Κυριακή 24 Οκτωβρίου 2021

ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ

Τίποτα σχεδόν δεν γνωρίζουμε για τη ζωή του Ηράκλειτου ούτε και μπο­ρούμε να προσδιορίσουμε με ακρίβεια τις κυριότερες χρονολογίες της. Αυ­τό, όμως, που μπορούμε ίσως να κάνουμε, είναι να δεχτούμε όσα μας λέει ο Απολλόδωρος, ότι δηλαδή ο Ηράκλειτος βρισκόταν στη ν ακμή του κα­τά την LXIX Ολυμπιάδα, το 500, με άλλα λόγια, περίπου π.Χ., όταν βασι­λιάς των Περσών ήταν ο Δαρείος ο 1ος.

Ο Ηράκλειτος ανήκε σε μια εξαιρετικά διακεκριμένη αριστοκρατική οικογένεια της Εφέσου· φαίνεται, μάλιστα, πως σε όλη του τη ζωή διατή­ρησε κάποιο αίσθημα περιφρόνησης έναντι των ανθρώπων, λεπτομέρεια έκδηλη σε ορισμένα αποσπάσματα του, όπου στηλιτεύει τα πολιτικά ήθη των συμπολιτών του. Κάποια παράδοση τον θέλει μελαγχολικό χαρακτήρα ενώ ορισμένοι χριστιανοί, άρα αρκετά μεταγενέστεροι, συγγραφείς ισχυ­ρίζονται πως διώχθηκε για αθεϊσμό. Για τους δασκάλους του δεν γνωρίζουμε και πολλά πράγματα· από ορι­σμένους μάλιστα θεωρήθηκε μαθητής του Ξενοφάνη: το πιθανότερο, όμως, είναι πως ο τελευταίος είχε ήδη εγκαταλείψει την Ιωνία όταν γεννήθηκε ο Ηράκλειτος. Εν πάση περιπτώσει, όμως, ο Ηράκλειτος θα πρέπει να είχε διαβάσει το ποίημα του και να γνώριζε τις κοσμολογίες των Μιλησίων, εφόσον μας λέει (απ. 38) πως ο Θαλής υπήρξε ο πρώτος αστρονό­μος. Μνημονεύει ακόμα τον Πυθαγόρα (απ. 81) και τον Εκαταίο. Είναι πιθανόν, τέλος, ο Παρμενίδης να γνώριζε το έργο του Ηράκλειτου, που πρέπει να ήταν είκοσι πέντε χρόνια μικρότερος του.

Δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα τον τίτλο του έργου του Ηράκλειτου· σύμ­φωνα με τον Διογένη Λαέρτιο, που απαριθμεί μάλιστα περισσότερους, το βιβλίο αυτό θα πρέπει να διαιρείτο σε τρία μέρη: το πρώτο πραγματευό­ταν το σύμπαν, το δεύτερο την πολιτική και το τελευταίο θεολογικά ζητή­ματα.

Ο Διογένης Λαέρτιος μας μεταφέρει διάφορες, δίχως ιδιαίτερο ενδια­φέρον, μυθικές εκδοχές του θανάτου του Ηράκλειτου, γεγονός που χρο­νολογείται γύρω στα 470 π.Χ.

Το έργο του Ηράκλειτου δεν μας είναι γνωστό παρά μέσω βραχύλογων αποσπασμάτων από πολύ νωρίς ήδη, ο φιλόσοφος περιβλήθηκε τη φήμη του εξαιρετικά δυσνόητου, σε σημείο που να επονομαστεί τελικά Σκοτεινός. Η ασάφεια αυτή οφείλεται ίσως στο γεγονός πως το βιβλίο του γρά­φτηκε στην ιωνική διάλεκτο, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται, όπως το είχε επισημάνει ήδη ο Αριστοτέλης, πολυάριθμα γραμματικά ζητήμα­τα. Πολλοί είναι, ωστόσο, αυτοί που ισχυρίζονται πως το σκοτεινό ύφος του Ηράκλειτου ήταν ηθελημένο, καθώς κι ότι ο Εφέσιος πρέπει να κατέ φύγε στον ερμητισμό, ώστε να είναι καταληπτός μόνο από έναν περιορι­σμένο αριθμό μυημένων ο ίδιος ο Σωκράτης άλλωστε ομολογούσε πως, για να διαβάσει τέτοιο βιβλίο δίχως να πνιγεί μέσα του, θα χρειαζόταν τη βοήθεια ενός δεινού «Δηλίου κολυμβητή». Ο Ηράκλειτος λοιπόν κατα­γράφηκε στην ιστορία ως «αινιγματοπλόκος»· ίσως, όμως, αυτό να συνέ­βη κατά κάποιο τρόπο παρά τη θέληση του. Στη πραγματικότητα, εμφα­νίζεται ως άγγελος ενός Λόγου που τον υπερβαίνει και του οποίου ο ίδιος δεν είναι παρά το σκεύος· έτσι λοιπόν η φωνή του, σαν της Σίβυλλας, για την οποία, άλλωστε, κάνει κι ο ίδιος λόγο, διέσχισε τους αιώνες, για να φθάσει ως εμάς και να μας προσφέρει πολύ περισσότερα από απλά ευσύ­νοπτα φθέγματα, εξαντλούμενα σ' ένα και μοναδικό νόημα και κατανοού-μενα μια για πάντα. Τα αποσπάσματα του Ηράκλειτου μιλούν, θα μπο­ρούσαμε να πούμε, ατελεύτητα και ποτέ δεν θα πάψουν να μας μεταδί­δουν νόημα: καμιά ερμηνευτική απόπειρα δεν θα μπορούσε να τα εξαντλήσει, να τα διασαφηνίσει και να θέσει ένα οριστικό τέλος στο πρό­βλημα της ερμηνείας τους· αυτός ο ίδιος ο βραχυλογικός τους χαρακτή­ρας πηγάζει από τον αγώνα της έκφρασης να κατακτήσει μια θέση μετα­ξύ του «μηδενός» και του «όλου». Αποδεσμεύτηκε από τη σιωπή, αλλά μη μπορώντας να τα πει όλα, συνδέθηκε μ' ένα νόημα, ανεξάντλητο καθε­αυτό, μέσα στις λέξεις του. Αυτός είναι ο λόγος που τα αποσπάσματα του Ηράκλειτου δεν παύουν να μας μιλούν: είναι τα τεκμήρια της ίδιας της χρονικότητας, που δεν θα πάψουν συνεπώς ποτέ να αναπηδούν μέσα στον δικό μας χρόνο.

Ι. Ο Λόγος

Ο Λόγος, που επικαλείται ο Ηράκλειτος, είναι ένα υπερβατικό ρήμα, το οποίο ο φιλόσοφος καλείται να ερμηνεύσει. Ο Λόγος που απευθύνεται στον Ηράκλειτο είναι ακριβώς το νόημα που κατέρχεται ως αυτόν εν είδει ενός μηνύματος προς μετάδοση: «Όχι εμένα αλλά το λόγο αφού ακούσετε, εί­ναι σοφό να ομολογήσετε ότι Ένα τα πάντα» (απ. 50).

Ο Λόγος είναι αυτός που «τα πάντα γίνονται σύμφωνα μ' αυτόν» (απ. 1), αυτός «που τα κυβερνάει όλα» (απ. 72) κι ακόμα αυτός που κρύβεται μέσα στη ψυχή (απ. 45). Τα βάθη όμως από τα οποία προέρχεται μας τον κάνουν σχεδόν απρόσιτο: «Στον πηγαιμό σου δεν θα βρεις τα πέρατα της ψυχής, απ' όλους τους δρόμους κι αν περάσεις· τόσο βαθύ λόγο περιέχει» (απ. 45). Μοιάζει με τη Σίβυλλα που, με μανιασμένο στόμα, λέει λόγια αγέ­λαστα, ακαλλώπιστα κι αφτιασίδωτα, «με τη φωνή της διασχίζει χιλιά­δες χρόνια, με τη βοήθεια του θεού» (απ. 92). Όπως ακριβώς η προφητεία μας μιλά χωρίς να μας λέει συγκεκριμένα το ένα ή το άλλο, έτσι και ο Λό­γος μας μεταδίδει ένα νόημα που σε μας απόκειται να αποκρυπτογραφή σουμε, στο μέτρο πάντα των δυνατοτήτων μας. Γνωρίζουμε πως «ο άρχο­ντας, που δικό του είναι το μαντείο στους Δελφούς, ούτε λέει ούτε κρύβει αλλά σημαίνει» (απ. 93)· τα λόγια του εξακολουθούν να είναι μυστηριώδη για τον άνθρωπο, παρ' ότι σ' αυτόν απευθύνονται. Το ίδιο συμβαίνει και στις σχέσεις των ανθρώπων με το Λόγο: «Παρ' ότι τον λόγο, αυτόν που όλα τα κυβερνά, τον συναναστρέφονται αδιάκοπα, έχουν διαφορές μ' αυτόν, κι όσα συναντούν κάθε μέρα τους φαίνονται ξένα» (απ. 72). Αν και πα­ρόντες, οι άνθρωποι είναι σα να απουσιάζουν, μοιάζουν με κουφούς (απ. 34)· γι' αυτό και ο Ηράκλειτος μας λέει:

Αν κι ο λόγος αυτός είναι αιώνιος, οι άνθρωποι γίνονται ασύνετοι, και πριν τον ακούσουν κι αφού τον ακούσουν για πρώτη φορά' γιατί ενώ τα πάντα γίνονται σύμφωνα μ' αυτόν το λόγο, οι άνθρωποι μοιά­ζουν άπειροι ακόμα κι όταν καταπιάνονται και με λόγια και με έργα τέτοια σαν αυτά που εγώ διηγούμαι, διαιρώντας το καθένα κατά τη φύση του και λέγοντας το όπως έχει· οι άλλοι όμως άνθρωποι ξα­στοχούν όσα κάνουν ξύπνιοι, όπως λησμονούν όσα κάνουν στον ύπνο τους (απ. 1).

Το δράμα της ανθρώπινης συνθήκης οφείλεται στο ότι «ενώ ο λόγος εί­ναι κοινός, οι πολλοί ζουν σαν να είχαν μια δικιά τους φρόνηση» (απ. 2). Υπάρχει, λοιπόν, ταυτόχρονα, μια παρουσία αλλά και μια απόσταση αυ­τού, δια μέσου του οποίου ο άνθρωπος είναι σε θέση να υπερβεί τον εαυτό του και να φθάσει στην αυτοσυνείδηση. Γιατί «το ανθρώπινο ον δεν έχει σοφίες, το θείο όμως έχει» (απ. 78).

Μπορούμε λοιπόν να πούμε πως υπάρχει ένα μυστικό του ανθρώπου, και με τις δύο σημασίες που εγκλείει ο ονοματικός προσδιορισμός: υπάρ­χει ένα μυστικό που ανήκει στον άνθρωπο, αλλά όμως το μυστικό αυτό είναι και το μυστικό που τον αφορά. Οι άνθρωποι δυστυχώς «δεν ξέρουν ούτε να ακούνε ούτε να μιλούν» (απ. 19), ζουν μέσα στο επιφαινόμενο (απ. 17) και τρέφονται απ' αυτό: «εξαιτίας της απιστίας / τα πιο πολλά από τα θεία πράγματα / τους διαφεύγουν και δεν γίνονται γνωστά» (απ. 86): ωστόσο «η φρόνηση είναι σ' όλους κοινή» (απ. 113) και «όλοι οι άνθρωποι έχουν μερίδιο στην αυτογνωσία και τη σωφροσύνη» (απ. 116). Το ουσιώ­δες λοιπόν είναι «η πειθαρχία στη βούληση Ενός» (απ. 33) και το ότι «αν­τλούμε δύναμη απ' αυτό που είναι σε όλους κοινό» (απ. 114). Ο Ηράκλει­τος όμως το λέει ξεκάθαρα: «Αν δεν ελπίζεις, δεν θα βρεις το ανέλπιστο, γιατί είναι ανεξερεύνητο κι αδιάβατο» (απ. 18).

Ο Λόγος λοιπόν είναι ταυτόχρονα, και κατά έναν παράδοξο τρόπο, ένα υπερβατικό νόημα και μια σημασία εμμενής στον άνθρωπο. Ο Λόγος εγ­καθίσταται στη καρδιά του σχίσματος, που διαμελίζει τον άνθρωπο σε απολιπόν Είναι και ύπαρξη που τον συγκροτεί· η συνθήκη του άρα δεν μπο­ρεί να 'ναι άλλο από τραγική.

ΙΙ. Ο πόλεμος και η αρμονία των αντιθέτων

Τραγικός στοχαστής εμφανίζεται κατ' εξοχήν ο Ηράκλειτος στη θεωρία του για τον πόλεμο και τη σύγκρουση, που αποτελεί μια από τις σημαντι­κότερες θεματικές του κοσμολογικού οράματος του. Κατά τον Ηράκλει­το, η φύση αγαπά τις αντιθέσεις και ξέρει να χειρίζεται τη σύνθεση τους για να παράγει την αρμονία. Αυτή όμως, η κερδισμένη μ’ αντίτιμο τη σύγ­κρουση, ενότητα διατηρείται ως ένταση μεταξύ αντίρροπων στοιχείων, που τείνουν συνεχώς να αποχωρισθούν το ένα από το άλλο ή να αλληλοκαταστραφούν. Σ' ένα σύγγραμμα, που στο παρελθόν είχε αποδοθεί εσφαλ­μένα στον Αριστοτέλη, το Περί κόσμου, βρίσκουμε το ακόλουθο, ηρα­κλείτειας, αναμφίβολα, έμπνευσης, χωρίο, που κλείνει άλλωστε με πα­ράθεση του Εφέσιου:

Αγαπάει και η φύση τα αντίθετα, και μ' αυτά, όχι με τα όμοια, δη­μιουργεί τη συμφωνία' έτσι γίνεται και ενώνει, λόγου χάρη, το αρσε­νικό με το θηλυκό, όχι όμως και το κάθε ον με το όμοιο του, και πραγ­ματώνει την πρώτη ομόνοια με την ένωση των αντιθέτων κι όχι των ομοίων. Φαίνεται πως και η τέχνη κάνει το ίδιο, με το να μιμείται τη φύση. Η ζωγραφική, αναμειγνύοντας τα άσπρα και τα μαύρα χρώ­ματα, τα κίτρινα και τα κόκκινα, πετυχαίνει να συμφωνούν οι εικό­νες με το μοντέλο. Η μουσική, συνδυάζοντας τους ψηλούς ήχους με τους χαμηλούς, τους μείζονες και τους ελάσσονες, με διαφορετι­κές φωνές, δημιουργεί μια μοναδική αρμονία. Η γραμματική με τη μείξη των φωνηέντων και των συμφώνων χτίζει όλη της την τέχνη. Αυτό υποστήριξε και ο Ηράκλειτος, ο επονομαζόμενος Σκοτεινός: «Οι συνδέσεις γίνονται από όλα κι από τα όχι όλα, ομόνοια-διχόνοια, συμφωνία-ασυμφωνία: απ’ όλα γεννιέται το Ένα και από το Ένα όλα» (απ. 10). Έτσι «τα αντίθετα ταιριάζουν, απ’ τις διαφορές γεννιέται η ωραία αρμονία. Τα πάντα γίνονται με την πάλη» (απ. 8).

Θα πρέπει λοιπόν να διακηρύξουμε μαζί του πως «ο πόλεμος είναι ο πα­τέρας όλων» (απ. 53): ο πόλεμος είναι συμπαντικός, η ίδια η δικαιοσύνη, στο μέτρο που τείνει να εναρμονίζει τα αντίθετα δεν είναι παρά πάλη. Τα πάντα γεννώνται μέσα από τη σύγκρουση και την αναγκαιότητα (απ. 80). Αυτή η πάλη των αντιθέτων, κατά βάθος, δεν είναι άλλο από αυτή την ίδια την τραγωδία, που αντιπαραθέτει το Ένα στην πολλαπλότητα και τα πολ­λά στο Ένα. Πράγματι, εφόσον τα πάντα γεννώνται από το Ένα και το Ένα από τα πάντα, κατά τη διάρκεια μιας σύγκρουσης είναι, λοιπόν, που η πολλαπλότητα ξεπηδά από το Ένα, που την γενννά και το οποίο αυτή αποχωρίζεται· κι είναι, ακριβώς, μέσα από μια άλλη σύγκρουση που η πολ­λαπλότητα τείνει να αρνηθεί τον εαυτό της και να ανακαλύψει και πάλι το αντίθετο της που, παρ' ότι γεννημένη μέσα του, κάποτε εγκατέλειψε.

Συνεπώς «ο δρόμος που ανεβαίνει κι αυτός που κατεβαίνει είναι ένας και αυτός» (απ. 60), η Ταυτότητα διατρέχει τη Διαφορά και Διαφορά εγ­καθίσταται στην ίδια την καρδιά της Ταυτότητας. Εξού και η ιδέα πως και «μέσα μας είναι το ίδιο: ζωντανό και νεκρό, ξύπνιο και κοιμισμένο, νέο και γηραιό· γιατί αυτά, όταν μεταβάλλονται, γίνονται εκείνα εκεί κι εκείνα, όταν με τη σειρά τους μεταβάλλονται, γίνονται αυτά» (απ. 88).

Η ενότητα άρα συγκροτείται από αντίρροπες τάσεις και ο βρυχηθμός των αντιθέτων στοιχειώνει την καρδιά της αρμονίας: «Δεν καταλαβαί­νουν πως αυτό που αντιτίθεται στον εαυτό του βρίσκεται ταυτόχρονα σε αρμονία με τον εαυτό του, ακριβώς όπως οι αντίθετες εντάσεις του τόξου και της λύρας» (απ. 51). Η ηρακλείτεια φιλοσοφία του Λόγου, τραγική ήδη στην ουσία της, προεκτείνεται, κατ’ αυτόν τον τρόπο, σε μια φιλοσο­φία του σπαραγμού που, αν επιμένει στη λανθάνουσα αρμονία και την ει­ρήνη του βάθους, υπογραμμίζει ωστόσο έντονα τις χίλιες και μια όψεις του πολέμου, που τα αντίθετα, πράγματα ή όντα, διεξάγουν στη ν επιφάνεια.

III. Το γίγνεσθαι

Ο ηρακλειτισμός υποβιβάζεται συνήθως σε μια φιλοσοφία του γίγνεσθαι, που αντιπαρατίθεται μ’ έναν λίγο πολύ σχηματικό τρόπο στην ελεατική φιλοσοφία του Είναι και τις διάφορες στατικές οντολογίες. Γνωρίζουμε βέβαια πως ο Χέγκελ και ο Νίτσε, από εντελώς διαφορετική οπτική σκο­πιά, θα διεκδικήσουν τον Ηράκλειτο ως δικό τους πρόδρομο, καθώς κι οι δυο τους αντικρίζουν στο πρόσωπο του τελευταίου αυτόν που διακήρυ­ξε με τον πλέον σαφή τρόπο πως δεν υπάρχει Είναι παρά χάριν του γίγνε­σθαι. Όταν όμως γίνεται λόγος για το γίγνεσθαι στον Ηράκλειτο, δεν θα πρέπει ποτέ να ξεχνάμε όσα έγραψε για το Λόγο, διότι κινδυνεύουμε να διαστρέψουμε το νόημα και την εμβέλεια αυτού που πραγματικά θέλησε να πει.

Είναι αλήθεια πως η φιλοσοφία του Ηράκλειτου δεν έχει τίποτα το κοι­νό με μια στατική οντολογία, που θα αρκεί το να διακηρύσσει, όπως θα το κάνει ο Παρμενίδης, πως το Είναι είναι και το Μη Είναι δεν είναι· αλλά όμως το γίγνεσθαι, για το οποίο μας μιλά ο Ηράκλειτος, απέχει πολύ κι από το να είναι απλώς μια κινησιοκρατία (mobilisme), που μας βεβαιώνει ότι δεν υπάρχει παρά μόνο κίνηση και τίποτε άλλο.

Είναι γνωστή η περίφημη εικόνα: «Δεν μπορούμε να μπούμε δυο φορές στο ίδιο ποτάμι» (απ. 91). Ένας μαθητής του, μάλιστα, υπερθεμάτιζε λέ­γοντας πως ποτέ δεν μπαίνουμε μόνο μια φορά. Έτσι τα πάντα ρέουν και τίποτα δεν μένει, «στα ίδια ποτάμια μπαίνουν συνεχώς άλλα κι άλλα νε­ρά» (απ. 12). Μια κοσμοθεωρία, όμως, αυτού του είδους στηρίζεται στην ακατάπαυστη μεταμόρφωση των πραγμάτων, που περνούν και φεύγουν, και των όντων που πεθαίνουν, γιατί το γίγνεσθαι συνίσταται στην αέναη μεταλλαγή των ουσιών που φθείρονται και αναπλάθονται:

Δεν μπορούμε να αγγίξουμε δύο φορές μια φθαρτή ουσία που να βρίσκεται στην ίδια κατάσταση, γιατί αποσυντίθεται και ανασυντίθεται μέσα από την ταχύτητα της ίδιας της αλλαγής, ή, μάλλον, δεν αλλάζει και πάλι ούτε μετά, αλλά, την ίδια στιγμή που εμφανίζεται, εξαφανίζεται (απ. 91).

Εντός του γίγνεσθαι ανευρίσκουμε το πεδίο της σύγκρουσης των αντι­θέτων: «Το ψυχρό θερμαίνεται, το θερμό ψύχεται, το υγρό ξεραίνεται, το ξερό νοτίζει» (απ. 126). Υπάρχει, κατά συνέπεια, μέσα στο γίγνεσθαι μια σύνθεση κατάφασης και άρνησης, γι’ αυτό και μπορούμε να αποφανθού­με πως: «Στα ίδια ποτάμια μπαίνουμε και δεν μπαίνουμε, είμαστε και δεν είμαστε» (απ. 49α).

Το γίγνεσθαι όμως, για το οποίο μας μιλά ο Ηράκλειτος, δεν είναι ένα απλό γραμμικό γίγνεσθαι, που θα συνιστούσε την απόλυτη άρνηση του Είναι εκτυλίσσεται, αντίθετα, στο εσωτερικό ενός κύκλου. Αυτό επαλη­θεύεται, ήδη, από τα ίδια τα φυσικά στοιχεία:

Η ζωή της φωτιάς γεννιέται από το θάνατο της γης, του αέρα από το θάνατο της φωτιάς, του νερού από το θάνατο του αέρα και η γη γεννιέται από το θάνατο του νερού. Ο θάνατος της φωτιάς γεννά τον αέρα και ο θάνατος του αέρα γεννά το νερό. Ο θάνατος της γης φέρ­νει στον κόσμο το νερό, ο θάνατος του νερού γεννά τον αέρα, ο θά­νατος του αέρα γεννά τη φωτιά κι αντιθέτως (απ. 76). Το γίγνεσθαι άρα συγκροτεί έναν κύκλο κι ο κύκλος αυτός είναι ο ίδιος αρμονία, στο μέτρο ακριβώς που πραγματοποιεί την σύμπτωση των αντι­θέτων πράγματι, «στην περιφέρεια του κύκλου αρχή και πέρας συμπί­πτουν» (απ. 103).

Η εμφάνιση ενός στοιχείου, λοιπόν, μέσα από τους κόλπους ενός κα­θαρού κι απόλυτου γίγνεσθαι δεν είναι το παν, εφόσον αφ’ ενός εξακολου­θεί ο κυβερνών τα πάντα Λόγος, αφ’ ετέρου το γίγνεσθαι αυτό εκτυλίσσε­ται στο εσωτερικό ενός κύκλου, συνεχόμενο από ισχυρούς δεσμούς. Αν αδυνατούμε να αντιληφθούμε με την πρώτη ματιά αυτόν τον κύκλο, αυτό συμβαίνει κατ' αρχή ν γιατί «η φύση αγαπά να κρύβεται» (απ. 123) κι έπει­τα γιατί, το 'πάμε ήδη, είμαστε ανίκανοι να δούμε πραγματικά ό,τι εμφα­νίζεται ενώπιον μας. Ας μην το ξεχνάμε, αν «ο ωραιότερος πίθηκος είναι άσχημος, όταν παραβάλλεται με το γένος των ανθρώπων» (απ. 82), «ο σοφότερος άνθρωπος, όταν συγκρίνεται με τον θεό, φαίνεται πίθηκος και στη σοφία και στην ομορφιά και σ’ όλα τα άλλα» (απ. 83).

Θα μπορούσαμε λοιπόν να πούμε πως η φιλοσοφία του Ηράκλειτου εί­ναι μάλλον μια φιλοσοφία του επανέρχεσθαι (revenir) παρά του γίγνεσθαι (devenir) με την κλασική έννοια του όρου: το περί ου ο λόγος γίγνεσθαι δεν αποτελεί σε τελική ανάλυση ένα γίγνεσθαι του Είναι αλλά ένα γίγνε σθαι εντός του Είναι. Δεν είναι παρά στο εσωτερικό του ίδιου που επέρ­χονται οι μεταβολές:

Μέσα μας είναι πάντα τα ίδια: ζωντανό και νεκρό, ξύπνιο και κοι­μισμένο, νέο και γηραιό' γιατί αυτά όταν μεταβάλλονται είναι εκεί­να, κι εκείνα, όταν με τη σειρά τους μεταβάλλονται, είναι αυτά (απ. 88).

Συναντάμε λοιπόν και πάλι, με μια ελάχιστη μετατόπιση, μια ιδέα που βρήκαμε και προηγουμένως: τα πάντα γεννώνται από το Εν και το Ένα από τα πάντα. Ο Ηράκλειτος μας λέει πως «ο θεός είναι νύχτα και μέρα, χειμώνας και καλοκαίρι, πόλεμος και ειρήνη, κορεσμός και λιμός· αλ­λοιώνεται, όπως η φωτιά που, όταν αναμειχθεί με αρώματα, ονομάζεται με το όνομα της μυρωδιάς του καθενός». Δεν θα υπερβούμε λοιπόν ποτέ τα όρια του Ενός, που δεν είναι άλλα από αυτά που έχει θέσει ο κυβερνών Λόγος, όπως ακριβώς κι ο ήλιος που δεν μπορεί να υπερβεί τα όρια του, ειδεμή θα τον βρουν οι Ερινύες, φύλακες της Δικαιοσύνης (απ. 94).

Αν ο ηρακλειτισμός δεν ήταν παρά η φιλοσοφία ενός απλού γίγνεσθαι, αν διευθετούσε το παν ως μια απλή συνδυαστική, ένα παιχνίδι σχέσεων, δεν θα ετίθετο καν το πρόβλημα του νοήματος του γίγνεσθαι· όλες οι κινησιοκρατίες, οι ηροστρατισμοί και οι μηδενισμοί που, ούτε λίγο ούτε πο­λύ, επικαλούνται κάποια νιτσεϊκή προέλευση τους, αφήνουν αναπάντητο το ερώτημα πού μας οδηγεί τελικά ο δρόμος, κι αυτό ακόμα και στις περι­πτώσεις εκείνες που δεν απορρίπτουν απευθείας το ερώτημα ως στερού­μενο νοήματος. Βέβαια, ο ίδιος ο Ηράκλειτος δεν παραλείπει κάποιες συ­στάσεις:

Να θυμόμαστε κι εκείνον που ξεχνά πού πηγαίνει ο δρόμος» (απ. 71) για να προσθέσει πιο συγκεκριμένα πως «ένα πράγμα είναιη σο­φία: το να γνωρίζεις τη σκέψη που μέσα απ' όλα κυβερνά τα πάντα (απ. 41).

Ωστόσο, όμως, αυτή η σοφία είναι απ' όλα χωρισμένη, πράγμα που δεν καταφέρνουν να κατανοήσουν όλοι αυτοί που 'χουν συνήθεια να μιλούν (απ. 108). Ένα γίγνεσθαι, δίχως αναφορά σ' ό,τι το θεμελιώνει και σ' ό,τι το περιέχει, θα βρισκόταν σε ευθεία αντίθεση με όσα μας υποβάλλουν τα αποσπάσματα του Ηράκλειτου σχετικά με τον Λόγο: αν οι άνθρωποι αρ­κούνται συχνά στον μομπιλισμό, είτε πάλι τον αναγορεύουν σε κοσμοθε­ωρία, είναι διότι, ας μην το ξεχνάμε, «το ανθρώπινο ον δεν κρύβει σοφίες, το θείο όμως έχει» (απ. 78).

IV. Η φωτιά

Είδαμε ήδη πως μεταξύ των Ιώνων φιλοσόφων ο Θαλής ο Μιλήσιος ήταν αυτός που θεωρούσε το νερό αρχή των πάντων, ενώ ο Αναξιμένης δεχό ταν τον αέρα. Ο Ηράκλειτος, πάλι, αντικρίζει το προνομιακό μέσο, για την εξήγηση των ποικίλων φαινομένων του σύμπαντος, στη φωτιά. Κάτι τέτοιο όμως θα συνιστούσε αν όχι υπερβολική απλούστευση του ηρακλειτισμού, τουλάχιστον την ανάγνωση του μέσα από παραμορφωτικούς φα­κούς, οφειλόμενους στην ανάπτυξη της σύγχρονης χημείας· θα απέκλειε, πάντως, την αντιμετώπιση της φωτιάς ως απλούστατου στοιχείου μιας σύνθεσης, με αφετηρία το οποίο δημιουργήθηκαν οι διάφοροι συνδυασμοί και αποσυνθέσεις πραγμάτων και όντων. Πράγματι, στον Ηράκλειτο, η φωτιά αποτελεί ένα, κατά κάποιο τρόπο, φυσικό στοιχείο: «Μετατροπές της φωτιάς: πρώτα θάλασσα και το μισό της θάλασσας γη, το άλλο μισό σίφουνας». Η φωτιά, υπό την επιρροή του θείου Λόγου που τα πάντα κυ­βερνά, μεταμορφώνεται, δια μέσου του αέρα, σε υγρασία-σπέρμα της όλης συμπαντικής τάξης, την οποία αποκαλεί θάλασσα. Από αυτή γεννώνται και πάλι η γη, ο ουρανός και τα περιεχόμενα σ’ αυτά πράγματα και όντα. Το πώς ο κόσμος επιστρέφει πίσω στην αρχική του κατάσταση, καταβροχθιζόμενος από τη φωτιά, ο Ηράκλειτος μας το εξηγεί ως εξής: «(...) Δια­χέεται στεριά σε θάλασσα και η μάζα της διατηρείται στο ίδιο μέτρο της αναλογίας που ίσχυε πριν γίνει γη» (απ. 31).

Η φωτιά, άρα, είναι η πηγή αλλά και η απόληξη του παντός· εξού και η εικόνα του Ηράκλειτου: «Τα πάντα ανταλλάσσονται με τη φωτιά και με τα πάντα η φωτιά ανταλλάσσεται, όπως ακριβώς τα πράγματα με το χρυσάφι και το χρυσάφι με τα εμπορεύματα» (απ. 90).

Η φωτιά, όμως, είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια πρωταρχική ου­σία ή το θεμελιώδες φυσικό στοιχείο. Πράγματι, όπως τόνισε ορθά και ο Κιρκ (O.S. Kirk1), υφίσταται μια εξαιρετικά στενή σχέση που συνδέει τα στοιχεία λόγος, αρμονίη, πόλεμος, έρις, θεός, Εν, πυρ και σοφόν. Όλοι αυτοί οι όροι είναι, αν όχι εναλλάξιμα συνώνυμα, πάντως έννοιες συνυποδηλούσες την αυτή κεντρική ενόραση. Η φωτιά, για την οποία μας μιλά ο Ηράκλειτος, δεν είναι, στην πραγματικότητα, τόσο μια ορθολογική εξηγητική αρχή, όσο η υποστασιοποίηση του Λόγου. «Όλα τα κυβερνά ο Κε­ραυνός», μας λέει (απ. 64), γιατί, ακριβώς, δεν είναι άλλος από αυτόν τον αποστράπτοντα Λόγο, που φωτίζει και κυβερνά τον κόσμο. Ο κεραυνός, άλλωστε, δεν πυρπολεί ό,τι εγγίζει και δεν μετατρέπει άραγε σε φωτιά αυ­τό στο οποίο πέφτει; Γι' αυτό και μπορούμε να πούμε ότι ο κόσμος φλέγε­ται με τη διπλή σημασία του όρου: φλέγεται γιατί είναι φτιαγμένος από αυτή την πρωταρχική πυρά, που διατρέχει απ' άκρη σ' άκρη όλο τον κύ­κλο των στοιχείων, αλλά και γιατί καίει κι είναι κι ο ίδιος ένα είδος φλό­γας: «Αυτόν τον κόσμο, που 'ναι για όλους ίδιος, ούτε κανείς θεός τον έκα­νε, αλλά ήταν από πάντα και είναι και θα είναι αιώνια φωτιά, που ανάβει και σβήνει με μέτρο» (απ. 30). Το κοσμικό γίγνεσθαι, λοιπόν, είναι φωτιά που ξεπηδά, χάνεται και ξαναζωντανεύει" αν μας λέει ότι η φωτιά «συνί­σταται στην αλλαγή» (απ. 84α), είναι γιατί τα πράγματα επιζητούν μια πληρότητα που διαρκώς τους διαφεύγει, και οι διαδοχικές τους απόπει­ρες συνιστούν ακριβώς αυτό το γίγνεσθαι, που εκδιπλώνεται μέσα στην ίδια την καρδιά του Είναι. Αργότερα, ο Πλάτων, στον Τίμαιο, θα μας δώ­σει έναν ωραίο ορισμό του χρόνου, παρουσιάζοντας τον σαν την «κινού­μενη εικόνα της αιωνιότητας». Θα μπορούσαμε κι εμείς, δίχως να βιά­ζουμε τη σκέψη του Ηράκλειτου, να δούμε στη φωτιά, για την οποία κάνει λόγο, την κινούμενη εικόνα του Λόγου που φωτίζει, καθώς κι αυτήν του Ενός, απ' όπου προήλθαν και όπου επιστρέφουν τα πάντα.

Ο κόσμος του Ηράκλειτου, όμως, φλέγεται και για έναν άλλο λόγο. Στην πραγματικότητα, ο κόσμος προορίζεται σ’ ένα τελικό παρανάλωμα (εκπύρωσις), σε έναν συμπαντικό αναβρασμό που θα σημάνει τον θάνατο του, όχι, όμως, για να καταποντισθεί οριστικά στο τίποτα, αλλά για να ανεύρει, μέσα ακριβώς σ' αυτή τη γιγαντιαία πυρκαγιά, την αρχή μιας αναζω­ογόνησης, μιας αναγέννησης. Όπως ο Φοίνικας, έτσι κι ο κόσμος είναι προορισμένος να αναγεννάται δίχως σταμάτημα μέσα από τις ίδιες του τις στάχτες. Ξαναβρίσκουμε λοιπόν εδώ την εικόνα της ανακύκλησης αλ­λά και της περιφέρειας του κύκλου, όπου αρχή και τέλος συναντώνται. Αναλίσκοντας τα πάντα, η φωτιά τα επαναφέρει στην αρχή τους, γι’ αυτό και ο Ηράκλειτος μας λέει: «Τα πάντα, ορμώντας πάνω τους, θα τα δικά­σει και θα τα συλλάβει η φωτιά» (απ. 66). Αλλά όμως η κοσμική αυτή πυρκαγιά2 δεν θα πρέπει να εκλαμβάνεται ως ανεπανόρθωτη, εφόσον γνωρίζουμε πως το ίδιο το σύμπαν είναι ζων πυρ που ανάβει και σβήνει με μέτρο.

Στο επίκεντρο της αντίληψης αυτής βρίσκεται η ιδέα της αέναης επι­στροφής αυτού που γεννιέται κι αυτού που χάνεται. Πρόκειται για μια πα­λιά ελληνική αντίληψη που δεν ανήκει αποκλειστικά στον Ηράκλειτο και την οποία ξαναβρίσκουμε αργότερα στον Πλάτωνα και τους Στωικούς. Σήμερα, αναπαριστούμε με ευλογοφάνεια το χρόνο σαν μια ευθεία γραμ­μή που έρχεται από το παρελθόν και κατευθύνεται προς το μέλλον η μη μεταστρεψιμότητα του χρόνου διαθέτει μια τέτοια προφάνεια που γίνεται δεκτή ως κάτι το απόλυτα δεδομένο. Στην Ανατολή όμως και στην Ελλά­δα, η σύλληψη του χρόνου είχε χαρακτηριστικά κυκλικότητας. Η κανο­νικότητα της εναλλαγής μέρας και νύχτας ο κύκλος των εποχών καθώς και της θέσης των πλανητών και των άστρων φαίνεται να υπέβαλαν έν­τονα την εικόνα του χρόνου ως ανακύκλησης: εξού και οι τόσο γνωστές παραστάσεις του Ζωδιακού Κύκλου ή του Τροχού των Υπάρξεων. Το Με­γάλο Έτος σήμαινε την χρονική εκείνη περίοδο, με το πέρας της οποίας θα έπρεπε να επαναληφθούν τα ίδια γεγονότα. Οι προτεινόμενοι υπολογι­σμοί της σε κοινά έτη ποικίλλουν κατά συγγραφείς, σύμφωνα με μια πα­ράδοση, όμως, ο Ηράκλειτος το είχε υπολογίσει στα 10.800 περίπου ηλια­κά έτη. Ο αριθμός αυτός προήλθε πιθανότατα από τον πολλαπλασιασμό του 360 με το 30. Εν πάση όμως περιπτώσει, παριστά το χρονικό διάστημα που παρέρχεται μεταξύ γέννησης του κόσμου και φθοράς του μέσα στη φωτιά, προμήνυμα μιας νέας γέννησης του.

Έτσι λοιπόν, εφόσον αρχή και τέλος του Μεγάλου Έτους συμπίπτουν σ' αυτό το κοσμικό παρανάλωμα πυρός, που εξαγνίζει και παλινορθώνει, η συμπαντική αναταραχή δεν είναι απλά μια καταστροφή με διαστάσεις αποκάλυψης αλλά και μια αποθέωση, αφού μέσα από αυτή ξεπηδά κάθε φορά ένας νέος κόσμος. Έτσι, για άλλη μια φορά, επαληθεύεται πως «ο δρόμος που ανεβαίνει κι ο δρόμος που κατεβαίνει είναι ο ίδιος κι ο αυτός». Οφείλουμε λοιπόν να υπογραμμίσουμε την ιδιαίτερη σημασία του αποσπά­σματος 66, όπου μας λέει ο Ηράκλειτος ότι «η φωτιά είναι και κορεσμός και χρεία. Η χρεία είναι η οργάνωση του κόσμου (διακόσμησις) σύμφωνα με το νόμο του αλλά η ανάφλεξη (εκπύρωσις) του κόσμου είναι κορεσμός». Είναι αλήθεια, προσθέτει ο Ιππόλυτος που μας μεταφέρει το εν λόγω κεί­μενο, πως κατά τον Ηράκλειτο «όταν επέμβει η φωτιά, θα κρίνει όλα τα πράγματα και θα τα κατακυριεύσει» (απ. 66). Αξίζει να επιμείνει κανείς στο γεγονός πως ο Ηράκλειτος παρομοιάζει την τάξη του κόσμου με χρεία, έλλειψη, ενώ αντικρίζει στην εκπύρωση του διατεταγμένου κόσμου ένα είδος πληρότητας και αφθονίας. Θα φανεί ίσως παράδοξο να ορίζεται η τάξη ως έλλειψη και η καταστροφή ως πληρότητα. Αυτό όμως το γενικό παρανάλωμα είναι μια εξύψωση τρεφόμενη με ερείπια. Μέσα στην πυρά συναντώνται και συγχωνεύονται αρχική χρεία και τελικός κορεσμός, γιατί από εκεί τα πάντα ξεκινούν κι εκεί καταλήγουν. Έτσι, η καταστροφή εί­ναι μια εκπλήρωση, εκπλήρωση του ρυθμού της Αέναης Επιστροφής και εκπλήρωση εντός της οποίας η γέννηση του αύριο προκύπτει μέσα από το θάνατο του σήμερα.

Ένα τέτοιο όραμα του κόσμου θα μπορούσε κάλλιστα να εκθρέψει τα θεωρησιακά σχήματα των ηροστρατισμών, που καλλιεργούν εξ επαγγέλ­ματος τον έρωτα της καταστροφής και βλέπουν σ’ αυτή την τελευταία την υψηλότερη έκφραση της δημιουργίας· ο Μπακούνιν, άλλωστε, δεν ήταν αυτός που δήλωνε: «Η χαρά της καταστροφής είναι ταυτόχρονα και χα­ρά της δημιουργίας»; Η φιλοσοφία όμως του Ηράκλειτου απέχει πολύ από το να είναι μια πρόσκληση σε περιπέτειες εν μέσω ναυαγίων, γιατί παρα­μένει, ακριβώς, μια φιλοσοφία του Λόγου, που μας υποβάλλει όχι την απο­λογία της καταστροφής, αλλά τον αναστοχασμό του νοήματος, που εδρεύ­ει στην ενότητα του πολλαπλού. Η συμπαντική ανάλωση μέσα στις φλό­γες, για την οποία μας μιλά ο Εφέσιος, είναι μια επάνοδος στην απαρχή απ' όπου και πάλι ξεκινούν όλα τα όντα, αυτοί οι προσκηνότες του απέ­ραντου κυκλώματος της ύπαρξης.

V. O άνθρωπος και η σοφία

Συνηθίζεται παραδοσιακά να παρουσιάζεται ο Ηράκλειτος αν όχι ως αρι­στοκράτης με την κοινωνική έννοια του όρου, πάντως ως άνθρωπος που περιφρονούσε το πλήθος και δεν δίσταζε να το πει: «Για μένα, ένας αξίζει όσο μύριοι όταν είναι άριστος» (απ. 49). Γι' αυτόν, πράγματι, «παιχνίδια παιδιών είναι οι ανθρώπινες δοξασίες» (απ. 70) κι αν οι ευγενείς άνθρωποι προτιμούν περισσότερο απ' οτιδήποτε φθαρτό την αιώνια δόξα, «οι πολ­λοί χορταίνουν σαν κτήνη» (απ. 29). Βάλλει με ειρωνεία τόσο κατ' αυτών που έχαναν το μυαλό τους μέσα στις προλήψεις όσο και κατ' αυτών που χειρίζονταν παράλογα τα ζητήματα της πόλης. Έλεγε για τους πρώτους:

Καθαρίζονται μιαινόμενοι με άλλο αίμα, όπως αν κάποιος που έχει χωθεί στη λάσπη, ξεπλενόταν με λάσπη: αν κάποιος άνθρωπος τον έβλεπε να κάνει κάτι τέτοιο, θα τον έπαιρνε για ασυνάρτητο. Και προσεύχονται μπροστά σ' αυτά τ’ αγάλματα, όπως θα φλυαρούσε κανείς μέσα στο σπίτι του, μη γνωρίζοντας ποιοι είναι θεοί και ποιοι ήρωες (απ. 5). Για τους δεύτερους, πάλι, βεβαίωνε:

Καλά θα έκαναν όλοι οι ενήλικες Εφέσιοι να κρεμαστούν και να αφήσουν την πόλη στα παιδιά, γιατί εκείνοι εξόρισαν τον Ερμόδωρο, τον πιο άξιο άντρα, λέγοντας: Μεταξύ μας κανείς ας μην είναι ο πιο άξιος, ειδεμή ας πάει αλλού και μ' άλλους» (απ. 121). «Γιατί ποιος είναι ο νους τους ή η φρόνηση τους; Πείθονται από τους λαϊ­κούς τραγουδιστές και δάσκαλος τους είναι ο όχλος: δεν ξέρουν ότι πολλοί είναι οι κακοί και οι καλοί λίγοι» (απ. 104). Γι’ αυτό κι έριχνε στα κεφάλια των συμπολιτών του την εξής ευχή: «Πο­τέ να μην σας λείψει, Εφέσιοι, ο πλούτος, για να βγαίνει στο φως η πονη­ριά σας» (απ. 125α). Άλλωστε ο Ηράκλειτος δεν θέλησε να διαδεχτεί τον πατέρα του στο δημόσιο αξίωμα που κατείχε κι αρνήθηκε να νομοθετήσει στην πόλη της Εφέσου, με τη δικαιολογία πως οι κάτοικοι της είχαν πια τόσο διαφθαρεί που το πράγμα δεν έπαιρνε καμιά γιατριά. Ωστόσο, όμως, ο Ηράκλειτος δεν εγκατέλειψε ποτέ την πόλη του: όταν τον προσκάλε­σαν στην Αθήνα αρνήθηκε να πάει, όπως άλλωστε αποποιήθηκε τις τιμές που του επεφύλασσε ο Δαρείος στην Αυλή της Περσίας.

Ο Ηράκλειτος όμως περιφρονούσε και αρκετούς από τους παλαιότε­ρους του στοχαστές: «Ο Όμηρος αξίζει να τον διώχνουν από τους αγώνες και να τον ραπίζουν, το ίδιο κι ο Αρχίλοχος» (απ. 42). «Ο Πυθαγόρας», έλεγε, «είναι αρχηγός στους αγύρτες» (απ. 81). «Η πολυμάθεια δεν διδά­σκει να σκέφτεσαι: αν ήταν έτσι, θα είχε διδάξει τον Ησίοδο και τον Πυ­θαγόρα, ακόμα και τον Ξενοφάνη και τον Εκαταίο» (απ. 40). Αν όμως ο Ηράκλειτος δεν έχανε ευκαιρία να εκδηλώνει την απαίσιο δοξία του για όλους αυτούς που καθημερινά συναναστρεφόταν, σε βαθμό μάλιστα που να επονομαστεί οχλολοίδορος, για τον άνθρωπο ωστόσο εί­χε μια αντίληψη στενότατα συνδεόμενη με τις ιδέες του που συναντήσαμε ως τώρα. Γι’ αυτόν λοιπόν η ψυχή του ανθρώπου είναι φλόγα και πρέπει να παραμένει πάντα ξηρή: με τη μέθη υγραίνεται, πέφτει στην τρέλα και τελικά πεθαίνει. Σύμφωνα με τον Διογένη Λαέρτιο, στα τέλη της ζωής του ο Ηράκλειτος προσβλήθηκε από υδρωπικία και ρωτούσε τους γιατρούς τι θα 'πρεπε να κάνει για να μετατρέψει τη βροχή σε ξηρασία. Καθώς αυ­τοί δεν καταλάβαιναν αυτά τα αινιγματικά λόγια, απογοητευμένος ο Ηρά­κλειτος κλείστηκε σ’ έναν στάβλο με την ελπίδα ότι η θέρμη της κοπριάς θα έδιωχνε το νερό που τον ταλάνιζε.

Το ότι η ανθρώπινη ψυχή είναι φωτιά και φλογερή εκπνοή θα μπορούσε να εκληφθεί ως απόφανση εγκλείουσα μια στοιχειώδη ψυχοφυσιολογία: αυτή η ιδέα όμως μπορεί επίσης να συνδεθεί με τη συμβολική εκείνη της φωτιάς, που ανευρίσκουμε πίσω από εκφράσεις όπως η «θέρμη της ζω­ής», «η φλόγα του πάθους», είτε πάλι ο «πυρετός του έρωτα που μας καίει». Θα π ρέπει όμως ακόμα -και κυρίως- να συσχετισθεί με όσα είπε ο Ηρά­κλειτος για τη φωτιά και το Λόγο.

Οι σχετικές με την ανθρώπινη ψυχή αντιλήψεις του Ηράκλειτου μας φέρ­νουν συχνά ενώπιον μεγάλων ερμηνευτικών δυσχερειών, κι αυτό διότι τα αποσπάσματα που διαθέτουμε σχετικά συγκαταλέγονται μεταξύ των πλέ­ον σκοτεινών. Ο Ηράκλειτος μας βεβαιώνει πράγματι πως είναι ηδονή για τις ψυχές να πέφτουν στη ζωή αλλά προσθέτει πως «ζούμε από το θάνατο των ψυχών κι αυτές ζουν από το θάνατο μας» (απ. 77). Δεν θα έπρεπε, ίσως, και πάλι να θυμηθούμε εδώ τα λόγια του Αναξίμανδρου και να συμ­φωνήσουμε πως η ηδονή της ζωής είναι μια ένοχη ηδονή, που η ψυχή εξα­γοράζει μ' ένα είδος θανάτου; Η ζωή των ατόμων άραγε δεν είναι ένα εί­δος εξορίας μακριά από την πρωταρχική τους πηγή κι αυτή ακόμα η ίδια η ατομικότητα τους δεν είναι η ρίζα της δυστυχίας της συνείδησης; Αλλά κι από την άλλη πλευρά, αν η ζωή των ψυχών ξεπηδά από τον δικό μας θάνατο, δεν είναι άραγε γιατί ανοίγονται σ' ένα υπερπέραν, όπου ξανα­βρίσκουν τον χαμένο γενέθλιο τους τόπο που είχαν εγκαταλείψει;

Μ’ αυτή την ίδια ιδέα δεν μπορεί άλλωστε να συνδεθεί και το απόσπα­σμα 62 που, παρ’ όλ’ αυτά, παραμένει σιβυλλικό; «Οι αθάνατοι θνητοί και οι θνητοί αθάνατοι: οι μεν ζουν από το θάνατο των δε και οι δε από το θά­νατο των μεν». Ο Κλεμάνς Ραμνού (Clémence Ramnoux) θέλει την ιδέα αυτή ως προμήνυμα της νιτσεϊκής θεματικής περί θανάτου του Θεού3. Ίσως θα έπρεπε να το κατανοήσουμε ως εξής: αν ο Θεός ζει από το θάνα­το των ανθρώπων κι ο άνθρωπος πεθαίνει από τη ζωή του Θεού, αυτό συμ­βαίνει γιατί η ύπαρξη υφίσταται αποκλειστικά μέσα στην τραγικότητα του ορίου. Ο αθάνατος ζει από το θάνατο των θνητών, που επιστρέφουν στους κόλπους του, και οι θνητοί πεθαίνουν επειδή δεν είναι αθάνατοι. Έτσι οι αθάνατοι είναι θνητοί όταν πέφτουν στη ζωή, κι οι θνητοί αθάνατοι όταν, με το θάνατο, ανοίγονται στην άλλη φάση του κύκλου.

Με το ίδιο πνεύμα θα μπορούσαμε να ερμηνεύσουμε κι ένα άλλο μυστη­ριώδες απόσπασμα:

Γιατί αν δεν έκαναν πομπή για τον Διόνυσο και δεν υμνούσαν με άσμα τα αιδοία, όσα κάνουν θα ήταν αναιδέστατα: είναι το ίδιο πράγ­μα ο Άδης κι ο Διόνυσος, που στ' όνομα του μαίνονται και βακχεύουν (απ. 15).

Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, επιχειρώντας μια χριστιανική ανάγνωση αυ­τού του κειμένου, θεωρούσε πως σήμαινε ότι όσοι υμνούν τον Διόνυσο και επιδίδονται σε ακολασίες θα καταλήξουν στην Κόλαση όπου θα τους κρί­νει ο Άδης. Ο Ντελάτ (A. Delatte) πάλι μας προτρέπει4 να συσχετίσουμε το εν λόγω απόσπασμα με το 68, όπου γίνεται λόγος για «τα ίδια γιατρικά / που / προορίζονται και να γιατρέψουν τις δυστυχίες και να λυτρώσουν τις ψυχές από τα κακά που βγαίνουν από τη γέννηση»: το κείμενο γίνεται έτσι πολύ λιγότερο παράδοξο απ' ό,τι αρχικά φαινόταν. Πράγματι, ο Άδης είναι βέβαια ο θεός του θανάτου, ο θάνατος όμως είναι ταυτόχρονα και μια απολύτρωση της ψυχής: όπως λοιπόν υπογραμμίζει και ο Ντελάτ, ο Άδης δεν είναι παρά το σύμβολο μιας ζωής κρυμμένης πίσω από το επι­φαινόμενο του θανάτου κι ο οδηγός σε μια αναγέννηση της ψυχής, ενώ ο Διόνυσος συμβολίζει τη μέθη της ζωής. Λέγοντας λοιπόν πως ο Άδης είναι ο ίδιος με τον Διόνυσο, δεν κάνουμε άλλο από το να επαναλαμβά­νουμε πως ο δρόμος που ανεβαίνει κι αυτός που κατεβαίνει είναι ένας κι ο αυτός. Όπως λέει κι ο Ντελάτ:

Ζωή και θάνατος, λοιπόν, εναλλάσσονται συνεχώς στον Ηράκλει­το, όπως ακριβώς η νιότη και τα γηρατειά, η εγρήγορση κι ο ύπνος, ακόμα κι αν παραβλέψουμε πως καμιά από τις καταστάσεις αυτές δεν είναι καθαρή από προσμείξεις. Είμαστε λοιπόν σε θέση να κατανοήσουμε καλύτερα τι σημαίνει Άδης για τον Ηράκλειτο. Εί­ναι το σύμβολο μιας ζωής κρυμμένης πίσω από το επιφαινόμενο του θανάτου, είναι ο θεός που δεσπόζει στην αναγέννηση της ψυχής. Κι ο Διόνυσος; Χάριν ακριβώς των πλέον αντίθετων, κατά την αντί­ληψη του αδαούς, προς τον Άδη χαρακτηριστικών του, μπορεί να θεωρηθεί ως ο θεός της έξαρσης της ζωής, το σύμβολο του θρησκευ­τικού ενθουσιασμού.

Ο άνθρωπος λοιπόν είναι ένα ον κατ’ εξοχήν έκθετο: είναι έκθετος κατ’ αρχήν διότι αποτελεί ακριβώς μια παρουσία που ξεπήδησε από την εγκα­τάλειψη του Ενός, αλλά είναι έκθετος και στο μέτρο που είναι τραγική η συνθήκη του. Ο Ηράκλειτος μας λέει: «Είναι δύσκολο να πολεμήσει κα­νείς ενάντια στην καρδιά του, γιατί καθετί που ποθεί, το αγοράζει δίνοντας γι’ αντάλλαγμα την ψυχή του» (απ. 85). Θα πρέπει άραγε να καταλά­βουμε απ' αυτό απλά πως το πάθος είναι ο χαμός της ψυχής μας, πράγμα που θα ήταν μια κοινοτοπία, ή μήπως ότι η επιθυμία που πλημμυρίζει την καρδιά μας είναι να ξεφύγουμε από αυτήν την ατομικότητα, όπου δεσπό­ζει, δεμένη όμως σαν σ’ αραξοβόλι η ψυχή μας;

VI. Η φύση

Το έργο του Ηράκλειτου λέγεται ότι είχε για τίτλο Περί Φύσεως, τίτλο που συχνότατα χρησιμοποιούσαν οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι για τα έργα τους ή τουλάχιστον απέδιδαν ο μεταγενέστεροι τους στα τελευταία. Είναι βέβαια πιθανόν να θέλησε κι ο Ηράκλειτος, όπως κι οι προηγούμενοι από αυτόν φιλόσοφοι, να προσφέρει έναν πίνακα που να εξηγεί τα ποικίλα φαι­νόμενα που παρατηρούνται στο σύμπαν. Ό,τι μας απομένει όμως από το έργο του Ηράκλειτου σχετικά θέτει το πρόβλημα αν θα πρέπει τελικά να λαμβάνουμε τις εξηγήσεις του κατά γράμμα, υπογραμμίζοντας, όπως το κάνει ο Κόρνφορντ (P.M. Cornford), τον προλογικό και προεπιστημονικό τους χαρακτήρα.

Εφόσον μας λέγεται πως «η φύση αγαπά να κρύβεται» (απ. 123) και γνω­ρίζουμε μάλιστα πως το σκοτεινό του λόγου του Ηράκλειτου ήταν ηθελη­μένο, βρισκόμαστε συνεπώς ενώπιον ενός δυσνόητου στοχασμού, πραγματευόμενου μια θεματική που και η ίδια είναι σφραγισμένη. Είναι άρα αναγκαία μια ερμηνευτική προσέγγιση, χωρίς μάλιστα να μπορούμε να γνωρίζουμε από ποιο σημείο και μετά θ' αρχίσει να απομακρύνεται από το αντικείμενο όπου εφαρμόζεται. Η κεντρική ιδέα της φυσικής του είναι αυτή του κύκλου και της αρμονίας των αντιθέτων. Καθοδική κίνηση είναι αυτή της φωτιάς που τίκτει τη θάλασσα, από την οποία πάλι γεννώνται από τη μια η γη κι από την άλλη οι στρόβιλοι του ανέμου. Γιατί είναι αλή­θεια, όταν πέφτει ο κεραυνός, η βροχή γίνεται βίαια και θυελλώδης, και, όσον αφορά τη θάλασσα πάλι, ο Ηράκλειτος θα πρέπει να είχε ζήσει από πρώτο χέρι την αργή πρόσχωση του λιμανιού της Εφέσου, που έδιωχνε τη θάλασσα μακριά του. Η αντίθετη, ανοδική κίνηση επαναφέρει τη γη στο νερό και το νερό στη φωτιά μέσω των ξηρών εκπνοών που τρέφουν τα άστρα κι ιδιαίτερα τον ήλιο: γιατί οι εκπνοές αυτές συνιστούν την κατ' εξοχήν ασώματη αρχή, από την οποία τα πάντα απορρέουν κι η οποία βρί­σκεται σε αέναη ροή. Ανευρίσκουμε λοιπόν και πάλι μέσα σε αυτή τη φυ­σική εξήγηση των ατμοσφαιρικών φαινομένων όχι μόνο ίο θέμα της ανα­κύκλησης και της ενότητας των αντιθέτων αλλά και αυτό του επιμερισμού του Ενός σε πολλά και της επιστροφής του πολλαπλού στο πρωταρχικό Εν.

Στο πεδίο της αστρονομίας τώρα, φαίνεται πως ο Ηράκλειτος γνώριζε την πορεία της Σελήνης και του Ηλίου καθώς και των πλανητών, έχοντας μελετήσει τις τροχιές τους, των οποίων μάλιστα ίσως είχε υπολογίσει την κλίση. Αν κατά παράδοξο τρόπο μας βεβαιώνει πως μέρα και νύχτα είναι ένα και το αυτό, συμβαίνει γιατί καθεμιά τους δίνει ζωή στην άλλη με τον ημερολογιακό ρυθμό, ρυθμό που δίνει υπόσταση στη θεματική της αρμο­νίας των αντιθέτων και της ανακύκλησης.

Σε τελική ανάλυση, όμως, η ουσία της σκέψης του Ηράκλειτου δεν βρί­σκεται στις εξηγήσεις που δίνει για τα φυσικά φαινόμενα, κι οι οποίες προ­φανώς ανήκουν στις παραγεγραμμένες ιδέες της προϊστορίας της επιστή­μης: η ουσία έγκειται στις ιδέες που κατευθύνουν αυτές τις εξηγήσεις και οι οποίες γεννώνται από το τραγικό όραμα του κόσμου, που επιβάλλει η αντίληψη του για τον Λόγο, το γίγνεσθαι και την αρμονία των αντιθέτων.

Ο Ηράκλειτος βαδίζει προς την εποχή μας μεταφέροντας ένα μήνυμα που μας επανασυνδέει με τη δική του πηγή, ένα μήνυμα που οι ερμηνείες ποτέ δεν θα κατορθώσουν να εξαντλήσουν.

VI. Η μοίρα του ηρακλειτισμού

Η σοφιστική του Πρωταγόρα θα συγκρατήσει από τον Ηράκλειτο την ακατάπαυστη ροή της αισθητηριακής μαρτυρίας, για να συναγάγει ως συμπέρασμα ότι, εφόσον τα πάντα αλλάζουν κι οι αισθήσεις μας αποτελούν το μοναδικό γνωστικό μέσο, οφείλουμε να περιοριστούμε σε μια κινησιοκρατία κι έναν αγνωστικιστικό υποκειμενισμό, μετατρέποντας τον εξα­τομικευμένο άνθρωπο σε μέτρο του παντός, μέτρο στιγμιαίο, που αγνοεί// την ταυτότητα του εγώ του.

Ο Πλάτων πάλι, δια μέσου ίσως του Κρατύλου, συγκράτησε από τον Εφέσιο την ιδέα πως τα πάντα συμπαρασύρονται με το γίγνεσθαι προς τη φθορά και τον θάνατο. Για τον Πλάτωνα, όμως, το γίγνεσθαι αυτό κυριαρ­χεί αποκλειστικά στον αισθητό κόσμο, καθιστώντας έτσι απαραίτητη την, προσφυγή στις αιώνιες ιδέες, που παραμένουν το αμετακίνητο μέτρο αυτού που ρέει και παρέρχεται.

Από τους αρχαίους, θα πρέπει ακόμα να αναφέρουμε τον Ηρόστρατο, που κατόρθωσε να διαιωνίσει το όνομα του πυρπολώντας το ναό της Εφέ­σου, ώστε το έργο του να παραμείνει χαραγμένο στη μνήμη των ανθρώ­πων. Από τότε, θεωρείται η ενσάρκωση του ενστίκτου της περιπέτειας και της καταστροφής, είτε στον ιδιωτικό είτε στον πολιτικό βίο.

Ο Μαρξ κι ο Λένιν αναγνώριζαν στον Ηράκλειτο τον πατέρα του διαλε­κτικού υλισμού. Αν όμως οφείλουμε να αναφέρουμε κάποιους, αυτοί θα ήταν κατ' εξοχήν ο Χέγκελ κι ο Νίτσε5. Ο Χέγκελ διεκδικεί τον Ηράκλει­το ως πρόδρομο του, πράγμα βέβαια αδικαιολόγητο. Ο εγελιανισμός στην πραγματικότητα είναι μια φιλοσοφία της ιστορίας, έννοια απόλυτα ξένη προς τον Ηράκλειτο. Άλλωστε, καθώς αποδεικνύεται από την θεωρία της Αιώνιας Επιστροφής, το ηρακλείτειο γίγνεσθαι δεν είναι ένα γίγνεσθαι του Είναι αλλά, αντίθετα, ένα γίγνεσθαι εντός του Είναι, ένα κατ’ εξοχήν κυκλικό γίγνεσθαι, ώστε η έννοια της Aufhebung (υπέρβασης) να μην του είναι παρά απολύτως ξένη.

Ακόμα λιγότερο μπορούμε να συσχετίσουμε τον Ηράκλειτο με όλες αυ­τές τις διαλεκτικές αντιλήψεις, οι οποίες αναγορεύουν τον άνθρωπο σε ον δημιουργό νοήματος, που ανανεώνεται διαρκώς στην πορεία της ιστο­ρίας. Ο Ηράκλειτος, δεν θα πρέπει να το ξεχνάμε, ήταν ο φιλόσοφος όχι μόνο του γίγνεσθαι αλλά και του Λόγου.

Ο Νίτσε, από την πλευρά του, επιχείρησε να δει στο πρόσωπο του Ηρά­κλειτου τον φιλόσοφο που διεκήρυσσε την «αθωότητα του γίγνεσθαι»· χρη­σιμοποιώντας μάλιστα το ρητορικό τέχνασμα της προσωποποιίας, μας τον παρουσιάζει να λέει τα εξής: «Δεν βλέπω τίποτε άλλο, μόνο γίγνεσθαι. Μη γελαστείτε. Αν νομίζετε ότι βλέπετε κάποιο στέρεο έδαφος μέ­σα στη θάλασσα του γίγνεσθαι και της φθοράς, αιτία δεν είναι η ουσία των πραγμάτων αλλά η κοντοφθαλμία σας. Δίνετε στα πράγματα ονόματα, λες κι αυτά έχουν κάποια διάρκεια σταθερή, ακόμα και το ποτάμι όμως που μπαίνετε για δεύτερη φορά δεν είναι αυτό που ήταν»6. Κατά τον Νί­τσε λοιπόν, ο Ηράκλειτος ήταν ο φιλόσοφος εκείνος που, πριν ακόμη από τον Πλάτωνα, αλλά και μια για πάντα, ανέτρεψε κάθε πλατωνισμό, βε­βαιώνοντας μας πως δεν υπάρχει ούτε αντίγραφο ούτε πρότυπο αλλά μό­νον γίγνεσθαι, που μέσα του ο σοφός θα πρέπει ν’ αφεθεί. Το κοσμικό παι­χνίδι προσφέρει λοιπόν στην ύπαρξη τη μέθη ενός άλματος προς τα μπρος αλλά και μιαν αέναη αναγέννηση πέραν του καλού και του κακού. Αυτός όμως ο μηδενιστικός αισθητισμός τοποθετείται στους αντίποδες των όσων είπε ο Ηράκλειτος. Γιατί αυτός διόλου δεν αρνείται το πρότυπο, εφόσον γράφει πως «ο σοφότερος άνθρωπος, όταν συγκρίνεται με τον θεό, φαίνε­ται πίθηκος και στη σοφία και στην ομορφιά και σ' όλα τ' άλλα» (απ. 83). Στον Ηράκλειτο δεν υπάρχει χώρος για μια έκσταση εντός και δια του γίγνεσθαι, αλλά μόνο νόημα που δεσπόζει πάνω σε ό,τι ρέει.

Ο Καρλ Γιάσπερς, μιλώντας για τον Ηράκλειτο, γράφει: «Όντας ο Λό­γος το Εν-κλείον, είναι ταυτόχρονα και απροσδιόριστος και απείρως προσδιορίσιμος»7· το ίδιο ισχύει και για το στοχασμό του Ηράκλειτου· απο­καλύπτεται κρυπτόμενος.
------------------
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Βλ. O.S. Kirk,Heraclitus, the cosmic fragments, νέαέκδ. Cambridge, 1964, και το άρθρο του ίδιου συγγραφέα: «Λόγος, άρμονίη, πάλη, θεός και φωτιά», στο/ïevue philosophique, 1957, σ. 289· βλ. επίσης σχετικά με το θέμα αυτό Heidegger, Δοκί­μια και διαλέξεις, γαλ. μτφ. André Préau, Paris, 1958, σ. 333.

2. Ορισμένοι σχολιαστές πιστεύουν πως αυτή η θεωρία της συμπαντικής εκπύ ρωσης δεν θα πρέπει να αποδίδεται στον Ηράκλειτο, αλλά μόνον στους Στωικούς· κατ' αυτούς, η ιδέα αυτή περιλήφθηκε μεταγενέστερα στην παράδοση του ηρακλειτισμού, ενώ τα αποσπάσματα που αναφέρονται σ" αυτήν πρέπει να οφείλον­ται σε ύστερες παραδόσεις. Σχετικά με το θέμα αυτό βλ. O.S. Kirk, όπ.π., σ. 335 επ.

3. Clémence Ramnoux, Ηράκλειτος ή ο άνθρωπος μεταξύ λέξεων και πραγμά­των, Paris, 1959, σ. 70.

4. A. Delatte, Η αντίληψη του ενθουσιασμού στις προσωκρατικές φιλοσοφίες, Paris, 1934.

5. Για μια συνοπτική παρουσίαση της επιρροής της ηρακλείτειας σκέψης, βλ. Kostas Axelos, Ο Ηράκλειτος και η φιλοσοφία, σ. 215.

6. Η γέννηση της φιλοσοφίας, γαλ. μτφ. G. Bianquis, σ. 55.

7. Κ. Jaspers, Οι μεγάλοι φιλόσοφοι, γαλ. μτφ. Paris, 1963, σ. 618.

ΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΜΙΛΟΥΝ ΓΙΑ ΕΝΑ ΚΑΙ ΜΟΝΑΔΙΚΟ ΘΕΟ, Η ΒΙΒΛΟΣ ΛΕΕΙ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΠΟΛΛΟΙ ΘΕΟΙ

«Αυτό που σήμερα αποκαλείται Χριστιανική θρησκεία, υπήρχε ήδη ανάμεσα στους αρχαίους και δεν έλειπε και στις απαρχές της ανθρώπινης φυλής. Όταν ο Χριστός εμφανίστηκε ένσαρκος, η αληθινή θρησκεία που ήδη υπήρχε, έλαβε την ονομασία Χριστιανική» -Άγιος Αυγουστίνος


Ιστορικό πλαίσιο

Πολλοί πιστεύουν όπως ο Ιουδαϊσμός -εσφαλμένα- ήταν και είναι μια μονοθεϊστική θρησκεία.

Η επιστημονικά επιβεβαιωμένη ιστορία αναγάγει τον πρώτο μονοθεϊσμό στην αρχαία Αίγυπτο κατά την βασιλεία του ΑκενΑΤ-ΩΝ του φαραώ που πρώτος θέσπισε το μονοθεϊσμό, που έθεσε σε κίνδυνο την ίδια του τη ζωή αψηφώντας θεούς και το επίσημο ιερατείο, εφήρμοσε μια απ’ τις μεγαλύτερες καινοτομίες του κοινωνικο-θρη­σκευτικού δόλου, που έμελλε άλλωστε να τον κάνει διάσημο ανά τους αιώνες, σαν τους εφευρέτης, του πιο χρήσιμου εξουσιαστικού εργαλείου όλων των εποχών: του κρατικού μονοθεϊσμού!

Η σαρωτική αυτή θύελλα της μονοθεϊστικής μανίας, που αναπάντεχα ξέσπασε στην Αίγυπτο, αυτή την σκοτεινή περίοδο, που έμεινε γνωστή ως η θρησκευτική μεταρρύθμιση του Αμένοφη IV (1364-1345 π.Χ.) ή Eχνατών ή Ακενατών, να καταλύσει τους θεούς των προγόνων του και να εγκαινιάσει μια μονοθεϊστική ηλιακή λατρεία του θεού ΑΤ-ΩΝ.

Η γερακοκέφαλη μορφή του Ρα-Αράκχτυ αντικαταστάθηκε τώρα από το σύμβολο ενός ηλιακού δίσκου («ΑΤ-ΩΝ» σημαίνει στην κυριολεξία «φωτεινός δίσκος»), που οι καθοδικές ακτίνες του κατέληγαν σε ανθρώπινα χέρια, μερικά από τα οποία κρατούσαν το ιερό ανκχ, σύμβολο της ζωής. Στην ουσία ο ΑΤ-ΩΝ δεν αντιπροσώπευε τον ήλιο ως υλικό ουράνιο σώμα αλλά τη Μονάδα, τη Μία ζωοδόχο πηγή που συντηρεί τη δημιουργία με το φως της, το ΩΝ.

«Δεν με λένε Αμένοφη αλλά Αχνατόν (ή ΑκενΑΤ-ΩΝ)», διακήρυξε. Το όνομά του σήμαινε «ο ΑΤ-ΩΝ είναι ευχαριστημένος» και ΑΤ-ΩΝ ήταν ο θεός Ήλιος- ΑΤ-ΩΝ- ο ένας και μοναδικός αληθινός θεός. Όλοι οι άλλοι ήταν παραμύθια. Ακόμα και ο μέγας Άμμωνας».

Η Θήβα, άντρο του ιερατείου του Άμμωνα, καταργήθηκε από πρωτεύουσα. Έστησε νέα, την ΑκετΑΤ-ΩΝ, την «πόλη του ορίζοντα του ΑΤ-ΩΝ», στη θέση που αργότερα κτίστηκε η Τελλ ελ Αμάρνα. Η Θήβα γρήγορα οδηγήθηκε στην παρακμή. Η ΑκετΑΤ-ΩΝ υπό την προστασία του, γνώρισε πρόσκαιρη ακμή κι ευημερία.

Η κυρίαρχη διαφορά ανάμεσα στον Ήλιο Άμμωνα Ρα και στον Ήλιο ΑΤ-ΩΝ, είναι ότι ο πρώτος ήταν ο υπέρτατος θεός μόνο των Αιγυπτίων, ενώ ο ΑΤ-ΩΝ ο μοναδικός θεός όλων των ανθρώπων και όλων των κρατών της γης. Ακόμα, ο Άμμωνας Ρα ήταν θεός που σύχναζε στα πεδία των μαχών, πολεμούσε και νικούσε. Ο ΑΤ-ΩΝ προτιμούσε να ζει ανάμεσα στα λουλούδια, τα δέντρα και τις εκδηλώσεις της ζωής σε καιρό ειρήνης. Ήταν ο Θεός που έκανε «τα πρόβατα να χοροπηδούν» και «τα πουλιά να πετούν στους κήπους». Ο θεός δεν είναι πια πρόσωπο με ανθρώπινη μορφή αλλά μια θεία ιδιότητα, η οποία στηρίζεται στην γονιμοποιό και τροφοδότρια θερμότητα του ήλιου. Η δόξα της φλεγόμενης τροχιάς του είναι το έμβλημα της υπέρτατης δύναμης. Ταυτόχρονα, ο ήλιος είναι θεός του έρωτα, τρυφερός δημιουργός του παιδιού στην κοιλιά της μάνας, αλλά και θεός της καλοσύνης και της ειρήνης.

Ο ΑχνΑΤ-ΩΝ απαγόρευσε στους καλλιτέχνες να παριστάνουν τον ΑΤ-ΩΝ με οποιονδήποτε τρόπο, επειδή «ο θεός δεν έχει ανάγκη μορφής».

Χαρακτηριστικός είναι ο Μέγας ύμνος στον Ήλιο του Ακενατόν:

«Πόσο πολύμορφα είναι τα έργα σου!. Είναι κρυμμένα από την όραση του ανθρώπου. Ω μοναδικέ Θεέ, που όμοιος σου δεν υπάρχει κανείς. Εσύ δημιούργησες τη γη σύμφωνα με την επιθυμία σου όταν ήσουν μόνος. Όλους τους ανθρώπους, όλα τα ζώα, μεγάλα και μικρά, και ότι στέκεται στα πόδια του πάνω στην γη και τρέχει ή πετάει ψηλά με τις φτερούγες του. Και στις χώρες της Συρίας, της Κούς (Αίγυπτος η υπό του αιγαίου χώρα) –εσύ τοποθέτησες τον κάθε άνθρωπο στην θέση του και κάλυψες τις ανάγκες του».

Τον ύμνο στον ΑΤ-ΩΝ αντιγράφει ο Ψαλμός CIV του Ησαΐα, που γράφτηκε επτακόσια χρόνια αργότερα.

«Ο Θεός είναι ένας και μόνος, και δεν υπάρχει άλλος μαζί του. Ο Θεός είναι ο ένας, ο ένας που έπλασε όλα τα πράγματα»,

«Ο Θεός είναι το αιώνιο ΕΝ, είναι αιώνιος και άπειρος. Διαρκεί εις τους αιώνες των αιώνων. Διήρκησε αμέτρητους αιώνες και θα διαρκέσει μία αιωνιότητα».

Η βασιλεία του Ακενατόν διήρκησε μόλις δεκαεπτά χρόνια. Τα τελευταία χρόνια της βασιλείας του συγκυβερνά με το γιο του Σμενκάρε και μετά το θάνατό του, θα τον διαδεχτεί ο γιος του Τουταγχαμών, που ανεβαίνει στο θρόνο σε ηλικία 9 ετών.

Ο Τουταγχαμών ο οποίος έζησε 18 μόνο χρόνια, δεν είχε το σθένος να αντισταθεί στις πιέσεις του αποδυναμωμένου αλλά ισχυρού ακόμη ιερατείου του Άμμωνα, έτσι όχι μόνο επανέφερε τη λατρεία του αλλά και απαρνήθηκε το πατρικό του όνομα, αλλάζοντάς το από το αιρετικό Τουτανχατόν («Toutankh Aton» ζώσα εικόνα του Ατέν) στο ορθόδοξο Τουταγχαμών («Toutankh Amon» ζώσα εικόνα του Άμμωνα).

Έτσι λίγο μετά το θάνατό του, ο Aκχενατόν χαρακτηρίστηκε «καταραμένος», η πρωτεύουσα του ΑκχετAτόν εγκαταλείφθηκε, τα κτίσματά του καταστράφηκαν και το όνομά του διαγράφτηκε από όλα τα μνημεία και τα επίσημα αρχεία του κράτους.

Η λατρεία του Aτόν συνεχίστηκε στην  Αίγυπτο για λίγα χρόνια ακόμα δίχως όμως την υποστήριξη ενός ισχυρού ιερατείου, και το όνομα του Φαραώ σύντομα ξεχάστηκε, για να επιστρέψουν όλα όπως ήταν πριν τον Ακενατόν, στις Θήβες και στην παλιά θρησκεία του Άμμωνα.

Οι εναπομήνοντες ιερείς με αρχηγό τους τον αρχιερέα του ΩΝ τον Οσαρσήφ (που μετονομάστηκε σε Μωυσής και είναι όνομα καθαρά Αιγυπτιακής προέλευσης, προερχόμενο από την Αιγυπτιακή λέξη «Μς» που σημαίνει «γεννήθηκε στο νερό», μια ιστορία που είναι αντιγραφή του μύθου της γέννησης του αυτοκράτορα της Ακκαδικής Αυτοκρατορίας Σαργών (2334 έως το 2279 κ. ε.. Το όνομα Μωυσής είναι μία Ελληνοποιημένη απόδοση της αρχικής Αιγυπτιακής αυτής λέξης) μαζί με τους πιστούς του εξορίστηκαν και κυνηγήθηκαν έξω από την γη της Αιγύπτου (αυτή είναι η περίφημη έξοδος των Εβραίων από την Αίγυπτο).

Οι μονοθεϊστές με αρχηγό τους τον αρχιερέα του ΩΝ τον Οσαρσήφ/Μωυσή εγκαταστάθηκαν Νότια της Χαναάν όπου ανακατεύτηκαν με τους ντόπιους κυρίως νομάδες κατοίκους και τις θρησκείες τους. Έτσι γεννήθηκε ένας Ενοθεϊσμός που μεταμορφώθηκε σταδιακά και πάλι σε έναν σχετικό μονοθεϊσμό μία που είναι μια βολική θρησκεία για τους συνεχώς περιπλανώμενους νομάδες καθώς και του πιο χρήσιμου εξουσιαστικού εργαλείου όλων των εποχών: του κρατικού μονοθεϊσμού (συνεταιρισμού βασιλέα - αρχιερέα).
 
Το Βόρειο βασίλειο του Ιούδα ουδέποτε έγινε μονοθεϊστικό, είχε παράλληλη πίστη στον Βαάλ και σε άλλες τοπικές θεότητες, ενώ το Νότιο βασίλειο του Ισραήλ μόνο με την ισχυρή πίεση του ιερατείου είχε φαινομενικά μονοθεϊσμό αλλά ο ίδιος ο λαός πάντα απόκλινε προς την πολυθεΐα.

Η βίβλος από το πρώτο της εδάφιο της Γέννησης, από την Δημιουργία μέχρι και την έξοδο με τον Οσαρσήφ/Μωυσή είναι ένας ψευδής καταγωγικός μύθος, όχι παλαιότερος του 9-8ου αιώνα π.κ.ε. ενός εταιρόκλητου πολυφυλετικού μίγματος νομάδων φυλών/λαών/ομάδων/οικογενειών της περιοχής προκειμένου να αποκτήσουν ιστορική κατοχύρωση και νομιμοποίηση για την αιματηρή κατάκτηση/εγκατάσταση τους στην περιοχή της Χαναάν, με μαζικό αφανισμό των κατοίκων της υπό την σημαία του θελήματος του Γιαχβέ.  

Η ίδια βίβλος δεν είναι ούτε αλάνθαστή (θεόπνευστη), ούτε ακριβής, ούτε έχει αξιοπιστία. Είναι γεμάτη αντιφάσεις, αναχρονισμούς, κλοπές μύθων άλλων λαών, χωρίς συνέπεια, ιστορική αξία ή οποιοδήποτε κύρος. Ο κύριος όγκος των βιβλικών αφηγήσεων είναι σύνθεση διάφορων ξένων μύθων και φαντασιώσεων από ένα λαό αιχμάλωτο στην διασπορά κατά εξορία στην Βαβυλώνα (6ος αιώνας π.κ.ε.) καθώς και της αφομοίωσής τους από τους τοπικούς λαούς και από τους διάφορους κατακτητές τους διαμορφώνοντας την ψευδή ταυτότητα των Εβραίων.

Κάπου εικοσιπέντε φόρες ο ανασφαλής Γιαχβέ αναφέρεται με το μίσος του προς τους άλλους θεούς, διακηρύττει την μοναδικότητά του και εξαπολύει τις κατάρες του προς τους αποστάτες πιστούς του.

Μάλιστα ο Γιαχβέ είχε και Σύζυγο! Και το όνομα αυτής ΑΣΕΡΑ! Με τον καιρό μετονομάστηκε σε Σοφία στο βιβλίο των Παροιμιών.

Μετά την επιστροφή από την εξορία της Βαβυλώνας, ο Κύρος Β΄ της Περσίας ονομάστηκε «μεσσίας» στο βιβλίο του Ησαΐα (44-45), λόγω του ρόλου του στην επιστροφή των εξόριστων Εβραίων και την κατασκευή του Β' ναού στην Ιερουσαλήμ.

Ο Κύρος ο Μέγας, ήταν ο μόνος μη Εβραίος, που θεωρήθηκε Μεσσίας στη Βίβλο.


Τέλος, ένα ιστορικό στοιχείο που είναι σημαντικό να προσθέσουμε, για να ολοκληρώσουμε την μεσσιανική εικόνα του Κύρου και την πολυθεΐα της βίβλου είναι η θρησκεία των Περσών. Ήταν μια θρησκεία βασισμένη στη διδασκαλία του Ζαρατούστρα (Ζωροάστρη), ενός Πέρση προφήτη που έζησε περί τον 10ο έως τον 8ο αιώνα π.Χ. και διακήρυξε ότι υπάρχει ένας αγαθός θεός (Αχούρα Μάζντα = Κύριος της σοφίας), δημιουργός του υλικού κόσμου, που θέλει δικαιοσύνη, έλεος και αγνότητα από τον άνθρωπο, και ο οποίος εκφράζει τις δυνάμεις της ζωής, του φωτός, της αλήθειας και της δημιουργίας. Σε αντίθεση, υπάρχει μια οντότητα του κακού, ο Αχουριμάν, που εκφράζει το θάνατο, την καταστροφή, το σκότος, το ψεύδος και την αδικία. Ο άνθρωπος με αγαθές σκέψεις, αγαθούς λόγους, αγαθές πράξεις πολεμά το κακό κι εδραιώνει τη βασιλεία του αγαθού, μέχρι την ημέρα που θα έρθει ένας σωτήρας από τον ουρανό, ο οποίος θα αναστήσει τους νεκρούς και θα φέρει τη δικαιοσύνη και την ειρήνη στη γη αιώνια. Με το πέρασμα του χρόνου, η θρησκεία αυτή του Ζωροάστρη, που αρχικά δεν ήταν ειδωλολατρική, αναμίχθηκε με την προϋπάρχουσα ειδωλολατρική θρησκεία και έτσι την εποχή του Κύρου η θρησκεία των Περσών ήταν ένα μίγμα Ζωροαστρισμού, ειδωλολατρίας και μαγείας, αλλά διατηρούσε πάντα σε μεγάλη αξία την αρετή, το έλεος, τη δικαιοσύνη και την υποταγή στους νόμους της.

Οι Εβραίοι μετά την απελευθέρωση τους απο την αιχμαλωσία τους και την επιστροφή από την εξορία της Βαβυλώνας, με την ριζική αναθεώρηση της θρησκείας τους και των γραφών τους από τον Έσδρα, υιοθέτησαν τον Ζωροαστρισμό με την μετονομασία του Αχούρα Μάζντα στον δικό τους Γιαχβέ και εισάγοντας μια ακόμα σκοτεινή -σαν δευτερεύουσα- θεότητα, οντότητα του κακού, τον Αχουριμάν ως Σατανά.

Το δίπολο Γιαχβέ (Αχούρα Μάζντα) - Σατανά (Αχουριμάν) κληροδοτήθηκε και στον Χριστιανισμό* και στον Ισλαμισμό.

*ΔΕΣ

Ο Σατανάς του Κορανίου

Ο μονοθεϊσμός βοηθά την εξουσία να ελέγχει απόλυτα τον λαό αλλά και κάνει την θρησκεία να είναι παντοδύναμη και να ελέγχει τον λαό και την εξουσία. Επίσης ο μονοθεϊσμός είναι βολικός για λαούς που είναι περιπλανητές (νομάδες).

Οι 59 Στίχοι της Βίβλου για Διάφορους Θεούς 
Οι σχετικοί στίχοι:

  • Έξοδος 34:14 Δεν πρέπει ποτέ να υποκύπτετε σε άλλο θεό γιατί ο Κύριος, ζηλευμένος από τη φύση, είναι ένας ζηλιάρης Θεός. 
  • Έξοδος 20: 3 Μην έχετε άλλους Θεούς εκτός από Μένα. 
  • Δευτερονόμιο 5: 7 Μην έχετε άλλους Θεούς εκτός από Μένα. 
  • Έξοδος 23:13ν "Δώστε ιδιαίτερη προσοχή σε όλα όσα σας έχω πει. Δεν πρέπει να επικαλεστείτε ονόματα άλλων θεών · δεν πρέπει να ακουστούν στα χείλη σας. 
  • Δευτερονόμιο 31:18 Σίγουρα θα κρύψω το πρόσωπό Μου εκείνη την ημέρα εξαιτίας όλου του κακού που έκαναν γυρίζοντας σε άλλους θεούς. 
  • Hosea 3: 1 Οι έννοιες των στίχων Τότε ο Κύριος μου είπε: "Πήγαινε ξανά, δείξε αγάπη σε μια γυναίκα που αγαπά ένας άλλος άνθρωπος και είναι μοιχεία, όπως ο Κύριος αγαπά τους Ισραηλίτες αν και γυρίζουν σε άλλους θεούς και αγαπούν τα κέικ σταφίδας". 
  • Δευτερονόμιο 6:14 Οι έννοιες των στίχων Μην ακολουθείτε άλλους θεούς, τους θεούς των λαών γύρω σας, 
  • Δευτερονόμιο 11:28 Οι έννοιες των στίχων και μια κατάρα, αν δεν υπακούσετε στις εντολές του Κυρίου του Θεού σας και απομακρύνεστε από το μονοπάτι που σας διατάζω σήμερα ακολουθώντας άλλους θεούς που δεν γνωρίζετε. 
  • Δευτερονόμιο 13: 2 Οι έννοιες των στίχων και αυτό το σημάδι ή το θαύμα που έχει υποσχεθεί ότι έρχεσαι, αλλά λέει, "Ας ακολουθήσουμε άλλους θεούς", που δεν γνωρίζατε "και ας τους προσκυνήσουμε" 
  • Δευτερονόμιο 13: 6 Οι έννοιες των στίχων "Εάν ο αδελφός σας, ο γιος της μητέρας σας ή ο γιος ή η κόρη σας ή η σύζυγος που αγκαλιάζετε, ή ο πιο κοντινό σας φίλος σας προσκρύπτει κρυφά, λέγοντας:" Ας πάμε και λατρεύουμε άλλους θεούς "- που ούτε εσείς ούτε οι πατέρες σας γνωστός, 
  • Δευτερονόμιο 13:13 Οι έννοιες των στίχων ότι οι ασεβείς άντρες έφτασαν ανάμεσα σου, οδήγησαν τους κατοίκους της πόλης τους και τους είπαν: 'Ας πάμε να προσκυνήσουμε άλλους θεούς', που δεν γνωρίζατε, 
  • Δευτερονόμιο 28:14 Οι έννοιες των στίχων Μη στρέφετε προς τα δεξιά ή προς τα αριστερά από όλα τα πράγματα που σας διατάζω σήμερα και μην πηγαίνετε μετά από άλλους θεούς για να τους λατρεύετε. 
  • 1 Βασιλέων (ή Σαμουήλ) 11:10 Οι έννοιες των στίχων Του είχε διατάξει γι 'αυτό, έτσι ώστε να μην ακολουθήσει άλλους θεούς, αλλά ο Σολομώντος δεν έκανε ό, τι είχε διατάξει ο Κύριος. 
  • Ιερεμίας 7: 6 Οι έννοιες των στίχων αν δεν καταπιέζετε πλέον τον αλλοδαπό, τον ορφανό και τη χήρα και δεν χύνετε πλέον αθώο αίμα σε αυτόν τον τόπο ή ακολουθείτε άλλους θεούς, προκαλώντας κακό στον εαυτό σας, 
  • Ιερεμίας 7: 9 Οι έννοιες των στίχων "Κλέβετε, δολοφονείτε, μοιχεύετε, δαπανούν ψευδώς, καίνε θυμίαμα στον Βάαλ και ακολουθείτε άλλους θεούς που δεν γνωρίζετε; 
  • Ιερεμίας 16:11 Οι έννοιες των στίχων Τότε θα τους απαντήσετε: Επειδή οι πατέρες σας με εγκατέλειψαν «τη διακήρυξη του Κυρίου» και ακολούθησαν άλλους θεούς, τους υπηρετούσαν και τους λατρεύονταν. Μάλιστα, με εγκατέλειψαν και δεν τήρησαν το νόμο Μου. 
  • Δικαστές 2:12 Οι έννοιες των στίχων και εγκατέλειψαν τον Κύριο, τον Θεό των πατέρων τους, ο οποίος τους είχε βγάλει από την Αίγυπτο. Πήγανε μετά από άλλους θεούς από τους γύρω λαούς και έπεσαν κάτω σε αυτούς. Εξόργισαν τον Κύριο, 
  • Δικαστές (ή κριτές) 2:17 Οι έννοιες των στίχων αλλά δεν άκουσαν τους δικαστές τους. Αντ 'αυτού, εκδιδόταν με άλλους θεούς, υποκλίνοντάς τους. Γύρισαν γρήγορα από το δρόμο των πατέρων τους, που είχαν περπατήσει στην υπακοή στις εντολές του Κυρίου. Δεν έκαναν ό, τι κάνουν οι πατέρες τους. 
  • 2 Βασιλέων 17: 7 Οι έννοιες των στίχων [Η καταστροφή αυτή] συνέβη επειδή ο λαός του Ισραήλ είχε αμαρτήσει ενάντια στον Κύριο τον Θεό τους ο οποίος τους είχε βγάλει από τη γη της Αιγύπτου από τη δύναμη του Φαραώ, βασιλιά της Αιγύπτου, και γιατί είχαν λατρεύσει άλλους θεούς. 
  • 2 Βασιλέων 17:35 Οι έννοιες των στίχων Ο Κύριος έκανε μια διαθήκη μαζί τους και τους διέταξε: "Μη φοβάστε άλλους θεούς, μην τους υποκύπτεις, μην τους υπηρετείτε, μην τους θυσιάζετε. 
  • 2 Βασιλέων 17:37 Οι έννοιες των στίχων Πρέπει να προσέχετε πάντοτε να τηρείτε τα καταστατικά, τα διατάγματα, τους νόμους και την εντολή που έγραψε για σας. μην φοβάστε τους άλλους θεούς. 
  • 2 Βασιλέων 17:38 Οι έννοιες των στίχων Μην ξεχάσετε τη διαθήκη που έκανα μαζί σας. Μη φοβάστε άλλους θεούς, 
  • 2 Βασιλέων 22:17 Οι έννοιες των στίχων επειδή με εγκατέλειψαν και έκαψαν θυμίαμα σε άλλους θεούς για να με προκάλεσαν με όλη τη δουλειά των χεριών τους. Η οργή μου θα φουσκώσει εναντίον αυτού του τόπου και δεν θα σβήσει. 
  • Ιερεμίας 1:16 Οι έννοιες των στίχων "Θα κηρύξω τις κρίσεις Μου εναντίον τους για όλο το κακό που έκαναν όταν με εγκατέλειψαν για να κάψω θυμίαμα σε άλλους θεούς και για να προσκυνήσω τα έργα των δικών τους χεριών. 
  • Ιερεμίας 19: 4 Οι έννοιες των στίχων επειδή με εγκατέλειψαν και κατέστησαν αυτό ένα ξένο μέρος. Έκαψαν θυμίαμα σε αυτό σε άλλους θεούς που αυτοί, οι πατέρες τους και οι βασιλιάδες του Ιούδα δεν το γνώριζαν ποτέ. Έχουν γεμίσει αυτό το μέρος με το αίμα των αθώων. 
  • Ιερεμίας 44: 5 Οι έννοιες των στίχων Αλλά δεν άκουσαν ούτε έδιναν προσοχή. δεν στράφηκαν από το κακό τους ή σταμάτησαν να καίγουν θυμίαμα σε άλλους θεούς. 
  • Ιερεμίας 44: 8 Με προκαλείς στο θυμό με το έργο των χεριών σου. Καίτε θυμίαμα σε άλλους θεούς στη γη της Αιγύπτου, όπου έχετε ζήσει για λίγο. Ως αποτέλεσμα, θα αποκοπείτε και θα γίνει αντικείμενο εκβιασμού και προσβολής μεταξύ όλων των εθνών της γης. 
  • Ιερεμίας 44:15 Οι έννοιες των στίχων Ωστόσο, όλοι οι άνδρες που ήξεραν ότι οι γυναίκες τους καίουν θυμίαμα σε άλλους θεούς, όλες οι γυναίκες στέκονταν κοντά - μια μεγάλη συνέλευση - και όλος ο λαός που ζούσε στη γη της Αιγύπτου στον Πατρό, απάντησε ο Ιερεμία, 
  • Ιερεμίας 7:18 Οι έννοιες των στίχων Οι γιοι μαζεύουν το ξύλο, οι πατέρες φωτίζουν τη φωτιά και οι γυναίκες ζυμώνουν τη ζύμη για να φτιάξουν κέικ για την βασίλισσα του ουρανού και χύνουν τις προσφορές τους σε άλλους θεούς για να με προκαλούν στο θυμό. 
  • Ιερεμίας 19:13 Οι έννοιες των στίχων Τα σπίτια της Ιερουσαλήμ και τα σπίτια των βασιλιάδων του Ιούδα θα γίνουν ακάθαρτα όπως ο τόπος αυτός ο Τοθέθ - όλα τα σπίτια στις στέγες των οποίων καίουν θυμίαμα σε ολόκληρη την ουράνια φιλοξενία και χύνουν προσφορά αλκοολισμού σε άλλους θεούς ». 
  • Ιερεμίας 32:29 Οι έννοιες των στίχων Οι Χαλδαίοι που θα πολεμήσουν εναντίον αυτής της πόλης θα έρθουν, θα πυροδοτήσουν αυτήν την πόλη και θα την καούν μαζί με τα σπίτια στα οποία έχει καεί θυμίαμα στον Βαάλ στις στέγες τους και όπου έχουν προστεθεί αλκοολούχα ποτά σε άλλους θεούς για να με προκαλούν σε θυμό. 
  • Δευτερονόμιο 8:19 Οι έννοιες των στίχων Εάν ξεχάσετε ποτέ τον Κύριο τον Θεό σας και πηγαίνετε μετά από άλλους θεούς να προσκυνήσουν και να υποκύψουν σε αυτούς, μαρτυρώ εναντίον σας σήμερα ότι θα χαθείτε. 
  • Δευτερονόμιο 11:16 Οι έννοιες των στίχων Να είστε προσεκτικοί ώστε να μην είστε δελεασμένοι να παραβλέπετε, να λατρεύετε και να υποκλιθείτε σε άλλους θεούς.
  •  Δευτερονόμιο 17: 3 Οι έννοιες των στίχων και έχει πάει να λατρεύει άλλους θεούς κλονίζοντας τον ήλιο, το φεγγάρι ή όλα τα αστέρια στον ουρανό - τα οποία έχω απαγορεύσει - 
  • Δευτερονόμιο 28:36 Οι έννοιες των στίχων "Ο Κύριος θα σας φέρει εσείς και ο βασιλιάς σας που έχετε ορίσει σε ένα έθνος που ούτε εσείς ούτε οι πατέρες σας γνωρίζετε και εκεί θα λατρεύετε άλλους θεούς, από ξύλο και πέτρα. 
  • Δευτερονόμιο 28:64 Οι έννοιες των στίχων Τότε ο Κύριος θα σας σπάσει ανάμεσα σε όλους τους λαούς από το ένα άκρο της γης στο άλλο και εκεί θα λατρεύετε άλλους θεούς από ξύλο και πέτρα, που ούτε εσείς ούτε οι πατέρες σας δεν γνωρίζετε. 
  • Δευτερονόμιο 29:26 Οι έννοιες των στίχων Άρχισαν να λατρεύουν άλλους θεούς, υποκρύπτοντας τους θεούς που δεν γνώριζαν - θεούς που ο Κύριος δεν τους επέτρεπε να λατρεύουν. 
  • Δευτερονόμιο 30:17 Οι έννοιες των στίχων Αλλά αν η καρδιά σας απομακρυνθεί και δεν ακούσετε και παρασύρθετε για να υποκλιθείτε σε άλλους θεούς και να τους λατρεύετε, 
  • Δευτερονόμιο 31:20 Οι έννοιες των στίχων Όταν τους φέρω στη γη, έχω ορκιστεί να τους δώσω τους πατέρες τους, που ρέουν με γάλα και μέλι, θα τρώνε και θα ευημερούν. Θα στραφούν σε άλλους θεούς και θα τους προσκυνήσουν, θα με περιφρονήσουν και θα σπάσουν τη διαθήκη Μου. 
  • Joshua 23:16 Οι έννοιες των στίχων Εάν παραβιάσεις τη διαθήκη του Κυρίου του Θεού σου, την οποία σε διέταξε και πηγαίνετε και λατρεύεις άλλους θεούς, και τους υποκύπτεις, ο θυμός του Κυρίου θα καεί εναντίον σου και σύντομα θα εξαφανιστείς από αυτή την καλή γη που σου έχει δώσει .
  • Ιωσήφ 24: 2 Οι έννοιες των στίχων Ο Ιησούς είπε σε όλο τον λαό: "Αυτό είναι που ο Κύριος, ο Θεός του Ισραήλ, λέει:" Πολύ παλιότεροι οι πρόγονοί σου, συμπεριλαμβανομένου του Τέρα, ο πατέρας του Αβραάμ και του Ναχόρ, ζούσαν πέρα από τον ποταμό Ευφράτη και λατρεύονταν άλλους θεούς. 
  • Joshua 24:16 Οι έννοιες των στίχων Οι άνθρωποι απάντησαν: «Σίγουρα δεν θα εγκαταλείψουμε τον Κύριο να λατρεύουμε άλλους θεούς! 
  • Δικαστές 2:19 Οι έννοιες των στίχων Κάθε φορά που ο δικαστής πέθανε, οι Ισραηλίτες θα ενεργούσαν ακόμα πιο διεφθαρμένοι από τους πατέρες τους, πηγαίνοντας μετά από άλλους θεούς να λατρεύουν και να τους υποκύπτουν. Δεν επέστρεψαν από τις [κακές] πρακτικές τους ή τους πεισματικούς τρόπους τους. 
  • Δικαστές 10:13 Οι έννοιες των στίχων Αλλά με εγκαταλείψατε και λατρεύονταν άλλους θεούς. Ως εκ τούτου, δεν θα σας παραδώσω ξανά. 
  • 1 Σαμουήλ 8: 8 Οι έννοιες των στίχων Σας κάνουν το ίδιο πράγμα που έχουν κάνει για μένα, από την ημέρα που τους έφερα από την Αίγυπτο μέχρι σήμερα, εγκαταλείποντάς Μου και λατρεύοντάς τους άλλους θεούς. 
  • 1 Σαμουήλ 26:19 Οι έννοιες των στίχων Τώρα, ο κύριός μου, ο βασιλιάς, ακούστε τα λόγια του δούλου του: Αν ο Κύριος σας έχει υποκινήσει ενάντια σε εμένα, τότε μπορεί να δεχθεί μια προσφορά. Αλλά αν είναι άνθρωποι, μπορούν να καταραστούν εν τη παρουσία του Κυρίου, διότι σήμερα με απέτρεψαν να μοιραστούν την κληρονομιά του Κυρίου λέγοντας «Πηγαίνετε και λατρεύετε άλλους θεούς». 
  • 1 Βασιλέων 9: 6 Οι έννοιες των στίχων Εάν εσείς ή οι γιοι σας απομακρυνθείτε από το να με ακολουθήσετε και μην κρατάτε τις εντολές Μου - τα καταστατικά μου που έχω θέσει ενώπιόν σας - και αν πάτε και υπηρετείτε άλλους θεούς και τους λατρεύετε, 
  • 1 Βασιλέων 9: 9 Οι έννοιες των στίχων Τότε λένε: Επειδή εγκατέλειψαν τον Κύριο τον Θεό τους ο οποίος έφερε τους προγόνους τους από τη γη της Αιγύπτου. Συγκράτηκαν σε άλλους θεούς και λατρεύονταν και τους εξυπηρετούσαν. Εξαιτίας αυτού, ο Κύριος έφερε όλη αυτή την καταστροφή πάνω τους. 
  • Ιερεμίας 11:10 Οι έννοιες των στίχων Έχουν επιστρέψει στις αμαρτίες των προγόνων τους που αρνούνταν να υπακούσουν στα λόγια Μου και ακολουθούσαν άλλους θεούς για να τους λατρεύουν. Ο οίκος του Ισραήλ και ο οίκος του Ιούδα έσπασαν τη διαθήκη Μου που έκανα με τους προγόνους τους. 
  • Ιερεμίας 13:10 Οι έννοιες των στίχων Αυτοί οι κακοί άνθρωποι, που αρνούνται να με ακούν, περπατούν στην πεισματάρυνση των δικών τους καρδιών και που ακολουθούν άλλους θεούς για να υπηρετήσουν και να προσκυνήσουν - θα είναι σαν αυτά τα εσώρουχα, που δεν έχουν καμία χρησιμότητα. 
  • Ιερεμίας 16:13 Οι έννοιες των στίχων Έτσι θα σας εκτομήσω από αυτή τη γη σε μια χώρα που δεν γνωρίζετε εσείς και οι πατέρες σας. Εκεί θα λατρεύετε και άλλους θεούς την ημέρα και τη νύχτα, γιατί δεν θα σας χαρίσω χάρη. 
  • Ιερεμίας 22: 9 Οι έννοιες των στίχων Θα απαντήσουν: «Επειδή εγκατέλειψαν τη διαθήκη του Κυρίου του Θεού τους και λατρεύονταν και υπηρετούσαν άλλους θεούς». 
  • Ιερεμίας 25: 6 Οι έννοιες των στίχων Μην ακολουθήσετε άλλους θεούς για να τους υπηρετήσετε και να τους λατρεύετε, και μην με προκαλείτε στο θυμό με τη δουλειά των χεριών σας. Τότε δεν θα σας κάνει κακό. 
  • Ιερεμίας 35:15 Οι έννοιες των στίχων Ξανά και ξανά σας έστειλα όλους τους υπηρέτες Μου, τους προφήτες, λέγοντας: Γυρίστε, καθένας από τον κακό τρόπο ζωής του, και διορθώστε τις πράξεις σας. Σταματήστε να ακολουθείτε άλλους θεούς για να τους υπηρετήσετε. Ζείτε στη γη που σας έδωσα και τους προγόνους σας. Αλλά εσείς δεν θα δώσετε προσοχή ή μην υπακούσετε σε εμένα. 
  • Ιερεμίας 44: 3 Οι έννοιες των στίχων λόγω των κακών τρόπων που με έκαναν να το θυμώνουν, πηγαίνοντας και καίγοντας θυμίαμα για να υπηρετήσετε άλλους θεούς αυτοί, εσείς και οι πατέρες σας δεν ήξερες. 
  • 1 Βασιλέων 11: 4 Οι έννοιες των στίχων Όταν ο Σολομών ήταν παλαιός, οι σύζυγοι του τον έκτρεψαν άλλους θεούς. Η καρδιά του δεν ήταν εντελώς με τον Κύριο τον Θεό του, όπως ήταν η καρδιά του πατέρα του Δαβίδ. 
  • Δευτερονόμιο 18:20 Οι έννοιες των στίχων Αλλά ο προφήτης που τολμά να μιλήσει στο όνομά Μου ένα μήνυμα που δεν του είπα να μιλήσει ή που μιλάει στο όνομα άλλων θεών - ο προφήτης πρέπει να πεθάνει » 
  • 1 Βασιλέων 14: 9 Οι έννοιες των στίχων Έχετε συμπεριφέρεται πιο κακώς από όλους όσους ήταν ενώπιόν σας. Προκειμένου να με προκαλέσετε, έχετε προχωρήσει να φτιάξετε για εσάς άλλους θεούς και να ρίξετε εικόνες, αλλά με πέταξα πίσω από την πλάτη σας.
  • Ψαλμοί 81: 1 Ὁ Θεὸς ἔστη ἐν συναγωγῇ θεῶν, ἐν μέσῳ δὲ θεοὺς διακρινεῖ.

Ο χριστιανισμός γέννησε ένα νέο μονοθεϊστικό/πολυθεϊστικό υβρίδιο, την αγία τριάδα!

Ο Μονοθεϊσμος γεννά βία και θρέφει την μισαλλοδοξία, την ζηλοφθονία και τον εγωϊσμό, ενώ ο Πολυθεϊσμός αναπτύσσει την ανοχή!

ΔΕΣ


Ακενατών και ο δόλος του μονοθεϊσμού

ΑκενΑΤ-ΩΝ ο Αιρετικός Φαραώ

ΜΩΥΣΗΣ ΚΑΙ ΑΚΕΝΑΤΟΝ

Θρησκεία - Αθεΐα - Αγνωστικισμός – Αθρησκεία - Μυθικισμός

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ A'

Ο «ΜΟΝΟΘΕΪΣΜΟΣ» ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΠΡΟΣΦΑΤΟ ΙΟΥΔΑΪΚΟ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΜΑ 

Η επιστήμη της Iστορίας παρουσιάζει, εν αντιθέσει με τις άλλες θεωρητικές επιστήμες, το παράδοξο ότι ελάχιστοι είναι αυτοί που μένουν ευχαριστημένοι από τα πορίσματά της και ακόμη λιγότεροι την εμπιστεύονται πλήρως. Και βεβαίως δεν αναφέρομαι στους ίδιους τους επιστήμονες, αλλά, κυρίως, στον λεγόμενο «μέσο άνθρωπο» που είναι παθητικός αποδέκτης των αποκαλύψεων και συμπερασμάτων των ιστορικών και άλλων επιστημόνων που βοηθούν στο να ανασυρθεί από την λήθη η αλήθεια, αντικειμενική ή υποκειμενική. Αυτή η έλλειψη εμπιστοσύνης στον επιστημονικό αυτόν κλάδο, μπορεί να οφείλεται και στο γεγονός πως από τις έρευνες συνήθως προκύπτουν διαφορετικά συμπεράσματα, ακόμη και αλληλοαναιρούμενα, πως δεν έχουμε να κάνουμε με μία μεταβλητή χ η οποία θα καθορίσει και την τελική μας τιμή (το συμπέρασμα ), αλλά με πλήθος μεταβλητών, απειρία μεταβλητών θα έλεγα , των οποίων το ελεγχόμενο πλήθος είναι αντιστρόφως ανάλογο με τον βαθμό της λήθης. Και φυσικά δεν λέω βαθμό αλήθειας, γιατί η αλήθεια δεν μπορεί να βρίσκεται σε ποσοστά, είναι απόλυτο μέγεθος και μάλιστα είχε διεξοδικά αναλυθεί, ορισθεί και διατυπωθεί από τους Έλληνες φιλοσόφους.
 
Τα παραπάνω, εκτός από την εμπειρία μας, καθώς λίγο πολύ όλοι μας έχουμε συμμετάσχει σε συζήτηση όπου κάποιος αρνείται την ιστορικότητα κάποιου «γεγονότος» ή κάποιων πλευρών του, έρχεται να τα αποδείξει το σύνολο του (δυτικού) κόσμου, με μια φράση συνδεδεμένη άμεσα με την ανιστορικότητα της υποκειμενικής Ιστορίας: «Η Ιστορία γράφεται από τους νικητές». Έτσι αποφάνθηκαν οι λαοί, νικητές και ηττημένοι, και βέβαια η Ιστορία γράφεται κατά κανόνα και μεταδίδεται από τους νικητές, και μένουν μόνον ελάχιστοι από τους ηττημένους να διατηρούν την ψυχική δύναμη να διηγούνται τις ξεχασμένες ή αποσιωπούμενες δικές τους «αλήθειες». Και αν κάποτε μεταξύ δύο αντιθέτων απόψεων λέγαμε πως η αλήθεια κρύβεται κάπου στην μέση, επιχειρώντας έτσι, μάλλον αφελώς, να εφαρμόσουμε την «χρυσή τομή», όλοι γνωρίζουμε τώρα ότι όλο και κάτι ξεφεύγει από τον έλεγχο των νικητών, ουδέν κρυπτό από τον Ήλιο άλλωστε, και οι περισσότεροι άνθρωποι πια –μαζί τους και εγώ– θεωρούμε πως η αλήθεια είναι με πολύ πονηρό τρόπο κρυμμένη –και θα χρησιμοποιήσω άλλη μια γνωστή μας φράση- στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας.

Μια άλλη πλευρά των θεμάτων που σχετίζονται με την επιστήμη είναι η στράτευση. Και όταν λέμε «στράτευση», εννοούμε την επιλογή κάποιων επιστημόνων ή πανεπιστημιακών γενικότερα να οδηγούν τις μελέτες τους προς συγκεκριμένες κατευθύνσεις, οι οποίες αποσκοπούν στο να ισχυροποιήσουν την θέση κάποιων εντολοδοτών, αυτών που βρίσκονται πίσω από της έρευνες και στην πραγματικότητα καθορίζουν τι θα ερευνηθεί και ποιες αλήθειες ή, κυρίως, διαστρεβλώσεις, θα φανερωθούν στο πλατύ κοινό. Λαμβάνοντας τα ανωτέρω υπόψη, δικαιολογημένα, ως απλοί πολίτες μη ειδικοί να κρίνουμε σε όλη της την έκταση την «τροφή» που μας δίνουν, συχνά απογοητευόμαστε και μένουμε μετέωροι να μην μπορούμε να δεχθούμε κάποια έρευνα ή μελέτη, αφού έχει χαθεί η εμπιστοσύνη για αυτούς που κατέχουν τα σκήπτρα της γνώσης.

Πολλές φορές βέβαια, και δικαιολογημένα, άνθρωποι με ελαττώματα είναι και αυτοί, οι ερευνητές, και είναι λογικό να παρασύρονται από τις δικές τους προσωπικές επιθυμίες, ενώ θεωρώ επίσης ότι στην πορεία ξεχνάνε κιόλας την αλήθεια και προσπαθούν με το ζόρι να ανασύρουν από την λήθη κάτι το οποίο ποτέ δεν υπήρξε. Κάπως έτσι ξεκίνησε και η λεγόμενη «Βιβλική Αρχαιολογία» ή «Αρχαιολογία της Παλαιστίνης». Από την επιθυμία ενός ανθρώπου, του Αμερικανού Albright, υιού ενός χριστιανού ιερέα, ο οποίος θέλησε να αποδείξει την ιστορικότητα των λεγομένων της Ιουδαϊκής «Βίβλου», σε αντιδιαστολή με τις εργασίες της Γερμανικής Σχολής του Βιβλικού Κριτικισμού, η οποία υποστήριζε πως τα αφηγούμενα στην «Βίβλο» δεν είναι παρά ιερατικά κατασκευάσματα της εποχής της «βαβυλωνιακής εξορίας».

Αναπτύσσοντας τα παραπάνω στοιχεία της τελευταίας παραγράφου, ξεκινά ένα εντυπωσιακό άρθρο του ο Ισραηλινός (!!) πανεπιστημιακός του Τελ-Αβίβ Χέρτζογκ (Ze’ev Herzog), το οποίο δημοσιεύθηκε στην μεγάλης κυκλοφορίας καθημερινή εφημερίδα του Ισραήλ «Ha’aretz». Ο τίτλος του άρθρου είναι «Ανασκευάζοντας τα τείχη της Ιεριχούς». Μέσα σε αυτό, ο συγγραφέας έρχεται να μας φανερώσει μια άλλη όψη του νομίσματος. Προερχόμενος από τους κύκλους της «Αρχαιολογίας της Παλαιστίνης» μας εκθέτει με επιχειρήματα το γιατί όλες οι μελέτες μέχρι σήμερα όχι μόνο δεν αναδεικνύουν την αλήθεια των ισχυρισμών της «Βίβλου», αλλά αποτελούν χονδροειδή ψεύδη και μεθοδευμένη παραπληροφόρηση.

Στο άρθρο του αυτό, ο Χέρτζογκ μας αναφέρει τα κυριότερα σημεία των ερευνών που δημιούργησαν κενά και ένα κρίσιμο σημείο κατά το οποίο οι θεωρίες δεν αποδεικνύονταν από τα ευρήματα της Αρχαιολογίας. Και ξεκινάει την κριτική του από την λεγόμενη «Εποχή των Πατριαρχών», η οποία σύμφωνα με την αρχική «χρονολόγηση» της «Βίβλου» πρέπει να ήταν στον.. 21ο αιώνα πριν την απαρχή της χριστιανικής χρονολόγησης. Τα ευρήματα κατά τον Χέρτζογκ δεν δικαιολογούσαν επ’ουδενί μια τέτοια χρονολογία, την οποία κάποιοι μετέπειτα μελετητές μετατόπισαν 10 ολόκληρους αιώνες αργότερα, δηλαδή στην λεγόμενη «Εποχή της Εγκατάστασης» χωρίς πάλι να υπάρχουν και δεδομένα που να υποστηρίζουν μια τέτοια θέση. Κάποιοι μάλιστα τα θεώρησαν αυτά ως απλούς φυλετικούς θρύλους της «Εποχής του Βασιλείου της Ιουδαίας», με αποτέλεσμα να μην υπάρχει συμφωνία από καμία πλευρά.

Το δεύτερο σημείο στο οποίο αναφέρεται ο συγγραφέας στο άρθρο του, είναι η περίφημη «Έξοδος» και η υποτιθέμενη περιήγηση στην έρημο και το όρος Σινά. Ο Χέρτζογκ μας πληροφορεί λοιπόν ότι στην πληθώρα των Αιγυπτιακών γραπτών που έχουν βρεθεί, ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ η παραμικρή νύξη για ένα τέτοιο «γεγονός», παρά μόνο σύντομες αναφορές για νομαδικές φυλές, οι οποίες σε εποχές λειψυδρίας και λιμών έβρισκαν καταφύγιο στις άκρες του Δέλτα του Νείλου. Επίσης, παρά τις προσπάθειες γενεών ολόκληρων ερευνητών κανείς τους δεν κατάφερε να εντοπίσει την πραγματική τοποθεσία του όρους Σινά ή των τόπων διαμονής των φυλών στην έρημο. Έτσι, ο συγγραφέας, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός πως τα αναφερόμενα στην «Βίβλο» δεν υποστηρίζονται από κάποιο άλλο γραπτό ή τις αρχαιολογικές έρευνες, καταλήγει στο συμπέρασμα (των περισσοτέρων μελετητών άλλωστε, όπως μας ενημερώνει) πως τα ανωτέρω αποτελούν, στην καλύτερη περίπτωση, την περιπέτεια κάποιας νομαδικής οικογένειας ή κάποιων οικογενειών, η οποία προεκτάθηκε αυθαίρετα σε «εθνικό» επίπεδο, έτσι ώστε να συμπορεύεται με το θρησκευτικό ιδεολόγημα του Ιουδαϊκού ιερατείου.

Η επόμενη «ανακρίβεια» του βιβλικού παραμυθιού, την οποία καταγγέλλει ο συγγραφέας, σε σχέση πάντα με την αλήθεια της αρχαιολογικής σκαπάνης, αφορά την περίφημη «Κατάκτηση της Γης Χαναάν». Οι πόλεις που περιγράφονται λεπτομερέστατα στο βιβλίο του Joshua και προσήλκυσαν πολλές ερευνητικές ομάδες είναι η Ιεριχώ και η Άι. Το υπ’αριθμόν ένα πρόβλημα για την αξιοπιστία της «Βίβλου» είναι ότι τον 13ο αιώνα πριν την απαρχή της χριστιανικής χρονολόγησης, στον οποίον υποτίθεται ότι τοποθετείται χρονικά η «κατάκτηση», όχι μόνο δεν υπήρχαν τα «κυκλώπεια» τείχη που έπεσαν με την βοήθεια του «καλού» Θεού Γιαχβέ, αλλά ούτε καν οι ίδιες οι αναφερόμενες πόλεις. Βέβαια, από τα ωραιότερα σημεία είναι οι δικαιολογίες που δόθηκαν, γιατί η «Βίβλος», ως γνωστόν, δεν επιτρέπεται, ως.. θεόπνευστο βιβλίο, να λέει ψέματα. Η καλύτερη δικαιολογία ήταν πως τα «τείχη» της Ιεριχούς «ξεπλύθηκαν» (έτσι ακριβώς !!), «ξεπλύθηκαν» από τα νερά των βροχών. Όσον αφορά την Αι, τελικά μας πληροφορούν «οι αναζητητές της αλήθειας» πως δεν ήταν αυτή αλλά η.. διπλανή πόλη, η Beit El και συγνώμη αλλά μπερδευτήκαμε, από αναξιόπιστους αφηγητές. Ακόμη και για τις υπόλοιπες πόλεις της Χαναάν, η βιβλική αφήγηση είναι μάλλον σε άλλο χρόνο και τόπο.

Η «Βίβλος» μας λέει για «μεγάλες πόλεις, με τείχη που υψώνονται ως τον ουρανό», αλλά σε όλες της ανασκαφές δεν έχει βρεθεί ούτε μία, όχι μόνο που να έχει υψηλά έστω τείχη, ούτε καν περίφραξη δεν είχαν. Τόσο αληθής η αφήγηση. Εκτός αυτού, όπως μας πληροφορεί ο Χέρτζογκ, ακόμη και η γαιοπολιτική κατάσταση στην περιοχή την εποχή εκείνη δεν ήταν αυτή που παρουσιάζεται. Η περιοχή βρισκόταν υπο την κατοχή των Αιγυπτίων μέχρι το ήμισυ του 12ου αιώνα και έχουμε πληθώρα Αιγυπτιακών ευρημάτων, όμως η «Βίβλος» δεν μας αναφέρει το παραμικρό για Αιγυπτίους, ενώ μάλιστα τα ευρήματα δείχνουν μια σταδιακή μετέπειτα εγκατάλειψη και παρακμή των περιοχών αυτών, αυτή δε η κατάσταση φαίνεται να διήρκεσε αιώνες και κανένα στοιχείο δεν υπαινίσσεται στο ελάχιστο έστω μια κατάκτηση. Έτσι, δυστυχώς για τις ορδές των προβάτων που το μόνο που έχουν να υπερηφανεύονται είναι η άνευ όρων πίστη τους, ούτε οι τάχα ηρωϊσμοί των «εκλεκτών ολίγων που πολέμησαν τους πολλούς» είναι αλήθεια, πόσο μάλλον η άνωθεν βοήθεια του ανύπαρκτου Θεού τους.

Το επόμενο πρόβλημα που δημιουργείται και βέβαια είναι πιο σημαντικό και με αντίκτυπο όχι μόνο στους αποβλακωμένους πιστούς αλλά και στην σύγχρονη πολιτική σκηνή, είναι αυτό της καταγωγής των Ισραηλιτών. Αν τίποτε από τα ανωτέρω που αναφέρει η «Βίβλος» είναι ιστορικώς αληθές δηλ. η «Έξοδος», η περιπλάνηση και η κατάκτηση της Χαναάν, τότε ποιοί άραγε ήσαν εκείνοι οι Ισραηλίτες που οι απόγονοί τους προβάλλουν μέχρι σήμερα κληρονομικά τάχα δικαιώματα σε αυτό το συγκεκριμένο σημείο του πλανήτη; Όπως μας πληροφορεί ο συγγραφέας πράγματι την λεγόμενη «Εποχή της Εγκατάστασης» ξεπήδησαν πολλοί οικισμοί στην περιοχή και έχουμε μια μοναδική αναφορά στο όνομα Ισραήλ από έναν Αιγυπτιακό πάπυρο του 1200 πριν την απαρχή της χριστιανικής χρονολόγησης, το οποίο όμως αναφέρεται απλώς σε μια από τις πολλές πληθυσμιακές ομάδες των πρώην νομάδων που εγκαταστάθησαν μόνιμα στην ευρύτερη περιοχή.

Ένα ακόμη πρόβλημα που εγείρεται από τις αρχαιολογικές μελέτες είναι αυτό του υποτιθέμενου «Μεγάλου Ηνωμένου Βασιλείου» του Δαυίδ και του Σολομώντος. Τελικά, οι αρχαιολόγοι και σε αυτό το σημείο ήρθαν κοντά στις απόψεις της σχολής του «Βιβλικού Κριτικισμού», αφού αποδεικνύεται από τα ευρήματά τους ότι το τόσο διαφημισμένο αυτό «Βασίλειο» για την εποχή που αναφέρεται ήταν ένα ασήμαντο φέουδο με τους Δαυίδ και Σολομώντα τίποτε άλλο παρά τοπικούς μικρής εμβέλειας ηγεμόνες. Ακόμη και οι ανασκαφές στην Ιερουσαλήμ την πρωτεύουσα του υποτιθέμενου «Βασιλείου», το μόνο που απέδειξαν είναι πως οι συγγραφείς της «Βίβλου» προέβαλαν την εικόνα που αυτή είχε τον 8ο αιώνα, δηλ. την εποχή του «Βασιλείου της Ιουδαίας» στο απώτερο παρελθόν, προφανώς για να στηρίξουν την όλη τους ψεύτικη ιστοριογραφία. Και να αναλογιστεί κανείς ότι τόσον καιρό μας παρουσιάζουν συνέχεια την παραμυθολογία αυτή ως αλήθεια με υποχρεωτική πλύση εγκεφάλου στα σχολεία, συνεχείς αναφορές στα Μ.Μ.Ε., υπερπαραγωγές του Hollywood και «σοβαρά» έργα «φωτισμένων θεολόγων, τη στιγμή που ούτε το όνομα αυτού του Βασιλείου δεν υπήρξε ιστορικά.

Την πιο σημαντική ωστόσο –για τα πρόβατα- αποκάλυψη, ο Χέρτζογκ μας την φύλαγε στο τέλος του άρθρου του, όπου σε μια μικρή παράγραφο μας πληροφορεί για τον δικτατορεύοντα σήμερα στα μυαλά των λαών της γής «Μονοθεϊσμό». Σχετικά με αυτόν, ο ισραηλίτης αρχαιολόγος, που έχει δεχθεί βεβαίως άπειρες οχλήσεις και απειλές για τα γραφόμενά του, αναφέρεται σε ανακάλυψη επιγραφών στα αρχαία Εβραϊκά που αναφέρουν τον «εθνικό» Θεό των μονοθεϊστών Ιεχωβά, όχι μοναχό του αλλά με μια θεϊκή σύζυγο, όπως απαντάται σε όλα τα πολυθεϊστικά πάνθεα των Εθνών της γής. Οι επιγραφές αυτές, που χρονολογούνται από τα τέλη του 8ου αιώνος, αναφέρουν το θεϊκό ζεύγος του Jehovah και της Asherah, αποδεικνύουν το ότι σε εκείνους τους καιρούς οι Ισραηλίτες απηύθυναν τις προσευχές τους σε ένα θεϊκό ζεύγος και όχι στον γνωστό της ημέρες μας αυτιστικό «δικτατορίσκο των ουρανών». Εδώ μπορεί να σκεφθεί κανείς το ότι σήμερα κυκλοφορούν βιβλία και άρθρα ακόμη και στην Ελλάδα (κυρίως στην Ελλάδα που ο σκληρός Χριστιανισμός της έχει υποκαταστήσει σφετεριστικά την «Ελληνικότητα» την οποία ο ίδιος κατέστρεψε) από ερευνητές και θεολόγους που υποστηρίζουν ούτε λίγο ούτε πολύ πως οι πρόγονοί μας ήσαν.. «μονοθεϊστές», ενώ την εποχή εκείνη δεν ήταν ούτε οι ίδιοι οι Ισραηλίτες τέτοιοι. Συνεπώς μάλλον επιβεβαιώνονται πανηγυρικά όσοι μελετητές υποστήριξαν κατά καιρούς πως ο λεγόμενος «Μονοθεϊσμός» ήταν μια αυθαίρετη επινόηση της εποχής του «Βασιλείου της Ιουδαίας», που σκοπό είχε να ισχυροποιήσει πολιτικά και κοινωνικά την εξουσία των ηγεμονίσκων της περιοχής και του υποστηρικτικού τους ιερατείου, εκοσμικεύοντας έτσι το Θείο κατά τα μοναρχικά πρότυπα που εκθείασαν αργότερα, για συναφή λόγο, και οι λεγόμενοι «Πατέρες» του Χριστιανισμού.

Ο Χέρτζογκ, μετά από τις ιστορικές αναφορές του, τελειώνει το άρθρο του με μια σύγχρονη αναφορά και ένα παράπονο. Μας λέει για την αρνητική αντιμετώπιση των αποδεδειγμένων αυτών θέσεων από τους σύγχρονους Ισραηλινούς, που δεν δέχονται την αντικειμενική ιστορική αλήθεια (όπως συμβαίνει άλλωστε και στην χώρα μας με τους λεγόμενους «Ρωμιούς» που τρελλαίνοται και στο άκουσμα μόνον ότι η ταύτιση Ελληνισμού και Ορθοδοξίας είναι και ιστορικό ψέμμα αλλά και λογικό οξύμωρο), προφανώς γιατί έτσι καταστρέφεται το όλο τους σαθρό οικοδόδημα εις βάρος των Αράβων νύν κατοίκων της περιοχής, αλλά και για τις ενστάσεις και προσβολές που δέχεται ο συγγραφέας από εκτός του Ισραήλ πηγές, λ.χ. από τους υπόλοιπους «μονοθεϊστές» χριστιανούς που βλέπουν ότι η αλήθεια των ανασκαφών κατασυντρίβει τα ψέμματα που κατάπιναν τόσο καιρό και δεν είναι καθόλου πρόθυμοι να δεχθούν αυτή την πλήρη απομυθοποίηση των θρησκευτικών τους πιστεύω. Και βέβαια εμείς θα λέγαμε πως ο καθένας μπορεί να εμμένει στην ανοησία του όσο θέλει και να μην βλέπει την αλήθεια όσο κατάμουτρα και αν του την δείχνουν, όμως δεν έχει το δικαίωμα να θέλει να στραβώσει με την δική του τύφλα όλον τον κόσμο, μόνο και μόνο για να είναι αυτός ήρεμος και ευχαριστημένος μέσα στην βλακεία του.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Β'

Στα Εβραϊκά κείμενα διαβάζουμε "el eloha yisra'el" Ελ ο θεός του Ισραήλ, δηλαδή ο παγανιστής θεός των Βαβυλωνίων, Ασσυρίων Χαλδαίων και Χανανιτών με το πάνθεό του (74 θεότητες) και την θεά-γυναίκα του Ασερά, την Μητέρα όλων των θεών. Αυτή ήταν η πρωταρχική θεά των λαών αυτών, όταν η οικογένεια ήταν μητριαρχική, όπως και στους αρχαίου Έλληνες ήταν η Γαία. Φυσικά αν διαβάσεις και τα κείμενα της Ούγκαριτ, αυτός ο θεός ήταν και πολύ αταχτούλης και κεράτωνε την Ασερά με άλλες νεαρές θεές που του έκαναν και μπάσταρδα. Αυτά πριν την Εποχή του Σιδήρου, γιατί μετά το 1400, Μιδιανίτες και Αμωρίτες δάνεισαν στους Εβραίους τον Ιεχωβά, έναν άλλο παγανιστή θεό, που "δανείστηκε" την Ασερά από τον Ελ, όταν ο τελευταίος ταυτίστηκε με τον Ιεχωβά την εποχή των Μακκαβαίων, όταν ο Γιαχβισμός επιβλήθηκε δια της βίας. Ο Ιεχωβάς λατρευόταν και στην Αίγυπτο αλλά και από τους Μινωϊτες και οι άλλοι θεοί του πάνθεον του Ελ, έγιναν άγγελοι και δαίμονες.

Bασική πηγή όλων των Μεσογειακών και Μεσοποτάμιων θρησκειών, είναι ο Ινδουισμός και ειδικά οι έννοιες της τριάδας και ψυχής, καλού-κακού, παράδεισος-κόλαση (δυαδικότητα) "εφευρέθηκαν" στις Ινδίες που ανέπτυξε στην αρχαιότητα έναν ανώτερης κλάσης πολιτισμό και από τον οποίο αντέγραψε ο μεγαλύτερος μύστης της αρχαιότητας, ο Ζωροάστρης. Οι Εβραίοι αντέγραψαν τα πάντα από αυτόν κατά την Βαβυλωνιακή αιχμαλωσία μέσο του Εσδρα (Βαβυλωνιακό Ταλμούδ) που προσπάθησε να επιβάλλει επανειλημμένα στους εναπομείναντες Εβραίους της Παλαιστίνης. Τελικά μόνο δια της βίας προσηλυτισμού, κατάφερε ο Ζωροάστρης αυτοκράτορας Κύρος με τους Μακκαβαίους την επιβολή του μονοθεϊστικού Γιαχβισμού βασισμένου στον μονοθεϊστικό Ζωροαστρισμό. Οι Εβραίοι δεν ήταν ποτέ μονοθεϊστές αφού στην μετάφραση των 70κοντα, διαβάζουμε ότι λάτρευαν την θεά Ασερά ως γυναίκα του Ιεχωβά, και πολλούς άλλους παγανιστικούς θεούς ακόμα και μέσα στον ναό του Σολομώντα.

Στην πραγματικότητα, ο σημερινός Γιαχβισμός δεν είναι τίποτα άλλο, από μια συγκεκαλυμμένη Ζωροαστρική σέκτα. Στα πρώτα βιβλία της Πεντατεύχου, η δυαδικότητα (καλό-κακό, παράδεισος-κόλαση, ψυχή κτλ) ήταν ανύπαρκτα. Οταν πέθαινες, γινόσουν σκόνη. Ο δε Ιεχωβάς, ήταν ένας ακόμα παγανιστικός θεός (14ος αιώνας π.Χ.) των Αμωριτών, Μιδιανιτών και Βεδουίνων Αράβων της περιοχής Σάσου κοντά στα σύνορα με την Αίγυπτο στην οποία μάλιστα λατρευόταν ο Ιεχωβάς ως Ιεχού ή Ιαχού, θεός του ήλιου, της σελήνης και του φιδιού με σύμβολά του το βόδι ή μοσχάρι και το φίδι. Γι' αυτό διαβάζουμε ότι μετά την υποτιθέμενη Εξοδο, έφτιαξαν ένα χρυσό μοσχάρι και το λάτρευαν. Ο δε Μωυσής κατασκεύασε ένα μπρούτζινο φίδι για να γιατρεύει τους Ισραηλίτες στην έρημο. Η ΠΔ αναφέρει ότι ο Ιεχωβάς λατρευόταν σε 5 Αιγυπτιακές πόλεις, μεταξύ αυτών και η Ηλιούπολης, η πόλη του θεού ήλιου. Ο Αιγυπτιακος θεός Απης με σύμβολό του το Βόδι (σύμβολο γονιμότητας και δύναμης) αντιπροσώπευε τον Πταχ θεό της αναγέννησης της βλάστησης και ονομαζόταν Bull of Earth. Στην μετάφραση των 70κοντα, ο Ιεχωβάς ονομαζόταν και Bull of Jacob. Σύμπτωση; Ο Απης (Apis) μια άλλη μορφή του Atum, γίνεται Kamutef 'Bull of his Mother' και γεννάει τον Atum τον θεό του ήλιου της μεσημβρίας και της σελήνης. Είναι σύμπτωση ότι ο Ιεχωβάς στην παλαιο-Εβραϊκή λογοτεχνία φέρεται να έχει τον ήλιο σαν αρσενικό σύμβολο και την σελήνη σαν θηλυκό;

Γι’αυτό διαβάζουμε στην Εξοδο 32,4 «καὶ ἐδέξατο ἐκ τῶν χειρῶν αὐτῶν καὶ ἔπλασεν αὐτὰ ἐν τῇ γραφίδι καὶ ἐποίησεν αὐτὰ μόσχον χωνευτὸν καὶ εἶπεν· οὗτοι οἱ θεοί σου, ᾿Ισραήλ, οἵτινες ανεβίβασάν σε ἐκ γῆς Αἰγύπτου». Γιατί πληθυντικός; Επειδή ο Απης ήταν ταυτόχρονα και ο Αμουν ο θεός του ήλιου και της σελήνης. Ο πρωταρχικός θεός των Εβραίων που αναφέρεται στην ΠΔ και που παραφράστηκε δεόντως από το ιερατείο, ήταν ο Ελ με το πάνθεό του και είχε και αυτός σαν σύμβολο τον ταύρο, κοινό σύμβολο του θεού του ήλιου. Και εδώ σύμπτωση;

Διαβάζουμε στην ΠΔ Γεν 41.45 ότι ο Φαραώ πάντρεψε τον Γιόσεφ με την κόρη του αρχιερέα Poti-phera, του θεού του ήλιου ΟΝ (ή ΩΝ) της Ηλιούπολης, Ασεννέθ. Poti-phera, σημαίνει «δώρο του θεού ήλιου». Στην μετάφραση των 70κοντα, ο Εβραϊκός θεός ονομάζεται ΩΝ. Και εδώ σύμπτωση; Βέβαια, το ιερατείο ισχυρίζεται ότι προέρχεται από το επίθετο κατάληξης «ων, ούσα, ον». Αλλά στις λατινικές μεταφράσεις, αναφέρεται “I am that I am” που μεταφράζεται στα Αιγυπτιακά ως Nuk-Pa-Nuk," που βρέθηκε στο μετωπιαίο του ναού της Isis στην Sais, αποδεικνύοντας περίτρανα ακόμα μια φορά ότι ο Ιεχωβάς λατρευόταν και στην Αίγυπτο, εκτός από πλήθος άλλων αρχαιολογικών ευρημάτων συμπεριλαμβανομένης της ΠΔ.

Σήμερα υπάρχει μια πλούσια βιβλιογραφία γύρω από την παγανιστική προέλευση του Ιεχωβά που προσκυνούν οι Εβραιοπροσκυνημένοι Νεοέλληνες. Αλλά ποιος την έχει διαβάσει;

Από την άλλη μεριά της Αιγύπτου, και ο δικός τους πολιτισμός, ίσως ο αρχαιότερος στην γη, αφού κατά τον Ηρόδοτο προϋπήρχε πριν από 11.400 (13.400 σημερινά) χρόνια, επηρέασε την Εβραϊκή λογοτεχνία και θεολογία και ειδικά τον Χριστιανισμό με τα κείμενα του Ερμή του Τρισμέγιστου. Αν διαβάσει κανείς τον Ερμή, νομίζει ότι διαβάζει την ΚΔ.

Η Αγάπη δεν είναι προσκόλληση

Η Αγάπη δεν είναι προσκόλληση. Η αγάπη δε φέρει πόνο. Η αγάπη δεν έχει απελπισία ή ελπίδα. Η αγάπη δεν μπορεί να γίνει κάτι αξιοσέβαστο, μέρος της κοινωνικής τάξης. Όλα τα βάσανα ξεκινάνε από το ότι δεν υπάρχει αγάπη.

Το να έχουμε δικό μας κάποιον και κάποιος να μας έχει δικό του, θεωρείτε σαν μια μορφή αγάπης. Αυτή η ακατανίκητη δύναμη να έχουμε κάτι δικό μας, ένα πρόσωπο ή ένα κομμάτι γης, δεν είναι μόνο αποτέλεσμα της κοινωνίας και των περιστάσεων, αλλά και κάτι που ξεπηδάει από μια πολύ πιο βαθιά πηγή.

Έρχεται από τα βάθη της μοναξιάς. Ο καθένας από μας προσπαθεί να γεμίσει αυτήν τη μοναξιά με διαφορετικούς τρόπους: ποτό, οργανωμένη θρησκεία, πίστη, κάποια μορφή δραστηριότητας και τα παρόμοια. Όλα αυτά είναι φυγές, αλλά εκείνη βρίσκεται πάντα εκεί.

Το να αφοσιωθεί κανείς σε κάποια οργάνωση, σε κάποια πίστη ή δραστηριότητα, σημαίνει ότι κατέχεται αρνητικά απ’ αυτά, ενώ θεωρείται θετικό να κατέχεις εσύ. Το να κάνεις το καλό, το προσπαθείς ν’ αλλάξεις τον κόσμο είναι -αρνητική ή θετική- κατοχή, είναι δήθεν αγάπη. Γιατί το να ελέγχεις κάποιον, να αλλάξεις κάποιον στο όνομα της αγάπης δεν είναι τιποτ’ άλλο από την ακατανίκητη ορμή τού να κατέχεις την ορμή να βρεις σιγουριά, ασφάλεια σε κάποιον και να βολευτείς. Το να ξεφεύγεις από τον εαυτό σου μέσω κάποιου άλλου, μέσω κάποιας δραστηριότητας, οδηγεί κατευθείαν σε προσκόλληση. Σε τούτη την προσκόλληση υπάρχει θλίψη και απελπισία κι απ’ αυτό βγαίνει η αντίδραση του να θέλεις να αποκολληθείς. Από τούτη την αντίθεση προσκόλλησης και προσπάθειας αποκόλλησης, γεννιούνται σύγκρουση και απογοήτευση.

Δεν υπάρχει φυγή από τη μοναξιά. Η μοναξιά είναι ένα γεγονός και η φυγή από τα γεγονότα φέρνει σύγχυση και πόνο.

Το να μην κατέχεις τίποτα, όμως, είναι εκπληκτική κατάσταση. Να μην έχεις στην κατοχή σου ούτε καν μια ιδέα, να μην εμπλέκεσαι με πρόσωπα ή πράγματα. Όταν η ιδέα, η σκέψη ριζώσει, έχει ήδη γίνει ιδιοκτησία και τότε ο πόλεμος για απελευθέρωση αρχίζει. Κι αυτή η ελευθερία δεν είναι καν ελευθερία, είναι μόνο μια αντίδραση. Οι αντιδράσεις ριζώνουν και οι ζωές μας είναι το έδαφος όπου αναπτύσσονται οι ρίζες. Το να κόψεις όλες τις ρίζες, τη μία μετά την άλλη, είναι ψυχολογικός παραλογισμός. Δεν μπορεί να γίνει.

Αρκεί να δει κανείς το γεγονός της μοναξίας κι όλα τα άλλα θα σβήσουν μόνα τους.

Τζων Στιούαρτ Μιλλ: Εκείνος που δεν έχει δικές του επιθυμίες και ορμές, δεν έχει χαρακτήρα, όπως δεν έχει χαρακτήρα και μια ατμομηχανή

Μια γενιά μετά τον Μπένθαμ, ο Τζων Στιούαρτ Μιλλ (John Stuart Mill. 1806-1873) προσπάθησε να σώσει τον ωφελιμισμό, αναδιατυπώνοντάς τον έτσι ώστε να τον καταστήσει μια πιο ανθρώπινη, λιγότερο υπολογιστική θεωρία. Ο Μιλλ ήταν γιος του Τζέημς Μιλλ ενός φίλου και οπαδού του Μπένθαμ. Ο Τζέημς Μιλλ δίδαξε ο ίδιος τον γιο του κατ’ οίκον, και ο νεαρός Μιλλ έγινε ένα παιδί-θαύμα. Άρχισε να μαθαίνει αρχαία ελληνικά στην ηλικία των τριών και λατινικά στην ηλικία των οκτώ. Στα έντεκα, έγραψε μια ιστορία του ρωμαϊκού δικαίου. Όταν ήταν είκοσι, υπέστη νευρικό κλονισμό, που του προκάλεσε κατάθλιψη για αρκετά χρόνια. Λίγο μετά γνώρισε τη Χάριετ Τέηλορ (Harriet Taylor). Ήταν παντρεμένη την εποχή εκείνη, με δύο παιδιά, αλλά έγινε στενή φίλη με τον Μιλλ. Όταν πέθανε ο άντρας της μετά από είκοσι χρόνια, παντρεύτηκε τον Μιλλ. Ο Μιλλ αναγνώριζε την Τέηλορ ως τη μεγαλύτερη πνευματική του σύντροφο και συνεργάτιδα την εποχή που άρχισε να αναδιατυπώνει τη θεωρία του Μπένθαμ.

Το επιχείρημα υπέρ της ελευθερίας

Τα κείμενα του Μιλλ μπορούν να διαβαστούν ως μια επίπονη προσπάθεια εκ μέρους του να συμβιβάσει τα ατομικά δικαιώματα με την ωφελιμιστική φιλοσοφία που κληρονόμησε από τον πατέρα του και υιοθέτησε από τον Μπένθαμ. Το βιβλίο του On Liberty (1859) [Περί ελευθερίας] αποτελεί την κλασική υπεράσπιση της ατομικής ελευθερίας στον αγγλόφωνο κόσμο. Η κεντρική του αρχή είναι ότι οι άνθρωποι θα πρέπει να είναι ελεύθεροι να κάνουν ό,τι θέλουν, εφόσον δεν βλάπτουν τους άλλους. Η κυβέρνηση δεν δικαιούται να παρεμβαίνει στην ατομική ελευθερία για να προστατεύσει ένα πρόσωπο από τον εαυτό του, ή να επιβάλλει τις απόψεις της πλειοψηφίας για το πώς θα πρέπει να ζει κανείς. Κατά την άποψη του Μιλλ, οι μόνες πράξεις για τις οποίες ένα πρόσωπο είναι υπόλογο στην κοινωνία είναι εκείνες που επηρεάζουν άλλα άτομα. Εφόσον δεν βλάπτω κανέναν άλλο, η «ανεξαρτησία [μου] είναι δικαιωματικά απόλυτη. Όσον αφορά τον εαυτό του, το σώμα και τη διάνοιά του, το άτομο είναι κυρίαρχο».

Θα έλεγε κανείς ότι αυτή η ασυμβίβαστη υπεράσπιση των ατομικών δικαιωμάτων χρειάζεται ένα ισχυρότερο θεμέλιο από την ωφελιμότητα. Γιατί σκεφτείτε το εξής. Ας υποθέσουμε ότι μια μεγάλη πλειονότητα απεχθάνεται μια μικρή θρησκεία και θέλει να την απαγορεύσει. Δεν είναι δυνατό, ή και πιθανό, ότι η απαγόρευση της θρησκείας θα επιφέρει τη μεγαλύτερη ευτυχία του μεγαλύτερου αριθμού; Είναι αλήθεια ότι η μειονότητα που υφίσταται την απαγόρευση θα νιώσει δυστυχία και καταπίεση. Αλλά, αν η πλειονότητα είναι αρκετά μεγάλη και μισεί με αρκετό πάθος τους αιρετικούς, η συλλογική της ευτυχία θα μπορούσε εύκολα να υπερσκελίσει τη δυστυχία τους. Αν αυτό το σενάριο είναι πιθανό, τότε φαίνεται ότι η ωφελιμότητα αποτελεί ένα επισφαλές, αναξιόπιστο θεμέλιο για τη θρησκευτική ελευθερία. Η αρχή της ελευθερίας του Μιλλ θα χρειαζόταν μάλλον μια σθεναρότερη ηθική βάση από την αρχή της ωφελιμότητας του Μπένθαμ.

Ο Μιλλ διαφωνεί. Επιμένει ότι το επιχείρημα για την ατομική ελευθερία στηρίζεται εξολοκλήρου σε ωφελιμιστικά κριτήρια: «Καλό είναι να δηλώσω ότι παραιτούμαι κάθε πλεονεκτήματος, που θα μπορούσε να αντλήσει η επιχειρηματολογία μου από την αφηρημένη έννοια του ορθού ως πράγματος απαλλαγμένου ωφελιμότητας. Θεωρώ την ωφελιμότητα τελικό κριτήριο για όλα τα ηθικά ζητήματα· ωφελιμότητα, όμως, με την ευρύτερη έννοια, ωφελιμότητα η οποία βασίζεται στα σταθερά συμφέροντα του ανθρώπου ως εξελισσόμενου όντος».

Ο Μιλλ θεωρεί ότι πρέπει να μεγιστοποιούμε την ωφελιμότητα όχι κατά περίπτωση αλλά μακροπρόθεσμα. Και σε βάθος χρόνου, όπως υποστηρίζει, ο σεβασμός της ατομικής ελευθερίας θα οδηγήσει στη μεγαλύτερη ανθρώπινη ευτυχία. Το να επιτρέψουμε στην πλειοψηφία να κλείσει το στόμα όσων διαφωνούν ή να λογοκρίνει τους ελεύθερους στοχαστές μπορεί να μεγιστοποιήσει την ωφέλεια σήμερα, αλλά θα κάνει χειρότερη -λιγότερο ευτυχισμένη- την κοινωνία μακροπρόθεσμα.

Γιατί θα πρέπει να δεχθούμε ότι η προάσπιση της ατομικής ελευθερίας και του δικαιώματος στη διαφωνία θα προαγάγει μακροπρόθεσμα την ευημερία της κοινωνίας; Ο Μιλλ προτείνει διάφορους λόγους: η αποκλίνουσα άποψη μπορεί να αποδειχθεί αληθής, ή εν μέρει αληθής, και να διορθώσει έτσι την κυρίαρχη γνώμη. Ακόμη κι αν δεν συμβεί κάτι τέτοιο, η έκθεση της κυρίαρχης γνώμης σε έναν έντονο ανταγωνισμό ιδεών θα την εμποδίσει να σκληρύνει και να γίνει δόγμα και προκατάληψη. Τέλος, μια κοινωνία που αναγκάζει τα μέλη της να ασπαστούν τα έθιμα και τις συμβάσεις της είναι πιθανόν ότι θα εγκλωβιστεί σε έναν ασφυκτικό κομφορμισμό, στερώντας την ίδια από την ενέργεια και τη ζωτικότητα που επιτρέπουν την κοινωνική ανόρθωση.

Οι εικασίες του Μιλλ για τις σωτήριες κοινωνικές συνέπειες της ελευθερίας είναι αρκετά εύλογες. Αλλά δεν προσφέρουν μια πειστική ηθική βάση για τα ατομικά δικαιώματα. για δύο τουλάχιστον λόγους: Πρώτον, ο σεβασμός των ατομικών δικαιωμάτων χάριν της προαγωγής της κοινωνικής προόδου αφήνει τα δικαιώματα έρμαια της συγκυρίας. Ας υποθέσουμε ότι βρίσκουμε μια κοινωνία που πετυχαίνει ένα είδος μακροπρόθεσμης ευτυχίας με δεσποτικά μέσα. Δεν θα έπρεπε τότε ο ωφελιμιστής να συμπεράνει ότι, σε μια τέτοια κοινωνία, τα ατομικά δικαιώματα δεν είναι ηθικά αναγκαία;

Δεύτερον, η θεμελίωση των ατομικών δικαιωμάτων σε ωφελιμιστικά κίνητρα δεν συλλαμβάνει τον τρόπο με τον οποίο η παραβίαση των δικαιωμάτων ενός ατόμου το αδικεί, ανεξάρτητα από τη συνέπεια της για τη γενική ευημερία. Αν μια πλειοψηφία διώκει τους πιστούς μιας μη δημοφιλούς πίστης, αυτό δεν αδικεί τους ίδιους, ως άτομα, ανεξάρτητα από τις όποιες κακές συνέπειες μπορεί να έχει μακροπρόθεσμα μια τέτοια αδιαλλαξία για την κοινωνία συνολικά;

Ο Μιλλ έχει μια απάντηση γι’ αυτές τις κριτικές, αλλά η απάντησή του τον οδηγεί πέρα από τα όρια της ωφελιμιστικής ηθικής. Το να αναγκάσουμε ένα πρόσωπο να ζει σύμφωνα με τα έθιμα ή τις κοινωνικές συμβάσεις ή την κυρίαρχη γνώμη είναι κακό, όπως εξηγεί ο Μιλλ, επειδή εμποδίζει το άτομο να επιτύχει τον ανώτερο σκοπό της ανθρώπινης ζωής, την πλήρη και ελεύθερη ανάπτυξη των ανθρώπινων ικανοτήτων του. Ο κομφορμισμός, σύμφωνα με την ανάλυση του Μιλλ, είναι ο εχθρός του καλύτερου τρόπου ζωής.

Οι ανθρώπινες δυνάμεις της αντίληψης, της κρίσης, της διάκρισης του ορθού, της νοητικής ενεργητικότητας, ακόμα και της ηθικής προτίμησης ασκούνται μόνο, όταν κάνουμε επιλογή. Εκείνος που κάνει τα πάντα, επειδή αυτό είναι το έθιμο, δεν κάνει καμιά επιλογή. Δεν εξασκείται να διακρίνει ή να επιθυμεί το καλύτερο. Οι διανοητικές δυνάμεις όπωςκαι οι μυϊκές δυνάμεις, βελτιώνονται μόνο όταν χρησιμοποιούνται… Αυτός που επιτρέπει στον κόσμο, ή στο τμήμα του κόσμου, στο οποίο ανήκει, να επιλέγει για λογαριασμό του το πρόγραμμα ζωής που θα εφαρμόσει, δεν χρειάζεται καμιά διανοητική δύναμη εκτός από εκείνη την πιθηκοειδή δύναμη της μίμησης. Αυτός που επιλέγει ο ίδιος το πρόγραμμά του, χρησιμοποιεί όλες τις διανοητικές του δυνάμεις.

Ο Μιλλ παραδέχεται ότι η συμμόρφωση με τις συμβάσεις μπορεί να οδηγήσει ένα πρόσωπο σε ένα ικανοποιητικό μονοπάτι ζωής και να το κρατήσει μακριά από κακοτοπιές. «Αλλά ποια θα είναι τότε η αξία του ως ανθρώπινου όντος;» ρωτάει. «Έχει πράγματι πολύ μεγάλη σημασία, όχι μόνο τι κάνουν οι άνθρωποι, αλλά και τι είδους άνθρωποι το κάνουν».

Εντέλει, λοιπόν, σημασία δεν έχουν μόνο οι πράξεις και οι συνέπειες. Σημασία έχει και ο χαρακτήρας. Για τον Μιλλ. η ατομικότητα είναι σημαντική όχι τόσο για την ευχαρίστηση που προκαλεί όσο και για τον χαρακτήρα που εκφράζει. «Εκείνος που δεν έχει δικές του επιθυμίες και ορμές, δεν έχει χαρακτήρα, όπως δεν έχει χαρακτήρα και μια ατμομηχανή».

Η εύγλωττη εξύμνηση της ατομικότητας είναι η πιο χαρακτηριστική συμβολή του δοκιμίου Περί ελευθερίας. Αλλά συνιστά και ένα είδος αίρεσης. Καθώς επικαλείται ηθικά ιδεώδη πέρα από την ωφέλεια -ιδανικά του χαρακτήρα και της ανθρώπινης ευδοκίμησης- δεν αποτελεί, στην πραγματικότητα, μια επεξεργασία της αρχής του Μπένθαμ αλλά μια απάρνησή της, παρά τους ισχυρισμούς του Μιλλ περί του αντιθέτου.