Τρίτη 16 Ιουλίου 2019

Μύθος: Η Αληθινή Ιερή Ιστορία

«Το υποσυνείδητο προμηθεύει ασταμάτητα το σύγχρονο άνθρωπο με αμέτρητα σύμβολα και κάθε σύμβολο έχει να μεταφέρει ένα συγκεκριμένο μήνυμα, να φέρει εις πέρας μια συγκεκριμένη αποστολή, η οποία σκοπεύει στο να προστατεύσει ή να επαναφέρει την ψυχική του ισορροπία. Το σύμβολο δεν καθιστά μόνο τον κόσμο “ανοικτό”, αλλά εγγυάται στον άνθρωπο και την πρόσβασή του στο σύμπαν.
 
Τα σύμβολα ξυπνούν το προσωπικό βίωμα και το μετατρέπουν σε πνευματική πράξη, σε μια μεταφυσική αντίληψη του κόσμου. Μπροστά από ένα οποιοδήποτε φανερό σύμβολο του κοσμικού χώρου και της κοσμολογικής ζωής, ένας άνθρωπος βρίσκει την πρόσβαση στην ύψιστη πνευματικότητα, επειδή κατανοώντας το σύμβολο είναι σε θέση να ζήσει το παγκόσμιο. Η θρησκευτική θεώρηση του κόσμου και η ιδεολογία της, επιτρέπουν στον άνθρωπο να αξιολογήσει όλο αυτό το προσωπικό του βίωμα και να το ‘ανοίξει’ προς το παγκόσμιο.»
 
«Ο μύθος συνδέει τις πράξεις των υπερανθρώπινων οντοτήτων με την εκδήλωση των ιερών δυνάμεων που αντιπροσωπεύουν, οπότε αποτελεί ένα εξαιρετικό μοντέλο έρευνας για όλες τις σημαντικές ανθρώπινες δραστηριότητες».
 
Ο Μίρτσεα Ελιάντε (13 Μαρτίου 1907 – 22 Απριλίου 1986) ήταν Ρουμάνος ιστορικός της θρησκείας, λογοτέχνης, φιλόσοφος και καθηγητής του Πανεπιστημίου του Σικάγο. Γεννήθηκε στη Βουκουρέστι της Ρουμανίας και σπούδασε ιστορία (1925-1928). Στο διάστημα 1928-1932 ακολούθησε μεταπτυχιακές σπουδές στην Καλκούτα στο αντικείμενο της θρησκειολογίας, όπου μελέτησε και τα σανσκριτικά. Το 1933 ολοκλήρωσε το μεταπτυχιακό του με μια εργασία στην πρακτική της Γιόγκα, η οποία μόλις τρία χρόνια μετά, θα μεταφραζόταν στη Γαλλική προκαλώντας μεγάλο αντίκτυπο στους ευρωπαϊκούς ακαδημαϊκούς κύκλους.
 
Μετά από αυτό αρχίζει την ακαδημαϊκή του σταδιοδρομία, ενώ λόγω του παγκοσμίου πολέμου την διακόπτει για να διοριστεί μορφωτικός ακόλουθος στο Λονδίνο (1940-1941) και στη Λισσαβόνα (1941-1945). Διορίζεται καθηγητής θρησκειολογίας στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης (1945-1956) και το 1956 το Πανεπιστήμιο του Σικάγο τον προσκαλεί για να διδάξει σε αυτό. Πέθανε στις 23 Απριλίου του 1986. Ο Mιρτσέα Ελιάντε υπήρξε διευθυντής τριών θρησκειολογικών περιοδικών, ”ΆZalmoxis”, ”Antaios”, ”History of Religions” και εκδότης της δεκαεξάτομης ”Encyclopedia of Religion”.
 
Ο Ρούντολφ Όττο και η απριορική προσέγγιση του ”ιερού” επηρεάζει τη σκέψη του Mιρτσέα Ελιάντε. Προκειμένου να ερευνήσει το θρησκευτικό φαινόμενο συνδυάζει δύο μεθόδους, τη μορφολογική και την ιστορική. Την πρώτη την εμπνέεται από τον Γκαίτε και με αυτήν εντοπίζει ορισμένες ”κοσμικές” (τοπικές ή βιολογικές, δηλαδή ουρανός, νερό, γη, λίθοι, αλλά και εκδηλώσεις της ανθρώπινης ζωής) ιεροφάνειες, εμφανίσεις του ιερού και του αγίου.
 
Τα πράγματα του φυσικού κόσμου και οι ανθρώπινες πράξεις δεν είναι αυτόνομα αλλά συνιστούν ιεροφάνειες στο βαθμό που μετέχουν σε μια υπερβατική πραγματικότητα. Το βασικό θρησκευτικό φαινόμενο του ιερού δεν είναι προϊόν εξέλιξης, αλλά σταθερό στοιχείο της ανθρώπινης συνείδησης, λέει ο Ελιάντε. Η θρησκεία έχει δύο διαστάσεις, μια ”εμπειρική” και μια ”υπερβατική”. Η πρώτη ερμηνεύεται φαινομενολογικά και ιστορικά, η δεύτερη είναι απροσπέλαστη και μόνο ”θεολογικά” κατανοημένη.
 
Η άποψη ότι οι μύθοι αποτελούν βαθιά κρυμμένες αλήθειες εξηγείται προγραμματικά στο έργο του και κυριαρχεί σε μεγάλο ποσοστό στη σύγχρονη μελέτη της θρησκείας. Το έργο του άσκησε ιδιαίτερη επίδραση στο λεξιλόγιο της συγκριτικής θρησκειολογίας. Έκανε προγραμματική χρήση των εννοιών ”κόσμος” και ”χρόνος” ως εργαλείων της ιστορίας και της φαινομενολογίας της θρησκείας. Πέτυχε να προσδιορίσει τη ριζική τομή μεταξύ εκκλησίας και θρησκείας, ιουδαιοχριστιανικής πίστης και θρησκευτικότητας.
 
Στα μειονεκτήματα που του προσάπτουν ανθρωπολόγοι και θρησκειολόγοι είναι η ανδροκεντρική προκατάληψη στο έργο του, οι πρακτικές της απομόνωσης και αποϊστορικοποίησης των μυθολογικών και θρησκευτικών φαινομένων που μελετά. Ο μη αναγωγισμός που υιοθετεί, δηλώνεται κι από τον ίδιο, «Ένα θρησκευτικό φαινόμενο θα αναγνωριστεί ως τέτοιο μόνο εάν συλληφθεί στο δικό του επίπεδο, δηλαδή αν μελετηθεί ως κάτι θρησκευτικό. Το να προσπαθήσουμε να αντιληφθούμε την ουσία ενός τέτοιου φαινομένου με τα μέσα της φυσιολογίας, της ψυχολογίας, της κοινωνιολογίας, των οικονομικών, της γλωσσολογίας, της τέχνης ή οποιασδήποτε άλλης επιστήμης, είναι λάθος. Χάνει το μοναδικό και μη αναγώγιμο στοιχείο -το στοιχείο του ιερού.»
 
Μυθολογία του αρχαίου ήρωα

Γιά τους αρχαίους Έλληνες, μύθος σήμαινε «παραμύθι» «θρύλος» «φαντασιακή διήγηση» «ομιλία» και τελικά κατέληξε να σημαίνει «κάτι φανταστικό που στην πραγματικότητα δεν υπάρχει».
 
Οι πρώτοι Έλληνες Φιλόσοφοι είχαν κατακρίνει και απορρίψει τους Ομηρικούς ύμνους ως φανταστικές επινοήσεις και μυθεύματα. Ο Ξενοφάνης [6ος-5ος αιώνας π.κ.ε.] απέρριψε την αθανασία των Θεών όπως περιγράφεται από τον Όμηρο και τον Ησίοδο. Επιπλέον επέκρινε την ανθρωπομορφική απεικόνιση των Θεών [Ανθρωπομορφισμός]. «Εάν τα βοοειδή, τα άλογα ή τα λιοντάρια είχαν χέρια, και ήταν ικανά να ζωγραφίσουν με τα χέρια τους και να κάνουν δουλειές όπως ο άνθρωπος, τα άλογα θα ζωγράφιζαν τους θεούς με μορφή αλόγου, ομοίως τα βοοειδή και θα έκαναν τα σώματά των θεών με μορφή που να μοιάζει στα ίδια».
 
Σε αυτή την κριτική της Ομηρικής μυθολογίας εκείνο που φανερώνεται είναι η προσπάθεια να αποδεσμευτεί η έννοια της Θεότητας από την ανθρωπομορφική της απεικόνιση που γίνεται ποιητική αδεία. Ωστόσο, η μυθολογία του Ομήρου και του Ησιόδου συνέχισαν να ενδιαφέρουν την ελίτ σε όλα τα μέρη του Ελληνιστικού κόσμου. Δεν λαμβάνονταν όμως οι μύθοι αυτολεξεί, αυτό που ανιχνευόταν πλέον ήταν σημασία «των κρυφών τους νοημάτων». Οι Στωικοί ανέπτυξαν την αλληγορική ερμηνεία της Ομηρικής μυθολογίας και γενικά όλων των θρησκευτικών παραδόσεων.
 
Για παράδειγμα, όταν ο μύθος αναφέρει ότι ο Ζευς δέσμευσε την Ήρα, αυτό κατά την αλληγορική ερμηνεία σημαίνει ότι ο αιθέρας είναι το όριο του αέρα και ούτω καθεξής. Μια άλλη πολύ επιτυχής ερμηνεία ήταν ο ευημερισμός, που ονομάστηκε έτσι από τον Ευήμερο το Μεσσήνιο [Αρχές του 3ο αιώνα π.κ.ε.]: ο οποίος απέδειξε ότι οι Θεοί ήταν αρχαίοι βασιλείς που είχαν Θεοποιηθεί. Κατά συνέπεια οι μύθοι αντιπροσώπευαν κάποια συγκεχυμένη μνήμη ή μία φανταστική μεταμόρφωση κατορθωμάτων αρχέγονων βασιλέων. Οι χριστιανοί απολογητές [χριστιανοί συγγραφείς που προσπάθησαν να υπερασπιστούν το χριστιανισμό από τις επικρίσεις του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού] δανείστηκαν [τους βόλευε άλλωστε] αυτήν την Ελληνιστική ερμηνεία της μυθολογίας. Γι’ αυτούς οι μύθοι ήταν φανταστικές ιστορίες, γεμάτες ψεύδη και παραλογισμούς κι έπρεπε να απορριφθούν ως απεχθείς. [σε αντίθεση με την ιερά Βίβλο, που είναι γεμάτη γεγονότα!! ανθρωποθυσίες, αιμομιξίες, κτηνοβασίες, κοπρολαγνείες και λοιπά “ηρωικά ανδραγαθήματα” !!]
 
Μόλις πριν το 1985 οι Δυτικοί λόγιοι ανακάλυψαν την πρωταρχική, αληθινή έννοια του μύθου. Η επιστημονική μελέτη της μυθολογίας ήταν ήδη δημοφιλής το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, ιδιαίτερα μέσα από τα έργα των Max Muller, του Andrew Lang και του Sir James Frazer. Για τον Muller η μυθολογία ήταν μια «ασθένεια της γλώσσας». Ο Lang ισχυρίστηκε ότι οι μύθοι απορρέουν από μία προσωποποίηση των φυσικών δυνάμεων ή φαινομένων, μια νοητική διαδικασία χαρακτηριστική του ανιμιστικού σταδίου του πολιτισμού. Ο Frazer αντιμετώπιζε τους μύθους ως παρερμηνείες ανθρώπινων ή φυσικών φαινομένων. Στην αρχή του αιώνα [εννοεί τον 20ο αι.] ο Φρόιντ και ο Γιουνγκ έδωσαν μια νέα ώθηση στη μελέτη των μύθων εντοπίζοντας και τονίζοντας τις εντυπωσιακές ομοιότητες των μύθων με τον κόσμο του υποσυνείδητου.

Μύθος -μια Αληθινή Ιστορία
 
Η νέα, καλοπροαίρετη προσέγγιση του μύθου χρωστά πολλά στα αποτελέσματα της σύγχρονης εθνολογίας. Η επιστημονική μελέτη των αρχαϊκών κοινωνιών για τις οποίες η μυθολογία είναι ή ήταν μέχρι πρόσφατα ζωντανή, έχει αποκαλύψει ότι ο μύθος για τον Αρχέγονο Άνθρωπο είναι μια Αληθινή Ιστορία και πέρα από αυτό, μια ιστορία που αντιμετωπίζει ως πολυτιμότατο θησαυρό, επειδή θεωρεί ιερή, υποδειγματική και σημαντική.
 
Κάτω από αυτή τη νέα αξία που έχει πάρει ο όρος «μύθος» στη σύγχρονη γλώσσα, αποκτά διφορούμενη σημασία. Η λέξη χρησιμοποιείται αφενός με την παλιά έννοια την κληρονομημένη από τους Έλληνες που σημαίνει «φαντασία» ή «πλάνη» και αφετέρου με το νόημα που είναι οικείο στους ιστορικούς των θρησκειών, εκείνο της «ιερής παράδοσης, αρχέγονης αποκάλυψης, υποδειγματικού μοντέλου».
 
Γενικά μπορεί να πει κανείς ότι σε κάθε περίπτωση που έχουμε πρόσβαση σε μία παράδοση που παραμένει ακόμα ζωντανή, ο οποιοσδήποτε μύθος της εξιστορεί τον τρόπο με τον οποίο κάτι ήρθε σε ύπαρξη. Αυτό το «κάτι» μπορεί να είναι ο κόσμος ή ο άνθρωπος ή ένα είδος ζώου ή ένας κοινωνικός θεσμός. Ο μύθος τότε είναι πάντα η αναφορά μιας «δημιουργίας», το πώς παράχθηκε κάτι και πώς άρχισε να υπάρχει. Ο μύθος περιγράφει μόνο εκείνο το οποίο πραγματικά συνέβη. Αυτοί που δρουν στους μύθους είναι υπερφυσικά όντα.
 
Είναι γνωστοί αρχικά από αυτό που έκαναν στις απαρχές του χρόνου. Ως εκ τούτου οι μύθοι φανερώνουν τη δημιουργική τους δραστηριότητα και αποκαλύπτουν την ιερότητα (ή απλά την υπερφυσικότητα) των έργων τους. Η παρέμβαση των υπερφυσικών όντων είναι που έκανε τον κόσμο αυτό που είναι σήμερα. Ο μύθος θεωρείται ιερή ιστορία και ως εκ τούτου αληθινή ιστορία, επειδή πάντα ασχολείται με πραγματικότητες. Ο μύθος ο οποίος μας λέει πώς φτιάχτηκε ο κόσμος είναι ΑΛΗΘΙΝΟΣ, επειδή η ύπαρξη του κόσμου είναι εκεί για να το αποδείξει, ο μύθος της καταγωγής του θανάτου είναι εξίσου ΑΛΗΘΙΝΟΣ, επειδή η θνητότητα του ανθρώπου τον αποδεικνύει, και ούτω καθεξής.
 
Επειδή ο μύθος σχετίζει πράξεις υπερφυσικών όντων με την εκδήλωση των ιερών τους δυνάμεων, γίνεται μιμητικό πρότυπο για όλες τις σημαντικές ανθρώπινες δραστηριότητες. «Πρέπει να κάνουμε ότι έκαναν και οι Θεοί στην αρχή», διακηρύσσει ένα πασίγνωστο Βραχμανικό κείμενο. «Ήταν έτσι που οι (Μυθικοί Ηρωες) Πρόγονοι έκαναν, και εμείς κάνουμε το ίδιο», δηλώνουν οι Κάι της Νέας Γουινέας.
 
Όσα συνέβησαν αρχικά, μπορούν να επαναληφθούν με τη δύναμη των τελετουργιών. Γι’ αυτό είναι ουσιαστική η γνώση των μύθων. Ενθυμούμενοι τους μύθους, διαπράττοντας τους ξανά συμβολικά, ο άνθρωπος των αρχαϊκών κοινωνιών επαναλαμβάνει ουσιαστικά τη δράση των Θεών, των Ηρώων ή των Προγόνων στην απαρχή του χρόνου. Να παραθέσω μόνο ένα παράδειγμα: Μια ορισμένη φυλή ζει ψαρεύοντας επειδή στους μυθικούς καιρούς ένα Υπερφυσικό Ον δίδαξε τους προγόνους τους να πιάνουν και να μαγειρεύουν ψάρια. Ο μύθος λέει την ιστορία του πρώτου ψαρέματος και έτσι, αποκαλύπτει μιαν υπερανθρώπινη δράση, διδάσκει τους ανθρώπους τον τρόπο να την εκτελέσουν και τελικά εξηγεί γιατί αυτή η ιδιαίτερη φυλή πρέπει να προμηθεύεται την τροφή της με αυτόν τον τρόπο. Για τον αρχαϊκό άνθρωπο, [κι όχι για το εκφυλισμένο ανθρώπινο ζώο των τσιμεντουπόλεων] ο μύθος είναι ζήτημα πρωταρχικής σημασίας, τον αφορά άμεσα στην ύπαρξή του πάνω στη γη.
 
Τα Μεγάλα Θέματα
 
Αυτή η υπαρξιακή λειτουργία του μύθου εξηγεί γιατί ένα πλήθος σημαντικών θεμάτων είναι κοινά σε διάφορες μυθολογίες. Οι κοσμογονικοί μύθοι (που περιγράφουν τη δημιουργία του σύμπαντος) και οι μύθοι της καταγωγής για παράδειγμα βρίσκονται παντού. Ομοίως είναι πολύ διαδεδομένο θέμα η καταστροφή ενός παλαιού κόσμου και η δημιουργία ενός νέου. Παγκοσμίως εμφανίζονται μύθοι δημιουργίας της ανθρωπότητας, αν και η επιμέρους ιστορία μπορεί να ποικίλλει: Οι πρώτοι άνθρωποι δημιουργήθηκαν από τη Μάνα Γη και τον Πατέρα Ουρανό ή από μία αμφίφυλη Θεότητα ή πλάσθηκαν από τη γη ή από ένα δημιουργό και ούτω καθεξής.
 
Το Κτήνος από τις 20.000 οργιές: “Η αντικρουόμενη αντίδραση προς τις δυνάμεις του χάους και της αταξίας, οι οποίες είναι εξίσου τρομακτικές όσο και αξιοθαύμαστες.

Ένας από τους παλαιότερους και ισχυρότερους ανθρώπινους εφιάλτες:
ο δράκοντας της αβύσσου, το τέρας του χάους που αναδύεται από τα βαθιά
για να απειλήσει τάξη και ειρήνη, σύγχρονη εκδοχή σε μια ταινία επιστημονικής φαντασίας”

Αλλά κάθε μυθική αναφορά οποιασδήποτε καταγωγής προϋποθέτει και συνεχίζει την Κοσμογονία – την ιστορία της δημιουργίας του κόσμου. Η δημιουργία του κόσμου, η Κοσμογονία, είναι η υπέρτατη δημιουργία οπότε στέκει ως υποδειγματικό πρότυπο για κάθε είδους δημιουργία. Αυτός είναι κι ο λόγος που η υπέροχη ιστορία των δυναστειών στο Θιβέτ ξεκινάει επαναλαμβάνοντας για άλλη μια φορά τη γέννηση του κόσμου από ένα αυγό. Αντίστοιχα και οι Πολυνησιακές γενεαλογικές ψαλμωδίες αρχίζουν με τον ίδιο τρόπο.
 
Οι τελετουργικές αυτές ψαλμωδίες συντίθενται από τους βάρδους όταν η πριγκίπισσα είναι έγκυος και δίνονται στους χορευτές χούλα να τις μάθουν απέξω. Οι χορευτές, άντρες και γυναίκες, χορεύουν και απαγγέλλουν την ψαλμωδία συνεχώς μέχρι να γεννηθεί το παιδί. Έτσι η εμβρυολογική ανάπτυξη του μελλοντικού αρχηγού μοιάζει να συνοδεύεται από μια ανακεφαλαίωση της κοσμογονίας, την ιστορία του κόσμου, την ιστορία της φυλής. Η κυοφορία ενός μελλοντικού αρχηγού στέκει αφορμή για μια συμβολική αναδημιουργία του κόσμου.
 
Η περιοδική ανανέωση του κόσμου μέσω συμβολικής επανάληψης της κοσμογονίας συναντιέται σε πολλούς πρωτόγονους κι αρχαϊκούς λαούς. Στη Μεσοποταμία η δημιουργία του κόσμου επαναλαμβανόταν τελετουργικά κατά τη διάρκεια της γιορτής του Νέου Έτους. Μια σειρά από τελετές αναπαριστούσαν τη μάχη μεταξύ του Θεού Μαρντούκ και της Τιαμάτ, τη νίκη του Θεού, και τις εργασίες του για τη δημιουργία του Κόσμου. Το «Ποίημα της Δημιουργίας»[Enuma elish] απαγγελλόταν μέσα στο ναό. Παρόμοια η κοσμογονία επαναλαμβανόταν συμβολικά και αλλού σε σημαντικές ή κρίσιμες στιγμές, όπως για παράδειγμα στην Αίγυπτο και στα Φίτζι κατά τη διαδικασία της προετοιμασίας και ανακήρυξης ενός νέου ηγεμόνα.
 
Το Τέλος του Κόσμου
 
Οι μύθοι των κατακλυσμών του κόσμου είναι εξαιρετικά διαδεδομένοι μεταξύ των αρχέγονων λαών. Διηγούνται την καταστροφή του κόσμου και την εξόντωση της ανθρωπότητας εκτός από ένα μοναδικό ζευγάρι ή ελάχιστους επιζώντες. Αυτοί οι μύθοι υπαινίσσονται, άλλοτε με καθαρό κι άλλες φορές πιο σκιώδη τρόπο, την αναγκαιότητα για την ανανέωση του σύμπαντος κι εκφράζουν την αρχαϊκή, παγκόσμια ιδέα του σταδιακού εκφυλισμού του κόσμου που για αυτό χρειάζεται περιοδική καταστροφή κι αναδημιουργία.
 
Ο μύθος του τέλους του κόσμου είναι δημοφιλής στην αρχαία Ινδία, τη Μεσοποταμία, την Περσία και την Ελλάδα. Στην ιουδαιοχριστιανική θεωρία το τέλος του κόσμου θα συμβεί μόνο μία φορά, ακριβώς όπως η κοσμογονία συνέβη μόνο μια φορά. Ο κόσμος που θα επανεμφανιστεί μετά την καταστροφή θα είναι και πάλι ο κόσμος που δημιούργησε ο ίδιος ο Θεός στην απαρχή του χρόνου, όμως εξαγνισμένος, αναγεννημένος και αποκαταστημένος στην αρχική του δόξα. Αυτός ο επίγειος παράδεισος δε θα καταστραφεί ποτέ ξανά ούτε θα έχει τέλος.
 
Επαναποκτημένος Παράδεισος
 
Ειδικά αυτός ο τύπος μύθου -της καταστροφής του Κόσμου- είναι που αναδεικνύει πόσο αναγκαία είναι η μυθολογία για τους ανθρώπους της σύγχρονης εποχής. Οι μύθοι της εσχατολογίας είναι στο κέντρο αμέτρητων «κοινοτήτων»-κινήσεων που πιστεύουν σε δόγματα προφητικού χαρακτήρα μια από τις οποίες είναι η δημοφιλής “Oceanian Cargo Cult” [Στα νησιά Της Μελανησίας ανατολικά από την Αυστραλία]. Αυτές οι κοινότητες προαναγγέλλουν την καταστροφή του κόσμου και την επανάκτηση από τη φυλή ένος είδος παραδείσου: Οι νεκροί θα αναστηθούν, δε θα υπάρχει ούτε θάνατος ούτε αρρώστια. Αλλά πριν από αυτήν τη νέα δημιουργία -ή επανόρθωση του παραδείσου- θα προηγηθεί σειρά κοσμικών καταστροφών. Η γη θα συγκλονίζεται από σεισμούς, θα πέφτουν πύρινες βροχές, τα βουνά θα γκρεμίστούν γεμίζοντας τις κοιλάδες, λευκοί και όσοι αυτόχθονες δεν έχουν προσχωρήσει στη λατρεία θα εξοντωθούν.
 
Σε αυτό το πνεύμα το 1923 ο προφήτης Ρονοβούρο της νήσου Εσπιρίτο Σάντο [Νήσος Αγίου Πνεύματος στις Νέες Εβρίδες] προφήτευε μια καταστροφική πλημμύρα που θα γίνει πριν την επιστροφή των νεκρών οι οποίοι θα καταφθάσουν με φορτηγά πλοία που επιπλέον θα φέρουν μαζί τους ρύζι και άλλα τρόφιμα. Το 1933, στην κοιλάδα του Μάρκχαμ στη Νέα Γουινέα ένας άντρας ονόματι Μαραφί διακήρυσσε ότι πριν την επιστροφή των νεκρών θα γίνει κοσμικός κατακλυσμός κι ότι την επόμενη ημέρα θα διαπιστωθεί ότι οι νεκροί έχουν έρθει φέρνοντας πλούσια δώρα ώστε να μην υπάρχει ανάγκη για τους ανθρώπους να δουλέψουν ποτέ ξανά.
 
Παρόμοιες προφητείες εμφανίστηκαν στο Κονγκό το 1960 όταν η χώρα ανεξαρτητοποιήθηκε. Σε μερικά χωριά οι κάτοικοι ρίξανε τις στέγες από τις καλύβες τους ώστε να περάσει ο χρυσός που οι πρόγονοι θα έστελναν ως βροχή. Αλλού επιτράπηκε η καταστροφή κάθε δημόσιας ή ιδιωτικής περιουσίας, εκτός από τους δρόμους προς το κοιμητήριο, γιατί από αυτούς θα περνούσαν οι πρόγονοι που θα κατευθύνονταν προς το χωριό. Ακόμη και οργιαστικές υπερβολές απέκτησαν νόημα μιας και σύμφωνα με το μύθο, από την αυγή της Νέας Εποχής όλες οι γυναίκες θα είναι από κοινού ζευγάρια με όλους τους άντρες.
 
Σενάριο Σούπερ Ηρώων
 
Ένα ακόμη παράδειγμα του ρόλου της μυθολογίας για το σύγχρονο άνθρωπο είναι το εξαιρετικά διαδεδομένο μοτίβο του μύθου του Ήρωα. Σύμφωνα με αυτό ο Ήρωας εγκαταλείπεται αμέσως μετά τη γέννησή του διότι μια προφητεία αναφέρει ότι το βρέφος αποτελεί κίνδυνο για τον πατέρα του που συνήθως πρόκειται για βασιλιά. Το παιδί σώζεται από ζώα ή βοσκούς και το βυζαίνει ένα θηλυκό ζώο ή μια γυναίκα ταπεινής καταγωγής. Όταν μεγαλώνει επιχειρεί ασυνήθιστες περιπέτειες -σκοτώνει τέρατα, υπερνικά το θάνατο, και ούτω καθεξής-. Αργότερα βρίσκει τους γονείς του, εκδικείται εναντίον του πατέρα ή του θείου που τον εκδίωξε και τελικά αναγνωρίζεται, επιτυγχάνει κοινωνική θέση και φόρο τιμής. Οι κίνδυνοι και οι δοκιμασίες του Ήρωα (τέρατα και δαίμονες, καθόδος στην κόλαση, κ.τ.λ.) που αντιμετώπισε έχουν χαρακτήρα μυητικό. Υπερπηδώντας όλα τα εμπόδια ο νέος άντρας αποδεικνύει ότι έχει ξεπεράσει την ανθρώπινη υπόσταση και ανήκει στο εξής σε μία τάξη ημιθεϊκών υπάρξεων.
 
Πολλοί επικοί θρύλοι και λαϊκοί μύθοι χρησιμοποιούν και επαναυϊοθετούν τα υψηλά δραματικά σενάρια της μύησης του Ήρωα (όπως, ο Ζίγκφριντ, ο Αρθούρος, ο Ρομπέν των Δασών). Επιπλέον ο μύθος του Ήρωα επιβιώνει στους θρύλους πολλών μεσαιωνικών βασιλέων αλλά και στην αύρα του Αναμορφωτή, του Επαναστάτη, του Πολιτικού Μάρτυρα, του Αρχηγού Κόμματος. Ακόμη στις σύγχρονες Δυτικές κοινωνίες αναγνωρίζει κανείς τη νοσταλγία για Ήρωες και ηρωικά ανδραγαθήματα για παράδειγμα στον «Σούπερμαν» ή στην τεράστια δημοτικότητα των αστυνομικών μυθιστορημάτων με την παραδειγματική μάχη μεταξύ Καλού και Κακού, μεταξύ Ήρωα (πχ. του Ντετέκτιβ) και κακοποιού ο οποίος είναι η σύγχρονη ενσάρκωση του Δαίμονα.
 
Τι είναι το Ιερό
 
«Ιερό» για την θρησκευτική σκέψη είναι το σημείο ή το αντικείμενο στο οποίο κάποια δεδομένη στιγμή εκδηλώθηκε η παρουσία του μεταφυσικού, της θεότητας, καθαγιάζοντας το και καθιστώντας το «σημείο επαφής» του Θεϊκού με το Κοσμικό. Με άλλα λόγια το «Ιερό» είναι το «ρήγμα» και η «είσοδος» του μεταφυσικού στο φυσικό κόσμο, το σημείο ή το αντικείμενο εκείνο το οποίο εμφορείται από την «δύναμη» του «θεϊκού» που το κατοίκησε και το κατοικεί. Κάποια στιγμή η θεότητα, το «θεϊκό», εμφανίζεται σε ένα σημείο και εκείνο το σημείο αποτελεί πλέον για τους πιστούς «Ιερό» χώρο, «Ιερό» αντικείμενο κ.α. έως ότου κάτω από κάποιες ορισμένες συνθήκες αποιεροποιηθεί.
 
Πρέπει μάλιστα το «Ιερό» σαν συναίσθημα αλλά και σαν μια από τις πλέον σημαντικές ενέργειες της ανθρώπινης ψυχής υφίσταται «μεταβιβάσεις» από το ένα αντικείμενο στο άλλο, όπως ο ανθρώπινος έρωτας. Ένα οποιοδήποτε αντικείμενο μπορεί να είναι «ιερό» για την ανθρώπινη ψυχή, για παράδειγμα ένα δένδρο, μια πηγή, ένα μέρος, μια πέτρα, και κατόπιν, για άγνωστες αιτίες, το συγκεκριμένο αντικείμενο να υποστεί μια αποιεροποίηση.
 
Μ’ όλα ταύτα το συναίσθημα του «ιερού» δεν χάνεται από την ψυχή αλλά υπόκειται σε μια μεταβολή ή μετάθεση επάνω σε ένα άλλο αντικείμενο. Όταν και αυτό το αντικείμενο με την σειρά του αποιεροποιηθεί τότε το συναίσθημα του «Ιερού» μπορεί να υποστεί μια νέα μεταφορά επάνω σε ένα άλλο αντικείμενο, για παράδειγμα στον Θεό, ή στην απρόσωπη αρχή του Βραχμανισμού ή στο μεταφυσικό κενό του Βουδισμού.
 
Αλλά και τέτοιου είδους αντικείμενα μπορούν να αποιεροποιηθούν, και τότε το συναίσθημα του «Ιερού» περνά ξανά επάνω σε άλλα αντικείμενα, τα οποία μπορεί να είναι η ηθική συνείδηση, τα ιδανικά της ανθρωπότητας και άλλα. Αυτή η «διαδικασία μετάθεσης», μολονότι δεν ακολουθεί πάντοτε την σειρά των παραδειγμάτων που αναφέραμε, ωστόσο συμβαίνει πάντοτε έτσι ώστε να ο άνθρωπος να μην μπορεί να ζήσει χωρίς ιερά αντικείμενα.
 
Το συναίσθημα του «ιερού» εμφανίζει μια ενέργεια όπως και ο έρωτας και υπόκειται όπως και αυτός στην μεταβίβαση από το ένα αντικείμενο στο άλλο. Εμφανίζει μια ενέργεια από την οποία ο άνθρωπος κυριαρχείται. Λίγο τολμηρά θα μπορούσαμε να πούμε ότι το συναίσθημα του «Ιερού» που εδράζεται στην ανθρώπινη οντότητα και γίνεται φανερό ως μυστήριο και αποκάλυψη παίζει σχεδόν τον ίδιο ρόλο για την ύπαρξη του ανθρώπου που παίζει και ο έρωτας για την ευτυχία του.
 
Γι’ αυτό τον λόγο, σύμφωνα μάλιστα με την γνώμη των περισσοτέρων μελετητών, το αίσθημα του «Ιερού» εμφανίζεται από τις αρχές της ανθρώπινης θρησκευτικότητας και αποτελεί ένα από τα πιο σταθερά στοιχεία της. Πρόκειται ίσως για το αρχαιότερο στοιχείο της θρησκευτικής ζωής και για κάποιους μελετητές όπως ο Ρούντολφ Όττο έφτασε να θεωρείται -τραβηγμένα βέβαια-  ως ο πυρήνας της οποιαδήποτε θρησκευτικότητας μέσα στους αιώνες.
 
Κάθε φανέρωση του «ιερού» στον άνθρωπο αποτελεί μια ιεροφάνεια. Στην ιστορία της θρησκευτικής σκέψης του ανθρώπου μπορούμε να βρούμε πάρα πολλές ιεροφάνειες σε αντικείμενα που αποτελούν στοιχεία του φυσικού μας χώρου, όπως για παράδειγμα πέτρες, δένδρα, βουνά, πηγές, ποτάμια, τοποθεσίες κ.λ.π. Μόλις όμως εκδηλωθεί το «Ιερό» σε κάποιο αντικείμενο, μολονότι εκείνο φαινομενικά συνεχίζει να διατηρεί την αρχική φυσική του μορφή (της πέτρας ή του δένδρου για παράδειγμα), για τον πιστό, για τον άνθρωπο στον οποίο αποκαλύπτεται αυτή η ιεροφάνεια, το συγκεκριμένο αντικείμενο αποκτά μια «κοσμική ιερότητα» γίνεται κάτι το «εντελώς άλλο» μεταβαλλόμενο σε μια «υπερφυσική πραγματικότητα».
 
Έτσι ο πιστός [αμόρφωτος και ενεργούμενος] που έχει δεχθεί, δηλ. έχει ΣΥΜΦΩΝΗΣΕΙ την αποκάλυψη της ιερόφανειας προσπαθεί να έρθει σε επαφή και μάλιστα λατρευτική με το αντικείμενο στο οποίο εκδηλώθηκε η μεταφυσική δύναμη προκειμένου να γίνει και ο ίδιος κοινωνός αυτής της δύναμης που πιστεύει [δεν γνωρίζει] πως είναι θεϊκή. Προσκυνά και λατρεύει λοιπόν την πέτρα ή το δέντρο σαν στοιχεία του φυσικού περιβάλλοντος, ψάχνοντας το θεϊκό που εκδηλώθηκε σε αυτά και τα «ιεροποίησε». [πιασ’ τ’αυγό και κούρευτο και κάν ‘του και χωρίστρα]
 
Θέα του «ιερού» και «ιερό ρίγος»
 
Προκειμένου τώρα να πλησιάσει ο αμαθής κι ανίδεος άνθρωπος τον ιερό χώρο ή το ιερό αντικείμενο απαιτείται εκ μέρους του μια ιδιαίτερη προετοιμασία. Αυτό οφείλεται στο ότι το «Ιερό» το ίδιο προκαλεί μια ιδιαίτερη ψυχική κατάσταση, όπως εκείνη που αισθάνεται ο άνθρωπος όσες φορές πιστεύει ότι βρίσκεται ενώπιον μιας θεϊκής παρουσίας. Στην παρουσία του ιερού αντικειμένου ο άνθρωπος αισθάνεται να διαπερνάται από ένα συναίσθημα ανατριχίλας και υποτίμησης της ίδιας του της υπάρξεως. Αυτό το συναίσθημα του «ιερού ρίγους» έχει το δυνατότητα να τον θέτει, ή τουλάχιστον να τον κάνει να νιώθει ότι βρίσκεται, σε αληθινή σχέση με μια θεϊκή πραγματικότητα.
 
Αυτό το αίσθημα του ιερού ή του θεϊκού μπορεί να γίνει αισθητό από την πλειονότητα των ανθρώπων, περισσότερο από κάποιους και λιγότερο απο κάποιους άλλους, ανάλογα με την ψυχοσύνθεση του καθενός. Ας δούμε τις ψυχικές καταστάσεις, τις οποίες το «Ιερό» αντικείμενο προκαλεί στον άνθρωπο. Για την ανθρώπινη ψυχή το «Ιερό» είναι «trementum», δηλαδή τρομερό, παράδοξο. Ο τρόμος που προκαλείται στον άνθρωπο από το ιερό αντικείμενο είναι ένα ιδιαίτερο συναίσθημα, το οποίο μπορεί να έχει τις δικές του διαβαθμίσεις και αποχρώσεις, αλλά είναι ισόβαθμο με τα άλλα συναισθήματα.
 
Ο ιερός τρόμος είναι αισθητός κυρίως στις δαιμονικές μορφές της θρησκείας, αλλά ούτε οι πιο υψηλές πίστεις, στους Θεούς, δεν στερούνται του συναισθήματος του ειδεχθούς και του φοβερού. Το αίσθημα του ιερού τρόμου εξευγενίζεται μόνον στις ανώτερες θρησκείες, αλλά δεν εξαφανίζεται. Το ιερό αντικείμενο είναι επίσης μεγαλοπρεπές, με την έννοια ότι εν τη παρουσία του ο άνθρωπος αισθάνεται ένα απόλυτο τίποτα, μειωμένος και σχεδόν εξουθενωμένος. Στο «Ιερό» αποδίδεται και μια ιδιαίτερη ενέργεια, εντελώς εξαιρετική και συνάμα ανύπαρκτη. Κάποιες φορές αυτή η ενέργεια έχει μια μοναδική ορμητικότητα: οι μυστικιστές μιλούν για παράδειγμα περί μιας αλλοίωσης εκ μέρους του Θεού.
 
Αισθάνονται ως αναλωμένοι και φλεγόμενοι από την αγάπη του Θεού. Κατά τον ίδιο τρόπο το «Ιερό» συνοδεύεται επίσης και από συναισθήματα έκπληξης, θαυμασμού και απορίας, από το συναίσθημα ότι είναι θαυμάσιο και θελκτικό. Αυτό το περιγραφόμενο ως πολύ περίπλοκο συναίσθημα του «Ιερού», φέρνει πραγματικά σε επαφή με μια ιερά πραγματικότητα. Το «Ιερό» αποτελεί μια ιδιαίτερη κατηγορία, εξαιρετικά υπερβατικής φύσης, μια κατηγορία η οποία με την μεσολάβηση του συναισθήματος θέτει ενώπιον μιας ιεράς πραγματικότητας.
 
Εξαιτίας αυτού αλλά κυρίως εξαιτίας του γεγονότος ότι συναντάται σε κάθε μορφή θρησκευτικότητας ορισμένοι θρησκειολόγοι έφτασαν να υποστηρίξουν, ότι το «Ιερό» είναι ο ίδιος ο πυρήνας ή η ουσία της θρησκευτικότητας. Παρότι το «Ιερό» αποτελεί ένα από τα πλέον σταθερά και αμετάβλητα στοιχεία της ανθρώπινης θρησκευτικότητας, ωστόσο η ουσία της θρησκείας είναι υπεράνω από την ενδεχόμενη μεταβλητότητα ακόμα και όλων των στοιχείων τα οποία την απαρτίζουν.
 
Στην πραγματικότητα η ουσία της θρησκείας δεν συνίσταται σε ένα από τα στοιχεία της, που πιθανώς να βρισκόταν και μεταξύ των μεταβλητών, αλλά σε μια σταθερή σχέση μεταξύ των διαφόρων στοιχείων, επειδή όλα ανεξαιρέτως τα στοιχεία μπορούν να είναι μεταβλητά. Είναι προφανές μάλιστα ότι όλα τα στοιχεία τα οποία συμμετέχουν στην θρησκευτική συγκρότηση μπορούν να είναι μεταβλητά διότι οι αντιδράσεις του ανθρώπου απέναντι στην φύση εξαρτώνται συχνά περισσότερο από οικονομικές, πολιτιστικές και κοινωνικές διαφορές δηλαδή από την ιστορία και επειδή το ανθρώπινο πνεύμα δεν αντιδρά προς τα φυσικά φαινόμενα πάντοτε με τον ίδιο τρόπο. Η ουσία ωστόσο ενός σύνθετου φαινομένου, όπως η θρησκεία που υπάρχει σε διάφορες παραλλαγές, δεν είναι απαραιτήτως ταυτόσημη με ένα από τα στοιχεία της, ούτε καν του «Ιερού» που φέρεται ως το πλέον σταθερό.
 
Αναγνωρίζουμε ότι το «Ιερό» είναι ένα από τα λιγότερα μεταβαλλόμενα στοιχεία των θρησκειών, [δηλ. παγιωμένο κι άρα ΝΕΚΡΟ] ή ακόμα και ένα στοιχείο το οποίο προκύπτει πάντοτε ως συνθετικό της θρησκείας. Αλλά εάν η ουσία της θρησκείας περιορίζεται σε αυτό το στοιχείο, τότε οι πιο πραγματικές θρησκείες θα πρέπει να ήσαν εκείνες στις οποίες το συναίσθημα του «ιερού» εμφανίζεται καταθλιπτικά με την πλέον πρωτόγονη και τρομακτική έννοια αυτού του όρου.
 
Εάν η ουσία της θρησκείας θα συνέπιπτε απόλυτα με το στοιχείο του «Ιερού», θα είμαστε αναγκασμένοι να παραδεχτούμε ότι όλες οι θρησκείες διέπονται από υψηλά μεταφυσικά και ηθικά μοτίβα, ακόμα και εκείνες που κατέχουν το «Ιερό» μόνο σε μια μορφή υποτονική. Εάν δεχθούμε το «ιερό» ως πυρήνα της θρησκευτικότητας υποχρεωνόμαστε να προσεγγίσουμε τις θρησκείες αποκλειστικά με την προοπτική του «Ιερού», και οι συνέπειες είναι καταστροφικές. Όλες οι μεγάλες θρησκείες ή η κατεξοχήν μεταφυσική θρησκευτικότητα θα έπρεπε αναπόφευκτα να υποστεί μια σοβαρή υποτίμηση. Το «Ιερό» δεν μπορεί λοιπόν να λογαριάζεται ως η ουσία ή ως ο πυρήνας της θρησκείας. Στην καλύτερη περίπτωση είναι ένα από τα πιο σταθερά και αμετάβλητα στοιχεία του θρησκευτικού φαινομένου.

Το «Ιερό» ως μαγικό
 
Αν εξετάσουμε το «Ιερό» με την μη προσιτή στο λογικό πλευρά της θρησκείας αφήνοντας κατά μέρος το ορθολογικό και θεωρητικό στοιχείο της τότε πρέπει να το ταυτίσουμε στην πραγματικότητα με το μαγικό και με κάποιες άλλες αποχρώσεις πιο υποτονικές αυτού. Κατά συνέπεια η πιο αυθεντική θρησκευτική ζωή θα βρισκόταν μεταξύ εκείνων των ανθρώπων που κυριαρχούνταν κατά τρόπο βασανιστικό από την μαγική νοοτροπία.
 
Είναι φανερό όμως ότι το «Ιερό» είναι μια παραλλαγή, μια υποτονική εκδοχή του μαγικού. Στις διάφορες θρησκείες μάλιστα συνδυάζεται και με στοιχεία πιο λογικά και πιο ηθικά. (εάν βέβαια το «Ιερό» αποτελούσε τον πυρήνα της θρησκείας τότε αυτός ο συνδυασμός θα νόθευε την θρησκεία ακριβώς στην ουσία της.) Δεν αμφισβητούμε ότι στην ψυχή των πρωτογόνων που είναι ολοκληρωτικά κυριευμένη από την μαγική νοοτροπία, το συναίσθημα του «Ιερού» έχει μια δύναμη πρωταρχική. Αλλά σε θρησκείες όπως αυτές το μαγικό (ιερό) δεν εισέρχεται ως ένα στοιχείο περιβεβλημένο με αυτόνομες δυνάμεις.
 
Το μαγικό (ιερό) εμφανίζεται στην θρησκεία, σε κάθε θρησκεία, σαν ένα συνθετικό στοιχείο ενός ολοκλήρου συμπλέγματος από δημιουργήματα μεταφυσικά και μυθολογικά μιας ιδιαίτερης μορφής. Η θρησκευτικότητα διαχωρίζεται από το «μαγικό» συναίσθημα. Το «Ιερό», αντίθετα ως συστατικό της θρησκείας ανυψώνεται ως συνθετικός παράγοντας σε μια σύνθεση από πνευματικά δημιουργήματα, τα οποία επιδιώκουν να αποτελέσουν μια μεγαλειώδης αποκάλυψη του κοσμικού μυστηρίου.
 
Με άλλα λόγια το «Ιερό», όσο σταθερό να είναι σαν παράγοντας, καταλαμβάνει χώρο σε κάθε θρησκεία μόνο σαν στοιχείο ενσωματωμένο σε ένα στυλ, ένα όραμα, και υποκείμενο εξ’ αιτίας αυτού σε νοηματικές τροποποιήσεις. Μεταξύ του μαγικού, από το οποίο κυριαρχείται η πρωτόγονη νοοτροπία, και του «Ιερού» που εισέρχεται σαν ένα εξαρτώμενο στοιχείο στο –πνευματικό σύμπλεγμα μιας θρησκείας η διαφορά είναι ολοφάνερη. Όπως ακριβώς στην περίπτωση που κάποια όμορφη εικόνα από την φυσική τάξη των πραγμάτων περνά ζωγραφιζόμενο στην αισθητική τάξη των έργων τέχνης. Τα στοιχεία της φυσικής ομορφιάς δεν περνούν ποτέ tale quale σε ένα πραγματικό έργο τέχνης, αλλά υποβάλλονται σε αληθινή μεταβολή όσον αφορά την σημασία, την έννοια και τον ρόλο τους, αφομοιώνονται δηλαδή σε ένα ορισμένο στυλ, κάτι που αποτυπώνεται στα πνευματικά δημιουργήματα.
 
Το «Ιερό» ως «οντολογικό κέντρο»
 
Μολονότι για τον θρησκευόμενο άνθρωπο όλος ο κόσμος μέσα στον οποίον ζει αποτελεί έναν καθαγιασμένο χώρο, (και κατά συνέπεια όλες οι πράξεις του σχετίζονται με την ιερότητα του χώρου), ωστόσο σε αυτόν τον κόσμο υπάρχουν ορισμένα μέρη τα οποία έχουν δεχθεί την εκδήλωση της θεϊκής δύναμης, δηλαδή την «ιεροφάνεια», και τα οποία ονομάζονται «ιερά». Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Παλαιάς Διαθήκης όπου ο Θεός προστάζει τον Μωυσή να μην πλησιάσει άλλο το μέρος και να βγάλει τα σανδάλια του «γιατί ο τόπος όπου στέκεσαι είναι ιερός» (3 Έξοδος, 3,5).
 
Το «Ιερό» που εκδηλώνεται μέσω της ιεροφάνειας αποτελεί για την ανθρώπινη σκέψη την απόλυτη πραγματικότητα, το οντολογικό κέντρο του κόσμου. Δεν επιλέγει ο άνθρωπος αυτόν τον χώρο αλλά το θεϊκό εμφανίζεται σε αυτόν και τον ιεροποιεί τον καθιστά δηλαδή «ιερό» μέσω της συνεχούς παρουσίας του. Το «ιερό» αποτελεί για τον θρησκευόμενο άνθρωποι το σημείο που μπορεί να έλθει σε επαφή με το μεταφυσικό και να μεταβεί από το κοσμικό στο ιερό σύμπαν.
 
Είναι ο χώρος που έχει εισβάλει το ιερό στην κοσμική πραγματικότητα, η «κλίμακα μεταξύ ουρανού και γης», μεταξύ θεϊκού και ανθρώπινου. Η χριστιανική εκκλησία είχε πάντοτε αυτήν την αντίληψη και όχι άδικα. Πόσοι άραγε δεν έχουν νιώσει τέτοια συναισθήματα, έστω υποσυνείδητα, την στιγμή που λοξοδρομούν από το πολυάνθρωπο και πολύβουο πεζοδρόμιο κάποιας κεντρικής λεωφόρου και μπαίνουν σε έναν ναό. Ακόμα και σε έναν εντελώς άθρησκο άνθρωπο αλλάζει ασυνείδητα η διάθεση του και νιώθει με κάποιον ιδιαίτερο τρόπο την «ιερότητα» ή έστω την ιδιαιτερότητα του χώρου. Με άλλα λόγια νιώθει ότι μπήκε «κάπου αλλού», σίγουρα σε ένα μέρος που μέσα σε κλάσματα του δευτερολέπτου του γεννά διαφορετικά συναισθήματα από αυτά που ένιωθε έως εκείνη την στιγμή. [αυτό το ‘κάπου αλλού’ δεν σημαίνει απαραίτητα ότι είναι κάτι προς το συμφέρον του ή κάτι καλό]
 
Το «Ιερό» ως χώρος «ιεροφάνειας» αποτελεί για τον θρησκευόμενο άνθρωπο μνήμη και αίσθηση του «χαμένου παραδείσου» για να χρησιμοποιήσουμε την χριστιανική ορολογία. Νοσταλγώντας να ζήσει σε ένα κόσμο που να είναι καθαρός και άγιος, όπως όταν βγήκε από τα χέρια του Δημιουργού, όπως ήταν ο παράδεισος από τον οποίο εκδιώχθηκε και ζητώντας ταυτόχρονα την προστασία του θεϊκού φροντίζει να κτίζει την κατοικία του γύρω και κοντά στο σημείο της ιεροφάνειας, στο «ιερό».
 
Επιλέγοντας να διαμένει κοντά στο «ιερό» εκδηλώνει επίσης και την επιθυμία του να βρίσκεται σε επαφή μαζί του. Στο σημείο όπου συναντάται το θεϊκό με το κοσμικό, στο κέντρο, βρίσκεται πάντοτε για την θρησκευόμενο άνθρωπο ο κόσμος. Το «ιερό» είναι το κέντρο του κόσμου και εκείνος επιζητεί να βρίσκεται όσο το δυνατόν πιο κοντά στο κέντρο του κόσμου. Η κατοικία του ανθρώπου είναι πάντοτε ιερή και αποτελεί μια απεικόνιση του κόσμου που είναι θεϊκή δημιουργία. Προκειμένου μάλιστα να έχει χρονική διάρκεια η κατοικία του και να μην ερημωθεί ή καταστραφεί πρέπει να αποκτήσει πνεύμα, ψυχή. Έτσι λοιπόν θυσιάζει στα θεμέλια του οικοδομήματος μια ζωντανή ύπαρξη με σκοπό η ψυχή, το πνεύμα του θυσίου, να περάσει στο οικοδόμημα ζωντανεύοντας το. Ο άνθρωπος χτίζει το δικό του σύμπαν μιμούμενος την θεϊκή κοσμογονία. Έτσι το «Ιερό» γίνεται ένας υπαρξιακός και όχι απλώς γεωμετρικό χώρος, ένας χώρος που επιτρέπει επαφές με το μεταφυσικό. [άλλωστε εκπορεύεται από τον ΑΕΤΟ – ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ]
 
Όλα τα σύμβολα και τα τυπικά που συνδέονται με τον ναό την πόλη και το σπίτι σχετίζονται τελικά με το αρχικό βίωμα του ιερού χώρου. Έτσι κάθε οικισμός και κάθε πόλη έχει τα ιερά της, τους τόπους Θεοφανείας της, τα μέρη που το Θεϊκό εισήλθε στο Κοσμικό. Κάθε τοπική Ιεροφάνεια και κάθε καθαγιασμός του χώρου ισούται με μια κοσμογονία. Σε αρχαιότερους ή σε πιο φυσιολογικούς λαούς το «ιερό» μπορεί να είναι ένα βουνό, μια πηγή, ένα δένδρο, ένας πάσσαλος, ένα μενχίρ ή ένα τοτέμ.
 
Σε πιο εκφυλισμένους μη φυσιολογικούς λαούς ο «άξονας του κόσμου» παρουσιάζεται ως ναός, ως ιερός χώρος και τόπος λατρείας. Ωστόσο ο συμβολισμός παραμένει ο ίδιος. Σύμφωνα με τον θρύλο άγγελοι [ποιός ήρθε;] ορίζουν το μέρος στο οποίο πρέπει να χτιστεί η Αγία Σοφία και οι Βυζαντινοί έχοντας την ως κέντρο αναφοράς δημιουργούν γύρω της τον κόσμο τους. Ο ναός ως απεικόνιση του ουράνιου αρχέτυπου της «ουρανίου Ιερουσαλήμ» και ως ιερός χώρος καθαγιάζει συνέχεια την Πόλη, την αυτοκρατορία αλλά και ολόκληρη την χριστιανική οικουμένη. Μέσα σε αυτόν προσφέρεται η χάρη στους πιστούς και ο ίδιος ο ναός απαλλαγμένος από κάθε γήινη φθορά ως «ιερό» προσφέρει την προστασία του στους πιστούς.
 
Και όταν η πόλη πέφτει στα χέρια των εχθρών οι κάτοικοι πάντα ζητούν καταφύγιο μέσα στον ναό της Αγίας Σοφίας. Κάλλιστα θα σκεφτεί κάποιος, τι θα μπορούσε άραγε να σταματήσει τον βάρβαρο επιδρομέα μπροστά στις πύλες της εκκλησίας και βάση ποιας λογικής χιλιάδες κόσμου συγκεντρώνεται αυθόρμητα εκεί επιζητώντας την σωτηρία του από την σφαγή. Η μόνη απάντηση είναι η βαθιά συναίσθηση του «Ιερού χώρου» και η αναζήτηση εκεί της μεταφυσικής, της θεϊκής προστασίας. Ο βυζαντινός πιστός καταφεύγει στο κέντρο αναφοράς του στην σημείο επαφής του με το Θείο. Εκεί που ο Θεός φανερώθηκε, στον ιερό του χώρο.
 
Δυστυχώς όμως, για τον ασιάτη κατακτητή ο χώρος εκείνος είναι ήδη αποιεροποιημένος και τον κατακτά μέσω της ημισελήνου, του δικού του ιερού συμβόλου, αποδίδοντας τον στον Αλλάχ. Με άλλα λόγια μετατρέπει την περιοχή σε «δική του», «δημιουργώντας την εκ νέου», δηλαδή «καθαγιάζοντας» την με τα δικά του σύμβολα στο όνομα του δικού του Θεού. Σύμφωνα με τον Ελιάντε με αυτόν τον τρόπο ο άνθρωπος έστω ασυνείδητα μιμείται την θεϊκή πράξη της κοσμογονίας θέλοντας να ορίσει τον δικό του χώρο. Χρησιμοποιεί μάλιστα ως «Ιερό» και «άνοιγμα προς το υπερβατικό» το ιερό του προηγούμενου κατοίκου το οποίο καθιερώνει εκ νέου στον δικό του Θεό. [τι ‘χες Γιάννη, τι ‘χα πάντα]
 
Το «Ιερό» και κοσμικό
 
Η θρησκεία αποτελεί μια ανθρώπινη πολιτισμική εκδήλωση του ανθρωπίνου φαντασιακού και πηγάζει από την τάση της ανθρώπινης ύπαρξης να ανακαλύψει τα μυστήρια, στον ορίζοντα των οποίων ο άνθρωπος τοποθετείται με την δύναμη και την κλίση του πεπρωμένου. Αυτή η τάση προέρχεται από την φύση του ανθρώπινου όντος και συνεπώς είναι αδιαχώριστη από αυτό. Ο άνθρωπος αυτοπραγματώνεται μόνο όταν ακολουθήσει το φυσικό του πεπρωμένο, με το οποίο είναι πλήρως αλληλέγγυος και βρίσκεται ΜΑΚΡΥΑ από τις οργανωμένες θρησκείες.
 
Η θρησκεία εκκοσμικεύεται κι εκφυλίζεται σε τέτοιο σημείο που χάνει κάθε μυστήριο. Γίνεται μια απλή ιδεοληψία ή ηθικολογία που δεν έχει καμία σχέση με την φυσική αρχέγονη θρησκεία που έχει ως βασικό συνθετικό της στοιχείο το «Ιερό». Τότε ο Θεός του αμόρφωτου πιστού διαχωρίζεται από τον αφηρημένο Θεό των φιλοσόφων που είναι πιο πολύ μια έννοια ή μια φυσική αλληγορία. Ο Θεός του πιστού είναι μια φοβερή δύναμη που τον ταπεινώνει και τον φέρνει στο επίπεδο του δούλου, η οποία εκδηλώνεται μέσω του «Ιερού».
 
Όλες οι αποκαλύψεις του «Ιερού» συνιστούν το Θεϊκό το οποίο είναι κάτι το εντελώς διαφορετικό από την φυσική πραγματικότητα και μπροστά στο οποίο ο άνθρωπος νιώθει εκμηδενισμένος, νιώθει «στάχτη και σκόνη» όπως έλεγε ο Αβραάμ στον Θεό. Το «Ιερό» δηλαδή αποτελεί την αντίθεση του κοσμικού.  Πάντα θα υπάρχουν «ιερά αντικείμενα» και «ιεροί τόποι», σημεία όπου έγιναν «ιεροφάνειες» και τα κατοίκησε η υπέρτατη δύναμη του Θεϊκού αποκαλυπτόμενη στους ανθρώπους.
 
Σήμερα ο άνθρωπος είναι αποϊεροποιημένος και στην συνείδηση του έχει αποιεροποιήσει ολόκληρο το σύμπαν. Ούτε οι πράξεις του αλλά ούτε και η σκέψη του έχουν καμιά μεταφυσική αναφορά πλέον. Ο αποϊερωποιημένος άνθρωπος παρουσιάζει στοιχεία θρησκευτικής αξιολόγησης του κόσμου. Περιοχές όπως η πατρίδα, το τοπίο της πρώτης αγάπης κ.α. αποτελούν για τον πλήρως άθρησκο άνθρωπο τους «ιερούς τόπους» του προσωπικού του σύμπαντος. Το «ιερό» έστω και με αυτόν τον τρόπο συνεχίζει να εκδηλώνεται σε μια εποχή που έχει αρνηθεί την μεταφυσική. Όπως πολύ σωστά λέει ο Μίρτσεα Ελιάντε, η ανθρώπινη ύπαρξη είναι προσανατολισμένη προς το μυστήριο και προς το ιερό και ακόμα και ο φανερά άθρησκος άνθρωπος διατηρεί στο βάθος της ύπαρξης του μια θρησκευτικά μεταφυσική προσανατολισμένη συμπεριφορά, αρκεί να βρίσεται μακριά από τις οργανωμένες εκκλησίες.
 
Οι αντιδράσεις του ανθρώπινου ζώου απέναντι στην ΦΥΣΗ, εξαρτώνται από τον πολιτισμό του, από οικονομικές, πολιτιστικές και κοινωνικές ιδεοληψίες, είναι γνωστό ότι το ανθρώπινο ζώο με την αρρώστια της εγωπάθειας και του ανθρωποκεντρισμού του, θεωρεί ότι η Φύση είναι προέκταση του ασήμαντου εαυτού του και της απύθμενης άγνοιας του, με ολέθρια αποτελέσματα για τον -όποιο- πολιτισμό καταφέρνει να φτιάξει.
 
Βρισκόμαστε ένα κλικ πριν τον Τελικό Ολεθρο.

Αρχαία Ελληνική Γραμματεία: ΗΣΙΟΔΟΣ - Ἔργα καὶ Ἡμέραι (724-764)

μηδέ ποτ᾽ ἐξ ἠοῦς Διὶ λείβειν αἴθοπα οἶνον
725 χερσὶν ἀνίπτοισιν μηδ᾽ ἄλλοις ἀθανάτοισιν·
οὐ γὰρ τοί γε κλύουσιν, ἀποπτύουσι δέ τ᾽ ἀράς.
μηδ᾽ ἄντ᾽ ἠελίου τετραμμένος ὀρθὸς ὀμείχειν·
αὐτὰρ ἐπεί κε δύῃ, μεμνημένος, ἔς τ᾽ ἀνιόντα,
μήτ᾽ ἐν ὁδῷ μήτ᾽ ἐκτὸς ὁδοῦ προβάδην οὐρήσῃς
730 μὴδ᾽ ἀπογυμνωθείς· μακάρων τοι νύκτες ἔασιν.
ἑζόμενος δ᾽ ὅ γε θεῖος ἀνήρ, πεπνυμένα εἰδώς,
ἠ᾽ ὅ γε πρὸς τοῖχον πελάσας εὐερκέος αὐλῆς.
μηδ᾽ αἰδοῖα γονῇ πεπαλαγμένος ἔνδοθι οἴκου
ἱστίῃ ἐμπελαδὸν παραφαινέμεν, ἀλλ᾽ ἀλέασθαι.
735 μηδ᾽ ἀπὸ δυσφήμοιο τάφου ἀπονοστήσαντα
736 σπερμαίνειν γενεήν, ἀλλ᾽ ἀθανάτων ἀπὸ δαιτός.
757 μηδέ ποτ᾽ ἐν προχοῇς ποταμῶν ἅλαδε προρεόντων
758 μηδ᾽ ἐπὶ κρηνάων οὐρεῖν, μάλα δ᾽ ἐξαλέασθαι·
759 μηδ᾽ ἐναποψύχειν· τὸ γὰρ οὔ τοι λώιόν ἐστιν.
737 μηδέ ποτ᾽ ἀενάων ποταμῶν καλλίρροον ὕδωρ
ποσσὶ περᾶν πρίν γ᾽ εὔξῃ ἰδὼν ἐς καλὰ ῥέεθρα
χεῖρας νιψάμενος πολυηράτῳ ὕδατι λευκῷ.
740 ὃς ποταμὸν διαβῇ κακότητ᾽ ἰδὲ χεῖρας ἄνιπτος,
τῷ δὲ θεοὶ νεμεσῶσι καὶ ἄλγεα δῶκαν ὀπίσσω.
μηδ᾽ ἀπὸ πεντόζοιο θεῶν ἐν δαιτὶ θαλείῃ
αὖον ἀπὸ χλωροῦ τάμνειν αἴθωνι σιδήρῳ.
μηδέ ποτ᾽ οἰνοχόην τιθέμεν κρητῆρος ὕπερθεν
745 πινόντων· ὀλοὴ γὰρ ἐπ᾽ αὐτῷ μοῖρα τέτυκται.
μηδὲ δόμον ποιῶν ἀνεπίξεστον καταλείπειν,
μή τοι ἐφεζομένη κρώξῃ λακέρυζα κορώνη.
μηδ᾽ ἀπὸ χυτροπόδων ἀνεπιρρέκτων ἀνελόντα
ἔσθειν μηδὲ λόεσθαι· ἐπεὶ καὶ τοῖς ἔπι ποινή.
750 μηδ᾽ ἐπ᾽ ἀκινήτοισι καθίζειν, οὐ γὰρ ἄμεινον,
παῖδα δυωδεκαταῖον, ὅ τ᾽ ἀνέρ᾽ ἀνήνορα ποιεῖ,
μηδὲ δυωδεκάμηνον· ἴσον καὶ τοῦτο τέτυκται.
μηδὲ γυναικείῳ λουτρῷ χρόα φαιδρύνεσθαι
ἀνέρα· λευγαλέη γὰρ ἐπὶ χρόνον ἔστ᾽ ἐπὶ καὶ τῷ
ποινή. μηδ᾽ ἱεροῖσιν ἐπ᾽ αἰθομένοισι κυρήσας
756 μωμεύειν ἀίδηλα· θεός νύ τι καὶ τὰ νεμεσσᾷ.
760 ὧδ᾽ ἔρδειν· δεινὴν δὲ βροτῶν ὑπαλεύεο φήμην·
φήμη γάρ τε κακὴ πέλεται κούφη μὲν ἀεῖραι
ῥεῖα μάλ᾽, ἀργαλέη δὲ φέρειν, χαλεπὴ δ᾽ ἀποθέσθαι.
φήμη δ᾽ οὔ τις πάμπαν ἀπόλλυται, ἥντινα πολλοὶ
λαοὶ φημίξουσι· θεός νύ τίς ἐστι καὶ αὐτή.

***
Ούτε ποτέ με την αυγή να κάνεις σπονδή στο Δία λαμπερό κρασίμε χέρια άνιφτα, ούτε στους άλλους αθανάτους.Γιατί βέβαια τότε δε σ᾽ ακούν και τις ευχές σου αποστρέφονται.Μήτε στραμμένος προς τον ήλιο όρθιος να ουρείς.Κι απ᾽ τη στιγμή που δύει —να το θυμάσαι— μέχρι ν᾽ ανατείλει,ούτε στο δρόμο επάνω ούτε έξω από το δρόμο, όταν περπατάς, να ουρείς,730 μήτε ξεγυμνωμένος: είναι των μακάριων θεών και οι νύχτες.Ο θεϊκός ο άνθρωπος, με το μυαλό το φρόνιμο, καθισμένος κατουράή πλησιάζοντας στον τοίχο μιας αυλής καλοφραγμένης.Κι ούτε το αιδοίο σου από σπέρμα μολυσμένον᾽ αφήνεις να φαίνεται μες στο σπίτι, στην εστία κοντά, αλλά να τ᾽ αποφεύγεις.Μήτε γυρίζοντας από ταφή δυσοίωνηνα σπέρνεις απογόνους, μα από ευωχία των αθανάτων επιστρέφοντας.Κι ούτε στα νερά των ποταμών να κατουράς που ρέουν προς τη θάλασσα,ούτε στις κρήνες. Αυτό πολύ να τ᾽ αποφεύγεις.Μήτε και να αποπατείς. Δεν είναι τούτο το καλύτερο.Κι ούτε ποτέ των αέναων ποταμών το καλλίροο νερόμε τα πόδια να περάσεις, προτού προσευχηθείς κοιτάζοντας στα ωραία ρείθρα,αφού τα χέρια σου ένιψες με το νερό το καθαρό, το πολυέραστο.740 Όποιος διαβεί ποτάμι δίχως να ᾽χει ξεπλύνει την αθλιότητα και τα χέρια του,αυτόν θα τον μισήσουν οι θεοί και λύπες κατόπιν θα του δώσουν.Σε πλούσιο των θεών συμπόσιο απ᾽ το πεντόκλαδο να μην κόβειςτο ξερό απ᾽ το χλωρό με σίδερο που αστράφτει.Ούτε ποτέ να βάζεις την οινοχόη επάνω απ᾽ τον κρατήρατην ώρα που πίνουν. Μοίρα ολέθρια σ᾽ αυτή την πράξη υπάρχει.Μήτε σαν φτιάχνεις σπίτι να το αφήσεις ατελές,μήπως και πάει να κάτσει κρώζοντας καμιά κουρούνα που πολύ κραυγάζει.Από μια χύτρα με πόδια που σε θυσία δε χρησιμοποίησες μην πάρειςγια να φας, μήτε να λουστείς. Υπάρχει και για τούτη την πράξη τιμωρία.750 Μη βάζεις να καθίσει πάνω σε μέρη ιερά, καλό δεν είναι,δωδεκάμερο παιδί — αυτό τον άνδρα τον κάνει άνανδρο—ούτε δωδεκάμηνο. Το ίδιο ολέθρια και τούτη η πράξη είναι.Μήτε ο άντρας το σώμα του με γυναικείο λουτρόνα καθαρίζει. Γιατί κι εδώ θα ᾽ρθει εν καιρώ ολέθρια τιμωρία.Ούτε αν τύχει να βρεθείς σε θυσίες που καίγονταινα βλασφημείς ολέθρια. Και γι᾽ αυτό ο θεός οργίζεται
760 Έτσι να πράττεις. Κι απ᾽ την κακή τη φήμη των ανθρώπων να φυλάγεσαι.Γιατί η κακοφημία είναι άσχημη, κι ελαφριά που να μπορείς να τη σηκώσεις εύκολα πολύ, μα να την κουβαλάς βαριά, και δύσκολη να την αποτινάξεις.Φήμη καμιά δε χάνεται ολότελα που άνθρωποι πολλοίτη διαδώσουν. Μία θεά είναι κι αυτή επίσης.

Δευτέρα 15 Ιουλίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Νεφέλαι (1131-1170)

ΣΤ. πέμπτη, τετράς, τρίτη, μετὰ ταύτην δευτέρα,
εἶθ᾽, ἣν ἐγὼ μάλιστα πασῶν ἡμερῶν
δέδοικα καὶ πέφρικα καὶ βδελύττομαι,
εὐθὺς μετὰ ταύτην ἔσθ᾽ ἕνη τε καὶ νέα.
1135 πᾶς γάρ τις ὀμνύς, οἷς ὀφείλων τυγχάνω,
θείς μοι πρυτανεῖ᾽ ἀπολεῖν μέ φησι κἀξολεῖν·
ἐμοῦ τε μέτρια καὶ δίκαι᾽ αἰτουμένου·
ὦ δαιμόνιε, τὸ μέν τι νυνὶ μὴ λάβῃς,
τὸ δ᾽ ἀναβαλοῦ μοι, τὸ δ᾽ ἄφες, οὔ φασίν ποτε
1140 οὕτως ἀπολήψεσθ᾽, ἀλλὰ λοιδοροῦσί με
ὡς ἄδικός εἰμι, καὶ δικάσεσθαί φασί μοι.
νῦν οὖν δικαζέσθων· ὀλίγον γάρ μοι μέλει,
εἴπερ μεμάθηκεν εὖ λέγειν Φειδιππίδης.
τάχα δ᾽ εἴσομαι κόψας τὸ φροντιστήριον.
1145 παῖ, ἠμί, παῖ παῖ. ΣΩ. Στρεψιάδην ἀσπάζομαι.
ΣΤ. κἄγωγέ σ᾽· ἀλλὰ τουτονὶ πρῶτον λαβέ·
χρὴ γὰρ ἐπιθαυμάζειν τι τὸν διδάσκαλον.
καί μοι τὸν υἱόν, εἰ μεμάθηκε τὸν λόγον
ἐκεῖνον, εἴφ᾽, ὃν ἀρτίως εἰσήγαγες.
1150 ΣΩ. μεμάθηκεν. ΣΤ. εὖ γ᾽, ὦ παμβασίλει᾽ Ἀπαιόλη.
ΣΩ. ὥστ᾽ ἀποφύγοις ἂν ἥντιν᾽ ἂν βούλῃ δίκην.
ΣΤ. κεἰ μάρτυρες παρῆσαν, ὅτ᾽ ἐδανειζόμην;
ΣΩ. πολλῷ γε μᾶλλον, κἂν παρῶσι χίλιοι.
ΣΤ. βοάσομαι τἄρα τὰν ὑπέρτονον
1155 βοάν. ἰὼ κλάετ᾽, ὦβολοστάται,
αὐτοί τε καὶ τἀρχαῖα καὶ τόκοι τόκων·
οὐδὲν γὰρ ἄν με φλαῦρον ἐργάσαισθ᾽ ἔτι,
οἷος ἐμοὶ τρέφεται
τοῖσδ᾽ ἐνὶ δώμασι παῖς,
1160 ἀμφήκει γλώττῃ λάμπων,
πρόβολος ἐμός, σωτὴρ δόμοις, ἐχθροῖς βλάβη,
λυσανίας πατρῴων μεγάλων κακῶν·
ὃν κάλεσον τρέχων ἔνδοθεν ὡς ἐμέ.
1165 ὦ τέκνον, ὦ παῖ, ἔξελθ᾽ οἴκων,
ἄιε σοῦ πατρός.
ΣΩ. ὅδ᾽ ἐκεῖνος ἀνήρ.
ΣΤ. ὦ φίλος, ὦ φίλος.
ΣΩ. ἄπιθι συλλαβών.
1170 ΣΤ. ἰὼ ἰώ, τέκνον· ἰώ, ἰοῦ ἰοῦ.

***
Βγαίνει από το σπίτι του ο Στρεψιάδης κρατώντας ένα σακί αλεύρι. ΣΤΡ. Η πέμπτη μέρα πριν τελειώσει ο μήνας,
τέταρτη, τρίτη, δεύτερη κατόπι,
κι έπειτ᾽ αυτή που πιότερο, αχ, απ᾽ όλες
φοβούμαι και σιχαίνομαι και τρέμω,
του φεγγαριού η στερνή και πρώτη μέρα.
Γιατί όλοι οι δανειστές μου ορκίζονται ότι,
παράβολο αφού παν και καταθέσουν,
θα με τσακίσουν, θα με κάμουν λιώμα.
Ζητώ εγώ κάτι λογικό και δίκιο:
«Καλέ μου, αυτό μη μου το πάρεις τώρα,
για αυτό μια αναβολή, τ᾽ άλλο άσε μού το.»
«Ποτέ» απαντούν «δε θα τα πάρουμε έτσι»
1140 και με βρίζουν κι είμαι άτιμος μου λένε
και πως στο δικαστήριο θα με πάνε.
Μικρή διακοπή.
Και δε με πάνε! Αν έμαθε ευγλωττία
ο Φειδιππίδης, δυάρα εγώ δε δίνω.
Και θα το μάθω ευθύς· χτυπάω την πόρτα.
Μικρέ! Μ᾽ ακούς; Μικρέ!
Ανοίγει η πόρτα του σπουδαστηρίου και παρουσιάζεται ο ίδιος ο Σωκράτης.
ΣΩΚ. Στρεψιάδη, γεια σου.
ΣΤΡ. Γεια και χαρά σου. Πάρε πρώτα τούτο·
Του δίνει το σακί το αλεύρι.
στο δάσκαλο χρωστούμε κάποιο δώρο.
Κι ο γιος μου, που τον πήρες μαθητή σου,
τον άδικο έχει μάθει λόγο; Πες μου.
ΣΩΚ. Τον έμαθε. ΣΤΡ. Ω Κατεργαριά, ω αφέντρα
1150 του κόσμου! Ζήτω! ΣΩΚ. Κι έτσι απ᾽ όποια θέλεις
δίκη μπορείς να ξεγλιστράς. ΣΤΡ. Κι ας ήταν
μάρτυρες τη στιγμή που δανειζόμουν;
ΣΩΚ. Ακόμα πιο καλά· κι ας ήταν χίλιοι.
ΣΤΡ. Ζήτω, ζήτω! Δυνατή φωνή θα βγάλω.
Κλάψτε, τοκογλύφοι εσείς.
Κλάψτε κι εσείς, κεφάλαια, τόκων τόκοι,
τώρ᾽ από σας κακό πια δε φοβούμαι.
Μες στο σπίτι μου έχω γιο,
ένα γιο έχω γω τρανό,
1160 που αστραψιές πετάει η δίκοπή του γλώσσα·
ο φρουρός μου, του σπιτιού ο σωτήρας είναι,
είναι σκιάχτρο των εχθρών μου,
του γονιού του λυτρωτής απ᾽ τα δεινά.
Φώναξέ τον, νά ᾽ρθει εδώ κοντά μου αμέσως.
Έβγα, γιε μου, έβγα παιδί μου, από κει μέσα·
ο πατέρας σου σε κράζει κι άκουσέ τον.
ΣΩΚ. Νά τον, έρχεται ο λεβέντης.
ΣΤΡ. Ω καλέ κι αγαπητέ μου.
ΣΩΚ. Άιντε, πάρ᾽ τονε μαζί σου.
1170 ΣΤΡ. Γιόκα, γιόκα μου, ω χαρές!

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΑΝΑΞΑΡΕΤΗ

ΑΝΑΞΑΡΕΤΗ
(πέτρινο άγαλμα)
 
Κάποτε, ο Ίφης, ένας νέος ταπεινής καταγωγής, είδε την ευγενή Αναξαρέτη, από το γένος του Τεύκρου, και την ερωτεύθηκε. Αγωνίστηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα να συγκρατήσει το πάθος του αλλά η λογική του τον πρόδωσε και κατέληξε ζητιάνος του έρωτά της στο κατώφλι του παλατιού. Μάλιστα, φανέρωσε τα αισθήματά του στην παραμάνα του κοριτσιού και ενίοτε έδινε σε υπηρέτες της να της παραδώσουν φλογερές επιστολές με τις οποίες προσπαθούσε να την καλοπιάσει. Εκείνη όμως στάθηκε σκληρή απέναντί του, πιο σκληρή και από τη «μανιασμένη θάλασσα» και από το «ατσάλι» και από «βράχο καρφωμένο στη θέση του». Αλαζονικά και με θρασύτητα στέρησε τον επίδοξο εραστή από κάθε ελπίδα. Ανήμπορος να αντιμετωπίσει τον πόνο από το μακρόχρονο βασανιστήριο της απόρριψης, ο Ίφης, μπροστά στην πόρτα της Αναξαρέτης, της απηύθυνε τον τελευταίο ερωτικό του λόγο αναγνωρίζοντάς της τη νίκη στον μεταξύ τους αγώνα (αγάπης αγώνας άγονος), για την οποία την καλούσε να τραγουδήσει παιάνα νικηφόρο έχοντας φορέσει στεφάνι δάφνης:
 
Πεθάνω ευχαρίστως· τώρα, καρδιά από ατσάλι, χαίρε! Τώρα θα έχετε κάτι καλό να πείτε για την αγάπη μου, κάτι που σας ευχαριστεί. Να θυμάστε ότι η αγάπη μου για σας δεν τελειώνει πριν από την ίδια μου τη ζωή. Καμιά απλή φήμη δεν θα έρθει σε σας να ανακοινώσει τον θάνατό μου· να μην έχετε καμιά αμφιβολία, εγώ ο ίδιος θα είμαι εκεί, ορατά παρών, ώστε να μπορέσουν τα άγρια μάτια σας να θριαμβολογήσουν πάνω στο άψυχο σώμα μου. Ωστόσο, θεοί δείτε τι κάνουν οι θνητοί, μακάρι να με θυμάστε και να υπομένετε την ιστορία μου που θα λέγεται στο μέλλον.
 
Πέρασε ένα σχοινί στη δοκό της πόρτας της, αυτήν που συχνά έστεφε με γιρλάντες από λουλούδια βρεγμένα με τα δάκρυα της αγάπης του, και κρεμάστηκε. Και έτσι όπως κρεμόταν και χτυπούσαν τα πόδια του την πόρτα, έμοιαζε σαν κάποιος να χτυπά για να του ανοίξουν. Όταν οι υπηρέτες άνοιξαν, και αποκαλύφθηκε το αποτρόπαιο θέαμα, ξεκρέμασαν το σώμα και το μετέφεραν στο σπίτι της μητέρας του, μια και ο πατέρας του ήταν νεκρός. Η μάνα τον πήρε στην αγκαλιά της και του είπε τα λόγια που μόνο ένας αλλόφρων από τον πόνο πατέρας θα έλεγε και ετοίμασε τον νεκρό όπως μόνο μια γυναίκα και μητέρα οφείλει να κάνει· ύστερα οδήγησε τη νεκρική πομπή του γιου της μέσα από την καρδιά της πόλης προς την πυρά.
 
Ο ήχος του θρήνου έφτασε στα αυτιά της Αναξαρέτης με την καρδιά από πέτρα, η οποία από καθαρή περιέργεια, και ίσως γιατί ένας εκδικητικός θεός την παρακίνησε, θέλησε να δει την κηδεία από ένα ανοιχτό παραθύρι στο πιο ψηλό σημείο του σπιτιού της. Αλλά μόλις κοίταξε τον Ίφη, τα μάτια της άρχισαν να μεγαλώνουν και το ζεστό αίμα της άρχισε να κρυώνει στο σώμα της. Προσπάθησε να κάνει ένα βήμα πίσω, όμως δεν μπόρεσε να κουνηθεί, ούτε να αποστρέψει το βλέμμα της -σαν να είχε πετρώσει σώμα και βλέμμα. Η πέτρα που η Αναξαρέτη είχε στη θέση της καρδιάς κατέλαβε το σώμα. Μαρτυρείται ότι στη Σαλαμίνα, σε ναό της Αφροδίτης, εξακολουθεί να υπάρχει το άγαλμα της αλαζονικής κόρης με το όνομα Ατενίζουσα Αφροδίτη -Venus Prospiciens.
 
Την ιστορία αυτή, σύμφωνα με τον Οβίδιο, τη διηγήθηκε ο μεταμορφωμένος σε γριά γυναίκα θεός της αλλαγής Βερτούμνος στη νύφη Πομόνα (=Οπώρα) που φρόντιζε τα φρούτα, προκειμένου να της διδάξει ότι οι κόρες θα πρέπει να βάζουν στην άκρη την απρόθυμη περηφάνια τους και να ενδίδουν στις πιέσεις και τις επιθυμίες των εραστών -έμμεση προτροπή να δεχθεί τον έρωτά του. Η αλληγορική του ιστορία δεν έφερε κανένα αποτέλεσμα και ήταν έτοιμος να χρησιμοποιήσει τη βία της αρπαγής. Όμως όταν πήρε ξανά την αρχική του μορφή, νέος λαμπρός σαν τον ήλιο και ανέφελος, βρήκε την ανταπόκριση που ήθελε. Η Πομόνα, γυναίκα του μυθικού βασιλιά Πίκου, που η Κίρκη μεταμόρφωσε σε δρυοκολάπτη, γιατί αρνήθηκε τον έρωτά της για χάρη του έρωτα της γυναίκας του, έπεσε στην αγκαλιά του Βερτούμνου, θεότητα που συνδέεται με την αλλαγή των εποχών και τη γονιμότητα, γάμος κατάλληλος και για τους δυο.
 
Παρόμοια ιστορία με της Αναξαρέτης παραδίδει και ο Οβίδιος στις Μεταμορφώσεις του (14) παραλλάσσοντας όμως τα ονόματα.

Αργία μήτηρ πάσης κακίας

Η λέξη αργία, μεταξύ άλλων, σημαίνει: το να μην εργάζεται κάποιος, να μην έχει εργασία, δουλειά· η οκνηρία, η φυγοπονία· «το μη σκέπτεσθαι ή το νωθρόν οκνούσα την σκέψιν», «το μη επαρκώς εργάζεσθαι», παύση, διακοπή από τις καθημερινές εργασίες. Στον Πλάτωνα βρίσκουμε και τη φράση «δι’ αργίαν διανοίας.»
 
«Η αργία γεννάει κάθε αμαρτία.»
 
Ουσιαστικά πρόκειται για μετάφραση-απόδοση του αρχαίου ελληνικού γνωμικού  «Αργία μήτηρ πάσης κακίας.»: ο αργός είναι ευεπίφορος προς το κακό, μπορεί να το διαπράξει πιο εύκολα· αυτός που δεν δουλεύει συχνά είναι φτωχός και με «κενές ελπίδες», οπότε στρέφεται προς το κακό για να ικανοποιήσει ακόμα και τις στοιχειώδεις διατροφικές ή άλλες ανάγκες του.
 
Με παραπλήσια σημασία ο λαογράφος Νικόλαος Πολίτης καταγράφει τις ιταλικές «Η αργία γεννά το ελάττωμα», «Η αργία είναι η αρχή κάθε κακού», «Όταν δεν κάνει κανείς τίποτα, μαθαίνει να κάνει το κακό», «Η ακαμωσιά είναι αιτία χίλιων κακών», «Η οκνιά (= η τεμπελιά) είναι η μητέρα της δυστυχίας· η δουλειά γεννά τα πλούτη», «Ο αργός σπανίως είναι καλός άνθρωπος», «Η οκνιά αυξάνει τα ελαττώματα», την αγγλική «Η αργία είναι η ρίζα όλων των κακών», την ισλανδική «Η αργία είναι πολλών κακών μητέρα», την δανέζικη «Η ακαμωσιά διδάσκει το ελάττωμα», την γερμανική «Η αργία είναι των αμαρτιών η αρχή», την αραβική «Η αργία είναι το εργαστήρι του διαβόλου» και την τουρκική «Η ακαμωσιά γεννά φροντίδες».

Μ’ όλα της τα λάθη, η αγάπη, είναι πάντα αγάπη

Σε κοίταζα, και δεν ήξερα αν έβλεπα το φως ή το απόλυτο σκοτάδι. Σε κοίταζα και δεν ήξερα αν ήσουν ο παράδεισος ή η κόλαση. Σε κοίταζα κι ήθελα να φωνάξω, να τρέξω.

Κι η αγκαλιά σου έμοιαζε ολόκληρη και ταυτόχρονα αγκάθινη. Και δεν ήξερα αν η καρδιά μου ηρεμούσε ή αν πληγωνόταν βαθιά. Τίποτα δεν ήξερα. Ήμουν μονάχα εκεί. Μαζί σου. Εγώ κι εσύ.
Ήταν αρκετό και ταυτόχρονα λίγο.

Μου έλειπε κάτι! Μου έλειπε μια σιγουριά. Μια δυνατή σιγουριά. Μια σιγουριά στην αγκαλιά σου. Ήθελα τόσο πολύ να την νιώσω, που παρακαλούσα να δημιουργηθεί.

Μα εσύ, κάπου αλλού. Χαμός στις σκέψεις, στα λόγια, στις πράξεις. Και γώ, να έχω τόσο ανάγκη να πιστέψω. Κι εγώ, να παλεύω να κρατηθώ. Να παλεύω να μην δώσω το είναι μου. Να παλεύω να μην πληγωθώ.

Κι ύστερα, εγώ. Εγώ κι ο εαυτός μου. Και να μην ξέρω αν θέλω να κλάψω γοερά ή να χαμογελάσω με τη ψυχή μου. Να πονάει η καρδιά μου γι’ αυτό το ίσως. Να κυλάνε τα δάκρυα κι εγώ να παλεύω να τα σταματήσω, να παλεύω να μην τα αφήσω να ορίσουν τη ζωή μου.

Και θέλω. Θέλω τόσο πολύ να γίνεις το ερεβοκτόνο μου φως! Να γίνεις το φως που θα συντροφεύει το άλλο φως, το δικό μου! Να γίνεις το φως που θα με βοηθάει να βλέπω όταν το δικό μου θα τρεμοσβήνει. Θέλω να γίνεις ένας παράδεισος. Όχι σαν αυτός που φαντάζονται όλοι. Ένας δικός μας παράδεισος.

Με χαμόγελα και λύπες, μα με αγάπη. Με αγάπη και καρδιά. Αληθινή καρδιά! Θέλω πολύ να δω μέσα σου ότι έχεις να μου δώσεις. Μην ανησυχείς, θα είναι σίγουρα αρκετό. Μην ανησυχείς, η αγάπη δεν μετριέται. Η αγάπη είναι φτιαγμένη για να είναι μοναδική, όχι τέλεια. Η αγάπη έχει σκαμπανεβάσματα και λάθη. Μα στην τελική, η αγάπη, είναι αγάπη.

Να ζεις ελεύθερος, χωρίς μάσκες και προκαταλήψεις

«BE FREE TO FEEL YOURSELF» [Απελευθερώσου, για να νιώσεις τον εαυτό σου]
Το νέο μότο για την ζωής μας.

Να ζεις ελεύθερος χωρίς μάσκες , χωρίς προκαταλήψεις, χωρίς να σκέφτεσαι τι να πεις και πώς να το πεις, χωρίς, χωρίς, χωρίς.

Να μιλάς για σένα, για όλα αυτά που νιώθεις, για όλα αυτά που σου αρέσουν και δεν σου αρέσουν, για όλα αυτά που αγαπάς , για όλα αυτά που σε πληγώνουν , για όλα αυτά που σε φοβίζουν, για όλα αυτά που σε κάνουν δυνατό και αδύναμο, για όλα αυτά που θέλεις να γίνεις.

Αναζήτησε τα αν δεν τα ξέρεις. Είναι εκεί και σε περιμένουν να τα εξερευνήσεις.

Να βάζεις στόχους διεκδικώντας τα όνειρα σου.
Να δημιουργείς για ένα καλύτερο αύριο, για σένα και για τις σχέσεις σου.
Να ακούς, να ακούς την αλήθεια των ανθρώπων με σεβασμό , αυτή την αλήθεια στην οποία πιστεύουν σήμερα.

Ζήσε ελεύθερος αγαπώντας όλα τα συναισθήματα που σου δημιουργούνται. Δεν χρειάζεται να τα αρνηθείς είναι δικά σου, αγάπησε τα και άσε και τους άλλους , όποιους άλλους θέλουν να τα αγαπήσουν.
Ζήσε σήμερα με σεβασμό στο παρελθόν σου, αυτό είναι δεν αλλάζει.

Το μόνο που αλλάζει είναι ο τρόπος που το κοιτάς κάθε φορά που τρέχεις στις κρυψώνες του.

Ζήσε σήμερα για ένα καλύτερο αύριο σου.

Να είσαι ελεύθερος και να αισθάνεσαι.. ο εαυτός σου!

Ευτυχία: Ο μεγάλος ασθενής της εποχής μας

Αν ρωτούσαμε αρκετούς, σήμερα, να μας δώσουν έναν ευσύνοπτο και ουσιαστικό ορισμό της ευτυχίας θα απαντούσαν με μεγάλη σιγουριά και με βλέμμα που δεν εγείρει αμφιβολίες ότι ευτυχία είναι τα χρήματα, τα υλικά αγαθά και γενικώς ό, τι “δυστυχώς” δεν έχουν καταφέρει να κάνουν πράξη στην ζωή τους και μάχονται καθημερινώς και ανελλιπώς για να οδηγηθούν στα αποκτήματα που θα τους βοηθήσουν να αγγίξουν αλλά και να γευτούν την “ευτυχία”.

Κάποιοι θα συναινούσαν, θα επικροτούσαν και θα θαρρούσαν πως ορθότερη προσέγγιση δεν θα μπορούσε να αποδοθεί, ενώ κάποιοι άλλοι θα αηδίαζαν, θα τρόμαζαν και θα απορούσαν για το αν ηθικοπνευματική διάβρωση και φθορά που έχουν υποστεί αρκετοί μπορεί να λάβει ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις. Πόσο πιο κούφια και δύσμορφη μπορεί να είναι αλλά και να γίνει η πλούσια και πολυπόθητη αυτή ευτυχία;

Παρόλα αυτά η απάντηση στο ερώτημα της ζωής που καλείται ευτυχία είναι απλή, σχεδόν λιτοδίαιτη. Είναι η ικανοποίηση, η ευφορία και το αίσθημα αγαλλίασης για αυτά που έχουμε κατακτήσει, γι' αυτά που μας εναγκαλίζουν και γι΄ αυτά που έχουμε θέσει ως βλέψεις και ως επιθυμίες στο απώτερο μέλλον. Βέβαια εδώ έγκειται η χασματώδης και η περίτρανη διαφορά με τον ματαιόδοξο ορισμό που δόθηκε παραπάνω, στο γεγονός δηλαδή ότι οι εν δυνάμει επιθυμίες θα συμβάλλουν στην ολοκλήρωση μας ως προσωπικότητες και θα μας κάνουν αρτιότερους και ποιοτικότερους όταν λάβουν υποστατή μορφή. H αληθινή, η έντιμη και η τόσο ειλικρινής ευτυχία διέπει καθημερινά τον βίο μας, ωστόσο εμείς εθελοτυφλούμε ή μάλλον μέσα στην άβυσσο της ασημαντότητας έχουμε λησμονήσει με τόσο χυδαίο τρόπο το πραγματικό περιεχόμενο της. Μας περιβάλλει, μας χαμογελά και μας υπαγορεύει πως αυτά που είναι τόσο απλά είναι και αυτά που περιέχουν μια ξεχωριστή ομορφιά και καθίστανται απαραίτητα για να είναι κανείς ευτυχής.

Η ευτυχία βρίσκεται τόσο με φανερό όσο και με άδηλο τρόπο σε μία βόλτα, σε έναν γόνιμο και ευχάριστο διάλογο, στην φλόγα της φιλίας, σε ένα χάδι, αλλά και «σ’ ένα ποτήρι κρασί και σ’ ένα φτωχικό μαγκαλάκι» όπως είχε πει και ο μεγάλος Ν. Καζαντζάκης. Η ευτυχία, ακόμη κρύβει την φωτεινή μαγεία της στην υλοποίηση στόχων, οραμάτων και μακροχρόνιων επιθυμιών, αλλά κυρίως το ταξίδι είναι αυτό που μας έχει κάνει στο τέλος πιο ευτυχείς, διότι μέσω του ταξιδιού κατανοούμε την σπουδαιότητα της ευτυχίας. Τα κίνητρα, οι ωραίες αναμνήσεις αλλά και οι ελπίδες του μέλλοντος είναι αυτά που μας κρατούν σε εγρήγορση στο όμορφο παιχνίδι της ευτυχίας. Υπάρχουν, επιπλέον, άνθρωποι που μας αγαπούν, μας νοιάζονται, προσπαθούν συνεχώς να μας συμβουλεύουν και να μας απωθούν από σφάλματα. Είναι άτομα που προσπαθούν συνεχώς να μας προτρέπουν στον δρόμο της αρετής, η οποία υπηρετεί την ευτυχία με πίστη και ευλάβεια. Υπάρχει σπουδαιότερη ευτυχία, όταν αυτή εγκολπώνεται απ’ την αγάπη των γύρω μας;

Η ρίζα, δυστυχώς του προβλήματος που δυστυχώς πολλοί από εμάς αδυνατούμε να αντιληφθούμε βρίσκεται στο κυνήγι μιας αποπροσανατολισμένης, έκλυτης και διεφθαρμένης ευτυχίας της οποίας η όψη είναι τόσο απεχθής και τόσο ρηχή. Δεν είναι τίποτε άλλο από μία σαθρή γοητεία, πράγμα που μας έχει καταστήσει έρμαιο των ευτελών εκφάνσεων της. Στην πραγματικότητα πρόκειται για έναν αγώνα δρόμου δυστυχίας, έναν φαύλο κύκλο ο οποίος τρέφεται απ’ την άμετρη επιθυμία για απόκτηση περισσοτέρων και μόνο σαφώς τα περισσότερα θα νοηματοδοτήσουν την ζωή και την υπό εξαφάνιση «ευτυχία». Ωστόσο, η ευτυχία βρίσκεται μέσα μας και μας συντροφεύει, μας κάνει την παρουσία της καθημερινά αισθητή με έναν τόσο ηχηρό τρόπο. Μας εμπνέει, μας ταξιδεύει και συμβάλλει στην πρόοδο μας εν συνόλω. Πραγματικά ευτυχισμένος είναι μόνο εκείνος ο οποίος έχει κατανοήσει ότι με αυτά που κρατά στο χέρι του και στο πνεύμα του δύναται να κατακτήσει τον κόσμο. Διαχρονικό το ερώτημα, μα ποιος μπορεί να δώσει τέλος στα δεσμά του;

Μπέρτραντ Ράσελ: Εκπαίδευση και στοργή

Μια εκπαίδευση σχεδιασμένη για την εξάλειψη του φόβου δεν είναι καθόλου δύσκολο να δημιουργηθεί. Το μόνο που χρειάζεται είναι να μεταχειριζόμαστε το παιδί με ευγένεια, να το βάλουμε σε ένα περιβάλλον όπου η πρωτοβουλία είναι δυνατή χωρίς καταστροφικά αποτελέσματα, και να το σώσουμε από την επαφή με ενήλικες που έχουν παράλογες φοβίες, όπως το σκοτάδι, τα ποντίκια, ή την κοινωνική επανάσταση.

Ένα παιδί, επίσης, θα πρέπει να μην υπόκειται σε αυστηρή τιμωρία, ή σε απειλές, ή σε σοβαρές και υπέρμετρες επιπλήξεις.

Το να σώσουμε ένα παιδί από το μίσος είναι ένα κάπως πιο πολύπλοκο εγχείρημα. Οι καταστάσεις που προκαλούν τη ζηλοτυπία πρέπει, πολύ προσεκτικά, να αποφεύγονται μέσω της ευσυνείδητης και ακριβούς δικαιοσύνης, μεταξύ διαφορετικών παιδιών. Ένα παιδί πρέπει να αισθάνεται το ίδιο, το αντικείμενο της ένθερμης στοργής εκ μέρους ορισμένων, τουλάχιστον, ενηλίκων με τους οποίους έχει να κάνει, και δεν πρέπει να αποθαρρύνεται να επιδίδεται σε φυσικές δραστηριότητες και να εκφράζει τις απορίες του, εκτός όταν υπάρχει κίνδυνος για τη ζωή του ή τίθεται θέμα υγείας. Ειδικότερα, δεν πρέπει να υπάρχουν προκαταλήψεις για τη γνώση ερωτικών θεμάτων, ή για συζητήσεις θεμάτων που οι παραδοσιακοί άνθρωποι θεωρούν ακατάλληλες. Αν αυτοί οι απλοί κανόνες εφαρμόζονται από την αρχή, το παιδί θα είναι άφοβο και φιλικό.

Οπωσδήποτε, με την είσοδο στην ενήλικη ζωή, ένα νεαρό άτομο, τόσο μορφωμένο, θα βρει τον εαυτό του βυθισμένο σε έναν κόσμο γεμάτον αδικία, γεμάτον σκληρότητα, γεμάτον εξαθλίωση που μπορεί να προληφθεί. Η αδικία, η σκληρότητα και η δυστυχία που υπάρχουν στον σύγχρονο κόσμο είναι μια κληρονομιά από το παρελθόν, και βασική πηγή τους είναι οι οικονομικές συνθήκες, αφού ο ανταγωνισμός ζωής και θανάτου για τα μέσα διαβίωσης ήταν στο παρελθόν αναπόφευκτος. Δεν είναι όμως αναπόφευκτος στην εποχή μας.

Με την παρούσα βιομηχανική τεχνική, μπορούμε, αν θέλουμε, να παρέχουμε μια ανεκτή διαβίωση για όλους. Θα μπορούσαμε επίσης να εξασφαλίσουμε, ότι ο πληθυσμός του πλανήτη θα πρέπει να είναι στάσιμος, αν δεν παρεμποδιζόμασταν από την πολιτική επιρροή των εκκλησιών που προτιμούν πόλεμο, επιδημία και έλλειψη αντισύλληψης.

Η γνώση υπάρχει, με την οποία η καθολική ευτυχία μπορεί να επιτευχθεί· το βασικό εμπόδιο για τη χρησιμοποίησή της για τον σκοπό αυτό είναι η διδασκαλία της θρησκείας. Η θρησκεία αποτρέπει τα παιδιά μας από το να έχουν μια ορθολογιστική εκπαίδευση· η θρησκεία μάς εμποδίζει από την απομάκρυνση των βασικών αιτιών του πολέμου· η θρησκεία μάς αποτρέπει από το ηθικό δίδαγμα της επιστημονικής συνεργασίας, σε αντικατάσταση των παλαιών άγριων ​​δογμάτων της αμαρτίας και της τιμωρίας.

Είναι πιθανόν ότι η ανθρωπότητα βρίσκεται στο κατώφλι μιας χρυσής εποχής, αλλά, αν είναι έτσι, θα πρέπει πρώτα να σκοτώσει τον δράκο που φυλάει την πόρτα, κι αυτός ο δράκος είναι η θρησκεία.

Ράινερ Μαρία Ρίλκε: Είναι γόνιμη η μοναξιά, επειδή είναι δύσκολη

«Είναι γόνιμη η μοναξιά, επειδή είναι δύσκολη. Γόνιμος είναι και ο έρωτας: επειδή κι ο έρωτας είναι δύσκολος»

«Μην αφήσετε να σας κυριέψει στη μοναξιά σας ανησυχία και ταραχή, επειδή νιώθετε μέσα σας έναν αόριστο πόθο να ξεφύγετε απ' τη μόνωσή σας. Ίσα-ίσα, αυτός ο πόθος — αν τον μεταχειριστείτε γαλήνια και στοχαστικά, σα μέσο για κάποιο σκοπό — θα σας βοηθήσει ν' απλώσετε τη μοναξιά σας σε πιο πλούσιο και πιο πλατύ χώρο.

Οι άνθρωποι έχουν βρει για το κάθε τι την ευκολότερη (συμβατική) λύση, την ευκολότερη απ' όλες τις εύκολες λύσεις.

Είναι γόνιμη η μοναξιά, επειδή είναι δύσκολη. Ένας παραπάνω λόγος για να επιχειρήσουμε κάτι, πρέπει νά  'ναι η δυσκολία που το κάτι αυτό παρουσιάζει.

Γόνιμος είναι κι ο έρωτας: επειδή κι ο έρωτας είναι δύσκολος.

Έρωτας του ανθρώπου για τον άνθρωπο: ίσως αυτό νά 'ναι το δυσκολότερο απ' όσα μάς έταξεν η μοίρα, το πιο απόμακρο, η τελευταία δοκιμασία, το έργο που όλα τ' άλλα δεν είναι παρά προετοιμασία και προπαρασκευή του.

Γι' αυτό κι οι νέοι — που είναι "αρχάριοι" στο κάθε τι — δεν ξέρουν ακόμα ν' αγαπούν: πρέπει να διδαχτούν τον έρωτα. Με όλο τους το είναι, με όλες τους τις δυνάμεις συμμαζεμένες γύρω στην ερημική φοβισμένη καρδιά τους, που οι χτύποι της ψηλώνουν ολοένα, πρέπει να μάθουν ν' αγαπούν.

Ο καιρός όμως της μαθητείας είναι πάντα καιρός μακρόχρονου "εγκλεισμού". Έτσι είναι, για πολύν καιρό, κι ο έρωτας: μοναξιά, ολοένα και πιο έντονη και πιο βαθιά μόνωση.

Έρωτας δε θα πει ν' ανοίγεσαι ευθύς, να δίνεσαι, να ενώνεσαι με κάποιον Άλλον (τι θα ήταν, άλλωστε, η ένωση δυο όντων ακαθόριστων ακόμα, ατέλειωτων, ανοργάνωτων;)˙ είναι μια σπάνια ευκαιρία για να ωριμάσεις, ν' αποχτήσεις μιαν υπόσταση δική σου, να γίνεις εσύ ένας ολόκληρος Κόσμος, για χάρη κάποιου άλλου, αγαπημένου προσώπου˙ είναι μια υψηλή, ακράτητη αξίωση, που σε χρίζει εκλεκτό της και σε σπρώχνει προς τ' απέραντα πλάτη.

Μόνο έτσι θά 'πρεπε να μεταχειρίζονται οι νέοι τον έρωτά τους: σαν ένα καθήκον που τους υποχρεώνει να εργάζονται αδιάκοπα στο μέσα τους κόσμο ("ν' ακρομάζονται και να σφυροκοπάνε νύχτα-μέρα").

Δεν είναι ακόμα ώριμοι για το δόσιμο του εαυτού τους, για την εγκατάλειψη και το σβήσιμό τους μέσα σ' ένα άλλο άτομο, για οποιοδήποτε τρόπο Ένωσης. (Πρέπει, πρώτα, και για πολύν-πολύν καιρό, να μαζεύουν και να θησαυρίζουν ολοένα.)

Η Ένωση αυτή, το δόσιμο αυτό, είναι το στερνό σκαλοπάτι˙ ίσως η ανθρώπινη ζωή να μη μπορεί ακόμα να το χωρέσει.

Εδώ όμως λαθεύουν οι νέοι τόσο συχνά και τόσο βαριά: ορμάνε ακράτητοι ο ένας προς τον άλλον, όταν τους αγγίξει η αγάπη (είναι στη φύση τους να μη μπορούν να περιμένουν), σκορπίζονται εδώ κι εκεί, ενώ η ψυχή τους είναι γεμάτη ακεφιά, ακαταστασία και ταραχή.

Για τους ανθρώπους ο έρωτας δεν είναι παρά μια απόλαυση, τον κατάντησαν λοιπόν κάτι εύκολο και φτηνό, ακίνδυνο και σίγουρο, όμοιο με τις απολαύσεις τών δρόμων.

Αλήθεια, πόσοι και πόσοι νέοι στάθηκαν ανίκανοι να βρουν το σωστό δρόμο τής αγάπης, για πόσους τα σύνορα τού έρωτα σταματάνε στο εύκολο, βιαστικό δόσιμο του εαυτού τους! (Οι περισσότεροι, άλλωστε, δε θα προχωρήσουν — σίγουρα — πιο πέρα από κει.)

Νιώθουν, πολλοί, να λυγίζουν κάτ' απ' το βάρος αυτού τού λάθους και πασχίζουν να κάνουν βιώσιμη και γόνιμη, με το δικό τους προσωπικό τρόπο, την κατάσταση αυτή όπου βρέθηκαν ριγμένοι.

Η φύση τους τούς λέει πως τα προβλήματα του έρωτα — λιγότερο από άλλα, που είναι το ίδιο σημαντικά — δε μπορούν να λυθούν σύμφωνα με τούτον ή εκείνον το γενικό κανόνα που εφαρμόζεται σ' όλες τις περιπτώσεις˙ νιώθουν πως τα προβλήματα αυτά — άμεσα προβλήματα ανθρώπου προς άνθρωπο — χρειάζονται, για κάθε περίπτωση, καινούρια, ιδιαίτερη, αποκλειστικά προσωπική απάντηση.

Πώς όμως αυτοί — μια και μπερδεύτηκαν πια έτσι αναμεταξύ τους που δεν ξεχωρίζουν ο ένας απ' τον άλλον, μια και δεν έχουν πια τίποτα Δικό τους — πώς θα μπορούσαν να βρουν μέσα τους κάποιαν έξοδο, για να ξεφύγουν απ' την άβυσσο όπου έχει βουλιάξει η μοναξιά τους;

Έρημοι κι αβοήθητοι, πορεύονται στα τυφλά κι ο ένας κι ο άλλος. Σκορπάνε τις καλύτερες δυνάμεις τους για να γλιτώσουν από συμβατικότητες όπως ο γάμος, και πέφτουν σ' άλλες συμβατικές λύσεις, λιγότερο χτυπητές, το ίδιο όμως θανάσιμες. Επειδή μονάχα για συμβατικότητες είναι άξιοι. Ό,τι βγαίνει απ' αυτές τις βιαστικές κι ανυπόμονες, θολές και ταραγμένες ενώσεις, είναι πάντα συμβατικό. Κάθε σχέση που είναι καρπός αυτής της πλάνης έχει κάτι το συμβατικό, ακόμα κι αν είναι ασυνήθιστη (ή, όπως λέει ο κόσμος, ανήθικη). Κι ο χωρισμός ακόμα θά 'ταν μια συμβατική χειρονομία, μια απρόσωπη τυχαία απόφαση, αδύναμη κι άκαρπη.

Οι γυναίκες — που μέσα τους κατοικεί μια ζωή πιο αυθόρμητη, πιο γόνιμη, γεμάτη από περισσότερη εμπιστοσύνη — είναι, σίγουρα, πιο ώριμες, πιο "ανθρώπινες" απ' τον άντρα — το φαντασμένο κι ανυπόμονον αρσενικό, που καταφρονάει ό,τι νομίζει πως αγαπάει, επειδή δε γνώρισε ποτέ την τραχιά καρποφορία τών σπλάχνων, που θα του ξάνοιγε (όπως στη γυναίκα) τα μυστικά βάθη τής ζωής.

Αυτή η "ανθρωπιά" τής γυναίκας, ωριμασμένη μέσα στον πόνο και την καταφρόνια, θα βγει στο φως τής μέρας, όταν η γυναίκα λυτρωθεί απ' τις κοινωνικές συμβατικότητες, όπου την καταδικάζει η αποκλειστικά θηλυκή υπόστασή της. Κι οι άντρες, που δε νιώθουν ακόμα σήμερα πως η ώρα αυτή ζυγώνει, θα ξαφνιαστούν με τον ερχομό της και θα νικηθούν.

Δεν αργεί η μέρα (σίγουρα σημάδια το μαρτυράνε κιόλας, προπάντων στις χώρες του βορρά), δεν αργεί η μέρα που η Νέα Κοπέλα θα υπάρξει, η Γυναίκα θα υπάρξει˙ που οι λέξεις "νέα κοπέλα" και "γυναίκα" δε θα σημαίνουν πια μονάχα το αντίθετο του αρσενικού, μα κάτι ξεχωριστό, που θά 'χει δική του αξία κι υπόσταση, κάτι που δε θά 'ναι απλό συμπλήρωμα άλλου, μα ολοκληρωμένη μορφή τής ζωής και της ύπαρξης — : η γυναίκα-γνήσιος άνθρωπος.

Αυτή η πρόοδος (ενάντια στη θέληση του άντρα, που θα μείνει, στην αρχή, πίσω) θα μεταμορφώσει ριζικά την ερωτική ζωή, πλημμυρισμένην από τόσες πλάνες σήμερα:

Ο έρωτας δε θά 'ναι πια σχέση άντρα με γυναίκα, αλλά Ανθρώπου με Άνθρωπο˙ θα στέκει πιο κοντά στην ανθρώπινη φύση (γεμάτος άπειρη απαλότητα και σεβασμό, καλός και καθάριος σε όλα κείνα που σμίγει και χωρίζει).

Θά 'ναι ο έρωτας που προετοιμάζουμε μ' αγωνία και μόχθο: δυο Μοναχικοί Άνθρωποι, που θα προστατεύουν, θα συμπληρώνουν, θα περιορίζουν και θα σέβονται ο ένας τον άλλον.

Και τούτο ακόμα: Μη νομίσετε πως χάθηκε ο μεγάλος έρωτας που σας κυρίεψε κάποτε στα εφηβικά σας χρόνια˙δε μέστωσαν, τότε, εντός σας τρανοί κι ευγενικοί πόθοι και σχέδια που, σήμερα ακόμα, τροφοδοτούν τη ζωή σας;

Πιστεύω πως αυτός ο έρωτας μένει έτσι άφθαρτος και δυνατός μέσα στη θύμησή σας, επειδή στάθηκε η πρώτη σας βαθιά μόνωση, ο πρώτος εσώτερος μόχθος που κάνατε στη ζωή σας.»
 
Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Γράμματα σ' ένα νέο ποιητή

Όσοι μπορούν να παραδεχτούν ότι δεν γνωρίζουν, τείνουν να γνωρίζουν περισσότερα

Σε όλους έχει τύχει. Κάνουμε νέες γνωριμίες και θέλουμε απλά να τις εντυπωσιάσουμε. Μπορεί να είναι εύκολο να υποκριθούμε ότι γνωρίζουμε για κινηματογράφο, πολιτική ή για τις επιστήμες απλά για να ξεφύγουμε από μια άβολη θέση.

Αλλά αντίθετα απ’ ό,τι πιστεύουμε ότι είναι το λογικό, μια νέα σειρά πέντε ερευνών από το Πανεπιστήμιο Pepperdine δείχνει ότι όσοι παραδέχονται ότι δεν γνωρίζουν κάτι, τείνουν να έχουν στην πραγματικότητα περισσότερες γνώσεις. Αν θέλετε να κάνετε τέτοιους ανθρώπους να σας θεωρήσουν έξυπνους, ίσως το καλύτερο πράγμα που έχετε να πείτε είναι «δεν γνωρίζω».

Πίσω από την διανοητική μετριοφροσύνη

Διανοητική μετριοφροσύνη σημαίνει ότι έχουμε την επίγνωση και την ειλικρίνεια να παραδεχτούμε ότι δεν γνωρίζουμε κάποια πράγματα ή ότι δεν έχουμε αρκετή εμπειρία πάνω σε ένα ζήτημα. Οι επιστήμονες έχουν γενικά συνδέσει την ταπεινοφροσύνη – την αρετή δηλαδή της αναγνώρισης των περιορισμών μας – με περισσότερη ακαδημαϊκή γνώση και καλύτερους βαθμούς. Και αυτό είναι λογικό αν σκεφτούμε ότι χρειάζεται να μάθει κανείς πράγματα για να αποκτήσει επαρκείς γνώσεις σε κάτι.

Αν και ταπεινοφροσύνη είναι το να αναγνωρίζουμε ότι έχουμε αδυναμίες γενικά, η διανοητική μετριοφροσύνη αναφέρεται ειδικότερα στην περίπτωση διανοητικής δυνατότητας σφάλματος. Ένας άνθρωπος είναι διανοητικά ταπεινός όταν συνειδητοποιεί ότι οι ιδέες και οι απόψεις του μπορεί να είναι λανθασμένες. Εδώ εμπλέκεται μια δεκτικότητα στις νέες πληροφορίες, και σύμφωνα με τους ερευνητές, «μια υγιής εξάρτηση ανάμεσα στη νοημοσύνη και στο εγώ».

Οι αλαζόνες, οι μετριόφρονες και οι αλαζόνες-μετριόφρονες

Για την έρευνα, η ομάδα των επιστημόνων έθεσε μια ερώτηση: Υπάρχει κάποιο όφελος γνώσης από την παραδοχή της πιθανότητας λάθους; Για να απαντήσουν, έτρεξαν όχι ένα, ούτε δύο, αλλά πέντε ξεχωριστά πειράματα. 1.200 συμμετέχοντες απάντησαν σε μια σειρά ερωτηματολογίων που εξέταζε τις γνωστικές τους ικανότητες, τις προβλέψεις τους γι΄ αυτές και φυσικά τα επίπεδα διανοητικής μετριοφροσύνης.

Για το τελευταίο κομμάτι, χρησιμοποίησαν διαφορετικές μεθόδους σε διαφορετικές μελέτες για να έχουν μια σφαιρική αντίληψη του ζητήματος. Και οι πέντε έρευνες χρησιμοποιήθηκαν για να εξετάσουν παρελθοντικές γνώσεις, μοτίβα σκέψης, χαρακτηριστικά και κίνητρα.

Η ερευνητική ομάδα βρήκε ότι η διανοητική μετριοφροσύνη συσχετιζόταν με περισσότερες γενικές γνώσεις, αν και όχι με μεγαλύτερες γνωστικές ικανότητες. Δηλαδή οι συμμετέχοντες που ήταν διανοητικά μετριόφρονες δεν ήταν εξυπνότεροι, αλλά έτειναν να γνωρίζουν περισσότερα σε σύγκριση με όσους δεν ήταν.

Οι ερευνητές πιστεύουν ότι αυτό το «προβάδισμα» στη γνώση οφείλεται στο γεγονός ότι η μετριοφροσύνη ανοίγει δρόμο προς την εισροή και τη μάθηση νέων πληροφοριών, δηλαδή καλλιεργεί την περιέργεια, τη δεκτικότητα και την συλλογή. Επίσης, βρέθηκε μια σχέση ανάμεσα στη διανοητική μετριοφροσύνη και στην «κοινωνική επαγρύπνηση», που σημαίνει ότι αυτοί οι άνθρωποι εργάζονται καλύτερα με άλλους.

Σε έναν σκληρό κόσμο που θέλει να σε κάνει άκαρδο, μείνε ευγενικός

Σε έναν κόσμο που τους κάνει όλους να νομίζουν πως είναι καλύτερα να είσαι άκαρδος, να είσαι ευγενής. Να έχεις ενσυναίσθηση. Να δείχνεις συμπόνια. Να αγαπάς. Μην αφήσεις τον πόνο να σε διαμορφώσει σε ένα άτομο που δεν αναγνωρίζεις. Να είσαι μεγαλύτερος από τον πόνο. Να είσαι κάποιος που ανεξάρτητα από το πόσες φορές η αγάπη σε έχει πληγώσει εξακολουθείς να πιστεύεις σε αυτή. Να είσαι ευγενικός σε έναν σκληρό κόσμο.

Σε έναν κόσμο που τους κάνει όλους να αισθάνονται πως πρέπει να τα κάνουν όλα μόνοι τους, ζήτα βοήθεια. Μοιράσου. Δώσε. Μάθε από τους άλλους. Να περιβάλλεσαι με θετικούς ανθρώπους, με άτομα που σε κάνουν καλύτερο άτομο. Μην ντρέπεσαι να ζητήσεις συμβουλές, κανείς δεν τα ξέρει όλα και όλοι χρειαζόμαστε λίγη βοήθεια.

Σε έναν κόσμο που σκοτώνει τα όνειρα σου, τόλμησε να ονειρευτείς. Να πιστεύεις. Να έχεις την πίστη πως κάποια μέρα θα ζεις την ζωή που πάντα ήθελες. Η ζωή μπορεί να γίνει δύσκολη, αλλά είναι επίσης ευγενική και γενναιόδωρη σε εκείνους που εκτιμούν την ομορφιά της. Να είσαι κάποιος που βλέπει το ποτήρι μισό-γεμάτο και μην αφήσεις κανέναν να σου πει το αντίθετο.

Σε έναν κόσμο που περιμένει να είσαι απόμακρος, αμέτοχος και αδιάφορος, να είσαι παρών και ευάλωτος. Να είσαι κάποιος που νοιάζεται. Να είσαι κάποιος που δεν φοβάται να δείξει τα συναισθήματα του. Τόλμησε να λες «Σ’ αγαπώ» περισσότερες φορές. Να είσαι κάποιος που παίρνει ρίσκα αντί να αναρωτιέσαι τι θα συμβεί. Να είσαι κάποιος που ξέρει πως ανεξάρτητα από το πόσες φορές σε ρίξει η ζωή, κάθε φορά θα σηκώνεσαι ακόμα πιο δυνατός από την προηγούμενη.

Σε έναν κόσμο γεμάτο ψέματα, πες την αλήθεια. Πιο σημαντικά, ζήσε την αλήθεια σου. Αποδέξου τον εαυτό σου όπως είσαι, με όλα τα λάθη, τις ατέλειες και τις μοναδικές ιδιότητες σου. Σταμάτα να προσποιείσαι πως είσαι κάποιος που δεν είσαι γατί είσαι ήδη μοναδικός. Μην ζεις την ζωή σου σύμφωνα με τις προσδοκίες της κοινωνίας. Ζήσε με τους δικούς κανόνες και επιθυμίες.

Και εν τέλει, σε έναν κόσμο που συνεχώς προσπαθεί να σε αλλάξει, μείνε αληθινός. Μοίρασε την αγάπη, την ευγένεια και να συμπεριφέρεσαι καλά στους άλλους. Επειδή στο τέλος, μόνο αυτό έχει σημασία. Εν τέλει, σου μένουν οι καλές αναμνήσεις, οι φορές που ερωτεύτηκες, οι αναμνήσεις σου με τους αγαπημένους σου. Η αγάπη είναι το πιο ισχυρό συναίσθημα που υπάρχει, διάδωσε την. Και να φέρεσαι με ευγένεια. Πάντα.

OSCAR WILDE: Το Αηδόνι και το Τριαντάφυλλο

«Είπε πως θα χορέψει μαζί μου, αν της φέρω κόκκινα τριαντάφυλλα», έλεγε ο νεαρός σπουδαστής, «μα μέσα σ’ όλο μου τον κήπο δεν υπάρχει ούτε ένα κόκκινο τριαντάφυλλο». Απ’ τη φωλιά του που είχε χτισμένη στη βαλανιδιά, τον άκουσε το Αηδόνι και κοίταξε έξω απ’ τα φυλλώματα απορημένο. «Ούτε ένα κόκκινο τριαντάφυλλο μέσα σ’ όλο μου τον κήπο!» φώναξε και τα μάτια του πλημμύρισαν δάκρυα. «Αχ, γιατί η ευτυχία να εξαρτάται από τόσο ασήμαντα πραγματάκια! Έχω διαβάσει όλα όσα έχουν γράψει οι σοφοί και κατέχω όλα τα μυστικά της φιλοσοφίας κι όμως πάει χαμένη η ζωή μου, επειδή μου λείπει ένα κόκκινο τριαντάφυλλο». «Να, επιτέλους, κάποιος που αγαπά πραγματικά», είπε το Αηδόνι. «Κάθε βράδυ τραγουδούσα γι’ αυτόν κι ας μην τον γνώριζα. Κάθε βράδυ έλεγα την ιστορία του στ’ άστρα και τώρα τον βλέπω. Τα μαλλιά του είναι μαύρα, σαν του υάκινθου τον ανθό, και τα χείλη του κόκκινα, σαν το τριαντάφυλλο του πόθου του. Αλλά το πάθος έχει κάνει το πρόσωπό του σαν ωχρό ελεφαντόδοντο κι η λύπη το μέτωπό του έχει σφραγίσει». «Ο Πρίγκιπας δίνει χορό αύριο βράδυ», μουρμούριζε ο νεαρός σπουδαστής, «και η αγάπη μου θα είναι κι αυτή προσκεκλημένη. Αν της φέρω ένα κόκκινο τριαντάφυλλο, θα χορέψει μαζί μου ως το ξημέρωμα. Αν της φέρω ένα κόκκινο τριαντάφυλλο, θα την κρατήσω στην αγκαλιά μου κι εκείνη θα ακουμπήσει το κεφάλι της στον ώμο μου και θα μπλέξει το χέρι της μες στο δικό μου. Μα δεν υπάρχει κόκκινο τριαντάφυλλο στον κήπο μου. Θα κάτσω μονάχος μου, λοιπόν, κι εκείνη θα με προσπεράσει. Δεν θα μου δώσει προσοχή κι εμένα θα ραγίσει η καρδιά μου». «Να, στ’ αλήθεια, αυτός που αγαπά αληθινά», είπε το Αηδόνι. «Πάσχει με ό,τι εγώ τραγουδώ: ό,τι είναι χαρά για μένα, πόνος είναι γι’ αυτόν.

Σίγουρα είναι υπέροχο πράγμα η Αγάπη. Πολυτιμότερη κι από σμαράγδια, ακριβότερη κι απ’ το λεπτότερο οπάλι. Δεν μπορούν μαργαριτάρια και ρόδια να την αγοράσουν ούτε κι απλώνεται στον πάγκο της αγοράς. Οι έμποροι να την αγοράσουν δεν μπορούν ούτε και στη ζυγαριά μπορεί να ζυγιστεί για όλο το χρυσάφι». «Οι μουσικοί θα κάθονται στον εξώστη τους», είπε ο νεαρός σπουδαστής. «Θα παίζουν τα έγχορδα όργανά τους και η αγάπη μου θα χορεύει στον ήχο της άρπας και του βιολιού. Θα χορεύει τόσο ανάλαφρα, που τα πόδια της δεν θα ακουμπάνε στο πάτωμα και γύρω της θα συνωστίζονται οι αυλικοί με τα χαρωπά τους κοστούμια. Μαζί μου όμως δεν πρόκειται να χορέψει, γιατί δεν έχω κόκκινο τριαντάφυλλο να της προσφέρω». Και ρίχτηκε πάνω στο χορτάρι κι έκρυψε το πρόσωπό του μες στα χέρια του και έκλαψε.

«Γιατί κλαίει;» ρώτησε μια μικρή Πράσινη Σαύρα καθώς περνούσε πλάι του με ανασηκωμένη την ουρά της. «Αλήθεια, γιατί;» ρώτησε και μια Πεταλούδα που πετούσε κυνηγώντας μια ηλιαχτίδα. «Γιατί, αλήθεια;» ψιθύρισε μια Μαργαρίτα στη γειτόνισσά της με απαλή, χαμηλή φωνή. «Κλαίει για ένα κόκκινο τριαντάφυλλο», είπε το Αηδόνι. «Για ένα κόκκινο τριαντάφυλλο;» έκαναν εκείνα μ’ ένα στόμα. «Μα αυτό είναι γελοίο!» Κι η μικρή Σαύρα, που ήταν κάπως κυνική, ξέσπασε αμέσως σε γέλια. Το Αηδόνι, όμως, καταλάβαινε το μυστικό της λύπης του νέου και καθόταν σιωπηλό μες στη βαλανιδιά και συλλογιζόταν σχετικά με το μυστήριο της Αγάπης. Άξαφνα άνοιξε τα καφέ φτερά του και χύθηκε πετώντας στον αέρα. Πέρασε μέσα από το δασάκι και σαν σκιά διέσχισε τον κήπο. Στο κέντρο του κήπου με το πλούσιο χορτάρι φύτρωνε μια όμορφη Τριανταφυλλιά κι όταν αυτό την είδε, πέταξε κατευθείαν από πάνω της και κατέβηκε για να καθίσει σ’ ένα κλαδάκι. «Χάρισέ μου ένα κόκκινο τριαντάφυλλο», της φώναξε, «κι εγώ θα σου τραγουδήσω το γλυκύτερο τραγούδι μου». Αλλά η Τριανταφυλλιά κούνησε το κεφάλι της. «Τα δικά μου τριαντάφυλλα είναι λευκά», αποκρίθηκε, «λευκά σαν τον αφρό της θάλασσας, λευκότερα κι από το χιόνι πάνω στα βουνά. Μπορείς, όμως, να πεις στην αδερφή μου που φυτρώνει γύρω απ’ το ηλιακό ρολόι κι ίσως αυτή σου δώσει ό,τι θελήσεις». Έτσι, λοιπόν, το Αηδόνι πέταξε πάνω απ’ την Τριανταφυλλιά που φύτρωνε γύρω απ’ το ηλιακό ρολόι. «Χάρισέ μου ένα κόκκινο τριαντάφυλλο», της φώναξε, «κι εγώ θα σου τραγουδήσω το γλυκύτερο τραγούδι μου». Αλλά η Τριανταφυλλιά κούνησε το κεφάλι της. «Τα δικά μου τριαντάφυλλα είναι κίτρινα», αποκρίθηκε, «κίτρινα σαν τα μαλλιά της νεράιδας που κάθεται πάνω σε θρονί κεχριμπαρένιο, πιο κίτρινα κι απ’ τον ασφόδελο που ανθοβολεί μες στο λιβάδι, προτού φτάσει ο θεριστής με το δρεπάνι του. Μπορείς, όμως, να πας στην αδελφή μου που φυτρώνει κάτω απ’ το παράθυρο του σπουδαστή κι ίσως αυτή σου δώσει ό,τι θελήσεις». Έτσι, λοιπόν, το Αηδόνι πέταξε πάνω απ’ την Τριανταφυλλιά που φύτρωνε κάτω από το παράθυρο του σπουδαστή. «Χάρισέ μου ένα κόκκινο τριαντάφυλλο», της φώναξε, «κι εγώ θα σου τραγουδήσω το γλυκύτερο τραγούδι μου».

Αλλά η Τριανταφυλλιά κούνησε το κεφάλι της. «Ναι, είναι κόκκινα τα τριαντάφυλλά μου», αποκρίθηκε, «κόκκινα σαν τα πόδια του περιστεριού, πιο κόκκινα ακόμα κι απ’ τις μεγάλες βεντάλιες των κοραλιών που σαλεύουν αργά κι όλο σαλεύουν στην ωκεάνια σπηλιά. Μα ο χειμώνας πάγωσε τις φλέβες μου κι ο παγετός έκαψε τα μπουμπούκια μου κι έσπασε η καταιγίδα τα κλαδιά μου και θα μείνω δίχως τριαντάφυλλα όλο αυτόν τον χρόνο». «Το μόνο που χρειάζομαι είναι ένα κόκκινο τριαντάφυλλο», της φώναξε το Αηδόνι, «ένα και μοναδικό κόκκινο τριαντάφυλλο! Δεν υπάρχει κανένας τρόπος να τ’ αποκτήσω;» «Υπάρχει ένας τρόπος», αποκρίθηκε η Τριανταφυλλιά, «μα είναι τόσο τρομερός, που δεν τολμώ να σου τον πω». «Πες μου τον», είπε το Αηδόνι, «δεν φοβάμαι». «Αν θες ένα κόκκινο τριαντάφυλλο», είπε τότε εκείνη, «πρέπει να το φτιάξεις μονάχο σου με μουσική στο φεγγαρόφωτο και να του δώσεις χρώμα από το αίμα της καρδιάς σου. Πρέπει να μου τραγουδήσεις τρυπώντας το στήθος σου σ’ ένα μου αγκάθι. Όλη τη νύχτα πρέπει να τραγουδάς και το αγκάθι πρέπει να φτάσει ως την καρδιά σου, να τρυπήσει την καρδιά σου και το αίμα της ζωής σου πρέπει να τρέξει μες στις δικές μου φλέβες κι αίμα δικό μου να γίνει». «Ο Θάνατος είναι μεγάλο τίμημα για ένα τριαντάφυλλο», είπε το Αηδόνι, «και η Ζωή είναι χιλιάκριβη για όλους. Είναι όμορφο να κάθεσαι μέσα στο πράσινο δάσος και να αντικρίζεις τον ήλιο στο χρυσό του άρμα και το φεγγάρι μέσα στο άρμα του το μαργαριταρένιο. Γλυκιά είναι η ευωδιά της λευκάκανθας, γλυκιές κι οι κληματίδες που κρύβονται μες στην κοιλάδα και τα ρείκια που φυτρώνουνε στον λόφο. Όμως η Αγάπη αξίζει πιο πολύ απ’ τη Ζωή και τι είναι, τάχα, η καρδιά ενός πουλιού μπρος στην καρδιά ενός ανθρώπου;» Κι έτσι, άνοιξε τα καφέ φτερά του και πέταξε ψηλά. Πέρασε σαν σκιά πάνω απ’ τον κήπο και σαν σκιά κατευθύνθηκε προς το δασάκι.

Ο νέος ήταν ακόμα σωριασμένος πάνω στο χορτάρι, όπου τον είχε αφήσει, και τα δάκρυα δεν είχαν ακόμα στεγνώσει στα μάτια του. «Να είσαι χαρούμενος!» του φώναξε το Αηδόνι. «Να είσαι χαρούμενος! Θα έχεις το κόκκινό σου τριαντάφυλλο. Θα το φτιάξω μοναχό μου με μουσική στο φεγγαρόφωτο και θα του δώσω χρώμα από το αίμα της καρδιάς μου. Το μόνο που σου ζητώ γι’ αντάλλαγμα είναι να μείνεις πάντα αυτός που αγαπάει αληθινά, γιατί ο Έρωτας είναι σοφότερος απ’ τη Φιλοσοφία και ισχυρότερος από τη Δύναμη. Έχει φτερά στο χρώμα της φωτιάς και φλόγινο είναι το κορμί του. Γλυκά είναι τα χείλη του σαν μέλι και σαν θυμίαμα η πνοή του». Ο νέος ανασηκώθηκε στο χορτάρι και άκουγε προσεκτικά, μα δεν μπορούσε να καταλάβει τι του έλεγε το Αηδόνι, γιατί ήξερε μόνο όσα είναι γραμμένα στα βιβλία. Κατάλαβε, όμως, η Βελανιδιά και την έπιασε θλίψη, γιατί αγαπούσε πολύ το μικρό Αηδόνι που είχε χτίσει μες στα κλαδιά της τη φωλιά του. «Τραγούδησέ μου ένα τελευταίο τραγούδι», του ψιθύρισε. «Θα νιώσω μοναξιά όταν θα ‘χεις φύγει». Έτσι, το Αηδόνι τραγούδησε στη Βελανιδιά και η φωνή του ήταν σαν το γάργαρο νερό που χύνεται από ασημένιο αγγείο. Αφού τέλειωσε το τραγούδι του, ο σπουδαστής σηκώθηκε κι έβγαλε από την τσέπη του ένα σημειωματάριο κι ένα μολυβδοκόνδυλο. «Έχει πράγματι φόρμα στο τραγούδι του», έκανε μέσα του καθώς απομακρυνόταν περνώντας μέσα από το δασάκι, «δεν μπορείς να του το αρνηθείς. Μα έχει, τάχα, αίσθημα; Φοβάμαι πως όχι. Αλήθεια, είναι σαν τους περισσότερους καλλιτέχνες. Στιλ χωρίς καμιά ειλικρίνεια. Δεν θα θυσιαζόταν για τους άλλους. Σκέφτεται μόνο τη μουσική και ο καθένας ξέρει πόσο εγωιστικές είναι οι τέχνες. Πρέπει, ωστόσο, να παραδεχτούμε πως έχει μερικές όμορφες νότες στη φωνή του. Τι κρίμα που δεν σημαίνουν τίποτα και δεν έχουν καμιά πρακτική αξία!» Και μπήκε στην κάμαρά του. Ξάπλωσε στο μικρό του κρεβάτι με το αχυρόστρωμα κι άρχισε να σκέφτεται την αγάπη του. Ύστερα από λίγο αποκοιμήθηκε.

Κι όταν στον ουρανό άρχισε να λάμπει το φεγγάρι, το Αηδόνι πέταξε στην Τριανταφυλλιά κι ακούμπησε το στήθος του στο αγκάθι. Όλη τη νύχτα τραγουδούσε με το στηθάκι του καρφωμένο στο αγκάθι και το ψυχρό κρυσταλλένιο φεγγάρι έσκυβε κάτω κι άκουγε με προσοχή. Όλη τη νύχτα τραγουδούσε και το αγκάθι χωνόταν πιο βαθιά, όλο και πιο βαθιά μες στο στηθάκι του και έφευγε από πάνω του το αίμα της ζωής του. Τραγούδησε πρώτα για το πώς γεννήθηκε η αγάπη μες στην καρδιά ενός αγοριού και μιας κοπέλας. Και πάνω στην κορφή της Τριανταφυλλιάς, στο πιο ψηλό κλαδάκι, άνθισε σιγά σιγά ένα θεσπέσιο τριαντάφυλλο, το ένα πέταλο μετά απ’ το άλλο, καθώς το ένα τραγούδι ακολουθούσε το άλλο. Χλωμό ήταν στην αρχή, όπως η καταχνιά που κρέμεται πάνω από το ποτάμι, χλωμό όπως την ώρα που ξημερώνει και ασημένιο σαν τις φτερούγες της αυγής. Σαν τη σκιά του τριαντάφυλλου μέσα σ’ έναν ασημένιο καθρέφτη, σαν τη σκιά του τριαντάφυλλου μέσα σε μια λιμνούλα, έτσι ήταν και το τριαντάφυλλο που άνθιζε στην κορφή της Τριανταφυλλιάς, στο πιο ψηλό κλωνί. Μα η Τριανταφυλλιά φώναξε στο Αηδόνι να τρυπηθεί ακόμα πιο πολύ πάνω στ’ αγκάθι. «Ακόμα πιο πολύ, ακόμα πιο βαθιά, μικρό μου Αηδόνι», φώναξε η Τριανταφυλλιά, «αλλιώς η μέρα θα φανεί και το τριαντάφυλλο δεν θα έχει τελειώσει». Έτσι, το Αηδόνι τρυπιότανε ακόμα πιο βαθιά και το τραγούδι του πιο δυνατό, όλο και δυνατότερο γινόταν, γιατί τραγουδούσε για το πώς γεννήθηκε το πάθος μες σ’ έναν άντρα και σε μια γυναίκα. Κι ένα λεπτό κοκκίνισμα χυνόταν μες στα φύλλα του τριαντάφυλλου, σαν το κοκκίνισμα στο πρόσωπο του γαμπρού όταν φιλάει τα χείλη της νύφης.

Μα το αγκάθι δεν είχε ακόμα φτάσει στην καρδιά του κι έτσι έμενε λευκή και του τριαντάφυλλου, η καρδιά, γιατί μόνο το αίμα της καρδιάς ενός Αηδονιού μπορεί να βάψει κατακόκκινη την καρδιά ενός ρόδου. Κι η Τριανταφυλλιά φώναζε στο Αηδόνι να τρυπηθεί ακόμα πιο πολύ πάνω στ’ αγκάθι. «Ακόμα πιο πολύ, ακόμα πιο βαθιά, μικρό μου Αηδόνι», φώναζε η Τριανταφυλλιά, «αλλιώς η μέρα θα φανεί και το τριαντάφυλλο δεν θα ‘χει τελειώσει». Έτσι, το Αηδόνι τρυπήθηκε ακόμα πιο βαθιά και άγγιξε το αγκάθι την καρδιά του κι ένας άγριος πόνος το διαπέρασε. Πικρός, πολύ πικρός ήταν ο πόνος και παράφορο, όλο και πιο παράφορο γινόταν το τραγούδι του, γιατί τραγουδούσε για τον Έρωτα που βρίσκει την τελειότητά του στον Θάνατο, για τον Έρωτα που δεν πεθαίνει μες στον τάφο. Και το εξαίσιο ρόδο έγινε πορφυρό, σαν το χρώμα της ανατολής. Πορφυρό ήταν το ντύμα από τα πέταλα και πορφυρή σαν το ρουμπίνι ήταν η καρδιά του. Μα η φωνή του Αηδονιού όλο και πιο αχνή γινόταν κι άρχισαν οι μικρές φτερούγες του να σπαρταρούν και μια θολή μεμβράνη σκέπασε τα μάτια του. Αχνό, όλο και πιο αχνό έγινε το τραγούδι του κι ένιωσε κάτι να το πνίγει στον λαιμό. Τότε άφησε να βγει απ’ το λαρύγγι του το ύστατο κύμα μουσικής. Το άκουσε το λευκό Φεγγάρι και λησμόνησε την αυγή χασομερώντας στον ουρανό. Το άκουσε το κόκκινο ρόδο κι ένα ρίγος εκστατικό το συνεπήρε και άνοιξε τα πέταλά του στον ψυχρό πρωινό αέρα. Η ηχώ το έφερε στην κόκκινη σπηλιά της στο βουνό και ξύπνησε τους κοιμισμένους βοσκούς από τα όνειρά τους. Διαπέρασε τις καλαμιές του ποταμού κι εκείνες έφεραν το μήνυμά του ως τη θάλασσα. «Κοίτα, κοίτα!» φώναξε η Τριανταφυλλιά. «Είναι έτοιμο πια το τριαντάφυλλο». Μα το Αηδόνι δεν απάντησε, γιατί ήταν νεκρό πάνω στο ατέλειωτο χορτάρι με το αγκάθι στην καρδιά του. Κι ο σπουδαστής άνοιξε το μεσημέρι το παράθυρό του και κοίταξε έξω.

«Τι βλέπω! Τι εξαίσια τύχη!» αναφώνησε. «Να ένα κόκκινο τριαντάφυλλο! Ποτέ στη ζωή μου δεν είδα ξανά τριαντάφυλλο σαν αυτό. Είναι τόσο όμορφο, που είμαι σίγουρος πως θα έχει κάποιο μακρύ λατινικό όνομα». Κι έσκυψε κάτω και το έκοψε. Μετά φόρεσε το καπέλο του κι ανέβηκε τρέχοντας στο σπίτι του καθηγητή κρατώντας το τριαντάφυλλο στο χέρι του. Η κόρη του καθηγητή καθόταν στο κατώφλι τυλίγοντας γαλάζιο μετάξι σε μια κουβαρίστρα με το σκυλάκι της στα πόδια της. «Είχες πει πως θα χόρευες μαζί μου, αν σου έφερνα ένα κόκκινο τριαντάφυλλο», της φώναξε ο σπουδαστής. «Να το πιο κόκκινο τριαντάφυλλο του κόσμου. Θα το καρφιτσώσεις απόψε κοντά στην καρδιά σου και καθώς θα χορεύουμε μαζί, εκείνο θα σου λέει πόσο σ’ αγαπώ». Μα το κορίτσι συνοφρυώθηκε. «Φοβάμαι ότι δεν θα πηγαίνει με το φουστάνι μου», αποκρίθηκε. «Και, εκτός αυτού, η ανιψιά του Αρχιθαλαμηπόλου μού έστειλε μερικά αληθινά κοσμήματα και ο καθένας ξέρει πως τα κοσμήματα κοστίζουν πιο πολύ απ’ τα λουλούδια». «Ε, λοιπόν, στην τιμή μου, είσαι πολύ αχάριστη», είπε ο σπουδαστής θυμωμένος και πέταξε το τριαντάφυλλο στον δρόμο. Εκείνο έπεσε σ’ ένα ρείθρο και το πάτησε ο τροχός μιας καρότσας. «Αχάριστη!» έκανε η κοπέλα. «Άκου να σου πω, είσαι αγενέστατος. Και, στο κάτω κάτω, ποιος είσαι; Ένας σπουδαστής είσαι! Εσύ δεν φοράς στα παπούτσια σου ασημένιες αγκράφες, όπως η ανιψιά του Αρχιθαλαμηπόλου». Και σηκώθηκε απ’ το κάθισμά της και μπήκε στο σπίτι. «Τι ανόητο πράγμα που είναι ο Έρωτας!» έλεγε ο σπουδαστής καθώς απομακρυνόταν. «Ούτε στο μισό δεν φτάνει σε αξία τη Λογική, γιατί δεν αποδεικνύει τίποτα και σου λέει πάντοτε πράγματα που δεν πρόκειται να συμβούν, όπως σε κάνει να πιστεύεις πράγματα που δεν είναι αληθινά. Πράγματι, δεν είναι πράγμα καθόλου πρακτικό και καθώς στην εποχή μας το παν είναι να είσαι πρακτικός, θα ξαναγυρίσω στη Φιλοσοφία και θα σπουδάσω τη Μεταφυσική». Έτσι, γύρισε στην κάμαρά του, έβγαλε ένα μεγάλο σκονισμένο βιβλίο και άρχισε να διαβάζει.

Oscar Wilde, ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

Αρχαίοι Κυνικοί: εξέγερση Βίου

Από τον Σωκράτη στους Κυνικούς

§1

Ποιοι είναι οι Κυνικοί; Φιλοσοφικά αναδύονται ως μια «αιρετική» διεκδίκηση του ορθού μέσα στον κατακερματισμό της ελληνικής κοινωνίας. Αυτός ο κατακερματισμός άρχισε να γίνεται αισθητός από το δεύτερο ήμισυ του 5ου π.Χ. αιώνα· αποκορυφώθηκε δε κατά τον 4ο αι. και εντεύθεν. Η Κυνική φιλοσοφία δεν χάραξε κάποια χωριστή αλλά συμβατή κατεύθυνση με την κανονιστική πορεία της τοτινής κοινωνίας και πολιτείας των ανθρώπων. Απεναντίας εξέφραζε τάσεις στοχαστικής και εν ταυτώ βιωματικής απόσυρσης ως κριτικής εναντίωσης στη μαζική έκφραση της ανθρώπινης κοινότητας.

Οι τάσεις αυτές χαρακτηρίζονται από ποικίλες διακυμάνσεις και αποκλίσεις. Ωστόσο, κατά την ύστερη περίοδο εξέλιξής του Κυνισμού, ας πούμε κατά τη Ρωμαϊκή εποχή, εμφανιζόταν μια πιο ομοιογενής τάση προς τον «μονώτην βίον». Αυτός ο βίος ταιριάζει στον Κυνικό σοφό, γιατί του επιτρέπει, όπως μας λέει ο Διογένης με τον δικό του «μονώτην βίο», να είναι μέσα στον κοινωνικό-πολιτικό θόρυβο της καθημερινότητας ο αυθεντικός, ο πραγματικός άρχοντας που δύναται και δικαιούται να διδάξει στους μη σοφούς το ορθό. Ο «αιρετικός» χαρακτήρας του Κυνικού, υπό ένα πιο ευρύ βλέμμα βέβαια, έγκειται στο να αναδεικνύει την Κυνική σύζευξη θεωρείν και πράττειν ως το υπό-δειγμα, δυνάμει του οποίου μπορεί και πρέπει να οργανώνεται ο ιδιωτικός και ο δημόσιος-πολιτικός βίος των ανθρώπων. Έτσι η «αιρετική» του διεκδίκηση ηχεί περισσότερο ως ανειλημμένη αποστολή για μεταρρύθμιση της κοινωνίας σύμφωνα με το «πολύτροπο» (Αντισθένης) του σοφού. Το πολύτροπο σημαίνει πως ο σοφός πρέπει να λαμβάνει υπόψη τους ακροατές του, αλλά και τον «καιρόν», δηλ. τις εκάστοτε συνθήκες και περιστάσεις. Με γνώμονα αυτό το «πολύτροπον», ο σοφός δεν κάνει διάκριση ανάμεσα σε ειδικούς που θέλουν να ακούσουν ή να μάθουν και μη ειδικούς. Και τούτο δεν θα μπορούσε να συμβεί στην περίπτωση της Κυνικής φιλοσοφίας, γιατί τότε θα έπαυε να είναι «αίρεσις βίου».

§2

Από τη σκοπιά της ιστορίας της φιλοσοφίας η Κυνική φιλοσοφία φαίνεται να ανάγει τις θεμελιώδεις καταβολές της στη Σωκρατική φιλοσοφία. Συνιστά, ως ένα μεγάλο βαθμό, ένα είδος φιλοσοφικής εξέγερσης ενάντια στη θεωρητική και στοχαστική μετεξέλιξη που υπέστη το πρωταρχικό φιλοσοφικό θεώρημα εν όλω του Σωκράτη. Έτσι ξαναπιάνει το νήμα της Σωκρατικής θεώρησης των πραγμάτων και κηρύσσει την έμπρακτη περισσότερο εφαρμογή του αγαθού παρά την επιστημονική του θεώρηση. Ακριβώς όπως και στον Σωκράτη, οι Κυνικοί αναγνωρίζουν ως βασική θεμιτή αρχή του βίου –θεωρητικού και πρακτικού– τη μετάβαση από την πράξη στη σκέψη και όχι αντίστροφα. Αυτή η πράξη κατανοείται, για τους Κυνικούς, κυρίως ως ένας σωκρατικός τρόπος ύπαρξης, με όλες βέβαια τις διαφοροποιήσεις που υπαγορεύουν οι διαφορετικές συνθήκες δράσης. Σωκρατικός τρόπος ύπαρξης για αυτούς σημαίνει πρωτίστως ανα-τροπή της τελετουργικής ιεράρχησης των αξιών και άμεση αναζήτηση, καθίδρυση μιας μορφής ηθικής τέχνης, η οποία οξύνει τον ανθρώπινο νου και τον καθιστά ικανό σε όλα τα επίπεδα της ζωής, από το ηθικό με την στενή έννοια του όρου ως το οικονομικό και πολιτικό, να έχει άμεση και καθαρή εποπτεία των πραγμάτων. Ετούτη η αμεσότητα, η καθαρότητα του εποπτεύειν εφαρμόζεται ως ένας συνεχής, κοπιαστικός έλεγχος του δημόσιου λέγειν και πράττειν. Ένας τέτοιος έλεγχος λαμβάνει, μέσα από την άμεση πράξη και στάση του Κυνικού σοφού, τον χαρακτήρα ενός ανηλεούς «σφυροκοπήματος» του οποιουδήποτε ανίδεου όντος, που θέλει είτε να «κυβερνήσει» είτε να «φιλοσοφήσει» με παραμορφωτικό τρόπο, δηλαδή έξω από τον πόνο [=από τον κόπο της εργασίας] και την άσκηση. Όπως ο τεχνικός, κατά την ηθική τέχνη των Κυνικών, ξέρει το αντικείμενό του, όχι όταν το θεωρεί γενικά, αλλά μόνο όταν το πιάνει με τα χέρια του και το υποβάλλει σε εξαντλητική, σε πρακτική και ουσιώδη επεξεργασία, ώστε να αυτο-εξαγνίζεται και ο ίδιος, να γιγνώσκει εαυτόν εν έργω, έτσι και όποιος βούλεται να συμβάλει στην κατασκευή, στην οικοδόμηση του ορθού βίου, είτε διανοητής είτε πολιτικός είτε ιδιώτης, πρέπει να επιτυγχάνει την «παραχάραξη του νομίσματος» (Διογένης), δηλαδή εν έργω να ξεθεμελιώνει τις ψευδείς γνώμες περί του πράττειν και περί του εαυτού του και με ένθερμη διαύγεια ήθους και λόγου να πορεύεται προς το «εστί» των πραγμάτων:

Να αναζητείς τους πιο πυκνοκατοικημένους τόπους και να θέλεις σ’ αυτούς να μένεις μόνος σου και χωρίς συντροφιά κι ούτε να δέχεσαι φίλο ή φιλοξενούμενο· όλα τούτα καταργούν την εξουσία. Μπροστά σε όλους να κάνεις θαρρετά όσα δεν θα μπορούσε κανείς να κάνει ιδιαιτέρως, κι από τις σαρκικές ηδονές να προτιμάς τις πιο καταγέλαστες … Δεν θα σου χρειαστεί ούτε μόρφωση ούτε λόγια και φλυαρίες … αρκεί να είσαι αναιδής και θρασύς και να έχεις μάθει καλά να εξευτελίζεις.

Λόγος ειρωνικός, αλλά με βαθύ νόημα περιγράφει ό,τι ακριβώς συμβαίνει στην πραγματικότητα της αγοράς, στη μαζική δηλ. κοινωνία, εκείνη την εποχή αλλά και σήμερα. Συμβαίνει πράγματι στον χώρο της αγοράς να αναπτύσσεται δράση και αντίδραση ανάμεσα σε όμοιους και ανόμοιους. Μια δράση και αντίδραση ωστόσο, που λόγω της ενδότερης στοχαστικότητάς της με τον δικό της κυνικό τρόπο όχι, δεν είναι δράση εκφυλισμένων όντων, όπως συμβαίνει στην ενδοχώρα της δυσώδους κοινωνικο-πολιτικής αγοράς του σήμερα: οι ανίκανοι και οι φαύλοι, είτε δεσμώτες των κυβερνητών είναι αυτοί είτε κυβερνήτες των δεσμωτών, να θεωρούν εαυτόν αναντικατάστατο «αναμορφωτή» των ιστορικών μας πεπρωμένων.

Αρχαία Ελληνική Γραμματεία: ΗΣΙΟΔΟΣ - Ἔργα καὶ Ἡμέραι (695-723)

695 Ὡραῖος δὲ γυναῖκα τεὸν ποτὶ οἶκον ἄγεσθαι,
μήτε τριηκόντων ἐτέων μάλα πόλλ᾽ ἀπολείπων
μήτ᾽ ἐπιθεὶς μάλα πολλά· γάμος δέ τοι ὥριος οὗτος·
ἡ δὲ γυνὴ τέτορ᾽ ἡβώοι, πέμπτῳ δὲ γαμοῖτο.
παρθενικὴν δὲ γαμεῖν, ὥς κ᾽ ἤθεα κεδνὰ διδάξῃς,
700 τὴν δὲ μάλιστα γαμεῖν, ἥτις σέθεν ἐγγύθι ναίει
πάντα μάλ᾽ ἀμφὶς ἰδών, μὴ γείτοσι χάρματα γήμῃς.
οὐ μὲν γάρ τι γυναικὸς ἀνὴρ ληίζετ᾽ ἄμεινον
τῆς ἀγαθῆς, τῆς δ᾽ αὖτε κακῆς οὐ ῥίγιον ἄλλο,
δειπνολόχης, ἥ τ᾽ ἄνδρα καὶ ἴφθιμόν περ ἐόντα
705 εὕει ἄτερ δαλοῖο καὶ ὠμῷ γήραϊ δῶκεν.
εὖ δ᾽ ὄπιν ἀθανάτων μακάρων πεφυλαγμένος εἶναι.
μὴ δὲ κασιγνήτῳ ἶσον ποιεῖσθαι ἑταῖρον·
εἰ δέ κε ποιήσῃς, μή μιν πρότερος κακὸν ἔρξεις,
μηδὲ ψεύδεσθαι γλώσσης χάριν· εἰ δέ σέ γ᾽ ἄρχῃ
710 ἤ τι ἔπος εἰπὼν ἀποθύμιον ἠὲ καὶ ἔρξας,
δὶς τόσα τείνυσθαι μεμνημένος· εἰ δέ κεν αὖτις
ἡγῆτ᾽ ἐς φιλότητα, δίκην δ᾽ ἐθέλῃσι παρασχεῖν,
δέξασθαι· δειλός τοι ἀνὴρ φίλον ἄλλοτε ἄλλον
ποιεῖται· σὲ δὲ μή τι νόος κατελεγχέτω εἶδος.
715 μηδὲ πολύξεινον μηδ᾽ ἄξεινον καλέεσθαι,
μηδὲ κακῶν ἕταρον μηδ᾽ ἐσθλῶν νεικεστῆρα.
μηδέ ποτ᾽ οὐλομένην πενίην θυμοφθόρον ἀνδρὶ
τέτλαθ᾽ ὀνειδίζειν, μακάρων δόσιν αἰὲν ἐόντων.
γλώσσης τοι θησαυρὸς ἐν ἀνθρώποισιν ἄριστος
720 φειδωλῆς, πλείστη δὲ χάρις κατὰ μέτρον ἰούσης·
εἰ δὲ κακὸν εἴποις, τάχα κ᾽ αὐτὸς μεῖζον ἀκούσαις.
μηδὲ πολυξείνου δαιτὸς δυσπέμφελος εἶναι·
ἐκ κοινοῦ πλείστη τε χάρις δαπάνη τ᾽ ὀλιγίστη.

***
Στην ώρα σου γυναίκα στο σπίτι σου να φέρεις,
μήτε πάρα πολύ μικρότερος απ᾽ τα τριάντα χρόνια,
μήτε και πάρα πολύ μεγαλύτερος. Αυτός είναι ο κατάλληλος καιρός για γάμο.
Τέσσερα χρόνια να ᾽ναι η γυναίκα έφηβη, τον πέμπτο να παντρεύεται.
Να παντρευτείς παρθένα, για να της μάθεις φρόνιμες συνήθειες,
700 κι αυτήν προπάντων να παντρεύεσαι, που κάθεται κοντά σου,
αφού τα πάντα γύρω απ᾽ αυτήν καλά τα μάθεις, μην τύχει για τους γείτονες χαρά να παντρευτείς.
Απ᾽ τη γυναίκα την καλή τίποτε πιο καλό δεν αποκτά ο άντρας,
και τίποτε πάλι φοβερότερο απ᾽ την κακή, που το φαΐ παραμονεύει:
αυτή το σύζυγό της, και δυνατός να είναι ακόμα,
δίχως δαυλό τον καίει και πρόωρα γηρατειά τού δίνει.
Καλά φυλάξου από των μακάριων αθανάτων την εκδίκηση.
Το φίλο με τον αδερφό σου μην τον κάνεις ίσο.
Μα κι αν τον κάνεις, πρώτος εσύ να μην τον βλάψεις,
κι ούτε ψεύτικη εύνοια στα λόγια να του δείξεις.
710 Μα αν εκείνος κάνει αρχή και πει λόγια ή κάνει πράξεις δυσάρεστες,
θυμήσου τα διπλά να του ανταποδώσεις. Κι αν πάλι για συμφιλίωση
το πρώτο βήμα κάνει και θέλει να σου δώσει ικανοποίηση, να το δεχτείς.
Ο ελεεινός ο άνθρωπος κάθε φορά και άλλον φίλο κάνει.
Ο χαρακτήρας σου να μη διαψεύδει την εμφάνισή σου.
Μήτε να λέγεσαι άνθρωπος που φιλοξενεί πολλούς, μήτ᾽ αφιλόξενος,
μήτε και φίλος των κακών, μήτε και των καλών κατήγορος,
μήτε ποτέ σου να τολμήσεις την ψυχοφθόρα φτώχεια ενός ανθρώπου
την καταραμένη να ονειδίσεις: είναι κι αυτή δοσμένη απ᾽ τους θεούς που ζουν αιώνια.
Άριστος θησαυρός μες στους ανθρώπους η φειδωλή η γλώσσα,
720 που σαν προχωράει με μέτρο είναι πολύ μεγάλη η χάρη της.
Αν πεις κακία, γοργά κι ο ίδιος θ᾽ ακούσεις μεγαλύτερη.
Δυσάρεστος μην είσαι σε τραπέζι που φιλοξενεί πολλούς:
από κοινό τραπέζι αντλείς πάρα πολλή χαρά μ᾽ ελάχιστη δαπάνη.

Κυριακή 14 Ιουλίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Νεφέλαι (1115-1130)

1115 τοὺς κριτὰς ἃ κερδανοῦσιν, ἤν τι τόνδε τὸν χορὸν
ὠφελῶσ᾽ ἐκ τῶν δικαίων, βουλόμεσθ᾽ ἡμεῖς φράσαι.
πρῶτα μὲν γάρ, ἢν νεᾶν βούλησθ᾽ ἐν ὥρᾳ τοὺς ἀγρούς,
ὕσομεν πρώτοισιν ὑμῖν, τοῖσι δ᾽ ἄλλοις ὕστερον.
εἶτα τὸν καρπόν τε καὶ τὰς ἀμπέλους φυλάξομεν,
1120 ὥστε μήτ᾽ αὐχμὸν πιέζειν μήτ᾽ ἄγαν ἐπομβρίαν.
ἢν δ᾽ ἀτιμάσῃ τις ἡμᾶς θνητὸς ὢν οὔσας θεάς,
προσεχέτω τὸν νοῦν, πρὸς ἡμῶν οἷα πείσεται κακά,
λαμβάνων οὔτ᾽ οἶνον οὔτ᾽ ἄλλ᾽ οὐδὲν ἐκ τοῦ χωρίου·
ἡνίκ᾽ ἂν γὰρ αἵ τ᾽ ἐλᾶαι βλαστάνωσ᾽ αἵ τ᾽ ἄμπελοι,
1125 ἀποκεκόψονται· τοιαύταις σφενδόναις παιήσομεν.
ἢν δὲ πλινθεύοντ᾽ ἴδωμεν, ὕσομεν καὶ τοῦ τέγους
τὸν κέραμον αὐτοῦ χαλάζαις στρογγύλαις ξυντρίψομεν.
κἂν γαμῇ ποτ᾽ αὐτὸς ἢ τῶν ξυγγενῶν ἢ τῶν φίλων,
ὕσομεν τὴν νύκτα πᾶσαν· ὥστ᾽ ἴσως βουλήσεται
1130 κἂν ἐν Αἰγύπτῳ τυχεῖν ὢν μᾶλλον ἢ κρῖναι κακῶς.

***
ΚΟΡ. Οι κριτές, αν, όπως είναι δίκιο, κάμουνε καλό
στο Χορό μας, ας ακούσουν πόσα θα κερδίσουνε.
Χέρσο χτήμα σας είν᾽ ώρα να τ᾽ οργώσετε; Σ᾽ αυτό
πρώτα, κι ύστερα στα ξένα, εμείς θα ρίχνουμε βροχή.
Και θα σας φυλάμε αμπέλια κι όλα τα γεννήματα·
1120 ούτε αναβροχιές και στέγνες ούτε και νεροποντές.
Μα αν κανείς, θνητός ενώ είναι, μας προσβάλει, εμάς θεές,
ας προσέξει για να μάθει τί κακό θα δει από μας·
να μαζέψει ή να τρυγήσει δε θα βρίσκει ούτε σταλιά·
μόλις λίγο βλασταρώσει κάποιο κλήμα του ή ελιά,
σφεντονίζοντας χαλάζι θα τα σμπαραλιάζουμε.
Πάει κανείς να βγάλει πλίθους; Νά μια μπόρα εμείς γερή·
κεραμίδι απ᾽ το χαλάζι δε θα μείνει στη σκεπή.
Κι αν παντρεύεται, ή ο ίδιος ή δικός του ή φίλος του,
νά βροχή οληνύχτα· «κάλλιο να ᾽μουνα στην Αίγυπτο»
1130 τότ᾽ εκείνος θα φωνάξει, «παρά που έκρινα στραβά».

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΑΜΠΕΛΟΣ

ΑΜΠΕΛΟΣ
(φυτό άμπελος)
 
Ο Άμπελος ήταν γιος ενός Σάτυρου και μιας Νύμφης, μεγαλωμένος στα βουνά της Φρυγίας.
 
Ο Νόννος τον περιγράφει σαν έναν νέο Σάτυρο, με όμορφα μαλλιά, λαιμό, ώμους, χείλη, αγαπημένο του θεού Διόνυσου και πιστό ακόλουθό του. Ο Διόνυσος, σε ένα παραλήρημα ερωτικού λόγου, αναρωτιέται ποιοι αθάνατοι μπορεί να είναι οι γονείς του, και αναφέρει ανάμεσα στους άλλους τη Σελήνη και τον Ήλιο, τις Χάριτες και τον Απόλλωνα, θεωρεί την ομορφιά του νέου ουράνια και τη συγκρίνει με της κερασφόρου Σελήνης, με του οινοχόου των θεών Γανυμήδη, του Φαέθοντα, του Νάρκισσου, και τον παρομοιάζει με τον θεό Έρωτα, όμως χωρίς φτερά και βέλη, σε θνητή υπόσταση, όχι όμως με μητέρα την Αφροδίτη, γιατί δεν θα μπορούσε ο πατέρας του να είναι ο Ήφαιστος ή ο Άρης. Και όταν ο νέος έπαιζε τον αυλό του στα φρυγικά όρη, ο Διόνυσος τον άκουγε χαρούμενος, ενώ όταν απουσίαζε, κανένα χαμόγελο δεν σχηματιζόταν στο πρόσωπο του θεού.
 
Για τον θάνατο του Άμπελου υπάρχουν δύο παραδόσεις. Και στις δύο ο Άμπελος μεταμορφώνεται, είτε στο ομώνυμο αγαπημένο και εμβληματικό φυτό του θεού Διόνυσου, είτε σε ένα από τα αστέρια του αστερισμού του Βοώτη*.
 
Σύμφωνα με τον Οβίδιο (Fast. 3.407 κ.ε.) ο νέος σκοτώθηκε, όταν ανέβηκε σε μια φτελιά, για να κόψει τους καρπούς ενός κλήματος που του είχε χαρίσει ο θεός του και το οποίο κρεμόταν από τα κλαδιά της φτελιάς. Ο Διόνυσος μεταμόρφωσε τον αδικοχαμένο νέο σε ένα από τα αστέρια του αστερισμού του Βοώτη.
 
Σύμφωνα με τον Νόννο (Διονυσιακά 11.185 κ.ε.) η Σελήνη τιμώρησε τον αλαζόνα Άμπελο, γιατί την προκάλεσε. Έστειλε μια μύγα στα πλευρά του ταύρου που ο Άμπελος είχε καβαλικέψει γεμάτος έπαρση, ότι δεν χρειαζόταν πια τη Σελήνη να του στείλει κανέναν κερασφόρο οδηγό του κοπαδιού· γιατί ο ίδιος και κέρατα είχε και είχε σταθεί πάνω στον ταύρο. Και η προσωποποιημένη θεά του φεγγαριού έστειλε μια μύγα που τρέλανε τον ταύρο και τον έκανε να πηδά σαν άλογο και να προκαλεί καταστροφές στα χωράφια. Τέλος, ο μαινόμενος ταύρος ξεκοίλιασε με τα κέρατά του τον Άμπελο. Η θλίψη του Διόνυσου για τον θάνατο του αγαπημένου του ήταν μεγάλη, τόσο που οι Μοίρες τον λυπήθηκαν και μετέτρεψαν το αγόρι στο ομώνυμο φυτό.
--------------------------------
*Αστερισμός του Βοώτη
 
<Π>ερὶ τούτου λέγεται ὅτι Ἀρκάς ἐστιν ὁ Καλλιστοῦς καὶ Διὸς γεγονώς, ᾤκησε δὲ περὶ τὸ Λύκαιον φθείραντος αὐτὴν Διός· οὗ προσποιησάμενος ὁ Λυκάων τὸν Δία ἐξένιζεν, ὥς φησιν Ἡσίοδος, καὶ τὸ βρέφος κατακόψας, παρέθηκεν ἐπὶ τὴν τράπεζαν· ὅθεν ἐκείνην μὲν ἀνατρέπει, ἀφ' οὗ ἡ Τραπεζοῦς καλεῖται πόλις, τὴν δὲ οἰκίαν ἐκεραύνωσε, τὸν δὲ Λυκάονα ἀπεθηρίωσε καὶ αὐτὸν λύκον ἐποίησε· τὸν δὲ Ἀρκάδα πάλιν ἀναπλάσας ἔθηκεν ἄρτιον· καὶ ἐτράφη παρ' αἰπόλῳ· νεανίσκος δ' ὢν ἤδη δοκεῖ καταδραμεῖν εἰς τὸ Λύκαιον καὶ ἀγνοήσας τὴν μητέρα γῆμαι· οἱ δὲ κατοικοῦντες τὸν τόπον ἀμφοτέρους κατὰ νόμον θύειν ἔμελλον· ὁ δὲ Ζεὺς ἐξελόμενος αὐτοὺς διὰ τὴν συγγένειαν εἰς τὰ ἄστρα ἀνήγαγεν.
Ερατοσθένης, Καταστερισμοί, 1, 8

Τα βρέφη στην Κλασσική Αθήνα

Περίληψη
 
Κατά την κλασσική αρχαιότητα, γυναίκες και άνδρες θεωρούσαν τη δημιουργία απογόνων, πρωταρχική λειτουργία της ενήλικης ζωής τους. Πράγματι, η κυοφορία και η γέννηση νόμιμων παιδιών και δή αγοριών δεν αποτελούσε μόνο την κύρια υποχρέωση της γυναίκας προς την οικογένειά της, αλλά και την κυριότερη συνεισφορά της προς το σύνολο της κοινωνίας. Όμως δεν ήταν όλα τα βρέφη ευπρόσδεκτα! Η διατήρηση μια μεγάλης οικογένειας ήταν αρκετά δαπανηρή και λίγοι μπορούσαν να ανταποκριθούν στις ανάγκες της. Τα έκθετα βρέφη, κυρίως τα θηλυκά, αποτέλεσαν εικόνα της καθημερινότητας καθ΄ όλη την αρχαιότητα αντικατοπτρίζοντας μια τακτική που λειτούργησε ως μέσο οικογενειακού προγραμματισμού αλλά και ως τρόπος απόρριψης βρεφών με εμφανείς αναπηρίες ή παραμορφώσεις.
 
Σκοπός του γάμου η αναπαραγωγή
 
Από την αρχαία ελληνική γραμματεία προκύπτει σαφώς ότι πρωταρχικός σκοπός του γάμου ήταν η αναπαραγωγή. Οι νόμιμοι γιοί δεν ήταν απαραίτητοι μόνο για την συνέχιση της πατρικής οικογενειακής γραμμής και τη διασφάλιση της πατρικής περιουσίας αλλά αποτελούσαν και την εγγύηση της ασφάλειας των γονιών στα γεράματά τους. Γι’ αυτό οι γυναίκες που γεννούσαν αρσενικά παιδιά ανταμείβονταν από τους συζύγους τους και ορισμένες φορές τους δίνονταν μεγαλύτερες ελευθερίες, τουλάχιστον εντός του σπιτιού.
 
Πράγματι, μέσα από τη γέννηση ενός γιού μια νέα σύζυγος καταξιωνόταν στην κοινωνία ως “γυνή”, αφού αυτή ήταν η βασική της συνεισφορά στο κοινωνικό σύνολο.  Όπως ακριβώς οι άνδρες πήγαιναν στη μάχη και θυσιάζονταν για το καλό της πολιτείας έτσι και οι γυναίκες γεννούσαν αρσενικά παιδιά που κάποια μέρα θα γίνονταν άξιοι πολίτες.
 
Αυτές οι κοινωνικές αξίες ασκούσαν στη γυναίκα μεγάλη πίεση προκειμένου να γίνει μητέρα. Η άποψη ότι η εγκυμοσύνη αποτελούσε προϋπόθεση, από ιατρικής πλευράς, για την διατήρηση της σωματικής και πνευματικής υγείας της γυναίκας σε συνδυασμό με την κοινωνική της καταξίωση, θα έκανε την εγκυμοσύνη και τη γέννα καταστάσεις κοινωνικά “ελκυστικές” για τις νεόνυμφες. Η σημασία τους για την ζωή των γυναικών φαίνεται από το γεγονός ότι αποτέλεσαν το κέντρο λατρευτικών δράσεων με στόχο τη διασφάλιση της γονιμότητας, την επιτυχία της κύησης και τη γέννηση υγιούς παιδιού, κυρίως αρσενικού.
 
Ο τοκετός
 
Ο τοκετός θεωρούνταν διαδικασία μιαρή που προκαλούσε δηλαδή πνευματική μόλυνση. Για το λόγο αυτό απαγορευόταν να πραγματοποιείται σε ιερά. Η νέα μητέρα θεωρούνταν μολυσμένη τουλάχιστον για τις δέκα πρώτες ημέρες μετά τη γέννα. Στο διάστημα αυτό ήταν περιορισμένη στο σπίτι και με ελάχιστους ανθρώπους ερχόταν σε επαφή. Το μίασμα δεν περιοριζόταν μόνο σε αυτή, αλλά σε οποιονδήποτε βοήθησε στον τοκετό ή βρισκόταν στο σπίτι την ώρα του τοκετού. Όσοι εκτέθηκαν στην μόλυνση δεν επιτρεπόταν να εισέρχονται σε ιερά ή να ασκούν τη λατρεία. Αυτή η απομόνωση των δέκα πρώτων ημερών είχε χαρακτήρα θρησκευτικό, επιπλέον όμως κάλυπτε και πρακτικές ανάγκες: τον αποκλεισμό της γυναίκας από τις δουλειές της καθημερινής ζωής και τη βιολογική προστασία της μητέρας και του βρέφους από τους κινδύνους που ελλόχευε η έκθεσή τους στον έξω κόσμο τις πρώτες αυτές κρίσιμες ημέρες.
 
Το λουτρό του νεογέννητου
 
Το λουτρό του νεογέννητου αμέσως μετά τη γέννα αποτελούσε την αρχική (και ανεπίσημη) αποδοχή του, τουλάχιστον από την πλευρά της μητέρας. Στον Ίωνα του Ευριπίδη, η Κρέουσα περιγράφει με λεπτομέρειες τη διαδικασία απόρριψης και εγκατάλειψης του νόθου γιού της:
 
Σε τύλιξα σ' αυτά τα σπάργανα, που έφτιαξα σαν ήμουν κορίτσι κρυφά από τη μάνα μου, έργο της φτερωτής μου σαΐτας. Δεν σου πρόσφερα γάλα, ούτε της μάνας την τροφή από το στήθος, ούτε σε έπλυνα. Παραπετάχθηκες σε έρημη σπηλιά, βορά στα ράμφη των πουλιών, δώρο στον Άδη”.
 
Σε αυτό το χωρίο, η απουσία του λουτρού είναι ενδεικτική της απόρριψης του βρέφους από τη μητέρα του. Μολονότι η Κρέουσα τύλιξε σε σπάργανα τον γιό της, αρνείται να τον ταΐσει και να τον πλύνει – με τη συμβολική σημασία της αποδοχής.
 
«Αμφιδρόμια»
 
Η επίσημη αποδοχή του παιδιού από την οικογένεια γινόταν με τα “Αμφιδρόμια”, μια τελετή κατά την πέμπτη ή την έβδομη ημέρα από την γέννηση. Ο πατέρας κρατούσε το νεογέννητο και το περιέφερε γύρω από την πατρική εστία. Με αυτό το τελετουργικό παρουσίαζε το νέο μέλος στην οικογένεια. Την ίδια ημέρα ανακοίνωνε και δημόσια το χαρμόσυνο γεγονός κρεμώντας στην εξώθυρα στεφάνια ή κλαδιά διακοσμημένα με μαλλί. Συχνά κατά τη διάρκεια αυτού του τελετουργικού, στις φτωχές οικογένειες, έδιναν και το όνομα στο βρέφος. Οι πλουσιότερες οικογένειες διάλεγαν το όνομα σε ξεχωριστή τελετή τη “Δεκάτη”, τη δέκατη ημέρα από τη γέννηση. Ακολουθούσε θυσία ζώου σε δημόσιο ιερό από τον πατέρα. Αυτή η τελετή πιθανότατα σηματοδοτούσε και το τέλος της περιόδου μόλυνσης για τη μητέρα και συνέστηνε το βρέφος ως μέλος της ευρύτερης κοινωνίας.
 
Έκθεση βρεφών
 
Όμως κατά την αρχαιότητα δεν ήταν όλα τα βρέφη ευπρόσδεκτα: ιδιαίτερα τα παιδιά που γεννιούνταν εκτός γάμου και θεωρούνταν παράνομα ή αυτά που  γεννιούνταν με κάποια αναπηρία ή δυσμορφία. Επιπλέον στους αρχαίους Έλληνες δεν άρεσαν οι μεγάλες οικογένειες γιατί κόστιζαν πολύ! Τα παιδιά έπρεπε να λάβουν την κατάλληλη μόρφωση και παιδεία και να είναι εξασφαλισμένα: με μια ικανή προίκα τα κορίτσια και με μια υπολογίσιμη περιουσία τα αγόρια. Τόσο η κοινή λογική όσο και ο νόμος επέτρεπε στον πατέρα (ιδίως αν είχε ήδη ένα ή δύο παιδιά) να ασκεί το δικαίωμα της επιλογής για την διατήρηση ή την απόρριψη του βρέφους. Μέσα στις πρώτες πέντε ημέρες της ζωή του, παιρνόταν η απόφαση. Συνηθέστερα απέρριπταν τα θηλυκά βρέφη παρά τα αρσενικά. Σε περιπτώσεις που η οικογένεια είχε ήδη πολλά αγόρια ή η έλευση μιας κόρης έφερνε απογοήτευση ή το βρέφος είχε κάποια παραμόρφωση ή φυσικό ελάττωμα ή ορατή αναπηρία, η απόφαση ήταν προφανής. Τοποθετούσαν το νεογέννητο μέσα σε καλάθι ή συνηθέστερα μέσα σε ρηχό αγγείο και το άφηναν έκθετο σε κάποιο δημόσιο χώρο π.χ. στην Αγορά, ή κοντά στο Γυμνάσιο, ή στην είσοδο κάποιου ναού. Συνήθως το βρέφος πέθαινε από την πείνα. Ήταν δυνατόν όμως και να σωθεί! Εάν ο λόγος της απόρριψης ήταν προφανής και οφειλόταν σε φυσικό ελάττωμα, το βρέφος δεν το άγγιζε κανείς και ο θάνατος του ήταν βέβαιος. Εάν όμως φαινόταν υγιές, ίσως κάποιος να το αναλάμβανε. Αν ήταν τυχερό μπορεί να γινόταν το “θρεπτό” τέκνο κάποιου άτεκνου ζευγαριού και να ανατρεφόταν σαν αθηναίος πολίτης ή αθηναία κόρη αντίστοιχα. Όμως οι προθέσεις δεν ήταν πάντα αγνές. Δεν ήταν σπάνιο το ενδεχόμενο να ανατραφούν για να γίνουν δούλοι ή και εταίρες τα κορίτσια. Ως αποτέλεσμα αυτής της τακτικής ο αριθμός των παραμορφωμένων ή αναπήρων στην κλασσική Αθήνα θα ήταν ελάχιστος, αφού κανείς δεν θα σκεφτόταν να κρατήσει και να μεγαλώσει ένα μωρό με εμφανή σημάδια παραμόρφωσης ή αναπηρίας.
 
Το φαινόμενο της έκθεσης βρεφών αναφέρεται συχνά από τον Αριστοφάνη στις κωμωδίες του (π.χ. στις Νεφέλες) σαν καθημερινό φαινόμενο της ζωής στην κλασσική Αθήνα, ενώ ο Σωκράτης δηλώνει ότι οι ακροατές του εξοργίζονται όταν προσβάλλει τις ιδέες τους “σαν τις γυναίκες που τους αρπάζουν τα παιδιά”.
 
Απόρριψη – βρεφοκτονία
 
Η απόρριψη ενός βρέφους μέσω της έκθεσης του, αποτέλεσε κοινωνικό φαινόμενο κατά την αρχαιότητα. Ωστόσο πρέπει να τονιστεί ότι δεν ήταν συνώνυμο με την βρεφοκτονία. Οι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς χρησιμοποιούν τους όρους “ἐκτίθημι” ή “ἀποτίθημι” ή “ἐκβάλλω” όταν αναφέρονται σε έκθετα νεογέννητα με σαφή διαχωρισμό από τη βρεφοκτονία “παιδοκτονέω”. Η ουσιαστική διαφορά μεταξύ “ἐκτίθημι” και “παιδοκτονέω” βρίσκεται όχι τόσο στη φύση της πράξης όσο στη θέση του θύματος. Η θανάτωση ή η πρόκληση του θανάτου ενός νεογέννητου τις πρώτες ημέρες της ζωής του ήταν κάτι διαφορετικό -νομικά ηθικά αλλά και εννοιολογικά -από τη θανάτωση ενός παιδιού που είχε αναγνωριστεί ως μέλος της οικογένειας και είχε λάβει το όνομά του.