Η κάθε προκατάληψη είναι απλώς ένα ΜΙΜΙΔΙ και οι άνθρωποι ζουν ΜΙΜΙΔΙΖΟΝΤΑΣ
Προκαταλήψεις με τους οποίους ο εγκέφαλός μας διαστρεβλώνει την πραγματικότητα
Από πού προέρχεται η πίστη στον Θεό; Γιατί υπάρχουν ηθικές αξίες; Γιατί κάποιοι άνθρωποι πιστεύουν και άλλοι όχι; Γεφυρώνοντας την επιστήμη, την ψυχολογία και τη θρησκεία οι συγγραφείς αυτού του βιβλίου αποκαλύπτουν, για πρώτη φορά, πώς τα πιστεύω, αναδύονται μέσα από τις νευρωνικές δραστηριότητες του εγκεφάλου μας. Με απλά λόγια, εξηγούν πώς ο εγκέφαλος αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα και την μεταμορφώνει σε ένα φάσμα από προσωπικούς, ηθικούς και δημιουργικούς συλλογισμούς που τους χρησιμοποιούμε για να προσδώσουμε νόημα, αξία, πνευματικότητα και αλήθεια στη ζωή.
Στηριγμένοι σε νέες, επαναστατικές έρευνες της επιστήμης του εγκεφάλου, συμπεριλαμβανομένων εγκεφαλικών απεικονίσεων ανθρώπων που προσεύχονται και διαλογίζονται, οι Νιούμπεργκ και Γουόλντμαν προτείνουν ένα νέο μοντέλο για το πώς προκύπτουν τα πιο βαθιά πιστεύω και πώς αυτά επηρεάζουν τη ζωή. Μέσα από προσωπικές ιστορίες, ηθικά παράδοξα και οπτικές ψευδαισθήσεις, οι συγγραφείς δείχνουν πώς ο εγκέφαλός κατασκευάζει τις υποθέσεις που κάνουμε για την πραγματικότητα και προσφέρουν τρόπους για να αναπτύξουμε μια θετικότερη και περισσότερο ανεκτική στάση ζωής. Ένα βιβλίο που θα αλλάξει για πάντα τον τρόπο που βλέπετε τον κόσμο και τον εαυτό σας.
Η κατανόηση της ΜΗ ύπαρξης αντικειμενικής αλήθειας και πραγματικότητας.
Η κάθε “αλήθεια” ΣΑΣ έχει χτιστεί με ερμηνείες που επηρεάζονται και περιορίζονται από τις προκαταλήψεις ΣΑΣ (κι ας αγαπάτε να πιστεύετε ότι εσείς είσαστε πιο ανοιχτά μυαλά ή πιο δίκαια ή πιο σωστά ή πιο λογικά ή ότι άλλο). Όσο κι αν θεωρείτε ότι αφού πιστεύετε στο “λογικό” και στο “σωστό” είναι αντικειμενική η γνώμη μας ή η άποψη που σχηματίζουμε.
Δεν υπάρχει αντικειμενική αλήθεια, όσο και αν είναι (ελαφρώς έως πολύ) οδυνηρό να το αποδεχτείτε. Όσο πιο τετραγωνισμένα βλέπουμε και αντιμετωπίζουμε ανθρώπους και καταστάσεις τόσο πιο εύκολα και γρήγορα οδηγούμαστε σε αδιέξοδα. Χρειάζεται να “λειανθεί” η οπτική, να επιτρέψουμε να γίνει πιο “στρογγυλή”, είναι αναγκαία η διεύρυνση και η ανοιχτότητα αυτής της οπτικής για να συνυπάρξουμε. Το αυτονόητο το δικό μας, δεν είναι το δεδομένο και για τον άλλον και όσο κι αν είναι ανάγκη μας να το υποστηρίζουμε, τίποτα δεν μας επιβεβαιώνει ότι το δικό μας είναι το “σωστό”. [Διαβάστε και τον μάστερ της μεταφυσικής τον Τσαρλς Φορτ]
Το πιο πιθανό είναι ότι πολλές από τις παρακάτω προκαταλήψεις αφορούν πολλούς από εσάς, δεν πιστεύω ότι υπάρχει ανθρώπινο ον που δεν τον αφορά, είναι ιδιότητα της ανθρώπινης φύσης στον τρόπο που αντιλαμβάνεται τον κόσμο, να βλέπει με “προσωπικά κριτήρια” για να επιλέγει το καταλληλότερο για τον εαυτό του. Επιβεβαιώστε, πιθανά, κάποιες από τις δικές σας, γιατί φυσικά υπάρχουν και άλλες (πολλές) προκαταλήψεις, αλλά τουλάχιστον να γνωρίζουμε ότι τις έχουμε, σαν ένα μικρό βήμα προς την αυτογνωσία. Η γνώση που συγκεντρώνουμε από τις επιστημονικές μελέτες εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το πως ερμηνεύουμε τα στοιχεία. Οι ερμηνείες, όμως, υπακούν στους ίδιους κανόνες που διέπουν τις αντιλήψεις για την πραγματικότητα. Είναι γεμάτες παραδοχές, γενικεύσεις, παραλείψεις και λάθη.
Στις κοινωνικές επιστήμες, αυτά τα λάθη αποκαλούνται γνωστικές προκαταλήψεις. Αυτές οι προκαταλήψεις είναι ενσωματωμένες τόσο στους αντιληπτικούς και τους συναισθηματικούς μηχανισμούς του εγκεφάλου όσο και στους γνωστικούς. Μέχρι να φτάσει η αντιληπτική πληροφορία στη συνείδηση, το άτομο έχει προλάβει να την μετατρέψει σε κάτι καινούργιο και μοναδικό. Αυτή η ανακατασκευή της πραγματικότητας αποτελεί το θεμέλιο πάνω στο οποίο χτίζουμε τα πιστεύω μας για τον κόσμο.
Σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση των πιστεύω μας παίζει επίσης η λογική, η ορθή σκέψη και η κοινωνική συναίνεση. Οι παράγοντες αυτοί επηρεάζουν και τον τρόπο με τον οποίο κατανοούμε τον κόσμο. Αν εντοπίσουμε αυτές τις προκαταλήψεις, μπορούμε να γίνουμε πιο πιστοί. Τα τελευταία 50 χρόνια, ερευνητές, επιστήμονες, ψυχολόγοι και κοινωνιολόγοι τυποποίησαν εκατοντάδες γνωστικές, κοινωνικές και συμπεριφορικές διαδικασίες, αλλά και διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Παρακάτω, συγκέντρωσα 27 προκαταλήψεις τις οποίες θεωρώ απαραίτητες για την αξιολόγηση των αντιλήψεών μας και των πιστεύω μας για τον κόσμο.
Η προκατάληψη της οικογένειας. Όλοι έχουμε την προδιάθεση να πιστεύουμε αυτόματα τις πληροφορίες που μας παρέχουν μέλη της οικογένειάς μας και στενοί φίλοι. Από τότε που γεννιόμαστε, ο εγκέφαλός μας βασίζεται σε αυτά τα άτομα, γι’ αυτό και τείνουμε να αποδεχόμαστε τον κόσμο που μας περιγράφουν, χωρίς να ελέγχουμε τα γεγονότα.
Η προκατάληψη της εξουσίας. Τείνουμε να πιστεύουμε ανθρώπους που κατέχουν θέσεις ισχύος και γοήτρου. Τους θεωρούμε πιο αξιόπιστους, χωρίς να ελέγχουμε τις πηγές τους.
Η προκατάληψη της γοητείας. Θεωρούμε πιο αξιόπιστους τους πιο ψηλούς και γοητευτικούς ανθρώπους, επειδή ο εγκέφαλός μας έλκεται από αυτό που τον ευχαριστεί αισθητικά. Οι πιο ευπαρουσίαστοι άνθρωποι έχουν περισσότερες πιθανότητες να μας πείσουν.
Η προκατάληψη της επιβεβαίωσης. Έχουμε την τάση να δίνουμε έμφαση σε πληροφορίες που στηρίζουν τα πιστεύω μας, ενώ υποσυνείδητα αγνοούμε ή απορρίπτουμε πληροφορίες που τα αντικρούουν. Από τη στιγμή που τα πιστεύω μας έχουν ενσωματωθεί στο νευρικό μας κύκλωμα, στοιχεία που αντιτίθεται σε αυτά δεν μπορούν πολλές φορές να εισβάλλουν στις υπάρχουσες διαδικασίες του εγκεφάλου.
Η προκατάληψη της αυτοεξυπηρέτησης. Σε συνδυασμό με την προκατάληψη της επιβεβαίωσης, εμφανίζουμε επίσης την τάση να συντηρούμε πεποιθήσεις που ευνοούν τα προσωπικά μας συμφέροντα και τους προσωπικούς μας στόχους.
Η προκατάληψη της ομάδας. Υποσυνείδητα, υιοθετούμε ευνοϊκή μεταχείριση για τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας μας και σπάνια αμφισβητούμε τα πιστεύω τους, επειδή ο εγκέφαλός μας είναι έτσι κατασκευασμένος, ώστε να αναζητά τη συμφωνία με τους γύρω του.
Η προκατάληψη για άτομα εκτός ομάδας. Γενικά, απορρίπτουμε ή υποτιμούμε τα πιστεύω ανθρώπων που δεν ανήκουν στην ομάδα μας, κυρίως όταν οι πεποιθήσεις τους διαφέρουν αισθητά από τις δικές μας. Επιπλέον, έχουμε τη βιολογική προδιάθεση να αναστατωνόμαστε όταν ερχόμαστε σε επαφή με ανθρώπους διαφορετικού εθνοτικού και πολιτιστικού υποβάθρου – έστω κι αν είναι μέλη της ομάδας μας.
Η προκατάληψη της κοινωνικής συναίνεσης. Όσο περισσότερο οι άλλοι συμφωνούν μαζί μας, τόσο περισσότερο πιστεύουμε ότι οι πεποιθήσεις μας είναι αληθινές. Αντίθετα, όσο περισσότερο διαφωνούν οι άλλοι μαζί μας, τόσο πιθανότερο είναι να καταπιέσουμε και να αμφισβητήσουμε τα ίδια μας τα πιστεύω – ακόμα κι όταν είναι σωστά.
Η προκατάληψη του πλήθους. Αυτή η προκατάληψη αντικατοπτρίζει την τάση μας να υιοθετούμε το σύστημα πεποιθήσεων της ομάδας στην οποία ανήκουμε. Όσο περισσότεροι άνθρωποι μας περιβάλλουν, τόσο μεγαλύτερες είναι οι πιθανότητες να τροποποιήσουμε τα πιστεύω μας για να ταιριάζουν με τα δικά τους.
Η προκατάληψη της προβολής. Συχνά υποθέτουμε, χωρίς να το επαληθεύουμε, ότι τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας μας έχουν παρόμοια πιστεύω, παρόμοιες ηθικές αξίες και βλέπουν τον κόσμο μέσα από τα μάτια μας. Η CIA περιγράφει αυτή την προκατάληψη ως τη νοοτροπία “όλοι σκέφτονται όπως εμείς” και τη θεωρεί μια από τις πιο επικίνδυνες – επειδή οι διαφορετικοί πολιτισμοί και οι διαφορετικοί τύποι ανθρώπων (όπως οι τρομοκράτες) δεν σκέφτονται όπως εμείς.
Η προκατάληψη της προσμονής. Όταν ψάχνουμε για πληροφορίες, ή όταν κάνουμε κάποια έρευνα, έχουμε την τάση να “ανακαλύπτουμε” αυτό ακριβώς που ψάχνουμε. Στην ιατρική, οι διπλά τυφλές μελέτες έχουν σκοπό να εξαλείψουν αυτή τη διαβρωτική προκατάληψη.
Η προκατάληψη των “μαγικών αριθμών”. Οι αριθμοί επηρεάζουν τα πιστεύω εξαιτίας των ισχυρών ποσοτικών λειτουργιών του εγκεφάλου. Όσο πιο μεγάλος και υποβλητικός είναι ένας αριθμός, τόσο μεγαλύτερη είναι και η συναισθηματική του αντίδραση κι αυτή με τη σειρά της ενδυναμώνει την εμπιστοσύνη στην πληροφορία που προσδιορίζεται ποσοτικά. [δηλ. 2 δις άνθρωποι είναι χριστιανοί, ή αυτή η ομάδα, ιδέα, ιστοσελίδα, έχει την υποστήριξη 100.000 ανθρώπων, κλπ]
Η προκατάληψη της πιθανότητας. Μας αρέσει να πιστεύουμε ότι είμαστε πιο τυχεροί από τους άλλους και ότι μπορούμε να καταπολεμήσουμε τις ανισότητες (άτομα με κατάθλιψη τείνουν να πιστεύουν το αντίθετο). Αυτή η αισιοδοξία είναι επίσης γνωστή ως η προκατάληψη του τζογαδόρου. Αν στρίψεις ένα νόμισμα, και φέρεις κορώνα 9 φορές στη σειρά, οι περισσότεροι άνθρωποι θα στοιχηματίσουν πολλά λεφτά ότι την επόμενη φορά θα είναι γράμματα. Φυσικά, οι πιθανότητες παραμένουν ίδιες κάθε φορά που στρίβεις ένα νόμισμα: πάντα υπάρχουν 50 τοις εκατό πιθανότητες να φέρεις γράμματα. Επίσης, όλοι κουβαλάμε «μαγικές» προκαταλήψεις από την παιδική ηλικία. Έτσι, πολλοί ενήλικες, κυρίως οι τζογαδόροι, έχουν πάνω τους διάφορα φυλαχτά (ένα τετράφυλλο τριφύλλι, ένα λαγοπόδαρο, ένα νόμισμα) που υποτίθεται ότι τους φέρνουν τύχη.
Η προκατάληψη της αιτίας-αποτελέσματος. Ο εγκέφαλός μας έχει την προδιάθεση να κάνει συνειρμούς ανάμεσα σε δύο γεγονότα, ακόμη κι όταν δεν υπάρχει κάποια σχέση μεταξύ τους. Αν πιεις κάποιο βότανο και σου περάσει το κρυολόγημα, τότε αποδίδεις την ανάρρωσή σου στο βότανο αυτό, έστω κι αν σε αυτό συνέβαλαν στην πραγματικότητα δεκάδες άλλοι άσχετοι παράγοντες.
Η προκατάληψη της ευχαρίστησης. Τείνουμε να πιστεύουμε ότι οι ευχάριστες εμπειρίες αντικατοπτρίζουν μεγαλύτερες αλήθειες απ’ ό,τι οι δυσάρεστες εμπειρίες. Εν μέρει επειδή τα κέντρα ευχαρίστησης του εγκεφάλου βοηθούν στον έλεγχο της δύναμης των αντιλήψεων, των αναμνήσεων και των σκέψεων.
Η προκατάληψη της προσωποποίησης. Δείχνουμε ιδιαίτερη προτίμηση στο να δίνουμε αρετές έμψυχων όντων σε άψυχα αντικείμενα. Επίσης, συνηθίζουμε να δίνουμε ανθρώπινη μορφή ή μορφή ζώου σε αφηρημένα ερεθίσματα (σκιές, συγκεχυμένους θορύβους, κ.λπ.). Αυτή η αντιληπτική και γνωστική λειτουργία πυροδοτεί διάφορες δεισιδαιμονίες.
Η προκατάληψη της αντίληψης. Ο εγκέφαλός υποθέτει αυτόματα ότι οι αντιλήψεις και τα πιστεύω αντιπροσωπεύουν αντικειμενικές αλήθειες για τον εαυτό μας και τον κόσμο. Εξ ου και η έκφραση “Αν δεν το δω, δεν το πιστεύω”.
Η προκατάληψη της επιμονής. Όταν πιστεύουμε σε κάτι, επιμένουμε ότι είναι αληθινό, ακόμη κι όταν έχουμε στη διάθεσή μας στοιχεία που λένε το αντίθετο. Και όσο περισσότερο συντηρούμε ορισμένες πεποιθήσεις, τόσο πιο βαθιά εντυπώνονται στο νευρικό μας κύκλωμα.
Η προκατάληψη της ψευδούς μνήμης. Ο εγκέφαλός μας τείνει να συγκρατεί για περισσότερο χρονικό διάστημα ψευδείς απ’ ότι αληθείς μνήμες. Επίσης, είναι εύκολο να εμφυτεύσεις ψευδείς μνήμες σε άλλους όταν υπάρχουν οι κατάλληλες συνθήκες και οι πληροφορίες είναι αληθοφανείς.
Η προκατάληψη της θετικής μνήμης. Όταν αναπολούμε το παρελθόν, τείνουμε να ωραιοποιούμε τα γεγονότα και να τους δίνουμε μια πιο θετική δύναμη από την πραγματική.
Η προκατάληψη της λογικής. Έχουμε την τάση να πιστεύουμε επιχειρήματα που μας φαίνονται πιο λογικά. Επίσης, συνηθίζουμε να αγνοούμε πληροφορίες που δεν μας φαίνεται ότι βγάζουν νόημα. Όπως έχει πει ο Γουίλιαμ Τζέημς: “Κατά κανόνα, δεν πιστεύουμε τα γεγονότα και τις θεωρίες που φαίνονται άχρηστες”. [όπως η θεωρία του Θεού- Δημιουργού φαίνεται και είναι χρήσιμη και βολική]
Η προκατάληψη της πειθούς. Όταν διαφωνούμε για κάποιο θέμα, πιστεύουμε συνήθως εκείνον που έχει πιο δραματικά και συναισθηματικά επιχειρήματα για μια άποψη. Ο εγκέφαλός μας τείνει να συντονίζεται με τους καλούς ομιλητές, με αποτέλεσμα να κινδυνεύουμε να πιαστούμε αιχμάλωτοι των συναισθημάτων και των πεποιθήσεών τους.
Η προκατάληψη του πρώτου. Δίνουμε περισσότερο βάρος και θυμόμαστε πιο εύκολα ονόματα και πληροφορίες που αναγράφονται πρώτα σε μια λίστα.
Η προκατάληψη της αβεβαιότητας. Ο εγκέφαλός μας δεν συμπαθεί την αβεβαιότητα και την αοριστία. Γι’ αυτό, από το να μην είμαστε σίγουροι, προτιμάμε είτε να πιστεύουμε, είτε να μην πιστεύουμε. [δηλ. είτε ένθεος είτε άθεος, είτε πιστός, είτε άπιστος, λες και δεν υπάρχουν μύριες άλλες επιλογές]
Η προκατάληψη των συναισθημάτων. Τα δυνατά συναισθήματα συνήθως παρεμποδίζουν τη λογική και την ορθή κρίση. Ο θυμός έχει την τάση να δημιουργεί την πεποίθηση ότι έχουμε δίκιο και το σωστό με το μέρος μας. Η αγωνία υπονομεύει αυτήν ακριβώς την πεποίθηση, ενώ η κατάθλιψη επισκιάζει τις αισιόδοξες πεποιθήσεις.
Η προκατάληψη της δημοσιότητας. Οι εκδότες βιβλίων, εφημερίδων και περιοδικών προτιμούν να εκδίδουν έργα με αίσιο τέλος, ενώ απορρίπτουν έργα με αρνητική έκβαση. Έτσι, μια έρευνα που δεν έχει επίδραση στον κόσμο έχει λιγότερες πιθανότητες να δημοσιευθεί σε σχέση με ένα εύρημα με θετικά αποτελέσματα. Μια άλλη διάσταση αυτής της προκατάληψης είναι η τάση των αναγνωστών να θεωρούν αυτόματα αλήθεια ό,τι δημοσιεύεται, ακόμη κι αν αποτελεί δημοσίευμα του κίτρινου τύπου. [Το αυτό κάνουν και ο κινηματογράφος αλλά και κάθε μορφή τέχνης. Μόνον έργα με αίσιο τέλος έχουν πιθανότητες επιτυχίας κι αποδοχής]
Η προκατάληψη του τυφλού σημείου. Τελευταία, αλλά πολύ σημαντική, είναι η προκατάληψη που οι επιστήμονες αποκαλούν “προκατάληψη του τυφλού σημείου”. Οι περισσότεροι άνθρωποι αδυνατούν να συνειδητοποιήσουν πόσες γνωστικές προκαταλήψεις έχουν στην πραγματικότητα ή πόσο συχνά πέφτουν θύμα αυτών τους των προκαταλήψεων. Οι διαφημιστές και οι πολιτικοί έχουν πλήρη επίγνωση αυτών των τυφλών σημείων και στοχεύουν επίτηδες στις δικές σας προκαταλήψεις για να πουλήσουν τα προϊόντα και τις ιδέες τους. Ως ένα βαθμό, όλοι μας χειραγωγούμε τους άλλους προκειμένου να τους πείσουμε να ενστερνιστούν τα δικά μας πιστεύω. Το κάνουν οι γονείς με τα παιδιά τους, οι δάσκαλοι με τους μαθητές τους, οι ερευνητές με τους συναδέλφους τους, οι εραστές μεταξύ τους. Δυστυχώς, συχνά το κάνουμε χωρίς να συνειδητοποιούμε τα ενδιαφέροντα και τις ανάγκες του άλλου.
Τελικά, υπάρχει λύση στα προβλήματά μας!
«Για να διατηρήσετε το πνεύμα σας ανοιχτό και να νιώσετε απόλυτα εναρμονισμένοι με τους γύρω σας», γράφει ο διακεκριμένος νευροεπιστήμονας Αντριου Νιούμπεργκ, «το μόνο που απαιτείται σε νευρολογικό επίπεδο είναι η συνειδητή μείωση της δραστηριότητας στους δύο μετωπιαίους και στους δύο βρεγματικούς λοβούς, καθώς και η αναστολή της στεφανιαίας δραστηριότητας του εγκεφάλου, η οποία σχετίζεται με τον θυμό και τον φόβο». Το πράγμα, δηλαδή, ακούγεται σχετικά απλό!
Ο Αντριου Νιούμπεργκ είναι αναπληρωτής καθηγητής στο τμήμα Ραδιολογίας και Ψυχιατρικής του Πανεπιστημίου της Πενσιλβάνια και λέκτορας στο τμήμα Θεολογίας, έγραψε δε –σε συνεργασία με τον Μαρκ Ρόμπερτ Γουόλντμαν, θεραπευτή και επιστημονικό συνεργάτη στο Κέντρο Πνευματικότητας και Νου του ίδιου πανεπιστημίου– το εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο «Γιατί πιστεύουμε: Πώς η επιστήμη του εγκεφάλου εξηγεί την ανάγκη μας για τον Θεό», το οποίο κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αβγό. Και αντικείμενό του δεν είναι μόνον η θρησκευτική πίστη, αλλά το πώς συγκροτούνται οι πεποιθήσεις μας μέσα από τη λειτουργία του ανθρώπινου εγκεφάλου. Φυσικά, κάπου εδώ εγείρεται η πρώτη απορία μας, την οποία απευθύναμε στον διακεκριμένο ερευνητή:
– Μήπως η «μέτρηση» της θρησκευτικότητας και η ερμηνεία της, από την οπτική της νευρολογίας, οδηγήσει σε εκ νέου αποδόμηση της θρησκείας, η οποία θα συμπαρασύρει και το ηθικό αξιολογικό μας σύστημα; Ή για να το θέσουμε αλλιώς: είναι η επιστήμη σε θέση να κατασκευάσει μια νέα ηθική στη θέση εκείνης που θα καταβαραθρωθεί, αν αποδειχθεί ότι η θρησκευτική πίστη είναι ένα παιχνίδι που απλώς συμβαίνει στον εγκέφαλό μας;
«Η επιστήμη συνέβαλε στην αποδυνάμωση κάθε ηθικού συστήματος που βασιζόταν στη θρησκεία. Πολλοί στρέφονται στην επιστήμη επειδή νομίζουν ότι παρέχει μια πιο αντικειμενική και λογική προσέγγιση του κόσμου, επομένως και ένα πιο λογικό και αντικειμενικό σύστημα ηθικών αξιών. Παρ’ όλα αυτά, διατηρώ κάποιες επιφυλάξεις για το αν η επιστήμη παρέχει όντως κάποιο ηθικό σύστημα αξιών. Στην ουσία, αποτελεί ένα εργαλείο μελέτης του κόσμου και ο ρόλος της δεν είναι να κρίνει τι είναι σωστό και τι λάθος. Στην ιδανική της μορφή, η επιστήμη θα έπρεπε να αξιολογεί, αν μια ιδέα λειτουργεί σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η εν λόγω ιδέα είναι και ηθικά σωστή». απαντά ο καθηγητής – ερευνητής.
Στο βιβλίο του ο καθηγητής Νιούμπεργκ υποστηρίζει, χρησιμοποιώντας εκλαϊκευμένη γλώσσα, ότι η αρχιτεκτονική του μυαλού μας είναι τέτοια που «εκ φύσεως» κατασκευάζουμε και πρεσβεύουμε πνευματικές αντιλήψεις. Και η κάθε λογής θρησκευτικότητα είναι η παλαιότερη και πιο κοινή έκφανσή τους. «Δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να πιστεύουμε» και η πίστη μας συνδέεται πρακτικά με την ηθικότητα, οι λειτουργίες της οποίας εδράζονται στους μετωπιαίους λοβούς του εγκεφάλου. Ομως, παραδέχεται ότι τελικά αυτό που βιώνουμε ως ηθικό σύστημα αποτελεί συνδυασμό διδαγμένων πιστεύω, νευρολογικής ανάπτυξης και ομαδικής συναίνεσης.
Η λειτουργία της πίστης δηλαδή, μπορεί μόνο εν μέρει να αποκρυπτογραφηθεί από τη νευροεπιστήμη. Αλλωστε, όπως αναφέρει στη συνομιλία που είχαμε μαζί του: «Ένα άλλο ζήτημα είναι ότι οι επιστήμονες συνήθως αντιμετωπίζουν κι αυτοί τα ηθικά διλήμματα που στοιχειώνουν κάθε απλό άνθρωπο. Συχνά είναι μικροπρεπείς, ανταγωνιστικοί κι εκδικητικοί. Η καλύτερη προσέγγιση είναι να βρούμε τρόπους να συνδυάσουμε ό,τι καλύτερο έχει να προσφέρει η επιστήμη με ό, τι καλύτερο προσφέρουν οι θρησκευτικές και πνευματικές παραδόσεις».
Η προσευχή του άθεου
Πως όμως του ήρθε να αναζητήσει το Θεό; «Δεν θα έλεγα ότι προσπαθώ να προσεγγίσω τον Θεό! Παρ’ όλα αυτά, η έννοια του θείου, της θρησκείας και της πνευματικότητας αγγίζει βαθιά όλα τα ανθρώπινα όντα. Κάθε πολιτισμός, από την εποχή του Νεάντερταλ έως τους Ελληνες φιλοσόφους και τον σύγχρονο άνθρωπο, έχει αναρωτηθεί, Γιατί είμαστε εδώ; Ποιο είναι το νόημα της ζωής μας; Είναι φυσικό να καταφεύγουμε σε όλες τις δυνατές προσεγγίσεις, συμπεριλαμβανομένης και της επιστημονικής».
Ο καθηγητής Νιούμπεργκ, λοιπόν, απεικόνισε, χρησιμοποιώντας τομογραφία απλού φωτονίου (SPECT), την εγκεφαλική λειτουργία βουδιστών μοναχών πριν και μετά τον διαλογισμό, την προσευχή μιας ομάδας Φραγκισκανών μοναχών, Πεντηκοστιανές γυναίκες σε φάση «πολυγλωσσίας», ακόμα κι έναν δηλωμένο άθεο (ο οποίος πίστευε στις δυνατότητες του εγκεφάλου) που συνήθιζε να αυτοσυγκεντρώνεται χρησιμοποιώντας ασκήσεις αναπνοής. Σε όλους κατέγραψε αυξημένη δραστηριότητα στον προμετωπιαίο φλοιό και μείωση στους βρεγματικούς λοβούς, όπου βρίσκεται το «κέντρο προσανατολισμού» του εγκεφάλου.
Συνέβαινε δηλαδή κάτι παρόμοιο με αυτό που στη νευροεπιστήμη ονομάζουν «απώλεια προσαγωγών αισθητικών ερεθισμάτων». Είτε την κατάσταση αυτή την ονομάσουμε σύνδεση με το θείο είτε νευρική παραίσθηση, το σίγουρο είναι πως η πολύχρονη «προπόνηση» του εγκεφάλου μας σε ένα τέτοιο φαινόμενο δημιουργεί μια νέα δομή ενώ, γενικά, συνοδεύεται από αύξηση του επιπέδου σεροτονίνης, η οποία δρα σαν φυσικό αγχολυτικό. Ο εγκέφαλος έχει την προδιάθεση να απορρίπτει κάθε πιστεύω που έρχεται σε αντίθεση με την ήδη δομημένη κοσμοθεωρία του, γράφει στο βιβλίο του ο δρ Νιούμπεργκ.
– Ομως, ο άνθρωπος έχει τη βιολογική δύναμη να επιβάλλεται στα καταστροφικά πιστεύω του και να παράγει νέες ιδέες, οι οποίες άλλωστε είναι σε θέση να αλλοιώνουν το νευρικό δίκτυο. Τελικά, είναι οι νευροεπιστήμονες οι φιλόσοφοι της μεταμοντέρνας εποχής;
«Είναι δύσκολο να μελετήσεις τον εγκέφαλο, χωρίς να επηρεάζεσαι από το ποιος είσαι, πώς βλέπεις τον κόσμο και το πώς αντιλαμβάνεσαι τη φύση της πραγματικότητας. Γι’ αυτό πολλοί νευροεπιστήμονες επηρεάζονται από τις φιλοσοφικές ιδέες. Στην ουσία όμως, όλες οι επιστήμες έχουν κάτι να προσφέρουν στα μεγάλα ερωτήματα».
– Τα μεγάλα ερωτήματα! Ποιο είναι το δικό σας υπέρτατο ερώτημα, κύριε καθηγητά;
«Για μένα το υπέρτατο ερώτημα είναι το εξής: Πώς ξέρουμε τι είναι αλήθεια; Από εκεί πηγάζουν όλα τα υπόλοιπα»! Και φυσικά, δεν θα μπορούσε να μην τεθεί και το ερώτημα των ορίων της ερμηνείας της ανθρώπινης συμπεριφοράς από μια τέτοια οπτική. Ποια είναι δηλαδή η επόμενη πρόκληση για τον δρα Νιούμπεργκ; «Θα συνεχίσω να εξερευνώ τις διαφορετικές μορφές θρησκευτικών και πνευματικών πρακτικών και εμπειριών. Σκοπός μου είναι να δημιουργήσω έναν πλήρη χάρτη του γονιδιώματος της θρησκείας (religionomes), ανάλογο με το σύνολο των χρωμοσωμάτων του ανθρώπου. Ετσι θα είχα την ευκαιρία να κατηγοριοποιήσω και να αξιολογήσω τις θρησκευτικές παραδόσεις με βάση τα δεδομένα του τομέα μου, χωρίς να εξαιρέσω, βέβαια, τις φιλοσοφικές απόψεις που υπάρχουν».
Ο ζωντανός τρισδιάστατος κόσμος που αντιλαμβανόμαστε (μέσω των αισθήσεων) είναι στην πραγματικότητα φτιαγμένος από νευροχημικές και νευροηλεκτρικές διεγέρσεις, οι οποίες χρησιμοποιούν τον «έξω κόσμο» για να κατασκευάσουν μια εικόνα μέσα στο ανθρώπινο μυαλό. Αυτή είναι η βασική αρχή της επιστήμης του εγκεφάλου και αντικείμενό της το πως εφάπτονται όλα αυτά στον εγκέφαλο. Εκεί όπου όλα είναι έννοιες – κάτι τέτοιο είναι και ο Θεός.
– Τελικά, δρ Νιούμπεργκ, είστε πιστός – κι αν ναι, σε τι;
«Πιστεύω ότι το σύμπαν (άσχετα με το αν περιλαμβάνει τον Θεό ή όχι) θα μας αποκαλυφθεί αν είμαστε προσεκτικοί και επίμονοι όταν το εξερευνούμε. Η παρατήρησή μας, όμως, θα πρέπει είναι πολύμορφη: επιστημονική, φιλοσοφική, πνευματική»!
Κυριακή 19 Δεκεμβρίου 2021
Fr. Nietzsche: Γενεαλογία της Ηθικής-η ανατροπή των αξιών
Φρ. Νίτσε: 1844–1900
Η ανατροπή όλων των αξιών
ως κατάφαση της ζωής
§1
Η Γενεαλογία της ηθικής θεωρείται ως το πιο συστηματικό και συγκροτημένο έργο του Νίτσε. Γράφτηκε μέσα σε λίγες εβδομάδες (1887) και πραγματεύεται, με έναν «πολεμικό τρόπο», το αξιακό σύστημα της Δύσης –θρησκευτικό, ηθικό και φιλοσοφικό– ως ένα σύστημα που αιχμαλώτισε την ελευθερία του ανθρώπου, έφθειρε την αυθυπόστασή του και υπονόμευσε τη γνώση. Όταν συνεπώς ο Νίτσε θέτει το ερώτημα της προέλευσης των ηθικών αξιών, ουσιαστικά αρνείται τον απόλυτο και αιώνιο χαρακτήρα τους: Δεν θεωρεί την εξέλιξη ως μια προοδευτική προσαρμογή, βασισμένη στη χρησιμότητα και τη συνήθεια, παρά μια διεργασία με ασυνέχειες και ρήξεις μεταξύ της πρωταρχικής κατάστασης και της παρούσας κατάστασης. Αν είναι θέμα εξήγησης της εξέλιξης, είναι πάνω απ' όλα θέμα καταγγελίας και απομυθοποίησής της: η σύγκριση μεταξύ της πρωταρχικής/αρχέγονης και της παρούσας κατάστασης δείχνει ότι η ηθική δεν είναι πρόοδος αλλά καταστροφή. Πίσω από την κριτική του ψεύδους της ηθικής του αλτρουισμού («χριστιανική» ηθική), ο Νίτσε θέτει τα θεμέλια για μια γενική εισβολή στον επίπλαστο κόσμο αυτού του ψεύδους.
§2
Εξ’ αυτού ανακύπτει η αναγκαιότητα μεταξίωσης, ήτοι απαξίωσης, και ανατροπής όλων των αξιών, που συνθέτουν τον «αγγελικό» κόσμο του Δυτικού πολιτισμού. Πώς εννοεί ο Γερμανός φιλόσοφος τις αξίες; Όχι απλώς ως δεοντολογικές αρχές ή στοιχεία, αλλά κυρίως ως τις πιο κεντρομόλες δυνάμεις της ζωής. Αντί όμως να ενεργούν ως τέτοιες δυνάμεις, στην έκπτωσή τους συνιστούν ένα οντολογικά-ιστορικά υπονομευτικό σύστημα ηθικών προσταγμάτων, που σχετίζεται ή συσχετίζεται με όλο το σύστημα των κοινωνικών τάξεων και εκφράζει τις δικές τους εξουσιαστικές ιδεολογικοποιήσεις. Έτσι έχουμε να κάνουμε με ένα μηδενιστικό σύστημα, που δεν μεταρρυθμίζεται παρά μόνο εκμηδενίζεται. Υπ’ αυτό το πνεύμα, ο μηδενισμός του Νίτσε εγγράφεται στη συνείδησή του ως προοπτική κατάφασης της ζωής, χωρίς διαμεσολαβητικές προϋποθέσεις μεγάλων ανδρών της ιστορίας ή θορυβωδών ιδεολογιών. Η προοπτική αυτή μπορεί να είναι έργο μόνο του ίδιου του ανθρώπου, εφόσον και ο ίδιος προχωρήσει πέρα και πάνω από τον τελευταίο άνθρωπο· αυτόν δηλαδή που έχει μεταποιήσει τον εαυτό του σε δούλο των αξιών. Των αξιών ως ηθικών προσταγμάτων ενός δεσποτικού συστήματος αδύναμων και καταπιεσμένων ανθρώπων: εφόσον γίνει υπέρ-άνθρωπος.
§3
Ό,τι απασχόλησε τη φιλοσοφία ως την εποχή του Νίτσε, δηλαδή όλα τα θέματά της και η προβληματική της σχετίζονται γι’ αυτόν με το σύστημα των αξιών. Η μέθοδος που ακολουθεί αυτός ο κορυφαίος φιλόσοφος έγκειται στο να καταδείξει τις αξίες και τα ιδεώδη που έπρεπε να καταστρέψει η ηθική για να οικοδομηθεί. Αυτές οι πρωταρχικές αξίες είναι αυτές της ζωής: δεν είναι προϊόντα της λογικής αλλά της ζωικής φύσης του ανθρώπου. Οι ήρωες της Ιλιάδας, η αρχαία αριστοκρατία ή η πολεμική δύναμη της Ρώμης είναι όλες μορφές αυτών των πρωταρχικών αξιών, που συνοψίζονται σε μια ειλικρινή και απλοϊκή κατ’ αρχήν κατάφαση της ζωής. Αυτό που ο Νίτσε αποκαλεί «δύναμη» δεν είναι τίποτε άλλο από την έκφραση αυτής της κατάφασης, η οποία μπορεί να εκδηλωθεί με πόλεμο παρά με αθλητικούς αγώνες ή με τέχνη. Έτσι τίθεται υπό ριζική αμφισβήτηση κάθε αλήθεια για τις αξίες, όπως έχει διατυπωθεί ως τότε, κάθε αλήθεια της μεταφυσικής και των επιστημών. Η μόνη αλήθεια, που μπορεί να δώσει προοπτική στην ανθρώπινη ζωή, είναι η βούληση για δύναμη και η αιώνια επιστροφή. Η ηθική, υπό την οπτική αυτής της μοναδικής αλήθειας, σχετικοποιείται σε επί μέρους ηθικές, με βάση τον βαθμό και τον τρόπο, που αυτές-εδώ ενσαρκώνουν την εν λόγω βούληση.
§4
Ιστορικά, κατά τον Νίτσε, έχουν υπάρξει δυο τύποι ηθικής: η ηθική των δούλων, των αδύναμων, των καταπιεσμένων, που μισούν τη ζωή και επιβάλλουν την ηθική της μνησικακίας, τη φανταστική εκδίκηση. Πρόκειται για τη δύναμη, που έχει αποκοπεί από αυτό που μπορεί: είναι η ενεργός δύναμη που έγινε αντενεργός. Από την άλλη υπάρχει η ηθική των κυρίων, η οποία δεν συνιστά απλώς ένα ιδεώδες ηθικής, αντίθετο προ της ηθική των σκλάβων, όπως θέλουν να αποφαίνονται κάποιοι επιπόλαιοι αναγνώστες της νιτσεϊκής φιλοσοφίας, αλλά την όξυνση της εχθρότητας ανάμεσα στην αθεΐα του υπερ-ανθρώπου και σε όλες τις μορφές της θεοσέβειας. Ορισμένως λοιπόν η ηθική των σκλάβων αναπαράγει ή συντηρεί όλες τις «χριστιανικές» αρετές, που καθιστούν τον άνθρωπο αδύναμο και υποταγμένο. Στην περίπτωση τούτη, η βούληση για δύναμη εκδηλώνεται ως αδυναμία ή αδυνατότητα. Απεναντίας, στην περίπτωση των κυρίων εκδηλώνεται ως δύναμη ή ισχύς, όχι ασφαλώς με την έννοια της άσκησης εξουσίας παρά της ανάπτυξης όλων των δυνατοτήτων του ανθρώπου, από το ένστικτο ως τα συναισθήματα και τη σκέψη: πέραν κάθε εξωτερικής επιβολής ή εξουσίας. Εν τέλει, μέσα από τη γενεαλογία της ηθικής επιχειρείται να χαραχθεί η προοπτική του ανώτερου τύπου ανθρώπου με βάση την αξία που επιβάλλει η βούληση για δύναμη· η βούληση για δύναμη ως ορμή για την πλήρη αυτο-ανάπτυξη.
§5
Σε αντίθεση με τις πρωταρχικές/αρχέγονες αξίες, οι αξίες της τρέχουσας ηθικής («αλτρουιστική» ηθική) είναι μια άρνηση της ζωής. Οι φιλόσοφοι, που συχνά έχουν δείξει ότι είναι οι «ιερείς» αυτής της ηθικής, δεν έχουν παρά περιφρόνηση για κάθε τι που αγγίζει τη φύση του ανθρώπου ως ζωντανού (=τον κόσμο των «ενστίκτων»). Ο Νίτσε χαρακτηρίζει αυτή την αρνητική στάση ως μνησικακία: είναι οι ανίσχυροι, οι μειονεκτούντες από τη φύση τους, οι αδύναμοι, οι σκλάβοι που, από μίσος και φθόνο, έχουν στραφεί ενάντια στην αρχέγονη αποτίμηση της ζωής. Οι ιερατικές τάξεις των Εβραίων και των Χριστιανών είναι οι πιο υποδειγματικοί εκπρόσωποι της μνησικακίας και η ηθική που έχουν επιβάλει στην ανθρώπινη φύση μας βασίζεται ουσιαστικά στην άρνηση των πρωταρχικών/αρχέγονων αξιών της ζωής. Για να πάρει αυτή η άρνηση τη μορφή μιας θετικής ηθικής, οι μνησίκακοι έπρεπε να δημιουργήσουν τις δικές τους αξίες. Οι ηθικές αξίες του «καλού» και του «κακού» δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ανατροπή των αριστοκρατικών αξιών του «καλού» και του «κακού»: το «καλό» είναι επομένως μόνο η άρνηση του «καλού», που καταφάσκει τη ζωή. Οι αξίες της τρέχουσας ηθικής είναι αρνήσεις μεταμφιεσμένες σε καταφάσεις. Αυτή η ηθική δεν έχει στην πραγματικότητα καμιά θετική αξία: είναι πάνω απ' όλα μνησικακία ενάντια στη ζωή. Σε αυτή τη μνησικακία της «αδύναμης» τάξης προσπαθεί να δώσει μια θετική και καθολική παρουσία.
Η ανατροπή όλων των αξιών
ως κατάφαση της ζωής
§1
Η Γενεαλογία της ηθικής θεωρείται ως το πιο συστηματικό και συγκροτημένο έργο του Νίτσε. Γράφτηκε μέσα σε λίγες εβδομάδες (1887) και πραγματεύεται, με έναν «πολεμικό τρόπο», το αξιακό σύστημα της Δύσης –θρησκευτικό, ηθικό και φιλοσοφικό– ως ένα σύστημα που αιχμαλώτισε την ελευθερία του ανθρώπου, έφθειρε την αυθυπόστασή του και υπονόμευσε τη γνώση. Όταν συνεπώς ο Νίτσε θέτει το ερώτημα της προέλευσης των ηθικών αξιών, ουσιαστικά αρνείται τον απόλυτο και αιώνιο χαρακτήρα τους: Δεν θεωρεί την εξέλιξη ως μια προοδευτική προσαρμογή, βασισμένη στη χρησιμότητα και τη συνήθεια, παρά μια διεργασία με ασυνέχειες και ρήξεις μεταξύ της πρωταρχικής κατάστασης και της παρούσας κατάστασης. Αν είναι θέμα εξήγησης της εξέλιξης, είναι πάνω απ' όλα θέμα καταγγελίας και απομυθοποίησής της: η σύγκριση μεταξύ της πρωταρχικής/αρχέγονης και της παρούσας κατάστασης δείχνει ότι η ηθική δεν είναι πρόοδος αλλά καταστροφή. Πίσω από την κριτική του ψεύδους της ηθικής του αλτρουισμού («χριστιανική» ηθική), ο Νίτσε θέτει τα θεμέλια για μια γενική εισβολή στον επίπλαστο κόσμο αυτού του ψεύδους.
§2
Εξ’ αυτού ανακύπτει η αναγκαιότητα μεταξίωσης, ήτοι απαξίωσης, και ανατροπής όλων των αξιών, που συνθέτουν τον «αγγελικό» κόσμο του Δυτικού πολιτισμού. Πώς εννοεί ο Γερμανός φιλόσοφος τις αξίες; Όχι απλώς ως δεοντολογικές αρχές ή στοιχεία, αλλά κυρίως ως τις πιο κεντρομόλες δυνάμεις της ζωής. Αντί όμως να ενεργούν ως τέτοιες δυνάμεις, στην έκπτωσή τους συνιστούν ένα οντολογικά-ιστορικά υπονομευτικό σύστημα ηθικών προσταγμάτων, που σχετίζεται ή συσχετίζεται με όλο το σύστημα των κοινωνικών τάξεων και εκφράζει τις δικές τους εξουσιαστικές ιδεολογικοποιήσεις. Έτσι έχουμε να κάνουμε με ένα μηδενιστικό σύστημα, που δεν μεταρρυθμίζεται παρά μόνο εκμηδενίζεται. Υπ’ αυτό το πνεύμα, ο μηδενισμός του Νίτσε εγγράφεται στη συνείδησή του ως προοπτική κατάφασης της ζωής, χωρίς διαμεσολαβητικές προϋποθέσεις μεγάλων ανδρών της ιστορίας ή θορυβωδών ιδεολογιών. Η προοπτική αυτή μπορεί να είναι έργο μόνο του ίδιου του ανθρώπου, εφόσον και ο ίδιος προχωρήσει πέρα και πάνω από τον τελευταίο άνθρωπο· αυτόν δηλαδή που έχει μεταποιήσει τον εαυτό του σε δούλο των αξιών. Των αξιών ως ηθικών προσταγμάτων ενός δεσποτικού συστήματος αδύναμων και καταπιεσμένων ανθρώπων: εφόσον γίνει υπέρ-άνθρωπος.
§3
Ό,τι απασχόλησε τη φιλοσοφία ως την εποχή του Νίτσε, δηλαδή όλα τα θέματά της και η προβληματική της σχετίζονται γι’ αυτόν με το σύστημα των αξιών. Η μέθοδος που ακολουθεί αυτός ο κορυφαίος φιλόσοφος έγκειται στο να καταδείξει τις αξίες και τα ιδεώδη που έπρεπε να καταστρέψει η ηθική για να οικοδομηθεί. Αυτές οι πρωταρχικές αξίες είναι αυτές της ζωής: δεν είναι προϊόντα της λογικής αλλά της ζωικής φύσης του ανθρώπου. Οι ήρωες της Ιλιάδας, η αρχαία αριστοκρατία ή η πολεμική δύναμη της Ρώμης είναι όλες μορφές αυτών των πρωταρχικών αξιών, που συνοψίζονται σε μια ειλικρινή και απλοϊκή κατ’ αρχήν κατάφαση της ζωής. Αυτό που ο Νίτσε αποκαλεί «δύναμη» δεν είναι τίποτε άλλο από την έκφραση αυτής της κατάφασης, η οποία μπορεί να εκδηλωθεί με πόλεμο παρά με αθλητικούς αγώνες ή με τέχνη. Έτσι τίθεται υπό ριζική αμφισβήτηση κάθε αλήθεια για τις αξίες, όπως έχει διατυπωθεί ως τότε, κάθε αλήθεια της μεταφυσικής και των επιστημών. Η μόνη αλήθεια, που μπορεί να δώσει προοπτική στην ανθρώπινη ζωή, είναι η βούληση για δύναμη και η αιώνια επιστροφή. Η ηθική, υπό την οπτική αυτής της μοναδικής αλήθειας, σχετικοποιείται σε επί μέρους ηθικές, με βάση τον βαθμό και τον τρόπο, που αυτές-εδώ ενσαρκώνουν την εν λόγω βούληση.
§4
Ιστορικά, κατά τον Νίτσε, έχουν υπάρξει δυο τύποι ηθικής: η ηθική των δούλων, των αδύναμων, των καταπιεσμένων, που μισούν τη ζωή και επιβάλλουν την ηθική της μνησικακίας, τη φανταστική εκδίκηση. Πρόκειται για τη δύναμη, που έχει αποκοπεί από αυτό που μπορεί: είναι η ενεργός δύναμη που έγινε αντενεργός. Από την άλλη υπάρχει η ηθική των κυρίων, η οποία δεν συνιστά απλώς ένα ιδεώδες ηθικής, αντίθετο προ της ηθική των σκλάβων, όπως θέλουν να αποφαίνονται κάποιοι επιπόλαιοι αναγνώστες της νιτσεϊκής φιλοσοφίας, αλλά την όξυνση της εχθρότητας ανάμεσα στην αθεΐα του υπερ-ανθρώπου και σε όλες τις μορφές της θεοσέβειας. Ορισμένως λοιπόν η ηθική των σκλάβων αναπαράγει ή συντηρεί όλες τις «χριστιανικές» αρετές, που καθιστούν τον άνθρωπο αδύναμο και υποταγμένο. Στην περίπτωση τούτη, η βούληση για δύναμη εκδηλώνεται ως αδυναμία ή αδυνατότητα. Απεναντίας, στην περίπτωση των κυρίων εκδηλώνεται ως δύναμη ή ισχύς, όχι ασφαλώς με την έννοια της άσκησης εξουσίας παρά της ανάπτυξης όλων των δυνατοτήτων του ανθρώπου, από το ένστικτο ως τα συναισθήματα και τη σκέψη: πέραν κάθε εξωτερικής επιβολής ή εξουσίας. Εν τέλει, μέσα από τη γενεαλογία της ηθικής επιχειρείται να χαραχθεί η προοπτική του ανώτερου τύπου ανθρώπου με βάση την αξία που επιβάλλει η βούληση για δύναμη· η βούληση για δύναμη ως ορμή για την πλήρη αυτο-ανάπτυξη.
§5
Σε αντίθεση με τις πρωταρχικές/αρχέγονες αξίες, οι αξίες της τρέχουσας ηθικής («αλτρουιστική» ηθική) είναι μια άρνηση της ζωής. Οι φιλόσοφοι, που συχνά έχουν δείξει ότι είναι οι «ιερείς» αυτής της ηθικής, δεν έχουν παρά περιφρόνηση για κάθε τι που αγγίζει τη φύση του ανθρώπου ως ζωντανού (=τον κόσμο των «ενστίκτων»). Ο Νίτσε χαρακτηρίζει αυτή την αρνητική στάση ως μνησικακία: είναι οι ανίσχυροι, οι μειονεκτούντες από τη φύση τους, οι αδύναμοι, οι σκλάβοι που, από μίσος και φθόνο, έχουν στραφεί ενάντια στην αρχέγονη αποτίμηση της ζωής. Οι ιερατικές τάξεις των Εβραίων και των Χριστιανών είναι οι πιο υποδειγματικοί εκπρόσωποι της μνησικακίας και η ηθική που έχουν επιβάλει στην ανθρώπινη φύση μας βασίζεται ουσιαστικά στην άρνηση των πρωταρχικών/αρχέγονων αξιών της ζωής. Για να πάρει αυτή η άρνηση τη μορφή μιας θετικής ηθικής, οι μνησίκακοι έπρεπε να δημιουργήσουν τις δικές τους αξίες. Οι ηθικές αξίες του «καλού» και του «κακού» δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ανατροπή των αριστοκρατικών αξιών του «καλού» και του «κακού»: το «καλό» είναι επομένως μόνο η άρνηση του «καλού», που καταφάσκει τη ζωή. Οι αξίες της τρέχουσας ηθικής είναι αρνήσεις μεταμφιεσμένες σε καταφάσεις. Αυτή η ηθική δεν έχει στην πραγματικότητα καμιά θετική αξία: είναι πάνω απ' όλα μνησικακία ενάντια στη ζωή. Σε αυτή τη μνησικακία της «αδύναμης» τάξης προσπαθεί να δώσει μια θετική και καθολική παρουσία.
Αόρατη Χείρ
Κάθε άτομο προσπαθεί να χρησιμοποιεί τα χρήματά του με τέτοιον τρόπο, ώστε να του αποδίδουν την μεγαλύτερη δυνατή αξία. Κάθε άτομο αναγκαστικά εργάζεται για να καταστήσει τα ετήσια έσοδα της κοινωνίας όσο περισσότερα μπορεί. Γενικά δεν επιδιώκει να προωθήσει το κοινό συμφέρον, ούτε γνωρίζει πόσο πολύ το προάγει… Προτιμώντας την υποστήριξη της δικής του εργατικότητας παρά της ξένης, επιδιώκει μονάχα την δική του ασφάλεια και κατευθύνοντας αυτή την εργατικότητα κατά τέτοιο τρόπο ώστε το προϊόν της να έχει την μεγαλύτερη δυνατή αξία, επιδιώκει μονάχα το δικό του συμφέρον, και σε αυτήν όπως και άλλες περιπτώσεις, καθοδηγείται από ένα αόρατο χέρι για να επιδιώξει έναν σκοπό που δεν αποτελούσε μέρος των προθέσεων του.
Επιδιώκοντας το δικό του συμφέρον συχνά προωθεί αυτό της κοινωνίας πιο αποτελεσματικά απ’ ό,τι όταν πραγματικά επιδιώκει να το προωθήσει. Ποτέ δεν είδα να γίνεται καλό από όσους επικαλέστηκαν το εμπόριο για το κοινό καλό. Είναι πράγματι μια επιτήδευση, όχι πολύ συχνή στους εμπόρους και πολύ λίγα λόγια αρκούν στο να τους αποθαρρύνουν από αυτήν.
Δεν περιμένουμε το δείπνο μας από την καλοσύνη του κρεοπώλη, του ζυθοποιού ή του αρτοποιού, αλλά από την έγνοια που έχουν για το δικό τους συμφέρον. Απευθυνόμαστε στην φιλαυτία τους, όχι στην ανθρωπιά τους και ποτέ δεν τους μιλάμε για τις ανάγκες μας αλλά για τα πλεονεκτήματά τους.
Οι άνθρωποι μπορεί να ζήσουν μαζί σε μια κοινωνία με κάποιο ανεκτό βαθμό ασφάλειας, αν και δεν υπάρχει κάποιος δημόσιος δικαστής να τους προστατεύσει από την αδικία αυτών των παθών. Αλλά η πλεονεξία και η φιλοδοξία των πλουσίων και των φτωχών το μίσος για την εργασία και η αγάπη για την παρούσα ευκολία και ευχαρίστηση, είναι τα πάθη που παρακινούν στο να εισβάλουν στην περιουσία, πάθη πολύ πιο σταθερά στη λειτουργία τους και πολύ πιο παγκόσμια στην επιρροή τους. Όπου υπάρχει μεγάλη περιουσία, υπάρχει μεγάλη ανισότητα. Για κάθε πολύ πλούσιο άνθρωπο πρέπει να υπάρχουν τουλάχιστον πεντακόσιοι φτωχοί, και η ευημερία των λίγων προϋποθέτει την ένδεια των πολλών.
Η ευημερία του πλουσίου διεγείρει την αγανάκτηση των φτωχών, που συχνά οδηγούνται από την ανέχεια και παρακινούνται από τον φθόνο, να εισβάλουν στην περιουσία του. Μόνο κάτω από την προστασία του δικαστή ο ιδιοκτήτης μιας πολύτιμης περιουσίας, που έχει αποκτηθεί με την εργασία πολλών ετών, ή ίσως πολλών γενεών, μπορεί να κοιμηθεί έστω και μια νύχτα ασφαλής. Πάντα περικυκλώνεται από άγνωστους εχθρούς, τους οποίους αν και ποτέ δεν προκάλεσε, δεν μπορεί να κατευνάσει και από την αδικία των οποίων μπορεί να προστατευθεί μόνο μέσω της ισχύος του δημόσιου δικαστού, που είναι πάντα εναργής, ώστε να την τιμωρήσει.
Οπότε, η απόκτηση πολύτιμης και σημαντικής περιουσίας απαιτεί την εγκαθίδρυση της δημόσιας διοίκησης. Όπου δεν υπάρχει περιουσία, ή τουλάχιστον καμία που να ξεπερνά την αμοιβή δυο ή τριών ημερών εργασίας, η δημόσια διοίκηση δεν χρειάζεται. Η δημόσια διοίκηση προϋποθέτει κάποια υποταγή. Αλλά όπως η ανάγκη της δημόσιας διοίκησης σταδιακά αυξάνεται με την απόκτηση πολύτιμης περιουσίας, έτσι και οι κύριοι λόγοι που φυσικά εισάγουν την ιδέα της υποταγής σταδιακά μεγαλώνουν με την αύξηση της πολυτίμου ιδιοκτησίας
Άτομα κατώτερου πλούτου ενώνονται για να υπερασπίσουν αυτούς του ανώτερου πλούτου στην κατοχή του, ώστε αυτοί με τον ανώτερο πλούτο να συνασπιστούν για να τους υπερασπιστούν στην απόκτηση του δικού τους. Όλοι οι μικρότεροι βοσκοί αισθάνονται ότι η ασφάλεια των κοπαδιών τους εξαρτάται από την ασφάλεια των μεγαλοβοσκών. Ότι η διατήρηση της μικρότερης εξουσίας τους εξαρτάται από την διατήρηση της δικής του μεγαλύτερης εξουσίας, και η εξουσία του να κρατά τους κατώτερους τους σε υποταγή προς αυτούς εξαρτάται από την υποταγή τους σε αυτόν. Απαρτίζουν ένα είδος μικρών ευγενών, που ενδιαφέρονται να προφυλάσσουν την περιουσία και να προστατεύουν την εξουσία του μικρού τους άρχοντα, έτσι ώστε αυτός να μπορεί να υπερασπίζεται την περιουσία τους και να υποστηρίζει την εξουσία τους. Η δημόσια διοίκηση στο βαθμό που έχει καθιδρυθεί για την ασφάλεια της περιουσίας, στην πραγματικότητα έχει καθιδρυθεί για την προστασία των πλουσίων από τους φτωχούς ή αυτών που έχουν κάποια περιουσία απ’ αυτούς που δεν έχουν καθόλου.
Adam Smith 1776/1991: Ο πλούτος των εθνών
Απλά και κατανοητά… ΣΩΤΗΡΕΣ ΤΕΛΟΣ … ΙΔΙΟΤΕΛΕΙΑ
Έτσι όποιος διατυμπανίζει ότι εργάζεται για εσένα, για αφύπνιση συνείδησης (sic), να σε κάνει ελεύθερο, να σε σώσει από το «θανάσιμο αμάρτημα» και από τους κακούς κάθε είδους (lol) ή όποια άλλη μαλακία τσαμπουνάει, να ξέρεις ό,τι είναι ή ηλίθιος ή απατεώνας (που είναι το ίδιο) και να τον αντιμετωπίσεις αναλόγως… αν διαθέτεις την απαιτούμενη γνώση και φυσικά τον ανάλογο τσαμπουκά. Την γνώση την αποκτάς από τα ΚΑΤΑΛΛΗΛΑ ΒΙΒΛΙΑ (όχι από όλα τα βιβλία) και τον τσαμπουκά από την συσσώρευση ΔΥΝΑΜΗΣ. ΕΜΕΙΣ ΣΤΟΝ ΕΡΕΒΟΚΤΟΝΟ, ΑΥΤΟ ΑΚΡΙΒΩΣ ΚΑΝΟΥΜΕ, ΑΥΤΟ ΔΙΔΑΣΚΟΥΜΕ με τα άρθρα μας… και όλοι οι φίλοι και αναγνώστες μας το γνωρίζουν και το εφαρμόζουν. Όχι παθητική νερόβραστη αγάπη και γλοιώδη υποταγή και συζυγία, αλλά ΔΥΝΑΜΗ ΚΑΙ ΠΕΦΩΤΙΣΜΕΝΗ ΙΔΙΟΤΕΛΕΙΑ.
Το Αόρατο Χέρι είναι μια μεταφορά που χρησιμοποίησε ο Άνταμ Σμιθ για να περιγράψει την αρχή της πεφωτισμένης ιδιοτέλειας. Σήμερα αυτή η αρχή συνδέεται με τον ψυχολογικό εγωισμό. Στον «Πλούτο των Εθνών», ο Άνταμ Σμιθ αναφέρει ότι, μέσα στο σύστημα, ένα άτομο που δρα για το προσωπικό του συμφέρον τείνει να προωθεί και το συμφέρον της κοινότητας του. Αυτήν την αρχή την απέδωσε στον κοινωνικό μηχανισμό που αποκαλούσε Αόρατη Χείρα.
Ο Σμιθ χρησιμοποιεί την μεταφορά μέσα στο πλαίσιο ενός επιχειρήματος ενάντια στον προστατευτισμό και την κυβερνητική ρύθμιση των αγορών, αλλά βασίζεται σε γενικές αρχές που αναπτύχθηκαν από τους Mandeville, Butler, Shaftesbury, και Francis Hutcheson. Γενικά, ο όρος “Αόρατο Χέρι” μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε κάθε ατομική δράση που έχει απροσχεδίαστες, ακούσιες συνέπειες, ιδιαίτερα εκείνες που παρουσιάζονται από δράσεις μη ενορχηστρωμένες από κάποιο κεντρικό έλεγχο και που εμφανίζουν στην κοινότητα ένα παρατηρήσιμο αποτέλεσμα που ακολουθεί κάποια πρότυπα.
Η Έρευνα για την Φύση και τα Αίτια του Πλούτου των Εθνών είναι το μεγαλύτερο έργο του Σκωτσέζου οικονομολόγου Άνταμ Σμιθ, το οποίο δημοσιεύτηκε στις 9 Μαρτίου, 1776 κατά την διάρκεια του Σκωτσέζικου Διαφωτισμού. Πρόκειται για έναν οξυδερκή γραπτό απολογισμό της πολιτικής οικονομίας στην αυγή της Βιομηχανικής Επανάστασης και θεωρείται ευρέως το πρώτο σύγχρονο έργο στο πεδίο των οικονομικών. Το έργο είναι επίσης η πρώτη περιεκτική υπεράσπιση των πολιτικών ελεύθερης αγοράς όπως δηλώνει και η χρήση του όρου «αόρατο χέρι».
Διαιρείται σε πέντε βιβλία και δύο τόμους. «Ο Πλούτος των Εθνών» γράφτηκε για τον μέσο μορφωμένο αναγνώστη του 18ου αιώνα παρά για εμπειρογνώμονες και μαθηματικούς. Ο Άνταμ Σμιθ αναπτύσσει στο έργο αυτό που αποτελεί την βάση των οικονομικών της ελεύθερης αγοράς, τρεις κύριες έννοιες: καταμερισμός εργασίας, επιδίωξη ατομικού συμφέροντος και ελευθερία του εμπορίου.
Ο Σμιθ όρισε την «αμοιβαία συμπάθεια» ως την βάση των ηθικών συναισθημάτων. Βάσισε την ερμηνεία του όχι σε μία ειδική «ηθική αίσθηση», όπως είχαν κάνει ο 3ος Λόρδος Shaftesbury και ο Hutcheson, ούτε ως ωφέλεια όπως ο Χιουμ, αλλά στην αμοιβαία συμπάθεια, έναν όρο ο οποίος περιγράφεται καλύτερα στην σύγχρονη γλώσσα με τον όρο συναισθηματική ταύτιση, δηλαδή με την ικανότητα να αναγνωρίζει κανείς τα συναισθήματα τα οποία εκφράζει κάποιος άλλος.
Οι ανταγωνιστικές αγορές του σήμερα, είτε το παραδεχόμαστε είτε όχι, καθοδηγούνται από μια διεθνή εφαρμογή του ΑΟΡΑΤΟΥ ΧΕΡΙΟΥ του Adam Smith, η οποία είναι ακαταμάχητα σκοτεινή.
Έχουμε στους ώμους μας μια ευθύνη, η οποία ποτέ δεν άγγιξε τον άνθρωπο πάνω στην Γη. Γι’ αυτό, η Ηθική πρέπει να ξαναθεμελιωθεί. Χρειαζόμαστε μια Ανθρώπινη Ηθική.
Επιδιώκοντας το δικό του συμφέρον συχνά προωθεί αυτό της κοινωνίας πιο αποτελεσματικά απ’ ό,τι όταν πραγματικά επιδιώκει να το προωθήσει. Ποτέ δεν είδα να γίνεται καλό από όσους επικαλέστηκαν το εμπόριο για το κοινό καλό. Είναι πράγματι μια επιτήδευση, όχι πολύ συχνή στους εμπόρους και πολύ λίγα λόγια αρκούν στο να τους αποθαρρύνουν από αυτήν.
Δεν περιμένουμε το δείπνο μας από την καλοσύνη του κρεοπώλη, του ζυθοποιού ή του αρτοποιού, αλλά από την έγνοια που έχουν για το δικό τους συμφέρον. Απευθυνόμαστε στην φιλαυτία τους, όχι στην ανθρωπιά τους και ποτέ δεν τους μιλάμε για τις ανάγκες μας αλλά για τα πλεονεκτήματά τους.
Οι άνθρωποι μπορεί να ζήσουν μαζί σε μια κοινωνία με κάποιο ανεκτό βαθμό ασφάλειας, αν και δεν υπάρχει κάποιος δημόσιος δικαστής να τους προστατεύσει από την αδικία αυτών των παθών. Αλλά η πλεονεξία και η φιλοδοξία των πλουσίων και των φτωχών το μίσος για την εργασία και η αγάπη για την παρούσα ευκολία και ευχαρίστηση, είναι τα πάθη που παρακινούν στο να εισβάλουν στην περιουσία, πάθη πολύ πιο σταθερά στη λειτουργία τους και πολύ πιο παγκόσμια στην επιρροή τους. Όπου υπάρχει μεγάλη περιουσία, υπάρχει μεγάλη ανισότητα. Για κάθε πολύ πλούσιο άνθρωπο πρέπει να υπάρχουν τουλάχιστον πεντακόσιοι φτωχοί, και η ευημερία των λίγων προϋποθέτει την ένδεια των πολλών.
Η ευημερία του πλουσίου διεγείρει την αγανάκτηση των φτωχών, που συχνά οδηγούνται από την ανέχεια και παρακινούνται από τον φθόνο, να εισβάλουν στην περιουσία του. Μόνο κάτω από την προστασία του δικαστή ο ιδιοκτήτης μιας πολύτιμης περιουσίας, που έχει αποκτηθεί με την εργασία πολλών ετών, ή ίσως πολλών γενεών, μπορεί να κοιμηθεί έστω και μια νύχτα ασφαλής. Πάντα περικυκλώνεται από άγνωστους εχθρούς, τους οποίους αν και ποτέ δεν προκάλεσε, δεν μπορεί να κατευνάσει και από την αδικία των οποίων μπορεί να προστατευθεί μόνο μέσω της ισχύος του δημόσιου δικαστού, που είναι πάντα εναργής, ώστε να την τιμωρήσει.
Οπότε, η απόκτηση πολύτιμης και σημαντικής περιουσίας απαιτεί την εγκαθίδρυση της δημόσιας διοίκησης. Όπου δεν υπάρχει περιουσία, ή τουλάχιστον καμία που να ξεπερνά την αμοιβή δυο ή τριών ημερών εργασίας, η δημόσια διοίκηση δεν χρειάζεται. Η δημόσια διοίκηση προϋποθέτει κάποια υποταγή. Αλλά όπως η ανάγκη της δημόσιας διοίκησης σταδιακά αυξάνεται με την απόκτηση πολύτιμης περιουσίας, έτσι και οι κύριοι λόγοι που φυσικά εισάγουν την ιδέα της υποταγής σταδιακά μεγαλώνουν με την αύξηση της πολυτίμου ιδιοκτησίας
Άτομα κατώτερου πλούτου ενώνονται για να υπερασπίσουν αυτούς του ανώτερου πλούτου στην κατοχή του, ώστε αυτοί με τον ανώτερο πλούτο να συνασπιστούν για να τους υπερασπιστούν στην απόκτηση του δικού τους. Όλοι οι μικρότεροι βοσκοί αισθάνονται ότι η ασφάλεια των κοπαδιών τους εξαρτάται από την ασφάλεια των μεγαλοβοσκών. Ότι η διατήρηση της μικρότερης εξουσίας τους εξαρτάται από την διατήρηση της δικής του μεγαλύτερης εξουσίας, και η εξουσία του να κρατά τους κατώτερους τους σε υποταγή προς αυτούς εξαρτάται από την υποταγή τους σε αυτόν. Απαρτίζουν ένα είδος μικρών ευγενών, που ενδιαφέρονται να προφυλάσσουν την περιουσία και να προστατεύουν την εξουσία του μικρού τους άρχοντα, έτσι ώστε αυτός να μπορεί να υπερασπίζεται την περιουσία τους και να υποστηρίζει την εξουσία τους. Η δημόσια διοίκηση στο βαθμό που έχει καθιδρυθεί για την ασφάλεια της περιουσίας, στην πραγματικότητα έχει καθιδρυθεί για την προστασία των πλουσίων από τους φτωχούς ή αυτών που έχουν κάποια περιουσία απ’ αυτούς που δεν έχουν καθόλου.
Adam Smith 1776/1991: Ο πλούτος των εθνών
Απλά και κατανοητά… ΣΩΤΗΡΕΣ ΤΕΛΟΣ … ΙΔΙΟΤΕΛΕΙΑ
Έτσι όποιος διατυμπανίζει ότι εργάζεται για εσένα, για αφύπνιση συνείδησης (sic), να σε κάνει ελεύθερο, να σε σώσει από το «θανάσιμο αμάρτημα» και από τους κακούς κάθε είδους (lol) ή όποια άλλη μαλακία τσαμπουνάει, να ξέρεις ό,τι είναι ή ηλίθιος ή απατεώνας (που είναι το ίδιο) και να τον αντιμετωπίσεις αναλόγως… αν διαθέτεις την απαιτούμενη γνώση και φυσικά τον ανάλογο τσαμπουκά. Την γνώση την αποκτάς από τα ΚΑΤΑΛΛΗΛΑ ΒΙΒΛΙΑ (όχι από όλα τα βιβλία) και τον τσαμπουκά από την συσσώρευση ΔΥΝΑΜΗΣ. ΕΜΕΙΣ ΣΤΟΝ ΕΡΕΒΟΚΤΟΝΟ, ΑΥΤΟ ΑΚΡΙΒΩΣ ΚΑΝΟΥΜΕ, ΑΥΤΟ ΔΙΔΑΣΚΟΥΜΕ με τα άρθρα μας… και όλοι οι φίλοι και αναγνώστες μας το γνωρίζουν και το εφαρμόζουν. Όχι παθητική νερόβραστη αγάπη και γλοιώδη υποταγή και συζυγία, αλλά ΔΥΝΑΜΗ ΚΑΙ ΠΕΦΩΤΙΣΜΕΝΗ ΙΔΙΟΤΕΛΕΙΑ.
Το Αόρατο Χέρι είναι μια μεταφορά που χρησιμοποίησε ο Άνταμ Σμιθ για να περιγράψει την αρχή της πεφωτισμένης ιδιοτέλειας. Σήμερα αυτή η αρχή συνδέεται με τον ψυχολογικό εγωισμό. Στον «Πλούτο των Εθνών», ο Άνταμ Σμιθ αναφέρει ότι, μέσα στο σύστημα, ένα άτομο που δρα για το προσωπικό του συμφέρον τείνει να προωθεί και το συμφέρον της κοινότητας του. Αυτήν την αρχή την απέδωσε στον κοινωνικό μηχανισμό που αποκαλούσε Αόρατη Χείρα.
Ο Σμιθ χρησιμοποιεί την μεταφορά μέσα στο πλαίσιο ενός επιχειρήματος ενάντια στον προστατευτισμό και την κυβερνητική ρύθμιση των αγορών, αλλά βασίζεται σε γενικές αρχές που αναπτύχθηκαν από τους Mandeville, Butler, Shaftesbury, και Francis Hutcheson. Γενικά, ο όρος “Αόρατο Χέρι” μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε κάθε ατομική δράση που έχει απροσχεδίαστες, ακούσιες συνέπειες, ιδιαίτερα εκείνες που παρουσιάζονται από δράσεις μη ενορχηστρωμένες από κάποιο κεντρικό έλεγχο και που εμφανίζουν στην κοινότητα ένα παρατηρήσιμο αποτέλεσμα που ακολουθεί κάποια πρότυπα.
Η Έρευνα για την Φύση και τα Αίτια του Πλούτου των Εθνών είναι το μεγαλύτερο έργο του Σκωτσέζου οικονομολόγου Άνταμ Σμιθ, το οποίο δημοσιεύτηκε στις 9 Μαρτίου, 1776 κατά την διάρκεια του Σκωτσέζικου Διαφωτισμού. Πρόκειται για έναν οξυδερκή γραπτό απολογισμό της πολιτικής οικονομίας στην αυγή της Βιομηχανικής Επανάστασης και θεωρείται ευρέως το πρώτο σύγχρονο έργο στο πεδίο των οικονομικών. Το έργο είναι επίσης η πρώτη περιεκτική υπεράσπιση των πολιτικών ελεύθερης αγοράς όπως δηλώνει και η χρήση του όρου «αόρατο χέρι».
Διαιρείται σε πέντε βιβλία και δύο τόμους. «Ο Πλούτος των Εθνών» γράφτηκε για τον μέσο μορφωμένο αναγνώστη του 18ου αιώνα παρά για εμπειρογνώμονες και μαθηματικούς. Ο Άνταμ Σμιθ αναπτύσσει στο έργο αυτό που αποτελεί την βάση των οικονομικών της ελεύθερης αγοράς, τρεις κύριες έννοιες: καταμερισμός εργασίας, επιδίωξη ατομικού συμφέροντος και ελευθερία του εμπορίου.
Ο Σμιθ όρισε την «αμοιβαία συμπάθεια» ως την βάση των ηθικών συναισθημάτων. Βάσισε την ερμηνεία του όχι σε μία ειδική «ηθική αίσθηση», όπως είχαν κάνει ο 3ος Λόρδος Shaftesbury και ο Hutcheson, ούτε ως ωφέλεια όπως ο Χιουμ, αλλά στην αμοιβαία συμπάθεια, έναν όρο ο οποίος περιγράφεται καλύτερα στην σύγχρονη γλώσσα με τον όρο συναισθηματική ταύτιση, δηλαδή με την ικανότητα να αναγνωρίζει κανείς τα συναισθήματα τα οποία εκφράζει κάποιος άλλος.
Οι ανταγωνιστικές αγορές του σήμερα, είτε το παραδεχόμαστε είτε όχι, καθοδηγούνται από μια διεθνή εφαρμογή του ΑΟΡΑΤΟΥ ΧΕΡΙΟΥ του Adam Smith, η οποία είναι ακαταμάχητα σκοτεινή.
Έχουμε στους ώμους μας μια ευθύνη, η οποία ποτέ δεν άγγιξε τον άνθρωπο πάνω στην Γη. Γι’ αυτό, η Ηθική πρέπει να ξαναθεμελιωθεί. Χρειαζόμαστε μια Ανθρώπινη Ηθική.
Μετα-ευτυχία: Μετά τον πόνο της φυσικής και συναισθηματικής ζωής
Με την επικράτηση του Διαφωτισμού ως κυρίαρχου ιδεολογικού ρεύματος, αναπτύχθηκε και μια τάση «μυθοποίησης» του λεγόμενου ορθολογισμού. Η μαξιμαλιστική αυτή τάση υιοθετείται και για την «ερμηνεία» της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Τα πάντα καθορίζονται από τα γονίδια, υποστηρίζουν κάποιοι, η σκέψη είναι χημεία, διακηρύσσουν άλλοι.
Κατ’ αναλογίαν, είναι σαν να λέμε ότι ένα βιβλίο είναι κυρίως το χαρτί με τα 24 γράμματα και όχι το νόημα του αντίστοιχου κειμένου. Όχι, τόσο η ζωή όσο και η σκέψη, και γενικότερα ο νους, αν είναι κάτι, αυτό είναι «πληροφορία». Τα γονίδια και το DNA ή οι νευρώνες στον εγκέφαλο είναι απλώς τα μέσα που μεταφέρουν τις αντίστοιχες πληροφορίες που σχετίζονται με τη ζωή, με τη σκέψη και τον νου. Αν τις μέρες αυτές μιλάμε για Μεσαίωνα, για να χαρακτηρίσουμε τους αρνητές της επιστήμης, τέτοιες απλοϊκές θεωρήσεις που συρρικνώνουν τον άνθρωπο σε βιολογία και τη διεργασία της σκέψης σε χημεία μάς πάνε ακόμη πιο πίσω. Εκατομμύρια χρόνια πίσω στην εξελικτική μας πορεία.
Σε ένα από τα σημαντικότερα βιβλία στην ιστορία του πολιτισμού, το «The Expression of the Emotions in Man and Animals», το 1872, ο Δαρβίνος διατείνεται ότι τα αισθήματα (emotions) αποτελούν τη βάση για την επικράτηση του ικανότερου. Η άποψη αυτή φαίνεται να επιβεβαιώνεται από πρόσφατα ευρήματα στις νευροεπιστήμες. Τα αισθήματα είναι ο μοναδικός «αξιολογικός» μηχανισμός ο οποίος επενδύει με «σημασία» το κάθε ερέθισμα ή την κάθε πράξη και τα ταξινομεί σαν «καλό» ή «κακό». Τα αισθήματα ωθούν κάθε οργανισμό να αναζητεί ευχάριστα ερεθίσματα και να αποφεύγει τα δυσάρεστα. Μέχρις εδώ, όλα είναι γονίδια και χημεία.
Σε απλούστερους από τον άνθρωπο οργανισμούς λαμβάνουν χώρα ασύνειδα, και τα θετικά αισθήματα περιστρέφονται γύρω από την τροφή και την αναπαραγωγή του είδους. Σε πολλά ζώα στην εξελικτική μας αλυσίδα αναπτύχθηκαν ειδικά κέντρα στον εγκέφαλο (νευρώνες) που σχετίζονται με τα θετικά (ευχάριστα) ερεθίσματα και άλλα που σχετίζονται με τα αρνητικά. Τα αρχαιότερα εξελικτικά αυτά κέντρα έχουν κληροδοτηθεί και στον άνθρωπο και ενεργοποιούνται όταν αισθανόμαστε ευχάριστα ή δυσάρεστα, αντίστοιχα. Οι ομοιότητες, όμως, με τα ζώα και η «εξουσία» της χημείας και των γονιδίων τελειώνουν εδώ.
Σε κάποια περίοδο της εξέλιξης, ο άνθρωπος εξοπλίστηκε με συνείδηση και πάνω απ’ όλα με αυτογνωσία/αυτοσυνείδηση. Τα αισθήματα διεγείρουν συναισθήματα (feelings), με άλλα λόγια ενσυνείδητα αισθήματα. Έχω συνείδηση του πόνου μου, έχω συνείδηση του φόβου μου, έχω συνείδηση της όποιας εμπειρίας μου. Γονιδιακά, το αρχαιότερο τμήμα του εγκεφάλου όπου «εδρεύουν» τα αισθήματα (υποφλοιός) συνδέθηκε και συνεργάζεται με το νεότερo τμήμα του, τον νεοφλοιό, η ύπαρξη του οποίου μας ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα ζώα.
Με την ανάδυση της αυτογνωσίας, τα συναισθήματα δρομολόγησαν μια νέα εξελικτική διαδικασία. Όπως τα αισθήματα οδήγησαν τη βιολογική εξέλιξη μέσα από τη φυσική επιλογή, ομοίως τα συναισθήματα πυροδότησαν την πολιτιστική εξέλιξη. Η πολιτιστική εξέλιξη, που συντελείται κατά πολλές τάξεις μεγέθους ταχύτερα από τη βιολογική, σε μεγάλο βαθμό αποσυνδέθηκε από τα πρωτόγονα αισθήματα και το δαρβινικό «καλό». Το συναισθηματικά «καλό» και η συνειδητή εμπειρία του έγιναν αυτοσκοπός, και ο άνθρωπος άρχισε ενσυνείδητα να προσπαθεί να ενισχύσει τις ευχάριστες εμπειρίες του.
Κάποιοι ισχυρίζονται ότι, στη νέα αυτή πραγματικότητα που αναδύθηκε, ο άνθρωπος έγινε πιο εγωκεντρικός. Αντίθετα, στη νέα αυτή πραγματικότητα ανέπτυξε τα αλτρουιστικά και κοινωνικά του συναισθήματα. Και αυτά αναπτύχθηκαν πέρα από τα αντίστοιχα που βρίσκει κανείς σε κοινωνίες στο ζωϊκό βασίλειο, όπως τις μέλισσες, που είναι κωδικοποιημένα στα γονίδια. Ο άνθρωπος, λόγω της συνείδησης και της σκέψης, ανέπτυξε την ικανότητα να βιώνει και να καταλαβαίνει τα αισθήματα και τα συναισθήματα των άλλων. Ανέπτυξε ενσυναίσθηση και κοινωνικά συναισθήματα, όπως αυτά της ντροπής και της ενοχής. Παράλληλα με την εξέλιξη του πολιτισμού, ανέπτυξε και τη φαντασία του. Και η φαντασία του είναι το αντίστοιχο του εξομοιωτή στους υπολογιστές.
Έτσι, μπορεί να μεταφέρει τη σκέψη του στο παρελθόν και στο μέλλον και να επεξεργάζεται εναλλακτικά σενάρια. Μπορεί να βλέπει τον εαυτό του μέσα από τα μάτια των άλλων. Μπορεί να κινείται στον χρόνο. Ζει και βιώνει τον χρόνο σαν εμπειρία. Μπορεί να κάνει προβλέψεις, όχι με βάση αυτό που είναι κωδικοποιημένο σε κάποιο γονίδιο, και δρομολογεί ασύνειδες χημικές αντιδράσεις, αλλά με βάση τις «πληροφορίες» που έχει στον νου του. Τις πληροφορίες που ανταλλάσσει με τους άλλους και τις νέες πληροφορίες –ιδέες, ιδεολογίες, μύθους, τέχνη– που ο ίδιος δημιουργεί και που δεν είναι «γραμμένες» σε γονίδια. Και κάτι περισσότερο. Ο άνθρωπος απέκτησε τη δύναμη να μην υπακούει στα κελεύσματα των γονιδίων, να αρνείται, λόγου χάρη, να κάνει όσα παιδιά θα μπορούσε, αλλά και ακόμη να επιλέγει να θυσιάζει τη ζωή του για μια ιδέα.
Ο άνθρωπος, στην πολιτιστική του εξέλιξη ανέπτυξε νέες ανάγκες, υπέρτερες του σεξ, της τροφής, και άλλες που συνδέονται άμεσα με τις αισθήσεις του (ηδονισμός). Ο ψυχολόγος Maslow χρησιμοποίησε τον όρο «μετα-ανάγκες» που σχετίζονται με αντίστοιχες αξίες, όπως «αλήθεια», «ομορφιά», «δικαιοσύνη», «θάρρος», «ευσέβεια», «εγκράτεια», «σοφία». Ο άνθρωπος αναδύθηκε ιεραρχικά πάνω από τα γονίδια και τους νευρώνες του, η λειτουργία των οποίων, βέβαια, αποτελεί προϋπόθεση και επιβάλλει και σχετικούς περιορισμούς. Η «ευδαιμονία» κυριάρχησε της «ηδονής» των αισθήσεων. Και η ευδαιμονία αναφέρεται στην πλήρη άνθηση της ανθρώπινης προσωπικότητας, στην ολόπλευρη ενεργοποίηση των ανθρώπινων δυνατοτήτων και στην αίσθηση ικανοποίησης της ζωής στο σύνολό της. Αυτό που αποκαλούμε «ευτυχία» είναι ένα ισορροπημένο μείγμα «ηδονών» των αισθήσεων και ευδαιμονίας.
Η ευδαιμονία και η επιδίωξή της συνιστούν την πεμπτουσία της δυναμικής που πυροδοτεί την ιστορική εξέλιξη του πολιτισμού. Δηλαδή, την εξελικτική πορεία του ανθρώπινου φαντασιακού, του νου και όχι της βιολογίας του. Η σκέψη είναι δέσμια να λειτουργεί και να ακολουθεί τη λογική της στο περιοριστικό υποκειμενικό σημασιολογικό πλαίσιο που της επιβάλλεται, ασύνειδα, από τη συναισθηματική μας ύπαρξη. Αυτή επενδύει σημασίες στις «πληροφορίες» που επεξεργάζεται η σκέψη. Βέβαια, το ασύνειδο τμήμα της ύπαρξης είναι επίσης παρόν, και πάντα ελλοχεύει ο κίνδυνος της αυταπάτης. Η πολιτιστική εξέλιξη δεν έχει κάποιον στόχο, δεν υπακούει σε κάποια τελολογία, πορεύεται με βάση την επικράτηση του ικανότερου και της ικανότερης ομάδας/κοινωνίας, σύμφωνα με το ιδεολογικό/πολιτικό αφήγημα που θα επικρατήσει. Σε αναλογία με τη βιολογική εξέλιξη, όπου οι γονιδιακές μεταλλάξεις καθορίζουν τι θα επιβιώσει.
Έχει γραφτεί και έχει υποστηριχθεί από κάποιους μελλοντολόγους ότι είναι θέμα χρόνου η επιστήμη να επέμβει στα κέντρα του εγκεφάλου που σχετίζονται με τα θετικά συναισθήματα και να δημιουργήσει «ευτυχία». Είναι αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «μετα-ευτυχία». Το εγχείρημα αυτό, όμως, έχει να αντιμετωπίσει βασικές δυσκολίες. Προς το παρόν, εκεί όπου η επιστήμη θα μπορούσε να επέμβει είναι το «ηδονικό» τμήμα της ευτυχίας. Είτε με τη χημεία και τη χρήση ουσιών, ή με ενεργοποίηση των αντίστοιχων νευρώνων, ή με χρήση γενετικής μηχανικής και νανοτεχνολογίας. Αυτό όμως αντιστοιχεί σε ένα είδος «βιάγκρα» ευτυχίας και δεν μπορεί παρά να έχει περιορισμένη διάρκεια. Ο λόγος είναι ότι το βιολογικό μας υπόστρωμα, στη φυσική του κατάσταση, αντιδρά μόνο σε αλλαγές των ερεθισμάτων παρά στην έντασή τους. Το αίσθημα της ευχαρίστησης μετά από λίγο φθίνει, εκτός εάν η έντασή του συνεχώς αυξάνεται. Μόλις μια ανάγκη μας έχει ικανοποιηθεί, τα σχετικά αισθήματα ατονούν. Παρ’ όλα αυτά, η μνήμη διατηρεί την ευχάριστη στιγμή και θέλει να την επαναλάβει στο μέλλον, φαντασιωνόμενη μελλοντικά ευχάριστα βιώματα. Και υπάρχει «σοφία» σ’ αυτό. Σε αντίθετη περίπτωση, θα απολαμβάναμε μόνον το τώρα και θα γινόμαστε ευάλωτοι στην επιβίωσή μας αύριο.
Με άλλα λόγια, η βιολογική εξέλιξη μέσα από τη φυσική επιλογή εκατομμυρίων χρόνων μάς σφυρηλάτησε έτσι ώστε να μην είμαστε συνέχεια σε κατάσταση ευτυχίας, και, σε συνδυασμό με την πολιτιστική εξέλιξη, να βιώνουμε το «φάντασμα» της ευτυχίας στο φαντασιακό μας, σε χρόνο παρελθόντα και μέλλοντα σαν άτομα αλλά και σαν κοινωνικά όντα. Η τεχνική μετα-ευτυχία, χωρίς καμία πρόσβαση στο φαντασιακό, θα συρρίκνωνε τον άνθρωπο στη ζωώδη κατάστασή του, με κίνδυνο να ακυρώσει την πολιτιστική εξέλιξη χιλιάδων χρόνων. Σε ένα από τα πιο γνωστά πειράματα, οι Old και Milner εμφύτευσαν ηλεκτρόδια στα κέντρα «ευχαρίστησης» σε ποντίκια που έμαθαν να τα ενεργοποιούν με έναν μοχλό. Αυτά συνεχώς προτιμούσαν την εμπειρία αυτή από το φαΐ, το νερό ή την ξεκούραση μέχρι που έφταναν σε σημείο εξόντωσης. Αντίθετα, η φυσική επιλογή μάς εξόπλισε με την ιδιότητα να μην επιθυμούμε τη συνεχή αυτο-τροφοδοτούμενη εμπειρία ευχαρίστησης. Απλά να τη θυμόμαστε.
Η μετα-ευτυχία των μελλοντολόγων, μια κατάσταση συνεχούς ευτυχίας που, όπως αναφέρει ο φιλόσοφος David Pierce στο βιβλίο του «The Hedonistic Imperative», θα εξαλείψει τον πόνο της φυσικής και συναισθηματικής ζωής, μάλλον θα μας εξόντωνε: όχι από πόνο αλλά από… ευτυχία. Εκτός κι αν πρώτα άλλαζαν γονιδιακά αυτή τη σοφή ισορροπία θετικών και αρνητικών συναισθημάτων, με την οποία μας σφυρηλάτησε η φυσική επιλογή. Ποιος, ποιοι και ποια κέντρα εξουσίας θα έπαιρναν μια τέτοια απόφαση; Κι αν την έπαιρναν, σε ποιους θα την εφάρμοζαν και για ποιους λόγους;
Η μόνη ρεαλιστική απάντηση σε αυτά τα σενάρια παραμένει αυτή που έδωσε ο Αριστοτέλης. Η αναζήτηση της ευδαιμονίας και ο ρόλος της παιδείας προς την κατεύθυνση αυτή, τόσο σε ατομικό όσο και πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο. Η μετα-ευτυχία και τα σενάρια που απορρέουν από αυτήν «επιβιώνουν», επειδή η πολιτικο-οικονομική πραγματικότητα αδυνατεί ή και στερεί τη δυνατότητα για μια πλήρη άνθηση της ανθρώπινης προσωπικότητας, και την ενεργοποίηση των δυνατοτήτων του ανθρώπου και της δημιουργικότητάς του. Θα επανέλθουμε σε αυτό σε επόμενο άρθρο.
Κατ’ αναλογίαν, είναι σαν να λέμε ότι ένα βιβλίο είναι κυρίως το χαρτί με τα 24 γράμματα και όχι το νόημα του αντίστοιχου κειμένου. Όχι, τόσο η ζωή όσο και η σκέψη, και γενικότερα ο νους, αν είναι κάτι, αυτό είναι «πληροφορία». Τα γονίδια και το DNA ή οι νευρώνες στον εγκέφαλο είναι απλώς τα μέσα που μεταφέρουν τις αντίστοιχες πληροφορίες που σχετίζονται με τη ζωή, με τη σκέψη και τον νου. Αν τις μέρες αυτές μιλάμε για Μεσαίωνα, για να χαρακτηρίσουμε τους αρνητές της επιστήμης, τέτοιες απλοϊκές θεωρήσεις που συρρικνώνουν τον άνθρωπο σε βιολογία και τη διεργασία της σκέψης σε χημεία μάς πάνε ακόμη πιο πίσω. Εκατομμύρια χρόνια πίσω στην εξελικτική μας πορεία.
Σε ένα από τα σημαντικότερα βιβλία στην ιστορία του πολιτισμού, το «The Expression of the Emotions in Man and Animals», το 1872, ο Δαρβίνος διατείνεται ότι τα αισθήματα (emotions) αποτελούν τη βάση για την επικράτηση του ικανότερου. Η άποψη αυτή φαίνεται να επιβεβαιώνεται από πρόσφατα ευρήματα στις νευροεπιστήμες. Τα αισθήματα είναι ο μοναδικός «αξιολογικός» μηχανισμός ο οποίος επενδύει με «σημασία» το κάθε ερέθισμα ή την κάθε πράξη και τα ταξινομεί σαν «καλό» ή «κακό». Τα αισθήματα ωθούν κάθε οργανισμό να αναζητεί ευχάριστα ερεθίσματα και να αποφεύγει τα δυσάρεστα. Μέχρις εδώ, όλα είναι γονίδια και χημεία.
Σε απλούστερους από τον άνθρωπο οργανισμούς λαμβάνουν χώρα ασύνειδα, και τα θετικά αισθήματα περιστρέφονται γύρω από την τροφή και την αναπαραγωγή του είδους. Σε πολλά ζώα στην εξελικτική μας αλυσίδα αναπτύχθηκαν ειδικά κέντρα στον εγκέφαλο (νευρώνες) που σχετίζονται με τα θετικά (ευχάριστα) ερεθίσματα και άλλα που σχετίζονται με τα αρνητικά. Τα αρχαιότερα εξελικτικά αυτά κέντρα έχουν κληροδοτηθεί και στον άνθρωπο και ενεργοποιούνται όταν αισθανόμαστε ευχάριστα ή δυσάρεστα, αντίστοιχα. Οι ομοιότητες, όμως, με τα ζώα και η «εξουσία» της χημείας και των γονιδίων τελειώνουν εδώ.
Σε κάποια περίοδο της εξέλιξης, ο άνθρωπος εξοπλίστηκε με συνείδηση και πάνω απ’ όλα με αυτογνωσία/αυτοσυνείδηση. Τα αισθήματα διεγείρουν συναισθήματα (feelings), με άλλα λόγια ενσυνείδητα αισθήματα. Έχω συνείδηση του πόνου μου, έχω συνείδηση του φόβου μου, έχω συνείδηση της όποιας εμπειρίας μου. Γονιδιακά, το αρχαιότερο τμήμα του εγκεφάλου όπου «εδρεύουν» τα αισθήματα (υποφλοιός) συνδέθηκε και συνεργάζεται με το νεότερo τμήμα του, τον νεοφλοιό, η ύπαρξη του οποίου μας ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα ζώα.
Με την ανάδυση της αυτογνωσίας, τα συναισθήματα δρομολόγησαν μια νέα εξελικτική διαδικασία. Όπως τα αισθήματα οδήγησαν τη βιολογική εξέλιξη μέσα από τη φυσική επιλογή, ομοίως τα συναισθήματα πυροδότησαν την πολιτιστική εξέλιξη. Η πολιτιστική εξέλιξη, που συντελείται κατά πολλές τάξεις μεγέθους ταχύτερα από τη βιολογική, σε μεγάλο βαθμό αποσυνδέθηκε από τα πρωτόγονα αισθήματα και το δαρβινικό «καλό». Το συναισθηματικά «καλό» και η συνειδητή εμπειρία του έγιναν αυτοσκοπός, και ο άνθρωπος άρχισε ενσυνείδητα να προσπαθεί να ενισχύσει τις ευχάριστες εμπειρίες του.
Κάποιοι ισχυρίζονται ότι, στη νέα αυτή πραγματικότητα που αναδύθηκε, ο άνθρωπος έγινε πιο εγωκεντρικός. Αντίθετα, στη νέα αυτή πραγματικότητα ανέπτυξε τα αλτρουιστικά και κοινωνικά του συναισθήματα. Και αυτά αναπτύχθηκαν πέρα από τα αντίστοιχα που βρίσκει κανείς σε κοινωνίες στο ζωϊκό βασίλειο, όπως τις μέλισσες, που είναι κωδικοποιημένα στα γονίδια. Ο άνθρωπος, λόγω της συνείδησης και της σκέψης, ανέπτυξε την ικανότητα να βιώνει και να καταλαβαίνει τα αισθήματα και τα συναισθήματα των άλλων. Ανέπτυξε ενσυναίσθηση και κοινωνικά συναισθήματα, όπως αυτά της ντροπής και της ενοχής. Παράλληλα με την εξέλιξη του πολιτισμού, ανέπτυξε και τη φαντασία του. Και η φαντασία του είναι το αντίστοιχο του εξομοιωτή στους υπολογιστές.
Έτσι, μπορεί να μεταφέρει τη σκέψη του στο παρελθόν και στο μέλλον και να επεξεργάζεται εναλλακτικά σενάρια. Μπορεί να βλέπει τον εαυτό του μέσα από τα μάτια των άλλων. Μπορεί να κινείται στον χρόνο. Ζει και βιώνει τον χρόνο σαν εμπειρία. Μπορεί να κάνει προβλέψεις, όχι με βάση αυτό που είναι κωδικοποιημένο σε κάποιο γονίδιο, και δρομολογεί ασύνειδες χημικές αντιδράσεις, αλλά με βάση τις «πληροφορίες» που έχει στον νου του. Τις πληροφορίες που ανταλλάσσει με τους άλλους και τις νέες πληροφορίες –ιδέες, ιδεολογίες, μύθους, τέχνη– που ο ίδιος δημιουργεί και που δεν είναι «γραμμένες» σε γονίδια. Και κάτι περισσότερο. Ο άνθρωπος απέκτησε τη δύναμη να μην υπακούει στα κελεύσματα των γονιδίων, να αρνείται, λόγου χάρη, να κάνει όσα παιδιά θα μπορούσε, αλλά και ακόμη να επιλέγει να θυσιάζει τη ζωή του για μια ιδέα.
Ο άνθρωπος, στην πολιτιστική του εξέλιξη ανέπτυξε νέες ανάγκες, υπέρτερες του σεξ, της τροφής, και άλλες που συνδέονται άμεσα με τις αισθήσεις του (ηδονισμός). Ο ψυχολόγος Maslow χρησιμοποίησε τον όρο «μετα-ανάγκες» που σχετίζονται με αντίστοιχες αξίες, όπως «αλήθεια», «ομορφιά», «δικαιοσύνη», «θάρρος», «ευσέβεια», «εγκράτεια», «σοφία». Ο άνθρωπος αναδύθηκε ιεραρχικά πάνω από τα γονίδια και τους νευρώνες του, η λειτουργία των οποίων, βέβαια, αποτελεί προϋπόθεση και επιβάλλει και σχετικούς περιορισμούς. Η «ευδαιμονία» κυριάρχησε της «ηδονής» των αισθήσεων. Και η ευδαιμονία αναφέρεται στην πλήρη άνθηση της ανθρώπινης προσωπικότητας, στην ολόπλευρη ενεργοποίηση των ανθρώπινων δυνατοτήτων και στην αίσθηση ικανοποίησης της ζωής στο σύνολό της. Αυτό που αποκαλούμε «ευτυχία» είναι ένα ισορροπημένο μείγμα «ηδονών» των αισθήσεων και ευδαιμονίας.
Η ευδαιμονία και η επιδίωξή της συνιστούν την πεμπτουσία της δυναμικής που πυροδοτεί την ιστορική εξέλιξη του πολιτισμού. Δηλαδή, την εξελικτική πορεία του ανθρώπινου φαντασιακού, του νου και όχι της βιολογίας του. Η σκέψη είναι δέσμια να λειτουργεί και να ακολουθεί τη λογική της στο περιοριστικό υποκειμενικό σημασιολογικό πλαίσιο που της επιβάλλεται, ασύνειδα, από τη συναισθηματική μας ύπαρξη. Αυτή επενδύει σημασίες στις «πληροφορίες» που επεξεργάζεται η σκέψη. Βέβαια, το ασύνειδο τμήμα της ύπαρξης είναι επίσης παρόν, και πάντα ελλοχεύει ο κίνδυνος της αυταπάτης. Η πολιτιστική εξέλιξη δεν έχει κάποιον στόχο, δεν υπακούει σε κάποια τελολογία, πορεύεται με βάση την επικράτηση του ικανότερου και της ικανότερης ομάδας/κοινωνίας, σύμφωνα με το ιδεολογικό/πολιτικό αφήγημα που θα επικρατήσει. Σε αναλογία με τη βιολογική εξέλιξη, όπου οι γονιδιακές μεταλλάξεις καθορίζουν τι θα επιβιώσει.
Έχει γραφτεί και έχει υποστηριχθεί από κάποιους μελλοντολόγους ότι είναι θέμα χρόνου η επιστήμη να επέμβει στα κέντρα του εγκεφάλου που σχετίζονται με τα θετικά συναισθήματα και να δημιουργήσει «ευτυχία». Είναι αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «μετα-ευτυχία». Το εγχείρημα αυτό, όμως, έχει να αντιμετωπίσει βασικές δυσκολίες. Προς το παρόν, εκεί όπου η επιστήμη θα μπορούσε να επέμβει είναι το «ηδονικό» τμήμα της ευτυχίας. Είτε με τη χημεία και τη χρήση ουσιών, ή με ενεργοποίηση των αντίστοιχων νευρώνων, ή με χρήση γενετικής μηχανικής και νανοτεχνολογίας. Αυτό όμως αντιστοιχεί σε ένα είδος «βιάγκρα» ευτυχίας και δεν μπορεί παρά να έχει περιορισμένη διάρκεια. Ο λόγος είναι ότι το βιολογικό μας υπόστρωμα, στη φυσική του κατάσταση, αντιδρά μόνο σε αλλαγές των ερεθισμάτων παρά στην έντασή τους. Το αίσθημα της ευχαρίστησης μετά από λίγο φθίνει, εκτός εάν η έντασή του συνεχώς αυξάνεται. Μόλις μια ανάγκη μας έχει ικανοποιηθεί, τα σχετικά αισθήματα ατονούν. Παρ’ όλα αυτά, η μνήμη διατηρεί την ευχάριστη στιγμή και θέλει να την επαναλάβει στο μέλλον, φαντασιωνόμενη μελλοντικά ευχάριστα βιώματα. Και υπάρχει «σοφία» σ’ αυτό. Σε αντίθετη περίπτωση, θα απολαμβάναμε μόνον το τώρα και θα γινόμαστε ευάλωτοι στην επιβίωσή μας αύριο.
Με άλλα λόγια, η βιολογική εξέλιξη μέσα από τη φυσική επιλογή εκατομμυρίων χρόνων μάς σφυρηλάτησε έτσι ώστε να μην είμαστε συνέχεια σε κατάσταση ευτυχίας, και, σε συνδυασμό με την πολιτιστική εξέλιξη, να βιώνουμε το «φάντασμα» της ευτυχίας στο φαντασιακό μας, σε χρόνο παρελθόντα και μέλλοντα σαν άτομα αλλά και σαν κοινωνικά όντα. Η τεχνική μετα-ευτυχία, χωρίς καμία πρόσβαση στο φαντασιακό, θα συρρίκνωνε τον άνθρωπο στη ζωώδη κατάστασή του, με κίνδυνο να ακυρώσει την πολιτιστική εξέλιξη χιλιάδων χρόνων. Σε ένα από τα πιο γνωστά πειράματα, οι Old και Milner εμφύτευσαν ηλεκτρόδια στα κέντρα «ευχαρίστησης» σε ποντίκια που έμαθαν να τα ενεργοποιούν με έναν μοχλό. Αυτά συνεχώς προτιμούσαν την εμπειρία αυτή από το φαΐ, το νερό ή την ξεκούραση μέχρι που έφταναν σε σημείο εξόντωσης. Αντίθετα, η φυσική επιλογή μάς εξόπλισε με την ιδιότητα να μην επιθυμούμε τη συνεχή αυτο-τροφοδοτούμενη εμπειρία ευχαρίστησης. Απλά να τη θυμόμαστε.
Η μετα-ευτυχία των μελλοντολόγων, μια κατάσταση συνεχούς ευτυχίας που, όπως αναφέρει ο φιλόσοφος David Pierce στο βιβλίο του «The Hedonistic Imperative», θα εξαλείψει τον πόνο της φυσικής και συναισθηματικής ζωής, μάλλον θα μας εξόντωνε: όχι από πόνο αλλά από… ευτυχία. Εκτός κι αν πρώτα άλλαζαν γονιδιακά αυτή τη σοφή ισορροπία θετικών και αρνητικών συναισθημάτων, με την οποία μας σφυρηλάτησε η φυσική επιλογή. Ποιος, ποιοι και ποια κέντρα εξουσίας θα έπαιρναν μια τέτοια απόφαση; Κι αν την έπαιρναν, σε ποιους θα την εφάρμοζαν και για ποιους λόγους;
Η μόνη ρεαλιστική απάντηση σε αυτά τα σενάρια παραμένει αυτή που έδωσε ο Αριστοτέλης. Η αναζήτηση της ευδαιμονίας και ο ρόλος της παιδείας προς την κατεύθυνση αυτή, τόσο σε ατομικό όσο και πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο. Η μετα-ευτυχία και τα σενάρια που απορρέουν από αυτήν «επιβιώνουν», επειδή η πολιτικο-οικονομική πραγματικότητα αδυνατεί ή και στερεί τη δυνατότητα για μια πλήρη άνθηση της ανθρώπινης προσωπικότητας, και την ενεργοποίηση των δυνατοτήτων του ανθρώπου και της δημιουργικότητάς του. Θα επανέλθουμε σε αυτό σε επόμενο άρθρο.
Απαγορεύεται να Μιλάς
Απαγορεύεται να σκέφτεσαι με τον δικό σου νου.
Απαγορεύεται να διαφωνείς με τους λακέδες της εξουσίας.
Έχουν λυσσάξει με τα δικαιώματα περί ελευθερίας του λόγου αλλά τους πιάνει μουγκαμάρα και τρόμος περί της ελευθερίας του αντίλογου. Πρέπει όλοι να λέμε “ναι κύριε” να συμφωνούμε και να υποστηρίζουμε το εξουσιαστικό αφήγημα. Η ανθρωπόμαζα δεν γνωρίζει πως δεν έχει απολύτως κανένα “δικαίωμα” παρά μονάχα προνόμια από την εξουσία και τα οποία προνόμια της τα αφαιρούν όποτε κάνουν κέφι με οποιαδήποτε γελοία δικαιολογία. Προνόμια που σου δίνει ο Αφέντης σου όποτε αυτός κρίνει απαραίτητο, έχεις βλακάκο και απολύτως κανένα δικαίωμα. Είναι σαν να λέμε πως τα πιόνια στο σκάκι έχουν δικαιώματα. Τα χαρτιά στην τράπουλα και τα ζάρια στο καζίνο πόσα δικαιώματα πιστεύεις ότι έχουν; Ε, άλλα τόσα έχεις κι εσύ.
Αν μάλιστα πιστεύεις, -γιατί ο φόβος θανάτου δεν σου επιτρέπει να γνωρίζεις- αυτά που σου λένε οι διανοητικές πόρνες των μέσων μαζικής εξαπάτησης και οι ειδικοί πεϊπερολόγοι, τα καλοπληρωμένα κολ γκερλ του επιστημονικού συστήματος της “Mystery Babylon” ε, τότε, μπράβο σου, είσαι άξιος για τον τίτλο “μαϊμού της ουτοπίας” που εύστοχα προσάπτουν στην ανθρωπότητα οι Επικυρίαρχοι της κι ο Κύριος κι Αφέντης σου.
Το κόλπο που έστησαν είναι αριστοτεχνικό, αφού απευθύνεται σε λαό που θεωρεί τιμητική την λέξη «ποίμνιο».
Δεν βγαίνουν τα νούμερα λεβεντομαλάκα μου, που δίνει το αφήγημα, εκτός κι αν είσαι νούμερο αντί για μηδενικό.
Και να θέλεις να τους πιστέψεις δεν μπορείς, δεν σε αφήνουν οι ανακολουθίες αυτών που λένε και κάνουν. Φυσικά εδώ στην Ελλάδα, τον τελευταίο τροχό του παγκόσμιου ζουρνά, κάνουν ό,τι τους λένε, δεν έχουν κανέναν έλεγχο στο τι θα κάνουν ή δεν θα κάνουν, αλλού παίρνονται οι αποφάσεις κι εδωνά εφαρμόζονται όπως σε κάθε πτωχευμένη παγκόσμια υποεπαρχία. Μην κοιτάς τι λένε οι μαριονέτες στα μέσα μαζικής προπαγάνδας, απλώς μιμιδίζουν το εξουσιαστικό παγκοσμιοποιημένο αφήγημα. Θέλουν υπάκουα προβατάκια, φοβισμένα μέχρις θανάτου που θα κάνουν αναντίρρητα ότι τους λένε. Είναι ευτύχημα πως στην χώρα του πολυμήχανου Οδυσσέα, δεν μπορούν να περάσουν την υπακοή, όσο βρώμικη δουλειά κι αν έχει κάνει η χριστιανική πανούκλα που θέρισε τα Ελληνόφωνα ποίμνια της. Την πολεμική Ψυχή του Ηρακλή και την Θεϊκή Πανουργία του Οδυσσέα είναι ανίκανοι να την διαβρώσουν. Και θα την βρουν μπροστά τους ή μπορεί και να την βρήκαν ήδη …
Στην Νέα Τάξη Πραγμάτων τα πράγματα είναι οι άνθρωποι.
Διαφωνώ με τον περιορισμό.
ΑΣΦΑΛΩΣ και ΔΙΑΦΩΝΩ με τα μέτρα αυτά.
Κοροϊδεύουν τον κόσμο. Με τα κρούσματα και τους νεκρούς έκλεισαν μέσα μία χώρα. Σας λένε για ‘εκθετική αύξηση’. Μα ιατρικώς ΠΑΝΤΑ σε μια ίωση υπάρχει εκθετική αύξηση και επανακάμπτει κατά κύματα. Φυσιολογικό.
Οι τεθνηκότες αυτοί είναι κατά συντριπτική πλειοψηφία άνθρωποι με χρόνια νοσήματα.
Πάντα η έντιμη ιατρική κοινότητα προσπαθούν ΕΝΑΓΩΝΙΩΣ να τους προστατεύσουν ΠΑΝΤΑ. Με σχετική απομόνωση. Τώρα ξαφνικά τους θυμήθηκαν και αιτιώνται πως έχουμε γονείς, παππούδες ως οικογένεια; Προσβλητικό. Εμείς ΠΑΝΤΑ τους προστατεύουμε. Διάλεξαν πειθήνιο όργανο, ως εκ χαρακτήρα λοιμωξιολόγο, υπάκουο στο σύστημα, για να τα περάσουν στον κόσμο όλα αυτά. Είτε με την λογική, είτε με το συναίσθημα. Ο ίδιος έλεγε εντελώς ΑΛΛΑ προ 2 ετών!
Θα μου πείτε, η διαφορά είναι πως έχουμε το εμβόλιο για να προστατεύσουμε τους ανθρώπους. Το εμβόλιο… ΤΟ ΕΜΒΟΛΙΟ…
Ο ένας λόγος που γίνονται όλα. Και μετά φυσικά θα σας πούνε “ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΟ” το εμβόλιο για να μην γίνουν τα περσινά! Θυμάστε την Ιταλία, θα σας λένε.
ΟΧΙ, υποχρεωτικό εμβόλιο δεν θα γίνει ΠΟΤΕ.
Ας το περάσουν από όσους νόμους θέλουν.
Έχουν πείσει μέσω της πλύσης εγκεφάλου των ΜΜΕ τον κόσμο και καταφέρονται ενάντια σ αυτούς τους λίγους, κακούς, ανεύθυνους συμπολίτες μας… Σταθείτε κοντά και σ’ αυτούς που φοβούνται και σ’ εκείνους που δεν φοβούνται! Μην διχάζεστε. Οκ νέα ίωση, οκ να προστατευθούν όπως ΠΑΝΤΑ οι ευπαθείς, οκ ας είμαστε προσεκτικοί, μα όχι όλο αυτό! Είχαν προετοιμάσει σαφέστατα τον εγκλεισμό και τον προετοίμαζαν με κλιμάκωση τις τελευταίες μέρες. Το γνωρίζαμε! Ξαφνικά κάποιοι απείθαρχοι που έβγαιναν έξω… κάποιοι που περνούσαν τα διόδια, κάποιοι που πήγαιναν εκκλησίες, θάλασσα, πικ νικ, την ΩΡΑ που εμείς βλέπαμε ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΕΡΗΜΩΜΕΝΑ! Το ξέραμε και για τον εγκλεισμό! Ότι κι αν γινόταν…
ΕΛΕΓΧΟΥΝ το μυαλό σας μέσω ΜΜΕ.
Είναι και τεστ πειθαρχίας.
ΜΗΝ τους αφήνετε.
Έχουν βάλει αναμεταδότες πολλούς πληρωμένους ιατρούς να σας τρομοκρατούν. Όσοι γιατροί είναι γνώστες της παθοφυσιολογίας, απλά γελάνε μ’ όλα αυτά! Δεν μιλάμε για θεωρίες συνομωσίας εδώ, αλλά για το ότι οι αριθμοί δεν βγαίνουν! Οι αναλύσεις που διαβάζετε είναι αστείες. Στατιστική γίνεται στην ιατρική ΜΟΝΟΝ σε ετήσια βάση! Και φυσικά μπήκαν αυτόβουλα εκατομμύρια άνθρωποι -που ΔΕΝ τους αδικώ, λόγω φόβου και άγνοιας- να γίνουν φανατικοί υπέρμαχοι των θέσεων αυτών.
Είδατε κάτι περίεργο να συμβαίνει τριγύρω σας ιατρικώς; (εκτός από τον φόβο). Είδατε φερ’ ειπείν το χάλι το προ 2 ετών με τα σχολεία τα μισά άδεια από την γρίπη; Σας έπεισαν με τις φράσεις, μεταδοτικότητα, περίεργος ιός; Γελοιοποίησαν τον κόσμο, βάζοντάς του μάσκες και γάντια στο άσχετο, για να μην κολλήσουν τον ‘φονικό ιό!!! Ξεπούλησαν τα αντισηπτικά και τα σαπούνια.
Εκθετική αύξηση…! Έλα…
Τώρα με αυτά που γράφω τι απομένει; Θα με ξαναπάρετε τηλ, οι γνωστοί να μην μιλώ στον κόσμο; Ο εισαγγελέας θα κινηθεί αυτόνομα όπως είπατε; Δεν υποκινώ κανέναν, έχουμε λάβει αυτή την απόφαση ως κράτος, ας την ακολουθήσουμε. Απλά διαφωνώ με τον περιορισμό.
Ναι υπάρχει ίωση. Είναι δυσανάλογα τα μέτρα όμως.
Ας πιστέψει λοιπόν ο κόσμος όποιον νομίζει. Έχετε τα ΜΜΕ. Αν τα είχαμε οι άλλοι, θα ήταν αλλιώς. Θα διαλύσουν το σύμπαν, την οικονομία, τα πάντα για το τίποτα! Για το καλό σου…
Φυσικά και δεν φταίει αποκλειστικά η Ελληνική κυβέρνηση. Είναι θέμα παγκοσμιοποίησης.
Κλείστε τους μέσα.
Δείξτε εικόνα.
Φοβίστε.
Μοιράστε φόβο θανάτου!
Ξάφνου όλα θα τελειώσουν και θα πουλήσουν την Μεγάλη Λύση.
Εμβόλιο…
Σκοτώνονται ανά την υφήλιο για την κυριαρχία.
Προσωπικά εγώ θα είμαι ΕΔΩ. Όσο περνά από το χέρι μου θα λέω στον κόσμο την ΑΛΗΘΕΙΑ που πιστεύω. Θα το φροντίζω μόνιμα. Θα ασχολούμαι με τις καρδιές των ανθρώπων, αλλά και με το πνεύμα και την ψυχή τους. Δεν θα ρισκάραμε και ΔΕΝ θα παίζαμε με τους συνανθρώπους μας ΠΟΤΕ! Έλληνες, να παραμείνετε ΕΝΩΜΕΝΟΙ. Μόνον αυτό λέω.
Απαγορεύεται να διαφωνείς με τους λακέδες της εξουσίας.
Έχουν λυσσάξει με τα δικαιώματα περί ελευθερίας του λόγου αλλά τους πιάνει μουγκαμάρα και τρόμος περί της ελευθερίας του αντίλογου. Πρέπει όλοι να λέμε “ναι κύριε” να συμφωνούμε και να υποστηρίζουμε το εξουσιαστικό αφήγημα. Η ανθρωπόμαζα δεν γνωρίζει πως δεν έχει απολύτως κανένα “δικαίωμα” παρά μονάχα προνόμια από την εξουσία και τα οποία προνόμια της τα αφαιρούν όποτε κάνουν κέφι με οποιαδήποτε γελοία δικαιολογία. Προνόμια που σου δίνει ο Αφέντης σου όποτε αυτός κρίνει απαραίτητο, έχεις βλακάκο και απολύτως κανένα δικαίωμα. Είναι σαν να λέμε πως τα πιόνια στο σκάκι έχουν δικαιώματα. Τα χαρτιά στην τράπουλα και τα ζάρια στο καζίνο πόσα δικαιώματα πιστεύεις ότι έχουν; Ε, άλλα τόσα έχεις κι εσύ.
Αν μάλιστα πιστεύεις, -γιατί ο φόβος θανάτου δεν σου επιτρέπει να γνωρίζεις- αυτά που σου λένε οι διανοητικές πόρνες των μέσων μαζικής εξαπάτησης και οι ειδικοί πεϊπερολόγοι, τα καλοπληρωμένα κολ γκερλ του επιστημονικού συστήματος της “Mystery Babylon” ε, τότε, μπράβο σου, είσαι άξιος για τον τίτλο “μαϊμού της ουτοπίας” που εύστοχα προσάπτουν στην ανθρωπότητα οι Επικυρίαρχοι της κι ο Κύριος κι Αφέντης σου.
Το κόλπο που έστησαν είναι αριστοτεχνικό, αφού απευθύνεται σε λαό που θεωρεί τιμητική την λέξη «ποίμνιο».
Δεν βγαίνουν τα νούμερα λεβεντομαλάκα μου, που δίνει το αφήγημα, εκτός κι αν είσαι νούμερο αντί για μηδενικό.
Και να θέλεις να τους πιστέψεις δεν μπορείς, δεν σε αφήνουν οι ανακολουθίες αυτών που λένε και κάνουν. Φυσικά εδώ στην Ελλάδα, τον τελευταίο τροχό του παγκόσμιου ζουρνά, κάνουν ό,τι τους λένε, δεν έχουν κανέναν έλεγχο στο τι θα κάνουν ή δεν θα κάνουν, αλλού παίρνονται οι αποφάσεις κι εδωνά εφαρμόζονται όπως σε κάθε πτωχευμένη παγκόσμια υποεπαρχία. Μην κοιτάς τι λένε οι μαριονέτες στα μέσα μαζικής προπαγάνδας, απλώς μιμιδίζουν το εξουσιαστικό παγκοσμιοποιημένο αφήγημα. Θέλουν υπάκουα προβατάκια, φοβισμένα μέχρις θανάτου που θα κάνουν αναντίρρητα ότι τους λένε. Είναι ευτύχημα πως στην χώρα του πολυμήχανου Οδυσσέα, δεν μπορούν να περάσουν την υπακοή, όσο βρώμικη δουλειά κι αν έχει κάνει η χριστιανική πανούκλα που θέρισε τα Ελληνόφωνα ποίμνια της. Την πολεμική Ψυχή του Ηρακλή και την Θεϊκή Πανουργία του Οδυσσέα είναι ανίκανοι να την διαβρώσουν. Και θα την βρουν μπροστά τους ή μπορεί και να την βρήκαν ήδη …
Στην Νέα Τάξη Πραγμάτων τα πράγματα είναι οι άνθρωποι.
Διαφωνώ με τον περιορισμό.
ΑΣΦΑΛΩΣ και ΔΙΑΦΩΝΩ με τα μέτρα αυτά.
Κοροϊδεύουν τον κόσμο. Με τα κρούσματα και τους νεκρούς έκλεισαν μέσα μία χώρα. Σας λένε για ‘εκθετική αύξηση’. Μα ιατρικώς ΠΑΝΤΑ σε μια ίωση υπάρχει εκθετική αύξηση και επανακάμπτει κατά κύματα. Φυσιολογικό.
Οι τεθνηκότες αυτοί είναι κατά συντριπτική πλειοψηφία άνθρωποι με χρόνια νοσήματα.
Πάντα η έντιμη ιατρική κοινότητα προσπαθούν ΕΝΑΓΩΝΙΩΣ να τους προστατεύσουν ΠΑΝΤΑ. Με σχετική απομόνωση. Τώρα ξαφνικά τους θυμήθηκαν και αιτιώνται πως έχουμε γονείς, παππούδες ως οικογένεια; Προσβλητικό. Εμείς ΠΑΝΤΑ τους προστατεύουμε. Διάλεξαν πειθήνιο όργανο, ως εκ χαρακτήρα λοιμωξιολόγο, υπάκουο στο σύστημα, για να τα περάσουν στον κόσμο όλα αυτά. Είτε με την λογική, είτε με το συναίσθημα. Ο ίδιος έλεγε εντελώς ΑΛΛΑ προ 2 ετών!
Θα μου πείτε, η διαφορά είναι πως έχουμε το εμβόλιο για να προστατεύσουμε τους ανθρώπους. Το εμβόλιο… ΤΟ ΕΜΒΟΛΙΟ…
Ο ένας λόγος που γίνονται όλα. Και μετά φυσικά θα σας πούνε “ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΟ” το εμβόλιο για να μην γίνουν τα περσινά! Θυμάστε την Ιταλία, θα σας λένε.
ΟΧΙ, υποχρεωτικό εμβόλιο δεν θα γίνει ΠΟΤΕ.
Ας το περάσουν από όσους νόμους θέλουν.
Έχουν πείσει μέσω της πλύσης εγκεφάλου των ΜΜΕ τον κόσμο και καταφέρονται ενάντια σ αυτούς τους λίγους, κακούς, ανεύθυνους συμπολίτες μας… Σταθείτε κοντά και σ’ αυτούς που φοβούνται και σ’ εκείνους που δεν φοβούνται! Μην διχάζεστε. Οκ νέα ίωση, οκ να προστατευθούν όπως ΠΑΝΤΑ οι ευπαθείς, οκ ας είμαστε προσεκτικοί, μα όχι όλο αυτό! Είχαν προετοιμάσει σαφέστατα τον εγκλεισμό και τον προετοίμαζαν με κλιμάκωση τις τελευταίες μέρες. Το γνωρίζαμε! Ξαφνικά κάποιοι απείθαρχοι που έβγαιναν έξω… κάποιοι που περνούσαν τα διόδια, κάποιοι που πήγαιναν εκκλησίες, θάλασσα, πικ νικ, την ΩΡΑ που εμείς βλέπαμε ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΕΡΗΜΩΜΕΝΑ! Το ξέραμε και για τον εγκλεισμό! Ότι κι αν γινόταν…
ΕΛΕΓΧΟΥΝ το μυαλό σας μέσω ΜΜΕ.
Είναι και τεστ πειθαρχίας.
ΜΗΝ τους αφήνετε.
Έχουν βάλει αναμεταδότες πολλούς πληρωμένους ιατρούς να σας τρομοκρατούν. Όσοι γιατροί είναι γνώστες της παθοφυσιολογίας, απλά γελάνε μ’ όλα αυτά! Δεν μιλάμε για θεωρίες συνομωσίας εδώ, αλλά για το ότι οι αριθμοί δεν βγαίνουν! Οι αναλύσεις που διαβάζετε είναι αστείες. Στατιστική γίνεται στην ιατρική ΜΟΝΟΝ σε ετήσια βάση! Και φυσικά μπήκαν αυτόβουλα εκατομμύρια άνθρωποι -που ΔΕΝ τους αδικώ, λόγω φόβου και άγνοιας- να γίνουν φανατικοί υπέρμαχοι των θέσεων αυτών.
Είδατε κάτι περίεργο να συμβαίνει τριγύρω σας ιατρικώς; (εκτός από τον φόβο). Είδατε φερ’ ειπείν το χάλι το προ 2 ετών με τα σχολεία τα μισά άδεια από την γρίπη; Σας έπεισαν με τις φράσεις, μεταδοτικότητα, περίεργος ιός; Γελοιοποίησαν τον κόσμο, βάζοντάς του μάσκες και γάντια στο άσχετο, για να μην κολλήσουν τον ‘φονικό ιό!!! Ξεπούλησαν τα αντισηπτικά και τα σαπούνια.
Εκθετική αύξηση…! Έλα…
Τώρα με αυτά που γράφω τι απομένει; Θα με ξαναπάρετε τηλ, οι γνωστοί να μην μιλώ στον κόσμο; Ο εισαγγελέας θα κινηθεί αυτόνομα όπως είπατε; Δεν υποκινώ κανέναν, έχουμε λάβει αυτή την απόφαση ως κράτος, ας την ακολουθήσουμε. Απλά διαφωνώ με τον περιορισμό.
Ναι υπάρχει ίωση. Είναι δυσανάλογα τα μέτρα όμως.
Ας πιστέψει λοιπόν ο κόσμος όποιον νομίζει. Έχετε τα ΜΜΕ. Αν τα είχαμε οι άλλοι, θα ήταν αλλιώς. Θα διαλύσουν το σύμπαν, την οικονομία, τα πάντα για το τίποτα! Για το καλό σου…
Φυσικά και δεν φταίει αποκλειστικά η Ελληνική κυβέρνηση. Είναι θέμα παγκοσμιοποίησης.
Κλείστε τους μέσα.
Δείξτε εικόνα.
Φοβίστε.
Μοιράστε φόβο θανάτου!
Ξάφνου όλα θα τελειώσουν και θα πουλήσουν την Μεγάλη Λύση.
Εμβόλιο…
Σκοτώνονται ανά την υφήλιο για την κυριαρχία.
Προσωπικά εγώ θα είμαι ΕΔΩ. Όσο περνά από το χέρι μου θα λέω στον κόσμο την ΑΛΗΘΕΙΑ που πιστεύω. Θα το φροντίζω μόνιμα. Θα ασχολούμαι με τις καρδιές των ανθρώπων, αλλά και με το πνεύμα και την ψυχή τους. Δεν θα ρισκάραμε και ΔΕΝ θα παίζαμε με τους συνανθρώπους μας ΠΟΤΕ! Έλληνες, να παραμείνετε ΕΝΩΜΕΝΟΙ. Μόνον αυτό λέω.
Γιατί οι άνθρωποι δεν εμπιστεύονται την επιστήμη;
Γιατί οι άνθρωποι δεν εμπιστεύονται την επιστήμη; Από φόβο;
Επειδή η Ιατρική τα τελευταία εκατό χρόνια έχει προχωρήσει τόσο πολύ, τόσο γρήγορα που δεν μπορούν να συλλάβουν την πρόοδο της. Και επειδή θέλουν να ξέρουν γιατί συμβαίνει αυτό που τους συμβαίνει.
Πολλές φορές η Ιατρική δεν έχει την απάντηση στο γιατί, αντιθέτως οι διάφοροι θεραπευτές εναλλακτικών θεραπειών δίνουν εξηγήσεις που έχουν ανάγκη να ακούσουν οι ασθενείς.
Στα παραπάνω θα προσθέσω εγώ, ότι χαρακτηριστικά πολλοί δεν μπορούν να κατανοήσουν πως και γιατί από την αρχή της επιδημίας άλλαξαν πολλές από τις αρχικές απόψεις για τα εμβόλια οι ασχολούμενοι με αυτά επιστήμονες.
Δεν μπορούν να κατανοήσουν ότι αυτό ακριβώς είναι η επιστήμη, η οποία βασίζεται στην αρχή της διαψευσιμότητας! Το έχω εξηγήσει όμως με απόλυτη σαφήνεια στο παρελθόν.:
Ο Καντ έγραψε ότι για να είναι αληθής μία πρόταση πρέπει να είναι αναγκαστικής και παγκόσμιας ισχύος. (Notwendig und Allgemeingültig). Αλλά τέτοιες προτάσεις είναι μόνον οι ταυτολογικές (a priori). Π. χ.: κάτι σιδερένιο είναι από σίδερο.
Οι εμπειρικές, που εισάγουν κάποιο πρόσθετο στοιχείο, μπορεί πάντα να είναι λανθασμένες. Όπως είπε ο Popper, η πρόταση: «Όλοι οι κύκνοι είναι άσπροι» ισχύει μόνο εφόσον δεν έχει εμφανιστεί ένας μαύρος κύκνος. Κι επειδή η εμπειρία δεν τελειώνει ποτέ, όλες οι αλήθειες – και οι επιστημονικές – είναι προσωρινές.
Έτσι στην επιστήμη δεν μιλάμε για επαλήθευση αλλά για επιβεβαίωση. Η δε επιστημονική πρόοδος δεν συντελείται με αποδείξεις, αλλά με διαψεύσεις. Είναι η αρχή της διαψευσιμότητας (falsifiability) που διατύπωσε o Popper.
Γι' αυτόν επιστημονική είναι μόνο μία πρόταση που μπορεί να διαψευσθεί – δηλαδή που περιέχει τα κριτήρια για τον έλεγχό της. Ο στίχος από ένα ποίημα, ή μία θρησκευτική μυστική εμπειρία δεν υπόκεινται σε έλεγχο εγκυρότητας. Λειτουργούν αλλιώς.
Επειδή η Ιατρική τα τελευταία εκατό χρόνια έχει προχωρήσει τόσο πολύ, τόσο γρήγορα που δεν μπορούν να συλλάβουν την πρόοδο της. Και επειδή θέλουν να ξέρουν γιατί συμβαίνει αυτό που τους συμβαίνει.
Πολλές φορές η Ιατρική δεν έχει την απάντηση στο γιατί, αντιθέτως οι διάφοροι θεραπευτές εναλλακτικών θεραπειών δίνουν εξηγήσεις που έχουν ανάγκη να ακούσουν οι ασθενείς.
Στα παραπάνω θα προσθέσω εγώ, ότι χαρακτηριστικά πολλοί δεν μπορούν να κατανοήσουν πως και γιατί από την αρχή της επιδημίας άλλαξαν πολλές από τις αρχικές απόψεις για τα εμβόλια οι ασχολούμενοι με αυτά επιστήμονες.
Δεν μπορούν να κατανοήσουν ότι αυτό ακριβώς είναι η επιστήμη, η οποία βασίζεται στην αρχή της διαψευσιμότητας! Το έχω εξηγήσει όμως με απόλυτη σαφήνεια στο παρελθόν.:
Ο Καντ έγραψε ότι για να είναι αληθής μία πρόταση πρέπει να είναι αναγκαστικής και παγκόσμιας ισχύος. (Notwendig und Allgemeingültig). Αλλά τέτοιες προτάσεις είναι μόνον οι ταυτολογικές (a priori). Π. χ.: κάτι σιδερένιο είναι από σίδερο.
Οι εμπειρικές, που εισάγουν κάποιο πρόσθετο στοιχείο, μπορεί πάντα να είναι λανθασμένες. Όπως είπε ο Popper, η πρόταση: «Όλοι οι κύκνοι είναι άσπροι» ισχύει μόνο εφόσον δεν έχει εμφανιστεί ένας μαύρος κύκνος. Κι επειδή η εμπειρία δεν τελειώνει ποτέ, όλες οι αλήθειες – και οι επιστημονικές – είναι προσωρινές.
Έτσι στην επιστήμη δεν μιλάμε για επαλήθευση αλλά για επιβεβαίωση. Η δε επιστημονική πρόοδος δεν συντελείται με αποδείξεις, αλλά με διαψεύσεις. Είναι η αρχή της διαψευσιμότητας (falsifiability) που διατύπωσε o Popper.
Γι' αυτόν επιστημονική είναι μόνο μία πρόταση που μπορεί να διαψευσθεί – δηλαδή που περιέχει τα κριτήρια για τον έλεγχό της. Ο στίχος από ένα ποίημα, ή μία θρησκευτική μυστική εμπειρία δεν υπόκεινται σε έλεγχο εγκυρότητας. Λειτουργούν αλλιώς.
Η Αρχαία Ελληνική Τέχνη και η Ακτινοβολία της
2.3.2. Η πρωτοαττική κεραμικήΟι Αθηναίοι κεραμείς και αγγειογράφοι του 7ου αιώνα π.Χ. εξακολουθούν να παράγουν αγγεία για την εσωτερική κυρίως αγορά, σε αντίθεση με τους Κορινθίους, που, όπως είδαμε, ήταν περισσότερο προσανατολισμένοι στις εξαγωγές. Τα αττικά αγγεία της εποχής αυτής τα ονομάζουμε πρωτοαττικά. Τα πιο εντυπωσιακά είναι μεγάλοι αμφορείς και υδρίες, που τοποθετούνται σε τάφους ως τεφροδόχοι και διατηρούν ακόμη, ειδικά στην πρώιμη φάση (700-675 π.Χ.), στοιχεία της γεωμετρικής παράδοσης. Στα χρόνια αυτά ανήκει μια υδρία από έναν τάφο στον Ανάλατο, κοντά στο Νέο Φάληρο. Το σώμα του αγγείου καλύπτεται από ζώνες με άγρια ζώα και πουλιά καθώς και από ελεύθερα σχεδιασμένα φυτικά κοσμήματα, ενώ στον λαιμό κυριαρχεί η απεικόνιση ενός κυκλίου χοροῦ με νέους και νέες. Σημαντική είναι, ωστόσο, η αλλαγή που συντελείται στο δεύτερο τέταρτο του αιώνα. Οι ζώνες με φυτικά κοσμήματα και σειρές ζώων περιορίζονται πολύ, ενώ κυριαρχούν οι παραστάσεις με μυθολογικά θέματα.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ένας μεγάλος αμφορέας από παιδικό τάφο της Ελευσίνας. Στο σώμα εικονίζεται ο αποκεφαλισμός της Μέδουσας από τον Περσέα και η καταδίωξη του ήρωα (που τον προστατεύει η Αθηνά) από τις δύο τερατόμορφες αδελφές της, την Ευρυάλη και τη Σθενώ. Οι τρεις φοβερές αδελφές, γνωστές ως Γοργόνες, ήταν φτερωτές και είχαν φρικτή όψη με φίδια στα μαλλιά και μεγάλα μυτερά δόντια· το πρόσωπό τους είχε τη δύναμη να απολιθώνει όποιον το κοίταζε. Η μόνη θνητή ήταν η Μέδουσα και αυτής το κεφάλι έπρεπε να κόψει ο Περσέας· όπλα του ήταν ένα ζευγάρι φτερωτά πέδιλα, ένα κυρτό μαχαίρι, η άρπη, και η σκούφια του Άδη (ᾍδου κυνέη), που έκανε αόρατο όποιον τη φορούσε. Ο Περσέας πλησίασε τις Γοργόνες την ώρα που κοιμούνταν και έκοψε το κεφάλι της Μέδουσας, κοιτάζοντας το είδωλο του σε μια χάλκινη ασπίδα για να μην απολιθωθεί. Οι δύο αθάνατες αδελφές της Μέδουσας ξύπνησαν και καταδίωξαν τον φονιά, δεν μπόρεσαν όμως να τον πιάσουν, γιατί η σκούφια του Άδη δεν άφηνε να τον δουν. Το κομμένο κεφάλι της Μέδουσας, το γοργόνειον, το πήρε η Αθηνά και το τοποθέτησε επάνω στην αιγίδα της, το προστατευτικό κάλυμμα από δέρμα κατσίκας που φορούσε στους ώμους και στο στήθος. Στην αρχαία ελληνική τέχνη το γοργόνειον χρησιμοποιείται συχνά ως αποτροπαϊκό μοτίβο, ιδιαίτερα επάνω σε ασπίδες. Όλο το ύψος του λαιμού του αγγείου το καταλαμβάνει μια παράσταση εμπνευσμένη από έναν μύθο γνωστό από την Οδύσσεια: η τύφλωση του Πολύφημου. Ο μονόφθαλμος γίγαντας κάθεται στο έδαφος, κρατώντας ακόμη στο χέρι το ποτήρι με το κρασί που τον μέθυσε και τον αποκοίμισε· απέναντί του ο Οδυσσέας, με τη βοήθεια δύο συντρόφων, χώνει στο μάτι του το ξύλινο κοντάρι που είχε ετοιμάσει γι᾽ αυτό τον σκοπό. Ο αγγειογράφος διαφοροποιεί τη μορφή του Οδυσσέα, αφήνοντας το σώμα του στο χρώμα του πηλού και δηλώνοντας την πλαστικότητά του με σκίαση, σε αντίθεση με τα μονόχρωμα σκούρα σώματα των συντρόφων του και του Πολύφημου.
Η πρωτοαττική κεραμική συνέχισε να παράγεται ως το 620 π.Χ. περίπου. Από εκεί και έπειτα οι Αθηναίοι αγγειοπλάστες και αγγειογράφοι αρχίζουν να ανταγωνίζονται τους Κορινθίους για την κατάκτηση των πλούσιων αγορών της Ιταλίας (ιδιαίτερα της Ετρουρίας) και για τον σκοπό αυτό υιοθετούν μια πιο απαιτητική αλλά και πιο όμορφη τεχνική για τη διακόσμηση των αγγείων, που οι τελευταίοι είχαν επινοήσει: τον μελανόμορφο ρυθμό.
Αρχαίοι Έλληνες Φιλόσοφοι: Ι. ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΛΗ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ
8.6. Η αριστοτελική επαγωγή
Εδώ όμως ανακύπτει ένα κρίσιμο ερώτημα. Πώς φτάνει κανείς στη γνώση των πρώτων αρχών; Για να αρχίσει να λειτουργεί το δίκτυο των συλλογισμών και των αποδείξεων, πρέπει προηγουμένως να έχουν τεθεί οι πρώτες αρχές της επιστήμης. Οι επιστημονικοί συλλογισμοί μάς επιτρέπουν να εξηγήσουμε πλευρές της πραγματικότητας με βάση τις αρχές αυτές, δεν μπορούν όμως οι ίδιοι να μας οδηγήσουν στις αρχές. Ο Αριστοτέλης είχε το θάρρος να παραδεχθεί αυτό που, ακόμη και σήμερα, οι φιλόσοφοι και οι επιστήμονες διστάζουν να ομολογήσουν: οι αρχές κάθε επιστήμης, οι γενικότεροι νόμοι της, δεν μπορούν να αποδειχθούν - είναι προτάσεις «πρωταρχικές και αναπόδεικτες» (Αναλυτικά ύστερα 71b27).
Μας χρειάζεται λοιπόν μια άλλη μέθοδος για να φτάσουμε στις πρώτες αρχές, μια μέθοδος αντίστροφη από τον συλλογισμό. Με τον συλλογισμό μεταβαίνουμε από το γενικό στο ειδικό, ενώ τώρα θέλουμε να δούμε πώς κάποιος φτάνει στη σύλληψη του γενικού. Η μέθοδος αυτή ονομάστηκε από τον Αριστοτέλη «επαγωγή». Με την επαγωγή ο επιστήμονας ξεκινά από τα περίπλοκα και ανομοιογενή δεδομένα της εμπειρίας του και καταφέρνει να τα τιθασεύσει, ανακαλύπτοντας πίσω από αυτά γενικούς νόμους και αρχές.
Η επιστημονική λοιπόν γνώση περιλαμβάνει δύο στάδια.
Στο πρώτο στάδιο ο επιστήμονας λειτουργεί ερευνητικά και επαγωγικά. Καταρχήν συλλέγει κάθε είδους παρατηρήσεις και εμπειρικά δεδομένα ανάλογα με τον τομέα που μελετά. Ο Αριστοτέλης μάλιστα θεωρεί ότι η πρωταρχική αυτή διερεύνηση δεν πρέπει να περιοριστεί στα στοιχεία που αποκομίζει κανείς από τις αισθήσεις του. Ιδιαίτερα χρήσιμες και διαφωτιστικές θα αποδειχθούν και οι προϋπάρχουσες κοινές αντιλήψεις για οποιοδήποτε θέμα, η συσσωρευμένη παλαιότερη γνώση, η πείρα του κοινού νου (τα λεγόμενα «ένδοξα»). Αλλά και η ίδια η γλώσσα κρύβει πολύτιμα μυστικά, αφού, όπως είδαμε, συνδέεται άρρηκτα με τη σκέψη και την πραγματικότητα. Αν, για παράδειγμα, κάποιος θέλει να μελετήσει την ανθρώπινη ψυχή, θα πρέπει να παρατηρήσει συστηματικά τη συμπεριφορά των ανθρώπων γύρω του, θα πρέπει όμως να αντλήσει στοιχεία και από τις αντιλήψεις της εποχής του για την ψυχή, όπως και από τον τρόπο που μιλάνε οι άνθρωποι για την ψυχή και τα ψυχικά φαινόμενα.
Ο συστηματικός παρατηρητής δεν είναι όμως ακόμη επιστήμονας. Η επιστήμη και η φιλοσοφία είναι σύλληψη του «καθόλου», και η συλλογή δεδομένων δεν οδηγεί αυτομάτως στις πρώτες αρχές. Απαιτείται ένα διανοητικό άλμα, η μετάβαση από τα πολλά και πολύμορφα στα λίγα και γενικά, όπου δοκιμάζεται η κριτική ικανότητα και η φαντασία του ερευνητή. Το βέβαιο είναι ότι ο επιστήμονας γενικεύει, ότι λειτουργεί επαγωγικά. Όλες όμως οι γενικεύσεις δεν είναι κατ᾽ ανάγκην σωστές. Οι πρώτες αρχές της επιστήμης πρέπει να είναι αληθείς και αναγκαίες, και επιπλέον να μπορούν να εξηγήσουν την ολότητα των φαινομένων του σχετικού κλάδου - να αποτελούν «αίτια» των φαινομένων.
Η επιστημονική γνώση είναι αιτιακή γνώση. «Γνωρίζουμε κάτι,» λέει ο Αριστοτέλης, «μόνο όταν συλλάβουμε το γιατί του» (Φυσικά 194b19). Το αίτιο όμως ενός γεγονότος ή ενός φαινομένου δεν είναι ένα και μοναδικό. Ο Αριστοτέλης μάλιστα υποστηρίζει ότι, αν αναλύσουμε τον τρόπο με τον οποίο εξηγούμε τα πράγματα, θα διακρίνουμε τέσσερις μορφές αιτίων: την «ύλη», το «είδος», το ποιητικό αίτιο και το τελικό αίτιο. Αν μελετήσουμε λ.χ. το φαινόμενο της γέννησης ενός ζώου, θα πρέπει να αναφερθούμε στις σάρκες και στα οστά του νεογνού (στην «ύλη» του), αλλά και στο ζωικό «είδος» που αναπαράγεται. Θα πρέπει ακόμη να προσδιορίσουμε ποιος γεννά το νεογνό, ποιοι είναι δηλαδή οι γεννήτορές του (το ποιητικό αίτιο). Τέλος, θα πρέπει να αναρωτηθούμε ποιος είναι ο σκοπός της συγκεκριμένης γέννησης, και μια πιθανή απάντηση θα ήταν ότι είναι η διατήρηση του είδους (το τελικό αίτιο). Θα φτάσουμε, επομένως, σε μια πλήρη εξήγηση του φαινομένου, όταν καταφέρουμε να προσδιορίσουμε όλους τους παράγοντες που το επηρεάζουν αποφασιστικά.
Στο δεύτερο στάδιο της επιστημονικής διαδικασίας θα κριθεί η αλήθεια και η επάρκεια των πρώτων αρχών και των αιτίων. Ο επιστήμονας θα χρησιμοποιήσει τις πρώτες αρχές για να διατυπώσει συλλογισμούς που θα εξηγούν και θα ταξινομούν τα επιμέρους φαινόμενα που έχει ήδη συγκεντρώσει. Αν οι πρώτες αρχές είναι κατάλληλες, θα αποτελέσουν το θεμέλιο για την οικοδόμηση του συστήματος των προτάσεων της συγκεκριμένης επιστήμης.
Εδώ όμως ανακύπτει ένα κρίσιμο ερώτημα. Πώς φτάνει κανείς στη γνώση των πρώτων αρχών; Για να αρχίσει να λειτουργεί το δίκτυο των συλλογισμών και των αποδείξεων, πρέπει προηγουμένως να έχουν τεθεί οι πρώτες αρχές της επιστήμης. Οι επιστημονικοί συλλογισμοί μάς επιτρέπουν να εξηγήσουμε πλευρές της πραγματικότητας με βάση τις αρχές αυτές, δεν μπορούν όμως οι ίδιοι να μας οδηγήσουν στις αρχές. Ο Αριστοτέλης είχε το θάρρος να παραδεχθεί αυτό που, ακόμη και σήμερα, οι φιλόσοφοι και οι επιστήμονες διστάζουν να ομολογήσουν: οι αρχές κάθε επιστήμης, οι γενικότεροι νόμοι της, δεν μπορούν να αποδειχθούν - είναι προτάσεις «πρωταρχικές και αναπόδεικτες» (Αναλυτικά ύστερα 71b27).
Μας χρειάζεται λοιπόν μια άλλη μέθοδος για να φτάσουμε στις πρώτες αρχές, μια μέθοδος αντίστροφη από τον συλλογισμό. Με τον συλλογισμό μεταβαίνουμε από το γενικό στο ειδικό, ενώ τώρα θέλουμε να δούμε πώς κάποιος φτάνει στη σύλληψη του γενικού. Η μέθοδος αυτή ονομάστηκε από τον Αριστοτέλη «επαγωγή». Με την επαγωγή ο επιστήμονας ξεκινά από τα περίπλοκα και ανομοιογενή δεδομένα της εμπειρίας του και καταφέρνει να τα τιθασεύσει, ανακαλύπτοντας πίσω από αυτά γενικούς νόμους και αρχές.
Η επιστημονική λοιπόν γνώση περιλαμβάνει δύο στάδια.
Στο πρώτο στάδιο ο επιστήμονας λειτουργεί ερευνητικά και επαγωγικά. Καταρχήν συλλέγει κάθε είδους παρατηρήσεις και εμπειρικά δεδομένα ανάλογα με τον τομέα που μελετά. Ο Αριστοτέλης μάλιστα θεωρεί ότι η πρωταρχική αυτή διερεύνηση δεν πρέπει να περιοριστεί στα στοιχεία που αποκομίζει κανείς από τις αισθήσεις του. Ιδιαίτερα χρήσιμες και διαφωτιστικές θα αποδειχθούν και οι προϋπάρχουσες κοινές αντιλήψεις για οποιοδήποτε θέμα, η συσσωρευμένη παλαιότερη γνώση, η πείρα του κοινού νου (τα λεγόμενα «ένδοξα»). Αλλά και η ίδια η γλώσσα κρύβει πολύτιμα μυστικά, αφού, όπως είδαμε, συνδέεται άρρηκτα με τη σκέψη και την πραγματικότητα. Αν, για παράδειγμα, κάποιος θέλει να μελετήσει την ανθρώπινη ψυχή, θα πρέπει να παρατηρήσει συστηματικά τη συμπεριφορά των ανθρώπων γύρω του, θα πρέπει όμως να αντλήσει στοιχεία και από τις αντιλήψεις της εποχής του για την ψυχή, όπως και από τον τρόπο που μιλάνε οι άνθρωποι για την ψυχή και τα ψυχικά φαινόμενα.
Ο συστηματικός παρατηρητής δεν είναι όμως ακόμη επιστήμονας. Η επιστήμη και η φιλοσοφία είναι σύλληψη του «καθόλου», και η συλλογή δεδομένων δεν οδηγεί αυτομάτως στις πρώτες αρχές. Απαιτείται ένα διανοητικό άλμα, η μετάβαση από τα πολλά και πολύμορφα στα λίγα και γενικά, όπου δοκιμάζεται η κριτική ικανότητα και η φαντασία του ερευνητή. Το βέβαιο είναι ότι ο επιστήμονας γενικεύει, ότι λειτουργεί επαγωγικά. Όλες όμως οι γενικεύσεις δεν είναι κατ᾽ ανάγκην σωστές. Οι πρώτες αρχές της επιστήμης πρέπει να είναι αληθείς και αναγκαίες, και επιπλέον να μπορούν να εξηγήσουν την ολότητα των φαινομένων του σχετικού κλάδου - να αποτελούν «αίτια» των φαινομένων.
Η επιστημονική γνώση είναι αιτιακή γνώση. «Γνωρίζουμε κάτι,» λέει ο Αριστοτέλης, «μόνο όταν συλλάβουμε το γιατί του» (Φυσικά 194b19). Το αίτιο όμως ενός γεγονότος ή ενός φαινομένου δεν είναι ένα και μοναδικό. Ο Αριστοτέλης μάλιστα υποστηρίζει ότι, αν αναλύσουμε τον τρόπο με τον οποίο εξηγούμε τα πράγματα, θα διακρίνουμε τέσσερις μορφές αιτίων: την «ύλη», το «είδος», το ποιητικό αίτιο και το τελικό αίτιο. Αν μελετήσουμε λ.χ. το φαινόμενο της γέννησης ενός ζώου, θα πρέπει να αναφερθούμε στις σάρκες και στα οστά του νεογνού (στην «ύλη» του), αλλά και στο ζωικό «είδος» που αναπαράγεται. Θα πρέπει ακόμη να προσδιορίσουμε ποιος γεννά το νεογνό, ποιοι είναι δηλαδή οι γεννήτορές του (το ποιητικό αίτιο). Τέλος, θα πρέπει να αναρωτηθούμε ποιος είναι ο σκοπός της συγκεκριμένης γέννησης, και μια πιθανή απάντηση θα ήταν ότι είναι η διατήρηση του είδους (το τελικό αίτιο). Θα φτάσουμε, επομένως, σε μια πλήρη εξήγηση του φαινομένου, όταν καταφέρουμε να προσδιορίσουμε όλους τους παράγοντες που το επηρεάζουν αποφασιστικά.
Στο δεύτερο στάδιο της επιστημονικής διαδικασίας θα κριθεί η αλήθεια και η επάρκεια των πρώτων αρχών και των αιτίων. Ο επιστήμονας θα χρησιμοποιήσει τις πρώτες αρχές για να διατυπώσει συλλογισμούς που θα εξηγούν και θα ταξινομούν τα επιμέρους φαινόμενα που έχει ήδη συγκεντρώσει. Αν οι πρώτες αρχές είναι κατάλληλες, θα αποτελέσουν το θεμέλιο για την οικοδόμηση του συστήματος των προτάσεων της συγκεκριμένης επιστήμης.
Σάββατο 18 Δεκεμβρίου 2021
ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΣΟΦΟΚΛΗΣ - Φιλοκτήτης (1263-1307)
ΦΙ. τίς αὖ παρ᾽ ἄντροις θόρυβος ἵσταται βοῆς;
που εδώ έξω ακούω; τί με φωνάζετ᾽ έτσι;
τί θέλετ᾽ από μένα εσείς; ω αλί μου,
κακό που βλέπω· μήπως έρχεστε
καμιά μεγάλη ακόμα δυστυχία
να φέρετε, πάνω στις άλλες πὄχω;
ΝΕΟ. Μη φοβάσαι· μ᾽ άκου τα λόγια πού ηρθα
να σου φέρω. ΦΙΛ. Και πώς να μη φοβούμαι;
μήπως και πριν απ᾽ τα καλά τα λόγια
δε χάθηκα, που πήα να σε πιστέψω;
ΝΕΟ. Τάχα και δε μπορεί ποτέ κανένας
1270 να μετανιώσει; ΦΙΛ. Έτσι έδειχνες και τότε
που μου ᾽κλεβες τα τόξα· όλο ειλικρίνεια
στα λόγια και στο βάθος προδοσία.
ΝΕΟ. Τώρα όχι πια· μα θα ᾽θελα ν᾽ ακούσω
τί έχεις αποφασίσει· εδώ να μείνεις
οριστικά ή να ᾽ρθεις μαζί μας; ΦΙΛ. Πάψε,
μήτε μια λέξη παραπάνω· κι όσα
να πεις, όλα θα πήγαιναν χαμένα.
ΝΕΟ. Ώστε αποφάσισες; ΦΙΛ. Και πιο πολύ
απ᾽ όσο λέγω, νιώσε το. ΝΕΟ. Μα εγώ
θα ᾽θελα να μπορούσαν να σε πείσουν
τα λόγια μου, μ᾽ αφού δεν χρησιμεύουν
τίποτα, παύω. ΦΙΛ. Κι άδικα θα χάσεις
1280 τον κόπο σου μ᾽ όσα κι αν πεις, γιατί
ποτέ δε θα κερδίσεις την καρδιά μου,
συ που με δόλους τη ζωή μου εμένα
μου έχεις στερήσει, και τολμάς ακόμα
να δίνεις συμβουλές, εσύ, το ανάξιο
παιδί ενός τέτοιου ασύγκριτου πατέρα.
Στ᾽ ανάθεμα όλοι σας, οι Ατρείδες πρώτοι,
έπειτα του Λαέρτη ο γιος και συ.
ΝΕΟ. Πάψε να καταριέσαι και νά, πάρε
απ᾽ το δικό μου χέρι αυτά τα τόξα.
ΦΙΛ. Πώς είπες; μήπως μας δολώνουν πάλι;
ΝΕΟ. Όχι, μά τ᾽ άγιο σέβας του Ύψιστου Δία.
1290 ΦΙΛ. Ω τί λαχτάρα, λόγια αν λες αλήθεια!
ΝΕΟ. Νά ευτύς κι η απόδειξη· άπλωσε το χέρι
και κράτα να ᾽χεις τα όπλα που σου ανήκουν.
ΟΔΥ. Μα εγώ το απαγορεύω —μάρτυρές μου
οι θεοί— εξ ονόματος των Ατρειδών
κι όλου μας του στρατού. ΦΙΛ. Τίνος, παιδί μου,
είναι η φωνή; δεν είναι του Λαέρτη
π᾽ άκουσα ο γιος; ΟΔΥ. Εγώ όλος κι όλος, νά ᾽μαι
κι εμπρός σου να με δεις, εγώ που θα σε
στείλω στης Τροίας τους κάμπους με τη βία
κι αν του Αχιλλέα ο γιος θέλει ή δε θέλει.
ΦΙΛ. Μα δε θα το χαρείς, αν ίσια πάει
αυτό το βέλος. ΝΕΟ. Μη, για το Θεό,
1300 στάσου, μη ρίχνεις. ΦΙΛ. Άφησ᾽ με, παιδί μου,
σε ξορκίζω, μη μου βαστάς το χέρι.
ΝΕΟ. Όχι· δε θα σ᾽ αφήσω. ΦΙΛ. Αχ, τον εχθρό μου
κι αντίμαχο γιατί να μ᾽ εμποδίσεις
με τα βέλη μου αυτά να τον σκοτώσω;
τί μ᾽ ἐκκαλεῖσθε; τοῦ κεχρημένοι, ξένοι;
1265 ὤμοι· κακὸν τὸ χρῆμα. μῶν τί μοι νέα
πάρεστε πρὸς κακοῖσι πέμποντες κακά;
ΝΕ. θάρσει· λόγους δ᾽ ἄκουσον οὓς ἥκω φέρων.
ΦΙ. δέδοικ᾽ ἔγωγε. καὶ τὰ πρὶν γὰρ ἐκ λόγων
καλῶν κακῶς ἔπραξα, σοῖς πεισθεὶς λόγοις.
1270 ΝΕ. οὔκουν ἔνεστι καὶ μεταγνῶναι πάλιν;
ΦΙ. τοιοῦτος ἦσθα τοῖς λόγοισι χὥτε μου
τὰ τόξ᾽ ἔκλεπτες, πιστός, ἀτηρὸς λάθρᾳ.
ΝΕ. ἀλλ᾽ οὔ τι μὴν νῦν· βούλομαι δέ σου κλύειν,
πότερα δέδοκταί σοι μένοντι καρτερεῖν,
1275 ἢ πλεῖν μεθ᾽ ἡμῶν. ΦΙ. παῦε, μὴ λέξῃς πέρα.
μάτην γὰρ ἃν εἴπῃς γε πάντ᾽ εἰρήσεται.
ΝΕ. οὕτω δέδοκται; ΦΙ. καὶ πέρα γ᾽ ἴσθ᾽ ἢ λέγω.
ΝΕ. ἀλλ᾽ ἤθελον μὲν ἄν σε πεισθῆναι λόγοις
ἐμοῖσιν· εἰ δὲ μή τι πρὸς καιρὸν λέγων
1280 κυρῶ, πέπαυμαι. ΦΙ. πάντα γὰρ φράσεις μάτην·
οὐ γάρ ποτ᾽ εὔνουν τὴν ἐμὴν κτήσῃ φρένα,
ὅστις γ᾽ ἐμοῦ δόλοισι τὸν βίον λαβὼν
ἀπεστέρηκας· κᾆτα νουθετεῖς ἐμὲ
ἐλθών, ἀρίστου πατρὸς αἴσχιστος γεγώς.
1285 ὄλοισθ᾽, Ἀτρεῖδαι μὲν μάλιστ᾽, ἔπειτα δὲ
ὁ Λαρτίου παῖς, καὶ σύ. ΝΕ. μὴ ᾽πεύξῃ πέρα·
δέχου δὲ χειρὸς ἐξ ἐμῆς βέλη τάδε.
ΦΙ. πῶς εἶπας; ἆρα δεύτερον δολούμεθα;
ΝΕ. ἀπώμοσ᾽ ἁγνὸν Ζηνὸς ὑψίστου σέβας.
1290 ΦΙ. ὦ φίλτατ᾽ εἰπών, εἰ λέγεις ἐτήτυμα.
ΝΕ. τοὔργον παρέσται φανερόν. ἀλλὰ δεξιὰν
πρότεινε χεῖρα, καὶ κράτει τῶν σῶν ὅπλων.
ΟΔ. ἐγὼ δ᾽ ἀπαυδῶ γ᾽, ὡς θεοὶ ξυνίστορες,
ὑπέρ τ᾽ Ἀτρειδῶν τοῦ τε σύμπαντος στρατοῦ.
1295 ΦΙ. τέκνον, τίνος φώνημα, μῶν Ὀδυσσέως,
ἐπῃσθόμην; ΟΔ. σάφ᾽ ἴσθι· καὶ πέλας γ᾽ ὁρᾷς,
ὅς σ᾽ ἐς τὰ Τροίας πεδί᾽ ἀποστελῶ βίᾳ,
ἐάν τ᾽ Ἀχιλλέως παῖς ἐάν τε μὴ θέλῃ.
ΦΙ. ἀλλ᾽ οὔ τι χαίρων, ἢν τόδ᾽ ὀρθωθῇ βέλος.
1300 ΝΕ. ἆ, μηδαμῶς, μή, πρὸς θεῶν, μεθῇς βέλος.
ΦΙ. μέθες με, πρὸς θεῶν, χεῖρα, φίλτατον τέκνον.
ΝΕ. οὐκ ἂν μεθείην. ΦΙ. φεῦ· τί μ᾽ ἄνδρα πολέμιον
ἐχθρόν τ᾽ ἀφείλου μὴ κτανεῖν τόξοις ἐμοῖς;
ΝΕ. ἀλλ᾽ οὔτ᾽ ἐμοὶ τοῦτ᾽ ἐστὶν οὔτε σοὶ καλόν.
1305 ΦΙ. ἀλλ᾽ οὖν τοσοῦτόν γ᾽ ἴσθι, τοὺς πρώτους στρατοῦ,
τοὺς τῶν Ἀχαιῶν ψευδοκήρυκας, κακοὺς
ὄντας πρὸς αἰχμήν, ἐν δὲ τοῖς λόγοις θρασεῖς.
1265 ὤμοι· κακὸν τὸ χρῆμα. μῶν τί μοι νέα
πάρεστε πρὸς κακοῖσι πέμποντες κακά;
ΝΕ. θάρσει· λόγους δ᾽ ἄκουσον οὓς ἥκω φέρων.
ΦΙ. δέδοικ᾽ ἔγωγε. καὶ τὰ πρὶν γὰρ ἐκ λόγων
καλῶν κακῶς ἔπραξα, σοῖς πεισθεὶς λόγοις.
1270 ΝΕ. οὔκουν ἔνεστι καὶ μεταγνῶναι πάλιν;
ΦΙ. τοιοῦτος ἦσθα τοῖς λόγοισι χὥτε μου
τὰ τόξ᾽ ἔκλεπτες, πιστός, ἀτηρὸς λάθρᾳ.
ΝΕ. ἀλλ᾽ οὔ τι μὴν νῦν· βούλομαι δέ σου κλύειν,
πότερα δέδοκταί σοι μένοντι καρτερεῖν,
1275 ἢ πλεῖν μεθ᾽ ἡμῶν. ΦΙ. παῦε, μὴ λέξῃς πέρα.
μάτην γὰρ ἃν εἴπῃς γε πάντ᾽ εἰρήσεται.
ΝΕ. οὕτω δέδοκται; ΦΙ. καὶ πέρα γ᾽ ἴσθ᾽ ἢ λέγω.
ΝΕ. ἀλλ᾽ ἤθελον μὲν ἄν σε πεισθῆναι λόγοις
ἐμοῖσιν· εἰ δὲ μή τι πρὸς καιρὸν λέγων
1280 κυρῶ, πέπαυμαι. ΦΙ. πάντα γὰρ φράσεις μάτην·
οὐ γάρ ποτ᾽ εὔνουν τὴν ἐμὴν κτήσῃ φρένα,
ὅστις γ᾽ ἐμοῦ δόλοισι τὸν βίον λαβὼν
ἀπεστέρηκας· κᾆτα νουθετεῖς ἐμὲ
ἐλθών, ἀρίστου πατρὸς αἴσχιστος γεγώς.
1285 ὄλοισθ᾽, Ἀτρεῖδαι μὲν μάλιστ᾽, ἔπειτα δὲ
ὁ Λαρτίου παῖς, καὶ σύ. ΝΕ. μὴ ᾽πεύξῃ πέρα·
δέχου δὲ χειρὸς ἐξ ἐμῆς βέλη τάδε.
ΦΙ. πῶς εἶπας; ἆρα δεύτερον δολούμεθα;
ΝΕ. ἀπώμοσ᾽ ἁγνὸν Ζηνὸς ὑψίστου σέβας.
1290 ΦΙ. ὦ φίλτατ᾽ εἰπών, εἰ λέγεις ἐτήτυμα.
ΝΕ. τοὔργον παρέσται φανερόν. ἀλλὰ δεξιὰν
πρότεινε χεῖρα, καὶ κράτει τῶν σῶν ὅπλων.
ΟΔ. ἐγὼ δ᾽ ἀπαυδῶ γ᾽, ὡς θεοὶ ξυνίστορες,
ὑπέρ τ᾽ Ἀτρειδῶν τοῦ τε σύμπαντος στρατοῦ.
1295 ΦΙ. τέκνον, τίνος φώνημα, μῶν Ὀδυσσέως,
ἐπῃσθόμην; ΟΔ. σάφ᾽ ἴσθι· καὶ πέλας γ᾽ ὁρᾷς,
ὅς σ᾽ ἐς τὰ Τροίας πεδί᾽ ἀποστελῶ βίᾳ,
ἐάν τ᾽ Ἀχιλλέως παῖς ἐάν τε μὴ θέλῃ.
ΦΙ. ἀλλ᾽ οὔ τι χαίρων, ἢν τόδ᾽ ὀρθωθῇ βέλος.
1300 ΝΕ. ἆ, μηδαμῶς, μή, πρὸς θεῶν, μεθῇς βέλος.
ΦΙ. μέθες με, πρὸς θεῶν, χεῖρα, φίλτατον τέκνον.
ΝΕ. οὐκ ἂν μεθείην. ΦΙ. φεῦ· τί μ᾽ ἄνδρα πολέμιον
ἐχθρόν τ᾽ ἀφείλου μὴ κτανεῖν τόξοις ἐμοῖς;
ΝΕ. ἀλλ᾽ οὔτ᾽ ἐμοὶ τοῦτ᾽ ἐστὶν οὔτε σοὶ καλόν.
1305 ΦΙ. ἀλλ᾽ οὖν τοσοῦτόν γ᾽ ἴσθι, τοὺς πρώτους στρατοῦ,
τοὺς τῶν Ἀχαιῶν ψευδοκήρυκας, κακοὺς
ὄντας πρὸς αἰχμήν, ἐν δὲ τοῖς λόγοις θρασεῖς.
***
ΦΙΛ. Τί ᾽ναι αυτή πάλ᾽ η αντάρα κι οι φωνέςπου εδώ έξω ακούω; τί με φωνάζετ᾽ έτσι;
τί θέλετ᾽ από μένα εσείς; ω αλί μου,
κακό που βλέπω· μήπως έρχεστε
καμιά μεγάλη ακόμα δυστυχία
να φέρετε, πάνω στις άλλες πὄχω;
ΝΕΟ. Μη φοβάσαι· μ᾽ άκου τα λόγια πού ηρθα
να σου φέρω. ΦΙΛ. Και πώς να μη φοβούμαι;
μήπως και πριν απ᾽ τα καλά τα λόγια
δε χάθηκα, που πήα να σε πιστέψω;
ΝΕΟ. Τάχα και δε μπορεί ποτέ κανένας
1270 να μετανιώσει; ΦΙΛ. Έτσι έδειχνες και τότε
που μου ᾽κλεβες τα τόξα· όλο ειλικρίνεια
στα λόγια και στο βάθος προδοσία.
ΝΕΟ. Τώρα όχι πια· μα θα ᾽θελα ν᾽ ακούσω
τί έχεις αποφασίσει· εδώ να μείνεις
οριστικά ή να ᾽ρθεις μαζί μας; ΦΙΛ. Πάψε,
μήτε μια λέξη παραπάνω· κι όσα
να πεις, όλα θα πήγαιναν χαμένα.
ΝΕΟ. Ώστε αποφάσισες; ΦΙΛ. Και πιο πολύ
απ᾽ όσο λέγω, νιώσε το. ΝΕΟ. Μα εγώ
θα ᾽θελα να μπορούσαν να σε πείσουν
τα λόγια μου, μ᾽ αφού δεν χρησιμεύουν
τίποτα, παύω. ΦΙΛ. Κι άδικα θα χάσεις
1280 τον κόπο σου μ᾽ όσα κι αν πεις, γιατί
ποτέ δε θα κερδίσεις την καρδιά μου,
συ που με δόλους τη ζωή μου εμένα
μου έχεις στερήσει, και τολμάς ακόμα
να δίνεις συμβουλές, εσύ, το ανάξιο
παιδί ενός τέτοιου ασύγκριτου πατέρα.
Στ᾽ ανάθεμα όλοι σας, οι Ατρείδες πρώτοι,
έπειτα του Λαέρτη ο γιος και συ.
ΝΕΟ. Πάψε να καταριέσαι και νά, πάρε
απ᾽ το δικό μου χέρι αυτά τα τόξα.
ΦΙΛ. Πώς είπες; μήπως μας δολώνουν πάλι;
ΝΕΟ. Όχι, μά τ᾽ άγιο σέβας του Ύψιστου Δία.
1290 ΦΙΛ. Ω τί λαχτάρα, λόγια αν λες αλήθεια!
ΝΕΟ. Νά ευτύς κι η απόδειξη· άπλωσε το χέρι
και κράτα να ᾽χεις τα όπλα που σου ανήκουν.
ΟΔΥ. Μα εγώ το απαγορεύω —μάρτυρές μου
οι θεοί— εξ ονόματος των Ατρειδών
κι όλου μας του στρατού. ΦΙΛ. Τίνος, παιδί μου,
είναι η φωνή; δεν είναι του Λαέρτη
π᾽ άκουσα ο γιος; ΟΔΥ. Εγώ όλος κι όλος, νά ᾽μαι
κι εμπρός σου να με δεις, εγώ που θα σε
στείλω στης Τροίας τους κάμπους με τη βία
κι αν του Αχιλλέα ο γιος θέλει ή δε θέλει.
ΦΙΛ. Μα δε θα το χαρείς, αν ίσια πάει
αυτό το βέλος. ΝΕΟ. Μη, για το Θεό,
1300 στάσου, μη ρίχνεις. ΦΙΛ. Άφησ᾽ με, παιδί μου,
σε ξορκίζω, μη μου βαστάς το χέρι.
ΝΕΟ. Όχι· δε θα σ᾽ αφήσω. ΦΙΛ. Αχ, τον εχθρό μου
κι αντίμαχο γιατί να μ᾽ εμποδίσεις
με τα βέλη μου αυτά να τον σκοτώσω;
ΟΜΗΡΟΣ: Ἰλιάς (9.114-9.204)
Τὸν δ᾽ αὖτε προσέειπεν ἄναξ ἀνδρῶν Ἀγαμέμνων·
115 «Όλες μου είπες γέροντα, σωστά τες αμαρτίες.
Έσφαλα, ναι, τ΄ ομολογώ· αντί πολλών αξίζει
λαών ο άνθρωπος που ο Ζευς ολόψυχ΄ αγαπήσει.
Ως τώρα τούτον τίμησε, κι εμάς έχει αφανίσει,
αλλ΄ αν και τόσο ελεεινά τυφλώθη τότε ο νους μου
120 να το διορθώσω επιθυμώ με ξαγοράν πλουσίαν.
Και ιδού τα δώρα υπέρλαμπρα, που εγώ θα του προσφέρω·
άκαυτοι τρίποδες επτά, χρυσού τάλαντα δέκα,
είκοσι λέβητες λαμπροί και δώδεκα γενναίοι
ίπποι που εκέρδισαν πολλά τα πόδια των βραβεία·
125 αγροί και πολυτίμητο χρυσάφι δεν θα ελείπαν
του ανδρός, οπού θα ελάμβανε τα πλούτη απ᾽ τα βραβεία,
όσ᾽ απ᾽ τες νίκες έλαβα των μονονύχων ίππων,
κι επτά Λεσβίδες άξιες σ᾽ έργα λαμπρά θα δώσω,
που όταν την Λέσβον πόρθησεν αυτός, είχε διαλέξει
130 εύμορφες που των γυναικών το γένος ενικούσαν.
Τούτες θα δώσω και μ᾽ αυτές θα είναι η Βρισηίδα
οπού του επήρα· κι ενταυτώ θα ομόσω μέγαν όρκον,
ότι στην κλίνην της ποτέ μαζί της δεν ανέβην
ως των ανθρώπων, γυναικών και ανδρών, το θέλει ο πόθος.
135 Και τούτ᾽ αμέσως θα δοθούν· και αν οι θεοί θελήσουν
την υψηλήν να ρίξομεν την πόλιν του Πριάμου,
ας πάρει, όταν οι Αχαιοί τα λάφυρα μοιράσουν,
από χρυσόν και χάλκωμα γεμάτο ένα καράβι,
κι είκοσι Τρωαδίτισσες γυναίκες ας διαλέξει,
140 που μόν᾽ η Ελέν᾽ η Άργισσα στο κάλλος θα υπερβαίνει.
και στ᾽ Άργος το Αχαϊκόν, της γης μαστάρι, αν φθάσει,
γαμπρόν τον θέλω αγαπητόν, ως έχω τον Ορέστην,
που χαίρετ᾽ όλα τα καλά μονάκριβό μου αγόρι.
Στο στερεό μου μέγαρο τρεις έχω θυγατέρες·
145 από τες τρεις αδώρητα στο σπίτι του Πηλέως
ας φέρ᾽ ή την Χρυσόθεμιν ή και την Λαοδίκην
ή και την Ιφιάνασσαν και θα της δώσω δώρα
όσα κανείς στην κόρη του δεν έδωκε πατέρας.
Κι οι εξής είναι οι περίφημες που θα του δώσω χώρες:
150 Φηρές το θείον πόλισμα, Ενόπη, Καρδαμύλη,
Ιρή χλοώδης, Πήδασος αμπελοφόρος όλη,
Αίπεια λαμπρή και Άνθεια με το παχύ γρασίδι.
Όλες ακρόγιαλα σιμά, με την αμμώδη Πύλον.
Κι οι εγκάτοικοι πολύαρνοι, πολύμοσχοι με δώρα
155 θα τον τιμήσουν ως θεόν και αφθόνως θα του δίδουν
τα διορισμένα δίκαια, στο σκήπτρον αποκάτω.
Τούτα τα υπόσχομαι, αν αυτός απ᾽ τον θυμόν του παύσει.
Ας πραϋνθεί —απράυντος και άσπονδος είν᾽ ο Άδης,
δια τούτο μόνος των θεών μισείται απ᾽ τους ανθρώπους—
160 σ᾽ εμέν᾽ ας κλίνει, ανώτερος ως είμαι βασιλέας,
και ως δια την ηλικίαν μου να προτιμώμαι αρμόζει».
Και ο Νέστωρ ο Γερήνιος ιππότης του αποκρίθη:
«Ω Αγαμέμνον΄ αρχηγέ, τρισένδοξε Ατρείδη,
τα δώρα δεν είναι μικρά που δίδεις του Πηλείδη·
165 και άνδρες ας στείλουμ᾽ εκλεκτούς στον θείον Αχιλλέα,
και ας ξεκινήσουν γρήγορα να φθάσουν στην σκηνήν του.
Και ακούτε να τους δείξω εγώ, κι εκείνοι ας υπακούσουν.
Ο Φοίνιξ ο διίφιλος θα ᾽ναι οδηγός και πρώτος,
ο μέγας Αίας έπειτα και ο θείος Οδυσσέας,
170 κατόπιν των οι κήρυκες Οδίος κι Ευρυβάτης.
Νίψιμο φέρτε και σιγήν κηρύξετ᾽ ευλαβείας
δια να ευχηθούμεν έλεος προς τον πατέρα Δία».
Είπε και εις όλους αρεστός εφάνη εκείνου ο λόγος.
Και τα νερά τούς έχυσαν οι κήρυκες στα χέρια,
175 και αφού κρατήρες με κρασί στεφάνωσαν οι νέοι
έδωκε σ᾽ όλους απαρχήν στα γεμιστά ποτήρια,
και αφού σπονδίσαν κι έπιαν όσ᾽ ήθελε η ψυχή των,
από του Ατρείδη την σκηνήν εβγήκαν κι εκινήσαν.
Και ο Νέστωρ σύσταινε σ᾽ αυτούς με λόγον και με ντύμα
180 στον Οδυσσέα μάλιστα πολύ να προσπαθήσουν
να πείσουν όπως δύνανται τον άψογον Πηλείδην.
Και ως πήγαιναν ακρόγιαλα στον Ποσειδώνα ευχόνταν
την μεγαλόκαρδην ψυχήν να πείσουν του Αχιλλέως.
Στων Μυρμιδόνων τες σκηνές εφθάσαν και στα πλοία,
185 κι ήβραν αυτόν το πνεύμα του να τέρπει με γλυκείαν
καλήν κιθάραν τεχνικήν μ᾽ ολάργυρον τον πήχυν,
που διάλεξ᾽ απ᾽ τα λάφυρα την πόλιν όταν πήρε
του Αετίωνος· αυτός και την ψυχήν μ᾽ εκείνην
ιλάρωνε, και των ανδρών τες δόξες ετραγούδα.
190 Και ο Πάτροκλος εκάθονταν απέναντί του μόνος
σιωπηλός κι ανάμενε να παύσει το τραγούδι.
Ωστόσο αυτοί προχώρησαν, και πρώτος ο Οδυσσέας,
κι εμπρός του εστάθηκαν ορθοί· πετάχθη ξιπασμένος,
απ᾽ το θρονί του μ᾽ όλην του τη φόρμιγγα ο Πηλείδης·
195 ο Πάτροκλος σηκώθηκε και αυτός άμα τους είδε.
«Χαίρετε, ω φίλοι μου ακριβοί, τους είπεν ο Αχιλλέας,
—θα είναι ανάγκη φοβερή— σεις είσθε αγαπητοί μου,
όσο κανείς των Αχαιών, και ας είμαι χολωμένος».
Παράμερα τους έμπασεν ο θείος Αχιλλέας
200 και τους εκάθισε εις θρονιά με τάπητες ωραίους,
και του Πατρόκλου είπεν ευθύς: «Τρανότερον κρατήρα,
Μενοιτιάδη, στήσε τους, και με κρασί γενναίο
συγκέρνα τον, κι ετοίμασε του καθενός ποτήρι.
Ότ᾽ είναι άνδρες ακριβοί στην σκέπην μου αποκάτω».
115 «ὦ γέρον, οὔ τι ψεῦδος ἐμὰς ἄτας κατέλεξας·
ἀασάμην, οὐδ᾽ αὐτὸς ἀναίνομαι. ἀντί νυ πολλῶν
λαῶν ἐστὶν ἀνὴρ ὅν τε Ζεὺς κῆρι φιλήσῃ,
ὡς νῦν τοῦτον ἔτεισε, δάμασσε δὲ λαὸν Ἀχαιῶν.
ἀλλ᾽ ἐπεὶ ἀασάμην φρεσὶ λευγαλέῃσι πιθήσας,
120 ἂψ ἐθέλω ἀρέσαι δόμεναί τ᾽ ἀπερείσι᾽ ἄποινα.
ὑμῖν δ᾽ ἐν πάντεσσι περικλυτὰ δῶρ᾽ ὀνομήνω,
ἕπτ᾽ ἀπύρους τρίποδας, δέκα δὲ χρυσοῖο τάλαντα,
αἴθωνας δὲ λέβητας ἐείκοσι, δώδεκα δ᾽ ἵππους
πηγοὺς ἀθλοφόρους, οἳ ἀέθλια ποσσὶν ἄροντο.
125 οὔ κεν ἀλήϊος εἴη ἀνὴρ ᾧ τόσσα γένοιτο,
οὐδέ κεν ἀκτήμων ἐριτίμοιο χρυσοῖο,
ὅσσα μοι ἠνείκαντο ἀέθλια μώνυχες ἵπποι.
δώσω δ᾽ ἑπτὰ γυναῖκας ἀμύμονα ἔργα ἰδυίας,
Λεσβίδας, ἃς ὅτε Λέσβον ἐϋκτιμένην ἕλεν αὐτὸς
130 ἐξελόμην, αἳ κάλλει ἐνίκων φῦλα γυναικῶν.
τὰς μέν οἱ δώσω, μετὰ δ᾽ ἔσσεται ἣν τότ᾽ ἀπηύρων,
κούρη Βρισῆος· ἐπὶ δὲ μέγαν ὅρκον ὀμοῦμαι
μή ποτε τῆς εὐνῆς ἐπιβήμεναι ἠδὲ μιγῆναι,
ἣ θέμις ἀνθρώπων πέλει, ἀνδρῶν ἠδὲ γυναικῶν.
135 ταῦτα μὲν αὐτίκα πάντα παρέσσεται· εἰ δέ κεν αὖτε
ἄστυ μέγα Πριάμοιο θεοὶ δώωσ᾽ ἀλαπάξαι,
νῆα ἅλις χρυσοῦ καὶ χαλκοῦ νηησάσθω
εἰσελθών, ὅτε κεν δατεώμεθα ληΐδ᾽ Ἀχαιοί,
Τρωϊάδας δὲ γυναῖκας ἐείκοσιν αὐτὸς ἑλέσθω,
140 αἵ κε μετ᾽ Ἀργείην Ἑλένην κάλλισται ἔωσιν.
εἰ δέ κεν Ἄργος ἱκοίμεθ᾽ Ἀχαιϊκόν, οὖθαρ ἀρούρης,
γαμβρός κέν μοι ἔοι· τίσω δέ μιν ἶσον Ὀρέστῃ,
ὅς μοι τηλύγετος τρέφεται θαλίῃ ἔνι πολλῇ.
τρεῖς δέ μοί εἰσι θύγατρες ἐνὶ μεγάρῳ εὐπήκτῳ,
145 Χρυσόθεμις καὶ Λαοδίκη καὶ Ἰφιάνασσα,
τάων ἥν κ᾽ ἐθέλῃσι φίλην ἀνάεδνον ἀγέσθω
πρὸς οἶκον Πηλῆος· ἐγὼ δ᾽ ἐπὶ μείλια δώσω
πολλὰ μάλ᾽, ὅσσ᾽ οὔ πώ τις ἑῇ ἐπέδωκε θυγατρί·
ἑπτὰ δέ οἱ δώσω εὖ ναιόμενα πτολίεθρα,
150 Καρδαμύλην Ἐνόπην τε καὶ Ἱρὴν ποιήεσσαν,
Φηράς τε ζαθέας ἠδ᾽ Ἄνθειαν βαθύλειμον,
καλήν τ᾽ Αἴπειαν καὶ Πήδασον ἀμπελόεσσαν.
πᾶσαι δ᾽ ἐγγὺς ἁλός, νέαται Πύλου ἠμαθόεντος·
ἐν δ᾽ ἄνδρες ναίουσι πολύρρηνες πολυβοῦται,
155 οἵ κέ ἑ δωτίνῃσι θεὸν ὣς τιμήσουσι
καί οἱ ὑπὸ σκήπτρῳ λιπαρὰς τελέουσι θέμιστας.
ταῦτά κέ οἱ τελέσαιμι μεταλήξαντι χόλοιο.
δμηθήτω —Ἀΐδης τοι ἀμείλιχος ἠδ᾽ ἀδάμαστος·
τοὔνεκα καί τε βροτοῖσι θεῶν ἔχθιστος ἁπάντων—
160 καί μοι ὑποστήτω, ὅσσον βασιλεύτερός εἰμι
ἠδ᾽ ὅσσον γενεῇ προγενέστερος εὔχομαι εἶναι.»
Τὸν δ᾽ ἠμείβετ᾽ ἔπειτα Γερήνιος ἱππότα Νέστωρ·
«Ἀτρεΐδη κύδιστε, ἄναξ ἀνδρῶν Ἀγάμεμνον,
δῶρα μὲν οὐκέτ᾽ ὀνοστὰ διδοῖς Ἀχιλῆϊ ἄνακτι·
165 ἀλλ᾽ ἄγετε, κλητοὺς ὀτρύνομεν, οἵ κε τάχιστα
ἔλθωσ᾽ ἐς κλισίην Πηληϊάδεω Ἀχιλῆος.
εἰ δ᾽ ἄγε, τοὺς ἂν ἐγὼ ἐπιόψομαι, οἱ δὲ πιθέσθων.
Φοῖνιξ μὲν πρώτιστα Διῒ φίλος ἡγησάσθω,
αὐτὰρ ἔπειτ᾽ Αἴας τε μέγας καὶ δῖος Ὀδυσσεύς·
170 κηρύκων δ᾽ Ὀδίος τε καὶ Εὐρυβάτης ἅμ᾽ ἑπέσθων.
φέρτε δὲ χερσὶν ὕδωρ, εὐφημῆσαί τε κέλεσθε,
ὄφρα Διὶ Κρονίδῃ ἀρησόμεθ᾽, αἴ κ᾽ ἐλεήσῃ.»
Ὣς φάτο, τοῖσι δὲ πᾶσιν ἑαδότα μῦθον ἔειπεν.
αὐτίκα κήρυκες μὲν ὕδωρ ἐπὶ χεῖρας ἔχευαν,
175 κοῦροι δὲ κρητῆρας ἐπεστέψαντο ποτοῖο,
νώμησαν δ᾽ ἄρα πᾶσιν ἐπαρξάμενοι δεπάεσσιν.
αὐτὰρ ἐπεὶ σπεῖσάν τ᾽ ἔπιόν θ᾽ ὅσον ἤθελε θυμός,
ὁρμῶντ᾽ ἐκ κλισίης Ἀγαμέμνονος Ἀτρεΐδαο.
τοῖσι δὲ πόλλ᾽ ἐπέτελλε Γερήνιος ἱππότα Νέστωρ,
180 δενδίλλων ἐς ἕκαστον, Ὀδυσσῆϊ δὲ μάλιστα,
πειρᾶν ὡς πεπίθοιεν ἀμύμονα Πηλεΐωνα.
Τὼ δὲ βάτην παρὰ θῖνα πολυφλοίσβοιο θαλάσσης
πολλὰ μάλ᾽ εὐχομένω γαιηόχῳ ἐννοσιγαίῳ
ῥηϊδίως πεπιθεῖν μεγάλας φρένας Αἰακίδαο.
185 Μυρμιδόνων δ᾽ ἐπί τε κλισίας καὶ νῆας ἱκέσθην,
τὸν δ᾽ εὗρον φρένα τερπόμενον φόρμιγγι λιγείῃ,
καλῇ δαιδαλέῃ, ἐπὶ δ᾽ ἀργύρεον ζυγὸν ἦεν,
τὴν ἄρετ᾽ ἐξ ἐνάρων πόλιν Ἠετίωνος ὀλέσσας·
τῇ ὅ γε θυμὸν ἔτερπεν, ἄειδε δ᾽ ἄρα κλέα ἀνδρῶν.
190 Πάτροκλος δέ οἱ οἶος ἐναντίος ἧστο σιωπῇ,
δέγμενος Αἰακίδην, ὁπότε λήξειεν ἀείδων.
τὼ δὲ βάτην προτέρω, ἡγεῖτο δὲ δῖος Ὀδυσσεύς,
στὰν δὲ πρόσθ᾽ αὐτοῖο· ταφὼν δ᾽ ἀνόρουσεν Ἀχιλλεὺς
αὐτῇ σὺν φόρμιγγι, λιπὼν ἕδος ἔνθα θάασσεν.
195 ὣς δ᾽ αὔτως Πάτροκλος, ἐπεὶ ἴδε φῶτας, ἀνέστη.
τὼ καὶ δεικνύμενος προσέφη πόδας ὠκὺς Ἀχιλλεύς·
«χαίρετον· ἦ φίλοι ἄνδρες ἱκάνετον· ἦ τι μάλα χρεώ,
οἵ μοι σκυζομένῳ περ Ἀχαιῶν φίλτατοί ἐστον.»
Ὣς ἄρα φωνήσας προτέρω ἄγε δῖος Ἀχιλλεύς,
200 εἷσεν δ᾽ ἐν κλισμοῖσι τάπησί τε πορφυρέοισιν.
αἶψα δὲ Πάτροκλον προσεφώνεεν ἐγγὺς ἐόντα·
«μείζονα δὴ κρητῆρα, Μενοιτίου υἱέ, καθίστα,
ζωρότερον δὲ κέραιε, δέπας δ᾽ ἔντυνον ἑκάστῳ·
οἱ γὰρ φίλτατοι ἄνδρες ἐμῷ ὑπέασι μελάθρῳ.»
ἀασάμην, οὐδ᾽ αὐτὸς ἀναίνομαι. ἀντί νυ πολλῶν
λαῶν ἐστὶν ἀνὴρ ὅν τε Ζεὺς κῆρι φιλήσῃ,
ὡς νῦν τοῦτον ἔτεισε, δάμασσε δὲ λαὸν Ἀχαιῶν.
ἀλλ᾽ ἐπεὶ ἀασάμην φρεσὶ λευγαλέῃσι πιθήσας,
120 ἂψ ἐθέλω ἀρέσαι δόμεναί τ᾽ ἀπερείσι᾽ ἄποινα.
ὑμῖν δ᾽ ἐν πάντεσσι περικλυτὰ δῶρ᾽ ὀνομήνω,
ἕπτ᾽ ἀπύρους τρίποδας, δέκα δὲ χρυσοῖο τάλαντα,
αἴθωνας δὲ λέβητας ἐείκοσι, δώδεκα δ᾽ ἵππους
πηγοὺς ἀθλοφόρους, οἳ ἀέθλια ποσσὶν ἄροντο.
125 οὔ κεν ἀλήϊος εἴη ἀνὴρ ᾧ τόσσα γένοιτο,
οὐδέ κεν ἀκτήμων ἐριτίμοιο χρυσοῖο,
ὅσσα μοι ἠνείκαντο ἀέθλια μώνυχες ἵπποι.
δώσω δ᾽ ἑπτὰ γυναῖκας ἀμύμονα ἔργα ἰδυίας,
Λεσβίδας, ἃς ὅτε Λέσβον ἐϋκτιμένην ἕλεν αὐτὸς
130 ἐξελόμην, αἳ κάλλει ἐνίκων φῦλα γυναικῶν.
τὰς μέν οἱ δώσω, μετὰ δ᾽ ἔσσεται ἣν τότ᾽ ἀπηύρων,
κούρη Βρισῆος· ἐπὶ δὲ μέγαν ὅρκον ὀμοῦμαι
μή ποτε τῆς εὐνῆς ἐπιβήμεναι ἠδὲ μιγῆναι,
ἣ θέμις ἀνθρώπων πέλει, ἀνδρῶν ἠδὲ γυναικῶν.
135 ταῦτα μὲν αὐτίκα πάντα παρέσσεται· εἰ δέ κεν αὖτε
ἄστυ μέγα Πριάμοιο θεοὶ δώωσ᾽ ἀλαπάξαι,
νῆα ἅλις χρυσοῦ καὶ χαλκοῦ νηησάσθω
εἰσελθών, ὅτε κεν δατεώμεθα ληΐδ᾽ Ἀχαιοί,
Τρωϊάδας δὲ γυναῖκας ἐείκοσιν αὐτὸς ἑλέσθω,
140 αἵ κε μετ᾽ Ἀργείην Ἑλένην κάλλισται ἔωσιν.
εἰ δέ κεν Ἄργος ἱκοίμεθ᾽ Ἀχαιϊκόν, οὖθαρ ἀρούρης,
γαμβρός κέν μοι ἔοι· τίσω δέ μιν ἶσον Ὀρέστῃ,
ὅς μοι τηλύγετος τρέφεται θαλίῃ ἔνι πολλῇ.
τρεῖς δέ μοί εἰσι θύγατρες ἐνὶ μεγάρῳ εὐπήκτῳ,
145 Χρυσόθεμις καὶ Λαοδίκη καὶ Ἰφιάνασσα,
τάων ἥν κ᾽ ἐθέλῃσι φίλην ἀνάεδνον ἀγέσθω
πρὸς οἶκον Πηλῆος· ἐγὼ δ᾽ ἐπὶ μείλια δώσω
πολλὰ μάλ᾽, ὅσσ᾽ οὔ πώ τις ἑῇ ἐπέδωκε θυγατρί·
ἑπτὰ δέ οἱ δώσω εὖ ναιόμενα πτολίεθρα,
150 Καρδαμύλην Ἐνόπην τε καὶ Ἱρὴν ποιήεσσαν,
Φηράς τε ζαθέας ἠδ᾽ Ἄνθειαν βαθύλειμον,
καλήν τ᾽ Αἴπειαν καὶ Πήδασον ἀμπελόεσσαν.
πᾶσαι δ᾽ ἐγγὺς ἁλός, νέαται Πύλου ἠμαθόεντος·
ἐν δ᾽ ἄνδρες ναίουσι πολύρρηνες πολυβοῦται,
155 οἵ κέ ἑ δωτίνῃσι θεὸν ὣς τιμήσουσι
καί οἱ ὑπὸ σκήπτρῳ λιπαρὰς τελέουσι θέμιστας.
ταῦτά κέ οἱ τελέσαιμι μεταλήξαντι χόλοιο.
δμηθήτω —Ἀΐδης τοι ἀμείλιχος ἠδ᾽ ἀδάμαστος·
τοὔνεκα καί τε βροτοῖσι θεῶν ἔχθιστος ἁπάντων—
160 καί μοι ὑποστήτω, ὅσσον βασιλεύτερός εἰμι
ἠδ᾽ ὅσσον γενεῇ προγενέστερος εὔχομαι εἶναι.»
Τὸν δ᾽ ἠμείβετ᾽ ἔπειτα Γερήνιος ἱππότα Νέστωρ·
«Ἀτρεΐδη κύδιστε, ἄναξ ἀνδρῶν Ἀγάμεμνον,
δῶρα μὲν οὐκέτ᾽ ὀνοστὰ διδοῖς Ἀχιλῆϊ ἄνακτι·
165 ἀλλ᾽ ἄγετε, κλητοὺς ὀτρύνομεν, οἵ κε τάχιστα
ἔλθωσ᾽ ἐς κλισίην Πηληϊάδεω Ἀχιλῆος.
εἰ δ᾽ ἄγε, τοὺς ἂν ἐγὼ ἐπιόψομαι, οἱ δὲ πιθέσθων.
Φοῖνιξ μὲν πρώτιστα Διῒ φίλος ἡγησάσθω,
αὐτὰρ ἔπειτ᾽ Αἴας τε μέγας καὶ δῖος Ὀδυσσεύς·
170 κηρύκων δ᾽ Ὀδίος τε καὶ Εὐρυβάτης ἅμ᾽ ἑπέσθων.
φέρτε δὲ χερσὶν ὕδωρ, εὐφημῆσαί τε κέλεσθε,
ὄφρα Διὶ Κρονίδῃ ἀρησόμεθ᾽, αἴ κ᾽ ἐλεήσῃ.»
Ὣς φάτο, τοῖσι δὲ πᾶσιν ἑαδότα μῦθον ἔειπεν.
αὐτίκα κήρυκες μὲν ὕδωρ ἐπὶ χεῖρας ἔχευαν,
175 κοῦροι δὲ κρητῆρας ἐπεστέψαντο ποτοῖο,
νώμησαν δ᾽ ἄρα πᾶσιν ἐπαρξάμενοι δεπάεσσιν.
αὐτὰρ ἐπεὶ σπεῖσάν τ᾽ ἔπιόν θ᾽ ὅσον ἤθελε θυμός,
ὁρμῶντ᾽ ἐκ κλισίης Ἀγαμέμνονος Ἀτρεΐδαο.
τοῖσι δὲ πόλλ᾽ ἐπέτελλε Γερήνιος ἱππότα Νέστωρ,
180 δενδίλλων ἐς ἕκαστον, Ὀδυσσῆϊ δὲ μάλιστα,
πειρᾶν ὡς πεπίθοιεν ἀμύμονα Πηλεΐωνα.
Τὼ δὲ βάτην παρὰ θῖνα πολυφλοίσβοιο θαλάσσης
πολλὰ μάλ᾽ εὐχομένω γαιηόχῳ ἐννοσιγαίῳ
ῥηϊδίως πεπιθεῖν μεγάλας φρένας Αἰακίδαο.
185 Μυρμιδόνων δ᾽ ἐπί τε κλισίας καὶ νῆας ἱκέσθην,
τὸν δ᾽ εὗρον φρένα τερπόμενον φόρμιγγι λιγείῃ,
καλῇ δαιδαλέῃ, ἐπὶ δ᾽ ἀργύρεον ζυγὸν ἦεν,
τὴν ἄρετ᾽ ἐξ ἐνάρων πόλιν Ἠετίωνος ὀλέσσας·
τῇ ὅ γε θυμὸν ἔτερπεν, ἄειδε δ᾽ ἄρα κλέα ἀνδρῶν.
190 Πάτροκλος δέ οἱ οἶος ἐναντίος ἧστο σιωπῇ,
δέγμενος Αἰακίδην, ὁπότε λήξειεν ἀείδων.
τὼ δὲ βάτην προτέρω, ἡγεῖτο δὲ δῖος Ὀδυσσεύς,
στὰν δὲ πρόσθ᾽ αὐτοῖο· ταφὼν δ᾽ ἀνόρουσεν Ἀχιλλεὺς
αὐτῇ σὺν φόρμιγγι, λιπὼν ἕδος ἔνθα θάασσεν.
195 ὣς δ᾽ αὔτως Πάτροκλος, ἐπεὶ ἴδε φῶτας, ἀνέστη.
τὼ καὶ δεικνύμενος προσέφη πόδας ὠκὺς Ἀχιλλεύς·
«χαίρετον· ἦ φίλοι ἄνδρες ἱκάνετον· ἦ τι μάλα χρεώ,
οἵ μοι σκυζομένῳ περ Ἀχαιῶν φίλτατοί ἐστον.»
Ὣς ἄρα φωνήσας προτέρω ἄγε δῖος Ἀχιλλεύς,
200 εἷσεν δ᾽ ἐν κλισμοῖσι τάπησί τε πορφυρέοισιν.
αἶψα δὲ Πάτροκλον προσεφώνεεν ἐγγὺς ἐόντα·
«μείζονα δὴ κρητῆρα, Μενοιτίου υἱέ, καθίστα,
ζωρότερον δὲ κέραιε, δέπας δ᾽ ἔντυνον ἑκάστῳ·
οἱ γὰρ φίλτατοι ἄνδρες ἐμῷ ὑπέασι μελάθρῳ.»
***
Και προς αυτόν απάντησεν ο μέγας Αγαμέμνων:115 «Όλες μου είπες γέροντα, σωστά τες αμαρτίες.
Έσφαλα, ναι, τ΄ ομολογώ· αντί πολλών αξίζει
λαών ο άνθρωπος που ο Ζευς ολόψυχ΄ αγαπήσει.
Ως τώρα τούτον τίμησε, κι εμάς έχει αφανίσει,
αλλ΄ αν και τόσο ελεεινά τυφλώθη τότε ο νους μου
120 να το διορθώσω επιθυμώ με ξαγοράν πλουσίαν.
Και ιδού τα δώρα υπέρλαμπρα, που εγώ θα του προσφέρω·
άκαυτοι τρίποδες επτά, χρυσού τάλαντα δέκα,
είκοσι λέβητες λαμπροί και δώδεκα γενναίοι
ίπποι που εκέρδισαν πολλά τα πόδια των βραβεία·
125 αγροί και πολυτίμητο χρυσάφι δεν θα ελείπαν
του ανδρός, οπού θα ελάμβανε τα πλούτη απ᾽ τα βραβεία,
όσ᾽ απ᾽ τες νίκες έλαβα των μονονύχων ίππων,
κι επτά Λεσβίδες άξιες σ᾽ έργα λαμπρά θα δώσω,
που όταν την Λέσβον πόρθησεν αυτός, είχε διαλέξει
130 εύμορφες που των γυναικών το γένος ενικούσαν.
Τούτες θα δώσω και μ᾽ αυτές θα είναι η Βρισηίδα
οπού του επήρα· κι ενταυτώ θα ομόσω μέγαν όρκον,
ότι στην κλίνην της ποτέ μαζί της δεν ανέβην
ως των ανθρώπων, γυναικών και ανδρών, το θέλει ο πόθος.
135 Και τούτ᾽ αμέσως θα δοθούν· και αν οι θεοί θελήσουν
την υψηλήν να ρίξομεν την πόλιν του Πριάμου,
ας πάρει, όταν οι Αχαιοί τα λάφυρα μοιράσουν,
από χρυσόν και χάλκωμα γεμάτο ένα καράβι,
κι είκοσι Τρωαδίτισσες γυναίκες ας διαλέξει,
140 που μόν᾽ η Ελέν᾽ η Άργισσα στο κάλλος θα υπερβαίνει.
και στ᾽ Άργος το Αχαϊκόν, της γης μαστάρι, αν φθάσει,
γαμπρόν τον θέλω αγαπητόν, ως έχω τον Ορέστην,
που χαίρετ᾽ όλα τα καλά μονάκριβό μου αγόρι.
Στο στερεό μου μέγαρο τρεις έχω θυγατέρες·
145 από τες τρεις αδώρητα στο σπίτι του Πηλέως
ας φέρ᾽ ή την Χρυσόθεμιν ή και την Λαοδίκην
ή και την Ιφιάνασσαν και θα της δώσω δώρα
όσα κανείς στην κόρη του δεν έδωκε πατέρας.
Κι οι εξής είναι οι περίφημες που θα του δώσω χώρες:
150 Φηρές το θείον πόλισμα, Ενόπη, Καρδαμύλη,
Ιρή χλοώδης, Πήδασος αμπελοφόρος όλη,
Αίπεια λαμπρή και Άνθεια με το παχύ γρασίδι.
Όλες ακρόγιαλα σιμά, με την αμμώδη Πύλον.
Κι οι εγκάτοικοι πολύαρνοι, πολύμοσχοι με δώρα
155 θα τον τιμήσουν ως θεόν και αφθόνως θα του δίδουν
τα διορισμένα δίκαια, στο σκήπτρον αποκάτω.
Τούτα τα υπόσχομαι, αν αυτός απ᾽ τον θυμόν του παύσει.
Ας πραϋνθεί —απράυντος και άσπονδος είν᾽ ο Άδης,
δια τούτο μόνος των θεών μισείται απ᾽ τους ανθρώπους—
160 σ᾽ εμέν᾽ ας κλίνει, ανώτερος ως είμαι βασιλέας,
και ως δια την ηλικίαν μου να προτιμώμαι αρμόζει».
Και ο Νέστωρ ο Γερήνιος ιππότης του αποκρίθη:
«Ω Αγαμέμνον΄ αρχηγέ, τρισένδοξε Ατρείδη,
τα δώρα δεν είναι μικρά που δίδεις του Πηλείδη·
165 και άνδρες ας στείλουμ᾽ εκλεκτούς στον θείον Αχιλλέα,
και ας ξεκινήσουν γρήγορα να φθάσουν στην σκηνήν του.
Και ακούτε να τους δείξω εγώ, κι εκείνοι ας υπακούσουν.
Ο Φοίνιξ ο διίφιλος θα ᾽ναι οδηγός και πρώτος,
ο μέγας Αίας έπειτα και ο θείος Οδυσσέας,
170 κατόπιν των οι κήρυκες Οδίος κι Ευρυβάτης.
Νίψιμο φέρτε και σιγήν κηρύξετ᾽ ευλαβείας
δια να ευχηθούμεν έλεος προς τον πατέρα Δία».
Είπε και εις όλους αρεστός εφάνη εκείνου ο λόγος.
Και τα νερά τούς έχυσαν οι κήρυκες στα χέρια,
175 και αφού κρατήρες με κρασί στεφάνωσαν οι νέοι
έδωκε σ᾽ όλους απαρχήν στα γεμιστά ποτήρια,
και αφού σπονδίσαν κι έπιαν όσ᾽ ήθελε η ψυχή των,
από του Ατρείδη την σκηνήν εβγήκαν κι εκινήσαν.
Και ο Νέστωρ σύσταινε σ᾽ αυτούς με λόγον και με ντύμα
180 στον Οδυσσέα μάλιστα πολύ να προσπαθήσουν
να πείσουν όπως δύνανται τον άψογον Πηλείδην.
Και ως πήγαιναν ακρόγιαλα στον Ποσειδώνα ευχόνταν
την μεγαλόκαρδην ψυχήν να πείσουν του Αχιλλέως.
Στων Μυρμιδόνων τες σκηνές εφθάσαν και στα πλοία,
185 κι ήβραν αυτόν το πνεύμα του να τέρπει με γλυκείαν
καλήν κιθάραν τεχνικήν μ᾽ ολάργυρον τον πήχυν,
που διάλεξ᾽ απ᾽ τα λάφυρα την πόλιν όταν πήρε
του Αετίωνος· αυτός και την ψυχήν μ᾽ εκείνην
ιλάρωνε, και των ανδρών τες δόξες ετραγούδα.
190 Και ο Πάτροκλος εκάθονταν απέναντί του μόνος
σιωπηλός κι ανάμενε να παύσει το τραγούδι.
Ωστόσο αυτοί προχώρησαν, και πρώτος ο Οδυσσέας,
κι εμπρός του εστάθηκαν ορθοί· πετάχθη ξιπασμένος,
απ᾽ το θρονί του μ᾽ όλην του τη φόρμιγγα ο Πηλείδης·
195 ο Πάτροκλος σηκώθηκε και αυτός άμα τους είδε.
«Χαίρετε, ω φίλοι μου ακριβοί, τους είπεν ο Αχιλλέας,
—θα είναι ανάγκη φοβερή— σεις είσθε αγαπητοί μου,
όσο κανείς των Αχαιών, και ας είμαι χολωμένος».
Παράμερα τους έμπασεν ο θείος Αχιλλέας
200 και τους εκάθισε εις θρονιά με τάπητες ωραίους,
και του Πατρόκλου είπεν ευθύς: «Τρανότερον κρατήρα,
Μενοιτιάδη, στήσε τους, και με κρασί γενναίο
συγκέρνα τον, κι ετοίμασε του καθενός ποτήρι.
Ότ᾽ είναι άνδρες ακριβοί στην σκέπην μου αποκάτω».
Friedrich Nietzsche: Η καλύτερη δοκιμή της ανεξαρτησίας μας
Πρέπει να θέσει υπό έλεγχο κανείς τον εαυτό του για να διαπιστώσει αν είναι προορισμένος για ανεξαρτησία και διοίκηση- και πρέπει να το κάνει αυτό την κατάλληλη στιγμή. Δεν πρέπει να αποφύγει κανείς τους ελέγχους του, αν και ίσως να είναι το πιο επικίνδυνο παιχνίδι που μπορεί να παίξει κανείς, και τελικά είναι έλεγχοι που γίνονται μπροστά σε μας ως μάρτυρες και σε κανέναν άλλο δικαστή.
Να μην προσκολλόμαστε σε ένα πρόσωπο: κι ας είναι το πιο αγαπημένο — κάθε πρόσωπο είναι μια φυλακή και μαζί μια γωνιά.
Να μην προσκολλόμαστε σε μια πατρίδα: κι ας είναι η πιο βασανισμένη κι ας χρειάζεται επειγόντως βοήθεια — είναι ήδη λιγότερο δύσκολο να αποκόψει κανείς την καρδιά του από μια θριαμβεύουσα πατρίδα.
Να μην προσκολλόμαστε σε ένα αίσθημα οίκτου: έστω κι αν πρόκειται για ανώτερους ανθρώπους των οποίων το σπάνιο μαρτύριο και την αίσθηση του αβοήθητου μπορέσαμε να δούμε κατά τύχη.
Να μην προσκολλόμαστε σε μια επιστήμη: έστω κι αν μας γοητεύει με τις πιο πολύτιμες ανακαλύψεις που φαινομενικά κρατήθηκαν για μας.
Να μην προσκολλόμαστε στην ίδια μας την απόσπαση, σ' εκείνο το φιλήδονο ξεμάκρεμα και ξένωση του πουλιού, που πετά ολοένα και περισσότερο στα ύψη, ώστε να βλέπει ολοένα και περισσότερα πράγματα κάτω του — ο κίνδυνος εκείνου που πετάει.
Να μην προσκολλόμαστε στις ίδιες μας τις αρετές και να γινόμαστε ως σύνολο θύματα κάποιου μέρους του εαυτού μας, για παράδειγμα της «φιλοξενίας» μας, που είναι ο κίνδυνος των κινδύνων για ανώτερες και πλούσιες ψυχές, οι οποίες ξοδεύονται σπάταλα, σχεδόν αδιάφορα, και φέρνουν την αρετή της γενναιοδωρίας στο σημείο να γίνει ελάττωμα.
Πρέπει να ξέρουμε πώς να συντηρούμε τους εαυτούς μας: αυτή είναι η καλύτερη δοκιμή της ανεξαρτησίας.
Friedrich Wilhelm Nietzsche, Πέρα από το καλό και το κακό
Να μην προσκολλόμαστε σε ένα πρόσωπο: κι ας είναι το πιο αγαπημένο — κάθε πρόσωπο είναι μια φυλακή και μαζί μια γωνιά.
Να μην προσκολλόμαστε σε μια πατρίδα: κι ας είναι η πιο βασανισμένη κι ας χρειάζεται επειγόντως βοήθεια — είναι ήδη λιγότερο δύσκολο να αποκόψει κανείς την καρδιά του από μια θριαμβεύουσα πατρίδα.
Να μην προσκολλόμαστε σε ένα αίσθημα οίκτου: έστω κι αν πρόκειται για ανώτερους ανθρώπους των οποίων το σπάνιο μαρτύριο και την αίσθηση του αβοήθητου μπορέσαμε να δούμε κατά τύχη.
Να μην προσκολλόμαστε σε μια επιστήμη: έστω κι αν μας γοητεύει με τις πιο πολύτιμες ανακαλύψεις που φαινομενικά κρατήθηκαν για μας.
Να μην προσκολλόμαστε στην ίδια μας την απόσπαση, σ' εκείνο το φιλήδονο ξεμάκρεμα και ξένωση του πουλιού, που πετά ολοένα και περισσότερο στα ύψη, ώστε να βλέπει ολοένα και περισσότερα πράγματα κάτω του — ο κίνδυνος εκείνου που πετάει.
Να μην προσκολλόμαστε στις ίδιες μας τις αρετές και να γινόμαστε ως σύνολο θύματα κάποιου μέρους του εαυτού μας, για παράδειγμα της «φιλοξενίας» μας, που είναι ο κίνδυνος των κινδύνων για ανώτερες και πλούσιες ψυχές, οι οποίες ξοδεύονται σπάταλα, σχεδόν αδιάφορα, και φέρνουν την αρετή της γενναιοδωρίας στο σημείο να γίνει ελάττωμα.
Πρέπει να ξέρουμε πώς να συντηρούμε τους εαυτούς μας: αυτή είναι η καλύτερη δοκιμή της ανεξαρτησίας.
Friedrich Wilhelm Nietzsche, Πέρα από το καλό και το κακό
Όσκαρ Ουάιλντ: Η σιωπή του έρωτα
Έτσι όπως συχνά ο ήλιος με την εντυπωσιακή του λάμψη
διώχνει το θαμπό φεγγάρι, όσο και αν αντιστέκεται
στη σκοτεινή σπηλιά του, χωρίς να ακούσει
ούτε ένα τραγούδι από το αηδόνι
έτσι η ομορφιά σου μου σφραγίζει τα χείλη
και κάνει παράφωνα για μένα τα πιο όμορφα τραγούδια
Κι όπως την αυγή πάνω από τα λιβάδια
περνά ο άνεμος με τα ορμητικά του φτερά
και σπάει τα καλάμια με τα δυνατά φιλιά του
που αυτά μόνο, μπορούν να γίνουν όργανα τραγουδιού
έτσι τα ορμητικά μου πάθη, παραδέρνουν συνέχεια μέσα μου
και η τόσο μεγάλη αγάπη κάνει την αγάπη μου βουβή
Όμως τα μάτια μου σου έδειξαν εσένα
γιατί είμαι σιωπηλός και η λύρα μου ακούρδιστη
πριν γίνει ο χωρισμός μας μοιραίος
και πριν μας αναγκάσει να φύγουμε
εσύ για άλλα χείλη που τραγουδούν με αρμονία
κι εγώ εδώ να αναπολώ μάταια
φιλιά που δεν έδωσα, τραγούδια που δεν είπα.
Oscar Wilde, Silentium Amoris
As oftentimes the too resplendent sun
Hurries the pallid and reluctant moon
Back to her sombre cave, ere she hath won
A single ballad from the nightingale,
So doth thy Beauty make my lips to fail,
And all my sweetest singing out of tune.
And as at dawn across the level mead
On wings impetuous some wind will come,
And with its too harsh kisses break the reed
Which was its only instrument of song,
So my too stormy passions work me wrong,
And for excess of Love my Love is dumb.
But surely unto Thee mine eyes did show
Why I am silent, and my lute unstrung;
Else it were better we should part, and go,
Thou to some lips of sweeter melody,
And I to nurse the barren memory
Of unkissed kisses, and songs never sung.
διώχνει το θαμπό φεγγάρι, όσο και αν αντιστέκεται
στη σκοτεινή σπηλιά του, χωρίς να ακούσει
ούτε ένα τραγούδι από το αηδόνι
έτσι η ομορφιά σου μου σφραγίζει τα χείλη
και κάνει παράφωνα για μένα τα πιο όμορφα τραγούδια
Κι όπως την αυγή πάνω από τα λιβάδια
περνά ο άνεμος με τα ορμητικά του φτερά
και σπάει τα καλάμια με τα δυνατά φιλιά του
που αυτά μόνο, μπορούν να γίνουν όργανα τραγουδιού
έτσι τα ορμητικά μου πάθη, παραδέρνουν συνέχεια μέσα μου
και η τόσο μεγάλη αγάπη κάνει την αγάπη μου βουβή
Όμως τα μάτια μου σου έδειξαν εσένα
γιατί είμαι σιωπηλός και η λύρα μου ακούρδιστη
πριν γίνει ο χωρισμός μας μοιραίος
και πριν μας αναγκάσει να φύγουμε
εσύ για άλλα χείλη που τραγουδούν με αρμονία
κι εγώ εδώ να αναπολώ μάταια
φιλιά που δεν έδωσα, τραγούδια που δεν είπα.
Oscar Wilde, Silentium Amoris
As oftentimes the too resplendent sun
Hurries the pallid and reluctant moon
Back to her sombre cave, ere she hath won
A single ballad from the nightingale,
So doth thy Beauty make my lips to fail,
And all my sweetest singing out of tune.
And as at dawn across the level mead
On wings impetuous some wind will come,
And with its too harsh kisses break the reed
Which was its only instrument of song,
So my too stormy passions work me wrong,
And for excess of Love my Love is dumb.
But surely unto Thee mine eyes did show
Why I am silent, and my lute unstrung;
Else it were better we should part, and go,
Thou to some lips of sweeter melody,
And I to nurse the barren memory
Of unkissed kisses, and songs never sung.
Η Μαγεία του να κάνεις μια ευχή
Υπάρχει κάτι αθώο και μαγικό σχετικά με το να κάνει κάποιος μια ευχή. Κάτι που ανακαλεί στην μνήμη την ενέργεια της παιδικής ηλικίας.
Η ευχή δεν έχει να κάνει με τον σχηματισμό ενός σχεδίου και την πιστή εφαρμογή του βήμα βήμα μέχρι να επιτευχθεί ένας στόχος, κάτι που ανήκει στον κόσμο της ενηλικίωσης.
Η ευχή είναι περισσότερο σαν παιχνιδιάρικος καταιγισμός στο σύμπαν, μια πρόσκληση για παιχνίδι. Η αναμονή για την απάντηση είναι ένα κομμάτι ζωτικής σημασίας της διαδικασίας.
Η ευχή εμπνέει ένα αθώο άνοιγμα στην πιθανότητα της μαγείας καθώς περιμένουμε να δούμε αν το αόρατο βασίλειο θα φέρει την ευχή μας στην ζωή. Αυτό το άνοιγμα είναι μια υπέροχη χειρονομία ανεξαρτήτως του αποτελέσματος.
Βάζουμε τον εαυτό μας σε ένα μαγικό νου και αυτός ο νους είναι πιθανώς όσο υπέροχος όσο η εκπλήρωση της ίδιας μας της ευχής.
Στην ξεκάθαρα προσανατολισμένη στις πράξεις κοινωνία, ίσως έχουμε την τάση να απορρίπτουμε τη δύναμη αυτής της φαινομενικά παθητικής διαδικασίας, ωστόσο η δύναμη της ευχής είναι ευρέως γνωστή με την φράση «Πρόσεχε τι εύχεσαι».
Αν έχετε σταματήσει να εύχεστε εξαιτίας των ασχολιών σας στην ενήλικη ζωή σας, ίσως να θέλετε να φέρετε την μαγεία της ευχής πίσω στη ζωή σας.
Την επόμενη φορά που θα δείτε το πρώτο αστέρι του απογεύματος ή θα είστε μπροστά από μια τούρτα γενεθλίων με κεράκια που καίνε, δώστε στον εαυτό σας το δώρο του μαγικού κόσμου που ξέρατε τόσο καλά ως παιδί. Κλείστε τα μάτια σας, ανοίξτε το μυαλό σας και κάντε την ευχή σας.
Η ευχή δεν έχει να κάνει με τον σχηματισμό ενός σχεδίου και την πιστή εφαρμογή του βήμα βήμα μέχρι να επιτευχθεί ένας στόχος, κάτι που ανήκει στον κόσμο της ενηλικίωσης.
Η ευχή είναι περισσότερο σαν παιχνιδιάρικος καταιγισμός στο σύμπαν, μια πρόσκληση για παιχνίδι. Η αναμονή για την απάντηση είναι ένα κομμάτι ζωτικής σημασίας της διαδικασίας.
Η ευχή εμπνέει ένα αθώο άνοιγμα στην πιθανότητα της μαγείας καθώς περιμένουμε να δούμε αν το αόρατο βασίλειο θα φέρει την ευχή μας στην ζωή. Αυτό το άνοιγμα είναι μια υπέροχη χειρονομία ανεξαρτήτως του αποτελέσματος.
Βάζουμε τον εαυτό μας σε ένα μαγικό νου και αυτός ο νους είναι πιθανώς όσο υπέροχος όσο η εκπλήρωση της ίδιας μας της ευχής.
Στην ξεκάθαρα προσανατολισμένη στις πράξεις κοινωνία, ίσως έχουμε την τάση να απορρίπτουμε τη δύναμη αυτής της φαινομενικά παθητικής διαδικασίας, ωστόσο η δύναμη της ευχής είναι ευρέως γνωστή με την φράση «Πρόσεχε τι εύχεσαι».
Αν έχετε σταματήσει να εύχεστε εξαιτίας των ασχολιών σας στην ενήλικη ζωή σας, ίσως να θέλετε να φέρετε την μαγεία της ευχής πίσω στη ζωή σας.
Την επόμενη φορά που θα δείτε το πρώτο αστέρι του απογεύματος ή θα είστε μπροστά από μια τούρτα γενεθλίων με κεράκια που καίνε, δώστε στον εαυτό σας το δώρο του μαγικού κόσμου που ξέρατε τόσο καλά ως παιδί. Κλείστε τα μάτια σας, ανοίξτε το μυαλό σας και κάντε την ευχή σας.
Αρνητικά συναισθήματα: δεν υπάρχει τίποτα άχρηστο και άνευ σκοπού
Τελικά τα αρνητικά συναισθήματα είναι χρήσιμα; Ή πρέπει να τα αποφεύγουμε;
Σκέψου μια κλίμακα με τρία βασικά σημεία και πολλές διαβαθμίσεις στα ενδιάμεσα:
– Πάνω (θετικά)
– Μηδέν (φλατ – αδιάφορα)
– Κάτω (Αρνητικά)
Το πάνω κομμάτι είναι το σημείο που σε ενδιαφέρει: χαρά, αγάπη, ευδαιμονία, πληρότητα, σιγουριά, αυτοπεποίθηση, μια θετικά φορτισμένη εμπειρία ζωής. Στη μέση είσαι στην ανηδονία, τα πράγματα έρχονται περνούν και φεύγουν, δε σε αγγίζει κάτι ιδιαίτερα.
Στο κάτω μέρος της κλίμακας ξεκινάει το κάθε θέμα που ανάλογα με το πόσο θα μείνεις σε αυτό αλλά και το πως θα το διαχειριστείς εσωτερικά, θα γίνει τοίχος η σκαλοπάτι, πρόβλημα ή λύση, τραύμα ή μάθημα και αναβάθμιση.
Δεν υπάρχει τίποτα άχρηστο και άνευ σκοπού.
Έτσι και τα αρνητικά συναισθήματα είναι από τη μία μέρος της ανθρώπινης φύσης και εμπειρίας από την άλλη πυξίδες που σου δείχνουν κάτι.
– που να κοιτάξεις
– προς τα που να πας
– τι να αποφύγεις ή από τι να φύγεις μακριά
– τι λειτουργεί και σου είναι ωφέλιμο και τι όχι
– αλλά και τι πρέπει να αλλάξεις μέσα σου ή έξω σου
Το κλειδί είναι αφού βιώσεις το συναίσθημα, να μην μείνεις εκεί.
Το μωρό ή η γάτα καταλαβαίνει ότι το μάτι καίει, και τη γλιτώνει με ένα μικρό έγκαυμα. ΔΕΝ χρειάζεται να φτάσει κόκκαλο.
Από την άλλη, κάποιοι από εμάς χρειάζεται να επιτρέψουμε στον πόνο ή στο αρνητικό συναίσθημα να φτάσει πολύ βαθιά, ανάλογα του πόσο βαθιά έχουμε τον διακόπτη που ανοίγει την πύλη για το μάθημα ή για την δράση / αντίδραση. Και σε αυτή την περίπτωση ασφαλώς, το ρίσκο περιλαμβάνει συχνά από μια μικρή σωματική ή “ψυχική ουλή”, μέχρι και κουσούρι, αν όχι κάτι χειρότερο.
Η δουλειά σου είναι να το αξιοποιήσεις, όπως ένας σέρφερ το κύμα, είτε είναι μισό μέτρο είτε δεκαπέντε. Όπως ένας καπετάνιος θαλασσόλυκος τον άνεμο, είτε είναι ήρεμος, ούριος, ή άγριος κι αντίθετος. Το ιστιοφόρο και η σανίδα θα υπακούσουν εσένα, αν αξιοποιήσεις με τις κατάλληλες μανούβρες και διαχείριση, και εκείνα, και τις συνθήκες στις οποίες βρίσκεσαι. Διαφορετικά, θα σε κάνουν εκείνες ό,τι θέλουν. Το να είσαι έρμαιο δεν είναι όμορφη κατάσταση, ούτε ευχάριστη.
Σκέψου μια κλίμακα με τρία βασικά σημεία και πολλές διαβαθμίσεις στα ενδιάμεσα:
– Πάνω (θετικά)
– Μηδέν (φλατ – αδιάφορα)
– Κάτω (Αρνητικά)
Το πάνω κομμάτι είναι το σημείο που σε ενδιαφέρει: χαρά, αγάπη, ευδαιμονία, πληρότητα, σιγουριά, αυτοπεποίθηση, μια θετικά φορτισμένη εμπειρία ζωής. Στη μέση είσαι στην ανηδονία, τα πράγματα έρχονται περνούν και φεύγουν, δε σε αγγίζει κάτι ιδιαίτερα.
Στο κάτω μέρος της κλίμακας ξεκινάει το κάθε θέμα που ανάλογα με το πόσο θα μείνεις σε αυτό αλλά και το πως θα το διαχειριστείς εσωτερικά, θα γίνει τοίχος η σκαλοπάτι, πρόβλημα ή λύση, τραύμα ή μάθημα και αναβάθμιση.
Δεν υπάρχει τίποτα άχρηστο και άνευ σκοπού.
Έτσι και τα αρνητικά συναισθήματα είναι από τη μία μέρος της ανθρώπινης φύσης και εμπειρίας από την άλλη πυξίδες που σου δείχνουν κάτι.
– που να κοιτάξεις
– προς τα που να πας
– τι να αποφύγεις ή από τι να φύγεις μακριά
– τι λειτουργεί και σου είναι ωφέλιμο και τι όχι
– αλλά και τι πρέπει να αλλάξεις μέσα σου ή έξω σου
Το κλειδί είναι αφού βιώσεις το συναίσθημα, να μην μείνεις εκεί.
Το μωρό ή η γάτα καταλαβαίνει ότι το μάτι καίει, και τη γλιτώνει με ένα μικρό έγκαυμα. ΔΕΝ χρειάζεται να φτάσει κόκκαλο.
Από την άλλη, κάποιοι από εμάς χρειάζεται να επιτρέψουμε στον πόνο ή στο αρνητικό συναίσθημα να φτάσει πολύ βαθιά, ανάλογα του πόσο βαθιά έχουμε τον διακόπτη που ανοίγει την πύλη για το μάθημα ή για την δράση / αντίδραση. Και σε αυτή την περίπτωση ασφαλώς, το ρίσκο περιλαμβάνει συχνά από μια μικρή σωματική ή “ψυχική ουλή”, μέχρι και κουσούρι, αν όχι κάτι χειρότερο.
Η δουλειά σου είναι να το αξιοποιήσεις, όπως ένας σέρφερ το κύμα, είτε είναι μισό μέτρο είτε δεκαπέντε. Όπως ένας καπετάνιος θαλασσόλυκος τον άνεμο, είτε είναι ήρεμος, ούριος, ή άγριος κι αντίθετος. Το ιστιοφόρο και η σανίδα θα υπακούσουν εσένα, αν αξιοποιήσεις με τις κατάλληλες μανούβρες και διαχείριση, και εκείνα, και τις συνθήκες στις οποίες βρίσκεσαι. Διαφορετικά, θα σε κάνουν εκείνες ό,τι θέλουν. Το να είσαι έρμαιο δεν είναι όμορφη κατάσταση, ούτε ευχάριστη.
Σημαντικό: στην αδυναμία ζητάμε βοήθεια.
Αυτό που δε πρέπει να ξεχνάς είναι πως το σώμα σου σου μιλάει.
– Στην πάνω μεριά της κλίμακας υπάρχει νεότητα, αυξημένη ενέργεια, ενδορφίνες, σεροτονίνη, υγεία, θετική διάθεση, όρεξη για ζωή, χρώματα και φωτεινότητα, καλύτερο ανοσοποιητικό.
– Στη μέση μια κατά ένα τρόπο κανονικότητα – ουδετερότητα.
– Στην κάτω μεριά (φόβος, άγχος, οργή, θλίψη, ανησυχία) υπάρχει μειωμένη διάθεση για ζωή και δραστηριότητες, μειωμένη ενέργεια και ζωτικότητα (ή αυξημένη προσωρινά με την ανάλογη τοξικότητα κορτιζόλης – αδρεναλίνης), γήρας τόσο εξωτερικό όσο και εσωτερικό, κούραση, δυσκολία στην επικοινωνία και σκέψη, μαυρίλα, εξασθενημένο ανοσοποιητικό.
Τα αρνητικά συναισθήματα λοιπόν είναι χρήσιμα. Και πρέπει όχι μόνο να τα αποδεχτείς αλλά και να τα καλωσορίσεις αν σε επισκεφτούν. Όσο αρνείσαι και αντιστέκεσαι, η αντίσταση και η ένταση αυξάνεται. Η μόνη επιτρεπτή και εν σοφία παράδοση σε κάτι τέτοιο είναι μόνο για το λεγόμενο πνευματικό τζούντο: να αξιοποιήσεις αυτή την ενέργεια προς όφελός σου. Όχι να παραδοθείς ολοκληρωτικά και να γίνουν μια ταφόπλακα, αλλά ένα μαρμάρινο σκαλοπάτι σου καθώς ανεβαίνεις στην κλίμακα τόσο της αυτογνωσίας όσο και της εσωτερικής σου πληρότητας.
Αυτό που δε πρέπει να ξεχνάς είναι πως το σώμα σου σου μιλάει.
– Στην πάνω μεριά της κλίμακας υπάρχει νεότητα, αυξημένη ενέργεια, ενδορφίνες, σεροτονίνη, υγεία, θετική διάθεση, όρεξη για ζωή, χρώματα και φωτεινότητα, καλύτερο ανοσοποιητικό.
– Στη μέση μια κατά ένα τρόπο κανονικότητα – ουδετερότητα.
– Στην κάτω μεριά (φόβος, άγχος, οργή, θλίψη, ανησυχία) υπάρχει μειωμένη διάθεση για ζωή και δραστηριότητες, μειωμένη ενέργεια και ζωτικότητα (ή αυξημένη προσωρινά με την ανάλογη τοξικότητα κορτιζόλης – αδρεναλίνης), γήρας τόσο εξωτερικό όσο και εσωτερικό, κούραση, δυσκολία στην επικοινωνία και σκέψη, μαυρίλα, εξασθενημένο ανοσοποιητικό.
Τα αρνητικά συναισθήματα λοιπόν είναι χρήσιμα. Και πρέπει όχι μόνο να τα αποδεχτείς αλλά και να τα καλωσορίσεις αν σε επισκεφτούν. Όσο αρνείσαι και αντιστέκεσαι, η αντίσταση και η ένταση αυξάνεται. Η μόνη επιτρεπτή και εν σοφία παράδοση σε κάτι τέτοιο είναι μόνο για το λεγόμενο πνευματικό τζούντο: να αξιοποιήσεις αυτή την ενέργεια προς όφελός σου. Όχι να παραδοθείς ολοκληρωτικά και να γίνουν μια ταφόπλακα, αλλά ένα μαρμάρινο σκαλοπάτι σου καθώς ανεβαίνεις στην κλίμακα τόσο της αυτογνωσίας όσο και της εσωτερικής σου πληρότητας.
Οι άνθρωποι φανερώνουν τον πραγματικό τους εαυτό όταν πια δεν σε χρειάζονται
Μετά την πρώτη «ψυχρολουσία» ψάχνεις να βρεις τη δική σου αντίδραση σε αυτό που συμβαίνει. Να μιλήσεις, να προκαλέσεις, να σιωπήσεις, να αγνοήσεις ή να απομακρυνθείς; Ό,τι και να διαλέξεις, μέσα σου γνωρίζεις ότι τίποτα δεν θα είναι το ίδιο πια. Αποστασιοποιείσαι συναισθηματικά κι από εδώ και πέρα είσαι πάντα πιο προσεκτικός ως προς το τι κάνεις και ως προς το τι λες. Χάνεις, δηλαδή, τη δική σου αυθεντικότητα και τον αυθορμητισμό. Νιώθεις πιο σφιγμένος, πιο μαζεμένος. Αρχίζεις, δυστυχώς, και εσύ να σκέφτεσαι καχύποπτα και δεν νιώθεις άνετα να μένεις πολύ ώρα με αυτούς τους ανθρώπους.
Πολλές φορές θα συναντήσουμε στη ζωή μας ανθρώπους που άλλα λένε όταν είμαστε παρόντες κι άλλα όταν λείπουμε. Είναι πολύ λυπηρό να διαπιστώνεις πόση υποκρισία μπορεί να κρύβεται πίσω από μια συμπεριφορά. Στην αρχή δυσκολεύεσαι να το πιστέψεις κι αναρωτιέσαι μήπως έχει γίνει κάποιο λάθος. Όταν, όμως, επιβεβαιώνεσαι σοκάρεσαι και στη συνέχεια απογοητεύεσαι. Απογοητεύεσαι, γιατί δεν το περίμενες από τα συγκεκριμένα άτομα, γιατί αισθάνεσαι ότι δεν έχεις κάνει κάτι ώστε να αξίζεις μια τέτοια αντιμετώπιση.
Αναρωτιέσαι ποια είναι εκείνη η αιτία που κάνει τα άτομα να προσποιούνται, να λένε άλλα από αυτά που εννοούν, ενώ θα μπορούσαν να είναι πιο ευθείς, πιο ειλικρινείς. Αν δεν συμπαθείς κάποιον, δεν χρειάζεται να του δείχνεις καταναγκαστικά ότι τον συμπαθείς. Με ευγενικό και διακριτικό τρόπο μπορείς να απέχεις και να αποφεύγεις. Δεν υπάρχει λόγος να γίνεσαι καυστικός, κακοπροαίρετος πίσω από την πλάτη του.
Οι ανθρώπινες σχέσεις πλήττονται από το ψέμα, την υποκρισία, την ανεντιμότητα. Γιατί τόσος κόπος, όμως, να διατηρήσουμε σχέσεις που δεν μας αρέσουν ή δεν μας ταιριάζουν; Γιατί μπαίνουμε στη διαδικασία να δώσουμε μια διαφορετική εικόνα στον άλλο από εκείνη που πραγματικά ισχύει;
Μπορεί να θέλουμε να κερδίσουμε κάτι, να θέλουμε να αποφύγουμε τσακωμούς και φασαρίες ή μπορεί να μην γίνεται να χαλάσουμε σχέσεις συγγενικές ίσως. Ό,τι και να ισχύει, το μόνο σίγουρο είναι ότι στο τέλος με κάποιον τρόπο η αλήθεια θα αποκαλυφθεί. Κάποια στιγμή θα γίνει αντιληπτό αν κάποιος πραγματικά μας φέρεται αυθεντικά ή καταβάλλει προσπάθεια να φανεί «σωστός» απέναντί μας.
Παρά τα όσα θα συναντήσουμε, παρά τις απογοητεύσεις που θα βιώσουμε, δεν θα πρέπει να πέσουμε στην παγίδα να βλέπουμε όλους τους ανθρώπους καχύποπτα. Όποιας κατηγορίας ανθρώπους και να συναντήσουμε, εμείς οφείλουμε να παραμείνουμε πιστοί στην αλήθειά μας.
Δεν χρειάζεται να υιοθετήσουμε το μοντέλο που ακολουθούν οι άλλοι. Δε χρειάζεσαι τα ψέματα για να αγαπήσεις και να αγαπηθείς, για να εξελιχθείς, για να επιβιώσεις. Είναι πιο έντιμο να είσαι ειλικρινής και να πορευτείς χωρίς την ανάγκη να αρέσεις σε όλους. Υπερασπίζεσαι αυτό που είσαι –δεχόμενος φυσικά και την καλοπροαίρετη κριτική-, αλλά δεν θα πρέπει να επιδιώκεις διακαώς να γίνεις συμπαθής από όλους ή να τα έχεις καλά με όλους.
Με «όπλα» την ευγένεια, τη διακριτικότητα, την αξιοπρέπεια, την ακεραιότητα και την ωριμότητά σου μπορείς να αντιμετωπίσεις κάθε λογής ανθρώπους. Δεν είναι εύκολο να παραμείνεις αυθεντικός. Ωστόσο, αν το χάσεις αυτό, κινδυνεύεις να χάσεις την αλήθεια σου, την ουσία σου.
Αν έχεις ανάγκη από κολακείες και ψεύτικα λόγια, μπορεί εύκολα να παρασυρθείς και να αναζητάς συνεχώς την επιβεβαίωση, ακόμα κι αν βαθιά μέσα σου ξέρεις ότι δεν είναι αληθινή. Αν, όμως, αντέχεις την απόρριψη, τη μη αποδοχή από ανθρώπους που ίσως τελικά ούτε και εσύ θα ήθελες να έχεις στη ζωή σου, τότε δεν χρειάζεται να στεναχωριέσαι για σχέσεις που αποδεικνύονται ανάξιες των προσδοκιών σου.
Άλλωστε, δεν χρειαζόμαστε πολλούς ανθρώπους γύρω μας, αλλά μόνο αυτούς που το ενδιαφέρον τους, ο λόγος τους, η έγνοια τους για σένα είναι τόσο γνήσια που δεν γίνεται να μην το νιώσεις. Η καλοσύνη και η αγάπη σε «διαπερνούν» και σε «αγγίζουν» τόσο πολύ που σε κάνουν να ξεχωρίζεις οτιδήποτε άλλο είναι ψεύτικο και προσποιητό. Ας εστιάσουμε, λοιπόν, στις σχέσεις που μας γεμίζουν και μας εμπνέουν κι ας αφήσουμε όλους τους άλλους που κακοπροαίρετα μιλούν για εμάς να παραμείνουν αυτό που είναι, γιατί ίσως αυτό έχουν μάθει να είναι…
Πολλές φορές θα συναντήσουμε στη ζωή μας ανθρώπους που άλλα λένε όταν είμαστε παρόντες κι άλλα όταν λείπουμε. Είναι πολύ λυπηρό να διαπιστώνεις πόση υποκρισία μπορεί να κρύβεται πίσω από μια συμπεριφορά. Στην αρχή δυσκολεύεσαι να το πιστέψεις κι αναρωτιέσαι μήπως έχει γίνει κάποιο λάθος. Όταν, όμως, επιβεβαιώνεσαι σοκάρεσαι και στη συνέχεια απογοητεύεσαι. Απογοητεύεσαι, γιατί δεν το περίμενες από τα συγκεκριμένα άτομα, γιατί αισθάνεσαι ότι δεν έχεις κάνει κάτι ώστε να αξίζεις μια τέτοια αντιμετώπιση.
Αναρωτιέσαι ποια είναι εκείνη η αιτία που κάνει τα άτομα να προσποιούνται, να λένε άλλα από αυτά που εννοούν, ενώ θα μπορούσαν να είναι πιο ευθείς, πιο ειλικρινείς. Αν δεν συμπαθείς κάποιον, δεν χρειάζεται να του δείχνεις καταναγκαστικά ότι τον συμπαθείς. Με ευγενικό και διακριτικό τρόπο μπορείς να απέχεις και να αποφεύγεις. Δεν υπάρχει λόγος να γίνεσαι καυστικός, κακοπροαίρετος πίσω από την πλάτη του.
Οι ανθρώπινες σχέσεις πλήττονται από το ψέμα, την υποκρισία, την ανεντιμότητα. Γιατί τόσος κόπος, όμως, να διατηρήσουμε σχέσεις που δεν μας αρέσουν ή δεν μας ταιριάζουν; Γιατί μπαίνουμε στη διαδικασία να δώσουμε μια διαφορετική εικόνα στον άλλο από εκείνη που πραγματικά ισχύει;
Μπορεί να θέλουμε να κερδίσουμε κάτι, να θέλουμε να αποφύγουμε τσακωμούς και φασαρίες ή μπορεί να μην γίνεται να χαλάσουμε σχέσεις συγγενικές ίσως. Ό,τι και να ισχύει, το μόνο σίγουρο είναι ότι στο τέλος με κάποιον τρόπο η αλήθεια θα αποκαλυφθεί. Κάποια στιγμή θα γίνει αντιληπτό αν κάποιος πραγματικά μας φέρεται αυθεντικά ή καταβάλλει προσπάθεια να φανεί «σωστός» απέναντί μας.
Παρά τα όσα θα συναντήσουμε, παρά τις απογοητεύσεις που θα βιώσουμε, δεν θα πρέπει να πέσουμε στην παγίδα να βλέπουμε όλους τους ανθρώπους καχύποπτα. Όποιας κατηγορίας ανθρώπους και να συναντήσουμε, εμείς οφείλουμε να παραμείνουμε πιστοί στην αλήθειά μας.
Δεν χρειάζεται να υιοθετήσουμε το μοντέλο που ακολουθούν οι άλλοι. Δε χρειάζεσαι τα ψέματα για να αγαπήσεις και να αγαπηθείς, για να εξελιχθείς, για να επιβιώσεις. Είναι πιο έντιμο να είσαι ειλικρινής και να πορευτείς χωρίς την ανάγκη να αρέσεις σε όλους. Υπερασπίζεσαι αυτό που είσαι –δεχόμενος φυσικά και την καλοπροαίρετη κριτική-, αλλά δεν θα πρέπει να επιδιώκεις διακαώς να γίνεις συμπαθής από όλους ή να τα έχεις καλά με όλους.
Με «όπλα» την ευγένεια, τη διακριτικότητα, την αξιοπρέπεια, την ακεραιότητα και την ωριμότητά σου μπορείς να αντιμετωπίσεις κάθε λογής ανθρώπους. Δεν είναι εύκολο να παραμείνεις αυθεντικός. Ωστόσο, αν το χάσεις αυτό, κινδυνεύεις να χάσεις την αλήθεια σου, την ουσία σου.
Αν έχεις ανάγκη από κολακείες και ψεύτικα λόγια, μπορεί εύκολα να παρασυρθείς και να αναζητάς συνεχώς την επιβεβαίωση, ακόμα κι αν βαθιά μέσα σου ξέρεις ότι δεν είναι αληθινή. Αν, όμως, αντέχεις την απόρριψη, τη μη αποδοχή από ανθρώπους που ίσως τελικά ούτε και εσύ θα ήθελες να έχεις στη ζωή σου, τότε δεν χρειάζεται να στεναχωριέσαι για σχέσεις που αποδεικνύονται ανάξιες των προσδοκιών σου.
Άλλωστε, δεν χρειαζόμαστε πολλούς ανθρώπους γύρω μας, αλλά μόνο αυτούς που το ενδιαφέρον τους, ο λόγος τους, η έγνοια τους για σένα είναι τόσο γνήσια που δεν γίνεται να μην το νιώσεις. Η καλοσύνη και η αγάπη σε «διαπερνούν» και σε «αγγίζουν» τόσο πολύ που σε κάνουν να ξεχωρίζεις οτιδήποτε άλλο είναι ψεύτικο και προσποιητό. Ας εστιάσουμε, λοιπόν, στις σχέσεις που μας γεμίζουν και μας εμπνέουν κι ας αφήσουμε όλους τους άλλους που κακοπροαίρετα μιλούν για εμάς να παραμείνουν αυτό που είναι, γιατί ίσως αυτό έχουν μάθει να είναι…
Αυτή η έλλειψη μέτρου μάς σαγηνεύει αλλά επίσης μας καταστρέφει
Εδώ και πενήντα χρόνια ζούμε μια παράξενη περιπέτεια των ηθών: μια χειραφέτηση που απελευθερώνει και ταυτοχρόνως καταπιέζει.
Παράξενη αυτή η ατυχία για τη γενιά μας, που παρασύρθηκε από το μυθιστορηματικό στοιχείο της ζωής, που αγάπησε τη δικαιοσύνη για να διαπιστώσει – λίγο αργά – ότι οι επαναστατικές λέξεις – ο πυρετός στο αίμα, η ένταση, η έκσταση – έγιναν διαφημιστικά συνθήματα και ότι ο ηδονισμός εξελίχθηκε στο έσχατο στάδιο του καπιταλισμού.
Αυτό που πρέπει να επινοήσουμε σήμερα είναι ένας ηδονισμός μη αγοραίος, που περικλείεει την έκπληξη, την ισορροπία, τη σκέψη και το μέτρο και που είναι κατ’ αρχήν μια τέχνη της ζωής ανάμεσα σε άλλες και όχι αυτοσκοπός.
Καλούμαστε λοιπόν διαρκώς να μην είμαστε ικανοποιημένοι από όσα αισθανόμαστε και να πρέπει να προχωρούμε πιο πέρα.
Αυτή η έλλειψη μέτρου μάς σαγηνεύει αλλά επίσης μας καταστρέφει, δηλητηριάζει τις μικρότερες χαρές μας, μας παραδίδει σε μια αχόρταγη αναζήτηση. Η αντίσταση σ’ αυτές τις πλάνες πρέπει να γίνει η φρόνηση του σήμερα.
Μια αχαλίνωτη απελευθέρωση αντιφάσκει εξαρχής και στήνει το σκηνικό της ίδιας της της ήττας: χρειάζονται λοιπόν όρια.
Στις εποχές της λογοκρισίας των ηθών πρέπει να υπερασπιζόμαστε το δικαίωμα στην επιθυμία, στις εποχές της “επιτρεπτικότητας” πρέπει να υπερασπιζόμαστε την αρχή της ευγένειας και της ευπρέπειας.
Εφόσον η κοινωνία έπαψε να μας περιορίζει αλλά επιμένει να μας χειρίζεται, ο καθένας μας πρέπει να τοποθετήσει τους κανόνες του.
Τα καλύτερα όπλα μας είναι η επιείκεια και η αβρότητα: να συγχωρούμε τις αδυναμίες των άλλων και να μην πληγώνουμε εκείνους που αγαπάμε.
Ας τους αφήσουμε να ζουν τη ζωή τους κι ας μας δέχονται κι εκείνοι όπως είμαστε.
Αυτό σημαίνει γλυκύτητα της ζωής, τέχνη της διαβίωσης.
Πολλά ταμπού έχουν ξεπεραστεί, καινούργιες επιταγές και απαιτήσεις έχουν συσσωρευτεί. Αυτές χαρακτηρίζονται από το ότι δεν απαγορεύουν κάτι· εκβιάζουν όμως πολλά και δημιουργούν μια συνεχή τάση μεγιστοποίησης. Πρέπει να απολαμβάνουμε περισσότερο, να αγαπάμε περισσότερο, να κερδίζουμε περισσότερο, να καταναλώνουμε περισσότερο, να στοχαζόμαστε περισσότερο, να παίζουμε περισσότερο, να ζούμε περισσότερο χωρίς νεκρούς χρόνους.
Σε όλα αυτά τα πεδία, η υπερβολή οφείλεται σε μια λογική του κέρδους που είναι γνώρισμα του συστήματος της αγοράς.
Παντού οι θεωρητικοί του παροξυσμού μετράνε, θα έλεγε κανείς, με το “παροξυσμόμετρο”.
Σε όλα αυτά τα πεδία, η υπερβολή οφείλεται σε μια λογική του κέρδους που είναι γνώρισμα του συστήματος της αγοράς.
Παντού οι θεωρητικοί του παροξυσμού μετράνε, θα έλεγε κανείς, με το “παροξυσμόμετρο”.
Παράξενη αυτή η ατυχία για τη γενιά μας, που παρασύρθηκε από το μυθιστορηματικό στοιχείο της ζωής, που αγάπησε τη δικαιοσύνη για να διαπιστώσει – λίγο αργά – ότι οι επαναστατικές λέξεις – ο πυρετός στο αίμα, η ένταση, η έκσταση – έγιναν διαφημιστικά συνθήματα και ότι ο ηδονισμός εξελίχθηκε στο έσχατο στάδιο του καπιταλισμού.
Αυτό που πρέπει να επινοήσουμε σήμερα είναι ένας ηδονισμός μη αγοραίος, που περικλείεει την έκπληξη, την ισορροπία, τη σκέψη και το μέτρο και που είναι κατ’ αρχήν μια τέχνη της ζωής ανάμεσα σε άλλες και όχι αυτοσκοπός.
Καλούμαστε λοιπόν διαρκώς να μην είμαστε ικανοποιημένοι από όσα αισθανόμαστε και να πρέπει να προχωρούμε πιο πέρα.
Αυτή η έλλειψη μέτρου μάς σαγηνεύει αλλά επίσης μας καταστρέφει, δηλητηριάζει τις μικρότερες χαρές μας, μας παραδίδει σε μια αχόρταγη αναζήτηση. Η αντίσταση σ’ αυτές τις πλάνες πρέπει να γίνει η φρόνηση του σήμερα.
Μια αχαλίνωτη απελευθέρωση αντιφάσκει εξαρχής και στήνει το σκηνικό της ίδιας της της ήττας: χρειάζονται λοιπόν όρια.
Στις εποχές της λογοκρισίας των ηθών πρέπει να υπερασπιζόμαστε το δικαίωμα στην επιθυμία, στις εποχές της “επιτρεπτικότητας” πρέπει να υπερασπιζόμαστε την αρχή της ευγένειας και της ευπρέπειας.
Εφόσον η κοινωνία έπαψε να μας περιορίζει αλλά επιμένει να μας χειρίζεται, ο καθένας μας πρέπει να τοποθετήσει τους κανόνες του.
Τα καλύτερα όπλα μας είναι η επιείκεια και η αβρότητα: να συγχωρούμε τις αδυναμίες των άλλων και να μην πληγώνουμε εκείνους που αγαπάμε.
Ας τους αφήσουμε να ζουν τη ζωή τους κι ας μας δέχονται κι εκείνοι όπως είμαστε.
Αυτό σημαίνει γλυκύτητα της ζωής, τέχνη της διαβίωσης.
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ: Ο Αλέξανδρος δεν γέμισε από αλαζονεία
Και γενικά απέναντι στους βαρβάρους ήταν σοβαρός και φαινόταν ότι ήταν εντελώς πεπεισμένος για τη γέννησή του από θεό και την καταγωγή του, ενώ στους Έλληνες με μετριοφροσύνη και με κάποια πειθώ εκθείαζε τον εαυτό του. Ωστόσο γράφοντας στους Αθηναίους για τη Σάμο είπε: “Εγώ δεν θα σας έδινα πόλη ελεύθερη και ένδοξη- την έχετε όμως, αφού την πήρατε από τον τότε κύριο και επονομαζόμενο πατέρα μου”, εννοώντας τον Φίλιππο. Αργότερα όμως, όταν πληγώθηκε από βέλος και πονούσε πολύ, είπε: “Αυτό, φίλοι μου, που ρέει είναι αίμα και όχι ιχώρας1 που ρέει στις φλέβες των μακάριων θεών”. Κι όταν κάποτε έγινε μεγάλη βροντή και όλοι οι παρόντες τρόμαξαν, ο σοφιστής Ανάξαρχος2, που ήταν παρών, του είπε: Μήπως είσαι εσύ, γιε του Δία, που βροντάς έτσι; Εκείνος τότε γέλασε και είπε: “Δεν θέλω να είμαι φοβερός στους φίλους μου, όπως με προτρέπεις εσύ που υποτιμάς το δείπνο μου, γιατί βλέπεις στο τραπέζι μου επάνω να είναι βαλμένα ψάρια και όχι κεφάλια σατραπών”. Γιατί πραγματικά λένε ότι ο Ανάξαρχος, όταν στάλθηκαν μερικά ψάρια από το βασιλιά στον Ηφαιστίωνα”3, είπε τον παραπάνω λόγο εξευτελίζοντας κατά κάποιον τρόπο και περιπαίζοντας αυτούς που επιδιώκουν με μεγάλους κόπους και κινδύνους τα θαυμαζόμενα απ’ όλους, ότι καθόλου ή πολύ λίγο ξεπερνούν τους άλλους στις ηδονές και τις απολαύσεις. Ο Αλέξανδρος λοιπόν από τα λεχθέντα είναι φανερό πως ο ίδιος δεν έπαθε τίποτε ούτε γέμισε από αλαζονεία, αλλά τη φήμη της θεϊκής καταγωγής του τη μεταχειριζόταν μόνον για να υποδουλώσει τους άλλους.
Όταν γύρισε από την Αίγυπτο στη Φοινίκη, τέλεσε θυσίες και πομπές στους θεούς και αγώνες κυκλικών χορών και τραγικών, που για τις προετοιμασίες τους και το συναγωνισμό αναδείχτηκαν λαμπροί. Γιατί χορηγοί ήταν οι βασιλείς των Κυπρίων, όπως στην Αθήνα αυτοί που κληρώνονταν στις φυλές και αγωνίζονταν με θαυμαστή φιλοτιμία μεταξύ τους. Και προπάντων διαγωνίστηκαν ο Νικοκρέοντας ο Σαλαμίνιος4 και ο Πασικράτης ο Σόλιος5. Γιατί αυτοί έτυχε με κλήρο να είναι χορηγοί των πιο ένδοξων υποκριτών, ο Πασικράτης του Αθηνοδώρου και ο Νικοκρέοντας του Θεσσαλού6, που ο ίδιος ο Αλέξανδρος ανησυχούσε για την επιτυχία του. Το ενδιαφέρον του όμως γι’ αυτόν δεν το έδειξε πρωτύτερα, αφού αναγορεύτηκε με ψηφοφορία νικητής ο Αθηνόδωρος. Τότε όμως, όπως φαίνεται, φεύγοντας είπε ότι επαινεί τους κριτές, αλλά με ευχαρίστηση θα άφηνε ένα μέρος της βασιλείας του, για να μην ιδεί τον Θεσσαλό νικημένο. Κι όταν ο Αθηνόδωρος τιμωρήθηκε με πρόστιμο από τους Αθηναίους, γιατί δεν παρουσιάστηκε στον αγώνα των Διονυσίων, είχε την αξίωση να γράψει γι’ αυτό ο βασιλιάς. Αυτό βέβαια δεν το έκαμε, έστειλε όμως το πρόστιμο από το δικό του ταμείο. Όταν ο Λύκωνας, ο γιος του Σκαρφέα, που κι αυτός ευδοκιμούσε στο θέατρο, έβαζε σε μια κωμωδία έναν στίχο που περιείχε αίτηση για δέκα τάλαντα, γέλασε και τα έδωσε.
Ο Δαρείος τού έστειλε επιστολή και φίλους να τον παρακαλέσουν να πάρει δέκα χιλιάδες τάλαντα για την απόλυση των αιχμαλώτων και να έχει όλη τη χώρα μέχρι τον Ευφράτη και, αφού παντρευτεί μια από τις θυγατέρες του, να είναι φίλος του και σύμμαχος. Κι αυτά τα ανακοίνωσε στους εταίρους. Κι ο Παρμενίωνας είπε: “Εγώ, αν ήμουν Αλέξανδρος, θα τα έπαιρνα”, “Κι εγώ, μα τον Δία, είπε ο Αλέξανδρος, αν ήμουν Παρμενίωνας”. Και στον Δαρείο έγραψε ότι θα βρει κάθε φιλοφροσύνη, αν έρθει κοντά του. Αλλιώς αυτός θα πορευθεί εναντίον του.
---------------------
Σημειώσεις
1. Ιχώρ, το αίμα των θεών, αιθέριος χυμός που έτρεχε στις φλέβες τους.
2. Ανήξαρχος ο σοφιστής, ο Αβδηρίτης, κατά τον Διογένη τον Ακέρτιο, μαθητής του Διογένη του Σμυρναίου, δάσκαλος του Πύρρωνα του Ηλείου. Έγραψε Περί βασιλείας.
3. Ηφαιστίων ο Αμύντορος, παιδικός φίλος και εταίρος του Αλεξάνδρου, Πελλαίος, ένας από τους οχτώ σωματοφύλακές του. Μετά το φόνο του Κλείτου, πήρε τη θέση του. Συμμετείχε σε όλες τις εκστρατείες του Αλεξάνδρου και διακρίθηκε τόσο στη Συγδιανή όσο και στην Ινδική. Μετά το θάνατό του, που τον πένθησε βαρύτατα, ο Αλέξανδρος άφησε τη θέση του κενή.
4. Νικοκρέων, βασιλιάς της κυπριακής Σαλαμίνας από το 332/31 π.Χ., γιος του Πυνταζόρη. Ακολούθησε τον Αλέξανδρο στην εκστρατεία της Ινδικής.
5. Πισικράτης, βασιλιάς των Σόλων της Κύπρου.
6. Ο Θεσσαλός, ήταν ο αγαπημένος ηθοποιός του Αλεξάνδρου. Τον είχε στείλει μάλιστα, πριν γίνει βασιλιάς, σε μια περίπτωση στην Καρία, να διαπραγματευθεί το γάμο του με την κόρη του Πιξωδάρου (παραγκωνίζοντας έτσι τον Αρριδαίο, με τον οποίο ήθελε να παντρέψει την κόρη του Πιξωδάρου ο Φίλιππος). Αργότερα ακολούθησε τον Αλέξανδρο μαζί με άλλους ηθοποιούς (την ομάδα του Λύκωνα, τον Αριστόκριτο, τον Αθηνόδωρο κ.ά.).
Όταν γύρισε από την Αίγυπτο στη Φοινίκη, τέλεσε θυσίες και πομπές στους θεούς και αγώνες κυκλικών χορών και τραγικών, που για τις προετοιμασίες τους και το συναγωνισμό αναδείχτηκαν λαμπροί. Γιατί χορηγοί ήταν οι βασιλείς των Κυπρίων, όπως στην Αθήνα αυτοί που κληρώνονταν στις φυλές και αγωνίζονταν με θαυμαστή φιλοτιμία μεταξύ τους. Και προπάντων διαγωνίστηκαν ο Νικοκρέοντας ο Σαλαμίνιος4 και ο Πασικράτης ο Σόλιος5. Γιατί αυτοί έτυχε με κλήρο να είναι χορηγοί των πιο ένδοξων υποκριτών, ο Πασικράτης του Αθηνοδώρου και ο Νικοκρέοντας του Θεσσαλού6, που ο ίδιος ο Αλέξανδρος ανησυχούσε για την επιτυχία του. Το ενδιαφέρον του όμως γι’ αυτόν δεν το έδειξε πρωτύτερα, αφού αναγορεύτηκε με ψηφοφορία νικητής ο Αθηνόδωρος. Τότε όμως, όπως φαίνεται, φεύγοντας είπε ότι επαινεί τους κριτές, αλλά με ευχαρίστηση θα άφηνε ένα μέρος της βασιλείας του, για να μην ιδεί τον Θεσσαλό νικημένο. Κι όταν ο Αθηνόδωρος τιμωρήθηκε με πρόστιμο από τους Αθηναίους, γιατί δεν παρουσιάστηκε στον αγώνα των Διονυσίων, είχε την αξίωση να γράψει γι’ αυτό ο βασιλιάς. Αυτό βέβαια δεν το έκαμε, έστειλε όμως το πρόστιμο από το δικό του ταμείο. Όταν ο Λύκωνας, ο γιος του Σκαρφέα, που κι αυτός ευδοκιμούσε στο θέατρο, έβαζε σε μια κωμωδία έναν στίχο που περιείχε αίτηση για δέκα τάλαντα, γέλασε και τα έδωσε.
Ο Δαρείος τού έστειλε επιστολή και φίλους να τον παρακαλέσουν να πάρει δέκα χιλιάδες τάλαντα για την απόλυση των αιχμαλώτων και να έχει όλη τη χώρα μέχρι τον Ευφράτη και, αφού παντρευτεί μια από τις θυγατέρες του, να είναι φίλος του και σύμμαχος. Κι αυτά τα ανακοίνωσε στους εταίρους. Κι ο Παρμενίωνας είπε: “Εγώ, αν ήμουν Αλέξανδρος, θα τα έπαιρνα”, “Κι εγώ, μα τον Δία, είπε ο Αλέξανδρος, αν ήμουν Παρμενίωνας”. Και στον Δαρείο έγραψε ότι θα βρει κάθε φιλοφροσύνη, αν έρθει κοντά του. Αλλιώς αυτός θα πορευθεί εναντίον του.
---------------------
Σημειώσεις
1. Ιχώρ, το αίμα των θεών, αιθέριος χυμός που έτρεχε στις φλέβες τους.
2. Ανήξαρχος ο σοφιστής, ο Αβδηρίτης, κατά τον Διογένη τον Ακέρτιο, μαθητής του Διογένη του Σμυρναίου, δάσκαλος του Πύρρωνα του Ηλείου. Έγραψε Περί βασιλείας.
3. Ηφαιστίων ο Αμύντορος, παιδικός φίλος και εταίρος του Αλεξάνδρου, Πελλαίος, ένας από τους οχτώ σωματοφύλακές του. Μετά το φόνο του Κλείτου, πήρε τη θέση του. Συμμετείχε σε όλες τις εκστρατείες του Αλεξάνδρου και διακρίθηκε τόσο στη Συγδιανή όσο και στην Ινδική. Μετά το θάνατό του, που τον πένθησε βαρύτατα, ο Αλέξανδρος άφησε τη θέση του κενή.
4. Νικοκρέων, βασιλιάς της κυπριακής Σαλαμίνας από το 332/31 π.Χ., γιος του Πυνταζόρη. Ακολούθησε τον Αλέξανδρο στην εκστρατεία της Ινδικής.
5. Πισικράτης, βασιλιάς των Σόλων της Κύπρου.
6. Ο Θεσσαλός, ήταν ο αγαπημένος ηθοποιός του Αλεξάνδρου. Τον είχε στείλει μάλιστα, πριν γίνει βασιλιάς, σε μια περίπτωση στην Καρία, να διαπραγματευθεί το γάμο του με την κόρη του Πιξωδάρου (παραγκωνίζοντας έτσι τον Αρριδαίο, με τον οποίο ήθελε να παντρέψει την κόρη του Πιξωδάρου ο Φίλιππος). Αργότερα ακολούθησε τον Αλέξανδρο μαζί με άλλους ηθοποιούς (την ομάδα του Λύκωνα, τον Αριστόκριτο, τον Αθηνόδωρο κ.ά.).
Ο μύθος της αρχαίας Ατλαντίδας υπό το πρίσμα της έννοιας της μίμησης
Ο μύθος της χαμένης Ατλαντίδας διερευνάται υπό το πρίσμα μιας πρωτότυπης αισθητικής θεώρησης με κεντρικό άξονα την έννοια της μίμησης.
Σύμφωνα με την έρευνα, εφόσον η μόνη πληροφόρησή μας για την Ατλαντίδα προέρχεται από τον Πλάτωνα και δεν επιδέχεται ιστορική τεκμηρίωση και εφόσον ανάγεται σε πολύ μακρινό τόπο και χρόνο, κρίνεται αναγκαίο να διαλευκανθεί η γνωσιολογική προφάνεια της ιστορίας της Ατλαντίδας. Αυτό γίνεται με βάση τους χαρακτηρισμούς που δίνει ο Πλάτων για την Ατλαντίδα στον πρόλογο του Τίμαιου και του Κριτία και με αναφορές στο σύνολο του πλατωνικού έργου πάνω στην έννοια της μίμησης και άλλες συναφείς, που αποκτούν για τη διήγηση καίρια σημασία.
Στον πρόλογο του Τίμαιου, όπου τονίζεται το αληθές της ιστορίας της Ατλαντίδας, ο Σωκράτης ζητά από τους συνομιλητές του να αναπαραστήσουν την πόλη που περιέγραψαν θεωρητικά σε κίνηση και δράση, εξιστορώντας τους άθλους και τους ανταγωνισμούς της με άλλες πόλεις. Παρατηρεί ότι είναι πολύ δύσκολο να μιμηθεί κανείς καλά με λέξεις πράγματα που είναι πέραν των εμπειριών του. Παρόλα αυτά, από τον Τίμαιο δηλώνεται ότι αρκεί να καταλήγουμε σε εικότας λόγους ή μύθους που δεν αποσκοπούν στην ακλόνητη αλήθεια, αλλά στη μέγιστη δυνατή αληθοφάνεια και δεν φιλοδοξούν να εξομοιώνονται με την αντικειμενική αλήθεια, αλλά απλώς με την εικόνα της.
Στον ομώνυμο διάλογο, ο Κριτίας επικαλείται την έννοια της μίμησης, δηλώνοντας ότι όσα έχουν λεχθεί από όλους είναι υπόθεση μίμησης και απεικόνισης και παραλληλίζει το λόγο του με τη ζωγραφική, με την έννοια ότι και τα δύο αποτελούν μιμήσεις-αντίγραφα απλώς- ή είδωλα της πραγματικότητας, την οποία απεικονίζουν ή περιγράφουν. Αν λάβουμε υπόψη ότι η μίμηση είναι τρεις φορές απομακρυσμένη από την αλήθεια σύμφωνα με την Πολιτεία, η οποία αποτελεί την αφετηρία της συζήτησης στον Τίμαιο, θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι η ιστορία της Ατλαντίδας απέχει πολύ από την αλήθεια, γιατί είναι μίμηση που, ως τέτοια, μοιάζει αληθινή, χωρίς να είναι. Προκειμένου να διαφωτισθεί η σύγχυση που δημιουργεί ο Πλάτων σε λεκτικό επίπεδο γύρω από την υπόθεση της Ατλαντίδας– δηλαδή, από το ένα μέρος, οι διαβεβαιώσεις του ότι η εν λόγω ιστορία είναι αληθινή και, από το άλλο, οι επισημάνσεις του σχετικά με τη μίμηση και τον εικότα λόγον– εξετάζονται οι διάφορες σημασίες που αποκτούν οι έννοιες της μίμησης και της εικόνας μέσα στο πλατωνικό έργο. Η εξέταση αυτή οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η συσχέτιση της ιστορίας της Ατλαντίδας με τη μίμηση μπορεί να συνεπάγεται μεγαλύτερη ή μικρότερη ομοιότητα, όχι, όμως, ταύτιση με την αλήθεια.
Σύμφωνα με την έρευνα, εφόσον η μόνη πληροφόρησή μας για την Ατλαντίδα προέρχεται από τον Πλάτωνα και δεν επιδέχεται ιστορική τεκμηρίωση και εφόσον ανάγεται σε πολύ μακρινό τόπο και χρόνο, κρίνεται αναγκαίο να διαλευκανθεί η γνωσιολογική προφάνεια της ιστορίας της Ατλαντίδας. Αυτό γίνεται με βάση τους χαρακτηρισμούς που δίνει ο Πλάτων για την Ατλαντίδα στον πρόλογο του Τίμαιου και του Κριτία και με αναφορές στο σύνολο του πλατωνικού έργου πάνω στην έννοια της μίμησης και άλλες συναφείς, που αποκτούν για τη διήγηση καίρια σημασία.
Στον πρόλογο του Τίμαιου, όπου τονίζεται το αληθές της ιστορίας της Ατλαντίδας, ο Σωκράτης ζητά από τους συνομιλητές του να αναπαραστήσουν την πόλη που περιέγραψαν θεωρητικά σε κίνηση και δράση, εξιστορώντας τους άθλους και τους ανταγωνισμούς της με άλλες πόλεις. Παρατηρεί ότι είναι πολύ δύσκολο να μιμηθεί κανείς καλά με λέξεις πράγματα που είναι πέραν των εμπειριών του. Παρόλα αυτά, από τον Τίμαιο δηλώνεται ότι αρκεί να καταλήγουμε σε εικότας λόγους ή μύθους που δεν αποσκοπούν στην ακλόνητη αλήθεια, αλλά στη μέγιστη δυνατή αληθοφάνεια και δεν φιλοδοξούν να εξομοιώνονται με την αντικειμενική αλήθεια, αλλά απλώς με την εικόνα της.
Στον ομώνυμο διάλογο, ο Κριτίας επικαλείται την έννοια της μίμησης, δηλώνοντας ότι όσα έχουν λεχθεί από όλους είναι υπόθεση μίμησης και απεικόνισης και παραλληλίζει το λόγο του με τη ζωγραφική, με την έννοια ότι και τα δύο αποτελούν μιμήσεις-αντίγραφα απλώς- ή είδωλα της πραγματικότητας, την οποία απεικονίζουν ή περιγράφουν. Αν λάβουμε υπόψη ότι η μίμηση είναι τρεις φορές απομακρυσμένη από την αλήθεια σύμφωνα με την Πολιτεία, η οποία αποτελεί την αφετηρία της συζήτησης στον Τίμαιο, θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι η ιστορία της Ατλαντίδας απέχει πολύ από την αλήθεια, γιατί είναι μίμηση που, ως τέτοια, μοιάζει αληθινή, χωρίς να είναι. Προκειμένου να διαφωτισθεί η σύγχυση που δημιουργεί ο Πλάτων σε λεκτικό επίπεδο γύρω από την υπόθεση της Ατλαντίδας– δηλαδή, από το ένα μέρος, οι διαβεβαιώσεις του ότι η εν λόγω ιστορία είναι αληθινή και, από το άλλο, οι επισημάνσεις του σχετικά με τη μίμηση και τον εικότα λόγον– εξετάζονται οι διάφορες σημασίες που αποκτούν οι έννοιες της μίμησης και της εικόνας μέσα στο πλατωνικό έργο. Η εξέταση αυτή οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η συσχέτιση της ιστορίας της Ατλαντίδας με τη μίμηση μπορεί να συνεπάγεται μεγαλύτερη ή μικρότερη ομοιότητα, όχι, όμως, ταύτιση με την αλήθεια.
Μπορεί να γνωρίζουμε και οι επιθυμίες να εξακολουθούν να συγκρούονται
Μελετώντας τον άνθρωπο στην τωρινή του κατάσταση ύπνου, απουσίας, ενότητας, μηχανικότητας και έλλειψης ελέγχου, βρίσκουμε και διάφορες άλλες κακές λειτουργίες που είναι το αποτέλεσμα της κατάστασής του· ιδιαίτερα το γεγονός ότι λέει συνέχεια ψέματα στον εαυτό του και στους άλλους. Την ψυχολογία του συνηθισμένου ανθρώπου θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε και μελέτη του ψέματος, διότι ο άνθρωπος λέει ψέματα περισσότερο από οτιδήποτε άλλο· και στην πραγματικότητα, δεν μπορεί να πει την αλήθεια. Δεν είναι τόσο απλό να λέμε την αλήθεια· πρέπει να μάθουμε πως να το κάνουμε και καμιά φορά χρειάζεται πάρα πολύς καιρός.
Η γνώση από μόνη της δεν είναι αρκετή. Μπορεί να γνωρίζουμε και οι επιθυμίες να εξακολουθούν να συγκρούονται, διότι κάθε επιθυμία αντιπροσωπεύει διαφορετική θέληση. Αυτό που ονομάζουμε θέλησή μας με τη συνηθισμένη έννοια δεν είναι παρά η συνισταμένη επιθυμιών. Η συνισταμένη πολλές φορές φτάνει σε μια συγκεκριμένη γραμμή δράσης και άλλες φορές δεν μπορεί να φτάσει σε καμία γραμμή, διότι μια επιθυμία ακολουθεί μία κατεύθυνση και κάποια άλλη, άλλη κατεύθυνση και δεν μπορούμε να αποφασίσουμε τι να κάνουμε. Αυτή είναι η συνηθισμένη μας κατάσταση. Βέβαια ο μελλοντικός μας στόχος θα πρέπει να είναι να αποτελέσουμε ενότητα αντί να είμαστε πολλοί, διότι για να κάνουμε οτιδήποτε σωστά, για να γνωρίζουμε οτιδήποτε σωστά, για να φτάσουμε οπουδήποτε, πρέπει να γίνουμε ένας. Είναι ένας απώτατος σκοπός και δεν μπορούμε να αρχίσουμε να τον προσεγγίζουμε πριν γνωρίσουμε τον εαυτό μας, διότι, στην κατάσταση που είμαστε τώρα, η άγνοιά μας για τον εαυτό μας είναι τέτοια, που όταν την δούμε αρχίζει να μας πιάνει πανικός μήπως δεν βρούμε το δρόμο μας πουθενά.
Το ανθρώπινο ον είναι μια πολύ περίπλοκη μηχανή και πρέπει να μελετηθεί σαν μηχανή. Αντιλαμβανόμαστε ότι για να ελέγξουμε οποιοδήποτε είδος μηχανής, όπως ένα αυτοκίνητο ή μια μηχανή τρένου, θα πρέπει πρώτα να μάθουμε. Δεν μπορούμε να ελέγχουμε τις μηχανές αυτές ενστικτωδώς, αλλά για κάποιο λόγο νομίζουμε ότι το συνηθισμένο ένστικτο είναι αρκετό για να ελέγχει την ανθρώπινη μηχανή, αν και είναι πολύ πιο περίπλοκη. Αυτή είναι μία από τις πρώτες εσφαλμένες υποθέσεις: δεν αντιλαμβανόμαστε ότι είμαστε υποχρεωμένοι να μάθουμε, ότι ο έλεγχος είναι ζήτημα γνώσης και επιδεξιότητας.
Ψέμα είναι να σκεφτόμαστε ή να μιλάμε για πράγματα που δεν γνωρίζουμε· αυτή είναι η αρχή του ψέματος. Δεν σημαίνει το ψέμα που λέγεται σκόπιμα – να λέμε παραμύθια, όπως για παράδειγμα, ότι υπάρχει μια αρκούδα στο άλλο δωμάτιο. Μπορούμε να πάμε στο άλλο δωμάτιο και να δούμε πως δεν υπάρχει αρκούδα. Αλλά αν συγκεντρώσουμε όλες τις θεωρίες που διατυπώνουν οι άνθρωποι για οποιοδήποτε θέμα, χωρίς να γνωρίζουν τίποτε σχετικά, θα δούμε που αρχίζει το ψέμα. Ο άνθρωπος δεν γνωρίζει τον εαυτό του, δεν γνωρίζει τίποτε και όμως έχει θεωρίες για τα πάντα. Οι περισσότερες από τις θεωρίες είναι ψέμα.
Η γνώση από μόνη της δεν είναι αρκετή. Μπορεί να γνωρίζουμε και οι επιθυμίες να εξακολουθούν να συγκρούονται, διότι κάθε επιθυμία αντιπροσωπεύει διαφορετική θέληση. Αυτό που ονομάζουμε θέλησή μας με τη συνηθισμένη έννοια δεν είναι παρά η συνισταμένη επιθυμιών. Η συνισταμένη πολλές φορές φτάνει σε μια συγκεκριμένη γραμμή δράσης και άλλες φορές δεν μπορεί να φτάσει σε καμία γραμμή, διότι μια επιθυμία ακολουθεί μία κατεύθυνση και κάποια άλλη, άλλη κατεύθυνση και δεν μπορούμε να αποφασίσουμε τι να κάνουμε. Αυτή είναι η συνηθισμένη μας κατάσταση. Βέβαια ο μελλοντικός μας στόχος θα πρέπει να είναι να αποτελέσουμε ενότητα αντί να είμαστε πολλοί, διότι για να κάνουμε οτιδήποτε σωστά, για να γνωρίζουμε οτιδήποτε σωστά, για να φτάσουμε οπουδήποτε, πρέπει να γίνουμε ένας. Είναι ένας απώτατος σκοπός και δεν μπορούμε να αρχίσουμε να τον προσεγγίζουμε πριν γνωρίσουμε τον εαυτό μας, διότι, στην κατάσταση που είμαστε τώρα, η άγνοιά μας για τον εαυτό μας είναι τέτοια, που όταν την δούμε αρχίζει να μας πιάνει πανικός μήπως δεν βρούμε το δρόμο μας πουθενά.
Το ανθρώπινο ον είναι μια πολύ περίπλοκη μηχανή και πρέπει να μελετηθεί σαν μηχανή. Αντιλαμβανόμαστε ότι για να ελέγξουμε οποιοδήποτε είδος μηχανής, όπως ένα αυτοκίνητο ή μια μηχανή τρένου, θα πρέπει πρώτα να μάθουμε. Δεν μπορούμε να ελέγχουμε τις μηχανές αυτές ενστικτωδώς, αλλά για κάποιο λόγο νομίζουμε ότι το συνηθισμένο ένστικτο είναι αρκετό για να ελέγχει την ανθρώπινη μηχανή, αν και είναι πολύ πιο περίπλοκη. Αυτή είναι μία από τις πρώτες εσφαλμένες υποθέσεις: δεν αντιλαμβανόμαστε ότι είμαστε υποχρεωμένοι να μάθουμε, ότι ο έλεγχος είναι ζήτημα γνώσης και επιδεξιότητας.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)










