Τετάρτη 9 Νοεμβρίου 2022

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ, ΙΣΤΟΡΙΑΙ

ΘΟΥΚ 7.80.1–7.82.3

(ΘΟΥΚ 7.75.1–7.87.6: Η καταστροφή του αθηναϊκού εκστρατευτικού σώματος) 

Νυχτερινή αναχώρηση των Αθηναίων – Παράδοση του στρατεύματος του Δημοσθένη

[7.80.1] Τῆς δὲ νυκτὸς τῷ Νικίᾳ καὶ Δημοσθένει ἐδόκει, ἐπειδὴ
κακῶς σφίσι τὸ στράτευμα εἶχε τῶν τε ἐπιτηδείων πάντων
ἀπορίᾳ ἤδη, καὶ κατατετραυματισμένοι ἦσαν πολλοὶ ἐν
πολλαῖς προσβολαῖς τῶν πολεμίων γεγενημέναις, πυρὰ
καύσαντας ὡς πλεῖστα ἀπάγειν τὴν στρατιάν, μηκέτι τὴν
αὐτὴν ὁδὸν ᾗ διενοήθησαν, ἀλλὰ τοὐναντίον ἢ οἱ Συρακόσιοι
ἐτήρουν, πρὸς τὴν θάλασσαν. [7.80.2] ἦν δὲ ἡ ξύμπασα ὁδὸς αὕτη
οὐκ ἐπὶ Κατάνης τῷ στρατεύματι, ἀλλὰ κατὰ τὸ ἕτερον
μέρος τῆς Σικελίας τὸ πρὸς Καμάριναν καὶ Γέλαν καὶ τὰς
ταύτῃ πόλεις καὶ Ἑλληνίδας καὶ βαρβάρους. [7.80.3] καύσαντες
οὖν πυρὰ πολλὰ ἐχώρουν ἐν τῇ νυκτί. καὶ αὐτοῖς, οἷον
φιλεῖ καὶ πᾶσι στρατοπέδοις, μάλιστα δὲ τοῖς μεγίστοις,
φόβοι καὶ δείματα ἐγγίγνεσθαι, ἄλλως τε καὶ ἐν νυκτί τε
καὶ διὰ πολεμίας καὶ ἀπὸ πολεμίων οὐ πολὺ ἀπεχόντων
ἰοῦσιν, ἐμπίπτει ταραχή· [7.80.4] καὶ τὸ μὲν Νικίου στράτευμα,
ὥσπερ ἡγεῖτο, ξυνέμενέ τε καὶ προὔλαβε πολλῷ, τὸ δὲ
Δημοσθένους, τὸ ἥμισυ μάλιστα καὶ πλέον, ἀπεσπάσθη τε
καὶ ἀτακτότερον ἐχώρει. [7.80.5] ἅμα δὲ τῇ ἕῳ ἀφικνοῦνται ὅμως
πρὸς τὴν θάλασσαν, καὶ ἐσβάντες ἐς τὴν ὁδὸν τὴν Ἑλωρίνην
καλουμένην ἐπορεύοντο, ὅπως, ἐπειδὴ γένοιντο ἐπὶ τῷ
ποταμῷ τῷ Κακυπάρει, παρὰ τὸν ποταμὸν ἴοιεν ἄνω διὰ
μεσογείας· ἤλπιζον γὰρ καὶ τοὺς Σικελοὺς ταύτῃ οὓς μετε-
πέμψαντο ἀπαντήσεσθαι. [7.80.6] ἐπειδὴ δ’ ἐγένοντο ἐπὶ τῷ
ποταμῷ, ηὗρον καὶ ἐνταῦθα φυλακήν τινα τῶν Συρακοσίων
ἀποτειχίζουσάν τε καὶ ἀποσταυροῦσαν τὸν πόρον. καὶ
βιασάμενοι αὐτὴν διέβησάν τε τὸν ποταμὸν καὶ ἐχώρουν
αὖθις πρὸς ἄλλον ποταμὸν τὸν Ἐρινεόν· ταύτῃ γὰρ οἱ
ἡγεμόνες ἐκέλευον.

[7.81.1] Ἐν τούτῳ δ’ οἱ Συρακόσιοι καὶ οἱ ξύμμαχοι, ὡς ἥ τε
ἡμέρα ἐγένετο καὶ ἔγνωσαν τοὺς Ἀθηναίους ἀπεληλυθότας,
ἐν αἰτίᾳ τε οἱ πολλοὶ τὸν Γύλιππον εἶχον ἑκόντα ἀφεῖναι
τοὺς Ἀθηναίους, καὶ κατὰ τάχος διώκοντες, ᾗ οὐ χαλεπῶς
ᾐσθάνοντο κεχωρηκότας, καταλαμβάνουσι περὶ ἀρίστου
ὥραν. [7.81.2] καὶ ὡς προσέμειξαν τοῖς μετὰ τοῦ Δημοσθένους
ὑστέροις τ’ οὖσι καὶ σχολαίτερον καὶ ἀτακτότερον χωροῦσιν,
ὡς τῆς νυκτὸς τότε ξυνεταράχθησαν, εὐθὺς προσπεσόντες
ἐμάχοντο, καὶ οἱ ἱππῆς τῶν Συρακοσίων ἐκυκλοῦντό τε
ῥᾷον αὐτοὺς δίχα δὴ ὄντας καὶ ξυνῆγον ἐς ταὐτό. [7.81.3] τὸ δὲ
Νικίου στράτευμα ἀπεῖχεν ἐν τῷ πρόσθεν καὶ πεντήκοντα
σταδίους· θᾶσσόν τε γὰρ ὁ Νικίας ἦγε, νομίζων οὐ τὸ
ὑπομένειν ἐν τῷ τοιούτῳ ἑκόντας εἶναι καὶ μάχεσθαι
σωτηρίαν, ἀλλὰ τὸ ὡς τάχιστα ὑποχωρεῖν, τοσαῦτα μαχο-
μένους ὅσα ἀναγκάζονται. [7.81.4] ὁ δὲ Δημοσθένης ἐτύγχανέ τε
τὰ πλείω ἐν πόνῳ ξυνεχεστέρῳ ὢν διὰ τὸ ὑστέρῳ ἀναχω-
ροῦντι αὐτῷ πρώτῳ ἐπικεῖσθαι τοὺς πολεμίους καὶ τότε
γνοὺς τοὺς Συρακοσίους διώκοντας οὐ προὐχώρει μᾶλλον
ἢ ἐς μάχην ξυνετάσσετο, ἕως ἐνδιατρίβων κυκλοῦταί τε ὑπ’
αὐτῶν καὶ ἐν πολλῷ θορύβῳ αὐτός τε καὶ οἱ μετ’ αὐτοῦ
Ἀθηναῖοι ἦσαν· ἀνειληθέντες γὰρ ἔς τι χωρίον ᾧ κύκλῳ
μὲν τειχίον περιῆν, ὁδὸς δὲ ἔνθεν [τε] καὶ ἔνθεν, ἐλάας δὲ
οὐκ ὀλίγας εἶχεν, ἐβάλλοντο περισταδόν. [7.81.5] τοιαύταις δὲ
προσβολαῖς καὶ οὐ ξυσταδὸν μάχαις οἱ Συρακόσιοι εἰκότως
ἐχρῶντο· τὸ γὰρ ἀποκινδυνεύειν πρὸς ἀνθρώπους ἀπο-
νενοημένους οὐ πρὸς ἐκείνων μᾶλλον ἦν ἔτι ἢ πρὸς τῶν
Ἀθηναίων, καὶ ἅμα φειδώ τέ τις ἐγίγνετο ἐπ’ εὐπραγίᾳ
ἤδη σαφεῖ μὴ προαναλωθῆναί τῳ, καὶ ἐνόμιζον καὶ ὣς ταύτῃ
τῇ ἰδέᾳ καταδαμασάμενοι λήψεσθαι αὐτούς. [7.82.1] ἐπειδὴ δ’ οὖν
δι’ ἡμέρας βάλλοντες πανταχόθεν τοὺς Ἀθηναίους καὶ
ξυμμάχους ἑώρων ἤδη τεταλαιπωρημένους τοῖς τε τραύμασι
καὶ τῇ ἄλλῃ κακώσει, κήρυγμα ποιοῦνται Γύλιππος καὶ
Συρακόσιοι καὶ οἱ ξύμμαχοι πρῶτον μὲν τῶν νησιωτῶν
εἴ τις βούλεται ἐπ’ ἐλευθερίᾳ ὡς σφᾶς ἀπιέναι· καὶ ἀπε-
χώρησάν τινες πόλεις οὐ πολλαί. [7.82.2] ἔπειτα δ’ ὕστερον καὶ
πρὸς τοὺς ἄλλους ἅπαντας τοὺς μετὰ Δημοσθένους ὁμολογία
γίγνεται ὥστε ὅπλα τε παραδοῦναι καὶ μὴ ἀποθανεῖν μηδένα
μήτε βιαίως μήτε δεσμοῖς μήτε τῆς ἀναγκαιοτάτης ἐνδείᾳ
διαίτης. [7.82.3] καὶ παρέδοσαν οἱ πάντες σφᾶς αὐτοὺς ἑξακισχίλιοι,
καὶ τὸ ἀργύριον ὃ εἶχον ἅπαν κατέθεσαν ἐσβαλόντες ἐς
ἀσπίδας ὑπτίας, καὶ ἐνέπλησαν ἀσπίδας τέσσαρας. καὶ
τούτους μὲν εὐθὺς ἀπεκόμιζον ἐς τὴν πόλιν· Νικίας δὲ καὶ
οἱ μετ’ αὐτοῦ ταύτῃ τῇ ἡμέρᾳ ἀφικνοῦνται ἐπὶ τὸν ποταμὸν
τὸν Ἐρινεόν, καὶ διαβὰς πρὸς μετέωρόν τι καθῖσε τὴν
στρατιάν.

***
[7.80.1] Τη νύχτα εκείνη, αποφάσισαν ο Νικίας κι ο Δημοσθένης, επειδή ο στρατός βρισκότανε σε κακή κατάσταση, τόσο γιατί τους είχανε ολότελα σωθεί οι προμήθειες, όσο και γιατί πολλοί στρατιώτες ήταν καταπληγωμένοι από τις πολλές επιθέσεις που τους είχαν κάνει οι εχτροί, αποφάσισαν ν' ανάψουν όσο περισσότερες φωτιές μπορούσαν, και να πάρουν το στρατό από κει, όχι πια προς την ίδια κατεύθυνση που είχανε σχεδιάσει, αλλά προς την αντίθετη από κείνη όπου παραφύλαγαν οι Συρακούσιοι, δηλαδή προς τη θάλασσα· [7.80.2] όλος αυτός ο δρόμος θα 'φερνε το στρατό, όχι στην Κατάνη, άλλα στην αντίθετη μεριά της Σικελίας, προς την Καμάρινα και τη Γέλα και τις άλλες πολιτείες σ' εκείνα τα μέρη, Ελληνικές και ξένες. [7.80.3] Αφού λοιπόν άναψαν πολλές φωτιές κίνησαν μέσα στη νύχτα. Κι όπως συμβαίνει συχνά σ' όλες τις στρατιές, και περισσότερο στις μεγάλες, και σ' αυτούς κι από άλλους λόγους, και ιδίως γιατί βάδιζαν νύχτα μεσ' από τόπο εχτρικό κ' έφευγαν μπροστά σ' εχτρούς που δεν ήταν μακρυά, τους έπιασε πανικός· [7.80.4] κι ο στρατός του Νικία, καθώς τους οδηγούσε αυτός ο ίδιος έμεινε όλος μαζί, και προχώρησε πολύ μπροστά, ο στρατός όμως του Δημοσθένη, που ήταν ο μισός και παραπάνω από το σύνολο, χωρίστηκε από τους μπροστινούς και προχωρούσε με μεγαλύτερη αταξία. [7.80.5] Μ' όλ' αυτά έφτασαν κατά την αυγή στη θάλασσα, και παίρνοντας το δρόμο που λέγεται Ελωρίνη οδός, προχωρούσαν έχοντας τη θάλασσα αριστερά τους με το σκοπό, μόλις φτάσουνε στις όχτες του ποταμού Κακυπάρη, να στρίψουν βαδίζοντας παράλληλα με την κοίτη του προς τ' απάνω, προς τα μεσόγεια· γιατί περίμεναν πως εκεί θα τους αντάμωναν οι Σικελοί, όπως τους είχανε μηνύσει. [7.80.6] Όταν όμως έφτασαν στον ποταμό, βρήκαν κ' εκεί ένα απόσπασμα των Συρακουσίων που έχτιζαν φράγμα κ' έμπηγαν παλούκια στο ρηχό πέρασμα. Τους νίκησαν με τη βία και πέρασαν το ποτάμι, κι άρχισαν να προχωρούν προς έναν άλλο ποταμό, τον Ερινεό γιατί αυτό το δρόμο τους είχαν ορμηνέψει οι οδηγοί τους να πάρουν.

[7.81.1] Στο μεταξύ, οι Συρακούσιοι κ' οι σύμμαχοί τους, μόλις ξημέρωσε και κατάλαβαν πως είχανε φύγει οι Αθηναίοι, άρχισαν οι περισσότεροι να κατηγορούν το Γύλιππο πως τους άφησε από σκοπού να ξεφύγουν, και παίρνοντάς τους γρήγορα το κατόπι, γιατί δεν ήτανε δύσκολο να βρουν από τ' αχνάρια τους προς τα πού πήγαιναν, τους έφτασαν κατά την ώρα του δείπνου, [7.81.2] και μόλις αντάμωσαν το στρατό του Δημοσθένη που βρισκόταν πιο πίσω και προχωρούσε πιο αργά και ακατάστατα από τη σύγχυση που είχαν πάθει την προηγούμενη νύχτα, έπεσαν πάνω τους κι άρχισαν να τους πολεμούνε. Κ' οι Συρακούσιοι καβαλλάρηδες τους περικύκλωσαν τώρα πιο εύκολα γιατί ήτανε χωρισμένοι από το υπόλοιπο στράτευμα, και περιτρέχοντάς τους τούς εστρίμωχναν σε όλο και μικρότερο χώρο. [7.81.3] Ο στρατός όμως του Νικία βρισκόταν τώρα ως πενήντα στάδια πιο μακρυά· γιατί ο Νικίας τους οδηγούσε πιο γρήγορα, νομίζοντας πως στη θέση που βρίσκονταν δεν μπορούσαν να σταθούνε παραπομένοντας θεληματικά και πολεμώντας τους εχτρούς, αλλά υποχωρώντας όσο γρήγορα γινόταν και δίνοντας μάχη μόνον εκεί που θ' αναγκάζονταν να το κάνουν. [7.81.4] Ο Δημοσθένης όμως βρισκόταν τον περισσότερο καιρό σε πιο τυραγνισμένη θέση και χωρίς ανάπαυλα, γιατί επειδή πορευόταν πιο πίσω, σ' αυτόν πρώτα ρίχνονταν οι εχτροί, και σε τούτη την περίσταση, όταν κατάλαβε πως οι Συρακούσιοι τον κυνηγούσαν, δεν επιτάχυνε την πορεία, αλλά μάλλον προσπαθούσε να παρατάξει κάθε τόσο το στρατό για να δώσει μάχη, ώστε απ' αυτή την καθυστέρηση περικυκλώθηκαν εντελώς κι απομονώθηκαν από τους άλλους, έτσι που αυτός κ' οι δικοί του βρέθηκαν σε εξαιρετικά δύσκολη θέση· γιατί πιάστηκαν στριμωγμένοι ένα γύρο σ' ένα μέρος που ήτανε φραγμένοι με χαμηλό τείχος οι δρόμοι από τη μια μεριά κι από την άλλη, κ' είχε και κάμποσα δέντρα μέσα, και τους χτυπούσανε συγχρόνως από παντού. [7.81.5] Γιατί τέτοιου είδους επιθέσεις χρησιμοποιούσαν οι Συρακούσιοι κι όχι μάχες με παραταγμένο στρατό· και ήτανε λογικό, γιατί αν ριψοκιντύνευαν τη ζωή τους σε μάχες σώμα με σώμα προς ανθρώπους που βρίσκονταν τώρα σε απόγνωση, δε θα ήταν τούτο τόσο ευνοϊκό γι' αυτούς όσο για τους Αθηναίους, και σύγκαιρα άρχιζαν τώρα κάπως να φυλάγουν τη ζωή τους με την καθαρή προοπτική της επιτυχίας και της ευημερίας μπροστά τους, και δεν ήθελαν να τη χαλάσουν άδικα πριν τους έρθει· θεωρούσαν ακόμα πως και μ' αυτή τη μορφή της επίθεσης θα καταχτυπούσαν και θα 'πιαναν στην παγίδα τους Αθηναίους.

[7.82.1] Όταν λοιπόν, αφού τους είχανε χτυπήσει έτσι όλη μέρα ρίχνοντάς τους ολούθε, είδαν πια πως οι Αθηναίοι κ' οι σύμμαχοί τους είχαν αποκάνει, εξαντλημένοι τόσο από τις πληγές όσο κι από την άλλη κακοπάθηση, βγάζουνε κήρυγμα ο Γύλιππος κ' οι Συρακούσιοι κ' οι σύμμαχοί τους, πρώτα στους νησιώτες πως αν θέλει κανείς τους, να πάει με το μέρος τους και να μείνει ελεύτερος· και οι στρατιώτες από λίγες πολιτείες, έφυγαν από το πλευρό των Αθηναίων, [7.82.2] ύστερα από ώρα κλείσανε συμφωνία και με όλους τους άλλους που ήτανε με το Δημοσθένη, με τον όρο να παραδώσουν τα όπλα τους και τάζοντάς τους πως δε θα πάθει κανείς τίποτα μήτε από εκτέλεση, μήτε θα φυλακιστεί, μήτε θα του λείψει η πιο απαραίτητη συντήρηση. [7.82.3] Και παραδόθηκαν όλοι τους, έξη χιλιάδες άντρες, και τα χρήματα που είχαν απάνω τους τα 'ριξαν σε ασπίδες γυρισμένες ανάποδα, και γέμισαν τέσσερις ασπίδες. Αυτούς τους αιχμαλώτους τούς πήγαν αμέσως οι Συρακούσιοι πίσω στην πολιτεία τους· στο μεταξύ ο Νικίας με το στρατό του έφτασαν την ίδια μέρα στον ποταμό Ερινεό, κι αφού τον διάβηκαν έπιασαν ένα ύψωμα κ' έστησαν στρατόπεδο.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου