Κυριακή 8 Μαρτίου 2020

Κατάλογοι αθεϊστών: Κατάλογος των αθεϊστών στη μουσική

Ο αθεϊσμός είναι, με μια ευρεία έννοια, η έλλειψη πίστης στην ύπαρξη θεοτήτων . In a narrower sense, atheism is simply the absence of belief that any deities exist. Με τη στενότερη έννοια, ο αθεϊσμός είναι απλώς η απουσία πεποίθησης ότι υπάρχουν οποιεσδήποτε θεότητες. This is a compilation of the various lists of atheists with articles in Wikipedia. Αυτή είναι μια συλλογή των διαφόρων λιστών αθεϊστών με άρθρα στην Wikipedia. Living persons in these lists are people whose atheism is relevant to their notable activities or public life, and who have publicly identified themselves as atheists. Τα πρόσωπα που ζουν σε αυτούς τους καταλόγους είναι άνθρωποι των οποίων ο αθεϊσμός σχετίζεται με τις αξιοσημείωτες δραστηριότητες ή τη δημόσια ζωή τους και οι οποίοι έχουν αναγνωριστεί δημόσια ως αθεϊστές.

Αυτή είναι μια λίστα αθεϊστών στη μουσική . It documents atheists who have composed and/or performed music . Καταγράφει άθεους που έχουν συνθέσει ή / και έχουν εκτελέσει μουσική . Living persons in this list include those whose non-religiosity is relevant to their notable activities and public life, and who have publicly identified themselves as atheists. Τα πρόσωπα που ζουν σε αυτόν τον κατάλογο περιλαμβάνουν εκείνους των οποίων η μη θρησκεία σχετίζεται με τις αξιοσημείωτες δραστηριότητες και τη δημόσια ζωή τους και οι οποίοι έχουν αναγνωριστεί δημοσίως ως αθεϊστές.

Α

B

C

D

E

F

G

  • Donald Glover (1983-): American rapper, director, writer ,producer and comedian. Donald Glover (1983-): Αμερικανός ράπερ, σκηνοθέτης, συγγραφέας, παραγωγός και κωμικός.

H

J

  • Leoš Janáček (1854–1928): Czech composer, musical theorist, folklorist, publicist and teacher. Leoš Janáček (1854-1928): Τσέχος συνθέτης, μουσικός θεωρητικός, λαογραφικός, δημοσιογράφος και δάσκαλος. He is considered to be one of the most important Czech composers, along with Antonín Dvořák and Bedřich Smetana . Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Τσέχους συνθέτες, μαζί με τον Antonín Dvořák και τον Bedřich Smetana . [63] [63]
  • Steve Jansen (1959–): English drummer, percussionist, musician, composer, and founding member of new wave band Japan . Steve Jansen (1959-): Άγγλος ντράμερ, κρουστά, μουσικός, συνθέτης και ιδρυτικό μέλος της νέας κυματοθραύστης Ιαπωνίας . [64] [64]
  • Billy Joel (1949–): American pianist, singer-songwriter and composer. Billy Joel (1949-): Αμερικανός πιανίστας, τραγουδιστής, τραγουδοποιός και συνθέτης. [65] [65]
  • Heri Joensen (1973–): Faroese musician, lead singer of the metal band Týr . Heri Joensen (1973-): Φαρόε μουσικός, ηγέτης τραγουδίστριας του μεταλλικού συγκροτήματος Týr . [66] [66]

K

L

M

N

P

  • Charlie Parker (1920–1955): American jazz saxophonist and composer. Τσάρλι Πάρκερ (1920-1955): Αμερικανός τζαζ σαξοφωνίστας και συνθέτης. He is widely considered one of the most influential jazz musicians of his time. Θεωρείται ευρέως ένας από τους σημαντικότερους τζαζ μουσικούς της εποχής του. [101] [101]
  • Richard Patrick (1968–): American singer, songwriter for the band Filter . Richard Patrick (1968-): Αμερικανός τραγουδιστής, τραγουδοποιός για το συγκρότημα Filter .
  • Andy Partridge (1953–): English singer, songwriter, and guitarist for the pop/new wave band XTC [102] Andy Partridge (1953-): Άγγλος τραγουδιστής, τραγουδοποιός και κιθαρίστας για την ποπ / νέα ζώνη XTC [102]
  • Porta (1988–): Spanish rapper. Porta (1988-): Ισπανοί rapper.
  • Sergei Prokofiev (1891–1953): Russian composer, pianist and conductor who mastered numerous musical genres and is regarded as one of the major composers of the 20th century. Σεργκέι Προκόφιεφ (1891-1953): Ρώσος συνθέτης, πιανίστας και μαέστρος που κατέκτησε πολυάριθμα μουσικά είδη και θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους συνθέτες του 20ου αιώνα. [103] [104] [103] [104]

R

S 

T

V

W

  • Roger Waters (1943–): English rock musician; Roger Waters (1943-): Άγγλος ροκ μουσικός. singer, bassist, guitarist, songwriter and composer, best known for his career with Pink Floyd . τραγουδιστής, μπασίστας, κιθαρίστας, τραγουδοποιού και συνθέτη, γνωστός για την καριέρα του με τον Pink Floyd . [136] [136]
  • Pete Wentz (1979–): American pop punk musician; Pete Wentz (1979-): Αμερικανός μουσικός ποπ punk . singer, bassist and principle lyricist of Fall Out Boy . τραγουδιστής, μπασίστας και στιχουργός της Fall Out Boy . [137] [137]
  • Pete Wernick (1946–): American bluegrass banjo player and songwriter. Pete Wernick (1946-): Αμερικανός παίκτης banjo μπλάτζο και τραγουδοποιός. [138] [138]
  • Jerry Wexler (1917–2008): American music journalist and producer, regarded as one of the major record industry players behind music from the 1950s through the 1980s, coiner of the term rhythm and blues . Jerry Wexler (1917-2008): Αμερικανός μουσικός δημοσιογράφος και παραγωγός, θεωρούμενος ως ένας από τους σημαντικότερους παίκτες της βιομηχανίας δίσκων πίσω από τη μουσική από τη δεκαετία του 1950 έως τη δεκαετία του 1980, νομισματοκοπείο του όρου ρυθμός και μπλουζ . [139] [139]
  • Mark White (1961–): Bassist of the American alternative rock band Spin Doctors. Ο Mark White (1961-): μπασίστας της αμερικανικής εναλλακτικής ροκ μπάντας Spin Doctors. [140] [140]
  • Earl Wild (1915–2010): American classical pianist, considered a leading virtuoso of his generation. Earl Wild (1915-2010): Αμερικανός κλασσικός πιανίστας, θεωρείται κορυφαίος βιρτουόζος της γενιάς του. [141] [141]
  • Steven Wilson (1967–): English musician and record producer, most associated with the progressive rock genre. Steven Wilson (1967-): Άγγλος μουσικός και δισκογραφικός παραγωγός, οι περισσότεροι που σχετίζονται με το προοδευτικό ροκ είδος. [142] [142]

X

Z

  • Frank Zappa (1940–1993): American composer, singer-songwriter, electric guitarist, record producer, and film director. Frank Zappa (1940-1993): Αμερικανός συνθέτης, τραγουδιστής, τραγουδιστής, ηλεκτρικός κιθαρίστας, δισκογραφικός παραγωγός και σκηνοθέτης. [68] [146] [68] [146

Ἡ ἀρ­χα­ί­α ἑλ­λη­νι­κή γραμ­μα­τι­κή πα­ρά­δο­ση

Ἡ πρώ­τη «ἀ­πο­ρί­α» τῶν Ἑλ­λή­νων φι­λο­σό­φων ὑ­πῆρ­ξε: Τί εἶ­ναι, γλώσ­σα; Μέ ἄλ­λα λό­για, ἀ­να­ζη­τεῖ­ται ἡ ο­ύ­σί­α τοῦ γλωσ­σι­κοῦ φαι­νο­μέ­νου, πού βρί­σκε­ται στό κέν­τρο τῆς κοι­νω­νι­κῆς τους ζω­ῆς. Οἱ ἀ­παν­τή­σεις πού δό­θη­καν δι­χά­ζον­ται· ἄλ­λοι θε­ω­ροῦν τόν ἀν­θρώ­πι­νο λό­γο σάν προ­ϊ­όν τῆς φύ­σης, κι ἄλ­λοι σάν προ­ϊ­όν τῆς κοι­νω­νί­ας. Πρό­κει­ται γιά τή γνω­στή ἀν­τί­θε­ση φυ­σει/θέ­σει ἤ νό­μῳ τοῦ γλωσ­σι­κοῦ φαι­νο­μέ­νου, ἡ ὁ­ποί­α θά θρέ­ψει τίς συ­ζη­τή­σεις τῶν φι­λο­σό­φων καί γραμ­μα­τι­κῶν σχε­δόν ὡς τίς μέ­ρες μας, καί πού δε­ί­χνει τή φι­λο­σο­φι­κή το­πο­θέ­τη­ση τοῦ προ­βλή­μα­τος· για­τί τό νά εἰ­πεῖ κα­νε­ίς πώς ἕ­νας συγ­κε­κρι­μέ­νος θε­σμός εἶ­ναι προ­ϊ­όν τῆς φύ­σης, ση­μα­ί­νει ὅ­τι ὁ θε­σμός αὐ­τός κα­τά­γε­ται ἀ­πό αἰ­ώ­νι­ες καί ἀ­με­τά­βλη­τες ἀρ­χές, οἱ ὁ­ποῖ­ες ὑ­πάρ­χουν ἔ­ξω ἀ­πό τόν ἄν­θρω­πο καί δέν ύ­πό­κειν­ται στόν νό­μο τῆς φθο­ρᾶς, καί ὁ θε­σμός ἑ­πο­μέ­νως εἶ­ναι αἰ­ώ­νιος, ἀ­με­τά­βλη­τος. Ἀν­τί­θε­τα, ἡ πα­ρα­δο­χή ἑ­νός θε­σμοῦ ὡς ά­πο­τε­λέ­σμα­τος τῆς συ­νή­θειας καί τῆς πα­ρά­δο­σης, μιᾶς σι­ω­πη­ρῆς συμ­φω­νί­ας ἀ­νά­με­σα στά μέ­λη τῆς κοι­νό­τη­τας, ση­μαί­νει ὅ­τι ὁ θε­σμός ἔ­χει τό στοι­χεῖ­ο τῆς αὐ­θαι­ρε­σί­ας, ὅ­τι μπο­ρεῖ νά τρο­πο­ποι­η­θεῖ ἤ καί νά ἀλ­λά­ξει, καί ἀ­κό­μη πώς οἱ ἴ­διοι οἱ ἄν­θρω­ποι πού τόν ἐ­θέ­σπι­σαν μπο­ροῦν νά τόν κα­ταρ­γή­σουν.
 
Οἱ δύ­ο ἀν­τί­θε­τες αὐ­τές ἀν­τι­λή­ψεις, οἱ ὁ­ποῖ­ες ἀν­τα­να­κλοῦν τή γε­νι­κό­τε­ρη κο­σμο­θε­ω­ρη­τι­κή το­πο­θέ­τη­ση τῶν φο­ρέ­ων τους, ὑ­πῆρ­ξαν γό­νι­μες στόν το­μέ­α τῆς  γλωσ­σι­κῆς     ἔ­ρευ­νας καί ά­πο­τέ­λε­σαν τήν ἀρχή τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς πα­ρά­δο­σης τῆς ἐ­πι­στή­μης τῆς γλώσ­σας, τῆς γραμ­μα­τι­κῆς. Ὁ Πλά­των στόν Κρα­τύ­λο του εἶ­ναι ύ­πο­στη­ρι­κτής τοῦ φύ­σει τῆς γλώσ­σας· οἱ λέ­ξεις, γι' αὐ­τόν, ἀν­τα­πο­κρί­νον­ται κα­τά τρό­πο «φυ­σι­κό» στά πράγ­μα­τα, μό­νο πού δέν εἶ­ναι εὔ­κο­λο νά γί­νει ἀν­τι­λη­πτή ἡ «ἀ­λή­θεια» αὐ­τή στόν ἁ­πλόν ἄν­θρω­πο· εἶ­ναι ὅ­μως στόν φι­λό­σο­φο, πού κά­τω ἀ­πό τή φαι­νο­με­νι­κό­τη­τα τῆς λέ­ξης βρί­σκει τή «φυ­σι­κή» σχέ­ση μέ τό πράγ­μα κι ἑ­πο­μέ­νως τήν ἀ­λή­θεια (τό ἔ­τυ­μο). Ἔ­τσι οἱ ἐ­τυ­μο­λο­γι­κές ἔ­ρευ­νες εἶ­ναι τό κέν­τρο τῶν γλωσ­σι­κῶν ἀ­πα­σχο­λή­σε­ων τῶν φι­λο­σό­φων· ἡ λέ­ξη μι­μεῖ­ται τή φύ­ση· οἱ φω­νές της δέν εἶ­ναι πα­ρά ἀ­πο­μι­μή­σεις τῶν φω­νῶν πού πα­ρά­γει τό φυ­σι­κό πράγ­μα. Ἡ ἀν­τα­πό­κρι­ση ἀ­νά­με­σα στόν ἦ­χο τῆς λέ­ξης καί στό νό­η­μα τό ὁ­ποῖ­ο ἐκ­φρά­ζει εἶ­ναι ἡ ἀρχή τῆς ὀ­νο­μα­το­ποι­ί­ας, κα­τά τή σύγ­χρο­νη ὁ­ρο­λο­γί­α, πού καί σή­με­ρα δέν τήν ἀρ­νεῖ­ται κα­νε­ίς, μό­νο πού δέν λύ­νει ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κά τό πρό­βλη­μα.
 
Οἱ ὀ­πα­δοί τῆς φυ­σι­κῆς ἀν­τί­λη­ψης δι­α­πι­στώ­νουν ἀ­κό­μη καί μι­άν ἄλ­λη πλευ­ρά τοῦ γλωσ­σι­κοῦ φαι­νο­μέ­νου, κα­θώς ἐ­ρευ­νοῦν τήν ἐκ­φρα­στι­κή ἀ­ξί­α τῶν γραμ­μά­των (= φω­νη­μά­των). Θε­ω­ροῦν, λ.χ., το -ρ- δη­λω­τι­κό της κί­νη­σης: ρέ­ω, ροή, τρό­μος, κτλ., τό -δ- δη­λω­τι­κό τοῦ δε­σμοῦ, τό -τ- τῆς στά­σης, τό -λ- του ὀ­λι­σθη­ροῦ καί τοῦ λε­ί­ου κτλ. Τίς ἀ­πό­ψεις αὐ­τές, πού δέ­χθη­καν καί ἀ­νέ­πτυ­ξαν οἱ Στω­ι­κοί, ὀ­νό­μα­σαν οἱ σύγ­χρο­νοι γλωσ­σο­λό­γοι «θε­ω­ρί­α τοῦ φω­νη­τι­κοῦ συμ­βο­λι­σμοῦ», κα­τά τήν ὁ­ποί­α ἡ φυ­σι­κή γέ­νε­ση τῶν λέ­ξε­ων σχε­τί­ζε­ται μέ ἕ­ναν ἤ πε­ρισ­σό­τε­ρους ἤ­χους των (= γράμ­μα­τα τῶν ἀρ­χα­ί­ων), πού ἀν­τα­πο­κρί­νον­ται φύ­σει στήν ἔν­νοιά τους. Οἱ Στω­ι­κοί ἀ­κό­μη, καλ­λι­ερ­γών­τας τίς ἐ­τυ­μο­λο­γι­κές ἔ­ρευ­νες, προ­σέ­φυ­γαν στήν ἀρχή τῆς με­τα­φο­ρᾶς, τῆς ἐ­πέ­κτα­σης δη­λα­δή τῆς ση­μα­σί­ας μιᾶς λέ­ξης χά­ρη σέ κά­ποι­ο «φυ­σι­κό» δε­σμό ἀ­νά­με­σα στήν πρώ­τη καί στή δε­ύ­τε­ρη χρή­ση της: στό­μα πο­τα­μοῦ, κλά­δος ε­πι­στή­μης κ.ο.κ. Μέ τον τρό­πο αὐ­τό δι­ευ­ρύ­νε­ται ἡ φυ­σι­κή ἐκ­φρα­στι­κή ἱ­κα­νό­τη­τα τῶν λέ­ξε­ων. Πε­ρισ­σό­τε­ρο ὅ­μως γό­νι­μη στά­θη­κε ἡ ἀρχή τῆς πα­ρα­γω­γῆς καί τῆς σύν­θε­σης, πού τήν θε­ω­ροῦ­σαν τό­τε, ἰ­δι­α­ί­τε­ρα οἱ Στω­ι­κοί, σάν κά­τι πού ἀ­πέρ­ρε­ε ἀ­πό τή φύ­ση.
 
Οἱ Σο­φι­στές καί προ­παν­τός ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης δέ­χον­ται τόν ἀν­θρώ­πι­νο λό­γο σάν σύμ­βα­ση· δέν εἶ­ναι ὁ­μοί­ω­μα τῆς φύ­σης, ἀλ­λά σύμ­βο­λον ὑ­φι­στά­με­νον ἐκ τῆς ἡ­μέ­τε­ρας ἐ­πι­νοί­ας. Τό ὄ­νο­μα εἶ­ναι φω­νη­τι­κό φαι­νό­με­νο, πού ἀ­πο­κτᾶ μιά ση­μα­σί­α εἶ­ναι φω­νή ση­μαν­τι­κή, πού δέν ἀ­πο­κλεί­ει τή μι­μη­τι­κή ἱ­κα­νό­τη­τα. Ἡ σύ­ζευ­ξη τῆς φω­νῆς (τῆς ἁ­λυ­σί­δας δη­λα­δή τῶν  ἤ­χων) καί τῆς ση­μα­σί­ας ἀ­παρ­τί­ζουν τίς λέ­ξεις, πού ἀν­τα­πο­κρί­νον­ται στά ἀν­τι­κεί­με­να. Ἡ ἀν­τα­πό­κρι­ση ὅ­μως αὐ­τή ἀ­νά­με­σα στή λέ­ξη καί στό ἀν­τι­κεί­με­νο πραγ­μα­το­ποι­εῖ­ται ὕ­στε­ρα ἀ­πό συμ­φω­νί­α τῶν με­λῶν τῆς κοι­νό­τη­τας. Πα­ρά τήν ἐν πολ­λοῖς ὀρ­θό­τη­τα τῆς ἀν­τί­λη­ψης τοῦ Ἀ­ρι­στο­τέ­λη καί τῶν ὀ­πα­δῶν του θέ­σει νό­μω τῆς γλώσ­σας, ἡ τε­λι­κή της συ­νέ­πεια φτά­νει στήν πα­ρα­δο­χή ὅ­τι ὁ λό­γος δέν εἶ­ναι πα­ρά μιά ὀ­νο­μα­το­θε­σί­α. Ἡ πραγ­μα­τι­κή φύ­ση τοῦ γλωσ­σι­κοῦ σή­μα­τος θά ἀρ­γή­σει πο­λύ νά ἐ­ρευ­νη­θεῖ. Ὡ­στό­σο, οἱ Στω­ι­κοί, πού ἰ­δι­αί­τε­ρα ἀ­σχο­λη­θή­κάν μέ τή γλώσ­σα, γιά νά ἱ­κα­νο­ποι­ή­σουν τίς ἀ­νάγ­κες τῆς Λο­γι­κῆς, φτά­νουν σέ ἀ­ξι­ο­θαύ­μα­στη θε­ω­ρη­τι­κή ἀ­νά­λυ­ση τοῦ γλωσ­σι­κοῦ φαι­νο­μέ­νου. Ἀ­πό αὐ­τούς ὁ­ρί­ζε­ται σάν φω­νή ἔ­ναρ­θρος καί ἀ­πό δι­α­νοί­ας ἐκ­πεμ­πο­μέ­νη κα­τ' ἀν­τί­θε­ση πρός τήν κραυ­γή τῶν ζώ­ων πού εἶ­ναι ἀ­ήρ ὑ­πό ὁρ­μῆς πε­πληγ­μέ­νος. Σχε­τι­κά μέ τά στοι­χεῖ­α του, δι­α­κρί­νουν τό λεκτόνση­μαι­νό­με­νον, τό ση­μαῖ­νον καί τό τυγ­χά­νον. Τό λε­κτόν ση­μαι­νό­με­νον εἶ­ναι ἡ ση­μα­σί­α τῆς λε­κτι­κῆς μο­νά­δας· τό ση­μαῖ­νον εἶ­ναι οἱ ἦ­χοι μέ τούς ὁ­ποί­ους ἐκ­φρά­ζε­ται τό ση­μαι­νό­με­νο· καί τό τυγ­χά­νον εἶ­ναι τό ὀ­νο­μα­ζό­με­νο ἀν­τι­κεί­με­νο. Ἡ λέ­ξη Δί­ων —εἶ­ναι τό πα­ρά­δειγ­μα τους— σάν φω­νή (ἦ­χος) εἶ­ναι τό ση­μαῖ­νον, τό πράγ­μα οὗ ἀν­τι­λαμ­βα­νό­με­θα τῇ ἡ­μέ­τε­ρᾳ δι­α­νοί­ᾳ εἶ­ναι τό ση­μαι­νό­με­νο, καί ὁ ἄν­θρω­πος Δί­ων στόν ὁ­ποῖ­ο ἀ­να­φέ­ρον­ται τό ση­μαῖ­νον καί τό ση­μαι­νό­με­νο (λε­κτόν) εἶ­ναι τό τυγ­χά­νον. Ἡ ἀ­νά­λυ­ση αὐ­τή θά λη­σμο­νη­θεῖ καί μό­νο ἡ ἐν­τε­λῶς σύγ­χρο­νη ἔ­ρευ­να θά τήν ἀ­ξι­ο­ποι­ή­σει.
 
Στό κα­θα­ρῶς θε­ω­ρη­τι­κό πε­δί­ο ἔρ­χε­ται ἀ­πό τόν 2ο αἰ­ώ­να π.Χ. ἕ­να ἄλ­λο πρό­βλη­μα, πού ἐ­δί­χα­σε τήν ἀρ­χαί­α σκέ­ψη πά­νω στό θέ­μα τῆς γλώσ­σας καί στό ὁ­ποῖ­ο λί­γο ἤ πο­λύ πα­ρα­με­ρί­ζε­ται ἡ ἀν­τί­θε­ση τοῦ φύ­σει/θέ­σει. Εἶ­ναι τό πρό­βλη­μά της κα­νο­νι­κό­τη­τας (= ἀ­να­λο­γί­ας, ὅ­πως τήν ἔ­λε­γαν οἱ ἀρ­χαῖ­οι) στόν σχη­μα­τι­σμό τῶν μορ­φῶν τῆς γλώσ­σας ἤ τῆς μή κα­νο­νι­κό­τη­τας (= τῆς ἀ­νω­μα­λί­ας). Ὀ­πα­δοί τῆς κα­νο­νι­κό­τη­τας εἶ­ναι κυ­ρί­ως οἱ Ἀ­λε­ξαν­δρι­νοί γραμ­μα­τι­κοί, τῆς μή κα­νο­νι­κό­τη­τας (τῆς ἀ­νω­μα­λί­ας) οἱ Στω­ι­κοί. Οἱ πρῶ­τοι κα­θο­δη­γοῦν­ται στήν ἀν­τί­λη­ψη τῆς ἀ­να­λο­γί­ας στή γλώσ­σα ἀ­πό τίς ἀ­νάγ­κες τῆς φι­λο­λο­γι­κῆς κρι­τι­κῆς καί κα­τα­γί­νον­ται νά δι­α­τυ­πώ­σουν τύ­πους μέ βά­ση πα­ρα­δείγ­μα­τα καί νά προ­χω­ρή­σουν στήν τα­ξι­νό­μη­ση τῶν μορ­φῶν. Ἡ ὕ­παρ­ξη ὅ­μως με­γά­λου ἀ­ριθ­μοῦ ἀ­νω­μα­λι­ῶν, πού δη­μι­ουρ­γοῦ­σε προ­βλή­μα­τα στήν τε­λι­κή τα­ξι­νό­μη­ση, ἐ­προ­κά­λε­σε τήν ἀν­τί­θε­τη ἀν­τί­λη­ψη: Ἡ γλώσ­σα δι­έ­πε­ται ἀ­πό ἀ­νω­μα­λί­ες πού δέν ἀ­φο­ροῦν μό­νο στή μορ­φή τῶν λέ­ξε­ων ἀλ­λά καί στίς ἴ­δι­ες τίς γραμ­μα­τι­κές κα­τη­γο­ρί­ες κα­θώς καί στίς ση­μα­σί­ες τους. Ἡ ἀ­ξί­α, π.χ., τῶν ἀ­ριθ­μῶν ἑ­νι­κοῦ/πλη­θυν­τι­κοῦ ἔ­χει τήν ἔκ­φρα­σή της, ὅ­μως ὑ­πάρ­χουν πε­ρι­πτώ­σεις πού ἡ ἔκ­φρα­ση αὐ­τή ἀ­να­τρέ­πε­ται: Ἀ­θῆ­ναι, Θῆ­βαι, στόν πλη­θυν­τι­κό ἀ­ριθ­μό, ἐ­νῶ ἐν­νο­εῖ­ται μί­α πό­λη. Ἡ λέ­ξη παιδί­ον, οὐ­δέ­τε­ρου γέ­νους, ἐ­νῶ ὑ­πο­χρε­ω­τι­κά εἶ­ναι ἀρ­σε­νι­κοῦ ἤ θη­λυ­κοῦ. Ἡ συ­νω­νυ­μί­α καί ἡ ὁ­μω­νυ­μί­α εἶ­ναι φαι­νό­με­να ἀ­νω­μα­λί­ας. Ἄλ­λω­στε μό­νο μέ τήν πα­ρα­δο­χή τῆς ἀ­νω­μα­λί­ας δεί­χνε­ται ὅ­τι ἡ γλώσ­σα εἶ­ναι προ­ϊ­όν τῆς φύ­σης.
 
Πάν­τως, ἡ ἀν­τί­θε­ση ἀ­να­λο­γί­α/ἀ­νω­μα­λί­α ὀ­φεί­λε­ται κυ­ρί­ως στήν ἀ­δυ­να­μί­α νά δι­α­κρί­νουν οἱ ἀν­τί­στοι­χοι ὀ­πα­δοί τους τήν κα­νο­νι­στι­κή ἀ­πό τήν πε­ρι­γρα­φι­κή γραμ­μα­τι­κή· ἡ δεύ­τε­ρη δι­α­πι­στώ­νει καί πε­ρι­γρά­φει τά φαι­νό­με­να ὅ­πως δι­α­μορ­φώ­νον­ται στή χρή­ση τους ἀ­πό τά μέ­λη μιᾶς συγ­κε­κρι­μέ­νης γλωσ­σι­κῆς κοι­νό­τη­τας, ἐ­νῶ ἡ πρώ­τη θέ­λει νά θέ­σει κα­νό­νες γιά τήν ὀρ­θή της χρή­ση καί τήν προ­φύ­λα­ξή της ἀ­πό τή δι­α­φθο­ρά. Εἶ­ναι ἡ προ­σπά­θεια τῶν Ἀ­λε­ξαν­δρι­νῶν νά ἀ­πο­κα­τα­στή­σουν τήν πρω­τό­τυ­πη μορ­φή τῶν πα­λαι­ο­τέ­ρων κει­μέ­νων καί νά ξε­χω­ρί­σουν τό αὐ­θεν­τι­κό ἀ­πό τό ἀ­πό­κρυ­φο, πού τούς ὁ­δή­γη­σε στό λε­γό­με­νο κλασ­σι­κό σφάλ­μα: νά θε­ω­ρή­σουν δη­λα­δή σάν γλώσ­σα-ὑ­πό­δειγ­μα τήν Ἀτ­τι­κή, ὅ­που εἶ­χαν γρα­φεῖ ἀ­ρι­στουρ­γή­μα­τα, καί νά κα­τα­δι­κά­σουν τήν ὁ­μι­λού­με­νη τῆς ἐ­πο­χῆς τους σάν δι­ε­φθαρ­μέ­νη μορ­φή τῆς πρώ­της, ἡ ὁ­ποί­α ὀ­φεί­λε­ται στή χρή­ση τῆς γλώσ­σας ἀ­πό τους «ἀ­γραμ­μά­τους». Δέν εἶ­χαν ἀν­τι­λη­φθεῖ τή δι­α­φο­ρά ἀ­νά­με­σα στή γρα­φό­με­νη καί ὁ­μι­λού­με­νή γλώσ­σα, ὅ­πως ἐ­πί­σης καί τό γε­γο­νός τῆς ἐ­ξέ­λι­ξης τῶν γλωσ­σῶν. Φυ­σι­κά, τό σφάλ­μα συ­νε­χί­στη­κε σέ ὅ­λο τόν Με­σαί­ω­να καί στά νε­ό­τε­ρα χρό­νια καί συ­νε­χί­ζε­ται ἀ­κό­μη στίς ἡ­μέ­ρες μας, σέ βά­ρος τοῦ λα­οῦ πού χρη­σι­μο­ποι­εῖ γιά γλώσ­σα του τήν ἑλ­λη­νι­κή.
 
Οἱ θε­ω­ρη­τι­κές ἀ­να­ζη­τή­σεις τῶν ἀρ­χαί­ων Ἑλ­λή­νων καί οἱ πρα­κτι­κές ἔ­ρευ­νες πά­νω στό γλωσ­σι­κό φαι­νό­με­νο εἶ­χαν πο­λύ θε­τι­κά ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα. Ἡ χρη­σι­μο­ποί­η­ση τοῦ φοι­νι­κι­κοῦ ἀλ­φα­βή­του, ἡ προ­σαρ­μο­γή του καί ἡ βελ­τί­ω­σή του δεί­χνουν πό­σο ἀ­πα­σχό­λη­σε τους Ελ­λη­νες ἡ φω­νη­τι­κή πλευ­ρά τῆς γλώσ­σας τους. Ὁ Πλά­των, στόν Κρα­τύ­λο, δι­α­κρί­νει τούς ἤ­χους σέ φω­νή­εν­τα καί σέ σύμ­φω­να· ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης, στήν Ποι­η­τι­κή του, ἀ­να­λύ­ει λε­πτο­με­ρεια­κά τά γράμ­μα­τα (= ἤ­χους) μέ τά ὁ­ποῖ­α συν­τί­θεν­ται οἱ λέ­ξεις.
 
Ὡς πρός τίς λέ­ξεις, ὁ Πρω­τα­γό­ρας δι­έ­κρι­νε τά γέ­νη τῶν ὀ­νο­μά­των, ἐ­νῶ ὁ Πλά­των δι­α­χώ­ρι­ζε τό ὄ­νο­μα ἀ­πό τό ρῆ­μα, σάν μέ­ρη τοῦ λό­γου. Στά δύ­ο αὐ­τά μέ­ρη ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης πρό­σθε­σε τό γράμ­μα, τή συλ­λα­βή, τόν σύν­δε­σμο καί τό ἄρ­θρο· ὁ ἴ­διος δι­έ­κρι­νε τήν ἔν­νοι­α τοῦ χρό­νου στό ρῆ­μα, ἔν­νοι­α πού δέν ὑ­πάρ­χει στό ὄ­νο­μα. Οἱ Στω­ι­κοί, πού ἔ­κα­ναν με­γα­λο­φυ­εῖς πα­ρα­τη­ρή­σεις στή φύ­ση τοῦ γλωσ­σι­κοῦ σή­μα­τος, ἀ­να­γνώ­ρι­σαν σάν μέ­ρη τοῦ λό­γου: Τό ὄ­νο­μα, τό ρῆ­μα, τόν σύν­δε­σμο καί τό ἄρ­θρο, ἐ­νῶ ταυ­τό­χρο­να τα­ξι­νό­μη­σαν τίς λέ­ξεις κα­τά κλί­σεις, κα­θι­ε­ρώ­νον­τας καί τίς γραμ­μα­τι­κές κα­τη­γο­ρί­ες τοῦ ὀ­νό­μα­τος: τήν πτώ­ση, τό γέ­νος καί τόν ἀ­ριθ­μό. Οἱ Στω­ι­κοί ἐ­πί­σης, ἐ­κτός ἀ­πό τήν ἔν­νοι­α τοῦ χρό­νου (πα­ρόν, πα­ρελ­θόν), ἀ­να­κά­λυ­ψαν τίς φω­νές τοῦ ρή­μα­τος (ἐ­νερ­γη­τι­κή/πα­θη­τι­κή), τίς δι­α­θέ­σεις (με­τα­βα­τι­κά/ἀ­με­τά­βα­τα), καί τήν ποι­ό­τη­τα ἐ­νέρ­γειας (a­s­p­e­ct). Ἀ­πό τούς Ἀ­λε­ξαν­δρι­νούς γραμ­μα­τι­κούς προσ­δι­ο­ρί­στη­καν ἄλ­λα τέσ­σε­ρα μέ­ρη τοῦ λό­γου: τό ἐ­πίρ­ρη­μα, ἡ με­το­χή, ἡ ἀν­τω­νυ­μί­α καί ἡ πρό­θε­ση. Ἀ­πό τούς Ἀ­λε­ξαν­δρι­νούς, ἐ­πί­σης, συ­στη­μα­το­ποι­οῦν­ται ἡ κλί­ση τοῦ ὀ­νό­μα­τος καί ἡ κλί­ση τοῦ ρή­μα­τος, καί ἀ­πό αὐ­τούς τε­λι­κά δι­α­μορ­φώ­θη­κε καί πα­ρου­σι­ά­στη­κε ἡ πρώ­τη πλή­ρης καί συ­στη­μα­τι­κή πε­ρι­γρα­φή τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς γλώσ­σας, πού εἶ­ναι καί ἡ πρώ­τη «γραμ­μα­τι­κή» του Δυ­τι­κοῦ Κό­σμου (τέ­λη τοῦ 2ου π.Χ.αἰ­ώ­να, Δι­ο­νύ­σιος ὁ Θράξ).Ἤ «γραμ­μα­τι­κή» του Δι­ο­νυ­σί­ου τοῦ Θρα­κός δέν πε­ρι­λάμ­βα­νε τή σύν­τα­ξη τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς· τό μέ­ρος αὐ­τό, πού ἀ­φο­ρᾶ στόν συν­δυα­σμό τῶν με­ρῶν τοῦ λό­γου σέ φρά­σεις, θά ἐκ­πο­νη­θεῖ τρεῖς αἰ­ῶ­νες ἀρ­γό­τε­ρα, ἀ­πό τόν ἐ­πί­σης Ἀ­λε­ξαν­δρι­νό Ἀ­πολ­λώ­νιο τον Δύ­σκο­λο (2ος αἰ­ώ­νας μ.Χ.­).

Η φωνή της άρνησης

Με λένε άρνηση, κι όσο κι αν παλεύεις να κάνεις αυτό που κάνω εγώ- να με αρνηθείς – τόσο πιο κοντά σου έρχομαι.

Σε ρώτησαν τι θα έλεγα αν είχα φωνή. Κι εσύ απάντησες πως θα ζήταγα να τα παρατήσω όλα και να φύγω, να βρω τον εαυτό μου. Χαίρομαι που σύντομα κατάλαβες, ναι εσύ, ότι αυτή ήταν η δική σου φωνή, η δική σου ανάγκη, και όχι η δική μου.

Χαίρομαι που αποφάσισες να ακούσεις και τη δική μου φωνή.

Είμαι η άρνηση και ζω δίπλα σου πολλά χρόνια, κυριεύω συναισθήματά σου, ελέγχω συμπεριφορές σου, είμαι πιστή σου φίλη ειδικά όταν με διώχνεις.

Είμαι η άρνηση και ξέρεις τι θα έλεγα λοιπόν; Δεν πρόκειται να φύγω από δίπλα σου. Θα μένω κολλημένη πάνω σου πεισματικά όσο εσύ με αγνοείς. Δε θα σε αφήνω να δεις καθαρά τα πράγματα, ή μάλλον θα τα βλέπεις, και με πλήρη διαύγεια και συνείδηση θα τα αγνοείς. Κι αυτό θα σε σκοτώνει. Θα ξέρεις τι νιώθεις, θα ξέρεις τι θέλεις, θα ξέρεις τι σκέφτεσαι κι όμως θα τα βάζεις όλα στην άκρη, κάνοντας με ανοιχτά μάτια ότι δεν υπάρχουν. Ναι, αυτό θα σου κάνω! Θα με φοράς πάνω σου μέρα και νύχτα, σαν ρούχο απαραίτητο που χωρίς αυτό αισθάνεσαι την άσχημη γύμνια αυτού του κόσμου να ξεριζώνει τα σωθικά σου.

Ξέρεις όμως κάτι; Θα είμαι εκεί και εκείνες τις κρύες νύχτες που όλα είναι μαύρα. Πιστή φίλη όπως σου είπα και πριν. Αρνούμαι- μα αυτό ξέρω να κάνω καλά!- να σε αφήσω, όσο εσύ αρνείσαι να δεις το ρόλο ύπαρξής μου.

Εγώ αρνούμαι, κι εσύ φοβάσαι. Κι έχω μάθει πως ο φόβος κρύβει πόνο. Κι εγώ δε θέλω να σε πονέσω. Το αντίθετο. Σε καλύπτω με ένα πέπλο για να μην πονέσεις. Φοβάσαι! Φοβάσαι να ρισκάρεις, φοβάσαι να είσαι εσύ, φοβάσαι να μην είσαι στα πελάγη τελειότητας, φοβάσαι μη σε απορρίψουν, φοβάσαι που υπάρχεις, όσο κι αν περίτρανα υπερασπίζεσαι έννοιες όπως ελευθερία, ρίσκο, αυθορμητισμός, παρόρμηση, πάθος. Έχεις καταφέρει πολλά, πάρα πολλά, δοκιμάζεις πολλά, βλέπεις πολλά, όμως τα προσπερνάς με τόσο μεγάλη ευκολία, που ακόμα κι αυτά, εγώ, η άρνηση, σε κάνω να μην τα βλέπεις εστιασμένα. Θα σε αφήσω να τα δεις, όταν πρώτα δεις βαθιά τι είσαι εσύ. Θα σε αφήσω να ενθουσιαστείς με όσα έχεις καταφέρει, όταν πρώτα ενθουσιαστείς με τον εαυτό σου. Γιατί μέχρι τότε, απλά τα μειώνεις, πρώτα εσένα και μετά εκείνα. Γιατί και που τα βλέπεις, δεν τα αναγνωρίζεις. Γι’ αυτό και εκεί υπάρχω εγώ πάλι.

Όσο ζεις με τη σκέψη του τι θα κάνεις και τι θα πεις για να μην πληγώσεις τους άλλους, να ξέρεις πως εγώ θα ζω δίπλα σου με την σκέψη του να μην πληγώσω εσένα. Κάποιος πρέπει να το κάνει και αυτό δε νομίζεις;

Θα φύγω όταν με αποδεχτείς. Νάτο, και μόνο που το γράφω είσαι σε πανικό. Άραγε πόσο φοβάσαι μη σε αφήσει κάποιος; Ακόμα και τα άσχημα, οι άνθρωποι που σε πονάνε, πόσο σε φοβίζει το να σε αφήσουν; Πόσα απορρίπτεις από εσένα για να μη σε απορρίψουν οι άλλοι; Μην ανησυχείς. Όταν θα φύγω, δε θα με έχεις πια ανάγκη, και σίγουρα θα είμαι πάλι εκεί δίπλα σου με μανία όταν εσύ θα με θες. Όταν ακούσεις τη φωνή μου, όταν συμφιλιωθείς μαζί μου, θα πάρω άλλη μορφή πάνω σου, δε θα χαθώ, θα μεταμορφωθώ σε κάτι γόνιμο πια για σένα.

Έχω και θυμό μαζί σου. Είναι απίστευτο το πως μπορείς να δέχεσαι τον κάθε άλλον, με το κάθε τι περίεργο πάνω του, και δε μπορείς να αγαπήσεις τα δικά σου περίεργα! Είναι απίστευτο το πόσο έντονα αγνοείς τα θετικά σου κομμάτια θεωρώντας τα δεδομένα σε σένα, αλλά επιτεύγματα στους άλλους. Γιατί κορίτσι μου; Ποιός στο καλό σου είπε ότι πρέπει να κάνεις ένα σωρό πράγματα για να είσαι άξια; Τι κατάλοιπα κουβαλάς; Και πόσα στο διάολο κοσμήματα, πτυχία, επιτυχίες πρέπει να κουβαλάς επάνω σου για να νιώθεις ότι είσαι ιδιαίτερη; Και που τα έχεις, το ίδιο μίζερα νιώθεις. Καλύπτεις απλά κάπως τα βαθύτερα κενά σου.

Μην κλαις. Κάποιος έπρεπε να σου τα χώσει κάποια στιγμή. Καλύτερα να το κάνω εγώ, που σου ανήκω. Ναι, κομμάτι σου είμαι! Κομμάτι που δε σου αρέσει, γι’ αυτό απωθείς συνεχώς, όπως κάνεις με όλα που δε σου αρέσουν σε σένα. Τα βάζεις τιμωρία στον τοίχο, τα κρίνεις, τα μαλώνεις, δεν τα δέχεσαι. Και εκεί έρχομαι κι εγώ σαν άρνηση ντυμένη να τα υπερασπιστώ. Στρέφω το βλέμμα σου αλλού. Γιατί κι αυτά κομμάτια σου είναι και πονάνε. Κι όσο πονάς εσύ όταν σε απορρίπτουν, άλλο τόσο ματώνει ο εαυτός σου όταν τον απορρίπτεις εσύ. Κι εγώ, η άρνηση, ΑΡΝΟΥΜΑΙ, να σε αφήσω να το κάνεις αυτό!

Είμαι η άρνηση και ξέρεις κάτι; Υπάρχω γιατί ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ, επιτέλους όμως χρειάζεσαι λίγη ξεκούραση! Ψυχική, συναισθηματική, νοητική, σωματική. Και πρέπει κάποιος να στη δώσει. Αν δεν το κάνεις εσύ, θα το κάνω εγώ, έστω κι έτσι.

Στο χθες σου υπήρχα και σου εξήγησα γιατί. Στο τώρα σου… Τώρα είσαι τόσο μπερδεμένη, που αν σε αφήσω να στραφείς κάπου, θα πέσεις. Και έχεις πέσει αρκετά τελευταία. Και σου αξίζει και σένα να πέσεις πιο ομαλά σε κάτι. Κι αν θεωρείς ότι δε σου έχει συμβεί και τίποτα δύσκολο ώστε να νιώθεις τώρα έτσι, να ξέρεις πως ο κάθε άνθρωπος μοναδικά βιώνει την κάθε κατάσταση. Ξέρεις και ξέρω ανθρώπους που δεν έχουν περάσει τίποτα και γκρινιάζουν και άλλους που έχουν επιβιώσει από τραγικές καταστάσεις. Γιατί πρέπει να το ορίσεις; Γιατί δεν δικαιούσαι λίγη ηρεμία; Γιατί τόση ενοχή στην ύπαρξη ηρεμίας και χαράς; Όσο δεν αφήνεις τον εαυτό σου να ζήσει και να χαμογελάσει, να ξέρεις, πως εγώ αρνούμαι να φύγω από δίπλα σου, και έχω τους λόγους μου.

Αγάπησέ με, δε θέλω το κακό σου. Αγάπησέ με, είμαι μέρος σου. Εγώ σου έμαθα να αρνείσαι να βλέπεις συνειδητά, όμως μην αρνείσαι την άρνηση, μην αρνείσαι εμένα, μην αρνείσαι τον ίδιο σου τον εαυτό. Υπάρχω συνοδοιπόρος σου για να μάθεις να αρνείσαι άλλα πράγματα, όχι όμως εσένα. Αποδέξου με. Και τότε, θα χαμογελάμε μαζί με άρνηση σε ό,τι σε τρομάζει, σε ό,τι σε πονάει, σε ό,τι σε απορρίπτει. Σε αγαπάω.

Μην ψάχνεις αλλού… η ομορφιά κρύβεται στην πιο απλή στιγμή

Μίλα Αληθινά. Μην κάνεις τις σχέσεις σου ναρκοπέδιο, μιλά καθαρά και θα δεις λουλούδια να ανθίζουν.

Αυτό το υπέροχο στόμα που έχεις, άνοιξέ το και μίλα, μίλα στους ανθρώπους, πες καλημέρα, πες καληνύχτα, πες οτιδήποτε, η σιωπή θα σε οδηγήσει σε σκοτεινά μονοπάτια της ψυχής σου.

Πες τα ευθέως, χωρίς υπεκφυγές, με λόγια σταράτα. Πόσες φορές παρεξηγήθηκες, μούτρωσες, και έχασες ανθρώπους από κοντά σου. Μιλά τους, πες, τι σε ενόχλησε, τι σε πλήγωσε, τι σε αποκαρδίωσε, τι σε θύμωσε.

Μπορεί να φταίει ο άλλος, αλλά και εσύ περισσότερο αν δεν μιλήσεις, αν δεν ακούσεις την εκδοχή του, αν δεν συζητήσετε, αν δεν μαλώσετε, αν δεν ξεκαθαρίσετε.

Μην πετάς σπόντες, μισόλογα, και μην μουτρώνεις, είναι παιδιάστικο αρκετά. Αυτό δηλώνει την αδυναμία σου, να αντιμετωπίσεις τον κόσμο, να έχεις άμυνα την αλήθεια.

Μην αφήνεις νάρκες παντού, ένα πάτημα και θα σκάσουν, και θα διαλυθούν όλα. Αν μίλαγες, όλα τα κακά συμβάντα των ανθρωπίνων σχέσεων, ίσως είχαν πάρει άλλο δρόμο.

Δεν θέλει πολλά ο άνθρωπος, στις καταιγίδες της ζωής του. Μία γλυκιά κουβέντα, μια γλυκιά ματιά, και να μοιραστεί ένα καφεδάκι. Οι στενοχώριες για πέντε λεπτά σβήνουν.

Έχεις δει πόσο όμορφο γίνεται το μέσα σου, όταν μοιράζεσαι τον καφέ σου, όταν μοιράζεσαι τα παράπονά σου, τις στενοχώριες σου και τις χαρές σου, απλώνει η ψυχή σου, ανοίγει σαν το στρείδι, και όλα είναι απλά, απλά πράγματα θέλει ο άνθρωπος για να είναι Ευτυχισμένος.

Μην ψάχνεις πουθενά αλλού. Η ομορφιά κρύβεται στην πιο απλή στιγμή που ζεις.

ΕΘΝΟΣ, ΕΘΝΙΣΜΟΣ

Σε πολιτικό επίπεδο τώρα, μετά την κατάρρευση στη Δύση της αυτοκρατορίας του Καρλομάγνου, αυτού του κτηνώδους σφαγέα των ευρωπαϊκών εθνών, ο κόσμος του Ιαχωβά οργανώθηκε σε φεουδαρχική δομή, η οποία, αν και κράτησε αρκετούς αιώνες, οδήγησε σε αδιέξοδα για τον απλό λόγο του ότι ο κατακερματισμός της Εξουσίας τον έκανε τρωτό σε αλληλοσυγκρούσεις τμημάτων του και εύκολες ανατροπές από ανά τόπους δυσαρεστημένους πληθυσμούς δούλων. Παράλληλα, στην Ανατολή, το θεοκρατικό Βυζάντιο υπέκυπτε κι αυτό στο φεουδαρχικό μοντέλο, μένοντας τύποις μόνον «αυτοκρατορία» σε βαθμό που να εξασφαλίζει ικανό μηχανισμό συλλογής φόρων για τις ακόρεστες ανάγκες του παλατιού, της γραφειοκρατίας και του παρασιτικού κλήρου και παρα-κλήρου που άκουγε στο όνομα «μοναχισμός». 

Το συνολικό μοντέλο πάντως, κατέρρευσε ταυτόχρονα με την περίοδο που εν συντομία ονομάζουμε Μεσαίωνα. Η τρωτή φεουδαρχία της Δύσης έδωσε, κατά τον 16ο αιώνα, τη θέση της στο άτρωτο από εξεγέρσεις δούλων «Εθνοκράτος», και στους επόμενους δύο αιώνες σύσσωμη η Ευρώπη υποχρεώθηκε, από άκρου σε άκρο της, ν’ ακολουθήσει το παράδειγμα, ενώ όμως την ίδια περίπου εποχή στο φαντασιακό/αντιληπτικό επίπεδο, η ανθρωπότητα όχι μόνο δεν μετασχηματιζόταν ουσιαστικά σε κάτι διαφορετικό, αλλά αντίθετα παρέμενε στην ίδια φρικτή και πνευματοκτόνο κοσμοθέαση, βυθιζόμενη συνάμα σε ακόμα μεγαλύτερη αποκτήνωση (Πόσοι άραγε ξέρουν ότι η συντριπτική πλειοψηφία των εκατομμυρίων θυμάτων της ιαχωβικής θρησκευτικής μισαλλοδοξίας, δεν αφορούν τον.. «επάρατο» Μεσαίωνα, αλλά, αντίθετα, την.. «φωτισμένη» Αναγέννηση;) 

Καλύπτοντας λοιπόν όλα σχεδόν τα προ πολλού αλλοτριωμένα ευρωπαϊκά «έθνη», εκ των οποίων τα περισσότερα είχαν ταπεινωμένα τα ονόματά τους και παραποιημένη την προχριστιανική Ιστορία τους, με υπήκοους ονοματισμένους από το λεξικό της εβραϊκής μυθολογίας και με τα ιερατεία να ξελαρυγγιάζονται σε ύμνους υπέρ του Ιαχωβά («αλληλούϊα», «δόξα και τιμή στον Ιαχωβά»), το νεοφανές «Εθνοκράτος», βασίστηκε πάνω σε δίποδα θεμέλια. Σε έναν ολοκληρωτικό, βίαιο και συγκεντρωτικό εξουσιαστικό μηχανισμό από τη μία, αρχικά μόνον «μοναρχικό» και φυσικά πάντοτε «χριστιανικό», και σε μια βίαιη ομοιομορφία των υπηκόων από την άλλη, υπηκόων που όφειλαν ν’ αντιλαμβάνονται τα πράγματα -και κατ’ επέκταση να συμπεριφέρονται- στο εξής, ως ομογενές «έθνος» μέσα σ’ έναν κόσμο που το πρώτο και κύριο που εχθρευόταν ήταν η ύπαρξη πολυμορφίας, ήτοι.. «εθνών» με την αυθεντική φυσικά έννοια του όρου (ήτοι, ομάδες με ιδιαίτερα «έθη και νόμους και γλώτταν και βίον» όπως το ‘χε ορίσει παλαιά ο Απολλώνιος). 

Η σχιζοφρένεια αυτή, ξεπεράστηκε ωστόσο από τον αυθαίρετο και διαστρεβλωτικό ορισμό του κρατίστικα δημιουργημένου ψευδο-«Έθνους», ως ομοιόμορφης μάζας υπηκόων και όχι ως κοινωνικής ή φυλετικής ομάδας που τηρεί ένα ίδιο και αυτόχθον, ήτοι αρχαιότροπο «έθος»: Μία μικρή ομάδα εξουσιαστών αποφασίζει ιδία βουλήσει ότι ανήκουν στο κατασκευασμένο ψευδο-«Έθνος» της κάποιες μεγάλες ομάδες λαού, που ούτε καν ρωτήθηκαν αν θέλουν ν’ ανήκουν σ’ αυτό. 

Έτσι, ένας τερατώδης μηχανισμός φυσικής και πνευματικής υποδούλωσης γεννιέται, ένας μηχανισμός που είναι ταυτόχρονα κρατικός και χριστιανικός: το ιδιό-Τροπο (το με ίδιαίτερο ή ίδιον Τρόπον) άτομο ή η ιδιό-Τροπη ομάδα, συνθλίβονται οριστικά μέσα στην ξέφρενη και αμείλικτη υπηκοοποίηση (εκ του Υπο-Ακούειν, Υπακούειν) αλλά και πνευματική δουλοπρέπεια (ο Νίτσε έχει αναφερθεί με λεπτομέρεια πάνω στις κοσμοθεάσεις που δημιουργούν δούλους). Για πρώτη φορά λοιπόν στην μακραίωνη ανθρώπινη Ιστορία, η εθνική συνείδηση ξεπέφτει σε ένα προϊόν βίας και τρόμου. 

Περιπέτειες στον Όλυμπο, Προμηθέας Δευκαλίων και Πύρρα

To ευθυμογράφημα που ακολουθεί, βασίστηκε στον σατυρικό τρόπο γραφής του Λουκιανού του Σύρου (125 - 180 μ.Χ.). Ο Λουκιανός ήταν ρήτορας και σατιρικός συγγραφέας, δημιουργός του σατιρικού διαλόγου, και από τους σημαντικότερους Αττικιστές συγγραφείς της Δεύτερης σοφιστικής. Ο λόγος του Λουκιανού είναι αιχμηρός και διεισδυτικός, και χρησιμοποιεί κατά κόρον τον διάλογο για να σατιρίσει, να καυτηριάσει και να αναπτύξει τα θέματα που της αρχαίας Ελληνικής μυθολογίας. Η προσπάθεια που ακολουθεί, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να συγκριθεί με την πρωτοτυπία και την αξία των έργων του Λουκιανού ή οποιουδήποτε άλλου αρχαίου Έλληνα συγγραφέα. Αποτελεί απλώς ένα σατυρικό κείμενο το οποίο αντλεί την έμπνευση του, από την μαγευτική και ανεξάντλητη αρχαία Ελληνική μυθολογία. Οι αναγνώστες του κειμένου θα πρέπει να το εκλάβουν ως τέτοιο και μόνο. Το κείμενο αναρτάται σε συνέχειες.

Ο Δευκαλίωνας, ήταν γιος του Τιτάνα Προμηθέα, και ήταν βασιλιάς της Θεσσαλίας σε μια εποχή, που οι άνθρωποι ατυχώς αποφάσισαν να μην τηρούν τις πρέπουσες τιμές προς τους Θεούς. Ο Δίας λοιπόν βουρλίστηκε, και αποφάσισε να τιμωρήσει μιας και εξάπαντος το υπεροπτικό ανθρώπινο γένος με κατακλυσμό. Ο Προμηθέας τότε πήγε στον γιο του Δευκαλίωνα, και τον προειδοποίησε για την επερχόμενη καταστροφή:

- «Γιε μου ο Δίας τα έχει πάρει στο κρανίο με εσάς τους θνητούς για ακόμη μία φορά. Η πρώτη ήταν όπως ξέρεις όταν έκλεψα την φωτιά για να σας την δώσω σε εσάς, τους ανθρώπους τους οποίους εγώ σας δημιούργησα με πηλό και νερό, ώστε να ξεφύγετε από την πρωτόγονη ζωώδη κατάσταση. Τότε ήταν που η Θεά Αθηνά σας έστειλε τις ψυχές, με φτερά πεταλούδας, για να τα κατοικήσουν στα κορμιά σας, και να τους δώσουν πνοή. Ήταν τόση η αγάπη μου για εσάς, που σκέφτηκα ένα κόλπο για να σας βοηθήσω. Όταν κάναμε μία από τις πολλές θυσίες στον Όλυμπο, χώρισα το σφάγιο του βοδιού σε δυο μέρη.

Στο ένα μερίδιο έβαλα το δέρμα, τη σάρκα και τα εντόσθια σκεπασμένα με την κοιλιά του ζώου και στο άλλο έβαλα τα κόκαλα, από τα οποία είχα αφαιρέσει το κρέας, σκεπάζοντας τα με λευκό λίπος. Διάλεξε, είπα στον τρανό Δία, το μερίδιο που θα αντιστοιχούσε στους θεούς. Ότι περίσσευε θα το έδινα σε εσάς, καθώς οι Θεοί πάντα προηγούνται. Όπως είχα προβλέψει ο Δίας διάλεξε το γυαλιστερό λίπος. Όταν όμως διαπίστωσε ότι το μερίδιο αυτό ήταν μόνο κόκαλα εξοργίστηκε τόσο μαζί μου, και αποφάσισε να μην ξαναστείλει ποτέ την φωτιά στο ανθρώπινο γένος. Εγώ όμως έκλεψα σπίθες φωτιάς από το καμίνι του Ηφαίστου, και σας την έδωσα, έτσι καλλιεργήσατε την γη, σας δίδαξα τις επιστήμες και την ιατρική ώστε να προοδεύσετε.

Ο Δίας όμως με τιμώρησε σκληρά για αυτό. Με έδεσε ο άτιμος με ατσάλινες αλυσίδες στον Καύκασο κι έστειλε έναν αετό, γεννημένο από τον Τυφώνα και την Έχιδνα, να μου τρώει το συκώτι, το οποίο κάθε πρωί ανανεωνόταν. Είχε ορκιστεί στα νερά της Στύγας να μη με λύσει ποτέ από τα δεσμά μου. Υπέμενα καρτερικά το βάσανο έως ότου ο Ηρακλής με ελευθέρωσε επιτέλους. Ο Ηρακλής ήταν γιός του Δία, έτσι αυτός χάρηκε για το κατόρθωμα του κανακάρη του, και με άφησε Ελεύθερο.

Δεν του έφτανε όμως μόνο η δική μου τιμωρία. Θέλοντας να τιμωρήσει και εσάς τους θνητούς, στους οποίους είχα δωρίσει το ουράνιο πυρ, ο Δίας διέταξε τον γιό του Ήφαιστο, να φτιάξει μια όμορφη θνητή κόρη με Θεϊκή ομορφιά, και να της δώσει ανθρώπινη φωνή και δύναμη.

Οι Θεές του Ολύμπου και οι Ώρες την στόλισαν, την αρωμάτισαν, την χτένισαν και να της μάθουν να αποκτήσει χάρη, θηλυκότητα και τρόπους. Ο Ερμής της έμαθε διάφορα τεχνάσματα για να εξαπατά. Στην γυναίκα που θα δινόταν ως δώρο λοιπόν σε εμένα, έδωσαν το όνομα Πανδώρα. Ο Δίας όμως ήξερε πως εγώ ήμουν αρκετά έξυπνος, για να πέσω στην παγίδα του, έτσι σκέφτηκε να την δωρίσει στον αδελφό μου Επιμηθέα.

Όταν ο Ερμής πήγε την Πανδώρα στον Επιμηθέα, αυτός θαμπώθηκε τόσο πολύ από την ομορφιά, και την χάρη της, που όχι μόνο δέχθηκε αυτό το δώρο αλλά σύντομα την παντρεύτηκε, παρότι τον είχα προειδοποιήσει. Ο Δίας, ικανοποιημένος που έπιασε το κόλπο του, έδωσε στην Πανδώρα σύμφωνα με το σχέδιο του, ένα όμορφο κουτί, ως δώρο για τον γάμο της με τον Επιμηθέα. Με μία προϋπόθεση όμως, να μην το ανοίξει ποτέ. 

Για ένα διάστημα, ο Επιμηθέας και η Πανδώρα ήταν πολύ ευτυχισμένοι. Η Πανδώρα συχνά αναρωτιόταν τι υπήρχε μέσα στο κουτί, αλλά ποτέ δεν είχε μείνει μόνη της, έτσι ποτέ δεν το άνοιξε. Σταδιακά, όσο περνούσε ο καιρός, άρχισε να αναρωτιέται όλο και περισσότερο τι ήταν αυτό που υπήρχε μέσα στο κουτί. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί κάποιος θα της έστελνε ένα κουτί αν δεν μπορούσε να δει τι ήταν μέσα σ’ αυτό. Έγινε, λοιπόν, πολύ σημαντικό να μάθει τι κρυβόταν μέσα στο κουτί.

Στο τέλος, δεν μπορούσε να αντισταθεί πλέον. Μια μέρα, όταν όλοι ήταν έξω εκείνη σύρθηκε μέχρι το παράθυρο, πήρε το τεράστιο κλειδί, το τοποθέτησε προσεκτικά στην κλειδαριά και το γύρισε. Σήκωσε το καπάκι για να για να ρίξει μια γρήγορη ματιά, αλλά πριν το συνειδητοποιήσει το δωμάτιο είχε γεμίσει με φοβερά πράγματα: την ασθένεια, την απόγνωση, την κακία, την πλεονεξία, τα γηρατειά, το θάνατο, το μίσος, τη βία, τη σκληρότητα και τον πόλεμο. Έκλεισε το καπάκι με δύναμη και γύρισε το κλειδί και πάλι ... κρατώντας μέσα στο κουτί μόνο το πνεύμα της ελπίδας. Από τότε λοιπόν όλα τα δεινά του κόσμου ξεχύθηκαν και ταλανίζουν εσάς τους ανθρώπους. Αυτή που υπάρχει όμως ακόμα στον αντίποδα και περιμένει καρτερικά είναι η ελπίδα για να απαλύνει τον πόνο σας.

Τώρα όμως υπάρχει ένα άλλο πιο σοβαρό πρόβλημα, Δευκαλίωνα. Ο Δίας θα προκαλέσει τέτοιο κατακλυσμό που παρόμοιο του δεν έχουν δει οι άνθρωποι. Δεν θα γλιτώσει κανείς, όπως λέει ο Βασιλιάς του Ολύμπου. Λογάριασε όμως για ακόμα μία φορά χωρίς τον ξενοδόχο. Άκουσε καλά Δευκαλίωνα. Θα πρέπει αμέσως να κατασκευάσεις ένα πλοίο, και να βάλεις μέσα όλα τα απαραίτητα εφόδια ώστε να γλυτώσετε από το νερό, εσύ και η γυναίκα σου».

Και έτσι έγινε. Μόλις που πρόλαβε ο Δευκαλίωνας και η Πύρρα να κατασκευάσουν το πλοίο, και αμέσως «άνοιξαν» οι ουρανοί, και η γη πλημμύρισε. Όλοι οι άνθρωποι πνίγηκαν, εκτός του Δευκαλίωνα και της Πύρρας. Το πλοίο τους ανεβοκατέβαινε στα κύματα για εννέα ημέρες. Τη δέκατη μέρα, η βροχή σταμάτησε και το πλοίο προσάραξε στον Παρνασσό. Το ζευγάρι αποβιβάστηκε και έσπευσε να κάνει θυσία προς τιμήν του Φύξιου Δία, του προστάτη των φυγάδων. Ο Δευκαλίωνας με την Πύρρα τρομοκρατημένοι ετοίμασαν τις προσφορές με μεγάλη σχολαστικότητα και ευλάβεια προς τον Δία. Σηκώνοντας τις παλάμες προς τον Ουρανό άρχισε ο Δευκαλίωνας να απαγγέλει με τρεμάμενη φωνή τον ύμνο πρός τον Δία:

- «Δία πρώτε των θεών, πολυώνυμε, παντοτινή εξουσία, αρχή της πλάσης, που όλα εσύ τα κυβερνάς με νόμο, ω Δία, σε χαιρετώ· γιατί κάθε θνητός εσένα είναι σωστό να προσφωνεί· βαστούμε απ᾽ τη γενιά σου· απ᾽ όσα πλάσματα στη γη ζουν και σαλεύουν, μόνοι εμείς είμαστε ομοίωμα του σύμπαντος· για τούτο σε υμνώ, γι᾽ αυτό θα τραγουδώ τη δύναμή σου πάντα.

Ναι, ο κόσμος όλος, ως γυρνά γύρω απ᾽ τη γη, ακολουθάει τους ορισμούς σου, πρόθυμα στην εξουσία σου σκύβει· αλλά κρατάς κι ένα βοηθό στ᾽ ανίκητά σου χέρια, το κοφτερό, πάντ᾽ άγρυπνο, φλογάτο αστροπελέκι· πέφτει, χτυπά και τρέμουνε τα πάντα μες στην πλάση.

Με αυτό καθοδηγείς το νου, που τρέχει μέσα σε όλα, που σμίγει -φως- και με μικρά και με μεγάλα φώτα και που η πνοή του διαπερνά του κόσμου βάθη και ύψη. Έτσι των όλων βασιλιάς ανώτατος εσύ ᾽σαι, δίχως εσέ, ω θεέ, στη γη δε γίνεται έργο ούτ᾽ ένα ούτε στο πέλαγο ή ψηλά μέσα στο θείον αιθέρα, έξω όσα κάνουν οι κακοί μες στην ανεμυαλιά τους.

Ολοκληρώνεις τα λειψά, σε τάξη βάζεις και όσα δεν έχουνε, για σε αρεστά και τα δυσάρεστα είναι. Γιατί όλα εσύ, καλά ή κακά, τα ᾽σμιξες έτσι σε ένα, ώστε ένα αιώνιο νόημα να υπάρχει για όλα· όσοι είναι κακοί θνητοί, το διώχνουνε, ζητούν να το ξεφύγουν· τρελοί, που, ενώ αγαθά ποθούνε πάντα ν᾽ αποχτήσουν, του θεού το νόμο τον κοινό δε βλέπουν, δεν ακούνε· που αν τον ακολουθάν, λογικά κι ευγενικά θα ζούσαν.

Μα αυτοί, οι ανόητοι, στο κακό χιμούν, καθένας σε άλλο· τούτοι τη δόξα κυνηγούν -μαύρο κυνήγι-, εκείνοι χωρίς μια στάλα συστολή στα κέρδη έχουν το νου τους κι άλλοι στην καλοπέραση, στις ηδονές της σάρκας.

Πασκίζουν ανειρήνευτα, μια δω μια κει, και φτάνουν σε τέρμα αντίθετο εντελώς, απ᾽ ό,τι πεθυμούσαν. Δία των νεφών, των κεραυνών, Δία δωρητή των πάντων, φύλαε τον κόσμο απ᾽ τη φριχτήν ανεγνωμιά· πατέρα, σκόρπα την πέρ᾽ απ᾽ τις ψυχές, και κάμε νά ᾽βρουν όλοι το νου, που δίκια εσύ μ᾽ αυτόν τα πάντα τιμονεύεις. Έτσι, τιμώντας μας, κι εσύ τιμή από μας θα λάβεις: θα υμνούμε αιώνια τα έργα σου, σαν που οι θνητοί χρωστούνε· προνόμιο ανώτερο απ᾽ αυτό θνητοί ή θεοί δεν έχουν: κατά το δίκιο ν᾽ ανυμνούν το νόμο τον παγκόσμιο».  (ΚΛΕΑΝΘΗΣ – Ὕμνος εἰς Δία . Ο Κλεάνθης από την Άσσο της Τρωάδος, 330 π.χ. - 232 π.χ., υπήρξε μαθητής του ιδρυτή της Στοάς Ζήνωνα από το Κίτιο, τον οποίο και διαδέχτηκε στην ηγεσία της φιλοσοφικής αυτής σχολής της Αθήνας).

Ο Δίας, στην αρχή «ξίνισε» που άκουσε φωνή θνητού να έρχεται από την Γη. Είναι δυνατόν το Θεϊκό σχέδιο να απέτυχε; αναρωτήθηκε. Αποκλείεται, εδώ μυρίζομαι σαμποτάζ, σκέφτηκε, και άρχισε να του «ανεβαίνει», το αίμα στο κεφάλι. Κάνει να αρπάξει τον κεραυνό από τα δεξιά του θρόνου του, αλλά επεμβαίνει η Ήρα.

-«Εντύπωση πραγματικά μου κάνει πως ο κυβερνήτης του σύμπαντος, είναι τόσο κοκορόμυαλος. Ωραία το κέφι σου το έκανες, τιμώρησες του θνητούς, ίσως και να τους άξιζε, ούτως ή άλλως με τα μυαλά που κουβαλούσαν (που να έμοιασαν άραγε σκέφτηκε χαιρέκακα η Ήρα), θα σφάζονταν μεταξύ τους, όσοι είχαν απομείνει άλλωστε. Τι κόσμος θα είναι αυτός χωρίς τους θνητούς να μας τιμούν, να μας υμνούν και να μας διασκεδάζουν με τα καμώματα τους; Υπάρχει άλλο πλάσμα δικό σου δημιούργημα που μπορεί να υμνεί και να ομορφαίνει τον κόσμο; Δεν βλέπεις καλέ μου σύζυγε, πως οι δύο αυτοί Θνητοί είναι πραγματικά ευσεβείς; Και όχι μόνο αυτό, το μάθημα τους το πήραν δίχως άλλο. Σίγουρα στο μέλλον θα είναι πολύ πιο προσεκτικοί....»

Ο Δίας έσμιξε τα φρύδια του και χαλάρωσε την λαβή του στο αστροπελέκι. Ίσως τελικά να μην είναι και τόσο καλή ιδέα να τους κάνει κάρβουνα αυτούς τους δύο, η Ήρα δεν έχει άδικο σκέφτηκε.

- «Μα τον Ουρανό έχεις δίκιο, γυναίκα είπε ο Δίας, θα τους δώσω μία δεύτερη ευκαιρία. Η προσφορά τους και ο ύμνος τους μου άρεσε», και έστειλε τον γοργοπόδαρο Ερμή να δει από κοντά τι γίνεται.

Ο αγγελιοφόρος των Θεών και διαμεσολαβητής με τους θνητούς, προσγειώθηκε δίπλα στο θνητό ζευγάρι.

- «Έρρωσθε και ευδαιμονείτε, θνητοί», είπε ο Ερμής μόλις εμφανίστηκε μπροστά τους. Ο μεγαλοδύναμος Δίας, σας συγχώρεσε, και είναι πρόθυμος να σας πραγματοποιήσει μία ευχή σας.

Ο Δευκαλίωνας με την Πύρρα, με σκυμμένο το κεφάλι και τις παλάμες να κοιτούν τον ουρανό, είπαν στο Ερμή:

- «Εισάκουσε μας Ερμή συ ο αγγελιαφόρος του Διός, ο υιός της Μαίας, που έχεις πανίσχυρη καρδιά και είσαι μέσα στους αγώνες, αρχηγέ των ανθρώπων, ευχάριστε, που είσαι πολυμήχανος, οδηγέ, φονέα του Άργου πού έχεις πτερωτά πέδιλα..και είσαι φίλος των ανδρών και προφήτης του λόγου εις τους ανθρώπους, συ που έχεις στα χέρια σου το που φέρεις το κηρύκειον ώ Κηρυκιώτα, μακάριε, που παρέχεις μεγάλες ωφέλειες, που λέγεις ποικίλα λόγια, βοηθέ εις τάς εργασίας, φίλε των θνητών εις τάς άνάγκας των, που έχεις το φοβερόν όπλον της γλώσσης, το σεβαστόν εις τους ανθρώπους [*] μετέφερε την προσευχή μας, στο σεβάσμιο Δία. Ευγνώμονες που ζούμε είμαστε, μα τεράστια η γη και μόνοι εμείς τι θα απογίνουμε; Nα ξαναγεννηθεί θα επιθυμούμε το ανθρώπινο γένος.»
[ * Ορφικός Ύμνος Ερμή]

- «Πολύ καλά», είπε ο Ερμής, και αμέσως ήρθε η απάντηση από τον Δία στον νου του Ερμή. «Δεν έχετε παρά να ρίξετε πίσω από την πλάτη σας τα οστά της μητέρας σας». Μόλις τελείωσε την πρόταση του ο Ερμής, έφυγε όπως είχε έρθει προς τον Όλυμπο.

Ο Δευκαλίωνας και η Πυρρά κοιτάχτηκαν με απορία, τι είδους χρησμός είναι αυτός; Που θα βρουν τα οστά των μητέρων τους σε ένα πλημμυρισμένο κόσμο;

Η Πύρρα ήταν αυτή που έλυσε το αίνιγμα.

- «Δεν είπε τα κόκκαλα των μητέρων μας Δευκαλίωνα. Ο Ερμής, είπε της μητέρας μας. Από που προέρχονται όλοι οι άνθρωποι; Όλοι παιδιά της μάνας γης δεν είμαστε; Από χώμα φτιαχτήκαμε, και χώμα θα ξαναγίνουμε, όταν τα μάτια μας κλείσουμε για να ταξιδέψουμε στου Άδη τα παλάτια. Οι πέτρες είναι η «ραχοκοκαλιά» της μητέρας Γης, θαρρώ πως υπονοεί ο Δίας.»

Ο Δευκαλίωνας αναθάρρησε.

- «Τι μυαλό ξυράφι έχεις ρε κορίτσι μου, τι θα έκανα χωρίς εσένα, είπε γελώντας», και άρχισαν μαζί να μαζεύουν πέτρες. 

Στην συνέχεια άρχισαν να περπατούν και να ρίχνουν πέτρες πίσω τους. Για κάθε πέτρα που έριχνε ο Δευκαλίωνας, γεννιόταν ένας άντρας και για κάθε πέτρα της Πυρράς, μια γυναίκα. Για αυτό τον λόγο ο κόσμος που γεννήθηκε ονομάστηκε «λαός», από τη λέξη «λας» που στα αρχαία Ελληνικά σημαίνει «πέτρα»....

Από την πρώτη πέτρα που πέταξε ο Δευκαλίωνας προήλθε ο Έλληνας, γενάρχης των Ελλήνων. Ο Δευκαλίων και η Πύρρα απόκτησαν εκτός από τον Έλληνα, τον Αμφικτύωνα, τη Πρωτογένεια, τη Μελανθώ, τη Θυία (ή Αιθυία) και την Πανδώρα. Ο πρωτότοκος γιος τους ο Έλλην έγινε γενάρχης των Ελλήνων. Ο γενάρχης των Ελλήνων, ο Έλλην, γέννησε με την Ορσηίδα τρεις γιούς, τον Δώρο, τον Ξούθο, και τον Αίολο τους πρώτους αρχηγούς των Ελλήνων.

Ο Ξούθος βασίλεψε στη Πελοπόννησο και έκανε δύο γιους, τον Αχαιό και τον Ίωνα από τους οποίους οι Αχαιοί και οι Ίωνες πήραν τα ονόματά τους. Ο Αίολος βασίλεψε στη Θεσσαλία και οι κάτοικοι ονομάσθηκαν Αιολείς απ' αυτόν. Ο Δώρος και οι άνθρωποι του που ονομάστηκαν Δωριείς εγκαταστάθηκαν στις περιοχές ανατολικά του Παρνασσού.

Υπάρχουν αποφάσεις που έχουν πολύ μεγάλη σημασία για τη ζωή μας και για τη ζωή των άλλων

Στις εύπορες κοινωνίες, όντως βομβαρδιζόμαστε αδιάκοπα από εκατοντάδες επιλογών σχετικά με το τι θα φάμε, τι θα φορέσουμε, τι θα αγοράσουμε και τι θα παρακολουθήσουμε στην τηλεόραση. Αυτές οι επιλογές απαιτούν ελάχιστη σκέψη γιατί οι συνέπειές τους είναι εφήμερες. Αλλά υπάρχουν αποφάσεις που έχουν πολύ μεγάλη σημασία για τη ζωή μας, και μερικές φορές για τη ζωή των άλλων, και αξίζουν μια σοβαρή επένδυση χρόνου και ενεργητικής σκέψης.

Τέτοιες αποφάσεις είναι, για παράδειγμα, το πότε θα συζήσουμε με έναν συγκεκριμένο άντρα ή γυναίκα, αν θα παντρευτούμε, αν και πότε θα κάνουμε παιδιά, πού θα ζήσουμε, αν θα συνάψουμε εξωσοζυγική σχέση ή αν θα πάρουμε διαζύγιο ή σε ποιον θα αφήσουμε χρήματα σε μια διαθήκη. Οι αποφάσεις μας μπορεί να σχετίζονται με ανθρώπους για τους οποίους έχουμε ευθύνη. Χρειάζεται να αποφασίσουμε τι όνομα θα δώσουμε στα παιδιά μας, τι όρια συμπεριφοράς θα θέσουμε, τι πρέπει να ρυθμίσουμε για τη φροντίδα τους και σε τι σχολείο θα πρέπει να τα στείλουμε. Κάποια επαγγέλματα έχουν ενσωματωμένες στη δομή τους αλλεπάλληλες λήψεις αποφάσεων: γιατροί, δικαστές, πολιτικοί, ακόμη και χρηματιστές, πρέπει σε καθημερινή βάση να κάνουν επιλογές με εξαιρετικά σημαντικές συνέπειες, και έχουν τα εφόδια να το κάνουν αυτό μέσα από μια εκπαίδευση στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων σε ό,τι αφορά τον εκάστοτε τομέα των αρμοδιοτήτων τους. Αλλά οι περισσότεροι άνθρωποι δεν είναι καθόλου καταρτισμένοι σε βασικές τεχνικές λήψης αποφάσεων.

Μία από τις πιο σημαντικές αποφάσεις στη ζωή του Αριστοτέλη λήφθηκε όταν ήταν έφηβος. Μετά τον θάνατο των γονιών του τον υιοθέτησε ο γαμπρός του, Πρόξενος, και μεταξύ τους αποφάσισαν ότι ο ιδανικός τόπος για αυτόν τον εξαιρετικά ευφυή νεαρό ήταν η καλύτερη σχολή στον κόσμο – η Ακαδημία του Πλάτωνα στην Αθήνα. Ως ο πιο ευφυής μαθητής στον οποίο δίδαξε ποτέ ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης μπόρεσε να καταπιαστεί με κάθε είδους κλάδο μελέτης, μεταξύ αυτών και με κάποιους για τους οποίους ελάχιστα ενδιαφερόταν ο Πλάτων – τις φυσικές επιστήμες. Ο Αριστοτέλης εξελίχθηκε στον πρώτο φιλόσοφο που περιέγραψε με πρακτικούς όρους τον καλύτερο τρόπο λήψης μιας απόφασης, γράφοντας με ζωντανό, πρακτικό τρόπο και χωρίς σύνθετες και ακατανόητες εκφράσεις. Η μέθοδος απαιτεί να εξετάζουμε επαρκώς όλες τις εναλλακτικές συμπεριφορές που ενδέχεται ή όχι να μας οδηγήσουν στην επίτευξη των στόχων μας, προσπαθώντας να προβλέψουμε τις συνέπειες κάθε συμπεριφοράς, κι έπειτα να επιλέγουμε μία από αυτές και να μένουμε προσκολλημένοι σε αυτή.

Η αρχαιοελληνική λέξη για την όλη διαδικασία της ικανοποιητικής εξέτασης και λήψης αποφάσεων είναι η ευβουλία: το ρήμα «εξετάζω», βουλεύεσθαι, σχετίζεται με λατινογενείς λέξεις όπως «volition» (βούληση) και με το αγγλικό ρήμα «to will» (βούλομαι). Η ευβουλία δηλώνει την ικανότητα κάποιου να εξετάζει από μόνος του και να μπορεί να αναγνωρίζει τηv καλή βούληση και τις λογικές αποφάσεις των άλλων. Συνεπώς, περιλαμβάνει το να ζητάμε συμβουλές από προσεκτικά επιλεγμένους συμβούλους. Η αρχαιοελληνική έννοια της βούλησης ήταν εγγενώς συνδεδεμένη με μια εκλεπτυσμένη κατανόηση της διακυβέρνησης: αν ακόμα και οι πιο απλοί άνθρωποι πρέπει να ασκούν καλά την εξουσία, χρειάζεται να «βουλεύονται». Άρα ο αρχαιοελληνικός όρος βουλεύεσθαι έχει την ίδια ρίζα με τη λέξη που περιγράφει τη Βουλή της δημοκρατικής Αθήνας.

Οι ικανότητες του βουλεύεσθαι απαιτούν χρόνο για να βελτιωθούν· αρχίζουν ως αυτο-συνείδητα εφαρμοσμένη κοινή λογική αλλά ανθούν σε αυτό που ο Αριστοτέλης αποκαλεί «πρακτική σοφία» (φρόνησις), αν εφαρμόζονται καθημερινά σε πραγματικές καταστάσεις. Είναι σημαντικό το γεγονός ότι το ιστορικό πρόσωπο τον οποίον τη φρόνησιν επαινεί ο Αριστοτέλης είναι ο Περικλής, ο περίφημος Αθηναίος πολιτικός που είχε κυβερνήσει τηv Αθήνα επί πολλές δεκαετίες στα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ., καθώς εκλεγόταν στο ίδιο αξίωμα επανειλημμένα. Ο Περικλής τηρούσε την καλή λήψη αποφάσεων με εξαιρετική συνέπεια και οι Αθηναίοι ευημερούσαν αποκτώντας την ικανότητα να δημιουργήσουν σπουδαία έργα τέχνης, συμπεριλαμβανομένων των κτιρίων της Ακρόπολης και των τραγωδιών του Σοφοκλή και του Ευριπίδη. Η εξέλιξη του Περικλή ως πολιτικού δεν παρουσίαζε σημάδια κάμψης, καθώς ο ίδιος βελτιωνόταν στην πρακτική σοφία: η σταδιοδρομία του αναχαιτίστηκε μόνο με τον θάνατό του από τον λοιμό, ένα κλασικό παράδειγμα της κακής τύχης ενάντια στην οποία ο Αριστοτέλης ήξερε πολύ καλά ότι το βουλεύεσθαι μπορεί να αποδειχτεί πλήρως ανίσχυρο.

Η εκπαίδευση στις διαδικασίες της ηθικής λήψης αποφάσεων δημιουργεί έναν καλύτερο κόσμο για όλους μας.

Οι νέοι έχουν άμεση ανάγκη από εκπαίδευση, όπως προειδοποιεί ο Αριστοτέλης, γιατί το βουλεύεσθαι μπορεί να αποβεί τρομερά δύσκολο. Υπάρχουν εύκολες περιπτώσεις διάκρισης μεταξύ σωστού και λάθους· ο θεμελιωδώς τίμιος άνθρωπος θα γνωρίζει από ένστικτο έναν σωστό τρόπο κατανομής χρημάτων ή τροφής σε ομάδες ανθρώπων. Αλλά, όπως λέει ο Αριστοτέλης, ο ακριβής τρόπος για την πραγματοποίηση αυτής της σωστής πράξης είναι κάτι «πολύ δυσκολότερο από το να γνωρίζει κάποιος τι ωφελεί την υγεία». Η ηθική είναι πολύ πιο ρευστή και πολύπλοκη ακόμα και από τηv ανθρώπινη φυσιολογία. Γιος γιατρού, ο Αριστοτέλης προσθέτει ότι ακόμα και στην ιατρική, η πρακτική εφαρμογή της θεραπείας είναι πολύ πιο δύσκολη από την απλή γνώση σχετικά με «το μέλι, το κρασί και τον ελλέβορο, τον καυτηριασμό και τη χειρουργική».

Ωστόσο, πρέπει προηγουμένως να ορίσουμε το βουλεύεσθαι. Για τον Αριστοτέλη, το βουλεύεσθαι έχει μια πολύ συγκεκριμένη έννοια. Δεν αφορά τους τελικούς στόχους μας – ένας γιατρός δεν βουλεύεται σχετικά με την πρόθεσή του, που είναι προφανώς να εξασφαλίσει την υγεία του ασθενή του. Αφορά την επιλογή του καλύτερου μέσου για την επίτευξη των στόχων μας. Ο γιατρός βουλεύεται σχετικά με την πορεία των ενεργειών και τη θεραπεία που θα αποκαταστήσει τηv υγεία του ασθενή. Κατ’ αναλογία, γνωρίζουμε ότι η ευτυχία είναι ο στόχος μας, αλλά βουλευόμαστε σχετικά με το μέσο επίτευξής της – την πορεία των ενεργειών που είναι πιθανότερο να εξασφαλίσουν την ευτυχία για εμάς τους ίδιους, τους αγαπημένους μας και τους συμπολίτες μας.

Ο Αριστοτέλης αναγνωρίζει ότι μερικοί άνθρωποι είναι πολύ αδύναμοι ώστε να μπορούν να αναλάβουν πλήρη ευθύνη για τα πράγματα που απαραίτητα εναπόκεινται σε αυτούς. Δεν είναι πιθανόν να μπορούν να μάθουν να βουλεύονται καλά ή να εφαρμόζουν πολιτικές που προκύπτουν μετά το βουλεύεσθαι. Αλλά η ουσία της υπόθεσης είναι η εξής: αν θέλεις να κατακτήσεις την ευτυχία, πρέπει να αναλάβεις την ευθύνη των πράξεων σου αλλά και των αποτυχιών σου ώστε να δράσεις. «Για ό,τι εξαρτάται από κάποιον να κάνει ή να μην κάνει, ο ίδιος είναι η αιτία και όλα αυτά των οποίων την αιτία αποτελεί εξαρτώνται από τον ίδιο», γράφει ο Αριστοτέλης, διακηρύττοντας ότι όλοι έχουμε την ελεύθερη βούληση να ενεργούμε ως καλοί ή ως κακοί άνθρωποι. Το ίδιο πρόσωπο «σαφώς διαπράττει εκούσια όλες τις ενέργειες που διαπράττει σκόπιμα.

Είναι σαφές, λοιπόν, ότι τόσο η καλοσύνη όσο και η κακία είναι εκούσιες». Αυτό είναι θεμελιώδες για την ηθική μας: ο Αριστοτέλης μάλιστα, καταλήγει να πει ότι «κρίνουμε τον χαρακτήρα ενός ανθρώπου με βάση τη σκόπιμη επιλογή του – δηλαδή, με κριτήριο όχι τι κάνει αλλά για ποιο λόγο το κάνει». Ο Αριστοτέλης δηλώνει εντυπωσιασμένος από ένα παράδειγμα σε μια τραγωδία όπου ο Πελίας δολοφονείται από τις κόρες του. Αυτός ο μυθικός Έλληνας βασιλιάς ήταν γέρος και ανήμπορος. Η μάγισσα Μήδεια έπεισε τις αδελφές ότι το υγρό στον λέβητά της είχε την ιδιότητα να τον κάνει να ξανανιώσει. Μάλιστα, αυτό το απέδειξε εμπειρικά μέσω ενός πειράματος με ένα κριάρι. Οι Πελιάδες βουλεύτηκαν και αποφάσισαν ως καλές κόρες, μετά την προφανή επιστημονική απόδειξη, να κόψουν σε κομμάτια τον Πελία και να τα βάλουν μέσα στον λέβητα. Ο ίδιος δεν επιβίωσε. Αλλά με το βουλεύεσθαι οι κόρες τον Πελία θα είχαν λάβει υπόψη ποιο προσωπικό κίνητρο θα μπορούσε να είχε οδηγήσει τη Μήδεια (ήθελε τον θρόνο του Πελία για τον σύζυγό της) και σίγουρα δεν θα δέχονταν ποτέ συμβουλές από εκείνη.

Ο Αριστοτέλης συστήνει να θέτουμε τους στόχους μας, που θα πρέπει να είναι αυστηροί αλλά εφικτοί και ανάλογοι των ικανοτήτων και των πόρων μας, με καλές προθέσεις. Να βουλευόμαστε συστηματικά σχετικά με την ακριβή πορεία δράσης μας που θα τους κατακτήσει. Να συγκρίνουμε διαφορετικές πορείες δράσης κι έπειτα να επιλέγουμε μία (ο όρος του Αριστοτέλη γι’ αυτόν τον τύπο επιλογής είναι η λέξη προαίρεσις). Έπειτα, πολύ προσεκτικά, να πραγματοποιούμε αυτές τις πράξεις. Με αυτόν τον τρόπο περιγράφεται η ιδέα του Αριστοτέλη για την αληθινή, βαθιά, ικανοποιητική και διαρκή ευτυχία. Επειδή είναι αυτοδημιούργητη, δεν μπορεί να αφαιρεθεί παρά μόνο με συμπτωματική κακοτυχία, όπως με τον λοιμό της Αθήνας. Ακόμα και τότε, τα επιτεύγματά μας πριν μολυνθούμε από τον λοιμό πιθανότατα θα αναγνωριστούν και επίσης αυτό σημαίνει ότι θα πεθάνουμε πιο ευτυχείς απ’ ό,τι αν είχαμε ζήσει μια ζωή χωρίς σκοπό και χωρίς βουλεύεσθαι.

Συνήθως ο μεγαλομανής είναι προϊόν κάποιας μεγάλης ταπείνωσης

Ο μεγαλομανής διαφέρει από το Νάρκισσο στο ότι η επιθυμία του είναι μάλλον να εξουσιάζει, παρά να γοητεύει, να τον φοβούνται παρά να τον αγαπούν. Στον τύπο αυτό ανήκουν πολλοί παράφρονες και οι περισσότεροι από τους μεγάλους άνδρες της Ιστορίας. Η θέληση της δύναμης, όπως και η ματαιοδοξία, είναι ένα στοιχείο που κατέχει σημαντική θέση στη φύση του ανθρώπου και πρέπει να το αντικρίζουμε σαν τέτοιο. Γίνεται βλαβερό και ολέθριο όταν ξεπερνάει τα λογικά όρια ή συνδεθεί με μια λαθεμένη αίσθηση της πραγματικότητας. Σ’ αυτή την περίπτωση, ο άνθρωπος είναι δυστυχισμένος ή γελοίος, αν δεν είναι και τα δυο μαζί. Ο ψυχοπαθής που πιστεύει ότι είναι αυτοκράτορας ή βασιλιάς, είναι με κάποια έννοια ευτυχισμένος. Αλλά η ευτυχία του δεν είναι από κείνες που θα μπορούσε κανείς να ζηλέψει. Ο Μέγας Αλέξανδρος δεν άνηκε ψυχολογικά στον ίδιο τύπο με τους ψυχοπαθείς, μόλο που κατείχε το ταλέντο να πραγματοποιήσει το όνειρο του ψυχοπαθούς. Ωστόσο, δεν μπόρεσε να ικανοποιήσει τις φιλοδοξίες του, που ο ορίζοντας τους όλο και πλάταινε στο βαθμό που τις πραγματοποιούσε. Όταν είδε πως είχε γίνει ο μεγαλύτερος καταχτητής της Ιστορίας, θέλησε να γίνει Θεός. Ήταν ευτυχισμένος;

Τα μεθύσια του, οι εκρήξεις του θυμού του, η αδιαφορία του απέναντι στις γυναίκες μας κάνουν να πιστέψουμε το αντίθετο. Δεν υπάρχει ολοκληρωτική ικανοποίηση όταν καλλιεργούμε ένα στοιχείο της ανθρώπινης φύσης σε βάρος όλων των άλλων, και δεν υπάρχει ολοκληρωτική ικανοποίηση όταν αντικρίζουμε τον κόσμο σαν μια πρώτη ύλη για τη δόξα του εγώ μας.

Συνήθως ο μεγαλομανής, είτε είναι ανώμαλος, είτε κατ’ όνομα ομαλός, είναι προϊόν κάποιας μεγάλης ταπείνωσης. Ο Ναπολέων, στα μαθητικά του χρόνια υπέφερε από σύμπλεγμα κατωτερότητας απέναντι στους συμμαθητές του, που ήταν πλούσιοι αριστοκράτες, ενώ εκείνος ήταν ένα φτωχόπαιδο που σπούδαζε με υποτροφία. Όταν επέτρεψε στους εμιγκρέδες να επαναπατριστούν είχε την ικανοποίηση να δει τους πρώην συμμαθητές του να υποκλίνονται μπροστά του. Τι ευτυχία! Ωστόσο, αυτό τον οδήγησε στην επιθυμία να χαρεί μια ανάλογη ικανοποίηση σε βάρος και αυτού του τσάρου και η κατάληξη ήταν το νησί της Αγίας Ελένης. Αφού κανένας άνθρωπος δεν ήταν παντοδύναμος, μια ζωή κυριαρχούμενη από τη δίψα της εξουσίας δεν μπορεί παρά να συναντήσει εμπόδια, αργά ή γρήγορα, που δε θα είναι σε θέση να τα υπερπηδήσει. Μόνο ένα είδος ψυχοπάθειας μπορεί να εμποδίσει τη συνείδηση να το καταλάβει αυτό. Αλλά και πάλι όταν ο μεγαλομανής είναι αρκετά ισχυρός δε θα διστάσει να στείλει στη φυλακή ή στο εκτελεστικό απόσπασμα εκείνους που θα τολμήσουν να του πουν την απλή αυτή αλήθεια. Οι καταπιέσεις στην πολιτική και στην ψυχαναλυτική έννοια, βαδίζουν έτσι πλάι-πλάι. Και όταν υπάρχει μια ψυχαναλυτική καταπίεση, με τη μία ή την άλλη μορφή, αληθινή ευτυχία είναι αδύνατο να υπάρχει. Η θέληση της δύναμης, όταν περιορίζεται σε λογικά όρια, μπορεί να συντελέσει πολύ στην ευτυχία ενός ανθρώπου. Αλλά όταν γίνει ο μοναδικός σκοπός της ζωής, οδηγεί στην ηθική, αν όχι στην υλική, καταστροφή.

Μία καλή συνείδηση αξίζει περισσότερο από μία καλή φήμη

Ποιός από μας δεν έχει γνωρίσει κάποιον άνθρωπο (ίσως τον ίδιο μας τον εαυτό) που να είναι τόσο στραμμένος προς τα έξω, τόσο απορροφημένος στη συσσώρευση αγαθών ή στο τι σκέφτονται οι άλλοι, ώστε να χάνει κάθε αίσθηση του εαυτού του; Ένας τέτοιος άνθρωπος, όταν του τίθεται κάποιο ερώτημα, αναζητεί την απάντηση προς τα έξω κι όχι προς τα μέσα. Διατρέχει δηλαδή τα πρόσωπα των άλλων, για να μαντέψει ποιά απάντηση επιθυμούν ή περιμένουν.

Για έναν τέτοιον άνθρωπο θεωρώ χρήσιμο να συνοψίσω μια τριάδα δοκιμίων που έγραψε ο Σοπενάουερ προς το τέλος της ζωής του. (Για όποιον έχει φιλοσοφικές τάσεις είναι γραμμένα σε γλώσσα σαφή και προσβάσιμη στον μη ειδικό). Βασικά τα δοκίμια τονίζουν ότι το μόνο που μετράει είναι αυτό που το άτομο είναι.

Ούτε ο πλούτος ούτε τα υλικά αγαθά ούτε η κοινωνική θέση ούτε η καλή φήμη φέρνουν την ευτυχία. Αν και οι σκέψεις αυτές δεν αφορούν συγκεκριμένα τα υπαρξιακά θέματα, παρ’ όλ’ αυτά μας βοηθούν να μετακινηθούμε από ένα επιφανειακό επίπεδο προς βαθύτερα ζητήματα.

1. Αυτό που κατέχουμε. Τα υλικά αγαθά είναι απατηλά. Ο Σοπενάουερ υποστηρίζει πολύ κομψά ότι η συσσώρευση πλούτου και αγαθών είναι ατελείωτη και δεν προσφέρει ικανοποίηση. Όσο περισσότερα κατέχουμε, τόσο πολλαπλασιάζονται οι απαιτήσεις μας. Ο πλούτος είναι σαν το νερό της θάλασσας: όσο περισσότερο πίνουμε, τόσο πιο πολύ διψάμε. Στο τέλος δεν κατέχουμε εμείς τα αγαθά μας – μας κατέχουν εκείνα.

2. Αυτό που αντιπροσωπεύουμε στα μάτια των άλλων. Η φήμη είναι το ίδιο εφήμερη όσο και τα υλικά πλούτη. Ο Σοπενάουερ γράφει: “Οι μισές μας ανησυχίες και αγωνίες έχουν προέλθει από την έγνοια μας για τις γνώμες των άλλων… πρέπει να βγάλουμε αυτό το αγκάθι απ’ τη σάρκα μας”. Είναι τόσο ισχυρή η παρόρμηση να κάνουμε μια καλή εμφάνιση, ώστε για μερικούς φυλακισμένους, την ώρα που βαδίζουν προς τον τόπο της εκτέλεσής τους, αυτό που κυρίως απασχολεί τη σκέψη τους είναι το ντύσιμο και οι τελευταίες τους χειρονομίες.

Η γνώμη των άλλων είναι ένα φάντασμα που μπορεί ανά πάσα στιγμή ν’ αλλάξει όψη. Οι γνώμες κρέμονται από μια κλωστή και μας υποδουλώνουν στο τι νομίζουν οι άλλοι, ή, ακόμα χειρότερα, στο τι φαίνεται να νομίζουν – γιατί ποτέ δεν μπορούμε να μάθουμε τι σκέφτονται πραγματικά.

3. Αυτό που είμαστε. Μόνο αυτό που είμαστε έχει πραγματική αξία. Μια καλή συνείδηση, λέει ο Σοπενάουερ, αξίζει περισσότερο από μια καλή φήμη. Ο μεγαλύτερος στόχος μας θα έπρεπε να είναι η καλή υγεία κι ο πνευματικός πλούτος, ο οποίος οδηγεί σε ανεξάντλητα αποθέματα ιδεών, στην ανεξαρτησία και σε μια ηθική ζωή. Η ψυχική μας γαλήνη πηγάζει από τη γνώση ότι αυτό που μας αναστατώνει δεν είναι τα πράγματα, αλλά η ερμηνεία μας για τα πράγματα.

Αυτή η τελευταία σκέψη – ότι η ποιότητα της ζωής μας προσδιορίζεται από το πως ερμηνεύουμε τις εμπειρίες μας, όχι από τις ίδιες τις εμπειρίες – είναι ένα σημαντικό θεραπευτικό δόγμα που ανάγεται στην αρχαιότητα. Κεντρικό αξίωμα στη σχολή του στωικισμού, πέρασε από τον Ζήνωνα, τον Σενέκα, τον Μάρκο Αυρήλιο, τον Σπινόζα, τον Σοπενάουερ και τον Νίτσε κι έφτασε να γίνει θεμελιώδης έννοια τόσο στην ψυχοδυναμική όσο και στη γνωστική-συμπεριφορική ψυχοθεραπεία.

Κανένας δε γεννήθηκε ξέροντας πώς ακριβώς να αποκτάει γνώσεις

Η μάθηση στην ουσία της είναι η απόκτηση, η κατάκτηση γνώσεων μέσα από γνωστικές διαδικασίες. Όπως είχε αναφέρει, ορίσει για τη μάθηση ο ψυχολόγος Βιγκότσκι το 1988 «Η μάθηση είναι ενέργεια δημιουργίας καινούριων δομών και τεκμηρίωσης των παλιών». Δεν είχε άδικο, καθώς όταν μπαίνεις στη διαδικασία του να πιέσεις τον εαυτό σου να μάθει κάτι καινούριο, μια γνώση, μια δεξιότητα, διευρύνεις τις γνώσεις σου κι αναβαθμίζεις τις παλιές που ήδη γνωρίζεις.    

Εν τούτοις, πολλές φορές η απόκτηση της γνώσης, δηλαδή το να καταλάβουμε και να κατανοήσουμε κι άρα να κάνουμε τη γνώση κτήμα μας είναι κάτι που μας δυσκολεύει και μπορεί να μας απελπίζει κιόλας.

Αυτό δεν είναι περίεργο, ούτε πρέπει να θεωρήσουμε τον εαυτό μας χαζό, αν λόγου χάρη μας δυσκολεύει να μάθουμε ιστορία. Γιατί ο καθένας από εμάς μαθαίνει με διαφορετικό τρόπο, μέθοδο και μπορεί ακόμη να μας ζορίζει ν’ ανακαλύψουμε για τον δικό μας εαυτό, τον τρόπο, το πώς μπορούμε να μαθαίνουμε κάτι. Χρειάζεται καθημερινή εξάσκηση και με την εμπειρία που αποκτάς, σιγά-σιγά μαθαίνεις να μαθαίνεις! Φυσικά, κανένας δε γεννήθηκε ξέροντας πώς να μαθαίνει.

Σκέψου όταν ήσουνα μικρό παιδί, όταν έκανες τα πρώτα σου βήματα στο δημοτικό σχολείο, οι γονείς κι οι δάσκαλοί σου, ήταν αυτοί που σου έμαθαν τη μεθοδολογία, τον τρόπο της μάθησης και σε καθοδήγησαν στο δρόμο της κατάκτησης της γνώσης. Εκεί που ήσουνα ένα ανέμελο και περίεργο παιδί που συνήθιζες να παίζεις με τους φίλους σου και που κάθε βράδυ άκουγες ένα παραμυθάκι για καληνύχτα, βρέθηκες μπροστά στα γιγάντια και δισεπίλυτα μαθηματικά για σένα, την τρομακτική έκθεση και τη ζόρικη για όλα τα παιδιά ορθογραφία.

Αυτή η καλλιέργεια και η ανάπτυξη της ικανότητας του να διαβάζεις κι άρα να μαθαίνεις, απασχόλησε πολλούς φιλοσόφους κάθε εποχής. Δύο από αυτούς, ο φιλόσοφος Κομφούκιος κι ο Σωκράτης στα μαθήματά τους ενθάρρυναν τους μαθητές τους να κάνουν ερωτήσεις γιατί μ’ αυτόν τον τρόπο πίστευαν ότι η γνώση μεταφέρονταν ουσιαστικότερα και μπορούσαν να φθάσουν στη δική τους αλήθεια. Η προσέγγιση του Σωκράτη με τη διατύπωση ερωτήσεων -διαφορετικά «μαιευτική μέθοδο»-, ο οποίος μάλιστα επιδείκνυε άγνοια για κάθε θέμα που δίδασκε στους μαθητές του, αναρωτιόταν κι ο ίδιος μαζί τους.

Ο Σωκράτης πίστευε βαθιά ότι με τις ερωτοαπαντήσεις οι μαθητές του θα καταφέρουν να αναπτύξουν τις δικές τους ιδέες. Με δύο μόνο λέξεις, η προσέγγιση και των δύο άνω φιλοσόφων είναι «Ρωτώντας, μαθαίνεις». Και μόνο έτσι μπαίνεις στη διαδικασία να σκεφτείς, να αναλογιστείς και μετά, αφού σου δημιουργηθεί εκείνη η απορία που θα σου τρώει τον εγκέφαλο και θα μοιάζει σπαζοκεφαλιά, θα ερωτήσεις τον δάσκαλό σου ή τον γονιό σου κι αφού σου λυθεί η απορία σου, θα έχεις μάθει κάτι καινούριο. Μια φρέσκια γνώση έγινε δικιά σου και με το διάλογο και την ανταλλαγή απόψεων με τον συνομιλητή σου φτάνεις πιο κοντά στην πηγή της γνώσης κι άρα στη δικιά σου προσωπική αλήθεια.

Η μέθοδος του αρχαίου φιλόσοφου Σωκράτη που είχε δοκιμάσει κι εφαρμόσει στην τότε αρχαία Αθήνα ενέπνευσε κι εμπνέει μέχρι και σήμερα μετά από τόσους αιώνες τους σύγχρονους εκπαιδευτικούς- κι όχι μόνο. Πάντα είναι χρήσιμο να σκέφτεσαι όσα δε γνωρίζεις, προσπαθώντας να τα μάθεις. Όταν άλλωστε καταλήξεις πως τα ξέρεις όλα, εκείνη την ίδια στιγμή έχεις γίνει ο φτωχότερος άνθρωπος σε γνώση.