Κυριακή 28 Αυγούστου 2022

ΗΛΙΟΣ ΑΚΤΙΝΟΒΟΛΟΣ: Nοητό, νοερό και φυσικό φως

(Άπαντα Δημόκριτου Β 3,5)

Όταν σκεφτόμαστε τον ήλιο, το πρώτο πράγμα που μας έρχεται στο νου είναι η θερμότητα και η ακτινοβολία του, το λαμπερό του φως που ανέκαθεν προσήλκυε το θαυμασμό των ανθρώπων. Αποτελεί πηγή ζωής για τον πλανήτη μας συμβάλλοντας με την ενέργειά του στην ανάπτυξη της Φύσης. Η σημερινή αστρονομία δέχεται ότι η ενέργεια του ήλιου παράγεται από θερμοπυρηνικές αντιδράσεις που λαμβάνουν χώρα στο εσωτερικό του, με κυριότερη την μετατροπή του υδρογόνου σε ήλιο. Υπάρχουν όμως ελάχιστοι επιστήμονες που αμφισβητούν αυτή την εκδοχή, υποστηρίζοντας ότι τότε ο ήλιος θα έπρεπε να εκπέμπει τεράστια ποσά ραδιενέργειας όπως μια βόμβα υδρογόνου που λειτουργεί με βάση το ίδιο φαινόμενο – τη σύντηξη. Σε μια τέτοια περίπτωση όμως, ύστερα από μια σειρά ανάλογων αντιδράσεων το αποτέλεσμα θα ήταν να εκραγεί ο ήλιος μέσα σε ελάχιστο χρόνο. Καθώς η ηλιακή ακτινοβολία φθάνει στη γη από τα εξωτερικά στρώματα της ηλιακής ατμόσφαιρας, και δεδομένου ότι η επιστήμη δεν έχει ακόμη άμεσες πληροφορίες από παρατηρήσεις για το εσωτερικό της ηλιακής σφαίρας, οι υπολογισμοί της είναι καθαρά θεωρητικοί και υποθετικοί ενώ γίνονται προσπάθειες να προσδιοριστούν οι διαδικασίες της πρόκλησης της ακτινοβολίας μέσω της μελέτης των φυσικών παραμέτρων.

Οι αρχαίοι Έλληνες, χωρίς να διαθέτουν επιστημονικά όργανα σαν τα σύγχρονα, επέτυχαν με την παρατηρητικότητα, τη λογική, και τη διαίσθηση, να προσεγγίσουν τα συμπαντικά ζητήματα στην ουσία τους και να τα αντιμετωπίσουν δίχως αβάσιμες υποθέσεις και παραπλανητικές θεωρίες. Είχαν λοιπόν τη γνώμη ότι η ηλιακή ακτινοβολία δημιουργείται στα ανώτερα στρώματα της χρωμόσφαιρας του ήλιου, σαν ένα είδος σέλαος, ενώ ο κύριος όγκος του σώματός του βρίσκεται σε φυσική κατάσταση όπως η γη. Κατά τον Δημόκριτο, η λαμπρότητα του ήλιου δεν προέρχεται από ολόκληρη τη μάζα του αλλά από τον πέριξ αυτού κύκλο, δηλαδή στην ατμόσφαιρά του, και ότι πρόκειται για κάτι ανάλογο με το βόρειο σέλας της γης αλλά με πολύ μεγαλύτερη ένταση.

«Άλλοι νομίζουν ότι Δίας είναι ο ήλιος, αμβροσία δε οι εξατμίσεις με τις οποίες τρέφεται, όπως πιστεύει και ο Δημόκριτος»
(Άπαντα Δημόκριτου Β 25)

Από τα δύο παραπάνω αποσπάσματα συνάγεται το συμπέρασμα ότι, κατά τους αρχαίους Έλληνες: α) το φως του ήλιου κατέλαμψε σε κάποια φάση της εξέλιξής του και όχι εξαρχής, και β) ότι η ακτινοβολία που τον περιβάλλει δεν προέρχεται από την ύλη του κύριου όγκου του. Θεωρούσαν ότι το ηλιακό σέλας συντηρείται με κάποιου είδους αναθυμιάσεις που προέρχονται από την επιφάνεια του ήλιου, ενώ τις ίδιες περίπου απόψεις διατύπωνε ο Αριστοτέλης, λέγοντας ότι η λάμψη και η θερμότητα δημιουργούνται από την τριβή του αέρα κατά την κίνησή του. Ότι καθώς η κίνηση του ήλιου είναι ταχεία και σε μικρή απόσταση, ως αποτέλεσμα παράγεται το μέγιστο ποσοστό ακτινοβολίας και θερμότητας.

«Λογικότερο είναι να πυρακτώνει το πλησιέστερο στη φωτιά, και πλησιέστερο είναι ο αέρας ο οποίος, λόγω της κρούσης κάτω από τη σφαίρα του κυκλικά κινούμενου σώματός του, κατ’ ανάγκη θερμαίνεται και ιδιαίτερα στην περιοχή όπου είναι στερεωμένος ο ήλιος.»
(Περί Ουρανού β, 289α 20-35)

Η άποψη βέβαια ότι η θερμότητα του ήλιου οφείλεται στην τριβή του με τον αέρα, δεν ευσταθεί σήμερα. Ωστόσο υπάρχει στο σύμπαν ένα άλλο στοιχείο που οι αρχαίοι Έλληνες ονόμαζαν αιθέρα, δίδοντας λεπτομερείς περιγραφές για τις ιδιότητές του. Ο αιθέρας, ως συμπαντικό στοιχείο, κυριαρχούσε στη νεώτερη Φυσική έως ότου αμφισβητήθηκε η ύπαρξή του από τη Γενική θεωρία της Σχετικότητας και τελικά απορρίφθηκε.

Εκτός από φυσικό φαινόμενο, η εκτυφλωτική λάμψη του ήλιου – αλλά και ο ίδιος – υπήρξε για πολλούς αρχαίους λαούς μια απεικόνιση του θείου, ένα σύμβολο του κέντρου που αναπαριστά την αμετάβλητη θεότητα η οποία αγκαλιάζει το σύνολο του χρόνου και του χώρου. Λατρεύτηκε σαν θεός, κυριολεκτικά και συμβολικά, σε όλες τις θρησκείες με διάφορα ονόματα. Τόσο οι αρχαίοι Έλληνες όσο και άλλοι λαοί, τιμούσαν την ώρα της ανατολής και χαιρετούσαν τον ήλιο με διαφορετικούς τρόπους. Έτσι, οι Πυθαγόρειοι «εγείρονταν πριν ανατείλει ο ήλιος και παρατηρούσαν, μόλις ανατείλει, να προσευχηθούν» (Ιάμβλιχος). Επίσης ο Σωκράτης, μετά το τέλος του Συμποσίου, «έμεινε όρθιος μέχρι που χάραξε η αυγή και ανέτειλε ο ήλιος. Έπειτα, αφού προσευχήθηκε στον ήλιο, απομακρύνθηκε» (Πλάτων, Συμπόσιο).

Υπήρχε η πεποίθηση ότι ο ορατός ήλιος είναι μάλλον μια αντανάκλαση παρά η ίδια η πηγή της ηλιακής δύναμης. Η αντανάκλαση ενός αόρατου πνευματικού ήλιου, πηγής της ζωής, του φωτός της ψυχής και της αλήθειας, ο παντεπόπτης οφθαλμός του Διός και της Αδράστειας. Οι Πυθαγόρειοι δίδασκαν ότι όλα τα ουράνια σώματα περιστρέφονται αρμονικά γύρω από ένα πύρινο αόρατο κέντρο που το ονόμαζαν κεντρικό ή κοσμικό πυρ, πηγή της δύναμης και της ζωής του κόσμου, αλλά δεν το ταύτιζαν με το φυσικό σώμα του ήλιου, τον οποίο θεωρούσαν απλώς ως ένα ουράνιο σώμα. Επίσης, η αρχαία φυσική των Ερμητικών παρέδιδε ότι «ο εμπύρειος κόσμος αποτελείται από εν δράσει δυνάμεις όλου του σύμπαντος και εκτείνεται από τον κεντρικό ήλιο έως τους άλλους ήλιους, οι οποίοι, μαζί με τον δικό μας, όλοι βρίσκονται μέσα στην ίδια σφαίρα έλξης. Επί όλων αυτών ο κεντρικός ήλιος ασκεί εποπτεία.»

Στην Ελληνική κοσμοαντίληψη συνδεόταν τόσο με τον Δία-πατέρα όσο και με τον Απόλλωνα και τον Διόνυσο – ο οποίος συχνά ταυτίζεται μαζί του όπως αναφέρει και ο Πλούταρχος (Κισσεός Απόλλων, Βακχείος μάντης – Δελφικά), ενώ στην Αττική Φλύα λατρευόταν ο Απόλλων Διονυσόδοτος. Ο Απόλλων φωτίζει το νου ενώ ο Διόνυσος την καρδιά, και εδώ έγκειται η δημιουργική συνύπαρξή τους καθώς και ο αρμονικός συγκερασμός λογικής και συναισθήματος που διαμορφώνουν μια υγιή συνείδηση. Στην Ησιόδειο κοσμογονία πατέρας του ήλιου είναι ο Υπερίων, αλλά στο δωδεκάθεο ο Απόλλων είχε πατέρα του τον Δία όπως και ο Διόνυσος. Ο Πυθαγόρας αποκαλούσε Υπεριονίδη τον νοητό ήλιο που έχει το είναι του πάνω από όλα, και όχι τον φυσικό ήλιο. Αλλά και την Μονάδα αποκαλούσε Υπεριονίδα, διότι «υπερείναι πάντων τη ουσία». «Ο ήλιος είναι πύρινος», έλεγε ο Ιπποκράτης, «αλλά στο πυρ που κυριαρχεί σε όλα και κυβερνά τα πάντα βρίσκεται η ψυχή και ο νους». Παρόμοια ο Δημόκριτος ανέφερε ότι «ο θεός είναι νους που βρίσκεται σε σφαιροειδές πυρ και αυτός είναι η ψυχή του κόσμου», και ο Πλάτων (Νόμοι 5 – Ι):

«Όλοι βλέπουν το σώμα του ήλιου αλλά κανένας δεν διακρίνει την ψυχή του. Υπάρχουν όμως ελπίδες ότι αυτό που είναι απρόσιτο στις αισθήσεις μας μπορεί να γίνει αντιληπτό μόνο με το νου. Και έτσι, ας προσπαθήσουμε να αντιληφθούμε τον ήλιο. Άσχετα αν η ψυχή βρίσκεται μέσα στον ήλιο και τον χρησιμοποιεί σαν άρμα ή τον σπρώχνει από έξω, ή έχει κάποιον άλλο τρόπο, καθένας μας πρέπει να θεωρεί αυτή την ψυχή θεό.»

Ο χρυσός είναι το μέταλλο του ήλιου, ο οποίος θεωρείται ως πηγή και πνεύμα του χρυσού. Ο Ερμητικός χρυσός θεωρείται ως εκροή των ηλιαχτίδων, ή του φωτός που διαχέεται αόρατα και μαγικά στον κόσμο μας. Επίσης, το ουράνιο φως θεωρείται ως αιθέριος, μαγικά εξαγνισμένος αεριώδης χρυσός ή πνεύμα της φλόγας. Το θειάφι συσχετίζεται αλχημικά με τον ήλιο λόγω της φύσης του, ενώ το γαλάζιο αναφέρεται ως το πραγματικό χρώμα του ήλιου, το χρώμα που αντιστοιχεί στην πνευματική νοημοσύνη και τη θεότητα. Γι’ αυτό οι παλαιοί βασιλιάδες θεωρούσαν τους εαυτούς τους γαλαζοαίματους, δηλαδή απόγονους του θεού Ήλιου, ενώ οι ολόχρυσες και γεμάτες προεξέχουσες ακίδες κορώνες που φορούσαν ήταν άλλος ένας τρόπος για να δηλώσουν τη θεϊκή καταγωγή τους, ή την εύνοια του θεού προς το πρόσωπό τους σαν βασιλείς. Λέγεται ότι το πορτοκαλόχρυσο χρώμα που βλέπουμε με τη φυσική μας όραση, δεν είναι παρά ένα προϊόν των ηλιακών ακτινών καθώς διαχέονται στην ουσία του κόσμου των ψευδαισθήσεων, και ως χρώμα συσχετίζεται με τη διάνοια του εγκεφάλου (και όχι με την πνευματική νοημοσύνη) και τη σωματική δύναμη.

Στην αρχαία Ελλάδα η λατρεία του ήλιου ως θεού αναμορφώθηκε από τον Ορφέα, στον οποίο αποδίδεται η κυριαρχία του Απόλλωνος στους Δελφούς. Απεικονίζεται συνήθως ως νέος άνδρας με ολόχρυση κόμη, σύμβολο των χρυσών του ακτινών, ενώ η ημερήσια και ετήσια ηλιακή περιφορά – όπως αυτή φαίνεται σε κάποιον που στέκεται επί της γης – παριστάνεται με άρμα που σύρουν ισχυρά άλογα, άλλοτε τέσσερα – οι τέσσερις εποχές – και άλλοτε επτά – τα επτά χρώματα του πρίσματος.

«Συ ο Τιτάν που λάμπεις σαν χρυσός, που βαδίζεις ψηλά και είσαι το επουράνιο φως. Συ είσαι ο δεσπότης του κόσμου, ο φύλαξ της αλήθειας, ο βοηθός όλων, ο οφθαλμός της δικαιοσύνης, το φως της ζωής. Συ είσαι ο αθάνατος Ζευς, καθαρός, που λάμπεις σε όλους, είσαι ο περιφερόμενος κυκλικός οφθαλμός του κόσμου που σβήνει και λάμπει με ωραίες φωτεινές ακτίνες, δεικνύεις τη δικαιοσύνη.»
(Ορφεύς – Ήλιου θυμίαμα)

Εγκαθιδρύοντας ιερά και ναούς σε υψώματα και βουνά η ηλιακή λατρεία είναι λατρεία του φωτός, φυσικού και πνευματικού. Στη φυσική της διάσταση ιεροποιεί το φως και στην πνευματική της τον Λόγο, το στοιχείο που κατά τον Ηράκλειτο συνιστά το νόμο και το υπέρτατο σύμβολο της Αρμονίας. Φως και Λόγος είναι Απολλώνια χαρίσματα, θεμελιακές προϋποθέσεις για την προαγωγή του ανθρώπινου πολιτισμού.

«Τον λόγο αυτό που είναι αεί ων. Ενώ δε ο λόγος είναι κοινός, οι περισσότεροι ζουν σαν να έχουν ατομική φρόνηση.»
(Απ. 1)

Η φύση της ουράνιας περιφοράς του ήλιου θεωρείτο από τους αρχαίους σοφούς ως τριπλή. Σύμφωνα με τους μυημένους της αρχαιότητας, υπάρχουν τρεις ήλιοι σε κάθε ηλιακό σύστημα που αναλογούν στα τρία κέντρα ζωής, δηλαδή σε νου, ψυχή και σώμα. Τους ονόμαζαν τριπλό φως ή τριπλό Λόγο.

Πνευματικό ήλιο, ψυχικό ήλιο και φυσικό ήλιο. Στην ιεραρχική δομή του αυτοκράτορα Ιουλιανού προηγείται ο υπέρτατος ήλιος που ταυτίζεται με την Ιδέα του Σύμπαντος, το νοητό σύμπαν στο οποίο υπάγονται οι ανώτερες αρχές και τα γενεσιουργά αίτια εκδήλωσης ολόκληρης της δημιουργίας. Κατόπιν ακολουθεί ο νοερός ήλιος, η γόνιμη πηγή του νοερού φωτός, ενώ ο φυσικός ήλιος αποτελεί την ορατή αντανάκλαση του αιώνιου κόσμου των Ιδεών. Έχουμε δηλαδή την τρισήλιο θεότητα ή, κατά το αρχαιοελληνικό σύστημα, τον Υπερίωνα-Δία, τον Απόλλωνα-Φοίβο και τον Διόνυσο – τους επικεφαλής των τριών κόσμων του Ιάμβλιχου.

Σε άλλες παραδόσεις ο ήλιος συχνά παριστάνεται σαν δίσκος με εγγεγραμμένο σταυρό, ή σαν τροχός με τέσσερις ακτίνες που επίσης συμβολίζουν την περιστροφική του κίνηση, καθώς και τις προφανείς καθημερινές μεταβολές και τις τέσσερις εποχές του έτους, κατά τις οποίες λαμβάνει χώρα η ανακύκληση της ζωής στη Φύση: Γέννηση, ανάπτυξη, παραγωγή, θάνατος. Αναφέρονται και άλλοι συμβολισμοί, όπως πχ:

Α) Η περιφέρεια του δίσκου ή της ηλιακής σφαίρας αναπαριστά τη ροή των πραγμάτων στο χρόνο, τον οποίο διατρέχει το σύμπαν στους συνεχείς κύκλους του – αιώνια επιστροφή.
Β) Το κέντρο του τροχού αναπαριστά την αμετάβλητη θεότητα ή το Αγαθόν, το κεντρικό πυρ των Πυθαγορείων, και
Γ) Η ενδιάμεση ζώνη αναπαριστά το ίδιο το σύμπαν ενώ οι τέσσερις ακτίνες του τροχού συμβολίζουν την πρόνοια και την τάξη του κόσμου, ή την εποπτεία της θεότητας.

Την εποχή του Χαλκού ο δίσκος αυτός συναντάται στα φάλαρα των στρατιωτικών αλόγων ως σύμβολο του Νικητή Ήλιου (Sol Invictus), συμβολίζοντας τη νικηφόρο όψη της ηλιακής δύναμης. Κατ’ επέκταση συσχετίζεται με τη θεά Νίκη που εξαρτάται άμεσα από τη θεά Τύχη, και με τον τρόπο αυτό αλληγορείται η αγαθοποιός προστατευτική δύναμη του θεού Ήλιου. Από άποψη ιδεών λέγεται ότι ο ηλιακός δίσκος και οι διασταυρούμενες ακτίνες του εκφράζουν την ένωση:

1. Της κίνησης και της ακινησίας
2. Της πράξης και του διαλογισμού
3. Της ύλης με τα τέσσερα στοιχεία και του πνεύματος
4. Του χώρου με τις τέσσερις κατευθύνσεις και του χρόνου με τις τέσσερις εποχές
5. Του κόσμου των θνητών (τετράγωνο-ατέλεια) και του θείου κόσμου (κύκλος-τελειότητα)
6. Της αναρχίας και της τάξης
7. Του Διόνυσου (διαμελισμός, ένστικτο, γέννηση, αναπαραγωγή) και του Απόλλωνος (φως, διανόηση, πολιτισμός) ή Διός (σύνολο)

«Έχεις τη συνένωση των εποχών και χορεύεις (κινείσαι κυκλικά) με τέσσερα πόδια, με περιστροφικές κινήσεις καθοδηγείς τους ευσεβείς ανθρώπους. Συ έχεις τη λύρα και σύρεις τον αρμονικό δρόμο του κόσμου. Συ είσαι ο νέος που τρέφεις τις εποχές. Είσαι ο κυρίαρχος του κόσμου, ο αυλητής, διατρέχεις δια του πυρός και περιστρέφεσαι κυκλικά, φέρεις το φως, εμφανίζεσαι με ποικίλες μορφές, φέρεις τη ζωή, είσαι καρποφόρος, ω Παιάν, αειθαλής αμόλυντος, πατήρ του χρόνου. Συ οδηγείς τους ίππους και κατευθύνεις με λιγυρό μαστίγιο τέθριππο άρμα.»

Γιγάντια σφαίρα ηλεκτρομαγνητικών δυνάμεων, πομπός κοσμικής ζωής και κίνησης, κοσμογονικός πατέρας και αδελφός, ο ήλιος θεωρείται γενικά ως ζωντανή οντότητα που εκπέμπει κύματα ενέργειας τα οποία διοχετεύει στο διάστημα για δισεκατομμύρια χρόνια, διατρέφοντας ολόκληρο το ηλιακό σύστημα με ζωή, πνεύμα και ψυχικές δυνάμεις. Ως έκφραση και σύμβολο του Λόγου αντικατοπτρίζει την κίνηση, το φως και τη δόξα του Πατρός, του Μοναδικού Άνευ Δευτέρου. Η ζωτικότητα, η δύναμη και η πνευματική ενέργεια που εκπέμπει συνεχώς στο σύστημά του, όλα προέρχονται από την τριπλή υπόστασή του (Ιουλιανός): την πνευματική, ψυχική και φυσική. Διότι όπως λέγει και ο Πλάτων (Επινομίς):

«Όλα όσα βρίσκονται στον ουρανό είναι ζωντανά όντα, έχουν αποτελέσει το θεϊκό γένος των άστρων και έχουν το καλύτερο σώμα και την πιο τέλεια ψυχή. Κάποιος θεός είναι η αιτία και δεν γίνεται διαφορετικά.»

Συνοπτικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι, ως σύμβολο του Λόγου, ο ηλιακός δίσκος, ο φωτοδότης ήλιος, εκφράζει με έναν άμεσο τρόπο ένα σχέδιο του κόσμου και της θεότητας. Σύμφωνα με τους μυημένους, εργάζεται με τρεις θεμελιώδεις τρόπους σαν νοητό, νοερό και φυσικό φως. Δρώντας κατ’ αυτό τον τρόπο, πλησιάζει την τελειότητα του σχεδίου που αποτελεί αντανάκλαση του Κοσμικού σχεδίου. Αν μπορούσε κανείς να διακρίνει αυτό το σχέδιο, θα ήταν σαν να του έχει δοθεί το χάρισμα της μακάριας ενόρασης. Αν προσπαθήσει να εργαστεί γι’ αυτό, εναρμονίζοντας τη θέλησή του με το πνευματικό ή Απολλώνιο φως, θα είναι σαν να μετατρέπει τη φθαρτή του φύση σε φύση αθάνατη για πάντα. Διότι είναι ένα σχέδιο προς το οποίο θα πρέπει να τείνει προσβλέποντας ο άνθρωπος, κυριαρχώντας απόλυτα στο εγώ του (Απολλώνια κυριαρχία) και επιτυγχάνοντας την καθαρή ζωτικότητα (Διόνυσος), με απώτερο σκοπό να προσεγγίσει την εσωτερική αρμονία και τη γνώση του θείου (Ζευς). Είναι εκείνο με το οποίο ταυτίζεται όποιος επιτύχει την αυτογνωσία και γνωρίσει τον κόσμο διαμέσου των σταθερών κανόνων του Εαυτού του.

Δεν κάνω τίποτα

Θα ήταν απολύτως εύλογο, τώρα, να προβάλει κάποιος την ακόλουθη ένσταση: εάν στην προσπάθειά μου να εντοπίσω έναν πρόσφορο παράγοντα, έστω σε εμβρυώδη μορφή, δεν βρω τίποτα, τότε τι κάνω; Τι κάνω όταν δεν έχω να πιαστώ από πουθενά, όταν δεν υπάρχει ούτε ένας ελάχιστος ευνοϊκός παράγοντας στον οποίο να αφεθώ; Απάντηση: δεν κάνω τίποτα. Διότι, προφανώς, εάν κάνω κάτι, όχι μόνο μπαίνω σε κίνδυνο, αλλά οδεύω κατευθείαν προς τον χαμό μου. Ο χαμός αυτός μπορεί να ’ναι όμορφος, τραγικός, ηρωικός δεν θα είναι, όμως, αποτελεσματικός.

Εάν, καθώς προβαίνετε σε μια αξιολόγηση του δυναμικού της κατάστασης, δεν εντοπίζετε κανένα ευνοϊκό στοιχείο που να μπορούσατε να το αξιοποιήσετε, τότε περιμένετε. Διότι γνωρίζετε πως ο κόσμος δεν σταματά να ανανεώνεται, ότι η κατάσταση στην οποία βρίσκεστε θα μεταμορφωθεί και αναπόφευκτα θ’ αναδείξει νέα ενδεχόμενα στα οποία θα μπορέσετε αργότερα να στηριχτείτε. Περιμένοντας, αποσύρομαι, προστατεύομαι, αφήνω την κακή συγκυρία να περάσει.

Στο αρχαιότερο κείμενο της κινεζικής γραμματείας, το Βιβλίο των Ωδών, σύγχρονο της Ιλιάδας, λέγεται: «Εάν ο κόσμος είναι σε τάξη, μπορούμε να συμμετάσχουμε σε αυτόν· εάν είναι σε αταξία, πρέπει να γίνουμε ανεκτοί».

Όταν γράφεται σε μια κινεζική εφημερίδα πως ο τάδε πολιτικός αποσύρθηκε στην εξοχή ή ότι δήλωσε ασθενής, τότε ναι μεν ενδέχεται να είναι όντως άρρωστος ή να πήγε διακοπές, αλλά το πιο σύνηθες είναι ότι αποσύρθηκε επειδή αισθάνθηκε ότι πλέον τίποτα δεν τον ευνοεί: κάνει στην άκρη και περιμένει τα πράγματα «να περάσουν», γιατί γνωρίζει ότι η κατάσταση θα αλλάξει — γιατί κάθε κατάσταση αλλάζει. Και τότε θα ξαναεμφανιστεί κάποια δυναμική που θα τον ευνοεί.

Λες ο Σόλωνας να ζήλεψε τον Αλκμέωνα;

Ο Πακτωλός, που κυλούσε μέσα από τις Σάρδεις, έφερνε έτοιμα χρήματα στον Κροίσο, φόρο και δασμό μεγαλύτερο απ’ ό,τι ολόκληρη η Φρυγία, η Λυδία, οι Μαίονες, οι Μυσοί και όλοι όσοι κατοικούν την περιοχή μέσα από τον ποταμό Άλυ.

Ούτε ασφαλώς ο Σόλωνας ή άλλος κανείς από τους τότε σοφούς άντρες ζήλεψε εκείνον που έλαβε τη δωρεά από τον Κροίσο, τον Αλκμέωνα, στον οποίο λένε ότι ο Λυδύός, αφού άνοιξε τα θησαυροφυλάκιά του, επέτρεψε να πάρει όσο χρυσάφι θέλει.

Κι εκείνος μπήκε και απόλαυσε πολύ γενναία τη βασιλική δωρεά και, αφού έζωσε σφιχτά έναν μακρύ χιτώνα και γέμισε τη γυναικεία και βαθιά πτύχωση του κόρφου του και τα μεγάλα και κούφια παπούτσια που φόρεσε επίτηδες, κι αφού στο τέλος πασπάλισε τα μαλλιά και τα γένια του με ψήγματα και γέμισε το στόμα και τα δυο του μάγουλα, βγήκε έξω περπατώντας με δυσκολία, σαν να παίζει με τον αυλό το κοιλοπόνημα της Σεμέλης”, προκαλώντας γέλιο και προσφέροντας διασκεδαστικό θέαμα στον Κροίσο και στους Λυδούς. Και τότε ο Αλκμέωνας δεν ήταν άξιος ούτε μιας δραχμής, ευρισκόμενος σε αυτήν την κατάσταση.

ΔΙΩΝ, ΑΠΑΝΤΑ

Οι άνθρωποι θα μπορούσαν να γίνουν στο μέλλον δηλητηριώδεις όπως τα φίδια

Οι άνθρωποι θα μπορούσαν να γίνουν στο μέλλον δηλητηριώδεις όπως τα φίδια! Μέσα στο ανθρώπινο γονιδίωμα υπάρχει η γενετική δυνατότητα παραγωγής δηλητηρίου.

Σύμφωνα με μια νέα ιαπωνο-αυστραλιανή επιστημονική μελέτη, διαπιστώθηκε πως οι άνθρωποι θα μπορούσαν, υπό τις κατάλληλες περιβαλλοντικές συνθήκες, να αναπτύξουν την ικανότητα να παράγουν δηλητήριο όπως μερικά… φίδια.

Αυτό θα μπορεί να συμβεί διότι ανήκουν στην κατηγορία των θηλαστικών που στο DNA τους διαθέτουν τα κατάλληλα γονίδια.

Οι ερευνητές του Ινστιτούτου Επιστήμης και Τεχνολογίας της Οκινάβα και του Αυστραλιανού Εθνικού Πανεπιστημίου, οι οποίοι έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών των ΗΠΑ (PNAS), ανέφεραν ότι μέσα στο ανθρώπινο γονιδίωμα υπάρχει η γενετική δυνατότητα παραγωγής δηλητηρίου. Θεωρούν πάντως απίθανο ότι πράγματι στο μέλλον η εξέλιξη θα φέρει έτσι τα πράγματα, ώστε αυτή η δυνατότητα να γίνει πραγματικότητα.

Η μελέτη βρήκε επίσης τις πρώτες σαφείς ενδείξεις για μια υποκείμενη μοριακή σχέση ανάμεσα στους αδένες των φιδιών που παράγουν δηλητήριο και στους σιελογόνους αδένες των θηλαστικών γενικότερα.

Τα διάφορα δηλητήρια είναι «κοκτέιλ» πρωτεϊνών που τα ζώα έχουν μετατρέψει σε όπλα για να ακινητοποιούν και να σκοτώνουν τη λεία τους ή για να αμύνονται. Διάφορα ζώα, όπως μέδουσες, αράχνες, σκορπιοί, φίδια κ.α., έχουν αναπτύξει τα δικά τους ιδιαίτερα δηλητήρια, τα οποία εκτοξεύουν συνήθως από το στόμα. Εκτιμάται ότι στη φύση το δηλητήριο έχει εξελιχθεί ανεξάρτητα, από μη δηλητηριώδη ζώα, περισσότερες από 100 φορές.

Οι ερευνητές βρήκαν ότι διάφορα θηλαστικά, όπως τα τρωκτικά, οι σκύλοι, οι χιμπατζήδες και οι άνθρωποι, περιέχουν στο DNA τους παραλλαγές των γονιδίων που επιτρέπουν στα φίδια την παραγωγή δηλητηρίου, παρόλο που τα θηλαστικά και τα ερπετά έχουν διαχωριστεί εξελικτικά εδώ και εκατοντάδες εκατομμύρια χρόνια.

Το αν οι άνθρωποι θα περάσουν κάποια στιγμή από τα τοξικά λόγια στο κυριολεκτικό δηλητήριο του στόματος τους, «αυτό εξαρτάται από το αν η εξέλιξη θα μας οδηγήσει εκεί», σύμφωνα με τους ερευνητές. Εάν, για παράδειγμα, οι άνθρωποι χρειαστεί να γίνουν πραγματικά και όχι απλώς μεταφορικά δηλητηριώδεις, προκειμένου να επιβιώσουν. Προς το παρόν πάντως, έχουν εφεύρει τόσα όπλα που το δηλητήριο μοιάζει μάλλον περιττό…

Δ. Λιαντίνης: Η οντολογική απάτη

Λέγοντας οντολογική απάτη εννοώ πως ο άνθρωπος σήμερα, προκειμένου να ανταποκριθεί στα χρέη και στα πάθη της ζωής του, εγείρει αξιώσεις που είναι ασύμμετρες απέναντι στα αποθεματικά και στα παραγωγικά κεφάλαια της φύσης και της ζωής.

Ζητά δηλαδή περισσότερα από όσα μπορούν να δώσουν τα πράγματα. Και προσφέρει λιγότερα απ’ όσα τα ίδια τα πράγματα του ζητούν σαν αντάλλαγμα για κείνα που παίρνει. Σαν λύτρα, θά’ λεγα, που οφείλουνται στη ζωή και στη φύση, για να μην ταράζεται ο ρυθμός και η τάξη του κόσμου.

Η αντιδικία αυτή μοιάζει το παράδειγμα του αγωνιστή που κατεβαίνει στον στίβο με την έμφυτη αξίωση να αναδειχθεί ολυμπιονίκης, χωρίς να συλλογιστεί τον απλούστερο συλλογισμό: ότι ποτέ δεν αθλήθηκε!

Αυτό το παράλογο παρουσιάζεται με δύο όψεις. Στην τάξη των συμπτωματικά ευνοημένων, στην ολιγαρχία της δύναμης και του πλούτου, παίρνει την όψη της τυφλής εμμονής στην αδικία και στην ευήθεια αυτού που κατέχουν. Στην τάξη των πολλών –ο δήμος ή ο όχλος- παίρνει την όψη της αγελαίας ορμής να κολαστεί η δυναστεία της αυθαίρετης αταξίας, να αναποδογυριστεί το αφύσικο σχήμα της μετοχής στα αγαθά και όσο γίνεται στο βάθρο του ‘εσείς’ να θρονιαστεί το ‘εμείς’. Το απαίσιο συνειδητά ήταν εξαίσιο υποσυνείδητα. Πόσοι άραγε στις Ερυθρές Ταξιαρχίες πέθαναν σαν αγνοί ιδεολόγοι!

Οι πρώτοι ποτέ δε ρωτούν, αν αξίζουν εκείνο που κατέχουν. Οι πένητες ποτέ δεν στοχάζουνται, τι είναι εκείνο που ζητούν.

Κοντολογής, η οντολογική απάτη βλασταίνει από τη δυσαρμονία ανάμεσα στα μέτρα της φύσης και στα μέτρα της ανθρώπινης στάσης απέναντι στη ζωή. Από τη δυσκολία να συμπέσουν στο αυτό η δραστικότητα του ανθρώπου και η χωρητικότητα της ζωής.

Εκείνοι οι οδοιπόροι που πριν τον Θησέα πέφτοντας στα χέρια του Προκρούστη έβρισκαν το μπόι τους στα μέτρα του κρεβατιού του ήταν ελάχιστα λίγοι, και άπειρα τυχεροί. Ο Πλούταρχος και ο Παυσανίας δυστυχώς δεν αναφέρουν κανέναν.

Μπροστά σ’ αυτό το στενόχωρο αίσθημα της αναρμοστίας ο άνθρωπος, αντί να προσπαθήσει να συμμορφώνει τη στάση του στα μέτρα της φύσης, πασχίζει να προσαρμόσει τη φύση στη δική του συμπεριφορά.

Επειδή όμως η τάξη της φύσης ούτε από τον άνθρωπο ούτε από τον εαυτό της να βιάζεται, ο άνθρωπος την κακοποιεί νοητά. Το επόμενο βήμα είναι η προσπάθεια να προσαρμόσει τη στάση της ζωής του, στη δική του, και όχι στην αληθινή, παράσταση για τη φύση.

Αναγκαία λοιπόν, τα υποδείγματα της φύσης απέναντι στα οποία οφείλει να αντιστοιχεί και να εξισώνεται η πράξη του είναι απατηλά.

Ο σοφός Φάουστ για μια στιγμή νόμισε πως η βούλησή του εξισώθηκε με τα φυσικά υποδείγματα. Ότι ταυτίστηκε με την άπειρη παράσταση που είχε μπροστά του. Τότε αναφώνησε:

Τον εαυτό μου πόσο κοντά σου νοιώθω!

Η απόκριση που του δόθηκε συνοδευόταν από μια κυνική συμπόνοια:

Με ό,τι φαντάζεσαι μοιάζεις· όχι με μένα[i].

Εάν εκείνος μπροστά στη συναρπαγή του από την αλήθεια υποχώρησε έντρομος, ο σύγχρονος άνθρωπος δε χολοσκά για την απόκριση. Με δεμένα μάτια ρίχνεται μπροστά.

Ω αυτοί οι άνθρωποι, είναι σαν να μασάς ομίχλη[ii].

Ο ποιητής πάντα κυριολεκτεί.

Δημήτρης Λιαντίνης: Η Οντολογική Απάτη
Homo Educandus (Φιλοσοφία της Αγωγής)

---------------------
[i] Goethe, Faust I, 511-512:
- Wie nah fühl‘ ich mich dir!
- Du gleichst dem Geist, den du begreifst, Nicht mir.

[ii] Σεφέρη Γ., Μέρες Ε’, σ. 100 (Ίκαρος 1977).

Ο Επίκουρος και το δικαίωμα στην ευτυχία

Σε όλη την ιστορία, πολυάριθμοι στοχαστές, προφήτες και απλοί άνθρωποι όρισαν την ευτυχία και όχι την ίδια τη ζωή ως υπέρτατο αγαθό. Στην αρχαία Ελλάδα, ο φιλόσοφος Επίκουρος εξηγούσε ότι η λατρεία των θεών είναι χαμένος χρόνος, ότι δεν υπάρχει ζωή μετά το θάνατο και ότι η ευτυχία είναι ο μοναδικός σκοπός της ζωής.

Οι περισσότεροι άνθρωποι στην αρχαιότητα απέρριπταν τον επικουρισμό, ο οποίος όμως σήμερα αποτελεί καθιερωμένη άποψη. Ο σκεπτικισμός απέναντι στη ζωή μετά το θάνατο δεν κάνει την ανθρωπότητα να αναζητά μόνο την αθανασία, αλλά και την επίγεια ευτυχία. Γιατί ποιος θα ήθελε να ζήσει για πάντα σε μια αιώνια δυστυχία;

Για τον Επίκουρο, η επιδίωξη της ευτυχίας ήταν μια προσωπική αναζήτηση. Αντίθετα, οι σύγχρονοι στοχαστές τη θεωρούν συνήθως συλλογικό εγχείρημα. Χωρίς κυβερνητικό σχεδίασμά, οικονομικούς πόρους και επιστημονική έρευνα, οι άνθρωποι δεν θα φτάσουν μακριά στην αναζήτηση της ευτυχίας. Αν η χώρα σας διαλύεται από πολέμους, αν η οικονομία βρίσκεται σε κρίση και η φροντίδα υγείας είναι ανύπαρκτη, το πιθανότερο είναι να είστε δυστυχισμένοι.

Στα τέλη του 18ου αιώνα, ο βρετανός φιλόσοφος Τζέρεμι Μπένθαμ δήλωνε ότι το υπέρτατο καλό είναι «η μεγαλύτερη δυνατή ευτυχία για τον μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων» και κατέληγε στο ότι ο μοναδικός άξιος λόγου στόχος του κράτους, της αγοράς και της επιστημονικής κοινότητας είναι η αύξηση της ανθρώπινης ευτυχίας. Οι πολιτικοί πρέπει να κάνουν ειρήνη, οι επιχειρηματίες να καλλιεργούν την ευμάρεια και οι σοφοί να μελετούν τη φύση – όχι για τη δόξα του βασιλιά, της χώρας ή του Θεού, αλλά έτσι ώστε εσείς κι εγώ να μπορούμε να ζήσουμε μια πιο ευτυχισμένη ζωή.

Κατά τη διάρκεια του 19ου και του 20ού αιώνα, μολονότι πολλοί υποστήριζαν στα λόγια το όραμα του Μπένθαμ, κυβερνήσεις, εταιρίες και εργαστήρια έστιαζαν σε πιο άμεσους και ξεκάθαρους στόχους. Οι χώρες μετρούσαν την επιτυχία τους με βάση την έκταση της επικράτειάς τους, την αύξηση του πληθυσμού τους και την αύξηση του ΑΕΠ τους – όχι με βάση την ευτυχία των κατοίκων τους. Βιομηχανοποιημένες χώρες όπως η Γερμανία, η Γαλλία και η Ιαπωνία θέσπισαν γιγαντιαία συστήματα εκπαίδευσης, υγείας και πρόνοιας, ωστόσο τα συστήματα αυτά είχαν στόχο κυρίως να ενισχύσουν τη χώρα και όχι να διασφαλίσουν την ατομική ευημερία.

Ιδρύθηκαν σχολεία για να παράγουν καταρτισμένους και πειθήνιους πολίτες που θα υπηρετούσαν πιστά τη χώρα. Στα δεκαοχτώ τους, οι νέοι δεν αρκούσε να είναι πατριώτες· έπρεπε να είναι και εγγράμματοι, ώστε να μπορούν να διαβάσουν τις διαταγές του ταξιάρχου και να μπορούν να καταρτίσουν τα αυριανά σχέδια μάχης. Έπρεπε να ξέρουν μαθηματικά για να μπορούν να υπολογίσουν την τροχιά ενός βλήματος ή να σπάσουν τον μυστικό κώδικα του εχθρού. Έπρεπε να κατανοούν στοιχειωδώς την ηλεκτρολογία, τη μηχανική και την ιατρική για να μπορούν να χρησιμοποιούν ασυρμάτους, να οδηγούν άρματα μάχης και να φροντίζουν τους τραυματισμένους συμπολεμιστές. Όταν απολύονταν από το στρατό, έπρεπε να υπηρετήσουν τη χώρα ως υπάλληλοι, δάσκαλοι και μηχανικοί, οικοδομώντας μια σύγχρονη οικονομία και πληρώνοντας πολλούς φόρους.

Το ίδιο ίσχυε και για το σύστημα δημόσιας υγείας. Στα τέλη του 19ου αιώνα, χώρες όπως η Γαλλία, η Γερμανία και η Ιαπωνία άρχισαν να παρέχουν δωρεάν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη για τις μάζες. Χρηματοδοτούσαν τους εμβολιασμούς για τα νήπια, την ισορροπημένη διατροφή για τα παιδιά και τη σωματική αγωγή για τους εφήβους. Αποξήραιναν μολυσματικούς βάλτους, εξολόθρευαν κουνούπια και κατασκεύαζαν κεντρικά συστήματα αποχέτευσης. Ο στόχος δεν ήταν να κάνουν τους ανθρώπους ευτυχισμένους, αλλά να κάνουν ισχυρότερο το έθνος. Η χώρα χρειαζόταν ρωμαλέους στρατιώτες και εργάτες, υγιείς γυναίκες που θα μπορούσαν να γεννήσουν κι άλλους στρατιώτες και εργάτες, και γραφειοκράτες που στις 8 ακριβώς θα βρίσκονταν στο γραφείο τους, όχι άρρωστοι στο σπίτι.

Ακόμα και το σύστημα πρόνοιας είχε αρχικά σχεδιαστεί για το συμφέρον του κράτους, όχι για τις ανάγκες των ατόμων. Όταν ο Ότο φον Μπίσμαρκ εισήγαγε τις κρατικές συντάξεις και την κοινωνική ασφάλιση στη Γερμανία, στα τέλη του 19ου αιώνα, ο κύριος στόχος του ήταν να διασφαλίσει την αφοσίωση των πολιτών, όχι να αυξήσει την ευημερία τους. Πολεμούσες για τη χώρα σου στα δεκαοχτώ σου και πλήρωνες τους φόρους σου στα σαράντα, γιατί υπολόγιζες ότι το κράτος θα σε φροντίσει στα εβδομήντα σου.

Το 1776, οι Πατέρες του Έθνους των Ηνωμένων Πολιτειών θέσπισαν το δικαίωμα στην επιδίωξη της ευτυχίας ως ένα από τα τρία αναπαλλοτρίωτα ανθρώπινα δικαιώματα, μαζί με το δικαίωμα στη ζωή και το δικαίωμα στην ελευθερία. Έχει σημασία, ωστόσο, ότι η αμερικανική Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας κατοχύρωνε το δικαίωμα στην επιδίωξη της ευτυχίας, όχι στην ίδια την ευτυχία.

Είναι σημαντικό ότι ο Τόμας Τζέφερσον δεν κατέστησε το κράτος υπεύθυνο για την ευτυχία των πολιτών του. Αντίθετα, ο σκοπός του ήταν μόνο να περιορίσει την εξουσία του κράτους. Η κεντρική ιδέα ήταν να εξασφαλιστεί για τα άτομα μια ιδιωτική σφαίρα επιλογών, απαλλαγμένη από την κρατική επιτήρηση. Αν νομίζω ότι θα είμαι πιο ευτυχισμένος αν παντρευτώ τον Τζον αντί για τη Μέρι, αν μένω στο Σαν Φρανσίσκο αντί για το Σολτ Λέικ Σίτι κι αν δουλεύω σε μπαρ αντί σε φάρμα γαλακτοκομίας, είναι δικαίωμά μου να επιδιώξω την ευτυχία με τον δικό μου τρόπο, και το κράτος δεν πρέπει να παρέμβει, ακόμα κι αν η επιλογή μου είναι λανθασμένη.

Ωστόσο, τις τελευταίες δεκαετίες οι όροι έχουν αντιστραφεί και το όραμα του Μπένθαμ αντιμετωπίζεται πολύ πιο σοβαρά. Όλο και περισσότεροι άνθρωποι πιστεύουν ότι τα κολοσσιαία συστήματα που δημιουργήθηκαν πριν από περισσότερο από έναν αιώνα για να ενισχύσουν το έθνος, θα έπρεπε στην πραγματικότητα να υπηρετούν την ευτυχία και την ευημερία των μεμονωμένων πολιτών. Δεν είμαστε εδώ για να υπηρετούμε το κράτος – εκείνο είναι εδώ για να υπηρετεί εμάς.

Το δικαίωμα στην επιδίωξη της ευτυχίας, που αρχικά το είχαν φανταστεί σαν έναν περιορισμό στην κρατική εξουσία, έχει μορφοποιηθεί ανεπαίσθητα στο δικαίωμα στην ευτυχία – σαν οι άνθρωποι να έχουν το φυσικό δικαίωμα να είναι ευτυχισμένοι και οτιδήποτε μας δυσαρεστεί να αποτελεί παραβίαση αυτού του θεμελιώδους ανθρώπινου δικαιώματος μας, οπότε το κράτος θα πρέπει να κάνει κάτι.

Στον 20ό αιώνα, το κατά κεφαλή ΑΕΠ ήταν ίσως το υπέρτατο μέτρο για την αξιολόγηση της εθνικής επιτυχίας. Από αυτή τη σκοπιά, η Σιγκαπούρη, που κάθε πολίτης της παράγει κατά μέσο όρο αγαθά και υπηρεσίες που αντιστοιχούν σε 56.000 δολάρια ετησίως, είναι πιο επιτυχημένη χώρα από την Κόστα Ρίκα, της οποίας οι πολίτες παράγουν μόνο 14.000 δολάρια ετησίως. Σήμερα όμως, στοχαστές, πολιτικοί, ακόμα και οικονομολόγοι, ζητούν την αντικατάσταση του ΑΕΠ με την ΑΕΕ – ακαθάριστη εθνική ευτυχία.

Στο κάτω κάτω, τι θέλουν οι άνθρωποι; Δεν θέλουν να παράγουν. Θέλουν να είναι ευτυχισμένοι. Η παραγωγή είναι σημαντική γιατί προσφέρει την υλική βάση για την ευτυχία. Αλλά είναι μόνο το μέσο, όχι ο σκοπός. Στη μια έρευνα μετά την άλλη, οι κάτοικοι της Κόστα Ρίκα αναφέρουν πολύ υψηλότερα επίπεδα ικανοποίησης από τη ζωή απ’ ό,τι οι κάτοικοι της Σιγκαπούρης. Τι θα προτιμούσατε να είστε, ένας πολύ παραγωγικός αλλά ανικανοποίητος Σιγκαπουριανός ή ένας λιγότερο παραγωγικός αλλά ικανοποιημένος Κοσταρικανός;

Αυτή η λογική θα μπορούσε να κάνει την ανθρωπότητα να θέσει την ευτυχία ως δεύτερο στόχο της για τον 21ο αιώνα. Με μια πρώτη ματιά, αυτό το σχέδιο μπορεί να φαίνεται σχετικά εύκολο. Αν ο λιμός, οι επιδημίες και οι πόλεμοι κοντεύουν να εξαφανιστούν, αν η ανθρωπότητα ζει μια πρωτοφανή ειρήνη και ευμάρεια, αν το προσδόκιμο ζωής αυξηθεί θεαματικά, όλα αυτά σίγουρα θα κάνουν τους ανθρώπους ευτυχισμένους, έτσι δεν είναι;

Όχι. Όταν ο Επίκουρος όριζε την ευτυχία ως υπέρτατο αγαθό, προειδοποιούσε τους μαθητές του ότι, για να γίνουν ευτυχισμένοι, χρειάζεται πολλή δουλειά. Τα υλικά επιτεύγματα από μόνα τους δεν μας ικανοποιούν για πολύ. Μάλιστα, το τυφλό κυνήγι του χρήματος, της δόξας και της απόλαυσης θα μας κάνει δυστυχισμένους. Ο Επίκουρος συνιστούσε, για παράδειγμα, να τρώει και να πίνει κανείς με μέτρο και να συγκρατεί τις σεξουαλικές του ορέξεις. Μακροπρόθεσμα, μια βαθιά φιλία θα μας δώσει περισσότερη ικανοποίηση απ’ ό,τι ένα ξέφρενο όργιο. Ο Επίκουρος σκιαγράφησε μια ολόκληρη ηθική με πράγματα που πρέπει και που δεν πρέπει να κάνουμε για να οδηγήσει τους ανθρώπους στο δύσκολο μονοπάτι της ευτυχίας.

Όπως φαίνεται, ο Επίκουρος είχε καταλάβει κάτι σημαντικό. Η ευτυχία δεν έρχεται εύκολα. Παρά τα πρωτοφανή μας επιτεύγματα στις τελευταίες δεκαετίες, δεν είναι καθόλου προφανές ότι οι σύγχρονοι άνθρωποι είναι σημαντικά πιο ικανοποιημένοι από τους προγόνους τους στο παρελθόν. Μάλιστα, υπάρχει το δυσοίωνο σημάδι ότι, παρά την αυξημένη ευμάρεια, άνεση και ασφάλεια, τα ποσοστά αυτοκτονιών στον ανεπτυγμένο κόσμο είναι επίσης πολύ υψηλότερα σε σχέση με τις παραδοσιακές κοινωνίες.

Στο Περού, την Αϊτή, τις Φιλιππίνες και τη Γκάνα -αναπτυσσόμενες χώρες που μαστίζονται από φτώχεια και πολιτική αστάθεια- αυτοκτονούν κάθε χρόνο λιγότεροι από πέντε ανθρώπους στις 100.000. Σε πλούσιες και ειρηνικές χώρες πως η Ελβετία, η Γαλλία, η Ιαπωνία και η Νέα Ζηλανδία, αφαιρούν τη ζωή τους ετησίως πάνω από δέκα άτομα στις 100.000. Το 1985, η Νότια Κορέα ήταν μια σχετικά φτωχή χώρα, με αυστηρές παραδόσεις κι ένα αυταρχικό καθεστώς. Σήμερα η χώρα αυτή είναι ηγετική οικονομική δύναμη, οι πολίτες της έχουν ένα από τα υψηλότερα επίπεδα μόρφωσης στον κόσμο και απολαμβάνει ένα σταθερό και σχετικά φιλελεύθερο δημοκρατικό καθεστώς. Ωστόσο, ενώ το 1985 αυτοκτονούσαν περίπου εννέα Νοτιοκορεάτες στις 100.000, σήμερα το ετήσιο ποσοστό αυτοκτονιών είναι 36 στις 100.000.

Φυσικά, υπάρχουν και αντίθετες και πολύ πιο ενθαρρυντικές τάσεις. Έτσι, η δραστική μείωση της παιδικής θνησιμότητας έχει σίγουρα αυξήσει την ανθρώπινη ευτυχία, αποζημιώνοντας εν μέρει τους ανθρώπους για το άγχος της σύγχρονης ζωής. Εντούτοις, ακόμα κι αν είμαστε λίγο πιο ευτυχισμένοι από τους προγόνους μας, η αύξηση της ευημερίας μας είναι πολύ μικρότερη απ’ όσο θα μπορούσαμε να περιμένουμε. Στη Λίθινη Εποχή, ο μέσος άνθρωπος είχε στη διάθεσή του περίπου 4.000 θερμίδες ενέργειας κάθε μέρα. Σε αυτές δεν περιλαμβανόταν μόνο η τροφή, αλλά και η ενέργεια που επενδυόταν για τη δημιουργία εργαλείων, ένδυσης, τέχνης και φωτιάς.

Σήμερα, ο μέσος Αμερικανός χρησιμοποιεί 228.000 θερμίδες ενέργειας καθημερινά, όχι μόνο για να γεμίσει το στομάχι του, αλλά και το αυτοκίνητο, τον υπολογιστή, το ψυγείο και την τηλεόρασή του. Ο μέσος Αμερικανός χρησιμοποιεί εξήντα φορές περισσότερη ενέργεια από τον μέσο τροφοσυλλέκτη της Λίθινης Εποχής. Είναι, άραγε, και εξήντα φορές πιο ευτυχισμένος; Καλό θα ήταν να αντιμετωπίζουμε τέτοιες ρόδινες απόψεις με κάποιο σκεπτικισμό.

Κι ακόμα κι αν έχουμε ξεπεράσει πολλές από τις δυστυχίες τού χτες, η θετική απόκτηση ευτυχίας μπορεί να είναι κάτι πολύ πιο δύσκολο από την απλή κατάργηση της οδύνης. Το μόνο που χρειαζόταν για να χαρεί ένας πεινασμένος χωρικός του Μεσαίωνα ήταν ένα κομμάτι ψωμί. Πώς να φέρεις τη χαρά σε έναν βαριεστημένο, καλοπληρωμένο και παραταϊσμένο μηχανικό;

Το δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα ήταν μια χρυσή εποχή για τις ΗΠΑ. Η νίκη στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και στη συνέχεια η ακόμα πιο αποφασιστική νίκη στον Ψυχρό Πόλεμο τη μετέτρεψαν στη μεγαλύτερη παγκόσμια υπερδύναμη. Από το 1950 ώς το 2000, το αμερικανικό ΑΕΠ αυξήθηκε από τα 2 τρισεκατομμύρια δολάρια στα 12. Το πραγματικό κατά κεφαλή εισόδημα διπλασιάστηκε.

Το πρόσφατα επινοημένο αντισυλληπτικό χάπι έκανε το σεξ πιο ελεύθερο από ποτέ. Γυναίκες, ομοφυλόφιλοι, Αφροαμερικανοί και άλλες μειονότητες εξασφάλισαν επιτέλους ένα μεγαλύτερο κομμάτι από την αμερικανική πίτα. Μια πλημμύρα από φτηνά αυτοκίνητα, ψυγεία, κλιματιστικά, ηλεκτρικές σκούπες, πλυντήρια πιάτων, πλυντήρια ρούχων, τηλέφωνα, τηλεοράσεις και υπολογιστές έκανε αγνώριστη την καθημερινή ζωή. Ωστόσο, μελέτες έχουν δείξει ότι τα υποκειμενικά επίπεδα ευημερίας των Αμερικανών στη δεκαετία του 1990 παρέμεναν στα ίδια περίπου επίπεδα με τη δεκαετία του 1950.34

Στην Ιαπωνία, το μέσο πραγματικό εισόδημα πολλαπλασιάστηκε επί πέντε από το 1958 μέχρι το 1987, σε μια από τις περιπτώσεις ταχύτερης οικονομικής ανάπτυξης στην ιστορία. Ο αντίκτυπος που είχε αυτή η χιονοστιβάδα πλούτου, μαζί με τις αμέτρητες θετικές και αρνητικές αλλαγές στον τρόπο ζωής και τις κοινωνικές σχέσεις, στα υποκειμενικά επίπεδα ευημερίας των Ιαπώνων ήταν εντυπωσιακά μικρός. Οι Ιάπωνες στη δεκαετία του 1990 ήταν το ίδιο ικανοποιημένοι -ή δυσάρεστημένοι- με τη δεκαετία του 1950.

Φαίνεται ότι η ευτυχία μάς κοντράρει σε κάποια μυστηριώδη γυάλινη οροφή που δεν της επιτρέπει να αυξηθεί, παρά τα άνευ προηγουμένου επιτεύγματά μας. Ακόμα κι αν εξασφαλίσουμε δωρεάν τροφή για όλους, θεραπεύσουμε όλες τις ασθένειες και διασφαλίσουμε την παγκόσμια ειρήνη, η γυάλινη αυτή οροφή δεν είναι βέβαιο ότι θα σπάσει. Η επίτευξη της πραγματικής ευτυχίας δεν θα είναι πολύ ευκολότερη από το ξεπέρασμα των γηρατειών και του θανάτου.

Η γυάλινη οροφή της ευτυχίας στηρίζεται σε δύο γερούς πυλώνες, έναν ψυχολογικό κι έναν βιολογικό.

Στο ψυχολογικό επίπεδο, η ευτυχία εξαρτάται από τις προσδοκίες και όχι από τις αντικειμενικές συνθήκες.

Δεν ευχαριστιόμαστε επειδή ζούμε μια ειρηνική και πλούσια ζωή. Αντίθετα, ευχαριστιόμαστε όταν η πραγματικότητα ταιριάζει με τις προσδοκίες μας. Το άσχημο είναι πως, όσο βελτιώνονται οι συνθήκες, αυξάνονται και οι προσδοκίες. Μια εντυπωσιακή βελτίωση των συνθηκών, όπως αυτή που έχει βιώσει η ανθρωπότητα τις τελευταίες δεκαετίες, μεταφράζεται σε υψηλότερες προσδοκίες και όχι μεγαλύτερη ικανοποίηση. Αν δεν κάνουμε κάτι γι’ αυτό, μπορεί και τα μελλοντικά μας επιτεύγματα να μας αφήσουν με την ίδια έλλειψη ικανοποίησης.

Σε βιολογικό επίπεδο, τόσο οι προσδοκίες μας όσο και η ευτυχία μας καθορίζονται από τη βιοχημεία μας και όχι από την οικονομική, κοινωνική ή πολιτική κατάσταση.

Σύμφωνα με τον Επίκουρο, νιώθουμε ευτυχισμένοι όταν βιώνουμε ευχάριστες αισθήσεις και είμαστε απαλλαγμένοι από τις δυσάρεστες. Με παρόμοιο τρόπο, ο Τζέρεμι Μπένθαμ υποστήριζε ότι η φύση έδωσε στον άνθρωπο δύο αφέντες -την απόλαυση και τον πόνο-, κι αυτοί είναι οι μόνοι που καθορίζουν ό,τι κάνουμε, λέμε και σκεφτόμαστε. Ο διάδοχος του Μπένθαμ, ο Τζον Στιούαρτ Μιλ, εξήγησε ότι η ευτυχία δεν είναι παρά απόλαυση και απουσία πόνου και ότι πέρα από την απόλαυση και τον πόνο δεν υπάρχει καλό και κακό. Όποιος προσπαθεί να συναγάγει το καλό και το κακό από κάτι άλλο (όπως ο λόγος του Θεού ή το εθνικό συμφέρον) σας κοροϊδεύει, όπως ίσως και τον εαυτό του.

Στην εποχή του Επίκουρου, κάτι τέτοιο θα ήταν βλασφημία. Στην εποχή του Μπένθαμ και του Μιλ, ήταν μια ριζική ανατροπή. Αλλά στις αρχές του 21ου αιώνα, είναι η επιστημονική ορθοδοξία. Σύμφωνα με τις επιστήμες της ζωής, η ευτυχία και η οδύνη δεν είναι τίποτα άλλο παρά διαφορετικές ισορροπίες σωματικών αισθήσεων. Δεν αντιδρούμε στα συμβάντα του εξωτερικού κόσμου, αλλά στις αισθήσεις μέσα στο σώμα μας. Κανείς δεν υποφέρει επειδή έχασε τη δουλειά του, επειδή χώρισε ή επειδή η κυβέρνηση ξεκίνησε έναν πόλεμο.

Το μόνο πράγμα που κάνει τους ανθρώπους δυστυχισμένους είναι οι δυσάρεστες αισθήσεις στο σώμα τους. Το να χάσει κανείς τη δουλειά του μπορεί σίγουρα να είναι αιτία κατάθλιψης, αλλά η ίδια η κατάθλιψη είναι ένα είδος δυσάρεστης σωματικής αίσθησης. Χίλια πράγματα μπορεί να μας θυμώσουν, αλλά ο θυμός δεν είναι κάτι αφηρημένο. Εμφανίζεται πάντα σαν μια αίσθηση ζέστης και έντασης στο σώμα, και αυτό είναι που κάνει το θυμό τόσο εξοργιστικό. Δεν λέμε τυχαία ότι «βράζουμε» από θυμό.

Αντίστροφα, η επιστήμη λέει ότι κανείς ποτέ δεν έγινε ευτυχισμένος επειδή πήρε μια προαγωγή, επειδή κέρδισε το λαχείο ή έστω επειδή βρήκε την αληθινή αγάπη. Οι άνθρωποι γίνονται ευτυχισμένοι από ένα και μόνο πράγμα – τις ευχάριστες αισθήσεις στο σώμα τους. ….

Ισχύει και το αντίθετο. Αν μόλις απολυθήκατε (ή χάσατε έναν αποφασιστικής σημασίας ποδοσφαιρικό αγώνα), αλλά δεν βιώνετε δυσάρεστες αισθήσεις (ίσως επειδή έχετε πάρει κάποιο χάπι), μπορεί να συνεχίζετε να αισθάνεστε ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου.

Το κακό είναι ότι οι ευχάριστες αισθήσεις σύντομα υποχωρούν και αργά ή γρήγορα μετατρέπονται σε δυσάρεστες… Αν θέλω να νιώσω ξανά αυτές τις υπέροχες αισθήσεις, πρέπει να πάρω κι άλλη προαγωγή. Και μετά κι άλλη. Κι αν δεν πάρω προαγωγή, μπορεί τελικά να καταλήξω πολύ πιο πικραμένος και θυμωμένος απ’ ό,τι αν είχα παραμείνει ένα ταπεινό πιόνι.

Για όλα αυτά φταίει η εξέλιξη. Για αμέτρητες γενιές, το βιοχημικό μας σύστημα έχει προσαρμοστεί έτσι ώστε να αυξάνει τις πιθανότητές μας για επιβίωση και αναπαραγωγή, όχι την ευτυχία μας. Το βιοχημικό σύστημα ανταμείβει τις πράξεις που ευνοούν την επιβίωση και την αναπαραγωγή με ευχάριστες αισθήσεις. Αλλά πρόκειται απλώς για εφήμερα διαφημιστικά κόλπα. Παλεύουμε για να αποκτήσουμε τροφή και ερωτικούς συντρόφους, για να αποφύγουμε τη δυσάρεστη αίσθηση της πείνας και για να απολαύσουμε ευχάριστες γεύσεις και υπέροχους οργασμούς. Αλλά οι ευχάριστες γεύσεις και οι υπέροχοι οργασμοί δεν κρατάνε για πολύ, κι αν θέλουμε να τα ξανανιώσουμε, πρέπει να ψάξουμε για περισσότερη τροφή και συντρόφους.

Επίκουρος ο Θεομάχος

Κατά τη μεγαλύτερη περίοδο της αρχαιότητας, αν ρωτούσες κάποιον: «ποιοι είναι οι άθεοι;», θα σου απαντούσε αμέσως: «οι επικούρειοι!». Η σημερινή λέξη στα εβραϊκά για τον άθεο, apikoros, μαρτυρά τη διάρκεια του εν λόγω συσχετισμού.

Γύρω στο 360 π.Χ. ο Επίκουρος (το όνομά του σημαίνει «βοηθός») πήγε από το νησί της Σάμου στην Αθήνα, όπου και αγόρασε ένα κομμάτι γης έξω ακριβώς από τα τείχη της πόλης, όχι πολύ μακριά από την Ακαδημία του Πλάτωνα. Το κομμάτι αυτό γης θα γινόταν γνωστό ως Κήπος, και έγινε σύμβολο της φιλοσοφίας του Επίκουρου. Στόχος του επικουρισμού ήταν να αφαιρέσει από τις ζωές των ανθρώπων την ψυχική ενόχληση και να επιτύχει την αταραξία. Οι επικούρειοι δεν επεδίωκαν τη σωματική ηδονή, όπως δηλώνει σήμερα η αγγλική λέξη epicurean, αν και πολλοί από τους εχθρούς τους στην αρχαιότητα τους κατηγορούσαν ακριβώς γι’ αυτό. Αντιθέτως, επεδίωκαν να αποφεύγουν κάθε δραστηριότητα που επέφερε άγχος και οδηγούσε στη σύγκρουση -λάθε βιώσας ήταν το διάσημο μότο τους-, καθώς και να προσαρμόζουν τις συνήθειές τους ώστε να απομακρύνουν από την ψυχή τους κάθε είδους όχληση και φόβο. Οι έγνοιες και τα άγχη, όπως δίδασκε ο Επίκουρος, είχαν ως πηγή τους τις κενοδοξίες, τις κενές ουσίας αντιλήψεις μας για τον κόσμο.

Κεντρική θέση ανάμεσα σε αυτές τις λαθεμένες απόψεις έχουν για τον Επίκουρο οι εσφαλμένες μας αντιλήψεις για το υπερφυσικό. Οι επικούρειοι ήταν αυστηρά προσκολλημένοι σε φυσικές αρχές. Αναπτύσσοντας τα διδάγματα των ατομικών φιλοσόφων του 5ου αιώνα π.Χ., Λεύκιππου και Δημόκριτου, διατείνονταν ότι τα πάντα στο σύμπαν αποτελούνται από έναν άπειρο αριθμό άφθαρτων και αδιάσπαστων σωματιδίων, τα άτομα, τα οποία βρίσκονται συνεχώς σε κίνηση -αν και η κίνηση αυτή δεν μπορεί πάντοτε να προβλεφθεί (εξαιτίας της γνωστής αρχής της «παρέκκλισης»)- καθώς και από άπειρο κενό. Δεν υπάρχει κάτι πέραν του σύμπαντος (καθώς το σύμπαν δε γνωρίζει όρια). Η ανθρώπινη ψυχή, επίσης, αποτελείται από άτομα, λεπτεπίλεπτα σωματίδια που μοιάζουν με φωτιά και αέρα. Όταν πεθαίνουμε, οι ψυχές μας αποσυντίθενται κατευθείαν, όπως και το σώμα μας με τον καιρό. Επομένως, δεν υπάρχει μετά θάνατον ζωή.

Η συγκεκριμένη θεωρία της ύλης συνδέεται με τον ευρύτερο στόχο του επικουρισμού να εξασφαλίσει αταραξία, καθώς οι παρανοήσεις των ανθρώπων σε ό,τι αφορά τη φύση του θανάτου αποτελούν τη μεγαλύτερη πηγή άγχους στη ζωή μας. «Ο θάνατος δεν μας αφορά» έγραψε ο Επίκουρος «καθώς ό,τι αποσυντίθεται παύει να αισθάνεται, και αυτό που παύει να αισθάνεται δεν μας αφορά». Ο θάνατος δεν προκαλεί πόνο, εφόσον οι νεκροί δεν είναι σε θέση να αισθανθούν τίποτε. Ο θάνατος είναι απλώς η αποσύνθεση ενός συγκεκριμένου συνόλου ατόμων.

Και τι συμβαίνει με τους θεούς; Εκ πρώτης όψεως, η επικούρεια αντίληψη του κόσμου δεν έχει ανάγκη από την έννοια της θεότητας, καθώς τα πάντα μπορούν να εξηγηθούν με απόλυτα υλιστικούς όρους. Παρ’ όλα αυτά, ο Επίκουρος επέμενε ότι οι θεοί υπάρχουν και ασκούσε δριμεία κριτική στους άθεους. «Πρώτα απ’ όλα, να έχεις στον νου σου ότι ο θεός είναι μία άφθαρτη και ευτυχισμένη οντότητα... μην του αποδίδεις καμιά ιδιότητα που αντιφάσκει με τις έννοιες της αφθαρσίας και της ευτυχίας». (Ο «θεός», για την ακρίβεια, δεν υποδηλώνει μονοθεϊσμό σε αυτό το σημείο. Πρόκειται απλά για μία συνηθισμένη φιλοσοφική συντόμευση για την αναφορά στο θείο εν γένει.).

Αλλά, συνεχίζει, οι θεοί δεν είναι αυτό που οι περισσότεροι νομίζουν. Ουσιαστικά, είναι περισσότερο ασεβές να πιστεύει κανείς στους θεούς της λαϊκής παράδοσης από το να αρνείται την ύπαρξή τους. Η πλέον καταστροφική παρανόηση έχει να κάνει με την πεποίθηση ότι οι θεοί αναμειγνύονται στις υποθέσεις των ανθρώπων. Δεν ήταν οι θεοί αυτοί που δημιούργησαν το σύμπαν και αυτοί που το κυβερνούν. Μπορούμε να καταλάβουμε τη φύση μόνο εφόσον αντιληφθούμε τους φυσικούς νόμους που διέπουν τον κόσμο. Και όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι περνούν τη ζωή τους, θα πρέπει να αναλαμβάνουμε την αποκλειστική ευθύνη των επιλογών που κάνουμε, χωρίς να κρυβόμαστε πίσω από την δικαιολογία ότι μία εξωτερική δύναμη ήταν αυτή που μας ανάγκασε να δράσουμε όπως δράσαμε. Οι θεοί ζουν μακριά μας και δεν έχουν το παραμικρό ενδιαφέρον για τη ζωή μας.

Ο Επίκουρος πίστευε ότι ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο γύρω μας είναι ακριβής. Οι αισθήσεις μας οφείλονται στη ροή ατόμων που καταλήγουν στα αισθητηριακά μας όργανα και τα άτομα, μαζί με το κενό, συνιστούν την πραγματικότητα.

Η απώλεια βασικών έργων του Επίκουρου καθιστά δύσκολη οποιαδήποτε βεβαιότητα σχετικά με τις απόψεις του. Από τα πολλά γραπτά του, τα μόνα που διασώζονται είναι τρεις συνοπτικές επιστολές και ένα εγχειρίδιο «βασικών αρχών» (κύριαι δόξαι), καθώς και παραθέματα και αναφορές σε ύστερους συγγραφείς. Ακόμη κι έτσι, μας σώζεται αρκετός Επίκουρος για να μπορέσουμε να ανασυγκροτήσουμε μία γενική εικόνα των θρησκευτικών του πεποιθήσεων. Σίγουρα πίστευε ότι οι συμβατικές θρησκευτικές τελετουργίες ήταν χάσιμο χρόνου. Η λατρεία των θεών, η προσευχή, το να ορκίζεσαι στο όνομά τους και να τους κάνεις αγάλματα πίστευε ότι δεν οδηγούσαν πουθενά. Πρέπει να τα κάνουμε αυτά τα πράγματα διότι, εν μέρει, η ευτυχία μας εξαρτάται από την αγαστή συνύπαρξη με τους συμπολίτες μας, αλλά δεν πρέπει να ξοδεύουμε πάρα πολλή από την πολύτιμη συναισθηματική μας ενέργεια γι’ αυτά τα ζητήματα. Ο Επίκουρος, επομένως, φαίνεται να πίστευε ότι οι λαϊκές δοξασίες περί θείου είναι ακίνδυνες, αν και εσφαλμένες. Οι σοφότεροι από εμάς, λέει, έχουν κατακτήσει την πραγματική αλήθεια για τους θεούς - αλλά, δυστυχώς, δεν μας λέει ποια είναι αυτή η αλήθεια.

Όλα τα παραπάνω υποδεικνύουν ότι τα γραπτά του Επίκουρου υπήρξαν διφορούμενα πάνω στο ζήτημα των θεών, σε βαθμό ασάφειας. Η συμβατική θρησκεία είναι εσφαλμένη, αλλά πρέπει να την ακολουθούμε. Πρέπει να πιστεύουμε στους θεούς, αλλά όχι έτσι όπως τους εννοούν οι πολλοί. Οι θεοί υπάρχουν αλλά όχι στον φυσικό κόσμο, έτσι όπως τον αντιλαμβανόμαστε. Παραμένει, επομένως, μυστήριο ο λόγος για τον οποίο ο Επίκουρος επιμένει να διατείνεται ότι οι θεοί υπάρχουν, τη στιγμή που οι θεωρίες του για την πραγματικότητα όχι μόνο δεν τους έχουν ανάγκη, αλλά δυσκολεύονται κιόλας να τους εντάξουν στο σύστημά τους.

Μέρος της εξήγησης μπορεί να σχετίζεται με το πολιτισμικό πλαίσιο. Ακόμη και έναν αιώνα μετά, η δίκη του Σωκράτη δεν είχε ξεχαστεί. Η κατηγορία της «μη πίστης στους θεούς» θα μπορούσε να βλάψει έναν φιλόσοφο, όπως διαπίστωσε και ο Θεόδωρος από την Κυρήνη όταν εξορίστηκε από την Αθήνα προς τα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ.. Ίσως να είναι τόσο απλό: διακρίνοντας τις πιθανές θεολογικές επιπτώσεις του υλιστικού μοντέλου του για τον κόσμο, ο Επίκουρος διαπίστωσε ότι θα ήταν καλύτερο να προστατεύσει τον εαυτό του από αντιδράσεις όπως αυτές που είχαν προηγουμένως εξοντώσει στοχαστές όπως ο Διαγόρας από τη Μήλο και ο Σωκράτης.

Οι ιστορικοί της κλασικής φιλοσοφίας έχουν την τάση να απορρίπτουν εξηγήσεις αυτού του είδους, εν μέρει επειδή παραμένουν υποθετικές και δεν σχετίζονται ιδιαιτέρως με διανοητικά κίνητρα και εν μέρει επειδή υπονοούν ότι η πεζή πολιτική πραγματικότητα είχε μολύνει τον κόσμο του πνεύματος. Οι κλασικοί φιλόλογοι έχουν επενδύσει πολύ στην ιδέα ότι τα κείμενα που εξετάζουν είναι προϊόντα καθαρής σκέψης και ότι οι αρχαίες πόλεις αποτελούσαν χώρους ελεύθερης διακίνησης ιδεών. Ακούγεται πολύ παράταιρο σε αυτό το πλαίσιο να υποστηρίξει κανείς ότι ο μεγάλος Επίκουρος μπορεί και να είχε ως κίνητρό του τον φόβο της δίωξης, αλλά αυτό δεν αποτελεί λόγο να αποκλείσουμε αυτήν την πιθανότητα.

Υπάρχει όμως και ένας άλλος τρόπος να ερμηνεύσει κανείς τις θεωρίες του Επίκουρου περί του θείου. Σύμφωνα με μία σύγχρονη σχολή κριτικής, οι θεοί στους οποίους πίστευε δεν ήταν πραγματικές θεότητες, αλλά εξιδανικευμένες αφαιρέσεις που συμβόλιζαν την ευτυχία στην οποία όλοι στοχεύουμε. Το θείο αντιπροσωπεύει μία νοητή εικόνα αταραξίας και ηρεμίας, την οποία ο φιλόσοφος φιλοδοξεί να εξασφαλίσει και ο ίδιος - και τίποτα παραπάνω. Σίγουρα η άποψη αυτή δεν ήταν αυτό που είχαν στο μυαλό τους οι μεταγενέστεροι οπαδοί του Επίκουρου, οι οποίοι αντιλαμβάνονταν τους θεούς ως υπαρκτά όντα που ζούσαν σε χώρους μεταξύ των διαφόρων κόσμων. Μπορεί όμως και να παρερμήνευσαν τα λόγια του ηγέτη τους.

Ο Επίκουρος φαίνεται να αντιλαμβανόταν τη θεϊκή υπόσταση ως κάτι που μπορεί να κατακτηθεί απ’ τους θνητούς.

Αλλά φαίνεται, τελικά, μάλλον απίθανο ο Επίκουρος να πίστευε ότι οι θεοί δεν είναι τίποτα παραπάνω από παραδείγματα προς μίμηση για τους θνητούς. Όταν γράφει ότι «ο θεός είναι ένα άφθαρτο και ευλογημένο ον», η διατύπωση αυτή υπαινίσσεται κάτι το υπεράνθρωπο, κάτι το θεϊκό με τη συμβατική σημασία του όρου. Θα πρέπει να αποδεχτούμε ότι ο ρόλος του θείου στη σκέψη του ήταν μάλλον αμφίσημος - ίσως πράγματι, όπως είπαμε, επειδή είχε προβλέψει τις δοκιμασίες που περίμεναν κάθε φιλόσοφο που θα τολμούσε να αρνηθεί κατηγορηματικά την ύπαρξη των θεών.

Παρά την ασάφειά του, όμως, πάνω στο θέμα των θεών, υπήρχαν αρκετά σημεία στη σκέψη του Επίκουρου που τον κατέστησαν διάσημο κατά την αρχαιότητα για την αθεΐα του. Όπως ο Σαλμονέας και ο Κήυκας στον επικό Κατάλογο γυναικών, ή ο Βελλεροφόντης στο δράμα του Ευριπίδη, ο Επίκουρος θεωρούνταν θεομάχος, «πολεμιστής ενάντια στους θεούς».

Πουθενά δεν εμφανίζεται περισσότερο έντονα με αυτήν του την ιδιότητα απ’ ό,τι στο μεγάλο έργο του Λουκρήτιου "Περί της φύσεως των πραγμάτων". Γραμμένο στη Ρώμη την εποχή των εμφυλίων πολέμων του 1ου αιώνα π.Χ., το έργο αυτό αποτελεί το πιο πρώιμο, πλήρως σωζόμενο επικό ποίημα που γράφτηκε στα λατινικά (επικό με την έννοια ότι ο Λουκρήτιος κάνει χρήση του εξάμετρου στίχου). Άσκησε τεράστια επιρροή, ήδη από την αρχαιότητα, όχι μόνο εξαιτίας της υψηλής ποιητικής του τέχνης, αλλά και για το πώς ενσωματώνει τα διδάγματα της επικούρειας φιλοσοφίας.

Ο Stephen Greenblatt έχει κάνει την περίφημη δήλωση ότι η ανάκτηση του χειρογράφου του ποιήματος είναι υπεύθυνη για την εκκοσμίκευση και την Αναγέννηση στην Ευρώπη. Κατά τον 19ο και στις αρχές του 20ού αιώνα αναγνωριζόταν ως ο θεμέλιος λίθος της ευρωπαϊκής διανοητικής παράδοσης, καθώς στηριζόταν στην επιστήμη και στην παρατήρηση και όχι σε προτάγματα θεοκρατικού χαρακτήρα.

Ο Επίκουρος κάνει μία εντυπωσιακή είσοδο στο ποίημα του Λουκρήτιου, και περιγράφεται με τρόπο που θα έκανε τους παλμούς κάθε ανθρωπιστή αναγνώστη να ανέβουν:

Ενώ η ανθρώπινη ζωή σερνόταν άθλια πάνω στη γη
μπροστά στα μάτια όλων,
τσακισμένη από το βάρος της θρησκείας
που έδειχνε το πρόσωπό της πάνω από τον ουρανό
με όψη φριχτή και απειλούσε τους θνητούς,
τότε πρώτος ένας Έλληνας τόλμησε να της αντισταθεί.
Δεν τον σταμάτησαν ούτε οι θρύλοι των θεών,
ούτε οι βροντές, ούτε ο ουρανός με το απειλητικό του μούγκρισμα. Αντίθετα, δυνάμωσαν το θάρρος της ψυχής του, ώστε να επιθυμήσει να παραβιάσει, πρώτος αυτός, τις κλειδαριές από τις θύρες της φύσης.
Έτσι η ζωντανή δύναμη του πνεύματός του νίκησε και προχώρησε μακριά, πέρα από τα φλεγόμενα τείχη του ουρανού,
και με το πνεύμα και τη σκέψη διέσχισε το απέραντο σύμπαν.
Από εκεί επέστρεψε νικητής, για να μας πει τι μπορεί να γεννηθεί, τι δεν μπορεί, τέλος, με ποιον τρόπο καθορίζεται η δύναμη στο καθετί και τα ακλόνητα όριά του.
Έτσι, η θρησκεία, με τη σειρά της, ποδοπατημένη συντρίβεται, κι εμάς η νίκη μάς ανεβάζει στον ουρανό.


Όπως ακριβώς ο Βελλεροφόντης του Ευριπίδη, ο Λουκρήτιος φαντάζεται τον Επίκουρο να ηγείται μίας στρατιωτικής επίθεσης κατά της θρησκείας (religio). Η εικονοποιία σε αυτό το σημείο στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό σε έργα σχετικά με την πολιορκητική τέχνη. Στο πρώτο μισό του κειμένου, η θρησκεία περιγράφεται να ορθώνεται πάνω από την καταπιεσμένη ανθρωπότητα, σαν ένα τρομακτικό οχυρό, όπως αυτά που έχτιζαν οι Ρωμαίοι για να εμπνεύσουν φόβο στους υποτελείς τους. Τα όπλα που χρησιμοποιεί για να κρατήσει τους ανθρώπους υπό τον έλεγχό της είναι οι μύθοι, τα τελετουργικά και οι συμβάσεις. Σε αυτό το σημείο η εικόνα αντιστρέφεται και ο Επίκουρος απεικονίζεται όχι σαν επιτιθέμενος αλλά σαν πολιορκούμενος, που ηγείται της απόδρασης από τα «στενά όρια» και προελαύνει πέρα από τα «φλεγόμενα τείχη του κόσμου».

Τι εννοεί ο Λουκρήτιος με τη λατινική λέξη religio; Σίγουρα όχι τη θρησκεία όπως την εννοούμε εμείς, δηλαδή το θεσμικό πλαίσιο μέσα από το οποίο προάγεται ένας συγκεκριμένος τρόπος λατρείας των θεών. Η σημασία της λέξης φαίνεται να έχει να κάνει περισσότερο με την έννοια της ευσεβούς αφοσίωσης, μιας ηθικής ποιότητας. Ο Λουκρήτιος θεωρεί ότι ο εχθρός της ανθρώπινης ελευθερίας είναι τα ψυχολογικά δεσμά. (Η λέξη δεσμά πράγματι αρμόζει στα συμφραζόμενα: σε άλλο σημείο, ο Λουκρήτιος κάνει λόγο για την «απελευθέρωση του μυαλού από τα πιεστικά δεσμά της θρησκείας», υπαινισσόμενος προφανώς ότι το religio προέρχεται από το religare, «δένω».)

Ο Επίκουρος του Λουκρήτιου δεν είναι τόσο ένας σταυροφόρος ενάντια στις τελετουργίες και στους κρατικούς θεσμούς, όσο ενάντια στις εσφαλμένες αντιλήψεις που μας καταπιέζουν με τον φόβο του θανάτου, την τιμωρία, και τη μετά θάνατον ζωή. Η απελευθέρωση από αυτόν τον φόβο δε θα προκύψει, από την απόρριψη της οργανωμένης θρησκείας (κανείς επικούρειος δεν ισχυρίστηκε ποτέ κάτι τέτοιο), αλλά από την άρνηση της παραδεδομένης, μυθικής αντίληψης για πράγματα που δεν ασκούν απολύτως καμία επιρροή στις ζωές μας.

Ο πόλεμος του Επίκουρου ενάντια στη θρησκεία δεν είχε στόχο να προωθήσει την εκκοσμίκευση σε κρατικό επίπεδο. Αλλά, ακόμη κι έτσι, η ριζοσπαστικότητά του είναι πολύ μεγαλύτερη απ’ ό,τι συχνά του αναγνωρίζεται. Η άρνηση της έννοιας της θρησκευτικής αλήθειας έχει βαθιές και σημαντικές συνέπειες. Ο Λουκρήτιος, μετά την περιγραφή του Επίκουρου, συνεχίζει με ένα παράδειγμα των καταστροφικών συνεπειών που μπορεί να έχουν αυτού του είδους οι θρησκευτικές αντιλήψεις. «Η θρησκεία στάθηκε η αφορμή για εγκληματικές και ανόσιες πράξεις» ισχυρίζεται (δίνοντας, περιπαιχτικά, άλλο νόημα στη λέξη «ανόσιος», προκειμένου να περιγράψει τις πράξεις εκείνων που πιστεύουν, και όχι των εχθρών τους).

Ως παράδειγμα χρησιμοποιεί τη μυθολογική ιστορία του Αγαμέμνονα και της θυσίας της κόρης του Ιφιάνασσας (περισσότερο γνωστής με το όνομα Ιφιγένεια) προς τιμή της Άρτεμης στην Αυλίδα. Σύμφωνα με τον μύθο, ο στόλος του είχε καθηλωθεί από την άπνοια -τιμωρία που είχε επιβληθεί στον Αγαμέμνονα επειδή είχε σκοτώσει ένα ελάφι σε έναν χώρο αφιερωμένο στη θεά Άρτεμη. «Τόσο μεγάλη ήταν η επιρροή της θρησκείας σε πράξεις φριχτές» καταλήγει ο Λουκρήτιος: Tantum religio potuit suadere malorum, ένας από τους πιο διάσημους στίχους του ποιητή (ο Βολταίρος, για παράδειγμα, τον έστειλε στον Φρειδερίκο Β' της Πρωσίας το 1737 για να τονίσει την ανάγκη για εκκοσμίκευση).

Αυτό που θέλει να τονίσει ο Λουκρήτιος είναι ότι η εσφαλμένη αντίληψη μας για τη μεταβαλλόμενη φύση του ανέμου (την οποία εξηγεί σε άλλο σημείο με καθαρά υλιστικούς όρους) δεν είναι απλώς ένα λάθος. Όταν αποτυγχάνουμε να αντιληφθούμε την αλήθεια για τη φύση, και πιο συγκεκριμένα όταν υποκαθιστούμε την επιστημονική με τη θρησκευτική εξήγηση, αυτό μπορεί να έχει τρομερές συνέπειες. Είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακό ότι ο Λουκρήτιος επιλέγει ως παράδειγμά του μία θυσία - το βασικό συστατικό του θρησκευτικού τελετουργικού στην αρχαιότητα: αν και φυσικά η απεχθής διάσταση της συγκεκριμένης θυσίας έχει να κάνει με το ότι το θύμα είναι άνθρωπος, οι επιπρόσθετες συνδηλώσεις είναι ότι οποιοδήποτε είδος αιματηρής θυσίας δεν είναι απλώς αναποτελεσματική αλλά ενδέχεται επίσης να προκαλεί σωματικό και ψυχικό πόνο. Χωρίς να το λέει ξεκάθαρα, ο Λουκρήτιος αφήνει να φανεί ότι καταστροφικές πράξεις που επιτελούνται στο όνομα των θεών θα ήταν ολωσδιόλου καταδικαστέες σε άλλες εκφάνσεις της ζωής μας.

Επομένως, το διακύβευμα των ορθών και των εσφαλμένων αντιλήψεων δεν περιορίζεται στον ψυχολογικό πόνο. Οι εσφαλμένες αντιλήψεις έχουν συνέπειες, μερικές φορές αιματηρές. Ο Λουκρήτιος γνωρίζει καλά ότι με το να επισημαίνει την ασέβεια που χαρακτηρίζει τις συμβατικές δοξασίες περί θεών αντιπαραθέτει τη δική του αλήθεια, με τρόπο δυναμικό, απέναντι σε μία εδραιωμένη θεολογία. Καθώς απευθύνεται στον αποδέκτη του ποιήματος του Μέμμιο, προβλέπει ότι:

Θα έρθει μια μέρα που κι εσύ ο ίδιος,
επηρεασμένος από τα τρομακτικά λόγια των ιερέων,
θα ζητήσεις να αποσυρθείς από την κοινότητά μας.
Γιατί, πραγματικά, πολλές ονειροφαντασίες
μπορούν να επινοήσουν, ικανές να ανατρέψουν
τον ρυθμό της ζωής σου και να ταράξουν με τον φόβο
κάθε σου ευτυχία. Και δικαιολογημένα.
Γιατί αν οι άνθρωποι έβλεπαν πως υπάρχει ένα καθορισμένο τέλος
στα βάσανά τους, θα είχαν τη δύναμη να αντισταθούν
με κάποιον τρόπο στις προβλέψεις και στις απειλές των ιερέων
.


Το διακύβευμα εδώ είναι ποιος μπορεί να μιλάει με εγκυρότητα για τους θεούς. Ποιος λέει την αλήθεια, οι ιερείς ή οι φιλόσοφοι; Η λέξη ιερέας (vates) στα λατινικά καλύπτει σημασιολογικά ως όρος τόσο εκείνους που εξειδικεύονται σε μια συγκεκριμένη λατρεία όσο και τους παραδοσιακούς ποιητές. Η επίθεση του Λουκρήτιου, επομένως, έχει ως στόχο τόσο τις εδραιωμένες δομές της κρατικής θρησκείας όσο και το σύνολο των παραδοσιακών μύθων. Οι ιστορίες είναι όπλα που «απειλούν τις θρησκευτικές δοξασίες» στις οποίες ο αληθινός φιλόσοφος πρέπει να «εναντιώνεται». Ο Λουκρήτιος εδώ ακούγεται πιο μοντέρνος από ποτέ, καθώς παρουσιάζει τον επιστημονικό υλισμό ως μία πιο ακριβή και περισσότερο ανοιχτόμυαλη από κοινωνική άποψη εναλλακτική σε σύγκριση με τα «όνειρα» που επινοεί η παραδοσιακή θρησκεία.

Ο Λουκρήτιος ήταν διάσημος στην αρχαιότητα για τις μεγαλειώδεις αποτυπώσεις της επιβλητικής δύναμης της φύσης (όπως αυτές του Turner), αλλά αυτό που βρίσκει κανείς σε αυτά τα φανταχτερά αποσπάσματα δεν είναι απλώς μία ζωηρή επίδειξη των ποιητικών του ικανοτήτων: ήθελε με τον στίχο του να συλλάβει τη μαγεία του κόσμου γύρω μας και να μας διδάξει ότι πρέπει να αναζητήσουμε το «θείο» στην ύλη και όχι σε κάποιον φανταστικό θεό.

Ήταν άθεοι οι επικούρειοι, όπως τους θεωρούσαν οι αντίπαλοί τους; Σίγουρα η αθεΐα αποτελούσε τη λογική εξέλιξη της κοσμοθεωρίας τους και σίγουρα αντιλαμβάνονταν ότι βρίσκονταν σε αντιπαράθεση με τη συμβατική θρησκεία. Αλλά για κάποιον λόγο αδυνατούσαν να απελευθερωθούν πλήρως από τα δεσμά της.

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ, ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΟΛΗΝ ΤΗΝ ΦΙΛΙΠΠΟΥ

ΔΗΜ 11.7–14

Η δυναστική συμπεριφορά του Φιλίππου απέναντι στους συμμάχους και τους υπηκόους του

Ο λόγος αυτός θεωρείται έργο του Αναξιμένη του Λαμψακηνού και αποτελεί απάντηση στην επιστολή με την οποία ο Φίλιππος κατηγορούσε τους Αθηναίους για εχθρικές ενέργειες εναντίον του. Ο ομιλητής στην αρχή του λόγου παρότρυνε τους Αθηναίους να προετοιμαστούν κατάλληλα για πόλεμο προς τον Φίλιππο, υποστηρίζοντας ότι οι περιστάσεις ήταν κατάλληλες για την αντιμετώπισή του. Και συνεχίζει:


[7] Πρὸς τοίνυν τούτοις τηλικούτοις οὖσιν, οὐκ ἐρῶ μὲν ὡς
οὐ διὰ τὴν εἰρήνην πολλὰ προείληφεν ἡμῶν χωρία καὶ λι-
μένας καὶ τοιαῦθ’ ἕτερα χρήσιμα πρὸς πόλεμον, ὁρῶ δ’ ὡς
ὅταν μὲν ὑπ’ εὐνοίας τὰ πράγματα συνέχηται καὶ πᾶσι
ταὐτὰ συμφέρῃ τοῖς μετέχουσι τῶν πολέμων, μένει τὰ
συσταθέντα βεβαίως· ὅταν δ’ ἐξ ἐπιβουλῆς καὶ πλεονεξίας
ἀπάτῃ καὶ βίᾳ κατέχηται, καθάπερ ὑπὸ τούτου νῦν, μικρὰ
πρόφασις καὶ τὸ τυχὸν πταῖσμα ταχέως αὐτὰ διέσεισε
καὶ κατέλυσεν. [8] καὶ πολλάκις εὑρίσκω λογιζόμενος οὐ
μόνον, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τὰ συμμαχικὰ τῷ Φιλίππῳ πρὸς
ὑποψίαν ἥκοντα καὶ δυσμένειαν, ἀλλὰ καὶ τὰ τῆς ἰδίας
ἀρχῆς οὐ συνηρμοσμένα καλῶς οὐδ’ οἰκείως οὐδ’ ὡς οἴεταί
τις. ὅλως μὲν γὰρ ἡ Μακεδονικὴ δύναμις ἐν μὲν προσ-
θήκης μέρει ῥοπὴν ἔχει τινὰ καὶ χρῆσιν, αὐτὴ δὲ καθ’ αὑτὴν
ἀσθενής ἐστι καὶ πρὸς τηλικοῦτον ὄγκον πραγμάτων εὐ-
καταφρόνητος. [9] ἔτι δ’ αὐτὴν οὗτος τοῖς πολέμοις καὶ ταῖς
στρατείαις καὶ πᾶσιν οἷς ἄν τις αὐτὸν μέγαν εἶναι νομίσειε,
σφαλερωτέραν αὑτῷ πεποίηκεν. μὴ γὰρ οἴεσθ’, ὦ ἄνδρες
Ἀθηναῖοι, τοῖς αὐτοῖς χαίρειν Φίλιππόν τε καὶ τοὺς ἀρχο-
μένους, ἀλλ’ ἐννοεῖσθ’ ὡς ὁ μὲν ἐπιθυμεῖ δόξης, οἱ δ’ ἀσφα-
λείας, καὶ αὐτῷ μὲν οὐκ ἔστι τυχεῖν ταύτης ἀκινδύνως, οἱ
δ’ οὐδὲν δέονται, καταλείποντες οἴκοι τέκνα, γονεῖς, γυναῖκας,
φθείρεσθαι καὶ καθ’ ἑκάστην ἡμέραν κινδυνεύειν ὑπὲρ αὐτοῦ.
[10] ὥστε τοὺς μὲν πολλοὺς τῶν Μακεδόνων ἐκ τούτων ἄν τις
ἴδοι πῶς διάκεινται πρὸς τὸν Φίλιππον· τοὺς δὲ περὶ αὐτὸν
ὄντας ἑταίρους καὶ τοὺς τῶν ξένων ἡγεμόνας εὑρήσετε δόξαν
μὲν ἔχοντας ἐπ’ ἀνδρείᾳ, περιδεῶς δὲ μᾶλλον τῶν ἀδόξων
ζῶντας. τοῖς μὲν γὰρ ὁ πρὸς τοὺς πολεμίους μόνον ὑπάρχει
κίνδυνος, οἱ δὲ τοὺς κόλακας καὶ τοὺς διαβάλλοντας αὐτοὺς
μᾶλλον ἢ τὰς μάχας δεδίασι· [11] κἀκεῖνοι μὲν μετὰ πάντων
ἀγωνίζονται πρὸς τοὺς ἀντιταχθέντας, τοῖς δὲ καὶ τῶν ἐν
τοῖς πολέμοις κακῶν οὐκ ἐλάχιστον μέρος μέτεστιν, καὶ
χωρὶς ἰδίᾳ τὸν τρόπον τὸν τοῦ βασιλέως φοβεῖσθαι συμ-
βέβηκεν. ἔτι δὲ τῶν μὲν πολλῶν ἐὰν ἁμάρτῃ τις, ζημίας
κατὰ τὴν ἀξίαν εἴληφεν· οἱ δ’ ὅταν μάλιστα κατορθώσωσι,
τότε μάλιστα σκορακίζονται καὶ προπηλακίζονται παρὰ τὸ
προσῆκον. [12] καὶ τούτοις οὐδ’ ἂν εἷς εὖ φρονῶν ἀπιστήσειεν·
οὕτω γὰρ φιλότιμον αὐτὸν εἶναί φασιν οἱ συνδιατρίψαντες
ὥστε βουλόμενον τὰ κάλλιστα τῶν ἔργων πάνθ’ αὑτοῦ δοκεῖν
εἶναι μᾶλλον ἄχθεσθαι τῶν στρατηγῶν καὶ τῶν ἡγεμόνων
τοῖς ἄξιον ἐπαίνου τι πράξασιν ἢ τοῖς ὅλως ἀποτυχοῦσι.
[13] πῶς οὖν, εἴπερ ἐστὶ ταῦτα τοιαῦτα, πιστῶς ἤδη πολὺν χρό-
νον αὐτῷ παραμένουσιν; ὅτι νῦν μέν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι,
τὸ κατορθοῦν αὐτὸν ἐπισκοτεῖ πᾶσι τοῖς τοιούτοις· αἱ γὰρ
εὐπραξίαι δειναὶ συγκρύψαι καὶ συσκιάσαι τὰς ἁμαρτίας
τῶν ἀνθρώπων εἰσίν· εἰ δέ τι πταίσει, τότ’ ἀκριβῶς δια-
καλυφθήσεται ταῦτα πάντα. συμβαίνει γάρ, ὥσπερ ἐν
τοῖς σώμασιν ἡμῶν· [14] ὅταν μὲν ἐρρωμένος ᾖ τις, οὐδὲν ἐπαι-
σθάνεται τῶν καθ’ ἕκαστα σαθρῶν, ἐπὰν δ’ ἀρρωστήσῃ,
πάντα κινεῖται, κἂν ῥῆγμα κἂν στρέμμα κἂν ἄλλο τι τῶν
ὑπαρχόντων ᾖ μὴ τελέως ὑγιεινόν· οὕτω καὶ τῶν βασιλειῶν
καὶ ἁπασῶν τῶν δυναστειῶν, ἕως μὲν ἂν ἐν τοῖς πολέμοις
κατορθῶσιν, ἀφανῆ τὰ κακά ἐστι τοῖς πολλοῖς, ἐπὰν δέ τι
πταίσωσιν, ὃ νῦν παθεῖν εἰκὸς ἐκεῖνον μεῖζον φορτίον ἢ
καθ’ αὑτὸν αἰρόμενον, γίγνεται φανερὰ τὰ δυσχερῆ πάντα
τοῖς ἅπασιν.

***
Επιπρόσθετα, λοιπόν, σε σχέση με αυτά που είναι τόσο σημαντικά, δεν θα πω ότι λόγω της ειρήνης μας πρόλαβε και κατέλαβε οχυρές θέσεις και λιμάνια και άλλα παρόμοια ωφέλιμα στον πόλεμο, παρατηρώ, όμως, πως όταν, βέβαια, η αγαθή προαίρεση διέπει μια υπόθεση και όλοι όσοι συμμετέχουν σε έναν πόλεμο έχουν τα ίδια συμφέροντα, η συμμαχία που συστήθηκε διατηρείται αραγής· ενώ, όταν από μηχανορραφίες και απληστία καταπιέζεται με δόλο και επιβολή, όπως ακριβώς καταπιέζεται τώρα από αυτόν, μια ασήμαντη αφορμή και ένα τυχαίο σφάλμα αρκούν για να διασαλευθεί αμέσως και να διαλυθεί. Επίσης, συχνά ανακαλύπτω όταν το συλλογίζομαι ότι όχι μόνο, Αθηναίοι, οι συμμαχίες με τον Φίλιππο έχουν καταλήξει στην καχυποψία και την εχθρότητα, αλλά και όσες περιοχές εξουσιάζει ο ίδιος, αυτές δεν έχουν μεταξύ τους δεσμούς ούτε ισχυρούς ούτε στενούς ούτε τους αναμενόμενους. Γιατί, αφενός, η μακεδονική δύναμη συνολικά ως επικουρικό σώμα διαθέτει επιρροή και χρησιμότητα, μόνη της αφετέρου είναι αδύναμη και αμελητέα σε σχέση με ένα τέτοιων διαστάσεων ζήτημα. Επιπλέον, αυτός με τους πολέμους, και τις εκστρατείες και όλα αυτά για τα οποία θα τον θεωρούσε κανείς σπουδαίο την έχουν καταστήσει επισφαλή για τον ίδιο. Μην νομίζετε, βέβαια, Αθηναίοι, ότι ο Φίλιππος και οι υπήκοοί του ικανοποιούνται με τα ίδια πράγματα, αλλά να έχετε υπόψη ότι αυτός θέλει να αποκτήσει φήμη ενώ εκείνοι ασφάλεια, και αυτός δεν είναι δυνατόν να την εξασφαλίσει χωρίς κίνδυνο, ενώ εκείνοι δεν χρωστάνε τίποτε, καθώς αφήνουν πίσω τους παιδιά, γονείς και γυναίκες, να σκοτώνονται και κάθε μέρα να διακινδυνεύουν τη ζωή τους για χάρη του. Οπότε από τα παραπάνω θα μπορούσε κανείς να καταλάβει τη διάθεση πολλών Μακεδόνων απέναντι στον Φίλιππο· όσον αφορά, πάλι, τους συντρόφους του που τον περιστοιχίζουν και τους αρχηγούς των μισθοφορικών στρατευμάτων θα ανακαλύψετε ότι ενώ έχουν αποκτήσει φήμη για την ανδρεία τους, ζουν μέσα στον φόβο περισσότερο από τους άσημους. Γιατί για τους τελευταίους υφίσταται μόνο ο κίνδυνος απέναντι στους εχθρούς, ενώ οι πρώτοι φοβούνται περισσότερο τους κόλακες και τους μηχανορράφους και όχι τις μάχες· εκείνοι, πάλι, μαζί με όλους τους υπόλοιπους επιτίθενται στους αντιπάλους, ενώ αυτοί και μεγάλο μερίδιο έχουν στις συμφορές που συμβαίνουν στον πόλεμο και εκτός αυτού ως άτομα τυχαίνει να φοβούνται τη συμπεριφορά του βασιλιά. Επιπλέον, όμως, αν κάνει κάποιο λάθος ένας από το πλήθος, τιμωρείται ανάλογα με ό,τι αξίζει· ενώ αυτοί, ιδίως όταν επιτελέσουν ένα μεγάλο κατόρθωμα, τότε κυρίως αποπέμπονται με βρισιές και διασύρονται ενώ δεν τους αξίζει. Και αυτά θα τα πίστευε ο οποιοσδήποτε είχε σώας τας φρένας· γιατί αυτός αγαπάει τόσο τις τιμές, σύμφωνα με όσα ισχυρίζονται αυτοί που τον έχουν συναναστραφεί, ώστε, επειδή θέλει οι ενδοξότερες πράξεις να φαίνεται ότι είναι όλες δικές του, να ενοχλείται περισσότερο με τους στρατηγούς και τους αρχηγούς που έκαναν κάτι αξιέπαινο παρά με τους εντελώς αποτυχημένους. Πώς, λοιπόν, αν ισχύουν τα παραπάνω, παραμένουν υπάκουοι εδώ και πολύ καιρό; Επειδή τώρα, Αθηναίοι, οι επιτυχίες του επισκιάζουν όλα αυτά· γιατί η ευημερία τα καταφέρνει πολύ καλά να συγκαλύπτει και να συσκοτίζει τα λάθη των ανθρώπων· αν σφάλει, τότε θα αποκαλυφθούν αυτά σε όλο τους το μεγαλείο. Ισχύει, φυσικά, ό,τι ακριβώς συμβαίνει και με το ανθρώπινο σώμα· όταν κανείς είναι γερός, δεν αντιλαμβάνεται τα μέλη που νοσούν, αφού, όμως, ασθενήσει, όλα μεταβάλλονται, είτε πρόκειται για κάταγμα είτε για εξάρθρωση είτε για κάτι άλλο από όσα ανήκουν στο σώμα που να μην είναι εντελώς υγιές· έτσι και στις μοναρχίες και σε όλα τα τυραννικά καθεστώτα, για όσο χρονικό διάστημα σημειώνονται επιτυχίες στον πόλεμο, οι αδυναμίες τους δεν αποκαλύπτονται στους πολλούς, αφού όμως αυτά τα καθεστώτα πέσουν, κάτι που είναι εύλογο να πάθει εκείνος που κουβαλάει μεγαλύτερο βάρος από αυτό που μπορεί να σηκώσει μόνος του, όλες οι δυσκολίες αποκαλύπτονται στον καθένα.

Σάββατο 27 Αυγούστου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ὀδύσσεια (11.593-11.640)

Καὶ μὴν Σίσυφον εἶσεῖδον κρατέρ᾽ ἄλγε᾽ ἔχοντα,
λᾶαν βαστάζοντα πελώριον ἀμφοτέρῃσιν.
595 ἦ τοι ὁ μὲν σκηριπτόμενος χερσίν τε ποσίν τε
λᾶαν ἄνω ὤθεσκε ποτὶ λόφον· ἀλλ᾽ ὅτε μέλλοι
ἄκρον ὑπερβαλέειν, τότ᾽ ἀποστρέψασκε κραταιΐς·
αὖτις ἔπειτα πέδονδε κυλίνδετο λᾶας ἀναιδής.
αὐτὰρ ὅ γ᾽ ἂψ ὤσασκε τιταινόμενος, κατὰ δ᾽ ἱδρὼς
600 ἔρρεεν ἐκ μελέων, κονίη δ᾽ ἐκ κρατὸς ὀρώρει.
Τὸν δὲ μέτ᾽ εἰσενόησα βίην Ἡρακληείην,
εἴδωλον· αὐτὸς δὲ μετ᾽ ἀθανάτοισι θεοῖσι
τέρπεται ἐν θαλίῃς καὶ ἔχει καλλίσφυρον Ἥβην
παῖδα Διὸς μεγάλοιο καὶ Ἥρης χρυσοπεδίλου.
605 ἀμφὶ δέ μιν κλαγγὴ νεκύων ἦν οἰωνῶν ὥς,
πάντοσ᾽ ἀτυζομένων· ὁ δ᾽ ἐρεμνῇ νυκτὶ ἐοικώς,
γυμνὸν τόξον ἔχων καὶ ἐπὶ νευρῆφιν ὀϊστόν,
δεινὸν παπταίνων, αἰεὶ βαλέοντι ἐοικώς.
σμερδαλέος δέ οἱ ἀμφὶ περὶ στήθεσσιν ἀορτὴρ
610 χρύσεος ἦν τελαμών, ἵνα θέσκελα ἔργα τέτυκτο,
ἄρκτοι τ᾽ ἀγρότεροί τε σύες χαροποί τε λέοντες,
ὑσμῖναί τε μάχαι τε φόνοι τ᾽ ἀνδροκτασίαι τε.
μὴ τεχνησάμενος μηδ᾽ ἄλλο τι τεχνήσαιτο,
ὃς κεῖνον τελαμῶνα ἑῇ ἐγκάτθετο τέχνῃ.
615 ἔγνω δ᾽ αὐτίκα κεῖνος, ἐπεὶ ἴδεν ὀφθαλμοῖσι,
καί μ᾽ ὀλοφυρόμενος ἔπεα πτερόεντα προσηύδα·
«Διογενὲς Λαερτιάδη, πολυμήχαν᾽ Ὀδυσσεῦ,
ἆ δείλ᾽, ἦ τινὰ καὶ σὺ κακὸν μόρον ἡγῃλάζεις,
ὅν περ ἐγὼν ὀχέεσκον ὑπ᾽ αὐγὰς ἠελίοιο.
620 Ζηνὸς μὲν πάϊς ἦα Κρονίονος, αὐτὰρ ὀϊζὺν
εἶχον ἀπειρεσίην· μάλα γὰρ πολὺ χείρονι φωτὶ
δεδμήμην, ὁ δέ μοι χαλεποὺς ἐπετέλλετ᾽ ἀέθλους.
καί ποτέ μ᾽ ἐνθάδ᾽ ἔπεμψε κύν᾽ ἄξοντ᾽· οὐ γὰρ ἔτ᾽ ἄλλον
φράζετο τοῦδέ τί μοι χαλεπώτερον εἶναι ἄεθλον.
625 τὸν μὲν ἐγὼν ἀνένεικα καὶ ἤγαγον ἐξ Ἀΐδαο·
Ἑρμείας δέ μ᾽ ἔπεμπεν ἰδὲ γλαυκῶπις Ἀθήνη.»
Ὣς εἰπὼν ὁ μὲν αὖτις ἔβη δόμον Ἄϊδος εἴσω,
αὐτὰρ ἐγὼν αὐτοῦ μένον ἔμπεδον, εἴ τις ἔτ᾽ ἔλθοι
ἀνδρῶν ἡρώων, οἳ δὴ τὸ πρόσθεν ὄλοντο.
630 καί νύ κ᾽ ἔτι προτέρους ἴδον ἀνέρας, οὓς ἔθελόν περ·
Θησέα Πειρίθοόν τε, θεῶν ἐρικυδέα τέκνα·
ἀλλὰ πρὶν ἐπὶ ἔθνε᾽ ἀγείρετο μυρία νεκρῶν
ἠχῇ θεσπεσίῃ· ἐμὲ δὲ χλωρὸν δέος ᾕρει,
μή μοι Γοργείην κεφαλὴν δεινοῖο πελώρου
635 ἐξ Ἄϊδος πέμψειεν ἀγαυὴ Περσεφόνεια.
αὐτίκ᾽ ἔπειτ᾽ ἐπὶ νῆα κιὼν ἐκέλευον ἑταίρους
αὐτούς τ᾽ ἀμβαίνειν ἀνά τε πρυμνήσια λῦσαι.
οἱ δ᾽ αἶψ᾽ εἴσβαινον καὶ ἐπὶ κληῗσι καθῖζον.
τὴν δὲ κατ᾽ Ὠκεανὸν ποταμὸν φέρε κῦμα ῥόοιο,
640 πρῶτα μὲν εἰρεσίῃ, μετέπειτα δὲ κάλλιμος οὖρος.

***
Είδα μπροστά μου και τον Σίσυφο, να υποφέρει αφάνταστα·
έναν πελώριο βράχο δοκίμαζε να ανακρατήσει στα δυο χέρια του,
πιανόταν με πόδια και με χέρια, και προσπαθούσε
να ανεβάσει τον βράχο στην ανηφοριά· μόλις ωστόσο έμελλε
να ξεπεράσει την κορφή, κάθε φορά τον έπαιρνε το βάρος από κάτω —
ξεδιάντροπος ο βράχος πάλι κατρακυλούσε στο ίσωμα.
Εκείνος όμως, με το κορμί του τεντωμένο, ξανά
τον έσπρωχνε ψηλά — κι έτρεχε ποτάμι ο ιδρώτας απ᾽ τα μέλη του,
600 τον τύλιγε ως το κεφάλι η σκόνη.
Ύστερα πρόβαλε κι είδαν τα μάτια μου τον ακατάβλητο Ηρακλή —
μόνο τον ίσκιο του· αφού ο ίδιος ζούσε με τους αθάνατους θεούς,
χαιρόταν τα συμπόσιά τους, έχοντας πλάι του καλλίσφυρη την Ήβη,
κόρη που την εγέννησαν ο μέγας Δίας κι η Ήρα χρυσοπέδιλη.
Τριγύρω του νεκροί με την κλαγγή τους, μοιάζοντας με πουλιά
που φοβισμένα εδώ κι εκεί φτεροκοπούν· εκείνος όμως, σαν τη μαύρη νύχτα,
κρατώντας το δοξάρι του γυμνό, το βέλος στη χορδή,
έστρεφε ολόγυρα το βλέμμα του άγριο, σαν έτοιμος
κάθε στιγμή να βρει τον στόχο.
Γύρω στα στήθη φοβερός ο αορτήρας περασμένος,
610 χρυσός ο τελαμώνας του, οπού τον στόλιζαν εξαίσια έργα:
αρκούδες κι αγριογούρουνα, λιοντάρια με ολάνοιχτα τα μάτια,
κι ακόμη σφαγές και μάχες, φόνοι και σκοτωμοί.
Όχι, όποιος τεχνίτης φιλοτέχνησε τον τελαμώνα αυτόν
κι έβαλε εκεί την τόση τέχνη του, δεν θα μπορούσε και κάποιον άλλον
να στολίσει.
Μόλις μ᾽ αντίκρισαν τα μάτια του, αμέσως με αναγνώρισε,
κι όπως ολοφυρόμενος μου μίλησε, τα λόγια του πετούσαν σαν πουλιά:
«Βλαστάρι του Διός, γιε του Λαέρτη, πολυμήχανε Οδυσσέα,
ω δύσμοιρε, σέρνεις κι εσύ μοίρα κακή επάνω σου,
όπως κι εγώ την έζησα βαριά, όσο με φώτιζε ακόμη ο ήλιος.
620 Κι αν ήμουν γιος του Δία κι εγγονός του Κρόνου, όμως τη συμφορά μου
τη φορτώθηκα άπειρη· γιατί σ᾽ αφέντη δούλεψα
πολύ χειρότερό μου, που μου παράγγειλε άθλους ασήκωτους.
Αυτός είναι που μ᾽ έστειλε στον κάτω κόσμο κάποτε,
να φέρω τον σκύλο Κέρβερο· γιατί λογάριασε καλά
πως άλλος άθλος πιο βαρύς δεν γίνεται απ᾽ αυτόν για μένα.
Και μολαταύτα εγώ τον έφερα, από τον Άδη τον ανέβασα —
είχα οδηγό μου τον Ερμή, την Αθηνά, τα μάτια λάμποντας,
για παραστάτη.»
Τελειώνοντας, κίνησε προχωρώντας πάλι στα άδυτα του Άδη.
Όσο για μένα, έμεινα ακόμη εκεί ασάλευτος, με την ελπίδα,
να ᾽ρθει και κάποιος άλλος από τους μεγάλους ήρωες,
που χάθηκαν τα χρόνια εκείνα τα παλιά.
630 Κι ίσως μπορούσα να προλάβω να δω κι εκείνους που ήθελα,
και τον Θησέα και τον Πειρίθοο, τέκνα θεών
που η δόξα τα στεφάνωσε.
Αλλά πιο πριν μαζεύτηκαν μύρια τα σμήνη των νεκρών,
μ᾽ έναν ανήκουστον αχό, κι εμένα μ᾽ έλουσε τρόμος χλωρός·
μήπως μου στείλει το κεφάλι της Γοργώς, τέρας φριχτό,
από τον Άδη η Περσεφόνη αγέρωχη.
Γι᾽ αυτό και πάραυτα προχώρησα προς το καράβι, δίνοντας
στους συντρόφους εντολή ν᾽ ανέβουν στο πλεούμενο κι αυτοί,
να λύσουν τις πρυμάτσες. Κι εκείνοι ανέβηκαν
και κάθησαν όλοι τους στα ζυγά.
Έτσι ομαλά ταξίδευαν του Ωκεανού οι ροές το πλοίο,
640 πρώτα με τα κουπιά, ύστερα μόνο με το πρίμο αγέρι.

Το να πίνουμε με ακόρεστη δίψα από το ποτήρι της ζωής είναι η καλύτερη εγγύηση ότι δεν θα στερέψει ποτέ

Αν ο έρωτας είναι τυφλός, ο λόγος είναι ότι δεν βλέπει τίποτα με τα μάτια της εξουσίας. Μην ελπίζετε να κρίνει και να κυβερνήσει, γιατί αγνοεί την ανταλλακτική σχέση. Αρκείται στον εαυτό του. Όντας το κέρας της Αμάλθειας της σεξουαλικότητας, εκφράζει καλύτερα απ’ οτιδήποτε άλλο στον κόσμο του ευνουχισμού, τη θέληση για ζωή και την υπέροχη αγριάδα της.

Αν, πάντως, οι εραστές που χτες λατρεύονταν χωρίζουν ξαφνικά μέσα στο μίσος και στην περιφρόνηση, η αιτία δεν βρίσκεται σε κάποιο αναλλοίωτο νόμο της παρακμής, σε κάποια αδυσώπητη μοίρα της κούρασης. Προέρχεται από τη μέγγενη των ανταλλαγών, που μαραίνει τα πάθη, σβήνει τις φλόγες της καρδιάς, πνίγει τις παρορμήσεις...

Αντί να μείνουν άπληστοι για τα πάντα μέχρι την εσχατιά του κορεσμού, να που οι εραστές επικαλούνται το καθήκον, απαιτούν αποδείξεις, αναζητούν μια παραγωγικότητα της στοργής. Επιβάλλονται νόρμες συνοδευόμενες από την απαίτηση της αυστηρής τήρησής τους, δεν γίνεται πια ανεκτή η απερίσκεπτη λήθη, η αδεξιότητα, το ανάρμοστο, η φαντασιοκοπία, τα πάντα αποτελούν αφορμή επιπλήξεων και κυρώσεων. Επειδή τους λείπει η θέληση να δημιουργήσουν την αλλαγή όπου θα ξαναβρεθούν, δανείζονται τα δεκανίκια της κοινωνίας που τους ακρωτηριάζει από τη γενναιοδωρία τους.

Η ψυχρή λογική αποδιώχνει την τρέλα της αφθονίας και έρχεται να κάνει απολογισμό των πραγμάτων. Έφτασαν οι ύπουλοι καιροί του να ζητάς και να δίνεις λογαριασμό, των υποχρεώσεων που πληρώνουν εντόκως τα αναγνωριζόμενα δικαιώματα, των φιλιών έναντι φιλιών που προαναγγέλλουν το ‘‘μία σου και μία μου’’ του απελπισμένου γοήτρου.

Με το να ιδιοποιούνται ο ένας τον άλλο, με το να μετράνε την αμοιβαία στοργή, ο καθένας καταλήγει να πειστεί ότι τα προτερήματα του άλλου ήταν προϊόν της φαντασίας, ότι η γενναιοδωρία δεν ανταμείβεται όπως πρέπει κι ότι η έλξη δεν ήταν καθόλου δικαιολογημένη. Ο έρωτας διαμαρτύρεται ότι εκχωρήθηκε σε αφερέγγυο οφειλέτη, οι απογοητεύσεις συντάσσουν ένα πιστοποιητικό χρεωκοπίας, το πάθος καταλήγει στη μικροπρέπεια, η στοργή στο παζάρεμα, η φιλία στη συκοφάντηση...

Πώς να ζήσουμε σ’ ένα κόσμο όπου τα πάντα πληρώνονται; Τις λίγες απολαύσεις που σας απέμειναν να προσφέρετε στους άλλους και στον εαυτό σας, έχετε βαλθεί να τις ανταλλάξετε, να τις λογαριάσετε, να τις ζυγίσετε [να ορίσετε ισοτιμίες].

Το να πίνουμε με ακόρεστη δίψα από το ποτήρι της ζωής είναι η καλύτερη εγγύηση ότι δεν θα στερέψει ποτέ. Αυτό το ξέρουν τα παιδιά, που παίρνουν τα πάντα για να τα προσφέρουν στην τύχη. Η αισθησιακή αφθονία ζωογονεί τις τοπιογραφίες τους πριν η οικονομική επιταγή αρχίσει την αντίστροφη μέτρηση του βιώματος. Πριν μάθουν την ανταποδοτικότητα, πριν μυηθούν στο να αξίζουν ένα δώρο, να απαιτούν τα οφειλόμενα, να ανταμείβουν για ένα κέρδος, να τιμωρούν για μία υποτίμηση, να ευχαριστούν εκείνους που τους αφαιρούν ένα προς ένα τα θέλγητρα μιας ύπαρξης δίχως αντάλλαγμα.

Το ίδιο ισχύει και για τους παθιασμένους, αυτά τα παιδιά που ξανά-ανακαλύφθηκαν μέσα στον εαυτό τους. Οι εραστές δίνουν τα πάντα και παίρνουν τα πάντα ανεπιφύλακτα. Σαν να συναγωνίζονται ποιός θα προσφέρει τα περισσότερα δίχως να ζητά τίποτα σε ανταπόδοση. Κι αυτό δεν παύει να δίνει περισσότερη δύναμη στον έρωτα, που αντλεί νέες απολαύσεις ακόμα κι από τις ατονίες του και τις εξαντλήσεις του...

Αν η συγκυρία των συναντήσεων μου προσφέρει τον έρωτα σου και σου προσφέρει τον δικό μου, μην υποβιβάζεις την αρμονία των επιθυμιών μας σε αντάλλαγμα... [Πρέπει να ζητώ ανταπόδοση] για να αγαπήσω; τόσο λίγο αγαπώ τον εαυτό μου; Όποιος δεν είναι γεμάτος από τις δικές του επιθυμίες δεν μπορεί να δώσει τίποτα. Όποιος βαδίζει στο δρόμο του δούναι και λαβείν, προχωρά σιγά σιγά προς την ανία, την κούραση και το θάνατο...

Όποιος ξέρει να αφουγκράζεται προσεκτικά την απόλαυση, αγνοεί πατρίδες και σύνορα, αφέντες και δούλους, κέρδος και ζημιά. Η σεξουαλική πληθώρα είναι αυτάρκης, έχει στο χώρο της και στο χρόνο της αρκετή τόλμη για να συντρίψει ό,τι την εμποδίζει.

Νίτσε: Η αμαρτία επινοήθηκε για να κάνει αδύνατη την επιστήμη, την πνευματική καλλιέργεια, κάθε ανύψωση και ευγένεια του ανθρώπου

Η αρχή της Βίβλου περιέχει ολόκληρη την ψυχολογία του ιερέα.

Ο ιερέας ξέρει μόνο έναν μεγάλο κίνδυνο: Την επιστήμη, την υγιή σύλληψη του αιτίου και του αποτελέσματος.

Η επιστήμη όμως δεν ευδοκιμεί γενικά παρά μόνο κάτω από συνθήκες ευτυχίας· πρέπει να υπάρχει ένα πλεόνασμα χρόνου και πνεύματος, για γίνει εφικτή η «γνώση».

«Επομένως, ο άνθρωπος πρέπει να γίνει δυστυχισμένος» -αυτή ήταν η λογική του ιερέα σε όλες τις εποχές.

Μαντεύει κανείς τώρα τί εισήχθηκε, σύμφωνα μ’ αυτή τη λογική, για πρώτη φορά στον κόσμο: Η «αμαρτία»…

Η έννοια της ενοχής και της τιμωρίας, ολόκληρη η «ηθική τάξη», επινοήθηκε εναντίον της επιστήμης, ενάντιον της απελευθέρωσης του ανθρώπου από τον ιερέα.

Ο άνθρωπος δεν πρέπει να κοιτά έξω, δεν πρέπει να κοιτά μέσα στον εαυτό του· δεν πρέπει να κοιτά τα πράγματα με εξυπνάδα και προσοχή, για να μάθει, δεν πρέπει να κοιτά καθόλου· πρέπει να υπόφερει….

Και πρέπει να υποφέρει με τέτοιο τρόπο ώστε να χρειάζεται πάντα τον ιερέα.

Κάτω οι γιατροί! Ένας «σωτήρας» χρειάζεται.

Η έννοια της ενοχής και της τιμωρίας, μαζί με το δόγμα της «χάρης», της «λύτρωσης», της «άφεσης» -ψέματα πέρα για πέρα, χωρίς καμιά ψυχολογική πραγματικότητα- επινοήθηκαν για να καταστρέψουν στον άνθρωπο την έννοια των αιτίων· είναι απόπειρα δολοφονίας κατά του αιτίου και του αποτελέσματος!

Και δεν είναι μια απόπειρα δολοφονίας με το χέρι, με το μαχαίρι, με την ειλικρίνεια στο μίσος και στην αγάπη!

Έχουν γεννηθεί από τα πιο δειλά, τα πιο πονηρά, τα πιο ταπεινά ένστικτα.

Απόπειρες ιερέων! Απόπειρες παρασίτων! Βαμπιρισμός ωχρών, υποχθόνιων αιματορουφηχτρών!

Όταν οι φυσικές συνέπειες μιας πράξης δεν είναι πια «φυσικές», αλλά θεωρούνται ότι προκαλούνται από τα εννοιακά φαντάσματα της δεισιδαιμονίας, από τον «Θεό», από τα «πνεύματα», από τις «ψυχές», σαν να ήταν απλώς «ηθικές» συνέπειες, σαν να ήταν ανταμοιβή, τιμωρία, νύξη, μέσα εκπαίδευσης, τότε έχει καταστραφεί η προϋπόθεση της γνώσης, τότε έχει διαπραχθεί το μεγαλύτερο έγκλημα κατά της ανθρωπότητας.

Για να το πούμε μια φορά ακόμη, η αμαρτία, αυτή η κατ’ εξοχήν μορφή αυτοβεβήλωσης του ανθρώπου, επινοήθηκε για να κάνει αδύνατη την επιστήμη, την πνευματική καλλιέργεια, κάθε ανύψωση και ευγένεια του ανθρώπου· ο ιερέας κυριαρχεί μέσω της επινόησης της αμαρτίας…

Φρίντριχ Νίτσε, Ο Αντίχριστος

Νιώστε την ενέργεια της δημιουργίας

Χρειαζόμαστε, λοιπόν, ενέργεια, που να μην είναι το αποτέλεσμα καμιάς αντίθεσης, καμιάς έντασης, αλλά εκείνη που γεννιέται όταν δεν υπάρχει καμία απολύτως προσπάθεια.

Σας παρακαλώ, κατανοήστε αυτό το πολύ απλό, πραγματικό γεγονός: σπαταλάμε την ενέργειά μας με την προσπάθεια, και αυτή η σπατάλη ενέργειας από την προσπάθειας μας εμποδίζει να έρθουμε άμεσα σε επαφή με εκείνο που είναι γεγονός.

Όταν κάνω τεράστια προσπάθεια για να σας ακούσω, όλη μου η ενέργεια χάνεται στην προσπάθεια και στην πραγματικότητα δεν ακούω. Όταν είμαι θυμωμένος ή ανυπόμονος, όλη μου η ενέργεια χάνεται στην προσπάθεια να πω, «Δεν πρέπει να είμαι θυμωμένος». Αλλά όταν προσέχω απολύτως το θυμό ή εκείνη την κατάσταση του νου και δεν κάνω καμιά φυγή μέσα από τις λέξεις, με την επίκριση, με την κριτική, τότε σε αυτή την κατάσταση προσοχής υπάρχει μια ελευθερία από εκείνο το πράγμα που ονομάζεται θυμός. Έτσι, εκείνη η προσοχή που είναι συσσώρευση της ενέργειας, δεν είναι προσπάθεια.

Ύστερα, υπάρχει και ένας άλλος παράγοντας: είμαστε μιμητικά όντα. Δεν έχουμε τίποτα το πρωτότυπο. Είμαστε αποτέλεσμα του χρόνου — των πολλών, πολλών χιλιάδων χθες. Από την παιδική μας ηλικία έχουμε ανατραφεί να μιμούμαστε, να υπακούμε, να αντιγράφουμε την παράδοση, να ακολουθούμε τις γραφές, να ακολουθούμε τις αυθεντίες. Δεν μιλάμε για την αυθεντία του νόμου που πρέπει να υπακούμε, αλλά μιλάμε για την αυθεντία των γραφών, την πνευματική αυθεντία, για τα μοντέλα ζωής, τις «πνευματικές» φόρμουλες, που υπακούμε και μιμούμαστε.

Όταν μιμείσαι, σημαίνει ότι συμμορφώνεσαι εσωτερικά με ένα πρότυπο, είτε επιβάλλεται από την κοινωνία είτε από εσένα τον ίδιο μέσα από τις εμπειρίες σου και μια τέτοια συμμόρφωση, μια τέτοια μίμηση, μια τέτοια υπακοή, καταστρέφει την καθαρότητα της ενέργειας.

Μιμείσαι, συμμορφώνεσαι, υπακούς την αυθεντία, γιατί έχεις φόβο μέσα σου. Ένα ανθρώπινο πλάσμα που κατανοεί, που βλέπει ξεκάθαρα, που είναι πολύ προσεκτικό, δεν έχει φόβους. επομένως δεν έχει λόγο να μιμείται· την κάθε στιγμή είναι ο εαυτός του – όποιος κι αν είναι ετούτος ο εαυτός.

Η συμμόρφωση, λοιπόν, σε ένα θρησκευτικό πρότυπο ή και η μη συμμόρφωση σε ένα θρησκευτικό πρότυπο, αλλά η συμμόρφωση στην ίδιες μας τις εμπειρίες, εξακολουθεί να είναι αποτέλεσμα φόβου. Και ένας άνθρωπος που φοβάται – είτε τον Θεό, είτε την κοινωνία, είτε τον εαυτό του – ένας τέτοιος άνθρωπος δεν είναι θρησκευόμενος. Ένας άνθρωπος είναι ελεύθερος μόνο όταν δεν έχει κανένα φόβο. Έτσι, για να τελειώνει με τον φόβο, πρέπει να έρθει σε επαφή μαζί του άμεσα, όχι μέσω κάποιας ιδέας για το φόβο.

Η σύνδεση κάποιου με εκείνη την ακηλίδωτη, αμόλυντη ζωτική ενέργεια, μπορεί να συμβεί μόνο όταν αρνείται ό,τι τον εμποδίζει. Δεν ξέρω αν έχετε προσέξει ότι όταν αρνείστε κάτι όχι απλώς ως αντίδραση, με κάποιο κίνητρο ότι αυτή η ίδια η άρνηση δημιουργεί ενέργεια. Όταν απορρίπτεις, ας πούμε, τη φιλοδοξία – όχι επειδή έχεις κίνητρο την επιθυμία να είσαι ένας πνευματικός άνθρωπος, όχι επειδή θέλετε να ζήσεις μία ήσυχη ζωή, όχι επειδή θέλεις να βρεις το κάτι άλλο, αλλά για την ίδια την άρνηση αυτού που βλέπεις.

Όταν δεις την εξαιρετικά καταστροφική φύση των συγκρούσεων που συνεπάγεται η φιλοδοξία και την αρνηθείς, αυτή η ίδια η άρνηση είναι ενέργεια. Δεν ξέρω αν έχετε αρνηθεί ποτέ κάτι. Όταν αρνείσαι μία συγκεκριμένη απόλαυση – για παράδειγμα, όταν αρνηθείς την απόλαυση του καπνίσματος, αλλά όχι επειδή ο γιατρός σου σου είπε ότι είναι κακό για τα πνευμόνια σου, όχι επειδή δεν έχεις χρήματα για να καπνίζεις άπειρα τσιγάρα την ημέρα, όχι επειδή είσαι κολλημένος σε μια δουλική συνήθεια, αλλά επειδή βλέπεις ότι είναι κάτι που δεν έχει νόημα – όταν, λοιπόν, αρνείσαι κάτι όχι ως αντίδραση για να πετύχεις κάτι, τότε αυτή η ίδια η άρνηση, η απόρριψη φέρνει ενέργεια. Τότε το θετικό έρχεται μέσα από την άρνηση κι όχι με το κυνήγι του θετικού.

Το ίδιο, κι όταν αρνείσαι την κοινωνία – δεν φεύγεις μακριά της όπως κάνει ο ασκητής, ο μοναχός, και οι δήθεν θρησκευόμενοι άνθρωποι – ζεις μέσα σ’ αυτήν, αλλά δεν ανήκεις σ’ αυτήν, που σημαίνει ότι απορρίπτεις όλη την ψυχολογική δομή της κοινωνίας και από αυτή την απόρριψη, την άρνησή της, έρχεται τρομερή ενέργεια. Αυτή η ίδια η πράξη της απόρριψης είναι ενέργεια.

Τώρα: ας πούμε ότι έχεις δει ο ίδιος ή έχεις κατανοήσει ακούγοντας προσεχτικά, τη φύση της σύγκρουσης και της προσπάθειας που σκορπάει την ενέργειά σου. Και καταλαβαίνεις ή συνειδητοποιείς όχι λεκτικά αλλά στην πράξη αυτή την αίσθηση της ενέργειας που δεν είναι αποτέλεσμα σύγκρουσης, αλλά έρχεται όταν ο νους έχει κατανοήσει όλο το δίχτυ των φυγών, της καταπίεσης, της σύγκρουσης, της μίμησης και του φόβου. Τότε, μπορείς να προχωρήσεις· τότε μπορείς να αρχίσεις να ανακαλύπτεις εσύ ο ίδιος τι είναι πραγματικό, όχι ως φυγή, όχι ως μέσο για να αποφύγεις την ευθύνη σου σε αυτόν τον κόσμο. Μπορείς να βρεις τι είναι πραγματικό, τι είναι καλό – αν υπάρχει καλό – όχι μέσω κάποιας πίστης, αλλά μόνο μεταμορφώνοντας τον εαυτό σου στη σχέση σου με την ιδιοκτησία σου, με τους ανθρώπους και με τις ιδέες, κι επομένως με το να είσαι ελεύθερος από την κοινωνία.

Μόνο τότε έχεις την ενέργεια για να ανακαλύψεις την Πραγματικότητα, όχι με το να κάνεις φυγές ή να καταπιέζεσαι. Αν έχεις φτάσει τόσο μακριά, τότε θα πρέπει να αρχίσεις να ανακαλύπτεις τη φύση της πειθαρχίας, της λιτότητας που έχεις· αν είναι επειδή ακολουθείς την παράδοση ή επειδή έχεις κατανοήσει πραγματικά. Υπάρχει μία φυσική διαδικασία λιτότητας, μία φυσική διαδικασία πειθαρχίας, που δεν έχει σκληρότητα, που δεν συμμορφώνεται, που δεν μιμείται απλώς μία συγκεκριμένη ευχάριστη συνήθεια. Κι όταν το κάνεις αυτό, θα ανακαλύψεις ότι υπάρχει μια νοημοσύνη της υψηλότερης μορφής ευαισθησίας. Χωρίς αυτή την ευαισθησία, δεν έχεις ομορφιά.

Ένας θρησκευόμενος νους πρέπει να έχει επίγνωση αυτής της εξαιρετικής αίσθησης ευαισθησίας και ομορφιάς. Ο νους για τον οποίο μιλάμε είναι εντελώς διαφορετικός από το «θρησκευόμενο» νου ενός θρήσκου ορθοδόξου πιστού, οποιασδήποτε θρησκείας. Επειδή για τον «θρησκευόμενο» νου ενός πιστού κάποιας θρησκείας, δεν υπάρχει πραγματικά ομορφιά. αγνοεί εντελώς τον κόσμο στον οποίο ζούμε – την ομορφιά του κόσμου, την ομορφιά της γης, την ομορφιά του λόφου, την ομορφιά ενός δέντρου, την ομορφιά ενός χαριτωμένου χαμογελαστού προσώπου. Γι’ αυτόν η ομορφιά είναι πειρασμός. γι’ αυτόν ομορφιά είναι η γυναίκα, που πρέπει πάση θυσία να την αποφύγει για να βρει τον Θεό. Ένας τέτοιος νους δεν είναι ένας θρησκευόμενος νους, γιατί δεν είναι ευαίσθητος απέναντι στον κόσμο· στον κόσμο της ομορφιάς, όπως και στον κόσμο της αθλιότητας, γιατί δεν μπορείς να είσαι ευαίσθητοι μόνο στην ομορφιά. πρέπει να είσαι ευαίσθητος και στην αθλιότητα, στη βρωμιά, στον αποδιοργανωμένο ανθρώπινο νου.

Ευαισθησία σημαίνει ευαισθησία για τα πάντα γύρω σου, όχι μόνο για μια συγκεκριμένη κατεύθυνση. Ένας νους, λοιπόν, που δεν έχει ο ίδιος επίγνωση για την ομορφιά με αυτή την έννοια, δεν μπορεί να προχωρήσει περισσότερο. Πρέπει να υπάρχει η ιδιότητα αυτής της ευαισθησίας. Τότε, ένας τέτοιος νους, όπως είναι ο θρησκευόμενος νους, κατανοεί τη φύση του θανάτου. Γιατί αν δεν κατανοεί το θάνατο, δεν κατανοεί την αγάπη.

Ο θάνατος δεν είναι το τέλος της ζωής· ο θάνατος δεν είναι ένα περιστατικό που προκαλείται από την αρρώστια, από τα γεράματα, από την μεγάλη ηλικία ή από ατύχημα. Ο θάνατος είναι κάτι για να ζεις μ’ αυτό κάθε μέρα, αν κάθε μέρα πεθαίνεις για όσα γνωρίζεις ψυχολογικά. Αν δεν ξέρεις αυτόν τον το θάνατο, τότε ποτέ δεν θα γνωρίσεις τι είναι η αγάπη.

Η αγάπη δεν είναι ανάμνηση. η αγάπη δεν είναι ένα σύμβολο, μια εικόνα, μια ιδέα. η αγάπη δεν είναι μια κοινωνική πράξη. η αγάπη δεν είναι αρετή. Όταν υπάρχει αγάπη, είσαι ενάρετος. δεν χρειάζεται να αγωνίζεσαι για να γίνεις ενάρετος. Αλλά δεν υπάρχει αγάπη μέσα σας, γιατί ποτέ δεν καταλαβαίνουμε τι σημαίνει να πεθαίνεις για τις εμπειρίες σου, να πεθαίνεις για τις απολαύσεις σου, να πεθαίνεις για την δική σου ιδιαίτερη κρυφή μνήμη σου, που δεν έχεις επίγνωση της. Και όταν όλα αυτά τα φέρεις στο φως και πεθαίνεις κάθε λεπτό – πεθαίνεις για την ιδιοκτησία σου, για τις αναμνήσεις σου, για τις απολαύσεις σου – πεθαίνεις με τη θέλησή σου και εύκολα, και χωρίς καμιά προσπάθεια, τότε θα ξέρεις τι είναι αγάπη. Γιατί χωρίς την ομορφιά, χωρίς την αίσθηση του θανάτου, χωρίς την αγάπη, δεν θα βρείτε ποτέ εκείνη την Πραγματικότητα για την οποία συζητάμε· κάντε ό,τι θέλετε, πηγαίνετε σε όλους τους ναούς, ακολουθήστε όλους τους γκουρού που ο καθένας τους είναι επινόηση ενός ανθρώπου χωρίς νοημοσύνη. Δεν θα βρείτε ποτέ εκείνη την Πραγματικότητα με αυτό τον τρόπο. Εκείνη η Πραγματικότητα είναι δημιουργία.

Δημιουργία δεν σημαίνει να γεννήσεις ένα μωρό ή να ζωγραφίσεις κάποιο πίνακα ή να γράψεις ένα ποίημα ή να φτιάξεις ένα καλό πιάτο φαγητό και λοιπά. Αυτά δεν είναι δημιουργία, αυτά είναι απλώς το αποτέλεσμα ενός συγκεκριμένου ταλέντου, ενός χαρίσματος ή της γνώσης μιας συγκεκριμένης τεχνικής. Μια εφεύρεση δεν είναι δημιουργία.

Η δημιουργία μπορεί να υπάρξει μόνο όταν είσαι νεκρός για τον χρόνο. δηλαδή, όταν δεν υπάρχει αύριο ή χθες. Η δημιουργία μπορεί να υπάρξει μόνο όταν υπάρχει πλήρης συγκέντρωση μιας ενέργειας που δεν κάνει καμιά κίνηση, ούτε προς τα μέσα ούτε προς τα έξω. Η δημιουργία υπάρχει μόνο όταν μπαίνει τέλος στον χρόνο μέσα μας. Εκείνο που είναι συνέχεια κάτι άλλου δεν είναι ποτέ δημιουργικό κι ένας νους που βασίζεται στο χθες, στο σήμερα και στο αύριο, σαν μέσο για να πετύχει κάτι εσωτερικό, ζει σε μια απόλυτη, χωρίς ελπίδα, απελπισία. Η δημιουργία δεν είναι ανθρώπινο κατασκεύασμα ή τεχνολογική γνώση φτιαγμένη από τον άνθρωπο και αποτέλεσμα τέτοιας γνώσης που είναι απλώς επινόηση. Η δημιουργία είναι κάτι άχρονο, είναι κάτι που δεν έχει αύριο ή χθες· είναι ζωή χωρίς χρόνο.

Σας παρακαλώ, παρακολουθήστε το αυτό. Δεν έχει σημασία αν το καταλαβαίνετε ή όχι. Η ζωή μας είναι πολύ κακής ποιότητας, πολύ άθλια. υπάρχει τόση πολύ απόγνωση και τόση πολύ δυστυχία.

Έχουμε ζήσει στη γη για δύο εκατομμύρια χρόνια, και σήμερα δεν υπάρχει τίποτα καινούργιο. Το μόνο που ξέρουμε είναι να κάνουμε ξανά και ξανά τα ίδια πράγματα, ξέρουμε την πλήξη, και την πλήρη ματαιότητα του καθετί που κάνουμε. Για να φέρουμε έναν καινούργιο νου, μια αίσθηση αθωότητας, μια αίσθηση φρεσκάδας, πρέπει να υπάρξει αυτή η ευαισθησία, αυτός ο θάνατος του ψυχολογικού χρόνου και η αγάπη, κι εκείνη η δημιουργία. Εκείνη η δημιουργία μπορεί να έρθει όταν υπάρχει αυτή η πλήρης ενέργεια που δεν κάνει καμιά κίνηση, προς καμία κατεύθυνση.

Κοιτάξτε: Όταν ο νους αντιμετωπίζει ένα πρόβλημα, πάντα ψάχνει μια έξοδο απ’ αυτό, προσπαθώντας να το λύσει, να το ξεπεράσει, να πάει πέρα απ’ αυτό, γύρω απ’ αυτό ή πάνω απ’ αυτό, κάνοντας πάντοτε κάτι, κινούμενος έξω από το πρόβλημα ή μέσα σ’ αυτό. Εάν δεν κινούνταν προς καμία κατεύθυνση – όταν δεν υπάρχει καμία κίνηση προς τα μέσα ή προς τα έξω, αλλά υπάρχει εκεί μόνο το πρόβλημα – τότε θα γινόταν μια έκρηξη μέσα στο πρόβλημα. Κάντε το κάποια φορά και θα δείτε την πραγματικότητα όσων λέγονται, που οποία δεν χρειάζεται να τα πιστέψετε, να τα υποστηρίξετε ή να μην τα υποστηρίξετε. Δεν υπάρχει καμία αυθεντία εδώ.

Όταν υπάρχει, λοιπόν, αυτή η συγκέντρωση της ενέργειας που είναι το αποτέλεσμα της «μη προσπάθειας», και όταν αυτή η ενέργεια δεν κινείται προς καμία κατεύθυνση, εκείνη τη στιγμή υπάρχει δημιουργία. Και αυτή η δημιουργία είναι η Αλήθεια, ο Θεός, ή όπως θέλετε πείτε το – η λέξη δεν έχει καμία σημασία τότε. Τότε εκείνη η έκρηξη, εκείνη η δημιουργία, είναι ειρήνη. δεν χρειάζεται να ψάξετε την ειρήνη. Εκείνη η δημιουργία είναι η ομορφιά. Εκείνη η δημιουργία είναι η αγάπη.

Μόνο ένας τέτοιος θρησκευόμενος νους μπορεί να φέρει τάξη σε αυτό τον μπερδεμένο, γεμάτο θλίψη κόσμο.

Και είναι δική σας ευθύνη – δική σας και κανενός άλλου – όσο ζείτε σε αυτό τον κόσμο να φέρετε μια τέτοια δημιουργική ζωή. Μόνο ένας τέτοιος νους είναι ο θρησκευόμενος νους και ο ευλογημένος νους.

Η θρασύτητα της αμάθειας

Είναι κατανοητό πως ό,τι δεν ξέρεις απλά δε σε απασχολεί. Αν ξέρεις όμως κάτι για ένα θέμα υπάρχουν δυο οδοί να ακολουθήσεις: είτε να μάθεις περισσότερο για αυτό, είτε να επαναπαυτείς στις πληροφορίες που έχεις, θεωρώντας πως είναι αρκετές.

Αυτή η ελλιπής πληροφόρηση είναι που διακρίνει τη σημερινή μας κοινωνία στο έπακρο. Η ημιμάθεια, οι «μισές γνώσεις», η τεμπελιά της αμάθειας. Γιατί σε έναν κόσμο ο οποίος κινείται πλέον με ψηφιακούς ρυθμούς, κανείς δεν έχει χρόνο για τίποτα – ούτε καν για σωστή ενημέρωση, πόσο μάλλον για εμπλουτισμό γνώσεων.

Μα το πρόβλημα δεν είναι μόνο το ότι ανατρέφουμε πια μια γενιά που τόσο επιμελώς επιμένει να καταγράφει τα τόσα λίγα επιτεύγματά της. Το πρόβλημα αντανακλάται σε αυτό που τόσο εύγλωττα είχε πει ο Περικλής: πως «η αμάθεια προκαλεί το θράσος, ενώ ο συνετός υπολογισμός τον δισταγμό».

Έχουμε γεμίσει φωνές που επαναλαμβάνουν σχεδόν με αυθάδεια τα λίγα που ξέρουν, ασχέτως αν αυτά είναι ελλιπή, σε σημείο που αγγίζουν την παραπληροφόρηση. Από ρήσεις που αναπαράγονται λάθος, σε αβάσιμα επιχειρήματα, ανακριβείς στατιστικές και άγνοια για την άλλη όψη κάθε θέματος. Ίσως ισχύει τελικά πως «ο αμαθής είναι σαν το ντέφι: κάνει θόρυβο χάρη στην κενότητά του» (Ο. Μπέτλινγκ). Γιατί ενώ ο μορφωμένος διψάει για περαιτέρω γνώση, ο αμαθής προτιμάει να κηρύττει στους άλλους και να μην παραδέχεται τα λάθη του. Είναι οι άνθρωποι που έχουν τις «εύκολες λύσεις» στο τσεπάκι. Αυτοί που «αναλαμβάνουν πολιτικές ευθύνες» και νομίζουν πως ξεμπερδεύουν έτσι, ενώ στην ουσία δεν έχουν κάνει τίποτα. Αυτοί που κοιτάνε μόνο τους αριθμούς στην ευημερία μιας χώρας, αγνοώντας το πώς πραγματικά επιβιώνουν οι πολίτες της. Αυτοί που επιμένουν πως ξέρουν καλύτερα λόγω της θέσης που κατέχουν.

Είναι όμως αυτοί οι θρασείς, οι ημιμαθείς και οι επηρμένοι που καταλήγουν να μας διοικούν, και μάλλον φταίμε περισσότερο εμείς για αυτό. Γιατί δεν χρησιμοποιούμε τη μόρφωση που έχουμε ως την εξουσία που αυτή μας προσφέρει, και υποκύπτουμε στην αποχή από τη σύγκρουση ως πιο αξιοπρεπή λύση.

Όπως είπε και ο Ξενοφών όμως, «εκείνοι που φαίνονται ότι εκ φύσεως είναι άριστοι, χρειάζονται περισσότερο από τους άλλους την παιδεία», και ίσως εκεί πρέπει να ξεκινήσουμε: να ξεχωρίζουμε τους αναιδείς αμαθείς, από τους θαρραλέους ελλόγιμους.

ΞΕΝΟΦΩΝ: Ηγέτης γεννιέσαι ή γίνεσαι;

O Ξενοφών (Αθηναίος ιστορικός συγγραφέας και σωκρατικός φιλόσοφος, 354 π.Χ.) ήταν λοιπόν ο πρώτος που όρισε την Δεσποτική, την σημερινή δηλαδή, ηγεσία. Ο Ξενοφών προβάλλει ως ιδεατό ηγέτη αυτόν που εμφορείται από υψηλές αξίες , όπως είναι η ευγένεια, η επιείκεια, το πατρικό ενδιαφέρον και η φροντίδα για το στράτευμα του• οι αξίες αυτές σε συνδυασμό με τη δύναμη, την πειθαρχία, το σθένος του, τόσο σε ηθικό όσο και σε ψυχικό επίπεδο, τον καθιστούν πρότυπο ανθρώπινης αρετής και τελειότητας. Σύμφωνα με τον Ξενοφών, μία αυτοκρατορία μπορεί να οδηγηθεί στην ακμή με την καλοσύνη αλλά και το δεσποτισμό του ηγέτη της.

Τέλος, αναφερόμενος στις αρετές του Αγησιλάου ως ανθρώπου και αρχηγέτη, επαινεί τη σοφία, τη δικαιοσύνη, το θάρρος, την ανδρεία, τον αυτοέλεγχο, την ευσέβεια, την προνοητικότητα και την ευγένεια του. Επίσης, δίνει έμφαση σε δύο βασικές αρχές ,που πρέπει να διέπουν κάθε ηγέτη, το προνοείν και το φιλοπονείν. Για τον Αγησίλαο έγραψε επίσης ότι: “Στις καλές μέρες μπορούσε να κάνει κάτι με σύνεση, στις δύσκολες όμως καταστάσεις μπορούσε να είναι τολμηρός”. ενώ στην “Λακεδαιμονίων Πολιτεία” πιστεύει “ότι δεν προέκυψε κανένα πρόβλημα κατά την εφαρμογή, γιατί δεν υπήρχε τίποτε που να μην είχε προβλεφθεί”.

Ηγέτης γεννιέσαι ή γίνεσαι; Ας ανατρέξουμε για λίγο πίσω στον Πλάτωνα, ο οποίος αναγάγει την ηγεσία σε επιστήμη. Ο Πλάτωνας (427 – 347 π.Χ.) ακολουθεί μία εξελικτική πορεία για να μας απαντήσει στο ερώτημα αν ο ηγέτης γεννιέται ή γίνεται. Συγκεκριμένα, στο έργο του “Μένωνα” υποστηρίζει ότι οι αρετές φρόνηση, σωφροσύνη, δικαιοσύνη και ανδρεία αποτελούν ορθογνωμία της ηγεσίας και δεν διδάσκονται (έμφυτα). Θεωρία γνωρισμάτων (Traittheory) 1948 παραθέτει τα έμφυτα χαρακτηριστικά κατάλληλα για έναν ηγέτη – κοινωνικό υπόβαθρο, χαρακτηριστικά προσωπικότητας, χαρακτηριστικά ευφυΐας, χαρακτηριστικά που σχετίζονται με τα καθήκοντα, κοινωνικά χαρακτηριστικά. Τέλος, στο έργο του “Αλκιβιάδης” δηλώνει ότι όποιος κατέχει την επιστήμη της ηγεσίας μπορεί να την διδάξει και να την μεταδώσει και σε άλλους που πληρούν κάποιες έμφυτες προϋποθέσεις (επίκτητα).

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ – Η ΗΓΕΣΙΑ ΠΡΟΎΠΟΘΕΤΕΙ ΚΑΠΟΙΑ ΕΜΦΥΤΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΑΛΛΑ ΕΠΙΔΕΧΕΤΑΙ ΚΑΙ ΕΠΙΚΤΗΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΗΓΕΤΗ.

Χαρακτηριστική υπήρξε η συμβολή των ερευνητών του Πανεπιστημίου της πολιτείας του Oχάιο (Ηοuse κ.ά., 2004) και του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν (Lussier R.N & Αchua C.F, 2010) όπου δόθηκε έμφαση στη συμπεριφορά του ηγέτη και όχι στα γνωρίσματά του (θεωρία ατομικών χαρακτηριστικών) καταλήγοντας στο ότι ο συνδυασμός και των δύο διαστάσεων μας οδηγεί σε ένα αποτελεσματικότερο μοντέλο ηγεσίας. Ηγέτες Κατά καιρούς αναδείχθηκαν πολλοί ηγέτες, οι οποίοι καθόρισαν την ιστορική εξέλιξη με την προσωπικότητα, τις αποφάσεις και τις ενέργειές τους.

Στοιχεία της προσωπικότητας του ηγέτη: Ο Raymond Cattell, ένας από τους πρωτοπόρους μελετητές της προσωπικότητας, ανέπτυξε μια θεωρία περί Ηγετικού Δυναμικού. Η θεωρία αυτή, η οποία βασίστηκε σε μία μελέτη για τη στρατιωτική ηγεσία, χρησιμοποιείται σήμερα για τον καθορισμό των γνωρισμάτων που διακρίνουν έναν ικανό ηγέτη.

Αυτά είναι:
  • Συναισθηματική σταθερότητα
  • Κυριαρχία
  • Ενθουσιασμός
  • Ευσυνειδησία
  • Κοινωνική τόλμη
  • Πειθαρχημένη σκέψη
  • Αυτοεπιβεβαίωση
  • Ορμητικότητα
Πέρα από αυτά τα βασικά χαρακτηριστικά, οι ηγέτες του σήμερα πρέπει να αναπτύξουν ιδιότητες οι οποίες θα τους βοηθήσουν να παροτρύνουν τους άλλους και να τους οδηγήσουν προς νέες κατευθύνσεις. Οι ηγέτες του μέλλοντος πρέπει να είναι ικανοί να οραματιστούν το μέλλον και να πείσουν και τους υπόλοιπους ότι το όραμά τους αξίζει να επιδιωχθεί.

Για να συμβεί αυτό, πρέπει να αναπτύξουν τα εξής γνωρίσματα:
  • Ενεργητικότητα
  • Διορατικότητα
  • Ωριμότητα
  • Ομαδικό πνεύμα
  • Ενσυναίσθηση
Λέγει ο Σωκράτης: «Για να αποκτήσει κάποιος το χάρισμα της ηγεσίας απαιτείται όχι μόνον εκπαίδευση και κατάλληλη προδιάθεση αλλά και να εμπνέεται.»