Κυριακή 3 Μαΐου 2020

Ο ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ TOY ΠΛΑΤΩΝΑ

Ὁ τρό­πος μέ τόν ὁποῖο πρέ­πει νά συ­σχε­τί­ζον­ται ὁ σκο­πός καί ἡ μέ­θο­δος τῆς φι­λο­σο­φι­κῆς προ­σπά­θει­ας μέ τά πι­στεύ­ω τά ὁ­ποῖα κο­μί­ζου­με σ' αὐτήν, ἀ­ποτε­λε­ῖ ἕνα πο­λύ λε­πτό ζή­τη­μα. Εἶ­ναι ἄ­στο­χο νά προ­σποι­ού­μα­στε ὅτι μπο­ροῦ­με νά ξε­κι­νή­σου­με ἀ­πο­μο­νώ­νον­τας, κα­τά κά­ποιον τρό­πο, τά ἐρ­γα­λεῖ­α μέ τά ὁ­ποῖα προ­σεγ­γί­ζου­με τή φι­λο­σο­φί­α, για­τί τό­τε δέν θά εἴ­χα­με μέ τί νά δου­λέ­ψου­με. Μπο­ροῦ­με, ἐν τού­τοις, ν’ ἀ­να­ρω­τη­θοῦ­με ἄν ὁ κύ­ρι­ος στό­χος τοῦ φι­λοσο­φε­ῖν εἶ­ναι ἡ ἐ­ξέ­τα­ση, ἡ δι­ευ­κρί­νη­ση, ἡ ἐναρ­μό­νι­ση, ἡ κρι­τι­κή, ἡ ἀ­να­σύν­τα­ξη ἤ ἀ­κό­μα καί ἡ ἀ­να­κά­λυ­ψη τῶν πε­ποι­θή­σε­ων ἤ τῶν ὑ­πο­θέ­σε­ων βά­σει τῶν ὁποίων ξε­κι­νή­σα­με, ἤ ἄν μπο­ρε­ῖ νά γί­νει καί κά­τι ἄλ­λο: μι­ά ἔ­ρευ­να ἡ ὁ­ποί­α νά μπο­ρε­ῖ νά ὁ­δη­γή­σει σέ γνώ­ση ἤ σέ ἀξίες, οἱ ὁποῖες ἀρχικά δέν ἦ­σαν οὔ­τε ἐμ­φα­νεῖς οὔ­τε ἀ­πα­ραι­τή­τως ἐ­ξυ­πα­κουό­με­νες ἀ­πό ὅσα γνω­ρί­ζα­με τό­τε.
 
Κα­θέ­να ἀ­πό αὐτά τά ἐγ­χει­ρή­μα­τα ἔ­χει προ­φα­νῶς τίς δυ­σκο­λί­ες του. Κα­νέ­νας δέν μπο­ρε­ῖ  ν’ ἀν­τι­τα­χθε­ῖ στήν ἐναν­τί­ω­ση πρός τή σύγ­χυ­ση, τήν ἀν­τι­φα­τικό­τη­τα, τήν ἀ­σά­φει­α καί τήν αὐ­τα­πά­τη πού ἐ­νυ­πάρ­χει στίς κα­θη­με­ρι­νές πε­ποι­θή­σεις μας. Αὐτές οἱ ἀ­τέ­λει­ες στίς ἀπόψεις μας γιά τόν ἑαυτό μας καί τόν κό­σμο ἀ­παν­το­ῦν­ται σέ ἀ­φθο­νί­α, καί ἄν κά­ποιοι φι­λό­σο­φοι, χά­ρη στό τα­λέν­το ἤ τήν τύ­χη τους, κα­τορ­θώ­νουν νά κά­νουν κά­τι γιά νά τίς πε­ρι­ο­ρί­σουν, τό­τε ἀ­ξί­ζουν τόν σε­βα­σμό καί τήν ὑ­πο­στή­ρι­ξή μας.
 
Πα­ρό­λα αὐτά, θά ἦ­ταν ἀ­πο­γο­η­τευ­τι­κό νά ὑ­πο­θέ­σου­με ὅτι αὐ­τό εἶ­ναι ὅλο κι ὅλο πού μπο­ρε­ῖ νά κά­νει ἡ φι­λο­σο­φί­α, για­τί τό­τε θά ἦ­ταν σάν νά τήν ὑ­πο­βιβά­ζα­με στή δου­λειά τῆς ἀ­πά­λει­ψης ἀ­συ­νε­πει­ῶν, χω­ρίς ὅμως νά ἐ­πι­δι­ώ­κε­ται ἡ ἐ­πί­τευ­ξη τῆς ἀ­λή­θει­ας. Ἡ συ­νέ­πει­α εἶ­ναι βέ­βαι­α ἀ­πα­ραί­τη­τη, ἄν θέ­λου­με ὅλα μας τά πι­στεύ­ω νά εἶ­ναι ἀ­λη­θι­νά. Ἐν τού­τοις, ἡ συ­νέ­πει­α καί μό­νο δέν ἐπαρ­κε­ῖ. Μέ δε­δο­μέ­νο ὅτι, κα­τά πά­σα πι­θα­νό­τη­τα, με­ρι­κές ἀ­πό τίς πε­ποι­θή­σεις μας εἶ­ναι λαν­θα­σμέ­νες (ἄν καί δέν ξέ­ρου­με ποιές), τό νά τίς κα­τα­στή­σου­με συ­νε­πεῖς με­τα­ξύ τους, μπο­ρε­ῖ ἐ­ξί­σου εὔ­κο­λα εἴ­τε νά μει­ώ­σει εἴ­τε νά αὐ­ξή­σει τά ἀ­πο­θέ­μα­τα γνώ­σης μας.
 
Ἀ­πό τήν ἄλ­λη πλευ­ρά δέν εἶ­ναι εὔ­κο­λο νά ἀν­τι­λη­φθο­ῦ­με μέ ποιόν τρό­πο πρέ­πει νά ἀ­να­ζη­τή­σου­με ἀ­λή­θει­ες ἀ­νε­ξάρ­τη­τες ἀ­πό τίς πε­ποι­θή­σεις μας. Τό πρό­βλη­μα εἶ­ναι νά ἀ­να­γνω­ρί­ζου­με τέ­τοιου εἴ­δους ἀ­λή­θει­ες ὅταν ἐρ­χό­μα­στε σέ ἐ­πα­φή μα­ζί τους, μιᾶς καί τά μο­να­δι­κά κρι­τή­ρι­α πού μπο­ροῦ­με νά χρη­σι­μο­ποι­ή­σου­με εἶ­ναι τά δι­κά μας. Ἐ­νῷ μέ βά­ση τήν πρώ­τη προ­σέγ­γι­ση δέν ἐ­πχει­ρε­ῖ­ται ὁ ὁ­ρι­σμός ἀν­τι­κει­με­νι­κῶν κρι­τη­ρί­ων, μέ τή δεύ­τε­ρη αὐτό μπο­ρε­ῖ νά ἐ­πι­τευ­χθε­ῖ μό­νο μέ τήν αὐ­θαί­ρε­τη με­το­νο­μα­σί­α ὁ­ρι­σμέ­νων ὑ­πο­κει­με­νι­κῶν κρι­τη­ρί­ων σέ ἀν­τι­κε­με­νι­κά.
 
Ὑ­πάρ­χει μι­ά προ­φα­νής σύν­δε­ση ἀ­νά­με­σα στίς δύ­ο αὐτές ἐ­ξει­κο­νί­σεις τῆς με­θό­δου καί το­ῦ σκο­πο­ῦ τῆς φι­λο­σο­φί­ας καί δύ­ο πα­ρα­δο­σι­α­κές ἀν­τι­λή­ψεις γύ­ρω ἀ­πό τή φύ­ση τῆς ἀ­λή­θει­ας: ἡ μί­α μέ­θο­δος ται­ριά­ζει μέ τίς συ­νε­κτι­κι­στικές θε­ω­ρί­ες γιά τήν ἀ­λή­θει­α, ἐ­νῷ ἡ ἄλ­λη συν­δέ­ε­ται μέ θε­ω­ρί­ες ἀν­τι­στοι­χί­ας. Μι­ά συ­νε­κτι­κι­στι­κή θε­ω­ρί­α, στήν τολ­μη­ρό­τε­ρη καί εὐ­κρι­νέ­στε­ρη μορ­φή της, δη­λώ­νει πώς ὅλες οἱ πε­ποι­θή­σεις σέ μι­ά συ­νε­πή ὁ­μά­δα πε­ποι­θή­σε­ων, εἶ­ναι ἀ­λη­θεῖς. Ἡ συ­νε­κτι­κό­τη­τα εἶ­ναι ὁ μο­να­δι­κός δυ­να­τός τρό­πος γιά νά ἐ­λέγ­ξει κα­νείς τήν ἀ­λή­θει­α, ἄ­ρα πρέ­πει καί νά συ­νι­στᾶ τήν ἀ­λή­θει­α. Μέ αὐτή τήν ἔν­νοι­α λοι­πόν, μι­ά συ­νε­κτι­κι­στι­κή θε­ω­ρί­α γιά τήν ἀ­λή­θει­α μπο­ρε­ῖ νά θε­ω­ρη­θεῖ ὅτι ὑ­πε­ρα­σπί­ζει μι­ά φι­λο­σο­φι­κή μέ­θο­δο, ἡ ὁ­ποί­α ἐ­πι­δι­ώ­κει μό­νο καί μό­νο νά κα­τα­πο­λε­μή­σει τήν ἀ­συ­νέ­πει­α, για­τί ἄν ἐ­ξο­στρα­κι­στο­ῦν οἱ ἀ­συ­νέ­πει­ες, τό­τε ἡ συ­νε­κτι­κι­στι­κή θε­ω­ρί­α μᾶς ἐ­ξα­σφα­λί­ζει ὅτι αὐτό πού θά μεί­νει θά εἶ­ναι ἕνα κα­θα­ρό σύ­νο­λο ἀ­λη­θει­ῶν.
 
Οἱ θε­ω­ρί­ες ἀν­τι­στοι­χί­ας, ἀν­τί­θε­τα, ὑ­πο­στη­ρί­ζουν ὅτι ἡ ἀ­λή­θει­α μπο­ρε­ῖ νά ἐ­ξη­γη­θεῖ ὡς σχέ­ση ἀ­νά­με­σα σέ μι­ά πε­ποί­θη­ση καί σέ μι­ά πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τῆς ὁ­ποί­ας ἡ ὕ­παρ­ξη καί ὁ χαρακτήρας εἶ­ναι, ὡς ἐ­πί τό πλε­ῖ­στον, ἀ­νε­ξάρ­τη­τα ἀ­πό τίς γνώ­σεις καί τίς πί­στεις μας. Μι­ά τέ­τοιου εἴ­δους ἀ­λή­θει­α εἶ­ναι πού ἀνα­ζη­τᾶ ἡ δεύ­τε­ρη προ­σέγ­γι­ση στή φι­λο­σο­φί­α. Δυ­στυ­χῶς ὅμως, οἱ θε­ω­ρί­ες ἀν­τι­στοι­χί­ας δέν εἶ­ναι σέ θέ­ση νά δώ­σουν μι­ά κα­τα­νο­η­τή ἀ­πάν­τη­ση στό ἐ­ρώ­τη­μα μέ ποιόν τρό­πο μπο­ροῦ­με γε­νι­κά νά δι­α­πι­στώ­σου­με ἄν οἱ πί­στεις μᾶς ἀν­τα­πο­κρί­νον­ται μέ τόν ἀ­παι­τού­με­νο τρό­πο στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα.
 
Σέ ὁ­λό­κλη­ρο τό ἔρ­γο το­ῦ Πλά­τω­να δέν ὑπάρχει θέ­μα πού νά ἐμ­φα­νί­ζε­ται συ­χνό­τε­ρα ἀπ’  ὅ,τι ἡ ἔμ­φα­ση στή φι­λο­σο­φι­κή μέ­θο­δο, ἡ ἔ­ρευ­να γιά κά­ποιον συ­στη­μα­τι­κό τρό­πο μέ τόν ὁποῖο νά ἀ­να­κα­λύ­πτει κα­νείς τίς ση­μαν­τι­κές ἀ­λήθει­ες καί νά ἐ­ξα­σφα­λί­ζει ὅτι ἀ­πο­τε­λο­ῦν πράγ­μα­τι ἀ­λή­θει­ες. Παρ’ ὅλα αὐτά, νο­μί­ζω πώς εἶ­ναι ἀσφαλές νά πού­με ὅτι ὁ Πλά­των ὄ­χι μό­νο δέν ἀ­να­κά­λυ­ψε μι­άν ἀ­πό­λυ­τα ἱ­κα­νο­ποι­η­τι­κή μέ­θο­δο, ἀλλά δέν βρῆ­κε κάν κά­ποια μέ­θο­δο πού νά τόν ἱ­κα­νο­ποι­εῖ γιά με­γά­λο χρο­νι­κό δι­ά­στη­μα. Στούς πρώ­ι­μους δι­α­λό­γους, ὅπου τόν πρῶ­το λό­γο ἔ­χει ὁ Σω­κρά­της, ἡ μέ­θο­δος πού ἐ­πι­κρα­τεῖ εἶ­ναι ἡ ἐ­λεγ­κτι­κή καί δέν ὑπάρχει κα­νέ­να στοι­χεῖ­ο πού νά δη­μι­ουρ­γεῖ τήν ὑ­πο­ψί­α ὅτι ὁ Πλά­των, ἤ ὁ Σω­κρά­της, ἔ­χουν κά­ποιο λό­γο νά προ­σθέ­σουν κά­τι σέ αὐτήν. Φαί­νε­ται ὡ­στό­σο ξε­κά­θα­ρο πώς πρό­κει­ται γιά μι­ά μέ­θο­δο ἡ ὁ­ποί­α, στήν κα­λύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση, ὁ­δη­γεῖ στή συ­νέ­πει­α. Ἄν ὑ­πο­τί­θε­ται ὅτι αὐτή πα­ρέ­χει τήν ἀ­λή­θει­α, αὐτή ἡ ὑ­πό­θε­ση δέν τεκ­μη­ρι­ώ­νε­ται που­θε­νά. Στούς με­σαί­ους δι­α­λό­γους, κα­θώς καί σέ κά­ποιους ἀ­πό τους ὕ­στε­ρους, ὁ Πλά­των προ­τεί­νει ἀρκετούς τρό­πους μέ τούς ὁ­ποί­ους ὁ ἔ­λεγ­χος θά μπο­ροῦ­σε νά συμ­πλη­ρω­θεῖ ἤ καί νά ἀν­τι­κα­τα­στα­θε­ῖ ἀ­πό τε­χνι­κές μέ ὑ­ψη­λό­τε­ρους στό­χους. Αὐτό ὅμως πού μᾶς ἐν­τυ­πω­σιά­ζει εἶ­ναι ὅτι ὁ Πλά­των δέν κα­τα­λή­γει ὁ­ρι­στι­κά σέ κα­μί­α ἀ­πό αὐτές τίς με­θό­δους ὡς αὐτήν πού ἐγ­γυ­η­μέ­να μπο­ρε­ῖ νά ὁ­δη­γή­σει στήν ἀν­τι­κειμε­νι­κή ἀ­λή­θει­α: ἡ μί­α με­τά τήν ἄλ­λη, οἱ νέ­ες μέ­θο­δοι πα­ρα­με­ρί­ζον­ται ἤ ὑ­πο­βι­βά­ζον­ται σέ χρή­σι­μες (ad hoc) τε­χνι­κές ἐ­πι­νο­ή­σεις καί μό­νο. Ὁ Πλά­των πο­λύ συ­χνά δι­ευ­κρι­νί­ζει ὅτι ἀ­να­γνω­ρί­ζει τήν ἀ­κα­ταλ­λη­λό­λη­τα τῶν με­θό­δων πού χρη­σι­μο­ποι­εῖ γιά νά ἐ­πι­τύ­χει τούς σκο­πούς του, κι αὐτή ἡ ἀ­κα­ταλ­λη­λότη­τα μπο­ρε­ῖ νά εἶ­ναι ὀ­δυ­νηρά ἐμ­φα­νής στά μά­τια το­ῦ σύγ­χρο­νου ἀ­να­γνώ­στη.
 
Ὁ Πλά­των καί ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης συ­χνά θε­ω­ροῦν­ται ὡς ὑ­πο­δείγ­μα­τα ἀν­τι­τιθέ­με­νων με­θό­δων. Ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης ἐ­πέ­με­νε, στήν ἠθική φι­λο­σο­φί­α του­λά­χι­στον, ὅτι ἀπόψεις οἱ ὁποῖες γί­νον­ται εὐ­ρέ­ως ἀ­πο­δε­κτές καί ὑ­πο­στη­ρί­ζον­ται σθε­να­ρά στούς κόλ­πους τῆς κοι­νό­τη­τας στήν ὁ­ποί­α ἀ­νή­κου­με, πρέ­πει νά τίς παίρ­νου­με στά σο­βα­ρά καί νά τίς θε­ω­ροῦ­με γε­νι­κά ὡς ἀ­λη­θεῖς. Ὁ Πλά­των ὅμως, ἀπ’  ὅ,τι ἀ­κο­ῦμε, “σέ ὅλους τους με­σαί­ους δι­α­λό­γους του... ἀν­τι­τί­θε­ται ἐ­πα­νει­λημ­μέ­να στή φι­λο­σο­φι­κή κα­ταλ­λη­λό­τη­τα ὁ­ποι­ασ­δή­πο­τε με­θό­δου, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­πο­σκο­πε­ῖ στήν κα­τα­γρα­φή καί τήν προ­σαρ­μο­γή τῶν γνω­μῶν καί τῶν λό­γων μας. Ὁ Πλά­των εἶ­ναι μά­λι­στα πού ἀν­τι­τάσ­σει μέ τόν πι­ό ρη­τό τρό­πο τά φαι­νό­με­να, καί τίς γνω­στι­κές κα­τα­στά­σεις πού σχε­τί­ζον­ται μα­ζί τους, στήν ἀ­λή­θει­α καί τήν πραγ­μα­τι­κή κα­τα­νό­η­ση. Ἐ­ξάλ­λου ὁ Πλά­των ὑ­πο­στηρί­ζει ὅτι τά πρό­τυ­πα τά ὁ­ποῖα ἀ­παι­το­ῦν­ται ὥ­στε νά κα­τα­νο­ή­σου­με τά σπου­δαι­ό­τε­ρα φι­λο­σο­φι­κά κι ἐ­πι­στη­μο­νι­κά θέ­μα­τα δέν βρί­σκον­ται κάν στόν κό­σμο τῆς ἀν­θρώ­πι­νης πί­στης καί ἀν­τι­λη­ψη­ς”[1].
 
Πράγ­μα­τι, αὐτή εἶ­ναι ἡ κρα­τού­σα ἄ­πο­ψη καί ὅταν, ὅπως συμ­βαί­νει σέ αὐτό τό κεί­με­νο, ἀ­να­φέ­ρε­ται μό­νο στούς με­σαί­ους δι­α­λό­γους, εἶ­ναι σέ γε­νι­κές γραμ­μές σω­στή. Ἀ­κό­μη ὅμως καί μέ αὐ­τόν τόν πε­ρι­ο­ρι­σμό, πρέ­πει νά τήν δε­χό­μα­στε μέ κά­ποια ἐ­πι­φύ­λα­ξη. Ὡς ἐν­δει­κτι­κό πα­ρά­δειγ­μα τῶν ἀν­τι­θέ­σε­ων πού ὑ­πάρ­χουν με­τα­ξύ τῶν με­θό­δων το­ῦ Πλά­τω­να καί το­ῦ Ἀ­ρι­στο­τέ­λη, ἡ Nussbaum ἀ­να­φέ­ρει τίς ἀπόψεις τους σχε­τι­κά μέ τήν ἀκρασίαν, τήν ἀ­δυ­να­μί­α θέ­λη­σης. Ὅπως γνω­ρί­ζου­με, ὁ Σω­κρά­της πα­ρα­δό­ξως ὑ­πο­στή­ρι­ζε ὅτι ἡ ἀ­κρασί­α δέν ἦ­ταν δυ­να­τόν νά ὑ­πάρ­ξει, λέ­γον­τας ὅτι, ἄν κά­ποιος γνω­ρί­ζει τί εἶ­ναι κα­λό, δέν μπο­ρε­ῖ πα­ρά νά πρά­ξει σύμ­φω­να μέ αὐτή τή γνώ­ση. Ἀ­πό τήν ἄλ­λη, ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης ἔ­λε­γε ὅτι ἡ κοι­νή ἄ­πο­ψη πρέ­πει νά εἶ­ναι σω­στή: πα­ρά τά ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα το­ῦ Σω­κρά­τη, ὑ­πάρ­χουν ὁ­ρι­σμέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις πού ἡ ἀκρασία ὄν­τως ὑ­πάρ­χει.
 
Πό­σο σα­φής εἶ­ναι ἡ ἀν­τί­θε­ση ἀ­νά­με­σα στόν Πλά­τω­να (στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τόν Σω­κρά­τη) καί τόν Ἀ­ρι­στο­τέ­λη; Στούς πρώ­ι­μους δι­α­λό­γους συ­ναν­τᾶ­με τίς ἐμ­φα­τι­κό­τε­ρες πε­ρι­πτώ­σεις συμ­πε­ρα­σμά­των πού ἀν­τι­τί­θεν­ται σα­φῶς στήν κοι­νή πε­ποί­θη­ση: δέν ἔ­χει εἰ­πω­θε­ῖ ἀ­κό­μη τί­πο­τα πού νά δεί­χνει ὅτι ἡ ἐ­λεγ­κτι­κή μέ­θο­δος εἶ­ναι ἱ­κα­νή γιά τί­πο­τε πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό τό νά ἀ­πο­κα­λύ­πτει ἀ­συ­νέ­πει­ες. Στούς με­σαί­ους δι­α­λό­γους ὑπάρχουν οἱ ἰ­σχυ­ρές ἐν­δεί­ξεις που μό­λις ἀ­να­φέ­ρα­με ὅτι ἡ φι­λο­σο­φί­α μπο­ρε­ῖ νά φτά­σει σέ ἀ­λή­θει­ες τίς ὁποῖες οἱ κοι­νοί ἄν­θρω­ποι δέν ἔ­χουν κάν ὀ­νει­ρευ­τεῖ καί πού ἡ ἐμ­πει­ρί­α δέν μπο­ρε­ῖ νά ἐ­λέγ­ξει: παρ’ ὅλα αὐ­τά, σέ αὐ­τούς τούς ἴ­διους δι­α­λό­γους ἀ­πο­δί­δε­ται πο­λύ λιγό­τε­ρη ση­μα­σί­α στόν πα­ρά­δο­ξο χα­ρα­κτή­ρα τῶν θε­ω­ρι­ῶν πού προ­κύ­πτουν. Εἰ­δι­κό­τε­ρα, ἡ σω­κρα­τι­κή ἄρ­νη­ση γιά τήν ὕ­παρ­ξη τῆς ἀκρασία­ς ἐγ­κα­τα­λεί­πεται ρη­τά. Καί, γιά νά δι­α­τυ­πώ­σου­με ἕνα δι­κό μας μι­κρό πα­ρά­δο­ξο: θά μπο­ροῦ­σε νά πεῖ κα­νείς ὅτι ἐ­νῷ στούς πρώ­ι­μους δι­α­λό­γους προ­κλη­τι­κοί ἰ­σχυ­ρι­σμοί βα­σί­ζον­ται σέ μι­ά μέ­θο­δο ἡ ὁ­ποί­α δέν εἶ­ναι ἱκανή νά τούς στη­ρί­ξει, στούς με­σαί­ους δι­α­λό­γους, τά ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα πού ἔ­χουν οἱ μέ­θο­δοι οἱ ὁποῖες λέ­γε­ται ὅτι ὁ­δη­γο­ῦν στήν ἀ­πό­λυ­τη καί ἀν­τι­κει­με­νι­κή ἀ­λή­θει­α, εἶ­ναι μᾶλ­λον ἀ­σθε­νέ­στε­ρα.
 
Νο­μί­ζω ὅτι στό τέ­λος ὁ Πλά­των ἔ­πα­ψε νά πι­στεύ­ει στήν ἱ­κα­νό­τη­τα αὐ­τῶν τῶν με­θό­δων νά πα­ρά­γουν βε­βαι­ω­μέ­νες αἰ­ώ­νι­ες ἀ­λή­θει­ες, οἱ ὁποῖες δέν ὄ­φειλαν τί­πο­τα στούς σο­βα­ρούς σκο­πούς καί τίς πε­ποι­θή­σεις τῶν πε­ρισ­σο­τέ­ρων ἀνθρώπων, καί κα­τέ­λη­ξε νά ἐμ­πι­στευ­τεῖ καί πά­λι τόν ἔ­λεγ­χο, ὁ ὁποῖος τώ­ρα συμ­πλη­ρω­νό­ταν καί βελ­τι­ω­νό­ταν μέ ποι­κί­λους τρό­πους, ὥ­στε νά κα­τα­λή­ξει τε­λι­κά στήν ἀ­λή­θει­α μέ­σῳ τῆς συ­νέ­πει­ας: μέ ἄλλα λό­γι­α, ὅτι ἐ­πέ­στρε­ψε στή σω­κρα­τι­κή μέ­θο­δο καί τήν δι­κή της προ­σέγ­γι­ση τοῦ φι­λο­σο­φι­κοῦ εγχειρήματος.
 
Τήν πο­ρεί­α σκέ­ψης τήν ὁ­ποί­α ἀ­κο­λου­θῶ μου τήν ἐ­νέ­πνευ­σε μί­α θαυ­μά­σι­α καί τολ­μη­ρή με­λέ­τη το­ῦ Γρη­γό­ρη Βλα­στοῦ πού ὀ­νο­μά­ζε­ται “Ὁ Σω­κρα­τι­κός Ἔ­λεγ­χο­ς”[2]. "Ἄν τόν δεῖ κα­νείς ἀ­πό λο­γι­κή ἄ­πο­ψη, ὁ ἔ­λεγ­χος εἶ­ναι ἁ­πλῶς μί­α μέ­θο­δος γιά νά δεί­ξει κά­ποιος ὅτι ἕνα σύ­νο­λο προ­τά­σε­ων εἶ­ναι ἀ­συ­νε­πές. Στήν πρά­ξη, ἡ ἐ­λεγ­κτι­κή μέ­θο­δος χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται ἀ­πό τόν Σω­κρά­τη, ἤ ἀ­πό κά­ποιον ἄλ­λο ἐρω­τών­τα, γιά νά δεί­ξει ὅτι ὁ ὁ­μι­λη­τῆς ἔ­χει πεῖ πράγ­μα­τα τά ὁ­ποῖα δέν εἶ­ναι δυ­να­τόν νά εἶ­ναι ὅλα ἀ­λη­θῆ (ἐ­φό­σον εἶ­ναι ἀ­συ­νε­πῆ με­τα­ξύ τους). Ἄν αὐτή ἦ­ταν ὅλη κι ὅλη ἡ ἱ­στο­ρί­α, ἡ λει­τουρ­γί­α τοῦ ἐ­λέγ­χου δέν θά ἔγ­κει­το σέ τί­πο­τα πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό τό νά ἀ­πο­κα­λύ­πτει πε­ρι­πτώ­σεις ἀ­συ­νέπει­ας. Μι­ά τέ­τοια ἀ­πο­κά­λυ­ψη, βέ­βαι­α, θά εἶ­χε ση­μα­σί­α γιά ὁ­ποι­ον­δή­πο­τε ἔμ­παι­νε στόν πει­ρα­σμό νά πι­στέ­ψει ὅλες τίς προ­τά­σεις το­ῦ ἀ­συ­νε­πο­ῦς αὐτοῦ συ­νό­λου.
 
Δέν ὑ­πάρ­χει κα­νέ­νας προ­φα­νής λό­γος γιά τόν ὁποῖο κά­ποιος φι­λό­σο­φος - ἤ ὁ­ποι­οσ­δή­πο­τε ἄλ­λος- θά ἔ­πρε­πε νά ἀ­σχο­λε­ῖται μέ ἀ­συ­νε­πῆ σύ­νο­λα προ­τά­σε­ων μό­νον ὅταν αὐ­τές τυ­χαί­νει νά τίς πι­στεύ­ει κά­ποιος: στό κά­τω κά­τω, μπο­ρε­ῖ κά­ποιος νά ἀ­πο­δεί­ξει ὅτι μι­ά πρό­τα­ση εἶ­ναι ἀληθής, καί ἄ­ρα ἄ­ξι­α νά τήν πι­στεύ­ου­με, μέ τό νά δεί­ξει ὅτι ἡ ἄρ­νη­σή της συ­νε­πά­γε­ται ἀ­συ­νέ­πει­α. Τοῦ­το δέν μπο­ρε­ῖ νά μᾶς βο­η­θή­σει στό νά κα­θι­ε­ρώ­σου­με οὐ­σι­ώ­δεις ἤ ἠθικές ἀ­λήθει­ες σέ ἀν­τί­θε­ση μέ λο­γι­κές ἀ­λή­θει­ες. Παρ’ ὅλα αὐτά, ὅταν προ­σπα­θοῦ­με νά ἀ­πο­φα­σί­σου­με πού βρί­σκε­ται ἡ ἀ­λή­θει­α, τό νά ἀν­τι­λη­φθοῦ­με τήν ἀ­συ­νέ­πει­α ἑνός συ­νό­λου προ­τά­σε­ων πού κα­νείς δέν ἔ­χει ἀ­κό­μη ὑ­πο­στηρί­ξει, εἶ­ναι πο­λύ χρή­σι­μο.
 
Προ­κα­λε­ῖ συ­νε­πώς ἔκ­πλη­ξη, ἀλλά εἶ­ναι καί δι­δα­κτι­κό, τό γε­γο­νός ὅτι στούς σω­κρα­τι­κούς δι­α­λό­γους, ὁ Σω­κρά­της συ­νή­θως ἐ­πι­μέ­νει ὅτι ὁ ὁ­μι­λη­τής πρέ­πει νά εἶ­ναι σο­βα­ρά δε­σμευ­μέ­νος ἀ­πό τήν πρό­τα­ση πού ἐ­ξε­τά­ζε­ται. Ἕνα ἀ­πό τά πι­ό ἀ­ξι­ό­λο­γα στοι­χεῖ­α το­ῦ ἄρ­θρου το­ῦ Βλα­στοῦ εἶ­ναι τό ὅτι πα­ρα­τη­ρεῖ αὐτό τό ἀ­ξι­ο­ση­μεί­ω­το χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό τῆς με­θό­δου το­ῦ Σω­κρά­τη καί ἐ­πι­ση­μαί­νει τή σπου­δαι­ό­τη­τά του. Ὁ Βλα­στός πα­ρα­θέ­τει τά ἑ­ξῆς χω­ρί­α ἀ­πό τους δι­α­λό­γους: “Μά τό θε­ό τῆς φι­λί­ας, Καλ­λι­κλῆ! Μή νο­μί­ζεις ὅτι μπο­ρε­ῖς νά παί­ζεις μα­ζί μου καί νά ἀ­παν­τᾶς ὅ,τι σο­ῦ ’ρχε­ται στό κε­φά­λι ἀν­τί­θε­τα ἀ­πό τήν πραγ­μα­τι­κή σου γνώ­μη” (Γορ­γί­ας, 500b). “Καλέ μου ἄν­θρω­πε, μήν ἀπαντᾶς ἀν­τί­θε­τα ἀ­πό τήν πραγ­μα­τι­κή σου γνώ­μη, γιά νά μπο­ρέ­σου­με νά κα­τα­λή­ξου­με κά­που” (Πο­λι­τεί­α I, 346a). Καί ὅταν ὁ Πρω­τα­γό­ρας ἀ­παν­τᾶ σέ μι­ά ἐ­ρώ­τη­ση το­ῦ Σω­κρά­τη: “Μά τί πει­ρά­ζει; Ἄν θέ­λεις, ἄ­στο νά ’ναι ἔ­τσι”, ὁ Σω­κρά­της ἀ­παν­τᾶ θυ­μω­μέ­να: “Αὐτό δέν πρό­κει­ται νά τό ἀ­νε­χτῶ, μιᾶς καί δέν εἶ­ναι αὐτό τό ‘ἄν θέ­λεις’ καί τό ‘ἄν νο­μί­ζεις’ πού θέ­λω νά ἀ­να­σκευ­ά­σου­με, ἀλλά ἐ­σέ­να κι ἐ­μέ­να. Λέ­ω ‘ἐ­σέ­να κι ἐ­μέ­να’ για­τί νο­μί­ζω ὅτι ἡ θέ­ση ἀ­να­σκευ­ά­ζε­ται μέ κα­λύ­τε­ρο τρό­πο ἄν τῆς ἀ­φαι­ρέ­σου­με τό ‘ἄν’ (Πρω­τα­γό­ρας, 331c).
 
Τό τε­λευ­ταῖ­ο αὐτό πα­ρά­θε­μα κα­θι­στᾶ φα­νε­ρό ἄλ­λο ἕνα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό του ἐ­λέγ­χου καί βο­η­θᾶ στό νά ἀ­παν­τη­θε­ῖ τό ἐ­ρώ­τη­μα για­τί ὁ Σω­κρά­της ἐ­πι­μέ­νει τό­σο πο­λύ στό νά ἐκ­φρά­ζουν τίς πραγ­μα­τι­κές ἀπόψεις τους οἱ ἄν­θρω­ποι στούς ὁποῖους κά­νει ἐ­ρω­τή­σεις. Ὁ Σω­κρά­της ἐν­δι­α­φέ­ρε­ται γιά τήν ἀ­νασκευ­ή. Ὁ τυ­πι­κός ἔ­λεγ­χος ἀρ­χί­ζει μέ ἕνα ἐ­ρώ­τη­μα πού θέ­τει ὁ Σω­κρά­της, στό ὁποῖο ὁ συ­νο­μι­λη­τής δί­νει κά­ποιαν ἀ­πάν­τη­ση. Ὁ Σω­κρά­της ἐκ­μαι­εύ­ει τό­τε με­ρι­κές ἀ­κό­μη ἀπόψεις ἀ­πό τόν συ­νο­μι­λη­τή (συ­χνά μά­λι­στα κά­νει ὁ ἴ­διος τήν ἀρ­χή καί τε­λι­κά φέρ­νει τόν συ­νο­μι­λη­τή σέ ση­μεῖ­ο νά συμ­φω­νή­σει) καί προ­χω­ρεῖ δεί­χνον­τας ὅτι αὐτές οἱ πε­ραι­τέ­ρω ἀπόψεις συ­νε­πά­γον­ται τό ψεῦ­δος τῆς ἀρ­χι­κῆς ἀ­πάν­τη­σης. Ὁ ἐ­ρω­τώ­με­νος δέν θά εἶ­χε κα­νέ­να λό­γο νά ἐγ­κα­τα­λεί­ψει τήν ἀρ­χι­κή του ἀ­πάν­τη­ση ἄν δέν ἀ­πο­δε­χό­ταν τίς προ­τά­σεις πού τήν ἀ­να­σκευ­ά­ζουν. Κι αὐτό, για­τί σέ αὐτήν τήν πε­ρί­πτω­ση δέν θά εἶ­χε ἀ­νασκευ­α­στε­ῖ κα­μί­α  συγκεκριμένη  θέ­ση.
 
Ὅπως ἐ­πι­ση­μαί­νει ὁ Βλα­στός, αὐτό πού ἔ­δει­ξε ὁ Σω­κρά­της εἶ­ναι ὅτι οἱ πίστεις το­ῦ συ­νο­μι­λη­τῆ εἶ­ναι ἀ­συ­νε­πε­ῖς με­τα­ξύ τους, ἄ­ρα μι­ά του­λά­χι­στον ἀ­πό αὐτές πρέ­πει νά εἶ­ναι λαν­θα­σμέ­νη. Παρ’ ὅλα αὐτά ὅμως, δέν ὑπάρχει τί­πο­τα στήν ἐ­λεγ­κτι­κή μέ­θο­δο πού νά ὑ­πο­δει­κνύ­ει ποιά ἤ ποιές πί­στεις θά ’πρε­πε νά ἀ­πορ­ρι­φθο­ῦν. Στήν πρά­ξη ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται πάν­τα πώς πρό­κει­ται γιά τήν ἀρ­χι­κή πρό­τα­ση. Εἶ­ναι φα­νε­ρό πώς ἀ­πό παι­δα­γω­γι­κή καί δρα­μα­το­λο­γι­κή ἄ­πο­ψη αὐτή εἶ­ναι ἡ σω­στή στρα­τη­γι­κή. Εἶ­ναι ὅμως μι­ά στρα­τη­γι­κή, ἡ ὁ­ποί­α θά ὁ­δη­γή­σει σέ ἀ­λη­θῆ συμ­πε­ρά­σμα­τα μό­νο ἄν κά­ποιος εἶ­ναι ἀρ­κε­τά προ­σε­κτι­κός ὥ­στε νά ξε­κι­νή­σει μέ μι­ά λαν­θα­σμέ­νη πί­στη καί νά συ­νε­χί­σει κα­τό­πιν μέ συμ­πλη­ρω­μα­τι­κές, ἀλλά ἀ­λη­θε­ῖς, πί­στεις, ἔ­τσι ὥ­στε νά ἀ­να­σκευ­ά­σει τόν ἀρ­χι­κό ἰ­σχυ­ρι­σμό. Πῶς μπο­ρε­ῖ ὅμως ὁ Σω­κρά­της, πρίν ἀ­κό­μα χρη­σι­μο­ποι­ή­σει τή μέ­θο­δό του, νά εἶ­ναι σί­γου­ρος γιά τό τί εἶ­ναι ἀ­λη­θές καί τί ὄ­χι; Μή­πως αὐτή ἡ μέ­θο­δος δέν εἶ­ναι τε­λι­κά πα­ρά μι­ά ἐ­πι­νό­η­ση πού ἀ­πο­φέ­ρει πει­θώ;
 
Αὐτό πού εἶ­ναι σα­φές εἶ­ναι πώς ὁ Σω­κρά­της πι­στεύ­ει ὅτι ἡ ἐ­λεγ­κτι­κή μέ­θο­δος ὁ­δη­γε­ῖ πράγ­μα­τι σέ ἠ­θι­κές ἀ­λή­θει­ες: στίς ἀρ­νή­σεις, γε­νι­κά, ὁ­ρι­σμέ­νων πί­στε­ων τίς ὁποῖες ὑ­πο­στη­ρί­ζουν οἱ δι­ά­φο­ροι συ­νο­μι­λη­τές στήν ἀρ­χή τῆς συ­ζή­τη­σης. Ἄν ὁ ἀρ­χι­κός ἰ­σχυ­ρι­σμός εἶ­ναι p, ὁ Σω­κρά­της συ­νο­ψί­ζει κατ’ ἐξα­κο­λού­θη­ση τό ἀ­πο­τέ­λε­σμα ἑνός ἐ­λεγ­κτι­κο­ῦ ἐ­πι­χειρή­μα­τος λέ­γον­τας ὅτι ἡ ἄρ­νη­ση το­ῦ p “εἶ­ναι πιά προ­φα­νής γιά μά­ς”, ἤ ὅτι τώ­ρα ὁ συ­νο­μι­λη­τής “βλέ­πει” ἤ “γνω­ρί­ζει” ὅτι ὄχι-p[3]. Στόν Γορ­γί­α, ὁ Σω­κρά­της λέ­ει ὅτι ἡ θέ­ση του (ἡ ἄρ­νη­ση το­ῦ p  το­ῦ συ­νο­μι­λη­τῆ) ἀ­πο­δεί­χτη­κε “ἀ­λη­θή­ς”. (Σ’ αὐ­τή τήν πε­ρί­πτω­ση, τό ὄχι-p εἶ­ναι πώς: εἶ­ναι προ­τι­μό­τε­ρο νά ὑ­φί­στα­ται κα­νείς τήν ἀ­δι­κί­α πα­ρά νά τήν δι­α­πράτ­τει). Ἀ­μέ­σως με­τά τό θέ­τει ἀ­κό­μη πι­ό ἐμ­φα­τι­κά: “Αὐ­τά τά πράγ­μα­τα, ἔ­χον­τας κα­τα­στεῖ προ­φα­νῆ κα­τά τήν ἐ­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γί­α πού προ­η­γή­θη­κε, ὅσο καί ἄν φαί­νε­ται χον­δρο­ει­δής ἡ με­τα­φο­ρά, θά ἔ­λε­γα ὅτι ἔ­χουν κα­θη­λω­θεῖ καί δε­θεῖ μέ ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα φτιαγ­μέ­να ἀ­πό ἀ­τσά­λι καί ἀ­δάμαν­τα...”
 
Σύμ­φω­να μέ τόν Βλα­στό, το­ῦ ὁποῖου τό ἐ­πι­χεί­ρη­μα πα­ρα­κο­λου­θῶ στε­νά μέ­χρις αὐτοῦ το­ῦ ση­μεί­ου (χρη­σι­μο­ποι­ών­τας ἐ­πί­σης τίς με­τα­φρά­σεις του), τά δύ­ο τε­λευ­ταί­α πα­ρα­θέ­μα­τα δι­α­φέ­ρουν οὐ­σι­ω­δῶς κα­τά τήν ἰ­σχύ τους ἀ­πό τους προ­η­γού­με­νους ἰ­σχυ­ρι­σμούς. Τό νά ἀ­πο­δει­κνύ­ει κα­νείς κά­τι ση­μαί­νει κά­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό τό νά τό κα­θι­στᾶ ἁ­πλῶς προ­φα­νές. Ὁ Βλα­στός πι­στεύ­ει πώς ὁ ἰ­σχυ­ρι­σμός ὅτι ὁ ἔ­λεγ­χος μπο­ρε­ῖ νά “ἀ­πο­δεί­ξει” ἀ­λή­θει­ες, δέν ἀ­νή­κει στόν Σω­κρά­τη. Πι­στεύ­ει ὅτι ὁ Σω­κρά­της ὄν­τως ὑ­πέ­θε­σε πώς ὁ ἔ­λεγ­χος ὁ­δη­γεῖ στήν ἀ­λή­θει­α, ἀλλά ἐ­πρό­κει­το γιά μι­ά ὑ­πό­θε­ση τήν ὁ­ποί­α δέν δι­ε­ρεύ­νη­σε συ­νει­δη­τά καί ἑ­πο­μέ­νως δέν ἔ­νιω­σε τήν ἀ­νάγ­κη νά τήν ὑ­πε­ρα­σπι­στεῖ. “Σέ ὅλους τούς δι­α­λό­γους πού προ­η­γοῦν­ται το­ῦ Γορ­γί­α, ὁ Πλά­των ἐ­ξει­κο­νί­ζει τόν Σω­κρά­τη νά ἐ­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γεῖ γιά τίς ἀπόψεις του μέ τόν ἴδιο σχε­δόν τρό­πο πού ἄλ­λοι φι­λό­σο­φοι τό ἔ­κα­ναν πρω­τύ­τε­ρα ἤ ἀ­πό ἐ­κεί­νη τήν ἐ­πο­χή ὅταν προ­σπα­θοῦ­σαν νά πεί­σουν καί ἄλ­λους νά ἐν­στερ­νι­στο­ῦν τίς ἀπόψεις τους: δι­α­λέ­γει προ­κεί­με­νες τίς ὁποῖες θε­ω­ρεῖ τό­σο εὔ­λο­γες Αὐτές κα­θαυ­τές καί τό­σο κα­λά ἑ­δραι­ω­μέ­νες στό σύ­στη­μα τῶν πί­στε­ων τῶν συ­νο­μι­λη­τῶν του, ὥ­στε ὅταν τούς φέ­ρει ἀν­τι­μέ­τω­πους μέ τό γε­γο­νός ὅτι αὐτές οἱ προ­κεί­με­νες συ­νε­πά­γον­ται τήν ἀ­να­σκευ­ή της ἀρ­χι­κῆς θέ­σης τους αἰ­σθά­νε­ται ὅτι δέν ὑ­πάρ­χει κίν­δυ­νος αὐτοί νά ἀ­να­κα­λέ­σουν τίς προ­κεί­με­νες γιά νά πε­ρι­σώ­σουν τή θέ­ση τους... Ὡς ἐκ τού­του, τό ‘πρό­βλη­μα το­ῦ ἐ­λέγ­χου’ δέν ἀ­πα­σχο­λε­ῖ πο­τέ τόν Σω­κρά­τη κα­τά τή δι­άρ­κει­α αὐ­τῶν τῶν πρώ­ι­μων δι­α­λό­γω­ν”. Ἀν­τί­θε­τα, (γιά νά συ­νε­χί­σου­με τήν ὑ­πό­θε­ση το­ῦ Βλα­στοῦ) ὁ Πλά­των ὄν­τως κα­τέ­λη­ξε νά ἀ­ναρω­τη­θε­ῖ τί ἦ­ταν αὐτό πού ἐ­ξα­σφά­λι­ζε τήν ἐ­πι­λο­γή ἀ­λη­θῶν προ­κει­μέ­νων: καί πο­λύ κα­λά ἔ­κα­νε, ἄν λά­βου­με ὑ­πό­ψη πό­σο συ­χνά αὐτό πού φαι­νό­ταν κοι­νή γνώ­ση σέ ὅλους σχε­δόν τούς ἄλ­λους ἀ­πο­δει­κνυ­ό­ταν ὅτι ἦ­ταν λαν­θα­σμέ­νο, σύμ­φω­να μέ τόν Σω­κρά­τη. Ἄν καί τά λό­γι­α ἀ­πο­δί­δον­ται στόν Σω­κρά­τη, σύμ­φω­να μέ τόν Βλα­στό δέν εἶ­ναι πα­ρά ὁ Πλά­των πού συ­νει­δη­το­ποι­εῖ τήν πα­ρα­δο­χή ἡ ὁ­ποί­α προϋπο­τί­θε­ται ὥ­στε ἀ­πό τόν ἔ­λεγ­χο νά προ­κύ­πτουν ὄν­τως ἀ­λήθει­ες: ἡ πα­ρα­δο­χή αὐτή εἶ­ναι ὅτι, σέ ἠθικά ζη­τή­μα­τα, ὁ κα­θέ­νας ἔ­χει ἀ­λη­θε­ῖς πί­στεις οἱ ὁποῖες συ­νε­πά­γον­ται τίς ἀρ­νή­σεις τῶν λαν­θα­σμέ­νων πί­στε­ών του. Ἀ­πό αὐ­τήν τήν πα­ρα­δο­χή συ­νε­πά­γε­ται ὅτι ὅλες οἱ πί­στεις πού ἀνή­κουν σέ ἕνα συ­νε­πές σύ­νο­λο εἶ­ναι ἀ­λη­θε­ῖς, ἔ­τσι ὥ­στε μι­ά μέ­θο­δος ὅπως ὁ ἔ­λεγ­χος, ἡ ὁ­ποία μᾶς ἀ­παλ­λάσ­σει ἀ­πό ἀ­συ­νέ­πει­ες, στό τέ­λος δέν θά ἀ­φή­σει ὄρ­θι­ο τί­πο­τε ἄλ­λο πα­ρά μό­νο ἀ­λή­θει­ες. Εἶ­ναι γι’ αὐ­τό πού δέν χρει­α­ζό­ταν ὁ Σω­κρά­της νά γνω­ρί­ζει ἐκ τῶν προ­τέ­ρων ποιές πε­ποι­θή­σεις ἦ­ταν ἀ­λη­θε­ῖς, οὔτε καί νά ἀ­νη­συ­χε­ῖ μή­πως ὅταν ἀ­να­κά­λυ­πτε μι­ά ἀ­συ­νέ­πει­α, ἀ­παλλασ­σό­ταν ἀπ’  αὐτήν μέ τό νά ἀ­πορ­ρί­ψει τήν ἀ­λη­θή προ­κεί­με­νη. Κι αὐτό δι­ό­τι ἡ ἄ­πο­ψη πού θά πα­ρέ­με­νε θά ἀ­πο­δει­κνυ­ό­ταν ἀ­συ­νε­πής μέ κά­ποιες πε­ραι­τέ­ρω πί­στεις.
 
Δέν θά ἐ­ξε­τά­σω τά στοι­χεῖ­α μέ­σα στό κεί­με­νο το­ῦ Γορ­γί­α πού στη­ρί­ζουν αὐτή τή θε­ω­ρί­α, μιᾶς καί, ἀ­πό τή μι­ά, εἶ­ναι σα­φές ὅτι κά­τι πα­ρό­μοι­ο μέ αὐτή τήν πα­ρα­δο­χή εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­το, ἄν πρό­κει­ται νά θε­ω­ρη­θεῖ ὁ ἔ­λεγ­χος ὡς ἕνας τρό­πος προ­σέγ­γι­σης στήν ἀ­λή­θει­α, εἴ­τε τό συ­νει­δη­το­ποι­οῦν ὁ Πλά­των ἤ ὁ Σω­κρά­της, εἴτε ὄ­χι. Καί, ἀ­πό τήν ἄλ­λη, εἶ­ναι ἐ­ξί­σου φα­νε­ρό ὅτι δέν ὑ­πάρ­χει κα­νέ­να ἐ­πι­χεί­ρη­μα στόν Γορ­γί­α ἤ σέ κά­ποιον ἀ­πό τους προ­η­γού­με­νους δι­α­λό­γους, πού νά ὑ­πο­στη­ρί­ζει τήν πα­ρα­δο­χή αὐτή. Ὁ Βλα­στός πι­στεύ­ει ὅτι ὁ Πλά­των τό συ­νει­δη­το­ποί­η­σε καί πώς εἶ­ναι γι’ αὐτόν τόν λό­γο πού στούς ἑ­πομέ­νους τρεῖς δι­α­λό­γους, οἱ ὁποῖοι γρά­φτη­καν ἀ­μέ­σως με­τά τόν Γορ­γί­α, δη­λα­δή στόν Εὐ­θύ­δη­μο, τόν Λύ­ση καί τόν Μεί­ζο­να Ἱπ­πί­α, ὁ ἔ­λεγ­χος δέν ἐμ­φα­νίζε­ται κα­θό­λου. Σέ αὐ­τούς τούς δι­α­λό­γους ὑ­πάρ­χει φι­λο­σο­φι­κή ἐ­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γί­α, ἀλλά ὁ Σω­κρά­της οὐ­σι­α­στι­κά τή δι­ε­ξά­γει μό­νος του, ἐ­νερ­γών­τας τό­σο ὡς αὐτός πού προ­τεί­νει θέ­σεις, ὅσο καί ὡς αὐ­τός πού ἀ­σκε­ῖ κρι­τι­κή.
 
Στόν Μέ­νω­να ὁ Πλά­των βρί­σκει ἕνα νέ­ο τρό­πο νά ὑ­πο­στη­ρί­ξει τόν ἔ­λεγ­χο: τή θε­ω­ρί­α τῆς ἀ­νά­μνη­σης. Σύμ­φω­να μέ αὐτή τή θε­ω­ρί­α, ὅλοι γεν­νι­οῦν­ται ἔ­χον­τας γνώ­ση τῶν πάν­των, οἱ πε­ρι­πέ­τει­ες τῆς ζω­ῆς ὅμως τούς ἔ­χουν κά­νει νά ξε­χά­σουν ὅσα ξέ­ρουν καί νά κα­τα­λή­ξουν νά πι­στεύ­ουν ψεύ­δη. Γιά μι­ά ἀ­κό­μη φο­ρά εἶ­ναι φα­νε­ρό ὅτι μι­ά μέ­θο­δος ἡ ὁ­ποί­α ἰ­σχυ­ρί­ζε­ται ὅτι μπο­ρε­ῖ νά ἐ­ξα­λείψει τίς ἀ­συ­νέ­πει­ες μέ ὅσα εἶ­ναι γνω­στά, εἶ­ναι ἱ­κα­νή γιά τήν ἐ­πί­τευ­ξη τῆς ἀλή­θει­ας. Ὁ Βλα­στός πε­ρι­γρά­φει τή θε­ω­ρί­α τῆς ἀ­νά­μνη­σης ὡς “ἕνα πλού­σι­ο δῶ­ρο” ἀ­πό τόν Πλά­τω­να στόν Σω­κρά­τη. Ἀπό τό­τε πού συ­νέ­βη αὐτό”, κα­τα­λή­γει ὁ Βλα­στός στό “Afterthoughts”, “ὁ ἠ­θι­κο­λό­γος τῶν πρώ­ι­μων δι­α­λό­γων ἔ­χει κα­τα­στεῖ ὁ με­τα­φυ­σι­κός τῶν με­σαί­ων. Ἡ με­τα­μόρ­φω­ση το­ῦ δα­σκά­λου το­ῦ Πλά­τω­να σέ φε­ρέ­φω­νο το­ῦ Πλά­τω­να ἔ­χει συν­τε­λε­στε­ῖ”.
 
Ὁ Βλα­στός δι­α­κρί­νει μι­ά τε­ρά­στι­α δι­α­φο­ρά ἀ­νά­με­σα στούς δύ­ο τρό­πους πού χρη­σι­μο­ποι­εῖ ὁ Πλά­των γιά νά δι­α­σώ­σει τόν ἔ­λεγ­χο: τόν τρό­πο το­ῦ Γορ­γί­α, μέ τόν ὁποῖο ἁ­πλῶς ὑ­πο­τί­θε­ται ἡ ὕ­παρ­ξη ἀρ­κε­τῶν βα­θι­ά ρι­ζω­μέ­νων ἀ­ληθειῶν στόν κα­θέ­να μας, καί τόν τρό­πο το­ῦ Μέ­νω­να, μέ τήν με­τεμ­ψύ­χω­ση καί τή θε­ω­ρί­α τῆς ἀνάμνησης. Πέ­ρα­σαν χρό­νι­α ἀ­πό τήν ἐ­πο­χή κα­τά τήν ὁ­ποί­α γρά­φτη­καν αὐτοί οἱ δι­ά­λο­γοι, χρό­νι­α κα­τά τή δι­άρ­κει­α τῶν ὁποίων ὁ Πλά­των ἔ­χα­σε κά­θε ἐμ­πι­στο­σύ­νη στόν ἔ­λεγ­χο. “Ὥ­σπου μι­ά μέ­ρα”, γρά­φει ὁ Βλα­στός, “ἦρ­θε στό μυα­λό το­ῦ Πλά­τω­να ἡ θε­ω­ρί­α τῆς ἀ­νά­μνη­ση­ς”.
 
Πρό­κει­ται γιά μι­ά συ­ναρ­πα­στι­κή ἱ­στο­ρί­α καί ὁ Βλα­στός τήν κά­νει ἀ­λη­θοφα­νή μέ πο­λυ­ά­ριθ­μες ἀ­να­φο­ρές στά κεί­με­να καί μέ μι­ά εὔ­στο­χη θε­ώ­ρη­ση τῶν ἀν­θρώ­πι­νων καί τῶν λο­γι­κῶν πι­θα­νο­τή­των. Δέν ἔ­χω πρό­θε­ση νά δι­α­φω­νή­σω μέ αὐτήν, ἐ­κτός ἀ­πό ἕνα ση­μεῖ­ο τό ὁποῖο δέν δι­ευ­κρι­νί­ζε­ται στό ἄρ­θρο του, ἀλ­λά ὑ­πο­νο­εῖ­ται ἔν­το­να. Συγ­κε­κρι­μέ­να λέ­ει ὅτι με­τά τόν Γορ­γί­α, ὁ Πλά­των ἔ­χα­σε ὁ­ρι­στι­κά τήν πί­στη του στήν ἰ­δέ­α ὅτι οἱ ἠθικές ἀ­λή­θει­ες μπο­ρο­ῦν νά ἐκ­μαι­ευ­θο­ῦν ἀ­πό ὁ­ποι­ον­δή­πο­τε μέ μι­ά μέ­θο­δο ὅπως ὁ ἔ­λεγ­χος. Ἐν πά­σῃ πε­ριπτώ­σει, θέ­λω νά ὑ­πο­στη­ρί­ξω τήν ὑ­πό­θε­ση ὅτι σέ ἕνα ὁ­ρι­σμέ­νο ση­μεῖ­ο, σέ προ­χω­ρη­μέ­νο στά­δι­ο τῆς κα­ριέ­ρας του, ὁ Πλά­των ἐ­πι­στρέ­φει (ἄν ὑ­πο­θέ­σου­με ὅτι εἶ­χε ἀ­πο­μα­κρυν­θε­ῖ πο­τέ) στό ἐν­δι­α­φέ­ρον το­ῦ Σω­κρά­τη γιά τόν ἀ­γα­θό βίο, τόν σω­στό τρό­πο νά ζε­ῖ κα­νείς, καί ὅτι στη­ρί­ζε­ται στήν πα­ρα­δο­χή ὅτι ὁ κα­θέ­νας μας δι­α­θέ­τει ἀρ­κε­τή δό­ση ἀ­λή­θει­ας, ὥ­στε νά μᾶς κά­νει νά ἐλ­πί­ζου­με πώς μπο­ροῦ­με νά μά­θου­με σέ τί συ­νί­στα­ται ὁ ἀ­γα­θός βί­ος.
 
Πρέ­πει κα­ταρ­χήν νά ση­μει­ώ­σου­με πώς, ἄν καί εἶ­ναι σί­γου­ρα ἀ­λη­θές ὅτι ἡ θε­ω­ρί­α τῆς με­τεμ­ψύ­χω­σης καί τῆς ἀ­νά­μνη­σης εἶ­ναι και­νού­ρια στόν Μέ­νω­να, ἡ θε­ω­ρί­α αὐτή εἶ­ναι στε­νά συν­δε­δε­μέ­νη μέ τή με­θο­δο­λο­γι­κή πα­ρα­δο­χή ἡ ὁ­ποία, ὅπως δι­α­πι­στώ­νει ὁ Πλά­των στόν Γορ­γί­α, εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­τη γιά νά στη­ρί­ξει τόν ἔ­λεγ­χο. Πράγ­μα­τι, ἡ θε­ω­ρί­α τῆς ἀ­νά­μνη­σης δέν ἐ­κτο­πί­ζει τήν ὑ­πό­θε­ση το­ῦ Γορ­γί­α: τήν  συνεπάγεται.  Ἄν τή δο­ῦμε ἀ­πο­κλει­στι­κά ὡς συμ­πλή­ρω­μα το­ῦ ἐ­λέγ­χου, ἡ θε­ω­ρί­α τῆς ἀ­νά­μνη­σης δέν ἔ­χει κα­μι­ά ἀ­νάγ­κη ἀ­πό τήν θε­ω­ρί­α τῆς με­τεμ­ψύ­χω­σης. Ὅπως καί ἡ με­θο­δο­λο­γι­κή ὑ­πό­θε­ση το­ῦ Γορ­γί­α, ἔ­τσι καί ἡ θε­ω­ρί­α τῆς ἀνάμνησης θέ­τει ὡς αἴ­τη­μα τήν ὕ­παρ­ξη ἐ­παρ­κοῦς βα­θι­ά ρι­ζω­μέ­νης μέ­σα στόν κα­θέ­να μας ἀ­λή­θει­ας, ὥ­στε νά ἐ­ξα­σφα­λί­ζει ὅτι ἡ ἐ­ξά­λει­ψη τῶν ἀν­τι­φά­σε­ων τε­λι­κά θά ὁ­δη­γή­σει στήν ἐ­ξά­λει­ψη τῶν λα­θῶν: ὅταν ἀ­πο­μα­κρυν­θο­ῦν ὅλες οἱ ἀ­συ­νέ­πει­ες, αὐτό πού θά ἀ­πο­μεί­νει θά εἶ­ναι ἀ­λη­θές. Ἀ­πό αὐ­στη­ρά με­θο­δο­λο­γι­κή ἄ­πο­ψη, ἡ βα­σι­κή δι­α­φο­ρά ἀ­νά­με­σα στίς δύ­ο θε­ω­ρί­ες εἶ­ναι ὅτι ἐ­νῷ ἡ πα­ρα­δο­χή το­ῦ Γορ­γί­α προ­τεί­νει ὅτι ὁ μό­νος σί­γου­ρος δρό­μος γιά τή γνώ­ση εἶ­ναι ὁ ἔ­λεγ­χος, ἡ θε­ω­ρί­α τῆς ἀνάμνησης δέν ἀπο­δί­δει πρω­ταρ­χι­κή ἀ­ξί­α στήν ἐ­ξά­λει­ψη τῶν ἀ­συ­νε­πει­ῶν κι ἔ­τσι μᾶς κα­λε­ῖ νά ἐ­ξε­τά­σου­με ἄλ­λες με­θό­δους, πέ­ρα ἀ­πό τόν ἔ­λεγ­χο, γιά τήν ἀ­να­ζή­τη­ση τῆς ἀλή­θει­ας.
 
Καί βέ­βαι­α ἄλ­λες μέ­θο­δοι ἔρ­χον­ται ὄν­τως στό προ­σκή­νι­ο στούς με­σαί­ους καί ὕ­στε­ρους δι­α­λό­γους: πρό­κει­ται γιά τίς δι­ά­φο­ρες με­θό­δους “ἀ­να­γω­γή­ς”, πού συ­ναν­τᾶ­με στήν Πο­λι­τεί­α, στό Συμ­πό­σι­ο καί στόν Φαῖ­δρο: ἡ μέ­θο­δος τῆς “ὑ­πο­θε­ση­ς”, τῆς “συ­να­γω­γῆς καί δι­αί­ρε­ση­ς”, κα­θώς καί ἡ μέ­θο­δος ἤ οἱ μέ­θο­δοι πού συ­ναν­τᾶ­με στόν Φί­λη­βο. Ὑ­πάρ­χει μι­ά προ­φα­νής με­τα­τό­πι­ση το­ῦ ἐνδι­α­φέ­ρον­τος ἀ­πό τά ἠθικά στά γνω­σι­ο­λο­γι­κά καί ὀν­το­λο­γι­κά προ­βλή­μα­τα, ἕνα νέ­ο ἐν­δι­α­φέ­ρον (στόν Θε­αί­τη­το) γιά τήν πι­θα­νό­τη­τα τῆς ἀν­τι­λη­πτι­κῆς γνώ­σης καί μι­ά ἐ­πί­μο­νη ἀ­πα­σχό­λη­ση μέ τή φι­λο­σο­φι­κή μέ­θο­δο.
 
Ὁ Πλά­των δέν ἐγ­κα­τέ­λει­ψε τήν ἐ­λεγ­κτι­κή μέ­θο­δο: ἄλ­λω­στε ποιός φι­λό­σο­φος θά τό ἔ­κα­νε αὐτό; Αὐτό πού μᾶς ἐν­δι­α­φέ­ρει εἶ­ναι τί μπο­ρε­ῖ νά ἀ­να­μέ­νε­ται ἀ­πό αὐτή τήν μέ­θο­δο καί τί πί­στευ­ε ὁ Πλά­των ὅτι αὐτή θά μπο­ρο­ῦ­σε νά ἀ­πο­δώ­σει. Τό οὐ­σι­α­στι­κό πρό­βλη­μα εἶ­ναι αὐτό μέ τό ὁποῖο ξε­κι­νή­σα­με: μπο­ρε­ῖ ἡ φι­λο­σο­φί­α νά ἐλ­πί­ζει ὅτι θά ὑ­περ­βε­ῖ ὅλα ἔ­κε­ῖνα τά στοι­χεῖ­α πού ἐ­νυ­πάρ­χουν στίς πί­στεις καί τίς ἀξίες μέ τίς ὁποῖες ξε­κι­νᾶ; Ἄν ὄ­χι, τό­τε τό μό­νο πού μπο­ροῦ­με νά τήν ἐμ­πι­στευ­τοῦ­με ὅτι θά ἀ­πο­φέ­ρει εἶ­ναι ἡ συ­νέ­πει­α ὄ­χι ἡ ἀ­λή­θει­α, καί αὐτό εἶ­ναι πού ὑ­πό­σχε­ται καί ὁ ἀ­βο­ή­θη­τος ἔ­λεγ­χος. Ἄν ὅμως ἡ θε­ω­ρί­α τῆς ἀνάμνησης ἰ­σχύ­ει, τό­τε ὁ ἔ­λεγ­χος μπο­ρε­ῖ νά κά­νει ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρα πράγ­μα­τα. Τό πρό­βλη­μα εἶ­ναι ὅτι ἡ θε­ω­ρί­α τῆς ἀνάμνησης, ὡς οὐ­σι­α­στι­κή πα­ρα­δο­χή, ἀ­πα­ραί­τη­τη γιά νά στη­ρί­ξει γνω­σι­α­κούς ἰ­σχυ­ρι­σμούς, ἐ­ξα­φα­νί­ζεται ἀ­πό τούς δι­α­λό­γους σχε­δόν ἀ­μέ­σως ἀφοῦ ἐμ­φα­νι­στεῖ. Στόν Μέ­νω­να ὁ ρό­λος της εἶ­ναι καί­ρι­ος καί στόν Φαί­δω­να εἶ­ναι ἐ­πί­σης πά­ρα πο­λύ ση­μαν­τι­κός. Ἐν τού­τοις, μέ­χρι τό τέ­λος το­ῦ Φαί­δω­να, ἡ θε­ω­ρί­α τῆς ἀνάμνησης ἔ­χει ὑ­περκε­ρα­στε­ῖ ἀ­πό τή μέ­θο­δο τῆς ὑ­πο­θέ­σε­ως: κι αὐτή, ὅπως θά δο­ῦμε ἀ­μέ­σως, δέν εἶ­ναι ἡ κα­ταλ­λη­λό­τε­ρη μέ­θο­δος γιά τήν ἀ­πό­δει­ξη ἀ­λη­θει­ῶν. Τό ση­μαν­τι­κό εἶ­ναι ὅτι ὁ Πλά­των δέν φαί­νε­ται πλέ­ον πρό­θυ­μος νά ἐμ­πι­στευ­τεῖ τή θε­ω­ρί­α τῆς ἀνάμνησης. Ἡ ἀ­νά­μνη­ση εἰ­σά­γε­ται στήν Πο­λι­τεί­α, ἀλλά εἶ­ναι προ­φα­νές ὅτι οἱ μέ­θο­δοι στίς ὁποῖες στη­ρί­ζε­ται ὁ Πλά­των σέ αὐ­τό τό ἔρ­γο εἶ­ναι ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κές. Ὑ­πάρ­χουν κι ἄλ­λες ἀ­να­φο­ρές στή θε­ω­ρί­α τῆς ἀνάμνησης στόν Φαῖ­δρο, τόν Φί­λη­βο καί τούς Νό­μους, ἀλλά σέ κα­νέ­ναν ἀ­πό αὐτούς τους δι­α­λό­γους δέν παί­ζει κά­ποιο σπου­δαῖ­ο γνω­σι­ο­λο­γι­κό ρό­λο.
 
Φαί­νε­ται κα­θα­ρά ὅτι ὁ Πλά­των δέν ἦ­ταν γιά πο­λύ και­ρό πρό­θυ­μος νά ἀ­πο­δε­χθεῖ τή θε­ω­ρί­α τῆς ἀνάμνησης ὡς πη­γῆς βα­σι­κῶν ἠθικῶν ἀ­λη­θει­ῶν. Τί, λοι­πόν, σκέ­φτη­κε νά βά­λει στή θέ­ση της; Ἄν, ὅπως ὑ­πο­στη­ρί­ζει πει­στι­κά ὁ Βλα­στός, τό “πρό­βλη­μα το­ῦ ἐ­λέγ­χου” κυ­ρι­αρ­χοῦ­σε στή σκέ­ψη το­ῦ με­θο­δο­λο­γι­κά σκε­πτό­με­νου Πλά­τω­να, πῶς θά μπο­ροῦ­σε νά ἐγ­κα­τα­λεί­ψει τήν οὐσία το­ῦ “γεν­ναί­ου δώ­ρου” του στόν δά­σκα­λό του χω­ρίς νά ἔ­χει βρεῖ ἕνα κα­τάλ­λη­λο ὑ­πο­κα­τά­στα­το;
 
Ἡ ἀ­πάν­τη­ση ἡ ὁ­ποία ἑλ­κύ­ει πε­ρισ­σό­τε­ρο τούς με­λε­τη­τές το­ῦ Πλά­τω­να εἶ­ναι ὅτι ἐ­κεῖνος βρῆ­κε ἄλ­λες με­θό­δους τίς ὁποῖες ἐμ­πι­στευ­ό­ταν. Αὐτό μπο­ρε­ῖ νά ἀ­λη­θεύ­ει: ἀ­να­φέ­ρον­ται βέ­βαι­α πολ­λές μέ­θο­δοι, με­ρι­κές ἀ­πό αὐ­τές πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­πό μι­ά φο­ρές, καί κά­ποιες ἀ­πό αὐτές τίς με­θό­δους ὑ­πο­στη­ρί­ζον­ται ἔν­το­να ἀ­πό ἕνα πρό­σω­πο μέ τό ὄ­νο­μα “Σω­κρά­τη­ς” ἤ “Ἑ­λε­ά­της Ξέ­νο­ς”, κτλ. Πα­ρόλ’ αὐτά, ὑ­πάρ­χουν τρεῖς σο­βα­ροί λό­γοι γιά τούς ὁποίους δέν δε­χό­μα­στε αὐτή τήν ἀ­πάν­τη­ση ὡς τήν τε­λευ­ταί­α λέ­ξη ὅσον ἀφορᾶ τήν τε­λευ­ταί­α λέ­ξη το­ῦ Πλά­τω­να γιά τή φι­λο­σο­φι­κή μέ­θο­δο. Ὁ πρῶ­τος εἶ­ναι ὅτι μπο­ροῦ­με νά βρο­ῦ­με ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα στούς δι­α­λό­γους, τά ὁ­ποῖα ἐ­ξη­γο­ῦν τους λό­γους γιά τούς ὁποίους κα­τά τόν ἕναν ἤ τόν ἄλ­λο τρό­πο αὐτές οἱ μέ­θο­δοι εἶ­ναι ἀ­κα­τάλλη­λες ἤ ἀ­τε­λε­ῖς. Ὁ δεύ­τε­ρος εἶ­ναι ὅτι ὅταν, στόν Φί­λη­βο, ὁ Πλά­των ἐ­πι­στρέ­φει γιά ἄλ­λη μι­ά φο­ρά στό θέ­μα τῆς φύ­σης το­ῦ ἀ­γα­θο­ῦ βί­ου, αὐτές οἱ μέ­θο­δοι δέν φαί­νε­ται ὅτι μπο­ροῦν νά προ­σφέ­ρουν ἀ­πάν­τη­ση. Πα­ρά τίς δι­ά­φο­ρες μα­κρο­σκε­λεῖς καί δύ­σκο­λες συ­ζη­τή­σεις γιά τή μέ­θο­δο, ὁ ἔ­λεγ­χος εἶ­ναι πού πα­ρέ­χει τό βα­σι­κό ἐ­πι­χεί­ρη­μα. Ὁ τρί­τος λό­γος, τόν ὁποῖο οἱ ἱ­στο­ρι­κοί μπο­ρε­ῖ νά κρί­νουν ὡς ἄ­σχε­το, εἶ­ναι ὅτι, ἀπ’  ὅ,τι εἴ­μα­στε σέ θέ­ση νά δο­ῦ­με ἀ­πό μό­νοι μας, κα­μι­ά ἀ­πό τίς ἐναλ­λα­κτι­κές με­θό­δους δέν εἶ­ναι ἱκανή νά θέ­σει κάποια στα­θε­ρή βά­ση γιά ἠθικές ἀ­λή­θει­ες, ἐ­νῷ τε­λι­κά βρί­σκει ὑ­πο­στή­ρι­ξη ἡ πα­ρα­δο­χή πού στόν Γορ­γί­α ἀ­να­γνω­ρί­ζε­ται ὡς ἐ­παρ­κής γιά νά στη­ρί­ξει τόν ἔ­λεγ­χο - ἡ πα­ρα­δο­χή ὅτι (στήν ἠθική, του­λά­χι­στον, καί ἴ­σως πι­ό γε­νι­κά στή με­τα­φυ­σι­κή) ὑ­πάρ­χουν ἀρ­κε­τές ἀ­λή­θει­ες μέ­σα στόν κα­θέ­να μας ὥ­στε νά κα­τα­στή­σουν εὔ­λο­γη τήν ἄ­πο­ψη πώς, ἐ­φό­σον οἱ πί­στεις μας γύ­ρω ἀ­πό αὐτά τά θέ­μα­τα εἶ­ναι συ­νε­πεῖς, τό­τε θά εἶ­ναι καί ἀ­λη­θε­ῖς. Δέν θά ἦ­ταν κα­θό­λου ἀ­νό­η­το νά ὑ­πο­θέ­σου­με ὅτι ὁ Πλά­των ἔ­φτα­σε σ’ αὐτό τό συμ­πέ­ρα­σμα ἀ­πό μό­νος του: ὅμως οἱ ἄμεσες ἐν­δεί­ξεις δέν εἶ­ναι πα­ρά ὑ­παι­νι­κτι­κές.
 
Ὁ Φί­λη­βος εἶ­ναι μι­ά ση­μαν­τι­κή πε­ρί­πτω­ση ὅπου μπο­ροῦ­με νά ἐ­λέγ­ξου­με αὐ­τή τήν ὑ­πό­θε­ση. Εἶ­ναι ἕνας δι­ά­λο­γος ἀ­πό αὐ­τούς πού γρά­φτη­καν πο­λύ ἀργά - ἴ­σως μό­νον οἱ Νό­μοι γρά­φτη­καν ἀρ­γό­τε­ρα. Ἀ­σχο­λε­ῖται ἄ­με­σα μέ ἕνα σω­κρα­τι­κό ἐ­ρώ­τη­μα (τό σω­κρα­τι­κό ἐ­ρώ­τη­μα, θά ἔ­λε­γε κα­νείς), δη­λα­δή μέ τή φύ­ση το­ῦ ἀ­γα­θο­ῦ βίου. Ἀ­κό­μα καί ὁ τρό­πος μέ τόν ὁποῖο δι­α­τυ­πώ­νε­ται τό πρό­βλη­μα, μᾶς θυ­μί­ζει πα­λαι­ό­τε­ρα ἔρ­γα. Ὁ Φί­λη­βος ρω­τᾶ: “Ποιό εἶ­ναι τό κα­λύ­τε­ρο πράγ­μα πού μπο­ρε­ῖ νά κα­τέ­χει ἕνας ἀν­θρω­πο­ς”; Ἀ­να­ζη­τεῖ “τόν σω­στό στό­χο γιά ὅλα τά ζων­τα­νά ὄντα”. Στήν Πο­λι­τεί­α ὁ Σω­κρά­της λέ­ει: “Τό ἐ­πι­χεί­ρη­μά μας δέν ἀφορᾶ, κά­ποιο τυ­χαῖ­ο ζή­τη­μα, ἀλλά τόν τρό­πο σύμ­φω­να μέ τόν ὁποῖο ὀ­φεί­λου­με νά ζο­ῦ­με”.
 
Ὁ Φί­λη­βος ἀρ­χί­ζει μέ ἕναν δι­πλό ἔ­λεγ­χο. Ὁ Σω­κρά­της ἀ­να­κε­φα­λαι­ώ­νει τίς δύ­ο ἀρ­χι­κές θέ­σεις: “Ὁ Φί­λη­βος πι­στεύ­ει πώς τό κα­λό εἶ­ναι ἡ ἡ­δο­νή, ἡ τέρ­ψη, ἡ εὐ­χα­ρί­στη­ση κι ὅλα τά συ­να­φῆ. Ἐγώ, ἀν­τι­θέ­τως, πι­στεύ­ω ὅτι ὁ νο­ῦς, ἡ σκέ­ψη, ἡ μνή­μη... εἶ­ναι, γιά ὁ,­τι­δή­πο­τε εἶ­ναι ἱ­κα­νό γι’ αὐτά, προ­τι­μό­τε­ρα κι ἀ­νώ­τε­ρα ἀ­πό τήν ἡ­δο­νή. Πράγ­μα­τι, ἀ­πο­τε­λο­ῦν τό με­γα­λύ­τε­ρο δυ­να­τό ὄ­φε­λος γιά ὅλους ἐ­κεί­νους πού εἶ­ναι ἱ­κα­νοί νά με­τέ­χουν σέ αὐτά, εἴ­τε τώ­ρα εἴ­τε στό μέλ­λο­ν”. Ὅπως καί στούς πρώ­ι­μους δι­α­λό­γους, ἔ­τσι κι ἐ­δῶ θε­ω­ρεῖ­ται ὡς δε­δο­μέ­νο πώς “ὁ,­τι­δή­πο­τε εἶ­ναι ἱ­κα­νό γιά γνώ­ση, ἐ­πι­δι­ώ­κει” τό ἀ­γα­θό. Το­ῦτο θε­ω­ρεῖ­ται ὡς ἀ­λάν­θα­στη ἔν­δει­ξη το­ῦ τί εἶ­ναι ἀ­πο­δε­κτό ὡς ὁ ἀγαθός βί­ος. Μέ τή βο­ή­θει­α αὐ­τῆς της πα­ρα­δο­χῆς ὁ Σω­κρά­της εἶ­ναι σέ θέ­ση νά ἀ­ποδεί­ξει ὅτι τό­σο ἡ θέ­ση το­ῦ Φι­λή­βου, ὅσο καί ἡ δι­κή του, δέν εὐ­στα­θο­ῦν:
 
ΠΡΩΤΑΡΧΟΣ: Κα­νέ­νας ἀ­πό αὐτούς τους τρό­πους ζω­ῆς δέν μοῦ φαί­νε­ται ἀρ­κε­τά κα­λός γιά νά τόν δι­α­λέ­ξω... καί πι­στεύ­ω ὅτι ὅλοι θά συμ­φω­νοῦ­σαν μα­ζί μου.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Τί θά ἔ­λε­γες γιά ἕναν σύν­θε­το τρό­πο ζω­ῆς, Πρώ­ταρ­χε, ὁ ὁποῖος θά εἶ­ναι ἀ­πο­τέ­λε­σμα ἀ­νά­μι­ξης αὐτῶν τῶν δύ­ο;
ΠΡΩΤΑΡΧΟΣ: Πού θά δι­έ­πε­ται ἀ­πό ἡ­δο­νή, νο­ῦ καί φρό­νη­ση, ἐν­νο­εῖς;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Ναί, κι ἀ­πό πράγ­μα­τα αὐ­το­ῦ το­ῦ εἴ­δους.
ΠΡΩΤΑΡΧΟΣ: Ὁ­ποι­οσ­δή­πο­τε θά δι­ά­λε­γε αὐτόν ἀν­τί γιά τούς ἄλ­λους δύ­ο, χω­ρίς κα­μί­α ἐ­ξαί­ρε­ση.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Εἶ­ναι λοι­πόν σα­φές τί συ­νε­πά­γε­ται τό πα­ρόν ἐ­πι­χεί­ρη­μά μας;
ΠΡΩΤΑΡΧΟΣ: Βε­βαί­ως. Ὑ­πάρ­χουν μπρο­στά μας τρεῖς πι­θα­νοί τρό­ποι ζω­ῆς καί οἱ δύ­ο ἀ­πό αὐ­τούς δέν εἶ­ναι οὔ­τε ἱ­κα­νο­ποι­η­τι­κοί οὔ­τε πο­θη­τοί, εἴ­τε γιά τόν ἄν­θρω­πο εἴ­τε γιά τά ζῷ­α.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Τό­τε εἶ­ναι σί­γου­ρα φα­νε­ρό ὅτι κα­νέ­νας ἀ­πό αὐ­τούς του­λά­χι­στον δέν μπο­ρε­ῖ νά εἶ­ναι τό ἀ­γα­θό... Δι­ό­τι ἄν κά­ποιος ἀ­πό ἐ­μᾶς δι­ά­λε­γε ὁ,­τι­δή­πο­τε ἄλ­λο, θά τό ἔ­κα­νε πε­ρι­φρο­νών­τας τή φύ­ση αὐτοῦ πού εἶ­ναι πραγ­μα­τι­κά πο­θη­τό...[4].
 
Τό ἐ­πι­χεί­ρη­μα αὐτό ἔ­χει ἔ­κει­νη ἀ­κρι­βῶς τή μορ­φή τήν ὁ­ποί­α ὁ Βλα­στός ἔ­κρι­νε προ­βλη­μα­τι­κή, στούς πρώ­ι­μους δι­α­λό­γους. Ἕνας συ­νο­μι­λη­τής ἀ­παν­τᾶ σέ ἕνα ἐ­ρώ­τη­μα. Ὁ Σω­κρά­της τόν ὁ­δη­γε­ῖ στήν ἀ­πο­δο­χή πε­ραι­τέ­ρω προ­κειμέ­νων· ἡ ἀρ­χι­κή ἀ­πάν­τη­ση ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται ἀν­τι­φα­τι­κή μέ αὐτές τίς ἐ­πι­πλέ­ον προ­κεί­με­νες· κα­τό­πιν γί­νε­ται πλή­ρως ἀ­πο­δε­κτό καί ἀ­πό τίς δύ­ο πλευ­ρές ὅτι ἡ ἄρ­νη­ση τῆς ἀρ­χι­κῆς ἀ­πάν­τη­σης (ἤ ἀ­παν­τή­σε­ων, ὅπως στόν Φί­λη­βο) ἀ­πο­δείχθη­κε ἀληθής. Ἡ ὀρ­θό­τη­τα τοῦ συμ­πε­ρά­σμα­τος ἐ­ξαρ­τᾶ­ται ἀ­πό τήν ἀ­λή­θει­α τῶν ἀ­νε­ξέ­τα­στων πε­ραι­τέ­ρω προ­κει­μέ­νων: αὐτό ἀ­κρι­βῶς εἶ­ναι πού ἔ­κα­νε τόν Βλα­στό ν’ ἀ­πο­φα­σί­σει ὅτι ὁ Πλά­των δέν μπο­ροῦ­σε νά δε­χθεῖ τόν ἔ­λεγ­χο ὡς μέ­θο­δο πού ὁ­δη­γε­ῖ στήν ἀ­λή­θει­α. Ἐν τού­τοις, ἐ­δῶ στόν Φί­λη­βο δέν χω­ρᾶ κα­μι­ά ἀμ­φι­βο­λί­α ὅτι ὁ Πλά­των χρη­σι­μο­ποι­εῖ τόν ἔ­λεγ­χο καί ἀ­πο­δέ­χε­ται τά ἀ­ποτε­λέ­σμα­τά του.
 
Δύ­ο ἀ­κό­μη χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά το­ῦ πρώ­ι­μου ἔ­λεγ­χου εἶ­ναι ἐ­πί­σης ἐμ­φα­νῆ στόν Φί­λη­βο. Πρῶ­τον, ὑ­πάρ­χει τό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό τό ὁποῖο τό­νι­σε ἰ­δι­αί­τε­ρα ὁ Βλα­στός: ἡ ἐ­πι­μο­νή στό ὅτι ὁ συ­νο­μι­λη­τής πρέ­πει νά ἐκ­φρά­ζει εἰ­λι­κρι­νά τίς προ­σω­πι­κές του πί­στεις. Θά μπο­ροῦ­σε νά πεῖ κα­νείς ὅτι εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς σ’ αὐτό τό ση­μεῖ­ο πού ὁ Πλά­των ἀν­τι­κα­θι­στᾶ τόν Φί­λη­βο μέ τόν Πρώ­ταρ­χο, ὡς κύ­ρι­ο συ­νο­μι­λη­τή: ὁ Φί­λη­βος εἶ­ναι ἰ­δι­αί­τε­ρα πεί­σμων καί ἄ­ξε­στος γιά νά βα­σι­στεῖ κα­νείς στήν εἰ­λι­κρί­νει­α τῶν ἀ­παν­τή­σε­ών του. Ὁ Σω­κρά­της ὅμως ἐ­πα­νει­λημ­μέ­να ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νει ὅτι ὁ Πρώ­ταρ­χος ἐκ­φρά­ζει τίς δι­κές του προ­σω­πι­κές ἀ­πόψεις. Σέ κά­ποιο ση­μεῖ­ο ὁ Σω­κρά­της στρέ­φε­ται στόν Φί­λη­βο καί τόν ρω­τᾶ ἄν συμ­φω­νεῖ. Ἡ στι­χο­μυ­θί­α πού προ­κύ­πτει εἶ­ναι ἡ ἑ­ξῆς:
 
ΦΙΛΗΒΟΣ: Ἡ γνώ­μη μου εἶ­ναι, καί θά εἶ­ναι πάν­το­τε, ὅτι ἡ ἡ­δο­νή εἶ­ναι ὁ ἀδι­αμ­φι­σβή­τη­τος νι­κη­τής - ἐ­σύ ὅμως θά ἀ­πο­φα­σί­σεις γι’ αὐτό, Πρώ­ταρ­χε.
ΠΡΩΤΑΡΧΟΣ: Ἐ­φό­σον μο­ῦ πα­ρέ­δω­σες τό ἐ­πι­χεί­ρη­μα. δέν εἶ­ναι πιά δι­κή σου ἁρ­μο­δι­ό­τη­τα νά πεῖς ἄν πρέ­πει ἤ ὄ­χι νά συμ­φω­νῶ μέ ὅσα προ­τεί­νει ὁ Σω­κρά­της.
                                                          
Ἕνα δεύ­τε­ρο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό εἶ­ναι ἡ ἐ­πι­μο­νή τοῦ Σω­κρά­τη σέ κά­θε ση­μεῖ­ο, πώς ὅ,τι δέ­χε­ται ὡς ἀ­λη­θές, δη­λα­δή κά­θε μή ἐ­λεγ­μέ­νη ὑ­πό­θε­ση στήν ὁ­ποία στη­ρί­ζον­ται πε­ραι­τέ­ρω ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα, πρέ­πει καί νά βρί­σκει τούς συ­νο­μι­λη­τές σύμ­φω­νους. Ὅπως εἴ­δα­με μό­λις τώ­ρα, δέν τά πά­ει καί τόσο κα­λά μέ τόν Φί­λη­βο. Ἡ συμ­φω­νί­α ὅμως πά­νω στήν ὁ­ποί­α στη­ρί­ζε­ται δε­σμεύ­ει αὐτούς πού συμ­με­τέ­χουν στή δι­α­λε­κτι­κή δι­α­δι­κα­σί­α. Στό κεί­με­νο πού πα­ρα­θέ­σα­με πρω­τύ­τε­ρα, πά­νω ἀ­πό τρεῖς φο­ρές ὁ Σω­κρά­της βε­βαι­ώ­νε­ται γιά τή σύμ­φω­νη γνώ­μη το­ῦ Πρω­τάρ­χου, ὅσον ἀφορᾶ τό “τί θά ἐ­πέ­λε­γε ὁ κα­θέ­να­ς”. ὅταν τό ἐ­ρώ­τη­μα τί­θε­ται μέ τόν σω­στό τρό­πο, αὐτό πού θά ἐ­πέ­λε­γε ὁ κα­θέ­νας εἶ­ναι τό ἀγαθό. "ὅταν λοι­πόν ἡ ἐ­ρώ­τη­ση τί­θε­ται μέ τόν σω­στό τρό­πο, ὅλοι θά συμ­φω­νή­σουν ὅτι ὁ μι­κτός βί­ος πού δι­έ­πε­ται καί ἀ­πό ἡδονή καί ἀ­πό νό­η­ση εἶ­ναι κα­λύ­τε­ρος ἀ­πό ἐκεῖνον πού δι­έ­πε­ται μό­νον ἀ­πό ἡδονή ἤ μό­νον ἀ­πό νό­η­ση. Στίς ἀρχές του δι­α­λό­γου ὁ Σω­κρά­της δι­ευ­κρι­νί­ζει ὅτι ἡ προ­σω­πι­κή του θέ­ση εἶ­ναι ἐ­ξί­σου ἐ­πι­σφα­λής ὅσο καί αὐτή το­ῦ Πρώ­ταρ­χου. Λέ­ει: “Θε­ω­ρῶ ὅτι τώ­ρα δέν συ­να­γω­νι­ζό­μα­στε μό­νο γιά νά ἀ­να­δεί­ξου­με νι­κη­τή τόν δι­κό μου ἤ τόν δι­κό σου ὑ­πο­ψή­φι­ο, ἀλλά πρό­κει­ται νά ἑ­νώ­σου­με τίς δυ­νά­μεις μας πρός ὄ­φε­λος αὐτοῦ πού εἶ­ναι πλη­σι­έ­στε­ρο πρός τήν ἀ­λή­θει­α”. Καί σέ ἕνα ἄλ­λο ση­μεῖ­ο πα­ρα­τη­ρεῖ: “Θά ἔ­πρε­πε τό­τε νά δη­λώ­σου­με τή σύμ­φω­νη γνώ­μη μας πρός αὐτή τῶν πα­λαι­ο­τέ­ρων γε­νε­ῶν καί, ἀν­τί νά ἀκοῦμε ἁ­πλῶς τίς γνῶ­μες ἄλ­λων ἀν­θρώ­πων χω­ρίς νά δι­α­κιν­δυ­νέ­ψου­με οἱ ἴδιοι, νά μπο­ῦ­με κι ἐ­μεῖς στόν ἀ­γώνα...”. Πρός τό τέ­λος, ὁ Σω­κρά­της ρω­τᾶ γι’ ἄλ­λη μι­ά φο­ρά ἄν θά συμ­φω­νοῦ­σαν ὅλοι μέ τήν οὐ­σι­α­στι­κή πα­ρα­δο­χή στήν ὁ­ποί­α βα­σί­ζε­ται τό ἐ­πι­χεί­ρη­μα, καί μέ τό συμ­πέ­ρα­σμα ὅτι ὁ μι­κτός βί­ος πού δι­έ­πε­ται καί ἀ­πό ἡδονή καί ἀ­πό νό­η­ση εἶ­ναι ὁ κα­λύ­τε­ρος. Προ­τεί­νει μά­λι­στα ὅτι: “ἄν κά­ποιος πι­στεύ­ει ὅτι πα­ραβλέ­ψα­με κά­τι... ἐλ­πί­ζω νά ἐ­πι­στρέ­ψει τώ­ρα καί νά πα­ρου­σιά­σει τό θέ­μα μέ με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­κρί­βει­α”. Ἀ­κρι­βῶς στό τέ­λος ὁ Πρω­τα­γό­ρας δι­α­κη­ρύσ­σει: “Τώ­ρα ὅλοι συμ­φω­νή­σα­με, Σω­κρά­τη, γιά τήν ἀ­λή­θει­α τῆς θέ­σης πού ὑ­πο­στηρί­ζει­ς”. Αὐτή βέ­βαι­α, δέν εἶ­ναι ἡ θέ­ση μέ τήν ὁ­ποί­α ξε­κί­νη­σε ὁ Σω­κρά­της: εἶ­ναι αὐ­τή στήν ὁ­ποί­α κα­τέ­λη­ξε ἀ­κο­λου­θών­τας τό ἐ­λεγ­κτι­κό ἐ­πι­χεί­ρη­μα.
 
Τό κεν­τρι­κό ἐ­πι­χεί­ρη­μα λοι­πόν ἑ­νός ἀ­πό τους τε­λευ­ταί­ους δι­α­λό­γους τοῦ Πλά­τω­να ἀφορᾶ ἕνα με­ῖζον σω­κρα­τι­κό πρό­βλη­μα, χρη­σι­μο­ποι­εῖ τόν σω­κρα­τι­κό ἔ­λεγ­χο καί ἐ­πι­δο­κι­μά­ζει ἀ­πε­ρί­φρα­στα τά ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα το­ῦ ἐ­λέγ­χου. Για­τί, λοι­πόν, ὁ Πλά­των, ἀφοῦ δι­α­τη­ροῦ­σε τό­σο βα­θι­ές ἀμ­φι­βο­λί­ες γιά τή μέ­θο­δο το­ῦ Σω­κρά­τη ἐ­πι­στρέ­φει, δί­χως ἀμ­φι­βο­λί­ες πλέ­ον, σέ αυτήν;
 
Ὅσοι γνω­ρί­ζουν κα­λά τόν Φί­ληβο θά ἔ­χουν πα­ρα­τη­ρή­σει ὅτι συ­ζη­τή­σα­με γιά ἕνα πο­λύ μι­κρό μέ­ρος το­ῦ ὑ­λι­κο­ῦ πού ὑ­πάρ­χει σ’ αὐ­τόν τόν δι­ά­λο­γο: ἡ ἧτ­τα το­ῦ βί­ου πού δι­έ­πε­ται μό­νο ἀ­πό ἡδονή ἤ μό­νο ἀ­πό νό­η­ση καί ἡ νί­κη ἐ­κεί­νου πού συν­δυ­ά­ζει καί τά δύ­ο ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νε­ται στό πρῶ­το πέμ­πτο το­ῦ δι­α­λό­γου, ἐ­νῷ τό ἴ­διο τό ἐ­πι­χεί­ρη­μα κα­τα­λαμ­βά­νει μό­λις λί­γο πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό τρεῖς σε­λί­δες τῆς ἔκ­δο­σης. Αὐτός εἶ­ναι ὁ πυ­ρή­νας το­ῦ δι­α­λό­γου: ὑ­πάρ­χει ὅμως ἀ­κό­μα πο­λύ. Καί ἕνα με­γά­λο μέ­ρος ἀ­πό τό ὑ­πό­λοι­πο, ἀ­πέ­χει πο­λύ ἀ­πό ὅλα ὅσα συ­ναν­τᾶ­με στούς πρώ­ι­μους δι­α­λό­γους ἤ, καί τε­λι­κά, ἀ­κό­μα καί ὅπου­δή­πο­τε ἀλ­λο­ῦ στόν Πλά­τω­να. Γί­νε­ται πο­λύς λό­γος καί μέ συγ­κε­χυ­μέ­νο τρό­πο γιά με­θό­δους καί προ­βάλ­λον­ται ὀν­το­λο­γι­κές θε­ω­ρί­ες πού μοιά­ζουν ἀ­μυ­δρά μέ τίς Πυ­θα­γό­ρει­ες καί ἴ­σως μέ αὐ­τές πού ἀ­πο­δί­δει στόν Πλά­τω­να ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης στά Με­τά τά Φυ­σι­κά του. Ἐ­λά­χι­στο ἀπ’  αὐτό τό ὑ­λι­κό μπο­ρε­ῖ νά ἀ­πο­δοθε­ῖ στόν Σω­κρά­τη. Πα­λαι­ό­τε­ρα οἱ με­λε­τη­τές δί­στα­ζαν νά τό ἀ­πο­δώ­σουν στόν Πλά­τω­να. Δέν χρει­ά­ζε­ται νά μᾶς ἀ­πα­σχο­λή­σει ἐ­δῶ ὁ τρό­πος μέ τόν ὁποῖο πρέ­πει νά συμ­φι­λι­ω­θο­ῦν αὐ­τές οἱ πα­ρά­ξε­νες ἀπόψεις μέ τά ὑ­πό­λοι­πα πράγ­μα­τα πού νο­μί­ζου­με ὅτι ξέ­ρου­με γιά τήν ὕ­στε­ρη φι­λο­σο­φί­α το­ῦ Πλά­τω­να, οὔ­τε καί ὁ τρό­πος μέ τόν ὁποῖο μπο­ρο­ῦν νά συμ­φι­λι­ω­θοῦν με­τα­ξύ τους. Δι­ό­τι νο­μί­ζω πώς εἶ­ναι ξε­κά­θα­ρο ὅτι τί­πο­τα στόν ὑ­πό­λοι­πο Φί­λη­βο δέν λύ­νει τό πρό­βλη­μα πού ὁ Βλα­στός ὀ­νό­μα­σε “πρό­βλη­μα το­ῦ ἐ­λέγ­χου” - δέν δεί­χνει δη­λα­δή γιά ποιό λό­γο αὐτός ἀ­πο­φέ­ρει ἀ­λή­θει­ες - καί ἄν ὄν­τως τά πράγ­μα­τα εἶ­ναι ἔ­τσι, τό κεν­τρι­κό ἐ­πι­χεί­ρη­μα καί τό ἀ­πο­τέ­λε­σμα το­ῦ δι­α­λό­γου ἐ­ξαρ­τῶν­ται ἀ­πό τόν σω­κρα­τι­κό ἔ­λεγ­χο καί μό­νο.
 
Ἕνα ση­μαν­τι­κό ἐ­πι­χεί­ρη­μα δέν εἶ­ναι στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἐ­λεγ­κτι­κό (αὐτό τό ἔ­χω ἤ­δη ἀ­να­φέ­ρει). Ἀ­πο­δει­κνύ­ον­τας μέ τόν ἔ­λεγ­χο ὅτι οὔτε ὁ βί­ος τῶν ἡδονῶν οὔ­τε αὐτός της κα­θα­ρῆς νό­η­σης ἀ­πο­τε­λο­ῦν τόν ἀγαθό βί­ο, ὁ Σω­κρά­της χρη­σι­μο­ποι­εῖ, ὅπως εἴ­δα­με, δύ­ο ἀ­νέ­λεγ­κτες πα­ρα­δο­χές, τίς ὁποῖες τό­σο αὐτός ὅσο καί οἱ ὑ­πό­λοι­ποι ἐν­δι­α­φε­ρό­με­νοι θε­ω­ρο­ῦν πώς εἶ­ναι ἀ­λη­θε­ῖς. Αὐτές εἶ­ναι (i) ἀγαθό εἶ­ναι ὅ,τι ὁ κα­θέ­νας (“ἱ­κα­νός νά γνω­ρί­ζει”) προ­τι­μᾶ ἤ θά δι­ά­λε­γε, ἄν μπο­ροῦ­σε, καί (ii) κα­νέ­νας, με­τά ἀ­πό σκέ­ψη, (καί ὑ­πο­βο­η­θού­μενος ἀ­πό τά ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα το­ῦ Σω­κρά­τη) δέν θά ἐ­πέ­λε­γε τόν βί­ο τῆς κα­θα­ρῆς ἡδονῆς ἤ τό βί­ο τῆς κα­θα­ρῆς νό­η­σης ἀ­πο­κλει­στι­κά. Μ' αὐτά ὁλο­κλη­ρώ­νε­ται ὁ ἔ­λεγ­χος. Τό­τε ὁ Σω­κρά­της ἀ­πο­σπᾶ τή σύμ­φω­νη γνώ­μη τῶν ὑ­πό­λοι­πων πά­νω σέ ἕναν ἐ­πι­πλέ­ον ἰ­σχυ­ρι­σμό: (iii) Ὁ κα­θέ­νας θά προ­τι­μοῦ­σε τόν μι­κτό βί­ο πού δι­έ­πε­ται καί ἀ­πό ἡ­δο­νή καί ἀ­πό νό­η­ση ἔ­ναν­τι τῶν ἄλ­λων δύ­ο. Το­ῦτο ὑ­πο­νο­ε­ῖ τό ἀρ­νη­τι­κό συμ­πέ­ρα­σμα το­ῦ ἐ­λέγ­χου καί θά μπο­ροῦ­σε νά εἶ­χε χρη­σι­μο­ποι­η­θεῖ στή θέ­ση το­ῦ (ii). Παρ’ ὅλα αὐτά, εἰ­σά­γε­ται ὡς ἀ­νε­ξάρ­τη­το συμ­πέ­ρα­σμα. Ἐν τού­τοις, τί­πο­τα σέ αὐτό τό ση­μεῖ­ο δέν πα­ρεκ­κλί­νει ἀ­πό τήν ἐ­λεγ­κτι­κή μέ­θο­δο: τό (iii), ὅπως τό (i) καί τό (ii), μό­λις συμ­φω­νη­θε­ῖ γί­νε­ται ἀ­πο­δε­κτό.
 
Τό κύ­ρι­ο μέ­ρος το­ῦ δι­α­λό­γου εἶ­ναι ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νο σέ μι­ά λε­πτο­με­ρῆ ἐ­ξέ­τα­ση τῶν δι­α­φό­ρων εἰ­δῶν ἡδονῆς, μέ ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα τά ὁ­ποῖα δη­μι­ουρ­γή­θη­καν γιά νά δεί­ξουν γιά ποιό λό­γο οἱ πε­ρισ­σό­τε­ρες ἡ­δο­νές δέν ἁρ­μό­ζει νά συμ­πε­ρι­ληφθο­ῦν στόν ἀγαθό βί­ο. Ὡς πρῶ­το βῆ­μα, ὁ Σω­κρά­της ἀ­να­λαμ­βά­νει νά δεί­ξει ὅτι, πα­ρό­λο πού ὅλες οἱ ἡ­δο­νές, ὡς ἡ­δο­νές, μοιά­ζουν με­τα­ξύ τους, εἶ­ναι πι­θα­νό νά δι­α­φέ­ρουν ὡς πρός τό ὅτι με­ρι­κές εἶ­ναι κα­λές καί ἄλ­λες κα­κές. Ἡ ἀ­πό­δει­ξη αὐτοῦ το­ῦ στοι­χει­ώ­δους ση­μεί­ου ξε­κι­νᾶ μέ μι­ά, ἀρ­κε­τά μα­κρο­σκε­λή, ἀλλά κά­πως συγ­κε­χυ­μέ­νη πε­ρι­γρα­φή μιᾶς με­θό­δου. Ὁ Πρώ­ταρ­χος ζη­τᾶ τή βο­ή­θει­α το­ῦ Σω­κρά­τη γιά νά βρεῖ “ἕναν κα­λύ­τε­ρο τρό­πο νά δι­ε­ξα­γά­γει τό ἐ­πι­χεί­ρη­μα”. Ὁ Σω­κρά­της προ­θυ­μο­ποι­εῖ­ται: “Δέν θά μπο­ρο­ῦσε νά ὑ­πάρ­ξει κα­λύ­τε­ρος τρό­πος ἀ­πό αὐ­τόν το­ῦ ὁποίου πάν­το­τε ὑπῆρ­ξα θι­α­σώ­της, πα­ρό­λο πού συ­χνά μο­ῦ γλύ­στρη­σε ἀ­πό τά δά­χτυ­λα καί μέ ἄ­φη­σε ἀ­μή­χα­νο καί μέ ἄ­δει­α χέ­ρια... Δέν εἶ­ναι δύ­σκο­λο νά ἐ­κτε­θεῖ ἀλλά εἶ­ναι πο­λύ δύ­σκο­λο νά ἐ­φαρ­μο­στεῖ. Εἶ­ναι ὑ­πεύ­θυ­νος γιά τήν ἀνα­κά­λυ­ψη ὅ­λων ὅσα ἔ­χουν ἀ­να­κα­λυ­φθε­ῖ σέ ὁ­ποι­ον­δή­πο­τε το­μέ­α... ἦ­ταν ἕνα δῶ­ρο ἀ­πό τους θε­ούς στούς ἀν­θρώ­πους...” Ἡ πε­ρι­γρα­φή τῆς με­θό­δου πού ἀ­κο­λου­θε­ῖ ἐ­πι­δέ­χε­ται πολ­λές ἑρ­μη­νεῖ­ες, ἰ­δι­αί­τε­ρα ὅταν προ­σπα­θεῖ κά­ποιος νά τήν ἐναρ­μο­νί­σει μέ τήν με­τέ­πει­τα τε­τρα­πλή δι­αί­ρε­ση τῶν πάν­των σέ πέ­ρα­τα, ἄ­πει­ρα, μίγ­μα­τα τῶν δύ­ο αὐτῶν καί τήν αἴ­τι­α τῶν μί­ξε­ων. Εἶ­ναι ὅμως εὐ­κο­λό­τε­ρο νά κα­τα­λά­βει κα­νείς τίς χρή­σεις γιά τίς ὁποῖες ὁ Σω­κρά­της ἐ­φαρ­μό­ζει αὐ­τή τή μέ­θο­δο, ἤ, στήν προ­κεί­με­νη πε­ρί­πτω­ση, τίς με­θό­δους. Ἡ πρώ­τη χρή­ση εἶ­ναι ἡ ἑ­ξῆς: ἄν ξε­κι­νή­σου­με μέ μι­ά συλ­λο­γή ὀν­το­τή­των, πρέ­πει πρῶ­τα νά “θέ­σου­με ἕνα καί μο­να­δι­κό εἴ­δο­ς” καί κα­τό­πιν νά τό ὑ­πο­δι­αι­ρέ­σου­με σέ δύ­ο ἤ τρί­α ἐ­πι­πλέ­ον, μέ­χρις ὅ­του δέν ἀ­παιτο­ῦν­ται πε­ραι­τέ­ρω ὀρ­γα­νω­μέ­νες δι­αι­ρέ­σεις. Αὐτή ἡ δι­α­δι­κα­σί­α ἀ­παι­τε­ῖ ἐ­πιδε­ξι­ό­τη­τα, δι­ό­τι εἶ­ναι πο­λύ εὔ­κο­λο νά γί­νει κά­ποιο λά­θος. Ὡς ἐ­δῶ ἡ μέ­θο­δος μοιά­ζει μέ αὐ­τήν τῆς συ­να­γω­γῆς καί τῆς δι­αί­ρε­σης, πού ὑ­πο­στη­ρί­ζε­ται κι ἐφαρ­μό­ζε­ται στόν Σο­φι­στή καί τόν Πο­λι­τι­κό. Καί αὐτή ἀ­κρι­βῶς εἶ­ναι ἡ χρή­ση πού γί­νε­ται αὐ­τῆς τῆς με­θό­δου. Ὁ Σω­κρά­της ὑ­πο­δι­αι­ρεῖ τά εἴ­δη τῆς ἡδονῆς ἔ­χον­τας ὡς ἀ­πώ­τε­ρο σκο­πό νά δι­α­χω­ρί­σει τίς κα­λές ἀ­πό τίς κα­κές ἡ­δο­νές. Ἡ μέ­θο­δος ὅμως τῆς συλ­λο­γῆς καί δι­αί­ρε­σης δέν εἶ­ναι ἱκανή νά κά­νει αὐτές τίς δι­α­κρί­σεις: στήν κα­λύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση δεί­χνει πώς δέν ὑ­πάρ­χει ἀν­τί­φα­ση στό νά πο­ῦμε πώς ὅλες οἱ ἡ­δο­νές ταυ­τί­ζον­ται με­τα­ξύ τους λό­γω το­ῦ ὅτι εἶ­ναι ἡ­δο­νές ἀλλά μπο­ρε­ῖ νά δι­α­φέ­ρουν ἀ­πό ἄλ­λες ἀπόψεις.
 
Κα­θώς ἡ μέ­θο­δος ἀ­να­πτύσ­σε­ται λε­πτο­με­ρῶς, στα­δι­α­κά το­νί­ζε­ται κι ἡ σπου­δαι­ό­τη­τα τῶν ὁ­ρί­ων, τῶν μέ­τρων, τῶν ἀ­να­λο­γι­ῶν καί τῆς συμ­με­τρί­ας. Τά ἀ­γα­θά πράγ­μα­τα -ὁ ἀγαθός βί­ος, γιά πα­ρά­δειγ­μα- εἶ­ναι τό ἀ­πο­τέ­λε­σμα τῆς θέ­σης ἑ­νός ὁ­ρί­ου ἤ μέ­τρου σέ ἕνα ἤ σέ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­ό­ρι­στα συ­νε­χῆ: τέ­τοια εἶ­ναι τά μίγ­μα­τα ἀ­νά­με­σα στά ὁ­ποῖα μπο­ροῦ­με νά συ­ναν­τή­σου­με τόν ἀγαθό βί­ο. Ὑ­πο­στη­ρί­ζε­ται πώς οἱ πε­ρισ­σό­τε­ρες ἡ­δο­νές, μο­λο­νό­τι ὄ­χι ὅλες, εἶ­ναι ἀ­κα­τάλ­λη­λες νά συμ­πε­ρι­λη­φθο­ῦν σέ μι­ά κα­λά ἰ­σορ­ρο­πη­μέ­νη καί στα­θε­ρή ζω­ή, ἐ­νῷ τά πε­ρισ­σό­τε­ρα εἴ­δη σο­φί­ας, ὡς καί ὁ­ρι­σμέ­νες πρα­κτι­κές δε­ξι­ό­τη­τες, θε­ω­ροῦν­ται ἄξιες νά συμ­πε­ρι­λη­φθο­ῦν. Ὁ νο­ῦς παί­ζει ἕνα διτ­τό ρό­λο: οἱ λει­τουρ­γί­ες καί τά ἀν­τι­κεί­με­να τοῦ εἶ­ναι ἀ­ξι­ο­θαύ­μα­στα κι ἑλ­κυ­στι­κά κα­θαυ­τά καί ὁ νο­ῦς, ὄν­τας συγ­γε­νής πρός τήν κο­σμι­κή αἰ­τί­α πού εὐ­θύ­νε­ται γιά ὅ,τι εἶ­ναι κα­λό σ’ αὐτόν τόν κό­σμο, ἀ­πο­τε­λε­ῖ αὐτός ὁ ἴδιος τήν αἰ­τί­α τῆς με­τρη­μέ­νης ζω­ῆς.
 
Ἐ­πι­ση­μαί­νω δύ­ο μό­νο πλευ­ρές αὐ­τῶν τῶν μᾶλ­λον μπερ­δε­μέ­νων πε­ρι­κο­πῶν το­ῦ Φι­λή­βου. Ἡ πρώ­τη εἶ­ναι ὅτι κα­μί­α ἑρ­μη­νεί­α τῆς “θε­ό­σταλ­της με­θό­δου”, του­λά­χι­στον κα­μί­α πού νά γνω­ρί­ζω, δέν μπο­ρε­ῖ λο­γι­κά νά θε­ω­ρη­θεῖ ὅτι προ­σφέ­ρει εἴ­τε κά­ποιο ὑ­πο­κα­τά­στα­το εἴ­τε κά­ποιο συμ­πλή­ρω­μα γιά τόν ἔ­λεγ­χο, σάν ἐ­κε­ῖνο πού πα­ρέ­χε­ται μέ τήν πα­ρα­δο­χή το­ῦ Γορ­γί­α ἤ μέ τήν θε­ω­ρί­α τῆς ἀνάμνησης. Ἡ μέ­θο­δος τῆς συ­να­γω­γῆς καί τῆς δι­αί­ρε­σης δέν μπο­ρε­ῖ νά μᾶς κα­θο­δη­γή­σει ἡ ἴ­δια ὡς πρός τό ποιές εἶ­ναι οἱ πραγ­μα­τι­κές “μο­νά­δε­ς” οὔτε ὡς πρός τό πώς νά δι­α­κρί­νου­με πό­τε μι­ά δι­αί­ρε­ση ἔ­γι­νε “στίς ἀρ­θρώ­σει­ς”. Ἀ­κό­μα ὅμως καί νά τό ἔ­κα­νε, δέν θά μπο­ροῦ­σε νά προ­κύ­ψει κα­μί­α οὐ­σι­α­στι­κή ἠθι­κή (ἤ ἄλ­λη) ἀ­λή­θει­α, κι οὔ­τε ὁ Σω­κρά­της ὑ­πο­στη­ρί­ζει κά­τι τέ­τοιο. Ἡ τε­τρα­πλή τα­ξι­νό­μη­ση τῶν ὀν­το­λο­γι­κῶν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κῶν το­ῦ κό­σμου κά­νει πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρα, μιᾶς καί εἶ­ναι ξε­κά­θα­ρο ὅτι τό­σο ἡ κα­τη­γο­ρι­ο­ποί­η­ση πολ­λῶν ἡδονῶν ὡς, κα­τά βά­ση, πραγ­μά­των “δί­χως ὅ­ρι­α” ὅσο καί οἱ ἀρ­χές οἱ ὁποῖες δι­έ­πουν τόν ἀγαθό βί­ο, ὑ­πο­γραμ­μί­ζουν τήν ἀ­ναγ­και­ό­τη­τα τῆς πα­ρου­σί­ας ἑ­νός ὁ­ρί­ου σέ ὅ,τι εἶ­ναι ἐ­πι­θυ­μη­τό, ὡ­ρα­ῖο ἤ στα­θε­ρό. Αὐ­τό στό ὁποῖο ἡ μέ­θο­δος ἀ­πο­τυγ­χά­νει ἐν­τε­λῶς εἶ­ναι ἡ ἐ­ξα­σφά­λι­ση κρι­τη­ρί­ων σύμ­φω­να μέ τά ὁ­ποῖα μπο­ρε­ῖ νά ἀ­πο­φα­σι­στε­ῖ πό­τε ἕνα μίγ­μα εἶ­ναι κα­λό. Με­ρι­κές φο­ρές ὁ Σω­κρά­της μί­λα σάν κά­θε ἀ­λη­θι­νό μίγ­μα νά εἶ­ναι κα­λό καί κά­θε ὅ­ρι­ο μι­ά ἀρ­χή ἡ ὁ­ποία ἀ­πο­φέ­ρει κά­ποιο μίγ­μα. Αὐ­τό ὅμως δέν μᾶς βο­η­θά­ει, δι­ό­τι θέ­λου­με νά μά­θου­με κα­τό­πιν τόν τρό­πο μέ τόν ὁποῖο μπο­ροῦ­με νά ξε­χω­ρί­ζου­με ἕνα πέ­ρας ἀ­πό κά­ποιαν ἄλ­λη δι­ευ­θέ­τη­ση τῶν με­ρῶν: πῶς νά ξε­χω­ρί­ζου­με δη­λα­δή ἕνα μίγ­μα ἀ­πό ἕνα ἁ­πλό συ­νον­θύ­λευ­μα συ­στα­τι­κῶν.
 
Ὁ Πλά­των φαί­νε­ται νά ἔ­χει ἐ­πίγνω­ση το­ῦ γε­γο­νό­τος ὅτι ἡ “θεόο­σταλ­τη” μέ­θο­δος δέν προ­σφέ­ρει σα­φή κα­θο­δή­γη­ση γύ­ρω ἀ­πό αὐ­τά τά θέ­μα­τα. Ἄν καί το­νί­ζει τήν ἀ­νω­τε­ρό­τη­τα τῶν κα­θα­ρῶν ἐ­πι­στη­μῶν, ὅπως τά μα­θη­μα­τι­κά, σέ σχέ­ση μέ τίς ἐ­φαρ­μο­σμέ­νες τέ­χνες, ὅπως ἡ αὐ­λη­τι­κή καί ἡ οἰ­κο­δο­μι­κή, συγ­κρί­νει τήν ἐ­πι­λο­γή τῶν “συ­στα­τι­κῶν με­ρῶ­ν” το­ῦ ἀ­γα­θο­ῦ βί­ου καί τόν τρό­πο μέ τόν ὁποῖο αὐτά συν­δυ­ά­ζον­ται με­τα­ξύ τους, μέ τό ἔρ­γο ἑ­νός τε­χνί­τη. ὅταν πε­ρι­γρά­φει τόν ἀγαθό βί­ο, ὁ Σω­κρά­της λέ­ει: “Θά ἦ­ταν λοι­πόν ἀρ­κε­τά πε­τυ­χη­μέ­νο νά μᾶς συγ­κρί­νουν μέ τούς κτί­στες, ὅσον ἀφορᾶ τό θέ­μα το­ῦ συν­δυ­α­σμοῦ νό­η­σης καί ἡδονῆς, καί νά πο­ῦν ὅτι ἔ­χου­με μπρο­στά μας τό ὑ­λι­κό ἀ­πό τό ὁποῖο ἤ μέ τό ὁποῖο θά χτί­σου­με”. Πρώ­ταρ­χος: “Εἶ­ναι πε­τυ­χη­μέ­νη αὐτή ἡ πα­ρο­μοί­ω­ση”. Σω­κρά­της: “Τό ἑ­πό­με­νο μέ­λη­μά μας, λοι­πόν, εἶ­ναι νά προ­σπα­θή­σου­με νά τά ἀ­να­μί­ξου­με;”. Ξα­να­θυ­μό­μα­στε τά λε­πτο­με­ρῆ πα­ρα­δείγ­μα­τα πού συ­ναν­τή­σα­με νω­ρί­τε­ρα στόν Φί­λη­βο, παρ­μέ­να ἀ­πό τή μου­σι­κή καί τή φω­νη­τι­κή, τά ὁ­ποῖα δεί­χνουν ὅτι ἡ πα­ρα­γω­γή ἑνός ἱ­κα­νο­ποι­η­τι­κοῦ ἤ ἀ­πο­δεκτο­ῦ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τος ἐ­ξαρ­τᾶ­ται ἀ­πό κά­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό τίς ἀ­να­λυ­τι­κές με­θό­δους οἱ ὁποῖες ξε­χω­ρί­ζουν τά συ­στα­τι­κά μέ­ρη με­τα­ξύ τους: ἐ­ξαρ­τᾶ­ται ἐ­πί­σης ἀ­πό τήν ἐ­πι­δε­ξι­ό­τη­τα καί τή γνώ­ση το­ῦ τε­χνί­τη. Τό θέ­μα αὐ­τό μας εἶ­ναι γνω­στό ἀ­πό τους πρώ­ι­μους Σω­κρα­τι­κούς δι­α­λό­γους.
 
Ἡ δεύ­τε­ρη ἄ­πο­ψη τῆς με­θο­δο­λο­γί­ας το­ῦ Φί­λη­βου τήν ὁ­ποί­α θέ­λω νά ἐ­πιση­μά­νω, εἶ­ναι ὁ ρό­λος (ἤ ἡ ἀ­που­σί­α του) τῆς θε­ω­ρί­ας τῶν ἰ­δε­ῶν. Ὑ­πάρ­χει ἀτέρ­μο­νη δι­α­μά­χη με­τα­ξύ τῶν με­λε­τη­τῶν πά­νω στό ἐ­ρώ­τη­μα ἄν κά­ποιο ἀ­πό τά τέσ­σε­ρα στοι­χεῖ­α τῆς “θε­ό­σταλ­τη­ς” με­θό­δου πρέ­πει νά ταυ­τι­στεῖ μέ τά εἴ­δη. Ἀ­πό τή σκο­πιά τῆς πα­ρού­σας θέ­σης, το­ῦτο εἶ­ναι ἀ­δι­ά­φο­ρο. Κι αὐτό για­τί, ὅπως ἔ­χου­με δεῖ ἤ­δη, τί­πο­τα σέ αὐ­τή τή μέ­θο­δο δέν θά μπο­ροῦ­σε νά ἀ­πο­δώσει, ἤ νά θε­ω­ρη­θεῖ ὅτι ἀ­πο­φέ­ρει, οὐ­σι­α­στι­κές ἠθικές ἀ­λή­θει­ες. Οὔ­τε εἶ­ναι πι­θα­νό ὅτι, σέ αὐτό τό στά­δι­ο τῆς ἐ­ξέ­λι­ξής του, ὁ Πλά­των θά μπο­ροῦ­σε, νά βα­σί­ζε­ται στή θε­ω­ρί­α τῶν εἰ­δῶν γι’ αὐτόν τόν σκο­πό. Στούς ὕ­στε­ρους δι­α­λό­γους ἔ­βρι­σκε ὅλο καί πε­ρισ­σό­τε­ρους λό­γους νά εἶ­ναι δυ­σά­ρε­στη μέ­νος μέ τίς προ­γε­νέ­στε­ρες θε­ω­ρί­ες του γιά τά εἴ­δη, καί κα­μι­ά ἄ­πο­ψη αὐ­τῆς της δυ­σα­ρέ­σκει­ας δέν εἶ­ναι πι­ό ἐμ­φα­νής ἀ­πό τήν ἐγ­κα­τά­λει­ψη κά­θε στε­νῆς σύν­δε­σης ἀ­νά­με­σα στά εἴδη καί τήν ἀ­ξί­α. Ἡ ἑ­νό­τη­τα τῶν εἰ­δῶν, ἡ ὁ­ποία πα­λαι­ό­τε­ρα εἶ­χε ἐ­ξασφα­λί­σει τήν κα­θα­ρό­τη­τά τους, ἐγ­κα­τα­λεί­φθη­κε ὅταν κα­τέ­στη φα­νε­ρό ὅτι ἡ ἀ­νά­λυ­ση ἀ­παι­το­ῦ­σε τήν ἀ­νά­μι­ξη τῶν εἰ­δῶν με­τα­ξύ τους (ὅπως κά­νει ἡ ἡδονή μέ τό κα­λό καί τό κα­κό - ἡ καί­ρι­α αὐτή ἀ­να­κά­λυ­ψη ἔ­γι­νε στόν Σο­φι­στή). Ἡ ἰ­δέ­α ὅτι ἡ ἀ­ξί­α ἐ­ξαρ­τᾶ­ται κα­τά κά­ποιον τρό­πο ἀ­πό τό ἄν κά­τι εἶ­ναι ὅ­μοι­ο ἤ προ­σο­μοι­ά­ζει μέ κά­ποιο εἶ­δος ἀ­να­γνω­ρί­στη­κε ἀ­πό τόν Πλά­τω­να (στόν Παρ­με­νί­δη) ὅτι εἶ­ναι ἀ­συμ­βίβα­στη μέ τίς γνω­σι­ο­λο­γι­κές ἤ τίς ἐν­νοι­ο­λο­γι­κές λει­τουρ­γί­ες τῶν εἴ­δων. Ἡ ἀ­ξί­α στόν Φί­λη­βο δέν μπο­ρε­ῖ πιά νά συν­δε­θεῖ μέ τά εἴδη ὡς τέ­τοια. Μπο­ρε­ῖ τά πέ­ρα­τα, ἤ τά μίγ­μα­τα πού ἔ­χουν πέ­ρα­τα, νά εἶ­ναι εἴ­δη καί νά εἶ­ναι ἀ­γα­θά: αὐτό ὅμως πού τά κά­νει ἀ­γα­θά δέν εἶ­ναι τό ὅτι εἶ­ναι εἴδη ἤ πέ­ρα­τα ἤ μίγ­μα­τα, ἀλλά τό ὅτι ἔ­χουν συμ­με­τρί­α, ἀ­να­λο­γί­ες καί ἀ­λή­θει­α -τό ὅτι εἶ­ναι σω­στά πέ­ρα­τα ἤ κα­τάλ­λη­λα μίγ­μα­τα.
 
Αὐτό πού προ­τεί­νω, λοι­πόν, εἶ­ναι πώς ὅταν ὁ Πλά­των στόν τε­λευ­ταῖ­ο του σχε­δόν δι­ά­λο­γο, ἐ­πέ­στρε­ψε στό θέ­μα τῆς φύ­σης το­ῦ ἀγαθοῦ βί­ου, ἐ­πέ­στρε­ψε ἐ­πί­σης καί στόν σω­κρα­τι­κό ἔ­λεγ­χο, ὡς τήν πι­ό ξε­κά­θα­ρη καί ἀ­ξι­ό­πι­στη μέ­θο­δο γιά νά ἀ­να­κα­λύ­ψου­με μέ ποιόν τρό­πο πρέ­πει νά ζο­ῦ­με. Ἔ­τσι λοι­πόν, δέν μέ ἐκ­πλήσ­σει πού σέ αὐτόν τόν δι­ά­λο­γο κύ­ρι­ο πρό­σω­πο εἶ­ναι γι’ ἄλ­λη μι­ά φο­ρά ὁ Σω­κρά­της. Ὅπως ξέ­ρου­με ὁ Σω­κρά­της πρα­κτι­κά ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται ἀ­πό ὅλους τους ὑ­πο­λοί­πους ὕ­στε­ρους δι­α­λό­γους. Στόν Παρ­με­νί­δη ἀ­πει­κο­νί­ζε­ται ὡς πο­λύ νέ­ος, κι εἶ­ναι ὁ μέ­γας Παρ­με­νί­δης πού ἔ­χει ἀ­να­λά­βει νά κά­νει τίς ἐ­ρω­τήσεις, ἐ­νῷ ὁ Σω­κρά­της ἀ­παν­τᾶ. Στόν Κρι­τί­α καί τόν Τί­μαι­ο, ὁ Σω­κρά­της εἶ­ναι πα­ρών, ἀλλά ἡ συ­νει­σφο­ρά τοῦ εἶ­ναι πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νη. Στούς Νό­μους δέν εἶ­ναι πα­ρών. Στόν Σο­φι­στή καί τόν Πο­λι­τι­κό, τούς δύ­ο δι­α­λό­γους οἱ ὁποῖοι συν­δέ­ον­ται στε­νό­τε­ρα ἀ­πό ὅλους μέ τόν Φί­λη­βο, ὁ Σω­κρά­της πα­ρα­δί­δει τά ἡ­νί­α τῆς συ­ζή­τη­σης στόν Ἐ­λε­ά­τη Ξέ­νο. Μό­νο στόν Φί­λη­βο γί­νε­ται γι’ ἄλ­λη μι­ά φο­ρά τό φε­ρέ­φω­νο το­ῦ Πλά­τω­να καί, ἄν δέν κά­νω λά­θος, μι­λᾶ καί πά­λι σέ πρῶ­το πρό­σω­πο, ὅσον ἀ­φο­ρᾶ τή βα­σι­κή μέ­θο­δο πού χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται. Εἶ­ναι ὁ Φι­λό­σο­φος το­ῦ Πλά­τω­να.
 
Στόν Σο­φι­στή φαί­νε­ται νά μᾶς δί­νε­ται ἡ ὑ­πό­σχε­ση γιά μι­ά τρι­ά­δα δι­α­λό­γων - γιά τ­όν σο­φι­στή, τόν πο­λι­τι­κό καί τόν φι­λό­σο­φο. Οἱ δύ­ο πρῶ­τοι ὑ­πάρ­χουν. Δέν ὑπάρχει μνεί­α γιά τόν τρί­το. Σύμ­φω­να μέ τήν πι­θα­νό­τε­ρη χρο­νο­λό­γη­ση, ὁ Φί­λη­βος γρά­φτη­κε λί­γο με­τά, τό­τε πε­ρί­που πού θά ἔ­πρε­πε νά εἶ­χε γρα­φτεῖ ὁ Φι­λο­σο­φο­ς[5]. Βλέ­που­με πολ­λούς λό­γους γιά τούς ὁ­ποί­ους ὁ Φί­λη­βος δέν θά μπο­ροῦ­σε νά φέ­ρει τό ὄ­νο­μα Φι­λό­σο­φος. Ἐν τού­τοις, θέ­λω νά πι­στεύ­ω ὅτι πῆ­ρε τή θέ­ση αὐτοῦ το­ῦ δι­α­λό­γου πού δέν γρά­φτη­κε πο­τέ. Μι­λᾶ γιά τόν φι­λό­σο­φο το­ῦ Πλά­τω­να, ἐ­πι­στρέ­φει στό πρό­βλη­μα τό ὁποῖο ἀ­πα­σχο­λο­ῦ­σε τόν φι­λό­σο­φο πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό τά ἄλλα καί ἀ­πο­δέ­χε­ται τόν τρό­πο μέ τόν ὁποῖο ἐ­κε­ῖνος φι­λο­σο­φεῖ, γιά τά σπου­δαι­ό­τε­ρα πο­ρί­σμα­τά του.
 
Ἄν, ὅπως ὑ­πο­στή­ρι­ξα, στόν Φί­λη­βο ὁ Πλά­των ἐ­πι­στρέ­φει μέ ἐμ­πι­στο­σύ­νη στή χρή­ση το­ῦ ἐ­λέγ­χου, αὐ­τό πρέ­πει νά συμ­βαί­νει ἐ­πει­δή τε­λι­κά ἀ­πο­φά­σι­σε ὅτι ὁ Σω­κρά­της εἶ­χε δί­κιο πού ἐμ­πι­στευ­ό­ταν αὐτή τή μέ­θο­δο. Προ­φα­νῶς ὁ Πλά­των δέν εἶ­χε βρεῖ τί­πο­τα κα­λύ­τε­ρο - τί­πο­τα πού νά μήν ὁ­δη­γή­θη­κε νά ἐπι­κρί­νει ὁ ἴ­διος. Τί θά μπο­ρο­ῦ­σε νά ἐ­ξη­γεῖ τήν ἀ­να­νε­ω­μέ­νη ἐμ­πι­στο­σύ­νη το­ῦ Πλά­τω­να στόν ἔ­λεγ­χο; Ὅπως ἐ­ξη­γεῖ ὁ Βλα­στός, ὁ ἔ­λεγ­χος εἶ­χε τή δυ­να­τό­τη­τα νά ὁ­δη­γή­σει στήν ἀ­λή­θει­α ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νον­τας ἁ­πλῶς τήν ὕ­παρ­ξη συ­νε­κτι­κό­τη­τας σέ ἕνα σύ­νο­λο πί­στε­ων, ἄν μπο­ρο­ῦ­σε κα­νείς νά ὑ­πο­θέ­σει ὅτι ὁ κα­θέ­νας ἀ­πό μᾶς δι­α­θέ­τει πάν­το­τε κά­ποιες ὀρ­θές πί­στεις οἱ ὁποῖες δέν συμ­βι­βά­ζον­ται μέ τίς λαν­θα­σμέ­νες. Δέν εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­το αὐ­τές οἱ ἀ­λή­θει­ες νά εἶ­ναι ἴ­διες γιά τόν κα­θέ­να μας, οὔτε θ­ά μπο­ρο­ῦ­με νά τίς ἀ­να­γνω­ρί­σου­με, πα­ρά μό­νο μέ­σῳ τῆς πα­ρα­τε­τα­μέ­νης χρή­σης το­ῦ ἐ­λέγ­χου. Ὡς ἐκ τού­του, κά­ποιος πού ἀ­σκεῖ τόν ἔ­λεγ­χο μπο­ρε­ῖ, ὅπως ἔ­κα­νε ἐ­πα­νει­λημ­μέ­να κι ὁ Σω­κρά­της, νά ἰ­σχυ­ρι­στεῖ ὅτι δέν γνω­ρί­ζει τί εἶ­ναι ἀ­λη­θές. Ἀρ­κε­ῖ τό ὅτι δι­α­θέ­τει κά­ποια μέ­θο­δο π­ού νά ὁ­δη­γεῖ στήν ἀ­λή­θει­α. Τό μό­νο ἐ­ρώ­τη­μα εἶ­ναι ἄν εἶ­ναι εὔ­λο­γο νά δε­χτεῖ κα­νείς αὐτή τήν πα­ρα­δο­χή.
 
Νο­μί­ζω πώς ὑ­πάρ­χει ἕνας σο­βα­ρός λό­γος γιά νά πι­στέ­ψου­με ὅτι ἡ πα­ρα­δο­χή εἶ­ναι ἀληθής - ἀρ­κε­τά ἀληθής, τέ­λος πάν­των, ὥ­στε νά κα­θι­στᾶ σί­γου­ρο πώς, ὅταν οἱ πί­στεις μας εἶ­ναι συ­νε­πεῖς, θά εἶ­ναι ἀ­λη­θε­ῖς στά πε­ρισ­σό­τε­ρα με­γά­λα ζη­τή­μα­τα. Τό ἐ­πι­χεί­ρη­μα πού δι­και­ο­λο­γεῖ αὐτή τή σκέ­ψη εἶ­ναι μα­κρο­σκε­λές καί τό ἔ­χω ἐκ­θέ­σει ἀλ­λο­ῦ ὅσο κα­λύ­τε­ρα μπο­ροῦ­σα. Παρ’ ὅλα αὐτά, τό ἐ­πι­χεί­ρη­μα πε­ρι­στρέ­φε­ται γύ­ρω ἀ­πό μι­ά πε­τυ­χη­μέ­νη δι­αί­σθη­ση το­ῦ Σω­κρά­τη: οἱ ἀ­ξι­ό­πι­στες ἀ­λή­θει­ες ἀ­να­δύ­ον­ται μό­νο μέ­σα ἀ­πό εἰ­λι­κρι­νεῖς συ­ζη­τή­σεις, ἀ­πό ἐ­πι­κοι­νω­νί­α καί ἀ­μοιβαί­α ἀν­ταλ­λα­γή ἀ­πό­ψε­ων. Ἡ δι­α­λε­κτι­κή ἐ­πι­βάλ­λει τό μό­νι­μο βά­ρος τῆς ἑρ­μη­νεί­ας στόν ἐ­ρω­τών­τα καί στόν ἐ­ρω­τώ­με­νο κι ἡ δι­α­δι­κα­σί­α αὐ­τή τῆς ἀ­μοι­βαί­ας ἑρ­μη­νεί­ας μπο­ρε­ῖ νά προ­χω­ρή­σει μό­νον ἐ­πει­δή πραγ­μα­τι­κές συμ­φω­νί­ες, οἱ ὁποῖες κα­τα­φέρ­νουν νά ἐ­πι­βι­ώ­σουν με­τά τή δι­α­δι­κα­σί­α το­ῦ ἐ­λέγ­χου, ἐ­νέ­χουν ἕνα πρῶ­το τεκ­μή­ρι­ο ἀ­λή­θει­ας.
 
Κα­τα­λή­γον­τας νά δεῖ πώς ὁ Σω­κρά­της εἶχε δί­κιο πού ἐμ­πι­στευ­ό­ταν ὅτι ὁ ἔ­λεγ­χος μπο­ροῦ­σε νά κά­νει πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πό τό νά ἐ­ξα­σφα­λί­ζει τή συ­νέ­πει­α, ὁ Πλά­των ἐ­πέ­στρε­φε σέ ἕνα ση­μεῖ­ο ἀ­πό τό ὁποῖο εἶ­χε ξε­κι­νή­σει. Στόν Ὀ­δυσ­σέ­α, ὁ Τζέ­ημς Τζόϋς πα­ρα­θέ­τει αὐ­τού­σι­α (ἤ σχε­δόν αὐ­τού­σι­α) τή φρά­ση το­ῦ Με­τερ­λινκ: “ Ἄν ὁ Σω­κρά­της βγεῖ σή­με­ρα ἀ­πό τό σπί­τι του, θά βρεῖ τόν σο­φό κα­θι­σμέ­νο στό κα­τῶ­φλι τού”. Τό ἴδιο, ὑ­πο­στη­ρί­ζω, μπο­ρε­ῖ νά εἰ­πω­θεῖ καί γιά τόν Πλά­τω­να, ἤ ἀ­κό­μα καί γιά τή φι­λο­σο­φί­α.
--------------------------------   ­
[1] “Saving Aristotle’s Appearances” τῆς Martha Nussbaum στό: Language and Logos, τῶν M. Schofield καί M. Nussbaum (ἐ­πιμ.), (Cambridge, 1982). [Ἑλ­λη­νι­κή με­τά­φρα­ση δη­μο­σι­εύ­ε­ται στόν Δευ­κα­λί­ω­να τεῦ­χος 11/3, σελ. 249-87], 
[2] Oxford Studies in Ancient Philosophy (Clarendon, 1983). [Ἑλ­λη­νι­κή με­τά­φρα­ση στό πα­ρόν τε­ῦ­χος, σέλ. 5-37], 
[3] Βλ. Vlastos “Afterthoughts on the Socratic Elenchus”, ibid. [Ἑλ­λη­νι­κή με­τά­φρα­ση στό πα­ρόν τεῦ­χος, σελ. 51-5]. 
[4] Πλά­τω­νος, Φλβ. 21e-22b. 
[5] Γιά μι­ά ἔγ­κυ­ρη συ­ζή­τη­ση πά­νω στή χρο­νο­λο­γί­α το­ῦ δι­α­λό­γου, βλ. τήν εἰ­σα­γω­γή τοῦ R.E. Allen στόν πρῶ­το τό­μο τῆς νέ­ας του με­τά­φρα­σης τῶν δι­α­λό­γων.

Ανάμεσα σε ένα Αβέβαιο Μέλλον και ένα Πνιγμένο στο Ψέμμα Πρόσφατο Παρελθόν

"Ουκ έστιν αδικούντα.. και ψευδόμενον δύναμιν βεβαίαν κτήσασθαι... τώι χρόνωι δε φωράται και περί αυτά καταρρεί"
(Δημοσθένης, "Ολυνθιακός Β",10) 

Η φιλαλήθεια ήταν ένα κατ’ εξοχήν απαιτούμενο στην Εθνική (δηλ. προχριστιανική) Ελληνική βιοφιλοσοφία, τόσο για την ηθική όσο και για την λογική της διάσταση. Είναι γνωστό άλλωστε, ότι αποδεικνύεται πολύ σκληρή για τον κάθε ψεύτη, η ώρα που “τελειώνουν τα ψέμματα”. Για αυτό, ο κάθε συγκροτημένος και λογικός άνθρωπος, πόσο μάλλον το κάθε Έθνος, φροντίζει επιμελώς να οικοδομήσει την ατομική (ή εθνική του, αντιστοίχως) υπόσταση, αποκλειστικώς πάνω στην ειλικρίνεια, την διαύγεια και την αλήθεια.

Αγνοώντας λες, αυτή την βασική αρχή, το Νεοελληνικό Κράτος κατέφυγε, με την ίδρυσή του, στο χονδροειδές ψέμμα για να διατυπώσει μία σταθερή εθνοψυχολογική ταυτότητα για τους υπηκόους του, ωσάν να εστερείτο παντελώς μίας τέτοιας, την ώρα μάλιστα που οικειοθελώς αυτό, είχε λάβει το όνομα “Ελληνικό”. Και συνέβη η γνωστή τερατογένεση με πρώτους σπασμούς της την γελοιότητα τού “Έλλην είναι όποιος είναι Ορθόδοξος Χριστιανός”. Ενώ κατά τα πρώτα έτη ελευθερίας των νεο-Ελλήνων από τον τουρκικό ζυγό, εκυριαρχούσε λίγο - πολύ η ελληνοκεντρική αντίληψη, την οποία είχε διατυπώσει ο Αδαμάντιος Κοραής, μία αντίληψη που κατεδίκαζε απερίφραστα το οπισθοδρομικό Βυζάντιο και επέμενε ότι η Νέα Ελλάδα έπρεπε να στραφεί σαφώς και ολοκληρωτικώς προς τον Αρχαιοελληνικό Κόσμο εάν ήθελε να μεγαλουργήσει, πολύ συντόμως, αμέσως δηλαδή μετά τους Βαυαρούς, επεκράτησε πλήρως, υπό τις διαταγές της δικτατορευούσης Εκκλησίας, η ακριβώς αντίθετη αντίληψη.

Η αρχή της ιδεολογικής εκτροπής έγινε με την συντονισμένη έξαρση των λεγομένων “Βυζαντινών Μελετών” ταυτοχρόνως στη Νεοελλάδα και την θεοκρατική, τσαρική Ρωσία (Granovsky, Vasilievsky κ.λ.π.). Ο πρώτος Νεοέλλην διανοούμενος που ασχολήθηκε σοβαρά με το λεγόμενο Βυζάντιο, υπήρξε, ο λευκαδίτης Σπυρίδων Ζαμπέλιος το 1857 ("Βυζαντιναί Μελέται"), ο ίδιος άνθρωπος δηλαδή, που πέντε έτη πιο πριν, εν έτει 1852, είχε ΕΦΕΥΡΕΙ τον οξύμωρο όρο "Ελληνοχριστιανισμός", όρο κατεξοχήν υπεύθυνο για τον "μεγαλοϊδεατικό" νανισμό της Νεοελληνικής πολιτισμικής (και όχι μόνον...) υποθέσεως και, στη συνέχεια, ακολούθησαν στο μονοπάτι του "βυζαντινισμού", οι Κ. Παπαρρηγόπουλος, Π. Καλλιγάς και άπειροι άλλοι.

Με την εφεύρεση του “Ελληνοχριστιανισμού”, το τρελλοκομείο και ψευτοκομείο άνοιξαν τις πύλες και επλημμύρισε η Νεοελλάδα από παραλογισμό και ψέμματα. Η κουτοπόνηρη και διαστρεβλωτική μυθολογία περί... "Κρυφού Σχολειού" (όπου το.. “Ψαλτήρι” και το... “Οκτωήχι” ανεβαπτίσθησαν σε... Παιδεία και μάλιστα... Ελληνική) έγινε, μαγικώι τώι τρόπωι, ιστορικό γεγονός, άξιο μάλιστα αναμεταδόσεως στις επόμενες γενεές. Μία λογοτεχνική ρομαντική αφήγηση του Γάλλου φιλέλληνος Puqueville, μετετράπη επίσης σε ιστορικό γεγονός, και η απολύτως εχθρική προς την Επανάσταση του 21 και τουρκόδουλη Εκκλησία σε.. ευλογήσασα τον αγώνα και υψώσασα τα λάβαρά του.

ΔΕΣ: ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΗΣ ΔΙΑΣΩΣΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Έκτοτε, δεκαετίες επί δεκαετιών, η Νεοελλάδα και η Ρωμιοσύνη που την εξουσιάζει, έμαθαν να ζουν με το ψέμμα, να κτίζουν εφησυχασμένα πάνω στον αέρα και, φυσικά, να μισούν θανασίμως κάθε τι που απειλεί ή μοιάζει να απειλεί αυτή την μοναρχία του Ψεύδους. Επιμελώς και εναγωνίως, ακόμη και στους προσφάτους καιρούς της νεο-ορθοδόξου “χιλιοστής επιθεσεως”, εσκέπαζαν με κάθε τρόπο την ιστορική αλήθεια και την ασυμβατότητα Ελληνισμού και Χριστιανισμού και καλώς εκρατούσε ο χορός, μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 90, όταν κάποιοι γενναίοι άνθρωποι εβγήκαν και εφώναξαν όσο πιο δυνατά ήταν εφικτό κάτι τέτοιο, ότι όχι απλώς ο Χριστιανισμός δεν έχει ουδεμία σχέση με τον πραγματικό Ελληνισμό, αλλά, αντιθέτως, αποτελεί θανάσιμο εχθρό του τελευταίου και αποκλείει και την απλή μόνον ύπαρξή του. Το ψέμμα περί ειρηνικής τάχα προσχωρήσεως του Ελληνικού Έθνους στην Ιουδαϊκή σχισματική αίρεση του Χριστιανισμού, έγινε θρύψαλλα και το σύστημα αποβλακώσεως και εξουσιασμού αυτής της χώρας έμεινε αμήχανο μέσα στην συνειδητοποίηση ότι δεν ήταν πολύ ευφυές να ελπίζει σε εσαεί αντοχή του ψέμματος σε μία δύσκολη εποχή, όπως ο νύν καιρός της υπερταχύνσεως και απελευθερώσεως των πληροφοριών.

Είναι δεδομένη, λοιπόν, μία απέραντη αγωνία των κρατούντων μπροστά στη διαπίστωση ότι έχει οριστικώς ξεπερασθεί η εποχή που προσπαθούσαν να κρατήσουν ακίνητα τα πάντα για να κρατήσουν εν ζωή κάτι που έχει προ πολλού πεθάνει. Είναι γνωστό στον προσεκτικό παρατηρητή της κοινωνικής, και όχι μόνον, Ιστορίας, ότι η εξέλιξη των κοινωνιών συμβαίνει μέσα από την εκτίναξη, επάνω από τα εκάστοτε μέσα μεγέθη τους, διαφόρων προσωπικοτήτων ή κοινωνικών δυνάμεων, που, με την, εντός ολίγου, επικράτηση ή κοινή αποδοχή των θέσεών τους, τραβούν προς τα επάνω ολόκληρη την κοινωνία μέσα στην οποία δρουν. Από συστάσεως του Νεοελληνικού Κράτους, αυτό που βλέπει ο αντικειμενικός και αποστασιοποιηθείς παρατηρητής είναι, ότι η συγκεκριμένη κοινωνία την οποία αυτό διαμορφώνει (και επίσης διαμορφώνεται με τη σειρά του από αυτή) εξοντώνει συστηματικώς όλες τις δυνάμεις που αντιπροσωπεύουν και την ελάχιστη ακόμη πιθανότητα να παρασυρθεί προς τα άνω αυτή η κοινωνία, προς έναν στοιχειώδη εξανθρωπισμό της. Η νεοελληνική κοινωνία, υπήρξε μέχρι σήμερα μία κοινωνία που αυτοκαταδικάζεται στο να επιστρέφει διαρκώς στο μηδέν, ασχέτως αν κινείται επάνω σε ημίονο ή τρέχει μέσα σε ΒMW με αναμμένους τους προβολείς “ενάντια στον μπροστινό”, ασκεί το άθλημα του.. clubbing και διαθέτει επί συνόλου 10 εκατομμυρίων ανθρώπων 8,5 εκατομμύρια “κινητά”.

Αυτή η “μοντέρνα” γελοία νύν κοινωνία των υποκριτών, των απατεώνων, των αμοραλιστών, των χαμερπών και εκπορνευθέντων σε όλα τα επίπεδα της προσωπικής και συλλογικής ζωής, είναι ωστόσο που, με νύχια και δόντια, υπερασπίζεται όπως και η κάθε προγονική της από ιδρύσεως του Νεοελληνικού Κράτους, την ίδια ακινησία και πνευματική κλειστότητα. Υπερασπίζεται το έκτρωμα του Βυζαντινισμού, ό,τι χειρότερο παρήγαγε δηλαδή, η περιβόητη σκοτεινή περίοδος που όλοι γνωρίζουμε ως Μεσαίωνα. Υπερασπίζεται την ιδιαίτερη πλευρά εκείνης της εποχής, η οποία, παρά το ό,τι μοιράσθηκε με την “δυτική” εκδοχή της την ίδια βαρβαρότητα, αγροικία και αθλιότητα, δεν κατόρθωσε ποτέ της να αναδείξει τουλάχιστον την πολεμική αρετή της Ιπποσύνης (το 1040, χρειάζεται η βοήθεια των Βίκινγκς του Harald Haardrade για να σωθεί η Αθήνα), περιοριζόμενη απλώς, κατά την “κορύφωση” μάλιστα της “ποιότητός” της, στην παθολογική επίδίωξη των εκατοντάδων χιλιάδων μοναχών της να δούν το... “Άκτιστο Φώς”. Υπερασπίζεται εν τέλει, αυτό που “στοίχειωσε” και εχρησιμοποίησε το Βυζάντιο, αλλά και το οδήγησε στον αφανισμό του, υπερασπίζεται, εν τέλει, αυτό που επέζησε προκλητικώς του πολύ αδόξου θανάτου του δουλικού του: την Ορθοδοξία, την πιο απόλυτη και δύσκαμπτη δηλαδή αίρεση της ιουδαϊκής σχισματικής αιρέσεως που αποκαλείται Χριστιανισμός.

Είναι τραγικό, αλλά αιώνες πλέον μετά την περίφημη “Ελληνική Νομαρχία” (1806), τα λόγια του ανωνύμου συγγραφέως της παραμένουν επίκαιρα, περισσότερο ίσως παρά ποτέ: “δύο είναι τα αίτια, ώ ακριβοί μου Έλληνες, οπού μέχρι σήμερον μας φυλάττουσιν δεδεμένους εις τας αλύσους της τυραννίας: είναι το αμαθές ιερατείον και η απουσία των αρίστων συμπολιτών". Η ακινησία αυτή της Νεοελληνικής κοινωνίας, θαυμαστή αφού εδώ και δύο αιώνες, μπορεί και αναδεικνύει επίκαιρη μία φράση που αγωνιά εν έτει 1806 για αλλαγή, φθάνει ωστόσο στο τέλος της, υπό το φάσμα της Ευρωπαϊκής ολοκληρώσεως που δεν αφήνει ούτε τα ελάχιστα περιθώρια για διαιώνιση της ακινησίας και απάτης. Οι Ρωμιοί, καλούνται λοιπόν να βγουν από τον λήθαργο και αυτισμό στον οποίο τους έχει καταδικάσει η γνωστή τυραννική πνευματική Αρχή και να αντιμετωπίσουν την αμείλικτη πραγματικότητα που απειλεί να τους εξαφανίσει σαν κονιορτό κάτω από άγριο άνεμο.

Για όσους έχουμε την απαιτούμενη διαύγεια πνεύματος, είναι πασιφανές, ότι δεν θα μπορεί για πολύ ακόμη να ακροβατεί ο Νεοέλληνας, με το ένα πόδι στη λέμβο της Βυζαντινορθοδοξίας και με το άλλο σε εκείνη της Ελληνικής Εθνικής Παραδόσεως και πολύ σύντομα θα κληθεί να επιλέξει με ποιόν θα πάει και ποιόν θα αφήσει. Θα κληθεί να διαλέξει ανάμεσα στον ανατολίτη Ρωμιό και τον ευρωπαίο (με την αρχαία έννοια) Έλληνα. Με όποιο κόστος συναισθήματος και όποιο πολιτισμικό σοκ απαιτηθεί. Διαφορετικά θα σβήσει μαζί με αυτό που τώρα εκπροσωπεί. Όχι βεβαίως μαζί τον Εθνικό Ελληνισμό, που ούτως ή άλλως έγινε αθάνατος μέσα από τις πυρές των χριστιανών και θα είναι διαθέσιμος στους αιώνες των αιώνων σε όσους αυτοβούλως στρέφονται προς αυτόν, αλλά μαζί με την μίζερη, ζηλόφθονα, εσωστρεφή και “ησυχαστική” Ρωμιοσύνη, η οποία μπορεί να επιζεί μόνον μέσα από ψέμματα, ταυτολογίες και σαθρά ιδεολογήματα.

Υπάρχουν βεβαίως και οι υστερικές κραυγές κατά της λεγομένης “Παγκοσμιοποιήσεως”, οι οποίες τελευταίως χρησιμοποιούνται, έως βαθμού υπερβολής μάλιστα, ως αντίδοτο μάλλον στην διαπίστωση ότι τα ψέμματα έχουν τελειώσει. Υστερικές και υποκριτικές κραυγές. Γιατί απαιτεί μεγάλο θράσος να ομιλούν κατά της νύν επιχειρουμένης εσχάτης “Παγκοσμιοποιήσεως”, εκείνοι που προ πολλού προεκάλεσαν την πραγματική Παγκοσμιοποίηση, με την επί αιώνες πλήρη καταστροφή της Εθνοσφαίρας του πλανήτη, την εξαφάνιση των Εθνικών Θρησκειών, βιοηθικών συστημάτων και Παραδόσεων, στο όνομα του ραβίνου Τζεσουά ή του προφήτη Μωχάμεντ.

Κατανοώντας την σαφή απελπισία της Ρωμιοσύνης, αλλά, όπως μας διδάσκουν οι μεγάλοι Στωϊκοί μας φιλόσοφοι, ελάχιστα λυπούμενοι για την λογική κατάληξη του απατεωνίστικου δρόμου που η ίδια επέλεξε εδώ και δύο περίπου αιώνες, εμείς οι λιγοστοί εμμένοντες και επιμένοντες Έλληνες τής απλώνουμε χείρα, υπό όρους βεβαίως, βοηθείας. Οι όροι αυτοί είναι οι ελάχιστοι δυνατοί για μία στοιχειώδη μεταξύ μας συζήτηση: η αναγνώριση δηλαδή του δικαιώματος υπάρξεως των κατά τα πάτρια Ελλήνων και ο πλήρης και ανενδοίαστος σεβασμός της μνήμης των πραγματικών προγόνων μας, των αβάπτιστων και απροσκύνητων προγόνων μας. Όταν αυτό γίνει, είμαστε πρόθυμοι να βοηθήσουμε τους Ρωμιούς να μη σβήσουν αδόξως μέσα στις νέες κοινωνίες που, θέλουμε δεν θέλουμε, έρχονται με βήμα υπερταχύ.

Ως Έλληνες εξ Ελλήνων, εμείς έχουμε το ανάστημα, έχουμε επίσης τις θέσεις και τις συνταγές. Μόνο που δεν είμαστε ιεραπόστολοι και μισούμε την αντίληψη, ότι πρέπει να τρέχεις συνεχώς και πιεστικώς προς τους άλλους για να σε ακούσουν. Είμαστε αυτό που είμαστε και αφήνουμε στους άλλους την αποκλειστική ευθύνη για το αν θα πεισθούν ή όχι από την βάση των προτεινομένων μας. Ομοίως έπρατταν άλλωστε και οι Εθνικοί Θεοί μας. Η Θεά Αθηνά, απευθυνόμενη στον Αχιλλέα απλώς λέει: “έρχομαι από τον Όλυμπο, ΑΝ ΘΕΛΕΙΣ άκουσέ με..”

Reality Tunnels: Οι διαδρομές της Ελεύθερης Σκέψης

Μία πληροφορία που πέρασε στα ψιλά, και ίσως είναι πολύ σημαντικότερη από την έκταση που της δόθηκε στο διαδίκτυο, ήταν πως πλέον εκείνοι που δεν υιοθετούν κάποιο θρησκευτικό σύστημα είναι 3οι  σε αριθμό παγκοσμίως, με ραγδαίως αυξανόμενο ρυθμό. Και μέσα από τα Reality Tunnels προσπαθούμε να διαπιστώσουμε τις παρεμβάσεις που γίνονται υποσυνείδητα στο άτομο από τις πεποιθήσεις που ασπάζεται, και τις «κρυφές» οδηγίες του δόγματος που ακολουθεί, θα παρατηρήσουμε πως λειτουργεί ως δεσμά στην ελεύθερη σκέψη, και άρα στην πρόοδο της ανθρώπινης ύπαρξης, της υψηλής νόησης και της αναζήτησης! 
 
Όμως ίσως ακόμα και αν είμαστε δέσμιοι κάποιου δογματικού status που όσο και να το απορρίπτουμε επανέρχεται και μπλοκάρει κάθε νέα ιδέα, κάθε εξέλιξη, να υπάρχει μία διαδικασία που ακολουθώντας την θα απελευθερώσουμε το νου προς νέες κατευθύνσεις, νέες κοσμοθεωρίες! Εξαπλώνοντας αυτό το δίκτυο ελεύθερης αναζήτησης των φιλοσοφιών και των ιδεών θα έχουμε πραγματικά την δυνατότητα να στρέψουμε το συλλογικό ασυνείδητο προς την απαρχή μίας νέας Αναγέννησης. Πνευματικής, Νοητικής, Συνειδησιακής.
 
Βοηθός σε αυτή την εξελικτική διαδικασία είναι όλες εκείνες οι θεωρίες που στρέφουν τον άνθρωπο προς αυτή την κατεύθυνση. Μία από αυτές είναι και η Τρανσουμανιστική Θεωρία των Reality Tunnels.
 
Ας ρίξουμε μία ματιά..
“Everyone Sits in the Prison of his own ideas…
Το ανθρώπινο ον είναι μονάχα ένα μέρος από το σύνολο που αποκαλούμε σύμπαν, περιορισμένο σε σχέση με τον χώρο και τον χρόνο. Βιώνει τον εαυτό του, τις σκέψεις και τα συναισθήματά του ως κάτι ξέχωρο από τους υπόλοιπους, ως ένα είδος οπτικής ψευδαίσθησης της συνειδητότητάς του! Αυτή η ψευδαίσθηση είναι ένα είδος φυλακής για τον άνθρωπο, περιορίζοντάς τον και κρατώντας τον δέσμιο στις προσωπικές βλέψεις του και την επιρροή που ασκεί στα λιγοστά άτομα που τον περιβάλλουν.  Είναι καθήκον μας να απελευθερωθούμε από αυτή την φυλακή εξαπλώνοντας τον κύκλο σύγκρισης  και να αποδεχθούμε κάθε ζωντανό ον και την ολοκληρωτική ομορφιά της Φύσης.” Albert Einstein
 

Reality Tunnels

 
Truth is the Eye of the Beholder…
 
O Όρος Reality Tunnel (Σύστημα πεποιθήσεων, ιδεολογία, κοσμολογικό μοντέλο κ.α) δημιουργήθηκε από τον Timothy Leary και διαδόθηκε από τον Robert Anton Wilson. Αναφέρεται στην ιδέα πως με μία σειρά υποσυνείδητων φίλτρων που σχηματίζονται από τις εμπειρίες και τις πεποιθήσεις ο κάθε ένας από εμάς αντιλαμβάνεται τον ίδιο κόσμο διαφορετικά. Αυτό δεν σημαίνει αυτόματα πως δεν υπάρχει μία αντικειμενική αλήθεια του κόσμου, παρά μόνο πως η πρόσβασή μας σε αυτή την αλήθεια φιλτράρεται από τις αισθήσεις μας, τις εμπειρίες, την περιβάλλουσα κατάσταση, τις πεποιθήσεις και άλλους μη αντικειμενικούς παράγοντες. Ο προσωπικός κόσμος που απασχολεί τον κάθε ένα μας είναι το προσωπικό reality tunnel μας. Ο ίδιος όρος επίσης μπορεί να χρησιμοποιηθεί από ομάδες ατόμων που τους ενώνει μία κοινή ζωή και κοινές πεποιθήσεις.
 
Η έννοια των Reality Tunnels συνδυάζεται με την επιστημονική Έννοια της επιβεβαίωσης σύμφωνα με την οποία τείνουμε να σημειώνουμε την σημασία των παρατηρήσεων που επιβεβαιώνουν τις πρότερες πεποιθήσεις μας, ενώ την ίδια στιγμή απορρίπτουμε φιλτράροντας η εκλογικεύοντας παρατηρήσεις που δεν ταιριάζουν σε αυτά που πιστεύουμε. Αυτό το παράδειγμα μας βοηθά να κατανοήσουμε πως τα reality tunnels είναι συνήθως αφανή στην συνείδηση. Και ενώ φαίνεται πως οι περισσότεροι άνθρωποι θεωρούν την προσωπική κοσμοθεωρία τους ως την «μία και μοναδική αντικειμενική πραγματικότητα», ο R.A.Wilson επισημαίνει πως είναι μία καλλιτεχνική δημιουργία του ατόμου, είτε το άτομο το αντιλαμβάνεται, είτε όχι!
 
Μέσω διαφόρων τεχνικών το άτομο μπορεί να διασπάσει τα παλιά reality tunnels και να ασπαστεί νέα αφαιρώντας τα παλιά φίλτρα αντικαθιστώντας τα με νέες προοπτικές της πραγματικότητας. Κάτι τέτοιο επιτυγχάνεται μέσα από διάφορες διαδικασίες επαναπρογραμματισμού χρησιμοποιώντας διαλογισμό, μεθόδους νευρό-γλωσσικού προγραμματισμού, ύπνωση κ.α. Έτσι θεωρούμε πως το reality tunnel του ατόμου μπορεί να εξαπλωθεί για να εκμεταλλευτεί το πλήρες εύρος των ανθρώπινων δυνατοτήτων και άρα το άτομο να βιώσει το σύνολο της αντικειμενικής πραγματικότητας. Tο Prometheus Rising του Wilson είναι εκτός άλλων ένας οδηγός αναζήτησης διαφόρων reality tunnel που «σπάει» το ήδη υπάρχον και ανοίγει το νου σε ένα νέο κόσμο.
 
Το ιδανικότερο Reality Tunnel θα ήταν και το πλέον ανοιχτό. Μην πιστεύεις απόλυτα σε τίποτα, Αναζήτα τα πάντα. Αυτή ίσως θα ήταν η ιδανική φιλοσοφία και άρα παραμένεις απελευθερωμένος στις νέες πεποιθήσεις, μακριά από δογματισμούς που φιλτράρουν ένα μεγάλο ποσοστό της πραγματικότητας. Τα Catmas, είναι σχετικές μετά-πεποιθήσεις, ή ευέλικτες προσωρινές απόψεις που μπορούν να παραμείνουν στην συνειδητότητα του ατόμου. Έτσι αποκτάμε έναν μεγαλύτερο «χάρτη» και μία ευρύτερη προοπτική. Ίσως θα μπορούσαμε να επιτύχουμε την μέγιστη πρόοδο αν προχωρούσαμε δίχως τα δογματικά συστήματα. Είτε  αυτό είναι ιδεολογικό, θρησκευτικό ή πολιτικό.

Η διαφορά μεταξύ πνεύματος και ψυχής

Στο σύμπαν υπάρχει μία αιώνια συνείδηση, πηγή άπειρης σοφίας χάρη στην οποία υφίσταται όλη η Δημιουργία και η οποία προσδίδει ενέργεια προς όλες τις κατευθύνσεις της πλάσης!

Αυτή η Συνείδηση είναι συνδεδεμένη με όλα της τα δημιουργήματα, άψυχα και έμψυχα, με τα δέντρα, τα φυτά τα ζώα αλλά και τους ανθρώπους. Η Δύναμη αυτή αν θέλετε η οποία στήνει το πέπλο της διασύνδεσης μεταξύ των πάντων που μεταφέρει ενέργεια από και προς αυτήν και που νιώθουμε την παρουσία της μόνο και μόνο επειδή μπορούμε να αντιληφθούμε το θαύμα που λέγεται ζωή, ονομάζεται και Πνεύμα. Έχει αναφερθεί έτσι από πολλούς σοφούς ανθρώπους που με το πέρασμά τους έμειναν στην ιστορία.

Το Πνεύμα υπάρχει παντού στο σύμπαν δεν εξαρτάται από την καμπυλότητα του χωροχρόνου, είναι άπειρο και αιώνιο. Το Πνεύμα είναι η ενέργεια η οποία πηγάζει μέσα από το ίδιο του το μεγαλείο. Καθώς λοιπόν η συνείδησή του είναι συνδεδεμένη με τα πάντα έτσι είναι και με τη δική μας συνείδηση.

Και όταν λοιπόν ένας άνθρωπος αντιλαμβάνεται την ύπαρξη του πνεύματος τότε αντιλαμβάνεται σχεδόν ακούσια αυτό το ζεστό συναίσθημα που όλοι μας νιώθουμε όταν σκεφτόμαστε την υπόσταση της ψυχής μας.

Η ψυχή είναι το πιο σημαντικό συστατικό της πνευματικής μας φύσης και καθορίζει το τι είμαστε και το τι θα γίνουμε στην πορεία..Όσα χρόνια και αν περάσουν τα χαρακτηριστικά και ο χαρακτήρας των ανθρώπων μπορεί να αλλάξει αλλά η ψυχή είναι η ίδια.

Η ψυχή είναι ο λόγος για τον οποίο είμαστε στο ταξίδι της ζωής και ενδεχομένως να συλλέγει πληροφορίες χρήσιμες για το σκοπό του Πνεύματος που αναφέραμε πιο πριν.

Η διαφορά τους είναι ότι:

Η ψυχή έχει το δικαίωμα να βιώσει το θαύμα της φύσης, και αν θέλετε το Πνεύμα της φύσης είναι και η Ψυχή του!

Η ανθρώπινη ψυχή σε βοηθάει να φτάσεις στην αυτοπραγμάτωση σου, να γνωρίσεις δηλαδή τον εαυτό σου και γίνεται σοφότερη και πιο καθαρή καθώς συμβαίνει αυτό! Για αυτό το λόγο και είναι το Α και το Ω της υπόστασής μας. Μας καθοδηγεί καθώς προσφέρει μία εσωτερική πυξίδα που μας κατευθύνει και φιλτράρει τις επιλογές μας μέσα από ένα πρίσμα ηθικών αξιών και ανιδιοτελούς αγάπης. Η ψυχή μας δίνει αυτό το διαισθητικό συναίσθημα ότι ζεις πολλά περισσότερα από ότι βιώνεις σε αυτήν την πραγματικότητα.

Για αυτό και η ψυχή που υποφέρει είναι αυτή που έχει χάσει την πνευματική της αποστολή και καθοδήγηση! Είναι η χαμένη ψυχή, το απολωλός πρόβατο αν θέλετε.

Η σκοτεινή πλευρά της πνευματικότητας

Νομίζω πως είναι σαφές ότι η πνευματικότητα είναι όντως κάτι καλό. Το πρόβλημα είναι ότι κάποιοι άνθρωποι μπορούν να εισέλθουν στον πνευματικό κόσμο με μια προκατειλημμένη εσφαλμένη αντίληψη ότι πρόκειται να είναι μια ολοκληρωτική θετική εμπειρία.

Η πνευματικότητα δεν είναι ένα πράγμα και μπορεί να εκφρασθεί με πολλαπλούς τρόπους. Κάποιοι θα βρουν την διαφώτιση μέσω της δουλειάς τους, άλλοι μέσω της θρησκείας, άλλοι μέσω των πνευματικών ασκήσεων όπως ο διαλογισμός και η γιόγκα, άλλοι με τη χρήση ψυχεδελικών και άλλοι εκφράζοντας τον εαυτό τους με θετικούς τρόπους όπως μέσω της ευγένειας, της συμπόνιας και της αγάπης. Ανεξάρτητα από το πώς θα βρείτε την πνευματικότητα μέσα σας, δεν υπάρχει σωστός τρόπος για να το κάνετε.

Τι είναι η πνευματικότητα; Η πνευματικότητα είναι ένας πολύ παρεξηγημένος όρος, κάποιοι την εξισώνουν με την θρησκεία (sic) και ενώ μπορούν να συνδεθούν δεν είναι κάτι καθόλου θρησκευτικό.

Το πνεύμα είναι η ουσία του ατόμου, αυτό το άπιαστο πράγμα μέσα μας που μας κάνει να συμπεριφερόμαστε με συγκεκριμένους τρόπους. Όταν το μυαλό είναι ήσυχο και όλα είναι γαλήνια, αυτό είναι ό, τι έχει απομείνει από το πνεύμα.

Έχετε 4 επίπεδα υγείας – την σωματική, την συναισθηματική, την ψυχική και την πνευματική. Όλα εκτός από το πνεύμα είναι εύκολο να καθοριστούν, να μετρηθούν και να εξηγηθούν. Η πνευματική πλευρά των πραγμάτων είναι πάντα λίγο πιο μυστηριώδης και δύσκολο να εξηγηθεί σε μια πρόταση, αλλά εξακολουθεί να είναι αληθινή.

Ένα πράγμα που υπάρχει σε όλες τις πνευματικές πρακτικές είναι η συνείδηση. Η συνείδηση είναι δύσκολο να οριστεί όπως και η πνευματικότητα καθώς και αυτή δεν είναι ένα πράγμα, αλλά για να κάνουμε τα πράγματα απλά, η συνείδηση σε ατομικό επίπεδο είναι η επίγνωση σας για ένα πράγμα, ακόμα και αν αυτό το πράγμα δεν είναι τίποτα.

Ένα από τα προβλήματα που μπορεί να προκύψουν ως αποτέλεσμα της διεύρυνσης της συνείδησης ή της επίγνωσης είναι ένα δυνατό χαστούκι από την πραγματικότητα. Είναι σχεδόν σαν το Μάτριξ όταν ο Μορφέας προσφέρει στον Νίο το κόκκινο ή το μπλε χάπι. Μόλις πάρετε αυτό το κόκκινο χάπι η πραγματικότητα μπορεί να είναι δύσκολο να κατανοηθεί.

Η πνευματική πρακτική και η διεύρυνση της συνείδησης σας είναι σαν να διαλύετε ένα εμπόδιο που έχει αναπτυχθεί αργά στην παιδική και ενήλικη ζωή σας – μέσω της εκπαίδευσης, των προσδοκιών της κοινωνίας, της οικογένειας και των φίλων.

Μόλις αυτό το εμπόδιο διαλυθεί, ανοίγει η πόρτα για όλα τα καλά που υπάρχουν, αλλά επίσης και για την σκοτεινή πλευρά του κόσμου.

Πρώτον, αν κοιτάξετε τη συλλογική συνείδηση θα δείτε πολλή δυσαρμονία ανάμεσα στους ανθρώπους. Καθώς περπατάτε στον δρόμο θα δείτε τον πόνο τον ανθρώπων και σε παγκόσμια κλίμακα θα δείτε πόσο φρικτοί και βασανιστικοί είναι οι πόλεμοι. Όχι ότι πριν δεν βλέπατε κάποια από αυτά, αλλά μόλις αφυπνιστείτε είναι δύσκολο να τα αγνοήσετε.

Το δεύτερο είναι η ατομική σας συνείδηση. Μόλις ενεργοποιηθεί αυτή η πνευματική συνείδηση είναι σαν να κρατάτε έναν καθρέφτη και ενώ σας βοηθά να δείτε το καλό στον εαυτό σας και στους άλλους, μπορεί επίσης να σας βοηθήσει να δείτε τα λάθη που κάνετε και που πάτε λάθος.

Η πνευματικότητα σας κάνει να αντιμετωπίσετε τα ελαττώματα σας , τον πόνο που έχετε προκαλέσει και την αρνητικότητα που βρίσκεται μέσα σας. Μερικές φορές μπορεί να σας κάνει να αμφισβητήσετε το ποιοι είστε και το τι υπερασπίζεστε. Επίσης σας βοηθά να συνειδητοποιήσετε τον πόνο που είχατε κρύψει και κάποιες φορές είναι πολλά για να τα αντέξετε.

Ένα από τα πράγματα που είναι συνηθισμένο κατά την εμπειρία είναι ένα αρχικό συναίσθημα ευφορίας όταν φτάσετε ένα συγκεκριμένο επίπεδο πνευματικής ανάπτυξης και ενώ αυτό το συναίσθημα είναι σπουδαίο συχνά μπορεί να σας δημιουργήσει μη ρεαλιστικές προσδοκίες για τον εαυτό σας και για τους άλλους.

Για κάποιους, θα εκδηλωθεί ως την προσδοκία να κατανοήσουν οι άλλοι την πρόοδο σας. Ενώ είναι καλό να έχετε ανθρώπους γύρω σας που βρίσκονται σε παρόμοια πορεία, είναι ένα ολοκληρωτικά ατομικό ταξίδι.

Μια άλλη εσφαλμένη αντίληψη είναι πως η πνευματική αφύπνιση είναι ο τελικός στόχος, ενώ στην πραγματικότητα είναι απλώς η αρχή. Είναι σαν να αιχμαλωτίζετε ένα λιοντάρι και να περιμένετε να είναι ήμερο. Πρέπει να φροντίσετε το πνεύμα σας και να συνεχίσετε να κάνετε ερωτήσεις. Μερικές φορές, δεν θα σας αρέσουν οι απαντήσεις και άλλες φορές δεν θα είναι πάντα ξεκάθαρες, αλλά αν επιμείνετε θα βρείτε αυτό που αναζητάτε.

Ο δρόμος της πνευματικότητας μπορεί να είναι το πιο δύσκολο πράγμα με την μεγαλύτερη ανταμοιβή που θα κάνετε ποτέ και είναι σημαντικό να μην κολλήσετε στην παρούσα κατάσταση σας. Συνήθως θα βρείτε τις τελείες για να τις ενώσετε και τίποτα από όσα έχετε κάνει δεν είναι άσκοπο.

Ένα από τα πιο σημαντικά πράγματα που μπορείτε να κάνετε για να περιορίσετε το στρες και το άγχος είναι να εμπιστευθείτε την διαδικασία και να ξέρετε πως αν συνεχίσετε να προχωράτε προς τους στόχους σας το μόνο πράγμα που θα σταθεί εμπόδιο στον δρόμο είναι ο χρόνος ή η απόφαση σας να εγκαταλείψετε.

Όταν μπορέσετε να διαχωρίσετε το σκοτάδι, που όλοι έχουμε, από το φως και κατανοήσετε ότι και τα δύο είναι φυσιολογικά και απαραίτητα, θα κάνει τον δρόμο πολύ λιγότερο δύσκολο. Διαφορετικές καταστάσεις του μυαλού εξυπηρετούν διαφορετικούς σκοπούς. Όταν γνωρίσετε τους δικούς σας συναισθηματικούς κύκλους και το πώς σας επηρεάζουν, μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις καταστάσεις για να λειτουργείτε στο έπακρο.

Τελικά, η συνειδητή προσπάθεια για να αναπτυχθείτε πνευματικά είναι η καλύτερη απόφαση που θα μπορούσατε να κάνετε. Η πνευματικότητα θα σας ενημερώσει για την αλήθεια (θετική ή αρνητική) και μόλις μπορέσετε να αντιμετωπίσετε αυτή την αλήθεια στη ζωή σας, η ανάπτυξη θα είναι αναπόφευκτη!

Η εσωτερική επανάσταση θα αλλάξει τα πάντα

Η αρρώστια από την οποία υποφέρει σήμερα το μεγαλύτερο μέρος της ανθρωπότητας είναι απροσδιόριστη, αόριστη.

Όλοι αισθάνονται λίγο πολύ λυπημένοι, θλιμμένοι, καταβεβλημένοι, αλλά δεν έχουν κάποιον ή κάτι για να βγάλουν τον θυμό τους ή για να ελπίζουν.

Κάποτε η εξουσία από την οποία κάποιος αισθανόταν καταπιεσμένος είχε σύμβολα, έδρες, και η επανάσταση γινόταν εναντίον τους. Αλλά σήμερα; Που είναι το κέντρο της εξουσίας που συνθλίβει τις ζωές μας;

Μήπως πρέπει να αποδεχθούμε πως εκείνο το κέντρο είναι μέσα μας και πως μια μεγάλη εσωτερική επανάσταση μπορεί να αλλάξει τα πράγματα, από την στιγμή πως όλες οι εξωτερικές επαναστάσεις δεν άλλαξαν και πολλά πράγματα;

Ο Πλάτωνας θεωρούσε ότι όσο περισσότερο στρέφουμε τον νου μας προς το απρόσωπο, μεγαλώνει η αξία μας

Δύσκολα μπορεί κάποιος να αντλήσει από τους διαλόγους του Πλάτωνα πραγματικά ιστορικά στοιχεία για τον Σωκράτη, τον άντρα που περιφερόταν ξυπόλυτος στην αθηναϊκή αγορά φορώντας έναν πεντακάθαρο χιτώνα και έθετε επίμονα ερωτήματα των οποίων η ουσία δεν γινόταν εύκολα αντιληπτή, καταφέρνοντας να δημιουργήσει γύρω του ένα πλήθος από περίεργους, καθώς ανέτρεπε κάθε απάντηση που του έδιναν. Ήταν ένας πλανόδιος της διαλεκτικής, ένας φιλόσοφος-αντάρτης της πόλης.

Ο Πλάτωνας βέβαια δεν είναι ο μόνος Αθηναίος που έγραψε σωκρατικούς διαλόγους μετά τον θάνατο του Σωκράτη. Είναι, όμως, ο μόνος συγγραφέας σωκρατικών διαλόγων που υπήρξε, συνάμα, και φιλοσοφική ιδιοφυία. Η στάση του Πλάτωνα απέναντι στον «δικό» του Σωκράτη δεν παραμένει στάσιμη κατά τη διάρκεια της μακράς ζωής του. Αν παρακολουθήσουμε τις μεταβολές στη στάση του απέναντι στον φιλόσοφο, του οποίου ο θάνατος έκανε τον ίδιο φιλόσοφο, ίσως καταφέρουμε να πλησιάσουμε περισσότερο το πρόσωπο της απόμακρης μορφής του Πλάτωνα.

Είναι δύσκολο, για να μην πω ανάρμοστο, να προσεγγίσουμε τον Πλάτωνα ως πρόσωπο. Κανείς άλλος φιλόσοφος δεν αποθαρρύνει τόσο πολύ μια τέτοια προσέγγιση. Ο Πλάτωνας φαινόταν να συμπαθεί ελάχιστα ό,τι ήταν προσωπικό. Θεωρούσε ότι όσο περισσότερο στρέφουμε τον νου μας προς το απρόσωπο, μεγαλώνει η αξία μας. Ότι γινόμαστε καλύτεροι όσο περισσότερο κατανοούμε το Σύμπαν, όσο περισσότερο αναλογιζόμαστε το μεγαλείο του και όσο λιγότερο τη δική μας μικρότητα.

Ο Πλάτωνας εκδηλώνει συχνά τρόμο μπροστά στην ανθρώπινη φύση, την οποία θεωρεί πλησιέστερη προς εκείνη του ζώου παρά του Θεού. Η ανθρώπινη φύση είναι ένα ηθικό και πολιτικό πρόβλημα προς επίλυση, και μόνο το Σύμπαν φαντάζει επαρκές για την απεραντοσύνη του εγχειρήματος.

Η ζοφερή απόγνωση του Πλάτωνα για το «γένος μας» έγινε μάλλον πιο φανερή στα τελευταία του χρόνια, ωστόσο, διαισθάνομαι πως είχε άσχημη γνώμη για την ανθρωπότητα ακόμη και όταν ήταν πιο νέος. Η μοίρα του Σωκράτη στα χέρια της δημοκρατίας -η θανατική καταδίκη του, όπως και η ετυμηγορία της ενοχής του, ήταν αποτέλεσμα λαϊκής ψήφου- ίσως σχετίζεται τόσο με την άσχημη εικόνα που είχε διαμορφώσει για την ανθρωπότητα, όσο και με την εξαρχής στροφή του στη φιλοσοφία. Ενώ ο Σωκράτης γελούσε δυνατά με τα κακόγουστα αστεία των κωμικών συγγραφέων, ακόμη και όταν γινόταν ο ίδιος αντικείμενο διακωμώδησης, η χαρακτηριστική αντίδραση του Πλάτωνα στις ταραχώδεις και γελοίες πτυχές της ανθρώπινης φύσης θα ήταν, υποψιάζομαι, ένα ρίγος ανατριχίλας. Η αγάπη του για τον Σωκράτη τον βοήθησε να απωθήσει το ρίγος. Ο Σωκράτης στάθηκε γι’ αυτόν ένα μέσον για να συμφιλιώσει τον εαυτό του με την παραμορφωμένη από τις ασχήμιες και τις αντιφάσεις ανθρώπινη ζωή. Μάλιστα, ο Σωκράτης, ως πολύ ανθρώπινος -όπως ο Πλάτωνας πασχίζει να μας δείξει-ενσαρκώνει ο ίδιος αυτές τις αντιφάσεις.

Απλώς επειδή υπήρξε ένας άνθρωπος όπως ο Σωκράτης, ο Πλάτωνας θα μπορούσε να πειστεί ότι τελικά αξίζει να νοιάζεται κάποιος για την ανθρώπινη ζωή.

Με τα γραπτά του ο Πλάτωνας δημιούργησε ένα αδιέξοδο και μια ερμηνευτική σύγχυση. ‘Όμως, δημιούργησε επίσης και τη φιλοσοφία, καθιστώντας την ζωντανό μνημείο του Σωκράτη. Η λέξη φιλοσοφία δηλώνει την αγάπη για τη σοφία. Και η αγάπη για τη σοφία είναι ένα απρόσωπο είδος αγάπης. Αξίζει, λοιπόν, να σημειωθεί ότι μια πολύ προσωπική αγάπη -η αγάπη του Πλάτωνα για τον Σωκράτη- ενεργούσε μέσα στον άνθρωπο που δημιούργησε τη φιλοσοφία όπως την γνωρίζουμε.

Όλα αυτά προσθέτουν ένα στοιχείο παραδόξου στο ύφος με το οποίο έγραψε ο Πλάτωνας, ιδίως αν λάβουμε υπόψη όσα θα πει για τον φιλοσοφικό έρωτα, που αντικαθιστά τον προσωπικό έρωτα (από εδώ πηγάζει η στρεβλωμένη ιδέα μας για τον «πλατωνικό έρωτα»). Όμως, ακόμη και αυτή η ένταση χρησιμοποιείται από τη φιλοσοφία. Στόχος του Πλάτωνα -ή, τουλάχιστον, έτσι το αντιλαμβάνομαι εγώ- είναι να μην αφήσει ποτέ τη σκέψη να γίνει υπερβολικά αυτόματη, να μην επαναπαυθεί. Στόχος του, με άλλα λόγια, είναι ο άνθρωπος να σκέφτεται διαρκώς, να μην περιπίπτει σε νοητική αδράνεια, και γι’ αυτό δεν είναι ποτέ αρνητικός απέναντι στις αποσταθεροποιητικές επιδράσεις του παραδόξου.

Η επικαιρότητά του οφείλεται αποκλειστικά στα ερωτήματα που έθεσε και στην επιμονή του ότι δεν μπορούμε να απαλλαγούμε εύκολα απ’ αυτά, όπως νομίζουν οι περισσότεροι. ‘Ένα από τα περίεργα χαρακτηριστικά των φιλοσοφικών ερωτημάτων είναι η προθυμία με την οποία δίνουν πολλοί απαντήσεις οι οποίες δεν συλλαμβάνουν την ουσία των ερωτημάτων. Μερικές φορές οι λανθασμένες απαντήσεις δίνονται από επιστήμονες, άλλοτε στο πλαίσιο θρησκειών, άλλοτε βασισμένες σε αυτό που ονομάζουμε απλή, κοινή λογική. Ο Πλάτωνας διατύπωσε μερικά από τα πιο οριστικά αντεπιχειρήματα απέναντι σε απαντήσεις που αποτυγχάνουν να συλλάβουν την ουσία του φιλοσοφικού ερωτήματος.

Ο ίδιος σπανίως παρουσιαζόταν σαν να δίνει τις τελικές απαντήσεις. Αυτό που τόνιζε ήταν η απειθαρχία την οποία επιδεικνύουν τα ερωτήματα απέναντι στην προσπάθεια να τους δώσει κάποιος ρηχές απαντήσεις.

Η αρετή είναι ένα τεχνητό ανακάτεμα και δεν είναι ούτε ακέραιη, ούτε ξεκάθαρη, ούτε σταθερή, ούτε εντελώς αθώα

Σε τι χρησιμεύουν αυτές oι ύψιστες κορυφές της φιλοσοφίας, όπου κανένα ανθρώπινο ον δεν μπορεί να φτάσει, και οι κανόνες που ξεπερνούν τη συνήθειά μας και τις δυνάμεις μας; Βλέπω συχνά να μας προτείνουν παραδείγματα ζωής τα οποία ούτε εκείνοι που τα προτείνουν ούτε οι ακροατές τους έχουν ποτέ καμιά ελπίδα να ακολουθήσουν, και προπαντός τη διάθεση. Από το ίδιο χαρτί, στο οποίο μόλις έγραψε την απόφαση καταδίκης εναντίον ενός μοιχού, ο δικαστής κόβει ένα κομμάτι για να γράψει ραβασάκι στη γυναίκα του συναδέλφου του. Η γυναίκα με την οποία μόλις πριν λίγη ώρα βρεθήκατε παράνομα, μετά από λίγο και μπροστά σας μάλιστα, θα βάλει τις φωνές εναντίον μιας φίλης της που έκανε το ίδιο σφάλμα, κι ακόμη πιο άγριες απ’ όσο θα φώναζε η Πόρσια. Και κάποιος άλλος καταδικάζει ανθρώπους σε θάνατο για εγκλήματα που ο ίδιος ούτε καν θεωρεί λάθη.

Έτσι κάνουν οι άνθρωποι. Αφήνουμε τους νόμους και τις εντολές να ακολουθούν το δρόμο τους, εμείς παίρνουμε έναν άλλο- όχι μόνο από χαλάρωση των ηθών, αλλά συχνά και λόγω αντίθετης γνώμης και κρίσης. Παρακολουθήστε την ανάγνωση ενός φιλοσοφικού λόγου: η εφευρετικότητα, η ευγλωττία, η ακρίβεια εντυπωσιάζουν αμέσως το πνεύμα σας και σας συγκινούν- δεν υπάρχει όμως τίποτα που να προκαλεί ή να κεντρίζει τη συνείδησή σας- αλήθεια, σ’ αυτήν δεν απευθύνονται; Ο Αρίστων έλεγε όμως ότι κανένα πλύσιμο και κανένα μάθημα δεν ωφελεί αν δεν καθαρίζει και δεν απομακρύνει τη βρομιά.

Σε όλες τις σχολές της αρχαίας φιλοσοφίας θα βρεις ότι το ίδιο άτομο επεξεργάζεται και δημοσιεύει κανόνες εγκράτειας και συγχρόνως γραπτά έρωτα και ακολασίας. Και ο Ξενοφώντας, στον κύκλο του Κλινία, έγραψε εναντίον της ηδονής εκείνης που εκθείαζε ο Αρίστιππος. Δεν υπάρχει κάποια θαυμαστή μεταλλαγή που τους ταρακουνάει. Όμως στην περίπτωση του Σόλωνα, παρουσιάζεται άλλοτε ως ο εαυτός του κι άλλοτε ως νομοθέτης: άλλοτε μιλάει για το λαό, άλλοτε για το άτομό του- και υιοθετεί για τον εαυτό του τους ελεύθερους και φυσικούς κανόνες, αισθανόμενος τη σιγουριά μιας σταθερής και σιδερένιας υγείας.

Ο Αντισθένης επιτρέπει στο σοφό να αγαπά και να κάνει με τον τρόπο του αυτό που θεωρεί σωστό, χωρίς να δίνει σημασία στους νόμους, δεδομένου ότι είναι πιο συνετός από αυτούς και έχει μεγαλύτερη γνώση της αρετής. Ο μαθητής του ο Διογένης έλεγε να αντιπαραθέτουμε στις ταραχές τη λογική, στη μοίρα το θάρρος, στους νόμους τη φύση.

Για τα ευαίσθητα στομάχια χρειάζονται δίαιτες αυστηρές και μελετημένες. Τα γερά στομάχια ακολουθούν απλά τις οδηγίες της φυσικής τους όρεξης. Έτσι κάνουν οι γιατροί μας που τρώνε το πεπόνι και πίνουν το φρέσκο κρασί ενώ επιβάλλουν στους ασθενείς τους το σιρόπι και το νεροζούμι.

Δεν ξέρω για τα βιβλία τους, έλεγε η εταίρα Λαΐς, για τις γνώσεις τους, για τη φιλοσοφία τους, αλλά αυτοί οι άνθρωποι χτυπάνε εξίσου συχνά την πόρτα μου με οποιονδήποτε άλλον. Από τότε που η ελευθερία των ηθών μάς παρασύρει συνεχώς πέρα από αυτό που είναι νόμιμο και επιτρεπτό, έχουμε συχνά περιορίσει τους κανόνες και τους νόμους της ζωής μας πέρα από κάθε λογική.

Όλος ο κόσμος θεωρεί ότι αυτά τα σφάλματα βρίσκονται μέσα στα όρια του επιτρεπτού.

Θα ήταν ευχής έργον να υπήρχε μεγαλύτερη αντιστοιχία ανάμεσα στην εντολή και την υπακοή και μοιάζει άδικος ο στόχος που δεν μπορούμε να φτάσουμε.Η ανθρώπινη σοφία δεν κατόρθωσε ποτέ να ανταποκριθεί στα καθήκοντα που η ίδια καθόρισε για τον εαυτό της και, αν το είχε καταφέρει, θα όριζε άλλα πιο πέρα, τα οποία πάντα θα επιθυμούσε και θα διεκδικούσε, τόσο εχθρική προς τη σταθερότητα είναι η φύση μας. Ο άνθρωπος ορίζει ότι πρέπει ο ίδιος αναγκαστικά να βρίσκεται στην αμαρτία. Δεν είναι αρκετά επιδέξιος για να κόψει το καθήκον του στα μέτρα μιας διαφορετικής φύσης από τη δική του. Σε ποιόν λοιπόν επιβάλλει κάτι που από κανένα δεν περιμένει να το πράξει; Βρίσκει άδικο να μην κάνει ο άλλος αυτό που του είναι αδύνατο; Οι ίδιοι νόμοι που μας καταδικάζουν στην αδυναμία, είναι οι ίδιοι που μας κατηγορούν γιατί δεν μπορούμε.

Στη χειρότερη περίπτωση, αυτή η κακοφορμισμένη ελευθερία, να παρουσιάζεται δηλαδή κανείς με δυο όψεις, οι πράξεις με έναν τρόπο, τα λόγια με έναν άλλο, ας επιτρέπεται σε εκείνους που μιλούν για τα πράγματα- όμως δεν μπορεί να επιτρέπεται σε εκείνους που μιλούν για τον εαυτό τους, όπως κάνω εγώ: πρέπει να ακολουθώ με την πέννα το βηματισμό των ποδιών μου. Η κοινωνική ζωή πρέπει να σχετίζεται με τις ζωές των άλλων. Η αρετή του Κάτωνα ξεπερνούσε σε σθένος το μέτρο της εποχής του- και για έναν άνθρωπο που ανακατευόταν με τη διακυβέρνηση άλλων, αφιερωμένο στην υπηρεσία της κοινωνίας, θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι νόμοι του ήταν, αν όχι άδικοι, τουλάχιστον μάταιοι και εκτός εποχής. Η ίδια η συμπεριφορά μου, που αν και μόλις που αποκλίνει κατά ένα δαχτυλάκι από τις συνήθεις συμπεριφορές, με κάνει εντούτοις κάπως απρόσιτο και ελάχιστα κοινωνικό για την εποχή μου. Δεν ξέρω αν είναι χωρίς λόγο που αισθάνομαι αηδιασμένος από τον κόσμο που συναναστρέφομαι, αλλά ξέρω καλά ότι θα ήταν αδικαιολόγητο να παραπονιέμαι γιατί ο κόσμος είναι περισσότερο αηδιασμένος από μένα απ’ ό,τι είμαι εγώ από εκείνον.

Η αρετή που αρμόζει στις υποθέσεις των ανθρώπων είναι μια αρετή με πολλές πτυχές, εσωτερικές και εξωτερικές γωνίες, για να μπορέσει να προσαρμοστεί και να ταιριάξει με την ανθρώπινη αδυναμία, είναι ένα τεχνητό ανακάτεμα και δεν είναι ούτε ακέραιη, ούτε ξεκάθαρη, ούτε σταθερή, ούτε εντελώς αθώα.

Το ίδιο συμβάν που σε ένα αναπτυγμένο πνεύμα παρουσιάζεται σαν ενδιαφέρον, ένα ρηχό κοινό μυαλό το βλέπει σαν μια ανιαρή σκηνή

Απέναντι στα γνήσια προσωπικά προτερήματα, το μεγάλο πνεύμα, τη μεγάλη καρδιά, φαίνονται όλα τα προτερήματα που απορρέουν από αξιώματα, καταγωγή, ακόμα και βασιλική, πλούτο και τα παρόμοια όπως οι βασιλείς που μας παρουσιάζει το θέατρο απέναντι στους πραγματικούς.

Σε κάθε περίπτωση, το σημαντικότερο για τη διάθεση του ανθρώπου, για τη γενικότερη ψυχική στάση της ύπαρξής του είναι προφανώς αυτό που υπάρχει και συμβαίνει μέσα του. Εδώ βρίσκεται άμεσα η ευχαρίστηση ή η δυσφορία που μπορεί να νιώθει, και οι οποίες καταρχήν είναι το αποτέλεσμα των αισθημάτων του, της βούλησής του και της σκέψης του, ενώ όλα όσα βρίσκονται έξω από αυτόν μόνο έμμεσα τις επηρεάζουν.

Γι’ αυτό οι ίδιες εξωτερικές καταστάσεις και γεγονότα επιδρούν εντελώς διαφορετικά στον καθένα, και μέσα στο ίδιο περιβάλλον, καθένας ζει σε έναν άλλο κόσμο. Γιατί μόνο με τις ιδέες του, τα αισθήματά του και τους στόχους της βούλησής του έχει κάποιος άμεση επαφή- τα εξωτερικά πράγματα τον επηρεάζουν μόνο έμμεσα στο μέτρο που επιδρούν στις ιδέες του, τα αισθήματά του και τη βούλησή του. Ο κόσμος στον οποίο ζει εξαρτάται καταρχήν από την αντίληψη που έχει αυτός για τον κόσμο, εξαρτάται από τη διαφορετικότητα της οπτικής του νου καθενός. Σύμφωνα με αυτή, ο κόσμος μπορεί να είναι φτωχός, άνοστος και ρηχός, ή πλούσιος, ενδιαφέρων και σημαντικός. Ενώ, για παράδειγμα, κάποιος ζηλεύει τον άλλον για τα ενδιαφέροντα πράγματα που του συνέβησαν στη ζωή του, θα έπρεπε πιο πολύ να τον ζηλεύει για την αντιληπτικότητα η οποία δίνει στα πράγματα αυτά τη σπουδαιότητα που τους αποδίδει εκείνος – γιατί το ίδιο συμβάν που σε ένα αναπτυγμένο πνεύμα παρουσιάζεται σαν ενδιαφέρον, ένα ρηχό κοινό μυαλό θα το έβλεπε σαν μια ανιαρή σκηνή από την καθημερινή ζωή.

Όλα αυτά βασίζονται στο γεγονός ότι κάθε πραγματικότητα, δηλαδή κάθε πλήρες παρόν, αποτελείται από δύο ξεχωριστά μισά, το υποκείμενο και το αντικείμενο, αν και σε τόσο αναγκαία και στενή σχέση μεταξύ τους όπως το οξυγόνο και το υδρογόνο στο νερό. Με εντελώς το ίδιο αντικειμενικό μισό, αλλά με διαφορετικό το άλλο μισό, το υποκειμενικό, όπως και αντίστροφα, η παρούσα πραγματικότητα είναι εντελώς άλλη: το πιο ωραίο και το πιο καλό αντικειμενικό μισό, σε συνάρτηση με ένα μη αισθαντικό, κακό υποκειμενικό, δίνει μόνο μια κακή πραγματικότητα, ένα κακό παρόν.

Να πούμε μια για πάντα τα πράγματα με το όνομά τους

Η κοινή διαπίστωση ότι η ζωή μοιάζει με θεατρική παράσταση επιβεβαιώνεται κυρίως από το ότι οι άνθρωποι αλλιώς μιλούν και διαφορετικά ενεργούν: πρόκειται για μια κωμωδία στην οποία όλοι σήμερα είναι ηθοποιοί, γιατί όλοι μιλούν την ίδια γλώσσα, ενώ κανείς σχεδόν δεν είναι θεατής, αφού όλη αυτή η φλυαρία ξεγελά πια μόνο τα παιδιά και τους ανόητους.

Είναι μια παράσταση εντελώς ερασιτεχνική, αφόρητα παράλογη και βαρετή. Κι ωστόσο, θα άξιζε να προσπαθήσουμε σε τούτο τον αιώνα να κάνουμε τη ζωή μας μια αληθινή και όχι προσποιητή πράξη και να λύσουμε για πρώτη φορά στην ιστορία την περίφημη αντίθεση ανάμεσα στα λόγια και στις πράξεις.

Αλλά, όπως μας διδάσκει η πείρα, αυτά δε διορθώνονται και, καθώς δεν μπορούμε να αξιώσουμε από τους ανθρώπους να εξαντληθούν επιχειρώντας το αδύνατο, μας απομένει ένα μέσο μοναδικό και συγχρόνως πολύ απλό, αν και αναξιοποίητο μέχρι σήμερα: να χρησιμοποιήσουμε αλλιώς τις λέξεις και να πούμε μια για πάντα τα πράγματα με το όνομά τους.

Το τέλος του Εφιάλτη

Το όνομα του είναι συνώνυμο οικουμενικά της προδοσίας. Το κακό όνειρο, όπως λανθασμένα νομίζουν πολλοί, δεν προέρχεται από αυτόν, αλλά από τον Εφιάλτη τον Αθηναίο, για τον οποίο λεγόταν ότι οι άρχοντες και τα μέλη του Άρειου Πάγου έβλεπαν στα όνειρά τους, γιατί κατήγγειλε τη διαφθορά τους.

Θα μπορούσε όμως να προέρχεται και από τον Εφιάλτη του Ευρυδήμου, ιδίως αν οι συμβολισμοί αρνησιπατρίας και φιλαργυρίας που άφησε στα βάθη των αιώνων με την πράξη του, είχαν οδηγήσει στην υποδούλωση της Ελλάδας από τους βαρβάρους.

Η επιλογή των Ελλήνων να στήσουν τη γραμμή οχύρωσής τους στις Θερμοπύλες τον Σεπτέμβριο του 480 π.χ. θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σοφή αν δεν ήταν προφανής. Το πλεονέκτημα του κολοσσιαίου σε όγκο περσικού στρατού χανόταν στο στενό πέρασμα των Θερμοπυλών και η σπαρτιάτικη στρατιωτική τελειότητα εξασφάλιζε τεράστια αναντιστοιχία απωλειών στις αντιμαχόμενες δυνάμεις.

ΔΕΣ: Η ΜΑΧΗ ΤΩΝ ΘΕΡΜΟΠΥΛΩΝ (480 π.Χ.)

Η σπαρτιατική φάλαγγα, η στρατιωτική εκπαίδευση – πειθαρχία των μελών της και ο βαρύτατος εξοπλισμός τους συνέθεταν πιθανόν την αρτιότερη πολεμική μονάδα που εμφανίστηκε ποτέ, σε σχέση με τα μέσα και την τεχνογνωσία της κάθε εποχής. Υπό τον αέναο φόβο εξέγερσης των Ειλώτων, οι Σπαρτιάτες τελούσαν διαρκώς υπό πολεμική ετοιμότητα και διαρκή εκγύμναση, εξελίσσοντας παράλληλα στρατηγικές που θα επέτρεπαν σε λίγους να τιθασεύσουν πολλούς.

ΔΕΣ: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ: Ο ΣΤΡΑΤΟΣ ΤΩΝ ΣΠΑΡΤΙΑΤΩΝ Η ΑΡΧΑΙΑ ΣΠΑΡΤΗ ΚΑΙ Η ΣΠΑΡΤΙΑΤΙΚΗ ΦΑΛΑΓΓΑ

Έτσι γεννήθηκε η σπαρτιατική φάλαγγα, που χρησιμοποιούταν και ως δύναμη αστυνόμευσης των διαρκώς πολυπληθέστερων πληθυσμών των Ειλώτων στη Λακωνία. Επρόκειτο για έναν πυκνό σε διάταξη σχηματισμό οπλιτών, που δημιουργούσε ένα τείχος από ασπίδες, χωρίς οι άνδρες να χάνουν την ευχέρεια βάδισης και χρήσης του δόρατος. Σε αντίθεση με άλλες φάλαγγες της αρχαιότητας, που είχαν καθαρά αμυντική διάταξη λόγω της ελάχιστης έως μηδαμινής κινητικότητάς τους, η σπαρτιατική ήταν παράλληλα και επιθετικογενής διότι οι συμμετέχοντες σε αυτήν μπορούσαν να προχωρούν, να στρέφουν, να αλλάζουν διάταξη και να μάχονται με πολύ μεγαλύτερη ευχέρεια.

Έτσι, όταν ο Ξέρξης έστειλε πάνω σε αυτή τη φονική μηχανή τους Μήδους και τους Κίσσιους την πρώτη μέρα της μάχης, οι αντίπαλοι των Σπαρτιατών έμοιαζαν με πρόβατα επί σφαγή. Οι ξύλινες και ψάθινες ασπίδες και τα κοντά δόρατα των επιτιθέμενων ήταν εύκολη λεία για τους «επαγγελματίες» Έλληνες πολεμιστές. Την επομένη ο Ξέρξης έστειλε στα στενά το επίλεκτο σώμα του, τους λεγόμενους «Αθάνατους» υπό την ηγεσία του Υδάρνη, αλλά η κατάληξη δεν ήταν καθόλου καλύτερη.

Όταν και η δεύτερη και η τρίτη επίθεση κατέληξαν σε περσικό μακελειό και οι προσδοκίες του Ξέρξη σχετικά με τη μειωμένη δυνατότητα άμυνας των Ελλήνων -λόγω θανάτων και τραυματισμών- διαψεύσθηκαν, εμφανίστηκε στο στρατόπεδο του Πέρση βασιλιά ένας άνδρας από την τοπική Μαλίδα (στην ανατολική κοιλάδα του Σπερχειού Ποταμού, κοντά στη σημερινή Λαμία) για να τον βγάλει από το αδιέξοδο. Ο ντόπιος που γνώριζε πολύ καλά την περιοχή, του υπέδειξε ένα μυστικό μονοπάτι που θα τον οδηγούσε στα νώτα του ελληνικού στρατού, με αντάλλαγμα αδρά αμοιβή.

Ο ίδιος ο Εφιάλτης προσφέρθηκε να οδηγήσει τους Πέρσες από τη στενή διάβαση που οδηγούσε από το όρος Καλλίδρομο στις Θερμοπύλες. Ονομαζόταν Ανοπαία Ατραπός, εκ της Ανόπης, που ήταν τότε η ονομασία του Καλλίδρομου. Για την κυκλωτική κίνηση των Περσών, επιλέχθηκαν οι 10.000 «Αθάνατοι», που ξεκίνησαν να διαβαίνουν το μονοπάτι τη δύση του ηλίου. Οι ελληνικές δυνάμεις γνώριζαν ασφαλώς την ύπαρξή του και είχαν θέσει ως φρουρούς του περάσματος 1.000 Φωκείς. Όταν οι Φωκείς αντιλήφθηκαν την εχθρική παρουσία, υποχώρησαν στο υψηλότερο σημείο του βουνού και ετοιμάστηκαν να αντιμετωπίσουν το θάνατο. Οι Πέρσες όμως δεν ασχολήθηκαν καθόλου μαζί τους. Συνέχισαν το δρόμο τους, φτάνοντας τα ξημερώματα στην πλάτη των Σπαρτιατών.

Όλα αυτά προέρχονται από τις καταγραφές του Ηροδότου, ο οποίος αναφέρει ότι υπάρχουν και άλλες εκδοχές για την ταυτότητα του προδότη. Συγκεκριμένα κατονομάζει τον Ονήτη, γιο του Φαναγόρα από την Κάρυστο και τον Κορυδαλλό από την Αντίκυρα ως πιθανούς υπαίτιους άλλων πηγών για την αποκάλυψη του ορεινού μονοπατιού στους Πέρσες. Μόνος του όμως απορρίπτει και τα δύο σενάρια, καταλήγοντας ότι «αυτόν θεωρώ ένοχο». Οι λόγοι που επικαλείται είναι δύο. Ο πρώτος ότι η Αμφικτυονία (ομοσπονδία 12 φυλών της Κεντρικής Ελλάδας, που με τα χρόνια απέκτησε πανελλήνιο χαρακτήρα και ισχυρή πολιτική εξουσία) επικήρυξε έναντι χρηματικής αμοιβής τον Εφιάλτη, «μετά από επισταμένες έρευνες», όπως γράφει. Και ο δεύτερος ότι ήταν ακριβώς η κατηγορία της προδοσίας που οδήγησε τον Εφιάλτη να το σκάσει από την πατρίδα του και να καταφύγει για χρόνια, φυγόδικος, στη Θεσσαλία.

Αυτός πάντως δεν του έσωσε τη ζωή, όπως αναφέρει ο Ηρόδοτος. Αφήνει να εννοηθεί ότι οι Σπαρτιάτες τον έψαχναν και θα τον έβρισκαν για να τον τιμωρήσουν παραδειγματικά, αλλά δεν πρόλαβαν. Όταν επέστρεψε στη Σπερχειάδα, το 469 π.χ., δολοφονήθηκε από έναν συντοπίτη του, τον Αθηνάδη τον Τραχίνιο. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, ο Αθηνάδης δεν τον σκότωσε για την προδοσία του, αλλά για άλλο λόγο, τον οποίο ο ιστορικός αναφέρει ότι θα αποκαλύψει σε άλλο σημείο του συγγραφικού έργου του. Τελικά δεν τον αποκαλύπτει ποτέ και μένει αυτό το ιστορικό κενό σχετικά με τους λόγους που έχασε τη ζωή του ο Εφιάλτης. Αν και είναι σχεδόν βέβαιο ότι από τη στιγμή που επέστρεψε στην πατρίδα του, η (επικηρυγμένη) μοίρα του ήταν προδιαγεγραμμένη.