Σάββατο 30 Μαρτίου 2019

Το πείραμα του βαρυτοηλεκτρομαγνητισμού με τον δορυφόρο Gravity Probe Β

Ο βαρυτοηλεκτρομαγνητισμός ή GEM, διατυπώνεται με ένα σύνολο εξισώσεων με εμφανείς αναλογίες μεταξύ των εξισώσεων πεδίου του Maxwel και μιας προσεγγιστικής επαναδιατύπωσης των εξισώσεων πεδίου του Αϊνστάιν για τη γενική σχετικότητα, που όμως ισχύουν κάτω από ορισμένες συνθήκες. Για παράδειγμα, οι πιο συνηθισμένες παραλλαγές του βαρυτοηλεκτρομαγνητισμού ισχύουν μόνο για μη απομονωμένες πηγές και για αργά κινούμενα σωματίδια.

 

Ο δορυφόρος Gravity Probe Β

 
Ο βαρυτομαγνητισμός παράγεται από τα άστρα και τους πλανήτες καθώς αυτοί ιδιοπεριστρέφονται. Είναι παρόμοιο φαινόμενο με το παραγόμενο μαγνητικό πεδίο μιας στρεφόμενης φορτισμένης. μπάλας, αν αντικαταστήσουμε το φορτίο με τη μάζα και τότε ο μαγνητισμός γίνεται βαρυτομαγνητισμός.
 
Μπορεί να μην αισθανόμαστε το βαρυτομαγνητισμό στην καθημερινή μας ζωή, αλλά σύμφωνα με τη θεωρία του Αϊνστάιν της Γενικής Σχετικότητας είναι πραγματικό. Όταν ένας πλανήτης ή ένα αστέρι ή μια μαύρη οπή ή οποιοδήποτε μεγάλο αστρονομικό αντικείμενο περιστρέφεται, σύρει το χώρο και το χρόνο γύρω του, μια ενέργεια που είναι γνωστή ως «Frame Dragging«. Το χωροχρονικό ‘ύφασμα’ συστρέφεται όπως μια δίνη. Ο μεγαλύτερος φυσικός του 20ου αιώνα μας λέει ότι ενώ η βαρυτική δύναμη οφείλεται στην κάμψη του χωρόχρονου, η «συστροφή» είναι ο βαρυτομαγνητισμός.
 
Τα φαινόμενα ενός τέτοιου πεδίου, που συχνά αναφέρονται και σαν βαρυτομαγνητικά φαινόμενα, είναι από τις τελευταίες προβλέψεις της γενικής σχετικότητας που ακόμα δεν έχουν δοκιμαστεί. Τελευταία, στο πανεπιστήμιο τοτ Στάνφορντ αναλύουν τα δεδομένα από την πρώτη άμεση δοκιμασία του βαρυτοηλεκτρομαγνητισμού, που έγινε στο δορυφόρο Gravity B. Το σύρσιμο του χωροχρονικού πλαισίου (το πόσο παρασύρεται δηλαδή ο χωρόχρονος από την περιστροφή της Γης ή του Ήλιου ή μιας μαύρης τρύπας γύρω τους) συχνά αναφέρεται και σαν βαρυτομαγνητικό φαινόμενο.
 
Σύμφωνα με την GEM, το βαρυτικό πεδίο παράγεται από ένα περιστρεφόμενο αντικείμενο (ή όποια στρεφόμενη υλο-ενέργεια) και είναι το τυπικό ανάλογο με το μαγνητικό πεδίο στον κλασσικό ηλεκτρομαγνητισμό. Ξεκινώντας από την εξίσωση πεδίου του Αϊνστάιν της Γενικής σχετικότητας, και υποθέτοντας ένα ασθενές πεδίο ή ένα σχεδόν επίπεδο χωρόχρονο, κάποιοι έχουν φτιάξει τις παρακάτω βαρυτομαγνητικές εξισώσεις ανάλογες με τις εξισώσεις του Maxwell για τον ηλεκτρομαγνητισμό.
 
όπου:
  • E είναι το βαρυτοηλεκτρικό πεδίο ή η βαρύτητα.
  • B είναι το βαρυτομαγνητικό πεδίο.
  • ρ είναι η πυκνότητα της μάζας αντί της πυκνότητας του φορτίου.
  • J είναι η πυκνότητα ρεύματος της μάζας (=ρvρ, όπου vρ είναι η ταχύτητα της ροής της μάζας που γεννά το βαρυτομαγνητικό πεδίο).
  • G είναι η παγκόσμια σταθερά της βαρύτητας
  • c είναι η ταχύτητα της διάδοσης ή η ταχύτητα του φωτός.
    Βλέπουμε ότι οι παραπάνω εξισώσεις έχουν μεγάλη αναλογία με τις εξισώσεις του ηλεκτρομαγνητισμού του Maxwell.
     
    Η αναλογία και οι εξισώσεις που διαφέρουν μόνο από ορισμένους μικρούς παράγοντες δημοσιεύθηκαν για πρώτη φορά το 1893, πριν από τη γενική σχετικότητα, από τον Oliver Heaviside ως ξεχωριστή θεωρία που επεκτείνει τον νόμο του Νεύτωνα.
     
    Έμμεσες επικυρώσεις βαρυτομαγνητικών επιδράσεων έχουν προκύψει από αναλύσεις σχετικιστικών πιδάκων. Ο Roger Penrose πρότεινε ένα μηχανισμό για την εξόρυξη ενέργειας και ορμής από τις περιστρεφόμενες μαύρες τρύπες .  Το δε φαινόμενο Lense-Thirring θα μπορούσε να εξηγήσει τις παρατηρούμενες υψηλές ενέργειες και φωτεινότητες των κβάζαρ καθώς και των ενεργών γαλαξιακών πυρήνων.  Όλες αυτές οι παρατηρούμενες ιδιότητες θα μπορούσαν να εξηγηθούν με όρους βαρυτομαγνητικών επιδράσεων.
     
    Προσοχή! Παρά τις ομοιότητες των εξισώσεων του ηλεκτρομαγνητισμού με του βαρυτοηλεκτρομαγνητισμού, και παρά την ομοιότητα του νόμου της δύναμης του Lorentz με ένα αντίστοιχο νόμο του βαρυτομαγνητισμού, ο βαρυτομαγνητισμός δεν πρέπει να συγχέεται με οποιαδήποτε από τα εξής:
     
  • Ισχυρισμούς ότι μπορούν να κατασκευαστούν συσκευές αντι-βαρύτητας.
  • Ισχυρισμούς του Eugene Podkletnov ότι έχει κατασκευάσει συσκευές με προστασία από την βαρύτητα και συσκευές ανάκλασης των ακτίνων βαρύτητας.
  • Ισχυρισμούς της θεωρίας του Ηλεκτρικού Σύμπαντος που υποστηρίζει ότι προσδιορίζει τη βαρύτητα ως μια μορφή του ηλεκτρομαγνητισμού.
  • Αυτές και άλλες αξιώσεις θεωρούνται σαν ψευδοφυσική από την επικρατούσα θεωρία της επιστήμης.
Ο βαρυτοηλεκτρομαγνητισμός, αφ’ ετέρου, είναι σταθερά μέρος της καθιερωμένης θεωρίας της βαρύτητας, δηλαδή τη γενική σχετικότητα, και έχει ελέγξιμες προβλέψεις, ενώ είναι στα τελικά στάδια να εξεταστεί άμεσα.
 
Κοντά στη Γη, ο βαρυτομαγνητισμός είναι ασθενής. Για αυτό και τα γυροσκόπια του Gravity Probe Β  ταλαντεύονταν μόνο 42 χιλιοστά του ενός δευτερολέπτου. Αλλά το βαρυτομαγνητικό πεδίο κοντά σε μια περιστρεφόμενη μαύρη τρύπα ή σε ένα άστρο νετρονίων θα ήταν πολύ ισχυρό.
 
Οι αστρονόμοι μπορεί να έχουν ήδη παρατηρήσει τα αποτελέσματα του βαρυτομαγνητισμού. Μερικές μαύρες τρύπες και άστρα νετρονίων εκπέμπουν ισχυρούς πίδακες ύλης στο διάστημα, με σχεδόν την ταχύτητα του φωτός. Αυτοί οι πίδακες είναι σε μορφή ζεύγους και κατευθύνονται αντίθετα, σαν να φεύγουν από τους πόλους ενός περιστρεφόμενου αντικειμένου. Οι θεωρητικοί φυσικοί σκέφτονται ότι οι πίδακες θα μπορούσαν να τροφοδοτηθούν και να ευθυγραμμιστούν από το βαρυτομαγνητισμό.
 
Αλλά στο ηλιακό μας σύστημα  ο βαρυτομαγνητισμός είναι, στην καλύτερη περίπτωση, ασθενής. Και γι’ αυτό πολλοί αναρωτιούνται, τι έγινε που ανακαλύψαμε τον βαρυτομαγνητισμό;
 
Η ίδια ερώτηση τέθηκε, πολλές φορές, στο 19ο αιώνα όταν εξερευνούσαν ο Maxwell, ο Faraday και άλλοι τον ηλεκτρομαγνητισμό.
 
«Ποια χρήση θα μπορούσε να έχει ο ηλεκτρομαγνητισμός;»
 
Το πείραμα
Στις 20 Απριλίου 2004 εκτοξεύτηκε από τη NASA ο δορυφόρος Gravity Probe Β. Κατασκευάστηκε από επιστήμονες στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ, της NASA και της Lockheed Martin, για να εκτελέσει το πείραμα του βαρυτομαγνητισμού, με τη χρήση γυροσκοπίων.
 
Το διαστημικό σκάφος βρισκόταν σε μια πολική τροχιά 650 km από τη Γη. Μέσα του υπήρχαν τέσσερα γυροσκόπια, τέσσερις τέλεια λειασμένες σφαίρες διαμέτρου 38 cm τοποθετημένες στο κενό κάνοντας δέκα χιλιάδες περιστροφές ανά λεπτό. Εάν οι εξισώσεις του Einstein ήταν σωστές και ο βαρυτομαγνητισμός ήταν πραγματικός, τα περιστρεφόμενα γυροσκόπια έπρεπε να ταλαντευτούν καθώς θα βρίσκονταν σε τροχιά πάνω από τη Γη. Οι άξονες περιστροφής τους θα έπρεπε να μετατοπιστούν, σιγά-σιγά, συνολικά 42 χιλιοστά του ενός δευτερολέπτου μέσα σε ένα χρόνο. Ο Gravity Probe Β θα μπορούσε να μετρήσει αυτήν την γωνία με μια ακρίβεια 0,5 χιλιοστά του ενός δευτερολέπτου, ή περίπου 1%. 
 
Η αποστολή του GP-B ήταν σχεδιασμένη να κάνει μετρήσεις με πρωτοφανή ακρίβεια, καθώς στόχευε στο άστρο IM Pegasi, ενώ βρισκόταν σε τροχιά γύρω από τη Γη. Αν η βαρύτητα δεν επηρέαζε τον χώρο και το χρόνο, τα γυροσκόπια του GP-B θα έπρεπε να στοχεύουν πάντα προς την ίδια κατεύθυνση. Αλλά η επιβεβαίωση των θεωριών του Einstein ήρθε όταν τα γυροσκόπια κατέγραψαν μικρές αλλαγές στην κατεύθυνση της περιστροφής τους.
 
“Φανταστείτε τη Γη σαν να ήταν βυθισμένη στο μέλι. Καθώς περιστρέφεται ο πλανήτης, το μέλι γύρω από αυτό θα στροβιλίζεται κάτι το οποίο συμβαίνει και με το χώρο και το χρόνο”, δήλωσε ο Francis Everitt, κύριος ερευνητής του GP-B στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ. “Η αποστολή GP-B επιβεβαίωσε δύο από τις πιο σημαντικές προβλέψεις του Αϊνστάιν σχετικά με το σύμπαν, και έχει βαθιές επιπτώσεις σε ολόκληρη την έρευνα της αστροφυσικής. Ομοίως, οι δεκαετίες της τεχνολογικής καινοτομίας πίσω από την αποστολή θα είναι μόνιμη κληρονομιά για την Γη και το διάστημα.
 
Η δορυφορική αποστολή του Stanford, ύψους 0,76 δισεκατομμυρίων δολαρίων, για να ελέγξει τη θεωρία της βαρύτητας του Αϊνστάιν, ανακοίνωσε το 2011 τα τελικά αποτελέσματα. Δεν ήταν όλα τα πειράματα όπως πρόβλεπαν, ειδικά στο ρυθμό ολίσθησης των πλαισίων, γιατί το φαινόμενο δεν είχε το επίπεδο εμπιστοσύνης 5 σίγμα.
 
Παρ ‘όλα αυτά, εάν ρωτήσετε αν ο ανιχνευτής βοήθησε να εξαλειφθούν δραματικά οι αμφιβολίες ότι η Γενική Σχετικότητα GR είναι σωστή για άλλη μια φορά, η απάντηση είναι ένα ηχηρό Ναι.

Ελληνιστική Γραμματεία: Φιλολογία και επιστήμη, Η άνθηση των επιστημών, Αστρονομία και γεωγραφία

Περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη επιστήμη στα ελληνιστικά χρόνια, η γεωγραφία και η αστρονομία γεννήθηκαν μέσα από τις μακρινές εκστρατείες του Μεγάλου Αλεξάνδρου και διαμορφώθηκαν υπό την ισχυρή επίδραση της Ανατολής. Είναι λοιπόν φυσικό στα πρώτα ελληνιστικά χρόνια η γεωγραφία να ταυτίζεται με λιγότερο επιστημονικές, εθνογραφικού τύπου, προσεγγίσεις, με την παραδοξογραφία, τη συλλογή θαυμάτων από τον νέο κόσμο, τις αναφορές περιηγητών από τα βάθη της Ασίας και της Αφρικής, και η αστρονομία να συγχέεται με την αστρολογία και την εξ Ανατολής μαγεία. Μία άλλη τάση, που εκδηλώνεται κυρίως στους κόλπους του Αλεξανδρινού Μουσείου, είναι η συλλογή γεωγραφικών πληροφοριών και εθνογραφικών παραδόξων μέσα από βιβλία, ακόμη και από τη λογοτεχνία∙ ένας τέτοιος αρχαιοδίφης υπήρξε και ο Καλλίμαχος ο Κυρηναίος όταν έγραφε για τα ποτάμια του κόσμου (Περὶ τῶν ἐν τῇ οἰκουμένῃ ποταμῶν) ή για τα σπάνια ονόματα πόλεων και νήσων (Κτίσεις νήσων καὶ πόλεων καἰ μετονομασίαι).
 
Χρειαζόταν να εμφανιστεί μία μεγάλη προσωπικότητα, ο Ερατοσθένης ο Κυρηναίος (276-194 π.Χ.), για να γίνει η γεωγραφία αυτόνομος επιστημονικός κλάδος και να συνδεθεί με άλλες θεωρητικές επιστήμες όπως τα μαθηματικά και η γεωμετρία. Ο Ερατοσθένης ξεκίνησε αμφισβητώντας την αυθεντία του Ομήρου σε γεωγραφικά θέματα — η χαρακτηριστική φράση του «τότε θα μπορέσει να βρει κανείς πού περιπλανήθηκε ο Οδυσσέας, όταν βρει αυτόν που έραψε τους ασκούς του Αιόλου» δείχνει ότι ο Ερατοσθένης διαχώριζε σαφώς τον καθαρά ψυχαγωγικό ρόλο της ποίησης από τη γνωσιολογική διάσταση της επιστήμης. Στα τρία βιβλία των Γεωγραφικῶν του υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι η γη είναι μια σφαίρα, διαίρεσε την επιφάνεια της γης σε γεωγραφικές συντεταγμένες και εκτίμησε το μέγεθος χωρών και ηπείρων. Ήταν ο πρώτος που επιχείρησε να υπολογίσει την περιφέρεια της γης, μετρώντας το ύψος του Ήλιου και το μήκος της σκιάς σε δύο διαφορετικά σημεία της Αιγύπτου.
 
Μακριά από το Αλεξανδρινό Μουσείο έδρασε ο Αρίσταρχος από τη Σάμο (310-230 π.Χ.), ο οποίος διατύπωσε την ηλιοκεντρική θεωρία του σύμπαντος. Εκατό χρόνια αργότερα ο μεγαλύτερος ίσως αστρονόμος του αρχαίου κόσμου, ο Ίππαρχος από τη Νίκαια (190-120 π.Χ.), επηρεασμένος από τις αστρονομικές θεωρίες των Βαβυλωνίων, μελέτησε τον Ήλιο, τη Σελήνη και τους αστερισμούς, εφαρμόζοντας μεθόδους από τη γεωμετρία και τα μαθηματικά.

Κείμενα:

· Στράβων, Γεωγραφικά, Βιβλίο 1 (Η γεωγραφική θεωρία του Ερατοσθένη)

Παρασκευή 29 Μαρτίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Ἐκκλησιάζουσαι (672-709)

ΒΛ. οὐδὲ κυβεύσουσ᾽ ἆρ᾽ ἄνθρωποι; ΠΡ. περὶ τοῦ γὰρ τοῦτο ποιήσει;
ΒΛ. τὴν δὲ δίαιταν τίνα ποιήσεις; ΠΡ. κοινὴν πᾶσιν. τὸ γὰρ ἄστυ
μίαν οἴκησίν φημι ποιήσειν συρρήξασ᾽ εἰς ἓν ἅπαντα,
675 ὥστε βαδίζειν ὡς ἀλλήλους. ΒΛ. τὸ δὲ δεῖπνον ποῦ παραθήσεις;
ΠΡ. τὰ δικαστήρια καὶ τὰς στοιὰς ἀνδρῶνας πάντα ποήσω.
ΒΛ. τὸ δὲ βῆμα τί σοι χρήσιμον ἔσται; ΠΡ. τοὺς κρατῆρας καταθήσω
καὶ τὰς ὑδρίας, καὶ ῥαψῳδεῖν ἔσται τοῖς παιδαρίοισιν
τοὺς ἀνδρείους ἐν τῷ πολέμῳ. κεἴ τις δειλὸς γεγένηται,
680 ἵνα μὴ δειπνῶσ᾽ αἰσχυνόμενοι. ΒΛ. νὴ τὸν Ἀπόλλω, χάριέν γε.
τὰ δὲ κληρωτήρια ποῖ τρέψεις; ΠΡ. εἰς τὴν ἀγορὰν καταθήσω·
κᾆτα στήσασα παρ᾽ Ἁρμοδίῳ κληρώσω πάντας, ἕως ἂν
εἰδὼς ὁ λαχὼν ἀπίῃ χαίρων ἐν ὁποίῳ γράμματι δειπνεῖ.
καὶ κηρύξει τοὺς ἐκ τοῦ βῆτ᾽ ἐπὶ τὴν στοιὰν ἀκολουθεῖν
685 τὴν Βασίλειον δειπνήσοντας· τὸ δὲ θῆτ᾽ εἰς τὴν παρὰ ταύτην,
τοὺς δ᾽ ἐκ τοῦ κάππ᾽ ἐς τὴν στοιὰν χωρεῖν τὴν ἀλφιτόπωλιν.
ΒΛ. ἵνα κάπτωσιν; ΠΡ. μὰ Δί᾽ ἀλλ᾽ ἵν᾽ ἐκεῖ δειπνῶσιν. ΒΛ. ὅτῳ δὲ τὸ γράμμα
μὴ ᾽ξελκυσθῇ καθ᾽ ὃ δειπνήσει, τούτους ἀπελῶσιν ἅπαντες;
ΠΡ. ἀλλ᾽ οὐκ ἔσται τοῦτο παρ᾽ ἡμῖν.
690 πᾶσι γὰρ ἄφθονα πάντα παρέξομεν,
ὥστε μεθυσθεὶς αὐτῷ στεφάνῳ
πᾶς τις ἄπεισιν τὴν δᾷδα λαβών.
αἱ δὲ γυναῖκες κατὰ τὰς διόδους
προσπίπτουσαι τοῖς ἀπὸ δείπνου
695 τάδε λέξουσιν· «δεῦρο παρ᾽ ἡμᾶς·
ἐνθάδε μεῖράξ ἐσθ᾽ ὡραία.»
«παρ᾽ ἐμοὶ δ᾽» ἑτέρα
φήσει τις ἄνωθ᾽ ἐξ ὑπερῴου,
«καὶ καλλίστη καὶ λευκοτάτη·
700 πρότερον μέντοι δεῖ σε καθεύδειν
αὐτῆς παρ᾽ ἐμοί.»
τοῖς εὐπρεπέσιν δ᾽ ἀκολουθοῦντες
καὶ μειρακίοις οἱ φαυλότεροι
τοιάδ᾽ ἐροῦσιν· «ποῖ θεῖς, οὗτος;
πάντως οὐδὲν δράσεις ἐλθών·
705 τοῖς γὰρ σιμοῖς καὶ τοῖς αἰσχροῖς
ἐψήφισται προτέροις βινεῖν,
ὑμᾶς δὲ τέως θρῖα λαβόντας
διφόρου συκῆς
ἐν τοῖς προθύροισι δέφεσθαι.»

***
ΒΛΕ. Δε θα παίζουμε ζάρια στο εξής; ΠΡΑ. Για ποιό κέρδος;
ΒΛΕ. Αλλά πώς θα οργανώσεις το βίο τόσου κόσμου;
ΠΡΑ. Όλοι θα ᾽ναι μαζί σ᾽ ένα σπίτι. Θα ρίξω
τους μεσότοιχους κι έτσι ο καθείς θα μπορεί
να περνάει απ᾽ τον ένα στον άλλο του φίλο.
ΒΛΕ. Πού θα στρώνεις τραπέζι να τρώμε; ΠΡΑ. Τ᾽ αχρείαστα
δικαστήρια στοές θα τα κάνω, για δείπνα.
ΒΛΕ. Των ρητόρων το βήμα σαν τί θα το κάνεις;
ΠΡΑ. Κει θα βάζουμε στάμνες νερού και κρατήρες.
Τα παιδιά θ᾽ ανεβαίνουν να ψάλλουν τους ήρωες
των πολέμων, αλλά τους δειλούς θα πειράζουν
κι οι δειλοί ντροπιασμένοι θα στρίβουν αφάγωτοι
680 απ᾽ το δείπνο τους. ΒΛΕ. Νόστιμο, μά την αλήθεια.
Και τις κάλπες των κλήρων μας; ΠΡΑ. Στην Αγορά.
Θα μαζεύω ολουνούς στον ανδριάντα του Αρμόδιου
και θα βγάζω τους κλήρους των γράμμα προς γράμμα,
για να ξέρει ο καθείς πού θα πάει να δειπνήσει,
με χαρά του να τρέξει, άμ᾽ ακούσει τον κήρυκα:
«Στη Βασίλειο Στοά να τραβάνε όλ᾽ οι Βήτα·
στο Θησείο όλ᾽ οι Θήτα. Και στα Καρβουνιάρικα
όλ᾽ οι Κάπα...». ΒΛΕ. Γιατί; Να καούν; ΠΡΑ. Να καργάρουν.
ΒΛΕ. Αλλ᾽ αυτοί που το γράμμα τους δεν ακουστεί,
δε θα τρων;
ΠΡΑ. (με ύφος επίσημο)
Τέτοιο πράμα σ᾽ εμάς δε θα γίνεται.
690 Σ᾽ όλους όλα περίσσια θα δίνουμε.
Κι ο καθένας πιωμένος θα φεύγει
απ᾽ το δείπνο του στεφανωμένος
με τη δάδα στο χέρι να φέγγει.
(πιο ζωηρά)
Στα στενάκια οι «μαμάδες»
τους κεφάτους θα ζώνουν
να τους λεν: «έχω μέσα
τρυφερό πιτσουνάκι».
Κι άλλη μια, της σοφίτας,
θα τους κράζει: «Έλ᾽ απάνου
να χαρείς μιαν αφράτη
παιχνιδιάρα... Μα πρώτα
700 θα πλαγιάσεις μ᾽ εμένα...».
Κι οι μουστάκες θα παίρνουν
καταπόδι τ᾽ αμούστακα:
«Πού μου τρέχεις, μωρό μου,
και δεν είναι η σειρά σου;
Έτσι ο νόμος ορίζει,
ν᾽ αγκαλιάζουνε πρώτα
οι γερόντοι και οι άσκημοι.
Να καθόσαστε απόξω
απ᾽ την πόρτα, να χαίρεστε
την αγάπη της φούχτας».

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΠΡΙΑΜΙΔΕΣ, ΚΡΕΟΥΣΑ

Κόρη του Πρίαμου και της Εκάβης, σύζυγος του Αινεία. Άλλοτε θεωρείται αιχμάλωτη Τρωαδίτισσα -την περιλαμβάνει στις απεικονισμένες αιχμάλωτες της Τροίας ο Πολύγνωτος στη Λέσχη των Δελφών- και άλλοτε ότι διέφυγε κατά την άλωση. Στον Βιργίλιο οι θεοί παραχωρούν στον Αινεία το δικαίωμα να σώσει ό,τι θεωρεί πολυτιμότερο.

Εκείνος επέλεξε να φορτωθεί τον πατέρα του και τους εφέστιους θεούς, με το κυρίαρχο στην αρχαιότητα, και όχι μόνο, σκεπτικό ότι γυναίκα και παιδιά μπορεί να αποκτήσει ξανά, όχι όμως πατέρα. 

Η Κρέουσα, λοιπόν, απάγεται από την Αφροδίτη (ή/και την Κυβέλη), την ώρα που ακολουθούσε τον άνδρα της, καθώς αυτός έβγαινε από τα τείχη της πόλης κουβαλώντας τον παράλυτο πατέρα του και την εικόνα των Εφέστιων. Η ενέργεια των θεαινών την έσωσε από την αιχμαλωσία στους Αχαιούς.

Όταν ο Αινείας επέστρεψε στην πόλη για να τη βρει, η σκιά της, το φάντασμά της, μεγαλύτερο από το σχήμα ανθρώπου, του προείπε τα ταξίδια του προς τη Δύση σε αναζήτηση νέας πατρίδας. Ως σύζυγο του Αινεία ονομάζουν τα Κύπρια έπη μια Ευρυδίκη.

Η ζωή δεν είναι όνειρο, αλλά μπορεί να γίνει

Τι θα ονειρευτεί το ανεξιχνίαστο μέλλον;

Θα ονειρευτεί ότι ο Αλόνσο Κιχάνο μπορεί να γίνει Δον Κιχώτης χωρίς να εγκαταλείψει το χωριό του και τα βιβλία του.

Θα ονειρευτεί πως μια βραδιά του Οδυσσέα μπορεί να είναι πιο πλούσια από το ποίημα που θ’ αφηγηθεί τους άθλους του.

Θα ονειρευτεί ανθρώπινες γενεές που δε θ’ αναγνωρίζουν το όνομα Οδυσσέας.

Θα ονειρευτεί όνειρα πιο συγκεκριμένα απ’ τη σημερινή αγρύπνια.

Θα ονειρευτεί ότι θα μπορούμε να κάνουμε θαύματα αλλά δε θα τα κάνουμε, γιατί θα ‘ναι πιο πραγματικό να τα φανταζόμαστε.

Θα ονειρευτεί κόσμους τόσο έντονους, ώστε το τραγούδι ενός και μόνο απ’ τα πουλιά του θα μπορούσε να σκοτώσει.

Θα ονειρευτεί πως η λήθη και η μνήμη μπορεί να είναι πράξεις εκούσιες και όχι επιθέσεις ή δωρεές της τύχης.

Θα ονειρευτεί πως θα μπορούμε να βλέπουμε με όλο μας το σώμα, όπως το ήθελε ο Μίλτον στο σκοτάδι αυτών των εύθραυστων σφαιρών, των οφθαλμών.

Θα ονειρευτεί έναν κόσμο δίχως μηχανές και δίχως αυτή τη θλιβερή μηχανή, το σώμα.

Η ζωή δεν είναι όνειρο, γράφει ο Νοβάλις, αλλά μπορεί να γίνει.

Όταν αποδεχτούμε την απώλεια, θα είμαστε αρκετά δυνατοί να ξεκινήσουμε ένα νέο ταξίδι

Δεν θα επιστρέψουν. Και το συντομότερο που θα το δεχτούμε, το γρηγορότερο θα μπορέσουμε να συμμαζέψουμε τα κομμάτια της καρδιάς μας και να προχωρήσουμε. Σίγουρα υπάρχει μέσα μας ένα κομμάτι του εαυτού μας που εύχεται να καταλάβουν ότι έχασαν κάτι σπουδαίο ή ότι θα επικοινωνήσουν ξανά μαζί μας για να απολογηθούν επειδή θα κατανοήσουν ότι έπρεπε να μας δείχνουν την εκτίμησή τους όσο βρισκόμασταν στη ζωή τους. Ωστόσο, η συναισθηματική μας ανάρρωση δεν θα έπρεπε να εξαρτάται από αυτό.

Μέχρι να αποδεχτούμε ότι δεν πρόκειται να επιστρέψουν, δεν θα μπορούμε να προχωρήσουμε στη ζωή μας πραγματικά. Ίσως θα έπρεπε κάποιες στιγμές να γίνουμε λίγο σκληροί με τον εαυτό μας επαναλαμβάνοντάς του ότι “δεν θα επιστρέψει”. Αλλά ακόμη και αν αυτό συνέβαινε, δεν θα έπρεπε να είμαστε αυτοί που τους περιμένουν καρτερικά.

Πρέπει να αποδεχτούμε ότι μερικοί άνθρωποι φεύγουν από τη ζωή μας επειδή έτσι έπρεπε να γίνει, ότι κάποιες φορές τα πράγματα δεν πάνε όπως τα είχαμε σχεδιάσει και ότι θα ήταν καλύτερο να μην επιμένουμε να βαδίζουμε σε ένα μονοπάτι το οποίο δεν ήταν για εμάς. Το μονοπάτι που τώρα μπορεί να μας φαίνεται γεμάτο δάκρυα και πόνο, μπορεί να είναι αυτό που θα μας οδηγήσει στην ευτυχία σε λίγο καιρό.

Όσοι άνθρωποι μας πλήγωσαν, μας προσέφεραν κάτι πολύ σπουδαιότερο: ένα μεγάλο μάθημα για τη ζωή μας. Το μάθημα αυτό, μας έδειξε ότι δεν πρέπει να προσκολλάμε την ευτυχία μας σε ένα μόνο άτομο, ειδικά αν είναι κάποιος τον οποίο μόλις γνωρίσαμε. Μας έδειξε επίσης ότι οι άνθρωποι έχουν ατέλειες, κάνουν λάθη και ότι αυτό δεν θα έπρεπε να μας σταματά από τη δική μας προσωπική ευτυχία και το κυνήγι των στόχων μας.

Συνήθως, τα δύσκολα διαπροσωπικά ταξίδια, είναι αυτά που μας γεμίζουν με τη δύναμη και τη δυνατότητα να γίνουμε η καλύτερη πλευρά του εαυτού μας. Είναι ένα μάθημα που μας μαθαίνει σχετικά με την αγάπη, ότι δεν μπορεί να είναι μονομερής για να είμαστε ευτυχισμένοι και πως οτιδήποτε είναι ημίμετρο, θα έπρεπε ίσως να μας ωθήσει να φύγουμε εμείς πρώτοι.

Και ίσως θα έπρεπε αντί να μετράμε όλους τους λόγους για τους οποίους θα έπρεπε να είμαστε ερωτευμένοι, να μετράμε τους λόγους για τους οποίους αξίζουμε εμείς οι ίδιοι να μας ερωτευτούν.

Η παγίδα του αυτονόητου: Όταν οι άλλοι δεν ικανοποιούν τις προσδοκίες μας

Πολλές φορές μας έχει τύχει να φερθούμε σε κάποιον με πολύ καλό τρόπο και να περιμένουμε να μας επιστρέψει μια αντίστοιχη συμπεριφορά. Ωστόσο, αρκετές φορές παρατηρείς ότι κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει πάντα και ότι οι άνθρωποι που μας περιβάλλουν δεν κάνουν τα αυτονόητα για εμάς.

Όταν δεν λαμβάνουμε το αυτονόητο, απογοητευόμαστε, θυμώνουμε και επιμένουμε να αλλάξουμε τον άλλο. Μπορούμε όμως να αλλάξουμε τον τρόπο σκέψης του άλλου; Αξίζει να επιβάλλουμε την δικιά μας προσδοκία;

Πολλές φορές παγιδευόμαστε στα αυτονόητα μας. Ξεχνάμε ότι το δικό μας αυτονόητο δεν σημαίνει πως είναι το ίδιο και για τους άλλους αλλά ακόμα και αν είναι, δεν σημαίνει πάλι ότι θα πράξει όπως εμείς το έχουμε στο μυαλό μας. Τέτοιου είδους καταστάσεις μας κάνουν να γινόμαστε επικριτικοί επειδή κρίνουμε από τη δική μας οπτική γωνία, χωρίς να μπαίνουμε στη θέση του άλλου ώστε να δούμε πώς βλέπει τα πράγματα.

Αν θες να προσφέρεις, κάνε το χωρίς να περιμένεις κάτι, επειδή το θέλει η ψυχή σου. Τώρα αν αυτό δεν εκτιμηθεί, μπορείς να το συζητήσεις. Μην ξεχνάς ότι η αγάπη και η εκτίμηση μπορεί να εκφραστούν με διάφορους τρόπους οι οποίοι μπορεί να μην είναι οικείοι σε σένα.

Πρέπει πάντα να σκεφτείς ότι ο κάθε άνθρωπος είναι διαφορετικός και έχει ζήσει διαφορετικά βιώματα από εσένα και αυτό τον κάνει να βλέπει αλλιώς τις διάφορες καταστάσεις της ζωής του. Δεν είσαι υποχρεωμένος σε καμία περίπτωση όμως, να ανεχτείς καταστάσεις που δεν σε καλύπτουν.

Αλλά πριν αποφασίσεις οτιδήποτε, μην αγνοήσεις την παγίδα του αυτονόητου και μην καλλιεργήσεις μάταιες προσδοκίες. Το πρόβλημα σχετίζεται με την επιμονή μας να πάρουμε με οποιοδήποτε κόστος αυτό που έχουμε βάλει στο μυαλό μας. Οι προσδοκίες γίνονται μεγαλύτερες από αυτές, που οι άλλοι μπορούν να ανταποκριθούν και προκειμένου να μην ματαιωθούμε, προβαίνουμε σε πράξεις που μας δημιουργούν άγχος, λύπη, πίκρα, θυμό.

Είναι πολύ λειτουργικό για τη ζωή μας να είμαστε αυθεντικοί. Να κάνουμε σαφείς ερωτήσεις και να ζητάμε ξεκάθαρες απαντήσεις. Μην ξεχνάμε όμως ότι ο καθένας από εμάς φέρει μια διαφορετικότητα που τον κάνει μοναδικό. Μοιάζουμε μεταξύ μας αλλά δεν είμαστε ίδιοι. Ζητάμε αυτό που θέλουμε έτσι όπως το νιώθουμε αλλά δεν το απαιτούμε. Δεν πρέπει να ξαφνιαζόμαστε αν δε γίνει αντιληπτό ή εάν δεν αξιολογηθεί όπως θα περιμέναμε.

Με τη δύναμη της επικοινωνίας, συζητάμε και στη συνέχεια επεξεργαζόμαστε. Αυτή η αλληλεπίδραση μας βοηθά να εξελιχθούμε και να καταλάβουμε τόσο τον εαυτό μας όσο και τους άλλους, αρκεί να μην είμαστε δέσμιοι στα αυτονόητά μας. Αλλά ακόμα κι αν έχουμε κοινή λογική με κάποιους ανθρώπους, δεν σημαίνει ότι θα υπάρξει και κοινή πρακτική.

Οι άνθρωποι που δεν συμβιβάζονται στην αγάπη

Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που αρνούνται να συμβιβαστούν στην αγάπη. Δεν κάνουν εκπτώσεις. Ξέρουν τι θέλουν και δεν θα κάνουν πίσω μέχρι να το βρουν. Ποιοι είναι αυτοί και πώς ζουν τη ζωή τους;

Τους βλέπουμε συχνά γύρω μας. Είναι άνθρωποι που μιλούν για τα ιδανικά του έρωτα. Για την υπέρτατη ποιότητά του. Για την ύψιστη σημασία της αγάπης στη ζωή. Δεν συμβιβάζονται για φθηνές εμπειρίες. Για εφήμερες καταστάσεις. Δεν αναλώνονται σε γλυκανάλατες σχέσεις. Αναζητούν μια σχέση ισάξια της αγάπης που είχε ο Ρωμαίος και η Ιουλιέτα. Με απλά λόγια είναι κατά βάση μόνοι τους…

Η παγίδα

Οι δυστυχισμένοι αυτοί άνθρωποι έχουν πέσει θύματα μιας εκ των παγίδων του ρομαντισμού. Πιστεύουν σε ένα πρότυπο που δυστυχώς δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα των σχέσεων. Θέλουν το πάθος που κρατάει για πάντα και όταν δε συμβαίνει αυτό, απλά αποχωρούν από τη σχέση γιατί δε θα συμβιβαστούν. Δεν συνειδητοποιούν όμως ότι το πάθος στον Ρωμαίο και την Ιουλιέτα κράτησε για πάντα για ένα και μοναδικό λόγο: πέθαναν και οι δυο μετά από λίγες μέρες.

Οπότε το για πάντα δεν είχε και μεγάλη διάρκεια. Πώς θα ήταν άραγε η σχέση τους αν παντρευόντουσαν και έκαναν παιδιά; Προσωπικά τους δίνω το πολύ δώδεκα μήνες κοινής ζωής μέχρι το διαζύγιο (αν ήταν επιτρεπτό σε εκείνα τα χρόνια). Παρομοίως, στα περισσότερα μυθιστορήματα τα οποία μιλούν για μεγάλους έρωτες ένας από τους δυο φεύγει στον πόλεμο, πεθαίνει από φυματίωση, είναι σε άλλη σχέση, σε άλλη κοινωνική τάξη. Μεγάλοι έρωτες που να ζουν στο ίδιο σπίτι δεν υπάρχουν στη λογοτεχνία.

Ο φόβος της οικειότητας

Οι ασυμβίβαστοι άνθρωποι είναι περήφανοι. Συχνά επικρίνουν τους γύρω τους και τους κοιτάζουν αφ’ υψηλού που δεν άντεξαν και συμβιβάστηκαν σε μια σχεσούλα για να μην είναι μόνοι τους. Οι ίδιοι ίσως πιστεύουν πως οι άλλοι φοβούνται τη μοναξιά τους και γι' αυτό μπήκαν σε μια σχέση που δεν τους ικανοποιεί απόλυτα. Αυτοί όμως ξέρουν καλύτερα. Δεν θα κάνουν τα ίδια «λάθη».

Αυτό που δεν συνειδητοποιούν είναι πως πίσω από την άρνησή τους να συμβιβαστούν, είναι πολύ πιθανό να υπάρχει ένας τεράστιος φόβος για την οικειότητα. Είναι πολύ πιθανό να φοβούνται να τους γνωρίσει κάποιος όπως ακριβώς είναι καθώς τότε θα υπάρχει το ενδεχόμενο να τους απορρίψει. Κι αυτό δεν το αντέχουν. Έχουν ταλαιπωρηθεί και οι ίδιοι πολύ, στη δική τους ζωή.

Έχουν εκλογικεύσει τους φόβους τους και τους έχουν εξωραΐσει. Αν τους ρωτήσεις πιστεύουν πως ψάχνουν κάτι το αγνό. Το ιδανικό. Αυτό που τους αξίζει. Τον έρωτα όπως «πρέπει» να είναι . Την «απόλυτη» αγάπη. Δε συμβιβάζονται με κάτι λιγότερο.

Αυτή είναι η φυλακή τους.

Έχουν κατασκευάσει την τέλεια παγίδα. Εξασφαλίζουν τη μοναξιά που ο φόβος τους, τους αναγκάζει να ζουν και την έχουν ντύσει με το χρυσό ένδυμα του ασυμβίβαστου.

Δυνατοί ή αδύναμοι;

Πιστεύουν πως είναι δυνατοί. Στην πραγματικότητα ίσως να ανήκουν στους αδύναμους γιατί δεν κατανοούν πόση δύναμη χρειάζεται για να δημιουργήσεις μια σχέση και να την κάνεις να δουλέψει. Και να είσαι καλά με τον εαυτό σου γι' αυτό.

Δυστυχώς η κοινωνία μας έχει κατακλυστεί από τα πολύ όμορφα, και παράλληλα καταστροφικά για τις σχέσεις, πιστεύω του ρομαντισμού. Οι ασυμβίβαστοι έρωτες εξιδανικεύονται. Διαβάζουμε γι’ αυτούς στα βιβλία και τα ποιήματα και βλέπουμε τις ταινίες του Χόλιγουντ, (ή πρόσφατα του Πολωνικού) κινηματογράφου. Η ετυμηγορία είναι μία. Συμβιβασμός και σχέσεις δεν πρέπει να πηγαίνουν μαζί. Γιατί άραγε μας φαίνεται τόσο παράξενο αυτό;

Είναι περίεργο το να συμβιβαζόμαστε;

Αν κάποιος κάτσει να σκεφτεί με κριτική σκέψη, θα συνειδητοποιήσει πως συμβιβαζόμαστε σχεδόν σε κάθε τομέα της ζωής μας. Κάθε στιγμή της ημέρας μας. Από το τι ώρα θα ξυπνήσουμε, πώς θα ντυθούμε, σε ποια μεριά του δρόμου θα οδηγήσουμε, πόσο θα πληρώσουμε για τα αγαθά ή πόσο θα πληρωθούμε. Πόσο δυνατά θα μιλήσουμε στο μετρό ή πόσο δυνατά θα ακούμε μουσική στο σπίτι μας.

Αν θα κλέψουμε κάτι ή όχι, πόσες ώρες θα δουλέψουμε και με ποιους θα δουλέψουμε. Σε οποιαδήποτε κατάσταση της ζωής μας η οποία αναμιγνύει μια συνδιαλλαγή μας με το κοινωνικό σύνολο ο συμβιβασμός δίνει δυναμικά το παρόν. Γιατί λοιπόν να είναι τόσο παράλογο το να συμβιβαζόμαστε σε μια σχέση;

Όπως καταλαβαίνουμε, δεν μας ενοχλεί στη ζωή μας το να συμβιβαζόμαστε. Το κάνουμε συνέχεια. Λίγοι θα το θεωρήσουν κακό αν μείνουν λίγο παραπάνω στη δουλειά επειδή χρειάστηκε. Αυτό που μας ενοχλεί είναι να συμβιβαζόμαστε όταν πιστεύουμε ότι θα «έπρεπε» να μη συμβαίνει.

Συμβιβασμός και σχέσεις

Αν το σκεφτούμε λίγο παραπάνω (κάτι το οποίο οι «ασυμβίβαστοι» άνθρωποι δυσκολεύονται να κάνουν καθώς έτσι μπορεί να αποκαλυφθεί ο φόβος τους στον εαυτό τους) οι σχέσεις είναι ο κατ' εξοχήν τομέας όπου θα έπρεπε να συμβιβαζόμαστε. Δυο διαφορετικοί ψυχισμοί με αποσκευές του παρελθόντος, οι οποίες τους βαραίνουν και είναι φυσιολογικό να μην ταιριάζουν, προσπαθούν να φτιάξουν ένα αρμονικό σύνολο.

Δυο άνθρωποι, δυο θέλω, δυο επιθυμίες, δυο πιστεύω, δυο σύνολα περιορισμών, δυο σύνολα ιδιοτροπιών, δυο όνειρα έρχονται σε επαφή. Αναγκαστικά θα υπάρξουν διαφωνίες. Αναγκαστικά θα υπάρξουν συγκρούσεις. Αναγκαστικά θα συμβιβαστείς. Δεν υπάρχει άλλη επιλογή.

Αν όμως πιστεύεις ότι δε θα έπρεπε να συμβιβάζεσαι τότε η αναγκαστική επιλογή θα σου προκαλέσει δυσφορία. Θα πιστέψεις πως η σχέση σου είναι προβληματική. Στην πραγματικότητα η σχέση σου είναι φυσιολογική.

Από την άλλη, αν έχεις την ωριμότητα να δεις τη ζωή όπως είναι και όχι όπως οι ουτοπικές προσδοκίες του ρομαντισμού σου υπαγορεύουν πως θα έπρεπε να είναι, τότε η αναγκαστική επιλογή γίνεται απλά μέρος της διαδικασίας. Δε σου κάνει εντύπωση. Την περιμένεις. Και όταν φυσιολογικά τη βιώνεις δε δυσανασχετείς. Όπως όταν μένεις λίγο παραπάνω στη δουλειά. Ξέρεις ότι μπορεί να συμβεί.

Πολλοί άνθρωποι βέβαια, συμβιβάζονται σε μια σχέση και δυσφορούν. Δεν κάνουν ειρήνη με την επιλογή τους. Στο βάθος του μυαλού τους καίει ακόμα η σπίθα του ρομαντισμού και νιώθουν σαν ήττα το γεγονός ότι συμβιβάστηκαν. Αυτοί μπαίνουν στο στόχαστρο των «ασυμβίβαστων» ανθρώπων και έτσι οι τελευταίοι νιώθουν δικαιωμένοι για την επιλογή τους.

Συμβιβασμός σημαίνει...

Κι όμως είναι τόσο όμορφο να συμβιβάζεσαι. Συμβιβάζομαι σημαίνει είμαι διατεθειμένος να παραμερίσω τον εγωισμό μου προς όφελος της συντροφικής αρμονίας. Σημαίνει πως είμαι πρόθυμος να ακούσω και τα δικά σου θέλω και να δείξω σεβασμό και στις δικές σου αξίες ακόμα και όταν διαφωνούν με τις δικές μου. Σημαίνει πως είμαι ένας ώριμος άνθρωπος που κατανοώ την ανθρώπινη πλευρά σου και πως είναι πολύ πιθανό να μην συμφωνεί απόλυτα με τη δική μου.

Συμβιβάζομαι σημαίνει πως έχω την επίγνωση πως σε μια σχέση δυο πληγωμένα παιδιά έρχονται σε επαφή και προσπαθούν μέσα από τις δυσλειτουργικότητές τους να φτιάξουν ένα νέο σύνολο, το οποίο θέλουν πολύ να δουλέψει.

Συμβιβάζομαι σημαίνει πως κατανοώ πως δεν είμαι τέλειος και θα συναντήσω έναν άλλον άνθρωπο που επίσης δε θα είναι τέλειος. Μόνο με αμοιβαίες υποχωρήσεις θα κατορθώσουμε να φτιάξουμε ένα κοινό όραμα.

Συμβιβάζομαι δε σημαίνει πως δε σε αγαπάω. Σημαίνει πως σε αγαπάω τόσο πολύ που θέλω να κάνω χώρο για τη διαφορετικότητά σου στη ζωή μου. Το πόσο θα συμβιβαστεί ο καθένας θα το κρίνει με βάση τις αντοχές του. Κανόνας δεν υπάρχει.

Όπως κάποιος μπορεί να αντέχει να δουλεύει κάθε μέρα υπερωρίες και να είναι εντάξει με αυτό, ενώ κάποιος άλλος να έχει μικρότερο δείκτη αντοχής, έτσι και στις σχέσεις ο καθένας θα ορίσει το πόσο είναι διατεθειμένος να υποχωρεί. Χρειάζεται να ξέρει όταν το κάνει, όμως, πως είναι φυσιολογικό και αναμενόμενο. Μπορεί να μην του αρέσει αλλά θα πρέπει να θυμάται πως με το να συμβιβάζεται φροντίζει τη σχέση. Αρκεί να μην ξεπερνάει τα δικά του όρια και αντοχές.

Συμπέρασμα

Ας απενοχοποιήσουμε την έννοια του συμβιβασμού. Ας τολμήσουμε να δούμε την ευγενική και αγαπητική του πλευρά. Ας απελευθερώσουμε τον εαυτό μας από τις απάνθρωπες (καθώς δεν είναι συμβατές με την ανθρώπινη φύση) πεποιθήσεις του ρομαντισμού και ας απολαύσουμε τις σχέσεις μας στην όμορφη πραγματικότητά τους.

Ατελείς, δύσκολες, πολύπλοκες και συνάμα ενδιαφέρουσες, γεμάτες προκλήσεις και ευκαιρίες για εξέλιξη. Ας μην ψάξουμε να βρούμε τη σχέση των ονείρων μας. Ας προσπαθήσουμε να τη χτίσουμε όμως με τη δική μας στάση!

Ανακαλύφθηκε ένα νέο πεντακουάρκ στο CERN

Ένα νέο πεντακουάρκ το Pc (4312) – ένα εξωτικό αδρόνιο που περιλαμβάνει πέντε κουάρκ – έχει ανακαλυφθεί από φυσικούς που εργάζονται στο πείραμα LHCb στο CERN. Οι επιστήμονες του LHCb έχουν επίσης διαπιστώσει ότι ένα χαρακτηριστικό των δεδομένων τους, που είχαν προηγουμένως συνδεθεί με ένα πεντακουάρκ, θα μπορούσε να αποδειχθεί για δύο πεντακουάρκ με παρόμοιες μάζες. 
 
Καλλιτεχνική άποψη για το πώς τα πέντε κουάρκ θα μπορούσαν να συνδεθούν μεταξύ τους
 
Μέχρι τώρα έχουν ανακαλυφθεί τρία πεντακουάρκ και το σχήμα τους υποδηλώνει ότι έχουν μια μοριακή δομή που μοιάζει με ένα μεσόνιο δεσμευμένο με ένα βαρυόνιο. Η καλύτερη κατανόηση του τρόπου με τον οποίο συνδέονται μαζί τα πεντακουάρκ θα μπορούσε να μας δώσει σημαντικές πληροφορίες για την ισχυρή πυρηνική δύναμη και την κβαντική χρωμοδυναμική.
 
Τα αδρόνια είναι βαριά σωματίδια που αποτελούνται από δύο ή περισσότερα κουάρκ που συγκρατούνται από την ισχυρή δύναμη. Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 2000, οι φυσικοί είχαν συγκεκριμένα στοιχεία μόνο για δύο τύπους αδρονίων: τα βαρυόνια (όπως πρωτόνια και νετρόνια) που περιείχαν τρία κουάρκ και τα μεσόνια, τα οποία περιέχουν ένα κουάρκ και ένα αντικουάρκ.
 
Από τότε, οι φυσικοί έχουν ανακαλύψει τα τετρακουάρκ που περιέχουν τέσσερα κουάρκ και τα πεντακουάρκ που περιέχουν πέντε. Αυτό δεν αποτελεί έκπληξη, διότι όταν ο Murray Gell-Mann πρότεινε για πρώτη φορά το μοντέλο των κουάρκ το 1964, συνειδητοποίησε ότι τα ζεύγη quark-antiquark θα μπορούσαν να προστεθούν στα μεσόνια και τα βαρυόνια για να δημιουργήσουν βαρύτερα σωματίδια.
 
Το πρώτο τετρακουάρκ ανακαλύφθηκε επισήμως (η στατιστική σημασία της τότε παρατήρησης ήταν μεγαλύτερη από 5 σίγμα) στο πείραμα BELLE της Ιαπωνίας το 2008. Τα δύο πρώτα πεντακουάρκ – που ονομάστηκαν Pc (4450) + και Ρc (4380) + – ανακαλύφθηκαν το 2015 στον LHCb με δεδομένα από συγκρούσεις πρωτονίων – πρωτονίων  στον Μεγάλο Επιταχυντή Αδρονίων (LHC). Ο τετραψήφιος αριθμός αναφέρεται στη μάζα του πεντακουάρκ σε MeV / c 2 , πράγμα που σημαίνει ότι αυτά τα πεντακουάρκ είναι περισσότερο από τέσσερις φορές βαρύτερα από το πρωτόνιο.
 
Χρησιμοποιώντας νέα δεδομένα από τον LHC, οι φυσικοί τώρα έχουν ανακαλύψει ένα τρίτο πεντακουάρκ που ονομάζεται Pc (4312) + , που έχει παρατηρηθεί με μία στατιστική σημασία 7.3 σίγμα.
 
Πιστεύεται ότι τα πεντακουάρκ απολαμβάνουν σχετικά μεγάλους χρόνους ζωής πριν υποχωρήσουν.  Μεγάλοι χρόνοι ζωής υποδηλώνουν ότι αυτά τα πεντακουάρκ μοιάζουν με μόρια που περιλαμβάνουν ένα βαρυόνιο και ένα μεσόνιο που συνδέονται μεταξύ τους με την παραμένουσα ισχυρή δύναμη – η οποία είναι η δύναμη που συνδέει τα νετρόνια και τα πρωτόνια μαζί σε έναν πυρήνα. Η μάζα του P c (4312) + , για παράδειγμα, είναι ακριβώς κάτω από τις συνδυασμένες μάζες ενός Ʃc+  βαρυονίου και ενός ουδέτερου D μεσονίου. Μια τέτοια διαμόρφωση αναμένεται να είναι σχετικά σταθερή.
 
Η ομάδα του LHCb αναμένει να αποκαλύψει το σπιν και την ισοτιμία (parity) των πεντακουάρ. Αυτό θα παρείχε κρίσιμες πληροφορίες σχετικά με τις εσωτερικές δομές των πεντακουάρκ.

Η μαύρη τρύπα του Γαλαξία μας δίνει άλλη μια επιτυχημένη δοκιμασία της Γενικής Σχετικότητας του Αϊνστάιν

Μια παρατήρηση δεκαετιών επιβεβαιώνει τις προβλέψεις των αστρονόμων για το πώς συμπεριφέρεται το φως σε ένα τεράστιο πεδίο βαρύτητας, όπως είναι της γιγαντιαίας  μαύρης τρύπας  στο κέντρο του Γαλαξία μας, που τεντώνει το φως που εκπέμπεται από ένα αστέρι και που κινείται γύρω από αυτήν. Το φαινόμενο, γνωστό ως βαρυτική ερυθρή μετατόπιση, προβλεπόταν από τη Γενική Θεωρία της Σχετικότητας του Αϊνστάιν, αλλά μέχρι τώρα δεν είχε εντοπιστεί ποτέ στο περιβάλλον μιας μαύρης τρύπας.
 
Καλλιτεχνική άποψη που δείχνει την τροχιά του αστέρα S2 καθώς περνάει κοντά στην υπερμεγέθη μαύρη τρύπα στο κέντρο του Γαλαξία. Το ισχυρό πεδίο βαρύτητας της μαύρης τρύπας αναγκάζει το χρώμα του αστέρα να μετατοπίζεται ελαφρώς προς το κόκκινο σε ακριβή συμφωνία με τις προβλέψεις της θεωρίας γενικής σχετικότητας του Αϊνστάιν.

Η ομάδα με επικεφαλής τον Reinhard Genzel, του Ινστιτούτου Max Planck στο Garching της Γερμανίας, ανακοίνωσε την ανακάλυψη και περιλαμβάνει επιστήμονες από πανεπιστήμια και ερευνητικά ιδρύματα στη Γερμανία, τη Γαλλία, την Πορτογαλία, την Ελβετία, τις Κάτω Χώρες, τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ιρλανδία.
 
Ο Reinhard Genzel και οι συνεργάτες του παρακολούθησαν το ταξίδι αυτού του αστέρα, γνωστού ως S2, από τις αρχές της δεκαετίας του 1990. Χρησιμοποιώντας τηλεσκόπια στο Ευρωπαϊκό Νότιο Παρατηρητήριο της Χιλής, οι επιστήμονες το παρακολουθούν καθώς ταξιδεύει σε μια ελλειπτική τροχιά γύρω από τη μαύρη τρύπα, η οποία βρίσκεται 26.000 έτη φωτός από τη Γη στον αστερισμό του Τοξότη. Με μια μάζα 4 εκατομμυρίων φορές του Ήλιου μας, η μαύρη τρύπα δημιουργεί το ισχυρότερο πεδίο βαρύτητας στον Γαλαξία. Αυτό το καθιστά ένα ιδανικό μέρος για να κυνηγούμε  σχετικιστικά αποτελέσματα.
 
Πέρυσι το άστρο S2 πέρασε όσο πιο κοντά γίνεται στη μαύρη τρύπα. Οι ερευνητές το επισήμαναν με όργανα όπως το συμβολόμετρο GRAVITY,  που συνδυάζει φως από τέσσερα τηλεσκόπια μήκους 8 μέτρων και που άρχισε να λειτουργεί το 2016. «Με τις μετρήσεις μας η πόρτα είναι ανοικτή στη φυσική των μαύρων οπών», λέει ο Frank Eisenhauer, αστρονόμος στο Ινστιτούτο Max Planck.
 
Το GRAVITY μέτρησε την κίνηση του S2 στον ουρανό στο ταχύτερο σημείο του με μια ταχύτητα περισσότερο από 7.600 χιλιόμετρα το δευτερόλεπτο, ή σχεδόν το 3 τοις εκατό της ταχύτητας του φωτός. Εν τω μεταξύ, ένα διαφορετικό όργανο μελετούσε πόσο γρήγορα το S2 κινήθηκε προς και από τη Γη, καθώς γύρισε πέρα ​​από τη μαύρη τρύπα. Ο συνδυασμός των παρατηρήσεων επέτρεψε στην ομάδα του Genzel να ανιχνεύσει τη βαρυτική μετατόπιση προς το ερυθρό του αστεριού – το φως του απλώθηκε σε μεγαλύτερα μήκη κύματος από την τεράστια βαρυτική έλξη της μαύρης τρύπας, που είναι σύμφωνο με τις προβλέψεις της γενικής σχετικότητας.
 
«Αυτό που μετρήσαμε δεν μπορεί πλέον να περιγραφεί από τον Νεύτωνα», λέει ο Odele Straub, αστροφυσικός στο Παρατηρητήριο των Παρισίων. Οι μελλοντικές παρατηρήσεις του S2 ενδέχεται να επιβεβαιώσουν άλλες προβλέψεις του Αϊνστάιν, όπως για παράδειγμα πώς η περιστρεφόμενη μαύρη τρύπα παρασύρει το χώρο γύρω της.
 
Το S2 χρειάζεται 16 χρόνια για να κάνει μια πλήρη τροχιά γύρω από τη μαύρη τρύπα και οι ερευνητές περιμένουν με ανυπομονησία το φετινό στενό πέρασμα της από τη μαύρη τρύπα.
 
«Μας πήρε 20 χρόνια για να φτάσουμε αυτή τη στιγμή. Είναι αρκετά συναρπαστικό», λένε οι αστροφυσικοί.

Ελληνιστική Γραμματεία: Φιλολογία και επιστήμη, Η άνθηση των επιστημών, Μαθηματικά και μηχανική

Ο Αριστοτέλης υπήρξε χωρίς αμφιβολία ο μεγαλύτερος φιλόσοφος και επιστήμονας όλων των εποχών, και οι έρευνές του κάλυπταν όλους τους τομείς του επιστητού. Στα ελληνιστικά χρόνια όμως η φιλοσοφία χωρίστηκε από την καθαυτό επιστήμη και η δεύτερη διακρίθηκε σε θεωρητική και εφαρμοσμένη και σε επιμέρους τομείς. Κάθε επιστήμονας ήταν αναγκασμένος πλέον να εστιάζει σε έναν ορισμένο κλάδο (αν και δεν λείπουν οι εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα, όπως η περίπτωση του Ερατοσθένη του Κυρηναίου που υπήρξε ταυτόχρονα μαθηματικός, γεωγράφος, αστρονόμος, φιλόλογος και ποιητής).
 
Επίκεντρο και στον επιστημονικό τομέα υπήρξε το Αλεξανδρινό Μουσείο που παρείχε τα υλικά και πνευματικά μέσα για την υποστήριξη κάθε επιστημονικής δραστηριότητας. Εκεί στα χρόνια των Πτολεμαίων τα μαθηματικά γνώρισαν τη δική τους «Χρυσή Εποχή». Στην Αλεξάνδρεια έδρασε ο Ευκλείδης (άκμασε περ. 300 π.Χ.), η μεγαλύτερη μαθηματική φυσιογνωμία στην ιστορία της ανθρωπότητας. Με το έργο του Στοιχεῖα σε 13 βιβλία ο Ευκλείδης εγκαινίασε τη γεωμετρία και τα αξιώματα που διατύπωσε συνεχίζουν να διδάσκονται μέχρι σήμερα. Ασχολήθηκε επίσης με την άλγεβρα, τη θεωρία της προοπτικής και τους κατοπτρισμούς. Ωστόσο, δεν συμπεριέλαβε στις μελέτες του την στερεομετρία με την οποία ασχολήθηκε ο Απολλώνιος από την Πέργη με το έργο του Κωνικά σε 8 βιβλία.
 
Πολυσχιδής στην επιστημονική του δραστηριότητα υπήρξε ο Αρχιμήδης ο Συρακούσιος (287-212 π.Χ.), που ασχολήθηκε εξίσου με τα μαθηματικά, τη φυσική και τη μηχανική. Ο Αρχιμήδης, αν και προερχόταν από τους πνευματικούς κύκλους του Αλεξανδρινού Μουσείου, έδρασε κυρίως στις Συρακούσες. Τα επιτεύγματά του στη μηχανική αφορούσαν τον σχεδιασμό μοχλών και αντλιών νερού (σε αυτό το πλαίσιο φέρεται να διατύπωσε και τη θεωρία της υδροστατικής), αλλά και πολεμικών μηχανών. Πολυάριθμα ήταν και τα μαθηματικά του συγγράμματα — λόγου χάρη το έργο Ψαμμίτης στο οποίο προσπαθούσε να υπολογίσει τον αριθμό των κόκκων της άμμου!
 
Πολύ μεγάλη ανάπτυξη γνώρισε και η εφαρμοσμένη μηχανική στην Αλεξάνδρεια. Ανάμεσα στους εφευρέτες συγκαταλέγονται ο Κτησίβιος, ο Φίλων ο Βυζάντιος και ο Ήρων ο Αλεξανδρεύς. Κατασκεύασαν μεταξύ άλλων καταπέλτες, αντλίες αέρα και νερού, γερανούς, ακόμη και αυτοματοποιημένες μηχανές.

Πέμπτη 28 Μαρτίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Ἐκκλησιάζουσαι (630-671)

ΒΛ. ἡ Λυσικράτους ἄρα νυνὶ ῥὶς ἴσα τοῖσι καλοῖσι φρονήσει;
ΠΡ. νὴ τὸν Ἀπόλλω· καὶ δημοτική γ᾽ ἡ γνώμη, καὶ καταχήνη
τῶν σεμνοτέρων ἔσται πολλὴ καὶ τῶν σφραγῖδας ἐχόντων,
ὅταν ἐμβάδ᾽ ἔχων εἴπῃ «πρότερος παραχώρει κᾆτ᾽ ἐπιτήρει,
ὅταν ἤδη ᾽γὼ διαπραξάμενος παραδῶ σοι δευτεριάζειν.»
635 ΒΛ. πῶς οὖν οὕτω ζώντων ἡμῶν τοὺς αὑτοῦ παῖδας ἕκαστος
ἔσται δυνατὸς διαγιγνώσκειν; ΠΡ. τί δὲ δεῖ; πατέρας ‹γὰρ› ἅπαντας
τοὺς πρεσβυτέρους αὑτῶν εἶναι τοῖσι χρόνοισιν νομιοῦσιν.
ΒΛ. οὐκοῦν ἄγξουσ᾽ εὖ καὶ χρηστῶς ἑξῆς τὸν πάντα γέροντα
διὰ τὴν ἄγνοιαν, ἐπεὶ καὶ νῦν γιγνώσκοντες πατέρ᾽ ὄντα
640 ἄγχουσι. τί δῆθ᾽ ὅταν ἀγνὼς ᾖ, πῶς οὐ τότε κἀπιχεσοῦνται;
ΠΡ. ἀλλ᾽ ὁ παρεστὼς οὐκ ἐπιτρέψει· τότε δ᾽ αὐτοῖς οὐκ ἔμελ᾽ οὐδὲν
τῶν ἀλλοτρίων ὅστις τύπτοι· νῦν δ᾽ ἢν πληγέντος ἀκούσῃ,
μὴ αὐτὸν ἐκεῖνον τύπτῃ δεδιὼς τοῖς δρῶσιν τοῦτο μαχεῖται.
ΒΛ. τὰ μὲν ἄλλα λέγεις οὐδὲν σκαιῶς· εἰ δὲ προσελθὼν Ἐπίκουρος
645 ἢ Λευκόλοφος πάππαν με καλεῖ, τοῦτ᾽ ἤδη δεινὸν ἀκοῦσαι.
ΧΡ. πολὺ μέντοι δεινότερον τούτου τοῦ πράγματός ἐστι— ΒΛ. τὸ ποῖον;
ΧΡ. εἴ σε φιλήσειεν Ἀρίστυλλος φάσκων αὑτοῦ πατέρ᾽ εἶναι.
ΒΛ. οἰμώζοι τἂν καὶ κωκύοι. ΧΡ. σὺ δέ γ᾽ ὄζοις ἂν καλαμίνθης.
ΠΡ. ἀλλ᾽ οὗτος μὲν πρότερον γέγονεν πρὶν τὸ ψήφισμα γενέσθαι,
650 ὥστ᾽ οὐχὶ δέος μή σε φιλήσῃ. ΒΛ. δεινὸν μέντἂν ἐπεπόνθειν.
τὴν γῆν δὲ τίς ἔσθ᾽ ὁ γεωργήσων; ΠΡ. οἱ δοῦλοι. σοὶ δὲ μελήσει,
ὅταν ᾖ δεκάπουν τὸ στοιχεῖον, λιπαρὸν χωρεῖν ἐπὶ δεῖπνον.
ΒΛ. περὶ δ᾽ ἱματίων τίς πόρος ἔσται; καὶ γὰρ τοῦτ᾽ ἔστιν ἐρέσθαι.
ΠΡ. τὰ μὲν ὄνθ᾽ ὑμῖν πρῶτον ὑπάρξει, τὰ δὲ λοίφ᾽ ἡμεῖς ὑφανοῦμεν.
655 ΒΛ. ἓν ἔτι ζητῶ. πῶς, ἤν τις ὄφλῃ παρὰ τοῖς ἄρχουσι δίκην τῳ,
πόθεν ἐκτείσει ταύτην; οὐ γὰρ τῶν κοινῶν γ᾽ ἐστὶ δίκαιον.
ΠΡ. ἀλλ᾽ οὐδὲ δίκαι πρῶτον ἔσονται. ΒΛ. τουτὶ τοὔπος σ᾽ ἐπιτρίψει.
ΧΡ. κἀγὼ ταύτην γνώμην ἐθέμην. ΠΡ. τοῦ γάρ, τάλαν, οὕνεκ᾽ ἔσονται;
ΒΛ. πολλῶν οὕνεκα, νὴ τὸν Ἀπόλλω· πρῶτον δ᾽ ἑνὸς οὕνεκα δήπου,
660 ἤν τις ὀφείλων ἐξαρνῆται. ΠΡ. πόθεν οὖν ἐδάνεισ᾽ ὁ δανείσας,
ἐν τῷ κοινῷ πάντων ὄντων; κλέπτων δήπου ᾽στ᾽ ἐπίδηλος.
ΧΡ. νὴ τὴν Δήμητρ᾽ εὖ γε διδάσκεις. ΒΛ. τουτὶ τοίνυν φρασάτω μοι·,
τὴν αἰκείας οἱ τύπτοντες πόθεν ἐκτείσουσιν, ἐπειδὰν
εὐωχηθέντες ὑβρίζωσιν; τοῦτο γὰρ οἶμαί σ᾽ ἀπορήσειν.
665 ΠΡ. ἀπὸ τῆς μάζης ἧς σιτεῖται· ταύτης γὰρ ὅταν τις ἀφαιρῇ,
οὐχ ὑβριεῖται φαύλως οὕτως αὖθις τῇ γαστρὶ κολασθείς.
ΒΛ. οὐδ᾽ αὖ κλέπτης οὐδεὶς ἔσται; ΠΡ. πῶς γὰρ κλέψει μετὸν αὐτῷ;
ΒΛ. οὐδ᾽ ἀποδύσουσ᾽ ἄρα τῶν νυκτῶν; ΧΡ. οὐκ, ἢν οἴκοι γε καθεύδῃς·
ΠΡ. οὐδ᾽ ἤν γε θύραζ᾽ ὥσπερ πρότερον· βίοτος γὰρ πᾶσιν ὑπάρξει.
670 ἢν δ᾽ ἀποδύῃ γ᾽, αὐτὸς δώσει. τί γὰρ αὐτῷ πρᾶγμα μάχεσθαι;
ἕτερον γὰρ ἰὼν ἐκ τοῦ κοινοῦ κρεῖττον ἐκείνου κομιεῖται.

***
ΒΛΕ. Ίσια κι όμοια λοιπόν με τα υπέρκαλλα νιάτα
630 η μαϊμού ο Λυσικράτης; ΠΡΑ. Και ναι, μά τον Φοίβο.
Δημοκράτης ο νόμος. Τί γέλια θα κάνουμε
με τους κρύους αρχοντάδες, τους δαχτυλιδάτους,
όταν κάποιος τσαρούχης τούς κόβει: «Πρωτιά μου!
Κάνε πλάι να κοιτάς κι άμα εγώ ξεμπερδέψω,
τότε θα ᾽ναι σειρά σου, το δεύτερο χέρι».
ΒΛΕ. Πώς με τέτοιο ανακάτωμα θα ξεχωρίζει
τα παιδιά του ο καθένας; ΠΡΑ. Ανάγκη δεν είναι.
Το παιδί θα λογιάζει πατέρα ολουνούς
τους γερόντους ανάλογα με τα χρονάκια του.
ΒΛΕ. Το λοιπόν θα μπορούν μια χαρά τα παιδιά
κάθε γέρο να τον καρυδώνουν μη ξέροντας
αν πατέρας τους είναι, αφού σήμερ᾽ ακόμα
που τον ξέρουν, του στρίβουν το λάρυγγα. Μόνο
640 θα τον πνίγανε; Μπα! Θα τον χέζανε κιόλας.
ΠΡΑ. Θα μποδίζουν οι γύρω. Ως τα χτες δεν τους έμελε,
αν ο γιος ξυλοφόρτωνε τον πατερούλη του.
Ξένος ήταν. Μα τώρα, αν ακούσουν να δέρνεται
κάποιος γέρος, θα μπαίνουν στη μέση, γιατί
θα φοβούνται μην αύριο κι αυτοί ξυλιστούνε.
ΒΛΕ. Ως εδώ τα κατάφερες. Όμως αν έρθουν
ο Κοκός κι ο Τοτός και με πούνε πατέρα,
μοναχά που το λέω, θα μου φύει το τσερβέλο.
ΧΡΕ. Είναι κι άλλα χειρότερα. ΒΛΕ. Τί; ΧΡΕ. Να σε σφίξει
αγκαλιά και φιλώντας σε να σε φωνάξει
ο Ντιντής: «Αχ, γλυκέ μου μπαμπά». ΒΛΕ. Θα τον σπάσω
στις γροθιές. ΧΡΕ. Θα κολλήσεις αρώματα. ΠΡΑ. Είναι
γεννημένος πολύ πριν ερθούμε στα πράγματα.
Μη φοβάσαι λοιπόν το φιλί του. ΒΛΕ. Χειρότερο
650 ρεζιλίκι δε θα ᾽ταν για μένα... Μα ποιοί
τα χωράφια θα οργώνουν; ΠΡΑ. Οι δούλοι. Και συ,
μόλις πάει να μουχρώσει, θα τρέχεις ολόχαρος
για το δείπνο. ΒΛΕ. Καλά. Αλλά πώς θα πορεύομε
από ρούχα; ΠΡΑ. Θα ντύνεστε μ᾽ όσο βρεθεί
πανικό και κατόπι θα υφαίνουμ᾽ εμείς.
ΒΛΕ. Κάτι ακόμα. Αν κανένας μας χάσει μια δίκη,
πες μου πώς θα πλερώσει το πρόστιμο; Πάλι
το κοινό μας ταμείο; Λογικό δεν το βρίσκω.
ΠΡΑ. Δε θα γίνονται δίκες! ΧΡΕ. (στο Βλέπυρο) Πάει, χάθηκες, φίλε!
Πώς θα ζήσεις; Αυτό να σκεφτείς. ΠΡΑ. Για ποιό λόγο
να σκαρώνονται δίκες; ΒΛΕ. Για χίλιους! Και νά
ένα πρώτο παράδειγμα. Αν αρνιέται ο χρεώστης
να ξοφλήσει το δάνειό του; ΠΡΑ. Κι ο δανειστής
660 πού θα βρίσκει τα χρήματα, για να τοκίσει;
Όλα θα ᾽ναι βαθιά στο κοινό μας ταμείο.
Φανερό: να μπορεί να δανείζει, τα σούφρωσε.
ΧΡΕ. Γνωστικά μάς τα λες, μά τη Δήμητρα. ΒΛΕ. Πες μου,
αν κανείς μεθυσμένος απάνου στο κέφι
έναν άλλον χτυπήσει, πού θα βρει το χρήμα
να πλερώσει το πρόστιμο; Τώρα σε στρίμωξα.
ΠΡΑ. Το φαγί του θα κόψουμε... Κι όταν δεν έχει
να μασήσ᾽, η αδειανή του κοιλιά θα τον κάνει
να γνωστέψει, να μην αφαρπάζεται... ΒΛΕ. Κλέφτες
δεν θα υπάρχουνε πια; ΠΡΑ. Τί να κλέψουν;
Τα δικά τους λεφτά; ΒΛΕ. Λωποδύτες τη νύχτα
δε θα γδύνουνε πια τους διαβάτες; ΧΡΕ. Καθόλου,
αν κοιμάσαι στο σπίτι νωρίς. ΠΡΑ. Και ξενύχτης
να γυρνάς στα σοκάκια, σαν άλλοτες, ποιός
θα σε κλέψει; Όλοι θα ᾽χουν τον τρόπο τους. Όλοι.
Κι αν σου πέσει κανείς να σου πάρει το ρούχο,
670 θα του λες: «Χάρισμά σου... Γιατί να μαλώνουμε;».
Και κατόπι θα πας στην κοινήν αποθήκη
για να πάρεις καινούργιο μαντύα και καλύτερον.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΠΡΙΑΜΙΔΕΣ, ΛΑΟΔΙΚΗ

Αποτέλεσμα εικόνας για λαοδικηΛαοδίκην Πριάμοιο θυγατρῶν εἶδος ἀρίστην.
(Γ 124)
 
Η ομορφότερη κόρη του Πρίαμου και της Εκάβης, σύζυγος του Ελικάονα. Παραδόσεις μετά τον Όμηρο τη θέλουν, νέα ακόμη και πριν τον γάμο της, να ερωτεύεται τον Ακάμαντα, γιο του Θησέα, όταν εκείνος, μαζί με τον Διομήδη στάλθηκαν στην Τροία, για να ζητήσουν πίσω την Ελένη, προτού αρχίσει ο πόλεμος. Η κόρη εμπιστεύτηκε το μυστικό του έρωτά της στη Φιλόβια, τη γυναίκα του Περσέα, βασιλιά της πόλης Δάρδανο της Τρωάδας. Εκείνη έπεισε τον άνδρα της να καλέσει τους δύο νέους σε συμπόσιο και να τους βάλει να καθίσουν δίπλα δίπλα, χωρίς όμως να αποκαλύψουν την πραγματική ταυτότητα της Λαοδίκης, που εμφανίστηκε σαν αυλική στον γυναικωνίτη του Πριάμου. Καρπός της ένωσής τους ήταν ο Μούνιτος, τον οποίο η μητέρα του εμπιστεύτηκε στην Αίθρα, μητέρα του Θησέα και προγιαγιά του παιδιού της, αιχμάλωτη της Ελένης στην Τροία.
 
Με τον εχθρό μέσα στο παλάτι, η Λαοδίκη έδωσε τα όπλα στον ηλικιωμένο Πρίαμο που θέλησε να υπερασπιστεί τους δικούς του. Ο Πρίαμος σκοτώθηκε και οι θεοί, για να μην αφήσουν τη Λαοδίκη να πέσει στα χέρια των Αχαιών, άνοιξαν τη γη που την κατάπιε. Μετά την εξαφάνισή της η Αίθρα έδωσε τον Μούνιτο στον πατέρα του, που τον οδήγησε στην Αττική μαζί με την Αίθρα, ελεύθερη πια. Στο ταξίδι του γυρισμού, ο Μούνιτος, κυνηγώντας στην Όλυνθο, πέθανε από τσίμπημα φιδιού. Την ιστορία της Λαοδίκης κατέγραψε ο Παρθένιος στο Περί ερωτικών παθημάτων*.
-------------------------
*Λαοδίκη
 
Ἐλέχθη δὲ καὶ περὶ Λαοδίκης ὅδε λόγος, ὡς ἄρα παραγενομένων ἐπὶ Ἑλένης ἀπαίτησιν Διομήδους καὶ Ἀκάμαντος πολλὴν ἐπιθυμίαν ἔχειν μιγῆναι παντάπασι νέῳ ὄντι Ἀκάμαντι· καὶ μέχρι μέν τινος ὑπ᾽ αἰδοῦς κατέχεσθαι, ὕστερον δὲ νικωμένην ὑπὸ τοῦ πάθους ἀνακοινώσασθαι Περσέως γυναικὶ (Φυλοβίη αὐτῇ ὄνομα) παρακαλεῖν τε αὐτὴν ὅσον οὐκ ἤδη διοιχομένῃ ἀρήγειν αὐτῇ. κατοικτείρουσα δὲ <αὕτη> τὴν συμφορὰν τῆς κόρης δεῖται τοῦ Περσέως, ὅπως συνεργὸς αὐτῇ γένηται ἐκέλευέ τε ξενίαν καὶ φιλότητα τίθεσθαι πρὸς τὸν Ἀκάμαντα. Περσεὺς δὲ τὸ μὲν καὶ τῇ γυναικὶ βουλόμενος ἁρμόδιος εἶναι, τὸ δὲ καὶτὴν Λαοδίκην οἰκτείρων πάσῃ μηχανῇ [ἐπὶ] τὸν Ἀκάμαντα εἰς Δάρδανον ἀφικέσθαι πείθει· καθίστατο γὰρ ὕπαρχος τοῦ χωρίου. ἦλθε καὶ Λαοδίκη ὡς εἰς ἑορτήν τινα σὺν ἄλλαις τῶν Τρῳάδων ἔτι παρθένος οὖσα. ἔνθα δὴ παντοδαπὴν θοίνην ἑτοιμασάμενος συγκατακλίνει καὶ τὴν Λαοδίκην αὐτῷ φάμενος μίαν εἶναι τῶν τοῦ βασιλέως παλλακίδων. καὶ Λαοδίκη μὲν οὕτως ἐξέπλησε τὴν ἐπιθυμίαν, χρόνου δὲ προϊόντος γίνεται τῷ Ἀκάμαντι υἱὸς Μούνιτος, ὃν ὑπ᾽ Αἴθρας τραφέντα μετὰ Τροίας ἅλωσιν διεκόμισεν ἐπ᾽ οἴκου. καὶ αὐτὸν θηρεύοντα ἐν Ὀλύνθῳ τῆς Θρᾴκης ὄφις ἀνεῖλεν.
(Παρθένιος, Περί ερωτικών παθημάτων 16.1-4)

Ο Αριστοτέλης, η ηδονή, ο μόχθος και η έννοια της διασκέδασης

Αφού έχει ήδη ξεκαθαριστεί ότι η ηδονή δεν αφορά ούτε την κίνηση ούτε τη γένεση, αλλά την ενέργεια, αυτό που θα προστεθεί έχει να κάνει με την ερμηνεία της ηδονής ως μηχανισμού που θα καταδείξει την τελειότητα της ενέργειας που την επιφέρει: «Αυτό όμως μπορεί να γίνει φανερό και από τη στενότατη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στην κάθε ηδονή και στην ενέργεια που αυτή η ηδονή την κάνει τέλεια» (1175a 5, 34-35).
 
Με άλλα λόγια, αν μια ενέργεια προσφέρει ηδονή, είναι απολύτως φανερό ότι η διαρκής επιδίωξή της (λόγω της αντλούμενης ευχαρίστησης) θα κάνει τον άνθρωπο να τελειοποιηθεί σ’ αυτού του είδους την ενέργεια: «Γιατί η οικεία ηδονή αυξάνει την ενέργεια. Ο λόγος είναι ότι όσοι, σε οποιονδήποτε επιμέρους τομέα, ενεργούν με ευχαρίστηση, είναι οι καλύτεροι κριτές και οι ακριβέστεροι γνώστες» (1175a 5, 35-38).
 
Ο Αριστοτέλης θα φέρει και παραδείγματα: «καλοί, επιπαραδείγματι, στη γεωμετρία γίνονται αυτοί που βρίσκουν ευχαρίστηση στο να ασχολούνται με αυτήν – και, φυσικά, αυτοί που κατανοούν καλύτερα τις διάφορες λεπτομέρειές της· με τον ίδιο τρόπο οι φιλόμουσοι, οι φιλοικοδόμοι και οι φίλοι όλων των άλλων τεχνών προκόβουν ο καθένας στη δική του εργασία, ακριβώς γιατί βρίσκουν ευχαρίστηση σ’ αυτή». (1175a 5, 38-42).
 
Η ηδονή είναι το απαραίτητο στοιχείο όλων των ανθρώπινων ενδιαφερόντων, αφού αν δεν υπήρχε τα πάντα θα οδηγούνταν στην αδράνεια της απόλυτης αδιαφορίας. Από αυτή την άποψη, η ηδονή όχι μόνο δεν είναι κάτι κατακριτέο, αλλά παίρνει διαστάσεις σχεδόν υπαρξιακές ως κινητήριος δύναμη της ανθρώπινης δράσης. Θα έλεγε κανείς ότι όλα τα επιτεύγματα του ανθρώπου (εν τέλει) οφείλονται σ’ αυτή. Η ηδονή είναι η αγάπη προς κάποιο πεδίο που καλεί τον άνθρωπο να ενεργήσει. Δηλαδή να κοπιάσει. Ο μόχθος παρουσιάζεται με τρόπο αλληλένδετο με την ηδονή, αφού δεν μπορεί να υπάρξει ενέργεια χωρίς μόχθο.
 
Κι ίσως εδώ να βρίσκεται η ουσία των πραγματικών ηδονών που εκπληρώνονται μετά από κόπο και προσωπικό αγώνα. Οι ηδονές που μπορεί να νιώθει κανείς χωρίς να κοπιάζει είναι καταδικασμένες στην επιφάνεια, καθώς (σε τελική ανάλυση) στερούνται ενέργειας. Η ταύτιση της ξεκούρασης ή των ράθυμων σωματικών απολαύσεων με την ηδονή αποτελεί διαστρέβλωση που υποβαθμίζει την ηδονή στην ευτέλεια του ζωώδους. Οι απολαύσεις αυτού του είδους είναι αδύνατο να συγκριθούν με το μεγαλείο της ψυχικής ολοκλήρωσης (ύψιστη ηδονή) που επέρχεται ενεργώντας. Κι αυτό είναι κάτι που πρέπει να το μάθει κανείς.

Η άντληση της ηδονής από κάποια ενέργεια είναι που οδηγεί στο οικείο, αφού οικείο είναι αυτό που ο καθένας αρέσκεται να κάνει: «Η ηδονή λοιπόν συντελεί στην αύξηση της ενέργειας, και ό,τι συντελεί στην αύξηση ενός πράγματος, είναι οικείο σ’ αυτό· όταν όμως κάποια πράγματα διαφέρουν μεταξύ τους ως προς το είδος, διαφέρουν μεταξύ τους ως προς το είδος και τα οικεία τους» (1175a 5, 42 και 1175b 5, 1-2).
 
Κι ο Αριστοτέλης θα γίνει σαφέστερος: «Το πράγμα γίνεται, νομίζω, ακόμη πιο φανερό, αν προσέξουμε ότι οι ηδονές που προέρχονται από ένα είδος ενεργειών γίνονται εμπόδιο για άλλες ενέργειες. Οι άνθρωποι, επιπαραδείγματι, που τους αρέσει πάρα πολύ η μουσική του αυλού, αδυνατούν να δώσουν προσοχή στις φιλοσοφικές συζητήσεις, αν εκείνη τη στιγμή ακούσουν κάποιον να παίζει αυλό, γιατί η μουσική του αυλού τούς ευχαριστεί περισσότερο από την ενέργεια της στιγμής εκείνης· συμπέρασμα: η ηδονή που γεννάει η αυλητική τέχνη φθείρει την ενέργεια που σχετίζεται με τη φιλοσοφική συζήτηση» (1175b 5, 2-8).
 
Ο άνθρωπος δεν έχει άλλη επιλογή από το να στραφεί προς αυτό που τελικά τον ευχαριστεί. Ο λάτρης του αυλού θα εγκαταλείψει τη φιλοσοφική συζήτηση, όπως ο λάτρης της φιλοσοφίας θα ενοχληθεί από το άκουσμα του αυλού που (ενδεχομένως) του χαλάει τη συγκέντρωση. Η ηδονή είναι ο παράγοντας που θα καθορίσει την κατεύθυνση των ενδιαφερόντων. Γι’ αυτό έχει τεράστια σημασία να ευχαριστιέται κανείς από πράγματα που έχουν ποιότητα, αφού θα αναγκαστεί να στραφεί προς αυτά. Αν, αντίθετα, συνηθίσει να ευχαριστιέται από την ευτέλεια, θα επιθυμεί τις ευτελείς ενέργειες.
 
Όμως, από τις ευτελείς πράξεις γεννιούνται και οι ευτελείς ηδονές. Οι διασκεδάσεις της ευτέλειας από ένα σημείο και μετά δεν μπορούν παρά να οδηγήσουν στην πλήξη, καθώς η ηδονή που προσφέρουν δεν έχει κανένα βάθος. Αντίθετα, οι ποιοτικές ενέργειες γίνονται σύντροφοι ζωής. Από αυτή την άποψη, εκείνος που γίνεται έρμαιο της ευτέλειας αγνοεί την ίδια τη σημασία της ηδονής, αφού τη συγχέει με τη ρηχότητα της ανούσιας παροδικής ευχαρίστησης. Γι’ αυτό και η ζωή του είναι καταδικασμένη στη φτώχεια, όση περιουσία κι αν διαθέτει. Κι αυτή είναι η μοίρα των απαίδευτων ανθρώπων.
 
Η απαιδευσιά δεν έχει να κάνει (κατ’ ανάγκη) με το μορφωτικό επίπεδο. Κι ο εξειδικευμένος-βαθύς γνώστης του πιο απαιτητικού επιστημονικού πεδίου μπορεί να είναι επίσης απαίδευτος. Η τεχνοκρατική γνώση που κατέχει μπορεί να τον καταξιώνει επαγγελματικά (κι επιστημονικά), αλλά δε σημαίνει ότι τον διαπλάθει κιόλας. Τα ενδιαφέροντά του μπορεί να είναι εξίσου ευτελή, όπως και οι χαρές που εισπράττει ως προσωπικότητα.
 
Η τεχνοκρατική αντίληψη της εξειδικευμένης γνώσης δεν πρέπει να συγχέεται με την παιδεία, αφού η παιδεία αφορά την ολοκλήρωση της προσωπικότητας, ενώ η εξειδικευμένη γνώση όχι. Η προσωπικότητα ολοκληρώνεται με την εναρμόνιση του ανθρώπου με τους άλλους και τη μετουσίωση των ερεθισμάτων που δέχεται σε προσωπικό πλούτο. Η εξειδικευμένη γνώση δεν οδηγεί κατ’ ανάγκη σ’ αυτό το αποτέλεσμα.

Ο πετυχημένος χειρούργος δεν είναι βέβαιο ότι το κατανοεί αυτό. Γι’ αυτό και (εν τέλει) μπορεί να είναι και απαίδευτος. Τουλάχιστον, όμως, έχει την επιστήμη του, από την οποία μπορεί να αντλήσει αληθινή χαρά. Αλίμονο στον άνθρωπο που δεν κατέχει καμία επιστημονική ή τεχνική γνώση και ταυτόχρονα είναι και απαίδευτος. Η ρηχότητα και η πλήξη είναι η μοναδική του προοπτική. Η ευτυχία του είναι κατώτερης ποιότητας, αφού ταυτίζεται με το ευτελές.
 
Θα έλεγε κανείς ότι η ποιότητα των οικείων ηδονών είναι το ασφαλέστερο κριτήριο της παιδείας. Κι όπως υπάρχουν οικείες ηδονές, έτσι υπάρχουν και οι οικείες λύπες (κι αντιστοίχως οι ξένες ηδονές και λύπες): «Πραγματικά, οι ξένες ηδονές κάνουν αυτό σχεδόν που κάνουν οι οικείες λύπες: οι οικείες λύπες καταστρέφουν τις ενέργειες· αν, επιπαραδείγματι, το γράψιμο ή η αριθμητική δεν προκαλούν σε κάποιον άνθρωπο καμιά ευχαρίστηση και, ίσα ίσα, τον στενοχωρούν, αυτός δε γράφει ή δεν κάνει πράξεις αριθμητικής, αφού αυτού του είδους οι ενέργειες τού προκαλούν στενοχώρια» (1175b 5, 18-23).
 
Ασφαλώς, δεν μπορούν όλες οι ηδονές να είναι οικείες, αφού δεν μπορούν όλοι οι άνθρωποι να αντλούν χαρά από τα ίδια πράγματα. Όμως, όσο πιο περιορισμένες είναι τόσο φτωχότερη γίνεται και η ζωή αυτού που τις κατέχει, αφού οι πηγές της χαράς είναι λίγες. Κι αν εκτός από λίγες είναι και στείρες, τότε η ζωή οδεύει προς τη στέρηση της ηδονής αναζητώντας τη χαρά σε υποκατάστατα. Οι στείρες ηδονές σηματοδοτούν και τη στειρότητα της ζωής. Υπό αυτή τη συνθήκη, η αριστοτελική έννοια της ευτυχίας (ως εξύψωση στο θεϊκό) κρίνεται ιδιαιτέρως επίφοβη.
 
Κατά συνέπεια οι ξένες ηδονές είναι οι πηγές της χαράς των άλλων, που όμως είναι αδύνατο σε κάποιον να τις ιδιοποιηθεί. Θα έλεγε κανείς ότι πρόκειται για ανεκμετάλλευτες δυνατότητες χαράς. Η παιδεία είναι ο μηχανισμός που διευρύνει την προσωπικότητα μετατρέποντας σε οικείες τις ως τώρα ξένες ηδονές. Κι αυτή είναι η έννοια του μόχθου, αφού ο μόχθος θα δώσει το βάθος και την ποιότητα του ενδιαφέροντος. Το ζήτημα είναι να μην ταυτίζεται ο μόχθος με τον καταναγκασμό. Γιατί ο καταναγκασμός αποτελεί οικεία λύπη και η επιμονή στη λύπη είναι η ύψιστη δυστυχία.

Όσο πιο πολύ μοχθεί κανείς για κάτι με τη θέλησή του, τόσο βαθύτερα το αγαπά, κι όσο βαθύτερα το αγαπά, τόσο βαθύτερη είναι και η χαρά που εισπράττει κάνοντάς το. Η επιφανειακή ενασχόληση θα φέρει κι επιφανειακή χαρά. Αλλιώς αγαπά κανείς τη μουσική, όταν απλώς ευχαριστιέται ακούγοντάς τη, κι αλλιώς όταν τη σπουδάζει ή όταν μοχθεί να μάθει ένα όργανο και να συμμετέχει στο παίξιμό της. Ο οικειοθελής κόπος κάνει πιο οικεία την ηδονή. Κι αυτός είναι ο αληθινός πλούτος των ανθρώπων.
 
Οι ηδονές ευτελίζονται όταν κόβουν τους δεσμούς με τις επιταγές της αρετής. Η αρετή είναι η δύναμη που θα δώσει το βάθος και την ποιότητα στις πράξεις, πράγμα που στη συνέχεια θα καθορίζει το βάθος και την ποιότητα των ηδονών. Οι επαίσχυντες πράξεις θα γεννήσουν και τις επαίσχυντες ηδονές, που για τον Αριστοτέλη δεν είναι ηδονές, αλλά μια κατάφωρη διαστρέβλωση της έννοιας: «Είναι λοιπόν φανερό ότι δεν πρέπει να λέμε ότι είναι ηδονές αυτές που κατά την κοινή ομολογία είναι επαίσχυντες: αυτές είναι ηδονές μόνο για τους διεφθαρμένους ανθρώπους» (1176a 5, 26-29).
 
Δεν είναι τυχαίο ότι η χαρά των διεφθαρμένων αδυνατεί να έχει διάρκεια, αφού η διαφθορά τους αποτελεί την ύστατη προσπάθεια να εκδηλωθεί η χαρά μέσα σε συνθήκες όπου οτιδήποτε αξιόλογο αποτελεί ξένο. Γι’ αυτό και είναι ασήμαντη. Κι όσο βυθίζεται κανείς στις ηδονές της διαφθοράς, τόσο θέλει και να τις επιτείνει, καθώς το συνηθισμένο δεν μπορεί να φέρει πλέον τη χαρά που έφερνε στην αρχή – επιβεβαιώνοντας την ασημαντότητά του. Οι ηδονές της διαφθοράς δεν έχουν ούτε βάθος ούτε μόχθο ούτε ψυχική ολοκλήρωση και προσπαθούν να τα αντικαταστήσουν με την κλιμάκωση, που θα δώσει την ψευδαίσθηση της εξέλιξης. Ο διεφθαρμένος δεν έχει άλλη επιλογή από το να γίνεται όλο και περισσότερο διεφθαρμένος. Κι αυτός είναι ο δρόμος της κακίας που επιφέρει το αδιέξοδο, τη φτήνια, τη διαστρέβλωση και την παρακμή, δηλαδή τη δυστυχία.
 
Όταν αυτού του είδους οι επαίσχυντες ηδονές μετατρέπονται σε κοινωνικό πρότυπο, είναι αδύνατο να μιλάμε για ποιότητα της πόλης, αφού η πόλη καθορίζεται από τις συλλογικές αξίες που προάγει. Η δυστυχία θα είναι συνολική, όπως και το επαίσχυντο της στρέβλωσης, γιατί ο διεφθαρμένος κάνει τους γύρω του δυστυχείς χωρίς ποτέ να ευτυχήσει ο ίδιος. Σε τελική ανάλυση, πρόκειται για την πόλη των τιποτένιων, που δεν έχουν καταλάβει τίποτε για την ανθρώπινη ευτυχία και προσπαθώντας να την επιτύχουν προωθούν αξίες κατορθώνοντας ακριβώς το αντίθετο.

Για μια ακόμη φορά ο Αριστοτέλης βρίσκεται μπροστά στο πρόβλημα της υποκειμενικότητας της ευτυχίας και του πραγματικά ευδαίμονος ανθρώπου. Η τάση των περισσότερων να ταυτίζουν την ευτυχία με την αποφυγή του μόχθου είναι η στρέβλωση που συγχέει τη διασκέδαση με την ευτυχία: «Και όμως πολλοί από τους ανθρώπους που θεωρούνται ευδαίμονες προστρέχουν σ’ αυτού του είδους τις ευχάριστες διασκεδάσεις· αυτός είναι και ο λόγος που οι χωρατατζήδες, τα άτομα που έχουν ευστροφία σ’ αυτού του είδους τις διασκεδάσεις, έχουν μεγάλη υπόληψη στις αυλές των τυράννων· γιατί οι άνθρωποι αυτοί προσφέρουν ευχάριστο τον εαυτό τους σ’ αυτά ακριβώς που οι τύραννοι επιθυμούν, και έτσι οι τύραννοι χρειάζονται να έχουν δίπλα τους τέτοιους ανθρώπους. Έτσι όμως δημιουργείται η εντύπωση ότι οι διασκεδάσεις αυτές αποτελούν ουσιαστικά στοιχεία της ευδαιμονίας, αφού οι άνθρωποι της δύναμης και της εξουσίας ξοδεύουν σ’ αυτές τον ελεύθερο χρόνο τους – μόνο που αυτού του είδους οι άνθρωποι δεν αποτελούν, μάλλον, κανενός είδους απόδειξη» (1176b 6, 14-21).
 
Ο τύραννος, ως κατεξοχήν πρότυπο διαφθοράς, είναι ο πρώτος που θα συμβάλει στη διαστρέβλωση της ηδονής. Η συμμετοχή στις σαρκικές ηδονές και στις ανούσιες (πλην πλουσιοπάροχες) συνεστιάσεις της επιφανειακής ευχαρίστησης μετατρέπεται σε σύμβολο επιτυχίας και κοινωνικής καταξίωσης. Για τον Αριστοτέλη αυτοί που ζουν έτσι είναι άνθρωποι κατώτερης ποιότητας, που στην πραγματικότητα αγνοούν της σημασία της ηδονής: «αν οι άνθρωποι αυτοί, μη έχοντας ποτέ γευτεί την αληθινή ηδονή, αυτή που ταιριάζει στους ελεύθερους ανθρώπους, καταφεύγουν στις σωματικές ηδονές, δεν είναι αυτός λόγος οι ηδονές αυτές να θεωρηθούν πιο άξιες για επιλογή και προτίμηση» (1176b 6, 23-25).
 
Η τιποτένια κοσμικότητα αυτού του είδους, που πολλές φορές υποθάλπει τη διαφθορά, για τον Αριστοτέλη είναι τόσο ασήμαντη που τείνει στο παιδαριώδες: «Εδώ και τα παιδιά, τα πράγματα που έχουν στο χώρο τους κάποια αξία, νομίζουν ότι είναι τα καλύτερα! Όπως λοιπόν είναι άλλα τα πράγματα που έχουν αξία για τα παιδιά και άλλα αυτά που έχουν αξία για τους ώριμους άντρες, είναι λογικό άλλα πράγματα να έχουν αξία για τους κατώτερης ποιότητας ανθρώπους και άλλα για τους σημαντικούς και αξιόλογους ανθρώπους» (1176b 6, 25-28).
 
Και βέβαια, αν κάποιος θέλει να μάθει ποια είναι τα αξιόλογα πράγματα πρέπει να παραδειγματιστεί από τους αξιόλογους ανθρώπους, δηλαδή αυτούς που κινούνται μέσα στις επιταγές της αρετής: «Όπως λοιπόν το έχουμε ήδη πει πολλές φορές, πολύτιμα και ευχάριστα πράγματα είναι αυτά που είναι τέτοια για τον σημαντικό και αξιόλογο άνθρωπο» (1176b 6, 29-30).
 
Η ευδαιμονία, ως τελικός στόχος του ανθρώπου, είναι αδύνατο να ταυτιστεί με τη διασκέδαση. Οι άνθρωποι που συγχέουν τις δύο καταστάσεις αγνοούν τις πραγματικές ηδονές, καθώς η ευτυχία είναι η βαθύτερη ηδονή που ενώνει τους ανθρώπους με το θεό, ενώ η διασκέδαση αφορά την επιφανειακή ευχαρίστηση της ελαφρότητας που προσφέρει η ανάπαυλα: «Η ευδαιμονία λοιπόν δε βρίσκεται στις ψυχαγωγικές ασχολίες και στις διασκεδάσεις· θα ήταν, πράγματι, αδιανόητο η ψυχαγωγία και η διασκέδαση να είναι ο τελικός στόχος του ανθρώπου, και ακόμη ο άνθρωπος να μπαίνει σε κόπους και να κακοπαθαίνει μια ολόκληρη ζωή για χάρη της διασκέδασής του. Γιατί –για να το πούμε έτσι– τα πάντα τα προτιμούμε και τα επιλέγουμε για χάρη κάποιου άλλου πράγματος, εκτός από την ευδαιμονία· γιατί αυτή είναι ο τελικός στόχος. Να αγωνίζεται όμως κανείς και να υποβάλλεται σε κόπους για χάρη της διασκέδασης είναι ανοησία, κάτι το εντελώς παιδαριώδες» (1176b 6, 32-38).
 
Όμως, το ότι η διασκέδαση δεν ταυτίζεται με την ευτυχία και την πραγματική ηδονή δε σημαίνει ότι στερείται νοήματος ή ότι είναι κάτι που πρέπει να απορριφθεί. Ο Αριστοτέλης τη διαχωρίζει από την ευτυχία όχι για να τη ματαιώσει, αλλά για τις αποδώσει τις πραγματικές της διαστάσεις: «Αντίθετα, θεωρείται σωστό “να διασκεδάζει κανείς για να μπορεί ύστερα να επιδίδεται με σοβαρότητα στα έργα του”. Όπως το είπε ο Ανάχαρσης· γιατί η διασκέδαση είναι ένα είδος ανάπαυσης, και καθώς οι άνθρωποι δεν μπορούν να υποβάλλονται ασταμάτητα σε κόπους, έχουν ανάγκη από ανάπαυση. Η ανάπαυση λοιπόν δεν είναι τέλος, αφού γίνεται για χάρη της ενέργειας» (1176b 6, 38-40 και 1177a 6, 1-2).
 
Γι’ αυτό η ευδαιμονία, σε τελική ανάλυση, αφορά μόνο τους ελεύθερους ανθρώπους, που ξέρουν να ζουν σύμφωνα με τους νόμους της αρετής. Γιατί μόνο ο ελεύθερος μπορεί να κατανοήσει τη σημασία της αυτόνομης ζωής, δηλαδή την ανεξαρτησία που εκπληρώνεται με την ψυχική ισορροπία που προσφέρει η γνώση του εαυτού και η ενέργεια (κόπος) που πρέπει να καταβληθεί για την ύψιστη απόλαυση της πραγματικής ηδονής. Με άλλα λόγια, μόνο ο ελεύθερος γνωρίζει τι σημαίνει να ενώνεται κανείς με το θείο.
 
Όλοι οι υπόλοιποι είναι καταδικασμένοι στην κατωτερότητα του ανεκπλήρωτου. Εξάλλου, ακόμη και ο δούλος είναι σε θέση να απολαύσει τις σωματικές ηδονές: «Τις σωματικές ηδονές μπορεί να τις απολαύσει και το πρώτο τυχαίο πρόσωπο –ακόμη και ένας δούλος– όχι λιγότερο από τον καλύτερο και τον πιο αξιόλογο άνθρωπο· μέρος όμως από την ευδαιμονία του κανείς δεν μπορεί να μεταδώσει σ’ έναν δούλο, εκτός και αν του δώσει τη δυνατότητα μιας αυτόνομης ζωής. Γιατί η ευδαιμονία δε βρίσκεται σ’ αυτού του είδους τις ψυχαγωγικές ενασχολήσεις και στις διασκεδάσεις, αλλά στις σύμφωνες με την αρετή ενέργειες» (1177a 6, 8-13).
 
Αριστοτέλης: Ηθικά Νικομάχεια

ΠΟΙΗΣΗ: Ένας δεσμός με τον κόσμο

«Ο σύγχρονος κόσμος, ο τυραννισμένος από το φόβο και την ανησυχία, τη χρειάζεται την ποίηση. Η ποίηση έχεις τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα – και τι θα γινόμασταν αν η πνοή μας λιγόστευε; Είναι μια πράξη εμπιστοσύνης – κι ένας θεός το ξέρει αν τα δεινά μας δεν τα χρωστάμε στη στέρηση εμπιστοσύνης» -Γ. Σεφέρης

Ο άνθρωπος ιστορικά υποτάσσεται αδιαμαρτύρητα σε τρεις εξουσίες: Στην εξουσία του αληθινού (Λογική), στην εξουσία του καλού (Ηθική) και στην εξουσία του ωραίου (Αισθητική). Η τελευταία είναι ταυτισμένη με την τέχνη και γι’ αυτό είναι η πιο αποδεκτή. Ο πιο αυθεντικός και ο πιο διαχρονικός πρεσβευτής της τέχνης είναι η ποίηση που εξακολουθεί να συγκινεί, να ενθουσιάζει και να πείθει.

Ορισμός της ποίησης

Το εγχείρημα ορισμού της ποίησης είναι πάντα δύσκολο και πάντα ενδιαφέρον: Γενικά ποίηση είναι εκείνο το είδος της τέχνης που στηρίζεται στην εκφραστική δυνατότητα της γλώσσας, η οποία σε αντιδιαστολή προς τον πεζό λόγο έχει κύριο χαρακτηριστικό το ρυθμό. Η ποίηση είναι μουσική σκέψη, η οποία εκφράζεται από το πνεύμα που εισχωρεί στα μύχια των πραγμάτων, αλλά και υπέρτατη μορφή συγκινησιακής χρήσης της γλώσσας. Αν συνδυάσουμε τα παραπάνω, θα διαπιστώσουμε ότι η ποίηση προσπαθεί να αποδώσει το «ένθεο» στοιχείο, αλλά και την επικοινωνιακή σχέση του δημιουργού με τον κόσμο. Ως δημιουργική έκφραση η ποίηση, προφορική αρχικά, γραπτή στη συνέχεια, προηγείται του πεζού λόγου. Αποτελεί τον πιο αρχέγονο τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος προσπάθησε, μέσω της γλώσσας, να προσεγγίσει τον κόσμο και να διεισδύσει στο μυστήριό του.

Αν μου ζητούσαν να ορίσω το πιο ουσιώδες και ουσιαστικό στοιχείο της ποίησης, τον κύριο χαρακτήρα της, θα διάλεγα να την ορίσω ως δημιουργία. Θα επέλεγα αυτή την ετυμολογική – πρωταρχική της σημασία, τη σημασία του «ποιείν». Η έννοια του «ποιείν» ήταν εκείνη που δήλωσε εξαρχής την παραγωγή έντεχνου λόγου… που ξεχωρίζει από άλλα συναφή ρήματα, όπως το πράττω, το δρω ή το ενεργώ. Υποστηρίζω πως η ποίηση είναι κατεξοχήν δημιουργία, η δημιουργία ενός νέου κόσμου, του κόσμου που αποκαλούμε «ποιητικό κείμενο».

Ο Ζαν – Πιερ Σιμεόν, ο άνθρωπος που έδωσε πνοή στην «Άνοιξη των ποιητών» ορίζει με ένα διαφορετικό τρόπο την ποίηση. «Η ποίηση… είναι ο χώρος της αυτογνωσίας, εκεί όπου αντιπαρατίθεται κανείς με τους προσωπικούς ίσκιους του και με όσα δεν κατανοεί. Είναι επίσης ένας δεσμός με τον κόσμο, μια σχέση με τα γεγονότα και με την εποχή σου».

«Άλλωστε, τι / θαρρείς πως στο βάθος είναι η ποίηση; / Είναι η γύρη / των πραγμάτων του σύμπαντος. Η γύρη σε πράξεις, / η γύρη σε οδύνη, σε φως, σε χαρά, σε αλλαγές, / σε πορεία, σε κίνηση» -Νικ. Βρεττάκος

Η λειτουργία της Ποίησης

Όσο, όμως, ενδιαφέρον κι αν παρουσιάζουν οι προσπάθειες ορισμού της ποίησης, εκείνο που προέχει είναι η καταγραφή του ρόλου και της χρησιμότητάς της στην εποχή μας.

Ειδικότερα η ποίηση μας οδηγεί στο βασίλειο της γλώσσας, αν δεν την προϋποθέτει και μας βοηθά να βλέπουμε και να ακούμε τη λάμψη του πολύβοου κόσμου. Σε εποχές πεζές, επίπεδες και ασήμαντες οι στίχοι ενός ποιήματος στοχεύουν στο να δώσουν ένα νόημα και περιεχόμενο στη ζωή μας που ακροβατεί ανάμεσα στη βαθύτερη ανάγκη του ανθρώπου να ανιχνεύσει το κρυφό μήνυμα της ζωής και του κόσμου και στην υποχρέωση να διακονεί το υλικό, το γήινο και το παροδικό.

Επιπρόσθετα η ποίηση δεν επιχειρηματολογεί αλλά συγκινεί και συγκλονίζει. Δεν συνθηματολογεί, δεν προπαγανδίζει, δεν λαϊκίζει αλλά διδάσκει την αφαίρεση και τη δωρικότητα. Η ποίηση αναταράσσει τόσο το νου όσο και την καρδιά. Δεν επιβάλλει τίποτα με τη βία. Υποβάλλει, όμως, το μέτρο, την αρμονία και τη μουσικότητα. Και τα τρία αυτά στοιχεία συνθέτουν και ορίζουν την έννοια του Ωραίου.

Ποίηση και Γνώση

Στις ιδιαιτερότητες της ποίησης ανήκει και ο τρόπος με τον οποίο ο αναγνώστης φθάνει στη γνώση και στη βίωση μιας άλλης πραγματικότητας. Το ποιητικό, δηλαδή, κείμενο διαμορφώνει ένα διαφορετικό πλαίσιο γνωστικής διαδικασίας μέσα στο οποίο ο αναγνώστης καθίσταται ενεργό υποκείμενο. Οι παραδοσιακοί κανόνες μάθησης και προσέγγισης του γνωστικού αντικειμένου ατονούν, αφού το ποίημα δεν παρέχει τη γνώση μόνο με τις λέξεις – έννοιες αλλά και με τις εικόνες που διεγείρουν τη φαντασία και το συναίσθημα.

 Έτσι πραγματώνεται η βιωματική μάθηση, αφού κατά την ανάγνωση διεγείρονται και αφυπνίζονται όλες οι νοητικές και συναισθηματικές δυνατότητες του αναγνώστη – δέκτη. Ο δημιουργικός αυτός τρόπος πρόσληψης της γνώσης διευρύνει τους ορίζοντες αμφισβήτησης, ανοίγει νέους δρόμους σκέψης και ανακινεί ερωτήματα. Σε αυτό συντείνει και το γεγονός ότι στην κατανόηση και ερμηνεία του ποιητικού κειμένου δεν υπάρχουν δογματισμοί και καμία αλήθεια δεν επιβάλλεται αξιωματικά ως ορθή και απόλυτη.

Απόρροια αυτών η καλλιέργεια της κριτικής σκέψης και της δημιουργικής αναζήτησης που βοηθούν στην υπέρβαση της χρησιμοθηρικής και τεχνοκρατικής αντίληψης της πραγματικότητας. Κι αυτό επιτυγχάνεται στο βαθμό που ο λόγος της ποίησης διεισδύει στα άβατα της πραγματικότητας, την ανατέμνει και την αναπλάθει. Έτσι επιτυγχάνεται μια μέθεξη του αναγνώστη με την άλλη «πραγματικότητα» που προσλαμβάνεται, κατανοείται και ερμηνεύεται με τη διαίσθηση και τη φαντασία.

Σε αυτό επίπεδο η ποιητική γλώσσα δρα απελευθερωτικά για τον αναγνώστη και τον οδηγεί σε υπερ-νοητές διαδρομές όπου συνυπάρχουν το ιδεατό με το πραγματικό, το γήινο με το άυλο. Σε τελευταία ανάλυση η ανάγνωση συνιστά μια τελετουργία, αφού η ποίηση σε όλες τις εκφράσεις της αποτελεί τον πιο αυθεντικό και πιο αρχέγονο τρόπο προσέγγισης του κόσμου αλλά και δημιουργίας μιας άλλης πραγματικότητας και ζωής με στόχο μια θετική αλλαγή.

«Θεωρώ πως η ποίηση δεν μπορεί ν’ αλλάξει τον κόσμο. Αλλά μπορεί ν’ αλλάξει τις συνειδήσεις των ανθρώπων, που φτιάχνουν τον κόσμο. Επομένως, έμμεσα είναι δυνατόν η ποίηση να επηρεάσει τον κόσμο για μια θετική αλλαγή» -Οδ. Ελύτης

Η οικουμενικότητα της Ποίησης

Στη θετική λειτουργία και συνεισφορά της ποίησης ανήκει και ο οικουμενικός και πανανθρώπινος χαρακτήρας της. Κι αυτό γιατί ο ποιητικός λόγος μορφοποιεί και προβάλλει όλα εκείνα τα στοιχεία που συνθέτουν τη βαθύτερη ουσία του ανθρώπου ανεξάρτητα από εθνικότητα, χρώμα, φυλή, θρησκεία και πολιτισμό. Η αγωνία της ζωής, ο φόβος του θανάτου, ο έρωτας, η ευτυχία, η ανάγκη για έναν θεό και πολλά άλλα είναι οι διαφορετικές εκφράσεις της πανανθρώπινης ταυτότητας. Όλα αυτά τα συμπυκνώνει με επιτυχία το ποιητικό κείμενο που αναπτύσσει στους αναγνώστες το σεβασμό της διαφορετικότητας.

Μας νουθετεί και μας εισάγει στο βασίλειο της ανεκτικότητας προάγοντας και προβάλλοντας την αξία της ετερότητας και της ποικιλίας. Έτσι με όλες αυτές τις λειτουργίες επωάζεται και αναπτύσσεται μια οικουμενική – πανανθρώπινη συνείδηση.

Γιατί η ποίηση έχει τη δύναμη να γκρεμίζει τα τείχη που χωρίζουν τον κόσμο με βάση το φύλο, τη θρησκεία, το χρώμα, την προέλευση, την ηλικία, την κοινωνική τάξη, την εθνικότητα… Γιατί μόνο αν φύγουμε από τον τυφλό αυτισμό, την ιδιοτέλεια και κάθε μορφής ιδεολογήματα μπορούμε να μοιραστούμε τα αγαθά της ζωής και ν’ ανακαλύψουμε την ποίηση που λυτρώνει, εξανθρωπίζει, γαληνεύει.

Τον οικουμενικό και πανανθρώπινο χαρακτήρα της ποίησης την αποδίδει με ενάργεια και ο Νικηφόρος Βρεττάκος μέσα από μια ποιητική εικόνα που αναδεικνύει ως αξία το συναίσθημα και την τρυφερότητα ενάντια στην ψυχρή λογική και στη σκληρότητα των ανθρώπινων σχέσεων: «Άλλωστε, τι / θαρρείς πως στο βάθος είναι η ποίηση; είναι η ζωή και η ψυχή / σ’ ένα αιώνιο καθρέπτισμα μέσα στο χρόνο. / Τι νομίζεις, λοιπόν, κατά βάθος η ποίηση / είναι μια ανθρώπινη καρδιά φορτωμένη / όλο τον κόσμο».

Οι επτά ηθικοί κανόνες που ενώνουν την ανθρωπότητα

Η επιστήμη της ανθρωπολογίας ασχολείται με τη μελέτη των ανθρώπων και της ανθρώπινης συμπεριφοράς και των κοινωνιών τόσο στο παρελθόν όσο και στο παρόν. Το μεγάλο πρόβλημα που είχε διαχρονικά ήταν να δώσει μια πλήρη και συνεκτική περιγραφή της ηθικής στις ανθρώπινες κοινωνίες. Ο Oliver Scott Curry το γνώριζε καλά. Το 2012 όταν ήταν καθηγητής ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης διοργάνωσε μια συζήτηση μεταξύ των φοιτητών του. Το θέμα ήταν αν η ηθική είναι έμφυτη ή επίκτητη. Τα στρατόπεδα στήθηκαν γρήγορα, η μια πλευρά υποστήριζε με πάθος ότι οι κανόνες της ηθικής είναι έμφυτοι και παντού στον κόσμο οι ίδιοι ενώ η άλλη το αντίθετο, ότι δεν υπάρχει παγκόσμιο κοινό πλαίσιο.

H ομάδα του Oliver Scott Curry μελέτησε τους ηθικούς κανόνες σε 60 κοινωνίες ανά τον κόσμο και περισσότερες από 600 πηγές

«Τότε συνειδητοποίησα ότι κανείς δεν ήξερε πραγματικά και έτσι αποφάσισα να το μάθω», λέει ο Curry.  Επτά χρόνια αργότερα, ο Curry, ερευνητής στο Ινστιτούτο για τη Γνωστική και Εξελικτική Ανθρωπολογία της Οξφόρδης, ισχυρίζεται πλέον ότι μπορεί να δώσει μια απάντηση στο πολύ δύσκολο ερώτημα για το τι είναι η ηθική και πώς αλλάζει (ή όχι) στις κοινωνίες όλου του κόσμου.
 
«Οι άνθρωποι παντού αντιμετωπίζουν σχεδόν τα ίδια κοινωνικά προβλήματα και χρησιμοποιούν ένα σχεδόν παρόμοιο σύνολο ηθικών κανόνων για να τα λύσουν», αναφέρει ως ο επικεφαλής μιας μελέτης που δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο Current Anthropology.
 
«Όλοι παντού μοιράζονται έναν κοινό ηθικό κώδικα. Όλοι συμφωνούν ότι η συνεργασία για την προώθηση του κοινού καλού είναι σωστό πράγμα». Ο τελικός σκοπός της ηθικής λοιπόν είναι η καλλιέργεια και η αναβάθμιση της ανθρώπινης συνεργασίας.
 
Για τους σκοπούς της έρευνας η ομάδα του Curry μελέτησε τους ηθικούς κανόνες σε 60 κοινωνίες ανά τον κόσμο και περισσότερες από 600 πηγές.
 
Οι συγγραφείς εξέτασαν επτά «καθιερωμένους» τύπους συνεργασίας για να δοκιμάσουν την ιδέα ότι η ηθική εξελίχθηκε για να προωθήσει τη συνεργασία, συμπεριλαμβανομένων των οικογενειακών αξιών , ή γιατί διαθέτουμε πόρους για την οικογένεια. Την ομαδική πίστη ή γιατί διαμορφώνουμε ομάδες, συμμορφούμεθα με τους τοπικούς κανόνες και προωθούμε την ενότητα και την αλληλεγγύη. Κοινωνική ανταλλαγή ή αμοιβαιότητα ή γιατί εμπιστευόμαστε τους άλλους, επιστρέφουμε ευνοώντας, επιδιώκουμε εκδίκηση, εκφράζουμε ευγνωμοσύνη, αισθανόμαστε ενοχή και συνθέτουμε τις μάχες. Την επίλυση των συγκρούσεων μέσω διαγωνισμών που συνεπάγονται «γελοίες εκφάνσεις δεσπόζουσας θέσης» όπως η γενναιότητα ή οι «επιδεικτικές επιδείξεις υποταγής », όπως η ταπεινοφροσύνη ή το σεβασμό. Δικαιοσύνη,ή πώς να διαιρέσετε αμφισβητούμενους πόρους εξίσου ή να συμβιβαστείτε. Και τέλος τα δικαιώματα της ιδιοκτησίας , δηλαδή να μην κλέβουν. 
 
Ο ηθικός επτάλογος στον οποίο κατέληξαν είναι ο εξής:
  1. Να βοηθάς την οικογένεια σου
  2. Να βοηθάς την ομάδα σου
  3. Να ανταποδίδεις τις χάρες
  4. Να είσαι γενναίος
  5. Να σέβεσαι την ιεραρχία
  6. Να είσαι δίκαιος στη μοιρασιά
  7. Να σέβεσαι την ξένη ιδιοκτησία
Η ερευνητική ομάδα διαπίστωσε ότι αυτές οι εφτά συμπεριφορές ήταν ηθικά αποδεκτές στο 99,9% των περιπτώσεων μεταξύ όλων των πολιτισμών. Οι επιστήμονες βέβαια σημειώνουν ότι άνθρωποι σε όλο τον κόσμο διαφέρουν σημαντικά στην προτεραιότητα που δίνουν σε αυτούς τους κανόνες αλλά τα αποδεικτικά στοιχεία ήταν συντριπτικά  για την τήρηση αυτών των ηθικών αξιών. Πολλές προηγούμενες μελέτες έχουν εξετάσει ορισμένους κανόνες ηθικής σε ορισμένα μέρη, αλλά καμία δεν είχε εξετάσει τους κανόνες ηθικής σε ένα τόσο μεγάλο δείγμα κοινωνιών. Είναι ενδεικτικό ότι όταν ο Curry προσπαθούσε να πάρει χρηματοδότηση, η ιδέα του απορρίφθηκε επανειλημμένα ως είτε πολύ προφανής είτε ως εντελώς αδύνατο να αποδειχθεί.
 
Το ερώτημα αν η ηθική είναι οικουμενική ή σχετική είναι μια παλιά. Ο φιλόσοφος Ντέιβιντ Χιουμ έγραφε ότι οι ηθικές κρίσεις εξαρτώνται από μια «εσωτερική αίσθηση την οποία η φύση έχει κάνει καθολική σε όλο το ανθρώπινο είδος», σημειώνοντας ότι ορισμένες ιδιότητες, όπως η αλήθεια, η δικαιοσύνη, το θάρρος, η φιλία, συμπάθεια είναι οικουμενικές.
 
Σε μια κριτική για την έρευνα ο Paul Bloom, καθηγητής ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Yale, λέει ότι είμαστε μακριά από τη συναίνεση όσον αφορά τον ορισμό και την πηγή της ηθικής. Έχει να κάνει με την αίσθηση δικαίου ή αφορά τη μεγιστοποίηση της ευημερίας; Πρόκειται για καθυστέρηση της ικανοποίησης για να αποκομίσουμε κέρδη μακροπρόθεσμα ή για αλτρουισμό; Οι επτά γενικοί κανόνες ίσως να μην είναι ο τελικός κατάλογος. Σε μια εποχή όμως που συχνά αισθανόμαστε ότι δεν έχουμε πολλά κοινά μας δείχνει ότι υπάρχει ένα κοινό υπόβαθρο.

Η ταπεινότητα…

Τι κάνει έναν άνθρωπο όμορφο στην ψυχή;

Η ταπεινότητα…

Πρόκειται για μία ταπεινή αρετή;

Μέχρι του σημείου να αμφιβάλλει για το αν είναι αρετή…

Μία διακριτική λοιπόν αρετή, που περνά σχεδόν απαρατήρητη, ενώ σήμερα πλέον με βεβαιότητα, αγνοείται.

Τώρα πρέπει να σας πω γιατί επέλεξα να προσεγγίσω την εν λόγω θεματική. Ο Ζανκελεβίτς παρατηρεί πως οι Έλληνες σχεδόν δικαίως, αγνοούσαν αυτή την αρετή, καθώς σχεδόν πάντα ιστορικά, υπήρξαν έρμαια του μεγαλείου τους. Μήπως λοιπόν αν δώσουμε στον άνθρωπο έναν αρκετά μεγάλο Θεό, τότε και μόνο τότε γίνεται φανερή η μικρότητά του;

Ασυνειδησία; Μάλλον ακραία συνειδητοποίηση των ορίων αυτής και του εαυτού.

Πρόκειται για την περιφρόνηση του εαυτού, χωρίς όμως να τον υποτιμά. Χωρίς να πρόκειται για άγνοια του τι είμαστε, αντιθέτως, σηματοδοτεί τη γνώση και την αναγνώριση όλων όσων δεν είμαστε. Είναι η αρετή του ανθρώπου που ξέρει ότι δεν είναι Θεός.

Στην προσπάθεια να αποδώσω τον ορισμό της, ανακαλώ τη φράση του Σπινόζα: «Πρόκειται για τη θλίψη που γεννιέται απ’ ό,τι ο άνθρωπος θεωρεί αδυναμία και ανημπόρια του» και πιθανολογώ ότι αναφέρεται σε διάθεση και όχι σε κατάσταση. Όποιος δύναται να αναλογιστεί την προσωπική του ανημπόρια, νιώθει την ψυχή του να θλίβεται, γι’ αυτό και θεωρείται παράλογο να εκλάβουμε την κατάσταση αυτή ως δύναμη. Ο Σπινόζα άλλωστε καταλήγει στο ότι οι αρετές είναι πάντα ευφρόσυνες, κατά συνέπεια, η ταπεινοφροσύνη δεν συγκαταλέγεται σε αυτές.

Στον Αριστοτέλη, η ταπεινότητα ταυτίζεται με τη μικροψυχία… την ποταπότητα. Για τον ίδιο, κάθε αρετή είναι μία κορυφή ανάμεσα σε δύο αβύσσους, κάτι που όμως ισχύει και για τη μεγαλοψυχία. Όποιος απομακρύνεται και τείνει προς την υπερβολή ξεπέφτει προς την αλαζονεία.

Όποιος έχει μικρή ψυχή, προσεγγίζει στη μικροψυχία, στη μικρότητα. Με απλά λόγια, το να νιώθει κανείς ταπεινός, σημαίνει ότι στερείται αυτό που δικαιούται, σημαίνει ότι παραγνωρίζει την πραγματική του αξία, σε σημείο να στερεί από τον εαυτό του, επειδή θεωρεί πως είναι ανάξιος και πως κάθε πράξη είναι κάπως υψηλότερη.

Ορμώμενος θεωρητικά, διακρίνω πως η θλίψη μπορεί ενίοτε να γίνει εσωτερική δύναμη και να μας κινητοποιήσει, κάτι που άλλωστε μας διδάσκει η εμπειρία και οι καταστάσεις που μας έχουν πονέσει, μεγαλώνοντας. Η ταπεινότητα ως αρετή ταυτίζεται με την αληθινή θλίψη για το ότι δεν είμαστε τίποτε άλλο, παρά ο εαυτός μας. Θα μπορούσαμε να είμαστε κάτι άλλο; Να είσαι ευχαριστημένος με τον εαυτό σου… διδάσκει η μεγαλοθυμία… και ξάφνου προβάλλει η έπαρση. Το να είσαι ευχαριστημένος με τον εαυτό σου, είναι στην πραγματικότητα ό,τι περισσότερο μπορεί να ελπίζει ένας άνθρωπος, το υψηλότερο αντικείμενο των προσδοκιών του.

Το πρόβλημα πλέον γίνεται ορατό: αν η ταπεινότητα είναι άξια θαυμασμού ή σεβασμού δεν υποκύπτει σε σφάλμα προοπτικής, του να είναι δηλαδή ταπεινή; Κι αν από την άλλη έχει λόγους να είναι ταπεινή, τότε πώς δικαιολογείται ο θαυμασμός μας; Διαφαίνεται τότε πως πρόκειται για μία αντιφατική αρετή, που δεν μπορεί να δικαιωθεί παρά από την ίδια της την απουσία, ή που στο βαθμό που καταξιώνεται, ακυρώνεται.

«Είμαι πολύ ταπεινός;» Αυτοαντίφαση

«Μου λείπει η ταπεινότητα;» Να ένα πρώτο βήμα.

Και τώρα το παράδοξο: πώς είναι εφικτό να μάχεται κανείς για την αξία του, απαξιώνοντας τον ίδιο του τον εαυτό; Στην Πραγματεία περί αρετής, ο Καντ, αναφέρεται στο καθήκον του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας του εαυτού μας, ως ηθικού υποκειμένου. Για τον Καντ, η ταπεινότητα ισούται με την ταπεινοφροσύνη, η οποία σηματοδοτείται από τη συνείδηση και το αίσθημα του λίγου, του ανεπαρκούς της προσωπικής ηθικής αξίας, σε σύγκριση με το νόμο. Αυτός που μεταμορφώνεται σε σκουλήκι, δεν πρέπει έπειτα να παραπονιέται πως τον ποδοπατούν, γράφει περήφανα ο Καντ.

Όσο για τον Νίτσε, αν τον πιάσουμε, δεν θα τελειώσουμε ποτέ αυτή την παρουσίαση. Μπορεί να αμφισβητήσει κανείς ότι στην ταπεινότητα ενυπάρχει συχνά μια γερή δόση μηδενισμού ή ενοχής; Δεν είναι λίγοι εκείνοι που απαρνούνται τον εαυτό τους, μόνο και μόνο από ανικανότητα να τον υπερασπιστούν και να πράξουν το παραμικρό. Ο Νίτσε αναφέρεται και στο σκουλήκι του Καντ. Όταν το πατάμε – λέει χαρακτηριστικά – αυτό ζαρώνει, μία πράξη γεμάτη σοφία, καθώς μειώνει τις πιθανότητες να το λιώσουμε. Και στη γλώσσα της ηθικής, αυτό ακριβώς λέγεται ταπεινότητα.

Ο Καρτέσιος – που καμία σχέση δεν είχε με σκουλήκια – γράφει πως οι μεγαλόψυχοι συνήθως είναι οι πιο ταπεινοί.

Ας μη συγχέουμε λοιπόν την ταπεινότητα με την ένοχη συνείδηση, τις τύψεις και τη θλίψη. Το θέμα σ’ αυτή τη ζωή δεν είναι να κρίνουμε τι έχουμε κάνει, αλλά το τι είμαστε. Και πραγματικά… είμαστε τόσο «λίγοι».

Η ταπεινότητα ισοδυναμεί με την αλήθεια, θα πει ο Ζανκελεβίτς, τη σεμνότητα που προκύπτει από την ειλικρίνεια. Κι αν για τον Φρόιντ, το Εγώ χάνει το θρόνο του, θέτει το δίλημμα ξεκάθαρα, καθώς κάθε γνώση είναι κι ένα πλήγμα κατά του ναρκισσισμού…

Αγαπάμε ή την Αλήθεια ή τον Εαυτό μας.

Τόσο απλά. Από την εμπειρία μου λοιπόν, αποκόμισα τον ακόλουθο ορισμό:
Όταν ο Εαυτός αποπειράται ή παλεύει να απελευθερωθεί από τις αυταπάτες γύρω του, τότε διαλύεται εκ των έσω… καταλύεται… κι εκτιθέμενος αναζητά τον πυρήνα του.

Πλέον…
κατανοώ τον πόνο ψυχής που απαιτείται για να ξεκινήσεις πάλι από την αρχή σέβομαι τον άνθρωπο που γνωρίζει πότε να χαμηλώσει το βλέμμα του αγκαλιάζω την κίνηση που έρχεται αβίαστα, όταν το έχω ανάγκη λυγίζω στο σθένος εκείνου που παλεύει, όταν η ζωή δεν του χαρίζεται αναπνέω με όλο μου το είναι, όταν η συγνώμη είναι αληθινή

…γιατί δέχομαι με ταπεινότητα αυτό που είναι, όχι σαν αυτολύπηση, αλλά σαν ζωντανή πρόκληση.