Σάββατο 28 Σεπτεμβρίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Πλοῦτος (726-770)

ΓΥ. ὡς φιλόπολίς τίς ἐσθ᾽ ὁ δαίμων καὶ σοφός.
ΚΑ. μετὰ τοῦτο τῷ Πλούτῳ ᾽τι παρεκαθέζετο,
καὶ πρῶτα μὲν δὴ τῆς κεφαλῆς ἐφήψατο,
ἔπειτα καθαρὸν ἡμιτύβιον λαβὼν
730 τὰ βλέφαρα περιέψησεν. ἡ Πανάκεια δὲ
κατεπέτασ᾽ αὐτοῦ τὴν κεφαλὴν φοινικίδι
καὶ πᾶν τὸ πρόσωπον· εἶθ᾽ ὁ θεὸς ἐπόππυσεν.
ἐξῃξάτην οὖν δύο δράκοντ᾽ ἐκ τοῦ νεὼ
ὑπερφυεῖ τὸ μέγεθος. ΓΥ. ὦ φίλοι θεοί.
735 ΚΑ. τούτω δ᾽ ὑπὸ τὴν φοινικίδ᾽ ὑποδύνθ᾽ ἡσυχῇ
τὰ βλέφαρα περιέλειχον, ὥς γέ μοὐδόκει·
καὶ πρίν σε κοτύλας ἐκπιεῖν οἴνου δέκα,
ὁ Πλοῦτος, ὦ δέσποιν᾽, ἀνειστήκει βλέπων·
ἐγὼ δὲ τὼ χεῖρ᾽ ἀνεκρότησ᾽ ὑφ᾽ ἡδονῆς
740 τὸν δεσπότην τ᾽ ἤγειρον. ὁ θεὸς δ᾽ εὐθέως
ἠφάνισεν αὐτὸν οἵ τ᾽ ὄφεις εἰς τὸν νεών.
οἱ δ᾽ ἐγκατακείμενοι παρ᾽ αὐτῷ πῶς δοκεῖς
τὸν Πλοῦτον ἠσπάζοντο καὶ τὴν νύχθ᾽ ὅλην
ἐγρηγόρεσαν, ἕως διέλαμψεν ἡμέρα.
745 ἐγὼ δ᾽ ἐπῄνουν τὸν θεὸν πάνυ σφόδρα,
ὅτι βλέπειν ἐπόησε τὸν Πλοῦτον ταχύ,
τὸν δὲ Νεοκλείδην μᾶλλον ἐπόησεν τυφλόν.
ΓΥ. ὅσην ἔχεις τὴν δύναμιν, ὦναξ δέσποτα.
ἀτὰρ φράσον μοι, ποῦ ᾽σθ᾽ ὁ Πλοῦτος; ΚΑ. ἔρχεται.
750 ἀλλ᾽ ἦν περὶ αὐτὸν ὄχλος ὑπερφυὴς ὅσος.
οἱ γὰρ δίκαιοι πρότερον ὄντες καὶ βίον
ἔχοντες ὀλίγον αὐτὸν ἠσπάζοντο καὶ
ἐδεξιοῦνθ᾽ ἅπαντες ὑπὸ τῆς ἡδονῆς·
ὅσοι δ᾽ ἐπλούτουν οὐσίαν τ᾽ εἶχον συχνὴν
755 οὐκ ἐκ δικαίου τὸν βίον κεκτημένοι,
ὀφρῦς ξυνῆγον ἐσκυθρώπαζόν θ᾽ ἅμα.
οἱ δ᾽ ἠκολούθουν κατόπιν ἐστεφανωμένοι
γελῶντες, εὐφημοῦντες· ἐκτυπεῖτο δὲ
ἐμβὰς γερόντων εὐρύθμοις προβήμασιν.
760 ἀλλ᾽ εἶ᾽, ἁπαξάπαντες ἐξ ἑνὸς λόγου
ὀρχεῖσθε καὶ σκιρτᾶτε καὶ χορεύετε·
οὐδεὶς γὰρ ὑμῖν εἰσιοῦσιν ἀγγελεῖ,
ὡς ἄλφιτ᾽ οὐκ ἔνεστιν ἐν τῷ θυλάκῳ.
ΓΥ. νὴ τὴν Ἑκάτην, κἀγὼ δ᾽ ἀναδῆσαι βούλομαι
765 εὐαγγέλιά σε κριβανιτῶν ὁρμαθῷ
τοιαῦτ᾽ ἀπαγγείλαντα. ΚΑ. μή νυν μέλλ᾽ ἔτι,
ὡς ἅνδρες ἐγγύς εἰσιν ἤδη τῶν θυρῶν.
ΓΥ. φέρε νυν, ἰοῦσ᾽ εἴσω κομίσω καταχύσματα
ὥσπερ νεωνήτοισιν ὀφθαλμοῖς ἐγώ.
770 ΚΑ. ἐγὼ δ᾽ ἀπαντῆσαί γ᾽ ἐκείνοις βούλομαι.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΚΑΡΠΟΣ

ΚΑΡΠΟΣ
(φυτό, καρπός των αγρών)
 
Ο Κάρπος, γιος του Ζέφυρου και μιας Ώρας, συνδεόταν με θερμό έρωτα με τον Κάλαμο, γιο του ποτάμιου θεού Μαιάνδρου.
 
Πνίγηκε μια φορά που λουζόταν στον ποταμό Μαίανδρο και συναγωνιζόταν με τον Κάλαμο στο κολύμπι.
 
Ο Κάλαμος στέγνωσε από την πίκρα του και μεταμορφώθηκε σε καλάμι της ακροποταμιάς, ενώ ο Κάρπος σε καρπό των αγρών που πεθαίνει και ξαναγεννιέται κάθε χρόνο.

Είμαστε συνειδητοί;

Κάποιες φορές γίνομαι επιθετικός… το τι ονομάζει ο καθένας «επιθετικότητα» είναι επίσης ένα υποκειμενικό θέμα. Αλλά ναι, ας το πάρουμε ως αληθινό…. Κάποιες φορές γίνομαι επιθετικός!

Το θέμα είναι ότι μπορώ να γίνω ό,τι θέλω, φτάνει να είναι συνειδητό! Όμως, ΚΑΙ αυτό χωράει πολλές παρερμηνείες. Τι σημαίνει να είναι κάτι «συνειδητό»; Να γνωρίζω ότι το κάνω; Όχι βέβαια, οι περισσότεροι από μας γνωρίζουν ακριβώς τι κάνουν όταν το κάνουν.

Γνωρίζουμε όταν φωνάζουμε, όταν είμαστε τρυφεροί, όταν θυμώνουμε, όταν αγωνιούμε κλπ. Τα ξέρουμε αυτά, τα αντιλαμβανόμαστε. Ξέρουμε ακριβώς και τι λέμε και τι κάνουμε… άσχετα αν επικαλούμαστε το γνωστό «δεν ήξερα τι έκανα». Αλλά αυτό δεν σημαίνει και ότι είμαστε συνειδητοί!

Το να είμαστε συνειδητοί ή όχι, περιλαμβάνει πολλές περισσότερες λειτουργίες παρά μόνο τον «εντοπισμό» της αντίδρασής μας ή της οποιασδήποτε δράσης. Είναι μια σύνθεση πολλών εσωτερικών διεργασιών που περιλαμβάνουν εσωτερικό διάλογο με τον εαυτό μας, αμφισβήτηση των προγραμματισμών, των απόψεων και πεποιθήσεών μας, αναγνώριση των πραγματικών αναγκών και προθέσεών μας, αναγνώριση όλων των μερών (εγώ) μας. Είναι μια σύνθετη διεργασία που παραβλέπει το γραμμικό χρόνο, που αντλεί πληροφορίες από πολλά επίπεδα, που αναγνωρίζει τον (οποιονδήποτε) Άλλον, ως ισότιμο και σεβαστό μέρος της πραγματικότητάς μας.

Μετά απ’ όλα αυτά, που φυσικά γίνονται κατανοητά μόνο βιωματικά, το να ΕΙΣΑΙ ό,τι θέλεις να είσαι, περιλαμβάνει επίσης πολλά, και όχι το συνηθισμένο απλό «το κάνω γιατί απλά μπορώ». Φυσικά και μπορείς… το θέμα είναι τι επιλέγεις και γιατί! Αν οι ρόλοι, οι προθέσεις σου, οι ανάγκες σου, οι Άλλοι είναι φανερά σε σένα, τότε, αυτό που θέλεις και είσαι, είναι συνειδητό!

Συνειδητό σημαίνει και σωστό; Και ναι και όχι…

Η έννοια του «σωστού» και του «λάθους» είναι βεβαρυμμένη με άπειρες φιλοσοφικές θεωρίες, θρησκευτικές και «πνευματικές» πεποιθήσεις, που πλέον δεν έχει κανένα νόημα, πέραν από αυτό που εμείς του δίνουμε κάθε φορά… είτε απελευθερώνοντας είτε περιορίζοντας τη βούλησή μας.

Και ο αόρατος κριτής μας, καραδοκεί… παίζοντάς μας (και τους άλλους στα θέατρα της ζωής μας) σαν μπαλάκι του πιγκ πογκ, πέρα δόθε...

Ισοκράτης: Ο μορφωμένος άνθρωπος

Έχετε συναντήσει ποτέ κάποιον άνθρωπο, που, ενώ είναι κορυφή στο επάγγελμά του, σε μία συνηθισμένη συζήτηση ξεστομίζει ανοησίες;

Που δεν μπορεί να κατανοήσει απλά, καθημερινά ζητήματα και η προσωπική του ζωή είναι ακατάστατη και θλιβερή;

Γιατί συμβαίνει αυτό; Γιατί ένας μορφωμένος άνθρωπος με υψηλή νοημοσύνη, που διαπρέπει σε δύσκολα επιστημονικά πεδία, στα μικρά, καθημερινά τα κάνει μαντάρα;

Αυτά τα ερωτήματα δεν είναι καινούργια. Ήδη από την αρχαιότητα οι φιλόσοφοι προσπάθησαν να εξηγήσουν αυτό το παράδοξο και μία πολύ ικανοποιητική εξήγηση έδωσε ο Ισοκράτης, ο σπουδαίος δάσκαλος του 4ου αι. π.κ.ε. Μία εξήγηση τόσο απλή, που αναρωτιέται κανείς γιατί δεν της δώσαμε τη σημασία που της αξίζει.

Ο Παναθηναϊκός λόγος

Τον λόγο αυτό τον έγραψε ο Ισοκράτης σε ηλικία 94 ετών, με στόχο να κάνει έναν απολογισμό του έργου του και να απαντήσει στους επικριτές του, που τον κατηγορούσαν για δογματισμό και αδιαλλαξία, καθώς ο Ισοκράτης ήταν απόλυτος στις απόψεις του. Στον πρόλογο αυτού του έργου, παρουσιάζει την άποψή του για τον πραγματικά μορφωμένο άνθρωπο, μία άποψη που, ούτε τότε ούτε σήμερα μπορεί κανείς εύκολα να δεχτεί εύκολα.

Η σκέψη πάνω στην οποία βασίζει τα συμπεράσματά του ο Ισοκράτης είναι η εξής: πολλοί άνθρωποι που έχουν φτάσει σε ώριμη ηλικία και έχουν τελειοποιηθεί στη Γεωμετρία ή κάποια άλλη επιστήμη, ή κάποιο άλλο εξειδικευμένο πεδίο και μάλιστα διδάσκουν και άλλους, στα καθημερινά ζητήματα της ζωής αποδεικνύονται πιο ανόητοι από τους μαθητές τους.

Για να μπορούν, λοιπόν, να θεωρηθούν στ’ αλήθεια μορφωμένοι θα πρέπει πια σε αυτή την ηλικία:

να έχουν την οξυδέρκεια να ερμηνεύουν σωστά τις περιστάσεις και να επωφελούνται από αυτές.

να είναι αξιοπρεπείς, δίκαιοι και ανεκτικοί με τους ενοχλητικούς ανθρώπους. Να φέρονται με καλοσύνη και πραότητα στους φίλους τους.

να συγκρατούν τις παρορμήσεις τους και να διαχειρίζονται γενναία τις συμφορές.

να μην αφήνουν τις ευτυχείς συγκυρίες να τους διαφθείρουν. Να μην χαίρονται περισσότερο με όσα κέρδισαν κατά τύχη απ’ όσο χαίρονται με όσα κέρδισαν με τον κόπο και την ορθή τους σκέψη.

Αυτόν που συνδυάζει όλα τα παραπάνω θεωρεί ο Ισοκράτης μορφωμένο άνθρωπο. Τον άνθρωπο που σκέφτεται συνετά και μετρημένα, ώστε να αναγνωρίζει το συμφέρον του και το επιδιώκει, χωρίς να περιφρονεί τους άλλους γύρω του.

Πώς γίνεται

Για να αποκτήσουμε την πρακτική σοφία που περιγράφει ο Ισοκράτης, ο μόνος τρόπος είναι η διδασκαλία της ρητορικής. Η ρητορική τέχνη διδάσκει πώς να χρησιμοποιούμε τον λόγο με τέτοιον τρόπο, ώστε να κάνουμε τις θέσεις μας κατανοητές και να πείθουμε τους ακροατές μας για την ορθότητά τους. Ο Ισοκράτης ισχυρίζεται πως, όποιος κατακτήσει αυτό το ταλέντο, αποκτά εκείνες τις ιδιότητες που χαρακτηρίζουν τον μορφωμένο άνθρωπο, εκείνον που μπορεί να επιτύχει στη ζωή του περισσότερα από κάθε άλλον.

Το φαινόμενο της ψευδούς συναίνεσης και πώς παραμορφώνει τη σκέψη μας

Έχετε παραξενευτεί ποτέ επειδή έτυχε κάποιος να μην συμφωνεί μαζί σας ενώ εσείς πιστεύατε ότι θα συμφωνούσε; Τότε, είναι πολύ πιθανό να αντιμετωπίζετε το φαινόμενο της ψευδούς συναίνεσης.

Τι είναι το φαινόμενο της ψευδούς συναίνεσης;

Η ψευδής συναίνεση αποτελεί μια γνωστική προκατάληψη η οποία οδηγεί το άτομο σε υπερεκτίμηση της ορθότητας των απόψεων, των πεποιθήσεων, των αξιών και των προτιμήσεών του. Αυτό σημαίνει ότι το άτομο πιστεύει ότι οι άλλοι άνθρωποι συμφωνούν με αυτά που ο ίδιος πιστεύει ή πρεσβεύει.

Στην πραγματικότητα, όμως, δεν ισχύει κάτι τέτοιο.

Η ψευδής συναίνεση έχει τη δύναμη να αυξήσει ή να μειώσει την αυτοεκτίμηση, την υπερβολική εμπιστοσύνη ή την πεποίθηση του ατόμου ότι οι άλλοι ασπάζονται την δική του άποψη. Αυτό το φαινόμενο μας οδηγεί στο να πιστεύουμε ότι οι άλλοι αισθάνονται με τον ίδιο τρόπο που νιώθουμε κι εμείς, ενώ όταν διαπιστώσουμε ότι αυτό δεν ισχύει, διαταράσσεται το σύστημα των αντιλήψεών μας.

Μελέτες δείχνουν ότι οι πολίτες πιστεύουν συχνά ότι οι πολιτικοί υποψήφιοι που προτιμούν, προτιμούνται επίσης από την πλειοψηφία του πληθυσμού. Επιπλέον, άνθρωποι με ρατσιστικές απόψεις συχνά πιστεύουν ότι αυτές οι απόψεις ισχύουν και για τους υπόλοιπους ανθρώπους που παρουσιάζουν κοινά χαρακτηριστικά με τους ίδιους.

Παρόμοιες μελέτες δείχνουν ότι η εσφαλμένη συναινετική προκατάληψη μπορεί να εμφανιστεί σε ένα ευρύ φάσμα καταστάσεων και να ποικίλλει ανάλογα με τη σοβαρότητά τους. Αυτή η υπερεκτίμηση μπορεί να είναι άλλοτε θετική και άλλοτε αρνητική.

Από πού προέρχεται η ψευδής συναίνεση;

Η ψευδής συναίνεση προέρχεται από την ανάγκη μας να τηρούμε τους κανόνες ώστε να είμαστε αποδεκτοί από τους άλλους μέσα στο ίδιο περιβάλλον. Για παράδειγμα, τα μέλη μιας ομάδας επιζητούν τη συναίνεση και σπανίως έρχονται σε επαφή με όσους διαφωνούν. Εκείνοι που ανήκουν στην ομάδα τείνουν να συμμορφώνονται με τους υπόλοιπους ή να προσπαθούν να συμμορφωθούν με αυτό που θεωρούν ότι είναι αποδεκτό από τους πολλούς. Αυτό ενισχύει την ψευδή συναίνεση. Όταν τα άτομα αυτά συναντούν κάποιον που σκέφτεται διαφορετικά ή παρουσιάζει στοιχεία ενάντια στα πιστεύω τους, τείνουν να τον απορρίπτουν.

Γιατί συμβαίνει αυτό;

Όταν προσπαθούμε να πάρουμε μια απόφαση ή να εκτιμήσουμε πόσο πιθανό είναι να συμβεί κάτι, θεωρούμε ως σωστή την πεποίθηση που μας έρχεται αρχικά στο νου. Όταν εξετάζουμε την πεποίθηση αυτή, ανατρέχουμε σε όσους βρίσκονται πιο κοντά σε εμάς, όπως οι φίλοι και η οικογένεια. Αυτοί οι άνθρωποι τείνουν να μοιάζουν ή να έχουν τις ίδιες πεποιθήσεις με εμάς.

Αυτό μας οδηγεί στο να πιστεύουμε ότι οι άλλοι θα σκέφτονται και θα αισθάνονται με τον ίδιο τρόπο. Επειδή γνωρίζουμε περισσότερο τις δικές μας πεποιθήσεις από των άλλων, νιώθουμε πιο άνετα όταν συναντάμε κάποιον που συμμερίζεται τις ίδιες απόψεις με εμάς. Είναι φυσιολογικό να μας έλκουν παραπάνω οι όμοιοί μας.

Επιπλέον, πιστεύοντας ότι οι άλλοι συμφωνούν μαζί μας, ενισχύεται παράλληλα κι η αυτοεκτίμησή μας. Είμαστε «προγραμματισμένοι» να πιστεύουμε ότι οι άλλοι θα συμφωνήσουν μαζί μας παρά ότι θα διαφωνήσουν. Έτσι, τείνουμε να εστιάζουμε την προσοχή μας σε όσους συμπορεύονται με εμάς.

Αυτό μας ενθαρρύνει να προβάλλουμε τις σκέψεις και τις πεποιθήσεις μας σε άλλους. Βασιζόμαστε στις πληροφορίες που είναι περισσότερο διαθέσιμες σε εμάς και διαμορφώνουμε τις ανάλογες πεποιθήσεις. Υποθέτουμε, λοιπόν, ότι οι άλλοι διαβάζουν τις ίδιες πληροφορίες και σχηματίζουν τις ίδιες απόψεις.

Τι επηρεάζει αυτή τη γνωστική προκατάληψη;

Υπάρχουν διάφοροι παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν την ψευδή συναίνεση. Υπάρχουν κάποιες καταστάσεις στις οποίες η (ψευδής) πεποίθησή μας για συναίνεση θα είναι ισχυρότερη από ότι σε άλλες.

Εάν θεωρούμε ότι η γνώμη μας για ένα συγκεκριμένο θέμα είναι εμπεριστατωμένη, είναι πιο πιθανό να πιστεύουμε ότι οι άλλοι θα συμφωνήσουν μαζί μας. Εάν είμαστε απόλυτα πεπεισμένοι για κάτι, είναι πιθανότερο να πιστεύουμε ότι οι άλλοι αισθάνονται με τον ίδιο τρόπο. Επιπλέον, όσο περισσότεροι είναι οι υποστηρικτές μας, τόσο περισσότερο θα είμαστε πεπεισμένοι ότι οι άλλοι συμφωνούν με τη γνώμη μας.

Πώς να καταπολεμήσετε το φαινόμενο της ψευδούς συναίνεσης

Αν κατανοήσετε από πού προέρχεται αυτή η προκατάληψη, θα είστε σε θέση να μειώσετε την επιρροή που σας ασκεί στον τρόπο σκέψης μας.

• Αποδεχθείτε ότι οι άλλοι μπορεί να μην συμφωνούν μαζί σας. Μπορεί να έχουν πληροφορίες ή γνώσεις που εσείς δεν έχετε, οπότε να είστε ανοιχτοί. Να λαμβάνετε πάντα υπόψη σας άλλες απόψεις και πληροφορίες κατά τη διαμόρφωση της δικής σας άποψης και να εξετάζετε ποια μπορεί να είναι τα αδύναμα σημεία στο δικό σας σκεπτικό.

• Επικεντρωθείτε στους εσωτερικούς λόγους της πεποίθησής σας και τι μπορεί να επηρεάζει τη διαδικασία σκέψης σας ώστε να έχετε την πεποίθηση αυτή. Προσπαθήστε να απομακρυνθείτε από τους παράγοντες που παίρνουν μέρος κατά την λήψη της απόφασή σας και εξετάστε νέα στοιχεία από διαφορετικές πηγές για να αποκτήσετε μια σφαιρική οπτική.

Η ψευδής προκατάληψη της συναίνεσης μπορεί να μας κάνει υπερβολικά σίγουρους σε κάποιες καταστάσεις. Είναι σημαντικό να το ισορροπούμε αυτό, ώστε να μπορούμε να εκτιμήσουμε σωστά τις αντιδράσεις των άλλων. Αν και είναι λογικό να πιστεύουμε ότι οι άνθρωποι θα συμφωνούν μαζί μας σε κάποια πράγματα, είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι είναι εξίσου λογικό και να μην συμφωνήσουν μαζί μας σε ορισμένες περιπτώσεις.

Ξέχασαν να ερωτεύονται δυνατά

Νιώσατε κι εσείς ν’ αγαπάτε χωρίς την αναμενόμενη ανταπόκριση; Νιώσατε να σας κόβουν τα φτερά και το χαμόγελο ενώ ήσασταν γεμάτοι συναίσθημα κι έτοιμοι να δώσετε τα πάντα; Λένε πώς όσοι αγαπούν, δεν φεύγουν. Λένε πώς όσοι αγαπούν κάνουν υπομονή και καταλαβαίνουν.

Πόσοι, όμως, αντέχουν να μένουν και να πληγώνονται συνεχώς από τον ίδιο άνθρωπο που τους απορρίπτει ξανά και ξανά χωρίς καν να το καταλαβαίνει ή να το παραδέχεται. Είναι αυτό μία τοξική σχέση; Είναι έρωτας χωρίς πραγματική ανταπόκριση; Είναι καλύτερα να είσαι στο λίγο ή στο τίποτα, όταν δεν μπορείς να ζήσεις κάτι στο φουλ.

Δεν μιλάμε για καβγάδες. Αυτοί σημαίνει ότι θέλετε και οι δυο. Μιλάμε για την αδιαφορία. Μιλάμε για τη σιωπή. Μιλάμε για απόρριψη. Μιλάμε γι’ αυτό που τη μία είσαι τα πάντα για κάποιον μέσα στα χέρια του και την άλλη δεν είσαι τίποτα. Που στα ξαφνικά τρως ''Χ'' και δεν καταλαβαίνεις πού έφταιξες κι από πού σου ήρθε.

Μιλάμε γι’ αυτό που συμβαίνει όταν νιώθεις άλλα και βιώνεις άλλα. Πολύ μπερδεμένα πράγματα. Το λίγο σε σκοτώνει σιγά σιγά. Το καθόλου θα σε κρατήσει για λίγο νεκρό όμως κάποια στιγμή θα αναστηθείς. Μία on and off όμως κατάσταση μπορεί να σε αρρωστήσει.

Υπάρχουν παραδείγματα για το πώς μπορούν να διώξουν οι άνθρωποι κάποιον που τους αγαπάει. Κι αυτά είναι απλά. Δεν καταλαβαίνουν πόσο τυχεροί είναι που έχουν αυτό τον έρωτα, δεν τους νοιάζει και τόσο αυτός ο έρωτας, δεν είναι έτοιμοι παρόλα όσα νιώθουν να μοιραστούν πράγματα; Ποιος ξέρει; Κάθε περίπτωση μοιάζει αλλά είναι και διαφορετική.

Εκεί η προσδοκία γκρεμοτσακίζεται μπροστά στο τίποτα του άλλου, εκεί χάνεται ο έρωτας, εκεί που το πάθος γίνεται ένα τυπικό μήνυμα “καλά είμαι εσύ”; Εκεί που το “καλημέρα μωρό μου” γίνεται έχω δουλειά θα της στείλω αργότερα. Εκεί που το σεξ δεν ενθουσιάζει πια και αραιώνει. Εκεί που τα “θα πάμε απόψε μια βόλτα”; ή “μπορώ να σε δω λίγο τώρα όπως είσαι δε με νοιάζει” γίνεται ένα ψυχρό καληνύχτα.

Εκεί που σταματάς να προσπαθείς γιατί θεωρείς τον άλλο δεδομένο. Ένα λουλούδι σ’ ένα τραπέζι όταν ανοίγεις την πόρτα μετά από μια κουραστική μέρα, δεν φαντάζεσαι πόσο χαρούμενη θα την κάνει. Ένα απρόοπτο μήνυμα “μωρό μου σε σκέφτομαι, σε θέλω”, δε φαντάζεσαι πόσο καταπληκτικό θα κάνει το σεξ την επόμενη φορά.

Ρωτάς γιατί δεν τα έχεις πια; Κάποιος βαρέθηκε. Κάποιος στην πορεία κουράστηκε. Γιατί μένει λες; Δεν ξέρω την απάντηση. Κανείς δεν ξέρει ούτε ο ίδιος που μένει ενώ δεν είναι μέσα σε αυτή τη σχέση 100%. Κι έρχεται η γκρίνια, η μουρμούρα από τη μια, οι τελευταίες προσπάθειες να βρείτε το κοινό σας γέλιο, τη κοινή σας χαρά, αυτά που σας ένωναν κι έκαναν τη σχέση σας ν’ αξίζει.

Τη σχέση που σας ξεκουράζει κι όπου όλα έβγαιναν τόσο εύκολα κι απλά. Οι κουβέντες, οι αυθόρμητες συζητήσεις, οι έντονοι καβγάδες, το παθιασμένο σεξ. Τίποτα. Ή μάλλον σχεδόν τίποτα. Κι αυτό πονάει περισσότερο.

Ξαφνικά το τέλος μοιάζει λυτρωτικό. Από το να δεις ακόμη ένα τρομαχτικό, τυπικό μήνυμα στο κινητό σου, “καλά είσαι, εσύ;”, προτιμάς να κοιτάς το κινητό και να μην έρχεται τίποτα. Που πήγε το online σεξ, τα αστεία, τα τηλεφωνήματα; Φώναζες άδικα ότι σου έλειπαν; Σου έλειπαν τότε που τον είχες, σου λείπουν και τώρα που τον έχασες.

Είσαι στον ίδιο παρονομαστή. Απλά έκανες αυτό που δεν μπορούσε. Τον άφησες ελεύθερο να βρει το πάθος που μαζί σου έχασε. Να βρει ξανά τον ενθουσιασμό του σε μια φρέσκα σάρκα. Απέτυχες να τον κρατήσεις; Μπορεί. Αλλά νομίζω πώς ό,τι κι αν έκανες, στο τέλος θα τον έχανες. Ακόμη κι αν δεν σε άφηνε ποτέ.

Ίσως να βρεις αυτόν που να τρέφεται από τη μυρωδιά σου. Που να θέλει να ξυπνά με τη φωνή σου. Που να γεμίζουν οι στιγμές του μόνο όταν θα είσαι κι εσύ παρούσα. Που να απαιτεί να σε δει. Που να σε διεκδικεί. Που το να σου μιλάει δε θα είναι απλά μία βαρετή διαδικασία για να σε ρίξει στο κρεβάτι μετά. Ίσως να τον ξαναβρείς κι ίσως πάλι να τον ξαναχάσεις. Ίσως την επόμενη φορά κρατήσει για πάντα.

Κλείσε τις πληγές σου και βγες ξανά στο παιχνίδι. Δώσε τα όλα και ζήτα τα όλα. Ένας έρωτας πρέπει να είναι ζωντανός, ενεργός να μας γεμίζει. Αλλιώς γίνεται κι αυτός μια ρουτίνα. Γι’ αυτό τόσοι άνθρωποι γύρω μας είναι άδειοι και δυστυχισμένοι. Ξέχασαν να ερωτεύονται δυνατά.

Μαύρη τρύπα «καταβροχθίζει» άστρο!

Εντυπωσιακές είναι οι εικόνες που έδωσε στη δημοσιότητα η NASA και δείχνουν μία μαύρη τρύπα να καταβροχθίζει ένα άστρο.

Πρόκειται για την πρώτη φορά που ο «κυνηγός πλανητών» της ΝΑSA Transiting Exoplanet Survey Satellite (TESS) απαθανάτισε το εντυπωσιακό φαινόμενο που είναι γνωστό ως «γεγονός παλιρροϊκής διακοπής» (tidal disruption event).

Οι επιστημονικές παρατηρήσεις που ακολούθησαν από εγκαταστάσεις της NASA έδωσαν μια λεπτομερή εικόνα από τις πρώτες στιγμές αυτού του καταστροφικού για τα άστρα φαινομένου.

«Τα δεδομένα από το TESS μας έδειξαν ακριβώς πότε αυτό το καταστρεπτικό συμβάν, με το όνομα ASASSN-19bt, άρχισε να γίνεται πιο φωτεινό, κάτι που δεν είχαμε παρατηρήσει ποτέ πριν» δήλωσε ο Thomas Holoien, επικεφαλής του Παρατηρητηρίου Καρνέγκι (Observatory Carnegie), στην Πασαντένα της Καλιφόρνιας.

Ο ίδιος τόνισε ότι «επειδή εντοπίσαμε έγκαιρα την "παλιρροϊκή διάρρηξη" με το σύστημα "Επίγεια Αυτοματοποιημένη Έρευνα για Υπερκαινοφανείς" (ASAS-SN), ήταν δυνατή η άμεση ενεργοποίηση παρατηρήσεων του φαινομένου κατά τις πρώτες κιόλας ημέρες. Αυτά τα πρώτα δεδομένα θα είναι εξαιρετικά χρήσιμα για τη μοντελοποίηση της φυσικής αυτών των εκρήξεων».

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ἠθικὰ Νικομάχεια (1127b-1128b)

[VIII] Οὔσης δὲ καὶ ἀναπαύσεως ἐν τῷ βίῳ, καὶ ἐν ταύτῃ διαγωγῆς μετὰ παιδιᾶς, δοκεῖ καὶ ἐνταῦθα εἶναι ὁμιλία

[1128a] τις ἐμμελής, καὶ οἷα δεῖ λέγειν καὶ ὥς, ὁμοίως δὲ καὶ ἀκούειν. διοίσει δὲ καὶ τὸ ἐν τοιούτοις λέγειν ἢ τοιούτων ἀκούειν. δῆλον δ᾽ ὡς καὶ περὶ ταῦτ᾽ ἔστιν ὑπερβολή τε καὶ ἔλλειψις τοῦ μέσου. οἱ μὲν οὖν τῷ γελοίῳ ὑπερβάλλοντες βωμολόχοι δοκοῦσιν εἶναι καὶ φορτικοί, γλιχόμενοι πάντως τοῦ γελοίου, καὶ μᾶλλον στοχαζόμενοι τοῦ γέλωτα ποιῆσαι ἢ τοῦ λέγειν εὐσχήμονα καὶ μὴ λυπεῖν τὸν σκωπτόμενον· οἱ δὲ μήτ᾽ αὐτοὶ ἂν εἰπόντες μηδὲν γελοῖον τοῖς τε λέγουσι δυσχεραίνοντες ἄγροικοι καὶ σκληροὶ δοκοῦσιν εἶναι. οἱ δ᾽ ἐμμελῶς παίζοντες εὐτράπελοι προσαγορεύονται, οἷον εὔτροποι· τοῦ γὰρ ἤθους αἱ τοιαῦται δοκοῦσι κινήσεις εἶναι, ὥσπερ δὲ τὰ σώματα ἐκ τῶν κινήσεων κρίνεται, οὕτω καὶ τὰ ἤθη. ἐπιπολάζοντος δὲ τοῦ γελοίου, καὶ τῶν πλείστων χαιρόντων τῇ παιδιᾷ καὶ τῷ σκώπτειν μᾶλλον ἢ δεῖ, καὶ οἱ βωμολόχοι εὐτράπελοι προσαγορεύονται ὡς χαρίεντες· ὅτι δὲ διαφέρουσι, καὶ οὐ μικρόν, ἐκ τῶν εἰρημένων δῆλον. τῇ μέσῃ δ᾽ ἕξει οἰκεῖον καὶ ἡ ἐπιδεξιότης ἐστίν· τοῦ δ᾽ ἐπιδεξίου ἐστὶ τοιαῦτα λέγειν καὶ ἀκούειν οἷα τῷ ἐπιεικεῖ καὶ ἐλευθερίῳ ἁρμόττει· ἔστι γάρ τινα πρέποντα τῷ τοιούτῳ λέγειν ἐν παιδιᾶς μέρει καὶ ἀκούειν, καὶ ἡ τοῦ ἐλευθερίου παιδιὰ διαφέρει τῆς τοῦ ἀνδραποδώδους, καὶ πεπαιδευμένου καὶ ἀπαιδεύτου. ἴδοι δ᾽ ἄν τις καὶ ἐκ τῶν κωμῳδιῶν τῶν παλαιῶν καὶ τῶν καινῶν· τοῖς μὲν γὰρ ἦν γελοῖον ἡ αἰσχρολογία, τοῖς δὲ μᾶλλον ἡ ὑπόνοια· διαφέρει δ᾽ οὐ μικρὸν ταῦτα πρὸς εὐσχημοσύνην. πότερον οὖν τὸν εὖ σκώπτοντα ὁριστέον τῷ λέγειν μὴ ἀπρεπῆ ἐλευθερίῳ, ἢ τῷ μὴ λυπεῖν τὸν ἀκούοντα ἢ καὶ τέρπειν; ἢ καὶ τό γε τοιοῦτον ἀόριστον; ἄλλο γὰρ ἄλλῳ μισητόν τε καὶ ἡδύ. τοιαῦτα δὲ καὶ ἀκούσεται· ἃ γὰρ ὑπομένει ἀκούων, ταῦτα καὶ ποιεῖν δοκεῖ. οὐ δὴ πᾶν ποιήσει· τὸ γὰρ σκῶμμα λοιδόρημά τι ἐστίν, οἱ δὲ νομοθέται ἔνια λοιδορεῖν κωλύουσιν· ἔδει δ᾽ ἴσως καὶ σκώπτειν. ὁ δὴ χαρίεις καὶ ἐλευθέριος οὕτως ἕξει, οἷον νόμος ὢν ἑαυτῷ. τοιοῦτος μὲν οὖν ὁ μέσος ἐστίν, εἴτ᾽ ἐπιδέξιος εἴτ᾽ εὐτράπελος λέγεται. ὁ δὲ βωμολόχος ἥττων ἐστὶ τοῦ γελοίου, καὶ οὔτε ἑαυτοῦ οὔτε τῶν ἄλλων ἀπεχόμενος εἰ γέλωτα ποιήσει, καὶ τοιαῦτα λέγων

[1128b] ὧν οὐδὲν ἂν εἴποι ὁ χαρίεις, ἔνια δ᾽ οὐδ᾽ ἂν ἀκούσαι. ὁ δ᾽ ἄγροικος εἰς τὰς τοιαύτας ὁμιλίας ἀχρεῖος· οὐθὲν γὰρ συμβαλλόμενος πᾶσι δυσχεραίνει. δοκεῖ δὲ ἡ ἀνάπαυσις καὶ ἡ παιδιὰ ἐν τῷ βίῳ εἶναι ἀναγκαῖον. τρεῖς οὖν αἱ εἰρημέναι ἐν τῷ βίῳ μεσότητες, εἰσὶ δὲ πᾶσαι περὶ λόγων τινῶν καὶ πράξεων κοινωνίαν. διαφέρουσι δ᾽ ὅτι ἣ μὲν περὶ ἀλήθειάν ἐστιν, αἳ δὲ περὶ τὸ ἡδύ. τῶν δὲ περὶ τὴν ἡδονὴν ἣ μὲν ἐν ταῖς παιδιαῖς, ἣ δ᾽ ἐν ταῖς κατὰ τὸν ἄλλον βίον ὁμιλίαις.

[IX] Περὶ δὲ αἰδοῦς ὥς τινος ἀρετῆς οὐ προσήκει λέγειν· πάθει γὰρ μᾶλλον ἔοικεν ἢ ἕξει. ὁρίζεται γοῦν φόβος τις ἀδοξίας, καὶ ἀποτελεῖται τῷ περὶ τὰ δεινὰ φόβῳ παραπλήσιον· ἐρυθραίνονται γὰρ οἱ αἰσχυνόμενοι, οἱ δὲ τὸν θάνατον φοβούμενοι ὠχριῶσιν. σωματικὰ δὴ φαίνεταί πως εἶναι ἀμφότερα, ὅπερ δοκεῖ πάθους μᾶλλον ἢ ἕξεως εἶναι. οὐ πάσῃ δ᾽ ἡλικίᾳ τὸ πάθος ἁρμόζει, ἀλλὰ τῇ νέᾳ. οἰόμεθα γὰρ δεῖν τοὺς τηλικούτους αἰδήμονας εἶναι διὰ τὸ πάθει ζῶντας πολλὰ ἁμαρτάνειν, ὑπὸ τῆς αἰδοῦς δὲ κωλύεσθαι· καὶ ἐπαινοῦμεν τῶν μὲν νέων τοὺς αἰδήμονας, πρεσβύτερον δ᾽ οὐδεὶς ἂν ἐπαινέσειεν ὅτι αἰσχυντηλός· οὐδὲν γὰρ οἰόμεθα δεῖν αὐτὸν πράττειν ἐφ᾽ οἷς ἐστὶν αἰσχύνη. οὐδὲ γὰρ ἐπιεικοῦς ἐστὶν ἡ αἰσχύνη, εἴπερ γίνεται ἐπὶ τοῖς φαύλοις (οὐ γὰρ πρακτέον τὰ τοιαῦτα· εἰ δ᾽ ἐστὶ τὰ μὲν κατ᾽ ἀλήθειαν αἰσχρὰ τὰ δὲ κατὰ δόξαν, οὐδὲν διαφέρει· οὐδέτερα γὰρ πρακτέα, ὥστ᾽ οὐκ αἰσχυντέον)· φαύλου δὲ καὶ τὸ εἶναι τοιοῦτον οἷον πράττειν τι τῶν αἰσχρῶν. τὸ δ᾽ οὕτως ἔχειν ὥστ᾽ εἰ πράξαι τι τῶν τοιούτων αἰσχύνεσθαι, καὶ διὰ τοῦτ᾽ οἴεσθαι ἐπιεικῆ εἶναι, ἄτοπον· ἐπὶ τοῖς ἑκουσίοις γὰρ ἡ αἰδώς, ἑκὼν δ᾽ ὁ ἐπιεικὴς οὐδέποτε πράξει τὰ φαῦλα. εἴη δ᾽ ἂν ἡ αἰδὼς ἐξ ὑποθέσεως ἐπιεικές· εἰ γὰρ πράξαι, αἰσχύνοιτ᾽ ἄν· οὐκ ἔστι δὲ τοῦτο περὶ τὰς ἀρετάς. εἰ δ᾽ ἡ ἀναισχυντία φαῦλον καὶ τὸ μὴ αἰδεῖσθαι τὰ αἰσχρὰ πράττειν, οὐδὲν μᾶλλον τὸν τὰ τοιαῦτα πράττοντα αἰσχύνεσθαι ἐπιεικές. οὐκ ἔστι δ᾽ οὐδ᾽ ἡ ἐγκράτεια ἀρετή, ἀλλά τις μικτή· δειχθήσεται δὲ περὶ αὐτῆς ἐν τοῖς ὕστερον. νῦν δὲ περὶ δικαιοσύνης εἴπωμεν.

***
[8] Δεδομένου ότι στη ζωή υπάρχει επίσης αναψυχή και ανάπαυση (στην οποία περιλαμβάνονται η σχόλη και η διασκέδαση), λέμε ότι και εδώ υπάρχουν κάποιοι κομψοί και καλαίσθητοι τρόποι επικοινωνίας

[1128a] με τους άλλους: να λέμε —αλλά και να ακούμε— αυτά που πρέπει και με τον τρόπο που πρέπει. Δεν είναι επίσης χωρίς σημασία το είδος των ανθρώπων στους οποίους λέμε αυτά που λέμε ή των ανθρώπων από τους οποίους ακούμε αυτά που ακούμε.

Εν πάση περιπτώσει, είναι φανερό ότι υπάρχει και εδώ υπερβολή και έλλειψη ενσχέσει με το μέσον.

Αυτούς λοιπόν που ξεπερνούν το μέτρο στην προσπάθειά τους να κάνουν τους άλλους να γελάσουν, η κοινή αντίληψη τους θεωρεί «καραγκιόζηδες»: ανθρώπους απαίδευτους και κακόγουστους, ανθρώπους που θέλουν με κάθε τρόπο να προκαλέσουν το γέλιο, ανθρώπους, τέλος, που έχουν πιο πολύ για στόχο τους να προκαλέσουν το γέλιο παρά να πουν αυτά που θέλουν να πουν με τρόπο αρμόζοντα και ευπρεπή, χωρίς να στενοχωρήσουν τον άνθρωπο που είναι το αντικείμενο του σκώμματός τους. Αντίθετα, αυτούς που ούτε οι ίδιοι είναι σε θέση να πουν κάτι το αστείο ούτε ανέχονται αυτούς που το κάνουν, η κοινή αντίληψη τους θεωρεί «χωριάτες» και τραχείς ανθρώπους.

Αυτούς, τέλος, που αστειεύονται με τρόπο κομψό και καλαίσθητο η γλώσσα μας τους λέει με τη λέξη ευτράπελοι, κάτι σαν «άνθρωποι που “τρέπονται” εύκολα τη μια προς τα εδώ και την άλλη προς τα εκεί»· γιατί αυτού του είδους τα πράγματα λογαριάζονται κινήσεις του χαρακτήρα, και όπως κρίνουμε τα σώματα με βάση τις κινήσεις τους, έτσι και τους χαρακτήρες.

Εν πάση περιπτώσει, επειδή το αστείο και το κωμικό έχει πολύ μεγάλη πέραση και οι πιο πολλοί άνθρωποι βρίσκουν στις διασκεδάσεις και στα σκώμματα περισσότερη από ό,τι πρέπει ευχαρίστηση, ονομάζουν ευτράπελους και τους καραγκιόζηδες, θεωρώντας τους ευχάριστους και χαριτωμένους ανθρώπους· ότι όμως διαφέρουν οι μεν από τους δε, και μάλιστα όχι λίγο, έχει γίνει φανερό από αυτά που είπαμε.

Στη μεσότητα προσιδιάζει και η λεπτότητα και διακριτικότητα. Του λεπτού και διακριτικού ανθρώπου γνώρισμα είναι να λέει και να ακούει πράγματα που ταιριάζουν στον καλό άνθρωπο και σ᾽ αυτόν που έχει πάρει την αγωγή του ελεύθερου ανθρώπου· γιατί υπάρχουν κάποια πράγματα που ταιριάζει να τα λέει και να τα ακούει ένας τέτοιος άνθρωπος για διασκέδαση, και φυσικά η διασκέδαση ενός ελεύθερου ανθρώπου διαφέρει από τη διασκέδαση του κοινού και τυχαίου ανθρώπου, όπως διαφέρει και η διασκέδαση του καλλιεργημένου από τη διασκέδαση του ακαλλιέργητου ανθρώπου. Μπορεί κανείς να το προσέξει αυτό συγκρίνοντας τις παλαιές κωμωδίες με τις καινούργιες: στους παλαιούς ποιητές το αστείο βασιζόταν στην αισχρολογία, ενώ στους καινούργιους στον υπαινιγμό και στο υπονοούμενο· αυτά όμως τα δύο παρουσιάζουν όχι μικρή μεταξύ τους διαφορά από την άποψη της ευπρέπειας.

Ποιόν λοιπόν από τους ακόλουθους δύο ορισμούς θα πρέπει να δεχτούμε για τον άνθρωπο που σκώπτει και αστειεύεται σωστά: Είναι αυτός που λέει πράγματα που ταιριάζουν στο άτομο που έχει πάρει την αγωγή του ελεύθερου ανθρώπου, ή είναι αυτός που δεν στενοχωρεί, κάτι παραπάνω: που ευχαριστεί τον ακροατή του; Μήπως όμως τελικά αυτό το δεύτερο είναι από τα πράγματα όπου ο ορισμός είναι στην πραγματικότητα αδύνατος, αφού άλλα είναι τα πράγματα που δυσαρεστούν ή ευχαριστούν τον έναν και άλλα τον άλλον; Ίδιο θα είναι και το είδος των αστείων και των σκωμμάτων των οποίων θα είναι αυτός το αντικείμενο· γιατί το είδος των αστείων και των σκωμμάτων των οποίων ανέχεται να είναι αυτός το αντικείμενο είναι μάλλον το είδος των αστείων και των σκωμμάτων που ο ίδιος κάνει. Αυτό θα πει ότι υπάρχουν αστεία και σκώμματα που δεν θα τα κάνει· γιατί το σκώμμα είναι ένα είδος κακολογίας, και το να κακολογούμε κάποια πράγματα οι νομοθέτες μάς το απαγορεύουν —ίσως θα έπρεπε να μας απαγορεύουν και το να κάνουμε ορισμένου είδους σκώμματα. Ο κομψός λοιπόν και εκλεπτυσμένος άνθρωπος, ο άνθρωπος που πήρε την αγωγή του ελεύθερου ανθρώπου, θα συμπεριφερθεί με τον τρόπο που περιγράψαμε, ωσάν ο ίδιος να είναι νόμος για τον εαυτό του.

Τέτοιος είναι λοιπόν ο άνθρωπος που βρίσκεται στο μέσον, είτε τον λέμε ευτράπελο είτε τον λέμε λεπτό και διακριτικό άνθρωπο. Ο «καραγκιόζης», από την άλλη, κυριευμένος από την επιθυμία να λέει αστεία και να προκαλεί γέλιο, δεν λογαριάζει ούτε τον εαυτό του ούτε τους άλλους, αν είναι να προκαλέσει γέλιο, και λέει πράγματα

[1128b] που ο κομψός και εκλεπτυσμένος άνθρωπος δεν θα τα έλεγε ποτέ — μερικά ο κομψός και εκλεπτυσμένος άνθρωπος δεν θα δεχόταν ούτε να τα ακούσει. Όσο για τον «χωριάτη», αυτός είναι άχρηστος και ακατάλληλος γι᾽ αυτού του είδους τις κοινωνικές διασκεδάσεις: μη μπορώντας να συνεισφέρει τίποτε αγανακτεί και γκρινιάζει για όλα. Η ανάπαυση, πάντως, και η διασκέδαση θεωρείται κάτι το απαραίτητο στη ζωή των ανθρώπων.

Τρεις είναι λοιπόν οι μεσότητες στις σχέσεις που αναπτύσσουν οι άνθρωποι μεταξύ τους στην καθημερινή τους ζωή: αυτές ακριβώς που περιγράψαμε. Όλες τους αναφέρονται στη σχέση που αναπτύσσουμε με τους άλλους με τα λόγια και τις πράξεις μας. Διαφέρουν, πάντως, μεταξύ τους κατά τούτο, ότι η μία από αυτές έχει να κάνει με την αλήθεια, ενώ οι άλλες δύο με την ευχαρίστηση. Από τις δύο, πάλι, που αναφέρονται στην ευχαρίστηση η μία έχει να κάνει με τις κοινωνικές μας διασκεδάσεις, ενώ η άλλη με όλες γενικά τις περιστάσεις της κοινωνικής μας ζωής.

[9] Για τη ντροπή δεν μπορούμε να μιλούμε σαν να είναι αρετή, γιατί αυτή μοιάζει πιο πολύ με πάθος παρά με έξη. Εν πάση περιπτώσει, η ντροπή ορίζεται ως ένα είδος φόβου του ατόμου μήπως χάσει το καλό του όνομα, και έχει συνέπειες και αποτελέσματα παραπλήσια με αυτά που προκαλεί ο φόβος του κινδύνου: αυτοί που ντρέπονται κοκκινίζουν, ενώ αυτοί που φοβούνται τον θάνατο χλωμιάζουν. Και στις δύο λοιπόν περιπτώσεις γίνεται φανερό ότι πρόκειται για φαινόμενα που σχετίζονται κατά κάποιο τρόπο με το σώμα μας, κάτι που θεωρείται ότι είναι γνώρισμα μάλλον του πάθους παρά της έξης. Το πάθος, πάντως, αυτό δεν ταιριάζει σε κάθε ηλικία, αλλά μόνο στη νεανική.

Ο λόγος είναι ότι θεωρούμε ότι οι νέοι άνθρωποι πρέπει να είναι ντροπαλοί: ζώντας κάτω από την επήρεια του πάθους οι νέοι κάνουν πολλά σφάλματα, και η ντροπή τούς προφυλάγει από αυτά. Τους ντροπαλούς νέους τους επαινούμε, τον μεγάλο όμως άνθρωπο κανείς δεν θα τον επαινούσε ότι είναι ντροπαλός· γιατί λογαριάζουμε ότι ο μεγάλος άνθρωπος δεν θα έκανε τίποτε από αυτά που φέρνουν ντροπή. Η ντροπή, επίσης, δεν είναι γνώρισμα του καλού ανθρώπου, αφού είναι κάτι που πηγαίνει μαζί μαζί με τις κακές πράξεις (τέτοιες πράξεις, ούτως ή άλλως, δεν πρέπει να τις κάνουμε, και δεν έχει καμιά σημασία αν πρόκειται για πραγματικά επαίσχυντες ή για επαίσχυντες κατά την κοινωνική σύμβαση πράξεις: ούτε τις μεν ούτε τις δε πρέπει να τις κάνουμε, και επομένως κανένα δεν μένει περιθώριο για ντροπή). Γνώρισμα, άλλωστε, του ευτελούς ανθρώπου είναι και το να έχει την τάση να κάνει επαίσχυντες πράξεις. Το να είναι όμως κανείς τέτοιου είδους άνθρωπος ώστε να νιώθει ντροπή κάθε φορά που κάνει μια τέτοιου είδους πράξη, και για τον λόγο αυτό να φαντάζεται πως είναι καλός άνθρωπος, αυτό είναι εντελώς παράλογο· γιατί το αίσθημα της ντροπής σχετίζεται με πράξεις που γίνονται με τη θέλησή μας, και ο καλός άνθρωπος ποτέ δεν θα κάνει κακές πράξεις με τη θέλησή του. Μόνο υπό όρους, λοιπόν, θα έλεγα ότι το αίσθημα της ντροπής είναι κάτι το καλό: στην περίπτωση που ο καλός άνθρωπος θα έκανε κάποια επαίσχυντη πράξη, θα ένιωθε γι᾽ αυτήν ντροπή· τέτοιου είδους όμως όροι δεν υπάρχουν στην περίπτωση των αρετών. Και αν η αναισχυντία, το να μην αισθάνεται δηλαδή κανείς ντροπή να κάνει επαίσχυντες πράξεις, είναι κακό, δεν σημαίνει καθόλου ότι είναι καλό το να νιώθει ντροπή αυτός που κάνει τέτοιου είδους πράξεις. Ούτε και η εγκράτεια είναι αρετή, αλλά κάτι το μεικτό· αυτό όμως θα γίνει φανερό παρακάτω. Τώρα ας μιλήσουμε για τη δικαιοσύνη.

Παρασκευή 27 Σεπτεμβρίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Πλοῦτος (684-725)

ΓΥ. ταλάντατ᾽ ἀνδρῶν, οὐκ ἐδεδοίκεις τὸν θεόν;
685 ΚΑ. νὴ τοὺς θεοὺς ἔγωγε, μὴ φθάσειέ με
ἐπὶ τὴν χύτραν ἐλθὼν ἔχων τὰ στέμματα.
ὁ γὰρ ἱερεὺς αὐτοῦ με προὐδιδάξατο.
τὸ γρᾴδιον δ᾽ ὡς ᾔσθετο δή μου τὸν ψόφον,
τὴν χεῖρ᾽ ὑπῆρε· κᾆτα συρίξας ἐγὼ
690 ὀδὰξ ἐλαβόμην ὡς παρείας ὢν ὄφις.
ἡ δ᾽ εὐθέως τὴν χεῖρα πάλιν ἀνέσπασεν,
κατέκειτό θ᾽ αὑτὴν ἐντυλίξασ᾽ ἡσυχῇ
ὑπὸ τοῦ δέους βδέουσα δριμύτερον γαλῆς.
κἀγὼ τότ᾽ ἤδη τῆς ἀθάρης πολλὴν ἔφλων·
695 ἔπειτ᾽ ἐπειδὴ μεστὸς ἦν, ἀνεπαυόμην.
ΓΥ. ὁ δὲ θεὸς ὑμῖν οὐ προσῄειν; ΚΑ. οὐδέπω.
μετὰ τοῦτο δ᾽ ἤδη καὶ γέλοιον δῆτά τι
ἐπόησα. προσιόντος γὰρ αὐτοῦ μέγα πάνυ
ἀπέπαρδον· ἡ γαστὴρ γὰρ ἐπεφύσητό μου.
700 ΓΥ. ἦ πού σε διὰ τοῦτ᾽ εὐθὺς ἐβδελύττετο.
ΚΑ. οὔκ, ἀλλ᾽ Ἰασὼ μέν τις ἀκολουθοῦσ᾽ ἅμα
ὑπηρυθρίασε χἠ Πανάκει᾽ ἀπεστράφη
τὴν ῥῖν᾽ ἐπιλαβοῦσ᾽· οὐ λιβανωτὸν γὰρ βδέω.
ΓΥ. αὐτὸς δ᾽ ἐκεῖνος; ΚΑ. οὐ μὰ Δί᾽ οὐδ᾽ ἐφρόντισεν.
705 ΓΥ. λέγεις ἄγροικον ἄρα σύ γ᾽ εἶναι τὸν θεόν;
ΚΑ. μὰ Δί᾽ οὐκ ἔγωγ᾽, ἀλλὰ σκατοφάγον. ΓΥ. αἲ τάλαν.
ΚΑ. μετὰ ταῦτ᾽ ἐγὼ μὲν εὐθὺς ἐνεκαλυψάμην
δείσας, ἐκεῖνος δ᾽ ἐν κύκλῳ τὰ νοσήματα
σκοπῶν περιῄει πάντα κοσμίως πάνυ.
710 ἔπειτα παῖς αὐτῷ λίθινον θυείδιον
παρέθηκε καὶ δοίδυκα καὶ κιβώτιον.
ΓΥ. λίθινον; ΚΑ. μὰ Δί᾽ οὐ δῆτ᾽, οὐχὶ τό γε κιβώτιον.
ΓΥ. σὺ δὲ πῶς ἑώρας, ὦ κάκιστ᾽ ἀπολούμενε,
ὃς ἐγκεκαλύφθαι φῄς; ΚΑ. διὰ τοῦ τριβωνίου·
715 ὀπὰς γὰρ εἶχεν οὐκ ὀλίγας μὰ τὸν Δία.
πρῶτον δὲ πάντων τῷ Νεοκλείδῃ φάρμακον
κατάπλαστον ἐνεχείρησε τρίβειν, ἐμβαλὼν
σκορόδων κεφαλὰς τρεῖς Τηνίων. ἔπειτ᾽ ἔφλα
ἐν τῇ θυείᾳ συμπαραμειγνύων ὀπὸν
720 καὶ σχῖνον· εἶτ᾽ ὄξει διέμενος Σφηττίῳ
κατέπλασεν αὐτοῦ τὰ βλέφαρ᾽ ἐκστρέψας, ἵνα
ὀδυνῷτο μᾶλλον. ὁ δὲ κεκραγὼς καὶ βοῶν
ἔφευγ᾽ ἀνᾴξας· ὁ δὲ θεὸς γελάσας ἔφη·
«ἐνταῦθά νυν κάθησο καταπεπλασμένος,
725 ἵν᾽ ἐπομνύμενον παύσω σε τὰς ἐκκλησίας.»

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΚΑΡΚΙΝΟΣ

ΚΑΡΚΙΝΟΣ
(αστερισμός)
 
Ο αστερισμός του Καρκίνου* είναι η γιγαντιαία καραβίδα που έστειλε η Ήρα στη Λέρνα, προκειμένου να δυσκολέψει ακόμη περισσότερο τον Ηρακλή στην προσπάθειά του να σκοτώσει την Ύδρα που κατάκαιγε σοδειές και ανθρώπους με τη φλογισμένη αναπνοή της.
 
Ο Κάβουρας δάγκωσε τον ήρωα στη φτέρνα και εκείνος τη συνέθλιψε πατώντας το κεφάλι της. Ορισμένα από τα αστέρια του αστερισμού ονομάζονται ὄνοι και καταστερίστηκαν από τον Διόνυσο.
 
Η ευημεριστική ερμηνεία του Παλαίφατου θέλει τον Καρκίνο στρατηγό - ἀνὴρ μέγας καὶ πολεμικός- που ήρθε σε βοήθεια του βασιλιά Λέρνου, όταν ο Ηρακλής επιτέθηκε στο βασίλειό του. Αυτόν τον στρατηγό σκότωσε ο Ηρακλής και όχι κάποια καραβίδα.
-------------------------------
*Αστερισμός του Καρκίνου
 
Οὗτος δοκεῖ ἐν τοῖς ἄστροις τεθῆναι δι' Ἣραν, ὅτι μόνος Ἡρακλεῖ τῶν ἄλλων συμμαχούντων ὅτε τὴν ὕδραν ἀνῄρει, ἐκ τῆς λίμνης ἐκπηδήσας ἔδακεν αὐτοῦ τὸν πόδα, καθάπερ φησὶ Πανύασις ἐν Ἡρακλείᾳ· θυμωθεὶς δ' ὁ Ἡρακλῆς δοκεῖ τῷ ποδὶ συνθλάσαι αὐτόν, ὅθεν μεγάλης τιμῆς τετύχηκε καταριθμούμενος ἐν τοῖς ιβ ζῳδίοις.
Καλοῦνται δέ τινες αὐτῶν ἀστέρες Ὂνοι, οὓς Διόνυσος ἀνήγαγεν εἰς τὰ ἄστρα. ἔστι δὲ αὐτοῖς καὶ Φάτνη παράσημον· ἡ δὲ τούτων ἱστορία αὕτη· Ὂνων καὶ Φάτνης. Ὃτε ἐπὶ Γίγαντας ἐστρατεύοντο οἱ Θεοί, λέγεται Διόνυσον καὶ Ἣφαιστον καὶ Σατύρους ἐπὶ ὄνων πορεύεσθαι· οὔπω δὲ ἑωραμένων αὐτοῖς τῶν Γιγάντων πλησίον ὄντες ὠγκήθησαν οἱ ὄνοι, οἱ δὲ Γίγαντες ἀκούσαντες τὴν φωνὴν ἔφυγον· διὸ ἐτιμήθησαν ἐν τῷ Καρκίνῳ εἶναι ἐπὶ δυσμάς.
Ερατοσθένης, Καταστερισμοί, 1,11

Επιστημονική Φαντασία: Το «ό,τι καλύτερο» και «ό,τι χειρότερο» στη σύγχρονη Λογοτεχνία

Η «Science Finction», ή επί το Ελληνικότερον «Επιστημονική Φαντασία»” αποτελεί μία περίεργη δισυπόστατη οντότητα μέσα στο χώρο της λογοτεχνικής σκηνής του αιώνα. Η μία της υπόσταση δεν είναι άλλη από τη Φαντασία με την έννοια της σύλληψης και έκφρασης ιδεών και υποθετικών γεγονότων που αναμφίβολα κινούνται μέσα στο χώρο του μη-πραγματικού («φανταστικού»). Η δεύτερη υπόστασή της, είναι η «επιστημονική» της φύση, που δεν είναι παρά μία επιστημονική θα λέγαμε επεξήγηση ή δικαιολόγηση, των όσων το μυαλό του συγγραφέα συλλαμβάνει και απλώνει πάνω στο χαρτί. Από την μία λοιπόν, μέσα στα διηγήματα της Επιστημονικής Φαντασίας βλέπουμε να συμβαίνουν γεγονότα και ιστορίες, που με κανέναν τρόπο δεν μπορούν να γίνουν κατανοητά ή αποδεκτά από τον τρέχοντα ρασιοναλισμό, που οπωσδήποτε μαρκάρει ανεξίτηλα τις οικείες μας – «δυτικού τύπου» (όπως τις αποκαλούνε αυθαίρετα) - κοινωνίες μας. Από την άλλη μεριά πάλι, αυτά τα αδιανόητα, παράξενα γεγονότα έρχονται να εξηγηθούνε «επαρκώς» με έναν επιστημονικοφανή τρόπο και να περάσουν ως απόλυτα φυσιολογικά, από τη στιγμή που θα κάνουμε πιστευτή ή αποδεκτή μία υποθετική εξέλιξη στις κατακτήσεις της Επιστήμης (που, συνήθως, απέχει πολύ από τα ισχύοντα στις ημέρες μας πράγματα). Συνεπώς, η Επιστημονική Φαντασία γεννιέται και ζει πάνω στην άγραφη συμφωνία ανάμεσα στο συγγραφέα και στο κοινό του για την αποδοχή αυτής ακριβώς της επιστημονικοφανούς εξέλιξης των προγραφομένων κοινωνιών, ώστε το μυθιστόρημα να μπορέσει από εκεί και ύστερα να εξελιχθεί άνετα κι αποτελεσματικά.

Αν θέλουμε ν’ αναζητήσουμε την προϊστορία του φαινομένου, θα βρούμε εύκολα στοιχεία Επιστημονικής Φαντασίας διάσπαρτα στις κουλτούρες μίας σειράς από λαούς της προχριστιανικής περιόδου, δηλαδή σε Έλληνες, Κινέζους, Ασσύριους κ.ά. ανάμεικτα βέβαια πάντοτε με θρησκευτικο-εθνικούς θρύλους. Μετά τη μεγάλη αστρολογική «ανακάλυψη» (κάτι που όμως είχε ήδη διατυπωθεί από τους Έλληνες της Αρχαιότητας) των Αναγεννησιακών της Ευρώπης για τον ηλιοκεντρισμό του πλανητικού μας συστήματος τα μυαλά μίας σειράς πρωτοπόρων απογειώθηκαν κανονικά, βάζοντας τα πρώτα θεμέλια του προδρόμου «εκείνου» που σήμερα γνωρίζουμε. Η ολοκλήρωση ήρθε μετά από το μπουμ του Ουτοπισμού και τη Βιομηχανική Επανάσταση που εγκαινίασε τους καιρούς που γέννησαν με τη σειρά τους τον ζοφερό εικοστό αιώνα. Εκείνο που περνούσε φευγαλέα στην προχριστιανική λογοτεχνία με εκπληκτικά για την εποχή διηγήματα (όπως λ.χ. ο «Ικαρομένιππος» του Λουκιανού, όπου ο πρωταγωνιστής ξεκινάει ταξίδι προς την σελήνη!!), στη διάρκεια του μεσοπολέμου εκρήγνυται, δημιουργώντας πια ένα λογοτεχνικό «συμβάν».

Η Επιστημονική Φαντασία, ακολούθησε μία σταδιοδρομία ανάλογη με εκείνη των πολύ γνωστών σχεδιοϊστοριών (γνωστότερων ως comics). Γεννήθηκαν σα μαζικό φαινόμενο από την αστική ανία των δυτικών κοινωνιών, από τη γόνιμη μήτρα που σχημάτιζαν μία σειρά από προικισμένα μυαλά ενός μειοψηφικού ποσοστού γόνων της αστικής τάξης. Αποτέλεσμα αυτού του συγκεκριμένου είδους πατρότητας, υπήρξε το άγριο καπέλωμα της Επιστημονικής Φαντασίας από την κυρίαρχη ιδεολογία, προωθώντας τα αστικοχριστιανικά κλισέ τού «καλού» και του «κακού» ήρωα, την ηθική, πολιτική και κοινωνική δικαίωση των κατεστημένων δομών και όλα τα σχετικά, με αποτέλεσμα να ξεπέσει σύντομα (τουλάχιστον ένα σεβαστό αριθμητικά κομμάτι της) στην υποκουλτούρα και την παραφιλολογία. Η «λογοτεχνία» που το φτηνιάρικο αστικό μοντέλο Επιστημονικής Φαντασίας γέννησε, αποτελείτο από κακοδοσμένες περιπέτειες διαστήματος, συναντήσεις με απίθανα τέρατα και φυσικούς κινδύνους, μάχες με εξωγήινους και τα σχετικά. Όλη η μπούρδα της πρακτορικοαστυνομικής παραφιλολογίας, εδώ απλώς με διαστημικό περιτύλιγμα.

Η περίοδος μετά τον τελευταίο πόλεμο πάντως, δημιούργησε εντυπωσιακές αναστατώσεις σε τομείς όπως Φανταστική Λογοτεχνία, Κόμικς, Κουλτούρα νεολαίας κ.λ.π. Στον χώρο των Κόμικς και της Επιστημονικής Φαντασίας, κάνουνε την εμφάνισή τους ριζοσπάστες δημιουργοί και συγγραφείς που καταφέρνουνε να μεταφέρουνε αποτελεσματικά στο χώρο δουλειάς τους τις αντιφάσεις του συστήματος, την αντιδραστικότητα των κυρίαρχων δομών και το όραμα ενός ονειρεμένου κόσμου απαλλαγμένου από τα κοινωνικοπολιτικά νοσήματα του παρόντος. Το σύστημα χάνει μία ακόμα μάχη στον πόλεμο για την μονοπώληση του δυναμικών των Mass Media.

Η προοδευτική τάση μέσα στην Επιστημονικά Φαντασία, χάρισε στην ανθρωπότητα μία σειρά από αριστουργήματα: «Εμείς» (Ζαμιάτιν), «Θαυμαστός Καινούργιος Κόσμος» (Άλντους Χάξλεϋ), «1984» (Τζώρτζ Όργουελ), «Γυναίκες στην Άκρη του Χρόνου» (Μαρτζ Πήρσυ), «Ο Πλανήτης των Αμαζόνων» (Μαρκ Ρέϋνολντς), «Σοκγουέηβ Ράϊντερ» (Τζων Μπρούνερ), «Το Νεφέλωμα της Ανδρομέδας» (Ιβάν Εφραίμοφ), «Οι Πράκτορες του Χάους» (Σπίραντα), κ.α.

Στη νέα αυτή φάση της Επιστημονικής Φαντασίας, που ενισχύθηκε υπερβολικά (όπως και έγινε επίσης με τα Κόμικς), ύστερα από το άλμα της ριζοσπαστικής φαντασίας στη δεκαετία του ‘60, ερχόμαστε τώρα αντιμέτωποι με γραφόμενα που απέχουν έτη κι έτη φωτός μακριά από εκείνα τα «θεαματικά», κακοσουλουπωμένα «λογοτεχνήματα» που βλαστήσανε στις πρώτες δεκαετίες του αιώνα. Στο γνωστό «The Dispossessed» η Ούρσουλα Λε Γκουίν γράφει πράγματα όπως αυτά που ακολουθούν: «Κοίταξε, δεν ήτανε ο Όντο που είχε πει ότι όπου υπάρχει ιδιοκτησία, υπάρχει και κλοπή;… Και ότι αν θες να φτιάξεις εγκληματικότητα, δεν έχεις παρά να δημιουργήσεις απαγορεύσεις…» «Κανείς μας δεν έχει στην ιδιοκτησία του κάτι που να μπορεί να του κλαπεί. Ό,τι θέλουμε το παίρνουμε από τις κοινές αποθήκες. Όσο για τη βία… τι να σού πω. Θα με σκότωνες ποτέ σου; Και αν τέλος πάντων ήθελες να με σκοτώσεις, θα σε σταμάταγε άραγε ένας κάποιος τάδε νόμος; Ο εξαναγκασμός αποτελεί το λιγότερο αποτελεσματικό μέσο εξασφάλισης αυτού που λέμε τάξη…».

Η προοδευτική Επιστημονική Φαντασία στη δεκαετία του 80 του 90 και του 2000-2019 αλλά και σε εκείνη που θα ακολουθήσει, καλείται να παίξει έναν πολύ δύσκολο ρόλο έκφρασης με έναν αξιόλογο τρόπο των φουτουριστικών φαντασιώσεων της ανθρωπότητας, δίχως όμως να γλιστρήσει πάνω στη βλέννα του ολισθηρού σοκακιού που η σκέψη του τεχνοολοκληρωτισμού χαράζει. Διανύουμε εποχές που κάθε εκφραστικό μέσο του καθημερινού ανθρώπου είναι οτιδήποτε άλλο εκτός από αυτό που θα λέγαμε «ουδέτερο» Ζούμε στις εποχές του μαύρου / άσπρου. Της μίας ή της άλλης όχθης. Η Επιστημονική Φαντασία οφείλει να εξοικειώνει ολοένα και περισσότερο το κοινό της με το συνεχώς μετατρεπόμενο προς περισσότερο πολύπλοκες μορφές, τεχνολογικό περιβάλλον, αντίθετα από την αντίστοιχη υποκουλτούρα, που αποσκοπεί στην εγκαθίδρυση κάποιων νέων μορφών αγκυλωμένου συλλογικού υποσυνείδητου στημένες πάνω στο Θέαμα, τον τρόμο και τους κάθε είδους διαχωρισμούς. Οφείλει να ασκεί κοινωνική κριτική του παλιού κόσμου και να δημιουργεί εναλλακτικές προτάσεις ενός, έστω και εξεζητημένου ως σύλληψη, ξεπεράσματος των υπαρχουσών σχέσεων και δομών. Οφείλει να μένει πάντοτε κεντραρισμένη πάνω στον άνθρωπο, την επικοινωνία, τις ανθρώπινες αξίες και τις (πανανθρώπινες) ψυχολογικές καταστάσεις, προσπαθώντας να χαρτογραφήσει τις νέες πορείες της ανθρωπότητας μέσα σε θετικά ή αρνητικά «μελλοντικά» περιβάλλοντα, δημιουργώντας έτσι ολοκληρωμένες αναλύσεις ανθρωπίνων χαρακτήρων και κοινωνικώς σχέσεων αντί να εμπορεύεται τσουβαληδόν «εντυπωσιασμούς» από κακοθεαματικά ντεκόρ και υπερφυσικές αναγωγές. Οφείλει να δρα ως ειδοποιός λόγος, προβλέποντας και προειδοποιώντας, πάντοτε σύμφωνα με τα παρόντα δεδομένα και μετά από σοβαρότητα και υπεύθυνη ανάλυση. Ένας συγγραφέας της σειράς δεν μπορεί παρά να μεταφέρει απλώς στο μέλλον τις ήδη υπάρχουσες σχέσεις και τάσεις μέσα στις «δυτικές» κοινωνίες, κάνοντας τελικά τίποτα περισσότερο από το να επεκτείνει την παρούσα ηλιθιότητα και αντιφατικότητα των κοινωνιών «μας» στο υποτιθέμενο απώτερο μέλλον, ντύνοντάς τες απλώς με κοστούμια διαστημικά ή μετά-καταστροφικά. Οι κοινωνίες μεταφέρονται αυτούσιες σ’ ένα εξελιγμένο υπέρ το δέον περιβάλλον για να κυλήσει η ιστορία και να βγει το βιβλίο και να τυπωθεί το βιβλίο και να διαφημισθεί το βιβλίο και να καταναλωθεί το βιβλίο και πάει και τελείωσε. Αυτό ήταν όλο; η κοινωνία ποτέ δεν αλλάζει. Η τεχνολογία όμως ποτέ δεν μένει στατική. Το «Απόλυτο Όνειρο του Τέλειου Αστού», εδώ χώνεται ανάμεσα στα εξώφυλλα ενός βιβλίου μεγάλου τιράζ και πουλιέται στους καταναλωτές του σαν λογοτεχνική ιδέα.

Βρισκόμαστε στο έμπα της δεκαετίας του 2020 και η ανθρώπινη Φαντασία ήδη προ πολλού έχει αρχίσει να οργιάζει και περισσότερο από όσο συνήθιζε μέχρι σήμερα. Ένα πολύ ενδιαφέρον κομμάτι της αποτελεί και εκείνο που έχει ήδη οριστεί ως Επιστημονική Φαντασία και που στα πολύ γρήγορα «περάσαμε» σε τούτο εδώ το κείμενο. Την Επιστημονική Φαντασία που αναντίρρητα αποτελεί το «Ό,τι καλύτερο» και «Ό,τι χειρότερο» της σύγχρονης λογοτεχνίας και ελπίζω να συμφωνήσετε μαζί μου πάνω στο «γιατί». Αποτελώντας κομμάτι του μεγάλου λογοτεχνικού κόσμου, η Επιστημονική Φαντασία δεν μπορεί να ξεφύγει από την ενιαία στρατηγική, που η υπόθεση Λογοτεχνία οφείλει ν’ ακολουθήσει σε καιρούς που απλώς εκκολάπτουν μέλλουσες ανακατατάξεις και πολιτισμικές αναστατώσεις. Σε καιρούς σαν και αυτούς της δεκαετίας που έρχεται. Και αυτή η στρατηγική θα είναι ξεκάθαρη και σταράτη: απελευθέρωση ή έλεγχος, άγνοια ή συνειδητότητα, αλλαγή ή νορμαλισμός, και πάει λέγοντας.

Η Νέα Φαντασία θα είναι Σαρωτική σπρώχνοντας τις καταστάσεις στα όρια της θραύσης ή ακόμα μακρύτερα. Θα είναι Δίχως Όνομα, αρνούμενη να κλεισθεί στις ασφυκτικές ετικέτες. Θ’ αποτελεί την Επώαση. Θ’ αποτελεί το Λυκαυγές…

Η λύτρωση θα έρθει όταν ξεχάσεις όσα σου έμαθαν

Και έρχονται εκείνες οι μέρες που κάνεις τον απολογισμό των πράξεων σου. Με λίγα λόγια, χωρίζεις τις ορθές και ηθικές από τις λανθασμένες. Και αυτή η διαδικασία, σε κάνει αυτόματα καλύτερο άνθρωπο, γιατί θες να βελτιώσεις τις καλές σου πράξεις και να περιορίσεις τις άσχημες.

Θέλεις να γίνεις, αυτό που λέμε, καλύτερο άτομο, όχι μόνο για σένα, αλλά και για όσους έχεις δίπλα σου. Γιατί όμως το κάνεις αυτό; Επειδή έτσι σου έμαθαν, επειδή σου το επιβάλουν ή επειδή το θέλεις;

Μία τέτοια συνήθεια θα έχει επιτυχία αν προκύπτει από την ευσυνείδητη θέληση σου, γιατί μόνο τότε θα αποδείξεις στους άλλους ότι είναι σημαντικοί για σένα, τόσο σημαντικοί, ώστε να θες να βελτιωθείς. Μμμ... Αυτά τα άτομα όμως, πρέπει να είναι πολύ σπουδαία, για να φτάσεις σε αυτό το σημείο. Στο σημείο που ξεπερνάς τα έμφυτα πάθη σου, όπως τον εγωισμό.

Και τότε είναι, που παίρνεις την μεγάλη απόφαση.

Τι γίνεται όμως αν συνεχίζεις να τα κάνεις όλα λάθος; Τι γίνεται αν αρχίζεις να απελπίζεσαι με την συμπεριφορά σου; Σε εκείνη την περίπτωση, χρειάζεσαι μόνο υπομονετικούς ανθρώπους που θα σε περιμένουν και θα σε στηρίξουν. Και εκείνες οι στιγμές είναι που σου υπενθυμίζουν, γιατί αξίζει να κάνεις αυτόν τον αγώνα.

Εκείνοι, οι γενναίοι και καλόκαρδοι θα σε περιμένουν με υπομονή να βγάλεις προς τα έξω την καλή σου πλευρά, αφού είναι σίγουροι πως υπάρχει.

Όμως, η αγάπη προς το πρόσωπό σου είναι αυτή, που τους κάνει σίγουρους. Και όταν καταφέρεις να κάνεις τους άλλους να σε αγαπήσουν τότε μπορείς να καταφέρεις τα πάντα, μπορείς να γυρίσεις τον κόσμο ανάποδα, και εν τέλει…. Να γίνεις αυτό το πρότυπο του ανθρώπου, για το οποίο όλοι συζητάμε!

Σε αυτήν την περίπτωση, θα ακολουθήσεις τον δρόμο προς την αυτό ολοκλήρωση, την αυτοπεποίθηση, τον αυτοσεβασμό, την αυτοκυριαρχία, και άλλα πολλά. Και αυτό το κυνήγι θα είναι ότι σημαντικότερο έχει κάνει ποτέ άνθρωπος... Γιατί, όλοι έχουμε την καλή και κακή μας πλευρά.

Την μία την εξυμνούμε και την άλλη, απλά, την αποδεχόμαστε. Έτσι, λίγες φορές ακολουθούμε τον διαφορετικό και καινοτόμο δρόμο, τον δρόμο της λύτρωσης και της εσωτερικής πληρότητας και ευτυχίας. Τον δρόμο που θα μας κάνει καλύτερους , και στη συνέχεια ευτυχισμένους, καθώς…. ‘’Μία ψυχή δεν μπορεί να δει το ωραίο, αν δεν είναι ωραία αυτή η ίδια’’!

Η ζωή σου ως ορυχείο παραγωγής δεδομένων

Τα προσωπικά δεδομένα, η τεχνολογία αναγνώρισης προσώπου, οι αλγόριθμοι που γνωρίζουν τα πάντα για τον τρόπο ζωής μας και πώς θα προστατευθούμε.. Οι ζωές μας δημιουργούν μπίζνες και τζίρους που σε καμία περίπτωση δεν αντιστοιχούν στις υπηρεσίες που λαμβάνουμε δωρεάν.

Στα ευρωπαϊκά και στα αμερικανικά αεροδρόμια υπάρχουν εδώ και καιρό συστήματα ελέγχου διαβατηρίων και αναγνώρισης προσώπου. Το μηχάνημα ελέγχει την αυθεντικότητα του διαβατηρίου και ταυτοχρόνως συγκρίνει τη φωτογραφία με τα δεδομένα που επεξεργάζεται η φωτογραφική κάμερα, εστιασμένη στο πρόσωπο του επιβάτη. Αν η βιομετρική διάγνωση αντιστοιχεί με αυτό που έχει αποτυπωθεί στη φωτογραφία, η μπάρα ανοίγει και ο επιβάτης δύναται να προχωρήσει προς επιβίβαση. Στα μεγάλα αμερικανικά αεροδρόμια ο έλεγχος εισόδου στη χώρα γίνεται από αντίστοιχα μηχανήματα. Το διαβατήριο ελέγχεται, μαζί με το πρόσωπο και τα δακτυλικά αποτυπώματα.
 
Στη συνέχεια το μηχάνημα τυπώνει μία απόδειξη ταυτοποίησης, την οποία ο επιβάτης παραδίδει στον αστυνομικό που θα βάλει τις σφραγίδες και, ενδεχομένως, να κάνει τις γνωστές ερωτήσεις για τον σκοπό επίσκεψης στη χώρα, το σημείο διαμονής και, κυρίως, για την ημερομηνία αναχώρησης. Σε αρκετά αεροδρόμια των ΗΠΑ, ο επιβάτης φωτογραφίζεται και λίγο πριν μπει στο αεροπλάνο. Η σχετική πινακίδα ενημερώνει τους Αμερικανούς υπηκόους ότι η φωτογραφία τους θα διαγραφεί μετά από δύο εβδομάδες. Για τους υπόλοιπους δεν υπάρχει καμία ενημέρωση.
 
Στην Κίνα και στην Ιαπωνία, που δεν διατηρούν δυτικού τύπου αναστολές για προσωπικά δεδομένα, η τεχνολογία αναγνώρισης προσώπου χρησιμοποιείται πλέον σε πλήθος εφαρμογών. Ψωνίζεις στο σούπερ μάρκετ, το ρομπότ αναγνωρίζει το πρόσωπό σου και κάνει τη χρέωση στην πιστωτική κάρτα. Ως λαός ήμασταν πολύ μπροστά όταν υιοθετήσαμε την έκφραση «έχω πρόσωπο». Σε αρκετές πόλεις της Κίνας, το πρόσωπο του επιβάτη είναι αρκετό για να κόψει εισιτήριο, δεν χρειάζεται να κουβαλάει επάνω του ούτε μετρητά, ούτε πιστωτική κάρτα.
 
Πριν από δύο χρόνια, εμείς οι Ευρωπαίοι, ήμασταν σε παροξυσμό για το GDPR, το πλαίσιο διαχείρισης και προστασίας προσωπικών δεδομένων. Αστειότητες. Εδώ μαθαίνουμε ότι η Siri μας ακούει σε πραγματικό χρόνο, αλλά ρωτάμε ο ένας τον άλλον αν αποδεχόμαστε τα cookies και βγάζουμε ένα βαρουφακικό «ουάου» όταν συνειδητοποιούμε ότι η εφαρμογή του Google Maps διατηρεί λεπτομερές αρχείο των μετακινήσεών μας.
 
Την προηγούμενη εβδομάδα ο Economist έγραψε ότι το έτος 2035 στον πλανήτη θα υπάρχουν ένα τρισεκατομμύριο συσκευές σε περιβάλλον διασύνδεσης. Τώρα, ας πούμε, έχετε στο δίκτυο τον υπολογιστή, το κινητό και την τηλεόραση, ίσως και το κλιματιστικό. Το 2035, όμως, θα έχετε συνδέσει και την κουζίνα και το ψυγείο και το αυτοκίνητο. Το data profile σας θα δημιουργεί λεπτομερές πληροφοριακό πλαίσιο ακόμα και για την ώρα που πάτε για ύπνο.
 
Σήμερα ήδη έχετε επιτρέψει σε εφαρμογές να παρακολουθούν πόσα βήματα κάνετε στη διάρκεια της ημέρας ή τι επιδόσεις έχετε όταν γυμνάζεστε. Οι ασφαλιστικές εταιρείες ξερογλείφονται. Μέσα σε λιγότερο από είκοσι χρόνια ο αλγόριθμος θα γνωρίζει τα πάντα για τον τρόπο ζωής σας και θα μπορεί να διατυπώσει σενάριο για το προσδόκιμο ζωής και τις ασθένειες που θα σας απειλήσουν. Αυτό δεν είναι απαραιτήτως κακό. Μέχρι που θα σου κόψει ένα ασφαλιστικό συμβόλαιο ή μία επαγγελματική ευκαιρία.
 
Στο Facebook, συνήθως πολλές φορές μέσα στη μέρα, υιοθετείτε μία από τις έξι βασικές συναισθηματικές αντιδράσεις που υιοθετεί η πλατφόρμα: μου αρέσει, θυμώνω, λυπάμαι, καρδούλα κ.λ.π. Όταν ο αλγόριθμος της πλατφόρμας μάθει να κατανοεί ακριβώς και τι λέει το post, τότε θα μπορεί να φτιάξει ένα πληρέστατο προφίλ συναισθηματικών αντιδράσεων και πολιτικών αντιλήψεων.
 
Γιατί σας τα λέω όλα αυτά; Για να βάλω δύο θέματα, που έλεγαν παλαιότερα και στις συνελεύσεις. Πρώτον, οι ζωές μας, ως ορυχεία παραγωγής δεδομένων, δημιουργούν μπίζνες και τζίρους που σε καμία περίπτωση δεν αντιστοιχούν στις υπηρεσίες που λαμβάνουμε δωρεάν. Κοινώς κάποια στιγμή, θα πρέπει να οργανωθεί ένα κίνημα που θα διεκδικεί ουσιαστική αμοιβή για τα δεδομένα μας. Ακούγεται ουτοπικό, αφού η αντίσταση στον νέο κόσμο θα είναι η απόλυτη ακινησία, δηλαδή η μη παραγωγή δεδομένων. Όμως το αίτημα ωριμάζει. Δεύτερον, πέρα από τις συμφωνίες για τα πυρηνικά, τη βιοηθική, το κλίμα ή ό,τι άλλο, ο πλανήτης οφείλει πλέον να συζητήσει μία Συμφωνία για την Τεχνητή Νοημοσύνη. Και να το κάνει τώρα. Αύριο θα τρέχει και δεν θα προλαβαίνει.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ἠθικὰ Νικομάχεια (1127a-1127b)

[VII] Περὶ τὰ αὐτὰ δὲ σχεδόν ἐστι καὶ ἡ τῆς ἀλαζονείας μεσότης· ἀνώνυμος δὲ καὶ αὐτή. οὐ χεῖρον δὲ καὶ τὰς τοιαύτας ἐπελθεῖν· μᾶλλόν τε γὰρ ἂν εἰδείημεν τὰ περὶ τὸ ἦθος, καθ᾽ ἕκαστον διελθόντες, καὶ μεσότητας εἶναι τὰς ἀρετὰς πιστεύσαιμεν ἄν, ἐπὶ πάντων οὕτως ἔχον συνιδόντες. ἐν δὴ τῷ συζῆν οἱ μὲν πρὸς ἡδονὴν καὶ λύπην ὁμιλοῦντες εἴρηνται, περὶ δὲ τῶν ἀληθευόντων τε καὶ ψευδομένων εἴπωμεν ὁμοίως ἐν λόγοις καὶ πράξεσι καὶ τῷ προσποιήματι. δοκεῖ δὴ ὁ μὲν ἀλαζὼν προσποιητικὸς τῶν ἐνδόξων εἶναι καὶ μὴ ὑπαρχόντων καὶ μειζόνων ἢ ὑπάρχει, ὁ δὲ εἴρων ἀνάπαλιν ἀρνεῖσθαι τὰ ὑπάρχοντα ἢ ἐλάττω ποιεῖν, ὁ δὲ μέσος αὐθέκαστός τις ὢν ἀληθευτικὸς καὶ τῷ βίῳ καὶ τῷ λόγῳ, τὰ ὑπάρχοντα ὁμολογῶν εἶναι περὶ αὑτόν, καὶ οὔτε μείζω οὔτε ἐλάττω. ἔστι δὲ τούτων ἕκαστα καὶ ἕνεκά τινος ποιεῖν καὶ μηδενός. ἕκαστος δ᾽ οἷός ἐστι, τοιαῦτα λέγει καὶ πράττει καὶ οὕτω ζῇ, ἐὰν μή τινος ἕνεκα πράττῃ. καθ᾽ αὑτὸ δὲ τὸ μὲν ψεῦδος φαῦλον καὶ ψεκτόν, τὸ δ᾽ ἀληθὲς καλὸν καὶ ἐπαινετόν. οὕτω δὲ καὶ ὁ μὲν ἀληθευτικὸς μέσος ὢν ἐπαινετός, οἱ δὲ ψευδόμενοι ἀμφότεροι μὲν ψεκτοί, μᾶλλον δ᾽ ὁ ἀλαζών. περὶ ἑκατέρου δ᾽ εἴπωμεν, πρότερον δὲ περὶ τοῦ ἀληθευτικοῦ. οὐ γὰρ περὶ τοῦ ἐν ταῖς ὁμολογίαις ἀληθεύοντος λέγομεν, οὐδ᾽ ὅσα εἰς ἀδικίαν ἢ δικαιοσύνην συντείνει (ἄλλης

[1127b] γὰρ ἂν εἴη ταῦτ᾽ ἀρετῆς), ἀλλ᾽ ἐν οἷς μηδενὸς τοιούτου διαφέροντος καὶ ἐν λόγῳ καὶ ἐν βίῳ ἀληθεύει τῷ τὴν ἕξιν τοιοῦτος εἶναι. δόξειε δ᾽ ἂν ὁ τοιοῦτος ἐπιεικὴς εἶναι. ὁ γὰρ φιλαλήθης, καὶ ἐν οἷς μὴ διαφέρει ἀληθεύων, ἀληθεύσει καὶ ἐν οἷς διαφέρει ἔτι μᾶλλον· ὡς γὰρ αἰσχρὸν τὸ ψεῦδος εὐλαβήσεται, ὅ γε καὶ καθ᾽ αὑτὸ ηὐλαβεῖτο· ὁ δὲ τοιοῦτος ἐπαινετός. ἐπὶ τὸ ἔλαττον δὲ μᾶλλον τοῦ ἀληθοῦς ἀποκλίνει· ἐμμελέστερον γὰρ φαίνεται διὰ τὸ ἐπαχθεῖς τὰς ὑπερβολὰς εἶναι. ὁ δὲ μείζω τῶν ὑπαρχόντων προσποιούμενος μηδενὸς ἕνεκα φαύλῳ μὲν ἔοικεν (οὐ γὰρ ἂν ἔχαιρε τῷ ψεύδει), μάταιος δὲ φαίνεται μᾶλλον ἢ κακός· εἰ δ᾽ ἕνεκά τινος, ὁ μὲν δόξης ἢ τιμῆς οὐ λίαν ψεκτός, ὡς ἀλαζών, ὁ δὲ ἀργυρίου, ἢ ὅσα εἰς ἀργύριον, ἀσχημονέστερος (οὐκ ἐν τῇ δυνάμει δ᾽ ἐστὶν ὁ ἀλαζών, ἀλλ᾽ ἐν τῇ προαιρέσει· κατὰ τὴν ἕξιν γὰρ καὶ τῷ τοιόσδε εἶναι ἀλαζών ἐστιν)· ὥσπερ καὶ ψεύστης ὃ μὲν τῷ ψεύδει αὐτῷ χαίρων, ὃ δὲ δόξης ὀρεγόμενος ἢ κέρδους. οἱ μὲν οὖν δόξης χάριν ἀλαζονευόμενοι τὰ τοιαῦτα προσποιοῦνται ἐφ᾽ οἷς ἔπαινος ἢ εὐδαιμονισμός, οἱ δὲ κέρδους, ὧν καὶ ἀπόλαυσίς ἐστι τοῖς πέλας καὶ διαλαθεῖν ἔστι μὴ ὄντα, οἷον μάντιν σοφὸν ἰατρόν. διὰ τοῦτο οἱ πλεῖστοι προσποιοῦνται τὰ τοιαῦτα καὶ ἀλαζονεύονται· ἔστι γὰρ ἐν αὐτοῖς τὰ εἰρημένα. οἱ δ᾽ εἴρωνες ἐπὶ τὸ ἔλαττον λέγοντες χαριέστεροι μὲν τὰ ἤθη φαίνονται· οὐ γὰρ κέρδους ἕνεκα δοκοῦσι λέγειν, ἀλλὰ φεύγοντες τὸ ὀγκηρόν· μάλιστα δὲ καὶ οὗτοι τὰ ἔνδοξα ἀπαρνοῦνται, οἷον καὶ Σωκράτης ἐποίει. οἱ δὲ τὰ μικρὰ καὶ φανερὰ [προσποιούμενοι] βαυκοπανοῦργοι λέγονται καὶ εὐκαταφρονητότεροί εἰσιν· καὶ ἐνίοτε ἀλαζονεία φαίνεται, οἷον ἡ τῶν Λακώνων ἐσθής· καὶ γὰρ ἡ ὑπερβολὴ καὶ ἡ λίαν ἔλλειψις ἀλαζονικόν. οἱ δὲ μετρίως χρώμενοι τῇ εἰρωνείᾳ καὶ περὶ τὰ μὴ λίαν ἐμποδὼν καὶ φανερὰ εἰρωνευόμενοι χαρίεντες φαίνονται. ἀντικεῖσθαι δ᾽ ὁ ἀλαζὼν φαίνεται τῷ ἀληθευτικῷ· χείρων γάρ.

***
[7] Στην ίδια, σχεδόν, περιοχή ανήκει και η μεσότητα ως προς την καυχησιά. Και γι᾽ αυτή τη μεσότητα η γλώσσα μας δεν έχει λέξη που να τη δηλώνει. Δεν είναι, πάντως, καθόλου άσκοπο να εξετάσουμε και αυτές τις έξεις, πρώτον γιατί έτσι θα αποκτούσαμε καλύτερες γνώσεις πάνω στο θέμα του χαρακτήρα των ανθρώπων, έχοντας μιλήσει με λεπτομέρειες για την κάθε επιμέρους περίπτωση, και δεύτερον γιατί έτσι θα στερεωνόταν η πίστη μας ότι οι αρετές είναι μεσότητες, αφού θα βλέπαμε συνολικά ότι έτσι έχει το πράγμα σε όλες τις περιπτώσεις.

Μιλώντας λοιπόν για την κοινωνική συμβίωση κάναμε λόγο για τους ανθρώπους που στις κοινωνικές τους σχέσεις προκαλούν στους άλλους ευχαρίστηση ή λύπη. Ας μιλήσουμε τώρα για τους ανθρώπους που επίσης με τα λόγια και τις πράξεις τους —και με την προσποίησή τους— συμπεριφέρονται στους άλλους με ειλικρίνεια ή ανειλικρίνεια. Κατά την κοινή λοιπόν αντίληψη ο καυχησιάρης θέλει να φαίνεται ότι έχει πράγματα που δίνουν στον άνθρωπο αξία και καλό όνομα (που στην πραγματικότητα δεν τα έχει), ή ότι έχει περισσότερα από αυτά που πράγματι έχει· ο κρυψίνους, από την άλλη, και ο υποκριτής αρνείται ότι έχει αυτά που έχει, ή μειώνει την αξία τους· τέλος, ο μέσος —ένας άνθρωπος, θα έλεγε κανείς, που λέει τα πράγματα με το όνομά τους —είναι ειλικρινής στις πράξεις της καθημερινής του ζωής και στα λόγια του και παραδέχεται ότι έχει αυτά που πράγματι έχει: ούτε περισσότερα ούτε λιγότερα.

Καθένα, πάντως, από αυτά που είπαμε μπορεί να γίνεται από κάποιον είτε με έναν συγκεκριμένο σκοπό είτε και χωρίς. Ο κάθε άνθρωπος μιλάει, ενεργεί και ζει σύμφωνα με αυτό που είναι, εκτός αν οι ενέργειές του γίνονται για την εξυπηρέτηση ενός συγκεκριμένου σκοπού. Το ψέμα είναι καθεαυτό κάτι το τιποτένιο και ψεκτό, ενώ η αλήθεια είναι κάτι το ωραίο και άξιο επαίνου. Έτσι και ο ειλικρινής άνθρωπος, ως άνθρωπος της μεσότητας, είναι άξιος επαίνου, ενώ οι δύο μορφές ανειλικρίνειας είναι ψεκτές — ιδιαίτερα η περίπτωση της καυχησιάς.

Ας μιλήσουμε και για τους δύο, και ας αρχίσουμε με τον ειλικρινή άνθρωπο. Δεν μιλούμε για τον άνθρωπο που είναι ειλικρινής στις συμφωνίες που συνάπτει, ούτε για πράγματα που ανήκουν στην περιοχή της αδικίας ή της δικαιοσύνης (αυτά

[1127b] θα είχαν να κάνουν με μιαν άλλη αρετή), αλλά για τον άνθρωπο που εκεί όπου δεν τίθεται κανένα τέτοιο θέμα είναι ειλικρινής και στα λόγια και στις πράξεις της καθημερινής του ζωής επειδή τέτοια είναι η έξη του. Ένας τέτοιος άνθρωπος είναι —θα το δέχονταν όλοι— προικισμένος με την αρετή της δικαιοσύνης. Γιατί ο άνθρωπος που αγαπάει την ειλικρίνεια και είναι ειλικρινής εκεί όπου δεν υπάρχει ανάγκη, θα είναι σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό ειλικρινής εκεί όπου υπάρχει ανάγκη· θα αποφύγει, πράγματι, την ανειλικρίνεια σαν κάτι το άσχημο και τιποτένιο — κάτι που έτσι κι αλλιώς το απέφευγε και καθεαυτό. Ένας τέτοιος άνθρωπος αξίζει τον έπαινο. Αν ο άνθρωπος αυτός χρειαστεί να παρεκκλίνει από την αλήθεια, θα κλίνει προς την πλευρά της έλλειψης, δεδομένου ότι αυτό μοιάζει πιο ευπρεπές, αφού οι υπερβολές είναι γενικά κάτι το βαρύ και χοντροκομμένο.

Το άτομο που —δίχως να αποβλέπει σε κάτι— προσποιείται ότι έχει περισσότερα από αυτά που πράγματι έχει, δίνει την εντύπωση ότι είναι κατώτερος άνθρωπος (αλλιώς δεν θα έβρισκε ευχαρίστηση στην ψευτιά)· πιο πολύ, πάντως, δίνει την εντύπωση λιγόμυαλου και ανόητου ανθρώπου παρά κακού. Αν όμως το κάνει αποβλέποντας σε κάτι συγκεκριμένο, τότε: αν αποβλέπει σε ένα καλό όνομα ή σε τιμή, η καυχησιά του δεν είναι πολύ αξιοκατάκριτη· αν όμως το κάνει για χρήματα, ή για πράγματα που αποφέρουν χρήματα, τότε η περίπτωση είναι πιο επαίσχυντη (καυχησιάρης δεν είναι, στην πραγματικότητα, αυτός που έχει τη δυνατότητα γι᾽ αυτό το πράγμα, αλλά αυτός που επιλέγει αυτόν τον τρόπο συμπεριφοράς· γιατί ένας άνθρωπος είναι καυχησιάρης, επειδή αυτή είναι η έξη του και επειδή είναι αυτού του είδους άνθρωπος) — ακριβώς όπως ένας είναι ψεύτης γιατί τον ευχαριστεί το ψέμα, και άλλος γιατί επιθυμεί να κερδίσει καλό όνομα ή χρήματα. Αυτοί λοιπόν που καυχιώνται για να κερδίσουν ένα καλό όνομα, καυχιώνται ότι έχουν ιδιότητες που κερδίζουν τον έπαινο ή τα συγχαρητήρια των ανθρώπων, ενώ αυτοί που αποβλέπουν στο κέρδος καυχιώνται ότι έχουν ιδιότητες από τις οποίες μπορούν να επωφεληθούν οι συνάνθρωποί τους και των οποίων την έλλειψη εύκολα μπορεί κανείς να αποκρύψει, τις ιδιότητες π.χ. του μάντη, του σοφού, του γιατρού. Αυτός είναι ο λόγος που πάρα πολλοί άνθρωποι προσποιούνται ότι έχουν αυτού του είδους τις ιδιότητες και καυχιώνται γι᾽ αυτές: μέσα σ᾽ αυτές υπάρχουν αυτά που είπαμε.

Όσο για τους ανθρώπους της υποκριτικής κρυψίνοιας, αυτοί, μειώνοντας τις πραγματικές τους ιδιότητες, δημιουργούν μια κομψότερη και πιο εκλεπτυσμένη εικόνα —από πλευράς χαρακτήρα— στα μάτια των ανθρώπων· γιατί δημιουργούν στους άλλους την εντύπωση ότι μιλούν όπως μιλούν όχι επειδή κυνηγούν το κέρδος, αλλά για να αποφύγουν τα μεγαλεία και την επίδειξη· και αυτοί επίσης αρνούνται ότι έχουν τις ιδιότητες που θεωρούνται ότι προσπορίζουν στον άνθρωπο ένα καλό όνομα — αυτό ακριβώς που συνήθιζε να κάνει και ο Σωκράτης. Όσοι όμως αρνούνται ότι έχουν κάποιες μικρές και ασήμαντες ιδιότητες, καθώς και ιδιότητες που ολοφάνερα τις έχουν, αυτοί χαρακτηρίζονται με τη λέξη βαυκοπανούργοι και είναι πιο καταφρονητέοι· καμιά φορά μάλιστα αυτό δεν είναι παρά μια ολοφάνερη καυχησιά, κάτι σαν τα ρούχα των Σπαρτιατών· γιατί και η υπερβολή και η μεγάλη έλλειψη είναι κομπασμός και καυχησιά. Αυτοί όμως που χρησιμοποιούν την υποκριτική προσποίηση μέτρια, αποκρύπτοντας πράγματα εμφανή και κατάδηλα, φαίνονται άνθρωποι κομψοί και εκλεπτυσμένοι.

Είναι, πάντως, φανερό ότι ο καυχησιάρης άνθρωπος είναι ο κυρίως αντίθετος στον άνθρωπο της ειλικρίνειας και της αλήθειας· γιατί αυτός είναι χειρότερος.

Πέμπτη 26 Σεπτεμβρίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Πλοῦτος (641-683)

ΓΥΝΗ
τίς ἡ βοή ποτ᾽ ἐστίν; ἆρ᾽ ἀγγέλλεται
χρηστόν τι; τοῦτο γὰρ ποθοῦσ᾽ ἐγὼ πάλαι
ἔνδον κάθημαι περιμένουσα τουτονί.
ΚΑ. ταχέως, ταχέως φέρ᾽ οἶνον, ὦ δέσποιν᾽, ἵνα
645 καὐτὴ πίῃς, —φιλεῖς δὲ δρῶσ᾽ αὐτὸ σφόδρα—,
ὡς ἀγαθὰ συλλήβδην ἅπαντά σοι φέρω.
ΓΥ. καὶ ποῦ ᾽στιν; ΚΑ. ἐν τοῖς λεγομένοις· εἴσει τάχα.
ΓΥ. πέραινε τοίνυν ὅ τι λέγεις ἁνύσας ποτέ.
ΚΑ. ἄκουε τοίνυν, ὡς ἐγὼ τὰ πράγματα
650 ἐκ τῶν ποδῶν εἰς τὴν κεφαλήν σοι πάντ᾽ ἐρῶ.
ΓΥ. μὴ δῆτ᾽ ἔμοιγ᾽ εἰς τὴν κεφαλήν. ΚΑ. μὴ τἀγαθὰ
ἃ νῦν γεγένηται; ΓΥ. μὴ μὲν οὖν τὰ πράγματα.
ΚΑ. ὡς γὰρ τάχιστ᾽ ἀφικόμεθα πρὸς τὸν θεὸν
ἄγοντες ἄνδρα τότε μὲν ἀθλιώτατον,
655 νῦν δ᾽ εἴ τιν᾽ ἄλλον μακάριον κεὐδαίμονα,
πρῶτον μὲν αὐτὸν ἐπὶ θάλατταν ἤγομεν,
ἔπειτ᾽ ἐλοῦμεν. ΓΥ. νὴ Δί᾽ εὐδαίμων ἄρ᾽ ἦν
ἀνὴρ γέρων ψυχρᾷ θαλάττῃ λούμενος.
ΚΑ. ἔπειτα πρὸς τὸ τέμενος ᾗμεν τοῦ θεοῦ.
660 ἐπεὶ δὲ βωμῷ πόπανα καὶ προθύματα
καθωσιώθη, πελανὸς Ἡφαίστου φλογί,
κατεκλίναμεν τὸν Πλοῦτον, ὥσπερ εἰκὸς ἦν·
ἡμῶν δ᾽ ἕκαστος στιβάδα παρεκαττύετο.
ΓΥ. ἦσαν δέ τινες κἄλλοι δεόμενοι τοῦ θεοῦ;
665 ΚΑ. εἷς μέν γε Νεοκλείδης, ὅς ἐστι μὲν τυφλός,
κλέπτων δὲ τοὺς βλέποντας ὑπερηκόντικεν·
ἕτεροί τε πολλοὶ παντοδαπὰ νοσήματα
ἔχοντες. ὡς δὲ τοὺς λύχνους ἀποσβέσας
ἡμῖν παρήγγειλεν καθεύδειν τοῦ θεοῦ
670 ὁ πρόπολος. εἰπών, ἤν τις αἴσθηται ψόφου,
σιγᾶν, ἅπαντες κοσμίως κατεκείμεθα.
κἀγὼ καθεύδειν οὐκ ἐδυνάμην, ἀλλά με
ἀθάρης χύτρα τις ἐξέπληττε κειμένη
ὀλίγον ἄπωθεν τῆς κεφαλῆς του γρᾳδίου,
675 ἐφ᾽ ἣν ἐπεθύμουν δαιμονίως ἐφερπύσαι.
ἔπειτ᾽ ἀναβλέψας ὁρῶ τὸν ἱερέα
τοὺς φθοῖς ἀφαρπάζοντα καὶ τὰς ἰσχάδας
ἀπὸ τῆς τραπέζης τῆς ἱερᾶς. μετὰ τοῦτο δὲ
περιῆλθε τοὺς βωμοὺς ἅπαντας ἐν κύκλῳ,
680 εἴ που πόπανον εἴη τι καταλελειμμένον·
ἔπειτα ταῦθ᾽ ἥγιζεν εἰς σάκταν τινά.
κἀγὼ νομίσας πολλὴν ὁσίαν τοῦ πράγματος
ἐπὶ τὴν χύτραν τὴν τῆς ἀθάρης ἀνίσταμαι.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΚΑΝΩΠΟΣ ή ΚΑΝΩΒΟΣ

ΚΑΝΩΠΟΣ ή ΚΑΝΩΒΟΣ
(αστερισμός)
 
Ο Κάνωπος από τις Αμύκλες της Λακεδαίμονος χώρας ήταν πλοηγός του Μενελάου στο ταξίδι που τον έφερε από την Τροία στην Αίγυπτο κατά το ταξίδι της επιστροφής του. Τον εκπάγλου κάλλους νέο ερωτεύτηκε η Θεονόη, κόρη του βασιλιά της Αιγύπτου και αδελφή του Θεοκλύμενου, όμως χωρίς ανταπόκριση από την πλευρά του. Όταν μια μέρα ο Κάνωπος βγήκε στη στεριά, τον δάγκωσε φίδι και πέθανε. Ο Μενέλαος και η Ελένη τον έθαψαν στο νησάκι που ονομάστηκε Κάνωπος από εκείνον.
 
Από τα δάκρυα που έχυσε η Ελένη φύτρωσε το φυτό ελένιο. Άλλη παράδοση θέλει τον Κάνωπο πλοηγό του αιγύπτιου θεού Όσιρη αλλά και στην Αργώ. Πλοηγός και πλοίο καταστερίστηκαν -ὁ καλούμενος ἀστήρ Κάνωβος, ὃς ἐγγίζει τῶν πηδαλίων τῆς Ἀργοῦς (Ερατ., Καταστερισμοί 1.37*).
---------------------------------
*Αστερισμός του Ποταμού
 
Οὗτος ἐκ τοῦ ποδὸς τοῦ Ὠρίωνος τοῦ ἀριστεροῦ τὴν ἀρχὴν ἔχει· καλεῖται δὲ κατὰ μὲν τὸν Ἂρατον Ἠριδανός· οὐδεμίαν δὲ ἀπόδειξιν περὶ αὐτοῦ φέρει· ἕτεροι δέ φασι δικαιότατον αὐτὸν εἶναι Νεῖλον· μόνος γὰρ οὗτος ἀπὸ μεσημβρίας τὰς ἀρχὰς ἔχει. πολλοῖς δὲ ἄστροις διακεκόσμηται. ὑπόκειται δὲ αὐτῷ καὶ ὁ καλούμενος ἀστὴρ Κάνωβος, ὃς ἐγγίζει τῶν πηδαλίων τῆς Ἀργοῦς· τούτου δὲ οὐδὲν ἄστρον κατώτερον φαίνεται, διὸ καὶ Περίγειος καλεῖται.
Ερατοσθένης, Καταστερισμοί, 1,37

Γιατί η ψυχολογία έχασε την ψυχή της

Οι περισσότερες λειτουργίες οι οποίες αποδίδονται στην ψυχή μπορούν να δικαιολογηθούν από τη λειτουργία του εγκεφάλου.

ΓΙΑΤΙ Η ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΕΧΑΣΕ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΤΗΣ: ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΠΡΟΕΡΧΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΓΚΕΦΑΛΟ

Πλήθος ανθρώπων την εποχή την οποία διανύουμε πιστεύει πως διαθέτει ψυχή. Ενώ οι συλλήψεις περί της έννοιας της ψυχής διαφέρουν, πολλοί θα της απέδιδαν την εξής περιγραφή: "Η αόρατη δύναμη η οποία φαίνεται πως μας ζωογονεί".

Συχνά εικάζεται πως η ψυχή επιβιώνει κατόπιν του βιολογικού θανάτου και συσχετίζεται ενδόμυχα με τις αναμνήσεις, τα πάθη και τις αξίες του ατόμου. Μερικοί ισχυρίζονται πως η ψυχή δεν έχει την ιδιότητα της μάζας, δεν καταλαμβάνει όγκο και δεν εντοπίζεται πουθενά.

Εντούτοις, ως φιλόσοφος και επιστήμων, βρίσκω πως η ψυχή είναι περιττή. Απεναντίας, όλες οι λειτουργίες οι οποίες αποδίδονται σε αυτό το είδος ψυχής μπορούν να επεξηγηθούν μέσω της εγκεφαλικής δραστηριότητος.

Η ψυχολογία είναι η μελέτη της συμπεριφοράς. Με σκοπό να επιτελέσουμε το καθήκον μας ως προς την τροποποίηση της συμπεριφοράς, όπως η θεραπεία της εξάρτησης, της φοβίας, του άγχους και της κατάθλιψης, οι ψυχολόγοι δε χρειάζεται να υποθέσουν πως οι άνθρωποι έχουν ψυχές. Για τους ψυχολόγους, δεν είναι τόσο το ότι ψυχές δεν υπάρχουν, όσο ότι δεν τις χρειαζόμασθε.

Λέγεται πως η ψυχολογία απώλεσε την ψυχή της τη δεκαετία του 1930. Έως τότε, ο κλάδος είχε καταστεί μια ολοκληρωμένη επιστήμη, βασιζόμενη σε πειραματισμούς και έλεγχο, παρά σε ενδοσκόπηση.

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΨΥΧΗ;

Η διατύπωση της ιδέας της ύπαρξης της ψυχής δεν ανήκει αποκλειστικά στους θρησκευτικούς στοχαστές. Ορισμένοι εκ των πιο αξιόλογων υποστηρικτών της περί ης ο λόγος άποψης ήσαν φιλόσοφοι, όπως ο Πλάτων (424-348 προ κοινής χρονολόγησης) και ο Καρτέσιος το 17ο (μετά κοινή χρονολόγηση) αιώνα.

Ο Πλάτων είχε την πεποίθηση ότι δεν αποκτούμε επιπρόσθετες γνώσεις ή δεξιότητες κατά τη διάρκεια της ζωής μας, αλλά τις ανακαλούμε από την προ γεννήσεως μνήμη μας. Για να επιτευχθεί αυτό, συνεπέρανε, πρέπει να διαθέτουμε ψυχή. Δυστυχώς για τον Πλάτωνα, αποκτούμε επιπρόσθετες γνώσεις.

Ορισμένοι πιστεύουν πως η ψυχή δεν έχει μάζα, δεν καταλαμβάνει όγκο και δεν εντοπίζεται πουθενά.

Αιώνες αργότερα, ο Καρτέσιος συνέγραψε τη διατριβή του, η οποία ετιτλοφορείτο "Πάθη της Ψυχής", στην οποία ισχυρίζεται πως υπάρχει μια διάκριση μεταξύ του νου, τον οποίο περιέγραψε ως "νοητική υπόσταση", και του σώματος, την "εκτενή υπόσταση". Γράφει:

"Επειδή επ' ουδενί δε μπορούμε να συλλάβουμε τον τρόπο με τον οποίο σκέπτεται το σώμα, έχουμε λόγο να πιστεύουμε πως κάθε είδους σκέψη η οποία ενυπάρχει σε εμάς ανήκει στην ψυχή".

Ένα εκ των πολλών επιχειρημάτων με τα οποία ο Καρτέσιος δικαιολογεί τον προαναφερθέντα ισχυρισμό ήταν πως ο εγκέφαλος, ο οποίος αποτελεί τμήμα του σώματος, είναι θνητός & διαιρετός -εννοώντας πως έχει διαφορετικά μέρη- και η ψυχή είναι αέναη και αδιαίρετη -εννοώντας πως είναι ένα αδιαχώριστο σύνολο. Επομένως, συνήγαγε το συμπέρασμα πως πρέπει να είναι μεταξύ τους διαφορετικά.

Αλλά η πρόοδος της νευροεπιστήμης κατέδειξε πως το επιχείρημα αυτό δεν ευσταθεί.

ΑΦΑΙΡΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ

Τη δεκαετία του 1960, ο βραβευμένος με Nobel, Roger Sperry έδειξε πως ο νους και η συνείδησή μας είναι διαιρετά, επομένως κατέρριψε αυτή τη διάσταση της θεωρίας του Καρτεσίου. Ο Sperry μελέτησε ασθενείς των οποίων το τυλώδες σώμα -η ανατομική δομή η οποία συνδέει το δεξί με το αριστερό ημισφαίριο του εγκεφάλου, κάτι σαν "οδικό δίκτυο"- είχε κοπεί χειρουργικά, με σκοπό να ελεγχθεί η διάδοση των επιληπτικών κρίσεων. Η επέμβαση εμπόδισε ή ελάττωσε τη μεταφορά των αντιληπτικών, αισθητητρίων, κινητηρίων και γνωσιακών πληροφοριών μεταξύ των 2 ημισφαιρίων.

Ο Sperry έδειξε πως κάθε ημισφαίριο δύναται να εκπαιδευθεί να επιτελέσει κάποιο έργο, ωστόσο η εμπειρία αυτή δεν κατέστη διαθέσιμη στο ανεκπαίδευτο ημισφαίριο. Ήτοι, κάθε ημισφαίριο μπορεί να κατεργασθεί πληροφορίες άνευ της επίγνωσης του άλλου. Επί της ουσίας, η επέμβαση είχε ως απότοκο δημιουργία διπλής συνείδησης.

Ο Roger Sperry έδειξε πως η συνείδηση είναι διαιρετή.

Επομένως, ο Καρτέσιος έσφαλλε στον ισχυρισμό του πως ο εγκέφαλος είναι διαιρετός, ενώ η ψυχή, η οποία ερμηνεύεται ως ο νους ή η συνείδηση, δεν είναι. Στην προσπάθειά του να αποδείξει την ύπαρξη ψυχής στους ανθρώπους, ο Καρτέσιος παραδόξως έθεσε επιχείρημα κατά αυτού.

Από το να προικίσουν τους αρουραίους με ψυχή, οι ψυχολόγοι αφαίρεσαν αυτές των ανθρώπων. Το 1949, ο ψυχολόγος D. O. Hebb ισχυρίστηκε πως ο νους είναι η ολοκλήρωση της εγκεφαλικής δραστηριότητας. Πολλοί νευροφιλόσοφοι κατέληξαν στο ίδιο συμπέρασμα με τους ψυχολόγους, με την Patricia Churchland πρόσφατα να ισχυρίζεται πως δεν υφίσταται φάντασμα στη μηχανή.

Ο ΕΓΚΕΦΑΛΟΣ ΤΑ ΑΝΑΛΑΜΒΑΝΕΙ ΟΛΑ

Εάν η ψυχή είναι ο τόπος κατοικίας του αισθήματος και του κινήτρου, όπου η νοητική δραστηριότητα λαμβάνει χώρα, όπου οι αισθήσεις διορώνται, όπου ο συλλογισμός εντοπίζεται και οι αποφάσεις λαμβάνονται, τότε δεν υπάρχει ανάγκη να πιθανολογούμε την ύπαρξή της. Υπάρχει ένα όργανο το οποίο έχει ήδη επιφορτισθεί με αυτό το καθήκον, ο εγκέφαλος. Αυτή η αντίληψη χρονολογείται από την εποχή του ιατρού της αρχαιότητας, Ιπποκράτη (460-377 προ κοινής χρονολόγησης), ο οποίος είχε πει:

"Οι άνθρωποι οφείλουν να έχουν επίγνωση πως παρά μόνον εκ του εγκεφάλου πηγάζει η χαρά, η απόλαυση, το γέλιο, η διασκέδαση, η θλίψη, η οδύνη, η απόγνωση και ο θρήνος. Και δι' αυτού αποκτούμε σοφία και γνώση, βλέπουμε και ακούμε, και αναγνωρίζουμε τί είναι άθλιο και τι δίκαιο, τί είναι επιβλαβές και τί είναι ωφέλιμο, αλμυρό και γλυκό."

Aν ενστερνισθούμε την πεποίθηση του Πλάτωνα, η μνήμη είναι λειτουργία η οποία ανήκει αποκλειστικά στην ψυχή.

Ο εγκέφαλος είναι το όργανο το οποίο διαθέτει χάρτη του σώματός μας, του εξωτερικού περιβάλλοντος και των εμπειριών μας. Βλάβη αυτού, όπως ατυχήματα, άνοιες ή εγγενείς δυσμορφίες, έχει ως απόρροια ανάλογο πλήγμα στην προσωπικότητα.

Ας λάβουμε υπ' όψιν μια εκ των λειτουργιών τις οποίες υποτίθεται (κατά τον Πλάτωνα) έχει υπ' ευθύνης της η ψυχή: τη μνήμη. Ένα ισχυρό κτύπημα στην κεφαλή μπορεί να προβεί σε απώλεια της πρόσφατης μνήμης (έως και πολλά έτη πίσω). Εάν η ψυχή είναι μια άυλη ουσία, ξεχωριστή από το υπόλοιπο σώμα, δε θα επλήγετο από το κτύπημα. Εάν η μνήμη ήταν καταγεγραμμένη στην ψυχή, δε θα τη χάναμε.

Η δράση των νευρώνων στον εγκέφαλο είναι υπεύθυνη για τις γνωστικές και συναισθηματικές διαταραχές σε άτομα τα οποία έχουν διαγνωσθεί με αυτισμό, θα ήτο βάναυσο και ανήθικο να επιρριφθεί το φταίξιμο στις υποτιθέμενες ψυχές τους.

Ο χειρισμός του εγκεφάλου επαρκεί για να μεταβληθούν τα αισθήματα και η διάθεση. Σχετικά με αυτή τη διαδικασία, η ψυχή περιττεύει.

Η ιδιότητα των ψυχοθεραπευτικών φαρμάκων να μεταβάλλουν τη διάθεση αποτελεί άλλο ένα επιχείρημα εναντίον της ύπαρξης ψυχής. Εάν παραχθεί χημική ανισορροπία στον εγκέφαλο, όπως έλλειψη ντοπαμίνης, νοραδρεναλίνης και σεροτονίνης με τετραβεναζίνη, ίσως προκληθεί κατάθλιψη σε ορισμένους ανθρώπους.

Κατ' αντιστοιχία, πολλοί καταθλιπτικοί ασθενείς μπορούν να βοηθηθούν από τα φάρμακα τα οποία επαυξάνουν τη δράση αυτών των νευροδιαβιβαστών στον εγκέφαλο.

Ο εγκέφαλος είναι το επίκεντρο της σκέψης, η έδρα της αγάπης και της απέχθειας, εκεί όπου οι αισθήσεις ανάγονται σε αντιλήψεις, η προσωπικότητα σφυρηλατείται, όπου υπάρχουν πεποιθήσεις και αναμνήσεις, και το κέντρο λήψης αποφάσεων. Όπως είχε πει ο D. K. Johnson: "Δεν υπάρχει κάτι για να ανατεθεί στην ψυχή".

Ελεύθερος είναι ο άνθρωπος που ποτέ δεν σταματά να μάχεται για την ελευθερία του

Ελεύθερος είναι ο άνθρωπος που εμπιστεύεται και τον εμπιστεύονται. Γιατί όταν εμπιστευόμαστε είμαστε ήσυχοι και χαλαροί χωρίς άγχος και δεύτερες σκέψεις ενώ όταν μας εμπιστεύονται, δεν μας καταπιέζουν, δεν μας υποτιμούν, δεν θωρακίζουν την ελευθερία μας.

Ελεύθερος είναι ο άνθρωπος που σέβεται και τον σέβονται. Γιατί ο σεβασμός είναι μια ελεύθερη έκφραση ανθρώπου προς άνθρωπο. Γιατί όταν σεβόμαστε, σεβόμαστε τον άλλον για αυτό που είναι και του δίνουμε την ελευθερία να είναι ο εαυτός του ενώ όταν μας σέβονται τότε μόνο μπορούμε να πράττουμε και να δρούμε κατά βούληση.

Ελεύθερος είναι ο άνθρωπος που αγαπάει και τον αγαπούν. Γιατί όταν αγαπάμε, προσφέρουμε και δίνουμε τον εαυτό μας από επιλογή ενώ όταν μας αγαπούν εξελισσόμαστε και νοιώθουμε ότι ανήκουμε κάπου.

Ελεύθερος είναι ο άνθρωπος που αξιοποιεί κάθε στιγμή της ζωής του. Γιατί είναι ευτυχισμένος και δημιουργικός κάθε στιγμή είτε πρόκειται για ελεύθερο χρόνο είτε πρόκειται για στιγμές που εργάζεται ή δημιουργεί.

Ελεύθερος είναι ο άνθρωπος που εκτιμά τα καλά που έχει στη ζωή του. Γιατί μόνον έτσι μπορεί να χαίρεται με αυτά που έχει. Ελεύθερος είναι ο άνθρωπος που σκέφτεται ελεύθερα. Γιατί η σκέψη είναι ελεύθερη ακόμα και μέσα σε μια φυλακή.

Ελεύθερος είναι ο άνθρωπος που δημιουργεί και πράττει χωρίς να βλάπτει τον διπλανό του. Γιατί ποτέ αυτός ο άνθρωπος δεν θα κατακλύζεται από τύψεις ή ενοχές.

Ελεύθερος είναι ο άνθρωπος που ποτέ δεν σταματά να μάχεται για την ελευθερία του. Γιατί η ελευθερία αποτελεί ένα από τα υπέρτατα αγαθά. Ελεύθερος είναι ο άνθρωπος που διακατέχεται από αξίες και αρχές και μάχεται για αυτές. Γιατί μέσα από το παράδειγμα του μπορεί ο κόσμος να γίνει καλύτερος. Όταν νοιώθουμε ελεύθεροι, δρούμε ελεύθερα, πράττουμε, ελεύθερα, αγαπάμε ελεύθερα. Γιατί:

«Ευτυχισμένοι είναι οι ελεύθεροι και ελεύθεροι είναι οι γενναίοι» –Θουκυδίδης

Ένα ταξίδι είναι η ζωή

Συνήθως ο κοινός νους έχει τοποθετήσει με ορισμένο τρόπο τα πράγματα στη ζωή και θεωρεί ότι αυτά ακολουθούν μια συγκεκριμένη πορεία γιατί έτσι πρέπει, γιατί έτσι συμβαίνει και στους άλλους ή γιατί αυτό λένε και οι περισσότεροι. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι υπάρχουν πολλά πράγματα τα οποία αποτελούν κοινά σημεία αναφοράς ενώ η όποια ελάχιστη διαφορά τους φαντάζει ψήγμα στον ωκεανό.

Άλλωστε ας μη ξεχνάμε, τα κοινά αισθητηριακά όργανα μέσω των οποίων αισθάνεται κανείς τον πλούτο της ζωής μαρτυρούν τις κοινές καταβολές του ανθρώπινου είδους. Τα πράγματα δυσκολεύουν όταν έρχεται η ώρα της ερμηνείας κάθε φαινομένου, κάθε είδους κατάστασης.

Η ανάγκη κατασκευής κοινών σημείων αναφοράς έτσι ώστε λίγο έως πολύ να επιτυγχάνεται μια λειτουργική συμβίωση και να μπαίνει σε μια σειρά ένας χαοτικός κόσμος φαντάζει επιτακτική. Πέρα από κάθε είδους ανθρώπινη κατασκευή όμως υπάρχει το ατομικό βίωμα το οποίο πολλές φορές αμόλυντο καθώς είναι από οποιαδήποτε μετέπειτα κατασκευασμένη ερμηνεία μαρτυρά την αλήθεια της ψυχής.

Μια αλήθεια η οποία έχει την ικανότητα να εξιδανικεύει αχαρτογράφητους τόπους και όσο εύκολα έχει την ικανότητα να κάνει κάτι τέτοιο άλλο τόσο εύκολα μπορεί στη συνέχεια να αποκαθηλώνει τη βιαστική αλήθεια που έχει πλάσει γι’ αυτούς. Ένα ταξίδι είναι η ζωή όπως και κάθε ταξίδι το οποίο πραγματοποιείται μέσα σε αυτή.

Μπορεί ο προορισμός κάθε ταξιδιού να θεωρείται ως το κύριο σημείο αναφοράς γύρω από τον οποίο να περιστρέφονται οι περισσότερες συζητήσεις πριν αυτό πραγματοποιηθεί αλλά η διαδικασία μετάβασης κλέβει λίγο από τη δόξα του μετά από κάθε επιστροφή. Η απόλαυση του ταξιδιού πολλές φορές περιστρέφεται γύρω από το τρόπο που ο καθένας πλάθει και ελπίζει την ομορφιά του τελικού προορισμού καταλήγοντας στο τέλος να κρατά τις στιγμές κατά τη διάρκεια των οποίων ήλπιζε ότι μια εσωτερική του επιθυμία θα πραγματοποιούνταν.

Σςςςςς... Όταν η ζωή πληρώνει, κάντε ησυχία

Ήρθε η ώρα να μιλήσουμε για την στιγμή που η  ρόδα γυρίζει και ο καθένας λούζεται τις επιλογές του ή ακόμα και τις πράξεις του.

Αργεί να έρθει η πληρωμή δεν λέω, αλλά η γλύκα είναι  ίδια γι’ αυτούς που πληγώθηκαν άδικα. Μπορεί να μην σε νοιάζει πια, να μην πονάς, αλλά μια  ικανοποίηση την νιώθεις ρε γαμώτο, για  όλες εκείνες τις στιγμές που τα μάτια σου γέμιζαν δάκρυα και η καρδιά σου έσπαγε σε χίλια κομμάτια εξαιτίας τους.

Και  λύπη νιώθεις αλλά  γι’ αυτούς, όχι για σένα. Ή μάλλον οίκτο θα πω. Πλέον λυπάσαι για την δική τους κατάντια, ειδικά όταν βλέπεις ότι εκείνοι τελικά είναι οι ηθικοί αυτουργοί της δυστυχίας τους.

Είναι λυπηρό να τους βλέπεις να προσπαθούν να δείξουν ότι είναι καλά, άνετοι και τέτοια κουραφέξαλα αλλά οι πράξεις τους να δείχνουν ακριβώς το αντίθετο. Γελοίοι θα χαρακτηριζόνταν άνετα.

Ας τους αφήσουμε λοιπόν να πλαγιάζουν μακριά από την αγάπη. Λυπήσου τους όταν τους βλέπεις να βολεύονται σε κρύες αγκαλιές, βροντοφωνάζοντας πόσο ιδανικές είναι, κοροϊδεύοντας όχι μόνο τον εαυτό τους, αλλά και τον άνθρωπο που είναι δίπλα τους.

Κι εκεί έρχεται η απόλυτη αηδία! Εκεί πέφτουν ακόμα πιο χαμηλά στα μάτια σου γιατί ανακαλύπτεις και την υποκρισία που έκρυβαν. Ανακαλύπτεις πόσο ξεφτίλες ήταν τελικά!

Σιωπήστε λοιπόν και αφήστε τους στην απόλυτη μοναξιά της ψυχής τους. Κι αυτή η μοναξιά δεν υποφέρεται.

Κάνετε ησυχία μωρέ σας λέω, είναι η στιγμή που η ζωή κάνει ταμείο και μοιράζει τα χρωστούμενα σε όλους!

Μην περιμένεις από ανθρώπους που δεν ξέρουν τι θα πει αγάπη, να σ’ αγαπήσουν! Δεν μπορούν, δεν έμαθαν ποτέ τον τρόπο να το κάνουν. Έμαθαν μόνο να παίρνουν αλλά και πάλι δεν τους φτάνει. Όσα κι αν τους δώσεις, πάντα θα τους είναι λίγα, όπως κι αυτοί. Έμαθαν να ζητούν την προσοχή σου αλλά όταν έρχεται η στιγμή που ζητάς λίγο τη δική τους, θα σου πουν ότι δεν τους καταλαβαίνεις. Έμαθαν να είναι το επίκεντρο του κόσμου κι αν λίγο κουραστείς, θα σου ζητήσουν και τα ρέστα απ’ αυτά που εσύ ξόδεψες.

Κάνουν τα πάντα προκειμένου να τραβούν τα βλέμματα κι όταν δεν το πετυχαίνουν γίνονται επιθετικοί, πολλές φορές και λεκτικά βίαιοι. Σου παρουσιάζονται σοφοί για να σε κερδίσουν, αλλά είναι γεμάτοι κόμπλεξ και ανασφάλειες. Ακόμα και στα κοινωνικά δίκτυα κάνουν αγώνα για ένα λάικ ή ένα σχόλιο, γιατί έτσι νομίζουν ότι επιβεβαιώνονται!

Γελοίους θα τους χαρακτηρίσω εγώ και αδιάφορους! Και είναι πολύ λυπηρό όσο και απογοητευτικό, να βλέπεις ανθρώπους που τους έδωσες όλη την αγάπη που φύλαγες μέσα σου, όλη την προσοχή και όλο το χρόνο που διέθετες, να καταντούν άψυχα κουφάρια σε μια δήθεν ευτυχία! Άστους εκεί λοιπόν, εκεί τους άξιζε πάντα να είναι! Κι αφού έσπειραν καβάτζες, είναι λογικό να θερίζουν μοναξιές.

Εσύ κοίτα τη γαλήνη και την ηρεμία που τώρα αισθάνεσαι και φαντάσου! Φαντάσου αν μπόρεσες να δώσεις τόση αγάπη  στον σκάρτο άνθρωπο, πόση ακόμη φυλάς μέσα σου για τον σωστό.

Σςςςςςςς…….!

Κάνε ησυχία, ν’ ακούσεις το κλάμα της μοναξιάς, που οι ίδιοι επέλεξαν! Δες τη θλίψη στο βεβιασμένο χαμόγελό τους. Νιώσε την άδεια αγκαλιά τους και λυπήσου τους. Οσφρήσου τη μυρωδιά της σάπιας ψυχής τους και κοίτα το κενό βλέμμα τους και τα άδεια χέρια τους. Δες το τρεμάμενο περπάτημά τους, σχεδόν σέρνονται…

Πάμε καρδιά μου, εδώ πονούσε πολύ!

Τώρα εσύ πάλι γελάς και είσαι ευτυχισμένος. Βλέπεις η ζωή, έκανε και το δικό σου ταμείο και αυτή τη φορά, σου έδωσε αυτό που αξίζεις!

Τι σημαίνει, τελικά, “τυχαίο”;

Ας ρίξουμε μια πιο προσεκτική ματιά στο ζήτημα της τάξης και της αταξίας. Στο παράδειγμα της ανακατεμένης τράπουλας, δεν φαίνεται να υπάρχει αμφιβολία πως η εντροπία της ολοκαίνουριας τράπουλας, στην οποία όλα τα φύλλα είναι διατεταγμένα κατά χρώμα και αύξουσα σειρά, ήταν χαμηλή, και ότι μια τράπουλα που ανακατεύεται τυχαία, έχει υψηλότερη εντροπία. Τι γίνεται, όμως, αν η τράπουλα αποτελείται από δύο μόνο φύλλα; Εφόσον τώρα τα φύλλα μπορούν να διαταχθούν με δύο μόνο τρόπους, δεν έχει νόημα να διακρίνουμε ανάμεσα σε μια λιγότερο και μια περισσότερο εύτακτη διάταξη. Αν έχουμε τρία φύλλα- ας πούμε, τα δύο, τρία και τέσσερα κούπα; Ίσως νομίζετε πως η ακολουθία “δύο, τρία, τέσσερα” είναι πιο εύτακτη, πιο καλά τακτοποιημένη, και συνεπώς χαμηλότερης εντροπίας από την ακολουθία “τέσσερα, δύο, τρία”. Εξάλλου, στην πρώτη περίπτωση τα φύλλα διατάσσονται κατά αύξουσα σειρά. Τι θα συνέβαινε, όμως, αν και τα τρία φύλλα ήταν δυάρια – κούπα, καρό και μπαστούνι; Υπάρχει τώρα κάποια διάταξη πιο εύτακτη από τις άλλες; Η μόνη διαφορά τώρα είναι πως τα φύλλα ορίζονται με βάση το χρώμα και όχι την αξία τους. Ο τρόπος με τον οποίο επισημαίνουμε τα φύλλα δεν μπορεί να σχετίζεται με την εντροπία της τράπουλας, σωστά; Η ακολουθία «δύο κούπα, δύο καρό, δύο μπαστούνι» δεν έχει περισσότερη, ούτε λιγότερη εντροπία από την ακολουθία «δύο καρό, δύο κούπα, δύο μπαστούνι».

Απ’ ό,τι φαίνεται, ο ορισμός της εντροπίας ως μέτρου της αταξίας είναι κάπως ελλιπής, επειδή ο ορισμός μας για την αταξία είναι πολύ στενός. Σε μερικές περιπτώσεις είναι προφανές τι εννοούμε, σε άλλες, όμως, όχι. Επιτρέψτε μου να προχωρήσω το επιχείρημα λίγο παραπέρα. Ας δούμε ένα πραγματικά «κακό» κόλπο με την τράπουλα, που δείχνει πιο καθαρά τι εννοώ. Παίρνω μια τράπουλα που τα φύλλα της είναι διατεταγμένα με τάξη, τα ανακατεύω, σας τα δείχνω, και βλέπετε πως είναι καλά ανακατεμένα. Κοιτάξτε εδώ τώρα, σας λέω, και ανακατεύω ακόμη μια φορά την τράπουλα. Ισχυρίζομαι, όμως, τώρα, ότι έχω δώσει στα φύλλα μια πολύ ξεχωριστή διάταξη. Ο ισχυρισμός, αν μη τι άλλο, ξαφνιάζει, αφού το δεύτερο ανακάτεμα έδειχνε παρόμοιο με το αρχικό. Γυρίζω ανάποδα την τράπουλα και την απλώνω ομοιόμορφα στο τραπέζι. Έκπληκτοι, αλλά και με μια απογοήτευση που δεν μπορείτε να κρύψετε, διαπιστώνετε ότι τα φύλλα δείχνουν απλώς το ίδιο ανακατεμένα με πριν. Ε, όχι και «ξεχωριστή διάταξη» αυτή, θα ισχυριστείτε.

Και όμως, είναι. Βλέπετε, θα στοιχημάτιζα οποιοδήποτε πόσο ότι δεν μπορείτε να πάρετε μια άλλη τράπουλα, να την ανακατέψετε και να δημιουργήσετε ακριβώς την ίδια διάταξη με τη δική μου. Οι πιθανότητες να το πετύχετε είναι, φυσικά, εξίσου απειροελάχιστες με την πιθανότητα να ανακατέψετε πάλι την τράπουλα και να καταλήξετε σε μια απολύτως τακτική διάταξη των φύλλων. Και αυτή η πιθανότητα είναι μία στα εκατό εκατομμύρια τρισεκατομμυρίων τρισεκατομμύρια τρισεκατομμυρίων τρισεκατομμύρια τρισεκατομμυρίων τρισεκατομμύρια (1:10^80). Βασικά, μην μπείτε στον κόπο να το δοκιμάσετε. Άρα, κάτω από αυτό το πρίσμα, βλέπουμε πως η τυχαία διάταξη της τράπουλάς μου είναι το ίδιο «ξεχωριστή» με μια άθικτη, μη ανακατεμένη τράπουλα. Τι γίνεται, λοιπόν, τώρα με την εντροπία; Απ’ ό,τι φαίνεται, δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι η εντροπία έχει αυξηθεί, αν καταλήξουμε σε μια διάταξη το ίδιο απίθανη με την αρχική, όσο τυχαία ανακατεμένα κι αν φαίνονται τα φύλλα της.

Για να είμαι ειλικρινής, εδώ προσπαθώ να σας ξεγελάσω. Φυσικά και μια τράπουλα με φύλλα διατεταγμένα κατά χρώμα και αύξουσα σειρά είναι πιο ξεχωριστή από τη δική μου «ξεχωριστή», τυχαία διάταξη των ανακατεμένων φύλλων. Συνεπώς, η εντροπία είναι μάλλον ένα μέτρο της τυχαιότητας, παρά της αταξίας. Μπορεί να μοιάζει σαν να παίζουμε με τις λέξεις, αλλά στην πραγματικότητα, αυτός είναι ο τρόπος για να καταλήξουμε σε έναν πιο αυστηρό ορισμό της εντροπίας. Τεχνικά, για τη μέτρηση των διαφόρων επιπέδων του «ξεχωριστού» χρησιμοποιούμε τον όρο «αλγοριθμική τυχαιότητα».

Στην επιστήμη των υπολογιστών, ο όρος «αλγόριθμος» δηλώνει μια ακολουθία εντολών σε ένα υπολογιστικό πρόγραμμα, και η αλγοριθμική τυχαιότητα ορίζεται ως το μήκος του μικρότερου προγράμματος που μπορεί να συνταχθεί σε υπολογιστή για να αναπαραχθεί μια δεδομένη διάταξη των φύλλων (ή, μια ακολουθία αριθμών). Έτσι, στην περίπτωση της τράπουλας με τα τρία φύλλα, είναι ξεκάθαρο ότι για να προκόψει η διάταξη «δύο, τρία, τέσσερα» απαιτείται η εντολή «βάλε τα στη σειρά από το μικρότερο στο μεγαλύτερο», ενώ για τη διάταξη «τέσσερα, δύο, τρία» θα μπορούσε να δοθεί η εντολή «ξεκίνα με τον μεγαλύτερο αριθμό, έπειτα συνέχισε κατά αύξουσα σειρά», η οποία θα μπορούσε κάλλιστα να επαναδιατυπωθεί ως εξής: «ξεκίνα με το τέσσερα, συνέχισε με το δύο, συνέχισε με το τρία». Σε κάθε περίπτωση, οι δύο τελευταίες εντολές χαρακτηρίζονται από ελαφρώς υψηλότερη αλγοριθμική τυχαιότητα από την πρώτη, επομένως, η διάταξη «τέσσερα, δύο, τρία» έχει ελαφρώς υψηλότερη εντροπία από τη διάταξη «δύο, τρία, τέσσερα».

Τα πράγματα είναι πολύ πιο ξεκάθαρα στην περίπτωση μιας κανονικής τράπουλας, με 52 φύλλα. Μπορούμε εύκολα να δώσουμε οδηγίες σε έναν υπολογιστή για την αναπαραγωγή της πλέον εύτακτης τράπουλας: «Ξεκίνα με τις κούπες και βάλε τα φύλλα κατά αύξουσα σειρά, οι άσοι πρώτα, μετά κάνε το ίδιο για τα καρό, τα σπαθιά και τα μπαστούνια». Πώς, όμως, θα προγραμματίζαμε τον υπολογιστή για να αναπαραγάγει τη δική μου, ξεχωριστή διάταξη φύλλων; Στην περίπτωση αυτή, δεν υπάρχει σύντομος δρόμος και ίσως χρειαστεί να παραθέσουμε αναλυτικά τις οδηγίες, βήμα προς βήμα: «ξεκίνα με τον ρήγα σπαθί, συνέχισε με το δύο καρό, με το επτά κούπα [και ούτω καθεξής]». Αν η τράπουλα δεν ανακατεύτηκε στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, ίσως υπάρχουν μικρές ακολουθίες μη ανακατεμένων φύλλων, όπου έχει διατηρηθεί η αρχική τάξη, και οι οποίες μειώνουν ελαφρώς το μήκος του προγράμματος -για παράδειγμα, αν τα δύο, τρία, τέσσερα, πέντε και έξι μπαστούνι παραμένουν στη σειρά, είναι ευκολότερο να δώσουμε στον υπολογιστή την εντολή «ξεκίνα με το δύο μπαστούνι και βάλε κατά αύξουσα σειρά τα επόμενα τέσσερα φύλλα με το ίδιο σύμβολο», παρά να δηλώσουμε ξεχωριστά τα τέσσερα φύλλα.

Όλα αυτά σχετικά με το μήκος ενός προγράμματος, μάλλον δεν σας λένε πολλά. Μάλιστα, μπορούμε ν’ απαλλαγούμε από αυτόν τον τρόπο ορισμού της αλγοριθμικής τυχαιότητας. Εφόσον ο εγκέφαλός μας- όπως ο εγκέφαλος του δαίμονα του Μάξουελ- είναι, σε πολύ βασικό επίπεδο, ένας υπολογιστής που εκτελεί εντολές, έχουμε τη δυνατότητα να αντικαταστήσουμε την ιδέα του υπολογιστικού προγράμματος με την ικανότητα απομνημόνευσης. Αν σας έδειχνα μια σειρά από τυχαία ανακατεμένα τραπουλόχαρτα και σας ζητούσα να τα διατάζετε κατά σύμβολο και κατά αύξουσα σειρά, θα το κάνατε εύκολα. (Σημειώστε ότι σας δίνω τη δυνατότητα να γυρίσετε τα φύλλα και να τα διατάξετε στη σειρά, παρά να στηριχτείτε στο τυφλό, τυχαίο ανακάτεμα). Αν, όμως, σας ζητήσω να διατάξετε τα φύλλα με την ίδια σειρά που έχουν στη δική μου «ξεχωριστή» διάταξη, την οποία πέτυχα ανακατεύοντας την τράπουλα τυχαία, θα είναι σχεδόν αδύνατον να απομνημονεύσετε τη σειρά τους.

Βασικά, χρειάζεστε τώρα πολύ περισσότερη πληροφορία από πριν. Και όσο περισσότερη πληροφορία διαθέτετε για ένα σύστημα, τόσο περισσότερο θα μπορείτε να το οργανώσετε και να χαμηλώσετε την εντροπία του.