Τρίτη 7 Ιανουαρίου 2020

ΑΠΙΩΝ Ο ΠΛΕΙΣΤΟΝΙΚΗΣ, Ο ΜΟΧΘΟΣ

Την ίδια εποχή που αναφέρεται ότι έζησε ο Ιησούς Χριστός στην Παλαιστίνη, έζησε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου ο μεγάλος Έλληνας ιστορικός και φιλόλογος Απίων ο Πλειστονίκης, ο Μόχθος, (περίπου από 30 με 20 π.Χ. έως το 45 με 48 μ.Χ.). Όλα τα έργα του Απίωνα κάηκαν από τους ιουδαιοχριστιανούς στην πυρά.

Ο Απίων ήταν αλεξανδρινός λόγιος και ιστοριογράφος, από την Όαση της Αιγύπτου, Κρητικής καταγωγής, γνωστός για την πολυμορφία του συγγραφικού του έργου. Ο Απίων υπήρξε λαμπρά μορφή των Αλεξανδρινών χρόνων, αλλά είναι παντελώς άγνωστος στους σημερινούς Έλληνες, ενώ τα περισσότερα έργα του κάηκαν δημόσια.

Στην Αλεξάνδρεια ο Απίων παρακολούθησε τα μαθήματα του γραμματικού Διδύμου, (του οποίου ήταν ίσως θετός γιος) και του Θέωνα του οποίου έγινε διάδοχος ως επικεφαλής της εκεί σχολής γραμματικών. Μελέτησε εντατικά τους Αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, τους οποίους ερεύνησε και ερμήνευσε, με προτίμηση τα ομηρικά έπη.

Ασχολήθηκε με τη διδασκαλία της ρητορικής και της γραμματικής, πρώτα στη Ρώμη και αργότερα στην Αλεξάνδρεια. Έγραψε διάφορα συγγράμματα, ανάμεσα στα οποία και μία διόρθωση των ομηρικών επών, από αυτά όμως κανένα δεν διασώθηκε. Ο Σενέκας («επιστολαί» 88) μας πληροφορεί ότι ο Απίων περιόδευσε στήν Ελλάδα ομιλών περί Όμήρου. Ο απολογητής Τατιανός τον αποκαλεί «άνδρα δοκιμώτατον» (Τατιανός: «Προς Ελληνας» 38). Για τη μεγάλη επιμέλεια και εργατικότητά του επονομαζόταν και Μόχθος: «ο έπικληθείς μόχθος» (λεξικόν «Σουΐδα» λ. «Απίων»). Εγραψε πάρα πολλά συγγράμματα (αποσπάσματα εις Muller, FRG. Ill, 506-516) τα όποια έχάθησαν, δηλαδή κατεστράφησαν από τους ιουδαιοχριστιανούς. Τα συγγράμματα του διαιρούνται σε φιλολογικά, όπως «Γλώσσας Όμηρικάς» κ.τ.λ. σε ιστορικά, όπως «Ίστορίαν κατ’ έθνος» κ.τ.λ.

Μεταξύ των άλλων γραμματικών έργων του έγραψε ένα εξαιρετικό σύγγραμμα με τίτλο «Γλώσσαι ομηρικαί» (ετυμολογικά μελετήματα σε αλφαβητική σειρά), που το χρησιμοποίησε ο Απολλώνιος ο σοφιστής. Ο Απολλώνιος, ο λεγόμενος Σοφιστής, έζησε τον 1ο μ.Χ. αιώνα. Το μόνο σωζόμενο έργο του είναι το «Λεξικόν κατά στοιχείον της τε Ιλιάδος και Οδυσσείας», στο οποίο διασώζονται διαφορετικές εκδοχές πολλών ομηρικών στίχων και σπάνιες ερμηνείες ομηρικών λέξεων, επί τη βάσει των απωλεσθέντων συγγραμμάτων του Απίωνος.

Ένα πολύ σημαντικό σύγγραμμά του Απίωνος είναι μια ιστορία της Αιγύπτου (Αιγυπτιακά, σε 5 βιβλία) που δεν διασώθηκε. Στον τρίτο τόμο του πεντάτομου έργου του «Αιγυπτιακά» ασκεί πολεμική κατά των Ιουδαίων. Ο Απίων απέδειξε στο έργο του ότι α) οι Ιουδαίοι δεν είναι αρχαίος λαός, αλλά νεώτερος που δεν προσέφερε τίποτε στον πολιτισμό. Απεναντίας πήρανε από τα αγαθά του πολιτισμού, που δημιουργήσανε άλλοι λαοί, β) ότι αποφεύγουν την συμβίωση με τους υπολοίπους λαούς, γ) ότι ο Μωσαϊκός νόμος περιλαμβάνει αστειότητες, δ) ότι δεν υποτάσσονται στην πολιτική έξουσία (τότε του αύτοκράτορος), ε) ότι εκ της φυλετικής συστάσεως των αδυνατούν να δημιουργήσουν πολιτισμόν και στ) ότι είναι άθεοι, διότι αυτό που πιστεύουν, αν είναι όπως το πιστεύουν, δεν μπορεί να είναι θεός.

Από το έργο αυτό του Απίωνος (Αιγυπτιακά) κατάγεται και η γνωστή ιστορία για τον Ανδροκλή και το λιοντάρι καθώς και πολλές άλλες.

Οι ιδέες και το έργο του προκάλεσαν τα επαινετικά σχόλια του αυτοκράτορα Τιβερίου, του ιστορικού Πλίνιου κ.ά., αλλά και την έντονη αντίδραση και κριτική των Εβραίων λογίων και ιδιαίτερα του ιστορικού Ιώσηπου Φλάβιου. 

Αυτό οφειλόταν στο γεγονός ότι o Απίων δεν λάτρευε ιδιαίτερα τους Εβραίους και τους κατηγορούσε (ότι προσκυνούν κεφαλή γαϊδάρου κ.ά.) ενώ παράλληλα τους θεωρούσε Αιγυπτίους αποίκους.

Έχαιρε μεγάλου κύρους στον λαό. Κατά την σύγκρουση μεταξύ των Ελλήνων της Αλεξανδρείας και των εβραίων οι Αλεξανδρείς τον έστειλαν ως εκπρόσωπό τους στην Ρώμη, στον αυτοκράτορα Καλιγούλα, το 39 μ.Χ. λίγα χρόνια πριν τον θάνατό του και μόλις 6 χρόνια μετά τον θάνατο του Ιησού Χριστού, για να υπερασπισθεί τους Έλληνες.

Όλα τα στοιχεία βεβαιώνουν ότι ο Απίων που έφημίζετο για την ρητορική του δεινότητα συνέτριψε τα επιχειρήματα των ιουδαίων και έτσι απέκτησε την διαχρονική κακεντρέχεια του ιουδαϊσμού, του χριστιανισμού και του κομμουνισμού.

Εναντίον του Απίωνος έγραψε ο εβραίος Ιώσηπος. Μολονότι επρόκειτο περί γιου ραββινικής οικογενείας και ανήκε στο ιερατείο διάλεξε ένα Ρωμαϊκό όνομα, το Φλάβιος και δίπλα του κόλλησε εξελληνισμένο το Ιωσήφ. Ο Ιώσηπος απάντησε στην πολεμική του Απίωνος με δύο λόγους, που (φυσικά) διασώθηκαν από τους ιουδαιοχριστιανούς και που η σημερινή ιστορική κριτική τα επιχειρήματα που γράφονται εκεί, τα απορρίπτει ως κατάφωρα ψεύδη και συκοφαντίες.

"Ἀπίων, ὁ Πλειστονίκου, ὁ ἐπικληθεὶς Μόχθος, Αἰγύπτιος, κατὰ δὲ Ἑλικώνιον Κρής, γραμματικὸς, μαθητὴς Ἀπολλωνίου τοῦ Ἀρχιβίου. ἠκηκόει δὲ καὶ Εὐφράνορος γηραιοῦ καὶ ὑπὲρ ρ΄ ἔτη γεγονότος, Διδύμου δὲ τοῦ μεγάλου θρεπτός. ἐπαίδευσε δὲ ἐπὶ Τιβερίου Καίσαρος καὶ Κλαυδίου ἐν Ῥώμῃ. ἦν δὲ διάδοχος Θέωνος τοῦ γραμματικοῦ καὶ σύγχρονος Διονυσίου τοῦ Ἁλικαρνασέως. ἔγραψεν ἱστορίαν κατ' ἔθνος καὶ ἄλλα τινά".

Αυτά μας μεταφέρει το λεξικό της Σούδας για τον Απίωνα, ο οποίος ονομάστηκε και Μόχθος επειδή έγραψε πολλά έργα τα οποία οι χριστιανοί έκαψαν, γιατί υπεράσπιζε τον Ελληνισμό.

Σήμερα, οποιαδήποτε ιστορία και αναφορά θα διαβάσετε για τον Έλληνα Απίωνα τον Μόχθον, θα δείτε ότι τον κοροϊδεύουν συστηματικά με το προσωνύμιο «κύμβαλον» που του το πρόσθεσε ο ιουδαίος Ιώσηπος. Όλοι, μα όλοι οι μετά από αυτόν εβραίοι, χριστιανοί, ακόμη και οι κομμουνιστές, για να μειώσουν τον Έλληνα Απίωνα, τον αναφέρουν σαν «Απίωνα, το κύμβαλον». Ακόμη και στον εβραιοκομμουνιστή Κάουτσκυ, στο βιβλίο του «Η καταγωγή του Χριστιανισμού» διάβασα την φράση: «ο Απίων, το παγκόσμιο κύμβαλο, όπως τον έλεγε ο Ιώσηπος». Όπως καταλαβαίνει κανείς αυτό δεν γίνεται τυχαία. Αυτό που θέλουν είναι να μειώσουν τον Απίωνα, έτσι ώστε να χάσουν ισχύ τα μη αρεστά στους ιουδαίους επιχειρήματά του.

Όλοι όμως οι σοβαροί άνθρωποι του πνεύματος στην αρχαιότητα τον είχαν σε μεγάλη εκτίμηση. Ο αυτοκράτορας Τιβέριος, ο ιστορικός Πλίνιος και πολλοί άλλοι εκτιμούσαν ιδιαιτέρως τον Απίωνα.  Δεν του έδωσαν άλλωστε αβασάνιστα το όνομα Μόχθος. Ο Απίων πράγματι αγαπούσε με πάθος τον Ελληνισμό και τα Ελληνικά γράμματα. Εργάστηκε με πολύ μόχθο γι αυτά, ιδίως για τα Ομηρικά ζητήματα. Βέβαια τα έργα του καταστράφηκαν.

Οι σημερινοί έλληνες απόγονοί του δεν τον γνωρίζουν καθόλου ή θα τον μάθουν μέσω εβραίων (και χριστιανών κολαούζων) συγγραφέων σαν ένα πολύ κακό άνθρωπο, που τόλμησε να τα βάλει με τον περιούσιο λαό του Ιεχωβά. 

Ο Απίων -Frg. 2.7-, διαχωρίζει τους ανθρώπους καθοριστικά εις τους «εκ περιτομής» και τους «εξ Ελλήνων».

Ο Απίων έγραψε ότι οι Ιουδαίοι: «Ορκίζονται εις τον Θεόν, ότι κανέναν αλλόφυλον δεν θα ευνοήσουν, ιδιαίτερα δε τους Έλληνας» ( Ιώσηπος, Κατ' Απίωνος Β, κεφ 10).

ΜΙΑ ΦΡΑΣΗ ΤΗΣ ΒΙΒΛΟΥ ΤΩΝ ΙΟΥΔΑΙΟΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ ΠΟΥ ΗΤΑΝ ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΠΙΩΝΑ.

 Ο Ιεχωβά διατάζει τους ιουδαίους διαχρονικά:

"πᾶν θνησιμαῖον οὐ φάγεσθε· τῷ παροίκῳ τῷ ἐν ταῖς πόλεσί σου δοθήσεται, καὶ φάγεται, ἢ ἀποδώσῃ τῷ ἀλλοτρίῳ· ὅτι λαὸς ἅγιος εἶ Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου". ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ, ΙΔ, 21. 

"Δεν θα τρώτε τα ψοφίμια εσείς οι ιουδαίοι, γιατί είσαστε άγιος λαός. Με τα ψοφίμια θα ταΐζεται μόνο τους ξένους".

Είμαστε όσο τυφλοί επιλέγουμε

Φαντάζει πάντοτε σαν εμπειρία το να έχουμε τα μάτια κλειστά. Σφαλίζουν τα βλέφαρα και στο μαύρο τους όλα είναι πιθανά. Έχουμε τη δυνατότητα απαλλαγμένοι από την κανονική μας όραση να φτιάξουμε μια άλλη, που θα απαρτίζεται από όσα δε φανταστήκαμε ποτέ πριν, αλλά και από όσα ίσως δεν τολμάμε να φανταστούμε ή να δώσουμε μια συνέχεια στο μυαλό και στη ζωή μας αντίστοιχα. Εκεί στα σκοτεινά της τύφλωσής μας όλα εξελίσσονται, όλα έχουν παλμό και κάπου καταλήγουν, όλα έχουν μια εξήγηση και ένα λόγο ύπαρξης που πάντα δίνει αναφορά σε μας, στο τέλος της μέρας, στο τέλος της εξέλιξής τους, αλλά κυρίως στο τέλος της τύφλωσης. Γιατί πάντα τελειώνει. Από εμάς τους ίδιους από τους οποίους και άρχισε. Τι νομίζατε ότι είμαστε τόσο σημαντικοί και τόσο ακρογωνιαία απαραίτητοι στην ανθρωπότητα ώστε κάποιος να καταστρώνει επί μόνιμου βάσεως σχέδια για να παραμένουμε τυφλοί λες και εξαρτάται η πορεία του κόσμου από εμάς;

Σαφώς και εξαρτάται η πορεία του κόσμου, του δικού μας κόσμου και για αυτό δε βρίσκεται κανείς άλλος πίσω από αυτά τα κλειστά μάτια παρά μόνο η ίδια μας η ύπαρξη. Αν παραδεχτούμε επιτέλους ότι η αλήθεια είναι το πιο δύσκολο πράγμα να αποδεχτούμε και να πάρουμε από το χέρι να ζήσουμε, να συνηθίσουμε και να εδραιώσουμε. Δε λυτρώνει απαραίτητα το να τη δούμε, αλλά σίγουρα μόνιμα δημιουργεί καινούριες συνθήκες διαβίωσης πρώτα μέσα και ύστερα έξω μας που από τον τόσο κόπο να φτάσουμε σε αυτή τελικά θέλουμε όσο τίποτα άλλο λιγάκι να κλείσουμε τα βλέφαρά μας, να ξεκουραστούμε και να πάψουμε να ταλαιπωρούμαστε και να ταλαιπωρούμε και την όρασή μας με κάτι που θα είναι δύσκολο πάντα. Πάντα και για πάντα, όποτε ας πάρουμε μια ανάσα, ας μείνουμε τυφλοί και συνεπώς ανίδεοι και αδιάφοροι για το σημαίνει και τι φέρνει η αλήθεια. Η κάθε αλήθεια.

Μόνο για λίγο να κλείσουμε τα μάτια μας, έτσι και αλλιώς πάνα εκεί θα είναι δεν έγινε κάτι αν τη δούμε και πιο μετά. Δε σκοπεύει να πάει πουθενά το ξέρουμε πια καλά αυτό. Το μάθαμε όλες τις φορές που τα ανοίξαμε τα μάτια μας είτε απότομα, είτε νωχελικά. Κάπως έτσι, είμαστε όσο τυφλοί θέλουμε να είμαστε. Κανένας δεν επηρεάζεται ή κλονίζεται από το πόσο θα παραμείνουμε στο σκοτάδι. Σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να είμαστε τόσο τυχεροί που να μας τύχει ο άνθρωπος τζακ ποτ που όντως θα μας δείξει προς τα πού έρχεται η όραση και μάλιστα η σωστή, αλλά και πάλι δε θα μπει στο δικό του κορμί ό,τι θα φέρει η όραση και δε θα βρει τη θέση του στη δική του ζωή. Αυτό γιατί πρωτίστως και ξεκάθαρα όσα βλέπουμε και στη συνέχεια βιώνουμε δεν προέρχονται καν από την όραση την ίδια. Τα μάτια είναι το μέσο, άλλες φορές πιο χρήσιμο άλλες φορές πιο άχρηστο, που χρησιμοποιεί η αντίληψη για να γίνει κατανοητή και πραγματικότητα. Και η αντίληψη για να φτάσει σε σημείο να μας κάνει καλό θέλει εκτεταμένη και συνεχή εκπαίδευση, καταχώριση και διαχωρισμό δεδομένων, έλλειψη φόβου που μπλοκάρει τις αισθήσεις και νικιέται μόνο αν τον παραδεχτείς και δράσεις παρ´ όλα ταύτα και θέληση που όσο περνάνε τα χρόνια μας οφείλει να γίνεται πόθος για το τι συμβαίνει. Τι πραγματικά συμβαίνει εκεί έξω και εδώ μέσα μας.

Από την άλλη πάλι, την άλλη πλευρά του κόσμου, την άλλη του ηλίου, την άλλη που γυρνάς πλευρό όταν κοιμάσαι μπορεί και να μη σε διακατέχει κανένας πόθος απολύτως. Να θες να ξεκουράσεις τα βλέφαρα σου επ’ αόριστον αγνοώντας τα υπόλοιπα. Είναι και αυτός ένας τρόπος να βλέπεις αρκεί να ξέρεις με ευθύνη δική σου και μόνο ότι στην ουσία βλέπεις μέχρι εκεί που θες και όχι μέχρι εκεί που μπορείς.

Virginia Satir: Η αφή

Όπως η αναπνοή μάς συνδέει με τη ζωή, έτσι και το άγγιγμα είναι το πιο εκφραστικό μέσο για τη μετάδοση συναισθηματικών πληροφοριών ανάμεσα σε δύο άτομα. Η πρώτη συγκεκριμένη εμπειρία, που μας εισαγάγει στον κόσμο αυτό, πραγματοποιείται με το άγγιγμα των ανθρώπινων χεριών και το άγγιγμα παραμένει η επαφή στην οποία έχουμε τη μεγαλύτερη εμπιστοσύνη.

Θα εμπιστευτώ το άγγιγμά σου, πριν εμπιστευτώ τα λόγια σου. Οι στενές προσωπικές σχέσεις τονώνονται ή αποθαρρύνονται από τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βιώνουν την άμεση αυτή επαφή.

Θυμήσου με πόσους τρόπους χρησιμοποιείς τα χέρια σου: για να σηκώσεις, για να χαϊδέψεις, για να κρατηθείς, να δείρεις, να ισορροπήσεις. Κάθε άγγιγμα συνδέεται μ' ένα συναίσθημα, όπως αγάπη, εμπιστοσύνη, φόβο, αδυναμία, αναστάτωση και πλήξη.

Διδάσκω τους ανθρώπους να συνειδητοποιούν πώς αισθάνονται οι άλλοι την επαφή τους. Για να το μάθεις αυτό, πρέπει να ρωτήσεις, "πώς αισθάνεσαι όταν σ' ακουμπάω έτσι;" Μας έχουν πολύ λίγο μάθει να αισθανόμαστε το άγγιγμά μας. Αυτή η ερώτηση θα φέρει σε δύσκολη θέση πολλούς ανθρώπους. Όταν τη μεταχειριστείς λίγο καιρό, αρχίζεις να καταλαβαίνεις την αξία της.

Μία άλλη πλευρά του αγγίγματος είναι να πεις σε κάποιον άλλον τι συναισθήματα σού δημιουργεί το δικό του άγγιγμα. Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι, εκτός αν κάποιος άλλος μας επιστήσει την προσοχή σ' αυτό, δεν έχουμε καμία αντίληψη της αίσθησης που δημιουργεί το άγγιγμά μας. Θυμάμαι πόσες φορές άτομα συναισθηματικά και ενθουσιώδη μου ματώσανε τα δάχτυλά μου: φορούσα δαχτυλίδια κι εκείνοι μου λιώσανε τα δάχτυλα με μία εγκάρδια χειραψία.

Πιστεύω επίσης πως οι περισσότεροι γονείς δεν έχουν καμία πρόθεση να τραυματίσουν τα παιδιά τους, όταν τα χτυπάνε. Μα ούτε υποψιάζονται καθόλου πόσο δυνατά χαστουκίζουν. Πολλοί κυριεύονται από φρίκη όταν δουν τα αποτελέσματα από τα χτυπήματά τους. Αυτό κυρίως ισχύει με άτομα που διδάχτηκαν πώς να αποκτήσουν μεγάλη σωματική δύναμη, αλλά δεν έμαθαν τι αποτελέσματα έχει αυτή η δύναμη πάνω στους άλλους ανθρώπους και ιδιαίτερα στα παιδιά.

Γνώρισα έναν αστυνομικό που έσπασε τρία πλευρά της γυναίκας του όταν την αγκάλιασε, μετά από μία απουσία του. Ξέρω πως αυτός ο άντρας δεν είχε καθόλου εχθρικά συναισθήματα για τη γυναίκα του. Μα ούτε του περνούσε απ' το νου πως ήταν τόσο δυνατός.

Θέλω να τονίσω ότι χρειάζεται να μάθουμε να έχουμε συναίσθηση του αγγίγματός μας, αλλά και να το σκεπτόμαστε. Αυτό το σημείο της διαπαιδαγώγησής μας έμεινε ολότελα παραμελημένο. Την επόμενη φορά που θα χαιρετήσεις κάποιον με χειραψία ή θα χαϊδέψεις κάποιον, φρόντισε να νιώσεις τι συμβαίνει καθώς τον αγγίζεις.

Έπειτα κουβέντιασε αυτές σου τις παρατηρήσεις μαζί του: "Τότε, λοιπόν ένιωσα...Εσύ τι ένιωσες;" Μερικοί λένε ότι δεν αισθάνθηκαν τίποτε κι ότι όλα αυτά τους φάνηκαν κουταμάρες και βλακείες. Αυτό με στενοχωρεί, γιατί σημαίνει πως εκείνοι έχουν χτίσει τοίχους τριγύρω τους, ώστε να μην ευχαριστιούνται καθόλου από τη φυσική επαφή.

Ξεπερνάει κανένας πραγματικά ποτέ την επιθυμία και την ανάγκη για την ίδια τη σωματική επαφή και για την ανακούφιση που προσφέρει;

Τα τελευταία δέκα χρόνια, οι άνθρωποι άρχισαν να δέχονται τις ανάγκες τους για τη σωματική επαφή.

Το αγκάλιασμα είναι ένας ανερωτικός, πολύ ανθρώπινος τρόπος για να πάρεις και να δώσεις στοργή.

Άρχισαν σιγά σιγά και οι άνδρες να το αποδέχονται. Το δέρμα τους μπορεί να πεινάει τόσο, όσο και των γυναικών για χάδι.

Ίσως, αν οι άνθρωποι επέτρεπαν στον εαυτό τους να ικανοποιήσουν τις ανάγκες τους για χάιδεμα, δε θα ήταν τόσο επιθετικοί.

Virginia Satir, Πλάθοντας Ανθρώπους

Spinoza: Εάν θέλετε να σας χαμογελάσει η ζωή, χαρίστε της την καλή σας διάθεση

«Αντί να περιγελάσω, να οικτίρω ή να καταραστώ της ανθρώπινες πράξεις μερίμνησα με ιδιαίτερη φροντίδα να τις κατανοήσω»

«Αν περάσει από το μυαλό κανενός πως το πρόσωπο που αγαπάει συνδέεται και με άλλον, με τον ίδιο ή και πιο στενό ακόμα φιλικό δεσμό, τότε θα νοιώσει μίσος προς το πρόσωπο που αγαπούσε πριν και ζηλοφθονία προς τον άλλον. Το μίσος αυτό προς το αγαπώμενο πρόσωπο ονομάζεται ζηλοτυπία.»

«Εάν θέλετε να σας χαμογελάσει η ζωή, πρώτα χαρίστε της την καλή σας διάθεση.»

«Αυτός που θέλει να διακρίνει την αλήθεια από το ψέμα πρέπει να ξέρει αρκετά καλά τι είναι αλήθεια και τι είναι ψέμα.»

«Ο άνθρωπος είναι ελεύθερος να επιλέγει να αποδέχεται το αναπόφευκτο.»

«Ευτυχία είναι η δια της λογικής κατανόηση της ζωής και του κόσμου.»

«Ό,τι είναι ενάντια στους Νόμους της Φύσης, είναι ενάντια στη Λογική και ό,τι είναι ενάντια στη Λογική, είναι ανοησία και πρέπει να απορρίπτεται.»

«Ζήλος είναι η επιθυμία ενός πράγματος που γεννιέται στον άνθρωπο απ' την ιδέα ότι και οι άλλοι κατέχονται απ' την ίδια επιθυμία.»

«Ζηλωτής είναι εκείνος που μιμείται ό,τι κρίνει ως έντιμο ωφέλιμο και ευχάριστο.»

«Ο άνθρωπος είναι ένα κοινωνικό ζώο.»

«Οι άνθρωποι θα δουν πως μπορούν να δημιουργήσουν ενωμένοι ευκολότερα όσα έχουν ανάγκη και να αποκρούσουν πολύ ευκολότερα τους κινδύνους που τους περιβάλλουν με ενωμένες δυνάμεις.»

«Οι φυσικές βάσεις ενός κράτους δεν πρέπει να βγαίνουν από τα διδάγματα του ορθού λόγου, αλλά από τη γενική φύση και τις ιδιότητες του ανθρώπου.»

«Όσο ένας άνθρωπος σκέπτεται αν μπορεί να κάνει τούτο κι εκείνο, τόσο μένει αναποφάσιστος για τις ικανότητές του, και κατά συνέπεια του είναι πάρα πολύ δύσκολο τελικά να κάνει κάτι.»

«Σωστό και δίκαιο είναι την εξουσία να κρατάει η πλειοψηφία.»

«Το τίμιο είναι να λες πάντα την αλήθεια.»

«Η ελπίδα δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια ύστατη χαρά που γεννιέται απ' την εικόνα ενός περασμένου ή μελλοντικού πράγματος που η έκβασή του θεωρείται αμφίβολη.

Ο φόβος αντίθετα είναι μια άστατη λύπη που γεννιέται όμοια από την εικόνα ενός αμφίβολου πράγματος. Αν τώρα από τα πάθη αυτά αφαιρέσουμε την αμφιβολία, η ελπίδα γίνεται ασφάλεια και ο φόβος απελπισία.»

«Αν οι άνθρωποι μπορούσαν να ρυθμίσουν όλες τις υποθέσεις τους με μια βέβαιη γνώμη ή αν η τύχη τους ευνοούσε πάντα, δεν θα υπέκυπταν ποτέ σε καμιά δεισιδαιμονία.

Όμως συχνά βρίσκονται σε τέτοια δυσκολία, ώστε δεν μπορούν να καταλήξουν σε καμιά γνώμη και, ως επί το πλείστον, εξαιτίας των αβέβαιων αγαθών της τύχης, που τα επιθυμούν χωρίς μέτρο, κλυδωνίζονται δυστυχισμένοι μεταξύ ελπίδας και φόβου, γι' αυτο και η ψυχή τους είναι τόσο πρόθυμη να πιστέψει οτιδήποτε:

Όσο η ψυχή βρίσκεται σε αμφιβολία, το παραμικρό την κάνει να κλίνει εύκολα προς τη μία ή την άλλη πλευρά, και τούτο συμβαίνει ακόμα ευκολότερα όταν διεκδικείται από την ελπίδα και τον φόβο που την ταράζουν, ενώ σε άλλες περιπτώσεις είναι γεμάτη έπαρση και υπεροψία.»

«Κινούμαστε κατά ποικίλους τρόπους από εξωτερικές αιτίες, και ταραζόμαστε όπως τα κύματα της θάλασσας, που κινούνται από αντίθετους ανέμους, αγνοώντας τι θα μας συμβεί και ποια τύχη μας περιμένει».

«Οι περισσότεροι από εκείνους που έγραψαν για τα πάθη και για τον τρόπο της ζωής των ανθρώπων, φαίνεται σα να πραγματεύθηκαν, όχι φυσικά πράγματα, που απορρέουν από τους γενικούς νόμους της φύσης, αλλά πράγματα που βρίσκονται έξω από τη φύση».

«Με τον όρο συναίσθημα κατανοώ τις διαθέσεις του σώματος, με τις οποίες αυξάνεται η δύναμη του σώματος να ενεργεί, ή μειώνεται, βοηθείται ή εμποδίζεται και ταυτόχρονα τις ιδέες αυτών των διαθέσεων».

Ο άνθρωπος εκχωρεί οικειοθελώς την ελευθερία του για να δεθεί με τα γλυκόπικρα «δεσμά» του έρωτα

«Ελευθέρους αφήκε πάντας ο Θεός, ουδένα δούλον η φύσις πεποίηκε», είπε ο Αλκιδάμας 2.500 χρόνια πριν, κι ο υπαρξιστής Ζαν Πολ Σαρτρ: «Ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος».

Σωστά τα των φιλοσόφων περί της ελευθερίας του ανθρώπου, με μια διαφορά όμως: ότι στο μόνον που ο άνθρωπος εκχωρεί οικειοθελώς την ελευθερία του για να δεθεί με τα γλυκόπικρα «δεσμά» του είναι ο έρωτας!

Είναι, λοιπόν, ο ΕΡΩΤΑΣ δημοκρατικός; Η απάντηση βγαίνει άμεση κι αυθόρμητη: Καθόλου, ο έρωτας δεν έχει καμιά σχέση με τη δημοκρατία! Συμβιβάζεται ο έρωτας με την ελευθερία; Δεν συμβιβάζεται, διότι καθόσο διαρκεί μας «κατέχει», είμαστε «υποτακτικοί» του, κι απέναντι σ’ έναν κατακτητή οι έννοιες της δημοκρατίας και της ελευθερίας διασαλεύονται, κι αν δεν αφανίζονται, υπολείπονται πολύ του πραγματικού νοήματός των.

Οι «αρρώστιες» του: ζήλεια, κτητικότητα, μοναδικότητα ή καμιά φορά και απιστία δεν είναι καθόλου δημοκρατικές! Ο έρωτας αντιστέκεται στις ουτοπίες της δικαιοσύνης και της ισότητας, αφού το ν’ αγαπάς σημαίνει να προτιμάς!.. Πολλοί λένε ότι ο έρωτας είναι μια “φυλακή”! Ο ένας θέλει να επιβληθεί επί του άλλου, να τον κάνει κτήμα του, να τον εξουσιάζει. Όμως μέσα σ’ αυτήν την ωραία “φυλακή” αναπνέουμε άπαντες, σ’ αυτήν την ίδια οφείλουμε να μάθουμε να ερωτεύομαστε, να πενθήσουμε και να υμνήσουμε την ιδιότητά μας του “δεσμώτη”!

”Δεν υπάρχει ευτυχισμένος έρωτας”, έλεγε σ’ ένα ποίημά του ο Αραγκόν. Στην πραγματικότητα όμως, για όσο διαρκεί, κι όποιες μεταπτώσεις και να έχει, ο έρωτας δεν μπορεί παρά να είναι ένα πάθος (για την/τον αγαπημένη/νο), με τα ευτυχή και δυστυχή που μπορεί να περικλείει. Ασφαλώς υπάρχει πόνος στους έρωτές μας, αλλά είναι ένας πόνος που προκαλεί μια αγωνία που δημιουργεί ηδονή. Ίσως το πάθος του μας οδηγήσει ακόμα και στη δυστυχία. Μα είναι ακόμη μεγαλύτερη δυστυχία το να μην έχεις νιώσει ποτέ στη ζωή σου το πάθος του έρωτα!», (από συνέντευξη του Πασκάλ Μπρικνέρ)…

«”Τι εστί έρως, λοιπόν; αναρωτιόταν ο Τζιάκομο Καζανόβα και ο οποίος αφού τον βίωσε όσο κανείς άλλος ίσως απαντούσε: έρως, ο μη ορισμός! Της φύσεως θεός. Η γλυκύτερη πικρία, η πικρότερη γλυκύτης. Τέρας θεϊκό, που ορίζεται μόνον διαμέσου των παράδοξων. Ο έρωτας είναι η απάντηση σε όλα. Το παράδοξο είναι ότι ο ίδιος είναι και η ερώτηση. Έρωτας λοιπόν σημαίνει έρωτας”.

Ο Ησίοδος γράφει στη Θεογονία του: “…και ο Έρωτας, που είναι ο πιο ωραίος ανάμεσα στους αθάνατους θεούς, ο λυσιμελής, και όλων των θεών και όλων των ανθρώπων δαμάζει μες στα στήθη τους τη γνώση και τη φρονιμάδα.”…”Δαίμονα” τον αποκαλεί ο Πλάτων στο Συμπόσιό του, λοιδορώντας το παράδοξό του, “ανίκατος μάχαν” κατά τον Σοφοκλή, “παγίδα” κατά τους Σοπενάουερ και Χάρτμαν, και “διά του έρωτος συνέρχονται εις εν άπαντα”, θεωρούσε ο Εμπεδοκλής!

Και η Σαπφώ: “…με καίει ο πόθος και μ’ ανάβει σύγκορμη, τι θέλω μήτε ξέρω, δυο γνώμες είναι μέσα μου, σταγόνα τη σταγόνα ο πόνος στην ψυχή μου…Ο έρωτας που βάσανα μοιράζει, ο έρωτας που παραμύθια πλάθει, μου άρπαξε την ψυχή μου και την τράνταξε ίδια καθώς αγέρας από τα βουνά χυμάει μέσα στους δρυς φυσομανώντας ”!

– Ο Πλούταρχος για τον έρωτα:

«Ο έρως ούτε την γένεσιν εξαίφνις λαμβάνει και αθρόαν ως θυμός, ούτε παρέχεται ταχέως, καίπερ πτηνός λεγόμενος, αλλ’ εξάπτεται μαλακώς και σχεδόν οίον εντήκων εαυτόν, αψάμενός τε της ψυχής παραμένει πολύν χρόνον, ουδ’ εν γηρώσιν ενίοις αναπαυόμενος αλλ’ εν πολλιαίς ακμάζων έτι πρόσφατος και νεαρός, αν δε και λήξη και διαλυθή, χρόνω μαρανθείς ή λόγω τινί κατασβεσθείς, ούπω παντάπασιν εξαπήλλακται της ψυχής αλλ’ εναπολείπει πυρίκαυτον ύλην κσαι σημεία θερμά, καθάπερ οι κεραυνοί οι τυφόμενοι.

Λύπης μεν γαρ ουδέν απαλλαγείσης ίχνος εν τη ψυχή παραμένει σύνοικον ουδ’ οργής τραχείας πεσούσης, συστέλλεται δε και φλεγμονή επιθυμίας παρεχούσης τραχύ κίνημα, τα δ’ ερωτικά δήγματα, καν αποστή το θηρίον, ουκ εξανίησι τον ιόν, αλλ’ ενοιδεί τα εντός σπαράγματα, και αγνοείται τι ην, πώς συνέστη, πόθεν εις την ψυχήν ενέπεσεν».

***
(Ο έρωτας ούτε γεννιέται και ολοκληρώνεται μονομιάς, όπως ο θυμός, ούτε περνάει και φεύγει γρήγορα, παρόλο που λένε πως έχει φτερά. Αντίθετα, φουντώνει σιγά σιγά, σχεδόν σα να λειώνει μέσα μας. Και από τη στιγμή που αγγίξει την ψυχή, μένει εκεί για πολύ καιρό, και σε μερικούς ανθρώπους δεν ησυχάζει ούτε κι όταν γεράσουν, αλλά παραμένει ακμαίος, φρέσκος και θαλερός, ακόμη κι αν ασπρίσουν τα μαλλιά τους. Αν πάλι σβήσει και διαλυθεί, επειδή μαράθηκε από το χρόνο ή ύστερα από λογικές σκέψεις, δεν εγκαταλείπει ούτε τότε ολότελα την ψυχή, αλλά αφήνει μέσα της καμένο υλικό και θερμά αποτυπώματα, όπως ακριβώς οι κεραυνοί αφήνουν πίσω τους φωτιά που σιγοκαίει. Η λύπη, όταν πάψουμε να είμαστε λυπημένοι, δεν αφήνει κανένα σημάδι στην ψυχή, ούτε η άγρια οργή μας όταν υποχωρήσει, η έξαψη της επιθυμίας, όσο βίαια κι αν μας συγκλονίζει, επίσης καταλαγιάζει. Αντίθετα, οι λαβωματιές του έρωτα, ακόμη κι αν απομακρυνθεί το θηρίο, δεν χάνουν το κεντρί τους, αλλά προκαλούν πρήξιμο στα κομμάτια της ψυχής. Και κανείς δεν ξέρει τι ήταν, πως ξεκίνησε και από πού εφόρμησε εναντίον της ψυχής.)

Ευδαιμονία και Ζωή

Ευδαιμονία: Ζωή και Θάνατος

§1

Μπορούμε να μιλάμε για ευδαιμονία στη διάρκεια της ζωής, όταν γνωρίζουμε ότι ο θάνατος αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του βίου μας· όταν δεν γνωρίζουμε πότε θα κόψει το νήμα της ζωής; Τι είναι ευδαιμονία; Με βάση την ετυμολογική προέλευση της λέξης είναι ό,τι συνδέεται με το: ευ-δαίμων· με τον καλό μας δαίμονα, που φέρνουμε δυνάμει ή ενεργεία μέσα μας. Μας έχει πει με περισσή σοφία ο Ηράκλειτος: «ήθος ανθρώπω δαίμων». Το ήθος είναι ο θεός για τον άνθρωπο. Ήθος όχι με την απλή σημασία μιας τυπικής συμπεριφοράς αλλά ως νοο-τροπία, δηλ. ως τρόπος σκέψης και κατ’ επέκταση ως διαμονή στον τόπο του ανθρώπου. Σ’ αυτόν τον τόπο, το ανθρώπινο άτομο είναι και δεν είναι μόνο στον κόσμο.

Είναι μόνο, ακόμη κι αν περιβάλλεται από πλήθος ανθρώπων, όταν βρίσκεται σε ηθικό δίλημμα, όταν πρόκειται να πάρει μεγάλες αποφάσεις και κυρίως όταν πρέπει να αναλάβει δράση με συγκεκριμένους στόχους. Επίσης είναι μόνο εντός μιας περιρρέουσας ατμόσφαιρας, όπου τα πάντα υπακούνε σε έναν παγερό υπολογισμό και το ίδιο τείνει να λησμονήσει τον εαυτό του, αναλίσκοντας τα επιτηδεύματά του και αναλισκόμενος μέσα σε τούτα. Σε όλες όμως αυτές και σε παρόμοιες άλλες περιπτώσεις συμβαίνει να μην είναι και μόνο, όταν είναι παρούσα η συμβολή και των άλλων, δηλαδή του φιλικού, του οικογενειακού, του σχολικού, του πνευματικού, του επαγγελματικού περιβάλλοντος· αλλά και αυτή η παρουσία εξαντλείται αντικειμενικά κάποτε σε ανιδιοτελείς και ορθόφρονες συχνά νουθεσίες ή πιθανόν και σε άλλες μορφές αλληλεγγύης ή ακόμη σε αρνητικές συμπεριφορές, όπου «η κόλασή μου είναι οι άλλοι» (Σαρτρ), πέραν των οποίων το άτομο βρίσκεται και πάλι μόνο. Όντας μόνο το άτομο, καθετί άλλο ή άλλος παραμονεύει δίπλα του ως θάνατος.

§2

     Τι συμβαίνει εδώ; Αυτό το ίδιο εν-ίσταται, ενόσω εξ-ίσταται και αντίστροφα: εν-ίσταται με την έννοια ότι ίσταται εντός εαυτού·· είναι εγκλεισμένο στην υποκειμενικότητά του, αποξενωμένο από τον κόσμο, ανέστιο, ανύπαρκτο για τον άλλο· ταυτόχρονα, η μέριμνα που διαποτίζει την ύπαρξή του και αποτελεί τον έσχατο προσδιορισμό του το ενεργοποιεί με τέτοιο τρόπο, ώστε να εξ-ίσταται: να ίσταται εκτός εαυτού, να είναι δηλαδή εξωτερική ύπαρξη και να διανοίγεται διαρκώς προς τον κόσμο. Η διάνοιξη τούτη το κάνει να βρίσκεται πάντοτε, όπως λέει ο Heidegger, πιο μπροστά από τον εαυτό του και να διακινδυνεύει το Είναι του μέσα σε μια πολυκύμαντη ζωή. Αυτό το κλείσιμο-άνοιγμα το διατηρεί σε μια πορεία διάρκειας, κατά την οποία δεν μπορεί αντικειμενικά να συμφιλιωθεί με μια στιγμή ή μια συνθήκη του παρελθόντος ή ακόμη με καταστάσεις του παρόντος και του μέλλοντος, π.χ. με την προοπτική του επαγγέλματος, αλλά συνταράσσεται από τις αστραπές του ένδον και του έξω κόσμου. Ο πρώτος κόσμος που βρίσκεται μέσα του είναι απέραντος ωκεανός με θυμωμένους Ποσειδώνες, με ανεξερεύνητους βυθούς, με αδιόρατες δυνάμεις που συμπλέκονται και όχι λιγότερο ανταγωνίζονται μεταξύ τους· αυτός ο κόσμος είναι το ίδιο περίπλοκος και μυστηριώδης όπως και ο εξωτερικός κόσμος. Το πρόβλημα της ζωής συνεπώς εκ-τίθεται στον θάνατο: απαιτεί από τον άνθρωπο να κρατά πάντοτε ανοικτό τον ορίζοντα του πνεύματος και να διατηρεί ακούραστη την ψυχή στη σύντονη προσπάθειά της για επίτευξη ισορροπίας ανάμεσα στις αντίρροπες δυνάμεις της. Την ίδια στιγμή η θνητή ύπαρξη κλυδωνίζεται κι αυτό που της μένει εν τέλει είναι το διαιώνιο έργο, που η ίδια μπορεί να έχει επιτύχει εντός των θνητών της ορίων: π.χ ο Πλάτων μας άφησε το διαιώνιο έργο, που δημιούργησε εντός του θνητού του βίου. Το ίδιο και όλα τα μικρά ή μεγάλα δημιουργικά πνεύματα της ιστορίας.

§3

     Η δογματική προσήλωση σε μονομερείς επιλογές, σε λογικές των αριθμών, σε ιδεολογικές εξαρτήσεις, σε κακότροπες ιδεοληψίες του κλείνουν τα μάτια στις αντιθέσεις της ζωής· του αποκοιμίζουν τη συνείδηση και τον μετατρέπουν σε έρμαιο των εσωτερικών του αντιφάσεων, σε ένα ακροσφαλές και εύθραυστο ον. Καμιά πεποίθηση και καμιά ιδέα δεν έχει αξία, όταν δεν προέρχεται από την βαθιά κατανόηση της πραγματικότητας και δεν διακρίνεται για την εσωτερική της διαύγεια· όταν απουσιάζει το φωτεινό συναίσθημα, η άδολη ενατένιση κάθε υψηλού και ωραίου, η αυτονομία της γνώσης και η φρόνηση·· όταν ο ίδιος ο άνθρωπος εν τέλει γίνεται σκλάβος των περιττών του επιθυμιών και αξιοθρήνητο θύμα του ίδιου του εαυτού. Ο Επίκουρος ονομάζει αυτές τις επιθυμίες μη φυσικές και μη αναγκαίες. Θεωρεί ότι δεν αξίζει ο άνθρωπος να ταλαιπωρείται με τέτοιες ματαιότητες, γιατί δύσκολα τις εκπληρώνει και ακόμα πιο δύσκολα τις διατηρεί. Η ευ-δαιμονία είναι πραγματικά παρούσα εκεί, όπου ο καθένας ανοίγει με τις δικές του δυνάμεις δρόμους στη ζωή, όπου καθιστά αίρεση βίου, για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση του Αριστοτέλη, το ευ πράττειν. Το τελευταίο τούτο είναι που στις αδόκητες μεταλλαγές του βίου, στις ανελέητες συμφορές τον μαθαίνει να μην παρεκκλίνει από τη σταθερή του πορεία, να μην παραδίδει τον εαυτό του στα χέρια της τυφλής Τύχης. Τον μαθαίνει επίσης, για το ένα ή το άλλο πρόβλημα της ζωής σε όλες τις εκφάνσεις του, να μην περιμένει έτοιμες λύσεις έξωθεν. Οποιαδήποτε λύση χάνει την αξία της, γίνεται ατελέσφορη και πάντοτε αντιδεοντολογική, όταν κατατίθεται ως οριστική και δέουσα απάντηση. Τέτοιες λύσεις αποκλείουν από τον ορίζοντα του ανθρώπου τον βαθύτερο προβληματισμό, την εσωτερική διεργασία, τις ισχυρές εμβιώσεις, το αίσθημα της προσωπικής ευθύνης και μετατρέπουν τα ζωτικά κύτταρα της ζωής σε ύλη θανάτου.

§4 Κείμενα:

Ι. «[ο Σωκράτης] ήταν αυτάρκης και σεμνός. Όταν κάποτε ο Αλκιβιάδης, όπως υποστηρίζει η Παμφίλη στο έβδομο κεφάλαιο των “Υπομνημάτων”, του παραχώρησε μια μεγάλη περιοχή για να χτίσει σπίτι, του είπε: “Ακόμη κι αν είχα ανάγκη από παπούτσια και μου έδινες δέρματα για να τα φτιάξω, θα ήμουν καταγέλαστος αν τα έπαιρνα”. Συχνά, όταν έβλεπε πόσα πολλά πράγματα πουλιούνται, έλεγε προς τον εαυτό του: “πόσα πράγματα δεν χρειάζομαι”» (Διογένης Λαέρτιος: Σωκράτης, ΙΙ 25).

ΙΙ. «Μάταιος είναι ο φιλοσοφικός λόγος που δεν θεραπεύει κανένα ανθρώπινο πάθος. Ακριβώς όπως η ιατρική δεν ωφελεί παρά μόνο όταν θεραπεύει τις αρρώστιες του σώματος, έτσι και η φιλοσοφία δεν προσφέρει τίποτε αν δεν απαλλάσσει την ψυχή από τα πάθη της» (Επίκουρος).

ΙΙΙ. «Ας μην προσποιούμαστε ότι φιλοσοφούμε, μα να φιλοσοφούμε πραγματικά. Δεν έχουμε ανάγκη να φαινόμαστε υγιείς αλλά να είμαστε στ’ αλήθεια υγιείς» (Επίκουρος).

ΙV. «Να γελάμε και να φιλοσοφούμε ταυτόχρονα και να φροντίζουμε το νοικοκυριό μας και να χειριζόμαστε τις ιδιωτικές μας υποθέσεις, χωρίς να πάψουμε να κηρύσσουμε τα διδάγματα της ορθής φιλοσοφίας» (Επίκουρος).

V. «Οι άνθρωποι σπαταλούν πολλές φορές τη ζωή τους σε πολλές και άσχετες ασχολίες και δεν καταλαβαίνουν ότι αυτή περνάει. Άλλος κατέχεται από ακόρεστη απληστία, που τον κάνει να εργάζεται εξαντλητικά. Άλλος παραλύει από απραξία και αδράνεια, άλλος βασανίζεται από αυθαίρετες κρίσεις άλλων για το πρόσωπό του, άλλος βασανίζεται από τις επιτυχίες του διπλανού του. Έτσι ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει τη ζωή του ήρεμα. Τα ελαττώματά του τον πνίγουν από παντού. Πρέπει να βλέπουμε την ωραία πλευρά των πραγμάτων και να μπορούμε να κρίνουμε κατά το δυνατόν σωστά» (Επίκουρος).

VΙI. «Το πάθος αξίζει καλύτερα από τη στωικότητα και την υποκρισία· να’ σαι ειλικρινής, ακόμα και στο κακό, είναι καλύτερα παρά να χάνεις τον εαυτό σου μέσα στην ηθικότητα της παράδοσης. Ο ελεύθερος άνθρωπος μπορεί να διαλέξει να είναι καλός ή κακός, μα ο μη ελεύθερος είναι ντροπή για τη φύση και δεν του λαχαίνει καμιά παρηγοριά ούτε ουράνια ούτε γήινη, τέλος, όποιος θέλει να γίνει ελεύθερος μόνο με τα δικά του μέσα μπορεί να γίνει, η ελευθερία δεν πέφτει ποτέ απ’ τον ουρανό στα χέρια κανενός από θαύμα» (Νίτσε, Χαρούμενη Γνώση).

Ιωάννης ο Βαπτιστής και ευαγγελικοί τραγέλαφοι

Όπως μαθαίνουμε από τις «ιερές» γραφές, ο άνθρωπος που προετοίμασε το έδαφος για τον ερχομό και την διδασκαλία του Ιησού, ήταν ο γιος του Ζαχαρία και της Ελισάβετ, ο Ιωάννης. Ο Ιωάννης (που αξίζει ν’ αναφερθεί ότι γεννήθηκε «θαυματουργικώς» από στείρα γυναίκα, μετά από παρέμβαση «αγγέλου Κυρίου») για τον λόγο αυτόν ονομάστηκε «Πρόδρομος». Προς τον σκοπό αυτό, ζώντας σαν ασκητής και τρώγοντας ακρίδες, κήρυττε το «Μετανοείτε, ήγγικεν γαρ η βασιλεία των ουρανών» κι άρχισε να βαπτίζει τον κόσμο και να τον προετοιμάζει για την «βασιλεία των ουρανών». Κατ’ εντολήν του ίδιου του Θεού, ανέλαβε να βαπτίσει τον Ιησού και γι’ αυτό ονομάστηκε και «Βαπτιστής».

Ο Ιωάννης, που ήταν σχεδόν συνομήλικος του Ιησού, δεν γνώριζε προσωπικά τον «Μεσσία». Σύμφωνα με το «Κατά Ιωάννην» ευαγγέλιο (1: 33), ο Θεός του είπε ότι θα τον αναγνώριζε από το Άγιο Πνεύμα που θα καθόταν πάνω από το κεφάλι του, όταν θα τον βάπτιζε. Όπως και συνέβη, σύμφωνα με τα «Κατά Ματθαίον» (3: 16-17), «Κατά Μάρκον» (1: 10-11) και «Κατά Λουκάν» (3: 21-22) ευαγγέλια… Το Άγιο Πνεύμα κατέβηκε με την μορφή περιστεριού και κάθησε πάνω από τον Ιησού, ενώ την ίδια στιγμή ακούστηκε η φωνή του Θεού να λέει: «Αυτός είναι ο γιος μου ο αγαπητός, στον οποίο δείχνω την εύνοιά μου». Το «Κατά Ιωάννην» όμως, παρ’ ότι κάνει κι αυτό αναφορά στο «πουλί», δεν λέει λέξη για την «φωνή Κυρίου». Επιπλέον, σύμφωνα με το ίδιο ευαγγέλιο, ο Ιωάννης ο Βαπτιστής, δεν φαίνεται να περιμένει καθόλου την εμφάνιση του «πουλιού» για να αναγνωρίσει ποιον πραγματικά βαπτίζει. Χωρίς, όπως έχει προαναφερθεί, να γνωρίζει τον Ιησού, με το που τον βλέπει, λέει: «Αυτός είναι ο αμνός του Θεού!» (1: 29).

Βέβαια, εδώ προκύπτει ένα ουσιώδες ερώτημα: Γιατί θα έπρεπε να βαπτιστεί ο Ιησούς; Ως γνωστόν, η βάπτιση τελείται προς εξαγνισμό των ανθρώπων από το «προπατορικό αμάρτημα», το οποίο -σύμφωνα με την ιουδαιοχριστιανική παράδοση- φέρουν όλοι όσοι έρχονται στη ζωή. Όλοι δηλαδή, οι άνθρωποι, γεννιούνται «αμαρτωλοί». Ο Ιησούς όμως, όπως λένε, δεν γεννήθηκε όπως οι κοινοί θνητοί, αλλά μέσω της «αμώμου συλλήψεως» διά του Αγίου Πνεύματος, από «παρθένα» μητέρα. Αφού λοιπόν ο Ιησούς, ως «μονογενής υιός του Θεού» γεννήθηκε αναμάρτητος, προς τι η χρεία της βάπτισης; Για ποιο πράγμα θα έπρεπε να «μετανοήσει»; Μήπως θα μπορούσε να μας διαφωτίσει σ’ αυτό το σημείο ο «Ύψιστος»; ή μήπως ήταν μύηση; και σε τι;

Ο τραγέλαφος και οι «ιερές» αντιφάσεις όμως, συνεχίζονται λίγο παρακάτω, όπου ο Ιωάννης ο Βαπτιστής, παρ’ ότι έχει δει αυτά τα θεΐκά σημάδια (ή σύμφωνα με το «Κατά Ιωάννην» δεν τα χρειάστηκε καν), λίγο αργότερα κι ενώ βρίσκεται στη φυλακή, στέλνει δύο απ’ τους μαθητές του Ιησού, να τον ρωτήσουν, τι, λέτε; Άκουσον, άκουσον! Εάν «Εσύ είσαι ο Mεσσίας που είναι να έρθει ή περιμένουμε άλλον;»!!! («Κατά Ματθαίον» 11: 2-3 και «Κατά Λουκάν» 7: 19). Ο άνθρωπος που κατά θείαν εντολή, προετοίμαζε το έδαφος για τον ερχομό του «Μεσσία»· ο άνθρωπος που τον βάπτισε· ο άνθρωπος που είδε -κι όχι μόνο αυτός- το «πουλί» να κάθεται πάνω στον Ιησού· ο άνθρωπος που άκουσε -όπως και όλοι οι παρεβρισκόμενοι- την φωνή του Θεού να εκδηλώνει την εύνοιά του στον «γιο» του, εμφανίζεται κλονισμένος και εκφράζει αμφιβολίες! Γιατί άραγε; Τι άλλο ήθελε για να πειστεί;

Οι ευαγγελικοί τραγέλαφοι δεν σταματούν εδώ. Ο Ιησούς αναλαμβάνει να διαλύσει τις αμφιβολίες του Ιωάννη. Η απλή λογική λέει πως, τι καλύτερο επιχείρημα θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει εκτός από τα ίδια τα θεΐκά σημάδια; Το «πουλί» και την «φωνή Κυρίου» που ακούστηκε; Είναι γνωστόν όμως ότι οι «ιερές» γραφές στερούνται πάσης λογικής, οπότε θα ήταν ευσεβής πόθος και κάτι το ανεδαφικό, να την συναντούσαμε εδώ, ακόμη κι απ’ τον ίδιο τον Ιησού. Έτσι, ο «Μεσσίας» αντί να επικαλεστεί αυτά τα «σημάδια», προτιμά να επικαλεστεί τα…ανύπαρκτα «θαύματά» του… («Κατά Ματθαίον» 11: 4-5 και «Κατά Λουκάν» 7: 22-23). Πιάσ’ τ’ αβγό και κούρευ’ το δηλαδή…

Τελικά, αν δεν πάρει κάποιος μερικά χαπάκια ή δεν κτυπήσει ενέσεις, δεν υπάρχει περίπτωση να βρει ειρμό και λογική συνέχεια στις «θεόπνευστες» και «ιερές» γραφές…

ΔΕΣ: Χριστιανισμός, η θρησκεία των θαυμάτων - Τα θαύματα στην Καινή Διαθήκη και σκέψεις για την συνέπεια και ιστορικότητά της

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ποιητική (1458a-1459a)

[XXII] Λέξεως δὲ ἀρετὴ σαφῆ καὶ μὴ ταπεινὴν εἶναι. σαφεστάτη μὲν οὖν ἐστιν ἡ ἐκ τῶν κυρίων ὀνομάτων, ἀλλὰ ταπεινή· παράδειγμα δὲ ἡ Κλεοφῶντος ποίησις καὶ ἡ Σθενέλου. σεμνὴ δὲ καὶ ἐξαλλάττουσα τὸ ἰδιωτικὸν ἡ τοῖς ξενικοῖς κεχρημένη· ξενικὸν δὲ λέγω γλῶτταν καὶ μεταφορὰν καὶ ἐπέκτασιν καὶ πᾶν τὸ παρὰ τὸ κύριον. ἀλλ᾽ ἄν τις ἅπαντα τοιαῦτα ποιήσῃ, ἢ αἴνιγμα ἔσται ἢ βαρβαρισμός· ἂν μὲν οὖν ἐκ μεταφορῶν, αἴνιγμα, ἐὰν δὲ ἐκ γλωττῶν, βαρβαρισμός. αἰνίγματός τε γὰρ ἰδέα αὕτη ἐστί, τὸ λέγοντα ὑπάρχοντα ἀδύνατα συνάψαι· κατὰ μὲν οὖν τὴν τῶν ὀνομάτων σύνθεσιν οὐχ οἷόν τε τοῦτο ποιῆσαι, κατὰ δὲ τὴν μεταφορῶν ἐνδέχεται, οἷον «ἄνδρ᾽ εἶδον πυρὶ χαλκὸν ἐπ᾽ ἀνέρι κολλήσαντα», καὶ τὰ τοιαῦτα. τὰ δὲ ἐκ τῶν γλωττῶν βαρβαρισμός. δεῖ ἄρα κεκρᾶσθαί πως τούτοις· τὸ μὲν γὰρ τὸ μὴ ἰδιωτικὸν ποιήσει μηδὲ ταπεινόν, οἷον ἡ γλῶττα καὶ ἡ μεταφορὰ καὶ ὁ κόσμος καὶ τἆλλα τὰ εἰρημένα εἴδη, τὸ δὲ κύριον τὴν σαφήνειαν. οὐκ ἐλάχιστον δὲ μέρος

[1458b] συμβάλλεται εἰς τὸ σαφὲς τῆς λέξεως καὶ μὴ ἰδιωτικὸν αἱ ἐπεκτάσεις καὶ ἀποκοπαὶ καὶ ἐξαλλαγαὶ τῶν ὀνομάτων· διὰ μὲν γὰρ τὸ ἄλλως ἔχειν ἢ ὡς τὸ κύριον παρὰ τὸ εἰωθὸς γιγνόμενον τὸ μὴ ἰδιωτικὸν ποιήσει, διὰ δὲ τὸ κοινωνεῖν τοῦ εἰωθότος τὸ σαφὲς ἔσται. ὥστε οὐκ ὀρθῶς ψέγουσιν οἱ ἐπιτιμῶντες τῷ τοιούτῳ τρόπῳ τῆς διαλέκτου καὶ διακωμῳδοῦντες τὸν ποιητήν, οἷον Εὐκλείδης ὁ ἀρχαῖος, ὡς ῥᾴδιον ὂν ποιεῖν εἴ τις δώσει ἐκτείνειν ἐφ᾽ ὁπόσον βούλεται, ἰαμβοποιήσας ἐν αὐτῇ τῇ λέξει,

«Ἠπιχάρην εἶδον Μαραθῶνάδε βαδίζοντα»,
καὶ
«οὐκ ἂν γ᾽ ἠράμενος τὸν ἐκείνου ἐλλήβωρον».

τὸ μὲν οὖν φαίνεσθαί πως χρώμενον τούτῳ τῷ τρόπῳ γελοῖον· τὸ δὲ μέτρον κοινὸν ἁπάντων ἐστὶ τῶν μερῶν· καὶ γὰρ μεταφοραῖς καὶ γλώτταις καὶ τοῖς ἄλλοις εἴδεσι χρώμενος ἀπρεπῶς καὶ ἐπίτηδες ἐπὶ τὰ γελοῖα τὸ αὐτὸ ἂν ἀπεργάσαιτο. τὸ δὲ ἁρμόττον ὅσον διαφέρει ἐπὶ τῶν ἐπῶν θεωρείσθω ἐντιθεμένων τῶν ὀνομάτων εἰς τὸ μέτρον. καὶ ἐπὶ τῆς γλώττης δὲ καὶ ἐπὶ τῶν μεταφορῶν καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων ἰδεῶν μετατιθεὶς ἄν τις τὰ κύρια ὀνόματα κατίδοι ὅτι ἀληθῆ λέγομεν· οἷον τὸ αὐτὸ ποιήσαντος ἰαμβεῖον Αἰσχύλου καὶ Εὐριπίδου, ἓν δὲ μόνον ὄνομα μεταθέντος, ἀντὶ κυρίου εἰωθότος γλῶτταν, τὸ μὲν φαίνεται καλὸν τὸ δ᾽ εὐτελές.

Αἰσχύλος μὲν γὰρ ἐν τῷ Φιλοκτήτῃ ἐποίησε
φαγέδαιναν ἥ μου σάρκας ἐσθίει ποδός,
ὁ δὲ ἀντὶ τοῦ ἐσθίει τὸ θοινᾶται μετέθηκεν. καὶ
νῦν δέ μ᾽ ἐὼν ὀλίγος τε καὶ οὐτιδανὸς καὶ ἀεικής,
εἴ τις λέγοι τὰ κύρια μετατιθεὶς
νῦν δέ μ᾽ ἐὼν μικρός τε καὶ ἀσθενικὸς καὶ ἀειδής·
καὶ
δίφρον ἀεικέλιον καταθεὶς ὀλίγην τε τράπεζαν,
δίφρον μοχθηρὸν καταθεὶς μικράν τε τράπεζαν·

καὶ τὸ «ἠιόνες βοόωσιν», ἠιόνες κράζουσιν. ἔτι δὲ Ἀριφράδης τοὺς τραγῳδοὺς ἐκωμῴδει ὅτι ἃ οὐδεὶς ἂν εἴπειεν ἐν τῇ διαλέκτῳ τούτοις χρῶνται, οἷον τὸ δωμάτων ἄπο ἀλλὰ μὴ ἀπὸ δωμάτων, καὶ τὸ σέθεν καὶ τὸ ἐγὼ δέ νιν καὶ τὸ

[1459a] Ἀχιλλέως πέρι ἀλλὰ μὴ περὶ Ἀχιλλέως, καὶ ὅσα ἄλλα τοιαῦτα. διὰ γὰρ τὸ μὴ εἶναι ἐν τοῖς κυρίοις ποιεῖ τὸ μὴ ἰδιωτικὸν ἐν τῇ λέξει ἅπαντα τὰ τοιαῦτα· ἐκεῖνος δὲ τοῦτο ἠγνόει. ἔστιν δὲ μέγα μὲν τὸ ἑκάστῳ τῶν εἰρημένων πρεπόντως χρῆσθαι, καὶ διπλοῖς ὀνόμασι καὶ γλώτταις, πολὺ δὲ μέγιστον τὸ μεταφορικὸν εἶναι. μόνον γὰρ τοῦτο οὔτε παρ᾽ ἄλλου ἔστι λαβεῖν εὐφυΐας τε σημεῖόν ἐστι· τὸ γὰρ εὖ μεταφέρειν τὸ τὸ ὅμοιον θεωρεῖν ἐστιν. τῶν δ᾽ ὀνομάτων τὰ μὲν διπλᾶ μάλιστα ἁρμόττει τοῖς διθυράμβοις, αἱ δὲ γλῶτται τοῖς ἡρωικοῖς, αἱ δὲ μεταφοραὶ τοῖς ἰαμβείοις. καὶ ἐν μὲν τοῖς ἡρωικοῖς ἅπαντα χρήσιμα τὰ εἰρημένα, ἐν δὲ τοῖς ἰαμβείοις διὰ τὸ ὅτι μάλιστα λέξιν μιμεῖσθαι ταῦτα ἁρμόττει τῶν ὀνομάτων ὅσοις κἂν ἐν λόγοις τις χρήσαιτο· ἔστι δὲ τὰ τοιαῦτα τὸ κύριον καὶ μεταφορὰ καὶ κόσμος. περὶ μὲν οὖν τραγῳδίας καὶ τῆς ἐν τῷ πράττειν μιμήσεως ἔστω ἡμῖν ἱκανὰ τὰ εἰρημένα.

***
[22] Το ύφος του λόγου είναι τέλειο όταν είναι σαφές και όχι κοινότυπο και πεζολογικό. Σαφέστατος είναι ο λόγος όταν αποτελείται από συνηθισμένες και κοινόχρηστες λέξεις, αυτός όμως ο λόγος είναι κοινότυπος και πεζολογικός. Παράδειγμα η ποίηση του Κλεοφώντα και του Σθένελου. Σοβαρός και μεγαλοπρεπής, μακριά από το κοινότυπο και τετριμμένο, είναι ο λόγος που χρησιμοποιεί ξενότροπες λέξεις. «Ξενότροπες λέξεις» ονομάζω τις γλώσσες, τις μεταφορές, τους επεκτεταμένους τύπους και καθετί που είναι έξω από τους συνηθισμένους τρόπους του λέγειν. Αν όμως κανείς χρησιμοποιεί στον λόγο του αποκλειστικά τέτοιες λέξεις, ο λόγος του θα καταντήσει αίνιγμα ή βαρβαρισμός: αίνιγμα, αν όλος ο λόγος του αποτελείται από μεταφορές, βαρβαρισμός, αν αποτελείται από γλώσσες. Η ουσία, πράγματι, του αινίγματος είναι αυτή: να λες πράγματα που έχουν αντίκρισμα στην πραγματικότητα, να τα λες όμως με λέξεις που δεν επιδέχονται συνταίριασμα (κάτι που δεν μπορεί να το κάνει κανείς με την κανονική χρήση των λέξεων, με τη μεταφορά όμως μπορεί), όπως στο παράδειγμα «Είδα κάποιον που με φωτιά κόλλησε χαλκό σε κάποιον άλλον», και σε όλα τα παρόμοια. Στις περιπτώσεις, πάλι, που ο λόγος αποτελείται από γλώσσες, έχουμε βαρβαρισμό.

Πρέπει λοιπόν ο λόγος να είναι, κατά κάποιον τρόπο, ανάμεικτος από αυτά τα είδη των λέξεων: από τη μια οι γλώσσες, οι μεταφορές, οι διακοσμητικές λέξεις και τα διάφορα είδη για τα οποία μιλήσαμε θα κάνουν ώστε ο λόγος να μην είναι κοινότυπος και πεζολογικός, και από την άλλη οι κοινόχρηστες και συνηθισμένες λέξεις θα εξασφαλίσουν τη σαφήνεια.

Κάτι, επίσης, που βοηθάει πολύ

[1458b] στο να γίνεται ο λόγος σαφής και όχι κοινότυπος και πεζολογικός είναι οι επεκτάσεις, οι αποκοπές και οι παραλλάξεις των λέξεων: καθώς οι λέξεις αυτές είναι διαφορετικές από τις κοινόχρηστες και συνηθισμένες (μια και βρίσκονται έξω από τη συνηθισμένη χρήση), θα κάνουν ώστε ο λόγος να μην είναι κοινότυπος και πεζολογικός· καθώς, από την άλλη, μετέχουν στο κοινόχρηστο και συνηθισμένο, θα προκύψει η σαφήνεια. Έχουν, επομένως, άδικο όσοι επικρίνουν αυτό το είδος του λόγου και διακωμωδούν τον ποιητή, όπως, επιπαραδείγματι, ο παλαιός εκείνος Ευκλείδης, που έλεγε ότι είναι εύκολο πράγμα η ποίηση, αν έχει κανείς την άδεια να επεκτείνει τις λέξεις όσο θέλει· έκανε μάλιστα τη σάτιρά του με στίχους στους οποίους χρησιμοποίησε τους εκφραστικούς τρόπους εκείνου:

Ἠπιχάρην εἶδον Μαραθωνάδε βαδίζοντα
και
οὐκ ἄν γ᾽ ἠράμενος τὸν ἐκείνου ἐλλήβωρον

Το να χρησιμοποιεί λοιπόν κανείς τόσο, θα έλεγα, φανερά τις επεκτάσεις είναι γελοίο πράγμα. Ο κανόνας όμως του μέτρου ισχύει για όλα τα επιμέρους στοιχεία του ύφους του (ποιητικού) λόγου· γιατί και τις μεταφορές και τις γλώσσες και όλα τα υπόλοιπα αν τα χρησιμοποιήσει κανείς με τρόπο ανάρμοστο και με μοναδική επιδίωξη να προκαλέσει γέλιο, το αποτέλεσμα θα είναι πάλι το ίδιο.
Πόσο μεγάλη σημασία έχει η σωστή τους χρήση, ας επιχειρήσουμε να το δούμε στην επική ποίηση, βάζοντας στους στίχους κοινόχρηστες και συνηθισμένες λέξεις: αν στη θέση των γλωσσών, των μεταφορών και των άλλων στοιχείων του ύφους βάλει κανείς κοινόχρηστες και συνηθισμένες λέξεις, θα δει καθαρά πόσο σωστά είναι αυτά που λέμε. Παράδειγμα: Ο Αισχύλος και ο Ευριπίδης έγραψαν τον ίδιο ιαμβικό στίχο· ο Ευριπίδης άλλαξε μόνο μία λέξη: στη θέση μιας κοινόχρηστης και συνηθισμένης λέξης έβαλε μια γλώσσα· αποτέλεσμα: ο ένας στίχος φαίνεται ωραίος, ο άλλος ασήμαντος. Πραγματικά:

ο Αισχύλος έγραψε στον Φιλοκτήτη του τον στίχο
φαγέδαιναν ἥ μου σάρκας ἐσθίει ποδός·
αντίθετα, ο Ευριπίδης έβαλε στη θέση τού ἐσθίει το θοινᾶται.
Επίσης, αν στον στίχο
νῦν δέ μ᾽ ἐὼν ὀλίγος τε καὶ οὐτιδανὸς καὶ ἀεικής
αντικαθιστούσε κανείς τις κοινόχρηστες και συνηθισμένες λέξεις, θα έλεγε:
νῦν δέ μ᾽ ἐὼν μικρός τε καὶ ἀσθενικὸς καὶ ἀειδής.
Επίσης αν κανείς μετέτρεπε τον στίχο
δίφρον ἀεικέλιον καταθεὶς ὀλίγην τε τράπεζαν
σε
δίφρον μοχθηρὸν καταθεὶς μικράν τε τράπεζαν.

Επίσης και το ηἰόνες βοόωσιν σε ηἰόνες κράζουσιν.
Έτσι και ο Αριφράδης διακωμωδούσε τους τραγικούς ότι χρησιμοποιούν εκφράσεις που κανείς δεν θα τις έλεγε στον καθημερινό λόγο, όπως επιπαραδείγματι δωμάτων ἄπο αντί για το ἀπὸ δωμάτων, σέθεν, ἐγὼ δέ νιν,

 [1459a] Ἀχιλλέως πέρι και όχι περὶ Ἀχιλλέως, και όσα άλλα τέτοια. Γιατί, καθώς όλα αυτά είναι ανύπαρκτα στον κοινόχρηστο και συνηθισμένο λόγο, κάνουν ώστε το ύφος του λόγου να μην είναι κοινότυπο και πεζολογικό — εκείνος όμως το αγνοούσε αυτό.

Έχει, πράγματι, μεγάλη σημασία να χρησιμοποιεί κανείς με τον σωστό τρόπο καθέναν από τους εκφραστικούς τρόπους για τους οποίους μιλήσαμε παραπάνω, ιδιαίτερα τις σύνθετες λέξεις και τις γλώσσες· το πιο σημαντικό όμως, με μεγάλη μάλιστα διαφορά, είναι το να είναι κανείς ικανός στις μεταφορές· γιατί αυτό είναι το μόνο που ούτε από άλλον μπορεί να το πάρει κανείς και, επιπλέον, είναι σημάδι έμφυτου χαρίσματος: «κάνω καλές μεταφορές» θα πει «μπορώ να διακρίνω τις υπάρχουσες ομοιότητες».

Από τις διάφορες λέξεις: οι σύνθετες ταιριάζουν κατά κύριο λόγο στους διθυράμβους, οι γλώσσες στους ηρωικούς, οι μεταφορές στους ιαμβικούς στίχους. Στους ηρωικούς στίχους είναι χρήσιμα όλα τα είδη που αναφέραμε. Αντίθετα, στους ιαμβικούς στίχους, οι οποίοι μιμούνται κυρίως τον καθημερινό λόγο, ταιριάζουν οι λέξεις που θα μπορούσε κανείς να χρησιμοποιήσει σε έναν τέτοιο λόγο. Αυτές είναι οι κοινόχρηστες και συνηθισμένες λέξεις, οι μεταφορές και οι διακοσμητικές λέξεις.

Για την τραγωδία λοιπόν, την τέχνη της μίμησης πράξεων πάνω στη σκηνή, ας θεωρηθούν αρκετά τα όσα έχουμε πει.

Δευτέρα 6 Ιανουαρίου 2020

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἀνδρομάχη (766-801)

ΧΟ. ἢ μὴ γενοίμαν ἢ πατέρων ἀγαθῶν [στρ.]
εἴην πολυκτήτων τε δόμων μέτοχος.
770 εἴ τι γὰρ πάσχοι τις ἀμήχανον, ἀλκᾶς
οὐ σπάνις εὐγενέταις,
κηρυσσομένοισι δ᾽ ἀπ᾽ ἐσθλῶν δωμάτων
τιμὰ καὶ κλέος· οὔτοι λείψανα τῶν ἀγαθῶν
ἀνδρῶν ἀφαιρεῖται χρόνος· ἁ δ᾽ ἀρετὰ
καὶ θανοῦσι λάμπει.

κρεῖσσον δὲ νίκαν μὴ κακόδοξον ἔχειν [ἀντ.]
780 ἢ ξὺν φθόνῳ σφάλλειν δυνάμει τε δίκαν.
ἡδὺ μὲν γὰρ αὐτίκα τοῦτο βροτοῖσιν,
ἐν δὲ χρόνῳ τελέθει
ξηρὸν καὶ ὀνείδεσιν ἔγκειται δόμων.
785 ταύταν ᾔνεσα ταύταν καὶ φέρομαι βιοτάν,
μηδὲν δίκας ἔξω κράτος ἐν θαλάμοις
καὶ πόλει δύνασθαι.

ὦ γέρον Αἰακίδα, [ἐπῳδ.]
πείθομαι καὶ
791 σὺν Λαπίθαισί σε Κενταύ-
ροις ὁμιλῆσαι δορὶ
κλεινοτάτῳ· καὶ ἐπ᾽ Ἀργῴου δορὸς ἄξενον ὑγρὰν
795 ἐκπερᾶσαι ποντιᾶν Ξυμπληγάδων
κλεινὰν ἐπὶ ναυστολίαν,
Ἰλιάδα τε πόλιν ὅτε πάρος
εὐδόκιμος ὁ Διὸς ἶνις ἀμφέβαλε φόνῳ,
800 κοινὰν τὰν εὔκλειαν ἔχοντ᾽
Εὐρώπαν ἀφικέσθαι.

***
ΧΟΡΟΣ
Καλύτερα κανείς να μη γεννιέται [στρ.]
αν δεν κρατάει από γενιά μεγάλη
κι αρχοντική.
770 Γιατί κι αν κάποτε κακοτυχήσει,
κάποια βοήθεια θα βρει
ο αρχοντογεννημένος.
Μα και στην ευτυχία τους
έχουν τιμές και δόξες
αυτοί που ανήκουν στα μεγάλα τζάκια.
Κι ούτε δα τα γεράματα
των μεγάλων ανδρών τη φήμη θαμπώνουνε·
κι αν θα πεθάνουν, η αρετή τους λάμπει.

Καλύτερα κανείς να μην πετύχει [αντ.]
νίκη κακόφημη
παρά με ζήλια κι αγριάδα
780 να πατήσει το δίκιο.
Μια τέτοια νίκη ευχαριστεί
για λίγο τους θνητούς,
αλλά με του καιρού το πέρασμα
μεταλλάζει σε πίκρα.
Νά ποιά ζωή παινεύω εγώ
και προτιμώ: ούτε στην οικογένεια
ούτε στην πόλη,
να μην υπάρχει δύναμη έξω
απ᾽ της δικαιοσύνης τη δύναμη.

791 Γέροντα, γιε του Αιακού, [επωδ.]
το πιστεύω πως έλαμψες κάποτε
με το δοξασμένο κοντάρι σου
στων Κενταύρων τον πόλεμο και των Λαπιθών
και πως ανεβασμένος στην «Αργώ»,
για το ταξίδι το κοσμοξάκουστο,
την αφιλόξενη διάβηκες θάλασσα
των Συμπληγάδων.
Και πάλι όταν ο ένδοξος γιος του Διός, ο Ηρακλής
αφάνισε το Ίλιο,
800 όμοια μ᾽ εκείνον δοξασμένος εγύρισες
στης Ευρώπης τη γη.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΠΥΡΑΜΟΣ και ΘΙΣΒΗ

ΠΥΡΑΜΟΣ και ΘΙΣΒΗ
(ποταμός, πηγή)
 
Η ερωτική ιστορία του Πύραμου και της Θίσβης παραδίδεται σε δύο παραλλαγές, μία παλαιότερη και μία, του Οβίδιου, νεότερη και περισσότερο μυθιστορηματική.
 
Στην πρώτη παραλλαγή η αμοιβαία αγάπη των δύο νέων τους οδήγησε στην ερωτική ένωση αλλά σε μια εγκυμοσύνη που προκάλεσε την απελπισία της Θίσβης και την αυτοκτονία της. Ο Πύραμος, από απελπισία για την αυτοκτονία της καλής του, αυτοκτόνησε και εκείνος. Ο αμοιβαίος έρωτας και ο θάνατος των δυο τους προκάλεσε τη συγκίνηση των θεών που τους μεταμόρφωσαν σε τρεχούμενα νερά, στον ομώνυμο ποταμό της Σικελίας τον Πύραμο, σε πηγή τη Θίσβη που έριχνε τα νερά της στον ποταμό. Έτσι, κατάφερναν και πάλι να ενωθούν, όπως η Αρέθουσα με τον Αλφειό.
 
Στη δεύτερη παραλλαγή, η ιστορία τοποθετείται στην εξωτική για τους Ρωμαίους Βαβυλώνα. Εμπόδιο στον έρωτα των δύο νέων στέκονταν οι γονείς τους που τους απαγόρευαν ακόμη και να βλέπονται. Μια μεσοτοιχία όμως ανάμεσα στα δύο σπίτια και μια ρωγμή επέτρεπε στους δύο νέους να συνομιλούν πίσω από τους τοίχους, χωρίς όμως να βλέπονται -«Τοίχε ζηλιάρη, τοίχε χωριστή, τι στέκεις στην αγάπη μας εμπόδιο;» (Οβ., Μετ. 4. 73). Ο ρομαντισμός της οβιδιακής μυθοπλασίας βάζει το απονενοημένο ερωτικό ραντεβού, που αποφάσισαν οι δύο ερωτευμένοι, νύχτα έξω από τα τείχη, κοντά σε ένα τάφο, του Νίνου, όπου υπήρχε μια μουριά και πλάι της μια πηγή. Εκ προοιμίου, η απομάκρυνση της κόρης έξω από τον περίκλειστο χώρο του δομημένου περιβάλλοντος του οίκου και της κοινότητας, στη φύση και τα στοιχεία της, την εκθέτει σε κινδύνους πραγματικούς και μεταφορικούς, συμβολικούς -την «έξοδο» από τη λογική και τους κανόνες του γάμου και το άφεμα στην περισσότερο φυσική κατάσταση του έρωτα· εξάλλου, το τοπίο θυμίζει μύθους αρπαγής κοριτσιών από περίεργους εραστές, κυρίως θεούς, κάποτε τον ίδιο τον θεό του Κάτω κόσμου.
 
Και πράγματι, η συνάντηση της Θίσβης, που έφτασε πρώτη στο ραντεβού, με μια λέαινα καθόρισε την τύχη των δύο εραστών:

«Λιοντάρι λεκιασμένο
με των βοδιών το αίμα το αίμα το νωπό που άφριζε τριγύρω στη μουσούδα
φάνηκε να τραβάει για την πηγή, τη δίψα ν' αποθέσει στα νερά της.»
(Οβ., Μετ. 4. 96-98).
 
Η Θίσβη, νιώθοντας ότι απειλείται από το διψασμένο ζώο, το έβαλε στα πόδια και πάνω στην τρεχάλα τής έφυγε η σάρπα. Τη σάρπα αυτή κατασπάραξε η λέαινα, μόνο που την κοκκίνισε κιόλας, καθώς η μουσούδα της ήταν ματωμένη από το γεύμα των βοδιών που είχε κάνει λίγο πριν. Ο Πύραμος που έφτασε εκείνη την ώρα παρερμήνευσε τα σημάδια αίματος στη σάρπα και χωρίς να το πολυσκεφτεί αυτοκτόνησε με το σπαθί του θέλοντας να ποτίσει τη σάρπα και με το αίμα το δικό του. Όταν η Θίσβη επέστρεψε στον τόπο του ραντεβού, βρήκε το σώμα του νεκρού αγαπημένου, έσυρε το σπαθί από την πληγή του Πύραμου και αυτοκτόνησε με αυτό*. Το αίμα των δύο νέων ήταν τόσο που οι καρποί της μουριάς βάφτηκαν κόκκινοι από άσπροι που ήταν. Η στάχτη τους ενώθηκε μέσα σε μια υδρία και τα κλαδιά της μουριάς σκέπασαν τον τάφο τους. (Οβ., Μετ. 4. 117-127, 152-166**).
-------------------------------
*Οι στίχοι θυμίζουν ιδιαίτερα την αυτοκτονία της Αντιγόνης, τον απαγχονισμό της, και την αυτοκτονία του Αίμονα με το ξίφος του πάνω στο σώμα της νεκρής Αντιγόνης. Ή ακόμη τον θάνατο του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας μέσα στον προγονικό οικογενειακό τάφο. Διόλου απίθανο ο Οβίδιος να είχε κατά νου τη σοφόκλεια τραγωδία και ο Σαίξπηρ την οβιδιακή μυθιστορηματική επεξεργασία.
 
**Πύραμος και Θίσβη
 
[Ο Πύραμος] Το γέμισε [το σάλι] με δάκρυ και φιλί - «αλίμονο, πόσο καλά σε ξέρω!
Ώρα κι από τις φλέβες μου να πιεις το αίμα αυτό που τώρα σου προσφέρω».
Είχε ζωσμένο πάνω του σπαθί. το έμπηξε βαθιά στα σωθικά του,
κι όπως ακόμα έκαιγε η πληγή το τράβηξε την ώρα του θανάτου.
Σωριάστηκε ανάσκελα στη γη, το αίμα του τινάχτηκε ως απάνω,
σαν το νερό που βρίσκει τη ρωγμή καθώς κυλάει σε λούκι μολυβένιο
και στενεμένο μες στην περασιά συρίζοντας απάνω στη σχισμάδα
σαν πίδακας τινάζεται ψηλά - όμοια το αίμα που έτρεχε
στις φλέβες σκορπίζονταν ολόγυρα με ορμή και σιντριβάνι ράντιζε το
δέντρο
κάνοντας τη χροιά του πορφυρή. και ποτισμένη η ρίζα του κι εκείνη
ανέβασε πορφύρα στους καρπούς και πέρασε στα μούρα τη βαφή της.
 
Η Θίσβη, όταν βρήκε το σώμα του αγαπημένου της είπε ανάμεσα στα άλλα και τούτα:
 
Κι αν ήταν μοναχά να μας χωρίσει
ο θάνατος, τώρα μήτε κι αυτός μπορεί να σε κρατήσει μακριά μου.
Και άλλο τίποτε δε θέλω, μόνο αυτό, χάρη που σας ζητώ και για τους δυο
μας:
στο πένθος και τη μαύρη συφορά, γονιοί μου και γονιοί του, μη σκεφτείτε
να μας στερήσετε ταφή. αντάμα ας σκεπάσει η γη εκείνους
που ζώντας αγαπήθηκαν πολύ και στη στερνή τους ώρα δε χωρίσαν.
Κι εσύ της πίκρας και του θανάτου μουριά, με τα κλωνιά που σκέπουν τώρα
έναν,
δέντρο, σκεπή σε λίγο και για τα δυο κορμιά που θα πλαγιάζουν από κάτω,
κράτα σημάδια από το φονικό: πένθιμο κάρπιζε και μαυροφορεμένο,
θύμιζε με το χρώμα του καρπού αίμα διπλό και αδικοχυμένο».
Αυτά τα λόγια που είπε. χαμηλά το ξίφος του στο στήθος της γυρνώντας
στην κοφτερή του έπεσε αιχμή που άχνιζε από το άλλο αίμα.
Άγγιξε η δέησή της τους θεούς, άγγιξε και τους άμοιρους γονιούς τους:
ολόμαυρος του δέντρου ο καρπός σαν έρθει ο καιρός του κι ωριμάζει,
κοινή υδρία τώρα και των δυο τη μαζωμένη τέφρα αγκαλιάζει.
(Οβ., Μετ. 4. 117-127, 152-166)

Τι είναι ο αρχαίος Σκεπτικισμός;

Ο αρχαίος Σκεπτικισμός ως κατάφαση της ζωής

§1

Ι. Αρχαίος σκεπτικισμός: Ευδοκίμησε κατά την Ελληνιστική εποχή, σε μια περίοδο δηλαδή, όπου η φιλοσοφία αναπροσδιορίζεται, όσο ποτέ άλλοτε, ως οδηγητής της ζωής και ως πηγή αταραξίας. Η φιλοσοφία εν γένει συμβαίνει πάντοτε να αποτελεί τη φωνή μιας ανώτερης τάξης και αλλαγής, ανταποκρινόμενη στα αιτήματα των καιρών. Έτσι και οι υπό συζήτηση εδώ νέες φιλοσοφικές ιδέες επιχειρούν να εκφράσουν ένα είδος πρακτικής φιλοσοφίας, μια εφαρμοσμένη φιλοσοφία της ζωής, προσιτή στον κοινό θνητό και ικανή να καθιδρύει ανθεκτικές συμπεριφορές των ανθρώπων. Και οι μεγάλες φιλοσοφικές σχολές του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, που προηγήθηκαν χρονικά και εξακολουθούν να υπάρχουν με τη μια ή την άλλη μορφή κι αυτή την εποχή, είχαν πολλά να πουν για το πώς πρέπει να διάγει κανείς το βίο του, αλλά με έναν τρόπο μάλλον πιο επιστημονικό και διανοητικό, που αντικειμενικά δεν μπορούσε να αγκαλιάσει τις πλατιές μάζες. Εξάλλου, ένας μακρινός απόηχος των φιλοσοφικών απόψεων και συμπεριφορών του Σωκράτη για τη ζωή αναζητεί τους «Σωκρατικούς συνεχιστές» του σε ορισμένες φιλοσοφικές κινήσεις, από τις οποίες θα ξεπηδήσουν τρία μεγάλα φιλοσοφικά ρεύματα της ελληνιστικής εποχής: ο σκεπτικισμός, ο στωικισμός και ο επικουρισμός. Καθένα από αυτά τα κινήματα δεν αποτελεί συνέχεια του άλλου, αλλά έχει μια αυτόνομη παρουσία, ενώ όχι σπάνια αλληλο-αντιτίθενται ή αλληλο-διαφοροποιούνται.

ΙΙ. Ανάμεσα στα κοινά τους χαρακτηριστικά καίριο και κύριο είναι η αντιμετώπιση του ανθρώπινου ατόμου ως εκείνης της αυθύπαρκτης ατομικής [=αδιαίρετης–άτμητης] μονάδας, που πρέπει να αναζητεί και να βρίσκει την ταυτότητά/ενότητά της στην άμεση πραγματικότητα με το ακόλουθο νόημα περίπου: όχι να υποτάσσεται σε αυτή, αλλά να απελευθερώνεται από οποιαδήποτε μορφή παροντικού καταναγκασμού ή αλλοτριωτικής περικύκλωσης, σχεδιάζοντας μια ιδεώδη, αλλά με πρακτικό αντίκρισμα, οργάνωση του ατομικού βίου, ώστε να μένει ανεπηρέαστος/ασκλάβωτος, στο δυνατό βαθμό, από τη μια ή τη άλλη κατάσταση δουλείας του παρόντος. Μια τέτοια οργάνωση περιλαμβάνει δραστηριότητα με υπομονή και επιμονή, καθορισμένη θεωρητική στάση, συνέπεια λόγου και πράξης, χάραξη μιας καθημερινής πρακτικής αποστασιοποίησης από τις κακοτράχαλες πτυχές του εξωτερικού κόσμου. Ποιος όμως είναι σε θέση να αποτολμήσει μια τέτοια αντιπαράθεση με την πραγματικότητα, προκειμένου να ζήσει ευδαιμονικά τη ζωή του. Πρώτα-πρώτα, ο ίδιος ο σκεπτικός σοφός, που έχει φτάσει να φιλοσοφήσει και να υπερβεί τα είδωλα μιας ψευδούς ελευθερίαςˑ που έχει αποφασίσει να αρνηθεί τον κόσμο των δουλικών συνειδήσεων, χωρίς να αποκόπτεται από τη σφριγηλότητα της ζωής Αυτός ο σοφός δεν παρουσιαζόταν ως «σωτήρας» του κόσμου, όπως συμβαίνει με πολλούς ματαιόδοξους της θεωρητικής και πολιτικής ανοησίας του σήμερα, αλλά σχεδίαζε συγκεκριμένα βήματα απαλλαγής των ανθρώπων από τέτοια σύνδρομα ματαιοδοξίας και αλλοφροσύνης. 

§2

Ι. Υπ’ αυτό το πνεύμα, ο σκεπτικισμός διαφοροποιείται εν τω μεταξύ από τον στωικισμό και τον επικουρισμό, κατά το ότι δεν προβάλλει νέα συστήματα γνώσης, αλλά ἐποχήν, δηλαδή αποχή από κάθε πρόταγμα θετικής, συστηματικής γνώσης. Στη Φαινομενολογία του πνεύματος, όπου ο Χέγκελ συζητεί για τον αρχαίο σκεπτικισμό, χαρακτηρίζει αυτή τη γραμμή ως «δρόμο απελπισίας, απόγνωσης της συνείδησης». Απελπισία και απόγνωση όχι με το νόημα της οντολογικής ασάφειας και ενός αντίστοιχου μηδενισμού –αυτά τα αφήνει για τους άξεστους του πολιτικού status– αλλά ως προχώρηση πέρα από το «σύνηθες», το «φυσιολογικό», το θεοποιημένο είδωλοˑ πέρα από τη θεωρία του: «καλά είναι και έτσι».

ΙΙ. Ο αρχαίος Σκεπτικισμός συνήθως αναπτύχθηκε σύμφωνα με τις παρακάτω σχολές: ο πρώιμος Πυρρωνισμός με εμβληματική μορφή τον Πύρρωνα από την Ηλεία (περίπου 360-270). Εδώ εντάσσεται και ένας από τους γνωστούς μαθητές του: ο Τίμων ο Φιλόλαος (περίπου 320-230). Ο Πύρρων συνειδητά δεν άφησε κανένα γραπτό, κατά το πρότυπο του Σωκράτη. Το έργο του είχε κυρίως πρακτικό χαρακτήρα. Γι’ αυτό και δεν άφησε γραπτά κείμενα. Επιζητούσε δια λόγου και πρακτικής στάσης ζωής του ιδίου να δείξει στους συνανθρώπους του τον δρόμο της ψυχικής γαλήνης και εσωτερικής ισορροπίας. Προς τούτο συνιστούσε ἐποχήν [=αποχή] από κάθε είδους κρίσεις και τεκμηρίωνε τούτο με τη θέση του περί αδιαφορίας, ήτοι ισοσθένειας [=ίσης αξίας, ίδιας εγκυρότητας, ισοδυναμίας] των αλληλο-αντίθετων κρίσεων. Οφείλει κανείς, σύμφωνα με τον φιλόσοφο, να βγαίνει έξω, να κρατιέται μακριά από τις αντίδικες γνώμες περί δικαίου και αδίκου και να περιορίζει τις βλέψεις του, τις επιδιώξεις του στο κατά φύση αναγκαίο. Μια τέτοια αποχή από κρίσεις και γνώμες μας οδηγεί στην Αταραξία, στην εσωτερική ελευθερία, στη μη εξάρτηση από τους άλλους.

ΙΙΙ. Ο Σκεπτικισμός στην Ακαδημία: εδώ έχουμε τη λεγόμενη Μέση και Νεώτερη Ακαδημία, τον Ακαδημεικό Σκεπτικισμό, με κύριους εκπροσώπους τον Αρκεσίλαο (περίπου 315-240), ιδρυτή της Μέσης ή της Δεύτερης Ακαδημίας, και τον Καρνεάδη (περίπου 214-128), ιδρυτή της Νεώτερης Ακαδημίας. Μαθητές του ήταν ο Κλειτόμαχος και ο Φίλων ο Λαρισαίος. Ο Αρκεσίαλος ασκήθηκε στη διαλεκτική και υιοθέτησε την επιχειρηματολογία των σχολών των Μεγάρων και της Ερέτριας, που επηρεάστηκαν από την ελεατική Λογική. Η σκέψη του κατηύθυνε τα βέλη της ενάντια στη λογική των Στωικών και στη θεωρία για το κριτήριο της αλήθειας. Αυτή την πολεμική συνέχισε με επιτυχία ο Καρνεάδης, αφού πρώτα είχε μελετήσει καλά τα κείμενα των Στωικών.

ΙV. O Νεοπυρρωνισμός, με κύριο εκπρόσωπο τον Αινησίδημο και ο ύστερος Πυρρωνισμός με εκπρόσωπο τον Σέξτο τον Εμπειρικό (2ος αι. μ.Χρ.) Ο Αινησίδημος πρέσβευε τη θεωρία πως δεν μπορούμε τίποτα να γνωρίσουμε με βεβαιότητα είτε με τις αισθήσεις είτε με τη νόηση. Δεν μπορεί επομένως κανένας να γνωρίσει την αλήθεια των πραγμάτων. Η φιλοσοφική του προσπάθεια αναγνωρίζει τη μεγάλη σημασία του φιλοσοφείν με τον τρόπο του Πύρρωνος. Ο Πυρρωνισμός θα φτάσει στο αποκορύφωμα της ανάπτυξής του με τον Σέξτο τον Εμπειρικό. Βασικό μοτίβο της σκέψης του, σε σχέση με την αναβίωση του Πυρρωνισμού, είναι τούτο: η εξέταση ενός πράγματος συνάπτεται με τρεις πιθανές εκδοχές. Είτε να νομίσει κανείς ότι ανακάλυψε την αλήθεια, είτε να πιστέψει στην αδυνατότητα ανακάλυψής της ή να συνεχίσει την αναζήτησή της. Αναλυτικά για αυτό το ιδιοφυές πνευματικό κίνημα θα μιλήσουμε σε επόμενες συναρτήσεις. Ωστόσο θα μπορούσε κανείς να διαπιστώσει καταληκτικά ότι η Σκεπτικιστική αντιμετώπιση των πραγμάτων θραύει τον σκοταδισμό που συσκοτίζει τα πάντα σε κρίσιμες εποχές, σαν τη δική μας τη σημερινή, καθώς αποδομεί την απόλυτη ανοησία όλων των βεβαιοτήτων [πολιτικών, επιστημονικών κ.λπ.] και αποδυναμώνει πλήρως τις καρικατούρες της «οντολογικής ασάφειας».

Στη ζωή δεν γίνεται να είμαστε στάσιμοι

Πρέπει να «αναζητάμε συνεχώς με ποιους τρόπους μπορούμε να κάνουμε καλύτερα αυτό που πρέπει να γίνει. Ηγετικό ρόλο θα αναλάβει αυτός που διαθέτει το χαρακτηριστικό να μην ικανοποιείται και θα συνεχίσει να αξιοποιεί θετικά αυτό το αρνητικό στοιχείο.

Η σφραγίδα της ηγεσίας είναι να μετατρέπει το μη ικανοποιητικό σε ικανοποιητικό ή σε πιο ικανοποιητικό. Αν δεν ικανοποιήστε ποτέ με τίποτα λιγότερο από τη βέλτιστη επίδοση, ανταμοιβή σας θα είναι η πρόοδος». Κάθε φορά που πετυχαίνουμε έναν στόχο, πρέπει να αναρωτιόμαστε πώς μπορούμε να τα καταφέρουμε καλύτερα. Με ποιο τρόπο μπορούμε να βελτιωθούμε.

Ποτέ μη σας ικανοποιεί η κρατούσα κατάσταση ή τα προηγούμενα επιτεύγματα. Η επίτευξη ενός στόχου αποτελεί απλώς ένδειξη ότι πρέπει να θέσουμε έναν ακόμη υψηλότερο. Οι στόχοι πρέπει να καθορίζονται με μικρά βήματα, ώστε να μην αποθαρρύνονται ποτέ οι άνθρωποι, αλλά ταυτοχρόνως να μην είναι ποτέ μονίμως ικανοποιημένοι.

Η ζωή δεν είναι σαν σκάλα, που την ανεβαίνουμε μέχρι να φτάσουμε σε κάποιο σκαλοπάτι, να σταματήσουμε και να μείνουμε στο ίδιο σημείο. Η ζωή μοιάζει περισσότερο με μια κυλιόμενη σκάλα, που προσπαθούμε να την ανεβούμε ενώ εκείνη πηγαίνει προς τα κάτω. Αν σταματήσουμε να την ανεβαίνουμε, θα πάρει προς τα κάτω.

Όπως συμβαίνει και με τα δέντρα που όταν δεν αναπτύσσονται μαραίνονται, το ίδιο γίνεται και μ’ εμάς που, αν δεν σημειώνουμε πρόοδο, οπισθοδρομούμε. Αν ποτέ πάψω να μαθαίνω, είμαι ξοφλημένος. Είμαστε αναγκασμένοι, είτε να τραβήξουμε μπρος είτε να πάμε πίσω. Σπανίως προχωράει κανείς μπροστά γρήγορα, αλλά προς τα κάτω μπορεί να πάει πολύ γρήγορα.

Στη ζωή δεν γίνεται να είμαστε στάσιμοι. Πρέπει να προσπαθούμε συνεχώς να επιζητούμε τη βελτίωση. Πρέπει να ανακαλύπτουμε διαρκώς τρόπους να καινοτομούμε.

Εσωτερική σιωπή

Ο δον Χουαν διδασκε τη διαπιστωση που εκαναν οι μαγοι της γενιας του: οτι η εσωτερικη σιωπη πρεπει να κατακταται με διαρκη ασκηση πειθαρχιας. Πρεπει να αποκταται με κοπο και να αποθηκευεται λιγο λιγο, λεπτο με το λεπτο. Με αλλα λογια πρεπει κανεις να πιεσει τον εαυτο του να σωπαινει, εστω και για λιγα δευτερολεπτα τη φορα.

Συμφωνα με το δον Χουαν ηταν κοινη πεποιθηση των μαγων οτι η επιμονη ενος ανθρωπου μπορει να κατανικησει τη συνηθεια, ωσπου να φτασει, αναλογα με το ατομο, επιμενοντας για λιγα δευτερολεπτα η λεπτα, σε ενα κατωφλι. Για παραδειγμα, αν το κατωφλι της εσωτερικης σιωπης ειναι δεκα λεπτα για ενα συγκεκριμενο ατομο, τοτε, μολις φτασει σε αυτο το κατωφλι, η εσωτερικη σιωπη επερχεται απο μονη της, αυτοβουλα, θα ελεγε κανεις.

Δεν μπορουμε να γνωριζουμε εκ των προτερων το προσωπικο μας κατωφλι ο μονος τροπος για να το ανακαλυψουμε ειναι μεσω αμεσης εμπειριας. Αυτο ακριβως μου συνεβη. Ακολουθωντας την υποδειξη του δον Χουαν, πιεζα επιμονα τον εαυτο μου να σωπαινει και, καποια μερα, ενω περπατουσα στο UCLA, εφτασα στο μυστηριωδες κατωφλι μου. Ηξερα πως ειχα φτασει επειδη βιωσα στη στιγμη κατι που ο δον Χουαν μου ειχε περιγραψει αναλυτικα. Εκεινος το ονομαζε σταματημα του κοσμου. Εν ριπη οφθαλμου, ο κοσμος επαψε να ειναι αυτο που ηξερα και,για πρωτη φορα στη ζωη μου, συνειδητοποιησα οτι εβλεπα την ενεργεια οπως ρεει στο συμπαν.

Χρειαστηκε να καθισω σε κατι σκαλοπατια. Ηξερα πως καθομουν σε πλινθινα σκαλοπατια, αλλα το ηξερα μονο διανοητικα, μεσα απο την μνημη μου. Εμπειρικα, αναπαυομουν πανω σε ενεργεια. Εγω ο ιδιος ημουν ενεργεια, οπως τα παντα γυρω μου. Ειχα κλεισει το ερμηνευτικο μου συστημα.

Αφου ειδα αμεσα την ενεργεια, συνειδητοποιησα κατι που με τρομοκρατησε,κατι που μονο ο δον Χουαν θα μπορουσε να μου εξηγησει.

 Συνειδητοποιησα οτι, μολονοτι εβλεπα αμεσα την ενεργεια για πρωτη φορα στη ζωη μου, στην πραγματικοτητα την εβλεπα σε ολη μου τη ζωη, χωρις να το συνειδητοποιω. Η καινοτομια δεν ηταν να βλεπω την ενεργεια οπως ρεει στο συμπαν, ηταν η απορια που γεννηθηκε μεσα μου, μια απορια τοσο εντονη, ωστε με εκανε να αναδυθω πισω στον κοσμο της καθημερινης ζωης. Τι ηταν αυτο που με εμποδιζε μια ζωη να συνειδητοποιησω οτι εβλεπα την ενεργεια που ρεει στο συμπαν;

Για να σου λυσω την απορια, πρεπει να εξετασουμε δυο θεματα , μου εξηγησε ο δον Χουαν, οταν τον ρωτησα σχετικα με αυτη την εξοργιστικη αντιφαση. Το ενα ειναι η γενικη επιγνωση. Το αλλο ειναι η ειδικη, σκοπιμη συνειδητοτητα. Καθε ανθρωπινο ον μεσα στον κοσμο αντιλαμβανεται, σε γενικες γραμμες, οτι βλεπει την ενεργεια οπως ρεει στο συμπαν. Παρολα αυτα, μονο οι μαγοι εχουν ιδιαιτερη και συνειδητη αντιληψη αυτης της ενεργειας.

 Για να αντιληφθεις συνειδητα κατι που γενικως συναισθανεσαι προυποθετει ενεργεια και την ατσαλινη πειθαρχια που απατει η υπαρξη της. Η εσωτερικη σιωπη σου, ο καρπος πειθαρχιας και ενεργειας , γεφυρωσε το χασμα αναμεσα στη γενικη επιγνωση και την ειδικη συνειδητοτητα.

ΚΑΡΛΟΣ ΚΑΣΤΑΝΕΝΤΑ

Θεοφάνεια – Ο «αγιασμός» τών υδάτων υπό το φως τής λογικής

Μία από τις σπουδαιότερες γιορτές τού Χριστιανισμού είναι τα Θεοφάνεια. Όχι μόνον ιαματικές, αλλά και υπερφυσικές ιδιότητες αποδίδονται από τους χριστιανούς στα νερά, που αγιάζονται από κληρικούς κάθε χρόνο την ημέρα των Θεοφανείων. Το νερό που έχει αγιαστεί, πιστεύεται ότι δεν χαλάει σε αντίθεση με το κοινό -μη αγιασμένο- νερό.

Ας εξετάσουμε όμως, τι πραγματικά συμβαίνει κάνοντας κατ΄ αρχήν ορισμένες παρατηρήσεις:

– Στο αγιασμένο νερό αποδίδονται ιδιότητες «κολλητικές». Αν αδειάσουμε, δηλαδή, μια μικρή φιάλη αγιασμένου νερού σε μια μεγάλη δεξαμενή, τότε και τα νερά τής δεξαμενής αγιάζονται. Δεν αναφέρεται όμως, η ταχύτητα διάδοσης τού αγιάσματος, οπότε πρέπει μάλλον να θεωρήσουμε, ότι γίνεται σε χρόνο μηδέν. Όταν επομένως αγιάζεται κάποια ποσότητα νερού, ο αγιασμός μεταδίδεται αστραπιαία σε κάθε άλλη ποσότητα νερού, με την οποία έρχεται αυτή σ΄ επαφή.

– Κάθε χρόνο την ημέρα των Θεοφανείων αγιάζονται τα νερά δεξαμενών, λιμνών, ποταμών και θαλασσών. Όλα αυτά όμως επικοινωνούν και καταλήγουν στη θάλασσα και στα πελάγη κι αυτά με τη σειρά τους καταλήγουν στους ωκεανούς, οπότε αμέσως αγιάζονται όλες οι θάλασσες, τα πελάγη κι οι ωκεανοί τού πλανήτη. Θα αρκούσε ένας μόνον αγιασμός σε ένα ποτάμι, προκειμένου να παραχθεί το ίδιο ακριβώς αποτέλεσμα.

– Με τη διαδικασία τής εξάτμισης παράγονται αγιασμένοι υδρατμοί, αγιασμένα σύννεφα και αγιασμένη βροχή κι έτσι σύντομα σε κάθε απομονωμένο σημείο τής Γης (λίμνη, σπηλιά κ.τ.λ.) φθάνει το αγιασμένο νερό, οπότε αγιάζονται όλα τα νερά τής Γης. Παίρνοντας επομένως νερό από την βρύση της οικίας μας είναι κι αυτό έμμεσα αγιασμένο και δεν έχει καμία διαφορά από το νερό που αγιάστηκε άμεσα από τον ιερέα.

– Δεν αναφέρεται επίσης ο χρόνος, που το νερό διατηρεί την αγιασμένη του ιδιότητα. Είναι δυνατόν να χάνει την αγιαστική του δύναμη με την πάροδο του χρόνου; Αδιανόητο για τους χριστιανούς. Εφ΄ όσον όμως δεν την χάνει, γιατί το νερό, που αγιάστηκε φέτος πρέπει να ξαναγιαστεί και τού χρόνου; Θα αρκούσε ένας αγιασμός άπαξ κι έκτοτε όλα τα νερά τής Γης θα ήταν για πάντα αγιασμένα.

Είναι όμως γεγονός, ότι εάν πάρετε μία φιάλη νερού από την εκκλησία και μία φιάλη νερού από την βρύση τού σπιτιού σας, το νερό τής «αγιασμένης» φιάλης μπορεί να διατηρηθεί περισσότερο. Τι συμβαίνει λοιπόν; Ποιο μέσο χρησιμοποιεί η Εκκλησία; Η απάντηση είναι απλούστατη: Στο αγιασμένο νερό οι ιερείς βουτούν βασιλικό. Ο βασιλικός έχει αντισηπτικές ιδιότητες, γνωστές ήδη από την αρχαιότητα. Οι Αιγύπτιοι χρησιμοποιούσαν βασιλικό στις ταριχεύσεις.

Το βάπτισμα των φύλλων τού βασιλικού μέσα στο νερό το κάνει να διατηρείται περισσότερο κι όχι οι ψαλμωδίες κι οι αγιασμοί των ιερέων. Αυτός είναι ο λόγος, που η Εκκλησία διάλεξε το συγκεκριμένο αυτό φυτό για τον αγιασμό των υδάτων κι όχι επειδή, όπως παραδίδεται, η Αγία Ελένη μυρίζοντας δήθεν το άρωμα βασιλικού, που είχε φυτρώσει στον τόπο που είχε ταφεί ο σταυρός, τον οποίον «ανακάλυψε» 300 χρόνια μετά τη σταύρωση.

Τα ψεύδη, οι δεισιδαιμονίες, οι παραλογισμοί κι οι ψυχολογικοί -και όχι μόνον- εκβιασμοί είναι τα κύρια μέσα, που έχουν κατά κόρον χρησιμοποιηθεί από τους χριστιανικούς μηχανισμούς επιβολής κι επιβίωσής του τούς 17 αιώνες τής ιστορίας του. Ο αγιασμός των υδάτων είναι σχετικά απλό θέμα κι η συζήτησή του «δεν σηκώνει πολύ νερό». Δεν πρέπει να μας εμπλέκουν λοιπόν οι κατηχητές και οι νεοφανείς τηλέμποροι, οι οποίοι πνίγονται σε μια κουταλιά νερού («αγιασμένου» ή μη).

S. FREUD: Η Ψυχολογία των μαζών

Η αντίθεση ανάμεσα στην ατομική και την κοινωνική ψυχολογία ή ψυχολογία των μαζών, η οποία εκ πρώτης όψεως ενδέχεται να μας φαίνεται πολύ σημαντική, χάνει ύστερα από λεπτομερέστερη παρατήρηση μεγάλο μέρος της έντασής της. Η ατομική ψυχολογία ασχολείται μεν με τον μεμονωμένο άνθρωπο και παρακολουθεί τους τρόπους με τους οποίους εκείνος προσπαθεί να επιτύχει την ικανοποίηση των ενορμήσεών του, σπάνια ωστόσο, και υπό ορισμένες συνθήκες, βρίσκεται στη θέση να μη συνυπολογίσει τις σχέσεις του συγκεκριμένου ανθρώπου με άλλα άτομα. Στην ψυχική ζωή του μεμονωμένου ανθρώπου, ο Άλλος εκλαμβάνεται συχνά ως πρότυπο, ως αντικείμενο, ως βοηθός ή ως αντίπαλος, και συνεπώς η ατομική ψυχολογία είναι εξαρχής ταυτόχρονα και κοινωνική ψυχολογία, υπό αυτήν τη διευρυμένη αλλά απόλυτα δικαιολογημένη έννοια.

Η σχέση του μεμονωμένου ανθρώπου με τους γονείς του και τα αδέλφια του, με το αντικείμενο της αγάπης του και με το γιατρό του, όλες δηλαδή οι σχέσεις που έως τώρα αποτελούσαν το κύριο αντικείμενο της ψυχαναλυτικής έρευνας, μπορούν να εγείρουν την αξίωση να αναγνωριστούν ως κοινωνικά φαινόμενα και σε αυτή την περίπτωση θα έρθουν σε αντίθεση με τις διεργασίες που ονομάζουμε ναρκισσιστικές και στις οποίες η ικανοποίηση των ενορμήοεων ξεφεύγει την επιρροή άλλων προσώπων ή παραιτείται από αυτά. Η αντίθεση ανάμεσα στις κοινωνικές και τις ναρκισσιστικές —ο Bleuler ίσως θα έλεγε αυτιστικές— ψυχικές πράξεις εμπίπτει λοιπόν απολύτως στο πεδίο της ατομικής ψυχολογίας και δε δικαιολογεί το διαχωρισμό της από μια κοινωνική ψυχολογία ή ψυχολογία των μαζών.

Στις σχέσεις που ανέφερα προηγουμένως με τους γονείς και τα αδέρφια, με την ερωμένη, με το φίλο και με το γιατρό, ο μεμονωμένος άνθρωπος βιώνει πάντα την επιρροή ενός μόνο προσώπου ή ενός πολύ μικρού αριθμού προσώπων, το καθένα από τα οποία έχει αποκτήσει εξαιρετικά μεγάλη σημασία γι αυτόν. Έχουμε συνηθίσει, όποτε μιλούμε για κοινωνική ψυχολογία ή ψυχολογία των μαζών, να παραβλέπουμε αυτές τις σχέσεις και να απομονώνουμε ως αντικείμενο έρευνας τον ταυτόχρονο επηρεασμό του ατόμου από ένα μεγάλο αριθμό προσώπων με τα οποία το συνδέει κάτι, παρόλο που κατά τα άλλα μπορεί να του είναι ξένα από πολλές απόψεις. Η ψυχολογία των μαζών πραγματεύεται λοιπόν το μεμονωμένο άνθρωπο ως μέλος μιας φυλής, ενός λαού, μιας κάστας, μιας κοινωνικής θέσης, ενός θεσμού ή ως συστατικό στοιχείο ενός ανθρώπινου πλήθους που σε μια συγκεκριμένη στιγμή οργανώνεται σε μάζα για ένα συγκεκριμένο σκοπό. Ύστερα από αυτήν τη διάρρηξη μιας φυσικής συνάφειας, ήταν εύκολο να θεωρήσουμε τις εκφάνσεις που παρουσιάζονται κάτω από αυτές τις ιδιαίτερες προϋποθέσεις ως εκδηλώσεις μιας ιδιαίτερης, μη αναγόμενης περαιτέρω ενόρμησης -herd instinct, group mind-, η οποία υπό άλλες συνθήκες δεν εκφράζεται. Μπορούμε όμως κάλλιστα να αντιτείνουμε ότι μας είναι δύσκολο να παραχωρήσουμε μια τόσο μεγάλη σπουδαιότητα στο στοιχείο του αριθμού, πως μόνο αυτό είναι σε θέση να ξυπνήσει στην ανθρώπινη ψυχική ζωή μια νέα και, κατά τα άλλα, μη ενεργοποιημένη ενόρμηση. Έτσι, η προσδοκία μας οδηγείται σε δύο άλλες δυνατότητες: ότι η κοινωνική ενόρμηση δεν μπορεί να είναι πρωταρχική και αδιαίρετη και ότι οι απαρχές του σχηματισμού της μπορούν να βρεθούν σε στενότερο κύκλο, όπως για παράδειγμα σε αυτόν της οικογένειας.

Η ψυχολογία των μαζών, παρόλο που βρίσκεται στα αρχικά της στάδια, περικλείει μια ανυπολόγιστη ακόμη πληθώρα μεμονωμένων προβλημάτων και θέτει στον ερευνητή αμέτρητα προβλήματα που μέχρι τώρα δεν έχουν καν ταξινομηθεί σωστά. Η απλή ομαδοποίηση των διαφορετικών μορφών μαζικού σχηματισμού και η περιγραφή των ψυχολογικών φαινομένων που εκδηλώνονται από αυτές απαιτούν μεγάλη επένδυση σε παρατήρηση και εξεικόνιση και έχουν ήδη δώσει πλούσια βιβλιογραφία. Όποιος συγκρίνει αυτό το λεπτό βιβλιαράκι με το εύρος της ψυχολογίας των μαζών, εύκολα θα υποθέσει ότι εδώ δεν πραγματεύομαι παρά μόνο λίγα από τα σημεία τou συνολικού υλικού. Και όντως θα είναι μερικά μόνο ερωτήματα, για τα οποία η βαθύτερη έρευνα της ψυχανάλυσης δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

S. FREUD, ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΜΑΖΩΝ ΚΑΙ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΟΥ ΕΓΩ

BERTRAND RUSSELL: Σε έναν τέτοιο κόσμο είναι η ευτυχία δυνατή;

Η ευτυχία είναι 2 ειδών, με όλο που υπάρχουν και ενδιάμεσες διαβαθμίσεις. Τα 2 βασικά είδη που εννοώ θα μπορούσαν να καθοριστούν ως η γνήσια και η ψεύτικη ευτυχία, ή ως η πνευματική και κτηνώδης, ή ως η ευτυχία του πνεύματος και η ευτυχία της σάρκας. Ίσως ο απλούστερος τρόπος να περιγράψει κανείς τη διαφορά ανάμεσα στα 2 βασικά είδη ευτυχίας είναι να πει ότι το ένα είναι προσιτό για κάθε άνθρωπο και το άλλο για κείνους που ξέρουν να διαβάζουν και να γράφουν.

Όσο περισσότερα είναι τα ενδιαφέροντα ενός ανθρώπου, τόσο περισσότερες δυνατότητες ευτυχίας έχει και τόσο λιγότερο βρίσκεται στο έλεος της μοίρας, αφού μπροστά του ανοίγεται πλήθος επιλογών.

Η συντροφικότητα κι η συνεργασία είναι ουσιώδεις παράγοντες για την ευτυχία του μέσου ανθρώπου.. Η πίστη σε κάτι είναι μία πηγή ευτυχίας για μεγάλο αριθμό ανθρώπων.

Το μυστικό της ευτυχίας είναι αυτό: πλάτυνε όσο μπορείς περισσότερο τα ενδιαφέροντά σου και κάνε τις αντιδράσεις σου προς τα πράγματα και τα πρόσωπα που σ’ ενδιαφέρουν όσο γίνεται φιλικές παρά εχθρικές.

Εκτός από ελάχιστες περιπτώσεις, η ευτυχία δεν είναι κάτι που πέφτει μέσα στο στόμα μας σαν ώριμο φρούτο, χάρη στην απλή συνδρομή ευνοϊκών περιστάσεων. Να γιατί τιτλοφόρησα το βιβλίο αυτό «Η κατάκτηση της ευτυχίας». Γιατί σε έναν κόσμο τόσο πλούσιο σε δυστυχίες, αποφευκτές και αναπόφευκτες, σε αρρώστιες και ψυχολογικές συγκρούσεις, σε αγώνες, σε μιζέριες και σε κακή θέληση, ο άνδρας ή η γυναίκα που θέλει να είναι ευτυχισμένος, οφείλει να βρει τρόπους για να παλέψει ενάντια στις πολλαπλές αιτίες της δυστυχίας, στις οποίες κάθε άτομο είναι εκτεθειμένο. Σε μερικές σπάνιες περιπτώσεις δεν απαιτείται μεγάλη προσπάθεια. Ένας άνθρωπος προικισμένος με καλόβολο χαρακτήρα, που κληρονομεί μια μεγάλη περιουσία και έχει καλή υγεία και απλά γούστα, μπορεί να περάσει άνετα από την ζωή αναρωτώμενος γιατί οι άλλοι κάνουν τόσες ιστορίες. Αν μια όμορφη γυναίκα με ανεκτικό χαρακτήρα τύχει να παντρευτεί έναν πλούσιο σύζυγο που δε ζητά από αυτή τίποτε το εξαιρετικό, και αν, ύστερα από τον γάμο τους, η κυρία δεν φοβάται μήπως παχύνει, θα μπορέσει να χαρεί μια άνετη ζωή, με την προϋπόθεση πως θα σταθεί τυχερή με τα παιδιά της. Αλλά αυτές οι περιπτώσεις είναι εξαιρετικά σπάνιες. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν είναι πλούσιοι, οι περισσότεροι δεν γεννιούνται με καλόβολο χαρακτήρα. Πολλοί έχουν βίαια πάθη που τους κάνουν να βλέπουν σαν αληθινό μαρτύριο μια ζωή ήσυχη και τακτική. Η υγεία είναι μια ευλογία που κανείς άνθρωπος δεν είναι βέβαιος ότι θα διατηρηθεί. Και ο γάμος δεν είναι μια πηγή αυτόματης ευτυχίας. Για όλους αυτούς τους λόγους η ευτυχία για τους ανθρώπους είναι μια κατάκτηση μάλλον παρά ένα δώρο των Θεών, και σ αυτή την κατάκτηση η προσπάθεια, εσωτερική και εξωτερική, παίζει μεγάλο ρόλο.

Η πλειονότητα των ανθρώπων δεν είναι φτιαγμένη για να βρίσκει την ευτυχία στη φυλακή, και τα πάθη που μας κλείνουν στον εαυτό μας είναι η χειρότερη φυλακή. Ανάμεσα στα πιο κοινά πάθη είναι ο φόβος, ο φθόνος, το αίσθημα της ενοχής, ο οίκτος για τον εαυτό μας και ο αυτοθαυμασμός. Σ όλα αυτά τα πάθη οι επιθυμίες μας είναι συγκεντρωμένες στον εαυτό μας: δεν ενδιαφερόμαστε αληθινά για τον εξωτερικό κόσμο, παρά μόνο μας ανησυχεί η σκέψη μήπως μας θίξει ή δεν ικανοποιήσει το εγώ μας. Ο φόβος είναι ο κύριος υπεύθυνος για το ότι οι άνθρωποι αρνούνται τόσο πολύ να παραδεχθούν την πραγματικότητα και για το ότι φροντίζουν τόσο πολύ να τυλιχθούν μέσα στο ζεστό ρούχο του μύθου.

Ευτυχισμένος είναι εκείνος που δεν υποφέρει από καμιά από τις ελλείψεις ενότητας, που η προσωπικότητά του δεν είναι διχασμένη ούτε βρίσκεται σε σύγκρουση με τον κόσμο. Ένας τέτοιος άνθρωπος νιώθει πως είναι πολίτης του κόσμου και απολαμβάνει ελεύθερα το θέαμα που του προσφέρει και τις χαρές που του παρέχει, χωρίς να τον ταράζει η σκέψη του θανάτου, γιατί νιώθει πως πραγματικά δεν είναι κάτι το χωριστό από αυτούς που θα ‘ρθουν ύστερα από αυτόν. Και ακριβώς μέσα σ’ αυτή τη βαθιά και ενστικτώδη ένωση με το ρεύμα της ζωής θα βρούμε τις πιο μεγάλες χαρές.

Bertrand Russell, ΚΑΤΑΚΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ

Ηράκλειτος: Οι καθεύδοντες της αγοράς

Ηράκλειτος Διαλεκτική: Λόγος του Είναι διά του Γίγνεσθαι

§1

Η παραδοσιακή μεταφυσική έχει ως κύριο χαρακτηριστικό την αναζήτηση, πίσω από την αέναη κίνηση και πολλαπλότητα των φαινομένων, μιας ακίνητης και όμοιας με τον εαυτό της ουσίας, ενός αυτο-ταυτού θεμελίου, ενός Είναι. Αναλογικά, η πολύτροπη κινητικότητα και μεταβολή του αισθητού κόσμου φαντάζει ως μια συμπτωματική, φαινόμενη εκδήλωση των συστατικών γνωρισμάτων αυτού του Είναι. Ο Ηράκλειτος, απεναντίας, επιχείρησε να πλησιάσει την αλήθεια του Είναι μέσα από τον Λόγο. Σημειώνει σχετικά:

«Αν ακούσετε όχι εμένα, αλλά τον Λόγο,
τότε είναι σοφό να ομολογείτε: τα πάντα είναι ένα
»

Τι λέγει εδώ ο Λόγος; «Εν πάντα». Σύμφωνα με τον Χάιντεγκερ, ο Λόγος συναρμόζει την ουσία του μέσα στο λέγειν, το οποίο κατονομάζει τον προορισμό (μας), έτσι όπως μας τον αποστέλλει το Είναι. Το αποστέλλον Είναι, ως τέτοιο, δεν φαίνεται, δεν εμφανίζεται, αλλά ομολογείται, δηλαδή τίθεται. Πώς τίθεται; Ως το ομιλείν που μας καλεί να ακούμε τα πράγματα που μας αφορούν. Να ακούμε σημαίνει όχι να ερευνούμε «επιστημονικά»: σχολαστικιστικά, να διαμελιζόμαστε μπροστά στα επί μέρους φαινόμενα, να χανόμαστε μέσα εδώ, αλλά να διαλογιζόμαστε πάνω στο Είναι, να συλ-λέγουμε το ουσιώδες.

§2

Είναι δυνατή μια τέτοια συλ-λογή και περι-συλ-λογή στις εποχές μας, όπου κυριαρχεί ο κανιβαλισμός της μαζικής κουλτούρας; Ποτέ δεν θα μπορέσει να ακούσει κανείς τίποτα, μας λέει ο Ηράκλειτος, όσο τα αυτιά του είναι απλώς εκτεθειμένα στην ηδονή ενός ήχου και ο λόγος, αντίστοιχα, ένας τρόπος εκφοράς αυτής της ηδονής. Η ως άνω συλ-λογή είναι πρωτίστως δυνατή, όταν ακούει κανείς τον βαθύ Λόγο της ψυχής (απ. 45). Αλλά τούτος ο Λόγος είναι τόσο βαθύς, που δεν μας επιτρέπει να ανακαλύπτουμε τα όρια της κατά Ηράκλειτο ψυχής (απ. 15). Τότε ποιες δυνατότητες διανοίγονται; Ή μήπως δεν υπάρχει καμιά άλλη δυνατότητα εκτός από τούτη: να πνίγονται οι άνθρωποι μέσα «στις αστήρικτες εικασίες» (απ. 47) και «να ενεργούν και να μιλάνε σαν κοιμισμένοι» (απ. 73); Οι δυνατότητες που μας διανοίγονται, εντοπίζονται από τον φιλόσοφο, πρώτα-πρώτα μέσα στον κόσμο της γλώσσας ως τον κόσμο της τάξης, της «παλίντροπης αρμονίας» (απ. 51), δηλαδή της αρμονίας που μας παρέχουν οι αντίθετες τάσεις ή ροπές. Και πώς νομιμοποιείται μια τέτοια αρμονία των και εκ των αντιθέτων; Νομιμοποιείται από το γεγονός ότι «κάτι που έχει μέσα του αντίθετες ροπές ή τάσεις συμφωνεί με τον εαυτό του» (απ. 51). Πού θεμελιώνεται μια τέτοια συμφωνία και πώς νοείται στο βάθος της ουσίας της; Θεμελιώνεται στον κοινό, καθολικό Λόγο που είναι το γίγνεσθαι του εαυτού και νοείται, συνακόλουθα, ως ο εσωτερικός λόγος ενός συστήματος έντασης και αντίθεσης, ως η εσωτερική του φωνή, αρθρωμένη σε ομιλία.

§3

Αυτή η φωνή-ομιλία είναι η κλήτευση που μας απευθύνει το Είναι, αλλά οι πολλοί δεν την ακούν, γιατί υποτάσσονται στην ιδιωτική τους γνώμη: εικοτολογούν, απολυτοποιούν την εξωτερική αντίθεση και δεν σκέπτονται την κοινότητα του Λόγου: δεν κατανοούν, δεν συλλαμβάνουν την ενοποιημένη δομή. Στο πλαίσιο της γνώμης, η οποία δεν απορρίπτεται εξ υπαρχής, γίνεται ολοφάνερη η διαμάχη, η έριδα, η διαφορά. Π.χ. οι πολιτικές διαμάχες ερείδονται στην ιδιωτική γνώμη της μιας ή της άλλης ιδιοτελούς πολιτικής φατρίας και δεν προχωρούν στην εναρμόνιση ιδιωτικού και δημόσιου συμφέροντος. Απεναντίας προωθούν πεισματικά την επικράτηση του ατομικού, ιδιωτικού συμφέροντος πάνω στο δημόσιο, στο καθολικό. Στο επίπεδο όμως της γνώσης, ήτοι της σοφίας, [=του Λόγου] αναγνωρίζεται η ενότητα: Εν πάντα ως η αλήθεια του Είναι. Ωστόσο, οι ως άνω φατρίες, ας πούμε, κωφεύουν, γιατί δεν μπορούν να υπερβούν τη σκιαμαχία των γνωμών και γι’ αυτό, όταν επιχειρούν να συμφωνήσουν μεταξύ τους, συμφωνούν μόνο μηχανικά, μηχανιστικά και συμφεροντολογικά, χωρίς ποτέ να μπορούν να μετέχουν στη βαθύτερη Λογική ιδέα του κόσμου. Αυτή η ιδέα, δηλαδή ο κοινός Λόγος, είναι συμπαντικός νόμος της κοσμικής τάξης και ανοικτός στο να κατανοείται από τους ανθρώπους. Όταν όμως αυτοί δεν βλέπουν ετούτο το γίγνεσθαι [=την ανοικτότητα προς κατανόηση], που διανοίγεται μπροστά τους, ή δεν το γνωρίζουν, τότε φαντάζονται ότι το βλέπουν· νομίζουν πως το γνωρίζουν και όλο τους το πράττειν κυοφορεί τον σκοταδισμό, με όρους του Χάιντεγκερ: τη λήθη του Είναι.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ποιητική (1457a-1458a)

[XXI] Ὀνόματος δὲ εἴδη τὸ μὲν ἁπλοῦν, ἁπλοῦν δὲ λέγω ὃ μὴ ἐκ σημαινόντων σύγκειται, οἷον γῆ, τὸ δὲ διπλοῦν· τούτου δὲ τὸ μὲν ἐκ σημαίνοντος καὶ ἀσήμου, πλὴν οὐκ ἐν τῷ ὀνόματι σημαίνοντος καὶ ἀσήμου, τὸ δὲ ἐκ σημαινόντων σύγκειται. εἴη δ᾽ ἂν καὶ τριπλοῦν καὶ τετραπλοῦν ὄνομα καὶ πολλαπλοῦν, οἷον τὰ πολλὰ τῶν Μασσαλιωτῶν, Ἑρμοκαϊκόξανθος ***.

[1457b] ἅπαν δὲ ὄνομά ἐστιν ἢ κύριον ἢ γλῶττα ἢ μεταφορὰ ἢ κόσμος ἢ πεποιημένον ἢ ἐπεκτεταμένον ἢ ὑφηρημένον ἢ ἐξηλλαγμένον. λέγω δὲ κύριον μὲν ᾧ χρῶνται ἕκαστοι, γλῶτταν δὲ ᾧ ἕτεροι· ὥστε φανερὸν ὅτι καὶ γλῶτταν καὶ κύριον εἶναι δυνατὸν τὸ αὐτό, μὴ τοῖς αὐτοῖς δέ· τὸ γὰρ σίγυνον Κυπρίοις μὲν κύριον, ἡμῖν δὲ γλῶττα. μεταφορὰ δέ ἐστιν ὀνόματος ἀλλοτρίου ἐπιφορὰ ἢ ἀπὸ τοῦ γένους ἐπὶ εἶδος ἢ ἀπὸ [τοῦ] εἴδους ἐπὶ τὸ γένος ἢ ἀπὸ τοῦ εἴδους ἐπὶ εἶδος ἢ κατὰ τὸ ἀνάλογον. λέγω δὲ ἀπὸ γένους μὲν ἐπὶ εἶδος οἷον «νηῦς δέ μοι ἥδ᾽ ἕστηκεν»· τὸ γὰρ ὁρμεῖν ἐστιν ἑστάναι τι. ἀπ᾽ εἴδους δὲ ἐπὶ γένος «ἦ δὴ μυρί᾽ Ὀδυσσεὺς ἐσθλὰ ἔοργεν»· τὸ γὰρ μυρίον πολύ ἐστιν, ᾧ νῦν ἀντὶ τοῦ πολλοῦ κέχρηται. ἀπ᾽ εἴδους δὲ ἐπὶ εἶδος οἷον «χαλκῷ ἀπὸ ψυχὴν ἀρύσας» καὶ «τεμὼν ταναήκεϊ χαλκῷ»· ἐνταῦθα γὰρ τὸ μὲν ἀρύσαι ταμεῖν, τὸ δὲ ταμεῖν ἀρύσαι εἴρηκεν· ἄμφω γὰρ ἀφελεῖν τί ἐστιν. τὸ δὲ ἀνάλογον λέγω, ὅταν ὁμοίως ἔχῃ τὸ δεύτερον πρὸς τὸ πρῶτον καὶ τὸ τέταρτον πρὸς τὸ τρίτον· ἐρεῖ γὰρ ἀντὶ τοῦ δευτέρου τὸ τέταρτον ἢ ἀντὶ τοῦ τετάρτου τὸ δεύτερον. καὶ ἐνίοτε προστιθέασιν ἀνθ᾽ οὗ λέγει πρὸς ὅ ἐστι. λέγω δὲ οἷον ὁμοίως ἔχει φιάλη πρὸς Διόνυσον καὶ ἀσπὶς πρὸς Ἄρη· ἐρεῖ τοίνυν τὴν φιάλην ἀσπίδα Διονύσου καὶ τὴν ἀσπίδα φιάλην Ἄρεως. ἢ ὃ γῆρας πρὸς βίον, καὶ ἑσπέρα πρὸς ἡμέραν· ἐρεῖ τοίνυν τὴν ἑσπέραν γῆρας ἡμέρας [ἢ] ὥσπερ Ἐμπεδοκλῆς, καὶ τὸ γῆρας ἑσπέραν βίου ἢ δυσμὰς βίου. ἐνίοις δ᾽ οὐκ ἔστιν ὄνομα κείμενον τῶν ἀνάλογον, ἀλλ᾽ οὐδὲν ἧττον ὁμοίως λεχθήσεται· οἷον τὸ τὸν καρπὸν μὲν ἀφιέναι σπείρειν, τὸ δὲ τὴν φλόγα ἀπὸ τοῦ ἡλίου ἀνώνυμον· ἀλλ᾽ ὁμοίως ἔχει τοῦτο πρὸς τὸν ἥλιον καὶ τὸ σπείρειν πρὸς τὸν καρπόν, διὸ εἴρηται «σπείρων θεοκτίσταν φλόγα». ἔστι δὲ τῷ τρόπῳ τούτῳ τῆς μεταφορᾶς χρῆσθαι καὶ ἄλλως, προσαγορεύσαντα τὸ ἀλλότριον ἀποφῆσαι τῶν οἰκείων τι, οἷον εἰ τὴν ἀσπίδα εἴποι φιάλην μὴ Ἄρεως ἀλλ᾽ ἄοινον. *** πεποιημένον δ᾽ ἐστὶν ὃ ὅλως μὴ καλούμενον ὑπὸ τινῶν αὐτὸς τίθεται ὁ ποιητής, δοκεῖ γὰρ ἔνια εἶναι τοιαῦτα, οἷον τὰ κέρατα ἔρνυγας καὶ τὸν ἱερέα ἀρητῆρα. ἐπεκτεταμένον

[1458a] δέ ἐστιν ἢ ἀφῃρημένον τὸ μὲν ἐὰν φωνήεντι μακροτέρῳ κεχρημένον ᾖ τοῦ οἰκείου ἢ συλλαβῇ ἐμβεβλημένῃ, τὸ δὲ ἂν ἀφῃρημένον τι ᾖ αὐτοῦ, ἐπεκτεταμένον μὲν οἷον τὸ πόλεως πόληος καὶ τὸ Πηλείδου Πηληιάδεω, ἀφῃρημένον δὲ οἷον τὸ κρῖ καὶ τὸ δῶ καὶ «μία γίνεται ἀμφοτέρων ὄψ». ἐξηλλαγμένον δ᾽ ἐστὶν ὅταν τοῦ ὀνομαζομένου τὸ μὲν καταλείπῃ τὸ δὲ ποιῇ, οἷον τὸ «δεξιτερὸν κατὰ μαζόν» ἀντὶ τοῦ δεξιόν. αὐτῶν δὲ τῶν ὀνομάτων τὰ μὲν ἄρρενα τὰ δὲ θήλεα τὰ δὲ μεταξύ, ἄρρενα μὲν ὅσα τελευτᾷ εἰς τὸ Ν καὶ Ρ καὶ Σ καὶ ὅσα ἐκ τούτου σύγκειται (ταῦτα δ᾽ ἐστὶν δύο, Ψ καὶ Ξ), θήλεα δὲ ὅσα ἐκ τῶν φωνηέντων εἴς τε τὰ ἀεὶ μακρά, οἷον εἰς Η καὶ Ω, καὶ τῶν ἐπεκτεινομένων εἰς Α· ὥστε ἴσα συμβαίνει πλήθει εἰς ὅσα τὰ ἄρρενα καὶ τὰ θήλεα· τὸ γὰρ Ψ καὶ τὸ Ξ σύνθετά ἐστιν. εἰς δὲ ἄφωνον οὐδὲν ὄνομα τελευτᾷ, οὐδὲ εἰς φωνῆεν βραχύ. εἰς δὲ τὸ Ι τρία μόνον, μέλι κόμμι πέπερι. εἰς δὲ τὸ Υ πέντε ***. τὰ δὲ μεταξὺ εἰς ταῦτα καὶ Ν καὶ Σ.

***
[21] Ονόματα υπάρχουν δύο ειδών: τα απλά (απλά ονομάζω αυτά που δεν αποτελούνται από μέρη που έχουν το καθένα τους τη δική του σημασία/νόημα, π.χ. γη) και τα διπλά. Τα διπλά αποτελούνται είτε από ένα μέρος με σημασία/νόημα και από ένα χωρίς σημασία/νόημα (η διάκριση μέρους με σημασία και μέρους χωρίς σημασία εξαφανίζεται μέσα στο όνομα) είτε από δύο μέρη που έχουν το καθένα τους τη δική του σημασία/νόημα Είναι, βέβαια, δυνατό να υπάρχει και τριπλό και τετραπλό όνομα ή και πολλαπλό, όπως είναι η πλειονότητα των ονομάτων των Μασσαλιωτών, π.χ. Ερμοκαϊκόξανθος **.

[1457b] Κάθε όνομα είναι ή κύριο ή γλώσσα ή μεταφορά ή διακοσμητικό ή πλασμένο ή επεκτεταμένο ή συγκεκομμένο ή παραλλαγμένο.

Κύριο ονομάζω το όνομα που το μεταχειρίζονται όλοι, ενώ γλώσσα αυτό που το μεταχειρίζονται μερικοί. Είναι, ύστερα από αυτό, φανερό ότι το ίδιο όνομα μπορεί να είναι και γλώσσα και κύριο, όχι για τους ίδιους ανθρώπους όμως· το σίγυνον, επιπαραδείγματι, είναι κύριο για τους Κύπριους, γλώσσα όμως για μας τους υπόλοιπους.

Μεταφορά είναι η απόδοση σε ένα πράγμα ενός ονόματος που ανήκει σε ένα άλλο πράγμα. Συγκεκριμένα: ή από το γένος σε είδος ή από το είδος στο γένος ή από ένα είδος σε ένα άλλο είδος ή κατά την αναλογία. Όταν λέω «από το γένος σε είδος» εννοώ κάτι σαν το παράδειγμα «το πλοίο μου στέκεται ακίνητο» (το αγκυροβολώ είναι ένα είδος του στέκομαι). Όταν, πάλι, λέω «από το είδος στο γένος» εννοώ κάτι σαν το παράδειγμα «ο Οδυσσέας έκανε, στ᾽ αλήθεια, μύρια καλά»: το μύρια σημαίνει έναν πολύ μεγάλο αριθμό, και ο ποιητής το χρησιμοποίησε εδώ αντί για το πολύ. Επίσης: Όταν λέω «από ένα είδος σε ένα άλλο είδος» εννοώ κάτι σαν τα παραδείγματα «αντλώντας τη ζωή με τον χαλκό» και «κόβοντας με τον κοφτερό χαλκό»: το αντλώ το είπε εδώ με τη σημασία κόβω και το κόβω με τη σημασία αντλώ: και τα δύο σημαίνουν «αφαιρώ κάτι». Λέγοντας αναλογία εννοώ ότι ο δεύτερος όρος βρίσκεται προς τον πρώτο σε όποια σχέση βρίσκεται ο τρίτος προς τον τέταρτο όρο. Μεταφορικά λοιπόν αντί για τον δεύτερο όρο θα χρησιμοποιήσει στον λόγο του τον τέταρτο, ή αντί για τον τέταρτο τον δεύτερο — μερικές, μάλιστα, φορές προσθέτουν αυτό με το οποίο σχετίζεται η λέξη την οποία αντικαθιστά. Εννοώ π.χ. το εξής: Το κύπελλο έχει με τον Διόνυσο την ίδια σχέση που έχει η ασπίδα με τον Άρη· ο ποιητής λοιπόν θα πει το κύπελλο «ασπίδα του Διόνυσου» και την ασπίδα «κύπελλο του Άρη». Άλλο παράδειγμα: Ό,τι είναι το γήρας για τη ζωή, είναι η εσπέρα για την ημέρα· θα πει λοιπόν την εσπέρα «γήρας της ημέρας» —όπως το είπε ο Εμπεδοκλής– και το γήρας «εσπέρα της ζωής» ή «δυσμάς της ζωής». Σε ορισμένες περιπτώσεις δεν υπάρχει καθιερωμένη λέξη για κάποιον από τους όρους που συνδέονται με σχέση αναλογίας, παρ᾽ όλα όμως αυτά η μεταφορά θα γίνει παρόμοια. Παράδειγμα: Το να ρίχνουμε τον σπόρο το λέμε σπέρνω, για τις φλόγες όμως που ρίχνει ο ήλιος δεν υπάρχει λέξη· η σχέση, πάντως, που η πράξη αυτή έχει με τον ήλιο είναι ίδια με αυτήν που έχει το σπέρνω με τον σπόρο, εξού και η έκφραση «σπέρνοντας θεόφτιαχτη φλόγα». Τον τρόπο αυτό της μεταφοράς μπορεί κανείς να τον χρησιμοποιήσει και αλλιώς: να ονοματίσει κάτι με την αλλότρια λέξη και συγχρόνως να του αφαιρέσει μια από τις φυσικές του ιδιότητες· να πει π.χ. την ασπίδα όχι «κύπελλο του Άρη» αλλά άοινη. ***

Πλασμένη είναι η λέξη που δεν λέγεται από κανέναν απολύτως, αλλά είναι πλασμένη από τον ίδιο τον ποιητή. Φαίνεται, πράγματι, ότι υπάρχουν μερικές τέτοιες λέξεις· τέτοιες είναι, επιπαραδείγματι, η λέξη ἔρνυγες για τα κέρατα ή η λέξη ἀρητήρ για τον ιερέα.

Επεκτεταμένη [1458a] είναι η λέξη που χρησιμοποιείται με μακρόχρονο φωνήεν στη θέση του συνηθισμένου της βραχύχρονου ή με μια παρέμβλητη συλλαβή. Συγκεκομμένη είναι η λέξη από την οποία έχει αφαιρεθεί κάτι. Επεκτεταμένη είναι, επιπαραδείγματι, η λέξη πόληος αντί για τη συνηθισμένη πόλεως, ή η λέξη Πηληϊάδεω αντί για τη συνηθισμένη Πηλείδου. Συγκεκομμένο είναι, επιπαραδείγματι, το κρῖ, το δῶ ή «μία γίγνεται ἀμφοτέρων ὄψ».

Παραλλαγμένη είναι η λέξη που ένα μέρος της ο ποιητής το αφήνει όπως είναι, ενώ ένα άλλο μέρος της το πλάθει ο ίδιος, π.χ. «δεξιτερὸν κατὰ μαζόν» αντί για «δεξιόν…».

Αυτά καθεαυτά τα ονόματα είναι άλλα τους αρσενικά, άλλα θηλυκά και άλλα ενδιάμεσα. Αρσενικά είναι όσα λήγουν σε Ν, σε Ρ και σε Σ, καθώς και σ᾽ αυτά που έχουν μέσα τους το Σ (αυτά είναι δύο: το Ψ και το Ξ). Θηλυκά είναι όσα λήγουν στα φωνήεντα που είναι πάντοτε μακρά (τέτοια είναι π.χ. το Η και το Ω) και στο μακρό από έκταση Α. Συμβαίνει λοιπόν τα αρσενικά και τα θηλυκά να λήγουν σε ίσο αριθμό στοιχείων (γιατί το Ψ και το Ξ έχουν, βέβαια, μέσα τους το Σ). Δεν υπάρχει, πάντως, όνομα που να λήγει σε άφωνο στοιχείο ή σε βραχύ φωνήεν. Σε Ι λήγουν μόνο τρία, το μέλι, το κόμμι και το πέπερι, ενώ σε Υ πέντε ***. Τα ενδιάμεσα ονόματα λήγουν σ᾽ αυτά, καθώς και στα στοιχεία Ν και Σ.