ακόμα πως και μ' αυτή τη μορφή της επίθεσης θα καταχτυπούσαν και θα 'πιαναν στην παγίδα τους Αθηναίους.

[7.82.1] Όταν λοιπόν, αφού τους είχανε χτυπήσει έτσι όλη μέρα ρίχνοντάς τους ολούθε, είδαν πια πως οι Αθηναίοι κ' οι σύμμαχοί τους είχαν αποκάνει, εξαντλημένοι τόσο από τις πληγές όσο κι από την άλλη κακοπάθηση, βγάζουνε κήρυγμα ο Γύλιππος κ' οι Συρακούσιοι κ' οι σύμμαχοί τους, πρώτα στους νησιώτες πως αν θέλει κανείς τους, να πάει με το μέρος τους και να μείνει ελεύτερος· και οι στρατιώτες από λίγες πολιτείες, έφυγαν από το πλευρό των Αθηναίων, [7.82.2] ύστερα από ώρα κλείσανε συμφωνία και με όλους τους άλλους που ήτανε με το Δημοσθένη, με τον όρο να παραδώσουν τα όπλα τους και τάζοντάς τους πως δε θα πάθει κανείς τίποτα μήτε από εκτέλεση, μήτε θα φυλακιστεί, μήτε θα του λείψει η πιο απαραίτητη συντήρηση. [7.82.3] Και παραδόθηκαν όλοι τους, έξη χιλιάδες άντρες, και τα χρήματα που είχαν απάνω τους τα 'ριξαν σε ασπίδες γυρισμένες ανάποδα, και γέμισαν τέσσερις ασπίδες. Αυτούς τους αιχμαλώτους τούς πήγαν αμέσως οι Συρακούσιοι πίσω στην πολιτεία τους· στο μεταξύ ο Νικίας με το στρατό του έφτασαν την ίδια μέρα στον ποταμό Ερινεό, κι αφού τον διάβηκαν έπιασαν ένα ύψωμα κ' έστησαν στρατόπεδο.