Τρίτη 28 Αυγούστου 2018

Θουκυδίδης και σύγχρονες διεθνείς σχέσεις

1. Επιστημολογικές και μεθοδολογικές επιλογές του Θουκυδίδη
 
Η ανάλυσή μου θα περιστραφεί γύρω από τρις κυρίως θεματικές. Πρώτον, η σημασία της μεθοδολογίας και επιστημολογίας του Θουκυδίδη στον Πελοποννησιακό Πόλεμο (Θουκυδίδου Ιστορίαι), δεύτερον, η συνάφεια του Πελοποννησιακού Πολέμου με το σύγχρονο διεθνές σύστημα και τρίτον, οι προεκτάσεις των περιγραφών και ερμηνειών της ανάλυσης αυτής που αφορούν το καθεστώς του διεθνούς συστήματος της ύστερης εποχής. Δηλαδή, το διεθνές σύστημα που έχει ως αρχή και ως οργανωτικό πυρήνα την εσωτερική και εξωτερική κυριαρχία των κρατών και για το οποίο, η (εθνική) ανεξαρτησία-κυριαρχία των κρατών-μελών αποτελεί, κατά κάποιο τρόπο, κοινώς αποδεκτή (διεθνή) κοσμοθεωρία και κοινώς αποδεκτή και συμβατή με αυτή την κοσμοθεωρία (διεθνή) ηθικοκανονιστική δομή[1]. 
 
            Κατά αρχάς, επιστημολογικά και μεθοδολογικά, ο Θουκυδίδης είναι απαράμιλλος και μοναδικός. Εισαγωγικά, έθεσε ο ίδιος τις πιο υψηλές προδιαγραφές και αποδεδειγμένα τις πέτυχε. Στην εισαγωγή του δήλωσε, «έγραψα την ιστορία μου για να μείνει αιώνιο κτήμα των ανθρώπων και όχι ως έργο επίκαιρου διαγωνισμού για ένα πρόσκαιρο ακροατήριο» (Α22). Υπό αυτό το πρίσμα, η Jacqueline de Romilly[2] και ο Perez Zagorin[3], ορθά τονίζουν ότι η αναλλοίωτη διαχρονική αξία του Πελοποννησιακού Πολέμου οφείλεται σε συγκεκριμένες μεθοδολογικές και επιστημονικές επιλογές που μέχρι σήμερα αποτελούν υπόδειγμα κάθε πολιτικού επιστήμονα που σέβεται τους αναγνώστες του και την αλήθεια. Ως ιστορικός και ως πολιτικός επιστήμονας που θεμελιώνει και ερμηνεύει τα αίτια των διακρατικών προβλημάτων, ο Θουκυδίδης διακρίνεται για τα εξής: 1) για την Αυστηρή περιγραφική αντικειμενικότητα, 2) την επιτυχή συνάρτηση των λεπτομερειών με την συνολική υπόθεση, 3) το γεγονός ότι οι πληροφορίες που διαπλέκει αναφέρονται σε σημαντικούς σκοπούς που αφορούν όλα τα κράτη και όλους τους ανθρώπους, 4) οι αναφορές συναρτώνται με καθολικά και διαχρονικά κριτήρια και παράγοντες, 5) γνώμες και προθέσεις αναφέρονται μόνο όταν ενδιαφέρουν πέραν των ατομικών περιπτώσεων, 6) η ανάλυση εστιάζεται στην ουσία και με τρόπο που επιτρέπει θεμελιωμένα συμπεράσματα για τα αίτια, τα αιτιατά, τις αιτιώδεις σχέσεις και τις λογικές αλληλουχίες, 7) τα συμπεράσματα είναι καθολικής και διαχρονικής σημασίας, 8) περιγράφει απλά, αναδεικνύει τα διλήμματα και τα προβλήματα με πληρότητα και αφήνει έτσι τα άτομα και τις ομάδες να συναγάγουν ηθικοπρακτικά συμπεράσματα που αφορούν τα δικά τους συμφέροντα[4].
 
            Κατά δεύτερον, είναι σημαντικό να υπογραμμιστεί η θέση πολλών αναλυτών πως ο Πελοποννησιακός πόλεμος του Θουκυδίδη είναι το πλέον επίκαιρο κείμενο διεθνών σχέσεων. Αυτή η πρωτιά θα συνεχιστεί όσο το διεθνές σύστημα θα είναι κρατοκεντρικό και όσο οι αξιώσεις αυτοκρατορίας δεν θα επιτυγχάνουν[5]. Η ανάλυση του Θουκυδίδη, υποστηρίζεται, θα είναι το πλέον κατάλληλο κείμενο κατανόησης των διεθνών σχέσεων όσο το διεθνές σύστημα θα συνεχίσει να είναι ένα σύστημα κυρίαρχων κρατών άνισου μεγέθους, άνισης ισχύος και άνισης ανάπτυξης όπου η κυριαρχία, η λειτουργία των διεθνών θεσμών και η διεθνής τάξη συναρτώνται και επηρεάζονται από τα αίτια πολέμου, και κυρίως από την άνιση ανάπτυξη και τις ανακατανομές ισχύος που αυτή προκαλεί.
 
            Θα μπορούσε ακόμη να υποστηριχθεί ότι, για μια σειρά ουσιαστικών λόγων, όσο το διεθνές σύστημα θα παραμένει κοινωνικοπολιτικά κατακερματισμένο αποτελούμενο από κυρίαρχα κράτη, ο Πελοποννησιακός Πόλεμος του Θουκυδίδη θα αποτελεί πάντοτε την καταλληλότερη περιγραφή για την φύση, τον χαρακτήρα και τα προβλήματα των διακρατικών σχέσεων[6]. Κατά κύριο λόγο, παρατηρούμε ότι διαχρονικά το κοσμοθεωρητικό και ηθικοκανονιστικό περιεχόμενο μιας έκαστης κοινωνίας μετεξελίσσεται και μεταλλάσσεται, όμως, ανεξαρτήτως χώρας, τόπου, χώρου ή εποχής, για όλες τις κοινωνίες ο χαρακτήρας των δομών κυριαρχίας, των συμπεριφορών και των αξιώσεων ήταν, είναι και θα συνεχίσει να είναι πανομοιότυπος. Η φύση και ο χαρακτήρας της κυριαρχίας ως καθεστώτος ενδοκρατικού και διακρατικού βίου παραμένει απαράλλακτος και συνοψίζεται στην έννοια της «εσωτερικής και εξωτερικής κυριαρχίας». Έτσι, ουσιαστικά, αν και οι αξιώσεις και οι συμπεριφορές κάθε κοινωνίες είναι  διαφορετικού περιεχομένου ανάλογα με την κοινωνία και τις ιστορικές και άλλες συγκυρίες, υπάρχει μια διαχρονική μορφική ταυτότητα των θεσμικών-κανονιστικών δομών και του χαρακτήρα των εγγενών συλλογικών συμπεριφορών
 
            Αν κανείς προσπαθήσει να διακρίνει κάποιες ουσιαστικές διαφορές μεταξύ της κλασικής εποχής και της σύγχρονης εποχής, ενδέχεται να είναι οι αντίθετες αυτών που οι περί «συγχρόνου εποχής» συμβατικές θεωρήσεις αναφέρουν. Για παράδειγμα, η ανομοιογένεια, ετερογένεια και εν γένει ετερότητα-ετερονομία μεταξύ των σημερινών κρατών είναι πασίδηλα πολύ μεγαλύτερη σε σύγκριση με το σύστημα των ελληνικών Πόλεων οι κοινωνίες των οποίων είχαν πολλά κοινά όπως η θρησκεία, η γλώσσα και η συνείδηση κοινών ή συγγενών καταβολών.
 
Μια ακόμη μεγάλη διαφορά είναι ότι οι σύγχρονες διαμορφωμένες κυρίαρχες κοινωνίες είναι προϊόν αγώνων ανεξαρτησίας-κυριαρχίας κατά των πολυεθνικών αυτοκρατοριών των Νέων Χρόνων, γεγονός το οποίο, λόγω του καταστατικού χαρακτήρα των αγώνων ανεξαρτησίας-ελευθερίας, είναι βαθύτατων πολιτικών προεκτάσεων. Οι αγώνες αυτοί έγιναν με αξίωση όχι να ολοκληρωθεί η να ενοποιηθεί ο κόσμος αλλά για να κατακερματιστεί κοινωνικοπολιτικά ούτως ώστε μια έκαστη κοινωνία να μπορεί να απολαμβάνει την πολιτισμική ετερότητά της, να αναπτύσσει τα οικεία διακριτά συστήματα διανεμητικής δικαιοσύνης και να σφυρηλατεί δικούς της κοσμοθεωρητικούς, ηθικούς και κανονιστικούς προσανατολισμούς. Η ευόδωση αυτής της αξίωσης σηματοδότησε την πορεία προς μια ολοένα μεγαλύτερη ολοκλήρωση στο εσωτερικό των κρατών, μια διαρκώς εντεινόμενη ετερότητα των κοινωνιών τους και συνεπακόλουθα μια ανάλογα και αντίστοιχα μεγαλύτερη ανομοιομορφία του διεθνούς συστήματος.
 
Στο ίδιο πλαίσιο, σημειώνεται ότι, αν θεωρήσουμε πως η αναζήτηση συστημάτων δημοκρατικής-πολιτισμένης διακυβέρνησης ενδοκρατικά και διακρατικά είναι ένα διαρκές άθλημα του ενδοκρατικού κατ’ αλήθειαν βίου της κοινωνίας κάθε κράτους και των κρατών-μελών του διεθνούς συστήματος[7] αντίστοιχα, η Πολιτεία ως ανεξάρτητη οντότητα όπως και το σύστημα Πόλεων ως διακρατικό σύστημα συγκρινόμενο με το σημερινό αντίστοιχο ήταν πολύ πιο ώριμα και αναπτυγμένα την κλασική εποχή.
 
Ακριβώς, οι πιο πάνω διαφορές μεταξύ της κλασικής και της σημερινής εποχής, εντείνουν εκείνα εγγενή χαρακτηριστικά όπως η ανομοιομορφία του διακρατικού συστήματος και η ετερότητα-ετερονομία των κρατών, γεγονός που καθιστά τις θεωρήσεις του Θουκυδίδη ακόμη πιο επίκαιρες και σημαντικές. 
 
Κατά την διάρκεια των Νέων Χρόνων και της ύστερης εποχής, απόρροια των αγώνων ανεξαρτησίας και κυριαρχίας, οι οντολογικού περιεχομένου αξιώσεις συλλογικής ελευθερίας-ανεξαρτησίας οδήγησαν στην δημιουργία εκατοντάδων κυρίαρχων κρατών[8].
 
Μέχρι τουλάχιστον να υπάρξει αντιστροφή αυτής της κοινωνικοπολιτικής οντολογίας –αντιστροφή η οποία είναι πασίδηλα αδύνατο να συμβεί παρά μόνο αν εκτελεστεί μια πλανητική γενοκτονία για να επικρατήσει μια μόνο κοινωνία– η ανάλυση του Θουκυδίδη, για ένα ακόμη λόγο, θα αποτελεί το –μοναδικό ουσιαστικά– Παράδειγμα (Paradigm) της επιστημονικής μελέτης των διεθνών σχέσεων. Δηλαδή, θα συνεχίσει να προσφέρει ένα σύνολο θεμελιωδών γενικών ερμηνευτικών νόμων και αξιόπιστων θεωρητικών προεκτάσεων. Όσον αφορά την περιγραφή και την επιστημολογία, οι θεωρητικές προεκτάσεις της θουκυδίδειας παράδοσης ενσαρκώνονται στον αξιολογικά ελεύθερο Πολιτικό Ρεαλισμό, δηλαδή την αυστηρά περιγραφική και εν πολλοίς αξιολογικά ελεύθερη ανάλυση συγγραφέων όπως, μεταξύ άλλων, οι Mackiavelli, Carr, Aron, Gilpin, Waltz και Mearsheimer. Θα πρόσθετα και τον Παναγιώτη Κονδύλη γιατί οι μοναδικές θεωρήσεις του –στην καθαρά περιγραφική τους διάσταση και αναγόμενες στο διεθνές επίπεδο όπου καταμαρτυρούμενα καθημερινά επαληθεύονται– πρόσφεραν μια παράλληλη περιγραφή των βαθύτερων και οντολογικού χαρακτήρα κοινωνικοπολιτικών διαμορφώσεων μιας οποιασδήποτε κοινωνικής ένωσης που κερδίζει την κυριαρχία της. Προστίθεται ότι τα ακαδημαϊκά κείμενα του γράφοντος υιοθετούν πλήρως τους επιστημονικούς προσανατολισμούς και τις επιστημολογικές παραδοχές της αξιολογικής ελευθερίας και της περιγραφικής ανάλυσης[9].
 
Για την βιβλιογραφική συνάφεια της θουκυδίδειας ανάλυσης με την σημερινή ανάλυση των διεθνών σχέσεων δεν έχουμε να κάνουμε παρά μόνο μερικές στοιχειώδεις αναφορές σε μερικά κύρια κείμενα της αξιολογικά ελεύθερης ρεαλιστικής παράδοσης. Παρακάμπτοντας θεμελιώδη κείμενα αυτής της παράδοσης που αυτονόητα κινούνται στο πλαίσιο της θουκυδίδειας παράδοσης, όπως οι Aron και Waltz[10], έργο σταθμός είναι αναμφίβολα το αριστούργημα του Gilpin Πόλεμος και Αλλαγή[11]. Με τον πληρέστερο δυνατό τρόπο, επαλήθευσε τις θεμελιώδεις παραδοχές του Θουκυδίδειου επιστημονικού Παραδείγματος σε αναφορά με το σύγχρονο διεθνές σύστημα για να καταλήξει δηλώνοντας με εντιμότητα ότι δεν πρόσθεσε και πολλά στην ανάλυση του Θουκυδίδη. Είναι χαρακτηριστικό το πολύ σημαντικό συμπέρασμά του ότι, «έτσι ήταν και έτσι θα συνεχίσει να είναι μέχρις ότου οι άνθρωποι είτε καταστρέψουν τους εαυτούς τους είτε δημιουργήσουν έναν αποτελεσματικό μηχανισμό επίτευξης διεθνών αλλαγών με ειρηνικά μέσα[12]». Σε άλλη περίπτωση, διατυπώνει παρόμοια θέση: «όλα –ή σχεδόν όλα– όσα ο πολιτικός ρεαλιστής βρίσκει πως είναι ενδιαφέροντα στην αλληλεπίδραση πολιτικής και οικονομίας μπορούν να βρεθούν στον Πελοποννησιακό Πόλεμο: μια ολοένα και μεγαλύτερη αλληλεξαρτώμενη “παγκόσμια οικονομία”, την πολιτική χρήση οικονομικών μοχλών, όπως τη “διαταγή των Μεγάρων”. Ακόμη και σύγκρουση για ενεργειακές πηγές[13]». «Ακριβώς όπως και στο παρελθόν, το θεμελιώδες πρόβλημα των σύγχρονων διεθνών σχέσεων είναι το πρόβλημα της ειρηνικής προσαρμογής στις συνέπειες της άνισης ανάπτυξης της ισχύος στο διακρατικό σύστημα[14]». «Η διεθνής πολιτική συνεχίζει να  χαρακτηρίζεται από τον αγώνα μικρών και μεγάλων δυνάμεων για ισχύ, φήμη-κύρος και πλούτο υπό συνθήκες διεθνούς αναρχίας. Μια παγκόσμια κοινωνία κοινών ηθικών αντιλήψεων και κοινών αξιών περιμένει ακόμη την ώρα που θα αντικαταστήσει τη διεθνή αναρχία ως κυρίαρχο χαρακτηριστικό του διεθνούς συστήματος[15]».
 
            Το πολύ τελευταίο βιβλίο του John Mearsheimer, επίσης, Η τραγωδία της πολιτικής των μεγάλων δυνάμεων[16], με το να περιγράψει τον ατερμάτιστο κύκλο ηγεμονικών συγκρούσεων των τελευταίων αιώνων για μερίδιο στην παγκόσμια ισχύ, για ασφάλεια και για ηγεμονία, αφήνει ελάχιστα περιθώρια να αμφισβητηθεί αυτό που ο υποφαινόμενος σε άλλη περίπτωση περιέγραψε ως Θουκυδίδειο αδιέξοδο[17]. Δηλαδή, αφενός το γεγονός ότι μια παγκόσμια αυτοκρατορία ή ηγεμονία είναι ανέφικτη και αφετέρου το γεγονός ότι λόγω βαθύτερων χαρακτηριστικών των δομών του διεθνούς συστήματος των Νέων Χρόνων βρισκόμαστε σ’ ένα ατερμάτιστο φαύλο κύκλο ανταγωνισμών και συγκρούσεων. Τα συμπεράσματα που θεμελιώνει με επιστημονικά ακλόνητο τρόπο ο Mearsheimer είναι πανομοιότυπα με αυτά του Θουκυδίδη: ανισότητα ισχύος, ηγεμονικές αξιώσεις, ηγεμονικές συγκρούσεις, φόβος επιβίωσης, στρατηγικές παρεμπόδισης άλλων ηγεμονιών και άνιση ανάπτυξη. Όλα αυτά και άλλα συμπαρομαρτούντα φαινόμενα θρέφουν, αναπαράγουν και μεγεθύνουν τα εγγενή χαρακτηριστικά του συστήματος που προκαλούν ανταγωνισμούς, αστάθεια και πολέμους.
 
            Η προηγηθείσα ανάλυση δεν προσφέρει, βεβαίως, μια αισιόδοξη περιγραφή της φύσης, του χαρακτήρα και της πορείας του διεθνούς συστήματος της σημερινής εποχής και αυτό είναι ένα ακόμη κριτήριο που καθιστά τις θουκυδίδειες θεωρήσεις συναφείς με την σημερινή εποχή. Το ζήτημα για ένα αντικειμενικό αναλυτή της διεθνούς πολιτικής, όμως, δεν είναι το κατά πόσο πρέπει ή δεν πρέπει να είναι αισιόδοξος ή απαισιόδοξος όταν αναλύει το διεθνές σύστημα. Το ζήτημα είναι κατά πόσον θα λέει την αλήθεια και όχι ψέματα (μια άλλη εκδοχή του ψέματος είναι το ασυνείδητο ψέμα λόγω βλακείας ή πνευματικής αναπηρίας –που στην χειρότερη μορφή της είναι η πνευματική προκατάληψη[18]–, ιδιότητες, λυπούμαι να πω, βαθύτατα εμπεδωμένες στην λεγόμενη επιστημονική μελέτη των διεθνών σχέσεων).
 
Ο διεθνολόγος είναι κατά κάποιον τρόπο, άτομο που καλείται να κάνει διάγνωση των αιτίων της εγγενούς αστάθειας και συγκρούσεων που αυτή φέρνει. Αν δεν υπήρχε αστάθεια και συγκρούσεις δεν θα υπήρχε ανάγκη να υπάρχουν διεθνολόγοι των πολιτικών όψεων των διεθνών σχέσεων. Θα επαρκούσαν οι νομικοί διεθνολόγοι που θα καλλιεργούσαν μια ευθύγραμμη εξέταση των τρόπων εφαρμογής των  κανόνων διεθνούς δικαίου σ’ ένα κόσμο όπου δεν θα υπήρχαν αίτια πολέμου. Όμως, ο καθείς γνωρίζει ότι πασίδηλα ένας τέτοιος κόσμος ποτέ δεν υπήρξε και ίσως ποτέ δεν θα υπάρξει. Μόνο καλή διάγνωση των αιτίων οδηγεί σε θεραπεία μιας ασθένειας και ο πόλεμος είναι μια ασθένεια η γνώση των αιτίων της οποίας απαιτεί καλή διάγνωση και γι’ αυτό χρήσιμη είναι η ανάλυση των πολιτικών ρεαλιστών και όχι των φαντασιόπληκτων, των προπαγανδιστών και των αιθεροβαμόνων.
 
            Σε κάθε περίπτωση, κανείς δεν εμποδίζει τα άτομα ή τις ενδιαφερόμενες ομάδες να λειτουργήσουν ιεραποστολικά αν το επιθυμούν για να τερματίσουν το φοβερό φαινόμενο του πολέμου αγωνιζόμενοι να εξαλείψουν τα αίτιά του. Πρέπει όμως και πάλιν να γνωρίζουν αυτά τα αίτια και όχι να προκαλούν σύγχυση με ανορθολογικά και εξωπραγματικά θεωρήματα που ρυπαίνουν τον, βαθύτατων πολιτικών προεκτάσεων και βαθύτατων συνεπειών όσον αφορά το φαινόμενο του πολέμου, διεθνολογικό στοχασμό. Η άνιση ανάπτυξη μεταξύ κρατών και περιφερειών, για παράδειγμα, είναι μια μεγάλη ασθένεια την οποία οποιοσδήποτε εμφορείται από ιεραποστολικές προθέσεις μπορεί κάλλιστα να εργαστεί για την εξαφάνισή της.
 
Σε κάθε περίπτωση, η διάγνωση των αιτιών πολέμου –που καθημερινά προκαλούν εκατόμβες– δεν είναι λιγότερο σημαντική από την διάγνωση των αιτίων μιας απλής ασθένειας ή μιας επιδημίας. Όσο μακάβρια και αν είναι η σύγκριση όσον αφορά τις προεκτάσεις των εκατέρωθεν διαγνώσεων, η αντιπαράθεση τους είναι απόλυτα αναγκαία: Στην πρώτη περίπτωση έχουμε εκατόμβες και στην δεύτερη αποδήμηση ενός ατόμου ή το πολύ ενός μικρού αριθμού μέχρι να διαπιστωθεί ότι ο υπεύθυνος γιατρός είναι τσαρλατάνος ή ανίκανος. Επίσκεψη σε κάθε νοσοκομείο θα βεβαιώσει ότι ασθενείς και συγγενείς τους αναζητούν όχι τσαρλατάνους για την θεραπεία των ασθενειών τους αλλά ιατρούς υψηλής κατάρτισης, επαγγελματικά αξιόπιστων, σοβαρών στην προσέγγιση του προβλήματος, ανιδιοτελών στην διαγνωστική διαδικασία λόγω προσήλωσης σε υψηλά κριτήρια επαγγελματικής δεοντολογίας του λειτουργήματός τους και πρακτικά χρήσιμων γιατί οι διαγνώσεις τους προσφέρονται για αποτελεσματικές και γόνιμες αποφάσεις. Ανάλογα και αντίστοιχα, μια κοινωνία δεν πρέπει να προσφεύγει σε τσαρλατάνους των διεθνών σχέσεων για την διαπίστωση των αιτιών πολέμου και για την συναγωγή συμπερασμάτων ηθικοπρακτικά χρήσιμων. Δηλαδή, δεν πρέπει να επηρεάζουν ζητήματα πολέμου και ειρήνης οι ουτοπιστές, οι ιδεολογικά συνεπαρμένοι, οι προκατειλημμένοι, οι στρατευμένοι σε ευτελείς ιδιοτελείς υποθέσεις και οι χείριστοι όλων των διεθνολόγων, οι ακαδημαϊκά μεταμφιεσμένοι προπαγανδιστές που προοδευτικά κατακλύζουν τους πανεπιστημιακούς χώρους επιτυγχάνοντας αριθμητική πλειονότητα[19]. Το τελευταίο σημείο είναι μια εξαιρετικά σημαντική υπόθεση που δεν είναι του παρόντος να αναλυθεί. Σημειώνεται μόνο ότι, πλέον, ο πολιτικός ανορθολογισμός πολλών –τόσο μεγάλων όσο και μικρών– κοινωνιών οφείλεται στο γεγονός ότι τσαρλατάνοι και κοινωνικοπολιτικά ανεξέλεγκτοι προπαγανδιστές και τσαρλατάνοι πλημμυρίζουν τον δημόσιο διάλογο με ανάξια λόγου θεωρήματα και ιδεολογήματα ακαδημαϊκά μεταμφιεσμένα.   
 
2. «Ανθρώπινη Φύση», Πολιτειακή οργάνωση και διακρατικό σύστημα
 
Ποια είναι  λοιπόν η φύση του «Πολιτικού» και τι εν τέλει σημαίνει «Πολιτικό γεγονός»; Ανεξαρτήτως του επιπέδου ανάλυσης[20] στο οποίο αναφερόμαστε, ποιος είναι ο συλλογικός τρόπος ζωής που προσαρμόζει την κάθε ατομική άβυσσο ανθρώπινης ετερότητας στις ανάγκες ενός συλλογικού κατ’ αλήθειαν βίου; Ουσιαστική και περιεκτική συζήτηση για τις ανθρώπινες σχέσεις υπό συνθήκες πολιτικές απαιτεί απάντηση σ’ αυτά τα καίρια ερωτήματα.
 
Ο Θουκυδίδης, αν και όχι ο κατεξοχήν στοχαστής του Πολιτικού γεγονότος, φαίνεται ότι κατανόησε βαθύτατα την σημασία της Πολιτείας ως πολιτισμικού και πολιτικού φαινομένου που αντιδιαστέλλεται με την βαρβαρική εποχή.
 
Εστιάζω την προσοχή στις αναφορές του Θουκυδίδη για τα τεκταινόμενα στην Κέρκυρα όταν η Πολιτεία αυτή καταλύθηκε[21]. Η κατάλυσή της, επισημαίνει ο Θουκυδίδης, προκάλεσε αποδέσμευση των άγριων ενστίκτων της ανθρώπινης φύσης[22] και παραμέρισε «τους κανόνες πάνω στους οποίους στηρίζονται οι κοινωνίες». Απλώθηκε κάθε μορφής κακία στον ελληνικό κόσμο και «το ήθος, που είναι το κύριο γνώρισμα κάθε ευγενικής ψυχής κατάντησε να είναι καταγέλαστο και εξαφανίστηκε».  
 
            Αναφορικά με αυτές τις επισημάνσεις του Θουκυδίδη όσο και άλλων σύγχρονων αναλυτών, οι οποίοι λίγο πολύ ή με τον ένα ή άλλο τρόπο ανήκουν στην Θουκυδίδεια παράδοση, όπως οι Μακιαβέλι και Morgenthau, θα μπορούσε να επισημανθεί ότι δεν κάνουν αξιολογικές ή υποκειμενικές κρίσεις. Καταγράφουν, περιγράφουν και ερμηνεύουν με πραγματολογικά επαληθευόμενο τρόπο το αυτονόητο και διϋποκειμενικά  πασίδηλο γεγονός της ατομικής ανθρώπινης ετερότητας και των ορμών για κυριαρχία και για απόκτηση ισχύος ανάλογα με τις ανάγκες για επιβίωση.
 
Η κλασική φιλοσοφική και ιστορική πραγματεία, ακριβώς, περιγράφει το γεγονός ότι η απέραντη και απειθάρχητη σε μεταφυσικούς προσδιορισμούς ατομική ανθρώπινη ετερότητα για να διεξάγει ένα πολιτισμένο συλλογικό βίο απαιτείται να είναι πολιτικά ενταγμένη. Η εκπλήρωση αυτού του σκοπού στην αρχαιότητα εκπληρωνόταν στο πλαίσιο της Πολιτείας. Στην σύγχρονη εποχή επιχειρείται να εκπληρωθεί στο πλαίσιο αυτού που επικράτησε να ονομάζεται ως έθνος-κράτος.
 
Οι κοινωνίες του πλανήτη είναι και συνεχίζουν να είναι διακριτές, ετερογενείς και ανομοιογενείς δημιουργώντας έτσι μια απροσμέτρητη κοινωνική ανομοιομορφία[23]. Γι’ αυτό, καίριας σημασίας κριτήριο για την κατανόηση του Πολιτικού γεγονότος είναι ότι λόγω κοινωνικού κατακερματισμού του πλανήτη ποτέ δεν ήταν εφικτό (και συνεχίζει να μην είναι εφικτό) να συντελεστεί οικουμενικά. Παρά τις κατά καιρούς δυναστικές αξιώσεις ή αφελείς διεθνιστικές και κοσμοπολίτικες ιδέες περί πλανητικής κοινωνικής ενότητας, αποδείχθηκε ότι το Πολιτικό γεγονός όπως είναι κλασικά νοηματοδοτημένο, εκπληρώνεται μόνο στο πλαίσιο διαμορφωμένων και κοινωνικοπολιτικά συγκροτημένων κυρίαρχων κοινωνιών των οποίων η εσωτερική-εξωτερική κυριαρχία ενσαρκώνει την κοσμοθεωρητική και ηθικοκοκανονιστική ετερότητα μιας έκαστης εξ αυτών.   
 
3. Η σχέση ετερότητας, ελευθερίας και Πολιτείας
 
Όπως θεμελιώθηκε έξοχα από τον Χρήστο Γιανναρά, η ανθρώπινη ετερότητα, η ανθρώπινη ελευθερία και το Πολιτικό γεγονός είναι έννοιες άρρηκτα συνδεδεμένες. Τόσο στο ατομικό όσο και στο συλλογικό επίπεδο, επιπλέον, η ετερότητα, ατομική και συλλογική αντίστοιχα, είναι οντολογικού περιεχομένου. Έτσι, όπως εύστοχα τονίζεται από τον Χρήστο Γιανναρά, «το γεγονός της δυναμικά ενεργούμενης ετερότητας σημαίνει-επισημαίνει την ελευθερία του υποκειμένου: τη δυνατότητά του να είναι αυτό που είναι, υπαρκτική ταυτότητα μοναδική, ανόμοια και ανεπανάληπτη, δηλαδή ετερότητα ως προς καθετί που δεν είναι ο εαυτός του – ύπαρξη αδέσμευτη από κάθε αναγκαιότητα γενικού προκαθορισμού, κοινών ιδιωμάτων, εξαρτημένης υπαγωγής, μεταβολής και αλλοίωσης[24]». Υπό αυτό το σύνθετο και αληθές πρίσμα, «η πολιτική ήταν ένα οντολογικό ζητούμενο, όχι ένα χρηστικό μέσο. Γι’ αυτό πρώτιστος στόχος της πολιτικής ήταν να αληθεύει ο βίος: να αποτελεί η πόλη-πολιτεία δυναμική μίμηση του κοσμικού  προτύπου»[25].
 
Εξετάζοντας το ζήτημα της πολιτικής οργάνωσης από την σκοπιά των διεθνών σχέσεων, παρατηρείται ότι η ατομική ανθρώπινη ετερότητα εντάσσεται πολιτικά και προσαρμόζεται στον συλλογικό πολιτικό βίο χωρίς να χάσει τον χαρακτήρα της ή την ελευθερία της απέναντι σε αλλότριες δυναστικές αναγκαιότητες μόνο όταν πληρούνται δύο τουλάχιστον προϋποθέσεις, η πρώτη εκ των οποίων αφορά το αισθητό και πνευματικό περιεχόμενο της Πολιτείας, και η δεύτερη, την σχέση της με τις υπόλοιπες ανεξάρτητες πολιτείες:
 
Πρώτη προϋπόθεση είναι να διασφαλίζεται πολιτική οργάνωση στο πλαίσιο μιας Πολιτείας με την αριστοτελική έννοια του όρου. Αυτό κατά βάση σημαίνει ότι τα μέλη και οι ομάδες της συλλογικής οντότητας διεξάγουν ένα διαρκή συλλογικό κατ’ αλήθειαν βίο ο οποίος αενάως προσδιορίζει και επαναπροσδιορίζει τον συλλογικό τρόπο ζωής στην βάση των πνευματικών και αισθητών κριτηρίων που ιστορικά συνθέτουν την ετερότητα κάθε συγκεκριμένης κοινωνικής ένωσης.
 
Δεύτερη προϋπόθεση είναι η συλλογική οντότητα να είναι προικισμένη με πολιτική κυριαρχία που την διασφαλίζει κατά των έξωθεν αλλότριων δυναστικών (κατά της ετερότητάς της), αναγκαιοτήτων. Με όρους θεμελιωδών αρχών του διεθνούς δικαίου των Νέων Χρόνων, αυτό αναφέρεται ως αρχή της εσωτερικής και εξωτερικής κυριαρχίας και με πολιτικούς όρους ως εθνική ανεξαρτησία[26].
 
Οι δύο αυτές προϋποθέσεις είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος και είναι άρρηκτα συναρτημένες και εξαρτώμενες. Το ένα δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς το άλλο και αμφότερα δημιουργούν ένα ενδοκρατικό και διακρατικό ορθολογισμό συμβατό με την κοινωνικοπολιτική μορφολογία του παγκόσμιου χώρου. Αυτός ο ορθολογισμός αποσταθεροποιείται, όπως ήδη αναφέρθηκε, από εξομοιωτικές και ισοπεδωτικές διεθνιστικές και κοσμοπολίτικες ιδέες. Οι τελευταίες, χωρίς ποτέ να έχουν παράγει μια αξιόπιστη πρόταση μη γενοκτονικής κοινωνικής εξομοίωσης και πολιτικής ενότητας, ταλάνισαν και συνεχίζουν να ταλανίζουν την πολιτική σκέψη στρέφοντάς την ενάντια στην ίδια την συλλογική ανθρώπινη οντολογία. Δηλαδή, ενάντια στην αξίωση κάθε κοινωνίας να αναπτύσσει κυρίαρχο πολιτικό σύστημα συμβατό με την κοσμοθεωρητική και ηθική διαμόρφωσή της.  
 
4. Το ιδεώδες της ανεξαρτησίας ως αυτονόητη κατάκτηση
 
Συνέχεια των συλλογισμών που προηγήθηκαν, επισημαίνω και τονίζω το γεγονός ότι στην κλασική εποχή, το απόγειο δηλαδή των διακρατικών ρυθμίσεων όλων των εποχών, σ’ αντίθεση με την σύγχρονη εποχή που διεθνιστικά και κοσμοπολίτικα ιδεολογήματα είναι ευρέως διαδεδομένα, η ανεξαρτησία των Πόλεων ήταν σχεδόν αυτονόητο κεκτημένο, η αμφισβήτηση του οποίου, όπως εξηγεί ο Θουκυδίδης ήταν κύριο αίτιο της αντι-Αθηναϊκής συσπείρωσης και του μεγάλου καταστροφικού πολέμου.
 
Ο έλεγχος των αναθεωρητικών τάσεων, πάντως, διασφαλιζόταν όχι μόνο με την ανάπτυξη μιας διεθνούς κοινωνίας Πόλεων που δημιουργούσε ένα ευρύ πλέγμα διεθνών θεσμών και νορμών διακρατικής συμπεριφοράς (Κοινά, Αμφικτιονίες, Συνδέσμους κτλ), αλλά επίσης και με την διασφάλιση ισορροπίας ισχύος κατά των αναθεωρητικών τάσεων των ισχυρότερων κρατικών συντελεστών της αρχαιότητας.  
 
Το Πολιτειακό γεγονός το οποίο και σηματοδότησε το μεγάλο άλμα που απομάκρυνε τους ανθρώπους από την εποχή της βαρβαρότητας και τους έφερε στην εποχή του Πολιτικού γεγονότος, του πολιτικού πολιτισμού και των κοινωνικοπολιτικά προσδιορισμένων σκοπών, συντελέστηκε, ακριβώς, επειδή επικράτησε η ιδέα του κατά κοινωνία κυρίαρχου συλλογικού βίου υπό συνθήκες εσωτερικής και εξωτερικής κυριαρχίας.
 
Το ιδεώδες της ανεξαρτησίας, ακριβώς, ήταν υπέρτατη αξία στις ενδοκρατικές και διακρατικές σχέσεις της εποχής[27]. Η αμφισβήτησή αυτού του ιδεώδους αποτελούσε αίτιο πολέμου[28] το οποίο η Αθήνα αλλά τελικά και όλος ο υπόλοιπος κόσμος πλήρωσε πολύ ακριβά, μιας και ο Πελοποννησιακός Πόλεμος κατέστρεψε το κλασικό σύστημα Πόλεων και έθεσε την ανθρωπότητα σε τροχιά αυτοκρατορικών συγκρούσεων δύο χιλιετιών μέχρι περίπου και τον 16ον αιώνα.
 
Μόνο μετά την Συνθήκη της Βεστφαλίας του 1648 είναι που επιχειρείται η ανάδειξη του κράτους ως θεσμού που αναβιώνει την ιδέα της κλασικής πολιτείας, δηλαδή της ανάπτυξης Πολιτικού γεγονότος κατά κοινωνία και όχι κατά κόσμο. Σύμφωνα με την άποψη πολλών, βεβαίως, αυτό δεν κατορθώθηκε πλήρως, και αντί αναβίωσης της Πολιτείας, δημιουργήθηκαν πολλά κακέκτυπά της, δηλαδή όσα σύγχρονα κράτη παραπαίουν λόγω πνευματικής και πολιτικής εξάρτησης ή υποδούλωσης[29]. Ταυτόχρονα, παρά την συντριπτική επικράτηση της κυριαρχίας ως διαμορφωτικού κριτηρίου και ως μορφής πολιτειακής οργάνωσης, οι άνθρωποι ποτέ δεν έπαψαν τους τελευταίους αιώνες να αναζητούν αντιστροφή της ανθρώπινης οντολογίας υιοθετώντας εξομοιωτικές παραδοχές. Δηλαδή ποτέ δεν έπαψαν να στρέφονται ενάντια στον συλλογικό εαυτό τους, δηλαδή, να στρέφονται ενάντια στην κυριαρχία της δικής τους κοινωνίας υιοθετώντας διεθνιστικά και κοσμοπολίτικα ιδεολογήματα και θεωρήματα. Αυτά τα ιδεολογήματα και θεωρήματα είναι σίγουρα σημαντικά αίτια πολέμου που αν και μορφικά μεταμφιέζονται την μια μετά την άλλη ομολογία πίστεως, ως προς το περιεχόμενό τους και κυρίως τις συνέπειές τους παραμένουν σταθερά εξομοιωτικά. 
 
 5. Παράβλεψη των αιτιών πολέμου και πολιτική θεωρία
 
Λιγότερο στην κλασική εποχή και περισσότερο τα νεότερα χρόνια[30], κύριο αίτιο αναρίθμητων παραλογισμών της πολιτικής θεωρίας αποτέλεσε η αδυναμία κατανόησης των πραγματικών αιτιών πολέμου. Επειδή ακριβώς πολλοί αγνοούν τα πραγματικά αίτια πολέμου, ήταν και συνεχίζει να είναι ευρέως διαδεδομένη η αντίληψη ότι ο τερματισμός του πολέμου, η ύπαρξη βιώσιμων κανονιστικών δομών και η ειρήνη-σταθερότητα –αγαθά που είναι μάλλον κεκτημένα και δεδομένα στο εσωτερικό κάθε βιώσιμου κυρίαρχου κράτους– είναι εύκολο να εκπληρωθούν στο πλαίσιο κάποιου είδους παγκόσμιας κανονιστικής δομής που θα μπορούσε, δήθεν, να λειτουργήσει εύρυθμα και παρά τον οντολογικού χαρακτήρα κοινωνικό κατακερματισμού του πλανήτη.
 
Αυτή η θεμελιώδης πλάνη για πολλούς και ποικίλους λόγους βασικά παραβλέπει ή παρακάμπτει την προαναφερθείσα οντολογικά θεμελιωμένη συλλογική ετερότητα των κοινωνικών ενώσεων. Οδηγεί σε εξομοιωτικές παρωπίδες που εμποδίζουν την κατανόηση του γεγονότος ότι η ανθρώπινη ετερότητα (σ’ αυτό ουσιαστικά αναφερόμαστε, επαναλαμβάνουμε, όταν ομιλούμε για «ανθρώπινη φύση») για να προσαρμοστεί σύμφωνα με τις ανάγκες του συλλογικού βίου, είναι αναγκαίο να ανήκει σε κοσμοθεωρητικές-ηθικοκανονιστικές δομές που θα νομιμοποιούν και θα καθιστούν βιώσιμο και λειτουργικό τον συλλογικό τρόπο ζωής.
 
Κάθε στοχασμός στο πεδίο της πολιτικής φιλοσοφίας ή της πολιτικής φιλοσοφίας των διεθνών σχέσεων για να μην περιέχει λογικά και επιστημονικά σφάλματα απαιτείται να λαμβάνει υπόψη το οντολογικό γεγονός της ετερότητας κάθε ατομικής ανθρώπινης ύπαρξης και κάθε διαμορφωμένης συλλογικής οντότητας.
 
Η σύμφυτη με την ανθρώπινη ύπαρξη ετερότητα κάθε ατόμου είτε όταν παράγει επιθετικές ορμές είτε όταν εκδηλώνεται δημιουργικά και ωφέλιμα, απαιτείται να εντάσσεται σε μια νομιμοποιητική ηθικοκανονιστική δομή που φιλόσοφοι όπως ο Αριστοτέλης και ο Πλάτωνας περιέγραψαν ως Πολιτεία και που σήμερα ονομάζουμε έθνος-κράτος[31].
 
Η ένταξη κάθε ανθρώπινης ετερότητας σ’ ένα πολιτικά οργανωμένο συλλογικό βίο, εξάλλου, δεν προδιαγράφεται στην βάση μεταφυσικά προσδιορισμένων κριτηρίων ή παραγόντων. Αποτελεί ταυτόχρονα προσωπική επιλογή και συλλογική επιλογή στο στάδιο που μια διακριτή κοινωνία αγωνίζεται για να κατακτήσει την εθνική της ανεξαρτησία.
 
6. Η αλληλένδετη φύση πολιτειακού και ηθικοκανονιστικού κατακερματισμού
 
Μεγάλο μέρος των προβλημάτων των διεθνών σχέσεων οφείλεται στο γεγονός ότι αναρίθμητοι αναλυτές παρακάμπτουν ή παραβλέπουν το γεγονός ότι η πολιτική διαμόρφωση μιας κοινωνίας και οι αποφάσεις ενός εκάστου ατόμου να συμμετάσχει στον συνεπακόλουθο συλλογικό κατ’ αλήθειαν βίο δεν συντελείται στο εσωτερικό δοκιμαστικών σωλήνων κάποιου διεθνιστικού ή κοσμοπολίτικου εργαστηρίου. Όποτε επιχειρείται κάτι τέτοιο –η Σοβιετική Ένωση ήταν ένα τέτοιο εργαστήριο– οι κοινωνίες αντιδρούν αξιώνοντας κυρίαρχη-ανεξάρτητη συλλογική πολιτική οργάνωση που αν και περιστασιακά την στερούνται διεκδικούν όταν τους δίνεται η ευκαιρία. Η ιστορική πείρα δείχνει ότι μεταφυσικά κριτήρια που γεννιούνται στο μυαλό κάποιου μεμονωμένου εγκεφάλου ποτέ δεν αποτέλεσαν βάση μιας βιώσιμης Πολιτείας και όποτε αυτό επιχειρήθηκε η αναπόδραστη τελική αποτυχία προκαλεί αναρίθμητες ανθρώπινες καταστροφές ή ακόμη και εκατόμβες όταν λαμβάνουν χώρα εμφύλιες διενέξεις που σταθεροποιούν την κοινωνική ετερότητα στο εσωτερικό ενός κράτους.
 
Οι κοινωνικοπολιτικές οντότητες για να είναι πολιτειακά βιώσιμες προηγούνται σφυρηλατήσεις συλλογικών κοσμοεικόνων, κοσμοθεωρητικών παραδοχών, ανθρωπολογικών υπόβαθρων, συλλογικών ταυτοτήτων, στρατηγικών προσανατολισμών και ηθικοκανονιστικών συστημάτων που στηρίζουν συμβατά με αυτά συστήματα διανεμητικής δικαιοσύνης. Όλα αυτά είναι ορθολογικά διευθετημένα –ή κατατείνουν προς ένα τέτοιο ορθολογισμό– όταν αποτελούν προϊόν κοινωνικών μεθέξεων στο πλαίσιο ενός συλλογικού κατ’ αλήθειαν βίου και ποτέ όταν ορίζονται αυθαίρετα και μεταφυσικά.
 
Η αποτυχία της αυτοκρατορικής ιδέας δεν ήταν τυχαία ή συμπτωματική. Κατέρρευσε μπροστά στις διαρκείς αξιώσεις πολιτικής κυριαρχίας των διακριτών κοινωνιών του πλανήτη[32]. Όπως καταμαρτυρεί κάθε αγώνας κυριαρχίας-ανεξαρτησίας στην ιστορική διαχρονία, οφείλεται στο γεγονός της ετερότητας των συλλογικών οντοτήτων και των αέναων αξιώσεών τους για πολιτική κυριαρχία. Αυτό είναι το αίτιο της συντριβής των πολυεθνικών αυτοκρατοριών και του συνεπακόλουθου κοινωνικοπολιτικού κατακερματισμού που προσάρμοσε σταδιακά τους τελευταίους αιώνες τις πολιτειακές δομές στην κοινωνική δομή του κόσμου. Σήμερα, υπενθυμίζω, υπάρχουν γύρω στα διακόσια κράτη έναντι μερικών δεκάδων τον περασμένο αιώνα και ακόμη λιγότερων αυτοκρατοριών των προγενέστερων αιώνων. Το γεγονός ότι δεν είναι όλα τα κράτη βιώσιμες πολιτείες δεν οφείλεται στην αξίωση της κυριαρχίας αλλά κυρίως στο γεγονός ότι μέσα από τις στάχτες των αυτοκρατοριών δεν γεννιόνταν πάντοτε κράτη προικισμένα με επαρκώς διαμορφωμένα κοινωνικά σύνολα. Στρατηγικές διαίρει και βασίλευε, εξάλλου, δημιούργησαν τόσο τεχνητά κρατικά μορφώματα μεγάλης εσωτερικής ανομοιομορφίας όσο και συνοριακές και πληθυσμιακές κατανομές που αναπόδραστα αμφισβητήθηκαν.
 
Σε γενικές γραμμές, πάντως, ιστορικά, η αξίωση για εθνική ανεξαρτησία σήμαινε στην πράξη ότι το Πολιτικό γεγονός εκδηλώνεται στο επίπεδο κάθε κοινωνίας και όχι στο επίπεδο της οικουμένης η οποία, οικουμένη, σήμερα όπως και στο παρελθόν, στερείται ενοποιημένου κοινωνικού υποβάθρου. Η αξίωση για κοινωνικοπολιτική δόμηση του κόσμου με τρόπο συμβατό με την συλλογική ετερότητα κάθε κοινωνικής ένωσης, εξάλλου, σήμαινε ότι οι αγώνες ανεξαρτησίας ήταν ταυτισμένοι με την έννοια της ελευθερίας, δηλαδή με την απόρριψη αλλότριων κατεξουσιασμών. Ασφαλώς, αν υπήρχαν οι αναγκαίες κοσμοθεωρητικές, ηθικοκανονιστικές, ανθρωπολογικές και άλλες προϋποθέσεις σε παγκόσμια κλίμακα θα ίσχυε ακριβώς το ίδιο οικουμενικά, θα είχαμε, δηλαδή, μια παγκόσμια ηθικοκανονιστική δομή, δηλαδή μια παγκόσμια Πολιτεία[33].
 
Αυτό όμως, όπως ήδη αναφέρθηκε, δεν είναι εφικτό μιας και ποτέ δεν υπήρξε μια παγκόσμια κοινωνία αλλά πολλές ετερογενείς και ανομοιογενείς κοινωνικές οντότητες.
 
7. Ο αντι-ηγεμονικός χαρακτήρας της θουκυδίδειας παράδοσης
 
Οι πιο πάνω πτυχές, είναι θεμελιώδεις και αφορούν ζωτικά τα διεθνή συστήματα τόσο του παρελθόντος όσο και του παρόντος. Σ’ αυτό οφείλεται και η αιώνια αξία του Παραδοσιακού Παραδείγματος που εδράζεται στην Θουκυδίδεια παράδοση, την παράδοση δηλαδή που περιγράφει την Υπαρκτική ετερότητα κάθε κοινωνίας και την συνεπακόλουθη ηθικοκανονιστική ετερότητα που διαμορφώνει το ιστορικό γίγνεσθαι[34].
 
Οι πιο σύγχρονες προεκτάσεις της θουκυδίδειας παράδοσης και πιο συγκεκριμένα η ρεαλιστική παράδοση, εστιάζουν το ενδιαφέρον στην κρατοκεντρική κοινωνικοπολιτική δομή του κόσμου και στην απορρέουσα σημασία της εθνικής-κρατικής κοινωνικοπολιτικής οντότητας τόσο ως βάσης λειτουργίας του διεθνούς συστήματος όσο και ως βάσης ηθικής συγκρότησης του κόσμου.
 
Ταυτόχρονα, παρατηρούμε ότι, διόλου τυχαία, η αξιολογικά ελεύθερη εκδοχή των ρεαλιστικών θεωριών είναι σαφώς αντιηγεμονικών προεκτάσεων. Αναμενόμενα, επίσης, περιγράφοντας το αναπόδραστο γεγονός της ύπαρξης αιτιών πολέμου σύμφυτων με την δομή του διεθνούς συστήματος, με επιστημονική υπευθυνότητα και αξιοπιστία εξηγούν ότι η κατανομή ισχύος και η ευαισθησία που επιδεικνύουν οι ηγεμονικές δυνάμεις στις διαφαινόμενες ανακατανομές ισχύος αποτελούν κύριους διαμορφωτικούς παράγοντες της διεθνούς πολιτικής.
 
Κείμενα όπως ο Πόλεμος και αλλαγή στην  διεθνή πολιτική του Gilpin και Η τραγωδία της πολιτικής των μεγάλων δυνάμεων του Mearsheimer που αποτελούν έγκυρες και αξιόπιστες αξιολογικά ουδέτερες ερμηνείες της σύγχρονης πολιτικής υπό το πρίσμα της θουκυδίδειας παράδοσης, προσφέρουν μια σχεδόν συνολική και σφαιρική ερμηνεία της σύγχρονης εποχής που κανείς σοβαρά σκεπτόμενος άνθρωπος δεν μπορεί να παραβλέψει ή να παρακάμψει.
 
Αν και κανείς από όσους είναι συνειδητοποιημένοι για τις φοβερές συνέπειες της άνισης ανάπτυξης στην διεθνή πολιτική δεν θα μπορούσε εύκολα να προσυπογράψει την θέση πως υπάρχουν πολλές πιθανότητες μακρών περιόδων σταθερότητας[35], η ειρήνη και η σταθερότητα, έστω και για κάποιες μόνο ιστορικές περιόδους, εξαρτώνται από την ύπαρξη μιας κατανομής ισχύος και μιας συναρτημένης με αυτή διεθνούς τάξης που δεν αμφισβητείται[36]. 
 
8. Ανταγωνιστικό διεθνές σύστημα και λιγότερο ισχυρά κράτη
 
Ένα εύλογο ερώτημα είναι η θέση και ο ρόλος ενός λιγότερου ισχυρού κράτους όταν είναι αληθές πως το εκ φύσεως ανταγωνιστικό διεθνές σύστημα τιμωρεί ανελέητα όσα κράτη παραμελούν τα συμφέροντά τους, ιδιαίτερα το συμφέρον επιβίωσης. Αν και δεν είναι του παρόντος να επεκταθώ, θα τόνιζα το αυταπόδεικτο γεγονός ότι ένα λιγότερο ισχυρό κράτος απαιτείται να είναι ακόμη πιο ευαίσθητο για την κατανομή ισχύος, τα αίτια που προκαλούν ανακατανομές ισχύος και συμφερόντων και τις στρατηγικές των μεγάλων δυνάμεων στην ανελέητη σύγκρουσή τους για ισχύ και ηγεμονία.
 
Ενώ μια μεγάλη δύναμη δύσκολα θα έχανε την ανεξαρτησία της[37] ακόμη και αν ηττηθεί[38], η αμέλεια μιας μικρής δύναμης να ελιχθεί ορθολογιστικά στα περιθώρια της ισχύος και να διασφαλίζει συνθήκες ισορροπίας και ασφάλειας, δυνατό να σημαίνει συνολική απώλεια της ελευθερίας της, δηλαδή της εθνικής της ανεξαρτησία.
 
Οι ατέλειες του σύγχρονου διεθνούς συστήματος είναι ακόμη μεγαλύτερες και βαθύτερες σε σύγκριση με αυτές του κλασικού συστήματος Πόλεων. Αυτό οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι λόγω τεχνολογίας η άνιση ανάπτυξη είναι δραστικότερη και οι καταστροφές του πολέμου πιο εκτεταμένες.
 
Πιο καταστροφικές ακόμη και από τις συνέπειες της άνισης ανάπτυξης, όμως, είναι οι ιδέες που δηλητηριάζουν τον ορθολογισμό των συγχρόνων Πολιτειών αποσταθεροποιώντας το κονωνικοπολιτικό τους σύστημα και μπερδεύουν τις σχέσεις τους με άλλες Πολιτείες. Ενώ κατά την διάρκεια των Νέων Χρόνων όλες οι κοινωνίες κατά βάση αγωνίστηκαν και κατάκτησαν την πολιτική τους κυριαρχία, δηλαδή την εθνική τους ανεξαρτησία όπως σήμερα ονομάζεται, παρατηρούμε ότι ταυτόχρονα, κυρίως οι κοινωνίες μικρότερων κρατών, αλλόκοτα και παράδοξα συχνά κυριαρχούνται από θεωρήματα και ιδεολογήματα που υπονομεύουν αυτή την εθνική ανεξαρτησία. Πρόκειται για μια παραδοξότητα που ο ιστορικός του μέλλοντος θα δυσκολευτεί να ερμηνεύσεις με λογικούς όρους. Ενώ δηλαδή η ανάδειξη του κράτους καθιέρωσε την σύγχρονη πολιτεία ως θεσμό συλλογικής ελευθερίας και την κυριαρχία ως διεθνές καθεστώς που οι διεθνείς θεσμοί και το διεθνές δίκαιο προορίζονται να διασφαλίσουν, όπως ήδη τονίστηκε, μύριες αποχρώσεις διεθνιστικών και κοσμοπολίτικων ιδεολογημάτων μεταφυσικά προσδιορισμένων υπονομεύουν την κρατική κυριαρχία χωρίς ασφαλώς να προσφέρουν αξιόπιστη εναλλακτική δυνατότητα δημιουργίας μιας παγκόσμιας κοινωνίας και ενός παγκόσμιου κράτους που θα την ενσαρκώνει. Ουσιαστικά, τονίζεται ξανά, πρόκειται για υπέρτατο παραλογισμό και σημαντικό αίτιο πολέμου του σύγχρονου κόσμου. Αν μια οποιαδήποτε θεώρηση διεθνών σχέσεων θέλει να είναι απαλλαγμένη λογικών και επιστημονικών σφαλμάτων, απαιτείται να αποδέχεται προγραμματικά τον οντολογικά θεμελιωμένο κρατοκεντρικό χαρακτήρα του διεθνούς συστήματος και την ασυμβατότητα με αυτό τον χαρακτήρα όλων ανεξαιρέτως των αποχρώσεων διεθνιστικών και κοσμοπολίτικων ιδεών. Μια τέτοια επιστημολογική παραδοχή δεν είναι ιδεολογικού χαρακτήρα αλλά επιλογή συμβατή με τις κρατοκεντρικές οντολογικές διαμορφώσεις του σύγχρονου κόσμου. Οι κοινωνίες με τους αγώνες ανεξαρτησίας έκαναν τις επιλογές τους τα αποτελέσματα των οποίων οριοθετούν και το πεδίο της διεθνολογικής ανάλυσης.
 
Θα προσθέταμε πως ακόμη και η παραμικρή διολίσθηση ενός αναλυτή των διεθνών σχέσεων σε εξομοιωτικές λογικές, πολύ περισσότερο σήμερα απ’ ότι στο παρελθόν, τον εξωθεί σε θανάσιμα επιστημονικά και λογικά σφάλματα που μηδενίζουν την ανάλυσή του και τον εντάσσουν στο ανορθολογικό σύστημα των ανορθολογικών δογμάτων που αντιβαίνουν στην Υπαρκτική κοινωνική ετερότητα και τη συλλογική ανθρώπινη ελευθερία[39]. Παράλληλα, είναι αληθές, όπως εύστοχα θεμελίωσαν αναλυτές όπως ο Edward H. Carr, ότι η διυποκειμενική ιστορική εμπειρία καταμαρτυρεί ότι ποτέ δεν υπήρξε πραγματικός γνήσιος διεθνισμός. Οι επαναστατικές ιδέες διεθνιστικού χαρακτήρα και οι α-πολιτικές κοσμοπολίτικες παραδοχές που τις επικουρούν επιζητώντας την δημιουργία μιας παγκόσμιας κανονιστικής δομής είναι πάντοτε μεταμφιέσεις ηγεμονικών αξιώσεων των οποίων μόνο το όνομα και το χρώμα διαφέρει ανάλογα με την εποχή και την ιστορική συγκυρία.
 
Δεν είναι τυχαίο ότι ο Carr, αναμφίβολα ο θεμελιωτής της σύγχρονης επιστημονικής μελέτης των διεθνών σχέσεων, γρήγορα εγκατάλειψε αυτή την δραστηριότητα, υπογραμμίζοντας το γεγονός ότι η λεγόμενη θεωρία διεθνών σχέσεων όπως εξελίχθηκε αποτελεί πλέον εργαλείο των κυρίαρχων αγγλοσαξονικών αξιώσεων ισχύος[40]. Αυτή είναι μια βαρυσήμαντη επισήμανση που πρέπει να προσεχθεί ιδιαίτερα στην μεσογειακή χώρα στην οποία μεγαλούργησε ο Θουκυδίδης και στην οποία, όμως, τα Τμήματα διεθνών σχέσεων πολλαπλασιάζονται όπως τα μανιτάρια δεσμεύοντας τεράστιους κοινωνικούς πόρους που δεν είναι σίγουρο ότι τελικά εξυπηρετούν τα συμφέροντά της ή την διεθνή ειρήνη και σταθερότητα. Όλως, περιέργως, βεβαίως, επιβεβαιώνοντας τον Carr, παρατηρείται πως αυτά τα Τμήματα και τα εξαρτώμενα από αυτά Ινστιτούτα, κυριαρχούνται ολοένα και περισσότερο από εξομοιωτικά θεωρήματα και ιδεολογήματα την καλλιέργεια των οποίων πέραν των πόρων που αντλούνται από τους ιθαγενείς φορολογούμενους, παράσχουν ακόμη και αλλόκοτοι διεθνοπολιτικοί χρηματιστηριακοί αναρχικοί[41] –με γνωστές διασυνδέσεις με τις “υπηρεσίες” της υπερατλαντικής δύναμης– όπως ο George Soros.
---------------------------------
[1] Ρητά, ή εμμέσως πλην σαφώς, το ιδεώδες της Ανεξαρτησίας αποτελεί αξίωση όλων των κυρίαρχων κρατών (και των κοινωνιών που αξιώνουν να αποχωριστούν από πολυεθνικά κράτη για να αποκτήσουν ανεξάρτητη Πολιτεία-κράτος. Η ανεξαρτησία ως αξίωση, ως αναλυτική έννοια, ως πολιτικό κριτήριο με νομικές προεκτάσεις και ως υπόβαθρο της διεθνούς θεσμικής οργάνωσης, στο σύγχρονο διεθνές σύστημα ενσαρκώνεται στο καθεστώς της κυριαρχίας. Το καθεστώς της κυριαρχίας πάνω στο οποίο εδράζεται η οργάνωση της «διεθνούς κοινωνίας κρατών» των Νέων Χρόνων και της ύστερης εποχής, είναι αναμφίβολα, από νομικής-θεσμικής άποψης, πολύ πιο αναπτυγμένο σε σύγκριση με τους θεσμούς της κλασικής εποχής. Εν τούτοις, είναι αμφίβολο κατά πόσο είναι πολιτικά πιο εμπεδωμένο και πιο νομιμοποιημένο απ’ ότι οι αντίστοιχοι διεθνείς θεσμοί το συστήματος Πόλεων της κλασικής εποχής. Η παρατήρηση αυτή είναι καίριας σημασίας. Αυτό γιατί το σημαντικότερο ζήτημα όσον αφορά την βιωσιμότητα και αποτελεσματικότητα ενός οποιουδήποτε θεσμικού συστήματος είναι ο βαθμός νομιμοποίησης μεταξύ των μελών του κοινωνικού σώματος στο οποίο ανήκει (δηλαδή, στο πλαίσιο της παρούσης συζήτησης, αφενός της «διεθνούς κοινωνίας κρατών» των Νέων Χρόνων και αφετέρου της «διεθνούς κοινωνίας Πολιτειών» της κλασικής εποχής). Για την στενή σχέση και ομοιότητες ή διαφορές του κλασικού με το σύγχρονο διακρατικό σύστημα από την σκοπιά της πολιτικής φιλοσοφίας βλ. Ernest Barker, Αρχαία ελληνική πολιτική σκέψη και θεωρία (Εκδόσεις Ποιότητα, Αθήνα 2007). 
[2] Jacqueline de Romilly, Ιστορία και μέθοδος στον Θουκυδίδη (Μορφωτικό ίδρυμα της Εθνικής Τράπεζας, Αθήνα 1988).
[3] Perez Zagorin, Θουκυδίδης, μια πλήρης εισαγωγή για όλους τους αναγνώστες (Εκδόσεις Ποιότητα, Αθήνα 2006), ιδ. 47 κ.ε.,55 κ.ε.,69 κ.ε.,250-2,
[4] Τα σημεία που ακολουθούν αντλούν από τις σελ. 15,43,48,49,50,52 του βιβλίου της Romilly, ό.π. Οι εκτιμήσεις του Perez Zagorin, καθώς και πολλών άλλων αναλύσεων για την επιστημολογία και μεθοδολογία του Θουκυδίδη είναι συγκλίνουσες αν όχι πανομοιότυπες.
[5] Η θέση που υιοθετείται από τον υποφαινόμενο είναι ότι η εποχή των αυτοκρατοριών έχει παρέλθει ανεπίστροφα. Αυτό οφείλεται στο γεγονός αφενός της δημιουργίας εκατοντάδων κρατών και αφετέρου, της ολοένα μεγαλύτερης εμβάθυνσης της ετερότητάς τους, κάτι που καθιστά την κατάκτηση, διοίκηση και αφομοίωση απείρως δυσκολότερη απ’ ότι στο παρελθόν. Επιπλέον, η τεχνολογία, η αλληλεξάρτηση και η παγκοσμιοποίηση διαμορφώνουν ένα νέο πλαίσιο σχέσεων ισχύος το οποίο δεν είναι πάντοτε ευθύγραμμα προς όφελος των μεγάλων δυνάμεων, ιδιαίτερα αν μιλάμε για απόπειρες κατάκτησης και ελέγχου. Οι δυνατότητες εφήμερης ηγεμονίας είναι, κατ’ ουσία, το μόνο που απέμεινε στις μεγάλες δυνάμεις για να συμπεριφέρονται άνομα και καταχρηστικά εις βάρος λιγότερο ισχυρών συντελεστών του διεθνούς συστήματος.
[6] Με την έννοια ότι είναι ενδελεχής, εξονυχιστική, πολλών αποχρώσεων, βαθύτατη και διαχρονικά αναλλοίωτης αξίας.
[7] Η θέση ότι οι σχέσεις των κρατών μπορούν να θεωρηθούν ως είδος συλλογικού κατ’ αλήθειαν βίου των διακρατικών σχέσεων δεν είναι αποδεκτή από όλους και για πολλές θεωρίες, ιδιαίτερα της Θουκυδίδειας παράδοσης, σίγουρα θα απορριφθεί εξαρχής. Αυτός είναι ο λόγος, εξάλλου, για τον οποίο οι αναλυτές της κυρίαρχης θεωρίας, δηλαδή του πολιτικού ρεαλισμού, είναι επιφυλακτικοί απέναντι στις καταπληκτικές-τολμηρές θεωρητικές σχοινοβασίες της λεγόμενης «βρετανικής σχολής», δηλαδή, βασικά, των Wight, Bull και Watson. Αν και δεν είναι του παρόντος, αναφέρω ότι τα νήματα των επιφυλάξεων πολλών αναλυτών της ρεαλιστικής παράδοσης θα οδηγούσαν στο εύλογο ερώτημα του πως και πόσο μπορεί να συγκροτηθεί σταθερή νομιμοποιητική βάση για αρχές και κανόνες ενός συλλογικού κατ’ αλήθειαν βίου της «κοινότητας (ή κοινωνίας) των κρατών» μιας και αυτή θα βρισκόταν διαρκώς υπό την αίρεση διαβρωτικών εισροών που προκαλούν τα αίτια πολέμου και κυρίως των ανακατανομών ισχύος σε δομικό επίπεδο και των ενδοκρατικών κοινωνικοπολιτικών αλλαγών που θα αποσταθεροποιούσαν την έμμεση νομιμοποίηση που παρέχουν οι κοινωνίες των κρατών-μελών του διεθνούς συστήματος διαμέσου των κυβερνήσεών τους. Μια πρώτη τοποθέτηση απέναντι σ’ αυτό το εύλογο και βάσιμο ερώτημα, βεβαίως, είναι ότι αναλυτές που όντως ανήκουν στην Βρετανική σχολή όπως οι προαναφερθέντες (όχι όμως και πολλοί άλλοι, κυρίως στον χώρο των κριτικών κονστουκτιβιστών που την επικαλούνται λαθραία) ποτέ δεν υποτίμησαν αυτούς του αποσταθεροποιητικούς παράγοντες. Διαβάζοντας το Άναρχη κοινωνία του Hedley Bull, για παράδειγμα, κανείς θα προσέξει ότι πουθενά δεν περιγράφει ένα ιδεατό κόσμο προικισμένο με σταθεροποιημένες ηθικοκανονιστικές δομές ρύθμισης των διακρατικών σχέσεων. Το αντίθετο: Η περιγραφή της διαχρονικής ανάπτυξης κανονιστικών δομών μεταξύ των κρατών (διόλου κοσμοπολίτικων με την έννοια της διεθνικής αποδυνάμωσης των κρατικών οντοτήτων) εντάσσεται σ’ ένα πλαίσιο σοβαρού προβληματισμού που δεν εξαιρεί τα αίτια πολέμου, που συνεκτιμά το φαινόμενο του ηγεμονισμού (και των αδιεξόδων του) και που περιγράφει τους αποσταθεροποιητικούς παράγοντες, κυρίως του επαναστατισμού (το τελευταίο ζήτημα εξετάζεται εξαντλητικά από τον Martin Wight, Διεθνής Θεωρία, Εκδόσεις Ποιότητα, Αθήνα 1998). Αναμφίβολα, βεβαίως, οι επιφυλάξεις των «mainstream ρεαλιστών» είναι εύλογες αν όχι απολύτως αναγκαίες για να κατανοήσουμε ότι η «έσχατη πραγματικότητα» είναι πως λόγω αιτιών πολέμου δεν  μπορούμε να φανταστούμε ένα  κόσμο «χωρίς κινδύνους». Οι καταληκτικές θεωρήσεις του Κονδύλη στο Ισχύς και απόφαση (Στιγμή, 1991) είναι συναφείς: «Η έσχατη πραγματικότητα συνίσταται από υπάρξεις,  άτομα ή ομάδες, που αγωνίζονται για την αυτοσυντήρησή τους και μαζί, αναγκαστικά, για την διεύρυνση της ισχύος τους.  Γι’ αυτό συναντώνται ως φίλοι και ως εχθροί και αλλάζουν φίλους και εχθρούς ανάλογα με τις ανάγκες του αγώνα για την αυτοσυντήρησή τους και την διεύρυνση της ισχύος τους ... Δεν υπάρχει λοιπόν καμιά τελειωτική λύση και καμιά ευτυχία που να μη διατρέχει κινδύνους. Όποιος πιστεύει στην ύπαρξη τελειωτικών λύσεων φοβάται απλώς ότι θα χάσει την βεβαιότητα μιας ευτυχίας χωρίς κινδύνους» (σελ. 213 και 231). Κάθε κανονιστική (και όχι κατ’ ανάγκη ηθικοκανονιστική) ρύθμιση στις διακρατικές σχέσεις βρίσκεται αναμφίβολα υπό την αίρεση των συχνών σεισμικών δονήσεων διαφόρων εντάσεων που προκαλούν οι υποκείμενες σεισμικές πλάκες των αιτιών πολέμου. Εν τούτοις, με την προϋπόθεση ότι αυτό στερείται λογικών και επιστημονικών σφαλμάτων (και αλμάτων), ο καθένας είναι νομιμοποιημένος να περιγράφει από την μια πλευρά, τόσο τις ενδιάμεσες κανονιστικές δομές όσο και την μετεξέλιξή τους, και από την άλλη πλευρά, να υπογραμμίζει την ασταθή τους φύση. Ο υποφαινόμενος, αποδεχόμενος πλήρως και ανεπιφύλακτα το θουκυδίδειο-ρεαλιστικό επιχείρημα για την ασταθή τους βάση –ή ακόμη και κάτι παραπάνω με το να υιοθετώ τις ακόμη σφοδρότερες επιφυλάξεις του Παναγιώτη Κονδύλη για τον χαρακτήρα όλων των ανθρωπίνων εγχειρημάτων– επιχειρώ εν τούτοις να θεμελιώσω τον οντολογικό χαρακτήρα της αξίωσης ανεξαρτησίας-ελευθερίας μιας κοινωνίας. Η σημασία ενός τέτοιου εγχειρήματος, εκτιμάται, είναι σημαντική, μιας και (σ’ αντίθεση με την καταληκτική επιστημολογική προσέγγιση του Παναγιώτη Κονδύλη) αναζητούνται οντολογικά θεμελιωμένα ηθικά κριτήρια που μπορεί να βρίσκονται σε διαρκή κίνδυνο λόγω της «έσχατης πραγματικότητας» (τα οποία όμως θα μπορούσαν εν τούτοις να παράσχουν ηθιοκοπρακτικό προσανατολισμό για κάθε μαχόμενη ύπαρξη, ατομική ή συλλογική. Το κεντρικό ζήτημα και η ουσία, εν  κατακλείδι, δεν είναι η αμφισβήτηση μιας πασίδηλης «έσχατης πραγματικότητας» (αυτή σε κάθε περίπτωση δύσκολα αμφισβητείται ενόσω κανένας δεν προτείνει αξιόπιστη πρόταση εξάλειψης των ατιών πολέμου), αλλά η περιγραφική διαπιστωτική εξέταση της ύπαρξης αξιώσεων θεμελιωμένων στο συλλογικό Είναι και ο περιγραφικός προσδιορισμός του απορρέοντος –ασταθούς έστω, και αμφισβητούμενου λόγω αιτιών πολέμου– Δέοντος. Δέοντος το οποίο είναι αναγκαίο για τον ηθικοπρακτικό προσανατολισμό των ανθρώπων στις σχέσεις τους με άλλους που αμφισβητούν την συλλογική τους ελευθερία.
[8] Για ανάλυση αυτής της διάστασης του ιστορικού γίγνεσθαι βλ. Π. Ήφαιστος, Η μελέτη των διεθνών σχέσεων στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, διαδρομή, περιεχόμενο και γνωσιολογικό υπόβαθρο (Εκδόσεις Ποιότητα, Αθήνα 2004), ιδ. κεφ. 2 και 3.
[9] Αν και δεν είναι του παρόντος, σημειώνεται ότι ανάλογα με άλλες επιστημολογικές παραδοχές κάποιου δυνατό να υπάρχουν διαφοροποιήσεις ως προς ορισμένα ζητήματα ενόσω δεν δημιουργούνται επιστημονικά και λογικά σφάλματα. Για παράδειγμα, ο υποφαινόμενος υποστηρίζει ότι, οντολογικά θεμελιωμένα επιχειρήματα δεν παραβιάζουν την αξιολογική ελευθερία και ούτε αποτελούν έκφραση αυθαίρετης ηθικής κρίσης. Για παράδειγμα, υποστηρίζεται ότι η αξίωση ελευθερίας είναι οντολογικού περιεχομένου και η αξίωση πολιτικής κυριαρχίας των κοινωνιών συνυφασμένη με αυτή. Βλ. ό.π., ιδ. κεφ. 2, 7.
[10] To International Politics του Kenneth Waltz, είναι αναμφίβολα μια κορυφαία θεωρητική στιγμή, μιας και προεκτάθηκαν οι θεωρήσεις του Θουκυδίδη για τον ρόλο της κατανομής ισχύος ίσαμε τις ακραίες και λογικές συνέπειές τους.
[11] Εκδόσεις Ποιότητα, Αθήνα 2004.
[12] R. Gilpin, Πόλεμος και Αλλαγή στην Διεθνή Πολιτική (Εκδ. Ποιότητα, Αθήνα 2005), σ. 210
[13] R. Gilpin, The Richness of the “Tradition of Political Realism”, στο R. Keohane (ed.), Neorealism and its critics (Columbia Un. Press 1986), σελ. 308-9
[14] Πόλεμος και αλλαγή, ό.π., σελ. 230.
[15] Πόλεμος και αλλαγή, ό.π. σελ. 230
[16] John Mearsheimer, Η πολιτική τραγωδία των μεγάλων δυνάμεων, (Εκδόσεις Ποιότητα, Αθήνα 2006).
[17] Βλ. Π. Ήφαιστος, Κοσμοθεωρητική ετερότητα και αξιώσεις πολιτικής κυριαρχίας (Εκδόσεις Ποιότητα, Αθήνα 2001), κεφ. 1.
[18] Παραθέτω την έξοχη διατύπωση του Χρήστου Γιανναρά που περιγράφει-φωτογραφίζει συγκεκριμένο υπόδειγμα προκατειλημμένου κατασκευάσματος της ελληνικής ακαδημαϊκής πραγματικότητας: «Δεν μας εκπλήσσει που ο ιδεολογικά προκατειλημμένος άλλα διαβάζει και άλλα καταλαβαίνει. (…) Όταν διαβάζει με προκατάληψη ο ιδεολογικά παγιδευμένος, καταλαβαίνει αυτά που ο ίδιος θα ήθελε να λέει το κείμενο δίχως να αντιλαμβάνεται αυτά που το κείμενο πράγματι λέει. Αν του χρειαστεί να παραπέμψει στο κείμενο που διάβασε, επιλέγει αποσπασματικές λέξεις και διατυπώσεις για να συγκροτήσει, με γλωσσικό υλικό του κειμένου, τις θέσεις που η ιδεολογική του προκατάληψη έχει αποφασίσει ότι πρέπει να εκφράζει το κείμενο. (…) Η εκλογή και εξέλιξη ενός διδάσκοντος διευκολύνεται καίρια αν έχουν κατατεθεί δημόσια από τον υποψήφιο δηλώσεις ή τεκμήρια πιστότητας στην ιδεολογία που συσπειρώνει την πλειοψηφία των διδασκόντων [σημείωση: Που συμμετέχουν στα εκλεκτορικά σώματα]. Διευκολύνεται η εκλογή και εξέλιξη αν προϋπάρχουν δημοσιεύματα σε συγκεκριμένες (όχι οποιεσδήποτε) εφημερίδες. Αν ο υποψήφιος έχει επανειλημμένα συνυπογράψει στις λίστες των ίδιων πάντα “διανοουμένων” που διαμαρτύρονται για κάθε παραβίαση ή αμφισβήτηση των ιδεωδών του νεοταξικού διεθνισμού. (…) Όταν θυσιάζεται η κριτική σκέψη στον βωμό οποιασδήποτε στράτευσης, πρώτο και θλιβερό θύμα είναι ο θύτης. Δεν υπάρχει τραγικότερο κατάντημα από τον αυτοευνουχισμό του “διανοούμενου” ανθρώπου («Προκατάληψη, δηλαδή αυτοευνουχισμός», Η Καθημερινή, 18.3.2001).
[19] Σε άλλη περίπτωση, υποστηρίχθηκε πως οι συνέπειες μιας τέτοιας εξέλιξης είναι πολύ διαφορετικές σε ένα μεγάλο κράτος όπου κανείς δεν τους λαμβάνει υπόψη επειδή το κράτος διαθέτει αξιόπιστους και αποτελεσματικούς θεσμούς ανάλυσης και λήψης αποφάσεων και σε ένα μικρό και εξαρτημένο κράτος όπου αναπόδραστα καθίστανται εργαλείο ηγεμονικής ισχύος εις βάρος της κοινωνίας της οποίας ονομαστικά ανήκουν.
[20] Αναφερόμαστε στα δύο κυρίως επίπεδα ανάλυσης, του κράτους και του διεθνούς συστήματος. Όσον αφορά το πρώτο η κλασική φιλοσοφική πραγματεία δημιούργησε φιλοσοφικό κεκτημένο πάνω στο οποίο κτίζονται οι περί κράτους θεωρίες. Βασικά, πολιτική φιλοσοφία των διεθνών σχέσεων δεν υπάρχει ή είναι ελλειμματική. Βλ. ιδ. Martin Wight, Διεθνής Θεωρία, τα τρία ρεύματα σκέψης (Εκδόσεις Ποιότητα, Αθήνα 1998) ιδ. την εισαγωγή του συγγραφέα. Ουσιαστικά, αρχίζοντας από την σχεδόν τέλεια περιγραφή του Θουκυδίδη στον Πελοποννησιακό Πόλεμο μέχρι και τα έξοχα έργα μερικών πολιτικών ρεαλιστών όπως των Hedley Bull [ιδιαίτερα το Άναρχη Κοινωνία (Εκδόσεις Ποιότητα, Αθήνα 2000)], E.H.Carr, Kenneth Waltz, Robert Gilpin, et al, παρατηρούμε ότι αυτό που αναλύεται είναι η διεθνής τάξη, η φύση των διεθνών δομών, τα προβλήματα που δημιουργούν τα αίτια πολέμου, ο εξαρτημένος χαρακτήρας των διεθνών θεσμών, η φύση της κυριαρχίας και η εν γένει σχέση αιτίων και αιτιατών στις διακρατικές σχέσεις. Σχεδόν όλοι οι πολιτικοί ρεαλιστές ως ζήτημα θεμελιώδους επιστημολογικής και μεθοδολογικής προσέγγισης σταματούν στην περιγραφή εξηγώντας ότι αυτό επιτάσσει η φύση και ο χαρακτήρας του διεθνούς συστήματος. Μερικοί πολιτικοί ρεαλιστές, μάλιστα, εύλογα διερωτώνται κατά πόσο υπάρχει και το παραμικρό περιθώριο για πολιτική φιλοσοφία διεθνών σχέσεων μιας και η ηθική και η δικαιοσύνη και όλα τα συμπαρομαρτούντα φαινόμενα που τις διέπουν είναι καταμερισμένα στα κυρίαρχα κράτη. Κατά συνέπεια, συνεχίζουν να διερωτώνται, ίσως το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να παραμείνεις στην ανάλυση της διεθνούς τάξη, την φύση της, τον χαρακτήρα της και τα προβλήματά της. Σημειώνεται ότι αυτό βασικά κάνει και το προαναφερθέν έργο-σταθμός του Hedley Bull αλλά και άλλα έργα της λεγόμενης Βρετανικής Σχολής όπως των Carr, Wight και Watson. Ο σχολιασμός αυτής της εύλογης θέσης απαιτεί στοχαστική εντιμότητα και καθαρότητα σκέψης, χαρίσματα που δυστυχώς που δυστυχώς απουσιάζουν σε πολλές ουτοπικές και νομικίστικες αναλύσεις (ίσως αριθμητικά κυρίαρχες πλέον). Στο πλαίσιο μιας βάσιμης ανάλυσης των διεθνών σχέσεων απαιτείται τουλάχιστον διάκριση μεταξύ των συνόρων που δημιουργούν οι έννοιες «διεθνές σύστημα» (που λειτουργεί στην βάση κάποιων συμφωνιών των κρατών), «διεθνή κοινότητα» (που συμβολίζει την μετεξέλιξη αυτών των συμφωνιών σε κάποιου είδους, ρευστή έστω και αστάθμητη, δεσμευτικότητα) και «διεθνούς κοινωνίας» (που συμβολίζει μια μεγαλύτερη και πιο εμπεδωμένη δεσμευτικότητα σε μερικές περιπτώσεις εν πολλοίς ενσωματωμένη στην ενδοκρατική δικαιοταξία). Δυστυχώς ακόμη και επιφανείς αναλυτές χρησιμοποιούν με χαλαρότητα την δεύτερη και τρίτη έννοια προκαλώντας σύγχυση και αποπροσανατολισμό. Σε κάθε περίπτωση, ένας συνεπής πολιτικός ρεαλιστής που σέβεται τους αναγνώστες του ακόμη και αν αναζητά κριτήρια πολιτικής φιλοσοφίας διεθνών σχέσεων απόρροια της ανάπτυξης και μετεξέλιξης του διεθνούς συστήματος ενσωματώνει πλήρως την ανάλυσή του το αναπόδραστο γεγονός των αιτιών πολέμου και την παραδοχή ότι κανείς σοβαρά μιλώντας δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι έχει κάποια απάντηση για τον τερματισμό τους. Τέλος, τα στοχαστικά εγχειρήματα του υπογράφοντος προς αυτή την κατεύθυνση, εκτός του ότι είναι δοκιμαστικά και διανθισμένα με πλήθος ερωτημάτων διαλεκτικά διαπλεγμένων, αρχίζουν και τερματίζονται στην προσπάθεια διακρίβωσης των οντολογικών ιδιοτήτων του διεθνούς συστήματος, των μόνων πάνω στα οποία μπορούν να εδραιωθούν ηθικά αμάχητα κριτήρια, και των οποίων η εφαρμογή και πάλιν βρίσκεται υπό την αίρεση των αιτιών πολέμου. Πάντως, η επιθυμία για προσεκτικές επιστημολογικές επιλογές που δεν απομακρύνονται από τον πυρήνα του περιγραφικού Παραδοσιακού Παραδείγματος δυναμώνει ακόμη περισσότερο όποιος διαβάσει το ύστερο αριστούργημα του John Mearsheimer, Η τραγωδία της πολιτικής των μεγάλων δυνάμεων, ό.π.. Ο Mearsheimer, όπως ήδη αναφέρθηκε, με αξιοθαύμαστη αξιοπιστία και εγκυρότητα περιγράφει την αδιέξοδη τροχιά του διεθνούς συστήματος υπό το πρίσμα της αέναης σύγκρουσης των ηγεμονικών δυνάμεων για ισχύ, ηγεμονία και επιβίωση. Κανείς μπορεί μόνο να αναλύει το διεθνές σύστημα όπως πραγματικά είναι αναζητώντας βάσιμες και ορθολογικές εκτιμήσεις ή αντίστροφα να νεφελοβατεί ανόητα και αφελώς (ή υστερόβουλα όταν είναι συνειδητά προπαγανδιστής) προκαλώντας έτσι ποταμούς πολιτικού ανορθολογισμού στην πολιτική σκέψη ενδοκρατικά και διακρατικά.        
[21] Βλ. Γ84-5
[22] Για άλλα εδάφια αναφορών στην ανθρώπινη φύση βλ. Α22, Γ39,84, Δ19,108.
[23] Αυτή η απλή, πασίδηλη και διυποκειμενικά αντιληπτή θεμελιώδης πραγματικότητα σημαίνει ότι όλες ανεξαιρέτως οι αποχρώσεις διεθνιστικών και κοσμοπολίτικων ιδεωδών είναι στην καλύτερη περίπτωση λογικά εσφαλμένες και πολιτικά ατελέσφορες. Το γεγονός ότι αναρίθμητοι επιφανείς στοχαστές –και ακόμη μεγαλύτερος αριθμός φανατικών υποστηρικτών τους– δεν το αντιλήφθηκαν είναι επιστημονικά αδιάφορο. Η επιστημονική συνέπεια και ο ορθολογισμός των επιχειρημάτων ποτέ δεν ήταν υπόθεση αριθμητικών πλειοψηφιών. Χρέος ενός στοχαστή είναι να μην κλονίζεται ή επηρεάζεται από ευρέως διαδεδομένους στοχαστικούς παραλογισμούς και την περιρρέουσα ανορθολογική ατμόσφαιρα που δημιουργούν. Τυπικό παράδειγμα μιας τέτοιας ακλόνητης επιστημολογικής συνέπειας ήταν, εκτιμώ, ο Παναγιώτης Κονδύλης.
[24] Η απανθρωπία του δικαιώματος, (Δομός 1998) σελ. 30,31.
[25] Ό.π., σελ. 70
[26] Σε άλλη περίπτωση[26]τονίσαμε ότι η εθνική ανεξαρτησία στις διεθνείς σχέσεις αποτελεί το αντίστοιχο της ελευθερίας στις διεθνείς σχέσεις.
[27] Όπως σημειώνει ο Adam Watson, «η δέσμευση των Ελλήνων έναντι της ανεξαρτησίας είναι θρυλική. Ήταν απόλυτα αφοσιωμένοι στο ιδανικό ότι κάθε πόλη-κράτος, δηλαδή κάθε Πολιτεία, θα έπρεπε να διαχειρίζεται τις υποθέσεις της και απεχθάνονταν κάθε είδους επικυριαρχία ή ηγεμονία μιας άλλης πόλης ή μιας ξένης δύναμης. Δεν ανέκυπτε συχνά η ιδέα της ενοποίησης της Ελλάδας σε ένα μόνο κράτος, και όταν προέκυπτε, την αντιμετώπιζαν συνήθως με αποστροφή». Τονίζοντας το γεγονός των ατελειών στο κλασικό σύστημα, ο Watson επισημαίνει, επίσης, ότι «στην πράξη, πολλές ελληνικές πόλεις υποχρεώνονταν να αποδεχτούν κάποιο βαθμό ελέγχου από έναν επικυρίαρχο ή ηγεμονικό σύμμαχο, ιδιαίτερα στις εξωτερικές τους σχέσεις. Και αυτό θα μπορούσε ίσως να θεωρηθεί το μικρότερο από δύο δεινά. Οι ασιατικές ελληνικές πόλεις βρίσκονταν συνήθως σ’ αυτή την θέση όπως και πολλές πόλεις της ηπειρωτικής Ελλάδας για μεγάλες χρονικές περιόδους, ενώ οι δυτικές αποικίες σπανιότερα». Συνεχίζει για να υπογραμμίσει ότι παρά αυτές τις ατέλειες,  «οι ελληνικές πόλεις-κράτη βρίσκονταν σίγουρα, όσον αφορά την ιδέα τους περί νομιμοποίησης, αλλά και σε μεγάλο βαθμό στην πράξη, προς το άκρο των πολλαπλών ανεξαρτησιών του φάσματός μας» (Watson, A., Η εξέλιξη της διεθνούς κοινωνίας, Εκδόσεις Ποιότητα, Αθήνα 2005, σελ. 98). Ο Victor Ehrenberg, αναφερόμενος στο σύστημα διεθνών θεσμών της κλασικής περιόδου, σημειώνει ότι «το πιο σημαντικό όσον αφορά τη Δελφική Αμφικτιονία ήταν το γεγονός πως δεν είχε πραγματική αρμοδιότητα να προσφύγει κατά ιδιωτών πολιτών στο εσωτερικό των Πόλεων και πως δεν είχε αρμοδιότητες που υπερφαλάγγιζαν τις τοπικές αρχές. (…) Η αυτονομία των κρατών-μελών, επομένως, δύσκολα επηρεαζόταν από την Αμφικτιονία» (The Greek State, Methuen, London, 1969, σελ. 111). Οι ελληνικές πολιτείες ανέπτυξαν σε πολύ μεγάλο βαθμό αυτό που σήμερα θα ονομάζαμε «διεθνείς θεσμούς», αντιλαμβάνονταν τον ρόλο αυτών των θεσμών ως «διακυβερνητικό», δηλαδή ως ένα θεσμικό και πολιτικό σύστημα διακρατικής επικοινωνίας και συνεννόησης που δεν παραβίαζε την κυριαρχία των κρατών-μελών, αλλά αντίθετα την ενίσχυε και την υποβοηθούσε στις διεθνείς της συναλλαγές της εποχής.
[28] Ο Zagorin σημειώνει ότι «η απώλεια της ανεξαρτησίας μέσω έξωθεν κυριαρχίας ή κατάκτησης ήταν για κάθε πόλη η υπέρτατη καταστροφή και θεωρείτο από τους πολίτες ως υποδούλωση», σελ. 31. Πιο κάτω, επίσης, επισημαίνει ότι «ο φόβος της αύξησης της αθηναϊκής ισχύος, σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, είναι η αληθινή αιτία που υποχρέωσε τους Λακεδαιμονίους να πάνε σε πόλεμο ενάντια της Αθήνας. Φόβος της απώλειας της ανεξαρτησίας τους και υποταγής σε άλλους, φιλοδοξία για εξουσία και ιδιοτελές συμφέρον για την διατήρηση της αυτοκρατορίας είναι αυτά που υποχρέωσαν τους Αθηναίους να συνεχίσουν τον πόλεμο και να συντρίψουν τις επαναστάσεις των υποτελών πόλεων», Θουκυδίδης, μια πλήρης εισαγωγή για όλους τους αναγνώστες (Εκδόσεις Ποιότητα, Αθήνα 2006) σελ. 269-70.
[29] Ο Γιανναράς, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της εξατομίκευσης στο πλαίσιο του νεωτερικού κράτους, ορθώς επισημαίνει πως αν και συνιστά πρόοδο σε σχέση με τον Μεσαίωνα στη Δύση, είναι ταυτόχρονα τραγική οπισθοδρόμηση σε σύγκριση με το ιστορικό προηγούμενο της αρχαιοελληνικής πολιτικής και της προσωποκεντρικής ελληνοχριστιανικής ανθρωπολογίας. Μάλιστα, «οπισθοδρόμηση κοινωνική σε στάδιο προ-πολιτικό». Βλ. Η Απανθρωπία του δικαιώματος (Δόμος, Αθήνα 1998) σελ. 47. Τονίζοντας τις συναρτήσεις της κλασικής εποχής με τις σύγχρονες διακρατικές σχέσεις, ο Ernest Barker σημειώνει ότι «καμία ιστορία δεν είναι τόσο σημαντική για εμάς και καμιά δεν είναι περισσότερο σύγχρονη από αυτή της κλασικής Ελλάδας. Σε πολύ μεγάλο βαθμό, είμαστε αυτό που είμαστε επειδή οι Έλληνες υπήρξαν με τη μορφή που το γνωρίσαμε. Με πολλούς τρόπους, ισχύει το παράδοξο η Αθήνα του 5ου π.Χ. αιώνα να είναι πιο μοντέρνα απ’ ό,τι η Ευρώπη του 19ου αιώνα. Ένας Άγγλος αισθάνεται μεγαλύτερη συγγένεια με τον Επιτάφιο του Περικλή παρά με τα απομνημονεύματα του Φρειδερίκου του Μεγάλου. Τα προβλήματα του έλληνα πολίτη της κλασικής περιόδου μας αγγίζουν ακόμη και σήμερα, επειδή η ελληνική εμπειρία πέρασε στην ουσία της ύπαρξής μας και συγχωνεύτηκε με την ύπαρξή μας» (Barker ό.π. 1961, σ. 17, 18, βλ. επίσης Watson ό.π. κεφ. 5).
[30] Η ιδέα της κρατοκεντρικής δόμησης ως υπέρτατης προσέγγισης μιας κατά κοινωνία πολιτικής οργάνωσης αμφισβητήθηκε σοβαρά κατά την διάρκεια της ελληνιστικής περιόδου, μετά δηλαδή την αποτυχία του συστήματος Πόλεων, γεγονός που συμβολίζεται από την έκρηξη του Πελοποννησιακού Πολέμου. Είναι χαρακτηριστικό ότι αυτές οι αμφισβητήσεις καλλιεργήθηκαν στο πλαίσιο μιας παράλληλης, αμφίπλευρης και αντιθετικής σχέσης μεταξύ επικούρειων και κυνικών κοσμοπολίτικων ιδεών κοσμικής ενότητας (εν πολλοίς απολιτικής μιας και αγνοεί τον κοινωνικό κατακερματισμό του πλανήτη) και αυτοκρατορικών αξιώσεων κατά την διάρκεια της ρωμαϊκής εποχής. Στην ενδιάμεση σύντομη εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου, αφενός η Ελληνική Συμμαχία δεν σήμαινε ουσιαστική αμφισβήτηση του συστήματος Πόλεων –μάλλον περί εφήμερης ηγεμόνευσης ενός θεσμού πρόκειται, βλ. JFC Fuller, Η ιδιοφυής στρατηγική του Μεγάλου Αλεξάνδρου (Εκδόσεις Ποιότητα, Αθήνα 2004)– και αφετέρου, ο ίδιος ο μακεδόνας στρατηλάτης τα τελευταία χρόνια του βίου του συνέτεινε στην ιδέα του αυτόνομου κατά κοινωνία πολιτικού βίου με το να παλινορθεί τα κράτη των κοινωνιών που κατακτούσε στην πορεία συντριβής της Περσικής Αυτοκρατορίας. Το πως θα εξελισσόταν αυτό το σύστημα αν ο Αλέξανδρος δεν αποδημούσε νεότατος, είναι κάτι που μάλλον μόνο υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε.
[31] Αν και είναι γεγονός ότι το σύγχρονο κράτος είναι απείρως ατελέστερο από την κλασική Πόλη, αμφότερες οι Πολιτειακές εμπειρίες έπασχαν. Αν και δεν είναι του παρόντος, σημειώνεται απλά ότι κύριο αίτιο τότε και τώρα είναι οι ποικίλες αμφισβητήσεις της ιδέας για κατά κοινωνία οργάνωση που προκαλεί κοινωνικοπολιτικό κατακερματισμό του πλανήτη. Τρία κύρια αίτια είναι τα ποικίλων αποχρώσεων συγκοινωνούντα δοχεία του διεθνισμού, του κοσμοπολιτισμού και του ηγεμονισμού. 
[32] Για τα ραγδαία ιστορικά γεγονότα που οδήγησαν σ’ αυτό το αποτέλεσμα βλ. κεφ. 2-4 στο Π. Ήφαιστος, Οι διεθνείς σχέσεις ως αντικείμενο επιστημονικής μελέτης, ό.π.
[33] Ο Morgenthau είχε γράψει ότι το ζήτημα δεν είναι ιδεολογικό ή φιλοσοφικό αλλά αφορά μόνο την κοινωνική δομή του κόσμου. Η θέση του ήταν: δώστε μου μια παγκόσμια κοινωνία και θα σας δώσω μια παγκόσμια κυβέρνηση.
[34] Χαρακτηριστικά είναι εκείνα τα εδάφια που ο Θουκυδίδης θεωρεί ως δεδομένο τον ηθικό κατακερματισμό και τις απορρέουσες από αυτόν τον κατακερματισμό διαφορετικών περί δικαίου θεωρήσεων. Βλ. ιδ. τον διάλογο Μηλίων και Αθηναίων πρέσβεων.
[35] Σ’ αυτό ακριβώς έγκειται και η βασική διαφορά μεταξύ Waltz (International Politics) και Mearsheimer (Η τραγωδία της πολιτικής των μεγάλων δυνάμεων). Ο πρώτος ισχυρίζεται ότι συνθήκες ισορροπίας φέρνουν σταθερότητα και ο δεύτερος ότι αυτή η σταθερότητα είναι επιρρεπής σε κλονισμό λόγω μιας ανελέητης εγγενούς τάσης των μεγάλων δυνάμεων να επιδιώκουν αενάως μερίδιο της παγκόσμιας ισχύος που διασφαλίζει ηγεμονία ή παρεμπόδιση περιφερειακής ηγεμονίας άλλων μεγάλων δυνάμεων. Το πρόβλημα για την διεθνή πολιτική είναι ότι η ανάλυση του Mearsheimer είναι βαθύτατα θεμελιωμένη, ορθολογικά δομημένη και εκτεταμένα αιτιολογημένη.
[36] Ο Gilpin στο αριστούργημά του Πόλεμος και αλλαγή στην διεθνή πολιτική περιέγραψε με πληρότητα τα αίτια που προκαλούν ταλαντώσεις και πολέμους λόγω αμφισβήτησης μιας ηγεμονικής τάξης πραγμάτων.
[37] Ο Mearheimer στο Η τραγωδία της πολιτικής των μεγάλων δυνάμεων, υπογραμμίζει το ιστορικά επαληθευμένο γεγονός ότι η κατάληψη μιας μεγάλης δύναμης είναι δύσκολη ή και ανέφικτη  πρακτικά αδύνατη.
[38] Αυτό τόνισαν χωρίς δισταγμό οι Αθηναίοι στον περίφημο διάλογο των αθηναίων πρέσβεων με τους αντιπροσώπους των Μηλίων (Ε84-116)
[39]. Ήδη υποστηρίξαμε πως τέτοια ολισθήματα οφείλονται είτε σε ηχηρή αμάθεια είτε σε καταναγκασμούς και εξαναγκασμούς που προκαλεί η περιρρέουσα συμβατική ατμόσφαιρα που υποχρεώνει πολλούς αναλυτές να νοθεύουν την καθαρότητα των στοχασμών του Παραδοσιακού Παραδείγματος.
[40] Σ’ ένα εξαιρετικά σημαντικό γράμμα του Edward H. Carr προς τον Stanley Hoffmann στις 30 Σεπτεμβρίου 1977, ο πρώτος σημειώνει το αναντίρρητο και πασίδηλο πλέον γεγονός, ιδιαίτερα ορατό σε μικρά και εξαρτημένα κράτη που αναμασούν μεταπρατικά τα θεωρήματα αγγλοσαξόνων δασκάλων τους, ότι «δεν υπάρχει επιστήμη των διεθνών Σχέσεων. Η μελέτη των διεθνών σχέσεων στον αγγλόφωνο κόσμο είναι απλά ο καλύτερος τρόπος για να κυβερνούν τον κόσμο από θέσεως ισχύος». [“No science of International Relations exists. The study of International relations in the English speaking word is simply a study of the best way to run the world from positions of strength”]. Παρατίθεται στο M.Cox (ed), E.H.Carr, A critical appraisal (Palgrave, NY 2000), σ. 16 (σημ. 5).
[41] Με την έννοια ότι οι δραστηριότητές του στερούνται επαρκών κοινωνικοπολιτικών ελέγχων. Ουσιαστικά, το συγκεκριμένο πρόσωπο όχι μόνο διαφεύγει αποτελεσματικών κοινωνικών ελέγχων αλλά επιπλέον οι διεθνικές τους δραστηριότητες κατευθύνουν ολόκληρες κοινωνίες ακόμη και μεγάλες. Πρόκειται για χαρακτηριστικά φαινόμενα που συνιστούν πολιτική ανωμαλία στο υπέρτατο στάδιό της.

Η πρώτη εντύπωση δεν είναι πάντα και η σωστή

Υπάρχουν και οι άνθρωποι που σου κάνουν φριχτή πρώτη εντύπωση.

Τους νιώθεις τόσο εκνευριστικά ξένους από αυτό που είσαι εσύ, που θέλεις να τρέξεις μακριά τους.
Δε σου κάνουν, δε σου αρέσουν, τους αντιπαθείς.

Κι ενώ πολύ θα ήθελες να μην έχεις καμία σχέση μαζί τους, αναγκάζεσαι να τους λουστείς.

Είναι που η ζωή πολλές φορές έχει άλλα σχέδια για σένα. Άλλα θες κι άλλα σου κάνει. Άλλα επιθυμείς κι άλλα σε αναγκάζει να δεχτείς.

Και κάπως έτσι, αυτοί οι αντιπαθητικοί, οι ολότελα ξένοι σου, γίνονται μέρος της ζωής σου.

Με βαριά καρδιά τους δέχεσαι. Κάνεις την ανάγκη φιλότιμο, όπως λέει κι ο σοφός λαός. Είσαι τσιτωμένος κι έτοιμος για τα χειρότερα. Γιατί απλούστατα τους έχεις ικανούς για τα χειρότερα.

Κι έτσι, μέσα στην καχυποψία και τη δυσαρέσκεια, μέσα στην αρνητική σκέψη και γνώμη, περνάει ο καιρός.

Περνά και κάτι αρχίζει να αλλάζει.

Αυτοί αλλάζουν ή η γνώμη σου; Ή μήπως και τα δύο;

Οι άνθρωποι που αντιπαθούσες, εκείνοι οι τόσο διαφορετικοί από σένα, μεταμορφώνονται.

Και η γνώμη σου αλλάζει. Η πρώτη σου εντύπωση αποδεικνύεται ολότελα λανθασμένη.

Δεν το καταλαβαίνεις εξ αρχής. Μόνο κάποια στιγμή πέφτει πάνω σου η συνειδητοποίηση και μένεις να απορείς για το τι έγινε.

Τι έγινε;
Αλλάζει ο άνθρωπος τελικά;

Όχι, δεν είναι ότι αλλάζει. Είναι που λύνεται. Πολλές οι άμυνες που στήνει η ψυχή και το μυαλό. Όλες οι πληγές που φτιάχτηκαν κατά καιρούς, γίνονται τοίχοι που υψώνονται.

Δεν ανοίγονται όλοι οι άνθρωποι με το καλημέρα σας. Θέλουν το χρόνο τους. Και μέχρι να κερδίσεις την εμπιστοσύνη τους, μέχρι να τους πείσεις για το τι είσαι αληθινά, βλέπεις κάτι άλλο από αυτό που στ’ αλήθεια είναι. Κάτι που δε σου αρέσει.

Βλέπεις την άμυνά τους, βλέπεις το φόβο τους για όσες φορές την πάτησαν από τους ανθρώπους.
Θέλουν χρόνο κάποιοι άνθρωποι. Θέλουν εκείνο το διάστημα που τους υπαγορεύει η αυτοπροστασία τους.

Κι όταν αυτό παρέλθει, τους βλέπεις όπως αληθινά είναι.
Και ξαφνιάζεσαι.

Αυτούς που σου φάνηκαν τόσο απόμακροι και ξένοι, τόσο διαφορετικοί κι ενοχλητικοί, τους κοιτάς με άλλο μάτι.

Ταιριάζεις τελικά μαζί τους κι ας μην το περίμενες. Τα βρίσκεις κι ευχαριστείς την ανάγκη που σε έκανε να μείνεις κοντά τους.

Αυτοί οι άνθρωποι, οι τόσο επιφυλακτικοί κι απόμακροι γίνονται δοτικοί, γίνονται άνθρωποι δικοί σου.

Ξέρουν να σε εκτιμήσουν, ξέρουν και να σου σταθούν. Κι είναι τα λόγια τους ζυγισμένα, είναι συνετά, είναι εμπιστοσύνης.

Κι έτσι καταλήγεις να πεις πως ο λαός δεν έχει πάντα δίκιο. Η πρώτη εντύπωση μπορεί να μετράει συχνά και να’ ναι σωστή, αλλά όχι πάντα.

Κι αυτοί οι άνθρωποι στο επιβεβαιώνουν.
Νιώσε τυχερός που τους έχεις και κράτα τους. Αξίζουν…

Τα ανεπαίσθητα συμπτώματα που είναι “προπομπός” για κατάθλιψη

Πολλοί άνθρωποι με κατάθλιψη δεν γνωρίζουν καν ότι έχουν πρόβλημα. Τα συμπτώματα κατάθλιψης μπορεί να κυμαίνονται από ήπια έως σοβαρά και μπορεί να διαφέρουν σε μεγάλο βαθμό από άτομο σε άτομο.
 
Η κατάθλιψη συχνά οφείλεται σε κούραση, άγχος, ή και σε πιο απλά πράγματα, όπως το αναπόφευκτο γεγονός ότι... γερνάμε.

Δείτε 7 πολύ ήπια σημάδια που δεν πρέπει να αγνοήσετε, τόσο στον εαυτό σας, όσο και σε κάποιο κοντινό σας πρόσωπο, αφού πρόκειται για “προπομπούς” κατάθλιψης:

1. Οξυθυμία

Οι περισσότεροι άνθρωποι πιστεύουν ότι η κατάθλιψη οδηγεί στην συντριπτική θλίψη. Μερικές φορές, οι άνθρωποι εκδηλώνουν την κατάθλιψη με θυμό και ευερεθιστότητα, αντί για απελπισία και δυστυχία.

Αν έχετε παρατηρήσει αυξημένη ευερεθιστότητα, μην το αγνοήσετε. Μην αποδίδετε την οξυθυμία σας στο στρες της δουλειάς ή σε κάτι ευκαιριακό που “συνέβη σήμερα”. Αναλογιστείτε καλά το ενδεχόμενο να πρόκειται για σημάδι κατάθλιψης, ειδικά αν συνεχίζεται για πολύ καιρό.

2. Δυσκολίες στον ύπνο

Σίγουρα η περιστασιακή δυσκολία να κοιμηθείτε δεν σημαίνει ότι έχετε κατάθλιψη! Αλλά αν πρόκειται για ένα επίμονο πρόβλημα, αν έχετε συχνές αϋπνίες, τότε είναι πιθανό να είστε καταθλιπτικοί. Εκτός από δυσκολία να αποκοιμηθείτε, μπορεί να έχετε δυσκολία και για να παραμείνετε κοιμισμένοι, παρά το γεγονός ότι είστε κουρασμένοι.

Είναι, επίσης, πιθανό να φτάσετε στο άλλο άκρο και να θέλετε να κοιμάστε πάρα πολλές ώρες μέσα στην ημέρα. Αν οι συνήθειες του ύπνου σας έχουν αλλάξει τώρα τελευταία, είναι σημαντικό να αναλογιστείτε τις πιθανές υποκείμενες αιτίες.

3. Πόνοι στο σώμα

Υπάρχει μια ισχυρή σύνδεση ανάμεσα στο σώμα και τον εγκέφαλο. Όταν έχετε προβλήματα ψυχικής υγείας, είναι πιθανό να βιώσετε και σωματικά προβλήματα.

Πολλοί άνθρωποι υποτιμούν την σημασία ενός “ανεξήγητου” ή “απρόκλητου” πόνου στο σώμα και τον αποδίδουν στην φυσιολογική διαδικασία γήρανσης. Αλλά οι συχνοί πόνοι στο σώμα μπορεί να είναι σημάδια κατάθλιψης.

4. Μειωμένη ενέργεια

Η κατάθλιψη μπορεί να “απορροφήσει” την ενέργειά σας και να σας κάνει να αισθάνεστε ληθαργικοί και κουρασμένοι το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας. Πολλοί άνθρωποι το αγνοούν και αυτό το σύμπτωμα και λένε στον εαυτό τους ότι απλά τους “λείπει ύπνος”.

5. Ενοχές

Δεν είναι υγιές να κατηγορείτε αδικαιολόγητα τον εαυτό σας για διάφορα γεγονότα, στα οποία επί της ουσίας δεν φέρετε καμία ευθύνη. Εάν αισθάνεστε ενοχές “για τα πάντα”, μπορεί να βιώνετε τα πρώτα συμπτώματα στην κατάθλιψη. Πολλοί άνθρωποι με κατάθλιψη νιώθουν επίσης ότι είναι άχρηστοι στον κόσμο γύρω τους.

Δώστε έμφαση στον εσωτερικό σας μονόλογο. Αν είστε υπερβολικά σκληροί και κατακρίνετε τον εαυτό σας, ίσως έχετε κατάθλιψη.

6. Απερισκεψία

Οι άνθρωποι που, επιφανειακά, μοιάζουν να διασκεδάζουν ασταμάτητα, ή να αναζητούν διαρκώς την έξαψη και την συγκίνηση, συχνά υποφέρουν στο εσωτερικό τους. Τα συχνά τυχερά παιχνίδια, η επικίνδυνη σεξουαλική συμπεριφορά και η κατάχρηση ουσιών μπορεί όλα να είναι προσπάθειες να καλύψουν δυσάρεστα συναισθήματα.

Αν εσείς, ή κάποιος κοντά σας, έχει αρχίσει να επιδίδεται σε τέτοιες συμπεριφορές τον τελευταίο καιρό, αυτό θα μπορούσε να είναι σημάδι ότι “παλεύει” να αντεπεξέλθει σε μια εσωτερική αναταραχή.

7. Προβλήματα συγκέντρωσης

Αν αδυνατείτε να παραμείνετε εστιασμένοι και συγκεντρωμένοι σε έναν σκοπό/δραστηριότητα, ή αν αισθάνεστε σαν να είστε σε μια εγκεφαλική “ομίχλη”, τότε ίσως έχετε κατάθλιψη. Οι άνθρωποι με κατάθλιψη είναι συχνά “ξεχασιάρηδες” και μοιάζουν να “χάνουν διαρκώς” καθημερινά αντικείμενα, όπως τα κλειδιά ή τα χαρτιά τους.

Παρά το γεγονός ότι στον σημερινό ψηφιακό κόσμο, ολοένα και περισσότεροι από εμάς αισθάνονται να αποσπάται διαρκώς η προσοχή τους, τα χρόνια προβλήματα συγκέντρωσης μπορεί επίσης να προέρχονται από διαταραχές της διάθεσης. Αν έχετε παρατηρήσει μια μείωση στην παραγωγικότητά σας, ή αν έχετε δυσκολία να μείνετε συγκεντρωμένοι στο καθήκον, αναλογιστείτε την πιθανότητα να έχετε κατάθλιψη.

Οι ανθρωποφάγοι

Αποτέλεσμα εικόνας για ερεβοκτονος Βρείτε μόνοι σας τα δικά σας «πρέπει»Ένα από τα πιο τοξικά πρότυπα συμπεριφοράς παρουσιάζεται στα άτομα που καταβροχθίζουν ψυχολογικά άλλους ανθρώπους. Αυτά τα άτομα εξασκούν ένα είδος ψυχικού κανιβαλισμού. Ο «ανθρωποφάγος» συχνά δείχνει να είναι ένα σωστό, ικανό, αυτοδύναμο, γενναιόδωρο και θρεπτικό άτομο. Μόνον όταν το θύμα του έχει επενδύσει σημαντική ενέργεια και έχει δεθεί συναισθηματικά μαζί του, ανακαλύπτει τι συμβαίνει.
 
Το δηλητήριο του «ανθρωποφάγου» μπορεί να παρουσιαστεί ξαφνικά σε μια τεράστια δόση ή μπορεί να γίνεται αισθητό σαν χρόνιος πόνος, στέρηση και απογοήτευση.

Στην πρώτη περίπτωση, το θύμα έχει μια ισχυρή εμπειρία δηλητηριασμού, και η σχέση έχει απότομο τέλος. Νιώθει σαν να του τράβηξαν το χαλί κάτω απ' τα πόδια του και μπορεί να νιώσει ζαλισμένος και συγχυσμένος για το τι συνέβη και για το πως μπορεί να έκανε τόσο λάθος για τον άλλον. Νιώθει ότι τον χρησιμοποίησαν, τον εκμεταλλεύτηκαν και τον στράγγιξαν.

Στη χρόνια μορφή, το θύμα απομυζείται μέχρι εξάντλησης, οπότε πια ο δηλητηριαστής, ξαναφορά τη θρεπτική μάσκα του και την κρατά μέχρι να καθυσυχαστεί το θύμα.

Ένα παράδειγμα είναι ο γονιός που τρέφεται από, και σε βάρος, του παιδιού του ώσπου αυτό να μεγαλώσει – ή και ακόμα περισσότερο αν γίνεται. Μιά μητέρα μπορεί να φαίνεται ότι αγαπά το παιδί της και θέλει να το βοηθήσει να γίνει ένας ευτυχισμένος, υγιής και δημιουργικός άνθρωπος. Το δηλητήριο έρχεται πρώτα σαν μια συνεχής πίεση προς το παιδί για να σημειώσει διάφορα επιτεύγματα. Και όταν το παιδί τα καταφέρει, αυτή του αρπάζει – μερικές φορές κυριολεκτικά – την επιτυχία από τα χέρια του.

Όταν, για παράδειγμα, το παιδί γυρίζει σπίτι φέρνοντας καλούς βαθμούς και χαιρετά τη μητέρα του στην κουζίνα με το θρίαμβό του, αυτή τους ρίχνει μια ματιά και χωρίς να πει λέξη στο γιο της τρέχει στο σαλόνι για να δείξει στις φίλες της τι έκανε το παιδί της. Το παιδί αγνοείται ενώ η μητέρα του θριαμβολογεί και καυχιέται με τη δική του δόξα. Το επίτευγμά του ξεριζώνεται από την αντίδραση της μητέρας του. Πρόκειται για μια μορφή ψυχολογικού βιασμού σε βάρος της ακεραιότητας του σαν ατόμου. Αργότερα μπορεί να τον επαινέσει και να του πει πόσο περήφανη νιώθει, αλλά η γενική γεύση της στάσης της δεν είναι η εκτίμησή της για το παιδί της, αλλά ότι κέρδισε ένα δικό της προσωπικό θρίαμβο.

Μια άλλη μορφή ψυχικού κανιβαλισμού είναι αυτή του κλασικού ψευτοκαλλιτέχνη. Για να τραβούν τους ανθρώπους, οι ψευτοκαλλιτέχνες πρέπει να είναι γοητευτικοί και ελκυστικοί στην εμφάνιση και στους τρόπους. Αυτοί οι άνθρωποι έχουν πολύ λίγη ανθρώπινη συμπόνια. Τα καταφέρνουν πολύ καλά στο να δείχνουν εκδηλωτικότητα και συναισθηματισμό, αλλά στην πραγματικότητα τους λείπουν τα φυσιολογικά συναισθήματα. Ακόμα και στο σεξ, νιώθουν πολύ λίγα, αν και οι σύντροφοί τους μπορεί να μένουν ικανοποιημένοι. Γι' αυτούς, το σεξ είναι απλώς ένα ακόμη μέσο για να αιχμαλωτίζουν τα θύματά τους. Ο «κανίβαλος» χαρακτηρίζεται από παντελή έλλειψη ενδιαφέροντος και συμπόνιας για το θύμα του, που παραμένει ένα αντικείμενο το οποίο χρησιμοποιεί για την ικανοποίησή του και μετά το πετά.

Τα τοξικά άτομα είναι συχνά πολύ ελκυστικά και σαγηνευτικά. Μπορεί να έχουν αναπτύξει την τοξική τους συμπεριφορά, ανακαλύπτοντας (συνήθως στην παιδική τους ηλικία) ότι έχουν μια ικανότητα να τραβούν τους άλλους και ότι μ' αυτή μπορούν να μεταχειρίζονται τους ανθρώπους για τους σκοπούς τους.

Η Μαργαρίτα ήταν ένα εύθυμο, γοητευτικό και εξωστρεφές παιδί. Όλοι την έβρισκαν γοητευτική. Μέσα στην οικογένεια ήταν το κέντρο της προσοχής. Στα νεαρά της χρόνια ήξερε ότι το μόνο που χρειαζόταν ήταν να φερθεί χαριτωμένα και «τα αγόρια έπεφταν στα πόδια της». Οι δυσκολίες της άρχισαν μετά τα είκοσι, όταν ανακάλυψε ότι οι κατακτήσεις και η ικανότητά της να καταφέρνει τους άλλους να της κάνουν τα χατίρια είχαν αρχίσει να της γίνονται βαρετοί.

Αυτοί που μεταχειρίζονται συνεχώς τους άλλους, συχνά ανακαλύπτουν σε κάποιο σημείο της ζωής τους ότι δεν έχουν ιδέα για το ποιοι είναι πραγματικά. Αυτή η ανακάλυψη μπορεί να τους προκαλέσει πανικό – και ιδιαίτερα η προοπτική να εγκαταλείψουν τα παιγνίδια μεταχείρισης των άλλων. Πιστεύουν ειλικρινά ότι αν είχαν να στραφούν μόνο στον εαυτό τους και να σταθούν μόνοι τους στα δικά τους πόδια, θα ήταν μόνοι και άδειοι για πάντα.

Συμπέρασμα
Η ειλικρίνεια και η καλόπιστη συμπεριφορά μπορεί να έχουν σαν απάντηση την εξαπάτηση και την κακόπιστη συμπεριφορά. Στο πρακτικό επίπεδο των καθημερινών μας σχέσεων, βασικό είναι να μάθουμε να είμαστε εκλεκτικοί και αυτό απαιτεί αυξανόμενη επίγνωση του τι μας συμβαίνει και μια αυξανόμενη αποτελεσματικότητα στην αυτοπροστασία μας από τις παγίδες των τοξικών σχέσεων. Η αποφυγή του τοξικού και του μη θρεπτικού είναι η κρίσιμη διαδικασία που μας επιτρέπει να δημιουργούμε θρεπτικές σχέσεις.

Ο άνθρωπος που δίνει ή αγαπά αδιακρίτως, βοηθά στην αυτοκαταστροφή του. Δίνοντας σ' ένα άτομο Τοξικό, σπέρνουμε σε άγονο έδαφος. Το λιγότερο που μπορεί να κάνει κανείς, είναι να έχει συνείδηση της φύσης των σχέσεών του. Αν κάποιος, για τους δικούς του λόγους – ηθικούς ή άλλους – επμένει να δίνει σε ένα άτομο Τοξικό, ας μη ξεγελά τουλάχιστον τον εαυτό του ότι θα πάρει κάτι σε ανταπόδοση.

Όταν κάποιος κινείται από μια αίσθηση καθήκοντος ή πίστης σε κάτι, διαλέγει αυτό που κάνει ενσυνείδητα και επομένως είναι λιγότερο πιθανό να νιώσει αδικημένος.
 
Όταν δε νιώθει κάποια ηθική υποχρέωση, το υγιές και ενσυνείδητο άτομο θα υιοθετήσει κάποιο πρότυπο συμπεριφοράς, ελάττωσης του συναισθηματικού του δεσίματος, ή και διακοπής των τοξικών του σχέσεων. Αντίθετα, το νευρωτικό και μη ενσυνείδητο άτομο, παραμένει κολλημένο και ανίκανο να βρει μια διέξοδο. Η δύναμή του εξαντλείται χωρίς ν' αναπληρώνεται, και γίνεται και ο ίδιος όλο και πιο τοξικός. Καθώς αυτή η εξαντλητική διαδικασία συνεχίζεται, αυτοί οι άνθρωποι γίνονται πικρόχολοι και κυνικοί. Μπορεί να εγκαταλείψουν την αναζήτησή τους για μια ανθρώπινη επαφή με νόημα ή μπορεί να προσπαθήσουν ν' αντισταθμίσουν το κενό που νιώθουν, με υποκατάστατα ή με πράγματα που τους αποσπούν την προσοχή: για παράδειγμα, ο μανιώδης επιχειρηματίας, ο αλκοολικός και ο ερημίτης.

Η ύπαρξη κάθε ανθρώπινου όντος είναι μια συνεχής διαδικασία συναλλαγής με το περιβάλλον του, από το οποίο πρέπει συνεχώς ν' αναζητά θρέψη. Πολλές από τις συναισθηματικές του ανάγκες μπορούν φυσιολογικά να ικανοποιηθούν μόνο μέσα από θρεπτικές σχέσεις με άλλους ανθρώπους.


Οι θρεπτικές σχέσεις αναπτύσσονται φυσιολογικά ανάμεσα σε ανθρώπους που έλκονται ή που ενδιαφέρονται ο ένας για τον άλλον, και που δεν έχουν δηλητηριαστεί υπερβολικά από προηγούμενες τοξικές εμπειρίες. Οι τοξικές σχέσεις είναι αφύσικες στο ότι παραμορφώνουν τον κανονικό τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος τρέφεται από τους άλλους. Ο άνθρωπος δεν είναι πλάσμα που από τη φύση του λυμαίνεται τους συνανθρώπους του για την ικανοποίηση των αναγκών του. Όταν οι δυο σύντροφοι δεν, έχουν υπερβολικά πολλές τοξικές εμπειρίες, θ' αναπτύξουν αυθόρμητα αμοιβαία θρεπτικούς τρόπους σχέσης.

Φτιάξε τη δυστυχία σου μόνος σου

Σχετική εικόναΣτην εφημερίδα, το ωροσκόπιό σας σάς προειδοποιεί (μαζί με άλλα τριακόσια εκατομμύρια πρόσωπα που γεννήθηκαν κάτω από τον ίδιο αστερισμό), για την πιθανότητα ενός ατυχήματος.
 
Και πράγματι, γλιστράτε και χτυπάτε. Ήταν να το περιμένετε! Σε τελευταία ανάλυση, η αστρολογία δεν λέει μπούρδες...
 
Αλλά είναι όντως έτσι; Παίρνετε όρκο ότι θα πέφτατε ακόμα κι αν δεν είχατε διαβάσει αυτή την πρόβλεψη; Ή αν δεν πιστεύατε καθόλου στην αστρολογία;
 
Δυστυχώς, δεν είναι δυνατόν να απαντήσουμε σ’ αυτή την ερώτηση εκ των υστέρων.
 
Ο φιλόσοφος Καρλ Πόππερ έχει αναπτύξει την ενδιαφέρουσα ιδέα ότι – για να απλοποιήσουμε λιγάκι- οι ενέργειες του Οιδίποδα για να αποφύγει την πραγματοποίηση της φρικτής προφητείας, είναι αυτές ακριβώς που οδήγησαν στην μοιραία επιβεβαίωση του χρησμού. Βλέπουμε εδώ μια άλλη δυνατή εφαρμογή της συμπεριφοράς αποφυγής: κάτω από κάποιες συνθήκες, μπορεί να οδηγήσει εκεί ακριβώς απ’ όπου είχε σκοπό να ξεφύγει.
 
Ποιες είναι αυτές οι συνθήκες;
 
Πρώτον, χρειάζεται μία πρόβλεψη, με την πλατειά έννοια του όρου, δηλαδή: αναμονή, ανησυχία και πίστη ή έστω υποψία ότι τα γεγονότα θα ακολουθήσουν μία συγκεκριμένη ροή. Δεν έχει καμία σημασία αν αυτή η προσμονή θα δημιουργηθεί μέσα μας από πεποιθήσεις που μας μεταδόθηκαν από άλλους, ή εάν θα είναι προϊόν αυθυποβολής.
 
Δεύτερον, η προσμονή αυτή δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί σαν μία απλή πιθανότητα, αλλά σαν μία έγκυρη αναγγελία ενός σίγουρου γεγονότος που απαιτεί μια άμεση συμπεριφορά αποφυγής.
 
Τρίτον, αυτή η τελευταία υπόθεση θα είναι τόσο πιο προφανής όσο θα την συμμερίζεται ο πολύς κόσμος και θα είναι τόσο πιο πιστευτή όσο περισσότερο θα είναι σε αρμονία με την κοινή λογική, τους κοινωνικούς κανόνες και τις εμπειρίες του παρελθόντος. Π.χ., αρκεί να εδραιώσουμε μέσα μας την πεποίθηση – άσχετα αν είναι δικαιολογημένη ή παράλογη – ότι οι άνθρωποι γύρω μας κουτσομπολεύουν και μας κοροϊδεύουν πίσω απ’ την πλάτη μας.
 
Με βάση αυτά τα.. «γεγονότα» η κοινή λογική θα μας επιβάλλει να δυσπιστούμε πλέον με τους ανθρώπους.
 
Και, εφ’ όσον καμουφλάρουν τις ενέργειές τους κάτω από ένα λεπτό πέπλο, θα λάβουμε τα μέτρα μας και θα τους παρατηρούμε προσεκτικά, δίνοντας «σημασία στη λεπτομέρεια».
 
Με τέτοιες αφετηρίες, είναι μόνο ζήτημα χρόνου να τους τσακώσουμε μια μέρα να ψιθυρίζουν, να πνίγουν μικρά γελάκια, να κλείνουν το μάτι ο ένας στον άλλο και να κουνούν συνωμοτικά τα κεφάλια τους.
 
Η προφητεία θα έχει πραγματοποιηθεί και θα μπορούμε να φωνάζουμε θριαμβευτικά όσο και πικρά: «Το ήξερα εγώ»!
 
Η επιτυχία είναι εγγυημένη, στο βαθμό που καταφέρνουμε να αγνοούμε τελείως τη δικιά μας συμβολή στην εξέλιξη της κατάστασης αυτής.
 
Όταν αυτό το παιχνίδι των διαπροσωπικών σχέσεων συνεχιστεί για αρκετό καιρό θα είναι πια αδύνατο (κι άλλωστε χωρίς σημασία), να εντοπίσουμε ποιος το ξεκίνησε: ήταν άραγε η καχύποπτη συμπεριφορά μας, (που έφτανε στα όρια της γελοιότητας), που «τσίγκλισε» τους γύρω μας, ή μήπως ήταν η συμπεριφορά τους που ξύπνησε τις υποψίες μας;
 
Αυτές οι προβλέψεις που πραγματοποιούνται, διαθέτουν μια αληθινά μαγική δύναμη για να δημιουργούν μια «πραγματικότητα» και, γι’ αυτό είναι πολύ σημαντικές για τον σκοπό μας.
 
Έχουν επίλεκτη θέση στο οπλοστάσιο όλων αυτών που κυνηγούν τη δυστυχία, είτε σε καθαρά ατομικό επίπεδο, είτε σε κοινωνικό – συνολικό.
 
Η ιστορία δείχνει, για παράδειγμα, πως όταν οι εθνικές ή κοινωνικές μειοψηφίες δεν μπορούν, στα πλαίσια μίας απαγορευτικής κοινωνίας, να ασχοληθούν με «νόμιμες» δραστηριότητες (γεωργία, βιοτεχνία, κλπ) επειδή η πλειοψηφία τους θεωρεί πολίτες β’ κατηγορίας, τεμπέληδες, πλεονέκτες, και, προ πάντων, «διαφορετικούς», θα προσαρμοστούν και θα εξασφαλίσουν την επιβίωσή τους δουλεύοντας σαν ρακοσυλλέκτες, τοκογλύφοι, λαθρέμποροι, κλπ.
 
Μ’ αυτές τις δραστηριότητες, γίνονται τα αποβράσματα της «καλής κοινωνίας», που φυσικά, έχει όλα τα δίκαια όταν τους κρατάει στο περιθώριο!
 
Όσο περισσότερα απαγορευτικά σήματα βάλει στους δρόμους η τροχαία, τόσες παραβάσεις θα γίνουν κι αυτό θα δικαιολογήσει τη λήψη περισσότερων ακόμα απαγορευτικών μέτρων, αφού οι οδηγοί είναι τόσο κακοί.
 
Όσο θα αυξάνουν οι φόροι για να καλύψουν την φοροδιαφυγή (είτε αυτή είναι αληθινή είτε φανταστική), τόσοι περισσότεροι τίμιοι πολίτες θα γίνονται φοροφυγάδες. Κάθε πρόβλεψη για μελλοντική έλλειψη (σωστή ή όχι) ενός καταναλωτικού αγαθού, παρασύρει τις νοικοκυρές να αγοράσουν τόσα αποθέματα, ώστε στο τέλος να δημιουργηθεί όντως η έλλειψη που είχε προαναγγελθεί. Η πρόβλεψη κάθε γεγονότος έχει ένα τελικό αποτέλεσμα: αυτό ακριβώς που είχε προβλεφθεί.
 
Απαραίτητη προϋπόθεση είναι, όπως έχουμε τονίσει επανειλημμένα, να πεισθούμε ή ν’ αφήσουμε να μας πείσουν για ένα αναπόφευκτο μελλοντικό γεγονός και να θεωρήσουμε ότι η πραγματοποίησή του είναι ανεξάρτητη από τη θέλησή μας. (Γι’ αυτό, ίσως, οι πνευματιστικές συγκεντρώσεις με μέντιουμ αποτυγχάνουν όταν παρευρίσκεται ένας άπιστος.)
 
Σαν νέοι Οιδίποδες, μπορούμε να πετύχουμε με σιγουριά το αποτέλεσμα που θέλαμε να αποφύγουμε.

Η ζωή, στα δύσκολα, φέρνει στο δρόμο σου ανθρώπους που σου συμπαραστέκονται

Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, ο άνθρωπος είναι από τη φύση του ζώο πολιτικό, προορισμένος, δηλαδή, να ζήσει σε μια οργανωμένη κοινωνία. Καλείσαι, λοιπόν, εσύ κι ο καθένας από μας, να συνυπάρξεις με άλλους και να αποτελέσεις συχνά συνδετικό κρίκο – και μάλιστα απαραίτητο – για τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής.

Έχεις σκεφτεί, αλήθεια, με πόσους και διαφορετικούς ανθρώπους συναναστρέφεσαι καθημερινά; Με αυτούς που προέρχονται από το στενό οικογενειακό σου περιβάλλον και με τους οποίους σε συνδέουν δεσμοί εξ αίματος ή εξ αγχιστείας. Με φίλους, γνωστούς, συναδέλφους, συνεργάτες, συντοπίτες. Είτε πρόκειται για ανθρώπους που σε νοιάζονται πραγματικά και σε αγαπούν είτε απλώς για κάποιους που καιροφυλακτούν και σε περιστοιχίζουν, γιατί αποβλέπουν κάπου.

Υπάρχουν, όμως και εκείνοι που έρχονται στη ζωή σου ξαφνικά κι από το πουθενά, σαν μετεωρίτες. Δεν τους γνωρίζεις, δεν έχεις συγγενικές, φιλικές ή άλλες επαφές μαζί τους. Μια σύμπτωση σας έφερε κοντά – πες το κάρμα, τύχη, κοινή μοίρα – κι επιβεβαίωσε τη λαϊκή ρήση, σύμφωνα με την οποία τίποτα σε τούτη τη ζωή δεν γίνεται χωρίς λόγο, δεν γίνεται τυχαία.

Συναντήθηκες μαζί τους, γιατί έτσι το θέλησε η ίδια η ζωή. Σαν να πρόβλεψε ότι θα τους χρειαστείς, για να πορευτείς μαζί τους στις δυσκολίες που η ίδια σου επιφύλασσε, σαν να προνόησε, σαν να ήθελε να σε αποζημιώσει κάπως. Μοναδικό κι ανυπολόγιστο το όφελος αυτής της προσφοράς. Ξεχωριστή η αίσθηση της ασφάλειας που παρέχει και μάλιστα σε τόσο χαλεπούς καιρούς , όπως είναι αυτοί που ζούμε.

Μένεις έκπληκτος βλέποντάς τους να είναι ανιδιοτελείς κι ανυστερόβουλοι, «ζεστοί» και δοτικοί και να σου ανοίγουν την αγκαλιά τους αυθόρμητα. Όχι για να σε εξαπατήσουν και να σε κατασπαράξουν, όπως είθισται συχνά στην εποχή μας. Αλλά για να σε διαβεβαιώσουν ότι θα είναι δίπλα σου, όταν τους χρειαστείς, διατεθειμένοι να σε στηρίξουν και να σου συμπαρασταθούν. Έτσι απλά, χωρίς ανταλλάγματα.

Μα, θα μπορούσες να μου πεις, αφού κι άλλοι γύρω μας προτίθενται να μας βοηθήσουν και να μας συμπαρασταθούν, γιατί θεωρούμε ξεχωριστή την προσφορά αυτών των ανθρώπων από το πουθενά; Γιατί με αυτούς τους ανθρώπους δε έζησες μαζί, δε σας έδεσαν κοινοί δεσμοί από το παρελθόν, γιατί δεν είχατε κοινό παρελθόν. Μόνο η δυνατότητα βαθύτερης επικοινωνίας μεταξύ σας και οι συγκυρίες σας έχρισαν συνοδοιπόρους σε μια παράλληλη πορεία, αμοιβαίας αλληλοϋποστήριξης και ισχυρών δεσμών φιλίας.

Πρόκειται για μια σχέση καθαρή και άδολη, βασισμένη, κατά κύριο λόγο, στην ενσυναίσθηση. Μια σχέση που, δεν αποδεικνύει μόνο ότι προορισμός των ανθρώπων είναι να ζουν σε οργανωμένες κοινωνίες, αλλά ενισχύει και την τελεολογία, σύμφωνα με την οποία στον κόσμο όλα γίνονται για κάποιο σκοπό, προκειμένου να επέλθει η ολοκλήρωση.

Άνθρωποι συναντιούνται τυχαία, αναπτύσσουν ισχυρούς συναισθηματικούς δεσμούς, δίνουν και δίνονται, μοιράζονται το χθες που δεν έζησαν μαζί, και το αύριο, στο οποίο αναλαμβάνουν από κοινού να φέρουν σε πέρας μια αποστολή, ικανή να προσφέρει πληρότητα στους ίδιους αλλά και σε όσους βρεθούν στην ίδια θέση με αυτούς. Δεν τους γνωρίζεις κι όμως όταν τους βλέπεις και τους ακούς, νιώθεις σαν να τους ήξερες από παλιά. Έρχονται για να μείνουν στην καρδιά σου και πριν καν να το καταλάβεις οι δρόμοι σου ενώνονται με αυτούς τους ανθρώπους από το πουθενά.

Κι αν τυχόν αναρωτηθείς γιατί το κάνουν, η απάντησή τους είναι ξεκάθαρη: «Το ίδιο θα πρέπει να κάνει ο καθένας, αν θέλει να θεωρείται Άνθρωπος… να πράττει, δηλαδή, και να προσφέρει αυτό που ήθελε να προσφέρουν οι άλλοι σε εκείνον». Τόσο απλά κι αφοπλιστικά.

Βρείτε μόνοι σας τα δικά σας «πρέπει»

Υπάρχει μια μικρή λέξη, που την επινόησε ο Άλμπερτ Έλλις, η οποία αναφέρεται στην τάση να ενσωματώνουμε τα «πρέπει» στη ζωή μας. Είναι η λέξη «πρεπισμός». Είστε «πρεπιστές» κάθε φορά που ανακαλύπτετε πως συμπεριφέρεστε με τρόπο που νομίζετε ότι πρέπει, έστω κι αν προτιμάτε κάποιου άλλου είδους συμπεριφορά. Η Κάρεν Χόρνεϋ, η εξαίρετη ψυχίατρος, στο βιβλίο της Νεύρωση και ανθρώπινη ωρίμανση, αφιέρωσε ένα ολόκληρο κεφάλαιο σ’ αυτό το θέμα με τίτλο «Η τυραννία του πρέπει»:

«Τα “πρέπει” δημιουργούν πάντα ένα συναίσθημα έντασης, που γίνεται ακόμη μεγαλύτερο, όσο το άτομο προσπαθεί να πραγματώσει αυτά τα ‘’πρέπει’’ στη συμπεριφορά του… Επιπλέον, τα ‘’πρέπει’’ συμβάλλουν πάντα στη διατάραξη των ανθρώπινων σχέσεων με τον έναν ή τον άλλο τρόπο».

Τα «πρέπει» λοιπόν καθορίζουν τόσο πολύ τη ζωή σας; Νιώθετε ότι πρέπει να είστε ευγενικοί με τους συναδέλφους σας, ότι πρέπει να υποστηρίζετε το/τη σύζυγό σας, να βοηθάτε τα παιδιά σας και να εργάζεστε πάντα σκληρά; Κι αν κάποια φορά αποτύχετε σ’ ένα από αυτά τα «πρέπει», κατηγορείτε τον εαυτό σας και φτάνετε σ’ αυτή την ένταση και ταραχή που υπαινίσσεται παραπάνω η Κάρεν Χόρνεϋ; Αλλά αυτά τα «πρέπει» ίσως να μην είναι δικά σας. Αν πράγματι ανήκουν σε άλλους κι εσείς απλώς τα δανειστήκατε, τότε ανήκετε στους «πρεπιστές».

Υπάρχουν ακριβώς τόσα «δεν πρέπει», όσα και «πρέπει». Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται: Δεν πρέπει να θυμώνεις, να είσαι σκληρός, επιπόλαιος, ανόητος, θλιμμένος, επιθετικός κ.ά. Αλλά για τίποτε στον κόσμο δεν υποχρεούστε να αποδεχθείτε τον «πρεπισμό». Μπορείτε κάλλιστα να μην είστε ψύχραιμοι ή να μην καταλαβαίνετε κάτι. Σας επιτρέπεται να είστε αναξιοπρεπείς, αν θέλετε. Κανείς δεν θα σας βαθμολογήσει, ούτε πρόκειται να σας τιμωρήσει, επειδή δεν είστε αυτό που οι άλλοι λένε ότι θα ‘πρεπε να είστε. Άλλωστε, δεν μπορεί να είστε ό, τι δεν θέλετε. Δεν είναι δυνατόν. Γι’ αυτό οποιοδήποτε «πρέπει» σας δημιουργεί υπερένταση, αφού δεν είστε ικανοί να ικανοποιήσετε τις λαθεμένες προσδοκίες των άλλων. Η υπερένταση δεν προκύπτει από την αναξιοπρεπή, μη υποστηρικτική, αδιάκριτη συμπεριφορά σας, αλλά από την επιβολή του «πρέπει».

Η εθιμοτυπία ως «πρέπει»

Η εθιμοτυπία είναι ένα καλό παράδειγμα του ανώφελου και επιζήμιου καθωσπρεπισμού. Σκεφτείτε όλους αυτούς τους δίχως νόημα, ασήμαντους κανόνες που σας ενθάρρυναν να υιοθετήσετε, μόνο και μόνο επειδή είναι γραμμένοι σε κάποια βιβλία καλής συμπεριφοράς: Να τρώτε βαστώντας το μαχαίρι και το πιρούνι έτσι κι όχι αλλιώς, πάντα να περιμένετε την οικοδέσποινα προτού αρχίσετε να τρώτε, κάντε τις συστάσεις του κυρίου προς την κυρία, καθήστε σ’ αυτή την πλευρά της εκκλησίας την ώρα ενός γάμου, να φοράτε αυτά τα ρούχα, να χρησιμοποιείτε αυτές τις λέξεις. Μη συμβουλεύεστε τον εαυτό σας, αλλά τα βιβλία καλής συμπεριφοράς. Ενώ οι καλοί τρόποι είναι αναμφίβολα κάτι σωστό – το μόνο που απαιτούν είναι σεβασμό στους άλλους – το 90% όλων των κανόνων «καλής συμπεριφοράς» είναι ανόητοι κι επιβλήθηκαν αυθαίρετα. Δεν υπάρχουν «καλοί» τρόποι, υπάρχει μόνο αυτό που εσείς θεωρείτε σωστό – εφ’ όσον δεν κάνετε δύσκολη τη ζωή των άλλων. Μπορείτε εσείς να διαλέξετε πως θα συστήσετε δυο ανθρώπους μεταξύ τους, τι φιλοδώρημα θα δώσετε, τι ρούχα θα φορέσετε, πως θα μιλήσετε, που θα καθίσετε, πώς θα φάτε κ.τ.λ., έχοντας ως μοναδική αφετηρία τη δική σας επιθυμία. Κάθε φορά που πέφτετε στην παγίδα του «Τι θα πρέπει να φορέσω;» ή «Τι πρέπει να κάνω;» εγκαταλείπετε ένα μεγάλο μέρος του εαυτού σας. Δεν θέλω να πω εδώ ότι πρέπει να γίνετε κοινωνικοί επαναστάτες, μια που κάτι τέτοιο θα ‘ταν μια μορφή αναζήτησης της έγκρισης μέσω του αντικομφορμισμού. Σας καλώ να είστε περισσότερο ο εαυτός σας παρά να κατευθύνεστε από τους άλλους στον τρόπο που ζείτε καθημερινά. Το να είστε αληθινοί με τον εαυτό σας σημαίνει ν’ απαλλαγείτε από την ανάγκη κάποιου εξωτερικού συστήματος υποστήριξης.

Αντισταθείτε στον καθωσπρεπισμό και τις παραδόσεις όταν σας επηρεάζουν αρνητικά

Η πρόοδος, η δική σας και όλου του κόσμου, εξαρτάται μάλλον από παράλογους ανθρώπους, από άτομα που δεν προσαρμόζονται στην κοινωνία και αποδέχονται καθετί. Η πρόοδος γενικά συντελείται από τους ανανεωτές, απ’ αυτούς που απορρίπτουν τις συμβατικότητες και δημιουργούν το δικό τους κόσμο. Με σκοπό να περάσουμε από την απλή μίμηση των άλλων στη δράση, θα πρέπει να μάθουμε ν’ αντιστεκόμαστε στον καθωσπρεπισμό και τις επιταγές του κομφορμισμού. Για να λειτουργήσουμε αποτελεσματικά, η αντίδραση στον καθωσπρεπισμό πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Μπορεί μερικοί να σας θεωρούν ανυπότακτους, και αυτό είναι το τίμημα που θα πληρώσετε επειδή σκέφτεστε για τον εαυτό σας. Μπορεί να σας χαρακτηρίσουν αδιάφορο, να σας πουν εγωιστή ή επαναστάτη – βαρύτατη επιτίμηση για πολλούς φυσιολογικούς ανθρώπους – και ίσως να σας εξοστρακίσουν. Μερικοί άνθρωποι δεν θα δεχθούν πρόθυμα την αντίστασή σας σε κανόνες που οι ίδιοι υιοθέτησαν. Θ’ ακούσετε το παλιό επιχείρημα: «Τι θα γίνει αν όλοι οι άνθρωποι αποφασίσουν να ακολουθούν κανόνες που οι ίδιοι επιλέγουν; Τι είδους κοινωνία θα έχουμε τότε;» Φυσικά, η απλή απάντηση είναι πως δεν πρόκειται όλοι να το κάνουν αυτό. Η προσκόλληση των περισσότερων ανθρώπων σε εξωτερικά στηρίγματα και σε «πρέπει» απαγορεύει μια τέτοια στάση.

Αυτά που συζητάμε εδώ δεν έχουν καμιά σχέση με τον αναρχισμό. Κανείς δεν θέλει να γκρεμίσει την κοινωνία, αλλά πολλοί από μας θα ήθελαν να προσφέρουν στο άτομο περισσότερη ελευθερία μέσα στην κοινωνία – απελευθέρωση από τα παράλογα «πρέπει».

Αυτό για το οποίο αγωνιζόμαστε είναι η επιλογή, δηλαδή η ικανότητα να είναι κανείς ελεύθερος από τη δουλική νοοτροπία της σταθερής προσκόλλησης στα «πρέπει». Δεν χρειάζεται να είστε πάντα αυτό που η κουλτούρα σας απαιτεί να είστε. Αν είστε έτσι και νιώθετε ανίκανοι να είστε αλλιώς, τότε στην πραγματικότητα είστε οπαδοί, ανήκετε στο κοπάδι που επιτρέπει στους άλλους να κατευθύνουν την πορεία του. Το να καθοδηγείτε τη ζωή σας σημαίνει να έχετε ευελιξία και να έχετε επανειλημμένα αξιολογήσει πόσο σωστά λειτουργεί ένας κανόνας σε μια ορισμένη προσωπική στιγμή. Στ’ αλήθεια, είναι συχνά πιο εύκολο ν’ ακολουθείς, να εκτελείς τυφλά αυτό που σου λένε, αλλά από τη στιγμή που θα καταλάβεις ότι οι κανόνες έγιναν για να σε υπηρετούν κι όχι για να τους υπηρετείς, μπορείς ν’ αρχίσεις να εκμηδενίζεις τα «πρέπει».

Αν μάθετε ν’ αντιστέκεστε στον καθωσπρεπισμό, θα γίνετε ένα άτομο που ξέρει ν’ αδιαφορεί. Άλλοι μπορεί να συνεχίζουν να υπακούν, έστω κι αν αυτό τους πληγώνει, και θα πρέπει να μάθετε να τους επιτρέπετε μια τέτοια εκλογή. Δεν χρειάζεται θυμός, μόνο εμπιστοσύνη στις πεποιθήσεις σας.
Αντίσταση στον καθωσπρεπισμό σημαίνει να παίρνεις αποφάσεις για τον εαυτό σου και να τις εφαρμόζεις όσο το δυνατόν πιο αποτελεσματικά και διακριτικά. Δεν χρειάζονται διαδηλώσεις κι εξεγέρσεις, που δεν προσφέρουν τίποτε θετικό. Οι παράλογοι κανόνες, και οι παραδόσεις δεν πρόκειται να εκλείψουν, δεν υπάρχει όμως λόγος να μετέχετε κι εσείς σ’ όλα αυτά. Σηκώστε απλώς τους ώμους καθώς οι άλλοι ακολουθούν το κοπάδι. Αν θέλουν να συμπεριφέρονται κατ’ αυτό τον τρόπο, πολύ καλά κάνουν, μα εσάς δεν σας αφορά. Δημιουργώντας φασαρίες το μόνο που πετυχαίνετε είναι να καλλιεργείτε την οργή και να βάζετε περισσότερα εμπόδια στον εαυτό σας. Θ’ αντιμετωπίσετε πολλές περιπτώσεις όπου θα είναι καλύτερο να παρακάμψετε τους κανόνες παρά να ξεκινήσετε ένα κίνημα διαμαρτυρίας. Στο χέρι σας είναι ν’ αποφασίσετε αν θα είστε αυτός που θέλετε εσείς ή αυτός που θέλουν οι άλλοι.

Κυριολεκτικά όλες οι νέες ιδέες που άλλαξαν την κοινωνία μας για κάποια εποχή αντιμετωπίζοταν περιφρονητικά και πολλές απ’ αυτές ήταν παράνομες. Κάθε πρόοδος απαιτεί εγκατάλειψη των παλιών κανόνων, που πλέον δεν εφαρμόζονται. Ο Έντισον, ο Φορντ, ο Αϊνστάιν, οι αδελφοί Ράιτ γελοιοποιήθηκαν μέχρι ν’ αναγνωριστεί η επιτυχία τους. Ίσως κι εσείς αντιμετωπίσετε την περιφρόνηση, καθώς θ’ αρχίσετε ν’ αντιστέκεστε στους παράλογους κανονισμούς.

Χαρακτηριστικές συμπεριφορές «πρέπει»

Οι συμπεριφορές των «πρέπει» θα ήταν δυνατόν να γεμίσουν ένα ολόκληρο βιβλίο. Εδώ παραθέτουμε μερικά κοινά παραδείγματα τέτοιων πράξεων, όπως αυτές εκδηλώνονται στον πολιτισμό μας:

-Πιστεύετε ότι υπάρχει μια θέση για καθετί κι ότι καθετί πρέπει να βρίσκεται στη θέση του. Το σύνδρομο της οργανωτικότητας σημαίνει πως νιώθετε άσχημα αν τα πράγματα δεν βρίσκονται στην προκαθορισμένη τους θέση.
-Ρωτάτε συνεχώς «Τι θα πρέπει να φορέσω» σαν να υπάρχει μόνο ένας αποδεκτός τρόπος ντυσίματος, ο οποίος μάλιστα καθορίζεται από άλλους. Τα άσπρα παντελόνια και τα ανοιχτά χρώματα φοριούνται μόνο το καλοκαίρι, το μάλλινο είναι πάντα χειμωνιάτικο ύφασμα κι άλλα παρόμοια «πρέπει», εξαρτώμενα από τις εποχές, που εισβάλλουν στη ζωή μας. (Στο μυθιστόρημα του Χαβάη ο Τζέιμς Μίτσενερ περιγράφει τους κατοίκους της Νέας Αγγλίας, που ήρθαν στο τροπικό κλίμα της Χαβάης κι όταν έφτασε ο Οκτώβρης, παρ’ όλο που έκανε ακόμη πολύ ζέστη, εκείνοι έβαλαν τα χειμωνιάτικά τους κι επί έξι μήνες υπέφεραν μ’ αυτό το ντύσιμο… Γιατί; Επειδή, υποτίθεται, πως έτσι έπρεπε να κάνουν). Είστε σκλάβοι των δημιουργών μόδας και φοράτε μόνο ό, τι «φοριέται» γιατί σε τελική ανάλυση πρέπει να προσαρμοστείτε.
-Θεωρείτε ότι ορισμένα ποτά ή κρασιά ταιριάζουν με τα αντίστοιχα φαγητά. Το άσπρο κρασί πρέπει να συνοδεύει το ψάρι και τα πουλερικά. Το κόκκινο κρασί μόνο το μοσχάρι. Αυτό σημαίνει ότι εγκλωβίζεστε στους κανόνες κάποιων άλλων σχετικά με τι θα φάτε και τι θα πιείτε.
-Μεταθέτετε την ευθύνη για τις πράξεις σας στους άλλους. «Αυτή φταίει που αργήσαμε», «Μην κατηγορείτε εμένα, αυτός φταίει».
-Πηγαίνετε σ’ ένα γάμο ή στέλνετε ένα δώρο, παρ’ όλο που δεν συμπαθείτε τους ανθρώπους που παντρεύονται. Απλούστατα, δεν μπορείτε ν’ αγνοήσετε μια πρόσκληση, έστω κι αν το θέλετε. Μπορεί ν’ αγανακτείτε όταν αγοράζετε το δώρο, αλλά το κάνετε γιατί, υποτίθεται, πως έτσι πρέπει. Αντίστοιχα, πηγαίνετε σε μια κηδεία, ενώ δεν θέλετε, μόνο και μόνο επειδή πρέπει. Μετέχετε σε τέτοιες τυπικές εκδηλώσεις για να δείξετε ότι λυπάστε, σέβεστε ή τρέφετε ανάλογα συναισθήματα.
-Παρακολουθείτε θρησκευτικές τελετές που απεχθάνεστε και δεν πιστεύετε, επειδή αυτό περιμένουν οι άλλοι από σας και επειδή θέλετε να κάνετε το σωστό.
-Δίνετε τίτλους σ’ όσους σας εξυπηρετούν, το οποίο σημαίνει ότι τους τοποθετείτε ψηλότερα από σας. Πώς αποκαλείτε τον οδοντογιατρό σας; «Γιατρέ;» Είναι άραγε σωστό αυτό; Θα αποκαλούσατε το μαραγκό ή τον υδραυλικό σας «μαραγκέ μου» ή «υδραυλικέ μου»; Αν το κάνετε από σεβασμό για τη θέση του, τι σας κάνει να πιστεύετε ότι η θέση του είναι ανώτερη από τη δική σας; Αφού πληρώνεται για τις υπηρεσίες του, γιατί πρέπει αυτός να προσφωνείται μ’ έναν τίτλο, ενώ εσείς απλώς με τα’ όνομά σας;
-Πηγαίνετε για ύπνο όταν έρχεται η ώρα του ύπνου κι όχι όταν είστε πραγματικά κουρασμένοι.
-Κάνετε έρωτα με περιορισμένους τρόπους, επειδή αυτοί είναι αποδεκτοί, ή μόνο όταν υπάρχουν οι κατάλληλες συνθήκες (σκοτάδι στο δωμάτιο, εσείς στο κρεβάτι σας κ.τ.λ.)
-Επιλέγετε διάφορους ρόλους στην καθημερινή ζωή, μόνο και μόνο επειδή το απαιτεί ο πολιτισμός. Οι γυναίκες στην κουζίνα, οι άντρες να βγάζουν τα σκουπίδια στο δρόμο. Το νοικοκυριό για τη σύζυγο, οι εξωτερικές δουλειές για το σύζυγο. Τα’ αγόρια πρέπει να κάνουν αυτό, τα κορίτσια εκείνο.
-Υπακούετε σε ανόητους οικογενειακούς κανόνες και παραδόσεις που δεν έχουν απήχηση στην οικογένειά σας, όπως ζητάτε άδεια για να σηκωθείτε απ’ το τραπέζι, ενώ οι άλλοι τρώνε ακόμη, και ακολουθείτε τακτικό ωράριο ύπνου.
-Ακολουθείτε όλες τις απαγορευτικές ενδείξεις, ακόμη κι όταν δεν έχουν λόγο ύπαρξης. Μη μιλάτε! Απαγορεύεται η είσοδος. Απαγορεύεται… Δεν παραβιάζετε ποτέ μια απαγορευτική πινακίδα ή δεν σκέφτεστε καν πως η θέση της δεν είναι εκεί – οι άνθρωποι φτιάχνουν τις απαγορεύσεις κι οι άνθρωποι μπορεί να κάνουν λάθη.
-Τρώτε κάθε Κυριακή με τη «μαμά», παρ’ όλο που δεν το θέλετε πάντα. Στο κάτω κάτω αποτελεί παράδοση κι εσείς, ακόμη κι αν δεν το θέλετε – ή ίσως να μην το θέλει κι η ίδια η «μαμά» – πρέπει να την ακολουθήσετε.
-Αρχίζετε ένα βιβλίο και το διαβάζετε πάντα ως το τέλος, ακόμη κι αν το μισό απ’ αυτό είναι πληκτικό. Τελειώνετε ένα βιβλίο που δεν σας αρέσει επειδή βρίσκεστε στη μέση και, αφού φτάσατε ως τη μέση, πρέπει να το διαβάσετε ολόκληρο.
-Οι γυναίκες δεν ζητάτε ποτέ ραντεβού από άντρα. Στο κάτω κάτω αυτός είναι ρόλος του άντρα. Ποτέ δεν τηλεφωνείτε εσείς πρώτες ούτε ανοίγετε την πόρτα να περάσει πρώτος ένας άντρας, ποτέ δεν πληρώνετε το λογαριασμό και πλήθος άλλων ανόητων παραδόσεων που δεν εξυπηρετούν κανέναν ουσιαστικό σκοπό.
-Στέλνετε κάρτες από τον τόπο των διακοπών σας, παρ’ όλο που κάτι τέτοιο σας εκνευρίζει. Και το κάνετε μόνο και μόνο επειδή πάντα το συνηθίζατε κι οι άλλοι το περιμένουν από σας.
-Αγωνίζεστε για καλούς βαθμούς στο σχολείο ή πιέζετε τα παιδιά σας να το κάνουν. Δεν μαθαίνετε επειδή αυτό σας ικανοποιεί, αλλά για τους βαθμούς που θα πάρετε στο ενδεικτικό σας.
Ρωτάτε πάντα «Μου ταιριάζει αυτός/αυτή;» και μπερδεύεστε στην αναζήτηση του κατάλληλου ατόμου.
-Πηγαίνετε παντού με το σύντροφό σας επειδή έτσι πρέπει, έστω κι αν οι δυο σας θα προτιμούσατε να βρίσκεστε σε διαφορετικά μέρη αυτή τη συγκεκριμένη στιγμή.
-Συμβουλεύεστε «βιβλία καλής συμπεριφοράς» για καθετί, επειδή όλα πρέπει να γίνονται με το σωστό τρόπο. Δεν μπορείτε να καταλάβετε τη διαφορά ανάμεσα στα βιβλία που σας προσφέρουν σωστή πληροφόρηση και σ’ αυτά που σας λένε απλώς πώς να κάνετε κάτι.
-Είναι άραγε αυτό το κατάλληλο φόρεμα, καπέλο, αυτοκίνητο, έπιπλο, σάλτσα σαλάτας, ορεκτικό, βιβλίο, κολέγιο, εργασία κ.τ.λ.; Ανησυχείτε πάντα μήπως δεν διαλέξατε το σωστό, με αποτέλεσμα να γίνεστε έρμαιο αυτής της αναποφασιστικότητας και αμφιβολίας.
-Θεωρείτε τις ανταμοιβές, τους τίτλους, τις τιμές κι όλα αυτά τα ένσημα αξίας πιο σημαντικά από την αξιολόγηση των επιτευγμάτων σας.
-Λέτε: «Ποτέ δεν θα μπορούσα να είμαι τόσο σπουδαίος όσο…»
-Χειροκροτείτε μαζί με το υπόλοιπο ακροατήριο, ακόμη κι αν δεν σας άρεσε το θέαμα.
-Δίνετε φιλοδώρημα, ακόμη κι όταν δεν σας εξυπηρετούν όπως θα έπρεπε.
-Παθιάζεστε με ομαδικά αθλήματα και ζείτε έντονα τις επιτυχίες και τις αποτυχίες, τις νίκες και τις ήττες των αθλητών.

Το σύνηθες τίμημα του «πρεπισμού»

Παρακάτω αναφέρονται λεπτομερώς ορισμένοι λόγοι προσκόλλησης στα «πρέπει». Αυτές οι ανταμοιβές, όπως κι όλες οι άλλες που αντλούμε από λαθεμένες ζώνες, είναι βασικά αυτοκαταστροφικές, μα παρ’ όλα αυτά, αποτελούν από μόνες τους ένα σύστημα υποστήριξης.

-Μπορεί να παρηγοριέστε με την ιδέα του «καλού παιδιού», ακολουθώντας πιστά όλα σας τα «πρέπει». Μπορείτε να χτυπήσετε χαϊδευτικά τον εαυτό σας στην πλάτη επειδή είναι υπάκουος. Αυτή η ανταμοιβή αποτελεί παλινδρόμηση και σας μεταφέρει στην πρώιμη περίοδο ανάπτυξής σας, κατά την οποία η έγκριση από τους άλλους ήταν η ανταμοιβή τους για τη συμπεριφορά σας, γεγονός που σημαίνει ότι στηρίζεστε σε κάποιους άλλους για να υιοθετήσετε κανόνες συμπεριφοράς.
-Η υπακοή στα εξωτερικά «πρέπει» σας επιτρέπει να μεταθέτετε την ευθύνη της αδράνειάς σας στην προσκόλλησή σας μάλλον σ’ αυτά παρά στον εαυτό σας. Όσο τα «πρέπει» αποτελούν μια λογική εξήγηση για το τι είστε (ή δεν είστε), μπορείτε ν’ αποφύγετε τους κινδύνους που περικλείει η εμπιστοσύνη στον εαυτό σας για αλλαγή. Έτσι τα «πρέπει» σας εμποδίζουν να ωριμάσετε. Η Μάρτζορι είχε ένα «πρέπει» στο μυαλό της, που της υπαγόρευε ότι οι προγαμιαίες σχέσεις είναι ταμπού. Είναι τριάντα τεσσάρων χρονών και μέχρι σήμερα δεν είχε καμιά σεξουαλική εμπειρία, εξαιτίας αυτού του «πρέπει». Αλλά η Μάρτζορι δεν έχει και εσωτερική γαλήνη. Θα ήθελε να αποκτήσει σεξουαλικό σύντροφο κι είναι ιδιαίτερα ανικανοποίητη με τον εαυτό της στον τομέα αυτό. Είναι ακόμη πολύ πιθανόν η Μάρτζορι να μην παντρευτεί ποτέ και τα «πρέπει» (στην περίπτωση αυτή «δεν πρέπει») θα την εμποδίσουν να απολαύσει το σεξ. Όταν βρίσκεται αντιμέτωπη μ’ αυτή την πραγματικότητα, ανατριχιάζει στη σκέψη κι ωστόσο τα «πρέπει» την εμποδίζουν πάντα. Η Μάρτζορι είναι υποδουλωμένη στα «πρέπει» της. Δεν μπορεί να περάσει ούτε μια νύχτα στο σπίτι του φίλου της, φοβούμενη την κρίση των άλλων. Έτσι διαρκώς βρίσκεται σε δύσκολη θέση, εξαιτίας του ότι «πρέπει» να γυρίσει τη νύχτα σπίτι, κοντά στη μαμά. Η προσκόλλησή της στα «πρέπει» την αποτρέπει να διακινδυνεύσει το φοβερό εγχείρημα της σεξουαλικής πράξης. Η μόνιμη αντίδρασή της είναι: «Δεν πρέπει να το κάνω¨. Έτσι, τα «πρέπει» της στρέφονται ξεκάθαρα ενάντια στην ίδια την ευτυχία της.

-Τα «πρέπει» σας βοηθούν να χρησιμοποιείτε τους άλλους. Λέγοντας σε κάποιον να συμπεριφερθεί μ’ αυτό τον τρόπο, τον αναγκάζετε να πράξει όπως εσείς θέλετε.
-Είναι ευκολότερο να επιστρατεύσετε ένα «πρέπει» όταν δεν έχετε εμπιστοσύνη στον εαυτό σας. Όσο θολώνει η εικόνα που έχετε για τον εαυτό σας τόσο τα «πρέπει» γίνονται το καταφύγιό σας.
-Μπορείτε να δικαιολογείτε τον εαυτό σας για τη συμπεριφορά σας και να διατηρείτε την εχθρότητά σας για όσους δεν προσαρμόζονται στα «πρέπει» που έχετε καθορίσει για τον εαυτό σας και για τον υπόλοιπο κόσμο. Έτσι, δημιουργείτε μια αυτοεικόνα σε βάρος των άλλων, οι οποίοι δεν υπακούν στους κανόνες –πρότυπα.
-Μπορείτε να πετύχετε την έγκριση των άλλων με τον κομφορμισμό σας. Αισθάνεστε άνετα προσαρμοζόμενοι, μια που πάντα έτσι σας έλεγαν πως πρέπει να κάνετε. Αυτή η παλιά ανάγκη αναζήτησης της έγκρισης υποβόσκει ακόμη κι εδώ.
-Όσο επικεντρώνεστε στους άλλους και ζείτε μέσα από τις επιτυχίες ή τις αποτυχίες τους, δεν χρειάζεται να κάνετε κάτι για τον εαυτό σας. Έχοντας ήρωες ενισχύετε την ταπεινή γνώμη που έχετε για τον εαυτό σας και αυτό σας επιτρέπει να ξεφύγετε από την υποχρέωση να κάνετε κάτι για να βελτιωθείτε. Απ’ τη στιγμή που οι ήρωές σας ευθύνονται για την καλή ή την κακή σας διάθεση, δεν υπάρχει κανένας λόγος ν’ αναλάβετε εσείς την ευθύνη. Η αυταξία σας, στην περίπτωση αυτή, προέρχεται στην πραγματικότητα από τους άλλους και άρα είναι φευγαλέα και παροδική. Εξαρτάται απ’ όλους αυτούς τους σπουδαίους ανθρώπους κι από τη θέση που καταλαμβάνουν στη ζωή σας.

Τελικές σκέψεις σχετικά με τη συμπεριφορά των «πρέπει»
Ο Ράλφ Γουώλντο Έμερσον έγραφε το 1838 στο βιβλίο του Φιλολογική Ηθική:

«Οι άνθρωποι αλέθονται συνεχώς στο μύλο μιας παλιάς αλήθειας και τίποτε δεν βγαίνει από κει εκτός απ’ αυτό που μπήκε. Αλλά, από τη στιγμή που εγκαταλείπουν την παράδοση για μια αυθόρμητη σκέψη, τότε η ποίηση, το χιούμορ, η ελπίδα, η αρετή, η γνώση, όλα έρχονται σε βοήθειά τους».

Τι όμορφη σκέψη. Μείνετε με την παράδοση και να είστε σίγουροι ότι θα παραμείνετε ίδιοι. Αλλά παραμερίστε την κι ο κόσμος θα ‘ναι δικός σας για να τον χρησιμοποιήσετε δημιουργικά όπως νομίζετε.

Γίνετε οι ίδιοι κριτές της συμπεριφοράς σας και μάθετε να στηρίζεστε στον εαυτό σας για να αποφασίσετε για την τωρινή στιγμή. Μην ψάχνετε σ’ όλη σας τη ζωή για μια απάντηση μέσα σε διάφορες πολιτικές και παραδόσεις. Τραγουδήστε το δικό σας τραγούδι της ευτυχίας με όποιο τρόπο εσείς διαλέξετε, μακάριοι για καθετί που πρόκειται να συμβεί.

Το πρώτο αντηλιακό: Σωματίδια σιδήρου-πυριτίου ξεκλειδώνουν μέρος του μυστηρίου της οξυγόνωσης της Γης

Στην οξυγόνωση της ατμόσφαιρας του πλανήτη Γη αναφέρεται η νέα μελέτη που έγινε από γεωμικροβιολόγους στο Πανεπιστήμιο της Alberta, καθώς και συνεργάτες τους από τα Πανεπιστήμια Tuebingen και Yale και δημοσιεύθηκε στο Nature Communications. Το ερώτημα που διερευνήθηκε είναι τι λειτούργησε ως προστάτης μηχανισμός, στην πρώιμη εκείνη περίοδο της Γης με την έντονη υπεριώδη ακτινοβόληση του πλανήτη και μπόρεσαν να επιβιώσουν οι παραγωγοί οξυγόνου. Η μελέτη υποστηρίζει ότι, σύμφωνα με τα ευρήματα, σωματίδια σιδήρου και πυριτίου στα αρχαία θαλάσσια ύδατα βοήθησαν παίζοντας το ρόλο ενός αντηλιακού, αν και – όπως αναφέρεται στην ιστοσελίδα με τα νέα του Πανεπιστημίου – τα αποτελέσματα λύνουν μόνο ένα μέρος αυτού του αρχαίου μυστηρίου.

Αυτό που συνέβη στην Γη ήταν ότι πρώιμοι οργανισμοί που ονομάζονται κυανοβακτήρια παρήγαγαν οξυγόνο, μέσω της οξυγονικής φωτοσύνθεσης, με αποτέλεσμα την οξυγόνωση της ατμόσφαιρας του πλανήτη μας. Για να εξελιχθούν όμως τα κυανοβακτήρια χρειάζονταν προστασία από την υπεριώδη ακτινοβολία του ήλιου και αυτός είναι ο ρόλος που έπαιξαν – σύμφωνα με τους ερευνητές και συγγραφείς της μελέτης – τα σωματίδια σιδήρου και πυριτίου στις αρχαίες θάλασσες. Η ερευνητική ομάδα προσδιόρισε την επίδραση της υπεριώδους τάσης (UV stress) στα κυανοβακτήρια και το βαθμό της ακτινοβολίας μέσω του θαλάσσιου νερού με ένα συνδυασμό μικροβιολογικών, φασματοσκοπικών, γεωχημικών τεχνικών και τεχνικών μοντελοποίησης.

Αυτό που βρήκαν ήταν ότι η παρουσία υψηλών συγκεντρώσεων πυριτίου και σιδήρου στο πρώιμο θαλάσσιο νερό επέτρεψε το σχηματισμό σωματιδίων σιδήρου-πυριτίου που παρέμειναν στον ωκεανό για εκτεταμένες χρονικές περιόδους. Σύμφωνα με τον εκ των συγγραφέων της μελέτης Kurt Konhauser τα σωματίδια σιδήρου-πυριτίου έδρασαν ως ένα αρχαίο αντηλιακό για τα κυανοβακτήρια, προστατεύοντάς τα από τη θανάσιμη επίδραση της άμεσης έκθεσης στην υπεριώδη ακτινοβολία, πράγμα που ήταν κρίσιμο για την πρώιμη Γη, καθώς δεν είχε σχηματιστεί επαρκούς πάχους στρώμα όζοντος που θα μπορούσε να επιτρέψει το θαλάσσιο πλαγκτόν να απλωθεί στην υδρόγειο, όπως γίνεται σήμερα.

Αυτό, όμως, φαίνεται πως είναι ένα μόνο μέρος της αλήθειας.
Η συσσώρευση του ατμοσφαιρικού οξυγόνου από τα κυανοβακτήρια διευκόλυνε την ανάπτυξη της βασιζόμενης στο οξυγόνο αναπνοής και τους πολυκύτταρους οργανισμούς, αυτό όμως που παραμένει μυστήριο – όπως ανέφερε ένας από τους συγγραφείς, ο George W. Owttrim – είναι γιατί πήρε τόσο μακρύ χρονικό διάστημα για να συσσωρευτεί το ελεύθερο οξυγόνο μόνιμα στην ατμόσφαιρα μετά την αρχική εξέλιξη των κυανοβακτηρίων. Ενώ τα σωματίδια σιδήρου-πυριτίου θα έχουν επιτρέψει τα πρώιμα κυανοβακτήρια να επιβιώσουν, η υπεριώδης ακτινοβολία θα μπορούσε ακόμη να έχει εμποδίσει την ευρεία ανάπτυξή τους.

«Είναι πιθανό ότι τα πρώιμα κυανοβακτήρια δεν ήταν τόσο παραγωγικά όπως είναι σήμερα λόγω των επιδράσεων της υπεριώδους τάσης», αναφέρει η πρώτη εκ των συγγραφέων της μελέτης Aleksandra M. Mloszewska. «Μέχρι η συσσώρευση επαρκών κυανοβακτηρίων που παράγουν οξυγόνο επιτρέψει να αναπτυχθεί ένα περισσότερο μόνιμο μέσο προστασίας, όπως ένα στρώμα όζοντος, η υπεριώδης τάση μπορεί να έχει παίξει έναν ακόμη πιο σημαντικό ρόλο στην διαμόρφωση της δομής του αρχικού οικοσυστήματος».

Τα νέα ευρήματα – σύμφωνα με την ιστοσελίδα – βοηθούν τους ερευνητές να κατανοήσουν πώς τα πρώτα κυανοβακτήρια επηρεάστηκαν από το υψηλό επίπεδο ακτινοβολίας στην πρώιμη Γη, καθώς και την περιβαλλοντική δυναμική που επηρέασε την ιστορία της οξυγόνωσης της ατμόσφαιράς μας. «Τα ευρήματα αυτά θα μπορούσαν επίσης να χρησιμοποιηθούν ως μελέτη περίπτωσης για να μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε την δυνατότητα για ανάδυση της ζωής σε άλλους πλανήτες που επηρεάζονται από αυξημένα επίπεδα υπεριώδους ακτινοβολίας, όπως για παράδειγμα οι βραχώδεις πλανήτες, μεγέθους Γης, μέσα σε κατοικήσιμες ζώνες κοντινών αστικών συστημάτων ερυθρών νάνων (M-dwarf star systems), όπως τα TRAPPIST-1, Proxima του Κενταύρου, LHS 1140 και Ross 128, μεταξύ άλλων», αναφέρει η Aleksandra Mloszewska.

Η προέλευση της εξίσωσης του Σρέντιγκερ

Νέα δημοσίευση από ομάδα γερμανών και αμερικανών ερευνητών εξηγεί ότι οι φυσικοί συνήθως καταλήγουν στην εξίσωση του Σρέντιγκερ χρησιμοποιώντας μία μαθηματική «συνταγή».

Η νέα μελέτη, με επικεφαλής τον Βόλφγκανγκ Π. Σλάιχ, υποστηρίζει πως είναι δυνατόν να καταλήξουμε στην εξίσωση του Σρέντιγκερ από μία απλή μαθηματική ταυτότητα, και ότι τα εμπλεκόμενα μαθηματικά μπορούν να βοηθούσουν στην απάντηση ορισμένων θεμελιωδών ερωτημάτων πάνω σε αυτή τη σημαντική εξίσωση.

Η εξίσωση του Σρέντιγκερ, η οποία αποτελεί έναν από τους ακρογωνιαίους λίθους της κβαντικής φυσικής, περιγράφει τι θα κάνει στο μέλλον ένα σύστημα κβαντικών αντικειμένων όπως άτομα και υποατομικά σωματίδια, βασιζόμενη στην τρέχουσα κατάστασή του.

Οι κλασικές αναλογίες αυτής της εξίσωσης είναι ο δεύτερος νόμος του Νεύτωνα και η Χαμιλτονιανή μηχανική, που προβλέπουν πώς θα εξελιχθεί στο μέλλον ένα κλασικό σύστημα σωμάτων με δεδομένη την τρέχουσα κατάστασή του.

Παρά το γεγονός ότι η εξίσωση του Σρέντιγκερ δημοσιεύθηκε το 1926, οι συγγραφείς της νέας μελέτης εξηγούν ότι η προέλευση της εξίσωσης ακόμα δεν εκτιμάται πλήρως από πολλούς φυσικούς.

«Η γέννηση της εξίσωσης του Σρέντιγκερ μπορεί να παρομοιαστεί με τη γέννηση ενός ποταμού. Συχνά είναι δύσκολο να προσδιορίσεις την πηγή του παρά τα διάφορα σημάδια αφετηρίας του. Στην περίπτωση της κβαντικής μηχανικής, υπάρχουν τόσα πολλά πειραματικά αποτελέσματα, ώστε αρκετά σημαντικά εγχειρίδια και βιβλία δεν επεκτείνονται στο θέμα της προέλευσης της εξίσωσης. Αντ’ αυτού, αρκούνται στους αναλογικούς κανόνες με την κλασσική μηχανική», γράφει ο Σλάιχ.

Σύμφωνα με το μέλος της ερευνητικής ομάδας Μάρλαν Ο. Σκάλι, αρκετοί φυσικοί χρησιμοποιούν την εξίσωση του Σρέντιγκερ σε όλη τους την καριέρα, χωρίς να την κατανοούν πλήρως. «Συχνά διδασκόμαστε να αντικαθιστούμε την ενέργεια με μία παράγωγο του χρόνου και την ορμή με μία παράγωγο του χώρου.

Βάζοντας αυτά σε μία Χαμιλτονιανή εξίσωση για τα κλασικά δυναμικά των σωματιδίων, προκύπτει η εξίσωση του Σρέντιγκερ. Είναι κρίμα που δεν κινητοποιούμε τους μαθητές να εξερευνήσουν την ιστορία και την προέλευση της εξίσωσης», πρόσθεσε.

Ο πιο γνωστός τρόπος κατάληξης στην εξίσωση Σρέντιγκερ ήταν αυτός που αναπτύχθηκε από το Ρίτσαρντ Φέινμαν το 1948. Καμία όμως από τις πολλές διαφορετικές προσεγγίσεις δεν προσφέρει ικανοποιητική εξήγηση για ένα από τα καθοριστικά χαρακτηριστικά της κβαντικής μηχανικής, τη γραμμικότητα. Αντίθετα με τις κλασικές εξισώσεις, που είναι μη-γραμμικές, η εξίσωση του Σρέντιγκερ είναι γραμμική, δίνοντας στην κβαντική μηχανική ορισμένα από τα μοναδικά χαρακτηριστικά της, όπως την υπέρθεση καταστάσεων.

Στη μελέτη τους, οι ερευνητές ανέπτυξαν μία νέα προσέγγιση, με αφετηρία την εξίσωση Hamilton-Jacobi, και έκαναν τη μετάβαση στην κβαντική μηχανική κάνοντας διάφορες επιλογές στην κλασσική κυματοσυνάρτηση και το εύρος κύματος, γραμμικοποιώντας έτσι τη μη-γραμμική συνάρτηση. Κάποιες από τις επιλογές κατέληξαν σε ισχυρότερη σύζευξη του εύρους κύματος και της φάσης, σε σχέση με την κλασσική εξίσωση.

Επειδή αυτή η σύζευξη μεταξύ πλάτους και φάσης εξασφαλίζει τη γραμμικότητα της εξίσωσης, είναι ουσιαστικά και αυτή που καθορίζει ένα κβαντικό κύμα. Στα κλασικά κύματα, η φάση καθορίζει το εύρος, αλλά όχι και το αντίστροφο, και έτσι η εξίσωση κύματος είναι μη γραμμική.

Στο μέλλον, οι φυσικοί σχεδιάζουν να επεκτείνουν αυτή την προσέγγιση, η οποία επί του παρόντος αναφέρεται αποκλειστικά σε μονά σωματίδια, στο φαινόμενο της κβαντική εμπλοκής, η οποία περιλαμβάνει πολλαπλα σωματίδια.

Αρχαία Ελληνική Ιστοριογραφία: Αρχαίοι Έλληνες Ιστοριογράφοι - Πολύβιος

Πολύβιος

Βιογραφικά/Εργογραφικά: Ο Πολύβιος γεννήθηκε γύρω στο 200 π. Χ. στη Μεγαλόπολη της Αρκαδίας. Ανήκε σε οικογένεια που μετείχε ενεργά στην πολιτική ζωή του τόπου. Ο πατέρας του Λυκόρτας, φίλος και ομοϊδεάτης του Φιλοποίμενα, υπήρξε ηγετική φυσιογνωμία της Αχαϊκής Συμπολιτείας, ενώ και ο ίδιος Πολύβιος έγινε το 169 αρχηγός του ιππικού, καταλαμβάνοντας έτσι ένα από τα σημαντικότερα αξιώματα. Η πολιτική δραστηριότητα του Πολύβιου έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη μετέπειτα πορεία του. Ύστερα από την ήττα των Μακεδόνων στην Πύδνα το 168, οδηγήθηκε στη Ρώμη μαζί με άλλους επιφανείς Αχαιούς που θεωρούνταν ότι έτρεφαν εχθρικές διαθέσεις προς τη νέα επίδοξη υπερδύναμη. Στη Ρώμη έγινε δεκτός στην οικογένεια του Αιμίλιου Παύλου, άσκησε, όπως αναφέρει ο ίδιος (32.9ff.), μεγάλη επιρροή στον νεαρό Σκιπίωνα Αιμιλιανό, και στα 16 χρόνια που διήρκεσε ο εκπατρισμός του είχε τη δυνατότητα να συναναστραφεί εξέχουσες προσωπικότητες και να συλλέξει από πρώτο χέρι πληροφορίες για την ιστορία της Ρώμης και το πολίτευμά της. Γύρισε στην Ελλάδα το 150 μαζί με όσους ομήρους είχαν επιζήσει, σύντομα όμως κλήθηκε να συνοδεύσει τον Σκιπίωνα στην εκστρατεία του στην Αφρική. Σε αυτή την εποχή τοποθετείται και το εξερευνητικό ταξίδι που πραγματοποίησε στη Δύση, στις ακτές της Αφρικής, της Ιβηρίας και της Γαλατίας. Όταν ο Πολύβιος επέστρεψε στην Ελλάδα, είχε ήδη συντελεστεί η διάλυση της Αχαϊκής Συμπολιτείας το 146. Χάρη στις υψηλές γνωριμίες του, ανέλαβε τον ρόλο διαμεσολαβητή ανάμεσα στους Ρωμαίους και τους υπόδουλους συμπατριώτες του, ανακουφίζοντας το βάρος του ρωμαϊκού ζυγού επί των Ελλήνων. Στο πλαίσιο αυτών των διαπραγματεύσεων, ο Πολύβιος εξιστορεί ότι ταξίδεψε εκ νέου στη Ρώμη (39.8.1). Για τις υπηρεσίες του οι συμπατριώτες του τον τίμησαν ως δημόσιο ευεργέτη. Οι πληροφορίες που σχετίζονται με τη δράση του στα επόμενα χρόνια και που αφορούν τη συμμετοχή του στην ισπανική εκστρατεία του Σκιπίωνα και στην άλωση της Νουμαντίας δεν προέρχονται από το έργο του και δεν επιβεβαιώνονται. Πιο σοβαρά αμφισβητείται η αξιοπιστία της πηγής που αναφέρει ότι ο Πολύβιος πέθανε σε ηλικία 82 ετών πέφτοντας από άλογο, αν και η εικόνα του δραστήριου άνδρα που προβάλλει για τον Πολύβιο ομολογουμένως συνάδει με τον χαρακτήρα του όπως παρουσιάζεται στο έργο του.
 
Η δραστήρια φύση του Πολύβιου δεν λειτούργησε ανασταλτικά ως προς τη συγγραφική του παραγωγή. Οι Ιστορίες του, το έργο που συνέθεσε για να παρουσιάσει στις κατοπινές γενιές την πορεία της Ρώμης προς την κατάκτηση ολόκληρου σχεδόν του τότε γνωστού κόσμου, εκτείνεται σε σαράντα βιβλία. Από αυτά ολόκληρα σώθηκαν, εκτός από μερικά κενά, τα βιβλία 1-5, ενώ για τα υπόλοιπα στηριζόμαστε στη χρήση του έργου από άλλους συγγραφείς και σε αποσπάσματα, που η έκτασή τους είναι πολύ διαφορετική για τα επιμέρους βιβλία. Χάθηκαν επίσης τα μικρότερα έργα που φέρεται να συνέγραψε ο Πολύβιος, ο εγκωμιαστικός Βίος Φιλοποίμενος, τα Τακτικά, η γεωγραφική πραγματεία Περὶ τῆς περὶ τὸν ἰσημερινὸν οἰκήσεως, και η μονογραφία για τον Νουμαντιακό πόλεμο. Αξίζει ωστόσο να σημειωθεί ότι το σωζόμενο κείμενο των Ιστοριών, έστω και στην τωρινή αποσπασματική του κατάσταση, υπερβαίνει κατά πολύ σε έκταση τα έργα του Ηρόδοτου και του Θουκυδίδη.
 
Δομή και Περιεχόμενο των Ιστοριών: Ο Πολύβιος επέλεξε ως χρονική αφετηρία του έργου του την 140ή Ολυμπιάδα (220-217). Πίστευε ότι η περίοδος αυτή, κατά την οποία είχαν ξεσπάσει σχεδόν ταυτόχρονα τρεις μεγάλες συγκρούσεις (στη Δύση ο Αννιβαϊκός πόλεμος, στην Ελλάδα ο πόλεμος των Συμπολιτειών, και στην Ανατολή ο πόλεμος ανάμεσα στον Αντίοχο και τον Πτολεμαίο τον Φιλοπάτορα), σηματοδότησε την απαρχή μιας θεμελιώδους αλλαγής στον ρου της παγκόσμιας ιστορίας. Από αυτή την εποχή η ιστορία αρχίζει να αποτελεί ένα οργανικό σύνολο, να γίνεται σωματοειδής, και τα γεγονότα που λαμβάνουν χώρα στα διάφορα σημεία του κόσμου, και που πρωτύτερα δεν σχετίζονταν μεταξύ τους, αποκτούν αιτιακή αλληλεξάρτηση και αλληλεπιδρούν πλέον ως προς τους σκοπούς τους. Αποτέλεσμα αυτής της ιστορικής συγκυρίας ήταν το πρωτοφανές κατόρθωμα των Ρωμαίων να υποτάξουν όλα σχεδόν τα έθνη του κόσμου σε λιγότερο από 53 χρόνια. Το αρχικό σχέδιο του Πολύβιου προέβλεπε να καταγράψει τις επιτυχίες των Ρωμαίων αυτή την περίοδο, που ξεκινούσε από τις παραμονές του Αννιβαϊκού πολέμου (220) και έφθανε μέχρι τη μάχη της Πύδνας και την κατάκτηση της Μακεδονίας (168). Κατοπινά γεγονότα, ωστόσο, όπως η καταστροφή της Καρχηδόνας και η διάλυση της Αχαϊκής Συμπολιτείας, τον ώθησαν να διευρύνει το σχέδιο αυτό και να ορίσει ως τέρμα των Ιστοριών το 144.
 
Όπως ο Ηρόδοτος και ο Θουκυδίδης πριν από αυτόν, έτσι και ο Πολύβιος προτάσσει στο κυρίως μέρος του έργου ένα εισαγωγικό τμήμα, τη λεγόμενη προκατασκευή, η οποία καλύπτει τα δύο πρώτα βιβλία και πραγματεύεται γεγονότα της εποχής από το 264 έως το 220. Εδώ εξιστορεί τον πρώτο Καρχηδονιακό πόλεμο, τον πόλεμο που ακολούθησε ανάμεσα στους Καρχηδόνιους και τους μισθοφόρους τους, τις μάχες των Ρωμαίων εναντίον των Γαλατών, καθώς και την παλαιότερη ιστορία της Αχαϊκής Συμπολιτείας. Μέχρι το 5ο βιβλίο συνηθίζει να ολοκληρώνει την αφήγηση των γεγονότων που τον απασχολούν πριν προχωρήσει στα επόμενα. Από το 7ο βιβλίο όμως και εξής, όταν δηλαδή φθάνει στην εποχή που αρχίζει η συμπλοκή των γεγονότων, υιοθετεί τη μέθοδο του χρονικού και αφηγείται τα γεγονότα που συνέβησαν τον ίδιο χρόνο σε διάφορα μέρη του κόσμου, ακολουθώντας μια συγκεκριμένη σειρά, από την οποία σπάνια αποκλίνει. Ξεκινάει πάντα από την Ιταλία και τη Ρώμη, και συνεχίζει με τη Σικελία, την Ισπανία, την Καρχηδόνα, τη Νότια Ελλάδα, τη Μακεδονία, την Ασία και την Αίγυπτο, επαναλαμβάνοντας την περιδιάβασή του στις τρεις ηπείρους για κάθε έτος που καλύπτει το έργο του. Στη χρονολογική ταξινόμηση του υλικού του ο Πολύβιος χρησιμοποιεί τον υπολογισμό με τις Ολυμπιάδες. Η πάγια τακτική του είναι να αφιερώνει δύο βιβλία σε κάθε Ολυμπιάδα, έτσι ώστε το κάθε βιβλίο να περιλαμβάνει τα γεγονότα δύο ετών. Ωστόσο, ανάλογα με τη σπουδαιότητα των γεγονότων και την ποσότητα του διαθέσιμου υλικού, ο αφηγηματικός ρυθμός μπορεί άλλοτε να επιβραδύνεται, με αποτέλεσμα ένα βιβλίο να αντιστοιχεί σε ένα μόνο έτος (14, 15, 20, 29), και άλλοτε να επιταχύνεται σε σημείο που ένα βιβλίο να εξαντλεί μια ολόκληρη Ολυμπιάδα (19, 22, 25, 26, 30, 31, 32 και 33).
 
Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα βιβλία 6, 12 και 34, τα οποία έχουν παρεκβατικό χαρακτήρα. Συγκεκριμένα, στο έκτο ο Πολύβιος διακόπτει την αφήγηση του Αννιβαϊκού πολέμου για να εκθέσει τις αρχές του ρωμαϊκού πολιτεύματος αλλά και κάποια στοιχεία που σχετίζονται με την οργάνωση του στρατού και του καθημερινού βίου των Ρωμαίων. Στο δωδέκατο, με αφορμή την κριτική που ασκεί στον ομότεχνό του Τίμαιο τον Ταυρομενίτη, παραθέτει πληροφορίες αναφορικά με τη μεθοδολογία της ιστοριογραφίας. Τέλος, το τριακοστό τέταρτο βιβλίο είναι εξ ολοκλήρου αφιερωμένο στην πραγμάτευση γεωγραφικών ζητημάτων. Αναμφίβολα, μεγάλο μέρος της φήμης του Πολύβιου ως συγγραφέα οφείλεται στη διεξοδικότητα των παρεκβατικών αυτών αναλύσεων.
 
Αφηγηματική τεχνική: Το χαρακτηριστικότερο ίσως γνώρισμα του αφηγητή των Ιστοριών είναι η έντονη παρεμβατικότητά του. Κανείς άλλος αρχαίος Έλληνας ιστορικός, του οποίου το έργο σώζεται, δεν θα μπορούσε να συγκριθεί με τον Πολύβιο ως προς το πλήθος των παρεμβάσεών του. Ο Πολύβιος συστηματικά απευθύνεται στους αποδέκτες της αφήγησής του σε πρώτο πρόσωπο για να αιτιολογήσει τις συγγραφικές του επιλογές, να ανακεφαλαιώσει όσα έχει ήδη εκθέσει, να ασκήσει κριτική σε ομοτέχνους του, να αναφέρει επιπλέον πληροφορίες που μπορούν να βοηθήσουν τους αναγνώστες του, και να σχολιάσει τα γεγονότα και τους χαρακτήρες που παρουσιάζει. Οι μετααφηγηματικές αυτές παρατηρήσεις, που μπορεί είτε να επισυνάπτονται στο τέλος μιας αφηγηματικής ενότητας ως ἐπιμετρῶν λόγος είτε να παρεμβάλλονται στην αφήγηση, ενισχύουν την επικοινωνία ανάμεσα στον αφηγητή και τον αποδέκτη του προς όφελος και των δύο. Αφενός επιτρέπουν στον αφηγητή να οργανώσει το κείμενο, να εξηγήσει ό,τι διαφορετικά θα μπορούσε να παρερμηνευθεί ή να μείνει ασαφές, και να προκαταλάβει ενδεχόμενες αντιδράσεις και ενστάσεις εκ μέρους των αναγνωστών ή των ομοτέχνων του. Αφετέρου εφοδιάζουν τους αποδέκτες με απαραίτητες πληροφορίες, βοηθώντας τους να κατανοήσουν καλύτερα και σφαιρικότερα τα γεγονότα.
 
Παρά τη συχνότητά τους, ωστόσο, οι πρωτοπρόσωπες παρεμβάσεις του αφηγητή των Ιστοριών δεν επισκιάζουν τις συνθετικές ικανότητες και τις ενορχηστρωτικές αρετές του. Τα αφηγηματική τμήματα διακρίνονται για την επιμελημένη κατασκευή τους. Η εναλλαγή των θεάτρων δράσης που επαναλαμβάνεται στην αφήγηση κάθε έτους παρέχει στον αφηγητή τη δυνατότητα όχι μόνο να παρουσιάσει τα γεγονότα που εκτυλίσσονται (σχεδόν) ταυτόχρονα σε διάφορες περιοχές της οικουμένης αλλά να τα συσχετίσει και να τονίσει τα σημεία επαφής και τις διασυνδέσεις τους. Ο παραλληλισμός των γεγονότων επιτυγχάνεται ακόμη με τη βοήθεια των ποικίλων αναχρονιών που χρησιμοποιούνται στην αφήγηση. Τα διάφορα είδη αχρονικής διευθέτησης (αναλήψεις, προλήψεις) αναδεικνύουν σχέσεις αντίθεσης ή αναλογίας ανάμεσα στα γεγονότα, φωτίζοντας από πολλές πλευρές κεντρικά ζητήματα του έργου.
 
Οι αφηγηματικές δεξιότητες του Πολύβιου είναι ιδιαίτερα εμφανείς και στους τρόπους με τους οποίους αξιοποιείται η τεχνική της εσωτερικής εστίασης στην παρουσίαση των μαχών και γενικότερα των στρατιωτικών επιχειρήσεων. Στις περιπτώσεις αυτές η εσωτερική εστίαση λειτουργεί για να καταδείξει πώς τα οπτικά ερεθίσματα και οι νοητικές διεργασίες των αντιμαχόμενων καθορίζουν το αποτέλεσμα της σύγκρουσης. Επιπλέον, οι συχνές εναλλαγές της εστίασης τοποθετούν τον αποδέκτη στη θέση ενός σύγχρονου παρατηρητή, δημιουργώντας κατ' αυτόν τον τρόπο προσδοκίες στο επίπεδο της ανάγνωσης παρόμοιες με εκείνες των χαρακτήρων στο επίπεδο της ιστορίας. Η εστίαση χρησιμεύει επίσης στην αποκάλυψη των κινήτρων πίσω από τις επιλογές και τις ενέργειες των χαρακτήρων. Όπως στον Ηρόδοτο και τον Θουκυδίδη, έτσι και στον Πολύβιο η πρόσβαση που παρέχει στις νοητικές λειτουργίες των πρωταγωνιστών δεν συνεισφέρει απλώς στην ερμηνεία των ατομικών και συλλογικών συμπεριφορών που καταγράφονται στην αφήγηση, αλλά και στην κατάρτιση σχημάτων που αποσκοπούν στη σύλληψη μόνιμων ανθρώπινων χαρακτηριστικών μέσα από την αναπαράσταση συγκεκριμένων καταστάσεων.
 
Ιστορική μέθοδος: Ο Πολύβιος, σε αντίθεση με άλλους ιστορικούς, θίγει πολύ συχνά ζητήματα που αφορούν τη μεθοδολογία της ιστοριογραφίας. Η συχνότητα των σχετικών παρατηρήσεων, ιδιαίτερα εντυπωσιακή αν λάβει κανείς υπόψη την αποσπασματική κατάσταση του έργου, οδήγησε τον Benedetto Croce να χαρακτηρίσει τον Πολύβιο ως τον Αριστοτέλη της ελληνικής ιστοριογραφίας. Πράγματι, όπως επισημαίνεται συχνά, το έργο του Πολύβιου περιέχει υλικό που θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελέσει ένα εγχειρίδιο μεθοδολογίας της ιστορίας. Οι παρατηρήσεις αυτές βέβαια δεν είναι συγκεντρωμένες σε ένα βιβλίο, αλλά διατυπώνονται σε διάσπαρτα σημεία των Ιστοριών, και συνηθέστερα εκεί όπου ο Πολύβιος εμφανίζεται να διαφωνεί με τους ομοτέχνους του.
 
Ο Πολύβιος πρεσβεύει ότι η παρουσίαση των ιστορικών γεγονότων με ακρίβεια συνιστά θεμελιακή υποχρέωση του ιστορικού. Διαφορετικά, όπως παρατηρεί χαρακτηριστικά, αν αφαιρέσει κανείς την αλήθεια από την ιστορία, τὸ καταλειπόμενον αὐτῆς ἀνωφελὲς γίνεται διήγημα (αυτό που απομένει είναι μια ανώφελη διήγηση, 1.14.7). Προκειμένου να συνθέσει ένα ωφέλιμο έργο, ο ιστορικός οφείλει να παρουσιάζει τα γεγονότα όπως έγιναν, να αποστασιοποιείται από τους χαρακτήρες που σχολιάζει, και να τους αξιολογεί ανάλογα με τις πράξεις τους. Ο Πολύβιος αναφέρει τρεις βασικές προϋποθέσεις για τη συγγραφή ιστορίας: α) τη μελέτη και κριτική των πηγών, β) την αυτοψία και γ) την πολιτική και στρατιωτική εμπειρία. Η εξέταση των γραπτών πηγών έχει οπωσδήποτε τη σημασία της, ιδίως σε ό,τι αφορά την εξιστόρηση παλαιότερων γεγονότων, η συγγραφή όμως σύγχρονης ιστορίας απαιτεί ένα είδος έρευνας που δεν διδάσκεται στη βιβλιοθήκη. Οι ιστορικοί που έχουν την εντύπωση ότι είναι ικανοί να ανταποκριθούν στο καθήκον τους με επιτυχία επειδή πέρασαν πολλές ώρες στις βιβλιοθήκες παρομοιάζονται από τον Πολύβιο με ζωγράφους που νομίζουν ότι κατέκτησαν την τέχνη παρατηρώντας τα έργα παλαιών δασκάλων (12.25e 7). Όσον αφορά την αυτοψία, ο Πολύβιος θεωρεί ότι η χρησιμότητά της είναι δεδομένη. Επειδή όμως είναι αδύνατο να βρίσκεται κανείς παντού, ο ιστορικός οφείλει να συμπληρώνει την επιτόπια έρευνά του με την εξέταση αυτοπτών μαρτύρων, και στη συνέχεια να υποβάλλει τις πληροφορίες τους σε κριτικό έλεγχο για να αποφασίσει ποιες θα συμπεριλάβει στο έργο του ως αξιόπιστες και ποιες όχι. Η προφορική εξέταση πρέπει ωστόσο να γίνεται από ιστορικούς με εμπειρία στα πολιτικά και στρατιωτικά ζητήματα, ώστε να κάνουν τις κατάλληλες ερωτήσεις και να αξιοποιούν σωστά τις πληροφορίες που συλλέγουν. Ακόμη και η προσωπική αυτοψία δεν μπορεί να αποτρέψει τον ιστορικό από το να σχηματίσει μια εσφαλμένη άποψη για το τι ακριβώς έγινε, όταν αυτός δεν έχει αρκετή εμπειρία ώστε να ξέρει πού να εστιάσει το βλέμμα του.
 
Ο Πολύβιος, επομένως, από τη μία πλευρά, αντιπροσωπεύει την επιστροφή στο ιδεώδες του Θουκυδίδη, αντιδρώντας απέναντι στην τάση πολλών ομοτέχνων του που προέκριναν την παροδική συναισθηματική διέγερση και την πρόσκαιρη τέρψη σε βάρος της αλήθειας και της ωφέλειας που αποκομίζει ο αναγνώστης από τη μελέτη της ιστορίας. Ο ίδιος προσδιορίζει το έργο του ως πραγματικὴ ἱστορία, δηλαδή ως ιστορία που παρουσιάζει πολιτικές και στρατιωτικές πράξεις, και καθιστά σαφές ότι απευθύνεται σε αναγνώστες που ενδιαφέρονται για την πολιτική. Από την άλλη πλευρά, όμως, σε αντίθεση με τον Θουκυδίδη, το πλαίσιο μέσα στο οποίο θέλει να εκπληρώσει τους διδακτικούς στόχους του δεν είναι η ιστορική μονογραφία, αλλά η παγκόσμια ιστορία. Η επιλογή του αυτή υπαγορεύεται ασφαλώς σε μεγάλο βαθμό από τις νέες και πρωτοφανείς ιστορικές συνθήκες. Οι ιστορικές μονογραφίες ελέγχονται ανεπαρκείς και ακατάλληλες να αποτυπώσουν την προϊούσα συμπλοκή των γεγονότων. Οι ιστορικοί που επιμένουν να πραγματεύονται τοπικούς πολέμους και περιστασιακά γεγονότα αγνοώντας τη μοναδική αυτή ιστορική εξέλιξη παραλληλίζονται με όσους πιστεύουν ότι επισκεπτόμενοι μεμονωμένες πόλεις ή παρατηρώντας τες σχεδιασμένες χωριστά τη μία από την άλλη αποκτούν μια συνολική θεώρηση του κόσμου. Ο Πολύβιος δεν απορρίπτει το ενδεχόμενο να σχηματίσει κανείς μια ιδέα για το σύνολο από τα μέρη, η πρόσκτηση όμως στέρεας γνώσης είναι τελείως διαφορετική υπόθεση και προϋποθέτει την αντιβολή των επιμέρους στοιχείων που προσφέρει η παγκόσμια ιστορία.

Δευτέρα 27 Αυγούστου 2018

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Ἱκέτιδες (678-709)

μηδέ τις ἀνδροκμὴς [στρ. γ]
λοιγὸς ἐπελθέτω
680 τάνδε πόλιν δαΐζων,
ἄχορον ἀκίθαριν
δακρυογόνον Ἄρη
βοάν τ᾽ ἔνδημον ἐξοπλίζων.
νούσων δ᾽ ἑσμὸς ἀπ᾽ ἀστῶν
685 ἵζοι κρατὸς ἀτερπής·
εὐμενὴς δ᾽ ὁ Λύκειος ἔ-
στω πάσᾳ νεολαίᾳ.

καρποτελῆ δέ τοι [ἀντ. γ]
Ζεὺς ἐπικραινέτω
690 φέρματι γᾶν πανώρῳ·
πρόνομα δὲ βότ᾽ ἀγροῖς
πολύγονα τελέθοι·
τὸ πᾶν τ᾽ ἐκ δαιμόνων λάχοιεν.
εὔφημον δ᾽ ἐπὶ βωμοῖς
695 μοῦσαν θείατ᾽ ἀοιδοί·
ἁγνῶν τ᾽ ἐκ στομάτων φερέ-
σθω φήμα φιλοφόρμιγξ.

φυλάσσοι τ᾽ ἀτρεμαῖα τιμὰς [στρ. δ]
τὸ δάμιον, τὸ πτόλιν κρατύνει,
700 προμαθὶς εὐκοινόμητις ἀρχά·
ξένοισί τ᾽ εὐξυμβόλους,
πρὶν ἐξοπλίζειν Ἄρη,
δίκας ἄτερ πημάτων διδοῖεν.

θεοὺς δ᾽, οἳ γᾶν ἔχουσιν, αἰεὶ [ἀντ. δ]
705 τίοιεν ἐγχωρίοις πατρῴαις
δαφνηφόροις βουθύτοισι τιμαῖς.
τὸ γὰρ τεκόντων σέβας
τρίτον τόδ᾽ ἐν θεσμίοις
Δίκας γέγραπται μεγιστοτίμου.

***
Κανείς ανθρωποφτόρος χαλασμός
να πέφτει μέσα εδώ ας μη σώνει
680 ρημάζοντας την πόλη,
κι αντίς κιθάρες και χορούς,
Άρη με δάκρυα κι οδυρμούς
κι αμάχης ντόπιας χλαλοή αρματώνει.
Το σμάρι οι αρρώστιες οι κακές
μακριά ας πετά απ᾽ τις κεφαλές
των πολιτών κι αλλού ας καθίσει
και σ᾽ όλη τους να προσγελά
τη νεολαία γκαρδιακά
ο Λύκειος ας θελήσει.

Κι ακόμη ας δίνει ο Δίας στη γης
690 άφτονες να τελειώνει τις σοδειές της
και τους καρπούς κάθ᾽ εποχής·
όλα οι θεοί ας τα ευλογούνε
και τα κοπάδια στις βοσκές
με πολλές γέννες να φτουρούνε.
Σε πανηγύρια γιορτινά
οι ψάλτες άσματα ιερά
στους βωμούς ας τονίζουν γύρα,
και στόματα παρθενικά
τραγούδια ας χύνουνε φαιδρά
με συνοδεία τη λύρα.

Έτσι πάντ᾽ ας φυλάγει απαρασάλευτα
τα δικαιώματά της η Εξουσία,
που κυβερνάει τη χώρα και προβλεπτική
700 έχει φροντίδα την κοινή ευτυχία·
και με τους ξένους καλοσύβαστοι,
πριν πόλεμο αρματώσουνε και γίνουν
όσα κακά αναπόφευγα,
με δίκες τις διαφορές ας λύνουν.

Στους ντόπιους τους θεούς πὄχουν τη χώρα τους
πάντ᾽ ας προσφέρουνε τιμή ορισμένη
από τους νόμους τους πατροπαράδοτους,
θυσίες βοδιών, δαφνοστεφανωμένοι·
γιατί, να ᾽χουμε σέβας στους πατέρες μας
αυτή έχει τρίτην εντολήν η Δίκη
στους νόμους της γραμμένη, η πανυπέρτατη,
που η πιο τιμή η μεγάλη της ανήκει.