Κυριακή 13 Μαρτίου 2022
Καστοριάδης: Η Ελληνική σύλληψη τού κόσμου - κεντρικές φαντασιακές σημασίες
Είμαι υποχρεωμένος, δυστυχώς, εδώ, να περιοριστώ σέ κάποιες κεντρικές ιδέες, βιαστικά διατυπωμένες:
α. Η ερμηνεία πού είχε παλιότερα επικρατήσει και διαδοθεί για τον αρχαίο ελληνικό κόσμο και άνθρωπο, σαν κόσμο και άνθρωπο αρμονίας και μέτρου, είναι παιδαριωδώς αφελής, ειδυλλιακή προβολή δυτικών σχημάτων και νοσταλγιών τού 18ου και 19ου αιώνα. Η αρμονία και το μέτρο για τούς αρχαίους Έλληνες δεν είναι δεδομένα, άλλα προβλήματα και σκοπός-πού ή πραγματοποίησή τους είναι πάντα αβέβαιη και επισφαλής σέ ό,τι άφορά την ανθρώπινη ζωή.
β. Κεντρική για την αρχαία ελληνική σύλληψη είναι ή ιδέα τού Χάους. Για τον Ησίοδο, το σύνολο των όντων (θεοί και άνθρωποι, «πράγματα», «φαινόμενα» και «δυνάμεις») γεννιέται από το χάος, δηλαδή από το τίποτα, το κενό, το μηδέν (χαίνω): η τοί μεν πρώτιστα Χάος γένετ’. Αυτό το Χάος δεν έχει σχέση με την πολύ μεταγενέστερη έννοια τού χάους ως συμφυρμού, κυκεώνα, γενικευμένης αταξίας. Εντούτοις όμως, στην ίδια την Θεογονία υπάρχει ένα έσχατο μέρος ή βάθος, μια ανάποδη τού κόσμου, πού είναι Χάος με την μεταγενέστερη έννοια: ό ποιητής τού δίνει, συμβατικά και συμβολικά, το όνομα Τάρταρος. Οι «ρίζες» τού κόσμου -«της γης και της στείρας θάλασσας»- βγαίνουν απ’ αυτό το τεράστιο κιούπι, πού το στόμα του το ζώνει «τριπλή νύχτα». Οι «ρίζες» τού κόσμου - κόσμος=τάξη-, η «άλλη του όψη» είναι αυτός ό τερατώδης χώρος. Σε τούτη μόνο την όψη (όπου ζούμε και εμείς) βασιλεύει - προς το παρόν- ό Ζευς, και την κάνει να είναι κατά κάποιο τρόπο κόσμος.
γ. Ο κόσμος δεν είναι καμωμένος για τους ανθρώπους ούτε ενδιαφέρεται γι’ αυτούς. Γενικότερα, σύμφωνα με την αρχαία ελληνική αντίληψη για την ζωή, δεν υπάρχει καμιά υπερβατική έξωκοσμική δύναμη πού να ενδιαφέρεται για τούς ανθρώπους, ακόμα λιγότερο, να τούς «αγαπάει». Οι θεοί επεμβαίνουν μόνο αν κάποιος τούς ζημιώσει ή ασεβήσει εις βάρος τους κλπ. Εξάλλου, και οι ίδιοι οι θεοί δεν είναι παντοδύναμοι, υπόκεινται σέ μια απρόσωπη Μοίρα, ή οποία έφερε πρώτα τον Ουρανό, έπειτα τον Κρόνο κι έπειτα τον Δία. Ό Προμηθέας, στην ομώνυμη τραγωδία τού Αισχύλου, μηνύει στον Δία μέσω τού αγγελιαφόρου του Ερμή ότι:
Νέον νέοι κρατείτε και δοκείτε δη
ναίειν απενθή πέργαμ’· ονκ εκ των δ’ εγώ
δισσούς τυράννους έκπεσόντας ησθόμην;
Τρίτον δέ τον νυν κοιρανούντα επόψομαι
αίσχιστα και τάχιστα
[Νέοι, νέαν εξουσία κατέχετε και νομίζετε πώς κατοικείτε απροσπέλαστα απ’ τον πόνο παλάτια- μήπως δεν είδα
μέχρι τώρα την καθαίρεση δύο τυράννων;
’Έτσι και τον τρίτο, τον σημερινό αφέντη θα δω να πέφτει πολύ άσχημα και πολύ σύντομα],
Προμηθεύς Δεσμώτης
δ. Τουλάχιστον μέχρι το τέλος τού 5ου αιώνα -κι αυτή είναι ή εποχή πού με ενδιαφέρει: 8ος-5ος αιώνας- για την αρχαία ελληνική αντίληψη, ή μετά θάνατον ζωή ή δεν υπάρχει ή, αν υπάρχει, είναι πολύ χειρότερη απ’ την επίγεια ζωή. Αυτό λέγεται σαφώς στην Οδύσσεια, στη Νέκυια, όταν ό Οδυσσέας συναντά τη σκιά του νεκρού Αχιλλέα στον "Άδη, ή όποια και τού λέει:
Μη δη μοι θάνατόν γε παραύδα, φαίδιμ’ Οδυσευ. Βουλοίμην κ’ έπάρουρος εών θητευέμεν άλλω, ανδρί παρ’ ακλήρω, ω μή βίοτος πολύς είη, ή πάσιν νεκύεσσι καταφθίμενοισιν ανάσσειν.
[Το θάνατο μη μου παινεύεις λαμπρέ Οδυσσέα. Καλύτερα την γη να δουλεύω υποτακτικός κάποιου φτωχού χωριάτη με λίγο βιός, παρά να βασιλεύω σ’ όλους αυτούς τούς σβησμένους νεκρούς]. ’Οδύσσεια
Αυτός είναι, λοιπόν, ο νόμος της υπάρξεως του είναι: νόμος γενέσεως και φθοράς, επιστροφής στο χάος, αν μπορώ να πω, και αναδημιουργίας τού κόσμου από το χάος. Η ιδέα ενός ιστορικού νόμου, εγγυητή μιας ιδανικής κοινωνίας, είναι ιδέα άγνωστη στους Έλληνες, όπως άγνωστος είναι ο μεσσιανισμός ή η δυνατότητα έξωκοσμικής φυγής. Η θεώρηση αυτή εμπνέει μια στάση, σύμφωνα με την όποια ό,τι είναι να γίνει θα γίνει εδώ. Ότι δεν γίνεται εδώ, δεν γίνεται για μάς, δεν μάς αφορά, γίνεται αλλού, μεταξύ θεών, ή γίνεται στις ρίζες τού χάους. Το σημαντικό για μάς γίνεται εδώ, εξαρτάται από μάς κι εμείς θα το κάνουμε. Δεν θα το κάνει ούτε ό Θεός, ούτε ή ιστορική αναγκαιότητα, ούτε καμιά πολιτική διεύθυνση, κάτοχος τής επιστημονικής σοφίας επί των πολιτικών πραγμάτων. Θα το κάνουμε εμείς οι άνθρωποι -αν γίνεται, κι αν μας αφήσει η Μοίρα- ή δεν μπορεί να γίνει. Και αυτό εν γνώσει μας ότι υποκείμεθα στον ίδιο νόμο πού διέπει και τον υπόλοιπο κόσμο, νόμο γενέσεως και φθοράς.
Το χάος το έχουμε και μέσα μας με την μορφή της ύβρεως, δηλ. τής άγνοιας ή αδυναμίας αναγνωρίσεως των ορίων των πράξεων μας· διότι, βεβαίως, αν τα όρια ήσαν σαφή και αναγνωρίσιμα εκ των προτέρων, δεν θα υπήρχε ύβρις, θα υπήρχε απλώς παράβαση ή αμάρτημα, έννοιες χωρίς κανένα βάθος.
Αυτό είναι εξάλλου κι ένα απ’ τα μαθήματα τής τραγωδίας, η όποια συνδέεται άμεσα με την φιλοσοφία και την γονιμοποιεί. Σαν πολιτικός θεσμός ή τραγωδία είναι θεσμός αυτοπεριορισμού. Υπενθυμίζει διαρκώς στους Αθηναίους πολίτες ότι υπάρχουν όρια άγνωστα εκ των προτέρων στο δρών υποκείμενο, το οποίο ενεργεί υπεύθυνα αναλαμβάνοντας τούς κινδύνους των πράξεων του. Κανείς δεν μπορεί να τού τα υποδείξει εκ των προτέρων. Μόνο του πρέπει να τα καταλάβει ή να τα διαισθανθεί.
Αυτές τίς ιδέες τίς ονομάζω κεντρικές φαντασιακές σημασίες. Αποτελούν τρόπο σημασιοδότησης τής πραγματικότητας, τής ανθρώπινης ζωής και τού κόσμου. Τίς συναντάμε από την καταβολή, από την αρχική σύσταση τού ελληνικού κόσμου, από τον “Όμηρο ήδη και από την μυθολογία. Η σημασία τής διαδοχής Ουρανού, Κρόνου, Διός, όπως περιγράφεται από τον μύθο, εκφράζει την ίδια αυτή φιλοσοφική αντίληψη πού προσπάθησα να διατυπώσω περιληπτικά. Γι’ αυτό και θα μπορούσε να πει κανείς ότι υπάρχουν πολλές και ωραίες μυθολογίες, μια όμως είναι αληθινή·, η αρχαία ελληνική. Αληθινή με την έννοια ότι όλοι οι μύθοι της έχουν ένα σημασιακό υπόβαθρο, μέσα στο οποίο κατοπτρίζεται ή ίδια μας η ζωή και κάθε ανθρώπινη ζωή.
Ο ελληνικός κόσμος κτίζεται πάνω στην επίγνωση ότι δεν υπάρχει φυγή από τον κόσμο κι από τον θάνατο, ότι ο άνθρωπος είναι θνητός. Στο σημείο αυτό θα τολμήσω να διορθώσω ένα μεγάλο Έλληνα ποιητή, τον Ανδρέα ’Εμπειρικό. Στο ποίημά του «Εις την οδόν των Φιλελλήνων», ο Εμπειρικός τελειώνει με την ευχή:
να γίνη πανανθρώπινη, η δόξα των Ελλήνων, πού πρώτοι, θαρρώ, αυτοί, στον κόσμο εδώ κάτω, έκαμαν οίστρο της ζωής τον φόβο του θανάτου.
Εγώ θα έλεγα: έκαμαν οίστρο τής ζωής την γνώση του θανάτου.
Ο φόβος του θανάτου διακατείχε παντού και πάντοτε όλους τούς θνητούς. Ίσως αυτός μάς εμποδίζει κι εμάς σήμερα, όπως εμπόδισε πολλές φορές στο παρελθόν τούς ανθρώπους, να έχουμε τον απαιτούμενο οίστρο για την ζωή μας, να έχουμε δηλαδή την επίγνωση ότι είμαστε πραγματικά θνητοί, και ότι έχουμε να κάνουμε, αν γίνεται, θα γίνει εδώ, από μάς, και εδώ θα το κάνουμε, εμείς.
Νεκροφιλία: Μια ψυχαναλυτική προσέγγιση
Με απλά λόγια, δε μπορούμε να χαρακτηρίσουμε κάποιον ως απολύτως ψυχικά υγιή/άρρωστο ή ως καλό/κακό, διότι οι παραπάνω έννοιες προσκρούουν στο παράδειγμα της φαινομενολογίας και της υποκειμενικότητας.
Αν λοιπόν θα μπορούσαμε, από ψυχολογικής και ηθικής άποψης, να προβούμε σε μία θεμελιώδη διάκριση ανάμεσα στους ανθρώπους μπορούμε να τους κατατάξουμε σε δύο μεγάλες κατηγορίες. Η πρώτη (καλοήθης) κατηγορία απαρτίζεται από αυτούς που αγαπούν τη ζωή, τους λεγόμενους βιόφιλους και η δεύτερη (κακοήθης) από αυτούς που μισούν τη ζωή και αγαπούν το θάνατο, δηλαδή τους νεκρόφιλους.
Όπως και στην περίπτωση του σαδισμού, η νεκροφιλία αρχικά προσδιορίστηκε ως σεξουαλική διαστροφή. Συνδέθηκε δηλαδή με την επιθυμία ενός ατόμου να ασελγήσει σεξουαλικά πάνω σε ένα νεκρό σώμα. Ωστόσο, ο ορισμός αυτός είναι ταυτόχρονα ελλιπής και παραπλανητικός διότι μια διαταραχή εκφράζεται μόνο σε ένα περιορισμένο βαθμό κατά τη σεξουαλική επαφή και σε κάποιες περιπτώσεις δεν εκφράζεται καθόλου. Στο βαθμό που μπορούμε να συναντήσουμε έναν μη σεξουαλικό σαδιστή, στον ίδιο βαθμό βρίσκουμε και μη σεξουαλικούς νεκρόφιλους.
Από μια ψυχαναλυτική σκοπιά, η νεκροφιλία είναι μία τάση ή ακόμη ακριβέστερα ένας προσανατολισμός της ζωής. Ο άνθρωπος που χαρακτηρίζεται από νεκρόφιλο προσανατολισμό έλκεται από οτιδήποτε μη ζωντανό. Γοητεύεται από την ιδέα του θανάτου και αρέσκεται να ασχολείται με αυτόν.
Στον νεκρόφιλο βρίσκουμε πολλά από τα χαρακτηριστικά του –όπως περιγράφηκε από τον Φρόυντ- πρωτικοσαδιστικού χαρακτήρα. Συνοπτικά, ο νεκρόφιλος είναι απόμακρος, ψυχρός και παρουσιάζει έντονο ψυχαναγκασμό με το νόμο, την τάξη και τον έλεγχο. Δεν αντλεί καμία ικανοποίηση από τη ζωή αυτή κάθε αυτή και για αυτό «αγκαλιάζει» τον θανάτου. Συνεπώς, λόγω της απέχθειας του προς το φαινόμενο της ζωής, ο νεκρόφιλος δε ζει στο τώρα αλλά παλινδρομεί στο «παρελθόν».
Θεμέλιο χαρακτηριστικό και modus vivendi του νεκρόφιλου είναι η βία. Στο έργο του «Πέρα από την αρχή της Ηδονής» ο Φρόυντ κάνει μία θεμελιακή διάκριση ανάμεσα σε δύο αντιτιθέμενα μεταξύ τους ένστικτα, το ένστικτο της ζωής (Έρως) και το ένστικτο του θανάτου (Θάνατος).
Σύμφωνα με τη ρητορική του, η ζωή του ανθρώπου είναι ένα πεδίο πάλης όπου συγκρούονται τα δύο αυτά ένστικτα. Το ένστικτο του θανάτου εναντιώνεται στη ζωή και επιθυμεί να την καταστρέψει, ενώ το ένστικτο της ζωής, το οποίο συνδέεται με τη σεξουαλικότητα, προάγει τη ζωή, δημιουργεί ζωή.
Στον νεκρόφιλο τύπο ανθρώπου το ένστικτο του θανάτου, το οποίο εκφράζεται μέσω της βίας (είτε εξωτερικευμένα προς τους άλλους είτε ως μια εσωτερικευμένη μορφή επιθετικότητας προς τον ίδιο τον εαυτό – αυτοκαταστροφική συμπεριφορά), υπερτερεί του ενστίκτου της ζωής. Πάντοτε όμως στον παρανομαστή της βίας βρίσκεται η (ασυνείδητη) επιθυμία να αφαιρέσουμε μια ζωή.
Συνεπώς για τον νεκρόφιλο υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: οι θύτες, οι οποίοι μπορούν να καταστρέψουν τη ζωή και οι αδύναμοι η οποίοι δε μπορούν, δηλαδή τα θύματα.
Στα όνειρα των νεκρόφιλων κυριαρχούν οι πόλεμοι, το αίμα, οι δολοφονίες, τα περιττώματα και οι αρρώστιες.
Από πλευράς ψυχοπαθολογίας ο ψυχισμός του νεκρόφιλου διέπεται από αυτό που ονομάζουμε στην ψυχαναλυτική φιλολογία ως καταναγκασμό επανάληψης. Ο καταναγκασμός επανάληψης, άμεση απόρροια του ενστίκτου θανάτου, είναι ένα αρχαϊκό ένστικτο που έχει εσωτερικευτεί από την αρχή της εμφάνισης του ανθρώπινου είδους και στόχο έχει να επαναφέρει το άτομο σε μια προηγούμενη κατάσταση οδηγώντας την οργανική ζωή πίσω στην αρχική κατάσταση της ανόργανης ύπαρξης. Ο καταναγκασμός αυτός εκδηλώνεται στον νεκρόφιλο μέσω της αγάπης του προς καθετί το μηχανικό (όπλα επί παραδείγματι) και της προσκόλλησης του στη γραφειοκρατική τάξη και τον έλεγχο.
Ωστόσο, όπως πολύ εύστοχα διασαφηνίζει ο Έριχ Φρομ «η ζωή δεν είναι βέβαιη η προβλέψιμη και ο μόνος τρόπος να την ελέγξει κανείς είναι να τη μεταμορφώσει σε θάνατο, διότι ο θάνατος είναι η μόνη σιγουριά στη ζωή».
Καταλήγοντας λοιπόν, η νεκροφιλία είναι ένας τρόπος ύπαρξης, μια τάση και ένας προσανατολισμός στη ζωή και όχι απλώς μια (σεξουαλική) συμπεριφορά. Η ύπαρξη του ανθρώπου, έρμαιο της δυαδικότητας των παρορμήσεων, διέπεται από αυτή που επικρατεί η οποία θα καθορίσει την προσωπικότητα και το βαθμό ψυχοπαθολογίας του ατόμου.
Η ΦΥΣΗ ΚΑΙ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ
Η φιλοσοφική και επιστημονική σκέψη στη Δύση, εκπηγάζουν από την ίδια παρόρμηση. Αρχικά, τα δύο είδη σκέψης ταυτίζονταν. Η ώρα και των δύο έφτασε γύρω στην αλλαγή του έβδομου προς τον έκτο προχριστιανικό αιώνα, όταν το πνεύμα των αρχαίων Ελλήνων, «εκείνων των αληθινά υγιών» κατά τον Νίτσε, άρχισε να υπερβαίνει τις ως τότε πεποιθήσεις και να κοιτά γύρω του τόσο με κατάπληξη όσο και με διάθεση για έρευνα.
Τα πρώτα ερωτήματα που έθεσε δεν αφορούσαν το νόημα του ανθρώπινου μοναχικού ή κοινωνικού βίου. Αφορούσαν τις ιδιότητες και τις απαρχές του εξωτερικού Κόσμου, αφορούσαν τη Φύση ως το σύνολο όσων αντιλαμβάνονται οι ανθρώπινες αισθήσεις.
Όμως, το Ελληνικό πνεύμα συνέλαβε ή, πολύ περισσότερο, διείδε τη Φύση, οργανική ή ανόργανη, ως έμβιον Όλον, ως κινούμενο αρθρωτό Όλον, ως Σύμπαν. Και τούτο το συμπαντικό Όλον, με τη σειρά του, σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε την προηγούμενη περίοδο, θεωρήθηκε ως "φυσική" ενότητα, δηλαδή δεν ήταν πια αντιληπτό ως κάτι το "υπερφυσικό", μόλο που η εξέλιξη του ερμηνευόταν ακόμη ως "κοσμικός κύκλος" υπό τη μυθική έννοια και η νομοτέλεια του ως "ειμαρμένη" υπό τη θεολογική έννοια. Εν πάση περιπτώσει, ο σκεπτόμενος λόγος δεν είχε ακόμη ελευθερωθεί από τη δύναμη της φαντασίας και επί δύο σχεδόν αιώνες, δηλαδή μέχρι την εμφάνιση του Σωκράτη, εικόνα και ιδέα, αριθμός και πράγμα, αντίληψη και προαίσθηση παρέμεναν σχεδόν αδιαχώριστα, όπως αντιστοίχως η εικοτολογία και η παρατήρηση βρίσκονταν συχνά εγγύτατα, χωρίς τη διαμεσολάβηση τρίτου.
Γι' αυτό και η γλώσσα της προσωκρατικής Φιλοσοφίας δεν είναι πια εύκολα προσιτή από τη διανόηση των νεοτέρων χρόνων. Απλώς και μόνο στους "Ρομαντικούς" στοχαστές, για παράδειγμα, στους φυσικούς φιλοσόφους του ύστερου Μεσαίωνα και της Αναγέννησης, ή ακόμη σε φαινόμενα όπως του Hamann1 ή του Novalis, εμφανίζεται για μια ακόμη φορά κάτι από την πολυσημαντότητα της προσωκρατικής Φιλοσοφίας (την οποία ο Martin Heidegger υπέβαλε τελευταία σε μια, θα μπορούσαμε να πούμε, υπερορθολογική ανάλυση). Η πρώιμη αρχαία Ελληνική Φιλοσοφία, η οποία μας παραδόθηκε μόνο μέσω περικοπών και αποσπασμάτων, ήταν επομένως ουσιαστικά μια εικοτολογική θεώρηση της Φύσης, ένα ιδιόμορφο μόρφωμα, προϊόν ανάμιξης αποφθεγμάτων και λυρικής ποίησης (καθώς η τελευταία συχνά επέλεγε την εξωτερική μορφή του "διδακτικού ποιήματος").
Δύσκολα μπορεί να χαρακτηριστεί ως σύμπτωση το γεγονός ότι η θεώρηση αυτή δεν αναπτύχθηκε στο εσωτερικό της Ελληνικής χώρας, αλλά σε αποικιακό έδαφος: στις πλούσιες, εμπορικές πόλεις της Μικράς Ασίας και της Ελληνικής Κάτω Ιταλίας. Αυτά τα εμπορικά κέντρα αποτελούσαν συγχρόνως σημεία ανταλλαγής και διάδοσης ιδεών κατά την "κορύφωση του Πολιτισμού". Ακόμη πρόσφεραν στους ελεύθερους πολίτες τους τον ελεύθερο χρόνο που είναι απαραίτητος για την ανάπτυξη κάθε γνήσιας φιλοσοφικής σκέψης.
Παρότι στις μικρασιατικές ακτές, η γνωριμία με τη βαβυλωνιακή Αστρολογία και την αιγυπτιακή Τοπογραφία μπορεί να γονιμοποίησε τόσο τη γνώση όσο και την αντίληψη των πρώιμων θεωρητικών της Φύσης, ωστόσο οι βαθύτερες απόψεις τους δεν επηρεάστηκαν τόσο πολύ από τις ανατολικές διαδρομές του πνεύματος —χαραγμένες ad hoc κατά την αποκρυφιστική ή την πραγματιστική έννοια— όσο αντιπαρατέθηκαν σε αυτές. Μετά βίας υπάρχει ένας από αυτούς τους Έλληνες φιλοσόφους που να έμεινε στη σκιά. Αναφορικά με την προσωπική ζωή του ζήτημα αν υπήρχε κάποιος που να μην ήταν ειδικός σε κάποιον "πρακτικό" τομέα —Πολιτική, Εμπόριο ή Τεχνολογία— και συγχρόνως ερασιτέχνης στοχαστής, με τη γονιμότερη έννοια του όρου. Η φιλοσοφία δεν είχε γίνει ακόμη, όπως αργότερα στους Σοφιστές, σχολική σοφία ή ακόμη επάγγελμα προς βιοπορισμό.
Ως πατέρας της Ελληνικής αλλά και ολόκληρης της ύστερης Δυτικής Φιλοσοφίας θεωρείται ο Θαλής, ο οποίος άκμασε περί το 600 π.Χ. στη Μίλητο. Ένας από τους "Επτά Σοφούς", υπήρξε ο πρώτος που έθεσε το ερώτημα περί των απαρχών ή του πρώτου αιτίου κάθε ύπαρξης.
Πρώτη αρχή όλων των πραγμάτων ήταν γι' αυτόν το νερό, κατανοούμενο όχι βέβαια υπό τη σημερινή έννοια ως χημική ένωση, αλλά ως κοσμικό στοιχείο που παράγει, γονιμοποιεί, τρέφει, συντηρεί και φέρει. Αντίθετα, για τον κάπως νεότερο Αναξίμανδρο, πρώτο αίτιο ήταν το απροσδιόριστο, το μη προσδιορίσιμο, το απεριόριστο από το οποίο ξεχώρισαν για πρώτη φορά αργότερα, "αδίκως" χειραφετήθηκαν, οι ποιότητες της ύλης, δηλαδή η —σε πολωμένες αντιθέσεις— διαρθρούμενη ύπαρξη.
Ο Αναξιμένης, (που πέθανε το 586 π.Χ.), έδωσε στην πρωταρχική ύλη και πάλι το όνομα ενός στοιχείου, αυτό του αέρα σε αιθέρια μορφή, ο οποίος για τον Αναξιμένη σήμαινε συγχρόνως "πνοή ζωής" και ως παράσταση παρέμενε, κατά κάποιον τρόπο, αιωρούμενος μεταξύ έννοιας και συμβόλου.
Έτσι, η μυθική θεογονία είχε πια αποσυνδεθεί από μια "συμπαντική" κοσμογονία, η σκέψη μιας δημιουργίας ή πολύ περισσότερο ενός σχηματισμού του σύμπαντος, είχε αποχωριστεί από εκείνην μιας γέννησης και εξέλιξης του.
Όμως, ενώ η Ιωνική Φιλοσοφία κατάφερνε να αντιπαρατάξει στην πρώιμη Ελληνική θρησκεία μια τελείως δική της ερμηνεία του Παντός, χωρίς να έρχεται άμεσα σε σύγκρουση μαζί της (αντιθέτως, o Werner Jäger2 την χαρακτηρίζει ως "Ενότητα της πνευματικής θεώρησης του Θεού και της σκεπτόμενης αποκάλυψης του Όντος"), οι Ιταλοί φιλόσοφοι του 5ου αιώνα έπρεπε να αντιμετωπίσουν ένα νέο θρησκευτικό κίνημα, τον Ορφισμό. Ο τελευταίος είχε συντεθεί κατά έναν ασυνήθιστο τρόπο από πρωτόγονα-οργιαστικά και ανατολικά-πνευματικά στοιχεία (αντιλήψεις περί μετεμψύχωσης και απολύτρωσης). Η Φιλοσοφία, αφομοιώνοντας ή απορρίπτοντας εκείνο το κίνημα, διαιρέθηκε σε δύο ακραίες κατηγορίες, οι οποίες πάλι συνήψαν μεταξύ τους τις πιο παράδοξες ενώσεις: ενώθηκαν σε ένα είδος κάποιου μυστηριακά προετοιμαζόμενου πνευματισμού και σε έναν υλισμό πραγματιστικής κατεύθυνσης.
Εκπρόσωπος της πρώτης τάσης υπήρξε η αινιγματική μορφή του Πυθαγόρα (περί το 500 π.Χ.), που είχε γεννηθεί στη Σάμο, είχε γίνει ο ιδρυτής μιας αποκρυφιστικής αίρεσης στην Ιταλία, και είχε προσπαθήσει να συζεύξει την πιο ασύλληπτη από όλες τις πνευματικές εμπειρίες, δηλαδή τη θρησκευτική, με την πιο αυστηρή από όλες τις επιστήμες, δηλαδή τα Μαθηματικά: υπό το σύμβολο του τόσο μονοσήμαντου όσο και μυστηριώδους αριθμού, ο Πυθαγόρας αντικατέστησε την πρωταρχική ουσία με την πρωταρχική σχέση μεταξύ πραγμάτων και σφαιρών ύπαρξης.
Εντούτοις, για τον κάπως νεότερο Ηράκλειτο από τη μικρασιατική Έφεσο, ίσως τον πλέον οξυδερκή όλων των Προσωκρατικών, εκείνη η πρωταρχική σχέση παρουσιαζόταν ως πρωταρχική ένταση, ως "πόλεμος", και η εικόνα με την οποία αναζητούσε να αντί καθρεφτίσει μια πραγματικότητα που είχε συλλάβει σε ακατάπαυστη μεταβολή, ήταν εκείνη της διαρκώς αυτοαναλισκόμενης και πάλι αναζωπυρούμενης φωτιάς. Συγχρόνως, όμως, πίσω από τον λαμπρό παροδικό κόσμο των φαινομένων ο Ηράκλειτος αντιλαμβανόταν και το Αμετάβλητο, το Διαρκές, το Διαφεύγον κάθε Γήινης έντασης, στο οποίο έδωσε το όνομα "Λόγος".
Απέναντι σ' αυτά, ο σύγχρονος του και πνευματικός του αντίπαλος, ο Παρμενίδης, που δρούσε στην ιταλική πόλη Ελέα, δεχόταν μία και μοναδική, σταθερή, δίχως αρχή, διαρκή πραγματικότητα του Είναι, της οποίας το σύμβολο ήταν γι' αυτόν η τέλεια σφαίρα. Όμως, αυτή ακριβώς η αμετάβλητη πραγματικότητα αποκαλύφθηκε και εκπληρώθηκε στον Παρμενίδη μέσα από το παιχνίδι των εναλλαγών των εφήμερων στοιχείων, παιχνίδι που περιέγραψε αργότερα ο Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος (περί το 450 π.Χ.), μια ιδιόμορφη παρουσία όμοια του Παράκελσου, ως διεργασία "μίξης" και "διάλλαξης", "σύνθεσης" και "αποσύνθεσης", αλλά παράλληλα αποδιδόταν στην επίδραση ανωτέρων συμπαντικών δυνάμεων, δυνάμεων έλξης και άπωσης, αγάπης και μίσους.
Όμως, μπορούσε άραγε μια τέτοια διεργασία, κατά την οποία το χάος μετατρεπόταν τελικά στο σύμπαν, να είναι μια διεργασία, τυφλή, διεπόμενη από την τύχη;
Ο Αναξαγόρας, σύγχρονος του Εμπεδοκλή, θεωρούσε τη διεργασία αυτή σχεδιασμένη και κατευθυνόμενη από μια ανώτερη πνευματική δύναμη, που την ονόμαζε Νου, παγκόσμιο νου, και η οποία γι' αυτόν, αντίθετα προς τον οιονεί αιωρούμενο Λόγο του Ηράκλειτου, παρενέβαινε στην πραγματικότητα και μάλιστα ήταν μέρος αυτής ως η πλέον ανώτερη και πλέον ευκίνητη από κάθε ύλη, χωρίς ωστόσο να "αφομοιώνεται" από αυτήν την πραγματικότητα.
Στον Δημόκριτο τον Αβδηρίτη - ο οποίος γεννήθηκε περί το 450 π.Χ - αποσυνδέθηκε τελικά αυτή η αντίληψη περί ενός "ad hoc δρώντος Νου" από εκείνη μιας τυφλής-μηχανικής "νομοτέλειας της Φύσης", της κινητήριας δύναμης οιονεί αναρίθμητων, διαφορετικών κατά μέγεθος, θέση και σχήμα, περιφερόμενων στον κενό χώρο ατόμων, τα οποία αποτελούσαν γι' αυτόν τα τελευταία άφθαρτα και αναλλοίωτα βασικά συστατικά κάθε ύπαρξης.
Έτσι, όμως, η θεώρηση της Φύσης από τους Έλληνες της προσωκρατικής εποχής, είχε φτάσει στο σταυροδρόμι δύο κατευθύνσεων, από τις οποίες η μία φαινόταν να οδηγεί προς μια νέα αυλή θρησκευτικότητα, ενώ η άλλη προς τον κοσμοθεωρητικό υλισμό. Παράλληλα, ξεχώρισε βεβαίως η Φιλοσοφία από την Επιστήμη υπό την αυστηρότερη έννοια, και κατά τα τέλη του 5ου αιώνα στράφηκε με τους Σοφιστές, τους "διαφωτιστές" εκείνης της εποχής, στα προβλήματα της ύπαρξης των πολιτών της Γης, ενώ η πολυσήμαντα εναλλασσόμενη γλώσσα έκφρασης των Προσωκρατικών ξεδιαλύνθηκε ή ακόμη ισοπεδώθηκε προς μια γλώσσα λογικών εννοιών. Όπως είπε ο ορθολογιστής Bertrand Russell, "το σημείο στο οποίο ίσως προβάλει κάποιος αντιρρήσεις ακόμη και στους καλύτερους των φιλοσόφων μετά από τον Δημόκριτο, είναι η μονόπλευρη θεώρηση της εμφάνισης του ανθρώπου σε βάρος του σύμπαντος".
Αναμφίβολα, τα μεγάλα ζητήματα της προσωκρατικής Φιλοσοφίας βρέθηκαν αργότερα στο επίκεντρο της Δυτικής σκέψης. Το ίδιο αναμφίβολα, οι επιστημονικοί σπόροι της προσωκρατικής Φιλοσοφίας άνθησαν αργότερα οδηγώντας σε αδιαφιλονίκητα πορίσματα και γνώσεις.
Είναι, όμως, η προσωκρατική Φιλοσοφία, γι' αυτούς τους λόγους, Φιλοσοφία ή Επιστήμη, με τη σημερινή σημασία του όρου; Μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο διχογνωμίας αν η προσωκρατική Φιλοσοφία ακολούθησε μετά από μια μυθική φάση ή, αντιθέτως προηγήθηκε μιας ορθολογικής φάσης στην ιστορία της ανθρώπινης ερμηνείας του σύμπαντος. Ακόμη, ίσως τεθεί το ερώτημα: το χάσμα που χωρίζει την προσωκρατική Φιλοσοφία από τη Σωκρατική Διαλεκτική είναι ευρύτερο από εκείνο μεταξύ του Σωκράτη και των στοχαστών των νεοτέρων χρόνων; Εν πάση περιπτώσει, είναι γεγονός ότι η προσωκρατική Φιλοσοφία αγνοήθηκε επί αιώνες από τους αρμόδιους φιλοσόφους.
Από τον Χέγκελ κατά πρώτον —και στη σκιά του από τον Ε. Zeller3— η προσωκρατική Φιλοσοφία ενσωματώθηκε σε εκείνη την κίνηση των τριών ρυθμών, στην οποία ολοκληρώθηκε η αυτοανάπτυξη του πνεύματος. Στα τέλη του 19ου αιώνα, η προσωκρατική Φιλοσοφία έγινε, κατά το παράδειγμα του Αριστοτέλη παλαιότερα, συναινετική ή κριτική. Η αποτίμηση αυτή επιτεύχθηκε στη βάση ενός αυστηρά εννοιολογικού μέτρου και η προσωκρατική Φιλοσοφία χαρακτηρίστηκε είτε από τους Gomperz και Burnet ως προθάλαμος της επιστημονικής σκέψης είτε, αντιστρόφως από τον Joel λίγο αργότερα, ως μυστηριακή απόκλιση από αυτήν. Μόλις τις πρώτες δεκαετίες του αιώνα μας αναγνωρίστηκε στην προσωκρατική Φιλοσοφία —κάτω από την ακόμη επενεργούσα επιρροή του Νίτσε και την αίσθηση μιας ολοένα διευρυνόμενης και εμβαθύνουσας ιστορικής έρευνας— ένα είδος ιδιαίτερου χαρακτήρα και μιας ιστορικής "αυτοτέλειας". Η προσωκρατική Φιλοσοφία τοποθετήθηκε σ' ένα γόνιμο κεντρικό σημείο μεταξύ των προεννοιολογικών —θρησκευτικών και μεταμυθικών— ορθολογικών αντιλήψεων.
Ο Erwin Schrödinger φαίνεται να επιδοκιμάζει αυτήν τη νέα αξιολόγηση της Ελληνικής Φιλοσοφίας της Φύσης. Ωστόσο, όταν την προσεγγίζει κυρίως από την άποψη της επιστημονικής σκέψης —τοποθετούμενος κατ' αυτόν τον τρόπο για μια ακόμη φορά πίσω από τη μεταφυσική ερμηνεία του Heidegger— ίσως ο αναγνώστης αισθάνεται λίγο απογοητευμένος. Εντούτοις, καμία μεμονωμένη ερμηνεία δεν μπορεί να εξαντλήσει την πληθώρα των τρόπων έκφρασης της Αρχαιότητας, ούτε κάποια αντίθετη ερμηνεία μπορεί να την "ανασκευάσει" πλήρως. Π' αυτό ακριβώς υπάρχει η ελπίδα ότι ο Schrödinger θα κατορθώσει, ακόμη και για τους νηφάλιους και σκεπτικιστές ανάμεσα στους σύγχρονους συναδέλφους του, να διανοίξει μια δίοδο σε έναν κόσμο, κατά κανόνα ξένο στους ανθρώπους αυτούς. Έναν κόσμο ο οποίος τελικά προσφέρει πολύ περισσότερα και διαφορετικά απ' όσα απλώς υπόσχεται η καινούρια ανακάλυψη του. Μήπως δεν αντικαθρεφτίζεται, εμμέσως στην ερμηνεία του Schrödinger και κάτι από τη σημερινή διαμάχη για έναν στενότερο και αυστηρότερο, έναν ισχυρότερο στη δράση και πιο επικίνδυνο τρόπο θεώρησης της Φύσης; 'Αραγε, μήπως επιχειρούμε —όχι απολύτως βέβαιοι για τα μέτρα και τους σκοπούς που έχουμε θέσει στη θεώρηση της Φύσης— να ιδιοποιηθούμε για μια ακόμη φορά, κάτι από τη μαγεία και την αυτοπεποίθηση της πρώιμης νεότητας της;
----------------------
1. Johann Georg Hamann (1730 -1788) Γερμανός ειδικός στη Φιλοσοφία της Θρησκείας, πολέμιος του Διαφωτισμού και του Καντ.
2. Werner Jäger (¡888 - 1961). Γερμανός Γλωσσολόγος και ερευνητής της Αρχαιότητας.
3. Eduard Zeiler (¡814 - 1908). Ονομαστός Γερμανός Εγελιανός ιστορικός της Φιλοσοφίας.
Richard Dawkins: Παρηγοριά, ένα αναγκαίο κακό
Ακόμη και όσοι δέχονται ότι ο Θεός πιθανόν δεν υπάρχει, και ότι δεν είναι αναγκαίος για την ηθική, επανέρχονται συνεχώς σε ένα θέμα: Την υποτιθέμενη ψυχολογική ή συναισθηματική ανάγκη για ένα θεό. Αν αφαιρέσουμε τη θρησκεία, ρωτούν επιθετικά, τι θα βάλουμε στη θέση της; Τι θα προσφέρουμε στους ετοιμοθάνατους ασθενείς, στους θρηνολογούντες απελπισμένους, στις μοναχικές Eleanor Rigby για τις οποίες ο Θεός είναι ο μοναδικός τους φίλος;
Η πρώτη απάντηση που πρέπει να δώσουμε δεν αξίζει καν τον κόπο να αναφέρεται: Η ικανότητα της θρησκείας να παρηγορεί δεν της προσδίδει αλήθεια. Έστω κι αν κάναμε μια τεράστια παραχώρηση· έστω κι αν αποδεικνυόταν τελεσίδικα ότι η πίστη στην ύπαρξη του Θεού είναι απολύτως ουσιώδης για την ψυχολογική και συναισθηματική υγεία του ανθρώπου· έστω κι αν όλοι οι άθεοι είναι απελπισμένοι νευρωτικοί που ωθούνται στην αυτοκτονία από το ανελέητο κοσμικό άγχος —τίποτε από όλα αυτά δεν θα προσέφερε την παραμικρή ένδειξη ότι η θρησκευτική πίστη είναι αληθινή. Ίσως προσφέρει ενδείξεις πως αξίζει να πείσει κανείς τον εαυτό του ότι υπάρχει Θεός —έστω κι αν δεν υπάρχει. Όπως αναφέραμε ήδη, ο Dennett, στο Breaking the Spell, κάνει μια διάκριση μεταξύ της πίστης στον Θεό και της πίστης στην πίστη· την πίστη ότι αξίζει να πιστεύουμε, έστω κι αν η ίδια η πίστη στερείται αντικειμένου:
«Πιστεύω, Κύριε! Αλλά βοήθησέ με, διότι η πίστη μου δεν είναι ισχυρή» (Κατά Μάρκον, 9:24).
Οι πιστοί ενθαρρύνονται να ομολογούν την πίστη τους, πεπεισμένοι ή όχι για αυτήν. Ίσως, με αρκετά συχνή επανάληψη, να καταφέρει κανείς να πείσει τον εαυτό του για την αλήθεια της. Νομίζω ότι όλοι γνωρίζουμε ανθρώπους οι οποίοι απολαμβάνουν την ιδέα της θρησκευτικής πίστης και δυσανασχετούν με τις επιθέσεις εναντίον της, μολονότι παραδέχονται διατακτικά ότι οι ίδιοι δεν πιστεύουν. Εξεπλάγην κάπως όταν ανακάλυψα ένα πρώτης τάξεως παράδειγμα στο βιβλίο The Limits of Science (Τα όρια της επιστήμης) του ήρωα μου, του Peter Medawar:
«Λυπούμαι που δεν πιστεύω στον Θεό και τις θρησκευτικές απαντήσεις γενικά, διότι θεωρώ ότι, αν υπήρχαν ικανοποιητικοί επιστημονικοί και φιλοσοφικοί λόγοι για την πίστη στον Θεό, θα έβρισκαν ικανοποίηση και ανακούφιση όλοι όσοι τον έχουν ανάγκη».
Αφότου διάβασα τη διάκριση του Dennett, έχω βρει επανειλημμένα την ευκαιρία να την εφαρμόσω. Δεν αποτελεί υπερβολή να πω ότι η πλειονότητα των άθεων που γνωρίζω κρύβουν τον αθεϊσμό τους πίσω από ένα προσωπείο ευλάβειας. Οι ίδιοι δεν πιστεύουν σε τίποτε το υπερφυσικό, ωστόσο διατηρούν μια ασαφή αδυναμία στην πίστη στο παράλογο. Πιστεύουν στην πίστη. Είναι εκπληκτικό το πόσο πολλοί φαίνεται να μην μπορούν να διακρίνουν τη διαφορά μεταξύ της πρότασης «το X αληθεύει» και της πρότασης «αξίζει οι άνθρωποι να πιστεύουν ότι το X αληθεύει». Ίσως βέβαια δεν διαπράττουν πραγματικά αυτό το λογικό σφάλμα, αλλά απλώς θεωρούν την αλήθεια ασήμαντη σε σύγκριση με τα ανθρώπινα συναισθήματα. Δεν σκοπεύω να απαξιώσω τα ανθρώπινα συναισθήματα. Αλλά σε κάθε συζήτηση ας γνωρίζουμε για τι πράγμα μιλάμε: για τα συναισθήματα ή για την αλήθεια. Αμφότερα μπορεί να είναι σημαντικά, ωστόσο δεν ταυτίζονται.
Σε κάθε περίπτωση πάντως, η υποθετική παραχώρησή μου υπήρξε υπερβολική και λανθασμένη. Δεν έχω υπόψη μου καμία ένδειξη ότι οι άθεοι διακατέχονται από οποιαδήποτε γενική τάση προς τη δυστυχία, το άγχος και την απόγνωση. Κάποιοι άθεοι είναι ευτυχείς και άλλοι αξιολύπητοι. Παρομοίως, κάποιοι χριστιανοί, ιουδαίοι, μουσουλμάνοι, ινδουιστές και βουδιστές είναι αξιολύπητοι, ενώ άλλοι ευτυχείς. Ίσως υπάρχουν στατιστικές ενδείξεις για τη σχέση μεταξύ ευτυχίας και πίστης (ή έλλειψης πίστης), αλλά αμφιβάλλω εάν πρόκειται για αξιόλογη σχέση, ούτως ή άλλως. Θεωρώ περισσότερο ενδιαφέρον να αναρωτηθούμε εάν υπάρχει κάποιος καλός λόγος να αισθανόμαστε κατάθλιψη ζώντας χωρίς Θεό. Θα τελειώσω αυτό το βιβλίο υποστηρίζοντας ότι, αντιθέτως, κάθε άλλο παρά αδύνατη είναι μια ευτυχισμένη και ολοκληρωμένη ζωή χωρίς θρησκεία και πίστη στο υπερφυσικό. Πρώτα, ωστόσο, πρέπει να εξετάσω τους ισχυρισμούς της θρησκείας ότι προσφέρει παρηγοριά.
Η παρηγοριά κατά το Σύντομο λεξικό της Οξφόρδης συνίσταται στην απάλυνση της θλίψης ή της οδύνης. Θα διακρίνω δύο τύπους παρηγοριάς.
1. Άμεση φυσική παρηγοριά. Ένας άνθρωπος αποκλεισμένος για μια ολόκληρη παγερή νύχτα στα χιόνια ίσως βρει ανακούφιση στην παρουσία ενός μεγάλου, ζεστού σκύλου του Αγίου Βερνάρδου —χωρίς να ξεχνάμε το φλασκί με μπράντι στο λαιμό του ζώου. Ένα κοριτσάκι που κλαίει ίσως παρηγορηθεί με μια δυνατή αγκαλιά και με λίγα ενθαρρυντικά λόγια.
2. Παρηγοριά μέσω ανακάλυψης ενός γεγονότος το οποίο δεν είχε εκτιμηθεί προηγουμένως, ή ενός άγνωστου προηγουμένως τρόπον αντιμετώπισης τωρινών δεδομένων. Μια γυναίκα της οποίας ο σύζυγος σκοτώθηκε στον πόλεμο ίσως παρηγορηθεί αν ανακαλύψει ότι περιμένει το παιδί του, ή ότι εκείνος πέθανε ηρωικά. Μπορούμε επίσης να παρηγορηθούμε αν ανακαλύψουμε κάποιον νέο τρόπο αντιμετώπισης μιας κατάστασης. Ένας φιλόσοφος παρατηρεί ότι δεν υπάρχει τίποτε το ιδιαίτερο τη στιγμή του θανάτου ενός ηλικιωμένου ανθρώπου. Το παιδί το οποίο εκείνος υπήρξε κάποτε έχει «πεθάνει» προ πολλού, όχι τερματίζοντας απότομα τη ζωή του αλλά μεγαλώνοντας. Καθεμιά από τις επτά σαιξπηρικές ηλικίες του ανθρώπου «πεθαίνει» μεταβαίνοντας αργά στην επόμενη.
Από τούτη την άποψη, η στιγμή όπου ο ηλικιωμένος τελικά εκπνέει δεν διαφέρει από τους αργούς «θανάτους» κατά τη διάρκεια της ζωής του. Όποιος δεν χαίρεται ιδιαίτερα με την προοπτική του θανάτου του ίσως βρει παρηγοριά σε τούτη τη διαφορετική προοπτική. Ίσως και όχι, αλλά πρόκειται μόνο για ένα δυνητικό παράδειγμα παρηγοριάς μέσω του στοχασμού. Άλλο σχετικό παράδειγμα είναι η απόρριψη του φόβου του θανάτου από τον Μαρκ Τουέιν:
«Δεν φοβάμαι το θάνατο. Ήμουν νεκρός για δισεκατομμύρια και δισεκατομμύρια χρόνια πριν γεννηθώ, και δεν είχα το παραμικρό πρόβλημα».
Βέβαια, η νέα οπτική δεν αλλάζει τίποτα στο γεγονός του αναπόφευκτου θανάτου μας. Μας προσφέρεται όμως ένας διαφορετικός τρόπος αντιμετώπισης του αναπόφευκτου, και ίσως εκεί βρούμε παρηγοριά. Ο Thomas Jefferson, επίσης, δεν φοβόταν το θάνατο και φαίνεται ότι δεν πίστευε σε κανένα είδος μετά θάνατον ζωής. Όπως διηγείται ο Christopher Hitchens,
«Καθώς λιγόστευαν οι ημέρες του, ο Jefferson έγραψε αρκετές φορές σε φίλους ότι αντιμετώπιζε το επικείμενο τέλος χωρίς ελπίδα ούτε φόβο. Τούτο ισοδυναμεί με το να πούμε, με τον πλέον απερίφραστο τρόπο, ότι δεν ήταν χριστιανός».
Τα γενναία και μεγάλα πνεύματα ίσως είναι έτοιμα για την προκλητική και τολμηρή δήλωση του Bertrand Russell, στο δοκίμιό του «What I Believe»
(Τι πιστεύω):
Πιστεύω ότι θα σαπίσω όταν πεθάνω, και δεν θα επιβιώσει τίποτε από το εγώ μου. Δεν είμαι νέος και αγαπώ τη ζωή. Αλλά περιγελώ τα ρίγη πανικού στη σκέψη της εξαφάνισης. Η ευτυχία δεν είναι λιγότερο αληθινή επειδή πρέπει να φτάσει σε ένα τέλος, ούτε η σκέψη και η αγάπη χάνουν την αξία τους επειδή δεν διαρκούν αιωνίως. Πολλοί άνθρωποι στάθηκαν με υπερηφάνεια στο ικρίωμα· η ίδια υπερηφάνεια πρέπει να μας διδάσκει να σκεπτόμαστε αληθινά τη θέση του ανθρώπου στον Κόσμο. Ακόμη κι αν τα ανοικτά παράθυρα της επιστήμης μάς κάνουν στην αρχή να τρέμουμε μετά τη βολική σπιτική ζεστασιά των παραδοσιακών μύθων που μας εξανθρωπίζουν, στο τέλος ο καθαρός αέρας της λογικής φέρνει ζωτικότητα, και οι ανοικτοί χώροι της επιστήμης έχουν το δικό τους μεγαλείο.
Το δοκίμιο τούτο τού Russell υπήρξε για μένα πηγή έμπνευσης όταν το διάβασα στη βιβλιοθήκη του σχολείου μου σε ηλικία περίπου δεκαέξι ετών, αλλά το είχα ξεχάσει .Ίσως ήθελα ασυναίσθητα να του αποτίσω φόρο τιμής (όπως ήθελα συνειδητά να κάνω για τον Δαρβίνο) όταν έγραφα το 2003 στο A Devil’s Chaplain·.
Υπάρχει κάτι περισσότερο από μεγαλείο σε τούτη τη στάση ζωής, όσο ζοφερή και κρύα κι αν φαίνεται κάτω από το προστατευτικό κάλυμμα της άγνοιας. Μια βαθιά αναζωογόνηση είναι το κέρδος σου όταν στέκεσαι με το πρόσωπο στραμμένο προς τον δυνατό, διαπεραστικό άνεμο της κατανόησης: «οι άνεμοι που πνέουν μέσα από τις διαδρομές των αστεριών» του Yeats.
Πώς συγκρίνεται η θρησκεία με την επιστήμη όσον αφορά τους δύο παραπάνω τύπους παρηγοριάς; Ως προς την παρηγοριά του πρώτου τύπου, είναι εντελώς εύλογο τα ισχυρά χέρια του Θεού, έστω και εντελώς φανταστικά, να μπορούν να παρηγορήσουν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που το κάνουν τα πραγματικά χέρια ενός φίλου ή ο σκύλος του Αγίου Βερνάρδου με το φλασκί μπράντι κρεμασμένο στο λαιμό του. Αλλά, φυσικά, και η ιατρική μπορεί επίσης να προσφέρει ανακούφιση —συνήθως αποτελεσματικότερα από το μπράντι.
Αν τώρα στραφούμε στην παρηγοριά του δεύτερου τύπου, εύκολα θα πιστέψουμε ότι η θρησκεία μπορεί να είναι εξαιρετικά αποτελεσματική. Τα θύματα μιας τρομερής καταστροφής, όπως ένας σεισμός, συχνά αναφέρουν ότι τους παρηγορεί η σκέψη πως όλα είναι μέρος του ανεξιχνίαστου σχεδίου του Θεού: χωρίς αμφιβολία, κάτι καλό θα προκύψει με το πλήρωμα του χρόνου. Εάν κάποιος φοβάται το θάνατο, η ειλικρινής πίστη στην αθανασία της ψυχής μπορεί να τον παρηγορήσει —εκτός, φυσικά, εάν νομίζει ότι θα πάει στην κόλαση ή στο καθαρτήριο. Οι ψευδείς πεποιθήσεις μπορούν να προσφέρουν την ίδια παρηγοριά με τις αληθείς, μέχρι τη στιγμή της διάψευσης. Τούτο ισχύει και για μη θρησκευτικές πεποιθήσεις. Ένας καρκινοπαθής στο τελικό στάδιο ίσως παρηγορηθεί από το γιατρό ο οποίος τού λέει ψέματα ότι θεραπεύτηκε, εξίσου αποτελεσματικά με έναν άλλο άνθρωπο στον οποίο λένε την αλήθεια ότι θεραπεύτηκε. Η ειλικρινής και ολόψυχη πίστη στη μετά θάνατον ζωή είναι ακόμη περισσότερο άτρωτη από τη διάψευση απ’ ό,τι η πίστη σε έναν ψευδόμενο γιατρό. Το ψέμα του γιατρού έχει αποτέλεσμα μόνο μέχρι τη στιγμή που τα συμπτώματα γίνονται αναμφισβήτητα. Όποιος πιστεύει στη μετά θάνατον ζωή δεν μπορεί ποτέ εν τέλει να διαψευστεί.
Richard Dawkins, Η περί Θεού αυταπάτη
Κυριακή της Ορθοδοξίας – Οι κατάρες της Εκκλησίας κατά των Ελλήνων και του ελληνικού πνεύματος!
Κύριο θέμα του εορτασμού της Κυριακής της Ορθοδοξίας είναι η νίκη των εικονολατρών επί των εικονομάχων και ταυτόχρονα ο αναθεματισμός των Ελλήνων.
Συντάχθηκαν κατά την Ζ” Οικουμενική Σύνοδο που έγινε στη Νίκαια της Βιθυνίας κατά την οποία προέδρευσε ο Κωνσταντίνος ο ΣΤ” και η μάνα του Ειρήνη η Αθηναία, το 787, στην οποία παρευρέθηκαν 367 συνοδικοί επίσκοποι. Η οριστική αναστήλωση των εικόνων έγινε από την αυτοκράτειρα Θεοδώρα (το 842).
Το τραγελαφικό της υπόθεσης είναι, ότι η νίκη των εικονολατρών, θεωρήθηκε κι ως νίκη έναντι των Ελλήνων που κατηγορούνταν ως…ειδωλολάτρες, ασχέτως αν οι πραγματικοί ειδωλολάτρες ήταν και είναι αυτοί που λατρεύουν άψυχες εικόνες, στις οποίες αποδίδουν μάλιστα και…θαυματουργικές ιδιότητες (ο τσαρλατανισμός σ” όλο του το μεγαλείο).
Βεβαίως η σημερινή Εκκλησία, κρατάει και μια «πισινή» για τις…θαυματουργικές ιδιότητες των εικόνων, γιατί πλέον τα «πρόβατα» άρχισαν να πονηρεύονται. Έτσι μας λένε, ότι μπορεί και να είναι θαυματουργές, αλλά αυτό δεν είναι και απόλυτο, καθώς εξαρτάται κι απ” τον βαθμό…πίστης (τύφλα να “χει η Πυθία). Αλλά οι θαυματουργικές ιδιότητες των εικόνων, ίσως ωχριά μπροστά στις δυνατότητες των «αγίων», οι οποίοι σύμφωνα με την Εκκλησία, θαυματουργούσαν ακόμα και με την σκιά τους(!!!).
Απολαύστε τους λοιπόν και θαυμάστε την αγάπη του εβραιοχριστιανισμού προς τον ΕΛΛΗΝΑ και το ΑΡΧΑΙΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ.
| ΠΡΩΤΟΣ ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΣΜΟΣ: «Τοις ευσεβείς μεν επαγγελλομένοις τα των Ελλήνων δε δυσσεβή δόγματα τη ορθοδόξω και καθολική εκκλησία περί τε ψυχών ανθρωπίνων, και ουρανού και γης, και των άλλων κτισμάτων αναιδώς ή μάλλον ασεβώς επεισάγουσιν ανάθεμα (γ’)». | Μετάφραση: Σε όσους παριστάνουν τους ευσεβείς, ενώ, την ίδια στιγμή, εισάγουν με θράσος ή πολύ περισσότερο με ασέβεια στην Ορθόδοξη και Καθολική Εκκλησία τις ασεβείς δοξασίες των ΕΛΛΗΝΩΝ και για τις ανθρώπινες ψυχές και για τον ουρανό και τη γη και για τα άλλα κτίσματα, ΑΝΑΘΕΜΑ! ΑΝΑΘΕΜΑ! ΑΝΑΘΕΜΑ! |
| Τρεις φορές Ανάθεμα δηλαδή στους Ορφέα, Θαλή, Αναξίμανδρο, Αναξιμένη, Πυθαγόρα, Ξενοφάνη, Παρμενίδη, Ζήνωνα, Εμπεδοκλή, Ηράκλειτο, Αναξαγόρα, Δημόκριτο, Σωκράτη, Πλάτωνα κ.α. | |
| ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΣΜΟΣ: «Tοις την μωράν των έξωθεν (=Ελλήνων) φιλοσόφων λεγομένην σοφίαν προτιμώσι, και τοις καθηγηταίς αυτών επομένοις, και τας τε μετεμψυχώσεις των ανθρωπίνων ψυχών, η και ομοίως τοις αλόγοις ζώοις ταύτας απόλλυσθαι, και εις το μηδέν χωρείν δεχομένοις και δια τούτο ανάστασιν, και κρίσιν, και την τελευταίαν των βεβιωμένων ανταπόδοσιν αθετούσιν ανάθεμα (γ’)». | Μετάφραση: Σε όσους προτιμούν τη λεγόμενη σοφία των εκτός χριστιανισμού ΕΛΛΗΝΩΝ την ανόητη και ακολουθούν τους δασκάλους τους και δέχονται ότι υπάρχει μετεμψύχωση ή ότι οι ανθρώπινες ψυχές χάνονται όπως τα άλογα ζώα και ξεπέφτουν στην ανυπαρξία και εξαιτίας αυτών των ιδεών τους αθετούν την ανάσταση, την κρίση [κατά τη δευτέρα παρουσία] και την τελική ανταπόδοση σύμφωνα με όσα έπραξε στη ζωή του ο καθένας, ΑΝΑΘΕΜΑ! ΑΝΑΘΕΜΑ! ΑΝΑΘΕΜΑ! |
| ΤΡΙΤΟΣ ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΣΜΟΣ: «Τοις λέγουσιν ότι οι των Ελλήνων σοφοί και πρώτοι των αιρεσιαρχών, οι παρά των επτά αγίων και καθολικών συνόδων, και παρά πάντων των εν Ορθοδοξία λαμψάντων πατέρων αναθέματι καθυποβληθέντας, ως αλλότριοι της καθολικής εκκλησίας δια την εν λόγοις αυτών κίβδηλον και ρυπαράν περιουσίαν κρείττονες εισι κατά πολύ, και ενταύθα και εν τη μελλούση κρίσει, και των ευσεβών μεν και ορθοδόξων ανδρών, άλλως δε κατά πάθος ανθρώπινον ή αγνόημα πλημμελησάντων ανάθεμα (α’)». | Μετάφραση: Σε όσους λένε ότι είναι καλύτεροι κατά πολύ οι σοφοί των ΕΛΛΗΝΩΝ και οι πρωτοστάτες στις αιρέσεις, στους οποίους οι επτά άγιες και Καθολικές Σύνοδοι και όλοι οι Πατέρες που έλαμψαν μέσα στην Ορθοδοξία τους επέβαλαν ανάθεμα, ως ξένους στην Καθολική Εκκλησία, καθώς πλεόνασαν τα ψεύτικα και βρόμικα λόγια τους και εδώ και στη μέλλουσα κρίση, και σε κείνους που είναι ευσεβείς και ορθόδοξοι αλλά αμάρτησαν από ανθρώπινο πάθος ή από άγνοια, ΑΝΑΘΕΜΑ! |
| ΤΕΤΑΡΤΟΣ ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΣΜΟΣ: «Τοις τα ελληνικά διεξιούσι μαθήματα, και μη δια παίδευσιν μόνον ταύτα παιδευομένοις, αλλά και ταις δόξαις αυτών ταις ματαίαις επομένοις, και ως αληθέσι πιστεύουσι και ούτως αυταίς ως το βέβαιον εχούσαις εγκειμένοις, ώστε έτερους ποτέ μεν λάθρα, ποτέ δε φανερώς ενάγειν αυταϊς και διδάσκειν ανενδοιάστως ανάθεμα (α’)». | Μετάφραση: Σε όσους αποδέχονται τις διδασκαλίες των Ελλήνων και δεν τις σπουδάζουν μόνο για μόρφωση, αλλά ακολουθούν και τις ιδέες τους τις μάταιες και τις πιστεύουν ως αληθινές, και μάλιστα ωσάν αυτές να περιέχουν τη βεβαιότητα, και επιμένουν να παρασύρουν σ” αυτές άλλοτε κρυφά και άλλοτε φανερά και να τις διδάσκουν χωρίς κανέναν ενδοιασμό, ΑΝΑΘΕΜΑ! |
| ΠΕΜΠΤΟΣ ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΣΜΟΣ: «Τοις μετά των άλλων μυθικών πλασμάτων, αφ” εαυτών και την καθ” ημάς κλίσιν μεταπλάττουσι, και τάς πλατωνικάς ιδέας ως αληθείς δεχομένοις και ως αυθυπόστατο την ύλην παρά των ιδίων μορφούσθαι λέγουσι, και προφανώς διαβάλλουσι το αυτεξούσιον τον Δημιουργού, τον από του μη όντος εις το είναι παραγαγόντος τα πάντα, και ως ποιητού πάσιν αρχήν και τέλος επιτιθέντος εξ-ουσιαστικώς και δεσποτικώς ανάθεμα (α’)». | Μετάφραση: Σε όσους με δική τους πρωτοβουλία, μαζί με τα άλλα μυθικά πλάσματα, διαστρεβλώνουν τα της δημιουργίας του ανθρώπου και δέχονται ως αληθινές τις ΠΛΑΤΩΝΙΚΕΣ ιδέες και ισχυρίζονται ότι οι ίδιοι από μόνοι τους διαμορφώνουν άποψη και προφανώς αμφισβητούν την απόλυτη εξουσία του Δημιουργού, ο οποίος από την ανυπαρξία έφερε στην ύπαρξη τα πάντα και ως Ποιητής έθεσε σε όλα αρχή και τέλος με τη δύναμη του εξουσιαστή και δεσπότη, ΑΝΑΘΕΜΑ! |
| ΕΚΤΟΣ ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΣΜΟΣ: «Τοις δεχομένοις, και παραδίδουσι τα μάταια και ελληνικά ρήματα., ότι τε προύπαρξις εστί των ψυχών, και ουκ εκ τον μη όντος τα πάντα εγένετο, και παρήχθησαν, οτι τέλος εστί της κολάσεως η αποκατάστασις αύθις της κτίσεως, και των ανθρωπίνων πραγμάτων, και διά των τοιούτων λόγων την βασιλείαν των ουρανών λυομένην πάντως, και παράγουσαν εισάγουσιν, ην αιωνίαν και ακατάλυτον αυτός τε ό Χριστός και Θεός ημών εδίδαξε, και παρέδοτο και διά πάσης της Παλαιάς και Νέας Γραφής ημείς παρελάβομεν οτι και η κόλασις ατελεύτητος και ή βασιλεία αΐδιος, διά δε των τοιούτων λόγων εαυτούς τε απολλύουσι, και ετέροις αιωνίας καταδίκης προξένοις γινομένοις ανάθεμα (γ’)». | Μετάφραση: Σε όσους δέχονται και διαδίδουν τις μάταιες αντιλήψεις των ΕΛΛΗΝΩΝ, και ότι οι ψυχές προϋπήρχαν και ότι δεν προήλθαν ούτε προέκυψαν από την ανυπαρξία τα πάντα και ότι ήρθε το τέλος της κολάσεως από τη στιγμή που δημιουργήθηκε και η κτίση και το ανθρώπινο είδος, και διαδίδουν με τέτοια λόγια ότι η Βασιλεία των Ουρανών έχει τελείως καταργηθεί και εκλείψει, την οποία και ο ίδιος ο Χριστός και Θεός μας δίδαξε ως αιώνια και ακατάλυτη, παρέδωσε και εμείς από την Παλαιά και Καινή Διαθήκη παραλάβαμε ότι και η Κόλαση είναι ατέλειωτη και η Βασιλεία παντοτινή, καταστρέφουν με τέτοια λόγια και τους εαυτούς τους και προξενούν σε άλλους αιώνια καταδίκη, ΑΝΑΘΕΜΑ! ΑΝΑΘΕΜΑ! ΑΝΑΘΕΜΑ! |
| ΕΒΔΟΜΟΣ ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΣΜΟΣ: «Έτι, τοις φρονούσι και λέγουσι κτιστήν είναι πάσαν φυσικήν δύναμιν και ενέργειαν της τρισυπόστατου θεότητος, ως κτιστήν εκ τούτου πάντως και αυτήν την θείαν ονσίαν αναγκαξομένοις δοξάζειν. Κτιστή γαρ κατά τους Αγίους ενέργεια, κτιστήν δηλώσει και φύσιν άκτιστον δέ, άκτιστον χαρακτηρίζει ουσίαν. Καντεύθεν ήδη κινδυνεύουσι εις θείαν παντελή περιπίπτειν, και την ελληνικήν μυθολογίαν και την των κτισμάτων λατρείαν, τη καθαρά και αμώμω των χριστιανών πίστει προστριβομένοις, μη ομολογοϋσι δε κατά τας αγίας θεοπνεύστους θεολογίας, και το της Εκκλησίας ευσεβές φρόνημα, άκτιστον είναι πάσαν φυσικήν δύναμιν και ενέργειαν της τρισυπόστατου θεότητος ανάθεμα (γ’)». | Μετάφραση: Σε όσους ακόμη φρονούν και λένε ότι κάθε φυσική δύναμη και ενέργεια της τρισυπόστατης Θεότητας είναι εκ των υστέρων δημιουργημένη, αναγκάζονται ως εκ τούτου να δεχτούν ότι θεία ουσία είναι χωρίς άλλο εκ των υστέρων δημιουργημένη· γιατί αν εκ των υστέρων δημιουργημένη ενέργεια κατά τους Αγίους, θα φανερώσει ότι είναι εκ των υστέρων δημιουργημένη και η φύση. Αυτή όμως είναι άκτιστη, θα τη χαρακτηρίσει κανείς άκτιστη ουσία και εξ αυτού του λόγου και όσοι ζουν με την καθαρή και αμόλυντη χριστιανική πίστη κινδυνεύουν να περιπέσουν σε πλήρη αθεΐα και να δεχτούν την ελληνική μυθολογία και τη λατρεία των δημιουργημάτων. Σε όσους άρα δεν ομολογούν, σύμφωνα με τις θεόπνευστες θεολογικές ερμηνείες των Αγίων και το ευσεβές φρόνημα της Εκκλησίας, ότι είναι άκτιστη κάθε φυσική δύναμη και ενέργεια της τρισυπόστατης Θεότητας, ΑΝΑΘΕΜΑ! ΑΝΑΘΕΜΑ! ΑΝΑΘΕΜΑ! |
Από την «Παρακλητική» λαμβάνεται επίσης ένα ανθελληνικό τροπάριο και ένας μακαρισμός.
Το τροπάριο: «Ναούς ειδώλων (=ελληνικούς) καθείλετε αθλούντες, και εαυτούς της Τριάδος θείους ναούς εδομήσασθε, αθλοφόροι κυρίου αγγέλων συνόμιλοι».
Ο μακαρισμός: «Οι καλάμω του Σταυρού, εκ του βυθού της αγνωσίας τους λαούς αναγαγόντες Απόστολοι, την των Ελλήνων πλάνην απεμειώσατε από της γης, απλανείς σωτήρες γενόμενοι των πιστών, αληθώς όθεν μακαρίζεσθε».
Το ελληνικό έθνος προϋπήρξε ιστορικά και πολιτιστικά του Χριστιανισμού. Ή σημερινή κρίση της ελληνικής ταυτότητας αντικατοπτρίζεται στην πάλη μεταξύ του Έλληνα και του Χριστιανισμού.
Οι εξ Ανατολών ψευτοηθικολόγοι είναι αυτοί, πού επέβαλαν δια ροπάλου στους Έλληνες τον ψυχοπνευματικό ακρωτηριασμό και την εξουσιαστική μανία τους. Το φάρμακο αντιστροφής της πορείας είναι ή γνώση της ιστορίας.
Ο Ελληνισμός βογγάει κάτω από την ταφόπλακα των 1.700 χρόνων. Είναι τραγικό το φαινόμενο της σημερινής ελλαδικής εξουσίας με τους τρόπους ελέγχου των απόψεων και σκέψεων των Ρωμιών, Γραικύλων, Ραγιάδων και Γκιαούρηδων. Δυστυχώς αυτοί έχασαν την ικανότητα να νιώσουν την αλήθεια, διότι τα μέσα μαζικής αποβλάκωσης ρίχνουν χωρίς διακοπές στην αγορά ιδεών τα νεφελώδη τους προϊόντα.
Η Ορθοδοξία, όπως και οι άλλες ιουδαϊκής προέλευσης θρησκείες, μιλούν για μετά θάνατον ζωή και αφήνουν την παρούσα ζωή σε άθλια χέρια, εδραιώνοντας έτσι την υποδούλωση.
Δυστυχώς ψάλλονται σε κάθε χριστιανικό ναό στη χώρα μας και όχι μόνο.
Τι νόημα έχει να υπάρχουν ακόμη αυτές οι αναφορές;
Σε τι εξυπηρετούν και ποιούς;
Είναι αλήθεια ότι στο επίσημο βιβλίο οδηγιών, προς τους ιερείς, μεταξύ άλλων υπάρχει και η προτροπή «κάθε ελληνικό να μισείται»;
Υφίστανται ακόμη, οι Έλληνες και οι Ρωμιοί για την ελληνική Εκκλησία;
Από τα «Μηναία» της Εκκλησίας...
«Θεολόγω σου στόματι, θεολόγε Γρηγόριε... εξήρανας την μωρίαν Ελλήνων και το ψεύδος» (Μικρός Εσπερινός, σελ. 203, διαβάζεται 25 Ιανουρίου, του Αγίου Γρηγορίου).
«Εξέστησαν δαίμονες και Έλληνες οι άθεοι» (Κανόνας, Ωδή ε΄, σελ. 65).
«Μανίας ελληνικής το φρύαγμα κατεπατήσατε» (Κανόνας, Ωδή α΄, σελ. 91).
«Σοφία κρείττονι καλλωπιζόμενος, τους σοφούς των Ελλήνων, θεαρχικώ σθένει απεμώρανας» (Κανόνας, Ωδή δ΄, σελ. 84, 22 Μαρτίου).
«Μάρτυρες Χριστού πανεύφημοι κατακρατούσης ποτέ της Ελλήνων σκαιότητας και ωθούσης άπαντας προς αθέμιτα βάραθρα» (Εσπερινός, σελ. 111, 28 Απριλίου).
«Θείου Πνεύματος τη φωταυγία, σκότος έλυσας πολυθεΐας και κατήργησας Ελλήνων μυθεύματα» (Ορθρος, σελ. 42, 10 Μαΐου).
«Σταθηράν επιδεικνύμενος την ένστασιν, Μάρτυς Ευτύχιε, τους των Ελλήνων σοφούς ανδρείως κατήσχυνας» (Κανόνας, Ωδή ζ΄, σελ. 104)
«Σοφία Θεού, Ιουστίνος ο σοφός, κεκοσμημένος, την των Ελλήνων απεμώρανεν φιλοσοφίαν εν χάριτι» (Κανόνας, Ωδή ζ΄, σελ. 8, 1 Ιουνίου).
«Των τυράννων ήλεγξας τας πονηράς επινοίας και Ελλήνων ήσχυνας την αθεώτατην πλάνην» (Κοντάκιο κανόνα, σελ. 69, 18 Ιουνίου).
«Ανδρικώ φρονήματι ηυτομόλησας και των Ελλήνων σεβάσματα ως κόνιν ελέπτυνας» (Αίνοι, σελ. 94, διαβάζεται στις 17 Ιουλίου, της Αγίας Μαρίνας).
«Έρρει των Ελλήνων τα σαθρά πλάνης σεβάσματα και σεσιγήκασι της ματαιότητος άπασαι αι διπλόαι και το ψεύδος αυτών» (Κανών, ωδή η΄, σελ. 122, διαβάζεται στις 23 Ιουλίου, του Φωκά του ιερομάρτυρος).
«...και θεούς εξηφάνισας των Ελλήνων δυνάμει του πνεύματος» (Κανόνας σελ. 126, 23 Αυγούστου).
«Σοφίαν ευράμενος, την ενυπόστατον απεμώρανας Ελλήνων την σοφίαν» (Κανών, ωδή α΄, σελ. 134).
«Οι των Ελλήνων σοφοί ηττηθέντες τοις σοφοίς δόγμασιν» (Κανόνας, Ωδή ε, σελ. 137, 22 Σεπτεμβρίου).
«Σοφώτατα της Ελληνικής κατεφρόνησας σοφία, ένδοξε» (Ωδή η΄, σελ. 15, 2 Οκτωβρίου).
«Καταπτύσας των στωικών φιλοσόφων, των απορρήτων μυστηρίων γνώστης εγένετο» (Δοξαστικό εσπερινού, σελ. 16, 3 Οκτωβρίου).
«...ότι πάσαν Ελλήνων απετέφρωσεν μανίαν» (Οίκος, σελ. 82, 14 Οκτωβρίου, Ναζαρίου και Γεβρασίου, μαρτύρων).
«Πάσαν πλάνην των Ελλήνων έλεγξας» (Εξαποστειλάριον, σελ. 88, 15 Οκτωβρίου).
«Όθεν προ των Ελλήνων μανία, πάλιν δε μετά πότμον, της αιρέσεως ζάλην ελάσαντες» (Κάθισμα, σελ.122, 22 Οκτωβρίου).
«Αίγλην φωτιζόμενος σοφέ, της τρισηλίου λάμψεως, σκότος διέλυσας Ελλήνων δυσφημίας» (Κανόνας, ωδή α, σελ. 182, 30 Οκτωβρίου).
«Μονάδα τρισάριθμον ομολογήσαντες, άγιοι, των Ελλήνων ελύσατε πολύθεον φρόνημα και μωράν σοφίαν» (Εσπερινός, σελ. 106, 15 Νοεμβρίου).
«...των γαρ αλιέων ζηλώσας την παρρησίαν και την σκηνορράφων θεολογίαν, την Πλάτωνος μυθολογίαν και την στωικήν φλυαρίαν λόγοις και έργοις κατέρραξε» (Δοξαστικό Εσπερινού, σελ. 122, 18 Νοεμβρίου).
«Των Ελλήνων λιπών άπασαν την ματαιότητα» (Οίκος, σελ. 124, 18 Νοεμβρίου).
«Ευστράτιος, ο της Ελλήνων μυθοπλασίας στηλιτευτής και της χριστιανών θεοσοφίας κήρυξ» (Αίνοι, σελ. 98, 13 Δεκεμβρίου).
Και το κερασάκι στην τούρτα;
«Χαίρε, Σιών, αγία μήτηρ των εκκλησιών, θεού κατοικητήριον»!
ΑΜΗΝ
Η αρχή του χριστιανικού αναθέματος στην Βίβλο Το «ανάθεμα» είναι γνωστό ήδη από την Βίβλο. Η διαφορετική θρησκευτική αντίληψη αναθεματίζεται μαζί με τον φορέα της. Μάλιστα, η «θεϊκή» εντολή αναφέρει σαφέστατα ότι οι πιστοί έχουν το δικαίωμα στην ισοπέδωση μιας ολόκληρης πόλης αλλά και στην φυσική εξόντωση των κατοίκων της, όταν συμβεί να «αποστατήσουν» σταματώντας να πιστεύουν, να υπακούουν και να λατρεύουν τον Γιαχβέ.
εαν δε ακουσης εν μια των πολεων σου ων κυριος ο θεος σου διδωσιν σοι κατοικειν σε εκει λεγοντων· εξηλθοσαν ανδρες παρανομοι εξ υμων και απεστησαν παντας τους κατοικουντας την πολιν αυτων λεγοντες πορευθωμεν και λατρευσωμεν θεοις ετεροις ους ουκ ηδειτε και ερωτησεις και εραυνησεις σφοδρα και ιδου αληθης σαφως ο λογος γεγενηται το βδελυγμα τουτο εν υμιν αναιρων ανελεις παντας τους κατοικουντας εν τη πολει εκεινη εν φονω μαχαιρας αναθεματι αναθεματιειτε αυτην και παντα τα εν αυτή, και παντα τα σκυλα αυτης συναξεις εις τας διοδους αυτης και εμπρησεις την πολιν εν πυρι και παντα τα σκυλα αυτης πανδημει εναντιον κυριου του θεου σου και εσται αοικητος εις τον αιωνα ουκ ανοικοδομηθησεται ετι.
(Δευτερονόμιο, 13:13-17)
«ιδου δε απο των πολεων των εθνων τουτων ων Κυριος ο θεος σου διδωσιν σοι κληρονομειν την γην αυτων ου ζωγρησετε απ’ αυτων παν εμπνεον, αλλ’ η αναθεματι αναθεματιειτε αυτους τον Χετταιον και Αμορραιον και Χαναναιον και Φερεζαιον και Ευαιον και Ιεβουσαιον και Γεργεσαιον ον τροπον ενετειλατο σοι Κυριος ο θεος σου.
(Δευτερονόμιο, 20:16-17)
Συγκεκριμένη, επίσης, είναι η «θεϊκή» εντολή για την εξολόθρευση ολόκληρου του λαού Αμαλίκ, ανδρών, γυναικών, νηπίων και θηλαζόντων. Μέχρι και των ζώων τους. Ο Σαμούηλ, ο εκλεκτός του «θεού», που συχνά «μιλούσε» με τον ύψιστο, προστάζει τον λαό…
και νυν πορευου και παταξεις τον Αμαληκ και Ιεριμ και παντα τα αυτου και ου περιποιηση εξ αυτου και εξολεθρευσεις αυτον και αναθεματιεις αυτον και παντα τα αυτου και ου φειση απ’ αυτου και αποκτενεις απο ανδρος και εως γυναικος και απο νηπιου εως θηλαζοντος και απο μοσχου εως προβατου και απο καμηλου εως ονου.
(Α΄ Σαμουήλ, 15:3)
Αλλά και στο βιβλίο του «Έσδρα», αναθεματίζονται όσοι δεν υπακούουν στις προσταγές της θρησκευτικής εξουσίας, τύπος και προεικόνιση της «Ιεράς Εξετάσεως». Σύμφωνα με την βιβλική διήγηση, κάποτε όλος ο λαός κλήθηκε στην Ιερουσαλήμ, διότι πολλοί είχαν πάρει γυναίκες «αλλότριες», δηλαδή μη Εβραίες, σε αντίθεση με τον Νόμο. Ωστόσο, το ανάθεμα δεν πάει μόνο σε αυτούς, αλλά και σε όσους δεν υπακούσουν και δεν πάνε στην Ιερουσαλήμ, είτε είναι παραβάτες είτε όχι. Αναθεματίζεται ακόμα και η «ύπαρξή» τους, όπου «ύπαρξη» σημαίνει και την ίδια τους την υπόσταση και την περιουσία τους.
παρηνεγκαν φωνην εν Ιουδα και εν Ιερουσαλημ πασιν τοις υιοις της αποικιας του συναθροισθηναι εις Ιερουσαλημ και πας ος αν μη ελθη εις τρεις ημερας ως η βουλη των αρχοντων και των πρεσβυτερων αναθεματισθησεται πασα η υπαρξις αυτου και αυτος διασταλησεται απο εκκλησιας της αποικιας.
(Β΄ Έσδρα, 10:7-8)
Όπου δεν υπάρχει λόγος και πειθώ, υπάρχει ανάθεμα και τιμωρία. Αυτά τα… «ωραία» θα μιμηθεί με τρόπο επιτυχημένο και η χριστιανική Εκκλησία.
Η εκκλησιαστική θεολογική σημασία της λέξης «ανάθεμα»
Η λέξη «ανάθεμα», σύμφωνα με το «Πηδάλιο» του Νικόδημου του Αγιορείτη, έχει διττή σημασία. Σημαίνει το οτιδήποτε ξεχωρίζεται από τους ανθρώπους και αφιερώνεται στον Θεό, το οποίο λέγεται και «ανάθημα». Σημαίνει όμως και «εκείνο όπου χωρισθή από τον Θεόν και από την Εκκλησίαν των Χριστιανών και αφιερωθή εις τον Διάβολον». Και συνεχίζει, ότι «όπου χωρισθή από τον θεόν και από την Εκκλησίαν, και γένη ανάθεμα εις τον Διάβολον, κανένας δεν τολμά να συναναστραφή και να συγκοινωνήση, αλλ’ οι πιστοί χωρίζονται απ’ αυτόν». Έτσι, «το μεν ένα αφιερούται εις τον Θεόν, το δε άλλο αφιερούται εις τον Διάβολον». Σύμφωνα με τον εκκλησιαστικό «πατέρα» Ταράσιο, «Δεινόν είναι το ανάθεμα, επειδή μακράν του Θεού ποιεί τον άνθρωπον, και από την βασιλείαν των ουρανών εκδιώκει, και πέμπει αυτόν εις το σκότος το εξώτερον» (σ. 322-323). Έχουμε δηλαδή, αιώνιες επιπτώσεις.
Φυσικά, τα αναθέματα που διαβάζονται «την Κυριακή της Ορθοδοξίας», όπου αναθεματίζεται κάθε διαφορετική αντίληψη θρησκευτική ή φιλοσοφική, έχουν την αρνητική σημασία.
Το συμπέρασμα που προκύπτει αβίαστα από τα παραπάνω, είναι ότι αυτό που αναθεματίζεται (και ο φορέας του βέβαια), είναι:
α) αφιερωμένο σε μια… ανύπαρκτη «οντότητα», τον Διάβολο,
β) περιθωριοποιείται, και
γ) πέμπεται στο σκότος το εξώτερο, για να μην εμποδίζει -προφανώς- το «φως» του Χριστιανισμού.
Ας δούμε τώρα τι αναφέρεται στα λεξικά…
Στο λεξικό του Δημητράκου, στον τόμο Α΄, αναφέρεται ότι είναι «πράγμα κατηραμένον, αφωρισμένον, εις αφανιαμόν καταδικασμένο» (σ. 387).
Στο λεξικό του Σταματάκου, αναφέρεται ότι «αναθεματίζω», σημαίνει «παραδίδω τι εις το ανάθεμα, καταρώμαι, βλασφημώ» (σ. 91).
Σπουδαία και ξεκάθαρη η παραδοχή του λόγιου αρχιμανδρίτη Επιφάνειου Θεοδωρόπουλου για την στάση της Εκκλησίας προς την αρχαία πνευματική κληρονομιά μας, αλλά και όσον αφορά το ψευδές δόγμα του «Ελληνοχριστιανισμού».
Σε άρθρο του στους «Τρεις Ιεράρχες», φύλλο Απριλίου του 1961, γράφει τα εξής αποστομωτικά για τους θιασώτες του κίβδηλου «ελληνοχριστιανικού» δόγματος…
Ολόκληρος Οικουμενική Σύνοδος, αυθεντικώς δια την Ορθόδοξον Εκκλησίαν αποφαινομένη και το εν προκειμένω φρόνημα των προ αυτής Πατέρων και Διδασκάλων εκφράζουσα άμα και επικυρούσα, διεκήρυξε τα εξής σαφή και απερίστροφα, άτινα κλείουσι στεγανώς την θύραν προς πάσαν απόπειραν «Ελληνοχριστιανικών συνθέσεων»:
«Τοις ευσεβείν μεν επαγγελομένοις, τα των Ελλήνων δε δυσσεβή δόγματα τη Ορθοδόξω και Καθολική Εκκλησία, περί τε ψυχών ανθρωπίνων και ουρανού και γης και των άλλων κτισμάτων, αναιδώς ή μάλλον ασεβώς επεισάγουσιν, ανάθεμα.Τοις την μωράν των έξωθεν φιλοσόφων λεγομένην σοφίαν προτιμώσι και τοις καθηγηταίς αυτών επομένοις… (και πιστεύουσι μετεμψυχώσεις ή μη δεχομένοις ανάστασιν και ανταπόδοσιν), ανάθεμα.Τοις τα Ελληνικά διεξιούσι μαθήματα και μη δια παίδευσιν μόνον ταύτα παιδευομένοις, αλλά και ταις δόξαις αυτών ταις ματαίαις επομένοις και ως αληθέσι πιστεύουσι και ούτως αυταίς ως το βέβαιον εχούσαις εγκειμένοις, ώστε και ετέρους ποτέ μεν λάθρα ποτέ δε φανερώς ενάγειν αυταίς και διδάσκειν ανενδοιάστως, ανάθεμα.Τοις μετά των άλλων μυθικών πλασμάτων, αφεαυτών και την καθ’ ημάς πλάσιν μεταπλάττουσι και τας Πλατωνικάς ιδέας ως αληθείς δεχομένοις, ανάθεμα. Τοις δεχομένοις και παραδιδούσι τα μάταια και Ελληνικά ρήματα… (περί προϋπάρξεως ψυχών, αϊδιότητος του κόσμου κ.τ.λ. ), δια δε των τοιούτων λόγων εαυτούς τε απολλύουσι και ετέροις αιωνίας καταδίκης προξένους γινομένοις, ανάθεμα» («Συνοδικόν» της Αγίας Ζ’ Οικ. Συνόδου).
Κατόπιν πάντων τούτων είναι δυνατόν να ομιλώμεν περί «Ελληνοχριστιανικών συνθέσεων», δημιουργηθεισών μάλιστα υπό των Πατέρων της Εκκλησίας;
(Βιβλίο, «Άρθρα, μελέται, επιστολαί», τόμος Α΄)
Και ενώ σε όλα τα πανεπιστήμια του κόσμου αναλύεται η ελληνική κοσμοαντίληψη και βιοθεωρία από σπουδαίους καθηγητές και γράφονται βιβλία επί βιβλίων όπου αναλύεται η αρχαία σκέψη μέσα από ό,τι έχει περισωθεί, η χριστιανική Εκκλησία με θράσος αναθεματίζει, καταριέται, περιθωριοποιεί, και βλασφημεί όλα εκείνα τα στοιχεία που απέρριψε. Όσα κατέκλεψε βέβαια, τα ονόμασε «ευαγγελική προπαρασκευή».
Ας δούμε τα επίσημα αναθέματα, που αφορούν την ελληνική ιδέα, και ας κάνουμε μερικά σχόλια.
Ορισμένα από αυτά βρίσκονται στα «Κεφάλαια κατά του Ιωάννου Ιταλού», και άλλα στο βρίσκονται στο «Τριώδιο», τα οποία περιέχονται στο Συνοδικό της Ορθοδοξίας της Ζ΄ «οικουμενικής» συνόδου.
Όπως θα δούμε, η Εκκλησία αντί να πείσει, τρομοκρατεί. Και μάλιστα, τρομοκρατεί τα ίδια τα λόγια μέλη της, όσα από αυτά τόλμησαν να ασχοληθούν με την ελληνική φιλοσοφία. Ακριβώς επειδή αυτοί είχαν κοινωνικό κύρος, φοβήθηκαν οι εκκλησιαστικοί μη τυχών παρασυρθούν μέλη της προς την «πλάνη». Για αυτό προσπαθεί να αναχαιτίσει την «απειλή» του γίγαντα ελληνισμού, χρησιμοποιώντας «το ανάθεμα» (που εξηγήσαμε παραπάνω τι σημαίνει θεολογικά), καταδικάζοντας όσα από την ελληνική σοφία δεν της ταίριαζαν.
Μην ξεχνάμε, ότι με βάση το ίδιο το ευαγγέλιο, πάντα κατά την θεολογία της Εκκλησίας, ο Ιησούς έδωσε στους αποστόλους του την εξουσία «να δεσμεύουν και να λύνουν». Αυτή η εξουσία, μεταβιβάζεται στους διαδόχους τους δια της χειροτονίας. Ό,τι θα είναι δεμένο στην γη, θα είναι και στον ουρανό. Κατά τον ίδιο τρόπο, ότι είναι «αφορισμένο» και «αναθεματισμένο» στην γη, θα είναι και στον ουρανό, στην μετά θάνατο ζωή. Βέβαια, δεν μπορεί μεμονωμένα κανένας να αναθεματίσει. Μόνο συνοδικώς. Για αυτό και τα αναθέματα και οι αφορισμοί έχουν πάντα επίσημο χαρακτήρα.
Τοῖς εὐσεβεῖν μὲν ἐπαγγελλομένοις, τὰ τῶν Ἑλλήνων δὲ δυσσεβῆ δόγματα τῇ ὀρθοδόξῳ καὶ καθολικῇ ἐκκλησίᾳ περί τε ψυχῶν ἀνθρωπίνων καὶ οὐρανοῦ καὶ γῆς καὶ τῶν ἄλλων κτισμάτων ἀναιδῶς ἢ μᾶλλον ἀσεβῶς ἐπεισάγουσιν, ἀνάθεμα (γ΄).
Από την άλλη μεριά, είναι άξιο απορίας, πως γίνεται χριστιανοί όπως ο Ιταλός, ασχολούμενοι με την ελληνική κοσμοαντίληψη, να σαγηνεύονται από αυτήν και να μην πείθονται στον Χριστιανισμό. Και δεν ήταν μόνο ο Ιταλός…
Τοῖς τὴν μωρὰν τῶν ἔξωθεν φιλοσόφων λεγομένην σοφίαν προτιμῶσι καὶ τοῖς καθηγηταῖς αὐτῶν ἑπομένοις καὶ τάς τε μετεμψυχώσεις τῶν ἀνθρωπίνων ψυχῶν ἢ καὶ ὁμοίως τοῖς ἀλόγοις ζῴοις ταύτας ἀπόλλυσθαι καὶ εἰς τὸ μηδὲν χωρεῖν δεχομένοις, καὶ διὰ τούτων ἀνάστασιν καὶ κρίσιν καὶ τὴν τελευταίαν τῶν βεβιωμένων ἀνταπόδοσιν ἀθετοῦσιν, ἀνάθεμα (γ΄).
Τοῖς τὴν ὕλην ἄναρχον καὶ τὰς ἰδέας ἢ συνάναρχον τῷ δημιουργῷ πάντων καὶ Θεῷ δογματίζουσι, καὶ ὅτι περ οὐρανὸς καὶ γῆ καὶ τὰ λοιπὰ τῶν κτισμάτων ἀίδιά τε εἰσὶ καὶ ἄναρχα καὶ διαμένουσιν ἀναλλοίωτα, καὶ ἀντινομοθετοῦσι τῷ εἰπόντι· «ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δὲ λόγοι μου οὐ μὴ παρέλθωσι», καὶ ἀπὸ γῆς κενοφωνοῦσι καὶ τὴν θείαν ἀρὰν ἐπὶ τὰς ἑαυτῶν ἄγουσι κεφαλάς, ἀνάθεμα (γ΄).
Τοῖς λέγουσιν ὅτι οἱ τῶν Ἑλλήνων σοφοὶ καὶ πρῶτοι τῶν αἱρεσιαρχῶν, οἱ παρὰ τῶν ἑπτὰ ἁγίων καὶ καθολικῶν συνόδων καὶ παρὰ πάντων τῶν ὀρθοδοξίᾳ λαμψάντων πατέρων ἀναθέματι καθυποβληθέντες ὡς ἀλλότριοι τῆς καθολικῆς ἐκκλησίας, διὰ τὴν ἐν λόγοις αὐτῶν κίβδηλον καὶ ῥυπαρὰν περιουσίαν, κρείττονες εἰσὶ κατὰ πολὺ καὶ ἐνταῦθα καὶ ἐν τῇ μελλούσῃ κρίσει τῶν εὐσεβῶν μὲν καὶ ὀρθοδόξων ἀνδρῶν, ἄλλως δὲ κατὰ πάθος ἀνθρώπινον ἢ ἀγνόημα πλημμελησάντων, ἀνάθεμα (α΄).
Τοῖς τὰ ἑλληνικὰ διεξιοῦσι μαθήματα καὶ μὴ διὰ παίδευσιν μόνον ταῦτα παιδευομένοις, ἀλλὰ καὶ ταῖς δόξαις αὐτῶν ταῖς ματαίαις ἑπομένοις καὶ ὡς ἀληθέσι πιστεύουσι, καὶ οὕτως αὐταῖς ὡς τὸ βέβαιον ἐχούσαις ἐγκειμένοις, ὥστε καὶ ἑτέρους ποτὲ μὲν λάθρᾳ ποτὲ δὲ φανερῶς ἐνάγειν αὐταῖς καὶ διδάσκειν ἀνενδοιάστως, ἀνάθεμα (α΄).
Τοῖς μετὰ τῶν ἄλλων μυθικῶν πλασμάτων ἀφ’ ἑαυτῶν καὶ τὴν καθ’ ἡμᾶς πλάσιν μεταπλάττουσι καὶ τὰς πλατωνικὰς ἰδέας ὡς ἀληθεῖς δεχομένοις καὶ ὡς αὐθυπόστατον τὴν ὕλην παρὰ τῶν ἰδίων μορφοῦσθαι λέγουσι καὶ προφανῶς διαβάλλουσι τὸ αὐτεξούσιον τοῦ δημιουργοῦ τοῦ ἀπὸ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι παραγαγόντος τὰ πάντα καὶ ὡς ποιητοῦ πᾶσιν ἀρχὴν καὶ τέλος ἐπιτιθέντος ἐξουσιαστικῶς καὶ δεσποτικῶς, ἀνάθεμα (α΄).
Τοῖς δεχομένοις καὶ παραδιδοῦσι τὰ μάταια καὶ ἑλληνικὰ ῥήματα· ὅτι τε προΰπαρξις ἐστὶ τῶν ψυχῶν καὶ οὐκ ἐκ τοῦ μὴ ὄντος τὰ πάντα ἐγένετο καὶ παρήχθη, καὶ ὅτι τέλος ἐστὶ τῆς κολάσεως ἢ ἀποκατάστασις αὖθις τῆς κτίσεως καὶ τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων, καὶ διὰ τῶν τοιούτων λόγων τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν λυομένην πάντως καὶ παράγουσαν εἰσάγουσιν, ἣν αἰωνίαν καὶ ἀκατάλυτον αὐτός τε ὁ Χριστὸς καὶ Θεὸς ἡμῶν ἐδίδαξε καὶ παρέδοτο, καὶ διὰ πάσης τῆς παλαιᾶς καὶ νέας γραφῆς ἡμεῖς παρελάβομεν, ὅτι καὶ ἡ κόλασις ἀτελεύτητος καὶ ἡ βασιλεία ἀίδιος, διὰ δὲ τῶν τοιούτων λόγων ἑαυτούς τε ἀπολλύουσι καὶ ἑτέροις αἰωνίας καταδίκης προξένοις γενομένοις, ἀνάθεμα (γ΄).
«Επί τοίς φρονούσι και λέγουσι κτιστήν είναι πάσαν φυσικήν δύναμιν και ενάργειαν της τρισυποστάτου θεότητος, ως κτιστήν εκ τούτου πάντως και αυτήν την θείαν ουσίαν αναγκαζομένοις δοξάζειν. Κτιστή γάρ κατά τους Αγίους ενέργεια, κτιστήν δηλώσει και φύσιν άκτιστον δε, άκτιστον χαρακτηρίζει ουσίαν. Καντεύθεν ήδη κινδυνεύουσι εις θείαν παντελή περιπίπτειν, και την ελληνικήν μυθολογίαν και την των κτισμάτων λατρείαν, τη καθαρά και αμώμω των χριστιανών πίστει προστριβομένοις. Μή ομολογούσι δε κατά τας αγίας θεοπνεύστους θεολογίας και το της Εκκλησίας ευσεβές φρόνημα, άκτιστον είναι πάσαν φυσικήν δύναμιν και ενέργειαν της τρισυποστάτου θεότητος ανάθεμα τρίς.
Κατά συνέπεια, όσοι λατρεύουν την φύση ή τις δυνάμεις της φύσης ή θεοποιούν τις έννοιες, δεν λατρεύουν το υπερβατικό θείο, αλλά τις αντανακλάσεις του, τα είδωλά του. Βέβαια, όλα αυτά προϋποθέτουν ότι υπάρχει υπερβατικός θεός. Ειδάλλως, ακυρώνεται πάραυτα όλη η χριστιανική επιχειρηματολογία περί «ειδωλολατρικού» κόσμου. Διότι άνευ υπερβατικού εξωκοσμικού θεού, δεν υπάρχουν θείες αντανακλάσεις στον κόσμο, άρα δεν υπάρχουν είδωλα και φυσικά ούτε λατρεία ειδώλων. Όμως, κατά την θεολογία δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη του θεού δια των λογικών ανθρώπινων κτιστών συλλογισμών και νοημάτων, για αυτό μιλούν περί εμπειρικής θεολογίας και εισάγουν την αποφατική θεολογία, αντιγραφή και αυτό από μέρους της ελληνικής σκέψης.
Άρα, είναι αντιφατικό να κατηγορούν για ειδωλολατρία και να ισχυρίζονται παράλληλα ότι η ύπαρξη του Θεού δεν αποδεικνύεται λογικώς.
Συνοψίζοντας, έχουμε τα εξής:
1. Η Εκκλησία με επίσημο τρόπο, καταδικάζει όσους χριστιανούς τολμούν να πιστεύουν σε Ελληνικά δόγματα που είναι αντίθετα προς την «Ορθοδοξία».
2. Η Εκκλησία, πέρα από την καταδίκη, προειδοποιεί έμμεσα και τους λοιπούς των λογίων χριστιανών που θα επιχειρήσουν παρόμοια πράγματα με τους καταδικασθέντας.
3. Η Εκκλησία αφού καταδικάζει τα ίδια της τα μέλη, επόμενο είναι ότι καταδικάζει και τις αρχικές ιδέες και τους φορείς τους που είναι οι Έλληνες αρχαίοι φιλόσοφοι.
4. Οι διδασκαλίες που καταδικάζονται είναι οι εξής:
α) η γενική αποδοχή από τους αρχαίους Έλληνες φιλόσοφους (ιδεαλιστές και υλιστές, δυιστές και μονιστές) ότι η ύλη είναι αυθύπαρκτος, διότι αντιτάσσεται στην εκ του μη όντος δημιουργία,
β) η όχι γενική αποδοχή περί της προΰπαρξης των ψυχών και της μετενσωματώσεως, διότι έτσι αθετείται η ανάσταση, η κρίση, η αιωνιότητα της κόλασης και της ουράνιας βασιλείας,
γ) η αποδοχή των πλατωνικών και νεοπλατωνικών θεωριών περί ύπαρξης ενός κόσμου σταθερού και αιώνιου όπου υπάρχουν οι «ιδέες». Εδώ να διευκρινίσουμε ότι οι χριστιανοί μυστικοί και νηπτικοί «πατέρες», δέχονται ότι οι «λόγοι των όντων» (δηλαδή τα αίτια της ύπαρξης του αισθητού και του νοητού κόσμου- του κτιστού) υπάρχουν στην θεία βουλή. Η θεία βουλή όμως δεν ανήκει στην θεία ουσία (που θεολογικά είναι ακατάληπτη και αμέθεκτη), αλλά στην θεία ενέργεια (που είναι –κατά χάρη- μεθεκτή και ως ένα βαθμό καταληπτή μέσω του φωτισμού). Συνεπώς, με αυτόν τον τρόπο δεν ταυτίζουν το άκτιστο (το θείο) με το κτιστό (τον νοητό και αισθητό κόσμο).
Με ανήθικα και χυδαία μέσα, ζήτησε η Εκκλησία να σβήσει τα φώτα της σκέψης. Όπως αναφέρει και ο χριστιανός χρονογράφος Ι. Μαλάλας, «Εν αυτώ δε τω χρόνω διωγμός γέγονεν Ελλήνων μέγας, και πολλοί εδημεύθησαν, εν οις ετελεύτησαν Μακεδόνιος, Ασκληπιόδοτος, Φωκάς ο Κρατερού, και Θωμάς ο Κοιαίστωρ· και εκ τούτου πολύς φόβος γέγονε. Εθέσπισε δε ο αυτός βασιλεύς ώστε μη πολιτεύεσθαι τους ελληνίζοντας, τους δε των άλλων αιρέσεων όντας αφανείς γενέσθαι της Ρωμαϊκής πολιτείας, προθεσμίαν τριών μηνών λαβόντας εις το γενέσθαι αυτούς κοινωνούς της ορθοδόξου πίστεως».
Σήμερα, όλοι όσοι ασχολούμαστε με τον αρχαίο κόσμο, με την φιλοσοφία, με την εναλλακτική αναζήτηση, όσοι γενικότερα φρονούμε διαφορετικά, είμαστε «αφορισμένοι» και με την βούλα της εκκλησίας. Επίσης, και πολλά μέλη της ίδιας της εκκλησίας, μη γνωρίζοντας…
Πώς να μην επαναλάβουμε τα λάθη των γονιών μας στην ανατροφή των παιδιών
Αυτό συμβαίνει συνέχεια στη ζωή μας, επειδή είναι εξαιρετικά ισχυρή η επίδραση των γονιών μας. Όλες οι συναισθηματικές μας αλληλεπιδράσεις βασίζονται σε εκείνα τα πρώιμα μοτίβα που μάθαμε από την οικογένειά μας. Εκείνα ήταν που διαμόρφωσαν σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό όλες τις μελλοντικές μας σχέσεις και έγιναν η οικεία ζώνη άνεσής μας.
Γι’ αυτό και είναι σημαντικό να γνωρίζετε σε βάθος τον εαυτό σας και να έχετε επίγνωση των οικογενειακών σας μοτίβων. Γιατί είναι εκείνες οι συμπεριφορές που μάθετε ως παιδί που μεταφέρθηκαν στον δικό σας τρόπο ανατροφής.
Πώς όμως μπορείτε να σπάσετε αυτό τον κύκλο;
Πρώτο βήμα: Η επίγνωση
Αναγνωρίστε τα μοτίβα ανατροφής που επαναλαμβάνετε από την παιδική σας ηλικία. Στη συνέχεια, ενσωματώστε τα στη σφαίρα ελέγχου σας – τον εαυτό σας. Με αυτό τον τρόπο, δεν θα μπαίνετε σε πειρασμό να αντιδράτε απλά, αλλά περισσότερο να ξεπερνάτε την παρόρμησή σας να επαναλάβετε τα παλιά μοτίβα και να επιλέγετε μια νέα καταλληλότερη συμπεριφορά.
Ποτέ μην παίρνετε προσωπικά την κακή συμπεριφορά του παιδιού
Αν νιώθετε έντονο εκνευρισμό με τη συμπεριφορά του παιδιού σας, τότε προβάλλετε τα δικά σας συναισθήματα στην κατάσταση. Προσπαθήστε μέσω ενός εσωτερικού διαλόγου να διακρίνετε τα γεγονότα από την προσωπική σας ιστορία. Με αυτό τον τρόπο, η προσοχή σας θα στραφεί στο συμβάν, εκεί που ανήκει.
Μάθετε το παιδί σας
Είναι σημαντικό οι γονείς να γνωρίζουν τα αναπτυξιακά στάδια μέσα από τα οποία περνά το παιδί τους, ώστε να μπορούν να τα επηρεάσουν θετικά. Μπορείτε να έχετε μόνο λογικές προσδοκίες από ένα παιδί. Για παράδειγμα, ένα νήπιο δεν έχει καλή αίσθηση του χώρου ή του χρόνου και γι’ αυτό κάθε τιμωρία που διαρκεί περισσότερο από λίγα λεπτά είναι πλήρως ανούσια. Όχι μόνο το νήπιο δεν θα θυμάται τι έκανε, αλλά θα νιώθει και εκνευρισμένο για λάθος λόγο. Από την άλλη, όταν ο περιορισμός ενός εφήβου για μία εβδομάδα, αλλά ποτέ περισσότερο, μπορεί να αποδειχθεί εξαιρετικά ευεργετικός.
Λάβετε υπόψη τις ειδικές ανάγκες του παιδιού
Δεν υπάρχει ένας και μοναδικός σωστός τρόπος ανατροφής του παιδιού που να ταιριάζει σε όλα και όλους. Αν το παιδί σας έχει μαθησιακή δυσκολία, το μοντέλο ανατροφής σας χρειάζεται να προσαρμοστεί. Για παράδειγμα, αν το παιδί είναι υπερκινητικό, έχει προβλήματα συγκέντρωσης, είναι σημαντικό να είστε το σταθερό χέρι που θα το καθοδηγεί και θα τον φέρνει πίσω στην εργασία που χρειάζεται να κάνει, αλλά όχι με αυταρχικό και χειριστικό τρόπο.
Έχει σημασία η τιμωρία και ο λόγος που δίνεται
Αν το παιδί σας περιοριστεί ή τιμωρηθεί σκληρά ή/και για μια μεγάλη χρονική περίοδο, θα ξεχάσει τι είναι αυτό που προκάλεσε την τιμωρία, αλλά θα θυμάται για πάρα πολύ ακόμα την πικρία που του άφησε. Αυτό είναι αντιπαραγωγικό, καθώς δεν καταφέρνετε τελικά να διδάξετε μια νέα συμπεριφορά, αλλά περισσότερο να δημιουργήσετε ένα νέο πρόβλημα.
Επιπλέον, ένα μικρό παιδί που τιμωρείται αυστηρά, ή για πολύ καιρό, θα πάρει προσωπικά την προσβολή και θα νιώσει ότι κάτι δεν πάει καλά με αυτό, ότι είναι «κακός άνθρωπος». Να θυμάστε ότι δεν μπορείτε να επηρεάσετε τη συμπεριφορά του προκαλώντας του ντροπή ή φόβο. Και προσέξετε να μην κάνετε κάτι που δεν θα μπορείτε να πάρετε πίσω.
Η ατολμία είναι ο δρόμος που οδηγεί σε μια ζωή μετριότητας
Η ατολμία είναι ο δρόμος που οδηγεί σε μια ζωή μετριότητας. Επιτρέποντας στο θάρρος μας να έρθει στην επιφάνεια ακολουθούμε τον δρόμο της αυτοκυριαρχίας.
Αρκεί τα ρίσκα που παίρνουμε να είναι συνετά και καλά υπολογισμένα. Κανείς δεν λέει να μάθεις τα παιδιά σου να κάνουν ανόητα πράγματα. Το δίδαγμα εδώ είναι ότι μπορείς να τους δώσεις να καταλάβουν ότι πρέπει να είναι πρόθυμα να τολμούν πιο συχνά. Πρέπει να απαντούν στο κάλεσμα της καρδιάς τους πιο τακτικά. Αν τους έρθει μια καλή ιδέα για το πώς μπορούν να βελτιώσουν μία από τις βασικές πτυχές της ζωής τους, πρέπει να έχουν το θάρρος να την κάνουν πραγματικότητα.
Να θυμάσαι, σπουδαίος στη ζωή είναι εκείνος που ενεργεί.
Μην αποθηκεύετε σιωπές, φωνάξτε που και που
Μπορεί ακόμα να σκεφτείτε πως δεν υπάρχουν λέξεις αρκετά ακριβείς να μεταφέρουν την αληθινή εικόνα από το τι πραγματικά σας συμβαίνει. Είναι εντελώς φυσιολογικό, απλώς πρέπει να προσπαθήσουμε και να μάθουμε πως να αναπνέουμε βαθιά. Όλοι έχουμε περάσει μια παρόμοια κατάσταση αλλά μπορώ να σας πω πως δε θα είναι έτσι για πάντα: είτε το πιστεύετε είτε όχι η φούσκα του πόνου σας θα σπάσει και θα βρείτε τον τρόπο να τον ανακουφίσετε και να νιώσετε καλύτερα.
Το να μην εκφράζετε τα συναισθήματα σας μπορεί να σας κάνει άρρωστους
Υπάρχουν πολλά συναισθήματα που μπορούμε να νιώσουμε και ανεξάρτητα από το αν είναι αρνητικά ή θετικά πρέπει να εξωτερικεύονται ώστε να μπορούμε να τα διοχετεύσουμε σωστά. Αλλιώς παραμένουν μέσα σας, δημιουργούν μια ενόχληση και κλέβουν κάποια από την ενέργεια σας.
Μην αποθηκεύετε σιωπές, φωνάξτε που και που.
Το σώμα και το μυαλό χρειάζεται να εκφράσουν τις πληροφορίες που συλλέγουν από τις εμπειρίες που έχουμε και αν δεν το κάνουμε τότε αρρωσταίνουν: Για παράδειγμα η αλεξιθυμία είναι μια κατάσταση που εμφανίζεται όταν πιέζουμε τα όρια αυτής της αδυναμίας του εκδηλώνουμε τα συναισθήματα μας. Αν νιώθετε πως καταπιέζεστε και δεν ξέρετε πως να συνεχίσετε είναι ίσως καιρός να αφήσετε τις λέξεις να μιλήσουν για εσάς ή ακόμα να αναζητήσετε βοήθεια- χωρίς να θέλουμε να σας πούμε τι να κάνετε και τι να μην κάνετε αλλά το να αναζητήσετε αυτού του είδους αίσθηση κατανόησης είναι αυτό που χρειάζεστε.
Κυνηγήστε τις λέξεις που θέλουν να απομακρυνθούν
Είναι περίεργο πως όταν παροτρύνεστε να πείτε κάτι δεν μπορείτε επειδή τα λόγια φαίνεται πως απομακρύνονται και δεν σας αφήνουν! Ωστόσο αν αναζητείτε δύναμη κυνηγήστε τα και στο τέλος θα τα κρατήσετε.
Κάθε αναστεναγμός είναι σαν μια γουλιά ζωής με την οποία ξετυλίγεται ο εαυτός σας.
Είναι πιθανό πως όταν θα είστε έτοιμοι να μιλήσετε, θα τραυλίσετε, οι προτάσεις θα διακόπτονται και το στόμα σας θα είναι στεγνό. Ή ίσως αντί να μιλήσετε, προσπαθήστε να γράψετε τις σκέψεις σας αν και μπορεί να μην έχουν συνοχή αλλά θα εκπλαγείτε από αυτό που θα δείτε στο χαρτί.
Ωστόσο, οι λέξεις που σας πνίγουν πρέπει να βγουν έξω επειδή είναι ωφέλιμο για εσάς να τις ακούσετε και να τις αποδεχθείτε. Μέχρι να τις εκφράσετε, δε θα μπορείτε να τις αποδεχθείτε ούτε θα ξέρετε πως να τις εφαρμόσετε στην ζωή σας.
Κάποια εργαλεία για το πώς να απελευθερώσετε τα αρνητικά συναισθήματα
Το να απελευθερώσετε τα αρνητικά συναισθήματα είναι μια από τις πιο περίπλοκες διαδικασίες που έχουμε να αντιμετωπίσουμε ως άνθρωποι επειδή πρέπει να εκθέσουμε τον εαυτό μας σε όλα αυτά που μας ταλαιπωρούν ώστε να δούμε προσεκτικά τι είναι αυτό που μας βασανίζει.
Ωστόσο υπάρχουν κάποιες τεχνικές που θα μπορούσαν να διευκολύνουν την απελευθέρωση των συναισθημάτων και να σας βοηθήσουν να βρείτε την εσωτερική σας γαληνή:
● Να είστε ο σύμβουλος σας: αν νομίζετε πως είστε ικανοί στην αντικειμενικότητα, πρέπει να αναλύσετε τον εαυτό σας, το να ξεχωρίσετε τα πλεονεκτήματα και τα μειονέκτημα αυτών που σας συμβαίνουν είναι μια καλή άσκηση ηρεμίας.
● Κλάψτε: πάντα λέω πως το κλάμα είναι ωφέλιμο αλλά θεωρώ πως είναι αναγκαίο να καταλάβουμε πως είναι χρήσιμο μόνο όταν γνωρίζουμε ότι μας ηρεμεί. Δώστε την ευκαιρία στον εαυτό σας να κλάψει μέχρι να μην μπορεί άλλο και μετά προσπαθήστε να βγάλετε συμπεράσματα.
● Αποκτήστε γαλήνη και ηρεμία: Ο καλύτερος τρόπος για να προσεγγίσετε τα προβλήματα είναι μια ατμόσφαιρα γαλήνης και ηρεμίας. Αν είχατε μια κακή στιγμή, κάντε κάτι που σας χαλαρώνει, όπως το να ακούσετε μουσική και μετά ψάξτε τα λόγια που θέλετε να πείτε.
● Να περιβάλλεστε από ανθρώπους που σας αγαπάνε: Είναι προφανές ότι είναι πολύ σημαντικό να βρείτε κάποιον κοντινό σας που να χαίρεται με τις επιτυχίες σας και να δείχνει κατανόηση στις αποτυχίες, στους φόβους ή στους δισταγμούς σας. Είναι σίγουρο πως υπάρχει κάποιος στο πλευρό σας ο οποίος είναι πρόθυμος να μην σας κρίνει, με τον οποίο νιώθετε ελεύθεροι να μιλήσετε και να ακουστείτε.
Νομίζω ότι είσαι από αυτούς τους ανθρώπους που ξέρει πως να ακούει με τα αυτιά, με τα μάτια και με την καρδιά την ίδια στιγμή.
Τόλμησε, κάνε λάθη, αποδέξου, πάλεψε, χάσε, κέρδισε
Θες να είσαι πρωταγωνιστής; Θες να είσαι κομπάρσος; Θες να βουλιάζεις στον βούρκο ή θέλεις να τον ορίζεις όπως θα ήθελες να ορίζεις την ίδια σου τη ζωή; Τι είπες; Ότι δυσκολεύεσαι; Γιατί δυσκολεύεσαι άραγε; Μήπως εσύ ο ίδιος βάζεις εμπόδια στον εαυτό σου; Μήπως εσύ ο ίδιος έχεις δημιουργήσει τον εχθρό που σε σαμποτάρει; Αν όμως εσύ έχεις δημιουργήσει κάτι που σε εμποδίζει, τότε έχεις και τη δύναμη να φτιάξεις κάτι που θα σε απογειώσει. Τίποτα δεν είναι ακατόρθωτο. Και τίποτα δεν είναι δεδομένο. Τα πάντα αλλάζουν, τα πάντα μεταβάλλονται αν έχεις τα τρία απαραίτητα συστατικά: Θέληση, φαντασία, στόχους.
Πριν απογοητευτείς και θάψεις τα όνειρά σου προτού αυτά πραγματοποιηθούν, καλό είναι να έχεις πάντα στο μυαλό σου τα εξής: Πράγματα που θεωρούνταν αδύνατα έγιναν. Άνθρωποι που γεράσανε και βρέθηκαν προ τετελεσμένων, για κάποιους, γεγονότων και καταστάσεων, βρήκαν την δύναμη που ήταν κρυμμένη μέσα τους τόσα χρόνια, την ανέσυραν και την έκαναν οδηγό της ζωής τους. Και μεταμορφώθηκαν. Μπροστά στα μάτια τους και μπροστά στα μάτια αυτών που τους αμφισβητούσαν.
Πόσα παραδείγματα έχεις από τόσους και τόσους γύρω σου που έκαναν τα αδύνατα δυνατά; Που δεν το έβαλαν κάτω; Που παρόλο που έπεσαν τόσες πολλές φορές κάτω, το πείσμα τους και η θέλησή τους ήταν τόσο δυνατά που σηκώθηκαν και ξεπέρασαν όλα τα εμπόδια; Πόσα παραδείγματα χορεύουν εκστατικά μπροστά σου καθημερινά και τα προσπερνάς γιατί είσαι χαμένος στον μικρόκοσμό σου; Τι και αν η ζωή είναι δύσκολη και οι υποχρεώσεις μοιάζουν σαν τέρατα έτοιμα να σε κατασπαράξουν με το παραμικρό; Ξέρεις ποιος είσαι; Ξέρεις τις δυνάμεις σου; Ξέρεις τι θέλεις από τη ζωή σου; Ξέρεις τι θέλει η ζωή από σένα;
Ζήσε. Ζήσε. Ζήσε. Απλά ζήσε. Τόλμησε. Ρίσκαρε. Κάνε λάθη. Αποδέξου. Πάλεψε. Παραιτήσου. Χάσε. Κέρδισε. Όλα είναι πιθανά. Όλα είναι κομμάτι σου. Έχεις ατέλειες και αδυναμίες. Έχεις όμως και χαρίσματα και δυνατότητες. Είσαι κομμάτι του σύμπαντος. Είσαι το φως από τα αστέρια. Όλα είναι μέσα σου και είσαι μέρος των πάντων. Οι δικαιολογίες είναι πολλές. Οι ευκαιρίες όμως είναι ακόμα πιο πολλές. Το τι σκέφτεσαι, τι εύχεσαι, το πόσο πολύ θες κάτι ή διάθεσή σου να παραιτηθείς, όλα αυτά εξαρτώνται από σένα. Μένει όμως να σκεφτείς με ειλικρίνεια ποιος είσαι, τι θέλεις, και γιατί ήρθες σε αυτόν τον κόσμο.
Και αν ακόμα σκεπτόμενος όλα αυτά, συνεχίζεις να μην βρίσκεις το νόημα και τον σκοπό σου, δεν μπορείς να αλλάξεις το γεγονός ότι είσαι το όνειρο κάποιου που πήρε σάρκα και οστά. Και αν εσύ ήσουν το όνειρο κάποιου και έγινες πραγματικότητα, τότε γιατί να μην πραγματοποιηθούν και τα δικά σου όνειρα; Τώρα άνοιξε τα μάτια σου και χαμογέλα. Ακόμα μια μέρα είσαι ζωντανός και μπορείς να πετύχεις τα πάντα. Αν αυτό θες…
Διανύουμε περίοδο προόδου ή όχι;
Αν όμως στον αθλητή μας βάλουμε τον πήχη στα 3 μέτρα και δεν τα πηδήσει, τότε μπορούμε να αγνοήσουμε τα 2,15 και να πούμε πως απέτυχε – και μάλιστα έμεινε 85 εκατοστά κάτω από τον στόχο. Δηλαδή, χάλια!
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η βάση του “μύθου”. Βάζουμε τον πήχη πολύ ψηλά και μετά θρηνούμε επειδή αποτύχαμε. Παραγνωρίζουμε – ή δεν αξιολογούμε- αυτά που έχουμε κατορθώσει, και κρίνουμε μόνο με βάση τα όσα (κατά τη γνώμη μας) θα έπρεπε να είχαμε καταφέρει.
Τι θα έπρεπε να έχουμε καταφέρει; Μα τα πάντα: να είναι όλοι οι άνθρωποι στον πλανήτη ευτυχείς, υγιείς, εύποροι, χορτάτοι, ελεύθεροι, χαρούμενοι (ενδεχομένως και αθάνατοι) και να ζούνε σε μία φύση απείραχτη, παρθένα, καθαρή κτλ. κτλ. Δηλαδή να έχουμε πραγματοποιήσει μία κατάσταση ουτοπίας.
Οι αντίπαλοι της προόδου παίρνουν σαν μέτρο μερικές ουτοπικές φαντασιώσεις που είχαν οραματιστεί οι υπεραισιόδοξοι στοχαστές του 18ου και 19ου αιώνα (τότε που πίστευαν ότι η επιστήμη θα λύσει αμέσως όλα τα προβλήματα όλων). Συγκρίνοντας με αυτές τη σημερινή πραγματικότητα, δηλώνουν ότι αποτύχαμε. Η επιστήμη δεν έφερε τον παράδεισο- μερικοί μάλιστα ισχυρίζονται ότι έφερε την κόλαση.
Για μένα όμως υπάρχει μόνο ένα μέτρο και κριτήριο της προόδου: το παρελθόν, το πρότερον, που έλεγαν οι Αρχαίοι. Τον μαθητή που παίρνει τώρα 16 δεν θα τον κρίνω με βάση το 20, αλλά το 11 που έπαιρνε μέχρι σήμερα.
Και σε σχέση με το παρελθόν έχουμε κάνει τεράστιες προόδους, σε όλους τους τομείς. Όχι μόνο στην επιστήμη και την τεχνολογία (εκεί δεν το αρνούνται ούτε οι πιο φανατικοί αντιρρησίες – και πώς θα μπορούσαν;), αλλά και στους καθαρά ανθρωπιστικούς και ανθρώπινους δείκτες.
Ας αρχίσουμε από τα βασικά: πριν μόλις 200 χρόνια η δουλεία ήταν νόμιμη (ναι, όλοι οι σοφοί μας αρχαίοι τη θεωρούσαν φυσικό πράγμα). Πριν 100 χρόνια ο μέσος όρος ζωής στον πλανήτη ήταν 30 χρόνια – τώρα είναι 67.
Πριν 100 χρόνια μόνο σε πέντε κράτη ψήφιζαν και εκλέγανε τους ηγέτες τους – τώρα είναι 122. Σύμφωνοι, πολλές εκλογές είναι στημένες, και πολλές δημοκρατίες είναι μόνο κατ’ όνομα – αλλά πρόοδος υπάρχει. Πριν 100 χρόνια η μισή υφήλιος ήταν αποικίες μερικών κρατών – τώρα δεν υπάρχει πια καμία.
Στη δεκαετία του’50 στο Λονδίνο δεν μπορούσες να αναπνεύσεις από την πράσινη ομίχλη-μπιζελόσουπα (smog, pea-soup) και ο Τάμεσης ήταν δηλητήριο. Τώρα ο αέρας είναι καθαρός και ο Τάμεσης γεμάτος ψάρια. Το 1970 το 36% των ανθρώπων στις αναπτυσσόμενες χώρες λιμοκτονούσε – το 1996 το ποσοστό είχε πέσει στο 18% και σήμερα υπολογίζεται στο 12%.
Θα μου πείτε ότι και αυτό το 12% σημαίνει αφάνταστη δυστυχία και είναι ντροπή για την ανθρωπότητα. Συμφωνώ απόλυτα – αλλά δεν μπορώ να παραβλέψω ότι μειώθηκε στο ένα τρίτο και ότι άρα υπήρξε κάποια πρόοδος. Ότι, σύμφωνα με τις στατιστικές του ΟΗΕ, στα τελευταία πενήντα χρόνια έχουμε μειώσει την παγκόσμια φτώχεια περισσότερο από ό,τι στα τελευταία πεντακόσια.
Ακόμα και στα θέματα του περιβάλλοντος (οι περισσότεροι αρνητές της προόδου είναι φανατικοί οικολόγοι), παρ’ όλη την πλύση εγκεφάλου που μας κάνουν τα μαζικά μέσα ενημέρωσης, η αλήθεια είναι εντελώς διαφορετική. Χάρη στην ευαισθητοποίηση και τις νέες τεχνολογίες, είμαστε σε καλύτερη κατάσταση σήμερα από όσο πριν μερικές δεκαετίες. (Τη χειρότερη ρύπανση την έχω ζήσει στην Ανατολική Ευρώπη από το ’70 ως το ’90!) Όσοι χρειάζονται στοιχεία για την πραγματική κατάσταση του περιβάλλοντος, υπάρχουν 500 σελίδες, 175 πίνακες και 2.930 υποσημειώσεις, στο μνημειώδες σύγγραμμα του καθηγητή της στατιστικής Bjorn Lomborg.
Γιατί όμως τότε αυτή η επίμονη άρνηση της προόδου, αυτή η περιφρόνηση για τα επιτεύγματα της επιστήμης και της τεχνολογίας; Πρώτον, από άγνοια — οι περισσότεροι αγνοούν την πραγματική κατάσταση των πραγμάτων. Δεύτερον, από την τάση των μαζικών μέσων να τονίζουν πάντα το αρνητικό και να καταστροφολογούν. Τρίτον από μόδα: ήδη πριν 150 χρόνια ο Flaubert έγραφε στο λεξικό του: «Εποχή (η δική μας): να εξοργίζεται κανείς μαζί της. Να παραπονιέται διότι δεν είναι ποιητική. Να την ονομάζει εποχή μετάβασης και παρακμής».






