Κυριακή 20 Φεβρουαρίου 2022

Οι Θεωρίες των Μιλησίων

Στο προηγούμενο άρθρο αναλύθηκαν ο γενικός χαρακτήρας και η σημασία του στοχασμού των Μιλησίων. Στη συνέχεια θα εξετάσουμε λεπτομερέστερα ορισμένες από τις συγκεκριμένες θεωρίες και εξηγήσεις που υποστήριζαν. Το υλικό μας χωρίζεται σε δύο κατηγορίες: έχουμε, αφ’ ενός, θεωρίες που πραγματεύονται επιμέρους φαινόμενα ή προβλήματα, όπως είναι η φύση του κεραυνού και της αστραπής, το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένα τα άστρα ή το γιατί η Γη παραμένει ακίνητη και, αφ’ ετέρου, θεωρίες γενικού κοσμολογικού περιεχομένου. Το γεγονός ότι μας έχουν παραδοθεί τόσες θεωρίες της πρώτης κατηγορίας οφείλεται εν μέρει στα ενδιαφέροντα των δοξογραφικών πηγών στις οποίες βασιζόμαστε. Είναι, πάντως, βέβαιο ότι οι Μιλήσιοι έδειχναν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα σπάνια ή τα εντυπωσιακά φυσικά φαινόμενα. Αυτό μπορεί ως έναν βαθμό να οφείλεται στην επιθυμία τους να ερμηνεύσουν με φυσιοκρατικό τρόπο φαινόμενα που γενικά πιστευόταν ότι ελέγχονται από τους θεούς. Ο Ζευς εξουσίαζε τον κεραυνό και ο Ποσειδών τους σεισμούς, ενώ ο Άτλας κρατούσε τη Γη στους ώμους του. Αυτή η απόπειρα να δοθούν φυσιοκρατικές ερμηνείες θα κρίνονταν κυρίως από την επιτυχία ή την αποτυχία της να εξηγήσει φαινόμενα που γενικά αποδίδονταν στη δράση υπερφυσικών δυνάμεων. Έτσι ο Θαλής διατύπωσε, όπως είδαμε, τη θεωρία ότι οι σεισμοί παράγονται όταν η Γη κλυδωνίζεται πάνω στο νερό στο οποίο επιπλέει. Κατά τον ίδιο τρόπο, ο Αναξίμανδρος πίστευε ότι οι κεραυνοί προκαλούνται από τον άνεμο και ότι οι αστραπές δημιουργούνται όταν τα σύννεφα σχίζονται στα δύο. Όσο απλοϊκές και αν ακούγονται αυτές οι ερμηνείες, η σημασία τους δεν έγκειται τόσο στο καθαυτό περιεχόμενό τους όσο στο ότι αποκλείουν τις αυθαίρετες βουλές και τα σχεδόν ανθρώπινα κίνητρα των ανθρωπόμορφων θεών.

Εξ άλλου, σε ορισμένες περιπτώσεις οι Μιλήσιοι προχώρησαν πολύ περισσότερο από την απλή σύγκρουση με τις κυρίαρχες αντιλήψεις για τη δράση του υπερφυσικού στοιχείου. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν δύο παραδείγματα από τον Αναξίμανδρο. Το πρώτο είναι η απόπειρα του να δώσει μια ερμηνεία των ουράνιων σωμάτων περιγράφοντάς τα ως πύρινους δακτυλίους. Οι ίδιοι οι δακτύλιοι δεν είναι ορατοί, καθώς περιβάλλονται από αέρια, έχουν όμως ανοίγματα μέσω των οποίων διακρίνονται τα ουράνια σώματα: αυ­τό που εμείς βλέπουμε ως αστέρα είναι σαν μια οπή σε έναν τεράστιο ουράνιο τροχό σαν του ποδηλάτου. Ο Αναξίμανδρος δεχόταν την ύπαρξη τριών τέτοιων δακτυλίων: για τον Ήλιο, τη Σελήνη και τους αστέρες: οι διάμετροί τους εί­ναι, αντίστοιχα, 27, 18 και 9 φορές μεγαλύτερες από τη διάμετρο της Γης. Η Γη περιγράφεται σαν ένας κύλινδρος με ύψος ίσο προς το 1/3 της διαμέτρου της επίπεδης επιφάνειάς του και παραμένει ακίνητη στο κέντρο των δακτυλίων. Το φαινόμενο των εκλείψεων του Ηλίου και της Σελήνης αποδίδεται σε απόφραξη των στομίων μέσω των οποίων γίνονται ορατά τα δύο αυτά ουράνια σώματα. Πολλά ερωτήματα μένουν αναπάντητα: δεν διευκρινίζεται καθόλου πώς γίνεται αντιληπτός ο κύκλος ή σφαίρα των απλανών αστέρων, δεν υπάρχει καμία συγκεκριμένη αναφορά στους πλανήτες και, όλως παραδόξως, οι απλανείς τοποθετούνται εσωτερικά του Ηλίου και της Σελήνης. Ωστόσο, η σπουδαιότητα αυτής της θεωρίας έγκειται στο ότι υπήρξε η πρώτη προσπάθεια διατύπωσης ενός μηχανικού μοντέλου για τα ουράνια σώματα στην αρχαία ελληνική αστρονομία.

Το δεύτερο παράδειγμα είναι η θεωρία που διατύπωσε ο Αναξίμανδρος για την καταγωγή των ζώων εν γένει και του ανθρώπου ειδικότερα, ένα θέμα που επίσης αποτελούσε αντικείμενο διαφόρων διαδεδομένων μύθων στην αρχαία Ελλάδα. Χαρακτηριστική είναι η ιστορία του Δευκαλίωνα και της Πύρρας, που, όταν όλο το ανθρώπινο γένος εξολοθρεύθηκε από τον κατακλυσμό, δημιούργησαν ξανά τους άνδρες και τις γυναίκες ρίχνοντας πίσω τους πέτρες. Σε άλλους μύθους, το ανθρώπινο είδος προβάλλεται ως συγγενικό των θεών και ως προερχόμενο από αυτούς. Όπως είναι αναμενόμενο, η προσέγγιση του Αναξιμάνδρου στο θέμα αυτό ήταν πολύ διαφορετική. Σύμφωνα με μια αναφορά του δοξογράφου Ιππολύτου, που έζησε τον 3ο μ.Χ. αιώνα, ο Αναξίμανδρος υποστήριξε ότι η ζωή εμφανίζεται αρχικά στο υγρό στοιχείο υπό την επίδραση του Ηλίου. Πίστευε αναμφίβολα, όπως και οι περισσότεροι Έλληνες, ότι τα ζώα ήταν δυνατόν να γεννηθούν αυτόματα σε ορισμένες ουσίες και υπό ορισμένες συνθήκες και η αντίληψη αυτή αποτέλεσε τη βάση μιας θεωρίας για την καταγωγή των ζώων εν γένει. Διατύπωσε επίσης την άποψη ότι ο άνθρωπος προήλθε από άλλο ζώο, συγκεκριμένα ένα είδος ψαριού. Μια άλλη πηγή μας, ο Πλούταρχος (Συμποσιακών προβλημάτων βιβλία Η', 8, 4, 730e), αναφέρεται σχετικά στον γαλέο, ένα είδος καρχαρία, ο οποίος παρουσιάζει το αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό ότι το έμβρυο συνδέεται μέσω ομφάλιου λώρου με έναν σχηματισμό τύπου πλακούντα στον ωαγωγό της μητέρας. Πολλοί μελετητές θεωρούν απίθανο να είχε υπ’ όψιν του ο Αναξίμανδρος το συγκεκριμένο είδος, αλλά αν η αναφορά του Πλουτάρχου έχει κάποια βάση, είναι σχεδόν βέβαιο ότι ο φιλόσοφος γνώριζε την ύπαρξη το)ν ζωοτόκων θαλάσσιων οργανισμών.


Εκείνο, όμως, που έχει σημασία δεν είναι τόσο το ερώτημα ποια μπορεί να ήταν, αν υπήρχε, η εμπειρική βάση της θεωρίας του Αναξιμάνδρου όσο η συλλογιστική βάσει της οποίας ο φιλόσοφος έφτασε στη διατύπωσή της. Αφετηρία πρέπει να ήταν η παρατήρηση ότι, για να μπορεί ένα ανθρώπινο βρέφος να αυτοσυντηρείται, πρέπει να παρέλθει μεγάλο διάστημα από τη γέννησή του. Φαίνεται ότι, κατά την εκτίμηση του Αναξιμάνδρου, αυτό δημιουργούσε σοβαρές δυσκολίες σε εκείνους που πρέσβευαν ότι ο άνθρωπος προέκυψε με την ξαφνική εμφάνιση στη Γη νεαρών ατόμων του είδους. Προτίμησε να υποστηρίξει ότι οι άνθρωποι πρέπει αρχικά να προήλθαν από ένα άλλο είδος ζώου που μπορούσε να τους φροντίζει για αρκετό διάστημα μέχρι να αποκτήσουν αυτάρκεια. Ο Αναξίμανδρος, όπως εξ άλλου και κανένας άλλος αρχαίος Έλληνας διανοητής, δεν ανέπτυξε μια συστηματική θεωρία της εξέλιξης των φυσικών ειδών συνολικά. Ωστόσο, όπως δείχνει το παράδειγμα αυτό, οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι άρχισαν από νωρίς να προβληματίζονται για την καταγωγή του ανθρώπινου είδους και την εξέλιξη του ανθρώπου από τη φύση στον πολιτισμό.


Οι τρεις βασικές θεωρίες που αποδίδονται στους Μιλήσιους στοχαστές είναι οι γενικότερες κοσμολογίες τους, που, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, αφορούσαν την «υλική αρχή» των πραγμάτων. Θεωρείται γενικά ότι η αρχή αυτή ήταν για τον Θαλή το νερό, για τον Αναξίμανδρο το «άπειρο» και για τον Αναξιμένη ο αέρας. Ωστόσο, το πιθανότερο είναι ότι δεν τους απασχόλησε το ίδιο ακριβώς πρόβλημα, αλλά μάλλον τρεις ελαφρώς διαφορετικές εκδοχές του. Ποιο ερώτημα, αναρωτιέται κανείς, μπορεί να είχε θέσει στον εαυτό του ο Θαλής; Ασφαλώς όχι αυτό που διατύπωσε ο Αριστοτέλης και, πάντως, όχι με τους όρους που χρησιμοποιεί όταν σχολιάζει στο Μετά τα φυσικά (9836 κ. εξ.) ότι

 

οι περισσότεροι από τους πρώτους φιλοσόφους πίστευαν ότι οι υλικές αρχές είναι οι μόνες αρχές των πάντων γιατί αυτό από το οποίο προέρχονται όλα όσα υπάρχουν, αυτό από το οποίο γίνεται ένα πράγμα και στο οποίο αποσυντίθεται σε τελευταία ανάλυση, με την ουσία του να διατηρείται, αλλά με τις ιδιότητές του να αλλάζουν, αυτό λένε είναι το στοιχείο και η πρώτη αρχή όλων των πραγμάτων που υπάρχουν.

29


Οι όροι «υλική αρχή», «ουσία», «ιδιότητα» και «στοιχείο» εμφανίζονται για πρώτη φορά στη φιλοσοφία τον 4ο π.Χ. αιώνα και είναι αδύνατον να είχαν χρησιμοποιηθεί από τους Μιλησίους.


Από την άλλη πλευρά, τίποτε, ασφαλώς, δεν εμπόδιζε τον Θαλή να έχει, π.χ., την απορία ποια ήταν η προέλευση ή η αρχή των πραγμάτων. Στο κάτω- κάτω, ο Ησίοδος είχε ήδη διακηρύξει στη Θεογονία (116) του ότι «Ἤτοι μέν πρώτιστα Χάος γένετ’» για να περιγράψει κατόπιν πώς δημιουργήθηκαν οι θε­οί και οι άλλες προσωποποιημένες οντότητες, συνδέοντάς τους όλους μαζί σε ένα εκτεταμένο οικογενειακό δένδρο. Ο Θαλής θα μπορούσε, επομένως, κάλλιστα να έχει διερωτηθεί ποια ήταν η προέλευση των πραγμάτων υπό την έννοια της πρώτης αρχής αν και η απάντηση που έδωσε στο ερώτημα αυτό ήταν θεμελιωδώς διαφορετική από εκείνην του Ησιόδου, καθώς δεν επικαλούνταν ένα μυθικό χάος αλλά μια συνηθισμένη ουσία, το νερό.


Αλλά αν το πρόβλημα αυτό απασχόλησε ενδεχομένως -ή, μάλλον, σχεδόν σίγουρα- τον Θαλή, δεν είναι διόλου βέβαιο ότι ο Μιλήσιος σοφός ερεύνησε επίσης κατά πόσο ή υπό ποια έννοια το νερό εξακολουθεί να αποτελεί συστατικό των διαφόρων ουσιών στον κόσμο που μας περιβάλλει. Πίστευε ότι η καρέκλα στην οποία καθόταν ή το ψωμί που έτρωγε ήταν φτιαγμένα από νερό; Είναι βέβαιο ότι, λίγο μετά τον Θαλή, ο Αναξιμένης πίστευε κάτι ανάλογο, θεωρώντας όμως τον αέρα, και όχι το νερό. ως την πρωταρχική ουσία. Ωστόσο, όπως θα δούμε, ο Αναξιμένης περιέγραψε συγκεκριμένα τις μεταβολές που υφίσταται ο αέρας για να εμφανιστεί, π.χ., ως χώμα ή ως πέτρα. Στις πηγές μας δεν υπάρχουν αναφορές για το πώς ο Θαλής θα εξηγούσε κάτι τέτοιο. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε με ασφάλεια αν αυτό οφείλεται απλώς στα κενά των πληροφοριών που υπάρχουν ή αν το πρόβλημα αυτό δεν απασχόλησε καθόλου τον Θαλή. Πάντως, αν συνδυάσουμε τα ομολογουμένως αποσπασματικά στοιχεία για την εξέλιξη της σκέψης των Μιλησίων και, ειδικότερα τα στοιχεία που αφορούν τον Αναξίμανδρο, η δεύτερη εξήγηση φαίνεται πιο πιθανή. Παρά τη μαρτυρία του Αριστοτέλη, φαίνεται ότι, ενώ ο Θαλής έθεσε το ερώτημα περί της πρώτης αρχής και απάντησε σε αυτό. το πρόβλημα πώς ή με ποιον τρόπο η πρωταρχική ουσία εξακολουθεί να ενυπάρχει στα αντικείμενα που μας περιβάλλουν προέκυψε μόνον ως αποτέλεσμα περαιτέρω διερεύνησης.


Ο Αναξίμανδρος διατύπωσε τη θεωρία ότι πρωταρχή του κόσμου δεν ήταν κάποια συγκεκριμένη ουσία, αλλά κάτι απροσδιόριστο, το οποίο ονόμασε «άπειρον». Αναφορικά με το ερώτημα γιατί επέλεξε αυτό αντί για μια κοινή ουσία, π.χ. το νερό, ένα χωρίο από τον Αριστοτέλη (Φυσικά 20424 κ. εξ.) είναι αρκετά διαφωτιστικό. Ο Αναξίμανδρος αντιλήφθηκε ενδεχομένως μια δυσκολία στην οποία προσέκρουαν θεωρίες σαν του Θαλή: πώς, αν η πρωταρχική ουσία είναι το νερό, π.χ., μπορεί ποτέ να υπάρξει το αντίθετό του, η φωτιά, αφού οι δύο αυτές ουσίες αλληλοεξουδετερώνονταν, Αν αυτή ήταν πράγματι η συλλογιστική του, αποτελεί ένα καλό παράδειγμα της εφαρμογής της ορθολογικής κριτικής στην οποία έχω ήδη αναφερθεί, ενώ και σε άλλες περιπτώσεις οι θεωρίες του φαίνεται να προκύπτουν από τη διαπίστωση πιθανών αντιρρήσεων προς τις αντιλήψεις του προγενεστέρου του. Ένα δεύτερο εντυπωσιακό παράδειγμα είναι η θεωρία του σχετικά με το τί συγκρατεί τη Γη. Ενώ ο Θαλής πίστευε ότι η Γη επιπλέει στο νερό, ο Αναξίμανδρος υποστήριξε ότι η Γη «αιωρείται ελεύθερα», «παραμένοντας στη θέση της επειδή ισαπέχει από όλα τα σημεία», όπως αναφέρει ο Ιππόλυτος (’Έλεγχος κατά πασών των αιρέσεων, I, 6, 3). Και εδώ, το έναυσμα για τη διατύπωση αυτής της εντυπωσιακά προωθημένης θεωρίας θα μπορούσε κάλλιστα να είναι η διαπίστωση ότι τόσο η άποψη του Θαλή όσο και οι συγγενικές με αυτήν αντιλήψεις προσέκρουαν σε μια προφανή δυσκολία: αν το νερό συγκρατεί τη Γη, τί είναι εκείνο που συγκρατεί το νερό;


Αλλά οι πηγές μας για τον Αναξίμανδρο περιλαμβάνουν επίσης μια περιγραφή του τρόπου με τον οποίο εξελίχθηκε το άπειρο, περιγραφή η οποία είναι σημαντική διότι διαφωτίζει τη σχέση του με τους δύο έτερους Μιλησίους. Σύμφωνα με μια πηγή (Στρωματεῖς, έργο που αποδίδεται στον Πλούταρχο, κεφάλαιο 2), υποστήριξε ότι «αυτό που παρήγαγε από το αιώνιο [δηλαδή το άπειρο] το θερμό και το ψυχρό αποχωρίστηκε κατά τη γένεση τούτου του κόσμου και από αυτό σχηματίστηκε γύρω από τον αέρα που περιβάλλει τη Γη ένα είδος πύρινης σφαίρας, σαν φλοιός γύρω από το δένδρο». Όπως είδαμε, ο Θαλής πιθανότατα δεν εξέτασε τί συνέβαινε στην πρωταρχική του ουσία, το νερό. Είναι όμως σχεδόν βέβαιο ότι ο Αναξίμανδρος διατύπωσε αυτό που σήμερα ονομάζουμε κοσμογονική θεωρία. Σε αδρές γραμμές, βασική αρχή του ήταν ότι ο κόσμος αναπτύσσεται σαν ένας ζωντανός οργανισμός από ένα σπέρμα. Εκείνο που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στο συγκεκριμένο βιολογικό μοντέλο είναι ότι επέτρεπε ενδεχομένως στον Αναξίμανδρο να παρακάμψει το ερώτημα αν οι ουσίες που βλέπουμε γύρω μας είναι ίδιες με την πρωταρχική ουσία από την οποία προήλθαν ή αν διαφέρουν από αυτήν. Ας θεωρήσουμε την ανάπτυξη ενός φυτού. Ο φαινομενικά ομοιογενής σπόρος οδηγεί στη δημιουργία πολλών διαφορετικών πραγμάτων, των φύλλων, των καρπών, των ριζών, του φλοιού κ.ο.κ. Είναι βέβαιο ότι ένας Αριστοτέλης θα έθετε εδώ το ίδιο ερώτημα που έθεσε και για τον κόσμο συνολικά: τα πράγματα αυτά είναι νέες ουσίες ή ποιοτικές μεταβολές της πρωταρχικής ουσίας; Αλλά αν ο Αναξίμανδρος πίστευε ότι τα διάφορα πράγματα προέρχονται από το άπειρο τόσο φυσικά όσο το σύνολο των μερών ενός δένδρου από τον σπόρο του, ίσως πράγματι το ερώτημα αυτό να μην τον απασχόλησε. Ενώ φαίνεται να προχώρησε περισσότερο από τον Θαλή στην προσπάθεια περιγραφής της εξέλιξης του κόσμου, μπορεί, όπως και ο Θαλής, να μην είχε ούτε αυτός σαφή άποψη για το αν ένα κομμάτι ξύλο ή ένα καρβέλι ψωμί είναι ίδια στην ουσία τους με το άπειρο.


Αν η ερμηνεία αυτή είναι ορθή, χρειάστηκε να φτάσουμε στον Αναξιμένη, τον τρίτο από τους Μιλησίους φιλοσόφους, για να τεθεί με επιτακτικό τρόπο το ζήτημα αυτό. Παρ’ όλο που ούτε αυτός διέθετε το κατάλληλο τεχνικό λεξιλόγιο για την περιγραφή των «ποιοτικών» μεταβολών της βασικής ουσίας ή «υποστρώματος», κατόρθωσε να δώσει μια σαφή περιγραφή των αλλαγών που υφίσταται η πρωταρχική ουσία. Κατά τον Αναξιμένη, πρωταρχική ουσία είναι ο αέρας, πράγμα που, σε μια πρώτη ματιά, μοιάζει με οπισθοδρόμηση, αφού αποτελεί επιστροφή σε μια πρώτη ουσία με υλική υπόσταση, όπως είναι το νερό του Θαλή, μετά την πιο ευρηματική πρόταση του Αναξιμάνδρου. Αλλά το σημαντικό εδώ είναι ότι ο Αναξιμένης συνδύασε μια θεωρία για την πρώτη αρχή των πραγμάτων με μια σαφή αντίληψη για τον τρόπο με τον οποίο προήλθαν από αυτήν, συγκεκριμένα μέσω μιας διεργασίας αραίωσης και συμπύκνωσης. Η βροχόπτωση είναι ένα παράδειγμα συμπύκνωσης του «αέρα» για τον σχηματισμό νερού, το οποίο με τη σειρά του συμπυκνώνεται για να σχηματίσει το στερεό, τον πάγο αντίστροφος, ο «αέρας», π.χ., σχηματίζεται με αραίωση του νερού μέσω εξάτμισης ή βρασμού. Αυτές οι απλές και προφανείς αλλαγές αποτέλεσαν τη βάση για τη γενίκευση του Αναξιμένη ότι όλα προέρχονται από μια πρωταρχική ουσία μέσω μιας αμφίδρομης διεργασίας συμπύκνωσης και αραίωσης. Σε αντίθεση με την ευφυή αλλά αυθαίρετη αναξιμάνδρεια αντίληψη του κόσμου ως προερχόμενου από το αδιαφοροποίητο άπειρο, η θεωρία του Αναξιμένη παρέπεμπε σε διεργασίες που παρατηρούνται και σήμερα σε φυσικά φαινόμενα.


Η εξέλιξη των απόψεων των Μιλησίων σχετικά με την πρωταρχική ουσία είναι αξιοσημείωτη κυρίως για τον τρόπο με τον οποίο γίνεται βαθύτερη η επίγνωση των προβλημάτων από τον έναν φιλόσοφο στον επόμενο. Η άποψη του Αναξιμάνδρου ότι η πρωταρχική ουσία είναι αδιαφοροποίητη φαίνεται να απηχεί μια προφανή αντίρρηση προς τη θεωρία του νερού του Θαλή: πώς μπορεί να δημιουργήθηκε το αντίθετο του νερού, δηλαδή η φωτιά; Η θεωρία του Αναξιμένη περί συμπυκνώσεως και αραιώσεως εξηγεί σαφέστερα τις μεταβολές που υφίσταται η πρωταρχική ουσία από την αναξιμάνδρεια σύλληψη ότι ένα σπέρμα διαχωρίζεται από το άπειρο. Όπως συμβαίνει συχνά στην ιστορία της επιστήμης, το περιεχόμενο των θεωριών τους φαίνεται αφελές σε μεταγενέστερες εποχές - ήδη από την εποχή του Αριστοτέλη. Αλλά μέτρο του επιτεύγματος τους είναι η πρόοδος που σημείωσαν στη σύλληψη των προβλημάτων. Απέρριψαν κάθε υπερφυσικό αίτιο, πίστεψαν ότι είναι δυνατόν και πρέπει να δίνονται φυσιοκρατικές εξηγήσεις για ένα ευρύ φάσμα φαινομένων και έκαναν τα πρώτα διατακτικά βήματα για την κατανόηση του προβλήματος της μεταβολής.

Οι "μαρτυρίες" και "διηγήσεις" των ευαγγελίων

Οι "μαρτυρίες" και "διηγήσεις" δεν θεωρούνται έγκυρες στην επιστήμη της ιστορίας
.

Φυσικά και δεν θεωρείται κάθε μαρτυρία και διήγηση έγκυρη στην επιστήμη της ιστορίας. Ένα γνωστό παράδειγμα από τις ιστορίες που αναφέρουν οι απολογητές για την ιστορικότητα του Ιησού είναι μια αναφορά στον Φλέγοντα τον Τραλλιανό https://el.wikipedia.org/wi... ο οποίος κατέγραφε ό,τι μυθολογικές και υπερφυσικές ιστορίες άκουγε. Είναι προφανές ότι δεν μπορούν αυτά να θεωρηθούν ιστορία. Άλλο ένα θέμα τα αγιολόγια που αναφέρουν ότι κουφό μπορεί να φανταστεί κάποιος, κάποια μάλιστα και σε συνάφεια με γνωστά ιστορικά πρόσωπα. Είναι προφανές τα υπερφυσικά δεν μπορούν να θεωρηθούν ιστορία, μπορούν όμως από αυτά να συναχθούν γνώσεις για την ιδεολογία και τα πιστεύω των ανθρώπων που τα έγραψαν, ή να βγει ένα συμπέρασμα για τον σκοπό που τα έγραψαν.

Ο Τρωικός πόλεμος για παράδειγμα, παρόλο που σε αυτόν είχαν αναφερθεί αρκετοί, εθεωρείτο παραμυθάκι, μέχρι να γίνει η ανακάλυψη των αρχαιολογικών χώρων των Μυκηνών και της Τροίας αλλά και άλλων στοιχείων που συγκλίνουν ότι μάλλον έγινε.

Ο κάθε συγγραφέας του παρελθόντος λοιπόν κρίνεται ανάλογα με το τι γράφει και πως διασταυρώνονται αυτά που γράφει με άλλων συγγραφέων ή με αρχαιολογικά ευρήματα.

Αντίθετα για την Αγία Γραφή που την θεωρούσαν όλοι κάποτε σωστή και ιστορικά αληθή, λόγω της υποχρεωτικότητας και μοναδικότητας του χριστιανισμού, έψαχναν να βρουν στοιχεία και να τα θεωρούν αποδείξεις μέχρι να έρθει η επιστημονική μέθοδος και να καταλάβουν ότι δεν υπάρχει κανένα στοιχείο για τον Μωυσή ή τους Πατριάρχες ή την Έξοδο, που σημαίνει ότι όλα τα αναφερόμενα είναι μύθοι και ότι η ιστορία του Ισραήλ ξεκινάει μέσα στην πρώτη χιλιετία π.κ.χ.

Ο επιστήμονας που πραγματοποιεί ένα πείραμα στο εργαστήριό του προσωπικά βιώματα καταγράφει.

Η εμπειρία είναι δύο ειδών και μεταξύ των δύο ειδών υπάρχει ένα μικρό χάος

Η καθολική εμπειρία, είναι αυτό που αναφέρεται πάρα κάτω, η επαναληψιμότητα. Αν λοιπόν η εμπειρία είναι καθολική φεύγει από την έννοια της προσωπικής εμπειρίας και λέγεται καθολικό φαινόμενο, ή συμβάν. Όλοι έχουμε την εμπειρία της βαρύτητας. Δεν είναι λοιπόν η βαρύτητα ένα προσωπικό αλλά ένα καθολικό βίωμα, ένα γνωστό φαινόμενο που συσχετίσαμε και μάθαμε και την αιτία του και τα αποτελέσματά του.

Η προσωπική εμπειρία είναι άλλο πράγμα. Είναι η μη καθολική για αυτό και προσωπική. Βλέπει ο άνθρωπος ένα όνειρο, ένα όραμα, μια οπτασία, ή συμβαίνει κάτι και θεωρεί ότι έχει σχέση με κάτι άλλο που άκουσε ή είδε. Αυτό είναι προσωπικό βίωμα και δεν έχει καθολικότητα. Επίσης ο αποσυμβολισμός του συμβάντος ή η αιτία του γίνεται αυθαίρετα με βάση το θρήσκευμα. Μπορεί στον θρησκευόμενο να δείχνει αλήθεια και έτσι η ερμηνεία που έδωσε να δείχνει πραγματική, αλλά δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα της ανθρωπότητας. Με αυτό δεν έχει σχέση λοιπόν η επιστήμη άρα και η Γνώση που τροφοδοτεί την επιστήμη.

Η επιστήμη αντίθετα μπορεί να διερευνά το γιατί και πότε ένας άνθρωπος βλέπει οράματα ή οπτασίες, μπορεί να τα αναπαραγάγει στο εργαστήριο και μπορεί να αποσυμβολίζει τα όνειρα με την ψυχανάλυση και να πάρει ο άνθρωπος από την κατανόηση τους κάποια προσωπική γνώση, γιατί δηλαδή βλέπει αυτό που βλέπει και αυτό με καθολικό τρόπο που προέρχεται από την Γνώση και εκεί μπορεί να βοηθήσει και η ψυχιατρική αν τα βιώματα αυτά είναι επώδυνα. Η ψυχανάλυση βοηθάει στην γνώση του εαυτού του και μόνον, και τροφοδοτείται από τις παρελθούσες προσωπικές εμπειρίες του, γιατί ο αποσυμβολισμός έχει να κάνει με αυτές και μόνον. Για αυτό και ο αρχαίος Έλληνας νόμιζε ότι έβλεπε τον Ασκληπιό ή την Αθηνά, ο χριστιανός τον Ιησού ή κάποιον άγιο, ο Ινδουιστής κάποιον από τους χιλιάδες θεούς του, άλλος τον πεθαμένο πατέρα του ή κάποιον πεθαμένο επώνυμο κλπ.

Εν ολίγοις το υποσυνείδητο μας “μιλάει” με μια οικεία φιγούρα για να δείξει κάτι από αυτά που έχουμε θάψει μέσα μας, και η ψυχανάλυση να βγουν αυτά και να γίνουν γνώση, προσωπική γνώση για μας και μόνον, άσχετη με την καθολική Γνώση.

Το πρόβλημα με τους θεϊστές είναι ότι αποσυμβολίζουν ότι βλέπουν μονοσήμαντα ως αποτέλεσμα της θρησκευτικής τους θεώρησης, και αυτό συμβαίνει σε κάθε θρησκεία και αυτό το λένε και “γνώση” μόνο που δεν έχει καμία σχέση με την επιστήμη και φυσικά με την Γνώση. Άλλωστε και οι χριστιανοί λένε ότι δεν είναι το κάθε προσωπικό βίωμα εκ θεού, αλλά μπορεί και εκ διαβόλου, κάτι που κάνει ακόμα πιο σχετική και αυθαίρετη την αιτία, άρα και τον αποσυμβολισμό της όπως φαντάζονται.

ΔΕΣ:

Θρησκεία ή βίωμα;

Ψυχικές καταστάσεις και Εκκλησία

Θα δοθούν εδώ κάποιες διευκρινήσεις στο κείμενο του Bruce γιατί βλέπω ότι το χρησιμοποιούν πολύ συχνά οι απολογητές, αν και είναι ιδιαίτερα παλιό.

1. ΕΧΕΙ ΚΑΜΙΑ ΣΗΜΑΣΙΑ;

«Ο χαρακτήρας του Ιησού, δεν αποτελεί μόνο ύψιστο τύπο αρετής, αλλά και ισχυρό έναυσμα για μίμηση κι έχει ασκήσει τόσο βαθιά επιρροή….

Πράγματι η αξιοπιστία των θεωρούμενων πηγών του χριστιανισμού είναι σημαντική, αν πράγματι υπάρχει μία συγκεκριμένη πηγή ή ένας χαρισματικός δάσκαλος και όλα προέρχονται από αυτόν. Δυστυχώς αυτό δεν φαίνεται να έχει γίνει, ακόμα και αν υπήρξε κάποιος δάσκαλος Ιησούς που ιστορικά είναι παντελώς άγνωστος. Τα κείμενα φαίνονται σαν συλλογή κειμένων μιας εβραϊκής σέκτας με ρίζες στην κοινότητα των Εσσαίων και η αντιφατικότητά τους βγάζει μάτι. Τώρα το αν ήταν ύψιστος τύπος αρετής υπάρχουν πολλές ενστάσεις που έχουν αναλυθεί εδώ, παράδειγμα “ο Ιησούς ως επαναστάτης”.

2. ΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΗΣ ΚΑΙΝΗΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ:

Η ΧΡΟΝΟΛΟΓΗΣΗ ΚΑΙ Η ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΣΗ ΤΟΥΣ

Και τα τέσσερα συνδυάζουν λόγια και έργα του Ιησού, δεν μπορούν όμως να ονομασθούν βιογραφίες.

1. Ποια είναι τα κείμενα της Καινής Διαθήκης;

Τα κείμενα μπορεί να μην ξεκίνησαν ως βιογραφίες, αλλά με την επέκταση της σέκτας αναγκάστηκαν να δώσουν κάποια ιστορικότητα. Αυτή προστέθηκε στο Κατά Λουκάν και στο Κατά Ματθαίον που αντέγραψαν το Κατά Μάρκον προσθέτοντας στοιχεία από την ζωή του ήρωα προσπαθώντας να τον εντάξουν ιστορικά καλύτερα από το ασαφές ότι “σταυρώθηκε επί Ποντίου Πιλάτου” και την συνάντηση με τον Ιωάννη τον Βαπτιστή, που ήταν τα μόνα στοιχεία από το Κατά Μάρκον, αλλά και με τις Επιστολές του Παύλου, να δώσουν μια αρχή και ένα τέλος στην δράση του. Μόνο που οι προσθήκες είναι αντιφατικές, τόσο αντιφατικές που είναι προφανές ότι όλα αυτά μπήκαν εκ των υστέρων και προέρχονται από διαφορετικές ομάδες πιστών.

Στο κάθε ένα υπάρχει διαφορετική γενεαλογία, στο ένα αναφέρονται 28 γενιές στο άλλο 43, και σε αυτές υπάρχουν ακόμα διαφωνίες με το Α Παρ 3,1-19, στις δύο αυτές γενεαλογίες μόνο 5 ονόματα είναι κοινά. Οι γενεαλογίες καταλήγουν στον Ιωσήφ, που υποτίθεται ότι δεν ήταν ο φυσικός πατέρας του Ιησού, παρόλα αυτά θεωρείτε εκ σπέρματος Δαυίδ!

Στο ένα γεννήθηκε σε φάτνη γιατί δεν υπήρχε κατάλυμα , στο άλλο σε κανονικό σπίτι, στο ένα όταν ζούσε ο Ηρώδης το άλλο όταν έγινε η απογραφή και επί Κυρήνου μετά από 10 τουλάχιστον χρόνια, στο ένα πήγαν στην Βηθλεέμ για την απογραφή, στο άλλο ζούσαν ήδη εκεί και δεν αναφέρεται απογραφή.

Στο ένα υπήρχε αστρολογικό σημάδι (υποτίθεται ότι η θρησκεία είναι κατά της αστρολογίας), στο άλλο όχι.

Στο ένα έγινε σφαγή χιλιάδων νηπίων, στο άλλο όχι.

Στο ένα έφυγαν για την Αίγυπτο κυνηγημένοι, στο άλλο γύρισαν στην (ανύπαρκτη) Ναζαρέτ (από εκεί ξεκίνησαν), δηλαδή εκεί που υποτίθεται πάντα κατοικούσαν. Στην οποία Ναζαρέτ στο άλλο πήγαν μετά την υποτιθέμενη φυγή στην Αίγυπτο και πήγαν για να επαληθευτεί μια υποτιθέμενη προφητεία (ὅτι Ναζωραῖος κληθήσεται.).

Αυτά για το ξεκίνημα, η συνέχεια έχει ακόμα περισσότερες διαφωνίες.

Οι Πράξεις γράφηκαν μεν από το ίδιο χέρι με το Κατά Λουκάν, αλλά έχουν επίσης διαφωνία στις μέρες που προηγήθηκαν της Ανάληψης, που σημαίνει ότι μέσα σε μία γενιά γινόντουσαν συνεχείς αναβαθμίσεις.

Τα κείμενα που έχουμε στους αρχαίους κώδικες έχουν επιπλέον σημαντικές διαφορές με αυτά που επικράτησαν που προσπαθούν να εξομαλύνουν κάποιες διαφωνίες.

2. Ποιες είναι οι χρονολογίες αυτών των κειμένων; Ποιες είναι οι μαρτυρίες για την πρώιμη ύπαρξή τους;

Εδώ πρέπει να γίνει μια σημαντική υπενθύμιση. Η παλαιογραφική μέθοδος είναι η τελευταία που μπορεί να χρησιμοποιηθεί όταν δεν υπάρχει κάτι άλλο και δυστυχώς στα σπαράγματα που έχουμε δεν υπάρχει κάτι άλλο, αφού όλα σχεδόν προέρχονται από την αγορά του Καΐρου.

Εδώ https://en.wikipedia.org/wi... είναι η λίστα με τα υπάρχοντα σπαράγματα και η χρονολόγησή τους, που στα περισσότερα είναι παλαιογραφική. Να σημειωθεί ότι οι θεωρούμενοι και αρχαιότεροι, δηλαδή αυτοί που χρονολογούνται τον 2ο αι., έχουν ελάχιστο αριθμό γραμμάτων, και η σύγκριση τους με άλλα κείμενα για να βγει συμπέρασμα, με την παλαιογραφική μέθοδο είναι επισφαλής. Για την χρονολόγηση των Ευαγγελίων υπάρχουν κάποια ενδιαφέροντα στοιχεία, εδώ: “Στοιχεία για την χρονολόγηση των Ευαγγελίων”.

Φυσικά υπάρχουν πριν από τα Ευαγγέλια οι Eπιστολές του Παύλου και κάποια ελάχιστα κείμενα που μας δείχνουν μεν την ύπαρξη της σέκτας, αλλά δεν μας δίνουν καμία ιδιαίτερη πληροφορία για το ξεκίνημά της ή για τον ιδρυτή της. Ο Ιησούς για παράδειγμα του Παύλου, δεν φαίνεται να σταυρώθηκε από τους Ρωμαίους (φυσικά η σταύρωση εκείνη την εποχή ήταν στα χέρια των κατακτητών, αλλά ήταν γνωστή ήδη από την εποχή του Μ. Αλεξάνδρου και χρησιμοποιήθηκε και από Εβραίους, δες την σταύρωση του Δάσκαλου της Δικαιοσύνης των Εσσαίων), δεν φαίνεται πότε έγινε η σταύρωση, είναι απλά μια αναφορά που θα μπορούσε να είχε γίνει οπουδήποτε τις δε πληροφορίες του τις έπαιρνε με οράματα.

Τέλος όπως ήδη αναφέρθηκε, έχουν βρεθεί ήδη από τον 4ο αιώνα με τα σημερινά μας κείμενα της Καινής Διαθήκης, αξιοσημείωτες διαφορές, που επιβεβαιώνει αυτό που έγραψε ο Κέλσος, ότι οι χριστιανοί διόρθωναν συνέχεια το ένα αρχικό ευαγγέλιο για να αποφύγουν την λογική κριτική.
Σχετικά: “Ιερές Παραχαράξεις” και “Το «Κατά Μάρκον» στον Σιναϊτικό Κώδικα και σύγκριση με το μεταγενέστερο και επίσημο κείμενο των «Γραφών»”. Και φυσικά δεν ξέρουμε μέχρι τότε, τι άλλο έχει αλλάξει.

Τελικά πέρα από τα Ευαγγέλια που δεν ξέρουμε πότε εμφανίστηκαν πριν από τον Τατιανό και τον Ειρηναίο που τα αναφέρουν, δεν υπάρχει κανένα άλλο στοιχείο για την δράση του Ιησού που να επιβεβαιώνει αυτά που αναφέρονται σε αυτά.

3. Ο ΚΑΝΟΝΑΣ ΤΗΣ ΚΑΙΝΗΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ

Ο Ιγνάτιος, επίσκοπος Αντιόχειας, αναφέρεται «στο Ευαγγέλιο», σαν ένα αυθεντικό κείμενο, και καθώς του ήσαν γνωστά και τα τέσσερα «Ευαγγέλια» με τη φράση «Το Ευαγγέλιο», εννοεί αναντίρρητα την τετραπλή συλλογή, που κυκλοφορούσε μ’ αυτή την ονομασία.

Αυτά είναι μπούρδες. Και ο Παύλος μιλούσε για ένα Ευαγγέλιο, αλλά δεν έχει βρεθεί τίποτα σχετικό. Από την στιγμή που όλα είναι αντίγραφα του Κατά Μάρκον, αυτό ήταν το πρώτο Ευαγγέλιο και σε αυτό αναφερόντουσαν. Τα άλλα βγήκαν στην συνέχεια.

4. ΤΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ

Όλα όσα αναφέρει είναι άστοχα, ενώ τα ίδια τα Ευαγγέλια αναφέρονται ως ανώνυμα και Κατά κάποιον Ευαγγελιστή, θεωρεί ότι προέρχονται από τους ίδιους τους Ευαγγελιστές που έχει αποδειχθεί λάθος. Το Κατά Ιωάννην αγνοεί πολλά συμβάντα που ο Ιωάννης ήταν παρών, όπως και το Κατά Ματθαίον, αναφέρεται στον Ματθαίο στο τρίτο πρόσωπο. Παραδέχεται ότι το Κατά Μάρκον είναι το πρώτο, αλλά δεν μας δικαιολογεί πως ενώ ο Μάρκος δεν ήταν αυτήκοος μάρτυρας, από αυτόν αντέγραψαν οι αυτήκοες. Όλη η προσπάθεια που κάνει είναι άστοχη.

Η θεωρούμενη πηγή Q πλέον έχει απορριφθεί από τους περισσότερους βιβλικούς μελετητές. https://en.wikipedia.org/wi... . Ο δε υποτιθέμενος Λουκάς που έκανε ενδελεχή έρευνα αντιγράφει τον Μάρκο. Η έρευνά του λοιπόν ήταν μόνο τα παραπάνω που έβαλε που διαφέρουν όπως είδαμε σε αρκετά σημεία με τον Ματθαίο που ήταν υποτίθεται και αυτόπτης, θα τον δούμε και στην συνέχεια.
Τέλος για το υποτιθέμενο αραμαϊκό κείμενο του Ματθαίου, που αναφέρει υποτίθεται ο Παπίας και αναμεταδίδει ο αναξιόπιστος Ευσέβιος, δεν έχει βρεθεί ούτε σε ένα σπάραγμα. Τέλος η αναφορά στην κοινότητα του Ιωάννη του Βαπτιστή, είναι άστοχη και είναι ένα από τα ατοπήματα των Ευαγγελίων. Ας πούμε στο Κατά Λουκάν ενώ υποτίθεται είχε προηγηθεί η θαυματουργή Βάφτιση εμφανίζονται μαθητές του Βαπτιστή λίγο πριν θανατωθεί και αναρωτιούνται αν ο Ιησούς είναι ο Μεσσίας. Ξέρουμε ότι οι ακόλουθοι του Βαπτιστή θεωρούσαν αυτόν τον Βαπτιστή ως Μεσσία και είναι αυτοί που λέγονταν Μανδαίοι. https://en.wikipedia.org/wi...

Ο Μάρκος αρχίζει το έργο του: «Αρχή του ευαγγελίου του Ιησού Χριστού. Υιού του Θεού»

Αμ δε. Στον Σιναϊτικό Κώδικα, το “Υιού του Θεού” προστέθηκε εκ των υστέρων. Στο Κατά Μάρκον ο Ιησούς φαίνεται σαν ένας αναβαθμισμένος προφήτης που θεωρείται προφανώς Μεσσίας, αλλά όχι θεός ούτε υιός θεού.

Το Τέταρτο Ευαγγέλιο

Ο Ευαγγελιστής ήταν προφανώς Παλαιστινιακής καταγωγής…
Γνωρίζει τέλεια τα Ιουδαϊκά έθιμα…
Οι εσωτερικές μαρτυρίες αποδεικνύουν πως ο συγγραφέας, όχι μόνο είδε, αλλά και συνέλαβε το νόημα των γεγονότων που περιγράφει…

Όλα αυτά απαντιούνται εδώ: “Στοιχεία για την χρονολόγηση των Ευαγγελίων”, αλλά υπάρχει και η σειρά αντιφάσεων Για παράδειγμα στο Κατά Ιωάννην το Πάσχα έγινε ημέρα Παρασκευή, ενώ στους Συνοπτικούς την Πέμπτη.

Τα πολλά λόγια που λέει για να μας πείσει ότι το Κατά Ιωάννην συμπληρώνει τα Συνοπτικά είναι άστοχα. Τις διαφορές τις έχουμε σημειώσει εξαιρετικά στην παρακάτω δημοσιεύση:
Γιατί είναι παραπλανητική η εναρμόνιση των ευαγγελικών διηγήσεων”:

Αλλά και στην σταδιακή αναβάθμιση από Ευαγγέλιο σε Ευαγγέλιο της θεϊκότητας του Ιησού.

ΔΕΣΠώς ο Ιησούς έγινε «θεός»

5. ΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΩΝ

Είναι πραγματικά αστείο να επιχειρηματολογήσει κάποιος σοβαρά για το θέμα των θαυμάτων, αν και η παρουσίασή τους συνοπτικά εντείνει τις ασυμφωνίες και την μυθική προέλευση των κειμένων.
Θρησκεία θαυμάτων - Τα θαύματα στην Καινή Διαθήκη και σκέψεις για την συνέπεια και ιστορικότητά της”.

6. Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ

Παρόλο που ο Παύλος επιμένει στη θεία προ-ύπαρξη του Ιησού [103], γνωρίζει πως ήταν επίσης ένα πραγματικό ανθρώπινο ον [104], απόγονος του Αβραάμ [105] και του Δαυίδ [106], ο οποίος έζησε σύμφωνα με τον Ιουδαϊκό Νόμο [107], τον πρόδωσαν, και τη νύχτα της προδοσίας παρέθεσε ένα αναμνηστικό γεύμα με ψωμί και κρασί [108], υπέστη τη Ρωμαϊκή τιμωρία της Σταύρωσης [109], παρόλο που η ευθύνη για το θάνατό Του ανήκει στους εκπροσώπους του Ιουδαϊκού έθνους [110], τάφηκε κι αναστήθηκε την τρίτη μέρα, κι έπειτα Τον είδαν ζωντανό πολλοί αυτόπτες μάρτυρες, σε διάφορες περιπτώσεις, συμπεριλαμβανομένης κι εκείνης, κατά την οποία Τον είδαν μονομιάς πεντακόσια άτομα.

Το ότι υποστηρίζει την ενσάρκωση είναι γεγονός όπως και ότι είναι από την γενιά του Δαυίδ, μολονότι τα Ευαγγέλια για να το υποστηρίξουν αναφέρουν την γενεαλογία του Ιωσήφ, που δεν έχει σχέση κατά σάρκα με τον Ιησού. Το θέμα του δείπνου φυσικά ήταν γνωστό και αναφέρεται και στην εσσαϊκή αίρεση. Δεν μιλάει για προδοσία, αλλά για παράδοσή του “ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς ἐν τῇ νυκτὶ ᾗ παρεδίδοτο”, δεν αναφέρει τίποτα για Ρωμαίους παρά μόνο μία φορά για Εβραίους. Εν ολίγοις οι πληροφορίες που δίνει είναι ελάχιστες για να επιβεβαιώσει τα μεταγενέστερα Ευαγγέλια και το σημαντικό για το κήρυγμα του Παύλου όλα τα παραδείγματα που δίνει είναι από την Παλαιά Διαθήκη και ενώ υπήρχαν τρανταχτά παραδείγματα που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει από την φερόμενη δράση του Ιησού, αν όντως υπήρχε.

Κάποια τσιτάτα και προτροπές που βλέπουμε και στα Ευαγγέλια δεν είναι άλλη απόδειξη πέρα από το ότι υπάρχει μια κοινή παράδοση που τροφοδοτεί τις εμπλεκόμενες κοινότητες, μολονότι υπάρχουν και σοβαρές διαφορές.

Ο βασικός μύθος είναι ότι ο Ιησούς ήρθε για να σταυρωθεί και να αναστηθεί για να σώσει τους εβραίους (και αυτό Εσσαϊκός μύθος) που όμως δεν κατάλαβαν τίποτα. Αυτός είναι κοινός και σε κάθε νεώτερο κείμενο επενδύεται όλο και περισσότερο με δήθεν ιστορικά στοιχεία μέχρι να γίνει στο τέλος ο θεός που προϋπήρχε και ακολούθως το μήνυμα να γίνει παγκόσμιο.

7 ΤΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΛΟΥΚΑ

Η γέννηση του Ιησού τοποθετείται στην περίοδο της βασιλείας του Αυτοκράτορα Αυγούστου, όταν ο Ηρώδης ο Μέγας ήταν βασιλιάς της Ιουδαία, την περίοδο της γνωστής σε μας αυτοκρατορικής απογραφής

Λάθος “5 Ἐγένετο ἐν ταῖς ἡμέραις Ἡρῴδου τοῦ βασιλέως τῆς Ἰουδαίας ἱερεύς τις ὀνόματι Ζαχαρίας” Στην περίοδο του Ηρώδη αναφέρεται μόνο η δράση των γονιών του Βαπτιστή. Ο Ηρώδης πέθανε ήδη από το 4 π.κ.χ. ενώ η Απογραφή στην οποία αναφέρεται, μολονότι ιστορικά έχει σχέση με τον θάνατο του Ηρώδη, έγινε το 6 κ.χ. (Εποχή που τοποθετήθηκε και ο Κυρήνιος) δηλαδή 10 χρόνια μετά τον θάνατο του Ηρώδη, ερχόμενο σε αντίθεση με το Κατά Ματθαίον. Άλλη μια ένδειξη μεταγενέστερης από το 73 κ.χ. καταγραφής μυθικών στοιχείων.

Πράγματι αναφέρονται στο Κατά Λουκάν και τις Πράξεις αρκετά ιστορικά ονόματα, κάτι πολύ συνηθισμένο σε αυτά που λέμε ιστορικά μυθιστορήματα, αλλά υπάρχουν και τεράστιες ανακρίβειες. Η Απογραφή του 6 κ.χ. ήταν απογραφή περιουσιών και όχι προσώπων, άρα δεν ήταν επιβεβλημένη η παρουσία στον τόπο καταγωγής και το σενάριο της μετακίνησης στην Βηθλεέμ είναι μυθικό. Το ότι υπήρχε στην Αθήνα ο Άρειος Πάγος δεν ήταν κάτι το δύσκολο να είναι γνωστό τοις πάσι, αλλά ο βωμός του Αγνώστου Θεού, ήταν για τους ξένους και άγνωστους ναυτικούς και τους δικούς τους θεούς, και έτσι δεν είχε συγκεκριμένο όνομα, “τω αγνώστω” αναφέρεται στον άγνωστο που θα τον είχε ανάγκη και όχι για κάποιον άγνωστο θεό που δεν είχε ακόμα εμφανιστεί. Άλλωστε για τους αρχαίους όλη η φύση ήταν ένθεη και τα πάντα είχαν μια θεϊκή αναφορά που ήταν γνωστή και όχι άγνωστη. Αυτή είναι πληροφορία που ήρθε από κάποιον που βρέθηκε στην Αθήνα και δεν ρώτησε. στα κείμενα του Κουμράν… Υπάρχουν αμφιβολίες για το κατά πόσο υπήρχε άμεση επικοινωνία μεταξύ των δύο κοινοτήτων.

Το αντίθετο τα ιδεολογικά αλλά και πρακτικά σημεία δείχνουν μια ενδιαφέρουσα ομοιότητα και συνέχεια. “Η προέλευση του Χριστιανισμού

9. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΙΟΥΔΑΪΚΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ

1. Ραββινικά κείμενα

Τα αναφερόμενα στα κείμενα των Εβραίων αναλύονται στην δημοσίευση “Πολλοί μεσσίες, πολλοί χριστοί”,

αλλά υπάρχει και η εξαιρετική μετάφραση του Hayyim ben Yehoshua στο “Απορρίπτοντας ιεραποστόλους – Τι λέει το Ταλμούδ για τον Ιησού”.

Επίσης παρόμοια στοιχεία θα βρείτε και εδώ : https://en.wikipedia.org/wi... Υπάρχουν πολλά κοινά στοιχεία που φαίνεται να τροφοδότησαν τα Ευαγγέλια, αλλά οι ημερομηνίες είναι άσχετες.

2. Ο Ιώσηπος

Οι απαντήσεις για το θέμα του Ιώσηπου είναι πολλές που έχουν δοθεί, εδώ χαρακτηριστικά:

Ιώσηπος, περί Ιησού

10 Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΘΝΙΚΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

Όλες οι αναφερόμενες και πολλές άλλες, έχουν απαντηθεί στον χώρο αυτόν και ειδικά στο:
Ιστορικότητα του Ιησού – ‘Πηγές’ του 2ου αιώνα”.

Εν κατακλείδι σε όλες αυτές, εμφανίζονται μεν χριστιανοί μετά το 112 κ.χ. πιστεύουν σε κάποιον χριστό, (τον πρώτο αιώνα υπήρχαν πολλοί “χρηστοί”), δεν ξέρουμε όμως τίποτα για αυτόν και οι λεπτομέρειες, εμφανίζονται στην διάρκεια και αφού κυκλοφορήσουν τα Ευαγγέλια στα μέσα με τέλη του 2ου αι. ταυτόχρονα όμως με άλλα απόκρυφα κείμενα και διαφορετικές ομάδες που τις κάλεσαν μετά αιρετικές.

Για περισσότερες πληροφορίες υπάρχει και το “«Αγία Γραφή»: Το μεγαλύτερο παραμύθι τού κόσμου – Η Βίβλος τού μίσους, τής κτηνωδίας και τής πλαστογραφίας”.

ΣEΞ: Η μεγαλύτερη, η πιο μυστηριώδης δύναμη από όλες

Όλοι λένε ότι αγαπάνε. Οι μητέρες, οι σύζυγοι, οι πατέρες, οι αδελφοί, οι αδελφές, οι φίλοι, όλοι λένε ότι αγαπάνε. Όμως αν κοιτάξετε τη ζωή στην ολότητά της, η αγάπη δεν είναι εμφανής πουθενά. Αν τόσοι πολλοί άνθρωποι αγαπάνε, τότε ο κόσμος θα έπρεπε να είναι λουσμένος με αγάπη.

Θα έπρεπε να υπάρχουν αμέτρητα λουλούδια αγάπης παντού γύρω, λάμπες αγάπης θα έπρεπε να καίνε παντού. Αν σε κάθε σπίτι έκαιγε και μια λάμπα αγάπης, πόσο φως θα υπήρχε σε αυτόν τον κόσμο! Αντίθετα όμως, βρίσκουμε παντού μια ατμόσφαιρα μίσους, θυμού, πολέμων. Δεν υπάρχει ούτε μία ακτίνα αγάπης πουθενά.

Είναι ψέμα να λέμε ότι όλοι αγαπούν. Και όσο συνεχίζουμε να πιστεύουμε σε αυτό το ψέμα, δεν μπορούμε ούτε καν να ξεκινήσουμε το ταξίδι για να κάνουμε την αγάπη πραγματικότητα. Κανείς δεν αγαπάει κανέναν εδώ. Και αν η φυσικότητα του ΣEΞ δεν γίνει ολόψυχα αποδεκτή, κανείς δεν θα μπορεί να αγαπήσει κανέναν.

Θέλω να σας πω ότι το ΣEΞ είναι θεϊκό. Η ενέργεια του ΣEΞ είναι Θεϊκή ενέργεια, θεία ενέργεια. Γι’ αυτό αυτή η ενέργεια δημιουργεί νέα ζωή. Είναι η μεγαλύτερη, η πιο μυστηριώδης δύναμη από όλες.

Σταματήστε αυτόν τον ανταγωνισμό απέναντι στο ΣEΞ. Αν θέλετε να λούσει ποτέ η αγάπη τη ζωή σας, απαρνηθείτε τη διαμάχη με το ΣEΞ. Αποδεχτείτε το ΣEΞ μακάρια. Αναγνωρίστε την ιερότητά του. Αναγνωρίστε την ευλογία του. Συνεχίστε να ψάχνετε όλο και πιο βαθιά μέσα του, και θα εκπλαγείτε όταν μάθετε ότι όσο περισσότερο αποδέχεστε το ΣEΞ ως κάτι ιερό, τόσο πιο ιερό θα γίνεται. Και όσο περισσότερο βρίσκεστε σε σύγκρουση μαζί του, σαν να είναι κάτι αμαρτωλό και βρώμικο, τόσο πιο αμαρτωλό και βρώμικο θα γίνεται.

Όταν ένας άνδρας πλησιάζει τη γυναίκα του θα πρέπει να έχει ένα ιερό συναίσθημα, σαν να πηγαίνει σε ένα ναό. Και όταν μια γυναίκα πηγαίνει στον άνδρα της θα πρέπει να είναι πλημμυρισμένη με μια αίσθηση ιερότητας, δέους, σαν να πλη­σιάζει έναν θεό. Όταν δύο εpαστές έρχονται κοντά τη στιγμή του ΣEΞ, όταν περνάνε από τη διαδικασία της πράξης του έpω­τα, περνάνε πραγματικά κοντά από έναν ναό. Εκείνο που μπαί­νει σε λειτουργία κατά τη διάρκεια της εγγύτητάς τους είναι η αίσθηση του ιερού, η δημιουργική δύναμη της ύπαρξης.

Αυτό που αντιλαμβάνομαι εγώ είναι ότι ο άνθρωπος αντικρίζει τις πρώτες αχτίδες αφύπνισης, διαλογισμού, τις στιγμές που κάνει έpωτα – πουθενά αλλού. Μόνο τις στιγμές που έκα­ναν έpωτα συνειδητοποίησαν για πρώτη φορά τα ανθρώπινα όντα ότι είναι δυνατή τόση ευτυχία. Εκείνοι που διαλογίστηκαν πάνω σε αυτή την αλήθεια, εκείνοι που συλλογίστηκαν βαθιά κάνω στο φαινόμενο του ΣEΞ, της εpωτικής πράξης, είδαν ότι τις στιγμές της εpωτικής πράξης, στην κλιμάκωση, το μυαλό αδειάζει από σκέψεις. Για μια στιγμή όλες οι σκέψεις εξαφα­νίζονται. Και αυτή η εκκένωση του μυαλού, αυτή η εξαφάνιση των σκέψεων, φέρνει μια βροχή ευτυχίας. Ανακάλυψαν το μυστικό.

Ανακάλυψαν επίσης το μυστικό ότι αν ο νους μπορεί να απελευθερωθεί από σκέψεις χρησιμοποιώντας κάποια άλλα μέσα πέρα από το ΣEΞ, μπορεί να επιτευχθεί η ίδια ευτυχία. Από αυτό αναπτύχθηκαν τα συστήματα της γιόγκα και του μη νου που γέννησαν τον διαλογισμό. Στη ρίζα του διαλογισμού βρίσκεται η εμπειρία της εpωτικής πράξης.

Επομένως τα ανθρώπινα όντα κατέληξαν να βιώσουν ότι ο νους μπορεί να μείνει ακίνητος, ότι ο νους μπορεί να απελευθερωθεί από σκέψεις χωρίς να καταφύγει στο ΣEΞ, και ότι μπορεί να επιτευχθεί η ίδια ευτυχία που λαμβάνει χώρα με το ΣEΞ.

Επιπλέον, μπορεί κανείς να βιώσει την εμπειρία της πράξης του έpωτα μόνο για έναν περιορισμένο χρόνο, επειδή είναι διασκορπισμός και απελευθέρωση ενέργειας. Μπορεί όμως να παραμένει στην εμπειρία του διαλογισμού συνεχώς.

Θέλω να σας πω ότι εκείνος που επιτυγχάνει τον διαλογισμό βιώνει την ίδια ευτυχία, αδιάκοπα, που βιώνει ένα ζευγάρι τις στιγμές του οργασμού. Δεν υπάρχει άλλη βασική διαφορά ανάμεσα στην ευτυχία των δύο εμπειριών. Ο σοφός που είπε ότι βισαϊάντ και το μπραχμανάντ -η ευτυχία που έρχεται μέσα από την απόλαυση των αισθήσεων, και η ευτυχία που έρχεται μέσα από την είσοδο στο ιερό- είναι δίδυμα αδέλφια, ουσια­στικά έχει πει την αλήθεια. Έχουν γεννηθεί από την ίδια μήτρα. Έχουν γεννηθεί από την ίδια εμπειρία. Είχε δίκιο.

Έτσι, η πρώτη αρχή που θέλω να σας δώσω είναι ότι αν επιθυμείτε να γνωρίσετε το φαινόμενο που ονομάζεται αγάπη, το πρώτο κλειδί είναι να αποδεχτείτε την ιερότητα, τη θεϊκότητα του ΣEΞ – με όλη σας την καρδιά, με γεμάτη την καρδιά σας. Και θα εκπλαγείτε όταν δείτε ότι όσο πιο ολοκληρωτικά και ολόψυχα αποδεχτείτε το ΣEΞ, τόσο πιο ελεύθεροι θα είστε από αυτό. Όσο λιγότερη αποδοχή υπάρχει, τόσο πιο υπόδουλοι στο ΣEΞ θα είστε, όπως εκείνος ο άγιος που έγινε σκλάβος των ρού­χων του. Όσο μεγαλύτερη είναι η αποδοχή, τόσο πιο ελεύθεροι γίνεστε. Η ολική αποδοχή της ζωής, όλων όσων είναι φυσιο­λογικά στη ζωή, την αποκαλώ θρησκευτικότητα. Και αυτή η θρησκευτικότητα είναι που απελευθερώνει το άτομο.

Θεωρώ άθρησκους εκείνους που αρνούνται και απορρί­πτουν αυτό που είναι φυσικό στη ζωή: «Αυτό είναι καλό, αυτό είναι αμαρτωλό, αυτό είναι δηλητηριώδες. Άφησε το ένα, άφη­σε το άλλο». Άθρησκοι είναι όσοι μιλούν για απάρνηση.

Δεχτείτε τη ζωή όπως είναι, με όλη της τη φυσικότητα, και ζήστε την στην ολότητά της. Αυτή ακριβώς η ολότητα θα σας εξυψώνει μέρα με τη μέρα, βήμα με το βήμα. Με αυτό τον τρόπο η αποδοχή θα σας ανεβάσει σε τέτοια ύψη ώστε μια μέ­ρα θα βιώσετε αυτό που δεν έχει ούτε ίχνος ΣEΞ μέσα του. Αν το ΣEΞ είναι το κάρβουνο, μια ημέρα θα εμφανιστεί από μέσα του και το διαμάντι της αγάπης. Αυτό είναι το πρώτο κλειδί.

Πρακτικός οδηγός ιδεολογίας

Είναι γνωστό πως αγαπώ όσα άτομα με διαβάζουν με αγάπη αδερφική, όπως ο Καλιγούλας την μικρή του αδερφή, κι έτσι σήμερα θα προσφέρω ένα ακόμα από εκείνα τα δάχτυλα που θεωρείς πως δείχνουν "ΕΣΕΝΑ" -λόγω Β' ενικού- τα οποία ίσως διάβαζες χωρίς να απαντήσεις στον τόνο αν ήταν γραμμένα σε παθητική φωνή ή στον υπέροχο πρώτο πληθυντικό, ασχέτως αν το υλικό αυτού καθεαυτού παρέμενε ίδιο... ή αν ένιωθες πως απευθύνεται "στους άλλους". Το γλυκό μενού μας έχει έναν πρακτικότατο οδηγό για το πώς να γίνεις Πιστός (με Π κεφαλαίο) μιας οποιασδήποτε ιδεολογίας. Άλλοι στην εφηβεία τους καταπιάνονται με μπάλες, άλλοι με τέχνες, άλλοι με τα πολιτικά, άλλοι με θρησκείες -- όμορφοι είναι όμως οι πιστοί πάσης φύσεως, ιδίως οι πιστοί σε αντικείμενα με "δηλωμένο" ιδεολογικό υπόβαθρο.

Τσίμπα μια εμετοσακούλα και έλα για τρελό σεργιάνι!

1. Διαλογή ιδεολογίας

Μην το κουράζεις, πιθανόν έχεις καταλήξει σε μια ιδεολογία πριν καν αρχίσεις να ψάχνεις και να διαβάζεις τα σχετικά κιτάπια. Μια άκρως ενδιαφέρουσα άποψη λέει πως πρώτα αποφασίζουμε και μετά ντύνουμε τις θεωρήσεις μας με τα κατάλληλα ρουχαλάκια που τις υποστηρίζουν. Εδώ ο καθένας διαλέγει ανάλογα την πετριά που έχει φάει από την ζωή, το πεπερασμένο της προσωπικής εμπειρίας, τα θέλω του και ευσεβείς πόθους, και τυχούσες επιρροές (ή αντίδραση σε αυτές) του περιβάλλοντος.

Τούτα εγγυώνται το μάξιμουμ της θέρμης με την οποία θα την υποστηρίξεις και, δυστυχώς, πολλές φορές είναι αντιστρόφως ανάλογα με έννοιες όπως αμεροληψία και αντικειμενικότητα ("where valid" -- ναι, αυτό το "κατά πόσο ανταποκρίνεται σε πιο "σκληρά δεδομένα" σε σχέση με αυτά που παίζουν στο κεφάλι σου"). Αν δεν σου άρεσε αυτό το περί αντικειμενικότητας -αναμενόμενο- ας αρκεστούμε στ' ότι η θέρμη σου και το "πόσο καλά το μιλάς" δεν είναι ταυτόσημα της εγκυρότητας των θέσεών σου (βλέπε: δικηγόρους/πολιτικούς).

2. Διάβασμα των "Μεγάλων Θεωρητικών"

Οτιδήποτε και να επιλέξεις, όσο παράξενο, όσο εξτρίμ, όσο "σπάνιο", από το "η ζωή είναι μια τεράστια αυγοφέτα, και το μπαγιάτικο ψωμί μπορεί να σου έρθει χρήσιμο" μέχρι τον Στρουχτσουραλιστικό Εμοτιβισμό, αν ψάξεις κάπου, κάπως, θα βρεις πως έχει κι αυτό τους μεγάλους θεωρητικούς του. Είμαστε σε μια εποχή που είχαμε αρκετό χρόνο να ειπωθούν και να καταγραφούν πάμπολλες απόψεις, με πληθώρα βαθμών ανάλυσης, επαρκή χρόνο ώστε να δοκιμασθούν στην αρένα του διαλόγου και να λειανθούν καταλλήλως. Με το μπουμ του ίντερνετ, το βήμα της δημοσιοποίησης "γραπτών" παραδόθηκε από την "ελίτ της διανόησης" στο κοινό -- ψάξε και όλο κάτι θα βρεις.

Παραδέξου το, δεν είσαι το κοφτερότερο μαχαίρι στο συρτάρι και εδώ είναι που έρχονται τα άτομα που είναι: μπορούν να αρθρώσουν τις απόψεις που φέρεις πιο δομημένα και πιο εύγλωττα από εσένα (ίδιον των καλών φιλοσόφων και των κωμικών), έχουν αναπτύξει πειστικό αντίλογο απέναντι σε "αντίπαλες θέσεις", εμπλουτίζουν το λεξιλόγιό σου και ενίοτε τα κείμενά τους είναι αρκούντως πυκνογραμμένα ώστε να μπορείς να διαφημίσεις την ευκολία με την οποία τα κατανοείς -με σεμνό και γεμάτο μετριοφροσύνη τρόπο πάντα!- ως διαπιστευτήριο του δικού σου νοητικού διαμετρήματος.

3. Ερμηνεία της πραγματικότητας υπό το πρίσμα της ιδεολογίας

Ευκολάκι, κατά πάσα πιθανότητα είναι η φυσική κατάσταση του ανθρώπου, η διαφυγή από την οποία απαιτεί συνεχή δαπάνη ενέργειας (ψυχικής/νοητικής) και ως εκ τούτου "δεν προτείνεται". Ένα παλιό μανιχαϊστικό ρητό λέει πως "Προσκύνησε το Κατσαβίδι και θα αρχίσεις παντού να βλέπεις τις Βίδες". Σε αυτό το σημείο μπορεί να κάνει θαύματα το -για μια φορά ακόμα- πεπερασμένο της εμπειρίας σου, η ικανότητα να υπερθεματίζεις τις ευστοχίες σου και να ξεχνάς τις αστοχίες σου, όπως επίσης και πάσης φύσεως "επιλεκτισμός" (μνήμης, δεδομένων κτλ).

Σε περίπτωση που ανησυχείς μην σε κάποια φάση τα ερεθίσματα και τα δεδομένα που λαμβάνεις βρεθούν να πλήττουν την εγκυρότητα της κοσμοθεώρησής σου και σε αναγκάσουν να πετάξεις στον κάλαθο των αχρήστων χρόνια (ίσως και δεκαετίες) ενασχόλησης με το συγκεκριμένο ρεύμα σκέψης , είμαι εδώ για να σε καθησυχάσω: δεν πρόκειται να συμβεί, κάθε καλός εγκέφαλος και κάθε καλή ιδεολογία έχει τον τρόπο να παρακάμπτει τέτοια δεδομένα, με τεχνικές που κυμαίνονται από "ευθεία απόρριψη" μέχρι και "πλήρη εξήγηση εντός πλαισίου θεωρίας που καταλήγει να την επιβεβαιώνει", αλλιώς δεν θα επιβίωνε. Εδώ βοηθάει πολύ και η ίσως έμφυτη τάση των ανθρώπων σπανίως να παρατάνε κάτι στο οποίο έχουν "επενδύσει" σε οποιοδήποτε επίπεδο, ακόμα και όταν το "κόστος" συντήρησής του σε έναν εξωτερικό "μη-συμβεβλημένο ιδεολογικά" παράγοντα θα φαινόταν δυσανάλογο.

4. Προσχώρηση σε φίλια ομάδα, κατανάλωση σχετικής κουλτούρας

Ούτε ο διάολος δεν μπορεί μόνος του στην κόλαση. Είναι τρομερά όμορφο να βρίσκεις ομοϊδεάτες σου -- για αρχή έχεις κάποιον να μιλήσεις για όλα όσα σε προβληματίζουν και όλα όσα γουστάρεις. Κατά το ελάχιστο, σου προσφέρει το αίσθημα του "ανήκειν" για τ' οποίο οι άνθρωποι κατά καιρούς έχουν βρεθεί να κάνουν πολύ αστεία πράγματα. Στο βέλτιστό του, η συναναστροφή κατά κόρον με άτομα που φέρουν τις ίδιες ιδέες με εσένα βοηθάει στην επιβεβαίωσή τους ως ορθές μέσω αριθμού ("το πιστεύουν και Χ άλλοι"), στην κατάποση όλου του ιδεολογικού πακέτου χωρίς να αρχίσεις να ξεχωρίζεις τσιτσί και λίπος -- σ' "επαναφέρει στην τάξη" μέσω έμμεσης ή άμεσης πίεσης, αν πας να "ξεστρατίσεις" από το μονοπάτι, και συχνά-πυκνά σου προσφέρει το σχεδόν οργασμικό συναίσθημα ενός καλού circlejerking session (ω, το δόκιμο του όρου!).

Παρόμοιο ρόλο μπορεί να εξυπηρετήσει συμπληρωματικά και η κατανάλωση σχετικής κουλτούρας μέσω "ενημέρωσης", ο σχολιασμός και η διανομή υλικού πάντα φίλιου προς τις απόψεις που φέρεις: "ενημερώνεσαι", τονώνοντας συνάμα το φρόνημά σου. Μη μασάς ούτε εδώ -- δεν είσαι μοναχό, το ίδιο κάνουν τόσα άτομα που διαβάζουν ανάλογη των πολιτικών τους πεποιθήσεων εφημερίδα, για παράδειγμα. Το ίντερνετ και το Facebook έχουν κάνει τα παραπάνω υπερβολικά εύκολα, οπότε πλέον δεν χρειάζεται να πεταχτείς ούτε στο περίπτερο, ούτε στο καφενείο.

5. Αποφυγή εσωτερικής κριτικής

Δεν γαμείς τα αδέρφια σου, δεν βγάζεις μάτι συγκόρακα -- αυτοί είναι ιεροί κανόνες αν δεν θες να βρεθείς εκτός γκρουπ ως "εχθρός του", γι' αυτό και -το καλό που σου θέλουν- θα καταπιείς όλο το πακέτο. Οι "δικοί σου" μπορούν κάλλιστα να επιδείξουν συμπεριφορές που αν τις επεδείκνυε κάποιος που δεν ανήκει στο γκρουπ (ή ακόμα καλύτερα που ανήκει στους "φυσικούς εχθρούς του") θα του ανοίγατε μπουμπούκι τον παρωτιδικό πόρο -- τα δυο μέτρα και δυο σταθμά, εκτός από ιστορικά καταγεγραμμένη συμπεριφορά του ανθρωπίνου είδους, μπορούν ν' αποτελέσουν υπέροχη συνεκτική "κόλλα" για ένα γκρουπ.

Το να αρχίσεις να έχεις αντιρρήσεις ή να διαφοροποιήσεις την άποψή σου από την όποια "γραμμή" είναι κάκιστες ιδέες, όπως επίσης και το να θίξεις τα κακώς κείμενα -- εκτός αν το κάνεις πολύ διπλωματικά και στην απέξω απέξω, χωρίς να ονομάζεις ή χρησιμοποιώντας όμορφους πρώτους πληθυντικούς που εξαφανίζουν το βάρος.

6. Επαφή με "αλλόθρησκους"

Κόλασή σου είναι οι άλλοι. A priori, δεν έχουν κάτι να σου πουν που δεν έχεις υπολογίσει πριν καταλήξεις στην ιδεολογία σου ή που να μην υπάρχει απάντηση/εξήγηση γι' αυτό στα τεφτέρια σου. Είναι συνήθως τόσο σίγουροι για την δικιά τους ιδεολογία, όσο σίγουρη/ος είσαι εσύ για την δικιά σου -- τόσο που αν έβλεπαν πώς φαντάζει αυτή μέσα από τα μάτια σου για ένα λεπτό, θα πάθαιναν σοκ! Παραμένει μυστήριο το πώς δεν μπορούν να δουν την ορθότητα των θέσεών σου, ή μάλλον έχεις απάντηση και για αυτό, που τους βγάζει "μείον" -- αλίμονο, χαζός είσαι να υποστηρίζεις κάτι που δεν "βγαίνει";

H επαφή με τους "αλλόθρησκους" είναι ένα πολύ ευχάριστο ομαδικό χόμπι -- ο ετεροκαθορισμός μέσω της ύπαρξης αυτών (και ιδίως των πιο "σοβαρών" αντιπάλων) ενισχύει το φρόνημα και τους δεσμούς του γκρουπ, όπως επίσης ακονίζει και την επιχειρηματολογία. Πολύ όμορφη πλατφόρμα για τούτο ειναι τα κοινωνικά δίκτυα - σου δίνουν επίσης την υπέροχη επιλογή αν το κακό παραγίνει να εξορίσεις τον συνομιλητή σου (παραλληλομιλητή ίσως είναι πιο ταιριαστό) στην διαδικτυακή Μακρόνησο του "Unfriend/Block"

Ω ναι, τελείωσε και το σημερινό, ευχάριστο σαν επίσκεψη σε μεθυσμένο οδοντογιατρό άρθρο, και ήρθε η ώρα να κράξεις την παραπάνω "μεταϊδεολογία", απαντώντας με την δικιά σου "μεταμεταϊδεολογία"! Χμ, ή είναι "ποστ-μεταϊδεολογία"; Πάντα με μπέρδευαν τούτα, όπως τα μουσικά ρεύματα, οπότε ας αφήσουμε το θέμα καλύτερα στους γνώστες με τα πολλά εγκεφαλικά κυβικά! Αν σε τσίγκλησε πάντως κάτι στα παραπάνω, σκέψου αν όντως θεωρείς τον εαυτό σου πιστό: αν ναι, καλά κάνεις και τσιγκλιέσαι -- αν όχι, γιατί τσιγκλιέσαι;

Ως την επόμενη φορά, μην θορυβείσαι, μέρος του σόου είναι όλα.

Ατλαντίδα – Τελχίνες – Μεγάλοι Παλαιοί

Οι Τελευταίες Ημέρες της Στρογγυλής, η Μυστική Σαντορίνη, η Ατλαντίδα, οι Τελχίνες και οι Αβυσσαίοι Μεγάλοι Παλαιοί.

Υπάρχουν μέρη μακρινά, που στον αέρα τους πλανάται ακόμα η μαγεία που δεν χωράει στην νωθρή καθημερινή πραγματικότητα της πόλης. Σ’ αυτό λοιπόν το μέρος που διάλεξα για μια μικρή, αλλά αναγκαία αποτοξίνωση, βρήκα διάχυτη πολύ περισσότερη μαγεία απ’ ότι είχα φανταστεί και, ειλικρινά, από την πρώτη μέρα που πάτησα στο νησί, με τρώει η επιθυμία να σας μιλήσω γι’ αυτό. Από το σημείο που παρατηρώ, και που οι ντόπιοι κάποτε παραφυλούσαν για πειρατές, απλώνεται μπροστά μου ολόκληρη η χιλιοταλαιπωρημένη Θήρα («Σαντορίνη» είναι το Φράγκικο όνομα, που βαφτίστηκε την εποχή των Σταυροφοριών, εξ’ αιτίας μιας παλιάς εκκλησίας της Αγίας Ειρήνης), αυτή τουλάχιστον που απέμεινε απ’ την αρχαία Στρογγύλη, ύστερα από χιλιάδες χρόνια σμίλευσής της από την Φύση.

Μια από τις φοβερότερες εκρήξεις ηφαιστείων στα χρόνια απ’ τα οποία έχει ακόμα μνήμες ο άνθρωπος, η καταβύθιση ολόκληρου του δυτικού τμήματος του νησιού, που άφησε απέναντι την Θηρασία αντικριστά με το μικρό Ασπρονήσι να θωρούν ατέρμονα τις απόκρημνες ακτές της γης με την οποία ήταν κάποτε ένα, η ανάδυση στην μέση του κόλπου, της Ιεράς, λίγο πριν την Ρωμαϊκή κατοχή, που ύστερα από μια βαθιά ανάσα και την εμφάνιση της Θείας (Παλαιάς Καμένης), θα βουτήξει πάλι κάτω απ’ το νερό, για να ξαναβγεί χίλια εξακόσια χρόνια αργότερα, τότε που το νησί έχει πέσει στους Οθωμανούς και να γίνει ένα με την Νέα Καμένη, την άχαρη μάζα γης, που ύστερα από το μάσημα τριών χιλιετηρίδων, ξέβρασε το φοβερό τέρας που παραμονεύει στο βάθος της καλντέρας, δημιουργώντας μια βραχονησίδα που μοιάζει να ’πεσε απ’ το φεγγάρι.

Έτσι, για να θυμίζει ότι το νησί που σήμερα έχει το σχήμα του μισοφέγγαρου, ήταν κάποτε ολόγιομο, τότε που οι πρώτοι Έλληνες την αποκαλούσαν Στρογγύλη. Κι όμως τα βίαια αυτά ξεσπάσματα σ’ αυτή την μεριά της Γης δεν στέρησαν καθόλου τον τόπο από την απέραντη ομορφιά που κάποτε του χάρισε τ’ όνομα Καλλίστη και που, πράγματι, έτσι θ’ άξιζε να λέγεται μέχρι σήμερα.

«Ο χώρος είναι Ιερός», έχει γράψει στο βράχο ο μοναχός (;) Αγαθάγγελος Καφούρος, δίπλα ακριβώς, την κατάρα «Εξολόθρευσε Κύριος πάντα τα χείλη τα δόλια και γλώσσαν μεγαλορρήμονα», που μάλλον απευθύνεται σε όσους συνηθίζουν να μαρτυρούν μυστικά και να μιλούν πολύ (κάποιους σαν κι εμάς δηλαδή). Μπροστά μου, τώρα, ο αινιγματικός Σκάρος, ορθώνεται σαν ένας πελώριος Κέλτικος μεγάλιθος, ή μια γιγάντια βολίδα, απ’ αυτές που κάποτε τίναζε αλαφιασμένο το ηφαίστειο! Προεξέχοντας απ’ την ακτή, αγναντεύει επιβλητικός την καλντέρα, ένας ακούραστος φρουρός τετρακόσια μέτρα ψηλότερα απ’ την επιφάνεια της θάλασσας. Το μονοπάτι που μέχρι κάποιο σημείο περιβάλει τον ογκόλιθο (και που αν δεν θέλετε το όνομά σας να συνδεθεί με την τοποθεσία, μην επιχειρήσετε να διαγράψετε ολόκληρο τον περίγυρό του) είναι αρκετά επικίνδυνο σε ορισμένα σημεία, αλλά το θέαμα που ακολουθεί αποζημιώνει. Τα ερείπια των κτισμάτων αντίθετα, είναι σχεδόν ισοπεδωμένα και σπάνια τα ξεχωρίζει κανείς από τα βράχια, αφήνοντας ένα ερώτημα να πλανάται στον στοιχειωμένο άνεμο αυτού του μνημείου.

Γιατί ο χώρος αυτός είναι ιερός;

Παίρνοντας όμως τον δρόμο της επιστροφής, στο σημείο που σχηματίζεται η φυσική γέφυρα που ενώνει την άκρη του ψηλού απόκρημνου βράχου με την μικρή χερσόνησο, εκεί που μια δεύτερη ζωγραφισμένη μ’ ασβέστη επιγραφή επιμένει πως ο χώρος είναι ιερός, το βλέμμα μου πέφτει σε μια τρύπα, στο πλάι και κάτω ακριβώς από την γέφυρα, κρυμμένη έτσι, που να μην μπορείς να την δεις όταν ακολουθείς το μονοπάτι προς το Σκάρο, αλλά μόνο όταν έχεις την αντίθετη κατεύθυνση. Κατεβαίνοντας μπροστά της, βλέπω ότι είναι μια μικρή είσοδος που οδηγεί προς τα κάτω σ’ ένα υπόγειο δωμάτιο. Χωρίς δεύτερη σκέψη εισβάλλω στον σκοτεινό χώρο, γλιστρώντας πάνω στα χαλάσματα.

Το δωμάτιο που αποκαλύπτεται είναι εντελώς άδειο, εκτός από τις πέτρες που έχουν κατρακυλήσει στην μια του άκρη, από το μάλλον πρόσφατο άνοιγμα της μικρής εισόδου, αλλά εξετάζοντας προσεκτικά όλες τις γωνίες του, σε κάποιο σημείο του τοίχου, βλέπω ένα νέο μικρό άνοιγμα στο πέτρινο δάπεδο. Αρχικά μοιάζει σαν αποχέτευση, αλλά πλησιάζοντας αντιλαμβάνομαι πως μόνο αυτό δεν είναι! Αντ’ αυτού, εμφανίζεται μια τετράγωνα σμιλευμένη τρύπα, αρκετή για να χωρέσει έναν άνθρωπο, που για μερικά μέτρα κατεβαίνει κάθετα προς τα κάτω. Στον πάτο της, το φως του φακού αποκαλύπτει ένα δεύτερο δωμάτιο, ένα επίπεδο χαμηλότερα απ’ αυτό που βρίσκομαι. Δυστυχώς δεν έχω μαζί μου σχοινιά και τον υπόλοιπο απαραίτητο εξοπλισμό για να συνεχίσω την κατάβαση –ποιος ξέρει πόσα ακόμη χαμηλότερα δωμάτια, είναι κρυμμένα στην βάση του μεγάλιθου– κι έτσι αφήνω την συνέχεια στην φαντασία σας και σ’ εκείνους που, αψηφώντας τις απειλές του Αγαθάγγελου, θ’ επιχειρήσουν ν’ ακολουθήσουν τα βήματά μου. Ένα πράγμα πάντως είναι σίγουρο, ότι «ο χώρος είναι ιερός!»

Επειδή μ’ ενδιαφέρει ιδιαίτερα το θέμα της Κούφιας Γης, ένα πράγμα που με κατέπληξε στο νησί είναι ότι είναι κούφιο! Η τέφρα από την έκρηξη του ηφαιστείου έθαψε το μεγαλύτερο μέρος του κάτω από ένα παχύ στρώμα κίσσηρης, σχηματίζοντας ολόκληρους λόφους από ελαφρόπετρα, τόνοι από την οποία μάλιστα χρησιμοποιήθηκαν κατά την κατασκευή της διώρυγας του Σουέζ. Στην πλαγιά ενός τέτοιου λοφίσκου, αναζήτησα την Παναγία την Τρύπα, (Παναγία Τρύπα έχει και στην Γορίτσα του Βόλου) μια παλιά εκκλησία που ήταν κάποτε καταφύγιο των χωρικών απ’ τους πειρατές, μια και είναι συνδεδεμένη με ένα κρυφό δίκτυο σπηλαίων. Ακολουθώντας ένα ξεχασμένο μονοπάτι δίπλα στο χωριό του Βόθωνα, έφθασα μπροστά σ’ αυτόν το λοφίσκο. Ξέρετε τι είδα; Δύο κλειδωμένες πόρτες σκαλισμένες στο βράχο, ένα μικρό καμπαναριό, μια πέτρινη σκάλα που οδηγεί προς τα πάνω σε μια άλλη πόρτα στην μέση του λόφου κι ένα μικρό παράθυρο «από το πουθενά», ακόμα ψηλότερα. Αυτή είναι η εκκλησία. Ολόκληρος ο βράχος κι ότι άλλο συνδέεται αόρατα μ’ αυτόν! Αλλά ούτε είναι και η μοναδική εκκλησία του νησιού που είναι χτισμένη πάνω σε σπήλαια.

Στο μέσα βουνό, που χωρίζει το Καμάρι από την Περίσσα, ανάμεσα σε μικρά βάραθρα και πολύπλοκα σπήλαια, βρίσκεται το εκκλησάκι της Κατεφειανής, που κάποτε επίσης αποτέλεσε καταφύγιο για τους ντόπιους. Όσο παράδοξο κι αν φαίνεται, οι Περισσιώτες το προτιμούσαν απ’ το γειτονικό κάστρο του Εξωμύτη, ή τον γουλά του Νημποριού, όπου ακόμα σώζονται ερείπια της αρχαίας πόλης Ελευσίνας. Κοιτώντας βέβαια απ’ την πλευρά της Περίσσας, το εκκλησάκι της Κατεφειανής σφηνωμένο στους βράχους, περίπου στην μέση της κατακόρυφης πλαγιάς, αναρωτιέται εύλογα κανείς, πώς σκαρφάλωναν οι ντόπιοι εκεί πάνω, αφού δεν υπάρχει κανένα εμφανές μονοπάτι που να οδηγεί σ’ αυτό!

Το μοναδικό ανηφορικό μονοπάτι που είδα, ακολουθεί μια δυτικότερη κατεύθυνση, σκαρφαλώνοντας μέχρι την κορυφή του βουνού, όπου βρίσκεται η Αρχαία Θήρα. Ανάμεσα στα ερείπια που σώζονται απ’ την δωρική αποικία του 9ο αι. π.κ.ε. και τους μεταγενέστερους οικισμούς, υπάρχει και σπήλαιο-άντρο του Ερμή και ναός του Πύθιου Απόλλωνα, και Πτολεμαϊκό ιερό αφιερωμένο στην Ίσιδα, τον κριτή του Κάτω κόσμου, Σέραπι και τον ψυχοπομπό Άννουβι, ενώ στο Ιερό Τέμενος του Αρτεμίδωρου, που φρουρεί την Νότια πλευρά του οικισμού, εκτός των άλλων Θεών, λατρεύονταν επίσης οι Διόσκουροι κι οι Κάβειροι, αλλά και η μάγισσα της υποχθονίας Εκάτη (που έχει μεγάλη σχέση με κάποια μαυροφορεμένη γριά χωρίς πρόσωπο).

Και μπορεί τα χρόνια να κύλησαν, όμως όλες αυτές οι παγανιστικές θεότητες, ή τα στοιχειακά επέζησαν στην συνείδηση των κατοίκων του νησιού, μέσα από την παράδοση. …Στο Μεγαλοχώρι, λένε οι παλιοί, από την πλευρά του γκρεμού που βλέπει στην καλντέρα και στη θέση που κάποτε αποκαλούσαν «Χορεύτρα», επειδή συνήθιζαν να χορεύουν Νύμφες ή νεράιδες, υπάρχει μια σπηλιά, απ’ όπου έβγαιναν καλικάντζαροι, τριχωτοί και μιαροί στην όψη, που επί πλέον μπορούσαν να πάρουν διάφορες μορφές. Ο φοβερότερος απ’ αυτούς ήταν ο Μεσανύχτης, που έβγαινε πάντα τα μεσάνυχτα και προκαλούσε τον τρόμο των φτωχών κατοίκων, που δεν αρκούσε να κλειδώσουν μόνο την πόρτα του σπιτιού τους αλλά έπρεπε να κρεμάσουν κι ένα ρούχο από πίσω για να μη τυχόν και μπει από την κλειδαρότρυπα (…ευτυχώς που υπάρχουν κι αυτές οι λαογραφικές παραδόσεις κι έτσι κάποιες ιστορίες παραμένουν στη μνήμη μας, κι αν επανειλημμένα αναφέρομαι στα χρόνια απ’ τα οποία ο άνθρωπος έχει ακόμα μνήμες, είναι γιατί τώρα θα σας μιλήσω για άλλα χρόνια, απ’ τα οποία κάθε θύμηση έχει χαθεί).

Είναι γνωστό ότι η Σαντορίνη έχει από πολλούς ταυτιστεί με την Ατλαντίδα, όπως άλλωστε και καμιά διακοσαριά άλλα μέρη (ανάμεσα σ’ εκείνους που την έχουν κάπου ανακαλύψει, είναι και κάποιος που σήμερα υπόσχεται ξενάγηση στη βυθισμένη πόλη, αντί του ποσού των 8.000.000 δολαρίων). Επειδή η Ατλαντίδα έχει μεγάλη σχέση με την έρευνα που κάνω, έχω μελετήσει αρκετά πολλές θεωρίες και έχω φθάσει σε κάποια συμπεράσματα.

Καταρχήν, μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι η Σαντορίνη δεν είναι η χαμένη Ατλαντίδα (όπως δεν είναι ούτε η Κρήτη, ούτε η Τροία, ούτε η Αρκαδία, ούτε η Ερυθρά θάλασσα, ούτε ο Καύκασος, ούτε η Ινδία, ούτε οι Κάτω χώρες κλπ), πράγμα που δεν μειώνει σε τίποτα το πανέμορφο νησί και τον πολιτισμό που αναπτύχθηκε πάνω του κατά τη δεύτερη χιλιετηρίδα π.κ.ε. Γιατί δηλαδή έχει μεγάλη σημασία να λέμε «η χαμένη Ατλαντίδα» κι ακούγεται πολύ πιο χαμηλότονα «η χαμένη Στρογγύλη»;

Αφού κι αυτοί ακόμα που υποστηρίζουν ότι η Ατλαντίδα είναι η Σαντορίνη, απ’ τα μνημεία του ίδιου μεγάλου πολιτισμού αντλούν τα στοιχεία τους, απ’ τα δεδομένα που άφησε πίσω της η προϊστορική πόλη του Ακρωτηρίου, όταν εγκαταλείφθηκε την εποχή της έκρηξης του ηφαιστείου. Και τέλος πάντων, απ’ όσους έχουν κατά καιρούς βαφτίσει έτσι κάποιες περιοχές επειδή αναγνωρίζουν ένα στοιχείο της Ατλαντίδας όπως το περιγράφει ο Πλάτωνας (κι ας είναι τα ευρήματα αντίθετα με άλλα δεκαπέντε στοιχεία που αναφέρει ο ίδιος), έχει άραγε σκεφτεί κανείς, ότι μπορεί αυτό που βλέπει να είναι μια αποικία που με κάποιον τρόπο, ίσως να έχει προκύψει από τους ίδιους που δημιούργησαν τον πολιτισμό της Ατλαντίδας; Όχι, θα έλεγαν οι περισσότεροι, και ίσως στην βιασύνη τους επάνω να συμπλήρωναν «αφού η Ατλαντίδα δεν υπήρξε, είναι μυθική!». Έ, λοιπόν, η Ατλαντίδα υπήρξε, αλλά δεν βρίσκεται στην Σαντορίνη.

Αυτό φυσικά το γνώριζα προτού φθάσω στο νησί. Δεν χρειάστηκε να διαβάσω παρά μόνο τα ίδια τα έργα του Πλάτωνα που θεωρούνται υπαίτια για την αποκάλυψη του Ατλάντιου μύθου, δηλαδή τον πρόλογο που γίνεται στον Τίμαιο και τον ημιτελή Κριτία. Τα ίδια έργα ασφαλώς έχουν διαβάσει κι όλοι αυτοί που κατά καιρούς έχουν «ανακαλύψει» την Ατλαντίδα σε κάθε Σαντορίνη. Πραγματικά αναρωτιέμαι αν όλοι διαβάζουμε τα ίδια ή διαφορετικά κείμενα.

Ορισμένοι ισχυρίζονται ότι η μυθική ήπειρος χρησιμοποιείται από τον μεγάλο φιλόσοφο ως παράδειγμα ενός ουτοπικού πολιτισμού που καταρρέει εξαιτίας της ηθικής φθοράς, ή απληστίας των κατοίκων του. Μετά από λεπτομερέστατες μακροσκελείς περιγραφές της γεωλογικής διαμόρφωσης του νησιού, των ιερών που φιλοξενούνται πάνω του, των έργων που έκαναν οι κάτοικοι του και βέβαια της απαραίτητης γενεαλογίας της μυθικής τους φυλής, ο Κριτίας ξαφνικά διακόπτεται μόλις ακριβώς αρχίζει να περιγράφεται η φθορά αυτής της κοινωνίας, αφήνοντας απ’ έξω το σημείο στο οποίο θα ’πρεπε σύμφωνα με τις παραπάνω απόψεις να δοθεί η μεγαλύτερη βαρύτητα του έργου, δηλαδή στην περιγραφή του ηθικού κατρακυλίσματος και στην καταστροφική σύγκρουση με τους Αθηναίους. Δεν πιστεύω λοιπόν ότι ο Κριτίας εγκαταλείφθηκε ηθελημένα.

Επίσης δεν συμφωνώ μ’ όλους τους σύγχρονους τρομερούς ψυχολόγους που μπαίνουν στο μυαλό του κάθε Πλάτωνα και ξέρουν ότι ο Πλάτωνας είπε αυτό και εννοούσε εκείνο και πολύ περισσότερο εκείνους που γενικά ερμηνεύουν την μυθολογία ξεγυμνώνοντάς την από εικόνες ρεαλισμού και μεταμορφώνοντάς την σε ιδέες και λεκτικά σχήματα που χρησιμοποιούνται πάντοτε «αλληγορικά».

Αγαπητοί κύριοι ψυχολόγοι, σταθείτε για μια στιγμή και δείτε από μια γωνιά τον εαυτό σας και θυμηθείτε τι κάνατε σήμερα το πρωί, ή την προηγούμενη εβδομάδα, ή τα τελευταία χρόνια, ή ακόμα και σε όλη σας τη ζωή… Οποιαδήποτε κίνηση ή πράξη έχετε κάνει, είχε σίγουρα κάποιον λόγο και κάποιο βαθύτερο αίτιο, κι ασφαλώς μπορεί να ερμηνευτεί με διάφορους τρόπους και να βρεθούν σ’ αυτήν συγκεκριμένα κίνητρα κι αιτίες. Όμως αν όλα αυτά τα καταγράφατε στο χαρτί, θα δεχόσασταν να σας πει κάποιος ότι τίποτε απ’ όλα αυτά δεν συνέβη στ’ αλήθεια, δηλαδή δεν ζήσατε, κι ότι τα γραφόμενά σας είναι απλά αλληγορικά;

Οι σύγχρονοι τουριστικοί οδηγοί της Σαντορίνης αναφέρουν ότι η έκρηξη του ηφαιστείου, που σύμφωνα με μια άποψη οδήγησε στο μύθο της Ατλαντίδας, έγινε περίπου το 1.500 π.κ.ε. Ο Πλάτωνας, ισχυρίζονται κάποιοι, ή ο Σόλωνας απ’ τον οποίον κληρονόμησε την θρυλική ιστορία, απλά μπέρδεψε τα Αιγυπτιακά ιερογλυφικά και έβαλε ένα μηδενικό παραπάνω. «Θα σου μιλήσουμε για τα κατορθώματα των προγόνων σας που εσείς τώρα έχετε ξεχάσει, και που έγιναν πριν 9.000 χρόνια», έλεγαν οι Αιγύπτιοι ιερείς στο Σόλωνα, αλλά πριν «900 χρόνια» εννοούσαν, επιμένουν μερικοί, που αν προστεθούν στο 600 π.κ.ε, που περίπου έκανε το ταξίδι του στην Αίγυπτο ο Σόλωνας, κολλάει μια χαρά με την έκρηξη του ηφαιστείου της Στρογγύλης το 1500 π.κ.ε.

Άρα λοιπόν, η Σαντορίνη είναι η Ατλαντίδα, αφού πράγματι ένα μεγάλο μέρος του νησιού καταβυθίστηκε μετά την έκρηξη, άλλοι πάλι λένε ότι η Ατλαντίδα ήταν η Κρήτη, που μπορεί να μην βούλιαξε, αλλά μισή ώρα μετά την έκρηξη, δέχθηκε τεράστια παλιρροιακά κύματα (τσουνάμι) ύψους εκατό μέτρων και στην συνέχεια ένα σωρό άλλες θεομηνίες, που έστω και λίγο καθυστερημένα, πενήντα χρόνια αργότερα, οδήγησαν στην κατάρρευση του Μινωικού πολιτισμού.

Με βάση τα τελευταία πορίσματα από μελέτες τέφρας που βρέθηκε στους πάγους της Γροιλανδίας, με την μέθοδο του ραδιενεργού άνθρακα και της δεντροχρονολόγησης καθώς και την μαρτυρία σημαντικών διαταραχών στο οικοσύστημα του πλανήτη σε χρονικές στιγμές του παρελθόντος που έχουν ήδη αναγνωριστεί, η επιστημονική άποψη που σήμερα επικρατεί είναι πως η έκρηξη του ηφαιστείου της Στρογγύλης έγινε μεταξύ του 1.640-1.620 π.κ.ε. κι όχι εκατό χρόνια αργότερα, όπως μέχρι πρόσφατα πιστευόταν (κι όπως οι ξεναγοί λένε ακόμα στους τουρίστες που επισκέπτονται την Σαντορίνη).

Οι αρχαιολόγοι που συνάντησα στο Ακρωτήρι, συμφωνούν μ’ αυτήν την άποψη, που μετά από μια διαμάχη στους αρχαιολογικούς κύκλους, (αναμενόμενης, αφού τώρα θα πρέπει ν’ αναζητήσουν νέα αίτια για την εξαφάνιση του Μινωικού πολιτισμού) φαίνεται πλέον σιωπηλά να επικρατεί. Μιλώντας σήμερα για την έκρηξη του ηφαιστείου, προτιμούν πλέον να την τοποθετούν χρονικά στην Υστερο-Μινωική ΙΑ περίοδο (περίπου 1.700-1.500 π.κ.ε), αποφεύγοντας συγκεκριμένες λεπτομέρειες.

Μαζί φυσικά καταρρέει κι ο μύθος της «κατά λάθος προσθήκης ενός μηδενικού», που για κάποιους είχε λειτουργήσει ως το βασικότερο επιχείρημα σύνδεσης της έκρηξης του ηφαιστείου με την Ατλαντίδα. Ήθελα να ‘ξερα, αν οι ίδιοι θεωρούσαν ηλίθιο τον Πλάτωνα, το Σόλωνα, ή τους ιερείς της Σάιδας, αφού, ενώ αναφέρονται ως μέσα καταστροφής της Ατλαντίδας σεισμοί και καταποντισμοί, εντούτοις παραλείπεται οποιαδήποτε αναφορά στην έκρηξη ενός ηφαιστείου και τα τρομερά γεγονότα που ακολούθησαν και συντάραξαν ολόκληρο τον πλανήτη, κρύβοντας τον ήλιο για μέρες ολόκληρες πίσω από ένα πέπλο τέφρας, σε κάθε άκρη της γης.

Άλλωστε την εποχή που ακολούθησε την συγγραφή των έργων, κανείς από τους αρχαίους μελετητές του φιλοσόφου –ούτε καν εκείνοι που αμφισβήτησαν την εγκυρότητα της ιστορίας– δεν έκανε καμία σύγκριση της Ατλαντίδας με την Θήρα, ή τον Μινωικό πολιτισμό. Σήμερα, δυόμισι χιλιάδες χρόνια αργότερα, έχουμε καλύτερες μνήμες από τότε;

Κι ερχόμαστε πάλι στην παρατήρηση που έκανα νωρίτερα για τ’ ότι ο καθένας διαβάζει ότι θέλει. Ο Πλάτωνας δεν έγραψε έτσι απλά ότι τα γεγονότα αυτά συνέβησαν 9.000 χρόνια πριν την εποχή του Σόλωνα, για να μπορεί κανείς να συζητάει για ένα «λαθάκι» κάποιου αριθμού. Οι ιερείς λένε στο Σόλωνα ότι όλα αυτά έγιναν χίλια χρόνια πριν την εμφάνιση του πολιτισμού της Αιγύπτου, μιλούν για κατακλυσμούς που ακολούθησαν μεταγενέστερα, αναφέρουν ότι τότε δεν υπήρχαν ακόμα πλοία, με λίγα λόγια ένα σωρό λεπτομέρειες που περιορίζουν χρονικά την Ατλαντίδα τουλάχιστον δύο, αν όχι τρεις χιλιάδες χρόνια πριν την έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας, κι αν φυσικά έχει κάποιος λόγους ν’ αμφισβητήσει τον Πλάτωνα που την τοποθετεί μεταξύ 9.500-8.500 π.κ.ε.

Αντίστοιχο φαινόμενο παρουσιάζεται και στην διαμάχη για την γεωγραφική τοποθέτηση της Ατλαντίδας.

Ο Πλάτωνας, δεν λέει απλά ότι βρίσκεται «έξω από τις στήλες του Ηρακλέους», ώστε να μπορούν ορισμένοι να ισχυρίζονται ότι δεν εννοούσε τα στενά του Γιβραλτάρ, που ήταν έτσι γνωστά, αλλά τα στενά του Βοσπόρου, ή το Σουέζ, ή τις στήλες του ανακτόρου της Κνωσού, αλλά μας λέει επίσης ότι αντικρίζει την περιοχή που αποκαλείται «Γάδειρον», και πρόκειται για την φοινικική πόλη «Γαδίρ», πάνω στο νησί Ευρισθεία, που στους χάρτες του Κλαύδιου Πτολεμαίου εμφανίζεται σαν ένα μεγάλο νησί έξω ακριβώς απ’ το Γιβραλτάρ με το όνομα «Γάδηρα», ή το Ισπανικό λιμάνι Καντίζ, ή Καντίθ (ή Καντάθ, θά ‘λεγε ο Λάβκραφτ), που πήρε τ’ όνομά της απ’ την αρχαία Φοινικική Γαδίς, στο λασπωμένο βυθό της οποίας κάποια στιγμή ανακαλύφθηκε μια ακόμη αρχαιότερη πόλη, αλλά οι έρευνες διακόπηκαν απότομα, λόγω της ύπαρξης υποθαλάσσιας Αμερικανικής βάσης πυρηνικών υποβρυχίων.

Εξάλλου, ο Πλάτωνας δίνει ιδιαίτερη έμφαση στο διαχωρισμό των Ατλάντων, από τις φυλές που κατοικούν απ’ την μέσα μεριά της Ευρώπης, κι αναφέρει ότι στις κατακτήσεις της Ατλαντίδας είχε προσαρτηθεί το μέρος της Λιβύης (Αφρικής) μέχρι την Αίγυπτο και της Ευρώπης ως την Τυρρηνία (Δυτική Ιταλία, η περιοχή που άνθισε ο πολιτισμός των Ετρούσκων). Επίσης γίνονται αναλυτικές περιγραφές των αξιοθαύμαστων έργων που έγιναν πάνω στο νησί, όπως η διάνοιξη καναλιών και τούνελ, η εξόρυξη μετάλλων και λίθων, η κατασκευή αγαλμάτων και ναών, ενώ γίνεται λόγος για τη μεγάλη χρήση ελεφάντων σ’ αυτά.

Ελέφαντες απ’ όσο ξέρω στην Σαντορίνη δεν υπήρξαν, αυτό τουλάχιστον φαίνεται απ’ τις τοιχογραφίες του Ακρωτηρίου, που έχουν αποτυπώσει σημαντικές παραστάσεις από την χλωρίδα και πανίδα της εποχής. Αντίθετα, στα παράλια της Βορειοδυτικής Αφρικής που σκιάζει η γιγάντια οροσειρά Άτλας, προτού βουτήξει στον Ατλαντικό προς την μεριά των Κανάριων νήσων, ο Πλίνιος, τον 1ο αι. μ.κ.ε, παρατηρεί ασυνήθιστα πολλούς ελέφαντες.

Ο ίδιος άλλωστε, καταγράφοντας τις τρομερές ιστορίες που απέτρεπαν τους Ρωμαίους απ’ τις μυστηριώδεις βουνοκορφές, λέει ότι κατοικούνται από φυλές που δεν εμφανίζονται ποτέ την ημέρα, και την νύχτα οι φωνές τους σκορπούν τον τρόμο, ανάμεσα σε τύμπανα και φοβερές αστραπές, που σκιαγραφούν σιλουέτες τραγοπόδαρων θεών και Σατύρων. Η οροσειρά του Άτλαντα, κατά τον Ηρόδοτο κατοικείται από την άγνωστη φυλή των Ατλάντων, για τους οποίους ο Πλίνιος λέει ότι ζουν μέσα σε σπηλιές κι επικοινωνούν μεταξύ τους όχι με φωνές, αλλά με παράξενα τσιρίγματα (για να μη σας πω δηλαδή τι λέει για τους μεταλλαγμένους γείτονές τους…)

Αυτοί βέβαια είναι πολύ μεταγενέστεροι μύθοι, εμπλουτισμένοι με τα δεδομένα της εποχής τους. Στον καιρό της Ατλαντίδας δεν υπήρχε ούτε ο Ποσειδώνας, ούτε οι άλλοι Ολύμπιοι Θεοί. Εκείνος που λατρευόταν στην μυθική ήπειρο ήταν το «αρχέτυπο» του κερασφόρου Θεού της καταιγίδας Βάαλ (ίσως τότε να ονομαζόταν «Άτλας»), που συμβολίζει την ένωση της Θεάς της θάλασσας Ασεράχ, με τον υπέρτατο ταυρικό ηλιακό Θεό Ελ. Αναπαράσταση της θεϊκής ένωσης, είναι η τελετή του λυσίματος των ιερών ταύρων, μέσα στο χώρο του μεγάλου ναού της Ατλαντίδας, που ήταν αφιερωμένος στην θεότητα της θάλασσας και του ωκεανού-προστάτη του νησιού.

Ο Πλάτωνας περιγράφει παραστατικά την τελετή, κατά την οποία οι δέκα βασιλείς, οπλισμένοι μόνο με θηλιές και ξύλα, κυνηγούν τους ταύρους, μέχρι να πιάσουν εκείνον που τελικά θα επέλεγε ο Θεός για να θυσιαστεί. Η ίδια θαλασσινή θεότητα μεταγενέστερα θα γίνει γνωστή σαν Τιαμάτ, ή Δάγωνας, ή Νηρέας, ή Πρωτέας και τελικά Ποσειδώνας (του οποίου ιερό ζώο είναι ο ταύρος), που εκτός των άλλων είναι και Θεός των σεισμών, που μέσα απ’ την οργή του, κατέστρεψαν την Ατλαντίδα.

Αν οι αρχαιολόγοι βρουν κάποια στιγμή κάτω απ’ τις πυραμίδες την «Αίθουσα των αρχείων», όπως έχει προφητεύσει ο Κέησυ θα πρέπει μάλλον να περιμένουν μια σειρά από πινακίδες με σχέδια των διαφόρων φάσεων της Ατλαντίδας, που θ’ αποτελούνται από εικόνες κι όχι λέξεις, (αφού δεν υπήρχε καμία γραφή τόσο παλιά), εκτός αν η ιστορία έχει μεταγενέστερα καταγραφεί στο «βιβλίο του Θωθ» (που ίσως βρίσκεται πίσω απ’ το «Νεκρονομικόν» του Λάβκραφτ), και που γράφτηκε όταν πλέον ο Ποσειδώνας είχε ήδη κυριαρχήσει ως ύψιστος θαλασσινός Θεός.

Όσο για την πηγή αυτού του πολιτισμού;

Κάποια γνώριμη φωνή, μου λέει ότι η μυστική γνώση που οδήγησε στην εμφάνιση αυτού του μεγάλου πολιτισμού, δόθηκε στους Ατλάντιους από τους Νέφιλιμ. Αυτούς προσπαθούσαν να τιμήσουν οι δέκα βασιλείς της Ατλαντίδας, όταν φορούσαν τις ιερές γαλάζιες στολές, που σύμφωνα με τον Πλάτωνα, στο τέλος των λατρευτικών τελετουργιών της ταυρικής θυσίας αφιέρωναν στους Θεούς. Απόηχοι του θρυλικού Νεφιλιμικού πολιτισμού εμφανίζονται τόσο στην Θήρα, όσο και στην Μινωική Κρήτη.

Για παράδειγμα, τα γνωστά «ταυροκαθάψια», αναπαριστάνουν την τελετή της θυσίας των ταύρων, που ως εκ τούτου θεωρούνταν τόσο ιερά ζώα, ώστε η βασίλισσα Πασιφάη να γεννήσει απ’ το σπέρμα ενός λευκού ταύρου, τον τρομερό Μινώταυρο, που επτά χιλιάδες χρόνια μετά την ήττα των Ατλάντων, τιμωρούσε ακόμα τους Αθηναίους.

Την αρχέγονη σχέση μαρτυρούν και τα γαλάζια φορέματα που σε εξαιρετικές περιπτώσεις ενδύονται οι ιέρειες, όπως παρουσιάζουν ευρήματα της Μινωικής Κρήτης. Οι ίδιες παραδόσεις διατηρούνται και στην αρχαία Στρογγύλη, αφού σ’ όλες τις τοιχογραφίες που έχουν βρεθεί στο Ακρωτήρι, τα πρόσωπα που απεικονίζονται φορούν, αντί για στολές, γαλάζιες περούκες (οι αρχαιολόγοι τα ερμηνεύουν ως «μερικώς ξυρισμένα κεφάλια», μετατρέποντάς τους σ’ ένα είδος αρχαίων… πανκ). Σε συγκεκριμένη τοιχογραφία που βρέθηκε σε κτήριο του Ακρωτηρίου (Δυτική Οικία, 1ος όρ., δωμ.5, νότια πλευρά), από μια σκηνή που περιγράφει μια εικόνα δύο πόλεων, απεικονίζονται και Νέφιλιμ, αν και οι περισσότεροι αρχαιολόγοι που δεν έχουν ακούσει αυτή την λέξη, συνήθως τους ερμηνεύουν ως «αγρότες», που για κάποιον άγνωστο λόγο φορούν μια μακριά στολή γεμάτη φτερά (…).

Έχουμε λοιπόν την πηγή, έχουμε και το αποτέλεσμα, το ερώτημα ωστόσο παραμένει, πώς ο πολιτισμός της Ατλαντίδας μεταφέρθηκε στα Αιγαιοπελαγίτικα νησιά, χιλιάδες χρόνια μετά την καταβύθισή της; Αυτή η απορία με βασάνιζε για πολλές μέρες, μέχρι που τελικά επισκέφτηκα το Ακρωτήρι. Εκεί μου δόθηκε η μαγική λέξη που ξεκλείδωνε αυτό το αίνιγμα!

Τώρα που κοιτάζω τις φωτογραφίες που έφερα πίσω από την Σαντορίνη, αναρωτιέμαι πως δεν το είχα καταλάβει νωρίτερα, εκείνη ακριβώς την στιγμή που στάθηκα στα πόδια του Σκάρου, του φοβερού αμφίβιου γίγαντα που πέτρωσε, για να φρουρεί ακούραστα, πάνε τρεις χιλιάδες εξακόσια χρόνια τώρα, την μαγική καλντέρα. Από πόσο μακριά ήρθε άραγε αυτό το πλάσμα; Από άλλους πλανήτες, άγνωστους κόσμους, μακρινές θάλασσες;

Κι αν τέλος πάντων είναι κι αυτό ένα απ’ τα καμώματα της φύσης, τι ήταν αυτό που είδε η γη, η σιωπηλή σμιλεύτρα που τόσο πολύ της αρέσει –σαν τους Τελχίνες κι αυτή– να φτιάχνει αγάλματα από χώμα και βράχο, μιμούμενη κάθε τι που της κάνει εντύπωση και θέλει για πάντα να το κρατήσει; Και διαβάζοντας θαρρείς το απορημένο μου μυαλό, ο Σκάρος ξεροβήχει και μου αποκρίνεται, και με μια γερή ανάσα σαν το δυνατό άνεμο που φυσά εκεί πάνω, ο πανάρχαιος βράχος μου λέει όλη την ιστορία.

Η Ατλαντίδα υπήρχε τοπικά και χρονικά εκεί ακριβώς που την περιγράφει ο Πλάτωνας. Μετά την ήττα από τους Αθηναίους, όταν βασιλιάς της Αθήνας λένε πως ήταν ο Ωγύγης, κατά την βασιλεία του οποίου η Αθήνα επλήγει από έναν κατακλυσμό προγενέστερο εκείνου του Δευκαλίωνα, το νησί-ήπειρος της Ατλαντίδας καταβυθίστηκε, αλλά, όπως είπε κι ο Πλάτωνας σε ρηχά νερά, δημιουργώντας μια λασπώδη θάλασσα που για χιλιάδες χρόνια ήταν αδύνατο να την περάσουν πλοία. Όπως παραδέχονται κι οι γεωλόγοι, πριν από περίπου δέκα χιλιάδες χρόνια, η θερμοκρασία του πλανήτη ξαφνικά ανέβηκε, που συνοδεύτηκε κι από μια απότομη αύξηση των βροχοπτώσεων.

Έτσι κλείνει η τελευταία εποχή των πάγων, το λιώσιμο των οποίων ανεβάζει την στάθμη του Ατλαντικού ωκεανού κατά περίπου δέκα (άλλοι πάλι λένε εκατό) μέτρα. Αυτή η πλημμύρα ήταν αρκετή για να σκεπάσει το μεγάλο μέρος των πεδιάδων της νήσου, όχι όμως και των βουνών της, όπως εκείνα που περικύκλωναν το εξωτερικό μέρος της, καταλήγοντας σε απόκρημνες ακτές, ή αυτά που περιέβαλαν το κεντρικό νησί, σχηματίζοντας έτσι μικρά αποκομμένα νησάκια, στην μέση ενός ρηχού ωκεανού, κάνοντάς τον να μοιάζει περισσότερο με μια τεράστια κοραλλιογενή ατόλη.

Το πλησιέστερο απ’ αυτά, κατά το Στράβωνα (με βάση την Ομηρική Οδύσσεια) λίγο έξω απ’ τις Ηράκλειες στήλες, ήταν η Ωγυγία (που κατοικεί η κόρη του Άτλαντα, Καλυψώ), που ίσως ονομάστηκε έτσι προς τιμή του νικηφόρου βασιλιά των Αθηναίων, ενώ επίσης χαρακτηρίζεται και σαν «ομφαλός της θάλασσας». Άλλα πάλι, πιο μακρινά νησιά, έγιναν αργότερα γνωστά ως νήσοι των Εσπερίδων (που κατοικεί ο Άτλας), νήσοι των Μακάρων και των Ηλυσίων πεδίων, αλλά και αποτέλεσαν την βάση της μυθολογίας των μαγικών νησιών του «αλλόκοσμου», που οι Κέλτες αναζητούσαν από την αρχαιότητα, μέχρι την εποχή του Αγίου Μπρέναν.

Εκεί λοιπόν διασώθηκε το κύριο μέρος του πολιτισμού της Ατλαντίδας, απ’ τους κατοίκους που γλίτωσαν την πρώτη καταστροφή, αν και ένα ασθενέστερο μέρος του, μεταφέρθηκε από τις αποικίες της Αφρικής και της Ιβηρικής χερσονήσου (η τύχη των οποίων δεν σχολιάζεται από τον Πλάτωνα) δια μέσου δύο παράλληλων μεταναστευτικών ρευμάτων. Το πρώτο, θα ιδρύσει τον Αιγυπτιακό πολιτισμό λίγο μετά την καταστροφή και λίγο αργότερα θα περάσει στην γη του Ιορδάνη, χτίζοντας την πρώτη Ιεριχώ (8.000 π.κ.ε), για να εγκατασταθεί τελικά στην γη των Σουμέριων, την Μεσοποταμία.

Όλες αυτές οι περιοχές, συμφωνούν οι αρχαιολόγοι, εκείνη την εποχή, ξαφνικά γνωρίζουν την καλλιέργεια της γης. Το δεύτερο κύμα, περισσότερο βαρβαρικό και πολεμοχαρές, αποδεκατισμένο απ’ τον πόλεμο με τους λαούς της Ευρώπης και τις πλημμύρες που το έπληξαν επίσης σε μεγάλο βαθμό, θ’ ακολουθήσει μια πιο αργή πορεία, ομάδες κυνηγών που θα διασχίσουν την Κεντρική και Βόρεια Ευρώπη (από κει μια μικρή φατρία θα περάσει και στις Βρετανικές νήσους), στην συνέχεια τον Καύκασο και στην περιοχή της Κασπίας θάλασσας, ενώ, τελικά θα φτάσουν μέχρι τον Ινδό ποταμό (χωρίς ωστόσο ν’ αποτελεί τον πρώτο πολιτισμό της Ινδίας), απ’ όπου αργότερα θα ξεπηδήσει το αναγνωρίσιμο φύλο της Άριας φυλής.

Χαρακτηριστικά λατρευτικά έθιμα των Ατλάντων θα διατηρηθούν για χιλιάδες χρόνια σ’ ολόκληρη αυτήν την περιοχή. Ο Θεός των Κελτών Κέρνουννος, έχει κέρατα ταύρου και κυβερνά κάθε δύναμη ανάμεσα στην ζωή και το θάνατο, φρουρώντας παράλληλα τις Πύλες που οδηγούν στον Κάτω κόσμο. Οι ταύροι επίσης χρησιμοποιούνται στις τελετές των δρυίδων, όπως άλλωστε και στην Μιθραϊκή θρησκεία, που θεωρούνται τα ιερότερα των ζώων. Στην «μαγεμένη» Έφεσο, ο Ποσειδώνας λατρευόταν ανάμεσα σε ταύρους, που απεικονίζονται κατ’ επανάλειψη και στα ευρήματα των αρχαίων οικισμών Χάραππα και Μοχέντζο Ντάρο, ενώ στη νοτιότερη περιοχή της Ινδίας, το Ταμίλ Ναντού, ανάμεσα στους σημερινούς απογόνους των Βραχμάνων, ακόμα και στις μέρες μας επιβιώνει το έθιμο του κυνηγιού των ταύρων, από άντρες με γυμνά χέρια.

Όμως αργότερα, ένας νεώτερος κατακλυσμός (του Νώε/Ουτναπίστιμ/Δευκαλίωνα – που οι Γεωλόγοι αποδίδουν σε υπερχείληση της Μαύρης θάλασσας) θα σαρώσει και τα δύο αυτά ρεύματα, κι έτσι σ’ όλη αυτήν την έκταση, ο μυθικός πολιτισμός να παραμείνει σαν μακρινή ανάμνηση, στην συνείδηση των μακρινών απογόνων και μεταγενέστερων κατοίκων της περιοχής.

Ο πολιτισμός των Ατλάντων ωστόσο δεν θα χαθεί, αφού οι ομάδες που έμειναν αποκομμένες πάνω στα νησιά του Ατλαντικού, ακολουθώντας δύο εντελώς διαφορετικές πορείες, θα καταφέρουν να επιβιώσουν και να εγκαταλείψουν τις αρχαίες βουνοκορφές, προτού η μυθική ήπειρος βουλιάξει για δεύτερη φορά, γλιστρώντας τώρα μέσα σε ωκεάνια ρήγματα και σε ασύλληπτα βάθη. Εκείνοι που βρίσκονταν κοντά στις ακτές της Αμερικανικής ηπείρου, θα διαφύγουν προς το εσωτερικό της γης, μέσα από υπόγεια τούνελ, τα οποία μερικώς έσκαψαν, αφού ανακάλυψαν αρχαιότερα τούνελ κάτω από τα ορυχεία απ’ όπου νωρίτερα έβγαζαν πέτρες και χαλκό (για αυτά τα παλαιότερα τούνελ, υπεύθυνο λέγεται πως είναι το πανάρχαιο «Τάγμα του Λαβυρίνθου», που δεν είναι άσχετο με τους «Μεγάλους Παλαιούς», αλλά εγώ επιμένω να φαντάζομαι γιγάντια μυρμήγκια).

Όσοι πρόλαβαν να χρησιμοποιήσουνε αυτά τα τούνελ, τελικά θα φτάσουν (ίσως μετά από ολόκληρες γενεές) στην Κεντρική και Νότια Αμερική, όπου αρχικά θα υποδουλώσουν τους Ολμέκους κι αργότερα θα ιδρύσουν τον πολιτισμό των Μάγια (που άλλωστε διηγούνται πως οι λευκοί πρόγονοί τους βγήκαν μέσα από τούνελ, προερχόμενοι από το βυθισμένο νησί «Αζτλάν»), ή και τους μεταγενέστερους Ίνκας, που είναι γνωστό ότι κατείχαν τα υπόγεια περάσματα και στις προφητείες τους μιλούσαν για υπόγεια βασίλεια. Στην Αμερικάνικη ήπειρο, το Ατλάντειο γενεαλογικό δέντρο συνεχίζεται μέχρι τους Σιου και τους Χόπι, που επίσης ισχυρίζονται ότι οι πρόγονοί τους ήρθαν απ’ το εσωτερικό της γης.

Στα αινιγματικά οροπέδια των Χιλιανών Άνδεων, οι ανθρωπολόγοι πρόσφατα ανακάλυψαν μια φυλή γαλάζιων ανθρώπων κι ύστερα από μελέτες, απέδωσαν το χρώμα του δέρματός τους στην έλλειψη οξυγόνου, που παρατηρείται σ’ αυτά τα υψίπεδα που φθάνουν μέχρι έξι χιλιάδες μέτρα πάνω απ’ την επιφάνεια της θάλασσας. Το ίδιο φυσικά θα συνέβαινε και έξι χιλιάδες μέτρα κάτω απ’ την επιφάνεια της θάλασσας, αν κάποιοι ζούσαν σε τέτοιο βάθος, χαρακτηριστική άλλωστε είναι και η μορφή του Ετρουσκικού Χαρούν, του αδερφού του Μίνωα, Ραδάμανθυ, ή του Ευρυνόμου, του βαθυγάλαζου ανθρωπόμορφου Θεού του Κάτω κόσμου, που στην Ελληνική μυθολογία κατασπαράζει τις ένοχες ψυχές.

Μέχρι στιγμής περιγράψαμε επιγραμματικά τρία μεταναστευτικά ρεύματα. Αυτό που μένει και που θα μας απασχολήσει περισσότερο, είναι το μέρος της Ατλάντιας φυλής που επέζησε στα νησιά εκείνα, που τέσσερις ή πέντε χιλιάδες χρόνια πριν από τον τελευταίο κατακλυσμό, βρέθηκαν ξαφνικά απομονωμένα, στην μέση του ωκεανού. Σαν τον Κριτία τώρα, ο Σκάρος μου ζητάει να μη βιαστώ να τον διακόψω, αλλά ν’ ακούσω με συγκατάβαση την συνέχεια της ιστορίας.

Εκεί λοιπόν οι Ατλάντες, μέσα από μια διαδικασία φυλετικής μετάλλαξης, είτε μέσω πειραμάτων του DNA, είτε εξ’ αιτίας ενός φυσικού γενετικού εκφυλισμού, θα αποκτήσουν αμφίβεια χαρακτηριστικά που θα τους επιτρέψουν να επιβιώνουν στο νερό. Μην φαντάζεστε βέβαια την εικόνα του Patrick Duffy, που βλέπαμε στην τηλεόραση παλιά, ή του γαλαζόδερμου Aquaman (για όσους ασχολούνται με παλιά κόμιξ), αλλά μάλλον εκείνη των Αβυσσαίων (Deep Ones), που τους προσδίδει ο Λάβκραφτ στην «σκιά πάνω από το Ίνσμουθ». Προσομοιώνοντας την μορφή των πλέον συνηθισμένων ψαριών στις λασπωμένες αμμουδερές ακτές τους, των σαλαχιών (που έχω δει να βγαίνουν χωρίς ιδιαίτερο πρόβλημα μέχρι και την άκρη του κύματος στην αμμουδιά), πήραν έτσι μια ανθρωποσελαχοειδή όψη, με την οποία σ’ εμάς είναι γνωστοί ως «Τελχίνες».

Αυτή η μορφή ταιριάζει μ’ εκείνη των περιβόητων «διαβολόψαρων» (που κυκλοφορούν στο εμπόριο αποξηραμένα), αλλά την επόμενη φορά που θα ψαρέψει κάποιος ένα τέτοιο, ζωντανό, από περιέργεια, ας δοκιμάσει να τ’ ανακρίνει! Μ’ αυτήν λοιπόν την μορφή οι Τελχίνες επέζησαν και μετά τον κατακλυσμό του Δευκαλίωνα, όταν η μυθική ήπειρος αυτή την φορά χάθηκε για πάντα σε απώτερα βάθη.

Οι Τελχίνες περιγράφονται σε διάφορες μυθολογίες, όπως στην περίπτωση του αρχαίου Θεού των Σουμερίων Οάννες, του αρχηγού της αμφίβιας φυλής Ακπάλους («Ανένδοτοι») με το ψαρίσιο σώμα και τα χαρακτηριστικά και πόδια ανθρώπου. Ο Οάννες βγήκε απ’ τα νερά του Περσικού κόλπου, με σκοπό να εκπολιτίσει τους Σουμέριους, μαθαίνοντάς τους έτσι να χτίζουν πόλεις και ναούς, να καλλιεργούν την γη και τους μύησε στις τέχνες και τις επιστήμες. Σε μια Ασσυριακή σφραγίδα απεικονίζεται μια ομάδα από Ακπάλους συγκεντρωμένη γύρω από έναν «ομφαλό», απ’ αυτούς που είναι διασκορπισμένοι σε διάφορα σημεία της γης.

Ο μύθος λέει, ότι από εκείνο το σημείο οι ψυχές μπορούσαν να περνούν από την μια διάσταση στην άλλη, ή σε κάποιο άλλο σημείο του διαστήματος, αφού μπορούσε ν’ ανοίγει ενεργειακές τρύπες (επίσης γνωστές σαν «ορκίδες», ή «σκουληκότρυπες», ή «αστροπύλες») που ένωναν κάποιον άλλο πλανήτη με «αρχαία πηγάδια» της Γης. Οι αινιγματικοί Ντόγκον από το Μαλί μιλούν με την σειρά τους για τους «Νόμμος» (πως λέμε… «Ευρυνόμος»), αμφίβια πλάσματα που προέρχονται από το διάστημα και που προτιμούν να ζουν στο νερό, αν και μπορούν να ζήσουν και στην στεριά.

Οι Ντόγκον τα περιγράφουν με ανθρωπο-ιχθυοειδή χαρακτηριστικά, με δέρμα ψαριού και σχήμα σαλαχοειδές. Τον δε πλανήτη Σείριο Β’, τον αποκαλούσαν «πό-τόλο», που επιμένει μου φέρνει στο μυαλό την Ινδική «Πατάλα», το βασίλειο του Κάτω κόσμου. Αν δεν το καταλάβατε, απλά προσπαθώ να σας πω ότι οι μετα-Ατλάντιοι Τελχίνες/Ακπάλους/Νόμμος έχουν μεγάλη σχέση με την Κούφια Γη.

Ο Παράκελσος, για παράδειγμα, μιλώντας για τα γνωμικά (gnomes), στα οποία πρωτοαναφέρθηκε ο Βιργίλιος, τα παρουσιάζει ως πνεύματα που κατοικούν σε υπόγειους λαβύρινθους (όπως τα Νάγκας στην Πατάλα) και εξηγεί ότι η ονομασία τους προκύπτει απ’ τις ελληνικές λέξεις «Γη» και «Νόμος» (η τελευταία μπορεί και να κατάγεται από τον Σείριο Β΄), ενώ επιμένει ότι προέρχονται από την Κνωσό (!). Αυτά τα νανικά γνωμικά είναι γνωστά στη Βρετανία σαν «Κορέντς», (ή «Παλαιοί») κι απ’ αυτά προέκυψε η αρχέτυπη εικόνα των καλικάντζαρων.

Αλλά και οι ίδιες ακόμα οι ιχθυόμορφες θεότητες που αντικατέστησαν την αρχέγονη θαλάσσια θεότητα, μητέρα των Τιτάνων και προστάτιδας της Ατλαντίδας, οι Φοινικο-Ασσυριακοί Ατάργης και Δάγωνας, (κυρίαρχος θεός των Φιλισταίων, που προέρχονται απ’ τους αρχαίους Κρήτες), ο γέροντας Νηρέας ή ο Πρωτέας, που μπορεί ν’ αλλάζει μορφές, ο θαλάσσιος γκριζογάλαζος δαίμονας Γλαύκος και η γενιά του, οι Τρίτωνες κι οι ιχθυοκένταυροι, οι Νηρηίδες κι οι Ωκεανίδες, είναι άμεσα συνδεδεμένες με την μεταλλαγμένη φυλή. (Σκεφτείτε μόνο πόσες μορφές θα δοκίμασαν οι Άτλαντες, μέχρι να καταλήξουν σ’ αυτήν των Τελχίνων).

Από ιστορική σκοπιά, οι Τελχίνες τοποθετούνται απ’ τους αρχαιολόγους πίσω απ’ το όνομα «Φοίνικες», τον θαλασσινό λαό που πιστεύεται ότι πρώτος διέσχισε την Μεσόγειο μέχρι τον Ατλαντικό ωκεανό, αλλά δεν αποκλείεται τελικά ν’ ακολούθησε αντίστροφη διαδρομή. Μέχρι πού έφθασαν οι Φοίνικες; Ένα αρχαίο πλοίο ανακαλύφθηκε κάτω από τα λείψανα ενός πιο σύγχρονου ναυαγίου στο βυθό των νησιών Μπαχάμες. Δεν ήταν δύσκολο ν’ αναγνωριστεί ως Φοινικικό, αφού στην πλώρη των πλοίων τους σκάλιζαν νανικούς αμφίβιους θεούς!

Αλλά κι αν ακόμα οι Φοίνικες προέρχονταν από μια φυσιολογική ανθρώπινη φυλή, φθάνοντας σε μυθικούς χρόνους μέχρι την Ισπανική Ανδαλουσία, όπου ίδρυσαν την αρχαία Γαδίς (ερείπια της οποίας ξεκινούν από το 3.000 π.κ.ε), στην ίδια περιοχή που τοποθετείται η ακόμα αρχαιότερη μυθική Ταρσίδα, ή Ταρτησσός, τότε ήρθαν σίγουρα σε επαφή με τους Τελχίνες, που οδήγησαν τον πολιτισμό τους σε μεγάλη ακμή, μέχρι να καταστραφούν ολοκληρωτικά από τον Αλέξανδρο, ο οποίος στο δρόμο για την Αίγυπτο, «συμβολικά» σταύρωσε δύο χιλιάδες Φοίνικες, εξαφανίζοντάς τους απ’ την Ιστορία.

Στο Αιγαίο η μυθολογία θέλει τους Τελχίνες (κι η αρχαιολογία τους Φοίνικες) να εμφανίζονται πρώτα στην Κρήτη, όπου η γνώση που διατηρούν είναι πολύτιμη για την άνθηση του Μινωικού πολιτισμού. Κάποιες περιγραφές τους θέλουν δίχως χέρια ή πόδια, άλλες με μεμβράνες ανάμεσα στα δάχτυλα, αλλά πάντως μιλούν για αμφίβια πλάσματα με ιχθυοειδή χαρακτηριστικά. Οι «γιοι του ωκεανού», ή «αυτοί που ήρθαν απ’ τη θάλασσα» (κατά τον Διόδωρο), οι «μισοί άνθρωποι-μισοί ψάρια» (Suetonius, 1ος αι. μ.κ.ε), είναι γνώστες της μεταλλουργίας, όπως οι Ατλάντιοι ήταν οι πρώτοι γνώστες του ορείχαλκου (το ίδιο και οι νάνοι του Τόλκιν, που δημιουργεί κρυφά ο αντίστοιχος του Ποσειδώνα, Θεός Αουλέ) κι απ’ ότι φαίνεται ο Δαίδαλος διδάχθηκε –αν δεν ήταν ο ίδιος ένας– απ’ αυτούς.

Είναι επίσης οι πρώτοι που κατασκευάζουν αγάλματα, αλλά το ίδιο ακριβώς έχει ειπωθεί και για τους Ατλάντιους, ενώ κατέχουν το υπερόπλο που αποκαλείται «Κακό Μάτι» –το οποίο μάλιστα εμφανίζεται και σε Ασσυριακές σφραγίδες δίπλα στον Οάννες– και προκαλούν μ’ αυτό καταιγίδες και τρικυμίες (αλλά και κατά την άποψη του Κέησυ, η Ατλαντίδα καταβυθίστηκε από την υπερβολική χρήση τέτοιων όπλων – κρυστάλλων). Άλλοτε θεωρούνται ευεργέτες των ανθρώπων, λόγο της γνώσης που μεταφέρουν κι άλλοτε αντιμετωπίζονται σαν δαίμονες (σχεδόν με την σημερινή έννοια της λέξης) που έχουν μαγικές ικανότητες.

Σ’ αυτό άλλωστε οφείλουν και τ’ όνομά τους, αφού η λέξη «Τελχίνες» προκύπτει από το «θελγίνες», ή γόητες, που στην αρχαία Ελλάδα σήμαινε «μάγοι» (απ’ την «γοητεία» προέρχεται και το ξόρκι, ή «γητειά»). Οι ίδιοι πάντως παρουσιάζονται ιδιαίτερα αλαζόνες και φυσικά «καυχώνται ότι μπορούν ν’ αλλάζουν μορφές» (όπως, ας πούμε, ο Θεός Πρωτέας, ή οι καλικάντζαροι της Σαντορίνης).

Οι Τελχίνες λέγεται ότι βγήκαν στην Κρήτη απ’ το άντρο του Διός, στο όρος Ίδη, απ’ όπου συμπτωματικά κατά το Δάντη, πηγάζουν όλοι οι ποταμοί του Κάτω κόσμου, και στο οποίο, ο Μίνωας αποσύρεται κάθε φορά που θέλει να πάρει μια σοβαρή απόφαση, ή να γράψει κάποιον καινούριο νόμο (ή μήπως νόμμο;). Ο χαρακτήρας του Μίνωα σαν «κριτής» τονίζεται ιδιαίτερα, όπως ακριβώς συμβαίνει και με τους δέκα βασιλείς – κριτές της Ατλαντίδας. Οι πολύμορφοι Τελχίνες αλλού ταυτίζονται κι αλλού συνδέονται γενεαλογικά, με τους Κάβειρους, τους Κορύβαντες, τους Ιδαίους Δακτύλους, και τους Κουρήτες (στους οποίους η Κρήτη ίσως οφείλει τ’ όνομά της) που έρχονται εκ Φρυγίας, από το εκεί όρος Ίδη, που επικοινωνεί δια μέσου τούνελ ή κάποιου «ομφαλού», με το Κρητικό Άντρο του Διός και το Κυπριακό Ιδάλιον όρος, αν όχι δηλαδή με τη λίμνη Αβέρνους της Ιταλίας (τα γνωμικά που ήρθαν απ’ την Κνωσό) ή τον ομφαλό της Ωγυγίας στον Ατλαντικό.

Σαν Κουρήτες, μεγάλωσαν και τον Δία, στο σπήλαιο του Κρητικού Ίδη, μαζί με την ωκεανίδα Καφείρα (Καφείρα, Καφούρος, χμμμ… κάτι «περίεργο» μου ψιθυρίζει ο Σκάρος). Από την Κρήτη, η αμφίβια φυλή περνά στην Κύπρο (ξέρετε πως) κι αργότερα στην Ρόδο, το νησί του Θεού Ήλιου, που τότε ονομάζεται Τελχινία, στην Τήλο και μετά στην Κέα (τελικά φθάνουν μέχρι την Σικυώνα – Αιγειάλη, όπου πολύ αργότερα καταβυθίζεται κι η τελευταία ίσως αποικία τους, η αρχαία Ελίκη) κι ανάμεσα σε όλα αυτά τα νησιά, που η μυθολογία επιμένει ότι πρωτοκατοικήθηκαν από Τελχίνες, για να ξαναγυρίσουμε εκεί που αρχίσαμε, και στην αρχαία Στρογγύλη.

Οι κάτοικοί της, που απ’ ότι φαίνεται δεν ξεπερνούσαν το 1,60 μ. σε ύψος, αναφέρει ο Ησίοδος ότι κατείχαν την γνώση του ορείχαλκου, πράγμα άλλωστε εμφανές από τα σημερινά ευρήματα. Ωστόσο δεν γίνεται κανένας συσχετισμός με τους Τελχίνες, που μετέφεραν την γνώση των μετάλλων στους ανθρώπους, ούτε στην γνωστή μυθολογία έχει συγκεκριμένα καταγραφεί η άφιξή τους στη Στρογγύλη (πέρα από κάποιον ίσως υπαινιγμό στα Αργοναυτικά του Απολλόδωρου).

Οι ανασκαφές στην προϊστορική πόλη του Ακρωτηρίου έφεραν στο φως τμήματα ενός παράλιου οικισμού, τα κτήρια του οποίου έχουν αποκαλυφθεί στις δύο πλευρές ενός μεγάλου δρόμου. Αυτόν το δρόμο, χωρίς να γνωρίζει κανείς σήμερα γιατί, ο Σπύρος Μαρινάτος τον ονόμασε «οδό Τελχίνων». Το 1974, και ενώ οι ανασκαφές βρίσκονταν ακόμα σε εξέλιξη, ο καθηγητής Μαρινάτος βρήκε τραγικό θάνατο από ατύχημα στον ίδιο χώρο. (Επίσημα, γλίστρησε από κάποιον τοίχο και χτύπησε το κεφάλι του σε μια πέτρα).

Το παράδοξο με τον οικισμό του Ακρωτηρίου, είναι ότι παρότι πιθανολογείται ότι στέγαζε όσους κατοίκους έχει σήμερα τον χειμώνα όλο το νησί, δεν έχουν βρεθεί πτώματα (ή, αν έχουν βρεθεί, για κάποιο λόγο δεν θέλουν να μας τα δείξουν). Μέχρι πρόσφατα, επικρατούσε η άποψη πως οι κάτοικοι εγκατέλειψαν την πόλη, παίρνοντας μαζί τα πολύτιμα αντικείμενά τους, προειδοποιημένοι από κάποιον μεγάλο σεισμό. Κι αυτή ακόμα η άποψη, προβλημάτιζε τους αρχαιολόγους, γιατί είναι εντελώς ασυνήθιστο να εγκαταλείπεται μια πόλη, ειδικά την περίοδο της ακμής της, εξ’ αιτίας απλά κάποιου σεισμού.

Ακόμα μεγαλύτερο πρόβλημα δημιουργούν τα ίχνη που μαρτυρούν την παρουσία κάποιων κατοίκων κατά την διάρκεια της έκρηξης του ηφαιστείου. Αυτούς ο Μαρινάτος τους ονόμασε «τρωγλοδύτες», ερμηνεύοντάς τους ως συνεργείο που επιδιόρθωνε τις ζημιές του σεισμού. Φυσικά ούτε αυτών τα πτώματα βρέθηκαν. Τα μόνα οστά που βρέθηκαν ήταν (;) κατσίκας, κι αυτό δηλώνει ότι τουλάχιστον κάποιοι κάτοικοι ήταν παρόντες μέχρι την τελευταία στιγμή. Οι σύγχρονες μελέτες πάντως, υποστηρίζουν ότι οι τρωγλοδύτες του Μαρινάτου, ήταν τελικά όλος ο πληθυσμός της πόλης, όπως φαίνεται από τα πολλά επισκευαστικά έργα που έμειναν ημιτελή κατά την έκρηξη του ηφαιστείου. Όμως αν επισκεφθεί κανείς την Πομπηία, στην γειτονική Ιταλία, θ’ αρχίσει να σκέφτεται έντονα ότι κάτι δεν πάει καλά. Φαίνεται πως οι κάτοικοι της Στρογγύλης, ήξεραν να ερμηνεύουν τα σημάδια του ηφαιστείου, που οι Ρωμαίοι χίλια επτακόσια χρόνια αργότερα αγνοούσαν.

Προσπαθώ να φανταστώ τις τελευταίες ώρες της Στρογγύλης, τον κρατήρα που δεν έχει ακόμα καταρρεύσει να υψώνεται σαν θεόρατο βουνό που καπνίζει απειλητικά, σεισμούς που ενδεχομένως ανά διαστήματα ταρακουνούν το νησί και τους αινιγματικούς κατοίκους της προϊστορικής πόλης να κοιτούν τρομαγμένοι ο ένας τον άλλον. Στο μυαλό μου έρχεται ο Έντουαρντ Μπάλγουερ Λύττον και το έργο του Οι Τελευταίες Ημέρες της Πομπηίας, και στην συνέχεια η Επερχόμενη Φυλή, όπου οι κάτοικοι της υποχθονίας, κατέχουν έναν πολιτισμό το ίδιο ουτοπικό με αυτόν της Ατλαντίδας.

Οι πρόγονοι των Βριλια, λέει ο Λύττον, ήταν αμφίβια, αν και τους συγκρίνει περισσότερο με αρχέγονους βατράχους, κι ύστερα πάλι σκέφτομαι μια άλλη ιστορία του Κάτω κόσμου, τους Βάτραχους του Αριστοφάνη. O Πλίνιος, προτού χαθεί ο ίδιος στην φοβερή έκρηξη του Βεζούβιου, γράφει στην Φυσική Ιστορία του, για ένα ασυνήθιστο είδος σαλαχιού, που οι Έλληνες ονομάζουν «βάτραχο», ενώ επίσης, καταγράφει πραγματικές μαρτυρίες αξιόπιστων προσώπων, για συναντήσεις με Τρίτωνες, Νηρηίδες και αμφίβια που κατοικούν σε σπηλιές του βυθού, όταν δεν κυκλοφορούν στην στεριά, και άλλα πολλά μυθικά πλάσματα της θάλασσας – που ξέρει πολύ καλά να ξεχωρίζει απ’ τα σημερινά γνωστά μεγάλα θηλαστικά.

Ανάμεσά τους αναφέρει κι έναν «άνθρωπο της θάλασσας», που εμφανίζεται συχνά στον κόλπο Γαδιτάνο (την θάλασσα της Καντίζ, που λέγαμε πριν) και σκαρφαλώνει ύπουλα στα πλοία, όπως άλλωστε στην Κέλτικη μυθολογία συνηθίζουν και οι «γαλάζιοι άνθρωποι», ίσως περισσότερο γνωστοί σαν «Γλαυκίδες», οι γιοι του θαλάσσιου άρχοντα και γιου του Μίνωα, Γλαύκου και της «Ευπλοκάμιας» (Κθουλοειδούς) μάγισσας Κίρκης.

Οι “Na fir Ghorm”, σύμφωνα με τους Χάϊλαντερς, κατοικούν μέσα σε σπήλαια στα βάθη του καναλιού Minch, στα νησιά Εβρίδες ή Υβρίδες (που ποιος ξέρει που οφείλουν τ’ όνομά τους) και μαρτυρίες για επιθέσεις τους σε πλοία, κυκλοφορούν ανάμεσα στους Σκωτσέζους ναυτικούς μέχρι τουλάχιστον το 14ο αι. Οι «γαλάζιες γυναίκες» με τις οποίες συγγενεύουν, είναι βέβαια πολύ γνωστότερες, αφού όλοι μας τις ξέρουμε σαν γοργόνες.

Ο Δίας θύμωσε με τους Τελχίνες, επειδή βοήθησαν τον βασιλιά της Ατλαντίδας Κρόνο να τον πολεμήσει, ή γιατί ανακάτευαν με θείο τα υπόγεια νερά της Στυγός, σκορπώντας το θάνατο σε ζώα και φυτά (συνεχίζοντας ίσως με την Αλχημιστική τους γνώση τα γενετικά πειράματα), ή τέλος πάντων εξ’ αιτίας του αλαζονικού χαρακτήρα τους και γι’ αυτό τους έριξε στον Τάρταρο. Άλλες πάλι αρχαίες αναφορές θέλουν τον Ποσειδώνα να τους προφυλάσσει απ’ την οργή του Δία, κρύβοντάς τους κάτω απ’ την Γη.

«Ίσως έχουν φτιάξει κάποιο υπόγειο καταφύγιο», λέω στον φύλακα του αρχαιολογικού χώρου του Ακρωτηρίου, που φαίνεται να συμφωνεί μαζί μου. «Λίγο πιο πάνω, στο βουνό, έχουν βρει δύο σπήλαια», μου εκμυστηρεύεται εκείνος. «Έχουν ανοιχθεί από ανθρώπινα χέρια, κι είναι άγνωστο σε τι χρησίμευαν. Αλλά, αφού είχαν την δυνατότητα ν’ ανοίγουν τρύπες στην κανονική γη του νησιού, τότε σίγουρα κάποια στιγμή θα τους βρούμε, σε κανένα καταφύγιο»

Δεν ξέρω, Σκάρε, τι λες κι εσύ για όλ’ αυτά;

«Το καταφύγιο θα βρεθεί. Οι κάτοικοι όμως, αμφιβάλλω αν θα είναι παγιδευμένοι στην άκρη του.» μου απαντά.

Η Δύναμη της Αυθεντικότητας

Το πιο σημαντικό δώρο που μπορούμε να κάνουμε στον εαυτό μας είναι να δεσμευτούμε ότι θα ζήσουμε τη ζωή που είναι για εμάς η αυθεντική. Όμως, για να είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας, πρέπει να παραδεχτούμε πως αυτό δεν είναι και εύκολη υπόθεση. 

Πρέπει να απελευθερωθούμε από όλα τα απατηλά θέλγητρα της κοινωνίας και να ζήσουμε τη ζωή μας με τους δικούς μας όρους, ακολουθώντας τις δικές μας αξίες και συμβαδίζοντας με τα αρχικά μας όνειρα. 

Πρέπει να αφυπνίσουμε τον κρυφό μας εαυτό μας· να εξερευνήσουμε τις άρρητες και βαθιά κρυμμένες ελπίδες, επιθυμίες, δυνάμεις και αδυναμίες μας που μας κάνουν να είμαστε αυτό που είμαστε. 

Πρέπει να καταλάβουμε από πού ξεκινήσαμε και πού πηγαίνουμε. 

Κάθε απόφαση που παίρνουμε, κάθε βήμα που κάνουμε, πρέπει να εμπνέεται από τη δέσμευσή μας να ζήσουμε μια ζωή που θα είναι αληθινή, τίμια και αυθεντική απέναντι στον εαυτό μας και μόνο. Και καθώς θα προχωρούμε, είναι σίγουρο ότι θα γνωρίσουμε ευτυχία πολύ μεγαλύτερη από όση είχαμε ποτέ μας φανταστεί.

Μπορείτε να αγαπήσετε τους άλλους μόνο όσο αγαπάτε τον εαυτό σας

Οφείλουμε να έχουμε επίγνωση της σχέσης μεταξύ της αγάπης που νιώθουμε για τους άλλους και της αγάπης που πρέπει, κατ’ ανάγκην, να νιώθουμε για τον εαυτό μας-αν θέλουμε πραγματικά να αγαπήσουμε. Αν και κάποιοι έχουν διαφορετική άποψη, η αγάπη για τον εαυτό μας είναι μια υγιής αναγκαιότητα και, στο βαθμό που κατευθύνεται προς τα έξω, δεν έχει καμιά σχέση με τον εγωκεντρισμό. Η αγάπη για τον εαυτό μας εδράζεται στη θεμελιώδη αλήθεια ότι μπορούμε να δώσουμε μόνο ό,τι έχουμε και να διδάξουμε μόνο ό,τι ξέρουμε.

Ο στόχος λοιπόν είναι να αναπτύξουμε όσο γίνεται τον εαυτό μας για να μπορέσουμε να τον μοιραστούμε με τους άλλους. Είναι αδύνατο να αγαπάμε τους άλλους περισσότερο από τον εαυτό μας, και δεδομένου ότι η αγάπη μας είναι απεριόριστη, υπάρχει και απεριόριστη ελπίδα.

Ο εύθραυστος εαυτός μας

Οι ψυχολόγοι και οι γλωσσολόγοι μάς λένε ότι, μέχρι να ενηλικιωθούμε, θα έχουμε γίνει αποδέκτες αρνητικών χαρακτηρισμών -όπως «βλάκα», «ηλίθια», «μπελά», «ανόητη», «απαίσιε»- πάνω από 15.000 φορές. Δεκαπέντε χιλιάδες επισημάνσεις της ανεπάρκειας μας, μέσα σε δεκαεφτά περίπου χρόνια, μπορούν να επηρεάσουν ακόμα και τα πιο σίγουρα για τον εαυτό τους άτομα. Δεν είναι απορίας άξιο λοιπόν το ότι πολλοί αγωνίζονται σε όλη τους τη ζωή να ξεπεράσουν το αίσθημα κατωτερότητας.

Η επίγνωση πως οι λέξεις δε μας κάνουν αυτό που λένε, πως δεν είμαστε μόνο ένα κουβάρι από ανεπάρκειες και λάθη, πως οι εκτιμήσεις των άλλων πιθανόν να οφείλονται σε άγνοια, μπορεί να μας βάλει σε ένα νέο μονοπάτι ανάπτυξης, που θα μας οδηγήσει σε μια πιο υγιή, πιο ρεαλιστική άποψη για τον εαυτό μας, από την οποία η αγάπη θα βγει σαφώς κερδισμένη.

Επικοινωνία

To 1983 διεξήχθη μια πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη. Ζήτησαν από ζευγάρια που είχαν ζήσει μαζί πολλά και ευτυχισμένα χρόνια να αναφέρουν σε ποια χαρακτηριστικά πίστευαν ότι οφειλόταν η επιτυχημένη σχέση τους. Από τα εκατοντάδες ζευγάρια που ερωτήθηκαν, το 85 και πλέον τοις εκατό απάντησε ότι ο βασικότερος παράγοντας για μια σχέση με διάρκεια είναι η ικανότητα επικοινωνίας.

Επικοινωνία είναι η τέχνη του να μιλάμε ο ένας με τον άλλο -όχι ο ένας στον άλλο. Να λέμε αυτό που εννοούμε και αυτό που νιώθουμε, χωρίς τεχνάσματα ή προσπάθεια συγκάλυψης. Σε αντίθεση με ό,τι πιστεύουν πολλοί, η επικοινωνία είναι επίκτητη ικανότητα και όχι φυσική συνέπεια της συνάντησης δύο ανθρώπων. Όλα τα πράγματα που θεωρούνται «αυτονόητα» ή «γνωστά» μεταξύ δύο ατόμων που αγαπιούνται μπορούν να δημιουργήσουν ένα βουνό παρανοήσεων και παρεξηγήσεων. Δεν μπορούμε να ακούσουμε αυτό που ο άλλος δε μας λέει- και, μερικές φορές, όταν τελικά ακούμε, είναι πολύ αργά.

Η αγάπη επιβιώνει όταν υπάρχει ενσυναίσθηση

Ενσυναίσθηση είναι η ικανότητα να κατανοούμε τις σκέψεις και τις απόψεις του άλλου. Ο Χρυσός Κανόνας που λέει να φερόμαστε στους άλλους όπως θα θέλαμε να μας φέρονται είναι ένα παράδειγμα ενσυναίσθησης. Πρόκειται για ένα ανθρώπινο γνώρισμα που μας βοηθά να ισχυροποιήσουμε τις προσωπικές μας σχέσεις.

Ενσυναίσθηση δε σημαίνει ότι πρέπει να ασπαζόμαστε την άποψη του άλλου. Σημαίνει ότι είμαστε πρόθυμοι να προσπαθήσουμε να την κατανοήσουμε. Αυτό δε θα μπορέσουμε ποτέ να το κάνουμε αν πρώτα δεν αποδεχτούμε ότι ο καθένας κουβαλάει τις δικές του αντιλήψεις και εμπειρίες, που για τον ίδιο είναι σωστές και βάσιμες, έστω κι αν διαφέρουν από τις δικές μας. Πραγματική ενσυναίσθηση θ’ αποκτήσουμε όταν καταφέρουμε να βγούμε έξω από τον εαυτό μας και δούμε τα πράγματα από τη σκοπιά των άλλων.

Πολλές φορές συνάντησα δυσάρεστους ανθρώπους, τους οποίους, εκ πρώτης όψεως, απέρριψα και στη συνέχεια ξέχασα. Όταν όμως έκανα τον κόπο να μάθω περισσότερα γι’ αυτούς, η συμπεριφορά τους μου φάνηκε πολύ πιο αποδεκτή. Αυτό με δίδαξε να μη βιάζομαι να βγάζω συμπεράσματα, απ’ τη στιγμή που γνωρίζω πόσο λάθος μπορεί να αποδειχτούν. Όταν η ενσυναίσθηση γίνεται συνήθεια και δεν παρασυρόμαστε πια από το πάθος της στιγμής, η ικανότητά μας να αγαπήσουμε είναι απεριόριστη.