5.2.2. Ο χρόνος
Είδαμε μέχρι τώρα ότι κάθε διήγηση έχει τον εναλλακτικό χώρο της (μέσα-έξω, παλάτι-καλύβι), που της εξασφαλίζει την κυκλοφορία της. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τους χρόνους της. Οι χρόνοι αυτοί, που αποτυπώνονται καθαρά στις μεγαλύτερες εσωτερικές διηγήσεις της Οδύσσειας, πάνε αντικριστά με τους χώρους. Γενικά στον εξωτερικό χώρο αναλογεί κατά κανόνα ο ημερήσιος χρόνος, ενώ στον εσωτερικό χώρο κατά προτίμηση ο εσπερινός χρόνος, που μπορεί να εξελιχθεί και σε νυχτερινό.
Έτσι, στην πρώτη μέσα στο έπος, μεγάλης έκτασης, διήγηση του Νέστορα προς τον Τηλέμαχο, διαπιστώνεται ότι στον εξωτερικό χώρο της αναλογεί ο ημερήσιος χρόνος, από την ανατολή μέχρι τη δύση του ήλιου. Το ίδιο συμβαίνει και με τη μικρής έκτασης πλαστή διήγηση του Οδυσσέα στον Λαέρτη, η οποία προάγει τον αναγνωρισμό του γιου από τον πατέρα στο δεύτερο μέρος της εικοστής τέταρτης ραψωδίας (ω 244-279). Η συνάντηση και η συνομιλία Οδυσσέα-Λαέρτη πραγματοποιούνται στο πατρικό περιβόλι μέρα. Σ᾽ αυτό το απόμακρο και απόμερο περιβόλι βρίσκει ο Οδυσσέας τον πατέρα του να σκαλίζει ένα δεντράκι, ντυμένος στον κακοραμμένο του λερό χιτώνα, με γιδίσιο σκούφο στο κεφάλι, για να μην τον χτυπά ο ήλιος, βοδίσια δέρματα στις κνήμες και πέτσινα γάντια στο χέρι, για προφύλαξη από τα αγκάθια. Η σύντομη πλαστή διήγηση του Οδυσσέα είναι ένας συμπαθητικός ελιγμός, για να πέσει στα μαλακά ο τελευταίος αυτός αναγνωρισμός του έπους· να μη σοκαριστεί ο γέρος Λαέρτης, απομονωμένος ήδη και ρημαγμένος από τον καημό του γιου του. Συμπέρασμα: η διήγηση, όπως και κάθε συζήτηση στον έξω χώρο, θέλει σύντροφό της το φως της μέρας.
Η προτίμηση του εσπερινού χρόνου στις διηγήσεις εσωτερικού χώρου εγκαινιάζεται στην τέταρτη ραψωδία του έπους, όταν ο νεαρός Τηλέμαχος, παρέα με τον Πεισίστρατο, τον μικρότερο γιο του Νέστορα, φτάνουν, με τη δύση του ήλιου, στη Σπάρτη και πλησιάζουν στο παλάτι του Μενελάου, όπου γιορτάζεται γάμος διπλός: της κόρης του Μενελάου Ερμιόνης με τον Νεοπτόλεμο, και του νόθου γιου του Μεγαπένθη με τη θυγατέρα του Αλέκτορα. Ακολουθεί φιλόξενη υποδοχή των δύο νεαρών: λουτρός, λάδι στο λουσμένο σώμα, ένδυση με καθαρούς χιτώνες και χλαμύδες, νήψιμο χεριών, φαγητό, πιοτό. Μετά αρχίζει η πρώτη αισθηματική διήγηση του Μενελάου, ως ανταπόκριση στον ομολογημένο θαυμασμό του Τηλεμάχου για τη λάμψη και τον πλούτο του παλατιού: μπρούντζος, χρυσάφι, κεχριμπάρι, ασήμι, φίλντισι λαμπρύνουν τον στολισμένο εσωτερικό του χώρο. Και αυτή η διήγηση, όπως κι εκείνη του Νέστορα στην τρίτη ραψωδία, αποτελεί απόλογο του μετατρωικού νόστου του Μενελάου, στον οποίο εμπλέκεται απερίφραστα η συμπάθεια του βασιλιά της Σπάρτης για τον αγνοούμενο Οδυσσέα, που στάθηκε στην Τροία ο πιο πιστός φίλος και σύμμαχός του.
Εσπερινός, που προχωρεί βαθιά μέσα στη νύχτα, είναι και ο χρόνος της πιο μεγάλης εσωτερικής διήγησης του έπους, των «Μεγάλων Απολόγων». Αυτό δηλώνεται στη μέση περίπου της «Νέκυιας», όταν ο Οδυσσέας προτείνει την αναστολή της διήγησης του, με το επιχείρημα ότι πέρασε η ώρα, και είναι καιρός για ύπνο (λ 330-332). Ο Αλκίνοος τότε αντιστέκεται, έχοντας τη συμπαράσταση τόσο της Αρήτης όσο και των Φαιάκων, οι οποίοι γοητευμένοι ακούν τη συναρπαστική αφήγηση του Οδυσσέα λέγοντας (λ 372-376):
Η νύχτα αυτή είναι μεγάλη, ατελείωτη· δεν έφτασε η ώρα
ακόμη να κοιμηθούμε στο παλάτι. Πες μου
λοιπόν τα θαυμαστά σου έργα· κι εγώ θα ᾽μενα ξάγρυπνος,
ώσπου να ξημερώσει η θεία Αυγή, αν δέχεσαι κι εσύ, μέσα στο σπίτι μου
να μου ιστορήσεις τα δικά σου πάθη.
Οπότε ο Οδυσσέας, υποχωρώντας με τον δικό του τρόπο, αποκρίνεται (λ 377-381):
Αλκίνοε βασιλιά, που διαπρέπεις σ᾽ όλον τον λαό σου,
έχουν την ώρα τους κι οι διηγήσεις που μακραίνουν, έχει
την ώρα του κι ο ύπνος. Αν όμως φλέγεσαι κι άλλο ν᾽ ακούσεις,
δεν είμαι εγώ που θα το αρνιόμουν.
Ανάλογη παράταση εσωτερικής διήγησης μέσα στη βαθιά νύχτα έχουμε και στην περίπτωση του Εύμαιου: ο πιστός χοιροβοσκός καλείται από τον αδιάγνωστο ακόμη Οδυσσέα να πει την αυτοβιογραφική του ιστορία. Κι εκείνος πρόθυμος προλέγει (ο 390-394):
Ξένε, αφού με ρώτησες γι᾽ αυτά κι επιθυμείς να μάθεις,
άκουε τώρα αμίλητος, βολέψου πίνοντας κρασί,
κι απόλαυσε. Αυτές οι νύχτες τελειωμό δεν έχουν·
μπορεί κανείς να κοιμηθεί, μπορείς όμως, αν θες,
και να χαρείς ακούγοντας· δεν είναι ανάγκη εξάλλου
να πλαγιάσεις από νωρίς - βάρος κι ο ύπνος ο πολύς.
Ο πρόλογος αυτός του Εύμαιου προσθέτει στον χώρο και στον χρόνο της εσωτερικής διήγησης και κάποιες άλλες ευνοϊκές συνθήκες, που θυμίζουν λίγο πολύ εκείνες οι οποίες συνοδεύουν το τραγούδι του αοιδού. Εκτός από το φαγητό, προτείνονται ως καλοί αγωγοί της διήγησης: το πιοτό, η βολική στάση και η σιωπηλή προσήλωση του ακροατή. Κι ακόμη προβάλλεται ως τελικός καρπός της καλής διήγησης η τέρψη, ενώ ο πρόωρος ύπνος αποκρούεται ως αντίπαλός της. Μιλάμε για αυτονόητες σήμερα συνθήκες σκηνοθεσίας τόσο της προφορικής όσο και της γραπτής διήγησης, προσχηματισμένες με παραδειγματικό τρόπο στην Οδύσσεια.
Γεγονός που επιβεβαιώνεται και στην (εκτενέστερη και πιο σημαντική) προγραμματισμένη συνομιλία του Οδυσσέα με την Πηνελόπη, στο πλαίσιο της δέκατης ένατης ραψωδίας. Κορμός της η πλαστή διήγηση του ήρωα, η οποία φτάνει στο όριο του αναγνωρισμού, χωρίς όμως και να τον πραγματοποιεί. Και εδώ ο χρόνος της αφήγησης αρχίζει εσπερινός και καταλήγει βαθιά νυχτερινός, ενώ συγχρόνως εξασφαλίζεται η πρόσφορη σκηνοθεσία (τ 52-64 και 96-99). Αφήνοντας την κάμαρή της η Πηνελόπη, ωραία στην όψη σαν την Άρτεμη και σαν την Αφροδίτη, κατεβαίνει στην αίθουσα. Για χάρη της οι παρακόρες της στήνουν να καθήσει, πλάι στη φωτιά, ανάκλιντρο, με ασήμι και φίλντισι δουλεμένο, μαζεύουν κούπες κι αποφάγια των μνηστήρων από τις τάβλες, καθαρίζουν τους πυροστάτες σωριάζοντας άφθονα ξύλα, για φως και ζέστη. Στο μεταξύ η Πηνελόπη παραγγέλλει στην Ευρυνόμη να φέρει για τον ξένο ένα σκαμνί, στρωμένο με παχιά προβιά, και να τον βάλει να καθήσει αντίκρυ της. Τέλειο σκηνικό, θυμίζοντας σκηνοθεσία θεάτρου.
Στον κανόνα ωστόσο του εσπερινού και νυχτερινού χρόνου για τις διηγήσεις εσωτερικού χώρου υπάρχουν και εξαιρέσεις. Παράδειγμα ο δεύτερος, μακρύς απόλογος του Μενελάου στον Τηλέμαχο το άλλο πρωί, μετά την προηγούμενη, βραδινή και νυχτερινή τους συνομιλία, ο οποίος εισάγεται με τους επόμενους στίχους (δ 306-311):
Κι όταν ξημέρωσε την άλλη μέρα ροδίζοντας τον ουρανό η Αυγή,
από την κλίνη του πετάχτηκε με τη βαριά φωνή ο Μενέλαος,
το ρούχο του φορώντας πέρασε κοφτερό σπαθί στον ώμο,
έδεσε στα λευκά κι αστραφτερά του πόδια ωραία σαντάλια,
κι από την κάμαρή του βγήκε προχωρώντας σαν θεός·
πήγε μετά και κάθησε πλάι στον Τηλέμαχο, μιλώντας είπε: […].
Μέρα εξάλλου ακούγεται και η διεξοδική πλαστή διήγηση του Οδυσσέα μέσα στο καλύβι του Εύμαιου, στην αρχή της δέκατης τέταρτης ραψωδίας. Παραμορφωμένος ο ήρωας από την Αθηνά σε ρακένδυτο και φαλακρό ζητιάνο, φτάνει στο μαντρί του πιστού χοιροβοσκού, όπου μετά βίας γλιτώνει από τα σκυλιά που ορμούν να τον κατασπαράξουν - τα προλαβαίνει ευτυχώς ο Εύμαιος. Μετά μπάζει τον ξένο στο καλύβι του ο χοιροβοσκός, στρώνει στο χώμα χλωρά κλαδιά και πάνω τους δέρμα άγριας γίδας μαλλιαρής κι εκεί τον βάζει να καθήσει, προσφέροντας ψωμί και κρασί, για να μερώσει κάπως την πείνα του. Σε λίγο σφάζει για χάρη του δυο τρυφερά χοιρίδια, τα λιανίζει, περνά και ψήνει στις σούβλες τα κοψίδια, και τον φιλεύει γενναιόδωρα, ανοίγοντας συνάμα τη συνομιλία τους: νοσταλγικά μιλά για τον καλό του αφέντη, που χρόνια τώρα λείπει, και κανείς δεν ξέρει την τύχη του, αν ζει ή πέθανε. Και τότε μόνο τον ρωτά να φανερώσει κι αυτός τη φύτρα του. Οπότε ο Οδυσσέας αυτοσυστήνεται με μια πολύστιχη πλαστή διήγηση, στην οποία προτάσσει τα ακόλουθα σχόλια (ξ 192-198):
Να ᾽σαι απολύτως βέβαιος, θα σου ομολογήσω όλη την αλήθεια.
Αλλά κι αν είχαμε τον χρόνο με το μέρος μας, άφθονο φαγητό,
γλυκό κρασί σε τούτο το καλύβι· αν μας υπηρετούσαν άλλοι,
κι εμείς οι δυο, δίχως φροντίδες άλλες, το γλεντούσαμε·
πάλι δεν θα ᾽ταν εύκολο, ακόμη κι αν περνούσαμε ολόκληρη χρονιά μαζί,
να λέω εγώ κι εσύ ν᾽ ακούς τα πάθη της ψυχής μου,
όσα και πόσα υπόμεινα, με των θεών το θέλημα.
Υπογραμμισμένες επανέρχονται εδώ οι ευνοϊκές συνθήκες της εσωτερικής διήγησης αλλά και κάθε αφήγησης: πρόθυμη διάθεση του διηγητή, γλυκό κρασί, άφθονο φαγητό, ξεγνοιασιά από φροντίδες άλλες, παιδόπουλα που να εξυπηρετούν, και προπαντός πολύς διαθέσιμος χρόνος. Τώρα μάλιστα ο επιθυμητός χρόνος δεν περιορίζεται στη νύχτα ή στη μέρα· αφήνεται ανοιχτός, περνώντας ακόμη και το όριο της μιας χρονιάς, για να χωρέσει η απεριόριστη σε βιωμένα πάθη διήγηση. Αυτή όμως η απελευθέρωση της διήγησης από τον περιοριστικό χρόνο, της δίνει απόλυτη τιμή. Διήγηση λοιπόν πάνω απ᾽ όλα, αυτή είναι η μεγαλύτερη απόλαυση, φτάνει να εκπληρώνονται οι ευνοϊκές συνθήκες της. Μιλάμε για υπερθετικό έπαινο, που προβάλλεται πανηγυρικά από τον Οδυσσέα στον πρόλογο των «Μεγάλων Απολόγων».
Έτοιμος εκεί να ανταποκριθεί ο ήρωας στην επίμονη ερώτηση του Αλκινόου, ομολογώντας την ταυτότητά του και τα πάθη του, επαινεί πρώτα τον αοιδό Δημόδοκο για το τραγούδι του και αμέσως μετά εκθειάζει κάθε ανάλογη συνεύρεση με απόλυτο τρόπο. Λέει (ι 2-11):
Ευγενικέ μου Αλκίνοε, που ξεχωρίζεις πρώτος στον λαό σου,
ωραίο πράγματι ν᾽ ακούς έναν καλό αοιδό, όπως αυτός εδώ, με θεία θα ᾽λεγες φωνή.
Κι ομολογώ, απόλαυση άλλη δεν υπάρχει πιο χαριτωμένη,
απ᾽ όταν σμίγει ο κόσμος όλος σ᾽ ευφροσύνη· στην αίθουσα
οι καλεσμένοι, καθισμένοι στη σειρά, ακούν τον αοιδό
προσηλωμένοι, και τα τραπέζια εκεί μπροστά γεμάτα
ψωμί και κρέας· ο οινοχόος να τραβά απ᾽ τον κρατήρα
το κρασί και να περνά, να το κερνά στις κούπες.
Βαθιά το αισθάνομαι πως είναι αυτό ό,τι πιο ωραίο υπάρχει.
Οι ταυτολογίες και οι αναλογίες με τον προηγούμενο έπαινο της ευνοημένης διήγησης από τον Οδυσσέα στον Εύμαιο είναι φανερές. Εδώ ωστόσο η ενίσχυση του επαίνου δηλώνεται και με το υπερθετικό κατηγορούμενο (στο πρωτότυπο κείμενο: κάλλιστον). Ένα το κρατούμενο. Το άλλο είναι πιο σημαντικό. Ο υπερθετικός έπαινος αναφέρεται βέβαια αναδρομικά στο τραγούδι του Δημοδόκου, αλλά προδρομικά λειτουργεί και ως πρόλογος της μακράς διήγησης των «Απολόγων» που θα ακολουθήσει αμέσως. Ο Οδυσσέας δηλαδή αξιολογεί προκαταβολικά τη δική του τώρα επικείμενη διήγηση. Με άλλα λόγια: ο έπαινος λαθραία μεταφέρεται από τον αοιδό στον αφηγητή και από την αοιδή στη διήγηση.
Πέμπτη 12 Αυγούστου 2021
Δεν αποδέχομαι τίποτα, θα ψάξω, θα ερευνήσω
Μην εξαρτάστε από κανέναν. Εγώ ή κάποιος άλλος μπορεί να σας πούμε ότι υπάρχει μια κατάσταση πέρα από το χρόνο, αλλά τι αξία έχει αυτό για σας;
Όταν πεινάς θέλεις να φας και δεν χορταίνεις με τα λόγια.
Είναι όπως όταν κάθεσαι έξω από ένα εστιατόριο και διαβάζεις το μενού: πρέπει να μπεις μέσα και να φας με το να κάθεσαι έξω και να διαβάζεις το μενού δεν πρόκειται να χορτάσεις την πείνα σου.
Το σημαντικό, λοιπόν, για σας είναι ν’ ανακαλύψετε από μόνοι σας.
Μπορείτε να δείτε ότι όλα γύρω σας παρακμάζουν, καταστρέφονται. Αυτόν το δήθεν πολιτισμό δεν τον κρατάει πια η συλλογική θέληση και θα σκορπίσει σε κομμάτια.
Η ζωή σε προκαλεί από τη μια στιγμή στην άλλη, κι αν ανταποκρίνεσαι στις προκλήσεις σύμφωνα με κάποια εδραιωμένη συνήθεια, που σημαίνει ότι ανταποκρίνεσαι σκύβοντας το κεφάλι, τότε αυτή η ανταπόκριση δεν έχει καμιά αξία.
Μπορείς ν’ ανακαλύψεις αν υπάρχει ή όχι μια κατάσταση πέρα από το χρόνο, μια κατάσταση στην οποία δεν υπάρχει η τάση για «όλο και πιο πολύ» ή για «έστω και πιο λίγο» μόνο όταν πεις:
«Δεν αποδέχομαι τίποτα, θα ψάξω, θα ερευνήσω» – που σημαίνει ότι δεν φοβάσαι να σταθείς στα πόδια σου μόνος σου.
Όταν πεινάς θέλεις να φας και δεν χορταίνεις με τα λόγια.
Είναι όπως όταν κάθεσαι έξω από ένα εστιατόριο και διαβάζεις το μενού: πρέπει να μπεις μέσα και να φας με το να κάθεσαι έξω και να διαβάζεις το μενού δεν πρόκειται να χορτάσεις την πείνα σου.
Το σημαντικό, λοιπόν, για σας είναι ν’ ανακαλύψετε από μόνοι σας.
Μπορείτε να δείτε ότι όλα γύρω σας παρακμάζουν, καταστρέφονται. Αυτόν το δήθεν πολιτισμό δεν τον κρατάει πια η συλλογική θέληση και θα σκορπίσει σε κομμάτια.
Η ζωή σε προκαλεί από τη μια στιγμή στην άλλη, κι αν ανταποκρίνεσαι στις προκλήσεις σύμφωνα με κάποια εδραιωμένη συνήθεια, που σημαίνει ότι ανταποκρίνεσαι σκύβοντας το κεφάλι, τότε αυτή η ανταπόκριση δεν έχει καμιά αξία.
Μπορείς ν’ ανακαλύψεις αν υπάρχει ή όχι μια κατάσταση πέρα από το χρόνο, μια κατάσταση στην οποία δεν υπάρχει η τάση για «όλο και πιο πολύ» ή για «έστω και πιο λίγο» μόνο όταν πεις:
«Δεν αποδέχομαι τίποτα, θα ψάξω, θα ερευνήσω» – που σημαίνει ότι δεν φοβάσαι να σταθείς στα πόδια σου μόνος σου.
Ν.Καζαντζάκης: Φτάσε όπου δεν μπορείς
Μαζεύω τα σύνεργά μου: όραση, ακοή, γέψη, όσφρηση, αφή, μυαλό, βράδιασε πια, τελεύει το μεροκάματο, γυρίζω σαν τον τυφλοπόντικα στο σπίτι μου, στο χώμα. Όχι γιατί κουράστηκα να δουλεύω, δεν κουράστηκα, μα ο ήλιος βασίλεψε.
Ο ήλιος βασίλεψε, θάμπωσαν τα βουνά, οι οροσειρές του μυαλού μου κρατούν ακόμα λίγο φως στην κορφή τους, μα η άγια νύχτα πλακώνει, ανεβαίνει από τη γης, κατεβαίνει από τον ουρανό, και το φως ορκίστηκε να μην παραδοθεί, μα το ξέρει, σωτηρία δεν υπάρχει δε θα παραδοθεί, μα θα σβήσει.
Ρίχνω στερνή ματιά γύρα μου, ποιόν ν’ αποχαιρετίσω; τι ν’ αποχαιρετίσω; τα βουνά, τη θάλασσα, την καρπισμένη κληματαριά στο μπαλκόνι μου, την αρετή, την αμαρτία, το δροσερό νερό; Μάταια, μάταια, κατεβαίνουν όλα ετούτα μαζί μου στο χώμα.
Σε ποιόν να εμπιστευτώ τις χαρές και τις πίκρες μου, τις μυστικές δονκιχώτικες λαχτάρες της νιότης, την τραχιά σύγκρουση αργότερα με το Θεό και με τους ανθρώπους, και τέλος την άγρια περηφάνια που έχουν τα γεράματα που καίγουνται μα αρνιούνται, ως το θάνατο, να γίνουν στάχτη; Σε ποιόν να πω πόσες φορές σκαρφάλωνοντας, με τα πόδια, με τα χέρια, τον κακοτράχαλο ανήφορο του Θεού, γλίστρησα κι έπεσα, πόσες φορές σηκώθηκα, όλο αίματα, και ξανάρχισα ν’ ανηφορίζω;
Πού να βρώ μια ψυχή σαρανταπληγιασμένη κι απροσκύνητη, σαν την ψυχή μου, να της ξομολογηθώ;
Σφίγγω ήσυχα, πονετικά, ένα σβώλο κρητικό χώμα στη φούχτα μου, το κρατούσα το χώμα ετούτο πάντα μαζί μου, σε όλες μου τις περιπλάνησες, και στις μεγάλες μου αγωνίες το’ σφιγγα μέσα στη φούχτα μου κι έπαιρνα δύναμη, δύναμη μεγάλη, σαν να’ σφιγγα το χέρι φίλου αγαπημένου. Μα τώρα που βασίλεψε ο ήλιος και το μεροκάματο τέλεψε, τι να την κάμω τη δύναμη; Δεν την έχω ανάγκη πια, κρατώ το χώμα ετούτο της Κρήτης και το σφίγγω με άφραστη γλύκα, τρυφεράδα κι ευγνωμοσύνη, σαν να σφίγγω μέσα στη φούχτα μου και ν’ αποχαιρετώ το στήθος γυναίκας αγαπημένης. Αυτό ήμουν αιώνια, αυτό θα’ μαι αιώνια, πέρασε αστραπή η στιγμή που στροβιλίστηκες, άγριο χώμα της Κρήτης, κι έγινες αγωνιζόμενος άνθρωπος.
Τι αγώνας, τι αγωνία, τι κυνηγητό του ανθρωποφάγου αόρατου θεριού, τι επικίντυνες ουρανικές και σατανικές δυνάμες η φούχτα ετούτη το χώμα! Ζυμώθηκε μ’ αίμα, δάκρυο κι ιδρώτα, γίνηκε λάσπη, γίνηκε άνθρωπος, πήρε τον ανήφορο, να φτάσει-που να φτάσει; Σκαρφάλωνε αγκομαχώντας το σκοτεινό όγκο του Θεού, άπλωνε τα χέρια, έψαχνε, έψαχνε και μάχουνταν να βρει το πρόσωπό του.
Κι όταν, τα ολοστερνά ετούτα χρόνια, απελπισμένος πια, ένιωσε πως ο σκοτεινός αυτός όγκος δεν έχει πρόσωπο, τι καινούριος, όλο αναίδεια και τρόμο, αγώνας να πελεκήσει την ακατέργαστη κορφή και να της δώσει πρόσωπο-το πρόσωπό του!
Μα τώρα το μεροκάματο τέλεψε, μαζεύω τα σύνεργά μου, ας έρθουν άλλοι σβώλοι χώματα να συνεχίσουν τον αγώνα, είμαστε, εμείς οι θνητοί, το τάγμα των αθανάτων, κόκκινο κοράλλι το αίμα μας, και χτίζουμε απάνω στην άβυσσο ένα νησί.
Χτίζεται ο Θεός, έβαλα κι εγώ το δικό μου κόκκινο πετραδάκι, μια στάλα αίμα, να τον στερεώσω, να μη χαθεί, να με στερεώσει, να μη χαθώ, έκαμα το χρέος μου.
Έχετε γειά!
Απλώνω το χέρι, φουχτώνω το μάνταλο της γής, ν’ ανοίξω την πόρτα να φύγω, μα κοντοστέκουμαι στο φωτεινό κατώφλι ακόμα λίγο, δύσκολο, δύσκολο πολύ, να ξεκολλήσουν τα μάτια, τ’ αυτιά, τα σπλάχνα από τις πέτρες και τα χόρτα το κόσμου λες: Είμαι χορτάτος, είμαι ήσυχος, δε θέλω πια τίποτα, τέλεψα το χρέος και φεύγω, μα η καρδιά πιάνεται από τις πέτρες κι από τα χόρτα, αντιστέκεται, παρακαλάει:
“Στάσου ακόμα!»
Μάχουμαι να παρηγορήσω την καρδιά μου, να τη συβάσω να πει λεύτερα το ναι. Να μη φύγουμε σαν σκλάβοι, δαρμένοι, κλαμένοι, από τη γης, παρά σαν βασιλιάδες που έφαγαν, ήπιαν, χόρτασαν, δε θέλουν πια, και σηκώνουνται από το τραπέζι. Μα η καρδιά χτυπάει ακόμα μέσα στα στήθια, αντιστέκεται, φωνάζει:
«Στάσου ακόμα!»
Στέκουμαι, ρίχνω στερνή ματιά στο φως, που αντιστέκεται κι αυτό, σαν την καρδιά του ανθρώπου, και παλεύει. Σύννεφα σκέπασαν τον ουρανό, έπεσε απάνω στα χείλια μου μια χλιαρή ψιχάλα, η γης μύρισε, γλυκιά φωνή, μαυλιστικιά, ανεβαίνει από τα χώματα:
“Eλα… έλα… έλα…»
Με κοίταξες, κι ως με κοίταξες ένιωσα πως ο κόσμος ετούτος είναι ένα σύννεφο φορτωμένο αστροπελέκι κι άνεμο, σύννεφο κι η ψυχή του ανθρώπου φορτωμένη αστροπελέκι κι άνεμο, κι από πάνω φυσάει ο Θεός και σωτηρία δεν υπάρχει.
Σήκωσα τα μάτια, σε κοίταξα. 'Εκαμα να σου πω:
«Παππού, αλήθεια δεν υπάρχει σωτηρία;» μα η γλώσσα μου είχε κολλήσει στο λαρύγγι μου, έκαμα να σε ζυγώσω, μα τα γόνατά μου λύγισαν.
Άπλωσες τότε το χέρι, σαν να πνίγουμουν κι ήθελες να με σώσεις.
Αρπάχτηκα με λαχτάρα από το χέρι σου, πασαλειμμένο ήταν με πολύχρωμες μπογιές, θαρρείς ζωγράφιζε ακόμα, έκαιγε. Άγγιξα το χέρι σου, πήρα φόρα και δύναμη, μπόρεσα να μιλήσω:
-Παππού αγαπημένε, είπα, δώσ’ μου μια προσταγή.
Χαμογέλασε, απίθωσε το χέρι απάνω στο κεφάλι μου, δεν ήταν χέρι, ήταν πολύχρωμη φωτιά, ως τις ρίζες του μυαλού μου περεχύθηκε η φλόγα.
-Φτάσε όπου μπορείς, παιδί μου…
Η φωνή του βαθιά, σκοτεινή, σαν να ’βγαινε από το βαθύ λαρύγγι της γης.
Έφτασε ως τις ρίζες του μυαλού μου η φωνή του, μα η καρδιά μου δεν τινάχτηκε.
-Παππού, φώναξα τώρα πιο δυνατά, δώσ’ μου μια πιο δύσκολη, πιο κρητικιά προσταγή.
Κι ολομεμιάς, ως να το πω, μια φλόγα σούριξε ξεσκίζοντας τον αέρα, αφανίστηκε από τα μάτια μου ο αδάμαστος πρόγονος με τις περιπλεμένες θυμαρόριζες στα μαλλιά του κι απόμεινε στην κορφή του Σινά μια φωνή όρθια, γεμάτη προσταγή, κι ο αέρας έτρεμε:
-Φτάσε όπου δεν μπορείς!
Πετάχτηκα τρομαγμένος από τον ύπνο, είχε πια ξημερώσει. Σηκώθηκα, ζύγωσα στο παράθυρο, βγήκα στο μπαλκόνι με την καρπισμένη κληματαριά. Η βροχή είχε τώρα κοπάσει, έλαμπαν οι πέτρες, γελούσαν, τα φύλλα των δέντρων ήταν φορτωμένα δάκρυα.
-Φτάσε όπου δεν μπορείς!
Ήταν η φωνή σου, κανένας άλλος στον κόσμο δεν μπορούσε έναν τέτοιο αρσενικό λόγο να ξεστομίσει, μονάχα εσύ, Παππού ανεχόρταγε! Δεν είσαι εσύ ο αρχηγός ο απροσκύνητος, ο ανέλπιδος, της στρατευόμενης γενιάς μου; Δεν είμαστε εμείς οι λαβωμένοι, οι πεινασμένοι, οι μπουμπουνοκέφαλοι, οι σιδεροκέφαλοι, που αφήσαμε πίσω μας την καλοπέραση και τη βεβαιότητα και πας εσύ μπροστά και κάνουμε γιουρούσι να σπάσουμε τα σύνορα;
To λαμπρότερο πρόσωπο της απελπισίας είναι ο Θεός, το λαμπρότερο πρόσωπο της ελπίδας είναι ο Θεός, πέρα από την ελπίδα και την απελπισία, πέρα από τα παμπάλαια σύνορα, με σπρώχνεις, Παππού. Πού με σπρώχνεις; Κοιτάζω γύρα μου, κοιτάζω μέσα μου, η αρετή τρελάθηκε, η γεωμετρία τρελάθηκε, η ύλη τρελάθηκε, πρέπει να ’ρθει πάλι ο Νούς ο νομοθέτης, να βάλει καινούρια τάξη, καινούριους νόμους, πιο πλούσια αρμονία να γίνει ο κόσμος.
Αυτό θες, κατά κει με σπρώχνεις, κατά κει μ’έσπρωχνες πάντα, άκουγα μέρα νύχτα την προσταγή σου, μάχουμουν, όσο μπορούσα, να φτάσω όπου δεν μπορούσα, αυτό είχα βάλει χρέος μου, αν έφτασα ή δεν έφτασα, εσύ θα μου πεις. Όρθιος στέκουμαι μπροστά σου και περιμένω.
Στρατηγέ μου, τελεύει η μάχη, κάνω την αναφορά μου, να που πολέμησα, να πως πολέμησα, λαβώθηκα, δείλιασα, μα δε λιποτάχτησα, τα δόντια μου καταχτυπούσαν από το φόβο, μα τύλιγα σφιχτά το κούτελό μου μ’ ένα κόκκινο μαντίλι, να μην ξεκρίνουνται τα αίματα, κι έκανα γιουρούσι.
Ένα ένα μπροστά σου τα φτερά της καλιακούδας μου ψυχής θα τα μαδήσω, ωσότου ν’απομείνει ένα σβωλαράκι χώμα κι αυτή. Θα σου πω τον αγώνα μου, ν’ αλαφρώσω, θα πετάξω από πάνω μου την αρετή, την ντροπή, την αλήθεια, ν’ αλαφρώσω.
Άκουσέ το λοιπόν, Στρατηγέ, την αναφορά μου και κάμε κρίση, άκουσε, Παππού, τη ζωή μου, και αν πολέμησα κι εγώ μαζί σου, αν λαβώθηκα χωρίς κανένας να μάθει πως πόνεσα, αν δε γύρισα ποτέ την πλάτη μου στον οχτρό, δώσε μου την ευκή σου!
Νίκος Καζαντζάκης, Αναφορά στον Γκρέκο
Ο ήλιος βασίλεψε, θάμπωσαν τα βουνά, οι οροσειρές του μυαλού μου κρατούν ακόμα λίγο φως στην κορφή τους, μα η άγια νύχτα πλακώνει, ανεβαίνει από τη γης, κατεβαίνει από τον ουρανό, και το φως ορκίστηκε να μην παραδοθεί, μα το ξέρει, σωτηρία δεν υπάρχει δε θα παραδοθεί, μα θα σβήσει.
Ρίχνω στερνή ματιά γύρα μου, ποιόν ν’ αποχαιρετίσω; τι ν’ αποχαιρετίσω; τα βουνά, τη θάλασσα, την καρπισμένη κληματαριά στο μπαλκόνι μου, την αρετή, την αμαρτία, το δροσερό νερό; Μάταια, μάταια, κατεβαίνουν όλα ετούτα μαζί μου στο χώμα.
Σε ποιόν να εμπιστευτώ τις χαρές και τις πίκρες μου, τις μυστικές δονκιχώτικες λαχτάρες της νιότης, την τραχιά σύγκρουση αργότερα με το Θεό και με τους ανθρώπους, και τέλος την άγρια περηφάνια που έχουν τα γεράματα που καίγουνται μα αρνιούνται, ως το θάνατο, να γίνουν στάχτη; Σε ποιόν να πω πόσες φορές σκαρφάλωνοντας, με τα πόδια, με τα χέρια, τον κακοτράχαλο ανήφορο του Θεού, γλίστρησα κι έπεσα, πόσες φορές σηκώθηκα, όλο αίματα, και ξανάρχισα ν’ ανηφορίζω;
Πού να βρώ μια ψυχή σαρανταπληγιασμένη κι απροσκύνητη, σαν την ψυχή μου, να της ξομολογηθώ;
Σφίγγω ήσυχα, πονετικά, ένα σβώλο κρητικό χώμα στη φούχτα μου, το κρατούσα το χώμα ετούτο πάντα μαζί μου, σε όλες μου τις περιπλάνησες, και στις μεγάλες μου αγωνίες το’ σφιγγα μέσα στη φούχτα μου κι έπαιρνα δύναμη, δύναμη μεγάλη, σαν να’ σφιγγα το χέρι φίλου αγαπημένου. Μα τώρα που βασίλεψε ο ήλιος και το μεροκάματο τέλεψε, τι να την κάμω τη δύναμη; Δεν την έχω ανάγκη πια, κρατώ το χώμα ετούτο της Κρήτης και το σφίγγω με άφραστη γλύκα, τρυφεράδα κι ευγνωμοσύνη, σαν να σφίγγω μέσα στη φούχτα μου και ν’ αποχαιρετώ το στήθος γυναίκας αγαπημένης. Αυτό ήμουν αιώνια, αυτό θα’ μαι αιώνια, πέρασε αστραπή η στιγμή που στροβιλίστηκες, άγριο χώμα της Κρήτης, κι έγινες αγωνιζόμενος άνθρωπος.
Τι αγώνας, τι αγωνία, τι κυνηγητό του ανθρωποφάγου αόρατου θεριού, τι επικίντυνες ουρανικές και σατανικές δυνάμες η φούχτα ετούτη το χώμα! Ζυμώθηκε μ’ αίμα, δάκρυο κι ιδρώτα, γίνηκε λάσπη, γίνηκε άνθρωπος, πήρε τον ανήφορο, να φτάσει-που να φτάσει; Σκαρφάλωνε αγκομαχώντας το σκοτεινό όγκο του Θεού, άπλωνε τα χέρια, έψαχνε, έψαχνε και μάχουνταν να βρει το πρόσωπό του.
Κι όταν, τα ολοστερνά ετούτα χρόνια, απελπισμένος πια, ένιωσε πως ο σκοτεινός αυτός όγκος δεν έχει πρόσωπο, τι καινούριος, όλο αναίδεια και τρόμο, αγώνας να πελεκήσει την ακατέργαστη κορφή και να της δώσει πρόσωπο-το πρόσωπό του!
Μα τώρα το μεροκάματο τέλεψε, μαζεύω τα σύνεργά μου, ας έρθουν άλλοι σβώλοι χώματα να συνεχίσουν τον αγώνα, είμαστε, εμείς οι θνητοί, το τάγμα των αθανάτων, κόκκινο κοράλλι το αίμα μας, και χτίζουμε απάνω στην άβυσσο ένα νησί.
Χτίζεται ο Θεός, έβαλα κι εγώ το δικό μου κόκκινο πετραδάκι, μια στάλα αίμα, να τον στερεώσω, να μη χαθεί, να με στερεώσει, να μη χαθώ, έκαμα το χρέος μου.
Έχετε γειά!
Απλώνω το χέρι, φουχτώνω το μάνταλο της γής, ν’ ανοίξω την πόρτα να φύγω, μα κοντοστέκουμαι στο φωτεινό κατώφλι ακόμα λίγο, δύσκολο, δύσκολο πολύ, να ξεκολλήσουν τα μάτια, τ’ αυτιά, τα σπλάχνα από τις πέτρες και τα χόρτα το κόσμου λες: Είμαι χορτάτος, είμαι ήσυχος, δε θέλω πια τίποτα, τέλεψα το χρέος και φεύγω, μα η καρδιά πιάνεται από τις πέτρες κι από τα χόρτα, αντιστέκεται, παρακαλάει:
“Στάσου ακόμα!»
Μάχουμαι να παρηγορήσω την καρδιά μου, να τη συβάσω να πει λεύτερα το ναι. Να μη φύγουμε σαν σκλάβοι, δαρμένοι, κλαμένοι, από τη γης, παρά σαν βασιλιάδες που έφαγαν, ήπιαν, χόρτασαν, δε θέλουν πια, και σηκώνουνται από το τραπέζι. Μα η καρδιά χτυπάει ακόμα μέσα στα στήθια, αντιστέκεται, φωνάζει:
«Στάσου ακόμα!»
Στέκουμαι, ρίχνω στερνή ματιά στο φως, που αντιστέκεται κι αυτό, σαν την καρδιά του ανθρώπου, και παλεύει. Σύννεφα σκέπασαν τον ουρανό, έπεσε απάνω στα χείλια μου μια χλιαρή ψιχάλα, η γης μύρισε, γλυκιά φωνή, μαυλιστικιά, ανεβαίνει από τα χώματα:
“Eλα… έλα… έλα…»
Με κοίταξες, κι ως με κοίταξες ένιωσα πως ο κόσμος ετούτος είναι ένα σύννεφο φορτωμένο αστροπελέκι κι άνεμο, σύννεφο κι η ψυχή του ανθρώπου φορτωμένη αστροπελέκι κι άνεμο, κι από πάνω φυσάει ο Θεός και σωτηρία δεν υπάρχει.
Σήκωσα τα μάτια, σε κοίταξα. 'Εκαμα να σου πω:
«Παππού, αλήθεια δεν υπάρχει σωτηρία;» μα η γλώσσα μου είχε κολλήσει στο λαρύγγι μου, έκαμα να σε ζυγώσω, μα τα γόνατά μου λύγισαν.
Άπλωσες τότε το χέρι, σαν να πνίγουμουν κι ήθελες να με σώσεις.
Αρπάχτηκα με λαχτάρα από το χέρι σου, πασαλειμμένο ήταν με πολύχρωμες μπογιές, θαρρείς ζωγράφιζε ακόμα, έκαιγε. Άγγιξα το χέρι σου, πήρα φόρα και δύναμη, μπόρεσα να μιλήσω:
-Παππού αγαπημένε, είπα, δώσ’ μου μια προσταγή.
Χαμογέλασε, απίθωσε το χέρι απάνω στο κεφάλι μου, δεν ήταν χέρι, ήταν πολύχρωμη φωτιά, ως τις ρίζες του μυαλού μου περεχύθηκε η φλόγα.
-Φτάσε όπου μπορείς, παιδί μου…
Η φωνή του βαθιά, σκοτεινή, σαν να ’βγαινε από το βαθύ λαρύγγι της γης.
Έφτασε ως τις ρίζες του μυαλού μου η φωνή του, μα η καρδιά μου δεν τινάχτηκε.
-Παππού, φώναξα τώρα πιο δυνατά, δώσ’ μου μια πιο δύσκολη, πιο κρητικιά προσταγή.
Κι ολομεμιάς, ως να το πω, μια φλόγα σούριξε ξεσκίζοντας τον αέρα, αφανίστηκε από τα μάτια μου ο αδάμαστος πρόγονος με τις περιπλεμένες θυμαρόριζες στα μαλλιά του κι απόμεινε στην κορφή του Σινά μια φωνή όρθια, γεμάτη προσταγή, κι ο αέρας έτρεμε:
-Φτάσε όπου δεν μπορείς!
Πετάχτηκα τρομαγμένος από τον ύπνο, είχε πια ξημερώσει. Σηκώθηκα, ζύγωσα στο παράθυρο, βγήκα στο μπαλκόνι με την καρπισμένη κληματαριά. Η βροχή είχε τώρα κοπάσει, έλαμπαν οι πέτρες, γελούσαν, τα φύλλα των δέντρων ήταν φορτωμένα δάκρυα.
-Φτάσε όπου δεν μπορείς!
Ήταν η φωνή σου, κανένας άλλος στον κόσμο δεν μπορούσε έναν τέτοιο αρσενικό λόγο να ξεστομίσει, μονάχα εσύ, Παππού ανεχόρταγε! Δεν είσαι εσύ ο αρχηγός ο απροσκύνητος, ο ανέλπιδος, της στρατευόμενης γενιάς μου; Δεν είμαστε εμείς οι λαβωμένοι, οι πεινασμένοι, οι μπουμπουνοκέφαλοι, οι σιδεροκέφαλοι, που αφήσαμε πίσω μας την καλοπέραση και τη βεβαιότητα και πας εσύ μπροστά και κάνουμε γιουρούσι να σπάσουμε τα σύνορα;
To λαμπρότερο πρόσωπο της απελπισίας είναι ο Θεός, το λαμπρότερο πρόσωπο της ελπίδας είναι ο Θεός, πέρα από την ελπίδα και την απελπισία, πέρα από τα παμπάλαια σύνορα, με σπρώχνεις, Παππού. Πού με σπρώχνεις; Κοιτάζω γύρα μου, κοιτάζω μέσα μου, η αρετή τρελάθηκε, η γεωμετρία τρελάθηκε, η ύλη τρελάθηκε, πρέπει να ’ρθει πάλι ο Νούς ο νομοθέτης, να βάλει καινούρια τάξη, καινούριους νόμους, πιο πλούσια αρμονία να γίνει ο κόσμος.
Αυτό θες, κατά κει με σπρώχνεις, κατά κει μ’έσπρωχνες πάντα, άκουγα μέρα νύχτα την προσταγή σου, μάχουμουν, όσο μπορούσα, να φτάσω όπου δεν μπορούσα, αυτό είχα βάλει χρέος μου, αν έφτασα ή δεν έφτασα, εσύ θα μου πεις. Όρθιος στέκουμαι μπροστά σου και περιμένω.
Στρατηγέ μου, τελεύει η μάχη, κάνω την αναφορά μου, να που πολέμησα, να πως πολέμησα, λαβώθηκα, δείλιασα, μα δε λιποτάχτησα, τα δόντια μου καταχτυπούσαν από το φόβο, μα τύλιγα σφιχτά το κούτελό μου μ’ ένα κόκκινο μαντίλι, να μην ξεκρίνουνται τα αίματα, κι έκανα γιουρούσι.
Ένα ένα μπροστά σου τα φτερά της καλιακούδας μου ψυχής θα τα μαδήσω, ωσότου ν’απομείνει ένα σβωλαράκι χώμα κι αυτή. Θα σου πω τον αγώνα μου, ν’ αλαφρώσω, θα πετάξω από πάνω μου την αρετή, την ντροπή, την αλήθεια, ν’ αλαφρώσω.
Άκουσέ το λοιπόν, Στρατηγέ, την αναφορά μου και κάμε κρίση, άκουσε, Παππού, τη ζωή μου, και αν πολέμησα κι εγώ μαζί σου, αν λαβώθηκα χωρίς κανένας να μάθει πως πόνεσα, αν δε γύρισα ποτέ την πλάτη μου στον οχτρό, δώσε μου την ευκή σου!
Νίκος Καζαντζάκης, Αναφορά στον Γκρέκο
Αγάπη, το φάρμακο της ψυχής
Γαληνεύει το μέσα σου άνθρωπε.
Αν εσύ προσπαθήσεις…ναι γαληνεύει…αν ψάξεις βαθιά στις ρίζες της ψυχής σου και βρεις την πηγή των συναισθημάτων σου τότε ναι θα γαληνέψει!
Θα φωτίσεις τις σκοτεινές πλευρές… εκείνες που ποτίστηκαν με μελάνι. Εκείνες που βάφτηκαν με μαύρο χρώμα όταν απογοητεύτηκες, όταν προδόθηκες όταν πόνεσες…
Όταν ζήτησες τρυφερότητα και δεν στην έδωσαν… Όταν σε απέρριψαν. Όταν γέλασαν μαζί σου… Ακόμα όταν άφησες να σε χειραγωγήσουν.
Μετάνιωσες … μετάνιωσες που τον πλήγωσες έτσι τον εαυτό σου… Τον άφησες έρμαιο στα χέρια των αιμοβόρων, διψασμένων για πόνο ανθρώπων…
Τέρατα ονομάζονται… εγωκεντρικά πλάσματα έτοιμα να σε κατασπαράξουν.
Μην τους αφήσεις!!!
Στάσου ένα λεπτό μονάχα και σκέψου… σκέψου εσένα να στέκεσαι ξανά στα δικά σου πόδια και να ηρεμείς την ψυχή σου. Να φέρνεις όμορφες αναμνήσεις στο μυαλό…
Θες να φτερουγίσει ξανά η καρδιά και να φύγει.
Να πετάξει τόσο μακριά που δεν θα θυμάται πως να επιστρέψει πίσω… για να μην διαλυθεί ξανά… για να μην ψάχνει πάλι να αναγεννηθεί μέσα απ’ τις στάχτες της. Δεν είναι εύκολο κάθε φορά…
Είναι κατόρθωμα να είσαι γαλήνιος σε όλο αυτό το παιχνίδι της ζωής… Ένα καλοστημένο παιχνίδι με απαράβατους κανόνες και καλά κρυμμένες παγίδες…
Μόνο αν είσαι δυνατός παίχτης και σπάσεις τους κανόνες θα γλυτώσεις τις καλά κρυμμένες παγίδες…
Ναι παντού έχει παγίδες, εμπόδια, νάρκες έτοιμες να εκραγούν…
Nα είσαι έτοιμος για κάθε εμπόδιο στην ζωή σου, για κάθε δυσκολία και κάθε ναρκοπέδιο…
Να τα αντιμετωπίζεις με χαρά για να φτάσεις το παιχνίδι στο μεγαλείο του …
Να είσαι γεμάτος περηφάνια, να ξανασηκώνεσαι… μην μένεις σωριασμένος χάμω… δεν είσαι σκουλήκι για να σέρνεσαι…
Να ζεις για σένα πρώτα απ’ όλους και να αγαπάς. Να αγαπάς! Είναι το φάρμακο της ψυχής! Αυτό που θέλει, που ζητά απεγνωσμένα κάθε φορά που την κάνουν να ασθενεί.
Να είσαι ευγνώμων στους ανθρώπους που είναι δίπλα σου σε κάθε δύσκολη στιγμή.. στις πραγματικά δύσκολες στιγμές σου αναζήτησε τους και άσε τους κοντά… ακόμα και εκείνους που είναι κρυμμένοι, αυτοί είναι που σου δίνουν την πιο μεγάλη δύναμη…
Αν εσύ προσπαθήσεις…ναι γαληνεύει…αν ψάξεις βαθιά στις ρίζες της ψυχής σου και βρεις την πηγή των συναισθημάτων σου τότε ναι θα γαληνέψει!
Θα φωτίσεις τις σκοτεινές πλευρές… εκείνες που ποτίστηκαν με μελάνι. Εκείνες που βάφτηκαν με μαύρο χρώμα όταν απογοητεύτηκες, όταν προδόθηκες όταν πόνεσες…
Όταν ζήτησες τρυφερότητα και δεν στην έδωσαν… Όταν σε απέρριψαν. Όταν γέλασαν μαζί σου… Ακόμα όταν άφησες να σε χειραγωγήσουν.
Μετάνιωσες … μετάνιωσες που τον πλήγωσες έτσι τον εαυτό σου… Τον άφησες έρμαιο στα χέρια των αιμοβόρων, διψασμένων για πόνο ανθρώπων…
Τέρατα ονομάζονται… εγωκεντρικά πλάσματα έτοιμα να σε κατασπαράξουν.
Μην τους αφήσεις!!!
Στάσου ένα λεπτό μονάχα και σκέψου… σκέψου εσένα να στέκεσαι ξανά στα δικά σου πόδια και να ηρεμείς την ψυχή σου. Να φέρνεις όμορφες αναμνήσεις στο μυαλό…
Θες να φτερουγίσει ξανά η καρδιά και να φύγει.
Να πετάξει τόσο μακριά που δεν θα θυμάται πως να επιστρέψει πίσω… για να μην διαλυθεί ξανά… για να μην ψάχνει πάλι να αναγεννηθεί μέσα απ’ τις στάχτες της. Δεν είναι εύκολο κάθε φορά…
Είναι κατόρθωμα να είσαι γαλήνιος σε όλο αυτό το παιχνίδι της ζωής… Ένα καλοστημένο παιχνίδι με απαράβατους κανόνες και καλά κρυμμένες παγίδες…
Μόνο αν είσαι δυνατός παίχτης και σπάσεις τους κανόνες θα γλυτώσεις τις καλά κρυμμένες παγίδες…
Ναι παντού έχει παγίδες, εμπόδια, νάρκες έτοιμες να εκραγούν…
Nα είσαι έτοιμος για κάθε εμπόδιο στην ζωή σου, για κάθε δυσκολία και κάθε ναρκοπέδιο…
Να τα αντιμετωπίζεις με χαρά για να φτάσεις το παιχνίδι στο μεγαλείο του …
Να είσαι γεμάτος περηφάνια, να ξανασηκώνεσαι… μην μένεις σωριασμένος χάμω… δεν είσαι σκουλήκι για να σέρνεσαι…
Να ζεις για σένα πρώτα απ’ όλους και να αγαπάς. Να αγαπάς! Είναι το φάρμακο της ψυχής! Αυτό που θέλει, που ζητά απεγνωσμένα κάθε φορά που την κάνουν να ασθενεί.
Να είσαι ευγνώμων στους ανθρώπους που είναι δίπλα σου σε κάθε δύσκολη στιγμή.. στις πραγματικά δύσκολες στιγμές σου αναζήτησε τους και άσε τους κοντά… ακόμα και εκείνους που είναι κρυμμένοι, αυτοί είναι που σου δίνουν την πιο μεγάλη δύναμη…
Η φωνή της άρνησης
Με λένε άρνηση, κι όσο κι αν παλεύεις να κάνεις αυτό που κάνω εγώ- να με αρνηθείς – τόσο πιο κοντά σου έρχομαι.
Σε ρώτησαν τι θα έλεγα αν είχα φωνή. Κι εσύ απάντησες πως θα ζήταγα να τα παρατήσω όλα και να φύγω, να βρω τον εαυτό μου. Χαίρομαι που σύντομα κατάλαβες, ναι εσύ, ότι αυτή ήταν η δική σου φωνή, η δική σου ανάγκη, και όχι η δική μου.
Χαίρομαι που αποφάσισες να ακούσεις και τη δική μου φωνή.
Είμαι η άρνηση και ζω δίπλα σου πολλά χρόνια, κυριεύω συναισθήματά σου, ελέγχω συμπεριφορές σου, είμαι πιστή σου φίλη ειδικά όταν με διώχνεις.
Είμαι η άρνηση και ξέρεις τι θα έλεγα λοιπόν; Δεν πρόκειται να φύγω από δίπλα σου. Θα μένω κολλημένη πάνω σου πεισματικά όσο εσύ με αγνοείς. Δε θα σε αφήνω να δεις καθαρά τα πράγματα, ή μάλλον θα τα βλέπεις, και με πλήρη διαύγεια και συνείδηση θα τα αγνοείς. Κι αυτό θα σε σκοτώνει. Θα ξέρεις τι νιώθεις, θα ξέρεις τι θέλεις, θα ξέρεις τι σκέφτεσαι κι όμως θα τα βάζεις όλα στην άκρη, κάνοντας με ανοιχτά μάτια ότι δεν υπάρχουν. Ναι, αυτό θα σου κάνω! Θα με φοράς πάνω σου μέρα και νύχτα, σαν ρούχο απαραίτητο που χωρίς αυτό αισθάνεσαι την άσχημη γύμνια αυτού του κόσμου να ξεριζώνει τα σωθικά σου.
Ξέρεις όμως κάτι; Θα είμαι εκεί και εκείνες τις κρύες νύχτες που όλα είναι μαύρα. Πιστή φίλη όπως σου είπα και πριν. Αρνούμαι- μα αυτό ξέρω να κάνω καλά!- να σε αφήσω, όσο εσύ αρνείσαι να δεις το ρόλο ύπαρξής μου.
Εγώ αρνούμαι, κι εσύ φοβάσαι. Κι έχω μάθει πως ο φόβος κρύβει πόνο. Κι εγώ δε θέλω να σε πονέσω. Το αντίθετο. Σε καλύπτω με ένα πέπλο για να μην πονέσεις. Φοβάσαι! Φοβάσαι να ρισκάρεις, φοβάσαι να είσαι εσύ, φοβάσαι να μην είσαι στα πελάγη τελειότητας, φοβάσαι μη σε απορρίψουν, φοβάσαι που υπάρχεις, όσο κι αν περίτρανα υπερασπίζεσαι έννοιες όπως ελευθερία, ρίσκο, αυθορμητισμός, παρόρμηση, πάθος. Έχεις καταφέρει πολλά, πάρα πολλά, δοκιμάζεις πολλά, βλέπεις πολλά, όμως τα προσπερνάς με τόσο μεγάλη ευκολία, που ακόμα κι αυτά, εγώ, η άρνηση, σε κάνω να μην τα βλέπεις εστιασμένα. Θα σε αφήσω να τα δεις, όταν πρώτα δεις βαθιά τι είσαι εσύ. Θα σε αφήσω να ενθουσιαστείς με όσα έχεις καταφέρει, όταν πρώτα ενθουσιαστείς με τον εαυτό σου. Γιατί μέχρι τότε, απλά τα μειώνεις, πρώτα εσένα και μετά εκείνα. Γιατί και που τα βλέπεις, δεν τα αναγνωρίζεις. Γι’ αυτό και εκεί υπάρχω εγώ πάλι.
Όσο ζεις με τη σκέψη του τι θα κάνεις και τι θα πεις για να μην πληγώσεις τους άλλους, να ξέρεις πως εγώ θα ζω δίπλα σου με την σκέψη του να μην πληγώσω εσένα. Κάποιος πρέπει να το κάνει και αυτό δε νομίζεις;
Θα φύγω όταν με αποδεχτείς. Νάτο, και μόνο που το γράφω είσαι σε πανικό. Άραγε πόσο φοβάσαι μη σε αφήσει κάποιος; Ακόμα και τα άσχημα, οι άνθρωποι που σε πονάνε, πόσο σε φοβίζει το να σε αφήσουν; Πόσα απορρίπτεις από εσένα για να μη σε απορρίψουν οι άλλοι; Μην ανησυχείς. Όταν θα φύγω, δε θα με έχεις πια ανάγκη, και σίγουρα θα είμαι πάλι εκεί δίπλα σου με μανία όταν εσύ θα με θες. Όταν ακούσεις τη φωνή μου, όταν συμφιλιωθείς μαζί μου, θα πάρω άλλη μορφή πάνω σου, δε θα χαθώ, θα μεταμορφωθώ σε κάτι γόνιμο πια για σένα.
Έχω και θυμό μαζί σου. Είναι απίστευτο το πως μπορείς να δέχεσαι τον κάθε άλλον, με το κάθε τι περίεργο πάνω του, και δε μπορείς να αγαπήσεις τα δικά σου περίεργα! Είναι απίστευτο το πόσο έντονα αγνοείς τα θετικά σου κομμάτια θεωρώντας τα δεδομένα σε σένα, αλλά επιτεύγματα στους άλλους. Γιατί κορίτσι μου; Ποιός στο καλό σου είπε ότι πρέπει να κάνεις ένα σωρό πράγματα για να είσαι άξια; Τι κατάλοιπα κουβαλάς; Και πόσα στο διάολο κοσμήματα, πτυχία, επιτυχίες πρέπει να κουβαλάς επάνω σου για να νιώθεις ότι είσαι ιδιαίτερη; Και που τα έχεις, το ίδιο μίζερα νιώθεις. Καλύπτεις απλά κάπως τα βαθύτερα κενά σου.
Μην κλαις. Κάποιος έπρεπε να σου τα χώσει κάποια στιγμή. Καλύτερα να το κάνω εγώ, που σου ανήκω. Ναι, κομμάτι σου είμαι! Κομμάτι που δε σου αρέσει, γι’ αυτό απωθείς συνεχώς, όπως κάνεις με όλα που δε σου αρέσουν σε σένα. Τα βάζεις τιμωρία στον τοίχο, τα κρίνεις, τα μαλώνεις, δεν τα δέχεσαι. Και εκεί έρχομαι κι εγώ σαν άρνηση ντυμένη να τα υπερασπιστώ. Στρέφω το βλέμμα σου αλλού. Γιατί κι αυτά κομμάτια σου είναι και πονάνε. Κι όσο πονάς εσύ όταν σε απορρίπτουν, άλλο τόσο ματώνει ο εαυτός σου όταν τον απορρίπτεις εσύ. Κι εγώ, η άρνηση, ΑΡΝΟΥΜΑΙ, να σε αφήσω να το κάνεις αυτό!
Είμαι η άρνηση και ξέρεις κάτι; Υπάρχω γιατί ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ, επιτέλους όμως χρειάζεσαι λίγη ξεκούραση! Ψυχική, συναισθηματική, νοητική, σωματική. Και πρέπει κάποιος να στη δώσει. Αν δεν το κάνεις εσύ, θα το κάνω εγώ, έστω κι έτσι.
Στο χθες σου υπήρχα και σου εξήγησα γιατί. Στο τώρα σου… Τώρα είσαι τόσο μπερδεμένη, που αν σε αφήσω να στραφείς κάπου, θα πέσεις. Και έχεις πέσει αρκετά τελευταία. Και σου αξίζει και σένα να πέσεις πιο ομαλά σε κάτι. Κι αν θεωρείς ότι δε σου έχει συμβεί και τίποτα δύσκολο ώστε να νιώθεις τώρα έτσι, να ξέρεις πως ο κάθε άνθρωπος μοναδικά βιώνει την κάθε κατάσταση. Ξέρεις και ξέρω ανθρώπους που δεν έχουν περάσει τίποτα και γκρινιάζουν και άλλους που έχουν επιβιώσει από τραγικές καταστάσεις. Γιατί πρέπει να το ορίσεις; Γιατί δεν δικαιούσαι λίγη ηρεμία; Γιατί τόση ενοχή στην ύπαρξη ηρεμίας και χαράς; Όσο δεν αφήνεις τον εαυτό σου να ζήσει και να χαμογελάσει, να ξέρεις, πως εγώ αρνούμαι να φύγω από δίπλα σου, και έχω τους λόγους μου.
Αγάπησέ με, δε θέλω το κακό σου. Αγάπησέ με, είμαι μέρος σου. Εγώ σου έμαθα να αρνείσαι να βλέπεις συνειδητά, όμως μην αρνείσαι την άρνηση, μην αρνείσαι εμένα, μην αρνείσαι τον ίδιο σου τον εαυτό. Υπάρχω συνοδοιπόρος σου για να μάθεις να αρνείσαι άλλα πράγματα, όχι όμως εσένα. Αποδέξου με. Και τότε, θα χαμογελάμε μαζί με άρνηση σε ό,τι σε τρομάζει, σε ό,τι σε πονάει, σε ό,τι σε απορρίπτει. Σε αγαπάω.
Σε ρώτησαν τι θα έλεγα αν είχα φωνή. Κι εσύ απάντησες πως θα ζήταγα να τα παρατήσω όλα και να φύγω, να βρω τον εαυτό μου. Χαίρομαι που σύντομα κατάλαβες, ναι εσύ, ότι αυτή ήταν η δική σου φωνή, η δική σου ανάγκη, και όχι η δική μου.
Χαίρομαι που αποφάσισες να ακούσεις και τη δική μου φωνή.
Είμαι η άρνηση και ζω δίπλα σου πολλά χρόνια, κυριεύω συναισθήματά σου, ελέγχω συμπεριφορές σου, είμαι πιστή σου φίλη ειδικά όταν με διώχνεις.
Είμαι η άρνηση και ξέρεις τι θα έλεγα λοιπόν; Δεν πρόκειται να φύγω από δίπλα σου. Θα μένω κολλημένη πάνω σου πεισματικά όσο εσύ με αγνοείς. Δε θα σε αφήνω να δεις καθαρά τα πράγματα, ή μάλλον θα τα βλέπεις, και με πλήρη διαύγεια και συνείδηση θα τα αγνοείς. Κι αυτό θα σε σκοτώνει. Θα ξέρεις τι νιώθεις, θα ξέρεις τι θέλεις, θα ξέρεις τι σκέφτεσαι κι όμως θα τα βάζεις όλα στην άκρη, κάνοντας με ανοιχτά μάτια ότι δεν υπάρχουν. Ναι, αυτό θα σου κάνω! Θα με φοράς πάνω σου μέρα και νύχτα, σαν ρούχο απαραίτητο που χωρίς αυτό αισθάνεσαι την άσχημη γύμνια αυτού του κόσμου να ξεριζώνει τα σωθικά σου.
Ξέρεις όμως κάτι; Θα είμαι εκεί και εκείνες τις κρύες νύχτες που όλα είναι μαύρα. Πιστή φίλη όπως σου είπα και πριν. Αρνούμαι- μα αυτό ξέρω να κάνω καλά!- να σε αφήσω, όσο εσύ αρνείσαι να δεις το ρόλο ύπαρξής μου.
Εγώ αρνούμαι, κι εσύ φοβάσαι. Κι έχω μάθει πως ο φόβος κρύβει πόνο. Κι εγώ δε θέλω να σε πονέσω. Το αντίθετο. Σε καλύπτω με ένα πέπλο για να μην πονέσεις. Φοβάσαι! Φοβάσαι να ρισκάρεις, φοβάσαι να είσαι εσύ, φοβάσαι να μην είσαι στα πελάγη τελειότητας, φοβάσαι μη σε απορρίψουν, φοβάσαι που υπάρχεις, όσο κι αν περίτρανα υπερασπίζεσαι έννοιες όπως ελευθερία, ρίσκο, αυθορμητισμός, παρόρμηση, πάθος. Έχεις καταφέρει πολλά, πάρα πολλά, δοκιμάζεις πολλά, βλέπεις πολλά, όμως τα προσπερνάς με τόσο μεγάλη ευκολία, που ακόμα κι αυτά, εγώ, η άρνηση, σε κάνω να μην τα βλέπεις εστιασμένα. Θα σε αφήσω να τα δεις, όταν πρώτα δεις βαθιά τι είσαι εσύ. Θα σε αφήσω να ενθουσιαστείς με όσα έχεις καταφέρει, όταν πρώτα ενθουσιαστείς με τον εαυτό σου. Γιατί μέχρι τότε, απλά τα μειώνεις, πρώτα εσένα και μετά εκείνα. Γιατί και που τα βλέπεις, δεν τα αναγνωρίζεις. Γι’ αυτό και εκεί υπάρχω εγώ πάλι.
Όσο ζεις με τη σκέψη του τι θα κάνεις και τι θα πεις για να μην πληγώσεις τους άλλους, να ξέρεις πως εγώ θα ζω δίπλα σου με την σκέψη του να μην πληγώσω εσένα. Κάποιος πρέπει να το κάνει και αυτό δε νομίζεις;
Θα φύγω όταν με αποδεχτείς. Νάτο, και μόνο που το γράφω είσαι σε πανικό. Άραγε πόσο φοβάσαι μη σε αφήσει κάποιος; Ακόμα και τα άσχημα, οι άνθρωποι που σε πονάνε, πόσο σε φοβίζει το να σε αφήσουν; Πόσα απορρίπτεις από εσένα για να μη σε απορρίψουν οι άλλοι; Μην ανησυχείς. Όταν θα φύγω, δε θα με έχεις πια ανάγκη, και σίγουρα θα είμαι πάλι εκεί δίπλα σου με μανία όταν εσύ θα με θες. Όταν ακούσεις τη φωνή μου, όταν συμφιλιωθείς μαζί μου, θα πάρω άλλη μορφή πάνω σου, δε θα χαθώ, θα μεταμορφωθώ σε κάτι γόνιμο πια για σένα.
Έχω και θυμό μαζί σου. Είναι απίστευτο το πως μπορείς να δέχεσαι τον κάθε άλλον, με το κάθε τι περίεργο πάνω του, και δε μπορείς να αγαπήσεις τα δικά σου περίεργα! Είναι απίστευτο το πόσο έντονα αγνοείς τα θετικά σου κομμάτια θεωρώντας τα δεδομένα σε σένα, αλλά επιτεύγματα στους άλλους. Γιατί κορίτσι μου; Ποιός στο καλό σου είπε ότι πρέπει να κάνεις ένα σωρό πράγματα για να είσαι άξια; Τι κατάλοιπα κουβαλάς; Και πόσα στο διάολο κοσμήματα, πτυχία, επιτυχίες πρέπει να κουβαλάς επάνω σου για να νιώθεις ότι είσαι ιδιαίτερη; Και που τα έχεις, το ίδιο μίζερα νιώθεις. Καλύπτεις απλά κάπως τα βαθύτερα κενά σου.
Μην κλαις. Κάποιος έπρεπε να σου τα χώσει κάποια στιγμή. Καλύτερα να το κάνω εγώ, που σου ανήκω. Ναι, κομμάτι σου είμαι! Κομμάτι που δε σου αρέσει, γι’ αυτό απωθείς συνεχώς, όπως κάνεις με όλα που δε σου αρέσουν σε σένα. Τα βάζεις τιμωρία στον τοίχο, τα κρίνεις, τα μαλώνεις, δεν τα δέχεσαι. Και εκεί έρχομαι κι εγώ σαν άρνηση ντυμένη να τα υπερασπιστώ. Στρέφω το βλέμμα σου αλλού. Γιατί κι αυτά κομμάτια σου είναι και πονάνε. Κι όσο πονάς εσύ όταν σε απορρίπτουν, άλλο τόσο ματώνει ο εαυτός σου όταν τον απορρίπτεις εσύ. Κι εγώ, η άρνηση, ΑΡΝΟΥΜΑΙ, να σε αφήσω να το κάνεις αυτό!
Είμαι η άρνηση και ξέρεις κάτι; Υπάρχω γιατί ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ, επιτέλους όμως χρειάζεσαι λίγη ξεκούραση! Ψυχική, συναισθηματική, νοητική, σωματική. Και πρέπει κάποιος να στη δώσει. Αν δεν το κάνεις εσύ, θα το κάνω εγώ, έστω κι έτσι.
Στο χθες σου υπήρχα και σου εξήγησα γιατί. Στο τώρα σου… Τώρα είσαι τόσο μπερδεμένη, που αν σε αφήσω να στραφείς κάπου, θα πέσεις. Και έχεις πέσει αρκετά τελευταία. Και σου αξίζει και σένα να πέσεις πιο ομαλά σε κάτι. Κι αν θεωρείς ότι δε σου έχει συμβεί και τίποτα δύσκολο ώστε να νιώθεις τώρα έτσι, να ξέρεις πως ο κάθε άνθρωπος μοναδικά βιώνει την κάθε κατάσταση. Ξέρεις και ξέρω ανθρώπους που δεν έχουν περάσει τίποτα και γκρινιάζουν και άλλους που έχουν επιβιώσει από τραγικές καταστάσεις. Γιατί πρέπει να το ορίσεις; Γιατί δεν δικαιούσαι λίγη ηρεμία; Γιατί τόση ενοχή στην ύπαρξη ηρεμίας και χαράς; Όσο δεν αφήνεις τον εαυτό σου να ζήσει και να χαμογελάσει, να ξέρεις, πως εγώ αρνούμαι να φύγω από δίπλα σου, και έχω τους λόγους μου.
Αγάπησέ με, δε θέλω το κακό σου. Αγάπησέ με, είμαι μέρος σου. Εγώ σου έμαθα να αρνείσαι να βλέπεις συνειδητά, όμως μην αρνείσαι την άρνηση, μην αρνείσαι εμένα, μην αρνείσαι τον ίδιο σου τον εαυτό. Υπάρχω συνοδοιπόρος σου για να μάθεις να αρνείσαι άλλα πράγματα, όχι όμως εσένα. Αποδέξου με. Και τότε, θα χαμογελάμε μαζί με άρνηση σε ό,τι σε τρομάζει, σε ό,τι σε πονάει, σε ό,τι σε απορρίπτει. Σε αγαπάω.
Τα σύνορα του εγώ και η διαφορά του ερωτικού αισθήματος από την αληθινή αγάπη
Η λαθεμένη αντίληψη ότι ο έρωτας είναι ένας τύπος αγάπης είναι τόσο δυνατή, ακριβώς επειδή περιέχει έναν κόκκο αλήθειας.
Η εμπειρία της αληθινής αγάπης έχει και αυτή να κάνει με σύνορα του εγώ, μιας και συνεπάγεται μιαν επέκταση των ορίων μας. Τα όρια μας είναι τα σύνορα του εγώ μας. Όταν επεκτείνουμε τα όριά μας μέσω της αγάπης, το κάνουμε προσπαθώντας, σαν να λέμε, να τεντωθούμε για να φτάσουμε ως το αγαπημένο μας πρόσωπο, του οποίου επιθυμούμε να βοηθήσουμε την ανάπτυξη. Για να είμαστε σε θέση να το κάνουμε πρέπει πρώτα το αντικείμενο της αγάπης μας να γίνει αγαπημένο σε μας: με άλλα λόγια πρέπει να γοητευτούμε απ’ αυτό, να επενδύσουμε τον εαυτό μας σ’ αυτό και να δεσμευτούμε με αυτό το αντικείμενο που είναι έξω από μας, πέρα από τα δικά μας σύνορα. Οι ψυχίατροι ονομάζουν αυτή τη διαδικασία της προσέλκυσης, επένδυσης και δέσμευσης «κάθεξη», και λέμε ότι εμείς «κατέχουμε» το αγαπημένο αντικείμενο. Αλλά όταν κατέχουμε ένα έξω από μας αντικείμενο, ψυχολογικά ενσωματώνουμε επίσης μιαν ιδέα αυτού του αντικειμένου μέσα μας.
Για παράδειγμα, ας πάρουμε έναν άνθρωπο που έχει πάθος την κηπουρική. Είναι ένα πάθος ικανοποιητικό και πολυέξοδο. Ο άνθρωπος αυτός «αγαπά» να καταγίνεται με τον κήπο του. Ο κήπος του σημαίνει πολλά γι’ αυτόν. Αυτός ο άνθρωπος έχει «καθέξει» τον κήπο του. Τον βρίσκει ελκυστικό, έχει «επενδύσει» τον εαυτό του σ’ αυτόν, είναι «δεσμευμένος» με αυτόν – σε τέτοιο βαθμό που μπορεί να πηδάει από το κρεβάτι χαράματα την Κυριακή για να ξαναγυρίσει σ’ αυτόν και ακόμα μπορεί να παραμελήσει τη γυναίκα του γι’ αυτόν. Στη διάρκεια της «κάθεξής» του, και για να καλλιεργήσει τα λουλούδια και τους θάμνους του, μαθαίνει ένα σωρό πράγματα. Αποκτά πολλές γνώσεις σχετικά με την κηπουρική – για τα χώματα, λιπάσματα, για εμφύτευση και κλάδεμα. Και γνωρίζει τον δικό του συγκεκριμένο κήπο: την ιστορία του, τον τύπο των λουλουδιών και των φυτών που έχει, το σχεδιάγραμμά του, τα προβλήματά του και το μέλλον του. Παρά το γεγονός ότι ο κήπος υπάρχει έξω απ’ αυτόν, ωστόσο διαμέσου της κάθεξης έφτασε να υπάρχει μέσα του. Η γνώση που έχει για τον κήπο του και η σημασία που ο κήπος του έχει γι’ αυτόν αποτελούν μέρος του εαυτού του, μέρος της ταυτότητάς του, μέρος της ιστορίας του, μέρος των γνώσεών του. Με το να αγαπά και να κατέχει τον κήπο του, έχει πραγματικά ενσωματώσει τον κήπο μέσα στον εαυτό του και, με αυτή την ενσωμάτωση, ο εαυτός του μεγάλωσε και τα σύνορα του εγώ του επεκτάθηκαν.
Αυτό που συμβαίνει λοιπόν στην πορεία μιας πολύχρονης αγάπης, και της επέκτασης των ορίων μας για τις καθέξεις μας, είναι ένα βαθμιαίο αλλά προοδευτικό μεγάλωμα του εαυτού μας, μια ενσωμάτωση μέσα μας του έξω κόσμου και μια ανάπτυξη, ένα άπλωμα και μια λέπτυνση των συνόρων του εγώ μας. Με τον τρόπο αυτό, όσο περισσότερο και μακρύτερα επεκτείνουμε τον εαυτό μας, τόσο περισσότερο αγαπάμε και τόσο πιο αχνό γίνεται το ξεχώρισμα του εαυτού μας από τον κόσμο. Ταυτιζόμαστε με τον κόσμο. Και καθώς τα σύνορα του εγώ μας γίνονται αχνά και άτονα, αρχίζουμε όλο και περισσότερο να βιώνουμε το ίδιο συναίσθημα έκστασης που έχουμε όταν ένα μέρος από τα σύνορα του εγώ μας καταρρέει και «πέφτουμε στα δίχτυα του έρωτα». Μόνο που, αντί να έχουμε συγχωνευτεί προσωρινά και χιμαιρικά με ένα μόνο αγαπημένο αντικείμενο, έχουμε συγχωνευτεί πραγματικά και πιο μόνιμα με ένα μεγάλο κομμάτι του κόσμου. Μια «μυστική ένωση» μπορεί να εδραιωθεί με ολόκληρο τον κόσμο. Το συναίσθημα της έκστασης ή ευδαιμονίας που συντροφεύει αυτή την ένωση, αν και είναι ίσως ηπιότερο και λιγότερο δραματικό από εκείνο που συντροφεύει το ερωτικό αίσθημα, είναι ωστόσο πολύ πιο σταθερό και διαρκές και τελικά πιο ικανοποιητικό. Η διαφορά ακριβώς μεταξύ της κορυφαίας εμπειρίας που χαρακτηρίζεται από το ερωτικό αίσθημα και της εμπειρίας που ο Αβραάμ Μάσλοου ονομάζει «υψιπεδική εμπειρία». Τα ύψη δεν αντικρίζονται ξαφνικά και χάνονται πάλι από τα μάτια μας· κατακτώνται μια για πάντα.
Είναι φανερό και κατανοητό απ’ όλους ότι η σεξουαλική δραστηριότητα και η αγάπη, ενώ μπορεί να επέλθουν ταυτόχρονα, είναι συχνά ασύνδετες μεταξύ τους γιατί είναι στη βάση τους ξεχωριστά φαινόμενα. Η ίδια η σεξουαλική πράξη δεν είναι πράξη αγάπης. Ωστόσο, η εμπειρία της σεξουαλικής σχέσης και ειδικότερα του οργασμού (ακόμα και στον αυνανισμό) είναι μια εμπειρία που συνδέεται σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό με το γκρέμισμα των συνόρων του εγώ και την έκσταση που επακολουθεί. Ακριβώς λόγω αυτού του γκρεμίσματος των συνόρων του εγώ, συμβαίνει να ξεφωνίσουμε στην κορύφωση του οργασμού «σ’ αγαπώ» ή «Ω, Θεούλη μου!» σε μια πόρνη για την οποία ύστερα από λίγες στιγμές, όταν τα σύνορα του εγώ θα έχουν ξαναγυρίσει στην προτινή θέση τους, μπορεί να μη νιώθουμε ούτε στάλα τρυφερότητα, αρέσκεια ή συναισθηματικό νιώσιμο.
Με αυτό δε θέλω να πω ότι η έκσταση της εμπειρίας του οργασμού δεν μπορεί να αυξηθεί αν τη μοιράζεσαι με κάποιον που αγαπάς· μπορεί. Αλλά ακόμα και χωρίς έναν αγαπημένο σύντροφο ή οποιονδήποτε σύντροφο, το γκρέμισμα των συνόρων του εγώ που συμβαίνει σε συνάφεια με τον οργασμό, μπορεί να είναι ολικό· για ένα δευτερόλεπτο μπορεί να ξεχάσουμε ολοκληρωτικά ποιοι είμαστε, να μην έχουμε καμιά αίσθηση του εαυτού μας, να χαθούμε από το χρόνο και το χώρο, να είμαστε εκτός εαυτού, να είμαστε συνεπαρμένοι. Μπορούμε να γίνουμε ένα με το σύμπαν. Αλλά μόνο για ένα δευτερόλεπτο.
Περιγράφοντας την παρατεταμένη «ενότητα με το σύμπαν» που είναι συνυφασμένη με την αληθινή αγάπη, σε σύγκριση με την προσωρινή ενότητα του οργασμού, χρησιμοποίησα τις λέξεις «μυστική ενότητα». Μυστικισμός είναι ουσιαστικά η πίστη ότι η πραγματικότητα είναι κάτι ενιαίο. Οι πιο συνεπείς μυστικιστές πιστεύουν ότι η συνηθισμένη αντίληψη του σύμπαντος ότι περικλείνει πλήθος ξέχωρα αντικείμενα – αστέρια, πλανήτες, δέντρα, πουλιά, σπίτια, εμάς τους ίδιους -, όλα χωρισμένα το ένα από το άλλο με σύνορα, είναι μια λαθεμένη αντίληψη, μια ψευδαίσθηση. Σε τούτη τη γενική λαθεμένη αντίληψη, στον κόσμο τούτο της ψευδαίσθησης που οι περισσότεροι λαθεμένα τάχα πιστεύουμε πως είναι πραγματικός, ινδουϊστές και οι βουδιστές δίνουν την ονομασία «Μάγια». Αυτοί και άλλοι μυστικιστές πιστεύουν ότι η αληθινή πραγματικότητα μπορεί να γνωσθεί μόνο με την εμπειρία του ενιαίου μέσω της εγκατάλειψης των συνόρων του εγώ. Είναι αδύνατο να δει κανείς πραγματικά την ενότητα του σύμπαντος όσο εξακολουθεί να βλέπει τον εαυτό του σαν ένα ξεχωριστό αντικείμενο αποσπασμένο και διακρινόμενο από το υπόλοιπο σύμπαν με κάποιον τρόπο, σχήμα ή μορφή. Οι ινδουϊστές και οι βουδιστές θεωρούν συχνά, γι’ αυτό το λόγο, ότι το βρέφος πριν αναπτύξει τα σύνορα του εγώ του, γνωρίζει την πραγματικότητα, ενώ οι ενήλικοι δεν τη γνωρίζουν. Μερικοί μάλιστα προτείνουν την άποψη ότι ο δρόμος προς τη φώτιση ή τη γνώση του ενιαίου της πραγματικότητας απαιτεί να πισωδρομήσουμε ή να κάνουμε τους εαυτούς μας νήπια. Αυτό μπορεί να είναι μια επικίνδυνα δελεαστική διδασκαλία για ορισμένους εφήβους και νέους που δεν είναι προετοιμασμένοι να επωμιστούν ευθύνες ενηλίκων, οι οποίες τους φαίνονται τρομακτικές, συντριπτικές, και απαιτητικές πέρα από τις δυνατότητές τους. «Δεν είμαι υποχρεωμένος να περάσω απ’ όλα αυτά», μπορεί να σκέφτεται ένα τέτοιο άτομο. «Μπορώ να παραιτηθώ από την προσπάθεια να γίνω ένας ενήλικος και να εγκαταλείψω τις απαιτήσεις των ενηλίκων καταφεύγοντας στην αγιότητα». Σχιζοφρένεια όμως, μάλλον, παρά αγιότητα πετυχαίνεις, ενεργώντας με βάση αυτή την υπόθεση.
Οι περισσότεροι μυστικιστές καταλαβαίνουν την αλήθεια που αναπτύξαμε στο τέλος της ανάλυσης του θέματος της πειθαρχίας: ότι δηλαδή πρέπει να κατέχουμε ή να δημιουργούμε κάτι πριν παραιτηθούμε απ’ αυτό, και μολαταύτα να διατηρούμε τα προσόντα μας και τη βιωσιμότητά μας. Το βρέφος χωρίς τα σύνορα του δικού του εγώ μπορεί να είναι σε πιο στενή επαφή με την πραγματικότητα από τους γονείς του, αλλά είναι ανίκανο να επιβιώσει χωρίς τη φροντίδα αυτών των γονέων, και ανίκανο να μεταδώσει τη σοφία του. Ο δρόμος για την αγιότητα περνάει μέσα από την ενηλικιότητα. Δεν υπάρχουν ευκολοδιάβατοι συντομότεροι δρόμοι. Τα σύνορα του εγώ πρέπει πρώτα να σκληρύνουν για να μπορέσουν κατόπι να απαλυνθούν. Μία ταυτότητα πρέπει πρώτα εδραιωθεί για να μπορέσει κατόπι να γίνει υπερβατή. Πρέπει ένας να βρει τον εαυτό του για να μπορέσει κατόπι να τον χάσει. Η προσωρινή απελευθέρωση από τα σύνορα του εγώ που συνδέεται με το ερωτικό αίσθημα, τη σεξουαλική σχέση ή τη χρησιμοποίηση ορισμένων ψυχοδιεγερτικών ναρκωτικών μπορεί να προσφέρει μια γρήγορη ματιά στη Νιρβάνα, αλλά όχι την ίδια τη Νιρβάνα. Η θέση που υποστηρίζει το βιβλίο είναι ότι η Νιρβάνα ή η διαρκής φώτιση ή η αληθινή πνευματική ανάπτυξη μπορούν να επιτευχθούν μόνο μέσω της επίμονης άσκησης της αληθινής αγάπης.
Κοντολογίς, λοιπόν, η προσωρινή απώλεια των συνόρων του εγώ που συνεπάγεται το ερωτικό αίσθημα και η σεξουαλική σχέση, όχι μόνο μας οδηγεί σε δεσμεύσεις με άλλους ανθρώπους με τους οποίους μπορεί να αρχίσει η αληθινή αγάπη, αλλά και μας δίνει μια πρόγευση από (και συνεπώς το κέντρισμα προς) την πιο διαρκή μυστική έκσταση που μπορεί να γίνει δική μας έπειτα από μια ολόκληρη ζωή αγάπης. Από την άποψη αυτή, το ερωτικό αίσθημα, αν και δεν είναι το ίδιο αγάπη, αποτελεί ωστόσο ένα μέρος της μεγάλης και μυστηριακής περιπέτειας της αγάπης.
Η εμπειρία της αληθινής αγάπης έχει και αυτή να κάνει με σύνορα του εγώ, μιας και συνεπάγεται μιαν επέκταση των ορίων μας. Τα όρια μας είναι τα σύνορα του εγώ μας. Όταν επεκτείνουμε τα όριά μας μέσω της αγάπης, το κάνουμε προσπαθώντας, σαν να λέμε, να τεντωθούμε για να φτάσουμε ως το αγαπημένο μας πρόσωπο, του οποίου επιθυμούμε να βοηθήσουμε την ανάπτυξη. Για να είμαστε σε θέση να το κάνουμε πρέπει πρώτα το αντικείμενο της αγάπης μας να γίνει αγαπημένο σε μας: με άλλα λόγια πρέπει να γοητευτούμε απ’ αυτό, να επενδύσουμε τον εαυτό μας σ’ αυτό και να δεσμευτούμε με αυτό το αντικείμενο που είναι έξω από μας, πέρα από τα δικά μας σύνορα. Οι ψυχίατροι ονομάζουν αυτή τη διαδικασία της προσέλκυσης, επένδυσης και δέσμευσης «κάθεξη», και λέμε ότι εμείς «κατέχουμε» το αγαπημένο αντικείμενο. Αλλά όταν κατέχουμε ένα έξω από μας αντικείμενο, ψυχολογικά ενσωματώνουμε επίσης μιαν ιδέα αυτού του αντικειμένου μέσα μας.
Για παράδειγμα, ας πάρουμε έναν άνθρωπο που έχει πάθος την κηπουρική. Είναι ένα πάθος ικανοποιητικό και πολυέξοδο. Ο άνθρωπος αυτός «αγαπά» να καταγίνεται με τον κήπο του. Ο κήπος του σημαίνει πολλά γι’ αυτόν. Αυτός ο άνθρωπος έχει «καθέξει» τον κήπο του. Τον βρίσκει ελκυστικό, έχει «επενδύσει» τον εαυτό του σ’ αυτόν, είναι «δεσμευμένος» με αυτόν – σε τέτοιο βαθμό που μπορεί να πηδάει από το κρεβάτι χαράματα την Κυριακή για να ξαναγυρίσει σ’ αυτόν και ακόμα μπορεί να παραμελήσει τη γυναίκα του γι’ αυτόν. Στη διάρκεια της «κάθεξής» του, και για να καλλιεργήσει τα λουλούδια και τους θάμνους του, μαθαίνει ένα σωρό πράγματα. Αποκτά πολλές γνώσεις σχετικά με την κηπουρική – για τα χώματα, λιπάσματα, για εμφύτευση και κλάδεμα. Και γνωρίζει τον δικό του συγκεκριμένο κήπο: την ιστορία του, τον τύπο των λουλουδιών και των φυτών που έχει, το σχεδιάγραμμά του, τα προβλήματά του και το μέλλον του. Παρά το γεγονός ότι ο κήπος υπάρχει έξω απ’ αυτόν, ωστόσο διαμέσου της κάθεξης έφτασε να υπάρχει μέσα του. Η γνώση που έχει για τον κήπο του και η σημασία που ο κήπος του έχει γι’ αυτόν αποτελούν μέρος του εαυτού του, μέρος της ταυτότητάς του, μέρος της ιστορίας του, μέρος των γνώσεών του. Με το να αγαπά και να κατέχει τον κήπο του, έχει πραγματικά ενσωματώσει τον κήπο μέσα στον εαυτό του και, με αυτή την ενσωμάτωση, ο εαυτός του μεγάλωσε και τα σύνορα του εγώ του επεκτάθηκαν.
Αυτό που συμβαίνει λοιπόν στην πορεία μιας πολύχρονης αγάπης, και της επέκτασης των ορίων μας για τις καθέξεις μας, είναι ένα βαθμιαίο αλλά προοδευτικό μεγάλωμα του εαυτού μας, μια ενσωμάτωση μέσα μας του έξω κόσμου και μια ανάπτυξη, ένα άπλωμα και μια λέπτυνση των συνόρων του εγώ μας. Με τον τρόπο αυτό, όσο περισσότερο και μακρύτερα επεκτείνουμε τον εαυτό μας, τόσο περισσότερο αγαπάμε και τόσο πιο αχνό γίνεται το ξεχώρισμα του εαυτού μας από τον κόσμο. Ταυτιζόμαστε με τον κόσμο. Και καθώς τα σύνορα του εγώ μας γίνονται αχνά και άτονα, αρχίζουμε όλο και περισσότερο να βιώνουμε το ίδιο συναίσθημα έκστασης που έχουμε όταν ένα μέρος από τα σύνορα του εγώ μας καταρρέει και «πέφτουμε στα δίχτυα του έρωτα». Μόνο που, αντί να έχουμε συγχωνευτεί προσωρινά και χιμαιρικά με ένα μόνο αγαπημένο αντικείμενο, έχουμε συγχωνευτεί πραγματικά και πιο μόνιμα με ένα μεγάλο κομμάτι του κόσμου. Μια «μυστική ένωση» μπορεί να εδραιωθεί με ολόκληρο τον κόσμο. Το συναίσθημα της έκστασης ή ευδαιμονίας που συντροφεύει αυτή την ένωση, αν και είναι ίσως ηπιότερο και λιγότερο δραματικό από εκείνο που συντροφεύει το ερωτικό αίσθημα, είναι ωστόσο πολύ πιο σταθερό και διαρκές και τελικά πιο ικανοποιητικό. Η διαφορά ακριβώς μεταξύ της κορυφαίας εμπειρίας που χαρακτηρίζεται από το ερωτικό αίσθημα και της εμπειρίας που ο Αβραάμ Μάσλοου ονομάζει «υψιπεδική εμπειρία». Τα ύψη δεν αντικρίζονται ξαφνικά και χάνονται πάλι από τα μάτια μας· κατακτώνται μια για πάντα.
Είναι φανερό και κατανοητό απ’ όλους ότι η σεξουαλική δραστηριότητα και η αγάπη, ενώ μπορεί να επέλθουν ταυτόχρονα, είναι συχνά ασύνδετες μεταξύ τους γιατί είναι στη βάση τους ξεχωριστά φαινόμενα. Η ίδια η σεξουαλική πράξη δεν είναι πράξη αγάπης. Ωστόσο, η εμπειρία της σεξουαλικής σχέσης και ειδικότερα του οργασμού (ακόμα και στον αυνανισμό) είναι μια εμπειρία που συνδέεται σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό με το γκρέμισμα των συνόρων του εγώ και την έκσταση που επακολουθεί. Ακριβώς λόγω αυτού του γκρεμίσματος των συνόρων του εγώ, συμβαίνει να ξεφωνίσουμε στην κορύφωση του οργασμού «σ’ αγαπώ» ή «Ω, Θεούλη μου!» σε μια πόρνη για την οποία ύστερα από λίγες στιγμές, όταν τα σύνορα του εγώ θα έχουν ξαναγυρίσει στην προτινή θέση τους, μπορεί να μη νιώθουμε ούτε στάλα τρυφερότητα, αρέσκεια ή συναισθηματικό νιώσιμο.
Με αυτό δε θέλω να πω ότι η έκσταση της εμπειρίας του οργασμού δεν μπορεί να αυξηθεί αν τη μοιράζεσαι με κάποιον που αγαπάς· μπορεί. Αλλά ακόμα και χωρίς έναν αγαπημένο σύντροφο ή οποιονδήποτε σύντροφο, το γκρέμισμα των συνόρων του εγώ που συμβαίνει σε συνάφεια με τον οργασμό, μπορεί να είναι ολικό· για ένα δευτερόλεπτο μπορεί να ξεχάσουμε ολοκληρωτικά ποιοι είμαστε, να μην έχουμε καμιά αίσθηση του εαυτού μας, να χαθούμε από το χρόνο και το χώρο, να είμαστε εκτός εαυτού, να είμαστε συνεπαρμένοι. Μπορούμε να γίνουμε ένα με το σύμπαν. Αλλά μόνο για ένα δευτερόλεπτο.
Περιγράφοντας την παρατεταμένη «ενότητα με το σύμπαν» που είναι συνυφασμένη με την αληθινή αγάπη, σε σύγκριση με την προσωρινή ενότητα του οργασμού, χρησιμοποίησα τις λέξεις «μυστική ενότητα». Μυστικισμός είναι ουσιαστικά η πίστη ότι η πραγματικότητα είναι κάτι ενιαίο. Οι πιο συνεπείς μυστικιστές πιστεύουν ότι η συνηθισμένη αντίληψη του σύμπαντος ότι περικλείνει πλήθος ξέχωρα αντικείμενα – αστέρια, πλανήτες, δέντρα, πουλιά, σπίτια, εμάς τους ίδιους -, όλα χωρισμένα το ένα από το άλλο με σύνορα, είναι μια λαθεμένη αντίληψη, μια ψευδαίσθηση. Σε τούτη τη γενική λαθεμένη αντίληψη, στον κόσμο τούτο της ψευδαίσθησης που οι περισσότεροι λαθεμένα τάχα πιστεύουμε πως είναι πραγματικός, ινδουϊστές και οι βουδιστές δίνουν την ονομασία «Μάγια». Αυτοί και άλλοι μυστικιστές πιστεύουν ότι η αληθινή πραγματικότητα μπορεί να γνωσθεί μόνο με την εμπειρία του ενιαίου μέσω της εγκατάλειψης των συνόρων του εγώ. Είναι αδύνατο να δει κανείς πραγματικά την ενότητα του σύμπαντος όσο εξακολουθεί να βλέπει τον εαυτό του σαν ένα ξεχωριστό αντικείμενο αποσπασμένο και διακρινόμενο από το υπόλοιπο σύμπαν με κάποιον τρόπο, σχήμα ή μορφή. Οι ινδουϊστές και οι βουδιστές θεωρούν συχνά, γι’ αυτό το λόγο, ότι το βρέφος πριν αναπτύξει τα σύνορα του εγώ του, γνωρίζει την πραγματικότητα, ενώ οι ενήλικοι δεν τη γνωρίζουν. Μερικοί μάλιστα προτείνουν την άποψη ότι ο δρόμος προς τη φώτιση ή τη γνώση του ενιαίου της πραγματικότητας απαιτεί να πισωδρομήσουμε ή να κάνουμε τους εαυτούς μας νήπια. Αυτό μπορεί να είναι μια επικίνδυνα δελεαστική διδασκαλία για ορισμένους εφήβους και νέους που δεν είναι προετοιμασμένοι να επωμιστούν ευθύνες ενηλίκων, οι οποίες τους φαίνονται τρομακτικές, συντριπτικές, και απαιτητικές πέρα από τις δυνατότητές τους. «Δεν είμαι υποχρεωμένος να περάσω απ’ όλα αυτά», μπορεί να σκέφτεται ένα τέτοιο άτομο. «Μπορώ να παραιτηθώ από την προσπάθεια να γίνω ένας ενήλικος και να εγκαταλείψω τις απαιτήσεις των ενηλίκων καταφεύγοντας στην αγιότητα». Σχιζοφρένεια όμως, μάλλον, παρά αγιότητα πετυχαίνεις, ενεργώντας με βάση αυτή την υπόθεση.
Οι περισσότεροι μυστικιστές καταλαβαίνουν την αλήθεια που αναπτύξαμε στο τέλος της ανάλυσης του θέματος της πειθαρχίας: ότι δηλαδή πρέπει να κατέχουμε ή να δημιουργούμε κάτι πριν παραιτηθούμε απ’ αυτό, και μολαταύτα να διατηρούμε τα προσόντα μας και τη βιωσιμότητά μας. Το βρέφος χωρίς τα σύνορα του δικού του εγώ μπορεί να είναι σε πιο στενή επαφή με την πραγματικότητα από τους γονείς του, αλλά είναι ανίκανο να επιβιώσει χωρίς τη φροντίδα αυτών των γονέων, και ανίκανο να μεταδώσει τη σοφία του. Ο δρόμος για την αγιότητα περνάει μέσα από την ενηλικιότητα. Δεν υπάρχουν ευκολοδιάβατοι συντομότεροι δρόμοι. Τα σύνορα του εγώ πρέπει πρώτα να σκληρύνουν για να μπορέσουν κατόπι να απαλυνθούν. Μία ταυτότητα πρέπει πρώτα εδραιωθεί για να μπορέσει κατόπι να γίνει υπερβατή. Πρέπει ένας να βρει τον εαυτό του για να μπορέσει κατόπι να τον χάσει. Η προσωρινή απελευθέρωση από τα σύνορα του εγώ που συνδέεται με το ερωτικό αίσθημα, τη σεξουαλική σχέση ή τη χρησιμοποίηση ορισμένων ψυχοδιεγερτικών ναρκωτικών μπορεί να προσφέρει μια γρήγορη ματιά στη Νιρβάνα, αλλά όχι την ίδια τη Νιρβάνα. Η θέση που υποστηρίζει το βιβλίο είναι ότι η Νιρβάνα ή η διαρκής φώτιση ή η αληθινή πνευματική ανάπτυξη μπορούν να επιτευχθούν μόνο μέσω της επίμονης άσκησης της αληθινής αγάπης.
Κοντολογίς, λοιπόν, η προσωρινή απώλεια των συνόρων του εγώ που συνεπάγεται το ερωτικό αίσθημα και η σεξουαλική σχέση, όχι μόνο μας οδηγεί σε δεσμεύσεις με άλλους ανθρώπους με τους οποίους μπορεί να αρχίσει η αληθινή αγάπη, αλλά και μας δίνει μια πρόγευση από (και συνεπώς το κέντρισμα προς) την πιο διαρκή μυστική έκσταση που μπορεί να γίνει δική μας έπειτα από μια ολόκληρη ζωή αγάπης. Από την άποψη αυτή, το ερωτικό αίσθημα, αν και δεν είναι το ίδιο αγάπη, αποτελεί ωστόσο ένα μέρος της μεγάλης και μυστηριακής περιπέτειας της αγάπης.
Μπορεί να γνωρίζουμε και οι επιθυμίες να εξακολουθούν να συγκρούονται
Μελετώντας τον άνθρωπο στην τωρινή του κατάσταση ύπνου, απουσίας, ενότητας, μηχανικότητας και έλλειψης ελέγχου, βρίσκουμε και διάφορες άλλες κακές λειτουργίες που είναι το αποτέλεσμα της κατάστασής του· ιδιαίτερα το γεγονός ότι λέει συνέχεια ψέματα στον εαυτό του και στους άλλους. Την ψυχολογία του συνηθισμένου ανθρώπου θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε και μελέτη του ψέματος, διότι ο άνθρωπος λέει ψέματα περισσότερο από οτιδήποτε άλλο· και στην πραγματικότητα, δεν μπορεί να πει την αλήθεια. Δεν είναι τόσο απλό να λέμε την αλήθεια· πρέπει να μάθουμε πως να το κάνουμε και καμιά φορά χρειάζεται πάρα πολύς καιρός.
Η γνώση από μόνη της δεν είναι αρκετή. Μπορεί να γνωρίζουμε και οι επιθυμίες να εξακολουθούν να συγκρούονται, διότι κάθε επιθυμία αντιπροσωπεύει διαφορετική θέληση. Αυτό που ονομάζουμε θέλησή μας με τη συνηθισμένη έννοια δεν είναι παρά η συνισταμένη επιθυμιών. Η συνισταμένη πολλές φορές φτάνει σε μια συγκεκριμένη γραμμή δράσης και άλλες φορές δεν μπορεί να φτάσει σε καμία γραμμή, διότι μια επιθυμία ακολουθεί μία κατεύθυνση και κάποια άλλη, άλλη κατεύθυνση και δεν μπορούμε να αποφασίσουμε τι να κάνουμε. Αυτή είναι η συνηθισμένη μας κατάσταση. Βέβαια ο μελλοντικός μας στόχος θα πρέπει να είναι να αποτελέσουμε ενότητα αντί να είμαστε πολλοί, διότι για να κάνουμε οτιδήποτε σωστά, για να γνωρίζουμε οτιδήποτε σωστά, για να φτάσουμε οπουδήποτε, πρέπει να γίνουμε ένας. Είναι ένας απώτατος σκοπός και δεν μπορούμε να αρχίσουμε να τον προσεγγίζουμε πριν γνωρίσουμε τον εαυτό μας, διότι, στην κατάσταση που είμαστε τώρα, η άγνοιά μας για τον εαυτό μας είναι τέτοια, που όταν την δούμε αρχίζει να μας πιάνει πανικός μήπως δεν βρούμε το δρόμο μας πουθενά.
Το ανθρώπινο ον είναι μια πολύ περίπλοκη μηχανή και πρέπει να μελετηθεί σαν μηχανή. Αντιλαμβανόμαστε ότι για να ελέγξουμε οποιοδήποτε είδος μηχανής, όπως ένα αυτοκίνητο ή μια μηχανή τρένου, θα πρέπει πρώτα να μάθουμε. Δεν μπορούμε να ελέγχουμε τις μηχανές αυτές ενστικτωδώς, αλλά για κάποιο λόγο νομίζουμε ότι το συνηθισμένο ένστικτο είναι αρκετό για να ελέγχει την ανθρώπινη μηχανή, αν και είναι πολύ πιο περίπλοκη. Αυτή είναι μία από τις πρώτες εσφαλμένες υποθέσεις: δεν αντιλαμβανόμαστε ότι είμαστε υποχρεωμένοι να μάθουμε, ότι ο έλεγχος είναι ζήτημα γνώσης και επιδεξιότητας.
Ψέμα είναι να σκεφτόμαστε ή να μιλάμε για πράγματα που δεν γνωρίζουμε· αυτή είναι η αρχή του ψέματος. Δεν σημαίνει το ψέμα που λέγεται σκόπιμα – να λέμε παραμύθια, όπως για παράδειγμα, ότι υπάρχει μια αρκούδα στο άλλο δωμάτιο. Μπορούμε να πάμε στο άλλο δωμάτιο και να δούμε πως δεν υπάρχει αρκούδα. Αλλά αν συγκεντρώσουμε όλες τις θεωρίες που διατυπώνουν οι άνθρωποι για οποιοδήποτε θέμα, χωρίς να γνωρίζουν τίποτε σχετικά, θα δούμε που αρχίζει το ψέμα. Ο άνθρωπος δεν γνωρίζει τον εαυτό του, δεν γνωρίζει τίποτε και όμως έχει θεωρίες για τα πάντα. Οι περισσότερες από τις θεωρίες είναι ψέμα.
Η γνώση από μόνη της δεν είναι αρκετή. Μπορεί να γνωρίζουμε και οι επιθυμίες να εξακολουθούν να συγκρούονται, διότι κάθε επιθυμία αντιπροσωπεύει διαφορετική θέληση. Αυτό που ονομάζουμε θέλησή μας με τη συνηθισμένη έννοια δεν είναι παρά η συνισταμένη επιθυμιών. Η συνισταμένη πολλές φορές φτάνει σε μια συγκεκριμένη γραμμή δράσης και άλλες φορές δεν μπορεί να φτάσει σε καμία γραμμή, διότι μια επιθυμία ακολουθεί μία κατεύθυνση και κάποια άλλη, άλλη κατεύθυνση και δεν μπορούμε να αποφασίσουμε τι να κάνουμε. Αυτή είναι η συνηθισμένη μας κατάσταση. Βέβαια ο μελλοντικός μας στόχος θα πρέπει να είναι να αποτελέσουμε ενότητα αντί να είμαστε πολλοί, διότι για να κάνουμε οτιδήποτε σωστά, για να γνωρίζουμε οτιδήποτε σωστά, για να φτάσουμε οπουδήποτε, πρέπει να γίνουμε ένας. Είναι ένας απώτατος σκοπός και δεν μπορούμε να αρχίσουμε να τον προσεγγίζουμε πριν γνωρίσουμε τον εαυτό μας, διότι, στην κατάσταση που είμαστε τώρα, η άγνοιά μας για τον εαυτό μας είναι τέτοια, που όταν την δούμε αρχίζει να μας πιάνει πανικός μήπως δεν βρούμε το δρόμο μας πουθενά.
Το ανθρώπινο ον είναι μια πολύ περίπλοκη μηχανή και πρέπει να μελετηθεί σαν μηχανή. Αντιλαμβανόμαστε ότι για να ελέγξουμε οποιοδήποτε είδος μηχανής, όπως ένα αυτοκίνητο ή μια μηχανή τρένου, θα πρέπει πρώτα να μάθουμε. Δεν μπορούμε να ελέγχουμε τις μηχανές αυτές ενστικτωδώς, αλλά για κάποιο λόγο νομίζουμε ότι το συνηθισμένο ένστικτο είναι αρκετό για να ελέγχει την ανθρώπινη μηχανή, αν και είναι πολύ πιο περίπλοκη. Αυτή είναι μία από τις πρώτες εσφαλμένες υποθέσεις: δεν αντιλαμβανόμαστε ότι είμαστε υποχρεωμένοι να μάθουμε, ότι ο έλεγχος είναι ζήτημα γνώσης και επιδεξιότητας.
Έρωτας δεν είναι το άγαρμπο σμίξιμο
«Απελευθερώσαμε» τον έρωτα αλλά αυτό δεν αρκεί. Πρέπει να τον διδάξουμε, να δείξουμε τον πλούτο, την ποικιλία, τις αποχρώσεις σε μια νεολαία που έχει μπερδευτεί: από τη μια ακούει τη ρητορική του φτηνού ρομαντισμού, από την άλλη αντιμετωπίζει την πορνογραφία.
Πρέπει να μαθαίνουμε τα περί αναπαραγωγής στο σχολείο προπάντων όμως πρέπει να διαβάζουμε και να ξαναδιαβάζουμε τους ποιητές, τους μυθιστοριογράφους, τους φιλοσόφους της ηθικής, ώστε να καταλάβουμε ότι η ερωτική έλξη δεν είναι η πρόσθεση δυο σκιρτημάτων ή το άγαρμπο σμίξιμο δυο σωμάτων.
Το σχολείο οφείλει να διαλύει τις προκαταλήψεις και να φανερώνει τις αποχρώσεις ανάμεσα στο «καλό» και στο «κακό», στο «άσπρο» και στο «μαύρο».
Σύμφωνα με την αναφορά Obin σχετικά με τη θρησκεία στα σχολεία, που δημοσιεύτηκε το 2019, ξέρουμε ότι το έργο του Ρουσσό και η Μαντάμ Μποβαρύ δεν διδάσκονται σε ορισμένα λύκεια, επειδή θεωρούνται «ανήθικα». Η συναισθηματική δυστυχία πολλών υποβαθμισμένων προαστίων, που οφείλεται στο κοκτέιλ θρησκευτικού σκοταδισμού και πορνογραφικής ρητορικής, θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί στο σχολείο: το σχολείο οφείλει να διαλύει τις προκαταλήψεις και να φανερώνει τις αποχρώσεις ανάμεσα στο «καλό» και στο «κακό», στο «άσπρο» και στο «μαύρο». Οι «αλητήριοι» και τα «κατακάθια» φαίνεται ότι διαχέονται σε όλα τα κοινωνικά στρώματα, συμπεριλαμβανομένων των παιδιών της μεσαίας τάξης, προκαλώντας περιορισμένη χρήση της γλώσσας (λεξιπενία) και εκβαρβαρισμό της συμπεριφοράς.
Αντίδοτο θα ήταν η μελέτη της λογοτεχνίας –δηλαδή των γλωσσικών συγκινήσεων–, που μας προσφέρει τη δυνατότητα να εκφραζόμαστε με λεπτότητα, οξύνοια και φινέτσα. Μια τέτοια γλωσσική έκφραση είναι ένδειξη κοινωνικής υγείας.
Πρέπει να μαθαίνουμε τα περί αναπαραγωγής στο σχολείο προπάντων όμως πρέπει να διαβάζουμε και να ξαναδιαβάζουμε τους ποιητές, τους μυθιστοριογράφους, τους φιλοσόφους της ηθικής, ώστε να καταλάβουμε ότι η ερωτική έλξη δεν είναι η πρόσθεση δυο σκιρτημάτων ή το άγαρμπο σμίξιμο δυο σωμάτων.
Το σχολείο οφείλει να διαλύει τις προκαταλήψεις και να φανερώνει τις αποχρώσεις ανάμεσα στο «καλό» και στο «κακό», στο «άσπρο» και στο «μαύρο».
Σύμφωνα με την αναφορά Obin σχετικά με τη θρησκεία στα σχολεία, που δημοσιεύτηκε το 2019, ξέρουμε ότι το έργο του Ρουσσό και η Μαντάμ Μποβαρύ δεν διδάσκονται σε ορισμένα λύκεια, επειδή θεωρούνται «ανήθικα». Η συναισθηματική δυστυχία πολλών υποβαθμισμένων προαστίων, που οφείλεται στο κοκτέιλ θρησκευτικού σκοταδισμού και πορνογραφικής ρητορικής, θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί στο σχολείο: το σχολείο οφείλει να διαλύει τις προκαταλήψεις και να φανερώνει τις αποχρώσεις ανάμεσα στο «καλό» και στο «κακό», στο «άσπρο» και στο «μαύρο». Οι «αλητήριοι» και τα «κατακάθια» φαίνεται ότι διαχέονται σε όλα τα κοινωνικά στρώματα, συμπεριλαμβανομένων των παιδιών της μεσαίας τάξης, προκαλώντας περιορισμένη χρήση της γλώσσας (λεξιπενία) και εκβαρβαρισμό της συμπεριφοράς.
Αντίδοτο θα ήταν η μελέτη της λογοτεχνίας –δηλαδή των γλωσσικών συγκινήσεων–, που μας προσφέρει τη δυνατότητα να εκφραζόμαστε με λεπτότητα, οξύνοια και φινέτσα. Μια τέτοια γλωσσική έκφραση είναι ένδειξη κοινωνικής υγείας.
Η ζωή είναι το τώρα
Ο Ονομίτο μου εξήγησε τη σημασία που δίνει το Ζεν στη στιγμή. «Είναι δύσκολο για τη Δυτική σκέψη να κατανοήσει το Ζεν, πρωταρχικά εξαιτίας της διαφοράς στην έμφαση σχετικά με την αξία της στιγμής. Για το Ζεν τίποτα δεν έχει μεγαλύτερη αξία, όσο η στιγμή. Η ζωή είναι το τώρα. Το χθες ήταν παρελθόν κι έχει φύγει, και γι’ αυτό κάτι μη πραγματικό, με μόνο πραγματικό την επίπτωσή του πάνω στη στιγμή. Το μέλλον πάλι δεν είναι πραγματικό, και πιθανό να μη γίνει ποτέ τίποτα περισσότερο και να παραμείνει απλά ένα όνειρο. Έτσι απομένει απλά το τώρα, η στιγμή, σαν μοναδική πραγματικότητα. Ωστόσο – είπε – πάρα πολλοί άνθρωποι ζουν μόνο κάτω από τη σκιά της επιτυχίας ή των λαθών του παρελθόντος, ή των πιθανοτήτων και των ελπίδων του μέλλοντος. Δε δείχνουν να καταλαβαίνουν πως, όταν ασχολούνται μ’ αυτούς τους κόσμους του μη-πραγματικού, χάνουν τις «στιγμές», που η συσσώρευσή τους φτιάχνει μια ζωή.
Ήταν ένας βουδιστής μοναχός που κάποια μέρα ανακάλυψε ότι έτρεχε κυνηγημένος από μια πεινασμένη αρκούδα. Η αρκούδα τον κυνήγησε ως την άκρη ενός γκρεμού. Δεν του έμενε τίποτε άλλο να κάνει, αν δεν ήθελε να γίνει τροφή για το πεινασμένο στομάχι της αρκούδας, απ’ το να πηδήσει στον γκρεμό. Το έκανε και μπόρεσε να πιαστεί γερά, καθώς έπεφτε, από το κλαδί ενός θάμνου που φύτρωνε στα πλαϊνά του γκρεμού. Καθώς κρεμόταν αποκεί, κοιτάζοντας την πεινασμένη αρκούδα από πάνω, άκουσε το μουγκρητό κάποιου, το ίδιο πεινασμένου λιονταριού, που ήταν βαθιά κάτω και που τον περίμενε να κουραστεί, να χαλαρώσει το κράτημά του και να πέσει στις άγριες μασέλες του.
Καθώς ο μοναχός κρεμόταν έτσι εκεί πέρα, με την πεινασμένη αρκούδα από πάνω και το ψόφιο της πείνας λιοντάρι από κάτω, παρατήρησε τα κεφαλάκια δυο σκίουρων στο πλάι του γκρεμού. Αμέσως οι σκίουροι άρχισαν να ροκανίζουν τα χλωρά κλαδιά του θάμνου απ’ όπου εκείνος κρεμόταν έτσι απελπισμένα.
Και μονομιάς ο μοναχός είδε ότι ακριβώς λίγο πιο πέρα υπήρχε ένα τσαμπί από αγριοφράουλες. Ήρεμα άπλωσε το άλλο χέρι, πήρε την πιο μεγάλη, την πιο κόκκινη και την πιο ώριμη από τις φράουλες και την έβαλε στο στόμα του.
«Τι νόστιμη!» είπε.
Η ζωή λοιπόν γίνεται μια σειρά από στιγμές, που είτε τις ζούμε είτε τις χάνουμε. Μια που οι στιγμές περνούν σαν χρόνος, γρήγορα δεν απομένει τίποτα κι η ζωή περνά, αφήνοντας μερικές φτωχές, δυστυχισμένες ψυχές, χωρίς να έχουν ζήσει ποτέ το παραμικρό».
Ακολουθεί μια ιστορία για να σκεφτούμε:
Ακολουθεί μια ιστορία για να σκεφτούμε:
Ήταν ένας βουδιστής μοναχός που κάποια μέρα ανακάλυψε ότι έτρεχε κυνηγημένος από μια πεινασμένη αρκούδα. Η αρκούδα τον κυνήγησε ως την άκρη ενός γκρεμού. Δεν του έμενε τίποτε άλλο να κάνει, αν δεν ήθελε να γίνει τροφή για το πεινασμένο στομάχι της αρκούδας, απ’ το να πηδήσει στον γκρεμό. Το έκανε και μπόρεσε να πιαστεί γερά, καθώς έπεφτε, από το κλαδί ενός θάμνου που φύτρωνε στα πλαϊνά του γκρεμού. Καθώς κρεμόταν αποκεί, κοιτάζοντας την πεινασμένη αρκούδα από πάνω, άκουσε το μουγκρητό κάποιου, το ίδιο πεινασμένου λιονταριού, που ήταν βαθιά κάτω και που τον περίμενε να κουραστεί, να χαλαρώσει το κράτημά του και να πέσει στις άγριες μασέλες του.
Καθώς ο μοναχός κρεμόταν έτσι εκεί πέρα, με την πεινασμένη αρκούδα από πάνω και το ψόφιο της πείνας λιοντάρι από κάτω, παρατήρησε τα κεφαλάκια δυο σκίουρων στο πλάι του γκρεμού. Αμέσως οι σκίουροι άρχισαν να ροκανίζουν τα χλωρά κλαδιά του θάμνου απ’ όπου εκείνος κρεμόταν έτσι απελπισμένα.
Και μονομιάς ο μοναχός είδε ότι ακριβώς λίγο πιο πέρα υπήρχε ένα τσαμπί από αγριοφράουλες. Ήρεμα άπλωσε το άλλο χέρι, πήρε την πιο μεγάλη, την πιο κόκκινη και την πιο ώριμη από τις φράουλες και την έβαλε στο στόμα του.
«Τι νόστιμη!» είπε.
ΑΡΡΙΑΝΟΣ - Ἀλεξάνδρου Ἀνάβασις (4.13.3-4.14.4)
[4.13.3] Τοῦτον τὸν Ἑρμόλαον ἀλγήσαντα τῇ ὕβρει φράσαι πρὸς Σώστρατον τὸν Ἀμύντου, ἡλικιώτην τε ἑαυτοῦ καὶ ἐραστὴν ὄντα, ὅτι οὐ βιωτόν οἵ ἐστι μὴ τιμωρησαμένῳ Ἀλέξανδρον τῆς ὕβρεως, καὶ τὸν Σώστρατον οὐ χαλεπῶς συμπεῖσαι μετασχεῖν τοῦ ἔργου, ἅτε ἐρῶντα. [4.13.4] ὑπὸ τούτων δὲ ἀναπεισθῆναι Ἀντίπατρόν τε τὸν Ἀσκληπιοδώρου τοῦ Συρίας σατραπεύσαντος καὶ Ἐπιμένην τὸν Ἀρσαίου καὶ Ἀντικλέα τὸν Θεοκρίτου καὶ Φιλώταν τὸν Κάρσιδος τοῦ Θρᾳκός. ὡς οὖν περιῆκεν ἐς Ἀντίπατρον ἡ νυκτερινὴ φυλακή, ταύτῃ τῇ νυκτὶ ξυγκείμενον εἶναι ἀποκτεῖναι Ἀλέξανδρον, κοιμωμένῳ ἐπιπεσόντας.
[4.13.5] Υπάρχουν συγγραφείς που αναφέρουν ότι τυχαία ο Αλέξανδρος παρέτεινε την οινοποσία ως τα ξημερώματα, ο Αριστόβουλος όμως έγραψε τα εξής. Μία θεόπνευστη γυναίκα από τη Συρία ακολουθούσε τον Αλέξανδρο. Στην αρχή ο Αλέξανδρος και η ακολουθία του την περιγελούσαν, επειδή όμως φαίνονταν αληθινά όλα όσα έλεγε την ώρα της έμπνευσης, δεν την αντιμετώπιζε πια αδιάφορα ο Αλέξανδρος, αλλά η γυναίκα αυτή είχε την άδεια να προσέρχεται ελεύθερα στον βασιλιά νύχτα και μέρα, πολλές φορές μάλιστα να στέκεται πάνω του, όταν κοιμόταν. [4.13.6] Τότε, λοιπόν, ο Αλέξανδρος αποχωρώντας από το συμπόσιο την συνάντησε να έχει καταληφθεί από θεϊκή έμπνευση, και αυτήν τον παρακάλεσε να επιστρέψει και να συνεχίσει να πίνει όλη τη νύχτα. Επειδή νόμισε ο Αλέξανδρος ότι αυτό ήταν θεϊκό μήνυμα, επέστρεψε και εξακολούθησε να πίνει· έτσι απέτυχε η συνωμοσία των βασιλικών παίδων.
[4.13.7] Την επόμενη μέρα ο Επιμένης, ο γιος του Αρσαίου, ένας από αυτούς που μετείχαν στη συνωμοσία, μίλησε για την απόπειρα στον Χαρικλή, τον γιο του Μενάνδρου, που είχε γίνει εραστής του, και ο Χαρικλής το είπε στον Ευρύλοχο, τον αδελφό του Επιμένη. Και ο Ευρύλοχος επήγε στη σκηνή του Αλεξάνδρου και διηγήθηκε όλη την υπόθεση στον Πτολεμαίο, τον γιο του Λάγου, τον σωματοφύλακα. Και ο Πτολεμαίος το είπε στον Αλέξανδρο, ο οποίος διέταξε να συλληφθούν αυτοί που κατονόμασε ο Ευρύλοχος. Και αυτοί υποβλήθηκαν σε στρέβλωση και ομολόγησαν τα σχέδια για τη συνωμοσία και κατονόμασαν μερικούς άλλους ακόμη.
[4.14.1] Ο Αριστόβουλος αναφέρει ότι οι συνωμότες είπαν πως και ο Καλλισθένης τους παρακίνησε να το αποτολμήσουν. Ο Πτολεμαίος επίσης το αναφέρει, οι περισσότεροι όμως ιστορικοί δεν αναφέρουν τα ίδια, αλλά λένε ότι πίστεψε χωρίς δυσκολία ο Αλέξανδρος τη χειρότερη εκδοχή για τον Καλλισθένη, επειδή ήδη τον μισούσε και επειδή ο Ερμόλαος είχε φιλικές σχέσεις μαζί του. [4.14.2] Μερικοί συγγραφείς έγραψαν ακόμη και τα εξής: όταν οδηγήθηκε ο Ερμόλαος στην συνέλευση των Μακεδόνων, ομολόγησε ότι είχε συνωμοτήσει —γιατί, έλεγε, δεν ήταν πλέον ανεκτό για ελεύθερο άνδρα να υπομένει την αλαζονική συμπεριφορά του Αλεξάνδρου— και απαριθμούσε όλα του τα εγκλήματα, δηλαδή την παράνομη θανάτωση του Φιλώτα και την ακόμη πιο παράνομη εκτέλεση του Παρμενίωνα, του πατέρα του, και των άλλων που εκτελέσθηκαν τότε. Ανέφερε επίσης τον φόνο του Κλείτου πάνω στο μεθύσι και τη μηδική στολή και την προσκύνηση, που είχε αποφασισθεί και δεν είχε ακόμη σταματήσει, και τα συμπόσια και τα ξενύχτια του Αλεξάνδρου. Επειδή όλα αυτά δεν μπορούσε πια να τα υπομένει, θέλησε να ελευθερώσει τον εαυτό του και τους άλλους Μακεδόνες. [4.14.3] Αυτός, λοιπόν, ο Ερμόλαος και όσοι συνελήφθησαν μαζί του εκτελέσθηκαν με λιθοβολισμό από τους παρόντες Μακεδόνες. Για τον Καλλισθένη ο Αριστόβουλος αφηγείται ότι τον περιέφεραν αλυσοδεμένο στον στρατό και ότι πέθανε αργότερα από αρρώστια, ενώ ο Πτολεμαίος, ο γιος του Λάγου, ότι τον βασάνισαν με στρέβλωση και τον εκτέλεσαν με απαγχονισμό.
Έτσι, ακόμη και οι πιο αξιόπιστοι ιστορικοί, που τότε βρέθηκαν κοντά στον Αλέξανδρο, δεν έγραψαν τα ίδια για γεγονότα που τους ήταν γνωστά και δεν διέφυγαν την προσοχή τους. [4.14.4] Για τα ίδια αυτά γεγονότα άλλοι συγγραφείς παρέχουν πολλές και διαφορετικές αφηγήσεις, αλλά ας θεωρηθούν αρκετά όσα εγώ έγραψα. Αυτά βέβαια έγιναν λίγο αργότερα, αλλά τα αναφέρω εδώ μαζί με όσα συνέβησαν ανάμεσα στον Κλείτο και τον Αλέξανδρο, επειδή τα θεώρησα ότι είχαν σχέση με την αφήγησή μου.
[4.13.5] Ξυμβῆναι δὲ οἱ μὲν αὐτομάτως λέγουσιν ἔστε ‹ἐφ᾽› ἡμέραν πίνειν Ἀλέξανδρον, Ἀριστόβουλος δὲ ὧδε ἀνέγραψε. Σύραν γυναῖκα ἐφομαρτεῖν Ἀλεξάνδρῳ κάτοχον ἐκ τοῦ θείου γιγνομένην καὶ ταύτην τὸ μὲν πρῶτον γέλωτα εἶναι Ἀλεξάνδρῳ τε καὶ τοῖς ἀμφ᾽ αὐτόν· ὡς δὲ τὰ πάντα ἐν τῇ κατοχῇ ἀληθεύουσα ἐφαίνετο, οὐκέτι ἀμελεῖσθαι ὑπ᾽ Ἀλεξάνδρου, ἀλλ᾽ εἶναι γὰρ τῇ Σύρᾳ πρόσοδον πρὸς τὸν βασιλέα καὶ νύκτωρ καὶ μεθ᾽ ἡμέραν, καὶ καθεύδοντι πολλάκις ἤδη ἐπιστῆναι. [4.13.6] καὶ δὴ καὶ τότε ἀπαλλασσομένου ἐκ τοῦ πότου κατεχομένην ἐκ τοῦ θείου ἐντυχεῖν, καὶ δεῖσθαι ἐπανελθόντα πίνειν ὅλην τὴν νύκτα· καὶ Ἀλέξανδρον θεῖόν τι εἶναι νομίσαντα ἐπανελθεῖν τε καὶ πίνειν, καὶ οὕτως τοῖς παισὶ διαπεσεῖν τὸ ἔργον.
[4.13.7] Τῇ δὲ ὑστεραίᾳ Ἐπιμένης ὁ Ἀρσαίου τῶν μετεχόντων τῆς ἐπιβουλῆς φράζει τὴν πρᾶξιν Χαρικλεῖ τῷ Μενάνδρου, ἐραστῇ ἑαυτοῦ γεγονότι· Χαρικλῆς δὲ φράζει Εὐρυλόχῳ τῷ ἀδελφῷ τῷ Ἐπιμένους. καὶ ὁ Εὐρύλοχος ἐλθὼν ἐπὶ τὴν σκηνὴν τὴν Ἀλεξάνδρου Πτολεμαίῳ τῷ Λάγου τῷ σωματοφύλακι καταλέγει ἅπαν τὸ πρᾶγμα· ὁ δὲ Ἀλεξάνδρῳ ἔφρασε. καὶ ὁ Ἀλέξανδρος ξυλλαβεῖν κελεύει ὧν τὰ ὀνόματα εἶπεν ὁ Εὐρύλοχος· καὶ οὗτοι στρεβλούμενοι σφῶν τε αὐτῶν κατεῖπον τὴν ἐπιβουλὴν καί τινας καὶ ἄλλους ὠνόμασαν.
[4.14.1] Ἀριστόβουλος μὲν λέγει ὅτι καὶ Καλλισθένην ἐπᾶραι σφᾶς ἔφασαν ἐς τὸ τόλμημα· καὶ Πτολεμαῖος ὡσαύτως λέγει. οἱ δὲ πολλοὶ οὐ ταύτῃ λέγουσιν, ἀλλὰ διὰ μῖσος γὰρ τὸ ἤδη ὂν πρὸς Καλλισθένην ἐξ Ἀλεξάνδρου καὶ ὅτι ὁ Ἑρμόλαος ἐς τὰ μάλιστα ἐπιτήδειος ἦν τῷ Καλλισθένει, οὐ χαλεπῶς πιστεῦσαι τὰ χείρω ὑπὲρ Καλλισθένους Ἀλέξανδρον. [4.14.2] ἤδη δέ τινες καὶ τάδε ἀνέγραψαν, τὸν Ἑρμόλαον προαχθέντα ἐς τοὺς Μακεδόνας ὁμολογεῖν τε ἐπιβουλεῦσαι—καὶ γὰρ οὐκ εἶναι ἔτι ἐλευθέρῳ ἀνδρὶ φέρειν τὴν ὕβριν τὴν Ἀλεξάνδρου—πάντα καταλέγοντα, τήν τε Φιλώτα οὐκ ἔνδικον τελευτὴν καὶ ‹τὴν› τοῦ πατρὸς αὐτοῦ Παρμενίωνος ἔτι ἐκνομωτέραν καὶ τῶν ἄλλων τῶν τότε ἀποθανόντων, καὶ τὴν Κλείτου ἐν μέθῃ ἀναίρεσιν, καὶ τὴν ἐσθῆτα τὴν Μηδικήν, καὶ τὴν προσκύνησιν τὴν βουλευθεῖσαν καὶ οὔπω πεπαυμένην, καὶ πότους τε καὶ ὕπνους τοὺς Ἀλεξάνδρου· ταῦτα οὐ φέροντα ἔτι ἐλευθερῶσαι ἐθελῆσαι ἑαυτόν τε καὶ τοὺς ἄλλους Μακεδόνας. [4.14.3] τοῦτον μὲν δὴ αὐτόν τε καὶ τοὺς ξὺν αὐτῷ ξυλληφθέντας καταλευσθῆναι πρὸς τῶν παρόντων. Καλλισθένην δὲ Ἀριστόβουλος μὲν λέγει δεδεμένον ἐν πέδαις ξυμπεριάγεσθαι τῇ στρατιᾷ, ἔπειτα νόσῳ τελευτῆσαι, Πτολεμαῖος δὲ ὁ Λάγου στρεβλωθέντα καὶ κρεμασθέντα ἀποθανεῖν. οὕτως οὐδὲ οἱ πάνυ πιστοὶ ἐς τὴν ἀφήγησιν καὶ ξυγγενόμενοι ἐν τῷ τότε Ἀλεξάνδρῳ ὑπὲρ τῶν γνωρίμων τε καὶ οὐ λαθόντων σφᾶς ὅπως ἐπράχθη ξύμφωνα ἀνέγραψαν. [4.14.4] πολλὰ δὲ καὶ ἄλλα ὑπὲρ τούτων αὐτῶν ἄλλοι ἄλλως ἀφηγήσαντο, ἀλλ᾽ ἐμοὶ ταῦτα ἀποχρῶντα ἔστω ἀναγεγραμμένα. ταῦτα μὲν δὴ οὐ πολλῷ ὕστερον πραχθέντα ἐγὼ ἐν τοῖσδε τοῖς ἀμφὶ Κλεῖτον ξυνενεχθεῖσιν Ἀλεξάνδρου ἀνέγραψα, τούτοις μᾶλλόν τι οἰκεῖα ὑπολαβὼν ἐς τὴν ἀφήγησιν.
[4.13.7] Τῇ δὲ ὑστεραίᾳ Ἐπιμένης ὁ Ἀρσαίου τῶν μετεχόντων τῆς ἐπιβουλῆς φράζει τὴν πρᾶξιν Χαρικλεῖ τῷ Μενάνδρου, ἐραστῇ ἑαυτοῦ γεγονότι· Χαρικλῆς δὲ φράζει Εὐρυλόχῳ τῷ ἀδελφῷ τῷ Ἐπιμένους. καὶ ὁ Εὐρύλοχος ἐλθὼν ἐπὶ τὴν σκηνὴν τὴν Ἀλεξάνδρου Πτολεμαίῳ τῷ Λάγου τῷ σωματοφύλακι καταλέγει ἅπαν τὸ πρᾶγμα· ὁ δὲ Ἀλεξάνδρῳ ἔφρασε. καὶ ὁ Ἀλέξανδρος ξυλλαβεῖν κελεύει ὧν τὰ ὀνόματα εἶπεν ὁ Εὐρύλοχος· καὶ οὗτοι στρεβλούμενοι σφῶν τε αὐτῶν κατεῖπον τὴν ἐπιβουλὴν καί τινας καὶ ἄλλους ὠνόμασαν.
[4.14.1] Ἀριστόβουλος μὲν λέγει ὅτι καὶ Καλλισθένην ἐπᾶραι σφᾶς ἔφασαν ἐς τὸ τόλμημα· καὶ Πτολεμαῖος ὡσαύτως λέγει. οἱ δὲ πολλοὶ οὐ ταύτῃ λέγουσιν, ἀλλὰ διὰ μῖσος γὰρ τὸ ἤδη ὂν πρὸς Καλλισθένην ἐξ Ἀλεξάνδρου καὶ ὅτι ὁ Ἑρμόλαος ἐς τὰ μάλιστα ἐπιτήδειος ἦν τῷ Καλλισθένει, οὐ χαλεπῶς πιστεῦσαι τὰ χείρω ὑπὲρ Καλλισθένους Ἀλέξανδρον. [4.14.2] ἤδη δέ τινες καὶ τάδε ἀνέγραψαν, τὸν Ἑρμόλαον προαχθέντα ἐς τοὺς Μακεδόνας ὁμολογεῖν τε ἐπιβουλεῦσαι—καὶ γὰρ οὐκ εἶναι ἔτι ἐλευθέρῳ ἀνδρὶ φέρειν τὴν ὕβριν τὴν Ἀλεξάνδρου—πάντα καταλέγοντα, τήν τε Φιλώτα οὐκ ἔνδικον τελευτὴν καὶ ‹τὴν› τοῦ πατρὸς αὐτοῦ Παρμενίωνος ἔτι ἐκνομωτέραν καὶ τῶν ἄλλων τῶν τότε ἀποθανόντων, καὶ τὴν Κλείτου ἐν μέθῃ ἀναίρεσιν, καὶ τὴν ἐσθῆτα τὴν Μηδικήν, καὶ τὴν προσκύνησιν τὴν βουλευθεῖσαν καὶ οὔπω πεπαυμένην, καὶ πότους τε καὶ ὕπνους τοὺς Ἀλεξάνδρου· ταῦτα οὐ φέροντα ἔτι ἐλευθερῶσαι ἐθελῆσαι ἑαυτόν τε καὶ τοὺς ἄλλους Μακεδόνας. [4.14.3] τοῦτον μὲν δὴ αὐτόν τε καὶ τοὺς ξὺν αὐτῷ ξυλληφθέντας καταλευσθῆναι πρὸς τῶν παρόντων. Καλλισθένην δὲ Ἀριστόβουλος μὲν λέγει δεδεμένον ἐν πέδαις ξυμπεριάγεσθαι τῇ στρατιᾷ, ἔπειτα νόσῳ τελευτῆσαι, Πτολεμαῖος δὲ ὁ Λάγου στρεβλωθέντα καὶ κρεμασθέντα ἀποθανεῖν. οὕτως οὐδὲ οἱ πάνυ πιστοὶ ἐς τὴν ἀφήγησιν καὶ ξυγγενόμενοι ἐν τῷ τότε Ἀλεξάνδρῳ ὑπὲρ τῶν γνωρίμων τε καὶ οὐ λαθόντων σφᾶς ὅπως ἐπράχθη ξύμφωνα ἀνέγραψαν. [4.14.4] πολλὰ δὲ καὶ ἄλλα ὑπὲρ τούτων αὐτῶν ἄλλοι ἄλλως ἀφηγήσαντο, ἀλλ᾽ ἐμοὶ ταῦτα ἀποχρῶντα ἔστω ἀναγεγραμμένα. ταῦτα μὲν δὴ οὐ πολλῷ ὕστερον πραχθέντα ἐγὼ ἐν τοῖσδε τοῖς ἀμφὶ Κλεῖτον ξυνενεχθεῖσιν Ἀλεξάνδρου ἀνέγραψα, τούτοις μᾶλλόν τι οἰκεῖα ὑπολαβὼν ἐς τὴν ἀφήγησιν.
***
[4.13.3] Ο Ερμόλαος αυτός στενοχωρήθηκε για την προσβολή και είπε στον Σώστρατο, τον γιο του Αμύντα, που ήταν συνομήλικος και εραστής του, ότι δεν άξιζε πλέον να ζει, αν δεν εκδικηθεί τον Αλέξανδρο για την προσβολή. Και έπεισε χωρίς δυσκολία τον Σώστρατο να πάρει μέρος στη συνωμοσία, γιατί ήταν εραστής του. [4.13.4] Αυτοί πάλι έπεισαν τον Αντίπατρο, τον γιο του Ασκληπιόδωρου, ο οποίος υπηρέτησε σατράπης στη Συρία, και τον Επιμένη, τον γιο του Αρσαίου, και τον Αντικλή, τον γιο του Θεοκρίτου και τον Φιλώτα, τον γιο του Κάρση από τη Θράκη. Συμφωνήθηκε, λοιπόν, όταν ερχόταν η σειρά να φυλάξει ο Αντίπατρος νυχτερινή φρουρά, να σκοτώσουν εκείνη τη νύχτα τον Αλέξανδρο εφορμώντας εναντίον του, ενώ κοιμόταν.[4.13.5] Υπάρχουν συγγραφείς που αναφέρουν ότι τυχαία ο Αλέξανδρος παρέτεινε την οινοποσία ως τα ξημερώματα, ο Αριστόβουλος όμως έγραψε τα εξής. Μία θεόπνευστη γυναίκα από τη Συρία ακολουθούσε τον Αλέξανδρο. Στην αρχή ο Αλέξανδρος και η ακολουθία του την περιγελούσαν, επειδή όμως φαίνονταν αληθινά όλα όσα έλεγε την ώρα της έμπνευσης, δεν την αντιμετώπιζε πια αδιάφορα ο Αλέξανδρος, αλλά η γυναίκα αυτή είχε την άδεια να προσέρχεται ελεύθερα στον βασιλιά νύχτα και μέρα, πολλές φορές μάλιστα να στέκεται πάνω του, όταν κοιμόταν. [4.13.6] Τότε, λοιπόν, ο Αλέξανδρος αποχωρώντας από το συμπόσιο την συνάντησε να έχει καταληφθεί από θεϊκή έμπνευση, και αυτήν τον παρακάλεσε να επιστρέψει και να συνεχίσει να πίνει όλη τη νύχτα. Επειδή νόμισε ο Αλέξανδρος ότι αυτό ήταν θεϊκό μήνυμα, επέστρεψε και εξακολούθησε να πίνει· έτσι απέτυχε η συνωμοσία των βασιλικών παίδων.
[4.13.7] Την επόμενη μέρα ο Επιμένης, ο γιος του Αρσαίου, ένας από αυτούς που μετείχαν στη συνωμοσία, μίλησε για την απόπειρα στον Χαρικλή, τον γιο του Μενάνδρου, που είχε γίνει εραστής του, και ο Χαρικλής το είπε στον Ευρύλοχο, τον αδελφό του Επιμένη. Και ο Ευρύλοχος επήγε στη σκηνή του Αλεξάνδρου και διηγήθηκε όλη την υπόθεση στον Πτολεμαίο, τον γιο του Λάγου, τον σωματοφύλακα. Και ο Πτολεμαίος το είπε στον Αλέξανδρο, ο οποίος διέταξε να συλληφθούν αυτοί που κατονόμασε ο Ευρύλοχος. Και αυτοί υποβλήθηκαν σε στρέβλωση και ομολόγησαν τα σχέδια για τη συνωμοσία και κατονόμασαν μερικούς άλλους ακόμη.
[4.14.1] Ο Αριστόβουλος αναφέρει ότι οι συνωμότες είπαν πως και ο Καλλισθένης τους παρακίνησε να το αποτολμήσουν. Ο Πτολεμαίος επίσης το αναφέρει, οι περισσότεροι όμως ιστορικοί δεν αναφέρουν τα ίδια, αλλά λένε ότι πίστεψε χωρίς δυσκολία ο Αλέξανδρος τη χειρότερη εκδοχή για τον Καλλισθένη, επειδή ήδη τον μισούσε και επειδή ο Ερμόλαος είχε φιλικές σχέσεις μαζί του. [4.14.2] Μερικοί συγγραφείς έγραψαν ακόμη και τα εξής: όταν οδηγήθηκε ο Ερμόλαος στην συνέλευση των Μακεδόνων, ομολόγησε ότι είχε συνωμοτήσει —γιατί, έλεγε, δεν ήταν πλέον ανεκτό για ελεύθερο άνδρα να υπομένει την αλαζονική συμπεριφορά του Αλεξάνδρου— και απαριθμούσε όλα του τα εγκλήματα, δηλαδή την παράνομη θανάτωση του Φιλώτα και την ακόμη πιο παράνομη εκτέλεση του Παρμενίωνα, του πατέρα του, και των άλλων που εκτελέσθηκαν τότε. Ανέφερε επίσης τον φόνο του Κλείτου πάνω στο μεθύσι και τη μηδική στολή και την προσκύνηση, που είχε αποφασισθεί και δεν είχε ακόμη σταματήσει, και τα συμπόσια και τα ξενύχτια του Αλεξάνδρου. Επειδή όλα αυτά δεν μπορούσε πια να τα υπομένει, θέλησε να ελευθερώσει τον εαυτό του και τους άλλους Μακεδόνες. [4.14.3] Αυτός, λοιπόν, ο Ερμόλαος και όσοι συνελήφθησαν μαζί του εκτελέσθηκαν με λιθοβολισμό από τους παρόντες Μακεδόνες. Για τον Καλλισθένη ο Αριστόβουλος αφηγείται ότι τον περιέφεραν αλυσοδεμένο στον στρατό και ότι πέθανε αργότερα από αρρώστια, ενώ ο Πτολεμαίος, ο γιος του Λάγου, ότι τον βασάνισαν με στρέβλωση και τον εκτέλεσαν με απαγχονισμό.
Έτσι, ακόμη και οι πιο αξιόπιστοι ιστορικοί, που τότε βρέθηκαν κοντά στον Αλέξανδρο, δεν έγραψαν τα ίδια για γεγονότα που τους ήταν γνωστά και δεν διέφυγαν την προσοχή τους. [4.14.4] Για τα ίδια αυτά γεγονότα άλλοι συγγραφείς παρέχουν πολλές και διαφορετικές αφηγήσεις, αλλά ας θεωρηθούν αρκετά όσα εγώ έγραψα. Αυτά βέβαια έγιναν λίγο αργότερα, αλλά τα αναφέρω εδώ μαζί με όσα συνέβησαν ανάμεσα στον Κλείτο και τον Αλέξανδρο, επειδή τα θεώρησα ότι είχαν σχέση με την αφήγησή μου.
Τετάρτη 11 Αυγούστου 2021
ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΣΟΦΟΚΛΗΣ - Οἰδίπους ἐπὶ Κολωνῷ (421-460)
ΟΙ. ἀλλ᾽ οἱ θεοί σφιν μήτε τὴν πεπρωμένην
ἔριν κατασβέσειαν, ἐν δ᾽ ἐμοὶ τέλος
αὐτοῖν γένοιτο τῆσδε τῆς μάχης πέρι
ἧς νῦν ἔχονται κἀπαναίρονται δόρυ·
425 ὡς οὔτ᾽ ἂν ὃς νῦν σκῆπτρα καὶ θρόνους ἔχει
μείνειεν, οὔτ᾽ ἂν οὑξεληλυθὼς πάλιν
ἔλθοι ποτ᾽ αὖθις· οἵ γε τὸν φύσαντ᾽ ἐμὲ
οὕτως ἀτίμως πατρίδος ἐξωθούμενον
οὐκ ἔσχον οὐδ᾽ ἤμυναν, ἀλλ᾽ ἀνάστατος
430 αὐτοῖν ἐπέμφθην κἀξεκηρύχθην φυγάς.
εἴποις ἂν ὡς θέλοντι τοῦτ᾽ ἐμοὶ τότε
πόλις τὸ δῶρον εἰκότως κατῄνεσεν.
οὐ δῆτ᾽, ἐπεί τοι τὴν μὲν αὐτίχ᾽ ἡμέραν,
ὁπηνίκ᾽ ἔζει θυμός, ἥδιστον δέ μοι
435 τὸ κατθανεῖν ἦν καὶ τὸ λευσθῆναι πέτροις,
οὐδεὶς ἔρωτ᾽ ἐς τόνδ᾽ ἐφαίνετ᾽ ὠφελῶν·
χρόνῳ δ᾽, ὅτ᾽ ἤδη πᾶς ὁ μόχθος ἦν πέπων,
κἀμάνθανον τὸν θυμὸν ἐκδραμόντα μοι
μείζω κολαστὴν τῶν πρὶν ἡμαρτημένων,
440 τὸ τηνίκ᾽ ἤδη τοῦτο μὲν πόλις βίᾳ
ἤλαυνέ μ᾽ ἐκ γῆς χρόνιον, οἱ δ᾽ ἐπωφελεῖν,
οἱ τοῦ πατρός, τῷ πατρὶ δυνάμενοι τὸ δρᾶν
οὐκ ἠθέλησαν, ἀλλ᾽ ἔπους σμικροῦ χάριν
φυγάς σφιν ἔξω πτωχὸς ἠλώμην ἀεί.
445 ἐκ τοῖνδε δ᾽, οὔσαιν παρθένοιν, ὅσον φύσις
δίδωσιν αὐταῖν, καὶ τροφὰς ἔχω βίου
καὶ γῆς ἄδειαν καὶ γένους ἐπάρκεσιν·
τὼ δ᾽ ἀντὶ τοῦ φύσαντος εἱλέσθην θρόνους
καὶ σκῆπτρα κραίνειν καὶ τυραννεύειν χθονός.
450 ἀλλ᾽ οὔ τι μὴ λάχωσι τοῦδε συμμάχου,
οὐδέ σφιν ἀρχῆς τῆσδε Καδμείας ποτὲ
ὄνησις ἥξει· τοῦτ᾽ ἐγᾦδα, τῆσδέ τε
μαντεῖ᾽ ἀκούων, συννοῶν τε τἀξ ἐμοῦ
παλαίφαθ᾽ ἁμοὶ Φοῖβος ἤνυσέν ποτε.
455 πρὸς ταῦτα καὶ Κρέοντα πεμπόντων ἐμοῦ
μαστῆρα, κεἴ τις ἄλλος ἐν πόλει σθένει.
ἐὰν γὰρ ὑμεῖς, ὦ ξένοι, θέλητ᾽ ὁμοῦ
σὺν ταῖσδε ταῖς σεμναῖσι δημούχοις θεαῖς
ἀλκὴν ποεῖσθαι, τῇδε μὲν πόλει μέγαν
460 σωτῆρ᾽ ἀρεῖσθε, τοῖς δ᾽ ἐμοῖς ἐχθροῖς πόνους.
ἔριν κατασβέσειαν, ἐν δ᾽ ἐμοὶ τέλος
αὐτοῖν γένοιτο τῆσδε τῆς μάχης πέρι
ἧς νῦν ἔχονται κἀπαναίρονται δόρυ·
425 ὡς οὔτ᾽ ἂν ὃς νῦν σκῆπτρα καὶ θρόνους ἔχει
μείνειεν, οὔτ᾽ ἂν οὑξεληλυθὼς πάλιν
ἔλθοι ποτ᾽ αὖθις· οἵ γε τὸν φύσαντ᾽ ἐμὲ
οὕτως ἀτίμως πατρίδος ἐξωθούμενον
οὐκ ἔσχον οὐδ᾽ ἤμυναν, ἀλλ᾽ ἀνάστατος
430 αὐτοῖν ἐπέμφθην κἀξεκηρύχθην φυγάς.
εἴποις ἂν ὡς θέλοντι τοῦτ᾽ ἐμοὶ τότε
πόλις τὸ δῶρον εἰκότως κατῄνεσεν.
οὐ δῆτ᾽, ἐπεί τοι τὴν μὲν αὐτίχ᾽ ἡμέραν,
ὁπηνίκ᾽ ἔζει θυμός, ἥδιστον δέ μοι
435 τὸ κατθανεῖν ἦν καὶ τὸ λευσθῆναι πέτροις,
οὐδεὶς ἔρωτ᾽ ἐς τόνδ᾽ ἐφαίνετ᾽ ὠφελῶν·
χρόνῳ δ᾽, ὅτ᾽ ἤδη πᾶς ὁ μόχθος ἦν πέπων,
κἀμάνθανον τὸν θυμὸν ἐκδραμόντα μοι
μείζω κολαστὴν τῶν πρὶν ἡμαρτημένων,
440 τὸ τηνίκ᾽ ἤδη τοῦτο μὲν πόλις βίᾳ
ἤλαυνέ μ᾽ ἐκ γῆς χρόνιον, οἱ δ᾽ ἐπωφελεῖν,
οἱ τοῦ πατρός, τῷ πατρὶ δυνάμενοι τὸ δρᾶν
οὐκ ἠθέλησαν, ἀλλ᾽ ἔπους σμικροῦ χάριν
φυγάς σφιν ἔξω πτωχὸς ἠλώμην ἀεί.
445 ἐκ τοῖνδε δ᾽, οὔσαιν παρθένοιν, ὅσον φύσις
δίδωσιν αὐταῖν, καὶ τροφὰς ἔχω βίου
καὶ γῆς ἄδειαν καὶ γένους ἐπάρκεσιν·
τὼ δ᾽ ἀντὶ τοῦ φύσαντος εἱλέσθην θρόνους
καὶ σκῆπτρα κραίνειν καὶ τυραννεύειν χθονός.
450 ἀλλ᾽ οὔ τι μὴ λάχωσι τοῦδε συμμάχου,
οὐδέ σφιν ἀρχῆς τῆσδε Καδμείας ποτὲ
ὄνησις ἥξει· τοῦτ᾽ ἐγᾦδα, τῆσδέ τε
μαντεῖ᾽ ἀκούων, συννοῶν τε τἀξ ἐμοῦ
παλαίφαθ᾽ ἁμοὶ Φοῖβος ἤνυσέν ποτε.
455 πρὸς ταῦτα καὶ Κρέοντα πεμπόντων ἐμοῦ
μαστῆρα, κεἴ τις ἄλλος ἐν πόλει σθένει.
ἐὰν γὰρ ὑμεῖς, ὦ ξένοι, θέλητ᾽ ὁμοῦ
σὺν ταῖσδε ταῖς σεμναῖσι δημούχοις θεαῖς
ἀλκὴν ποεῖσθαι, τῇδε μὲν πόλει μέγαν
460 σωτῆρ᾽ ἀρεῖσθε, τοῖς δ᾽ ἐμοῖς ἐχθροῖς πόνους.
***
ΟΙ. Άμποτε οι θεοί την πεπρωμένη τους διχόνοια
να μην τη σβήσουν, αλλά σ᾽ εμένα την απόφαση ν᾽ αφήσουν
ποιό τέλος μέλλεται στη μάχη τους, που τώρα κρέμονται
κι οι δυο τους απ᾽ αυτή, ένας στον άλλον κραδαίνοντας το δόρυ.
425 Μήτε λοιπόν εκείνος που κρατεί σκήπτρο και θρόνο,
εκεί να κρατηθεί, μήτε κι ο άλλος που βγήκε από την πόλη,
να ξαναμπεί ποτέ σ᾽ αυτήν. Που τον γονιό τους,
όταν άτιμα απ᾽ την πατρίδα τον απόδιωξαν,
ούτε τον κράτησαν αυτοί ούτε και τον προστάτεψαν,
αλλά ανέχτηκαν κι οι δυο να πεταχτεί στον δρόμο,
430 εξόριστος να κηρυχτεί.
Μπορείς ίσως να πεις, εγώ το θέλησα, κι εύλογα
η πόλη τη χάρη αυτή μου παραχώρησε.
Όχι, σου λέω, όχι. Γιατί τη μέρα εκείνη
που μέσα μου έβραζε ο θυμός κι έλεγα πιο γλυκός
435 ο θάνατος, ας με λιθοβολήσουν, κανείς
δεν θέλησε σ᾽ αυτή μου τη λαχτάρα να συντρέξει.
Και μόνον όταν, με το πέρασμα του χρόνου, ωρίμασε
ο μεγάλος σπαραγμός, όταν πια συναισθάνθηκα πόσο ξεστράτισε
η οργή μου εκείνη, γυρεύοντας εκδίκηση
σκληρότερη για τα παλιά μου κρίματα,
έγινε αυτό που έγινε· μετά από χρόνια
440 η πόλη βίαια από τη γη της μ᾽ εξορίζει,
κι αυτοί που θα μπορούσαν, γιοι του πατέρα τους,
χέρι να δώσουν στον πατέρα τους, αρνήθηκαν
να κάνουν κάτι· ενώ θ᾽ αρκούσε ένας μικρός τους λόγος,
πήρα εξαιτίας τους της εξορίας τον δρόμο,
κι έτσι φτωχός εδώ κι εκεί παράδερνα.
445 Αντίθετα, κι ας είναι κόρες, απ᾽ αυτές, όσο
το επιτρέπει η φύση τους, έχω τα μέσα για να ζω,
γωνιά να βάλω το κεφάλι μου, δικούς να με στηρίζουν.
Ενώ εκείνοι οι δυο, αντί για τον πατέρα τους,
προτίμησαν θρόνους και σκήπτρα να κρατούν,
σαν τύραννοι στον τόπο τους να βασιλεύουν.
450 Αλλά μη νοιάζεσαι, δεν πρόκειται σ᾽ εμένα σύμμαχο να βρουν·
μήτε ποτέ θα τους προκύψει όφελος,
από την εξουσία τους στη Θήβα.
Το ξέρω αυτό καλά, ακούγοντας και τις μαντείες της κόρης μου,
συγκρίνοντας με τους παλιούς χρησμούς
που ο Φοίβος κάποτε έδωσε σ᾽ εμένα, και μου βγήκαν.
455 Μετά απ᾽ αυτά, ας στείλουν και τον Κρέοντα σε ζήτησή μου,
ή κι όποιον άλλον έχει αξίωμα στην πόλη.
Φτάνει εσείς να το θελήσετε, καλοί μου ξένοι, μαζί
με τις σεμνές θεές που τους ανήκει ο τόπος,
να με στηρίξετε γερά, οπότε εξασφαλίζετε
στην πόλη σας σπουδαίο σωτήρα και στους εχθρούς μου
460 την εκδίκησή μου που θα τους πονέσει.
ΟΙ. Άμποτε οι θεοί την πεπρωμένη τους διχόνοια
να μην τη σβήσουν, αλλά σ᾽ εμένα την απόφαση ν᾽ αφήσουν
ποιό τέλος μέλλεται στη μάχη τους, που τώρα κρέμονται
κι οι δυο τους απ᾽ αυτή, ένας στον άλλον κραδαίνοντας το δόρυ.
425 Μήτε λοιπόν εκείνος που κρατεί σκήπτρο και θρόνο,
εκεί να κρατηθεί, μήτε κι ο άλλος που βγήκε από την πόλη,
να ξαναμπεί ποτέ σ᾽ αυτήν. Που τον γονιό τους,
όταν άτιμα απ᾽ την πατρίδα τον απόδιωξαν,
ούτε τον κράτησαν αυτοί ούτε και τον προστάτεψαν,
αλλά ανέχτηκαν κι οι δυο να πεταχτεί στον δρόμο,
430 εξόριστος να κηρυχτεί.
Μπορείς ίσως να πεις, εγώ το θέλησα, κι εύλογα
η πόλη τη χάρη αυτή μου παραχώρησε.
Όχι, σου λέω, όχι. Γιατί τη μέρα εκείνη
που μέσα μου έβραζε ο θυμός κι έλεγα πιο γλυκός
435 ο θάνατος, ας με λιθοβολήσουν, κανείς
δεν θέλησε σ᾽ αυτή μου τη λαχτάρα να συντρέξει.
Και μόνον όταν, με το πέρασμα του χρόνου, ωρίμασε
ο μεγάλος σπαραγμός, όταν πια συναισθάνθηκα πόσο ξεστράτισε
η οργή μου εκείνη, γυρεύοντας εκδίκηση
σκληρότερη για τα παλιά μου κρίματα,
έγινε αυτό που έγινε· μετά από χρόνια
440 η πόλη βίαια από τη γη της μ᾽ εξορίζει,
κι αυτοί που θα μπορούσαν, γιοι του πατέρα τους,
χέρι να δώσουν στον πατέρα τους, αρνήθηκαν
να κάνουν κάτι· ενώ θ᾽ αρκούσε ένας μικρός τους λόγος,
πήρα εξαιτίας τους της εξορίας τον δρόμο,
κι έτσι φτωχός εδώ κι εκεί παράδερνα.
445 Αντίθετα, κι ας είναι κόρες, απ᾽ αυτές, όσο
το επιτρέπει η φύση τους, έχω τα μέσα για να ζω,
γωνιά να βάλω το κεφάλι μου, δικούς να με στηρίζουν.
Ενώ εκείνοι οι δυο, αντί για τον πατέρα τους,
προτίμησαν θρόνους και σκήπτρα να κρατούν,
σαν τύραννοι στον τόπο τους να βασιλεύουν.
450 Αλλά μη νοιάζεσαι, δεν πρόκειται σ᾽ εμένα σύμμαχο να βρουν·
μήτε ποτέ θα τους προκύψει όφελος,
από την εξουσία τους στη Θήβα.
Το ξέρω αυτό καλά, ακούγοντας και τις μαντείες της κόρης μου,
συγκρίνοντας με τους παλιούς χρησμούς
που ο Φοίβος κάποτε έδωσε σ᾽ εμένα, και μου βγήκαν.
455 Μετά απ᾽ αυτά, ας στείλουν και τον Κρέοντα σε ζήτησή μου,
ή κι όποιον άλλον έχει αξίωμα στην πόλη.
Φτάνει εσείς να το θελήσετε, καλοί μου ξένοι, μαζί
με τις σεμνές θεές που τους ανήκει ο τόπος,
να με στηρίξετε γερά, οπότε εξασφαλίζετε
στην πόλη σας σπουδαίο σωτήρα και στους εχθρούς μου
460 την εκδίκησή μου που θα τους πονέσει.
Αρχαϊκή Επική Ποίηση: Από την Ιλιάδα στην Οδύσσεια, 5. Εξωτερική αφήγηση και εσωτερικές διηγήσεις
5.2.1. Ο χώρος
Φαίνεται λοιπόν ότι ο καταλληλότερος στη συγκεκριμένη περίπτωση χώρος είναι ο εσωτερικός, είτε πρόκειται για αίθουσα ενός παλατιού είτε για το καλύβι ενός χοιροβοσκού, επειδή προσφέρει μεγαλύτερη άνεση τόσο στον αφηγητή όσο και στους ακροατές του. Ο εσωτερικός αυτός χώρος αυξομειώνεται ανάλογα με τον αριθμό των ακροατών: έτσι το διευρυμένο ακροατήριο απαιτεί μεγάλο χώρο· το περιορισμένο, που μπορεί να φτάνει και στον ένα ακροατή, μικρότερο ή και μικροσκοπικό χώρο. Και στις δύο πάντως εκδοχές ο αφηγηματικός χώρος λειτουργεί ως σκηνικό της εσωτερικής διήγησης και συνάμα ως ηχείο της, που αντηχεί τη φωνή του διηγητή και απορροφά την προσηλωμένη σιωπή των ακροατών.
Ωστόσο, ο κανόνας του εσωτερικού χώρου έχει και εξαιρέσεις, οπότε αντιστρέφεται σε εξωτερικό χώρο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η εκτενής αφήγηση του Νέστορα στο πρώτο μέρος της τρίτης ραψωδίας (γ 1-328). Ο νεαρός Τηλέμαχος, συνοδευόμενος από τη μεταμορφωμένη σε Μέντορα Αθηνά, φτάνει με το ιθακήσιο καράβι στο λιμάνι της Πύλου. Μόλις έχει ανατείλει ο ήλιος φωτίζοντας το περιγιάλι, όπου οι Πύλιοι τελούν θυσία στον κυανοχαίτη Ποσειδώνα ταύρους κατάμαυρους. Αλλά ο ποιητής επιμένει στην επιμέρους σκηνοθεσία του παράλιου χώρου: εννιά σειρές έδρανα, κάθε σειρά και πεντακόσιοι Πύλιοι καθιστοί· μπροστά στην καθεμιά σειρά εννιά σφαγμένοι μαύροι ταύροι. Ευδιάκριτος ανάμεσα στους γιους του ο σεβάσμιος Νέστορας, γιος του Νηλέα, βασιλιάς της Πύλου επί τρεις γενιές.
Αυτό το κατάμεστο αλλά εύτακτο σκηνικό πρέπει να διασχίσει ο Τηλέμαχος, πλησιάζοντας τον Νέστορα, αποφασισμένος να τον ρωτήσει για την άδηλη τύχη του πατέρα του. Έτσι ανοίγει η αυλαία της διήγησης του βασιλιά της Πύλου: απόλογος, που μοιράζεται στα δύο, με θέμα τον μετατρωικό νόστο (δικό του και των άλλων Αχαιών), όπου, από ένα σημείο και πέρα, χάνεται το στίγμα του αναζητούμενου Οδυσσέα.
Χαρακτηρίστηκε ο εξωτερικός αυτός χώρος εύτακτος και μεστός, στοιχεία που ορίζουν τη σκηνική του ταυτότητα. Πρόκειται δηλαδή για οργανωμένο χώρο, σε μορφή μάλλον ιερού. Οι εννιά σειρές καθισμάτων κατά κάποιον τρόπο τον περιορίζουν, εφόσον τις φανταστούμε κυκλικά ή ημικυκλικά διατεταγμένες. Παρά ταύτα, η αρένα φαίνεται τεράστια, αν πρέπει να πιστέψουμε τους αριθμούς, στους οποίους επιμένει ο εξωτερικός αφηγητής: πεντακόσιοι πολίτες σε καθεμιά από τις εννιά σειρές μάς κάνουν τεσσερισήμισι χιλιάδες ψυχές· εννιά ταύροι μπροστά σε κάθε σειρά μάς δίνουν άθροισμα ογδόντα ένας. Απίστευτος για την εποχή αριθμός ανθρώπων και σφαγίων. Υπερβολή ίσως ποιητική, που θέλει ωστόσο κάτι να υποδείξει: πως όλοι οι κάτοικοι της Πύλου έχουν μαζευτεί στην παράλια αυτή τελετή, όπου λατρεύεται με θυσίες πολυάριθμων ταύρων ο κοσμοσείστης θεός της θάλασσας.
Σ᾽ αυτό τον ρυθμισμένο εξωτερικό χώρο ακούγεται η εσωτερική αφήγηση του Νέστορα, που με τον πρόλογό της πιάνει πάνω από διακόσιους πενήντα στίχους. Η αλήθεια είναι πως, όση ώρα διηγείται ο Νέστορας και ακροάται ο Τηλέμαχος με τη μεταμορφωμένη θεά στο πλάι του, ο περιβάλλων χώρος συμμαζεύεται, μαζί του επισκιάζεται και το πλήθος των Πυλίων. Η προσοχή τώρα εστιάζεται στον διηγητή και στους δύο ακροατές του. Στο μεταξύ εσωτερικοί και εξωτερικοί ακροατές καλούνται να φανταστούν τους διαδοχικούς χώρους στους οποίους τους μετακινεί και τους σταθμεύει η διήγηση του Νέστορα. Όπως κι αν έχει το πράγμα, ο εξωτερικός χώρος της εσωτερικής αυτής διήγησης, αν συγκριθεί μάλιστα με τους κλειστούς χώρους των άλλων εσωτερικών διηγήσεων της Οδύσσειας, επιτρέπει να καταλήξουμε σε κάποια γενικότερα συμπεράσματα για την απαγγελία των επών στην αρχαϊκή εποχή.
Οι ραψωδικές απαγγελίες στα χρόνια του Ομήρου (νωρίτερα και αργότερα) δεν περιορίζονται μόνο στο βασιλικό παλάτι, προς τέρψη και δόξα του βασιλιά και των αρχόντων που τον περιβάλλουν, όπως ισχυρίζονται κάποιοι ομηριστές. Έβγαιναν και παραέξω, στην αγορά και στα ιερά, μπροστά σε όλο τον κόσμο και για χάρη του. Όπως οι επαγγελματίες αοιδοί, έτσι και οι ραψωδοί ψυχαγωγούσαν τους πολίτες σε πάνδημες γιορτές και αγώνες απαγγέλλοντας. Είδαμε εξάλλου ότι στο νησί των Φαιάκων ο Δημόδοκος τραγουδά τα τραγούδια του όχι μόνο στον κλειστό χώρο του παλατιού αλλά και στην πάνδημη αγορά, συμπληρώνοντας αθλητικούς και χορευτικούς αγώνες. Επομένως, μπορεί ο εσωτερικός χώρος να προσφέρεται καλύτερα στις εσωτερικές διηγήσεις, αλλά δεν αποκλείεται και ο εξωτερικός χώρος, αν το επιβάλλει η περίσταση. Έτσι, παλάτι και αγορά εναλλάσσονται· η μία εκδοχή δεν αποκλείει την άλλη. Το φάσμα μάλιστα αυτό συμπληρώνεται συγκινητικά, αν συνυπολογιστεί και ο χώρος όπου διαμείβονται η πλαστή αφήγηση του Οδυσσέα και η αυτοβιογραφική του Εύμαιου: εδώ φιλοξενεί τις δύο διηγήσεις ένα ταπεινό καλύβι σε περίφραχτο απόμερο χοιροστάσι (ξ 191-359 και ο 389-484).
Φαίνεται λοιπόν ότι ο καταλληλότερος στη συγκεκριμένη περίπτωση χώρος είναι ο εσωτερικός, είτε πρόκειται για αίθουσα ενός παλατιού είτε για το καλύβι ενός χοιροβοσκού, επειδή προσφέρει μεγαλύτερη άνεση τόσο στον αφηγητή όσο και στους ακροατές του. Ο εσωτερικός αυτός χώρος αυξομειώνεται ανάλογα με τον αριθμό των ακροατών: έτσι το διευρυμένο ακροατήριο απαιτεί μεγάλο χώρο· το περιορισμένο, που μπορεί να φτάνει και στον ένα ακροατή, μικρότερο ή και μικροσκοπικό χώρο. Και στις δύο πάντως εκδοχές ο αφηγηματικός χώρος λειτουργεί ως σκηνικό της εσωτερικής διήγησης και συνάμα ως ηχείο της, που αντηχεί τη φωνή του διηγητή και απορροφά την προσηλωμένη σιωπή των ακροατών.
Ωστόσο, ο κανόνας του εσωτερικού χώρου έχει και εξαιρέσεις, οπότε αντιστρέφεται σε εξωτερικό χώρο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η εκτενής αφήγηση του Νέστορα στο πρώτο μέρος της τρίτης ραψωδίας (γ 1-328). Ο νεαρός Τηλέμαχος, συνοδευόμενος από τη μεταμορφωμένη σε Μέντορα Αθηνά, φτάνει με το ιθακήσιο καράβι στο λιμάνι της Πύλου. Μόλις έχει ανατείλει ο ήλιος φωτίζοντας το περιγιάλι, όπου οι Πύλιοι τελούν θυσία στον κυανοχαίτη Ποσειδώνα ταύρους κατάμαυρους. Αλλά ο ποιητής επιμένει στην επιμέρους σκηνοθεσία του παράλιου χώρου: εννιά σειρές έδρανα, κάθε σειρά και πεντακόσιοι Πύλιοι καθιστοί· μπροστά στην καθεμιά σειρά εννιά σφαγμένοι μαύροι ταύροι. Ευδιάκριτος ανάμεσα στους γιους του ο σεβάσμιος Νέστορας, γιος του Νηλέα, βασιλιάς της Πύλου επί τρεις γενιές.
Αυτό το κατάμεστο αλλά εύτακτο σκηνικό πρέπει να διασχίσει ο Τηλέμαχος, πλησιάζοντας τον Νέστορα, αποφασισμένος να τον ρωτήσει για την άδηλη τύχη του πατέρα του. Έτσι ανοίγει η αυλαία της διήγησης του βασιλιά της Πύλου: απόλογος, που μοιράζεται στα δύο, με θέμα τον μετατρωικό νόστο (δικό του και των άλλων Αχαιών), όπου, από ένα σημείο και πέρα, χάνεται το στίγμα του αναζητούμενου Οδυσσέα.
Χαρακτηρίστηκε ο εξωτερικός αυτός χώρος εύτακτος και μεστός, στοιχεία που ορίζουν τη σκηνική του ταυτότητα. Πρόκειται δηλαδή για οργανωμένο χώρο, σε μορφή μάλλον ιερού. Οι εννιά σειρές καθισμάτων κατά κάποιον τρόπο τον περιορίζουν, εφόσον τις φανταστούμε κυκλικά ή ημικυκλικά διατεταγμένες. Παρά ταύτα, η αρένα φαίνεται τεράστια, αν πρέπει να πιστέψουμε τους αριθμούς, στους οποίους επιμένει ο εξωτερικός αφηγητής: πεντακόσιοι πολίτες σε καθεμιά από τις εννιά σειρές μάς κάνουν τεσσερισήμισι χιλιάδες ψυχές· εννιά ταύροι μπροστά σε κάθε σειρά μάς δίνουν άθροισμα ογδόντα ένας. Απίστευτος για την εποχή αριθμός ανθρώπων και σφαγίων. Υπερβολή ίσως ποιητική, που θέλει ωστόσο κάτι να υποδείξει: πως όλοι οι κάτοικοι της Πύλου έχουν μαζευτεί στην παράλια αυτή τελετή, όπου λατρεύεται με θυσίες πολυάριθμων ταύρων ο κοσμοσείστης θεός της θάλασσας.
Σ᾽ αυτό τον ρυθμισμένο εξωτερικό χώρο ακούγεται η εσωτερική αφήγηση του Νέστορα, που με τον πρόλογό της πιάνει πάνω από διακόσιους πενήντα στίχους. Η αλήθεια είναι πως, όση ώρα διηγείται ο Νέστορας και ακροάται ο Τηλέμαχος με τη μεταμορφωμένη θεά στο πλάι του, ο περιβάλλων χώρος συμμαζεύεται, μαζί του επισκιάζεται και το πλήθος των Πυλίων. Η προσοχή τώρα εστιάζεται στον διηγητή και στους δύο ακροατές του. Στο μεταξύ εσωτερικοί και εξωτερικοί ακροατές καλούνται να φανταστούν τους διαδοχικούς χώρους στους οποίους τους μετακινεί και τους σταθμεύει η διήγηση του Νέστορα. Όπως κι αν έχει το πράγμα, ο εξωτερικός χώρος της εσωτερικής αυτής διήγησης, αν συγκριθεί μάλιστα με τους κλειστούς χώρους των άλλων εσωτερικών διηγήσεων της Οδύσσειας, επιτρέπει να καταλήξουμε σε κάποια γενικότερα συμπεράσματα για την απαγγελία των επών στην αρχαϊκή εποχή.
Οι ραψωδικές απαγγελίες στα χρόνια του Ομήρου (νωρίτερα και αργότερα) δεν περιορίζονται μόνο στο βασιλικό παλάτι, προς τέρψη και δόξα του βασιλιά και των αρχόντων που τον περιβάλλουν, όπως ισχυρίζονται κάποιοι ομηριστές. Έβγαιναν και παραέξω, στην αγορά και στα ιερά, μπροστά σε όλο τον κόσμο και για χάρη του. Όπως οι επαγγελματίες αοιδοί, έτσι και οι ραψωδοί ψυχαγωγούσαν τους πολίτες σε πάνδημες γιορτές και αγώνες απαγγέλλοντας. Είδαμε εξάλλου ότι στο νησί των Φαιάκων ο Δημόδοκος τραγουδά τα τραγούδια του όχι μόνο στον κλειστό χώρο του παλατιού αλλά και στην πάνδημη αγορά, συμπληρώνοντας αθλητικούς και χορευτικούς αγώνες. Επομένως, μπορεί ο εσωτερικός χώρος να προσφέρεται καλύτερα στις εσωτερικές διηγήσεις, αλλά δεν αποκλείεται και ο εξωτερικός χώρος, αν το επιβάλλει η περίσταση. Έτσι, παλάτι και αγορά εναλλάσσονται· η μία εκδοχή δεν αποκλείει την άλλη. Το φάσμα μάλιστα αυτό συμπληρώνεται συγκινητικά, αν συνυπολογιστεί και ο χώρος όπου διαμείβονται η πλαστή αφήγηση του Οδυσσέα και η αυτοβιογραφική του Εύμαιου: εδώ φιλοξενεί τις δύο διηγήσεις ένα ταπεινό καλύβι σε περίφραχτο απόμερο χοιροστάσι (ξ 191-359 και ο 389-484).
Η βία και η σχέση της με τον φόβο
Η βία είναι ένα φαινόμενο που απασχολεί τον άνθρωπο διαχρονικά. Μπορεί κάποιος να προσεγγίσει το φαινόμενο από όλες τις επιστήμες που ασχολούνται με τον άνθρωπο και την οργάνωση των κοινωνιών του. Στον τομέα της ψυχολογίας υπάρχουν επίσης προσεγγίσεις που φωτίζουν την ψυχολογία του ατόμου, των σχέσεων, των συστημάτων, των ομάδων, της εκπαίδευσης κ.τ.λ.
Εδώ σ' αυτήν την ανάλυση θα ήθελα να φωτίσω τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στη βία και το φόβο, το βαθύ, μακροχρόνιο ανέκφραστο και καταπιεσμένο φόβο, ο οποίος ορίζει τις συμπεριφορές των ανθρώπων, λειτουργεί υποσυνείδητα και καθορίζει τις επιλογές τους σε πολλά επίπεδα.
Ποιος είναι λοιπόν αυτός ο φόβος και πώς δημιουργείται;
Βαθύς καταπιεσμένος φόβος
Η ζωτική ανάγκη του ανθρώπου για να μπορέσει ψυχολογικά να ζήσει και να αναπτυχθεί είναι η άνευ όρων αποδοχή και αγάπη. Όταν οι ανάγκες αυτές δεν εκπληρωθούν ιδιαιτέρως στη βρεφική, παιδική και εφηβική ηλικία τότε οι άνθρωποι αυτοί είναι ήδη κλονισμένοι. Η έλλειψη αυτή τους δημιουργεί ένα βαθύ πόνο που δεν έχουν τη δυνατότητα να τον συνειδητοποιήσουν τη στιγμή που γεννιέται και κατ' επέκταση να τον εκφράσουν.
Για να μπορέσουν να αντέξουν αυτόν τον πόνο φτιάχνουν διάφορα σχήματα στο μυαλό τους για να τον εξηγήσουν και να τον τακτοποιήσουν στο νοητικό τους επίπεδο. Βαθιά μέσα τους υπάρχει ανείπωτος πόνος. Τα νοητικά αυτά σχήματα κάποιους τους οδηγούν να αναπτύσσουν ένα τεράστιο ενοχικό πλέγμα μέσα από το οποίο αντιλαμβάνονται τον κόσμο γύρω τους.
Κάποιους άλλους αυτά τα νοητικά σχήματα τους κάνουν να έχουν αμφιβολίες για όλα οπότε γίνονται σκεπτικιστές χωρίς τέλος. Δεν εμπιστεύονται τίποτα και κανέναν, δε μπορούν να συνδεθούν με κάτι ή να αφοσιωθούν σε κάτι. Συχνά η αμφιβολία τους γυρίζει προς τον εαυτό τους, οπότε έχουμε να κάνουμε με ανθρώπους που ζητούν την έγκριση και την επιβεβαίωση από τους άλλους συνέχεια.
Αντίθετα, άλλοι αναπτύσσουν μία άκρως ναρκισσιστική αλαζονεία μέσα στην οποία φαντασιώνονται ότι είναι τέλειοι, ανώτεροι, καλύτεροι από όλους τους άλλους, ενώ στην πραγματικότητα κολυμπούν μέσα στην ημιμάθεια και στην απομόνωση.
Όλες οι παραπάνω περιπτώσεις βέβαια έχοντας κοινή αφετηρία έχουν και έναν κοινό παρονομαστή.
Φόβος και φαινομενική ισορροπία
Η ψυχολογική δυναμική που έχουν αναπτύξει κινείται πάνω σε ένα τεντωμένο σχοινί χωρίς δίχτυ ασφαλείας. Μέσα τους υπάρχει ανείπωτος πόνος, ενώ εξωτερικά η νοητική τους κατασκευή δείχνει κάτι άλλο. Με το ένα πόδι εδώ και το άλλο εκεί. Ο διχασμός αυτός είναι υποσυνείδητος, αλλά πάντα εκεί. Η σύγχυση είναι δεδομένη και πρωταρχική πηγή φόβου. Φόβος βαθύς, γενικός, κρυμμένος, αλλά πάντα παρών.
Αν βρεθεί κάποιος ή κάτι στην πορεία να κουνήσει έστω και λίγο αυτό το σκοινί η φαινομενική ισορροπία καταρρέει. Ο φόβος γίνεται ανεξέλεγκτος και ανεξήγητος μέσα στα πλαίσια της μηδενικής αυτογνωσίας τους. Ο φόβος που λέει πως η επίπλαστη ισορροπία δεν πρέπει να καταρρεύσει. Πρέπει να κρατηθεί πάση θυσία, διαφορετικά ο βαθύς και ξεχασμένος πόνος θα έρθει στην επιφάνεια και θα χαλάσει όλα τα «τέλεια» νοητικά οικοδομήματα μέσα στα οποία ζει το άτομο αυτό.
Ο ανεξέλεγκτος φόβος έχει σαν αντίδραση τη βία
Βία απέναντι στον εαυτό ή απέναντι στους άλλους.
Οτιδήποτε κλονίζει το σύστημα το οποίο κρατάει καλά θαμμένο τον πόνο είναι απειλή και χρειάζεται να εξουδετερωθεί άμεσα και δραστικά. Μεχρι εκεί φτάνει η σκέψη ενός ανθρώπου που βιώνει έναν ανεξέλεγκτο φόβο και φυσικά έχει μηδενική αυτογνωσία και ψυχική ανάπτυξη για να μπορέσει να επεξεργαστεί το γεγονός στο νέο φλοιό του με τις ανώτερες εγκεφαλικές λειτουργίες που προσφέρει ο ανθρώπινος εγκέφαλος.
Οπότε μία γυναίκα που αμφισβητεί την παντοδυναμία του άντρα και τον δικό της στερεοτυπικό ρόλο, ένα παιδί που ρωτάει και δεν υπακούει τυφλά, ένας συνάδελφος που δε «συνεργάζεται», ένας φίλος που δεν «καταλαβαίνει» είναι πάντα απειλές που πρέπει να εκμηδενιστούν.
Βέβαια, πιο εύκολα θύματα είναι οι γυναίκες και τα παιδιά. Στο καλά δομημένο σύστημα πατριαρχίας, το οποίο βασιλεύει εδώ και αιώνες, η γυναίκα θεωρείται ο αδύναμος κρίκος και αυτό είναι αποδεκτό σαν αξίωμα μέσα στην πατριαρχία. Τα παιδιά είναι οι αποδέκτες μιας στρεβλής αντίληψης για την οικογένεια που θέλει εκείνα κτήματα των γονέων και την οικογένεια ένα άβατο.
Βαθιά τραυματισμένοι άνθρωποι, οικογένειες και κοινωνίες αναπαράγουν τη βία.
Η ανάγκη της αυτογνωσίαw είναι απαραίτητη και επείγουσα για να σπάσει κάποια στιγμή η αναπαραγωγή της βίας. Με την καταστολή και την απαγόρευση η βία σωπαίνει πρόσκαιρα. Με την βαθιά κατανόηση του ποιοί είμαστε σε προσωπικό, οικογενειακό και κοινωνικό επίπεδο η βία εξαφανίζεται.
Εδώ σ' αυτήν την ανάλυση θα ήθελα να φωτίσω τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στη βία και το φόβο, το βαθύ, μακροχρόνιο ανέκφραστο και καταπιεσμένο φόβο, ο οποίος ορίζει τις συμπεριφορές των ανθρώπων, λειτουργεί υποσυνείδητα και καθορίζει τις επιλογές τους σε πολλά επίπεδα.
Ποιος είναι λοιπόν αυτός ο φόβος και πώς δημιουργείται;
Βαθύς καταπιεσμένος φόβος
Η ζωτική ανάγκη του ανθρώπου για να μπορέσει ψυχολογικά να ζήσει και να αναπτυχθεί είναι η άνευ όρων αποδοχή και αγάπη. Όταν οι ανάγκες αυτές δεν εκπληρωθούν ιδιαιτέρως στη βρεφική, παιδική και εφηβική ηλικία τότε οι άνθρωποι αυτοί είναι ήδη κλονισμένοι. Η έλλειψη αυτή τους δημιουργεί ένα βαθύ πόνο που δεν έχουν τη δυνατότητα να τον συνειδητοποιήσουν τη στιγμή που γεννιέται και κατ' επέκταση να τον εκφράσουν.
Για να μπορέσουν να αντέξουν αυτόν τον πόνο φτιάχνουν διάφορα σχήματα στο μυαλό τους για να τον εξηγήσουν και να τον τακτοποιήσουν στο νοητικό τους επίπεδο. Βαθιά μέσα τους υπάρχει ανείπωτος πόνος. Τα νοητικά αυτά σχήματα κάποιους τους οδηγούν να αναπτύσσουν ένα τεράστιο ενοχικό πλέγμα μέσα από το οποίο αντιλαμβάνονται τον κόσμο γύρω τους.
Κάποιους άλλους αυτά τα νοητικά σχήματα τους κάνουν να έχουν αμφιβολίες για όλα οπότε γίνονται σκεπτικιστές χωρίς τέλος. Δεν εμπιστεύονται τίποτα και κανέναν, δε μπορούν να συνδεθούν με κάτι ή να αφοσιωθούν σε κάτι. Συχνά η αμφιβολία τους γυρίζει προς τον εαυτό τους, οπότε έχουμε να κάνουμε με ανθρώπους που ζητούν την έγκριση και την επιβεβαίωση από τους άλλους συνέχεια.
Αντίθετα, άλλοι αναπτύσσουν μία άκρως ναρκισσιστική αλαζονεία μέσα στην οποία φαντασιώνονται ότι είναι τέλειοι, ανώτεροι, καλύτεροι από όλους τους άλλους, ενώ στην πραγματικότητα κολυμπούν μέσα στην ημιμάθεια και στην απομόνωση.
Όλες οι παραπάνω περιπτώσεις βέβαια έχοντας κοινή αφετηρία έχουν και έναν κοινό παρονομαστή.
Φόβος και φαινομενική ισορροπία
Η ψυχολογική δυναμική που έχουν αναπτύξει κινείται πάνω σε ένα τεντωμένο σχοινί χωρίς δίχτυ ασφαλείας. Μέσα τους υπάρχει ανείπωτος πόνος, ενώ εξωτερικά η νοητική τους κατασκευή δείχνει κάτι άλλο. Με το ένα πόδι εδώ και το άλλο εκεί. Ο διχασμός αυτός είναι υποσυνείδητος, αλλά πάντα εκεί. Η σύγχυση είναι δεδομένη και πρωταρχική πηγή φόβου. Φόβος βαθύς, γενικός, κρυμμένος, αλλά πάντα παρών.
Αν βρεθεί κάποιος ή κάτι στην πορεία να κουνήσει έστω και λίγο αυτό το σκοινί η φαινομενική ισορροπία καταρρέει. Ο φόβος γίνεται ανεξέλεγκτος και ανεξήγητος μέσα στα πλαίσια της μηδενικής αυτογνωσίας τους. Ο φόβος που λέει πως η επίπλαστη ισορροπία δεν πρέπει να καταρρεύσει. Πρέπει να κρατηθεί πάση θυσία, διαφορετικά ο βαθύς και ξεχασμένος πόνος θα έρθει στην επιφάνεια και θα χαλάσει όλα τα «τέλεια» νοητικά οικοδομήματα μέσα στα οποία ζει το άτομο αυτό.
Ο ανεξέλεγκτος φόβος έχει σαν αντίδραση τη βία
Βία απέναντι στον εαυτό ή απέναντι στους άλλους.
Οτιδήποτε κλονίζει το σύστημα το οποίο κρατάει καλά θαμμένο τον πόνο είναι απειλή και χρειάζεται να εξουδετερωθεί άμεσα και δραστικά. Μεχρι εκεί φτάνει η σκέψη ενός ανθρώπου που βιώνει έναν ανεξέλεγκτο φόβο και φυσικά έχει μηδενική αυτογνωσία και ψυχική ανάπτυξη για να μπορέσει να επεξεργαστεί το γεγονός στο νέο φλοιό του με τις ανώτερες εγκεφαλικές λειτουργίες που προσφέρει ο ανθρώπινος εγκέφαλος.
Οπότε μία γυναίκα που αμφισβητεί την παντοδυναμία του άντρα και τον δικό της στερεοτυπικό ρόλο, ένα παιδί που ρωτάει και δεν υπακούει τυφλά, ένας συνάδελφος που δε «συνεργάζεται», ένας φίλος που δεν «καταλαβαίνει» είναι πάντα απειλές που πρέπει να εκμηδενιστούν.
Βέβαια, πιο εύκολα θύματα είναι οι γυναίκες και τα παιδιά. Στο καλά δομημένο σύστημα πατριαρχίας, το οποίο βασιλεύει εδώ και αιώνες, η γυναίκα θεωρείται ο αδύναμος κρίκος και αυτό είναι αποδεκτό σαν αξίωμα μέσα στην πατριαρχία. Τα παιδιά είναι οι αποδέκτες μιας στρεβλής αντίληψης για την οικογένεια που θέλει εκείνα κτήματα των γονέων και την οικογένεια ένα άβατο.
Βαθιά τραυματισμένοι άνθρωποι, οικογένειες και κοινωνίες αναπαράγουν τη βία.
Η ανάγκη της αυτογνωσίαw είναι απαραίτητη και επείγουσα για να σπάσει κάποια στιγμή η αναπαραγωγή της βίας. Με την καταστολή και την απαγόρευση η βία σωπαίνει πρόσκαιρα. Με την βαθιά κατανόηση του ποιοί είμαστε σε προσωπικό, οικογενειακό και κοινωνικό επίπεδο η βία εξαφανίζεται.
Όσοι δεν είναι ο εαυτός τους, στη ψυχή τους αφήνουν πληγές
Όσα αφυπνίσω στην επιφάνεια ορίζουν το ποιος πραγματικά είμαι; Αν και αυτό μπορεί να οριστεί;
Όπου κι αν βρισκόμαστε έχουμε ως ανθρώπινα όντα ανεπτυγμένο το αίσθημα της κριτικής για τα πράγματα. Αυτή η κριτική είναι ξεχωριστή για τον καθένα ανάλογα με το πώς τα αντιλαμβάνεται από την δική του εκδοχή. O κόσμος αλλάζει με αστραπιαία ταχύτητα γύρω μας και είναι δύσκολο ν’ αλλάξει μια πεποίθηση, μια γνώμη που έχουμε; Και όμως είναι.
Όταν αυτό που πιστεύουμε το νιώθουμε στα ενδόμυχα της ψυχής μας με απόλυτη συνειδητοποίηση τότε δεν αλλάζει. Είναι προνόμιο να είμαστε σίγουροι για μας (ή τουλάχιστον έτσι να δείχνουμε προς τα έξω), γιατί έχοντας πίστη εμείς οι ίδιοι στις δυνατότητες μας γινόμαστε πιο αξιόπιστοι στα μάτια των άλλων. Δημιουργούμε σχέσεις εμπιστοσύνης σ’ όλα τα επίπεδα και απορροφούμε πολλά από την κάθε μας συνδιαλλαγή.
Από την άλλη, πλήθος κόσμου κρατάει τα περισσότερα στα μύχια της ψυχής του. Δεν εξωτερικεύει συναισθήματα, ή τα εκδηλώνει με άλλη συμπεριφορά και αντίδραση. Κρατάει το αυθεντικό για τον εαυτό του. Οι γύρω του έχουν σχηματίσει μια λανθασμένη ουσιαστικά εικόνα για το άτομό του, και αυτός σε κάθε συναναστροφή νιώθει ακόμα πιο μόνος γιατί δεν έχει ιδέα πώς να διαχειρίζεται γενικότερα τις καταστάσεις που έρχεται αντιμέτωπος. Δεν έχουν συνάφεια και συνοχή οι πράξεις και οι ενέργειές του κατά πάσα πιθανότητα.
Αν δεν είσαι αυθεντικός, είναι δύσκολο να υποστηρίξεις και να διατηρήσεις ένα «πλαστό» μοντέλο. Αλλάζει αναλόγως του σκοπού που πρέπει να διεκπεραιωθεί, και είναι πιθανόν να βλέπει τις σχέσεις των ανθρώπων με φθόνο και εκδικητικά κ.α.. Ζει σε μία υπόγεια, σκιώδη θαλάσσια ζώνη, που έχει αλληλεπίδραση με την γήινη: “αιωρείται” ή “βυθίζεται”, “αλλοιώνεται”, «διαφθείρεται», «εξαπατά» ή «εξαπατάται», αδικεί και/ή αδικείται.
Είναι ένας Φαύλος κύκλος... Χωρίς αίσιο τέλος.
Συμπερασματικά κανένας δεν νιώθει ανακούφιση με το να κλείνεται στον εαυτό του ή να μην μπορεί να είναι ο εαυτός του. Ως ανθρώπινα όντα έχουμε ανάγκη από την αποδοχή και την ένταξη στα διάφορα κοινωνικά σύνολα.
Γι’ αυτό τον λόγο πολλοί από εμάς «παίζουμε» κάποιον άλλο ρόλο ξεπουλώντας τον ίδιο μας τον εαυτό στο βωμό της αναγνώρισης, του κέρδους, ενδεχόμενης ανασφάλειας. Όμως, στην ψυχή του κάθε ανθρώπου αυτό ίσως να αφήνει και πληγές, οι οποίες αργότερα θα κάνουν την είσοδό τους στον οργανισμό.. Εδώ, χρειάζεται η πρόγνωση για να μην χρειαστεί μεγάλη θεραπεία.
Το αληθινό και αυθεντικό κατά την δική μου γνώμη είναι να αποδεχόμαστε την πρώτη ύλη/ βάση του εαυτού μας και να επενδύουμε συνειδητά πάνω της. Μόνο με την αποδοχή των γεγονότων, των καταστάσεων, περιστάσεων μπορούμε στην συνέχεια να τα αντιμετωπίσουμε όσο το καλύτερο δυνατόν ορθότερα. Γιατί τελικά η ζωή τί είναι;
Όπου κι αν βρισκόμαστε έχουμε ως ανθρώπινα όντα ανεπτυγμένο το αίσθημα της κριτικής για τα πράγματα. Αυτή η κριτική είναι ξεχωριστή για τον καθένα ανάλογα με το πώς τα αντιλαμβάνεται από την δική του εκδοχή. O κόσμος αλλάζει με αστραπιαία ταχύτητα γύρω μας και είναι δύσκολο ν’ αλλάξει μια πεποίθηση, μια γνώμη που έχουμε; Και όμως είναι.
Όταν αυτό που πιστεύουμε το νιώθουμε στα ενδόμυχα της ψυχής μας με απόλυτη συνειδητοποίηση τότε δεν αλλάζει. Είναι προνόμιο να είμαστε σίγουροι για μας (ή τουλάχιστον έτσι να δείχνουμε προς τα έξω), γιατί έχοντας πίστη εμείς οι ίδιοι στις δυνατότητες μας γινόμαστε πιο αξιόπιστοι στα μάτια των άλλων. Δημιουργούμε σχέσεις εμπιστοσύνης σ’ όλα τα επίπεδα και απορροφούμε πολλά από την κάθε μας συνδιαλλαγή.
Από την άλλη, πλήθος κόσμου κρατάει τα περισσότερα στα μύχια της ψυχής του. Δεν εξωτερικεύει συναισθήματα, ή τα εκδηλώνει με άλλη συμπεριφορά και αντίδραση. Κρατάει το αυθεντικό για τον εαυτό του. Οι γύρω του έχουν σχηματίσει μια λανθασμένη ουσιαστικά εικόνα για το άτομό του, και αυτός σε κάθε συναναστροφή νιώθει ακόμα πιο μόνος γιατί δεν έχει ιδέα πώς να διαχειρίζεται γενικότερα τις καταστάσεις που έρχεται αντιμέτωπος. Δεν έχουν συνάφεια και συνοχή οι πράξεις και οι ενέργειές του κατά πάσα πιθανότητα.
Αν δεν είσαι αυθεντικός, είναι δύσκολο να υποστηρίξεις και να διατηρήσεις ένα «πλαστό» μοντέλο. Αλλάζει αναλόγως του σκοπού που πρέπει να διεκπεραιωθεί, και είναι πιθανόν να βλέπει τις σχέσεις των ανθρώπων με φθόνο και εκδικητικά κ.α.. Ζει σε μία υπόγεια, σκιώδη θαλάσσια ζώνη, που έχει αλληλεπίδραση με την γήινη: “αιωρείται” ή “βυθίζεται”, “αλλοιώνεται”, «διαφθείρεται», «εξαπατά» ή «εξαπατάται», αδικεί και/ή αδικείται.
Είναι ένας Φαύλος κύκλος... Χωρίς αίσιο τέλος.
Συμπερασματικά κανένας δεν νιώθει ανακούφιση με το να κλείνεται στον εαυτό του ή να μην μπορεί να είναι ο εαυτός του. Ως ανθρώπινα όντα έχουμε ανάγκη από την αποδοχή και την ένταξη στα διάφορα κοινωνικά σύνολα.
Γι’ αυτό τον λόγο πολλοί από εμάς «παίζουμε» κάποιον άλλο ρόλο ξεπουλώντας τον ίδιο μας τον εαυτό στο βωμό της αναγνώρισης, του κέρδους, ενδεχόμενης ανασφάλειας. Όμως, στην ψυχή του κάθε ανθρώπου αυτό ίσως να αφήνει και πληγές, οι οποίες αργότερα θα κάνουν την είσοδό τους στον οργανισμό.. Εδώ, χρειάζεται η πρόγνωση για να μην χρειαστεί μεγάλη θεραπεία.
Το αληθινό και αυθεντικό κατά την δική μου γνώμη είναι να αποδεχόμαστε την πρώτη ύλη/ βάση του εαυτού μας και να επενδύουμε συνειδητά πάνω της. Μόνο με την αποδοχή των γεγονότων, των καταστάσεων, περιστάσεων μπορούμε στην συνέχεια να τα αντιμετωπίσουμε όσο το καλύτερο δυνατόν ορθότερα. Γιατί τελικά η ζωή τί είναι;
Κανένας δεν είναι πιο φτωχός από εκείνον που δεν δίνει τίποτα
Είναι ευλογία να μπορείς να δίνεις με όλο σου το είναι, να χαίρεσαι βλέποντας το χαμόγελο που ανθίζει στα χείλη κάποιου άλλου επειδή τον άκουσες, τον “είδες”, τον άγγιξες… επειδή μοιράστηκες μαζί του τον πλούτο της καρδιάς σου…
Και κάθε φορά που δίνεις είτε υλικά είτε συναισθηματικά αγαθά να συνειδητοποιείς, ότι γίνεσαι Βασιλιάς. Γιατί “κανένας δεν είναι πιο φτωχός από εκείνον που δεν δίνει τίποτα και κανένας δεν είναι πιο πλούσιος από εκείνον που τα μοιράζεται όλα”.
Και όπως το να προσφέρεις είναι ευλογία, το ίδιο ευλογημένο είναι το να μπορείς να αφήνεσαι για να “πάρεις”, να δεχτείς, να δώσεις και στον άλλον την ευκαιρία να γίνει με τη σειρά του βασιλιάς.
Αν δυσκολεύεσαι να το κάνεις αυτό τότε έχεις παραμυθιάσει τον εαυτό σου σχετικά με το τι είναι αγάπη. Έχεις φορέσει μια αόρατη πανοπλία και προσφέρεις μέσα από τη δύναμη σου κι όχι μέσα από την αγάπη σου.
Η “δύναμη” σε σκληραίνει και σε κάνει να κρατάς απόσταση από τα πράγματα και τις καταστάσεις. Δεν σου επιτρέπει να νιώθεις την ευαλωτότητα της ευαισθησίας. Δεν σε αφήνει να προσεγγίζεις και να βιώνεις ολοκληρωτικά τα συναισθήματά σου. Πάντα κρατάς εξαιτίας της μια απόσταση και την διατηρείς ακόμα και στα λόγια σου, στα αγγίγματά σου, στις αγκαλιές σου. Η αγάπη σου δεν είναι αυθεντική. Νομίζεις ότι είναι αλλά δεν έχει ποιότητα καρδιάς, έχει ποιότητα μυαλού. Σκέφτεσαι ότι αγαπάς και δίνεις μέσα από το μυαλό σου. Κι όταν συμβαίνει αυτό πάντα υπάρχει κάπου, σε μια σκιερή γωνίτσα, κρυμμένη καλά μια προσδοκία ανταπόδοσης ή αναγνώρισης…
Μόνο όταν μπορέσει κάποιος να ρίξει τις πανοπλίες και νιώσει πως είναι το χάδι όχι μόνο να αγγίζει το δέρμα του αλλά και την καρδιά του, μόνο τότε μπορούμε να μιλάμε για μια αγάπη που ξεχειλίζει βαθιά από το κέντρο της καρδιάς και ρέει προς όλες τις κατευθύνσεις. Και μια τέτοια αγάπη κυλάει όχι μόνο προς τα έξω αλλά και προς τα μέσα. Μαλακώνει, γλυκαίνει και ρίχνει τις πανοπλίες.
Έτσι απλώνοντας το χέρι δεν απλώνεται το χέρι ενός ζητιάνου αλλά ενός βασιλιά που ξέρει να προσφέρει από τα θησαυροφυλάκια της καρδιάς του ενώ ταυτόχρονα νιώθει ότι αυτά δεν αδειάζουν αλλά αντίθετα όσο πιο πολύ αυτός δίνει εκείνα γεμίζουν ολοένα και περισσότερο.
Ένας τέτοιος βασιλιάς γνωρίζει ότι προσφέροντας δεν στερεί σε τίποτα τον εαυτό του, αντίθετα γίνεται πιο πλούσιος και κάνει τα θησαυροφυλάκια του να ξεχειλίζουν από πλούτη. Ταυτόχρονα έχει τη μεγαλοσύνη να δέχεται τα δώρα ψυχής των άλλων δίνοντάς τους την ευκαιρία να γίνουν κι αυτοί με τη σειρά τους βασιλιάδες και να τον τιμήσουν με την προσφορά και με την αγάπη τους.
Ένας τέτοιος βασιλιάς δεν προσωποποιεί την αγάπη ούτε την περιορίζει στο “τόσο – όσο” ή στο “έτσι θέλω να με αγαπάς”. Απλά γίνεται αγάπη και ρέει μέσα στους ωκεανούς της…
Και κάθε φορά που δίνεις είτε υλικά είτε συναισθηματικά αγαθά να συνειδητοποιείς, ότι γίνεσαι Βασιλιάς. Γιατί “κανένας δεν είναι πιο φτωχός από εκείνον που δεν δίνει τίποτα και κανένας δεν είναι πιο πλούσιος από εκείνον που τα μοιράζεται όλα”.
Και όπως το να προσφέρεις είναι ευλογία, το ίδιο ευλογημένο είναι το να μπορείς να αφήνεσαι για να “πάρεις”, να δεχτείς, να δώσεις και στον άλλον την ευκαιρία να γίνει με τη σειρά του βασιλιάς.
Αν δυσκολεύεσαι να το κάνεις αυτό τότε έχεις παραμυθιάσει τον εαυτό σου σχετικά με το τι είναι αγάπη. Έχεις φορέσει μια αόρατη πανοπλία και προσφέρεις μέσα από τη δύναμη σου κι όχι μέσα από την αγάπη σου.
Η “δύναμη” σε σκληραίνει και σε κάνει να κρατάς απόσταση από τα πράγματα και τις καταστάσεις. Δεν σου επιτρέπει να νιώθεις την ευαλωτότητα της ευαισθησίας. Δεν σε αφήνει να προσεγγίζεις και να βιώνεις ολοκληρωτικά τα συναισθήματά σου. Πάντα κρατάς εξαιτίας της μια απόσταση και την διατηρείς ακόμα και στα λόγια σου, στα αγγίγματά σου, στις αγκαλιές σου. Η αγάπη σου δεν είναι αυθεντική. Νομίζεις ότι είναι αλλά δεν έχει ποιότητα καρδιάς, έχει ποιότητα μυαλού. Σκέφτεσαι ότι αγαπάς και δίνεις μέσα από το μυαλό σου. Κι όταν συμβαίνει αυτό πάντα υπάρχει κάπου, σε μια σκιερή γωνίτσα, κρυμμένη καλά μια προσδοκία ανταπόδοσης ή αναγνώρισης…
Μόνο όταν μπορέσει κάποιος να ρίξει τις πανοπλίες και νιώσει πως είναι το χάδι όχι μόνο να αγγίζει το δέρμα του αλλά και την καρδιά του, μόνο τότε μπορούμε να μιλάμε για μια αγάπη που ξεχειλίζει βαθιά από το κέντρο της καρδιάς και ρέει προς όλες τις κατευθύνσεις. Και μια τέτοια αγάπη κυλάει όχι μόνο προς τα έξω αλλά και προς τα μέσα. Μαλακώνει, γλυκαίνει και ρίχνει τις πανοπλίες.
Έτσι απλώνοντας το χέρι δεν απλώνεται το χέρι ενός ζητιάνου αλλά ενός βασιλιά που ξέρει να προσφέρει από τα θησαυροφυλάκια της καρδιάς του ενώ ταυτόχρονα νιώθει ότι αυτά δεν αδειάζουν αλλά αντίθετα όσο πιο πολύ αυτός δίνει εκείνα γεμίζουν ολοένα και περισσότερο.
Ένας τέτοιος βασιλιάς γνωρίζει ότι προσφέροντας δεν στερεί σε τίποτα τον εαυτό του, αντίθετα γίνεται πιο πλούσιος και κάνει τα θησαυροφυλάκια του να ξεχειλίζουν από πλούτη. Ταυτόχρονα έχει τη μεγαλοσύνη να δέχεται τα δώρα ψυχής των άλλων δίνοντάς τους την ευκαιρία να γίνουν κι αυτοί με τη σειρά τους βασιλιάδες και να τον τιμήσουν με την προσφορά και με την αγάπη τους.
Ένας τέτοιος βασιλιάς δεν προσωποποιεί την αγάπη ούτε την περιορίζει στο “τόσο – όσο” ή στο “έτσι θέλω να με αγαπάς”. Απλά γίνεται αγάπη και ρέει μέσα στους ωκεανούς της…
Σοφοκλής: Τι πιο ωραίο υπάρχει απ’ το να χαμογελάς στους εχθρούς σου;
Ο Σοφοκλής (496 π.Χ.- 406 π.Χ.) ήταν ένας από τους αρχαίους Έλληνες τραγικούς ποιητές της κλασικής εποχής, που μαζί με τους ομότεχνούς του Αισχύλο και Ευριπίδη μας άφησαν σπουδαία έργα και τα μόνα που έχουν διασωθεί στην ολοκληρωμένη μορφή τους.
Σύμφωνα με αρχαίες μαρτυρίες φαίνεται ότι έγραψε περίπου 120 έργα, από τα οποία παραδίδονται ολοκληρωμένες μόνο επτά τραγωδίες. Γεννήθηκε στον Ίππιο Κολωνό της Αθήνας και ήταν γιος του Σοφίλλου, ενός εύπορου Αθηναίου που είχε εργοστάσιο μαχαιροποιΐας και είχε την αγαθή τύχη να διαπαιδαγωγηθεί σωστά, ανάλογα με την οικονομική του άνεση. Έτσι έλαβε επιμελημένη αγωγή και παιδεία. Ο Σοφοκλής έζησε μια καλή ζωή από τα παιδικά του χρόνια και δεν πρόλαβε τις μεγάλες συμφορές που βρήκαν την Αθηναϊκή δημοκρατία, αλλά έζησε όλο το μεγαλείο της.
Ο Σοφοκλής από μικρός έδειξε το μεγάλο του ταλέντο και την κλίση του στις τέχνες.
Δάσκαλός του στην μουσική ήταν ο περίφημος Λάμπρος που δίδαξε τόσο καλά τον Σοφοκλή ώστε έγραφε μόνος του τις μελωδίες για τα χορικά των τραγωδιών του, σε αντίθεση με τους άλλους ποιητές που χρειάζονταν βοήθεια σε αυτό. Χάρη στο δάσκαλό του, ανέπτυξε αρμονικά τις σωματικές και ψυχικές του δυνάμεις.
Συνδέθηκε στενά με πολιτικές και πνευματικές προσωπικότητες της εποχής, όπως με τον Περικλή, τον Σωκράτη, τον Πλάτωνα και κατέλαβε διάφορα υψηλά αξιώματα στην πολιτική, στις θρησκευτικές λατρείες και στις τέχνες.
Ο Σοφοκλής ταλαντούχος αλλά και με εντυπωσιακό παράστημα, μετά την ναυμαχία της Σαλαμίνας, τον επέλεξαν να γίνει ο κορυφαίος του χορού των εφήβων, στις δημόσιες τελετές για τον εορτασμό της νίκης. Στους δραματικούς αγώνες πήρε πρώτη φορά μέρος το 468 π.Χ. και αμέσως αξιώθηκε το πρώτο βραβείο, αν και στον διαγωνισμό μετείχε και ο Αισχύλος. Το κοινό τον αγάπησε και του χάρισε δεκαοκτώ πρώτες νίκες στα Μεγάλα Διονύσια και μερικές ακόμα στα Λήναια. Πρέπει όμως να συνεκτιμηθεί ότι ο Σοφοκλής ήταν στους Αθηναίους πολύ δημοφιλής, λόγω και των πολιτικών και θρησκευτικών δραστηριοτήτων του, σε αντίθεση με τον νεώτερο φίλο του, τον Ευριπίδη, ο οποίος ήταν μάλλον αντιπαθής λόγω του απομονωμένου τρόπου ζωής του.
Ο Σοφοκλής συμμετείχε στα κοινά και μάλιστα τόσο τον αγαπούσαν οι Αθηναίοι που τον εξέλεξαν και στρατηγό, αν και η δραστηριότητα του αυτή περιορίστηκε στο διπλωματικό πεδίο.
Χρημάτισε και ελληνοταμίας της Αθηναϊκής συμμαχίας και τροποποίησε το σύστημα είσπραξης εισφορών. Η μοναδική σελίδα που αμαυρώνει τον πολιτικό του βίο είναι το ότι μετά την ήττα των Αθηναίων στη Σικελία εκλέχτηκε ως ένας από τους 10 πρόβουλους που έφεραν στην εξουσία την ολιγαρχική βουλή των 400. Με την επαναεπικράτηση των δημοκρατικών, δικάστηκε.
Παρόλη τη στεναχώρια του, στη δίκη με ψυχραιμία και αξιοπρέπεια, δήλωσε ότι τότε δεν υπήρχε κατά την άποψη του τίποτε καλύτερο να πράξει. Οι δικαστές τον αθώωσαν.
Ο Σοφοκλής έφερε πολλές καινοτομίες στο θέατρο. Ανάμεσα στα άλλα, αύξησε τα μέλη του χορού σε 15, για καλύτερη συμμετρία δύο ιμιχόρια των 7, και ο κορυφαίος και εισήγαγε και τρίτο υποκριτή. Από την πρώτη φορά που παίρνει μέρος στους δραματικούς αγώνες το 468 π.χ., μόλις σε ηλικία 28 χρόνων, παίρνει το πρώτο βραβείο, με αντίπαλο τον Αισχύλο. Στα επόμενα χρόνια παίρνει 24 πρώτες νίκες.
Για τον Σοφοκλή μιλάει επαινετικά και ο Αριστοφάνης στους Βάτραχους. Ο Φρύνιχος του αφιέρωσε το έργο του Μούσες. Να τονίσουμε πως ο Σοφοκλής, αποδείχτηκε φιλαθηναιότατος, δε θέλησε ποτέ να απομακρυνθεί από τον τόπο του, και στο τελευταίο του έργο, το Οιδίπους επί Κολονώ φρόντισε να καλοτυχίσει για μιαν ακόμα φορά την Αθήνα και να παινέσει την περιοχή όπου γεννήθηκε. Μάλιστα εισήγαγε στην Αθήνα τη λατρεία του Ασκληπιού και ήταν ένας από τους λόγους που τιμήθηκε μετά το θάνατό του σαν ήρωας «Φιλαθηναίος». Ο Σοφοκλής πέθανε σε ηλικία 90 χρονών το 406, έχοντας τιμηθεί εν ζωή και έχοντας πλήρη συναίσθηση της αξίας του έργου του.
Ο τάφος του μάλιστα έγινε προσκύνημα…
Ακολουθούν μερικές φράσεις του που έμειναν στην ιστορία:
Αν ο θάνατος έρχεται πρόωρα, δηλώνω πως αυτό για μένα είναι ένα κέρδος. Όποιος ζει σαν κι εμένα ανάμεσα σε αναρίθμητα δεινά, πώς είναι δυνατόν να μην κερδίζει πεθαίνοντας;
Δεν αρμόζει στον καλό γιατρό να επικαλείται μαγικές δυνάμεις, όταν χρειάζεται χειρουργική επέμβαση για ν’ απαλλαχθεί ο άρρωστος απ’ το κακό.
Δεν μπορεί κανένας να πάρει όρκο για τίποτε και η δεύτερη γνώμη διαψεύδει την πρώτη ιδέα.
Είναι αληθινή η λαϊκή παροιμία ότι τα δώρα των εχθρών δεν είναι ούτε χρήσιμα ούτε ωφέλιμα.
Ένα κράτος, όπου η αυθάδεια και η ελευθερία τού να κάνει κανείς ό,τι θέλει μένουν ατιμώρητα, μπορεί να είναι κανένας σίγουρος γι’ αυτό, ότι μετά από ένα ευτυχισμένο ταξίδι τελειώνει βυθισμένο μέσα στην άβυσσο.
Έρως ανίκατε μάχαν.
Η αλήθεια είναι πάντοτε σωστή.
Η καλύτερη τακτική είναι να χρησιμοποιεί κανείς τη δύναμή του για να κάνει όσο το δυνατόν περισσότερα καλά.
Καθένας και γελά και κλαίει, όπως τα κανονίζει ο Θεός.
Καθετί στον κόσμο, με τη δουλειά αποχτιέται.
Και στις γυναίκες μέσα υπάρχει πολεμική ορμή.
Κανένας δεν αγαπάει τη ζωή τόσο πολύ όσο ο γέρος.
Μην ξεστομίζεις ποτέ έναν υπεροπτικό λόγο ενάντια στους θεούς και μην παραδέχεσαι μια αλαζονική έπαρση, μακάρι να μην υπερτερείς περισσότερο από έναν άλλον με τη δύναμη ή με την υπεροχή του πλούτου, γιατί μια μόνη μέρα καταστρέφει τους ανθρώπους και τους ξανασηκώνει.
Οι θεοί αγαπούν τη μετριότητα στις επιθυμίες και μισούν τη βλαστήμια.
Να λες πάντα την αλήθεια, γιατί είναι ατιμωτικό για τον ελεύθερο άνθρωπο να θεωρείται ψεύτης.
Ο ανόητος έχει αδελφό τον αδύναμο.
Ο θάνατος τότε μόνο είναι το μεγαλύτερο κακό, όταν τον παρακαλούμε να έρθει κι αυτός δεν εισακούει τις προσκλήσεις μας.
Ο Θεός είναι η αλήθεια και το φως η σκιά του.
Ο θυμός δεν έχει άλλα γηρατειά εκτός από το θάνατο, ο πεθαμένος δεν έχει πια κανένα αίσθημα.
Όποιος κυβερνήτης πλοίου παρατεντώνει τα πανιά και δεν λασκάρει καθόλου, ανατρέπει το καράβι.
Ούτε ο ισχυρότερος θνητός δεν μπορεί να αποφύγει την τιμωρία των θεών.
Πάλι γίνεται παιδί ο άνθρωπος που γερνάει.
Ποιος καλός άνθρωπος δεν είναι φίλος του εαυτού του;
Πολλοί γενούν το δέος, το μέγα δέος ο άνθρωπος γεννά.
Πρέπει να συγκρατούμε το θυμό μας απέναντι σ’ εκείνους που έσφαλαν χωρίς να το θέλουν από λαθεμένη κρίση.
Σ’ όλους τους ανθρώπους το λάθος είναι συνηθισμένο πράγμα. Όποιος κάνει λάθος δεν είναι ούτε αξιοκατάκριτος ούτε ασυγχώρητος, αν ύστερα απ’ το λάθος του δεν κάθεται με σταυρωμένα χέρια, αλλά προσπαθεί να το διορθώσει, όσο είναι δυνατό.
Στην ανάγκη ούτε ο Θεός του πολέμου, Άρης, δεν μπορεί ν’ αντισταθεί.
Στις γυναίκες η σιωπή φέρνει κοσμιότητα.
Στον κακό άνθρωπο η αρχική ζωτικότητα του πνεύματος δεν διατηρείται για πολύ, αλλά με τον καιρό μεταβάλλεται.
Συμβαίνει πάντα το ίδιο πράγμα, κάθε άνθρωπος δεν σκέφτεται παρά τον εαυτό του.
Τι πιο ωραίο υπάρχει απ’ το να χαμογελάς στους εχθρούς σου;
Το δώρο φέρνει δώρο.
Το να αμαρτάνουν είναι κοινό σ’ όλους τους ανθρώπους.
Το παραμικρό μπορεί να φέρει το τέλος των γερόντων.
Το ψέμα ποτέ δεν ζει για να γεράσει.
Υπάρχει καλύτερο κόσμημα για το παιδί από τη δόξα του πατέρα του και για τον πατέρα από τη δόξα του γιου του;
Χωρίς κόπους κανένας δεν μπορεί να ευτυχίσει.
Τίποτε πιο κακό από το χρήμα δεν έχει φανεί μεταξύ των ανθρώπων . Καταστρέφει ψυχές και πολιτείες, απομακρύνει τους ανθρώπους από τα σπίτια τους στην τυχοδιωκτική ζωή, δελεάζει και διαφθείρει τους τίμιους και τους σπρώχνει σε πρόστυχες πράξεις. Το χρήμα δίδαξε στους ανθρώπους το δόλο και την ασέβεια.
Σύμφωνα με αρχαίες μαρτυρίες φαίνεται ότι έγραψε περίπου 120 έργα, από τα οποία παραδίδονται ολοκληρωμένες μόνο επτά τραγωδίες. Γεννήθηκε στον Ίππιο Κολωνό της Αθήνας και ήταν γιος του Σοφίλλου, ενός εύπορου Αθηναίου που είχε εργοστάσιο μαχαιροποιΐας και είχε την αγαθή τύχη να διαπαιδαγωγηθεί σωστά, ανάλογα με την οικονομική του άνεση. Έτσι έλαβε επιμελημένη αγωγή και παιδεία. Ο Σοφοκλής έζησε μια καλή ζωή από τα παιδικά του χρόνια και δεν πρόλαβε τις μεγάλες συμφορές που βρήκαν την Αθηναϊκή δημοκρατία, αλλά έζησε όλο το μεγαλείο της.
Ο Σοφοκλής από μικρός έδειξε το μεγάλο του ταλέντο και την κλίση του στις τέχνες.
Δάσκαλός του στην μουσική ήταν ο περίφημος Λάμπρος που δίδαξε τόσο καλά τον Σοφοκλή ώστε έγραφε μόνος του τις μελωδίες για τα χορικά των τραγωδιών του, σε αντίθεση με τους άλλους ποιητές που χρειάζονταν βοήθεια σε αυτό. Χάρη στο δάσκαλό του, ανέπτυξε αρμονικά τις σωματικές και ψυχικές του δυνάμεις.
Συνδέθηκε στενά με πολιτικές και πνευματικές προσωπικότητες της εποχής, όπως με τον Περικλή, τον Σωκράτη, τον Πλάτωνα και κατέλαβε διάφορα υψηλά αξιώματα στην πολιτική, στις θρησκευτικές λατρείες και στις τέχνες.
Ο Σοφοκλής ταλαντούχος αλλά και με εντυπωσιακό παράστημα, μετά την ναυμαχία της Σαλαμίνας, τον επέλεξαν να γίνει ο κορυφαίος του χορού των εφήβων, στις δημόσιες τελετές για τον εορτασμό της νίκης. Στους δραματικούς αγώνες πήρε πρώτη φορά μέρος το 468 π.Χ. και αμέσως αξιώθηκε το πρώτο βραβείο, αν και στον διαγωνισμό μετείχε και ο Αισχύλος. Το κοινό τον αγάπησε και του χάρισε δεκαοκτώ πρώτες νίκες στα Μεγάλα Διονύσια και μερικές ακόμα στα Λήναια. Πρέπει όμως να συνεκτιμηθεί ότι ο Σοφοκλής ήταν στους Αθηναίους πολύ δημοφιλής, λόγω και των πολιτικών και θρησκευτικών δραστηριοτήτων του, σε αντίθεση με τον νεώτερο φίλο του, τον Ευριπίδη, ο οποίος ήταν μάλλον αντιπαθής λόγω του απομονωμένου τρόπου ζωής του.
Ο Σοφοκλής συμμετείχε στα κοινά και μάλιστα τόσο τον αγαπούσαν οι Αθηναίοι που τον εξέλεξαν και στρατηγό, αν και η δραστηριότητα του αυτή περιορίστηκε στο διπλωματικό πεδίο.
Χρημάτισε και ελληνοταμίας της Αθηναϊκής συμμαχίας και τροποποίησε το σύστημα είσπραξης εισφορών. Η μοναδική σελίδα που αμαυρώνει τον πολιτικό του βίο είναι το ότι μετά την ήττα των Αθηναίων στη Σικελία εκλέχτηκε ως ένας από τους 10 πρόβουλους που έφεραν στην εξουσία την ολιγαρχική βουλή των 400. Με την επαναεπικράτηση των δημοκρατικών, δικάστηκε.
Παρόλη τη στεναχώρια του, στη δίκη με ψυχραιμία και αξιοπρέπεια, δήλωσε ότι τότε δεν υπήρχε κατά την άποψη του τίποτε καλύτερο να πράξει. Οι δικαστές τον αθώωσαν.
Ο Σοφοκλής έφερε πολλές καινοτομίες στο θέατρο. Ανάμεσα στα άλλα, αύξησε τα μέλη του χορού σε 15, για καλύτερη συμμετρία δύο ιμιχόρια των 7, και ο κορυφαίος και εισήγαγε και τρίτο υποκριτή. Από την πρώτη φορά που παίρνει μέρος στους δραματικούς αγώνες το 468 π.χ., μόλις σε ηλικία 28 χρόνων, παίρνει το πρώτο βραβείο, με αντίπαλο τον Αισχύλο. Στα επόμενα χρόνια παίρνει 24 πρώτες νίκες.
Για τον Σοφοκλή μιλάει επαινετικά και ο Αριστοφάνης στους Βάτραχους. Ο Φρύνιχος του αφιέρωσε το έργο του Μούσες. Να τονίσουμε πως ο Σοφοκλής, αποδείχτηκε φιλαθηναιότατος, δε θέλησε ποτέ να απομακρυνθεί από τον τόπο του, και στο τελευταίο του έργο, το Οιδίπους επί Κολονώ φρόντισε να καλοτυχίσει για μιαν ακόμα φορά την Αθήνα και να παινέσει την περιοχή όπου γεννήθηκε. Μάλιστα εισήγαγε στην Αθήνα τη λατρεία του Ασκληπιού και ήταν ένας από τους λόγους που τιμήθηκε μετά το θάνατό του σαν ήρωας «Φιλαθηναίος». Ο Σοφοκλής πέθανε σε ηλικία 90 χρονών το 406, έχοντας τιμηθεί εν ζωή και έχοντας πλήρη συναίσθηση της αξίας του έργου του.
Ο τάφος του μάλιστα έγινε προσκύνημα…
Ακολουθούν μερικές φράσεις του που έμειναν στην ιστορία:
Αν ο θάνατος έρχεται πρόωρα, δηλώνω πως αυτό για μένα είναι ένα κέρδος. Όποιος ζει σαν κι εμένα ανάμεσα σε αναρίθμητα δεινά, πώς είναι δυνατόν να μην κερδίζει πεθαίνοντας;
Δεν αρμόζει στον καλό γιατρό να επικαλείται μαγικές δυνάμεις, όταν χρειάζεται χειρουργική επέμβαση για ν’ απαλλαχθεί ο άρρωστος απ’ το κακό.
Δεν μπορεί κανένας να πάρει όρκο για τίποτε και η δεύτερη γνώμη διαψεύδει την πρώτη ιδέα.
Είναι αληθινή η λαϊκή παροιμία ότι τα δώρα των εχθρών δεν είναι ούτε χρήσιμα ούτε ωφέλιμα.
Ένα κράτος, όπου η αυθάδεια και η ελευθερία τού να κάνει κανείς ό,τι θέλει μένουν ατιμώρητα, μπορεί να είναι κανένας σίγουρος γι’ αυτό, ότι μετά από ένα ευτυχισμένο ταξίδι τελειώνει βυθισμένο μέσα στην άβυσσο.
Έρως ανίκατε μάχαν.
Η αλήθεια είναι πάντοτε σωστή.
Η καλύτερη τακτική είναι να χρησιμοποιεί κανείς τη δύναμή του για να κάνει όσο το δυνατόν περισσότερα καλά.
Καθένας και γελά και κλαίει, όπως τα κανονίζει ο Θεός.
Καθετί στον κόσμο, με τη δουλειά αποχτιέται.
Και στις γυναίκες μέσα υπάρχει πολεμική ορμή.
Κανένας δεν αγαπάει τη ζωή τόσο πολύ όσο ο γέρος.
Μην ξεστομίζεις ποτέ έναν υπεροπτικό λόγο ενάντια στους θεούς και μην παραδέχεσαι μια αλαζονική έπαρση, μακάρι να μην υπερτερείς περισσότερο από έναν άλλον με τη δύναμη ή με την υπεροχή του πλούτου, γιατί μια μόνη μέρα καταστρέφει τους ανθρώπους και τους ξανασηκώνει.
Οι θεοί αγαπούν τη μετριότητα στις επιθυμίες και μισούν τη βλαστήμια.
Να λες πάντα την αλήθεια, γιατί είναι ατιμωτικό για τον ελεύθερο άνθρωπο να θεωρείται ψεύτης.
Ο ανόητος έχει αδελφό τον αδύναμο.
Ο θάνατος τότε μόνο είναι το μεγαλύτερο κακό, όταν τον παρακαλούμε να έρθει κι αυτός δεν εισακούει τις προσκλήσεις μας.
Ο Θεός είναι η αλήθεια και το φως η σκιά του.
Ο θυμός δεν έχει άλλα γηρατειά εκτός από το θάνατο, ο πεθαμένος δεν έχει πια κανένα αίσθημα.
Όποιος κυβερνήτης πλοίου παρατεντώνει τα πανιά και δεν λασκάρει καθόλου, ανατρέπει το καράβι.
Ούτε ο ισχυρότερος θνητός δεν μπορεί να αποφύγει την τιμωρία των θεών.
Πάλι γίνεται παιδί ο άνθρωπος που γερνάει.
Ποιος καλός άνθρωπος δεν είναι φίλος του εαυτού του;
Πολλοί γενούν το δέος, το μέγα δέος ο άνθρωπος γεννά.
Πρέπει να συγκρατούμε το θυμό μας απέναντι σ’ εκείνους που έσφαλαν χωρίς να το θέλουν από λαθεμένη κρίση.
Σ’ όλους τους ανθρώπους το λάθος είναι συνηθισμένο πράγμα. Όποιος κάνει λάθος δεν είναι ούτε αξιοκατάκριτος ούτε ασυγχώρητος, αν ύστερα απ’ το λάθος του δεν κάθεται με σταυρωμένα χέρια, αλλά προσπαθεί να το διορθώσει, όσο είναι δυνατό.
Στην ανάγκη ούτε ο Θεός του πολέμου, Άρης, δεν μπορεί ν’ αντισταθεί.
Στις γυναίκες η σιωπή φέρνει κοσμιότητα.
Στον κακό άνθρωπο η αρχική ζωτικότητα του πνεύματος δεν διατηρείται για πολύ, αλλά με τον καιρό μεταβάλλεται.
Συμβαίνει πάντα το ίδιο πράγμα, κάθε άνθρωπος δεν σκέφτεται παρά τον εαυτό του.
Τι πιο ωραίο υπάρχει απ’ το να χαμογελάς στους εχθρούς σου;
Το δώρο φέρνει δώρο.
Το να αμαρτάνουν είναι κοινό σ’ όλους τους ανθρώπους.
Το παραμικρό μπορεί να φέρει το τέλος των γερόντων.
Το ψέμα ποτέ δεν ζει για να γεράσει.
Υπάρχει καλύτερο κόσμημα για το παιδί από τη δόξα του πατέρα του και για τον πατέρα από τη δόξα του γιου του;
Χωρίς κόπους κανένας δεν μπορεί να ευτυχίσει.
Τίποτε πιο κακό από το χρήμα δεν έχει φανεί μεταξύ των ανθρώπων . Καταστρέφει ψυχές και πολιτείες, απομακρύνει τους ανθρώπους από τα σπίτια τους στην τυχοδιωκτική ζωή, δελεάζει και διαφθείρει τους τίμιους και τους σπρώχνει σε πρόστυχες πράξεις. Το χρήμα δίδαξε στους ανθρώπους το δόλο και την ασέβεια.
Όσα προσδοκούσαν από τη ζωή τους, ήταν ακριβώς όλα εκείνα που τόσο αψήφιστα προσπέρασαν
Οι σκηνές της ζωής μας μοιάζουν με τις αναπαραστάσεις ενός μωσαϊκού` από κοντά δεν διακρίνονται καλά και πρέπει να τις εξετάσει κανείς από απόσταση για να αναδειχθεί η ομορφιά τους. Γι’ αυτό και ανακαλύπτουμε πόσο μάταιη ήταν η επιθυμία μας όταν πια την έχουμε εκπληρώσει` ή, παρόλο που περνάμε τη ζωή μας προσβλέποντας σε κάτι καλύτερο, συχνά αναπολούμε ταυτόχρονα μετά λύπης το παρελθόν.
Από την άλλη, αντιμετωπίζουμε το παρόν σαν κάτι προσωρινό, χρήσιμο μόνο ως μέσο για να φτάσουμε στον στόχο μας. Γι’ αυτό και οι περισσότεροι άνθρωποι, αναλογιζόμενοι το παρελθόν, συνειδητοποιούν πως δεν έζησαν παρά με την αίσθηση του προσωρινού, και εκπλήσσονται όταν διαπιστώνουν πως η ζωή τους, και όσα προσδοκούσαν από τη ζωή τους, ήταν ακριβώς όλα εκείνα που τόσο αψήφιστα προσπέρασαν χωρίς να απολαύσουν.
Η ζωή παρουσιάζεται αρχικά ως μια αποστολή: η αποστολή να μπορεί κανείς να συντηρήσει τη ζωή του, de gagner sa vie (να κερδίσει τα προς το ζην). Εκπληρώνοντας κανείς τον συγκεκριμένο στόχο, αυτό που αποκομίζει είναι η αίσθηση ενός βάρους` και τότε εμφανίζεται ένας δεύτερος στόχος για τον άνθρωπο: να κάνει κάτι προκειμένου να διώξει την πλήξη που καραδοκεί σαν αρπακτικό δίπλα από κάθε ασφαλή ζωή. Επομένως, ο πρώτος στόχος είναι να κερδίσει κανείς κάτι, και ο δεύτερος να απαλλαγεί από την επίγνωση όσων έχει κερδίσει, για να αποφύγει να του γίνουν βάρος.
Το γεγονός ότι η ανθρώπινη ζωή είναι ένα λάθος αποδεικνύεται επαρκώς από την απλή διαπίστωση πως ο άνθρωπος αποτελεί ένα συνονθύλευμα δύσκολα ικανοποιούμενων αναγκών` ότι η ικανοποίησή τους δεν επιφέρει τίποτε πέρα από μια ανώδυνη κατάσταση που τον παραδίδει στην πλήξη` και ότι η πλήξη – που δεν είναι τίποτε άλλο από το αίσθημα του κενού της ύπαρξης – αποτελεί άμεση απόδειξη πως η ύπαρξη καθεαυτή δεν έχει καμία αξία.
Η ζωή παρουσιάζεται αρχικά ως μια αποστολή: η αποστολή να μπορεί κανείς να συντηρήσει τη ζωή του, de gagner sa vie (να κερδίσει τα προς το ζην). Εκπληρώνοντας κανείς τον συγκεκριμένο στόχο, αυτό που αποκομίζει είναι η αίσθηση ενός βάρους` και τότε εμφανίζεται ένας δεύτερος στόχος για τον άνθρωπο: να κάνει κάτι προκειμένου να διώξει την πλήξη που καραδοκεί σαν αρπακτικό δίπλα από κάθε ασφαλή ζωή. Επομένως, ο πρώτος στόχος είναι να κερδίσει κανείς κάτι, και ο δεύτερος να απαλλαγεί από την επίγνωση όσων έχει κερδίσει, για να αποφύγει να του γίνουν βάρος.
Το γεγονός ότι η ανθρώπινη ζωή είναι ένα λάθος αποδεικνύεται επαρκώς από την απλή διαπίστωση πως ο άνθρωπος αποτελεί ένα συνονθύλευμα δύσκολα ικανοποιούμενων αναγκών` ότι η ικανοποίησή τους δεν επιφέρει τίποτε πέρα από μια ανώδυνη κατάσταση που τον παραδίδει στην πλήξη` και ότι η πλήξη – που δεν είναι τίποτε άλλο από το αίσθημα του κενού της ύπαρξης – αποτελεί άμεση απόδειξη πως η ύπαρξη καθεαυτή δεν έχει καμία αξία.
ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΣ: Η ιατρική θεραπεύει τις ασθένειες του σώματος, η σοφία εξαλείφει τις ασθένειες της ψυχής
Από τους πρώτους φιλοσόφους της «ατομικής θεωρίας», μαζί με τον δάσκαλό του τον Λεύκιππο, λέγεται ότι ο Δημόκριτος έζησε ως εκατόν εννιά χρονών κι ότι είχε έναν χαρακτήρα εκκεντρικό.
Αφοσιώθηκε κυρίως στην προσπάθειά του να καταλάβει τι δομεί την ύλη, ωστόσο έχουν διασωθεί και δικές του αξιόλογες απόψεις για την τέχνη του ζην, όπως η ακόλουθη:
Αφοσιώθηκε κυρίως στην προσπάθειά του να καταλάβει τι δομεί την ύλη, ωστόσο έχουν διασωθεί και δικές του αξιόλογες απόψεις για την τέχνη του ζην, όπως η ακόλουθη:
Όποιος επιζητεί την ηρεμία του πνεύματος οφείλει να ασχολείται με ελάχιστα θέματα, τόσο σε προσωπικό επίπεδο όσο και ως πολίτης- δεν πρέπει να καταπιάνεται με τίποτα που υπερβαίνει τις δυνάμεις του και τη φύση του- πρέπει να παραμένει σε επαγρύπνηση με σκοπό να αγνοεί τη μοίρα, ακόμα κι όταν του είναι εχθρική και φαίνεται να τον παρασύρει χωρίς αντίσταση· τέλος, δεν πρέπει να δένεται παρά με ό,τι δεν υπερβαίνει τις δυνάμεις του- το φορτίο που σηκώνουν οι πλάτες μας είναι καλύτερα να μην είναι πολύ βαρύ, ώστε να μεταφέρεται εύκολα.
Αυτό που προτείνει ο Δημόκριτος βρίσκεται στη γραμμή της σημερινής «ενσυνειδητότητας», της τεχνικής να επικεντρώνουμε την προσοχή μας σε μία μόνο δραστηριότητα ώστε να ρέουμε μαζί της και να πετυχαίνουμε το εξαιρετικό. Αντί να διασκορπίζουμε την προσοχή μας προς όλες τις κατευθύνσεις, ασχολούμαστε μόνο με ένα πράγμα και το κάνουμε καλά. Για παράδειγμα, ζούμε.
Αυτό που προτείνει ο Δημόκριτος βρίσκεται στη γραμμή της σημερινής «ενσυνειδητότητας», της τεχνικής να επικεντρώνουμε την προσοχή μας σε μία μόνο δραστηριότητα ώστε να ρέουμε μαζί της και να πετυχαίνουμε το εξαιρετικό. Αντί να διασκορπίζουμε την προσοχή μας προς όλες τις κατευθύνσεις, ασχολούμαστε μόνο με ένα πράγμα και το κάνουμε καλά. Για παράδειγμα, ζούμε.
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ: Το καλύτερο σπιτικό είναι εκείνο όπου τα χρήματα δεν αποκτώνται με αδικία
Το καλύτερο σπιτικό είναι εκείνο όπου τα χρήματα δεν αποκτώνται με αδικία, δεν διατηρούνται με καχυποψία και ξοδεύονται χωρίς μετάνοια.
ΕΠΤΑ ΣΟΦΩΝ ΣΥΜΠΟΣΙΟΝ
Μου φαίνεται, Αίσωπε, πως θεωρείς οίκο τούτα εδώ τα στέγαστρα από λάσπη, ξύλο και κεραμίδια, σαν να θεωρούσες σαλιγκάρι το καύκαλο κι όχι το ζωντανό πλάσμα. Ήταν πολύ φυσικό, λοιπόν, να σου δώσει αφορμή για γέλιο ο Σόλων που, όταν είδε το σπίτι του Κροίσου με τα στολίδια και την πολυτέλειά του, δεν δήλωσε αμέσως ότι ο ιδιοκτήτης ζούσε εκεί ευτυχισμένη και μακάρια ζωή, επειδή ήθελε να δει το αγαθό μέσα στον ίδιο περισσότερο παρά στα όσα τον περιέβαλλαν. Είναι φανερό όμως πως δεν θυμάσαι καν την αλεπού σου. Εκείνη, που συναγωνιζόταν με τη λεοπάρδαλη για το ποια από τις δύο έχει τις περισσότερες αποχρώσεις, ζήτησε από τον δικαστή να κοιτάξει μέσα της, διότι εκεί φαινόταν πως έχει περισσότερες αποχρώσεις.
“Αυτή λοιπόν”, είπε, “είναι η απάντησή μου στον Αίσωπο και η συνεισφορά μου στην απαίτηση του Διοκλή. Από τους άλλους ο καθένας έχει το δικαίωμα να αποκαλύψει τη δική του άποψη”.
Τότε ο Σόλων είπε πως κατά τη γνώμη του το καλύτερο σπιτικό είναι εκείνο όπου τα χρήματα δεν αποκτώνται με αδικία, δεν διατηρούνται με καχυποψία και ξοδεύονται χωρίς μετάνοια.
Ο Βίας είπε πως είναι το σπιτικό εκείνο, μέσα στο οποίο ο αφέντης φέρεται από μόνος του όπως φέρεται έξω λόγω του νόμου.
Ο Θαλής είπε πως είναι το σπιτικό εκείνο, στο οποίο ο αφέντης μπορεί να έχει μεγαλύτερη ξεκούραση.
Ο Κλεόβουλος είπε πως αν ο αφέντης έχει περισσότερους εκεί μέσα που τον αγαπούν απ’ όσους τον φοβούνται.
Ο Πιττακός είπε πως το καλύτερο σπίτι είναι εκείνο που δεν χρειάζεται τίποτα περιττό και δεν του λείπει τίποτα απαραίτητο.
Ο Χίλων είπε ότι το σπιτικό πρέπει να μοιάζει με βασιλευομένη πόλη. Έπειτα πρόσθεσε ότι ο Λυκούργος είπε στον άντρα που τον παρότρυνε να εγκαθιδρύσει δημοκρατία στην πόλη: “Εγκαθίδρυσε πρώτα στο σπίτι σου δημοκρατία”.
ΕΠΤΑ ΣΟΦΩΝ ΣΥΜΠΟΣΙΟΝ
Μου φαίνεται, Αίσωπε, πως θεωρείς οίκο τούτα εδώ τα στέγαστρα από λάσπη, ξύλο και κεραμίδια, σαν να θεωρούσες σαλιγκάρι το καύκαλο κι όχι το ζωντανό πλάσμα. Ήταν πολύ φυσικό, λοιπόν, να σου δώσει αφορμή για γέλιο ο Σόλων που, όταν είδε το σπίτι του Κροίσου με τα στολίδια και την πολυτέλειά του, δεν δήλωσε αμέσως ότι ο ιδιοκτήτης ζούσε εκεί ευτυχισμένη και μακάρια ζωή, επειδή ήθελε να δει το αγαθό μέσα στον ίδιο περισσότερο παρά στα όσα τον περιέβαλλαν. Είναι φανερό όμως πως δεν θυμάσαι καν την αλεπού σου. Εκείνη, που συναγωνιζόταν με τη λεοπάρδαλη για το ποια από τις δύο έχει τις περισσότερες αποχρώσεις, ζήτησε από τον δικαστή να κοιτάξει μέσα της, διότι εκεί φαινόταν πως έχει περισσότερες αποχρώσεις.
“Αυτή λοιπόν”, είπε, “είναι η απάντησή μου στον Αίσωπο και η συνεισφορά μου στην απαίτηση του Διοκλή. Από τους άλλους ο καθένας έχει το δικαίωμα να αποκαλύψει τη δική του άποψη”.
Τότε ο Σόλων είπε πως κατά τη γνώμη του το καλύτερο σπιτικό είναι εκείνο όπου τα χρήματα δεν αποκτώνται με αδικία, δεν διατηρούνται με καχυποψία και ξοδεύονται χωρίς μετάνοια.
Ο Βίας είπε πως είναι το σπιτικό εκείνο, μέσα στο οποίο ο αφέντης φέρεται από μόνος του όπως φέρεται έξω λόγω του νόμου.
Ο Θαλής είπε πως είναι το σπιτικό εκείνο, στο οποίο ο αφέντης μπορεί να έχει μεγαλύτερη ξεκούραση.
Ο Κλεόβουλος είπε πως αν ο αφέντης έχει περισσότερους εκεί μέσα που τον αγαπούν απ’ όσους τον φοβούνται.
Ο Πιττακός είπε πως το καλύτερο σπίτι είναι εκείνο που δεν χρειάζεται τίποτα περιττό και δεν του λείπει τίποτα απαραίτητο.
Ο Χίλων είπε ότι το σπιτικό πρέπει να μοιάζει με βασιλευομένη πόλη. Έπειτα πρόσθεσε ότι ο Λυκούργος είπε στον άντρα που τον παρότρυνε να εγκαθιδρύσει δημοκρατία στην πόλη: “Εγκαθίδρυσε πρώτα στο σπίτι σου δημοκρατία”.
MOLIERE: Η εκδήλωση ψεύτικων αντιδράσεων οικειότητας είναι ειδικότητα της πόρνης, όχι του τίμιου ανθρώπου
Τον Ιούνιο του 1666 ο Μολιέρος εξέδωσε την κωμωδία Ο Μισάνθρωπος (Le Misanthrope), μία σάτιρα σχετικά με την υποκριτική ευγένεια και την ανέντιμη κολακεία στην βασιλική αυλή αλλά και στα σαλόνια του Παρισιού. Η ασυνήθιστα έντονα αυτοβιογραφικά αποτυπωμένη φιγούρα του Αλσέστ, του πρωταγωνιστή του Μισάνθρωπου, αντικατοπτρίζει την απέχθεια του Μολιέρου και την μη θέληση του να ενταχθεί στη ζωή της βασιλικής αυλής, όπου κυριαρχούσε το ψεύδος, η υποκρισία, οι ίντριγκες και η κολακεία.
Ο Μολιέρος με τον Μισάνθρωπο δεν σκιαγραφεί μόνο μια κοινωνία κι ένα σύστημα ασκώντας κριτική, αλλά κι έναν ανθρώπινο χαρακτήρα διαχρονικό που αντιτάσσεται στη διάβρωση, τη χυδαιότητα, την υποκρισία, τα ύποπτα συμφέροντα και τον αμοραλισμό. Ασυμβίβαστος επιτίθεται προς όλους και προς όλα έως τη στιγμή που αναγκάζεται να αποχωρήσει από την κοινωνία αυτή για να μπορέσει “να ζήσει ως τίμιος άνθρωπος”.
ΑΛΣΕΣΤ: «Δεν ξέρω τι μυαλά κουβαλάτε εσύ κι άλλοι που κάνετε τους μοντέρνους, πάντως εγώ τις σιχαίνομαι αυτές τις δήθεν κοινωνικότητες. Γιατί να ξεγοφιάζεσαι στις υποκλίσεις, γιατί να στεγνώνει η γλώσσα σου από τα ψεύτικα λόγια και γιατί να ορκίζεσαι φιλίες με τον ίδιο τρόπο και στους άξιους και τους γελοίους; Τι σας πιάνει όλους εσάς τους μοντέρνους; Γιατί ξοδεύετε λέξεις και συναισθήματα με την ίδια ευκολία στον έντιμο και τον απατεώνα; Η εκδήλωση ψεύτικων αντιδράσεων οικειότητας είναι ειδικότητα της πόρνης, όχι του τίμιου ανθρώπου. Οι αντιδράσεις μας στους άλλους πρέπει να έχουν διαβαθμίσεις: αν δείχνουμε ότι τους εκτιμάμε όλους, είναι σίγουρο πως δεν εκτιμάμε κανέναν. Εσύ τι να πω! Τώρα τελευταία τους αντιμετωπίζεις όλους με τόση διαστροφική κοινωνικότητα, που μου απαγορεύεις να σε θεωρώ και δικό μου φίλο. Εγώ καταδικάζω όποιον θέλει να γίνει αρεστός σε όλους και τους φέρεται με τον ίδιο ευγενικό τρόπο, γιατί θέλω να με ξεχωρίζουν και να μ΄ επιλέγουν γι΄ αυτό που είμαι.»
Ο Μολιέρος με τον Μισάνθρωπο δεν σκιαγραφεί μόνο μια κοινωνία κι ένα σύστημα ασκώντας κριτική, αλλά κι έναν ανθρώπινο χαρακτήρα διαχρονικό που αντιτάσσεται στη διάβρωση, τη χυδαιότητα, την υποκρισία, τα ύποπτα συμφέροντα και τον αμοραλισμό. Ασυμβίβαστος επιτίθεται προς όλους και προς όλα έως τη στιγμή που αναγκάζεται να αποχωρήσει από την κοινωνία αυτή για να μπορέσει “να ζήσει ως τίμιος άνθρωπος”.
ΑΛΣΕΣΤ: «Δεν ξέρω τι μυαλά κουβαλάτε εσύ κι άλλοι που κάνετε τους μοντέρνους, πάντως εγώ τις σιχαίνομαι αυτές τις δήθεν κοινωνικότητες. Γιατί να ξεγοφιάζεσαι στις υποκλίσεις, γιατί να στεγνώνει η γλώσσα σου από τα ψεύτικα λόγια και γιατί να ορκίζεσαι φιλίες με τον ίδιο τρόπο και στους άξιους και τους γελοίους; Τι σας πιάνει όλους εσάς τους μοντέρνους; Γιατί ξοδεύετε λέξεις και συναισθήματα με την ίδια ευκολία στον έντιμο και τον απατεώνα; Η εκδήλωση ψεύτικων αντιδράσεων οικειότητας είναι ειδικότητα της πόρνης, όχι του τίμιου ανθρώπου. Οι αντιδράσεις μας στους άλλους πρέπει να έχουν διαβαθμίσεις: αν δείχνουμε ότι τους εκτιμάμε όλους, είναι σίγουρο πως δεν εκτιμάμε κανέναν. Εσύ τι να πω! Τώρα τελευταία τους αντιμετωπίζεις όλους με τόση διαστροφική κοινωνικότητα, που μου απαγορεύεις να σε θεωρώ και δικό μου φίλο. Εγώ καταδικάζω όποιον θέλει να γίνει αρεστός σε όλους και τους φέρεται με τον ίδιο ευγενικό τρόπο, γιατί θέλω να με ξεχωρίζουν και να μ΄ επιλέγουν γι΄ αυτό που είμαι.»
Ζεν
Γύρω στον πρώτο μεταχριστιανικό αιώνα, η ινδική σκέψη, με τη μορφή του Βουδισμού, ήρθε σ’ επαφή με το κινεζικό πνεύμα. Η πραγματιστική όψη της κινεζικής νοοτροπίας ανταποκρίθηκε στο μήνυμα του Βουδισμού, απομονώνοντας απ’ αυτόν μόνο τα πρακτικά του διδάγματα και συστηματοποιώντας τα σ’ ένα ιδιαίτερο είδος πνευματικής ιδεολογίας, που πήρε το όνομα Τσαν. Συνήθως, η λέξη αυτή μεταφράζεται σαν «διαλογισμός». Γύρω στο 1200 μ.Χ. η φιλοσοφία Τσαν μεταφέρθηκε στην Ιαπωνία, και συνέχισε ν’ αναπτύσσεται μέχρι τις μέρες μας με το όνομα Ζεν.
Έτσι το Ζεν αποτελεί ένα μοναδικό μίγμα φιλοσοφικών ιδεών και ιδιαίτερων χαρακτηριστικών νοοτροπιών, που προέρχονται από τρείς διαφορετικούς πολιτισμούς. Πρόκειται για ένα τρόπο ζωής τυπικά ιαπωνικό, που δεν παύει να διατηρεί μέσα του το μυστικισμό της Ινδίας, την αγάπη του Ταοϊσμού για τη φύση, και την πραγματιστική σκέψη του Κομφουκιανισμού.
Παρά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, όμως, το Ζεν παραμένει στην ουσία του βουδιστικό, εφόσον στόχος του είναι αυτός που καθόρισε ο Βούδας, μ’ άλλα λόγια η «φώτιση», που στην ορολογία του Ζεν ονομάζεται σατόρι. Η μοναδικότητα του Ζεν έγκειται στο γεγονός πως συγκεντρώνει την προσοχή του αποκλειστικά στη «φώτιση» και δεν ασχολείται με άλλα επιμέρους θέματα και ερμηνείες … Το Ζεν δεν έχει ούτε διδασκαλία, ούτε φιλοσοφία. Δεν διαθέτει «πιστεύω» ούτε δόγματα. Υποστηρίζει πως ο γνήσιος πνευματικός του χαρακτήρας θεμελιώνεται ακριβώς στην απόλυτη ελευθερία του νου. Να μια τετράστιχη περιγραφή του Ζεν:
-Ιδιαίτερος τρόπος μετάδοσης, χωρίς κείμενα.
-Χωρίς καμία βάση πάνω στις λέξεις και τα γράμματα.
-Άμεση μετάδοση κατευθείαν στον ανθρώπινο νου.
-Πίστη για την ικανότητα του καθενός να γίνει Βούδας.
Το ιδανικό του Ζεν είναι να ζει κανείς τη ζωή του αυθόρμητα και φυσικά. Όταν ζήτησαν κάποτε από τον Πο Τσανγκ να καθορίσει το Ζεν, εκείνος απάντησε: «Να τρως όταν πεινάς και να κοιμάσαι όταν είσαι κουρασμένος». Όπως όλα στο Ζεν, έτσι και το νόημα της παραπάνω φράσης μοιάζει εύκολο, ενώ στην πραγματικότητα είναι μια πολύ δύσκολη υπόθεση. Το ν’ αποκτήσει κανείς την αρχική του παιδική φυσικότητα απαιτεί ιδιαίτερη εξάσκηση, και το αποτέλεσμα θεωρείται σαν ένας μεγάλος πνευματικός θρίαμβος. Ένας περίφημος αφορισμός του Ζεν λέει:
Πριν μελετήσεις το Ζεν, τα βουνά είναι βουνά και τα ποτάμια
ποτάμια. Όταν αρχίζεις να μελετάς το Ζεν, τα βουνά δεν είναι
πια βουνά, κι ούτε τα ποτάμια ποτάμια. Αλλά όταν
αποκτήσεις τη φώτιση, τα βουνά ξαναγίνονται βουνά και
τα ποτάμια ποτάμια.
Στη σύγχρονη Ιαπωνία υπάρχουν δύο κύριες σχολές του Ζεν. Οι διαφορές τους βρίσκονται μόνο στη μέθοδο διδασκαλίας και οι δύο σχολές δίνουν μεγάλη σημασία στο ζαζέν, τον καθιστό διαλογισμό. Η σωστή στάση κι η σωστή αναπνοή είναι τα δύο βασικά στοιχεία της διαλογιστικής αυτής μορφής, που πρέπει να μάθει από την αρχή κάθε σπουδαστής του Ζεν.
Η άποψη του Ζεν πως η «φώτιση» εκδηλώνεται από μόνη της μέσα στην καθημερινή ζωή είχε σαν αποτέλεσμα να επηρεάσει έντονα κάθε εκδήλωση του παραδοσιακού τρόπου ζωής της Ιαπωνίας. Και η επίδραση αυτή δεν περιορίζεται μόνο στο χώρο της τέχνης, στην ζωγραφική, την καλλιγραφία, του σχεδιασμού των κήπων κ.τ.λ., αλλά επεκτείνεται στις τελετουργικές δραστηριότητες, όπως το σερβίρισμα του τσαγιού και η τακτοποίηση των λουλουδιών σ’ ένα βάζο, για να καταλήξει στις πολεμικές τέχνες, όπως η τοξοβολία, η ξιφασκία και το τζούντο. Κάθε μία από τις παραπάνω δραστηριότητες ονομάζεται Ντο, που είναι η ιαπωνική μετάφραση του Τάο και αναγνωρίζεται σαν ένας από τους πολλούς «δρόμους» που οδηγούν στη φώτιση. Όλες αυτές οι τέχνες είναι εκφράσεις του αυθορμητισμού, της απλότητας και της καθολικής συμμετοχής του νου στη δεδομένη πράξη, που προσδιορίζουν ταυτόχρονα τον τρόπο ζωής του Ζεν. Όλες τους απαιτούν μια τεχνική τελειότητα, αλλά η αυτοπραγμάτωση έρχεται όταν η τεχνική παύει να είναι συνειδητή και ολοκληρώνεται αυθόρμητα, υπακούοντας στις ορμές του ασυνειδήτου, σαν «μια τέχνη δίχως τέχνη».
Έτσι το Ζεν αποτελεί ένα μοναδικό μίγμα φιλοσοφικών ιδεών και ιδιαίτερων χαρακτηριστικών νοοτροπιών, που προέρχονται από τρείς διαφορετικούς πολιτισμούς. Πρόκειται για ένα τρόπο ζωής τυπικά ιαπωνικό, που δεν παύει να διατηρεί μέσα του το μυστικισμό της Ινδίας, την αγάπη του Ταοϊσμού για τη φύση, και την πραγματιστική σκέψη του Κομφουκιανισμού.
Παρά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, όμως, το Ζεν παραμένει στην ουσία του βουδιστικό, εφόσον στόχος του είναι αυτός που καθόρισε ο Βούδας, μ’ άλλα λόγια η «φώτιση», που στην ορολογία του Ζεν ονομάζεται σατόρι. Η μοναδικότητα του Ζεν έγκειται στο γεγονός πως συγκεντρώνει την προσοχή του αποκλειστικά στη «φώτιση» και δεν ασχολείται με άλλα επιμέρους θέματα και ερμηνείες … Το Ζεν δεν έχει ούτε διδασκαλία, ούτε φιλοσοφία. Δεν διαθέτει «πιστεύω» ούτε δόγματα. Υποστηρίζει πως ο γνήσιος πνευματικός του χαρακτήρας θεμελιώνεται ακριβώς στην απόλυτη ελευθερία του νου. Να μια τετράστιχη περιγραφή του Ζεν:
-Ιδιαίτερος τρόπος μετάδοσης, χωρίς κείμενα.
-Χωρίς καμία βάση πάνω στις λέξεις και τα γράμματα.
-Άμεση μετάδοση κατευθείαν στον ανθρώπινο νου.
-Πίστη για την ικανότητα του καθενός να γίνει Βούδας.
Το ιδανικό του Ζεν είναι να ζει κανείς τη ζωή του αυθόρμητα και φυσικά. Όταν ζήτησαν κάποτε από τον Πο Τσανγκ να καθορίσει το Ζεν, εκείνος απάντησε: «Να τρως όταν πεινάς και να κοιμάσαι όταν είσαι κουρασμένος». Όπως όλα στο Ζεν, έτσι και το νόημα της παραπάνω φράσης μοιάζει εύκολο, ενώ στην πραγματικότητα είναι μια πολύ δύσκολη υπόθεση. Το ν’ αποκτήσει κανείς την αρχική του παιδική φυσικότητα απαιτεί ιδιαίτερη εξάσκηση, και το αποτέλεσμα θεωρείται σαν ένας μεγάλος πνευματικός θρίαμβος. Ένας περίφημος αφορισμός του Ζεν λέει:
Πριν μελετήσεις το Ζεν, τα βουνά είναι βουνά και τα ποτάμια
ποτάμια. Όταν αρχίζεις να μελετάς το Ζεν, τα βουνά δεν είναι
πια βουνά, κι ούτε τα ποτάμια ποτάμια. Αλλά όταν
αποκτήσεις τη φώτιση, τα βουνά ξαναγίνονται βουνά και
τα ποτάμια ποτάμια.
Στη σύγχρονη Ιαπωνία υπάρχουν δύο κύριες σχολές του Ζεν. Οι διαφορές τους βρίσκονται μόνο στη μέθοδο διδασκαλίας και οι δύο σχολές δίνουν μεγάλη σημασία στο ζαζέν, τον καθιστό διαλογισμό. Η σωστή στάση κι η σωστή αναπνοή είναι τα δύο βασικά στοιχεία της διαλογιστικής αυτής μορφής, που πρέπει να μάθει από την αρχή κάθε σπουδαστής του Ζεν.
Η άποψη του Ζεν πως η «φώτιση» εκδηλώνεται από μόνη της μέσα στην καθημερινή ζωή είχε σαν αποτέλεσμα να επηρεάσει έντονα κάθε εκδήλωση του παραδοσιακού τρόπου ζωής της Ιαπωνίας. Και η επίδραση αυτή δεν περιορίζεται μόνο στο χώρο της τέχνης, στην ζωγραφική, την καλλιγραφία, του σχεδιασμού των κήπων κ.τ.λ., αλλά επεκτείνεται στις τελετουργικές δραστηριότητες, όπως το σερβίρισμα του τσαγιού και η τακτοποίηση των λουλουδιών σ’ ένα βάζο, για να καταλήξει στις πολεμικές τέχνες, όπως η τοξοβολία, η ξιφασκία και το τζούντο. Κάθε μία από τις παραπάνω δραστηριότητες ονομάζεται Ντο, που είναι η ιαπωνική μετάφραση του Τάο και αναγνωρίζεται σαν ένας από τους πολλούς «δρόμους» που οδηγούν στη φώτιση. Όλες αυτές οι τέχνες είναι εκφράσεις του αυθορμητισμού, της απλότητας και της καθολικής συμμετοχής του νου στη δεδομένη πράξη, που προσδιορίζουν ταυτόχρονα τον τρόπο ζωής του Ζεν. Όλες τους απαιτούν μια τεχνική τελειότητα, αλλά η αυτοπραγμάτωση έρχεται όταν η τεχνική παύει να είναι συνειδητή και ολοκληρώνεται αυθόρμητα, υπακούοντας στις ορμές του ασυνειδήτου, σαν «μια τέχνη δίχως τέχνη».
ΑΡΡΙΑΝΟΣ - Ἀλεξάνδρου Ἀνάβασις (4.12.1-4.13.2)
[4.12.1] Ταῦτα δὴ καὶ τοιαῦτα εἰπόντα Καλλισθένην ἀνιᾶσαι μὲν μεγαλωστὶ Ἀλέξανδρον, Μακεδόσι δὲ πρὸς θυμοῦ εἰπεῖν. καὶ τοῦτο γνόντα Ἀλέξανδρον πέμψαντα κωλῦσαι [Μακεδόνας] μεμνῆσθαι ἔτι τῆς προσκυνήσεως. [4.12.2] ἀλλὰ σιγῆς γὰρ γενομένης ἐπὶ τοῖς λόγοις ἀναστάντας Περσῶν τοὺς πρεσβυτάτους ἐφεξῆς προσκυνεῖν. Λεοννάτον δέ, ἕνα τῶν ἑταίρων, ἐπειδή τις ἐδόκει τῶν Περσῶν αὐτῷ οὐκ ἐν κόσμῳ προσκυνῆσαι, τὸν δὲ ἐπιγελάσαι τῷ σχήματι τοῦ Περσοῦ ὡς ταπεινῷ· καὶ τούτῳ χαλεπήναντα τότε Ἀλέξανδρον ξυναλλαγῆναι αὖθις. [4.12.3] ἀναγέγραπται δὲ δὴ καὶ τοῖόσδε λόγος. προπίνειν φιάλην χρυσῆν ἐν κύκλῳ Ἀλέξανδρον πρώτοις μὲν τούτοις πρὸς οὕστινας ξυνέκειτο αὐτῷ τὰ τῆς προσκυνήσεως, τὸν δὲ πρῶτον ἐκπιόντα τὴν φιάλην προσκυνῆσαί τε ἀναστάντα καὶ φιληθῆναι πρὸς αὐτοῦ, καὶ τοῦτο ἐφεξῆς διὰ πάντων χωρῆσαι. [4.12.4] ὡς δὲ ἐς Καλλισθένην ἧκεν ἡ πρόποσις, ἀναστῆναι μὲν Καλλισθένην καὶ ἐκπιεῖν τὴν φιάλην, καὶ προσελθόντα ἐθέλειν φιλῆσαι οὐ προσκυνήσαντα. τὸν δὲ τυχεῖν μὲν τότε διαλεγόμενον Ἡφαιστίωνι· οὔκουν προσέχειν τὸν νοῦν, εἰ καὶ τὰ τῆς προσκυνήσεως ἐπιτελῆ τῷ Καλλισθένει ἐγένετο. [4.12.5] ἀλλὰ Δημήτριον γὰρ τὸν Πυθώνακτος, ἕνα τῶν ἑταίρων, ὡς προσῄει αὐτῷ ὁ Καλλισθένης φιλήσων, φάναι ὅτι οὐ προσκυνήσας πρόσεισιν. καὶ τὸν Ἀλέξανδρον οὐ παρασχεῖν φιλῆσαι ἑαυτόν· τὸν δὲ Καλλισθένην, φιλήματι, φάναι, ἔλαττον ἔχων ἄπειμι.
[4.12.6] Εγώ δεν εγκρίνω με κανένα τρόπο όσα από αυτά αναφέρονται στην τότε αλαζονική συμπεριφορά του Αλεξάνδρου και στην αδεξιότητα του Καλλισθένη, αλλά λέγω ότι είναι αρκετό να κρατά αξιοπρεπή για έναν άνδρα στάση, όσο εξαρτάται από αυτόν, εξυψώνοντας όσο είναι δυνατό τις πράξεις του βασιλιά μιας και δέχθηκε να βρίσκεται μαζί του. [4.12.7] Νομίζω, λοιπόν ότι δεν ήταν παράλογη η εχθρότητα του Αλεξάνδρου προς τον Καλλισθένη για την άκαιρη ελευθεροστομία και την υπεροπτική ανοησία του. Γι᾽ αυτό συμπεραίνω ότι έγιναν πιστευτοί χωρίς δυσκολία όσοι κατήγγειλαν ότι ο Καλλισθένης έλαβε μέρος στη συνωμοσία που οργανώθηκε κατά του Αλεξάνδρου από τους βασιλικούς παίδες, ενώ άλλοι τον κατηγόρησαν ότι και ο ίδιος τους παρακίνησε στη συνωμοσία. Η συνωμοσία αυτή έγινε ως εξής:
[4.13.1] Από την εποχή ακόμη του Φιλίππου είχε καθιερωθεί η συνήθεια να κατατάσσονται στην υπηρεσία του βασιλιά όσα παιδιά των αξιωματούχων Μακεδόνων είχαν φθάσει στην ηλικία του εφήβου. Είχε ανατεθεί σε αυτούς να υπηρετούν τον βασιλιά και στις διάφορες άλλες καθημερινές του ανάγκες και να τον φυλάγουν, όταν κοιμόταν. Όποτε σκόπευε να βγει έφιππος ο βασιλιάς, οι βασιλικοί παίδες έπαιρναν από τους ιπποκόμους τα άλογα και τα οδηγούσαν στον βασιλιά, τον οποίο βοηθούσαν και να ιππεύει κατά τον περσικό τρόπο. Ήταν επίσης οι σύντροφοι του βασιλιά στην κυνηγετική άμιλλα. [4.13.2] Ένας από αυτούς, ο Ερμόλαος, ο γιος του Σωπόλιδος, έδειχνε ενδιαφέρον για τη φιλοσοφία και για τον λόγο αυτό σεβόταν τον Καλλισθένη. Για τον Ερμόλαο υπάρχει η παράδοση ότι σε ένα κυνήγι πρόλαβε να χτυπήσει έναν αγριόχοιρο που εφορμούσε κατά του Αλεξάνδρου. Ο αγριόχοιρος έπεσε χτυπημένος, αλλά ο Αλέξανδρος, επειδή ο ίδιος δεν πρόλαβε, οργίσθηκε με τον Ερμόλαο και διέταξε πάνω στην οργή του να τον μαστιγώσουν μπροστά στα άλλα παιδιά και αφαίρεσε το άλογο από τον Ερμόλαο.
[4.12.6] Καὶ τούτων ἐγὼ, ὅσα ἐς ὕβριν τε τὴν Ἀλεξάνδρου τὴν ἐν τῷ παραυτίκα καὶ ἐς σκαιότητα τὴν Καλλισθένους φέροντα, οὐδὲν οὐδαμῇ ἐπαινῶ, ἀλλὰ τὸ καθ᾽ αὑτὸν γὰρ κοσμίως τίθεσθαι ἐξαρκεῖν φημί, αὔξοντα ὡς ἀνυστὸν τὰ βασιλέως πράγματα ὅτῳ τις ξυνεῖναι οὐκ ἀπηξίωσεν. [4.12.7] οὔκουν ἀπεικότως δι᾽ ἀπεχθείας γενέσθαι Ἀλεξάνδρῳ Καλλισθένην τίθεμαι ἐπὶ τῇ ἀκαίρῳ τε παρρησίᾳ καὶ ὑπερόγκῳ ἀβελτερίᾳ. ἐφ᾽ ὅτῳ τεκμαίρομαι μὴ χαλεπῶς πιστευθῆναι τοὺς κατειπόντας Καλλισθένους, ὅτι μετέσχε τῆς ἐπιβουλῆς τῆς γενομένης Ἀλεξάνδρῳ ἐκ τῶν παίδων, τοὺς δέ, ὅτι καὶ ἐπῆρεν αὐτὸς ἐς τὸ ἐπιβουλεῦσαι. ξυνέβη δὲ τὰ τῆς ἐπιβουλῆς ὧδε.
[4.13.1] Ἐκ Φιλίππου ἦν ἤδη καθεστηκὸς τῶν ἐν τέλει Μακεδόνων τοὺς παῖδας ὅσοι ἐς ἡλικίαν ἐμειρακιεύοντο καταλέγεσθαι ἐς θεραπείαν τοῦ βασιλέως, τά τε περὶ τὴν ἄλλην δίαιταν τοῦ σώματος διακονεῖσθαι βασιλεῖ καὶ κοιμώμενον φυλάσσειν τούτοις ἐπετέτραπτο. καὶ ὁπότε ἐξελαύνοι βασιλεύς, τοὺς ἵππους παρὰ τῶν ἱπποκόμων δεχόμενοι ἐκεῖνοι προσῆγον καὶ ἀνέβαλλον οὗτοι βασιλέα τὸν Περσικὸν τρόπον καὶ τῆς ἐπὶ θήρᾳ φιλοτιμίας βασιλεῖ κοινωνοὶ ἦσαν. [4.13.2] τούτων καὶ Ἑρμόλαος ἦν, Σωπόλιδος μὲν παῖς, φιλοσοφίᾳ δὲ ἐδόκει προσέχειν τὸν νοῦν καὶ Καλλισθένην θεραπεύειν ἐπὶ τῷδε. ὑπὲρ τούτου λόγος κατέχει, ὅτι ἐν θήρᾳ προσφερομένου Ἀλεξάνδρῳ συὸς ἔφθη βαλὼν τὸν σῦν ὁ Ἑρμόλαος· καὶ ὁ μὲν σῦς πίπτει βληθείς, Ἀλέξανδρος δὲ τοῦ καιροῦ ὑστερήσας ἐχαλέπηνε τῷ Ἑρμολάῳ καὶ κελεύει αὐτὸν πρὸς ὀργὴν πληγὰς λαβεῖν ὁρώντων τῶν ἄλλων παίδων, καὶ τὸν ἵππον αὐτοῦ ἀφείλετο.
[4.13.1] Ἐκ Φιλίππου ἦν ἤδη καθεστηκὸς τῶν ἐν τέλει Μακεδόνων τοὺς παῖδας ὅσοι ἐς ἡλικίαν ἐμειρακιεύοντο καταλέγεσθαι ἐς θεραπείαν τοῦ βασιλέως, τά τε περὶ τὴν ἄλλην δίαιταν τοῦ σώματος διακονεῖσθαι βασιλεῖ καὶ κοιμώμενον φυλάσσειν τούτοις ἐπετέτραπτο. καὶ ὁπότε ἐξελαύνοι βασιλεύς, τοὺς ἵππους παρὰ τῶν ἱπποκόμων δεχόμενοι ἐκεῖνοι προσῆγον καὶ ἀνέβαλλον οὗτοι βασιλέα τὸν Περσικὸν τρόπον καὶ τῆς ἐπὶ θήρᾳ φιλοτιμίας βασιλεῖ κοινωνοὶ ἦσαν. [4.13.2] τούτων καὶ Ἑρμόλαος ἦν, Σωπόλιδος μὲν παῖς, φιλοσοφίᾳ δὲ ἐδόκει προσέχειν τὸν νοῦν καὶ Καλλισθένην θεραπεύειν ἐπὶ τῷδε. ὑπὲρ τούτου λόγος κατέχει, ὅτι ἐν θήρᾳ προσφερομένου Ἀλεξάνδρῳ συὸς ἔφθη βαλὼν τὸν σῦν ὁ Ἑρμόλαος· καὶ ὁ μὲν σῦς πίπτει βληθείς, Ἀλέξανδρος δὲ τοῦ καιροῦ ὑστερήσας ἐχαλέπηνε τῷ Ἑρμολάῳ καὶ κελεύει αὐτὸν πρὸς ὀργὴν πληγὰς λαβεῖν ὁρώντων τῶν ἄλλων παίδων, καὶ τὸν ἵππον αὐτοῦ ἀφείλετο.
***
[4.12.1] Όταν, λοιπόν, ο Καλλισθένης είπε αυτά και άλλα παρόμοια, στενοχώρησε υπερβολικά τον Αλέξανδρο, ευχαρίστησε όμως τους Μακεδόνες. Επειδή το κατάλαβε ο Αλέξανδρος, έστειλε ανθρώπους να πουν [στους Μακεδόνες] να μη σκέπτονται πλέον την προσκύνηση. [4.12.2] Όταν όμως μετά τους λόγους επικράτησε σιωπή, σηκώθηκαν οι πιο ηλικιωμένοι Πέρσες και ο ένας μετά τον άλλο προσκύνησαν τον Αλέξανδρο. Αλλά ο Λεοννάτος, ένας από τους εταίρους, επειδή νόμισε ότι κάποιος Πέρσης δεν προσκύνησε όπως έπρεπε, γέλασε για τον δουλικό του τρόπο. [4.12.3] Αν και οργίσθηκε τότε ο Αλέξανδρος, συμφιλιώθηκε όμως πάλι μαζί του. Έχει μάλιστα αναγραφεί η ακόλουθη ιστορία. Ο Αλέξανδρος έκανε πρόποση και έδωσε το χρυσό κύπελλο πρώτα σε αυτούς που είχαν συμφωνήσει μαζί του για την προσκύνηση ώστε με κυκλική σειρά να συνεχίσουν. [4.12.4] Ο πρώτος, αφού ήπιε από το ποτήρι, σηκώθηκε, προσκύνησε και δέχθηκε φίλημα από τον Αλέξανδρο και το ίδιο έγινε με όλους διαδοχικά. Όταν όμως ήρθε η σειρά για την πρόποση του Καλλισθένη, σηκώθηκε ο Καλλισθένης, ήπιε από το ποτήρι και αφού πλησίασε τον Αλέξανδρο, ήθελε να τον φιλήσει χωρίς να τον έχει προσκυνήσει. Ο Αλέξανδρος την στιγμή εκείνη έτυχε να συνομιλεί με τον Ηφαιστίωνα και δεν πρόσεξε αν ο Καλλισθένης έκανε κανονικά την προσκύνηση. Αλλά ο Δημήτριος, ο γιος του Πυθώνακτα, ένας από τους εταίρους, [4.12.5] είπε στον Αλέξανδρο καθώς τον πλησίαζε ο Καλλισθένης για να τον φιλήσει, ότι πλησιάζει χωρίς να προσκυνήσει και ο Αλέξανδρος δεν επέτρεψε να τον φιλήσει. Τότε ο Καλλισθένης είπε: «φεύγω και μου λείπει ένα φίλημα».[4.12.6] Εγώ δεν εγκρίνω με κανένα τρόπο όσα από αυτά αναφέρονται στην τότε αλαζονική συμπεριφορά του Αλεξάνδρου και στην αδεξιότητα του Καλλισθένη, αλλά λέγω ότι είναι αρκετό να κρατά αξιοπρεπή για έναν άνδρα στάση, όσο εξαρτάται από αυτόν, εξυψώνοντας όσο είναι δυνατό τις πράξεις του βασιλιά μιας και δέχθηκε να βρίσκεται μαζί του. [4.12.7] Νομίζω, λοιπόν ότι δεν ήταν παράλογη η εχθρότητα του Αλεξάνδρου προς τον Καλλισθένη για την άκαιρη ελευθεροστομία και την υπεροπτική ανοησία του. Γι᾽ αυτό συμπεραίνω ότι έγιναν πιστευτοί χωρίς δυσκολία όσοι κατήγγειλαν ότι ο Καλλισθένης έλαβε μέρος στη συνωμοσία που οργανώθηκε κατά του Αλεξάνδρου από τους βασιλικούς παίδες, ενώ άλλοι τον κατηγόρησαν ότι και ο ίδιος τους παρακίνησε στη συνωμοσία. Η συνωμοσία αυτή έγινε ως εξής:
[4.13.1] Από την εποχή ακόμη του Φιλίππου είχε καθιερωθεί η συνήθεια να κατατάσσονται στην υπηρεσία του βασιλιά όσα παιδιά των αξιωματούχων Μακεδόνων είχαν φθάσει στην ηλικία του εφήβου. Είχε ανατεθεί σε αυτούς να υπηρετούν τον βασιλιά και στις διάφορες άλλες καθημερινές του ανάγκες και να τον φυλάγουν, όταν κοιμόταν. Όποτε σκόπευε να βγει έφιππος ο βασιλιάς, οι βασιλικοί παίδες έπαιρναν από τους ιπποκόμους τα άλογα και τα οδηγούσαν στον βασιλιά, τον οποίο βοηθούσαν και να ιππεύει κατά τον περσικό τρόπο. Ήταν επίσης οι σύντροφοι του βασιλιά στην κυνηγετική άμιλλα. [4.13.2] Ένας από αυτούς, ο Ερμόλαος, ο γιος του Σωπόλιδος, έδειχνε ενδιαφέρον για τη φιλοσοφία και για τον λόγο αυτό σεβόταν τον Καλλισθένη. Για τον Ερμόλαο υπάρχει η παράδοση ότι σε ένα κυνήγι πρόλαβε να χτυπήσει έναν αγριόχοιρο που εφορμούσε κατά του Αλεξάνδρου. Ο αγριόχοιρος έπεσε χτυπημένος, αλλά ο Αλέξανδρος, επειδή ο ίδιος δεν πρόλαβε, οργίσθηκε με τον Ερμόλαο και διέταξε πάνω στην οργή του να τον μαστιγώσουν μπροστά στα άλλα παιδιά και αφαίρεσε το άλογο από τον Ερμόλαο.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)














