Σάββατο 20 Αυγούστου 2022

Η αναζήτηση του ανθρώπου για το υπέρτατο νόημα της ζωής

Το κύριο μέλημα του ανθρώπου δεν είναι να κερδίσει την ευχαρίστηση ή να αποφύγει τον πόνο, αλλά μάλλον να βρει ένα νόημα στη ζωή του. Γι’ αυτό ο άνθρωπος είναι έτοιμος ακόμη και να υποφέρει, με την προϋπόθεση, να είναι σίγουρος, ότι το μαρτύριο του έχει νόημα.

Βίκτορ Φρανκλ (1905-1997) Αυστριακός νευρολόγος, ψυχίατρος, φιλόσοφος, συγγραφέας. Ήταν ο ιδρυτής της λογοθεραπείας, μιας σχολής ψυχοθεραπείας, που περιγράφει την αναζήτηση του νοήματος μιας ζωής ως την κεντρική ανθρώπινη κινητήρια δύναμη.

Ο Frankl πρότεινε πως το νόημα της ζωής είναι κάτι που διαρκώς μεταβάλλεται όσο ζούμε. Πώς όμως μπορεί κανείς να ανακαλύψει νόημα στη ζωή του; Υπάρχουν τρία μονοπάτια μέσα από τα οποία μπορεί κανείς να βρει νόημα.

Πρώτον, μέσα από τη δημιουργικότητα και την επίτευξη σημαντικών -για το άτομο-στόχων.

Δεύτερον, μέσα από βαθιά συναισθήματα και βιώματα, όπως η επαφή με την ομορφιά, την αλήθεια και κυρίως την αγάπη και

Tρίτον, μέσα από κάποια αναπόφευκτη, οδυνηρή κατάσταση που ωθεί το άτομο σε αλλαγή. Η τελευταία περίπτωση δεν αποτελεί απλή κι εύκολη διαδικασία και πολλές φορές χρειάζεται ψυχοθεραπεία για να καταφέρει κανείς να αντέξει τα επώδυνα συναισθήματά του και τελικά να νοηματοδοτήσει το βίωμά του μετατρέποντας την απόγνωσή του σε ελπίδα.

Μερικές φορές για κάποιο λόγο η ανάγκη μας για νόημα ματαιώνεται με αποτέλεσμα να βιώνουμε ένα αίσθημα υπαρξιακού κενού και ανίας. Αυτή η ματαίωση δε θεωρείται ψυχική ασθένεια, αλλά πνευματική δοκιμασία που μας καλεί να επαναπροσδιορίσουμε τις αξίες και τις στάσεις μας.

Σύμφωνα με τον Frankl το να κυνηγούμε την ευτυχία μας εμποδίζει από το να ζούμε ευτυχισμένοι. Η ευτυχία είναι κάτι που προκύπτει όταν η ζωή μας προχωρά καλά. Με το να ανακαλύπτουμε, όμως, κάποιο νόημα για τη ζωή μας ουσιαστικά επινοούμε λόγους που μπορούν να μας κάνουν ευτυχισμένους.

Διδάξτε με αγάπη και όχι με υπακοή που βασίζεται στο φόβο και τους περιορισμούς

Σε αντίθεση με ό,τι πιστεύουν οι περισσότεροι άνθρωποι, η αυστηρή διαπαιδαγώγηση δεν εγγυάται την επιτυχία στην ανατροφή των παιδιών. Η υπακοή που προέρχεται από τις φωνές και τους σκληρούς κανόνες οδηγεί στο φόβο και την ανασφάλεια.

Στην πραγματικότητα, είναι περίεργο το πώς μπορούμε να συνδέουμε στη γλώσσα μας «το υπάκουο και πειθήνιο παιδί» με κάτι το οποίο επιθυμούν και ελπίζουν οι περισσότερες οικογένειες.

Μερικές φορές όμως υπάρχει χαμηλή αυτοεκτίμηση και δυστυχία πίσω από αυτό το πειθήνιο παιδί. Είναι ένα παιδί που έχει συναντήσει τόσους τοίχους γύρω του και αντιλαμβάνεται ότι η ζωή δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια φυλακή.

Εκτός αυτού, το μυαλό του δεν έχει τη δυνατότητα να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες καθώς περιμένει από τους άλλους ανθρώπους να του λένε συνεχώς τι μπορεί να κάνει και τι όχι.

Ευτυχισμένο παιδί είναι εκείνο που ανακαλύπτει, παίζει, γελάει και επικοινωνεί. Αυτό συμβαίνει επειδή ο φόβος και η αυστηρότητα κόβουν τα φτερά της ανάπτυξης και της αυτοπεποίθησής τους.

Επομένως, όταν επιλέγετε τι είδος γονέας θα θέλετε να είστε για τα παιδιά σας, θα πρέπει να επιλέξετε εκείνο που θα τους επιτρέπει να αναπτυχθούν με ακεραιότητα. Το είδος που θα τα βοηθήσει να ζήσουν με σεβασμό προς τον κόσμο και θα έχουν την ικανότητα να είναι ευτυχισμένα αλλά και να προσφέρουν ευτυχία στους άλλους.

Παρακάτω, θα σας δώσουμε μερικές απλές κατευθυντήριες γραμμές για να εξετάσετε.

Περιορισμοί στην εκπαίδευση

Όλοι θέλουν να έχουν ένα παιδί που τους ακούει, τους ικανοποιεί και τηρεί τα πρότυπα που του έχουν θέσει.

Αν και αληθεύει το γεγονός ότι είναι κάτι επιθυμητό, μην ξεχνάτε ότι η συγκεκριμένη συμπεριφορά θα πρέπει να βρίσκεται σε αρμονία με τις υπόλοιπες.

Η υπακοή στους κανόνες θα πρέπει να συμβαδίζει με την κατανόησή τους.
  • Τα παιδιά πρέπει να κατανοήσουν τι οφείλουν να κάνουν κάθε στιγμή και γιατί υπάρχουν οι κανόνες.
  • Κάνω ό,τι μου λέει η μαμά μου επειδή εκείνη θέλει το καλύτερο για μένα. Τακτοποιώ τα παιχνίδια μου κάθε βράδυ επειδή πρέπει να διατηρώ το δωμάτιό μου καθαρό. Από σεβασμό πρέπει να παραμένω σιωπηλός όταν μιλούν οι άλλοι και να τους ακούω.
Τα παιδιά δεν πρέπει να υπακούν κανόνες επειδή φοβούνται ή επειδή φοβούνται την τιμωρία. Η συμπεριφορική ψυχολογία δεν λειτουργεί πάντα στον τομέα της εκπαίδευσης.

Όταν το παιδί σας έχει συνηθίσει τις φωνές ή κάποιο άλλο είδος επίπληξης κάθε φορά που κάνει ένα λάθος ή δεν συμπεριφέρεται σωστά, θα αναπτύξει συναισθήματα φόβου και θυμού απέναντί σας, απέναντι στους γονείς του.

Αμέσως μετά, θα το αναλύσουμε με περισσότερες λεπτομέρειες.

Η εκπαίδευση που βασίζεται στο φόβο δημιουργεί δυστυχία

Η ηλικία των παιδιών της πρώιμης παιδικής ηλικίας είναι από ενός μηνών έως και επτά ετών. Οτιδήποτε συμβαίνει σε αυτή την περίοδο είναι το κλειδί για τη μελλοντική ανάπτυξή του.

Κάθε γονέας θέλει το παιδί του να τον υπακούει όποτε του ζητάει να κάνει κάτι.
Αυτό βοηθά το παιδί να ενσωματώνεται στη δυναμική της οικογένειας ενώ παράλληλα το διατηρεί ασφαλές.

Παρόλα αυτά, τα παιδιά πάντα θέλουν να υπερβαίνουν τα όρια για να αποδείξουν στον εαυτό τους ότι μπορούν, όπως κι εμείς οι ίδιοι.
  • Αν κάθε φορά που υπερβαίνουν αυτά τα όρια αντιμετωπίζονται με σοβαρή τιμωρία, φωνές ή επίπληξη τότε το παιδί μπορεί να αντιδράσει με δυο τρόπους.
  • Θα θρέψει το θυμό του, προσπαθώντας να σας προκαλέσει ακόμη περισσότερο ή θα κλειστεί περισσότερο στον εαυτό του.
  • Τα παιδιά δεν πρέπει να περνούν την πρώιμη παιδική τους ηλικία με καθημερινό φόβο.
  • Ο φόβος φθείρει την αυτοεκτίμησή τους και προκαλεί αδικαιολόγητη πίεση στον υπό ανάπτυξη εγκέφαλό τους.
  • Όταν η ανατροφή του παιδιού βασίζεται στην τιμωρία, το παιδί επικεντρώνεται μόνο στην εξωτερική αναγνώριση. Μπορεί να δημιουργήσετε ένα αναποφάσιστο άτομο που δεν έχει αυτοπεποίθηση.
Όσα παιδιά ανακαλύπτουν τον κόσμο μέσα από το φόβο λόγω της οικογένειάς τους, μεγαλώνουν με δυστυχία.

«Αν οι άνθρωποι που με αγαπούν περισσότερο με κάνουν να φοβάμαι τότε θα πρέπει να προστατεύω τον εαυτό μου σε αυτό τον κόσμο.»

Διδάξτε με αγάπη και σεβασμό
  • Διδασκαλία με σεβασμό σημαίνει να λέτε στο παιδί σας τι πρέπει να κάνει κάθε στιγμή. Παράλληλα, σημαίνει να το ενθαρρύνετε να είναι ο εαυτός του, ελεύθερο να ανακαλύπτει τον κόσμο στο πλευρό σας με ασφάλεια.
  • Όταν διδάσκετε με αγάπη, σημαίνει ότι δεν χρειάζεται να φωνάζετε και οι διαφωνίες μπορούν να επιλύονται με έναν ήρεμο και καθαρό τόνο της φωνής σας.
  • Αν θέλετε να διδάξετε στα παιδιά σας με αγάπη πώς να είναι υπάκουα, θα πρέπει κι εσείς να τα ακούσετε. Δώστε προσοχή στις σκέψεις τους και βάσει αυτών μπορείτε να κάνετε προτάσεις, διευκρινίσεις και να προσθέσετε την καθοδήγηση.
  • Μην προσπαθείτε να κάνετε τα παιδιά σας τέλεια. Ο στόχος σας είναι να μεγαλώσετε ευτυχισμένα παιδιά που γνωρίζουν τους κανόνες της οικογένειας και της κοινωνίας.
  • Για να διδάξετε το παιδί σας θα πρέπει να του δώσετε την ελευθερία να μιλάει. Αν επικεντρωθείτε στην τιμωρία και την επίπληξη και τους τονίζετε μόνο τα λάθη τους τότε θα μεγαλώσουν χωρίς να μπορούν να διεκδικήσουν τον εαυτό τους.
  • Αντί να είστε σκληροί μαζί τους όταν δεν συμπεριφέρονται σωστά, εξηγήστε τους τι έχουν κάνει λάθος και πώς μπορούν να το κάνουν καλύτερα.
  • Να θυμάστε ότι δεν είναι καλό να έχετε πολλές απαιτήσεις. Δεν θέλετε να δημιουργήσετε ένα παιδί υποχωρητικό και σιωπηλό.
Επικεντρωθείτε στα φυσικά ταλέντα του παιδιού σας, ώστε να αισθάνεται σιγουριά όταν θα έρθει η ώρα να αγωνιστεί για όσα το κάνουν ευτυχισμένο.

Μάθετε να «συνδέεστε» με το παιδί σας αντί να το τιμωρείτε. Αν κατανοήσετε τις ανάγκες του, θα μπορέσετε να το βοηθήσετε να αναπτύσσεται μέρα με τη μέρα.

Ο μύθος του Χρόνου

Στον τόπο μας κάποτε βασίλευε ο θεός Χρόνος ή Κρόνος. Μαζί του ζούσαν οι κόρες του Ουρανού Γαία και Ρέα. Ο Μέγας αυτός θεός ήταν πολύ μοναχικός και αδρανής. Κρατούσε δε φυλακισμένες στις εφτά αποθήκες κάτω από το όρος Κάλαμος, τις μέρες, τις ώρες, τα δευτερόλεπτα, τις στιγμές, τους μήνες, τις εποχές τους ενιαυτούς. Ο Άχρονος αυτός ερημίτης βαριόταν να ορίσει τις διάρκειες της ώρας, της ημέρας και του ενιαυτού για να αρχίσει η ροή του χρόνου. Έτσι ήταν ο ίδιος το παρόν, το παρελθόν και το μέλλον, καθώς πριν δεν υπήρχε χρονολογία.

Η Γαία και η Ρέα ζούσαν μαζί του δυστυχισμένες. Τα θεϊκά σώματά τους, άφηναν τον Χρόνο αδιάφορα και επομένως έμειναν στείρα και άγονα.

Κάποια στιγμή κατέφθασε από τις μακρινές βόρειες χώρες ο θεός Δίας με την αποστολή να θέσει σε λειτουργία τη ροή του Χρόνου. Οι δύο γυναίκες αναγνώρισαν αμέσως τον γυμνό έφηβο με το τηλεσκόπιο που αποβιβάστηκε στο όρος Κάλαμος, τον πλησίασαν και η συνεύρεσή τους προκάλεσε θεϊκό κατακλυσμό. Το γόνιμο σπέρμα του Δία τις απελευθέρωσε. Η Γαία κυοφόρησε τα σύμπαντα, βουνά, ποτάμια, θάλασσες, φυτά, ζώα και ανθρώπους.

Λίγο αργότερα του αποκάλυψαν το φοβερό μυστικό. Μόνο αν έκοβε τον ναρκωμένο φαλλό του Κρόνου θα γινόταν αυτός ο νέος βασιλιά του Χρόνου και των καιρών. Οδηγούμενος από τις δύο ερωμένες ανταποκρίθηκε στην πρόκληση.

Η Ρέα με τα δυνατά ρεύματά της ξώκειλε το μέγα φαλλό, η Γαία του έδωσε το μέγα δρέπανο που γέννησε στα κατάβαθα του σώματός της, και ο Ζεύς με μια γρήγορη κίνηση έκοψε το φαλλό από τη ρίζα και τον έδωσε στους δύο ακολούθους του, να τον κρατούν ορθό , ως τρόπαιο εξουσίας. Μετά την κοπή, οι αποθήκες του Χρόνου άνοιξαν και οι ώρες απελευθερώθηκαν. Ο Ζευς, ως συνεχιστής της δημιουργίας του κόσμου, διέταξε την Αυγή να ανατείλει το φως και τα ρολόγια ήταν έτοιμα να δώσουν τον πρώτο παρθενικό τους χτύπο.

Πρόκειται για μια εκδοχή του μύθου του Χρόνου, που καταδεικνύει την αγωνία του ανθρώπου να εξηγήσει την απόλυτη ευθυγράμμιση της ροής του χρόνου με εκείνη της ζωής. Η διακοπή του χρόνου σημαίνει παύση παντός (σύμπαντος). Και θεωρείται ανέφικτη. Είναι όμως;

Γιατί υποφέρουμε;

Υποφέρουμε μόλις συνειδητοποιήσουμε ότι δεν έχουμε κάτι που επιθυμούμε, ή μόλις ενημερωθούμε για κάποιαν απώλεια. Υποφέρουμε όταν αυτό που καταφέραμε απέχει πολύ από αυτό που περιμέναμε, κι όταν νομίζουμε ότι για ορισμένα πράγματα είναι πια πολύ αργά.

Ο πόνος, έλεγε ο Βούδας, είναι πανανθρώπινος, έχει όμως μία μόνο ρίζα.

Και η ρίζα αυτή, φρονούσε ο δάσκαλος, είναι η επιθυμία.

Επιθυμίες, προσκόλληση, πόθοι και προσδοκίες – ιδού οι ρίζες του πόνου μας. Αν λοιπόν πηγάζουν από δω τα βάσανά μας, συνεχίζει ο Βούδας, τότε ο πόνος έχει λύση.

Η λύση είναι να πάψουμε να επιθυμούμε. Να αποδεχτούμε. Να αφήσουμε πίσω. Να διαγράψουμε την επιτακτική ανάγκη να είναι τα πράγματα διαφορετικά απ’ ό,τι είναι.

Σταματήστε την προσπάθεια να αποκτήσετε όλα όσα θα θέλατε αυτή τη στιγμή -υλικά, συναισθηματικά ή πνευματικά-, και ο πόνος θα εξαφανιστεί.

Υπήρχε ένας που λεγόταν Άντονι δε Μέγιο, και μερικές φορές του άρεσε να παίζει με τις λέξεις στις συγκεντρώσεις που έκανε.

«Θέλετε να γίνετε ευτυχισμένοι;» έλεγε στον κόσμο που πήγαινε να τον ακούσει. «Εγώ μπορώ να σας δώσω την ευτυχία αυτή τη στιγμή, και μπορώ να σας την εξασφαλίσω για πάντα. Ποιος από σας δέχεται;»

Αρκετοί από τους παρισταμένους σήκωναν το χέρι…

«Πολύ ωραία» συνέχιζε ο Δε Μέγιο. «Ανταλλάσσω την ευτυχία σας με ό,τι έχετε. Δώστε μου όλα όσα έχετε, κι εγώ σας δίνω για αντάλλαγμα την ευτυχία.»

Ο κόσμος τον κοίταζε. Νόμιζαν ότι μιλούσε συμβολικά, και γελούσαν…

«Σας το εγγυώμαι» τους διαβεβαίωνε. «Δεν αστειεύομαι.»

Τα χέρια άρχιζαν να κατεβαίνουν… κι αυτός έλεγε τότε, χαμογελώντας σαν τον Βούδα:

«Χμμμ… Δεν θέλετε… Δεν θέλει κανένας.»

Και μετά, τους εξηγούσε.

Ταυτίζουμε την ευτυχία με τις ανέσεις μας, με την επιτυχία, τη δόξα, τη δύναμη, την αναγνώριση, τα χρήματα, τις απολαύσεις, τη στιγμιαία ευχαρίστηση. Και δεν φαίνεται να είμαστε ούτε στο ελάχιστο διατεθειμένοι να παραιτηθούμε από κάτι που έχουμε. Ούτε και με αντάλλαγμα την ευτυχία. Ξέρουμε καλά ότι πολλά από τα βάσανά μας προέρχονται απ’ όσα κάνουμε καθημερινά για να εξασφαλίσουμε όλα όσα επιθυμούμε, κανείς όμως δεν μπορεί να μας πείσει να παραιτηθούμε απ’ αυτά.

Ο άνθρωπος που δεν τρέφεται από τα όνειρά του γερνάει γρήγορα

Το εγχειρίδιο αυτό επικεντρώνεται στο ρομαντικό πάθος και στο ζευγάρι, αλλά δε σταματούν εδώ οι κυριαρχίες του έρωτα. Όπως λέγαμε στον πρόλογο, ο έρωτας κινεί τον κόσμο, και τα μεγαλύτερα επιτεύγματά μας, τόσο τα ατομικά όσο και τα συλλογικά, τα ωθεί ο έρωτάς μας για κάποιο μας όνειρο.

Στην περίπτωση των εραστών της Βερόνας, το όνειρο του Ρωμαίου είναι να έχει την Ιουλιέτα και αντιστρόφως, όμως υπάρχουν πολλά άλλα όνειρα που τρέφουν το πνεύμα μας και το κρατάνε νεανικό, όπως δήλωνε ο Σαίξπηρ.

Ο έρωτας για τη γνώση, για το διάβασμα, για μια συγκεκριμένη τέχνη ή δραστηριότητα κατέχει την ικανότητα να τρέφει το όνειρό μας και να μας αποζημιώνει για τις πίκρες της πεζής καθημερινότητας.
Ωστόσο, όπως το ερωτικό πάθος έχει εχθρούς του τη ρουτίνα και την έλλειψη φαντασίας, έτσι και τα άλλα όνειρα έχουν εχθρούς που τα απειλούν, κι αυτά κατά βάση είναι:
  • Η αρνητικότητα από κάποιες παρέες που, λόγω της δικής τους παθητικότητας, μας αποθαρρύνουν στα σχέδιά μας.
  • Ο φόβος μήπως δεν μπορέσουμε να κάνουμε αυτό που σχεδιάζουμε.
  • Η έλλειψη επικέντρωσης στον στόχο μας ή η αδυναμία μας να αναπτύξουμε ένα σχέδιο εφικτό, βήμα βήμα, που να μας οδηγήσει στον στόχο.
Αν μπορέσουμε να νικήσουμε τους τρεις αυτούς εχθρούς των πραγματοποιήσιμων ονείρων, θα καταφέρουμε να γίνουμε ήρωες από έρωτα και να ζήσουμε τα πάθη μας, όποια κι αν είναι αυτά.

ΠΑΛΑΤΙΝΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ

ΡΟΥΦΙΝΟΥ

Εὐρώπης τό φίλημα, καί ἢν ἄχρι χείλεος ἔλθῃ,
ἡδύ γε, κἂν ψαύσῃ μοῦνον ἄκρου στόματος·
ψαύει δ’ οὐκ ἄκροις τοῖς χείλεσιν, ἀλλ’ ἐρίσασα
τό στόμα τήν ψυχήν ἐξ ὀνύχων ἀνάγει.

Γλυκύτατο της Ευρώπης είναι το φίλημα,
κι ας σου ακραγγίξει μονάχα λίγο τα χείλη.
Μα η Ευρώπη δεν σ’ τ’ ακραγγίζει απλώς·
μέσα σου το κολλά και σε ρουφάει με λύσσα
την ψυχή για να σου ξεκολλήσει από τα σπλάχνα.

ΡΟΥΦΙΝΟΥ

Μᾶλλον τῶν σοβαρῶν τάς δουλίδας ἐκλεγόμεσθα,
οἱ μή τοῖς σπαταλοῖς κλέμμασι τερπόμενοι.
ταῖς μέν χρώς ἀπόδωδε μύρου σοβαρόν τε φρύαγμα
και μέχρι κινδύνου πεσσομένη σύνοδος·
ταῖς δε χάρις και χρώς ἴδιος καί λέκτρον ἑτοῖμον,
δώροι’ ἐκ σπατάλης οὐκ ἀλεγιζόμενον.
μιμοῦμαι Πύρρον τόν Ἀχιλλέος, ὃς προέκρινεν
Ἑρμιόνης ἀλόχου τήν λάτριν Ἀνδρομάχην.

Αντί γυναίκες σοβαρές και με σειρά κοινωνική
χίλιες φορές τα δουλικά να προτιμάμε πρέπει
όλοι εμείς οι σπάταλοι των απολαύσεων οι λειτουργοί.
Τα μύρα τρέχουν στις κλασάτες απ’ όλο το κορμί τους,
η σοβαρότητά τους σε τρομάζει, σου κόβει την ορμή,
η όποια επαφή μαζί τους με χαρά εγκυμονεί κινδύνους.
Για δείτε όμως και τις δούλες, για…!
Δέρμα καθαρό, αμύρωτο,
κορμιά χυτά, χάρη φυσική και στρωμένη κλίνη να σε καρτεράει –
όσο για δώρα; …
ψευτοπράγματα σου ζητούν, όχι σπατάλες!
Εγώ που σας μιλάω τώρα εδώ, εγώ στον Πύρρο μοιάζω,
στο γιο του Αχιλλέα, που όχι την Ερμιόνη, την κυρά του,
μα τη θεραπαινίδα της την Ανδρομάχη έριξε στο κρεβάτι.

ΠΑΛΑΤΙΝΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ, Των εραστών τα μάτια είναι πάντα σα βροχή…

Ρυπογόνα και επικίνδυνα για την υγεία χημικά PFAS κατάφεραν να εξουδετερώσουν ερευνητές

Επιστήμονες στις ΗΠΑ ανέπτυξαν μια απλή νέα τεχνική, με την οποία είναι δυνατό για πρώτη φορά να καταστραφούν οι λεγόμενες «παντοτινές» υπερφθοριωμένες και πολυφθοριωμένες αλκυλιωμένες χημικές ουσίες PFAS (per- and polyfluoroalkyl substances).

Είναι οι χημικές ουσίες που χρησιμοποιούνται ως αντικολλητικές και αδιάβροχες σε διάφορα προϊόντα (μαγειρικά σκεύη, καλλυντικά, ρούχα κ.α.).

Τα PFAS, μια ομάδα χιλιάδων συγγενικών βιομηχανικών χημικών που χρησιμοποιούνται ευρέως από τη δεκαετία του 1940, αποκαλούνται «παντοτινά», επειδή τα βακτήρια δεν μπορούν να τα «φάνε», ούτε η φωτιά να τα κάψει, ούτε το νερό να τα διαλύσει. Αν αυτές οι τοξικές χημικές ουσίες ταφούν στο έδαφος, θα διαρρεύσουν στο χώμα και θα αποτελέσουν πρόβλημα ρύπανσης για αρκετές γενιές.
Τι κατάφεραν οι ερευνητές με τις χημικές ουσίες

Οι ερευνητές του Πανεπιστημίου Northwestern του Ιλινόις, με επικεφαλής τον καθηγητή χημείας Ουίλιαμ Ντίχτελ, οι οποίοι έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό «Science», κατάφεραν αυτό που έως τώρα φαινόταν ανέφικτο: χρησιμοποιώντας χαμηλές θερμοκρασίες και φθηνές δραστικές ουσίες, ανέπτυξαν μια διαδικασία που διασπά δύο βασικές κατηγορίες των PFAS (υπερφθοροαλκυλοκαρβοξυλικά οξέα PFCA και PFECA). Το επίτευγμα μπορεί να αποτελέσει μια αποτελεσματική λύση για την οριστική απαλλαγή από αυτά τα χημικά που είναι επιβλαβή για τους ανθρώπους, τα ζώα και το περιβάλλον, καθώς, μεταξύ άλλων, έχουν ανιχνευθεί στο πόσιμο νερό και στο αίμα.

Η έκθεση σε αυτές τις ουσίες έχει συσχετιστεί με μειωμένη γονιμότητα, αναπτυξιακά προβλήματα στα παιδιά, αυξημένο κίνδυνο για διάφορους καρκίνους, βλάβες στον θυρεοειδή και στο ήπαρ, μειωμένη ανοσολογική ικανότητα για καταπολέμηση των λοιμώξεων, αυξημένα επίπεδα χοληστερίνης κ.α. Η αμερικανική Υπηρεσία Περιβαλλοντικής Προστασίας (ΕΡΑ) πρόσφατα χαρακτήρισε αρκετές PFAS ως μη ασφαλείς, ακόμη και σε πολύ μικρές ποσότητες.

«Τα PFAS έχουν εξελιχτεί σε μείζον κοινωνικό πρόβλημα. Ακόμη και μια μικροσκοπική ποσότητά τους προκαλεί αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία, ενώ στη συνέχεια δεν διασπάται. Δεν μπορούμε απλώς να περιμένουμε για να λυθεί το πρόβλημα από μόνο του. Χρησιμοποιήσαμε τη χημεία για να βρούμε μια λύση που ο κόσμος μπορεί να χρησιμοποιήσει και μάλιστα είναι εντυπωσιακό πόσο απλή – και παραγνωρισμένη έως τώρα – είναι αυτή η λύση», δήλωσε ο Ντίχτελ, ο οποίος επεσήμανε ότι, από άποψη κινδύνου, «αρκετές PFAS βρίσκονται στην ίδια κατηγορία κινδύνου με τον μόλυβδο».

Η ανθεκτικότητά τους οφείλεται στο ότι τα PFAS περιέχουν αρκετούς δεσμούς ατόμων άνθρακα-φθορίου, που είναι από τους πιο ισχυρούς στην οργανική χημεία. Οι Αμερικανοί ερευνητές βρήκαν μια χημική «αχίλλειο πτέρνα» των PFAS και έτσι έναν τρόπο -με τη βοήθεια του διμεθυλοσουλφοξείδιου (DMSO)- να διασπούν το μόριο PFAS σε διοξείδιο του άνθρακα και φθορίδια, που είναι ασφαλέστερες φθοριούχες ενώσεις.

Η μέθοδος θα δοκιμαστεί πλέον και σε άλλους τύπους PFAS, καθώς η ΕΡΑ έχει εντοπίσει περισσότερες από 12.000 τέτοιες ουσίες. Ο Ντίχτελ δήλωσε αισιόδοξα ότι «η έως τώρα μελέτή μας αντιμετώπισε μία από τις μεγαλύτερες κατηγορίες PFAS, που περιλαμβάνει πολλές από τις πιο ανησυχητικές ουσίες. Υπάρχουν και άλλες κατηγορίες που δεν έχουν την ίδια αχίλλειο πτέρνα, αλλά η κάθε μία θα έχει τη δική της αδυναμία. Αν μπορέσουμε να την εντοπίσουμε, τότε θα μάθουμε πώς να τις καταστρέφουμε και αυτές».

H Επικούρεια φιλία

Σε γενικές γραμμές θα μπορούσαμε να πούμε πως όλες οι φιλοσοφικές σχολές του αρχαίου κόσμου εμφανίζονται σαν ομάδες φίλων. Παρ’ όλα αυτά, ορισμένα χαρακτηριστικά διακρίνουν τους Επικούρειους «φίλους» από τους προγενέστερούς τους στην Αθήνα ή στην Ιταλία· κι είναι αυτά ακριβώς τα χαρακτηριστικά που αποκαλύπτουν τις αλλαγές που η πίεση των συνθηκών είχε επιφέρει στη σκέψη και στους τρόπους, στο τέλος του τέταρτου αιώνα.

Ο Επίκουρος εμφανίζεται σαν πραγματικός άνθρωπος της νέας εποχής, άνθρωπος που είναι πεπεισμένος για την έντονη δυστυχία της ζωής και που αναζητεί καταφύγιο στην αταραξία. «Όλος ο κόσμος ζει μέσα στον πόνο, για τον πόνο έχει μεγαλύτερη ικανότητα. Δεν χρειάζεται να αποδείξουμε αυτό το γεγονός για το κάθε ζωντανό πλάσμα ξεχωριστά καθώς η μοίρα ακόμη και των ανώτερων υπάρξεων δεν αντιφάσκει μ’ αυτήν την οικουμενική αλήθεια». Αν, λοιπόν, η σωτηρία βρίσκεται στην απουσία των δυσάρεστων αισθημάτων θα ήταν παράλογο να παραδοθείς στις δυσαρέσκειες της πολιτικής ζωής. Αυτή ήταν η βασική πεποίθηση[1] και όχι η σεμνότητα που ώθησε τον Επίκουρο να απέχει από τις δημόσιες υποθέσεις και να ζήσει στην αφάνεια («λάθε βιώσας»). Ορίστε πως το έθεσε ο ίδιος:

«Μερικοί θέλουν να γίνουν διάσημοι και ιδιαίτερα σεβαστοί, πιστεύοντας πως μ’ αυτόν τον τρόπο διασφαλίζονται απέναντι στους ανθρώπους. Αν η ύπαρξή τους είναι πραγματικά ασφαλής, έχουν κερδίσει το αγαθό που αναζητά η φύση. Αν δεν είναι πραγματικά ασφαλής δεν κατέχουν αυτό το οποίο λαχταρούσαν αρχικά, ακολουθώντας τις φυσιολογικές παρορμήσεις της φύσης». (Κύρια Δόξα 7).

«Πρέπει να απελευθερωθούμε από την φυλακή των δημόσιων υποθέσεων και της πολιτικής» (Επικούρου Προσφώνησις 58).

«Ζώντας ελεύθερα είναι αδύνατον να αποκτήσεις μεγάλα πλούτη· μια τέτοια απόκτηση δεν είναι εύκολη χωρίς να υποδουλωθείς στον όχλο ή στους δυνάστες. Αλλά μια ζωή ελευθερίας έχει τα πάντα σε συνεχή αφθονία. Κι αν κατά τύχει αποκτήσεις μεγάλα πλούτη, είναι εύκολο να τα μοιράσεις ώστε να κερδίσεις την ευμένεια του πλησίον» (Επικ. Προσφ. 67).

«Η ταραχή της ψυχής δεν μπορεί να καταπραϋνθεί ούτε η αληθινή χαρά δημιουργείται από την κατοχή πλούτου ή από το θαυμασμό του πλήθους ή οτιδήποτε άλλο που τα αίτιά του έχουν ακαθόριστα όρια» (Επικ. Προσφ. 81).

Από αυτή τη βασική αρχή απορρέει η όλη συμπεριφορά του Σοφού κι ιδιαίτερα η λατρεία της φιλίας. Πρώτα απ’ όλα, καθώς η φιλοσοφική μόρφωση δεν αποβλέπει πια στη διάπλαση πολιτικών, ο κύκλος των μαθητών είναι ανοιχτός στις γυναίκες, είτε είναι παντρεμένες, είτε εταίρες. Ο μεγάλος αριθμός των εταίρων μπορεί αρχικά να μας εκπλήσσει –και είναι γνωστό πως η παρουσία τους στη σχολή έδωσε αφορμή για κάποιες δυσάρεστες φημολογίες-, αλλά πρέπει να θυμηθούμε πως η αρχαία ηθική δεν ήταν, σ’ αυτό το ζήτημα, ίδια με τη χριστιανική και πως είναι σωστό να την κρίνουμε σύμφωνα με τα δικά της δεδομένα. Ένας μαθητής του Επίκουρου, ο Μητρόδωρος, γράφει στο νεαρό Πυθοκλή που βασανίζεται από έντονες φυσικές επιθυμίες:

«Μου λες πως τα κεντρίσματα της σάρκας σε κάνουν να υπερβάλλεις στις απολαύσεις του έρωτα. Αν δεν παραβιάζεις τους νόμους ή δεν προσβάλλεις τους γενικά αποδεκτούς καλούς τρόπους, αν δεν ενοχλείς τους γείτονές σου, δεν εξαντλείς τη δύναμή σου και δεν σπαταλάς την ουσία σου, παραδόσου χωρίς ανησυχία στην κλίση σου. Αλλά είναι αδύνατον να μην αναχαιτιστείς τουλάχιστον από ένα από αυτά τα εμπόδια· οι ερωτικές απολαύσεις δεν ωφέλησαν ποτέ κανέναν· είναι πολύ σημαντικό αν τουλάχιστον δεν βλάπτουν».

Επιπλέον, αυτές οι νεαρές γυναίκες έβρισκαν στον Κήπο μια συντροφιά όπου τις μεταχειρίζονταν σαν ίσες πράγμα που αποτελούσε για κείνες μια εντελώς καινούρια εμπειρία.

Αλλά η αποδοχή των γυναικών στην ομάδα δεν είναι παρά ένα εξωτερικό γνώρισμα. Δεν αρκεί για να εξηγήσουμε την ουσία της Επικούρειας φιλίας. Η εσώτερη σημασία αυτής της φιλίας εμπεριέχεται στο εξής σημαντικό στοιχείο: δεν είναι μονάχα μέσον, όπως στην Ακαδημία, αλλά αποτελεί και αυτοσκοπό. Στο πλατωνικό σύστημα, ο έρως ή η φιλία εκτιμούνται μόνον ως μέσον (Συμπόσιον 201e 7-202b 4, 212b 3).

Το συναίσθημα που ξυπνάει στη θέα ενός αγαπημένου προσώπου πρέπει να αποτελεί το σημείο εκκίνησης μιας σειράς βημάτων προς τα μπρος, χάρη στα οποία ο άνθρωπος ανυψώνεται σ’ αυτό το απέραντο κάλλος που η διαυγής Ύπαρξη και, πέρα απ’ αυτό, στο Ένα που ενοποιεί όλες τις διαυγείς υπάρξεις. Τη φιλία που ένιωθαν ο ένας για τον άλλο τα μέλη της Ακαδημίας τη βίωναν σαν μια συνεχή πρόκληση για μια υψηλότερη μορφή αγάπης, την αγάπη της σοφίας. Αγαπούσαν ο ένας τον άλλον έτσι ώστε να αλληλοπαροτρύνονται στην περισυλλογή.

Η αγάπη είναι απαραίτητη στη διαλεκτική, που χωρίς αυτήν θα ήταν εριστική. Η συνδυασμένη προσπάθεια είναι απαραίτητη εκεί που υπάρχει ο κίνδυνος της αποθάρρυνσης. Η φιλία αποκτά μεγάλη αξία στη διάρκεια της εξέλιξης προς τα μπρος που απαιτείται για το μελλοντικό κυβερνήτη· αναζωογονεί, δυναμώνει και στηρίζει αυτή την παρόρμηση. Αλλά δεν αποτελεί στόχο. Ο στόχος είναι το αόρατο Ον και ο στοχασμός που αφιερώνεται στο Ον αυτό. Η πλατωνική φιλία μπορεί να συγκριθεί με τον ενθουσιασμό που μοιράζονται σε μια τάξη ο δάσκαλος και οι μαθητές του, όταν αγαπούν και οι δύο πλευρές τη σωστή μάθηση.

Αντίθετα, η Επικούρεια φιλία είναι αυτοσκοπός. Δεν είναι απλώς ένα ενδιάμεσο στο μονοπάτι της σοφίας· αποτελεί από μόνη της σοφία. Πως προκύπτει αυτό; Για να το κατανοήσουμε αυτό πρέπει να επιστρέψουμε στην αφετηρία της ηθικής θεωρίας του Επίκουρου.

Μπρος στις κακοδαιμονίες της ζωής, η στάση της ελληνικής σοφίας ήταν, και παρέμεινε για μεγάλο διάστημα μετά, μια στάση υπομονής, υπομονής εμπνευσμένης όχι από κατάθλιψη αλλά από σθένος· ο Σοφός υπομένει τα χτυπήματα της Μοίρας αλλά αντιστέκεται και κρατιέται ακλόνητος.

Μπορείς να ξεφύγεις από τη Μοίρα με το να υιοθετήσεις μια στάση αδιαφορίας· μ’ αυτόν τον τρόπο, αποφεύγεις να της παραχωρήσεις την παραμικρή εξουσία πάνω σου· αρκεί να ξέρεις επακριβώς την αξία των επιθυμιών σου και να ικανοποιείς μονάχα εκείνες που αν παραμεληθούν απειλούν την ίδια σου την ύπαρξη (Κύριαι Δόξαι 29, Πρβλ. Κ. Δόξαι 26).

Σ’ αυτή τη βαθμιαία εξάλειψη, οι πρώτες επιθυμίες που πρέπει να αντιμετωπιστούν είναι εκείνες του στόματος. Τίποτα πιο εύκολο από το να τις ικανοποιήσεις.

«Το να αρκείται κανείς σ’ αυτά που έχει, το θεωρώ πολύ σπουδαίο αγαθό: όχι για να περιοριζόμαστε σώνει και καλά στα λίγα, αλλά για να αρκούμαστε στα λίγα όταν μας λείπουν τα πολλά –με τη γνήσια πεποίθηση ότι την πολυτέλεια την απολαμβάνουν πολύ καλύτερα οι άνθρωποι που δεν την έχουν και τόσο ανάγκη, και ότι τα φυσικά πράγματα, όλα, μπορεί εύκολα να τα αποκτά κανείς, ενώ το περιττό το αποκτάς δύσκολα· ότι μια σκέτη σούπα θα σου δώσει ίση ευχαρίστηση με ένα πολυτελές γεύμα, όταν θα έχει φύγει όλο το δυσάρεστο αίσθημα από την έλλειψη τροφής, και ότι το ψωμί και το νερό δίνουν τη μεγαλύτερη ηδονή όταν προσφέρονται σε κάποιον που τα έχει ανάγκη» (Κύριαι Δόξαι, 15, 21, Επ. Προσφ. 25, Επιστ. Προς Μενοικέα, 130- 1, Επ. Προσφ. 68).

«Η φωνή της σάρκας γυρεύει να μην πεινά, να μη διψά, να μην κρυώνει. Ο άνθρωπος που απολαμβάνει αυτήν την κατάσταση και ελπίζει να την απολαμβάνει και στο μέλλον, μπορεί να συναγωνιστεί σε ευτυχία τον ίδιο τον Δία» (Επικ. Προσφ. 33).

Ο Έλληνας, σε γενικές γραμμές, είναι εγκρατής και αυτές οι αντιλήψεις δεν έχουν τίποτα που να τον φοβίζει.Αλλά ο Έλληνας ενδιαφέρεται με πάθος για τις τιμές και τη δόξα. Ο επικούρειος σοφός είναι εξίσου απαλλαγμένος και από τις επιθυμίες αυτού του είδους. Όχι μονάχα δεν συμμετέχει στις δημόσιες υποθέσεις,[2]αλλά και δεν προσπαθεί να κερδίσει την επιδοκιμασία του πλήθους στη διδασκαλία του.

«Όταν μιλώ για τη φύση, ειλικρινά προτιμώ να μιλώ με παρρησία για αυτά που ωφελούν την ανθρωπότητα, έστω κι αν μοιάζω να λέω χρησμούς ακαταλαβίστικους, παρά να συμβιβάζομαι με την κοινή γνώμη και να δέχομαι τον έπαινο που ο πολύς κόσμος σκορπά τόσο σπάταλα» (Επικ. Προσφ. 29).

«Η μελέτη της φύσης δεν κάνει τους ανθρώπους αλαζόνες ούτε παραγωγούς κενών λόγων, δεν τους ωθεί να επιδεικνύουν τη μόρφωση που είναι τόσο αξιοζήλευτη από το πλήθος· αντιθέτως τους κάνει αξιοπρεπείς και αυτάρκεις και τους διδάσκει να περηφανεύονται για τα αγαθά που εξαρτώνται από τους ίδιους και όχι για εκείνα που εξαρτώνται από εξωτερικές περιστάσεις» (Επικ. Προσφ. 45).

«Τώρα στα γεράματα, συμμορφώθηκες με το πρότυπο που σε συμβούλευσα να ακολουθήσεις, και έμαθες τη διαφορά ανάμεσα στο να φιλοσοφείς για τον εαυτό σου και το να φιλοσοφείς για χάρη της Ελλάδας. Χαίρομαι και εγώ μαζί σου» (Επικ. Προσφ. 76).

Αυτάρκης όσον αφορά τις ανάγκες του, ανέγγιχτος από τα συνηθισμένα πάθη, ο Σοφός δεν αφήνεται να επηρεαστεί απ’ τους φόβους που βασανίζουν την πλειονότητα των ανθρώπων, το φόβο των θεών, του πόνου και του θανάτου. Αυτό είναι το πιο γνωστό κομμάτι της επικούρειας θεωρίας  Αρκεί μονάχα να θυμηθούμε την τετραφάρμακο.

Σε διαφορετικό κλίμα, με διαφορετικές ψυχοσυνθέσεις, ένα παρόμοιο σύστημα θα μπορούσε κάλλιστα να έχει οδηγήσει σ’ ένα είδος απάλειψης της προσωπικότητας, παρόμοιας με τη βουδιστική νιρβάνα. Αν αληθεύει ότι η σοφία συνίσταται στο να εξαλείψεις όλες σου τις επιθυμίες, στο να γίνεις αδιάφορος σε όλα τα ερεθίσματα για ανθρώπινη δραστηριότητα, το ιδανικό θα εύρισκε την πραγμάτωσή του στο να γίνεις εντελώς αναίσθητος, εντελώς ανέκφραστος και απαθής. Η καλύτερη ζωή θα ήταν αυτή στην οποία ζεις το λιγότερο· θα έμοιαζε ήδη με τον ύπνο του θανάτου. Παρ’ όλο που είναι πως αυτή η οπτική της ζωής έχει τα πλεονεκτήματά της, παραμένει γεγονός ότι δεν προσέλκυσε ποτέ το δυτικό πνεύμα και ειδικά τους Έλληνες και πως οι όποιες αντιστοιχίες με την επικούρεια θεωρία είναι επιφανειακές.

Η αδιαφορία για τα πλούτη και τις τιμές, η τετραφάρμακος, όλα αυτά είναι μονάχα το μέσον για να κατακτήσεις την αταραξία. Η αταραξία δεν περικλείει από μόνη της την ευτυχία. Είναι η απαραίτητη προϋπόθεση· είναι αδύνατο να είσαι ευτυχισμένος αν πονάς σωματικά ή ψυχικά. Όμως υπάρχει ένα θετικό περιεχόμενο στη μακαριότητα· οι αρνητικοί όροι που υποδηλώνουν την απουσία της ανησυχίας, του φόβου, ή του πόνου (αταραξία, αφοβία, απονία) εξισορροπούνται με θετικούς όρους που υποδηλώνουν μια κατάσταση φυσικής και πνευματικής χαράς (ευθυμία, χαρά, ευφροσύνη).

Αυτές οι ενεργές απολαύσεις, προφανώς, δεν πρέπει να σημαίνουν εξάρτηση από ανθρώπους ή περιστάσεις, που η έλλειψή τους θα μας έκανε να υποτροπιάσουμε σε ταραχή της ψυχής – γιατί αυτές οι απολαύσεις, καθώς εξαρτώνται από άλλους, μπορεί να εκλείψουν και θα υποφέραμε από την έλλειψή τους. Θα είναι τέτοιες που ο Σοφός θα μπορεί πάντα να τις έχει στη διάθεσή του και που θα συμμορφώνονται στην ιδέα της «αυτάρκειας». Θα είναι πάνω απ’ όλα πνευματικές απολαύσεις.

Αλλά ποια είναι η φύση αυτών των απολαύσεων; Το να ρωτάς σημαίνει ότι θέτεις το ζήτημα του «τρόπου ζωής» που ταιριάζει περισσότερο στο Σοφό· και ξέρουμε πως ο Επίκουρος είχε γράψει ένα βιβλίο πάνω σ’ αυτό το θέμα (Περί Βίων). Μερικά χρόνια πριν από τον Επίκουρο, ο Αριστοτέλης, στον Προτρεπτικό, είχε δείξει πόσο ανώτερη είναι μια ζωή μελέτης και περισυλλογής απ’ ό,τι η ζωή του πολιτικού ή του δημόσιου ανθρώπου.

Εκ πρώτης όψεως, ο φιλόσοφος του Κήπου δείχνει να συμμερίζεται αυτή την άποψη. «Ο Επίκουρος», μας λένε, «ήταν ο πολυγραφότερος συγγραφέας και ξεπέρασε όλους τους άλλους με τον αριθμό των έργων του. Υπάρχουν περισσότερα από τριακόσια έργα δικά του· και σε όλα, ο Επίκουρος διατυπώνει δικές του σκέψεις χωρίς να δανείζεται τίποτα από άλλους». Μόνον ο Χρύσιππος έδειχνε να συναγωνίζεται τον Επίκουρο απ’ αυτήν την άποψη (Ο Καρνεάδης τον αποκαλούσε άπληστο σκουλήκι που τρεφόταν από τα βιβλία του αντιπάλου του) μα τα γραπτά του ήταν γεμάτα παραθέματα όπως αυτά του Ζήνωνα και του Αριστοτέλη (Διογ. Λαέρτιος 26-27).

Ο Επίκουρος, συγγραφέας τριάντα επτά βιβλίων Περί Φύσεως και πολλών άλλων έργων πάνω σε παρόμοια θέματα, δεν μπορεί να θεωρούσε «τη μελέτη της φύσης» σαν εντελώς άσκοπη απασχόληση. Άλλωστε ο ίδιος δεν είχε πει στον Μενοικέα πως δεν θα έπρεπε ποτέ κανείς να σταματά τη μελέτη της φιλοσοφίας;

«Ο νέος άνθρωπος δεν πρέπει να αναβάλλει τη μελέτη της φιλοσοφίας ούτε πρέπει να τον κουράζει όταν μεγαλώνει. Γιατί δεν είναι ποτέ πολύ νωρίς ή πολύ αργά για να ασχοληθεί ο άνθρωπος με την υγεία της ψυχής του. Το να λέμε πως δεν έχει έλθει ακόμη η ώρα για να αφοσιωθούμε στη φιλοσοφία ή πως έχει περάσει, είναι σα να λέμε πως δεν έχει έλθει ακόμα η ώρα για να είμαστε ευτυχισμένοι ή πως έχει περάσει. Γι’ αυτό αποτελεί καθήκον μας να μελετάμε φιλοσοφία τόσο οι νέοι όσο και οι γέροι» (Επιστολή προς Μενοικέα 122).

Το να διαλογίζεται χωρίς ανάπαυλα στα πράγματα που φέρνουν την ευτυχία, το να διαλογίζεται μέρα νύχτα, μόνος ή παρέα με ανθρώπους σαν και κείνον, είναι, πίστευε ο Επίκουρος, η ουσιαστική υποχρέωση του Σοφού.

Αλλά πρέπει να καθορίσουμε επακριβώς τι σημαίνει αυτή η ζωή μελέτης και τι περιλαμβάνει. Κατ’ αρχήν, όχι μόνο δεν περιλαμβάνει αλλά κατηγορηματικά αποκλείει οτιδήποτε σηματοδοτούσε για τους Έλληνες η λέξη παιδεία, δηλαδή όλες τις «ελευθέριες τέχνες»· αυτό αποτελεί μια ριζική διαφορά μεταξύ της Επικούρειας Σοφίας και εκείνης, για παράδειγμα του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη. «Μακάριε», γράφει ο δάσκαλος στο νεαρό Πυθοκλή, «άνοιξε τα πανιά της βαρκούλας σου και σάλπαρε μακριά από κάθε παιδεία».

Οι επικούρειοι αντιμετωπίζονταν στην αρχαιότητα σαν εχθροί της μάθησης:

«Εκείνοι που έχουν δείξει την πιο ολοκληρωτική αντίθεση στη μάθηση είναι, όπως φαίνεται, οι Επικούρειοι, είτε γιατί πιστεύουν πως η μάθηση δεν προσφέρει τίποτα στην τελειοποίηση της σοφίας είτε, όπως πιστεύουν κάποιοι, γιατί ελπίζουν πως μ’ αυτόν τον τρόπο θα καλύψουν τη δική τους άγνοια (πράγματι η άγνοια του Επίκουρου για πολλά θέματα είναι σκανδαλώδης) είτε ίσως γιατί οι δύσκολες σπουδές των μαθητών του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη και άλλων σαν κι αυτούς τους δίνουνε στα νεύρα». (αποσπ. 227 Us.).

Ο Κικέρωνας μας πληροφορεί επίσης ότι αυτός ο αποκλεισμός επεκτεινόταν σε όλες τις ελευθέριες τέχνες.[3]

«Σας φαίνεται πως ο Επίκουρος δεν είναι τόσο μορφωμένος; Αυτό συμβαίνει γιατί σύμφωνα με την κρίση του δεν μετράει κανένα είδος μάθησης που δεν συνεισφέρει στην τέχνη του να ζεις ευτυχισμένος. Θα σπαταλήσει ο Σοφός το χρόνο του διαβάζοντας τους ποιητές που δεν προσφέρουν καμία στέρεη τροφή και από τους οποίους δεν αποκομίζεις τίποτα πέρα από μια παιδιάστικη απόλαυση; Θα γίνει σαν τον Πλάτωνα και θα ξοδεύεται στη μελέτη της μουσικής, της γεωμετρίας, της αριθμητικής και της αστρονομίας –σπουδές οι οποίες, ξεκινώντας από λαθεμένες αρχές, δεν μπορούν να είναι πραγματικές επιστήμες και οι οποίες, ακόμη, κι αν ήταν, δεν θα μας βοηθούσαν καθόλου στο να ζήσουμε όλοι πιο ευτυχισμένοι, δηλαδή, στο να ζήσουμε καλύτερα; Όσο καλλιεργεί αυτές τις τέχνες, δεν πρέπει να εγκαταλείψει εκείνη την άλλη τέχνη που είναι τόσο σημαντική, τόσο απαιτητική κι όμως, τόσο γόνιμη –την τέχνη του ζειν; Ας μην αποκαλούμε τον Επίκουρο αμαθή αλλά ανοήτους εκείνους τους ανθρώπους που πιστεύουν πως πρέπει να συνεχίζουν μέχρι τα γεράματα τις σπουδές που θα ήταν ατιμωτικό γι’ αυτούς να μην τις έχουν ακολουθήσει στη νεαρή τους ηλικία».

Κατά δεύτερο λόγο, αν απομένουν για το Σοφό μια σειρά από απαραίτητες σπουδές, αυτές από μόνες τους δεν συμποσούνται στη σοφία. Απλά σε προετοιμάζουν, απομακρύνοντας τα εμπόδια για την κατάκτηση της ευτυχίας. Αυτή είναι η αλήθεια της «Φυσικής» και της «Κανονικής» που εξαρτάται από τη «Φυσική». Τα κείμενα είναι σαφέστατα σ’ αυτό το σημείο:

«Αν δεν βασανιζόμασταν από τις ανησυχίες μας για τα ουράνια φαινόμενα, ή για το θάνατο, φοβούμενοι μήπως κατά κάποιο τρόπο μας αφορούν, και επιπλέον από την ανικανότητά μας να συλλάβουμε τα όρια των ταλαιπωριών και των επιθυμιών, δεν θα είχαμε ανάγκη τη μελέτη της φύσης (Κ. Δ. 11).

«Κάποιος που δεν γνωρίζει ποια είναι η φύση του σύμπαντος και ζει με το φόβο που προξενούν οι μύθοι, δεν μπορεί να απελευθερωθεί από το φόβο για τα πιο ουσιαστικά ζητήματα. Είναι, λοιπόν, αδύνατον να απολαύσουμε τη χαρά στην αγνή της μορφή χωρίς τη μελέτη της φύσης» (Κ. Δ. 12).

«Δεν ωφελεί να ασφαλιζόμαστε απέναντι στους ανθρώπους αν τα πράγματα πάνω και κάτω από τη γη, και γενικά οτιδήποτε στο άπειρο σύμπαν, παραμένουν για μας αντικείμενο φόβου» (Κ. Δ. 13).

«Πρώτα απ’ όλα ας καταλάβουμε πως η γνώση των ουράνιων φαινομένων, κρινόμενη είτε σε σχέση με άλλες θεωρίες είτε από μόνη της, δεν έχει άλλο στόχο από την ηρεμία του νου και μια ακλόνητη πεποίθηση· ακριβώς αυτός είναι και ο σκοπός όλων των άλλων σπουδών» (Επιστ. Προς Πυθοκλή 85· πρβλ. Επιστ. Προς Ηρόδοτο 78-82).

Μπορούμε τώρα να καθορίσουμε σε τι επίπεδο η μελέτη της φύσης αποκαλείται στοιχείο της μακαριότητας:

«Επιπλέον πρέπει να ξέρουμε πως το έργο της φυσικής επιστήμης είναι να μας οδηγήσει στην ακριβή γνώση των αιτίων των πιο ουσιαστικών ζητημάτων, και ότι η ευτυχία μας εξαρτάται ακριβώς από αυτή τη γνώση. Πρέπει να μάθουμε τι πραγματικά είναι τα ουράνια φαινόμενα και ό,τι σχετίζεται μ’ αυτά, για να φτάσουμε στην ευτυχία» (Επιστ. Προς Ηρόδοτο 78).

Για να ανακεφαλαιώσουμε, η ευτυχία έγκειται στην ηρεμία του νου. Οι πρωταρχικές προϋποθέσεις για την πνευματική γαλήνη είναι ο περιορισμός των επιθυμιών –εξ’ ου και η αποδέσμευση από τα πλούτη και τις τιμές- και μια ακλόνητη αυτοπεποίθηση όσον αφορά τους θεούς, τον πόνο και το θάνατο. Αυτή η αυτοπεποίθηση μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την ακριβή γνώση της φύσης. Η μελέτη της φύσης που απομακρύνει τις αιτίες του φόβου δεν έχει παρά μόνο «προοδευτική» αξία. Σαν τέτοια, παρ, όλα αυτά, είναι απαραίτητη για την απόκτηση της ευτυχίας.

Αλλά, θα ρωτήσει κανείς, αν η μελέτη της φύσης δεν αποτελεί την ουσία της ευτυχίας, σε τι συνίσταται η ευτυχία; Χωρίς αμφιβολία η απουσία του πόνου και της ανησυχίας αποτελούν από μόνα τους ευχαρίστηση, γιατί δεν υπάρχει ουδέτερη κατάσταση, σύμφωνα με τον Επίκουρο. Παρ’ όλα αυτά, δεν μπορούμε να ισχυριστούμε, χωρίς να παίζουμε με τις λέξεις, πως αυτή η αρνητική κατάσταση (α-πονία, α-ταραξία) προσδίδει κάποιο θετικό περιεχόμενο στην ιδέα της μακαριότητας. Επιπλέον, η ίδια η διδασκαλία και το παράδειγμα του Επίκουρου μας αναγκάζουν να ψάξουμε για κάτι παραπάνω.

Η επιστολή στον Μενοικέα παροτρύνει νέους και γέρους πάντα να διαλογίζονται. Στο φυσικό πόνο ο Σοφός παρηγορεί τον εαυτό του με τη θύμηση της περασμένης ευτυχίας. Και μάλιστα, σ’ έναν αφορισμό του (Επικ. Προσφ. 27), λέει:

«Σε πολλές άλλες ασχολίες, ο καρπός των προσπαθειών έρχεται αφού ολοκληρωθούν οι προσπάθειες· ενώστη φιλοσοφία η χαρά συμβαδίζει με τη γνώση. Γιατί η απόλαυση δεν έπεται της μάθησης, αλλά μάθηση και απόλαυση είναι ταυτόχρονες».

Οπότε η συζήτηση στρέφεται στην έννοια που δίνουμε σ’ αυτήν την «άσκηση της σοφίας». Στις αντίπαλες σχολές, ιδιαίτερα του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, η φιλοσοφία συνεπάγεται μακροχρόνιες σπουδές, από τη ρητορική μέχρι την επιστήμη των αριθμών, των σχημάτων και των ουρανίων σωμάτων. Όπως είδαμε, ο Επίκουρος, δεν σταμάτησε ποτέ να διακηρύσσει την ματαιότητα αυτών των σπουδών. Είναι άχρηστες ως προς την τέχνην του ζειν. Και πέρα απ’ αυτό, το να ακολουθείς είναι σαν να επιδιώκεις τον έπαινο του κοινού ανθρώπου· προσδίδει κύρος το να περνάς σαν ειδικός. «Ας αφήσουμε τους άλλους», ανταπαντά, «να μας επαινέσουν, αν θέλουν, και να μας ακολουθήσουν· εμάς το μόνο που πρέπει να μας απασχολεί είναι η θεραπεία της ψυχής μας» (Επικ. Προσφ. 64)[4].

Αυτό είναι το σημαντικό σημείο. Η σοφία σημαίνει πνευματική ζωή και η άσκηση της σοφίας είναι η εξάσκηση αυτής της ζωής. Αλλά ο Επίκουρος ήταν πολύ Έλληνας για να πιστεύει πως η γιατρειά της ψυχής μπορεί να επιτευχθεί στη μοναξιά. Ο άνθρωπος χρειάζεται γιατρό, πρέπει να νιώθει τη ζεστασιά της φιλίας γύρω του· γι’ αυτό πρέπει να εδραιωθεί αυτή η ιδανική συντροφικότητα του Δασκάλου με τους μαθητές του. Τόσο τα λεγόμενα του Σοφού για τη φιλία όσο και η συμπεριφορά του προς τους μαθητές του δείχνουν πόσο σημαντικός είναι ο ρόλος που παίζει η Επικούρεια Φιλία.

Ας ξεκινήσουμε μελετώντας τα ακόλουθα κείμενα: «Ο ευγενής αφοσιώνεται στη σοφία και στη φιλία· απ’ αυτές, η μια είναι θνητό αγαθό, η άλλη αθάνατο» (Επικ. Προσφ. 78). «Απ’ όλα τα πράγματα που μας προσφέρει η σοφία για να γίνει η ζωή μας ολοκληρωτικά ευτυχισμένη, το πιο σημαντικό είναι η φιλία» (Κύρια Δόξα 27). «Η φιλία χορεύει ολόγυρα από την οικουμένη καλώντας μας να ξυπνήσουμε για χάρη της ευτυχίας» (Επικ. Προσφ. 52). «Κάθε φιλία είναι από μόνη της αρετή, παρ’ όλο που έχει τις ρίζες της στην ανάγκη για βοήθεια» [Επικ. Προσφ. 23 – πρβλ. Διογ. Λαέρτιο I20: «Οι ανάγκες της ζωής γεννούν τη φιλία· οπωσδήποτε κάποιος πρέπει να κάνει την αρχή (όπως ρίχνουμε το σπόρο στη γη). Αλλά η φιλία δι8αμορφώνεται και συντηρείται με τη συντροφικότητα στην απόλαυση των ηδονών της ζωής»]. Αυτό που χρειαζόμαστε δεν είναι τόσο η βοήθεια που μας δίνουν οι φίλοι μας όσο η πίστη μας σ’ αυτή τη βοήθεια» (Επικ. Προσφ. 34). «Ούτε ο άνθρωπος που κοιτάζει πάντα το δικό του συμφέρον είναι φίλος ούτε ο άνθρωπος που δεν συνδέει ποτέ το συμφέρον με τη φιλία· γιατί ο πρώτος κάνει χάρες για να επωφεληθεί απ’ αυτές, ενώ ο δεύτερος ξεριζώνει κάθε ελπίδα για το μέλλον» (Επικ. Προσφ. 39). «Η ίδια πεποίθηση που μας καθησυχάζει ότι κανένα κακό δεν μπορεί να κρατήσει για πάντα ή για πολύ καιρό, μας βοηθάει επίσης να αντιληφθούμε πως η ακλόνητη αντοχή της φιλίας έγκειται ειδικά σ’ αυτόν τον περιορισμό των κακών στη ζωή μας» (Κύρια Δόξα 28). «Τόσο η μεγάλη βιασύνη όσο και η διστακτικότητα στη δημιουργία μιας φιλίας είναι εξίσου κατακριτέες· όμως για χάρη της φιλίας θα πρέπει να ’μαστε διατεθειμένοι ακόμα και κινδύνους να διατρέξουμε» (Επικ. Προσφ. 28). «Ο Σοφός υποφέρει περισσότερο όταν βλέπει τους φίλους του να βασανίζονται παρά όταν βασανίζεται ο ίδιος» (Επικ. Προσφ. 56). «Συμπάσχουμε με τους φίλους μας όχι με θρήνους αλλά βοηθώντας τους» (Επικ. Προσφ. 66). «Το να αντικρίζουμε τους κοντινούς μας συγγενείς είναι το ωραιότερο πράγμα, όταν οι δεσμοί αίματος είναι και δεσμοί της καρδιάς ή όταν μας ωθούν σε τέτοια σχέση» (Επικ. Προσφ. 61).

Από τα κείμενα αυτά, τα υπ’ αριθμ. 1-3 υπογραμμίζουν την αξία της φιλίας, τα 4-6 ορίζουν τη φύση της και τα 7-10 δείχνουν πόσο δυνατή είναι η πραγματική φιλία και σε τι επίπεδα μπορεί να φτάσει.

Αλλά αν τη πάρουμε συνολικά, ποια είναι η σημασία της Επικούρειας φιλίας; η κατανόηση των αναγκών εκείνης της εποχής θα μας βοηθήσει να συμπεράνουμε την πραγματική της φύση.

Το τέλος του τέταρτου αιώνα ήταν μια εποχή μεγάλης ηθικής σύγχυσης. Από τη μια, καθώς η πόλη είχε χάσει την ελεύθερη απόλαυση της ανεξαρτησίας της, η δομή του Κράτους, για την οποία μπορούσε κανείς να πει πως είχε την ακαμψία Εκκλησίας, είχε εξασθενίσει και δεν ήταν το ίδιο ικανή να υποστηρίξει το άτομο, να το καθοδηγήσει ή να το εμψυχώσει σε περίπτωση ανάγκης. Επιπλέον, οι δεσμοί της οικογένειας δεν ήταν το ίδιο ισχυροί στην Ελλάδα όσο τα προηγούμενα χρόνια. Από την άλλη, η δομή του κράτους και της οικογένειας εξασθενούσαν σε μια περίοδο που η ανάλυση των λεπτών διακρίσεων της σκέψης και του συναισθήματος, είχαν ήδη φτάσει στα άκρα και είχαν οδηγήσει σε μια εκλεπτυσμένη πολιτισμική κατάσταση που δεν μπορούσε παρά να κάνει τις συνειδήσεις πιο ευαίσθητες και πιο ανήσυχες. Σύντομα θα εμφανιζόταν η ανάγκη για ηθική καθοδήγηση· σύντομα ο Σοφός θα ήταν ουσιαστικά ένας πνευματικός καθοδηγητής.

Ο Επίκουρος είχε προετοιμαστεί ιδανικά γι’ αυτό το έργο. Κανείς δεν είχε υποφέρει περισσότερο από τις πολιτικές αναταραχές της εποχής. Στην ηλικία των δεκαεννιά χρόνων είχε διωχθεί από την πατρίδα του. Αναγκάστηκε, χωρίς δάσκαλο, να οικοδομήσει το δικό του φιλοσοφικό σύστημα. Όλοι οι άνθρωποι επιθυμούν την ευτυχία, αυτή, όμως, η οικουμενική επιδίωξη συνεχώς αναχαιτίζεται. Γιατί συνέβαινε αυτό; Μήπως γιατί, μέχρι τότε, οι άνθρωποι είχαν σχηματίσει μια λαθεμένη ιδέα της ευτυχίας; Ο Επίκουρος έλυσε το πρόβλημα για τον εαυτό του με τη θεωρία της αταραξίας· βρήκε τη σωτηρία και, σαν συνέπεια, θέλησε να γίνει ο σωτήρας της ανθρωπότητας, και ιδιαίτερα των νέων.

Οι νέοι, πράγματι, συνέρρεαν γύρω του. Γνώριζε πως μια από τις πιο βαθιές ανάγκες της εφηβείας είναι το να βρεις έναν καθοδηγητή του οποίου ο λόγος και το παράδειγμα θα είναι νόμος· και πως δεν υπάρχει μεγαλύτερη χαρά σ’ αυτήν την ηλικία από τον ενθουσιασμό για έναν δάσκαλο. «Ο σεβασμός για τον Σοφό είναι μεγάλη ευλογία γι’ αυτούς που τον νιώθουν» (Επικ. Προσφ. 32). Επιπλέον η ζωή που ζούσε, η σίγουρη αυθεντία της θεωρίας του, και η ακλόνητη σταθερότητα του στα χτυπήματα της μοίρας έδινε την εντύπωση πως ήταν κάτι παραπάνω από άνθρωπος: «Η ζωή του Επίκουρου, συγκρινόμενη με τις ζωές των άλλων ανθρώπων, θα μπορούσε να θεωρηθεί μύθος· τόση ηρεμία και αυτάρκεια είχε». (Επικ. Προσφ. 36). Έτσι μιλούσαν οι πρώτης γενιάς μαθητές του.

Τρεις αιώνες αργότερα, ο Λουκρήτιος επαναλαμβάνει τον έπαινο:

«Ήταν θεός! Ναι, Μέμμιε, μονάχα ένας θεός θα μπορούσε να ανακαλύψει πρώτος αυτόν τον τρόπο ζωής που σήμερα ονομάζουμε Σοφία».

Βρισκόμαστε τώρα σε πλεονεκτικότερη θέση για να κατανοήσουμε τη σημασία της φιλίας που έδενε το Δάσκαλο με τους μαθητές του στη Σχολή και τους μαθητές μεταξύ τους.

Προστατευμένη από τον κόσμο και τα χτυπήματα της Μοίρας, αυτή η μικρή ομάδα είχε την αίσθηση πως είχε βρει ένα λιμάνι. Φώλιαζαν μαζί κάτω από την προστασία του Σοφού του οποίου τα λόγια εκλαμβάνονταν σαν χρησμοί. Δεν χρειαζόταν πια να αμφιβάλουν ή να επανεξετάζουν τα προβλήματά τους· ο Επίκουρος τους τα είχε λύσει άπαξ και δια παντός. Τους αρκούσε να πιστεύουν, να υπακούουν και να αγαπάνε ο ένας τον άλλον· «Ω δρόμε ανοιχτέ, εύκολε και ίσιε» (Κικέρων, Περί Ορίων…). Καθώς δεν είχαν πια άλλη φροντίδα πέρα από το να πασχίζουν να καταλαβαίνουν καλύτερα όσα έλεγε ο Δάσκαλος, η φιλία δεν ήταν μονάχα, όπως σε άλλες σχολές, ένα ερέθισμα στη διαδικασία της έρευνας· έγινε η πρωταρχική επιδίωξη των εκλεκτών. Ο καθένας έπρεπε να συνεισφέρει για να δημιουργηθεί εκείνη η ατμόσφαιρα στην οποία οι καρδιές θα άνθιζαν σαν λουλούδια. Το να είσαι ευτυχισμένος ήταν ζήτημα πρωταρχικής σημασίας και η αμοιβαία αγάπη και εμπιστοσύνη με την οποία οι μαθητές βασίζονταν ο ένας στον άλλο συνεισέφερε τα μέγιστα σ’ αυτήν την ευτυχία.

Αναμφίβολα ο Επικούρειος κύκλος δεν θα απέφυγε τα λάθη που είναι κοινά στις κλίκες. Θεωρούσαν τους εαυτούς του ανώτερους από τους υπόλοιπους ανθρώπους και υπήρχε ένα πνεύμα κολακείας.[5] Αλλά όλα δείχνουν πως η Επικούρεια Φιλία παρέμεινε το κύριο θέλγητρο της Σχολής μέχρι και την εποχή της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. 

Ο Επικουρισμός ήταν περισσότερο ένα πνεύμα παρά θεωρία, ένα πνεύμα ενσαρκωμένο στους στενά δεμένους κύκλους των οποίων τα μέλη τηρούσαν ευσυνείδητα τα λόγια του Δασκάλου και λάτρευαν τη φιλία. Σ’ έναν κόσμο όπου η δομή της πόλης και της οικογένειας έτειναν να εξαφανιστούν, ο Επίκουρος πέτυχε να δημιουργήσει μια καινούργια οικογένεια. Μπορούμε να είμαστε σίγουροι πως σ’ αυτό το σημείο κρύβεται το μυστικό της μακροχρόνιας γοητείας του.
-------------------------
[1] Δ. Λαέρτιος, 10: Από υπερβολική εύνοια προς τους ανθρώπους, ο Επίκουρος δεν καταπιάστηκε με την πολιτική.

[2] Γι’ αυτή την περιφρόνηση των τιμών και της δημόσιας προβολής, πρβλ. Κύριαι Δόξαι 7 (ένδοξοι και περίβλεπτοι), Επικ. Προσφ. 81 (η παρά τοις πολλοίς τιμή και περίβλεψις).

[3] Κικέρων, Περί των Ορίων του Καλού και του Κακού (De Finibus I, 27,71).

[4] Πρβλ. Επιστολή προς Μενοικέα, 122. Επικ. Προσφ. 54.

[5] Αφθάρτους και ισοθέους αποκαλούντες αυτούς (Πλουτάρχου Ότι ουκ έστιν ηδέως ζην κατ’ Επίκουρον 7).

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ, ΠΡΟΟΙΜΙΑ

ΔΗΜ πρ 20.1–3

Γιατί περιττεύουν οι αιτιάσεις και οι κατηγορίες κατά τις αγορεύσεις – Ο στόχος του ομιλητή

[1] Καὶ δίκαιον, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, καὶ συμφέρον ὑμῖν
ἡγοῦμαι τὰς μὲν αἰτίας καὶ τὰς κατηγορίας, ὅταν βου-
λεύεσθαι δέῃ, παραλείπειν, περὶ τῶν παρόντων δὲ λέγειν ὅ
τι βέλτιστον ἕκαστος ἡγεῖται. ὅτι μὲν γάρ τινων αἰτίων
ὄντων κακῶς τὰ πράγματ’ ἔχει, πάντες ἐπιστάμεθα· ἐξ ὅτου
δὲ τρόπου βελτίω δύναιτ’ ἂν γενέσθαι, τοῦτο τοῦ συμβου-
λεύοντος ἔργον εἰπεῖν. [2] ἔπειτ’ ἔγωγε νομίζω καὶ κατηγόρους
εἶναι τῶν ἀδικούντων χαλεποὺς οὐ τοὺς ἐν τοιούτοις καιροῖς
ἐξετάζοντας τὰ πεπραγμένα, ὅτ’ οὐδεμίαν δώσουσι δίκην,
ἀλλὰ τοὺς τοιοῦτό τι συμβουλεῦσαι δυνηθέντας ἀφ’ οὗ
βελτίω τὰ παρόντα γένοιτ’ ἄν· διὰ γὰρ τούτους ἐφ’ ἡσυχίας
καὶ παρ’ ἐκείνων ἐγγένοιτ’ ἂν ὑμῖν δίκην λαβεῖν. [3] τοὺς μὲν
οὖν ἄλλους λόγους πάντας περιέργους ἡγοῦμαι, ἃ δ’ ἂν οἶμαι
συνενεγκεῖν περὶ ὧν νυνὶ σκοπεῖτε, ταῦτ’ εἰπεῖν πειράσομαι,
τοσοῦτον ἀξιώσας μόνον· ἂν ἄρα του μεμνῶμαι τῶν πεπραγ-
μένων, μὴ κατηγορίας μ’ ἕνεχ’ ἡγεῖσθε λέγειν, ἀλλ’ ἵνα δείξας
ἃ τόθ’ ἡμάρτετε, νῦν ἀποτρέψω ταὐτὰ παθεῖν.

***
[1] Και δίκαιον, άνδρες Αθηναίοι, και συμφέρον νομίζω ότι είναι εις σας τας μεν αιτιάσεις και κατηγορίας να παραλείπη τις, οσάκις πρέπει να σκέπτεται, να λέγη δε περί των παρόντων ό,τι έκαστος θεωρεί άριστον. Διότι, ότι μεν τα πράγματα έχουν κακώς, επειδή μερικοί πταίουν διά τούτο, όλοι γνωρίζομεν καλώς, με ποίον δε τρόπον ήθελον δυνηθή αυτά να γίνουν καλύτερα, τούτο είναι έργον του συμβουλεύοντος να είπη. [2] Έπειτα εγώ νομίζω ότι και φοβεροί κατήγοροι των αδικούντων δεν είναι εκείνοι οι οποίοι εξετάζουν τας πράξεις εις τοιαύτας περιστάσεις, κατά τας οποίας δεν θα τιμωρηθούν καθόλου οι αδικούντες, αλλ' εκείνοι, οι οποίοι θα δυνηθούν να συμβουλεύσουν τοιούτον τι, διά του οποίου τα παρόντα θα γίνουν καλύτερα· διότι εξ αιτίας τούτων εν καιρώ ειρήνης και εκείνους ηθέλετε δυνηθή να τιμωρήσετε. [3] Λοιπόν τους μεν άλλους λόγους θεωρώ περιττούς, εκείνα δε τα οποία νομίζω, ότι θα ήσαν ωφέλιμα εις σας εν σχέσει προς εκείνα περί των οποίων σκέπτεσθε, ταύτα θα προσπαθήσω να σας αναπτύξω, αφού διατυπώσω την εξής μόνον αξίωσιν· αν τυχόν μνημονεύσω κάτι εκ των πεπραγμένων, να μη νομίζετε ότι λέγω ταύτα διά να κατηγορήσω, αλλά ίνα, αφού δείξω εκείνα διά τα οποία τότε διεπράξατε σφάλματα, τώρα σας αποτρέψω από του να πάθετε τα ίδια.

Παρασκευή 19 Αυγούστου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ὀδύσσεια (11.81-11.149)

Νῶϊ μὲν ὣς ἐπέεσσιν ἀμειβομένω στυγεροῖσιν
ἥμεθ᾽, ἐγὼ μὲν ἄνευθεν ἐφ᾽ αἵματι φάσγανον ἴσχων,
εἴδωλον δ᾽ ἑτέρωθεν ἑταίρου πόλλ᾽ ἀγόρευεν.
Ἦλθε δ᾽ ἐπὶ ψυχὴ μητρὸς κατατεθνηυίης,
85 Αὐτολύκου θυγάτηρ μεγαλήτορος Ἀντίκλεια,
τὴν ζωὴν κατέλειπον ἰὼν εἰς Ἴλιον ἱρήν.
τὴν μὲν ἐγὼ δάκρυσα ἰδὼν ἐλέησά τε θυμῷ·
ἀλλ᾽ οὐδ᾽ ὣς εἴων προτέρην, πυκινόν περ ἀχεύων,
αἵματος ἆσσον ἴμεν, πρὶν Τειρεσίαο πυθέσθαι.
90 Ἦλθε δ᾽ ἐπὶ ψυχὴ Θηβαίου Τειρεσίαο,
χρύσεον σκῆπτρον ἔχων, ἐμὲ δ᾽ ἔγνω καὶ προσέειπε·
«Διογενὲς Λαερτιάδη, πολυμήχαν᾽ Ὀδυσσεῦ,
τίπτ᾽ αὖτ᾽, ὦ δύστηνε, λιπὼν φάος ἠελίοιο
ἤλυθες, ὄφρα ἴδῃ νέκυας καὶ ἀτερπέα χῶρον;
95 ἀλλ᾽ ἀποχάζεο βόθρου, ἄπισχε δὲ φάσγανον ὀξύ,
αἵματος ὄφρα πίω καί τοι νημερτέα εἴπω.»
Ὣς φάτ᾽, ἐγὼ δ᾽ ἀναχασσάμενος ξίφος ἀργυρόηλον
κουλεῷ ἐγκατέπηξ᾽· ὁ δ᾽ ἐπεὶ πίεν αἷμα κελαινόν,
καὶ τότε δή με ἔπεσσι προσηύδα μάντις ἀμύμων·
100 «Νόστον δίζηαι μελιηδέα, φαίδιμ᾽ Ὀδυσσεῦ·
τὸν δέ τοι ἀργαλέον θήσει θεός· οὐ γὰρ ὀΐω
λήσειν ἐννοσίγαιον, ὅ τοι κότον ἔνθετο θυμῷ,
χωόμενος ὅτι οἱ υἱὸν φίλον ἐξαλάωσας.
ἀλλ᾽ ἔτι μέν κε καὶ ὣς κακά περ πάσχοντες ἵκοισθε,
105 αἴ κ᾽ ἐθέλῃς σὸν θυμὸν ἐρυκακέειν καὶ ἑταίρων,
ὁππότε κεν πρῶτον πελάσῃς εὐεργέα νῆα
Θρινακίῃ νήσῳ, προφυγὼν ἰοειδέα πόντον,
βοσκομένας δ᾽ εὕρητε βόας καὶ ἴφια μῆλα
Ἠελίου, ὃς πάντ᾽ ἐφορᾷ καὶ πάντ᾽ ἐπακούει.
110 τὰς εἰ μέν κ᾽ ἀσινέας ἐάᾳς νόστου τε μέδηαι,
καί κεν ἔτ᾽ εἰς Ἰθάκην κακά περ πάσχοντες ἵκοισθε·
εἰ δέ κε σίνηαι, τότε τοι τεκμαίρομ᾽ ὄλεθρον
νηΐ τε καὶ ἑτάροις· αὐτὸς δ᾽ εἴ πέρ κεν ἀλύξῃς,
ὀψὲ κακῶς νεῖαι, ὀλέσας ἄπο πάντας ἑταίρους,
115 νηὸς ἐπ᾽ ἀλλοτρίης· δήεις δ᾽ ἐν πήματα οἴκῳ,
ἄνδρας ὑπερφιάλους, οἵ τοι βίοτον κατέδουσι
μνώμενοι ἀντιθέην ἄλοχον καὶ ἕδνα διδόντες.
ἀλλ᾽ ἦ τοι κείνων γε βίας ἀποτίσεαι ἐλθών·
αὐτὰρ ἐπὴν μνηστῆρας ἐνὶ μεγάροισι τεοῖσι
120 κτείνῃς ἠὲ δόλῳ ἢ ἀμφαδὸν ὀξέϊ χαλκῷ,
ἔρχεσθαι δὴ ἔπειτα, λαβὼν εὐῆρες ἐρετμόν,
εἰς ὅ κε τοὺς ἀφίκηαι οἳ οὐ ἴσασι θάλασσαν
ἀνέρες, οὐδέ θ᾽ ἅλεσσι μεμιγμένον εἶδαρ ἔδουσιν·
οὐδ᾽ ἄρα τοὶ ἴσασι νέας φοινικοπαρῄους,
125 οὐδ᾽ εὐήρε᾽ ἐρετμά, τά τε πτερὰ νηυσὶ πέλονται.
σῆμα δέ τοι ἐρέω μάλ᾽ ἀριφραδές, οὐδέ σε λήσει·
ὁππότε κεν δή τοι ξυμβλήμενος ἄλλος ὁδίτης
φήῃ ἀθηρηλοιγὸν ἔχειν ἀνὰ φαιδίμῳ ὤμῳ,
καὶ τότε δὴ γαίῃ πήξας εὐῆρες ἐρετμόν,
130 ῥέξας ἱερὰ καλὰ Ποσειδάωνι ἄνακτι,
ἀρνειὸν ταῦρόν τε συῶν τ᾽ ἐπιβήτορα κάπρον,
οἴκαδ᾽ ἀποστείχειν ἔρδειν θ᾽ ἱερὰς ἑκατόμβας
ἀθανάτοισι θεοῖσι, τοὶ οὐρανὸν εὐρὺν ἔχουσι,
πᾶσι μάλ᾽ ἑξείης· θάνατος δέ τοι ἐξ ἁλὸς αὐτῷ
135 ἀβληχρὸς μάλα τοῖος ἐλεύσεται, ὅς κέ σε πέφνῃ
γήρᾳ ὕπο λιπαρῷ ἀρημένον· ἀμφὶ δὲ λαοὶ
ὄλβιοι ἔσσονται· τὰ δέ τοι νημερτέα εἴρω.»
Ὣς ἔφατ᾽, αὐτὰρ ἐγώ μιν ἀμειβόμενος προσέειπον·
«Τειρεσίη, τὰ μὲν ἄρ που ἐπέκλωσαν θεοὶ αὐτοί.
140 ἀλλ᾽ ἄγε μοι τόδε εἰπὲ καὶ ἀτρεκέως κατάλεξον·
μητρὸς τήνδ᾽ ὁρόω ψυχὴν κατατεθνηυίης·
ἡ δ᾽ ἀκέουσ᾽ ἧσται σχεδὸν αἵματος, οὐδ᾽ ἑὸν υἱὸν
ἔτλη ἐσάντα ἰδεῖν οὐδὲ προτιμυθήσασθαι·
εἰπέ, ἄναξ, πῶς κέν με ἀναγνοίη τὸν ἐόντα;»
145 Ὣς ἐφάμην, ὁ δέ μ᾽ αὐτίκ᾽ ἀμειβόμενος προσέειπε·
«ῥηΐδιόν τοι ἔπος ἐρέω καὶ ἐνὶ φρεσὶ θήσω·
ὅν τινα μέν κεν ἐᾷς νεκύων κατατεθνηώτων
αἵματος ἄσσον ἴμεν, ὁ δέ τοι νημερτὲς ἐνίψει·
ᾧ δέ κ᾽ ἐπιφθονέοις, ὁ δέ τοι πάλιν εἶσιν ὀπίσσω.»

***
Οι δυο μας τότε, συναλλάσσοντας λόγια λυπητερά,
μέναμε αντίκρυ ένας στον άλλο: στη μια μεριά εγώ, με το σπαθί στο χέρι,
φυλάγοντας το αίμα· στην άλλη η σκιά του εταίρου
μιλούσε κι έλεγε πολλά.
Κι ήλθε η ψυχή της μάνας μου — είχε στο μεταξύ πεθάνει,
η Αντίκλεια, κόρη του μεγαλόκαρδου Αυτόλυκου,
που ζωντανή την άφησα πηγαίνοντας στην άγια Τροία.
Την είδα, και τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα, λύπη η ψυχή μου·
ωστόσο την εμπόδισα στο αίμα να σιμώσει,
μόλο που μ᾽ έτρωγε ο καημός, προτού τον Τειρεσία
ρωτήσω για να μάθω.
90 Κι ήλθε και του θηβαίου Τειρεσία η ψυχή· κρατούσε
το χρυσό του σκήπτρο, αμέσως μ᾽ αναγνώρισε και με προσφώνησε:
«Βλαστάρι του Διός, γιε του Λαέρτη, πολυμήχανε Οδυσσέα,
πώς και γιατί, ω δύστυχε, το φως του ήλιου εγκαταλείποντας,
ήλθες εδώ να βρεις νεκρούς σ᾽ αυτόν τον έρμο τόπο;
Ωστόσο τώρα από τον λάκκο παραμέρισε και πέρα κάνε
με το κοφτερό σπαθί σου· αίμα να πιω, για να σου πω
την πάσα αλήθεια.»
Υπάκουσα στα λόγια του κι αμέσως υποχώρησα, το ξίφος μου
με τ᾽ αργυρά καρφιά μπήκε ξανά στη θήκη του· εκείνος ήπιε
από το μαύρο αίμα, και τότε γύρισε στο μέρος μου
κι έτσι μου μίλησε ο τέλειος μάντης:
100 «Τον νόστο σου γυρεύεις, γλυκόν σαν μέλι, Οδυσσέα περίφημε.
Όμως κάποιος θεός θα σου σταθεί στον δρόμο σου φραγμός, γιατί
δεν το πιστεύω πως θα ξεχάσει ο Κοσμοσείστης εκείνη την οργή
που άναψε μέσα του, όταν χολώθηκε μαζί σου, που τύφλωσες
τον ίδιο του τον γιο.
Παρ᾽ όλα αυτά, έστω με βάσανα και πάθη, μπορεί και να νοστήσετε,
φτάνει να συγκρατήσεις τις ορμές σου, εσύ κι οι σύντροφοί σου,
όταν θ᾽ αράξεις κάποτε με το καράβι σου γερό
στης Θρινακίας το νησί, γλιτώνοντας από το μπλάβο πέλαγο.
Θα βρείτε εκεί βόδια να βόσκουν θηλυκά, πρόβατα μαλλιαρά —
στον Ήλιο ανήκουν, που τα πάντα βλέπει από ψηλά, τα πάντα ακούει.
110 Ανίσως και δεν τα πειράξεις, στον νόστο σου προσηλωμένος,
μπορεί, έστω με βάσανα και πάθη, να φτάσετε και στην Ιθάκη·
αν όμως τα πειράξεις, τότε προβλέπω όλεθρο,
για το καράβι σου και τους συντρόφους· αλλά κι εσύ, που ίσως γλιτώσεις,
λέω πως αργά κι άσχημα θα γυρίσεις πίσω, θα χάσεις όλους τους συντρόφους,
θα ταξιδέψεις σε καράβι ξένο· όμως κι εκεί, στο σπίτι σου, σε περιμένουν
άλλες συμφορές, μνηστήρες αλαζόνες, που μαδούν το βιος σου,
που θέλουν την ισόθεη γυναίκα σου δική τους,
τάζοντας δώρα για τη νύφη —
και μολαταύτα, γυρίζοντας, θα εκδικηθείς την αδικία αυτή.
Όταν ωστόσο τους μνηστήρες, στο παλάτι,
120 με τον χαλκό που κόβει τους σκοτώσεις, είτε με δόλο ή και φανερά,
τότε πιάσε στο χέρι σου κουπί καλά αρμοσμένο
και κίνησε, ώσπου να φτάσεις σ᾽ ανθρώπους που δεν είδαν θάλασσα,
που αλατισμένο δεν τρων το φαγητό τους·
δεν ξέρουν καν τα πλοία, βαμμένα κόκκινα στα μάγουλα τους,
ή τα καλά κουπιά, που γίνονται φτερά των καραβιών.
Και θα σου πω κι άλλο σημάδι πεντακάθαρο — μην το ξεχάσεις·
όταν στον δρόμο σου βρεθεί οδοιπόρος
να πει πως λιχνιστήρι φέρνεις στον όμορφο ώμο σου,
τότε κι εσύ μπήξε στο χώμα το καλάρμοστο κουπί,
130 και πρόσφερε θυσίες καλές στον μέγα Ποσειδώνα —
κριάρι, ταύρο, κάπρο που καβαλάει γουρούνια.
Ύστερα γύρνα στην πατρίδα σου, εκεί θυσίασε
μιαν εκατόμβη στους αθάνατους θεούς που τον πλατύ ουρανό κατέχουν,
σ᾽ όλους με τη σειρά.
Ο θάνατός σου λέω θα σε βρει απόμακρα απ᾽ τη θάλασσα,
ήσυχος και γλυκός, τέτοιος θα ᾽ρθει για να σε σβήσει
σε βαθιά, μεστά γεράματα· και γύρω σου λαοί,
όλοι θα ζουν ευτυχισμένοι. Αυτός ο λόγος μου,
αλάνθαστος κι αληθινός.»
Έτσι μου μίλησε, κι εγώ του ανταποκρίθηκα:
«Το ξέρω τώρα, Τειρεσία· τη μοίρα μου την έκλωσαν μόνοι τους οι θεοί.
140 Αλλά και κάτι άλλο να μου πεις, μην κρύψεις την αλήθεια·
βλέπω μπροστά μου την ψυχή της πεθαμένης μάνας μου,
αμίλητη κοντά στο αίμα, να μην μπορεί τον ίδιο της τον γιο
στα μάτια να αντικρίσει, καν να τον προσφωνήσει.
Ω μάντη, πες μου πώς θα γίνει ν᾽ αναγνωρίσει το ποιος είμαι,
πως είμαι ζωντανός;»
Έτσι του μίλησα, κι αυτός πήρε τον λόγο αμέσως, είπε:
«Εύκολη συμβουλή θα πω, για να τη στοχαστείς·
όποιος απ᾽ τους νεκρούς, που ο θάνατος τους βρήκε,
σιμώσει στο αίμα, αυτός θα σου μιλήσει την αλήθεια·
σ᾽ όποιον όμως το αίμα το αρνηθείς, θα υποχωρήσει και θα φύγει.»

Eckhart Tolle: Αυτό που συμβατικά αποκαλούμε «αγάπη» είναι η στρατηγική του «εγώ» για να αποφύγει να αφεθεί

Αυτό που συμβατικά αποκαλούμε «αγάπη» είναι η στρατηγική του «εγώ» για να αποφύγει να αφεθεί.

Αναζητάτε κάποιον να σας δώσει κάτι το οποίο μπορεί να έρθει σε εσάς μόνο στην κατάσταση της παράδοσης, στην κατάσταση του να αφήνεστε.

Η Ισπανική γλώσσα είναι η πιο ειλικρινής σε αυτή την εκτίμηση. «Te quiero» σημαίνει ταυτόχρονα «σ' αγαπώ» και «σε θέλω» ενώ η αληθινή αγάπη δεν έχει μέσα της το «σε θέλω», δεν έχει επιθυμία να κατέχει κάποιον ή να θέλει να αλλάξει ο άλλος σύντροφος.

Το «εγώ» θεωρεί τον άλλον ξεχωριστό. Χρησιμοποιεί αυτό το άτομο για να καλύψει τη διαρκή αίσθηση της δυσφορίας που νιώθει, την αίσθηση του ανικανοποίητου, τον θυμό ή το μίσος που αισθάνεται και όλα αυτά συνδέονται στενά μεταξύ τους.

Αυτές είναι εκφάνσεις μιας υποκειμενικής στάσης η οποία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την κατάσταση του «εγώ».

Όταν το «εγώ» ξεχωρίζει κάτι και λέει «αγαπώ» αυτό ή εκείνο, είναι μια ασυνείδητη προσπάθεια να σκεπάσει ή να αφαιρέσει τα βαθιά ριζωμένα αισθήματα που πάντα συνοδεύουν το «εγώ»: τη δυσαρέσκεια, τη δυστυχία ή την αίσθηση της ανεπάρκειας η οποία είναι τόσο οικεία.

Για λίγο, αυτή η ψευδαίσθηση πραγματικά λειτουργεί.

Έπειτα αναπόφευκτα, σε κάποιο βαθμό, το άτομο που έχετε ξεχωρίσει στα μάτια σας, αποτυχαίνει να λειτουργήσει ως σκέπασμα του πόνου, του μίσους, της δυσαρέσκειας ή της δυστυχίας, τα οποία όλα αυτά έχουν τις ρίζες τους στην ανεπάρκεια και στην μη ολοκλήρωση που αισθάνεται το «εγώ» σας.

Έπειτα, έρχεται το συναίσθημα πως όλα σκεπάστηκαν και έτσι προβάλλετε στο ξεχωριστό εκείνο πρόσωπο την προσδοκία πως θα «σας σώσει».

Ξαφνικά όμως η αγάπη γυρνάει σε μίσος. Το «εγώ» δεν συνειδητοποιεί ότι το μίσος είναι προβολή του γενικού πόνου που ακόμη νιώθετε μέσα σας. Το «εγώ» πιστεύει ότι αυτό το πρόσωπο δημιουργεί αυτόν τον πόνο.

Κι έτσι δεν συνειδητοποιείτε πως ο πόνος είναι το γενικό συναίσθημα το οποίο προέρχεται από το γεγονός ότι δεν είσαστε συνδεδεμένοι με το βαθύτερο επίπεδο της ύπαρξής σας.

Το αντικείμενο της αγάπης είναι ανταλλάξιμο όπως ανταλλάξιμο είναι και το αντικείμενο που θέλει το «εγώ».

Μερικοί άνθρωποι κάνουν πολλές σχέσεις. Ερωτεύονται και παύουν να είναι ερωτευμένοι πολλές φορές. Αγαπούν έναν άνθρωπο για όσο καλύπτει τον πόνο τους, μέχρι να σταματήσει να το κάνει.

Μόνο το να αφήνεστε μπορεί να σας δώσει αυτό που αναζητάτε ως αντικείμενο αγάπης.

Το «εγώ» λέει πως το να αφήνεστε δεν είναι απαραίτητο επειδή αγαπάτε αυτό το άτομο. Είναι φυσικά μια ασυνείδητη διαδικασία.

Τη στιγμή που αποδέχεστε εντελώς αυτό που είναι στην παρούσα στιγμή, κάτι μέσα σας συνειδητοποιεί πως νιώθει μια έμφυτη, μόνιμη γαλήνη, ακίνητη και γεμάτη ζωντάνια.

Είναι άνευ όρων, είναι η αληθινή σας ουσία. Είναι αυτό που αναζητούσατε ως αντικείμενο αγάπης. Είναι ο εαυτός σας.

Όταν συμβαίνει, ένα εντελώς διαφορετικό είδος αγάπης είναι παρόν το οποίο δεν υπόκειται στο δίδυμο αγάπη / μίσος.

Αυτή η αγάπη δεν ξεχωρίζει κανέναν. Είναι παράλογο να χρησιμοποιείται ακόμη και η ίδια λέξη γι' αυτήν την κατάσταση.

Τώρα ακόμη και η φυσιολογική αγάπη / μίσος σχέση μπορεί να εισέλθει στην κατάσταση της απελευθέρωσης.

Προσωρινά και για σύντομο χρονικό διάστημα θα συμβαίνει: θα βιώνετε μια βαθύτερη, εσωτερική αγάπη η οποία αποδέχεται ολοκληρωτικά το γεγονός ότι μερικές φορές θα λάμπει ακόμη και μέσα από μια εγωιστική σχέση.

Αν αυτή η απελευθέρωση και παράδοση δεν επιτυγχάνεται, θα καλύπτεται ξανά με το παλιό εγωιστικό μοτίβο.

Οπότε, δεν λέω ότι η βαθιά, αληθινή αγάπη δεν μπορεί να είναι παρούσα σποραδικά, ακόμη και σε μια φυσιολογική αγάπη / μίσους σχέση. Αλλά είναι σπάνιο και κρατάει λίγο.

Όταν αποδεχθείτε αυτό που είναι στην παρούσα στιγμή, κάτι βαθύτερο συγχωνεύεται από αυτό που είναι. Οπότε, μπορεί να τύχει να παγιδευτείτε στο πιο επώδυνο εσωτερικό ή εξωτερικό δίλλημα, στα πιο επώδυνα αισθήματα ή καταστάσεις αλλά από τη στιγμή που αποδέχεστε όλα αυτά ακριβώς όπως είναι, πηγαίνετε πέρα από αυτά.

Ακόμη και αν αισθάνεστε μίσος, τη στιγμή που αποδέχεστε αυτό το μίσος, αυτό δηλαδή που αισθάνεστε, το υπερβαίνετε. Μπορεί ακόμη να βρίσκεται εκεί αλλά απρόσμενα θα βρεθείτε σε αυτό το βαθύτερο μέρος όπου το μίσος δεν έχει ιδιαίτερη σημασία πλέον.

Όλη η φαινομενική ατομικότητα υπάρχει λόγο της έντασης μεταξύ των αντιθέτων. Ζέστη και κρύο, ανάπτυξη και φθορά, κέρδος και απώλεια, επιτυχία και αποτυχία, δηλαδή οι πολικότητες που είναι μέρος της ύπαρξης και φυσικά μέρος κάθε σχέσης.

Eckhart Tolle, Σχέσεις – Η αληθινή αγάπη και η υπέρβαση της δυαδικότητας

Η σιωπή των Σειρήνων

ΟΠΟΥ ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΕΤΑΙ ΟΤΙ σωτήρια μπορεί να φανούν και τα ανεπαρκή, ακόμη και τα παιδαριώδη μέσα:

Για να προφυλαχτεί από τις Σειρήνες, ο Οδυσσέας έφραξε τα αυτιά του με κερί και έβαλε να τον αλυσοδέσουν στο κατάρτι. Κάτι ανάλογο, ασφαλώς, θα μπορούσαν να κάνουν ανέκαθεν όλοι οι ταξιδιώτες ―εκτός από εκείνους που οι Σειρήνες πρόφταιναν να τους σαγηνεύσουν από μακριά― ήταν όμως παγκοσμίως γνωστό ότι δεν ωφελούσε.

Το τραγούδι των Σειρήνων διαπερνούσε τα πάντα, και το πάθος των σαγηνευμένων δεν ήταν ικανό να σπάσει μόνο αλυσίδες και κατάρτια. Αυτό ο Οδυσσέας δεν το σκέφτηκε, αν και πολύ πιθανόν το είχε ακουστά. Εναπέθεσε τις ελπίδες του σε μια χούφτα κερί και μια αρμαθιά αλυσίδες, και γεμάτος αθώα χαρά για τα πενιχρά του μέσα, έβαλε πλώρη για τις Σειρήνες.

Οι Σειρήνες όμως έχουν ένα όπλο πιο φοβερό και από το τραγούδι: τη σιωπή τους. Και πιθανότερο, παρόλο που δεν έτυχε ποτέ, θα ήταν να γλιτώσεις από το τραγούδι τους, παρά από τη σιωπή τους. Τίποτε στον κόσμο αυτόν δεν μπορεί να αντισταθεί στο αίσθημα πως τις νίκησες με το σπαθί σου, ούτε στην αλαζονεία που επακολουθεί και σαρώνει τα πάντα.

Κι η αλήθεια είναι πως δεν τραγουδούσαν οι τρομερές Σειρήνες καθώς τις ζύγωνε ο Οδυσσέας· γιατί πίστευαν, ίσως, ότι με τη σιωπή τους μόνο θα νικούσαν τούτο τον αντίπαλο ― εκτός κι αν, βλέποντας τόση ευτυχία στο πρόσωπο του Οδυσσέα, που μόνο το κερί σκεφτόταν και τις αλυσίδες του, λησμόνησαν κάθε τραγούδι.

Ο Οδυσσέας όμως, τη σιωπή τους, ας μου επιτραπεί η έκφραση, δεν την άκουσε: του φάνηκε πως τραγουδούσαν, και πως μόνο εκείνος δεν τις άκουγε, επειδή είχε λάβει τα μέτρα του. Πριν ξεκινήσει, έριξε μια κλεφτή ματιά, είδε τον καμπυλωμένο λαιμό, τις βαθιές ανάσες, τα δακρυσμένα μάτια, το μισάνοιχτο στόμα, και πίστεψε πως όλα αυτά συνόδευαν τις άριες που ανάκουστες αντηχούσαν γύρω του. Κι έπειτα δεν τις ξανακοίταξε, γύρισε το βλέμμα του πέρα, μακριά, κι εμπρός στην αταλάντευτη απόφασή του οι Σειρήνες κυριολεκτικά εξαφανίστηκαν, τόσο που, κι όταν βρέθηκε κοντά τους, μήτε που τις πρόσεξε.

Εκείνες όμως, ωραιότερες παρά ποτέ, συστρέφονταν, τεντώνονταν, παράδερναν τα απαίσια μαλλιά τους με τον άνεμο, και τα γαμψά τους νύχια σέρνονταν πάνω στα βράχια. Και πια δεν ήθελαν να ξελογιάσουν ― μόνο να κρατήσουν ένα καθρέφτισμα από τα μεγάλα μάτια του Οδυσσέα ήθελαν, όσο γινόταν πιο πολύ.

Αν οι Σειρήνες είχαν συνείδηση, εκείνη η φορά θα ήταν το τέλος τους. Τίποτε δεν έπαθαν όμως· απλώς, ο Οδυσσέας τούς ξέφυγε.

Στην ιστορία αυτή υπάρχει πάντως κι ένα υστερόγραφο: Ο Οδυσσέας ήταν, λένε, τόσο πολυμήχανος, τέτοια αλεπού, που μήτε η Θεά του Πεπρωμένου δεν μπορούσε να διαβάσει την ψυχή του. Και ίσως, αν και κάτι τέτοιο υπερβαίνει την ανθρώπινη λογική ― ίσως να πρόσεξε στ’ αλήθεια πως σωπαίναν οι Σειρήνες, κι όλες αυτές οι προσποιήσεις που αναφέραμε, ήταν κάτι σαν ασπίδα, που την όρθωσε μπροστά τους, και μπροστά στους θεούς.

Αυτό που θέλω & αυτό που αντέχω

Αυτό που θέλω, αυτό που επιθυμεί η ψυχή μου και με τόση λαχτάρα υπόσχομαι στον εαυτό μου, χρειάζεται ένα και μόνο πράγμα για να το κατακτήσω• να μπορώ να το αντέξω.

Στην παιδική μας ηλικία, εάν η αγάπη και η αποδοχή έφτανε σε εμάς με όρους, μεγαλώναμε μέσα σε μία συνθήκη. Να είμαστε καλοί για να την λαμβάνουμε και όποια στιγμή δεν το καταφέρουμε, θα βιώσουμε την απομάκρυνση εκείνων που έχουμε περισσότερο ανάγκη και την αποστέρηση όλων των προνομίων μας.

Το πρώτο μας συναίσθημα, λοιπόν, έπρεπε να θαφτεί για να συνηχήσουμε με αυτό που μας ζητούσαν, μα καθώς αυτό ήταν αδύνατο, έμελλε να επενδύεται σε κάτι άλλο. Επενδυόταν στην προσδοκία ότι θα ικανοποιηθεί κάθε μας ανάγκη, εάν είμαστε καλοί, και στο ότι ο θυμός, η απογοήτευση και η θλίψη δεν πρέπει να επικοινωνούνται γιατί θα μας οδηγήσουν στην περιθωριοποίηση.

Όσο, όμως, κι αν λαχταρούσαμε να απελευθερωθούμε από αυτή την συνθήκη, άλλο τόσο έπρεπε να παραμείνουμε στους κόλπους της για να συνεχίσουμε να υπάρχουμε, και η λύση ήταν μία. Να την αγαπήσουμε. Να την ενστερνιστούμε και να την ασπαστούμε ώστε να μπορέσουμε να την αντέξουμε. Κι ως ενήλικες, που αδημονούσαμε να νιώσουμε ελεύθεροι από αυτή την οδηγία της παιδικής μας ηλικίας, μοιάζει την οδηγία να την κατάπιαμε.

Όταν έρθει η ώρα να σχετιστούμε, λοιπόν, η κασέτα μπαίνει μπρος κι ο σύντροφος που επιλέγουμε περνάει από μια ασυνείδητη και χειρουργικής ακριβείας εξέταση. Η εξέταση αυτή διαρκεί ελάχιστα, εκτελείται αυτόματα, και αποτελείται από μία και μόνο ερώτηση: “Σε αντέχω;”

Όσο κι αν επιθυμώ κάτι άλλο, κάτι διαφορετικό από αυτό που έμαθα, το κορμί μου τεντώνεται στην αντίθετη κατεύθυνση. Κι ο λόγος για αυτό δεν είναι άλλος από το ότι το οικείο, ακόμα κι αν είναι ματαιωτικό, το αντέχω.

Για να επιβιώσουμε στη σχέση, λοιπόν, αναβιώνει η ίδια οδηγία με τότε. Να είσαι καλή... μη δίνεις σημασία... να είσαι υπομονετικός, μη φωνάζεις... μη χτυπιέσαι και στο τέλος θα ανταμειφτείς.

Και μέσα σε αυτή τη φράση, συμβαίνουν τα δύο πράγματα που συνέβαιναν και τότε. Η υπενθύμιση ότι καλός είναι εκείνος που δεν παραπονιέται, που δεν ζητάει, που δεν υπερασπίζεται αυτό που νιώθει, και το ότι χρειάζεται να καταπνίξουμε το συναίσθημά μας ώστε να είμαστε αρεστοί, ώστε να μας αγαπούν.

Αυτό που απομένει, όμως, είναι το ίδιο παιδί το οποίο δεν έπρεπε να νιώθει όπως νιώθει, και παρά το ότι το απαγορεύει στον εαυτό του, εξακολουθεί να μην εμπεριέχεται. Και αυτό το παιδί γίνεται ένας ενήλικας ο οποίος συνεχίζει να απορρίπτεται με την ίδια ακρίβεια. Συνεχίζει να είναι δοτικός και φροντιστικός με το συναίσθημα του άλλου, συνεχίζει να δίνει με την ελπίδα ότι θα πάρει, αλλά αυτό είναι ένα αξίωμα το οποίο δεν μέλλει να ικανοποιηθεί.

Μέσα σε έναν δεσμό με μία τέτοια συνθήκη, καιρό με τον καιρό, αναδύεται η ίδια συναισθηματική έλλειψη που υπήρχε και τότε. Και το γνώριμο της κατάστασης είναι που μας κρατά εκεί και δεν εγκαταλείπουμε βαφτίζοντας την ταλαιπωρία μας αφοσίωση, δέσμευση, ή όπως αλλιώς χρειάζεται να κάνουμε.

Οι σύντροφοί μας, ωστόσο, όσο κι αν μοιάζουν να μας ταλαιπωρούν, είναι συγχρόνως αυτό ακριβώς που μπορούμε να διαχειριστούμε. Κι, όμως. Μέσα στην ταλαιπωρία μας θυμώνουμε, οργιζόμαστε. Να αλλάξει ο άλλος, λέμε. Να καταλάβει... να γίνει πιο γλυκός... πιο τρυφερός... πιο εμπεριεκτικός...

Όμως, αν το έκανε, θα το αντέχαμε; Θα αντέχαμε να ζούμε με κάποιον τόσο δοτικό, όταν η αγάπη στην οποία μάθαμε ερχόταν με τόνους παραμέλησης;

Θα αντέχαμε όταν η αποδοχή που λαμβάναμε ερχόταν με όρους; Όταν αυτό που μάθαμε είναι ότι πρέπει να είμαστε ολοκληρωτικά και συνεχώς καλοί; Ότι το να στενοχωρείς, να θυμώνεις, να κλαις, δεν ανήκει σε μια σχέση και το ότι, αν συμβαίνει, σημαίνει ότι η σχέση είναι κακή;

Ότι οφείλουμε ακόμα και να προνοούμε. Να καταλαβαίνουμε τον άλλο πριν καν μας το ζητήσει και το ότι το ίδιο οφείλει να κάνει κι αυτός; Γιατί να του μιλήσουμε, λοιπόν, όταν κάτι μας πληγώνει; Λες και θα καταλάβει.

Φυσικά, και δεν θα καταλάβει. Το να καταλάβει σημαίνει να αλλάξει, να γίνει κάποιος άλλος, μα αυτό γίνεται να συμβεί; Γίνεται να αλλάξει; Πώς; Πώς θα αλλάξει κάποιος τον οποίο τον επιλέξαμε για αυτόν ακριβώς το λόγο; Για να μας δίνει αυτό που αντέχουμε• τη ματαίωση, όταν η φροντίδα και η δοτικότητα που ζητάμε είναι τρομερά πιο απειλητική.

Συγχρόνως, όμως, μάθαμε να εξαρτάμε το αν θα εκφραστούμε από το πώς θα το υποδεχτεί εκείνος. Εάν το ακούσει, να το κάνω. Εάν όχι, δεν έχει νόημα. Έτσι, από το φόβο μην ματαιωθούμε, ματαιώνουμε οι ίδιοι εμάς. Κι όμως. Το να εκφραστούμε έχει το μεγαλύτερο νόημα καθώς ή θα αγγίξει τον άλλο και θα πλησιαστούμε ή θα καταλάβω με ποιον σχετίζομαι.

Κι αυτός που χρειάζομαι το περισσότερο να σχετιστώ είμαι εγώ. Αυτός που χρειάζομαι το περισσότερο να ακούσω, να αγκαλιάσω και να καταλάβω είμαι πάλι εγώ. Κι αυτή η αγκαλιά δεν γίνεται με τα χέρια μου, αλλά με κάτι μεγαλύτερο. Με κάτι σπουδαιότερο. Με κάτι που ο χώρος που μπορεί να εσωκλείσει είναι απεριόριστος. Την αποδοχή μου.

Δίνοντας εμείς σε εμάς αυτό που δεν μας δόθηκε. Εμπεριέχοντας τον εαυτό μας χωρίς συνθήκες, χωρίς όρους, για αυτό που είναι. Με το να γίνουμε εμείς οι ιδανικοί γονείς του. Εκείνοι που είχαμε ανάγκη.

Επιτρέπεται να θυμώσω; Φυσικά, και επιτρέπεται. Επιτρέπεται να κλάψω, να ζητήσω, να παραπονεθώ; Φυσικά, και επιτρέπεται. Μπορώ να το κάνω χωρίς να φοβάμαι ότι θα απορριφθώ; Φυσικά, και μπορείς. Έχω δικαίωμα να αγαπηθώ βαθιά για αυτό που είμαι; Έχεις κάθε δικαίωμα. Και έτσι ακριβώς απαντούμε τα ερωτήματα που έπρεπε να είχαν απαντηθεί, και λαμβάνουμε τις απαντήσεις που χρειαζόμασταν να έχουμε εσωτερικεύει ώστε να ψηλώσει η ψυχή μας.

Ο πόνος του να επαναλαμβάνω αυτό που με πληγώνει, είναι ένας πόνος που τον διατηρεί η δυσκολία του να αλλάξω αυτό που είμαι.

Η δυσκολία του να αποχωριστώ την προσδοκία μου για τους άλλους και να την στρέψω στον εαυτό μου. Κι αν δεν υπάρχει και δευτερογενές όφελος, τότε ένα και μόνο ένα πράγμα συμβαίνει. Επαναλαμβάνω την ιστορία της παιδικής μου ηλικίας σε μία προσπάθεια να την αλλάξω.

Η αλλαγή δεν είναι εύκολη. Εξίσου δύσκολη είναι. Και ο πόνος, όμως, δύσκολος είναι. Και το ένα δύσκολο είναι, και το άλλο δύσκολο είναι. Και τα δύο δύσκολα είναι. Εσύ, όμως, διαλέγεις με πιο δύσκολο θέλεις να ζεις...

Τίποτα νευρωσικό δεν ικανοποιείται ποτέ

Εκείνοι που συνηθίζουμε να λέμε, ερωτικούς ή παθιασμένους χαρακτήρες ανήκουν πολύ συχνά σε μια πονεμένη κατηγορία παιδιών.

Των παιδιών που στα πολύ μικρά τους χρόνια στερήθηκαν την επαρκώς τρυφερή στοργή απο γονείς τους.

Πεινασμένα από κάτι τόσο ουσιώδες για τη συναισθηματική ωρίμανση, μεγαλώνοντας, αρχίζουν να μετακομίζουν την πεινασμένη κ διψασμένη λαχτάρα τους σε άλλα, ξένα πρόσωπα και να αισθάνονται βαθιά ερωτευμένα.

Πρόκειται για ένα είδος απελπισίας που δεν ικανοποιείται σχεδόν ποτέ.

Γιατί ο άλλος εκτός από εραστής ή ερωμένη πρέπει να είναι μάνα ή πατέρας για το παιδί που δήθεν μεγάλωσε.

Δεν πετυχαίνεται βέβαια εύκολα αυτό, και οι έρωτες, οι νευρωσικοί αυτοί έρωτες, δεν έχουν καλό τέλος.

Πάντα σχεδόν απογοητεύουν, πάντα γεμίζουν παρεξηγήσεις κ παράπονα.

Τίποτα νευρωσικό δεν ικανοποιείται ποτέ.

Μη θαυμάζουμε λοιπόν άκριτα τους Δον Ζουάν, τις Κάρμεν, και τις Μεσσαλίνες, πρόκειται συνήθως για βασανισμένα, ψυχικά ορφανά ή κακοποιημένα παιδιά που περιφέρονται στον κόσμο των μεγάλων προσφέροντας το σώμα τους για δόλωμα.

Μήπως κερδίσουν επιτέλους ένα αληθινό, τρυφερό προστατευτικό γονιό στα κρεβάτια των μεγάλων παθών τους.

Ευγνωμοσύνη

Αίφνης, νιώθω ότι έχω μια ξεκάθαρη εστίαση και αντίληψη των πραγμάτων. Δεν υπάρχει χρόνος για οτιδήποτε ασήμαντο. Πρέπει να εστιάσω στον εαυτό μου, στη δουλειά μου και στους φίλους μου. Δεν θα παρακολουθώ πια τις βραδινές ειδήσεις στην τηλεόραση. Δεν θα δίνω πια σημασία στην πολιτική ή στην επιχειρηματολογία γύρω από το φαινόμενο του θερμοκηπίου.

Η στάση αυτή δεν είναι απόρροια αδιαφορίας, αλλά αποστασιοποίησης -εξακολουθούν να με νοιάζουν βαθιά η Μέση Ανατολή, το φαινόμενο του θερμοκηπίου, η αυξανόμενη ανισότητα, αλλά όλα αυτά δεν είναι πια δική μου δουλειά. Ανήκουν στο μέλλον. Εγώ πλέον χαίρομαι όταν γνωρίζω προικισμένους νέους ανθρώπους -ακόμη κι αυτούς που μου έκαναν βιοψία και διέγνωσαν τις μεταστάσεις μου. Και νιώθω ότι το μέλλον βρίσκεται σε καλά χέρια.

Τα τελευταία δέκα χρόνια περίπου, βιώνω με αυξανόμενη επίγνωση τους θανάτους συνομηλίκων μου. Η γενιά μου αποχωρεί σιγά σιγά και τον κάθε θάνατο τον νιώθω μέσα μου σαν ρήξη, σαν να μου αποσπάται βίαια ένα κομμάτι του εαυτού μου. Κανείς δεν θα 'ναι σαν κι εμάς όταν πια χαθούμε, αλλά και πάλι κανείς ποτέ δεν είναι σαν οποιονδήποτε άλλο. Αυτοί που πεθαίνουν είναι αναντικατάστατοι. Αφήνουν πίσω τους κενά που δεν μπορούν να γεμίσουν, γιατί η μοίρα -η γενετική και νευρωνική μοίρα- κάθε ανθρώπου είναι να είναι μοναδικός, να ακολουθεί το δικό του μονοπάτι, να ζει τη δική του ζωή, να βιώνει τον δικό του θάνατο.

Δεν προσποιούμαι ότι δεν φοβάμαι. Αλλά το κυρίαρχο συναίσθημα μέσα μου είναι η ευγνωμοσύνη. Αγάπησα κι αγαπήθηκα. Μου έδωσαν πολλά κι έδωσα κάτι κι εγώ με τη σειρά μου. Διάβασα και ταξίδεψα και στοχάστηκα και έγραψα. Συνευρέθηκα με τον κόσμο, μέσα απ’ αυτή την ιδιαίτερη συνεύρεση μεταξύ συγγραφέων και αναγνωστών.

Μα, πάνω απ' όλα, υπήρξα ένα συνειδητό ον, ένα σκεπτόμενο ον, σε τούτο τον όμορφο πλανήτη, κι αυτό από μόνο του αποτελεί τεράστιο προνόμιο και σπουδαία περιπέτεια.

Το βαρύτερο φορτίο για ένα παιδί είναι η ζωή που δεν έζησαν οι γονείς του

Ξέρεις τι είναι να είσαι παιδί και να προορίζεσαι για μια ζωή που δεν έχεις επιλέξει;

Να γεννιέσαι και να έχουν αποφασιστεί όλα για σένα από πριν;

Είσαι ακόμα στην κοιλιά της μαμάς σου, σε αυτό το απίστευτα ασφαλές μέρος και όλοι μιλάνε γύρω από το όνομα σου, δίχως να έχεις ακόμα όνομα. Θα είσαι το άψογο παιδί, ο τέλειος επαγγελματίας, ο υπέροχος άνθρωπος, θα είσαι ο ιδανικός υποψήφιος. Θα κάνεις πράγματα που δεν ξέρεις ακόμα αν σου αρέσουν. Θα επιβεβαιώσεις κάθε προσδοκία των γονέων σου. Και όλα αυτά γιατί; Μα, φυσικά γιατί αυτοί ξέρουν με ποιο τρόπο θα γίνεις εσύ ευτυχισμένος.

Οι γονείς, δύο άνθρωποι που σκέφτονται για εσένα πριν από εσένα. Προγραμματίζουν τις ζωές τους με βάση το δικό σου πρόγραμμα, σε αγαπούν ό,τι και αν γίνει, είναι εκεί για να αντέξουν τα σκοτάδια σου και να χαρούν πριν από εσένα για τις επιτυχίες σου.

Είναι οι άνθρωποι που σε έφεραν σε αυτό τον κόσμο. Σου χάρισαν την πνοή και τη δυνατότητα να ζήσεις. Μέχρι εκεί. Οι γονείς μας είναι κοινοί θνητοί, ας μη μπερδευόμαστε. Είναι άνθρωποι με τις δικές τους ιστορίες, τους δικούς τους φόβους, ανασφάλειες, όνειρα και πάθη. Πριν από εμάς, είχαν την δική τους προσωπική ζωή.

Είναι σύντροφοι, εραστές, επαγγελματίες, φίλοι και όλα όσα είμαστε και εμείς. Το ότι γίνονται γονείς δεν σημαίνει πως διαγράφονται από τη λίστα όλων όσων έχουν το δικαίωμα να κάνουν λάθη. Άλλωστε και αυτοί από μόνοι τους είναι παιδιά κάποιων άλλων, έχουν μεγαλώσει με τα πρότυπα άλλων ανθρώπων. Και εκεί κάπου μπλεκόμαστε όλοι.

Το βαρύτερο φορτίο για ένα παιδί, είναι η ζωή που δεν έζησαν οι γονείς του. Μαμάδες που δεν έγιναν οι μπαλαρίνες που θα ήθελαν, μπαμπάδες που συμβιβάστηκαν και δε κυνήγησαν το δικό τους όνειρο, άνθρωποι που είτε βολεύτηκαν σε ετοιμοπαράδοτες πραγματικότητες, ή φυλακίστηκαν δίχως να το καταλάβουν.

Στο βωμό του «καλού» του παιδιού, του «εγώ ξέρω καλύτερα», του «μα είναι δυνατόν η μαμά να θέλει το κακό σου;», έγιναν τα μεγαλύτερα εγκλήματα. Γιατί οι σημερινοί γονείς κάνουν τα πάντα για το παιδί τους εκτός από το να το αφήσουν ελεύθερο να επιλέξει αυτό που θέλει να γίνει.

Ό,τι τους έλειψε, προσπαθούν να το δουν μέσα από τα δικά σου μάτια. Αυτό που δεν κατάφεραν να φέρουν κοντά, οι παρολίγο ευτυχίες τους, γίνονται τώρα ο δικός σου αυτοσκοπός. Και εσύ παίζεις το ρόλο του πρωταγωνιστή, στο έργο που είναι φτιαγμένο για κάποιον άλλο.

Απόψεις για τον έρωτα, πολιτικές, θρησκευτικές πεποιθήσεις, καταπιεσμένες ανάγκες που σφαγιάστηκαν στα πρέπει των δικών τους γονέων, τώρα φορτώνονται στις δικές σου πλάτες. Και εσύ σαν άλογο σε κούρσα, τρέχεις να φτάσεις στο τέρμα για να ευτυχήσουν, να ευτυχήσεις. Ναι, να ευτυχήσεις, μάλλον δηλαδή, από ό,τι σου έχουν πει.

Και φτάνεις εκεί, έχεις ζήσει όλα όσα ήθελαν να ζήσουν οι ίδιοι, γιατί θέλησες να τους κάνεις περήφανους, να τους επιβεβαιώσεις, να ακούσεις το μπράβο τους, να δεις το χαμόγελο στα πρόσωπα τους. Αφού τα έκανες όλα για την ευτυχία σου γιατί καταλήγεις εσύ, ο δυστυχισμένος;

Γιατί, δε σε γεμίζει τίποτα από αυτά που γράφτηκαν για εσένα. Εσύ είσαι ο συγγραφέας του δικού σου βιβλίου και μέχρι να κρατήσεις την πένα στα χέρια σου, οι σελίδες θα μένουν άγραφα χαρτιά. Άδειες μέρες που αδημονούν να γεμίσουν με όσα ΕΣΥ αγαπάς.

Το καλό σου κρύβεται κάπου εκεί, ανάμεσα σε όσα αγαπάς και όσα σε αγαπούν γι’ αυτό που πραγματικά είσαι και όχι γι’ αυτό που θέλει ο καθένας να γίνεις. Ο κάθε άνθρωπος οφείλει να ζει αυτό που θέλει να ζήσει και να αφήνει το παιδί του να επιλέγει, να μάθει να επιλέγει για το δικό του καλό.

Άλλωστε πώς μπορεί ο γονέας να ξέρει ότι αυτό θα είναι καλό για σένα, από τη στιγμή που αυτός δε το έκανε ποτέ; Και πώς μπορεί να ξέρει πως εσύ θα είσαι ευτυχισμένος, με όσα κάνουν αυτόν ευτυχισμένο;

Όσο μεγαλώνει ο άνθρωπος, νιώθει την σιγουριά πως αυτός ξέρει καλύτερα. Αποκτάει την τάση να απαντάει με απόλυτο τρόπο στο καθετί. Αντιθέτως, θα έπρεπε όσο μεγαλώνουμε να ρωτάμε περισσότερο και να απαντούμε λιγότερο.

Οι γονείς να ρωτάνε τα παιδιά και τα παιδιά να εμπνέονται από τις ερωτήσεις. Να βρίσκουν τροφή για σκέψη στα χέρια των γονιών τους και όχι στρωμένους δρόμους που τελικώς, οδηγούν σε αδιέξοδα.

Να θυμάσαι, λοιπόν, πως οι γονείς σου έδωσαν ακριβώς αυτά που είχαν να σου δώσουν. Το σημαντικό είναι τι θα κάνεις εσύ με αυτά που σου δόθηκαν έως εφόδια. Θα τα χρησιμοποιήσεις έως αλυσίδες ή θα τα μεταμορφώσεις σε φτερά;

Παλεύουμε να αποκτήσουμε πράγματα, και ξεχάσαμε να αγαπάμε ανθρώπους

Είδες πώς τα φέρνει η ζωή; Μην υποτιμάς κανέναν και τίποτα γιατί όλα αλλάζουν από τη μια στιγμή στην άλλη. Εκεί που ήσουν στην κορυφή, μπορεί να βρεθείς στον πάτο, χωρίς καν να το καταλάβεις. Αξιολόγησε τη ζωή και τους ανθρώπους από τις πράξεις τους και όχι από εκείνα που σε “βολεύει” να βλέπεις.

Η ζωή είναι κύκλος και γυρίζει. Για ό,τι σου φέρει δεν θα σε ρωτήσει ποτέ. Μην κρίνεις, δεν είσαι ο καλύτερος πάνω στη γη. Υπάρχουν και άλλοι που μπορούν να κάνουν αυτό που κάνεις εσύ. Ο καθένας με τον δικό του τρόπο, μα πάνω από όλα με τον δικό του “κόπο”.

Πολλές φορές έχουμε δει στη ζωή μας να αλλάζουν όλα και, από εκεί που ήμασταν στο πιο ψηλό βουνό, να βρισκόμαστε στον πάτο της θάλασσας, πνιγμένοι και γuμνοί να προσπαθούμε να βρούμε ένα χέρι για να πιαστούμε. Μα πως περιμένεις εκείνο το χέρι να είναι εκεί όταν εσύ το έχεις πετάξει με τον χειρότερο τρόπο.

Οι άνθρωποι δεν είναι αντικείμενα. Μάθαμε να αγαπάμε άψυχα πράγματα πιο πολύ από τις ζωές μας. Παλεύουμε για να έχουμε πράγματα και όχι ζωή δίπλα μας. Γι’ αυτό θέλουμε να κρίνουμε και να δειχτούμε πως τάχα μου είμαστε μόνο εμείς που αξίζουμε και όλοι οι υπόλοιποι είναι για τα σκουπίδια. Όχι φίλε μου! Κανείς δεν είναι για τον κάδο, γιατί ο καθένας προσπαθεί με ό,τι και όσα μπορεί για να καταφέρει ό,τι εσύ, ίσως, βρήκες με μεγάλη ευκολία στη ζωή σου.

Γι’ αυτό βούλωσε το στόμα σου και βοήθα τους ανθρώπους με όποιον τρόπο μπορείς. Ακόμα και ένας καλός λόγος προς το πρόσωπό του είναι αρκετός για να δεις ένα χαμόγελο. Μην υποτιμάς κανέναν γιατί όλα αλλάζουν και ποτέ δεν ξέρεις που θα βρεθείς. Ρόδα είναι και γυρίζει…

ΚΟΙΝΩΝΙΟΠΑΘΕΙΑ: Συνείδηση είναι μια αίσθηση ηθικού καθήκοντος που βασίζεται στην αγάπη

Ο όρος κοινωνιοπάθεια (ή πιο σωστά αντικοινωνική διαταραχή της προσωπικότητας) προέρχεται από την Αγγλοαμερικάνικη ψυχιατρική και χρησιμοποιείται για να περιγράψει άτομα που παρουσιάζουν αντικοινωνική συμπεριφορά. Ο όρος χρησιμοποιήθηκε από τον George E. Partridge για να περιγράψει άτομα που δεν είναι ικανά να συναισθάνονται τους συνανθρώπους τους, να μπαίνουν στη θέση τους και να αναλαμβάνουν ευθύνες για τις πράξεις τους. Πρόσφατες έρευνες που πραγματοποιήθηκαν με fMRI έδειξαν ότι οι μετωπιαίοι λοβοί, και συγκεκριμένα η μεσοκοιλιακή προμετωπιαία περιοχή του εγκεφαλικού φλοιού έχει μικρότερη δραστηριότητα σε άτομα με αντικοινωνική διαταραχή της προσωπικότητας σε σχέση με ψυχικά υγιή άτομα. Επιπλέον, η αμυγδαλή δεν παρουσιάζει καμία δραστηριότητα ή δυσλειτουργεί.

Κατηγοριοποίηση

Η κοινωνιοπάθεια είναι μια από τις συχνές ψυχικές ασθένειες που παρ’ όλη την ευρεία εξάπλωσή της (περίπου 4% του πληθυσμού) δεν είναι γνωστή στον ευρύ πληθυσμό. Γίνονται γνωστοί μόνο κάποιοι ακραίως βίαιοι κοινωνιοπαθείς (= ψυχοπαθείς) που περνούν στη συνείδηση των ανθρώπων ως φονιάδες, τύραννοι ή σαν προσωποποίηση του κακού. Τους υπόλοιπους κοινωνιοπαθείς δεν τους αναγνωρίζουμε καν γιατί εκ των προτέρων νομίζουμε ότι όλοι μας είμαστε γεννημένοι με μια συνείδηση και για να πράττουμε το καλό. Έτσι βρίσκουμε πάντα μια λογική εξήγηση για την “παράλογη” συμπεριφορά των κοινωνιοπαθών. Η κυριότερη διαφορά μεταξύ ψυχοπαθών και κοινωνιοπαθών είναι ότι οι πρώτοι παρουσιάζουν τις περισσότερες φορές βίαιες τάσεις και είναι έντονα επιθετικοί και μπορεί να φτάσουν στα άκρα. Λόγω βλάβης στην αμυγδαλή δεν δείχνουν μάλιστα μεταμέλεια για τις πράξεις τους. Οι κοινωνιοπαθείς, από την άλλη, μπορεί να παρουσιάζουν αντίστοιχες βλάβες στον εγκέφαλο, όμως η ανατροφή και οι κοινωνικοποίηση παίζει σημαντικό ρόλο στην εξέλιξή τους. Για αυτόν τον λόγο έχουν συχνά τάσεις απομόνωσης από τον κοινωνικό περίγυρο.

Ποια είναι τα σημεία-κλειδιά στη συμπεριφορά κάποιου έτσι ώστε να του διαγνώσουμε κοινωνιοπάθεια; Σύμφωνα με το Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders της “American Psychiatric Association” εάν πληρούνται τρία από τα παρακάτω χαρακτηριστικά μπορούμε να μιλάμε για αντικοινωνική συμπεριφορά:

Αποκλίνουσα κοινωνική συμπεριφορά: έλλειψη της αίσθηση του «σωστού» και του «λάθους». Συχνά παραβλέπουν τα δικαιώματα, τις επιθυμίες και τα συναισθήματα των άλλων.
  • Χειραγώγηση των ανθρώπων.
  • Παρορμητικότητα και ανικανότητα προγραμματισμού.
  • Οξυθυμία και επιθετική συμπεριφορά.
  • Απερίσκεπτη διακύβευση σημαντικών αποφάσεων που αφορούν την ασφάλεια του ίδιου και άλλων ανθρώπων.
  • Διαρκής ανευθυνότητα.
  • Έλλειψη τύψεων μετά από επίπληξη, βιασμό ή ληστεία άλλων ανθρώπων.
Άλλοι πάλι όπως ο ψυχολόγος Robert D. Hare αρκούνται στην διατύπωση μιας λίστας τυπικών συμπτωμάτων (χαρακτηριστικών) που εμφανίζει ένας κοινωνιοπαθής:

Έλλειψη συνείδησης: Συνείδηση είναι μια αίσθηση υποχρέωσης και ηθικού καθήκοντος που βασίζεται στην αγάπη και δίνει δομή και περιεχόμενο στις πράξεις μας. Η συνείδηση μας αποτρέπει να βρισκόμαστε συνεχώς σε ένα modus operandi διαμάχης και αντιπαράθεσης με τους συνανθρώπους μας. Η συνείδηση είναι μια γέφυρα που ενώνει όλους τους ανθρώπους. Δεν είναι όμως κάτι που μας συνοδεύει πάντα και με την ίδια ένταση καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής μας. Όταν ο οργανισμός μας εξασθενεί ή είναι άρρωστος η συνείδηση μπορεί για ένα διάστημα να υπολειτουργεί, π.χ. όταν ένας άνθρωπος δεν έχει να φάει για μέρες μπορεί να φάει τα πάντα για να επιβιώσει ή όταν είμαστε συνεπαρμένοι από τις σεξουαλικές μας ορμές αψηφούμε σχεδόν κάθε κίνδυνο.

Ένας κοινωνιοπαθής δεν έχει συνείδηση. Όταν δεν υπάρχει συνείδηση οι συνάνθρωποι γίνονται ξαφνικά κάτι το ουδέτερο, ένα πράγμα με το οποίο μπορούμε να κάνουμε ότι θέλουμε χωρίς να νιώθουμε τύψεις, ενοχές ή ντροπή. Ένας κοινωνιοπαθής δεν ντρέπεται όταν συμπεριφέρεται εγωιστικά και δεν έχει τύψεις επειδή ζει εις βάρος των άλλων, επειδή είναι τεμπέλης ή επειδή συμπεριφέρεται ανήθικα. Οι κοινωνιοπαθείς παραμένουν μάλιστα απαθείς ακόμα και όταν βλέπουν τις μεγαλύτερες καταστροφές γύρω τους, π.χ. όταν άνθρωποι εξευτελίζονται δημοσίως ή όταν βιάζονται ψυχικά ή σωματικά. Αυτό δε σημαίνει ότι ένας κοινωνιοπαθής δεν είναι σε θέση να ξεχωρίζει το καλό και το κακό. Η διαφορά αυτή όμως δεν έχει καμία επίδραση στην συμπεριφορά του και δεν τον διεγείρει συναισθηματικά. Κάποιοι κοινωνιοπαθείς μπορούν μάλιστα να μάθουν να συμπεριφέρονται κόσμια έναντι των άλλων. Παρόλα αυτά η συμπεριφορά και οι δεσμοί τους με τους συνανθρώπους είναι καθαρά νοητικής (neocortex) και όχι συναισθηματικής φύσης [μεταιχμιακό σύστημα ή limbic system] όπως στους περισσότερους ανθρώπους.

Γοητεία: Ένα άτομο που δεν έχει συνείδηση μπορεί να μας κάνει να αισθανόμαστε ότι η ζωή μας είναι βαρετή και απόλυτα ρυθμισμένη, ενώ ο κοινωνιοπαθής υπόσχεται την περιπέτεια και το καινούργιο αφού βαριέται εύκολα και έχει ανάγκη από μεγάλες συγκινήσεις. Θα σας κάνει να πιστεύετε ότι είναι ο πιο γοητευτικός άνθρωπος που έχετε γνωρίσει. Και πραγματικά ο κοινωνιοπαθής είναι αρχικά γοητευτικός, δείχνει πολύ κοινωνικός, πολύπλευρος και σε κάνει -εάν θέλει να σε κατακτήσει- να πιστεύεις ότι είστε πλασμένοι ο ένας για τον άλλο. Θέτει σωστές ερωτήσεις και δίνει την εντύπωση ενός χαρούμενου, αξιαγάπητου και ενδιαφέροντος ανθρώπου. Διηγείται ιστορίες για το ένδοξο παρελθόν του και για τα κατορθώματά του. Ξέρει να χειραγωγεί ανθρώπους έτσι ώστε να πετύχει αυτό που στοχεύει. Στόχος του είναι η νίκη και ο πλήρης έλεγχος άλλων ανθρώπων. Για αυτόν τον λόγο μπορεί να μιμηθεί συναισθήματα, να γελάει π.χ. και να αφήνει τους άλλους να πιστεύουν ότι είναι ανέμελος και χαρούμενoς. Αργότερα όταν πετύχει τον στόχο του γίνεται απρόβλεπτος και προκαλεί στον άλλον συναισθήματα φόβου. Παρόλο που προτρέπει ανθρώπους να κάνουν ασυνήθιστα για αυτούς πράγματα, που πολλές φορές μπορεί να αποβούν και μοιραία, ο κοινωνιοπαθής δεν αναλαμβάνει ποτέ τις ευθύνες του. Αυτός είναι ο “σαγηνευτικός” αυθορμητισμός των κοινωνιοπαθών. Μάλιστα, όταν κάτι πάει στραβά κατηγορεί τους άλλους για όσα συμβαίνουν. Η ανάληψη ευθυνών είναι κάτι ξένο για έναν κοινωνιοπαθή. Είναι κάτι που αφήνει στους άλλους να το διεκπεραιώσουν “τυφλά” για να επωμιστεί πολλές φορές αυτός τα οφέλη. Μάλιστα είναι ικανός να πληγώσει τους συνανθρώπους του ώσπου να καταφέρει να πετύχει τον στόχο του.

Ευφυΐα: Πολλοί κοινωνιοπαθείς είναι ιδιαίτερα ευφυείς, εύγλωττοι, ετοιμόλογοι, με μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους. Φέρουν ακαδημαϊκούς τίτλους (κάποιες φορές πλαστούς) δίχως να έχουν πασχίσει για αυτούς ιδιαίτερα. Κάποιοι από τους κοινωνιοπαθείς έχουν μάλιστα την ικανότητα να σκέφτονται πολύ γρηγορότερα από άλλους ανθρώπους. Οι κοινωνιοπαθείς χρησιμοποιούν όμως την ευφυΐα τους για να πληγώσουν ή να χειραγωγήσουν άλλους ανθρώπους. Για αυτόν τον σκοπό είναι ικανοί να επιστρατεύσουν όλη τους την ευφυΐα.

Ανταλλαγή βλεμμάτων: Οι κοινωνιοπαθείς κοιτάζουν τους άλλους συνεχώς στα μάτια επειδή οι άνθρωποι αισθάνονται άβολα μιας και ενστικτωδώς αυτό θεωρείται σημάδι επίθεσης. Με τον τρόπο αυτό επιδιώκουν να επιβληθούν πάνω στους άλλους.

Ψευτιά: Ο κοινωνιοπαθής είναι αναξιόπιστος και λέει με μεγάλη ευκολία ψέματα. Όταν αυτά αποκαλυφθούν αισθάνεται άβολα και όταν κάποιος τον φέρνει αντιμέτωπο με την αλήθεια είτε θα αλλάξει θέμα, είτε θα κατηγορήσει κάποιον άλλον, είτε – αν τον πιέσεις πολύ- θα εξοργιστεί και θα του υποδείξει τα δικά του μειονεκτήματα, κατηγορώντας τον για όλα. Πάντως είναι μάλλον απίθανο να παραδεχτεί ότι ψεύδεται. Πολλές φορές προσεγγίζει τους ανθρώπους και τους ζητάει να κρατήσουν εχεμύθεια για το “μυστικό” που τους εκμυστηρεύτηκε παρουσιάζοντάς το σαν κάτι πολύ σημαντικό. Ακόμα και για το παρελθόν τους ψεύδονται οι κοινωνιοπαθείς και πολλές φορές πιστεύουν ότι τα ψέματα τους είναι μέρος της πραγματικότητας.

Χειραγώγηση: Ο κοινωνιοπαθής χειραγωγεί τους άλλους ώστε να του δώσουν αυτό που θέλει. Κατανοεί πολύ γρήγορα τις αδυναμίες άλλων ανθρώπων και ξέρει να τις χρησιμοποιεί. Για αυτό το λόγο οι κοινωνιοπαθείς αισθάνονται καλά με “απλούς” και ψυχικά “αδύναμους” ανθρώπους. Παρακολουθούν τη συμπεριφορά άλλων ανθρώπων και χρησιμοποιούν τις αδυναμίες τους για να πετύχουν τους στόχους τους. Τις περισσότερες φορές δεν έχουν πραγματικές φιλίες και σταθερούς δεσμούς με άλλους ανθρώπους.

Εγωκεντρισμός: Ο κοινωνιοπαθής είναι εγωκεντρικός, αδυνατεί να κατανοήσει τα συναισθήματα των άλλων και να δημιουργήσει ουσιαστικούς συναισθηματικούς δεσμούς μαζί τους. Οι δεσμοί του με τους άλλους ανθρώπους -ακόμα και με τους/τις συντρόφους τους- παραμένουν επιφανειακοί παρόλο που πολλές φορές κάνουν τους άλλους να πιστεύουν ότι γνωρίζουν όλα τα μυστικά των “φίλων” τους και είναι συνδεδεμένοι άρρηκτα μαζί τους. Ο κοινωνιοπαθής έχει συχνά την απατηλή ιδέα ότι είναι ο ποιο εύστροφος άνθρωπος του κόσμου για αυτό και προσδοκά μεγαλεία χωρίς να καταβάλει ιδιαίτερες προσπάθειες. Ο κοινωνιοπαθής μπορεί επίσης να παρουσιάζει μια εξαιρετικά ναρκισσιστική συμπεριφορά. Ως εκ τούτου ενδιαφέρεται περισσότερο να μιλάει αυτός και οι άλλοι για τον ίδιο παρά να ακούει τους άλλους και τα προβλήματά τους. Επειδή εμφανίζει τον εαυτό του πάντα σαν το θύμα των περιστάσεων πρέπει οι άλλοι πάντα να τον συμπαραστέκονται και πολλές φορές εξαρτάται και οικονομικά από τους άλλους. Τον χαρακτηρίζει μια ανωριμότητα μια και σκέφτεται και προτάσσει πάντα τις δικές του ανάγκες. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους που τον κάνουν να βαριέται εύκολα, να έχει ανάγκη από μεγάλες συγκινήσεις, αλλά και να είναι εν μέρει υποχονδριακός. Ακόμα και έναν μικρό πόνο τον μεγεθύνει και πολλές φορές τον χρησιμοποιεί σαν πρόφαση για να μην δουλέψει. Έτσι κι αλλιώς δεν του αρέσει η συνεχής απόδοση, να συγκεντρώνεται σε μια δουλειά με τις ώρες, να προγραμματίζει το μέλλον του. Η επιτυχία είναι για αυτόν κάτι τυχαίο ή κάτι που εξαρτάται μόνο από την ευφυΐα του. Επειδή δεν έχει κουράγιο, επιμονή και υπομονή για δουλειές που διαρκούν πολύ, πρέπει όλα να γίνονται γρήγορα. Για να καλύψει αυτή του την αδυναμία παρουσιάζει τον εαυτό του στους άλλους σαν κάποιον που δουλεύει γρήγορα ή σαν “σωτήρα” που βρίσκει γρήγορα λύσεις και στις πιο δύσκολες καταστάσεις.

Ο κοινωνιοπαθής σαν σύντροφος

Η σχέση με έναν κοινωνιοπαθή περνά συνήθως από τα εξής στάδια: εξιδανίκευση, υποτίμηση, απόρριψη. Στην αρχή είναι ο/η σύντροφος το επίκεντρο του κόσμου, στην συνέχεια θα είναι συνεχώς επικριτικός, ώσπου τελικά, όταν πια βαρεθεί ή θεωρήσει ότι δεν μπορείτε να του προσφέρετε κάτι άλλο, θα σας παρατήσει με μια απίστευτη ψυχρότητα. Φυσικά θέλει πάντα αυτός να ελέγχει τις καταστάσεις και αυτός και μόνο να σας απορρίψει. Αν φύγετε πρώτοι, θα τρέξει πίσω σας, θα σας παρακαλέσει, θα κλάψει, θα δηλώσει μετανιωμένος και ότι όλα θα αλλάξουν, μέχρι να γυρίσετε. Και σύντομα θα επιστρέψει στα συνηθισμένα του μοτίβα συμπεριφοράς, αυτά που σας έκαναν να θέλετε να εξαφανιστείτε από την ζωή του. Όταν σας χάσει δεν θα αισθανθεί ποτέ λύπη και δεν θα αναλάβει ποτέ τις ευθύνες του, παρά μόνο θα αισθανθεί θυμό που σας έχασε.

Ο κοινωνιοπαθής είναι στην αρχή σαγηνευτικός, δείχνει ότι νοιάζεται και τα δίνει όλα για σας. Ισχυρίζεται ότι σας καταλαβαίνει καλύτερα από όλους τους άλλους ανθρώπους. Επειδή οι σχέσεις σας με τους άλλους ανθρώπους αποτελούν πηγή ανασφάλειας για αυτόν, προσπαθεί να σας απομονώσει από τον κοινωνικό περίγυρο. Οι κοινωνιοπαθείς έχουν τις περισσότερες φορές έντονη σεξουαλικότητα, δημιουργούν συχνά παράλληλες σχέσεις και δεν έχουν μακροχρόνιους δεσμούς.