Κυριακή 22 Μαρτίου 2020

Ο Αριστοτέλης, η φιλία και η έννοια της αυτάρκειας

Συνεχίζοντας τη διερεύνηση της φιλίας ο Αριστοτέλης θα ασχοληθεί με το ζήτημα της αυτάρκειας: «Το επόμενο θέμα μας είναι η αυτάρκεια και ο αυτάρκης: μήπως ο αυτάρκης χρειάζεται δίπλα σε όλα τα άλλα και τη φιλία, ή δεν τη χρειάζεται, οπότε η αυτάρκειά του, του ιδίου για τον εαυτό του, το καλύπτει και αυτό;» (1212b 15.1).
 
Κι όχι μόνο: «Άραγε ένας άνθρωπος που έχει όλα τα αγαθά και είναι αυτάρκης, χρειάζεται δίπλα σε τούτα και τη φιλία; Μήπως τότε είναι που κατεξοχήν τη χρειάζεται; Γιατί ποιον θα ευεργετήσει και με ποιον θα μοιραστεί τη ζωή του; (1212b 15.1).
 
Η απάντηση θα δοθεί αμέσως: «Αν, λοιπόν, τα θέλει αυτά τα δύο, και αν αυτά είναι πράγματα που προϋποθέτουν οπωσδήποτε τη φιλία, τότε ο αυτάρκης, δίπλα σε όλα τα άλλα, θα χρειαστεί και τη φιλία» (1212b 15.2).
 
Προσπαθώντας να τεκμηριώσει την παραπάνω άποψη ο Αριστοτέλης θα ξεκαθαρίσει ότι δεν πρέπει (όπως εσφαλμένα κάνουν πολλοί) να τίθεται ο θεός ως κάτι ανάλογο με την ανθρώπινη συμπεριφορά: «Είναι συνηθισμένο και λέγεται συχνά πως για το ζήτημα αυτό χρήσιμη αναλογία αποτελούν τα όσα ισχύουν με το θεό· αλλά ούτε και στην περίπτωση του θεού είναι τούτα τα λεγόμενα ορθά ούτε και στην περίπτωσή μας χρήσιμα» (1212b 15.3 και 15.4).
 
Για να εξηγήσει: «Όντως λέγονται κάποιοι τέτοιοι ισχυρισμοί για το θεό: αφού ο θεός έχει όλα τα αγαθά και είναι αυτάρκης, τι θα κάνει; Στα σίγουρα δε θα κάτσει να κοιμάται. Θα προβεί –συνεχίζει το επιχείρημα– σε κάποια θεωρητική ενατένιση (αυτή είναι το αποκορύφωμα του κάλους, ό,τι πιο οικείο στο θεό)· σε τι, λοιπόν, θα στρέψει τη θεωρητική του ενατένιση;» (1212b 15.4 και 1213a 15.4).
 
Ο προβληματισμός σχετικά με το τι μπορεί να απασχολεί τις θεωρητικές αναζητήσεις του θεού καταδεικνύει την καθαρά ανθρωποκεντρική θρησκευτικότητα της εποχής, δηλαδή την προσπάθεια των ανθρώπων να ερμηνεύσουν τους θεούς σύμφωνα με τον εαυτό τους. Ο σύγχρονος θεός, από θέση αρχής, δεν έχει καμία σχέση με τα ανθρώπινα και ένας τέτοιος προβληματισμός αποτελεί προσβολή, αφού μόνο υποτιμητικά μπορεί να λειτουργήσει.
 
Αυτό, βέβαια, δε σημαίνει ότι και στα αρχαία χρόνια δεν υπήρχαν κατηγορητήρια και καταδίκες για λόγους θρησκευτικούς. Η κατηγορία της ασέβειας ήταν συχνή (θα τη γνωρίσει και ο Αριστοτέλης και θα αναγκαστεί να αποχωρήσει από την Αθήνα), αλλά συνήθως ήταν το πρόσχημα για να συγκαλυφθούν οι (πραγματικοί) πολιτικοί λόγοι των διώξεων. Ο Αριστοτέλης ξεκαθαρίζει σαφώς ότι αυτού του είδους οι προβληματισμοί αποτελούν επιχειρηματολογία (συλλογιστική) άλλων κι όχι δική του.
 
Και θα συνεχίσει: «εάν τη στρέψει» (εννοείται ο θεός τη θεωρητική του ενατένιση) «σε κάτι πέρα από τον ίδιο του τον εαυτό, αυτό θα είναι ανώτερό του. Αλλά έτσι, λέει το επιχείρημα, προκύπτει άτοπο: δεν υπάρχει κάτι πέρα από τον θεό, ανώτερο από αυτόν» (1212a 15.4).
 
Η υπόθεση ότι ο θεός σκέφτεται κάτι ανώτερο από τον ίδιο είναι προφανώς παράλογη: «Δεν απομένει παρά να στρέψει τη θεωρητική του ενατένιση στον ίδιο του τον εαυτό. Αλλά και τούτο άτοπο είναι πάλι· αφού και ο άνθρωπος που τυχόν στρέφει όλη του την προσοχή στον ίδιο του τον εαυτό, κερδίζει την επίκρισή μας και τον λέμε αναίσθητο. Πάλι σε άτοπο βγάζει ο αρχικός ισχυρισμός: ο θεός δε θα στρέψει τη θεωρητική του ενατένιση στον ίδιο του τον εαυτό» (1213a 15.4).
 
Σε κάθε περίπτωση η προσπάθεια να αναζητηθούν οι θεωρητικές επιδιώξεις του θεού κρίνεται αδιέξοδη. Ο Αριστοτέλης δεν ενδιαφέρεται να δώσει απάντηση σε ένα τέτοιο ερώτημα, αλλά να καταδείξει του ανούσιο της διερεύνησής του. Αυτό που έχει σημασία είναι ο άνθρωπος: «Το πού θα στρέψει ο θεός τη θεωρητική του ενατένιση, ας το αφήσουμε καλύτερα· το θέμα μας δεν είναι η θεϊκή αυτάρκεια αλλά η ανθρώπινη· άραγε ο αυτάρκης θα χρειαστεί ή δε θα χρειαστεί τη φιλία;» (1213a 15.5).
 
Για τον Αριστοτέλη η φιλία είναι ο μόνος δρόμος για την αυτογνωσία: «Με δεδομένα, τώρα, πρώτον ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο δύσκολο από την αυτογνωσία (το έχουνε πει και κάποιοι σοφοί) και πιο ηδύ από αυτήν (είναι ηδύ το να γνωρίζεις τον εαυτό σου), και δεύτερον ότι δεν έχουμε τη δυνατότητα να αποκτήσουμε την αυτογνωσία βασισμένοι αποκλειστικά στον εαυτό μας (το ότι δεν μπορούμε οι ίδιοι μόνοι μας να φτάσουμε στη γνώση του εαυτού μας φαίνεται από το εξής: υπάρχουν πράγματα για τα οποία κατηγορούμε τους άλλους, αλλά χωρίς να το συνειδητοποιούμε τα κάνουμε και οι ίδιοι, είτε λόγω εύνοιας είτε λόγω πάθους· η εύνοια και το πάθος συσκοτίζουν την κρίση πολλών από εμάς και μας οδηγούν σε λάθη)» (1213a 15.6-7).
 
Η σημασία της αυτογνωσίας για την επίτευξη της ψυχικής ισορροπίας, δηλαδή για την κατάκτηση της ευτυχίας, δε χρειάζεται ιδιαίτερες διευκρινίσεις. Στην ουσία πρόκειται για τον τελικό στόχο της ψυχανάλυσης, αφού μόνο η αναγνώριση και η παραδοχή των πιο σκοτεινών σημείων του εαυτού μπορούν να οδηγήσουν στη συμφιλίωση μαζί του.
 
Οι κακίες, όποια μορφή κι αν έχουν, πριν από όλα υποκρύπτουν την άγνοια του εαυτού –κι ως ένα βαθμό την άρνηση της γνωριμίας του. Δεν είναι εύκολη η αναγνώριση της εσφαλμένης συμπεριφοράς. Δεν είναι εύκολο να διεισδύει κανείς στην προσωπικότητά του φέρνοντας στην επιφάνεια τα πάθη του. Το ξεγύμνωμα του εαυτού είναι επίπονο. Κάποιες φορές είναι αδύνατο να γίνει χωρίς τη βοήθεια ειδικού.
 
Η συγκάλυψη, η άρνηση παραδοχής των λαθών, η απόπειρα ιδεολογικοποίησης της εσφαλμένης συμπεριφοράς, η επίρριψη των ευθυνών σε άλλους είναι απείρως ευκολότερα. Μόνο που αντί να εξισορροπούν την ψυχή κάνουν ακόμη εντονότερη τη δυσαρμονία της. Επί της ουσίας επιτείνουν τη δυστυχία. Κι επιδεινώνουν τις σχέσεις με τους άλλους.
 
Ένας τέτοιος άνθρωπος είναι αδύνατο να χαρακτηριστεί αυτάρκης. Εν τέλει δεν έχει ούτε τα στοιχειώδη. Οι επιφανειακές σχέσεις, η άγνοια του εαυτού, η διαρκής προσπάθεια να καταπολεμηθεί η δυσαρέσκεια, της οποίας τα αίτια δεν πρέπει ποτέ να έρθουν στο προσκήνιο, συνθέτουν το πορτρέτο της κενότητας, δηλαδή του ασφαλέστερου δρόμου προς τη δυστυχία.
 
Υπό αυτές τις συνθήκες τα υλικά αγαθά αποτελούν μοναδική διέξοδο για την άντληση ευχαρίστησης. Αποκτούν δηλαδή διαστάσεις σχεδόν υπαρξιακές, αφού όχι μόνο προσφέρουν ηδονή –έστω και πρόσκαιρη– αλλά συγκαλύπτουν και την κενότητα της ύπαρξης που δεν πρέπει να ομολογηθεί. Το πολυτελές σπίτι, το πολυτελές αυτοκίνητο, τα ακριβά ρούχα, ξενοδοχεία κλπ μετατρέπονται σε νόημα ύπαρξης, καθώς (πέρα του ότι δίνουν χαρά) προσδίδουν και κοινωνικό κύρος τοποθετώντας τον εαυτό στο επίπεδο των πετυχημένων.
 
Κι εδώ δεν προτάσσεται η άρνηση κάθε πολυτέλειας στο όνομα μιας ασκητικής ζωής ή (πολύ περισσότερο) η καταδίκη της οικονομικής άνεσης που επιτρέπει τέτοιες χαρές, αλλά η κενότητα της ύπαρξης που μετατρέπει την πολυτέλεια σε αυτοσκοπό και σε τρόπο επίδειξης και που κατ’ ανάγκη συμπορεύεται με τη ρηχότητα. Το κυνήγι των αξιωμάτων, η χρήση όλων των μέσων για την ανέλιξη κάθε είδους, η επίδειξη του πλούτου, η διαρκής ανάγκη του να είναι κάποιος το επίκεντρο της προσοχής είναι τα στοιχεία που δίνουν στην κενότητα της ύπαρξης πολιτικές διαστάσεις.
 
Για τους ανθρώπους αυτού του είδους η αναρρίχηση μετατρέπεται σε υπόθεση ζωτικής σημασίας. Φυσικά, δε γίνεται λόγος για την υγιή εκδοχή της φιλοδοξίας που εμπεριέχει την έννοια της προσφοράς ή της δίκαιης αναγνώρισης του μόχθου και της αξίας, αλλά για τη ματαιοδοξία της ύπαρξης που στερείται περιεχομένου και που θέλει να νιώθει υπεροχή ακριβώς για να συγκαλύψει την κενότητά της. Τα κίνητρα αυτών των ανθρώπων για αναρρίχηση είναι τόσο ισχυρά που τους καθιστούν ανίκητους. Διατίθενται να χρησιμοποιήσουν κάθε μέσο. Ο πραγματικά άξιος δεν έχει καμία τύχη μπροστά τους. Το επίπεδο της αξίας του λειτουργεί αποτρεπτικά. Δεν έχει άλλη επιλογή από το να αποσυρθεί.
 
Η πόλη που δεν έχει τους απαραίτητους νομοθετικούς μηχανισμούς για την προστασία της αξιοκρατίας θα αναδείξει τους ανάξιους με τρόπο σχεδόν νομοτελειακό. Και θα προωθήσει και τα αντίστοιχα πρότυπα ευτυχίας. Η κενότητα της ύπαρξης βρίσκεται στο στοιχείο της. Αυτό που μένει είναι η διαστρέβλωση των εννοιών για να δοθούν και οι απαραίτητες ιδεολογικές διαστάσεις.
 
Ο ματαιόδοξος παριστάνει το φιλόδοξο, ο ανάξιος υποδύεται τον άξιο, ο αδίστακτος περνιέται για πετυχημένος, το κυνήγι της κατανάλωσης γίνεται κυρίαρχη ιδεολογία. Αυτό που μένει είναι η θεοποίηση του χρήματος, το επιφανειακό των σχέσεων, ο άκρατος ανταγωνισμός και οι φιλίες της μιας χρήσεως. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ακόμη και ο βλάκας περνιέται για έξυπνος. Η ευτυχία των πολιτών γίνεται ιδιαιτέρως επίφοβη, αφού τίθεται πάνω στις σαθρότερες βάσεις.
 
Κι όπως οι κενοί περιεχομένου άνθρωποι δεν μπορούν να είναι αυτάρκεις, έτσι και η πόλη που αναδεικνύει τέτοιους ανθρώπους δεν μπορεί (επίσης) να είναι αυτάρκης. Γιατί η κενότητα έχει να κάνει με την έλλειψη, ενώ η αυτάρκεια με την πληρότητα. Η έλλειψη φίλων παραπέμπει στην ανισόρροπη ψυχή που αδυνατεί να συνάψει σχέσεις ουσίας. Από αυτή την άποψη, αποτελεί ξεκάθαρο δείκτη για την ποιότητα της ψυχής. Το ίδιο και η ποιότητα των φίλων. Εκείνος που συνάπτει φιλίες με ανθρώπους χαμηλής ποιότητας προφανώς τέτοιας ποιότητας είναι και ο ίδιος.
 
Ο Αριστοτέλης είναι σαφής: «Όπως, λοιπόν, όταν θέλουμε να δούμε οι ίδιοι το πρόσωπό μας, στρέφουμε το βλέμμα μας μέσα σε ένα κάτοπτρο και το βλέπουμε εκεί, έτσι και όταν θέλουμε να γνωρίσουμε οι ίδιοι τον εαυτό μας, μπορούμε να το κάνουμε στρέφοντας το βλέμμα μας στο φίλο μας· διότι το έχουμε πει: ο φίλος είναι ο άλλος μας εαυτός» (1213a 15.7).
 
Το αρχικό ερώτημα του κατά πόσο ο υλικά αυτάρκης χρειάζεται και φίλους, ώστε να είναι πλήρως αυτάρκης ή, αντιστρόφως, αν μπορεί να υπάρξει αυτάρκης άνθρωπος χωρίς να έχει φίλους θα απαντηθεί και πάλι με τον ίδιο κατηγορηματικό τρόπο: «Αν, συνεπώς, η αυτογνωσία είναι κάτι το ηδύ, και αν αυτή είναι ανέφικτη χωρίς τον φίλο, τότε ο αυτάρκης θα πρέπει να έχει ανάγκη τη φιλία προκειμένου να αποκτήσει αυτογνωσία» (1213a 15.8).

Η αυτογνωσία είναι ζήτημα εξόχως σημαντικό τόσο για τη διαμόρφωση της προσωπικότητας όσο και για την κατάκτηση της ευτυχίας. Ταυτόχρονα είναι άμεσα συνδεδεμένη με τη φιλία. Ο στερούμενος φίλων κρίνεται επίφοβος στο ζήτημα της αυτογνωσίας. Από αυτή την άποψη είναι αδύνατο να χαρακτηριστεί αυτάρκης.
 
Θα έλεγε κανείς ότι πρόκειται για τυπική περίπτωση αριστοτελικής εκδοχής του ορθού λόγου, αφού για να καταδειχθεί η έλλειψη αυτάρκειας γι’ αυτόν που δεν έχει φίλους έπρεπε να βρεθεί εκείνο που θα του έλειπε. Κι αυτό εξυπηρετεί η αναφορά της αυτογνωσίας. Από τη στιγμή που η αυτογνωσία λείπει δεν μπορούμε να μιλάμε για αυτάρκεια.
 
Το βέβαιο είναι ότι η κατάδειξη της έλλειψης αυτάρκειας για τον άνθρωπο που δεν έχει φίλους θα μπορούσε να γίνει και με τρόπο λιγότερο τυπικό. Έτσι κι αλλιώς οι φίλοι συμβάλλουν στην ολοκλήρωση της προσωπικότητας εκπληρώνοντας την υπέρτατη συναισθηματική μοιρασιά. Ο άνθρωπος ως φύσει κοινωνικό ον είναι αδύνατο να νιώσει ευτυχία χωρίς να σχετίζεται με άλλους ανθρώπους.
 
Κι όσο βαθύτερες γίνονται οι σχέσεις του, τόσο βαθύτερη είναι και η ευτυχία που εισπράττει. Αναγνωρίζοντας αυτό είναι απολύτως σαφές ότι η ευτυχία δεν αφορά μονάχα την εκπλήρωση (αυτάρκεια) των υλικών αναγκών. Από αυτή την άποψη, η έλλειψη φίλων αποτελεί από θέση αρχής απόδειξη της έλλειψης αυτάρκειας ή, για να το πούμε αλλιώς, δεν μπορεί να υπάρξει αυτάρκεια χωρίς την παρουσία ποιοτικών φίλων.
 
Την αυτονόητη αυτή αλήθεια ο Αριστοτέλης (ασφαλώς) τη γνωρίζει πολύ καλά. Γι’ αυτό και συμπληρώνει: «Εξάλλου, εφόσον είναι κάτι καλό –και όντως είναι– το να προβαίνει σε ευεργεσίες όποιος τυχόν ευνοήθηκε από την τύχη και κατέχει τα αγαθά που οφείλονται σε αυτή, ποιον θα ευεργετήσει αυτός;» (εννοείται ο άφιλος) «Και με ποιον θα μοιραστεί τη ζωή του; Δεν πρόκειται, βέβαια, να την περάσει μοναχός του· το να έχεις ένα σύντροφο είναι ευχάριστο και αναγκαίο· και, απούσης της φιλίας, αυτά είναι ανέφικτα· άρα ο αυτάρκης, δίπλα σε όλα τα άλλα, χρειάζεται και τη φιλία» (1213a 15.9 και 1213b 15.9).
 
Από κει και πέρα ο Αριστοτέλης θα ασχοληθεί με το αν πρέπει να έχει κανείς πολλούς ή λίγους φίλους: «Ποιο από τα δύο είναι πιο καλό, να έχει κανείς πολλούς φίλους ή λίγους; Με ένα λόγο, δεν πρέπει να έχει κανείς ούτε πολλούς ούτε λίγους φίλους. Διότι, όταν κάποιος έχει πολλούς φίλους, είναι δύσκολο να μοιράσει την αγάπη του σε όλους. Η αιτία: όπως συμβαίνει και σε όλους τους υπόλοιπους τομείς, αδυνατεί η ασθενής ανθρώπινη φύση μας να απλωθεί σε πολλές κατευθύνσεις. Διότι και στην περίπτωση της όρασης συμβαίνει να μην μπορούμε να δούμε πολύ μακριά, αλλά αν ξεφύγουμε πολύ πέρα από μια σύμμετρη απόσταση, η όραση αμβλύνεται, κι αυτό οφείλεται ακριβώς στην ασθένεια της ανθρώπινης φύσης· το ίδιο συμβαίνει και με την ακοή και με όλες τις άλλες αισθήσεις» (1213b 16.1).
 
Με τον ίδιο τρόπο που οι αισθήσεις θέτουν όρια στις ανθρώπινες δυνατότητες περιορίζοντάς τες, έτσι τίθενται και όρια στη δυνατότητα της διατήρησης πολλών φίλων. Η ασθενής-αδύναμη ανθρώπινη φύση δεν επιτρέπει την ταυτόχρονη συνέχιση τεράστιου αριθμού από φιλίες: «… όταν λόγω της ανθρώπινης ασθένειας αμβλυνθεί η φιλία, δίκαια θα προβεί κανείς σε διάφορες κατηγορίες, και δε θα είναι πια φίλος· η αγάπη του θα είναι μόνο στα λόγια· αλλά αυτό δεν είναι κάτι που ταιριάζει στη φύση της φιλίας» (1213b 16.2).
 
Κι όχι μόνο αυτό: «Ύστερα, αν έχει κανείς πολλούς φίλους, θα είναι συνέχεια μέσα στη στεναχώρια· πολλοί φίλοι σημαίνει αυξημένες πιθανότητες να παρουσιαστεί σε κάποιον από αυτούς μια αναποδιά της τύχης· και τέτοιες αναποδιές μοιραία φέρνουν στενοχώρια» (1213b 16.3).
 
Το τελευταίο επιχείρημα δεν κρίνεται πειστικό. Αντιστρέφοντάς το θα έλεγε κανείς ότι οι πολλοί φίλοι θα οδηγούσαν και σε πολλές χαρές (οι άνθρωποι δεν είναι μόνο λύπες) που θα μοιραζότανε κανείς μαζί τους. Μια τέτοια εκδοχή θα λειτουργούσε ενισχυτικά για την πολυφιλία. Όπως και να έχει, η αποφυγή φίλων για να μην υπάρξει στενοχώρια σε περίπτωση που τους τύχουν συμφορές είναι μάλλον παρακινδυνευμένη. Οι φιλίες δε γίνονται με τέτοια κριτήρια. Θα έλεγε κανείς ότι όποιος σκέφτεται έτσι δε θα μπορέσει να κάνει φίλους.
 
Όμως, ο Αριστοτέλης θα καταδικάσει και το να έχει κανείς ελάχιστους φίλους: «Από την άλλη, δεν είναι καλό να έχει κανείς μόνο ένα ή δύο φίλους, αλλά να ακολουθεί το μέτρο, κατά πώς το θέλει η συγκυρία και η προσωπική του έφεση προς τη φιλία» (1213b 16.3).
 
Ο μέγας δάσκαλος του μέτρου δε θα μπορούσε να οδηγηθεί σε άλλο συμπέρασμα. Το αδύνατο της διατήρησης πολλών φίλων, λόγω της ίδιας της ανθρώπινης φύσης που θέτει όλες τις δραστηριότητες μέσα σε όρια (εξ ανάγκης δεν μπορεί κανείς να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις ενός τεράστιου αριθμού φίλων), δεν πρέπει να υποδείξει την κατεύθυνση των ελάχιστων φίλων. Το κριτήριο είναι το μέτρο και ο χαρακτήρας του καθενός. Όπως σχεδόν σε όλα που έχουν να κάνουν με την ορθότητα της ανθρώπινης συμπεριφοράς.
 
Αριστοτέλης, Ηθικά Μεγάλα

Ο ρωμαϊκός κι ο εβραϊκός Χριστιανισμός μέσα από τα Ευαγγέλια

Όπως θα αποδειχθεί μέσα από μελέτη, η Ρώμη ήταν αυτή που γεννοβόλησε τον Χριστιανισμό. Ο τελευταίος, δημιουργήθηκε, κωδικοποιήθηκε κι απέκτησε το αρχικό του τυπικό, από αριστοκράτες Ρωμαίους, μέσα στην ίδια τη Ρώμη, ο Τερτυλλιανός τους αποκαλούσε: ''αισχρή συμμορία επισκόπων''

Μερικοί ευτελείς συλλογισμοί φτάνουν, αν όχι να μας πείσουν γι’ αυτό, τουλάχιστον να μας προβληματίσουν.

Πρώτον: Δεν υπάρχει ούτε μια εβραϊκή μαρτυρία του 1ου αιώνα, για χριστιανούς και Χριστιανισμό. Ούτε ο Φλάβιος Ιωσήφ, ούτε ο Ιούστος, ούτε ο Φίλωνας της Αλεξάνδρειας, λένε τίποτα για το ζήτημα. (Οι δυο περιβόητες αναφορές του Φλάβιου Ιωσήφ, έχουν πεταχτεί στ’ άχρηστα, σαν κακόβουλες πλαστογραφήσεις, απ’ την πρώτη στιγμή). Αντιθέτως, υπάρχουν δυο σημαντικές μαρτυρίες, από δυο κορυφαίους Ρωμαίους ιστορικούς, που γράφουν λίγα χρόνια αργότερα, απ’ τους τρεις παραπάνω Εβραίους συγγραφείς. Του Τάκιτου και του Σουετώνιου. Κι οι δυο τους μιλούν για «Χριστό» και χριστιανούς. Και το κυριότερο: Μιλάνε για χριστιανούς που δρουν στη Ρώμη, κι όχι στην Ιουδαία. Την ίδια περίπου εποχή, ένας άλλος Ρωμαίος συγγραφέας, ο Πλίνιος ο «νεώτερος», κάνει λόγο για χριστιανούς στη Μικρά Ασία.

Δεύτερον: Οι πρώτοι καταγεγραμμένοι επώνυμοι χριστιανοί, είναι «εθνικής» καταγωγής, κι η δράση τους εξελίσσεται, έξω απ’ την Παλαιστίνη.

Τρίτον: Στα 133 μ.Χ. ξεσπά η επανάσταση του Εβραίου «Μεσσία» Μπαρ Κοχμπάς. Όλες οι πηγές συμφωνούν, ότι σ’ αυτή συμμετείχε το σύνολο του εβραϊκού λαού. Η επανάσταση στρεφόταν ενάντια στους Ρωμαίους κατακτητές. Η χριστιανική φιλολογία, ισχυρίζεται ότι α Κοχμπάς κατέσφαξε πάμπολλους χριστιανούς. Αυτό, σημαίνει ότι οι χριστιανοί δεν βρίσκονται στην πλευρά των Εβραίων, μα των αντιπάλων τους, Ρωμαίων.

Τέταρτον: Η χριστιανική φιλολογία, αντανακλά όλες τις δοξασίες του «εθνικού» κόσμου, είτε θρησκευτικές, είτε φιλοσοφικές.

Πέμπτον: Υπάρχουν αναφορές Ρωμαίων συγγραφέων, ότι πολλοί Ρωμαίοι αριστοκράτες είχαν ασπαστεί τη λατρεία του Γιαχβέ αλλά και σύμφωνα με το Παύλο χριστιανοί υπήρχαν ακόμα και στην οικία του ίδιου του Καίσαρα, (ἀσπάζονται ὑμᾶς πάντες οἱ ἅγιοι, μάλιστα δὲ οἱ ἐκ τῆς Καίσαρος οἰκίας μετ.: Σας χαιρετούν όλοι οι Χριστιανοί, που ευρίσκονται εις την Ρώμην, μάλιστα δε αυτοί που ανήκουν και ευρίσκονται εις την οικίαν του Καίσαρος. Φιλιπ. 4,22)

Ο αποκλεισμός της ανθρωποκεντρικής μεθόδου απ’ τις αναλύσεις τους, γρήγορα έφερε όλες τις διάφορες χριστολογικές σχολές σ’ ένα αξεπέραστο αδιέξοδο. Αυτό εκφραζόταν μ’ ένα ερώτημα. Ερώτημα, στο οποίο όλες οι τάσεις δήλωναν αδυναμία αντιμετώπισής του. Το ερώτημα τις καλούσε ν’ απαντήσουν στο εξής: Με ποιόν τρόπο ο Χριστιανισμός ξεφεύγει απ’ τα στενά, όσο κι αμελητέα όρια της Παλαιστίνης, όπου δρα σαν μια μικρή περιθωριακή αίρεση και «κατακλύζει» όλο το φάσμα του εθνικού χώρου, μέσα σ’ εκατό μόλις χρόνια; Μέσω ποιών διαδικασιών, και γιατί, γνωρίζει αυτόν τον θρίαμβο; Τόσο στη ρωμαϊκή περιφέρεια, όσο και στην ανατολική Μεσόγειο, υπήρχαν δεκάδες εσχατολογικές δοξασίες. Πολλές απ’ αυτές, έσερναν πίσω τους ένα παρελθόν αιώνων κι επέζησαν άλλους πέντε περίπου αιώνες, μετά την εμφάνιση του Χριστιανισμού. Οι οπαδοί της ανέρχονταν σ’ εκατομμύρια κι η εμβέλεια επιρροής τους, αγκάλιαζε όλο τον αρχαίο κόσμο. Π.χ. ο Ορφισμός ή ο Μιθραϊσμός. Κι απ’ τις δυο αυτές θρησκείες, ο Χριστιανισμός αντέγραψε όλο σχεδόν το υλικό τους. Μέχρι και την ημερομηνία γέννησης του Μίθρα. Ποιές είναι λοιπόν οι ιστορικές προϋποθέσεις που καλύπτει, ώστε να υπερκεράσει κάποια στιγμή θρησκείες με τόσο βαθιές ρίζες;

Η απάντηση στο ερώτημα, που ανάγκασε όλες τις σχολές να σηκώσουν τα χέρια ψηλά, συνδέεται άμεσα με τη βασικότερη ομοφωνία τους: Καμμιά χριστολογική σχολή δεν αμφισβήτησε την εβραϊκή προέλευση του Χριστιανισμού. Καμμιά τους δεν στάθηκε ικανή να θέσει το κατά πολύ απλούστερο ερώτημα: Ήταν δυνατό οι εβραϊκές συνθήκες να επέτρεπαν ποτέ τη δημιουργία μη γιαχβικής αίρεσης, μέσα στους κόλπους τους; Κι αν υποθέσουμε ότι τα πράγματα έγιναν έτσι, όπως λένε τα χριστιανικά γραπτά, η αίρεση τελικά καταπνίγηκε. Πώς μπόρεσε μια ξοφλημένη στην ίδια την απόμερη γωνιά της, μικροαίρεση, να γνωρίσει την αποθέωση που γνώρισε;

Η εύκολη απάντηση, θα ήταν: Μέσω της εβραϊκής διασποράς. Αλλά, αυτή είναι όντως μια εύκολη απάντηση. Γιατί, αν ήταν έτσι, αν η εβραϊκή διασπορά είχε αυτή την ικανότητα, τότε όλος ο κόσμος θα είχε εδώ κι αιώνες ασπαστεί το γιαχβικό σχήμα.

Εκείνο που είναι πέρα από κάθε αμφισβήτηση, είναι πως ο Χριστιανισμός θα πρέπει να κάλυπτε ζωτικές ανάγκες κάποιων τμημάτων του «εθνικού» χώρου. Αλλιώς, δεν θα εξαπλωνόταν στο σημείο που εξαπλώθηκε. Για να συμβεί όμως αυτό, θα πρέπει να είχε κάποια οργανική σύνδεση με τούτα τα τμήματα. Με λίγα λόγια, θα πρέπει ν’ αποτελούσε παράγωγο των διεργασιών τους. Έχουμε το δικαίωμα να πούμε ότι η εβραϊκή διασπορά, αποτελούσε αναπόσπαστο τμήμα του «εθνικού» χώρου; Ασφαλώς όχι. Κι ειδικά, όταν γνωρίζουμε ότι σ’ όλον τον τότε κόσμο, η εβραϊκή διασπορά αποτελούσε το μόνιμο στόχο όλων των παραγόντων του μέρους, όπου κομμάτια της «φιλοξενούνταν» (λαού, αρχών κ.λπ.). Η μόνιμη προσπάθειά της να διασώσει την εθνολογική της ταυτότητα, την οδηγούσε σ’ αναγκαστική περιθωριοποίηση και κατ’ επέκταση σε διαρκή διαμάχη με το γηγενές στοιχείο. Μόνο στην Αλεξάνδρεια μπόρεσε και γνώρισε την κοινωνική ανέλιξη. Μα η Αλεξάνδρεια, είναι αφ’ ενός μια πόλη στον κόσμο, αφ’ ετέρου μακριά απ’ το αντικείμενό μας, που είναι η Ρώμη.

Μελετώντας προσεκτικά τα κείμενα της «Καινής Διαθήκης», διαπιστώνουμε δυο πράγματα, που το ένα αποτελεί λειτουργική συνέπεια του άλλου:

α) Έναν λαβύρινθο από αντιφάσεις, σκόπιμες παραπλανήσεις και στυγνές διαστρεβλώσεις της Ιστορίας, που προφανή στόχο έχουν την αποθάρρυνση μελλοντικών ερευνών.

β) Μια αγχώδη προσπάθεια να πείσουν για την εβραϊκή γιαχβική καταγωγή του «Ιησού». Οι περισσότερες απ’ τις διαστρεβλώσεις που επιχειρούν οι ανώνυμοι αντιγραφείς του 4ου αιώνα, στοχεύουν σ’ έναν πολύ συγκεκριμένο στόχο. Οτιδήποτε θα μπορούσε να προσδώσει «εθνική» χροιά στην προέλευση του Χριστιανισμού, πλαστογραφείται ανηλεώς και προσαρμόζεται στην εβραϊκή παράδοση. Στα κείμενα, που για διάφορους λόγους δεν μπορεί να γίνει αυτό, η κατάσταση καταντάει κωμική. Πάνω στο «εθνικό» αρχικό στρώμα αφηγήσεων, προστίθεται ένα αντίστοιχο εβραϊκό. Αποτέλεσμα, η δημιουργία ενός τραγέλαφου, όπου η μια παράγραφος αναιρεί την άλλη. Το δυστύχημα είναι, ότι οι χριστιανοί πλαστογράφοι, κατάφεραν να πετύχουν αυτό που επεδίωκαν. Η έρευνα στο χριστολογικό ζήτημα, έπεσε στην παγίδα της δήθεν εβραϊκής καταγωγής του Χριστιανισμού. Άμεσο επακόλουθο, ο αποπροσανατολισμός της προσπάθειας, για μια επιστημονική ανασύνθεση των αληθινών συνθηκών, που γέννησαν τη χριστιανική θρησκεία. Ελάχιστοι ήταν αυτοί που θέλησαν να δουν το ζήτημα, από μια διαφορετική οπτική γωνία.

Αλλά κι αυτοί, σύντομα βάλτωσαν στον ωκεανό των παραποιήσεων. Στην καλύτερη περίπτωση, κατατρίβονταν αναλισκόμενοι στην αναζήτηση συγγενικών προς τον Χριστιανισμό, «εθνικών» στοιχείων. Οπωσδήποτε, η χεγκελιανή συγκριτική μέθοδος, πρόσφερε τεράστιες υπηρεσίες στην αυγή της έρευνας του χριστολογικού. Από κάποια στιγμή όμως και μετά, κατάντησε στείρα επανάληψη.

Ο μόνος που μπόρεσε να διασπάσει το εβραϊκό τείχος των πλαστογραφήσεων, ήταν ο Μπάουερ (1809-1882), καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Βόννης. Τα μεγαλοφυή συμπεράσματά του όμως, όταν δεν χλευάστηκαν, κατακρίθηκαν σαν «εξτρεμιστικά». Ο Μπάουερ, αναλύοντας όλα τα στοιχεία του φακέλου, φτάνει στο σημαντικό για την εποχή του συμπέρασμα, πως τα λίκνα του Χριστιανισμού υπήρξαν η Ρώμη κι η Αλεξάνδρεια κι όχι η Ιουδαία.

Στα τέσσερα «Ευαγγέλια» του «Κανόνα», διακρίνονται καθαρά και τα δυό στοιχεία που αναφέραμε. Με βάση έναν υπεραπλουστευμένο πυρήνα, περιστρέφονται πάμπολλες αντιφατικές εκδοχές. Το βασικό πρόβλημα είναι να βρούμε το γιατί υπάρχουν αυτές οι αντιφάσεις. Οφείλονται στην ηλιθιότητα των αντιγραφέων, που δεν φρόντισαν να εναρμονίσουν τις πλαστογραφήσεις; Κάτι τέτοιο, δεν στέκει σε καμιά σοβαρή ανάλυση. Ακόμα κι ένας «αγαθός» χριστιανός, όπως επιδιώκει να εμφανίζεται ο Βιτόριο Μεσόρι, είναι σε θέση να εξουδετερώσει την παραπάνω άποψη, μ’ ένα εύλογο ερώτημα: «Γιατί όμως οι συντάκτες των Ευαγγελίων δεν εκμεταλλεύτηκαν το ότι ο Ιησούς δεν είχε αφήσει κανένα γραπτό; Γιατί δεν εξάντλησαν όλες τις ευκαιρίες, που κρατούσαν άφθονες στα χέρια τους, προκειμένου ν’ απαλείψουν όλες τις αντιφάσεις που υπάρχουν στα κείμενά τους;». Το ερώτημα του Μεσόρι, αποτελεί και τη λογικότερη απάντηση, στους ισχυρισμούς για ηλιθιότητα, των αντιγραφέων. Στην πραγματικότητα αυτές οι περίφημες αντιφάσεις των «Ευαγγελιστών», δεν οφείλονται σ’ απλή δυσαρμονία. Απλά, αποτελούν αντανάκλαση της θανάσιμης διαμάχης, ανάμεσα στον αρχικό ρωμαϊκό Χριστιανισμό, και στη μετέπειτα εβραϊκή του παράφραση.

Το γεγονός της ρωμαϊκής προέλευσης των συντακτών των «Ευαγγελίων», πιστοποιείται από ένα πλήθος ντοκουμέντων. Κυριότερο, η πλήρης άγνοιά τους για οτιδήποτε έχει σχέση με την Παλαιστίνη. Οι περιοχές που βάζουν τον «Ιησού» να κινείται, είναι φοβερά μικρές. Τα ονόματα των τοποθεσιών πού αναφέρουν, όταν δεν είναι ανύπαρκτα, είναι τόσο γνωστά, που θα τα ήξερε οποιοσδήποτε είχε ακούσει κάτι για Παλαιστίνη. Τη μικρή λίμνη, με το γλυκό νερό, Γενησαρέτ, την αποκαλούν «θάλασσα της Γαλιλαίας». Τη δεύτερη σε σημαντικότητα πόλη της Ιουδαίας, την Τιβεριάδα, την αγνοούν. Αγνοούν επίσης, κι αυτή τη Νεκρά Θάλασσα. Απ’ τα τόσα βουνά, που υποτίθεται ότι ανέβηκε ο «Ιησούς», δεν αναφέρεται κανενός η ονομασία. Δεν γίνεται κανένας λόγος για τους χείμαρρους του Ιορδάνη, πού ορισμένοι απ’ αυτούς, όπως ο Γιαρμούκ κι ο Γιαμπόκ, ήταν πασίγνωστοι. Δεν αναφέρεται καμιά ονομασία τόπου, απ’ τις δεκάδες που υπάρχουν ανάμεσα στις Σαμάρεια, Περαία, Ιερουσαλήμ. Αντιθέτως, όπου αναφέρονται τοποθεσίες με τ’ όνομά τους, είναι σαφώς κατασκευασμένες κι αυτές κι αυτά. Λ.χ. η «Μπετσάιντα», η «Μπεγκατάν» κι η «Μπετφάγκε», του «Ματθαίου». Επίσης η «Ντολμανούτα», του «Μάρκου», η «Ναΐν», του «Λουκά» κι οι «Ενόν», «Κανά», «Σαλίμ», του «Ιωάννη». Ακόμα, τα λεγόμενα «Ευαγγέλια», δεν αναφέρουν ούτε ένα απ’ τα ζώα ή τα φυτά, που συντελούν στην όποια ιδιορρυθμία της Παλαιστίνης. Το λιοντάρι, η ύαινα, το τσακάλι, ο χαμαιλέοντας, ζώα που εκείνη την εποχή αφθονούσαν στην περιοχή, δεν αναφέρονται καθόλου. Αναφέρονται ο λύκος, το κοράκι, η σαύρα -ζώα που αποτελούν σημείο αλληγορίας στην Ελλάδα, στη Μικρά Ασία, και στην Ιταλία. Ο «Μάρκος» μιλάει για ένα κοπάδι…2.000(!) γουρουνιών, σαν να πρόκειται για κοινό θέαμα. Κι αυτό, σε μια χώρα που το χοιρινό κρέας θεωρείται απαγορευμένη τροφή. Τα πλέον κοινά δέντρα της Παλαιστίνης, όπως η πορτοκαλιά, η ελιά, η αμυγδαλιά, και κυρίως η χουρμαδιά, είναι σαν να μην υπάρχουν.

Γίνεται λοιπόν φανερό, πως οι συγγραφείς των «Ευαγγελίων», δεν έχουν καμμιά άμεση σχέση με την Παλαιστίνη. Ό,τι γνωρίζουν, το γνωρίζουν είτε απ’ τα έργα των Φλάβιου Ιωσήφ, Φίλωνα, Ιούστου, είτε απ’ τις αφηγήσεις των Εβραίων της διασποράς. Η καταγωγή τους θα πρέπει σίγουρα ν’ αναζητηθεί στη ρωμαϊκή περιφέρεια. Κι αυτό, γιατί τα «Ευαγγέλια» αντανακλούν, σ’ ένα μεγάλο βαθμό, τις περισσότερες δοξασίες, που κυκλοφορούν σ’ όλη την απέραντη αυτοκρατορία κι όχι μόνο σ’ αυτή.

Η χριστιανική Εκκλησία, θεωρεί τα τέσσερα «Ευαγγέλια», σαν τ’ αρχαιότερα κείμενα του «Κανόνα». Η επιστημονική όμως έρευνα, έχει υπερκεράσει, εδώ και καιρό, αυτή τη «θέση». Στην πραγματικότητα, τα «Ευαγγέλια» αποτελούν τα νεότερα κείμενα της «Καινής Διαθήκης». Και βέβαια υπάρχουν μέσα τους στρώματα αφηγήσεων, πολύ παλιότερα απ’ την τελική επεξεργασία των κειμένων τους. Πλην όμως, η τελική διατύπωσή τους, δεν έγινε κατορθωτή, παρά μόνο στα τέλη του 4ου αιώνα, ύστερα απ’ οξύτατες αντεγκλήσεις.

Μετά απ’ το σφυροκόπημα της χριστολογικής έρευνας, πολλοί θεολόγοι, αναγκάστηκαν ν’ αναθεωρήσουν κάπως την επίσημη θέση της Εκκλησίας για την αρχαιότητα των «Ευαγγελίων». Αρπάζονται απ’ την ελαστικότητα της πρόθεσης «κατά», όπως ο πνιγμένος απ’ τα μαλλιά του. Έτσι, ναι μεν ο «Ματθαίος» ή ο «Λουκάς», έζησαν την εποχή που τους τοποθετεί η παράδοση, αλλά τα «Ευαγγέλια» γράφτηκαν πάνω στις αφηγήσεις τους βέβαια, αρκετά αργότερα. Και πώς να κάνουν διαφορετικά; Οι ιστορικές ανακρίβειες που περιέχουν, είναι τόσο έντονες, που δεν αφήνουν κανένα περιθώριο αντίδρασης. Η μόνη αιτιολόγηση, που θα μπορούσε να σταθεί γι’ αυτές, είναι ότι οι συντάκτες τους, γράψουν σε μια εποχή μακρινή απ’ τα συμβάντα που περιγράφουν. Είναι όμως έτσι; Μήπως αυτή η αιτιολόγηση προσφέρει ένα ατράνταχτο άλλοθι για τις ανακρίβειες; Θέλουμε να πούμε, μήπως οι συγκεκριμένες ιστορικές ανακρίβειες, δεν οφείλονται αποκλειστικά και μόνο στην ασχετοσύνη των «Ευαγγελιστών»; Εν πάση περιπτώσει, μήπως βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα θεληματικό ανακάτωμα προσώπων και πραγμάτων; Ο επιδιωκόμενος στόχος, θα μπορούσε να ήταν μια παραπλάνηση, και συνεπώς μια απομάκρυνση, των μελλοντικών ερευνών απ’ την αλήθεια.

Αλλά, ας δούμε μερικές απ’ αυτές τις ιστορικές ανακρίβειες…

Ο «Λουκάς», λοιπόν, τοποθετεί τον Κυρήνιο, κυβερνήτη της Συρίας τον καιρό του Ηρώδη του Μεγάλου. Πρόκειται για χοντροκομμένο λάθος. Είναι απολύτως εξακριβωμένο, πως ο Κυρήνιος χρημάτισε σ’ αυτή τη θέση, στα χρόνια του γιου τού Ηρώδη, Ηρώδη Αντίπα. Ο τελευταίος, με τη σειρά του, δεν ήταν βασιλιάς, όπως τον θέλει ο «Μάρκος», μα τετράρχης. Ο Άννας πάλι, δεν υπήρξε συναρχιερέας με τον Καϊάφα, για τον απλούστατο λόγο, πως ποτέ δεν υπήρξαν στην Ιερουσαλήμ δυο αρχιερείς, ταυτόχρονα. Στην πραγματικότητα, ο Άννας υπήρξε αρχιερέας απ’ το 6 μ.Χ. έως το 15 μ.Χ., ενώ ο Καϊάφας που ήταν γαμπρός του, απ’ το 18 μ.Χ. έως το 36 μ.Χ. Ενδιάμεσά τους, τη θέση κατείχαν άλλοι τρεις αρχιερείς, που όμως δεν διασώθηκαν τα ονόματά τους. Η περίφημη απογραφή πάλι, δεν έγινε το 1 μ.Χ. μα το 6 μ.Χ. Δέκα ολόκληρα χρόνια, δηλαδή, ύστερα απ’ τον θάνατο του Ηρώδη του Μεγάλου, ο οποίος πέθανε αποδεδειγμένα το 4 π.Χ. Η τετραρχία «Αμπιλινία», τέλος, που ο «Λουκάς» τη χαρίζει απλόχερα σε κάποιον Λυσανία, θα πρέπει να υπήρξε μόνο στα όνειρά του. (Ιστορικά γνωρίζουμε τον Λυσανία, τον βασιλιά της Χάλκης, που εκτελέστηκε με διαταγή της Κλεοπάτρας. Όπως καταλαβαίνουμε, είναι αδύνατον να ταυτιστεί με τον Λυσανία του Λουκά. Ο Ευσέβιος της Καισαρείας, στην προσπάθειά του να διασώσει το κύρος των ιστορικών αναφορών που παραθέτουν τα «Ευαγγέλια», χαρακτηρίζει τον Λυσανία ως γιο του Ηρώδη του Μεγάλου, κάτι δηλαδή που είναι καθαρή μυθοπλασία).

Μιλήσαμε για τις αντεγκλήσεις πού αντανακλούν τα κείμενα των «Ευαγγελίων». Οι αντεγκλήσεις τούτες, είναι εμφανέστατες σε κάθε χριστιανικό κείμενο. Υπάρχουν ακόμα και σ’ αυτή τη σύνθεση των τριών παλαιότερων χειρόγραφων της «Καινής Διαθήκης». Στον «Σιναϊτικό Κώδικα», στον «Κώδικα του Βατικανού» και στον «Αλεξανδρινό Κώδικα».

Το κυριαρχικό στοιχείο στα «Ευαγγέλια», είναι η ιδέα του Θεού που πεθαίνει κι ανασταίνεται. Μια τελετουργία λύτρωσης λοιπόν. Οι ανθρωποθυσίες τούτες, απεικονίζουν την κοινή σ’ όλα τα μήκη και πλάτη της γης πίστη, για τον Θεό που πεθαίνει κι ανασταίνεται.

Η παλιότερη μαρτυρία που διαθέτουμε για «Ευαγγέλια» κι «Ευαγγελιστές», είναι αυτή του Παπία, διασωσμένη μέσα απ’ τα έργα των Ειρηναίου, Ευσέβιου κ.λπ. Ο Παπίας, (80-160), που χρημάτισε επίσκοπος της Φρυγίας, γνωρίζει μόνο τα «Ευαγγέλια» των «Μάρκου» και «Ματθαίου». Ακόμα χειρότερα, λίγα χρόνια αργότερα ο Ιουστίνος (100-165 μ.Χ.) γνωρίζει ένα μόνο «Ευαγγέλιο», που τ’ ονομάζει «Αναμνήσεις των Αποστόλων». Πολλοί θεολόγοι, στην προσπάθειά τους να σώσουν τις «επίσημες» χρονολογήσεις της Εκκλησίας, ταυτίζουν το κείμενο που αναφέρει ο Ιουστίνος, με το λεγόμενο «Ευαγγέλιο των Εβραίων». Το τελευταίο, υποτίθεται ότι αποτελεί το αρχικό πρόπλασμα του «Κατά Ματθαίον».

Το ότι τα «Ευαγγέλια» των «Λουκά» και «Ιωάννη», δεν αναφέρονται γύρω στο 150 μ.Χ., σε καμμιά περίπτωση δεν σημαίνει ότι δεν έχουν γραφτεί ακόμα. Η «Αποκάλυψις» λ.χ., που σύμφωνα με τις νεώτερες ερμηνείες είναι το πρώτο γραπτό μνημείο του Χριστιανισμού, ακόμα και στα τέλη του 3ου αιώνα, απουσιάζει απ’ τα έργα αρκετών «πατέρων». Η απουσία των δυο «Ευαγγελίων» απ’ τις αναφορές του 150 μ.Χ., απλά τονίζει τη διαμάχη που υπήρχε στους χριστιανικούς κόλπους, γύρω απ’ το ποιά κείμενα θα μπουν στον «Κανόνα».

Ο πρώτος που μιλάει για τα «Ευαγγέλια» των «Λουκά» κι «Ιωάννη», είναι ο Ειρηναίος (130-200), που γράφει στην τελευταία δεκαετία του 2ου αιώνα. Ο Ειρηναίος ήταν επίσκοπος της Λυών. Απ’ ό,τι δείχνουν τα πράγματα, πριν απ’ τον Ειρηναίο κι ο «αιρετικός» Μαρκίων έκανε λόγο για τους «Λουκά» κι «Ιωάννη».

Χαρακτηριστικό των διχογνωμιών, γύρω απ’ την εγκυρότητα των «Ευαγγελίων», είναι και το εξής: Στα 1958, βρέθηκε κοντά στο Κουμράν της Νεκράς Θάλασσας, ένα αντίγραφο μιας επιστολής του Κλήμη της Αλεξάνδρειας, προς κάποιον Θεόδωρο. Σ’ αυτήν, του εμπιστεύεται ότι το «Ευαγγέλιο» του «Μάρκου», φυλάγεται κρυμμένο στην εκκλησία της Αλεξάνδρειας, γιατί προβαίνει σε πολλές αποκαλύψεις. Αλλά ο Κλήμης, δεν διευκρινίζει τι εννοεί. Γιατί το κρύβουν; Τί είναι αυτό που θα μπορούσε να θεωρηθεί επιλήψιμο στον «Μάρκο»; Πιθανότατα, το πρόβλημα δεν έχει σχέση με ορισμένα αποσπάσματα του «Μάρκου», μα με το σύνολό του. Κι αυτό, γιατί με το «Μάρκο» εγκαινιάζεται η περίοδος της άμεσης εβραιοποίησης του Θεού-Χριστού. Τούτη η εβραιοποίηση όμως, συνάντησε οξύτατες αντιδράσεις απ’ τους λειτουργούς της αρχικής χριστιανικής θεώρησης. Απ’ ό,τι φαίνεται, τη στιγμή που ο Κλήμης γράφει την επιστολή του, οι «Ρωμαίοι-χριστιανοί» έχουν το πάνω χέρι στην Αλεξάνδρεια.

Το σύνολο των ερευνητών, θεωρεί το Ευαγγέλιο του «Μάρκου» ως το αρχαιότερο απ’ όλα τα «Ευαγγέλια». Ο πρώτος που εξέφρασε τούτη τη γνώμη, ήταν ο Βάισε («Critique des Evangiles»). Το σημείο εκκίνησής του, στάθηκε η απουσία απ’ τον «Μάρκο», όλων των σχετικών με τη γέννηση του «Ιησού». Πράγματι, ο «Μάρκος» αρχίζει την αφήγησή του, με τον «Ιησού» σε ώριμη ηλικία, να βαπτίζεται στα νερά του Ιορδάνη, απ’ τον Ιωάννη τον «Πρόδρομο». Πρόκειται για μια εξιλαστήρια τελετή, γνώριμη στους λαούς της Ανατολής, που σε μερικά μέρη διατηρείται ακόμη.

Ο Στίβενσον («The four Christian Gospels») πιστεύει, πως το αρχικό κείμενο του «Μάρκου», δεν πρέπει ν’ ανέφερε, παρά ελάχιστα, για την επίγεια ζωή του «Ιησού». Τόσα, όσα κι οι άλλες θρησκείες της εποχής απέδιδαν στους θεούς τους. Την ίδια γνώμη, εκφράζει κι ο Κράους («The myth of Jesus»). Προσθέτει, μάλιστα, πως «ο πρωτο-Μάρκος», αποτελούσε προπαγανδιστική απολογία των χριστιανών, στις δυσφημιστικές επιθέσεις των «εθνικών» συγγραφέων. Κι οι δυο τους, όμως, ξεκινάνε απ’ τη δεδομένη για όλες τις σχολές βάση, πως ο «Μάρκος» είναι το αρχαιότερο Ευαγγέλιο. Αλλά όλοι τους παρακάμπτουν μια απλή αλήθεια. Αν ο «Μάρκος» δεν έλεγε τίποτα για την επίγεια ζωή του «Ιησού», τότε δεν θα το έβαζαν στον «Κανόνα». Θα το αντικαθιστούσαν μ’ ένα απ’ τα πολλά «Ευαγγέλια», που γνωρίζουμε ότι κυκλοφορούσαν στους πρώτους αιώνες.

Το «Κατά Ματθαίον» απηχεί την κύρια προσπάθεια εβραιοποίησης του Χριστιανισμού. Ο Επιφάνιος της Σαλαμίνας της Κύπρου (315-403), μας πληροφορεί πως οι χριστιανοί της Ιουδαίας το προτιμούσαν, γιατί ήταν το μόνο που είχε γραφτεί στα Εβραϊκά. Στον «Ματθαίο», υπάρχει μια καθαρά κατασκευασμένη γενεαλογία του «Ιησού». Τα ονόματα είναι έτσι τοποθετημένα, ώστε να σχηματίζουν τρεις φορές τον αριθμό 14. (Κατά Ματθαίον, 1: 17). Εκείνο που προξενεί ερωτηματικά, είναι το γιατί, τόσο ο «Ματθαίος», όσο κι οι χριστιανοί, προσπαθούν ν’ αποδώσουν βασιλική καταγωγή στον «Ιησού»; Για ποιόν λόγο κάθονται και σκαρώνουν ολόκληρες γενεαλογίες, προκειμένου να του δώσουν άμεση σχέση με τον Δαβίδ; Η σύντομη απάντηση είναι, πως η απόδοση βασιλικής καταγωγής στον «Ιησού», προορίζεται σαν αντίδοτο στη λατρεία, απ’ τον απλό λαό της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, στους αυτοκράτορες γενικά, στον Νέρωνα ειδικότερα. ΔΕΣ: Ποιος έκαψε την Ρώμη; Ο Νέρωνας ή ο Παύλος;

Στον «Ματθαίο», τα μυθολογικά στοιχεία κατέχουν κυριαρχικό ρόλο. Λ.χ. ο τερατώδης αυτοσχεδιασμός των συντακτών του, που θέλει τον Ηρώδη σφαγέα νηπίων (Κατά Ματθαίον, 2: 16-18). Η φήμη αυτή δεν επικυρώνεται από πουθενά. Ούτε απ’ τον Φλάβιο Ιωσήφ, που όταν πρόκειται να παρουσιάσει τα εγκλήματα του Ηρώδη γίνεται αρκετά λεπτολόγος, ούτε κι απ’ τον αγιογράφο του Ηρώδη, Νικάνορα, που δεν θα έχανε την ευκαιρία να τον δικαιολογήσει, αν όντως είχε κάνει μια παρόμοια πράξη.

Στον «Ματθαίο», κάθε επεισόδιο απ’ τη ζωή του «Ιησού», προορίζεται για να «πληρωθεί» κάποια προφητεία της «Παλαιάς Διαθήκης». Στην προκειμένη περίπτωση αυτή του Ιερεμία (31: 15-17): «Ούτω λέγει Κύριος φωνή ηκούσθη εν Ραμά. Θρήνος, κλαυθμός, οδυρμός. Η Ραχήλ κλαίουσα τα τέκνα αυτής, δεν ήθελε παρηγορηθή διά τα τέκνα αυτής, διότι δεν υπάρχουσι. Ούτω λέγει Κύριος. Παύσον την φωνήν σου από κλαυθμού και τους οφθαλμούς σου από δακρύων. Διότι το έργον σου θέλει ανταμειφθή, λέγει Κύριος, και θέλουσιν επιστρέφει εκ της γης του εχθρού. Και είναι ελπίς εις τα έσχατά σου, λέγει Κύριος και τα τέκνα σου θέλουσιν επιστρέφει εις τα όρια αυτών». Το απόσπασμα αυτό αναφέρεται στην κατάληψη της Ιερουσαλήμ τον Ιούλιο του 587 π.Χ., από τον στρατηγό του Ναβουχοδονόσορα, Νεβουζορντάν, που είχε ως αποτέλεσμα τη μεταφορά 600.000 περίπου Εβραίων στη Βαβυλώνα. Η «προφητεία» του Ιερεμία -που κάθε άλλο παρά προφητεία είναι, δεδομένου πως η επιστροφή στην Ιουδαία γίνεται το 536 π.Χ., ενώ το βιβλίο του δημιουργείται γύρω στα 500 π.Χ.- με κανέναν τρόπο δεν μπορεί να συσχετιστεί με τη «σφαγή των νηπίων». Μόνο σχιζοφρενείς επιχειρούν κάτι τέτοιο.

Αυτό το κατάλαβαν σύντομα οι νεώτεροι απολογητές του Χριστιανισμού. Απ’ τις απαρχές ήδη της έρευνας για το χριστολογικό, φρόντισαν να μεταφέρουν το θέμα στο συμβολικό πεδίο. Έτσι, μαθαίνουμε πως τα Ευαγγέλια δεν κάνουν ιστορία, μα συμβολική μεταφυσική.

Το «Κατά Λουκάν», εμφανίζεται στα μέσα με τέλη του 2ου αιώνα. Ο Ευσέβιος, μας μεταφέρει μερικά αποσπάσματα απ’ το έργο ενός Ηγήσιππου, «Υπομνήματα εκκλησιαστικών πράξεων». Σ’ ένα απ’ αυτά, ο Ηγήσιππος, βάζει τον Ιάκωβο τον Μικρό να ψιθυρίζει, τη στιγμή που ξεψυχάει, ύστερα απ’ τον λιθοβολισμό που του επέβαλε το εβραϊκό δικαστήριο, τα πιο κάτω: «Κύριε Θεέ πάτερ, άφες αυτοίς ου γαρ οίδασιν τι ποιούσιν». Την ίδια ακριβώς φράση όμως, χρησιμοποιεί κι ο «Λουκάς», όταν κάνει λόγο για τις τελευταίες στιγμές του «Ιησού». (Κατά Λουκάν, 3: 34). Τούτη η φράση, υπάρχει επίσης και στις «Πράξεις των Αποστόλων». Εκείνος που την εκστομίζει αυτή τη φορά, είναι ο «πρωτομάρτυρας Στέφανος» (Πράξεις Αποστόλων, 7: 60). Υποτιθέμενος συντάκτης και των «Πράξεων», είναι ο «Λουκάς». Ο Ηγήσιππος, πρέπει να έγραψε τα τελευταία 20 χρόνια του 2ου αιώνα. Αναφέρεται σαν επίσκοπος της Ρώμης, ύστερα απ’ τον Ελευθέριο, που γνωρίζουμε πως χρημάτισε στην ίδια θέση απ’ το 175 έως το 189 μ.Χ.

Ο Τερτυλλιανός (160-226 μ.Χ.) υποστηρίζει στο «Κατά Μαρκίωνος», ότι ο αληθινός συγγραφέας του «Κατά Λουκάν», είναι ο «Παύλος» κι όχι ο «γραμματέας» του «Λουκάς». Φαίνεται πως ο Τερτυλλιανός ωθείται σ’ αυτή τη γνώμη, επειδή θέλει να διασώσει το κλονισμένο, εκείνη την εποχή, κύρος του «Παυλιανισμού». Το ωραίο είναι, πως η άποψή του υποστηρίχτηκε από κάμποσους θεολόγους που ανέτρεξαν στη φράση του «Παύλου», για το «Ευαγγέλιό μου» (Προς Ρωμαίους, 1: 16 & 16: 25). Οπωσδήποτε όμως, το θέμα δεν αντέχει σε σοβαρή συζήτηση.

Σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση, το «Κατά Λουκάν» εκθέτει τα κηρύγματα του «Παύλου», με τον ίδιο τρόπο που το «Κατά Μάρκον», εκθέτει τη διδασκαλία του «Πέτρου». Τούτη την άποψη πρέπει να την αντιμετωπίσουμε με μεγαλύτερη σοβαρότητα, απ’ όση προδιαθέτει η αφελής διατύπωσή της. Σημαίνει, πως -αφαιρώντας τις ανοησίες για «Πέτρους» και «Παύλους»- το κάθε «Ευαγγέλιο», ήταν προϊόν των ζυμώσεων ενός συγκεκριμένου χώρου. Στον ίδιο χώρο απευθυνόταν κιόλας. Στον «Λουκά» π.χ., διαπιστώνουμε πως τόσο το ύφος, όσο κι η γλώσσα του, συγγενεύουν άμεσα με τη λογοτεχνική αττική διάλεκτο της εποχής. Οι δε χρονολογήσεις που δίνει στα διάφορα περιστατικά, έχουν σαν βάση τα γεγονότα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ταυτόχρονα το μέρος πού αφορά τη δράση του «Ιησού» στη Παλαιστίνη, είναι ελάχιστο. Ηλίου φαεινότερο ότι απευθυνόταν σ’ «εθνικό» ακροατήριο. Τούτο επιβεβαιώνεται, αν το συσχετίσουμε με τις κατηγορίες που εκτοξεύτηκαν κατά καιρούς, ενάντια στη «παυλιανική» προσέγγιση των «ειδωλολατρικών» πληθυσμών.

Το πλέον χαρακτηριστικό σημείο του «Κατά Λουκάν», που δικαιώνει αυτή τη θέση, είναι η διαφορετική απ’ τον «Ματθαίο» γενεαλογία, που αποδίδει στον «Ιησού». Η αντίφαση, ανάμεσα στις δυο γενεαλογίες είναι πλήρης. Ο «Ματθαίος» δίνει 40 ονόματα, ενώ ο Λουκάς 55. Εκτός αυτού, δεν συμπίπτει ούτε ένα όνομα. Πολλοί εκκλησιαστικοί άντρες, δοκίμασαν να μπαλώσουν τα πράγματα, με γελοίες προφάσεις. Η πιο γελοία, σίγουρα, είναι εκείνη του Ιούλιου του Αφρικανού, όπως εκφράζεται σε μια επιστολή του προς τον Αριστείδη (2ος αιώνας). Σ’ αυτήν, επικαλείται ένα απόσπασμα απ’ το βιβλίο των νόμων του Ισραήλ, το «Δευτερονόμιον» (25: 5-6). Σύμφωνα με το απόσπασμα, το νεογέννητο ενός νεκρού πατέρα, χρεωνόταν στον αληθινό του γονιό, όταν πέθαινε. Όσο ζούσε όμως, έφερνε τ’ όνομα εκείνου που το είχε υιοθετήσει. Ο Αφρικανός, επιχειρεί μ’ ανόητες ακροβασίες, να εμφανίσει όλες τις προμάμμες του Ιησού, χήρες ή άτεκνες. Γι’ αυτόν τον λόγο, όλες τους παντρεύονται τους αδελφούς των αντρών τους, προκειμένου να τεκνοποιήσουν!

Αλλά και η κριτική που επιχειρούν οι περισσότεροι ερευνητές πάνω στο θέμα, δεν είναι λιγότερο ρηχή, απ’ αυτήν του Αφρικανού. Το να λέμε πως η διαφορά στις γενεαλογίες οφείλεται σε απλό μη συγχρονισμό, είναι σκέτη ανοησία. Εν πάση περιπτώσει δεν οδηγεί πουθενά. Η Εκκλησία είχε ένα τεράστιο χρονικό διάστημα στη διάθεσή της, για να εναρμονίσει τα κείμενα, Το γιατί δεν το έκανε, οφείλεται στο ότι η εβραιοποίηοη του Χριστιανισμού, συνάντησε μεγάλες αντιδράσεις απ’ τους οπαδούς του αρχέγονου ρωμαϊκού Χριστιανισμού. Αυτό που τελικά συνέβη, ήταν ένας συμβιβασμός των δυο τάσεων. Συμβιβασμός, που απεικονίζεται τέλεια στα κείμενα του «Κανόνα».

Μια άλλη διαφωνία μεταξύ των «Λουκά» και «Ματθαίου», εκδηλώνεται στη χρονολογία γέννησης του «Ιησού». Στον «Ματθαίο» γεννιέται την εποχή του Ηρώδη του Μεγάλου. Δηλαδή το 5 π.Χ., εφόσον ξέρουμε ότι ο Ηρώδης πέθανε το 4 π.Χ. Στον «Λουκά» (2: 1-7) γεννιέται την εποχή της απογραφής που διέταξε ο κυβερνήτης της Συρίας, Κυρήνιος. Με άλλα λόγια, το 6 μ.Χ., 11 χρόνια αργότερα!

Κι εδώ τα αίτια της διαφωνίας, πρέπει ν’ αναζητηθούν στις διαφορετικές κοινωνικοΐδεολογικές τοποθετήσεις των δυο «Ευαγγελιστών». Ο «γνήσιος Εβραίος» «Ματθαίος», τοποθετεί τη γέννηση του «Ιησού» στις μέρες του Ηρώδη, μόνο και μόνο για να σπιλώσει, με τη σφαγή των νηπίων που του αποδίδει, τους Ισραηλίτες μονοθεϊστές που τον στηρίζουν. Ας ληφθεί υπ’ όψιν πως ο Ηρώδης είχε ιδουμαϊκή καταγωγή. Κατά συνέπεια, καταπίεζε τους γηγενείς Εβραίους. Ο «Λουκάς», απ’ τη μεριά του, μετατοπίζει 11 χρόνια τη γέννηση του «Ιησού», σε μια προσπάθεια διάψευσης του «Ματθαίου». Κι αυτό, γιατί η φήμη για τη σφαγή, βάζει σε δοκιμασία -με το να διατρανώνει την κρατική δολοφονικότητα- και το συντηρητικότατο χριστιανικό ιερατείο, του οποίου τα μέλη προέρχονται αποκλειστικά απ’ την αριστοκρατία. Ο «Λουκάς», παρουσιάζει τον «Ιησού» να γεννιέται επί των ημερών του Ρωμαίου Κυρήνιου, που κρατά «μια υπέροχη στάση, απέναντι στον νέο κυρίαρχο του κόσμου». Δεν τον ζηλεύει, ούτε και προσπαθεί να τον ξεπαστρέψει διατάσσοντας μια παρόμοια σφαγή.

Κλείνοντας το θέμα του «Λουκά», ας σημειώσουμε πως τ’ αρχικό του κείμενο έχει γνωρίσει μεγάλες παραχαράξεις. Παραχαράξεις, που καθρεφτίζουν τέλεια τ’ ανεβοκατεβάσματα των διαφόρων τάσεων, στην ηγεσία της Εκκλησίας του 3ου και 4ου αιώνα. Μέχρι σήμερα, έχουν βρεθεί περισσότερα από 3.000 εδάφιά του με διαφορετική διατύπωση. Άλλωστε, το ότι η Εκκλησία των πρώτων αιώνων επιδίδονταν σε πλαστογραφήσεις, τ’ ομολογούν κι οι ίδιοι οι ηγέτες της. Λ.χ. ο Ωριγένης, που σημειώνει: «Ει μεν μη περί άλλων πολλών διαφωνία ην προς άλληλα των αντιγραφέων έσται πάντα· τα κατά Ματθαίον μη συνάδειν αλλήλοις, ομοίως δε και τα λοιπά ευαγγέλια, νυν δε, δηλονότι πολλή γέγονεν η αντιγράφων διαφορά, είτε από ραθυμίας τινών αντιγραφέων, είτε από τόλμης τινών μοχθηρός διαθέσεως των γραφομένων, είτε από των τα εαυτοίς δοκούντα εν τη διορθώσει προστεθέντων ή αφαιρουμένων» («Υπόμνημα εις Ματθαίον»). Ο Ρουφίνος πάλι, μεταφράζοντας στα Λατινικά, απ’ τα Ελληνικά, το έργο του Ωριγένη «Περί Αρχών», παραδέχεται ότι: «Κάθε φορά που συναντούσα στο ελληνικό πρωτότυπο κάποιο σκανδαλώδες εδάφιο, το διασκεύαζα, το μίκραινα, ή και το αφαιρούσα ακόμα, ώστε ο αναγνώστης να μη συναντάει τίποτα, που να του κλονίζει την πίστη» («Principatibus»). Ο Ειρηναίος γνωρίζοντας από πρώτο χέρι τις παραποιήσεις που γίνονται, ικετεύει τους μελλοντικούς αντιγραφείς του: «Να παραβάλεις το αντίγραφό σου με το αρχικό τούτο κείμενο κι ακόμα μη παραλείψεις να μεταφέρεις στο αντίγραφο αυτή μου την παράκληση» («Έλεγχος και ανατροπή της ψευδωνύμου γνώσεως» ). Ενδεικτικό είναι και το ακόλουθο κομμάτι του 2ου αιώνα: «Άκουσα μερικούς να λένε ότι δεν πιστεύουν σ’ αυτά που γράφει το Ευαγγέλιο, αν δεν τα δουν γραμμένα στα πιο αρχαία κείμενα. Όταν τους απαντούσα πως τα ίδια λέγαν κι αυτά, μου λέγανε: “Απόδειξέ το”» (Επιστολή Ιγνάτιου προς Φιλαδελφείς).

Το τελευταίο από τα «Ευαγγέλια», το «Κατά Ιωάννην», προοριζόταν για τις ελληνορωμαϊκές μάζες της ρωμαϊκής περιφέρειας. Οι μάζες αυτές κατείχαν, ούτως ή άλλως, ένα κάποιο επίπεδο γνώσης. Εδώ, αρκετά απ’ τα γραφόμενα των «συνοπτικών», ανασκευάζονται ή αφαιρούνται. Ο Κλήμης το χαρακτηρίζει σαν ένα «πνευματώδες» «Ευαγγέλιο», δημιούργημα μιας μεγάλης έμπνευσης του «Ιωάννη».

Τα πρώτα λόγια του «Ιωάννη», αποτελούν ένα κράμα εβραιοελληνίζουσας φιλοσοφικής έκφρασης, όμοιας μ’ εκείνη που χρησιμοποιούσαν ο Φίλωνας κι οι Αλεξανδρινοί Εβραίοι. «Εν αρχή ην ο λόγος και ο λόγος ην προς τον Θεόν και Θεός ην ο λόγος. Ούτος ην εν αρχή προς τον Θεόν. Πάντα δι’ αυτού εγένοντο και χωρίς αυτόν εγένετο ουδέ εν ο γέγονεν» (1: 1-4).

Οι συντάκτες του «Κατά Ιωάννην», γνωρίζουν άριστα την εβραϊκή θρησκευτική φιλολογία και φιλοσοφία. Εκτός αυτού όμως, χειρίζονται θαυμάσια και την ελληνική γλώσσα. Αναμφίβολα, πρόκειται για Εβραίους της διασποράς. Ποιάς περιοχής; Αν κρίνουμε απ’ το φιλωνικό ύφος του, μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι πρόκειται για Εβραίους της Αλεξάνδρειας. Αυτό όμως, μας βάζει σ’ αρκετές σκέψεις, ως προς την ηλικία τούτου του «Ευαγγελίου», που γενικά θεωρείται ως το νεώτερο της «Καινής Διαθήκης». Κι αυτό, γιατί ο Φίλωνας έζησε γύρω στα 30 π.Χ.-55 μ.Χ. Κατά συνέπεια, το «Κατά Ιωάννην», θα πρέπει να γράφτηκε στα τέλη, περίπου, του 1ου αιώνα.

Οι ιδέες του Φίλωνα ήταν αρκετά δημοφιλείς στους χριστιανικούς κύκλους των πρώτων αιώνων. Ο «άγιος» Αμβρόσιος τον θεωρούσε σαν έναν απ’ τους δημιουργούς της χριστιανικής «ιδεολογίας». Οι ιδέες του Φίλωνα, που οξυδερκέστατα ο Ένγκελς τον αποκαλεί «πατέρα του Χριστιανισμού», περιστρέφονται γύρω απ’ την ακόλουθη κεντρική θεώρηση: Ο Θεός είναι απόλυτος κι αιώνιος· επιβλέπει τον κόσμο μ’ ενδιάμεση κατάσταση τον γιο του, τον «Λόγο»· ο «Λόγος» μεσιτεύει στον Θεό για χάρη των ανθρώπων. Οι άνθρωποι μπορούν να λυτρωθούν απ’ τη σφραγίδα του προπατορικού αμαρτήματος, μόνο όταν ελευθερωθούν απ’ τα δεσμά της «άθλιας ύλης». Ο «Λόγος» είναι πρωτογενής κι επομένως πανομοιότυπος με τον Θεό. Μια προέκταση του Θεού, με άλλα λόγια. Είναι αυτός που ικετεύει για χάρη της ανθρωπότητας. Αποτελεί το αρχέτυπο του ανθρώπου. Ο «κατ’ εικόνα άνθρωπος και αρχέτυπο του αιτίου».

Στον «Ιωάννη», τούτη ακριβώς η θέση κυριαρχεί. Ο «Ιησούς» είναι ο «Λόγος» που ενανθρωπίζεται και μέσω της «θυσίας» του, μεσιτεύει στον Θεό για τους ανθρώπους. Με λίγα λόγια, στον αρχικό «Ιωάννη», ο «Ιησούς» έχει μια καθαρά μεσσιανική υπόσταση, κατά πολύ απομακρυσμένη από τη μετέπειτα ανθρωποποίησή του.

Ενισχυτικό της αρχαιότητας του «Κατά Ιωάννην», είναι κι η ανακάλυψη του «άγνωστου Ευαγγέλιου» στα 1935. Πρόκειται για δυο πάπυρους που το κείμενό τους προσδιορίζεται πως έχει γραφτεί γύρω στα 160 μ.Χ. Περιέχει αποσπάσματα από τρία άγνωστα σε μας «Ευαγγέλια». Η φιλοσοφική δομή αυτών των αποσπασμάτων, καθώς και το ύφος διατύπωσής τους, συγγενεύουν πάρα πολύ με το γενικό κλίμα του «Κατά Ιωάννην». Το πιθανότερο είναι, ότι πρόκειται για τρία διαφορετικά σχεδιάσματά του, που αργότερα συνενώθηκαν σ’ ένα.

Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο που συναντάμε στον «Ιωάννη», είναι και το εξής: Βάζει στο στόμα του «Θωμά» την ακόλουθη φράση, με την οποία υπονοεί τον «Ιησού»: «Ο Κύριός μου και Θεός μου» (20: 28). Απ’ το Σουετώνιο όμως γνωρίζουμε, πως ο Δομιτιανός «κατόρθωσε» να επιβάλλει προς τους κυβερνήτες των ρωμαϊκών επαρχιών, την ίδια ακριβώς προσφώνηση προς το πρόσωπό του. Όλοι όσοι απευθύνονταν σ’ αυτόν, είτε γραπτώς, είτε προφορικώς, ξεκινούσαν πάντα με τη φράση: «Στον Κύριόν μου και Θεό» («Οι δώδεκα καίσαρες»). Βλέπουμε λοιπόν, πως ο «Ιησούς» προσφωνείται με τον ίδιο τρόπο, που προσφωνείται κι ο αυτοκράτορας της Ρώμης. Αυτή η επισήμανση αποτελεί άλλη μια ατράνταχτη συνηγορία στην άποψη, ότι η απόδοση βασιλικής ταυτότητας στον «Ιησού», προοριζόταν σαν αντίβαρο στη λατρεία του αυτοκράτορα.

Μια καθαρά επιστημονική, όσο κι απροκατάληπτη ανάλυση των ντοκουμέντων, που έφερε στο φως η χριστολογική έρευνα δύο αιώνων, μας οδηγεί στα πιο κάτω συμπεράσματα. Ο «Ιησούς» που προβάλλει απ’ τα 4 «Ευαγγέλια», είν’ ένα υπερφυσικό ον, μια προχριστιανική θεότητα, που με το πέρασμα του χρόνου εξανθρωπίζεται.

Με σταθερή αυτή τη βάση, διαπιστώνουμε ότι τ’ αρχαιότερο σε ηλικία στρώμα στο υλικό των «Ευαγγελίων», βρίσκεται αναμφίβολα στο τέταρτο «Ευαγγέλιο».

Η κυρίαρχη ως τα σήμερα εντύπωση, ήταν ότι το αρχαιότερο «Ευαγγέλιο» ήταν εκείνο του «Μάρκου». Κι αυτό, γιατί εκεί ο Ιησούς παρουσιάζεται πολύ πιο προσιτός κι ανθρώπινος απ’ ό,τι στα υπόλοιπα. Τα θαύματα που αποδίδει στον «Ιησού», είναι σαφώς πιο περιορισμένα. Ο Καρλ Κάουτσκι, που στάθηκε ο γενάρχης μιας γενιάς μαρξιστών χριστιανολόγων, υπερθεματίζει για την αρχαιότητα του «Μάρκου» («Η καταγωγή του Χριστιανισμού»). Σ’ αυτό ωθείται απ’ τη βεβαιότητά του, πως ο Χριστιανισμός υπήρξε στο πρώτο του στάδιο η θρησκεία των καταπιεσμένων. Στα πλαίσια αυτής της σκέψης κινούμενος, επιχειρεί να παρουσιάσει τον αρχικό «Ιησού», σαν ένα συμπάσχοντα με τον απλό λαό, άνθρωπο. Δυστυχώς γι’ αυτόν και για τη συντριπτική πλειοψηφία των μαρξιστών που ακολούθησαν τη γνώμη του (επιχειρώντας έτσι να «παντρέψουν» τον Χριστιανισμό με τον Μαρξισμό), η άποψη αυτή δεν στηρίζεται πουθενά. Ο Χριστιανισμός ποτέ του δεν υπήρξε θρησκεία των καταπιεσμένων. Απεναντίας, δημιουργείται απ’ τα πιο σάπια τμήματα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, μ’ έναν σαφέστατο στόχο: Να κονιορτοποιήσει κάθε διεκδίκηση των χαμηλών στρωμάτων… με την τρομερή απειλή του φόβου της κολάσεως και όχι με το κήρυγμα της αγάπης!


ΔΕΣ:
  • Αποστολικά ευαγγέλια – Μυθεύματα και ασυμφωνίες ευαγγελιστών
  • Δείγματα βιβλικής «θεοπνευστίας» – «Ιερές» αντιφάσεις και ασυναρτησίες
  • Γιατί είναι παραπλανητική η εναρμόνιση των ευαγγελικών διηγήσεων
  • Στοιχεία για την χρονολόγηση των Ευαγγελίων
  • Κατάλογος κειμένων της πρωτοχριστιανικής γραμματείας (και το ελληνικό κείμενο, όπου έχει βρεθεί)
  • «Ιερές» παραχαράξεις
  • Ιστορικότητα του Ιησού  
  • Ιστορικότητα του Ιησού και κριτήρια ιστορικότητας
  • Θεολόγοι για την ιστορικότητα του Ιησού
  • Η κατασκευή του Ιησού
  • Πώς ο Ιησούς έγινε «θεός»
  • Η κατασκευή του «χριστιανικού θεού», κατά τις δύο πρώτες «οικουμενικές» συνόδους
  • Σύγχρονοι ακαδημαϊκοί μιλούν για την ιστορικότητα του Ιησού και την αξιοπιστία της Καινής Διαθήκης
  • Ο Μεσσίας του Καίσαρα


  • Είναι το σχήμα του σύμπαντος επίπεδο;

    Το σχήμα του σύμπαντος είναι ένα από τα πιο σημαντικά ζητήματα στην κοσμολογία, με εκτεταμένες συνέπειες, ακόμα και μέχρι την τελική μοίρα του Κόσμου.  Για δεκαετίες, έχουμε μετρήσεις που δείχνουν ότι το σύμπαν μας είναι γεωμετρικά επίπεδο και άπειρο, έστω και αν μερικοί κοσμολόγοι υποστηρίζουν ότι οι τελευταίες μετρήσεις δείχνουν ένα σφαιρικό σύμπαν.

    Το σχήμα του σύμπαντος εξαρτάται από την πυκνότητα του. Εάν η πυκνότητα του είναι μεγαλύτερη από την κρίσιμη πυκνότητα, το σύμπαν είναι κλειστό και καμπυλώνεται σαν σφαίρα. Αν είναι μικρότερη, τότε θα κάμπτεται σαν σέλα. Αλλά αν η πραγματική πυκνότητα του σύμπαντος είναι ίση με την κρίσιμη πυκνότητα, όπως πιστεύουν οι επιστήμονες, τότε θα διαστέλλεται για πάντα ως ένα επίπεδο κομμάτι χαρτιού. Μπορείτε να μετρήσετε την “επίπεδη” δομή απλά κοιτάζοντας πώς συμπεριφέρονται οι παράλληλες γραμμές. Στο 3D σύμπαν μας, μπορούμε να παρακολουθήσουμε δέσμες φωτός: Εάν, ας πούμε, δύο λέιζερ ξεκίνησαν απόλυτα παράλληλα, τότε η μακρόχρονη συμπεριφορά τους θα μας έλεγε σημαντικά πράγματα.
     
    Οι αστρονόμοι είναι πολύ περίεργοι για την τελική καμπυλότητα του σύμπαντος: το πώς συμπεριφέρονται οι παράλληλες γραμμές και τα τρίγωνα στις πολύ μεγαλύτερες κλίμακες. Κι αυτό  επειδή το σχήμα του σύμπαντος είναι στενά συνδεδεμένο με τη μοίρα του. Η θεωρία της Γενικής Σχετικότητας του Αϊνστάιν, που χρησιμοποιούμε για να κατανοήσουμε τον Κόσμο, μας λέει ότι το περιεχόμενο (ύλη) του χωροχρόνου επηρεάζει το σχήμα του και το σχήμα λέει στο περιεχόμενο πώς να κινηθεί.
     
    Ένα γεωμετρικά επίπεδο σύμπαν απλώς θα συνεχίσει να επεκτείνεται για πάντα, ενώ ένα “κλειστό” θα συρρικνωθεί πίσω στον εαυτό του, οδηγώντας το πίσω σε ένα χώρο από εκεί που ξεκίνησε το Big Bang , κάτι που ονομάζεται Μεγάλη Σύνθλιψη (Big Crunch).
     
    Θυμηθείτε ότι η μέτρηση της μορφής του σύμπαντος είναι μια κορυφαία ερώτηση για την κοσμολογία, τη μελέτη δηλαδή ολόκληρου του σύμπαντος. Και στην κοσμολογία, κανείς δεν νοιάζεται για σένα ή για μένα, ή για το ηλιακό σύστημα. Ή για μαύρες τρύπες, ή για  γαλαξίες. Στην κοσμολογία νοιαζόμαστε για το σύμπαν μόνο στις πολύ πολύ μεγαλύτερες κλίμακες. Οι μικρής κλίμακας παραμορφώσεις δεν είναι σημαντικές για το ζήτημα του σχήματος του σύμπαντος.
    Το σύμπαν έχει όλα τα είδη παραμορφώσεων στον χωρο-χρόνο, όπου ποικίλλουν από το απολύτως επίπεδο χωροχρόνο. Σε όποιον τόπο υπάρχει μάζα ή ενέργεια, τότε υπάρχει μια αντίστοιχη κάμψη του χωροχρόνου – αυτό μας λέει η Γενική Σχετικότητα. Έτσι, ένα ζεύγος παράλληλων ακτίνων φωτός φυσικά θα συγκρουστούν αν βρεθούν μέσα σε μια μαύρη τρύπα ή θα κάμπτονται κατά μήκος παράξενων γωνιών αφού συναντήσουν έναν γαλαξία.
     
    Για να εξετάσουμε τη γεωμετρία του χωροχρόνου, πρέπει να εξετάσουμε όλες τις απομακρυσμένες πηγές και να καθορίσουμε αν το φως από αυτές τις πηγές έχει υποστεί σημαντικές αποκλίσεις στην πορεία του προς μας. Οι φωτεινές ακτίνες θα πρέπει να παραμείνουν παράλληλες για δισεκατομμύρια χρόνια, έτσι μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε μακρινούς ανιχνευτές για να “εξομαλύνουμε” τις μικροσκοπικές μικρές αποκλίσεις, όπως αυτές που προκαλούνται από τους γαλαξίες και τις μαύρες τρύπες και να δούμε την αληθινή, υποκείμενη γεωμετρία του σύμπαντος .
     
    Γι αυτό χρησιμοποιούμε το Κοσμικό Μικροκυματικό Υπόβαθρο (CMB), ένα λουτρό ακτινοβολίας που γεμίζει όλο το σύμπαν, το οποίο παρέμεινε από τότε που ο Κόσμος μας ήταν απλώς σε βρεφική ηλικία, μόλις 380.000 ετών σε σύγκριση με την ηλικία του που έχει τώρα, 13.8 δισ. ετών. Αυτή η ακτινοβολία  βρίσκεται τα τελευταία 13,8 δισεκατομμύρια χρόνια δίπλα σε εμάς, έτσι μπορούμε να μελετήσουμε τα χαρακτηριστικά της CMB για να δοκιμάσουμε αν το σύμπαν μας είναι επίπεδο.
     
    Η ομάδα του δορυφόρου Planck (που μέτρησε με ακρίβεια την ακτινοβολία CMB) έκανε μια απλή προσέγγιση. Οι ερευνητές συνδύασαν τα δεδομένα από τον δορυφόρο Planck με δεδομένα από άλλες παρατηρήσεις, τα αναμιγνύουν όλα μαζί (με στατιστικά κατάλληλο τρόπο) και ζητούν από ένα συνδυασμένο σύνολο δεδομένων να δουν τι καμπυλότητα έχει το σύμπαν. Η απάντηση που έδωσαν;
     
    Καμία καμπυλότητα δεν υπάρχει. Ζούμε σε ένα επίπεδο Κόσμο.
     
    Οι κοσμολόγοι κάνουν μια διάκριση: μεταξύ του παρατηρούμενου σύμπαντος και ολόκληρου του σύμπαντος. Το πρώτο είναι ένα σφαιρικό κομμάτι του τελευταίου που μπορεί, κατ ‘αρχήν, να είναι προσβάσιμο από αστρονομικές παρατηρήσεις. Υποθέτοντας την λεγόμενη Κοσμολογική Αρχή , το παρατηρούμενο σύμπαν πρέπει να είναι παρόμοιο από όλα τα σημεία του, που επιτρέπει έτσι στους κοσμολόγους να συζητούν τις ιδιότητες ολόκληρου του σύμπαντος μόνο με πληροφορίες που προέρχονται μέσα στο παρατηρούμενο σύμπαν τους.
     
    Το σχήμα ολόκληρου του σύμπαντος μπορεί να περιγραφεί με τρία χαρακτηριστικά:
    1. Πεπερασμένο ή άπειρο
    2. Επίπεδο (μηδενική καμπυλότητα ), ανοικτό (αρνητική καμπυλότητα) ή κλειστό (θετική καμπυλότητα)
    3. Συνδεσιμότητα , πώς συναρμολογείται το σύμπαν, δηλαδή απλά συνδεδεμένο διάστημα ή είναι πολλαπλά συνδεδεμένο.
    Υπάρχουν ορισμένες λογικές συνδέσεις μεταξύ αυτών των ιδιοτήτων. Για παράδειγμα, ένα σύμπαν με θετική καμπυλότητα είναι απαραίτητα πεπερασμένο.  Παρόλο που θεωρείται συνήθως στη βιβλιογραφία ότι ένα αρνητικά καμπύλο σύμπαν είναι άπειρο, αυτό δεν χρειάζεται να συμβαίνει εάν η τοπολογία του σύμπαντος δεν είναι ασήμαντη: για παράδειγμα, ένας τριγωνικός τόρος είναι επίπεδος αλλά πεπερασμένος.
     
    Το ακριβές σχήμα εξακολουθεί να είναι θέμα συζήτησης στη φυσική κοσμολογία, αλλά πειραματικά δεδομένα από διάφορες ανεξάρτητες δορυφορικές παρατηρησιακές πηγές (WMAP , BOOMERanG και Planck για παράδειγμα) επιβεβαιώνουν ότι το σύμπαν είναι επίπεδο με ένα περιθώριο λάθους μόνο 0,4%.  Οι θεωρητικοί προσπαθούν να κατασκευάσουν ένα τυπικό μαθηματικό μοντέλο του σχήματος του σύμπαντος. Το μοντέλο που χρησιμοποιούν οι περισσότεροι θεωρητικοί είναι του Friedmann-Lemaître-Robertson-Walker (FLRW). Έχουν προβληθεί επιχειρήματα ότι τα δεδομένα παρατήρησης ταιριάζουν καλύτερα με το συμπέρασμα ότι το σχήμα του παγκόσμιου σύμπαντος είναι άπειρο και επίπεδο, αλλά τα δεδομένα είναι επίσης συνεπή με άλλα πιθανά σχήματα, όπως ο λεγόμενος  12-εδρικός χώρος Poincaré και ο χώρος Sokolov-Starobinskii.
     
    Στα μάτια μας, το σύμπαν φαίνεται να εκτείνεται μέχρι το άπειρο. Αλλά χρησιμοποιώντας τη γεωμετρία μπορούμε να διερευνήσουμε μια ποικιλία τρισδιάστατων σχημάτων που προσφέρουν εναλλακτικές λύσεις στον “απλό” άπειρο χώρο.

    Όταν κοιτάζετε έξω στον νυχτερινό ουρανό, ο χώρος φαίνεται να εκτείνεται μέχρι το άπειρο προς όλες τις κατευθύνσεις. Αυτό είναι το νοητικό μοντέλο μας για το σύμπαν, αλλά δεν είναι απαραίτητα σωστό. Υπήρξε μία εποχή που όλοι πίστευαν ότι η Γη ήταν επίπεδη, επειδή η καμπυλότητα του πλανήτη μας ήταν πολύ μικρή για να ανιχνευτεί και μια σφαιρική Γη ήταν ακατανόητη.
     
    Σήμερα γνωρίζουμε ότι η Γη έχει σχήμα σφαίρας. Αλλά οι περισσότεροι από εμάς δίνουν λίγη σημασία στο σχήμα του σύμπαντος. Μπορεί η σφαίρα να προσφέρει μια εναλλακτική λύση στην  επίπεδη Γη, υπάρχουν όμως κι άλλα τρισδιάστατα σχήματα να προσφέρουν εναλλακτικές λύσεις στον “απλό” άπειρο χώρο.
     
    Μπορούμε να ρωτήσουμε δύο ξεχωριστές αλλά αλληλένδετες ερωτήσεις σχετικά με το σχήμα του σύμπαντος. Η μία αφορά τη γεωμετρία του: τις λεπτές τοπικές μετρήσεις όπως είναι οι γωνίες και οι τοπικές περιοχές. Η άλλη αφορά την τοπολογία του: πώς αυτά τα τοπικά κομμάτια είναι ραμμένα μαζί σε ένα γενικό σχήμα.
     
    Υπάρχουν λοιπόν δύο πτυχές που πρέπει να εξεταστούν:
    1. η τοπική γεωμετρία του Κόσμου, η οποία αφορά κυρίως την καμπυλότητα του σύμπαντος, ιδιαίτερα το παρατηρούμενο σύμπαν , και
    2. η παγκόσμια γεωμετρία του, η οποία αφορά την τοπολογία του σύμπαντος στο σύνολό του.
    Το παρατηρούμενο σύμπαν μπορεί να θεωρηθεί ως μια σφαίρα που εκτείνεται προς τα έξω από οποιοδήποτε σημείο παρατήρησης για 46,5 δισεκατομμύρια έτη φωτός, πηγαίνοντας ολοένα και πιο πίσω στο χρόνο. Στην ιδανική περίπτωση, μπορεί κανείς να συνεχίσει να κοιτάζει πίσω σε όλη τη διαδρομή προς τη Μεγάλη Έκρηξη . Στην πράξη, όμως, το πιο απομακρυσμένο σημείο που μπορεί να κοιτάξει κανείς με τη βοήθεια του φωτός είναι το κοσμικό μικροκυματικό υπόβαθρο (CMB), καθώς οτιδήποτε πιο πίσω στο παρελθόν ήταν αδιαφανές. Πειραματικές έρευνες δείχνουν ότι το παρατηρούμενο σύμπαν είναι ισότροπο και ομοιογενές κατά μεγάλο ποσοστό.
     
    Αν το παρατηρούμενο σύμπαν συμπεριλαμβάνει ολόκληρο το σύμπαν, ίσως είμαστε σε θέση να προσδιορίσουμε με παρατηρήσεις τη δομή ολόκληρου του σύμπαντος. Ωστόσο, εάν το παρατηρούμενο σύμπαν είναι μικρότερο από ολόκληρο το σύμπαν, οι παρατηρήσεις μας θα περιοριστούν μόνο σε ένα μέρος του συνόλου και ίσως να μην μπορέσουμε να προσδιορίσουμε την γενική-παγκόσμια γεωμετρία του μέσω μετρήσεων.
     
    Τελικά, τα κοσμολογικά στοιχεία δείχνουν ότι το τμήμα του σύμπαντος που βλέπουμε είναι σχεδόν ομαλό και ομοιογενές. Ο τοπικός ιστός του χώρου μοιάζει πολύ σε κάθε σημείο και προς κάθε κατεύθυνση. Μόνο τρεις γεωμετρίες ταιριάζουν με αυτήν την περιγραφή: η επίπεδη, η σφαιρική και η υπερβολική. Ας διερευνήσουμε αυτές τις γεωμετρίες, μερικές τοπολογικές σκέψεις και τι λένε τα κοσμολογικά στοιχεία σχετικά με τα σχήματα που περιγράφουν καλύτερα το σύμπαν μας.
     

    Επίπεδη Γεωμετρία

     
    Αυτή είναι η γεωμετρία που μάθαμε στο σχολείο. Οι γωνίες ενός τριγώνου έχουν άθροισμα 180 μοίρες, και το εμβαδόν ενός κύκλου είναι π r 2 . Το απλούστερο παράδειγμα μιας επίπεδης τρισδιάστατης μορφής είναι ο απλός απεριόριστος χώρος – που οι μαθηματικοί αποκαλούν Ευκλείδειο χώρο – αλλά υπάρχουν και άλλα επίπεδα σχήματα που πρέπει να ληφθούν υπόψη.
     
    Αυτά τα τρισδιάστατα σχήματα είναι πιο δύσκολο να απεικονιστούν, αλλά μπορούμε να τα οικοδομήσουμε με κάποια διαίσθηση, βάζοντας τα σε δύο διαστάσεις αντί για τρεις. Εκτός από το συνηθισμένο ευκλείδειο επίπεδο, μπορούμε να δημιουργήσουμε και άλλα επίπεδα σχήματα, κόβοντας κάποιο κομμάτι  επίπεδου σχήματος και ενώνοντας τις άκρες του μαζί. Για παράδειγμα, ας υποθέσουμε ότι κόβουμε ένα ορθογώνιο κομμάτι χαρτιού και ενώνουμε τις απέναντι πλευρές του, την πάνω και κάτω πλευρά, που μας δίνουν έτσι έναν κύλινδρο. Προσέξτε! στον κύλινδρο οι παράλληλες γραμμές – παραμένουν παράλληλες. Κι αυτό συμβαίνει επειδή οι κύλινδροι είναι επίπεδοι!:
     
     
    Στη συνέχεια, μπορούμε να ενώσουμε το δεξί και το αριστερό άκρο του κυλίνδρου για να πάρουμε ένα ντόνατς (αυτό που οι  μαθηματικοί ονομάζουν τόρο – torus – ένα στερεό εκ περιστροφής που παράγεται από την περιστροφή ενός κύκλου στον τρισδιάστατο χώρο γύρω από έναν άξονα συνεπίπεδο με τον κύκλο.):
     
     
    Τώρα, μπορεί να σκέφτεστε, “Αυτό το σχήμα δεν μου φαίνεται επίπεδο.” Και θα είχες δίκιο. Εξαπατήσαμε λίγο στην περιγραφή του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί ο επίπεδος δακτύλιος. Εάν προσπαθήσετε να κάνετε ένα τόξο από ένα φύλλο χαρτιού με αυτόν τον τρόπο, θα αντιμετωπίζατε δυσκολίες. Η κατασκευή του κυλίνδρου θα ήταν εύκολη, αλλά το δίπλωμα των 2 άκρων του κυλίνδρου δεν θα λειτουργούσε: Το χαρτί θα τσαλακωνόταν κατά μήκος του εσωτερικού κύκλου του τόρου και δεν θα τεντώνονταν αρκετά σωστά κατά μήκος του εξωτερικού κύκλου. Θα πρέπει να χρησιμοποιήσετε κάποιο ελαστικό υλικό αντί για χαρτί. Αλλά αυτό το τέντωμα παραμορφώνει τα μήκη και τις γωνίες, αλλάζοντας έτσι τη γεωμετρία.
     
    Μέσα στον συνηθισμένο τρισδιάστατο χώρο, δεν υπάρχει τρόπος να δημιουργηθεί ένας πραγματικός, ομαλός φυσικός τόμος από επίπεδο υλικό χωρίς να παραμορφώνεται η επίπεδη γεωμετρία. Αλλά μπορούμε να διατυπώσουμε αφηρημένα το τι θα αισθανόταν να ζει μέσα σε ένα επίπεδο στύλο.
     
    Φανταστείτε τώρα ότι είστε ένα δισδιάστατο πλάσμα του οποίου το σύμπαν είναι ένας επίπεδος τόρος (ντόνατς). Δεδομένου ότι η γεωμετρία αυτού του σύμπαντος προέρχεται από ένα επίπεδο κομμάτι χαρτιού, όλα τα γεωμετρικά γεγονότα που συνηθίσαμε είναι τα ίδια όπως συνήθως σε μια μικρή κλίμακα: Οι γωνίες σε ένα τρίγωνο έχουν άθροισμα 180 μοίρες και ούτω καθεξής. Αλλά οι αλλαγές που έχουμε κάνει στην παγκόσμια τοπολογία κόβοντας και κολλώντας τα άκρα, σημαίνουν ότι η εμπειρία του να ζεις στον τόρο (torus) θα μοιάζει  πολύ διαφορετική από αυτή που έχουμε συνηθίσει.
     
    Για τους αρχάριους, υπάρχουν ευθείες διαδρομές στο torus που κάνουν όμως βρόχους γύρω-γύρω και επιστρέφουν από όπου ξεκίνησαν. Δείτε τα:
     
     
    Αυτές οι παρακάτω  τροχιές φαίνονται καμπυλωμένες σε έναν στρεβλωμένο κώνο, αλλά για τους κατοίκους του επίπεδου τόρου τις αισθάνονται ευθείες. Και καθώς το φως ταξιδεύει κατά μήκος ευθείων τροχιών, αν κοιτάξετε ευθεία μπροστά σε μια από αυτές τις κατευθύνσεις, θα δείτε τον εαυτό σας από πίσω!:
     
     
    Στο αρχικό κομμάτι του επίπεδου χαρτιού, είναι ως εάν το φως που βλέπεις να ταξιδεύει από πίσω σου, μέχρι να χτυπήσει την αριστερή άκρη και στη συνέχεια (παραδόξως) να επανεμφανίζεται στα δεξιά, σαν να ήσασταν σε ένα βιντεοπαιχνίδι:
     
     
    Ένας ισοδύναμος τρόπος για να το σκεφτείς είναι ότι αν εσύ (ή μια δέσμη φωτός) ταξιδεύεις κατά μήκος της μιας πλευράς από τις τέσσερις άκρες, θα βρεθείς σε ένα νέο “δωμάτιο”, αλλά είναι στην πραγματικότητα θα είναι το ίδιο δωμάτιο, απλώς θα φαίνεται από ένα άλλο οπτικό πεδίο. Καθώς περιπλανείστε σε αυτό το σύμπαν, μπορείτε να περάσετε σε μια ατέλειωτη σειρά αντιγράφων του αρχικού σας δωματίου.
     
     
    Αυτό σημαίνει ότι μπορείτε επίσης να δείτε απεριόριστα πολλά διαφορετικά αντίγραφα του εαυτού σας κοιτάζοντας σε διαφορετικές κατευθύνσεις. Είναι ένα είδος φαινομένου του δωματίου με καθρέφτες, εκτός από το ότι τα αντίγραφα δεν είναι αντανακλάσεις:
     
     
    Στον τόρο ή ντόνατ, αυτά αντιστοιχούν στους πολλούς διαφορετικούς βρόχους με τους οποίους το φως μπορεί να ταξιδέψει από εσάς πίσω πάλι σε εσάς:
     
     
    Παρομοίως, μπορούμε να κατασκευάσουμε ένα επίπεδο τρισδιάστατο τόρο κολλώντας τις αντίθετες όψεις ενός κύβου ή άλλου κουτιού. Δεν μπορούμε να φανταστούμε αυτό τον χώρο ως αντικείμενο μέσα στον συνηθισμένο απεριόριστο χώρο – απλά δεν ταιριάζει – αλλά μπορούμε να επιχειρηματολογήσουμε θεωρητικά τη ζωή μέσα σε αυτόν.
     
    Ακριβώς όπως η ζωή στον δισδιάστατο τόρο ήταν σαν να ζουν σε μια άπειρη δισδιάστατη σειρά πανομοιότυπων ορθογώνιων δωματίων, η ζωή στον τρισδιάστατο τόρο είναι σαν να ζουν σε μια άπειρη τρισδιάστατη σειρά πανομοιότυπων κύβων-δωματίων. Και θα δείτε απείρως πολλά αντίγραφα του εαυτού σας:
     
     
    Στο σύμπαν τώρα ο τρισδιάστατος τόρος είναι απλώς ένας από τους 10 διαφορετικούς πεπερασμένους κόσμους. Υπάρχουν επίσης επίπεδοι άπειροι κόσμοι, όπως το τρισδιάστατο ανάλογο ενός άπειρου κυλίνδρου. Σε κάθε έναν από αυτούς τους κόσμους υπάρχει ένα διαφορετικό δίκτυο δωματίων με κάτοπτρα για να τα νιώσετε.
     
    Είναι το σύμπαν μας ένα από αυτά τα άλλα επίπεδα σχήματα;
     
    Όταν κοιτάζουμε έξω στο διάστημα, δεν βλέπουμε απεριόριστα πολλά αντίγραφα των εαυτών μας. Ωστόσο, είναι εκπληκτικά δύσκολο να αποκλείσουμε αυτές τις επίπεδες μορφές. Και μάλιστα, όλοι τους έχουν την ίδια τοπική γεωμετρία με τον ευκλείδειο χώρο, οπότε καμία τοπική μέτρηση δεν μπορεί να τις διακρίνει μεταξύ τους.
     
    Και αν βλέπατε ένα αντίγραφο του εαυτού σας, αυτή η μακρινή εικόνα θα έδειχνε πώς εσείς (ή ο γαλαξίας σας, για παράδειγμα) κοιτάξατε στο μακρινό παρελθόν, αφού το φως έπρεπε να ταξιδέψει για μεγάλο χρονικό διάστημα για να φτάσει σε εσάς. Ίσως να βλέπουμε τα μη αναγνωρίσιμα αντίγραφα του εαυτού μας εκεί έξω. Κάνοντας τα πράγματα χειρότερα, διαφορετικά αντίγραφα του εαυτού σας θα είναι συνήθως σε διαφορετικές αποστάσεις μακριά από εσάς, έτσι ώστε τα περισσότερα από αυτά να μην φαίνονται ίδια. Και ίσως να είναι πολύ μακριά από μας για να τα δούμε ούτως ή άλλως.
     
    Για να ξεπεράσουμε αυτές τις δυσκολίες, οι αστρονόμοι γενικά δεν κοιτάζουν για αντίγραφα του εαυτού μας, αλλά για επαναλαμβανόμενα χαρακτηριστικά μοτίβα στο πιο μακρινό πράγμα που μπορούμε να δούμε: την ακτινοβολία κοσμικής μικροκυματικής ακτινοβολίας (CMB),  που έμεινε λίγο μετά τη Μεγάλη Έκρηξη. Στην πράξη, αυτό σημαίνει να ψάξουμε ζεύγη από κύκλους που να ταιριάζουν στην ακτινοβολία CMB που έχουν μοτίβα ζεστών και ψυχρών κηλίδων, υποδηλώνοντας έτσι ότι είναι πραγματικά ο ίδιος κύκλος που φαίνεται από δύο διαφορετικές κατευθύνσεις.

    Το 2015, οι αστρονόμοι πραγματοποίησαν μια τέτοια αναζήτηση χρησιμοποιώντας δεδομένα από το διαστημικό τηλεσκόπιο Planck.  Χτένισαν τα δεδομένα για τα είδη των αντίστοιχων (ταιριασμένων) κύκλων που θα περίμενε κανείς να δει μέσα σε ένα επίπεδο τρισδιάστατο τόρο ή ένα άλλο επίπεδο τρισδιάστατο σχήμα που ονομάζεται πλάκα, αλλά όμως δεν κατάφεραν να τα βρουν. Αυτό σημαίνει ότι αν ζούμε σε ένα τόρο, είναι πιθανότατα τόσο μεγάλος ώστε οποιαδήποτε επαναλαμβανόμενα μοτίβα να βρίσκονται πέρα ​​από το παρατηρούμενο σύμπαν.
     
    Αν το σύμπαν είναι επίπεδο – δηλαδή, αν δύο φωτεινές δέσμες που ξεκινούν παράλληλες πλάι η μία στην άλλη στο διάστημα θα παραμείνουν παράλληλες για πάντα, αντί να διασταυρωθούν τελικά και να στριφογυρίσουν πίσω από εκεί που ξεκίνησαν, όπως σε ένα κλειστό σύμπαν – εξαρτάται από την πυκνότητα του σύμπαντος. Εάν όλη η ύλη και η ενέργεια του σύμπαντος, συμπεριλαμβανομένης της σκοτεινής ύλης και της σκοτεινής ενέργειας, έχει άθροισμα ακριβώς εκείνη τη συγκέντρωση στην οποία η ενέργεια της εξωτερικής διαστολής ισορροπεί την ενέργεια της εσωτερικής βαρυτικής έλξης, τότε ο χώρος θα εκτείνεται σταθερά προς όλες τις κατευθύνσεις.
     
    Η κορυφαία θεωρία της γέννησης του σύμπαντος, γνωστή ως κοσμικός πληθωρισμός, αποδίδει ανόθευτα επίπεδα. Και διάφορες παρατηρήσεις από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 έδειξαν ότι το σύμπαν μας είναι σχεδόν επίπεδο και πρέπει συνεπώς να βρίσκεται πολύ κοντά σε αυτή την κρίσιμη πυκνότητα – η οποία υπολογίζεται ότι είναι περίπου 5.7 άτομα ατόμων υδρογόνου ανά κυβικό μέτρο χώρου, ύλη που η περισσότερη είναι αόρατη.

    Οι κυματισμοί στον χωρο-χρόνο θα μπορούσαν να εξηγήσουν το μυστήριο του γιατί υπάρχει το σύμπαν

    Inflation stretched the tiny universe into a macroscopic size and turned cosmic energy into matter. But it likely created an equal amount of matter and antimatter. It's not clear why but the authors probe one theory that a phase transition after inflation led to a tiny bit more matter than anti-matter and also created cosmic strings which would produce slight ripples in space-time known as gravitational waves.Μια νέα μελέτη μπορεί να βοηθήσει στην απάντηση σε ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια του σύμπαντος: Γιατί υπάρχει περισσότερη ύλη από την αντιύλη; Αυτή η απάντηση, με τη σειρά της, θα μπορούσε να εξηγήσει γιατί υπάρχουν τα πάντα από τα άτομα έως τις μαύρες τρύπες.  
     
    Ο πληθωρισμός τέντωσε το μικροσκοπικό σύμπαν σε ένα μέγεθος πολλών τάξεων μεγαλύτερο του αρχικού, ενώ άλλαξε την κοσμική ενέργεια σε ύλη. Αλλά πιθανότατα δημιούργησε μια ίση ποσότητα ύλης και αντιύλης. Δεν είναι ξεκάθαρο γιατί, αλλά οι επιστήμονες διερευνούν μια θεωρία ότι μια μετάβαση φάσης μετά τον πληθωρισμό οδήγησε σε μία μικροσκοπική λίγη περισσότερη ύλη από την αντι-ύλη, και επίσης δημιούργησε κοσμικές χορδές που θα παρήγαγαν μικροσκοπικούς κυματισμούς στο διάστημα –γνωστούς ως βαρυτικά κύματα.
     
    Πριν από δισεκατομμύρια χρόνια, αμέσως μετά τη Μεγάλη Έκρηξη , ο κοσμικός πληθωρισμός τέντωσε τον μικροσκοπικό σπόρο του σύμπαντος και μεταμόρφωσε την ενέργεια σε ύλη. Οι φυσικοί πιστεύουν ότι ο πληθωρισμός αρχικά δημιούργησε την ίδια ποσότητα ύλης και αντιύλης, τα οποία εξαϋλώθηκαν μεταξύ τους όταν ήρθαν σε επαφή. Αλλά στη συνέχεια συνέβη κάτι που “σώθηκε” μια μικροσκοπική ποσότητα της ύλης, επιτρέποντας να υπάρχουν όλα αυτά που μπορούμε να δούμε και να αγγίξουμε – και μια νέα μελέτη δείχνει ότι η εξήγηση είναι κρυμμένη σε πολύ μικρούς κυματισμούς στο διάστημα .
     
    “Εάν ξεκινήσετε απλά με μια ίση ακριβώς ποσότητα ύλης και αντιύλης, θα καταλήξετε απλά να μην έχετε τίποτα”, επειδή η αντιύλη και η ύλη έχουν ίσες αλλά αντίθετα φορτία, δήλωσε ο επικεφαλής της μελέτης Jeff Dror, στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο, Berkeley και ερευνητής της φυσικής στο Εθνικό Εργαστήριο Lawrence Berkeley. “Τα πάντα θα εξαϋλωθούν.”
     
    Προφανώς, τα πάντα δεν εξαφανίστηκαν, αλλά οι ερευνητές δεν είναι σίγουροι για ποιο λόγο. Η απάντηση μπορεί να περιλαμβάνει τα πολύ περίεργα στοιχειώδη σωματίδια γνωστά ως νετρίνα, τα οποία δεν έχουν ηλεκτρικό φορτίο και μπορούν έτσι να λειτουργήσουν ως ύλη ή αντιύλη.
     
    Η ιδέα τους είναι ότι περίπου ένα εκατομμύριο χρόνια μετά το Big Bang, ο Κόσμος ψύχθηκε και υπέστη μια μετάβαση φάσης, ένα γεγονός παρόμοιο με το καυτό νερό μετατρέπεται από υγρό σε αέριο. Αυτή η αλλαγή φάσης ώθησε τα νετρίνα που διασπάστηκαν να δημιουργήσουν περισσότερη ύλη από αντιύλη από κάποια “μικρή, μικρή ποσότητα”, δήλωσε ο Dror. Αλλά “δεν υπάρχουν πολύ απλοί τρόποι – ή σχεδόν όλοι οι τρόποι – για να ερευνήσουμε αυτή τη θεωρία και να καταλάβουμε αν αυτό συνέβη πραγματικά στο πρώιμο σύμπαν”.
     
    Όμως ο Dror και η ομάδα του, μέσα από τα θεωρητικά μοντέλα και τους υπολογισμούς τους, κατάλαβα έναν τρόπο που θα μπορούσαμε να δούμε αυτή τη μετάβαση φάσης. Πρότειναν ότι η αλλαγή θα είχε δημιουργήσει εξαιρετικά μακρά και εξαιρετικά λεπτά νήματα ενέργειας που ονομάζονται “κοσμικές χορδές” και οι οποίες ακόμα εξακολουθούν να διαπερνούν το σύμπαν. 
     
    Ο Dror και η ομάδα του συνειδητοποίησαν ότι αυτές οι κοσμικές χορδές πιθανότατα θα δημιουργούσαν πολύ μικρούς κυματισμούς στον χώρο-χρόνο, αυτά που ονομάζονται βαρυτικά κύματα. Αν εντοπίσουμε αυτά τα κύματα βαρύτητας τότε μπορούμε να ανακαλύψουμε αν αυτή η θεωρία είναι αληθινή.
     
    Τα ισχυρότερα κύματα βαρύτητας στο σύμπαν μας συμβαίνουν όταν συμβαίνει μια υπερκαινοφανής ή αστρική έκρηξη. Όταν δηλαδή δύο μεγάλα αστέρια είναι σε τροχιά το  ένα με το άλλο. Ή όταν συγχωνεύονται δύο μαύρες τρύπες, σύμφωνα με τη NASA . Αλλά τα προτεινόμενα βαρυτικά κύματα που προκαλούνται από τις κοσμικές χορδές θα ήταν πολύ πιο μικροσκοπικά από αυτά που τα όργανα μας έχουν εντοπίσει πριν. 
     
    Ωστόσο, όταν η ομάδα υπολόγισε αυτήν την υποθετική μετάβαση φάσης υπό διάφορες θερμοκρασιακές συνθήκες που θα μπορούσαν να συμβούν κατά τη διάρκεια αυτής της μετάβασης φάσης, έκαναν μια ενθαρρυντική ανακάλυψη: Σε όλες τις περιπτώσεις, οι κοσμικές χορδές θα δημιουργούσαν βαρυτικά κύματα που θα μπορούσαν να ανιχνευθούν από μελλοντικά παρατηρητήρια, (LISA) του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Διαστήματος Laser Interferometer Space Antenna και του Προτεινόμενου Παρατηρητή για την Εξέταση του Big Bang καθώς και του Ιαπωνικού Παρατηρητηρίου βαρυτικών κυμάτων DECIGO. 
     
    “Εάν αυτές οι χορδές παράγονται σε επαρκώς υψηλές κλίμακες ενέργειας, θα παράγουν πράγματι βαρυτικά κύματα που μπορούν να ανιχνευθούν από προγραμματισμένα παρατηρητήρια”, δήλωσε ο Tanmay Vachaspati, θεωρητικός φυσικός στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο της Αριζόνα, ο οποίος δεν ήταν μέλος της μελέτης. 

    Hegel: ελευθερία και πολιτικο-θρησκευτική αποξένωση

    Γκέοργκ Χέγκελ: (1770–1831)

    Πολιτική και θρησκευτική αποξένωση των ανθρώπων

    §1 Η θρησκεία ως θεραπαινίδα του πολιτικού ωφελιμισμού

         Ι. Κατά την περίοδο που ο Χέγκελ εργάζεται ως παιδαγωγός στη Βέρνη 1793–1797) αναζητεί μια συνυφασμένη με την ενεργο-πραγματικότητα (Wirklichkeit) διά-βαση προς την ενδοκοσμική-πολιτική δύναμη του πνεύματος, η οποία θα τον οδηγήσει, σε εύλογο χρόνο, στις μεγάλες συλλήψεις της Φαινομενολογίας του πνεύματος και της επιστήμης της Λογικής. Τα νεανικά του κείμενα, κατά ταύτα, δεν αναγγέλλουν κάποιο είδος φιλοσοφίας της θρησκείας, όπως τα σχετικά με τη θρησκεία ύστερα κείμενά του, αλλά επιδίδονται στην καλλιέργεια μιας κατ’ εξοχήν πολιτικής σκέψης, εναρμονισμένης με το πνεύμα της εποχής και ικανής να μεθερμηνεύσει, να μετα-μορφώσει πολιτικο-φιλοσοφικά την εγκόσμια συνθήκη του ανθρώπου: α) γενικά υπό τον αστερισμό της Γαλλικής επανάστασης και του πνεύματος της ελευθερίας που αυτή εξέπεμπε· β) πιο ειδικά υπό την ανάπτυξη μιας κριτικά διεισδυτικής κοινωνικοπολιτικής σκέψης, που θέτει ευθέως υπό στοχαστική αμφισβήτηση την αναποτελεσματική λειτουργία των κοινωνικοπολιτικών θεσμών, συμπεριλαμβανομένου και του θεσμού της θρησκείας. Η κάθε είδους κριτική της θρησκείας, αυτή την περίοδο, είναι αλληλένδετη με την κριτική της πολιτικής.

         ΙΙ. Έτσι, η στοχαστική οδός της Βέρνης διέρχεται μέσα από την κριτική της θρησκείας και της πολιτικής. Ο νεαρός Χέγκελ ασκεί δριμύτατη κριτική στον χριστιανισμό για τη μετατροπή του σε θετική θρησκεία, δηλαδή σε μια θετική πίστη με το αρνητικό νόημα ότι αυτή επιβάλλει την εξωτερική αυθεντία, στην υπηρεσία του θεσμικά παντοδύναμου πολιτικού ωφελιμισμού, και καταπνίγει τα αισθήματα των ατόμων, την ελεύθερη-δημιουργική φαντασία τους, ότι έχει τυποποιήσει την αρετή και συναφώς, αντί να υπηρετεί την ελευθερία του πνεύματος, την έννοια του θείου εντός του ανθρώπου, υπηρετεί τα ιδιοτελή συμφέροντα της πολιτικής και του κράτους. Τα ιδιοτελή συμφέροντα συνδέονται με την ταχύτατη μεταποίηση του όλου πολιτικού συστήματος σε δεσποτεία, μια εξέλιξη που αντιστρατεύεται ευθέως τη συγκρότηση της ελεύθερης υποκειμενικότητας.

         ΙΙΙ. Επομένως η κριτική του στην πολιτική αφορά μια πολιτική που χρησιμοποιεί τη θρησκεία για ιδιοτελείς σκοπούς και παραμένει δέσμια σκοταδιστικών αντιλήψεων, θεσμισμένων σε κυρίαρχη ιδεολογία και ανασχετικών οποιασδήποτε προσπάθειας για την ανάπτυξη της αυτονομίας του ανθρώπου, μέσα από την αξιοποίηση και των αληθινά θείων ενοράσεων της χριστιανικής θρησκείας. Η φιλοσοφική προβληματική του Χέγκελ, κατά την περίοδο αυτή, συνοψίζεται στην πραγμάτωση των πιο ελεύθερων δυνάμεων της υποκειμενικότητας σε συνδυασμό με την ελεύθερη ανάπτυξη της κοινωνίας των πολιτών, πολιτική έκφραση της οποίας θα είναι το κράτος με τον χαρακτήρα της αρχαίας ελληνικής πολιτείας και όχι τον βίαιο και αλλοτριωτικό για τους πολίτες σύγχρονο κράτος. Έκτοτε, όταν ο Χέγκελ κάνει λόγο για το κράτος, έχει πάντα κατά νου την αρχαία πολιτεία ‒βλ. Αριστοτέλης σχετικές αναρτήσεις στο παρόν ιστολόγιο για την πολιτεία‒ υπό μια νεωτερική μορφή. Ως προϋπόθεση λοιπόν για την ευόδωση αυτής της προβληματικής είναι η ερμηνεία και η κατανόηση της ισχύουσας κατάστασης των ανθρώπων ως κατάστασης αποξενωμένων ανθρώπων.

    §2 Μετάφραση αποσπασμάτων

    1. «Ένα από τα πιο ευάρεστα αισθήματα των χριστιανών είναι να συγκρίνουν την ευτυχία τους και τη φωτεινή τους γνώση με τη δυστυχία και το σκότος των εθνικών· και ένας από τους κοινούς τόπους, με οδηγό τον οποίο οι πνευματικοί, θρησκευτικοί ποιμένες προτιμούν να οδηγούν τα πρόβατά τους στον λειμώνα της αυταρέσκειας και της περήφανης ταπεινοφροσύνης, είναι να καθιστούν αρκετά ζωντανή μπρος στα μάτια τους αυτή την ευτυχία, την ίδια στιγμή δε οι τυφλοί εθνικοί να εξαφανίζονται συνήθως ως το μέγα κακό. Οι εν λόγω ποιμένες εκφράζουν ιδιαίτερα την λύπησή τους για το ότι η θρησκεία των εθνικών δεν παρηγορεί τα μέλη της, δεν τους υπόσχεται καμιά άφεση αμαρτιών, τους αποστερεί από την πίστη σε μια θεία πρόνοια, που να κατευθύνει τα πεπρωμένα τους σε συνετούς και αγαθοεργούς σκοπούς».

    1.1 Σχόλιο: Ο Χέγκελ καταφέρεται, με λεπτή ειρωνεία, ενάντια στο πνεύμα του χριστιανισμού, η κρατική θέσμιση του οποίου μεταχειρίζεται τους πιστούς ως πρόβατα και επιχειρεί αντίστοιχα να φενακίσει τη συνείδησή τους, υπό τη μορφή του ποιμνίου των πιστών, με ψευδαισθήσεις περί ευτυχίας που διασφαλίζει η αυθεντία του Κυρίου. Την ίδια στιγμή εξοβελίζει ως περιφρονητέα την αρχαία θρησκεία, η οποία για τον Χέγκελ αποτελούσε ύψιστη πολιτισμική και καλλιτεχνική πράξη. Ο άνθρωπος έτσι, από τα πρώτα βήματα της ζωής του, υφίσταται μια θρησκευτική αλλοτρίωση ως προοίμιο για την μετέπειτα καθολική του αποξένωση από τον εαυτό του και την εγκόσμια συνθήκη του. Καθολική αποξένωση: θρησκευτική, πολιτική, ιδεολογική, πνευματική.

    2. «Ο εκτοπισμός της θρησκείας των εθνικών από την χριστιανική θρησκεία συνιστά μια από τις πιο θαυμαστές επαναστάσεις και η αναζήτηση των βαθύτερων αιτίων της πρέπει να απασχολήσει τον σκεπτόμενο ιστοριοδίφη. Πριν από τις μεγάλες, κατάδηλες, εξόφθαλμες επαναστάσεις πρέπει να προηγείται μια σιωπηλή, μυστική επανάσταση στο εσωτερικό του πνεύματος της εποχής, μια επανάσταση που δεν μπορεί να είναι ορατή σε κάθε μάτι, τουλάχιστο για τους συγχρόνους και είναι δύσκολο να παριστάνεται με λέξεις όσο και να συλλαμβάνεται, να κατανοείται. Η άγνοια αυτών των επαναστάσεων στο εσωτερικό του κόσμου του πνεύματος καθιστά το αποτέλεσμα αξιοθαύμαστο. Μια επανάσταση σαν αυτή που αφορά στο πώς μια αυτόχθονη, πανάρχαιη θρησκεία εκτοπίζεται από μια ξένη, η οποία λαμβάνει χώρα άμεσα στο βασίλειο του πνεύματος, πρέπει ακόμη πιο άμεσα να αναζητήσει τις αιτίες της στο ίδιο το πνεύμα της εποχής».

    2.1 Σχόλιο: Στο παραπάνω απόσπασμα συναντούμε ορισμένες βασικές έννοιες και αρχές, πάνω στις οποίες θα θεμελιωθεί η περαιτέρω ανάπτυξη της εγελιανής φιλοσοφίας. Πρώτον, βασικά θεμέλια: η έννοια του πνεύματος και του πνεύματος της εποχής. Δεύτερον, κάθε αλλαγή, μεταλλαγή, ριζική αλλαγή, επανάσταση προϋποθέτει τη θεωρία της, όπως ένα οικοδόμημα προϋποθέτει το σχέδιο του αρχιτέκτονα. Αυτή η θεωρία στον Χέγκελ αποτυπώνεται στο μόρφωμα του πνεύματος. Άρα το πνεύμα, συμπεριλαμβανομένου εδώ και του νου ως υπάλληλου στοιχείου του πνεύματος, είναι παρόν μέσα στην ιστορία του ανθρώπου, ως η συνειδητή έκφραση του δια–μορφωνόμενου εκάστοτε πνευματικού πολιτισμού, εδώ ας πούμε η αρχαία θρησκεία με όλες τις πνευματικές, πολιτικές-κοινωνικές και πολιτισμικές της καταβολές και προβολές. Συγχρόνως αυτό είναι παρόν, καθότι πνεύμα που ενεργοποιεί καθημερινά τον άνθρωπο, ως η αναγκαία εκδήλωση ανάπτυξης, αλλαγής, μετασχηματισμού του εαυτού του. Στη βάση ακριβώς αυτού του μετασχηματισμού του εαυτού του ανθρώπου, ως πνευματικού ατόμου και ως κόσμου του πνεύματος, πρέπει να συλλαμβάνεται και να κατανοείται και ο χριστιανισμός, καθότι γέννημα των νέων καιρών. Έτσι μόνο μπορεί κανείς να οριοθετεί το αρνητικό και το θετικό στην εν λόγω θρησκεία και να αποτιμά τη συμβολή της σε σχέση πάντοτε με την επιζητούμενη συγκρότηση της ελεύθερης, ήτοι της φιλοσοφικής συνείδησης, που στη Φαινομενολογία του πνεύματος αποκορυφώνεται στην απόλυτη Γνώση.

    ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ρητορική (1400a-1400b)

    Ἄλλος τοῖς προδιαβεβλημένοις καὶ ἀνθρώποις καὶ πράγμασιν, ἢ δοκοῦσι, τὸ λέγειν τὴν αἰτίαν τοῦ παραδόξου· ἔστιν γάρ τι δι᾽ ὃ φαίνεται· οἷον, ὑποβεβλημένης τινὸς τὸν αὑτῆς υἱόν, διὰ τὸ ἀσπάζεσθαι ἐδόκει συνεῖναι τῷ μειρακίῳ, λεχθέντος δὲ τοῦ αἰτίου ἐλύθη ἡ διαβολή· καὶ οἷον ἐν τῷ Αἴαντι τῷ Θεοδέκτου Ὀδυσσεὺς λέγει πρὸς τὸν Αἴαντα διότι ἀνδρειότερος ὢν τοῦ Αἴαντος οὐ δοκεῖ.

    Ἄλλος ἀπὸ τοῦ αἰτίου, ἄν τε ὑπάρχῃ, ὅτι ἔστι, κἂν μὴ ὑπάρχῃ, ὅτι οὐκ ἔστιν· ἅμα γὰρ τὸ αἴτιον καὶ οὗ αἴτιον, καὶ ἄνευ αἰτίου οὐθὲν ἔστιν, οἷον Λεωδάμας ἀπολογούμενος ἔλεγε, κατηγορήσαντος Θρασυβούλου ὅτι ἦν στηλίτης γεγονὼς ἐν τῇ ἀκροπόλει, ἀλλ᾽ ἐκκέκοπται ἐπὶ τῶν τριάκοντα· οὐκ ἐνδέχεσθαι ἔφη· μᾶλλον γὰρ ἂν πιστεύειν αὑτῷ τοὺς τριάκοντα ἐγγεγραμμένης τῆς ἔχθρας πρὸς τὸν δῆμον.

    Ἄλλος, εἰ ἐνεδέχετο βέλτιον ἄλλως, ἢ ἐνδέχεται, ὧν ἢ συμβουλεύει ἢ πράττει ἢ πέπραχε σκοπεῖν· φανερὸν γὰρ ὅτι,

    [1400b] εἰ [μὴ] οὕτως ἔχει, οὐ πέπραχεν· οὐδεὶς γὰρ ἑκὼν τὰ φαῦλα καὶ γιγνώσκων προαιρεῖται. ἔστιν δὲ τοῦτο ψεῦδος· πολλάκις γὰρ ὕστερον γίγνεται δῆλον πῶς ἦν πρᾶξαι βέλτιον, πρότερον δὲ ἄδηλον.

    Ἄλλος, ὅταν τι ἐναντίον μέλλῃ πράττεσθαι τοῖς πεπραγμένοις, ἅμα σκοπεῖν, οἷον Ξενοφάνης Ἐλεάταις ἐρωτῶσιν εἰ θύωσι τῇ Λευκοθέᾳ καὶ θρηνῶσιν ἢ μή, συνεβούλευεν, εἰ μὲν θεὸν ὑπολαμβάνουσιν, μὴ θρηνεῖν, εἰ δ᾽ ἄνθρωπον, μὴ θύειν.

    Ἄλλος τόπος τὸ ἐκ τῶν ἁμαρτηθέντων κατηγορεῖν ἢ ἀπολογεῖσθαι, οἷον ἐν τῇ Καρκίνου Μηδείᾳ οἱ μὲν κατηγοροῦσιν ὅτι τοὺς παῖδας ἀπέκτεινεν, οὐ φαίνεσθαι γοῦν αὐτούς (ἥμαρτε γὰρ ἡ Μήδεια περὶ τὴν ἀποστολὴν τῶν παίδων), ἡ δ᾽ ἀπολογεῖται ὅτι οὐ [ἂν] τοὺς παῖδας ἀλλὰ τὸν Ἰάσονα ἂν ἀπέκτεινεν· τοῦτο γὰρ ἥμαρτεν ἂν μὴ ποιήσασα, εἴπερ καὶ θάτερον ἐποίησεν. ἔστι δ᾽ ὁ τόπος οὗτος τοῦ ἐνθυμήματος καὶ τὸ εἶδος ὅλη ἡ πρότερον Θεοδώρου τέχνη.

    Ἄλλος ἀπὸ τοῦ ὀνόματος, οἷον ὡς ὁ Σοφοκλής

    σαφῶς σιδήρῳ καὶ φοροῦσα τοὔνομα,

    καὶ ὡς ἐν τοῖς τῶν θεῶν ἐπαίνοις εἰώθασι λέγειν, καὶ ὡς Κόνων Θρασύβουλον θρασύβουλον ἐκάλει, καὶ Ἡρόδικος Θρασύμαχον «ἀεὶ θρασύμαχος εἶ», καὶ Πῶλον «ἀεὶ σὺ πῶλος εἶ», καὶ Δράκοντα τὸν νομοθέτην, ὅτι οὐκ [ἂν] ἀνθρώπου οἱ νόμοι ἀλλὰ δράκοντος (χαλεποὶ γάρ)· καὶ ὡς ἡ Εὐριπίδου Ἑκάβη εἰς τὴν Ἀφροδίτην

    καὶ τοὔνομ᾽ ὀρθῶς ἀφροσύνης ἄρχει θεᾶς,

    καὶ ὡς Χαιρήμων

    Πενθεὺς ἐσομένης συμφορᾶς ἐπώνυμος.

    Εὐδοκιμεῖ δὲ μᾶλλον τῶν ἐνθυμημάτων τὰ ἐλεγκτικὰ τῶν ἀποδεικτικῶν διὰ τὸ συναγωγὴν μὲν ἐναντίων εἶναι ἐν μικρῷ τὸ ἐλεγκτικὸν ἐνθύμημα, παρ᾽ ἄλληλα δὲ φανερὰ εἶναι τῷ ἀκροατῇ μᾶλλον. πάντων δὲ καὶ τῶν ἐλεγκτικῶν καὶ τῶν δεικτικῶν συλλογισμῶν θορυβεῖται μάλιστα τὰ τοιαῦτα ὅσα ἀρχόμενα προορῶσι μὴ ἐπιπολῆς εἶναι (ἅμα γὰρ καὶ αὐτοὶ ἐφ᾽ αὑτοῖς χαίρουσι προαισθανόμενοι), καὶ ὅσων τοσοῦτον ὑστερίζουσιν ὥσθ᾽ ἅμα εἰρημένων γνωρίζειν.

    ***
    Ένας άλλος τόπος είναι όταν, για λογαριασμό κάποιων ανθρώπων ή κάποιων πράξεων που έχουν κινήσει υποψίες ενοχής —σε επίπεδο πραγματικότητας ή σε επίπεδο εντυπώσεων—, εκθέτουμε τον λόγο ο οποίος δημιούργησε τη λανθασμένη εντύπωση — γιατί πάντα υπάρχει κάποιος λόγος που ένα πράγμα φαίνεται όπως φαίνεται. Όταν, π.χ., μια γυναίκα βρέθηκε κάτω από τον γιο της καθώς τον ασπαζόταν, δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι είχε ερωτικές σχέσεις με τον νεαρό, όταν όμως αποκαλύφθηκε η αιτία, διαλύθηκε η διαβολή. Ένα άλλο παράδειγμα έχουμε στον Αίαντα του Θεοδέκτη, όπου ο Οδυσσέας εξηγεί στον Αίαντα για ποιόν λόγο, ενώ είναι πιο ανδρείος από τον Αίαντα, δεν θεωρείται πιο ανδρείος.

    Ένας άλλος είναι ο τόπος από το αίτιο, ότι δηλαδή κατιτί υπάρχει, αν υπάρχει το αίτιο, και δεν υπάρχει, αν δεν υπάρχει το αίτιο· γιατί το αίτιο και αυτό του οποίου είναι αίτιο πηγαίνουν μαζί μαζί, και τίποτε δεν υπάρχει δίχως αίτιο. Παράδειγμα η περίπτωση του Λεωδάμαντα, που απολογούμενος σε κατηγορία του Θρασύβουλου ότι το όνομά του είχε χαραχτεί πάνω σε ατιμωτική στήλη στην ακρόπολη, σβήστηκε όμως κατά την εποχή των Τριάντα Τυράννων, είπε ότι αυτό ήταν αδύνατο, γιατί οι Τριάντα θα του είχαν μεγαλύτερη εμπιστοσύνη, αν εξακολουθούσε να μένει αναγραμμένο πάνω στη στήλη το όνομά του ως εχθρού του λαού.

    Ένας άλλος τόπος είναι να εξετάζουμε αν ήταν ή αν είναι δυνατός ένας διαφορετικός, καλύτερος χειρισμός από αυτόν που προτείνεται ή γίνεται ή έγινε· γιατί είναι φανερό ότι,

    [1400b] αν ήταν έτσι, το άτομο δεν θα είχε ενεργήσει με αυτόν τον τρόπο· γιατί κανείς δεν επιλέγει θεληματικά και ενσυνείδητα το χειρότερο. Ο συλλογισμός όμως αυτός μπορεί και να μην είναι σωστός· γιατί δεν είναι καθόλου λίγες οι φορές που μόνο εκ των υστέρων γίνεται φανερό πώς θα μπορούσε κανείς να ενεργήσει καλύτερα, ενώ από τα πριν αυτό δεν ήταν φανερό.

    Στην περίπτωση που πρόκειται να γίνει κάτι διαφορετικό από αυτό που έγινε κάποιαν άλλη φορά, ένας άλλος τόπος είναι να εξετάζει κανείς και τις δύο περιπτώσεις μαζί. Παράδειγμα ο Ξενοφάνης, που όταν τον ρώτησαν οι Ελεάτες αν θα έπρεπε ή όχι να προσφέρουν θυσίες στη Λευκοθέα και να της ψάλλουν θρηνητικά τραγούδια, τους έδωσε τη συμβουλή: αν τη θεωρούν θεά, να μη της ψάλλουν θρηνητικά τραγούδια· αν, πάλι, τη θεωρούν άνθρωπο, να μη της προσφέρουν θυσίες.


    Ένας άλλος τόπος είναι να βασίζει κανείς την κατηγορία ή την απολογία σε σφάλματα που έχουν διαπραχθεί. Επί παραδείγματι, στη Μήδεια του Καρκίνου την κατηγορούν ότι σκότωσε τα παιδιά της, αφού δεν φαίνονται πουθενά (η Μήδεια έκανε, πράγματι, το σφάλμα να τα στείλει μακριά), κι εκείνη υπερασπίζεται τον εαυτό της λέγοντας ότι θα σκότωνε τον Ιάσονα, όχι μόνο τα παιδιά της· γιατί το σφάλμα της θα ήταν να μην έκαμνε αυτό, αν είχε κάνει το άλλο. Αυτός ο τόπος και αυτό το είδος ενθυμήματος ήταν όλο κι όλο το περιεχόμενο της πριν από τον Θεόδωρο ρητορικής τέχνης.
    Ένας άλλος είναι ο τόπος από το όνομα, όπως κάνει, π.χ., ο Σοφοκλής:


     είσαι, στ᾽ αλήθεια, σίδερο, σαν τ᾽ όνομα που φέρεις,


    και όπως συνηθίζουν οι άνθρωποι να λένε στα εγκώμια των θεών· επίσης όπως ο Κόνων ονόμαζε τον Θρασύβουλο θρασύβουλο, και ο Ηρόδικος έλεγε για τον Θρασύμαχο: «είσαι πάντοτε θρασύμαχος», και για τον Πώλο: «πάντοτε είσαι ένας πώλος»· έτσι και για τον Δράκοντα τον νομοθέτη, γιατί οι νόμοι του δεν ήταν ανθρώπου νόμοι, αλλά δράκου (αφού ήταν τόσο σκληροί)· και όπως είπε για την Αφροδίτη η Εκάβη του Ευριπίδη:


    σωστά της θεάς αρχίζει τ᾽ όνομα όπως η αφροσύνη,

     
    και όπως έλεγε ο Χαιρήμων:


     ο Πενθέας, που κιόλας τ᾽ όνομά του έδειχνε
    πως συμφορά μεγάλη του μελλόταν.


    Δημοφιλέστερα ενθυμήματα είναι τα ελεγκτικά, όχι τα αποδεικτικά· ο λόγος είναι ότι το ελεγκτικό ενθύμημα φέρνει —με μια διατύπωση εξαιρετικά σύντομη— το ένα δίπλα στο άλλο τα αντίθετα επιχειρήματα, και όταν αυτά βρίσκονται δίπλα δίπλα το ένα στο άλλο γίνονται πιο φανερά στον ακροατή. Από όλους, πάντως, τους συλλογισμούς, ελεγκτικούς και αποδεικτικούς, επικροτούνται ιδιαίτερα εκείνοι που την κατάληξή τους οι ακροατές μπορούν να την προβλέψουν κιόλας από την αρχή — κι ας μην είναι και τόσο εύκολοι (την ίδια, επίσης, στιγμή οι ακροατές, κάνοντας την πρόβλεψη, είναι, βέβαια, ευχαριστημένοι με τον εαυτό τους)· όπως κι εκείνοι οι συλλογισμοί που οι ακροατές καθυστερούν να τους κατανοήσουν μόνο ώσπου να ολοκληρωθεί η διατύπωσή τους.