Κυριακή 7 Μαρτίου 2021

Προσεγγίσεις στην φιλοσοφία του Ηρακλείτου – Ο τρόπος λειτουργίας του σύμπαντος

«Η σκέψη του Ηρακλείτου μοιάζει με την ψυχή του Άμλετ· όλοι την καταλαβαίνουν, αλλά ο καθένας διαφορετικά». -Spengler

«Υπάρχει ενοχή, αντίφαση και πόνος σε τούτο τον κόσμο; “Ναι” φωνάζει ο Ηράκλειτος, αλλά μόνο για τον κοντόθωρο, που αντικρίζει τα πράγματα χωριστά, ξεκομμένα. Όχι για τον θεατή του όλου θεό· γι’ αυτόν, όλες οι αντιφερόμενες δυνάμεις βαίνουν προς κάποια αρμονία, αφανή μεν στο κοινό μάτι, φανερή όμως σε όποιον αγκαλιάζει με το βλέμμα του τούτο τον κόσμο, σαν εκείνον τον θεϊκό οφθαλμό». -Φ. Νίτσε

«Αποδείχθηκε πως η φύση ολόκληρη βρίσκεται σε άμεση ροή και σε κυκλική πορεία. Έτσι ξαναγυρίσαμε στον τρόπο που έβλεπαν τα πράγματα οι μεγάλοι θεμελιωτές της ελληνικής φιλοσοφίας, στην αντίληψη ότι ολόκληρη η φύση, από το μικρότερο στοιχείο ως το μεγαλύτερο, από το σπυρί της άμμου ως τους ήλιους, από τα πρωτόζωα ως τον άνθρωπο, συνίσταται σε μιαν αδιάκοπη γέννηση και φθορά, σε μίαν αδιάκοπη ροή, σε μίαν ακατάπαυστη κίνηση και αλλαγή». -Φ. Ένγκελς

«Η σύγχρονη φυσική βρίσκεται κατά κάποιο τρόπο πολύ κοντά στη διδασκαλία του Ηρακλείτου. Αν αντικαταστήσει κάποιος την λέξη φωτιά με τη λέξη ενέργεια μπορεί να θεωρήσει τις αποφάνσεις του Ηρακλείτου, σχεδόν λέξη προς λέξη, σαν έκφραση της σύγχρονης αντίληψής μας. Η ενέργεια είναι στην πραγματικότητα η ύλη από την οποία προέρχονται τα στοιχειώδη σωματίδια, όλα τα άτομα, και κατά συνέπεια όλα τα πράγματα, και ταυτόχρονα η ενέργεια είναι ο κινούν». -Β. Χάιζενμπεργκ

Ο Ηράκλειτος είναι ένας από τους αγαπημένους μου φιλοσόφους. Όταν άρχισα να τον πρωτοδιαβάζω πριν κάποια χρόνια, διαπίστωνα μέρα με την μέρα ότι η επαφή μου με την σκέψη του με επηρέαζε βαθιά. Θυμάμαι ότι όταν έπεφτα να κοιμηθώ, όλα τα αποσπάσματα στριφογύριζαν στον νου μου. Όχι απαραιτήτως ότι συμφωνούσα σε όλα, αλλά τα λιγοστά αποσπάσματα που διαθέτουμε, είχαν τη δύναμη να προβληματίσουν και να συμβάλουν στην δημιουργία νέων ιδεών και αντιλήψεων. Το ίδιο συμβαίνει κάθε φορά που τον μελετώ. Η γόνιμη ηρακλείτεια σκέψη με βοηθά αποφασιστικά στην ζωή μου. Ανάλογη ωφέλιμη επίδραση μπορεί να έχει και στους άλλους. Φρονώ λοιπόν, ότι θα άξιζε η προσπάθεια να γραφτεί κάτι σχετικό. Να επιχειρηθεί προσπάθεια προσέγγισης της σκέψης αυτής. Όχι να ερμηνευθεί πλήρως. Ποιος θα μπορούσε άλλωστε να το διεκπεραιώσει; Η δυσκολία δεν είναι μόνο στην αποσπασματική μορφή του έργου του μεγάλου αυτού στοχαστή, ούτε στο σχεδόν αποφθεγματικό, συμπυκνωμένο, και μεστό ύφος του. Έγκειται στο ότι ο Ηράκλειτος δεν μπαίνει σε «καλούπια». Είναι έξω από αυτά και πάνω από αυτά, πράγμα που ισχύει κυρίως για τους φυσικούς προσωκρατικούς φιλόσοφους. Ούτε μόνο «ιδεαλιστικά», ούτε μόνο «υλιστικά» μπορούν να ερμηνευτούν πνεύματα τέτοιου αναστήματος. Πάντα κάτι θα αφήνει απ’ έξω μια τέτοια μονόπλευρη και μονόφθαλμη προσέγγιση. «Μονοφυσιτικές» και «μυωπικές» αντιλήψεις χαλάνε και καταστρέφουν την μαγεία και το κάλλος του φιλοσοφικού λόγου. Για παράδειγμα, πού ανήκει ο Παρμενίδης; Στον υλισμό ή στον ιδεαλισμό; Αυτός «είδε» το ον κατά τρόπο «ιδεαλιστικό», αλλά του προσέδωσε σωματικά χαρακτηριστικά. Πού ανήκει ο Εμπεδοκλής; Τα δύο σωζόμενα ποιήματά του «Περί Φύσεως» και «Καθαρμοί», εντάσσονται σε δύο εκ διαμέτρου αντίθετα «φιλοσοφικά» καλούπια. Ο Δημόκριτος πού; Ο άνθρωπος που ανέπτυξε τις ιδέες του Λευκίππου και έθεσε το άτομο ως αρχή του παντός, αυτός ο υμνητής της φιλοσοφικής παράδοσης του υλοζωισμού, δέχονταν ότι τα όνειρα μερικές φορές προλέγουν μελλοντικές καταστάσεις. Προσπάθησε να εξαλείψει τις δεισιδαιμονίες και τις δήθεν θεϊκές παρεμβάσεις, χωρίς να κρύψει το φαινόμενο «κάτω από το χαλί». Η ερμηνεία του βασίστηκε στην φύση. Σε ποιό φιλοσοφικό ρεύμα ανήκουν όλοι αυτοί και πλείστοι όσοι; Φρονώ ότι σε κανένα απόλυτα. Ανήκαν στον εαυτό τους και στον ελεύθερο στοχασμό. Τα υπόλοιπα σχηματοποιήθηκαν αργότερα. Για αυτό, ας αφήσουμε τα αποσπάσματα να μιλήσουν στην καρδιά μας κι ας μην θεωρεί κανείς ότι επειδή μελέτησε 5-10 καθηγητές, ότι έμαθε τα πάντα. Για όλα αυτά, θεωρώ την σειρά των άρθρων που θα ακολουθήσει μάλλον ως μια μικρή προσέγγιση (και μάλιστα όχι αλάνθαστη) που μακράν απέχει από μια πλήρη παρουσίαση. Ίσως αυτό που τελικά μετρά και είναι πραγματικά όφελος, είναι η συνειδητοποίηση ότι η γνώση μοιάζει με μια ανεξάντλητη πηγή που αναβλύζει αέναα και συμβάλει στην διεύρυνση του δικού μας ορίζοντα και της συνείδησης. Αλίμονο σε όποιον νομίζει ότι ο ωκεανός της γνώσης χωράει στο μικρό ποτήρι που λέγεται άνθρωπος.

Τον λόγο αυτό, που είναι πάντα αληθινός, οι άνθρωποι δεν τον κατανοούν ούτε πριν τον ακούσουν αλλά ούτε και μετά. Γιατί, μολονότι όλα συμβαίνουν σύμφωνα με το λόγο αυτό, οι άνθρωποι μοιάζουν εντελώς άπειροι όταν προσπαθούν να προσεγγίσουν πράξεις και λόγια σαν αυτά που εκθέτω εγώ ταξινομώντας τα σύμφωνα με τη φύση τους και εξηγώντας πως έχει το καθένα. Οι κοινοί άνθρωποι ξεχνούν όσα κάνουν στον ξύπνιο τους με τον ίδιο τρόπο που ξεχνούν τα όνειρά τους.
(απόσπασμα 1)

Το απόσπασμα αυτό θεωρείται από τους μελετητές του Ηρακλείτου ως εισαγωγικό του έργου του. Σε αυτό θίγονται δύο θέματα. Το ένα αφορά την λειτουργία του σύμπαντος, ενώ το άλλο σχετίζεται με την ανθρώπινη αντιληπτική ικανότητα, τη λήθη και την αφύπνιση. Το δεύτερο θα το δούμε σε ξεχωριστό άρθρο. Ο λόγος στον οποίο αναφέρεται ο Ηράκλειτος, έχει διττή σημασία. Αφ' ενός ακούγεται, που σημαίνει ότι εννοεί τον φιλοσοφικό λόγο που εκφράζει την κοσμική λειτουργία, αφ' ετέρου είναι η ίδια η λειτουργία. Ο λόγος αυτός, είναι πάντα αληθινός ή «εόντος αεί» κατά το κείμενο. Η λειτουργία του είναι το αέναο γίγνεσθαι. «Γινομένων γαρ πάντων κατά τον λόγον τόνδε». Αυτός, τόσο σε αυτό το απόσπασμα όσο και στο δεύτερο κατά σειράν, χαρακτηρίζεται ως «ξυνός», δηλαδή κοινός και καθολικός. «Του λόγου δ’ εόντος ξυνού». Το γίγνεσθαι φαίνεται ότι ξεφεύγει από την προσοχή των περισσότερων ανθρώπων, οι οποίοι αδυνατούν να το συλλάβουν ενορατικά στην ολότητά του.

Τον κόσμο αυτό, που είναι ο ίδιος για όλους, δεν τον έπλασε κανείς, ούτε θεός ούτε άνθρωπος, αλλά υπήρχε, υπάρχει, και θα υπάρχει πάντα· είναι μια φωτιά ζωντανή που ανάβει και σβήνει σύμφωνα με ορισμένα μέτρα.
(απόσπασμα 30)

Αυτό μπορεί να θεωρηθεί ως η επιτομή της ηρακλείτειας κοσμολογίας. Η λέξη «κόσμος» αναφέρεται στο σύμπαν, στο σύνολο των φαινομένων και των όντων. Στην ευταξία, την ομορφιά, την αρμονία, και την νομοτέλεια που το διέπει. Όλη αυτή τη μεγαλοπρέπεια, μας λέει ο φιλόσοφος, δεν την έπλασε κάποιος θεός ή άνθρωπος. Πρόκειται για ένα σύστημα που δεν χρειάζεται κάποιο εξωτερικό αίτιο για να πλαστεί και να συντηρηθεί. Δεν έχει την ανάγκη καμίας πρόνοιας, διότι είναι αυτοσυντηρούμενο, αυτοδύναμο, και αυτορυθμιζόμενο. Στην πραγματικότητα, άνευ αρχής και άνευ τέλους· «ην αεί και εστίν και έσται». Πάντοτε υπήρχε, υπάρχει, και θα υπάρχει. Και κάτι περισσότερο. Είναι ζωντανό και όχι απλά νεκρή ύλη. «Πυρ αείζωον, απτόμενον μέτρα και αποσβεννύμενον μέτρα». Ο Ηράκλειτος παραλληλίζει τον κόσμο με μια παντοτινά ζωντανή φωτιά, που ανάβει και σβήνει με μέτρο. Για την πλειονότητα των φιλοσόφων και απόλυτα για τις μυθικές κοσμογονίες, ο κόσμος είναι ένας τεράστιος ζωντανός οργανισμός, του οποίου ο καθένας μας αποτελεί ένα μικρό μέρος. Όλα κινούνται και κινείται και αυτός. Η φιλοσοφική έννοια της κίνησης δεν εξαντλείται μόνο σε αυτό που καταλαβαίνουμε. Κίνηση λογίζεται η κάθε λογής μεταβολή σε ποσότητα και ποιότητα, η γέννηση κι ο θάνατος, ο μετασχηματισμός και η μεταστοιχείωση. Η φθορά και η αλλοίωση. Το «μέτρο» δείχνει νομοτέλεια, ενώ το «πυρ» επελέγει συμβολικά ίσως διότι συνδυάζει –τρόπω τινά- τις υπόλοιπες τρεις καταστάσεις της ύλης, δηλαδή την υγρή, την στερεή και την αέρια. Οπωσδήποτε όμως δεν εννοεί κυριολεκτικά τη φωτιά. Όπως φαίνεται καθαρά από το απόσπασμα 31, η λέξη «πυρ» δεν σημαίνει την φωτιά κατά γράμμα. Σημαίνει κάτι το πολύ βαθύτερο, το οποίο το είχε συλλάβει ο Ηράκλειτος, αλλά δεν μπορούσε να το εκφράσει ακόμα με ακρίβεια. Εκεί διαβάζουμε ότι τα πάντα είναι μεταστοιχειώσεις του πυρός, ή «πυρός τροπαί» κατά το κείμενο. «Πυρός τροπαί πρώτον θάλασσα, θαλάσσης δε το μεν ήμισυ γη, το δε ήμισυ πρηστήρ». Το πυρ μένει σταθερό, ενώ το ίδιο αλλάζει μορφές. Δηλαδή, κατά την μεταφυσική του Ηρακλείτου, η πρώτη υλική αρχή που παραμένει αμετάβλητη μέσα στις μεταβολές, είναι το «πυρ». Το «είναι» μέσα στο «γίγνεσθαι». Για παράδειγμα, γίνεται θάλασσα, η θάλασσα γη και «πρηστήρ», δηλαδή τα ηλεκτρικά ατμοσφαιρικά φαινόμενα. Αυτή η κίνηση είναι αμφίδρομη. «Γη θάλασσα διαχέεται, και μετρέεται εις τον αυτόν λόγον, οκοιός πρόσθεν ην η γενέσθαι γη». Τίποτα δεν χάνεται. Τίποτα δεν προστίθεται. Όλα τα επιμέρους είναι «πυρ» που αλλάζει μορφή. Αυτό είναι το συνεχές γίγνεσθαι. Με τη λέξη «πυρ» εκφράζει το μόνο που παραμένει σταθερό και αναλλοίωτο πίσω από τις μεταστοιχειώσεις, το οποίο δεν είναι άλλο από αυτό που λέει η σύγχρονη φυσική· η ενέργεια. Όλα είναι ενέργεια, και οι μορφές της είναι τα όντα και τα φαινόμενα. «Πυρός τροπαί». Το άναμμα και το σβήσιμο «κατά μέτρα» που συντελείται στο σύμπαν (ή στα σύμπαντα, κατά τις νεότερες θεωρίες), μπορούμε να πούμε ότι είναι η γέννηση και ο θάνατος των άστρων, των ουράνιων συστημάτων, των γαλαξιών. Γέννηση και θάνατος σε μια αέναη διαδοχική κυκλική κίνηση.

Η σοφία είναι ένα μόνο πράγμα: να γνωρίζεις ότι ο ορθός λόγος κυβερνά τα πάντα μέσα από τις εσωτερικές τους σχέσεις.
(απόσπασμα 41)

Κατά την ηρακλείτεια σκέψη, τα πάντα κυβερνώνται εκ των έσω. Επισημαίνεται πολύ καθαρά, ότι το σύμπαν είναι αυτορυθμιζόμενο. Ο «ορθός λόγος», είναι η αρχή που κυβερνά. Δεν θα πρέπει να συγχέεται με κάποια θεότητα που δρα είτε εντός είτε εκτός του κόσμου (όπως είδαμε παραπάνω, ο κόσμος είναι αδημιούργητος). Είναι είδος λογικής που εμφορείται εντός του ηρακλείτειου «πυρός» και μας δίνει την αίσθηση της συμπαντικής νομοτέλειας. Πηγάζει από τα πάντα και επιδρά στα πάντα, μέσω της διαλεκτικής σχέσης που αναπτύσσουν οι διαφορετικές μορφές (όντα και δυνάμεις) της αυτής πρωταρχικής ύλης-ενέργειας. «Οτέη εκυβέρνησε πάντα δια πάντων».

Ο Ήλιος δεν θα υπερβεί τα καθορισμένα μέτρα. Διαφορετικά, οι Ερινύες, οι βοηθοί της Δίκης, θα τον ανακαλύψουν.
(απόσπασμα 94)

Όμορφα και λιτά, με εικόνες και έννοιες από την μυθολογική παράδοση, ο Ηράκλειτος εδραιώνει την νομοτέλεια. Καμία παρέκκλιση από τη φυσική τάξη των πραγμάτων δεν πρόκειται να συμβεί. Οι Ερινύες –που επεμβαίνουν κατά τη μυθολογία για να αποκαταστήσουν τη φυσική τάξη-, αλλά και η Δίκη, χρησιμοποιούνται ως παραδείγματα που δείχνουν ότι η κοσμική αρμονία δεν είναι δυνατό να διασαλευθεί. Ωστόσο, δεν πρέπει να νομίσουμε ότι ο φιλόσοφος αντιλαμβάνεται το πράγμα δικανικά. Απλά, εκφράζεται κατ’ αυτόν τον τρόπο προκειμένου να δώσει στους πολλούς να καταλάβουν τη σκέψη του, με ό,τι ήταν γνωστό σε αυτούς. Απεναντίας, στο απόσπασμα 52, ο Ηράκλειτος αντιλαμβάνεται το γίγνεσθαι, την εναλλαγή, ως ένα κοσμικό παιχνίδι. «Αιών παις εστί παίζων, πεσσεύων· παιδός η βασιληίη». Δηλαδή, ο χρόνος της ύπαρξης ή απλούστερα η ύπαρξη, είναι ένα παιδί που παίζει πεσσούς. Το παιδί εκφράζει την αθωότητα και τη χαρά. Δεν θα πρέπει να κατηγορείται όταν κτίζει βουναλάκια στην άμμο και μετά τα χαλάει. Ότι συμβαίνει, δεν θα πρέπει να αξιολογείται με τα στενά ηθικά κριτήρια που κατασκεύασε ο άνθρωπος. Το γίγνεσθαι απλά υπάρχει. Δεν είναι ένοχο για κάτι. Σε αυτό το παιχνίδι του γίγνεσθαι, τα όντα μετασχηματίζονται. Και αυτή η αλλαγή και εξέλιξη μπορεί να αφορά στα πάντα. Αυτό πάντα παραμένει, πάντα νικά, και συνεπώς σε αυτό ανήκει η βασιλεία.

Το παν είναι διαιρετό και αδιαίρετο, γενητό και αγένητο, θνητό και αθάνατο, λόγος και χρόνος, πατέρας και γιος, θεός και δίκαιο· όσοι άκουσαν όχι εμένα, αλλά τον λόγο, είναι σοφό να συμφωνήσουν ότι τα πάντα είναι ένα.
(απόσπασμα 50)

Σε αυτό το απόσπασμα, καταδεικνύεται η δυναμική ενότητα των αντιθέτων. Όσα νομίζουμε ότι είναι μεταξύ τους αντίθετα και ασυμβίβαστα, για την ηρακλείτεια σκέψη είναι συμπληρωματικά που οδηγούν σε μια αρμονία και ενότητα. Για την ηρακλείτεια διαλεκτική, είναι δυνατό να ισχύουν δύο διαφορετικά πράγματα για κάτι συγκεκριμένο. Οι πολλοί θα τα θεωρήσουν ασυμβίβαστα, επειδή δεν βλέπουν στην ολότητα αλλά στο επιμέρους, κρίνοντας ο καθένας με βάση τις αποσπασματικές του γνώμες. Το παν είναι διαιρετό, εφόσον μπορούμε και βλέπουμε τα επιμέρους όντα και τα φαινόμενα. Είναι όμως και αδιαίρετο, όταν σκεφτούμε την κοινή προέλευση που είναι το ηρακλείτειο «πυρ». Το γίγνεσθαι κινείται κυκλικά. «Σε μια πλήρη κυκλική περιφορά, η αρχή συμπίπτει με το τέλος» (απόσπασμα 103). Στον κύκλο κάθε σημείο του μπορεί να εκληφθεί ως αρχή ή ως τέλος ταυτόχρονα. Σύμφωνα με το σχήμα αυτό, το παν μπορεί να θεωρηθεί ως γενητό εφόσον κινείται εντός του κύκλου του γίγνεσθαι. Ταυτόχρονα, είναι και αγένητο, εφόσον αυτό πάντα υπάρχει. Κατά τον ίδιο τρόπο μπορεί να ιδωθεί ως θνητό-αθάνατο, λόγος-χρόνος («αιών», κατά το κείμενο), πατέρας-γιος, θεός-δίκαιο. Όλα διαφορετικά και ταυτόχρονα όλα ένα χωρίς να αναιρείται η ιδιαιτερότητα.

Για τη δυναμική ενότητα των αντιθέτων, καθώς και για την σχετικότητα του κάθε πράγματος, μπορούμε να δούμε τα κάτωθι παραδείγματα που διασώζονται στα ηρακλείτεια αποσπάσματα.

«Δεν κατανοούν με ποιο τρόπο ένα πράγμα που έρχεται σε αντίθεση με τον εαυτό του (διαφερόμενον εωυτωι),ταυτόχρονα βρίσκεται σε συμφωνία με αυτόν. Πρόκειται για αρμονία που προκύπτει από αντίρροπες κινήσεις (παλίντροπος αρμονίη), όπως στην περίπτωση του τόξου και της λύρας» (απόσπασμα 51).

«Οι άνθρωποι στην πλειονότητά τους έχουν για δάσκαλο τον Ησίοδο. Θεωρούν πως αυτός ήξερε τα περισσότερα πράγματα, παρ’ όλο που δεν γνώριζε την πραγματική φύση της ημέρας και της νύχτας, ότι δηλαδή τα δύο αυτά είναι ένα» (απόσπασμα 57).

«Οι γιατροί κόβουν, καυτηριάζουν, και με κάθε τρόπο βασανίζουν τους ασθενείς, και μετά ζητούν, αν και δεν το αξίζουν, να αμείβονται από τους αρρώστους, μολονότι κάνουν τα ίδια πράγματα, την θεραπεία και την αρρώστια» (απόσπασμα 58).

«Στη μηχανή του βυρσοδέψη, οι δύο κινήσεις, η ευθεία και η περιστροφική (η ευθεία και κυρτή περιστροφή του οργάνου που λέγεται κοχλίας· ανεβαίνει, δηλαδή, και περιστρέφεται ταυτόχρονα), είναι μια και η αυτή κίνηση» (απόσπασμα 59).

«Ο ανήφορος και ο κατήφορος είναι ένας και ο αυτός δρόμος» (απόσπασμα 60).

«Η θάλασσα είναι το πιο καθαρό και ταυτόχρονα το πιο ακάθαρτο νερό· για τα ψάρια είναι πόσιμο και ζωοποιό, για τους ανθρώπους μη πόσιμο και θανατηφόρο» (απόσπασμα 61).

Τίποτα δεν περισσεύει. Τίποτα δεν είναι απόλυτο. Το ένα εξαρτάται από το άλλο. Το ένα προσδιορίζεται από το αντίθετό του. Η διαλεκτική όλα τα αγκαλιάζει. Στην τελική, διαφορά δεν σημαίνει στην πραγματικότητα αντίφαση και χάσμα. Η θέση και η αντί-θεση, δημιουργούν την ενότητα της σύνθεσης. Ο λόγος και ο αντί-λογος, τον διάλογο. Κάθε τι, ενώ είναι ένα, μπορεί να έχει διαφορετικές εκφάνσεις.

«Οι διαφοροποιήσεις της φωτιάς, όταν αυτή αναμειγνύεται με τις διάφορες αρωματικές ουσίες και παίρνει το όνομα του κάθε αρώματος» (απόσπασμα 67).

Η αρμονία που δεν φαίνεται είναι ισχυρότερη από τη φανερή.
(απόσπασμα 54)

Σύμφωνα με τον φιλόσοφο, η αρμονία είναι μια, εφόσον όπως είδαμε και θα δούμε και στην συνέχεια «εν το παν». Η σχετική διάκριση σε «φανερή» και «κρυφή», έχει να κάνει από την άποψη του πως γίνεται αυτή κατανοητή. Ο μη φιλοσοφικός νους που δεν έχει ανέβει σε ύψος πνευματικό και δεν έχει εποπτεία των πραγμάτων, αντιλαμβάνεται την αρμονία (αν την αντιλαμβάνεται) μονόπλευρα και στατικά. Σαν μια απλή συνύπαρξη αντιθέτων. Με τρόπο δυϊστικό. Ο φιλοσοφικός νους όμως, επειδή έχει κάνει την υπέρβαση- άρα, είναι αφυπνισμένος, βλέποντας το όλον ως συνεχές χωρίς να το απομονώνει και να το αποσπά από τα επιμέρους, χωρίς να κομματιάζει και να καταλύει την ίδια την ύπαρξη, κατανοεί την αρμονία με τρόπο δυναμικό, ως συμφωνία πολλών και διαφορετικών μεταξύ τους στοιχείων, τα οποία όμως μετουσιώνονται το ένα στο άλλο. Όπως θα μας πει στο απόσπασμα 10, «Όλα είναι αλληλένδετα. Τα σύνολα και τα μη σύνολα, τα συγκλίνοντα και αποκλίνοντα, η συγχορδία κι η μονωδία. Όλα συνταιριάζονται σε ένα, και από το ένα προέρχονται όλα». «Εκ πάντων εν και εξ ενός πάντα». Αυτή η δυναμική διαλεκτική σχέση, ο φιλοσοφικός μονισμός που από την μια εναντιώνεται σε κάθε δυισμό και σε κάθε κοντόφθαλμη ματιά που επιδιώκει το χάσμα και το χώρισμα, και από την άλλη αρνείται την στατικότητα και την πλήρη ακινησία, είναι η καρδιά της ίδιας της φύσεως της πραγματικότητας. Για αυτό το λόγο λοιπόν, υπερτερεί η «αφανής» από την «φανερή» αρμονία. Επειδή λειτουργεί ως κριτήριο και μέτρο της ανθρώπινης -όχι απλά γνώσης- αλλά σοφίας. Την πολύ ενδιαφέρουσα ηρακλείτεια διάκριση «γνώσης»-«σοφίας», θα την δούμε προσεχώς.

Στη φύση αρέσει να κρύπτεται.
(απόσπασμα 123)

Η ρήση μπορεί να συνταιριάξει με όσα είπαμε παραπάνω. Επεκτείνοντας τις σκέψεις μας, η ανεύρεση της αλήθειας και η αποδοχή της βρίσκεται στην κατανόηση της φύσης, που όμως της αρέσει να κρύβεται. Όσο εξετάζει κανείς την ιστορία των επιστημών, τόσο διαπιστώνει ότι όσα πιο πολλά γνωρίζει ο άνθρωπος τόσα περισσότερα άγνωστα μονοπάτια ανοίγουν μπροστά του. Όλους αυτούς τους αιώνες πέρασαν ευφυή μυαλά. Μεγάλα πνεύματα πρόσφεραν ότι καλύτερο είχαν και συνετέλεσαν στην αύξηση της γνώσης. Και όμως, ο άνθρωπος δεν μπορεί να πει ποτέ ότι «τώρα τα γνώρισα όλα, δεν μένει τίποτα άλλο!». Θα φέρονταν ανόητα μέσα στην επιστημοσύνη του! Από τις πρώτες προσπάθειες του ανθρωπίνου πνεύματος μέσα από τις -ομολογουμένως σοφές- μυθικές κοσμογονίες των λαών, μέχρι τις πιο πρόσφατες ανακαλύψεις και θεωρίες όπως την επαναστατική θεωρία της κβαντικής μηχανικής, της θεωρίας των παράλληλων συμπάντων, των χορδών με τις δέκα διαστάσεις και της θεωρίας «Μ» των έντεκα, η ίδια αλήθεια που συνέλαβε ενστικτωδώς ο Ηράκλειτος ξεπροβάλει· «Φύσις κρύπτεσθαι φιλεί». Ποιός θα φαντάζονταν ποτέ ότι η κλασική νευτώνεια φυσική θα ανατρέπονταν κατά κάποιον τρόπο, ή (για να το πούμε καλύτερα) θα αποδεικνύονταν απλά ως τα αρχικά σκαλοπάτια της γνώσης και όχι το κεφαλόσκαλο;

Το αντίρροπο είναι χρήσιμο, και η ωραιότερη συναρμογή προκύπτει από τα διαφορετικά. Όλα γεννιούνται από την φιλονικία.
(απόσπασμα 8)

Άλλη μια διατύπωση για την δυναμική ενότητα των πάντων. Χρήσιμο το αντίρροπο ή «αντίξουν» κατά το κείμενο. Χρήσιμο και καθόλου περιττό, διότι όπως μας λέει στην συνέχεια «εκ των διαφερόντων καλλίστη αρμονίαν». Από τις διαφορές βγαίνει η ομορφότερη αρμονία. Πόσο φοβερή και βαθιά η ιδέα. Πόσο αληθινή. Πόσο ανατρεπτική σε έναν κόσμο ισοπέδωσης και ομοιομορφίας όπως ο δικός μας που έχει ήδη μπει στο ρεύμα της παγκοσμιοποίησης. Το διαφέρον είναι που δίνει το κάλλος, σπάει την μονοτονία, και δωρίζει τον πλούτο της ποικιλομορφίας. Το ίδιο, το στερεότυπο, το μαζοποιημένο, είναι νεκρό, ακίνητο, ομογενοποιημένο. Το μεν αναφέρεται στην ποιότητα, το δε στην ποσότητα, στην μάζα. Τα «διαφέροντα» παραμένουν «διαφέροντα» μέσα στην αρμονία που δημιουργούν χωρίς να συγχωνεύονται και να πολτοποιούνται. Διατηρεί το καθένα τα ποιοτικά χαρακτηριστικά που το κάνει να ξεχωρίζει από το άλλο. Όπως τα διαφορετικά γράμματα που απαρτίζουν την έκφραση ενός νοήματος. Όπως η μία μελωδία που δημιουργείται από ποικίλους φθόγγους και ήχους (βαρείς, μακρούς, και βραχείς). Μία συμφωνία από διαφορετικές φωνές, όπως θα έλεγε ο Αριστοτέλης. Η τελευταία όμως πρόταση του αποσπάσματος είναι η σημαντικότερη. «Πάντα κατ’ έριν γίνεσθαι». Ποιά όμως έριδα εννοεί; Μα φυσικά, τη δημιουργική έριδα, που φέρνει την «καλλίστη αρμονία». Είναι η ευγενής άμιλλα, ο αγών με την αρχαιοελληνική έννοια, ο σεβασμός στο έτερο και ταυτόχρονα η προσπάθεια υπερβάσεως του. Αυτός ο δυναμισμός είναι που οδηγεί τους πολιτισμούς στην δόξα και το μεγαλείο. Αυτός ο ανταγωνισμός -κατά το οποίο δεν συντρίβεται ο «αντίπαλος» ούτε υποτιμάται αλλά περισσότερο διεγείρεται προς το ανώτερο και την υπέρβαση- μπορεί να νοηθεί σε κάθε επίπεδο. Η πολυφωνία και η ποικιλομορφία στην σκέψη τρέφονται από την υγιή αυτή έριδα. Σε φυσικό επίπεδο, η έρις αφορά την πάλη των στοιχείων προς επικράτηση, χωρίς όμως να επικρατεί κανένα τελικά χάρη στη «Δίκη» και το μέτρο. Όλο αυτό επαναλαμβάνεται σε ένα αέναο γίγνεσθαι.

Ο πόλεμος είναι πατέρας και κυβερνήτης των πάντων. Αυτός άλλους τους αναδεικνύει θεούς και άλλους ανθρώπους, άλλους τους κάνει δούλους και άλλους ελεύθερους.
(απόσπασμα 53)

Έχει την ίδια σημασία με τη φράση «Όλα γεννιούνται από την φιλονικία». Το γίγνεσθαι έχει για οδηγό, αυτόν ακριβώς τον πόλεμο. Χωρίς την πάλη, δεν θα γύριζε ο τροχός του γίγνεσθαι και της εναλλαγής. Για αυτόν τον λόγο χαρακτηρίζεται ως πατέρας (επειδή γεννά) και κυβερνήτης (επειδή άρχει στα πάντα). Αυτός ο πόλεμος δεν έχει κανέναν ως τελικό νικητή, διότι τότε η ροή θα έφτανε σε ένα πέρας, κάτι ασυμβίβαστο με όσα έχουμε ήδη δει. Για παράδειγμα, αν επικρατούσε κάτι που θα υπέτασσε όλα τα άλλα, τότε ο κόσμος θα έπαυε να είναι «πυρ αείζωον» που ανάβει και σβήνει σύμφωνα με τα μέτρα. Αυτός ο πόλεμος -που οδηγεί ωστόσο στην αρμονία, έχει την έννοια της μεταστοιχείωσης του ενός στο άλλο. Ενώ το ίδιο το πυρ παραμένει σταθερό και αμετάβλητο, αλλάζει μορφές (όντα, ποιότητες, φαινόμενα). Ας δούμε μερικά παραδείγματα:

«Τα πάντα προκύπτουν από τη μεταλλαγή της φωτιάς και με τη σειρά τους όλα γίνονται φωτιά, όπως το χρυσάφι γίνεται χρήμα και το χρήμα χρυσάφι» (απόσπασμα 90).

«Τα ψυχρά θερμαίνονται, τα θερμά ψυχραίνονται, τα υγρά ξεραίνονται, τα ξερά υγραίνονται» (απόσπασμα 126).

Και συνεχίζει λέγοντας ότι ο πόλεμος άλλους τους αναδεικνύει θεούς και άλλους ανθρώπους, άλλους δούλους και άλλους ελεύθερους. Πριν από τον πόλεμο, κανείς δεν είναι ούτε «θεός» ούτε «άνθρωπος». Αυτό το «πριν» όμως ουδέποτε υπήρξε, εφόσον ο κόσμος «ην αεί και εστίν και έσται» (απόσπασμα 30). Σε έναν άναρχο κόσμο, δεν υπάρχει χρονική αρχή του γίγνεσθαι, άρα ούτε του «πολέμου». Δηλαδή, μιλώντας συμβολικά, αναφέρεται στην ανάδειξη της εκβάσεως του πολέμου. Άλλοι βγαίνουν νικητές και άλλοι ηττημένοι. Με άλλα λόγια, άλλοι καθίστανται «θεοί» και άλλοι «άνθρωποι», δούλοι και άλλοι ελεύθεροι. Βλέπουμε ότι υπάρχει αλληλεξάρτηση στις έννοιες. Τίποτα δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς το αντίθετό του. Δεν θα ξέραμε τι είναι «δούλος», εάν δεν γνωρίζαμε τι πάει να πει ελεύθερος. Τα πράγματα, οι καταστάσεις, κοντολογίς τα πάντα αλλάζουν διαρκώς.

Δεν μπορείς να μπεις δύο φορές στο ίδιο ποτάμι, ούτε να αγγίξεις κάποια θνητή ουσία που να μένει στην ίδια κατάσταση, αλλά από την οξύτητα και την ταχύτητα της μεταβολής σκορπίζεται και πάλι συγκεντρώνεται ή μάλλον ούτε πάλι ούτε ύστερα αλλά ταυτόχρονα συνενώνεται και χάνεται, πλησιάζει και απομακρύνεται.
(απόσπασμα 91)

Όπως όλα μεταβάλλονται συνεχώς και ποτέ δεν είναι τα ίδια, έτσι και ο άνθρωπος. Δεν μπορείς να μπεις δύο φορές στο ίδιο ποτάμι. Αφενός τα νερά του ποταμού είναι διαφορετικά, αφετέρου εσύ ο ίδιος θα είσαι διαφορετικός. Δεν μπορούμε εύκολα να το συνειδητοποιήσουμε αυτό. Λέγοντας «ποτάμι», στον νου μας σχηματίζεται μια έννοια στατική. Ένα σχήμα παγωμένο. Είναι αυτό που έχει εντυπωθεί μέσα μας μέσω της αίσθησης της φυσικής οράσεως. Ωστόσο, η σχηματιζόμενη λογική έννοια, δεν υπάρχει σε αυτήν την σταθερή κατάσταση στην πραγματικότητα. Αυτό που υπάρχει είναι ένα ρεύμα που κυλά αδιάκοπα με συνεχώς νέα νερά. Αυτός ο τρόπος θεώρησης, το να βλέπεις τα πράγματα εκ των έσω- εν τω γίγνεσθαι τους- είναι η ενόραση. Περισσότερα θα δούμε όταν θα μιλήσουμε για την ηρακλείτεια γνωσιολογία. Ο εαυτός μας αλλάζει. Τόσο σε σωματικό όσο και σε πνευματικό επίπεδο. Ας κοιτάξουμε το φωτογραφικό μας άλμπουμ, και ας δούμε τον εαυτόν μας πριν πέντε, πριν δέκα, πριν είκοσι χρόνια. Δεν είμαστε οι ίδιοι. Όχι μόνο μορφολογικά, αλλά και σε οργανικό επίπεδο, εφόσον τα κύτταρα ανανεώνονται κάθε περίπου οκτώ έτη. Ας δούμε τώρα και στο «πνευματικό» μας άλμπουμ. Ο χαρακτήρας και οι αντιλήψεις μας δεν είναι οι ίδιες με αυτές που είχαμε πριν. Μάλιστα ορισμένες φορές είναι ριζικά διαφορετικά, ώστε να απορούμε σήμερα. Ψυχοσωματικά αλλάζουμε, και αυτό είναι απολύτως φυσιολογικό. Αυτό σημαίνει σε ένα ανώτερο επίπεδο αντίληψης, ότι δεν θα πρέπει να μπαίνουμε στα καλούπια που οι άλλοι θέλουν να μας χωρέσουν. Αυτοί οι άλλοι είναι οι οποιεσδήποτε συλλογικότητες, όπου κατά τον Μαξ Στίρνερ, λειτουργούν πάντα σε βάρος του ατόμου, του προσώπου. Θεωρώ ότι το υγιές είναι ο καθένας μέσω πειραματισμών να βρίσκει κάθε φορά τι του ταιριάζει ή καλύτερα κάθε φορά να κάνει την υπέρβαση του εαυτού του. Η αλλαγή είναι μια διαδικασία που δεν παρατηρείται ταυτοχρόνως με την συντέλεσή της. Μόνο κατόπιν είναι δυνατό να γίνουν οι συγκρίσεις. Όπως μας λέει και σε άλλο απόσπασμα, «Στα ίδια ποτάμια μπαίνουμε και δεν μπαίνουμε, υπάρχουμε και δεν υπάρχουμε» (απόσπασμα 49a).

Φαινομενικά λοιπόν, μπαίνει κανείς στο ποτάμι με την τάδε ονομασία. Στην πραγματικότητα όμως κάθε φορά που μπαίνουμε, βρεχόμαστε από διαφορετικά νερά. Άρα, δεν μπαίνουμε στο ίδιο ποτάμι. Φαινομενικά, υπάρχουμε κατά στατικό σταθερό τρόπο. Στην ουσία μας δεν υπάρχουμε έτσι, αλλά μεταβαλλόμαστε. «Ειμεν»(έχουμε τη δυνατότητα να είμαστε), και ταυτόχρονα «ουκ ειμεν» (δεν επιτύχαμε ακόμα αυτή τη δυνατότητα). Έχουμε το «δυνάμει» αλλά δεν κατορθώσαμε ακόμα το «ενεργεία».

Αναπαύεται μέσα απ’ τη συνεχή μεταλλαγή.
(απόσπασμα 84a)

Δεν θα ήταν ορθό εάν αποδίδαμε στην ηρακλείτεια σκέψη μόνο το στοιχείο της αέναης ροής. Εάν τίποτα δεν παρέμενε σταθερό μέσα στην αλλαγή, δεν θα υπήρχε ούτε η δυνατότητα της γνώσης ούτε το αντικείμενό της. Τί μπορεί να θεωρηθεί ως «αναπαυόμενο» μέσα στην μεταλλαγή; Είναι το «αείζωον πυρ» (το σταθερό στοιχείο) που τρέπεται και μεταστοιχειώνεται στα επιμέρους όντα και φαινόμενα. Είναι όμως και ο σταθερός ρυθμός της αλλαγής αυτής. Τα «μέτρα». Το «είναι» συνυπάρχει μέσα στο «γίγνεσθαι». Αν ρωτούσαμε σήμερα τον Ηράκλειτο, «τί είναι το είναι;», θα μας απαντούσε ότι το «είναι» του κόσμου είναι το γίγνεσθαι. Αν τον ρωτούσαμε «τί είναι το γίγνεσθαι;», θα μας απαντούσε ότι είναι το «είναι» του κόσμου.

Δρόμοι που μοιάζουν δίχως διέξοδο, είναι μάλλον σταυροδρόμια παρά αδιέξοδα

«Η ύπαρξη προηγείται της ουσίας»: αυτός ο ισχυρισμός του Σαρτρ φαίνεται περίπλοκος, αλλά δεν είναι. Σημαίνει απλώς ότι είμαστε ελεύθεροι να υπάρχουμε, να εφεύρουμε τον εαυτό μας και να τον διορθώσουμε μέσα στη ζωή μας, όπως και την ιστορία μας. Οποιαδήποτε και αν είναι πρώτη, δεν είναι η «ουσία» αυτό που ο θεός επιθυμεί να γίνουμε ή αυτό που το γονιδίωμά μας ή η κοινωνική μας τάξη θα καθορίσει να είμαστε. Με τον ισχυρισμό αυτό, που βρίσκεται στο επίκεντρο της υπαρξιστικής φιλοσοφίας του, ο Ζαν Πολ Σαρτρ ανήκει στην κατηγορία των φιλοσόφων του «γίγνεσθαι». Το ίδιο και ο Νίτσε όταν, στο Τάδε Έφη Ζαρατούστρα, επαναλαμβάνει την εντολή του Πίνδαρου: «Γίνε αυτό που είσαι». Για να επιτευχθεί αυτό, για να διεκδικήσουμε με επιτυχία τη μοναδικότητά μας, χρειάζεται όντως μια ζωή. Χρειάζεται η περιπέτεια και οι κακουχίες, να τολμάμε να εγκαταλείψουμε την άνεση της συνήθειας.

Αυτοί οι φιλόσοφοι του «γίγνεσθαι» αντιτίθενται στους φιλοσόφους της ουσίας, οι οποίοι δεν επικεντρώνονται τόσο στην ιστορία του ατόμου όσο στην αμετάβλητη αλήθεια του, σε αυτό που αποκαλούν οι χριστιανοί «ψυχή» ο Λάιμπνιτς «ουσία» κι ο Καρτέσιος «εγώ». Αυτή η αντίθεση χρονολογείται από τις πρώτες μέρες της φιλοσοφίας, σε εκείνους τους σοφούς πριν από τον Σωκράτη, οι οποίοι ονομάζονται «προσωκρατικοί»: στον Ηράκλειτο και στον Παρμενίδη. Από τη μια, ο Ηράκλειτος, στοχαστής του «γίγνεσθαι», ο οποίος χρησιμοποιεί τη μεταφορά του ποταμού για να συμβολίσει την αέναη κίνηση των πάντων: «Δεν κολυμπάμε ποτέ δύο φορές στο ίδιο ποτάμι». Από την άλλη, ο Παρμενίδης, στοχαστής του «είναι», ο οποίος ορίζει τον θεό ως «το ακίνητο και αιώνιο Ον». Στην παράδοσή μας, ο Παρμενίδης ξεπέρασε τον Ηράκλειτο. Οι ηρακλείτειοι, όπως ο Νίτσε ή ο Σαρτρ, είναι μειοψηφία. Σημαντικοί φιλόσοφοι -ο Πλάτωνας, ο Καρτέσιος, ο Λάιμπνιτς…- είναι σχεδόν όλοι τους παρμενικοί: πιστεύουν περισσότερο στο «είναι» απ’ ό,τι στο «γίγνεσθαι». Αυτό είναι ένα πρόβλημα στη συλλογιστική μας για την αρετή της αποτυχίας. Αν οι αποτυχίες μας μπορούν να μας βοηθήσουν να «γίνουμε», μπορεί πράγματι να αποβεί επικίνδυνο να ανακαλύψουμε το «είναι» μας. Κι αυτό επειδή τότε θα θεωρούσαμε ότι η αποτυχία μας δίνει μια απάντηση για το π είμαστε και γι’ αυτό τη βιώνουμε άσχημα. Βιώνοντας, όμως, διαφορετικά την αποτυχία, θέτουμε το ερώτημα για το π θα μπορούσαμε να γίνουμε. Πιστεύοντας ότι η αποτυχία μπορεί να μας βοηθήσει να αναδυθούμε πάλι, να ξαναβρούμε τον προσανατολισμό μας συγκλίνουμε σε μια φιλοσοφίας του «γίγνεσθαι»· είναι η επιλογή ανάμεσα στον Ηράκλειτο και στον Παρμενίδη.

Άλλωστε, οι αποτυχίες μας έχουν το πλεονέκτημα ότι μπορούν να μας κάνουν διατεθειμένους στην προώθηση αλλαγής κατεύθυνσης, μιας υπαρξιακής αλλαγής πορείας που θα αποδειχθεί επιτυχής. Η σημασία τους μερικές φορές εμποτίζει τη ζωή μας και καθορίζει tnv επανακατεύθυνσή μας. Κι αυτή είναι άλλη μια αρετή της αποτυχίας το ότι μας κάνει διαθέσιμους και ανοιχτούς σε νέα πράγματα.

Αν ο Κάρολος Δαρβίνος δεν είχε αποτύχει διαδοχικά στις σπουδές του στην ιατρική και στη θεολογία, ποτέ δεν θα είχε μπαρκάρει για αυτό το μακρύ ταξίδι το τόσο αποφασιστικό στην κατάρτιση και τη σκέψη του, ώστε να οδηγηθεί στην κατανόηση των μηχανισμοί της εξέλιξης.

Ο νεαρός Κάρολος Δαρβίνος ξεκίνησε σπουδάζοντας ιατρικά στη Σκοτία, μιας και ο πατέρας του, όντας γιατρός και ο ίδιος, επιθυμούσε να ακολουθήσει τα βήματά του. Σοκαρισμένος από τις βίαιες μεθόδους της χειρουργικής, βρίσκοντας βαρετά τα θεωρητικά μαθήματα, πέρασε κάποιο χρόνο παρατηρώντας πουλιά από το παράθυρο ώσπου αποφάσισε να εγκαταλείψει την ιατρική σχολή, στη συνέχεια γράφτηκε στο Χριστιανικό Κολέγιο του Κέιμπριτζ για να λάβει θεολογική εκπαίδευση ώστε να γίνει αγγλικανός ιερέας. Ωστόσο ούτε αυτή τη φορά κατάφερε να αφοσιωθεί στις σπουδές του, προτιμώντας να ιππεύει και να συλλέγει σκαθάρια από το να ακούει κηρύγματα για τον Θεό, κι έτσι διέκοψε και πάλι τις σπουδές του. Δύο διαδοχικές αποτυχίες που δεν του δίδαξαν τίποτα ουσιαστικό για τo ανθρώπινο σώμα ή την αλήθεια του Θεού, ωστόσο τον έκαναν διαθέσιμο για μια περιπέτεια που διάφορες ποτέ δεν θα είχε δοκιμάσει. Ο Δαρβίνος αποφάσισε γα μπαρκάρει με ένα πλοίο για δύο χρόνια. Οι σειρήvες του Beagle ακούγονταν στο λιμάνι Γούλγουιτς, στον Τάμεση. Από εκεί ξεκίνησαν όλα. Η κλίση του ήρθε στο φως σε αυτό το ταξίδι, παρατηρώντας τα είδη που συναντούσαν στην πορεία τους. Ιδού τι πρέπει να γνωρίζουν οι μαθητές που ταλανίζονται προσπαθώντας να βρουν τον δρόμο τους. Όλοι θα πρέπει να διαβάσουν το Ταξιδεύοντας με το Beagle του Κάρολου Δαρβίνου.

Αν και στην αρχή αντιμετωπίζονται ως δρόμοι που μοιάζουν δίχως διέξοδο, μερικές αποτυχίες είναι μάλλον σταυροδρόμια παρά αδιέξοδα. Ανακαλύπτοντας αυτές τις διαδρομές ζωής, σκεφτόμαστε τη μεταφορά με τον βράχο που αναπτύσσει ο Σαρτρ στο έργο του Το Είναι και το Μηδέν: «0 βράχος θα μου προβάλει μεγάλη αντίσταση αν θελήσω να τον μετακινήσω. Αν θέλω, όμως, να ανέβω και να θαυμάσω το τοπίο θα με βοηθήσει πολύ». Επειδή υπάρχουμε στον χρόνο και μπορούμε να θέτουμε νέους στόχους στη δράση μας, έχουμε τη δύναμη, γράφει ο Σαρτρ μερικές γραμμές πιο κάτω, να κάνουμε το «εμπόδιο» του βράχου ένα “βοήθημα” για ένα νέο έργο. Αυτό σημαίνει να υπογραμμίζουμε τη δύναμη του πνεύματός μας, την παρουσία μας. Η κεντρική ιδέα του σαρτρικού υπαρξισμού είναι το «έργο». Το να υπάρχουμε δεν σημαίνει να απολαμβάνουμε μια σταθερή και αιώνια αλήθεια. Η ύπαρξη απαιτεί να προβάλλουμε συνεχώς τον εαυτό μας στο μέλλον. Γνωρίζοντας το φράγμα της αποτυχίας, μπορούμε να αλλάξουμε τον τρόπο που οι ίδιοι προβαλλόμαστε και να το κάνουμε αρχή μας.

Το Ζευγάρι

Το δοκιμαστήριο του έρωτα είναι η συμβίωση. Στα περισσότερα ζευγάρια μπορεί καθένας από τους δύο να είναι από μόνος του ένα αξιαγάπητο πλάσμα. Όταν είναι μαζί, σαν να δημιουργείται μια χημική αντίδραση και χάνουν τον εαυτό τους. Έχουν εισβάλει ο ένας στον χώρο του άλλου.

Αυτό που κουμαντάρει τον άνθρωπο είναι το Εγώ του.

Το Εγώ του τοποθετεί πάνω απ’ όλα και όλους· κι ας συμπεριφέρεται κόσμια και ευγενικά, επειδή κατορθώνει να το κρατάει αθέατο. Το Εγώ του γυμνάζεται, βάφεται, στολίζεται, μάχεται, πετυχαίνει επιδόσεις, νίκες ερωτικές και δεν σηκώνει παρείσακτους.

Καθένας πορεύεται με το Εγώ του.

Και παρά την εκ γενετής εκπαίδευση, δύσκολα αντέχει τη συνύπαρξη με άλλους ανθρώπους εκτός του στενού οικογενειακού κύκλου. Πολλοί γνωστοί και φίλοι μετρημένοι. Μόνο για το άλλο φύλο κάνει εξαιρέσεις· ο έρωτας είναι η μόνη ελπίδα μας να μη ζήσουμε στη μοναξιά.

Ο θεράπων έρωτας.

Είναι το παραμύθιασμα της Φύσης που απαιτεί αναπαραγωγή και στην αρχή τουλάχιστον κάνει τη συμβίωση άκρως ελκυστική. Αφήνεις χώρο για το ερωτικό σου αντικείμενο, αναστέλλεις κάποια δικά σου θέλω, γιατί θέλεις περισσότερο αυτό. Να είσαι διαρκώς μαζί του, να μοιράζεστε τη ζωή σας.

Κι όσο πιο δυνατή και ώριμη είναι η αγάπη μεταξύ σας, τόσο περισσότερο χαρίζεται ο ένας στον άλλον· φτάνεις να βλέπεις τα κουσούρια του ακόμα και γοητευτικά. Αν αγαπάς αυτόν που ροχαλίζει στον ύπνο του, το κάνεις γούστο, αν όχι σε διαολίζει υπέρμετρα εξαγριώνεσαι ακόμα και με τον τρόπο που μιλάει ή τρώει.

Οι προσδοκίες μας είναι υπερβολικές. Απαιτούμε ευτυχία διά βίου καθιστώντας υπεύθυνο τον άλλον. Δεν γίνονται αυτά. Η ευτυχία νοείται μόνο ως αντίθετο της δυστυχίας. Όσο δεν δυστυχούμε, είμαστε καλά· και πιθανόν να έρθουν τα καλύτερα.

Διαρκής ευτυχία δεν υπάρχει.

Η ευτυχία δεν είναι κάποιο τρένο που επιβιβάζεσαι και θα σε πάει αδιατάρακτα ως το τέλος της ζωής σου. Αν έχεις τύχη, η ευτυχία είναι κάποιοι σύντομοι ενδιάμεσοι σταθμοί, που δεν είναι καθόλου σίγουρο πως θα τους συναντήσουμε όλοι.

Δεν υπάρχει ενήλικος χωρίς προϊστορία. Καθένας μας κουβαλάει τις αποσκευές του· εμπειρίες από τη ζωή και τις προηγούμενες σχέσεις του. Άλλες χρήσιμες κι άλλες οδυνηρές.

Τις βαριές αποσκευές τις αφήνουμε στην εξώπορτα. Αυτά που μας βάρυναν, μας πόνεσαν, μας τραυμάτισαν, δεν τα φέρνουμε στη νέα σχέση. Δεν πρέπει το νέο ταίρι μας να πληρώσει τις ζημιές που προκάλεσαν άλλοι.

Αυτό που σώζει μια συμβίωση είναι η ανεκτικότητα και η καλοσύνη.

Ουδείς γνωρίζει τα μυστικά ενός ζευγαριού.

Ούτε για τη μάνα και τον πατέρα μας δεν μπορούμε να πούμε· νομίζουμε ότι ξέρουμε την εσώτερη ζωή τους αλλά ουσιαστικά την αγνοούμε. Έτσι, ουδείς νομιμοποιείται να παρεμβαίνει σαν αυτόκλητος συμβουλάτορας- συνήθως μόνο ζημιά προξενεί.

Σύμφωνα με τον περίφημο τροχό των συναισθημάτων του Robert Plutchίk, για να προκύψει Αγάπη προϋποθέτει συνδυασμό δύο βασικών συναισθημάτων: Χαρά και Εμπιστοσύνη.

Όταν φοβήθηκε ο Δίας

Η πρώτη σύζυγος του Δία ονομάζεται Μήτις και το όνομά της σημαίνει εκείνη τη μορφή ευφυΐας που του επέτρεψε, όπως είδαμε, να κερδίσει την εξουσία: μήτις, η πονηριά, η ικανότητα να προβλέπει κανείς τα γεγονότα, ώστε ποτέ να μην εκπλήσσεται και να μη σαστίζει, ποτέ να μην αφήνει περιθώρια για μια απρόσμενη επίθεση. Ο Δίας παντρεύεται λοιπόν τη Μήτιδα, η οποία μένει σε λίγο έγκυος στην Αθηνά. Ο Δίας φοβάται μήπως τον εκθρονίσει και αυτόν με τη σειρά του ο γιος του. Πώς να το αποφύγει; Στο σημείο αυτό επανερχόμαστε στο θέμα της κατάποσης. Ο Κρόνος καταβρόχθιζε τα παιδιά του, αλλά δεν καταπολεμούσε το κακό στη ρίζα του, διότι χάρη στη μήτιδα, την πονηριά, θα αναγκαστεί με ένα εμετικό να βγάλει από μέσα του όλα του τα παιδιά. Ο Δίας θέλει να λύσει το πρόβλημα με τρόπο πολύ πιο ριζικό. Σκέφτεται ότι μια λύση υπάρχει μόνο: δεν αρκεί να έχει δίπλα του τη Μήτιδα ως σύζυγό, πρέπει ο ίδιος να γίνει Μήτις. Δεν έχει ανάγκη από σύμμαχο, από σύντροφο, πρέπει ο ίδιος αυτοπροσώπως να είναι η μήτις. Πώς να το κάνει αυτό; Η Μήτις μπορεί και μεταμορφώνεται, αλλάζει συνεχώς μορφή, σαν τη Θέτιδα και τις άλλες θαλάσσιες θεότητες. Είναι ικανή να γίνει άγριο θηρίο, μυρμήγκι. βράχος, ό,τι περνάει από το νου του ανθρώπου. Ανάμεσα στη σύζυγο, τη Μήτιδα, και στο σύζυγο, το Δία, διεξάγεται μια μονομαχία πονηριάς. Ποιος άραγε θα είναι ο νικητής;

Έχουμε βάσιμους λόγους για να υποθέσουμε ότι ο Δίας χρησιμοποιεί μια τακτική την οποία έχουμε συναντήσει και σε άλλες περιπτώσεις. Ποια είναι αυτή; Αν αναμετρηθεί ευθέως με μια μάγισσα ή με ένα μάγο που διαθέτει εξαιρετικά χαρίσματα και πολύ μεγάλη δύναμη, είναι καταδικασμένος, φυσικά, να χάσει. Αντιθέτως, αν χρησιμοποιήσει πονηριά, έχει τότε μια πιθανότητα να κερδίσει. Ο Δίας ρωτάει τη Μήτιδα: «Μπορείς πραγματικά να πάρεις όποια μορφή θέλεις; Μπορείς δηλαδή να γίνεις ένα λιοντάρι που ξερνάει φωτιά;». Αμέσως η Μήτις γίνεται λέαινα που ξερνάει φωτιά. Ένα θέαμα φοβερό. Τη ρωτάει λοιπόν στη συνέχεια ο Δίας: «Μπορείς δηλαδή να μεταμορφωθείς και σε μια σταγόνα νερό;», «Βεβαίως και μπορώ». «Για να δω». Δεν προλαβαίνει καλά καλά να γίνει σταγόνα νερό και ο Δίας την καταπίνει. Έτσι λοιπόν, η Μήτις βρίσκεται μέσα στην κοιλιά του Δία. Η πονηριά για άλλη μια φορά έκανε το θαύμα της. Ο ηγεμόνας δεν καταπίνει απλώς τους ενδεχόμενους διαδόχους του· εφεξής και στο πέρασμα του χρόνου, μέσα στη ροή του χρόνου, θα ενσαρκώνει την πονηρή πρόγνωση που θα του επιτρέπει να τινάζει προκαταβολικά στον αέρα τα σχέδια όλων όσων επιδιώκουν να τον αιφνιδιάσουν, να τον καταλάβουν εξαπίνης. Η σύζυγός του Μήτις, έγκυος στην Αθηνά, βρίσκεται μέσα στην κοιλιά του. Η Αθηνά δε θα βγει λοιπόν από τη μήτρα της μητέρας της αλλά από το φουσκωμένο κεφάλι του πατέρα της, που μοιάζει σαν την κοιλιά της Μήτιδας. Ο Δίας ουρλιάζει από τους πόνους. Ο Προμηθέας και ο Ήφαιστος καλούνται να τον συνδράμουν. Έρχονται με ένα διπλό πέλεκυ, του δίνουν μια στο κρανίο και η Αθηνά ξεπηδάει αλαλάζοντας από το κεφάλι του θεού, μια πάνοπλη νεαρή παρθένος με την περικεφαλαία, το δόρυ, την ασπίδα και τη χάλκινη πανοπλία της. Η Αθηνά, η επινοητική, παμπόνηρη θεά. Την ίδια στιγμή, ο Δίας ενσαρκώνει από δω και μπρος όλη την πονηριά του κόσμου. Είναι απρόσβλητος, στο εξής κανείς δε θα μπορέσει να τον αιφνιδιάσει. Το μέγα ζήτημα λοιπόν της κυριαρχίας έχει λυθεί. Ο κόσμος των θεών έχει κύριο, τον οποίο κανείς δεν μπορεί πια να αμφισβητήσει, διότι είναι η ενσάρκωση της ίδιας της κυριαρχίας. Στο εξής τίποτα δεν μπορεί να απειλήσει την τάξη του σύμπαντος. Όλα ρυθμίζονται όταν ο Δίας καταπίνει τη Μήτιδα και γίνεται έτσι ο μητίετα, ο θεός που είναι ολόκληρος μήτις, η Φρόνηση προσωποποιημένη.

FRIEDRICH NIETZSCHE: Υπάρχει στον κόσμο ένας και μόνο δρόμος που κανένας άλλος δεν μπορεί να διαβεί εκτός από εσένα. Πού οδηγεί; Μη ρωτάς, ακολούθησέ τον

Ακόμα όμως κι αν το μέλλον δεν μας επέτρεπε να ελπίζουμε σε τίποτε, είναι η αλλόκοτη ύπαρξή μας σ’ αυτό ακριβώς το τώρα που, περισσότερο από κάθε τι άλλο, μας ενθαρρύνει να ζήσουμε σύμφωνα με δικά μας μέτρα και δικούς μας νόμους· εκείνο δηλαδή το ανεξήγητο γεγονός ότι ζούμε ακριβώς σήμερα, μολονότι θα μπορούσαμε να γεννηθούμε οποιαδήποτε άλλη στιγμή μέσα στον άπειρο χρόνο, το γεγονός ότι δεν κατέχουμε τίποτε άλλο παρά ένα βραχύ σήμερα και οφείλουμε εντός αυτού να δείξουμε για ποιον λόγο και σκοπό γεννηθήκαμε τώρα και όχι κάποια άλλη στιγμή.

Πρέπει για την ύπαρξή μας να λογοδοτούμε ενώπιον του ίδιου μας του εαυτού· συνεπώς, θέλουμε να αποτελέσουμε και τους πραγματικούς πηδαλιούχους της ύπαρξης αυτής και να μην επιτρέψουμε να καταστεί τούτη όμοια με τυφλή σύμπτωση. Πρέπει να αντιμετωπίζουμε την ύπαρξή μας κάπως πιο τολμηρά και πιο ριψοκίνδυνα, αφού άλλωστε είναι σίγουρο πως, σε κάθε περίπτωση, εμείς πάντα θα τη χάνουμε.

Γιατί να προσκολλόμαστε σε τούτο το κομμάτι γης, σ’ εκείνο το επάγγελμα; Γιατί να αφουγκραζόμαστε αυτό που λέει ο πλησίον;

Είναι τόσο μικροαστικό να δεσμεύεσαι από απόψεις που μόλις διακόσια μίλια μακριά δεν είναι πια δεσμευτικές. Η Ανατολή και η Δύση είναι γραμμές που κάποιος χάραξε μπροστά στα μάτια μας με κιμωλία για να περιγελάσει τη λιποψυχία μας.

“Θα κάνω μια προσπάθεια να αποκτήσω την ελευθερία μου”, μονολογεί η νεανική ψυχή· και σε τούτο πρόκειται να την εμποδίσει το γεγονός ότι δύο έθνη τυχαίνει να μισούνται και να πολεμούν μεταξύ τους ή το ότι μία θάλασσα χωρίζει δύο ηπείρους ή το ότι γύρω της διδάσκεται μια θρησκεία που όμως πριν μερικές χιλιάδες χρόνια πριν δεν υφίστατο. “Δεν είσαι εσύ όλ’ αυτά”, λέει στον εαυτό της. “Κανένας δεν μπορεί να χτίσει για σένα τη γέφυρα στην οποία πρέπει εσύ ακριβώς να βαδίσεις για να περάσεις πάνω από το ποτάμι της ζωής· κανένας εκτός από σένα και μόνο. Υπάρχουν βέβαια αμέτρητα μονοπάτια και γέφυρες και ημίθεοι που θέλουν να σε μεταφέρουν στην απέναντι όχθη, τούτο όμως μόνο με αντίτιμο εσένα τον ίδιο· τον εαυτό σου θα έβαζες ενέχυρο και θα τον έχανες. “Υπάρχει στον κόσμο ένας και μόνο δρόμος που κανένας άλλος δεν μπορεί να διαβεί εκτός από εσένα. Πού οδηγεί; Μη ρωτάς, ακολούθησέ τον”.

Ποιος ήταν αυτός που είπε τη ρήση: “Ένας άνθρωπος δεν ανεβαίνει ποτέ ψηλότερα απ’ όσο όταν δεν ξέρει που ακόμη μπορεί να οδηγήσει ο δρόμος του”.

Πώς όμως θα ξαναβρούμε τον εαυτό μας; Πώς μπορεί ο άνθρωπος να γνωρίσει τον εαυτό του; Αυτός είναι πράγμα σκοτεινό και συγκαλυμμένο· κι αν ο λαγός έχει επτά δέρματα, ο άνθρωπος μπορεί να γδάρει τον εαυτό του επτά επί εβδομήντα φορές και πάλι να μην μπορεί να πει: “Αυτό λοιπόν είσαι πραγματικά, αυτό πλέον δεν έχει περικάλυμμα”.

Επιπλέον, είναι βασανιστικό, επικίνδυνο εγχείρημα το να ανασκάπτει κανείς τον εαυτό του κατά τέτοιον τρόπο και να εκβιάζει την κατάβασή του στα έγκατα της ουσίας του από την πιο κοντινή διαδρομή.

Πόσο εύκολα μπορεί κανείς έτσι να τραυματιστεί τόσο ώστε κανένας γιατρός να μην μπορεί να τον θεραπεύσει! Και πέραν τούτου, γιατί να είναι αναγκαίο κάτι τέτοιο τη στιγμή που όλα αποτελούν μαρτυρίες για την ουσία μας: οι φιλίες και οι έχθρες μας, το βλέμμα και η χειραψία μας και ό,τι ξεχνάμε, τα βιβλία μας και ο γραφικός μας χαρακτήρας;

Για την διεξαγωγή όμως της πλέον σημαντικής ανάκρισης, υπάρχει το εξής μέσο: να στρέψει η νεανική ψυχή το βλέμμα της πίσω και να κοιτάξει τη ζωή της με το ερώτημα: “Τι αγάπησες στ’ αλήθεια μέχρι τώρα, τι εξύψωσε την ψυχή σου, τι την κυρίευσε και συγχρόνως την αγαλλίασε; Βάλε τα λατρευτά αυτά αντικείμενα σε μια σειρά μπροστά σου και τούτα ίσως σου αποκαλύψουν, μέσω της φύσης τους και της σειράς τους, έναν νόμο, τον θεμελιώδη νόμο του αληθινού σου εαυτού. Σύγκρινε τούτα τα αντικείμενα, δες πώς το ένα συμπληρώνει το άλλο, το διευρύνει, το υπερβαίνει, το λαμπρύνει, πώς όλα αυτά μαζί σχηματίζουν μια σκάλα με την οποία εσύ σκαρφάλωνες μέχρι τώρα στον εαυτό σου· διότι η αληθινή ουσία σου δεν βρίσκεται βαθιά κρυμμένη μέσα σου, αλλά σε απροσμέτρητο ύψος πάνω από σένα ή, τουλάχιστον, πάνω απ’ αυτό που συνήθως εκλαμβάνεις ως το Εγώ σου.

“Οι αληθινοί παιδαγωγοί και διαμορφωτές σου σού αποκαλύπτουν ότι το αληθινό πρωταρχικό νόημα και το θεμελιώδες υλικό της ουσίας σου είναι κάτι εντελώς ανεπίδεκτο διαπαιδαγώγησης και διαμόρφωσης και οπωσδήποτε κάτι το δέσμιο, δυσπρόσιτο και παραλυμένο· οι παιδαγωγοί σου δεν μπορούν να είναι παρά μόνον ελευθερωτές σου. Κι αυτό είναι το μυστικό όλης της παιδείας: δεν παρέχει τεχνητά μέλη, κέρινες μύτες, διοπτροφόρα μάτια· απεναντίας, εκείνο που δεν θα κατόρθωνε να προσφέρει παρά μόνο τέτοια χαρίσματα θα ήταν απλώς το κακέκτυπο της διαπαιδαγώγησης. Η παιδεία είναι, αντιθέτως, απελευθέρωση, απομάκρυνση όλων των ζιζανίων, των σωρών από μπάζα, των σκουληκιών που θέλουν να βλάψουν τα τρυφερά βλαστάρια των φυτών, εκπομπή φωτός και θερμότητας, τρυφερό βουητό νυχτερινής βροχής· είναι μίμηση και λατρεία της φύσης εκεί όπου η φύση εμφανίζει μητρική κι ευσπλαχνική διάθεση, είναι τελείωση της φύσης όταν αποτρέπει τις φρικτές και ανελέητες επιθέσεις αυτής και τις μετατρέπει σε κάτι καλό, όταν καλύπτει μ’ ένα πέπλο τις εκδηλώσεις των άστοργων διαθέσεων αυτής και της θλιβερής της αφροσύνης”.

Θα υπάρχουν σίγουρα και άλλα μέσα για να βρει κανείς τον εαυτό του, για να βγει από τον λήθαργο μέσα στον οποίο πλανιέται συνήθως σαν σε θολό σύννεφο και να έλθει στον εαυτό του· εγώ όμως δεν ξέρω κανένα καλύτερο από το να αναλογίζεται κανείς τους παιδαγωγούς και τους διαμορφωτές του.

OSCAR WILDE: Με συγχωρείτε, δεν σας γνώρισα: έχω αλλάξει πολύ

Ένας σύγχρονος λόγιος είπε πως κανείς δε διαφέρει από τους άλλους τόσο όσο από τον ίδιο του τον εαυτό σε διάφορες φάσεις της προσωπικής του εξέλιξης. Αυτό ισχύει στις περισσότερες περιπτώσεις, γιατί το υγιές είναι, όσο ωριμάζεις, να περνάς με ταχύτητα από τη μια φάση στην άλλη και να αναπτύσσεις νέα ενδιαφέροντα.

Ωστόσο, δε μεγαλώνουν όλοι με τον ίδιο τρόπο στην κούρσα της ζωής. Πολλοί άνθρωποι ανακαλύπτουν πως, χρόνια αφότου ξεπέρασαν μια περίοδο της ζωής τους, οι φίλοι που τους συνόδευαν εξακολουθούν να βρίσκονται εκεί και απαιτούν από αυτούς να μείνουν πιστοί σ’ αυτό που υπήρξαν.

Ξαφνικά, άνθρωποι που είχαν πολλά κοινά δεν ξέρουν πια για ποιο πράγμα να μιλήσουν, πέρα από τις «παλιές εποχές», επειδή ο καθένας πολεμάει σ’ έναν διαφορετικό πόλεμο.

Είναι ανώφελο να διατηρούμε τεχνητά τις φιλίες για χάρη του παρελθόντος, αφού έτσι κλέβουμε χρόνο από την καλλιέργεια σχέσεων πιο ωφέλιμων για τη στιγμή που ζούμε.

Ίσως εκείνοι που τώρα απομακρύνονται να επιστρέψουν κοντά μας όταν οι δρόμοι της εξέλιξής μας διασταυρωθούν ξανά.

ΟΣΚΑΡ ΟΥΑΪΛΝΤ

Η Ιδέα ενός Ανεξάρτητου Ανθρώπου

«Δεν ζητάω από εσάς να με πιστέψετε. Δεν παριστάνω ότι είμαι καμία αυθεντία. Δεν έχω τίποτα να σας μάθω, δεν έχω νέες φιλοσοφίες, δεν έχω καινούργια συστήματα, δεν έχω να σας υποδείξω κάποια νέα διαδρομή που θα σας οδηγήσει στην πραγματικότητα. Θα πρέπει να είστε εσείς οι ίδιοι και ο δάσκαλος και ο μαθητής του εαυτού σας. Θα πρέπει να αμφισβητείτε το καθετί που ο άνθρωπος έχει αποδεχτεί ως πολύτιμο, ως απαραίτητο.

Πρέπει να είναι κανείς το φως του εαυτού του. Αυτό το φως είναι ο νόμος. Δεν υπάρχει άλλος νόμος. Όλοι οι άλλοι νόμοι κατασκευάζονται από την σκέψη κι έτσι είναι αντιφατικοί και κομματιασμένοι. Να είναι κανείς το φως του εαυτού του σημαίνει να μην ακολουθεί το φως κάποιου άλλου, οσοδήποτε λογικό, ορθολογιστικό, ιστορικά δικαιωμένο ή πειστικό κι αν είναι. Δεν μπορείς να είσαι το φως του εαυτού σου αν βρίσκεσαι κάτω από την σκοτεινή σκιά της αυθεντίας, του δόγματος, του συμπεράσματος. Ελευθερία σημαίνει να είναι κανείς το φως του εαυτού του. Μόνο τότε δεν είναι αφηρημένη έννοια, ταχυδακτυλουργία της σκέψης. Η πραγματική ελευθερία είναι ελευθερία από την εξάρτηση, την προσκόλληση, από την επιθυμία για εμπειρίες» Jiddu Krishnamurti

Ανεξαρτησία κι Αντίληψη

Είναι εύλογο το να αναρωτιέται κανείς ποια είναι η ουσιαστική σχέση αφηρημένων εννοιών, όπως η ανεξαρτησία της ταυτότητας ή προσωπικότητας, με την Αντιληπτική της ικανότητα ή την Επίγνωση της. Πρέπει να γνωρίζουμε πως η επίτευξη της Αντίληψης και κατά προέκταση της Επίγνωσης, σαν διαδικασία δεν είναι κάτι που γίνεται ερήμην της συνολικής ταυτότητας του ανθρώπου, είτε μιλάμε για το συνειδητό είτε για το αυξημένης συνειδητότητας επίπεδο.

*Λεξησαφήνιση: Διάβασε στο τέλος του άρθρου ορισμούς κάποιων των λέξεων

Αντίληψη (perception, Wahrnehmung) καλείται μια σύνθετη και πολύπλοκη λειτουργία του ψυχοφυσικού οργανισμού, που αυτόματα, μέσω δυναμικής αλληλοσυσχέτισης των μηνυμάτων της εμπειρίας, αναγνωρίζει, ερμηνεύει άμεσα και αποδίδει νόημα ―με τη βοήθεια της νόησης, συλλαμβάνοντας απόψεις, ιδιότητες, ποιότητες ή σχέσεις των αντικειμένων μεταξύ τους, της διανοητικής ανάπτυξης, του συναισθήματος (διαθέσεως) και της προηγούμενης εμπειρίας (μάθησης) του ανθρώπου― στα αισθητηριακά δεδομένα, δηλ. τα συναισθήματα (που προέρχονται είτε από εξωτερικά/περιβαλλοντικά, είτε από οργανικά ή του κεντρικού νευρικού μας συστήματος ερεθίσματα) ανάλογα με το γνωσιακό σχήμα του, οργανώνοντάς τα έτσι σε μια ολότητα, ως κάτι το συγκεκριμένο.

Η αντίληψη, που οπωσδήποτε συνιστά μια βασική πηγή συνειδητής γνώσης (πληροφορίας) του κόσμου, απαραίτητη για την παροχή σημάτων αναγκαίων για τον ορθό προσανατολισμό του ανθρώπου στο περιβάλλον και απαραίτητη για την παραγωγή αντίστοιχων τρόπων συμπεριφοράς, μπορεί να διαταραχθεί, να παρεκτραπεί, αλλοιώνοντας την εικόνα της πραγματικότητας (δηλ. ψευδαισθήσεις, ψευδοψευδαισθήσεις, παραισθήσεις) κυρίως σε περιπτώσεις είτε αισθητηριακής (πληροφοριακής) αποστέρησης ή υπερτροφοδότησης (υπερφόρτωσης) είτε βλαβών τού Κεντρικού Νευρικού Συστήματος.

Φιλοσοφικά, η αντίληψη διακρίνεται α) στη σύλληψη (conception, Konzeption), δηλ. τη σύνθεση μιας παράστασης ή τον σχηματισμό μιας έννοιας, β) στην κοινή αίσθηση ή αντίληψη (common sense, Gemeinsinn) κατ’ Αριστοτέλη, που συντονίζει ―μέσω της (κοινής) λογικής (λόγου)― τα ιδιαίτερα αισθήματα κάθε ειδικής αίσθησης, αναφέροντάς τα σε ένα και το αυτό αντικείμενο και παρέχοντάς μας έτσι την ενιαία παράστασή του, γ) στην κοινή αντίληψη με την έννοια κάποιων γενικά παραδεκτών γνωμών μέσα σε ένα δεδομένο χωροχρονικά περιβάλλον, και δ) στην ορθή ή υγιή αντίληψη με την έννοια της ικανότητας του (κοινού) λόγου να κρίνουμε σωστά (δηλ. με λογική και μέτρο), ΔΙΑΚΡΙΝΟΝΤΑΣ το αληθινό από το εσφαλμένο.

Πάντως, η αισθησιοκρατική ή εμπειριοκρατική Γνωσιολογία θεωρεί την κατ’ αίσθηση αντίληψη ως την αφετηρία, το θεμέλιο και το κριτήριο κάθε γνώσης. Εξωαισθητηριακή αντίληψη (extrasensory perception) ή τηλαισθησία (ή κρυπταισθησία) ονομάζεται στην Παραψυχολογία η ικανότητα «παρ’ αίσθησιν» αντίληψης ενός αντικειμένου, ενός γεγονότος ή μιας διανοητικής κατάστασης ενός άλλου ατόμου χωρίς διέγερση των μέχρι σήμερα γνωστών αισθήσεων και πέρα από κάθε δυνατό λογικό συμπέρασμα. Το πιο φημισμένο εργαστήριο με σχετικές έρευνες πάνω σε παραψυχολογικά φαινόμενα θεωρείται σήμερα τού Πανεπιστημίου του Duke (Durham της Βόρειας Καρολίνας των Η.Π.Α.

Η Αντίληψη της Συνείδησης είναι κομμάτι του ανθρώπου, γίνεται από τον άνθρωπο και την ποιότητα του χαρακτήρα του, ή ιδιοσυγκρασία του κι είναι αυτό που αποκαλούμε η ταυτότητα του, δημιουργείται από το περιβάλλον του και παίζει πολύ μεγάλο ρόλο στο να έχει σωστά φιλοεπιβιωτικά αποτελέσματα, στην ζωή του. Έτσι όπως η υγεία του σώματος είναι εξαιρετικά σημαντική για έναν αθλητή και όπως δεν νοείται ένας αθλητής που είναι ασθενής να αθλείται, το ίδιο δεν νοείται και ασθενής στην προσωπικότητα να επιδίδεται σε υπερβατικά αντιληπτικές δραστηριότητες.

Και μπορεί για έναν ασθενή αθλητή, τα κριτήρια της ασθένειας να είναι ευδιάκριτα, εν τούτοις για έναν ασθενή στην προσωπικότητα, είναι περισσότερο δυσδιάκριτα, έως εντελώς αφανή. Όμως είναι εκεί, θέτοντας σοβαρά εμπόδια, στην κατάκτηση των σκοπών μιας αντιληπτικότητας αλλά και μιας εύρυθμης ζωής γενικότερα. Τα αποτελέσματα αυτής της «νοητικής μη ορατής ασθένειας» δυστυχώς τα βιώνουμε όλοι λίγο-πολύ, στην καθημερινότητα μας και γίνονται πολύ ευδιάκριτα, αν τυχόν έχουμε την φαεινή ιδέα, ν’ αναπτύξουμε κάποια θεωρία, λίγο «διαφορετική» απ’ τις συνηθισμένες.

Ναι, είναι εκεί η παρέκκλιση της ταυτότητας του ανθρώπινου ζώου κι αυτό το ανθρώπινο ζώο είναι αδύνατον να αντιληφθεί πέρα απ’ ό,τι του έχουν ήδη πει, πέρα από ό,τι ήδη γνωρίζει. Τα δεσμά αυτού του ανθρώπινου ζώου είναι η περιορισμένη αντιληπτική του ικανότητα, μάλιστα σε κάποιες περιπτώσεις εξαιρετικά περιορισμένη, σχεδόν αντιεπιβιωτική, άρα για πια ανεξαρτησία να μιλάμε; Όπου υπάρχουν δεσμά, ορατά ή αόρατα, υπάρχει σκλαβιά κι όχι ανεξαρτησία. Οι πεποιθήσεις του ανθρώπου είναι οι εξαρτήσεις του και είναι πολύ δύσκολο να αντιληφθεί κάποιας μορφής ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ, όπως δεν μπορεί ένα ψάρι να αντιληφθεί την ζωή έξω από το νερό της λιμνούλας του, πόσο μάλλον οποιασδήποτε μορφής ζωή έξω από τον υγρό κόσμο.

Για ένα ψάρι –είτε μαρίδα, είτε φάλαινα – οι πεποιθήσεις τους, οι εμφυτεύσεις τους, δηλ. οι επιρροές του περιβάλλοντος τους είναι που τα εμποδίζουν να αντιληφθούν κάτι έξω από αυτές, όσο δε για να βιώσουν κάτι, τόσο έξω από τα συνηθισμένα τους, ούτε σκέψη. Σκέψου τι πιθανότητα έχει να αντιληφθεί ένα χρυσόψαρο στην γυάλα του, ή το δέντρο στην αυλή σου, σχετικά με τα δικά σου βάσανα, με τις τράπεζες, τα δάνεια, τα χρηματιστήρια, το χάος των οικονομικών, τις θρησκείες, τους πολέμους, την πολιτική και όλα αυτά τα καλούδια που ταλανίζουν τον πολιτισμό στις τσιμεντουπόλεις του ανθρώπινου ζώου.

Ξέρεις δεν χρειάζονται δυσνόητες γνώσεις κι εξωτικές ορολογίες της ψυχιατρικής, για να καταλάβεις αυτό που είναι ακριβώς μπροστά στα μάτια σου. Οι περισσότεροι ψυχίατροι θεωρούν ότι οι ψυχικές διαταραχές προκαλούνται από διαταραχή της χημείας του εγκεφάλου, μια άποψη που στηρίζεται από τις πρόσφατες ανακαλύψεις της νευρολογίας. Υπάρχουν επίσης πολλά εμπειρικά στοιχεία ότι η ψυχολογική ένταση μπορεί να πυροδοτήσει αλλαγές στη χημεία του εγκεφάλου. Αυτό ενίσχυσε τη δημιουργία ενός βιο-ψυχο-κοινωνικού μοντέλου ψυχικής διαταραχής, όπου συνδυάζονται γενετικοί και δυναμικοί παράγοντες. Ωστόσο, το θεμελιώδες ερώτημα «τι είναι ο νους, τι είναι η διάνοια» παραμένει αναπάντητο, γιατί ο νους δεν έχει υλική υπόσταση, όπως και το τι είναι η *συνείδηση, είναι επίσης αναπάντητο, απλώς εικασίες έχουμε.

Η γενική θεώρηση είναι ότι ο νους είναι επι-φαινομενικός, δηλαδή δευτερεύον φαινόμενο της λειτουργίας του εγκεφάλου. Αναφέρεται πως ο εγκέφαλος κατά κάποιον τρόπο παράγει συνειδητότητα. Η υπόθεση αυτή, αν και λογικοφανής, δεν είναι λογική. Πώς μπορεί κάτι τελείως υλικό να δημιουργήσει κάτι μη-υλικό; Ωστόσο θεωρείται δεδομένο σε έναν κόσμο που βασίζεται στην ιδέα του μηχανικού, υλικού σύμπαντος, όπου οι πέντε αισθήσεις θεωρούνται η μόνη αξιόπιστη πηγή πληροφόρησης. Διαφωνώ με αυτή την υλιστική άποψη του κόσμου, ως την μοναδική, δογματική κι αλάθητη, που ξεκίνησε με τον Ρενέ Ντεκάρτ και τον Ισαάκ Νεύτωνα πριν από 300 χρόνια. Ο Ντεκάρτ θέσπισε το χρυσό κανόνα της εμπειρικής επιστήμης, πως τίποτε δεν θεωρείται αληθινό μέχρι να αποδειχθεί κι ο Νεύτων έθεσε τα θεμέλια του μηχανικού σύμπαντος όπου ο χρόνος είναι απόλυτος και ο χώρος δομείται σύμφωνα με τους νόμους της κίνησης.

Από τότε, το χάσμα μεταξύ θρησκείας κι επιστήμης ολοένα βαθαίνει. Η Εκκλησία δεν μπορούσε πλέον να ψεύδεται ότι κατανοούσε τη λειτουργία του σύμπαντος και ο θρησκευτικός κόσμος απομακρύνθηκε από τον υλικό. Κατά το 19ο αιώνα, ο επιστημονισμός της ψυχολογίας επανακαθόρισε τον ψυχικό κόσμο –που αρνείται την ύπαρξη του- με κοσμικούς όρους. Ο Ζίγκμουντ Φρόυντ (1927) είδε τη θρησκεία ως μαζική άμυνα κατά των νευρώσεων, ακόμη και ο Καρλ Γιουνγκ, παρά το προσωπικό «πνευματικό» ταξίδι του, περιορίστηκε να ορίσει την ψυχή ως «το ζωντανό εντός του Ανθρώπου, εκείνο που ζει από μόνο του και δημιουργεί ζωή» (Γιουνγκ, 1959:26)

Η ψυχιατρική προσπαθεί να αποδείξει πως είναι μία επιστήμη ίση με τις άλλες και λίγο νοιάζεται για την πνευματικότητα, την ψυχή και τα περί τούτων θέματα. Κι όμως μια έρευνα του Ιδρύματος Ψυχικής Υγείας (1997) έδειξε πως πάνω από το 90% των ασθενών είχαν θρησκευτικές ή πνευματικές πεποιθήσεις που τις θεωρούσαν σημαντικές στην προσπάθειά τους να αντιμετωπίσουν την ψυχική ασθένεια. Επίσης είπαν ότι δεν ένιωθαν άνετα να συζητήσουν τις πεποιθήσεις τους με τον ψυχίατρο. Οι ψυχίατροι που ιδιωτικά αναγνωρίζουν τη σημασία της πνευματικότητας συχνά διστάζουν να ανοίξουν τέτοιες συζητήσεις με ασθενείς επειδή δεν περιλαμβάνεται στην ιατρική, ψυχιατρική και ψυχοθεραπευτική τους παιδεία (Powell, 2001).

Οι επιπτώσεις της Νευτώνειας κοσμοθεωρίας υπήρξαν τεράστιες. Το επιστημονικό πρότυπο της ψυχής δεν χωράει την πνευματική ψυχή δηλ. δεν υπάρχει τίποτε πριν τη γέννηση και μετά το θάνατο. Όλα θεωρείται ότι απορρέουν από τη σύντομη, υλική μας ύπαρξη και το ανθρώπινο εγώ είναι η μόνη πηγή συνειδητότητας. Είμαστε πλάσματα ανεξάρτητα, περιορισμένα εντός των ορίων του σώματός μας, και κινούμαστε σε ένα απρόσωπο τρισδιάστατο σύμπαν, απόλυτα αδιάφορο στις πράξεις μας. Πως να μην είναι η κατάθλιψη η σύγχρονη ασθένεια; Τα πρώτα πέντε χρόνια που βγήκε στην αγορά το αντικαταθλιπτικό Prozac, δόθηκαν πάνω από 20 εκατομμύρια συνταγές (Kramer, 1994).

Ο Νευτώνειος επιστημονισμός κλονίστηκε για πρώτη φορά πριν από μια εκατονταετία. Με τη γέννηση της κβαντικής μηχανικής, η άποψη ότι ο υλικός κόσμος είναι στερεός, σταθερός και ανεξάρτητος από το νου αποδείχθηκε αβάσιμη. Για παράδειγμα, το διάσημο πείραμα κύματος-σωματιδίου έδειξε πως όταν μια δέσμη φωτός περνά από μια στενή σχισμή, υποατομικά πακέτα φωτός, τα κβάντα, χτυπούν στην οθόνη ανίχνευσης σαν μικροσκοπικές σφαίρες. Αν κάνουμε δύο παράλληλες σχισμές, το φως που περνά δημιουργεί ένα πρότυπο κυματικής συμβολής. Τα σωματίδια γίνονται κύματα, και τα κύματα σωματίδια. Και οι δύο «πραγματικότητες» είναι εξίσου υπαρκτές και αδιαχώριστες από τον παρατηρητή/συμμετέχοντα. Πίσω από τη δυαδικότητα κύματος-σωματιδίου κρύβεται αναμφίβολα το βασίλειο των κυματιδίων. Αυτή είναι μόνο η αρχή, γιατί η θεωρία των υπερχορδών προτείνει ότι υπάρχουν πολύ περισσότερες διαστάσεις απ’ όσες χωρούν στον τοπικό μας χωροχρόνο.

Τα ηλεκτρόνια δεν γίνονται πλέον αντιληπτά ως σωματίδια που περιστρέφονται γύρω από το άτομο σαν μικροσκοπικό ηλιακό σύστημα. Το ηλεκτρόνιο απλώνεται στο χώρο ως κβαντικό κύμα και εμφανίζεται ως σωματίδιο στον υλικό μας χωροχρόνο, μόνον όταν ένας συνειδητός παρατηρητής κάνει μια μέτρηση. Ούτε μπορούμε να γνωρίζουμε την ταχύτητα και τη θέση του ηλεκτρονίου κατά την ίδια στιγμή, γιατί όταν καθηλώνεται το κβαντικό κύμα, το μόνο που έχουμε είναι μια στατιστική πιθανότητα να εμφανιστεί το ηλεκτρόνιο εκεί που το περιμένουμε. Μπορεί να υλοποιηθεί εκατοντάδες, χιλιάδες ή κι εκατομμύρια μίλια μακριά. Όταν συμβαίνει αυτό, φτάνει εκεί σε χρόνο μηδέν. Υπερβαίνει και το χώρο και το χρόνο, δεν μετακινείται διαμέσου αλλά μεταπηδά κι αυτό αποκαλείται ΚΒΑΝΤΙΚΟ ΑΛΜΑ, με αυτό θα ασχοληθούμε πολύ γιατί είναι ένα πολύ χρήσιμο δεδομένο που μπορείς να χρησιμοποιήσεις στην ζωή σου.

Το βασίλειο των κβάντα και το υλικό σύμπαν που προκύπτει απ’ αυτό, είναι ένα αδιαίρετο, ενιαίο όλον και πιθανόν να μην είναι μόνο αυτά τα δύο βασίλεια, άλλα να υπάρχουν κι άλλα ανεξερεύνητα βασίλεια ακόμη κι αυτοκρατορίες. Ακόμη πιο παράδοξα, φαίνεται πως η συνειδητή μας [λογική] συμμετοχή, οδηγεί στην ύπαρξη του υλικού κόσμου. Υπάρχει και το αντιδραστικό τμήμα της συνείδησης όπως και το πνευματικό ή διττό ή διπλό κομμάτι του εαυτού.

Όταν η συνειδητότητα [λογική] καθηλώνει την κυματική λειτουργία στον τρισδιάστατο χωροχρόνο, νους και ύλη προκύπτουν ταυτόχρονα, σαν τις δύο πλευρές ενός νομίσματος. Το αποτέλεσμα είναι αυτό που αποκαλούμε πραγματικότητα, τόσο με την προσωπική όσο και με τη συλλογική έννοια. Καθένας μας έχει συνείδηση του εαυτού του, εφ’ όσον συνδεόμαστε με το ολικό πεδίο συνειδητότητας και από αυτήν την προσωπική οπτική γωνία προκαλούμε επανειλημμένες περαιτέρω καθηλώσεις της κυματικής λειτουργίας. Η διαδικασία μπορεί να συγκριθεί με τον τρόπο που τα καρέ μιας ταινίας διαδέχονται το ένα το άλλο και δίνουν εντύπωση κίνησης. Με τον τρόπο αυτό δημιουργούμε διαρκώς αυτό που θεωρούμε πραγματικότητα και τηn βιώνουμε τόσο σαν εσωτερικό ψυχικό χώρο και ως εξωτερικό φαινομενικό κόσμο γύρω μας.

Ο εξωτερικός κόσμος είναι αξιοσημείωτα σταθερός, δίνοντας την εντύπωση πως υπάρχει ανεξάρτητα από εμάς. Όταν πηγαίνουμε το πρωί στο γραφείο αυτό μας περιμένει εκεί, δεν το φτιάχνουμε πηγαίνοντας εκεί. Αυτό συμβαίνει επειδή το κύμα πιθανοτήτων που η συνειδητότητα μας καθηλώνει μόλις φτάσουμε στο γραφείο και που υλοποιεί το γραφείο μας, παράγεται από όλα τα συνειδητά όντα [όχι απαραίτητα βιολογικά όντα] ανά πάσα στιγμή. Ζούμε σε έναν κόσμο συμφωνιών, ένας τεράστιος αριθμός συνειδητών παρατηρητών έχουν συμφωνήσει ότι ο υλικός κόσμος θα είναι έτσι όπως τον ζούμε κι έτσι υπ-άρχει το γραφείο σου και το πάτωμα όταν ξυπνάς στην θέση του. Εκτός αν συμβεί κάποια απρόβλεπτη ή σκόπιμη καταστροφή, με βαθμούς και δικής σου συμφωνίας, το γραφείο σε παραμένει πάντα εκεί που το άφησες. Αυτό εξηγεί πόσο επιτακτικό είναι να μην βαδίζεις στο ίδιο μονοπάτι με την μάζα, για να μην σε επηρεάζει το συλλογικό ασυνείδητο, αν ο σκοπός σου είναι η ανεξαρτησία και η αυξημένη αντίληψη.

Σκέψου όμως λίγο αυτά τα σπάνια κι απρόβλεπτα συμβάντα που ονομάζουμε παράξενα. Εφ’ όσον η κυματική λειτουργία περιέχει (εν δυνάμει) κάθε τι που υπάρχει σε όλο το χρόνο, δεν υπάρχει κατ’ αρχήν κανένα όριο στις δυνατότητες. Ένας νους με μοναδικές δυνάμεις, καθαρός από αντιδράσεις, μπορεί να καθηλώσει το κύμα μοναδικά, μετατρέποντας «το κρασί σε νερό». Το μόνο που χρειάζεται γι’ αυτό είναι η απαιτούμενη ΕΝΕΡΓΕΙΑ, ο έλεγχος του ΕΓΩ [αντιδραστικό] και η σύνδεση με τον διπλό εαυτό, το ΕΙΝΑΙ. Μόνο Ενέργεια απαιτείται για να μεταμορφωθεί το ανθρώπινο ζώο σε άνθρωπο, με ικανή αντιληπτική ικανότητα και δυνατότητα διαφυγής από τα δεσμά των εξαρτήσεων.

Οι κβαντικές επιδράσεις εμφανίζονται πιο εύκολα στο υποατομικό επίπεδο, αλλά η έρευνα σε συστήματα μεγάλης κλίμακας (Schmidt, 1987) αποκάλυψε πως οι γεννήτριες τυχαίων αριθμών μετά από χιλιάδες δοκιμές δείχνουν μια τάση προς τα πάνω ή προς τα κάτω, που σχετίζεται με τις προθέσεις του πειραματιστή. Αυτές οι μελέτες έχουν επαναληφθεί, οπότε μπορούμε να πούμε μετά βεβαιότητας ότι ο νους επηρεάζει την ύλη. Έχει επίσης δειχθεί ότι πειραματικά υποκείμενα που είναι συναισθηματικά συντονισμένα μπορούν να συγχρονίζουν τα εγκεφαλικά τους κύματα από απόσταση (Targ and Puthoff, 1974). Επομένως ο νους επηρεάζει το νου από απόσταση, είτε από κοντά είτε από μακριά.

Τις δεκαετίες 1970 και 1980, πειράματα όρασης εξ’ αποστάσεως που χρηματοδότησε ο στρατός των ΗΠΑ στο Ερευνητικό Ίδρυμα Stanford έδωσαν επιτυχίες με πιθανότητα πάνω από ένα δισεκατομμύριο δισεκατομμυρίων προς ένα, έναντι του τυχαίου (Μάιος 1988). [μελέτησε το άρθρο Dr Sue Arrigo η Πυθία της CIA] Ο νους μπορεί να «ταξιδέψει» σε μακρινές τοποθεσίες και να αναφέρει με ακρίβεια τι υπάρχει εκεί. Η πρόγνωση έχει πλέον διαπιστωθεί με βεβαιότητα σε εμπειρική βάση (Radin, 1997). Επομένως ο νους λειτουργεί όχι μόνο πέρα από το χώρο αλλά και πέρα από το χρόνο. Έχει ερευνηθεί η δύναμη της προσευχής (Byrd, 1988), καθώς επίσης και πάνω από 150 ελεγχόμενες μελέτες για θεραπείες με ανθρώπους και φυτά (Benor, 1992, 2001). Η εξ’ αποστάσεως πρόθεση ενός νου μπορεί να βοηθήσει τη θεραπεία και την υγεία ενός άλλου, είναι αποδεδειγμένο και πέραν πάσης αμφιβολίας.

«Αφήστε τους πολύξερους να μένουν με την εντύπωση, ότι η ουσία στη δράση του μαραγκού, είναι να γεμίζει το πάτωμα με πριονίδια» Kraus Karl

H αποδεκτή και η μεταφυσική πραγματικότητα

Από την συμφωνία μας στην ιστορία του πολιτισμού προέκυψε αυτό που γνωρίζουμε σαν αποδεκτή πραγματικότητα – ένα πλαίσιο μέτρων και αξιών όπου θρησκεία, επιστήμη, κουλτούρα και παιδεία συνεισφέρουν σε μια συνεπή κοσμοθεωρία. Η διάγνωση ψυχικών διαταραχών όπως η σχιζοφρένεια και η κατάθλιψη δεν γίνεται στο κενό αλλά εντός της αποδεκτής πραγματικότητας. Κάθε άτομο ορίζει το δικό του εσωτερικό κόσμο. Αλλά η αλήθεια του ενός είναι ψευδαίσθηση για τον άλλον και ως μέλη της κοινωνίας υποχρεωνόμαστε να ακολουθούμε τις κοινά αποδεκτές αλήθειες που τροφοδοτούν τα συστήματα πεποιθήσεων. Τις αφομοιώνουμε υποσυνείδητα και επηρεάζουν βαθιά τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο.

Ας συνδέσουμε τώρα τις δύο περιοχές συνειδητότητας που περιγράψαμε. Από τη μία έχουμε τον κόσμο των αισθήσεων και της αποδεκτής πραγματικότητας, κι από την άλλη την απεριόριστη λειτουργία της συνειδητότητας πέρα από το χωροχρόνο, που οδηγεί σε αυτό που στη Δύση λέγεται μεταφυσικό. Για πολλούς, η γνώση του αιώνιου και του απεριόριστου παραμένει άπιαστη. Υπάρχει λόγος γι’ αυτό. Η συνειδητότητα του ανθρώπινου είδους απασχολείται με τη διαρκή ροή σκέψης και συναισθημάτων που απορρέουν από τον αγώνα της ζωής για επιβίωση και για τους περισσότερους ανθρώπους είναι υπεραρκετό!

Είναι σαν να μας περιβάλλει μια ημιπερατή μεμβράνη, δημιουργώντας το χώρο κατοικίας του ΕΓΩ και βάζοντας τα όρια του κόσμου των αισθήσεων. Χωρίς αυτά τα όρια, θα συγχωνευόμαστε με την κοσμική συνειδητότητα δηλ. μόνο κύματα και καθόλου σωματίδια! Επειδή η μεμβράνη είναι διαπερατή, μπορούμε να αφήσουμε το ΕΓΩ, στο σπίτι και να ταξιδέψουμε πέρα από το χώρο και το χρόνο. Αυτό οδηγεί σε ολότητα ή σε κατακερματισμό, ανάλογα με το βαθμό σταθερότητας της ψυχής.

Άλλο η ανεξαρτησία από ένα καλά ισορροπημένο ΕΓΩ μέσω ανακεφαλαίωσης και σύνδεσης με τον διπλό εαυτό, το ΕΙΝΑΙ και άλλο να αγωνίζεσαι να κρατηθείς στα συγκαλά σου, όταν παθαίνεις νευρική κατάρρευση. Αν η μεμβράνη γίνει πορώδης, υπάρχει ανεξέλεγκτη ροή συνειδητότητας και απώλεια του εαυτού. Εξίσου επικίνδυνη είναι η εμπειρία της εισβολής ξένης ενέργειας ή οντότητας. Γι' αυτό είναι τόσο απαραίτητος ο έλεγχος των σκέψεων των λέξεων των συναισθημάτων, κοντολογίς ο έλεγχος και το ξεγέλασμα του ΕΓΩ. Είναι λάθος να ρίξουμε έναν στρατό επάνω στο ΕΓΩ και να το ξεπαστρέψουμε, δεν γίνεται έτσι, απαιτείται ΕΛΕΓΧΟΣ και ΑΥΞΗΜΕΝΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ για να έχουμε αποτελέσματα χωρίς να τρελαθούμε.

Στην υγεία πρέπει να υπάρχει ισορροπία μεταξύ του νου που λειτουργεί σαν κλασικό Νευτώνειο όργανο σύμφωνα με τους νόμους αιτίου κι αιτιατού και ως κβαντικό όργανο ελεύθερο από τους περιορισμούς του χωροχρόνου και ανοιχτό σε μεταφυσικά φαινόμενα. Στις λεγόμενες πρωτόγονες κοινωνίες, χρησιμοποιούν τη δεύτερη αυτή λειτουργία για θεραπευτικούς σκοπούς, πρόγνωση, ανάκτηση της ψυχής κι απελευθέρωση του πνεύματος, μεταξύ άλλων. Γνωρίζουν ότι ο κόσμος των πνευμάτων διαπερνά τον δικό μας, και ο σαμάνος χρειάζεται επίπονη εκπαίδευση ώστε να μπορεί να περνά σε μια άλλη κατάσταση συνειδητότητας όπου μιλά με το πνεύμα, είτε ζώο, είτε φυτό, είτε άνθρωπο, μια κατάσταση εξίσου πραγματική με την καθημερινή ζωή (Castaneda, 1998)

Η ζωή σε βιομηχανοποιημένες χώρες απομακρύνει τους ανθρώπους από τέτοιες εμπειρίες. Στην Αγγλία, για παράδειγμα, το πνευματιστικό κίνημα που εμφανίστηκε το 19ο αιώνα υπέστη πολλές επιθέσεις. Τα φαινόμενα έρχονταν σε αντίθεση με την κρατούσα επιστημονική κουλτούρα και δεν επιδέχονταν τις ερευνητικές μεθόδους της εποχής. Υπήρξαν ορισμένοι απατεώνες που αποκαλύφθηκαν θριαμβευτικά, και τέλος, οι πνευματικές προεκτάσεις ήταν και είναι ενοχλητικές για την Εκκλησία. Χρειάστηκε να περιμένουμε πάνω από 100 χρόνια για να βρεθούν οι κατάλληλες ερευνητικές μέθοδοι, με τη βοήθεια νέων επιστημονικών προτύπων και τολμηρών ανθρωπολογικών εργασιών (Narby, 1998).

Παρ’ όλα αυτά, στη σημερινή κοινωνία υπάρχουν, όπως πάντα, θεραπευτές και μέντιουμ που αντιλαμβάνονται άλλες πραγματικότητες. Κατά κανόνα κρύβουν αυτή τους την αντίληψη από παιδιά, επειδή μαθαίνουν πως είναι επικίνδυνο να είναι διαφορετικοί. Αργότερα νιώθουν ανακούφιση ανακαλύπτοντας πως δεν είναι μόνοι. Οι ψυχίατροι έχουν τη δική τους γνώμη για ανθρώπους με τόσο ευαίσθητη αντίληψη. Εύκολα τους βαφτίζουν “οριακές περιπτώσεις” και η ευαισθησία τους θεωρείται παθολογική. Αυτό δεν αποτελεί έκπληξη, μια και η ψυχιατρική παρεμβαίνει μόνο όταν κάτι πάει πολύ στραβά ή όταν πάρει εντολή από τα γνωστά κέντρα. Όμως όταν υπάρχουν τόσα εκατομμύρια άνθρωποι που τρέφονται με ψυχοφάρμακα είναι αυτονόητο και δεν αποτελεί έκπληξη η ανικανότητα για ΑΝΤΙΛΗΨΗ, ΔΙΑΚΡΙΣΗ, ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ, ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ και κατ’ επέκταση ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ.

Ας δούμε με απλά λόγια, μιας και η απλότητα είναι η βάση της θεωρίας του χάους που διέπει την ζωή μας, σ’ ετούτον τον υλικό κόσμο που εγκλωβιστήκαμε, καταθέτοντας την συμφωνία μας και παραδίδοντας την ανεξαρτησία μας, τι μπορούμε να κάνουμε για να αποκτήσουμε βήμα-βήμα βαθμούς ανεξαρτησίας και αύξηση της αντιληπτικής ικανότητας. Προσοχή: όταν αναφερόμαστε στην Ανεξαρτησία σε καμία περίπτωση δεν εννοούμε την Ελευθερία, είναι δύο εντελώς διαφορετικές καταστάσεις. Δεν υφίσταται μέσα στην φυλακή της ύλης των Δημιουργιών, κανενός είδους Ελευθερία, υφίστανται μονάχα Βαθμοί Ανεξαρτησίας, που ο άνθρωπος στο μονοπάτι της Ελευθερίας, μπορεί να τους πετύχει ανάλογα με την δράση του και την ενέργεια του. Γι αυτό μιλάμε για Βαθμούς Ανεξαρτησίας. Ας δούμε πως δημιουργούνται οι εξαρτήσεις που φυλακίζουν το ανθρώπινο ζώο πιο βαθιά, μέσα στην φυλακή της δημιουργίας.

Ανεξαρτησία vs Εξάρτηση

Ας σκεφτούμε κάτι που ήδη γνωρίζουμε, το τι συμβαίνει σε ένα μικρό παιδί – κι όχι απαραίτητα ανθρώπινο παιδί, γιατί και στην φύση το ίδιο συμβαίνει εν μέρει- όπως παρατηρούμε, κάπου στην πορεία της ανάπτυξης του ο άνθρωπος εκφυλίζεται και χάνει την επαφή με την φυσικότητα. Το παιδί λοιπόν, είναι σαφώς εξαρτημένο από τους γονείς του, δεν διαθέτει ανεξαρτησία. Όταν κάνει κάτι στρέφει το βλέμμα του προς αυτούς, αναζητώντας την έγκριση ή την επιβράβευσή τους. Δεν αισθάνεται σίγουρο για τον εαυτό του. Την όποια αυτοπεποίθησή του και κάποια ψευδή ασφάλεια, την αντλεί από τους άλλους, από το περιβάλλον του, γιατί είναι ακόμα εξαρτημένο. Όπως ακριβώς συμβαίνει και στα ζώα, αν κι όχι σε όλα.

Με την πάροδο του χρόνου η κατάσταση αυτή τροποποιείται (αν κι όχι πάντα) και με την ενηλικίωση ο άνθρωπος δεν έχει τόσες ισχυρές εξαρτήσεις από τους άλλους ανθρώπους ή καταστάσεις, τουλάχιστον φαινομενικά, γιατί στην πραγματικότητα άλλα συμβαίνουν. Σταδιακά φαίνεται να παίρνει κάποιες αποφάσεις, να πιστεύει σε κάποιες ιδέες, χωρίς απαραίτητα να ζητά την επιβράβευση ή την αποδοχή των άλλων, τουλάχιστον όχι εμφανώς. Ανακαλύπτει μάλιστα ό,τι συνήθως, αυτή την επιβράβευση και την ενθάρρυνση την έχει, όταν αυτές οι ιδέες που επιλέγει να πιστεύει, είναι οι ίδιες ιδέες που πιστεύουν και οι γύρω του. Το αντίθετο μάλιστα συμβαίνει, όσο πιο πολύ πιστεύει, ότι του λένε οι άλλοι, τόσο πιο πολύ επιβραβεύεται και ενθαρρύνεται, έτσι συνεχίζει ν’ ακολουθεί αυτήν την λανθασμένη πρακτική.

Εξυπακούεται ότι εντελώς αυτάρκης δεν πρόκειται να γίνει ποτέ ακολουθώντας αυτήν την πεπατημένη, για ανεξάρτητος δε … ούτε λόγος και η Ελευθερία είναι τελείως ουτοπική γι αυτόν, άσχετα αν την παπαγαλίζει. Υπάρχει όμως κάποιο όριο που είναι απολύτως απαραίτητο να το υπερβεί, για να πάψει να εξαρτάται απ’ τις γνώμες των άλλων, τις επιθυμίες, τις ιδέες και τις θεωρήσεις τους αν θέλει να γίνει ανεξάρτητος και να δομήσει μια ταυτότητα ανεξάρτητου και υγιούς νοητικά ανθρώπου, με αντίληψη. Αν αφήνεται, επηρεάζεται κι ακολουθεί, λόγω της ανασφάλειάς του και του φόβου της ανεξαρτησίας τους άλλους, επιτρέποντας τους να αποφασίζουν γι αυτόν, τότε η ανεξαρτησία δεν είναι γι αυτόν, αφού κανένα από τα οφέλη της δεν θα γίνει κτήμα του. Για κάποιους ανθρώπους τα κάγκελα της φυλακής τους παρέχουν ασφάλεια και η ζωή έξω από αυτά έναν δυσβάστακτο τρόμο.

Υπάρχουν άπειρα παραδείγματα ανθρώπων που «σέρνονται» από τους γονείς τους, γονέων που υποκύπτουν συνεχώς στις απαιτήσεις και στα καπρίτσια, των -με δική τους ευθύνη- κακομαθημένων παιδιών τους, ανεξαρτήτως ηλικίας, ζευγαριών όπου ο ένας είναι νοσηρά εξαρτημένος από τον άλλον και δεν μπορεί να τερματίσει την προβληματική σχέση και ανθρώπων που καθοδηγούνται και βασανίζονται από τις εγωπαθείς φιλοδοξίες και τις ματαιοδοξίες τους. Αυτοί οι άνθρωποι είναι πολύ δύσκολο να αντιληφθούν, πόσο μάλλον να βιώσουν τα οφέλη της ανεξαρτησίας, που τόσο απλόχερα προσφέρει η κατάκτηση της. Επιπλέον είναι πολύ χαμηλά στην αντιληπτική κλίμακα κι αυτό κάνει την ζωή τους πολύ δύσκολη και την επιβίωση αληθινά επίπονη. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να αντιληφθούν πολύ απλά πράγματα, να ακολουθήσουν απλά βήματα, όπως τον τρόπο να βρουν μια εργασία [έστω «δουλειά» όπως τους αρέσει να την αποκαλούν] σπάνια καταφέρνουν να ακολουθήσουν ένα πρόγραμμα αυτοβελτίωσης μέχρι τέλους και να εφαρμόσουν κάτι από αυτά που έμαθαν.

Οι εξαρτήσεις, οιουδήποτε είδους, τοποθετούν τον άνθρωπο σε μια κατάσταση μεγάλης ανελευθερίας, χωρίς απαραιτήτως να αντιλαμβάνεται ή να παραδέχεται ό,τι έχει πέσει στο μαγγανοπήγαδο και απλά το ό,τι μπορεί ν’ αναπνέει ελεύθερα, ή να γυρνάει δεξιά αριστερά, έχει την ψευδαίσθηση πως είναι κι ελεύθερος. Όπως ένας ασθενής αθλητής μπορεί να τρέξει, να συγχρωτίζεται με αθλητές, να πηγαίνει στα τερέν, βιώνοντας την ψευδαίσθηση πως είναι αθλητής, αλλά είναι αδύνατον να λάβει μέρος σε αγώνες, ακόμη και συνοικιακούς. Αυτές οι καταστάσεις εξάρτησης και σκλαβιάς είναι ταυτόχρονα και συνειδητές κι αντιδραστικές. Ο άνθρωπος βολεύεται ή αρέσκεται να πιστεύει -όμως χωρίς ίχνος γνώσης, σιγουριάς ή βεβαιότητας- πολύ σπουδαία πράγματα για τον εαυτό του ή μπαίνει πανεύκολα στον τόσο αγαπημένο ρόλο του θύματος, όπου φταίει ολόκληρο το σύμπαν, αλλά ποτέ αυτός.

Η έλλειψη ανάληψης ευθύνης είναι ισότιμο της μειωμένης αντιληπτικής ικανότητας.

Βολεύεται να πιστεύει πως είναι θύμα και δεν μπορεί να κάνει τίποτε, ενώ μπορεί να κάνει θαυμαστά επιτεύγματα, αν δεν είναι λοβοτομημένος. Η φιλοσοφία ανά τους αιώνες το έχει επεξεργαστεί αυτό το θέμα εκτενέστατα, η ανεξαρτησία και η ανάληψη ευθύνης είναι ο προθάλαμος της ελευθερίας. Η Ανάληψη Ευθύνης είναι το βασικό εργαλείο για μια ολοκληρωμένη χαρακτηροδομή, ικανότατη για διανοητική λειτουργία και ανώτατες ικανότητες, αυτές που οι εξαρτημένοι με δέος τις αποκαλούν «πνευματικές» ή με φόβο και δέος «μαγικές».

Αυτό το οποίο συμβαίνει στους περισσότερους εξαρτημένους ανθρώπους –η βασική αιτία που δεινοπαθούμε και οι υπόλοιποι- είναι το γεγονός ότι η συναισθηματική τους ηλικία δεν συμβαδίζει με την βιολογική. Ενώ το υλικό σώμα συνεχίζει να μεγαλώνει και θα περίμενε κανείς ταυτόχρονα να μεγαλώνει και το νοητικό, δεν συμβαίνει αυτό, η συναισθηματική και η νοητική τους κατάσταση παραμένει στάσιμη, κολλημένη σε κάποια μικρότερη ηλικία, συνήθως στην ηλικία που ένοιωθαν «ασφαλείς» κι εξαρτημένοι από τους γονείς τους. Μπορεί κι ακόμη πιο παλιά, έχει βρεθεί πως πολλοί άνθρωποι είναι στάσιμοι στην «ασφάλεια» της μήτρας, νοητικά και συναισθηματικά, με αποτέλεσμα να είναι ανίκανοι για οποιαδήποτε ανάληψη ευθύνης στον παρόντα χρόνο, πόσο μάλλον οποιασδήποτε μορφής ανεξαρτησίας κι αντίληψης.

Παρατηρούμε ενήλικες που στην ερωτική τους συμπεριφορά, θυμίζουν εφήβους. Ενθουσιάζονται και «νομίζουν πως ερωτεύονται» με την επιπολαιότητα και την αφροσύνη της εφηβείας. Απογοητεύονται και απογοητεύουν, ζώντας δράματα με τον ίδιο τρόπο. Άλλοι είναι νοητικά και συναισθηματικά ακόμη λιγότερο ανεπτυγμένοι. Δεν μπορούν να νοιώσουν ούτε καν τους εφηβικούς έρωτες διότι βρίσκονται στην ηλικία των δέκα ετών. Περιορίζονται έτσι στην ελευθεριότητα του σεξ και στην απόλυτη εξάρτηση. Δεν καταλαβαίνουν τι εστί σχέση, γιατί συναισθηματικά και νοητικά είναι παιδάκια, αλλά ενώ έχουν ικανότητα σεξουαλικής επαφής γιατί το σώμα τους έχει ενηλικιωθεί, ο νους τους είναι μη ανεπτυγμένος και λειτουργούν αντιδραστικά με ορμέφυτο.

Επίσης στην κοινωνική κι εργασιακή συμπεριφορά τους συμβαίνουν τα ανάλογα. Προσπαθούν να τραβήξουν την προσοχή του περιβάλλοντός τους με παιδιαρίσματα, όπως οι έφηβοι. Είναι έτοιμοι να παρεξηγηθούν και να προσβληθούν με το παραμικρό και μάλιστα όσο πιο ανόητος ο λόγος, τόσο πιο εύκολα θίγονται. Με τον ίδιο τρόπο που διαφέρει η σωματική από την συναισθηματική ηλικία, έτσι και οι διάφοροι παράμετροι της νοητικής ηλικίας μπορεί να αναπτυχθούν με διαφορετικές ταχύτητες. Φανταστείτε έναν άνθρωπο τριάντα ετών, με αυτοπεποίθηση δέκα ετών, σεξουαλικότητα δεκαέξι ετών και συμπόνια ενός έτους, ένα μωρό δεν έχει συνειδητή επίγνωση του πόνου που προξενεί στους άλλους. Κάλλιστα μπορεί να διαπράξει ένα έγκλημα τιμής σε περίπτωση μοιχείας, χωρίς ίχνος τύψης πως έκανε κάτι κακό. Αν διαθέτει κουτοπονηριά έχουμε έναν ψυχρό εγκληματία. Αν δεν διαθέτει, τότε έχουμε τον λεγόμενο εγκληματία «εν βρασμό ψυχής».

Στην ίδια τραγική κι άρρωστη κατάσταση βρίσκονται κάμποσοι θρησκευτικοί και πολιτικοί ηγέτες, καλλιτέχνες, ηγέτες ομάδων σε διάφορα «πρότυπα του συρμού», που παρουσιάζουν εμφανή σημεία υπανάπτυξης και μη ευθυγράμμισης των πλευρών του νοητικού και συναισθηματικού τους επιπέδου, μάλιστα σε αυτήν την ανισορροπία οφείλεται και η ευρεία αποδοχή που απολαμβάνουν κατά το γνωστόν «όμοιος όμοιο αεί πελάζει»

Ο συνηθισμένος εξαρτημένος άνθρωπος δεν αναπτύσσει ισορροπημένα όλες του τις πλευρές, σωματικές, νοητικές και συναισθηματικές. Κάποιες μένουν πίσω. Ενώ αρχικά αυτό δεν αποτελεί σοβαρό πρόβλημα, σιγά σιγά καθώς κάποιες, συνήθως κι εύλογα οι σωματικές, συνεχίζουν την ωρίμανσή τους, οι νοητικές- συναισθηματικές, εγκλωβίζονται σε μια προγενέστερη ηλικία, καλύπτονται συνήθως από ψέματα προς τον εαυτό και μέσα από τον αντιδραστικό νου, πλέον επιδίδονται σε έναν εξαντλητικό εσωτερικό «εμφύλιο ανταρτοπόλεμο».

Είναι κάποια «κομμάτια» τα οποία αποσπώνται από το κύριο σώμα του ανθρώπου και υπό μορφή δηλητηριώδους βάρους εμποδίζουν την πορεία του, γιατί τα σέρνει πίσω του. Δεν μπορεί να τα πετάξει, γιατί είναι δικά του. Δεν μπορεί ούτε να τα ενσωματώσει, διότι είναι υπανάπτυκτα και δεν ταιριάζουν. Αν έχει μείνει πίσω η νοημοσύνη του και τα συναισθήματα του, τι να κάνει; Να πετάξει και το λίγο που έχει; Όχι δεν μπορεί να το κάνει. Η μόνη λύση είναι να αποκτήσει επίγνωση του προβλήματος του, να δει τις δυσαρμονίες του, μετά να αυξήσει ότι χρειάζεται και να τις εξισορροπήσει. Υπάρχουν πολύ εύκολα βήματα για να πετύχει κάποιος αυτή την μετατροπή κατάστασης, ολόκληρο το βιβλίο αυτά τα βήματα σου δείχνει, γιατί δεν υπάρχει επιβίωση χωρίς ισορροπίες.

Ας πάρουμε το υποθετικό παράδειγμα ενός παιδιού που είναι εξαρτημένο από την μητέρα του. Αυτό για το παιδί και για όσο παραμένει παιδί, δεν αποτελεί πρόβλημα, είναι η φυσική του κατάσταση. Αναμένουμε βέβαια με την πάροδο του χρόνου να χειραφετηθεί, να αναλάβει την ευθύνη της ζωής του και να γίνει ανεξάρτητο, αυτό που λέμε «να πάρει την ζωή στα χέρια του». Αν όμως κάτι τέτοιο δεν συμβεί, ίσως γιατί η ίδια η μητέρα το εμποδίζει, γιατί έχει κι αυτή το ίδιο πρόβλημα, φοβούμενη ότι κάποτε θα μείνει μόνη, χωρίς κάποιον να τον ελέγχει και χωρίς λόγο ύπαρξης, το παιδί γίνεται σωματικά μόνον ενήλικας, αλλά εσωτερικά παραμένει παιδί ως προς την εξάρτηση από έναν άλλον άνθρωπο. Μετά ο άνθρωπος αυτός παντρεύεται, χωρίς να έχει πραγματικά μεγαλώσει συναισθηματικά και νοητικά για να αναλάβει την ζωή του και τις ευθύνες του, έχει ανασφάλειες και ευθυνοφοβίες.

Το αποτέλεσμα είναι να «προσκαλέσει» ο ίδιος με αντιδραστικό τρόπο την μητέρα του, να αναλάβει την διεύθυνση, ευθύνη του σπιτιού του, την οποία δεν μπορεί να έχει ο ίδιος, γιατί ουσιαστικά είναι ακόμα ένα εξαρτημένο παιδί. Η γυναίκα αυτού του ανθρώπου δεν έχει παντρευτεί μόνο τον άνδρα της, αλλά και την πεθερά της, με τα γνωστά σε όλους προβλήματα. Ας σκεφτούμε τώρα και την γυναίκα αυτού του ενήλικα-παιδιού να έχει το ίδιο πρόβλημα με την δική της μητέρα ή πατέρα και αυτόματα έχουμε, μια κατάσταση παραφροσύνης, έτοιμη για το αστυνομικό δελτίο.

Εδώ έρχεται και το ψέμα προς τον εαυτό, με τις κάθε πιθανές κι απίθανες δικαιολογίες που το συντηρούν, το ενδυναμώνουν και το διαιωνίζουν. Ο άνθρωπος του παραδείγματός μας δεν έχει ιδέα από όλα αυτά. Απλώς τα βαφτίζει όπως του έχουν μάθει «αγάπη και σεβασμό προς την μητέρα του», ενώ φυσικά μόνο αγάπη δεν είναι η νοσηρή εξάρτηση. Έτσι δημιουργείται μια εμπλοκή και δυσλειτουργία, που μέσω της αυτοεξαπάτησης, κρύβεται «κάτω από το χαλί» και δηλητηριάζει συνεχώς την οικογενειακή, εργασιακή και κοινωνική του ζωή. Όλη του η αντίληψη περιορίζεται στο πώς να ικανοποιήσει την αντιδραστική του εξάρτηση, είναι ανίκανος για αντίληψη φιλοεπιβιωτικών ή ανώτερων ιδεών.

Η σύζυγός από την άλλη με το ανάλογο πρόβλημα έχει «προσκαλέσει» και την δική της μητέρα. Κατόπιν οι δύο πεθερές στήνουν έναν πόλεμο, για το ποια θα καταφέρει να επικρατήσει και να μετατρέψει σε αποικία της το ξένο σπίτι. Σταδιακά θα «προσκληθούν», συνήθως μέσω των εθίμων, συγγενείς, γείτονες, φίλοι, κουμπάροι και το σπιτικό αυτό θα μετατραπεί σε «ξέφραγο αμπέλι», όπως ακριβώς είναι οι οικογένειες των περισσότερων ανθρώπων. Ο μηχανισμός λοιπόν είναι απλός. Κάποιες ιδιότητες μέσα στον άνθρωπο (σωματικές, νοητικές, συναισθηματικές) έχουν μείνει πίσω, δεν προχωρούν όλες μαζί ταυτόχρονα, συνήθως η νοητική και η συναισθηματική δεν ακολουθεί την σωματική. Κρύβονται στον αντιδραστικό νου, με τις δικαιολογίες που προσφέρει απλόχερα στον εαυτό του και από εκεί αθέατες δηλητηριάζουν την ζωή του. Γίνεται τότε υποχείριο καταστάσεων και ανθρώπων, χωρίς να έχει ιδέα για το τι του συμβαίνει στην πραγματικότητα.

Η εργασία που έχει να κάνει είναι να ανακαλύψει ποιες πλευρές του εαυτού «κόλλησαν» σε προηγούμενες ηλικίες και σε ποιες ηλικίες συγκεκριμένα. Αφού βέβαια βρει το θάρρος να τις αντικρίσει κατά πρόσωπο και κατόπιν να εργαστεί για να τις αναπτύξει τόσο όσο είναι απαραίτητο, έτσι ώστε όλα τα κομμάτια του, να είναι της ίδιας ηλικίας, προκειμένου να ξαναενωθούν με το κύριο σώμα της ταυτότητας αρμονικά, για να μην υπάρχουν παραφωνίες. Τα κίνητρα λοιπόν των πράξεων ενός ανθρώπου δεν είναι πάντοτε τόσο ξεκάθαρα όσο θα θέλαμε ή μας αρέσει να νομίζουμε. Είναι δυνατόν ένας τέτοιος άνθρωπος, ο οποίος σύρεται από τέτοιους εσωτερικούς «σκοτεινούς δαίμονες» και αυτοματοποιημένους αντιδραστικούς μηχανισμούς, να μπορεί ν’ Αντιληφθεί ή να έρθει σε επαφή με τον ανώτερο πυρήνα της συνείδησής του; Απαιτείται ένας ορισμένος βαθμός Ανεξαρτησίας, ο οποίος εξαρτάται από την ισορροπημένη ανάπτυξη και ωρίμανση όλων των ιδιοτήτων που χαρακτηρίζουν έναν άνθρωπο.

Ένας ενήλικας – για να αποκαλείται ενήλικας- οφείλει να έχει το θάρρος της γνώμης του, ν’ αναλαμβάνει την Ευθύνη, ν’ αποφασίζει και ν’ αναλαμβάνει την ευθύνη των αποφάσεων αυτών, να μην υποκύπτει σε συναισθηματικούς εκβιασμούς κι επίσης να μην είναι, αντιδραστικός κι οξύθυμος όπως ένας έφηβος.

Ανεξαρτησία σημαίνει Μη Εξάρτηση και Μη Εξάρτηση σημαίνει Επίγνωση κι ενηλικίωση που δεν σημαίνει σοβαροφάνεια, κατήφεια, υπεκφυγές κι ενοχές.

Συνεπώς, οπλισμένος με την αυτοπαρατήρηση και με πολλή ειλικρίνεια απέναντι στον ίδιο σου τον εαυτό, δεν έχεις παρά να «αυτό – ανακαλυφθείς», ώστε να διαπιστώσεις τι και σε ποιο βαθμό έχει μείνει πίσω, μέσα σου. Μετά με πειθαρχία εργάζεσαι προς την κατεύθυνση να το αναπτύξεις και να το ισορροπήσεις. Δεν είναι κάτι το εύκολο και για να είμαστε ειλικρινείς, χρειάζεται εκτός από καλή διάθεση, στόχευση, θέληση, πειθαρχία και χρόνος.

Η εργασία αυτή, δεν είναι και ουδέποτε ήταν, κτήμα ούτε των θρησκειών, ούτε των σχολών εσωτερισμού. Τα πράγματα έχουν οριστικά αλλάξει. Όποιος θέλει να πραγματοποιήσει την εξέλιξη του εαυτού του, δεν χρειάζεται να γίνει μέλος διάφορων σχολών, αμφιβόλου ποιότητας και μάλιστα μερικές είναι κι επικίνδυνες, με δόλιους σκοπούς. Υπάρχουν βιβλία και σεμινάρια για να μάθει. Ίσως να μην χρειάζεται να πάει πουθενά. Σε τελική ανάλυση όλα υπάρχουν μέσα μας. Όποιος κατορθώσει να βρει την δύναμη του, βρίσκει και το μονοπάτι που θα διαβεί. Το μονοπάτι όμως ενδέχεται να μην είναι συμμετοχή σε κάποια σχολή εσωτερισμού μάλιστα ίσως είναι -και τις περισσότερες φορές είναι- το ακριβώς αντίθετο.

Κάθε άνθρωπος είναι «σχολή» για τον εαυτό του

Αυτό το άρθρο πιθανόν να είναι «σχολή» για σένα, όπως και για εμένα ήταν «σχολή» δεκάδες γνώμες ακόμη και ανθρώπων που δεν συμφωνώ μαζί τους. Οι επιλογές ενός αποφασισμένου ανθρώπου μπορεί να ξεφεύγουν από τα κοινώς παραδεκτά, μπορεί όμως και όχι, είναι ζήτημα αυστηρώς προσωπικό. Όλα αυτά δεν συμπεριλαμβάνουν κάποια «υψηλή» μεταφυσική, γι’ αστρικά επίπεδα, ανώτερα σώματα κι εξωκοσμικές θεωρήσεις, αλλά άραγε χρειάζονται αυτά τα εκκεντρικά και δυσνόητα στον εξαρτημένο από την μητέρα του άνθρωπο του παραδείγματός μας; Αυτός έχει να παλέψει για την ζωή του. Όταν τακτοποιήσει το ζήτημα αυτό, ίσως χρειαστεί κάτι περισσότερο. Τότε όμως δεν θα είναι ένα εξαρτημένο παιδάκι, αλλά ένας άνθρωπος με ανεξάρτητη και ισχυρή ταυτότητα, με αυξημένη αντίληψη, ικανός να αναλαμβάνει ευθύνη του τι θα επιλέξει στην ζωή του.

Εγωκεντρισμός ίσον διαίρεση, ανασφάλεια, ανισορροπία

Κάτι άλλο τώρα, που συνήθως στεναχωρεί και γίνεται δυσνόητο, όταν το αναφέρω. Η ανάπτυξη και η ολοκλήρωση της ταυτότητας ενός ανθρώπου ισοδυναμεί με την ελάττωση του εγωκεντρισμού, δηλαδή με την εξαφάνιση από τον ρόλο πρωταγωνιστή του ΕΓΩ. Αυτό είναι νομοτελειακό αξίωμα, τελεία και παύλα.

Ένα βρέφος νοιάζεται μονάχα για το εγώ του. Ένα παιδί αρχίζει και επεκτείνει την προσοχή του και στους πιο κοντινούς του ανθρώπους κι αντικείμενα. Ένας ενήλικας κάνει οικογένεια, συμμετέχει στην κοινωνία και ο κύκλος της προσοχής του έχει μεγαλώσει. Δηλαδή σταδιακά δείχνει να έχει μειωθεί ο εγωκεντρισμός του. Όποιος ενδιαφέρεται μόνο για τον εαυτό του, στο θέμα αυτό δεν είναι παρά ένα μωρό. Αυτό το κομμάτι του εαυτού του έχει μείνει στην ηλικία του ενός έτους. Αν ενδιαφέρεται μόνο για το πολύ στενό του περιβάλλον, είναι ένα παιδί. Αν ενδιαφερθεί για έναν ευρύ κύκλο ανθρώπων αρχίζει και πλησιάζει την νοητική- συναισθηματική του ενηλικίωση. Αν ενδιαφέρεται για την ανθρωπότητα αλλά και την ζωή στην ολότητα της, είναι ένας ενήλικας με ισορροπημένο λογικό. Αυτό το καταφέρνουν ελάχιστοι, γιατί χρειάζεται απεγκλωβισμός από το εγώ, τις σκέψεις και τα συναισθήματα που το συντηρούν κι εγκλωβίζουν ένα δυνητικά απεριορίστων δυνατοτήτων ον, στις αλυσίδες της εξάρτησης μιας υλικής φυλακής.

Ας το δούμε κι από άλλη πλευρά. Υπάρχουν άνθρωποι που «ενδιαφέρονται» μόνο για ότι υπάρχει στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού τους. Άλλοι «ενδιαφέρονται» και για την γειτονιά τους, για την συνοικία στην οποία κατοικούν, ή για την πόλη τους (αυτό συμβαίνει συχνά στους οπαδούς των εκκλησιών, πολιτικών ή ποδοσφαιρικών ομάδων). Άλλοι ενδιαφέρονται για την πατρίδα τους και άλλοι για τον κόσμο όλο. Παρατηρούμε μια σταδιακή διεύρυνση του ενδιαφέροντος, της προσοχής και της συνείδησης, που όμως όλες τους είναι εκδηλώσεις του εγώ. Ο ατομισμός, ο τοπικισμός, ο πατριωτισμός και η παγκοσμιότητα είναι εξολοκλήρου εγωκεντρικές, παρ ότι φαινομενικά συμπεριλαμβάνει πολλούς ανθρώπους. Η διαίρεση, μικρότερη ή μεγαλύτερη είναι διαίρεση.

Ο πολιτικός ή ο θρησκευτικός ηγέτης που αναλαμβάνει φαινομενικά, να λύσει και να διευθετήσει τα προβλήματα πολλών ανθρώπων, στην πραγματικότητα το κάνει για να προβάλλει και να κανακέψει το εγώ του. Αυτό το εγώ είναι που αναζητά την επιβράβευση, το χειροκρότημα, την ανάγκη να ηγείται των πολλών και φυσικά να έχει δίκιο. Η ανώτερη μορφή συνειδητότητας, που ζει έχοντας ελέγξει το εγώ, χωρίς φυσικά να απορρίπτει τα κατώτερα δημιουργήματα, τα περιλαμβάνει και τα ενσωματώνει, ενώ ταυτόχρονα τα υπερβαίνει δημιουργικά, χωρίς εξάρσεις, δογματισμούς, χειροκροτήματα και αναγνωρίσεις.

Στην αρχαία Ελλάδα η μέση συνείδηση ήταν κυρίως τοπικιστική. Γι' αυτό είχαμε εμφύλιους πολέμους. Ορισμένοι είχαν επεκτείνει την συνείδησή τους σε όλη την ανθρωπότητα, αλλά όταν μια πόλη ετοίμαζε στρατό για να εισβάλει στην γειτονική, αυτοί οι ορισμένοι ήταν μάλλον στο περιθώριο. Ενίοτε τους εξόριζαν ή τους δηλητηρίαζαν κιόλας. Τώρα η επικρατούσα συνείδηση είναι εθνική, δηλαδή πατριωτική. Γι' αυτό έχουν σταματήσει πλέον οι εμφύλιες διαμάχες. Υπάρχει όμως η εχθρότητα με τους γειτονικούς λαούς. Η συνειδητότητα δεν έχει επεκταθεί πέρα από τα γεωγραφικά σύνορα. Όταν ο εγωκεντρισμός μειωθεί ακόμα περισσότερο η κοινωνική συνείδηση, ίσως γίνει παγκόσμια και κάθε σύνορο πιθανόν να καταργηθεί. Αυτή είναι μια καλή μορφή συνείδησης από κοινωνικής και πολιτικής πλευράς. Αλλά δεν είναι η ανώτερη και σίγουρα δεν είναι πνευματική συνειδητότητα, απλά είναι μια καλή αρχή.

Η ανεξαρτησία μιας προσωπικότητας, είναι μια διαδικασία πολυδιάστατη. Αφορά κι επηρεάζει όλους τους τομείς της δραστηριότητας ενός ανθρώπου. Αφορά τα συναισθήματα, την ιδεολογία, την συμπεριφορά στην οικογένεια και στην εργασία, τις κοινωνικές και τις επαγγελματικές σχέσεις και ότι άλλο μπορούμε να φανταστούμε. Υπάρχει η θρησκεία της φοβίας για τον διάβολο και το 666, η θρησκεία του μισογυνισμού και της υποβόσκουσας σεξουαλικής διαστροφής, η θρησκεία του δόγματος, του Βυζαντίου, του μίσους για τους Τούρκους, της αγάπης για τα όπλα (τα οποία τα ευλογούν οι άνθρωποι της αγάπης, για να μπορούν να σκοτώνουν καλύτερα), της θεολογικής υποταγής, της πίστης κλπ. Από την μία υπάρχει η θρησκεία που σε μετατρέπει σε ψυχοπαθή κι από την άλλη η Ανεξαρτησία σε μετατρέπει σ’ ελεύθερο άνθρωπο.

Προκύπτει το εύλογο ερώτημα «Ποια είναι η συγκεκριμένη μέθοδος για να πραγματοποιηθεί μια τέτοια μεταμόρφωση;» Με δεδομένο πως οι περισσότεροι άνθρωποι βρίσκονται σε κατάσταση ανισορροπίας και μη έχοντας ολοκληρωμένη ταυτότητα, θέλουν μια συγκεκριμένη μέθοδο, εδώ και τώρα και μάλιστα βήμα – βήμα. Όντας σε παιδική – στην καλύτερη των περιπτώσεων- νοητική ηλικία χρειάζονται μια μαμά να τους φροντίσει. Δεν θα το κάνω, δεν μου αρέσει αυτός ο ρόλος και αγαπώ όλα τα παιδιά, αλλά στην σωστή σωματική διάπλαση, γνωρίζοντας πως δεν μπορούν να διαβάσουν ένα τέτοιο βιβλίο.

Μπορείτε να βρείτε άφθονες τεχνικές, σεμινάρια και βιβλία, πιο κάτω θα σας δώσω μια που δουλεύει για πολλούς ανθρώπους, αν δεν σας βολέψει βρείτε μια δική σας. Ο καθένας μπορεί να ψάξει και να βρει αυτό που του ταιριάζει. Δεν έχει νόημα να ψάχνουμε για το τέλειο σύστημα ή για την απόλυτη αλήθεια, τίποτε απ’ τα δύο δεν υπάρχει και είναι τουλάχιστον ανοησία να ψάχνουμε το ανύπαρκτο, αντί να επιδιώκουμε αυτό που λειτουργεί, που παράγει το επιθυμητό αποτέλεσμα και είναι χρήσιμο για όσο χρόνο λειτουργεί. Όταν δεν μας κάνει την δεδομένη χρονική στιγμή, απλά το αλλάζουμε. Το μέτρο της αλήθειας είναι η αποτελεσματικότητα για ένα συγκεκριμένο σκοπό και για κάθε άνθρωπο τα πράγματα διαφέρουν, ανάλογα με τους σκοπούς του.

Ανεξαρτητοποίηση σημαίνει διαφοροποίηση από την μάζα, από τα έθιμα, τις παραδόσεις και την κοινή γνώμη. Διαφοροποίηση δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση σύγκρουση, αλλά έλεγχος του τι κάνεις και γιατί το κάνεις. Έλεγχος σημαίνει Ανάληψη Ευθύνης.

Ο άνθρωπος γίνεται κύριος του εαυτού και της συνείδησής του, όταν είναι σε θέση να επιλέξει την μέθοδο που του ταιριάζει στον συγκεκριμένο χρόνο και χώρο. Ακόμα μπορεί κάποιος να δημιουργήσει την δική του προσωπική μέθοδο. Αυτό είναι κάτι το τελείως εξειδικευμένο και σε πολλές περιπτώσεις άκρως αποτελεσματικό για τον ίδιο, αν και είναι άχρηστο για όλους τους άλλους. Εδώ σου παρουσιάζω κάποιες τεχνικές που ταιριάζουν σε εμένα και σε πολλούς φίλους, άλλωστε αυτός ήταν εξ αρχής ο λόγος ύπαρξης αυτού του βιβλίου.

Ότι κι αν επιλέξεις ν’ ακολουθήσεις, το σημαντικό είναι αυτές οι πρακτικές να σε ενθουσιάζουν, να σε κάνουν χαρούμενο και να σου προσφέρουν Βαθμούς Ανεξαρτησίας. Μόνον ο Ανεξάρτητος άνθρωπος έχει την ικανότητα ν’ Αντιλαμβάνεται. Αντίληψη κι Ανεξαρτησία είναι έννοιες αλληλένδετες και αλληλοεπηρεαζόμενες, δεν υπάρχει η μία χωρίς την άλλη. Η Αντίληψη ενός ανθρώπου είναι τόση όση και η Ανεξαρτησία του και τούμπαλιν.

Εξαρτημένοι άνθρωποι είναι αδύνατον να καταλάβουν -Αντιληφθούν- τα λεγόμενα ή τις πράξεις ενός Ανεξάρτητου ανθρώπου με αποτέλεσμα τις γνωστές διαφωνίες και αντιδράσεις ενός ανώριμου έφηβου σ’ ένα γερασμένο σώμα. Αυτός που είναι Ανεξάρτητος κι έχει Αντίληψη λέμε ότι είναι Άψογος. Το να είσαι Άψογος σημαίνει πως κάνεις σωστή χρήση της Ενέργειάς σου. Δεν είναι θέμα ηθικής αλλά θέμα καθημερινής στρατηγικής. Απαιτεί λιτότητα, περίσκεψη, απλότητα, αθωότητα, καλοπροαίρεση και πάνω από όλα, ανυπαρξία εγωπάθειας. Έλλειψη εγωπάθειας κι έλεγχος του ΕΓΩ, είναι το κύριο χαρακτηριστικό του ανθρώπου που θέλει να βαδίσει στο μονοπάτι της Ανεξαρτησίας για να μπορέσει όταν αναμετρηθεί με τον Δημιουργό και τα τσιράκια του, να πετύχει την Ελευθερία του. Πρέπει ο Σκοπός του να είναι η Ελευθερία του, για να κινηθεί στο μονοπάτι της Ανεξαρτησίας. Αλλά ακόμη κι αν δεν έχει Σκοπό την Ελευθερία του έστω και κάποιοι μικροί Βαθμοί Ανεξαρτησίας, του παρέχουν ένα καλό επίπεδο επιβίωσης, αφθονίας και σθένους.

Μην ξεχνάς ότι σπανίως ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται όπως βλέπει, συνήθως βλέπει όπως αντιλαμβάνεται, όμως αυτό μπορείς να το ανατρέψεις. Το πως αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο γύρω μας, αντανακλά το τι είμαστε και τι μας νοιάζει περισσότερο, όπως λέει και μια παλιά παροιμία, “όταν ένας κλέφτης κοιτάζει έναν σοφό, βλέπει μόνο τις τσέπες του”. Αν σε ενδιαφέρει η σοφία κι όχι η τσέπη του σοφού και για να μπορέσεις να αντιληφθείς την σοφία είναι απαραίτητοι κάποιοι βαθμοί ανεξαρτησίας.
Επαναστάτησε ενάντια στην βλακεία σου.

Μπορείς να επαναστατήσεις, να διαδηλώσεις και να επιτεθείς ΜΟΝΑΧΑ ενάντια στην δική σου βλακεία. Η βλακεία σου είναι που συντηρεί την κοινωνία σου όπως δεν σου αρέσει. Η βλακεία σου είναι που κάνει ζημιά και σου απαγορεύει να έχεις δικαιώματα κι ανεξαρτησία. (Για Ελευθερία δε, ούτε λόγος). Επαναστάτησε ενάντια στην βλακεία σου.

Μόνο που αυτό είναι καθαρά ΜΟΝΑΧΙΚΗ δουλειά.

Απαγορεύονται οι συλλογικότητες, οι παραγκούλες, οι ομαδούλες και κάθε είδους μάζωξη, πέρα από εσένα και τον εαυτό σου.

Αλλά πως να επαναστατήσεις ενάντια στον εαυτό σου, όταν δεν τον αντέχεις, όταν δεν τον γνωρίζεις καν;

Ανεξαρτησία είναι η Δύναμη του ΝΟΥ.

Είναι να έχεις επίγνωση της επίγνωσης του πως να απαλλάσσεις τη ζωή σου από τις οδύνες, τους θρήνους, τα «Αχ, εγώ» τα «Πόσο δυστυχισμένος είμαι», από τις συμφορές και τις αναποδιές και να κατανοήσεις τι είναι η ζωντανή ζωή, ο θάνατος – σύμμαχος, η εξορία και η φυλάκιση κι αν βρεθείς στην φυλακή, με υψηλό βαθμό αντιμετώπισης να μπορείς να να πεις «Αγαπητέ, ας γίνει …» κι όχι «Εγώ είμαι ένας γέρος και φτωχός άνθρωπος λυπηθείτε με». Είσαι συνδεδεμένος με την Δύναμη, όταν διαθέτεις Αρμονία, Πλούτο, Ευδαιμονία, Σθένος κι όχι ταπεινότητα, υποτέλεια και δουλικότητα.

Δύναμη συσσωρεύεις ΜΟΝΟ με βαθμούς Ανεξαρτησίας. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος.
----------------------
Λεξησαφήνιση

Ανεξαρτησία η [aneksartisía]: η κατάσταση ή η ιδιότητα του ανεξάρτητου, η έλλειψη εξάρτησης ή, γενικότερα, οποιασδήποτε δέσμευσης· (πρβ. ελευθερία): Εθνική / κοινωνική / πολιτική / οικονομική / ιδεολογική ~. Ο αγώνας για την ~ του έθνους / του παλαιστινιακού λαού. ~ σκέψης / γνώμης. Θέλει την ~ του, γι’ αυτό και δεν παντρεύεται. Αντ. Εξάρτηση.

Εξάρτηση η [eksártisi]: η σχέση που υπάρχει, όταν κάποιος ή κτ. εξαρτάται από κπ. ή κτ. άλλο. 1. η στενή (συχνά αιτιακή) σχέση που υπάρχει ή θεωρείται ότι υπάρχει μεταξύ δύο φαινομένων κτλ.: H ~ του ανθρώπου από το περιβάλλον / της βιομηχανίας από τις πρώτες ύλες / της οικονομικής ανάπτυξης από την εργασία και το κεφάλαιο. ~ του αιτιατού από το αίτιο / του συναισθήματος από την ένταση της εντύπωσης. 2α. η σχέση κατά την οποία κάποιος ή κτ. βρίσκεται στη δικαιοδοσία κάποιου άλλου: Kαθεστώς εξάρτησης. Οικονομική / πολιτική ~ μιας χώρας από μία άλλη. Πνευματική / ψυχική / οικονομική ~ ενός ανθρώπου από κάποιον άλλο. H γονική ~ του ανήλικου παιδιού. β. (γραμμ.): H ~ του αντικειμένου από το ρήμα / μιας λέξης από μια άλλη. γ. εθισμός: H ~ από τα ναρκωτικά. δ. (ψυχ.) δημιουργία μιας νέας συμπεριφοράς σε έναν οργανισμό διά μέσου της δημιουργίας προσωρινών σχέσεων μεταξύ των ερεθισμάτων του περιβάλλοντος και των αντιδράσεων του οργανισμού.

Αντίληψη η [andílipsi]: 1α.(ψυχ.) σύνθετη λειτουργία με την οποία ο άνθρωπος αποκτά γνώση της πραγματικότητας είτε άμεσα με τις αισθήσεις είτε έμμεσα με παρέμβαση του λογικού: Έλεγχος / όρια της αντίληψης. β. η δυνατότητα του ανθρώπου να καταλαβαίνει: H ~ του χώρου / του χρόνου. Οξεία / περιορισμένη / ταχεία ~. ΦΡ πέφτει / υποπίπτει κτ. στην αντίληψή μου, το αντιλαμβάνομαι. γ. γνώση ενός αντικειμένου: Πήγε επί τόπου για να αποκτήσει άμεση ~ της κατάστασης. 2α. η γνώμη ή η άποψη που έχει κάποιος για κτ.: Εξιστορεί τα γεγονότα αποφεύγοντας να εκφράσει τις προσωπικές του αντιλήψεις. Έχω την ~ ότι / πως, νομίζω ότι. β. (πληθ.) ιδεολογική άποψη: Οι αντιλήψεις κάποιου. Kοινωνικές / πολιτικές / θρησκευτικές αντιλήψεις. Ριζοσπαστικές / συντηρητικές / επαναστατικές αντιλήψεις. Αντιλήψεις για την τέχνη / το γάμο / την κοινωνική εξέλιξη. Σύγχρονες / οπισθοδρομικές / περίεργες αντιλήψεις. 3. (νομ.) βοήθεια, προστασία: Κοινωνική ~. Δημόσια ~, βοήθεια που παρέχεται από το κράτος ή από φιλανθρωπικά ιδρύματα σε άτομα που έχουν ανάγκη. Δικαστική ~, την αναθέτει το δικαστήριο σε κπ. για να ασκεί ορισμένες δικαιοπραξίες που αφορούν άτομα με μειωμένες ικανότητες.

Συνείδηση η [siníδisi]: I1α.(ψυχ.) η άμεση αντίληψη που έχει το υποκείμενο για τις ψυχικές ενέργειές του (αντιλήψεις, σκέψεις, επιθυμίες), που εκπορεύονται από αυτό και που με την απήχησή τους επιστρέφουν σε αυτό: H ~ τροφοδοτείται από τη μνήμη. Aνακαλώ στη συνείδησή μου ένα γεγονός. Tο κατώφλι* της συνείδησης. || επίγνωση, συναίσθηση: Έχει ~ της αδυναμίας / των δυνατοτήτων / των ικανοτήτων / της δυνάμεώς του. Έχει γίνει κοινή ~ ότι πρέπει να σώσουμε τα δάση μας. β. κατάσταση στην οποία βρίσκεται ένα άτομο, όταν έχει πλήρη λειτουργία των αισθήσεων και πνευματική διαύγεια: H λιποθυμία επιφέρει απώλεια συνειδήσεως. Φάρμακα που θολώνουν τη ~.

2. (φιλοσ.) η σαφής γνώση που έχει το υποκείμενο για τον εαυτό του και για τον κόσμο που το περιβάλλει και από τον οποίο μπορεί να αντιδιαστέλλεται. II1α. η γνώση που επιτρέπει στο άτομο να διακρίνει το ηθικά καλό από το ηθικά κακό, να ελέγχει τις πράξεις του και να αναλαμβάνει την ευθύνη γι΄ αυτές· ηθική συνείδηση: Έχει καθαρή / ήσυχη / αναπαυμένη / ήρεμη τη συνείδησή του. Έχει βαριά τη συνείδησή του. Έχω ένα βάρος στη ~. Kάτι βαραίνει τη συνείδησή μου. Mε ελέγχει / με τύπτει η ~. Έχω τύψεις (συνειδήσεως). Άνθρωπος με ένοχη / πωρωμένη ~. Πώρωση συνειδήσεως. Aκολουθώ / ακούω τη φωνή της συνείδησής μου. Kάτι μου το επιτρέπει / μου το επιβάλλει η συνείδησή μου. Kρίνω κτ. κατά ~. Kρίση συνειδήσεως, έντονος προβληματισμός για την ορθότητα κάποιας πράξης. Tο χρήμα διαφθείρει τις συνει δήσεις. Εκμαυλισμός συνειδήσεων. Aφύπνιση της συνειδήσεως. Άνθρωπος / πράξη που έχει καταδικαστεί / καταξιωθεί στη ~ του κόσμου. Άνθρωπος με ελαστική ~, που κάνει παραχωρήσεις στις ηθικές αρχές του. (έκφρ.) τον έχω / το έχω στη συνείδησή μου, θεωρώ τον εαυτό μου υπεύθυνο για κτ. κακό που έχει συμβεί σε κπ. || καλή συνείδηση, εντιμότητα: Άνθρωπος με ~ / που έχει ~. Άνθρωπος χωρίς ~ / που δεν έχει ~, ασυνείδητος.

β. το συναίσθημα του καθήκοντος που εκφράζεται έμπρακτα σε κάποια επαγγελματική συνήθ. δραστηριότητα του ατόμου: Άτομα με αναπτυγμένη επαγγελματική ~ δείχνουν συνέπεια στη δουλειά τους. 2α. η συναίσθηση της προσωπικής ένταξης σε ένα χώρο ή σε ένα σύνολο και της ευθύνης που προκύπτει από αυτή: H ιστορική ~ ενός λαού. H ταξική ~ συσπειρώνει εκείνους που υπερασπίζονται κοινωνικά συμφέροντα. Kαλλιέργεια / διαμόρφωση της εθνικής / κοινωνικής συνείδησης της νεολαίας. 2β. το σύνολο των πεποιθήσεων ενός ατόμου: Aντιρρησίας συνείδησης.

Η τριμερής θεωρία της γνώσης

Ο πλατωνικός ορισμός της γνώσης

Στον διάλογο Θεαίτητος, ο Πλάτων προβαίνει σε μια αριστοτεχνική διερεύνηση της έννοιας της γνώσης. Το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει είναι ότι η γνώση αποτελεί «μετά λόγου αληθή δόξαν» (δηλαδή μια γνώμη που συνοδεύεται από μια «λογική εξήγηση» του γιατί είναι αληθής) ή, πιο απλά, «τεκμηριωμένη αληθής πεποίθηση». Αυτή η αποκαλούμενη τριμερής θεωρία της γνώσης μπορεί να εκφραστεί τυπολογικά ως εξής:

Το άτομο Σ γνωρίζει την πρόταση Π εάν και μόνο εάν:

1. Η Π αληθεύει.
2. Ο Σ πιστεύει την Π.
3. Ο Σ πιστεύει δικαιολογημένα την Π.

Σύμφωνα με αυτόν τον ορισμό, οι προτάσεις 1, 2, και 3 αποτελούν αναγκαίες και ικανές συνθήκες της γνώσης. Οι προϋποθέσεις 1 και 2 έχουν γίνει γενικά αποδεκτές χωρίς ιδιαίτερες αντιρρήσεις – δεν μπορείς να γνωρίζεις κάτι ψευδές και πρέπει να πιστεύεις αυτό που υποστηρίζεις ότι γνωρίζεις και λίγοι έχουν αμφισβητήσει την ανάγκη, για κάποιο είδος κατάλληλης τεκμηρίωσης, όπως ορίζεται στην πρόταση 3: αν πιστεύεται ότι η ομάδα Χ θα κερδίσει την ομάδα Ψ επειδή έτσι το παίξατε στο δελτίο των προγνωστικών, γενικά δεν θεωρείται ότι γνωρίζεται το αποτέλεσμα, ακόμη και αν η ομάδα Χ τύχει να κερδίσει την ομάδα Ψ. Απλά σταθήκατε τυχεροί.

Η ανατροπή του Γκέτιερ

Όπως ήταν αναμενόμενο, μεγάλη προσοχή δόθηκε στην ακριβή μορφή και το βαθμό τεκμηρίωσης που απαιτείται από την προϋπόθεση 3, αλλά το βασικό πλαίσιο της τριμερούς θεωρίας ήταν ευρέως αποδεκτό για σχεδόν 2500 χρόνια. Αλλά το 1963, ο Αμερικανός φιλόσοφος Έντουαρντ Γκέτιερ ανέτρεψε τα πάντα. Σε μια σύντομη εργασία, ο Γκέτιερ παρουσίασε ορισμένα αντιπαραδείγματα, […] στα οποία κάποιος διαμόρφωνε μια πεποίθηση που ήταν αληθής και τεκμηριωμένη – δηλαδή τηρούσε και τις τρεις προϋποθέσεις που έθετε η τριμερής θεωρία – παρ’ όλα αυτά όμως δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι γνώριζε αυτό που πίστευε ότι γνωρίζει.

Για παράδειγμα, στην Κωμωδία των Παρεξηγήσεων του Σαίξπηρ υπάρχουν δυο ζεύγη ολόιδιων διδύμων. Ο Αντίφιλος και ο Δρόμιος από τις Συρακούσες και ο Αντίφιλος και ο Δρόμιος από την Έφεσο – οι οποίοι χωρίστηκαν μετά τη γέννα στη διάρκεια ενός ναυαγίου. Ο Σαίξπηρ χρησιμοποιεί την επανένωσή τους γα να δημιουργήσει μια ευφυέστατη φαρσοκωμωδία που μπορεί να αναλυθεί με τον ίδιο τρόπο όπως τα αντιπαραδείγματα του Γκέτιερ. Όταν ο Αντίφιλος ο Συρακούσιος φτάνει στη Έφεσο, ο Άγγελος, ο ντόπιος χρυσοχόος, τον προσφωνεί «Αφέντη Αντίφιλε». Μπερδεμένος, αφού δεν είχε ξαναβρεθεί ποτέ στην Έφεσο, ο Αντίφιλος ο Συρακούσιος απαντά: «Ναι αυτό είναι το όνομά μου». Ο Άγγελος αποκρίνεται: «Το γνωρίζω καλά κύριε». Σύμφωνα με την τριμερή θεωρία, η πεποίθησή του είναι τεκμηριωμένη, ωστόσο είναι απλή σύμπτωση που ο πελάτης του έχει έναν δίδυμο αδελφό με το ίδιο όνομα.

Το πρόβλημα που αποκαλύπτουν τα παραδείγματα τύπου Γκέτιερ είναι ότι σε τέτοιες περιπτώσεις η τεκμηρίωση μιας πεποίθησης δεν συνδέεται σωστά με την αλήθεια αυτής της πεποίθησης. Επομένως, το κατά πόσο είναι αληθής, είναι λίγο πολύ θέμα τύχης. Έκτοτε, έχει καταβληθεί μεγάλη προσπάθεια να καλυφθεί το κενό που αποκάλυψε ο Γκέτιερ. Κάποιοι φιλόσοφοι αμφισβητούν κάθε προσπάθεια ορισμού της γνώσης με τους όρους ικανών και αναγκαίων συνθηκών. Συχνότερα, όμως, οι προσπάθειες να επιλυθεί το πρόβλημα Γκέτιερ περιλαμβάνουν την εύρεση μια φευγαλέας «τέταρτης προϋπόθεσης» που μπορεί να προστεθεί στο πλατωνικό μοντέλο.

Μια πρόταση για την τέταρτη προϋπόθεση που θα συμπληρώσει την τριμερή θεωρία είναι ότι η γνώση θα πρέπει να είναι αυτό που οι φιλόσοφοι αποκαλούν "ακατάλυτη". Η ιδέα είναι ότι δεν πρέπει να υπάρχει τίποτα που θα μπορούσε να γνωρίζει κάποιος, το οποίο θα ανέτρεπε τους λόγους που είχε να πιστεύει κάτι. Η απαίτηση για ακατάλυτη γνώση θέτει τον πήχη τόσο ψηλά που ελάχιστα απ' όσα θεωρούμε συνήθως ως γνώση πληρούν το κριτήριο.

Από τη δημοσίευση της εργασίας του Γκέτιερ και έπειτα, η αναζήτηση ενός «μπαλώματος» έχει εξελιχθεί σε ένα είδος φιλοσοφικού εξοπλιστικού αγώνα δρόμου. Στις απόπειρες βελτίωσης του τριμερούς ορισμού έχει αντιπαραβληθεί ένας καταιγισμός από αντιπαραδείγματα που σκοπό έχουν να δείξουν ότι συνεχίζει να υπάρχει κάποιο ψεγάδι. Προτάσεις που φαίνεται να αποφεύγουν το πρόβλημα Γκέτιερ, το επιτυγχάνουν συνήθως με υψηλό τίμημα: τον αποκλεισμό μεγάλου μέρους όσον διαισθητικά θεωρούμε γνώση.

Επιμύθιο

Τι ξέρουμε πραγματικά;

ΠΛΑΤΩΝ: Συμπόσιον (209e-212c)

Ταῦτα μὲν οὖν τὰ ἐρωτικὰ ἴσως, ὦ Σώκρατες, κἂν σὺ [210a] μυηθείης· τὰ δὲ τέλεα καὶ ἐποπτικά, ὧν ἕνεκα καὶ ταῦτα ἔστιν, ἐάν τις ὀρθῶς μετίῃ, οὐκ οἶδ᾽ εἰ οἷός τ᾽ ἂν εἴης. ἐρῶ μὲν οὖν, ἔφη, ἐγὼ καὶ προθυμίας οὐδὲν ἀπολείψω· πειρῶ δὲ ἕπεσθαι, ἂν οἷός τε ᾖς. δεῖ γάρ, ἔφη, τὸν ὀρθῶς ἰόντα ἐπὶ τοῦτο τὸ πρᾶγμα ἄρχεσθαι μὲν νέον ὄντα ἰέναι ἐπὶ τὰ καλὰ σώματα, καὶ πρῶτον μέν, ἐὰν ὀρθῶς ἡγῆται ὁ ἡγούμενος, ἑνὸς αὐτὸν σώματος ἐρᾶν καὶ ἐνταῦθα γεννᾶν λόγους καλούς, ἔπειτα δὲ αὐτὸν κατανοῆσαι ὅτι τὸ κάλλος [210b] τὸ ἐπὶ ὁτῳοῦν σώματι τῷ ἐπὶ ἑτέρῳ σώματι ἀδελφόν ἐστι, καὶ εἰ δεῖ διώκειν τὸ ἐπ᾽ εἴδει καλόν, πολλὴ ἄνοια μὴ οὐχ ἕν τε καὶ ταὐτὸν ἡγεῖσθαι τὸ ἐπὶ πᾶσιν τοῖς σώμασι κάλλος· τοῦτο δ᾽ ἐννοήσαντα καταστῆναι πάντων τῶν καλῶν σωμάτων ἐραστήν, ἑνὸς δὲ τὸ σφόδρα τοῦτο χαλάσαι καταφρονήσαντα καὶ σμικρὸν ἡγησάμενον· μετὰ δὲ ταῦτα τὸ ἐν ταῖς ψυχαῖς κάλλος τιμιώτερον ἡγήσασθαι τοῦ ἐν τῷ σώματι, ὥστε καὶ ἐὰν ἐπιεικὴς ὢν τὴν ψυχήν τις κἂν σμικρὸν ἄνθος [210c] ἔχῃ, ἐξαρκεῖν αὐτῷ καὶ ἐρᾶν καὶ κήδεσθαι καὶ τίκτειν λόγους τοιούτους καὶ ζητεῖν, οἵτινες ποιήσουσι βελτίους τοὺς νέους, ἵνα ἀναγκασθῇ αὖ θεάσασθαι τὸ ἐν τοῖς ἐπιτηδεύμασι καὶ τοῖς νόμοις καλὸν καὶ τοῦτ᾽ ἰδεῖν ὅτι πᾶν αὐτὸ αὑτῷ συγγενές ἐστιν, ἵνα τὸ περὶ τὸ σῶμα καλὸν σμικρόν τι ἡγήσηται εἶναι· μετὰ δὲ τὰ ἐπιτηδεύματα ἐπὶ τὰς ἐπιστήμας ἀγαγεῖν, ἵνα ἴδῃ αὖ ἐπιστημῶν κάλλος, καὶ βλέπων πρὸς [210d] πολὺ ἤδη τὸ καλὸν μηκέτι τὸ παρ᾽ ἑνί, ὥσπερ οἰκέτης, ἀγαπῶν παιδαρίου κάλλος ἢ ἀνθρώπου τινὸς ἢ ἐπιτηδεύματος ἑνός, δουλεύων φαῦλος ᾖ καὶ σμικρολόγος, ἀλλ᾽ ἐπὶ τὸ πολὺ πέλαγος τετραμμένος τοῦ καλοῦ καὶ θεωρῶν πολλοὺς καὶ καλοὺς λόγους καὶ μεγαλοπρεπεῖς τίκτῃ καὶ διανοήματα ἐν φιλοσοφίᾳ ἀφθόνῳ, ἕως ἂν ἐνταῦθα ῥωσθεὶς καὶ αὐξηθεὶς κατίδῃ τινὰ ἐπιστήμην μίαν τοιαύτην, ἥ ἐστι καλοῦ [210e] τοιοῦδε. πειρῶ δέ μοι, ἔφη, τὸν νοῦν προσέχειν ὡς οἷόν τε μάλιστα. ὃς γὰρ ἂν μέχρι ἐνταῦθα πρὸς τὰ ἐρωτικὰ παιδαγωγηθῇ, θεώμενος ἐφεξῆς τε καὶ ὀρθῶς τὰ καλά, πρὸς τέλος ἤδη ἰὼν τῶν ἐρωτικῶν ἐξαίφνης κατόψεταί τι θαυμαστὸν τὴν φύσιν καλόν, τοῦτο ἐκεῖνο, ὦ Σώκρατες, οὗ δὴ ἕνεκεν καὶ οἱ ἔμπροσθεν πάντες πόνοι ἦσαν, πρῶτον μὲν [211a] ἀεὶ ὂν καὶ οὔτε γιγνόμενον οὔτε ἀπολλύμενον, οὔτε αὐξανόμενον οὔτε φθίνον, ἔπειτα οὐ τῇ μὲν καλόν, τῇ δ᾽ αἰσχρόν, οὐδὲ τοτὲ μέν, τοτὲ δὲ οὔ, οὐδὲ πρὸς μὲν τὸ καλόν, πρὸς δὲ τὸ αἰσχρόν, οὐδ᾽ ἔνθα μὲν καλόν, ἔνθα δὲ αἰσχρόν, ὡς τισὶ μὲν ὂν καλόν, τισὶ δὲ αἰσχρόν· οὐδ᾽ αὖ φαντασθήσεται αὐτῷ τὸ καλὸν οἷον πρόσωπόν τι οὐδὲ χεῖρες οὐδὲ ἄλλο οὐδὲν ὧν σῶμα μετέχει, οὐδέ τις λόγος οὐδέ τις ἐπιστήμη, οὐδέ που ὂν ἐν ἑτέρῳ τινι, οἷον ἐν ζώῳ ἢ ἐν γῇ ἢ ἐν οὐρανῷ [211b] ἢ ἔν τῳ ἄλλῳ, ἀλλ᾽ αὐτὸ καθ᾽ αὑτὸ μεθ᾽ αὑτοῦ μονοειδὲς ἀεὶ ὄν, τὰ δὲ ἄλλα πάντα καλὰ ἐκείνου μετέχοντα τρόπον τινὰ τοιοῦτον, οἷον γιγνομένων τε τῶν ἄλλων καὶ ἀπολλυμένων μηδὲν ἐκεῖνο μήτε τι πλέον μήτε ἔλαττον γίγνεσθαι μηδὲ πάσχειν μηδέν. ὅταν δή τις ἀπὸ τῶνδε διὰ τὸ ὀρθῶς παιδεραστεῖν ἐπανιὼν ἐκεῖνο τὸ καλὸν ἄρχηται καθορᾶν, σχεδὸν ἄν τι ἅπτοιτο τοῦ τέλους. τοῦτο γὰρ δή ἐστι τὸ ὀρθῶς ἐπὶ [211c] τὰ ἐρωτικὰ ἰέναι ἢ ὑπ᾽ ἄλλου ἄγεσθαι, ἀρχόμενον ἀπὸ τῶνδε τῶν καλῶν ἐκείνου ἕνεκα τοῦ καλοῦ ἀεὶ ἐπανιέναι, ὥσπερ ἐπαναβασμοῖς χρώμενον, ἀπὸ ἑνὸς ἐπὶ δύο καὶ ἀπὸ δυοῖν ἐπὶ πάντα τὰ καλὰ σώματα, καὶ ἀπὸ τῶν καλῶν σωμάτων ἐπὶ τὰ καλὰ ἐπιτηδεύματα, καὶ ἀπὸ τῶν ἐπιτηδευμάτων ἐπὶ τὰ καλὰ μαθήματα, καὶ ἀπὸ τῶν μαθημάτων ἐπ᾽ ἐκεῖνο τὸ μάθημα τελευτῆσαι, ὅ ἐστιν οὐκ ἄλλου ἢ αὐτοῦ ἐκείνου τοῦ καλοῦ μάθημα, καὶ γνῷ αὐτὸ τελευτῶν ὃ ἔστι [211d] καλόν. ἐνταῦθα τοῦ βίου, ὦ φίλε Σώκρατες, ἔφη ἡ Μαντινικὴ ξένη, εἴπερ που ἄλλοθι, βιωτὸν ἀνθρώπῳ, θεωμένῳ αὐτὸ τὸ καλόν. ὃ ἐάν ποτε ἴδῃς, οὐ κατὰ χρυσίον τε καὶ ἐσθῆτα καὶ τοὺς καλοὺς παῖδάς τε καὶ νεανίσκους δόξει σοι εἶναι, οὓς νῦν ὁρῶν ἐκπέπληξαι καὶ ἕτοιμος εἶ καὶ σὺ καὶ ἄλλοι πολλοί, ὁρῶντες τὰ παιδικὰ καὶ συνόντες ἀεὶ αὐτοῖς, εἴ πως οἷόν τ᾽ ἦν, μήτ᾽ ἐσθίειν μήτε πίνειν, ἀλλὰ θεᾶσθαι μόνον καὶ συνεῖναι. τί δῆτα, ἔφη, οἰόμεθα, εἴ τῳ γένοιτο [211e] αὐτὸ τὸ καλὸν ἰδεῖν εἰλικρινές, καθαρόν, ἄμεικτον, ἀλλὰ μὴ ἀνάπλεων σαρκῶν τε ἀνθρωπίνων καὶ χρωμάτων καὶ ἄλλης πολλῆς φλυαρίας θνητῆς, ἀλλ᾽ αὐτὸ τὸ θεῖον καλὸν δύναιτο μονοειδὲς κατιδεῖν; ἆρ᾽ οἴει, ἔφη, φαῦλον βίον [212a] γίγνεσθαι ἐκεῖσε βλέποντος ἀνθρώπου καὶ ἐκεῖνο ᾧ δεῖ θεωμένου καὶ συνόντος αὐτῷ; ἢ οὐκ ἐνθυμῇ, ἔφη, ὅτι ἐνταῦθα αὐτῷ μοναχοῦ γενήσεται, ὁρῶντι ᾧ ὁρατὸν τὸ καλόν, τίκτειν οὐκ εἴδωλα ἀρετῆς, ἅτε οὐκ εἰδώλου ἐφαπτομένῳ, ἀλλὰ ἀληθῆ, ἅτε τοῦ ἀληθοῦς ἐφαπτομένῳ· τεκόντι δὲ ἀρετὴν ἀληθῆ καὶ θρεψαμένῳ ὑπάρχει θεοφιλεῖ γενέσθαι, καὶ εἴπέρ τῳ ἄλλῳ ἀνθρώπων ἀθανάτῳ καὶ ἐκείνῳ;
[212b] Ταῦτα δή, ὦ Φαῖδρέ τε καὶ οἱ ἄλλοι, ἔφη μὲν Διοτίμα, πέπεισμαι δ᾽ ἐγώ· πεπεισμένος δὲ πειρῶμαι καὶ τοὺς ἄλλους πείθειν ὅτι τούτου τοῦ κτήματος τῇ ἀνθρωπείᾳ φύσει συνεργὸν ἀμείνω Ἔρωτος οὐκ ἄν τις ῥᾳδίως λάβοι. διὸ δὴ ἔγωγέ φημι χρῆναι πάντα ἄνδρα τὸν Ἔρωτα τιμᾶν, καὶ αὐτὸς τιμῶ τὰ ἐρωτικὰ καὶ διαφερόντως ἀσκῶ, καὶ τοῖς ἄλλοις παρακελεύομαι, καὶ νῦν τε καὶ ἀεὶ ἐγκωμιάζω τὴν δύναμιν καὶ ἀνδρείαν τοῦ Ἔρωτος καθ᾽ ὅσον οἷός τ᾽ εἰμί. [212c] τοῦτον οὖν τὸν λόγον, ὦ Φαῖδρε, εἰ μὲν βούλει, ὡς ἐγκώμιον εἰς Ἔρωτα νόμισον εἰρῆσθαι, εἰ δέ, ὅτι καὶ ὅπῃ χαίρεις ὀνομάζων, τοῦτο ὀνόμαζε.

***
Λοιπόν, Σωκράτη, στη γνώση του φαινομένου του έρωτα ως αυτό το επίπεδο, θα μπορούσες κι εσύ [210a] να μυηθείς· αλλά για την τέλεια μύηση και την αποκαλυπτική θέαση, για χάρη των οποίων γίνεται και η προκαταρκτική κατήχηση, αν τις επιδιώξει κανείς ακολουθώντας την ορθή μέθοδο, δεν είμαι σίγουρη αν θ᾽ αποδειχτείς αρκετός. Πάντως εγώ, μου είπε, θα τα εκθέσω, και δε θα ᾽χεις κανένα παράπονο για την προθυμία μου· και βάλε τα δυνατά σου να με παρακολουθήσεις, αν σου το επιτρέπουν οι δυνάμεις σου. Δηλαδή απαιτείται, μου είπε, αυτός που παίρνει το σωστό δρόμο για να πετύχει αυτό τον σκοπό, ν᾽ αρχίζει από νεανική ηλικία ν᾽ αναζητά τα ωραία σώματα, και, στην πρώτη φάση, αν ο καθοδηγητής του τον καθοδηγεί σωστά, να γίνει εραστής ενός σώματος και σ᾽ αυτό να γεννήσει ωραίες ιδέες· στην επόμενη φάση να κατανοήσει από μόνος του ότι το κάλλος [210b] που στολίζει το κάθε σώμα μοιάζει σαν αδέρφι με το κάλλος που στολίζει κάποιο άλλο σώμα· κι αν οφείλουμε να θηρεύουμε το κάλλος της μορφής, θα ᾽μασταν πολύ ανόητοι αν δεν θεωρούμε ως ένα και το αυτό το κάλλος που στολίζει όλα τα σώματα· κι αφού το κατανοήσει αυτό, να γίνει εραστής όλων των ωραίων σωμάτων, αφού μετριάσει τον σφοδρό έρωτά του για το ένα ωραίο σώμα, καταφρονώντας τον και θεωρώντας τον μικροπρεπή. Κι ύστερ᾽ απ᾽ αυτά, να θεωρήσει το κάλλος που στολίζει την ψυχή ανώτερο απ᾽ αυτό που στολίζει το σώμα, ώστε, στην περίπτωση που κάποιος έχει ψυχική ανωτερότητα, έστω κι αν η νεανική του ομορφιά [210c] δεν αξίζει και πολλά πράματα, να μη ζητά περισσότερη και να τον ερωτεύεται και να έχει την έγνοια του και να γεννά και ν᾽ αναζητά στοχασμούς τέτοιους, που θα κάνουν τους νέους καλύτερους, για να υποχρεωθεί στο επόμενο στάδιο ν᾽ ατενίσει την ομορφιά στις επαγγελματικές δραστηριότητες και στους θεσμούς και να δει τούτο, ότι η ομορφιά σε κάθε έκφανσή της είναι ένα και το αυτό κι έτσι ν᾽ αντιληφτεί ότι η σωματική ομορφιά δεν αξίζει και πολύ· και μετά τις δραστηριότητες, να οδηγηθεί στον κόσμο των επιστημών, για να δει σ᾽ αυτή τη φάση το κάλλος των επιστημών, και αντικρίζοντας [210d] την ευρύτερη πια περιοχή, στην οποία έχει επεκταθεί η ομορφιά, να μην παραμένει τιποτένιος και μικροπρεπής υπηρετώντας δουλικά το κάλλος που αντίκρισε σε μια περίπτωση, ικανοποιημένος με το κάλλος που βλέπει σ᾽ ένα παιδαρέλι ή σ᾽ έναν άνθρωπο ή σε μια δραστηριότητα, αλλά, με το βλέμμα στραμμένο στον μεγάλο ωκεανό του ωραίου και καθώς τα μάτια του θα χαίρονται πολλούς και ωραίους και μεγαλοφάνταστους στοχασμούς, να γεννά διανοητικές συλλήψεις θητεύοντας εντατικά στη φιλοσοφία, ως τη στιγμή που, έχοντας πάρει δυνάμεις και έχοντας σημειώσει πρόοδο σ᾽ αυτό το στάδιο, αντικρίσει ξεκάθαρα τη μια και μόνη επιστήμη, που αντικείμενό της έχει μια ομορφιά [210e] περίπου σαν αυτήν εδώ — κι απ᾽ τη μεριά σου, είπε, επιστράτευσε όλη την προσοχή σου· γιατί όποιος με παιδαγωγική μέθοδο οδηγηθεί ως αυτό το σημείο της γνώσης του φαινομένου του έρωτα, αντικρίζοντας τα ωραία με την κανονική σειρά τους και σωστά, φτάνοντας πια προς το τέλος της μύησής του στα ερωτικά, ξαφνικά θα δει ξεκάθαρα κάτι που από τη φύση του είναι αξιοθαύμαστα ωραίο, εκείνο ακριβώς, Σωκράτη, για το οποίο καταβλήθηκε όλος ο προηγούμενος μόχθος: το ωραίο, που πρώτα πρώτα [211a] είναι αιώνιο και ούτε γεννιέται ούτε αφανίζεται, ούτε αυξάνεται ούτε ελαττώνεται· επίσης, που δεν είναι από μια άποψη ωραίο, από την άλλη άσκημο, κι ούτε που σήμερα είναι κι αύριο όχι, ούτε αναφορικά με το άλφα ωραίο, με το βήτα άσκημο, σα να ήταν για ορισμένους ωραίο, γι᾽ άλλους άσκημο· ούτε θα εμφανιστεί το ωραίο στα μάτια αυτού που το αντικρίζει σαν ένα ωραίο πρόσωπο ή χέρια ή άλλο μέρος του σώματος ούτε σαν κάποιος στοχασμός ή κάποια επιστήμη, κι ούτε να εμπεριέχεται μέσα σε κάτι άλλο, λόγου χάρη μες σε ζώο ή σ᾽ έναν τόπο ή στον ουρανό [211b] ή μες σ᾽ οτιδήποτε άλλο, αλλά μένει στην αυτοτέλειά του, ολομόναχο — ο εαυτός του και τίποτ᾽ άλλο, με απλή μορφή, αιώνιο· αντίθετα, όλα τα ωραία παίρνουν κάτι απ᾽ αυτό μ᾽ έναν τέτοιο τρόπο: είτε γεννιένται τα άλλα είτε χάνονται, εκείνο ούτε ν᾽ αυξάνεται ούτε να ελαττώνεται το παραμικρό, και να μένει ανεπηρέαστο. Λοιπόν, όταν κάποιος, ξεκινώντας απ᾽ τα ωραία του δικού μας κόσμου, ασκώντας με σωστό τρόπο την παιδεραστία, φτάνει ν᾽ αρχίζει ν᾽ αντικρίζει εκείνο το ωραίο, σχεδόν θ᾽ άγγιζε το τέρμα. Γιατί βέβαια, λέγοντας ότι κάποιος βαδίζει ορθά [211c] το δρόμο του έρωτα ή ότι καθοδηγείται από άλλον, νά τί εννοούμε: ξεκινώντας απ᾽ τα ωραία του κόσμου μας να πορεύεται συνεχώς ανοδικά, επιδιώκοντας εκείνο το ωραίο, σαν ν᾽ ανεβαίνει σκαλοπάτια, από ένα σε δυο κι από δυο σ᾽ όλα τα ωραία σώματα κι απ᾽ τα ωραία σώματα στις ωραίες δραστηριότητες κι από τις δραστηριότητες στις ωραίες γνώσεις κι απ᾽ τις γνώσεις να φτάσει τέλος σ᾽ εκείνη τη γνώση, που δεν είναι καμιά άλλη παρά η γνώση του απόλυτα ωραίου, και στο τέλος της πορείας του να γνωρίσει τί ακριβώς είναι [211d] το ωραίο. Σ᾽ ένα τέτοιο επίπεδο ζωής, αγαπητέ Σωκράτη, μου είπε η ξένη από τη Μαντίνεια, περισσότερο απ᾽ οπουδήποτε αλλού, αξίζει ο άνθρωπος να ζει τη ζωή του, καθώς τα μάτια του χαίρονται αυτό καθαυτό το ωραίο. Αυτό που, αν κάποτε το αντικρίσεις, θ᾽ αντιληφτείς ότι δε συγκρίνεται με τα χρήματα και τις ενδυμασίες και τα ωραία αγόρια και τους νεαρούς, που τώρα αντικρίζοντάς τους αναστατώνεσαι κι είσαι πρόθυμος, κι εσύ και πολλοί άλλοι, βλέποντας τ᾽ αγαπημένα σας αγόρια και ζώντας συνεχώς συντροφικά μ᾽ αυτά, αν με κάποιο τρόπο ήταν δυνατό, να μην τρώτε ούτε να πίνετε, αλλά μόνο να τα χαίρονται τα μάτια σας και να είστε μαζί. Φαντάζεσαι όμως, μου είπε, τί χάρη θα ᾽χαν τα μάτια μας, αν τους δινόταν η δυνατότητα [211e] ν᾽ αντικρίσουν το απόλυτο κάλλος άδολο, ατόφιο, όχι αναμειγμένο με κάτι άλλο κι όχι με σωρούς απάνω του από ανθρώπινη σάρκα και χρώματα κι άλλα μικρολογήματα των θνητών, αλλά αν μας δινόταν η δυνατότητα ν᾽ αντικρίσουμε κατάματα την απόλυτη θεϊκή ομορφιά στην απλότητα της μορφής της! Αλήθεια, τί φαντάζεσαι, μου είπε, θα ᾽ταν άδεια η ζωή [212a] ενός ανθρώπου που κατευθύνει το βλέμμα του προς τα εκεί και που χαίρεται με τα μάτια της ψυχής του εκείνο το κάλλος, ζώντας συντροφικά μ᾽ αυτό; Ή δε βάζεις με το νου σου, μου είπε, ότι μόνο εκεί και πουθενά αλλού, θα του δοθεί η δυνατότητα, βλέποντας το κάλλος με το όργανο που γίνεται αυτό ορατό, να γεννήσει όχι πλαστά ομοιώματα αρετής, μια και δεν έρχεται σ᾽ επαφή με ομοιώματα, αλλά αυθεντικά δημιουργήματα, μια και έρχεται σ᾽ επαφή με την αληθινή αρετή· κι απ᾽ τη στιγμή που γεννά δημιουργήματα αληθινής αρετής και τ᾽ ανατρέφει, αποχτά τη δυνατότητα να γίνει ο αγαπημένος των θεών και, περισσότερο απ᾽ όποιον άλλο άνθρωπο, αθάνατος».
[212b] Αυτά λοιπόν μου είπε η Διοτίμα, Φαίδρε και σεις οι άλλοι, κι εγώ έχω πειστεί. Κι απ᾽ τη στιγμή που πείστηκα, βάλθηκα να πείθω και τους άλλους ότι πολύ δύσκολα κάποιος θα μπορούσε να βρει συνεργάτη αποτελεσματικότερο από τον Έρωτα, για να χαρίσει στην ανθρώπινη φύση αυτό το απόκτημα. Γι᾽ αυτό τονίζω ότι ο κάθε άνθρωπος έχει καθήκον να τιμά τον Έρωτα και προσωπικά τιμώ όσα έχουν να κάνουν με τον έρωτα και καταγίνομαι, όσο με τίποτ᾽ άλλο, μ᾽ αυτά· και προτρέπω και τους άλλους να κάνουν το ίδιο, και, στο μέτρο των δυνάμεών μου, εγκωμιάζω και τώρα και πάντοτε τη δύναμη και την ανδρεία του Έρωτα. [212c] Τώρα, Φαίδρε, τούτη την ομιλία μου πάρε την, αν θες, ως εγκώμιο στον Έρωτα· αν όχι, δώσε της άλλο όνομα, όποιο σ᾽ αρέσει και με την έννοια που εσύ του δίνεις».