Ο Τίμων ο Αθηναίος, ο παροιμιώδης μισάνθρωπος, σύμφωνα με πληροφορίες που μας διασώζονται από την αρχαιότητα, ήταν γιος του Εχεκρατίδη από τον δήμο Κολυττό και έζησε τον καιρό του Πελοποννησιακού Πολέμου. Ο Αριστοφάνης, ο Πλούταρχος και άλλοι αρχαίοι συγγραφείς, τον αναφέρουν. Ο Νεάνθης ο Κυζικινός μάλιστα, του 3ου αιώνα π.Χ., είχε γράψει την βιογραφία του. Οι κωμωδιογράφοι, επίσης τον χρησιμοποιούσαν, για να πλάσουν ανάλογους τύπους: Ο Φρύνιχος τον Μονότροπο, ο Αντιφάνης τον Τίμωνα, ο Μένανδρος τον Δύσκολο.
Ο Πλούταρχος, μας λέει ότι ο μόνος άνθρωπος που ο Τίμων πότε πότε συναντούσε, γιατί ασπάστηκε κι αυτός τον ίδιο τρόπο ζωής, ήταν κάποιος με το όνομα Ασήμαντος -μισάνθρωπος κι αυτός. Και σ’ αυτόν όμως, δεν χαριζόταν. Κάποτε, στη γιορτή προς τιμήν των νεκρών, έτρωγαν μαζί, όταν ο Ασήμαντος είπε: «Τίμων, πόσο ωραίο είναι το συμπόσιό μας». Για να λάβει την απάντηση απ’ τον Τίμωνα: «Θα ήταν, αν δεν ήσουν κι εσύ εδώ». Μας λέει ακόμη ο Πλούταρχος, ότι ο Τίμων παρουσιάστηκε στην εκκλησία του δήμου κι αφού ανέβηκε στο βήμα, είπε στους κατάπληκτους Αθηναίους: «Άνδρες Αθηναίοι, γνωρίζετε ότι έχω ένα κτήμα στον Υμηττό κι ότι σ’ αυτό υπάρχει μια συκιά, απ’ την οποία πολλοί έως τώρα κρεμάστηκαν. Επειδή λοιπόν, σκοπεύω να χτίσω μια καλύβα κι αποφάσισα να την κόψω, θέλω να σας το ανακοινώσω, για να σπεύσουν να κρεμαστούν, όσοι από εσάς θέλουν».
Όπως λέγεται, έπεσε από μια αχλαδιά και κτύπησε το πόδι του, αλλά επειδή δεν θέλησε να δεχτεί γιατρό, πέθανε από γάγγραινα. Τάφηκε κοντά στη θάλασσα, στον δρόμο από τον Πειραιά για το Σούνιο. Το κύμα έκανε τον τάφο του δυσπρόσιτο στους ανθρώπους και η επιτύμβια επιγραφή που αποδίδεται σ’ αυτόν, λέγεται πως είναι γραμμένη απ’ τον ίδιο: «Αφήνοντας μια άθλια ζωή, αναπαύομαι εδώ πέρα. Τ’ όνομά μου δεν πρόκειται να το μάθετε και να πάτε στον κόρακα». Μια άλλη επιγραφή που έχει διασωθεί και ανήκει στον επιγραμματοποιό Ηγήσιππο, γράφει: «Βάτα και γαϊδουράγκαθα τον τάφο μου τον ζώνουν και πιο κοντά αν θες να ’ρθείς, τα πόδια σου ματώνουν. Ο Τίμων ο μισάνθρωπος εδώ έχει καταλύσει. Και τώρα δρόμο, αρκετά, μ’ όσα μ’ έχεις στολίσει» (Παλατινή Ανθολογία, VΙΙ 320).
Ο Λουκιανός λοιπόν, είχε στα χέρια του την σχετική παράδοση και με την φαντασία του και την ευρηματικότητά του, έδωσε την δική του πλοκή στο έργο.
Διαβάζουμε στον Λουκιανό, ότι ο Τίμων έγινε μισάνθρωπος εξ αιτίας τής αχαριστίας των φίλων, που του έφαγαν τα λεφτά και μετά του γύρισαν την πλάτη. Γι’ αυτό αποτραβήχτηκε στους πρόποδες του Υμηττού, όπου ζούσε καλλιεργώντας ένα μικρό χωράφι. Πιο κάτω, μας παρουσιάζει τον Τίμωνα, ν’ ανακαλύπτει με την αξίνα του έναν θησαυρό, δώρο των θεών. Έχει έτσι την δυνατότητα πλέον, να δώσει ένα γενναίο μάθημα σε όλους εκείνους τους κόλακες, που σπεύδουν να τον συναντήσουν, μόλις αντιλαμβάνονται ότι ξανάγινε πλούσιος.
Αυτό το εύρημα του Λουκιανού, τα ξαναποκτημένα πλούτη, του έδωσε την ευκαιρία να πει διάφορες αλήθειες πάνω στον ανθρώπινο χαρακτήρα και τις αδυναμίες του. Να χτυπήσει και πάλι τους ψευτορήτορες και φιλόσοφους, τα παράσιτα και τους κόλακες και να χλευάσει την μικρότητα των θεών. Ο Λουκιανός, οπωσδήποτε χρωστά πολλά στην κωμωδία και στο σημείο ετούτο ο «Πλούτος» του Αριστοφάνη, του έδωσε ιδέες.
Ο διάλογος αυτός, που θεωρήθηκε από ικανούς κριτικούς ως το αριστούργημα του Λουκιανού, ανήκει στην πρώιμη σατιρική περίοδο του συγγραφέα (162-166 μ.Χ.). Και στα νεώτερα χρόνια πάντως, η μορφή τού Τίμωνα, όπως αποδίδεται από τον Λουκιανό, είχε επίδραση στους συγγραφείς. Ο Σέξπιρ έγραψε τον «Τίμωνα τον Αθηναίο» κι ο Μολιέρος τον «Μισάνθρωπο».
Τίμων ο μισάνθρωπος
[Η πλοκή τού έργου, εμφανίζει τον Τίμωνα να σκάβει με την αξίνα στο χωράφι του. Σε μια στιγμή, τον πιάνει το παράπονο και κοιτώντας προς τον ουρανό, διαμαρτύρεται στους θεούς και ειδικά στον Δία, για την αδικία που του συνέβη. Μιλάει με λόγια πικρά και σκληρά, στηλιτεύοντας την θεϊκή αδιαφορία και οκνηρία, που επέφερε και την απαξίωση των θεών απ’ τους ανθρώπους. Ψηλά στον ουρανό (εκεί τοποθετεί ο Λουκιανός τους θεούς), ο Δίας κι ο Ερμής παρακολουθούν τον μονόλογο του Τίμωνα, συζητούν μεταξύ τους και σχολιάζουν τα λόγια του. Ο Δίας, αφού πληροφορείται απ’ τον Ερμή, πως ο Τίμων, όσο ήταν πλούσιος δεν παρέλειπε να τιμά τους θεούς με θυσίες, αποφασίζει να του επιστρέψει τα πλούτη του (εδώ, ο Λουκιανός καταλογίζει στους θεούς υστεροβουλία). Δίνει λοιπόν εντολή στον Ερμή, να πάρει μαζί του τον τυφλό Πλούτο και τον Θησαυρό και να επισκεφτούν τον Τίμωνα, παρ’ ότι η Πενία έχει τις δικές της αντιρρήσεις κι αποφασίζει ν’ αποχωριστεί τον Τίμωνα, παίρνοντας μαζί της τον Κόπο και την Σοφία. Ο Τίμων, σκάβοντας ανακαλύπτει τον θησαυρό και περιχαρής αποφασίζει να πάρει την εκδίκησή του απ’ τους κόλακες, οι οποίοι μαθαίνοντας τα νέα, σπεύδουν να τον συναντήσουν…]
Τίμων: Από παντού τρέχουν σκονισμένοι και λαχανιασμένοι, γιατί μυρίστηκαν -δεν ξέρω από που- το χρυσάφι. Τί να κάνω λοιπόν; Ν’ ανέβω σ’ αυτόν τον βράχο και να τους διώξω με τις πέτρες, ή θα είναι μεγάλη παράβαση να τους μιλήσω για μια φορά και μόνο, για να πικραθούν ακόμα πιο πολύ, που περιφρονούνται; Νομίζω ότι αυτό είναι το καλύτερο. Ας τους υποδεχτώ λοιπόν… Για να δούμε, ποιός είναι ο πρώτος; Ο Γναθωνίδης* ο κόλακας, που προχθές, όταν του ζήτησα μια χάρη, μου έδωσε ένα σχοινί για να πάω να κρεμαστώ κι ας είχε ξεράσει, πολλές φορές, ολόκληρα βαρέλια κρασί στο σπίτι μου. Μα έκανε καλά που ήρθε. Θα βογκήξει πριν από τους άλλους.
[* Σε ελεύθερη απόδοση, τον φανταστικό χαρακτήρα του Σαγωνίδη, που επινοεί ο Λουκιανός, κάποιος σύγχρονος σατιρικός συγγραφέας, θα τον ονόμαζε «Σαγόνια» ή «Φαταούλα»]
Γναθωνίδης: Δεν το ‘λεγα εγώ, πως οι θεοί δεν θα παραμελήσουν τον Τίμωνα, έναν τόσο καλό άνθρωπο; Γεια και χαρά Τίμωνα, ομορφάνθρωπε, γλυκύτατε και ανοιχτόκαρδε.
Τίμων: Γεια σου κι εσένα Γναθωνίδη, πιο αχόρταγε απ’ όλα τα όρνια και πιο δόλιε απ’ όλους τους ανθρώπους.
Γναθωνίδης: Πάντα σου αρέσει να πειράζεις τους ανθρώπους… Μα, πού είναι το συμπόσιο; Σου φέρνω ένα καινούριο τραγούδι, απ’ τους διθυράμβους που γράφτηκαν τελευταία.
Τίμων: Όταν θα σε πλακώσω με το δικέλλι μου, θα τραγουδήσεις και μοιρολόγια και μάλιστα με πολύ πάθος.
[Ο Τίμων, λέγοντας αυτά τα λόγια, χτυπάει τον Γναθωνίδη.]
Γναθωνίδης: Τί είναι αυτό; Τίμωνα με χτυπάς; Είστε μάρτυρες, ω Ηρακλή, ωχ ωχ ωχ! Θα σε καταγγείλω στον Άρειο Πάγο για επικίνδυνες σωματικές βλάβες!
Τίμων: Λίγο ακόμα αν μείνεις εδώ, να είσαι σίγουρος ότι θα κατηγορηθώ για φόνο.
Γναθωνίδης: Όχι, θα φύγω… Μα γιάτρεψέ με τουλάχιστον την πληγή, πασπαλίζοντας πάνω της λίγο χρυσάφι. Είναι πολύ αιμοστατικό αυτό το φάρμακο.
Τίμων: Ακόμα εδώ είσαι;
Γναθωνίδης: Θα φύγω. Κι εσύ όμως δεν θα καλοπεράσεις, που από καλός άνθρωπος που ήσουν, έγινες τόσο σκληρός.
Τίμων: Ποιός είναι αυτός ο φαλακρός που έρχεται; Α, ο Φιλιάδης είναι. Ο πιο σιχαμερός απ’ όλους τους κόλακες. Κι αυτός πήρε από μένα ολόκληρα χωράφι και δύο τάλαντα προίκα για την κόρη του. Ήταν αμοιβή για τον έπαινο που που μου έκανε, όταν κάποτε τραγούδησα και, ενώ όλοι σιωπούσαν, αυτός με παίνεψε πολύ, παίρνοντας όρκο ότι είμαι πιο μελωδικός κι απ’ τους κύκνους. Όταν τις προάλλες με είδε άρρωστο και πλησίασα ζητώντας βοήθεια, με έδειρε για τα καλά, ο γενναίος αυτός άνδρας.
Φιλιάδης: Ω τι ντροπή! Τώρα τον μάθατε τον Τίμωνα; Τώρα έγινε ο Γναθωνίδης φίλος και συμπότης; Λοιπόν, καλά έπαθε, έτσι αχάριστος που είναι. Ενώ εμείς οι παλιοί γνώριμοι, παιδικοί φίλοι και συμπολίτες, μένουμε πίσω, για να μην φανούμε υπερβολικοί. Γεια σου αφέντη Τίμωνα. Κοίταξε πως να φυλαχτείς απ’ αυτούς τους βρομερούς κόλακες, που είναι μόνο για τραπέζια και δεν διαφέρουν από τα κοράκια. Δεν πρέπει να έχει κανείς σήμερα εμπιστοσύνη σε κανέναν. Όλοι αχάριστοι και κακοί. Εγώ όμως, να, σου έφερα ένα τάλαντο, να το έχεις για τις επείγουσες ανάγκες σου κι έτυχε όπως ερχόμουν, ν’ ακούσω που έχεις γίνει πάμπλουτος. Έχω έρθει λοιπόν, να σου δώσω τούτες τις συμβουλές, αν κι εσύ βέβαια είσαι τόσο σοφός και ίσως δεν θα σου χρειαστούν τα λόγια τα δικά μου, γιατί εσύ θα μπορούσες να συμβουλεύσεις ακόμα και τον σοφό Νέστορα.
Τίμων: Θα γίνουν αυτά, Φιλιάδη. Μα έλα λίγο πιο κοντά να σε περιποιηθώ κι εσένα.
[Ο Τίμων χτυπά τον Φιλιάδη.]
Φιλιάδης: Άνθρωποι, μου έσπασε το κεφάλι ο αχάριστος, επειδή τον συμβούλεψα για το καλό του.
Τίμων: Να, έρχεται και τρίτος: Ο ρήτορας Δημέας, που κρατάει ψήφισμα στα χέρια και λέει ότι είναι συγγενής μου. Αυτός, ενώ με δικά μου χρήματα πλήρωσε 16 τάλαντα για να μην μπει φυλακή επειδή χρωστούσε και δεν τα έδινε κι εγώ τον λυπήθηκα και τον ελευθέρωσα, όταν προχθές κληρώθηκε να μοιράζει τα θεωρικά* κι εγώ πήγα να ζητήσω το ποσό μου, είπε πως δεν με ήξερε για πολίτη.
[* Τα θεωρικά, ήταν χρήματα του δημοσίου ταμείου, που δινόταν κατά την αρχαιότητα σε άπορους Αθηναίους πολίτες για να μπορούν να παρακολουθούν θεατρικές παραστάσεις.]
Δημέας: Γεια σου Τίμωνα! Μεγάλη δόξα της γενιάς μας, στήριγμα της Αθήνας και προμαχώνα της Ελλάδος! Εδώ και ώρα, ο λαός και οι δυο βουλές, έχουν συγκεντρωθεί και σε περιμένουν. Πριν όμως, άκουσε το ψήφισμα που έχω γράψει για σένα: «Επειδή ο Τίμων ο Εχεκρατίδης από τον Κολυττό, όχι μόνο καλός και αγαθός είναι, αλλά και σοφός όσο κανένας άλλος στην Ελλάδα, πράττει πάντα για την πόλη τα πιο σωστά κι επειδή έχει νικήσει στην Ολυμπία, την ίδια μέρα, στην πυγμαχία και στην πάλη, στο τρέξιμο, στο άρμα…».
Τίμων: Μα εγώ δεν έχω πάει ποτέ στη Ολυμπία, ούτε σαν θεατής!
Δημέας: Και τί σημασία έχει αυτό; Θα πας αργότερα! Είναι καλύτερα να προσθέτουμε κάτι τέτοια. «…Και ανδραγάθησε υπέρ της πόλεως πέρυσι στις Αχαρνές και τσάκισε δύο τμήματα Πελοποννήσιων…».
Τίμων: Μα τί λες; Ούτε στον κατάλογο δεν ήμουν γραμμένος, επειδή δεν είχα όπλα!
Δημέας: Είσαι πολύ μετριόφρων Τίμωνα, αλλά εμείς θα ήμασταν αχάριστοι αν τα ξεχνούσαμε όλα αυτά. «…Ακόμη και με ψηφίσματα και συμβουλές δεν πρόσφερε μικρές υπηρεσίες στην πόλη. Για όλα αυτά, η βουλή και ο δήμος και η Ηλιαία χωριστά κατά φυλές και οι δήμοι ξεχωριστά ο καθένας, και όλοι μαζί να στήσουν χρυσό άγαλμα του Τίμωνα, δίπλα στην Αθηνά στην Ακρόπολη, με κεραυνό στο δεξί χέρι και ακτίνες στο κεφάλι. Και να τον στεφανώσουν με επτά χρυσά στεφάνια σήμερα κατά την παράσταση νέων τραγωδιών στα Διονύσια. Πρέπει για χάρη του, σήμερα να γιορταστούν τα Διονύσια. Την πρόταση έκανε ο Δημέας ο ρήτορας, στενός συγγενής και μαθητής του. Γιατί ο Τίμων είναι άριστος ρήτορας και όλα τ’ άλλα όσα θα ήθελε να είναι». Αυτό είναι το ψήφισμα για σένα. Εγώ μάλιστα, ήθελα να σου φέρω και τον γιο μου, που προς τιμήν σου τον έχω ονομάσει Τίμωνα.
Τίμων: Μα καλά… Πώς έχεις παιδί, αφού εσύ, καθ’ όσον γνωρίζω, είσαι άγαμος;
Δημέας: Μα θα πάρω γυναίκα, την χρονιά που μας έρχεται. Θα κάνω παιδί και το παιδί που θα γεννηθεί -και θα είναι φυσικά αγόρι- από τώρα το ονομάζω Τίμωνα.
Τίμων: Δεν ξέρω ποια γυναίκα θα σε πάρει, μετά απ’ το βρομόξυλο που θα σου δώσω.
[Ο Τίμων χτυπάει τον Δημέα.]
Δημέας: Τί είναι τούτο πάλι; Επιχειρείς να γίνεις τύραννος και χτυπάς τους ελεύθερους πολίτες, ενώ εσύ ούτε γνήσια ελεύθερος είσαι, αλλά ούτε και πολίτης; Μα γρήγορα θα τιμωρηθείς για όλα και γιατί έβαλες φωτιά στην Ακρόπολη.
Τίμων: Η Ακρόπολη δεν έχει καεί άθλιε. Είναι ολοφάνερο λοιπόν ότι με συκοφαντείς.
Δημέας: Έγινες πλούσιος όμως, επειδή έσκαψες κρυφά κι έφτασες στον οπισθόδομο του Παρθενώνα.
Τίμων: Ούτε κι αυτός έχει σκαφτεί, επομένως ούτε κι αυτό θα γίνει πιστευτό.
Δημέας: Θα σκαφτεί αργότερα. Εσύ όμως, έχεις τώρα όλα όσα ήταν εκεί μέσα.
Τίμων: Ε δεν υποφέρεσαι! Πάρε κι άλλη!
Δημέας: Ωχ, η πλάτη μου!
Τίμων: Μη σκούζεις, γιατί θα φας κι άλλες. Εξάλλου, θα ήμουν εντελώς γελοίος, αν δεν τσάκιζα ένα ελεεινό ανθρωπάκι σαν εσένα, ενώ κατέσφαξα άοπλος δύο τμήματα Σπαρτιατών. Μάταιη θα ήταν και η νίκη μου στην πυγμαχία και στην πάλη στους Ολυμπιακούς Αγώνες… Αλλά, τί είναι τούτο πάλι; Αυτός δεν είναι ο Θρασυκλής ο φιλόσοφος; Σίγουρα δεν είναι άλλος. Άπλωσε και τη γενειάδα του, σήκωσε τα φρύδια του κι έρχεται όλο καμάρι…Αυτός ο ευπρεπής στην εμφάνιση, ο κόσμιος στο βάδισμα και σοβαρός στο ντύσιμο, από το πρωί αρχίζει και λέει τα μύρια όσα για την αρετή, κατηγορώντας εκείνους που χαίρονται την ηδονή και επαινώντας την ολιγάρκεια. Από την ώρα όμως που λούζεται και στρώνεται στο τραπέζι και ο υπηρέτης του προσφέρει το μεγάλο κρασοπότηρο -του αρέσει πιο πολύ το ανέρωτο κρασί- λες και ήπιε το νερό της λησμονιάς, παρουσιάζεται εντελώς αντίθετος από τις πρωινές διδαχές του. Αρπάζει σαν κοράκι το φαγητό μπρος απ’ τους άλλους και σπρώχνει τον διπλανό του με πασαλειμμένα γένια και φέρσιμο σκύλου, σκύβει στις γαβάθες σαν να περιμένει να βρει μέσα σ’ αυτές την αρετή, σκουπίζει τα με το δάκτυλο καλά τις κούπες, ώστε να μην αφήσει ίχνος φαγητού. Πάντα κλαίγεται, ακόμα κι αν πάρει ολόκληρη την πίτα και το γουρουνόπουλο, δείγμα της λαιμαργίας και της αχορτασιάς. Μέθυσος και έκλυτος, όχι μόνο ως το σημείο του τραγουδιού και του χορού, μα φθάνοντας στην βρισιά και στον θυμό. Επιπλέον, φλυαρεί ασύστολα την ώρα που πίνει και προπάντων για σωφροσύνη και ευπρέπεια. Τέλος, μερικοί τον σηκώνουν και τον βγάζουν έξω, ενώ κρατά με τα δυο του χέρια την αυλοπαίχτρια. Όμως και ξεμέθυστος, σε κανέναν δεν θα παραχωρούσε τα πρωτεία της ψευτιάς, της θρασύτητας και της φιλαργυρίας. Αλλά κι απ’ τους κόλακες είναι ο πρώτος και πολύ εύκολα πατάει τον όρκο του. Η απάτη πάει μπροστά του και η ξεδιαντροπιά τον ακολουθεί. Γενικά, είναι ένα πάνσοφο πράγμα, από κάθε πλευρά σωστό και με ποικιλοτρόπως τέλειο. Θα κλάψει λοιπόν γρήγορα κι αυτός… Βρε, βρε, βρε! Καλώς τον Θρασυκλή! Χρόνια είχα να σε δω.
Θρασυκλής: Δεν έχω έρθει Τίμωνα, για τους ίδιους λόγους που ήρθαν οι άλλοι. Όπως έτρεξαν για παράδειγμα αυτοί που θαυμάζουν τα πλούτη σου, περιμένοντας ασήμι και χρυσάφι και πλούσια δείπνα, για να πουν πολλές κολακείες σ’ έναν άνθρωπο, όπως εσύ, απλό κι ανοιχτοχέρη. Ξέρεις βέβαια ότι το κριθαρόψωμο, για μένα, είναι δείπνο αρκετό. Προσφάγι νοστιμότατο το θυμάρι ή το κάρδαμο και, όταν καμμιά φορά το ρίχνω στην καλοπέραση, βάζω και λίγο αλάτι. Πιοτό μου, το νερό από την Εννεάκρουνο. Κι αυτό το ταπεινό τριβώνιο που φοράω, καλύτερο κι από βασιλική πορφύρα. Το χρυσάφι καθόλου πιο πολύτιμο από τα χαλίκια του γιαλού. Κουβαλήθηκα όμως εδώ, μόνο για χάρη σου. Για να μην σε διαφθείρει το πιο πιο κακό και καταστρεπτικό πράγμα: Ο πλούτος. Εάν λοιπόν μ’ ακούσεις, σίγουρα θα τον πετάξεις όλον στην θάλασσα, διότι είναι περιττός σ’ έναν άνθρωπο αγαθό, που μπορεί να καταλάβει τον πλούτο της φιλοσοφίας. Μην τον ρίξεις όμως βαθειά, καλέ μου, αλλά μόλις μπεις στο νερό μέχρι την μέση, λίγο πιο πέρα απ’ την ακτή και να σε βλέπω μόνο εγώ. Κι αν δεν σ’ αρέσει έτσι, εσύ με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, βγάλ’ τον έξω απ’ το σπίτι σου και μην αφήσεις για τον εαυτό σου ούτε έναν οβολό. Μοίρασέ τον σε όλους όσους έχουν ανάγκη. Εάν μάλιστα κάποιος είναι φιλόσοφος, είναι πιο δίκαιο να του δώσεις κάτι παραπάνω. Και σ’ εμένα -αν και δεν ζητώ τίποτα για τον εαυτό μου, αλλά για κάτι φίλους που έχουν ανάγκη- φτάνει να μου γεμίσεις ετούτο το ταγάρι που δεν χωράει καλά καλά, ούτε δύο αιγινιτικούς μεδίμνους.* Πρέπει ο φιλόσοφος να είναι ολιγαρκής και μετριόφρων και να μην σκέφτεται τίποτε άλλο πέρα απ’ το ταγάρι του.
[* Ο μέδιμνος ήταν μονάδα μέτρησης όγκου για στερεά προϊόντα. Υπήρχε ο αττικός μέδιμνος που ισοδυναμούσε με 51,84 λίτρα και ο αιγινιτικός που τον χρησιμοποιούσαν και σε όλη την Πελοπόννησο και ήταν κατά 30% μεγαλύτερος του αττικού. Γι’ αυτό κι ο πλεονέκτης Θρασυκλής ζητά το δώρο του σε αιγινιτικά μέτρα.]
Τίμων: Εύγε Θρασυκλή. Είσαι αξιέπαινος γι’ αυτά που λες. Μα πριν σου γεμίσω το ταγάρι, έλα λίγο πιο κοντά αν θες να σου γεμίσω το κεφάλι γροθιές και να σε κάνω ασήκωτο απ’ το ξύλο.
[Ο Τίμων χτυπάει τον Θρασυκλή.]
Θρασυκλής: Ω δημοκρατία και νόμοι! Σε ελεύθερη πόλη δεχόμαστε χτυπήματα από έναν καταραμένο!
Τίμων: Γιατί αγανακτείς καλέ μου; Μήπως σε ξεγέλασα; Μα θα σου προσθέσω και τέσσερις χοίνικες* επιπλέον… Μα τί είναι αυτό; Έρχονται πολλοί μαζί. Εκείνος είναι ο Βλεψίας κι ο Λάχης, ο Γνίφων και όλο το σύνταγμα που θα βογκήξουν. Καλύτερα ν’ ανέβω σ’ αυτόν τον βράχο τώρα, για να ξεκουράσω το δικέλλι μου και να μαζέψω ο ίδιος όσο πιο πολλές πέτρες γίνεται και να τους πετροβολήσω από μακριά.
[* Ο χοίνικας ήταν μονάδα όγκου για ξηρά προϊόντα και ισοδυναμούσε με το 1/4 του μεδίμνου.]
[Ο Τίμων ανεβαίνει στον βράχο κι αρχίζει να πετάει πέτρες σ’ αυτούς που πλησιάζουν.]
Βλεψίας: Καλά βρε Τίμων, μη βαράς! Θα φύγουμε!
Τίμων: Ναι, αλλά όχι χωρίς αίματα και τραύματα!
Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2021
Fr. Nietzsche: τι είναι το καθεστώς της "αγέλης";
Φρίντριχ Νίτσε: 1844-1900
Άρχοντες και αρχόμενοι: Διαλεκτική αγελαίας συνείδησης και ηθικής υποκρισίας
§1 Εισαγωγικές παρατηρήσεις
Σε ένα από τα πολλά αποκαλυπτικά του κείμενα ο Νίτσε προσδιορίζει με απαράμιλλη ευστροφία την ασυναρτησία του Πολιτικού, ως εφαρμοσμένου πολιτικού συστήματος με υπηκόους: κυβερνώντες και κυβερνώμενους. Οι ιδέες του κειμένου που ακολουθεί δίνουν σαφείς απαντήσεις όχι μόνο για το τι σημαίνουν ασυνάρτητοι γενικά, απαίδευτοι, δουλόφρονες, αμοραλιστές πολιτικοί με παρόμοιας νοο-τροπίας υπηκόους-οπαδούς, αλλά και ειδικά για το πώς εκδηλώνονται οι πιο σκοτεινές στιγμές του φαύλου πολιτικού συστήματος της Ευρώπης, όπως και της Ελλαδικής ενδοχώρας.
Η νοηματική ακρίβεια του εν λόγω κειμένου έγκειται, μεταξύ άλλων, στο γεγονός ότι εισχωρεί σε πτυχές του κοινωνικού-πολιτικού γίγνεσθαι, οι οποίες για την ελαφρότητα του ιδεολογικού Είναι ορισμένων –που έχουν μείνει τη λίθινη εποχή– θεωρούνται ιερουργικές και απαράβατες αρχές. Η θεμελιακή σκέψη του κειμένου συνοψίζεται στο εξής: οι άνθρωποι, είτε ως κυβερνήτες είτε ως κυβερνώμενοι –σε επίπεδο θεσμών, ομάδων, τάξεων, λειτουργικών, θεολογικών σχέσων, κρατικών δομών κ.λπ.– έχουν να επιδείξουν ως τώρα μια αγελαία συμπεριφορά, γίνονται δούλοι των ίδιων τους των «αξιών». Γιατί; Επειδή ιστορικά έχουν εθίσει, σαν να πρόκειται για έμφυτο χαρακτηριστικό τους, στην υπακοή ως υποτέλεια, ως αποδοχή και εφαρμογή ξένων εντολών. Έτσι συμβαίνει να απλώνεται παντού μια πολιτεία αγέλης, όπου απουσιάζει η στοιχειώδης αλληλοκατανόηση ανάμεσα στα μέλη της κοινωνίας και κάθε μορφή αυτοσυνειδησίας του ανθρώπου αποβαίνει δυσεύρετο προϊόν, για να επιβεβαιωθεί ακόμη μια φορά πως το επίπεδο των προσώπων που ασκούν εξουσία είναι ανάλογο με το επίπεδο αυτών που τους εκλέγουν και αντίστροφα.
§2 Αποσπάσματα
[1] «Σε όλες τις εποχές, όσο υπάρχουν άνθρωποι, έχουν υπάρξει και ανθρώπινες αγέλες (σύνδεσμοι-συνασπισμοί οικογενειών, κοινότητες, φυλές, λαοί, κράτη, εκκλησίες) και πάντοτε ένας πολύ μεγάλος αριθμός ανθρώπων που υπακούουν αναλογικά προς τον μικρό αριθμό εκείνων που δίνουν εντολές, που διοικούν. –Εάν λοιπόν λάβουμε υπόψη πως η υπακοή ως τώρα έχει εφαρμοστεί και καλλιεργηθεί με τον καλύτερο τρόπο και για τον περισσότερο χρόνο ανάμεσα στους ανθρώπους, μπορούμε εύκολα να υποθέσουμε ότι κατά μέσο όρο μια ανάγκη για υπακοή είναι έμφυτη στον καθένα σήμερα, ως ένα είδος τυπικής συνείδησης, που προστάζει: «οφείλεις να κάνεις άνευ όρων αυτό και άνευ όρων να μην κάνεις το άλλο», συνοπτικά: «οφείλεις». Η εν λόγω ανάγκη πασχίζει να ικανοποιείται και να πληροί τη μορφή της με ένα περιεχόμενο· ενεργώντας έτσι αδράχνει χωρίς περιθώρια επιλογής, ανάλογα με τη δύναμη, την ανυπομονησία και την έντασή της, ως παμφάγος όρεξη, και αποδέχεται οτιδήποτε της φωνάζει στ’ αυτιά της ο οποιοσδήποτε από εκείνους που δίνουν εντολές, που διοικούν: γονείς, δάσκαλοι, νόμοι, ταξικές προκαταλήψεις, κοινή γνώμη» (Nietzsche, KSA 5 ‒Πέραν του καλού και του κακού‒ σ. 119).
Ένα σχόλιο: γενεαλογικά καταδεικνύεται πως στον κόσμο του ιστορικού ανθρώπου οι λίγοι άρχουν και οι πολλοί προορίζονται να υπακούουν δουλικά. Ο άνθρωπος έτσι, ως προς την ιστορικο-οντολογική του παρουσία, δεν παύει να είναι πειθήνιο όργανο εντολών που επιβάλλονται έξωθεν. Γιατί συμβαίνει αυτό; Επειδή έχει αγελαία συνείδηση: οι περισσότεροι άνθρωποι διέπονται από μια ηθική υπακοής, υπηρέτησης νόμων, αρχών και προσώπων, χωρίς να υποψιάζονται ούτε κατ’ ελάχιστο ότι πρόκειται για μια ηθική, κατασκευασμένη από τους κυρίαρχους με βάση τις δικές τους αξιώσεις και προορισμένη για δούλους. Οι εκάστοτε διατάζοντες, από την πλευρά τους, υποκρίνονται πως εφαρμόζουν ανώτερες ηθικές αρχές και πως εκτελούν ιερές διαταγές, ριζωμένες με έναν θεόσταλτο τρόπο, στην παράδοση. Έτσι εμφανίζονται να εκπληρώνουν το πιο ιερό χρέος, που κινεί την ιστορία του λαού, ως αγνοί υπηρέτες του. Στην πράξη καταργούν την αυτονομία του ανθρώπινου ατόμου, την πνευματικότητα του ανθρώπινου προσώπου, και μετατρέπουν το λαό σε υποτακτική μάζα. Πρόκειται για βάρβαρα στίφη που υπηρετούν με χαρά πολλές φορές τους ποικίλους μηχανισμούς ως δάσκαλοι, ως δεσμοφύλακες, ως ταξικοί εκπρόσωποι, ως πολιτικό προσωπικό, ως δημοσιογράφοι, ως κομματικοί σωλήνες, ως πολιτικοί μισθοφόροι, ως οπαδοί, ως ψηφοφόροι, ως αθλητές κ.λπ. Τις περισσότερες φορές απουσιάζει ολότελα η ελεύθερη άσκηση της σκέψης και της κρίσης, με τις φωτεινές εξαιρέσεις πάντοτε. Γενικώς όμως ταυτίζονται με ό,τι δεν είναι ο εαυτός τους: με αντικείμενα, με πολιτικούς αγύρτες ‒ανδρείκελα αλλότριων συμφερόντων‒με κάθε είδους πραγμοποιημένο ον της εξουσίας. Ως εκ τούτου είναι υπήκοοι που έχουν μάθει να εκτελούν και να εκτελούνται αγόγγυστα. Κατά κανόνα λοιπόν έχουν μεταποιηθεί σε μια τυποποιημένη συνείδηση που ξέρει μόνο να αναπαράγει τις εντολές που δέχεται: οφείλεις να κάνεις το… να τις αναπαράγει ως μιμητικός πίθηκος του δικού του εξουσιαστή. Και οι κυρίαρχοι, οι εκάστοτε κυβερνώντες, είναι ελεύθεροι; Γι’ αυτό μας μιλάει το παρακάτω απόσπασμα.
[2] «Ο παράδοξος περιορισμός της ανθρώπινης ανάπτυξης, ο δισταγμός, οι παρελκύσεις της, οι συχνές παλινδρομήσεις και περιστροφές της, οφείλονται στο γεγονός ότι το αγελαίο ένστικτο της υπακοής έχει κληρονομηθεί με τον καλύτερο τρόπο και σε βάρος της τέχνης του διατάζειν, του διοικείν. Άμα σκεφτούμε τούτο το ένστικτο ως την πιο ακραία του υπερβολή, θα λείπουν στο τέλος εντελώς οι διατάζοντες, οι διοικούντες, και τα ανεξάρτητα άτομα· ή η κακή τους συνείδηση θα τους κάνει να υποφέρουν μέσα τους και θα πρέπει κατ’ ανάγκη, για να μπορούν να διατάζουν, να δημιουργήσουν στον εαυτό τους μια ψευδαίσθηση, δηλαδή ότι και αυτοί προορίζονται μόνο να υπακούουν. Τέτοια είναι η κατάσταση που επικρατεί σήμερα πράγματι στην Ευρώπη: την ονομάζω ηθική υποκρισία των κυβερνώντων. Αυτοί-εδώ δεν ξέρουν πώς αλλιώς να προστατευθούν από την κίβδηλη ηθική τους-συνείδηση παρά με το να παρουσιάζονται ως εκτελεστές παλαιότερων και ανώτερων εντολών –όπως εντολές των προγόνων, του συντάγματος, του δικαίου, των νόμων ή και του ίδιου του θεού– ή να δανείζονται από τον αγελαίο τρόπο σκέψης αγελαίες ρήσεις-γνώμες και να αυτο-δικαιολογούνται, για παράδειγμα, ότι είναι οι «πρώτοι υπηρέτες του λαού τους» ή «όργανα του κοινού καλού» (ό.π., σσ. 119-120).
Ένα σχόλιο: Και οι κυβερνώντες, αυτοί που προστάζουν, δεν είναι λιγότερο αγελαίοι και υπήκοοι, με το νόημα ότι στερούνται το ελεύθερο φρόνημα, δεν αποτελούν συναφώς καμιά άξια λόγου αυθεντία –έστω και της εξουσίας αυθεντία–, διακρίνονται για την ίδια τυποποιημένη συνείδηση, που προαναφέραμε, και γι’ αυτό αποδεικνύονται ανίκανοι να σκέπτονται και να ενεργούν ως ανεξάρτητα άτομα. Αποτελούν τη άλλη όψη των αδύναμων, παθητικών υπηκόων Ως αντιστάθμισμα της ανικανότητάς τους προβάλλουν διάφορες, όχι λιγότερο αγελαίες, ηθικολογικές επινοήσεις ότι εργάζονται για το δημόσιο συμφέρον, είναι δηλαδή υπ-ουργοί. Εδώ ο Νίτσε γίνεται προάγγελος των κακών από τη «δημοκρατική» μαζοποίηση των πάντων, ανθρώπων και πραγμάτων, κατά τη νεωτερική εποχή. Προοικονομεί ό,τι πρόκειται να συμβεί, κατ’ απόλυτο τρόπο, στις εποχές μας και στους οικείους μας χώρους: το πιο ύπουλο επιτήδευμα, εκείνο της μαζικής δημοκρατίας και της μαζικής κουλτούρας, όπου έρχονται συνήθως στο πολιτικό, πολιτισμικό και επιστημονικό προσκήνιο –σχεδόν πάντοτε με το προσωπείο του λαϊκού ή μεγάλου «δημοκράτη»– τα πιο ασήμαντα, τα πιο ακόλαστα και αδίστακτα όντα της αγέλης. Ας σημειωθεί πως για τον Νίτσε ο ανώτερος άνθρωπος, ο αυθεντικά ευγενής είναι εκείνος που καλλιεργεί και αναπτύσσει ελεύθερα τις ικανότητές του· όχι εκείνος που υποτάσσεται στο Δέον-είναι: στο «οφείλεις ή πρέπει να …». Χαρακτηριστική προς τούτο είναι και η σχετική κριτική του στον Καντ.
Άρχοντες και αρχόμενοι: Διαλεκτική αγελαίας συνείδησης και ηθικής υποκρισίας
§1 Εισαγωγικές παρατηρήσεις
Σε ένα από τα πολλά αποκαλυπτικά του κείμενα ο Νίτσε προσδιορίζει με απαράμιλλη ευστροφία την ασυναρτησία του Πολιτικού, ως εφαρμοσμένου πολιτικού συστήματος με υπηκόους: κυβερνώντες και κυβερνώμενους. Οι ιδέες του κειμένου που ακολουθεί δίνουν σαφείς απαντήσεις όχι μόνο για το τι σημαίνουν ασυνάρτητοι γενικά, απαίδευτοι, δουλόφρονες, αμοραλιστές πολιτικοί με παρόμοιας νοο-τροπίας υπηκόους-οπαδούς, αλλά και ειδικά για το πώς εκδηλώνονται οι πιο σκοτεινές στιγμές του φαύλου πολιτικού συστήματος της Ευρώπης, όπως και της Ελλαδικής ενδοχώρας.
Η νοηματική ακρίβεια του εν λόγω κειμένου έγκειται, μεταξύ άλλων, στο γεγονός ότι εισχωρεί σε πτυχές του κοινωνικού-πολιτικού γίγνεσθαι, οι οποίες για την ελαφρότητα του ιδεολογικού Είναι ορισμένων –που έχουν μείνει τη λίθινη εποχή– θεωρούνται ιερουργικές και απαράβατες αρχές. Η θεμελιακή σκέψη του κειμένου συνοψίζεται στο εξής: οι άνθρωποι, είτε ως κυβερνήτες είτε ως κυβερνώμενοι –σε επίπεδο θεσμών, ομάδων, τάξεων, λειτουργικών, θεολογικών σχέσων, κρατικών δομών κ.λπ.– έχουν να επιδείξουν ως τώρα μια αγελαία συμπεριφορά, γίνονται δούλοι των ίδιων τους των «αξιών». Γιατί; Επειδή ιστορικά έχουν εθίσει, σαν να πρόκειται για έμφυτο χαρακτηριστικό τους, στην υπακοή ως υποτέλεια, ως αποδοχή και εφαρμογή ξένων εντολών. Έτσι συμβαίνει να απλώνεται παντού μια πολιτεία αγέλης, όπου απουσιάζει η στοιχειώδης αλληλοκατανόηση ανάμεσα στα μέλη της κοινωνίας και κάθε μορφή αυτοσυνειδησίας του ανθρώπου αποβαίνει δυσεύρετο προϊόν, για να επιβεβαιωθεί ακόμη μια φορά πως το επίπεδο των προσώπων που ασκούν εξουσία είναι ανάλογο με το επίπεδο αυτών που τους εκλέγουν και αντίστροφα.
§2 Αποσπάσματα
[1] «Σε όλες τις εποχές, όσο υπάρχουν άνθρωποι, έχουν υπάρξει και ανθρώπινες αγέλες (σύνδεσμοι-συνασπισμοί οικογενειών, κοινότητες, φυλές, λαοί, κράτη, εκκλησίες) και πάντοτε ένας πολύ μεγάλος αριθμός ανθρώπων που υπακούουν αναλογικά προς τον μικρό αριθμό εκείνων που δίνουν εντολές, που διοικούν. –Εάν λοιπόν λάβουμε υπόψη πως η υπακοή ως τώρα έχει εφαρμοστεί και καλλιεργηθεί με τον καλύτερο τρόπο και για τον περισσότερο χρόνο ανάμεσα στους ανθρώπους, μπορούμε εύκολα να υποθέσουμε ότι κατά μέσο όρο μια ανάγκη για υπακοή είναι έμφυτη στον καθένα σήμερα, ως ένα είδος τυπικής συνείδησης, που προστάζει: «οφείλεις να κάνεις άνευ όρων αυτό και άνευ όρων να μην κάνεις το άλλο», συνοπτικά: «οφείλεις». Η εν λόγω ανάγκη πασχίζει να ικανοποιείται και να πληροί τη μορφή της με ένα περιεχόμενο· ενεργώντας έτσι αδράχνει χωρίς περιθώρια επιλογής, ανάλογα με τη δύναμη, την ανυπομονησία και την έντασή της, ως παμφάγος όρεξη, και αποδέχεται οτιδήποτε της φωνάζει στ’ αυτιά της ο οποιοσδήποτε από εκείνους που δίνουν εντολές, που διοικούν: γονείς, δάσκαλοι, νόμοι, ταξικές προκαταλήψεις, κοινή γνώμη» (Nietzsche, KSA 5 ‒Πέραν του καλού και του κακού‒ σ. 119).
Ένα σχόλιο: γενεαλογικά καταδεικνύεται πως στον κόσμο του ιστορικού ανθρώπου οι λίγοι άρχουν και οι πολλοί προορίζονται να υπακούουν δουλικά. Ο άνθρωπος έτσι, ως προς την ιστορικο-οντολογική του παρουσία, δεν παύει να είναι πειθήνιο όργανο εντολών που επιβάλλονται έξωθεν. Γιατί συμβαίνει αυτό; Επειδή έχει αγελαία συνείδηση: οι περισσότεροι άνθρωποι διέπονται από μια ηθική υπακοής, υπηρέτησης νόμων, αρχών και προσώπων, χωρίς να υποψιάζονται ούτε κατ’ ελάχιστο ότι πρόκειται για μια ηθική, κατασκευασμένη από τους κυρίαρχους με βάση τις δικές τους αξιώσεις και προορισμένη για δούλους. Οι εκάστοτε διατάζοντες, από την πλευρά τους, υποκρίνονται πως εφαρμόζουν ανώτερες ηθικές αρχές και πως εκτελούν ιερές διαταγές, ριζωμένες με έναν θεόσταλτο τρόπο, στην παράδοση. Έτσι εμφανίζονται να εκπληρώνουν το πιο ιερό χρέος, που κινεί την ιστορία του λαού, ως αγνοί υπηρέτες του. Στην πράξη καταργούν την αυτονομία του ανθρώπινου ατόμου, την πνευματικότητα του ανθρώπινου προσώπου, και μετατρέπουν το λαό σε υποτακτική μάζα. Πρόκειται για βάρβαρα στίφη που υπηρετούν με χαρά πολλές φορές τους ποικίλους μηχανισμούς ως δάσκαλοι, ως δεσμοφύλακες, ως ταξικοί εκπρόσωποι, ως πολιτικό προσωπικό, ως δημοσιογράφοι, ως κομματικοί σωλήνες, ως πολιτικοί μισθοφόροι, ως οπαδοί, ως ψηφοφόροι, ως αθλητές κ.λπ. Τις περισσότερες φορές απουσιάζει ολότελα η ελεύθερη άσκηση της σκέψης και της κρίσης, με τις φωτεινές εξαιρέσεις πάντοτε. Γενικώς όμως ταυτίζονται με ό,τι δεν είναι ο εαυτός τους: με αντικείμενα, με πολιτικούς αγύρτες ‒ανδρείκελα αλλότριων συμφερόντων‒με κάθε είδους πραγμοποιημένο ον της εξουσίας. Ως εκ τούτου είναι υπήκοοι που έχουν μάθει να εκτελούν και να εκτελούνται αγόγγυστα. Κατά κανόνα λοιπόν έχουν μεταποιηθεί σε μια τυποποιημένη συνείδηση που ξέρει μόνο να αναπαράγει τις εντολές που δέχεται: οφείλεις να κάνεις το… να τις αναπαράγει ως μιμητικός πίθηκος του δικού του εξουσιαστή. Και οι κυρίαρχοι, οι εκάστοτε κυβερνώντες, είναι ελεύθεροι; Γι’ αυτό μας μιλάει το παρακάτω απόσπασμα.
[2] «Ο παράδοξος περιορισμός της ανθρώπινης ανάπτυξης, ο δισταγμός, οι παρελκύσεις της, οι συχνές παλινδρομήσεις και περιστροφές της, οφείλονται στο γεγονός ότι το αγελαίο ένστικτο της υπακοής έχει κληρονομηθεί με τον καλύτερο τρόπο και σε βάρος της τέχνης του διατάζειν, του διοικείν. Άμα σκεφτούμε τούτο το ένστικτο ως την πιο ακραία του υπερβολή, θα λείπουν στο τέλος εντελώς οι διατάζοντες, οι διοικούντες, και τα ανεξάρτητα άτομα· ή η κακή τους συνείδηση θα τους κάνει να υποφέρουν μέσα τους και θα πρέπει κατ’ ανάγκη, για να μπορούν να διατάζουν, να δημιουργήσουν στον εαυτό τους μια ψευδαίσθηση, δηλαδή ότι και αυτοί προορίζονται μόνο να υπακούουν. Τέτοια είναι η κατάσταση που επικρατεί σήμερα πράγματι στην Ευρώπη: την ονομάζω ηθική υποκρισία των κυβερνώντων. Αυτοί-εδώ δεν ξέρουν πώς αλλιώς να προστατευθούν από την κίβδηλη ηθική τους-συνείδηση παρά με το να παρουσιάζονται ως εκτελεστές παλαιότερων και ανώτερων εντολών –όπως εντολές των προγόνων, του συντάγματος, του δικαίου, των νόμων ή και του ίδιου του θεού– ή να δανείζονται από τον αγελαίο τρόπο σκέψης αγελαίες ρήσεις-γνώμες και να αυτο-δικαιολογούνται, για παράδειγμα, ότι είναι οι «πρώτοι υπηρέτες του λαού τους» ή «όργανα του κοινού καλού» (ό.π., σσ. 119-120).
Ένα σχόλιο: Και οι κυβερνώντες, αυτοί που προστάζουν, δεν είναι λιγότερο αγελαίοι και υπήκοοι, με το νόημα ότι στερούνται το ελεύθερο φρόνημα, δεν αποτελούν συναφώς καμιά άξια λόγου αυθεντία –έστω και της εξουσίας αυθεντία–, διακρίνονται για την ίδια τυποποιημένη συνείδηση, που προαναφέραμε, και γι’ αυτό αποδεικνύονται ανίκανοι να σκέπτονται και να ενεργούν ως ανεξάρτητα άτομα. Αποτελούν τη άλλη όψη των αδύναμων, παθητικών υπηκόων Ως αντιστάθμισμα της ανικανότητάς τους προβάλλουν διάφορες, όχι λιγότερο αγελαίες, ηθικολογικές επινοήσεις ότι εργάζονται για το δημόσιο συμφέρον, είναι δηλαδή υπ-ουργοί. Εδώ ο Νίτσε γίνεται προάγγελος των κακών από τη «δημοκρατική» μαζοποίηση των πάντων, ανθρώπων και πραγμάτων, κατά τη νεωτερική εποχή. Προοικονομεί ό,τι πρόκειται να συμβεί, κατ’ απόλυτο τρόπο, στις εποχές μας και στους οικείους μας χώρους: το πιο ύπουλο επιτήδευμα, εκείνο της μαζικής δημοκρατίας και της μαζικής κουλτούρας, όπου έρχονται συνήθως στο πολιτικό, πολιτισμικό και επιστημονικό προσκήνιο –σχεδόν πάντοτε με το προσωπείο του λαϊκού ή μεγάλου «δημοκράτη»– τα πιο ασήμαντα, τα πιο ακόλαστα και αδίστακτα όντα της αγέλης. Ας σημειωθεί πως για τον Νίτσε ο ανώτερος άνθρωπος, ο αυθεντικά ευγενής είναι εκείνος που καλλιεργεί και αναπτύσσει ελεύθερα τις ικανότητές του· όχι εκείνος που υποτάσσεται στο Δέον-είναι: στο «οφείλεις ή πρέπει να …». Χαρακτηριστική προς τούτο είναι και η σχετική κριτική του στον Καντ.
ΠΛΑΤΩΝ: Πρωταγόρας (359a-360e)
Οὕτω δὴ τούτων ὑποκειμένων, ἦν δ᾽ ἐγώ, Πρόδικέ τε καὶ Ἱππία, ἀπολογείσθω ἡμῖν Πρωταγόρας ὅδε ἃ τὸ πρῶτον ἀπεκρίνατο πῶς ὀρθῶς ἔχει — μὴ ἃ τὸ πρῶτον παντάπασι· τότε μὲν γὰρ δὴ πέντε ὄντων μορίων τῆς ἀρετῆς οὐδὲν ἔφη εἶναι τὸ ἕτερον οἷον τὸ ἕτερον, ἰδίαν δὲ αὑτοῦ ἕκαστον ἔχειν δύναμιν· ἀλλ᾽ οὐ ταῦτα λέγω, ἀλλ᾽ ἃ τὸ ὕστερον εἶπεν. τὸ γὰρ ὕστερον ἔφη τὰ μὲν τέτταρα ἐπιεικῶς παραπλήσια ἀλλήλοις [359b] εἶναι, τὸ δὲ ἓν πάνυ πολὺ διαφέρειν τῶν ἄλλων, τὴν ἀνδρείαν, γνώσεσθαι δέ μ᾽ ἔφη τεκμηρίῳ τῷδε· «Εὑρήσεις γάρ, ὦ Σώκρατες, ἀνθρώπους ἀνοσιωτάτους μὲν ὄντας καὶ ἀδικωτάτους καὶ ἀκολαστοτάτους καὶ ἀμαθεστάτους, ἀνδρειοτάτους δέ· ᾧ γνώσῃ ὅτι πολὺ διαφέρει ἡ ἀνδρεία τῶν ἄλλων μορίων τῆς ἀρετῆς.» καὶ ἐγὼ εὐθὺς τότε πάνυ ἐθαύμασα τὴν ἀπόκρισιν, καὶ ἔτι μᾶλλον ἐπειδὴ ταῦτα μεθ᾽ ὑμῶν διεξῆλθον. ἠρόμην δ᾽ οὖν τοῦτον εἰ τοὺς ἀνδρείους λέγοι θαρραλέους· ὁ δέ, «Καὶ [359c] ἴτας γ᾽,» ἔφη. μέμνησαι, ἦν δ᾽ ἐγώ, ὦ Πρωταγόρα, ταῦτα ἀποκρινόμενος; ― Ὡμολόγει. ― Ἴθι δή, ἔφην ἐγώ, εἰπὲ ἡμῖν, ἐπὶ τί λέγεις ἴτας εἶναι τοὺς ἀνδρείους; ἦ ἐφ᾽ ἅπερ οἱ δειλοί; ― Οὐκ ἔφη. ― Οὐκοῦν ἐφ᾽ ἕτερα. ― Ναί, ἦ δ᾽ ὅς. ― Πότερον οἱ μὲν δειλοὶ ἐπὶ τὰ θαρραλέα ἔρχονται, οἱ δὲ ἀνδρεῖοι ἐπὶ τὰ δεινά; ― Λέγεται δή, ὦ Σώκρατες, οὕτως ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων. ― Ἀληθῆ, ἔφην ἐγώ, λέγεις· ἀλλ᾽ οὐ τοῦτο [359d] ἐρωτῶ, ἀλλὰ σὺ ἐπὶ τί φῂς ἴτας εἶναι τοὺς ἀνδρείους; ἆρ᾽ ἐπὶ τὰ δεινά, ἡγουμένους δεινὰ εἶναι, ἢ ἐπὶ τὰ μή; ― Ἀλλὰ τοῦτό γ᾽, ἔφη, ἐν οἷς σὺ ἔλεγες τοῖς λόγοις ἀπεδείχθη ἄρτι ὅτι ἀδύνατον. ― Καὶ τοῦτο, ἔφην ἐγώ, ἀληθὲς λέγεις· ὥστ᾽ εἰ τοῦτο ὀρθῶς ἀπεδείχθη, ἐπὶ μὲν ἃ δεινὰ ἡγεῖται εἶναι οὐδεὶς ἔρχεται, ἐπειδὴ τὸ ἥττω εἶναι ἑαυτοῦ ηὑρέθη ἀμαθία οὖσα. ― Ὡμολόγει. ― Ἀλλὰ μὴν ἐπὶ ἅ γε θαρροῦσι πάντες αὖ ἔρχονται, καὶ δειλοὶ καὶ ἀνδρεῖοι, καὶ ταύτῃ γε ἐπὶ τὰ αὐτὰ [359e] ἔρχονται οἱ δειλοί τε καὶ οἱ ἀνδρεῖοι. ― Ἀλλὰ μέντοι, ἔφη, ὦ Σώκρατες, πᾶν γε τοὐναντίον ἐστὶν ἐπὶ ἃ οἵ τε δειλοὶ ἔρχονται καὶ οἱ ἀνδρεῖοι. αὐτίκα εἰς τὸν πόλεμον οἱ μὲν ἐθέλουσιν ἰέναι, οἱ δὲ οὐκ ἐθέλουσιν. ― Πότερον, ἔφην ἐγώ, καλὸν ὂν ἰέναι ἢ αἰσχρόν; ― Καλόν, ἔφη. ― Οὐκοῦν εἴπερ καλόν, καὶ ἀγαθὸν ὡμολογήσαμεν ἐν τοῖς ἔμπροσθεν· τὰς γὰρ καλὰς πράξεις ἁπάσας ἀγαθὰς ὡμολογήσαμεν. ― Ἀληθῆ λέγεις, καὶ ἀεὶ ἔμοιγε δοκεῖ οὕτως. ― Ὀρθῶς γε, ἔφην ἐγώ. [360a] ἀλλὰ ποτέρους φῂς εἰς τὸν πόλεμον οὐκ ἐθέλειν ἰέναι, καλὸν ὂν καὶ ἀγαθόν; ― Τοὺς δειλούς, ἦ δ᾽ ὅς. ― Οὐκοῦν, ἦν δ᾽ ἐγώ, εἴπερ καλὸν καὶ ἀγαθόν, καὶ ἡδύ; ― Ὡμολόγηται γοῦν, ἔφη. ― Ἆρ᾽ οὖν γιγνώσκοντες οἱ δειλοὶ οὐκ ἐθέλουσιν ἰέναι ἐπὶ τὸ κάλλιόν τε καὶ ἄμεινον καὶ ἥδιον; ― Ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἐὰν ὁμολογῶμεν, ἔφη, διαφθεροῦμεν τὰς ἔμπροσθεν ὁμολογίας. ― Τί δ᾽ ὁ ἀνδρεῖος; οὐκ ἐπὶ τὸ κάλλιόν τε καὶ ἄμεινον καὶ ἥδιον ἔρχεται; ― Ἀνάγκη, ἔφη, ὁμολογεῖν. ― Οὐκοῦν ὅλως οἱ [360b] ἀνδρεῖοι οὐκ αἰσχροὺς φόβους φοβοῦνται, ὅταν φοβῶνται, οὐδὲ αἰσχρὰ θάρρη θαρροῦσιν; ― Ἀληθῆ, ἔφη. ― Εἰ δὲ μὴ αἰσχρά, ἆρ᾽ οὐ καλά; ― Ὡμολόγει. ― Εἰ δὲ καλά, καὶ ἀγαθά; ― Ναί. ― Οὐκοῦν καὶ οἱ δειλοὶ καὶ οἱ θρασεῖς καὶ οἱ μαινόμενοι τοὐναντίον αἰσχρούς τε φόβους φοβοῦνται καὶ αἰσχρὰ θάρρη θαρροῦσιν; ― Ὡμολόγει. ― Θαρροῦσιν δὲ τὰ αἰσχρὰ καὶ κακὰ δι᾽ ἄλλο τι ἢ δι᾽ ἄγνοιαν καὶ ἀμαθίαν; ― Οὕτως [360c] ἔχει, ἔφη. ― Τί οὖν; τοῦτο δι᾽ ὃ δειλοί εἰσιν οἱ δειλοί, δειλίαν ἢ ἀνδρείαν καλεῖς; ― Δειλίαν ἔγωγ᾽, ἔφη. ― Δειλοὶ δὲ οὐ διὰ τὴν τῶν δεινῶν ἀμαθίαν ἐφάνησαν ὄντες; ― Πάνυ γ᾽, ἔφη. ― Διὰ ταύτην ἄρα τὴν ἀμαθίαν δειλοί εἰσιν; ― Ὡμολόγει. ― Δι᾽ ὃ δὲ δειλοί εἰσιν, δειλία ὁμολογεῖται παρὰ σοῦ; ― Συνέφη. ― Οὐκοῦν ἡ τῶν δεινῶν καὶ μὴ δεινῶν ἀμαθία δειλία ἂν εἴη; ― Ἐπένευσε. ― Ἀλλὰ μήν, ἦν δ᾽ ἐγώ, ἐναντίον [360d] ἀνδρεία δειλίᾳ. ― Ἔφη. ― Οὐκοῦν ἡ τῶν δεινῶν καὶ μὴ δεινῶν σοφία ἐναντία τῇ τούτων ἀμαθίᾳ ἐστίν; ― Καὶ ἐνταῦθα ἔτι ἐπένευσεν. ― Ἡ δὲ τούτων ἀμαθία δειλία; ― Πάνυ μόγις ἐνταῦθα ἐπένευσεν. ― Ἡ σοφία ἄρα τῶν δεινῶν καὶ μὴ δεινῶν ἀνδρεία ἐστίν, ἐναντία οὖσα τῇ τούτων ἀμαθίᾳ; ― Οὐκέτι ἐνταῦθα οὔτ᾽ ἐπινεῦσαι ἠθέλησεν ἐσίγα τε. ― Καὶ ἐγὼ εἶπον· Τί δή, ὦ Πρωταγόρα, οὔτε σὺ φῂς ἃ ἐρωτῶ οὔτε ἀπόφῃς; ― Αὐτός, ἔφη, πέρανον. ― Ἕν γ᾽, ἔφην ἐγώ, μόνον [360e] ἐρόμενος ἔτι σέ, εἴ σοι ὥσπερ τὸ πρῶτον ἔτι δοκοῦσιν εἶναί τινες ἄνθρωποι ἀμαθέστατοι μέν, ἀνδρειότατοι δέ. ― Φιλονικεῖν μοι, ἔφη, δοκεῖς, ὦ Σώκρατες, τὸ ἐμὲ εἶναι τὸν ἀποκρινόμενον· χαριοῦμαι οὖν σοι, καὶ λέγω ὅτι ἐκ τῶν ὡμολογημένων ἀδύνατόν μοι δοκεῖ εἶναι.
Ναι, είπε.
Εμπρός λοιπόν, του είπα, πες μας: οι ανδρείοι κατά τα λεγόμενά σου σε ποιά πράγματα δείχνονται ριψοκίνδυνοι; σ᾽ αυτά που βαδίζουν και οι δειλοί;
Όχι, είπε.
Άρα στα αντίθετα.
Ναι, είπε.
Αλήθεια, οι δειλοί δε βαδίζουν προς τα ακίνδυνα, ενώ οι ανδρείοι προς τα επικίνδυνα;
Αυτή την ιδέα έχουν οι άνθρωποι, Σωκράτη.
Ορθά τα λες, είπα. Αλλά η ερώτησή μου [359d] δεν έχει αυτό το σκοπό, παρά άλλον: εσύ σε ποιά πράγματα υποστηρίζεις ότι οι ανδρείοι δείχνονται ριψοκίνδυνοι; στα επικίνδυνα, όταν πιστεύουν ότι πράγματι είναι επικίνδυνα ή όταν πιστεύουν το αντίθετο;
Αλλά από όσα είπες προηγουμένως έγινε φανερό ότι το πρώτο είναι αδύνατο.
Και εδώ, του είπα, μιλάς ορθά. Λοιπόν, αν η απόδειξή μας στέκεται, κανείς δε βαδίζει προς αυτά που πιστεύει ότι είναι επικίνδυνα, γιατί παραδεχτήκαμε ότι το να είναι κανείς κατώτερος από τον εαυτό του είναι άγνοια.
Συμφώνησε.
Αλλά βέβαια τότε όλοι βαδίζουν προς εκείνα που θεωρούν ακίνδυνα, και οι δειλοί και οι ανδρείοι· αν δούμε έτσι το ζήτημα, [359e] και οι δειλοί και οι ανδρείοι βαδίζουν προς τα ίδια πράγματα.
Ναι, Σωκράτη, αλλά είναι εντελώς αντίθετα μεταξύ τους εκείνα προς τα οποία βαδίζουν οι δειλοί, και οι ανδρείοι· λόγου χάρη οι δεύτεροι βαδίζουν πρόθυμα στον πόλεμο, ενώ οι πρώτοι προσπαθούν να ξεφύγουν.
Τί λες εσύ, επειδή το να πάει κανείς στον πόλεμο είναι κάτι ωραίο ή αισχρό;
Κάτι ωραίο, είπε.
Λοιπόν, αφού είναι ωραίο, προηγουμένως παραδεχτήκαμε ότι είναι και καλό. Γιατί παραδεχτήκαμε ότι όλες οι ωραίες πράξεις είναι και καλές.
Έτσι είναι, όπως τα λες· κι εγώ πάντοτε αυτή τη γνώμη έχω.
Και έχεις δίκιο, είπα. [360a] Ποιοί όμως από τους παραπάνω λες ότι θέλουν να ξεφύγουν απ᾽ τον πόλεμο, που είναι κάτι ωραίο και καλό;
Οι δειλοί, απάντησε.
Λοιπόν, εφόσον είναι ωραίο και καλό, άρα είναι και ευχάριστο;
Όπως και να ᾽χει, το έχουμε παραδεχτεί, είπε.
Τότε λοιπόν οι δειλοί αποφεύγουν να βαδίσουν προς το ανώτερο και ωραιότερο και πιο ευχάριστο, γνωρίζοντάς το;
Αν κι εδώ δώσουμε καταφατική απάντηση, πάνε περίπατο τα όσα παραδεχτήκαμε παραπάνω, είπε.
Και ο ανδρείος; δεν προχωρεί προς το ανώτερο και ωραιότερο και το πιο ευχάριστο;
Είμαι υποχρεωμένος να συμφωνήσω, είπε.
Άρα γενικά [360b] οι φόβοι που νιώθουν οι ανδρείοι δε φέρνουν ντροπή, ούτε το θάρρος που νιώθουν είναι άσκημο.
Έτσι είναι, είπε.
Και αφού δεν είναι άσκημο, τότε δεν είναι ωραίο;
Βέβαια.
Κι αφού είναι ωραίο, είναι και καλό;
Ναι.
Λοιπόν, αντίθετα οι δειλοί και οι μανιακοί νιώθουν φόβους που φέρνουν ντροπή και θάρρος άσκημο;
Συμφώνησε.
Και τί είναι εκείνο που τους κάνει να νιώθουν κακό και άσκημο θάρρος, αν όχι η αμάθεια και η άγνοια;
[360c] Έτσι είναι, είπε.
Τί λοιπόν; εκείνο που κάνει τους δειλούς να είναι δειλοί, εσύ το λες δειλία ή ανδρεία;
Κατά τη γνώμη μου, δειλία, είπε.
Λοιπόν, δεν αποδείξαμε ότι αυτοί έγιναν δειλοί, επειδή δε γνώριζαν ποιά είναι τα επικίνδυνα;
Και με το παραπάνω, είπε.
Άρα η δειλία τους προέρχεται από αμάθεια;
Ναι.
Και αυτό που τους κάνει δειλούς παραδέχτηκες ότι είναι η δειλία;
Το παραδέχτηκε ο Πρωταγόρας.
Λοιπόν, ύστερ᾽ απ᾽ αυτά μπορούμε να πούμε ότι το να μη γνωρίζει κανείς τα επικίνδυνα και τ᾽ αντίθετά τους είναι δειλία;
Απάντησε με γνέψιμο, Ναι.
Πρόσεξε τώρα, του είπα, [360d] η δειλία έχει αντίθετό της την ανδρεία;
Ναι.
Λοιπόν, το να είναι κανείς σοφός πάνω στο τί είναι επικίνδυνο και τί όχι είναι αντίθετο από το να μη τα γνωρίζει;
Για άλλη μια φορά και σ᾽ αυτό το σημείο έγνεψε, Ναι.
Και η άγνοια πάνω σ᾽ αυτά είναι δειλία;
Εδώ με μεγάλη δυσκολία έγνεψε, Ναι.
Άρα λοιπόν το να είναι κανείς σοφός στα επικίνδυνα και τα αντίθετά τους είναι ανδρεία, μια κι αυτή είναι το αντίθετο από την άγνοια αυτών;
Σ᾽ αυτό το σημείο δε φάνηκε πια πρόθυμος να γνέψει, Ναι, και σιωπούσε.
Τότε του είπα: Τί συμβαίνει, Πρωταγόρα; σε ρωτώ και δεν απαντάς ούτε ναι ούτε όχι.
Βγάλε το συμπέρασμα μόνος σου, είπε.
Αφού σου κάνω ακόμη μια ερώτηση μόνο, του είπα: [360e] Πιστεύεις όπως πρωτύτερα ότι βρίσκονται άνθρωποι εντελώς αμόρφωτοι, εξαιρετικά όμως ανδρειωμένοι;
Σωκράτη, μου φαίνεται ότι ζητάς σώνει και καλά να σου δώσω εγώ την απάντηση· λοιπόν σου κάνω τη χάρη και λέω ότι, ύστερ᾽ από τα όσα παραδεχτήκαμε, αυτό είναι αδύνατο.
***
Τότε είπα: Έχοντας λοιπόν υπόψη αυτά, Πρόδικε και Ιππία, ας υποστηρίξει ο Πρωταγόρας πού στηρίζει την ορθότητα της πρώτης του απάντησης· όχι βέβαια της πρώτης πρώτης, που μας είπε ότι η αρετή έχει πέντε μόρια και κανένα απ᾽ αυτά δεν είναι όμοιο με τ᾽ άλλα, αλλά ότι το καθένα τους έχει ξεχωριστή λειτουργία. Δεν εννοώ αυτή, αλλά εκείνη που έδωσε κατόπι. Γιατί κατόπι είπε ότι τα τέσσερα είναι πολύ όμοια μεταξύ τους, [359b] όμως το πέμπτο, η ανδρεία, παρουσιάζει μεγάλη διαφορά από τ᾽ άλλα. Και για να το καταλάβω αυτό μου έφερε το ακόλουθο επιχείρημα: Σωκράτη, μου είπε, θα συναντήσεις ανθρώπους ανόσιους και άδικους και αχαλίνωτους και άξεστους όσο δεν παίρνει — κι όμως εξαιρετικά ανδρείους. Απ᾽ αυτό θα καταλάβεις ότι η ανδρεία παρουσιάζει πολύ μεγάλη διαφορά από τα άλλα μόρια της αρετής. Και εγώ τότε σάστισα με την απάντηση αυτή, σαστίζω όμως ακόμη περισσότερο τώρα, ύστερ᾽ από την έρευνα που έκανα μαζί σας. Του έκαμα λοιπόν την ερώτηση: Υποστηρίζεις ότι οι ανδρείοι είναι θαρραλέοι; Κι αυτός μου είπε: [359c] Ναι, και ριψοκίνδυνοι. Θυμάσαι, Πρωταγόρα, ότι μου έδωσες αυτές τις απαντήσεις;Ναι, είπε.
Εμπρός λοιπόν, του είπα, πες μας: οι ανδρείοι κατά τα λεγόμενά σου σε ποιά πράγματα δείχνονται ριψοκίνδυνοι; σ᾽ αυτά που βαδίζουν και οι δειλοί;
Όχι, είπε.
Άρα στα αντίθετα.
Ναι, είπε.
Αλήθεια, οι δειλοί δε βαδίζουν προς τα ακίνδυνα, ενώ οι ανδρείοι προς τα επικίνδυνα;
Αυτή την ιδέα έχουν οι άνθρωποι, Σωκράτη.
Ορθά τα λες, είπα. Αλλά η ερώτησή μου [359d] δεν έχει αυτό το σκοπό, παρά άλλον: εσύ σε ποιά πράγματα υποστηρίζεις ότι οι ανδρείοι δείχνονται ριψοκίνδυνοι; στα επικίνδυνα, όταν πιστεύουν ότι πράγματι είναι επικίνδυνα ή όταν πιστεύουν το αντίθετο;
Αλλά από όσα είπες προηγουμένως έγινε φανερό ότι το πρώτο είναι αδύνατο.
Και εδώ, του είπα, μιλάς ορθά. Λοιπόν, αν η απόδειξή μας στέκεται, κανείς δε βαδίζει προς αυτά που πιστεύει ότι είναι επικίνδυνα, γιατί παραδεχτήκαμε ότι το να είναι κανείς κατώτερος από τον εαυτό του είναι άγνοια.
Συμφώνησε.
Αλλά βέβαια τότε όλοι βαδίζουν προς εκείνα που θεωρούν ακίνδυνα, και οι δειλοί και οι ανδρείοι· αν δούμε έτσι το ζήτημα, [359e] και οι δειλοί και οι ανδρείοι βαδίζουν προς τα ίδια πράγματα.
Ναι, Σωκράτη, αλλά είναι εντελώς αντίθετα μεταξύ τους εκείνα προς τα οποία βαδίζουν οι δειλοί, και οι ανδρείοι· λόγου χάρη οι δεύτεροι βαδίζουν πρόθυμα στον πόλεμο, ενώ οι πρώτοι προσπαθούν να ξεφύγουν.
Τί λες εσύ, επειδή το να πάει κανείς στον πόλεμο είναι κάτι ωραίο ή αισχρό;
Κάτι ωραίο, είπε.
Λοιπόν, αφού είναι ωραίο, προηγουμένως παραδεχτήκαμε ότι είναι και καλό. Γιατί παραδεχτήκαμε ότι όλες οι ωραίες πράξεις είναι και καλές.
Έτσι είναι, όπως τα λες· κι εγώ πάντοτε αυτή τη γνώμη έχω.
Και έχεις δίκιο, είπα. [360a] Ποιοί όμως από τους παραπάνω λες ότι θέλουν να ξεφύγουν απ᾽ τον πόλεμο, που είναι κάτι ωραίο και καλό;
Οι δειλοί, απάντησε.
Λοιπόν, εφόσον είναι ωραίο και καλό, άρα είναι και ευχάριστο;
Όπως και να ᾽χει, το έχουμε παραδεχτεί, είπε.
Τότε λοιπόν οι δειλοί αποφεύγουν να βαδίσουν προς το ανώτερο και ωραιότερο και πιο ευχάριστο, γνωρίζοντάς το;
Αν κι εδώ δώσουμε καταφατική απάντηση, πάνε περίπατο τα όσα παραδεχτήκαμε παραπάνω, είπε.
Και ο ανδρείος; δεν προχωρεί προς το ανώτερο και ωραιότερο και το πιο ευχάριστο;
Είμαι υποχρεωμένος να συμφωνήσω, είπε.
Άρα γενικά [360b] οι φόβοι που νιώθουν οι ανδρείοι δε φέρνουν ντροπή, ούτε το θάρρος που νιώθουν είναι άσκημο.
Έτσι είναι, είπε.
Και αφού δεν είναι άσκημο, τότε δεν είναι ωραίο;
Βέβαια.
Κι αφού είναι ωραίο, είναι και καλό;
Ναι.
Λοιπόν, αντίθετα οι δειλοί και οι μανιακοί νιώθουν φόβους που φέρνουν ντροπή και θάρρος άσκημο;
Συμφώνησε.
Και τί είναι εκείνο που τους κάνει να νιώθουν κακό και άσκημο θάρρος, αν όχι η αμάθεια και η άγνοια;
[360c] Έτσι είναι, είπε.
Τί λοιπόν; εκείνο που κάνει τους δειλούς να είναι δειλοί, εσύ το λες δειλία ή ανδρεία;
Κατά τη γνώμη μου, δειλία, είπε.
Λοιπόν, δεν αποδείξαμε ότι αυτοί έγιναν δειλοί, επειδή δε γνώριζαν ποιά είναι τα επικίνδυνα;
Και με το παραπάνω, είπε.
Άρα η δειλία τους προέρχεται από αμάθεια;
Ναι.
Και αυτό που τους κάνει δειλούς παραδέχτηκες ότι είναι η δειλία;
Το παραδέχτηκε ο Πρωταγόρας.
Λοιπόν, ύστερ᾽ απ᾽ αυτά μπορούμε να πούμε ότι το να μη γνωρίζει κανείς τα επικίνδυνα και τ᾽ αντίθετά τους είναι δειλία;
Απάντησε με γνέψιμο, Ναι.
Πρόσεξε τώρα, του είπα, [360d] η δειλία έχει αντίθετό της την ανδρεία;
Ναι.
Λοιπόν, το να είναι κανείς σοφός πάνω στο τί είναι επικίνδυνο και τί όχι είναι αντίθετο από το να μη τα γνωρίζει;
Για άλλη μια φορά και σ᾽ αυτό το σημείο έγνεψε, Ναι.
Και η άγνοια πάνω σ᾽ αυτά είναι δειλία;
Εδώ με μεγάλη δυσκολία έγνεψε, Ναι.
Άρα λοιπόν το να είναι κανείς σοφός στα επικίνδυνα και τα αντίθετά τους είναι ανδρεία, μια κι αυτή είναι το αντίθετο από την άγνοια αυτών;
Σ᾽ αυτό το σημείο δε φάνηκε πια πρόθυμος να γνέψει, Ναι, και σιωπούσε.
Τότε του είπα: Τί συμβαίνει, Πρωταγόρα; σε ρωτώ και δεν απαντάς ούτε ναι ούτε όχι.
Βγάλε το συμπέρασμα μόνος σου, είπε.
Αφού σου κάνω ακόμη μια ερώτηση μόνο, του είπα: [360e] Πιστεύεις όπως πρωτύτερα ότι βρίσκονται άνθρωποι εντελώς αμόρφωτοι, εξαιρετικά όμως ανδρειωμένοι;
Σωκράτη, μου φαίνεται ότι ζητάς σώνει και καλά να σου δώσω εγώ την απάντηση· λοιπόν σου κάνω τη χάρη και λέω ότι, ύστερ᾽ από τα όσα παραδεχτήκαμε, αυτό είναι αδύνατο.
Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2021
ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Τρῳάδες (799-859)
ΧΟ. μελισσοτρόφου Σαλαμῖνος ὦ βασιλεῦ Τελαμών, [στρ. α]
800 νάσου περικύμονος οἰκήσας ἕδραν
τᾶς ἐπικεκλιμένας ὄχθοις ἱεροῖς, ἵν᾽ ἐλαίας
πρῶτον ἔδειξε κλάδον γλαυκᾶς Ἀθάνα,
οὐράνιον στέφανον λιπαραῖσί ‹τε› κόσμον Ἀθήναις,
ἔβας ἔβας τῷ τοξοφόρῳ συναρι-
805 στεύσων ἅμ᾽ Ἀλκμήνας γόνῳ
Ἴλιον Ἴλιον ἐκπέρσων πόλιν
ἁμετέραν τὸ πάροιθ᾽ ὅτ᾽ ἔβας ἀφ᾽ Ἑλλάδος·
ὅθ᾽ Ἑλλάδος ἄγαγε πρῶτον ἄνθος ἀτυζόμενος [αντ. α]
810 πώλων, Σιμόεντι δ᾽ ἐπ᾽ εὐρείτᾳ πλάταν
ἔσχασε ποντοπόρον καὶ ναύδετ᾽ ἀνήψατο πρυμνᾶν
καὶ χερὸς εὐστοχίαν ἐξεῖλε ναῶν,
Λαομέδοντι φόνον· κανόνων δὲ τυκίσματα Φοίβου
815 ‹πυρὸς› πυρὸς φοίνικι πνοᾷ καθελὼν
Τροίας ἐπόρθησε χθόνα,
δὶς δὲ δυοῖν πιτύλοιν τείχη †παρὰ†
Δαρδανίας φονία κατέλυσεν αἰχμά.
820 μάταν ἄρ᾽, ὦ χρυσέαις ἐν οἰνοχόαις ἁβρὰ βαίνων, [στρ. β]
Λαομεδόντιε παῖ,
Ζηνὸς ἔχεις κυλίκων πλήρωμα, καλλίσταν λατρείαν·
825 ἁ δέ σε γειναμένα [Τροία] πυρὶ δαίεται·
ἠϊόνες δ᾽ ἅλιαι
ἴαχον, οἰωνὸς οἷ-
830 ον τεκέων ὕπερ βοᾷ,
αἳ μὲν εὐνάτορας, αἳ δὲ παῖδας,
αἳ δὲ ματέρας γεραιάς.
τὰ δὲ σὰ δροσόεντα λουτρὰ
γυμνασίων τε δρόμοι
835 βεβᾶσι· σὺ δὲ πρόσωπα νεα-
ρὰ χάρισι παρὰ Διὸς θρόνοις
καλλιγάλανα τρέφεις· Πριάμοιο δὲ γαῖαν
Ἑλλὰς ὤλεσ᾽ αἰχμά.
840 Ἔρως Ἔρως, ὃς τὰ Δαρδάνεια μέλαθρά ποτ᾽ ἦλθες [αντ. β]
οὐρανίδαισι μέλων,
ὡς τότε μὲν μεγάλως Τροίαν ἐπύργωσας, θεοῖσιν
845 κῆδος ἀναψάμενος. τὸ μὲν οὖν Διὸς
οὐκέτ᾽ ὄνειδος ἐρῶ·
τὸ τᾶσδε λευκοπτέρου
ἁμέρας φίλας βροτοῖς
850 φέγγος ὀλοὸν εἶδε γαίας,
εἶδε Περγάμων ὄλεθρον,
τεκνοποιὸν ἔχουσα τᾶσδε
γᾶς πόσιν ἐν θαλάμοις,
855 ὃν ἀστέρων τέθριππος ἔλα-
βε χρύσεος ὄχος ἀναρπάσας,
ἐλπίδα γᾷ πατρίᾳ μεγάλαν. τὰ θεῶν δὲ
φίλτρα φροῦδα Τροίᾳ.
της καλής μελισσομάνας Σαλαμίνας,
800 του νησιού του κυματόζωστου αντικρύ
στην ξανθήν ακρογιαλιά
και στους τόπους τους ιερούς
της λαμπρής Αθήνας,
όπου της ελιάς της ασημόγλαυκης
—για στεφάνι της θεϊκό και για στολίδι—
το πρωτοφανέρωτο κλαρί
έδειξε στον κόσμο η Αθηνά,
ήρθες τον παλιό καιρό,
ήρθες κυνηγός της δόξας,
παλικάρι,
το Ίλιο, την πατρίδα μας, να ρίξεις,
τότε με τον Ηρακλή,
τον πρωτοτεχνίτη στο δοξάρι.
Είχε ᾽ρθεί —κι ήταν για τ᾽ άτια όλος θυμό—
με τα πρώτα της Ελλάδας παλικάρια,
810 στο Σιμόεντα το καράβι του τραβά,
τον ωραίο μας ποταμό,
το ᾽δεσε απ᾽ την πρύμη εκεί
με τα παλαμάρια
κι άδραξε τ᾽ αλάθευτο δοξάρι του
του Λαομέδοντα το φόνο μελετώντας·
κι όταν πια του Φοίβου τα τειχιά
με φωτιά που λύσσαε πορφυρή
χάμω γκρέμισε στη γη,
μπόρεσε της Τροίας τη χώρα
να την πάρει,
κι έτσι δυο φορές, σε δυο εκστρατείες
των Δαρδάνων το καστρί
φονικό το χάλασε κοντάρι.
820 Ώστε ανωφέλευτα,
του Λαομέδοντα γιε,
απαλοπάτητος
απ᾽ τα χρυσά εσύ κερνάς τα κροντήρια το Δία.
Τέτοια τιμή!
Κι όμως η Τροία που σε γέννησε
καίγεται· γύρω οι αχτές της βουίζουν,
830 λες και πουλιά τα μικρούλια τους κλαιν·
άλλες θρηνούν για τους άντρες τους οι άμοιρες,
άλλες θρηνούν τα παιδιά τους
κι άλλες τις μάνες τους.
Τα γυμναστήρια, που εσύ γυμναζόσουν
κι έτρεχες, τώρα χαθήκαν,
κι όσα λουτρά το κορμί σου
δρόσιζαν πάνε κι εκείνα·
πλάι στον αφέντη σου,
δίπλα στη λάμψη των θρόνων του,
γνοιάζεσ᾽ εσύ το σελάγισμα
της νεανικής σου ομορφιάς· και τη χώρα του Πρίαμου
τώρα κοντάρι την έχει χαλάσει
ελληνικό.
840 Έρωτα, Έρωτα,
που την καρδιά ενός θεού
κάποτε πλήγωσες
κι ήρθες εδώ στο παλάτι του Δάρδανου κάτω,
πόσο ψηλά
τότε την Τροία μας ανέβασες,
μ᾽ ένωση αφού την ετίμησες θεία!
Όχι, του Δία την ντροπή δε θα πω·
αλλά η Αυγή η λαμπροφτέρουγη σήμερα
την ποθητή στους ανθρώπους
λάμψη της ρίχνοντας
850 είδε της Τροίας το χαμό· κι όμως έχει
στο νυφικό θάλαμό της
και των παιδιών της πατέρα
άντρ᾽ από τούτο τον τόπο·
κάποτε αστέρινο
άρμα χρυσό μ᾽ άτια τέσσερα
στον ουρανό τον ανέβασε
κι ήταν ελπίδα τρανή για τη γη των πατέρων του·
τώρα η αγάπη των θεών για την Τροία
έσβησε πια.
800 νάσου περικύμονος οἰκήσας ἕδραν
τᾶς ἐπικεκλιμένας ὄχθοις ἱεροῖς, ἵν᾽ ἐλαίας
πρῶτον ἔδειξε κλάδον γλαυκᾶς Ἀθάνα,
οὐράνιον στέφανον λιπαραῖσί ‹τε› κόσμον Ἀθήναις,
ἔβας ἔβας τῷ τοξοφόρῳ συναρι-
805 στεύσων ἅμ᾽ Ἀλκμήνας γόνῳ
Ἴλιον Ἴλιον ἐκπέρσων πόλιν
ἁμετέραν τὸ πάροιθ᾽ ὅτ᾽ ἔβας ἀφ᾽ Ἑλλάδος·
ὅθ᾽ Ἑλλάδος ἄγαγε πρῶτον ἄνθος ἀτυζόμενος [αντ. α]
810 πώλων, Σιμόεντι δ᾽ ἐπ᾽ εὐρείτᾳ πλάταν
ἔσχασε ποντοπόρον καὶ ναύδετ᾽ ἀνήψατο πρυμνᾶν
καὶ χερὸς εὐστοχίαν ἐξεῖλε ναῶν,
Λαομέδοντι φόνον· κανόνων δὲ τυκίσματα Φοίβου
815 ‹πυρὸς› πυρὸς φοίνικι πνοᾷ καθελὼν
Τροίας ἐπόρθησε χθόνα,
δὶς δὲ δυοῖν πιτύλοιν τείχη †παρὰ†
Δαρδανίας φονία κατέλυσεν αἰχμά.
820 μάταν ἄρ᾽, ὦ χρυσέαις ἐν οἰνοχόαις ἁβρὰ βαίνων, [στρ. β]
Λαομεδόντιε παῖ,
Ζηνὸς ἔχεις κυλίκων πλήρωμα, καλλίσταν λατρείαν·
825 ἁ δέ σε γειναμένα [Τροία] πυρὶ δαίεται·
ἠϊόνες δ᾽ ἅλιαι
ἴαχον, οἰωνὸς οἷ-
830 ον τεκέων ὕπερ βοᾷ,
αἳ μὲν εὐνάτορας, αἳ δὲ παῖδας,
αἳ δὲ ματέρας γεραιάς.
τὰ δὲ σὰ δροσόεντα λουτρὰ
γυμνασίων τε δρόμοι
835 βεβᾶσι· σὺ δὲ πρόσωπα νεα-
ρὰ χάρισι παρὰ Διὸς θρόνοις
καλλιγάλανα τρέφεις· Πριάμοιο δὲ γαῖαν
Ἑλλὰς ὤλεσ᾽ αἰχμά.
840 Ἔρως Ἔρως, ὃς τὰ Δαρδάνεια μέλαθρά ποτ᾽ ἦλθες [αντ. β]
οὐρανίδαισι μέλων,
ὡς τότε μὲν μεγάλως Τροίαν ἐπύργωσας, θεοῖσιν
845 κῆδος ἀναψάμενος. τὸ μὲν οὖν Διὸς
οὐκέτ᾽ ὄνειδος ἐρῶ·
τὸ τᾶσδε λευκοπτέρου
ἁμέρας φίλας βροτοῖς
850 φέγγος ὀλοὸν εἶδε γαίας,
εἶδε Περγάμων ὄλεθρον,
τεκνοποιὸν ἔχουσα τᾶσδε
γᾶς πόσιν ἐν θαλάμοις,
855 ὃν ἀστέρων τέθριππος ἔλα-
βε χρύσεος ὄχος ἀναρπάσας,
ἐλπίδα γᾷ πατρίᾳ μεγάλαν. τὰ θεῶν δὲ
φίλτρα φροῦδα Τροίᾳ.
***
ΧΟΡ. Τελαμώνα, Τελαμώνα, βασιλιάτης καλής μελισσομάνας Σαλαμίνας,
800 του νησιού του κυματόζωστου αντικρύ
στην ξανθήν ακρογιαλιά
και στους τόπους τους ιερούς
της λαμπρής Αθήνας,
όπου της ελιάς της ασημόγλαυκης
—για στεφάνι της θεϊκό και για στολίδι—
το πρωτοφανέρωτο κλαρί
έδειξε στον κόσμο η Αθηνά,
ήρθες τον παλιό καιρό,
ήρθες κυνηγός της δόξας,
παλικάρι,
το Ίλιο, την πατρίδα μας, να ρίξεις,
τότε με τον Ηρακλή,
τον πρωτοτεχνίτη στο δοξάρι.
Είχε ᾽ρθεί —κι ήταν για τ᾽ άτια όλος θυμό—
με τα πρώτα της Ελλάδας παλικάρια,
810 στο Σιμόεντα το καράβι του τραβά,
τον ωραίο μας ποταμό,
το ᾽δεσε απ᾽ την πρύμη εκεί
με τα παλαμάρια
κι άδραξε τ᾽ αλάθευτο δοξάρι του
του Λαομέδοντα το φόνο μελετώντας·
κι όταν πια του Φοίβου τα τειχιά
με φωτιά που λύσσαε πορφυρή
χάμω γκρέμισε στη γη,
μπόρεσε της Τροίας τη χώρα
να την πάρει,
κι έτσι δυο φορές, σε δυο εκστρατείες
των Δαρδάνων το καστρί
φονικό το χάλασε κοντάρι.
820 Ώστε ανωφέλευτα,
του Λαομέδοντα γιε,
απαλοπάτητος
απ᾽ τα χρυσά εσύ κερνάς τα κροντήρια το Δία.
Τέτοια τιμή!
Κι όμως η Τροία που σε γέννησε
καίγεται· γύρω οι αχτές της βουίζουν,
830 λες και πουλιά τα μικρούλια τους κλαιν·
άλλες θρηνούν για τους άντρες τους οι άμοιρες,
άλλες θρηνούν τα παιδιά τους
κι άλλες τις μάνες τους.
Τα γυμναστήρια, που εσύ γυμναζόσουν
κι έτρεχες, τώρα χαθήκαν,
κι όσα λουτρά το κορμί σου
δρόσιζαν πάνε κι εκείνα·
πλάι στον αφέντη σου,
δίπλα στη λάμψη των θρόνων του,
γνοιάζεσ᾽ εσύ το σελάγισμα
της νεανικής σου ομορφιάς· και τη χώρα του Πρίαμου
τώρα κοντάρι την έχει χαλάσει
ελληνικό.
840 Έρωτα, Έρωτα,
που την καρδιά ενός θεού
κάποτε πλήγωσες
κι ήρθες εδώ στο παλάτι του Δάρδανου κάτω,
πόσο ψηλά
τότε την Τροία μας ανέβασες,
μ᾽ ένωση αφού την ετίμησες θεία!
Όχι, του Δία την ντροπή δε θα πω·
αλλά η Αυγή η λαμπροφτέρουγη σήμερα
την ποθητή στους ανθρώπους
λάμψη της ρίχνοντας
850 είδε της Τροίας το χαμό· κι όμως έχει
στο νυφικό θάλαμό της
και των παιδιών της πατέρα
άντρ᾽ από τούτο τον τόπο·
κάποτε αστέρινο
άρμα χρυσό μ᾽ άτια τέσσερα
στον ουρανό τον ανέβασε
κι ήταν ελπίδα τρανή για τη γη των πατέρων του·
τώρα η αγάπη των θεών για την Τροία
έσβησε πια.
Ιστορία της αρχαίας Ελληνικής γλώσσας: Οι διάλεκτοι της αρχαίας Ελληνικής γλώσσας
8.8 Μα πόσα ξέρουμε για τις αρχαίες διαλέκτους;
Πριν μιλήσουμε αναλυτικότερα για τις διαλέκτους της αρχαίας ελληνικής, θα πρέπει να πούμε ότι οι πληροφορίες που έχουμε γι' αυτές προέρχονται, αναγκαστικά, από γραπτά κείμενα. Αλλά πάντα το γραπτό κείμενο βρίσκεται σε κάποια απόσταση από την ομιλούμενη, καθημερινή γλώσσα. Έτσι, σίγουρα μας «ξεφεύγουν» πληροφορίες για την προφορική, καθημερινή χρήση της γλώσσας.
Θα πρέπει επίσης να έχουμε υπόψη μας ότι ο πλούτος των πληροφοριών που διαθέτουμε για τις αρχαίες διαλέκτους είναι άνισος. Έτσι, διαθέτουμε ένα πλήθος γραπτών κειμένων (επιγραφές, λογοτεχνικά, φιλοσοφικά κ.ά. κείμενα) για τη διάλεκτο της Αττικής, αλλά δεν ισχύει το ίδιο για άλλες διαλέκτους που δεν συνδέθηκαν, όπως συνδέθηκε η αττική διάλεκτος, με ένα ισχυρό πολιτικό κέντρο (την πόλη-κράτος της Αθήνας).
Πριν μιλήσουμε αναλυτικότερα για τις διαλέκτους της αρχαίας ελληνικής, θα πρέπει να πούμε ότι οι πληροφορίες που έχουμε γι' αυτές προέρχονται, αναγκαστικά, από γραπτά κείμενα. Αλλά πάντα το γραπτό κείμενο βρίσκεται σε κάποια απόσταση από την ομιλούμενη, καθημερινή γλώσσα. Έτσι, σίγουρα μας «ξεφεύγουν» πληροφορίες για την προφορική, καθημερινή χρήση της γλώσσας.
Θα πρέπει επίσης να έχουμε υπόψη μας ότι ο πλούτος των πληροφοριών που διαθέτουμε για τις αρχαίες διαλέκτους είναι άνισος. Έτσι, διαθέτουμε ένα πλήθος γραπτών κειμένων (επιγραφές, λογοτεχνικά, φιλοσοφικά κ.ά. κείμενα) για τη διάλεκτο της Αττικής, αλλά δεν ισχύει το ίδιο για άλλες διαλέκτους που δεν συνδέθηκαν, όπως συνδέθηκε η αττική διάλεκτος, με ένα ισχυρό πολιτικό κέντρο (την πόλη-κράτος της Αθήνας).
Επιπλέον, οι πληροφορίες που διαθέτουμε για τις αρχαίες διαλέκτους δεν κατανέμονται ισόποσα στον χρόνο. Έτσι, για ορισμένες διαλέκτους (όπως λ.χ. η κρητική) έχουμε μαρτυρίες (δηλαδή επιγραφές) από τον 7ο αιώνα π.Χ. Για άλλες (όπως η αρκαδική) από τον 6ο αιώνα π.Χ. και για άλλες (όπως η παμφυλιακή) μόνο από τον 4ο αιώνα π.Χ.
Η Ελληνική Αρχαιότητα: ΙII. ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΕΠΟΧΗ 5. Από τον Αλέξανδρο στον Πύρρο
5.5. Εάν ο Αλέξανδρος είχε περάσει στην ΙταλίαΘύμα δυναστικών συγκρούσεων, ο Πύρρος είχε ζήσει περιπετειώδη παιδικά χρόνια. Έγινε για πρώτη φορά βασιλιάς της Ηπείρου δώδεκα ετών, αλλά στα δεκαεπτά του έχασε τον θρόνο και μπήκε στην υπηρεσία του Δημητρίου Πολιορκητή. Διακρίθηκε στη μάχη της Ιψού και παρέμεινε στην υπηρεσία του προστάτη του μετά την ήττα. Όταν ο Δημήτριος ήρθε σε συμφωνία με τον Πτολεμαίο, ο Πύρρος παραδόθηκε στην Αίγυπτο ως όμηρος. Με τη βοήθεια του Πτολεμαίου ξανακέρδισε το βασίλειό του, στην αρχή συμβασιλεύοντας και στη συνέχεια ως απόλυτος μονάρχης. Η επιγαμία του με τον οίκο του Αγαθοκλή τού απέφερε επίσης κυριαρχία στην Κέρκυρα. Ήταν πλέον αρκετά ισχυρός ώστε να διεκδικήσει ακόμη και το βασίλειο της Μακεδονίας. Στη Βέροια κατατρόπωσε τον Δημήτριο, χωρίς να δώσει μάχη, και μοιράστηκε τη Μακεδονία με τον Λυσίμαχο. Σύντομα ωστόσο υποχρεώθηκε να περιοριστεί πάλι στην Ήπειρο.
Μια νέα περίοδος άρχισε στη ζωή του Πύρρου όταν το 280 τον προσκάλεσαν οι κάτοικοι του Τάραντα και άλλων ελληνικών πόλεων στην Κάτω Ιταλία να ηγηθεί στον αγώνα τους εναντίον των Ρωμαίων. Ο Πύρρος αποδέχθηκε την πρόσκληση με την ελπίδα όχι μόνο να νικήσει τους Ρωμαίους που απειλούσαν τους Έλληνες, αλλά να κυριαρχήσει στη Σικελία και να αναλάβει τον παλαιό αγώνα εναντίον των Καρχηδονίων. Αφού συγκέντρωσε τον κατάλληλο μεταφορικό στόλο, επιβίβασε 3.000 ιππείς, 20.000 πεζούς, 2.000 τοξότες, 500 σφενδονιστές και 20 ελέφαντες. Έχασε ωστόσο το μεγαλύτερο μέρος του στρατού σε θαλασσοταραχή και υποχρεώθηκε να βασιστεί κυρίως στα στρατεύματα που ήταν διατεθειμένοι να προσφέρουν αυτοί που τον προσκάλεσαν.
Πολεμώντας εναντίον των Ρωμαίων, ο Πύρρος διαπίστωσε την τρομερή πειθαρχία και το πείσμα των εχθρών του. Κατάφερε όμως να τους νικήσει σε αποφασιστικές μάχες, χάρη στην ανδρεία του και τους ελέφαντες που φαίνεται ότι έπαιρναν για πρώτη φορά μέρος στις στρατιωτικές συγκρούσεις της Ιταλίας. Οι αναμετρήσεις, ωστόσο, ήταν πολύνεκρες, και μόνο οι Ρωμαίοι διέθεταν επαρκείς εφεδρείες. Ο Πύρρος ισχυρίστηκε, καθώς λέγεται, ότι μία ακόμη τέτοια νίκη εναντίον των Ρωμαίων θα τον κατέστρεφε παντελώς.
Οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι είχαν ήδη αναμετρηθεί στην Ιταλία πριν από την άφιξη του Πύρρου, αλλά δεν γνωρίζονταν καλά μεταξύ τους. Οι Ρωμαίοι ήταν πληροφορημένοι για τον Αλέξανδρο και τα απίστευτα κατορθώματά του. Ορισμένοι ήθελαν να πιστεύουν ότι, αν είχε περάσει στην Ιταλία, θα μπορούσαν να τον νικήσουν και να κατακτήσουν αιώνια δόξα. Έτσι, κάθε συμβιβασμός με τον Πύρρο τούς φαινόταν αδιανόητος. Στις διαπραγματεύσεις που διεξήγαγαν με τον απεσταλμένο του, έναν μαθητή του Δημοσθένη, έδειξαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ελληνική φιλοσοφία. Τη μεγαλύτερη εντύπωση τους προξένησε η διδασκαλία του Επίκουρου, η οποία σημείωνε επιτυχία ακόμη και στους στρατιωτικούς κύκλους των Μακεδόνων. Θεώρησαν παράδοξο να πιστεύει κανείς, όπως ο Επίκουρος, ότι οι θεοί δεν ενδιαφέρονται για τα ανθρώπινα και ταυτοχρόνως να μάχεται, όπως ο Πύρρος.
Οι Έλληνες, από την πλευρά τους, προβληματίστηκαν για τις αιτίες της ρωμαϊκής πειθαρχίας και αποφασιστικότητας. Ο απεσταλμένος του Πύρρου τις αναζήτησε στο πολίτευμα (όπως άλλωστε και αρκετοί Έλληνες ύστερα από αυτόν). Η Σύγκλητος του έδωσε την εντύπωση ενός συνεδρίου με πολλούς βασιλείς. Οι δύο πλευρές πάντως, σύμφωνα με την παράδοση που διασώθηκε, αισθάνθηκαν η μία για την άλλη περισσότερο δέος και θαυμασμό παρά μίσος.
Για να αντιμετωπίσουν τον κίνδυνο, οι Ρωμαίοι συμμάχησαν με τους Καρχηδόνιους, και αυτοί με τη σειρά τους επιτέθηκαν με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα εναντίον των Ελλήνων της Σικελίας. Οι πολιορκημένοι Συρακούσιοι έσπευσαν να προσκαλέσουν τον Πύρρο, που είχε άλλωστε παντρευτεί θυγατέρα του Αγαθοκλή. Έτσι, δύο περίπου χρόνια μετά από την άφιξή του στην Ιταλία, ο Πύρρος πέρασε στη Σικελία και άρχισε να κατατροπώνει τους Καρχηδόνιους του νησιού, πολεμώντας συχνά ο ίδιος στην πρώτη γραμμή. Οι Συρακούσιοι, ωστόσο, και οι άλλοι Έλληνες της Σικελίας σύντομα αντιλήφθηκαν ότι δεν ήταν διατεθειμένοι να υποβληθούν στους κόπους και την πειθαρχία που απαιτούσε αυτή η αναμέτρηση. Στη συμπεριφορά του Πύρρου είδαν περισσότερο έναν τύραννο παρά έναν ελευθερωτή. Ορισμένοι άρχισαν να συμμαχούν με τους Καρχηδόνιους. Ο Πύρρος αποφάσισε να επιστρέψει στην Ιταλία, αλλά αυτή τη φορά ηττήθηκε από τους Ρωμαίους. Ύστερα από αγώνες έξι χρόνων, χωρίς επαρκή υποστήριξη και χωρίς χρήματα, επιβιβάστηκε στα πλοία του και αναχώρησε για την Ήπειρο μόνο με 8.000 πεζούς και 500 ιππείς. Στη Μακεδονία βασίλευε πλέον ο Αντίγονος Γονατάς.
Αξιοποιώντας Γαλάτες πολεμιστές, ο Πύρρος άρχισε να κάνει επιδρομές στη Μακεδονία, φέρνοντας κάποτε τον Αντίγονο σε πολύ δύσκολη θέση. Το 272 ωστόσο του παρουσιάστηκε μια νέα ευκαιρία. Αποδέχθηκε την πρόσκληση ενός επιφανούς Σπαρτιάτη που είχε παραμεριστεί από τη διαδοχή και ανέλαβε να τον αποκαταστήσει. Το μέγεθος του στρατού του βεβαίωνε ότι πραγματικός του στόχος ήταν ολόκληρη η Πελοπόννησος.
Η Σπάρτη βρέθηκε απροετοίμαστη, καθώς ο βασιλιάς της Άρευς Α' (309-265), που φαίνεται ότι βασίλευε μόνος εκείνη την εποχή, απουσίαζε σε στρατιωτικές επιχειρήσεις στην Κρήτη. Αλλά δεν είχε χάσει το παλαιό της πείσμα. Την πρόχειρη οχύρωση της πόλης ανέλαβαν γυναίκες και γέροντες, αφήνοντας την άμυνα σε νεαρούς πολεμιστές. Στις σκληρές μάχες που ακολούθησαν στις εισόδους της πόλης -η Σπάρτη εξακολουθούσε να μη διαθέτει τείχη- οι γυναίκες παρέμειναν παρούσες, υποβοηθώντας τους άνδρες ακόμη και στα πολεμικά έργα. Ο χρόνος που κέρδισαν με την αυτοθυσία τους οι Σπαρτιάτες αποδείχθηκε σωτήριος. Την ύστατη ώρα κατέφθασαν ενισχύσεις από τον Αντίγονο Γονατά, καθώς επέστρεφε και ο βασιλιάς τους με τους πολεμιστές. Τις επιχειρήσεις αυτές περιέγραψε με λεπτομέρειες, μεταξύ άλλων, ο Ιερώνυμος, ο οποίος άλλωστε είχε οριστεί από τον Δημήτριο Πολιορκητή για ένα διάστημα επιμελητής και αρμοστής της Βοιωτίας. Από τη χαμένη του αφήγηση αντέγραψε ο Πλούταρχος.
Ο Πύρρος αναγκάστηκε να αποτραβηχτεί, αλλά δεν εγκατέλειψε την Πελοπόννησο. Προσπάθησε να εκμεταλλευτεί μια άλλη εσωτερική σύγκρουση για να κατακτήσει το Άργος και εισέβαλε στην πόλη με ένα μέρος του στρατού του. Οι ελέφαντες ωστόσο που τον συνόδευαν αποδείχθηκαν ακατάλληλοι για οδομαχίες. Προκάλεσαν τον πανικό και εμπόδισαν ακόμη και την υποχώρηση. Από τη στέγη του σπιτιού της μια ηλικιωμένη γυναίκα που προσπαθούσε να σώσει τον γιο της πέταξε ένα κεραμίδι και κατάφερε να σκοτώσει τον Πύρρο, που τελείωσε έτσι άδοξα μια περιπετειώδη ζωή. Οι σύγχρονοί του θεώρησαν ότι, μετά τον Αλέξανδρο, αυτός ήταν ο μεγαλύτερος στρατηγός που είχε αναδείξει η ταραγμένη εποχή. Την τιμητική του ταφή ανέλαβε ο ίδιος ο Αντίγονος Γονατάς.
Την ίδια χρονιά οι Ρωμαίοι κατέκτησαν τον Τάραντα και σύντομα τις υπόλοιπες ελληνικές πόλεις της Κάτω Ιταλίας. Στη Σικελία, ωστόσο, ο Ιέρων Β', που αναδείχθηκε ηγέτης, ανέλαβε σημαντικές πρωτοβουλίες.
Ο Αντίγονος εδραιώθηκε στη Μακεδονία και από εκεί ασκούσε έλεγχο σε μεγάλο τμήμα του ελληνικού κόσμου. Κύριες βάσεις του ήταν η Χαλκίδα, η Κόρινθος και η Δημητριάδα στον Παγασητικό κόλπο, στις οποίες διατηρούσε φρουρές. Εξουσίαζε ωστόσο και τον Πειραιά, καθώς επίσης διάφορες πόλεις στην Πελοπόννησο, επιβάλλοντας τυράννους της επιλογής του. Για την ανάκτηση του λιμανιού της, η Αθήνα κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια. Μετά τον θάνατο του Πύρρου, το κυριότερό της στήριγμα έγινε ο Πτολεμαίος Β'.
Ο Πτολεμαίος είχε δαπανήσει πολύ χρόνο και κόπο πολεμώντας εναντίον του Αντίοχου. Το μόνιμο ζήτημα αντιπαράθεσης των βασιλείων τους ήταν η κατοχή της Κοίλης Συρίας, που αποτελούσε ζωτικό χώρο και για τα δύο. Σε μια σειρά συγκρούσεων από το 275 έως το 271, που ονομάστηκαν Πρώτος Συριακός Πόλεμος, η Αίγυπτος διατήρησε την εξουσία στα εδάφη που είχε κατακτήσει ο Πτολεμαίος Α'. Ο Πτολεμαίος Β' ήταν πλέον ελεύθερος να ασχοληθεί συστηματικότερα με τις ελληνικές υποθέσεις.
Με κοινό σύνθημα την απελευθέρωση των Ελλήνων, δηλαδή την εκδίωξη από τις ελληνικές πόλεις των φρουρών και των τυράννων που είχε επιβάλει ο Αντίγονος Γονατάς, ο Πτολεμαίος, οι Αθηναίοι και οι Σπαρτιάτες συνέπτυξαν το 268 συμμαχία. Ο Πτολεμαίος ήθελε να περιορίσει τη δύναμη του Αντίγονου, η Αθήνα να ανακτήσει τον Πειραιά, η Σπάρτη να διευρύνει την επιρροή της στην Πελοπόννησο. Στη συμμαχία εντάχθηκαν και αρκετές πελοποννησιακές πόλεις, η Αχαϊκή Συμπολιτεία που είχε ιδρυθεί προσφάτως και ορισμένες κρητικές πόλεις. Αμέσως σχεδόν άρχισαν οι συγκρούσεις με τη Μακεδονία, σε έναν πόλεμο που έμεινε γνωστός ως Χρεμωνίδειος, από το όνομα του Αθηναίου εισηγητή της συμμαχίας. Αλλά η Αίγυπτος δεν μπόρεσε να προσφέρει επαρκή βοήθεια, ενώ άλλες ελληνικές πόλεις δεν έδειξαν μεγάλη προθυμία να συνεργαστούν στην κοινή υπόθεση της ελευθερίας. Οι Σπαρτιάτες πολέμησαν με πείσμα, και ο βασιλιάς τους Άρευς έπεσε μαχόμενος έξω από την Κόρινθο. Οι Αθηναίοι επίσης συνέχισαν να πολεμούν, ακόμη και χωρίς συμμάχους, υπέκυψαν ωστόσο το 263 και υποχρεώθηκαν πάλι να δεχτούν μακεδονική φρουρά και τον εγγονό του Αντίγονου Γονατά ως διοικητή.
«Σού απαγορεύω»: Η πιο επικίνδυνη φράση του έρωτα
Οι άνθρωποι είμαστε ανεξάρτητα όντα. Έχουμε λόγο, σκέψη, κρίση και τα χρησιμοποιούμε όλα. Άλλες φορές μάς βγαίνει σε καλό κι άλλες όχι. Για όλα αυτά δε μας αρέσει καθόλου να μάς υποδεικνύουν οι γύρω μας τι να κάνουμε ή πώς πρέπει να το κάνουμε. Βγάζουμε μια αντίδραση στις υποδείξεις γιατί νιώθουμε πως δεν είμαστε επαρκείς κι έτσι οι άλλοι χρειάζεται να μάς συμβουλέψουν. Τα πράγματα χειροτερεύουν όταν εκείνος που μας λέει τι να κάνουμε και κυρίως τι να μην κάνουμε είναι ο σύντροφός μας.
Σε πολλές σχέσεις κάποιος παίρνει τα ηνία διότι θεωρεί πως είναι ανώτερος οπότε θέτει περιορισμούς και βάζει τελεσίγραφα. Τότε εμφανίζονται οι σούπερ μη υγιείς συμπεριφορές που εκδηλώνονται μέσω των φράσεων: «Σού απαγορεύω, αυτό σού απαγορεύεται να το (ξανά) κάνεις!» και πάει λέγοντας. «Συγγνώμη, για μισό λεπτό, τι κάνεις λέει; Μού απαγορεύεις;» ίσως αναρωτηθείς.
Ναι, καλά άκουσες σού απαγορεύει. Λες κι είσαι ένα μικρό, άμυαλο, ανώριμο παιδάκι που χρειάζεται όρια και που δεν έχει μάθει να σκέφτεται άρα είναι ανίκανο να αποφασίζει για τον εαυτό του και να επιλέγει το καλό για ‘κείνο. Καταπατάται λοιπόν, αν υποκύψεις σε τέτοιους ψυχολογικούς και άκρως ψυχοφθόρους εκβιασμούς, η ελεύθερη βούλησή σου και γίνεσαι ένα πλάσμα που υποκινείται από τις βούλες και τις ορέξεις του συντρόφου σου. Αν από την άλλη αντιδράσεις και φερθείς όπως αρμόζει, το πιο πιθανό είναι, αργά ή γρήγορα να αρχίσει το τέλος της σχέσης. Να αρχίσει! Διότι μια σχέση που ένας από τους δύο νιώθει την ανάγκη να επιβληθεί στον άλλον προκειμένου να διατηρηθεί και να σωθεί η σχέση είναι προφανέστατα μη ισότιμη και τής λείπει ο σεβασμός.
Με συνοπτικές διαδικασίες λοιπόν, λες ένα ειλικρινές ευχαριστώ για τις στιγμές, για τις αναμνήσεις και για το μάθημα, προσθέτεις ένα ωραιότατο αντίο και κοιτάς να βρεις έναν άνθρωπο που να σε θαυμάζει για την προσωπικότητά σου και να σε αποδέχεται όπως είσαι. Με λίγα λόγια, να σε καταλαβαίνει. Αν πάλι εκείνος που απαγορεύει είσαι εσύ, καλό είναι να κατανοήσεις πως οι σχέσεις είναι σαν τα τριαντάφυλλα, αν τούς στερήσεις το νερό και το οξυγόνο τους, δηλαδή το σεβασμό και την αγάπη και πας να τα κόψεις αφαιρώντας τους το δικαίωμα να συνεχίζουν να υπάρχουν όπως είναι εκ φύσεως, αυτά σε τρυπάνε με τα αγκάθια τους, σε πληγώνουν και πονάς.
Από την άλλη πλευρά αυτή η απαγόρευση μπορεί να είναι ακριβώς ο λόγος που μια σχέση θα δημιουργηθεί. Απαγορεύεται να αρνηθείς την πρότασή μου, απαγορεύεται να μη δεχθείς κι ένα σωρό ακόμη παρόμοιες συνέχειες της φράσης είναι ικανές να δημιουργήσουν την πρώτη σπίθα για να ξεκινήσει ένα ερωτικό ειδύλλιο το οποίο δομείται πάνω στο έξυπνο φλερτ και στην καθολική ανάγκη των ανθρώπων να δείξουν ποιος τελικά κάνει κουμάντο. Διότι πίσω από την αποδοχή ενός ραντεβού, πίσω από το ωραίο αίσθημα που δημιουργείται όταν κάποιος διεκδικεί φανερά κι ευθέως έναν άλλον άνθρωπο λανθάνει η καθολική κι εγωιστική ανάγκη των ανθρώπων να επιβληθούν πρώτοι σε εκείνον που νομίζουν πως θέλει να τούς επιβληθεί.
Πίσω από αυτό το παιχνίδι του φλερτ κρύβεται το παιχνίδι επιβολής. Η εξουσία είναι διεγερτική, κυρίως όταν δεν είσαι σίγουρος ότι την έχεις και την αποζητάς. Αυτό βέβαια δεν είναι απολύτως αρνητικό. Άλλωστε, οι σχέσεις χτίζονται πάνω στην εξουσία. Πάντα κάποιος έχει το πάνω χέρι .Το θέμα είναι να εναλλάσσεται κι εκείνος που την έχει να μην το εκμεταλλεύεται για να επιβληθεί στον άλλον. Εξουσία, σχέσεις, δύναμη κι έρωτας είναι όλα έννοιες αλληλένδετες. Στο χέρι του κάθε ένα από εμάς είναι να πυροδοτήσει τη θετική δυναμική τους δημιουργώντας σχέσεις ισότιμες που δε σκορπίζουν φόβο κι ανασφάλεια, μα αγάπη κι ικανοποίηση. Τότε η επιθυμία των δύο ατόμων συγκλίνει και δεν είναι άλλη από το να προστατεύσουν και να διατηρήσουν τη σχέση τους, από επιλογή κι όχι από φόβο.
Σε πολλές σχέσεις κάποιος παίρνει τα ηνία διότι θεωρεί πως είναι ανώτερος οπότε θέτει περιορισμούς και βάζει τελεσίγραφα. Τότε εμφανίζονται οι σούπερ μη υγιείς συμπεριφορές που εκδηλώνονται μέσω των φράσεων: «Σού απαγορεύω, αυτό σού απαγορεύεται να το (ξανά) κάνεις!» και πάει λέγοντας. «Συγγνώμη, για μισό λεπτό, τι κάνεις λέει; Μού απαγορεύεις;» ίσως αναρωτηθείς.
Ναι, καλά άκουσες σού απαγορεύει. Λες κι είσαι ένα μικρό, άμυαλο, ανώριμο παιδάκι που χρειάζεται όρια και που δεν έχει μάθει να σκέφτεται άρα είναι ανίκανο να αποφασίζει για τον εαυτό του και να επιλέγει το καλό για ‘κείνο. Καταπατάται λοιπόν, αν υποκύψεις σε τέτοιους ψυχολογικούς και άκρως ψυχοφθόρους εκβιασμούς, η ελεύθερη βούλησή σου και γίνεσαι ένα πλάσμα που υποκινείται από τις βούλες και τις ορέξεις του συντρόφου σου. Αν από την άλλη αντιδράσεις και φερθείς όπως αρμόζει, το πιο πιθανό είναι, αργά ή γρήγορα να αρχίσει το τέλος της σχέσης. Να αρχίσει! Διότι μια σχέση που ένας από τους δύο νιώθει την ανάγκη να επιβληθεί στον άλλον προκειμένου να διατηρηθεί και να σωθεί η σχέση είναι προφανέστατα μη ισότιμη και τής λείπει ο σεβασμός.
Με συνοπτικές διαδικασίες λοιπόν, λες ένα ειλικρινές ευχαριστώ για τις στιγμές, για τις αναμνήσεις και για το μάθημα, προσθέτεις ένα ωραιότατο αντίο και κοιτάς να βρεις έναν άνθρωπο που να σε θαυμάζει για την προσωπικότητά σου και να σε αποδέχεται όπως είσαι. Με λίγα λόγια, να σε καταλαβαίνει. Αν πάλι εκείνος που απαγορεύει είσαι εσύ, καλό είναι να κατανοήσεις πως οι σχέσεις είναι σαν τα τριαντάφυλλα, αν τούς στερήσεις το νερό και το οξυγόνο τους, δηλαδή το σεβασμό και την αγάπη και πας να τα κόψεις αφαιρώντας τους το δικαίωμα να συνεχίζουν να υπάρχουν όπως είναι εκ φύσεως, αυτά σε τρυπάνε με τα αγκάθια τους, σε πληγώνουν και πονάς.
Από την άλλη πλευρά αυτή η απαγόρευση μπορεί να είναι ακριβώς ο λόγος που μια σχέση θα δημιουργηθεί. Απαγορεύεται να αρνηθείς την πρότασή μου, απαγορεύεται να μη δεχθείς κι ένα σωρό ακόμη παρόμοιες συνέχειες της φράσης είναι ικανές να δημιουργήσουν την πρώτη σπίθα για να ξεκινήσει ένα ερωτικό ειδύλλιο το οποίο δομείται πάνω στο έξυπνο φλερτ και στην καθολική ανάγκη των ανθρώπων να δείξουν ποιος τελικά κάνει κουμάντο. Διότι πίσω από την αποδοχή ενός ραντεβού, πίσω από το ωραίο αίσθημα που δημιουργείται όταν κάποιος διεκδικεί φανερά κι ευθέως έναν άλλον άνθρωπο λανθάνει η καθολική κι εγωιστική ανάγκη των ανθρώπων να επιβληθούν πρώτοι σε εκείνον που νομίζουν πως θέλει να τούς επιβληθεί.
Πίσω από αυτό το παιχνίδι του φλερτ κρύβεται το παιχνίδι επιβολής. Η εξουσία είναι διεγερτική, κυρίως όταν δεν είσαι σίγουρος ότι την έχεις και την αποζητάς. Αυτό βέβαια δεν είναι απολύτως αρνητικό. Άλλωστε, οι σχέσεις χτίζονται πάνω στην εξουσία. Πάντα κάποιος έχει το πάνω χέρι .Το θέμα είναι να εναλλάσσεται κι εκείνος που την έχει να μην το εκμεταλλεύεται για να επιβληθεί στον άλλον. Εξουσία, σχέσεις, δύναμη κι έρωτας είναι όλα έννοιες αλληλένδετες. Στο χέρι του κάθε ένα από εμάς είναι να πυροδοτήσει τη θετική δυναμική τους δημιουργώντας σχέσεις ισότιμες που δε σκορπίζουν φόβο κι ανασφάλεια, μα αγάπη κι ικανοποίηση. Τότε η επιθυμία των δύο ατόμων συγκλίνει και δεν είναι άλλη από το να προστατεύσουν και να διατηρήσουν τη σχέση τους, από επιλογή κι όχι από φόβο.
Όλα όσα δεν πρέπει να λέγονται σε άτομα που έχουν κατάθλιψη
Η κατάθλιψη αποτελεί ένα φάσμα δυσάρεστων συναισθηματικών καταστάσεων, οι οποίες μπορεί να είναι φυσιολογικές ή παθολογικές. Πιο συγκεκριμένα, η κατάθλιψη μπορεί να είναι μία φυσιολογική διάθεση απέναντι στην απώλεια αγαπημένων προσώπων, ένα σύμπτωμα, ως αντίδραση στο άγχος, ή μια αντίδραση ασθενών με οργανικά ή ψυχιατρικά προβλήματα. Κάποιες φορές, όμως, πρόκειται για μία σοβαρή ψυχιατρική διαταραχή ή σύνδρομο, όπως είναι η Μείζων Καταθλιπτική Διαταραχή.
Δεν αποτελεί ένα απλό συναίσθημα. Είναι η κατάσταση εκείνη που βιώνει το άτομο, κατά την οποία η στενοχώρια εδραιώνεται στη ψυχή του και δεν επηρεάζεται ακόμη και από ευχάριστα γεγονότα που συμβαίνουν γύρω του. Εμποδίζει την συνήθη λειτουργικότητά του και επιμένει για αρκετές εβδομάδες, μήνες ή και χρόνια.
Μπορεί να διαγνωστεί σε άτομα όλων των ηλικιών, κοινωνικο-οικονομικών στρωμάτων, φύλων και μορφωτικών επιπέδων.
Αιτίες που προκαλούν κατάθλιψη
Οι πιο συχνοί παράγοντες που διαμορφώνουν όλο το φάσμα της κατάθλιψης είναι οι νευροενδοκρινικές διαταραχές, το οικογενειακό περιβάλλον, ψυχοκοινωνικοί παράγοντες (απώλεια προσώπου, ξαφνικός χωρισμός, απώλεια εργασίας), η κληρονομικότητα, τα ψυχοτραυματικά γεγονότα της ζωής του ατόμου, οι προδιαθεσικές καταστάσεις, κάποια σωματικά νοσήματα όπως η δυσλειτουργία του θυρεοειδή, παθήσεις του κεντρικού νευρικού συστήματος, οι οποίες μπορεί να επηρεάσουν το συναίσθημα, μορφές καρκινικής νόσου, φαρμακολογικές ή ψυχοδραστικές ουσίες και σημαντικοί ψυχοπαθολογικοί παράγοντες.
Οι παραπάνω αιτίες και παράγοντες ωθούν το άτομο να διαμορφώσει μια συγκεκριμένη ιδέα για τον εαυτό του όπου χαρακτηρίζεται από αρνητισμό.
Πρώτα συμπτώματα κατάθλιψης
Σύμφωνα με την Ψυχολόγο Ελένη Μαυρουκλή σε άρθρο της για τα πρώτα σημάδια της κατάθλιψης αναφέρει: «Συχνά συμβαίνουν στη ζωή μας γεγονότα που μας κάνουν να χάνουμε την διάθεσή μας και να νιώθουμε αβοήθητοι, απελπισμένοι και χωρίς ενδιαφέρον. Άλλες πάλι φορές μπορεί να νιώθουμε θλιμμένοι κάποια περίοδο χωρίς να έχει προηγηθεί κάποιο συγκεκριμένο γεγονός.
Αν και στην καθομιλουμένη χρησιμοποιούμε συχνά τον όρο «κατάθλιψη» για μια ποικιλία καταστάσεων που μας προκαλούν κακή διάθεση, οι ειδικοί κάνουν έναν σημαντικό διαχωρισμό μεταξύ των διαγνωστικών κατηγοριών που εμπίπτουν στις Καταθλιπτικές Διαταραχές και διαφοροποιούν σαφώς την Κλινική Κατάθλιψη (Μείζων Καταθλιπτική Διαταραχή) από τις καταθλιπτικές διαταραχές που δεν συναντούν όλα τα κριτήρια προκειμένου να τεθεί η διάγνωση της Μείζονος Καταθλιπτικής Διαταραχής.
Είναι πολύ σημαντικό να τονιστεί ότι αν νιώθετε τα συναισθήματα θλίψης και της έλλειψης ευχαρίστησης να επιμένουν για μεγάλο διάστημα και να σας προκαλούν σημαντική αλλαγή στην λειτουργικότητά σας στην καθημερινή και την εργασιακή σας ζωή τότε είναι πολύ σημαντικό να συμβουλευτείτε ειδικό Κλινικό Ψυχολόγο ή Ψυχίατρο προκειμένου να διερευνήσετε μαζί του καλύτερα και πιο εμπεριστατωμένα το ζήτημά σας».
Τι δεν πρέπει να λέμε… όταν κάποιος είναι αντιμέτωπος με την κατάθλιψη
'Ενας δικός μου άνθρωπος με κατάθλιψη με χρειάζεται, πως μπορώ να βοηθήσω;
Κάθε άνθρωπος είναι διαφορετικός. Έχει μια ξεχωριστή παιδική ηλικία και μοναδικά βιώματα που δεν μπορεί κανείς να κατανοήσει πλήρως. Μειώνοντας τη σημασία των συναισθημάτων του καταθλιπτικού ατόμου, κάνοντας το να ντρέπεται για όσα χωρίς να επιδιώκει αισθάνεται και λέγοντας του πως επιλέγει να περνά τη ζωή του μέσα στη «μαύρη τρύπα» της κατάθλιψης το μόνο που καταφέρνει κανείς είναι να το κάνει να νιώθει περισσότερες τύψεις, άγχος και απόγνωση.
Δεν αποτελεί ένα απλό συναίσθημα. Είναι η κατάσταση εκείνη που βιώνει το άτομο, κατά την οποία η στενοχώρια εδραιώνεται στη ψυχή του και δεν επηρεάζεται ακόμη και από ευχάριστα γεγονότα που συμβαίνουν γύρω του. Εμποδίζει την συνήθη λειτουργικότητά του και επιμένει για αρκετές εβδομάδες, μήνες ή και χρόνια.
Μπορεί να διαγνωστεί σε άτομα όλων των ηλικιών, κοινωνικο-οικονομικών στρωμάτων, φύλων και μορφωτικών επιπέδων.
Αιτίες που προκαλούν κατάθλιψη
Οι πιο συχνοί παράγοντες που διαμορφώνουν όλο το φάσμα της κατάθλιψης είναι οι νευροενδοκρινικές διαταραχές, το οικογενειακό περιβάλλον, ψυχοκοινωνικοί παράγοντες (απώλεια προσώπου, ξαφνικός χωρισμός, απώλεια εργασίας), η κληρονομικότητα, τα ψυχοτραυματικά γεγονότα της ζωής του ατόμου, οι προδιαθεσικές καταστάσεις, κάποια σωματικά νοσήματα όπως η δυσλειτουργία του θυρεοειδή, παθήσεις του κεντρικού νευρικού συστήματος, οι οποίες μπορεί να επηρεάσουν το συναίσθημα, μορφές καρκινικής νόσου, φαρμακολογικές ή ψυχοδραστικές ουσίες και σημαντικοί ψυχοπαθολογικοί παράγοντες.
Οι παραπάνω αιτίες και παράγοντες ωθούν το άτομο να διαμορφώσει μια συγκεκριμένη ιδέα για τον εαυτό του όπου χαρακτηρίζεται από αρνητισμό.
- Θεωρεί τον εαυτό του ανάξιο και πιστεύει πως δεν έχει τις ικανότητες να αλλάξει τη ζωή του γιατί δεν αξίζει να το κάνει.
- Δεν κάνει σχέδια για το μέλλον γιατί πιστεύει ότι δεν υπάρχει λόγος καθώς δεν θα βιώσει όμορφες και ευτυχισμένες στιγμές.
- Το συναίσθημα της δυστυχίας καλύπτει σαν ένα βαρύ πέπλο κάθε δραστηριότητα και σκέψη και το άτομο είναι πεπεισμένο πως δεν μπορεί να κάνει τίποτα για να αλλάξει την κατάσταση.
- Έχει καταληφθεί από ματαιότητα και απελπισία.
Πρώτα συμπτώματα κατάθλιψης
Σύμφωνα με την Ψυχολόγο Ελένη Μαυρουκλή σε άρθρο της για τα πρώτα σημάδια της κατάθλιψης αναφέρει: «Συχνά συμβαίνουν στη ζωή μας γεγονότα που μας κάνουν να χάνουμε την διάθεσή μας και να νιώθουμε αβοήθητοι, απελπισμένοι και χωρίς ενδιαφέρον. Άλλες πάλι φορές μπορεί να νιώθουμε θλιμμένοι κάποια περίοδο χωρίς να έχει προηγηθεί κάποιο συγκεκριμένο γεγονός.
Αν και στην καθομιλουμένη χρησιμοποιούμε συχνά τον όρο «κατάθλιψη» για μια ποικιλία καταστάσεων που μας προκαλούν κακή διάθεση, οι ειδικοί κάνουν έναν σημαντικό διαχωρισμό μεταξύ των διαγνωστικών κατηγοριών που εμπίπτουν στις Καταθλιπτικές Διαταραχές και διαφοροποιούν σαφώς την Κλινική Κατάθλιψη (Μείζων Καταθλιπτική Διαταραχή) από τις καταθλιπτικές διαταραχές που δεν συναντούν όλα τα κριτήρια προκειμένου να τεθεί η διάγνωση της Μείζονος Καταθλιπτικής Διαταραχής.
Είναι πολύ σημαντικό να τονιστεί ότι αν νιώθετε τα συναισθήματα θλίψης και της έλλειψης ευχαρίστησης να επιμένουν για μεγάλο διάστημα και να σας προκαλούν σημαντική αλλαγή στην λειτουργικότητά σας στην καθημερινή και την εργασιακή σας ζωή τότε είναι πολύ σημαντικό να συμβουλευτείτε ειδικό Κλινικό Ψυχολόγο ή Ψυχίατρο προκειμένου να διερευνήσετε μαζί του καλύτερα και πιο εμπεριστατωμένα το ζήτημά σας».
Τι δεν πρέπει να λέμε… όταν κάποιος είναι αντιμέτωπος με την κατάθλιψη
- Μα όλα καλά σου πάνε. Ποιο είναι το πρόβλημα σου;
- Δεν κουράστηκες να είσαι συνέχεια έτσι;
- Εσύ πρέπει να δώσεις την ώθηση στον εαυτό σου και να βγεις από όλο αυτό.
- Όλα είναι μέσα στο μυαλό σου. Κακώς είσαι έτσι.
- Νόμιζα πως είσαι δυνατός/ δυνατή αλλά έκανα λάθος.
- Κάνεις σα μικρό παιδί.
- Δε βαρέθηκες να λυπάσαι τον εαυτό σου;
- Η ευτυχία είναι επιλογή.
- Νομίζεις ότι εσύ έχεις προβλήματα. Που να ακούσεις τα δικά μου.
- Και για αυτό είσαι έτσι; Σιγά!
- Να δοκιμάσεις γιόγκα/ βιταμίνες/ προσευχή κ.α. κα θα σου περάσει. Το έκανα εγώ και είμαι μια χαρά.
- Είμαστε οι σκέψεις μας. Αν αρχίσεις να σκέφτεσαι θετικά όλα θα πάνε καλά.
- Μην τον/ την πιστεύεται. Τα κάνει όλα για να τραβήξει την προσοχή.
- Αν θέλεις να σταματήσεις να νιώθεις έτσι πάψε να το σκέφτεσαι.
- Μου φαίνεται πως σου αρέσει να νιώθεις έτσι.
- Δεν προσπαθείς αρκετά.
- Έχουμε βαρεθεί να σε βλέπουμε σε αυτή τη κατάσταση.
- Σε νιώθω. Και εγώ είχα περάσει πολύ δύσκολα όταν…
- Τι να πει και η μαμά σου, που έχει περάσει τόσα. Τα δικά σου δεν είναι τίποτα.
'Ενας δικός μου άνθρωπος με κατάθλιψη με χρειάζεται, πως μπορώ να βοηθήσω;
- Να του πούμε αυτό που νιώθουμε: «Είμαι εδώ και θέλω να σε βοηθήσω».
- Να ρωτήσουμε τον φίλο/αδερφό/γονέα/συνάδελφο που πάσχει από Καταθλιπτική Διαταραχή τι μπορούμε να κάνουμε για να τον βοηθήσουμε.
- Να τον διαβεβαιώσουμε ότι δεν φέρει καμία ευθύνη για αυτό που του συμβαίνει.
- Όταν μας λέει κάτι σε σχέση με το θέμα που αντιμετωπίζει να τον κατανοούμε και να τον συναισθανόμαστε, να είμαστε παρόν και να τον ακούμε πραγματικά.
- Δώστε του χρόνο και κάντε υπομονή.
Κάθε άνθρωπος είναι διαφορετικός. Έχει μια ξεχωριστή παιδική ηλικία και μοναδικά βιώματα που δεν μπορεί κανείς να κατανοήσει πλήρως. Μειώνοντας τη σημασία των συναισθημάτων του καταθλιπτικού ατόμου, κάνοντας το να ντρέπεται για όσα χωρίς να επιδιώκει αισθάνεται και λέγοντας του πως επιλέγει να περνά τη ζωή του μέσα στη «μαύρη τρύπα» της κατάθλιψης το μόνο που καταφέρνει κανείς είναι να το κάνει να νιώθει περισσότερες τύψεις, άγχος και απόγνωση.
Τα κλειδιά της σύνδεσης για ευτυχισμένα ζευγάρια
Όσον αφορά στα ζευγάρια είναι πολύ σημαντικό να κατανοήσουμε ότι η συμβίωση μοιάζει με ένα υπέροχο λουλούδι, το οποίο χρειάζεται φροντίδα αλλά και αγάπη, στοργή για να μπορέσει να αναπτυχθεί, να ευωδιάσει και να αποδώσει καρπούς.
Οι άνθρωποι όταν συμβιώνουν χρειάζεται να συνειδητοποιούν ότι η συμβίωση, μα πάνω από όλα η αγάπη, έχει μυστικά που οδηγούν στην ευτυχία αρκεί να μπορούμε να βάζουμε όρια και κανόνες.
Ο σεβασμός στις συντροφικές σχέσεις
Πρώτο κλειδί της ευτυχίας για τα ζευγάρια είναι ο σεβασμός. Είναι πολύ σημαντικό στο πρόσωπο του ανθρώπου που αγαπάμε να βλέπουμε μία μοναδική και ανεπανάληπτη ανθρώπινη οντότητα, να τον σεβόμαστε ως άνθρωπο, να τον εκτιμούμε και να φροντίζουμε ακόμα και σε στιγμές που η κατάσταση είναι τεταμένη και υπάρχουν διαμάχες αλλά και διαφωνίες να επιλύονται με γνώμονα το διάλογο και την ενσυναίσθηση και πάντοτε με σεβασμό.
Ας προσέξουμε ότι εάν πούμε λόγια τα οποία θα πικράνουν τον άνθρωπο που αγαπάμε ας είμαστε σίγουροι ότι ο άνθρωπος αυτός δεν θα μπορέσει να βγάλει τα λόγια αυτά από τη μνήμη του και από την ψυχή του.
Το πιθανότερο είναι όπως δείχνουν και ψυχολογικές έρευνες και μελέτες σε μία στιγμή εκνευρισμού ή αυθεντικής ειλικρίνειας να μας μιλήσει και να μας πει ότι «εμένα με έχεις πληγώσει με τα λόγια που έχεις εκφράσει εις βάρος μου». Σχέση, λοιπόν, είναι ένα λουλούδι που χρειάζεται φροντίδα για να μπορέσει να αναπτυχθεί, χρειάζεται την προστασία του σεβασμού.
Η σημασία της εμπιστοσύνης
Επόμενο κλειδί για τις ευτυχισμένες σχέσεις είναι η εμπιστοσύνη. Σε αγαπώ σημαίνει μπορώ να σε εμπιστευτώ. Αφήνω την καρδιά μου ελεύθερη να προσφέρει, να εκφράσει τα συναισθήματά της, την αγάπη τον θαυμασμό της, τον ενθουσιασμό της. Δεν καταπιέζομαι, επιτρέπω στον εαυτό μου να γίνω ευάλωτος.
Μοιάζει η αγάπη με ένα σπίτι που ανοίγει διάπλατα τις πόρτες και τα παράθυρα στο φως να ζεσταθεί η ατμόσφαιρα και οι καρδιές να ανοίξουν από την θέρμη της αγάπης και του έρωτα.Υπάρχει περίπτωση να πληγωθώ, μπορεί ο άλλος να κάνει κάτι το οποίο θα με πληγώσει όμως αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να πάρω το ρίσκο και να εμπιστευτώ και να αγαπήσω. Έρωτας και αγάπη χωρίς εμπιστοσύνη δεν υφίστανται.
Η εμπιστοσύνη είναι απαραίτητη για να κάνω το άλμα και να μπορέσω να σε συναντήσω, να σε αγκαλιάσω, να συνδεθώ μαζί σου και να σε αγαπήσω.
Χρειάζεται, λοιπόν, να μπορεί ο ένας να εμπιστεύεται το πρόσωπο του άλλου πραγματικά, να ανοίγει την ψυχή του. Να αισθανόμαστε ότι ο άνθρωπος που αγαπάμε ακουμπάει και αγγίζει κάθε κύτταρο της καρδιάς μας.
Διάλογος και ενεργητική ακρόαση
Επόμενα κλειδιά μιας ευτυχισμένης σχέσης είναι ο διάλογος και ενεργητική ακρόαση. Αγαπώ σημαίνει μπορώ να σε ακούσω προσεκτικά, σου δίνω το χώρο και το χρόνο που χρειάζεσαι για να εκφράσεις όλα όσα επιθυμείς. Είμαι εδώ παρών για εσένα, μπορώ να διαθέσω χρόνο για εσένα.
Στη σημερινή εποχή που όλοι οι άνθρωποι έχουν ποικίλες υποχρεώσεις συνέχεια τα ζευγάρια παραπονιούνται ότι δεν έχουν χρόνο να συναντηθούν. Εάν όμως το ζευγάρι δεν συναντιέται δεν μπορεί και να συνδεθεί. Εάν δεν συναντιόμαστε να συζητήσουμε από κοντά να μιλήσουμε, να συναντιούνται τα βλέμματά μας, να μπορέσω να σε ακούσω και να με ακούσεις, να σε ακουμπήσω και να πιάσω το χέρι σου να σε αγκαλιάσω τότε πώς θα γίνεται επικοινωνήσουμε πραγματικά;
Η αγάπη χρειάζεται ενεργητική ακρόαση χρειάζεται ενσυναίσθηση. Ενσυναίσθηση σημαίνει ότι δεν φαντάζομαι πως θα λειτουργούσα εγώ αν ήμουν στη θέση σου αλλά προσπαθώ να δω τον κόσμο μέσα από τα δικά σου μάτια, προσπαθώ να καταλάβω εσύ πως αισθάνεσαι, εσένα ποια είναι τα συναισθήματά σου. Προσπαθώ να αφουγκραστώ τον ήχο της ψυχής σου αλλά και της καρδιάς σου και αυτό πάντοτε είναι συγκινητικό και πάντοτε ακούμπα και τις πιο λεπτές χορδές της ψυχής του ανθρώπου που αγαπάμε.
Η ανάγκη της διάκρισης
Επόμενο κλειδί της ευτυχίας των ζευγαριών είναι να συνειδητοποιώ και να αντιλαμβάνομαι ότι όταν μία κατάσταση είναι τεταμένη χρειάζεται και οι δύο να δουλέψουμε. Αυτό σημαίνει ότι όταν σε βλέπω και είσαι σε ένταση, όταν βλέπω ότι είσαι υπερβολικά αγχωμένος, προβληματισμένος να μπορώ να καταλάβω ότι αυτή δεν είναι μία καλή στιγμή για να το συζητήσουμε. Να μπορώ να σου δώσω αέρα να αναπνεύσεις και χώρο για να σκεφτείς, να ηρεμήσεις και αργότερα να επανέλθουμε την κατάλληλη στιγμή για να λύσουμε και να συζητήσουμε το θέμα.
Επίσης όταν αγαπάμε έναν άνθρωπο είναι πολύ σημαντικό να καταλάβουμε ότι ο άνθρωπος αυτός κουβαλά μέσα στην ψυχή του εμπειρίες, βιώματα, ίσως οικογενειακά τραύματα, πληγές και χρειάζεται λοιπόν να συμπεριφερθούμε με ευγένεια και με λεπτότητα ούτως ώστε το κάθε τι που βιώνει, που μας εκφράζει να το κατανοήσουμε μέσα από ένα άλλο πρίσμα. Να είσαι το βάλσαμο του άλλου είναι όμορφο.
Για να γίνεις όμως βάλσαμο χρειάζεται να γνωρίζεις την ψυχή του άλλου και ο μόνος τρόπος για να γίνει αυτό στα ζευγάρια είναι να σε αφήσω να με αγγίξεις, να σε αφήσω να κάνεις βουτιά στον εσωτερικό μου κόσμο και όχι να έχω ένα τείχος για να σου δείχνω μόνο τον καλό μου εαυτό. Σου επιτρέπω να συνδεθείς πραγματικά μαζί μου και τότε όταν σε καταλάβω και συνδεθείς πραγματικά μαζί μου τότε θα μπορέσουμε μαζί από κοινού χέρι-χέρι να πορευτούμε και οι δύο και να χαρίσουμε ένας τον άλλον ευτυχισμένες και όμορφες στιγμές.
Φρέσκος αέρας στη σχέση
Επόμενο κλειδί ευτυχίας είναι να φροντίζουμε εμείς οι δύο σαν ζευγάρι να δημιουργούμε όμορφες στιγμές και αναμνήσεις για εμάς τους ίδιους ως ζευγάρι.
Το γεγονός ότι η ζωή τρέχει, τα παιδιά έχουν τις δικές τους ανάγκες, ο καθένας έχει υποχρεώσεις δεν σημαίνει ότι το ζευγάρι θα επιτρέψει να λησμονηθεί η φροντίδα της σχέσης του. Το ζευγάρι χρειάζεται να φροντίζει τη σχέση σε καθημερινή βάση, ένα όμορφο λουλούδι, ένα μικρό ταξίδι ακόμα και ένας περίπατος κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου βοηθά στην πραγματική σύνδεση.
Να ανανεώνουν τον έρωτά τους με κάθε δυνατό τρόπο και μέσο, με πράγματα τα οποία τους ευχαριστούσαν στις αρχές της σχέσης τους και να μπορούν να εκφράζουν ο ένας στον άλλον τον έρωτά του. Πολλές φορές οι άνθρωποι παραπονιούνται ότι ο σύντροφός τους δεν τους εκδηλώνει την αγάπη που νιώθει για εκείνους. Γι' αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό να μπορούμε να εκφράζουμε τα συναισθήματά μας, να τροφοδοτούν τη σχέση.
Ευγνωμοσύνη
Τελευταίο και πολύ σημαντικό κλειδί της ευτυχίας είναι η ευγνωμοσύνη, να είμαι ευγνώμων σε σένα για αυτό που μου προσφέρεις. Να είσαι το δώρο μου και ο θησαυρός μου, δηλαδή στο δικό σου πρόσωπο να δω την ευλογία, το θείο δώρο που ήρθε σε εμένα και να προσπαθώ να σου το δείξω αυτό μέσα από τις πράξεις μου, τα συναισθήματά μου και με την όλη συμπεριφορά μου.
Εάν θεωρήσουμε ότι ο άνθρωπός μας είναι δεδομένος αυτό σημαίνει ότι αργά ή γρήγορα η σχέση οδεύει προς το τέλος.
Ο,τιδήποτε είναι δεδομένο γίνεται ζητούμενο. Είναι πολύ σημαντικό να μπορούμε να δούμε τον άνθρωπό μας ως ένα πολύτιμο δώρο, το οποίο και εμείς οι ίδιοι θα προσπαθήσουμε με τις πράξεις μας, με το σεβασμό, με το διάλογο να εκτιμήσουμε.
Η αγάπη έχει ένα δρόμο μυστικό, ένα δρόμο που οδηγεί στην ευτυχία. Χρειάζεται όμως πίστη, ελπίδα και σεβασμό για να δεις του έρωτα την μαγεία.
Οι άνθρωποι όταν συμβιώνουν χρειάζεται να συνειδητοποιούν ότι η συμβίωση, μα πάνω από όλα η αγάπη, έχει μυστικά που οδηγούν στην ευτυχία αρκεί να μπορούμε να βάζουμε όρια και κανόνες.
Ο σεβασμός στις συντροφικές σχέσεις
Πρώτο κλειδί της ευτυχίας για τα ζευγάρια είναι ο σεβασμός. Είναι πολύ σημαντικό στο πρόσωπο του ανθρώπου που αγαπάμε να βλέπουμε μία μοναδική και ανεπανάληπτη ανθρώπινη οντότητα, να τον σεβόμαστε ως άνθρωπο, να τον εκτιμούμε και να φροντίζουμε ακόμα και σε στιγμές που η κατάσταση είναι τεταμένη και υπάρχουν διαμάχες αλλά και διαφωνίες να επιλύονται με γνώμονα το διάλογο και την ενσυναίσθηση και πάντοτε με σεβασμό.
Ας προσέξουμε ότι εάν πούμε λόγια τα οποία θα πικράνουν τον άνθρωπο που αγαπάμε ας είμαστε σίγουροι ότι ο άνθρωπος αυτός δεν θα μπορέσει να βγάλει τα λόγια αυτά από τη μνήμη του και από την ψυχή του.
Το πιθανότερο είναι όπως δείχνουν και ψυχολογικές έρευνες και μελέτες σε μία στιγμή εκνευρισμού ή αυθεντικής ειλικρίνειας να μας μιλήσει και να μας πει ότι «εμένα με έχεις πληγώσει με τα λόγια που έχεις εκφράσει εις βάρος μου». Σχέση, λοιπόν, είναι ένα λουλούδι που χρειάζεται φροντίδα για να μπορέσει να αναπτυχθεί, χρειάζεται την προστασία του σεβασμού.
Η σημασία της εμπιστοσύνης
Επόμενο κλειδί για τις ευτυχισμένες σχέσεις είναι η εμπιστοσύνη. Σε αγαπώ σημαίνει μπορώ να σε εμπιστευτώ. Αφήνω την καρδιά μου ελεύθερη να προσφέρει, να εκφράσει τα συναισθήματά της, την αγάπη τον θαυμασμό της, τον ενθουσιασμό της. Δεν καταπιέζομαι, επιτρέπω στον εαυτό μου να γίνω ευάλωτος.
Μοιάζει η αγάπη με ένα σπίτι που ανοίγει διάπλατα τις πόρτες και τα παράθυρα στο φως να ζεσταθεί η ατμόσφαιρα και οι καρδιές να ανοίξουν από την θέρμη της αγάπης και του έρωτα.Υπάρχει περίπτωση να πληγωθώ, μπορεί ο άλλος να κάνει κάτι το οποίο θα με πληγώσει όμως αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να πάρω το ρίσκο και να εμπιστευτώ και να αγαπήσω. Έρωτας και αγάπη χωρίς εμπιστοσύνη δεν υφίστανται.
Η εμπιστοσύνη είναι απαραίτητη για να κάνω το άλμα και να μπορέσω να σε συναντήσω, να σε αγκαλιάσω, να συνδεθώ μαζί σου και να σε αγαπήσω.
Χρειάζεται, λοιπόν, να μπορεί ο ένας να εμπιστεύεται το πρόσωπο του άλλου πραγματικά, να ανοίγει την ψυχή του. Να αισθανόμαστε ότι ο άνθρωπος που αγαπάμε ακουμπάει και αγγίζει κάθε κύτταρο της καρδιάς μας.
Διάλογος και ενεργητική ακρόαση
Επόμενα κλειδιά μιας ευτυχισμένης σχέσης είναι ο διάλογος και ενεργητική ακρόαση. Αγαπώ σημαίνει μπορώ να σε ακούσω προσεκτικά, σου δίνω το χώρο και το χρόνο που χρειάζεσαι για να εκφράσεις όλα όσα επιθυμείς. Είμαι εδώ παρών για εσένα, μπορώ να διαθέσω χρόνο για εσένα.
Στη σημερινή εποχή που όλοι οι άνθρωποι έχουν ποικίλες υποχρεώσεις συνέχεια τα ζευγάρια παραπονιούνται ότι δεν έχουν χρόνο να συναντηθούν. Εάν όμως το ζευγάρι δεν συναντιέται δεν μπορεί και να συνδεθεί. Εάν δεν συναντιόμαστε να συζητήσουμε από κοντά να μιλήσουμε, να συναντιούνται τα βλέμματά μας, να μπορέσω να σε ακούσω και να με ακούσεις, να σε ακουμπήσω και να πιάσω το χέρι σου να σε αγκαλιάσω τότε πώς θα γίνεται επικοινωνήσουμε πραγματικά;
Η αγάπη χρειάζεται ενεργητική ακρόαση χρειάζεται ενσυναίσθηση. Ενσυναίσθηση σημαίνει ότι δεν φαντάζομαι πως θα λειτουργούσα εγώ αν ήμουν στη θέση σου αλλά προσπαθώ να δω τον κόσμο μέσα από τα δικά σου μάτια, προσπαθώ να καταλάβω εσύ πως αισθάνεσαι, εσένα ποια είναι τα συναισθήματά σου. Προσπαθώ να αφουγκραστώ τον ήχο της ψυχής σου αλλά και της καρδιάς σου και αυτό πάντοτε είναι συγκινητικό και πάντοτε ακούμπα και τις πιο λεπτές χορδές της ψυχής του ανθρώπου που αγαπάμε.
Η ανάγκη της διάκρισης
Επόμενο κλειδί της ευτυχίας των ζευγαριών είναι να συνειδητοποιώ και να αντιλαμβάνομαι ότι όταν μία κατάσταση είναι τεταμένη χρειάζεται και οι δύο να δουλέψουμε. Αυτό σημαίνει ότι όταν σε βλέπω και είσαι σε ένταση, όταν βλέπω ότι είσαι υπερβολικά αγχωμένος, προβληματισμένος να μπορώ να καταλάβω ότι αυτή δεν είναι μία καλή στιγμή για να το συζητήσουμε. Να μπορώ να σου δώσω αέρα να αναπνεύσεις και χώρο για να σκεφτείς, να ηρεμήσεις και αργότερα να επανέλθουμε την κατάλληλη στιγμή για να λύσουμε και να συζητήσουμε το θέμα.
Επίσης όταν αγαπάμε έναν άνθρωπο είναι πολύ σημαντικό να καταλάβουμε ότι ο άνθρωπος αυτός κουβαλά μέσα στην ψυχή του εμπειρίες, βιώματα, ίσως οικογενειακά τραύματα, πληγές και χρειάζεται λοιπόν να συμπεριφερθούμε με ευγένεια και με λεπτότητα ούτως ώστε το κάθε τι που βιώνει, που μας εκφράζει να το κατανοήσουμε μέσα από ένα άλλο πρίσμα. Να είσαι το βάλσαμο του άλλου είναι όμορφο.
Για να γίνεις όμως βάλσαμο χρειάζεται να γνωρίζεις την ψυχή του άλλου και ο μόνος τρόπος για να γίνει αυτό στα ζευγάρια είναι να σε αφήσω να με αγγίξεις, να σε αφήσω να κάνεις βουτιά στον εσωτερικό μου κόσμο και όχι να έχω ένα τείχος για να σου δείχνω μόνο τον καλό μου εαυτό. Σου επιτρέπω να συνδεθείς πραγματικά μαζί μου και τότε όταν σε καταλάβω και συνδεθείς πραγματικά μαζί μου τότε θα μπορέσουμε μαζί από κοινού χέρι-χέρι να πορευτούμε και οι δύο και να χαρίσουμε ένας τον άλλον ευτυχισμένες και όμορφες στιγμές.
Φρέσκος αέρας στη σχέση
Επόμενο κλειδί ευτυχίας είναι να φροντίζουμε εμείς οι δύο σαν ζευγάρι να δημιουργούμε όμορφες στιγμές και αναμνήσεις για εμάς τους ίδιους ως ζευγάρι.
Το γεγονός ότι η ζωή τρέχει, τα παιδιά έχουν τις δικές τους ανάγκες, ο καθένας έχει υποχρεώσεις δεν σημαίνει ότι το ζευγάρι θα επιτρέψει να λησμονηθεί η φροντίδα της σχέσης του. Το ζευγάρι χρειάζεται να φροντίζει τη σχέση σε καθημερινή βάση, ένα όμορφο λουλούδι, ένα μικρό ταξίδι ακόμα και ένας περίπατος κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου βοηθά στην πραγματική σύνδεση.
Να ανανεώνουν τον έρωτά τους με κάθε δυνατό τρόπο και μέσο, με πράγματα τα οποία τους ευχαριστούσαν στις αρχές της σχέσης τους και να μπορούν να εκφράζουν ο ένας στον άλλον τον έρωτά του. Πολλές φορές οι άνθρωποι παραπονιούνται ότι ο σύντροφός τους δεν τους εκδηλώνει την αγάπη που νιώθει για εκείνους. Γι' αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό να μπορούμε να εκφράζουμε τα συναισθήματά μας, να τροφοδοτούν τη σχέση.
Ευγνωμοσύνη
Τελευταίο και πολύ σημαντικό κλειδί της ευτυχίας είναι η ευγνωμοσύνη, να είμαι ευγνώμων σε σένα για αυτό που μου προσφέρεις. Να είσαι το δώρο μου και ο θησαυρός μου, δηλαδή στο δικό σου πρόσωπο να δω την ευλογία, το θείο δώρο που ήρθε σε εμένα και να προσπαθώ να σου το δείξω αυτό μέσα από τις πράξεις μου, τα συναισθήματά μου και με την όλη συμπεριφορά μου.
Εάν θεωρήσουμε ότι ο άνθρωπός μας είναι δεδομένος αυτό σημαίνει ότι αργά ή γρήγορα η σχέση οδεύει προς το τέλος.
Ο,τιδήποτε είναι δεδομένο γίνεται ζητούμενο. Είναι πολύ σημαντικό να μπορούμε να δούμε τον άνθρωπό μας ως ένα πολύτιμο δώρο, το οποίο και εμείς οι ίδιοι θα προσπαθήσουμε με τις πράξεις μας, με το σεβασμό, με το διάλογο να εκτιμήσουμε.
Η αγάπη έχει ένα δρόμο μυστικό, ένα δρόμο που οδηγεί στην ευτυχία. Χρειάζεται όμως πίστη, ελπίδα και σεβασμό για να δεις του έρωτα την μαγεία.
Εναλλακτικές σχολές ξεματιάσματος
Το τάδε βότανο θεραπεύει τα πάντα… το μυστικό που τρέμουν οι φαρμακοβιομηχανίες… ολιστική ενεργειακή θεραπεία. Κβαντο-διάφορα, νανο-διάφορα, βιο-διάφορα, νερό με μνήμη, νερό Καματερού, φραπελιές, κρυσταλλοθεραπείες… η λίστα είναι ατελείωτη.
Κάθε τρεις και λίγο ένα ΞΥΠΝΗΣΤΕ ή ΔΙΑΔΩΣΤΕ (όχι πάντα με σωστή ορθογραφία) από διάφορους που ‘’ξύπνησαν’’ και ξέφυγαν από τη ‘’δικτατορία των πολυεθνικών’’ και της κλασικής δυτικής ιατρικής, η οποία σύμφωνα με αυτούς έχει στόχο να μας πάρει τα λεφτά δίχως νοιάξιμο για την υγεία μας. Κάποιοι μάλιστα το τερματίζουν διακηρύσσοντας πως όλες οι αρρώστιες, από τις λιγότερο έως τις περισσότερο σοβαρές, είναι αποτελέσματα της συναισθηματικής μας κατάστασης και τίποτε άλλο.
Από τα σκευάσματα για τη νεότητα που έχουν οι διαφημίσεις στην τηλεόραση συνέχεια και τις τροφές που αποτρέπουν καρκίνους μέχρι κάθε λογής ανατολίτικη χειροπρακτική, η μπίζνα όλων των εναλλακτικών μαζί ανταγωνίζεται αυτή της συμβατικής ιατρικής (αλλά είναι καλή μπίζνα αυτή φαντάζομαι για ξύπνιους). Τα φαρμακεία είναι από τα πιο αντιφατικά μέρη… ναοί γνώσης και έρευνας από τη μία και κέντρα ψευδοεπιστήμης και τσαρλατανισμού από την άλλη με διάφορα προϊόντα που υπόσχονται πολλά και διάφορα δίχως επαρκή τεκμηρίωση (για κάποια έπεσαν πρόστιμα αλλά είναι τόσα ακόμα).
Αυτό που πρέπει να καταλάβουμε όλοι είναι ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα με τις εναλλακτικές οδούς και τους ακόλουθούς της είναι πως αρνούνται τη σημασία των επιστημονικών ερευνών ως μέτρο για την αποτελεσματικότητα μιας θεραπείας ή της τεκμηρίωσης της δράσης. Αυτό φυσικά είναι εξαιρετικά επικίνδυνο. Κάθε φορά που κάποιος εναλλακτικός προτείνει κάτι που υποτίθεται βοηθά κάποιους, θα πρέπει να ελέγχουμε επιστημονικά το αν πράγματι δουλεύει. Αλλιώς σε τι διαφέρει μια εναλλακτική πρόταση από το ξεμάτιασμα;
Με το να αρνούνται την ισχύ της επιστημονικής μεθόδου (επειδή ως τώρα καμιά εναλλακτική δεν έχει επιστημονική εγκυρότητα πέραν της μπαλαντέρ placebo δράσης για λίγες μη σοβαρές περιπτώσεις μάλιστα) απομακρύνονται από κάθε είδους έλεγχο και λογοδοσία. Τόσο απλά!
Ένα ακόμα πρόβλημα είναι ότι γενικότερα καλλιεργείται μια αντιεπιστημονική στάση που οδηγεί τον κόσμο σε αυθαίρετους ισχυρισμούς και πιστεύω που ξεκινούν από γραφικότητες όπως κινήματα κατά των υποτιθέμενων ψεκασμών και φτάνουν σε επικίνδυνα κοινωνικά φαινόμενα όπως η εμβολιοφοβία. Παρ' όλη την προσπάθεια της επιστημονικής κοινότητας να βάλει τα πράγματα στη θέση τους, η επιστήμη συνεχώς απαξιώνεται από διάφορους και στην πρώτη γραμμή αυτής της καλλιέργειας αντιεπιστημονικότητας (δίπλα στους αστρολόγους και διάφορους μεταφυσικιστές) βρίσκονται οι εναλλακτικοί.
Η επιστήμη ψάχνει και στη φύση για λύσεις αλλά ας μην ξεχνάμε ότι απαιτούνται τεράστιοι πόροι και επιστημονικό προσωπικό για κάθε ανακάλυψη ουσίας, μελέτη δράσης και ανάπτυξη κατάλληλων φαρμάκων.
Και, τελικά, ας θυμόμαστε πως την εναλλακτική ιατρική που αποδείχτηκε ότι δουλεύει την λέμε… Ιατρική!
Κάθε τρεις και λίγο ένα ΞΥΠΝΗΣΤΕ ή ΔΙΑΔΩΣΤΕ (όχι πάντα με σωστή ορθογραφία) από διάφορους που ‘’ξύπνησαν’’ και ξέφυγαν από τη ‘’δικτατορία των πολυεθνικών’’ και της κλασικής δυτικής ιατρικής, η οποία σύμφωνα με αυτούς έχει στόχο να μας πάρει τα λεφτά δίχως νοιάξιμο για την υγεία μας. Κάποιοι μάλιστα το τερματίζουν διακηρύσσοντας πως όλες οι αρρώστιες, από τις λιγότερο έως τις περισσότερο σοβαρές, είναι αποτελέσματα της συναισθηματικής μας κατάστασης και τίποτε άλλο.
Από τα σκευάσματα για τη νεότητα που έχουν οι διαφημίσεις στην τηλεόραση συνέχεια και τις τροφές που αποτρέπουν καρκίνους μέχρι κάθε λογής ανατολίτικη χειροπρακτική, η μπίζνα όλων των εναλλακτικών μαζί ανταγωνίζεται αυτή της συμβατικής ιατρικής (αλλά είναι καλή μπίζνα αυτή φαντάζομαι για ξύπνιους). Τα φαρμακεία είναι από τα πιο αντιφατικά μέρη… ναοί γνώσης και έρευνας από τη μία και κέντρα ψευδοεπιστήμης και τσαρλατανισμού από την άλλη με διάφορα προϊόντα που υπόσχονται πολλά και διάφορα δίχως επαρκή τεκμηρίωση (για κάποια έπεσαν πρόστιμα αλλά είναι τόσα ακόμα).
Αυτό που πρέπει να καταλάβουμε όλοι είναι ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα με τις εναλλακτικές οδούς και τους ακόλουθούς της είναι πως αρνούνται τη σημασία των επιστημονικών ερευνών ως μέτρο για την αποτελεσματικότητα μιας θεραπείας ή της τεκμηρίωσης της δράσης. Αυτό φυσικά είναι εξαιρετικά επικίνδυνο. Κάθε φορά που κάποιος εναλλακτικός προτείνει κάτι που υποτίθεται βοηθά κάποιους, θα πρέπει να ελέγχουμε επιστημονικά το αν πράγματι δουλεύει. Αλλιώς σε τι διαφέρει μια εναλλακτική πρόταση από το ξεμάτιασμα;
Με το να αρνούνται την ισχύ της επιστημονικής μεθόδου (επειδή ως τώρα καμιά εναλλακτική δεν έχει επιστημονική εγκυρότητα πέραν της μπαλαντέρ placebo δράσης για λίγες μη σοβαρές περιπτώσεις μάλιστα) απομακρύνονται από κάθε είδους έλεγχο και λογοδοσία. Τόσο απλά!
Ένα ακόμα πρόβλημα είναι ότι γενικότερα καλλιεργείται μια αντιεπιστημονική στάση που οδηγεί τον κόσμο σε αυθαίρετους ισχυρισμούς και πιστεύω που ξεκινούν από γραφικότητες όπως κινήματα κατά των υποτιθέμενων ψεκασμών και φτάνουν σε επικίνδυνα κοινωνικά φαινόμενα όπως η εμβολιοφοβία. Παρ' όλη την προσπάθεια της επιστημονικής κοινότητας να βάλει τα πράγματα στη θέση τους, η επιστήμη συνεχώς απαξιώνεται από διάφορους και στην πρώτη γραμμή αυτής της καλλιέργειας αντιεπιστημονικότητας (δίπλα στους αστρολόγους και διάφορους μεταφυσικιστές) βρίσκονται οι εναλλακτικοί.
Η επιστήμη ψάχνει και στη φύση για λύσεις αλλά ας μην ξεχνάμε ότι απαιτούνται τεράστιοι πόροι και επιστημονικό προσωπικό για κάθε ανακάλυψη ουσίας, μελέτη δράσης και ανάπτυξη κατάλληλων φαρμάκων.
Και, τελικά, ας θυμόμαστε πως την εναλλακτική ιατρική που αποδείχτηκε ότι δουλεύει την λέμε… Ιατρική!
Πατριάρχης Γρηγόριος Ε’: «Ναι, στην ελληνική γλώσσα, αλλά μόνο για να διαβάζουμε τα…ευαγγέλια!» – Η γλώσσα των σοφών στη δούλεψη της θεοκρατίας
H Μεγάλη Εκκλησία (Πατριαρχείο) της Νέας Ρώμης (Κωνσταντινουπόλεως) ουδέποτε υπήρξε Ελληνική ή φιλελληνική ως οργάνωση. Ωστόσο, οι απολογητές της ρωμιοσύνης και του βυζαντινισμού επιμένουν να διαδίδουν, ψευδόμενοι ασυστόλως, ότι χάρη σε αυτήν την Εκκλησία διασώθηκε όχι μόνο η εθνική μας συνείδηση και ταυτότητα αλλά και η εθνική μας παιδεία και γλώσσα.
Τότε όμως, αλήθεια, τι έχουν να απαντήσουν όλοι αυτοί στην πατριαρχική εγκύκλιο που εκδόθηκε τον Μάρτιο του 1819 και στην οποία ο «Γρηγόριος ελέω Θεού Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως Νέας Ρώμης και Οικουμενικός Πατριάρχης», ο δήθεν «εθνομάρτυρας», καταδίκασε την Ελληνική Παιδεία, τις θετικές επιστήμες, αναθεμάτισε τους διαφωτιστές δασκάλους που δίδασκαν το υπόδουλο έθνος και απαγόρευσε στους Έλληνες να βαπτίζουν με αρχαία ελληνικά ονόματα τα παιδιά τους;*
Αξίζει να σταθούμε σε ένα σημείο της εγκυκλίου αυτής, όπου ο πατριάρχης Γρηγόριος Ε’ γράφει ύμνους για την Ελληνική γλώσσα, όπως για παράδειγμα, «απειρέσιος είναι τω όντι ο πλους και αχανές το πέλαγος της Ελληνικής αυτής γλώσσης». Όμως τα εγκώμια του πατριάρχη δεν αποσκοπούν στη γνώση της Ελληνικής ως κώδικα κατανόησης της φιλοσοφίας και μετοχής στην Ελληνική Παιδεία, αλλά λόγω του ότι «είναι αναγκαία η γνώσις της Ελληνικής γλώσσης, και κατά πόσους τρόπους εις τον βίον επωφελής, μάλιστα τον ορθόδοξον, είναι και τοις τυφλοίς αυτής δήλον, καν λέγωμεν ημείς, καν μη λέγωμεν, επειδή κατ’ αυτήν όντων συγγεγραμμένων όλων των θεοσόφων βιβλίων των πνευματεμφόρων Πατέρων και διδασκάλων της Εκκλησίας μας, και όλων των ιερών νόμων και κανόνων, δι’ αυτής μόνης εις την αληθή κατανόησιν εκείνων διαπορθμευόμεθα, και δι’ αυτής τα προς Θεόν όσια και τα προς ανθρώπους δίκαια διδασκόμεθα».
Η Ελληνική στην υπηρεσία της θρησκείας και της Εκκλησίας, υπάλληλός της και…δούλη της. Ή αλλιώς, η γλώσσα των σοφών στη δούλεψη της θεοκρατίας! Ο σχολαστικισμός στο απροκάλυπτο… μεγαλείο του(!).
Τί αφορά αυτή η εγκύκλιος; Ουσιαστικά απαγορεύει τους Έλληνες «ευλογημένους επαρχιώτας», να βαπτίζουν με αρχαία ελληνικά ονόματα τα παιδιά τους (χαρακτηρίζοντας αυτή την τακτική, ως…καινοτομία!), γιατί κάτι τέτοιο αποτελεί «ανάρμοστον» πράξη, και «καταφρόνησιν» της χριστιανικής ονοματοδοσίας. Αντ’ αυτού, προτρέπει τους ιερείς των ενοριών να «νουθετούν» τους γονείς και τους ανάδοχους, να επιλέγουν τα «πατροπαράδοτα χριστιανικά ονόματα των εγνωσμένων τη Εκκλησία και των ενδόξως υπ’ αυτής εορταζομένων Αγίων».
Θαυμάστε:
«Και η κατά καινοτομίαν παρά ταύτα εισαχθείσα των παλαιών ελληνικών ονομάτων επιφώνησις εις τα βαπτιζόμενα βρέφη των πιστών, ως ηκούσαμεν, λαμβανομένη ως μία καταφρόνησις της χριστιανικής ονοματοθεσίας, είναι διόλου απροσφυής και ανάρμοστος· όθεν ανάγκη η Αρχιερωσύνη σας να διαδώσητε παραγγελίας εντόνους εις τους Ιερείς των ενοριών σας, και νουθεσίας πνευματικάς εις τους ευλογημένους επαρχιώτας σας, δια να λείψη τουντεύθεν και η κατάχρησις αύτη, και αφεθέντες της ακαίρου και μηδέν εχούσης το χρήσιμον φιλοτιμίας και επιδείξεως οι γονείς και ανάδοχοι να ονοματοθετώσιν εις το εξής εν τω καιρώ της θείας και μυστικής αναγεννήσεως τα ειθισμένα ταις ευσεβέσιν ακοαίς πατροπαράδοτα χριστιανικά ονόματα των εγνωσμένων τη Εκκλησία και των ενδόξως υπ’ αυτής εορταζομένων Αγίων, δια να είναι έφοροι και φύλακες των βαπτιζομένων νηπίων και ταχείς και αδιάλειπτοι χορηγοί της χάριτος αυτών εις τους μετά πίστεως».
Φυσικά δεν θα περίμενε κάτι καλύτερο κανείς, από κάποιον που αφόρισε την Επανάσταση του 1821 και ουκ ολίγους απ’ τους αγωνιστές…
Το (ρητορικό) ερώτημα βεβαίως που προκύπτει είναι το εξής: Για ποιό έθνος μαρτύρησε αυτός ο τύπος, ώστε να θεωρείται εθνομάρτυρας και ο ανδριάντας του να «κοσμεί» την είσοδο του Πανεπιστημίου Αθηνών;
Τότε όμως, αλήθεια, τι έχουν να απαντήσουν όλοι αυτοί στην πατριαρχική εγκύκλιο που εκδόθηκε τον Μάρτιο του 1819 και στην οποία ο «Γρηγόριος ελέω Θεού Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως Νέας Ρώμης και Οικουμενικός Πατριάρχης», ο δήθεν «εθνομάρτυρας», καταδίκασε την Ελληνική Παιδεία, τις θετικές επιστήμες, αναθεμάτισε τους διαφωτιστές δασκάλους που δίδασκαν το υπόδουλο έθνος και απαγόρευσε στους Έλληνες να βαπτίζουν με αρχαία ελληνικά ονόματα τα παιδιά τους;*
Αξίζει να σταθούμε σε ένα σημείο της εγκυκλίου αυτής, όπου ο πατριάρχης Γρηγόριος Ε’ γράφει ύμνους για την Ελληνική γλώσσα, όπως για παράδειγμα, «απειρέσιος είναι τω όντι ο πλους και αχανές το πέλαγος της Ελληνικής αυτής γλώσσης». Όμως τα εγκώμια του πατριάρχη δεν αποσκοπούν στη γνώση της Ελληνικής ως κώδικα κατανόησης της φιλοσοφίας και μετοχής στην Ελληνική Παιδεία, αλλά λόγω του ότι «είναι αναγκαία η γνώσις της Ελληνικής γλώσσης, και κατά πόσους τρόπους εις τον βίον επωφελής, μάλιστα τον ορθόδοξον, είναι και τοις τυφλοίς αυτής δήλον, καν λέγωμεν ημείς, καν μη λέγωμεν, επειδή κατ’ αυτήν όντων συγγεγραμμένων όλων των θεοσόφων βιβλίων των πνευματεμφόρων Πατέρων και διδασκάλων της Εκκλησίας μας, και όλων των ιερών νόμων και κανόνων, δι’ αυτής μόνης εις την αληθή κατανόησιν εκείνων διαπορθμευόμεθα, και δι’ αυτής τα προς Θεόν όσια και τα προς ανθρώπους δίκαια διδασκόμεθα».
Η Ελληνική στην υπηρεσία της θρησκείας και της Εκκλησίας, υπάλληλός της και…δούλη της. Ή αλλιώς, η γλώσσα των σοφών στη δούλεψη της θεοκρατίας! Ο σχολαστικισμός στο απροκάλυπτο… μεγαλείο του(!).
-----------------------------
*Το ακόλουθο «πατριωτικό» κείμενο, ανήκει στον πατριάρχη Γρηγόριο Ε’ και αποτελεί τμήμα πατριαρχικής εγκυκλίου, η οποία εξεδόθη εν έτη 1819.Τί αφορά αυτή η εγκύκλιος; Ουσιαστικά απαγορεύει τους Έλληνες «ευλογημένους επαρχιώτας», να βαπτίζουν με αρχαία ελληνικά ονόματα τα παιδιά τους (χαρακτηρίζοντας αυτή την τακτική, ως…καινοτομία!), γιατί κάτι τέτοιο αποτελεί «ανάρμοστον» πράξη, και «καταφρόνησιν» της χριστιανικής ονοματοδοσίας. Αντ’ αυτού, προτρέπει τους ιερείς των ενοριών να «νουθετούν» τους γονείς και τους ανάδοχους, να επιλέγουν τα «πατροπαράδοτα χριστιανικά ονόματα των εγνωσμένων τη Εκκλησία και των ενδόξως υπ’ αυτής εορταζομένων Αγίων».
Θαυμάστε:
«Και η κατά καινοτομίαν παρά ταύτα εισαχθείσα των παλαιών ελληνικών ονομάτων επιφώνησις εις τα βαπτιζόμενα βρέφη των πιστών, ως ηκούσαμεν, λαμβανομένη ως μία καταφρόνησις της χριστιανικής ονοματοθεσίας, είναι διόλου απροσφυής και ανάρμοστος· όθεν ανάγκη η Αρχιερωσύνη σας να διαδώσητε παραγγελίας εντόνους εις τους Ιερείς των ενοριών σας, και νουθεσίας πνευματικάς εις τους ευλογημένους επαρχιώτας σας, δια να λείψη τουντεύθεν και η κατάχρησις αύτη, και αφεθέντες της ακαίρου και μηδέν εχούσης το χρήσιμον φιλοτιμίας και επιδείξεως οι γονείς και ανάδοχοι να ονοματοθετώσιν εις το εξής εν τω καιρώ της θείας και μυστικής αναγεννήσεως τα ειθισμένα ταις ευσεβέσιν ακοαίς πατροπαράδοτα χριστιανικά ονόματα των εγνωσμένων τη Εκκλησία και των ενδόξως υπ’ αυτής εορταζομένων Αγίων, δια να είναι έφοροι και φύλακες των βαπτιζομένων νηπίων και ταχείς και αδιάλειπτοι χορηγοί της χάριτος αυτών εις τους μετά πίστεως».
Φυσικά δεν θα περίμενε κάτι καλύτερο κανείς, από κάποιον που αφόρισε την Επανάσταση του 1821 και ουκ ολίγους απ’ τους αγωνιστές…
Το (ρητορικό) ερώτημα βεβαίως που προκύπτει είναι το εξής: Για ποιό έθνος μαρτύρησε αυτός ο τύπος, ώστε να θεωρείται εθνομάρτυρας και ο ανδριάντας του να «κοσμεί» την είσοδο του Πανεπιστημίου Αθηνών;
ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ, ΚΥΡΟΣ ΚΑΙ ΛΥΣΑΝΔΡΟΣ
Η μάχη για τον Ελλήσποντο
Το 409 π.Χ. οι Αθηναίοι έστειλαν σε εκστρατεία τον Θράσυλλο επικεφαλής μιας δύναμης 50 τριήρεων, με 5.000 από τους άνδρες του να είναι οπλισμένοι ως πελταστές και 100 ιππείς· συνολικά διέθετε 11.000 άνδρες.1 Έπρεπε να δει τι θα μπορούσε να πετύχει στην Ιωνία προτού κινηθεί προς βορρά για να ενωθεί με τον Αλκιβιάδη στον Ελλήσποντο. Έπειτα από μερικές ήσσονες επιτυχίες, ωστόσο, νικήθηκε στην Έφεσο, όπου αντιμετώπισε όχι μόνο τους Εφέσιους και τους Σικελούς συμμάχους τους, αλλά και το ιππικό του Τισσαφέρνη, ο οποίος είχε προειδοποιηθεί για την επικείμενη επίθεση, και όταν τέλειωσε η μάχη, οι Αθηναίοι είχαν χάσει τουλάχιστον 300 άνδρες.2
Υποχωρώντας προς βορρά, οι Αθηναίοι, αφού έθαψαν τους νεκρούς τους, αντίκρισαν τα συρακούσια πλοία να αποσύρονται από την Έφεσο και κατάφεραν να κυριεύσουν τέσσερα από αυτά. Ο Θράσυλλος έστειλε όλα τα πληρώματα πίσω στην Αθήνα, όπου -θεία δίκη- κλείστηκαν μέσα στα λατομεία του Πειραιά. Οι Αθηναίοι απογοητεύτηκαν πολύ όταν οι κρατούμενοι κατάφεραν λίγο καιρό αργότερα να ανοίξουν πέρασμα σκάβοντας τις νύχτες και να αποδράσουν.3 Ένας αιχμάλωτος, ωστόσο, σκοτώθηκε επί τόπου. Ο εξάδελφος του Αλκιβιάδη, που ονομαζόταν επίσης Αλκιβιάδης, από τον δήμο των Φηγών, στον οποίο είχε επιβληθεί ήδη ποινή θανάτου για τη βεβήλωση των μυστηρίων το 415 π.Χ. και έτσι είχε ακολουθήσει στην εξορία τον πιο διάσημο συγγενή του, είχε πολεμήσει στο πλευρό των Συρακουσίων, και ο Θράσυλλος διέταξε να λιθοβοληθεί μέχρι θανάτου ως προδότης και μαχητής του εχθρού - μία ασυνήθιστη τιμωρία στην Αθήνα αλλά όχι πρωτάκουστη σε περιπτώσεις προδοσίας σε καιρό πολέμου.4
Ο Θράσυλλος και οι άνδρες του προχώρησαν στη συνέχεια προς τα βόρεια για να ενωθούν με τα στρατεύματα του Αλκιβιάδη στη Λάμψακο, στα στενά του Ελλήσποντου που χωρίζουν το Αιγαίο από την Προποντίδα (τη σημερινή Θάλασσα του Μαρμαρά). Εκεί οι συνδυασμένες αθηναϊκές δυνάμεις άρχισαν να διώχνουν τους Πελοποννήσιους από διάφορα κρίσιμα προπύργια. Στις μάχες στον Ελλήσποντο και οι δύο πλευρές θα έπρεπε να επιδείξουν αποφασιστικότητα και επαγρύπνηση και να σκέφτονται επίσης με καινοτόμους τρόπους, αφού δε θα υπήρχε περιθώριο λάθους. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ήταν οι Αθηναίοι εκείνοι που επέδειξαν φαντασία και οι Σπαρτιάτες εκείνοι που έκαναν ένα καίριο λάθος - και πιο συγκεκριμένα, ίσως, ήταν ο Αλκιβιάδης που επέδειξε φαντασία και ο Κλέαρχος που διέπραξε το καίριο λάθος.
Η πολιορκία της Χαλκηδόνας, που βρίσκεται απέναντι από το Βυζάντιο, από τους Αθηναίους εξελίχθηκε αρχικά σύμφωνα με τις παραδοσιακές τακτικές, καθώς Αθηναίοι στρατιώτες περιέκλεισαν την εξεγερμένη πόλη με ξύλινο τείχος και αθηναϊκά πλοία την απέκλεισαν από τη θάλασσα. Όταν ξέσπασαν οι μάχες, το τείχος εμπόδισε τον στρατό του Φαρνάβαζου να επέμβει και ο Σπαρτιάτης διοικητής Ιπποκράτης σκοτώθηκε. Ο σπαρτιατικός στρατός όμως διέφυγε μπαίνοντας στην πόλη, προκαλώντας αδιέξοδο.5 Λόγω της εγγύτητας των σημαντικών δυνάμεων του Φαρνάβαζου, οι Αθηναίοι έκαναν τότε κάτι άνευ προηγουμένου. Με τον Αλκιβιάδη να απουσιάζει προς αναζήτηση χρημάτων οπουδήποτε μπορούσε να τα βρει, ο Ξενοφών αναφέρει πως, οι άλλοι στρατηγοί ήρθαν σε συνεννόηση με τον Φαρνάβαζο λέγοντάς του ότι δε θα αλώσουν τη Χαλκηδόνα και σε αντάλλαγμα ήθελαν 20 τάλαντα- ο σατράπης θα έφερνε επίσης σε επαφή τους Αθηναίους πρέσβεις με τον βασιλιά. Ανταλλάχθηκαν όρκοι που προέβλεπαν ότι η Χαλκηδόνα θα κατέβαλε στους Αθηναίους το ίδιο ποσό όπως και κατά το παρελθόν καθώς και όσα χρήματα όφειλε και ότι οι Αθηναίοι δε θα αναλάμβαναν καμία εχθρική δράση εναντίον της Χαλκηδόνας έως όπου επιστρέψουν οι πρέσβεις από τον βασιλιά.6
Αυτή η καινοτόμος διευθέτηση απάλλαξε όλους από τον μπελά της πολιορκίας και απέφερε στους Αθηναίους μια καλοδεχούμενη εισροή ρευστού.
Χτισμένη στη βόρεια ακτή της Προποντίδας, η Σηλυμβρία βρισκόταν επίσης στο στόχαστρο του Αλκιβιάδη. Ευτυχώς για τους Σηλύμβριους, αν και ο αποφασισμένος Αθηναίος διοικητής είχε συγκεντρώσει χρήματα και θρακικά στρατεύματα στην Καλλίπολη, ήλπιζε να διαφυλάξει τα μέσα του για την επίθεση κατά του κύριου στόχου του, του Βυζαντίου, και η κατάληψη της πόλης εξ εφόδου δε συμπεριλαμβανόταν στα σχέδιά του- κανόνισε αντιθέτως να του ανοίξει τις πύλες κατά τη διάρκεια της νύχτας μία φιλοαθηναϊκή μερίδα που ήταν μέσα στην πόλη. Οι Αθηναίοι εγκατέστησαν τότε φρουρά στην πόλη, μάζεψαν μερικά χρήματα και έσπευσαν να συναντηθούν με τον Θηραμένη και τον Θράσυλλο στο Βυζάντιο.7 Έχοντας ιδρυθεί τον 7ο αιώνα π.Χ., κυρίως από αποίκους από τα Μέγαρα, η θέση του Βυζαντίου στην είσοδο του Βοσπόρου για τη Μαύρη Θάλασσα το έκανε να ευημερήσει ως κέντρο εμπορίου, ενώ επωφελήθηκε από τη στρατηγική θέση του ως περάσματος για τον έλεγχο των σιτηρών από την Ουκρανία. Είχε ενταχθεί στη Δηλιακή Συμμαχία εθελοντικά το 478/77 π.Χ.
Οι δυνάμεις σε αυτό το καίριο προπύργιο ήταν περίπου ισοδύναμες όταν οι Αθηναίοι στρατηγοί επιτέθηκαν εναντίον του το 408 π.Χ. και φάνηκε πως δε θα υπήρχε τρόπος να καταλάβουν την πόλη διά της βίας. Οι Πελοποννήσιοι διοικούνταν από τον Κλέαρχο, και αυτός ήταν ο μόνος Σπαρτιάτης που ήταν παρών οι άλλοι, εκτός από τους ίδιους τους Βυζαντινούς, ήταν Μεγαρείς (πιθανώς λόγω του ρόλου των Μεγάρων στην ίδρυση της πόλης), Βοιωτοί, περίοικοι και νεοδαμώδεις. Ο συνολικός αριθμός όμως όσων αντιστέκονταν ήταν μεγάλος, διότι το Βυζάντιο ήταν μια αρκετά μεγάλη πόλη. Οι Αθηναίοι είχαν φτιάξει πολιορκητικές μηχανές και προσέβαλαν τις οχυρώσεις τόσο από μακριά όσο και από κοντά, αλλά χωρίς αποτέλεσμα.8 Στο οπλοστάσιό τους, ωστόσο, υπήρχε ένα μυστικό όπλο: η προδιάθεση του ίδιου του Κλέαρχου. Ο Κλέαρχος ήταν ένας σκληροτράχηλος στρατιώτης και είχε υποχρεώσει τους Αθηναίους να πολεμήσουν σκληρά στην Κύζικο, αλλά τώρα στο Βυζάντιο η διαγωγή του απηχούσε ξεκάθαρα εκείνη ενός άλλου προγενέστερου Σπαρτιάτη στο Βυζάντιο, του στρατηγού Παυσανία των Περσικών Πολέμων, ο οποίος ήταν αντιβασιλέας του ανήλικου γιου του Λεωνίδα Πλείσταρχου, έπειτα από τον ηρωικό θάνατο του Λεωνίδα στις Θερμοπύλες και δυσαρέστησε πολύ τους Έλληνες με την υπεροψία του.9 Φαίνεται πως ο Κλέαρχος ήταν ένας δυσάρεστος άνθρωπος και του έλειπε επίσης η κρίση. Αφού έδωσε όλα τα τρόφιμα που υπήρχαν μέσα στην πόλη στους Σπαρτιάτες και τους συμμάχους στρατιώτες, άφησε τον πληθυσμό να πεθάνει από την πείνα, και θέλοντας χρήματα για να πληρώσει τα στρατεύματά του και να ναυπηγήσει πλοία με τα οποία να αποσπάσει την προσοχή των Αθηναίων, βγήκε για να αναζητήσει κεφάλαια, αφήνοντας την πόλη υπό τον έλεγχο των υφισταμένων του.
Είναι σαφές ότι ο Κλέαρχος δεν πίστευε ότι θα πρόδιδε κανείς στους Αθηναίους το σημαντικό οχυρό στον Ελλήσποντο, αλλά η πεποίθησή του ήταν εσφαλμένη. Ορισμένοι επιφανείς Βυζαντινοί ήταν τόσο αποξενωμένοι, ώστε συνωμότησαν με τον Αλκιβιάδη για να κάνουν ακριβώς αυτό. Αφού διέδωσε μια ιστορία ότι δήθεν οι Αθηναίοι έφευγαν για την Ιωνία, ο Αλκιβιάδης οδήγησε τις δυνάμεις του αρκετά μακριά από το Βυζάντιο, όσο ακριβώς χρειαζόταν για να γίνει πιστευτή η ιστορία, αλλά παρέμεινε αρκετά κοντά για να επιστρέψει τη νύχτα και να επιτεθεί στα πελοποννησιακά πλοία μέσα στο λιμάνι. Όταν ξέσπασε σύγκρουση ανάμεσα σε εκείνους που ήταν πιστοί στην Αθήνα και σε εκείνους που διατηρούσαν την αφοσίωσή τους στη Σπάρτη, ο Αλκιβιάδης διακήρυξε πως εγγυάτο την ασφάλεια των Βυζαντινών αν κατέθεταν τα όπλα τους. Αυτοί το έπραξαν -όχι πριν σκοτώσουν κάμποσους από τον πελοποννησιακό στρατό- και στη συνέχεια επέστρεψαν στο καθεστώς του συμμάχου των Αθηναίων κανένας Βυζαντινός δε σκοτώθηκε ούτε εξορίστηκε και στην πόλη δεν εγκαταστάθηκε φρουρά. Ήταν φανερό πως οι Αθηναίοι ασκούσαν μια ηπιότερη πολιτική με την ιδέα να στρώσουν τον δρόμο για την ειρήνη.10
Το αίτημά τους στη Χαλκηδόνα για διαπραγμάτευση με τον Δαρείο είχε αντικατοπτρίσει αυτές τις ελπίδες για ειρήνη. Άλλωστε οι Σπαρτιάτες είχαν παραβιάσει τη συνθήκη τους με τους Πέρσες προτείνοντας να κάνουν χωριστή ειρήνη με την Αθήνα. Θα ήταν άραγε τώρα ο βασιλιάς δεκτικός σε προσεγγίσεις από την άλλη πλευρά της σύρραξης;
Δυστυχώς, οι Αθηναίοι πρέσβεις δεν είχαν τίποτα να του προσφέρουν, διότι σε αντίθεση με τους Σπαρτιάτες, κατείχαν έδαφος στην Ιωνία που τους κατέβαλε φόρο υποτέλειας και δε σκόπευαν να το παραδώσουν. Μπορεί κανείς να φανταστεί τι θα είχε προκύψει από μία διάσκεψη με τον Δαρείο. Ίσως οι Αθηναίοι απλώς να επιθυμούσαν να προσελκύσουν την προσοχή του βασιλιά στην προδοσία των Σπαρτιατών, στο ότι τους πρότειναν μια χωριστή ειρήνη και να τον αποτρέψουν από το να τους επιχορηγήσει ξανά στο μέλλον. Καμία τέτοια συνάντηση όμως δεν έλαβε χώρα, διότι στο ταξίδι τους -το οποίο φρόντισε ο Φαρνάβαζος να είναι αργό και κοπιαστικό- συνάντησαν τον Σπαρτιάτη Βοιώτιο και τους συμπατριώτες του πρέσβεις που επέστρεφαν από την Αυλή του Δαρείου και έμαθαν άσχημα νέα: οι Σπαρτιάτες, ανέφεραν οι επιστρέφοντες πρέσβεις, «πήραν όλα όσα ήθελαν από τον βασιλιά».11 Ακόμη χειρότερα, οι Σπαρτιάτες συνοδεύονταν από τον νέο σύμμαχό τους, τον Κύρο, τον γιο του βασιλιά, ο οποίος έφερε μία επιστολή από τον πατέρα του που εξηγούσε ότι ο δεκαεξάχρονος νέος θα αναλάμβανε στο εξής τη διοίκηση μεγάλου μέρους των παράλιων περιοχών και θα βοηθούσε τους Σπαρτιάτες στον πόλεμο.12 Έτσι οι Αθηναίοι διαπίστωσαν ότι τα σημαντικά στρατιωτικά κέρδη τους είχαν ακυρωθεί από μία αξιοσημείωτη διπλωματική -και οικονομική- ήττα.
Η επιστροφή του ασώτου
Παρά την ατυχία αυτή, ο δρόμος για την Αθήνα ήταν τώρα ανοιχτός για τον Αλκιβιάδη - ή τουλάχιστον νόμιζε ότι ήταν ασφαλές να βολιδοσκοπήσει την κατάσταση. Είχε καταγάγει σημαντικές στρατιωτικές επιτυχίες από τότε που είχε εγκαταλείψει τους ξένους και πολεμούσε με την αθηναϊκή πλευρά. Παρ’ όλα αυτά είχε ζήσει για χρόνια σε αναμονή, είχε γίνει αποδεκτός πρώτα από την εξόριστη κυβέρνηση στη Σάμο και μόνο τότε από την κυβέρνηση των Πέντε Χιλιάδων. Ποιος θα ήταν σίγουρος στη θέση του ότι οι σημαντικές υπηρεσίες του προς την πόλη θα εγγυώνταν την αποκατάστασή του από τη δημοκρατία, η οποία τον είχε καταδικάσει σε θάνατο, τον είχε καταραστεί και είχε δημεύσει την περιουσία του; Κινήθηκε προς την πατρίδα με επιφύλαξη, σταματώντας στην Καρία για να συγκεντρώσει χρήματα (αν και πιθανώς όχι και τα 100 τάλαντα που ισχυρίστηκε ο Ξενοφών), και κατόπιν πήγε στο Γύθειο, την κύρια ναυτική βάση της Λακωνίας, εν μέρει για να κατοπτεύσει τις σπαρτιατικές ναυπηγικές δραστηριότητες, αλλά κυρίως για να περιμένει να περάσει η εκλογική περίοδος στην Αθήνα και να σφυγμομετρήσει τον δήμο: είχαν άραγε την εύνοια ο ίδιος και οι φίλοι του;13 Τα γεγονότα απέδειξαν ότι την είχαν. Αυτός και ο Θρασύβουλος, καθώς και ο συμπατριώτης τους από τον ίδιο δήμο Αδείμαντος, που τον είχε ακολουθήσει στην εξορία, είχαν όλοι εκλεγεί στρατηγοί. Μαθαίνοντας αυτά τα νέα, ο Αλκιβιάδης προχώρησε προς την Αθήνα. Ήταν όμως ακόμη ανήσυχος για την υποδοχή που μπορεί να τον περίμενε εκεί και παρέμεινε στο κατάστρωμα του πλοίου του, μέχρι που έπιασε το μάτι του μια συντροφιά προϋπάντησης από φίλους και συγγενείς. Τότε μόνο αποβιβάστηκε και περπάτησε μέσα στην πόλη, συνοδευόμενος από σωματοφύλακες.14 Ήταν φανερά πολύ νευρικός.
Καθώς περπατούσε, λέει ο Πλούταρχος, οι ηλικιωμένοι τον έδειχναν στους νέους και η παρουσία του προκάλεσε μετάνοια για την εξορία του, πυροδοτώντας τη σκέψη ότι η Σικελική Εκστρατεία δε θα είχε αποτύχει αν αυτός είχε αφεθεί στην ηγεσία της. Διότι τώρα που είχε επιστρέψει στις αθηναϊκές αγκάλες, «είχε πάρει την πόλη όταν αυτή είχε σχεδόν εκδιωχθεί από τη θάλασσα, όταν στην ξηρά μετά βίας μπορούσε να ελέγχει τα προάστιά της, και όταν βασίλευε η διαμάχη εντός των τειχών της, και τη σήκωσε από τα άθλια δεινά της, όχι μόνο αποκαθιστώντας την εξουσία της στη θάλασσα, αλλά και οδηγώντας τη σε νίκη επί των εχθρών της παντού στην ξηρά».15 Απευθυνόμενος στη Βουλή των Πεντακοσίων και στην Εκκλησία του Δήμου, διακήρυξε την αθωότητά του από όλες τις κατηγορίες που είχαν απευθυνθεί εναντίον του. Διπλωματικά, παραπονέθηκε για την τύχη του ενώ επέρριψε την κύρια ευθύνη για τις ατυχίες του σε έναν συγκεκριμένο δικό του κακό δαίμονα, παρά σε μεμονωμένους Αθηναίους. Στη συνέχεια στράφηκε σοφά προς το μέλλον, προτρέποντας τους ακροατές του να τρέφουν μεγάλες ελπίδες. Η προετοιμασμένη ρητορική του απέδωσε καρπούς: ο δήμος ψήφισε να του απονεμηθούν χρυσά στέμματα και να ονομαστεί αρχιστράτηγος, με εξουσία πάνω στους υπόλοιπους εννέα στρατηγούς· η στήλη πάνω στην οποι'α είχε χαραχτεί η ποινή σε βάρος του πετάχτηκε στη θάλασσα, του αποδόθηκε σε μετρητά η αξία της δημευθείσας περιουσίας του και οι ιερείς των Ελευσινίων Μυστηρίων (κάτω από καταναγκασμό) απέσυραν απρόθυμα τις κατάρες τους.16
Καθώς ήταν ακόμη καλοκαίρι, εποχή των θαλάσσιων επιχειρήσεων, μπορεί να φάνηκε καλό στον Αλκιβιάδη να αναχωρήσει αμέσως ανατολικά, αλλά είχε δουλειές στην Αττική τις οποίες είχε αφήσει στη μέση. Έχοντας χάσει την αίσθηση του χρόνου μέσα στο άγχος του, είχε καταπλεύσει άθελά του στον Πειραιά στη χειρότερη μέρα ολόκληρου του αθηναϊκού έτους.17 Κι αυτό διότι αυτή η μέρα, στην οποία οι Αθηναίοι γιόρταζαν τα Πλυντήρια, εθεωρείτο τόσο δυσοίωνη, ώστε όλα τα ιερά ήταν κλειστά, με ένα φράγμα από σχοινιά να φράζει τις εισόδους τους εμποδίζοντας την πρόσβαση. Όλες οι δραστηριότητες που γίνονταν την ημέρα των Πλυντηρίων θεωρούνταν κακότυχες. Η προστασία της Αθηνάς δεν ήταν διαθέσιμη στην πόλη εκείνη τη μέρα, διότι τα Πλυντήρια ήταν η Γιορτή του Πλυσίματος, και αυτή τη μέρα οι γυναίκες της οικογένειας των Πραξιεργιδών αφαιρούσαν τον χιτώνα και τα στολίδια από το αρχαίο ξύλινο άγαλμα της Αθηνάς Πολιάδος (της πολιούχου Αθηνάς) και το απομάκρυναν από τον ναό για τελετουργικό καθάρισμα. Στη συνέχεια το άγαλμα μεταφερόταν με πομπή στο κοντινό λιμάνι του Φαλήρου για να εξαγνιστεί με θαλασσινό νερό· ο χιτώνας της θεάς μπορεί να πλενόταν επίσης από ειδική πλύστρα. Η πομπή επέστρεφε υπό το φως των δαυλών, οπότε το άγαλμα ντυνόταν ξανά με τον χιτώνα και τα κοσμήματά του.18
Αυτή τη μέρα, όταν η πόλη βρισκόταν ουσιαστικά σε αργία για θρησκευτικούς λόγους, ήταν η χειρότερη δυνατή για τον Αλκιβιάδη να επιστρέψει στην πατρίδα του και το απρόσεκτο λάθος του να ξεχάσει αυτή τη θρησκευτική ιεροτελεστία θα πρέπει να προσέδωσε νέο χαρακτήρα επείγοντος σε ένα σχέδιο που είχε καταστρώσει εκ των προτέρων: θα έσβηνε το στίγμα της καταδίκης του με την κατηγορία θρησκευτικού αμαρτήματος το 415 π.Χ. διοργανώνοντας με ενάργεια μια πομπή πιστών διά ξηράς προς την Ελευσίνα. Από το 413 π.Χ., η παρουσία ενός σπαρτιατικού στρατού στη Δεκέλεια είχε υποχρεώσει τους Αθηναίους να περικόψουν σε μεγάλο βαθμό τον εορτασμό των μυστηρίων, αναγκάζοντάς τους να κάνουν το ταξίδι έως τον βωμό των δύο θεών διά θαλάσσης αντί διά ξηράς, προκειμένου να αποφύγουν μία σπαρτιατική επίθεση· αυτό εμπόδιζε τους Αθηναίους να κάνουν πολλά από τα αγαπημένα τελετουργικά τους που κανονικά εκτελούσε η πομπή καθ’ οδόν. Τώρα, ωστόσο, ο Αλκιβιάδης ανέστησε την παμπάλαια χερσαία πομπή με όλη την περίτεχνη μεγαλοπρέπειά της, τοποθετώντας σκοπούς πάνω στους λόφους και διαθέτοντας μια ένοπλη φρουρά.19 Όσοι δεν ήταν εχθρικοί απέναντι' του τον χαιρέτησαν ακόμη και ως Αρχιερέα της παρέλασης. Καθώς οι Σπαρτιάτες δεν έκαναν καμία κίνηση για να παρέμβουν, πολλοί Αθηναίοι επιβεβαιώθηκαν στην πεποίθησή τους ότι ο Αλκιβιάδης περιβαλλόταν από κάποιο πεδίο δυνάμεων που του είχε προσδώσει μια μαγική γοητεία για την επιτυχία της πόλης.20
Μόνο όταν αυτή η πράξη ευσέβειας, ανάλογη εκείνων του Νικία σε επίδειξη, ολοκληρώθηκε, ψηφίστηκε η πρόταση του Αλκιβιάδη να μεταβεί επικεφαλής μιας δύναμης στα ανατολικά: θα είχε μαζί του 100 τριήρεις, 1.500 οπλίτες και 150 ιππείς.21 Στην πρώτη του στάση, στο νησί της Άνδρου, κατάφερε να εξασφαλίσει ένα οχυρό, αλλά απέτυχε να καταλάβει το νησί, αφήνοντας τους εχθρούς του στην Αθήνα να αγριοκοιτάζουν. Αυτή η μικρή απογοήτευση θύμωσε τον κόσμο, αλλά επρόκειτο να έρθουν και πολύ χειρότερα.22 Φθάνοντας στην ακτή της Μικρός Ασίας, ο Αλκιβιάδης βρήκε την κατάσταση εκεί τελείως αλλαγμένη, διότι ο φιλόδοξος πρίγκιπας Κύρος, που επεδίωκε να διαδεχτεί τον πατέρα του ως βασιλιάς, είχε βρει έναν σύμμαχο στον εξίσου φιλόδοξο Λύσανδρο, τον νέο ναύαρχο της Σπάρτης. Ο Λύσανδρος είχε σχεδόν τα διπλάσια χρόνια του Κύρου, αλλά αυτός και ο νεαρός τα πήγαιναν θαυμάσια μαζί και η καλή σχέση τους σήμαινε σοβαρούς μπελάδες για τους Αθηναίους.
Η άνοδος του Λύσανδρου
Αν και ήταν λογικό για τον Δαρείο να συλλογίζεται μια ριζική αναδιοργάνωση των παράλιων σατραπειών, αφού ο Τισσαφέρνης δεν έδειχνε να τις επιβλέπει αποτελεσματικά, ο Κύρος δεν αποτελούσε πρώτη επιλογή για να αντικαταστήσει τον Τισσαφέρνη στην επικράτειά του- παρ’ όλα αυτά ο Δαρείος τον έκανε κύριο της Λυδίας, της Μείζονος Φρυγίας και της Καππαδοκίας, αφήνοντας στον Τισσαφέρνη μόνο την Καρία. Ανάμεσα στους άλλους έμπειρους αξιωματούχους, ο Δαρείος είχε κι έναν μεγαλύτερο γιο, τον Αρσάκη. Η ετεροθαλής αδελφή και βασίλισσα του Δαρείου όμως, η Παρυσάτις, αντιπαθούσε τον πρωτότοκο γιο της ούτε για την ισχυρογνώμονα σύζυγό του Στάτειρα (την οποία τελικά δολοφόνησε), ενώ αντιθέτως έτρεφε μεγάλες φιλοδοξίες για τον Κύρο.23 Ο νεαρός είχε πολλούς εχθρούς στην Αυλή, συμπεριλαμβανομένης και της Στάτειρας, και χρειαζόταν έναν φίλο από το εξωτερικό προκειμένου να προωθηθεί παρά τη θέση που κατείχε εξαιτίας της σειράς γέννησής του. Ο βραχυπρόθεσμος στόχος του ήταν να κερδίσει την εύνοια του πατέρα του διώχνοντας τους Αθηναίους από τα βασιλικά εδάφη, μία αποστολή στην οποία ο Τισσαφέρνης είχε αποτύχει εμφανώς· μακροπρόθεσμα, είχε τον νου του να βρει κάποιον που θα μπορούσε να του παράσχει έναν στρατό αν χρειαζόταν να κερδίσει τον θρόνο πολεμώντας. Κι έτσι ήταν πανευτυχής που συναντήθηκε με τον Λύσανδρο και τους συναδέλφους του στις Σάρδεις και άκουσε αυτά που ο Σπαρτιάτης είχε να του πει.
Αν και ο Λύσανδρος ήταν κι αυτός δολοπλόκος, είχε ανατραφεί σε πολύ διαφορετικές περιστάσεις. Σε αντίθεση με τον Κύρο, δεν είχε γεννηθεί κοντά στο κέντρο της εξουσίας. Βεβαίως προερχόταν από διακεκριμένη οικογένεια, αλλά ο αριστοκράτης πατέρας του είχε πτωχεύσει. Από μικρή ηλικία ήταν επικεντρωμένος στο να παίρνει αυτό που ήθελε, καλλιεργώντας σχέσεις με ανθρώπους που ασκούσαν επιρροή και πατρονάροντας άλλους που είχαν εξουσία προκειμένου να πετύχει τους στόχους του.24 Μία απόφαση που έλαβε σε νεαρή ηλικία είχε βαθιά επίπτωση για την υπόλοιπη ζωή του. Ήταν έθιμο στην Ελλάδα για αγόρια ηλικίας 12 ή 13 ετών (πιθανώς και λίγο μεγαλύτερα, δεδομένης της πιο αργής έναρξης της εφηβείας) να αποκτούν μεγαλύτερους εραστές, οι οποίοι λειτουργούσαν ως μέντορες. Διανοούμενοι των οποίων τα γραπτά έχουν διασωθεί, όπως ο Ξενοφών και ο Πλάτων, επέμεναν ότι αυτές οι φιλίες δεν ήταν απροκάλυπτα σεξουαλικές, αλλά δεν έλεγαν την αλήθεια. Αυτές οι σχέσεις ήταν πολύ συχνά σωματικές, με τους άνδρες να φλερτάρουν τα αγόρια με δώρα και τα αγόρια να τους ανταμείβουν με σεξουαλικές χάρες. Αν και φαίνεται πως δεν ήταν της μόδας να συνεχίζεται η σεξουαλική πλευρά της σχέσης αφότου το αγόρι έβγαζε γένια, ο μεγαλύτερος σε ηλικία άνδρας συνέχιζε να λειτουργεί ως σύμβουλος και πρότυπο για τον νέο. Αυτό το είδος σχέσης αποτελούσε σημαντικό μέρος της εκπαίδευσης συγκεκριμένων αγοριών της ελίτ στην Αθήνα, όπου το κράτος δεν παρείχε δημόσια παιδεία, αλλά και στη Σπάρτη, όπου παρείχε. Ο μεγαλύτερος σύντροφος, ο «εραστής», όφειλε να παρέχει καθοδήγηση στον νεαρό, τον «αγαπημένο», για το πώς να ασχοληθεί με τα πολιτικά πράγματα. Μια τέτοια σχέση δεν απέκλειε κατά καμία έννοια τις σχέσεις με γυναίκες· όλοι οι Έλληνες άνδρες έπρεπε να παντρεύονται, αν και μερικοί, όπως ο Πλάτων, δεν το έπρατταν.
Το αγόρι που ο Λύσανδρος επέλεξε ως αγαπημένο του δεν επιλέχθηκε πιθανότατα για τη γοητεία ή την ομορφιά του, αλλά για την πολιτική ανέλιξη που θα παρείχε. Δεν ήταν άλλος από τον Ευρυποντίδη Αγησίλαο, τον ετεροθαλή αδελφό του βασιλιά Άγιδος. Η μεγαλύτερη απόδειξη για τον μαγνητισμό του Λύσανδρου είναι ότι ο πρίγκιπας, που σίγουρα είχε πολλούς μνηστήρες, αποδέχτηκε την προσέγγισή του. Το τεράστιο θράσος που επέδειξε ο Λύσανδρος στην ερωτοτροπία του με τον Αγησίλαο ήταν απίστευτο. Μπορεί κανείς να φανταστεί ότι ο Άγις δε θα εκτιμούσε ιδιαίτερα την εισβολή αυτού του τυχάρπαστου στην οικογένειά του. Ευτυχώς για τον Λύσανδρο όμως, δεν υπήρξαν άσχημα αισθήματα. Αυτός και ο Άγις συμφωνούσαν σε πολλά ζητήματα και θα συνεργάζονταν ως πολιτικοί σύμμαχοι στα χρόνια που θα έρχονταν.
Ο Λύσανδρος, για τον οποίο λεγόταν πως εξαπατούσε «αγόρια χαρίζοντάς τους κότσια για να παίξουν αστραγάλους και άνδρες δίνοντας τους όρκους», αποτελούσε ένα περίπλοκο μείγμα υπεροψίας και δουλοπρέπειας.25 Πιθανώς αυτόν τον συνδυασμό αρετών να έδειξε στον Πέρση πρίγκιπα που συνάντησε στις Σάρδεις, αφού πέρασε κάποιο διάστημα μετατρέποντας την Έφεσο σε συμπαγή ναυτική βάση και εκπαιδεύοντας τα πληρώματά του. Ο Κύρος από την πλευρά του ανέφερε ότι ο πατέρας του του είχε δώσει εντολή να λάβει ενεργό μέρος στον πόλεμο και πως είχε φέρει μαζί του 500 τάλαντα- αν αυτό το ποσό δεν αποδεικνυόταν αρκετό, είπε -θυμίζοντας εδώ τον Τισσαφέρνη-, θα διέλυε τον ίδιο του τον θρόνο, που ήταν φτιαγμένος από χρυσό και ασήμι, και θα χρησιμοποιούσε τα χρήματα για τον πόλεμο. Όταν ο Λύσανδρος ζήτησε από τον Κύρο να διπλασιάσει τον μισθό των κωπηλατών του, ωστόσο, ο Κύρος, ενοχλημένος, υποχρεώθηκε να αναδιπλωθεί. Είχε υποσχεθεί περισσότερα από όσα ο πατέρας του τον είχε εξουσιοδοτήσει να δώσει. Αυτό που ζητούσε ο Λύσανδρος σήμαινε την αύξηση του μισθού από τρεις οβολούς σε έξι, δηλαδή συνολικά μία δραχμή, και ο Κύρος δεν είχε στην πραγματικότητα τόσα χρήματα. Έπειτα από το δείπνο όμως, όταν ο Κύρος ρώτησε τον ναύαρχο τι θα μπορούσε να κάνει που θα τον ευχαριστούσε περισσότερο από κάθε τι άλλο, ο Λύσανδρος αποκρίθηκε ότι θα τον ευχαριστούσε περισσότερο αν προσέθετε έναν οβολό στον μισθό κάθε ναύτη. Αυτό ο Κύρος αποτόλμησε να το κάνει δίχως να έχει την έγκριση του πατέρα του· συμφώνησε επίσης να πληρώσει όλους τους καθυστερούμενους μισθούς και να δώσει και ένα μηνιάτικο προκαταβολικά. Τώρα ο Λύσανδρος βρισκόταν σε καλή θέση για να ενθαρρύνει λιποταξίες από τον αθηναϊκό στόλο.26 Έχοντας τεθεί σε συναγερμό από τις ειδήσεις γι’ αυτή τη διάσκεψη, οι Αθηναίοι έκαναν μια τελευταία προσπάθεια να συναντήσουν τον Κύρο, αλλά ο πρίγκιπας απέρριψε αυτή την πιθανότητα ασυζητητί.
Μία τυχαία μάχη και η πτώση του Αλκιβιάδη
Αν και η επόμενη ναυμαχία του πολέμου είχε δραματικές συνέπειες, δεν είχε σχεδιαστεί από την ανώτατη διοίκηση καμίας πλευράς. Έπειτα από τη συνάντησή του με τον Κύρο, ο Λύσανδρος επέστρεψε στον στόλο του στην Έφεσο. Στο μεταξύ ο Αλκιβιάδης, περιπλέοντας τα παράλια της Μικράς Ασίας για να συγκεντρώσει χρήματα, είχε εγκατασταθεί σε έναν προστατευμένο όρμο λίγο βορειότερα από την Έφεσο, στο Νότιο. Εφόσον ο Λύσανδρος δεν έδειχνε σημάδια ότι ήθελε να πολεμήσει, έπειτα από έναν μήνα περίπου ο Αλκιβιάδης κατευθύνθηκε προς τη Φώκαια, την οποία πολιορκούσε ο Θρασύβουλος. Ίσως αν οι Αθηναίοι μπορούσαν να πείσουν τον Λύσανδρο ότι η Φώκαια απειλείτο, οι Σπαρτιάτες να κινούνταν προς τα εκεί και να συγκρούονταν με τον αθηναϊκό στόλο. Επιβιβάζοντας τις χερσαίες δυνάμεις του στα οπλιταγωγά για να ενωθεί με τον Θρασύβουλο στην πολιορκία της Φώκαιας, ο Αλκιβιάδης άφησε τις τριήρεις υπό τη διοίκηση του πλοηγού του, του Αντίοχου, ενός παλιού του φίλου: ο Αντίοχος είχε κερδίσει την εύνοιά του από τότε που είχε πιάσει το ορτύκι που είχε ξεφύγει κάτω από τον μανδύα του Αλκιβιάδη κατά τη μη αναμενόμενη επίσκεψή του στην Εκκλησία του Δήμου πολλά χρόνια πριν.27 Αυτή η επιλογή διοικητή σήμα- νε το τέλος της σταδιοδρομίας του Αλκιβιάδη.
Η απόφαση του Αλκιβιάδη μπορεί να ήταν λογική, αλλά ήταν προκλητική. Αν και ο Αντίοχος μπορεί να ήταν ικανός ναυτικός, ικανότερος ακόμη και από οποιονδήποτε παρόντα τριήραρχο, μερικοί από τους οποίους ήταν απλώς πλούσιοι που είχαν τα κεφάλαια για να εξοπλίσουν και να επανδρώσουν ένα πλοίο, δεν είχε διοικήσει ποτέ πριν στόλο. Βεβαίως, ο Αλκιβιάδης πριν φύγει του έδωσε αυστηρές εντολές να μη συγκρουστεί σε καμία περίπτωση με τα πλοία του Λύσανδρου αν αυτά παρέμεναν στο Νότιο. Παρ’ όλα αυτά, το ότι άφησε τη διοίκηση του στόλου σε φίλο αντί σε έναν στρατηγό ή τριήραρχο έκανε άσχημη εντύπωση.28 Δε θα μπορούσε άραγε να είχε αφήσει πίσω έναν από τους συναδέλφους στρατηγούς του ως επικεφαλής; Μάλιστα, ο Αλκιβιάδης δε θα έπρεπε να είχε αφήσει τον στόλο του χωρίς την προσωπική του ηγεσία ευθύς εξαρχής. Λόγω του υψηλότερου μισθού που προσέφεραν οι Πελοποννήσιοι, οι Αθηναίοι αιμορραγούσαν χάνοντας ναύτες. Αν και ο Λύσανδρος διέθετε 90 πλοία έναντι 80 του Αλκιβιάδη, ο Θρασύβουλος είχε 30 πλοία στη Φώκαια και η μεταφορά μερικών από αυτά θα έπρεπε να ήταν προτεραιότητα, αφού ο χρόνος ευνοούσε τους Σπαρτιάτες. Γενικά, ο Αλκιβιάδης έκανε κακή επιλογή και ενόσω έλειπε, κάτι πήγε πάρα πολύ στραβά.
Ελπίζοντας να εντυπωσιάσει τον φίλο του με ένα εκθαμβωτικό τετελεσμένο γεγονός όταν θα επέστρεφε, ο Αντίοχος παράκουσε τις διαταγές του Αλκιβιάδη. Το τι ακριβώς έκανε αποτέλεσε το αντικείμενο διαφωνιών μεταξύ των αρχαίων πηγών και παραμένει το ίδιο μεταξύ των συγχρόνων ιστορικών.29 Ο Ξενοφών και ο Πλούταρχος αναφέρουν ότι έστειλε δύο σκάφη να περάσουν μπροστά από τις πλώρες των πλοίων του Λύσανδρου φωνάζοντας προκλητικά λόγια και κάνοντας χειρονομίες, οπότε ο Λύσανδρος απέπλευσε με μερικά από τα δικά του σκάφη για να τον κυνηγήσει- τότε, όταν οι Αθηναίοι προσέτρεξαν σε βοήθεια των πλοίων τους, ο Λύσανδρος έστειλε ολόκληρο τον στόλο του και κατέλαβε πολλά πλοία. Ο Ξενοφών αναφέρει ότι κυριεύτηκαν 15 πλοία- ο Πλούταρχος λέει ότι ο Αντίοχος σκοτώθηκε.30
Άλλες αρχαίες αφηγήσεις διηγούνται μια πιο πειστική ιστορία. Στις δικές τους εξιστορήσεις, ο Αντίοχος κατευθύνθηκε προς την Έφεσο επικεφαλής 10 πλοίων, δίνοντας εντολή στον υπόλοιπο στόλο του να παραμείνει στο Νότιο, περιμένοντας έως ότου αυτός και οι σύντροφοί του παρασύρουν τους Σπαρτιάτες στα ανοιχτά, σε κάποια απόσταση από την Έφεσο. Τότε υποτίθεται ότι ο αθηναϊκός στόλος θα είχε μια ευκαιρία να κινηθεί και να τους αποκόψει από τη βάση τους. Αυτό, ωστόσο, δε συνέβη. Έχοντας μάθει από λιποτάκτες ότι ο Αλκιβιάδης απουσίαζε και δε θα μπορούσε να ηγείται της επίθεσης, ο Λύσανδρος επικεντρώθηκε αμέσως στη ναυαρχίδα και τη βύθισε, σκοτώνοντας τον Αντίοχο. Βλέποντας τα υπόλοιπα πλοία του να τρέπονται σε φυγή, ο κύριος όγκος του αθηναϊκού στόλου απέπλευσε τότε για να τα σώσει, αλλά με σημαντική αταξία, με αποτέλεσμα ο στολίσκος του Λύσανδρου να αναδειχτεί νικητής. Ο Διόδωρος Σικελιώτης ισχυρίζεται ότι οι Σπαρτιάτες κατέλαβαν 22 πλοία, αν και πολλά από τα σκάφη κυριεύτηκαν αρκετά κοντά στην ξηρά ώστε η πλειονότητα των ναυτών να μπορέσουν να κολυμπήσουν με ασφάλεια και να διαφύγουν αντί να συλληφθούν αιχμάλωτοι.31
Ό,τι κι αν συνέβη στα ύδατα ανάμεσα στην Έφεσο και στο Νότιο εκείνη τη μέρα, οι συνέπειες για τον πρόσφατα αποκατεστημένο Αλκιβιάδη υπήρξαν καταστροφικές. Επεδίωξε να αποκαταστήσει την υπόληψή του παρασύροντας τον Λύσανδρο σε μάχη, αλλά ο έξυπνος ναύαρχος ήξερε καλά ότι δεν έπρεπε να διακινδυνεύσει να απαλείψει τον πρόσφατο εξευτελισμό του ομολόγου του από την αθηναϊκή πλευρά. Τότε ο Αλκιβιάδης επιτέθηκε κατά της μικρής Κύμης, ελπίζοντας να πετύχει κάτι για λογαριασμό της Αθήνας, αλλά η Κύμη φαίνεται ότι ήταν σύμμαχος πόλη (αν και την κατηγόρησε για έλλειψη νομιμοφροσύνης) και οι Κυμαίοι όχι μόνο κατάφεραν να τον αποκρούσουν, αλλά παραπονέθηκαν γι’ αυτόν και στους Αθηναίους.32 Τώρα ο Αλκιβιάδης είχε ξεμείνει από επιλογές και σύντομα οι κατηγορίες σε βάρος του αθροίστηκαν. Εκείνοι που ήταν ανέκαθεν σκεπτικιστές για το εσωτερικό είδος πατριωτισμού του ένιωθαν δικαιωμένοι για τις αμφιβολίες τους. Εκτός από τους Κυμαίους, ο Θρασύβουλος ο Κολλυτεύς (δεν πρέπει να συγχέεται με τον σπουδαίο στρατηγό Θρασύβουλο από τη Στείρια) απέπλευσε από τη Σάμο για την Αθήνα για να τον καταγγείλει. Ο Αλκιβιάδης, είπε, είχε θέσει επικεφαλής έναν άνδρα του οποίου οι μόνες ικανότητες ήταν στην οινοποσία και στο να διηγείται ναυτικές ιστορίες, και το είχε κάνει αυτό όχι μόνο για να είναι ελεύθερος να ταξιδεύει μαζεύοντας χρήματα, αλλά και για να επιδίδεται στα δικά του ξεφαντώματα, μεθοκοπήματα και σεξουαλικές υπερβολές με γυναίκες που πλήρωνε στην Άβυδο και στην Ιωνία για να είναι διαθέσιμες - και όλα αυτά με έναν εχθρικό στόλο να βρίσκεται κοντά.33 Άλλοι τον κατηγόρησαν ότι συνωμότησε με τον Φαρνάβαζο. Ύποπτο ήταν επίσης το γεγονός ότι είχε κατασκευάσει φρούρια για τον εαυτό του στη Θράκη για περίπτωση έκτακτης ανάγκης· οι άνθρωποι δε θα μπορούσαν παρά να αναρωτιούνται τι είδους έκτακτη ανάγκη προέβλεπε.34 Κατά συνέπεια διαβιβάστηκε στην Εκκλησία του Δήμου μία πρόταση για την καθαίρεσή του από τη στρατηγία.35 Με βαριά καρδιά, ο Αλκιβιάδης επέλεξε να αποσυρθεί και πάλι στην εξορία, μόλις λίγους μήνες αφότου είχε γίνει δεκτός με τόσο ενθουσιασμό στην Αθήνα. Μπορούσε να φανταστεί πόσες δημόσιες κατηγορίες και ιδιωτικές μηνύσεις θα τον περίμεναν κατά την επιστροφή του. Οι ιερείς των Ελευσίνιων Μυστηρίων δε θα μπορούσαν να είναι ευτυχέστεροι.
Όντας θρύλος στο δικό του μυαλό, ο Αλκιβιάδης δεν ήταν καλός στο ομαδικό παιχνίδι. Ήταν όμως διοικητής άνω του μέσου όρου και έμπειρος διπλωμάτης και η Αθήνα θα ένιωθε την απώλεια του. Μάλιστα, κάποιοι φαίνεται ότι την ένιωσαν αμέσως. Μόλις έναν χρόνο έπειτα από την απομάκρυνση του Αλκιβιάδη από τα δημόσια αξιώματα, οι Βάτραχοί του Αριστοφάνη κέρδισαν το πρώτο βραβείο στη γιορτή των Ληναίων. Σε αυτό το έργο ο Αλκιβιάδης δέσποζε ως φιγούρα σε έναν διάλογο που υποτίθεται ότι γίνεται στον Άδη. Καθώς ο Διόνυσος προεδρεύει σε έναν διαγωνισμό για την Έδρα της Τραγωδίας στον Κάτω Κόσμο ανάμεσα στον Αισχύλο και τον Ευριπίδη, αμφότεροι νεκροί πλέον, ο θεός ρωτάει τους δύο ποιητές τι συμβουλή είχαν να δώσουν στην Αθήνα σχετικά με τον Αλκιβιάδη. Ο Ευριπίδης απαντάει:
Εκείνης η γνώμη ποια είναι;
ΔΙΟΝΥΣΟΣ: Ποια; Και τον ποθεί και τον μισεί και θέλει να τον έχει. Μα πείτε εσείς τι σκέφτεστε για δαύτον.
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ: Πολίτη, αργό στο να ωφελεί την πόλη, γοργό στο να τη βλάφτει, ανοιχτομάτη για τον εαυτό του και για κείνη στείρο, τον σιχαίνομαι.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ: Μα τον Ποσειδώνα, πολύ καλά! Η δική σου γνώμη, Αισχύλε;
ΑΙΣΧΥΛΟΣ: Μη θρέφεις λέοντα σε μια πόλη, αν όμως τρανέψει πια, να πας με τα νερά του.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ: Δύσκολη η κρίση, μα τον Δία Σωτήρα. Ο ένας σοφά μίλησε, σταράτα τα είπε ο άλλος.36
Η συζήτηση στη συνέχεια στρέφεται σε άλλες λύσεις για τις πιεστικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει η Αθήνα σε καιρό πολέμου. Είναι φανερό ότι ο Αλκιβιάδης αποτελούσε ακόμη θέμα συζήτησης στην Αθήνα έπειτα από την αναχώρησή του, αλλά παρά τα ταλέντα του, είχε προκαλέσει υπερβολικά μεγάλη ζημιά για να ανακληθεί- η κουβέντα γι’ αυτόν ήταν μόνο αυτό - κουβέντα.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Ακολουθώ εδώ το έργο του Ξενοφώντα Ελληνικά 1.2.1 αντί για τον Διόδωρο Σικελιώτη 13.64.1 στην απαρίθμηση των πλοίων ως πενήντα, αλλά ο Διόδωρος Σικελιώτης αναφέρει τους εκατό ιππείς.
2. Ξενοφών Ελληνικά 1.2.6-9.
3. Ξενοφών Ελληνικά 1.2.11-14.
4.Ξενοφών Ελληνικά 1.2.13. Βλ. V. Rosivach, «Execution by Stoning in Athens», Classical Antiquity 6 (1987), σ. 232-48.
5. Ξενοφών Ελληνικά 1.3.2-7.
6. Ξενοφών Ελληνικά 1.3.8-9.
7. Πλούταρχος Αλκιβιάδης 30.1-5.
8. Ξενοφών Ελληνικά 1.3.14-15.
9. Για τον Κλέαρχο στην Κύζικο, Διόδωρος Σικελιώτης 13.51.1-4· για την προδιάθεσή του, Διόδωρος Σικελιώτης 13.66.6· για τον Παυσανία μετά τους Περσικούς Πολέμους, Θουκυδίδης 1.95.1-3.
10. Ξενοφών Ελληνικά 1.3.16-19' Διόδωρος Σικελιώτης 13.66.6.
11. Ξενοφών Ελληνικά 1.4.2.
12. Ξενοφών Ελληνικά 1.4.3.
13. Ξενοφών Ελληνικά 1.4.8, 12.
14. Ξενοφών Ελληνικά 1.4.19.
15. Πλούταρχος Αλκιβιάδης 32.5.
16. Πλούταρχος Αλκιβιάδης 33.2-3· Διόδωρος Σικελιώτης 13.69.1-3.
17. Ξενοφών Ελληνικά 1.4.12· Πλούταρχος Αλκιβιάδης 34.1.
18. H.W. Parke, Festivals of the Athenians (Ίθακα, Νέα Υόρκη: Cornell University Press, 1977), σ. 152-5.
19. Ξενοφών Ελληνικά 1.4.20' Πλούταρχος Αλκιβιάδης 34.2-5.
20. Πλούταρχος Αλκιβιάδης 34.6.
21. Ξενοφών Ελληνικά 1.4.21.
22. Ξενοφών Ελληνικά 1.4.22- Διόδωρος Σικελιώτης 13.69.4-5' Πλούταρχος Αλκιβιάδης 35.1.
23. Για τη δολοφονία της Στάτειρας: Αρταξέρξης 19.1-5.
24. Πλούταρχος Λύσανδρος 2.3.
25. Πλούταρχος Λύσανδρος 8.4.
26. Ξενοφών Ελληνικά 1.5.2-7.
27. Ξενοφών Ελληνικά 1.5.11 Διόδωρος Σικελιώτης 13.71.V Πλούταρχος Αλκιβιάδης 35.4. Για το ορτύκι, Πλούταρχος Αλκιβιάδης 10.1.
28. Πλούταρχος Αλκιβιάδης 35.5.
29. Για σύγχρονες μελέτες πάνω στη ναυμαχία του Νοτίου, βλ. D. Kagan, The Fall of the Athenian Empire (Ίθακα, Νέα Υόρκη: Cornell University Press, 1987), σ. 310-20 W. Ellis, Alcibiades (Λονδίνο: Routledge, 1989), σ. 91-3' J.F. Lazenby, The Peloponnesian War: A Military Study (Λονδίνο: Routledge, 2004), σ. 219-21' PJ. Rhodes, Alcibiades: Athenian Playboy, General and Traitor (Μπάρνσλεϊ: Pen & Sword, 2011), o. 89-90.
30. Ξενοφών Ελληνικά 1.5.12-14· Πλούταρχος Αλκιβιάδης 35.5-6.
31. Διόδωρος Σικελιώτης 13.71.
32. Διόδωρος Σικελιώτης 13.73.3-6.
33. Πλούταρχος Αλκιβιάδης 36.1-2.
34. Διόδωρος Σικελιώτης 13.73.6' Πλούταρχος-Αλκιβιάδης 36.2.
35. Πλούταρχος Λύσανδρος 5.2.
36. Αριστοφάνης Βάτραχοι στ. 1424-34.
Η Αναζήτηση
Αν πιάναμε τη ζωή από την αρχή της τότε ποιο θα ήταν το νόημα της; Το βρήκες; Τώρα που ξεκίνησες από τη μέση; Το γνωρίζεις έτσι; Η ημιμάθεια είναι η φθορά της μονάδας και προς επέκταση του συνόλου. Στη ζωή σου, στη καθημερινότητά σου, στο σπίτι σου, στη δουλειά σου, στις σχέσεις σου με την οικογένειά σου και με τους γύρω σου. Το νόημα της ζωής δε κρύβεται ούτε στην αρχή, ούτε στη μέση, ούτε στο τέλος. Είναι μέσα μας, χωρίς τη ζωτική ενέργεια, το θάνατο, τη γέννηση, τη δημιουργία. Δε θα υπήρχε αρχή και τέλος. Ξέρεις αν με ρωτούσες εσύ, δε θα σου απαντούσα ολοκληρωμένα γιατί θα έλειπε το δικό σου σκέλος της απάντησης.
Όλοι είμαστε τόσο γεμάτοι μα και τόσο κενοί ταυτόχρονα. Τι σημαίνει όμως γεμάτος και τι κενός; Τι σημαίνει η φράση νιώθω πλούσιος; Τι σημαίνει η φράση νιώθω μόνος; Η κοινωνικότητα και η μοναχικότητα πόσο σε βοηθάνε και πόσο σε φθείρουνε ταυτόχρονα; Έχεις αναρωτηθεί ποτέ; Έχεις κάτσει να ζυγίσεις πόσες φορές ξεπέρασες τον εαυτό σου και αν αυτό άξιζε; Έμαθες κάτι ή έμεινες αποσβολωμένος μπροστά στο κενό σου; Το κενό που προσπαθούσε ένα κομμάτι σου να σε αποτραβήξει, όμως ένα άλλο σου έλεγε να συνεχίσεις. Το γιατί το αναρωτήθηκες; Γιατί; Να συνεχίσεις;
Πως ένιωσες όταν άνοιξες τα μάτια σου για πρώτη φορά; Τα άνοιξες; Τότε; Τι είδες; Πότε ένιωσες πραγματικά εσύ; Έχεις καθίσει να σκεφτείς; Ποιος έχει τον έλεγχο; Κανείς; Η κάποιος;
Πόσες φορές ένιωσες να περνάνε στιγμές δευτερόλεπτα, λεπτά, ώρες και μέρες και συ να μένεις στάσιμος στο ίδιο σημείο. Απλά να κινείσαι σαν εκκρεμές δεξιά, αριστερά, δεξιά και αριστερά. Ζαλισμένος από τα πρέπει, από φωνές και γυρνάς στο τέλος που; Σε ένα ζεστό στρώμα; Η μια ψυχρή αγκαλιά; Προσπαθείς να ξεφύγεις να αποδράσεις, μα δε ξέρεις από που και από τι; Ποιος είναι ο εχθρός σου; Ποιος σε κυνηγάει; Θέλεις το τίποτα γιατί τα 'χεις όλα; Η τα θέλεις όλα γιατί νομίζεις πως δεν έχεις τίποτα;
Προσπαθείς να σκεφτείς και να ζυγίσεις πράγματα και καταστάσεις. Να δώσεις ορισμούς στη χαοτική τάξη των ενεργειών που πάνε και έρχονται όμως κλείσε τα χέρια σου, τα μάτια σου άνοιξε το μυαλό σου. Χάος εκεί μέσα ε;
Επικεντρώσου στο τίποτα και τότε θα βρεις τα πάντα.
Όλοι είμαστε τόσο γεμάτοι μα και τόσο κενοί ταυτόχρονα. Τι σημαίνει όμως γεμάτος και τι κενός; Τι σημαίνει η φράση νιώθω πλούσιος; Τι σημαίνει η φράση νιώθω μόνος; Η κοινωνικότητα και η μοναχικότητα πόσο σε βοηθάνε και πόσο σε φθείρουνε ταυτόχρονα; Έχεις αναρωτηθεί ποτέ; Έχεις κάτσει να ζυγίσεις πόσες φορές ξεπέρασες τον εαυτό σου και αν αυτό άξιζε; Έμαθες κάτι ή έμεινες αποσβολωμένος μπροστά στο κενό σου; Το κενό που προσπαθούσε ένα κομμάτι σου να σε αποτραβήξει, όμως ένα άλλο σου έλεγε να συνεχίσεις. Το γιατί το αναρωτήθηκες; Γιατί; Να συνεχίσεις;
Πως ένιωσες όταν άνοιξες τα μάτια σου για πρώτη φορά; Τα άνοιξες; Τότε; Τι είδες; Πότε ένιωσες πραγματικά εσύ; Έχεις καθίσει να σκεφτείς; Ποιος έχει τον έλεγχο; Κανείς; Η κάποιος;
Πόσες φορές ένιωσες να περνάνε στιγμές δευτερόλεπτα, λεπτά, ώρες και μέρες και συ να μένεις στάσιμος στο ίδιο σημείο. Απλά να κινείσαι σαν εκκρεμές δεξιά, αριστερά, δεξιά και αριστερά. Ζαλισμένος από τα πρέπει, από φωνές και γυρνάς στο τέλος που; Σε ένα ζεστό στρώμα; Η μια ψυχρή αγκαλιά; Προσπαθείς να ξεφύγεις να αποδράσεις, μα δε ξέρεις από που και από τι; Ποιος είναι ο εχθρός σου; Ποιος σε κυνηγάει; Θέλεις το τίποτα γιατί τα 'χεις όλα; Η τα θέλεις όλα γιατί νομίζεις πως δεν έχεις τίποτα;
Προσπαθείς να σκεφτείς και να ζυγίσεις πράγματα και καταστάσεις. Να δώσεις ορισμούς στη χαοτική τάξη των ενεργειών που πάνε και έρχονται όμως κλείσε τα χέρια σου, τα μάτια σου άνοιξε το μυαλό σου. Χάος εκεί μέσα ε;
Επικεντρώσου στο τίποτα και τότε θα βρεις τα πάντα.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)









