Κυριακή 23 Ιουνίου 2019

Οι αρχαίοι κίονες γίνανε πέτρες, για να χτιστούν οι τοίχοι των νέων ναών…

Κατέστρεψαν τους ιερούς ναούς και τα ιερά άλση των Ελλήνων… Για να κτίσουν στη θέση τους τα δικά τους!

«Τους βωμούς αυτών συντρίψτε και τα άλση αυτών κατακόψτε και τα γλυπτά αυτών κατακάψτε με πυρ, ώστε να αφανιστεί το όνομα τους εκ του τόπου εκείνου». Έξοδος 34.1 – Δευτερονόμιο 7.5 – και 12.3.

Μια πολιτισμική γενοκτονία που βαφτίστηκε "ελληνοχριστιανικός πολιτισμός"

Αποτέλεσμα εικόνας για χριστιανικος ρυθμοςΜετά τη ρωμαϊκή θεομηνία που σάρωσε τους ελληνικούς καλλιτεχνικούς θησαυρούς επέρχεται ο χριστιανικός τυφώνας, νέα συμ­φορά για τα ανεπανάληπτα δημιουργήματα του κλασσικού πολιτισμού. Πραγματικά, οι τρομακτικότεροι βανδαλισμοί κατά των αρχαίων ελληνικών μνημείων και έργων τέχνης θα διαπραχθούν μετά την επικράτηση του χριστιανισμού σε Ανατολή και Δύση. Οι κατα­στροφές των κατακτητικών εκστρατειών και των πολεμικών συγκρούσεων από Πέρσες, Ρωμαίους, Φράγκους, Οθωμανούς είναι ασή­μαντες αν συγκριθούν με τον αφανισμό των καλλιτεχνικών θησαυρών στους πρώτους πέντε χριστιανικούς αιώνες. Πυρ και σίδηρος για τους αρχαίους ναούς και τα αγάλματα, για τα κλασσικά κείμενα και τις βιβλιοθήκες. Ήταν οι χειρότεροι βανδαλισμοί της ιστορίας. Η πολιτι­κή και η εκκλησιαστική εξουσία δεν στάθηκε ικανή να διαχωρίσει τη θρησκευτική πίστη από την πνευματική και καλλιτεχνική δημιουργία. Η απόρριψη της παλαιάς θρησκείας συνακολουθείται από τον διωγμό και τον όλεθρο του αρχαίου πολιτισμού. Με εντολή ή συνέργεια των ηγεμόνων του κράτους και της εκκλησίας, οι νεοπροσήλυτοι χριστιανοί συντρίβουν με σφύρες ή πυρπολούν έργα τέχνης, γκρεμίζουν μνημεία, ρίχνουν στο χυτήριο τα χρυσά και αργυρά καλλιτεχνήματα.

ΔΕΣ: Άγιοι καταστροφείς

Οι αρχαίοι ναοί, όταν δεν κατεδαφίζονται ή δεν κατερειπώνονται με την αφαίρεση της στέγης, μετατρέπονται σε χριστιανικές εκκλη­σίες. Αλλά όχι όλες. Όπως είναι γνωστό, ο προορισμός του αρχαίου ελληνικού τεμένους δεν ήταν η συγκέντρωση πιοτών στο εσωτερικό αλλά η εκπλήρωση ορισμένων θρησκευτικών τελετουργιών. Περιορισμένος ο χώρος δεν επαρκούσε για μεγάλη σύναξη, για λειτουργίες και κηρύγματα. Σε χριστιανικούς ναούς θα δια­μορφωθούν κυρίως οι βασιλικές, τα ορθογώνια ρωμαϊκά αρχιτεκτονήματα με τις εσωτερικές στοές και τα κλίτη.

Η επικράτηση του χριστιανισμού δεν έγινε παντού με ελεύθερο και ειρηνικό ενστερνισμό των νέων θρησκευτικών ιδεών αλλά και με βίαιη παρέμβαση της εξουσίας, με τρομοκρα­τία και ωμότητες, το ίδιο αποτρόπαιες με τις ρωμαϊκές κακουργίες εναντίον των χριστιανών.

Το πέρασμα από τη μια θρησκεία στην άλλη συνοδευόταν από αναστατώσεις και κρίσεις, κοινωνικές, πολιτικές, οικονομικές, ηθικές με θύματα τα μνημεία ενός περίλαμπρου πολιτι­σμού. Επιβάλλεται γι' αυτό μια σύντομη επισκό­πηση της μεγάλης Αλλαγής που σημειώθηκε στους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες και μια περιγραφή του δραματικού σκηνικού. Η μελέτη των πηγών οδηγεί στη θλιβερή διαπίστωση ότι οι θησαυροί του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού που είχαν διασωθεί από τη ρωμαϊκή διαρπαγή αντιμετώπισαν το καταστροφικό χριστιανικό μένος σε Ανατολή και Δύση. Οι συμφορές που προκάλεσε το χριστια­νικό ιερατείο ξεπερνούσαν συχνά τα δεινά που επέφεραν οι βαρβαρικές επιδρομές. Χωρίς τον καταστροφικό ζήλο της νέας εξουσίας - πολι­τικής και εκκλησιαστικής - τα αριστουργήματα της αρχαίας τέχνης θα έλαμπαν ακόμα ακέραια - με τη φθορά που επιφέρουν ο χρόνος και τα φυσικά στοιχεία - και όλα τα έργα των αρχαίων διανοητών θα επιζούσαν, κτήμα της ανθρωπό­τητας. Σε αντίθεση με τον αρχαίο ελληνικό κόσμο, που όχι μόνο ανεχόταν τις ξένες λατρείες αλλά υιοθετούσε αλλόφυλες θεότητες - δεν υπήρχε άλλωστε ούτε δογματικό πλαίσιο ούτε εξουσία του ιερατείου - οι χριστιανοί αρχηγοί και ιερα­πόστολοι επέδειξαν πνεύμα φανατισμού και αδιαλλαξίας που οδηγούσε συχνά σε εξόντωση των αντιφρονούντων και εξαφάνιση των θρη­σκευτικών τους συμβόλων. Ακολουθούσαν την εβραϊκή παράδοση της ιδεολογικής μονοκρα­τορίας. Ο προφήτης Ηλίας, με θεϊκή εντολή, θανατώνει τους ιερείς του Βάαλ, θεού των Φοινίκων και των Χαναναίων. «Και είπεν Ηλιού προς τον λαόν συλλάβετε τους προφήτας του Βάαλ, μηδείς σωθήτω εξ αυτών και συνέλαβον αυτούς, και κατάγει αυτούς Ηλιού εις τον χείμαρρον Κισσών και έσφαξεν αυτούς εκεί». Οι Έλληνες όμως είχαν εντάξει τον Βάαλ στον δικό τους θρησκευτικό κύκλο ταυτίζοντας τον με τον Κρόνο και τον Δία.

Στους πρώτους τρεις αιώνες ο χριστιανισμός θα παραμείνει μειοψηφία στον ελληνορωμαϊκό κόσμο. Το ρεύμα θα δυναμώσει όταν θα ανακη­ρύξει ο Κωνσταντίνος τον χριστιανισμό επίσημη θρησκεία του ανατολικού ρωμαϊκού κράτους. Ωστόσο η νέα θρησκεία δεν διαδόθηκε με τον ίδιο ρυθμό σε όλα τα κοινωνικά στρώματα και σε όλες τις περιοχές. Είχε θερμές απηχήσεις περισσότερο στους ελληνόφωνους πληθυ­σμούς παρά στους Λατίνους, περισσότερο στα αστικά κέντρα παρά στις αγροτικές περιοχές, περισσότερο στις κατώτερες και μεσαίες τάξεις παρά στις ισχυρές και προνομιούχες.

Οι κάτοικοι των αγροτικών περιοχών, πιστοί πάντοτε στις παραδόσεις, αντιστέκονται εμμέ­νοντας στην πατροπαράδοτη πίστη και ιδεο­λογία. Ακόμα και στον έκτο και έβδομο αιώνα η παλαιά λατρεία ήταν ακόμα ζωντανή στους αγροτικούς πληθυσμούς που θεωρούσαν τους αρχαίους θεούς προστάτες της παραγωγής, των κοπαδιών και της υγείας.

Η αγροτική μάζα ήταν αδρανής και παθητική μ' όλο που την απομυζούσαν η κρατική εξουσία και οι φεουδάρχες. Υποτασσόταν χωρίς αντίστα­ση στους δυνάστες της. Το 90% των αυτοκρα­τορικών πόρων επί ρωμαιοκρατίας προερχόταν από τους αγροτικούς φόρους, και τα πλούτη των ανώτερων τάξεων από την εκμετάλλευση των δουλοπάροικων στις γαιοκτησίες.

Σπανιότατες οι εξεγέρσεις πληθυσμών της υπαίθρου. Όταν στον Δ αιώνα απαγορεύθηκε η αρχαία λατρεία και διατάχθηκε το κλείσιμο ή η κατεδάφιση των ναών και η καταστροφή των αγαλμάτων, σε ελάχιστες περιπτώσεις εκδηλώθηκε δυναμική αντίδραση στις επιδρομές κατά των ιερών. Η διείσδυση του χριστιανισμού στον αγροτικό κόσμο θα προχωρήσει με αργούς ρυθμούς και θα ολοκληρωθεί στον Ζ' αιώνα.

Επειδή δεν υπήρχαν στις αγροτικές περιο­χές συμπαγείς πληθυσμοί για να προβάλουν αντίσταση, οι χριστιανοί ιεραπόστολοι, με τις ένοπλες ακολουθίες τους, κατέστρεφαν κατά τις προσηλυτιστικές εκστρατείες όλα τα σύμβο­λα των αλλοθρήσκων. Κατακρήμνιζαν τα ιερά, εστίες λατρείας από γενιά σε γενιά, τρομοκρα­τούσαν τους γεωργούς, ερήμωναν την ύπαι­θρο, σκόρπιζαν την απόγνωση, προκαλούσαν κοινωνική αναστάτωση και οικονομική κρίση. Έπεφτε η παραγωγή, περιορίζονταν τα κρατικά έσοδα, στέρευε η κυριότερη πηγή φορολογίας.

Τις τραγικές συνέπειες των χριστιανικών επι­δρομών στις αγροτικές περιοχές καταγγέλλει ο Λιβάνιος στην περίφημη επιστολή του προς τον Θεοδόσιο Α. Σαρώνουν τα πάντα σαν αφηνια­σμένοι χείμαρροι και ερημώνουν την ύπαιθρο. Οι ναοί, αυτοκράτορα μου, είναι κτίσματα των αγρών, η ψυχή τους. Αυτές οι αγριότητες αφανίζουν τους γεωργούς, τους εξαθλιώνουν καθώς χάνουν το θάρρος τους. Και το αποτέλε­σμα: ξεπέφτουν οι χωρικοί, χάνει το δημόσιο.

Οι τοπικές εκκλησιαστικές Αρχές στρέφο­νταν εναντίον των ανυπεράσπιστων καλλιερ­γητών και χάλκευαν ψευδείς κατηγορίες για τη δήμευση των αγρών τους. Από τη μια μεριά οι εργατικές μέλισσες, γράφει ο Λιβάνιος, κι από την άλλη οι κηφήνες. Επιχειρούν τον βίαιο προσηλυτισμό, εισορμούν στα χωριά και με το πρόσχημα του «σωφρονισμού» επιδίδονται σε ληστείες.

Αυτές οι βαρβαρότητες προκάλεσαν συσπει­ρώσεις και αντίσταση των γεωργικών πληθυ­σμών. Ανησυχώντας η εκκλησιαστική ηγεσία απευθύνεται στην αυτοκρατορική εξουσία και εισηγείται τον βίαιο προσηλυτισμό των αγρο­τών. Ο Ιωάννης Χρυσόστομος καλεί τους γαι­οκτήμονες του Βυζαντίου να εκχριστιανίσουν τους δουλοπάροικους και κολήγους στα φέου­δα τους, να προσλάβουν ιερείς και να χτίσουν εκκλησίες. Ο διαβόητος Ιωάννης της Εφέσου (ΣΤ αι.) καυχιέται ότι κατά την προσηλυτιστική του εκστρατεία - με την τρομοκρατία και τον κνούτο - βάφτισε70.000 ειδωλολάτρες. Στη Δύση, ο πάπας Γρηγόριος, ο επιλεγόμενος Μέγας (Ε' αι.), διαπίστωσε ότι στη Σαρδηνία οι χωρικοί δωροδοκούσαν, καταβάλλοντος ένα είδος φόρου, τον κυβερνήτη του νησιού, για να συνεχίζουν ανενόχλητοι την παραδοσιακή τους λατρεία.

Συχνά η πολιτική και εκκλησιαστική εξουσία εξαπέλυε άγριους διωγμούς κατά των πιστών της παλαιάς θρησκείας επιστρατεύοντας τη συκοφαντία. Επειδή απαγορεύονταν, με διά­ταγμα του Κωνσταντίνου, οι θυσίες στα ιερά με την απειλή δημεύσεως περιουσιών, πολλοί χρι­στιανοί, όπως γράφει ο Λιβάνιος, κατέφευγαν σε ψευδείς καταγγελίες για να ενοχοποιήσουν τους αγρότες. Μαζεύονταν οι γεωργοί για να διασκεδάσουν και έσφαζαν ένα αρνί ή ένα μοσχάρι. Αμέσως οι χριστιανοί τους κατηγο­ρούσαν ότι «έθυσαν», ότι έκαναν ειδωλολατρι­κή θυσία παραβιάζοντας τον αυτοκρατορικό νόμο. Αν μάλιστα τραγουδούσαν αντιμετώπιζαν τη βαρειά κατηγορία ότι ανέμελπαν ύμνους στους αρχαίους θεούς.

Τα οικονομικά συμφέροντα που διακυβεύο­νταν και οι αναπότρεπτες κοινωνικές αναταρα­χές έπαιζαν πρωταρχικό ρόλο στην αναμέτρηση των δύο θρησκειών και υποδαύλιζαν τους βαν­δαλισμούς. Αυτή την πλευρά των αντιθέσεων - τα οικονομικά συμφέροντα - αποκαλύπτει η εχθρότητα που αντιμετώπισε ο απόστολος Παύλος κατά την προσηλυτιστική του περιοδεία στη Μ. Ασία. Στην 'Εφεσο ξεσηκώθηκε μέγα πλήθος και εμπόδισε την είσοδο του στο θέατρο. Γιατί; Κάποιος Δημήτριος «αργυροκόπος» που διατηρούσε βιοτεχνία κατα­σκευής ομοιωμάτων του ναού της Αρτέμιδος και απασχολούσε μεγάλον αριθμό τεχνιτών, συγκέντρωσε τους εργαζόμενους και τους προειδοποίησε ότι κινδυνεύουν να μείνουν άνεργοι αν επικρατήσει ο χριστιανισμός. Το ιερό της Εφέσου θα σβήσει και θα δυστυχήσουμε. Η πόλη αναστατώθηκε. «Ακούσαντες δε και γενόμενοι πλήρεις θυμού έκραζον λέγοντες: Μεγάλη η Άρτεμις Εφέσου». Ξεσηκώθηκαν οι κάτοικοι «και επλήσθη η πόλις όλη συγχύσεως· ώρμησαν δε ομοθυμαδόν εις το θέατρον».

Ο Λιβάνιος, στην έκκληση του προς τον αυτο­κράτορα Θεοδόσιο για προστασία των αρχαίων μνημείων και έργων τέχνης από τις βαρβαρότη­τες των χριστιανών, υπενθυμίζει τους διωγμούς των αλλοθρήσκων ιερών από τον Κωνσταντίνο. Δεν περιορίσθηκε στις βεβηλώσεις και ανατρο­πές βωμών και στον εμπρησμό και το κλείσιμο των αρχαίων ιερών αλλά και μετέτρεψε ναούς σε πορνεία. Καταγγέλλει επίσης ότι ο διωγμός της παλαιάς θρησκείας είχε ταπεινά ελατήρια. Απέβλεπε δηλαδή στην αρπαγή της περιουσίας των αρχαίων ναών και διανομή της στους ευνο­ουμένους της εξουσίας.

Οι ιεράρχες και ιεραπόστολοι εμπνέονταν στο μένος τους κατά των αγαλμάτων και έργων τέχνης της παλαιάς θρησκείας από την ιδεολογία της εβραϊκής λατρείας που κατα­δίκαζε τα «είδωλα», τον ανθρωπομορφισμό, την αναπαράσταση μορφών σε άψυχη ύλη. «Επικατάρατος πας άνθρωπος ος ποιήσει γλυπτόν και χωνευτόν, βδέλυγμα Κυρίω έργον χει­ρών τεχνίτου». Παραμερίζοντας τη διδασκαλία της ευαγγελικής αγάπης, του ανθρωπισμού και της αλληλεγγύης, επικαλούνται την μήνιν του ιουδαϊκού θεού κατά των λατρευτικών αντι­κειμένων των άλλων θρησκειών, τις αρές των προφητών και τις αγριότητες των εγκόσμιων ηγεμόνων. «Και ελάλησε Κύριος»: Αφανίστε όλα τα αγάλματα από μέταλλο και λίθο. «Και εγένετο λόγος Κυρίου»: Να συντριβούν όλα τα γλυπτά της Σαμάρειας, να καταστραφούν οι εικόνες και τα αγάλματα. «Τάδε λέγει Κύριος. Καταθρυμμάτισε και λίχνισε τα επιχρυσωμένα και επάργυρα αγάλματα και πέταξε τα σαν κοπριά».

Και η φωνή του Ησαΐα: Τα αγάλματα να πελεκηθούν όπως τα δέντρα στο δάσος. Όλα τα αγάλματα στη φωτιά. Γιατί δεν είναι θεοί αλλά χειροποίητα αντικείμενα, ξύλα και πέτρες. «Λέγει Κύριος Σαβαώθ: Θα εξαφανίσω ακόμα και τα ονόματα των αγαλμάτων, για να σβήσουν ολότελα από τη μνήμη». Δεν θα καταστραφούν μόνο τα αγάλματα σας αλλά και οι θεοί σας. Ο βασιλιάς Ιωσίας αναλαμβάνει εκστρατεία αφα­νισμού των αλλόθρησκων λατρευτικών συμ­βόλων. Γκρεμίζει τους βωμούς, κόβει τα ιερά άλση, θερίζει και τσακίζει τα αγάλματα, καίει τα οστά των ιερέων στους βωμούς, κονιορτοποιεί τα γλυπτά. Ένας άλλος βασιλιάς, ο Ασά, γκρέμι­σε το λατρευτικό άγαλμα της Αστάρτης.

Οι ιεραπόστολοι των πρώτων χριστιανικών αιώνων καλλιεργούσαν το μίσος αλλά και τον τρόμο για την παλαιά θρησκεία και τα σύμ­βολα της. Διαβεβαίωναν τους πιστούς ότι τα αγάλματα των θεών έκρυβαν επικίνδυνους δαί­μονες. Ταύτιζαν μάλιστα την ειδωλολατρία με την κλασσική παιδεία. Με αποτέλεσμα πολλοί χριστιανοί να απορρίπτουν με αποστροφή τον προγονικό πολιτισμό, τα επιτεύγματα του ελλη­νικού πνεύματος και των τεχνών. Όποιος μελε­τούσε τα αρχαία κείμενα έπαιζε με τη φωτιά...

ΑΡΧΑΙΟΙ ΝΑΟΙ ΠΟΥ ΕΓΙΝΑΝ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ

Ένα μικρό δείγμα της μεγάλης καταστροφής του Ελληνικού πολιτισμού και του μεγαλείου του!

ΠΕΡΙΟΧΗ: Αχερούσια λίμνη
ΑΡΧΑΙΟΣ ΝΑΟΣ: Μαντείο του Αχέροντα
ΕΚΚΛΗΣΙΑ: Χριστιανικό νεκροταφείο

ΠΕΡΙΟΧΗ: Δελφοί
ΑΡΧΑΙΟΣ ΝΑΟΣ: Κρήνη της Κασταλίας και το μαντείο του Απόλλωνα
ΕΚΚΛΗΣΙΑ: Κοιμητήριο του Αγίου Λουκά

ΑΡΧΑΙΟΣ ΝΑΟΣ: Μαντείο της Αμφίκλειας και μαντείο του Δειραδιώτου Απόλλωνα
ΕΚΚΛΗΣΙΑ: Χριστινιανικό εκκλησάκι

ΠΕΡΙΟΧΗ: Μίλητος
ΑΡΧΑΙΟΣ ΝΑΟΣ: Μαντείο Διδύμων
ΕΚΚΛΗΣΙΑ: Εκκλησία του Ιωάννη του Θεολόγου

ΑΡΧΑΙΟΣ ΝΑΟΣ: Μαντείο του Πτώου Απόλλωνα
ΕΚΚΛΗΣΙΑ: Μοναστήρι της Οσίας Πελαγίας

ΠΕΡΙΟΧΗ: Αθήνα οδός Μητροπόλεως
ΑΡΧΑΙΟΣ ΝΑΟΣ: Ιερό των Ιλισιάδων Μουσών
ΕΚΚΛΗΣΙΑ: Εκκλησάκι Αγίας Δύναμης

ΠΕΡΙΟΧΗ: Αθήνα
ΑΡΧΑΙΟΣ ΝΑΟΣ: Παρθενώνας
ΕΚΚΛΗΣΙΑ: Εκκλησία της Παρθένου Μαρίας (6ος μ.Χ αιώνας) 1456 Τουρκικό Τζαμί

ΠΕΡΙΟΧΗ: Αθήνα
ΑΡΧΑΙΟΣ ΝΑΟΣ: Ναός της Υπερβόρειας Ειλείθυιας
ΕΚΚΛΗΣΙΑ: Μητρόπολη Αθηνών

ΠΕΡΙΟΧΗ: Αθήνα βατραχονήσι
ΑΡΧΑΙΟΣ ΝΑΟΣ: Βωμός των Ιλισιάδων
ΕΚΚΛΗΣΙΑ: Εκκλησία της Αγίας Φωτεινής

ΠΕΡΙΟΧΗ: Αθήνα - Πειραιάς, ιερά οδός
ΑΡΧΑΙΟΣ ΝΑΟΣ: Αρχαίο νεκροταφείο Κεραμεικού
ΕΚΚΛΗΣΙΑ: Εκκλησία της Αγίας Τριάδας

ΠΕΡΙΟΧΗ: Αθήνα κεραμεικός
ΑΡΧΑΙΟΣ ΝΑΟΣ: Βωμός του Ζέφυρου και ιερό της Δήμητρας και της Κόρης
ΕΚΚΛΗΣΙΑ: Εκκλησία του Αγίου Σάββα

ΠΕΡΙΟΧΗ: Αθήνα Δαφνί
ΑΡΧΑΙΟΣ ΝΑΟΣ: Ναός του Απόλλωνα Δαφναίου
ΕΚΚΛΗΣΙΑ: Εκκλησία της Παναγίας

ΠΕΡΙΟΧΗ: Ελευσίνα
ΑΡΧΑΙΟΣ ΝΑΟΣ: Ναός του Τριπτόλεμου
ΕΚΚΛΗΣΙΑ: Εκκλησία του Αγίου Ζαχαρία

ΠΕΡΙΟΧΗ: Καισαριανή
ΑΡΧΑΙΟΣ ΝΑΟΣ: Ιερό της Άρτεμης
ΕΚΚΛΗΣΙΑ: Ιερά μονή Καισαριαννής

ΑΡΧΑΙΟΣ ΝΑΟΣ: Ιερό των Καβείρων
ΕΚΚΛΗΣΙΑ: Ιερά μονή Αστερίου

ΠΕΡΙΟΧΗ: Μαρούσι
ΑΡΧΑΙΟΣ ΝΑΟΣ: Ναός της Άρτεμης Αμαρουσίας
ΕΚΚΛΗΣΙΑ: Εκκλησία του Αγίου Ιωάννη

ΠΕΡΙΟΧΗ: Άνω Γλυφάδα
ΑΡΧΑΙΟΣ ΝΑΟΣ: Ναός του Απόλλωνα
ΕΚΚΛΗΣΙΑ: Εκκλησία του Αγίου Ιωάννη

ΠΕΡΙΟΧΗ: Πεντέλη
ΑΡΧΑΙΟΣ ΝΑΟΣ: Αιπόλειο του Πανός
ΕΚΚΛΗΣΙΑ: Χριστιανικό εκκλησάκι

ΠΕΡΙΟΧΗ: Μαραθώνας
ΑΡΧΑΙΟΣ ΝΑΟΣ: Ιερό της Δήμητρας Χθονίας
ΕΚΚΛΗΣΙΑ: Μονή Βρανά

ΠΕΡΙΟΧΗ: Όλυμπος
ΑΡΧΑΙΟΣ ΝΑΟΣ: Ιερό βουνό των θεών
ΕΚΚΛΗΣΙΑ: Εκκλησία της Αγίας Παρασκευής και άλλα μικρά παρεκκλήσια

ΠΕΡΙΟΧΗ: Πελοπόννησος Σικυώνας
ΑΡΧΑΙΟΣ ΝΑΟΣ: Ναός της Άρτεμης
ΕΚΚΛΗΣΙΑ: Εκκλησία του Ζάρακα

ΠΕΡΙΟΧΗ: Αχαΐα Ζάρούχλα
ΑΡΧΑΙΟΣ ΝΑΟΣ: Ναός της Καταθεσίου Αρτέμιδος
ΕΚΚΛΗΣΙΑ: Χριστιανικό εκκλησάκι (1)

ΠΕΡΙΟΧΗ: Πελοπόννησος
ΑΡΧΑΙΟΣ ΝΑΟΣ: Εργαστήριο του Φειδία
ΕΚΚΛΗΣΙΑ: Χριστιανική βυζαντινή εκκλησία (2)

ΠΕΡΙΟΧΗ: Άργος
ΑΡΧΑΙΟΣ ΝΑΟΣ: Ιερό και μαντείο του Απόλλωνα και της Αθηνάς
ΕΚΚΛΗΣΙΑ: Εκκλησία του Αγίου Ηλία

ΠΕΡΙΟΧΗ: Αρχαία Τροιζήνα
ΑΡΧΑΙΟΣ ΝΑΟΣ: Ναός της Αφροδίτης Κατασκοπίας
ΕΚΚΛΗΣΙΑ: Εκκλησία της Επισκοπής

ΠΕΡΙΟΧΗ: Φλιούντα
ΑΡΧΑΙΟΣ ΝΑΟΣ: Ασκληπιείο
ΕΚΚΛΗΣΙΑ: Εκκλησία της Παναγίας

ΠΕΡΙΟΧΗ: Ταΰγετος
ΑΡΧΑΙΟΣ ΝΑΟΣ: Ναός του Διονύσου
ΕΚΚΛΗΣΙΑ: Εκκλησία του Προφήτη Ηλία

ΠΕΡΙΟΧΗ: Παλαιό Λουτρό
ΑΡΧΑΙΟΣ ΝΑΟΣ: Άγνωστος αρχαίος ναός
ΕΚΚΛΗΣΙΑ: Εκκλησία Αγίων Αναργύρων

ΠΕΡΙΟΧΗ: Μεγαλούπολη Τετράγιο όρος
ΑΡΧΑΙΟΣ ΝΑΟΣ: Ναός του Πάνα
ΕΚΚΛΗΣΙΑ: Ερημοκλήση της Αγίας Θεοδώρας

ΠΕΡΙΟΧΗ: Λαμία
ΑΡΧΑΙΟΣ ΝΑΟΣ: Ναός της Δήμητρας
ΕΚΚΛΗΣΙΑ: Εκκλησία του Αγίου Λουκά (3)

ΠΕΡΙΟΧΗ: Ευρυτανία Βελούχι
ΑΡΧΑΙΟΣ ΝΑΟΣ: Ναός του Διονύσου
ΕΚΚΛΗΣΙΑ: Εκκλησία της Μεταμορφώσεως

ΠΕΡΙΟΧΗ: Πήλιο
ΑΡΧΑΙΟΣ ΝΑΟΣ: Ιερό του Ερμή
ΕΚΚΛΗΣΙΑ: Εκκλησία των Ταξιαρχών και των Αγίων Πάντων (4)

ΠΕΡΙΟΧΗ: Παγγαίο
ΑΡΧΑΙΟΣ ΝΑΟΣ: «Πέτρα του Απόλλωνα»
ΕΚΚΛΗΣΙΑ: Εκκλησία της Αγίας Μαρίνας

ΠΕΡΙΟΧΗ: Έδεσσα
ΑΡΧΑΙΟΣ ΝΑΟΣ: Ιερό του Υψίστου Δία
ΕΚΚΛΗΣΙΑ: Εκκλησία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου

ΠΕΡΙΟΧΗ: Θεσσαλονίκη
ΑΡΧΑΙΟΣ ΝΑΟΣ: Ναός του Ήλιου
ΕΚΚΛΗΣΙΑ: Εκκλησία της Αγίας Σοφίας

ΑΡΧΑΙΟΣ ΝΑΟΣ: Ναός της Αφροδίτης
ΕΚΚΛΗΣΙΑ: Εκκλησία της Αχειροποιήτου

ΠΕΡΙΟΧΗ: Κέρκυρα
ΑΡΧΑΙΟΣ ΝΑΟΣ: Ναός του Δία
ΕΚΚΛΗΣΙΑ: Εκκλησία της Παναγίας

ΑΡΧΑΙΟΣ ΝΑΟΣ: Βωμός του Δία
ΕΚΚΛΗΣΙΑ: Εκκλησία του Αγίου Γεωργίου

ΠΕΡΙΟΧΗ: Κέρκυρα Παλαιοκαστρίτσα
ΑΡΧΑΙΟΣ ΝΑΟΣ: Ανάκτορο και ιερό του Βασιλιά Αλκίνοου
ΕΚΚΛΗΣΙΑ: Βυζαντινό μοναστήρι Παναγίας

ΠΕΡΙΟΧΗ: Λευκάδα Νυδρί
ΑΡΧΑΙΟΣ ΝΑΟΣ: Πυραμίδα
ΕΚΚΛΗΣΙΑ: Χριστιανικό Εκκλησάκι

ΠΕΡΙΟΧΗ: Κύθηρα
ΑΡΧΑΙΟΣ ΝΑΟΣ: Ναοί και ιερά
ΕΚΚΛΗΣΙΑ: Δεκάδες εκκλησίες

ΠΕΡΙΟΧΗ: Άθως (Άγιο Όρος)
ΑΡΧΑΙΟΣ ΝΑΟΣ: Άβατο Άρτεμης
ΕΚΚΛΗΣΙΑ: «Πρωτεύουσα» της Ορθοδοξίας (5)
----------------------
Σημειώσεις:

1: Στην συγκεκριμένη εκκλησία παντρεύτηκε ο ήρωας του 1821 Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.

2: Σε αυτό το εργαστήριο του Φειδία φιλοτεχνήθηκε το χρυσαλεφάντινο άγαλμα του Δία.

3: Ο ναός της Δήμητρας επικοινωνεί υπογείως με το απέναντι βουνό που υπάρχει εκκλησία του Αγίου Λουκά.

4: Στο ιερό του Ερμή, ο Ερμής λατρευόταν ως κήρυκας και ψυχοπομπός. Το ίδιο ψυχοπομποί είναι και ο Μιχαήλ και ο αγγελιοφόρος Γαβριήλ σαν συνέχεια της παλιάς πίστης.

5: Το Άγιο Όρος ήταν ένα από τα πιο ιερά μέρη της αρχαιοελληνικής λατρείας όπου λατρεύονταν ο Δίας, ο Απόλλωνας, ο Διόνυσος, ο Ηρακλής, ο Τιτάνας, ο Νηρέας, η Αφροδίτη, η Μορφώ, η Άρτεμης, η Δήμητρα και άλλοι. Στην αρχαιότητα υπήρχε το άβατο της Άρτεμης που δεν επιτρεπόταν να πάνε άντρες. Στην αντιστροφή του σύμφωνα με το κώδικα του Παρθενώνα (θα αναφερθούμε σε άλλη έρευνα) αυτό ονομάστηκε το περιβόλι της Παναγίας και έγινε άβατο για τις γυναίκες. Ενώ η αδελφή του Απόλλωνα (Άρτεμις) είχε σαν βασίλειο της την άγρια φύση στο Άγιο Όρος που δεν είχε βεβηλωθεί από ανθρώπινο χέρι.

Άλλα στοιχεία:

Στην αρχαία κολώνα που υπάρχει στο εκκλησάκι του Αγίου Ιωάννη στην Αθήνα, οι πιστοί έδεναν πολύχρωμα νήματα και κορδέλες για να τους γιατρέψει ο Άγιος Ιωάννης. Αυτό είναι ένα καθαρά αρχαίο Ελληνικό έθιμο για να ζητήσουν προστασία από τον Απόλλωνα.

Στην Αγία Μαρίνα της Αθήνας που χτίστηκε πάνω στο ιερό του Πανοπέα, κατά την αρχαιότητα ο Πανοπέας έφτιαχνε ανθρώπους από πηλό!

Στην Ρόδο στο Ναό τον Ιπποτών -που χτίστηκε πάνω στον αρχαίο ναό της Αγνής- είχε την προσωνυμία της Αγνής και Παρθένου κάτι που απέκτησε η Παναγία (θα αναφερθούμε αναλυτικότερα σε αυτό σε άλλη έρευνα μας).

Στην Μονή Φιλανθρωπίνων στο νησάκι των Ιωαννίνων απεικονίζονται ως Άγιοι οι επτά σοφοί της Αρχαιότητας.

Ένα από τα αρχαιότερα μαντεία της Πάτρας έγινε Χριστιανικός ναός του Αγίου Ανδρέα. Το μαντείο αυτό ήταν αφιερωμένο στην θεά Γαία και μάλιστα το νερό της πηγής της στα αρχαία χρόνια θεωρούνταν αλάθητο στην διάγνωση των νόσων. Σήμερα το ίδιο νερό είναι αγίασμα…

Και χιλιάδες άλλα!

ΤΟ ΑΙΣΧΟΣ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ...
 
xristianoi-taliban
 
ΔΕΣ:
 
 

Παράδοξο του Ζήνωνα και κβαντική μηχανική

Η κβαντική μηχανική είναι η θεωρία που περιγράφει πώς λειτουργεί ο μικρόκοσμος – και δεν εννοώ τον κόσμο που γίνεται ορατός μόνο κάτω από το μικροσκόπιο, αλλά τον πολύ, πολύ μικρότερο κόσμο των μορίων, των ατόμων και των υπο-ατομικών σωματιδίων (ηλεκτρονίων, πρωτονίων και νετρονίων) που τον συνθέτουν. Ουσιαστικά, η κβαντική μηχανική αποτελεί το πιο ισχυρό, σημαντικό και θεμελιώδες μαθηματικό σύνολο ιδεών σε όλη την επιστήμη. Είναι αξιοπρόσεκτη για δύο φαινομενικούς αντιφατικούς λόγους (κάτι που από μόνο του αποτελεί σχεδόν παράδοξο!) Από τη μια, είναι τόσο θεμελιώδης για την κατανόηση των λειτουργιών του κόσμου μας, ώστε βρίσκεται στην καρδιά των περισσότερων τεχνολογικών επιτευγμάτων των τελευταίων πενήντα χρόνων. Από την άλλη, κανείς δεν φαίνεται να αντιλαμβάνεται ακριβώς το νόημά της.

Πρέπει να διευκρινίσω ευθύς εξαρχής ότι η μαθηματική θεωρία της κβαντικής μηχανικής δεν είναι αφεαυτής αλλόκοτη ή παράλογη. Αντίθετος, είναι μια όμορφη και λογική κατασκευή μεγάλης ακρίβειας, που περιγράφει τη φύση εξαιρετικά καλά. Χωρίς αυτήν δεν θα μπορούσαμε να κατανοήσουμε ούτε καν τα βασικά της σύγχρονης χημείας, της ηλεκτρονικής, ή της επιστήμης των υλικών. Δεν θα είχαμε εφεύρει το τσιπ πυριτίου και το λέιζερ, δεν θα υπήρχαν τηλεοπτικές συσκευές, υπολογιστές, μικροκύματα, CD και DVD, κινητά τηλέφωνα – και πολλά περισσότερα που θεωρούμε δεδομένα στη σύγχρονη τεχνολογική εποχή μας.

Η κβαντική μηχανική περιγράφει και εξηγεί με εξαιρετική ακρίβεια τη συμπεριφορά των δομικών λίθων της ύλης. Μας βοήθησε να κατανοήσουμε πώς συμπεριφέρεται ο υποατομικός κόσμος, και πως αλληλεπιδρούν και συνδέονται μεταξύ τους τα μυριάδες σωματίδια για να σχηματίσουν τον κόσμο που βλέπουμε γύρω μας και στον οποίον, φυσικά, ζούμε. Σε τελική ανάλυση, δεν είμαστε παρά μια συλλογή τρισεκατομμυρίων ατόμων, που υπακούουν στους κανόνες της κβαντικής μηχανικής και είναι οργανωμένα με εξαιρετικά πολύπλοκο τρόπο.

Αυτοί οι παράξενοι μαθηματικοί κανόνες ανακαλύφθηκαν τη δεκαετία του 1920. Αποδεικνύονται πολύ διαφορετικοί από τους κανόνες που διέπουν τον πιο πεζό και οικείο κόσμο της καθημερινότητάς μας, τον κόσμο των αντικειμένων που μας περιβάλλουν. Όταν θ’ αναφερθώ στο παράδοξο της Γάτας του Σρέντινγκερ, θα διερευνήσω πόσο παράξενοι είναι ορισμένοι από αυτούς τους κανόνες. Προς το παρόν, θέλω να επικεντρωθώ σε ένα ιδιαιτέρως περίεργο χαρακτηριστικό του κβαντικού κόσμου, συγκεκριμένα, στο γεγονός ότι η συμπεριφορά ενός απομονωμένου ατόμου διαφέρει από εκείνη ενός ατόμου που «παρατηρείται» — δηλαδή, που «μετράται» με κάποιον (κβαντομηχανικό) τρόπο: διεγείρεται, διαταράσσεται, συγκρούεται ή καταστρέφεται. Το συγκεκριμένο χαρακτηριστικό του κβαντικού κόσμου δεν έχει ακόμη κατανοηθεί πλήρως, εν μέρει επειδή μόλις τώρα τελευταία αρχίζει να γίνεται σαφής η έννοια της «παρατήρησης». Πρόκειται για το γνωστό «πρόβλημα της μέτρησης», το οποίο συνεχίζει να αποτελεί ενεργό περιοχή επιστημονικής έρευνας.

Ο κβαντικός κόσμος διέπεται από την τύχη και την πιθανότητα, ένα μέρος όπου τίποτε δεν είναι όπως φαίνεται. Ένα απομονωμένο ραδιενεργό άτομο θα εκπέμψει ένα σωματίδιο, αλλά δεν μπορούμε να προβλέψουμε πότε θα συμβεί αυτό – μπορούμε μόνο να υπολογίσουμε ένα μέγεθος που ονομάζεται χρόνος ημίσειας ζωής, ή ημιζωή. Είναι ο χρόνος που απαιτείται για να «διασπαστούν» τα μισά άτομα ενός ραδιενεργού στοιχείου. Όσο περισσότερα τα άτομα, τόσο πιο ακριβής η εκτίμηση της ημιζωής· ωστόσο, και πάλι δεν μπορούμε ποτέ να προβλέψουμε ποιο ακριβώς άτομο στο δείγμα πρόκειται να διασπαστεί. Η κατάσταση θυμίζει πολύ τη στατιστική της ρίψης ενός νομίσματος. Ξέρουμε ότι αν στρίψουμε ένα νόμισμα πολλές φορές, τότε τις μισές θα φέρουμε κεφάλι και τις άλλες μισές γράμματα. Όσο περισσότερες φορές στρίψουμε το νόμισμα, τόσο ακριβέστερη θα είναι η στατιστική πρόβλεψε. Αλλά δεν μπορούμε ποτέ να προβλέψουμε με ακρίβεια αν στην επόμενη ρίψη θα φέρουμε κεφάλι ή γράμματα.

Ο κβαντικός κόσμος είναι από τη φύση του πιθανοκρατικός, όχι επειδή η κβαντική μηχανική ως θεωρία είναι ατελής ή προσεγγιστική, αλλά μάλλον επειδή το ίδιο το άτομο δεν “ξέρει” πότε θα εκδηλωθεί το επόμενο τυχαίο περιστατικό. Είναι μια περίπτωση αυτού που ονομάζεται “απροσδιοριστία”, ή(πιο σωστά) μη προβλεψιμότητα.

Η εργασία των Μίσρα και Σουνταρσνάν, που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Journal of Mathematical Physics, περιγράφει την εκπληκτική κατάσταση όπου ένα ραδιενεργό άτομο, όταν παρατηρείται διαρκώς και προσεκτικά, δεν διασπάται ποτέ! Η ιδέα συνοψίζεται ιδανικά με τη φράση «the watched pot never boils» («χύτρα που παρακολουθείται δεν βράζει ποτέ»), η οποία, απ’ όσο ξέρω, χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά το 1848 από τη βικτοριανή συγγραφέα Ελίζαμπεθ Γκάσκελ, στο μυθιστόρημά της Mary Barton-αν και μάλλον ανήκει στα αποφθέγματα που φτάνουν πολύ πιο πίσω στο παρελθόν. Οι απαρχές της ιδέας ανάγονται, φυσικά, στο παράδοξο του βέλους του Ζήνωνα και στην ανικανότητά μας να ανιχνεύσουμε την κίνηση μελετώντας ένα στιγμιότυπο ενός κινούμενου αντικειμένου.

Αλλά πώς, και γιατί θα μπορούσε να συμβεί αυτό στην πραγματικότητα; Σαφώς, η φράση για τη χύτρα που φαίνεται να μη βράζει ποτέ όταν την παρακολουθούμε, δεν είναι τίποτε πέρα από ένα απλό μάθημα υπομονής: το περιεχόμενο της χύτρας δεν θα βράσει γρηγορότερα αν την κοιτάζουμε. Ωστόσο, οι Μίσρα και Σουνταρσχάν φαίνεται να υποστηρίζουν πως παρακολουθώντας τα άτομα, επηρεάζουμε πράγματι τη συμπεριφορά τους. Επιπλέον, αυτού του είδους η παρέμβαση είναι, εντέλει, αναπόφευκτη- μοιραία, η πράξη της παρατήρησης θα μεταβάλει την κατάσταση του παρατηρούμενου αντικειμένου.

Η ιδέα πίσω από τη θεωρία των Μίσρα και Σουνταρσχάν αποτελεί την ουσία της κβαντικής περιγραφής του μικρόκοσμου, ως μιας ασαφούς και απόκοσμης πραγματικότητας, η οποία, όταν δεν είναι αντικείμενο παρατήρησης, βρίθει αλλόκοτων φαινομένων τα οποία δεν μπορούν να ανιχνευθούν την ώρα που εκδηλώνονται. Έτσι, ένα άτομο που θα εξέπεμπε αυθορμήτως ένα σωματίδιο, αν δεν το παρατηρούσαμε, θα παραμείνει κατά κάποιον τρόπο αδρανές όταν παρακολουθείται, με αποτέλεσμα να μην μπορούμε ποτέ να το συλλάβουμε «εν δράσει». Μοιάζει λες και το άτομο έχει προικιστεί μ ένα είδος επίγνωσης — μια παράλογη ιδέα. Αλλά, πάλι, ο κβαντικός κόσμος είναι όντως παράλογος. Ο Δανός φυσικός Νιλς Μπορ (Niels Bohr), ένας από τους πατέρες της κβαντικής θεωρίας, ίδρυσε το 1920 ένα ερευνητικό Ινστιτούτο στην Κοπεγχάγη όπου και προσέλκυσε τα μεγαλύτερα ονόματα της επιστήμης εκείνης της εποχής -μορφές όπως ο Βέρνερ Χάιζενμπεργκ, ο Βόλφγκανγκ Πάουλι και ο Έρβιν Σρέντινγκερ- επιχειρώντας να ξεκλειδώσει τα μυστικά των μικρότερων δομικών λίθων της φύσης. Μία από τις διασημότερες φράσεις που αποδίδονται στον Μπορ ήταν πως, «αν δεν εκπλήσσεσαι από τα πορίσματα της κβαντικής μηχανικής, τότε δεν την έχεις κατανοήσει».

Η εργασία των Μίσρα και Σουνταρσχάν είχε τον τίτλο «Το Παράδοξο του Ζήνωνα στην κβαντική θεωρία», επειδή αναφερόταν στο παράδοξο του βέλους. Σήμερα, μπορεί κάποιος να ισχυριστεί πως μολονότι τα συμπεράσματά του παραμένουν κάπως αμφιλεγόμενα, δεν αποτελεί πια παράδοξο για τους περισσότερους κβαντικούς φυσικούς. Στη βιβλιογραφία το συναντάμε τις περισσότερες φορές ως “κβαντικό φαινόμενο του Ζήνων”, και βρίσκει πολύ περισσότερες εφαρμογές απ’ όσες περιγράφουν οι Μίσρα και Σουνταρσχάν. Ένας ειδικός της κβαντικής Φυσικής, θα σας πει περιχαρής ότι το φαινόμενο μπορεί να εξηγηθεί με βάση τη “συνεχή κατάρρευση της κυματοσυνάρτησης στην αρχική αδιάσπαστη κατάσταση”, λόγια που μοιάζουν με τις αρλούμπες που περιμένει κανείς από τέτοιους ανθρώπους – τα ξέρω καλά, ένας απ’ αυτούς είμαι κι εγώ. Αλλά για να μην αρχίσετε ν’ αναρωτιέστε με τι μπλέξατε, σας δηλώνω ότι δεν θα ακολουθήσω περαιτέρω αυτό το μονοπάτι και δεν θα παραθέσω περισσότερες λεπτομέρειες εδώ.

Η πρόσφατη ανακάλυψη, ότι το κβαντικό φαινόμενο του Ζήνωνα βρίσκεται σχεδόν παντού, οφείλεται στο γεγονός ότι οι φυσικοί έχουν πια κατανοήσει καλύτερα πώς αποκρίνεται ένα άτομο στο περιβάλλον του. Σημαντική πρόοδος επιτεύχθηκε όταν επιστήμονες σ’ ένα από τα πιο έγκυρα εργαστήρια του κόσμου, το Εθνικό Ινστιτούτο Προτύπων και Τεχνολογίας στο Κολοράντο, επιβεβαίωσαν το κβαντικό φαινόμενο του Ζήνωνα με ένα περίφημο πείραμα, το 1990. Το πείραμα διεξήχθη στη Μονάδα Χρόνου και Συχνότητας, που είναι γνωστή επειδή εκεί ορίζονται τα πρότυπα με βάση τα οποία εκτελούνται οι ακριβέστερες μετρήσεις του χρόνου. Μάλιστα, οι επιστήμονες του εργαστηρίου κατασκεύασαν προσφάτως το ατομικό ρολόι με τη μεγαλύτερη ακρίβεια παγκοσμίως, που αποκλίνει κατά ένα δευτερόλεπτο κάθε τριάμισι δισεκατομμύρια χρόνια – σχεδόν όση και η ηλικία της Γης.

Ένας από τους φυσικούς που εργάζονται σε αυτά τα απίστευτης ακρίβειας ρολόγια, είναι ο Γουέινι Άιτανο (Wayne Itano). Η ομάδα του σχεδίασε ένα πείραμα για να διαπιστώσει αν μπορούμε πράγματι να ανιχνεύσουμε το κβαντικό φαινόμενο του Ζήνωνα. Ο έλεγχος απαιτούσε τον εγκλωβισμό αρκετών χιλιάδων ατόμων σε μαγνητικό πεδίο και στη συνέχεια, την ελαφρά διατάραξή τους με λέιζερ. Όπως αναμενόταν, οι ερευνητές εντόπισαν ξεκάθαρες του κβαντικού φαινομένου του Ζήνωνα: κάτω από διαρκή παρατήρηση,τα άτομα συμπεριφέρονταν πολύ διαφορετικά απ’ ό,τι περίμεναν, μέχρι τότε, οι επιστήμονες.

Μια τελευταία λεπτομέρεια: υπάρχουν σήμερα ενδείξεις και για το αντίστροφο φαινόμενο του Ζήνωνα, το επονομαζόμενο διεθνώς ως «Anti-Zeno Effect», το κβαντικό ισοδύναμο της επιτάχυνσης του βρασμού του περιεχομένου μιας χύτρας, απλώς με την παρατήρησή της. Παρ’ ότι στηρίζεται ακόμη σε εικοτολογίες, η σχετική έρευνα φτάνει στην καρδιά ορισμένων πολύ σημαντικών περιοχών της επιστήμης του εικοστού πρώτου αιώνα, όπως οι προσπάθειες κατασκευής του περίφημου κβαντικού υπολογιστή. Είναι μια συσκευή που αξιοποιεί με άμεσο τρόπο χαρακτηριστικά της αλλόκοτης συμπεριφοράς του κβαντικού κόσμου, επιτυγχάνοντας έτσι πολύ μεγαλύτερες επιδόσεις κατά την εκτέλεση υπολογισμών.

Δεν ξέρω τι θα καταλάβαινε ο Ζήνων ο Ελεάτης από αυτή την αναβίωση του παραδόξου του, ή από το γεγονός ότι το όνομά του έχει συνδεθεί με ένα εκπληκτικό φαινόμενο της Φυσικής, δυόμιση χιλιάδες χρόνια μετά την εποχή του. Εδώ, το παράδοξο δεν έχει καμιά σχέση με τεχνάσματα της λογικής, αλλά σχετίζεται απολύτως με τα ακόμη πιο παράξενα τεχνάσματα που φαίνεται ικανή να σκαρώνει η φύση στις μικροσκοπικές κλίμακες των ατόμων – τεχνάσματα που μόλις τώρα αρχίζουμε να κατανοούμε.

Οι Παράλληλοι Κόσμοι Είναι Εδώ

Οι Παράλληλοι Κόσμοι υπάρχουν στ’ αλήθεια, σύμφωνα με μια πρόσφατη σημαντικότατη επιστημονική ανακάλυψη επιστημόνων του πανεπιστημίου της Οξφόρδης, η οποία έχει ήδη περιγραφεί από αρκετούς ειδικούς ως «μια από τις πιο σπουδαίες εξελίξεις στην ιστορία της Επιστήμης»
 
Η επιστημονική Θεωρία του Παράλληλου Σύμπαντος, προτάθηκε για πρώτη φορά τη δεκαετία του 1950 από τον αμερικανό φυσικό Hugh Everett και είναι επιστημονικά αποδεκτό ότι βοηθά σημαντικά στην κατανόηση και εξήγηση μυστηρίων της Κβαντομηχανικής που έχουν απασχολήσει και προβληματίσει τους επιστήμονες για δεκαετίες.
 
Στο Σύμπαν των «Πολλών Κόσμων» της θεωρίας του Everett, κάθε φορά που μια νέα φυσική πιθανότητα εξερευνείται, το Σύμπαν διχάζεται και διαχωρίζεται. Με έναν αριθμό πιθανών εναλλακτικών αποτελεσμάτων, το κάθε ένα αποτέλεσμα πραγματοποιείται στο ολόδικό του Σύμπαν, το οποίο δημιουργείται εξαιτίας του.
 
Για παράδειγμα, ο οδηγός ενός αυτοκινήτου που παραλίγο να εμπλακεί σε ένα μοιραίο ατύχημα αλλά κατάφερε να το αποφύγει και γλίτωσε, στον κόσμο μας. Αλλά σε ένα παράλληλο Σύμπαν, μια άλλη εκδοχή αυτού του ίδιου οδηγού θα έχει σκοτωθεί στο ατύχημα που τελικά έγινε. Σε ένα άλλο παράλληλο Σύμπαν, ο οδηγός θα αναρρώσει έπειτα από θεραπεία σε ένα νοσοκομείο κ.ο.κ. Ο αριθμός των εναλλακτικών σεναρίων είναι προφανώς ατελείωτος.
 
Είναι μια πολύ παράξενη ιδέα που στο παρελθόν έχει χαρακτηριστεί ως απλά φαντασμαγορική από αρκετούς ειδικούς, ενώ έχει γίνει αποδεκτή με ενθουσιασμό από αρκετούς άλλους ειδικούς. Αλλά η νέα έρευνα στην Οξφόρδη έδειξε ότι αυτή η ιδέα προσφέρει μια σαφή μαθηματική απάντηση σε κβαντικά αινίγματα που δεν μπορούν να απορριφθούν απροβλημάτιστα, και αποδεικνύει ότι ο Dr. Everett (που ήταν ένας από τους σημαντικούς συνεχιστές των Κβαντικών μοντέλων, με Phd από το πανεπιστήμιο Princeton) ήταν στον σωστό δρόμο.
 
Σε μια από τις δημοσιεύσεις των ανακοινώσεων της νέας ανακάλυψης, στο επιστημονικό περιοδικό New Scientist, ένας από τους σχολιαστές, ο Dr. Andy Albrecht, καθηγητής της Φυσικής στο πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια, σχολίασε με τον ίδιο τρόπο όπως και άλλοι: «Αυτή η εργασία σύντομα θα καταχωρηθεί ως μια από τις πιο σημαντικές εξελίξεις στην ιστορία της Επιστήμης»
 
Σύμφωνα με την Κβαντομηχανική, στο υποατομικό επίπεδο τίποτε δεν μπορεί να ειπωθεί ότι υπάρχει, μέχρι να παρατηρηθεί. Μέχρι την παρατήρηση τους, τα σωματίδια υπάρχουν σε «φαντασματικές» θολές και νεφελώδεις καταστάσεις (superposition states), στις οποίες μπορούν να έχουν ταυτόχρονα «ανοδικά» και «καθοδικά» spins ή να εμφανίζονται σε διαφορετικά μέρη την ίδια στιγμή.
 
Η παρατήρηση –ή η ανάλογη μέτρηση– φαίνεται να «καρφώνει» σταθεροποιητικά μια συγκεκριμένη κατάσταση πραγματικότητας, με τον ίδιο τρόπο που ένα στροβιλιζόμενο κέρμα στον αέρα, μπορεί να ειπωθεί αν είναι «κορώνα ή γράμματα» μόνο αν πιαστεί από το χέρι μας ή πέσει κάτω. Σύμφωνα με την Κβαντομηχανική, τα μη-παρατηρούμενα σωματίδια περιγράφονται από «κυματικές συναρτήσεις» που αναπαριστούν ένα σετ από διάφορες «πιθανές» καταστάσεις. Όταν ένας παρατηρητής κάνει μια μέτρηση, το σωματίδιο τότε «κατασταλάζει» σε μια από αυτές τις διάφορες επιλογές, και η κυματική συνάρτηση «καταρρέει».
 
Η επιστημονική ομάδα της Οξφόρδης, με επικεφαλής τον φημισμένο (όσο και παράξενο) Dr. David Deutsch, απέδειξε μαθηματικά χωρίς κανένα κενό, ότι η θεωρία των Παράλληλων Κόσμων στην Κβαντική Φυσική, όπως παρουσιάστηκε από τον Dr. Everett, ισχύει και ότι η δομή των «εναλλακτικών παρακλαδιών» που δημιουργείται από τον διαχωρισμό του Σύμπαντος σε παράλληλες εκδοχές του εαυτού του, εξηγεί απόλυτα την πιθανολογική φύση των κβαντικών αποτελεσμάτων.
 
Τα υποατομικά σωματίδια έχουν απροσδιόριστη θέση και κίνηση ή εμφανίζονται να είναι ταυτόχρονα σε πολλά μέρη ή να έχουν διαφορετική φύση ταυτόχρονα, επειδή υπάρχουν Παράλληλα Σύμπαντα. Έτσι, εδώ και μερικά χρόνια που έγιναν αυτές οι ανακοινώσεις και συνεχίζουν να διαδίδονται από τότε, ένα νέο πρόσωπο της Κβαντικής Φυσικής δημιουργείται και ξεπροβάλλει μια νέα επιστημονική κατανόηση της πραγματικότητας.
 
Αν σκεφτόμαστε τον εαυτό μας ως μοναδικό, πρέπει να το ξανασκεφτούμε. Η εποχή κατά την οποία πολλοί φυσικοί μπορούσαν να αγνοούν την ιδέα των Παράλληλων Συμπάντων έφτασε στο τέλος της. Αν αυτό δεν σας γίνεται κατανοητό, σκεφτείτε το ως εξής: ο κόσμος μας, έτσι όπως τον ξέρετε, δεν είναι παρά ένας ανάμεσα σε πολλούς κόσμους. Εμείς οι ίδιοι δεν είμαστε παρά μια εκδοχή μας ανάμεσα σε πολλές εκδοχές μας, που υπάρχουν σε άλλους κόσμους. Ο Dr. David Deutsch και η ομάδα του στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, απέδειξαν ότι οι κομβικές εξισώσεις της Κβαντομηχανικής προκύπτουν από τα μαθηματικά των Παράλληλων Συμπάντων.
 
Όλο αυτό, φυσικά, ισχύει μόνο σε έναν από τους πολλούς παράλληλους κόσμους, αφού σε έναν άλλο παράλληλο κόσμο δεν ανακαλύφθηκε ακόμη αυτό, σε έναν άλλον θα ανακαλυφθεί στο μέλλον, σε έναν άλλο ποτέ και σε άπειρα άλλα Παράλληλα Σύμπαντα έχουν συμβεί σε σχέση με αυτό τα πιο απίθανα και παράξενα πράγματα.
 
Ο Dr. Hugh Everett, (ο μαθητής του μεγάλου κβαντικού φυσικού επιστήμονα John Wheeler), που η θεωρία του των Παράλληλων Συμπάντων αποδείχθηκε πρόσφατα από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και τις εργασίες του Dr. David Deutsch και της ομάδας του, είναι ο άνθρωπος που εισήγαγε το ενδεχόμενο η περιβόητη «Γάτα του Σρέντινγκερ» να είναι μέσα στο κουτί της ταυτόχρονα και ζωντανή και νεκρή, αλλά σε δύο διαφορετικά σύμπαντα.
 
Η Γάτα του Σρέντινγκερ είναι και νεκρή και ζωντανή επειδή το Σύμπαν έχει χωριστεί στα δύο. Σε κάθε κβαντική διακλάδωση το Σύμπαν χωρίζεται στα δύο, σε μια ατέρμονη σειρά Συμπάντων που συνεχώς διχοτομούνται. Δηλαδή, αυτό εξηγούν όλα αυτά: Όλα τα Σύμπαντα είναι δυνατά και εξίσου πραγματικά.
 
Ο φημισμένος Dr. Michio Kaku, καθηγητής στην έδρα Θεωρητικής Φυσικής στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, και συγγραφέας πολλών σημαντικών επιστημονικών έργων, έχει γράψει:
«Όλα τα Παράλληλα Σύμπαντα είναι πραγματικά. Οι κάτοικοι του κάθε Σύμπαντος μπορεί να διαμαρτύρονται πως μόνο το δικό τους είναι πραγματικό και πώς όλα τα άλλα είναι φανταστικά ή κίβδηλα. Αυτά τα Παράλληλα Σύμπαντα, όμως, δεν είναι εφήμεροι, πλασματικοί κόσμοι, αλλά μέσα τους εμφανίζονται στέρεα αντικείμενα και συμπαγή συμβάντα, εξίσου πραγματικά και αντικειμενικά με οποιαδήποτε άλλα.
»Αυτό, στην Κβαντική Φυσική, είναι πάρα πολύ σημαντικό, διότι καταρρίπτει τον βασικό όρο της “Κατάρρευσης της Κυματοσυνάρτησης” Δηλαδή, οι κβαντικές κυματοσυναρτήσεις δεν καταρρέουν ποτέ, αλλά συνεχίσουν να εξελίσσονται, διαιρούμενες αέναα σε άλλες κυματοσυναρτήσεις, σε ένα δέντρο με άπειρες διακλαδώσεις, όπου το κάθε κλαδί παριστάνει ένα ολόκληρο Σύμπαν. Το μεγάλο πλεονέκτημα της Θεωρίας των Πολλών Κόσμων, είναι ότι είναι πολύ πιο απλή από την “Ερμηνεία της Κοπεγχάγης”, και ότι δεν προϋποθέτει την “κατάρρευση της κυματοσυνάρτησης” κατά την οποία τελικά ορίζεται η πραγματικότητα του παρατηρητή.
»Αυτό σημαίνει ότι τη στιγμή αυτή που διαβάζετε αυτή τη φράση, το σώμα σας συνυπάρχει και δίνει μάχη με τις κυματοσυναρτήσεις των δεινοσαύρων. Στο δωμάτιο που βρίσκεστε υπάρχει η κυματοσυνάρτηση κόσμων όπου οι Ναζί επικράτησαν στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Γη κυριεύτηκε από τους εξωγήινους, κι εσείς δεν γεννηθήκατε ποτέ. Όλα τα επεισόδια από τη Ζώνη του Λυκόφωτος, είναι μόνο μερικά από τα Σύμπαντα που συνυπάρχουν στο σαλόνι σας. Απλώς, εμείς δεν αλληλεπιδρούμε πια με αυτούς τους κόσμους, γιατί δεν είναι πλέον σύμφωνοι με τον δικό μας» (Parallel Worlds).
Όπως έχει πει ο Δρ. Άλαν Γκαθ: «Υπάρχει κάποιο Σύμπαν όπου ο Έλβις ζει ακόμη»
 
Κι ο φυσικός Φρανκ Γουίλτσεκ γράφει: «Είναι τρομακτική η συνειδητοποίηση ότι υπάρχουν απειράριθμα ελαφρά διαφορετικά αντίγραφα του εαυτού μας που ζουν τη δική τους παράλληλη ζωή και ότι κάθε στιγμή δημιουργούνται νέοι σωσίες που πραγματώνουν πολλά εναλλακτικά μέλλοντα».
 
Αυτά μου θυμίζουν το αριστουργηματικό έργο επιστημονικής φαντασίας Star Maker (του 1937, είκοσι χρόνια πριν από τον Everett) του μεγάλου Olaf Stapledon (ο οποίος είχε ντοκτορά στη Φιλοσοφία), όπου μεταξύ πολλών άλλων σχετικών, γράφει:
«Όποτε ένα πλάσμα βρισκόταν αντιμέτωπο με διάφορες πιθανές οδούς δράσης, τις ακολουθούσε όλες, δημιουργώντας έτσι πολλές διακριτές ιστορίες του κόσμου. Αφού σε κάθε εξελικτική ακολουθία του κόσμου υπήρχαν πολλά πλάσματα και στο καθένα ανοίγονταν πολλές δυνατοί οδοί δράσης, και αφού οι συνδυασμοί των οδών είναι αμέτρητοι, σε κάθε χρονική ακολουθία προέκυπταν κάθε στιγμή αμέτρητα διακριτά Σύμπαντα»
Καθώς συλλογίζομαι τη Φαντασία μας, αναρωτιέμαι, πέρα από τα προφανή, τι ακριβώς κάνει και πώς το κάνει, από πού να προέρχεται και γιατί να υπάρχει. Θα μπορούσε να πει κανείς, σκέφτομαι, ότι η Φαντασία μας είναι μία έκτη (ή έστω έβδομη) αίσθηση, ή μία Μετα-Αντίληψη, μια εξωαντιληπτική ικανότητα, η οποία μπορεί να παρακολουθεί αυτό που συμβαίνει στα Παράλληλα Σύμπαντα, σε εναλλακτικές εκδοχές της Πραγματικότητας, σε Παράλληλους Κόσμους.
 
Ο «κόσμος της Φαντασίας μου», όλα αυτά που φαντάζομαι ή έχω φανταστεί ποτέ μου, είναι το σύνολο της εξω-αντιληπτικής παρατήρησής μου των πραγμάτων που συμβαίνουν ή έχουν συμβεί ή θα συμβούν, σε Παράλληλους Κόσμους.  Αυτό ίσως να συμβαίνει, π.χ. όταν παρατηρώ ένα γεγονός –μία επεξεργασία πληροφορίας, μια εντύπωση, ένα ερέθισμα, ένα φαινόμενο ή μία κατάσταση– και «φαντάζομαι» διάφορες εκδοχές του, που όμως είναι «φανταστικές», δηλαδή δεν συνέβησαν ή δεν συμβαίνουν εδώ τώρα. Αλλά συμβαίνουν σε ένα Παράλληλο Σύμπαν κι εγώ τις αντιλαμβάνομαι και τις επεξεργάζομαι…  Αυτό, φυσικά, σημαίνει ότι μπορώ να φανταστώ και το μέλλον, σε αυτόν τον κόσμο που παρατηρώ (ανάμεσα σε άλλους). Κι ίσως αυτό να σημαίνει ότι εγώ το δημιουργώ, ή το θυμάμαι.
 
Η κβαντομηχανική «Ερμηνεία των Πολλών Κόσμων», έχει επίσης εξηγήσει ότι το ταξίδι στον Χρόνο, αν ποτέ γίνει εφικτό (και μπορεί να έχει γίνει στο παρελθόν –ή στο μέλλον– και απλά να μην το γνωρίζουμε), θα είναι ένα ταξίδι σε έναν Παράλληλο Κόσμο, έναν παράλληλο Χωρόχρονο (ο χώρος πάει πακέτο με τον χρόνο, και ο χρόνος επίσης), κι έτσι έχει ξεπεράσει τα γνωστά παράδοξα των ταξιδιών στον χρόνο (π.χ. γυρίζω πίσω στον χρόνο, σκοτώνω τον παππού μου, άρα εγώ δεν γεννήθηκα, άρα δεν ταξίδεψα στον χρόνο, άρα δεν σκότωσα τον παππού μου, άρα γεννήθηκα, άρα ταξίδεψα στον χρόνο κ.ο.κ. Σύμφωνα με την Ερμηνεία, δεν υπάρχει αυτό το πρόβλημα, έχω ταξιδέψει σε έναν παράλληλο κόσμο όπου ισχύει αυτό που έκανα και αυτό δεν επηρεάζει το παλαιό μου –ή το μελλοντικό μου– παρόν, διότι βρίσκομαι σε έναν παράλληλο κόσμο κι αυτό απλά σημαίνει ότι μάλλον δεν θα μπορώ να επιστρέψω στον προηγούμενο κόσμο μου).
 
(Αν και ο θρυλικός παράξενος χρονοταξιδιώτης μιας ολόκληρης σχετικής νεομυθολογίας της εποχής μας του διαδικτύου, ο John Titor, έχει εξηγήσει τον τρόπο με τον οποίο –παρ’ όλο που βρισκόταν εδώ σε έναν παράλληλο κόσμο-χρόνο μακριά από τον δικό του– θα κατάφερνε να επιστρέψει πίσω στο ίδιο μέλλον από το οποίο ήρθε)  Όπως ίσως ήδη καταλαβαίνετε, όλα αυτά δεν έχουν την αφετηρία τους στην Κβαντική Φυσική και στους θεωρητικούς και ερευνητές της. (Έφερα ήδη ένα μικρό χαρακτηριστικό παράδειγμα με το StarMaker του Olaf Stapledon, ανάμεσα από εκατοντάδες που θα μπορούσα να αναφέρω και δεν το κάνω λόγω χώρου).
 
Δεκαπέντε χρόνια πριν από τη διατύπωση της κβαντομηχανικής Ερμηνείας των Πολλών Κόσμων από τον Dr. Everett, ο μεγάλος λόγιος συγγραφέας του Φανταστικού, Χόρχε Λουίς Μπόρχες, δημοσίευσε το 1941 το διήγημά του Ο Κήπος των Διακλαδιζόμενων Μονοπατιών (El Jardin de Senderos que se Bifurcan, The Garden of Forking Paths).
 
Στις σελίδες αυτής της ιστορίας του Μπόρχες, ένας Σινολόγος ανακαλύπτει ένα παλιό χειρόγραφο ενός Κινέζου συγγραφέα, στο οποίο η διήγηση μιας ιστορίας γίνεται με πολλούς εναλλακτικούς τρόπους, η ίδια ιστορία υπάρχει διηγημένη με πολλούς τρόπους, συχνά αντιφατικούς μεταξύ τους. Ο καθηγητής εξηγεί στον ήρωα (που είναι εγγονός του συγγραφέα) ότι ο παππούς του συνέλαβε την ιδέα ότι ο Χρόνος είναι σαν «ένας κήπος με πολλά διακλαδιζόμενα μονοπάτια», στον οποίον όλα τα πράγματα συμβαίνουν παράλληλα με άπειρους διακλαδιζόμενους τρόπους, δημιουργώντας έτσι πολλούς παράλληλους κήπους.
 
Αναλογιζόμενος την ιδέα με τον κήπο, τον οποίο επισκέφτηκα με τη φαντασία μου έπειτα από την ανάγνωση του διηγήματος του Μπόρχες, έφτασα και να αναρωτηθώ τι απέγινε ο αρχικός κήπος. Εκείνος ο κήπος τον οποίο επισκέφτηκα την πρώτη φορά, το σημείο εκκίνησης. Τελικά κατάλαβα ότι η ιδέα συμπληρωνόταν πολύ καλά αν έβαζα στη συνάρτηση έναν «κεντρικό κήπο». Έναν κήπο που είναι κεντρικά παράλληλος με όλους τους κήπους, έναν κήπο που επικοινωνεί με όλους τους κήπους, έναν κήπο όπου όλοι οι κήποι επικοινωνούν μεταξύ τους μέσω αυτού του κήπου (εκεί-πού;). Έναν κομβικό κήπο. Κάτι σαν ένα κομβικό κέντρο διερχομένων.  Τον κομβικό κύκλο που εφάπτεται με όλους τους κύκλους ενός σχήματος εφαπτόμενων κύκλων. Φανταστείτε το σαν ένα λουλούδι.
 
Π.χ. για τη Γη μας, και τις Αντι-Γαίες ή Αντιχθόνες, φανταστείτε μία «Μέση Γη», μία Middle Earth, ή ένα Midian. Νομίζω ότι είναι χαρακτηριστικό και πολύ σχετικό με όλα αυτά εκείνο το έργο ενός από τους πιο ιδιαίτερους συγγραφείς του Φανταστικού, του William Hope Hodgson, το The House on the Borderland, βλ. Το Σπίτι στα Σύνορα των Κόσμων. Τώρα θυμάμαι ότι σε κάποιες παλιές αλληγορικές ιστορίες, ο κεντρικός αυτός κήπος αποκαλείται συχνά «Το Νησί του Παραδείσου», ενώ κάποιοι ιδιαίτεροι συγγραφείς λένε ότι αυτός ο «παράδεισος» είναι στο κέντρο του σύμπαντος –ή του γαλαξία– και είναι η κατοικία του Θεού. Τέλος πάντων.
 
Σε άλλες παλιές αλληγορικές ιστορίες ο κεντρικός κήπος συχνά ονομάζεται «Το Κέντρο του Κόσμου», «Το Όρος του Κόσμου», κλπ, και λένε ότι εκεί υπάρχει ένας «Βασιλιάς του Κόσμου», κ.ά. Ο Σερ Χάλφορντ ΜακΚίντερ, εισηγητής της Γεωπολιτικής, ονόμασε αυτό το κομβικό κέντρο του κόσμου «Ηeartland», καρδιακή χώρα, ας πούμε, ένα βασίλειο της καρδιάς του κόσμου, κι αυτό μου δίνει την ιδέα να ονομάσουμε αυτόν τον κεντρικό κομβικό κήπο, «Καρδιακό Κήπο» ή «Κήπο της Καρδιάς των Κήπων» κόσμο της καρδιάς των κόσμων)
 
Ο λόγιος (και θεολόγος και φιλόσοφος) καθηγητής του πανεπιστημίου της Οξφόρδης και μεγάλος συγγραφέας του Φανταστικού, ο C. S. Lewis, στη γνωστή σειρά των βιβλίων του για τη Narnia (δεν γνωρίζω αν γνωρίζετε ότι τα βιβλία του The Chronicles of Narnia έχουν πουλήσει πάνω από εκατό εκατομμύρια αντίτυπα σε πενήντα γλώσσες), έχει μια αφετηρία. Η αφετηρία αυτή δεν είναι μόνο ένα –όχι τόσο γνωστό– συγκεκριμένο κεντρικό-κομβικό μέρος από το οποίο ξεκίνησαν όλες οι περιπέτειες στη Narnia, αλλά είναι και ένα βιβλίο.
 
Φυσικά, πρόκειται για το πρώτο βιβλίο της σειράς. (Η σειρά, ευτυχώς, δεν αρχίζει με το δεύτερο βιβλίο, The Lion, the Witch and the Wardrobe, όπως νομίζουν οι περισσότεροι επειδή με αυτό ξεκίνησε η κινηματογραφική μεταφορά των έργων κι έτσι –όπως ίσως και οι απαράδεκτοι παραγωγοί– οι περισσότεροι το αγνοούν). Κατά τη γνώμη μου και τη μικρή εποπτεία μου, αυτό το πρώτο βιβλίο είναι ένα από τα πιο σημαντικά αλληγορικά βιβλία που έχουν γραφτεί ποτέ.
 
Το πρώτο βιβλίο της σειράς της Narnia έχει τον τίτλο The Magician’s Nephew (Ο Ανιψιός του Μάγου) και είναι γραμμένο το 1948. Στις σελίδες του παρακολουθούμε τις περιπέτειες δύο παιδιών, ενός αγοριού (Digory) και ενός κοριτσιού (Polly), που φιλοξενούνται από τον θείο του αγοριού (Uncle Andrew) και μένουν σε ένα σπίτι την παλιά σοφίτα του οποίου ξεκινούν να εξερευνήσουν, η οποία παρέμενε απαγορευμένη για τα παιδιά. Δίπλα από το σπίτι υπάρχει μία μεγάλη σειρά από παράλληλα ίδια παλιά εγκαταλειμμένα σπίτια.
 
Στη σοφίτα του σπιτιού ανακαλύπτουν μια μικρή πόρτα που οδηγεί στη σοφίτα του διπλανού σπιτιού. Και στη σοφίτα του διπλανού σπιτιού ανακαλύπτουν μία άλλη μικρή πόρτα που οδηγεί στη σοφίτα του διπλανού σπιτιού. Και ούτω καθ’ εξής. Ακολουθώντας τη μυστική διαδρομή των σοφίτων, ουσιαστικά μια κρυφή οδό πάνω και μέσα από τα παράλληλα σπίτια, σε μια από τις παραδίπλα σοφίτες, λοιπόν, ανακαλύπτουν ένα μυστικό εργαστήριο ή σπουδαστήριο.
 
Είναι το εργαστήριο ενός μάγου και ο μάγος δεν είναι άλλος από τον γέροντα θείο του αγοριού κι εκεί διατηρεί το μυστικό εργαστήριο για τις μελέτες του. Εκεί τους τσακώνει τελικά ο μάγος θείος και τελικά δίνει στον καθένα δύο μαγικά δαχτυλίδια. H Polly ξαφνικά εξαφανίζεται, ο θείος εξηγεί ότι την έστειλε σε έναν άλλο κόσμο και ότι ο Digory είναι αναγκασμένος τώρα να πάει να τη βρει και να τη φέρει πίσω. Μόλις φορέσεις το κίτρινο δαχτυλίδι σε πηγαίνει μαγικά σε αυτόν τον άλλο κόσμο και το πράσινο δαχτυλίδι («hopefully») μπορεί να σε φέρει πίσω πάλι εδώ.
 
Ο Τζ. Ρ. Ρ. Τόλκιν, καθηγητής της Οξφόρδης επίσης και συγγραφέας των επών της «Μέσης Γης» του «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών», ήταν αδελφικός φίλος και μαθητής του C. S. Lewis. Μάλιστα ήταν αυτός που έστρεψε τον Lewis στον Xριστιανισμό, κατ’ ομολογία του ιδίου.
 
Φορώντας τα δαχτυλίδια τα παιδιά έχουν χαθεί από τη σοφίτα και έχουν βρεθεί μέσα σε μία λιμνούλα από την οποία αναδύονται σε ένα άγνωστο παράξενο δάσος. Παντού ολόγυρα στο –σιωπηλό και ακίνητο και έρημο– δάσος υπάρχουν αμέτρητες μικρές λιμνούλες. Το δάσος αυτό ονομάζεται The Wood Beyond the Worlds (Το Δάσος Πέρα από τους Κόσμους). Το Δάσος αυτό είναι κάτι σαν προθάλαμος ή ενδιάμεση ουδέτερη ζώνη ανάμεσα στους κόσμους.
 
Η κάθε λιμνούλα σε αυτό το Δάσος, είναι και μία πύλη για έναν άλλο παράλληλο κόσμο. Στο Δάσος αυτό πηγαίνεις αν φορέσεις το μαγικό δαχτυλίδι. Αν βουτήξεις μέσα σε οποιαδήποτε από τις λιμνούλες, βρίσκεσαι στον κόσμο όπου αυτή οδηγεί. Το Δάσος Πέρα από τους Κόσμους, είναι ο κεντρικός κόσμος των κόσμων, η πύλη για τις πύλες όλων των κόσμων. Μία από αυτές οδηγεί στη Narnia (και όχι στη Νήσο του Ναμπούμπου όπως συμβαίνει σε μια παρόμοια φάση στο έργο του Walt Disney, Mary Poppins)
 
Αυτό δεν είναι παρά η αρχή του βιβλίου και των χρονικών της Narnia και είναι μεγάλη ιστορία. Στο τέλος αυτής της πρώτης περιπέτειας, τα παιδιά επιστρέφουν στον κόσμο μας φέρνοντας μαζί τους ένα μήλο από τη Narnia. Τους σπόρους αυτού του μήλου φυτεύουν στον κήπο του σπιτιού του θείου, από τους οποίους φυτρώνει μια μηλιά, που, φυσικά, είναι μαγική. Από το ξύλο αυτής της μηλιάς που κόβεται, αργότερα, κατασκευάζεται η θρυλική μαγική ντουλάπα, η οποία έχει την τάση να έλκεται από τον κόσμο της Narnia, γι’ αυτό και η ντουλάπα αυτή είναι μία πύλη για τη Narnia και από αυτήν την πύλη μέσα από τη ντουλάπα περνούν στη Narnia οι απόγονοι των δύο παιδιών, στο γνωστό δεύτερο βιβλίο της σειράς The Lion, the Witch, and the Wardrobe –To Λιοντάρι, Η Μάγισσα, και η Ντουλάπα. Το Λιοντάρι είναι ο Αslan, ο Δημιουργός, που έχει δημιουργήσει όλους τους κόσμους με το Τραγούδι του.

Η μελαγχολία της ευφυΐας

Πριν από 2.500 χρόνια ο Αριστοτέλης υποστήριξε πως «δεν υπάρχει καμία μεγάλη ιδιοφυΐα χωρίς κάποια δόση παράνοιας». Σήμερα ο ισχυρισμός του αποδεικνύεται επιστημονικά καθώς πολυάριθμες μελέτες αποδεικνύουν πως η ευφυΐα σχετίζεται με την μελαγχολία.

Η μελαγχολία θεωρείται από την αρχαιότητα, στοιχείο διάκρισης.

O πρώτος ορισμός της δόθηκε από τον Iπποκράτη τον 5ο π.X. αιώνα που τη συσχέτιζε με τη «μέλαινα χολή», ένα από τα τέσσερα υγρά συστατικά του ανθρώπινου σώματος. Ο Aριστοτέλης πρώτος παρατήρησε ότι εξέχουσες μορφές της φιλοσοφίας, της πολιτικής και των τεχνών συνέβαινε να είναι μελαγχολικοί. Υποστηρίζει ότι οι «περιττοί», όσοι δηλαδή διέπρεψαν στη φιλοσοφία, στην πολιτική, στην ποίηση και τις τέχνες ήταν μελαγχολικοί.

Στον δειγματολογικό κατάλογο πρώτος μνημονεύεται ο Ηρακλής, και ακολουθούν ο Λύσανδρος ο Λακεδαιμόνιος, ο Αίας ο Τελλαμώνιος, ο Βελλεροφόντης, ο Εμπεδοκλής, ο Πλάτων και ο Σωκράτης. Ο Ηρακλής έζησε τα δυο παροξυσμικά περιστατικά του κράματος της μαύρης χολής. Ένα παθολογικό του χαρακτηριστικό αφορά στο φόνο των παιδιών του τα οποία διαπέρασε με βέλος σε μια κρίση μανίας (εξ ου και η τραγωδία του Ευριπίδη «Ηρακλής μαινόμενος» στην οποία ο Ηρακλής σκοτώνει και τη γυναίκα του).

Ο Ιπποκράτης μιλάει επίσης για την «Ηράκλεια Νόσο». Ο Κικέρων στο Tusculanae disputations αποδίδει στον Αριστοτέλη την άποψη ότι όλοι οι ιδιοφυείς είναι μελαγχολικοί, αλλά και ο Σενέκας στο De tranquillitate animae αναφέρει πως κατά τον Αριστοτέλη η ιδιοφυία είναι ανάμικτη με την παραφροσύνη.

Κατά τους σύγχρονους ερευνητές ο Αριστοτέλης άντλησε στοιχεία από το έργο του Θεοφράστου «Περί μελαγχολίας» το οποίο όμως έχει χαθεί. Υπάρχουν επίσης ενδείξεις και για τη μελαγχολία του ίδιου του Αριστοτέλη. Εν κατακλείδι, κατά τον Αριστοτέλη όλοι οι άνθρωποι που έχουν διακριθεί σε κάποιο τομέα ήταν μελαγχολικοί. Η μαύρη χολή είναι ηθοποιός (ηθοποίηση). Διαμορφώνει συμπεριφορές και χαρακτήρες.

Ο Δημόκριτος και ο Πλάτων υποστήριζαν ότι κανείς δε μπορεί να είναι καλός ποιητής χωρίς μια θεία πνοή που να μπορεί να παραβληθεί με την τρέλα. Οι μελαγχολικοί είναι κατ’ ουσίαν ποιητές χάρη στην ένταση των διαθέσεων τους. Κατά τον Πλάτωνα οι ιδιοφυείς άνθρωποι είναι παρορμητικοί και έξαλλοι. Το ίδιο υποστηρίζει και ο Δημόκριτος αλλά και ο γιατρός Ρούφος από την Έφεσο (ειδικός στην μελαγχολία). Ο τελευταίος υποστηρίζει ότι αυτοί που έχουν οξύ πνεύμα και μεγάλη ευφυΐα πέφτουν εύκολα στην μελαγχολία επειδή έχουν γρήγορες μεταβολές και μεγάλη ικανότητα πρόβλεψης και φαντασίας (Κοπιδάκης Μιχάλης, Καθηγητής Κλασσικής Λογοτεχνίας Πανεπιστημίου Αθηνών,«Βελλεροφόντης, Ευριπίδης, Αριστοτέλης: περιττοί και μελαγχολικοί» στο «Ορώμενα, τιμή στον Αριστοτέλη», Συλλογικό έργο εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2002).

Η μελαγχολία στάθηκε λοιπόν μια από τις «αριστοκρατικές» εκείνες ασθένειες που γονιμοποίησαν την τέχνη, τη λογοτεχνία και τον φιλοσοφικό στοχασμό. Ο I. Kant κατέταξε τη μελαγχολία στη σφαίρα του Υψηλού ενώ ο W. Benjamin ανακάλυψε την αριστερή μελαγχολία. O Eμπεδοκλής, ο Σωκράτης και ο Πλάτων συγκαταλέγονται ανάμεσα στους επιφανείς μελαγχολικούς.

Για τους καλλιτέχνες, της Αναγέννησης και του Διαφωτισμού η εκκεντρικότητα ιδιοφυών δημιουργών, όπως του Μιχαήλ Άγγελου, του Γκόγια και του Μπετόβεν συνδέεται με μια βαθιά και διάχυτη μελαγχολία. Οι Σ. P. Kόλεριτζ και Tζον Kητς και ο Mποντλέρ- που για να εκφράσει τη μελαγχολία επιλέγει την αγγλική λέξη «spleen-και ο Φρίντριχ Σέλινγκ στο βιβλίο του «Περί της ουσίας της ανθρώπινης ελευθερίας» θεωρούν τη μελαγχολία θεμέλιο της γνώσης. Το 1621 ο Pόμπερτ Mπέρτον δημοσιεύει την «Aνατομία της Mελαγχολίας», την πρώτη εμπεριστατωμένη σπουδή πάνω στο θέμα της μελαγχολίας.

Μια νεότερη μελέτη αντιμετωπίζει τη μελαγχολία ως πηγή δημιουργίας. Η σημαντική αυτή μελέτη κινείται μεταξύ της ιστορίας των ιδεών, της πολιτισμικής ιστορίας και της συγκριτικής γραμματολογίας και επιχειρεί να παρουσιάσει την πλούσια περί μελαγχολίας γραμματειακή και εικαστική παράδοση. Αντλώντας παραδείγματα από την ευρωπαϊκή ζωγραφική της Αναγέννησης και του Μπαρόκ, καθώς και από τη λογοτεχνία του 19ου και του 20ού αιώνα, αναδεικνύει την πολιτισμική διάσταση αλλά και τη διαχρονική αίγλη της μελαγχολίας.

Η Μελαγχολία νοείται ως κεντρικό θέμα της διανόησης των φιλοσόφων του Μεσαίωνα και της Ρομαντικής εποχής, ως στάση ζωής και ως δημιουργική ευφυΐα, συχνά δε ιδιοφυΐα. Η τρέλα του Αίαντα στο ομώνυμο έργο του Σοφοκλή, αλλά και η μανία του Ηρακλή στον Ευριπίδη, μεγάλα αποσπάσματα από τους πλατωνικούς διαλόγους, το έργο του Εμπεδοκλή, τα Ηθικά Νικομάχεια του Αριστοτέλη διαβάζονται με κέντρο τη Μελαγχολία.

Η μελαγχολία συσχετίζεται με τον μονόλογο του Άμλετ, τα νέγρικα spirituals, το tango argentino, την παράδοση της flamenco, τα blues, τον Adorno και τον Freud, τη Julia Kristeva, ή και με το έργο του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες ή τον Γεώργιο Βιζυηνό, τον Παπαδιαμάντη, τον Καρυωτάκη, τον Λαπαθιώτη και άλλους μεγάλους Έλληνες συγγραφείς.

Συνδέεται επίσης με τους Χένρι Τζέιμς, Ουίλιαμ Φώκνερ, Σκοτ Φιτζέραλντ, Χέρμαν Έσσε, Γκράχαμ Γκριν, Άγκαθα Κρίστι, Στίβεν Κινγκ, Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, Τ.Σ. Έλλιοτ, Νικολάι Γκόγκολ, Μάξιμ Γκόρκι, Κερτ Βόνεγκατ, Τενεσί Γουίλιαμς, Εμίλ Ζολά, Ιβάν Τουργκένιεφ, Αύγουστο Στρίνμπεργκ, Τ. Ουίλιαμς, Ε. Α. Πόε, Λέοντα Τολστόι, Μαίρη Σέλλεϋ, Τσαρλς Ντίκενς, Χέρμαν Μελβίλ, Μαρκ Τουέιν, Ονορέ ντε Μπαλζάκ, την Έμιλυ Ντίκινσον, την Σύλβια Πλαθ, τη Βιρτζίνια Γουλφ, τη Μαργκερίτ Ντυράς, τον John Keats, τον Λόρδο Byron αλλά και με ζωγράφους, όπως ο Vincent Van Gogh, ο Edvard Munch και πάρα πολλούς άλλους.

Ως δείγματα της ιδιαιτερότητας, ο ζωγράφος Σαλβαντόρ Νταλί μεγαλουργούσε μόνον σε ένα ακατάστατο περιβάλλον. Η θεϊκή έμπνευση εκφραζότανε μέσα από το απόλυτο χάος: αναποδογυρισμένα έπιπλα και διάσπαρτα ρούχα. Κι αν κάποιος είχε το θράσος να… συμμαζέψει την Αίθουσα Ζωγραφικής του, ο Νταλί κατεχόταν από απίστευτες εκρήξεις θυμού, εκσφενδονίζοντας βρισιές κι αντικείμενα, ώσπου η Θεά Έμπνευση να τον επισκεφτεί ξανά.

Η Σύλβια Πλαθ έγραφε: «…Ο ήχος του τίποτα – που ήσουν εσύ τρέλα; …Έχω υποφέρει τη φρικαλεότητα του ηλιοβασιλέματος… Καμένη μέχρι ρίζα… Τρομοκρατούμαι απ’ αυτό το μαύρο πράγμα – που κοιμάται μέσα μου…». Τελικά αυτό το μαύρο πράγμα την καταπίνει όπως και τη Βιρτζίνια Γουλφ που έβαλε πέτρες στην τσέπη του παλτό της, μπήκε και περπάτησε στη θάλασσα ώσπου πνίγηκε…

Γιατί πρέπει να θεωρήσουμε την Ντίκινσον «τρελή», όπως και η ίδια περιπαιχτικά αυτοαποκαλείται και όχι σοφή, αφού επέλεξε μια ζωή που της επέτρεπε να δημιουργεί; Γιατί να υποθέσουμε ότι έχασε απέχοντας, αντί να σκεφτούμε ότι επέλεξε να απέχει;

Ο ψυχολόγος Daniel Nettle γράφει, «Είναι δύσκολο τελικά να αρνούμαστε ότι τα ισχυρότερα θεμέλια της δυτικής κουλτούρας έχουν χτιστεί από ανθρώπους με κάποια προδιάθεση τρέλας». Η διάνοια συχνά πορεύεται τόσο μπροστά από την εποχή της, ώστε συχνά ο φωτισμένος άνθρωπος παρεξηγείται ή παρερμηνεύεται από τους συγχρόνους του, ενώ αποθεώνεται από τις επόμενες γενιές. Χρειάζονται αιώνες γνώσης και πνευματικής εξέλιξης, για να κατανοηθεί το επίπεδο της διάνοιας.

Hegel: Φαινομενολογία του πνεύματος και διαλεκτική

Φιλοσοφία και διαλεκτική του πνεύματος

§1 Προκαταρκτικές υποτυπώσεις

     Ι. Το ερώτημα που διαρκώς θέτει νέους προβληματισμούς γύρω από την ουσία και την αλήθεια της Φαινομενολογίας του πνεύματος είναι το εξής: Πώς μπορεί να κατανοεί κανείς τελικά τη Φαινομενολογία του πνεύματος; Η απάντηση σε ένα τέτοιο ερώτημα ουσιαστικά συνιστά απάντηση σε δυο τινά: α) τι είναι το πνεύμα και ποια η σχέση του με τη φιλοσοφία; και β) Η Φαινομενολογία του πνεύματος, έτσι όπως τη γνωρίζουμε ως το πρώτο έργο της συστηματικής σκέψης του Χέγκελ, είναι μια απλή Προπαιδευτική εργασία στο όλο σύστημα της φιλοσοφίας του πνεύματος του Χέγκελ και στην εγελιανή επιστήμη του Λόγου ή μια επιστημονική εισαγωγή στο όλο Λογικό σύστημα και συγχρόνως ένα κραταιό μέλος αυτού του συστήματος; Καμιά απάντηση, ιστορικά ιδωμένες όλες οι ως τώρα ερμηνευτικές απόπειρες των μελετητών του Χέγκελ, δεν μπορεί να είναι οριστική. Είναι ωστόσο μια ερμηνευτική προσπάθεια, που επιτρέπει περαιτέρω σε κάθε ευσυνείδητο ερευνητή της εγελιανής φιλοσοφίας να γνωρίσει σε βάθος την αλήθεια του φαινομενολογικού πνεύματος του εν λόγω έργου σε συνάφεια με την αλήθεια του σκεπτόμενου ανθρώπου.

     ΙΙ. Ο ίδιος ο Χέγκελ στον Πρόλογο και στην Εισαγωγή της Φαινομενολογίας του πνεύματος μιλάει για το εν λόγω έργο ως μέθοδο της εμπειρίας της συνείδησης ή ως επιστήμης της εμπειρίας της συνείδησης. Γενικώς ειπείν, η εγελιανή Φαινομενολογία του πνεύματος δείχνει να προσφέρει μια σφαιρική εικόνα ολόκληρου του συστήματος φιλοσοφίας του Χέγκελ και όχι απλώς μια προπαιδευτική σύλληψη της φιλοσοφίας συγκριτικά με το επακόλουθο συστηματικό-επιστημονικό μέρος της φιλοσοφικής αυτοκατανόησης του Λόγου. Η Φαινομενολογία του πνεύματος αυτοκατανοείται κατ’ αρχάς, από μεθοδολογική άποψη, ως επιστήμη της εμπειρίας της συνείδησης. Τουτέστι, η συνείδηση, όντας άμεση παρουσία του πνεύματος, αποκτά συνείδηση του εαυτού της ως φιλοσοφικής συνείδησης ιστορικά και διαλεκτικά. Τούτο το ιστορικό-διαλεκτικό στοιχείο γίνεται περισσότερο κατανοητό, αν λάβουμε υπόψη ότι η Φαινομενολογία του πνεύματος, ως εμπειρία, από πλευράς μεθόδου, δεν είναι μια απλή, καθημερινή εμπειρία· απεναντίας παραπέμπει στην εμπειρία υπό την ύψιστη φιλοσοφική εμβέλεια της τελευταίας.

    ΙΙΙ. Πρόκειται, με άλλα λόγια, για την εμπειρία που χαρακτηρίζει τη φιλοσοφία του Όλου ή ως Όλο· ήτοι ως φιλοσοφία της ζωής και της ύπαρξης, της συνείδησης, της ιστορίας, του πνεύματος αλλά και του απόλυτου πνεύματος, εν τέλει ως φιλοσοφική συνειδητοποίηση της Γνώσης. Πώς προσλαμβάνεται η εν λόγω εμπειρία και πώς σχετίζεται με την ατομική αλλά και καθολική πορεία του πνεύματος ως συνείδησης; Προσλαμβάνεται και μορφοποιείται αντιστοίχως εν είδει διαλεκτικών βαθμίδων της κίνησης της συνείδησης· μια κίνηση που ολοκληρώνεται ως μεταστοχαστικός Λογισμός της συνείδησης, ως ανασκοπική της επιστροφή από την εξωτερική της περιπέτεια, από το άνοιγμά της στον κόσμο, ιστορικά και Λογικά κατανοούμενο, στη γνωσι-οντο-λογική συνάντηση-ενότητα του εαυτού της με τον ως τώρα αποξενωμένο της κόσμο, τον οποίο καθ’ όλη αυτή τη διαλεκτική της εκδίπλωση η σκεπτόμενη συνείδηση γιγνώσκει και διαγιγνώκει ω το χαρακτηριστικό της αντι-κείμενο. Αυτή η ενότητα, που επιτυγχάνει η συνείδηση, είναι μια συγκεκριμένη ενότητα, μια διαλεκτικώς πεπληρωμένη περιεχομένου ολότητα και συγχρόνως ταυτότητα υποκειμένου και αντικειμένου, μορφής και περιεχομένου 

§2 Πνεύμα: φιλοσοφία του ενεργώς πραγματικού

    «Η φιλοσοφία αντίθετα δεν εξετάζει τον επουσιώδη προσδιορισμό αλλά τον προσδιορισμό, εφόσον είναι ουσιώδης· το στοιχείο και το περιεχόμενό της δεν είναι το αφηρημένο ή το μη πραγματικό, αλλά το ενεργώς-πραγματικό, το αυτο-τιθέμενο και το εντός εαυτού ζωντανό, η ύπαρξη στην έννοιά της. Το στοιχείο της φιλοσοφίας είναι η διεργασία, η προχωρητική πορεία, που γεννά και διατρέχει τις βαθμίδες της· και αυτή η κίνηση στην ολότητά της συνιστά το θετικό και την αλήθεια του θετικού. Τούτη η αλήθεια εγκλείει επίσης το αρνητικό, εκείνο που θα ονομάζαμε εσφαλμένο ή ψευδές, αν αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ένα τέτοιο, από το οποίο θα έπρεπε να κάνουμε αφαίρεση. Αυτό που οδηγείται στον εξαφανισμό, πρέπει πολύ περισσότερο το ίδιο να το θεωρούμε ως ουσιαστικό, όχι ως κάτι το παγιωμένο, που αποκομμένο από το αληθές θα έπρεπε να κείτεται έξω από αυτό, ποιος ξέρει πού· και το αληθές, με τη σειρά του, δεν πρέπει να θεωρείται ως το νεκρό, στατικό θετικό στην άλλη πλευρά. Η εμφάνιση ή το φαινόμενο είναι η κίνηση της γένεσης και του αφανισμού, κίνηση η οποία δεν γεννιέται και δεν παρέρχεται αφ' εαυτής, αλλά είναι καθεαυτήν [=εγγενής] και συνιστά την ενεργό-πραγματικότητα (Wirklichkeit) και την κίνηση της ζωής της αλήθειας. Το αληθές λοιπόν είναι η βακχική παραζάλη, όπου κανένα μέλος δεν μένει αμέθυστο, και, επειδή το καθένα αυτοκαταλύεται ομοίως άμεσα, όταν αποχωρίζεται από το όλο, αυτή η παραζαλη είναι σύγχρονα η διαυγής και απλή ηρεμία. Στο δικαστήριο εκείνης της κίνησης [έχοντας κριθεί] οι ενικές μορφές του πνεύματος δεν υφίστανται περισσότερο απ' ό,τι οι προσδιορισμένες σκέψεις, αλλά είναι πτυχές τόσο θετικές και αναγκαίες, όσο αρνητικές και παροδικές. ‒ Μέσα στην ολότητα της κίνησης, εννοημένην ως ηρεμία, εκείνο που διακρίνεται σ' αυτή και προσδίδει στον εαυτό του ιδιαίτερη ύπαρξη, διαφυλάσσεται ως κάτι, το οποίο αναμιμνήσκεται του εαυτού [= εσωτερικεύεται], [ως κάτι] του οποίου η ύπαρξη είναι η γνώση του ίδιου του εαυτού, όπως και η γνώση είναι εξίσου άμεσα ύπαρξη».

§3 Ερμηνεία ‒ κατανόηση

     Ι. Είναι πρόδηλο πως εδώ ο Χέγκελ μας δίνει μια μοναδικής ενάργειας αντιπροσωπευτική εικόνα του διαλεκτικού φιλοσοφείν του πνεύματος. Ειδικότερα, επί του συγκεκριμένου πεδίου του μέγιστου έργου του, της Φαινομενολογίας του πνεύματος, η φιλοσοφία παρουσιάζει την ενύπαρκτη στα πράγματα διαλεκτική κίνησή τους, έτσι όπως αυτή-εδώ εμπίπτει στη γνωσιακή διεργασία ως δια-νοηματικά δυναμική αντιστοιχία ανάμεσα στην εξωτερική ύπαρξη των εν λόγω πραγμάτων και στην έννοιά τους. Αυτή η αντιστοιχία είναι κυρίως ισοδύναμη με το ενεργώς-πραγματικό (das Wirkliche), με την ενεργό-πραγματικότητα (die Wirklichkeit), δηλ. το πνεύμα, ενώ στα μετά τη Φαινομενολογία του πνεύματος έργα του Χέγκελ, και δη στην Επιστήμη της Λογικής, φέρει, ως επί το πλείστον, το όνομα της Ιδέας.

    ΙΙ. Η φιλοσοφική διεργασία ή διαδικασία (der Prozeß) εκτυλίσσεται υπό τη μορφή μιας συνεχώς μεταβαλλόμενης κίνησης, που παραπέμπει στη διαλεκτική εκδίπλωση του πνεύματος και ορισμένως συμπαρασύρει τους πάντες και τα πάντα. Κατ’ αυτή τη διαλεκτική εκδίπλωση, οι βαθμίδες της είναι τo ένα μετά το άλλο σχήμα, μορφή ή μόρφωμα (Gestalt) της συνείδησης, έτσι όπως ο Χέγκελ την εννοεί πρωτίστως στο προαναφερθέν έργο του ως την άμεση ύπαρξη του πνεύματος . Το φιλοσοφικό Όλο, όλη η ακολουθία των σχημάτων της συνείδησης, δηλ. η Φαινομενολογία του πνεύματος ως τέτοιο Όλο, είναι το θετικό και το αληθές· συνάμα περιέχει και το αρνητικό, δηλαδή το κάθε εξατομικευμένο σχήμα της συνείδησης, που είναι μεταβατικό και παροδικό, ενώ συγχρόνως αποδεικνύεται ανεπαρκές και τελεί σε αναντιστοιχία με την έννοια των πραγμάτων. Αυτά τα καθέκαστα σχήματα ωστόσο, αν και ανεπαρκή σχήματα γνώσης, δεν παύουν να αποτελούν αναγκαίο και ουσιώδες τμήμα ολόκληρου του φιλοσοφικού γνωρίζειν.

     ΙΙΙ. Έτσι, η εμφάνιση των εν λόγω σχημάτων υποδηλώνει την εμφάνιση του αληθούς, δηλ. της έννοιας, στην ύπαρξη της οποίας ανήκουν και τα διαδοχικά σχήματα της συνείδησης. Αυτή η εμφάνιση είναι η φαινόμενη ύπαρξη του πνεύματος και γι’ αυτό συνιστά «την ενεργό πραγματικότητα και την κίνηση της ζωής της αλήθειας». Τούτη η πραγματικότητα αποτυπώνεται πολύ παραστατικά με τη μορφή της βακχικής παραζάλης, όπου κάθε σχήμα της συνείδησης, κάθε ενικό άτομο μοιάζει να συμμετέχει και ως εξατομικευμένος χαροκόπος να αποκόπτεται, όταν έρθει η σειρά του, από τους άλλους χαροκόπους, με αποτέλεσμα να άγεται στην αυτο-κατάλυσή του και να δίνει τη θέση του στον επόμενο, ο οποίος προορίζεται να έχει την ίδια μοίρα. Υπ’ αυτή την έννοια, η βακχική παραζάλη, δηλ. η ενεργός-πραγματικότητα ή η αλήθεια, ενσαρκώνει τη διαλεκτική στάσης, ακινησίας και εν ταυτώ κίνησης: του Είναι και της έννοιας.

     ΙV. Είναι ακριβώς τούτο το δικαστήριο του διαλεκτικού Λόγου, που καταδικάζει τα καθέκαστα σχήματα της συνείδησης για τον λόγο ότι ξεκόβουν από το φιλοσοφικό Όλο και συγχρόνως τα διατηρεί ως αναγκαία συστατικά του τελευταίου. Πώς τα διατηρεί; Τα διατηρεί δυνάμει της ανάμνησης, Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε απλώς με την άρνηση του καθέκαστου μορφώματος της συνείδησης και με την άρνηση τούτης της άρνησης και επιστροφή στην κατάφαση αλλά και με την περίφημη προσδιορισμένη άρνηση (bestimmte Negation), κατά την οποία το ένα ή το άλλο μόρφωμα της συνείδησης δεν υπόκειται σε μια τυπική, δηλ. μορφική και εξωτερική άρνηση, αλλά σε εσωτερική άρνηση ορισμένων χαρακτηριστικών και στη διατήρηση του πνευματικού πυρήνα ‒του πνευματικού στοιχείου‒ του κάθε συνειδησιακού μορφώματος. Η διατήρηση τούτη, με τη σειρά της, δεν είναι στατική, αλλά μια ποιοτικά ανώτερη, φιλοσοφικά πληρέστερη κατάσταση της συνείδησης, η οποία (κατάσταση) λαμβάνει τον χαρακτήρα του επόμενου σχήματος/μορφώματος, εντός του οποίου ενυπάρχει αποκαθαρμένο, ήτοι ανηρημένο, το προηγούμενό του.

     V. Με την ολοκλήρωση της σειράς των σχημάτων ή μορφωμάτων της συνείδησης έχουμε και μια καθολική, μια ολική ανάμνηση, δηλ. μεταστοχαστική εσωτερίκευση, όλων των εν λόγω σχημάτων· πρόκειται για εκείνη την ανάμνηση/εσωτερίκευση που συγκροτεί το ποιοτικό κεφάλαιο της φιλοσοφικής Γνώσης/μετα-Γνώσης. Είναι κάτι σαν τον άνθρωπο, που από την πρώτη του ηλικία ως τα ύστερά του εξελίσσεται σε πνευματικό ον, μέσα από μορφώσεις, διαμορφώσεις και μεταλλάξεις της συνειδησιακής του ολότητας, ήτοι της γνωσι-οντο-λογικής του κατάστασης ως Όλου, και κατά την προχωρημένη ηλικία αναμιμνήσκεται του πραγματοποιημένου εαυτού του, κατά τρόπο που η εν λόγω ανάμνηση να παραπέμπει στον ολοκληρωμένο φιλοσοφικά Εαυτό, στην έννοια της υπαρκτικής του οντότητας και στην εννοιολογική, ήτοι κατανοητική, συγκρότηση της σκέψης του ως πνεύματος.

§4 Η φαινομενολογική κίνηση του πνεύματος

     «Στη Φαινομενολογία του Πνεύματος, το πνεύμα εξετάζεται στην εμφάνισή του ως συνείδηση· ακόμη εξετάζεται η αναγκαιότητα της προχωρητικής του πορείας έως την απόλυτη άποψη. Εδώ εξετάζονται τα σχήματα του πνεύματος, οι βαθμίδες, που το ίδιο δημιουργεί, έτσι όπως εισέρχονται στη συνείδησή του. Ό,τι όμως το πνεύμα γνωρίζει, ό,τι είναι ως συνείδηση, είναι το ένα· η αναγκαιότητα του τι γνωρίζει το πνεύμα και του τι υπάρχει γι’ αυτό είναι κάτι άλλο. Πράγματι, το πρώτο, δηλ. ότι για το πνεύμα υπάρχει ο κόσμος του, είναι ακριβώς κάτι απλώς υπαρκτό και εμφανίζεται ως τυχαίο· το άλλο, η αναγκαιότητα δυνάμει της οποίας αυτός ο κόσμος έχει δημιουργηθεί γι’ αυτό, δεν υπάρχει για το πνεύμα σε τούτη τη βαθμίδα της συνείδησης αλλά λαμβάνει χώρα κρυφά απ’ αυτό· υπάρχει μόνο για τη φιλοσοφική θεώρηση και ιδιάζει στην ανάπτυξη αυτού που το πνεύμα είναι σύμφωνα με την έννοιά του. Σε τούτη την ανάπτυξη επιτυγχάνεται μια βαθμίδα, όπου το πνεύμα φτάνει στην απόλυτη συνείδησή του· μια βαθμίδα, κατά την οποία η Λογικότητα υπάρχει για το πνεύμα ως ένας κόσμος· και καθώς από την άλλη πλευρά, ως συνείδηση, αναπτύσσεται σε συνείδηση του καθεαυτό-και-διεαυτό-Είναι του κόσμου, τούτο είναι το σημείο, όπου συμπίπτουν οι δυο, αρχικά διαφορετικές, προσεγγίσεις. Η τελείωση της συνείδησης έγκειται στο ότι το αληθινό αντι-κείμενο [πρέπει να] υπάρχει γι’ αυτήν, ενώ η τελείωση του αντι-κειμένου, του υποστασιακού, της υπόστασης, στο ότι τούτη πρέπει να υπάρχει διεαυτήν, ήτοι να διακρίνεται από τον εαυτό της και να έχει για αντι-κείμενο τον ίδιο τον εαυτό της. Η συνείδηση ωθείται περαιτέρω ώστε να γίνει συνείδηση του υποστασιακού, τούτο δε το τελευταίο, η έννοια του πνεύματος, ωθείται περαιτέρω ώστε να γίνει φαινόμενο και σχέση, στην οποία υπάρχει για τον εαυτό του. Τούτο το τελευταίο σημείο, όπου η κίνηση αμφοτέρων των πλευρών συμπίπτει, είναι ο κοινωνικά ηθικός κόσμος (die sittliche Welt), η πολιτεία».

§5 Ερμηνεία ‒ κατανόηση

     Ι. Το πνεύμα, όπως ρητά αποφαίνεται ο Χέγκελ, είναι το ίδιο δημιουργός της μοίρας του: από τη μια πλευρά, στην υπαρκτική του σύσταση, είναι το καθεαυτό-και-διεαυτό-Είναι, ήτοι το Απόλυτο ή το απόλυτο πνεύμα, η Ιδέα· ως τέτοιο είναι ταυτό με τον εαυτό του και δεν υπάρχει άμεσα για τη συνείδηση παρά εμφανίζεται να υπάρχει γι’ αυτήν με τη μορφή ενός Άλλου. Το τελευταίο τούτο σημαίνει πως είναι άμεσα παρόν για τον ίδιο τον εαυτό του, νοούμενον ως συνείδηση, με τη μορφή ενός Άλλου. Αλλά το πνεύμα εν γένει δεν είναι παρά η νόηση που θεωρεί, εποπτεύει και εξετάζει. Από την άλλη πλευρά, εν τούτοις, οι δυο γνωσι-οντο-λογικές εκφάνσεις του πνεύματος, συνείδηση και πνεύμα, διαφορετικές στις αρχικές βαθμίδες της φαινομενολογικής του κίνησης, αποδεικνύονται βαθμιαία να είναι τόσο αλληλένδετες μεταξύ τους, ώστε όσο προχωρεί και εξελίσσεται η συνείδηση, τόσο το πνεύμα, ως τέτοια κατ’ αρχήν συνείδηση, να μορφώνεται και να δια-μορφώνεται περαιτέρω σε απόλυτη Γνώση, σε απόλυτα ελεύθερη συνείδηση του Εαυτού, σε απόλυτη αυτογνωσία του Λόγου.

     ΙΙ. Μια τέτοια συγκρότηση ανταποκρίνεται πλήρως στον άνθρωπο, που προορίζεται να είναι ο ίδιος, ως σκεπτόμενο ον, δημιουργός του ζωτικού του χώρου, της πολιτείας. Η τελευταία είναι ο τόπος, όπου ενδημεί η ελευθερία του πνεύματος ως αναγκαιότητα του προσδιορισμένου-Είναι, της καθορισμένης ύπαρξης (Dasein). του ανθρώπινου κόσμου. Ειδικότερα λοιπόν είναι ο κόσμος της ελευθερίας και σε σχέση με το πνεύμα αντιστοιχεί στην ενδιάμεση βαθμίδα του αντικειμενικού πνεύματος με τις δυο άλλες βαθμίδες να είναι το υποκειμενικό και το απόλυτο πνεύμα. Η διαλλαγή ανάμεσα στο υποκειμενικό και το αντικειμενικό στοιχείο καθίσταται δυνατή με την πραγματοποίηση του διαλεκτικού κύκλου του πνεύματος και με φόντο πάντα την κοινωνική ηθική (Sittlichkeit), ήτοι την ηθική τάξη και ζωή, νοούμενη όχι τόσο με τη στενή έννοια της τάξης που υπαγορεύουν κάποιοι ηθικοί κανόνες και αντίστοιχες ηθικολογικές ή αξιολογικές θεωρίες, αλλά θεμελιωδώς με τα συλλεγμένα ήθη της ανθρώπινης κοινότητας και τον αντίστοιχο συλλογικό τρόπο ζωής των ανθρώπινων ατόμων. Την καθολική έκφραση των ατόμων, στο μεταξύ, πραγματώνει ως πνευματική ενότητα η πολιτεία, αυτό τούτο το αντικειμενικό πνεύμα. Έτσι δεν πρόκειται για μια απλή εξωτερική σύναξη ετερόκλιτων ατόμων και συμφερόντων αλλά για εσωτερική ανταπόκριση ανθρώπινης ατομικότητας, αυτοσυνείδητης υποκειμενικότητας και υποστασιακής ουσίας της πολιτείας.

Αρχαία Ελληνική Γραμματεία: ΗΣΙΟΔΟΣ - Ἔργα καὶ Ἡμέραι (83-105)

αὐτὰρ ἐπεὶ δόλον αἰπὺν ἀμήχανον ἐξετέλεσσεν,
εἰς Ἐπιμηθέα πέμπε πατὴρ κλυτὸν Ἀργειφόντην
85 δῶρον ἄγοντα, θεῶν ταχὺν ἄγγελον· οὐδ᾽ Ἐπιμηθεὺς
ἐφράσαθ᾽, ὥς οἱ ἔειπε Προμηθεὺς μή ποτε δῶρον
δέξασθαι πὰρ Ζηνὸς Ὀλυμπίου, ἀλλ᾽ ἀποπέμπειν
ἐξοπίσω, μή πού τι κακὸν θνητοῖσι γένηται·
αὐτὰρ ὃ δεξάμενος, ὅτε δὴ κακὸν εἶχ᾽, ἐνόησε.
90 Πρὶν μὲν γὰρ ζώεσκον ἐπὶ χθονὶ φῦλ᾽ ἀνθρώπων
νόσφιν ἄτερ τε κακῶν καὶ ἄτερ χαλεποῖο πόνοιο
νούσων τ᾽ ἀργαλέων αἵ τ᾽ ἀνδράσι κῆρας ἔδωκαν.
[αἶψα γὰρ ἐν κακότητι βροτοὶ καταγηράσκουσιν.]
ἀλλὰ γυνὴ χείρεσσι πίθου μέγα πῶμ᾽ ἀφελοῦσα
95 ἐσκέδασ᾽, ἀνθρώποισι δ᾽ ἐμήσατο κήδεα λυγρά.
μούνη δ᾽ αὐτόθι Ἐλπὶς ἐν ἀρρήκτοισι δόμοισιν
ἔνδον ἔμεινε πίθου ὑπὸ χείλεσιν, οὐδὲ θύραζε
ἐξέπτη· πρόσθεν γὰρ ἐπέμβαλε πῶμα πίθοιο
αἰγιόχου βουλῇσι Διὸς νεφεληγερέταο.
100 ἄλλα δὲ μυρία λυγρὰ κατ᾽ ἀνθρώπους ἀλάληται·
πλείη μὲν γὰρ γαῖα κακῶν, πλείη δὲ θάλασσα·
νοῦσοι δ᾽ ἀνθρώποισιν ἐφ᾽ ἡμέρῃ, αἳ δ᾽ ἐπὶ νυκτὶ
αὐτόμαται φοιτῶσι κακὰ θνητοῖσι φέρουσαι
σιγῇ, ἐπεὶ φωνὴν ἐξείλετο μητίετα Ζεύς.
105 οὕτως οὔ τί πη ἔστι Διὸς νόον ἐξαλέασθαι.

***
Κι αφού συμπλήρωσε το φοβερό το δόλο τον ακαταμάχητο,
έστειλε ο Πατέρας στον Επιμηθέα τον ξακουστό φονιά του Άργου
με το δώρο, τον ταχύ αγγελιαφόρο των θεών. Κι ο Επιμηθέας
δε συλλογίστηκε πως του ᾽πε ο Προμηθέας δώρο ποτέ
να μη δεχτεί από τον Ολύμπιο Δία, μα να το αποπέμψει
πίσω, μην τύχει και συμβεί κάποιο κακό για τους θνητούς.
Όμως το δέχτηκε και, όταν πια τον βρήκε η συμφορά, τότε κατάλαβε.
90 Ζούσανε πριν πάνω στη γη τα γένη των ανθρώπων
δίχως συμφορές, δίχως τους κόπους τούς σκληρούς,
και δίχως τις βαριές αρρώστιες που ᾽δωσαν στους ανθρώπους θάνατο.
[Γιατί γοργά μέσα στην κακουχία γερνάνε οι θνητοί.]
Μα η γυναίκα με τα χέρια της του πιθαριού το μέγα αφαιρώντας πώμα
τα σκόρπισε όλα και ετοίμασε ολέθριες για τους ανθρώπους έγνοιες.
Και μόνο η Ελπίδα εκεί στο άθραυστο σπίτι της
έμεινε μέσα, από του πιθαριού τα χείλη κάτω, κι έξω δεν πέταξε
απ᾽ την πόρτα. Γιατί η Πανδώρα πρόλαβε και ξανάβαλε του πιθαριού το πώμα
με τη βουλή του Δία που την αιγίδα του βαστά, του συννεφοσυνάχτη.
100 Άλλοι αναρίθμητοι όλεθροι ανάμεσα στους ανθρώπους περιφέρονται.
Γεμάτη η γη με συμφορές, γεμάτη και η θάλασσα.
Κι αρρώστιες, άλλες τη μέρα, άλλες τη νύχτα, στους ανθρώπους
καταφθάνουν από μόνες τους και φέρνουν στους θνητούς κακά
μέσα στη σιωπή, αφού ο Δίας ο συνετός τη φωνή τους πήρε.
Έτσι δεν είναι δυνατό κανείς του Δία το σχέδιο να ξεφύγει.

Σάββατο 22 Ιουνίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Νεφέλαι (263-297)

ΣΩ. εὐφημεῖν χρὴ τὸν πρεσβύτην καὶ τῆς εὐχῆς ἐπακούειν.
ὦ δέσποτ᾽ ἄναξ, ἀμέτρητ᾽ Ἀήρ, ὃς ἔχεις τὴν γῆν μετέωρον,
265 λαμπρός τ᾽ Αἰθὴρ σεμναί τε θεαὶ Νεφέλαι βροντησικέραυνοι,
ἄρθητε, φάνητ᾽, ὦ δέσποιναι, τῷ φροντιστῇ μετέωροι.
ΣΤ. μήπω, μήπω γε, πρὶν ἂν τουτὶ πτύξωμαι, μὴ καταβρεχθῶ.
τὸ δὲ μηδὲ κυνῆν οἴκοθεν ἐλθεῖν ἐμὲ τὸν κακοδαίμον᾽ ἔχοντα.
ΣΩ. ἔλθετε δῆτ᾽, ὦ πολυτίμητοι Νεφέλαι, τῷδ᾽ εἰς ἐπίδειξιν·
270 εἴτ᾽ ἐπ᾽ Ὀλύμπου κορυφαῖς ἱεραῖς χιονοβλήτοισι κάθησθε,
εἴτ᾽ Ὠκεανοῦ πατρὸς ἐν κήποις ἱερὸν χορὸν ἵστατε Νύμφαις,
εἴτ᾽ ἄρα Νείλου προχοαῖς ὑδάτων χρυσέαις ἀρύτεσθε πρόχοισιν,
ἢ Μαιῶτιν λίμνην ἔχετ᾽ ἢ σκόπελον νιφόεντα Μίμαντος·
ὑπακούσατε δεξάμεναι θυσίαν καὶ τοῖς ἱεροῖσι χαρεῖσαι.

ΧΟΡΟΣ
275 ἀέναοι Νεφέλαι, [στρ.]
ἀρθῶμεν φανεραὶ δροσερὰν φύσιν εὐάγητον,
πατρὸς ἀπ᾽ Ὠκεανοῦ βαρυαχέος
ὑψηλῶν ὀρέων κορυφὰς ἔπι
280 δενδροκόμους, ἵνα
τηλεφανεῖς σκοπιὰς ἀφορώμεθα,
καρπούς τ᾽ ἀρδομέναν θ᾽ ἱερὰν χθόνα,
καὶ ποταμῶν ζαθέων κελαδήματα,
καὶ πόντον κελάδοντα βαρύβρομον·
285 ὄμμα γὰρ αἰθέρος ἀκάματον σελαγεῖται
μαρμαρέαισιν αὐγαῖς.
ἀλλ᾽ ἀποσεισάμεναι νέφος ὄμβριον
ἀθανάτας ἰδέας ἐπιδώμεθα
290 τηλεσκόπῳ ὄμματι γαῖαν.

ΣΩ. ὦ μέγα σεμναὶ Νεφέλαι, φανερῶς ἠκούσατέ μου καλέσαντος.
ᾔσθου φωνῆς ἅμα καὶ βροντῆς μυκησαμένης θεοσέπτου;
ΣΤ. καὶ σέβομαί γ᾽, ὦ πολυτίμητοι, καὶ βούλομαι ἀνταποπαρδεῖν
πρὸς τὰς βροντάς· οὕτως αὐτὰς τετρεμαίνω καὶ πεφόβημαι·
295 κεἰ θέμις ἐστίν, νυνί γ᾽ ἤδη, κεἰ μὴ θέμις ἐστί, χεσείω.
ΣΩ. οὐ μὴ σκώψεις μηδὲ ποήσεις ἅπερ οἱ τρυγοδαίμονες οὗτοι,
ἀλλ᾽ εὐφήμει· μέγα γάρ τι θεῶν κινεῖται σμῆνος ἀοιδαῖς.

***
Ο Σωκράτης παίρνει στάση επίσημη, ιερατική.
ΣΩΚ. Πρέπει ο γέρος ιερή να κρατήσει σιωπή
και τη δέηση που κάνω ν᾽ ακούσει.
Απροσμέτρητε Αέρα, ω αφέντη τρανέ,
που τη γη μας ανάερη σηκώνεις,
κι εσύ, Αιθέρα λαμπρέ, και σεβάσμιες θεές
αστραπών και βροντών, ω Νεφέλες,
σηκωθείτε και δείξτε, κυράδες μου εσείς,
στο σοφό ερευνητή τη θωριά σας.
ΣΤΡ. Μια στιγμή, μια στιγμούλα· όχι πριν τυλιχτώ
στο σκουτί μου, μη γίνω μουσκίδι.
Και να δεις που ο κακότυχος ήρθα, χωρίς
ένα σκούφο να πάρω απ᾽ το σπίτι.
ΣΩΚ. Τιμημένες Νεφέλες, ελάτε ως εδώ
και δειχτείτε στον άνθρωπο τούτο·
270 κι αν στου Ολύμπου, ω θεές, τις ιερές κορυφές
τις χιονόδαρτες κάθεστε επάνω,
κι αν με Νύμφες ιερός σας ευφραίνει χορός
στου Ωκεανού του γονιού σας τους κήπους,
κι αν, στις άκρες που χύνεται ο Νείλος, νερό
με χρυσές ανασέρνετε στάμνες,
κι αν στο βράχο, όλο χιόνια, του Μίμαντα, κι αν
στη Μαιώτιδα βρίσκεστε λίμνη,
με χαρά τη θυσία που προσφέρνω κι αυτά
τα ιερά μου δεχτείτε κι ελάτε.

Ακούγεται των αθέατων ακόμη Νεφελών το τραγούδι να σιμώνει σιγά σιγά, συνοδεμένο από αστραπές και βροντές.
Ο ΧΟΡΟΣ
Την αγκαλιά του πατέρα μας,
του Ωκεανού του βαρύβροντου, αφήνοντας
οι δροσερές, φευγαλέες, οι αστέρευτες
ας ανεβούμε Νεφέλες εμείς
280 στις δασωμένες κορφές των βουνών·
τα μακροθώρητα κείθε να δούμε ψηλώματα,
την ποτιζάμενη γη και της γης τα γεννήματα
και τα θεϊκά της ποτάμια τα γάργαρα
και το βαρύβροντο πέλαο· γιατί
μέσα σε λάμψες
αχτιδοβόλες ακούραστο λάμπει του αιθέρα το μάτι.
Απ᾽ τα κορμιά μας, Νεφέλες, τ᾽ αθάνατα
τη βροχερή την αντάρα ας τινάξουμε
290 και τις ματιές μας στον κόσμο ας τις ρίξουμε πέρα.

ΣΩΚ. Ω που μόλις σας κάλεσα, νά, φανερά,
σεβαστές μου Νεφέλες, μ᾽ ακούτε.
Στο Στρεψιάδη.
Τη φωνή και μαζί τη θεϊκή τη βροντή
που μπουμπούνισε, πες μου, έχεις νιώσει;
ΣΤΡ. Ναι· κι εσάς, σεβαστές μου, βαθιά προσκυνώ·
στις βροντές σας ποθώ ν᾽ απαντήσω
με πορδές, γιατί μ᾽ έπιασε —τί να σας πω;—
φριχτός φόβος, μεγάλη τρεμούλα·
α, κι αν είναι πρεπούμενο, αυτή τη στιγμή,
κι αν είν᾽ άπρεπο, εγώ θα τα κάμω.
ΣΩΚ. Άσ᾽ τ᾽ αστεία και μην κάνεις αυτά που ποιητές
κωμικοί κακομοίρηδες κάνουν·
σιγή κράτα ιερή· γιατί, νά, ένα τρανό
σμάρι θεών τραγουδώντας σαλεύει.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΑΝΤΕΙΣ - ΩΚΥΡΡΟΗ

Η Ωκυρρόη, κόρη του Κένταυρου Χείρωνα και της Νύμφης Χαρικλώς, ονομάστηκε από τον τόπο όπου γεννήθηκε —στην όχθη ενός ρυακιού με γρήγορα νερά (ὠκὺς = γρήγορος, ορμητικός, ταχυκίνητος).

Μόλις γεννήθηκε της δόθηκε το χάρισμα της μαντικής, όμως το χρησιμοποίησε άσκεπτα, καθώς αποκάλυψε στον πατέρα της και στον μικρό προστατευόμενο και μαθητευόμενό του Ασκληπιό τη μυστική ιστορία των θεών παρά τη σχετική απαγόρευση.

Οι θεοί την τιμώρησαν μεταμορφώνοντάς την σε φοράδα. Από τότε ονομάστηκε Ιππώ. Την εκδοχή αυτή του μύθου παραδίδει ο Οβίδιος στις Μεταμορφώσεις του (2.635 κ.ε.). Η Ωκυρρόη ταυτίζεται πολλές φορές με την Ίππη.

Το υποσυνείδητο λειτουργεί όπως το εκπαιδεύσεις

Υποσυνείδητο: «Είναι το μέρος του συνειδητού το οποίο ενεργεί έξω από το πλαίσιο της άμεσης αντίληψης. Στην ψυχανάλυση, λειτουργεί ως μια αποθήκη πληροφοριών, αντιλήψεων, επιθυμιών και παρορμήσεων, τα οποία δύνανται να επανέλθουν στη συνείδηση και επηρεάζει τη συμπεριφορά του ατόμου».

Το υποσυνείδητο, λοιπόν, είναι η έδρα όσων δυνητικά θα μπορούσαμε να είμαστε αρκεί να το πείσουμε για αυτό. Δεν είμαστε όσα υπάρχουν αποθηκευμένα στον υποσυνείδητο νου μας, πολύ απλά γιατί αν τον προγραμματίσουμε να αντικαταστήσει την ιδέα του για εμάς σε κάποιον τομέα με την ακριβώς αντίθετή της, θα το κάνει. Απλούστερα, αν σκέφτεσαι αρνητικά για εσένα θα σου επιστραφεί σαν ιδέα από το υποσυνείδητό σου όποτε τον χρειαστείς και θα σε πείσει πως είσαι αυτό που σου λέει γιατί είναι μια πληροφορία που εσύ ο ίδιος φύτεψες εκεί μέσα. Αντίστοιχα, αν σκέφτεσαι θετικά θα εκπαιδεύσεις τον υποσυνείδητο νου σου να σου επιστρέφει μόνο αυτή την πληροφορία. Τόσο απλά όπως το copy-paste.

Το υποσυνείδητο είναι πάντοτε «ενεργό», ελέγχει όχι μόνο όλες τις διαδικασίες του σώματος, αλλά έχει και τις απαντήσεις σε διάφορα ερωτήματα. Είναι μια δυναμική του ανθρώπινου εγκεφάλου που δυσκολευόμαστε να ελέγξουμε και είναι η πηγή πολλών καθημερινών μας προβλημάτων καθώς δεν την εκμεταλλευόμαστε προς όφελός μας, αλλά την αφήνουμε να μας τσακίζει. Η βάση των ενστίκτων, της μνήμης, της φαντασίας, των συνηθειών βρίσκεται εκεί. Ενώ, οι απλές διεργασίες -οι μαθηματικές πράξεις κι ό,τι αφορά στην πρακτική των hard sciences- συμβαίνουν στο συνειδητό. Είναι έμφυτο και ευεπηρέαστο από το υποσυνείδητο, θα λέγαμε ακόμα και άρρηκτα συνδεδεμένο με αυτό.

Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο πρέπει να μάθουμε να εκπαιδεύουμε το ένα μέρος της σκέψης να επηρεάζει το άλλο. Αφού ήδη οι πληροφορίες που λαμβάνουμε από τον υποσυνείδητο νου επηρεάζουν το συνειδητό, αλλά ταυτόχρονα ό,τι σκεφτόμαστε στο συνειδητό αποθηκεύεται στο υποσυνείδητο και γίνεται κτήμα του. Από μικροί, λοιπόν, μαθαίνουμε στον υποσυνείδητό νου να παίρνει τη μορφή όσων του λέμε. Όλοι οι συνειρμοί μας αποθηκεύονται εκεί. Αν αυτοί οι συνειρμοί είναι αρνητικοί, μόλις ξανασκεφτείς κάτι στο οποίο εφάπτονται έστω και λίγο, τους έχεις επαναφέρει στη σκέψη σου, πράγμα που συνεπάγεται αντίστοιχων αποτελεσμάτων.

Αν σκεφτείς πόσο κακός είσαι σε κάτι, την επόμενη φορά που θα το επιχειρήσεις να το κάνεις ο συνειρμός θα ανακληθεί και θα σε αποτρέψει απ’ το να το κάνεις, γιατί έμαθες στον εαυτό σου να σε θεωρεί κακό σε αυτό. Συνεπώς, προγραμματίζεις την αποτυχία σου αν προγραμματίζεις το υποσυνείδητό σου με τις λάθος λέξεις. Αυτό το κοινότυπο με τις «θετικές σκέψεις» έχει τις βάσεις του ακριβώς εκεί, απλώς επειδή έχει γίνει τόσο cliché το απαξιούμε.

Αποδέξου την ύπαρξη του υποσυνείδητου νου και συμφιλιώσου μαζί του, γιατί αποτελεί το 88% του εαυτού σου. Το συνειδητό είναι η κορυφή του παγόβουνου που αποκαλείται εαυτός κι αυτό του οποίου η ύπαρξη είναι άμεσα αισθητή, κάτω από την επιφάνεια του νερού όμως υπάρχει ένα πολύ μεγαλύτερο κομμάτι -υποσυνείδητο- που δεν είναι άμεσα ορατό, αλλά υποστηρίζει και συγκρατεί την κορυφή στην επιφάνεια.

Ο υποσυνείδητος νους ακούει και μεταβάλλεται βάση των όσων του λέμε. Πρόσεχε πώς μιλάς για τον εαυτό σου, στον εαυτό σου.

Μπέρτραντ Ράσελ: Ο Μπέρκλεϋ, ο Χιουμ, ο Καντ κι η ..."κατηφορική προστακτική"

Μια νέα μέθοδο απολογητικής επινόησε o συμπαθέστατος Επίσκοπος Μπέρκλεϋ. Επιτέθηκε κατά των υλιστών της Εποχής του, με επιχειρήματα που ξανά ζωντάνεψε στις μέρες μας ο σερ Τζαίημς Τζήνς. Ό σκοπός του ήταν διπλός: πρώτο, ν' αποδείξει ότι δεν μπορεί να υπάρχει αυτό που ονομάζεται ύλη δεύτερο, να συναγάγει απ’ την αρνητική αυτή πρόταση την απαραίτητη ύπαρξη θεού.

Στο πρώτο ζήτημα, οι ισχυρισμοί του δεν βρήκαν καμιά ανταπόκριση. Αμφιβάλλω όμως ότι θα έκανε τον κόπο να τους διατυπώσει, αν δεν πίστευε ότι έδιναν υποστήριξη στη θεολογική ορθοδοξία.

Όταν νομίζετε ότι βλέπετε ένα δέντρο, λέει ο Μπέρκλεϋ, εκείνο που γίνεται γνώση σας είναι όχι ένα αντικείμενο του εξωτερικού κόσμου, αλλά μια τροποποίηση του εαυτού σας, ένα συναίσθημα η, όπως το ονομάζει ο ίδιος, μια «ιδέα». Αυτή η γνώση, η μόνη που αποκτάτε άμεσα, παύει μόλις κλείσετε τα μάτια. οτιδήποτε μπορείτε ν’ αντιληφθείτε, βρίσκεται από πριν στη νόησή σας, δεν είναι ένα εξωτερικό υλικό αντικείμενο. Ή ύπαρξη ύλης, επομένως, είναι μια περιττή υπόθεση. Εκείνο που είναι πραγματικό σχετικά με το δέντρο, είναι οι εντυπώσεις των αισθήσεων εκείνων που υποτίθεται ότι το «βλέπουν». Όλα τα άλλα δεν είναι παρά άχρηστη μεταφυσική.

Ως εδώ, η επιχειρηματολογία του Μπέρκλεϋ είναι αξιόλογη και σε μεγάλο μέρος της έγκυρη. Αλλά τώρα, ξαφνικά, αλλάζει τόνο και, αφού διατυπώσει μια τολμηρή παραδοξολογία, γλιστρά στις προκαταλήψεις του αφιλοσόφητου, που αποτελούν τη βάση για την επόμενη θέση του. Βρίσκει άτοπο το να υποθέσουμε ότι τα δέντρα και τα σπίτια, τα βουνά και τα ποτάμια, ο ήλιος και η σελήνη και τ’ αστέρια, υπάρχουν μόνο τη στιγμή που τα κοιτάζουμε, ότι δηλαδή υποστήριζε με τους προηγούμενους ισχυρισμούς του. Πρέπει, λέει, να υπάρχει κάτι το μόνιμο στα φυσικά αντικείμενα και κάποια ανεξαρτητοποίηση από τ’ ανθρώπινα όντα. Αυτό το θεμελιώνει, κάνοντας την υπόθεση, ότι το δέντρο είναι πραγματικά μια ιδέα στη διάνοια του θεού και επομένως εξακολουθεί να υπάρχει και όταν κανένα ανθρώπινο ον δεν το κοιτάζει. Οι συνέπειες της ίδιας του της παραδοξολογίας, αν τις αναγνώριζε με ειλικρίνεια, θα του φαίνονταν τρομερές. Αλλά, με μιαν απότομη στροφή, διασώζει την ορθοδοξία και μαζί της μερικά «κομμάτια» του κοινού νου.

Την ίδια ατολμία παραδοχής των συνεπειών των σκεπτικιστικών επιχειρημάτων του έδειξαν και όλοι οι οπαδοί του, εκτός απ’ τον Χιουμ. Οι πιο σύγχρονοι μαθητές του δεν έχουν σημειώσει ούτε ένα βήμα πιο πέρα, στο ζήτημα αυτό. Κανένας τους δεν τολμά να παραδεχτεί ότι αφού γνωρίζω μόνο «ιδέες», δεν γνωρίζω παρά μόνο τις δικές μου ιδέες και επομένως, δεν μπορεί να έχω λόγο να πιστεύω, ότι υπάρχει οτιδήποτε άλλο εκτός απ’ τις διάφορες καταστάσεις της διάνοιάς μου. Όσοι δέχτηκαν σαν έγκυρο αυτό το τόσο απλοϊκό επιχείρημα δεν ήταν μαθητές του Μπέρκλευ, αφού βρήκαν ένα τέτοιο συμπέρασμα ανυπόφορο. Υποστήριξαν, λοιπόν, ότι δεν είναι μόνο «οι ιδέες» εκείνο που γνωρίζουμε.

Ο Χιουμ, το «τρομερό παιδί» της φιλοσοφίας, παρουσίαζε το ιδιαίτερο, ότι δεν είχε βαθύτερα μεταφυσικά κίνητρα. Ήταν όχι μόνο φιλόσοφος, άλλα και ιστορικός και δοκιμιογράφος, είχε ατάραχη ιδιοσυγκρασία και έβρισκε ίσως τόση ευχαρίστηση στο να πειράζει τους φιλόσοφους για τις γκάφες τους, όση θα έβρισκε κι αν τους τις σκάρωνε ο ίδιος. Ωστόσο, το αποτέλεσμα αυτής της δραστηριότητάς του ήταν να παροτρύνει σε γκάφες δύο ολόκληρες σχολές, μια στην Αγγλία και μια στη Γερμανία. Ή γερμανική παρουσιάζει μεγαλύτερο ενδιαφέρον.

Ο πρώτος Γερμανός που πρόσεξε τον Χιουμ ήταν ο Ιμμανουέλ Καντ, που, ως τα σαρανταπέντε του χρόνια, έμενε ευχαριστημένος με τη δογματική παράδοση που ξεκινούσε απ’ τον Λάϊμπνιτς. Τότε, όπως λέει ο ίδιος, ο Χιουμ τον «αφύπνισε απ’ τη δογματική νάρκη». Αφού βυθίστηκε σε στοχασμούς δώδεκα ολόκληρα χρόνια, έφερε στο φως το μεγάλο του έργο, την Κριτική του Καθαρού Λόγου. Εφτά χρόνια αργότερα, στα εξήντα τέσσερα χρόνια του, έδωκε την Κριτική του Πρακτικού Λόγου, όπου ξαναβυθίζεται στη δογματική του νάρκη, ύστερα από είκοσι σχεδόν χρόνια ταραγμένης αγρύπνιας.

Οι βασικές του επιθυμίες ήταν δύο: ήθελε να είναι βέβαιος για το αμετάβλητο της καθημερινής πραγματικότητας και ήθελε να πιστέψει στα ηθικά αξιώματα πού είχε μάθει στη νηπιακή του ηλικία.

Ό Χιουμ τον αναστάτωσε και στις δύο αυτές πεποιθήσεις του υποστηρίζοντας ότι δεν μπορούμε να εμπιστευόμαστε το νόμο της αιτιότητας και προκαλώντας την αμφιβολία για την ύπαρξη μέλλουσας ζωής, το καλό δεν ήταν βέβαιο ότι θα έβρισκε ανταμοιβή στον ουρανό. Τα πρώτα δώδεκα χρόνια των στοχασμών του πάνω στον Χιουμ, ο Καντ τα αφιέρωσε στο νόμο της αιτιότητας και βρήκε τελικά μια αξιόλογη λύση. Ναι είπε, δεν μπορούμε να ξέρουμε αν υπάρχουν αίτια στον πραγματικό κόσμο, αλλά, τότε δεν μπορούμε και να ξέρουμε τίποτα για τον πραγματικό κόσμο. Ο κόσμος των φαινομένων, ο μόνος τον όποιο μπορούμε να αντιληφτούμε, έχει όλες τις ιδιότητες που του αποδίδουμε, όπως ακριβώς, όταν κάποιος φοράει πράσινα γυαλιά, που δεν μπορεί να τα βγάλει, είναι βέβαιος ότι βλέπει τα πράγματα πράσινα. Τα φαινόμενα που αντιλαμβανόμαστε με την εμπειρία έχουν αιτίες, που είναι κι αυτές άλλα φαινόμενα. Δεν υπάρχει λόγος ν’ ανησυχούμε αν υπάρχει ή όχι αιτιότητα στην πραγματικότητα που βρίσκεται πίσω απ’ τα φαινόμενα, αφού δεν μπορούμε να την αντιληφτούμε εμπειρικά.

Ο Καντ έβγαινε περίπατο την ιδία ακριβώς ώρα καθημερινά κι ο υπηρέτης του τον ακολουθούσε κρατώντας την ομπρέλα του. Τα δώδεκα χρόνια που χρειάστηκαν για την «Κριτική του Καθαρού Λόγου» έπεισαν τελικά το γέρο - φιλόσοφο ότι, αν τύχαινε να βρέξει, η ομπρέλα θα τον προστάτευε απ’ το να αισθάνεται βρεγμένος, κι ας έλεγε ότι ήθελε ο Χιουμ για τις πραγματικές ψιχάλες.

Αυτό ήταν παρήγορο, αλλά την παρηγοριά αυτή την πλήρωσε πανάκριβα. Ο χώρος κι ο χρόνος, όπου συμβαίνουν τα φαινόμενα, είναι μη πραγματικοί: τους είχε κατασκευάσει ο ψυχικός μηχανισμός του Καντ. Για το χώρο δεν ήξερε πολλά πράγματα, αφού ποτέ του δεν είχε ταξιδέψει περισσότερο από δέκα μίλια πέρα απ’ την Καινιξβέργη. Ίσως, αν είχε ταξιδέψει, να αμφέβαλλε για το εάν η υποκειμενική του επινοητικότητα ήταν ικανή να συλλάβει νοερά τη γεωγραφία όλων των τόπων που θα είχε δει. Ήταν ευχάριστο πράγμα, ωστόσο, το ότι ήταν βέβαιος για την αλήθεια της γεωμετρίας, επειδή, έχοντας επινοήσει ο ίδιος τον χώρο, ήταν απόλυτα σίγουρος ότι τον είχε κατασκευάσει όπως θα τον ήθελε ο Ευκλείδης — και ήταν σίγουρος γι’ αυτό, χωρίς να ρίξει ούτε μια ματιά έξω απ’ τον εαυτό του. Με τον τρόπο αυτό, τα μαθηματικά ήταν ασφαλισμένα κάτω απ’ την ομπρέλα.

Αν όμως τα μαθηματικά ήταν ασφαλισμένα, η ηθική εξακολουθούσε να βρίσκεται σε κίνδυνο. Στην «Κριτική του Καθαρού Λόγου», ο Καντ δίδαξε, ότι ο καθαρός λόγος δεν είναι ικανός να αποδείξει την ύπαρξη μέλλουσας ζωής η την ύπαρξη θεού. Δεν μπορεί επομένως να μας διαβεβαιώσει, ότι υπάρχει δικαιοσύνη στον κόσμο. Και υπήρχε και μια άλλη ακόμα δυσκολία, αναφορικά με την ελεύθερη βούληση. Οι πράξεις μου, ως το βαθμό που μπορώ να τις αντιληφθώ με την παρατήρηση, είναι φαινόμενα και, σαν τέτοια, έχουν αιτίες. Όσο για το τι είναι οι πράξεις μου «καθεαυτές», ο καθαρός λόγος δεν έχει τίποτα να μου πει κι έτσι δεν ξέρω αν είναι «ελεύθερες» ή όχι.

Ωστόσο, Ο «καθαρός» λόγος δεν είναι ο μοναδικός. Υπάρχει κι ένας άλλος — όχι «μη καθαρός», όπως ίσως θα υπέθετε κανείς, αλλά «πρακτικός». Αυτός αρχίζει με την πρόταση, ότι όλα τα ηθικά διδάγματα που έμαθε ο Καντ στα παιδικά του χρόνια είναι αλήθειες. (Μια τέτοια πρόταση, φυσικά, χρειάζεται κάποια μεταμφίεση. Εισάγεται λοιπόν στη φιλοσοφική κοινωνία με το όνομα «κατηφορική προστακτική»). Απ’ αυτό συνάγεται, ότι η βούληση είναι ελεύθερη, γιατί θα ήταν άτοπο να λέμε «πρέπει να κάνεις αυτό κι’ εκείνο», αν δεν μπορείς να το κάνεις. Συνάγεται, επίσης, ότι υπάρχει μέλλουσα ζωή, γιατί, διαφορετικά, το καλό δεν θα έβρισκε αρκετή ανταμοιβή, ούτε το κακό αρκετή τιμωρία. Συνάγεται, ακόμα, ότι πρέπει να υπάρχει ένας Θεός, για να τα κανονίζει όλα αυτά. Ό Χιουμ μπορεί να θεμελίωσε τον «καθαρό» λόγο, αλλά ο ηθικός νόμος, τελικά, ξανάδωσε τη νίκη στους μεταφυσικούς. Κι έτσι, ο Καντ πέθανε ευτυχισμένος και τον τιμούν οι γενεές από τότε.
 
Μπέρτραντ Ράσελ, Αντιδημοφιλή δοκίμια

Σενέκας: Η ζωή προχωρά ακάθεκτη. Κανείς δεν πρόκειται να σου αποκαταστήσει τα χρόνια σου

Η ζωή μπορεί να διαιρεθεί σε τρεις περιόδους. Από αυτές, εκείνη που ζούμε τώρα έχει ήδη φύγει, εκείνη που θα ζήσουμε επαφίεται στο τυχαίο, και η μόνη σίγουρη είναι εκείνη που έχουμε ήδη ζήσει»

«Δεν μπορεί να υπάρξει τίποτα πιο ανόητο από την άποψη αυτών που καυχώνται για την προνοητικότητά τους. Μένουν εξαντλητικά απασχολημένοι προκειμένου να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για να ζήσουν καλύτερα. Περνούν τη ζωή τους με το να ετοιμάζονται να ζήσουν!».

«Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μας το περνάμε κάνοντας κακές πράξεις, ένα μεγάλο μέρος μην κάνοντας τίποτα, και όλη μας τη ζωή χωρίς να σκεπτόμαστε τι κάνουμε».

«Κανείς δεν πρόκειται να σου αποκαταστήσει τα χρόνια σου, κανείς δεν θα σου τα επιστρέψει. Η ζωή θα ακολουθήσει το δρόμο που άρχισε και δεν πρόκειται ούτε να αναστρέψει, αλλ’ ούτε και να περιορίσει την πορεία της.

Δεν θα κάνει θόρυβο, δεν θα σου θυμίσει πόσο γρήγορη είναι. Θα γλιστρήσει σιωπηλή, δεν πρόκειται να γίνει μεγαλύτερη με βασιλικές διαταγές ή λαϊκές επιδοκιμασίες. Όπως άρχισε την πρώτη μέρα, έτσι θα εξακολουθήσει, πουθενά δεν θα αλλάξει τη διαδρομή της, πουθενά δεν θα καθυστερήσει.

Και τελικά ποιο θα είναι το αποτέλεσμα; Εσύ θα έχεις απορροφηθεί από τις ασχολίες σου και η ζωή θα προχωρεί ακάθεκτη και κάπου στο μεταξύ θα έρθει ο θάνατος, για τον οποίο, είτε το θέλεις είτε όχι, θα πρέπει να βρεις κάποιον ελεύθερο χρόνο».
 
Σενέκας*, Περί της συντομίας της ζωής
---------------------
Λούκιος ή Λεύκιος Ανναίος Σενέκας (Lucius Anneus Seneca), γνωστός ως Σενέκας ο Νεότερος ή απλώς Σενέκας (περίπου 4 π.Χ.-65 μ.Χ.), ήταν Ρωμαίος πολιτικός, ρήτορας, δραματουργός και στωικός φιλόσοφος. Ήταν γιος του Σενέκα του Πρεσβύτερου, φιλοσόφου, τραγωδού και διδασκάλου του Ρωμαίου Αυτοκράτορα Νέρωνα. Καταγόταν από την Κόρδοβα της ρωμαϊκής επαρχίας της Ισπανίας. Η ηθική πραγματεία «Για μια ευτυχισμένη ζωή» (De vita beata), που δεν σώζεται πλήρης, έχει γραφτεί στα τέλη της δεκαετίας του 50 μ.Χ. και απευθύνεται στον αδερφό του Σενέκα, Νοβάτο, που τώρα φέρει το καινούριο όνομα Γαλλίων, Γαλλίωνας. Το έργο έχει τη μορφή απολογίας για τον τρόπο ζωής του φιλοσόφου -ασυνεπή, σύμφωνα με τις κατηγορίες πολλών. Ο κύριος όγκος του πεζού έργου του Σενέκα έχει καθαρή φιλοσοφική χροιά και, όσο κι αν ήταν μεγάλη η επίδραση των Πυθαγορείων στη σκέψη του, το έργο του αποτελεί σπουδαιότατη πηγή της ιστορίας του στωικισμού, στον οποίο ο συγγραφέας έδωσε πνευματικότερη μορφή και τον οποίο έκανε πολύ πιο ανθρώπινο.

Να έχεις προσδοκίες από ανθρώπους που θέλουν και μπορούν

“When people treat you like they don’t care, believe them” (όταν οι άνθρωποι σου συμπεριφέρονται σαν να μην ενδιαφέρονται, πίστεψέ τους). Και η αλήθεια είναι ότι είναι τόσο σωστό.

Οι άνθρωποι συχνά προσπαθούμε να δικαιολογήσουμε, να καταλάβουμε, να σώσουμε, να διαχειριστούμε. Αυτό συχνά έχει σαν συνέπεια να χάνουμε κομμάτια του εαυτού μας, να αλλάζουμε εμείς τις συμπεριφορές μας, να νιώθουμε ενοχές, να δίνουμε μόνιμα ευκαιρίες σε σχέσεις που μπορεί να μην αξίζουν, σε ανθρώπους για τους οποίους μπορεί να είμαστε μία δεύτερη επιλογή.

Αλήθεια, γιατί να το κάνεις αυτό στον εαυτό σου; Γιατί να μην δώσεις στον εαυτό σου την ευκαιρία να είσαι για κάποιον προτεραιότητα; Γιατί να μην δώσεις στον εαυτό σου την δυνατότητα να απολαύσει;

Τις περισσότερες φορές δικαιολογούμε τη στάση μας, άλλες φορές δεν την αντιλαμβανόμαστε και άλλες φορές αγγίζουμε τα όριά μας. Και πάλι παραμένουμε. Αρνούμαστε να πιστέψουμε ότι για τον άλλον δεν είμαστε η πρώτη του επιλογή, αρνούμαστε να πιστέψουμε ότι ο άλλος δεν μας δίνει την ευκαιρία που αξίζουμε.

Κι όμως… Αντί να φύγουμε, εμείς μένουμε. Γιατί έχουμε συναισθήματα, γιατί πιστεύουμε ότι ο άλλος θα αλλάξει, γιατί λέμε ότι δίνουμε ευκαιρία στη σχέση μας, γιατί φοβόμαστε, γιατί δεν μπορούμε να το πάρουμε απόφαση.

Αλήθεια όμως, με αυτό τον τρόπο δεν υποβιβάζουμε τον εαυτό μας; Με αυτό τον τρόπο δεν ανεχόμαστε; Με αυτό τον τρόπο δεν υποτιμάμε τον εαυτό μας και τον μαθαίνουμε να δέχεται συμπεριφορές που μας πληγώνουν; Γιατί να μην μάθουμε να διεκδικούμε αυτό που λέμε ότι μας αξίζει;

Γιατί να μην πιστέψουμε σε μας και να δώσουμε μία ευκαιρία στον εαυτό μας να του δώσουν αυτά που θέλει να δώσει; Να τον φροντίζεις τον εαυτό σου και να διεκδικείς να σε φροντίζουν και εσένα.

Ένας άνθρωπος για τον οποίο δεν θα γίνεις ποτέ προτεραιότητα, δεν θα αλλάξει και ίσως δεν θα μπορέσει να καταλάβει τον τρόπο που σκέφτεσαι, γιατί πάντα θα ακούει μόνο τα δικά του θέλω, θα συμπεριφέρεται εγωιστικά και δεν θα μπορέσει να μπει στη θέση σου.

Αυτός ο άνθρωπος, ποτέ δεν θα νιώσει πραγματικά τα συναισθήματά σου, γιατί έτσι έχει μάθει. Και εάν το κάνει, θα το κάνει μόνο με τον δικό του τρόπο, μόνο με τους δικούς του όρους, μόνο τις δικές του προϋποθέσεις. Μήπως όμως αυτό θα είναι πάντα τελικά για σένα λίγο;