Κυριακή 12 Ιανουαρίου 2020

ΕΠΙΓΕΝΕΣΗ ΚΑΙ Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΞΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗΣ ΤΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑΣ

Επιγένεση είναι η διαδικασία μέσω της οποίας πραγματοποιείται η ανάπτυξη σαν διαφοροποίηση και διάκριση ενός αρχικά αδιαφοροποίητου συνόλου. Ο Έρικ Λίνεμπεργκ την περιγράφει ως εξής: Η ωρίμανση μπορεί να χαρακτηριστεί σαν μια αλληλουχία καταστάσεων. Σε κάθε κατάσταση, ο αναπτυσσόμενος οργανισμός έχει την ικανότητα να δεχτεί ορισμένα δεδομένα προς επεξεργασία- διαλύεται και ανασυντίθεται με τέτοιο τρόπο, που εξελίσσεται σε μια νέα κατάσταση. Η νέα αυτή κατάσταση ευαισθητοποιεί τον οργανισμό σε καινούργια και διαφορετικού είδους δεδομένα, η αποδοχή των οποίων τον μετατρέπει σε ακόμα μία περαιτέρω κατάσταση, που ανοίγει το δρόμο σε διαφορετικά δεδομένα κ.ο.κ. Είναι η ιστορία της εμβρυολογικής εξέλιξης, παρατηρήσιμης στη μορφοποίηση του σώματος, όπως επίσης και σε ορισμένες πλευρές της συμπεριφοράς. Κάθε φάση της ωρίμανσης είναι ασταθής. Είναι επιρρεπής σε αλλαγή προς δεδομένες κατευθύνσεις, αλλά απαιτεί ένα έναυσμα από το περιβάλλον.

Ο ψυχολόγος Έρικ Έρικσον έχει καθορίσει τις βασικές συγκρούσεις και τους μετασχηματισμούς στην εξέλιξη της ανθρώπινης προσωπικότητας από τη βρεφική ηλικία μέχρι τα γεράματα, χρησιμοποιώντας αυτή τη θεωρία. Διατύπωσε μια επιγενετική θεωρία ανάπτυξης της προσωπικότητας. Παρατήρησε ότι υπήρχε μια γενική βάση για την εξέλιξη της προσωπικότητας και πως από αυτή αναδύονται τμήματα, “έχοντας κάθε τμήμα μια χρονική περίοδο ιδιαίτερης κυριαρχίας, μέχρι ν’ αναδυθούν όλα τα τμήματα για να σχηματίσουν το λειτουργικό σύνολο”. Περιέγραψε αυτά τα τμήματα ως γενικές φάσεις, όπου κατά τη διάρκεια κρίσιμων περιόδων της εξέλιξης εμφανίζονται ορισμένα γνωρίσματα του “εγώ”. Ο Έρικσον αισθάνθηκε ότι όλες οι φάσεις υπήρχαν σε κάποια μορφή από την αρχή, αλλά κάθε μία είχε την κρίσιμη περίοδο ανάπτυξής της μέσα από μια σειρά περιόδων αλληλοσχετιζόμενης ανάπτυξης.

Ο Αβραάμ Μάσλοου, τον οποίο ανέφερα πρωτύτερα, ήταν ο πρωτοπόρος της μελέτης της ανάπτυξης στην αυτοπραγμάτωση και στο ολοκληρωμένο ανθρώπινο ον. Απομόνωσε και μελέτησε ένα είδος παρόρμησης σ’ ολόκληρη τη ζωή που φαινόταν να σπρώχνει το άτομο προς την κατεύθυνση της ανάπτυξης σε ολοκληρωμένο άνθρωπο. Βρήκε ότι μέσα απ’ όλες τις φάσεις της ζωής μια ισχυρή δύναμη προωθεί τα ανθρώπινα όντα προς την ενότητα της προσωπικότητας, για να γίνουν πιο ολοκληρωμένα όντα.

Συνεπαίρανε ότι,
Ο άνθρωπος επιδεικνύει με το δικό του τρόπο μια πίεση προς όλο και μια πιο ολοκληρωμένη Ύπαρξη, όλο και μεγαλύτερη τέλεια πραγμάτωση του ανθρωπισμού του, ακριβώς με την ίδια φυσική, επιστημονική έννοια που μπορούμε να πούμε ότι μια βελανιδιά “πιέζει προς την κατεύθυνση” του να γίνει δρυς, ή ότι μια τίγρις μπορεί να παρατηρηθεί ότι “πιέζει προς” το να είναι τιγρίσια, ή ένα άλογο προς το να είναι αλογίσιο. Σε τελευταία ανάλυση ο άνθρωπος δεν έχει διαμορφωθεί μέσα στον ανθρωπισμό, ούτε έχει διδαχθεί να είναι ανθρώπινος. Ο ρόλος του περιβάλλοντος είναι τελικά να του επιτρέψει ή να τον βοηθήσει να πραγματώσει τις ανθρώπινές του δυνατότητες, και όχι τις περιβαλλοντικές δυνατότητες. Το περιβάλλον δεν του δίνει δυνατότητες και ικανότητες· τις έχει σε στοιχειώδη ή εμβρυακή μορφή, όπως ακριβώς έχει εμβρυακά χέρια και πόδια. Και η δημιουργικότητα, ο αυθορμητισμός, η ατομικότητα, η αυθεντικότητα, η φροντίδα για τους άλλους, η ικανότητα ν’ αγαπάει, η επιδίωξη της αλήθειας είναι εμβρυακές δυνατότητες που ανήκουν στο βιολογικό του είδος, ακριβώς τόσο, όσο και τα χέρια, τα πόδια, ο εγκέφαλος και τα μάτια του.

Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον του Μάσλοου ήταν η εξερεύνηση και ανάπτυξη του μοναδικού, ολοκληρωμένα κατανοητού ανθρώπινου όντος. Τα αντικείμενα που επέλεξε για μελέτη ήταν γενικά ηλικιωμένοι άνθρωποι, που είχαν ήδη περάσει τις περισσότερες φάσεις της ζωής και είχαν πετύχει φανερά στη διαδικασία της ζωής ως ώριμα πρόσωπα. Μελέτησε την αυτοπραγμάτωση, κύρια, ως μια τελική φάση. Φυσικά υπάρχει θαυμασμός στην παρατήρηση και τη μελέτη προσώπων που έχουν φτάσει σε μεγάλη ηλικία έχοντας, σε μεγάλο βαθμό, κατανοήσει την υπόστασή τους. Όλοι έχουμε γνωρίσει τέτοιους ανθρώπους, άτομα που ζουν. όπως περιγράφει ο Μάσλοου, με ικανότερη αίσθηση της πραγματικότητας, μεγαλύτερη ευρύτητα αντιλήψεων, αυθορμητισμό, πιο στέρεη ταυτότητα, μεγαλύτερη αντικειμενικότητα, δημιουργικότητα, πιο δημοκρατική νοοτροπία, όπως επίσης και μεγαλύτερη ικανότητα ν’ αγαπούν.

Για μένα, το να ζει κανείς ολοκληρωμένα σε κάθε φάση είναι η πραγματική πρόκληση. Βρίσκεται στη δυνατότητα να ζούμε τη ζωή μας και να πραγματώνουμε τον εαυτό μας κάθε στιγμή, ζώντας την κάθε στιγμή και κατανοώντας την ολότητά της. Ο κόσμος έχει μια διαφορετική όψη, και γι’ αυτό ένα διαφορετικό νόημα και σκοπό σε κάθε στιγμή της ζωής. Είναι φανερό, για παράδειγμα, ότι η αγάπη που μαθαίνει κάποιος στην παιδική ηλικία είναι ριζικά διαφορετική και έχει μικρή σχέση με αυτή που βιώνει ο ώριμος άνθρωπος. Το ίδιο συμβαίνει με την εξάρτηση, την πίστη, την ηθική και την υπευθυνότητα.

Κάθε Φάση εμπεριέχει τις δικές της μοναδικές σημασίες, απαιτήσεις και δυνατότητες. Μπορούν να πραγματωθούν μόνον, αν κάθε φάση βιώνεται και κατανοείται πλήρως.

Το ζήτημα λοιπόν είναι, όχι μόνο τι σημαίνει να είσαι ένας ολοκληρωμένος ενήλικας, αλλά πιο ειδικά, τι συνιστά ένα ολοκληρωμένο παιδί, έφηβο, ενήλικα, εραστή και υπερήλικα.

Η σημασία της εξίσωσης του Αϊνστάιν E=mc2

Ξέρουμε ότι η εξίσωση E=mc2 του Αϊνστάιν είναι τρομακτικά σημαντική, και ότι έχει κάποια σχέση με την ατομική βόμβα. Αλλά τι σημαίνει πραγματικά για εμάς, τους απλούς ανθρώπους, στην καθημερινή μας ζωή;

Ειλικρινά, όχι πολλά πράγματα. Αλλά με αυτό δε θέλω να πω ότι, δεν είναι μια από τις πιο σημαντικές ιδέες που έχει συλλάβει ο ανθρώπινος νους. Αν και έχει να κάνει με καθημερινά πράγματα που συμβαίνουν κάτω από τη μύτη μας, είναι πάρα πολύ μικρά για να τα προσέξουμε, εκτός κι αν τραβήξουν την προσοχή μας όπως εκείνη η βόμβα που αναφέρεις, η οποία είναι επιβεβαιωμένα το πιο αποτελεσματικό τέχνασμα όλων των εποχών για να τραβά την προσοχή.

Αυτή η πιο διάσημη από όλες τις εξισώσεις, πρωτογράφτηκε στο χαρτί από τον Αλμπερτ Αϊνστάιν το 1905 ως ένα μικρό μέρος των θεωριών του περί σχετικότητας. Μεταξύ πολλών άλλων, ο Αϊνστάιν ανακάλυψε ότι υπάρχει μια στενή σχέση μεταξύ μάζας και ενέργειας. (Ενέργεια είναι η ικανότητα να κάνεις κάτι να συμβεί, ενώ μάζα είναι ουσιαστικά η ποσότητα της ύλης ενός υλικού αντικειμένου.)

Ενστικτωδώς, θα θέλαμε πολύ να πιστέψουμε ότι η ενέργεια είναι ενέργεια και η ύλη είναι ύλη, τελεία και παύλα. Όμως ο Αϊνστάιν ανακάλυψε ότι ενέργεια και μάζα είναι πράγματι δύο διαφορετικές αλλά εναλλασσόμενες όψεις της ίδιας παγκόσμιας ύλης, την οποία μπορούμε να ονομάσουμε μάζα-ενέργεια επειδή δεν υπάρχει πιο κατάλληλος όρος. Η εκπληκτικά απλή εξίσωση του Αϊνστάιν είναι ο μαθηματικός τύπος υπολογισμού τού πόση ενέργεια είναι ισοδύναμη με πόση μάζα, και αντίστροφα.

(Για όσους δεν τα πηγαίνουν καλά με τα μαθηματικά: Αν m είναι μια ποσότητα μάζας και Ε είναι η ισότιμη ποσότητα ενέργειας, η εξίσωση λέει ότι μπορείς να υπολογίσεις αυτή την ποσότητα ενέργειας πολλαπλασιάζοντας απλώς το m επί έναν αριθμό που συμβολίζεται ως c , Ο αριθμός c είναι αδιανόητα τεράστιος — αντιπροσωπεύει την ταχύτητα του φωτός στο τετράγωνο — άρα μπορείς να πάρεις μια τεράστια ποσότητα ενέργειας από μια μικροσκοπική ποσότητα μάζας.)

Ο λόγος που η εξίσωση του Αϊνστάιν δεν έχει μεγάλη σχέση με την καθημερινότητα (με μια μεγάλη εξαίρεση την οποία θα αναφέρουμε) είναι ότι όλες οι συνηθισμένες καθημερινές δραστηριότητές μας που έχουν σχέση με την παραγωγή ενέργειας, όπως ο μεταβολισμός του φαγητού που τρώμε και η καύση κάρβουνου και βενζίνης, είναι καθαρά χημικές διαδικασίες, και, σε όλες τις χημικές διαδικασίες, οι ποσότητες μάζας από τις οποίες προήλθε η ενέργεια είναι εντελώς μικροσκοπικές.

Πόσο μικροσκοπικές; Λοιπόν, ακόμη κι αν ανατινάξουμε μια λίβρα ΤΝΤ, η οποία όπως θα συμφωνείς κι εσύ είναι μια χημική διαδικασία που απελευθερώνει μια αρκετά σημαντική ποσότητα ενέργειας, όλη αυτή η ενέργεια προέρχεται από τη μετατροπή μόνο ενός δισεκατομμυριοστού του γραμμαρίου (είκοσι τρισεκατομμυριοστά της ουγκιάς) μάζας. Αν είχαμε τη δυνατότητα να ζυγίσουμε το ΤΝΤ πριν από την έκρηξη κι έπειτα μαζεύαμε όλο τον καπνό και τα αέρια μετά την έκρηξη, θα ανακαλύπταμε ότι το συνολικό βάρος τους είναι ένα δισεκατομμυριοστό του γραμμαρίου λιγότερο.

Αυτή η μικρή διαφορά είναι υπερβολικά μακριά από την αντίληψή μας. Είναι σχεδόν αδύνατο να μετρήσουμε μια τόσο μικροσκοπική διαφορά ακόμη και με την πιο ευαίσθητη ζυγαριά του κόσμου. Άρα, ενώ η εξίσωση του Αϊνστάιν εφαρμόζεται χωρίς εξαίρεση σε όλες τις διαδικασίες που περιλαμβάνουν ενέργεια — και μην ακούσεις κανέναν που σου λέει ότι αυτό δεν ισχύει — δεν έχει καμία επίπτωση στην καθημερινή μας ζωή.

Αυτό ισχύει για όλες τις χημικές διαδικασίες. Οι πυρηνικές διαδικασίες, από την άλλη, όπως οι αντιδράσεις πυρηνικής σύντηξης που συμβαίνουν στον ήλιο και η αντίδραση της πυρηνικής σχάσης του ατόμου που συμβαίνει στην ατομική βόμβα, έχουν διαφορετικές υποθέσεις. Επειδή όλη πρακτικά η μάζα του κόσμου κατοικεί στους απίστευτα τεράστιους πυρήνες των ατόμων, σε μια πυρηνική διαδικασία απελευθερώνονται πολύ μεγαλύτερες ποσότητες ενέργειας, άτομο προς άτομο, απ’ ότι σε μια χημική διαδικασία. Δισεκατομμύρια φορές μεγαλύτερες.

Αυτό που πραγματικά κάνει, όμως, την ατομική βόμβα παγκόσμιο πρωταθλητή στην απελευθέρωση ενέργειας είναι κάτι που ονομάζεται αλυσιδωτή αντίδραση. Αυτή είναι μια διαδικασία κατά την οποία η διάσπαση του κάθε ατόμου δημιουργεί δύο ακόμη διασπάσεις, και καθεμία από εκείνες δημιουργεί άλλες δύο, και καθεμία από εκείνες τις τέσσερις δημιουργεί άλλες δύο, και καθεμία από εκείνες τις οκτώ δημιουργεί άλλες δύο και ούτω καθεξής, ως ότου φτάσουμε να έχουμε έναν απίστευτα τεράστιο αριθμό ατόμων που διασπώνται, και όλες αυτές οι διασπάσεις έχουν πυροδοτηθεί από μια εναρκτήρια διάσπαση ενός ατόμου. Όταν έχεις έναν απίστευτα τεράστιο αριθμό ατόμων να διασπώνται μέσα σε ένα απίστευτα μικρό χρονικό διάστημα, με το καθένα από αυτά να παράγει ενέργεια δισεκατομμυρίων απλών χημικών αντιδράσεων, η έκρηξη που έχεις στα χέρια σου ισοδυναμεί με κόλαση.

Δεν είναι όλες οι αλυσιδωτές αντιδράσεις βλαβερές. Αν ελέγξουμε την ταχύτητα με την οποία μια αλυσιδωτή αντίδραση πυρηνικής διάσπασης του ατόμου πολλαπλασιάζεται από μόνη της, έχουμε έναν πυρηνικό αντιδραστήρα. Σε έναν πυρηνικό αντιδραστήρα, η ενέργεια απελευθερώνεται αρκετά σταδιακά ώστε να παράγει ενέργεια που βράζει νερό, το οποίο δημιουργεί ατμό που οδηγεί τουρμπίνες, οι οποίες οδηγούν γεννήτριες που παράγουν ηλεκτρισμό για να ανάβεις τη λάμπα κάτω από την οποία πιθανώς διαβάζεις αυτό βιβλίο.

Αυτή είναι η σημασία της εξίσωσης του Αϊνστάιν για εμάς τους απλούς ανθρώπους.

Η ΝΑSA εντόπισε τους πιο μακρινούς γαλαξίες - Βρίσκονται εγκλωβισμένοι σε τεράστιες φυσαλίδες

Εκπληκτική ανακάλυψη από τη NASA, που προκαλεί σοκ και δέος!

Όπως ανακοίνωσε η Αμερικανική Διαστημική Υπηρεσία, εντοπίστηκαν οι πιο μακρινοί -γνωστοί- γαλαξίες, σε απόσταση 13 δισεκατομμυρίων ετών φωτός μακριά από τη Γη, οι οποίοι είναι ακόμη εγκλωβισμένοι σε τεράστιες φυσαλίδες ύλης.

Τι σημαίνει αυτό;

Ότι η τριάδα των γαλαξιών, που «βαπτίστηκε» EGS77, είναι ακόμη... έμβρυα, που μόλις «τώρα» βγαίνουν από τη λεγομένη «κοσμική σκοτεινή εποχή».

Για να το εξηγήσουμε καλύτερα, οι συγκεκριμένοι γαλαξίες χρονολογούνται από τότε που το σύμπαν ήταν «μόλις» 680 εκατομμυρίων ετών. Το Big Bang άφησε πίσω του μια παχιά, θολή «σούπα» από άτομα υδρογόνου και σχεδόν καθόλου φως. Σταδιακά, μετά από 500 εκατ. χρόνια, άρχισε η εποχή του απιονισμού.

Τότε, ολοένα και περισσότεροι επεκτεινόμενοι γαλαξίες άρχισαν να «καίνε» την ομίχλη, χωρίζοντας τα άτομα υδρογόνου σε φυσαλίδες πλάσματος, επιτρέποντας έτσι στο φως να ταξιδέψει παντού.

«Σκεφτείτε τον πάγο που λιώνει στην επιφάνεια μιας λίμνης την άνοιξη», είπε αξιωματούχος της NASA, που παρουσίασε και την απεικόνιση σε ένα εντυπωσιακό, ειδικό τρισδιάστατο βίντεο.

Η τριάδα των γαλαξιών, λοιπόν, που απέχει, περίπου, 13 δισεκατομμύρια έτη φωτός από εμάς, φεύγει τώρα από αυτή την εποχή του σκότους, με τις τρεις αλληλεπικαλυπτόμενες φυσαλίδες κοσμικού πλάσματος να απομακρύνουν την ομίχλη και το φως να απελευθερώνεται...

Το Κόκκινο Κουμπί

Πριν χρόνια έλεγα «ας έβρισκα το κόκκινο κουμπί, να το πατήσω να καθαρίσει ο πλανήτης από τα ανθρώπινα καρκινώματα» κι ένας φίλος που με άκουγε τότε, σκεφτόταν ότι είμαι υπερβολική και σε συνέχεια μου απαντούσε «Θα πέθαινες κι εσύ»

…Σήμερα χρόνια μετά, εξακολουθητικά είμαι φαν του «κόκκινου κουμπιού» κι ο φίλος μου επίσης.
 
Δεν έχω κανένα απολύτως θέμα με τον Θάνατο, ειδικά όταν δεν ξέρουμε ούτε τι είναι Θάνατος, ούτε τι είναι Ζωή, ούτε γιατί η Ζωή είναι πιο σημαντική από τον Θάνατο, ούτε γιατί πρέπει να αποφεύγουμε τον Θάνατο και να επιλέγουμε την Ζωή… πέρα απ’ το ό,τι παπαγαλίζει ο κάθε μαλάκας.
 
Λοιπόν, τις εμφυτεύσεις δεν τις πιστεύω, τις χλευάζω και τις γελοιοποιώ.
Δεν διαθέτω ίχνος πίστης σε οτιδήποτε.
 
Είτε το γνωρίζω κάτι, είτε δεν το γνωρίζω. Τελεία και παύλα.
 
Αν θέλεις να δεις πολλά μαϊμουδάκια της Ουτοπίας πήγαινε σε μια οποιαδήποτε εκκλησία, σ’ ένα γήπεδο, σε μια συναυλία. Είναι χαμένο από χέρι το μαϊμουδάκι, αλλά αυτό υπάρχει νομίζοντας ότι είναι αθάνατο (LOL) ενώ απλώς υπάρχει (=υπό της αρχής)  για να καταλήξει μεζεδάκι στον Κύριο κι 'Αρχοντα που λατρεύει, προσκυνάει κι υπακούει, σεβαστικό, ταπεινό και δουλικό, ενώ ταυτόχρονα μιλάει για ελευθερία βούλησης, αθανασία, ανεξαρτησία, όλον, αγάπη, δημοκρατία, διαλογισμό, πνευματικότητα αγγέλους, αρχαγγέλους, διαβόλους και τριβόλους.. κι όλες αυτές τις αφηρημένες αρλούμπες- meme που το ταΐζουν για να το κρατούν υπό έλεγχο, χωρίς  δική του Βούληση δηλ. ένα άβουλο ον.
 
Πόση Βούληση μπορεί να έχει ένα Άβουλο ον.
 
Διαθέτει τόση βούληση, όση, μπορεί να έχει ένα υποκείμενο στις πεποιθήσεις του για την αναπαραγωγή, για την υγεία, την τροφή, τις σκέψεις, τις λέξεις, τα συναισθήματα…
 
Τα μαϊμουδάκια είναι αγκιστρωμένα στις διάφορες αηδίες, τα διανοητικά σκουπίδια που πουλάνε σε ιλουστρασιόν συσκευασία, οι οργανωμένες θρησκείες -από τα επίσημα ιερατεία, μέχρι τα δήθεν ανεπίσημα, φτιαγμένα ειδικά για τους αμφισβητίες- και οι επαγγελματίες προπαγανδιστές είτε Κρόουλι και Μπλαβάτσκυ, είτε Εσσε, Φρομ, Οσσο, Ουσπένσκι, Γκουρτζιεφ … και κάθε μιαρό καθίκι, είναι όλοι τους ΦΟΒΙΣΜΕΝΑ υποκείμενα, που ούτε καν πλησιάζουν την έννοια «ΑΝΘΡΩΠΟΣ» γι’ αυτό τρέμουν από φόβο και να Ζήσουν και να Πεθάνουν …κι εννοείται πως οι όμοιοί τους, φοβισμένοι κι άνοοι τους λατρεύουν.
 
Νόμιμα εκλεγμένες ηγεσίες (κράτη, πολιτικές, οικονομία, θρησκεία) δεν υπάρχουν κι αυτό που αποκαλούν ως δημοκρατία, ψηφοφορία, βούληση του λαού… και λοιπές αρλούμπες αναλόγου κάλλους, είναι μια διαχρονική δικτατορία του κερατά. Αυτά τα ενεργούμενα που βλέπει το πόπολο, ουδεμία σχέση έχουν μ’ αυτούς που το κυβερνούν αληθινά, ούτε οι μαριονέτες που δείχνουν ως πλούσιους, έχουν καμία σχέση με την αληθινή Ελίτ του πλανήτη. Τώρα, για το ποιος ευθύνεται για τον εκφυλισμό των μαϊμούδων της ουτοπίας; Σίγουρα όχι οι μαϊμούδες … είναι σαν να λες «ποιος ευθύνεται που οι μαϊμούδες στην ζούγκλα είναι μαϊμούδες»… ε, μα, ο Δημιουργός τους.
 
Φυσικά, οι επαγγελματίες προπαγανδιστές της «Mystery Babylon» για να κάνουν συνένοχο με τον Δημιουργό τις «μαϊμούδες της ουτοπίας» επινόησαν την «ελεύθερη βούληση» … Πόση Βούληση μπορεί να έχει ένα Άβουλο ον; Μόνο ένστικτα έχει, ορμέμφυτα και παρορμήσεις. Τα αποτελέσματα της ανυπαρξίας ελεύθερης βούλησης ή έστω καν βούλησης, (άσε την ελευθερία, είναι ανεκδοτολογική λέξη) τα βλέπουμε γύρω μας μέσα στην φυλακή του Δημιουργού. Αντί λοιπόν να γκρεμίσουν τον Δημιουργό και την Δημιουργία του στο Χάος, απ’ όπου ξεπήδησε, οι ανθρώπινες μαϊμούδες τον λατρεύουν και τον θεοποιούν.
 
ΚΑΛΟΦΑΓΩΤΕΣ λοιπόν.

Η ΙΔΕΑ ΤΗΣ ΠΡΟΟΔΟΥ

Ι. Η ΙΔΕΑ ΤΗΣ ΠΡΟΟΔΟΥ

· Πολλοί άνθρωποι αξιολογούν την ιδέα της προόδου με ποσοτικά κριτήρια· τη συνδέουν συνήθως με τη σύγχρονη έννοια της τεχνολογίας και με την τεχνολογική πρόοδο ή με την πρόοδο του τεχνικού πολιτισμού.
· Πιο ειδικά θεωρούν ως πρόοδο του ανθρώπου και της κοινωνίας την ποσότητα των επιτευγμάτων ή φαινομένων που συνεπάγεται η ανάπτυξη της τεχνο-επιστήμης.
· Υποστηρίζεται συγκεκριμένα ότι η διάδοση της επιστήμης συντελεί στη διάλυση εδραιωμένων προκαταλήψεων ή εσφαλμένων πεποιθήσεων και στην κατάκτηση ενός συνόλου πεποιθήσεων ή αντιλήψεων, οι οποίες χαρακτηρίζονται για τον ορθολογικό και προοδευτικό τους χαρακτήρα.
· Ακόμη υποστηρίζεται, με ένα τρόπο πολύ αφηρημένο, πως η επιστήμη με τις τεχνολογικές της εφαρμογές μπορεί να επιλύσει εν πολλοίς ή και οριστικά τα περισσότερα προβλήματα των ανθρώπων.
· Τα στοιχεία που αναφέρονται συνήθως προς επαλήθευση των πιο πάνω ισχυρισμών ή θεωρήσεων είναι περίπου τα εξής: α) τα επίπεδα διαβίωσης είναι τα υψηλότερα από κάθε άλλη περίοδο του παρελθόντος· β) η προσδοκία της μακροζωίας είναι πιο μεγαλύτερη από ποτέ· γ) τα επίπεδα υγείας και διατροφής έχουν βελτιωθεί εντυπωσιακά· δ) οι πιο πολλές ασθένειες έχουν νικηθεί· ε) τα ταξίδια και οι επικοινωνίες γίνονται με μεγαλύτερη ταχύτητα· στ) η γνώση αυξάνεται με τους πιο γοργούς ρυθμούς· ζ) καθημερινά παρατηρείται μια επαναστατική αλλαγή στις συνήθειες, τα ήθη, τις κοσμοαντιλήψεις, στις πεποιθήσεις κ.λπ.
· Γενικώς, οι αποτιμήσεις της εποχής μας περί προόδου δεν είναι μονοσήμαντες. Οι μεν ταυτίζουν την τεχνολογική πρόοδο με την πρόοδο ως καθολικό φαινόμενο, οι δε την θεωρούν ως μια πρόοδο σε ποσότητες, οι οποίες έχουν αρνητικές συνέπειες για τον άνθρωπο.
· Τέτοιες αρνητικές συνέπειες είναι η μόλυνση του περιβάλλοντος και η υποβάθμισή του, η καταστροφή των παραδοσιακών ηθών, η υποταγή των ανθρώπων στην εξουσία των μηχανών και των ασημαντοτήτων, η αποξένωση των ανθρώπινων σχέσεων, η καλπάζουσα ανθρώπινη δυστυχία κ.λπ.
· Αναμφισβήτητα καμιά άποψη δεν μπορεί να υιοθετείται απόλυτα: η ποσοτικοποίηση της θετικής ή αρνητικής προόδου είναι δεδομένη. Η πρόοδος εμφανίζεται να έχει αντιφατικό χαρακτήρα.
· Το ερώτημα συνεπώς είναι: πώς πρέπει να αποτιμά ο σημερινός άνθρωπος την πρόοδο και την εξέλιξη του τεχνολογικού πολιτισμού;
· Για να απαντήσει κανείς σε ένα τέτοιο ερώτημα, πρέπει να ξεκινά από αυτό που υπάρχει και αναπαράγεται συνεχώς:
· Σήμερα όλα «είναι περισσότερα»· α) ποσοτικοποίηση θετικής προόδου: ειδικοί, μηχανές, υπολογιστές, πληροφορίες, γνώσεις, επικοινωνίες, τεχνικοί, επιστήμονες κ.α. β) ποσοτικοποίηση της αρνητικής προόδου: ορισμένες ασθένειες έχουν εξαλειφθεί ή υποχωρήσει, εμφανίζονται όμως άλλες και με ταχύ ρυθμό, οι πόλεμοι «ευδοκιμούν», ο αμοραλισμός αυξάνεται, μαζοποίηση ανθρώπων, αμετρία κ.λπ.
· Η πρόοδος, στην αυθεντική της σύλληψη, δεν είναι μόνο και κύρια αυτή η ποσοτικοποίηση ούτε πολύ περισσότερο ο αχαλίνωτος καταναλωτισμός.
· Απεναντίας συνιστά θεμελιώδη εκδήλωση και ιδιότητα του ανθρώπινου πολιτισμού.
· Κάθε επίτευγμα ενσωματώνεται και οφείλει να ενσωματώνεται στον πολιτισμό και να αντιμετωπίζεται ως προϊόν του ανθρώπου. Άρα προϋποθέτει την ποιοτική του αξιοποίηση.
· Με δεδομένη την πιο πάνω περιγραφή πώς πρέπει να σκεπτόμαστε την τεχνολογική πρόοδο, που λαμβάνει χώρα ραγδαία αλλά δεν παύει να γεμίζει τη ζωή μας με αντιθέσεις και αντιφάσεις;
· Με κριτικό μάτι και με διαλεκτική αποτίμηση του θετικού και του αρνητικού, της ποιότητας και της ποσότητας, της ανθρωπιάς και της τεχνολογίας.
· Είτε κανείς είναι παρατηρητής των επιστημονικών επιτευγμάτων και των τρόπων, με τους οποίους αυτά εισάγονται ή εφαρμόζονται στη ζωή μας, είτε συμμετέχει –έμμεσα ή άμεσα– πρέπει να καλλιεργεί την ευαισθησία του, να διέπεται από ανώτερες αρχές, να αναπτύσσει την πνευματικότητά του και να αποκτά αισθητικό κριτήριο.
· Τότε μπορούμε να διακρίνουμε το θετικό και το αρνητικό που μας επιφυλάσσει η μια ή η άλλη πολιτισμική εξέλιξη.
· Από άποψη αρχής, ο πολιτισμός οφείλει να λειτουργεί λυτρωτικά και απελευθερωτικά, κάτι που παραμένει το ζητούμενο.
· Ο διαχωρισμός πνευματικού και υλικού πολιτισμού σημαίνει ότι ο κόσμος αποξενώνεται από τον άλλο του εαυτό.
· Αυτός ο διαχωρισμός γίνεται στη συνέχεια μοιραίος και για τη διχοτόμηση της ανθρώπινης ουσίας ανάμεσα σε στεγνή, αναίσθητη εξειδίκευση και σε ευαίσθητη πνευματικότητα.
· Η χαοτική όψη του σύγχρονου τεχνολογικού πολιτισμού δεν έλκει την καταγωγή της από την έννοια του πολιτισμού. Η τεχνική έχει αποκτήσει δομή και θέση άσχετη με τις ανάγκες των ανθρώπων (Adorno).
· Η οικονομική παραφροσύνη τείνει να αυτονομήσει την τεχνολογία από την πνευματική υπόσταση του ανθρώπου και να προκαλέσει τόση σύγχυση, ώστε η αυξανόμενη αποβλάκωση να ονομάζεται πολιτισμός (Adorno).
· Σήμερα κυριαρχεί μια κατάσταση ολοκληρωτικά και ανεξέλεγκτα διαμελισμένη: εξατομίκευση, απουσία εσωτερικής συνεννόησης και παράλληλα εγκαθίσταται η δύναμη του όχλου: «ο τύπος του σύγχρονου ανθρώπου του σπηλαίου» (Spengler).
· Τελικά κάθε περίοδος της ζωής μας απηχεί μια ουσιαστική πρόοδο ή εξέλιξη, όταν αντιμετωπίζει τις πραγματικές ανάγκες (υλικές και πνευματικές) της κοινωνίας με απώτερο στόχο όχι μόνο το ζειν αλλά το ευ ζειν.

ΙΙ. Κείμενα

1. «Οι μηχανές γίνονται όλο και πιο απάνθρωπες στη μορφή τους, όλο και πιο ασκητικές, μυστικιστικές και για όλο και πιο λίγους μυημένους. Περιπλέκουν τη γη με έναν απέραντο ιστό λεπτών δυνάμεων, ρευμάτων και τάσεων. Το σώμα τους γίνεται όλο και πιο πνευματικό, όλο και πιο σιωπηλό. Αυτοί οι τροχοί, κύλινδροι και μοχλοί δεν μιλούν πια. Καθετί αποφασιστικό αποσύρεται στην εσωτερικότητά τους».

2. «Έχει δημιουργηθεί κάποια παρεξήγηση γύρω από τη διάκριση μεταξύ εφαρμοσμένης επιστήμης και τεχνολογίας· και αυτό είναι λογικό, γιατί η διάκριση αυτή δεν έγινε ποτέ με σαφήνεια. Η διαφορά τους στηρίζεται κυρίως στον τύπο προσέγγισης. Ο εκπρόσωπος της εφαρμοσμένης επιστήμης ασχολείται με την ανακάλυψη εφαρμογών για την καθαρή θεωρία. Ο τεχνολόγος έχει ένα πρόβλημα που βρίσκεται λίγο πιο κοντά στην πρακτική».

3. «Ο τεχνικός είναι πάντα ένας ειδικός και δεν μπορεί καθόλου να ισχυριστεί ότι ελέγχει κάποια τεχνική εκτός από τη δική του. Εκείνοι για τους οποίους η τεχνολογία αντλεί το νόημά της από τον ίδιο τον εαυτό της πολύ δύσκολα θα ανακαλύψουν τις αξίες που δίνουν νόημα σε αυτό που κάνουν. Και μάλιστα ποτέ δεν θα τις αναζητήσουν».

Ηράκλειτος - Ευριπίδης: το παράλογο θεών και ανθρώπων

Το αγεφύρωτο χάσμα: ανάμεσα στον λογισμό και τον παραλογισμό

§1

Ηράκλειτος

Β 5
«καθαίρονται δ᾽ ἄλλως αἵματι μιαινόμενοι οἷον εἴ τις εἰς πηλὸν ἐμβὰς πηλῷ ἀπονίζοιτο. μαίνεσθαι δ᾽ ἂν δοκοίη, εἴ τίς μιν ἀνθρώπων ἐπιφράσαιτο οὕτω ποιέοντα. καὶ τοῖς ἀγάλμασι δὲ τουτέοισιν εὔχονται, ὁκοῖον εἴ τις δόμοισι λεσχηνεύοιτο, οὔ τι γινώσκων θεοὺς οὔδ᾽ ἥρωας οἵτινές εἰσιν».

Εξαγνίζονται [από το αίμα] με καθαρμούς και μολύνονται με άλλο αίμα, σαν κάποιον που βούτηξε στη λάσπη και μετά προσπαθεί να ξεπλυθεί με λάσπη. Για τρελό θα τον έπαιρνε, αν κανείς τον έβλεπε να κάνει κάτι τέτοιο. Και στ’ αγάλματα τούτα προσεύχονται, σαν κάποιον που θα ήθελε να συνομιλήσει με τους τοίχους/με τους ναούς, χωρίς να έχει ιδέα τι είναι οι θεοί και οι ήρωες.

§2

Ερμηνεία ‒ κατανόηση:

Ι. Ποιοι επιζητούν μια τέτοιου είδους κάθαρση; Οι πολλοί, που δεν είναι μυημένοι στον καθολικό Λόγο και ζουν λες κι έχουν ιδιωτική σκέψη (απ. 2). Έτσι αρέσκονται στις ψευδαισθήσεις ενός εξαγνισμού, ήτοι μιας λατρείας του θείου, η οποία δεν έχει κανένα έρεισμα στο Λόγο παρά μόνο σχετίζεται με τα είδωλα, με τα αγάλματα των παραδοσιακών θεών. Μοιάζουν με εκείνους που προσπαθούν να ξεπλύνουν τη λάσπη τους με λάσπη. Τούτη η μέθοδος ή ο τρόπος μας θυμίζει, στο επίπεδο της τρέχουσας πολιτικής, τους πολιτικούς τεντιμπόηδες και τυχοδιώκτες της καθεστωτικής «αριστεράς», που στη συμφεροντολογική τους σύμπνοια με τα γνωστά παραμάγαζα της ακροδεξιάς, έχουν καθιδρύσει στην Ελλάδα το πιο βρώμικο σύστημα φασιστικής εξουσίας από τότε που δημιουργήθηκε το νεοελληνικό κράτος και ξεπλένουν, κάθε φορά, τον δικό τους οντολογικό βούρκο με βούρκο: είναι παράφρονες και ζητούν, μέσα από την παραφροσύνη τους, λογισμό από τους άλλους στα μέτρα αυτής της παραφροσύνης· δηλαδή ζητούν από τους άλλους να νομιμοποιούν την εν λόγω παραφροσύνη ως τον ύψιστο στοχασμό της κοινωνίας και της πολιτείας.

ΙΙ. Είναι τρελό, μας λέει ο Ηράκλειτος, οι άνθρωποι να σκέφτονται ότι μπορούν να ευχαριστήσουν, κατ’ αυτό τον τρόπο, τους θεούς. Πρόκειται, στ’ αλήθεια, για μια παραφροσύνη, που δεν είναι άσχετη με το ότι και οι ίδιοι οι θεοί, όπως τους φαντάζονται οι άνθρωποι, δηλαδή ανθρωπομορφικά, είναι άφρονες και παράφρονες σαν αυτούς. Οι άνθρωποι και οι θεοί τους βρίσκονται πολύ μακριά από το θείο, το οποίο μπορεί να συλληφθεί μόνο σε εναρμόνιση με τον καθολικό Λόγο.

§3

Ευριπίδης

Ι. Μια τέτοια παραφροσύνη των θεών της κλασσικής εποχής φέρνει στο φως ο Ευριπίδης στην Ιφιγένεια εν Ταύροις (στ. 380-390), όπου η Ιφιγένεια παρουσιάζεται να συμμερίζεται τον ορθό Λόγο ενάντια στον παραλογισμό των καθημερινών φαντασιώσεων των θνητών:

«Της θεάς μας τα καμώματα δεν μου αρέσουν·
αν με τα χέρια ένας θνητός αγγίξει φόνου αίμα
ή και λεχώνα ή πεθαμένο,
τον διώχνει απ’ το βωμό της ως μολυσμένο·
αυτήν θυσίες ανθρώπων την ευφραίνουν.
Αδύνατο η Λητώ, του Δία η γυναίκα
να γέννησε ένα τόσο ανόητο πλάσμα.
Ούτε όσα λένε για τα δείπνα του Τάνταλου,
πως δήθεν οι θεοί γευτήκανε τις σάρκες
του παιδιού του, πιστεύω· οι ντόπιοι πάλι
θαρρώ πως είναι αιμοχαρείς και ζητούν
στη θεά να αποδώσουν τ’ άγρια ένστικτά τους·
κανένας θεός δεν πιστεύω πως είναι κακός


Ο παραλογισμός, η παραφροσύνη των θεών της λαϊκής θρησκείας, σύμφωνα με τον Ηράκλειτο αλλά και τον Ευριπίδη, αντανακλά το παραλήρημα και τη δεισιδαιμονία των ανθρώπων, ελλείψει πνευματικής καλλιέργειας, ακόμη και τη σκληρότητά τους, τη μοχθηρία τους.

ΙΙ. Δεδομένου ότι αυτό που κυβερνά, κατά τον Ηράκλειτο και τον Ευριπίδη, τον κόσμο είναι ο στοχαστικός Λόγος, ό,τι ο Λόγος διακρίνει στη θρησκευτική συμπεριφορά των ανθρώπων αλλά και των θεών, που οι ίδιοι κατασκευάζουν/φαντάζονται, είναι άλογο. Τούτο το άλογο δεν είναι το διαλεκτικά αντίθετο προς τον Λόγο, έτσι ώστε να συνάπτεται στο φιλοσοφικό παιγνίδι της ενότητας των αντιθέσεων, παρά ένα μηδέν , ένα τίποτα, κάτι το άκυρο.

ΙΙΙ. Καθώς το άλογο είναι ένα τίποτα, η πίστη σ’ αυτούς ή εκείνους τους θεούς ‒ή σε επίπεδο πολιτικής: σ’ αυτούς ή εκείνους τους πολιτικούς‒ δεν προσφέρει τίποτα θετικό, καμιά δυνατότητα εύρεσης της αλήθειας παρά μόνο αυταπάτες και στο τέλος καταστροφή. Ωστόσο, οι άνθρωποι έχουν να επιδείξουν πολλές συμπεριφορές τέτοιας υφής, οι οποίες όχι μόνο είναι ένα τίποτα αλλά και ενεργά αρνητικές: επιφέρουν αρνητικά αποτελέσματα. Οι πολλοί έτσι μετατρέπονται σε έναν βάρβαρο όχλο, που στο όνομα των ειδώλων του: θρησκευτικών, πολιτικών κ.λπ. σκοτώνουν και σκοτώνονται. Αυτή είναι η μοίρα του δουλόφρονου πλήθους.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ρητορική (1354a-1355a)

ΒΙΒΛΙΟ Α'

Εισαγωγή: κεφ. 1

[1354a] [I] Ἡ ῥητορική ἐστιν ἀντίστροφος τῇ διαλεκτικῇ· ἀμφότεραι γὰρ περὶ τοιούτων τινῶν εἰσιν ἃ κοινὰ τρόπον τινὰ ἁπάντων ἐστὶ γνωρίζειν καὶ οὐδεμιᾶς ἐπιστήμης ἀφωρισμένης· διὸ καὶ πάντες τρόπον τινὰ μετέχουσιν ἀμφοῖν· πάντες γὰρ μέχρι τινὸς καὶ ἐξετάζειν καὶ ὑπέχειν λόγον καὶ ἀπολογεῖσθαι καὶ κατηγορεῖν ἐγχειροῦσιν. τῶν μὲν οὖν πολλῶν οἱ μὲν εἰκῇ ταῦτα δρῶσιν, οἱ δὲ διὰ συνήθειαν ἀπὸ ἕξεως· ἐπεὶ δ᾽ ἀμφοτέρως ἐνδέχεται, δῆλον ὅτι εἴη ἂν αὐτὰ καὶ ὁδῷ ποιεῖν· δι᾽ ὃ γὰρ ἐπιτυγχάνουσιν οἵ τε διὰ συνήθειαν καὶ οἱ ἀπὸ τοῦ αὐτομάτου τὴν αἰτίαν θεωρεῖν ἐνδέχεται, τὸ δὲ τοιοῦτον ἤδη πάντες ἂν ὁμολογήσαιεν τέχνης ἔργον εἶναι.

Νῦν μὲν οὖν οἱ τὰς τέχνας τῶν λόγων συντιθέντες οὐδὲν ὡς εἰπεῖν πεπορίκασιν αὐτῆς μόριον· αἱ γὰρ πίστεις ἔντεχνόν εἰσι μόνον, τὰ δ᾽ ἄλλα προσθῆκαι· οἱ δὲ περὶ μὲν ἐνθυμημάτων οὐδὲν λέγουσιν, ὅπερ ἐστὶ σῶμα τῆς πίστεως, περὶ δὲ τῶν ἔξω τοῦ πράγματος τὰ πλεῖστα πραγματεύονται· διαβολὴ γὰρ καὶ ἔλεος καὶ ὀργὴ καὶ τὰ τοιαῦτα πάθη τῆς ψυχῆς οὐ περὶ τοῦ πράγματός ἐστιν, ἀλλὰ πρὸς τὸν δικαστήν· ὥστ᾽ εἰ περὶ πάσας ἦν τὰς κρίσεις καθάπερ ἐν ἐνίαις γε νῦν ἐστι τῶν πόλεων καὶ μάλιστα ταῖς εὐνομουμέναις, οὐδὲν ἂν εἶχον ὅ τι λέγωσιν· ἅπαντες γὰρ οἱ μὲν οἴονται δεῖν οὕτω τοὺς νόμους ἀγορεύειν, οἱ δὲ καὶ χρῶνται καὶ κωλύουσιν ἔξω τοῦ πράγματος λέγειν, καθάπερ καὶ ἐν Ἀρείῳ πάγῳ, ὀρθῶς τοῦτο νομίζοντες· οὐ γὰρ δεῖ τὸν δικαστὴν διαστρέφειν εἰς ὀργὴν προάγοντας ἢ φθόνον ἢ ἔλεον· ὅμοιον γὰρ κἂν εἴ τις ᾧ μέλλει χρῆσθαι κανόνι, τοῦτον ποιήσειε στρεβλόν. ἔτι δὲ φανερὸν ὅτι τοῦ μὲν ἀμφισβητοῦντος οὐδέν ἐστιν ἔξω τοῦ δεῖξαι τὸ πρᾶγμα ὅτι ἔστιν ἢ οὐκ ἔστιν, ἢ γέγονεν ἢ οὐ γέγονεν· εἰ δὲ μέγα ἢ μικρόν, ἢ δίκαιον ἢ ἄδικον, ὅσα μὴ ὁ νομοθέτης διώρικεν, αὐτὸν δή που τὸν δικαστὴν δεῖ γιγνώσκειν καὶ οὐ μανθάνειν παρὰ τῶν ἀμφισβητούντων. μάλιστα μὲν οὖν προσήκει τοὺς ὀρθῶς κειμένους νόμους, ὅσα ἐνδέχεται, πάντα διορίζειν αὐτούς, καὶ ὅτι ἐλάχιστα καταλείπειν ἐπὶ τοῖς κρίνουσι, πρῶτον μὲν ὅτι ἕνα λαβεῖν καὶ ὀλίγους ῥᾷον ἢ πολλοὺς

[1354b] εὖ φρονοῦντας καὶ δυναμένους νομοθετεῖν καὶ δικάζειν· ἔπειθ᾽ αἱ μὲν νομοθεσίαι ἐκ πολλοῦ χρόνου σκεψαμένων γίνονται, αἱ δὲ κρίσεις ἐξ ὑπογυίου, ὥστε χαλεπὸν ἀποδιδόναι τὸ δίκαιον καὶ τὸ συμφέρον καλῶς τοὺς κρίνοντας. τὸ δὲ πάντων μέγιστον, ὅτι ἡ μὲν τοῦ νομοθέτου κρίσις οὐ κατὰ μέρος, ἀλλὰ περὶ μελλόντων τε καὶ καθόλου ἐστίν, ὁ δ᾽ ἐκκλησιαστὴς καὶ δικαστὴς ἤδη περὶ παρόντων καὶ ἀφωρισμένων κρίνουσιν· πρὸς οὓς καὶ τὸ φιλεῖν ἤδη καὶ τὸ μισεῖν καὶ τὸ ἴδιον συμφέρον συνήρτηται πολλάκις, ὥστε μηκέτι δύνασθαι θεωρεῖν ἱκανῶς τὸ ἀληθές, ἀλλ᾽ ἐπισκοτεῖν τῇ κρίσει τὸ ἴδιον ἡδὺ ἢ λυπηρόν. περὶ μὲν οὖν τῶν ἄλλων, ὥσπερ λέγομεν, δεῖ ὡς ἐλαχίστων ποιεῖν κύριον τὸν κριτήν, περὶ δὲ τοῦ γεγονέναι ἢ μὴ γεγονέναι, ἢ ἔσεσθαι ἢ μὴ ἔσεσθαι, ἢ εἶναι ἢ μὴ εἶναι, ἀνάγκη ἐπὶ τοῖς κριταῖς καταλείπειν· οὐ γὰρ δυνατὸν ταῦτα τὸν νομοθέτην προϊδεῖν. εἰ δὲ ταῦθ᾽ οὕτως ἔχει, φανερὸν ὅτι τὰ ἔξω τοῦ πράγματος τεχνολογοῦσιν ὅσοι τἆλλα διορίζουσιν, οἷον τί δεῖ τὸ προοίμιον ἢ τὴν διήγησιν ἔχειν, καὶ τῶν ἄλλων ἕκαστον μορίων· οὐδὲν γὰρ ἐν αὐτοῖς ἄλλο πραγματεύονται πλὴν ὅπως τὸν κριτὴν ποιόν τινα ποιήσωσιν, περὶ δὲ τῶν ἐντέχνων πίστεων οὐδὲν δεικνύουσιν, τοῦτο δ᾽ ἐστὶν ὅθεν ἄν τις γένοιτο ἐνθυμηματικός. διὰ γὰρ τοῦτο τῆς αὐτῆς οὔσης μεθόδου περὶ τὰ δημηγορικὰ καὶ δικανικά, καὶ καλλίονος καὶ πολιτικωτέρας τῆς δημηγορικῆς πραγματείας οὔσης ἢ τῆς περὶ τὰ συναλλάγματα, περὶ μὲν ἐκείνης οὐδὲν λέγουσι, περὶ δὲ τοῦ δικάζεσθαι πάντες πειρῶνται τεχνολογεῖν, ὅτι ἧττόν ἐστι πρὸ ἔργου τὰ ἔξω τοῦ πράγματος λέγειν ἐν τοῖς δημηγορικοῖς καὶ ἧττόν ἐστι κακοῦργον ἡ δημηγορία δικολογίας, ὅτι κοινότερον. ἐνταῦθα μὲν γὰρ ὁ κριτὴς περὶ οἰκείων κρίνει, ὥστ᾽ οὐδὲν ἄλλο δεῖ πλὴν ἀποδεῖξαι ὅτι οὕτως ἔχει ὥς φησιν ὁ συμβουλεύων· ἐν δὲ τοῖς δικανικοῖς οὐχ ἱκανὸν τοῦτο, ἀλλὰ πρὸ ἔργου ἐστὶν ἀναλαβεῖν τὸν ἀκροατήν· περὶ ἀλλοτρίων γὰρ ἡ κρίσις, ὥστε πρὸς τὸ αὑτῶν σκοπούμενοι καὶ πρὸς χάριν ἀκροώμενοι διδόασι τοῖς ἀμφισβητοῦσιν,

[1355a] ἀλλ᾽ οὐ κρίνουσιν. διὸ καὶ πολλαχοῦ, ὥσπερ πρότερον εἶπον, ὁ νόμος κωλύει λέγειν ἔξω τοῦ πράγματος· ἐκεῖ δ᾽ αὐτοὶ οἱ κριταὶ τοῦτο τηροῦσιν ἱκανῶς. ἐπεὶ δὲ φανερόν ἐστιν ὅτι ἡ μὲν ἔντεχνος μέθοδος περὶ τὰς πίστεις ἐστίν, ἡ δὲ πίστις ἀπόδειξίς τις (τότε γὰρ πιστεύομεν μάλιστα ὅταν ἀποδεδεῖχθαι ὑπολάβωμεν), ἔστι δ᾽ ἀπόδειξις ῥητορικὴ ἐνθύμημα, καὶ ἔστι τοῦτο ὡς εἰπεῖν ἁπλῶς κυριώτατον τῶν πίστεων, τὸ δ᾽ ἐνθύμημα συλλογισμός τις, περὶ δὲ συλλογισμοῦ ὁμοίως ἅπαντος τῆς διαλεκτικῆς ἐστιν ἰδεῖν, ἢ αὐτῆς ὅλης ἢ μέρους τινός, δῆλον ὅτι ὁ μάλιστα τοῦτο δυνάμενος θεωρεῖν, ἐκ τίνων καὶ πῶς γίνεται συλλογισμός, οὗτος καὶ ἐνθυμηματικὸς ἂν εἴη μάλιστα, προσλαβὼν περὶ ποῖά τέ ἐστι τὸ ἐνθύμημα καὶ τίνας ἔχει διαφορὰς πρὸς τοὺς λογικοὺς συλλογισμούς. τό τε γὰρ ἀληθὲς καὶ τὸ ὅμοιον τῷ ἀληθεῖ τῆς αὐτῆς ἐστι δυνάμεως ἰδεῖν, ἅμα δὲ καὶ οἱ ἄνθρωποι πρὸς τὸ ἀληθὲς πεφύκασιν ἱκανῶς καὶ τὰ πλείω τυγχάνουσι τῆς ἀληθείας· διὸ πρὸς τὰ ἔνδοξα στοχαστικῶς ἔχειν τοῦ ὁμοίως ἔχοντος καὶ πρὸς τὴν ἀλήθειάν ἐστιν.

***
[1354a] [1] Η ρητορική βρίσκεται σε αναλογική σχέση με τη διαλεκτική: και οι δυο τους ασχολούνται με θέματα που, κατά κάποιο τρόπο, αποτελούν μέρος των γνώσεων όλων των ανθρώπων και δεν ανήκουν στο περιεχόμενο μιας συγκεκριμένης ειδικής επιστήμης. Αυτός είναι και ο λόγος που όλοι, λίγο πολύ, οι άνθρωποι ασκούν και τη μία και την άλλη. Όλοι, πράγματι, ως έναν βαθμό, οι άνθρωποι δοκιμάζουν και να κριτικάρουν ή να υποστηρίξουν ένα επιχείρημα και να υπερασπιστούν τον εαυτό τους ή να γίνουν κατήγοροι. Μόνο που οι περισσότεροι άνθρωποι τα κάνουν όλα αυτά άλλοι στην τύχη και άλλοι από μια συνήθεια/ικανότητα που την απέκτησαν με άσκηση. Από τη στιγμή όμως που και οι δύο αυτοί τρόποι είναι δυνατοί, είναι φανερό ότι τα πράγματα αυτά μπορούν να γίνουν και με την εφαρμογή μιας ορισμένης μεθόδου. Μπορούμε, πράγματι, να ψάξουμε με το μυαλό μας και να βρούμε γιατί κάποιοι πετυχαίνουν ενεργώντας από συνήθεια και άλλοι ενεργώντας στην τύχη· όλοι τότε θα βρεθούμε σύμφωνοι ότι αυτού του είδους η διερεύνηση είναι, στην πραγματικότητα, το έργο μιας τέχνης.

Εν πάση περιπτώσει όλοι οι ως τώρα συντάκτες εγχειριδίων ρητορικής τέχνης ένα μικρό μόνο μέρος αυτής της τέχνης μάς έχουν προσφέρει· γιατί, πραγματικά, οι αποδείξεις είναι το μόνο πράγμα που εμπίπτει στην περιοχή της τέχνης — όλα τα άλλα είναι συμπληρώματα· οι συγγραφείς όμως αυτοί δεν λένε τίποτε για τα ενθυμήματα, που είναι το «σώμα» της απόδειξης, και ασχολούνται κατά κύριο λόγο με πράγματα που βρίσκονται έξω από το θέμα: η διαβολή, ο οίκτος, η οργή και τα άλλα πάθη της ψυχής δεν έχουν καμιά απολύτως σχέση με τη συγκεκριμένη υπόθεση· απλώς απευθύνονται στον δικαστή. Αν, επομένως, όλες οι δίκες διεξάγονταν με τον τρόπο που διεξάγονται σήμερα σε μερικές πόλεις, και μάλιστα στις ευνομούμενες, οι συγγραφείς αυτοί δεν θα είχαν απολύτως τίποτε να πουν. Γιατί όλοι οι άνθρωποι ή πιστεύουν ότι αυτό πρέπει να το ορίζουν ρητά οι νόμοι ή το κάνουν οι ίδιοι πράξη και απαγορεύουν να μιλάει κανείς έξω από το θέμα (έτσι γίνεται στον Άρειο Πάγο) — και φυσικά έχουν το δίκαιο με το μέρος τους· γιατί, βέβαια, δεν πρέπει να διαστρέφουμε τους δικαστές παρασύροντας τους σε οργή ή σε φθόνο ή σε οίκτο· αυτό θα ήταν σαν να στραβώναμε τον χάρακα που πρόκειται να χρησιμοποιήσουμε. Έπειτα είναι φανερό ότι το μόνο που έχουν να κάνουν οι διάδικοι είναι να αποδείξουν ότι το συγκεκριμένο γεγονός είναι ή δεν είναι έτσι, ότι συνέβη ή δεν συνέβη· για το αν είναι όμως σημαντικό ή ασήμαντο, δίκαιο ή άδικο, την απόφαση —στον βαθμό που δεν υπάρχει καθοριστικός λόγος του νομοθέτη— θα την πάρει πια μόνο ο δικαστής, και δεν είναι καθόλου δουλειά των διαδίκων να του τα μάθουν.

Το πιο σωστό λοιπόν είναι οι καλώς κείμενοι νόμοι να προβλέπουν οι ίδιοι όλες τις δυνατές περιπτώσεις και να αφήνουν όσο γίνεται λιγότερες στη διάκριση των δικαστών, δεδομένου ότι, πρώτον, είναι πιο εύκολο να βρεις έναν ή λίγους ανθρώπους —παρά πολλούς—

[1354b] που να σκέφτονται σωστά και να είναι σε θέση να νομοθετούν και να δικάζουν, και, δεύτερον, οι νόμοι είναι αποτέλεσμα μακροχρόνιας σκέψης και διερεύνησης, ενώ οι δικαστικές αποφάσεις λαμβάνονται εκείνη τη στιγμή, και άρα είναι δύσκολο για τους κριτές να ορίζουν με τον τρόπο που πρέπει το δίκαιο και το συμφέρον· από όλα όμως το πιο σημαντικό είναι ότι οι αποφάνσεις του νομοθέτη δεν αναφέρονται σε επιμέρους περιπτώσεις, αλλά αφορούν στο μέλλον και έχουν γενικό χαρακτήρα, ενώ το μέλος της εκκλησίας του δήμου και ο δικαστής αποφασίζουν για συγκεκριμένα θέματα του παρόντος· συχνά μάλιστα οι αποφάσεις τους επηρεάζονται από φιλίες, από έχθρες και από το προσωπικό τους συμφέρον, με αποτέλεσμα να μην είναι πια σε θέση να διακρίνουν —στον βαθμό που πρέπει— την αλήθεια και η κρίση τους να επισκοτίζεται από ό,τι είναι ευχάριστο ή δυσάρεστο προσωπικά στους ίδιους. Πρέπει λοιπόν —το ξαναλέμε— να αφήνουμε τον μικρότερο δυνατό αριθμό περιπτώσεων στην απόλυτη κρίση του δικαστή· εκείνο που δεν μπορούμε παρά να το αφήνουμε στην κρίση των δικαστών είναι το αν συνέβη ή δεν συνέβη το πράγμα, το αν πρόκειται ή δεν πρόκειται να συμβεί, το αν είναι ή δεν είναι έτσι· γιατί ο νομοθέτης δεν μπορεί, βέβαια, να τα προβλέψει όλα αυτά.

Αν λοιπόν έτσι έχει το πράγμα, τότε είναι φανερό ότι οι συγγραφείς των ως τώρα εγχειριδίων ρητορικής μιλούν για ξένα προς τη ρητορική θέματα, όταν ορίζουν π.χ. τί πρέπει να περιέχει το προοίμιο ή η διήγηση ή το καθένα από τα άλλα μέρη του ρητορικού λόγου. Πραγματικά, το μόνο πράγμα με το οποίο ασχολούνται στις πραγματείες τους αυτές είναι το πώς θα φέρουν τον δικαστή σ᾽ αυτήν ή σ᾽ εκείνη την κατάσταση· για τις έντεχνες αποδείξεις ούτε κουβέντα! Και όμως το στοιχείο αυτό είναι το μόνο που μπορεί να σε κάνει ικανό για ενθυμήματα. Αυτός είναι ο λόγος που, μολονότι είναι ίδια η μέθοδος που εφαρμόζεται στον συμβουλευτικό και στον δικανικό λόγο, και μολονότι τα θέματα που πραγματεύεται ο συμβουλευτικός λόγος είναι ανώτερης ποιότητας και παρουσιάζουν μεγαλύτερο πολιτικό ενδιαφέρον από ό,τι οι ιδιωτικές συναλλαγές, εντούτοις οι συγγραφείς αυτοί δεν λένε τίποτε για τον πρώτο και όλοι τους προσπαθούν να περιγράψουν την τεχνική του δικανικού λόγου. Η εξήγηση βέβαια είναι ότι στον συμβουλευτικό λόγο δεν συμφέρει και τόσο να μιλάς έξω από το θέμα· επίσης ο συμβουλευτικός λόγος προσφέρεται λιγότερο για πανουργίες και απάτες από ό,τι ο δικανικός, επειδή κινεί περισσότερο το ενδιαφέρον του κοινού. Στην περίπτωση του συμβουλευτικού λόγου ο ακροατής είναι κριτής θεμάτων που τον αφορούν, και επομένως το μόνο που χρειάζεται να αποδειχθεί είναι ότι τα πράγματα είναι όπως τα λέει ο συμβουλευτικός ρήτορας. Στους δικανικούς όμως λόγους αυτό δεν είναι αρκετό· στην περίπτωση αυτή σημασία έχει να κερδηθεί ο ακροατής· γιατί τώρα η κρίση είναι για θέματα άλλων, και οι δικαστές, καθώς δεν έχουν ενδιαφέρον παρά για τα προσωπικά τους μόνο θέματα και ακούν για προσωπική τους μόνο ευχαρίστηση, άγονται και φέρονται από τους διαδίκους:

[1355a] στην πραγματικότητα δεν κρίνουν. Γι᾽ αυτό και σε πολλά μέρη, όπως το είπα και πρωτύτερα, ο νόμος απαγορεύει στους δικανικούς ρήτορες να μιλούν έξω από το θέμα τους· στους συμβουλευτικούς όμως λόγους οι ίδιοι οι ακροατές φροντίζουν για τη σωστή τήρηση αυτού του πράγματος.

Αφού λοιπόν είναι φανερό ότι η ρητορική τέχνη ως σύστημα έχει να κάνει με τους τρόπους δημιουργίας πειθούς· ότι όταν λέμε «τρόπος δημιουργίας πειθούς» εννοούμε ένα είδος απόδειξης (γιατί τότε κυρίως πειθόμαστε, όταν θεωρήσουμε ότι κατιτί έχει αποδειχθεί)· ότι η ρητορική απόδειξη είναι το ενθύμημα, το οποίο —για να το πούμε με δυο λέξεις— είναι το κυριότερο μέσο δημιουργίας πειθούς· ότι το ενθύμημα είναι ένα είδος συλλογισμού και ότι είναι έργο της διαλεκτικής (εν γένει της διαλεκτικής ή κάποιου ειδικού μέρους της) η σπουδή και μελέτη όλων γενικά των συλλογισμών, γίνεται φανερό ότι αυτός που είναι σε θέση να σκεφτεί και να ξέρει με τον καλύτερο τρόπο από τί υλικό ξεκινώντας και ποιά πορεία ακολουθώντας διαμορφώνεται ένας συλλογισμός, αυτός θα είναι και ο πιο ικανός να διαμορφώνει και να χειρίζεται ενθυμήματα, φτάνει να μάθει επιπλέον με τί ασχολείται το ενθύμημα και ποιές διαφορές παρουσιάζει από τους λογικούς συλλογισμούς. Πραγματικά, προϋποθέτει την ίδια διανοητική ικανότητα το να διακρίνει κανείς τόσο το αληθινό όσο και το αληθοφανές· οι άνθρωποι, εξάλλου, είναι από την ίδια τους τη φύση προικισμένοι με την ικανότητα να συλλαμβάνουν την αλήθεια, και τις πιο πολλές φορές έχουν σ᾽ αυτό επιτυχίες· γι᾽ αυτό και η ικανότητα για αναζήτηση και ανεύρεση των κοινά παραδεκτών γνωμών είναι χαρακτηριστικό του ανθρώπου που έχει την ίδια ικανότητα και ενσχέσει με την αλήθεια.

Σάββατο 11 Ιανουαρίου 2020

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἀνδρομάχη (957-1008)

ΟΡ. σοφόν τι χρῆμα τοῦ διδάξαντος βροτοὺς
λόγους ἀκούειν τῶν ἐναντίων πάρα.
ἐγὼ γὰρ εἰδὼς τῶνδε σύγχυσιν δόμων
960 ἔριν τε τὴν σὴν καὶ γυναικὸς Ἕκτορος
φυλακὰς ἔχων ἔμιμνον, εἴτ᾽ αὐτοῦ μενεῖς
εἴτ᾽ ἐκφοβηθεῖσ᾽ αἰχμαλωτίδος φόνῳ
γυναικὸς οἴκων τῶνδ᾽ ἀπηλλάχθαι θέλεις.
ἦλθον δὲ σὰς μὲν οὐ σέβων ἐπιστολάς,
965 εἰ δ᾽ ἐνδιδοίης, ὥσπερ ἐνδίδως, λόγον,
πέμψων σ᾽ ἀπ᾽ οἴκων τῶνδ᾽. ἐμὴ γὰρ οὖσα πρὶν
σὺν τῷδε ναίεις ἀνδρὶ σοῦ πατρὸς κάκῃ,
ὃς πρὶν τὰ Τροίας ἐσβαλεῖν ὁρίσματα
γυναῖκ᾽ ἐμοί σε δοὺς ὑπέσχεθ᾽ ὕστερον
970 τῷ νῦν σ᾽ ἔχοντι, Τρῳάδ᾽ εἰ πέρσοι πόλιν.
ἐπεὶ δ᾽ Ἀχιλλέως δεῦρ᾽ ἐνόστησεν γόνος,
σῷ μὲν συνέγνων πατρί, τὸν δ᾽ ἐλισσόμην
γάμους ἀφεῖναι σούς, ἐμὰς λέγων τύχας
καὶ τὸν παρόντα δαίμον᾽, ὡς φίλων μὲν ἂν
975 γήμαιμ᾽ ἀπ᾽ ἀνδρῶν, ἔκτοθεν δ᾽ οὐ ῥᾳδίως,
φεύγων ἀπ᾽ οἴκων ἃς ἐγὼ φεύγω φυγάς.
ὁ δ᾽ ἦν ὑβριστὴς ἔς τ᾽ ἐμῆς μητρὸς φόνον
τάς θ᾽ αἱματωποὺς θεὰς ὀνειδίζων ἐμοί.
κἀγὼ ταπεινὸς ὢν τύχαις ταῖς οἴκοθεν
980 ἤλγουν μὲν ἤλγουν, συμφορὰς δ᾽ ἠνειχόμην,
σῶν δὲ στερηθεὶς ᾠχόμην ἄκων γάμων.
νῦν οὖν, ἐπειδὴ περιπετεῖς ἔχεις τύχας
καὶ ξυμφορὰν τήνδ᾽ ἐσπεσοῦσ᾽ ἀμηχανεῖς,
ἄξω σ᾽ ἐς οἴκους καὶ πατρὸς δώσω χερί.
985 τὸ συγγενὲς γὰρ δεινόν, ἔν τε τοῖς κακοῖς
οὐκ ἔστιν οὐδὲν κρεῖσσον οἰκείου φίλου.
ΕΡ. νυμφευμάτων μὲν τῶν ἐμῶν πατὴρ ἐμὸς
μέριμναν ἕξει, κοὐκ ἐμὸν κρίνειν τόδε.
ἀλλ᾽ ὡς τάχιστα τῶνδέ μ᾽ ἔκπεμψον δόμων,
990 μὴ φθῇ με προσβὰς δῶμα καί μολὼν πόσις,
ἢ πρέσβυς οἴκους μ᾽ ἐξερημοῦσαν μαθὼν
Πηλεὺς μετέλθῃ πωλικοῖς διώγμασιν.
ΟΡ. θάρσει γέροντος χεῖρα· τὸν δ᾽ Ἀχιλλέως
μηδὲν φοβηθῇς παῖδ᾽, ὅσ᾽ εἰς ἔμ᾽ ὕβρισεν.
995 τοία γὰρ αὐτῷ μηχανὴ πεπλεγμένη
βρόχοις ἀκινήτοισιν ἕστηκεν φόνου
πρὸς τῆσδε χειρός· ἣν πάρος μὲν οὐκ ἐρῶ,
τελουμένων δὲ Δελφὶς εἴσεται πέτρα.
ὁ μητροφόντης δ᾽, ἢν δορυξένων ἐμῶν
1000 μείνωσιν ὅρκοι Πυθικὴν ἀνὰ χθόνα,
δείξω γαμεῖν σφε μηδέν᾽ ὧν ἐχρῆν ἐμέ.
πικρῶς δὲ πατρὸς φόνιον αἰτήσει δίκην
ἄνακτα Φοῖβον· οὐδέ νιν μετάστασις
γνώμης ὀνήσει θεῷ διδόντα νῦν δίκας,
1005 ἀλλ᾽ ἔκ τ᾽ ἐκείνου διαβολαῖς τε ταῖς ἐμαῖς
κακῶς ὀλεῖται· γνώσεται δ᾽ ἔχθραν ἐμήν.
ἐχθρῶν γὰρ ἀνδρῶν μοῖραν εἰς ἀναστροφὴν
δαίμων δίδωσι κοὐκ ἐᾷ φρονεῖν μέγα.

***
ΟΡΕΣΤΗΣ
Σοφός ήταν ο λόγος εκεινού που δίδαξε
ότι θα πρέπει κανείς ν᾽ ακούει το καθετί
από το ίδιο το στόμα των ανθρώπων
που έχουνε τις διαφορές. Γνωρίζοντας κι εγώ
την αναστάτωση που υπάρχει μες σ᾽ αυτό το σπίτι,
960 την έχθρα ανάμεσα σε σένα και τη σύζυγο
του Έκτορα, περίμενα για να δω τί θα κάνεις,
αν θα μείνεις στο σπίτι ετούτο, ή μήπως, φοβισμένη
από το φέρσιμο της σκλάβας, θα ᾽θελες να φύγεις.
Κι ήρθα χωρίς να περιμένω μήνυμά σου
για να σε στείλω απ᾽ το παλάτι ετούτο μακριά,
αν μου ᾽δινες, όπως και μου ᾽δωσες, την αφορμή
με τα ίδια σου τα λόγια.
Ήσουνα κάποτε γυναίκα μου, κι αν τώρα
συγκατοικείς εδώ μ᾽ αυτόν τον άντρα,
αίτιος είναι ο κακόπιστος πατέρας σου,
που πριν να πάει στην Τροία, σ᾽ έδωσε σε μένα,
κι ύστερα σ᾽ έταξε σ᾽ αυτόν που σ᾽ έχει σήμερα
970 αν θα κατόρθωνε να πάρει την Τρωάδα.
Κι όταν ο γιος του Αχιλλέα εγύρισε,
δεν κράτησα κακία στον πατέρα σου,
παρακαλούσα όμως τον άλλον να παραιτηθεί
από ένα τέτοιο πάντρεμα, και του ανιστόρησα
τις συμφορές μου και τη μοίρα μου, και του είπα
πως μόνο απ᾽ τη δική μας τη φαμίλια
και δύσκολα από ξένες οικογένειες
θα μπορούσα να πάρω γυναίκα,
διωγμένος καθώς είμαι από το σπίτι μου.
Μα εκείνος μ᾽ έβριζε για της μητέρας μου τον φόνο,
με χλεύαζε μιλώντας για τις Ερινύες,
κι εγώ, ταπεινωμένος απ᾽ τις συμφορές
του σπιτιού μου, πονούσα, ναι, πονούσα,
980 μα έκανα υπομονή στη δυστυχία μου
κι όταν στερήθηκα κι εσένα, είπα να φύγω.
Τώρα λοιπόν που κακοτύχησες και βυθισμένη
σε τέτοια συμφορά, δεν ξέρεις τί να πράξεις,
θα σε πάρω από δω και θα σε παραδώσω
στα χέρια του πατέρα σου. Είναι μεγάλη
της συγγένειας η δύναμη και μες στη δυστυχία
τίποτα πιο πολύτιμο απ᾽ τον καλό συγγενή.
ΕΡΜΙΟΝΗ
Για τις παντρειές μου θα νοιαστεί ο πατέρας μου,
εγώ δεν επιτρέπεται ν᾽ αποφασίσω.
Μα όσο μπορείς πιο γρήγορα, να με στείλεις μακριά,
990 μη με προλάβει ο άντρας μου γυρίζοντας,
ή μη με κυνηγήσει ο γέροντας Πηλέας,
με τα γοργά του τ᾽ άλογα, όταν μάθει
ότι παράτησα το σπίτι του παιδιού του.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Το χέρι ενός γέροντα μην το φοβάσαι. Κι ούτε
του Αχιλλέα τον γιο, που αδιάντροπα μου μίλησε.
Το χέρι αυτό που βλέπεις του έστησε,
με γερά βρόχια, φονική παγίδα,
που τώρα δεν θα φανερώσω. Μα όταν γίνει
αυτό που είναι να γίνει, θα το μάθει
ο βράχος των Δελφών. Εγώ,
ο μητροκτόνος, θα του μάθω, —αν μείνουν
πιστοί στον όρκο τους οι φίλοι μου
1000 στη χώρα της Πυθίας—
να μην κοιτάει να πάρει σύζυγό του εκείνην
που έχει δοθεί σ᾽ εμένανε με υπόσχεση.
Πικρά θα μετανιώσει, που αποτόλμησε
να ζητήσει τον λόγο απ᾽ τον Απόλλωνα
για του πατέρα του τον φόνο. Κι ούτε θα ωφελήσει
που άλλαξε γνώμη και κοιτάζει τώρα
να εξιλεώσει τον θεό· από κείνον,
αλλά και για το φέρσιμό του προς εμένα,
θα βρει τέλος κακό. Θα δει τότε
ποιόν είχε εχθρό. Την τύχη των ανθρώπων
οι οργισμένοι θεοί μεταλλάζουνε
και η έπαρση θα βρει την τιμωρία της.
(Φεύγει με την Ερμιόνη.)

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΣΕΜΕΛΗ

ΣΕΜΕΛΗ
(αθάνατη)
 
Του Κάδμου η κόρη, η Σεμέλη, στο Δία γέννησε γιο λαμπρό,
σαν έσμιξε ερωτικά μαζί του, τον πολύτερπνο Διόνυσο,
έναν αθάνατο η θνητή. Μα τώρα και οι δυο είναι θεοί.
(Ησ., Θεογ. 943-945)
 
Η Σεμέλη ήταν κόρη του Κάδμου και της Αρμονίας, στον γάμο των οποίων παρευρέθηκαν οι θεοί. Ήταν αδελφή του Πολύδωρου, γενάρχη των Λαβδακιδών, και της Αυτονόης, της Ινώς και της Αγαύης -η παράδοση θέλει έναν ακόμη αδελφό, τον Ιλλυριό. Οι αδελφές της παντρεύτηκαν θνητούς, τον Αρισταίο η πρώτη, τον Αθάμαντα η δεύτερη, τον Εχίονα η τρίτη, ενώ εκείνη είχε την τύχη / ατυχία να την ερωτευτεί ο Δίας και, κρυφά από την Ήρα, να κοιμηθεί μαζί της. Εκείνη το έμαθε και με δόλο έσυρε τη Σεμέλη στον θάνατο. Καθώς ο Δίας είχε συγκατανεύσει να ικανοποιήσει όποιο αίτημα του προέβαλλε η αγαπημένη του, η Ήρα της υπέβαλε την επιθυμία να του ζητήσει να πάει κοντά της με τη μορφή που εκείνος είχε όταν ζητούσε την αγάπη της Ήρας -«μόνο με μένα παίρνει την πραγματική μορφή του», είπε η σύζυγος στην ερωμένη προκαλώντας την, παίρνοντας, σύμφωνα μόνο με τον Οβίδιο τη μορφή γριάς τροφού της (3.243 κ.ε.*). Ο Δίας, επειδή δεν μπορούσε να πάρει πίσω τον λόγο του, έφτασε στην κάμαρά της πάνω σε άρμα αστράπτοντας και βροντώντας, έριξε μάλιστα και κεραυνό. Η Σεμέλη έμεινε από τον φόβο της και, πεθαίνοντας, απέβαλε το έξι μηνών μωρό της, όμως ο Δίας το άρπαξε από τη φωτιά και το έραψε στον μηρό του.
 
Μετά τον θάνατο της Σεμέλης οι άλλες κόρες του Κάδμου διέδωσαν ότι η Σεμέλη με κάποιον θνητό είχε κοιμηθεί και είχε πει ψέματα για τον Δία, και πως γι' αυτόν τον λόγο κατακεραυνώθηκε. Οι συνέπειες και στις τρεις αδελφές από τη φημολογία που έσπειραν αλλά και από το γεγονός ότι η μια, η Ινώ, δέχτηκε να αναθρέψει τον Διόνυσο, προκαλώντας την οργή της Ήρας, η άλλη, η Αγαύη, αρνήθηκε τη θειότητα του Διόνυσου, προκαλώντας την οργή του θεϊκού ανεψιού της, ήταν οδυνηρές για τις ίδιες και για τους γιους τους. Η Αγαύη σε κατάσταση μανίας διαμελίζει τον γιο της Πενθέα, ο γιος της Αυτονόης ο Ακταίωνας διαμελίζεται από τα σκυλιά του και μεταμορφώνεται σε ελάφι, η Ινώ μαζί με τον γιο της Μελικέρτη πέφτουν στη θάλασσα. Όσο για το μωρό που ο Δίας έραψε στον μηρό του, όταν συμπληρώθηκε ο χρόνος που απαιτούνταν, ο Δίας έκοψε τα ράμματα και έφερε στον κόσμο τον Διόνυσο που όταν μεγάλωσε αναζήτησε τη μητέρα του στον Κάτω Κόσμο. Έτσι η Σεμέλη αναστήθηκε και ανέβηκε στον Όλυμπο με το όνομα Θυώνη.
 
Άλλες εκδοχές θέλουν το αίτημα προς τον Δία να διατυπώνεται από τη Σεμέλη χωρίς την παρέμβαση της Ήρας, μόνο από το παράπονο της νεαρής κοπέλας ότι αυτός που έλεγε ότι την αγαπούσε στην πραγματικότητα την περιφορνούσε, αφού πλάγιαζε μαζί της κρυμμένος και χωρίς κουβέντα (Διόδ. 4.2**).
 
Μια ναξιακή εκδοχή θέλει τον Δία να επιλέγει το νησί της Νάξου για να αφήσει το παιδί του και να το μεγαλώσουν οι εγχώριες Νύμφες, η Φιλία, η Κορωνίδα και η Κλείδη. Η ίδια παράδοση βάζει τον Δία να κατακεραυνώνει τη Σεμέλη, γιατί δεν επιθυμούσε το παιδί του να γεννηθεί από θνητή γυναίκα αλλά και οι δυο γονείς του να είναι αθάνατοι, ο ίδιος ως πατέρας που γονιμοποίησε τη Σεμέλη και ο ίδιος που σαν γυναίκα κυοφόρησε το παιδί (Διόδ. 5.52). Μια λακωνική παραλλαγή θέλει τον Κάδμο να εκθέτει ζωντανούς σε μια κιβωτό την κόρη και το παιδί της. Η κιβωτός ξεβράστηκε στη λακωνική γη, στην πόλη που μέχρι τότε λεγόταν Ὀρειᾶται και μετά Βρασιαί, ακριβώς για το γεγονός ότι εκεί εκβράστηκε το ξύλινο κιβώτιο. Οι Βρασιώτες έκαναν μια επιβλητική κηδεία στη Σεμέλη που στο μεταξύ είχε πεθάνει και ανέθρεψαν τον Διόνυσο στον τόπο τους· εκεί λέγανε ότι τον ανέλαβε η Ινώ ως τροφός του (Παυσ. 3.24). Λεγόταν, ακόμη, ότι υπήρχε άβατος ναός της Σεμέλης στον Κιθαιρώνα, όπου βρισκόταν και ο τάφος της, ενώ και στη Θήβα έδειχναν τον τάφο της στον ναό του Διόνυσου Λυσίου. Άβατο ήταν και το κεραυνοβολημένο δωμάτιο στο ερειπωμένο παλάτι του Κάδμου.
 
Περισσότερο ορθολογικές αναγνώσεις (Χάρακας, 1ος αι. μ.Χ.) θέλουν τον Κάδμο να θεωρεί τον Διόνυσο θεϊκό, τυχερό παιδί, γιατί σώθηκε από τη φωτιά, και οι άνθρωποι να ονομάζουν τη Σεμέλη Θυώνη για τον ίδιο λόγο, επειδή κάηκε από τη φωτιά που θεωρούνταν μέσο εξαγνισμού.
---------------------------
*Η Ήρα στη Σεμέλη
 
Ο Οβίδιος (3.273 κ.ε.) επινοεί λεπτομέρεις για το πώς η Ήρα εμφανίστηκε στη Σεμέλη και την έπεισε να ζητήσει από τον Δία να εμφανιστεί μπροστά της σε όλη του τη δόξα και να την πείσει ότι είναι αυτός και όχι κάποιος άνδρας που παριστάνει τον θεό, για να έχει τον έρωτά της:
Τότε σηκώθηκε από τον θρόνο της και κρυμμένη μέσα σε σύννεφο ήρθε στο κατώφλι της Σεμέλης. Αλλά προτού βγάλει το σύννεφο από πάνω της μεταμορφώθηκε σε γριά γυναίκα, τα μαλλιά της γκριζάρισαν, το δέρμα της οργώθηκε από ρυτίδες, τα πόδια της κύρτωσαν, το βήμα της έγινε ασταθές. Έκανε τη φωνή της να ακούγεται σαν από ηλικιωμένο άνθρωπο και προσποιήθηκε ότι ήταν η Βερόη, η τροφός της Σεμέλης από την Επίδαυρο. Έτσι, όταν έφτασαν και στο όνομα του Δία στο μέσο μιας μακριάς συνομιλίες, η Ήρα αναστέναξε και είπε: «Εύχομαι για το καλό σου, να είναι πραγματικά ο Δίας, αλλά η όλη ιστορία με βάζει σε υποψίες. Πολλοί άνδρες έχουν μπει στα υπνοδωμάτια αγνών γυναικών στο όνομα των θεών. Δεν αρκεί να είναι ο Δίας: πρέπει να δώσει μια απόδειξη της αγάπης του, αν πραγματικά είναι αυτός. Παρακάλεσέ τον να αναλάβει όλες τις δυνάμεις του, προτού σε αγκαλιάσει, και να εμφανιστεί σε όλη του τη δόξα, όπως όταν η Ήρα τον καλωσορίζει στον ουρανό.»
 
**Σεμέλη και Δίας
 
Και ο Δίας ερωτεύτηκε τη Σεμέλη για την ομορφιά της και, καθώς πλάγιαζε μαζί της κρυφά και χωρίς κουβέντα, αυτή νόμιζε ότι την περιφρονούσε. Γι' αυτό τον παρακάλεσε να την αγκαλιάσει και να της φέρεται ερωτικά όπως κάνει με την Ήρα. Έτσι, ο Δίας την πλησίασε, όπως ταίριαζε σ' ένα θεό, με βροντές και αστραπές, και φανέρωσε τον εαυτό του, καθώς την αγκάλιαζε. Και η Σεμέλη, που ήταν έγκυος, δεν μπόρεσε να αντέξει το μεγαλείο της θείας παρουσίας και απέβαλε, ενώ η ίδια πέθανε από τη φωτιά. Έπειτα ο Δίας πήρε το παιδί και το παρέδωσε στον Ερμή με την εντολή να το μεταφέρει στη σπηλιά που είναι στη Νύσα.
(Διόδ. 4.2)

Ξεσπάμε στους γονείς μας επειδή ξέρουμε πως θα μας συγχωρήσουν

Η αγάπη συγχωρεί και της συγχωρούν, αν όχι τα πάντα, σχεδόν τα πάντα. Έτσι μόνο μπορεί να υπάρξει έχοντας καλοσύνη μέσα της και κατανόηση. Έχει κι ανεκτικότητα, όμως, η αγάπη. Ενδέχεται, μάλιστα, κάποιες φορές να ανέχεται και περισσότερα απ’ όσα θα έπρεπε.

Λαμβάνοντας αγάπη μάς δίνεται η ευκαιρία να δούμε κι εμείς πιο ελεύθερα και ν’ αντιδρούμε μη σκεπτόμενοι τις συνέπειες των πράξεών μας, θεωρώντας δεδομένη τη συγχώρεση.

«Ξεσπάμε σ’ αυτούς που αγαπάμε περισσότερο» λέει ο πολύς ο κόσμος, ξεχνάει να πει όμως ότι ξεσπάμε σ’ αυτούς γιατί θεωρούμε δεδομένο ότι δε θα μας παρεξηγήσουν, δε θα θυμώσουν σε τέτοιο βαθμό ώστε να εξαφανιστούν από τη ζωή μας. Δε θα ξεσπάσεις τις φωνές και τα νεύρα σου σ’ έναν συνάδελφο από τη δουλειά ούτε σ’ ένα φίλο που δε βλέπεις κάθε μέρα, θα τα εκφράσεις όλα αυτά όμως ελεύθερα στους γονείς σου.

Πόσες φορές έχεις θυμώσει στους γονείς σου και πάνω στα νεύρα σου έχεις πει πράγματα που δεν εννοούσες απλώς και μόνο επειδή είχες την άνεση και τη σιγουριά ότι μετά από λίγο θα σε συγχωρέσουν και θα κάνουν ότι δε συνέβη ποτέ; Με το χέρι στην καρδιά, αμέτρητες! Έτσι δεν έκανες πάντα όμως; Έτσι δεν κάνουν όλοι; Ξεσπάς εκεί που σε παίρνει θεωρώντας την αγάπη και την κατανόησή τους δεδομένη.

Πολλά ήταν τα βράδια και οι στιγμές μέσα στην μέρα που έπιασες τον εαυτό σου να κλαίει και να οδύρεται επειδή κάποιος δε σου φέρθηκε όπως άξιζες, επειδή κάποιος πλήγωσε την καρδούλα σου ή είπε πράγματα που δε σ’ άρεσαν. Υποστήριζες με πάθος ότι εσύ έκανες ό, τι καλύτερο μπορούσες, δεν είχες τίποτα άλλο να δώσεις, να προσπαθήσεις για τον υποτιθέμενο έρωτά σου. Τόσες θυσίες, λες, για χάρη του κι αυτός ούτε ένα ευχαριστώ!

Αργά ή γρήγορα, κάπως έτσι έφτασες στο κλισέ ότι οι άνθρωποι είναι αχάριστοι όταν τους δίνουμε αυτό που θέλουν ή και ακόμα παραπάνω από όσα αξίζουν. Κάπως έτσι, αποφάσισες την επόμενη φορά να πετρώσεις λίγο την καρδούλα σου και να μην ανεχτείς τόσα, να μη συγχωρέσεις τόσο απλά. Δεν αναλογίστηκες ποτέ, όμως, ότι όσο εσύ κάθεσαι και κλαίγεσαι για τον έρωτα που δεν κατέληξε όπως ήθελες και ξεσπάς στους γονείς και την οικογένειά σου πληγώνεις τις δικές τους καρδιές και καταρρακώνεις τα δικά τους συναισθήματα.

Έχεις ξεχάσει ότι έχεις γνωρίσει ήδη δυο ανθρώπους που σου έμαθαν ότι η αγάπη δεν έχει όρια και μπορεί να συγχωρέσει τα πάντα. Αυτοί οι άνθρωποι ακούν στα προσωνυμία «μαμά, μπαμπάς» και μεγαλύτερη από τη δική τους αγάπη δε θα γνωρίσεις. Αυτοί ήταν που θυσίασαν τα πάντα για χάρη σου χωρίς να ζητήσουν ποτέ τίποτα για αντάλλαγμα παρά μόνο την ευτυχία στο πρόσωπό σου, δε σου είπαν ποτέ ότι έκαναν ό, τι καλύτερο μπορούσαν για σένα γιατί θεωρούσαν ότι πάντα μπορούσαν να σου προσφέρουν κάτι παραπάνω.

Τα νεύρα και τον θυμό σου που ξεσπούσες πάνω τους, την αχαριστία ή την αδιαφορία που κάποιες φορές τους χάριζες, δε τα θεωρούσαν ως δικό σου σφάλμα αλλά ως αποτυχία των δικών τους προσπαθειών να σου χαρίσουν τη ζωή που ονειρευόσουν! Την επόμενη φορά που θα υποστηρίξεις ότι είναι υποχρέωσή τους να σε συγχωρούν, θυμήσου ότι είναι και δική σου να δείχνεις πότε-πότε την αγάπη που νιώθεις! Κλαιγόμαστε μόνο για την καρδιά μας που πληγώνουν και αδιαφορούμε για τις καρδιές που πληγώνουμε. Και ξέρεις κάτι, όσο κι αν ξεσπάμε, όσο κι αν θυμώνουμε, αυτοί πάλι δίπλα μας θα είναι για να τ’ αντέξουν. Μα είναι στ’ αλήθεια το καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε γι’ αυτούς; Σκέψου το.

Η αγάπη ανάβει περισσότερες φωτιές απ’ όσες σβήνει το μίσος

Ο απόλυτος έλεγχος πάνω σε ένα άλλο ανθρώπινο πλάσμα δεν είναι ούτε εφικτός ούτε επιθυμητός. Και είναι πάντα καταστροφικός.

Ένας από τους μεγαλύτερους μύθους που αφορούν την αγάπη θέλει δυο ανθρώπους που αγαπιούνται αληθινά να είναι συνέχεια μαζί, να ακολουθούν το ίδιο μονοπάτι, να έχουν τους ίδιους στό­χους και τα ίδια ενδιαφέροντα, οι ζωές τους είναι αιώνια συνυφασμένες και η κάθε στιγμή του ενός μακριά από τον άλλο να μοιάζει με αιωνιότητα. Ακόμα κι αν αυτό ήταν δυνατό, εμένα μου φαίνεται τρομερά ανιαρό.

Είναι πολύ φυσικό να θέλουμε να μοιραζόμαστε πράγματα ή τη ζωή μας με το/τη σύντροφό μας, να θέλουμε να νιώθουμε δε­μένοι και προστατευμένοι. Αυτό γίνεται πρόβλημα μόνο όταν η αγάπη μετατρέπεται σε πλήρη και αποκλειστική απασχόληση. Όσοι επικεντρώνουν την αγάπη τους σε ένα μόνο πρόσωπο έχουν πρόβλημα σχέσεων γενικά.

Θα έπρεπε να είναι ανακούφιση μάλλον παρά απειλή το να ανακαλύπτουμε πως εκείνοι που αγαπάμε έχουν την ικανότητα να αγαπούν κι άλλους ανθρώπους και να αγαπιούνται. Θα έπρεπε να είμαστε ευγνώμονες που έχουν ενδιαφέροντα πέρα από εμάς, που είναι αυτάρκεις και αυτοδύναμοι.

Είμαστε πραγματικά ικανοί να αγαπάμε πολλούς ανθρώπους ταυτόχρονα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι μειώνεται εκείνο που έχουμε να δώσουμε. Στην πραγματικότητα, όσο περισσότερες εμπειρίες αγάπης έχουμε, είτε στο παρελθόν είτε στο παρόν, τόσο περισσότερα κομίζουμε στην προσωπική μας σχέση.

Η αγάπη δεν ξεθωριάζει όταν μοιράζεται μάλλον γίνεται πιο φωτεινή και σίγουρα βελτιώνεται με την πείρα.

Το παράδοξο του να πληγώνουμε αυτούς που αγαπάμε.

Αποτελεί ένα από τα παράδοξα της αγάπης το ότι συχνά πληγώνουμε περισσότερο αυτούς που αγαπάμε περισσότερο. Επισημαίνουμε συνεχώς τα λάθη τους, επικρίνουμε τις αποφάσεις τους, αμφισβητούμε τα συμπεράσματά τους. Κάποιες φορές, βάζουμε σ’ εκείνους πιο υψηλά στάνταρ απ’ ό,τι στον εαυτό μας. Δεν είναι κακό να θέλουμε τα πρόσωπα που αγαπάμε να κάνουν το καλλίτερο που μπορούν, αλλά αυτό δε θα το πετύχουμε ποτέ με τις επικρίσεις και τα αρνητικά σχόλια.

Η κριτική είναι μια σύνθετη και δύσκολη τέχνη, που δεν πρέπει να γίνεται με ελαφριά καρδιά. Μπορεί να είναι εποικοδομητική, αλλά μπορεί να είναι και ισοπεδωτική.

Την επόμενη φορά που θα μπούμε στον πειρασμό να πούμε «Το πρόβλημα με σένα είναι ότι…» θα πρέπει ίσως να το ξανασκεφτούμε και να αναρωτηθούμε γιατί το κάνουμε!

Το σχόλιό μας θα έχει πραγματικά κάποιο θετικό αποτέλεσμα ή μήπως είναι καλύτερα να σωπάσουμε; Θα ωφελήσει αν μιλήσουμε ή θα μειώσουμε ένα ανθρώπινο πλάσμα ή μήπως θα χάσουμε ένα αγαπημένο μας πρόσωπο;

Η αγάπη ανάβει περισσότερες φωτιές απ’ όσες σβήνει το μίσος.

Η ομορφιά της ευθραυστότητας

Μια ηλιόλουστη μέρα, ενώ καθόμασταν προστατευμένοι στην πυκνή σκιά ενός τεράστιου δέντρου, μια φίλη με ρώτησε σε τι έχω αφιερώσει τη ζωή μου. Της απάντησα προσφέροντάς της ένα αγριολούλουδο, μια μικρούλα μαργαρίτα: «Στο να προστατεύω την ομορφιά των εύθραυστων πραγμάτων».

Ζούμε σε μια εποχή στην οποία έχουμε δικαίωμα να ζούμε μόνο αν είμαστε τέλειοι. Φαίνονται απαγορευμένες οι ανεπάρκειες, οι αδυναμίες, οι ευθραυστότητες. Όσοι ψεύδονται στον εαυτό τους δραπετεύουν προσωρινά από τη χώρα των αποτυχημένων κατασκευάζοντας πανοπλίες τελειότητας.
  
Υπάρχει όμως κι άλλος τρόπος για να σωθούμε, μπορούμε να φτιάξουμε, όπως εσύ, μια άλλη, πολύ γόνιμη, χώρα, τη χώρα εκείνων που μπορούν να είναι εύθραυστοι. Η ελαφρότητα των πουλιών εξαρτάται από το βάρος των φτερών τους, είναι μια δυνατό ελαφρότητα, δεν είναι αποτέλεσμα επιπολαιότητας αλλά σκληρού αγώνα. Εσύ έζησες μέσα σε ένα σώμα με πολύ βαριά φτερά, κι ελευθερώθηκες, έγινες πιο ελαφρύς απ’ όλους, για να μας κάνεις να πετάμε.

Αυτή η κοπέλα, κάτω από το δέντρο, τα ‘χασε. Στη σιωπηρή της ερώτηση: «τι σημαίνει προστατεύω την ομορφιά των εύθραυστων πραγμάτων και γιατί να το κάνω;» που τη διατύπωσε στο αλφάβητο της σιωπής με το οποίο τίθενται οι πιο δύσκολες ερωτήσεις, απάντησα: «Γιατί αυτό που είναι ιερό, στην αρχή είναι πάντα εύθραυστο, όπως ο σπόρος που έκρυβε τα δυνατά και πλατιά κλαδιά στη σκιά των οποίων καθόμαστε τώρα και μιλάμε».

Την είδα να φωτίζεται, γιατί διαισθάνθηκε ότι η δική της ευθραυστότητα δεν ήταν λάθος, αλλά ένα ταξίδι με συντροφιά όλους τους άλλους, και μένα μαζί. Ένα από τα μυστικά για να θεραπευόμαστε και να θεραπεύουμε, είναι η φιλία, κι εσύ δεν αναζήτησες τίποτα περισσότερο από τους φίλους.

Κι ενώ διέσχιζες την έρημο της μοναξιάς σου βρήκε για φίλους όλους τους ανθρώπους, μαζί κι εμένα. Χωρίς φίλους η τέχνη της ευθραυστότητας είναι ανέφικτη. Μήνες αργότερα, εκείνη η κοπέλα μού έδειξε τη μαργαρίτα, αποξηραμένη πια αλλά ανέπαφη, φυλαγμένη στο κασελάκι των λουλουδιών της μνήμης: τις σελίδες ενός αγαπημένου βιβλίου. Την είχε κρατήσει για να θυμάται τη φιλία μας και το μυστικό της τέχνης της ζωής μας, να προστατεύουμε τα εύθραυστα πράγματα.

ΑΡΘΟΥΡ ΣΟΠΕΝΧΑΟΥΕΡ: Από μια υψηλή νόηση, μέχρι αυτή που πλησιάζει τη μωρία, οι διαβαθμίσεις είναι ατέλειωτες

Από μια υψηλή νόηση, μέχρι αυτή που πλησιάζει τη μωρία, οι διαβαθμίσεις είναι ατέλειωτες. Είναι κατ’ αρχήν και ο πνευματικός ορίζοντας του καθενός πολύ διαφορετικός, δηλαδή από αυτόν της απλής αντίληψης του παρόντος, που έχει ακόμα και το ζώο, σε αυτόν ο οποίος περιλαμβάνει την επόμενη ώρα ή ακόμα την επόμενη μέρα, την εβδομάδα, το έτος, τη ζωή, τους αιώνες, τις χιλιετίες, μέχρι αυτόν μιας συνείδησης η οποία σχεδόν διαρκώς έχει παρόντα τον, αν και θαμπά ανατέλλοντα, ορίζοντα του απείρου. Οι σκέψεις του καθενός σε κάθε περίπτωση παίρνουν τον χαρακτήρα που αναλογεί στον πνευματικό του ορίζοντα.

Ακόμα, εκείνη η διαφορά της ευφυΐας διαφαίνεται στην ταχύτητα της σκέψης τους, η οποία είναι σημαντική και τόσο διαφορετικά διαβαθμισμένη, όπως τα σημεία από το κέντρο μέχρι την εξωτερική γραμμή ενός περιστρεφόμενου δίσκου. Ο ορίζοντας των συμπερασμάτων και αιτιών μέχρι τον οποίο μπορεί να φτάσει η σκέψη του καθενός, φαίνεται να βρίσκεται σε μια ορισμένη σχέση με την ταχύτητα της σκέψης του· γιατί η μεγαλύτερη ένταση της δύναμης της σκέψης διαρκεί γενικώς μόνο ένα πολύ σύντομο διάστημα, και μόνο όσο διαρκεί, μια σκέψη μπορεί να προσπελαστεί στην πλήρη της ενότητα. Γι’ αυτό είναι σημαντικό το κατά πόσο η νόηση, σε ένα τόσο σύντομο διάστημα, μπορεί να την παρακολουθήσει, δηλαδή πόσο δρόμο μέσα σε αυτήν μπορεί να διανύσει.

Τέλος, η μεγάλη ατομική διαφορά της ευφυΐας, για την οποία μιλάμε, γίνεται φανερή κατά τον καλύτερο τρόπο στον βαθμό διαύγειας της αντίληψης, και συνεπώς στη σαφήνεια της όλης σκέψης. Στον έναν είναι ήδη αντίληψη ενός αντικειμένου ό,τι στον άλλον είναι η κάποια στροφή της προσοχής του προς αυτό- ο ένας έχει ήδη τελειώσει και έχει φτάσει στον σκοπό, όταν ο άλλος ακόμα βρίσκεται στην αρχή- αυτό που στον έναν είναι η λύση, στον άλλον είναι το πρόβλημα. Αυτό απορρέει από την ποιότητα της σκέψης και της γνώσης, που αναφέραμε ήδη προηγουμένως. Όπως στα δωμάτια ο βαθμός φωτεινότητας είναι διαφορετικός, έτσι και στα κεφάλια.

Επομένως, σε σχέση με τη νόηση, η φύση είναι εξόχως αριστοκρατική. Οι διαφορές που έχει δημιουργήσει σε αυτήν είναι μεγαλύτερες από εκείνες που δημιουργούν η γέννηση, τα πλούτη, οι διαφορές των κοινωνικών ομάδων σε οποιαδήποτε χώρα- αλλά, όπως και σε άλλες αριστοκρατίες, έτσι και σε αυτή της φύσης αντιστοιχούν πολλές χιλιάδες αγροίκοι σε έναν ευγενή, πολλά εκατομμύρια σε έναν άρχοντα, και ο μεγάλος σωρός είναι απλός όχλος, συρφετός, λωποδύτες, στενόμυαλοι, ποταποί. Όμως ανάμεσα στη σειρά των διαφορών της φύσης και αυτής των κοινωνικών υπάρχει μια κραυγαλέα αντίθεση, για την εξισορρόπηση της οποίας θα πρέπει να ελπίσουμε σε μια χρυσή εποχή. Στο μεταξύ, και εκείνοι που βρίσκονται πολύ ψηλά στη σειρά της νόησης που επέβαλε η φύση, και οι άλλοι στην κοινωνική σειρά, έχουν κοινό το ότι συνήθως βρίσκονται σε ευγενή απομόνωση, την οποία υπονοεί ο Μπάιρον όταν λέει:

«Τη μοναξιά των βασιλέων να νιώθω, όμως χωρίς την εξουσία που τους επιτρέπει να φέρουν το στέμμα».
(Prophecy of Dante, κεφ. 1, στίχ.166)

Γιατί η νόηση είναι μια αρχή που διαφοροποιεί και διαχωρίζει- οι διάφορες διαβαθμίσεις της προσφέρουν στον καθένα πολύ περισσότερο διαφορετικές αντιλήψεις από ό,τι η απλή μόρφωση, με συνέπεια, κατά κάποιο τρόπο, καθένας να ζει σε έναν άλλο κόσμο, στον οποίο μόνο τους ομοίους του συναντά άμεσα, στους άλλους, όμως, μόνο από μακριά μπορεί να πει κάτι και να προσπαθήσει να τους γίνει κατανοητός. Μεγάλες διαφορές στον βαθμό και στην εξέλιξη της διανοητικής ικανότητας ανοίγουν από άνθρωπο σε άνθρωπο ένα μεγάλο χάσμα, το οποίο μόνο η καλοσύνη της καρδιάς μπορεί να γεφυρώσει, η οποία, αντίθετα προς τη διανοητική ικανότητα, είναι η ενοποιητική αρχή που ταυτίζει κάθε άλλον με τον ίδιο τον εαυτό του. Η ενότητα όμως παραμένει ηθική- δεν μπορεί να γίνει διανοητική. Ακόμα και με αρκετά παρόμοιο βαθμό μόρφωσης, η συζήτηση ανάμεσα σε ένα μεγάλο πνεύμα και ένα συνηθισμένο μυαλό μοιάζει με το συντροφικό ταξίδι ενός άνδρα που κάθεται σε ένα ζωηρό άλογο, με έναν πεζοπόρο. Το ταξίδι θα γίνει και για τους δύο σε λίγο οχληρό, και με τον χρόνο αδύνατο. Για μια μικρή διαδρομή βέβαια, μπορεί ο έφιππος να κατέβει από το άλογο για να βαδίσει με τον άλλον, αν και η ανυπομονησία του αλόγου του θα του δημιουργήσει προβλήματα.

ΑΡΘΟΥΡ ΣΟΠΕΝΧΑΟΥΕΡ, Οι ατέλειες της νόησης και η μεγαλοφυΐα

Ποτέ δεν πρόκειται να φτάσετε ψηλότερα από όσο σκέφτεστε

Γίνετε ένας Θαυμάσιος Στοχαστής. Δεσμευτείτε να κάνετε κάθε σκέψη σας μία πανέμορφη πραγματικότητα. Αφιερωθείτε στο να βρίσκετε εντυπωσιακές έννοιες και ιδέες και σκέψεις που να είναι ξεκάθαρα αριστουργήματα.

Το έχετε ακούσει εκατοντάδες φορές με άλλους τόσους διαφορετικούς τρόπους: Γίνεστε αυτό που σκέφτεστε. Και οι σκέψεις που χρησιμοποιείτε μετατρέπονται σε αυτοεκπληρούμενες προφητείες. Να περιμένετε να σας συμβούν εξαιρετικά πράγματα και θα σας συμβούν. Το λένε οι εμψυχωτές. Το λένε οι δάσκαλοι. Το λένε οι σοφοί. Αναρωτηθήκατε ποτέ γιατί;

Νομίζω ότι τελικά κατανοώ γιατί είναι ακριβής αυτή η ιδέα. Δεν είναι κάποια μυστικιστική φιλοσοφία. Είναι απλή λογική. Ορίστε, λοιπόν: Οι ενέργειές σας κάθε μέρα δημιουργούν τα αποτελέσματα της ζωής σας. Κι αφού πριν από κάθε ενέργειά σας υπήρξε μια σκέψη (η σκέψη είναι πράγματι ο πρόγονος της απόδοσης), αυτά στα οποία επικεντρώνεστε καθοδηγούν την πραγματικότητά σας.

«Ποτέ δεν πρόκειται να φτάσετε ψηλότερα από όσο σκέφτεστε»

Ως ανθρώπινο ον ποτέ δεν θα δράσετε με τρόπο σπουδαιότερο από τις σκέψεις σας. Αν έχετε σπουδαία όνειρα, η συμπεριφορά σας θα ακολουθήσει. Αν σκέφτεστε μικροπράγματα, θα κάνετε και μικροπράγματα.

Η έννοια αυτή εξαπλώνεται ορμητικά σε κάθε διάσταση της ζωής μας.

Αν σκέφτεστε ότι οι άνθρωποι είναι καλοί, οι μέρες σας θα περνούν ανοιχτόκαρδα. Και αυτή η συγκεκριμένη συμπεριφορά αληθινά δημιουργεί την πραγματικότητά σας, επειδή οι άνθρωποι κάνουν καλά πράγματα για τους καλούς ανθρώπους.

Αν σκέφτεστε ότι σας αξίζουν τα καλύτερα, οι ενέργειες σας θα αντανακλούν αυτή την εμπιστοσύνη. Οι καλύτερες ενέργειες θα οδηγήσουν τότε σε καλύτερα αποτελέσματα.

Αν περιμένετε ότι στη σταδιοδρομία σας ή στην κοινότητά σας θα φτάσετε σε επίπεδο παγκόσμιας κλάσης, τότε αυτός ο λαμπρός τρόπος σκέψης θα διαμορφώσει τον τρόπο που εργάζεστε καθώς και τον τρόπο που ζείτε. Και αυτή η εξαιρετική συμπεριφορά θα προκαλέσει εξαιρετικά αποτελέσματα.

Ελπίζω ότι μπόρεσα να διατυπώσω αυτή την ιδέα με σαφήνεια. Επειδή πιστεύω ότι είναι μια πολύ μεγάλη ιδέα που όμως την αγνοούμε. Οι σκέψεις σας πραγματικά διαμορφώνουν την πραγματικότητα. Η μόρφωσή σας διαμορφώνει τον κόσμο σας. Εκείνα στα οποία εστιάζετε θα επεκταθούν. Κι εκείνα με τα οποία ασχολείστε είναι αδιαμφισβήτητο ότι θα καθορίσουν τη μοίρα σας.

Tο κοπάδι, σαν τέτοιο, παραμένει αμβλύ στη σκέψη και αμβλύ στο συναίσθημα

Σε τι παράξενη κατάσταση βρισκόμαστε εμείς οι άνθρωποι! Καθένας από εμάς βρίσκεται εδώ για μια σύντομη επίσκεψη· δεν γνωρίζει για ποιο σκοπό, αν και μερικές φορές νομίζει ότι τον αισθάνεται. Αλλά από την οπτική γωνία της καθημερινής ζωής, χωρίς να εμβαθύνουμε, υπάρχουμε για τον συνάνθρωπο μας – καταρχάς για αυτούς στων οποίων τα χαμόγελα και την ευημερία στηρίζεται όλη η ευτυχία μας και αμέσως μετά για όλους αυτούς που δεν γνωρίζουμε προσωπικά και με την μοίρα των οποίων είμαστε ενωμένοι με τον δεσμό της συμπόνοιας. Εκατό φορές κάθε μέρα, θυμίζω στον εαυτό μου ότι η εσωτερική και εξωτερική ζωή μου εξαρτάται από την εργασία των άλλων ανθρώπων, ζωντανών και νεκρών, και ότι πρέπει να υπερβάλω εαυτόν για να μπορέσω να δώσω στο ίδιο μέτρο με το οποίο έχω λάβει και συνεχίζω να λαμβάνω. Με ελκύει η απλή ζωή και συχνά καταπιέζομαι από το αίσθημα ότι απορροφώ μια μη αναγκαία ποσότητα από την εργασία των συνανθρώπων μου. Θεωρώ τις ταξικές διαφορές αντίθετες προς την δικαιοσύνη και, σε τελική ανάλυση, βασισμένες στον εξαναγκασμό. Θεωρώ επίσης ότι η απέριττη ζωή κάνει καλό σε όλους, φυσικά και πνευματικά.

Σίγουρα πιστεύω στην ανθρώπινη ελευθερία με την φιλοσοφική έννοια. Όλοι δρουν όχι μόνο υπό την επιρροή ενός εξωτερικού καταναγκασμού αλλά επίσης σύμφωνα και με μια εσωτερική ανάγκη. Η ρήση του Σοπενχάουερ, ότι «ο άνθρωπος μπορεί να δρα όπως αυτός θέλει, αλλά όχι να θέλει όπως αυτός θέλει» αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για εμένα από την νεότητα μου και μια συνεχή παρηγοριά και μια αμείωτη πηγή υπομονής στις δυσκολίες της ζωής, της δικιάς μου και των άλλων. Αυτό το συναίσθημα φιλεύσπλαχνα μετριάζει την αίσθηση υπευθυνότητας που τόσο εύκολα μπορεί να σε παραλύσει, και μας εμποδίζει στο να πάρουμε τους εαυτούς μας και τους άλλους ανθρώπους πολύ σοβαρά· συντελεί σε μια άποψη της ζωής στην οποία το χιούμορ, προπαντός, έχει την θέση που του αρμόζει.

Το να αναρωτιέσαι το νόημα ή το αντικείμενο της ύπαρξης σου ή της δημιουργίας γενικά μου έμοιαζε πάντα παράλογο από αντικειμενικής απόψεως. Και όμως ο καθένας έχει συγκεκριμένα ιδανικά που καθορίζουν την κατεύθυνση των προσπαθειών του και των κρίσεων του. Υπό αυτήν την έννοια ποτέ δεν κοίταξα την ευκολία και την ευτυχία σαν αυτοσκοπούς – μια τέτοια ηθική βάση βρίσκω ως πιο αρμόζουσα για ένα κοπάδι γουρούνια. Τα ιδανικά που φώτισαν τον δρόμο μου και κατ’ επανάληψη μου έδωσαν κουράγιο να αντιμετωπίζω την ζωή πρόσχαρα, ήταν η Αλήθεια, η Καλοσύνη και η Ομορφιά. Χωρίς την αίσθηση συντροφικότητας με ανθρώπους του ιδίου πνεύματος, της ενασχόλησης με τον στόχο, τον αιώνια ανέφικτο στον τομέα της τέχνης και της επιστημονικής έρευνας, η ζωή θα μου φαινόταν κενή. Τα συνηθισμένα αντικείμενα της ανθρώπινης προσπάθειας – ιδιοκτησία, εξωτερική επιτυχία, πολυτέλεια – μου φαινόντουσαν πάντα άξια περιφρονήσεως.

Η παθιασμένη αίσθηση της κοινωνικής δικαιοσύνης και υπευθυνότητας πάντα αντιπαραβαλλόταν παράξενα με την σαφή μου ελευθερία από την ανάγκη για απευθείας επαφή με άλλα ανθρώπινα όντα και κοινότητες. Βαδίζω το δικό μου δρόμο και ποτέ δεν άνηκα στη χώρα μου, το σπίτι μου, τους φίλους μου ή ακόμα και στην οικογένεια μου, με όλη μου την καρδιά· αντιμέτωπος με όλους αυτούς τους δεσμούς ποτέ δεν έχασα το επίμονο αίσθημα της απόσπασης, της ανάγκης για μοναξιά – ένα αίσθημα που αυξάνεται με τα χρόνια. Οι άνθρωποι αποκτούν απότομα συνείδηση, χωρίς να το μετανιώσουν, των ορίων της πιθανότητας για αμοιβαία κατανόηση και συμπόνοια με τους συνανθρώπους τους. Ένας τέτοιος άνθρωπος χωρίς αμφιβολία χάνει ένα μέρος της εγκαρδιότητας και της αθωότητας· από την άλλη, είναι κατά πολύ περισσότερο ανεξάρτητος από απόψεις, συνήθειες και κρίσεις των συνανθρώπων του και αποφεύγει τον πειρασμό να βασιστεί σε τέτοια ανασφαλή θεμέλια.

Το πολιτικό ιδεώδες μου είναι αυτό της δημοκρατίας. Ας είναι ο κάθε άνθρωπος σεβαστός σαν άτομο και κανένας να μην γίνεται είδωλο. Είναι μια ειρωνεία της μοίρας ότι εγώ ο ίδιος έχω γίνει αποδέκτης υπερβολικού θαυμασμού και σεβασμού από τους συνανθρώπους μου χωρίς εγώ ούτε να ευθύνομαι και ούτε να το αξίζω. Η αιτία για αυτό ίσως να είναι η επιθυμία, ανέφικτη για τους πολλούς, να κατανοήσουν την μία ή δύο ιδέες τις οποίες έχω με τις ασθενικές δυνάμεις μου επιτύχει μέσω ακατάπαυστου αγώνα. Γνωρίζω πολύ καλά ότι είναι απαραίτητο για την επιτυχία κάθε σύνθετου εγχειρήματος, ότι ένας άνθρωπος θα πρέπει να κάνει την σκέψη και να κατευθύνει και γενικά να φέρει την ευθύνη. Αλλά αυτοί που καθοδηγούνται δεν πρέπει να αναγκάζονται, θα πρέπει να μπορούν να διαλέγουν τον αρχηγό τους. Ένα αυταρχικό σύστημα καταναγκασμού, κατά την άποψη μου, σύντομα αποσυντίθεται. Γιατί η δύναμη πάντα έλκει ανθρώπους χαμηλής ηθικής, και πιστεύω ότι είναι ένας αμετάβλητος κανόνας ότι τους ιδιοφυείς τυράννους, τους διαδέχονται αχρείοι. Γι’ αυτό το λόγο πάντα εναντιώθηκα στα ολοκληρωτικά συστήματα. Αυτό το οποίο έχει επιφέρει δυσφήμιση στην επικρατούσα σημερινή μορφή δημοκρατίας της Ευρώπης δεν μπορεί να αποδοθεί στην ιδέα της δημοκρατίας, αλλά στην έλλειψη σταθερότητας των αρχηγών των κυβερνήσεων και στον απρόσωπο χαρακτήρα του εκλογικού συστήματος. Πιστεύω ότι από αυτήν την άποψη οι ΗΠΑ έχουν οργανωθεί καλύτερα. Έχουν ένα υπεύθυνο Πρόεδρο που εκλέγεται για μια επαρκή περίοδο και έχει επαρκή αρμοδιότητα για να είναι υπεύθυνος στις πράξεις του. Από την άλλη, αυτό που εκτιμώ στο δικό μας πολιτικό σύστημα είναι η πιο εκτεταμένη πρόνοια που υπάρχει για το άτομο σε περίπτωση ασθένειας ή ανάγκης. Αυτό που πραγματικά αξίζει στην παρέλαση της ανθρώπινης ζωής μου φαίνεται ότι δεν είναι η Πολιτεία αλλά το δημιουργικό, ευαίσθητο άτομο, η ατομικότητα· αυτή μόνη της δημιουργεί το ευγενές και το μεγαλειώδες, ενώ το κοπάδι σαν τέτοιο παραμένει αμβλύ στη σκέψη και αμβλύ στο συναίσθημα.

Αυτό το θέμα με φέρνει στο χειρότερο γνώρισμα της φύσης του κοπαδιού, το θρησκευτικό σύστημα, το οποίο απεχθάνομαι. Το ότι ένας άνθρωπος μπορεί να αντλήσει ευχαρίστηση στο να σέρνετε στις διάφορες είναι αρκετό για να με κάνει να τον περιφρονήσω. Ο μεγάλος εγκέφαλος του, του δόθηκε από λάθος· μια σπονδυλική στήλη ήταν όλο κι όλο ότι χρειαζόταν. Αυτό το σημάδι πανώλης του πολιτισμού θα έπρεπε να καταργηθεί όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Ηρωισμός από θεϊκή εντολή, παράλογη βία, και όλες οι δηλητηριώδεις ανοησίες που κάνει στο όνομα της θρησκείας – πόσο τα μισώ όλα αυτά! Ο πόλεμος μου φαίνεται ένα πρόστυχο και ποταπό πράγμα. Και όμως, παρ’ όλα αυτά, τόσο υψηλή είναι η άποψη μου για την ανθρώπινη φυλή που πιστεύω ότι αυτή η λάμια θα είχε από καιρό εξαφανιστεί, αν ο υγιής νους των εθνών δεν είχε συστηματικά διαφθαρεί από τα εμπορικά και πολιτικά συμφέροντα που ενεργοποιούνται μέσω των σχολείων και του Τύπου.

Το ωραιότερο πράγμα που μπορούμε να έχουμε την εμπειρία του είναι το μυστηριώδες. Είναι το θεμελιώδες συναίσθημα το οποίο βρίσκεται στο λίκνο της αληθινής τέχνης και της αληθινής επιστήμης. Αυτός που το γνωρίζει και δεν μπορεί πια να το θαυμάσει, να αισθανθεί έκπληξη, είναι σαν νεκρός, ένα σβησμένο κερί. Η εμπειρία του μυστηρίου – ακόμα κι αν ήταν αναμεμειγμένη με φόβο – ήταν αυτή που προκάλεσε την θρησκεία. Η γνώση της ύπαρξης πραγμάτων στα οποία δεν μπορούμε να διεισδύσουμε, των εκδηλώσεων της βαθύτερης λογικής και της πιο αστραποβολούσας ομορφιάς, τα οποία είναι προσβάσιμα στη λογική μας στις πιο βασικές τους μορφές – είναι αυτή η γνώση και αυτό το συναίσθημα που συνιστούν την πραγματικά θρησκευτική συμπεριφορά· υπό αυτήν την έννοια και μόνο υπό αυτήν, είμαι ένας βαθύτατα φιλοσοφημένος άνθρωπος. Δεν μπορώ να συλλάβω ένα Θεό που ανταμείβει και τιμωρεί τα δημιουργήματα του, ή έχει θέληση του ίδιου είδους μ’ αυτή που εμείς αντιλαμβανόμαστε στους εαυτούς μας. Ένας άνθρωπος που μπορεί να επιζήσει του φυσικού θανάτου του είναι επίσης πέρα από την κατανόηση μου, ούτε θα επιθυμούσα να ήταν αλλιώς· τέτοιες ιδέες είναι για τους φόβους ενός παράλογου εγωισμού αδύναμων ψυχών. Είναι αρκετό για εμένα το μυστήριο της αιωνιότητας της ζωής, και ο υπαινιγμός της θαυμαστής δομής της πραγματικότητας, μαζί με την ειλικρινή προσπάθεια να κατανοήσω ένα μέρος, που δεν μπορεί ποτέ να είναι τόσο μικρό, του λόγου που αποκαλύπτει τον εαυτό του στη φύση.

Επιστήμη: Αυτό είναι που μας κάνει ανθρώπους

Ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι ένα περίπλοκο σύστημα νευρώνων που ανταλλάσσουν πληροφορίες μέσω ηλεκτρικών και χημικών σημάτων.

Στη νέα μελέτη όμως, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Science», μάδα νευροεπιστημόνων ανακάλυψε έναν καινούριο τρόπο εγκεφαλικής επικοινωνίας που μπορεί να είναι το μεγάλο κλειδί για όσα μας κάνουν ανθρώπους. Οι ερευνητές εντόπισαν και μερικά κύτταρα στον ανθρώπινο εγκέφαλο που μεταδίδουν σήματα με τρόπους που δεν ανιχνεύτηκαν στα αντίστοιχα κύτταρα ποντικιών.

Και είναι αυτές οι αποδείξιμες διαφορές του ανθρώπου σε σχέση με τους εγκεφάλους άλλων θηλαστικών που μας βοηθούν να υποδείξουμε τις ιδιαιτερότητες του δικού μας εγκεφάλου.

Στους δενδρίτες των νευρώνων, τις διακλαδιζόμενες κυτταρικές προεξοχές των εγκεφαλικών κυττάρων δηλαδή, εστίασαν την προσοχή τους και εντόπισαν άγνωστες ως τα σήμερα δράσεις που λαμβάνουν χώρα μεταξύ συγκεκριμένων δενδριτών.

Σήματα που δεν είναι ούτε χημικά ούτε ηλεκτρικά δηλαδή και μεταφέρονται μέσω ιόντων ασβεστίου.

Ηράκλειτος: Ενότητα των αντιθέτων και ο κόσμος

Ηράκλειτος ο Εφέσιος
                              
Β 64:

«τὰ δὲ πάντα οἰακίζει Κεραυνός, τουτέστι κατευθύνει, κεραυνὸν τὸ πῦρ λέγων τὸ αἰώνιον. Λέγει δὲ καὶ φρόνιμον τοῦτο εἶναι τὸ πῦρ καὶ τῆς διοικήσεως τῶν ὃλων αἴτιον·»

Τα πάντα κυβερνά ο Κεραυνός, δηλαδή τα κατευθύνει, ονομάζοντας κεραυνό το πυρ το αιώνιο. Επί πλέον λέει ότι αυτό το πυρ διαθέτει φρόνηση και είναι η αιτία της διακυβέρνησης του σύμπαντος κόσμου.

Ερμηνεία ‒ κατανόηση

τὰ δὲ πάντα: εννοεί όλα τα υπαρκτά πράγματα χωρίς καμιά διάκριση, εξαίρεση ή διαχωρισμό σε επίπεδο χώρου, χρόνου, ποιότητας, ποσότητας, εκδήλωσης ή φανέρωσης, απόκρυψης ή συγκάλυψης, παρουσίας ή απουσίας. Ο φιλόσοφος αναφέρεται σε ό,τι υπάρχει· σε ό,τι είναι παρόν και έχει ενέργεια και ζωή, σε καθετί που συμβαίνει και εγγράφεται στη συνείδηση της ιστορίας· διότι καθετί δεν είναι ένα μεμονωμένο Kάτι παρά συνημμένο με το αντίθετό του, δηλαδή μια αυτοκαθοριζόμενη ολότητα πραγμάτων: «πάντα διὰ πάντων» (Β41).

οἰακίζει: ως προς την νοηματική της ουσία η λέξη είναι συνώνυμη με τη λέξη κυβερνᾶν (Β41). Ο Λόγος κυβερνά τα πάντα.

Κεραυνός: με τούτη τη λέξη ο Ηράκλειτος δεν θέλει να υποδηλώσει τη θεότητα και πιο ειδικά τον Δία. Παρερμηνείες τέτοιου είδους δεν έχουν έρεισμα· διότι, αν ίσχυε ότι «ο Δίας κυβερνά τα πάντα» ή κάτι τέτοιο, τότε ο Ηράκλειτος δεν θα προχωρούσε πέρα από αυτές κι άλλες παρόμοιες κοινοτοπίες των πολλών. Απεναντίας υποδηλώνει τη φωτιά και μάλιστα την κεραυνοβόλα δύναμή της, την εκρηκτική της φύση, νοούμενη μεταφορικά ως σταθερά δεσπόζουσα ρυθμιστική δύναμη όλων όσων συμβαίνουν στον κόσμο και όχι ως μια οποιαδήποτε μεταφυσική ή ακόμη και φυσική αρχή. Για τον Χάιντεγκερ, ο Κεραυνός ισοδυναμεί με τον Κεραυνό του Είναι, με το ίδιο δηλ. το Είναι ως κυβερνήτη του κόσμου και ως αυτόν, συνακόλουθα, που έχει Λόγο για τον κόσμο, που υπαγορεύει την κατά Λόγο τάξη και αρμονία μέσα από τους κεραυνούς της γλώσσας, ως της Εστίας του Είναι.

Τον Ηράκλειτο δεν τον ενδιαφέρει η αναζήτηση κάποιας αρχής, γιατί ο κόσμος είναι «αείζωο πυρ» (Β30) και δεν δημιουργήθηκε από καμιά φυσική ή μεταφυσική αρχή, δηλ. από κανέναν άνθρωπο ή θεό (Β30). Ο κεραυνός, έτσι όπως προσδιορίστηκε πιο πάνω, δεν έρχεται απ’ έξω για να διασαλεύσει την εσωτερική τάξη του κόσμου, αλλά αποτελεί οργανικό στοιχείο της σοφίας που διέπει τούτη την τάξη· αναλογικά λοιπόν συμβολίζει το τέλος ενός κύκλου ζωής και την απαρχή ενός άλλου, στο πλαίσιο της αδιάκοπης μεταβολής του κόσμου και αλληλοδιαδοχής των κύκλων του.

Κάτι παρόμοιο με τη διαλεκτική του Λόγου στον Χέγκελ, η οποία νοείται από τον μεγάλο Γερμανό φιλόσοφο ως κύκλος των κύκλων. Κατ’ αυτό το πνεύμα, ως καθαρή φωτιά, κυβερνά τα αντίθετα μέσα από τα αντίθετα, τα οποία όλα μαζί συνθέτουν αυτό τον κόσμο. Γιατί όμως ο Ηράκλειτος δεν αναφέρει το καθαρό «πυρ» παρά εστιάζει την προσοχή του στον κεραυνό; Επειδή θέλει να δείξει και να αναδείξει τον κυρίαρχο, τον κατευθυντήριο ρόλο του κεραυνού· να τον σκεφτεί, με άλλα λόγια, ως εκείνο τον κυβερνήτη του κοσμικού σκάφους που περισσότερο από κάθε άλλο παράγοντα δεν κινεί, δεν κατευθύνει απλώς το εν λόγω σκάφος, αλλά το εκθέτει και στο πέλαγος της πιο μεγάλης αστάθειας, των πιο απροσδόκητων αλλαγών και των συνεχών διακυμάνσεων· δηλ. το φέρνει σε μια κατάσταση, η οποία μεταβάλλεται συνεχώς και κάθε φορά προς την αντίθετη κατεύθυνση. 

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ποιητική (1461b-1462b)

[XXVI] Πότερον δὲ βελτίων ἡ ἐποποιικὴ μίμησις ἢ ἡ τραγική, διαπορήσειεν ἄν τις. εἰ γὰρ ἡ ἧττον φορτικὴ βελτίων, τοιαύτη δ᾽ ἡ πρὸς βελτίους θεατάς ἐστιν ἀεί, λίαν δῆλον ὅτι ἡ ἅπαντα μιμουμένη φορτική· ὡς γὰρ οὐκ αἰσθανομένων ἂν μὴ αὐτὸς προσθῇ, πολλὴν κίνησιν κινοῦνται, οἷον οἱ φαῦλοι αὐληταὶ κυλιόμενοι ἂν δίσκον δέῃ μιμεῖσθαι, καὶ ἕλκοντες τὸν κορυφαῖον ἂν Σκύλλαν αὐλῶσιν. ἡ μὲν οὖν τραγῳδία τοιαύτη ἐστίν, ὡς καὶ οἱ πρότερον τοὺς ὑστέρους αὐτῶν ᾤοντο ὑποκριτάς· ὡς λίαν γὰρ ὑπερβάλλοντα πίθηκον ὁ Μυννίσκος τὸν Καλλιππίδην ἐκάλει, τοιαύτη δὲ δόξα καὶ περὶ Πινδάρου

[1462a] ἦν· ὡς δ᾽ οὗτοι ἔχουσι πρὸς αὐτούς, ἡ ὅλη τέχνη πρὸς τὴν ἐποποιίαν ἔχει. τὴν μὲν οὖν πρὸς θεατὰς ἐπιεικεῖς φασιν εἶναι ‹οἳ› οὐδὲν δέονται τῶν σχημάτων, τὴν δὲ τραγικὴν πρὸς φαύλους· εἰ οὖν φορτική, χείρων δῆλον ὅτι ἂν εἴη. πρῶτον μὲν οὐ τῆς ποιητικῆς ἡ κατηγορία ἀλλὰ τῆς ὑποκριτικῆς, ἐπεὶ ἔστι περιεργάζεσθαι τοῖς σημείοις καὶ ῥαψῳδοῦντα, ὅπερ [ἐστὶ] Σωσίστρατος, καὶ διᾴδοντα, ὅπερ ἐποίει Μνασίθεος ὁ Ὀπούντιος. εἶτα οὐδὲ κίνησις ἅπασα ἀποδοκιμαστέα, εἴπερ μηδ᾽ ὄρχησις, ἀλλ᾽ ἡ φαύλων, ὅπερ καὶ Καλλιππίδῃ ἐπετιμᾶτο καὶ νῦν ἄλλοις ὡς οὐκ ἐλευθέρας γυναῖκας μιμουμένων. ἔτι ἡ τραγῳδία καὶ ἄνευ κινήσεως ποιεῖ τὸ αὑτῆς, ὥσπερ ἡ ἐποποιία· διὰ γὰρ τοῦ ἀναγινώσκειν φανερὰ ὁποία τίς ἐστιν· εἰ οὖν ἐστι τά γ᾽ ἄλλα κρείττων, τοῦτό γε οὐκ ἀναγκαῖον αὐτῇ ὑπάρχειν. ἔπειτα διότι πάντ᾽ ἔχει ὅσαπερ ἡ ἐποποιία (καὶ γὰρ τῷ μέτρῳ ἔξεστι χρῆσθαι), καὶ ἔτι οὐ μικρὸν μέρος τὴν μουσικήν [καὶ τὰς ὄψεις], δι᾽ ἧς αἱ ἡδοναὶ συνίστανται ἐναργέστατα· εἶτα καὶ τὸ ἐναργὲς ἔχει καὶ ἐν τῇ ἀναγνώσει καὶ ἐπὶ τῶν ἔργων· ἔτι τῷ ἐν ἐλάττονι μήκει τὸ τέλος

[1462b] τῆς μιμήσεως εἶναι (τὸ γὰρ ἀθροώτερον ἥδιον ἢ πολλῷ κεκραμένον τῷ χρόνῳ, λέγω δ᾽ οἷον εἴ τις τὸν Οἰδίπουν θείη τὸν Σοφοκλέους ἐν ἔπεσιν ὅσοις ἡ Ἰλιάς)· ἔτι ἧττον μία ἡ μίμησις ἡ τῶν ἐποποιῶν (σημεῖον δέ, ἐκ γὰρ ὁποιασοῦν μιμήσεως πλείους τραγῳδίαι γίνονται), ὥστε ἐὰν μὲν ἕνα μῦθον ποιῶσιν, ἢ βραχέως δεικνύμενον μύουρον φαίνεσθαι, ἢ ἀκολουθοῦντα τῷ τοῦ μέτρου μήκει ὑδαρῆ· λέγω δὲ οἷον ἐὰν ἐκ πλειόνων πράξεων ᾖ συγκειμένη, ὥσπερ ἡ Ἰλιὰς ἔχει πολλὰ τοιαῦτα μέρη καὶ ἡ Ὀδύσσεια ‹ἃ› καὶ καθ᾽ ἑαυτὰ ἔχει μέγεθος· καίτοι ταῦτα τὰ ποιήματα συνέστηκεν ὡς ἐνδέχεται ἄριστα καὶ ὅτι μάλιστα μιᾶς πράξεως μίμησις. εἰ οὖν τούτοις τε διαφέρει πᾶσιν καὶ ἔτι τῷ τῆς τέχνης ἔργῳ (δεῖ γὰρ οὐ τὴν τυχοῦσαν ἡδονὴν ποιεῖν αὐτὰς ἀλλὰ τὴν εἰρημένην), φανερὸν ὅτι κρείττων ἂν εἴη μᾶλλον τοῦ τέλους τυγχάνουσα τῆς ἐποποιίας. περὶ μὲν οὖν τραγῳδίας καὶ ἐποποιίας, καὶ αὐτῶν καὶ τῶν εἰδῶν καὶ τῶν μερῶν, καὶ πόσα καὶ τί διαφέρει, καὶ τοῦ εὖ ἢ μὴ τίνες αἰτίαι, καὶ περὶ ἐπιτιμήσεων καὶ λύσεων, εἰρήσθω τοσαῦτα.

***
[26] Ποια μορφή μίμησης είναι άραγε η καλύτερη, η εποποιική ή η τραγική; Νά ένα ερώτημα που θα μπορούσε κανείς να θέσει.

(Λένε) λοιπόν:

Αν καλύτερη είναι αυτή που προσιδιάζει λιγότερο στους κοινούς και ακαλλιέργητους ανθρώπους, και αν λιγότερο προσιδιάζει στους κοινούς και ακαλλιέργητους ανθρώπους αυτή που απευθύνεται στο καλύτερο κοινό, τότε αυτή που μιμείται τα πάντα είναι αυτή που κατεξοχήν προσιδιάζει —το πράγμα είναι φανερό— στους κοινούς και ακαλλιέργητους ανθρώπους. Με την ιδέα δηλαδή ότι το κοινό δεν θα καταλάβαινε τίποτε αν οι ίδιοι δεν έκαναν κάποιες προσθήκες, οι ηθοποιοί κάνουν ένα πλήθος από κινήσεις — σαν τους κακούς αυλητές, που κυλιούνται όταν χρειαστεί να μιμηθούν τις περιστροφές του δίσκου ή τραβολογούν τον κορυφαίο αν παίζουν στον αυλό τη Σκύλλα.

Στην περίπτωση λοιπόν της τραγωδίας τα πράγματα είναι ακριβώς όπως οι παλαιότεροι ηθοποιοί έκριναν τους νεότερούς τους: ο Μυννίσκος ονόμαζε τον Καλλιππίδη «πίθηκο» εξαιτίας του πλήθους των υπερβολών στο παίξιμό του· η ίδια γνώμη επικρατούσε και για τον Πίνδαρο.

[1462a] Σε όποια λοιπόν σχέση βρίσκονται αυτοί προς τους παλαιότερους ηθοποιούς βρίσκεται και η τραγική τέχνη —ως σύνολο— προς την επική ποίηση. Λένε λοιπόν ότι η επική ποίηση απευθύνεται σε καλλιεργημένο κοινό, σε ένα κοινό που δεν έχει καμιά ανάγκη από χειρονομίες και πόζες, ενώ η τραγική ποίηση απευθύνεται σε ακαλλιέργητο κοινό. Αν λοιπόν η τραγωδία προσιδιάζει περισσότερο στους κοινούς και ακαλλιέργητους ανθρώπους, είναι φανερό ότι είναι η χειρότερη.

Πρώτη απάντηση σ᾽ αυτά είναι η ακόλουθη: Η κατηγορία αυτή δεν στρέφεται εναντίον της ποίησης αλλά εναντίον της υποκριτικής — μήπως τάχα δεν μπορεί να υπερβάλλει κανείς στις χειρονομίες και στις πόζες και όταν απαγγέλλει επική ποίηση (περίπτωση Σωσίστρατου) και όταν τραγουδάει σε διαγωνισμό, όπως έκανε ο Μνασίθεος από τον Οπούντα; Δεύτερον: Δεν πρέπει να αποδοκιμάζεται κάθε κίνηση, όπως δεν αποδοκιμάζεται γενικά ο χορός, παρά μόνο ο χορός των μικρότερης αξίας ηθοποιών — κάτι που το κατηγορούσαν και στον Καλλιππίδη, όπως το κατηγορούν και σε άλλους σήμερα, με την παρατήρηση ότι μιμούνται κατώτερης ποιότητας γυναίκες. Τρίτον: Η τραγωδία πετυχαίνει να επιτελέσει το έργο της και χωρίς κινήσεις, ακριβώς όπως και η επική ποίηση: η ποιότητα και η αξία της γίνεται φανερή και με την απλή ανάγνωση. Αν λοιπόν η τραγωδία υπερέχει από κάθε άλλη άποψη, δεν είναι, φυσικά, απαραίτητο να το έχει και αυτό. Τέταρτον: Η τραγωδία έχει όλα όσα έχει η επική ποίηση (ακόμη και του επικού μέτρου η χρήση είναι στην τραγωδία επιτρεπτή), και ακόμη ως σημαντικό μέρος της έχει τη μουσική [και τα θεαματικά στοιχεία], μέσω της οποίας πετυχαίνεται με τον πιο εναργή τρόπο η τέρψη. Πέμπτον: Έχει επίσης την ενάργεια και ως ανάγνωσμα και ως παράσταση. Έκτον: Στην τραγωδία ο στόχος [1462b] της μίμησης πετυχαίνεται με μικρότερο μήκος (το πυκνό είναι πιο τερπνό από αυτό που η «ανάμειξή» του με τη μεγάλη χρονική διάρκεια το «αραιώνει» — θέλω με αυτό να πω κάτι σαν να απλώναμε τον Οιδίποδα του Σοφοκλή σε τόσους επικούς στίχους όσους έχει η Ιλιάδα). Έβδομον: Η μίμηση των επικών ποιητών έχει λιγότερη ενότητα (απόδειξη αποτελεί το ότι μια οποιαδήποτε επική μίμηση προσφέρει υλικό για περισσότερες τραγωδίες), με αποτέλεσμα, αν στο ποίημά τους περιλάβουν έναν μόνο μύθο, αυτός ή θα φαίνεται —με τη σύντομη παρουσίασή του— κολοβωμένος ή —ακολουθώντας την κλίμακα του επικού μέτρου— θα φαίνεται νερουλός. Εννοώ, φυσικά, την περίπτωση που το επικό ποίημα αποτελείται από πολλές πράξεις, ακριβώς όπως η Ιλιάδα έχει πολλά τέτοια μέρη —το ίδιο και η Οδύσσεια—, που και από μόνα τους έχουν κάποιο μέγεθος —και όμως τα ποιήματα αυτά είναι δομημένα με τον καλύτερο δυνατό τρόπο και είναι, στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, μίμηση μιας πράξης.

Αν λοιπόν η τραγωδία υπερέχει σε όλα αυτά, και ακόμη στο ποιητικό της αποτέλεσμα (γιατί οι δύο αυτές μορφές ποίησης πρέπει να προκαλούν όχι μια οποιαδήποτε τέρψη αλλά αυτήν που είπαμε), είναι φανερό, λέω, ότι είναι ανώτερη από την επική ποίηση, μια και αυτή πετυχαίνει τον (ποιητικό) σκοπό της περισσότερο από ό,τι εκείνη τον δικό της.

Για την τραγωδία λοιπόν και για την επική ποίηση, θέλω να πω: για την ουσία τους, για τα είδη τους και για τα μέρη τους, για το πόσα είναι αυτά και σε τι διαφέρουν μεταξύ τους· ακόμη για τις αιτίες της επιτυχίας και της αποτυχίας τους, για τις επικρίσεις που δέχτηκαν και για τις απαντήσεις που δόθηκαν σ᾽ αυτές, ας θεωρηθούν αρκετά τα όσα είπαμε.

Παρασκευή 10 Ιανουαρίου 2020

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἀνδρομάχη (920-956)

920 ΕΡ. ἔγνως· ὀλεῖ γάρ μ᾽ ἐνδίκως. τί δεῖ λέγειν;
ἀλλ᾽ ἄντομαί σε Δία καλοῦσ᾽ ὁμόγνιον,
πέμψον με χώρας τῆσδ᾽ ὅποι προσωτάτω
ἢ πρὸς πατρῷον μέλαθρον· ὡς δοκοῦσί γε
δόμοι τ᾽ ἐλαύνειν φθέγμ᾽ ἔχοντες οἵδε με,
925 μισεῖ τε γαῖα Φθιάς. εἰ δ᾽ ἥξει πάρος
Φοίβου λιπὼν μαντεῖον ἐς δόμους πόσις,
κτενεῖ μ᾽ ἐπ᾽ αἰσχίστοισιν· ἢ δουλεύσομεν
νόθοισι λέκτροις ὧν ἐδέσποζον πρὸ τοῦ.
πῶς οὖν τάδ᾽, ὡς εἴποι τις, ἐξημάρτανες;
930 κακῶν γυναικῶν εἴσοδοί μ᾽ ἀπώλεσαν,
αἵ μοι λέγουσαι τούσδ᾽ ἐχαύνωσαν λόγους·
Σὺ τὴν κακίστην αἰχμάλωτον ἐν δόμοις
δούλην ἀνέξῃ σοι λέχους κοινουμένην;
μὰ τὴν ἄνασσαν, οὐκ ἂν ἔν γ᾽ ἐμοῖς δόμοις
935 βλέπουσ᾽ ἂν αὐγὰς τἄμ᾽ ἐκαρποῦτ᾽ ἂν λέχη.
κἀγὼ κλύουσα τούσδε Σειρήνων λόγους,
σοφῶν πανούργων ποικίλων λαλημάτων,
ἐξηνεμώθην μωρίᾳ. τί γάρ με χρῆν
πόσιν φυλάσσειν, ᾗ παρῆν ὅσων ἔδει;
940 πολὺς μὲν ὄλβος· δωμάτων δ᾽ ἠνάσσομεν·
παῖδας δ᾽ ἐγὼ μὲν γνησίους ἔτικτον ἄν,
ἡ δ᾽ ἡμιδούλους τοῖς ἐμοῖς νοθαγενεῖς.
ἀλλ᾽ οὔποτ᾽ οὔποτ᾽ —οὐ γὰρ εἰσάπαξ ἐρῶ—
χρὴ τούς γε νοῦν ἔχοντας, οἷς ἔστιν γυνή,
945 πρὸς τὴν ἐν οἴκοις ἄλοχον ἐσφοιτᾶν ἐᾶν
γυναῖκας· αὗται γὰρ διδάσκαλοι κακῶν·
ἡ μέν τι κερδαίνουσα συμφθείρει λέχος,
ἡ δ᾽ ἀμπλακοῦσα συννοσεῖν αὑτῇ θέλει,
πολλαὶ δὲ μαργότητι· κἀντεῦθεν δόμοι
950 νοσοῦσιν ἀνδρῶν. πρὸς τάδ᾽ εὖ φυλάσσετε
κλῄθροισι καὶ μοχλοῖσι δωμάτων πύλας·
ὑγιὲς γὰρ οὐδὲν αἱ θύραθεν εἴσοδοι
δρῶσιν γυναικῶν, ἀλλὰ πολλὰ καὶ κακά.
ΧΟ. ἄγαν ἐφῆκας γλῶσσαν ἐς τὸ σύμφυτον.
955 συγγνωστὰ μέν νυν σοὶ τάδ᾽, ἀλλ᾽ ὅμως χρεὼν
κοσμεῖν γυναῖκας τὰς γυναικείας νόσους.

***
ΕΡΜΙΟΝΗ
920 Ναι. Με το δίκιο του θα με σκοτώσει. Τί να πω;
Στ᾽ όνομα του Διός, προστάτη της γενιάς μας,
πάρε με, σ᾽ εξορκίζω, όσο μακρύτερα γίνεται
από τούτο τον τόπο ή στείλε με
στο πατρικό μου. Γιατί εδώ, μου φαίνεται
πως ακόμα και τα σπίτια θα μ᾽ έδιωχναν
αν είχαν φωνή, κι η γη της Φθίας με μισεί.
Αν, πριν με πάρεις, φτάσει ο άντρας μου
απ᾽ το μαντείο του Απόλλωνα,
θα με ντροπιάσει και θα με σκοτώσει, εξόν κι αν γίνω
σκλάβα εκεινής που ήμουνα πριν κυρά της.
Μα θα μου πει κανείς: πώς έπεσες
930 σε τέτοια σφάλματα; Κακές γυναίκες που έμπαιναν
στο σπίτι μου με καταστρέψανε με τέτοια λόγια,
που θολώνουν τον νου: «Πώς δέχεσαι
μια τιποτένια σκλάβα να μοιράζεται
μέσα στο σπίτι το κρεβάτι σου; Στην Ήρα ορκίζομαι
πως, αν εζούσε στο δικό μου σπίτι,
δεν θα τολμούσε στο κρεβάτι μου να γείρει».
Ακούγοντας εγώ τα λόγια ετούτα
από σειρήνες πολύξερες, πανούργες,
φλύαρες, πήραν τα μυαλά μου αέρα.
Τί μου χρειαζόταν να παραφυλάω, αλήθεια,
τον άντρα μου, όταν είχα τα πάντα;
940 Πλούτη πολλά, κι εγώ ήμουνα του παλατιού η κυρά.
Γνήσια παιδιά θα του γεννούσα εγώ κι εκείνη νόθα,
σκλαβάκια των δικών μου. Αλλά ποτέ,
το λέω, το ξαναλέω, πως άνθρωπος με νου,
αν είναι παντρεμένος, δεν αφήνει
να μπαινοβγαίνουνε στο σπίτι του γυναίκες
να βλέπουν τη γυναίκα του· δεν ξέρουν
να δασκαλεύουν άλλο απ᾽ το κακό.
Η μια πληρώνεται να καταστρέψει τον γάμο·
η άλλη, που κακοτύχησε, θέλει την ίδια τύχη
να ᾽χουν κι οι άλλες· άσε που, πολλές,
έχουν αισχρές επιθυμίες. Έτσι, δυστυχούνε
950 πολλές οικογένειες. Κλείνετε, λοιπόν, τις πόρτες σας
με κλειδαριές και με αμπάρες· τίποτα καλό
δεν κάνουνε των γυναικών τα πηγαινέλα,
μονάχα το κακό.
ΧΟΡΟΣ
Ασυγκράτητη
ήταν η γλώσσα σου, καθώς μιλούσες
για το γένος σου. Συχωρεμένη βέβαια,
μα πρέπει, ωστόσο, να σκεπάζουν οι γυναίκες
τα γυναικεία ελαττώματα.