Δευτέρα 20 Ιουλίου 2020

Ο "ΠΡΟΦΗΤΗΣ" ΗΛΙΑΣ, ΕΝΑΣ ΣΦΑΓΕΑΣ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ, ΠΟΥ ΓΙΟΡΤΑΖΟΥΝ ΟΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΣΗΜΕΡΑ.

Το όνομα Ηλίας αποτελεί ελληνική μεταφορά του αντίστοιχου εβραϊκού ονόματος Ελιγιαχού (אליהו‎) το οποίο σημαίνει «Ο Θεός μου είναι ο Ιεχωβά» ή «Ο Ιεχωβά είναι Θεός».

Όλες οι πανέμορφες ελληνικές κορυφές, βουνών και λόφων, βρωμίζονται από την παρουσία ναών αφιερωμένων στον χασάπη προφήτη Ηλία, που έσφαξε με τα ματωμένα χέρια του, εκατοντάδες αθώους ανθρώπους.

«καὶ εἶπεν Ἠλιοὺ πρὸς τὸν λαόν· συλλάβετε τοὺς προφήτας τοῦ Βάαλ, μηδεὶς σωθήτω ἐξ αὐτῶν· καὶ συνέλαβον αὐτούς, καὶ κατάγει αὐτοὺς Ἠλιοὺ εἰς τὸν χειμάῤῥουν Κισσῶν καὶ ἔσφαξεν αὐτοὺς ἐκεῖ». Γ΄ Βασιλειών 18.40.

«Και είπε ο Ηλίας, πιάσατε τους προφήτες του Βαάλ, μηδείς εξ αυτών ας μη διασωθεί. Και έπιασαν αυτούς και καταβίβασεν αυτούς εις τον χείμαρρον Κισών ΚΑΙ ΕΣΦΑΞΕ Ο ΗΛΙΑΣ ΑΥΤΟΥΣ ΕΚΕΙ» !

«καὶ ἔσφαξαν αὐτούς, ἑβδομήκοντα ἄνδρας, καὶ ἔθηκαν τὰς κεφαλὰς αὐτῶν ἐν καρτάλλοις, ἤνεγκαν τὰς κεφαλὰς τῶν υἱῶν τοῦ βασιλέως· καὶ εἶπε· θέτε αὐτὰς βουνοὺς δύο παρὰ τὴν θύραν τῆς πύλης εἰς πρωΐ». Δ΄ Βασιλειών 10.8

«Μετά έσφαξε και τους εβδομήντα γιούς του Αχαάβ και έβαλε τα κεφάλια τους σε καλάθια, και είπε βάλτε τα κομμένα κεφάλια τους σε δύο σωρούς
στην πόρτα το πρωΐ» !

Ο χασάπης «προφήτης» Ηλίας με πρόσχημα τις θρησκευτικές διαφορές (όπως οι τζιχαντιστές σήμερα), έσφαξε κοντά σε ένα χείμαρρο, στην αρχή 450 δεμένους ανθρώπους, μετά άλλους 400 και μετά άλλους 70. Με τα κομμένα κεφάλια γέμιζε με υπερηφάνεια καλάθια.

Τώρα αν υποθέσουμε ότι για το σφάξιμο ενός δεμένου αιχμαλώτου και μέχρι οι βοηθοί του να πετάξουν το σφαγμένο ακέφαλο πτώμα στον χείμαρρο Κισών, ο προφήτης έκανε τρία λεπτά, για 450 άτομα ο προφήτης έσφαζε 22 ώρες συνέχεια.

Αυτό και αν είναι θαύμα Κυρίου. Πολύ δύναμη έδωσε στον μακελάρη προφήτη του ο Γιαχβέ.

Ηλίας ο πυροτεχνουργός προφήτης

Ο προφήτης Ηλίας είναι ένας πολυτίμητος άγιος στην Ελλάδα, αφού του έχουν αφιερώσει όλες τις ορεινές κορυφές της χώρας. Το χαρακτηριστικό όνομά του «θεός μου είναι ο Γιαχβέ» (Ηλί-Γιάχ... αγγλιστί μέχρι και σήμερα Elijah) δείχνει την Εβραϊκή του καταγωγή την οποία όσο κι αν φαίνεται παράξενο αγνοούν παντελώς οι Έλληνες που τον θεωρούν πιο Έλληνα κι απ’ τον... Απόλλωνα.

Στην εποχή του Ηλία, ο θεός Βάαλ (ή Κύριος) ήταν ο χειρότερος αντίπαλος του Γιαχβέ. Η θρησκεία του Βάαλ, του θεού της γονιμότητας του κεφιού, αλλά και του πολέμου είχε επί των ημερών του εξαιρετική διάδοση, που απλωνόταν από την Αίγυπτο μέχρι την Ασσυρία.

Επί των ημερών του προφήτη, ο βασιλιάς του Ισραήλ Αχαάβ, παντρεύτηκε την Ιεζάβελ, μια αλλόθρησκη πριγκίπισσα από την Σιδώνα, που με τελετές κεφιού και ξεγνοιασιάς, προώθησε την λατρεία του Βάαλ με τόση επιτυχία, ώστε η αυστηρή λατρεία του Γιαχβέ ατόνησε και σχεδόν ετέθη εκτός νόμου.

Οι προφήτες και οι ιερείς του Βάαλ πλήθαιναν και η Ιεζάβελ ανάγκασε τους τελευταίους εκατό προφήτες του Γιαχβέ, να κρύβονται σε σπηλιές και φαράγγια για να σωθούν απ’ τον διωγμό και το θρησκευτικό μένος της Ιεζάβελ. Ο ίδιος ο Ηλίας κρυβόταν σε σπηλιές, συχνά έξω από την ίδια του τη χώρα, ενώ οι τετρακόσιοι πενήντα ιερείς του Βαάλ και οι τετρακόσιοι βοηθοί τους, υπό την προστασία της Βασίλισσας Ιεζάβελ, απολάμβαναν κρατικούς μισθούς και αυλικά προνόμια.

Η κατάσταση ήταν απελπιστική και μόνο ένα καλοσχεδιασμένο θαύμα υπεροχής, δηλαδή μια μονομαχία θεών και προφητών, θα έβγαζε τους παραμερισμένους οπαδούς του Γιαχβέ από την δύσκολη αυτή θέση. Πράγματι, κάποτε ο Ηλίας βγήκε επιτέλους απ’ τις σπηλιές και εμφανίσθηκε διεκδικώντας ένα οριστικό τέλος σ’ αυτήν την διαμάχη των θεών και των ιερατείων, με μια... μονομαχία πύρινων θαυμάτων! Κριτής και δικαστής ο φυσικός αποδέκτης των θρησκευτικών εντυπώσεων, ο θαυματοφάγος λαός.

Οι αντίπαλοι ιερείς και το πλήθος του λαού, μαζεύτηκαν καθ’ υπόδειξη του Ηλία, σε μια ευρύχωρη περιοχή του όρους Κάρμηλον. Είναι σημαντικό να καταλάβουμε, ότι τόσο την λαοσύναξη όσο και την αναμέτρηση των θεών, σχεδίασε και υποκίνησε ο Ηλίας ο οποίος απευθυνόμενος προς τον λαό είπε: «έως πότε θα χωλαίνετε μεταξύ δύο φρονημάτων; εάν ο Γιαχβέ είναι θεός ακολουθείτε αυτόν, αλλ’ αν ο Βάαλ, ακολουθείτε τούτον. Εγώ απέμεινα μόνος προφήτης του Κυρίου ενώ οι προφήτες του Βάαλ είναι τετρακόσιοι πενήντα άνδρες και οι προφήτες του άλσους τετρακόσιοι». (Ο΄)Α Βασιλέων 18.21-22.

Πώς όμως θα ξεχώριζαν ποιός απ’ τους δύο θεούς ήταν τελικά ο καλύτερος; Η πρόταση του Ηλία ήταν αφοπλιστικά εντυπωσιακή. Η κάθε παράταξη, θα άφηνε ένα ζώο πάνω στο θυσιαστήριο και θα παρακαλούσε το δικό της θεό για ένα θαύμα πυρός. Στο θυσιαστήριο εκείνο που θα εμφανιζόταν με οποιονδήποτε τρόπο φωτιά από το πουθενά (άρα από θεού), αυτός ο θεός θα ήταν ο αληθινός: «ο θεός που θα απαντήσει με φωτιά, ούτος ας είναι ο θεός. Και είπεν ο λαός, καλός ο λόγος». Α΄Βασιλέων 18.24.

Η ιερείς του Βάαλ αιφνιδιάστηκαν. Παρόντος όμως του λαού, που άλλο δεν ήθελε από θαύματα και εντυπώσεις, ήταν αδυνατόν να αρνηθούν την πρόκληση, έτσι παγιδεύτηκαν στην πρόταση του Ηλία. Οι θυσίες έγιναν, και πρώτοι οι ιερείς του Βαάλ, προσευχήθηκαν για ώρες χωρίς αποτέλεσμα. Ο Ηλίας γεμάτος από ανεξήγητη αυτοπεποίθηση για το αποτέλεσμα, ειρωνευόταν τους ιερείς του αντίπαλου θεού λέγοντας: «παρακαλέστε τον φωνάζοντας δυνατότερα, διότι θεός είναι, μπορεί να συνομιλεί ή να ασχολείται με κάτι ή μπορεί και να είναι σε οδοιπορία ή μπορεί και να κοιμάται και πρέπει να τον ξυπνήσετε». Α΄Βασιλέων 18.27.

Πέρασαν όμως ώρες και τίποτε δεν συνέβη στο θυσιαστήριο των ιερέων του Βάαλ: «και επεκαλούντο το όνομα του Βαάλ από πρωίας μέχρι μεσημβρίας». Α΄Βασιλέων 18.26.

Μετά το μεσημέρι, ήρθε η σειρά του Ηλία και οι ιερείς του Βάαλ, περίμεναν τώρα με την σειρά τους και την δική του αποτυχία, που ασφαλώς θα εσήμαινε και το τέλος της λατρείας του Γιαχβέ και τον τραγικό θάνατο του Ηλία. Ο Ηλίας όμως, γεμάτος από μια υπέρμετρη αυτοπεποίθηση για την τελική έκβαση της αναμέτρησης προστάζει: «τους προφήτες (του Βάαλ) λέγοντας, φύγετε από εκεί να κάνω εγώ τώρα το δικό μου ολοκαύτωμα, και εκείνοι έφυγαν». (Ο΄) Γ΄Βασηλειών 18.13.

Ο Ηλίας πήρε δώδεκα πέτρες (κατά τον αριθμό των δώδεκα φυλών του Ισραήλ και πρώτα επισκεύασε το παλιό θυσιαστήριο του Γιαχβέ που υπήρχε εκεί. Μετά έβαλε τα ξύλα και το διαμελισμένο σφάγιο επάνω και προφανώς γνωρίζοντας τι επρόκειτο να ακολουθήσει, έσκαψε γύρω απ’ το θυσιαστήριο ένα αυλάκι αρκετά βαθύ! Στη συνέχεια έκανε κάτι, που ξεπερνούσε τα συνηθισμένα μέτρα και της πλέον αισιοδοξης πίστης: «φέρατέ μου (είπε απευθυνόμενος προφανώς στους βοηθούς του) τέσσαρες υδρίας ύδατος και επιχέετε επί το ολοκαύτωμα και επί τα ξύλα, και εποίησαν ούτως και είπε (ο Ηλίας) δευτερώσατε και εδευτέρωσαν και είπε τριτώσατε και ετρίτωσαν και περιέτρεχε το ύδωρ κύκλω του θυσιαστηρίου και ακόμα και το αυλάκι εγέμισε ύδωρ». Α΄Βασιλέων 18.27.

Θα αρκούσε μια απλή ουράνια πύρινη φλόγα για να αποτεφρώσει το σφάγιο και η νίκη θα ήταν εντελώς δική του. Τίποτε δεν τον υποχρέωνε να ρίξει τόσο πολύ νερό πάνω στο θυσιαστήριο. Όμως, όσα με περισσή θεατρικότητα κάνει ο προφήτης, ξυπνούν μέσα μας την αίσθηση ότι εκτελεί προσεκτικά προσχεδιασμένες κινήσεις! Απολύτως βέβαιος για το αποτέλεσμα, ρίχνει όχι μια και δυό, αλλά δώδεκα υδρίες νερό πάνω στο θυσιαστήριο! Τόσο πολύ ήταν το νερό, που γέμισε το βαθύ αυλάκι που εντελώς προνοητικά είχε σκάψει επιμελώς γύρω απ’ τη βάση του θυσιαστηρίου!

Η όλη σκηνοθεσία, θυμίζει έντονα παράσταση λαϊκού παλικαρά, που χάριν έξαρσης του λαϊκού ενδιαφέροντος προκαλεί ειρωνικά τους αντιπάλους και για να αποκορυφώσει την αγωνία, κάνει το θέαμα σταδιακά δυσκολότερο. Εμείς όμως προσέχουμε κάτι σημαντικό. Όχι μόνο ο τόπος του αγωνίσματος είχε προεπιλεγεί από τον ίδιο τον προφήτη, αλλά και ο τύπος του θαύματος των διαγωνιζόμενων θεών, ήταν καθαρά δικής του εμπνεύσεως.

Η συνέχεια είναι συναρπαστική: «και φώναξε ο Ηλίας ο προφήτης, Κύριε θεέ του Αβραάμ του Ισαάκ και του Ιακώβ επάκουσόν μου σήμερον εν πυρί δια να γνωρίσουν ότι συ είσαι ο θεός... και έπεσε πυρ παρά Κυρίου και κατέφαγε το ολοκαύτωμα και τα ξύλα και τους λίθους και το χώμα (Μασ. έγλειψε) και το ύδωρ το εν τη αύλακι». Α΄Βασιλέων 18.37-38.

"Θεός" και προφήτης συντονίστηκαν αξιοθαύμαστα. Με το τέλος της προσευχής, το θαύμα εμφανίστηκε ακριβώς στην ώρα του! Φωτιά εμφανίσθηκε από το πουθενά και δεν κατέφαγε μόνο το σφάγιο, αλλά τύλιξε ολόκληρο το θυσιαστήριο και κατέκαψε με δύναμη, πέτρες, ξύλα και περιέργως, έγλειψε ακόμα και το χώμα γύρω απ’ το θυσιαστήριο, αλλά και όσο απ’ το "ύδωρ" είχε απομείνει στο περιμετρικό αυλάκι! Οι παρευρισκόμενοι έπεσαν κατάχαμα απ’ την τρομάρα τους, μπροστά στη θεόσταλτη φλόγα!

Ψάχνοντας δώδεκα χρόνια τώρα, προσεκτικά τις διατυπώσεις των βιβλικών θαυμάτων, έχω σχηματίσει την πεποίθηση, ότι για τις ανάγκες της διάσωσης των τεχνουργημάτων τους, οι μάγοι της βίβλου πάσχουν απ’ το σύνδρομο των υποσημειώσεων. Γνωρίζοντας την αξία των άθλων τους, προσπαθούν συνεχώς κάπου στο κείμενο, να ακουμπήσουν μια μικρή αίσθηση απ’ την αληθινή φύση των κατορθωμάτων τους, και να δημιουργήσουν ένα μικρό επεξηγηματικό βοήθημα προς τους μυημένους διαδόχους και συνεχιστές της δοξασμένης τους τέχνης!

Αυτή λοιπόν ακριβώς, η τελευταία "υποσημείωση", που θέλει την φωτιά να γλύφει το χώμα και να κατακαίει και το "νερό" σαν καύσιμο, μέσα στο περιμετρικό αυλάκι, μας βάζει αμέσως στην σωστή κατεύθυνση υποψιασμών. Τα δώδεκα δοχεία που ο προφήτης μας έριξε πάνω στο θυσιαστήριο ακριβώς πριν από το θαύμα... μόνο νερό δεν πρέπει να ήταν!

Είναι όμως δυνατόν να υπαινίσσεται κανείς την κατοχή τόσο προχωρημένων υλικών πυρός, όπως διάφανα πετρελαιοειδή, στα χέρια των προφητών εκείνης της εποχής; Δεν είναι τα διάφανα αυτά παράγωγα του πετρελαίου προϊόντα περίπλοκης διύλισης; Ή μήπως, τέτοια διάφανα πετρελαιοειδή, σε μικροποσότητες, υπήρχαν ανέκαθεν διαθέσιμα με κάποια φυσική διαδικασία διύλισης; Υπάρχουν ανάλογες ιστορικές μαρτυρίες, που να δικαιολογούν μια τέτοια υπόθεση;

Πριν απαντήσουμε στις σημαντικές αυτές ερωτήσεις, πρέπει να εξετάσουμε μια επιπλέον βιβλική αναφορά σε αυτήν την διάφανη καύσιμη ύλη, που θα μας βοηθούσε να καταλάβουμε καλύτερα την θεολογική πανουργία του Ηλία. Δυστυχώς για τους υπερασπιστές των βιβλικών θαυμάτων, υπάρχει μια συγκεκριμένη βιβλική αναφορά στο διάφανο αυτό ρευστό καύσιμο και μάλιστα το ονομάζει «ύδωρ», υπονοώντας ακριβώς την εντελώς χαρακτηριστική διαφάνεια του νερού.

Στο Β΄ Μακκαβαίων, δηλαδή στο δεύτερο από τα τρία εντελώς κανονικά βιβλία του βιβλικού κώδικα των Ο΄ που μαζικά εξωπετάχθηκαν[1] από την χαλκευμένη Μασοριτική[2] Βίβλο, διαβάζουμε: «να θυμάστε επίσης την γιορτή της φωτιάς που καθιερώθηκε όταν ο Νεεμίας προσέφερε θυσία, αφού είχε (ξανα)χτίσει τον ναό και το θυσια­στήριο. Εκείνο τον καιρό, όταν οι πρόγονοί μας οδηγούντο αιχμά­λωτοι στην Περσία (Βαβυλώνα), οι ευσεβείς ιερείς πήραν κρυφά την φωτιά του ναού (Ο΄ λαβόντες από του πυρός του θυσιαστηρίου) και την έκρυψαν καλά σε κοίλωμα (Μασ. δεξαμενή) και ασφάλισαν το μέρος εκείνο, ώστε κανείς να μη γνωρίζει που ήταν κρυμμένη».

Μετά από πολλά χρόνια, όταν ο Νεεμίας στάλθηκε από τον βασιλιά των Περσών πίσω στην Ιερουσαλήμ, έστειλε τους απογόνους εκείνων των ιερέων να φέρουν από την κρυψώνα την φωτιά. Αυτοί γύρισαν και του είπαν ότι δεν βρήκαν καμμιά φωτιά, παρά ύδωρ παχύ.[3] Ο Νεεμίας τους παράγγελλε να βγάλουν λίγο (απ’ αυτό το ύδωρ!) και να του το πάνε. Όταν ετοιμάστηκαν οι θυσίες, ο Νεεμίας είπε στους ιερείς, να ραντίσουν με το νερό αυτό τα ξύλα και τα σφάγια της θυσίας. Όταν έγινε κι αυτό, μετά απ’ λίγη ώρα που βγήκε ο ήλιος, γιατί πρωτύτερα ήταν συννεφιά, άναψε μια τέτοια μεγάλη πυρά ώστε όλοι έμειναν κατάπληκτοι. Μετά οι ιερείς άρχισαν να ψάλουν... Όταν αποκάηκε όλη η θυσία, ο Νεεμίας διέταξε να περιχύσουν και το υπολειπόμενο ύδωρ, πάνω στις μεγάλες πέτρες (του θυσιαστηρίου). Όταν δε έγινε κι αυτό, άναψαν (ξανά) φλόγες.

Όταν το γεγονός αυτό έγινε γνωστό... ότι στον τόπο όπου τότε οι ιερείς είχαν κρύψει το ιερόν πυρ, βρέθηκε αργότερα ύδωρ, και ότι ο Νεεμίας και οι σύντροφοί του, το χρησιμοποίησαν για να ανάψουν την θυσία στο θυσιαστήριο, ο βασιλιάς... διέταξε να περιφράξουν τον τόπο εκείνο ως άγιον. Ο Νεεμίας και οι σύντροφοί του, ονόμασαν αυτό το ύδωρ «νέφθαρ», που σημαίνει καθαρισμός, ενώ από πολλούς ονομάζεται νέφθαι». (Ο΄)Β΄ Μακκαβαίων 1.9-36.

Πραγματικά αναρωτιέται κανείς αν μετά από τις σαφέστατες αυτές βιβλικές ομολογίες, χρειάζεται να προσθέσει κανείς το παραμικρό, αφού και μόνο με την απλή αντιπαραβολή των δύο πανομοιότυπων αυτών "θαυμάτων", αποδεικνύεται αβίαστα, το τι ακριβώς συνέβη στο θυσιαστήριο του Ηλία. Και φυσικά εδώ για άλλη μια φορά φαίνεται ολοκάθαρα, αυτό που απ’ την αρχή αυτής της μελέτης συνεχώς υπογραμμίζουμε, δηλαδή η θεολογική αλητεία των ανθρώπων εκείνων, που δέχθηκαν και μέχρι σήμερα σιωπηρά αποδέχονται, το δόλιο "μαγείρεμα" των βιβλικών κειμένων( δηλαδή, την αποβολή του βιβλίου των Μακκαβαίων, με τα συγκεκριμένα αποκαλυπτικά αποσπάσματα) από τους Μασορίτες, ώστε να μην είναι δυνατή στον μέσο αναγνώστη των γραφών, οποιαδήποτε τέτοια διαφωτιστική αντιπαραβολή κειμένων και η αυτόματη αλληλο-ερμηνεία "θαυμάτων"!

Ο μέσος ανυποψίαστος αναγνώστης, έχοντας στο σπίτι του αιώνες τώρα, μόνο την μασοριτική (κατ’ ουσίαν την προτεσταντική[4]) Βίβλο, έχει στα χέρια του μόνο την περιγραφή του θαύματος του Ηλία. Όμως, πουθενά στην ίδια αυτή Βίβλο, δεν θα μπορούσε να βρει την παραπάνω περιγραφή των Μακκαβαίων που ουσιαστικά ξεσκεπάζει την έντεχνη πανουργία του Ηλία! Τα βιβλία των Μακκαβαίων, μαζί με άλλα (έντεκα συνολικά βιβλία) αφαιρέθησαν από την μασοριτική Βίβλο, ακριβώς για να μην μπορούν ούτε τυχαία να γίνουν τέτοιες απομυθοποιητικές αντιπαραβολές κειμένων! Ουσιαστικά, περίπου το ένα τέταρτο της αρχικής Βίβλου, (των Ο΄) για παρόμοιους λόγους, έχει προσεκτικά αφαιρεθεί.

Πώς μπορεί να ονομάσει κανείς όλη αυτή την σιωπηρή αποδοχή του δόλιου αυτού κατατεμαχισμού και της μαζικής παραποίησης του θρησκευτικού βιβλίου, απ’ τα ιερατεία και τους αναρίθμητους παρατρεχάμενους θεολόγους, αν όχι... διαχρονική θεολογική αλητεία;

Επιστρέφοντας όμως στην συνολική εκτίμηση των δεδομένων του θαύματος, διαβάζουμε για την νάφθα: «Το πετρέλαιο ήταν γνωστό από αρχαιότατης εποχής εις τους Εβραίους και Αιγύπτιους. Οι πρώτοι (οι Εβραίοι) μεταναστεύσαντες εις Περσίαν εύρον λάκκους, όπου οι ιερείς (των Περσών) εφύλαττον το εκ του εκεί συσσωρευμένου πετρελαίου ιερόν πυρ, εθεωρούντο δε οι τόποι εκείνοι, όπου υπήρχον οι τοιούτοι λάκκοι, άγιοι (!) και ωνομάζοντο νεφθάρη, τόποι εξιλασμού εντεύθεν δε προήλθε το όνομα ναύθα ή νάφθα». Ελευθερουδάκης τομ.10, σελ. 647.


«Ναύθα ή νάφθα: πτητικό υλικό πετρελαίου λαμβανόμενο σε χαμηλές θερμοκρασίες των 80-110 βαθ. κελσίου»!! Ελευθερουδάκης τομ.9, σελ.712. Δεν χρειάζεται λοιπόν παρά απλή γεωθερμία, σε πετρελαιοφόρες περιοχές και ο φυσικός διαχωρισμός της νάφθας από το πετρέλαιο ήταν γεγονός!
Υπάρχουν όμως άλλες αρχαίες μαρτυρίες που να επιβεβαιώνουν αυτή την γνώση; Να τι μας λέει σχετικά ο Πλούταρχος: «Περιερχόμενος την Βαβυλώνα (ο Αλέξανδρος ο Μέγας) εθαύμασε προπάντων το χάσμα της φωτιάς στα Εκβάτανα, που συνεχώς σαν πηγή αναπηδούσε (από την γη) και το ρεύμα της νάφθας που κοντά στο χάσμα σχημάτιζε λίμνη με την αφθονία της. Μοιάζει με άσφαλτο, αλλά είναι τόσο εύφλεκτη ώστε πριν ακόμα την αγγίξει η φλόγα, μόνο με την λάμψη του φωτός ανάβει και καίει μαζί και τον αέρα» Αλέξανδρος 35.1.

Ο Διοσκουρίδης ο περίφημος φαρμακοποιός της αρχαιότητας μας εξηγεί: «νάφθα καλείται και της Βαβυλωνίου ασφάλτου περιήθημα (στράγγισμα, διϋλίσμα) τω χρώματι λευκόν (εννοεί διάφανο) ευρίσκεται δε και μέλαν. Δύναμην δε έχει αρπακτικήν πυρός ώστε και εκ διαστήματος (εξ αποστάσεως) αρπάζει τούτο» Περί ύλης ιατρικής 1.73.2.

Ο Στράβων συμπληρώνει: «υπάρχει δε στην Βαβυλώνα... αυτό που νάφθα αποκαλούν, που παράδοξη έχει φύση, φερόμενη (η νάφθα) πλησίον του πυρός αναρπάζει το πυρ, κι αν οτιδήποτε μ’ αυτήν επιχρίσεις φλέγεται και με νερό όχι μόνο δεν σβήνει, αλλά μάλλον περισσότερο φλέγεται...» Ο Ποσειδώνιος (προγενέστερος ιστορικός) λέγει ότι, «στην Βαβυλώνα οι πηγές της νάφθας άλλες μεν είναι λευκές (διάφανες) άλλες δε μελανές. Η λευκή νάφθα είναι αυτή που αναρπάζει το πυρ, την δε μελανή αντί ελαίου στους λύχνους καίουσι». Στράβων Γεωγραφικά 16.1.15.1-26.

Για την δυνατότητα ανάμειξης της καύσιμης αυτής ύλης με νερό, χωρίς να χάσει την αναφλεξιμότητά της, γράφουν πολλοί, μεταξύ αυτών και ο Καλλίμαχος ο Φιλόλογος (4ος π.Χ.αι.): «περί δε πυρός, Κτησίας (Ιστορικός του 5ου π.Χ.αι.) λέει ότι περί των Φασηλιτών χώραν επί του της Χιμαίρας όρους έστιν το καλούμενον αθάνατον πυρ. Τούτο δε, εάν μεν ύδωρ εις εμβάλεις καίεσθαι βέλτιον (καίγεται καλύτερα)»Fragmentaincertiauctoris 407.143.

Ο καλός μας λοιπόν ο Ηλίας, ρίχνοντας άφθονο εύφλεκτο "νερό" πάνω στο θυσιαστήριο του Γιαχβέ, μόνο περιττούς θεατρινισμούς δεν έκανε! Η όλη παρουσίαση της δήθεν θεϊκής φωτιάς, ήταν αποτέλεσμα τολμηρού χειρισμού άγνωστων στην εποχή του υλικών και εξ αυτού, η πληθωρική θεατρικότητά του ήταν απολύτως αναγκαία. Ο άνθρωπος ήταν ένας μάχιμος, επιδέξιος θεολογικός απατεώνας, (θεουργός) με προχωρημένες γνώσεις θαυματοποιών υλικών, εξοικειωμένος με την απαραίτητη θεολογική θεατρικότητα! Ο Ηλίας είχε πάνω του συγκεντρωμένα όλα όσα χρειάζεται ένας καλός τερατουργός,[5] παραδοξοποιός προφήτης.

Δεν είναι η πρώτη φορά, που η ίδια η Βίβλος μας βοηθάει να δούμε τι ακριβώς συνέβη! Απλώς αυτή είναι η πλέον σαφής και κραυγαλέα περίπτωση βιβλικής αυτο-ακύρωσης! Και... πολύ θα ήθελα να δω, ποιά απάντηση θα μπορούσε να δώσει σε δημόσιο διάλογο ένας, οποιουδήποτε αξιώματος υπερασπιστής της βιβλικής θαυματουργίας, όταν του τοποθετήσουν πλάι-πλάι τις δύο αυτές αφηγήσεις (Α΄Βασ.18.24-38 & Β΄Μακκαβ.1.9-36) που ουσιαστικά ερμηνεύουν τους μηχανισμούς του ιδίου "θαύματος"! [6]

Μετά από μια τέτοια ξεκάθαρη βιβλική αυτοαναίρεση, του δήθεν θαύματος του Ηλία, φαντάζομαι πως κανείς δεν δικαιολογείται να απαιτεί οποιεσδήποτε περαιτέρω εξηγήσεις. Εν τούτοις, για την πληρέστερη κατανόηση του "θαύματος", θα παραδεχθούμε ότι απουσιάζει πράγματι η πιθανή εξήγηση του μηχανισμού ανάφλεξης, του κατά τα άλλα θαυμαστού αυτού προφητικού πυροτεχνήματος.

Για να εντοπίσουμε λοιπόν τον ενδεχόμενο μηχανισμό ανάφλεξης μόνο υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε, σταθμίζοντας προσεκτικά κάθε λεπτομέρεια της διπλής αυτής αφήγησης. Οι 12 λοιπόν πέτρες που τοποθετήθηκαν πάνω στο μισο-κατεστραμμένο θυσιαστήριο του Γιαχβέ αντιπροσωπεύοντας τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ, δεν πρέπει να ήταν απλές τυχαίες πέτρες, ακριβώς άλλωστε όπως και οι 12 υδρίες, που είχαν μεταφερθεί ψηλά στο βουνό, δεν ήταν γεμάτες με κανονικό νερό.
 
Οι συγκεκριμένες λοιπόν πέτρες, ενδεχομένως ήταν προσεκτικά διαλεγμένοι λευκοί πυριτόλιθοι[7] που τοποθετημένοι κατάλληλα πάνω στο κατεστραμμένο θυσιαστήριο, ζεστοί σχετικά από τον καυτό μεσημεριανό ήλιο και καταβρεγμένοι με εύφλεκτη νάφθα, παρείχαν μοναδικές δυνατότητες σπινθήρων και ανάφλεξης.

Μια πρώτη υπόθεση, θέλει τον αρχικό σπινθήρα να δημιουργείται με μια προσεκτική ρίψη ενός τελευταίου μικρού ή μεγάλου πυριτόλιθου πάνω στο θυσιαστήριο, μεταβάλλοντας ολόκληρο το καταβρεγμένο με την εύφλεκτη νάφθα θυσιαστήριο, σε παρανάλωμα πυρός!

Για το θαύμα αυτό της φύσης, τον πυριτόλιθο, που για αμέτρητες χιλιετίες, πρέπει να ήταν απ’ τους πολυτιμότερους πυρφόρους φίλους του ανθρώπου, διαβάζουμε τον παρακάτω συναρπαστικό μονόλογο του Φιλοκτήτη, που εγκαταλειμμένος από τους εκστρατεύοντες προς την Τροία Έλληνες, σε ερημονήσι είχε πρόβλημα αφής φλόγας: «Και όταν ξεχύθηκε χειμωνιάτικη παγωνιά, ξύλα έθραυσα και αυτά μηχανεύθηκα ο τάλας, αφού δεν είχα φωτιά, πέτρα πάνω στην πέτρα τρίβοντας, (κειμ: εν πέτροισι πέτρον εκρτίβων) μόλις που εφάνη το άφαντον φως που μ’ έσωσε. Η οικουμένη λοιπόν, στέγη πυρός είναι που τα πάντα μου παρέχει για να μην υποφέρω». Σοφοκλής Φιλοκτήτης 295.

Με τέτοια υλικά και προετοιμασία, φαίνεται πως δεν θα ήταν υπερβολικό αν λέγαμε ότι ο σπουδαίος κατά τα άλλα αυτός πυροτεχνουργός, είχε τον τρόπο του να μετατρέψει κυριολεκτικά το πέτρινο θυσιαστήριο του Γιαχβέ, σε γιγάντιο, λειτουργικό... αναπτήρα![8]
 
Μια άλλη εκδοχή είναι η ανάφλεξη στο θυσιαστήριο του Ηλία να είναι παρόμοια με εκείνη που περιγράφεται στο Β΄ Μακκαβαίων 1.22, και συνέβη στο θυσιαστήριο του Νεεμία! Η περιγραφή αυτή μας αναγκάζει να υποθέσουμε ότι το λευιτικό ιερατείο εκείνης της εποχής, πειραματιζόταν ακατάπαυστα με μηχανισμούς και υλικά αυτανάφλεξης, κάτω απο καυτό ήλιο!

Ερευνώντας για πιθανούς μηχανισμούς αυτανάφλεξης (στο πανεπιστημιακό χημείο Θεσσαλονίκης), φτάσαμε στο συμπέρασμα ότι ο βρεγμένος με νερό και νάφθα ασβεστόλιθος: «ανεβάζει θερμοκρασία στους 150ο C και συνεπώς μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αναφλέξει υλικά με χαμηλό σημείο ανάφλεξης... η γρήγορη άνοδος της θερμοκρασίας του ασβέστη προκαλεί αμέσως την εξάτμιση της νάφθας, δημιουργεί αέρια που, μόλις αναμιχθούν με το οξυγόνο της ατμόσφαιρας... ακολουθεί ανάφλεξη». Θ. Κορρές «υγρόν πυρ» σελ 29.

Όπως βλέπουμε, ένας εξαιρετικά απλός μηχανισμός αυτανάφλεξης, είναι ο συνδυασμός, νάφθας, νερού και ασβέστου! Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν, τα τρία αυτά υλικά θα μπορούσαν πολύ εύκολα να ανταμώσουν στα θυσιαστήρια του Ηλία και του Νεεμία.

Κάποιοι, δυσκολεύονται να δεχθούν την ανακάλυψη του ασβεστόλιθου, την εποχή εκείνη. Κι όμως, φανταστείτε μόνο, ότι κατά την εντολή του Μωϋσέως, οι Ισραηλίτες έπρεπε να έχουν: «θυσιαστήριον εκ λίθων» Έξοδ.20.25. Έτσι, σε καθημερινή βάση τα διάφορα θυσιαστήρια της αρχαιότητας, συγκέντρωναν κάθε είδους πέτρες για να δημιουργήσουν θυσιαστήρια.

Ήταν θέμα χρόνου λοιπόν, κάποια στιγμή, να βρεθεί στην καυτή επιφάνεια του θυσιαστηρίου και να ψηθεί απ’ τις φωτιές της θυσίας, ένας κανονικός ασβεστόλιθος! Και είναι επίσης αναμενόμενη πιθανότητα, κάποιοι επιχειρώντας να σβήσουν με νερό τα υπολείμματα της φωτιάς του θυσιαστηρίου, να δουν τον ασβεστόλιθο να βράζει και να αναφλέγει υπολείμματα ανθρακιάς, λίπους και χόρτων, στην περιφέρεια της φωτιάς. Να λοιπόν, που χωρίς να το θέλουν, βρέθηκε μπροστά τους ο ασβεστόλιθος και οι κρυφές του χάρες!

Το άλλο υλικό ανάφλεξης που εντοπίσαμε, είναι ο αυταναφλεγόμενος φωσφόρος! Ένα υλικό που παράγεται απ’ τον καρβουνισμό κοκκάλων και την συμμετοχή ελάχιστης άμμου! Το περίεργο είναι, ότι τέτοιες ακριβώς συνταγές παράξενου καρβουνισμού, ολόκληρων ζώων, με τα οστά και τα κόπρανά τους, έχουμε... που αλλού... στην Παλαιά Διαθήκη: «και ελάλησεν Κύριος προς Μωϋσήν και Ααρών λέγων, Ειπέ να φέρωσιν εις σε δαμάλην (θηλυκό μοσχαράκι) μη έχουσαν ελάττωμα... και θέλει λάβει αυτήν ο ιερεύς και θέλει σφάξει αυτήν... και θέλουσι κατακαύση την δαμάλην ενώπιον αυτού με το δέρμα και το κρέας και το αίμα αυτής, μετά της κόπρου αυτής, θέλουσι κατακαύση αυτήν». Αριθμοί 19.1-10.

Σε άλλο σημείο η συνταγή γίνεται σαφέστερη: «Ούτω λέγει Κύριος. Στήσον τον λέβητα και βάλε εις αυτόν ύδωρ και κομμάτια (ζώων) καλά, τον μηρόν και τον ώμον, γέμισον (δε) αυτόν (τον λέβητα) υπό τον εκλεκτών οστέων. Λάβε δε και εκ του ποιμνίου και στίβασον έτι οστά, βράσον αυτά καλώς και ας εψηθώσι και αυτά τα οστά εν αυτώ... λέβητα του οποίου η σκωρία είναι εν αυτώ και δεν εξήλθεν απ’ αυτού... και εγώ θέλω μεγαλύνει την πυράν. Επισώρευσον ξύλα άναψον το πυρ, κατανάλωσον τα κρέατα και διάλυσον αυτά, ας καώσι τα οστά. Τότε στήσον αυτόν (τον λέβητα) επί τους άνθρακας αυτού, δια να πυρωθεί ο χαλκός αυτού και να καεί και να λιώσει εν αυτώ η ακαθαρσία (σκουριά) αυτού και να καταναλωθεί η σκωρία αυτού». Ιεζεκιήλ 24.3-11.Αν αυτό δεν είναι μυστική συνταγή για "κάτι", τότε προς τι όλη αυτή η επιμονή του απόλυτου καρβουνισμού ενός ζώου;

Υπάρχει[9] λοιπόν η υπόθεση, πως κατά τον καρβουνισμό των κοκκάλων, οι παραγόμενοι ατμοί φωσφόρου, στερεοποιούνται (σαν σταγόνες κεριού) στο καπάκι του λέβητα. Όταν τα σταγονίδια αυτά έρθουν αργότερα σε επαφή με το οξυγόνο, θα αυταναφλεγούν. Αν κάποιος ρίξει λίγο νερό στο φλεγόμενο καπάκι, η φωτιά αυτή θα σβήσει, αλλά θα επανεμφανισθεί μόλις το νερό που επικάλυψε προσωρινά τον φωσφόρο εξατμιστεί! Αν το πράγμα επαναληφθεί αρκετές φορές, τότε ο παρατηρητικός προφήτης θα καταλάβει, όχι μόνο την αξία ενός τέτοιου υλικού, αλλά ότι αυτό φυλάγεται άφλεκτο μόνο κάτω από το νερό!

Μάλιστα η ανακάλυψη αυτή γίνεται από ανθρώπους που είχαν την μανία των ολοκαυτώσεων! Οι ολοκαυτώσεις ήταν υποχρεωτική καθημερινή ενασχόληση των ιερέων! Η ίδια η λέξη ολοκαύτωση αναφέρεται 64 φορές, μόνο στο βιβλίο Λευιτικόν!

Κάπως έτσι λοιπόν, πρέπει να έγινε και η πρώτη ανακάλυψη της απομόνωσης του φωσφόρου! Ενός υλικού, που παράγεται με εντελώς μαγικά υλικά και τρόπους, αυταναφλέγεται μοναδικά στον αέρα και αυτονόητα διατηρείται "σβηστό" μόνο κάτω απ’ το νερό!

Το να αναφλεγεί λοιπόν μια πυρά από το πουθενά και οι φλόγες της να πάρουν ξαφνικά εκρηκτικές διαστάσεις, στα μάτια των απλοϊκών Ιουδαίων, ισοδυναμούσε ασφαλώς με το απόλυτο θεϊκό σημάδι. Έτσι: «όταν είδε ο λαός, (το πυροτέχνημα του Ηλία) έπεσαν κατά πρόσωπο αυτών και είπαν, ο Κύριος (ο Γιαχβέ[10]) αυτός είναι ο θεός». Α΄Βασιλέων 18.39.

Ο Ηλίας εκμεταλλεύθηκε πάραυτα την νίκη του στην μάχη των εντυπώσεων και εκμεταλλευόμενος τον ένθεο παρορμητισμό (ενθουσιασμό[11]) που ενέπνεε στον όχλο, έσφαξε αμέσως (και αυτοπροσώπως!) όλους του ιερείς του Βαάλ: «Και είπε προς αυτούς (στον λαό) ο Ηλίας, πιάσατε τους προφήτες του Βαάλ, μηδείς εξ αυτών ας μη διασωθεί. Και έπιασαν αυτούς και κατεβίβασεν ο Ηλίας αυτούς εις τον χείμαρο Κισών και έσφαξε (ο Ηλίας!) αυτούς εκεί». Α΄Βασιλέων 18.40.

Ο Ηλίας δεν σταμάτησε εκεί τις σφαγές, αλλά με το πρόσχημα μιας ανάλογης μεγάλης τελετής προς τιμήν του Βαάλ συγκέντρωσε στην Σαμάρεια όλους τους υπόλοιπους ιερείς του Βαάλ και τους έσφαξε επίσης: «πρώτα (με δόλο) τους έδωσαν ειδικά ρούχα για να τους ξεχωρίζουν και μετά τους κατέσφαξαν όλους... και μετέβαλε τον ναό του Βαάλ σε κοπρώνα (απόπατο-αφεδρώνα)» Β.Βασ.10.11-28. Μετά: «έσφαξε και τους εβδομήντα γιους του Αχαάβ και έβαλαν τα κεφάλια τους σε καλάθια» Β. Βασ.10.6-7.

Και επειδή θα ήταν ανεπίτρεπτο να αφήσουμε ασχολίαστη την καταγεγραμμένη κυριολεκτική δολοφονία 850 ανθρώπων[12] (εκτός των 70 υιών του Αχαάβ) ερωτώ: η ολοφάνερη παραδοξότητα ότι ο κοσμικός θεός μπήκε στον κόπο να ρίξει φωτιά από τον ουρανό, αλλά ο προφήτης του σφάζει ιδιοχείρως οκτακόσιους πενήντα ομόφυλούς του, απλούς, ανόητους ανθρωπάκους, που χάριν υλικών ανταλλαγμάτων αλλαξοπίστησαν, δεν λέει σε κανέναν τίποτε;

Αναρωτιέμαι, αν ο Θεός είχε οποιαδήποτε διάθεση να παίξει ενεργά τον ρόλο του προστάτη της ιουδαϊκής πίστεως, γιατί έβαζε τους προφήτες του να κάνουν την βρώμικη δουλεία των μαζικών σφαγών; Και επιτέλους, γιατί ο θεός σφάζει τους διαφωνούντας και δεν τους μεταπείθει; Και εν πάση περιπτώσει, αν αυτός που θεωρείται ο παγκόσμιος αληθινός θεός, σφάζει μαζικά τους διαφωνούντες... τι διαφορετικό έκανε από τους άλλους τους "ψευδείς", τους "κακούς" θεούς των εθνών;

Αργότερα ο ίδιος Ηλίας, αυτός ο πανούργος πυροτεχνουργός, σε καινούργια αντιπαλότητα με την βασιλική εξουσία, επιδεικνύοντας το θανατηφόρο «τεκμήριο θεϊκού πυρός», δεν δίστασε να κάψει με πυρ εξ ουρανού εκατό ακόμα αθώους Ιουδαίους στρατιώτες: «και απέστειλε ο βασιλεύς προς αυτόν (τον Ηλία) πεντηκόνταρχον μετά των πενήντα (στρατιωτών) αυτού και ιδού εκάθητο ο Ηλίας επί της κορυφής του όρους. Και είπε προς αυτόν (ο πεντηκόνταρχος) άνθρωπε του θεού ο βασιλεύς είπε κατέβα. Και αποκρίθηκε ο Ηλίας και είπε, αν είμαι άνθρωπος του θεού ας κατέβει πυρ εξ ουρανού και ας καταφάγει σε και τους πεντήκοντα μετά σου. Και κατέβη πυρ εξ ουρανού και κατέφαγεν αυτούς». Β΄(ήΔ΄) Βασιλέων 1.9-12.

Προφανώς για να δικαιώσει την φήμη του "φλογερού" προφήτη, δύο φορές επανέλαβε το εντελώς άδικο και ανατριχιαστικό αυτό φονικό ο Ηλίας, σκοτώνει[13] εκατόν δύο νεαρούς στρατευμένους που εκτελούσαν υποχρεωτικά εντολές! Βέβαια, ο προφήτης βρισκόταν ήδη βολικότατα στην κορυφή, δηλαδή ακριβώς πάνω από τους δύσμοιρους στρατιώτες και έτσι με άνεση μπορούσε να περιλούσει τους έντρομους παγιδευμένους, δικούς του αθώους ομοεθνείς στρατιώτες, με ένα άγνωστο για την εποχή εκείνη μίγμα αναμμένης νάφθας, καίγοντάς τους μ’ αυτό που αργότερα στην ιστορία έγινε γνωστό ως: «υγρόν πυρ» ή «Περσικόν πυρ».[14]

Κάποιοι δυστυχώς, επιμένουν μέχρι σήμερα, ότι ο Ηλίας είχε υπό τας διαταγάς του κάποιο πραγματικό ουράνιο πυρ, χωρίς να μπορούν να μας εξηγήσουν γιατί με ένα τέτοιο πανίσχυρο όπλο, δεν κατατρόπωσε την ίδια εποχή τους Φιλισταίους τους αιώνιους εχθρούς του Ισραήλ, ώστε να γίνει απελευθερωτής και εθνικός ήρωας. Γιατί ο ίδιος αυτός προφήτης, που με τέτοια άνεση διέταζε τους κεραυνούς του ουρανού, άφησε πίσω του μια ιστορία φυγής, φόβου και απομόνωσης;

Στην συνέχεια ο Ηλίας φέρεται να προκαλεί μια τρίχρονη ξηρασία στη χώρα του: «δεν θα γίνει τα έτη αυτά δρόσος και βροχή, ειμή δια του στόματός μου» Α΄(Γ΄) Βασιλέων 17.1. Μα τι λέει ο... ανεκδιήγητος αυτός προφήτης; Δεν ήταν οι ξηρασίες στο Ισραήλ καθεστώς εδώ και χιλιετίες;! Πότε επιτέλους θα αγανακτήσουμε με τις παιδαριώδεις αυτές ανοησίες, όπου τα θαύματα εξαρτώνται μονίμως από τις τοπικές ευκαιρίες και υλικές δυνατότητες;

Αναρωτιέμαι λοιπόν, αν ο προφήτης είχε την δύναμη με το λόγο του να προκαλέσει ξηρασία, σ’ έναν τόπο που ανέκαθεν είχε ελάχιστες, γιατί δεν προκάλεσε μια παρατεταμένη περίοδο ευλογημένων βροχοπτώσεων, αλλά παρατείνει την ήδη υπάρχουσα ξηρασία; Γιατί οι εξουσίες των προφητών περιορίζονται πάντα σε φόνους, φωτιές και καταστροφές; Δεν ήταν αυτή η βασανιστική ξηρασία μια γενική πράξη εχθρότητας απέναντι σε αναρίθμητα ζώα και άλλους αμέτοχους, αθώους ανθρώπους της περιοχής; Γιατί εξουσιάζοντας δήθεν μια τέτοια δύναμη δεν προκάλεσε επιλεκτικά βροχές στον τόπο του, ώστε να πεισθούν ακόμα και οι πέριξ αλλόθρησκοι Χαναναίοι για τις αγαθές δυνάμεις του θεού τους;

Άλλες είναι λοιπόν οι εξηγήσεις που πρέπει να βρεθούν στις πονηριές των προφητών και όχι οι θεόσταλτες δυνάμεις. Δυστυχώς, κάποιοι έγραψαν ιστορία, επειδή βρήκαν την δύναμη και τους τρόπους να σκοτώνουν και να ψεύδονται ασύστολα στο όνομα του θεού του, και δυστυχώς... αντί να τους επικρίνουμε... εμείς απεναντίας τους λατρεύουμε!


Προφήτης Ηλίας, (Ηλί-Γιαχ), ο κατακτητής της ορεινής Ελλάδος

Για "κάποιους"... όσο λιγότερη Ελλάδα τόσο καλύτερα!

ΤΙ ΜΕΓΑΛΗ ΝΤΡΟΠΗ. Η ΚΟΡΥΦΗ ΤΟΥ ΤΑΫΓΕΤΟΥ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΟΡΟΥΣ ΤΩΝ ΣΠΑΡΤΙΑΤΩΝ ΟΝΟΜΑΣΤΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΙΟΥΔΑΙΟΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥΣ ΚΟΡΥΦΗ ΤΟΥ ΠΡΟΦΗΤΗ ΗΛΙΑ.

ΛΕΣ ΚΑΙ ΔΕΝ ΔΙΑΘΕΤΕΙ Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΛΑΟΣ ΔΙΚΟΥΣ ΤΟΥ ΗΡΩΕΣ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥΣ. ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΟΝΟΜΑΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ ΜΕ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΕΝΟΣ ΦΡΙΚΤΟΥ ΕΒΡΑΙΟΥ ΔΟΛΟΦΟΝΟΥ.

Στους 325 Δήμους της Ελλάδος, έχουμε 884 τοπωνύμια που αρχινούν με τη λέξη «Άγιος»! Αν προσθέσουμε και τα υπόλοιπα αγιότροπα τοπωνύμια «όσιος, προφήτης, Παναγιά τάδε» κλπ. Βρίσκουμε ότι τα μισά ελληνικάτοπωνύμια της χώρας, έχουν πεταχτεί στον καιάδα, και φορτωθήκαν την ιουδαϊκή "ιστορία"! Μην απορείτε λοιπόν, που όλα διολισθαίνουν σε εβραϊκά χέρια... εσείς το αποδεχθήκατε... εδώ και αιώνες.

Κοιτάξτε γύρω σας όλα σχεδόν τα ελληνικά βουνά. Από τους δασωμένους λόφους και τα υψώματα, οι μνήμες και τα τοπωνυμία ξεριζώθηκαν απ' την τρισένδοξη αρχαιοελληνική γη και παραδόθηκαν στην πυρά της θρησκευτικής λήθης. Με εύκολους αναβαπτισμούς, χιλιάδες ελληνικά τοπωνύμια φορτωμένα ιστορία, αντικατεστάθησαν από ονομασίες και συμβάντα της νέας απαλλοτριωτικής ιουδαιο-χριστιανικής "σωτηρίας"! Τα αρχαία τοπωνύμια της χώρας στην συντριπτική τους πλειοψηφία "κάηκαν"! Όλα σχεδόν τα ελληνικά υψώματα, φιμωμένα παραδόθηκα σαν δώρο υποτελείας σ' έναν ξενόφερτο άγιο ... στον άγνωστο μέχρι τότε σε όλους τους Έλληνες άγιο, τον Χαλδαιο-Εβραίο Ηλία!

Γιατί πρέπει και μάλιστα με ενθουσιασμό να δεχθούμε, πάνω σε όλες τις μικρές και μεγάλες βουνοκορφές της ιστορικότατης αυτής χώρας, να δεσπόζει το όνομα ενός ήρωα της αρχαιο-ισραηλιτικής ιστορίας; Έστω κι αν αυτός είναι ο προφήτη Ηλί-Γιαχ, ή όπως είναι γνωστός με το εξελληνισμένο του όνομα Ηλίας;

Ναι αγαπητοί μου, κάθε ένα απ' τα εκατοντάδες χιλιάδες ολόλευκα, ξωκλήσια του εξελληνισμένου πια Αϊ Λιά ... δεν είναι παρά ένας ύμνος υποτέλειας στην μνήμη ενός άγνωστου ήρωα της αρχαιο-Εβραικής ιστορίας! Του Ελίγια ή Ελι-Γιάχ, (Elijah) όνομα που σημαίνει: «θεός μου ο Γιάχ (Ελ=θεός + Γιαχ=Γιαχβέ ή όπως ακριβώς είναι στα Εβραϊκά: Eliyahu (Ελι-γιαχού)!

Ρωτήσαμε δεκάδες Έλληνες και οι περισσότεροι επέμειναν ότι: «ο Ηλίας ... είναι οπωσδήποτε ένας Έλληνας άγιος», ή «είναι ότι απέμεινε απ' τον αρχαίο θεό του φωτός Απόλλωνα» ή ότι: «το όνομα Ηλίας προέρχεται από τον ζωοδότης Ήλιο που βγαίνει πίσω απ' τις κορυφές των βουνών»!

Ο μέσος Έλληνας λοιπόν όχι μόνο δεν ξέρει τι στο καλό ήταν ή έκανε αυτός ο Ηλί-γιαχ, αλλά συγχέει συχνά τον Ηλία με τον ζωοδότη Ήλιο! Βέβαια ακόμα κι αν δεχθούμε ότι ο Ηλίας αυτός, υπήρξε πράγματι μέγας και τρανός της ισραηλιτικής ιστορίας, πως εξηγεί αυτό ότι του παραδώσαμε ολόκληρη την ορεινή Ελλάδα;

Δυστυχώς φαίνετε πως τιμούμε το όνομα αυτό, μόνο επειδή κάποιοι κρυπτο-ιουδαίοι, φορτωμένοι σκοπιμότητες το αποφάσισαν, και όχι επειδή μας ενθουσίασαν οι αξιότιμες πράξεις του!

Αν όμως τα ονόματα των παιδιών μας. Οι ετήσιες εορτές μας. Τα τοπωνυμία μας. Η παιδεία μας! Η άποψη μας για το παρελθόν, αλλά κι αυτές οι ελπίδες μας για το μέλλον, παραπέμπουν κατευθείαν σε ότι είπαν και έκαναν οι ήρωες ενός αλλού λαού, δεν είναι αυτό ανησυχητικό δείγμα προχωρημένης παρακμής, αλλοτρίωσης, και υποτέλειας;

Πιστεύετε λοιπόν, πως όταν ο Αβραάμ κατάστρωνε τα μεγαλεπήβολα σχέδια διάπυρου διαμελισμού και άλωσης των εθνών, εννοούσε οπωσδήποτε κάτι περισσότερο απ' αυτό που είδη μας συμβαίνει; Ή όταν ο Σερούχ, ο παππούς του Αβραάμ, είχε επιφέρει την προγονο-αντικατάσταση στην Ουρ της Χαλδαίας, και κατάφερε στο θρησκιο-εξουσιαστικό παιγνίδι του να λατρεύονται οι δικοί τους προπάτορες, είχε καταφέρει κάτι περισσότερο, απ' αυτό που και σήμερα συμβαίνει σε μας;

Αν ο μέσος Έλληνας ρωτήσει την ίδια του τη μητέρα, «ποιους έχουμε εμείς οι Έλληνες προπάτορες;» θα του απαντήσει με αρχαιο-εβραϊκά ονόματα απ' την εβδομαδιαία εκκλησιαστική της παιδεία ή με σιωπή! Είναι αυτό φυσιολογικό; Δεν έχουν οι Έλληνες καλούς ή κακούς προπάτορες; Είναι φυσιολογικό οποίοι κι αν ήταν να τους αγνοούμε;

Γιατί κανένα ελληνόπουλο της σημερινής παιδείας δεν γνωρίζει: «Ότι (από) Δευκαλίωνος και Πύρας Έλλην, εκ' του οποίου Ελλάς και Έλληνες» Ελλάνικος 1a,4,F.6a & Σχόλ. Απολλώνιος Ρόδιος 248.7

Αντί από καθέδρας να εποπτεύουμε διαχρονικά την εφαρμογή των ιδεών, προωθώντας τις ιαματικές αρετές στους λαούς όλου του κόσμου, εξασφαλίζοντας τον παγκόσμιο σταδιακό εξανθρωπισμό, ανανεώνοντας και φροντίζοντας μάλιστα διαχρονικά τους θεσμούς και τις ιδέες που εμείς οι ίδιοι γεννήσαμε ... εμείς αυτοκαταργηθήκαμε, κατεδαφίσαμε και κάψαμε μάλιστα ενθουσιωδώς, ότι ανεπανάληπτο έφτιαξαν οι πρόγονοί μας, και γίναμε αναχωρητές και άγιοι!

Αντί να γίνουμε τουλάχιστον οι χαρισματικοί φροντιστές του κόσμου, εμείς γίναμε άγιοι! «Οι άγιοι Έλληνες»!!! Αν δεν ήταν τόσο τραγικό, θα έλεγα πως ακούγεται απίστευτα αστείο! Αντί να θεωρολογούμε όμως με ατέλειωτους αυτοοικτιρμούς, ας πάρουμε καλύτερα μια ακόμα ξινόπικρη γεύση ... άγιας υποτέλειας …
-------------------------------------
[1] Τα τρία βιβλία των Μακκαβαίων είναι εκτεταμένα και στο σύνολο τους έχουν πολύτιμες πληροφορίες για την προχριστιανική περίοδο.
[2] Περί της μεταφράσεως των Ο΄, έχουμε αναλυτικά αναφερθεί σε προηγούμενα άρθρα.
[3] Η μετάφραση Β. Βέλλα, σε μια προσπάθεια περαιτέρω αποπροσανατολισμού, μεταφράζει «βούρκο» αντί για «παχύ ύδωρ». Η Septuaginta στην αγγλική...
[4] Την προτεσταντική αυτή Βίβλο έφερε στην Ελλάδα το 1834 ο Νεόφυτος Βάμβας.
[5] «Τερατώδη: τα παράδοξα. Τερατουργεί: παράδοξα ποιεί». Σουΐδας.
[6] Τελικά κατά την διάρκεια της συγγραφής αυτού του βιβλίου, είχα την απολαυστική ευκαιρία, σε τρεις τουλάχιστον τηλεοπτικές συζητήσεις, να θέσω την συγκεκριμένη ερώτηση, αλλά κανείς ρασοφόρος ή θεολόγος δεν αποπειράθηκε έστω και μια αοριστόλογη απάντηση! Διέφευγαν επικαλούμενοι άγνοια των συγκεκριμένων εδαφίων!
[7] «Πυρίτης: λίθος απ’ όπου πυρ γεννιέται». Ησύχιος. pi.4430. «Πυρίτης λίθος ή στουρναρόπετρα, αποτελεί μια κρυπτοκρυσταλλική παραλλαγή του χαλαζία. Δια της κρούσεως προκαλούνται σπινθήρες προς ανάφλεξη υλικών» Δρανδάκης στη λέξη «τσακμακόπετρα»!
[8] «Όταν αναρωτήθηκε ο Αδάμ πως δημιουργήθηκε το φως, ο Θεός του έδωσε δύο πέτρες που όταν τις χτυπούσε ξεπηδούσε απ’ αυτές φωτιά» Ρ. Γκρέϊβς Εβραϊκοί Μύθοι σελ.36.
[9] Απ’ το Α. Π. Θεσσαλονίκης, έχουμε πειραματική απόδειξη αυτής της εκδοχής.
[10] «Κύριο» αποκαλούσαν και τον Βαάλ, γι' αυτό μόνο λέγοντας: «ο Γιαχβέ αυτός είναι ο θεός», μπορούσαν να κάνουν κατανοητό ποιον "Κύριο" εννοούσαν!
[11] «Ενθουσιάζω-μαι: είμαι ένθεος, κατέχομαι υπο εκστάσεως» Λεξικό Σταματάκου
[12] Όλοι οι σχολιαστές, περιέργως αναφέρουν μόνο 450 σφαγιασθέντας.
[13] Συνολικά σκοτώνει 1022 άτομα! 850 ιερείς, 102 στρατιώτες και τους 70 γιους του βασιλιά!
[14] «Καλλίνικος, αρχιτέκτων από Ηλιουπόλεως Συρίας το υγρόν πυρ (αρχικά) κατασκεύασε» Γεώργιος Μοναχ. Χρονικών 110.896.26. // Ζώσιμος Ιστορικός 3.32.5.

Descartes: Προς την ελευθερία της σκέψης

Ρενέ Ντεκάρτ: 1596–1650

Σκέπτομαι, άρα υπάρχω

§1 Θεωρητικές πτυχές

Ο Ντεκάρτ ή Καρτέσιος (17ος αιώνας) αναζήτησε στέρεα θεμέλια για τη γνώση, με δεδομένα τα χαρακτηριστικά της εποχής του: ραγδαία ανάπτυξη της επιστήμης και έντονες θρησκευτικές έριδες ανάμεσα στους καθολικούς και τους προτεστάντες. Οι βασικές αρχές της σκέψης του θα μπορούσαν να συνοψιστούν στα ακόλουθα σημεία:

α) Συχνά μας απατούν οι αισθήσεις. Συναφώς παρατηρεί πως δεν ξεχωρίζουμε με βεβαιότητα την κατάσταση του ονείρου, την οποία υποτίθεται ότι συνειδητοποιούμε μόνο αφού έχουμε ξυπνήσει, από την κατάσταση της εμπειρίας μας, όταν ήδη είμαστε ξύπνιοι.
β) Δεν μπορούμε να δεχτούμε με σιγουριά ακόμη κι λογικές ή μαθηματικές αλήθειες, οι οποίες υποτίθεται ότι ισχύουν και όταν κοιμόμαστε και όταν είμαστε ξύπνιοι.
γ) Συνάρτησε το παράδειγμα της αμφιβολίας για τις μαθηματικές αλήθειες με την υπόθεση ότι μπορεί να μας έκανε να τις πιστέψουμε κάποιος «μοχθηρός δαίμονας».
δ) Το ζητούμενο, ως εκ τούτου, είναι το σκεπτόμενο υποκείμενο: η ύπαρξη κάθε αμφιβολίας μας για την αλήθεια της μιας ή της άλλης πεποίθησης προϋποθέτει την ύπαρξη του υποκειμένου που τις σκέφτεται.
ε) Η στιγμή λοιπόν που σκέφτεται ο άνθρωπος είναι και στιγμή της ύπαρξής του. Το «υπάρχω» ισχύει, όταν το σκέφτομαι. Πρέπει να το σκέφτομαι για να αμφιβάλλω ως προς αυτό. Παύει να είναι αντικείμενο αμφιβολίας, όταν το βλέπω. Έτσι κατανοείται καλύτερα η περίφημη ρήση του: σκέφτομαι, άρα υπάρχω.
στ) Η πεποίθηση του φιλοσόφου ότι το υποκείμενο σκέψης γνωρίζει με σιγουριά ότι υπάρχει την ίδια στιγμή που σκέπτεται και ότι συγχρόνως αποτελεί άυλη οντότητα είναι εσφαλμένη.
ζ) Πιστεύει ότι η αμφιβολία αίρεται μέσα από την απόδειξη της ύπαρξης του θεού.
η) Τα επιχειρήματα για το ζήτημα του θεού είναι τα εξής:

Ι) οι άνθρωποι είναι ατελή όντα και ως τέτοια δεν αποτελούν την αιτία της ιδέας της τελειότητας παρά την έχουν μόνο στο νου τους. Αναγκαστικά η αιτία υπάρχει έξω από τον ανθρώπινο νουˑ είναι η «πραγματικότητα» που αντιστοιχεί στον «τέλειο θεό».

ΙΙ) η ιδέα του «τέλειου όντος» που συλλαμβάνει με τη σκέψη του ο άνθρωπος, δηλαδή την έχει εμφυτευμένη στο νου του, συνεπάγεται την ύπαρξη αυτού του όντος, την πραγματικότητα του οποίου παριστά ο θεός. Άρα ο θεός είναι η αιτία που εμφυτεύει μέσα στον ανθρώπινο νου την ιδέα της τελειότητας.

ΙΙΙ) η ύπαρξη κρύβει τελειότητα, γιατί η ανυπαρξία συνιστά ένα είδος ατέλειας. Άρα ο θεός, που περιέχει κάθε είδους τελειότητα, πρέπει να υπάρχει.

§2 Κείμενο

«Δεν ξέρω αν πρέπει να σας μιλήσω για τους πρώτους στοχασμούς που έκανα εκεί πέρα, γιατί είναι τόσο μεταφυσικοί και τόσο ασυνήθιστοι που δεν θ αρέσουν ίσως σε όλο τον κόσμο. Ωστόσο, για να μπορέσει κανένας να κρίνει αν τα θεμέλια που πήρα είναι αρκετά σταθερά, είμαι κατά κάποιο τρόπο αναγκασμένος να μιλήσω γι’ αυτούς. Είχα από πολύ καιρό παρατηρήσει πως, για ό,τι αφορά τα ήθη, είναι κάποτε ανάγκη, γνώμες που κανένας τις ξέρει πολύ αβέβαιες, να τις ακολουθεί το ίδιο σαν να ήταν αναμφίβολες, καθώς το είπα και πιο πάνω. Επειδή όμως τότε επιθυμούσα να καταγίνομαι αποκλειστικά με την αναζήτηση της αλήθειας, σκέφτηκα πως έπρεπε να κάνω εντελώς το αντίθετο και ν’ απορρίψω, σαν να ήταν εντελώς ψεύτικο, οτιδήποτε θα μπορούσε να μου γεννήσει την πιο παραμικρή αμφιβολία, για να δω αν δεν θα μου απέμενε μετά απ’ αυτό καμιά πεποίθηση που να είναι εντελώς αναμφίβολη. Έτσι, επειδή οι αισθήσεις μας μάς ξεγελούν κάποτε, θέλησα να υποθέσω πως τίποτα δεν υπάρχει που να είναι τέτοιο που εκείνες μάς κάνουν να το φανταζόμαστε. Κι επειδή υπάρχουν άνθρωποι που ξεγελιούνται κάνοντας συλλογισμούς πάνω και στα πιο απλά ακόμη θέματα της γεωμετρίας, και παραλογίζονται, κρίνοντας κι εγώ πως μπορούσα να λαθέψω όσο κι οποιοσδήποτε άλλος, απέρριψα ως ψεύτικους όλους τούς λόγους που είχα εκλάβει προηγουμένως για αποδείξεις. Και τέλος, παίρνοντας υπόψη πως όλες οι σκέψεις που έχουμε, ενόσω είμαστε ξυπνητοί, μπορούν επίσης να μας έρχονται ολόιδιες κι όταν κοιμούμαστε, χωρίς καμιά τους να είναι τότε αληθινή, αποφάσισα να υποθέσω πως όλα όσα μού είχαν μπει κάποτε στον νου, δεν ήταν περισσότερο αληθινά από τις φαντασίες των ονείρων μου. Αμέσως όμως μετά πρόσεξα πως, ενώ εγώ ήθελα να σκεφτώ έτσι, ότι δηλαδή όλα ήταν ψεύτικα, έπρεπε αναγκαστικά, εγώ που το σκεπτόμουν, να είμαι κάτι. Και παρατηρώντας πως τούτη η αλήθεια: σκέπτομαι, άρα υπάρχω ήταν τόσο γερή και τόσο σίγουρη, ώστε όλες μαζί οι εξωφρενικές υποθέσεις των σκεπτικών φιλοσόφων να μην ήταν σε θέση να την κλονίσουν, έκρινα πως μπορούσα δίχως ενδοιασμούς να την παραδεχτώ ως την πρώτη αρχή της φιλοσοφίας που αναζητούσα (Λόγος περί της Μεθόδου § 36).

§3 Σχολιασμός – Ερμηνεία

Ι. Αναζητώντας την αλήθεια ο Ντεκάρτ επιχείρησε να σκεφτεί μια αρχή της φιλοσοφίας, η οποία υπάρχει πέρα από κάθε αμφιβολία. Γιατί θέλει να σκεφτεί αυτή την αρχή; Επειδή «οι αισθήσεις μάς απατούν»: μας δίνουν ομοιώματα ή είδωλα της εξωτερικής πραγματικότητας και μας θέτουν μπροστά σε μια φανταστική ή φαινομενική κατάσταση, δηλαδή σε πράγματα, τα οποία αναγκαζόμαστε να πιστεύουμε και να τα προσλαμβάνουμε στο πνεύμα μας ως αληθινά. Ουσιαστικά όμως αυτά είναι τόσο αληθινά όσο και οι ψευδαισθήσεις των ονείρων μας. Τι συμβαίνει τότε; Με τη μέθοδο της αμφιβολίας, υποστηρίζει ο φιλόσοφος, αντιμετωπίζουμε καχύποπτα κάθε είδους πίστη, μέχρι τη στιγμή που θα μπορούσε να αποδειχτεί η νομιμότητά της. Με τη μέθοδο αυτή οι αμφιβολίες μας ωθούνται ως τα άκρα, μέχρι το σημείο του παραλογισμού, έως ότου μας οδηγήσουν στην αδιαμφισβήτητη αλήθεια. Ποια είναι τούτη η αλήθεια; Είναι η εξής: σκέφτομαι, άρα υπάρχω. Πρόκειται για εκείνη την αρχή της φιλοσοφίας, όπου η μόνη, η ακλόνητη βεβαιότητα είναι ότι υπάρχω. Για πόσο όμως χρονικό διάστημα μπορώ να υπάρχω; Όσο σκέπτομαι. Μόνο ενόσω σκέπτομαι, κατανοώ το Εγώ μου ότι υπάρχει.

ΙΙ. Δυνάμει αυτής της αρχής, ο Ντεκάρτ επιχειρεί να διαχωρίσει αυτό που πραγματικά γνωρίζει από αυτό που απλώς πιστεύει, δηλαδή το αληθινό από το ψεύτικο. Αυτό κατανοείται ως εξής: Όσο κανείς σκέφτεται, τόσο καλλιεργεί τη γνωσιακή του ικανότητα για να καταγράφει τις αδυναμίες που παρουσιάζουν οι παραστάσεις των πραγμάτων και να διερωτάται για την εξωτερική πραγματικότητα που τον περιβάλλει. Έτσι η ενέργεια του Εγώ σκέφτομαι εξασφαλίζει την υπεροχή της ερωτηματοθεσίας ή της διερώτησης για τη μέθοδο που ακολουθεί ο ανθρώπινος νους. Αυτή η υπεροχή διαλύει τη δυσκολία να προσδιορίζουμε αυτό που είμαστε, γιατί μας τοποθετεί κατά τη μεριά της διεργασίας της σκέψης που κατευθύνει την αμφιβολία και η οποία μας επιβάλλει τη διερώτηση: τι είμαστε; Είμαστε αυτό που σκεπτόμαστε, που αμφιβάλλουμε, βεβαιώνουμε, αρνούμαστε κ.λπ. Με άλλα λόγια είμαι πνεύμα, νους λόγος, έλλογη ψυχή κ.λπ. Η αλήθεια λοιπόν: σκέφτομαι, άρα υπάρχω, για τον φιλόσοφο είναι η πρώτη αρχή της φιλοσοφίας και ενσαρκώνει την επαλήθευση του Εγώ ότι, εφόσον σκέπτεται, δεν μπορεί να αυταπατάται για το γεγονός της ύπαρξής του.

ΙΙΙ. Γενικώς ειπείν, η καρτεσιανή αλήθεια είναι άμεσα συνδεδεμένη με τη μέθοδο. Το συστατικό στοιχείο της μεθόδου είναι η αμφιβολία, η οποία αγκαλιάζει ολόκληρο το σύστημα της γνώσης. Τούτο σημαίνει ότι μπορώ να πω ότι μια γνώση είναι απόλυτα βέβαιη, όταν την υποβάλλω σε κάθε δυνατή αμφισβήτηση, για να την ανασκευάσω και παρ’ όλα αυτά δεν το επιτυγχάνω. Η αμφιβολία, ως μεθοδολογικό στοιχείο, είναι ενέργημα του νου που θέτει τα πάντα σε αβεβαιότητα. Αφού δεν έμεινε τίποτα βέβαιο, η αμφιβολία έπαψε να έχει αντικείμενο και στρέφεται προς τον εαυτό της. Δεν μπορεί ωστόσο η αμφιβολία να έχει αντικείμενο τον εαυτό της· δεν μπορεί η αμφιβολία να γίνει αντικείμενο της αμφιβολίας. Για το μόνο πράγμα συνεπώς, για το οποίο δεν μπορώ να αμφιβάλλω είναι πως αμφιβάλλω. Στη φάση αυτή της αμφιβολίας ανταποκρίνεται η βεβαιότητα της αυτοσυνείδησης ή η συνειδησιακή δραστηριότητα. Ακριβώς τούτη η δραστηριότητα είναι κάτι που μου ανήκει και δεν μπορεί να αποκοπεί από μένα: είναι η βεβαιότητα του Είναι μου ή του Είναι της συνείδησης.

ΠΛΑΤΩΝ: Λύσις (206c-207c)

Ἀλλ᾽ οὐδέν, ἔφη, χαλεπόν. ἂν γὰρ εἰσέλθῃς μετὰ Κτησίππου τοῦδε καὶ καθεζόμενος διαλέγῃ, οἶμαι μὲν καὶ αὐτός σοι πρόσεισι —φιλήκοος γάρ, ὦ Σώκρατες, διαφερόντως [206d] ἐστίν, καὶ ἅμα, ὡς Ἑρμαῖα ἄγουσιν, ἀναμεμειγμένοι ἐν ταὐτῷ εἰσιν οἵ τε νεανίσκοι καὶ οἱ παῖδες— πρόσεισιν οὖν σοι. εἰ δὲ μή, Κτησίππῳ συνήθης ἐστὶν διὰ τὸν τούτου ἀνεψιὸν Μενέξενον· Μενεξένῳ μὲν γὰρ δὴ πάντων μάλιστα ἑταῖρος ὢν τυγχάνει. καλεσάτω οὖν οὗτος αὐτόν, ἐὰν ἄρα μὴ προσίῃ αὐτός.
Ταῦτα, ἦν δ᾽ ἐγώ, χρὴ ποιεῖν. Καὶ ἅμα λαβὼν τὸν [206e] Κτήσιππον προσῇα εἰς τὴν παλαίστραν· οἱ δ᾽ ἄλλοι ὕστεροι ἡμῶν ᾖσαν.
Εἰσελθόντες δὲ κατελάβομεν αὐτόθι τεθυκότας τε τοὺς παῖδας καὶ τὰ περὶ τὰ ἱερεῖα σχεδόν τι ἤδη πεποιημένα, ἀστραγαλίζοντάς τε δὴ καὶ κεκοσμημένους ἅπαντας. οἱ μὲν οὖν πολλοὶ ἐν τῇ αὐλῇ ἔπαιζον ἔξω, οἱ δέ τινες τοῦ ἀποδυτηρίου ἐν γωνίᾳ ἠρτίαζον ἀστραγάλοις παμπόλλοις, ἐκ φορμίσκων τινῶν προαιρούμενοι· τούτους δὲ περιέστασαν ἄλλοι θεωροῦντες. ὧν δὴ καὶ ὁ Λύσις ἦν, καὶ εἱστήκει ἐν [207a] τοῖς παισί τε καὶ νεανίσκοις ἐστεφανωμένος καὶ τὴν ὄψιν διαφέρων, οὐ τὸ καλὸς εἶναι μόνον ἄξιος ἀκοῦσαι, ἀλλ᾽ ὅτι καλός τε κἀγαθός. καὶ ἡμεῖς εἰς τὸ καταντικρὺ ἀποχωρήσαντες ἐκαθεζόμεθα —ἦν γὰρ αὐτόθι ἡσυχία— καί τι ἀλλήλοις διελεγόμεθα. περιστρεφόμενος οὖν ὁ Λύσις θαμὰ ἐπεσκοπεῖτο ἡμᾶς, καὶ δῆλος ἦν ἐπιθυμῶν προσελθεῖν. τέως μὲν οὖν ἠπόρει τε καὶ ὤκνει μόνος προσιέναι, ἔπειτα ὁ Μενέξενος [207b] ἐκ τῆς αὐλῆς μεταξὺ παίζων εἰσέρχεται, καὶ ὡς εἶδεν ἐμέ τε καὶ τὸν Κτήσιππον, ᾔει παρακαθιζησόμενος· ἰδὼν οὖν αὐτὸν ὁ Λύσις εἵπετο καὶ συμπαρεκαθέζετο μετὰ τοῦ Μενεξένου. προσῆλθον δὴ καὶ οἱ ἄλλοι, καὶ δὴ καὶ ὁ Ἱπποθάλης, ἐπειδὴ πλείους ἑώρα ἐφισταμένους, τούτους ἐπηλυγισάμενος προσέστη ᾗ μὴ ᾤετο κατόψεσθαι τὸν Λύσιν, δεδιὼς μὴ αὐτῷ ἀπεχθάνοιτο· καὶ οὕτω προσεστὼς ἠκροᾶτο.
Καὶ ἐγὼ πρὸς τὸν Μενέξενον ἀποβλέψας, Ὦ παῖ [207c] Δημοφῶντος, ἦν δ᾽ ἐγώ, πότερος ὑμῶν πρεσβύτερος;
Ἀμφισβητοῦμεν, ἔφη.
Οὐκοῦν καὶ ὁπότερος γενναιότερος, ἐρίζοιτ᾽ ἄν, ἦν δ᾽ ἐγώ.
Πάνυ γε, ἔφη.
Καὶ μὴν ὁπότερός γε καλλίων, ὡσαύτως.
Ἐγελασάτην οὖν ἄμφω.
Οὐ μὴν ὁπότερός γε, ἔφην, πλουσιώτερος ὑμῶν, οὐκ ἐρήσομαι· φίλω γάρ ἐστον. ἦ γάρ;
Πάνυ γ᾽, ἐφάτην.
Οὐκοῦν κοινὰ τά γε φίλων λέγεται, ὥστε τούτῳ γε οὐδὲν διοίσετον, εἴπερ ἀληθῆ περὶ τῆς φιλίας λέγετον.
Συνεφάτην.

***
«Αλλά αυτό», είπε, «δεν είναι καθόλου δύσκολο. Αν μπεις στην παλαίστρα με τον Κτήσιππο και καθίσεις εκεί και αρχίσεις να συζητάς, νομίζω ότι θα σε πλησιάσει μόνος του —του αρέσει, αλήθεια, Σωκράτη, υπερβολικά να ακούει συζητήσεις· [206d] κι εξάλλου, επειδή τώρα γιορτάζουν τα Ερμαία, είναι ανακατεμένοι οι νέοι και τα παιδιά— θα έρθει, λοιπόν, κοντά σου. Αλλά κι αν δεν έρθει, γνωρίζει τον Κτήσιππο, τον ξάδελφο του Μενέξενου· ο Μενέξενος είναι ο πιο στενός φίλος του Λύσι. Ας τον φωνάξει, λοιπόν, ο Κτήσιππος, αν τυχόν δεν έρθει μόνος του».
Αυτό πρέπει να κάνουμε, είπα. Και παίρνοντας τον Κτήσιππο [206e] προχώρησα προς την παλαίστρα. Οι άλλοι έρχονταν πίσω μας.
Μόλις μπήκαμε, βρήκαμε τα παιδιά να έχουν τελειώσει τη θυσία, να έχουν σχεδόν τελειώσει και τον τεμαχισμό των σφαγίων και να παίζουν αστράγαλους, στολισμένοι όλοι. Οι περισσότεροι έπαιζαν έξω στην αυλή, μερικοί όμως έπαιζαν μονά ζυγά σε μια γωνιά του αποδυτηρίου με πάρα πολλούς αστράγαλους που τους έπαιρναν από κάτι καλαθάκια. Γύρω τους είχαν σταθεί άλλα παιδιά και τους κοιτούσαν. Ανάμεσά τους ήταν κι ο Λύσις. Είχε σταθεί [207a] ανάμεσα στα παιδιά και στους νέους, είχε ένα στεφάνι στο κεφάλι του και η μορφή του ξεχώριζε· άξιος να τον πεις όχι μόνον ωραίο, αλλά ωραίο και καλό. Εμείς τραβηχτήκαμε και καθίσαμε ακριβώς απέναντι —γιατί εκεί είχε ησυχία— κι αρχίσαμε κάποια συζήτηση μεταξύ μας. Ο Λύσις γύριζε συχνά πίσω και μας κοιτούσε· ήταν φανερό ότι ήθελε να μας πλησιάσει. Για κάμποσο δίσταζε και δεν έπαιρνε μόνος του το θάρρος να έρθει. Τότε μπαίνει [207b] σε κάποια στιγμή από το προαύλιο ο Μενέξενος που έπαιζε εκεί και μόλις είδε εμένα και τον Κτήσιππο, προχώρησε να καθίσει δίπλα μας. Βλέποντάς τον ο Λύσις τον ακολούθησε και κάθισε κι αυτός πλάι μας μαζί με τον Μενέξενο. Πλησιάσαν τότε και οι άλλοι, κι ο Ιπποθάλης, καθώς έβλεπε πολλούς μαζεμένους εκεί, ήρθε και στάθηκε πίσω τους σ᾽ ένα σημείο, από όπου —όπως πίστευε— ο Λύσις δεν θα τον έβλεπε· γιατί φοβόταν μήπως ενοχληθεί ο Λύσις από την παρουσία του. Στάθηκε, λοιπόν, εκεί και άκουγε.
Γυρίζοντας εγώ τότε στο Μενέξενο τον ρώτησα: Γιε [207c] του Δημοφώντα, ποιός από τους δυο σας είναι πιο μεγάλος;
«Σ᾽αυτό δεν συμφωνούμε», είπε.
Τότε λοιπόν, είπα, θα διαφωνείτε και για το ποιός από τους δύο είναι πιο γενναίος.
«Και βέβαια διαφωνούμε».
Κι ακόμα, για το ποιός είναι πιο όμορφος; Γέλασαν τότε και οι δύο.
Φυσικά, είπα, δεν θα σας ρωτήσω ποιός είναι πιο πλούσιος· γιατί είστε φίλοι. Έτσι δεν είναι;
«Ασφαλώς είμαστε», είπαν.
Λένε, λοιπόν, ότι και τα αγαθά των φίλων είναι κοινά· έτσι σ᾽ αυτό τουλάχιστον δεν θα φιλονικείτε, αν βέβαια είναι αληθινά όσα λέτε για τη φιλία σας.

Κυριακή 19 Ιουλίου 2020

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἡρακλῆς Μαινόμενος (562-598)

ΗΡ. οὐ ῥίψεθ᾽ Ἅιδου τάσδε περιβολὰς κόμης
καὶ φῶς ἀναβλέψεσθε, τοῦ κάτω σκότου
φίλας ἀμοιβὰς ὄμμασιν δεδορκότες;
565 ἐγὼ δέ, νῦν γὰρ τῆς ἐμῆς ἔργον χερός,
πρῶτον μὲν εἶμι καὶ κατασκάψω δόμους
καινῶν τυράννων, κρᾶτα δ᾽ ἀνόσιον τεμὼν
ῥίψω κυνῶν ἕλκημα· Καδμείων δ᾽ ὅσους
κακοὺς ἐφηῦρον εὖ παθόντας ἐξ ἐμοῦ
570 τῶι καλλινίκωι τῶιδ᾽ ὅπλωι χειρώσομαι,
τοὺς δὲ πτερωτοῖς διαφορῶν τοξεύμασιν
νεκρῶν ἅπαντ᾽ Ἰσμηνὸν ἐμπλήσω φόνου,
Δίρκης τε νᾶμα λευκὸν αἱμαχθήσεται.
τῶι γάρ μ᾽ ἀμύνειν μᾶλλον ἢ δάμαρτι χρὴ
575 καὶ παισὶ καὶ γέροντι; χαιρόντων πόνοι·
μάτην γὰρ αὐτοὺς τῶνδε μᾶλλον ἤνυσα.
καὶ δεῖ μ᾽ ὑπὲρ τῶνδ᾽, εἴπερ οἵδ᾽ ὑπὲρ πατρός,
θνήισκειν ἀμύνοντ᾽· ἢ τί φήσομεν καλὸν
ὕδραι μὲν ἐλθεῖν ἐς μάχην λέοντί τε
580 Εὐρυσθέως πομπαῖσι, τῶν δ᾽ ἐμῶν τέκνων
οὐκ ἐκπονήσω θάνατον; οὐκ ἄρ᾽ Ἡρακλῆς
ὁ καλλίνικος ὡς πάροιθε λέξομαι.
ΧΟ. δίκαια τοὺς τεκόντας ὠφελεῖν τέκνα
πατέρα τε πρέσβυν τήν τε κοινωνὸν γάμων.
585 ΑΜ. πρὸς σοῦ μέν, ὦ παῖ, τοῖς φίλοις ‹τ᾽› εἶναι φίλον
τά τ᾽ ἐχθρὰ μισεῖν· ἀλλὰ μὴ ᾽πείγου λίαν.
ΗΡ. τί δ᾽ ἐστὶ τῶνδε θᾶσσον ἢ χρεών, πάτερ;
ΑΜ. πολλοὺς πένητας, ὀλβίους δὲ τῶι λόγωι
δοκοῦντας εἶναι συμμάχους ἄναξ ἔχει,
590 οἳ στάσιν ἔθηκαν καὶ διώλεσαν πόλιν
ἐφ᾽ ἁρπαγαῖσι τῶν πέλας, τὰ δ᾽ ἐν δόμοις
δαπάναισι φροῦδα διαφυγόνθ᾽ ὑπ᾽ ἀργίας.
ὤφθης ‹δ᾽› ἐσελθὼν πόλιν· ἐπεὶ δ᾽ ὤφθης, ὅρα
ἐχθροὺς ἀθροίσας μὴ παρὰ γνώμην πέσηις.
595 ΗΡ. μέλει μὲν οὐδὲν εἴ με πᾶσ᾽ εἶδεν πόλις·
ὄρνιν δ᾽ ἰδών τιν᾽ οὐκ ἐν αἰσίοις ἕδραις
ἔγνων πόνον τιν᾽ ἐς δόμους πεπτωκότα,
ὥστ᾽ ἐκ προνοίας κρύφιος εἰσῆλθον χθόνα.

***
ΗΡΑ. Πετάτε ευθύς απ᾽ τα κεφάλια σας τα τούλια
και ξαναϊδείτε το το φως! του Κάτου Κόσμου
το σκότος πήρεν αλλαγήν ευτυχισμένη.
Κι εγώ, γιατί δουλειά δική μου είναι αυτό τώρα,
πρώτο θα πάγω να γκρεμίσω το παλάτι
των καινούργιων βασιλιάδων, και το κεφάλι
το ανόσιο τους στους σκύλους θα πετάξω κι όσους
Καδμείους εχθρούς τούς βρω, από με ευεργετημένους,
570 με το καλλίνικό μου αυτό όπλο θα υποτάξω·
και με βέλη φτερωτά τούς άλλους σκορπώντας,
τον Ισμηνό από σκοτωμένους θα γεμίσω
και το λευκό θα ματωθεί ρέμα της Δίρκης.
Γιατί για ποιόν να πολεμήσω εγώ άλλον πρέπει
απ᾽ τη γυναίκα, τα παιδιά και τον πατέρα;
Αλλιώς οι αγώνες μου όλοι ως τώρα μάταιοι ήσαν!
Και πρέπει εγώ γι᾽ αυτούς, καθώς κι αυτοί για μένα,
να σκοτωθώ βοηθώντας· ή πώς καλό είναι ότι
με την ύδρα πολέμησα και το λιοντάρι,
580 γιατί έτσι μ᾽ έστειλε ο Ευρυσθέας, και τα παιδιά μου
να μην τα σώζω απ᾽ τον θάνατο; Πια δεν θα πρέπει
καλλίνικο Ηρακλή, σαν πρώτα, να με λένε.
ΧΟΡ. Δίκιο οι γονοί τα τέκνα τους ναν τα βοηθάνε
και τον γέρο πατέρα τους και τη γυναίκα.
ΑΜΦ. Στο χέρι σου είναι φίλος να ᾽σαι εσύ των φίλων
και τους εχθρούς σου να μισείς· αλλά μη βιάζου!
ΗΡΑ. Και τί βιάζομαι πιότερον απ᾽ όσο πρέπει;
ΑΜΦ. Πολλούς φτωχούς, όμως στα λόγια πλούσιους, έχει
συμμάχους του ο νιος βασιλιάς, που αυτοί έχουν κάμει
590 τη στάση και κατάστρεψαν αυτή την πόλη
τους άλλους για να κλέψουνε, και στο παλάτι
όλα από ακαματιά ξοδεύτηκαν και πάνε.
Σε είδαν σαν έμπαινες στην πόλη, γι᾽ αυτό κοίτα
μη στους εχθρούς σου μαζεμένους ξάφνω πέσεις!
ΗΡΑ. Αν μ᾽ είδεν όλ᾽ η πόλη διόλου δεν με μέλει·
μα επειδή κάποιο πουλί κακοσήμαδο είδα,
ένιωσα πως συμφορά έπεσε στο παλάτι·
ώστε από πρόβλεψη κρυφά μπήκα στη χώρα.

Η Αρχαία Ελληνική Τέχνη και η Ακτινοβολία της, Η τέχνη της πρώιμης κλασικής εποχής

4.1.1. Ο «ζωγράφος του Βερολίνου»

Ο ταλαντούχος αγγειογράφος που είναι γνωστός ως «ζωγράφος του Βερολίνου» (έχουν υποθέσει ότι ίσως ονομαζόταν Γόργος) οφείλει το συμβατικό του όνομα σε έναν εξαιρετικής ποιότητας αμφορέα που σώζεται με το καπάκι του και βρίσκεται στο Μουσείο του Βερολίνου. Το αγγείο χρονολογείται γύρω στο 490 π.Χ. Στην κύρια όψη εικονίζονται τρεις επάλληλες μορφές, δύο άνδρες και ένα ζώο. Στο πρώτο επίπεδο βλέπουμε έναν γυμνό σάτυρο, στεφανωμένο με κισσό, που στέκεται κρατώντας στο αριστερό χέρι μια βάρβιτο (έγχορδο όργανο με το οποίο συνόδευαν συνήθως το τραγούδι τους οι αοιδοί στα συμπόσια) και στο δεξί το πλήκτρο για να χτυπά τις χορδές· το όνομά του, Ορείμαχος, είναι γραμμένο προς τα αριστερά στο μαύρο φόντο. Πίσω από τον σάτυρο διακρίνεται ένα ζαρκάδι με υψωμένο το κεφάλι, που το καστανό τρίχωμά του αποδίδεται με αραιωμένο βερνίκι. Στο τρίτο επίπεδο φαίνεται ο Ερμής, ο αγγελιοφόρος των θεών (το όνομά του είναι γραμμένο προς τα δεξιά), ντυμένος με τα ρούχα του ταξιδιού, δηλαδή με κοντό χιτώνα και χλαμύδα· στα πόδια φοράει κλειστά υποδήματα (ἐμβάδες) με φτερά και κρατάει στο δεξί χέρι μια οινοχόη και στο αριστερό το κηρύκειο, μαζί με έναν κάνθαρο, αγγείο οινοποσίας που συνδέεται με τη λατρεία του Διονύσου. Η σύνθεση ξεχωρίζει για την εκπληκτική δεξιοτεχνία της. Οι τρεις μορφές επικαλύπτονται χωρίς να συγχέονται. Ο σάτυρος και ο Ερμής έχουν εντελώς διαφορετική στάση· ο πρώτος στέκεται πατώντας στο δεξιό σκέλος και έχοντας χαλαρό και λυγισμένο το αριστερό, και στρέφει το κεφάλι προς τα πίσω, ενώ ο δεύτερος περπατάει με γοργό βηματισμό εκτείνοντας τα χέρια. Ωστόσο, το στήσιμο και των δύο μορφών φανερώνει προσεκτική μελέτη της κίνησης του ανθρώπινου σώματος, που επιτυγχάνεται με τη μετατόπιση του βάρους από το ένα σκέλος στο άλλο. Έτσι ο σάτυρος, αν και στέκεται, φαίνεται έτοιμος να κινηθεί. Ο Ερμής πάλι πατάει γερά στο έδαφος με το ένα πόδι και ανασηκώνει το άλλο, δείχνοντας το γρήγορο και σταθερό βήμα του. Δημιουργείται η εντύπωση ότι ο Ερμής προσπερνά τον σάτυρο και ότι το ζαρκάδι προσπαθεί να τον ακολουθήσει.
 
Αυτή η σπουδή της κίνησης είναι σημάδι μεγάλης αλλαγής στην τέχνη, που θα τη συναντήσουμε και στην πλαστική. Είναι προφανές ότι στις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ. οι καλλιτέχνες αποδεσμεύτηκαν από τις συμβάσεις της αρχαϊκής εποχής και τόλμησαν κάτι εντελώς καινούργιο, να αποδώσουν τη δυναμική του ζωντανού και κινημένου ανθρώπινου σώματος. Η νέα αυτή προσέγγιση προϋποθέτει γνώσεις ανατομίας και μαθηματικών αλλά και διάθεση για πειραματισμούς και καινοτόμες λύσεις. Ο χαρακτήρας της παράστασης είναι διονυσιακός, αν και ο ίδιος ο Διόνυσος απουσιάζει. Ο ηλικιωμένος (όπως δείχνει το φαλακρό του μέτωπο) σάτυρος ανήκει στην ακολουθία του θεού του κρασιού και η περίτεχνη κόμμωση του, το στεφάνι από κισσό και η βάρβιτος που παίζει δείχνουν ότι συμμετέχει σε συμπόσιο. Στο συμπόσιο σπεύδει και ο Ερμής, για να προσφέρει σπονδή στον Διόνυσο. Το ζαρκάδι δείχνει ότι η σκηνή τοποθετείται στην άγρια φύση, όπου οι λατρευτές του Διονύσου συνήθιζαν να κάνουν τελετές προς τιμήν του. Με τον Διόνυσο σχετίζεται και το κλαδί με τα συμμετρικά κισσόφυλα και τους κορύμβους, που διακοσμεί τον λαιμό του αμφορέα.
 
Έργο του «ζωγράφου του Βερολίνου» είναι η διακόσμηση ενός ελικωτού κρατήρα που βρίσκεται σήμερα στην Καρλσρούη της Γερμανίας. Εδώ το θέμα της κύριας όψης είναι παρμένο από τη λατρεία της Δήμητρας, που κέντρο της ήταν η Ελευσίνα. Από εκεί, όπως πίστευαν οι Αθηναίοι, ξεκίνησε η καλλιέργεια του σιταριού, την οποία μετέδωσε στους ανθρώπους η Δήμητρα, στέλνοντας τον Τριπτόλεμο, τον γιο του βασιλιά της Ελευσίνας Κελεού και της Μετανείρας, να μεταφέρει τα στάχυα πάνω σε φτερωτό άρμα. Στην παράσταση βλέπουμε τη θεά ντυμένη με χιτώνα και πέπλο, με πόλο στο κεφάλι, να παραδίδει τα στάχυα στον Τριπτόλεμο, που φοράει πλούσια ρούχα (χιτώνα και ιμάτιο), έχει τα μαλλιά του προσεκτικά χτενισμένα και, σαν βασιλόπουλο που είναι, κρατάει σκήπτρο στο δεξί χέρι. Η σκηνή διαδραματίζεται στο ιερό της θεάς, όπως δείχνει ο βωμός ανάμεσα στα δύο πρόσωπα με ίχνη από το αίμα των θυσιασμένων ζώων στις πλευρές του και ένα στεφάνι από φύλλα επάνω του. Και εδώ οι μορφές διαφέρουν ως προς τη στάση: Η Δήμητρα στέκεται ήρεμα με ελαφρά λυγισμένο το αριστερό σκέλος και προσφέρει τα στάχυα, ενώ ο Τριπτόλεμος, έτοιμος να αναχωρήσει, στρέφεται προς τη θεά για να δεχτεί το δώρο της. Αξιοπρόσεκτη είναι η διακόσμηση του λαιμού του κρατήρα με συμμετρικά ανθέμια και άνθη λωτού, και των ελικωτών λαβών με κισσόφυλλα.

Η Ελληνική Αρχαιότητα: Ι. ΑΡΧΑΪΚΗ ΕΠΟΧΗ - 1. Πόλεις και αποικίες

1.8. Αλλά όταν λάμψη από τον Δία κατεβεί…

Ο Πυθαγόρας παρομοίασε την ανθρώπινη ζωή με τους Ολυμπιακούς Αγώνες. «Άλλοι έρχονται για ν᾽ αγωνιστούν», είπε, «άλλοι για να πουλήσουν τα εμπορεύματά τους και άλλοι για να παρακολουθήσουν το ωραίο θέαμα.» Να είναι κάποιος θεατής του κόσμου ήταν για τον Πυθαγόρα το σπουδαιότερο επίτευγμα. Τα πράγματα δεν ήταν έτσι παλαιότερα. Δύο αιώνες πριν από τη γέννησή του, το 776, όταν καταγράφηκαν οι πρώτοι Ολυμπιονίκες, οι Έλληνες αντιμετώπιζαν τη ζωή ως αγώνα και έδιναν προβάδισμα στην πράξη και τη νίκη, όχι στη θεωρία και τη νόηση.
 
Η τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων σηματοδοτεί την έναρξη της αυτοσυνειδησίας των αρχαίων Ελλήνων ως ενιαίου λαού. Από εκεί θα αρχίσουν αργότερα να μετρούν τον κοινό ιστορικό χρόνο. Πλήρης συμφωνία δεν επιτεύχθηκε βέβαια ποτέ ανάμεσα στις ελληνικές πόλεις. Η καθεμία είχε το δικό της σύστημα μέτρησης του χρόνου, βασισμένο στη μυθολογία και την ιστορία της. Ωστόσο, οι αγώνες της Ολυμπίας έγιναν σταδιακά κοινό ορόσημο.
 
Η θέση της Ολυμπίας στη δυτική και λιγότερο προηγμένη πλευρά της Πελοποννήσου, στην εύφορη κοιλάδα του Αλφειού, μακριά από τους οξείς εδαφικούς ανταγωνισμούς της ανατολικής Ελλάδας, αναμφίβολα βοήθησε στην πανελλήνια αναγνώριση των αγώνων. Η θρησκευτική σημασία του τόπου όμως έπαιξε επίσης σημαντικό ρόλο. (Τη μυστηριώδη γαλήνη του τόπου μπορεί και σήμερα να διαισθανθεί ο επισκέπτης του αρχαιολογικού χώρου.) Αρχικά η Ολυμπία, όπως και οι Δελφοί, ήταν ένα τέμενος της Γης που δεν ανήκε στη δικαιοδοσία καμίας πόλης. Αργότερα την προστασία της ανέλαβε ο Δίας, ο πατέρας των ολύμπιων θεών. Τότε άρχισαν και οι έριδες για την κυριαρχία της. Οι Ηλείοι ήταν οι επικρατέστεροι και αυτοί οργάνωσαν τις περισσότερες φορές τους αγώνες.
 
Οι Ολυμπιακοί Αγώνες εορτάζονταν κάθε τέσσερα έτη. Η τετραετής περιοδικότητά τους ονομαζόταν πεντετηρίς, γιατί οι αρχαίοι συμπεριλάμβαναν αμφότερα τα άκρα στη μέτρηση του χρόνου. Στους αγώνες μετείχαν όλες οι αναγνωρισμένες ελληνικές πόλεις. Επρόκειτο για μια πανήγυριν. Ομαδικά αθλήματα δεν υπήρχαν. Ο καθένας αγωνιζόταν για τον εαυτό του και τη δική του δόξα - και φυσικά η οικογένεια, οι συγγενείς, οι φίλοι και βεβαίως η πόλη δοξάζονταν αντανακλαστικά από κάθε ατομική νίκη. Όπως στον Όμηρο ο πολεμιστής, έτσι και εκεί ο αθλητής ήταν μόνος εναντίον όλων - ή μόνος προς μόνο. Στους αγώνες έπαιρναν μέρος, έκριναν τους νικητές και παρακολουθούσαν τα αγωνίσματα μόνο άνδρες. Οι γυναίκες αποκλείονταν.
 
Κατά τη δεύτερη πανσέληνο μετά το θερινό ηλιοστάσιο (τέλη Ιουλίου με αρχές Αυγούστου), τότε που οι μέρες μικραίνουν αλλά η δύναμη του ήλιου θεριεύει, θεατές από όλη την Ελλάδα μαζεύονταν στο ιερό του Δία για να επευφημήσουν και να δοξάσουν συμπατριώτες και ξένους. Το πλήθος που συσσωρευόταν μπορούσε να αγγίξει ακόμη και τις 40.000. Ανάμεσά τους πολλοί (έμποροι, μικροπωλητές, μάγειροι, προαγωγοί) αποσκοπούσαν στο κέρδος. Οι περισσότεροι όμως έρχονταν για να δουν. Οι αγώνες ήταν πανελλήνιοι, οι κριτές ονομάζονταν χαρακτηριστικά ἑλλανοδίκαι και οι εμπόλεμες πόλεις που θα μπορούσαν να παρακωλύσουν τη μετάβαση και παραμονή αθλητών και θεατών στην Ολυμπία υποχρεώνονταν να συνάψουν εκεχειρία. Ο πραγματικός πόλεμος σταματούσε για να ξεκινήσει ο συμβολικός πόλεμος αυτών που αγωνίζονταν.
 
Οι Έλληνες αρχικά αγωνίζονταν καλυμμένοι, φορώντας περιζώματα, όπως και οι Κρήτες της μινωικής εποχής. Όμως, πενήντα χρόνια μετά κάποιος πέταξε το περίζωμα, άλλοι τον ακολούθησαν και καθιερώθηκε ο θεσμός να αγωνίζονται όλοι γυμνοί. Οι αγώνες ονομάστηκαν τότε γυμνικοί - απ᾽ όπου προέρχεται και η σύγχρονη «γυμναστική». Η αγωνιστική γυμνότητα ήταν ελληνική επινόηση παντελώς άσχετη προς τον φυσικό πρωτογονισμό. Μάλιστα, από τις αρχές του 6ου αιώνα γυμνάσια (δηλαδή γυμναστήρια) άρχισαν να οικοδομούνται στις περισσότερες πόλεις, για να διευκολυνθεί η προετοιμασία - κυρίως για τους αγώνες, δευτερευόντως για τον πόλεμο.
 
Από τα αθλήματα οι δρόμοι, τα ιππικά και τα πολεμικά αγωνίσματα ήταν αυτοτελή. Τα υπόλοιπα τρία αγωνίσματα -δίσκος, άλμα, ακόντιο- ήταν μέρη του πεντάθλου, μαζί με την πάλη και το στάδιον. Αυτό το τελευταίο, αγώνας δρόμου ταχύτητας που κάλυπτε 185 μέτρα, ήταν το πρώτο (και αρχικά μοναδικό) άθλημα που θεσμοθετήθηκε στους Ολυμπιακούς Αγώνες και δικαιολογημένα υπήρξε πάντοτε ένα πολύ δημοφιλές θέαμα. Το 724 εισήχθη ο δίαυλος, διπλό στάδιο με επιστροφή στο σημείο εκκίνησης, και αμέσως μετά ο δόλιχος, ο μεγαλύτερος αγώνας δρόμου, που δεν ξεπερνούσε τα 4.800 μέτρα. (Μαραθώνιος, φυσικά, δεν υπήρξε ποτέ.) Στο τέλος του αιώνα εγκαινιάστηκε το πένταθλο και η πάλη.
 
Όλοι οι αγώνες σχετίζονταν με τον πόλεμο. Η σχέση όμως αυτή φαινόταν καθαρότερα στην ὁπλιτοδρομίαν - έναν αγώνα δρόμου που εγκαινιάστηκε σχετικά αργά, το 520. Αρχικά οι αθλητές φορούσαν ολόκληρη την οπλιτική εξάρτυση αλλά τελικά διατήρησαν μόνο το κράνος και την ασπίδα (το ὅπλον). Η σχέση με τον πόλεμο φαίνεται επίσης στην πάλη, την πυγμαχία και το παγκράτιον, ένα ιδιαίτερα σκληρό άθλημα, που επέτρεπε χτυπήματα και λαβές σε ολόκληρο σχεδόν το σώμα. Τα αθλήματα αυτά εγκαινιάστηκαν από το τέλος του 8ου έως το μέσον του 7ου αιώνα.
 
Η επιτυχία των πρώτων πανελλήνιων αγώνων στην Ολυμπία ήταν τόσο μεγάλη ώστε, διακόσια περίπου χρόνια μετά την ίδρυσή τους, εγκαινιάστηκαν νέοι πεντετηριακοί αγώνες στους Δελφούς, το άλλο μεγάλο πανελλήνιο κέντρο, προς τιμήν του Πύθιου Απόλλωνος (582). Μικρότερης αίγλης ήταν οι τριετηρίδες που πρωτοοργάνωσαν, την ίδια περίπου εποχή, η Νεμέα στην Αργολίδα προς τιμήν του Δία και η Κόρινθος στον Ισθμό προς τιμήν του Ποσειδώνα. Για να διατηρείται ετησίως ακμαίο το αγωνιστικό ήθος των αθλητών, οι τέσσερις βασικοί πανελλήνιοι αγώνες εναλλάσσονταν με τη μικρότερη δυνατή επικάλυψη.
 
Ο αθλητισμός που αναπτύχθηκε τόσο οργανωμένα στην αρχαϊκή Ελλάδα ήταν συνέπεια του αγωνιστικού ήθους. Από τη μια, βίαιες συγκρούσεις και έριδες θεών, πόλεμοι και θανατώσεις ανθρώπων· από την άλλη, τάση υπεροχής, ανταγωνισμός και άμιλλα των ομοτέχνων: αυτός ήταν ο αρχαϊκός κόσμος. Εκτός από μέσο βελτίωσης της σωματικής ρώμης που ήταν απαραίτητη στον πόλεμο, οι αγώνες λειτουργούσαν επίσης και ως δίοδοι ειρηνικής εκτόνωσης της επιθετικότητας. Με τον τρόπο αυτό, μια φυσική ροπή υπεροχής και επικράτησης με δυνητικά ολέθριες συνέπειες μετατράπηκε σε πολιτιστικό αγαθό με το μικρότερο δυνατό κόστος σε απώλεια ανθρώπινων ζωών. Διότι βέβαια δεν είναι λίγες οι μαρτυρημένες περιπτώσεις αθλητών που έχασαν τη ζωή τους σε κάποιο από τα βίαια αθλήματα - «τόσο ήταν το πάθος τους για τη νίκη», δήλωναν με υπερηφάνεια οι θλιμμένοι συγγενείς και φίλοι.
 
Η προπόνηση, η γυμνή άθληση και η παρακολούθηση των αγώνων συνέβαλαν αποφασιστικά στη δημιουργία μιας γενικευμένης αίσθησης του ωραίου σώματος ως εστιακού σημείου φανέρωσης της ομορφιάς. Τα πρώτα αγάλματα γυμνών νέων, γνωστά ως κοῦροι, χρονολογούνται τον 7ο αιώνα. Ακολούθησαν αγάλματα πεπλοφόρων νεανίδων, γνωστά ως κόραι. Η παραγωγή εντάθηκε κατά τον επόμενο αιώνα. Οι κούροι και οι κόρες, με αυτό το αινιγματικό και γεμάτο βαθύτητα για την ανθρώπινη κατάσταση μειδίαμα, εικονίζουν είτε θνητούς στο απόγειο του νεανικού σφρίγους είτε τους αιώνιους θεούς. Στην αρχαιοελληνική αντίληψη τα δύο αυτά διακριτά πεδία συγχέονταν εύκολα, γιατί η ομορφιά των θεών και των ανθρώπων ήταν μία.
 
Παράλληλα με την ανάδειξη της αριστείας σε δύναμη και κάλλος, οι πανελλήνιοι αγώνες δεξιώθηκαν και άλλες μορφές ανταγωνισμού. Οι ιπποδρομίες και ακόμη περισσότερο οι αρματοδρομίες με τέσσερα άλογα (τέθριππον) ήταν το πεδίο επίδειξης των πλούσιων γαιοκτημόνων, διότι η ιδιαίτερα δαπανηρή συντήρηση αλόγων υπήρξε σύμβολο της αριστοκρατίας. Στις πανελλήνιες αγωνιστικές συνάξεις δινόταν επίσης η δυνατότητα σε ποιητές και μουσικούς να κάνουν επίδειξη της τέχνης τους. Αγώνες οργανικής μουσικής και, κυρίως, τραγουδιού συνοδευόμενου από λύρα καθώς και αγώνες ρυθμικής απαγγελίας παλαιών και νέων επών εντάχθηκαν, μαζί με τα κυρίως γυμνικά αθλήματα, στο πρόγραμμα των εορταστικών εκδηλώσεων. Από τον 4ο αιώνα, ακόμη και κήρυκες και σαλπιγκτές ανταγωνίζονταν στους Ολυμπιακούς Αγώνες για νίκη στην ένταση της φωνής ή της σάλπιγγας.
 
Οι ποιητικοί αγώνες ήταν γνωστοί από παλιά. Το πρώτο βραβείο που κέρδισε ο Ησίοδος ήταν ένας πολύτιμος τρίποδας. Η νίκη είχε μεγάλη σημασία όχι μόνο για την αξία του επάθλου, το οποίο ο ποιητής αφιέρωσε στις Ελικωνιάδες Μούσες ως ένδειξη ευγνωμοσύνης, αλλά κυρίως για τη δόξα της πρωτιάς. Στην αρχαϊκή εποχή δύσκολα θα βρούμε τομέα της ανθρώπινης ζωής που να μη διαποτίστηκε από το αγωνιστικό ιδανικό. Η επική ποίηση είχε και πάλι δείξει τον δρόμο. Ο Οδυσσέας σκότωσε τους επίδοξους μνηστήρες της συζύγου του στο πλαίσιο ενός αγώνα δεξιοτεχνίας και δύναμης στον χειρισμό άκαμπτου τόξου. Ο ίδιος είχε νωρίτερα προκαλέσει σε αγώνα θερισμού τον μνηστήρα που αμφισβήτησε τις γεωργικές ικανότητές του. Ακόμη πιο πριν, στο νησί των Φαιάκων, ο Αλκίνοος, για να τιμήσει την αναχώρηση του ξένου του, διέταξε αγώνες χορού, μουσικής και ρίψεων. Εκεί ο Οδυσσέας απάντησε εμπράκτως σε όσους τον αμφισβητούσαν, ρίχνοντας, με τη βοήθεια της Αθηνάς, τον δίσκο μακρύτερα από όλους. Είχε κατηγορηθεί ότι είναι έμπορος και, συνεπώς, άπειρος στα αθλητικά. Σε παρόμοιο ανταγωνισμό βρίσκονταν οι όμορφες κοπέλες του χορού στη Σπάρτη του Αλκμάνα, καθώς και ο Θέογνις που διατεινόταν ότι δοξάζει τον φίλο του καλύτερα από κάθε άλλο ποιητή.
 
Οι αγώνες υμνήθηκαν πολύ στην ποίηση. Όλη η σωζόμενη ποιητική παραγωγή του Θηβαίου Πινδάρου (περ. 518-443) και μεγάλο μέρος αυτής του ανταγωνιστή του Κείου Βακχυλίδη (περ. 520-450) είναι αφιερωμένη σε νικητές των Ολυμπιακών, Πυθικών, Ισθμικών και Νεμεακών Αγώνων. Ο Πίνδαρος γνώριζε καλά πόσο μάταιη και εφήμερη είναι η ανθρώπινη ζωή, συγκρινόμενη με την αθάνατη νεότητα και την ομορφιά των θεών. Στην τελευταία σωζόμενη ωδή που συνέθεσε, γέροντας πια, για να υμνήσει τον νεαρό Αριστομένη από την Αίγινα, που πήρε το πρώτο βραβείο στην πάλη των παίδων στους Δελφούς (446), ο Θηβαίος ποιητής έγραψε χαρακτηριστικά:
 
Εφήμεροι οι άνθρωποι· τι είναι ζωντανός; και τι νεκρός;
Όνειρο σκιάς ο άνθρωπος.
 
Ωστόσο, συνέχισε:
 
Αλλά όταν η λάμψη από τον Δία κατεβεί,
φωτοχυσία γίνεται και ευχάριστη η ζωή.
 
Η λάμψη για την οποία μιλούσε ο Πίνδαρος ήταν η δόξα της νίκης. Η μάταιη και άφεγγη ζωή γινόταν υποφερτή εξαιτίας αυτής της θεόσδοτης αίγλης. Η ιστορία όμως είχε και τη σκοτεινή της όψη, την πλευρά των ηττημένων. Αυτοί, μας λέει ο Θηβαίος λυρικός,
 
όταν ήρθαν πίσω στις μανάδες τους,
δεν σηκώθηκε ολούθε η γλυκιά χαρά του γέλιου,
αλλά μακριά από τους εχθρούς τους κρύβονταν στα σοκάκια,
ντροπιασμένοι απ᾽ το δάγκωμα της ήττας.
 
ΔΕΣ:
 
 

Η εμμονή σου μ' ένα πρόσωπο δεν έχει τίποτα από έρωτα

«Εμμονή». Η ενέργεια και το αποτέλεσμα του εμμένω, η προσήλωση σε κάτι σε υπερβολικό βαθμό με βάση τον ορισμό της. Κοινώς, το κόλλημα. Αρκετούς προβληματίζει μια τέτοια κατάσταση, πολλοί τη βιώνουν, λίγοι όμως την παραδέχονται. Εμμονή με μια κατάσταση, με μια ιδέα, με έναν φόβο, με έναν άνθρωπο. Γίνεται να παραφράσουμε την εμμονή με τον έρωτα; Τι είναι αυτό που μπορεί να μας βοηθήσει να ξεχωρίσουμε τις δυο αυτές καταστάσεις και να δούμε ξεκάθαρα το τι συμβαίνει τελικά;    

Όλοι μας, ή σχεδόν όλοι, έχουμε βιώσει μια σχέση ή μια κατάσταση όπου ενώ αντικειμενικά και λογικά σκεπτόμενοι, αντιλαμβανόμαστε και κατανοούμε απόλυτα τους λόγους που δεν μπορούμε να συμβιώσουμε με έναν άνθρωπο, καταλήγουμε να εθελοτυφλούμε ή και να χάνουμε κάθε μορφή αυτοσεβασμού για να συνεχίσουμε να είμαστε μαζί του. Η εμμονή είναι ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή και χαρακτηρίζεται από επίμονες σκέψεις που εμφανίζονται συνέχεια με κύριο συστατικό τους την αμφιβολία και την ανησυχία.

Κοινώς, δεν περνάς καλά. Ούτε εσύ ούτε ο άλλος άνθρωπος που είναι μαζί σου. Σκοπός μιας σχέσης είναι να γίνονται και τα δυο μέλη που την απαρτίζουν καλύτεροι από ό, τι ήταν, όταν ήταν χωριστά. Να δημιουργούνε τις συνθήκες ώστε να γίνονται πιο χαρούμενοι και να ξεφεύγουν από την καθημερινότητα και τη ρουτίνα. Να σκέφτονται τη σχέση τους ως το περιβάλλον όπου μπορούν να προστατευτούν για λίγο από τα προβλήματα που τους απασχολούν και να γεμίσουν ενέργεια και δύναμη. Αυτό είναι έρωτας.

Να αγαπάς, να εμπιστεύεσαι και να υποστηρίζεις το άτομο που έχεις επιλέξει να είναι μαζί σου γιατί θέλεις και μεμονωμένα αλλά και ως σύνολο να είστε συνειδητοποιημένοι και γεμάτοι. Ακόμα και στην άσχημη στιγμή του χωρισμού, ο έρωτας έχει μεγαλοψυχία. Δε βάζει το δικό του εγωισμό μπροστά στην απόφαση του άλλου και την ευτυχία του. Πενθεί βουβός και αξιοπρεπής ο αληθινός έρωτας. Χωρίς απειλές, βρισιές και εξευτελισμούς. Η αρρωστημένη μορφή του έρωτα, που εμπεριέχει ως μορφή και την εμμονή, έχει τέτοιες εκφάνσεις. Είσαι μαζί με τον άλλον και θέλεις να τον ελέγχεις. Βαριέσαι, συνηθίζεις αλλά μόλις αποφασίσει να κάνει κάτι για τον εαυτό του και να αφιερώσει λίγο χρόνο για αυτόν και τα ενδιαφέροντά του, τρελαίνεσαι. Αυτές οι επίμονες σκέψεις για οτιδήποτε μπορεί να συμβαίνει όταν δεν είσαι εσύ μαζί του γίνονται μαρτύριο. Μέχρι τη στιγμή που αντιλαμβάνεται ο άλλος ότι δεν περνάει καλά και ξεκινάει η μάχη για το αν θα σωθεί η σχέση. Δύσκολο εγχείρημα με ακόμα πιο δύσκολη την έκβαση του θετικού αποτελέσματος.

Όταν δημιουργείται μια μη υγιής κατάσταση τότε αν πραγματικά σε ενδιαφέρει το άτομο και δεν είναι ακόμα μια επιπόλαιη επιλογή σου, το πρώτο πράγμα που θα προσπαθήσεις να διορθώσεις θα είναι τη συμπεριφορά που δημιουργεί το πρόβλημα. Θα τη δεις, θα την κατανοήσεις και επειδή μιλάμε για μια πολύ εξειδικευμένη κατάσταση, θα συμβουλευτείς έναν ειδικό. Όχι ένα βήμα πριν το χωρισμό, όχι αφού χωρίσεις. Την πρώτη στιγμή που θα αντιληφθείς ότι πηγή του προβλήματος είναι μια προβληματική συμπεριφορά σου. Υπάρχουν παρά πολλά προειδοποιητικά σήματα για να καταλάβεις προς τα πού οδεύει και η σχέση και η αντίδραση του άλλου σε όλα όσα συμβαίνουν γύρω του.

Δεν μπορείς να μπερδέψεις τον έρωτα με την εμμονή σου για κάποιον. Δεν είναι εγωιστικός ο έρωτας. Ο έρωτας είναι μεγαλειώδης και αλτρουιστής. Δίνει πιο πολλά από όσα θέλει να πάρει πίσω και δεν απαιτεί τίποτα. Βιώνει τα συναισθήματα στην υπερβολή τους αλλά ποτέ αρρωστημένα. Δεν είναι κάτι μικρό και λίγο ο έρωτας αλλά κάτι υπερμέγεθες που μπορεί να κάνει να μην αντέξεις την υπερβολή του. Αυτή είναι η βασική του διαφορά με οτιδήποτε άλλο βαφτίζουμε ως έρωτα. Μέσα στη ζάλη του, έχει πάντα ως ανταπόδοση τη χαρά και τη λύτρωση. Και ποτέ δεν είναι πυροτέχνημα. Είναι το πιο σταθερό και όμορφο συναίσθημα.

H ΠΛΑΣΤΗ «ΑΛΛΗΛΟΓΡΑΦΙΑ» ΣΕΝΕΚΑ - «ΠΑΥΛΟΥ»

Επειδή αναπαράγεται συνεχώς, από τους αδαείς ή ημιμαθείς, ένα από τα αισχρότερα σημεία της χριστιανικής προπαγάνδας, νοιώθω υποχρεωμένος να τονίσω ότι ΔΕΝ ΥΠΗΡΞΕ ΚΑΜΜΙΑ ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΣΧΕΣΗ ΤΩΝ ΠΡΩΤΟΧΡΙΣΤΑΝΩΝ (υποτίθεται «Παύλος») ΜΕ ΤΟΝ ΣΤΩΪΚΟ ΦΙΛΟΣΟΦΟ ΣΕΝΕΚΑ.

Οι χριστιανοί πλαστογράφοι είχαν απλώς κατασκευάσει, από το μυαλό τους, 14 υποτιθέμενες επιστολές μεταξύ του επί Νέρωνος κορυφαίου αυλικού στωϊκού φιλοσόφου και του υποτιθέμενου «Παύλου». Έως την Αναγέννηση, αυτές θεωρούντο αυθεντικές, σήμερα όμως γνωρίζουμε ότι έχουν όλες κατασκευασθεί τον 4ο αιώνα, τις δε γλωσσικές και εκφραστικές ενδεικτικές ιδιαιτερότητες έχει συνοψίσει ο Edmond Liénard στο «Review belge de philologie et d' histoire», τεύχος 11, έτος 1932, σελ. 5 – 32).

Την πλαστή εκείνη «αλληλογραφία» πρωτοαναφέρει ο Ιερώνυμος, το έτος 392 (de Vir. III 12) ενώ την αγνοεί πλήρως ο 7 δεκαετίες προγενέστερος Λακτάντιος το έτος 324 (Divinae institutiones, VI 24.13-14). Εκτενή κάλυψη του ζητήματος κάνει η Cornelia Roemer, στον 2ο τόμο του «The Correspondence between Seneca and Paul in "New Testament Apocrypha"» (ed. Wilhelm Schneemelcher, Cambridge, 1992).

Το 1984 τέλος, ο B. Bischoff δημοσίευσε μία συγγενή, αλλά ανταγωνιστική πλαστογραφία εκείνης της εποχής, την υποτιθέμενη επιστολή του Ιουδαίου αρχιερέα Άννα προς τον Σενέκα («Der Brief des Hohenpriesters Annas an den Philosophen Seneca - eine juedisch apologetische Missionsschrift»), που αποτελούσε την ιουδαϊκή εκδοχή της όλης πλαστογραφίας.

Υστερόγραφο: Μία άλλη "μούφα" που κυκλοφορούν οι εχθροί του Στωϊκισμού, και η οποία δυστυχώς αναπαράγεται κατά κόρον στο Διαδίκτυο κυρίως από εύπιστους άθεους, είναι η υποτιθέμενη φράση "Η θρησκεία θεωρείται από το λαό αληθινή, από τους σοφούς ψεύτικη και από τους ηγεμόνες χρήσιμη", την οποία φόρτωσε αυθαίρετα στον φιλόσοφο ο άθεος Ira D. Cardiff (1872 - 1964) στο "Tι οι σπουδαίοι άνθρωποι σκέφτονται για την Θρησκεία" ("What Great Men Think About Religion", Christopher Publishing House, Boston, 1945, σελ. 342). Η συγκεκριμένη φράση δεν υπάρχει πουθενά στα σωζόμενα γραπτά του Σενέκα, και αντιβαίνει άλλωστε στην υποδειγματική ευσέβεια των στωϊκών.

ΔΕΣ:

«Ιερές» παραχαράξεις

Κατάλογος κειμένων της πρωτοχριστιανικής γραμματείας

ΤΑ ΤΕΤΡΑΚΚΟΣΙΑ ΠΕΝΗΝΤΑ ΕΝΑ (451) ΠΡΟΣΩΝΥΜΙΑ ΤΟΥ ΔΙΟΣ!

Α
Aβρετηνός, Aγαμέμνων, Aγαυός, Aγήτορ, Aγλαιός, Aγλαός, Aγνός, Aγοραίος, Aγχέσμιος, Aγώνειος, Aγώνιος, Aέριος, Aεροφεγγής, Aθάνατος, Aθέητος, Aθλητήρ, Aθώος, Aίγιος, Aιγίοχος, Aιγύπτιος, Aιθέριος, Aιθίοψ, Aίθριος, Aινήιος, Aινήσιος, Aινός, Aιολοβρόντης, Aιολόμορφος, Aιτναίος, Aκαμαντόπους, Aκάματος, Aκμαίος, Aκοντιστήρ, Aκραίος, Aκρολοφίτης, Aκρόνυχος, Aλάστωρ, Aλεξίκακος, Aλίγδουπος, Aλιτήριος, Aλύσιος, Aμαλώιος, Aμάριος, Aμβούλιος, Aμείλιχος, Aμμούς, Άμμων, Aμφιάραος, Άναξ, Aνέφελος, Aνήσιος, Aνθαλεύς, Άνξυρος, Aνταίος, Aντίπατρος, Aπατούριος, Aπεσάντιος, Aπήμιος, Aποβατήριος, Aπόμυιος, Aποτρόπαιος , Άρβιος, Aργής, Aργικέραυνος, Άρειος, Aρίζηλος, Άριστος, Aριστότεχνος, Aρχιγένεθλος, Aρχικέραυνος, Aρχός, Aρωγός, Aσβαμαίος, Aσκραίος, Aστέριος, Aστεροπητής, Aστραπαίος, Aστρηνός, Aταβύριος, Aυαντήρ, Aυξητής, Aυσόνιος, Aυτοπάτωρ, Aυτότοκος, Aφέσιος, Άφθιτος, Aφίκτορας

Β
Bαγαίος, Bαίτυλος, Bαρύγδουπος, Bαρύκτυπος, Bαρυοπής, Bασιλεύς, Bελχανός, Bήλος, Bιέννιος, Bοττιαίος, Bουλαίος, Bουσσουρίγιος, Bρονταίος, Bύθιος, Γαιάοχος, Γαμήλιος, Γαμοκλόπος, Γελχανός, Γενάρχης,

Γ
Γενέθλιος, Γενεταίος, Γενέτωρ, Γεωργός, Γιγαντοφόνος, Γογγυλάτης, Γυναικόφιλης, Γυράσιος

Δ
Δαμασκηνός, Δαμάτριος, Δικαιόσυνος, Δικασπόλος, Δικηφόρος, Δικταίος, Διόνυσος, Δολιχαίος, Δολιχήνιος, Δολιχήνος, Δολοπλόκος, Δότωρ, Δρύμνιος, Δωδωναίος,

Ε
Eγχεικέραυνος, Eθνάρχης, Eιλαπινιστής, Eιρηναίος, Eκάλειος, Eκαλήσιος, Eκατόμβαιος, Eκβάσιος, Eκηβόλος, Eλαιούς, Eλάστερος, Eλατήρ, Eλαφρός, Eλευθέριος, Eλιεύς, Eλινύμενος, Eλλάνιος, Eλλήνιος, Eλυμαίος, Eμβύθιος, Eνάλιος, Ένδενδρος, Eξακεστήρ, Eπάκριος, Eπιβήμιος, Eπιδότης, Eπικάρπιος, Eπικιχράδας, Eπίκλοπος, Eπικοίνιος, Eπικυλίκειος, Eπιρνύτιος, Eπιστατήριος, Eπιτιμήτωρ, Eπιφανής, Eπόπτης, Eπόψιος, Eπωπέτης, Eργαίος, Eρημήσιος, Eριβρεμέτης, Eρίγδουπος, Eριδήμιος, Eρισθενής, Eρισμάραγος, Έρκειος, Έρρος, Eρσαίος, Eρυμός, Eσπέριος, Eστιούχος, Eταίρειος, Eυάνεμος, Eυβουλαίος, Eυελίδης, Eύηλος, Eύκαρπος, Eύξεινος, Eυρυμέδων, Eυρύτιμος, Eυρύωψ, Eύυπνος, Eυφάμιος, Eύφημος, Eφάμιος, Eφέσιος, Eφέστιος, Έφιπμος, Eφόρκιος

Ζ
Zβελσούρδος, Zηνοποσειδών, Zητήρ, Zύγιος, Zωοτόκος, Zωστήριος

Η
Hλείος, Hλιοπολίτης, ΄Hλιος, Hραίος

Θ
Θαλάσσιος, Θεμίστιος, Θενάτας, Θεόταυρος, Θερελίμιος, Θεσμοφόρος, Θεσπρωτός, Θηλυμανής

Ι
Iδαίος, Iθωμάτας, Iκέσιος, Iκέστος, Iκετήσιος, Iκμαίος, Ίκμιος, Iσαίος

Κ
Καθάρσιος, Καπέττας, Καπιτώλιος, Καππώτας, Καραιός, Κάριος, Κάρμηλος, Καρποδοτήρ, Καρποφόρος, Καρτεροβρόντης, Κάσιος, Καταιβάτης, Καταχθόνιος, Κελαινεφής, Κεραιός, Κεραύνιος, Κεραυνοβόλος, Κεραυνοβρόντης, Κηναίος, Κιθαιρώνιος, Κλάριος, Κλεψίγαμος, Κληδόνιος, Κλυτόμητις, Κολωνάτας, Κόμυρος, Κόνιος, Κορυφαίος, Κοσμήτας, Κρείων, Κροκεάτας, Κρονίδης, Κρόνιος, Κρονίων, Κτήσιος, Κυανοχαίτης, Κύδιστος, Κύκνος, Κύνθιος, Κωματικός

Λ
Λαβραδεύς, Λαοίτας, Λαρίσιος, Λαρισσαίος, Λαφρίος, Λαφύστιος, Λευκαίος, Λεχεάτης, Λίβυς, Λιμενοσκόπος, Λοφίτης, Λύδιος, Λύκαιος

Μ
Μαζεύς, Μαιμάκτης, Μακάρτατος, Μαλεαίος, Μανδραγόρας, Μαρίταιος, Μεγαλοβρεμέτης, Μέγας, Μεγασθενής, Μέγιστος, Μειλίχιος, Μείλιχος, Μελισσαίος, Μελιττεύς, Μεσσαπεύς, Μετοίκιος, Μηδινεύς, Μηλώσιος, Μήστωρ, Μητιέτης, Μητιόεις, Μηχανεύς, Μοιραγέτης, Μολοσσός, Μόριος

Ν
Νάιος, Νεμαίος, Νεμεέτης, Νέμειος, Νέμεος, Νεφεληγερέτης, Νικηφόριος, Νικηφόρος, Νόμιος, Νότιος

Ξ
Ξείνος, Ξένιος, Ξύναιμος

Ο
Όλβιος, Oλύμπιος, Oμαγύριος, Oμάριος, Oμβριμόθυμος, Όμβριος, Oμβροτόκος, Oμοβούλιος, Oμόγνιος, Oμολώιος, Oμόφυλος, Oπλόσμιος, Oπωρεύς, Όριος, Όρκιος, Oρσίκτυπος, Oρσινεφής, Oσσαίος, Oυράνιος, Oύριος

Π
Παγγενέτης, Παγκρατής, Παγχαίος, Παιάν, Παιδοτόκος, Παλαιστής, Παλαμναίος, Παλλάντιος, Παναίτιος, Πανάμαρος, Πανελλήνιος, Παναργέτης, Πανομφαίος, Πανόπτης, Πάνταρχος, Παντογένεθλος, Παντοκράτης, Παντόπτης, Παντοτινάκτης, Πανυπέρτατος, Παπαίος, Παππάς, Παρνήθιος, Πάσιος, Πατήρ, Πάτριος, Πατρώος, Πελασγικός, Πελιναίος, Πελώριος, Περισσόνοος, Περίφαντος, Πίστιος, Πλούσιος, Πολιεύς, Πολιούχος, Πολυτερπής, Πολυτίμητος, Πολύτιμος, Πουλιέλικτος, Πουλιτόκος, Πρατομύσιος, Πρευμενής, Προμανθέας, Προπάτορας, Πρόφρων, Πυρίδρομος, Πυρόεις, Πυρσοφόρος

Σ
Σαβάζιος, Σαώτης, Σεισίχθων, Σημάλεος, Σθένιος, Σινωπίτης, Σκηπτούχος, Σκοτιτάς, Σόλυμος, Σπλαγχνοτόμος, Στεροπηγερέτης, Στοιχαδεύς, Στοιχαίος, Στρατηγός, Στράτιος, Συγγένειος, Συκάσιος, Συλλάνιος, Σχέτλιος, Σωσίπολις, Σωτήρ

Τ
T(μ)άριος, Tαλαίος, Tαμίης, Tανυσίπτερος, Tαρανταίος, Tάρσιος, Tαρσός, Tέλειος, Tελεσφόρος, Tερμιεύς, Tερπικέραυνος, Tροπαίος, Tροφώνιος, Tύραννος

Υ
Yέτιος, Yής, Yμήττιος, Yνναρεύς, Ύπατος, Yπέρθυμος, Yπερμενής, Yπέρτατος, Yπερήσιος, Yψιβρεμέτης, Yψίζυγος, Yψιμέδων, Yψινεφής, Ύψιστος

Φ
Φάτριος, Φήμιος, Φίλιος, Φιλότεκνος, Φλογόεντας, Φοινικοστεροπής, Φράτριος, Φρύνιος, Φύξιος, Φυτάλιος, Φυτάλμιος, Φύτιος

Χ
Xαδίδ, Xαμαίζηλος, Xάρμων, Xθόνιος, Xρυσαορεύς, Xρυσοπάτωρ

Ω
Ωρομάζης
--------------------
Στην Ίδην την πολύβρυσην, μάνα θεριών, εφθάσανκαι στο Λεκτό την θάλασσαν δια την στεριάν αφήκαν και κάτω από τα πόδια τους οι λόγγοι σειούν τες άκρες. Ο Ύπνος στάθηκεν αυτού, μη τον ξανοίξει ο Δίας. Και ανέβ’ εις έλατο τρανό που είχε βγει στην Ίδην και ως τον αιθέρ’ απλώνονταν τα απέραντα κλαδιά του.

Αυτού, στου ελάτου τα δασιά κλωνάρια κουρνιασμένος, προς τ’ ορεινό, καλόφωνο πουλί προσομοιάσθη, το λέγουν κύμινδη οι θνητοί, κι οι αθάνατοι Χαλκίδα. Κι Ήρα επάτησε γοργά μίαν κορφήν της Ίδης τον Γάργαρον, κι ευθύς ο Ζευς την είδ’ ο βροντοφόρος. Την είδε και όλην την ψυχήν του συνεπήρε ο πόθος, ωσάν εκείνο τον καιρόν που εχάρηκαν στην κλίνηντο πρώτο γλυκοαγκάλιασμα, κρυφ’ από τους γονείς των. Αντίκρυ της εστάθηκεν εκείνος και της είπε:

«Τι βιαστικά τον Όλυμπον για δω κατέβης, Ήρα; Και αμάξι, αν θέλεις ν’ ανεβείς, και άλογα εδώ δεν έχεις.». Του αντείπε η σεβαστή θεά με δόλον εις τον νουν της: «Στης θρέπτρας γης τα πέρατα θα πάω να ιδώ την μάνα Τηθύν, και τον Ωκεανόν, αρχήν των θεών όλων, οπού με γλυκοανάστησαν στα σπίτια τους εκείνοι. Πηγαίνω αυτού τες άλυτες να λύσω διαφορές τους. Ότι πολύν τώρα καιρόν, ως είναι χολωμένοι δεν θέλουν να συγκοιμηθούν στην νυμφικήν τους κλίνην.

Κι είναι ζεμένα τ’ άλογα της Ίδης εις την ρίζαν, που θα με φέρουν πετακτά της γης και του πελάγου. Και χάριν σου απ’ τον Όλυμπον καθώς με βλέπεις, ήλθα, μην έπειτα μου χολωθείς, αν μυστικά στο δώμαθα πήγαινα του Ωκεανού που τρίσβαθος κυλάει».

Και ο Δίας της απάντησεν ο νεφελοσυνάκτης:

«Εκεί να πας έχεις καιρόν, ω Ήρα, και κατόπιν. Τώρ’ ας πλαγιάσωμεν εμείς τον πόθον να χαρούμε. Ότι θεάς μήτε θνητής ποτέ παρόμοιος έρως στα στήθη δεν μου υπόταξε στα βάθη της ψυχής μου, ούδ’ όταν του Ιξίονος μου άρεσε η γυναίκα, που τον Πειρίθοον γέννησεν ισόθεον στην γνώσιν.

Ούδ’ όταν η καλόφερνη του Ακρισίου κόρη Δανάη, που τον δοξαστόν εγέννησε Περσέα, ουδέ του ενδόξου Φοίνικος η κόρη, που τον Μίνω, και τον θεϊκόν Ραδάμανθυν εγέννησε από εμένα, ούδ’ η Σεμέλη ή στων Θηβών την πόλιν η Αλκμήνη, οπού τον λεοντόκαρδον εγέννησε Ηρακλέα κι η άλλη τον Διόνυσον, χαράν εις τους ανθρώπους. Ή της ωραίας Δήμητρος μου άρεσαν τα κάλλη ή της περίλαμπρης Λητούς, ή πρώτα τα δικά σου, καθώς για σε πόθος γλυκός με συνεπαίρνει τώρα».

Κι η δέσποιν’ Ήρ’ απάντησε με δόλον εις τον νουν της:«Κρονίδη τρομερώτατε, οποίον λόγον είπες!Αν θέλεις τώρα ερωτικά μαζί να κοιμηθούμε της Ίδης εις τες κορυφές, σκέψου ότι φαίνοντ’ όλα. Και τι να γίνει αν μας ιδεί κανείς των αθανάτων στον ύπνον μας και τρέξει ευθύς και το γνωρίσουν όλοι; Από παρόμοιο πλάγιασμα στο δώμα σου να γύρω δεν θα μπορούσα εγώ ποτέ, θα ήταν εντροπή μου, αλλ’ αν σου το ζητά η καρδιά, τον θάλαμόν σου έχεις που σου ’καμεν ο Ήφαιστος ο ποθητός υιός σου με στερεά θυρόφυλλα και με τους παραστάτες. Κει πάμε να πλαγιάσουμε, αφού σου αρέσ’ η κλίνη».

Κι ο Δίας της απάντησεν ο νεφελοσυνάκτης: «Ήρα, ποσώς μη φοβηθείς μη των θεών κανένας ή των ανθρώπων μας ιδεί. Γύρω θ’ απλώσω νέφος χρυσό που μήδ’ ο Ήλιος ανάμεσα θα βλέπει, περαστικόν αν έχει φως, τα πάντα να ξανοίγει».

Είπε και την ομόκλινην αγκάλιασε ο Κρονίδης. Και η θεία γη τους έβγαλε χλωρό χορτάρι νέο, κρόκον, τριφύλλι τρυφερό και φουντωμένα κρίνα, που τους βαστούσαν μαλακά την γην να μην εγγίζουν. Σ’ αυτά πλαγιάσαν με χρυσήν νεφέλην τυλιγμένοι, ωραίαν, οπού λαμπερές τους έραινε σταλούλες.

Έτσι στο Γάργαρον ψηλά, καθώς τον συνεπήραν ύπνος και πόθος, ήσυχα κοιμόταν ο πατέρας στο πλάγι της συντρόφου του. Και ο Ύπνος προς τα πλοία των Αχαιών εχύθη ευθύς την είδησιν να φέρει του γεωφόρου, κι έφθασε και του’πε: «Ω Κοσμοσείστη, μ’ όλην σου τώρα την καρδιά βοήθα τους Αργείους προσώρας καν να δοξασθούν, όσο κοιμάται ακόμη ο Ζευς, που εγώ με κάρωμα γλυκό ζωσμένον έχω, κι η Ήρα τον ξεγέλασε μαζί της να πλαγιάσει.».
[ΙΛΙΑΔΑ: Ξ, στ. 283-377]

"Επιθυμώ δε, ω Κάλλια, να σού αποδείξω επί τη βάσει της μυθολογίας ότι όχι μόνον οι άνθρωποι αλλά και οι θεοί και οι ήρωες προτιμούν την φιλίαν της ψυχής μάλλον παρά του σώματος. Διότι ο Ζευς όσας γυναίκας θνητάς ερωτεύθη δια την ωραιότητα της μορφής των, αφού συνευρέθη με αυτάς, τας άφηνε να μείνουν θνηταί· όσων δε ηγάπησε τας αγαθάς ψυχάς, τους έκαμνε αθανάτους· μεταξύ των οποίων είναι ο Ηρακλής και οι Διόσκουροι και άλλοι. Και εγώ δε λέγω ότι ο Γανυμήδης ανυψώθη από τον Δία εις τον Όλυμπον, όχι χάριν του σώματος, αλλά χάριν της ψυχής του". ΣΩΚΡΑΤΗΣ

Η Αντίληψη του Ερωτικού Πόθου

Όποιος κι εάν είναι ο χαρακτήρας της ερωτικής μας συνάντησης (έντονη, ιστορική, πραγματική), πραγματοποιείται πρώτα στη σφαίρα του φαντασιακού μας.

Το μυαλό μας, τείνει να μας ταυτίζει με τις προσδοκίες του άλλου, ενώ ταυτόχρονα αντιλαμβανόμαστε το άλλο πρόσωπο, ως απάντηση στις δικές μας.

Υπάρχει, δηλαδή, μία αμφίδρομη σχέση, φαντασιακής προβολικής ταύτισης, όπου τα άτομα φέρνουν τις προσδοκίες τους και τη διάθεση να ταυτιστούν με τις προσδοκίες του άλλου.

Το πρόσωπο του πάθους μας, τροφοδοτεί τη φαντασία και τις προσδοκίες μας, τόσο έντονα που εάν αποδειχθεί το αντίθετο, τότε αισθανόμαστε ότι ξαφνικά βρισκόμαστε μπροστά σε κάποιο άγνωστο ή ανεπιθύμητο πρόσωπο.

Τελικά, αυτό που επιθυμούμε ή/και ερωτευόμαστε δεν είναι το πρόσωπο, αλλά η εικόνα που προβάλλουμε πάνω σε αυτό, στη βάση των δικών μας προσωπικών βιωμάτων και εν συνεχεία προσδοκιών.

Ο έρωτας δείχνει να είναι μία έντονη συγκέντρωση της προσοχής μας πάνω σε ένα συγκεκριμένο πρόσωπο. Όλος μας ο κόσμος γίνεται το πρόσωπο αυτό κι η πραγματικότητα μας, τείνει σταδιακά να αντικατασταθεί στη συνείδηση μας από το πρόσωπο αυτό: το πεδίο της όρασης και της προσοχής έλκονται συνεχώς από το ερωτικό μας υποκείμενο.

Κάθε μας προσπάθεια να μετατοπίσουμε την προσοχή μας σε κάτι άλλο, αποβαίνει μοιραία. Τα όρια της συνείδησης μας συρρικνώνονται σε μεγάλο βαθμό, που έχουμε «μάτια» μόνον για το υποκείμενο του πόθου μας.

Η επιτυχία/ευτυχία της σχέσης μας, λέει η Melani Klein, εξαρτάται από τον βαθμό σύγκλισης των ασυνειδήτων των δύο συντρόφων. Μας αναφέρει πως, τα αισθήματα που τρέφει ένας άντρας για μία γυναίκα έχουν πάντοτε τις ρίζες τους στην πρωταρχική του σχέση με τη μητέρα του ή με το πρώτο άτομο το οποίο τον φρόντιζε.

Επειδή η πρωταρχική σχέση με τη μητέρα, στην ενήλικη ζωή, δεν είναι συνειδητή, εκδηλώνεται με διάφορους ασυνείδητους τρόπους.

Ως εκ τούτου, τα κοινά χαρακτηριστικά μεταξύ του πρωτεύοντος υποκειμένου και της ερωτικής συντρόφου, μπορούν να έχουν κοινά εξωτερικά χαρακτηριστικά, έως τη χροιά της φωνής ή κάποιο χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς της.

Ακόμα κι όταν ένας άνδρας επιλέξει μία γυναίκα, της οποίας τα χαρακτηριστικά είναι εκ διαμέτρου αντίθετα με εκείνα της μητέρας του, συμπεραίνουμε ότι η σχέση μεταξύ γιού και μητέρας, τα πρώτα χρόνια της ζωής του, είναι πιεστικά στενή.

Σε τέτοιες περιπτώσεις, συχνά παρατηρείται μία εξαδέλφη ή φίλη, να λάβει τη θέση του πρωτεύοντος υποκειμένου στην ερωτική φαντασία του αγοριού.

Σε γενικές γραμμές, ο άνδρας ψάχνει στις ενήλικες ερωτικές του σχέσεις να ξαναβρεί τις εντυπώσεις και φαντασίες που είχε για το πρωτεύον υποκείμενο.

Στις γυναίκες ισχύει ο ίδιος κανόνας, με μόνη διαφορά ότι, ενώ το πρωτεύον υποκείμενο είναι πάντοτε το ίδιο, δηλαδή η μητέρα, στην πορεία το κορίτσι στρέφει την αγάπη της προς τον πατέρα της.

Σύμφωνα με τον Jacques Lacan, η αφετηρία του οιδιπόδειου συμπλέγματος συμπίπτει με τη σημαντικότερη διαδικασία ωρίμανσης για την ψυχική εξέλιξη του προσώπου, καθώς αποτελεί την διαδικασία μέσα από την οποία συγκροτείται το «εγώ»: «στην αρχή της ζωής του, το παιδί είναι πλήρως εξαρτημένο από την μητέρα του και δεν είναι σε θέση να αναγνωρίσει την εικόνα του στον καθρέφτη. Το «εγώ» του δεν έχει δημιουργηθεί ακόμα.» Κατά τη διάρκεια του δεύτερου έτους της ζωής του, το παιδί σιγά- σιγά θα αρχίσει να ξεχωρίζει την εικόνα του και να ταυτίζεται με αυτήν.

Αυτή είναι η πρωταρχική ταύτιση. Έως τότε, η μητέρα του είναι απολύτως απαραίτητη, ώστε να το ανακουφίζει και να το ενθαρρύνει στην ψυχική του ανάπτυξη.

Ως ενήλικες, λοιπόν, αισθανόμαστε απερίγραπτη έλξη και τάση συγχώνευσης με κάποιο άλλο πρόσωπο, ως βίωμα ερωτικού πάθους. Η σχέση που θα δημιουργηθεί, τείνει να κατεδαφίζει τους υφιστάμενους φραγμούς μεταξύ των συντρόφων, ξένων έως την ώρα της ερωτικής συγχώνευσης.

Όταν όλοι οι φραγμοί μεταξύ των δύο ερωτικών συντρόφων κατεδαφιστούν, τότε μάλλον αναδύεται κάθε πιθανή δυνατότητα για την επίτευξη μίας μοναδικής εγγύτητας με τον ερωτικό μας σύντροφο.

Είναι αυτή που παίζει τον πρωταρχικό ρόλο στον ψυχισμό μας, είναι ο έντονος συναισθηματικός φόρτος που μας ωθεί σε πρωτόγνωρα βιώματα με έντονο πάθος, που συνήθως δεν μπορούμε να διαχειριστούμε. Αυτός ο συναισθηματικός φόρτος, έχει συνήθως αυτή την σεξουαλική ενόρμηση που μας μετουσιώνει και μας φέρνει σε αυτήν την μοναδική κοινωνία με το αντικείμενο του πόθου μας.

Η ΜΥΘΙΚΗ ΣΚΕΨΗ / 1γ. Το παραμύθι της ζωής κι η ζωή του παραμυθιού


Από τα πολύ παλιά χρόνια, δεκάδες, ίσως εκατοντάδες χιλιετηρίδες πίσω, από τότε που ο άνθρωπος αποσπάστηκε από το Προσυνειδητό Άγνωστο και σχημάτισε μια ατομική συνείδηση, μια προσωπική αντίληψη, είχε πάντα, στο βάθος της Μνήμης του και της Αντίληψής του, ότι αποσπάστηκε από κάτι Πολύ Μεγαλύτερο, Κάτι Άγνωστο, που το Ονόμασε Πατέρα Θεό, ή Μητέρα Φύση ή με Άλλα Ονόματα. Και πάντα, στην προσπάθειά του να κατανοήσει το Περιβάλλον, την Ύπαρξή του και να ερμηνεύσει όσα συμβαίνουν, πραγματικά γεγονότα ή απλά φαινόμενα, σχημάτιζε μια ανθρώπινη, ατομική, προσωπική αντίληψη, εικόνα, για την Πραγματικότητα. Με αυτόν τον τρόπο προσπάθησε να εξηγήσει και να «διηγηθεί» στους όμοιούς του, την Δημιουργία του κόσμου, την Σχέση με το Θείο Άγνωστο, την Απώλεια της Παραδεισένιας Κατάστασης όπου υπήρχε Ενότητα στην Ύπαρξη, Ειρήνη και Συνεργασία στην Φύση, μια Ευτυχισμένη Ζωή. Μια Κατάσταση που ίσως να μην υπήρξε ποτέ ιστορικά αλλά ο άνθρωπος πάντα θα ήθελε και πάντα «ονειρευόταν», μια Κατάσταση που ο άνθρωπος έτσι κι αλλιώς «δικαιούται». Με τον ίδιο τρόπο προσπάθησε να εξηγήσει και να «διηγηθεί» τις Προσπάθειες Επανένωσης με την Πηγή της Ζωής, την Αποκατάσταση της Χαμένης Τάξης και την Εναρμόνιση με την Φυσική Πορεία των Πραγμάτων.

Όλες οι διηγήσεις του ανθρώπου, μυθικές στην αρχή τους, πριν την ανατολή της επιστημονικής λογικής σκέψης, έχουν, αναφέρονται, εξιστορούν ή υπονοούν, μια κοσμολογική αντίληψη, μια ερμηνεία των Σχέσεων με την Ύπαρξη και την Πηγή της Ζωής, Ηθικές Επιλογές και Ενάρετες Πράξεις. Όλες οι διηγήσεις στην πραγματικότητα βασίζονται στην Ίδια Αντίληψη και ακολουθούν το ίδιο αντιληπτικό μοτίβο, όσο κι αν διαφοροποιούνται όταν εξιστορούν τα γεγονότα. Όλες οι διηγήσεις δηλαδή έχουν μια Κοσμολογική, μια Ανθρωπολογική, μια Ηθική και μια Πρακτική διάσταση. Στις διάφορες διηγήσεις, που όλες, όπως είπαμε, έχουν ή υπονοούν όλα αυτά τα στοιχεία, μπορεί να υπερισχύει το ενδιαφέρον και να επικεντρώνεται η διήγηση σε μια ιδιαίτερη αντίληψη και σε συγκεκριμένα περιστατικά. Με αυτή την έννοια και μόνο, μέσα στο σύνολο της ανθρώπινης Δημιουργίας, οι Μύθοι χωρίζονται σε Κοσμολογικούς (Θεογονίες, όπως η Θεογονία του Ησιόδου κι άλλες παρόμοιες στους λαούς της Ανατολής ή του Βορά) σε Ανθρωπολογικούς, Μυητικούς Μύθους που μιλούν για την Αποκατάσταση του Ανθρώπου (την Χαμένη Σχέση, με το Θείο, την Γνώση, την Αλήθεια, την Ζωή, την Ευτυχία, το Καλό), σε Ηθικοπλαστικούς (όπου φαίνεται καθαρά ότι οι ηθικές επιλογές έχουν πάντα συγκεκριμένα αποτελέσματα) και σε Πρακτικούς, όπου το αποτέλεσμα των πράξεων είναι αναμενόμενο μέσα σε μια Πραγματική, Φυσική, Ηθική και Δίκαιη Αιτιοκρατία.

Τελικά, σε όλες τις Μυθικές Διηγήσεις του Ανθρώπου, Αυτό που επιζητά ο άνθρωπος είναι η Χαμένη Ακεραιότητα της Ύπαρξης, η Ολοκλήρωση της Αντίληψης και της Γνώσης και της Αλήθειας, η Ευτυχισμένη Ζωή και η Ενάρετη Πράξη, που ξεπερνά τις διαμάχες και τις διαφορές για να φέρει την Ειρήνη στον κόσμο. Η Μυθική Σκέψη που Βασίζεται στις Ανεξάντλητες νοητικές δυνάμεις του ανθρώπου και στην παντοδυναμία της φαντασίας, έχει πάντα την δυνατότητα να Εξηγήσει, να Καθοδηγήσει, να Προσανατολίσει και να Επιλέξει το Ορθό (το Σωστό) από το Λάθος. Με αυτή την έννοια μπορεί όχι απλά να διαφωτίσει την ανθρώπινη συνείδηση αλλά και να δώσει ένα σκοπό στην ζωή και να δείξει την πραγματοποίησή του μέσα από την ηθική επιλογή και την ανθρώπινη (ανθρωπιστική) πράξη. Ως ένα σημείο η Θρησκεία που η Περιοχή της συχνά συγχέεται με την Μυθική Σκέψη, αφού οι ερμηνείες της είναι επίσης αυθαίρετες και μη δικαιολογημένες, έχει τους ίδιους σκοπούς και από αυτή την άποψη Θρησκεία και Μυθολογία προχωρούν παράλληλα. Η Επιστήμη όμως, που θέλει να σέβεται τον εαυτό της και πρέπει πάντα να επαληθεύει όσα λέει, περιορίζει τον χώρο της στην απόλυτη ρεαλιστική πραγματικότητα, γεγονός που αφήνει απ’ έξω όλη την Ηθική και όλο το Άγνωστο Βάθος της Ύπαρξης, δηλαδή το Μεγαλύτερο κομμάτι της Ανθρώπινης Ύπαρξης, του Ανθρώπου. Είναι κατανοητό λοιπόν ότι η Μυθική Σκέψη, που σαν Γενική Αντίληψη περιλαμβάνει όσα δεν είναι αυστηρά επιστημονικά, όχι μόνο δεν έχει ξεπεραστεί κι είναι παρούσα εδώ, στην ζωή μας, αλλά είναι και χρήσιμη, γιατί συμπληρώνει τα κενά που αφήνει η περιορισμένη επιστημονική αντίληψη. Η Δημιουργική Φαντασία έχει απεριόριστους ορίζοντες αλλά δεν πετά ανεξέλεγκτα, προχωρά και δημιουργεί συντεταγμένα, ακολουθώντας λογικούς νόμους και ηθικές επιλογές. Αυτόν ακριβώς τον απόλυτα ορθολογικό αλλά παρόλα αυτά συμβολικό, μυθικό, παραμυθένιο, τρόπο εξιστόρησης της ζωής, χρειάζεται να Δούμε και να αναλύσουμε.

Οι πιο βασικοί μύθοι είναι οι Κοσμογονικοί Μύθοι. Μιλούν για την Δημιουργία του Κόσμου από τον Θεό (ή Κάποια Δύναμη), για την Τριμερή Διαίρεση του Κόσμου, σε Θείο Κόσμο, Πνευματικό Κόσμο των Ψυχών και Υλικό Κόσμο των σωμάτων και των μορφών. Αυτή η βασική κοσμοαντίληψη διαπνέει όλες τις μυθικές αφηγήσεις. Ο Κόσμος (αυτός ο Τριμερής Κόσμος) θεωρείται παντού το Παγκόσμιο Πλαίσιο μέσα στο οποίο εξελίσσεται κάθε ιστορία. Τέτοιες Κοσμογονίες συναντώνται στην Αρχαία Ελλάδα, στην Αίγυπτο, στην Εγγύς Ανατολή (Σουμέριοι, Βαβυλώνιοι,) στην Ινδία, στην Κίνα, ακόμα και στην Αρχαία Προκολομβιανή Αμερική και στην Πρωτόγονη Αυστραλία. Σχεδόν παντού. Ακόμα και η «Δημιουργία» της Ιουδαϊκής Βίβλου δεν ξεφεύγει από τα μυθολογικά πλαίσια. Αυτού του είδους οι Μύθοι, οι Μεγάλοι Κοσμογονικοί Μύθοι, αξίζει να φέρουν το όνομα του Μεγάλου Μύθου. Οι άλλες δευτερογενείς αφηγήσεις προϋποθέτουν πάντα την Κοσμογονία. Εξελίσσονται στα Πλαίσια των Γενικών Μύθων, είναι «παρά τον Μύθο», Παραμύθια. Κι υπάρχουν Ανθρωπολογικά Μυητικά Παραμύθια, Ηθικοπλαστικά Παραμύθια κι απλές Περιπέτειες της ζωής.

Τα Ανθρωπολογικά Μυητικά Παραμύθια είναι από τα πιο σημαντικά μετά τους Κοσμογονικούς Μύθους γιατί μιλούν για τον Άνθρωπο, για την Ουσία και την Ζωή. Ο άνθρωπος, από πολύ παλιά, θεωρούνταν σαν το κατ’ εξοχήν δημιούργημα που είχε το προνόμιο του πνεύματος, της επικοινωνίας με την Δημιουργό Δύναμη, διέθετε τις διανοητικές δυνάμεις για να γνωρίσει τον κόσμο και τα ηθικά εφόδια να δημιουργήσει μια ευτυχισμένη ζωή. Η παρούσα κατάσταση του ανθρώπου, σχεδόν σε όλα τα παραμύθια, αποτελεί μια απώλεια, μια πτώση, μια «έλλειψη», ένα τραυματισμό της δημιουργίας και της ζωής, μια ζωή που δεν είναι αυτή που αξίζει στον άνθρωπο. Έτσι βλέπουμε ότι όλοι οι ήρωες των πιο σημαντικών παραμυθιών βρίσκονται σε κάποια κατάσταση και πρέπει να περάσουν από διάφορες δοκιμασίες και περιπέτειες για να κατακτήσουν αυτό που τους «χρωστά» η ζωή. Αυτή η κατάσταση της απώλειας του παραδείσου, όποιο νόημα κι αν δίνουμε στον παράδεισο, είτε τον θεωρούμε σαν τόπο, κατάσταση, γνώση, ολοκλήρωση κι ευτυχία, ή κάποιο πολύτιμο πράγμα, ένα θησαυρό, περιγράφεται σε όλες τις Παραδόσεις, τις Θρησκείες και τα παραμύθια. Όπως στις Θρησκείες ο άνθρωπος ψάχνει το χαμένο παράδεισο, την Ένωση με την Πηγή της Δημιουργίας, την Επιστροφή στην Αρχή της Δημιουργίας, έτσι και στα παραμύθια ο ήρωας αναζητά την χαμένη ευτυχία ή την ευτυχία που του λείπει σαν τον άνθρωπο, στον οποίο απευθύνεται το παραμύθι, ο ήρωας βιώνει μια απώλεια ή μια δυστυχία και χρειάζεται να δοκιμαστεί για να αποδείξει ότι είναι άξιος της ευτυχίας. Οι παραλλαγές του θέματος μπορεί να είναι άπειρες. Ο ήρωας μπορεί να χαθεί ή να χάσε κάτι, να τραυματιστεί ή να χρειάζεται να ταξιδέψει, να ανακαλύψει ή να πολεμήσει με εχθρούς και θηρία. Όλη η διήγηση, που είναι εξιστόρηση των δοκιμασιών δεν είναι αυθαίρετη. Διαθέτει συμβολισμό και ακολουθεί κανόνες. Οι δοκιμασίες, τα ταξίδια, ακολουθούν μια σταδιακή εκλέπτυνση που αποτυπώνει την πνευματική εξέλιξη κι ωριμότητα του ήρωα μέχρι τον τελικό στόχο. Από τους μύθους του Ηρακλή και το μυθικό ταξίδι του Οδυσσέα πίσω στην Ιθάκη, μέχρι τα αγαπημένα παραμύθια της Σταχτοπούτας, της Χιονάτης ή της Πεντάμορφης, όλες οι ιστορίες περνούν τον ήρωα μέσα από τα φώτα της δοκιμασίας για να φτάσει στο τέλος στην Πραγματική Αληθινή Ηθική και Πρακτική Ανταμοιβή, το Ευτυχισμένο Τέλος. Μερικές φορές ο συμβολισμός είναι απλός αν και όχι απλοϊκός, όπως στον μύθο του Ιάσονα που αναζητά στην μακρινή Κολχίδα της Μαύρης Θάλασσας το Χρυσόμαλλο Δέρας ή τον μύθο του Ηρακλή που αναζητά τα Χρυσά Μήλα των Εσπερίδων πέρα από τα Στενά του Γιβραλτάρ ή τον Πάρσιφαλ που αναζητά το Γκράαλ, το Άγιο Δισκοπότηρο του Ιησού, (στο βιβλίο του Κρετιέν ντε Τρουά «Πάρσιφαλ ή το Έπος του Γκράαλ» που αναφέρεται στην ιπποσύνη και στην μυθολογία του Βασιλιά Αρθούρου). Άλλοτε ο συμβολισμός κρύβεται μέσα στην αναζήτηση της χαμένης οικογένειας, ή ενός ή μιας αγαπημένης. Συχνά υπάρχει πρόσθετη βοήθεια από τις καλές δυνάμεις (από τα αποθέματα του πνευματικού κόσμου). Μερικές φορές το Τέλος δίνεται με μια συμβολική μετάληψη, όπως στο αθάνατο νερό που όλοι αναζητούν ή με το φιλί αγάπης που μεταμορφώνει το τέρας σε πρίγκηπα ή ένα φιλί ζωής που ξυπνά την ωραία κοιμωμένη. Όπως όμως κι αν εξιστορηθούν οι διάφορες περιπέτειες του ήρωα όλα καταλήγουν στον Πραγματικό Αληθινό Ηθικό και Πρακτικό Θρίαμβο της Ζωής, στην Ευτυχισμένη Ζωή. Για αυτό κι όλα τα παραμύθια τελειώνουν με μια διαπίστωση, ότι οι ήρωες ζήσαν καλά και με μια ευχή, εμείς να ζήσουμε καλύτερα. Αν βέβαια είχαμε τα αυτιά μας ανοιχτά και διδαχτήκαμε κάτι από την σοφία των παραμυθιών.

Στην πραγματικότητα, αν εξετάσουμε λίγο προσεκτικά την φιλολογική παραγωγή του ανθρώπου, χιλιάδες χρόνια τώρα, θα δούμε ότι όλες οι μεγάλες ιστορίες γράφτηκαν στο ίδιο Μοτίβο, με τον ίδιο τρόπο. Το Μυθιστόρημα δεν είναι παρά ένα παραμύθι το οποίο έχει ίσως χάσει την επαφή με ανώτερες εσωτερικές πνευματικές δυνάμεις και περιορίζεται στον άνθρωπο και στην πεζότητα της ζωής. Αλλά βλέπουμε κι εδώ ότι ο ήρωας αναζητά αυτό που απώλεσε ή δικαιούται από την ζωή και περνά από χίλιες δυο δοκιμασίες για να φτάσει στο Τέλος, στο Τελείωμα και στην Τελείωση. Μπορούμε, για παράδειγμα, να δούμε μέσα στην Αθάνατη «Χριστουγεννιάτικη Ιστορία» του Ντίκενς την σταδιακή εξάγνιση του Σκρουτζ, ή να ακολουθήσουμε τις περιπέτειες του Γιάννη Αγιάννη στους «Άθλιους» του Ουγκώ μέχρι την Τελική Δικαίωση. Μολονότι τα Παγκόσμια Αριστουργήματα της Λογοτεχνίας δεν κατατάσσονται στα Παραμύθια στην πραγματικότητα όμως ακολουθούν το Ίδιο Κλασσικό Πρότυπο. Οι Ήρωες του Σαίξπηρ, ο Φάουστ του Γκαίτε και τόσοι άλλοι ήρωες των μυθιστορημάτων ακολουθούν πάντα την ίδια πορεία εξάγνισης, προς την ίδια πάντα ολοκλήρωση της ζωής, μια ζωής που μπορεί να ξεπεράσει τα στενά πλαίσια της γήινης ζωής, γιατί μπορεί η αλήθεια να είναι και στον θάνατο (στον ηρωικό θάνατο), στο Άχρονο, στην Αιωνιότητα, πέρα από τον φθαρτό κόσμο τον μορφών, όπως συχνά συμβαίνει στις Αρχαιοελληνικές Τραγωδίες και στις Σαιξπηρικές Τραγωδίες. Απλά χρειάζεται να διαβάζουμε προσεκτικά.

Τα Παραμύθια όμως, σε αντίθεση με την θρησκευτική αγιολογία (βίοι αγίων) ή τα σύγχρονα μυθιστορήματα, διατηρούν εκείνη την Φυσικότητα, την Απλότητα και την Αμεσότητα της Ίδιας της Ζωής, που είναι ολόκληρη εδώ. Θεός, πνεύματα, ψυχές, μάγοι και τέρατα, καλές και κακές νεράιδες, είναι όλα εδώ, σαν εκφράσεις της Ίδιας της Ζωής, που ζούμε, που αγγίζουμε, που ψηλαφίζουμε. Μόνο που όλα αυτά δεν περιγράφουν εξωτερικά αντικείμενα αλλά εσωτερικές καταστάσεις του ανθρώπου, επίπεδα πνευματικής κατανόησης, ηθικά αισθήματα και επιλογές ανάμεσα στην Οδό της αρετής και τον δρόμο της κακίας. Ο Ηρακλής του Μύθου δεν είχε να διαλέξει ανάμεσα σε δυο πραγματικούς χωμάτινους δρόμους που του έδειχναν κατευθύνσεις στον εξωτερικό κόσμο. Χρειαζόταν να κάνει Ηθικές Επιλογές, να Κατανοήσει Πνευματικά και να Ολοκληρωθεί σαν Ύπαρξη.

Διόραση: Μία “ματιά” σε άλλους κόσμους ύπαρξης

Η Διόραση είναι η ψυχική ικανότητα με την οποία ο κάτοχος της μπορεί, μέσω του ματιού του μυαλού του, να δει ανθρώπους, πράγματα και γεγονότα σε άλλους χρόνους και Πεδία Ύπαρξης. Η αγγλική λέξη “Clairvoyance” σημαίνει “Καθαρή Όραση”. Πολλά Πνευματικά Διάμεσα (mediums) κατέχουν την ικανότητα αυτή, επιτρέποντας τους να δουν και να περιγράψουν, ανάλογα την ισχύ της ικανότητα τους, πνεύματα των νεκρών. Η ανθρώπινη Ιστορία είναι πλούσια σε ανθρώπους με αυτή την εξαιρετική ικανότητα.

Ο Διορατικός είναι απλά ένας άνθρωπος που αναπτύσσει μέσα του την δύναμη να αποκρίνεται σε άλλη οκτάβα εκτός της καταπληκτικής γκάμας των πιθανών δονήσεων, και έτσι επιτρέπει στον εαυτό του να δει περισσότερα από τον κόσμο γύρω του από εκείνους που έχουν πιο περιορισμένη αντίληψη.” – Τσαρλς Ουέμπστερ Λίντμπητερ

Στην Βίβλο, υπάρχει μια αναφορά σε μια γυναίκα η οποία επικαλέστηκε το πνεύμα του προφήτη Σαμουήλ, υπό τις προσταγές του Βασιλιά του Ισραήλ, Σαούλ. Λανθασμένα η “Γυναίκα του Έντορ” (μία από τις πόλεις της Χανάαν ή Καναάν που έπασχε από εξαρτήσεις, από τις οποίες οι Ισραηλίτες δεν μπόρεσαν να απαλλαγούν. Πρώτη αναφορά γίνεται στο “Βιβλίο του Ιησού του Ναυή” (17:11)), θεωρείται ως Μάγισσα, όπως είναι η συνήθης παρανόηση. Στα Βιβλικά Εβραϊκά ή Αρχαϊκά Εβραϊκά, την περιέγραφαν ως “μια γυναίκα που έχει ένα οικείο πνεύμα”, δηλαδή έναν φύλακα άγγελο ή πνευματικό οδηγό. Όταν ο Βασιλιάς Σαούλ συναντήθηκε με την γυναίκα, παρόλο που προσπάθησε να απαλλαγεί από τέτοιου είδους Διάμεσα, του περιέγραψε με εξαιρετική λεπτομέρεια όλα όσα έβλεπε: «Θεούς βλέπω να ανέρχονται από τη γη. Ένας άνδρας γηραιός ήρθε και καλυμμένος με λευκό μανδύα είναι». Όπως αποκαλύφθηκε αργότερα, αυτός ήταν ο Προφήτης Σαμουήλ με τον οποίο μίλησε ο Βασιλιάς, μέσω της διορατικής ικανότητας της γυναίκας.

Εκτός δεν θα μπορούσε να μείνει το διορατικό όραμα του Ησαΐα, το οποίο αποτελεί ένα από τα πιο εκπληκτικά οράματα της Βίβλου. Σύμφωνα με τα γραπτά, τη χρονιά που ο Βασιλιάς Οζίας πέθανε (βιβλικό πρόσωπο του Βασιλείου του Ιούδα, ο οποίος αναφέρεται και ως Αζαρίας), ο Ησαΐας είδε τον Κύριο να κάθεται σε θρόνο, σε όλη του τη Δόξα, έχοντας δίπλα του ένα Σεραφείμ. Μέσα από το όραμα του, ο Ησαΐας αντιλήφθηκε την αδυναμία του και τη μοχθηρία του, και μέσα από την θεϊκή κάθαρση, ήταν έτοιμος να διαδώσει το μήνυμα του Θεού στο λαό του Ισραήλ.

Η Διόραση όμως δεν είναι μια απλή εξωαισθητήρια ικανότητα, όπως παρουσιάζεται στις ταινίες. Σύμφωνα με τον William E. Buttler, η Διόραση διακρίνεται σε Ψυχολογική, Χωρική, Αστρική και Αληθώς Πνευματική. Βέβαια σε αρκετές περιπτώσεις τείνει να την συνδυάζει με τη Διοσυναίσθηση (“Clairsentience” στα αγγλικά είναι η ψυχική ικανότητα της “Καθαρής Συναίσθησης”, της ψυχικής αντίληψης εικόνων, γεύσεων, μυρωδιών, ήχων, συναισθημάτων και φυσικών αισθήσεων). Από την άλλη ο Λούις Σπένς, αποκρυφιστής ποιητής, συγγραφέας και λαογράφος, διαχωρίζει την ικανότητα να βλέπει κάποιος ανθρώπους και γεγονότα στο παρόν από την ικανότητα να βλέπει κάποιος το παρελθόν. Ο δε παραψυχολόγος και ψυχοαναλυτής Νάντορ Φόντορ, διακρίνει την Χ-ray Διόραση (μορφή της Διόρασης με την οποία μπορεί κάποιος να βλέπει μέσα από κλειστά ή σφραγιστά αντικείμενα, όπως είναι ένας φάκελος ή ένας πέτρινος τοίχος), την Ιατρική (μορφή της Διόρασης με την οποία μπορεί κάποιος να δει την ασθένεια και μέσα από την αύρα να κάνει διάγνωση. Ο ορισμός αυτός υφίσταται και για την Ιατρική Διοσυναίσθηση), την Περιοδεύον (μορφή Διόρασης επίσης και είναι γνωστή ως “Απομακρυσμένη Όραση” (Remote Viewing), με την οποία κάποιος μπορεί να δει πραγματικούς ανθρώπους και γεγονότα από μεγάλη απόσταση) και την Πλατφορμική (η μορφή αυτή της Διόρασης είναι όταν εκδηλώνεται πάνω σε επιφάνεια υπό την παρουσία κοινού, όπως είναι η Séance).

Υπάρχουν πολύ γνωστές υποθέσεις εκδήλωσης αυτής της ικανότητας, και μια είναι αυτής της 19χρονης Νελ Κρόπσι ή όπως ήταν γνωστή ως “η Όμορφη Νελ”. Η ιστορία ξεκινάει με την εξαφάνιση της στις 21 Νοεμβρίου 1901. Η Νελ ήταν μια όμορφη κοπέλα με καστανά μαλλιά και μπλε μάτια. Ζούσε με την οικογένεια της στην πόλη Ελίζαμπεθ της Βόρειας Καρολίνας και είχε σχεδιάσει να επισκεφθεί τη οικογένεια της πριν τις Ευχαριστίες. Δυστυχώς η κοπέλα ποτέ δεν έφτασε και ο σύντροφος της, ο Τζιμ Γουίλκοξ, ήταν ο τελευταίος που την είδε. Σύμφωνα με την μαρτυρία του, ο Τζιμ ομολόγησε πως εκείνο το βράδυ που εξαφανίστηκε είχε πάει να την δει στο σπίτι της όπου και τελικά χώρισαν μεταξύ τους. Ο αδερφός της κοπέλας όμως και ο πατέρας της δεν την είδαν να επιστρέφει. Κατά τις 11 εκείνο το βράδυ, η αδερφή της Νελ την είδε να βρίσκεται στο κήπο του σπιτιού, χωρίς να επιστρέφει μέσα. Αργότερα φαντάστηκε πως γύρισε ήσυχα μέσα αλλά κανείς όμως δεν την βρήκε το επόμενο πρωί. Κατά την ανάκριση, η ιστορία του Τζιμ ήταν μια εντελώς διαφορετική εκδοχή, με αποτέλεσμα να τον συλλάβουν και αργότερα να τον αφήσουν ελεύθερο. Η λύση της υπόθεσης δεν άργησε να έρθει. Στις 6 Δεκεμβρίου της ίδιας χρονιάς, στο σπίτι της Νελ εμφανίστηκε ένα Διορατικό Διάμεσο, γνωστή ως Σνελ Νιούμαν. Σύμφωνα με τα λεγόμενα της, ο Τζιμ είχε δολοφονήσει την Νελ με χρήση χλωροφόρμιου για να τυλίξει το σώμα της κοπέλας μέσα σε κουβέρτα και να το οδηγήσει εκτός πολιτείας για να την σκοτώσει και να την πετάξει μέσα σε ένα πηγάδι. Όταν οι αστυνομικές αρχές εξέτασαν το πηγάδι το οποίο τους είχε υποδείξει η Διάμεσος, δε βρήκαν το πτώμα της κοπέλας, αλλά δυο μέρες μετά τα Χριστούγεννα, βρέθηκε μόνο του να επιπλέει στο ποτάμι. Όταν το βρήκαν, το σώμα της κοπέλας ήταν γεμάτο μώλωπες και ύπουλο χτύπημα στο μέτωπο. Ο Τζιμ τελικά συνελήφθη για δεύτερη φορά, και καταδικάστηκε με 15 χρόνια φυλάκιση, σύμφωνα με απόφαση του δικαστηρίου.

Στις 10 Αυγούστου 1901, συναντάμε δυο Αγγλίδες ακαδημαϊκούς που επισκέφθηκαν τις Βερσαλλίες. Η υπόθεση αυτή φαίνεται να είναι η καλύτερη σχετικά με Διορατική εκδήλωση. Η Έλεανορ Ζουρντέν, κόρη του εφημέριου του Ντέρμπισαϊρ και η Άννι Μόμπερλι, κόρη του επισκόπου του Σόλσμπερι, έφυγαν από το Γκράντ Τριανόν και ακολουθώντας ένα μεγάλο δρόμο προς το Πετίτ Τριανόν, για μια στιγμή νόμιζαν ότι χάθηκαν. Όπως είπε η Έλεανορ:

“Ακολουθήσαμε εκείνο το μονοπάτι, αλλά πριν φτάσουμε σε αυτό που μάθαμε αργότερα ότι είναι η κύρια είσοδος, είδα μια πύλη που οδηγούσε σε ένα μονοπάτι το οποίο ήταν κάτω από το επίπεδο που βρισκόμασταν, και καθώς ο δρόμος ήταν ανοιχτός και βλέπαμε την είσοδο που χρησιμοποιούνταν, είπα στην Άννι «Λες να δοκιμάσουμε το μονοπάτι; Πρέπει να οδηγεί στο σπίτι». Το ακολουθήσαμε και αρχίσαμε να νιώθουμε σαν να ζούσαμε μέσα σε ένα όνειρο. Η ατμόσφαιρα ήταν στάσιμη, απόκοσμη και καταθλιπτική. Το περιβάλλον έμοιαζε δυσάρεστο, αφύσικο και επίπεδο, σχεδόν σαν δυσδιάστατη. Διασταυρωθήκαμε με ένα μονοπάτι και μπροστά μας είδαμε ένα κτίριο που αποτελούνταν από κολώνες, οι οποίες στήριζαν την οροφή, να είναι τοποθετημένο πίσω από δέντρα. Είδαμε δυο άντρες που έμοιαζαν με κηπουροί, με ρούχα της εποχής και τριγωνικά καπέλα. Μας είπαν να συνεχίσουμε ευθεία. Είδαμε μια γέφυρα και ένα κιόσκι όπου δίπλα καθόταν ένας άντρας με καμπουριαστό καπέλο και μανδύα. Η εμφάνιση του ήταν διαβολική και είχα την αίσθηση πως ενώ δεν κοιτούσε προς το μέρος μας, ήθελα έντονα να τον προσπεράσουμε”.

Οι γυναίκες αργότερα περιέγραψαν σημεία αρχιτεκτονική και το περιβάλλον, που όλα έδειχναν πως όλα χρονολογούνταν κοντά στο 1770, καθώς έπειτα έγιναν αλλαγές σε κάποια σημεία του Πετίτ Τριανόν. Η όλη τους εμπειρία διήρκησε μόλις μισή ώρα.

Μια παράξενη, αρρωστημένη αλλά και ταυτόχρονα σημαντική υπόθεση Διόρασης είναι αυτή της Πατρίσα Λιστ. Στις 9 Νοεμβρίου 1971, ο λογιστής Τζον Εμίλ Λιστ, μεθοδικά δολοφόνησε την οικογένεια του με το προσωπικό του ημι-αυτόματο περίστροφο και το Κόλτ του πατέρα του. Όσο τα παιδιά έλειπαν στο σχολείο, πυροβόλησε την 46χρονη γυναίκα του Έλεν, στο πίσω μέρος του και την 84χρονη μητέρα του Άλμα πάνω από το αριστερό μάτι. Όταν η κόρη του Πατρίσα (ετών 16) και ο γιος του Φρέντερικ (ετών 13), γύρισαν από το σχολείο, τα πυροβόλησε και τα δυο στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Μετά το μεσημεριανό του, πήγε στη τράπεζα, έκλεισε τους λογαριασμούς του δικού του και της μητέρας του, και πήγε να δει τον ποδοσφαιρικό αγώνα του μεγαλύτερου γιου του Τζον (ετών 15). Στην επιστροφή, τον πυροβόλησε απανωτά στο θώρακα και στο πρόσωπο.

Η Πατρίσα ήταν να εμφανιστεί στα δοκιμαστικά για ένα θεατρικό του σχολείου, αλλά ο καθηγητής Δράματος, Εντ Ιλιάνο, ανησύχησε που δεν ήρθε. Και ένα παραπάνω γιατί η κοπέλα είχε ομολογήσει στον ίδιο πως ο πατέρας της ήθελε να την σκοτώσει. Ήθελε να πάει στο σπίτι της αλλά με αστυνομική συνοδεία. Στις 7 Δεκεμβρίου, σχεδόν ένα μήνα μετά και μετά από αναφορές γειτόνων οι οποίοι παρατήρησαν πως τα φώτα της έπαυλης ήταν όλη μέρα αναμμένα, οι αστυνομικές αρχές πήγαν στο σπίτι. Δεν βρήκαν κανέναν ζωντανό μέσα και μετά από έρευνα βρήκαν τα πτώματα των παιδιών και της γυναίκας του μέσα σε υπνόσακους στη σάλα χορού της έπαυλης και της μητέρα του στη σοφίτα του διαμερίσματος της. Μετά από 18 χρόνια, ο Τζον Λιστ συνελήφθη (παρόλο που είχε αφήσει σημείωμα 5 σελίδων όπου ομολογούσε τις πράξεις του) έπειτα από την μετάδοση της ιστορίας του εγκλήματος του στην εκπομπή “America’s Most Wanted”. Καταδικάστηκε πεντάκις ισόβια για πενταπλή δολοφονία πρώτου βαθμού, χωρίς όρους αποφυλάκισης. Πέθανε στις 21 Μαρτίου 2008.

Αλλά άλλες δυνάμεις βοήθησαν στον εντοπισμό του, παρά την συμπτωματική μετάδοση. Παραμονή της 13ης επετείου της δολοφονίας της οικογένειας Λιστ, η υπόθεση για κάποιο άγνωστο λόγο προκάλεσε πάλι ενδιαφέρον. Ο πρώην ντεντέκτιβ της υπόθεσης, Τζέφρι Πωλ Χάμελ, και πλέον εργαζόμενος στη Μείζων Μονάδα Εγκλήματος για το γραφείο του Εισαγγελέα. Μέχρι τότε πίστευαν πως ο Τζον Λιστ ήταν νεκρός αλλά ο Τζέφρι πίστευε το αντίθετο καθώς δεν υπήρχαν στοιχεία και αποδείξεις περί του θανάτου του. Αποφάσισε λοιπόν να ζητήσει τη βοήθεια από μια ντεντέκτιβ Διάμεσο Ελίζαμπεθ Λέρνερ, η οποία είχε βοηθήσει στην επίλυση άλλων υποθέσεων. Σύμφωνα με αυτή, ο Τζον ήταν όντως ζωντανός και ταξίδευε από μέρος σε μέρος με λεωφορείο, αλλά όχι μόνος του. Είχε πλέον νέα γυναίκα, η οποία είχε κάποια σύνδεση με τη Βαλτιμόρη και για τον ίδιο είχε κάποιο σημαντικό ρόλο η “Βιρτζίνια”. Τα οράματα της βγήκαν αληθινά από την στιγμή που ο Τζον έφυγε με το λεωφορείο και ήταν ήδη παντρεμένος με την Ντελόρες, τη δεύτερη γυναίκα του από την Βαλτιμόρη. Πήγαν στην συνέχεια στο Κολοράντο. Η σύλληψη του έγινε στην Βιρτζίνια όταν τον μαρτύρησε γείτονας.

Πέρα από τις υποθέσεις που αναφέρθηκαν, η Διόραση είναι μια ικανότητα που μπορεί να εκδηλωθεί είτε εξωτερικά είτε εσωτερικά. Πολλά παραδείγματα εκδήλωσης της Διόρασης μπορεί να συνδέονται με το εδώ και τώρα, αλλά μπορεί να εκδηλωθεί και με μηχανικούς τρόπους όπως: η χρήση ναρκωτικών ουσιών, θυμιαμάτων και υπνωτισμού, κρυσταλομαντείας και άλλες μέθοδοι. Όσοι ασχολούνται με την Μαγική Τέχνη μπορούν να την επικαλεστούν μέσα από τελετουργικό χορό και τραγούδι. Μπορεί να συμβεί φέρνοντας τον εαυτό του κάποιος σε κατάσταση έκστασης (όπως συμβαίνει με τους Αναστενάρηδες), το οποίο συμβαίνει τελετουργικά εδώ και χιλιάδες χρόνια, προκαλώντας έντονα διορατικά οράματα. Σύμφωνα με κάποια Διάμεσα, ο καθένας μπορεί να αναπτύξει μια τέτοια ικανότητα μετά από κατάλληλη εκπαίδευση.

Η σκεπτομορφή του θανάτου

Εἴπαμε ὅτι, γιά τίς ψυχές πού ἐπανενσαρκώνονται ἀπό τό κάτω νοητικό, δέν προβλέπεται συγκεκριμένος τρόπος θανάτου ἐκ τοῦ σχεδίου των.

Εἶναι ὅμως πολύ σημαντικό νά θυμᾶσθε τοῦτο: Κατά τήν διάρκεια τῆς βιώσεως, κάθε μία ἀπ’ αὐτές τίς ψυχές διαμορφώνει τόν θάνατό της. (Ὑπάρχουν παραδόσεις λαῶν πού μιλοῦν ἀκριβῶς γι’ αὐτό τό ζήτημα, ἀναφέροντας ὅτι: «κάθε ἄνθρωπος κουβαλάει τόν θάνατό του»).

Τό ὅτι κάθε ἄνθρωπος «δημιουργεῖ τόν θάνατό του» ὀφείλεται σ’ ἕναν ἰδιαίτερο μηχανισμό τοῦ ὑποσυνειδήτου, ἐνσωματωμένο στό συλ­λογικό ὑποσυνείδητο καί ὁριζόμενο τόσο ἀπό τά περιεχόμενα τοῦ ἀσυνειδήτου τῆς Ἀνθρωπότητος, ὅσο καί ἀπό τά ἰδιαίτερα περιεχόμενα τοῦ συλλογικοῦ ὑποσυνειδήτου κάθε κοινωνίας.

Τοῦτα ὅμως δέν εἶναι τοῦ παρόντος.

Ὁ τρόπος ζωῆς, οἱ συνήθεις ἀπορροές καί οἱ περί ψυχῆς, μετά θάνατον ζωῆς καί περί θανάτου πεποιθήσεις τοῦ ἀνθρώπου διαμορφώ­νουν, κατασκευάζουν, συνήθως σιγά­ σιγά, μία μορφή ­σκέψη πού ἰσχυροποιεῖται λαμβάνοντας τροφή ἀπό τά σχετικά συναισθήματα.

Γιά τούς ἀνθρώπους αὐτῆς τῆς ὁμάδος (νεαρῆς ἐξελίξεως στόν παρόντα κύκλο Ἐξελίξεως τῆς Ψυχῆς), ἡ σκεπτομορφή τοῦ θανάτου ἀρχίζει νά διαμορφώνεται σέ κάποια στιγμή τοῦ βίου καθενός, ὅταν συμβεῖ νά ἔλθει ἀντιμέτωπος γιά πρώτη φορά μέ τόν θάνατο ἤ τήν ἀπώλεια.

Ἴσως εἶναι ὁ θάνατος οἰκείου ἤ ξένου ἀνθρώπου πού ὑποκινεῖ αὐτήν τήν διαδικασία, ἴσως εἶναι ὁ θάνατος ἤ ἡ ἀπομάκρυνση ἑνός ζώου, ἐάν βιώνεται (ἡ ἀπομάκρυνση) ὡς ἀπώλεια, κάποτε ὁ θάνατος ἑνός δέν­δρου ἤ ἡ ἀπώλεια ἑνός φορτισμένου μέ συναισθηματική ἀξία ἀντικειμέ­νου.

Συμβαίνει λοιπόν σέ διαφορετική φυσική ἡλικία γιά κάθε ἄνθρω­πο καί ἐξαρτᾶται ἀπό τίς ἰδιαίτερες, συνολικές του συνθῆκες, ἐξωτερικές καί ἐσωτερικές.

Στίς ἐσωτερικές συνθῆκες, περιλαμβάνονται συνήθως οἱ ἐγγραφές ­ἀποτυπώσεις (οἱ ἐξ ὑποσυνειδήτου μνῆμες) τοῦ τρόπου καί τῶν συνθηκῶν θανάτου προηγουμένων βιώσεων, οἱ ὁποῖες, πολλές φορές «εὐθύνονται» γιά τόν ἐκδηλωνόμενο ἐνωρίς καί ἐντόνως «φόβο θανά­του».

Ἄρα εἶναι πάντοτε ζήτημα ἐξατομικευμένης διερευνήσεως τό ἄν ἤδη ὑφίσταται ἡ σκεπτομορφή, ἄν εἶναι ἤδη διαμορφωμένη καί σέ ποῖον βαθμό παγιωμένη.

Ὅμως: ἀκόμη καί ἄν πρόκειται γιά μία «ἰσχυρή συγκρότηση παγιω­μένη ἀπό χρόνια», δέν παύει νά ἀποτελεῖ ἁπλῶς σκεπτομορφή. Καί εἶναι σαφές ὅτι μία ἰσχυρή ἐκπομπή ὑψηλοτέρας δονήσεως, ἀπό τόν ἴδιο τόν φέροντα ἤ ἀπό ἄλλον ἄνθρωπο (ἔνσαρκο) βοηθό ­ ἐξυπηρετητή ­ συμπα­ραστάτη ­ ἀγαπημένο, δύναται νά διαφοροποιήσει ἀκόμη καί νά ὑποσκε­λίσει ἤ νά διαλύσει τήν συγκεκριμένη σκεπτομορφή, ἀντικαθιστῶντάς την ἐν μέρει ἤ ἐξ ὁλοκλήρου.

Οι μοντερνιστές φιλόσοφοι για την ανθρώπινη φύση

Η Μεταρρύθμιση: Ποιος είναι αρμόδιος για την Πίστη; Ο Χριστιανισμός κυριαρχούσε στα κοινωνικοπολιτικά και θρησκευτικά δρώμενα της Ευρώπης για περισσότερο από 1000 χρόνια, από την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας μέχρι τον 17ο αιώνα τουλάχιστον. Η πρώτη μεγάλη διαίρεση της Χριστιανοσύνης έγινε με το Σχίσμα του 1054 όταν η Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία διασχίσθηκε από την Δυτική Καθολική. Ωστόσο, η κυριαρχία της Καθολικής Εκκλησίας στην Ευρώπη διαταράχθηκε από την σταδιακή εμφάνιση και επικράτηση τεσσάρων πετυχημένων καλλιτεχνικών ρευμάτων: της Αναγέννησης, της Μεταρρύθμισης, της επιστημονικής επανάστασης του 17ου αιώνα και τέλος, του Διαφωτισμού.

Με τον όρο Αναγέννηση εννοούμε την ανάπτυξη εννοιών όπως η Λογική και ο Ανθρωπισμός, εννοώντας κυριολεκτικά την επανεμφάνιση των Αρχαιοελληνικών και Ρωμαϊκών ιδεών. Το επόμενο μεγάλο κίνημα ήταν η Μεταρρύθμιση, το οποίο ξεκίνησε όταν ο Μαρτίνος Λούθηρος θυροκόλλησε τις 95 θέσεις του έξω από την Γερμανική εκκλησία του. Υπήρχαν κι άλλες ρηξικέλευθες φωνές πριν από το Λούθηρο, όπως ο Τζον Ουίκλιφ και ο Γιαν Χoυς, όμως η κίνηση του Λούθηρου ήταν αυτή που πυροδότησε την Μεταρρύθμιση. [Και ο Ουίκλιφ, ο οποίος ήταν ένας από τους πρώτους που μετέφρασε την Βίβλο στα Αγγλικά, και ο Χους είχαν τραγικό τέλος. Ο Χους κάηκε στην πυρά, ενώ ο Ουίκλιφ θεωρήθηκε αιρετικός και αφού έγινε η εκταφή της σορού του κάηκε επίσης στην πυρά. Άλλος ένας μεταφραστής της Βίβλου, ο Ουίλιαμ Τίντεϊλ, είχε το ίδιο τέλος με τους προηγούμενους.]

Ο Λούθηρος είχε πολλές διαφωνίες με την Καθολική Εκκλησία, με βασική αυτή της πρακτικής των συγχωροχαρτιών, με τα οποία θεωρούσαν μέχρι τότε οι άνθρωποι ότι θα εξασφαλίσουν μία θέση στον παράδεισο. Ως προς το θεολογικό κομμάτι, ο Λούθηρος πίστευε ότι ο άνθρωπος θα σωθεί μόνο από την πίστη του και από την Θεία Χάρη και ότι η Εκκλησία δεν θα έπρεπε να λειτουργεί ως μέσο μεταξύ του Θεού και των ανθρώπων. Επίσης αποκήρυξε την Λογική του ανθρώπου, την οποία χαρακτήρισε ως «η πόρνη του Διαβόλου» όπως έχει μείνει στην ιστορία ως απόφθεγμα του. [Απορρίπτει την Εκκλησία, τον σχολαστικισμό της και την άνοδο της Λογικής ως σύνδεση με την Αναγέννηση]. Θεωρούσε τις Γραφές ως την μόνη αυθεντική πηγή θρησκευτικής αλήθειας, σε σύγκριση με την Εκκλησία.

Η θρησκευτική μεταρρύθμιση, ειδικά η έμφαση στην πίστη και στην αυθεντία της Βίβλου, επικράτησε στην Βόρεια Ευρώπη. Ειδικότερα η έμφαση στις Γραφές έγινε πιο έντονη στην φιλοσοφία του Ιωάννη Καλβίνου. Ο Ιωάννης Καλβίνος συνέβαλε μεταξύ άλλων στο να γίνει η Γενεύη θεοκρατική πολιτεία και οι ιδέες του ταξίδεψαν στην Αγγλία αρχικά με τους Προτεστάντες και έπειτα στην Αμερική όπου αναπτύχθηκε το δόγμα της απόλυτης αυθεντίας της Βίβλου. Φυσικά αυτό προκάλεσε νέα προβλήματα καθώς τέθηκε το θέμα της ερμηνείας της Βίβλου. Κάποιες σέκτες, όπως οι Κουάκεροι για παράδειγμα, έδωσαν περισσότερη έμφαση στην θρησκευτική εμπειρία. Όλες αυτές οι διαφορές οδήγησαν σε αιματηρές συγκρούσεις και πολλές φορές σε γενοκτονίες μεταξύ των διαφόρων θρησκευτικών ομάδων. [Σήμερα η Ευρώπη δεν ακολουθεί κάποιο θρησκευτικό ρεύμα, ενώ η Αμερική είναι αρκετά πιο θρησκευόμενη].

Η άνοδος της Επιστήμης: Πως εφαρμόζονται οι επιστημονικές μέθοδοι στους ανθρώπους; – Η επανάσταση της Επιστήμης τον 17ο αιώνα άλλαξε τον ρου της ιστορίας. [Κοιτάξτε γύρω σας και θα δείτε παντού τα αποτελέσματα της μεγαλειώδους επιρροής της.] Ο συνδυασμός των πειραμάτων [ που συνδέθηκαν με τον Φράνσις Μπέικον] και της μαθηματικής λογικής που χρησιμοποιήθηκε από τον Γαλιλαίο και από τον Νεύτωνα έδειξε ότι η επιστήμη μπορεί να εξηγήσει τα φυσικά φαινόμενα του ουρανού και της γης. Αυτό είχε ως συνέπεια να θεωρείται ανώφελο να στραφεί κάποιος στην Βίβλο και στην Εκκλησία γενικότερα για θέματα που άπτονται της Επιστήμης. Όμως το πραγματικό ερώτημα είναι, πόσο μπορεί η επιστήμη να εξηγήσει σύνθετα θέματα που έχουν να κάνουν με την ανθρώπινη ζωή και την ανθρώπινη φύση; Οι άνθρωποι έχουν μόνο υλική υπόσταση ή υπάρχει και κάποιο πνευματικό κομμάτι μέσα τους το οποίο δεν είναι απτό;

Τόμας Χομπς (1588 – 1659) – Ο Χομπς ήταν ένας υλιστής [κάποιος που πιστεύει ότι μόνο η ύλη είναι υπαρκτή], ο οποίος απέρριπτε τον δυϊσμό [την ιδέα ότι συνυπάρχουν η ύλη και το πνεύμα]. Υποστήριζε ότι δεν υφίσταται η άυλη ψυχή, αλλά αποπειράθηκε να εξηγήσει το σώμα και το μυαλό με υλιστικές έννοιες. Κατά τον Χομπς, η ανθρώπινη φύση αποτελείται εξ’ ολοκλήρου από ύλη. Μία άλλη θεωρία του ήταν αυτή του ανθρώπου ως εγωιστικό και αδηφάγο ον που επιζητά συνεχώς πλούτο, εξουσία, φήμη και υλικά αγαθά για την προσωπική του ευχαρίστηση. Καθώς, όμως, όλα αυτά δεν βρίσκονται σε απεριόριστο αριθμό, οι άνθρωποι μάχονται μεταξύ τους για να τα αποκτήσουν. Για να αποφευχθούν λοιπόν πολεμικές εχθροπραξίες, θα πρέπει οι άνθρωποι να δεχτούν μία υποχρεωτική Πολιτική Αρχή, η οποία θα διευθετεί τέτοια θέματα. Ουσιαστικά ανταλλάσουν κομμάτι της ελευθερίας τους για την ασφάλεια του Κράτους. Αυτό, βέβαια, έγκειται εντέλει στο προσωπικό ενδιαφέρον του κάθε πολίτη στο βαθμό που διακυβεύεται η επιβίωσή τους. Ο Χομπς, επίσης, ήταν άθεος και επιθυμούσε η Εκκλησία να είναι υποταγμένη στο Κράτος.

Ρενέ Ντεκάρτ (1596 – 1659) – Ο Ντεκάρτ ήταν πιθανόν ο διασημότερος εκπρόσωπος του δυϊσμού. Κατά τον Ντεκάρτ, η ανθρώπινη φύση αποτελείται από την ύλη, το σώμα, και το πνεύμα/ψυχή. Το σώμα αποτελεί υλικό στοιχείο που καταλαμβάνει χώρο και μελετάται από την Επιστήμη. Το πνεύμα/ψυχή από την άλλη δεν καταλαμβάνει χώρο και ως εκ τούτου δεν μπορεί να μελετηθεί από την Επιστήμη. Αυτό το άυλο στοιχείο που ονομάζεται ψυχή μπορεί να υπάρξει και χωρίς το σώμα. Ενώ, λοιπόν, κάποιος μπορεί να αμφισβητήσει την ύπαρξη του σώματος και του υλικού κόσμου εν γένει – μπορεί να είναι κύημα της φαντασίας σας ή ακόμη προερχόμενο από κάποιο σατανικό πλάσμα- αυτό που δεν μπορεί κανείς να αμφισβητήσει είναι η ατομική εσωτερική συνείδηση. [Ακόμη κι αν ο άνθρωπος έχει εξαπατηθεί ώστε να έχει συνείδηση, πρέπει να υπάρχει κανείς για να μπορεί να εξαπατηθεί. Έτσι λοιπόν προκύπτει το περίφημο ρητό « Σκέφτομαι, άρα υπάρχω»]. Με αυτή του την θεώρηση, μπόρεσε ο Ντεκάρτ να συνδυάσει την Καθολική και την επιστημονική του υπόσταση.

Μπαρούχ Σπινόζα (1632 – 1677) – Ο Σπινόζα προσπάθησε να συνδυάσει τον δυϊσμό με τον υλισμό. Ήταν πανθεϊστής – σύμφωνα με τον ίδιο ο Θεός και η φύση ήταν έννοιες ταυτόσημες [ ξεκινώντας με αυτό τον τρόπο να «συμφιλιώνει» το υλικό με το πνευματικό]. Υποστήριζε επίσης την δυαδική θεώρηση του μυαλού και της ανθρώπινης φύσης. Για τον Σπινόζα, το μυαλό και η ύλη είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Τα πνευματικά συμβάντα είναι τα ίδια με τα συμβάντα του μυαλού όμως μπορεί κανείς να τα περιγράψει ως πνευματικά ή υλικά. Με άλλα λόγια το πνεύμα ταυτίζεται με το μυαλό. [ αν και αυτή η θεώρηση είναι περισσότερο υλιστική από δυαδικά.

Ο Διαφωτισμός: Μπορεί η Επιστήμη να είναι ο οδηγός μας στη ζωή; – Καθώς η Επιστήμη γινόταν όλο και περισσότερο αποδεκτή με το πέρασμα των χρόνων και αφού έφτασε να είναι η μόνη διανοητική Αρχή στον κόσμο [στην πραγματικότητα, η θρησκεία και η επιστήμη άλλαξαν θέση από τα χρόνια του Μεσαίωνα] τέθηκε το πολύ σημαντικό ερώτημα του αν οι επιστημονικές αρχές μπορούν να δώσουν απαντήσεις σχετικά με την ανθρώπινη φύση. Μπορεί ο Λόγος και η Επιστήμη να εξηγήσουν την ανθρώπινη ύπαρξη και να βελτιώσουν την ανθρώπινη ζωή; [ Η απάντηση είναι ναι και είναι αυταπόδεικτη]. Μπορούν οι επιστημονικές απαντήσεις να αντικαταστήσουν θεολογικές, φιλοσοφικές και πολλές φορές λυρικές θεωρήσεις της ανθρώπινης φύσης; Σταδιακά, η ορθολογιστική προσέγγιση, ειδικά στην πολιτική, αντικατέστησε θρησκευτικές απαντήσεις.

Ντέιβιντ Χιουμ (1711 – 1776) – Ο Χιουμ ήταν υποστηρικτής του Εμπειρισμού, της θεωρίας που πρεσβεύει ότι η γνώση προέρχεται από τις εμπειρίες που αποκτούμε με τις αισθήσεις. Η Λογική μας εξηγεί την σχέση μεταξύ των λογικών και των μαθηματικών ιδεών, όμως οι αισθήσεις μας επιτρέπουν να καταλάβουμε πως λειτουργεί ο Κόσμος. Οι ιδέες μας προκύπτουν από τις εντυπώσεις μας είτε μέσω των πέντε αισθήσεων είτε μέσω των εσωτερικών αισθήσεων του μυαλού μας. Αυτό που ονομάζουμε ύλη είναι απλά, σύμφωνα με τον Χιουμ, ένα σύνολο από αντιλήψεις – και το ίδιο ισχύει και για τον άνθρωπο. Δεν υπάρχει ψυχή ή εαυτός, μόνο μία «ροή» από συνειδησιακές σκέψεις, μία αλληλουχία διανοητικών καταστάσεων. Είμαστε απλά ένα σύνολο αντιλήψεων, μια συνεχόμενη εναλλαγή αντιλήψεων χωρίς κάποια υποκείμενη ουσία. [ Αυτό ταιριάζει και με το δόγμα του μη εαυτού που συναντάμε στον Βουδισμό.] Είναι, ίσως, αυτονόητο ότι ο Χιουμ ήταν άθεος και υπέρμαχος της ελεύθερης σκέψης, έτσι η σκέψη του δεν εμπεριείχε κανένα ψήγμα θρησκευτικής ανάλυσης.

Ζαν Ζακ Ρουσσό (1712 – 1778) – Ο Ρουσσό ήταν διάσημος για την πίστη του στο καλό των ανθρώπων πριν τους διαφθείρει ο πολιτισμός [γνωστοί και ως «ευγενείς βάρβαροι».] Πίστευε επίσης ότι τα παιδιά έχουν εκ φύσεως καλή πρόθεση η οποία αλλοιώνεται από την κοινωνία. Όπως και οι περισσότεροι Ρομαντικοί πίστευε ότι η καλοσύνη είναι το φυσικό. Ωστόσο, δεν θεωρεί ότι ο εσωτερικός εγωισμός είναι στοιχείο της ανθρώπινης φύσης.

Όλες αυτές οι ιδέες θα οδηγήσουν στον Εμμάνουελ Καντ, την ναυαρχίδα του Διαφωτισμού.