Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2020

Ένας τραγικός βασιλιάς…

Οι Βάκχες του Ευριπίδη αποτελούν ένα από τα πιο ολοκληρωμένα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, πρόκειται για δημιούργημα μοναδικού μεγαλείου, με τα περισσότερα όμως προβλήματα όσον αφορά την κατανόηση του.

Το έργο θεωρήθηκε ολοκληρωμένο επειδή συνυπάρχουν στην εντέλεια τρία στοιχεία: το τραγικό, το δραματικό και το θεατρικό.

Γράφτηκε το 407 π.Χ. λίγο πριν πεθάνει ο μεγάλος τραγικός ποιητής και διδάχτηκε το 405 π.Χ. από τον γιο του στην Αθήνα. Ο τόπος συγγραφής του έργου ήταν η Πέλλα καθώς ο ποιητής ήταν φιλοξενούμενος στην αυλή του βασιλιά της Μακεδονίας Αρχέλαου.

Ο Αριστοφάνης θα πληροφορήσει ότι και ο Αισχύλος στο παρελθόν είχε πραγματευτεί τον ίδιο μύθο του («Θηβαίου θεομάχου») σε σχετική τετραλογία η οποία περιελάμβανε το έργο Πενθέας.

Η εξέλιξη του έργου:

Ο Διόνυσος γιος του Δία και της Σεμέλης, της κόρης του Κάδμου, βασιλιά της Θήβας μετά από πολλές περιπλανήσεις στην Ασία, όπου έχει εδραιώσει τη λατρεία του έρχεται να την επιβάλει και στην Ελλάδα ξεκινώντας από τη γενέτειρά του, τη Θήβα ακολουθούμενος από βάρβαρες γυναίκες που αποτελούν το θίασό του. Στη Θήβα, όμως, αμφισβητείται η θεϊκή του υπόσταση και στην πόλη ισχυρίζονται ότι η Σεμέλη φόρτωσε στο Δία κάποιο από τα αμαρτήματά της. Ο πρόλογος του έργου (μονόλογος του Διόνυσου) αποτελεί μία ανάπτυξη της βακχικής λατρείας.

Στην επωδό του έργου θα εγκωμιαστεί η βακχική έκσταση που θα περιλαμβάνει ορειβασία, περιπλάνηση στα βουνά και ωμοφαγία ( διαμελισμός ζώου στο οποίο κατοικεί η δύναμη του θεού και καταβρόχθιση της σάρκας του). Από τις αγγελικές ρήσεις ακόμη προβλέπει την επερχόμενη καταστροφή του βασιλιά της Θήβας και πολέμιου του Διόνυσου Πενθέα (έσπειρε μανία ο Διόνυσος στις γυναίκες της Θήβας, τις έστειλε στα βουνά για να εκδικηθούν ,ενώ σε αντίδραση ο Πενθέας έστειλε στρατιώτες να τις συλλάβουν).

Ο Διόνυσος με ανθρώπινη μορφή εξιστορεί το ιστορικό και τις περιπέτειες του. Ερχόμενος στη Θήβα o θεός οιστρηλάτησε τις αδερφές της μάνας του αλλά και όλο το γυναικείο πληθυσμό της πόλης και ως Μαινάδες μαζί με τις Βάκχες, τις ακόλουθές του, περιπλανώνται στον Κιθαιρώνα όπου σε κατάσταση μανίας και χωρίς λογική χορεύουν και συμβιώνουν αρμονικά(;) με τη φύση. Τη βασιλεία τώρα στη Θήβα την έχει ο Πενθέας που διακρίνεται για τις αντιβακχικές του προθέσεις (εχθρεύεται τη νέα λατρεία επειδή είναι ελευθεριάζουσα συν τοις άλλοις η νέα λατρεία απειλεί να καταστρέψει το υφιστάμενο θρησκευτικό κατεστημένο). Μεταξύ των γυναικών που είχε γοητεύσει ο Διόνυσος ήταν και η μητέρα του Πενθέα η Αγαύη.

Ο μάντης Τειρεσίας, έρχεται και συναντά τον Κάδμο, ο οποίος είναι και αυτός οπαδός του Διόνυσου. Του ζητάει να βγουν στα βουνά για να δοξάσουν το θεό. Εκείνη την ώρα καταφθάνει ο νέος βασιλιάς Πενθέας, που έλειπε και άκουσε «για τις γυναίκες που πήραν τα βουνά…» Όσες από αυτές μπόρεσε τις συνέλαβε και οργανώνεται για να φέρει πίσω και τις υπόλοιπες για να υπηρετήσουν τους άντρες τους! Θεωρεί τον Διόνυσο μάγο και που του αξίζει η αγχόνη. Βλέπει στολισμένους βακχικά τον Τειρεσία και τον παππού του και τον πιάνουν τα γέλια. Θεωρεί υπεύθυνο τον Τειρεσία, όμως για το χορό τα λόγια του συνιστούν ύβρη. Ο Πενθέας δεν πείθεται για τις προθέσεις του Διονύσου και δίνει εντολή να καταστρέψουν όλα του τα σύνεργα, να συλλάβουν τον «θηλύμορφον ξένον» και να τον φέρουν δέσμιο μπροστά του.

Ένας δούλος φέρνει το Διόνυσο προς το παλάτι αλλά στο δρόμο έκανε εκείνος με ένα θαύμα
απελευθερώθηκε από τα δεσμά. Ακολουθεί η ανάκριση στην οποία ο Διόνυσος απαντά πρόθυμα αλλά εξοργίζει τον Πενθέα που τον στέλνει να χορεύει στα σκοτάδια της φυλακής. Ο Διόνυσος όμως δραπετεύει, καταστρέφει το παλάτι με σεισμό και εξευτελίζει τον Πενθέα, που τον συναντά μπροστά στο παλάτι.

Εκείνη την ώρα έρχεται τρέχοντας ο αγγελιαφόρος από τον Κιθαιρώνα. Μαζί με άλλους έβοσκε το κοπάδι και βρέθηκε αντιμέτωπος με το θέαμα των μαινάδων που έκαναν πράξεις ασυνήθιστες και τρομερές και διαπιστώνει ότι «όλα αυτά δεν μπορούν να γίνουν χωρίς το χέρι κάποιου θεού». Προτείνει στον Πενθέα να δεχθεί το Διόνυσο ως νέο θεό, αλλά αυτός αρνείται και προετοιμάζεται για να φέρει πίσω τις γυναίκες. Ο Διόνυσος τον περιμένει μέχρι τέλους ώστε να τον πάρει με το μέρος του…

Ο Διόνυσος προσπαθεί να τον αποτρέψει όμως η διήγηση του βοσκού έχει εξάψει την περιέργεια του Πενθέα που πείθεται από το Διόνυσο να μεταμφιεστεί ο ίδιος σε Μαινάδα και να ανέβει στην κορυφή ενός έλατου με σκοπό να κατασκοπεύσει τις Θηβαίες γυναίκες στον Κιθαιρώνα προκειμένου να αποκτήσει ιδία άποψη.

Η συνέχεια είναι συγκλονιστική…

Ο Πενθέας τελικά πέφτει στην παγίδα του Διόνυσου…
«Πενθέα πένθος φέρνει τ’ ονομά σου, είχε πει στην αγγελική ρήση ο Βάκχος»
Ο Πενθέας συντρίβεται τελικά από τις Μαινάδες…

Το τέλος του βασιλιά…

Ο Διόνυσος κατάφερε να δελεάσει τον Πενθέα και να τον πείσει τελικά να κατασκοπεύσει ο ίδιος τις βακχικές τελετές μεταμφιεζόμενος μάλιστα ως γυναίκα! Ο Πενθέας κατευθύνθηκε στο βουνό και αφού κρύφτηκε ανάμεσα στα δέντρα περίμενε να δει τις οργιαστικές τελετές των γυναικών της πόλης του. Οι κόρες του Κάδμου, δηλαδή η μητέρα του και οι θείες του, τον είδαν πάνω σε ένα δέντρο και φαντάστηκαν [μάλλον ο Διόνυσος τους υπέβαλε αυτή τη σκέψη], ως ένα άγριο ζώο. Έτσι, τράβηξαν τον Πενθέα κάτω και τον έσκισαν από πάνω μέχρι κάτω(!), με έναν τελετουργικό τόπο που είναι γνωστός ως σπαραγμός. Όταν η αληθινή του ταυτότητα ανακαλύφθηκε αργότερα, οι αξιωματούχοι της Θήβας εξόρισαν τις γυναίκες-μαινάδες από τη Θήβα. Κάποιες πηγές βεβαιώνουν ότι η μητέρα του ήταν η πρώτη που έφερε το θανατηφόρο κτύπημα σκίζοντάς τον στο κεφάλι. Έβαλε έπειτα το κεφάλι σε ένα ραβδί και το πήρε πίσω στην Θήβα, σαν μακάβριο θύρσος, μέχρι που συνάντησε το γέρο-Κάδμο, ο οποίος και την έβγαλε από το φρικτό κόσμο των “ιερών” ψευδαισθήσεών της!

Στο παλάτι…

Ένας δεύτερος αγγελιοφόρος έρχεται και ανακοινώνει ότι ο Πενθέας τελικά καταξεσκίστηκε με μανία από τη μητέρα του η οποία έβγαζε αφρούς από το στόμα έχοντας χάσει τα λογικά της. Μαζί της συμμετείχαν και οι άλλες μαινάδες. Η ωμή περιγραφή προκαλεί φρίκη και συμπάθεια για τον κακότυχο Πενθέα.

Στη σκηνή εμφανίζεται η Αγαύη που κρατάει πάνω σε θύρσο το κεφάλι του σκοτωμένου θριαμβολογώντας. Η Αγαύη τελικά σιγά σιγά συνέρχεται συνειδητοποιώντας την τραγική πραγματικότητα. Ακολουθεί διάλογος Αγαύης και Κάδμου που δεν είναι ολοκληρωμένος.
Στην έξοδο ο Διόνυσος, με θεϊκή επιβλητικότητα εξορίζει την Αγαύη και τις αδερφές της. Τέλος στον Κάδμο και τη γυναίκα του Αρμονία υπόσχεται ανάπαυση στο νησί των Μακάρων…

Διάδοχος του Πενθέα ορίστηκε ο θείος του Πολύδωρος, ενώ λίγο μετά το φρικτό του τέλος η σύζυγος του γέννησε ένα γιο, τον Μενοικέα του οποίου ο γιος ήταν ο Λάιος (πατέρας του Κρέοντα και της Ιοκάστης και παππούς του Οιδίποδα.

Επιπλέον στοιχεία για το έργο:

Για τον ήρωα Πενθέα θα μπορούσαμε να αρκεστούμε στην άποψη του Albin Lesky, ότι ο βασιλιάς των Θηβών ενσαρκώνει τον άνθρωπο που κρατιέται από το κοντινό, το χειροπιαστό, το άμεσα νοητό και αντιτάσσει πεισματάρικη αντίσταση στο ξύπνημα του άλογου στοιχείου. Αντίσταση η οποία στο τέλος θα είναι αυτοκαταστροφική όπως θα συμπληρώναμε.

Προέκυψαν πολλά ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία του έργου από τους κατοπινούς μελετητές.

Σε μία προσπάθεια προκειμένου να αποκρυπτογραφηθεί και να ερμηνευτεί το έργο υποστηρήχθηκαν δύο ακραίες απόψεις ιδιαίτερα κατά το παρελθόν :
Πρώτον ο Ευριπίδης με τους Βάκχες επιστρέφει στο θεό καθώς σε όλα τα έργα του (σε αντίθεση με του άλλους δύο μεγάλους τραγικούς) τοποθετεί τον άνθρωπο να ενεργεί μόνος του χωρίς την επιρροή των θεών. Έτσι λοιπόν στα γεράματα του μετανοεί και επιστρέφει στους θεούς.

Και Δεύτερον ο μεγάλος τραγικός παρουσιάζοντας τον Πενθέα να εμμένει στην άρνηση του να δεχθεί τον Διόνυσο και στην εχθρικότητα απέναντι στο θεό παρά τις ευκαιρίες που του παρέχονται, τον ταυτίζει με τον εαυτό του και επί της ουσίας παραμένει άθεος μέχρι τέλους.

Η σύγχρονη έρευνα και ερμηνεία κινείται προς την κατεύθυνση της υποστήριξης της θέσης ότι ο Ευριπίδης ανέκαθεν συγκλονίζονταν βαθιά από τις μυστικιστικές λατρείες και επιζητούσε επαφή μ’ αυτές. Η παραμονή του στη Μακεδονία του έδωσε την ευκαιρία να έρθει σε επαφή με τις εκστατικές λατρείες στην πιο πρωτόγονη και γνήσια μορφή τους, πολύ διαφορετική από εκείνη που έως τότε γνώριζε στην Αττική. Έτσι λοιπόν το έργο ήταν μία προσπάθεια από μέρους του ανάπτυξης του φαινομένου των μυστικιστικών λατρειών.

Το Άπειρο Βάθος του Είναι

Η Ύπαρξη (το πιο ουσιαστικό μέρος της Ύπαρξης) είναι η ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ. Έχουμε Συνείδηση ότι υπάρχουμε. Προβληματιζόμαστε κι αναζητάμε απαντήσεις για την Φύση της Ύπαρξης, τα Όριά της. Ο Μόνος Σωστός Τρόπος για να βρούμε απαντήσεις είναι να βιώσουμε την Ύπαρξη κι όχι μέσα από διδασκαλίες, θεωρίες, σκέψεις (όλα αυτά είναι μετα-ερμηνείες). Βιώνουμε την Ύπαρξη όταν απορρίπτουμε τις δευτερεύουσες δραστηριότητες της ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ. Τότε μόνο μπορούμε να έχουμε Καθαρή Αντίληψη και μπορούμε να νοιώσουμε το ΑΠΕΙΡΟ ΒΑΘΟΣ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ.

Τον περασμένο αιώνα οι υπαρξιστές φιλόσοφοι ξεκινώντας από την Παρούσα Συνείδηση (για τον Χάιντεγκερ Da-Sein, «εδώ είναι», «εδώ συνείδηση»), απορρίπτοντας όλες τις επιφανειακές εκδηλώσεις της Ύπαρξης έφτασαν στην Βίωση της Συνείδησης, του Καθαρού Είναι (για τον Xάιντεγκερ Sein ή Sein διαγραμμένο, Είναι και Μη-Είναι).

Το Είναι (ή Μη-Είναι) των υπαρξιστών για πολλούς είναι ο Θεός ή η Ύστατη Πραγματικότητα (που μπορούμε να την δούμε και αρνητικά σαν «Μηδέν»). Πάντως η ερμηνεία του Χάιντεγκερ είναι διφορούμενη. Το Είναι μπορεί να είναι το Πλήρες Είναι ή το Μη-Είναι, σαν το χωρίς ιδιότητες. Η δυσκολία δεν οφείλεται στο Είναι αλλά στην δική μας αδυναμία να αντιληφθούμε, είναι δηλαδή ερμηνευτικό το πρόβλημα.

Η ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ Είναι για Πάντα Αυτό που Είναι. Δεν αλλοιώνεται, δεν αυξάνεται, δεν μειώνεται. Δεν υπάρχει παρά μία συγκέντρωση σε μία δραστηριότητα, σε ένα σύνολο από αντιλήψεις και συμπεριφορές που μας «βάζει» σε ένα κύκλο ζωής, μέσα στα σύμπαντα, αόρατα και ορατά. Όλα αυτά όμως συμβαίνουν σε ένα φαντασιακό χώρο (που μόνο από την ατελή συνείδηση θεωρείται πραγματικότητα). Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει ούτε πτώση, ούτε λύτρωση, ούτε τίποτα. Όλα συμβαίνουν στον φαντασιακό χώρο και οι δραστηριότητες όλες και οι διαλογιστικές πρακτικές συμβαίνουν στον φαντασιακό χώρο. Το μόνο που υφίσταται είναι η συνειδητοποίηση ότι όλα αυτά είναι ψεύτικα, («ψεύτικα», όχι ανύπαρκτα – θα το εξηγήσουμε αυτό εν καιρώ). Διαλογισμός είναι το σταμάτημα όλης αυτής της μάταιης δραστηριότητας.

Η διατύπωση μίας απορίας, μίας ερώτησης, προϋποθέτει ήδη μία κοσμοαντίληψη, ένα λογικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αρθρώνεται ο λόγος, η ερώτηση. Πολλές φορές οι απορίες που διατυπώνονται από τον άνθρωπο είναι λανθασμένες, οδηγούν σε λανθασμένα συμπεράσματα και θεμελιώνουν την ζωή και την δράση σε όχι στέρεες βάσεις. Γιατί όμως διατυπώνονται απορίες με λάθος τρόπο; Επειδή το κοσμοθεωρητικό πλαίσιο είναι εσφαλμένο ο λόγος είναι αδύναμος και η λογική συνέπεια είναι όχι πραγματική αλλά τυπολογική. Απορία, ερώτηση που κάνουν οι άνθρωποι χιλιάδες χρόνια: Υπάρχει Θεός; Τι Είναι Θεός; Πως Τον γνωρίζουμε; πως Τον προσεγγίζουμε; Με αφετηρία αυτή την απορία έχουν δημιουργηθεί θρησκείες, συστήματα, φιλοσοφίες κι έχουν γραφτεί εκατοντάδες χιλιάδες τόμοι. Κι όμως είναι μία λανθασμένη ερώτηση που ξεκινά από μία λανθασμένη αντίληψη, τοποθέτηση. Έτσι όλα είναι στον αέρα, ιστορία, θρησκείες, φιλοσοφίες, δραστηριότητες, είναι όλα διανοητικά σκουπίδια. Γιατί; Ιδού γιατί: Ξεκινάμε από την λανθασμένη αντίληψη ότι το ΕΙΝΑΙ Είναι Κάτι, Κάτι έξω από εμάς, ένα Αντικείμενο που μπορούμε να γνωρίσουμε, ίσως με την διαίσθηση, τις διανοητικές ενέργειες, ή ενδεχομένως με την αίσθηση. Αλλά όμως το ΕΙΝΑΙ δεν είναι Κάτι Είναι το ΕΙΝΑΙ, η Πηγή του Είναι. Εμείς οι ίδιοι (σαν Συνείδηση, Συνείδηση της Ύπαρξης, του «Είναι») ανήκουμε στο ΕΙΝΑΙ. Για να προσεγγίσουμε λοιπόν το ΕΙΝΑΙ πρέπει να το κάνουμε μέσα από την Βίωση του ΕΙΝΑΙ κι όχι θεωρώντας το ΕΙΝΑΙ απέναντί μας, ένα Αντικείμενο. Η θεώρηση του ΕΙΝΑΙ σαν Κάτι έξω από εμάς, από το Είναι μας, από το ΕΙΝΑΙ, είναι η χειρότερη ειδωλολατρία.

Για να προσεγγίσουμε το ΕΙΝΑΙ πρέπει να το κάνουμε λοιπόν μέσω του ΕΙΝΑΙ που Είμαστε. Το ΕΙΝΑΙ, η Συνείδηση του Είναι, η Συνείδηση, πρέπει να καθαρισθεί από όλες τις διανοητικές παρερμηνείες, από όλες τις διανοητικές δραστηριότητες, για να Αποκαλυφθεί το ΕΙΝΑΙ. Μία τέτοια τοποθέτηση που θεωρεί το ΕΙΝΑΙ σαν το Υπερσύνολο του «όποιου είναι είμαστε» και το προσεγγίζουμε μέσα από την Βίωση του ΕΙΝΑΙ, είναι τελείως διαφορετική από την άλλη αντίληψη, από την αντίληψη που θεωρεί ότι το ΕΙΝΑΙ Είναι έξω από εμάς κι οδηγεί σε άλλα συμπεράσματα και θεμελιώνει την ζωή και την δραστηριότητα σε άλλες βάσεις. Μας κατευθύνει στην Βίωση του ΕΙΝΑΙ, της Ύπαρξης, σε μία εσωτερική αντίληψη κι όχι σε μία εξωτερική δραστηριότητα. Θέτει εξαρχής την Σχέση μας με το ΕΙΝΑΙ, τον Προορισμό μας, την Ολοκλήρωσή μας.

Περισσότερο λοιπόν χρήσιμο από το να διατυπώνουμε απορίες και να δίνουμε απαντήσεις πάνω στις οποίες θεμελιώνουμε την Ύπαρξή μας είναι να δούμε από ποια θεωρητική βάση ξεκινάμε. Η αντίληψη που συνδέει το Είναι μας με το ΕΙΝΑΙ και μας κατευθύνει στην εσωτερική ζωή είναι σαφώς πιο ισχυρή λογικά. Ενώ η αντίληψη που ξεκινά από μία μικρή, αδύναμη, αμαθή, συνείδηση που τα αντιλαμβάνεται όλα έξω από τον εαυτό της είναι ανώριμη κι ανήκει σε παρωχημένες εποχές. Δυστυχώς όμως η ανθρωπότητα αντιλαμβάνεται την Ύπαρξη εντελώς επιπόλαια.

Η απάθεια του θεατή: Από το να "παρευρίσκεσαι" στο να "συμπαραστέκεσαι"

Αυτό το άρθρο έχει ως σκοπό να δώσει βασικές και χρήσιμες πληροφορίες σε όσους ενδιαφέρονται να μάθουν περισσότερα για το κοινωνικό και ψυχολογικό φαινόμενο που οι κοινωνικοί ψυχολόγοι ονομάζουν και είναι γνωστό ως ‘απάθεια του θεατή’. Έτυχε ποτέ να ακούσεις ιστορίες π.χ. για την αδιαφορία που μπορεί να δείχνουν πολλοί περαστικοί σε έναν πολυσύχναστο δρόμο σε έναν άνθρωπο που μόλις έπεσε στο πεζοδρόμιο;

Ή για την ομήγυρη που δημιουργείται γύρω από έναν τσακωμό στο δρόμο ή γύρω από ένα ατύχημα όπου οι άνθρωποι παρακολουθούν τι συμβαίνει αλλά κανείς δεν φαίνεται να επεμβαίνει ή ακόμα να καλεί έγκαιρα σε βοήθεια; Έχεις ίσως ποτέ εσύ ο/η ίδιος βρεθεί σε μια τέτοια θέση θεατή αναρωτώμενος/η μετά αν θα μπορούσες να είχες κάνει κάτι;

Τι είναι η Απάθεια του Θεατή;

Είναι το κοινωνικό και ψυχολογικό φαινόμενο του να μην παρεμβαίνει ένας άνθρωπος ή ομάδα ανθρώπων σε μια κατάσταση όπου κάποιος άλλος ή άλλοι άνθρωποι χρειάζονται βοήθεια. Έρευνες έχουν δείξει ότι υπάρχει η τάση ένας άνθρωπος όταν είναι μόνος του να τείνει να βοηθήσει περισσότερο από το όταν βρίσκεται μέσα σε μια ομάδα ανθρώπων.

Για ποιο λόγο πιστεύεις ότι μπορεί να συμβαίνει αυτό;

Μερικά παραδείγματα:

Απάθεια του Θεατή είναι το να αφήσεις ένα φίλο να οδηγήσει μεθυσμένος. Απάθεια του Θεατή, επίσης, είναι να μην αντιμετωπίσεις ή να μη βοηθήσεις ένα συνάδελφο που βλέπεις ότι δεν μπορεί να ανταποκριθεί καλά στη δουλειά του λόγω αρνητικού στρες, υπερκόπωσης ή κάποιου είδους εξάρτησης.

Απάθεια του θεατή είναι όταν ένας εκπαιδευτικός αδιαφορεί για τον όλο και πιο απόμακρο μαθητή που βλέπει καθημερινά στην τάξη του.

Ένα από τα κύρια κίνητρα που προτείνουν οι κοινωνιολόγοι ότι διαμορφώνουν το φαινόμενο της απάθειας του θεατή είναι η διασκόρπιση της ευθύνης – δηλαδή ότι ‘ο καθένας’ ελπίζει ότι ‘ο άλλος’ θα κάνει το πρώτο βήμα και θα επέμβει στην κατάσταση κι έτσι θα αποφύγει τις συνέπειες που θα μπορούσε να έχει η επέμβασή του.

Όταν σε μια ομάδα ανθρώπων κανένας δεν επεμβαίνει από την ομάδα τότε το να είσαι μέλος αυτής της ομάδας αποτελεί δικαιολογία για να τη μη – επέμβαση. Έτσι μειώνονται οι πιθανότητες να φορτωθεί κάποιος τις ευθύνες των (αρνητικών) αποτελεσμάτων.

Ποιος είναι ο θεατής (ή παρατυχών);

Ο θεατής (ή παρατυχών) είναι η ονομασία που δίνεται σε έναν άνθρωπο, που δεν επεμβαίνει ενεργά σε μια κατάσταση, όπου κάποιος άλλος χρειάζεται βοήθεια. Εξ ορισμού, λοιπόν, οποιοσδήποτε επεμβαίνει ενεργά σε μια κρίσιμη κατάσταση δεν είναι θεατής.

Φυσικά, οι άνθρωποι μπορεί να επέμβουν για καλό ή κακό λόγο - το ανθρώπινο κίνητρο μπορεί να είναι ανακατεμένο.

‘Δεν θέλω ν’ ανακατευτώ’

Παρακάτω αναφέρω μερικά από τα πιο συνηθισμένα ‘σλόγκαν’ που χρησιμοποιούνται όταν κάποιος παίρνει το ρόλο του ‘θεατή’:

Δεν είναι η δουλειά μου.

Θέλω να παραμείνω ουδέτερος.

Δεν θέλω να ταράξω τα νερά.

Δεν θέλω να την ξαναπατήσω.

Απλά ακολουθώ εντολές.

Η κατηγορία του θύματος (φταίνε τα θύματα που έφεραν τον εαυτό του σε αυτή τη θέση).

Η βοήθειά μου δεν θα προσφέρει τίποτα.

Η κάθε μια από αυτές τις προτάσεις έχει να κάνει με τον λόγο για τον οποίο κάποιος επιλέγει να μην επέμβει σε μια κατάσταση. Όμως, αν είσαι παρών είσαι ήδη αναμεμιγμένος! Δεν συμβαίνει το ίδιο όταν π.χ. παρακολουθείς τηλεόραση.

Όταν, όμως, παρακολουθείς γεγονότα που εκτυλίσσονται μπροστά σου, πώς γίνεται - από τη στιγμή που είσαι παρών/ουσα - να μην υπάρχεις; Ο ψυχολόγος Mark Tyrell αναφέρει: ‘Φαίνεται ότι αρκετοί άνθρωποι θα ριψοκινδύνευαν ακόμα και το να πεθάνει ένας συνάνθρωπός τους παρά να πάνε αντίθετα στο ρεύμα της πλειονότητας – δηλ. στο να δράσουν εκείνη την ώρα διαφορετικά από τους περισσότερους γύρω τους.’

Τι θα γινόταν άραγε αν οι άνθρωποι μιλούσαν ανοιχτά ή δρούσαν ενεργά νωρίτερα; Αν, κατά το δυνατόν, προσπαθούσαν περισσότερο να προλαμβάνουν παρά να σπεύδουν εκ των υστέρων να αντιμετωπίζουν τα δυσάρεστα αλλά κάποιες φορές ίσως και προβλέψιμα αποτελέσματα;

Ήξερες ότι:

Μία από τις πιο ανησυχητικές συνέπειες της συναισθηματικά υπερφορτισμένης πληροφόρησης είναι η ‘απευαισθητοποίηση’. Ότι δηλαδή ‘όταν οι άνθρωποι εκτίθενται υπερβολικά σε υλικό που προκαλεί φόβο και ανησυχία, τότε έχουν την τάση να απευαισθητοποιούνται, να ξεχνούν ή να μην αισθάνονται πια τόσο βιασμένοι, ώστε να είναι εχθρικοί και μη-δεκτικοί απέναντι σε ολόκληρο το μήνυμα’ (Rogers Macy, 1983). Aυτό φαίνεται να οδηγεί σε ολοένα και μεγαλύτερο κυνισμό και ανοχή αισχρών πράξεων.

Μια από τις πρώτες ασκήσεις σε υποψήφιους βασανιστές στην Ελλάδα ήταν να εξασκηθούν στην ‘Aπάθεια του Θεατή’ (Χαρίτου-Φατούρου, 1983).

Ακόμα και μόνο η παρουσία ενός τρίτου προσώπου μπορεί να μειώσει την πιθανότητα ή ακόμα και να σταματήσει κάποιον που έχει την πρόθεση να σε απειλήσει ή να σου επιτεθεί.

Μειώνοντας τις πιθανότητες να συμπεριφερθείς με την απάθεια του θεατή

Έχει βρεθεί ότι οι άνθρωποι που γνωρίζουν για το φαινόμενο της απάθειας του θεατή έχουν λιγότερες πιθανότητες να γίνουν απαθείς θεατές και είναι πιο προστατευμένοι από το φαινόμενο αυτό σε σχέση με όσους δεν το γνωρίζουν.

Μέσα σε αυτά τα πλαίσια θα ήταν εύλογο να αναρωτηθεί κανείς, μήπως χρειάζεται να μάθουμε περισσότερα για τον εαυτό μας και για το πώς μπορούμε να συνυπάρχουμε καλύτερα με τους συνανθρώπους μας; Μήπως δεν είναι και τόσο ρεαλιστικό να υποθέτουμε ότι η δική μας συμπεριφορά είναι πάντα μόνο δική μας και δεν επηρεάζει τους άλλους; Κάποιος είχε πει ότι 'Ο δρόμος για την κόλαση είναι στρωμένος με καλές προθέσεις', με άλλα λόγια η πρόθεση χωρίς δράση-όπως π.χ. στην περίπτωση της Catherine Genovese - φαίνεται να είναι κάτι παραπάνω από άχρηστη.

Το να συμπαρασταθείς ή να βοηθήσεις ενεργά σε μια κατάσταση δεν σημαίνει πάντα ότι χρειάζεται μια δραστική ή ηρωική πράξη. Μπορεί να έχει πολλές μορφές. Επίσης, κάποιες φορές μπορεί να μην είναι εύκολη υπόθεση, να αποτελεί δίλημμα.

Εσύ μόνο ξέρεις και είναι δική σου απόφαση για το πώς θα επιλέξεις να πράξεις ή όχι. Όποια κι αν είναι πάντως η απόφασή σου, μπορεί να έχει κάποια σημασία καθώς όλα είναι συνδεδεμένα μεταξύ τους:

Γεννιόμαστε λόγω μιας σχέσης, τρεφόμαστε μέσα σε σχέσεις, εκπαιδευόμαστε μέσα σε σχέσεις. Εκπροσωπούμε κάθε βιολογική και κοινωνική σχέση των προγόνων μας καθώς υπάρχουμε και αλληλοεπιδρούμε μέσα σ’ αυτό το χώρο που ονομάζουμε 'κοινωνία'

Αιγυπτιακή Μαγεία: Η Μυστηριώδης Αρχαία Αίγυπτος

Για πάνω από 3000 χρόνια, οι αξιωματούχοι του Ραμσή Β΄ταξίδεψαν για να επισκεφθούν το αρχαίο παρελθόν τους, και για να ξανανιώσουν την Αιγυπτιακή Μαγεία στέκονταν μπροστά στις πυραμίδες της Γκίζας που ήταν ήδη 100 ετών.

Για όλα αυτά τα χρόνια οι πλημμύρες του Νείλου εξαφάνιζαν σταδιακά έναν από τους πιο μεγαλειώδεις πολιτισμούς που γνώρισε ο κόσμος. Από τις αρχές του 6ου Αιώνα Π.Χ, οι Αρχαίοι Έλληνες Φιλόσοφοι ταξίδευαν στην μακρινή Αίγυπτο για να ανακαλύψουν τα μυστήρια του Πολιτισμού αλλά και να ανταλλάξουν Φιλοσοφικές Κοσμοθεωρίες, αφήνοντας πίσω καταγραφές των ταξιδιών τους που ήταν γεμάτες πληροφορίες για την αλληλεπίδραση αυτή. Συχνά οι Φιλόσοφοι της πατρίδας μας αντάλλασσαν πολιτισμικές και φιλοσοφικές παραδόσεις με τους Αιγύπτιους.

Όμως ακόμα και αυτοί οι μεγαλειώδεις Πολιτισμοί όπως ο Ελληνικός και ο Αιγυπτιακός δεν θα μπορούσαν να επιβιώσουν από τις μεταβολές που έφερνε η ανέγερση του Χριστιανισμού. Έτσι, οι Αιγύπτιοι Χριστιανοί σταδιακά μετάλλασσαν το Μυσταγωγικό και Φιλοσοφικό υπόβαθρο της Αιγύπτου, απενεργοποιώντας ουσιαστικά τους Παγανιστικούς Ναούς και τα Μαγικά τελετουργικά που λάμβαναν χώρα στην ευρύτερη περιοχή. Έτσι με την άνοδο των νέων Θρησκειών που αναδύονταν στους κοντινούς πολιτισμούς όπως ο Χριστιανισμός και το Ισλάμ, οι Σφίγγές θάφτηκαν κάτω από την άμμο, και η λάμψη του Αρχαίου Αιγυπτιακού Πολιτισμού θαβόταν σιγά σιγά από τον άνεμο της θρησκευτικής αλλαγής.

Η Αιγυπτιακή Μαγεία και τα Μυστήρια της Αιγύπτου

Όσοι έχουν μελετήσει λίγο το έργο του Κίρχερ, που θεωρούσε ότι η Αίγυπτος υπήρξε ο τόπος ενός μεγάλου πολιτισμού πριν τον Κατακλυσμό όπου άρχισε η εξέλιξη της ιστορίας του Χριστιανισμού, διαπιστώνουν πως ίσως η Αρχαία Αίγυπτος ήταν ένας Τόπος αληθινής Μαγείας και Μυστηρίου. Οι Βιβλικές αναφορές στην χώρα ανέφεραν μία περιοχή, ο άρχοντας της οποίας δεχόταν προφητικά όνειρα, και οι μάγοι της μπορούσαν να αναπαράγουν τα Θεϊκά θαύματα με τις μαγικές τους πράξεις. Ο Μέγας Αλέξανδρος χρίστηκε Βασιλέας από τον προφήτη της Σίβα στην Αίγυπτο, κάτι που τον έκανε να θέλει να θαφτεί εκεί παρά στην γενέτειρά του. Ο Αυτοκράτορας Ανδριανός ταξίδευε συνεχώς στην Αίγυπτο όπου γνώρισε τους Μάγους της και εντυπωσιάστηκε από τις πράξεις τους.

H Αρχιτεκτονική της Αιγύπτου βοήθησε επίσης σε αυτή την Μυστηριακή αύρα. Οι Ρωμαίοι είχαν επηρεαστεί τόσο από τα Αιγυπτιακά μνημεία, που επέστρεφαν στην Ρώμη με Οβελίσκους, αγάλματα και άλλα τιμαλφή, τοποθετώντας τα μάλιστα σε ένα τοπίο κατασκευασμένο σαν τον Νείλο, ή δίπλα σε κατασκευασμένους πυραμιδοειδείς τύμβους. Η Έλλειψη γνώσης σχετικά με τον σκοπό ύπαρξης αλλά και την Αρχιτεκτονική κτιρίων όπως οι πυραμίδες αλλά και της Σφίγγας εισχωρούσε και εξίταρε την φαντασία των Ευρωπαίων.

Ένα άλλο δεδομένο που εδραίωσε την Αίγυπτο ως τόπο μαγείας και Μυστηρίου ήταν η τελετουργική φύση του Πολιτισμού της με τα άπειρα μυστικά Σοφίας. Η Βίβλος αναφέρει πως ο Μωυσής διδάχθηκε μέσα στην Σοφία της Αιγύπτου και πως ο Σολωμόντας αφού γνώρισε την Αιγυπτιακή Μαγεία έγινε ο Σοφότερος άνθρωπος επί Γης. Αρχαίοι Έλληνες Φιλόσοφοι και Μύστες όπως ο Σόλων, ο Πυθαγόρας και ο Πλάτωνας είχαν εισαχθεί στα Μυστήρια της Αιγύπτου. Ο Ηρόδοτος έγραφε για τα Μυστήρια που κατείχαν οι Αιγύπτοιοι, Μυστήρια που δεν είχε την δικαιοδοσία να μεταλαμπαδεύσει…

Τα Ιερογλυφικά και η «Μαγική» φύση της Αιγύπτου

Αρκετοί λόγιοι έχουν απορρίψει την υπόνοια πως τα Ιερογλυφικά ήταν μία πρωτόγονη και προκατηλλειμένη μορφή γραφής, αφού αρκετός σεβασμός και αίγλη για τον μυστηριώδη Αιγυπτιακό Πολιτισμό προήλθε από το αρχαίο αυτό Σύστημα. Ώσπου να αποκρυπτογραφηθούν στα μέσα του 19ου Αιώνα, τα Ιερογλυφικά ήταν ένα θολό τοπίο σπέκουλας και διαφόρων αντιλήψεων αφού ο συμβολισμός τους έδινε αυτό το πάτημα σε όσους τα ερεύνησαν. Αρκετές επιγραφές εμπεριείχαν επίσης «Κρυπτογραφική» Γραφή, και επειδή τα γράμματα ήταν κατ’ ουσία εικόνες, χρησιμοποιούνταν ως στοιχεία στην Αιγυπτιακή Μαγεία για μεταβιβάσουν την σημασία και τον Συμβολισμό. Οι Ευρωπαίοι είχαν υιοθετήσει τα Ιερογλυφικά ως την μέθοδο της μεταβίβασης Μεγάλης κρυμμένης Γνώσης. Ως το 1422 γνώριζαν για τις γραφές του Ωραπόλλων, ενός Αλεξανδριανού Λόγιου που έζησε τον 5ο Αιώνα, ο οποίος έγραψε την Ελληνική πραγματεία του «Ιερογλυφικά» και πίστευε πως πίσω από κάθε αιγυπτιακό Ιερογλυφικό υπήρχε ένας αριθμός συμβόλων και εννοιών και όχι μονάχα ένα σύμβολο και μία έννοια. Οι Ευρωπαίοι Λόγιοι όπως ο Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε είχαν εντυπωσιαστεί τόσο πολύ από την γραφή, που ζωγράφιζαν αντικείμενα καθημερινής χρήσης με Αιγυπτιακές Μυστηριακές σκηνές και Ιερογλυφικά.

Ο Ignaz von Born, Ελευθεροτέκτονας και σεβαστός Βιεννέζος Επιστήμονας δημοσίευσε μία σημαντική Εργασία το 1784 με τίτλο «Περί Αιγυπτιακών Μυστηρίων» (Ueber die Mysterien der Aegyptier).

Μέσα σε αυτή την εργασία διαπιστώνουμε πως η Αιγυπτιακή Μαγεία και ο Αιγυπτιακός πολιτισμός ήταν τόσο μεγάλος που δεν γινόταν να μην επηρεάσει την Ευρώπη σε κάθε της έκφανση, αφού επικρατούσε η πεποίθηση πως μέσα στον Πολιτισμό της κρύβονταν τα μεγαλύτερα κοσμικά μυστικά. Έστω και αν αρκετοί ερευνητές κατανόησαν αυτά τα μυστικά, οι περισσότεροι ένιωσαν πως σύντομα αυτά τα μυστήρια θα αποκαλύπτονταν. Σαφώς υπήρχαν και Σκεπτικιστές, όμως οι Φιλόσοφοι που ερεύνησαν την Μαγική Αίγυπτο θεωρούσαν πως όταν τα μυητικά στάδια αποκατασταθούν, και κατανοηθεί πλήρως ο βαθύτερος συμβολισμός που κρύβεται στα Ιερογλυφικά, τότε η Ανθρωπότητα θα έφτανε σε ένα ανώτερο Στάδιο Συνειδητότητας. Και πρόκειται για μία εντύπωση που υπάρχει ακόμη και σήμερα σε εκείνους που αναζητούν τις διαδικασίες Μύησης σε πνευματικές παραδόσης Μεγάλων Πολιτισμών όπως η Αίγυπτος, αφού η αύρα της Σοφίας και του Μυστηρίου που καλύπτει αυτούς τους Πολιτισμούς – όπως άλλωστε ήταν και ο δικός μας – μεταφέρεται ακόμη και στον απομακρυσμένο από τις πνευματικές παραδόσεις εκσυγχρονισμένο κόσμο μας.

Όταν όλα μοιάζουν δύσκολα

Πόσες φορές έχει συμβεί να βρισκόμαστε στο κέντρο των προβλημάτων, μια συναισθηματικής καταιγίδας και νιώθουμε ανήμποροι να διαχειριστούμε την κατάσταση. Μερικές φορές αναρωτιόμαστε γιατί να συμβεί αυτό σε μας και παραπονιόμαστε ολοένα και περισσότερο ότι η Ζωή είναι άδικη μαζί μας και ότι μας κατατρέχει.

Αυτό συμβαίνει γιατί συνήθως βλέπουμε το δέντρο και όχι ολόκληρο το δάσος…

Γιατί έχουμε περιορισμένη εικόνα γι΄ αυτό που μας συμβαίνει κάθε φορά και η ματιά μας είναι τυφλωμένη από τα συναισθήματα…

Γιατί δεν έχουμε τη δυνατότητα να κοιτάξουμε την κατάσταση συνολικά και να δούμε τις προοπτικές που μας ανοίγονται σε βάθος χρόνου…

Η Ύπαρξη γνωρίζει και φέρνει στη ζωή μας εκείνα τα ¨εμπόδια¨ που θα μας ωριμάσουν και θα μας κάνουν να δούμε τους άλλους, τον εαυτό μας, με άλλα ¨μάτια¨.

Ακριβώς όπως ένα φυτό για να αναπτυχθεί, να ωριμάσει και να μοιράσει τους ανθούς και τους καρπούς του χρειάζεται τη γη, τον ήλιο, τον αέρα, τη βροχή… όλες τις καιρικές καταστάσεις… ακριβώς έτσι και εμείς, χρειαζόμαστε όλες τις προκλήσεις της ζωής για να μεστώσουμε συναισθηματικά και να αναπτυχθούμε πνευματικά.

Και πριν προλάβεις να αρχίσεις τα: Μιλάς εκ του ασφαλούς, εσύ δεν ξέρεις τι περνώ εγώ… κοίταξε λίγο πίσω στο χρόνο… τότε που όλα τα εμπόδια σου φαινόταν αξεπέραστα… Τι έγινε τελικά; τα κατάφερες; Βρήκες πιο δυνατός άνθρωπος μέσα από όλη αυτή τη δοκιμασία;

Τι δώρα σου έφερε αυτή η εμπειρία; Ποια δύναμη ανακάλυψες μέσα σου που πίστευες ότι δεν υπάρχει; Με ποιο τρόπο ωρίμασες; Τι διαφορετικό υπάρχει τώρα μέσα στη ματιά σου, αντικρίζοντας τους άλλους, Εσένα;

Κι αν μου πεις ότι τίποτα δεν άλλαξε, ότι ακόμα νιώθεις κλειδωμένος, ανήμπορος/η να διαχειριστείς τις καταστάσεις, το μυαλό και τα συναισθήματα σου τότε ένα έχω να σου πω: Είσαι ακόμα μέσα στη δοκιμασία…

Χαλάρωσε και εμπιστεύσου την Ύπαρξη, την Ζωή…

Εκμεταλλεύσου αυτήν την κατάσταση και δες εσένα… δες συνολικά ποιος/α είσαι, συνειδητοποίησε τον επαναλαμβανόμενο τρόπο αντίληψης και συμπεριφοράς που εκδηλώνεις και τι κερδίζεις μέσα από αυτόν…

Συνειδητοποίησε ποιες είναι οι ανάγκες σου, οι επιθυμίες σου, με ποιο τρόπο βάζεις όρια, αν βάζεις όρια, πόσο μεγάλη σημασία έχει για σένα η γνώμη των άλλων, αν ζεις τη ζωή που επιθυμείς ή ζεις προσπαθώντας να ικανοποιήσεις τις ανάγκες των άλλων και τι κρύβεται μέσα από αυτή την συμπεριφορά; Πόσο θυμώνεις με αυτό ή πόσο παγωμένα είναι τα συναισθήματά σου και απλά αφήνεις τον χρόνο να σε προσπερνά… Ποια πληγή κοχλάζει μέσα σου σαν ηφαίστειο και εσύ επιμένεις να μην βλέπεις, να μην ακούς, να μην νιώθεις γιατί πιστεύεις πως ότι δεν αντικρίζεις, δεν υπάρχει… Κι όσο την προσπερνάς, όσο την καταχωνιάζεις αυτή πυρακτώνεται… μεγεθύνεται και σε εξουσιάζει…

Μην κοιτάς τους άλλους… Κοίτα εσένα…
Δώσε χρόνο σε σένα…
Ελευθέρωσε όλο το δυναμικό που υπάρχει μέσα σου και σύντομα θα ανακαλύψεις ότι ο φόβος μπορεί να γίνει Αγάπη… ο θυμός, Συμπόνια… και ο έλεγχος, τα πρέπει, Ελευθερία…

Το ζήτημα είναι τι θέλεις να δεις, τι θέλεις να αλλάξεις, να μετασχηματίσεις… Γιατί όσο κι αν αντιστέκεσαι στην αλλαγή σου, όσο κι αν αρνείσαι να ανοίξεις τους εσωτερικούς σου ορίζοντες, θέλεις δεν θέλεις, θα έρθει η μεγάλη δασκάλα, η Ζωή και θα ανοίξει για σένα τους ασκούς του Αιόλου για να σε κάνει να μάθεις με τον εύκολο ή με τον δύσκολο τρόπο…

Κολλήσαμε στα ασήμαντα

Κολλήσαμε στα ασήμαντα κι ας είναι όλα γύρω μας σημαντικά. Βρήκαμε τα μηδαμινά και τα αγκαλιάσαμε. Γεννιόμαστε ελεύθεροι, λίγα λεπτά μετά μας φορτώνουν ένα κάρο υποχρεώσεις να φέρουμε εις πέρας.

Ασήμαντα δημιουργήματα του ανθρώπου, της ματαιότητάς του.

Πως να ‘χεις όρεξη; Πώς να ζεις τη στιγμή, όταν σου ‘μάθαν να ξεπουλάς τον εαυτό σου, τις επιθυμίες σου και ότι αγαπάς;

Πώς να ‘σαι δημιουργικός μέσα στην αυτο-καταπίεσή σου για να φαίνεσαι σωστός, για να τα βγάλεις πέρα;

Δε πρέπει να εκφράζεσαι, να ‘σαι τρωτός δε πρέπει. Σου ‘βάλαν τρία σακιά στη πλάτη «ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΕΤΣΙ»!

Περπατάς σκυφτός, περιφέρεσαι. Προσπαθείς να κρύψεις αυτό που είσαι, προσπαθείς να γεμίσεις τα τσουβάλια αντί να τα αδειάσεις.

Θες να μαζέψεις για αύριο, να μαζέψεις για όταν χρειαστείς. Θες να ‘σαι σίγουρος! Σίγουρος πως θα ‘χεις σταθερότητες. Σταθερή αποδοχή, ανθρώπινες σχέσεις, υπόληψη, εισόδημα.

Τι και αν κάθε δευτερόλεπτο παίζεται κορώνα-γράμματα μεταξύ ζωής-θανάτου.

Ονειρεύεσαι την ώρα της πληρωμής, όταν θα δείξεις όσα μάζευες, όταν θα σταματήσεις να κοπιάζεις!
Αυτή όμως δε θα ΄ρθει, βλέπεις την τακτοποίησες ήδη, την ξόφλησες! Έδωσες! Όσο καιρό μάζευες, έδινες εσένα, τον χρόνο σου, τη μοναδικότητά σου.

Δεν έχεις να θυμάσαι πέρα από ασήμαντα, διαδικαστικά, ανθρώπινες ανάγκες, απωθημένα, προδοσίες, χαμένες ευκαιρίες.

Κι αυτά που μάζευες δε μπορούν να σου ‘πουν ένα ψέμα, μόνο αλήθειες.

Πως άξιζε να δώσεις μια ευκαιρία σε αυτό που κρύβεις μέσα σου να ανθίσει, ν’ αναπνεύσει!

Έπρεπε να πετάξεις τη μάσκα!

Άξιζε να παραδοθείς σε όσα ταρακουνούσαν τη ψυχή σου.

Έπρεπε να φτύσεις κατάμουτρα τον έλεγχο προς τη ζωή, τους άλλους, εσένα.

Με τα ασήμαντα γρήγορα περνάει ο χρόνος. Με τους εγωισμούς, τις κακίες, την πικρία, τα κόμπλεξ, τη βαρεμάρα, τη δηθενιά μένουμε ακίνητοι. Μένουμε στην άγνοια, δε κάνουμε την υπέρβαση από φόβο στην αγάπη. Μένουμε στο εγώ μας μόνοι, περιμένοντας τον θάνατο, προσπαθώντας να τον ξεγελάσουμε.

Δε δεχόμαστε πως θα πεθάνουμε, μα δεχόμαστε το ότι επιλέγουμε πως δε θα ζήσουμε. Υποτίθεται πως διψάμε για αθανασία. Όμως πως ξέρουμε τι είναι η αθανασία; Τι και αν η αθανασία είναι το τώρα; Τι και αν την έχουμε και την κλωτσάμε;

Άσε τα ασήμαντα, μη τα πιστεύεις! Κανείς δε ξέρει πως πρέπει να είσαι, τι πρέπει να κάνεις ή να έχεις. Όμως εσύ πρέπει να ξέρεις πως έχεις δικαίωμα στη ζωή. Έχεις δικαίωμα απλώς να είσαι, να εκφράσεις τη μοναδικότητα της ύπαρξης σου. Να πατάς τα πόδια σου στο έδαφος ξέροντας πως είσαι, τώρα είσαι αθάνατος!

Είσαι η θάλασσα και παριστάνεις τη σταγόνα γιατί έτσι προστάζει η μόδα και πονάς.
Πονάς που δεν είσαι μια μικρή σταγόνα! Δεν είναι ανέκδοτο;

Χαμογέλα, γιατί είσαι όλες οι σταγόνες μαζί. Δεν υπάρχει διαχωρισμός.
Χαμογέλα, γιατί είσαι ελεύθερος.

Σταμάτα να το παίζεις μια σταγόνα φυλακισμένη στο ποτήρι, βρε, όλοι ποθούν μια θάλασσα…

Μαγκιά είναι...

Μαγκιά είναι να αγαπάς αληθινά… Αληθινά σημαίνει να κάνεις τα λόγια σου πράξη, να ψάχνεις τρόπο να βλέπεις τον άλλον να χαμογελά εξαιτίας σου κι όχι να κλαίει για σένα.

Μαγκιά είναι να προσφέρεις ότι μπορείς, χωρίς να περιμένεις αντάλλαγμα… ούτως η άλλως αυτός που θα το λάβει αν όντως σ αγαπάει θα βρει τρόπο να στο προσφέρει πίσω με όποιο τρόπο μπορέσει.

Μαγκιά είναι να μην εγκαταλείπεις τον άλλον στα δύσκολα και να του απλώνεις το χέρι όταν σε χρειάζεται. Αν είσαι δίπλα του μόνο στα εύκολα, δεν χρειάζεται να είσαι καθόλου.

Μαγκιά είναι να παλεύεις, να δουλεύεις, να αγωνίζεσαι για όποιον αγαπάς. Αγάπη στα λόγια δεν υφίσταται.

Μαγκιά είναι να μην χειροδικείς, να μην βλαστημάς πιο αδύναμους από σένα. Τα επιχειρήματα των πράξεων σου είναι η μεγαλύτερη απόδειξη πως έχεις δίκιο.

Μαγκιά είναι να τηλεφωνείς, να επικοινωνείς με ανθρώπους που υπήρξαν στην ζωή σου και σου έκαναν καλό ακόμα και αν για οποιοδήποτε λόγο απομακρυνθήκατε.

Μαγκιά είναι να πραγματοποιείς ότι υπόσχεσαι. Αν νιώθεις ότι δεν μπορείς μην το πεις καθόλου. Η εμπιστοσύνη βασίζεται στον λόγο των πράξεων σου.

Μαγκιά δεν είναι να κλέψεις για να επιβιώσεις. Μαγκιά είναι να επιβιώνεις αγωνιζόμενος με κάθε τρόπο.

Μαγκιά είναι να μην κρίνεις αυστηρά το διπλανό σου. Δεν ξέρεις ποιο δρόμο περπάτησε. Δώσε του έστω μια ευκαιρία να τον καταλάβεις.

Μαγκιά είναι να μην είσαι φαταούλας. Αν σου περισσεύει ένα κομμάτι ψωμί πρόσφερε το σε κάποιον που πεινάει. Οι χορτασμένοι ξεχνούν δρόμους που δεν περπάτησαν ή που τους πέρασαν αλώβητοι.

Μαγκιά είναι να συμπαραστέκεσαι στον άλλον, ίσως μεθαύριο βρεθείς στην θέση του.

Μαγκιά είναι να μην επιδεικνύεις τα πτυχία σου, η τα οποιαδήποτε προσόντα σου. Οι μορφωμένοι άνθρωποι δεν κρίνονται από το πόσα γράμματα έμαθαν, αλλά από το πώς μιλάνε και φέρονται χωρίς να ταπεινώνουν τον άλλον.

Μαγκιά είναι να υποστηρίζεις ότι αγαπάς και να τα βάζεις με θεούς και δαίμονες.

Μαγκιά είναι να βρίζεις τον άλλον κατάμουτρα κι όχι από πίσω του ή μεταφέροντας λόγια ολούθε.

Μαγκιά είναι να αποχωρείς όταν ο άλλος σε διώχνει. Δεν ψάχνεις τρόπο να στριμωχτείς στην ζωή του, δεν εκβιάζεις, δεν παρακαλάς. Η ειλικρίνεια του είναι το καλύτερο δώρο που σου έδωσε.

Μαγκιά είναι να μην τρέχεις όπου σου προσφέρουν τα περισσότερα, μα εκεί που το μοναδικό ευρώ κάποιου το χωρίζει για σένα στην μέση, κι ας μην έχει δεύτερο.

Μαγκιά είναι να γερνάς φυσιολογικά προσέχοντας μεν, όχι όμως γελοιοποιώντας τον εαυτό σου τροποποιώντας κάθε κομμάτι σου για να ανταγωνίζεσαι την ίδια την φύση.

Μαγκιά είναι να δέχεσαι την συγνώμη του άλλου, και να την εννοείς κι εσύ όταν την προφέρεις.

Μαγκιά είναι να μάθεις τα παιδιά σου να ακολουθούν την καρδιά και τα όνειρα τους. Να μην τους πασάρεις τα δικά σου, και να μην εκβιάζεις την ψυχούλα τους.

Μαγκιά είναι να γεμίζεις την παλέτα της ψυχής σου με χρώματα κι όχι με μουτζούρες συνειδήσεως που κάποτε θα μετατραπούν στο χειρότερο εφιάλτη σου.

Μαγκιά είναι όταν σε θεωρούν ξεγραμμένο να σε βλέπουν όρθιο μπροστά τους.

Όσο ζεις και αναπνέεις διόρθωσε και σώσε ότι μπορείς. Το αύριο μην το υπολογίζεις… Ίσως να μην υπάρχεις…!!!

Ικαρομένιππος

Ο Λουκρήτιος ο Επικούρειος, ο οποίος πίστευε ότι ο θάνατος δεν είναι τίποτε, ιδού τι λέει για την αιωνιότητα:

Αφού το διάστημα απλώνεται πολύ πέρα από τα όρια του κόσμου, στο άπειρο, ο νους μας προσπαθεί να κατανοήσει τι βρίσκεται μέσα σε αυτό το άπειρο, όπου ο νους μπορεί να βυθίσει το βλέμμα του με τη θέλησή του, και όπου οι σκέψεις του νου μπορούν να πετάξουν ελεύθερα.

Αυτή η οπτική γωνία αποκτά ζωή σε μία ιστορία του Λουκιανού, που ονομάζεται Ικαρομένιππος, όπου πρωταγωνιστεί ο χιουμορίστας Κυνικός, Μένιππος. Εκεί, συνειδητοποιεί ότι το πρόβλημα με τη φιλοσοφία είναι ότι ασχολούνται μαζί της άνθρωποι που πατούν γερά στη γη. Γι’ αυτό, παρ’ όλα όσα ισχυρίζονται για τον εαυτό τους, στην πραγματικότητα δεν είναι:

Περισσότερο οξυδερκείς από τους διπλανούς τους, ορισμένοι από αυτούς, μάλιστα, είναι μισότυφλοι λόγω ηλικίας ή νωθρότητας. Κι όμως υποστηρίζουν ότι μπορούν να διακρίνουν τα όρια του ουρανού, υπολογίζουν την περιφέρεια του ηλίου, κάνουν περιπάτους στις περιοχές πάνω από τη σελήνη, και δίνουν συγκεκριμένα στοιχεία για τα μεγέθη και τα σχήματα των άστρων, σαν να έχουν πέσει από αυτά.

Ο Μένιππος ο ήρωας του Λουκιανού αποφασίζει ότι χρειάζεται φτερά κι, έτσι, τα κατασκευάζει. Κάνει κάποιες δοκιμαστικές πτήσεις και, μετά από μερικές προσπάθειες, πετά τόσο ψηλά που φθάνει στη σελήνη. Κοιτάζει πίσω στη γη και βλέπει πόσο ασήμαντα είναι τα προβλήματα των περισσοτέρων ανδρών και γυναικών. Έχει αποκτήσει μία κοσμική, περισσότερο αντικειμενική άποψη των πραγμάτων:

Πρέπει συχνά να παρατηρήσατε την κοινωνία των μυρμηγκιών, κάποια από αυτά σαν ταραγμένη μάζα, άλλα να απομακρύνονται, άλλα να επιστρέφουν στην πόλη. Το ένα είναι καθαριστής, το άλλο πολυάσχολος αχθοφόρος φορτωμένο με ένα κομμάτι από φασόλι ή μισό σιτάρι. Αναμφίβολα, στη δική τους μικρή κλίμακα για τα μυρμήγκια, έχουν τους αρχιτέκτονες και τους πολιτικούς τους, τους ανώτατους άρχοντες και τους συνθέτες και τους φιλοσόφους τους. Όπως και να έχει, από τόσο ψηλά οι άνθρωποι και οι πόλεις έμοιαζαν απλώς με μυρμηγκοφωλιές.

Αυτή η αίσθηση είναι μία παρηγοριά της φιλοσοφίας. Σχετίζεται και με την παρηγοριά της επιστήμης, την ελευθερία που έρχεται όταν, κατά μία έννοια, μαθαίνουμε ότι στην πραγματικότητα δεν είμαστε τίποτε. Όταν συνειδητοποιούμε ότι πριν από εμάς υπήρξαν αιώνες και ότι το ίδιο θα συμβεί και αφού φύγουμε. Είναι το αντίθετο από την εγωκεντρική ζωή του ατομιστή και τις υπεροπτικές ανησυχίες του σολιψιστή, για τον οποίον το νόημα προέρχεται μόνο από ένα σημείο, το σημείο εγώ.

M. Heidegger: καθ' οδόν προς τη φιλοσοφική ποιητική

Μάρτιν Χάιντεγκερ: Μεταστοχασμός και Ερμηνεία

§1

Το υπό συζήτηση άρθρο καθιστά προσιτή μια ερμηνευτική οικείωση με τον Χάιντεγκερ και με τον τρόπο, που ο μεγάλος γερμανός φιλόσοφος έκανε διάλογο με τον Πλάτωνα, με τον Χέγκελ, αλλά και με το σύνολο της ελληνικής σκέψης. Γιατί μας ενδιαφέρει μια τέτοια ερμηνευτική οικείωση; Επειδή επιχειρεί να ρίξει φως στην άβυσσο του Σήμερα και να ξανασκεφτεί από μηδενική βάση το ήδη ειπωμένο, το καθιερωμένο ως πάγια αλήθεια, το προβαλλόμενο ως φιλοσοφική επικοινωνία. Προς αυτή την κατεύθυνση αντιπαρατίθεται ριζικά:

· με τον ιδεολογικό υποβιβασμό του σημερινού ανθρώπου σε πράγμα,
· με την απολίθωση της ζωντανής πραγματικότητας από την εργαλειακή της μεταχείριση,
· με την παραφθορά του πνεύματος σε εριστική στρεψοδικία,
· με την αυτο-εκμηδένιση του Dasein και την απουσία αληθινής προοπτικής,
· με τις φαντασιακές οντογενέσεις ως «θεραπευτικά» αντίδοτα αυτής της αυτο-εκμηδένισης.

§2

Βάση της συνολικής προβληματικής αποτελεί η χαϊντεγκεριανή ρήση πως μόνο η φιλοσοφική ποιητική δίνει νόημα στην καθημερινή ύπαρξη των ανθρώπων. Αυτή μπορεί να μιλήσει για την έσχατη δυνατότητα του ανθρώπου να μην ανήκει σε κανένα πράγμα και να μπορεί να γίνεται αυτό που είναι. Αυτό είναι το οπτικό σημείο (Gesichtspunkt), από το οποίο εκκινεί κανείς για να διανοιχθεί στη φιλοσοφική ποιητική. Αλλά πώς κατανοείται η τελευταία; Κατανοείται ως η γλώσσα που μιλάει και μας στέλνει νεύματα σχετικά με την ουσία ‒παρ-ουσία/απ-ουσία‒του πράγματος. Η προσαγόρευση της γλώσσας καθιστά τον άνθρωπο ποιητή, τουτέστι δημιουργό. Δημιουργός με το νόημα ότι δεν πνίγεται μέσα στο υπολογιστικό σκέπτεσθαι, μέσα σε μια λογιστική δεδομένων ποσοτικών μεγεθών, δεν παγιδεύεται μέσα σε ένα μαθηματικοποιημένο πλέγμα παραστάσεων, αλλά διανοίγεται στην πιο εσωτερική συνομιλία με την α-λήθεια ενός πράγματος. Πρόκειται για μια συνομιλία πέραν της λογικής του εξουσιαστικού υποκειμένου, που επιχειρεί να παρατηρήσει το πράγμα, το αντικείμενο, απ’ έξω και να επιβληθεί πάνω του. Το τελευταίο συμβαίνει με την παλαιά μεταφυσική.

§3

Το ζητούμενο είναι να υπερβούμε αυτή τη μεταφυσική, όλους τους τύπους της, όλα εκείνα τα γλωσσικά σχήματα, που συνάπτουν την ουσία της φιλοσοφίας με την κανονιστική αντίληψη (περί) των όντων και αποδυναμώνουν τη διερώτηση για το νόημα του Είναι. Η υπέρβαση είναι δυνατή ως η αυθεντική συνομιλία, που λαμβάνει χώρα εν είδει μετα-τόπισης στην περιοχή της ερμηνευτικής πράξης. Μετα-τόπιση σημαίνει αλλαγή τόπου [και μοιραία τρόπου] σκέψης: από την εξωτερική ασάφεια της παραδοσιακής μεταφυσικής στο δρόμο του νοήματος ή της ερμηνείας, που έχει ανοίξει, για πρώτη φορά η φιλοσοφική γλώσσα της ελληνικής παράδοσης. Κατ’ αυτή την έννοια, «η αλήθεια είναι η δεξίωση του πράγματος μέσα στη γλώσσα» (Heidegger: Μεταστοχασμός και Ερμηνεία, σ. 13). Τούτο σημαίνει πως μέσα στη γλώσσα περισυλλέγεται το εντός της ιστορίας μίλημα θεών, ποιητών, φιλοσόφων κ.λπ. με τη μορφή της ερμηνείας. Πρόκειται για την ερμηνεία που δεν συμβαίνει ως μια απλή εξήγηση, αλλά ως επικέντρωση «στη φύση και τη θέση των ονομασιών μέσα στο γλωσσικό Είναι» (ό.π., σ. 19).

§4

Ο λόγος, κατ’ αυτό τον τρόπο, δεν είναι απλά και μόνο ένα εξωτερικό ενέργημα ενός πεπαλαιωμένου μεταφυσικού παίγνιου της γλώσσας, αλλά η εκδηλωνόμενη μέσα στον ιστορικό χωρόχρονο «εναντίωση στον εσωτερικό σχολαστικισμό και άκριτο φορμαλισμό» (ό.π., σ. 80) και η προ-οπτική ενός στοχάζεσθαι πάνω στο μη ειπωμένο από τον ως τώρα φιλοσοφικό στοχασμό. Εδώ βρίσκεται η ουσία του Μετα-στοχασμού. Ο Λόγος τώρα δεν μιλάει γερμανικά, αγγλικά, γαλλικά κ.λπ., αλλά αρχαία ελληνικά και πριν απ’ όλα προσωκρατικά. Όπως παρατηρεί ο ίδιος ο Χάιντεγκερ,

«το εκπληκτικό των Ελλήνων της αρχαιότητας παραμένει ότι αυτοί ήταν ικανοί να διακρίνουν το λεκτέο ήδη στη συγκάλυψή του μέσα από μια προχωρούσα υποχωρητικότητα, Ήταν ικανοί για αυτό, διότι τους ανέμενε η γλώσσα τους ‒ο δομητέος οίκος της παρουσίας των παρόντων‒ για να κατοικήσουν, οικοδομώντας μέσα του» (ό.π., σ. 63).

Η ουσία του Πράγματος, στη συνάφεια τούτη, προ-χωρεί σύμφωνα με την ουσία της γλώσσας και βρίσκει εδώ τον τόπο του ονόματος, για να αχθεί στην αποκάλυψή της. Υπ’ αυτή την προ-οπτική, ο Λόγος,

«είναι αυτή τούτη η αρχέγονη συλ-λογή, που φυλάσσει τα πάντα ως το ον και μάλιστα κατά τρόπο, που να το αφήνει, με τη μορφή της φύλαξης, να μην είναι παρά αυτό τούτο το ον» (ό.π., σσ. 85-86).

Βρισκόμαστε μπροστά σε μια άλλη φιλοσοφική απαρχή, δυνάμει της οποίας το Είναι των όντων μπορεί να ανασυρθεί από τη μετα-φυσική του λήθη και να επι- σκεφθεί την εστία του, να επανευρεθεί στην ομιλούσα α-λήθεια του (ο.π., σ. 110). Αυτή η ομιλούσα αλήθεια του, στη σύγχρονη πλανητική εποχή, μας επιτρέπει να μη γινόμαστε κατοικίδια ζώα της τεχνικής, του εργαλειακού-υπολογιστικού της σκέπτεσθαι, αλλά να διανοιγόμαστε στην ουσία της σαν μέσα σε μια απελευθερωτική κλήτευση (ό.π., σσ. 142-144).

ΠΛΑΤΩΝ: Πολιτεία (463a-464a)

[463a] Τί οὖν; ἔστι μέν που καὶ ἐν ταῖς ἄλλαις πόλεσιν ἄρχοντές τε καὶ δῆμος, ἔστι δὲ καὶ ἐν ταύτῃ;Ἔστι.
Πολίτας μὲν δὴ πάντες οὗτοι ἀλλήλους προσεροῦσι;
Πῶς δ᾽ οὔ;
Ἀλλὰ πρὸς τῷ πολίτας τί ὁ ἐν ταῖς ἄλλαις δῆμος τοὺς ἄρχοντας προσαγορεύει;
Ἐν μὲν ταῖς πολλαῖς δεσπότας, ἐν δὲ ταῖς δημοκρατουμέναις αὐτὸ τοὔνομα τοῦτο, ἄρχοντας.
Τί δ᾽ ὁ ἐν τῇ ἡμετέρᾳ δῆμος; πρὸς τῷ πολίτας τί τοὺς ἄρχοντάς φησιν εἶναι;
[463b] Σωτῆράς τε καὶ ἐπικούρους, ἔφη.
Τί δ᾽ οὗτοι τὸν δῆμον;
Μισθοδότας τε καὶ τροφέας.
Οἱ δ᾽ ἐν ταῖς ἄλλαις ἄρχοντες τοὺς δήμους;
Δούλους, ἔφη.
Τί δ᾽ οἱ ἄρχοντες ἀλλήλους;
Συνάρχοντας, ἔφη.
Τί δ᾽ οἱ ἡμέτεροι;
Συμφύλακας.
Ἔχεις οὖν εἰπεῖν τῶν ἀρχόντων τῶν ἐν ταῖς ἄλλαις πόλεσιν, εἴ τίς τινα ἔχει προσειπεῖν τῶν συναρχόντων τὸν μὲν ὡς οἰκεῖον, τὸν δ᾽ ὡς ἀλλότριον;
Καὶ πολλούς γε.
Οὐκοῦν τὸν μὲν οἰκεῖον ὡς ἑαυτοῦ νομίζει τε καὶ λέγει, [463c] τὸν δ᾽ ἀλλότριον ὡς οὐχ ἑαυτοῦ;
Οὕτω.
Τί δὲ οἱ παρὰ σοὶ φύλακες; ἔσθ᾽ ὅστις αὐτῶν ἔχοι ἂν τῶν συμφυλάκων νομίσαι τινὰ ἢ προσειπεῖν ὡς ἀλλότριον;
Οὐδαμῶς, ἔφη· παντὶ γὰρ ᾧ ἂν ἐντυγχάνῃ, ἢ ὡς ἀδελφῷ ἢ ὡς ἀδελφῇ ἢ ὡς πατρὶ ἢ ὡς μητρὶ ἢ ὑεῖ ἢ θυγατρὶ ἢ τούτων ἐκγόνοις ἢ προγόνοις νομιεῖ ἐντυγχάνειν.
Κάλλιστα, ἦν δ᾽ ἐγώ, λέγεις, ἀλλ᾽ ἔτι καὶ τόδε εἰπέ· πότερον αὐτοῖς τὰ ὀνόματα μόνον οἰκεῖα νομοθετήσεις, ἢ [463d] καὶ τὰς πράξεις πάσας κατὰ τὰ ὀνόματα πράττειν, περί τε τοὺς πατέρας, ὅσα νόμος περὶ πατέρας αἰδοῦς τε πέρι καὶ κηδεμονίας καὶ τοῦ ὑπήκοον δεῖν εἶναι τῶν γονέων, ἢ μήτε πρὸς θεῶν μήτε πρὸς ἀνθρώπων αὐτῷ ἄμεινον ἔσεσθαι, ὡς οὔτε ὅσια οὔτε δίκαια πράττοντος ἄν, εἰ ἄλλα πράττοι ἢ ταῦτα; αὗταί σοι ἢ ἄλλαι φῆμαι ἐξ ἁπάντων τῶν πολιτῶν ὑμνήσουσιν εὐθὺς περὶ τὰ τῶν παίδων ὦτα καὶ περὶ πατέρων, οὓς ἂν αὐτοῖς τις ἀποφήνῃ, καὶ περὶ τῶν ἄλλων συγγενῶν;
[463e] Αὗται, ἔφη· γελοῖον γὰρ ἂν εἴη εἰ ἄνευ ἔργων οἰκεῖα ὀνόματα διὰ τῶν στομάτων μόνον φθέγγοιντο.
Πασῶν ἄρα πόλεων μάλιστα ἐν αὐτῇ συμφωνήσουσιν ἑνός τινος ἢ εὖ ἢ κακῶς πράττοντος ὃ νυνδὴ ἐλέγομεν τὸ ῥῆμα, τὸ ὅτι τὸ ἐμὸν εὖ πράττει ἢ ὅτι τὸ ἐμὸν κακῶς.
Ἀληθέστατα αὖ, ἦ δ᾽ ὅς.
[464a] Οὐκοῦν μετὰ τούτου τοῦ δόγματός τε καὶ ῥήματος ἔφαμεν συνακολουθεῖν τάς τε ἡδονὰς καὶ τὰς λύπας κοινῇ;
Καὶ ὀρθῶς γε ἔφαμεν.
Οὐκοῦν μάλιστα τοῦ αὐτοῦ κοινωνήσουσιν ἡμῖν οἱ πολῖται, ὃ δὴ ἐμὸν ὀνομάσουσιν; τούτου δὲ κοινωνοῦντες οὕτω δὴ λύπης τε καὶ ἡδονῆς μάλιστα κοινωνίαν ἕξουσιν;
Πολύ γε.
Ἆρ᾽ οὖν τούτων αἰτία πρὸς τῇ ἄλλῃ καταστάσει ἡ τῶν γυναικῶν τε καὶ παίδων κοινωνία τοῖς φύλαξιν;
Πολὺ μὲν οὖν μάλιστα, ἔφη.

***
[463a] Τί λοιπόν; υπάρχουν βέβαια και στις άλλες πόλεις, υπάρχουν και στη δική μας άρχοντες και λαός;
Υπάρχουν.
Και όλοι αυτοί δεν ονομάζονται μεταξύ τους συμπολίτες;
Πώς όχι;
Αλλά εκτός από συμπολίτες, ποιόν άλλο τίτλο δίνει στις άλλες πόλεις ο λαός στους άρχοντές του; Στις περισσότερες τους λέει δεσπότες, στις δημοκρατικές αυτό απλώς το όνομα που είπαμε, άρχοντες.
Και ο λαός στη δική μας πόλη, εκτός από συμπολίτες, τί άλλο θα πει πως είναι οι άρχοντές του;
[463b] Σωτήρες και επίκουροι.
Και τί αυτοί τους άλλους πολίτες;
Μισθοδότες και τροφοδότες.
Στις άλλες πόλεις, τί οι άρχοντες τους λαούς των;
Δούλους.
Και πώς θα ονομάζουνται σ᾽ αυτές οι άρχοντες μεταξύ τους;
Συνάρχοντες.
Και οι δικοί μας;
Συμφύλακες.
Μπορείς τώρα να μου πεις αν στις άλλες πολιτείες οι άρχοντες μεταξύ τους μερικούς από τους συναδέρφους των θα τους θεωρούν συναδέρφους των και άλλους ξένους;
Και πολλούς μάλιστα.
Και δε θεωρούν και ονομάζουν τους συναδέρφους σα δικούς των ανθρώπους, [463c] ενώ τους ξένους σαν όχι δικούς των;
Αυτό γίνεται πραγματικώς.
Τί όμως οι δικοί σου οι φύλακες; θα μπορούσε ποτέ κανείς απ᾽ αυτούς να ονομάσει ή να θεωρήσει κανένα από τους συμφύλακές του ξένο;
Καθόλου· γιατί με τον καθένα που συναντιέται θα νομίζει πως συναντιέται με πατέρα ή μητέρα του, με γιο του ή θυγατέρα ή με πρόγονο ή απόγονο αυτών.
Πολύ ωραία τα λες· μα πες μου κι αυτό ακόμα: θα νομοθετήσεις τάχα να περιορίζεται στα ονόματα μονάχα η συγγένεια, ή [463d] και να συμφωνούν όλες των οι πράξεις μ᾽ αυτά; να έχουν λόγου χάρη για τους πατέρες το σεβασμό που επιβάλλει ο νόμος και να τους φροντίζουν και να τους υπακούουν, γιατί αλλιώς ούτε από τους θεούς ούτε από τους ανθρώπους θα τους βγει σε καλό, αφού, σε εναντία περίπτωση, θα ᾽καναν πράγματα που δε θα ήταν ούτε δίκαια ούτε όσια; Αυτά ή άλλα παραγγέλματα θ᾽ αντηχούν ευθύς εξαρχής στ᾽ αυτιά των νέων από το στόμα όλων των πολιτών για τη διαγωγή που πρέπει να τηρούν και απέναντι εκείνων που θα τους υποδείξουν ως πατέρες των και απέναντι των άλλων συγγενών τους;
[463e] Αυτά βέβαια· γιατί θα ήταν γελοίο πράγμα να έχουν στο στόμα τους τα ονόματα μόνο της συγγένειας, χωρίς τα έργα που τους επιβάλλονται απ᾽ αυτήν.
Ώστε, περισσότερο από κάθε άλλη πόλη, στη δική μας προπάντων με μια φωνή θα λένε όλοι, όταν και ενός μονάχα οι δουλειές πάνε ή δεν πάνε καλά, εκείνο το λόγο που είπαμε: πως «τα δικά μου τα πράγματα πάνε καλά, ή τα δικά μου τα πράγματα πάνε άσχημα».
Πολύ σωστά.
[464a] Δεν είπαμε λοιπόν ότι, όπου επικρατεί αυτό το δόγμα και ακούεται αυτός ο λόγος, αποτέλεσμα θα έχει να είναι κοινές οι χαρές και οι λύπες;
Και πολύ σωστά το ᾽παμε.
Ώστε όλοι μαζί οι πολίτες δε θα ᾽χουν μέρος στο ίδιο το πράγμα που θα το λένε «το δικό μου»; Κι αφού όλοι θα το θεωρούν δικό τους, δε θα έχουν κοινές όσο παίρνει τις χαρές και τις λύπες των;
Και πολύ μάλιστα.
Και αιτία όλων αυτών, κοντά στην άλλη οργάνωση της πολιτείας μας, δε θα ᾽ναι και το πώς θα έχουν κοινές τις γυναίκες και τα παιδιά οι φύλακές μας;
Αυτό βέβαια περισσότερο από κάθε άλλο.

Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2020

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἰφιγένεια ἡ ἐν Αὐλίδι (1475-1531)

1475 ἄγετέ με τὰν Ἰλίου
καὶ Φρυγῶν ἑλέπτολιν.
στέφεα περίβολα δίδοτε, φέρετε
—πλόκαμος ὅδε καταστέφειν—
χερνίβων γε παγάς.
1480 ἑλίσσετ᾽ ἀμφὶ ναὸν ἀμφὶ
ἀμφὶ βωμὸν Ἄρτεμιν,
τὰν ἄνασσαν Ἄρτεμιν,
τὰν μάκαιραν· ὡς ἐμοῖσιν, εἰ χρεών,
1485 αἵμασι θύμασί [τε]
θέσφατ᾽ ἐξαλείψω.
ὦ πότνια πότνια μᾶτερ, ὡς δάκρυά γέ σοι
δώσομεν ἁμέτερα·
1490 παρ᾽ ἱεροῖς γὰρ οὐ πρέπει.
ἰὼ ἰὼ νεάνιδες,
συνεπαείδετ᾽ Ἄρτεμιν
Χαλκίδος ἀντίπορον,
1495 ἵνα τε δόρατα μέμονε δάι᾽
ὄνομα δι᾽ ἐμὸν [τᾶσδ᾽] Αὐλίδος
στενοπόροις ἔν ὅρμοις.
ἰὼ γᾶ μᾶτερ ὦ Πελασγία,
Μυκηναῖαί τ᾽ ἐμαὶ θεράπναι…
1500 ΧΟ. καλεῖς πόλισμα Περσέως,
Κυκλωπίων πόνον χερῶν;
ΙΦ. ἐθρέψαθ᾽ Ἑλλάδι με φάος·
θανοῦσα δ᾽ οὐκ ἀναίνομαι.
ΧΟ. κλέος γὰρ οὔ σε μὴ λίπῃ.
1505 ΙΦ. ἰὼ ἰώ.
λαμπαδοῦχος ἁμέρα
Διός τε φέγγος, ἕτερον ἕτερον
αἰῶνα καὶ μοῖραν οἰκήσομεν.
χαῖρέ μοι, φίλον φάος.
ΧΟ. ἰὼ ἰώ.
1510 ἴδεσθε τὰν Ἰλίου
καὶ Φρυγῶν ἑλέπτολιν
στείχουσαν, ἐπὶ κάρα στέφη
βαλουμέναν χερνίβων τε παγάς,
βωμόν γε δαίμονος θεᾶς
1515 ῥανίσιν αἱματορρύτοις
χρανοῦσαν εὐφυῆ τε σώματος δέρην
[σφαγεῖσαν.] εὔδροσοι παγαὶ
πατρῷαι μένουσί χέρνιβές τέ σε
στρατός τ᾽ Ἀχαιῶν θέλων
1520 Ἰλίου πόλιν μολεῖν.
ἀλλὰ τὰν Διὸς κόραν
κλῄσωμεν Ἄρτεμιν,
θεῶν ἄνασσαν, ὡς ἐπ᾽ εὐτυχεῖ πότμῳ
ὦ πότνια, θύμασιν βροτησίοις
1525 χαρεῖσα, πέμψον εἰς Φρυγῶν
γαῖαν Ἑλλάνων στρατὸν
†καὶ δολόεντα Τροίας ἕδη,
Ἀγαμέμνονά τε λόγχαις
Ἑλλάσι κλεινότατον στέφανον
1530 δὸς ἀμφὶ κάρα ἑὸν†
κλέος ἀείμνηστον ἀμφιθεῖναι.

***
Συνεχίζει η Ιφιγένεια, αλλά λυρικά τώρα και συνεπαρμένη από όλο και πιο βαθιά έκσταση.
Πηγαίνετέ με,
της Τροίας, της χώρας των Φρυγών, εμένα τη νικήτρα.
Φέρτε μου, δώστε μου στεφάνι,
—νά τα μαλλιά μου εδώ για να τα ζώσει—
και για αγιασμό νερό αναβρυστικό.
1480Την Άρτεμη,
την Άρτεμη τρανή κυρά,
την Άρτεμη μακάρια θεά,
τιμήστε με κυκλόσυρτους
χορούς τριγύρω απ᾽ το ναό κι απ᾽ το βωμό της γύρω·
γιατί με το αίμα μου,
γιατί με τη θυσία μου,
αφού είν᾽ ανάγκη, θεία βουλή, της θεάς το χρέος θα σβήσω.
Μάνα μου, μάνα σεβαστή,
δάκρυα από μένα δε θα δεις·
1490σε τελετές ιερές τα δάκρυα δεν ταιριάζουν.
Εσείς, εσείς, κοπέλες μου,
υμνήστε, όπως υμνώ κι εγώ,
την Άρτεμη που ορίζει εδώ —η Χαλκίδα αντίπερα είναι—
εδώ, που μέσα στο στενό, στον κόρφο της Αυλίδας,
για το δικό μου τ᾽ όνομα
τα δόρατα ανυπόμονα σαλεύουν του πολέμου.
Ω χώρα εσύ πελασγική,
μάνα μου, κι ω Μυκήνα εσύ, πατρίδα μου,…
1500ΧΟΡ. Την πόλη του Περσέα καλείς,
έργο χεριών κυκλώπειων.
ΙΦΙ. με θρέψατε να γίνω φως σωτήριο στην Ελλάδα.
ΧΟΡ. Γιατ᾽ είναι η δόξα σου άσβηστη.
ΙΦΙ. Ω μέρα με τον ήλιο σου,
λάμψη του Δία, σ᾽ άλλη ζωή
πηγαίνω, σ᾽ άλλον τόπο εγώ θα πάω κι εκεί θα μένω.
Φως μου γλυκό, σ᾽ αφήνω γεια.
Φεύγει με αργό και ήρεμο βήμα· η Κλυταιμήστρα, που ως αυτή τη στιγμή στεκόταν στην πόρτα της σκηνής, μπαίνει τώρα μέσα.
ΧΟΡ. Πηγαίνει, νά·
1510της Τροίας, της χώρας των Φρυγών, κοιτάξτε τη νικήτρα.
Πηγαίνει να της βάλουνε στεφάνι στο κεφάλι,
να τη ραντίσουν με αγιασμό, νερό αναβρυστικό,
της θεάς να βάψει το βωμό
με σταλαξιές απ᾽ το αίμα της,
και το δικό της το λαιμό τον όμορφο να βάψει.
Σε καρτερεί
νερό απ᾽ ανάβρα δροσερό
και του πατέρα σου αγιασμός,
των Αχαιών σε καρτερεί μαζί ο στρατός, που λαχταρά
1520στης Τροίας να πάει το κάστρο.
Αλλά του Δία την κόρη εμείς,
την Άρτεμη, τρανή θεά, ας υμνήσουμε,
για να τα φέρει όλα δεξιά.
Αφού με ανθρώπινη χαρείς
θυσία, τρισέβαστη θεά,
στη χώρα των Φρυγών, στην Τροία τη δολερή,
ω, ξεπροβόδα των Ελλήνων το στρατό·
δώσε τη νίκη στου Αγαμέμνονα τις λόγχες,
μ᾽ αυτές τιμής στεφάνι στην Ελλάδα να χαρίσει,
1530και το κεφάλι του με δόξα
να ζώσει που απ᾽ τη μνήμη δε θα σβήσει.

Η Αρχαία Ελληνική Τέχνη και η Ακτινοβολία της, Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ ΣΤΑ ΝΕΟΤΕΡΑ ΧΡΟΝΙΑ: Κλασικισμός (18ος-19ος αιώνας)

12.1. Πομπηία - Ερκουλάνεουμ

Η σημαντικότερη ελληνική αναβίωση μετά την Αναγέννηση συντελείται στα μέσα περίπου του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα. Πρόκειται για το κίνημα του κλασικισμού (ή νεοκλασικισμού), που θα επικρατήσει στην Ευρώπη του Διαφωτισμού ιδιαίτερα μετά τη Γαλλική Επανάσταση.

Συγκλονιστική για την ευρωπαϊκή τέχνη είναι η άμεση γνωριμία με τη ζωγραφική της Αρχαιότητας στο πρώτο μισό του 18ου αιώνα, με τις καταπληκτικές ανακαλύψεις ολόκληρων αρχαίων πόλεων, που φέρνουν στο φως οι ανασκαφές του Ερκουλάνεουμ (1738) και της Πομπηίας (1748). Για πρώτη φορά οι Ευρωπαίοι μπορούν να αντιληφθούν πώς ήταν η ζωή στην Αρχαιότητα, να γνωρίσουν τη ζωγραφική στο πρωτότυπο. Εκτός από ένα πλήθος αντικειμένων και μικρογλυπτικής που έρχεται στο φως, και στις δύο αυτές πόλεις ανακαλύπτονται για πρώτη φορά αγγεία σε μεγάλες ποσότητες, και τότε ουσιαστικά γνωρίζει η Ευρώπη την ελληνική ζωγραφική. Ούτε στην Αναγέννηση, ούτε στο μπαρόκ έδιναν σημασία σε αυτό το υλικό. Μόνο στο πρώτο μισό του 18ου αιώνα αρχίζουν να δημιουργούνται μεγάλες συλλογές αρχαίων αγγείων, όπως αυτή του Λόρδου Γουίλιαμ Χάμιλτον (1730-1803), που θα επηρεάσει καθοριστικά τη νεοκλασική τέχνη και ιδίως τη ζωγραφική. Ο Χάμιλτον πούλησε το 1772 ολόκληρη τη συλλογή του στο Βρετανικό Μουσείο. Ο Πιέρ Φρανσουά Ουγκ, βαρώνος Ντ᾽Αρκανβίλ δημοσίευσε τη συλλογή του Χάμιλτον στην περίφημη έκδοση Antiquités étrusques, grecques et romaines tirés du cabinet de M. Hamilton (Νάπολη· 1766-1767), με πολλά σχέδια αγγείων, τα οποία ο Χάμιλτον ήθελε να χρησιμοποιηθούν ως πρότυπα για νέες δημιουργίες. Η επιθυμία του Χάμιλτον πραγματοποιήθηκε, μια και από την έκδοση αυτή άντλησαν πρότυπα για τον διάκοσμο στο περίφημο Ετρουσκικό Δωμάτιο του Πύργου του Potsdam, ο οποίος ολοκληρώθηκε στα τέλη του 18ου αιώνα με αρχές του 19ου, υπό την επίβλεψη του αρχιτέκτονα Φρίντριχ Γκότλιμπ Σάντοου (1761-1831) για τον Φρειδερίκο Γουλιέλμο Γ' (1770-1840). Η έκδοση του Ντ᾽Αρκανβίλ καθώς και οι ανασκαφές στο Ερκουλάνεουμ και την Πομπηία επηρέασαν επίσης τον διάκοσμο στον Πύργο του Aschaffenburg (1840-1848) για τον Λουδοβίκο Α' της Βαβαρίας, ενώ ακολούθησαν και άλλα τέτοια παραδείγματα.

Από την έκδοση του Ντ᾽Αρκανβίλ πήρε σχέδια και ιδέες για τις δικές του δημιουργίες ο φίλος του Χάμιλτον, ο Τζόσια Γουέτζγουντ (1730- 1795), που ήταν η κυρίαρχη μορφή της αγγλικής κεραμικής παραγωγής κατά τον 18ο αιώνα (σ. 374). Μέλος μιας δυναστείας αγγειοπλαστών από το Staffordshire της Αγγλίας, εμπνέεται στην παραγωγή του από αρχαία κατωιταλιωτικά αγγεία που βρέθηκαν στην Καμπανία και στην Ετρουρία (που είναι γνωστά σήμερα ως ελληνικά), τα οποία στην εποχή του θεωρήθηκαν ετρουσκικά, και έτσι στην κεραμική που αρχίζει να κατασκευάζει το 1769 δίνει το όνομα «Ετρουρία». Η κεραμική Γουέτζγουντ, μια από τις πιο εκλεπτυσμένες τεχνικά στην Ευρώπη, αποτελεί και σήμερα αγαπημένο υλικό αρχαιοπωλών και συλλεκτών σε δημοπρασίες ή στην αγορά τέχνης. Ο Γουέτζγουντ απευθύνθηκε για σχέδια στους καλύτερους σχεδιαστές της εποχής του και ιδιαίτερα στον φίλο του Τζον Φλάξμαν (1755-1826), γλύπτη και σχεδιαστή με ιδιαίτερη αγάπη στην ελληνική αγγειογραφία. Ο Φλάξμαν εικονογράφησε τον Όμηρο, τον Ησίοδο και τον Αισχύλο με σχέδια που τον καθιέρωσαν ως έναν από τους πιο σημαντικούς σχεδιαστές της εποχής του, ενώ οι πίνακές του στο βιβλίο του Τόμας Χόουπ, Costume of the Ancients (1809), αποτελούν ορόσημο για την παρουσίαση και επίδραση της αρχαίας ελληνικής ενδυμασίας στο αγγλικό κοινό.

Στην Ευρώπη των αρχών του 19ου αιώνα τα ενδύματα έγιναν αντικείμενο πολιτικών και αρχαιολογικών συσχετισμών. Λευκά μακριά λεπτά φορέματα με ψηλό ζώσιμο και φουσκωτά μανίκια θυμίζουν όψιμες κλασικές ή ελληνιστικές ενδυμασίες και αποτελούν συνειδητή επιλογή για τη μόδα της εποχής της Δημοκρατίας ή του Διευθυντηρίου. Το στιλ αυτό, που ήταν επίσης το αγαπημένο της αυτοκράτειρας Ιωσηφίνας και γι᾽ αυτό ονομάστηκε αυτοκρατορικό (empire), το αποτυπώνει πολύ χαρακτηριστικά ο Νταβίντ (1748-1825) στο πορτρέτο της Κυρίας Ρεκαμιέ (περ. 1800) στο Λούβρο, όχι μόνο στο ένδυμα και στην κόμμωση της μορφής, αλλά και στα αρχαιοπρεπή έπιπλα, το ανάκλιντρο και το ρωμαϊκού τύπου κηροπήγιο, χαρακτηριστικά για το στιλ της εποχής. Αντίστοιχα της μόδας ήταν κοσμήματα με αρχαιοπρεπή μοτίβα, με πολλούς ένθετους καμέο και άλλους λίθους με παραστάσεις, που συχνά αντέγραφαν σπουδαία γλυπτά της Αρχαιότητας, όπως τον Δισκοβόλο του Μύρωνα, τον Απόλλωνα του Belvedere κ.ά. Ο κυριότερος εκφραστής αυτού του «ελληνικού» στιλ της κοσμηματοποιίας στα μέσα του 19ου αιώνα στη Ρώμη ήταν ο χρυσοχόος Καστελάνι (1793-1865).

Αυτή η Βαθιά Σιωπή

Η Αντίληψη Από την Φύση της Είναι Ελεύθερη, Απεριόριστη κι Αιώνια…

Κι όταν Αυτή η Αντίληψη ενσαρκώνεται στο σώμα, και γεννιέται ο άνθρωπος, Δεν χάνει την Φύση της.
Το ότι η Αντίληψη είναι κάτι διαφορετικό και ξεχωριστό από το σώμα κι απλά «συνδέεται» και λειτουργεί μέσα στο σώμα αποδεικνύεται εμπειρικά (μπορούμε να εξηγήσουμε «πως» σε όποιον ενδιαφέρεται…).

Η Αντίληψη «Εδρεύει» στην κορυφή του κεφαλιού και Διοχετεύεται σε ολόκληρο το σώμα. Στις διάφορες περιοχές του σώματος (και μέσα από συγκεκριμένα «όργανα») έχει διάφορες δραστηριότητες (επιτελεί διάφορες «λειτουργίες»)… Στο πρόσθιο μέρος του εγκεφάλου «γίνεται» σκέψη, κλπ.

Η Αντίληψη «Λειτουργεί» μέσα στον άνθρωπο σαν Υπόστρωμα Επίγνωσης για ό,τι γίνεται αντιληπτό, είναι παρούσα σε όλες τις λειτουργίες και δραστηριότητες του ανθρώπου… τις Υποστηρίζει αλλά δεν ταυτίζεται απόλυτα μαζί τους.

Έτσι η Αντίληψη Υπάρχει στο Βάθος της Ύπαρξής μας σαν Καθαρή Αντίληψη και σαν Υποστήριγμα κάθε δραστηριότητας και ταυτόχρονα χωρίς να χάνει την Φύση της και χωρίς να ταυτίζεται με τις επιμέρους λειτουργίες της γίνεται σκέψη μέσα στον εγκέφαλο, συναίσθημα (συγκίνηση), αισθήσεις και σωματικές δραστηριότητες ( στα εγκεφαλικά νεύρα, στο περιφερικό νευρικό σύστημα και στο σώμα).

(Για να κατανοήσουμε την «Σχέση» Φύσης-Δραστηριότητας, μπορούμε να δούμε την σχέση του Νερού με την «κίνησή» του – άλλο είναι η «ουσία» του νερού κι άλλο είναι η «κίνησή» του…).

Όταν η Αντίληψη περιορίζεται στην περιοχή του εγκεφάλου, όταν δηλαδή παραμένει Αντίληψη (στην Φύση της) και ταυτόχρονα γίνεται σκέψη (στην δραστηριότητά της), αναδύεται η αντίληψη μιας ξεχωριστής ύπαρξης (μιας οντότητας), που λειτουργεί σαν υποκείμενο απέναντι στον κόσμο. Δημιουργείται δηλαδή ένας περιορισμός κι ένας διαχωρισμός από τον κόσμο… γύρω από το ψυχολογικό κέντρο του υποκειμένου συσσωρεύονται γνώσεις, εμπειρίες, δραστηριότητες και οικοδομείται σιγά-σιγά το «εγώ»…

Στην πραγματικότητα είναι η Αντίληψη που περιορίζεται που γίνεται σκέψη κι είναι η σκέψη που δημιουργεί όλα τα υπόλοιπα… όλα είναι σκέψη, η αντίληψη μιας οντότητας, το υποκείμενο, το εγώ, το περιεχόμενο του σκεπτόμενου εγώ, η γνώση, η μνήμη, οι εμπειρίες, όλα είναι σκέψη.

Όταν λοιπόν η Αντίληψη περιορίζεται στο κεφάλι, στη λειτουργία της σκέψης, στη σκέψη, αισθανόμαστε περιορισμένοι, εδώ στο σώμα, κι ο κόσμος είναι «εκεί έξω»… κινούμαστε μέσα σε αυτόν (αλλά είναι πάντα «έξω»).

Όσο κι αν προσπαθούμε – μέσα στον εγκέφαλο, μέσα από την σκέψη – ό,τι κι αν κάνουμε, δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε τον περιορισμό, τον διαχωρισμό από τον κόσμο… την αίσθηση της μικρότητας και της ανημποριάς μέσα στον απέραντο κόσμο και στο (συχνά) εχθρικό κοινωνικό περιβάλλον (που είναι δήθεν πολιτισμένο, αλλά στην πραγματικότητα είναι ζούγκλα) και στις «ανάγκες» της επιβίωσης.

Τελικά, τι «νομίζετε» πως είναι η «Φώτιση»;

Η Φώτιση είναι η Απελευθέρωση της Αντιληπτικής Ενέργειας από τον εγκέφαλο, από τον χώρο όπου εκδηλώνεται η σκέψη και δημιουργούνται οι ψευδαισθήσεις της ατομικότητας, του υποκειμένου, του εγώ και των «εμπειριών» του… η Ανύψωση της Αντίληψης στο ανώτερο κέντρο της, από όπου αντιλαμβανόμαστε με ένα τελείως διαφορετικό τρόπο κι από όπου «χειριζόμαστε» τις δραστηριότητες της Αντίληψης στα διάφορα κέντρα του σώματος με ένα τελείως διαφορετικό τρόπο… κι όπου ανοίγονται πλέον όλοι οι Ορίζοντες της Ύπαρξης…

Χρειάζεται η Αντίληψη να απελευθερωθεί από όλες αυτές τις νοητικές δραστηριότητες (στον μετωπικό εγκέφαλο) – τελείως – και να υπάρξει Απόλυτη Σιωπή, για να αρχίσουμε να αντιλαμβανόμαστε ότι Υπάρχει Μια Εμπειρία, Μια Κατάσταση Ύπαρξης και Δράσης πέρα από την σκέψη.

Μέσα στη Σιωπή – της νοητικής δραστηριότητας - υπάρχει μονάχα η Αντίληψη (που Επανέρχεται σιγά-σιγά στην «Έδρα» της)… Μια Αντίληψη που «Απελευθερώνεται» που Επεκτείνεται και τα Αγκαλιάζει Όλα… Υπάρχει Εδώ Απεριόριστος Χώρος όπου Υπάρχουμε κι Υπάρχουν Όλα, σε μια Αληθινή Ενότητα, όπου δεν υφίσταται πλέον κανένας διαχωρισμός (ούτε «ξεχωριστή ατομικότητα», ούτε υποκείμενο-αντικείμενο, ούτε εγώ, ούτε εμπειρίες του εγώ, μνήμες, γνώσεις, αντιλήψεις, κρίσεις… τίποτα. Έχουμε Ένα Καθαρό Όραμα της Ύπαρξης, του Κόσμου, που τα περιλαμβάνει όλα.

Υπάρχει μια Βαθύτερη Σύνδεση με Όλα. Είναι η Ενότητα που Μετουσιώνεται σε Αγάπη και καθώς (μέσα από την Ενότητα και μέσα από την Ενεργό Αγάπη, καταλύεται κάθε «διαχωρισμός») δεν υπάρχουν διαχωρισμοί, δεν υπάρχει απόσταση με τα πράγματα, τα νοιώθεις, τα αγγίζεις, συμμετέχεις στην ύπαρξή τους… νοιώθεις την απεραντοσύνη του ουρανού, κυματίζεις με την θάλασσα, ανυψώνεσαι μαζί με το πουλί που πετά ψηλά, είσαι το άρωμα του λουλουδιού, είσαι το κάθε τι, είσαι ένα με όλα…

Χρειάζεται, η Αντίληψη να απελευθερωθεί από όλες τις νοητικές δραστηριότητες, να Υπάρχει ΑΥΤΗ Η ΒΑΘΙΑ ΣΙΩΠΗ, για να είσαι Ελεύθερος, να Είσαι το Όλο, η Ενότητα, Όλα τα πράγματα.

Χρειάζεται, η Αντίληψη να Ελευθερωθεί, να Είναι Ελεύθερη για να Κατανοήσει τι Είναι Ελευθερία.

Χρειάζεται, η Αντίληψη να Είναι Ολότητα για να Κατανοήσει τι Είναι Ολότητα.

Χρειάζεται, η Αντίληψη, να Είναι Ενοποιημένη για να Κατανοήσει τι Είναι Ενότητα της Ύπαρξης.

Χρειάζεται, να τα Νοιώσουμε Όλα Αυτά, να Έχουμε Πραγματική Εμπειρία τους, για να Κατανοήσουμε τι Είναι Όλα Αυτά.

Μιλάμε για Ύπαρξη και Δραστηριότητα της Αντίληψης, για «Κατάσταση» της Αντίληψης πέραν της σκέψης. Εδώ που υπάρχει Μόνο Αντίληψη, Όραμα του Κόσμου σαν Ενότητας, Πραγματική Ζωή.
(Μιλάμε για Μια Αντίληψη που Είναι Μόνο Αντίληψη, κι όπου δεν υπάρχει «παρατηρητής», «υποκείμενο», «κάποιος να έχει εμπειρία»… Κι όταν χρησιμοποιούμε την σκέψη, το συναίσθημα, το σώμα, τις υλικές δραστηριότητες, το κάνουμε χωρίς να απορροφιόμαστε σε αυτές τις λειτουργίες, χωρίς να «χανόμαστε»…).

Γνωρίζουμε πως κάποιοι φίλοι θα έχουν απορίες…

Κάποιοι νομίζουν πως όλη η ύπαρξή τους είναι η σκέψη – δεν γνωρίζουν άλλο τρόπο να «υπάρχουν» - και νομίζουν πως αν σταματήσει η σκέψη θα βρεθούν σε κάποιο υπαρξιακό κενό, κι είναι φυσικό να «αντιδρούν» σε μια τέτοια προοπτική…

Είναι όμως έτσι;

Η Αντίληψη Είναι όχι μόνο κάτι διαφορετικό από την σκέψη και το σώμα… αλλά είναι επίσης η «γενική επίγνωση» που είναι παρούσα σε όλα, σε όλες τις δραστηριότητες.

Όταν σταματά η σκέψη η Αντίληψη Εξακολουθεί να Υπάρχει και να Λειτουργεί (πλέον) σε ένα Βαθύτερο Επίπεδο.

Θυμηθείτε το παράδειγμα με το Νερό και την Κίνησή του… Το Νερό, σαν Ουσία, (και σαν Φύση με όλες τις ιδιότητές της), δεν χάνεται όταν σταματά η κίνηση… Το ίδιο γίνεται και με την Αντίληψη και την σκέψη (που είναι απλά μια «κίνηση» της Αντίληψης)… Κι όπως το Νερό απελευθερώνεται από την κίνηση και μένει ήσυχο στην ουσία του, στη φύση του… έτσι κι η Αντίληψη, απελευθερώνεται από τις κινήσεις της και Μένει Ήσυχη στην Ουσία της, στην Φύση της…

Είναι όλα αυτά κατανοητά;

Μετά, αν όλα αυτά είναι κατανοητά, ποιο είναι το επόμενο βήμα;

Γιατί οι άνθρωποι πάψαμε να μιλάμε με πράξεις;

Γιατί πάψαμε οι άνθρωποι να μιλούμε με πράξεις; Γιατί κρύβουμε όλα αυτά που θέλουμε να δείξουμε πίσω από οθόνες γυάλινες και γραπτά μηνύματα χωρίς να έχουμε το θράσος να τα αναπαραστήσουμε οι ίδιοι;

Γιατί χανόμαστε στη καθημερινότητα κα ξεχνάμε να ζήσουμε όλα αυτά που έχουμε ριζωμένα μέσα μας;

Γιατί πάψαμε να εκδηλώνουμε αυτά που πραγματικά νιώθουμε προσποιούμενοι κάτι άλλο από αυτό που είμαστε;

Γιατί αντικαταστήσαμε τις όμορφες αισθήσεις μας τελικά με λόγια και όλα αυτά που θέλουμε να πούμε τα κρατάμε μέσα μας σα φυλαχτό;

Αντιστράφηκαν τα πράγματα στην εποχή μας για αυτό! Αλλάξανε! Ήρθαν τούμπα ζωές και όνειρα που κάναμε από παιδιά , στιγμές που φάνταζαν μεγάλες κατάντησαν μικρές κόβοντας κάθε επαφή με μια πραγματικότητα που άλλαξε!

Σταματήσαμε ακόμη και να αγαπάμε με πράξεις! Μείναμε στα λόγια τα μεγάλα που τα παίρνει ο άνεμος μακριά κάθε που φυσάει δυνατά! Μείναμε στις υποσχέσεις και ξεχάσαμε την ουσία!

Σταματήσαμε ακόμα και να δείχνουμε τον ενθουσιασμό μας για κάτι που αλλάζει για καλό, κρυφτήκαμε σε ένα χάρτινο λαγούμι φοβούμενοι μη μας πάρει καμία πέτρα ξώφαλτσα και χάσουμε και τη γη κάτω από τα πόδια μας!

Δε ξέρουμε πια τις αγκαλιές, τα φιλιά γεμάτα πάθος, τη κίνηση των χεριών και του κορμιού όταν ενώνονται λες και τρομάζουμε μήπως μας δει κανείς να κάνουμε κάτι λάθος από αυτό που πρέπει!

Σταματήσαμε ακόμα και τις λίγες λέξεις να τις μετατρέπουμε σε αλήθεια, τη δικιά μας αλήθεια που τη εκφράζαμε μέσα από χειρονομίες ακόμα και αν δε μπορούσαμε να βγάλουμε μιλιά.

Δε σκεφτόμαστε εν τέλη πριν πράξουμε γιατί απλά δε πράττουμε! Μένουμε σιωπηλοί μπροστά σε κάθε κίνδυνο που ακολουθεί, αμέτοχοι και άβολοι μπροστά στο χάος του μυαλού μας!

Να λοιπόν γιατί σταματήσαμε να μιλάμε με τα χέρια και αφουγκραζόμαστε απλά αυτά που θέλουμε να ακούσουμε!

Δύσκολες οι εποχές, μαζί τους και εμείς να προχωράμε σκυφτοί αρνούμενοι να σηκώσουμε το κεφάλι ακόμα και να βγάλουμε μια κραυγή!

Αλλά αλλάζουν οι καιροί, όπως και εμείς, ελπίζοντας σε ένα αύριο με δυνατές φωνές!

Πώς βγαίνει στο σώμα σου καρέ-καρέ κάθε συναίσθημα

Προσπάθησε να θυμηθείς την τελευταία φορά που ένοιωσες βαθιά ερωτευμένος, αγχωμένος, φοβισμένος ή θυμωμένος. Ποιες ήταν οι σκέψεις που περνούσαν βιαστικά από το μυαλό σου, πλημμυρίζοντας το σώμα σου με ένα τσουνάμι συναισθημάτων και σωματικών αντιδράσεων, άλλες φανερά ζωγραφισμένες στο πρόσωπο και ίσως και στο σώμα σου και άλλες αδιόρατες, βαθιά κρυμμένες στο σώμα σου, που προκαλούσαν μια έκρηξη χημικών αντιδράσεων που κατά κύματα χτυπούσαν στις ακτές του μυαλού σου.

Για τον ερωτευμένο άνθρωπο είναι η πρώτη φορά που αντικρύζεις με δέος το αντικείμενο του πάθους σου να περνά μπροστά από τα έκπληκτα και ορθάνοικτα μάτια σου και γίνεται η αφορμή να «γεννηθούν» σμήνη πεταλούδες στο στομάχι σου και από εκεί να πετάξουν ολόγυρα και να χρωματίσουν τον κόσμο, τον τόπο, τη στιγμή μοναδικά. Η στιγμή που σταματά η αναπνοή σου από δέος.

Είναι ο τρόπος που το σώμα σου γεννά το συναίσθημα ή ίσως το συναίσθημα που γίνεται μήτρα και γεννά τον κόσμο σου ολόκληρο, που απαρτίζεται από το ένα και μοναδικό άτομο που κάνει το σώμα να αντιδρά. Είναι εκείνο το απροσδιόριστο αίσθημα ευφορίας, οι ιδρωμένες παλάμες, το αναψοκοκκινισμένο πρόσωπο και οι κόρες των ματιών σου που σαν χοάνη απύθμενη διαστέλλονται και θέλουν να «κατασπαράξουν», να τραφούν μέχρι το μεδούλι με το πολύτιμο αντικείμενο του πόθου του.

Για τον αρχάριο συγγραφέα, είναι το πρώτο βιβλίο του, εκείνο που η συγγραφή του απομύζησε κάθε στιγμή της ημέρας και της νύχτας του και τώρα στέκει αμήχανα στις βιτρίνες των βιβλιοπωλείων. Κρύος ιδρώτας, ένα αβάσταχτος πόνος στο στήθος κι άλλος ιδρώτας, στα χέρια, στο πρόσωπο, ένα ρίγος και ένα στόμα στεγνό, που μοιάζει να μην μπορεί να αρθρώσει λέξη, παρά τις τόσες που γνωρίζει. Όλα σύμβολα σωματικά της ανησυχίας, της βαθιάς αγωνίας για θετική αποδοχή, για επιτυχία, να μην απογοητεύσει και να μην απογοητευτεί.

Για τη μητέρα, εκείνη η πρώτη φορά που το μικρό της θαύμα ανεβαίνει στην εξέδρα του σχολείου να πει το πρώτο του ποίημα. Το φουσκωμένο στήθος, το ελαφρύ και ανεπαίσθητο μειδίαμα- όχι, δεν είναι χαμόγελο ακόμη, είναι στη γέννησή του- και το υπερήφανο σήκωμα του πηγουνιού σαν άλλη αυτοκράτειρα της Ρώμης που ο γιός της ανεβαίνει στο υψηλότερο αξίωμα.

Και εκείνο, μικρό και αποκαρδιωμένο, με τους ώμους ριγμένους μπροστά, με μια φυσική και τόσο αξιαγάπητη συστολή, με σφιγμένα χείλη, σφιγμένες τις μικρές γροθιές του για να πάρει δύναμη, εκείνη την ατελείωτη για εκείνον στιγμή κι όμως δε διαρκεί σχεδόν ούτε μερικά δευτερόλεπτα. Τα κόκκινα μάγουλα της ντροπής, που τόσος κόσμος τον βλέπει, δε θέλει να εγκαταλείψει αλλά οι λέξεις έχουν κολλήσει στο βάθος του λαιμού του. Προσπαθεί, βήχει, ξεροκαταπίνει και ιδρώνει λίγο ακόμα.

Το ξέρεις αυτό το συναίσθημα, εκείνο που βρίσκεσαι μπροστά στην ομάδα της εταιρίας σου και παλεύεις με το σώμα σου και τον χρόνο, για μια παρουσίαση που θα εντυπωσιάσει και θα σου επιφέρει την πολυπόθητη προαγωγή και αναγνώριση κι όμως δυσκολεύεσαι να πεις και τα πιο απλά. Το στόμα μοιάζει σαν την έρημο της Σαχάρα, στεγνό και στείρο από λέξεις, ένας πόνος στο στήθος μαζί με την αναταραχή στο άδειο σου στομάχι, διαταράσσει την ροή των σκέψεών σου και σε απορροφά. Ναυτία, αδυναμία, και ιδρώτας στον παραφορτωμένο σβέρκο σου.

Βλέποντας κάποιον συνάδελφο να χασμουριέται νωχελικά και απροκάλυπτα, μάλλον η ανία της στιγμής τον έχει κυριεύσει. Κι όμως, εσύ προσπάθησες και τώρα θυμώνεις, θυμώνεις όλο και περισσότερο μαζί του. Τα μάτια σου γίνονται τεράστια, ανοίγουν μαζί με τις κόρες που διαστέλλονται κι αυτές μαζί με το συναίσθημα. Οι παλμοί της καρδιάς ανεβαίνουν, μαζί και η πίεση του σώματος και της στιγμής, περπατούν χέρι χέρι δίπλα σου, μέσα σου. Η αναπνοή σου γίνεται γρήγορη, ρηχή χωρίς ρυθμό και ουσία, μάλλον σε ζαλίζει αντί να σου προσφέρει το πολύτιμο οξυγόνο. Έχεις θυμώσει, αλλά είσαι και αγχωμένος και η θερμοκρασία στο σώμα σου έχει χτυπήσει κόκκινο.

Θα νόμιζες ότι ο κάθε άνθρωπος έχει μοναδικές και εντελώς εξατομικευμένες αντιδράσεις στα ερεθίσματα γύρω του κι όμως όσο κι αν οι συνθήκες είναι μοναδικά ξεχωριστές, τα σώματά μας αντιδρούν λίγο πολύ με τον ίδιο τρόπο.

Στην θέα ενός αγριεμένου σκύλου, το ένστικτο της φυγής θα κινήσει μέσα μας την ίδια ακολουθία, μήπως και καταφέρουμε να γλυτώσουμε τελικά. Ταχυπαλμία, γρήγορες ανάσες, κρύα χέρια και δυνατά πόδια, άλλωστε αυτά έχουν συγκεντρώσει όλο το αίμα στο σώμα μας, με αυτά θα πρέπει να τρέξουμε άλλωστε μακριά.

Όταν συμβαίνει ένα γεγονός, ένα ερέθισμα, τα συναισθήματα που δημιουργούνται είναι ασφαλώς διαφορετικά. Κι όμως η σωματική χημική ακολουθία παραμένει σταθερή και πανομοιότυπη. Ακόμα και αν οι σκέψεις και τα συναισθήματα είναι διαφορετικά, εξάλλου εξαρτώνται από τη δική μας ερμηνεία και από τον τρόπο που το μυαλό μας αναλύει τις καταστάσεις γύρω μας, οι σωματικές λειτουργίες και αντιδράσεις ακολουθούν μια προδιαγεγραμμένη πορεία.

Αυξημένοι καρδιακοί παλμοί, αύξηση της θερμοκρασίας του σώματος, εφίδρωση, γρήγορη αναπνοή και ένα στόμα στεγνό από λόγια, όλα όσα μπορούν να ερμηνευθούν ως άγχος, φόβος προς μια επικείμενη απειλή, ανεξέλεγκτος θυμός αλλά και έρωτας κεραυνοβόλος. Όλα εξαρτώνται από το ερέθισμα, αυτό που θα πυροδοτήσει μέσα μας συμβολισμούς, αντιπαραθέσεις, που θα μας γοητεύσει ή που θα αποβεί μοιραία απογοήτευση, πικρός θυμός, ανία στην καλύτερη.

Η κραταιά ανθρώπινη φύση είναι μοναδική στις εκφράσεις της ψυχής της, το σώμα όμως, αυτό το γήινο ένδυμα που παίρνει πολλές διαφορετικές μορφές και σχήματα, αποχρώσεις και μυρωδιές, αυτό απαρτίζεται από χημικές και βιολογικές ακολουθίες με μαθηματική ακρίβεια και γεωμετρία που είναι δύσκολο, εάν όχι ακατόρθωτο, να ξεφύγουμε από αυτές. Κάποιοι το λένε πεπρωμένο. Όλες αυτές τις εκφράσεις αφορούν στην ουσία την αποσυμφόρηση της κατάστασης που βιώνουμε τη δεδομένη στιγμή, έναν τρόπο έτσι ώστε το σώμα μας να μας απαλλάξει από τα περιττά και να ενισχύσει εκείνα τα σημεία που θα μας ωφελήσουν στιγμιαία.

Σε μια στιγμή, σε μια μοναδική στιγμή, όλα μπορούν να ερμηνευθούν ως έρωτας, έλξη, θυμός, αγωνία, φόβος, συστολή, τόλμη και υπερηφάνεια, συγκίνηση που κάνει το δέρμα σου να ανατριχιάσει και σε αναστατώνει άλλοτε ευχάριστα και άλλοτε δυσάρεστα. Το μυστικό για όλα, εξάλλου, βρίσκεται μέσα σου.

Φλερτ, το σκαλοπάτι του έρωτα

Φλερτ είναι η διάθεση να κατακτήσεις κάτι, ένα πρόσωπο, μια ιδέα, μια νέα εργασία, ένα νέο στόχο κλπ., σηματοδοτεί δηλαδή οτιδήποτε επιθυμεί κανείς να πετύχει, οτιδήποτε ξεκινά με τη φράση «φλερτάρω με την ιδέα να…».

Βεβαίως το φλερτ αναδύει πρωτίστως την ανάγκη και την επιθυμία της σεξουαλικότητας και της συντροφικότητας και με αυτή συνδέεται στην κυριολεξία του.

Το φλερτ στην ερωτική διαδικασία

Το φλερτάρισμα ως τέτοιο, ως αναζήτηση δηλαδή του ερωτικού συντρόφου είναι στη φύση μας, είναι το ερωτικό κάλεσμα, η αφύπνιση της σεξουαλικότητας, αυτό που σε βάζει σε μια διαδικασία αναζωογόνησης, υπέρβασης των ορίων και αναζήτησης νέων οριζόντων.

Το φλερτ είναι ένα από τα σημαντικότερα στάδια της ερωτικής διαδικασίας, τονώνει την ερωτική διέγερση και αυξάνει τη λίμπιντο. Στη φάση αυτή εξελίσσεται ένα ερωτικό παιχνίδι, όπου το σημαίνον και το σημαινόμενο εμπεριέχονται στο στόχο της ερωτικής κατάκτησης.

Μεταξύ μαγείας και ρεαλισμού στη φάση αυτή η αναζήτηση της πραγματικότητας εναλλάσσεται με την προσδοκία των αισθησιακών φαντασιώσεων. Αυτός που ερωτοτροπεί αφήνεται στο όνειρο, ενώ παράλληλα προσπαθεί να μάθει όσο μπορεί περισσότερο τον άλλο.

Το φλερτ δημιουργεί δηλαδή ένα μεταβατικό χώρο προς την εκπλήρωση μιας επιθυμίας, είναι το προ-στάδιο του έρωτα, τον οποίο τροφοδοτεί και δυναμώνει με το παιχνίδισμά του με στόχο βεβαίως την «ολοκλήρωση» της σχέσης με τη σεξουαλική επαφή.

Είναι αλήθεια βέβαια πως ο χώρος αυτός, από τη γνωριμία ως τη σεξουαλική επαφή, πολλές φορές στις μέρες μας δημιουργεί μια αμηχανία που χάνει το άρωμα και το χρώμα που ανέδυε παλιότερα το φλερτ. Και αναρωτιέμαι αν η μορφή του φλερτ όπως την ξέραμε είναι πλέον παλιομοδίτικη ή ανεξαρτήτως της μορφής αυτό παραμένει μια διαρκής ανάγκη προς την επίτευξη του ερωτικού στόχου.

Καταλήγω πως είναι ένα χρήσιμος μεταβατικός χρόνος, όπως χιουμοριστικά θα πω πως ήταν χρήσιμος ο αρραβώνας πριν το γάμο, επειδή στο χρόνο του φλερτ ο άνθρωπος κινείται διακριτικά μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας και προσπαθεί να ορίσει το πλαίσιο της ενδεχόμενης σχέσης.

O μετασχηματισμός του φλερτ

Στην εποχή μας το φλερτ θεωρείται βέβαια από τους νεότερους ως μια ρομαντική συμπεριφορά που έρχεται από ένα παρελθόν το οποίο έχει ενοχοποιηθεί, εκτός των άλλων, για τη σεξουαλική καταπίεση των ανθρώπων μέσα από τα πρότυπα των ρόλων του φύλου.

Ως εκ τούτου, οι σύγχρονοι νέοι ίσως έχουν την ανάγκη για περισσότερο ρεαλισμό, αντί της ρομαντικής χροιάς του φλερτ, χωρίς ωστόσο να στερούνται τους δικούς τους συμβολικούς κώδικες που περιβάλλουν την αναζήτηση του έρωτα.

Αλλάζοντας δηλαδή οι συνθήκες και τα πρότυπα της ερωτικής συμπεριφοράς άλλαξαν και οι συνήθειες του φλερτ. Θα έλεγα επομένως πως το φλερτ έχει μετασχηματιστεί, έχει αλλάξει μορφή, δεν το συναντούμε πια στα όμορφα λόγια και τις ποιητικές εκφράσεις του παρελθόντος, αλλά στη συντομία των κωδικοποιημένων λέξεων και συμβόλων της διαδικτυακής πραγματικότητας, αλλά και της αγχωτικής και «γρήγορης» πραγματικότητάς μας.

Όπως και να ‘χει βέβαια αυτός που φλερτάρει δεν έχει μπει ακόμη στη δίνη του έρωτα, εκεί όπου το αντικείμενο του πόθου γίνεται αυτοσκοπός, είναι όμως έτοιμος να «εμπλακεί» σε μια ερωτική δυναμική, άρα είναι ανυπόμονος, διαχυτικός και ανοιχτός σε καινούργιες εμπειρίες.

Το φλερτ ανεξαρτήτως της μορφής του είναι επομένως μια αισθησιακή προεργασία που θέτει τον ψυχισμό σε εγρήγορση προς τη συνάντηση με το αναπάντεχο, το καινούργιο και την επιθυμία να ζήσει νέες εμπειρίες.

Είναι δηλαδή μια υγιής διαδικασία και ως τέτοια είναι ανάγκη να προφυλάσσεται από ένα πλαίσιο κανόνων που ακολουθεί την ηθική της εκάστοτε κοινωνίας. Σε άλλη περίπτωση το φλερτ χάνει τα όρια του και εργαλειοποιείται, και δεν αναφέρομαι βέβαια στο αδέξιο φλερτ, αλλά σε άλλες μορφές ερωτοτροπίας που αγγίζουν το επιθετικό φλερτ ή ακόμη και την ανάρμοστη συμπεριφορά ή ακόμη χειρότερα την σεξουαλική παρενόχληση.
Η ματαίωση στο φλερτ

Το φλερτ λοιπόν ανακινεί τη σεξουαλικότητα και αναλόγως την εποχή ενδύεται με περισσότερο ρομαντικά ή ρεαλιστικά στοιχεία. Ωστόσο, μια σημαντική διαχρονική διάσταση του είναι οι αντοχές που έχει κανείς στη ματαίωση των επιθυμιών, διότι αυτή είναι που θα ορίσει και την ένταση με την οποία αυτός θα φλερτάρει.

Η αδυναμία πολλών νέων να διαχειριστούν την ματαίωση και τα συναισθήματα που αναδύονται από αυτή, όπως η θλίψη, η στεναχώρια και η μελαγχολία, οδηγούν όλο και περισσότερους είτε στην απραξία, είτε στον ασφαλή κόσμο του διαδικτύου, εκεί όπου οι ματαιώσεις απορροφούνται από το «ασφαλές» κι απομακρυσμένο περιβάλλον του κυβερνοχώρου.

Εκεί όπου οι νέοι, κι όχι μόνο, κατά κάποιο τρόπο υπάρχουν, δίχως να φανερώνονται, δίχως να διακινδυνεύουν την αποτυχία, γίνονται δηλαδή στη γλώσσα της σύγχρονης τεχνολογίας «benchers».
Διαδικτυακό φλερτ

Το διαδίκτυο, ωστόσο, μπορεί να διευρύνει την αίσθηση της μαγείας που περιβάλλει το φλερτ μπορεί όμως και να το αποδυναμώσει. Αυτό συμβαίνει κυρίως επειδή το διατηρεί σε μια οιονεί πραγματικότητα, σε ένα διαρκές φλερτάρισμα, που δεν έχει όμως αντικείμενο παρά μόνο την αέναη ανανέωση της υποκειμενικής αίσθησης του.

Οι νέοι το ονομάζουν breadcrumbing κι εννοούν αυτή την τόσο όσο τροφοδότηση της διαδικτυακής σχέσης, ώστε αυτή να συνεχίζεται δίχως καμιά πιθανότητα περαιτέρω δέσμευσης.

Αυτή η νέα παραδοξότητα αναπτύσσει διχαστικά συναισθήματα ακόμη και για το ίδιο το φλερτ και στο τέλος το ακυρώνει.

Δεν θα μπορούσε εδώ που τα λέμε το διαδίκτυο να μείνει έξω από τη σφαίρα της σεξουαλικότητας και του φλερταρίσματος. Οι πολλαπλές επιλογές, η αίσθηση της κυριαρχίας επί του ερωτικού αντικειμένου και οι πολλές δυνατότητες να πραγματώσει κανείς τις φαντασιώσεις του, καθιστούν το ίντερνετ πρωταγωνιστή στο πεδίο της σεξουαλικότητας.

Βέβαια, έτσι κι αλλιώς η τηλε-πραγματικότητα αποτελεί μια σύγχρονη θεώρηση της υποκειμενικής ύπαρξης, οι άνθρωποι δηλαδή όλο και περισσότερο εκπαιδεύονται στην λειτουργία «από απόσταση».

Η αρχή έγινε με τον άνθρωπο του θεάματος, τον άνθρωπο δηλαδή που δεν συμμετέχει αλλά παρακολουθεί και συνεχίζεται με την κάλυψη όλο και περισσότερων αναγκών και ασχολιών μέσω του διαδικτύου, όπως αυτές της τηλεργασίας, της τηλεκπαίδευσης, των τηλε-γνωριμιών, της τηλε-κατανάλωσης, κ.ο.κ.

Η θετική πλευρά του διαδικτύου στο ερωτικό πάρε δώσε

Οι σύγχρονες τεχνολογικές συνθήκες ανοίγουν πολλές δυνατότητες, όσο κυρίως χρησιμοποιείται το διαδίκτυο ως εργαλείο, το επικίνδυνο είναι όμως πως, στην περίπτωση που συζητάμε, διά μέσου αυτού δημιουργείται μια αναπαράσταση του επιθυμητού κόσμου. Μια εικονική πραγματικότητα, σαν να βάζει κάποιος τη ζωή του στον προσομοιωτή δίχως τη δυνατότητα να τη ζήσει στην πραγματικότητα του κόσμου που τον περιβάλλει.

Το διαδίκτυο βέβαια δεν κρύβει μόνο παγίδες, αλλά πολλές φορές μπορεί και να εξυπηρετεί το φλερτ ως ένα κανάλι επικοινωνίας, λίγο πιο σύνθετο και βραχύβιο μεν, αλλά τίποτα περισσότερο από ένα δίαυλο επικοινωνίας, σκέψεων και συναισθημάτων, δύο ανθρώπων οι οποίοι επιθυμούν και επιδιώκουν την ερωτική σχέση.

Η ευελιξία και το εύρος του διαδικτύου μπορεί επίσης να ωθήσει περισσότερο ντροπαλά άτομα να πάρουν το ρίσκο της ανταλλαγής μηνυμάτων, της εμπλοκής σε μια συζήτηση και της έκφρασης του θαυμασμού τους για ένα άλλο άτομο.

Εξάλλου, σήμερα όλα αυτά κωδικοποιούνται τόσο εύκολα στα like, και στα διάφορα emotions με τα οποία επικοινωνούν οι χρήστες του διαδικτύου ή των κινητών τηλεφώνων μεταξύ τους.

Από την άλλη το αχανές περιβάλλον και η συνεχής έκθεση μπορούν να εντείνουν τις κοινωνικές ανασφάλειες δεδομένου πως σε πολλές περιπτώσεις η επικοινωνία είναι χαοτική, απρόβλεπτη και καθιστά το άτομο σε πολλές περιπτώσεις ανήμπορο να αντιδράσει.

Το φλερτ εν κατακλείδι, δια ζώσης ή διαδικτυακό, είναι το σκαλοπάτι του έρωτα, η μίζα που ανάβει τον πόθο γι’ αυτόν.

Ερωτοτροπώντας σαν να λέμε ο άνθρωπος βάζει τον εαυτό του σε μια αναγεννητική διαδικασία, σε μια διαρκή αναζήτηση όσων του «λείπουν» κι αυτό δίνει στο φλερτάρισμα μια μαγική και συνάμα ρεαλιστική δύναμη που συμβολίζει τον άνθρωπο και τις δυνατότητές του.

Συναισθηματική Προσκόλληση και Επιθετικότητα

Η συναισθηματική προσκόλληση μπορεί να αποδειχθεί ένα αρκετά πολύπλοκο ζήτημα. Δεν αναφέρομαι ούτε στην προσκόλληση κατά Bowlby, ούτε στην προσκόλληση ως διαταραχή όπως την οριοθετεί η ψυχιατρική, αλλά στην προσκόλληση ως συναισθηματική επένδυση όπως την βλέπει η ψυχανάλυση.

Από ψυχαναλυτικής οπτικής γωνίας ο όρος που χρησιμοποιείται για να εκφράσει την προσκόλληση είναι Κάθεξις (Κάθεξη). Η διαφορά έγκειται στην δυναμικότητα που προσδίδει ο όρος τον οποίον καθιέρωσε πρώτος ο Sigmund Freud.

Ως Κάθεξη, λοιπόν, ορίζουμε την συναισθηματική επένδυση σε ένα «αντικείμενο», εσωτερικό ή εξωτερικό. Τι ακριβώς επενδύουμε όμως και τι απόδοση μπορεί να έχει μία τέτοια επένδυση, και κυρίως, τι σχέση μπορεί να έχει με επιθετικές, αυτοκαταστροφικές και καταστροφικές, συμπεριφορές;

Στην διάρκεια των πρώτων χρόνων της ζωής μας σχηματίζουμε το λεγόμενο Υπερεγώ, την ηθική πυξίδα που αναλαμβάνει τον έλεγχο των ενορμήσεων. Έχοντας τον ρόλο του ηνίοχου ο σκοπός του είναι να ελέγξει τις άλογες ενορμήσεις (ένστικτα με σκοπό την επίτευξη της απόλαυσης) έτσι ώστε να μην τραυματιστεί ο «αναβάτης», το Εγώ. Βάση του αποτελούν οι πρώτες απαγορεύσεις και ο τρόπος με τον οποίο μας επιβλήθηκαν από τους ανθρώπους που μας φρόντισαν κατά την βρεφική μας ηλικία Στο πλαίσιο των ορίων που αποκτά ο καθένας μας καθώς μεγαλώνουμε, και με την συνδρομή του περιβάλλοντος και των συναναστροφών μας, διαμορφώνουμε μια συλλογή προτιμήσεων, ιδεών, αξιών και απόψεων για τον εξωτερικό και εσωτερικό μας κόσμο οι οποίες εκπροσωπεύονται ψυχολογικά από την έννοια του «αντικειμένου».

Μέσω της διεργασίας της Κάθεξης η λιβιδινική μας ενέργεια (Λίμπιντο) διοχετεύεται και προσκολλιέται σε αυτά αντικείμενα τα οποία μπορεί να είναι εξωτερικά ή ακόμα και εσωτερικά, δηλαδή κομμάτια του ίδιου του εαυτού μας. Επιλέγοντας μέσα στα όρια του επιτρεπτού και του ανεπίτρεπτου επενδύουμε το συναισθηματικό φορτίο που περιέχεται στην Λίμπιντο σε ένα αντικείμενο το οποίο εν τέλει ή αγαπάμε ή δεν αγαπάμε. Επενδύουμε ενέργεια και κατ’ αυτόν τον τρόπο προκαλούμε την προσκόλληση συναισθήματος.

Αυτή η προσκόλληση όμως δεν αφορά ουσιαστικά κάτι το πραγματικό, κάτι το υλικό. Σίγουρα στο πραγματικό επίπεδο μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την προσκόλληση σε ένα πραγματικό «αντικείμενο», αλλά κατά βάση αποτελεί προσκόλληση σε ένα αντικείμενο στην σφαίρα της φαντασίας οριοθετημένο από τις προσταγές των ορίων του Υπερεγώ, το οποίο ανήκει φυσικά και αυτό στην σφαίρα της φαντασίας.

Ως αποτέλεσμα η προσκόλληση μπορεί να γίνει πηγή αγάπης ή κριτήριο προτίμησης ενός προσώπου, μιας ιδεολογίας ή αξίας, ή αφορμή υιοθέτησης μιας συγκεκριμένης εικόνας για τον εαυτό μας.

Μαζί με την προτίμηση όμως έρχεται η και η προσδοκία για την φύση αυτών των αντικειμένων. Επιθυμούμε τα πράγματα και οι καταστάσεις να ανταποκρίνονται στην εικόνα που έχουμε δημιουργήσει γι αυτά. Απαιτούμε η πραγματική εικόνα των πραγματικών αντικειμένων γύρω μας και μέσα μας να ανταποκρίνεται στην εικόνα που έχουμε γι αυτά στο φανταστικό επίπεδο.

Το αποτέλεσμα είναι πως για να υπάρξει αποδοχή της πραγματικότητας από το Εγώ χωρίς ταυτόχρονη συναισθηματική αντίκρουση, πρέπει ο πραγματικός κόσμος να πληροί τις προϋποθέσεις που έχει θέσει η δυναμική εξισορρόπηση μεταξύ Εγώ, Υπερεγώ και ενορμήσεων στο πεδίο του φανταστικού. Έχουμε μια συγκεκριμένη εικόνα για το τι σημαίνει να είσαι άντρας, γυναίκα, καλός γονέας, καλός μαθητής, καλός πολιτικός, καλός καθηγητής, καλός σύντροφος, καλός εραστής και ούτω καθεξής. Με αυτόν τον τρόπο διαμορφώνεται ο χαρακτήρας και η προσωπικότητά μας, αλλά εν τέλει και οι προσδοκίες μας.

Όταν η πραγματικότητα όμως δεν ταιριάξει με την φαντασία τότε ως αποτέλεσμα έχουμε την δημιουργία ψυχικής έντασης η οποία μπορεί να έχει εξωτερική ή και εσωτερική κατεύθυνση. Εξωτερικά μπορεί να προκαλέσει θυμό, επιθετικότητα, αντικοινωνική και βίαιη συμπεριφορά. Εσωτερικά μπορεί να οδηγήσει σε αυτοκαταστροφική συμπεριφορά ή να προκαλέσει πανικό, άγχος και καταθλιπτικά συναισθήματα.

Έχουμε μία συγκεκριμένη εικόνα για το τι σημαίνει να είσαι Μακεδόνας και αν η συμπεριφορά κάποιου δεν συμβαδίζει με αυτήν την εικόνα τότε αυτό μπορεί να μας κάνει να θυμώσουμε ή ακόμα και να γίνουμε βίαιοι προς αυτόν που θα το κάνει. Έχουμε μια συγκεκριμένη εικόνα για το ποιος έχει το δικαίωμα να φέρει τον τίτλο του Έλληνα και αλλοίμονο σε αυτόν που θα τολμήσει να αποκαλέσει τον εαυτό του Έλληνα χωρίς να πληροί τα κριτήρια που εμείς έχουμε θέσει.

Έχουμε μια συγκεκριμένη εικόνα για το πώς πρέπει να φέρεται κάποιος σε δημόσιο χώρο και θα απαυδήσουμε όταν θα ζήσουμε το αντίθετο. Έχουμε μια συγκεκριμένη εικόνα για το τι σημαίνει να μας αγαπά κάποιος και αν αυτό δεν εκπληρωθεί τότε μπορεί να θυμώσουμε μαζί του ή να κλειστούμε στον εαυτό μας, να στεναχωρηθούμε ή και να βγούμε με την παρέα μας για καταναλώσουμε αλκοόλ που θα μας φέρει σε κατάσταση μέθης.

Έχουμε μια συγκεκριμένη ιδέα για το τι βαθμούς χρειάζεται ένας φοιτητής για να έχει μετά το πέρας των σπουδών του μία επιτυχημένη σταδιοδρομία και έχουμε θέσει τους ανάλογους στόχους και αν οι βαθμοί μας παρεκκλίνουν από αυτό τότε ίσως να συσσωρεύσουμε άγχος ή και να μας καταβάλει πανικός για το μέλλον μας.

Είναι προφανές πως η συναισθηματική προσκόλληση σε αντικείμενα και ιδέες που ανήκουν στο πεδίο της φαντασίας μπορεί να γίνει, εκτός από το σημείο αναφοράς για το ποιοί είμαστε, και η πηγή εσωτερικής σύγκρουσης. Όπως είδαμε μια τέτοια σύγκρουση μπορεί να έχει αρνητικά αποτελέσματα τόσο για τον περίγυρό μας όσο και για εμάς.

Χρειαζόμαστε σημεία αναφοράς στην σφαίρα του φανταστικού που θα ορίζουν το ποιοι είμαστε; Μάλλον ναι.

Μπορούμε να ζήσουμε χωρίς κανόνες, όρια, αξίες, προτιμήσεις και προσδοκίες; Μάλλον όχι.

Ίσως τότε μπορούμε να ελπίζουμε και να προσπαθούμε να καταφέρουμε ένα επίπεδο αυτογνωσίας που θα μας επιτρέψει να διαχωρίσουμε το πραγματικό από το φανταστικό, και ως αποτέλεσμα αυτού να ελαχιστοποιήσουμε τις προσδοκίες βασισμένες στην φαντασία και να τις αντικαταστήσουμε όσο το δυνατόν περισσότερο με κατανόηση της πραγματικότητας και με προσδοκίες βασισμένες στην πραγματικότητα. Ίσως αυτός να είναι και ο τρόπος που θα μας βοηθήσει να επιτύχουμε μείωση της απογοήτευσης και των εσωτερικών εντάσεων που μπορεί να προκαλέσει η προσκόλληση στο φανταστικό.

Ίσως αυτός να είναι ο τρόπος που θα μας βοηθήσει να περιορίσουμε την επιθετικότητα και την επιθετική συμπεριφορά είτε αυτή εμφανίζεται με τάση καταστροφική είτε με τάση αυτοκαταστροφική.

Σαμ Χάρις: Ηθική και Ευτυχία

Η σύνδεση ανάμεσα στην ευτυχία και στην ηθική φαίνεται ξεκάθαρη, αν και είναι σαφές ότι το να είσαι ευτυχής σημαίνει περισσότερα από το να είσαι απλώς ηθικός. Δεν υπάρχει λόγος να πιστεύουμε ότι ένα άτομο που δεν λέει ποτέ ψέματα, δεν εξαπατά και δεν κλέβει, έχει κάποια εγγύηση ότι θα είναι περισσότερο ευτυχισμένο από ένα άτομο που διαπράττει αυτά τα αμαρτήματα χωρίς ενδοιασμούς.

Όλοι γνωρίζουμε ότι ένα καλό και συμπονετικό άτομο μπορεί να είναι εξαιρετικά άτυχο, και πολλά κτήνη φαίνεται να έχουν πιάσει την τύχη από τα κέρατα. Τα παιδιά που γεννιούνται χωρίς ένα λειτουργικό αντίγραφο του γονιδίου, που παράγει το ένζυμο υποξανθίνη - γουανίνη φωσφοριβοσυλτρανσφεράση, θα υποφέρουν από ένα σύνολο παθήσεων και αδυναμιών που είναι γνωστά ως σύνδρομο Λες-Νίχαν. Θα αυτοακρωτηριάζονται επίσης ανεξέλεγκτα, πιθανώς ως αποτέλεσμα της συσσώρευσης ουρικού οξέος στον οργανισμό τους. Αν αφεθούν ελεύθερα, αυτά τα παιδιά δαγκώνουν τα χείλη τους και τα δάκτυλά τους, και φθάνουν ακόμη στο σημείο να μπήγουν αιχμηρά αντικείμενα στα μάτια τους. Είναι δύσκολο να δει κανείς το πώς η εκπαίδευση στην ηθική θα συνεισφέρει πρακτικά στην ευτυχία τους. Αυτό που χρειάζονται αυτά τα παιδιά δεν είναι καλύτερη ηθική εκπαίδευση, ή περισσότερη αγάπη από τους γονείς. Χρειάζονται υποξανθίνη φωσφοριβοσυλτρανσφεράση.

Χωρίς να αμφισβητούμε ότι η ευτυχία έχει πολλές προϋποθέσεις -καλά γονίδια, ένα νευρικό σύστημα που δεν δυσλειτουργεί τελείως κλπ, μπορούμε να υποθέσουμε ότι, όποιο και αν είναι το επίπεδο της ευτυχίας ενός ατόμου, η κατάστασή του θα βελτιωθεί γενικώς αν αποκτήσει περισσότερη αγάπη και δείξει μεγαλύτερη συμπόνια, επομένως γίνει πιο ηθικό. Αυτός είναι ένας αυστηρά εμπειρικός ισχυρισμός -ένας ισχυρισμός που έχει δοκιμασθεί επί χιλιετηρίδες, από στοχαστές σε διάφορες πνευματικές παραδόσεις, και ιδιαιτέρως στο πλαίσιο του Βουδισμού. Θα μπορούσαμε να αναρωτηθούμε κατά πόσον η ανεξέλεγκτη αύξηση της αγάπης και της συμπόνιας θα μπορούσε να μειώσει την αίσθηση της προσωπικής ευτυχίας κάποιου, μια και τα βάσανα των άλλων γίνονται όλο και περισσότερο δικά του. Μόνο άτομα που έχουν καλλιεργήσει αυτήν την πνευματική κατάσταση σε ακραίο βαθμό θα είναι εις θέσιν να αποφανθούν επάνω σε αυτό το ερώτημα, αλλά σε γενικό επίπεδο, φαίνεται να μην υπάρχει αμφιβολία ότι η αγάπη και η συμπόνια είναι θετικές, χάρη στο ότι μας συνδέουν βαθύτερα με τους άλλους.

Με δεδομένη αυτήν την κατάσταση, μπορούμε να δούμε ότι κάποιος θα μπορούσε να επιθυμεί να έχει περισσότερη αγάπη και συμπόνια για καθαρά εγωιστικούς λόγους. Αυτό είναι, φυσικά, ένα κάποιο παράδοξο, επειδή αυτά τα χαρακτηριστικά υπονομεύουν εξ ορισμού την εγωιστική συμπεριφορά.Επίσης εμπνέουν συμπεριφορές που τείνουν να συμβάλλουν στην ευτυχία άλλων ανθρώπινων υπάρξεων.

Οι εν λόγω ψυχικές καταστάσεις δεν δίνουν μόνο μία καλή αίσθηση αλλά ωθούν σε κοινωνικές σχέσεις που κάνουν τον άνθρωπο να αισθάνεται καλά με τους άλλους, ενώ οδηγεί άλλους στο να αισθάνονται καλά με τον εαυτό τους.

Το μίσος, ο φθόνος, το πείσμα, η απέχθεια, η ντροπή -αυτές δεν είναι πηγές ευτυχίας, στο προσωπικό ή στο κοινωνικό επίπεδο. Η αγάπη και η συμπόνια είναι τέτοιες πηγές. Όπως τόσα άλλα που γνωρίζουμε σε σχέση με τον εαυτό μας, ισχυρισμοί αυτού του είδους δεν χρειάζεται να επιβεβαιωθούν από κάποια λεπτομερή μελέτη. Μπορούμε εύκολα να φαντασθούμε κάποια εξελικτικά αίτια για τους λόγους που τα θετικά κοινωνικά συναισθήματα μας κάνουν να αισθανόμαστε καλά, ενώ τα αρνητικά δεν το κάνουν, αλλά αυτό θα ήταν εκτός θέματος.

Το ζήτημα είναι ότι η διάθεση να λάβεις υπ’ όψιν την ευτυχία του άλλου -για να είσαι ηθικός- φαίνεται να αποτελεί έναν λογικό τρόπο για να αυξήσει κανείς τη δική του ευτυχία. Η συνάρτηση εδώ γίνεται όλο και περισσότερο σημαντική, όσο ανώτερη γίνεται η ευτυχία ενός ατόμου. Η σύνδεση ανάμεσα στην πνευματικότητα -την καλλιέργεια της ευτυχίας με άμεσο τρόπο, μέσω συγκεκριμένων εκλεπτύνσεων της προσοχής μας- και στην ηθική είναι επαρκώς τεκμηριωμένη. Ορισμένες στάσεις και συμπεριφορές φαίνεται να οδηγούν στη στοχαστική ενόραση, ενώ άλλες δεν το κάνουν.

Αυτή δεν είναι μία πρόταση, την οποία χρειάζεται κανείς απλώς να πιστέψει. Είναι, μάλλον, μία υπόθεση που απαιτείται να δοκιμασθεί στο εργαστήριο της ζωής ενός ανθρώπου.

Σαμ Χάρις, Το τέλος της Πίστης