Κυριακή 1 Απριλίου 2018

Η ΠΕΙΡΑΤΕΙΑ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ ΤΟ ΜΕΣΑΙΩΝΑ ΕΩΣ ΤΟ 1821

Η ΠΕΙΡΑΤΕΙΑ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ

Η Φύση και τα Ιδιαίτερα Χαρακτηριστικά της Πειρατείας στη Θάλασσα του Αιγαίου

Η πειρατεία στο Αιγαίο αποτέλεσε συνεχές ιστορικό φαινόμενο μέσα στους αιώνες που εξετάζουμε, με μεταβαλλόμενη ένταση και διαφορετική φύση κατά περιόδους. Η αναφορά, κατά συνέπεια, στο ιστορικό φαινόμενο της πειρατείας από το 13ο αιώνα ως περίπου και τις παραμονές της Ελληνικής Επανάστασης δεν μπορεί να είναι μονοσήμαντη, αλλά πρέπει να υπολογίζονται όλες οι εκφάνσεις του φαινομένου.

Πιο συγκεκριμένα, η επαρκής ανάλυση προϋποθέτει τη διάκριση της πειρατείας από το κούρσος, δηλαδή τη με συγκεκριμένους στόχους, ελεγχόμενη από μία κρατική εξουσία, κατευθυνόμενη πειρατεία. Επίσης, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η διάκριση ανάμεσα στην πειρατεία με καθαρά κερδοσκοπικά κίνητρα από εκείνη που γινόταν μέσα στο πλαίσιο ναυτικού διακρατικού ή ιερού πολέμου...

Ακόμη και σε αυτές τις περιπτώσεις, η μεταπήδηση από τη μία μορφή πειρατείας στην άλλη ήταν ιδιαίτερα συνηθισμένη, γεγονός που καθιστά ακόμη πιο δύσκολη την έρευνα του φαινομένου. Δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις που απλοί πειρατές μετατρέπονταν σε κουρσάρους μέσα στο πλαίσιο του ιερού πολέμου και στην υπηρεσία μιας κρατικής εξουσίας, όπως συνέβη, για παράδειγμα, με το Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα. Από την άλλη πλευρά, μορφές πειρατείας που γίνονταν στο όνομα της θρησκείας και του ιερού πολέμου εκτρέπονταν πολύ συχνά σε ληστρικές επιδρομές, ανεξάρτητα από τη θρησκεία των θυμάτων, όπως συνέβαινε στην περίπτωση των Ιωαννιτών ιπποτών.

Πρέπει ακόμη να γίνεται διάκριση ανάμεσα στην πειρατεία που προερχόταν από δυνάμεις που βρίσκονταν εκτός Αιγαίου (κυρίως από ευρωπαϊκά και βορειοαφρικανικά Μουσουλμανικά κράτη), και από αυτή, μικρότερης κλίμακας, που προερχόταν από τους ντόπιους νησιωτικούς πληθυσμούς. Αυτό, βέβαια, δε σημαίνει ότι οι δύο αυτές μορφές πειρατείας δεν αλληλοδιαπλέκονταν. Δεν ήταν λίγες οι φορές, ιδιαίτερα από το 17ο αιώνα και μετά, που ντόπιοι ναυτικοί υπηρετούσαν σε ευρωπαϊκούς πειρατικούς στόλους ή ακόμη λειτουργούσαν ως κουρσάροι ξένων ναυτικών δυνάμεων.

Επιπλέον διάκριση πρέπει να γίνεται και στις μορφές της πειρατείας, όσον αφορά τους στόχους της. Αν δηλαδή οι πειρατές ή κουρσάροι κούρσευαν μόνο πλοία ή λεηλατούσαν και παραθαλάσσιες περιοχές. Αν είχαν στόχο κυρίως την πώληση αιχμαλώτων ως δούλων ή αποκλειστικά εμπορεύσιμα αγαθά.
 

Δεν μπορούμε, τέλος, να παραβλέψουμε τις διαφορετικές οπτικές των ανθρώπων της εποχής. Σίγουρα οι απόψεις των πειρατών για τις ενέργειές τους ήταν διαφορετικές από αυτές των θυμάτων τους ή του κράτους το οποίο ζημίωναν. Αν ο Μοροζίνι για τους Βενετούς ήταν ήρωας, για τους Οθωμανούς δεν ήταν παρά ένας πειρατής, ενώ το αντίστροφο ίσχυε για τον Μπαρμπαρόσα. Ακόμη, διαφορετικές θα ήταν οι αντιλήψεις για την πειρατική δράση των κοινοτήτων που έπεφταν θύματα των πειρατών από τις αντιλήψεις των κοινοτήτων που είτε ασκούσαν πειρατεία είτε ωφελούνταν οικονομικά από αυτή.

Οι παραπάνω παράμετροι, καθώς και αρκετές άλλες, με την πολυπλοκότητα και την αλληλοεπικάλυψή τους, διαμορφώνουν το διαχρονικό φαινόμενο της πειρατείας στο Αρχιπέλαγος, με τις διάφορες εκφάνσεις του κατά περιόδους.

Το Γεωγραφικό - Πολιτικό και Οικονομικό Υπόβαθρο της Πειρατείας στο Αιγαίο

Πέρα από τις διάφορες μορφές του φαινομένου της πειρατείας, πρέπει να αναφερθούμε και σε κάποιους συγκεκριμένους παράγοντες οι οποίοι αποτέλεσαν είτε το υπόβαθρο που ευνόησε την εκδήλωση της πειρατικής δράσης είτε τα ίδια τα αίτια που οδήγησαν σε αυτή. Ένας πρώτος παράγοντας είναι η γεωγραφική θέση του Αιγαίου μέσα στον ευρύτερο χώρο της Μεσογείου, όπως επίσης και η ιδιαίτερη γεωμορφολογία του Αρχιπελάγους.

Πιο συγκεκριμένα, το Αιγαίο σε όλη αυτή τη χρονική περίοδο βρισκόταν πάνω στους τρεις βασικούς εμπορικούς άξονες που ένωναν τη Δύση με την Ανατολή και, κατ’ επέκταση, με τους δρόμους του μεταξιού και των μπαχαρικών. Έτσι, το Αιγαίο αποτελούσε μέρος του άξονα από τα λιμάνια της Δύσης προς την Κωνσταντινούπολη και από εκεί στη διαδρομή του μεταξιού προς την Κίνα.
 

Επιπλέον, το νότιο Αιγαίο ήταν πάνω στον άξονα από την Ευρώπη προς τη Συρία και τους Αγίους Τόπους, όπου βρισκόταν η εναλλακτική αφετηρία του δρόμου του μεταξιού. Τέλος, το νοτιοανατολικό Αιγαίο, και συγκεκριμένα τα Δωδεκάνησα, αποτελούσαν τον κόμβο που συνέδεε την πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με το λιμάνι της Αλεξάνδρειας, σταθμό του εμπορίου των μπαχαρικών, ίσως του πιο επικερδούς εμπορίου για μεγάλες χρονικές περιόδους.

Αυτοί οι εμπορικοί άξονες, καθ’ όλη την περίοδο που εξετάζουμε, δεν έχασαν ουσιαστικά την αξία τους παρά την ανακάλυψη του Νέου Κόσμου και των εναλλακτικών διαδρομών προς τις Ινδίες, στα τέλη του 15ου αιώνα. Ήταν λοιπόν επόμενο το Αιγαίο να αποτελεί, ως μέρος της Ανατολικής Μεσογείου, πεδίο σύγκρουσης των μεγάλων ναυτικών και εμπορικών δυνάμεων. Ακριβώς αυτή η πολεμική σύγκρουση, κυρίως της οθωμανικής εξουσίας με τα δυτικά κράτη για τον έλεγχο των εμπορικών αξόνων, η οποία ήταν σχεδόν ακατάπαυστη, ευνόησε την εκδήλωση της πειρατείας με διάφορες μορφές.

Αυτή η σύγκρουση όμως δε σημαίνει ότι αποκλειόταν το εμπόριο της Δύσης με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Οι εμπορικές συμφωνίες, γνωστές ως διομολογήσεις, που ξεκίνησαν από το 16ο αιώνα, με πρώτη αυτή με τη Γαλλία, φανέρωναν τη διάθεση των Οθωμανών για την ανάπτυξη του εμπορίου. Οι Οθωμανοί φρόντιζαν να συνάπτουν εμπορικές συμφωνίες ακόμη και με τη μεγαλύτερη αντίπαλό τους, τη Βενετία, έπειτα από κάθε πολεμική σύγκρουση μαζί της.

Και η ιδιαίτερη μορφολογία του Αιγαίου όμως, σε συνδυασμό με τους τρόπους ναυσιπλοΐας της εποχής, ευνόησε τη δράση πειρατών και κουρσάρων, ντόπιων και ξένων. Χάρη στην πληθώρα μικρών φυσικών λιμανιών και ορμίσκων, οι πειρατές είχαν τη δυνατότητα πρόσβασης σε κρησφύγετα, εναλλακτικά αραξοβόλια και παζάρια, μακριά από οποιαδήποτε κρατική εποπτεία. Παράλληλα, η ναυτική τεχνολογία της εποχής, σε συνδυασμό με τα πολλά νησιά, τις βραχονησίδες και τα ρεύματα στη θάλασσα του Αιγαίου, δημιουργούσε αναπόφευκτες ναυτικές διαδρομές μέσα από τα νησιά, καθιστώντας τα εμπορικά πλοία ευάλωτα σε πειρατικές επιδρομές, ακόμη και από τη στεριά, όπως συνέβαινε με την περίπτωση της Μάνης.
 

Παράλληλα με το γεωγραφικό υπόβαθρο, το πλαίσιο λειτουργίας της πειρατείας διαμορφώθηκε και από τις οικονομικές συνθήκες της εποχής. Ήδη από το 16ο αιώνα η άνοδος του εμπορικού καπιταλισμού στην Ευρώπη δε θα μπορούσε να αφήσει ανεπηρέαστη την Οθωμανική Αυτοκρατορία και κατά συνέπεια το Αρχιπέλαγος του Αιγαίου.

Η συνεχής ανάπτυξη του ναυτικού εμπορίου στην Ανατολική Μεσόγειο, παρά τις όποιες διακυμάνσεις λόγω των ιστορικών συγκυριών, διαμόρφωσε μια ακατάπαυστη ναυτική εμπορική κίνηση στην Ανατολική Μεσόγειο και στο Αιγαίο. Η λειτουργία του εμπορίου όμως ήταν άμεσα συνυφασμένη με την πειρατεία και το κούρσος ως προέκταση της οικονομικής δραστηριότητας. Σύμφωνα με τον F. Braudel, η πειρατεία, κατά τη νοοτροπία της εποχής, λειτουργούσε ως μια καταναγκαστική μορφή ανταλλαγής.

Από την άλλη πλευρά, πρέπει να σημειωθεί ότι η ναυτιλία –και ιδίως η πειρατεία– αποτελούσε κυρίως για τους χριστιανικούς πληθυσμούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μια οικονομική δραστηριότητα που δε συναντούσε σημαντικούς οικονομικούς και κοινωνικούς περιορισμούς, όπως συνέβαινε με άλλες οικονομικές δραστηριότητες, μέσα στο πλαίσιο του Οθωμανικού κράτους. Με αυτό τον τρόπο η πειρατεία και το κούρσος, ή έστω η έμμεση εμπλοκή με την πειρατεία, αποτελούσαν τη μοναδική –πιθανόν– διέξοδο για τα φτωχά σε υλικούς πόρους Αιγαιοπελαγίτικα νησιά.

Τέλος, πρέπει να σημειωθεί και η πολιτική παράμετρος, με την ευρύτερη έννοια του όρου, που διαμόρφωσε και προκάλεσε σε μεγάλο βαθμό την εκδήλωση των διάφορων πειρατικών δραστηριοτήτων. Και αυτή η παράμετρος είναι κυρίως η έλλειψη ικανής κρατικής εποπτείας της θάλασσας του Αιγαίου. Μία βασική αιτία ήταν, όπως προαναφέρθηκε, το πολεμικό κλίμα, το οποίο επικρατούσε για μεγάλο διάστημα στο Αιγαίο. Οι ναυτικοί πόλεμοι, και κυρίως οι επαναλαμβανόμενοι για δύο περίπου αιώνες Βενετο-Οθωμανικοί, οδήγησαν τις αντιμαχόμενες πλευρές στη χρήση πειρατών και κουρσάρων ως μια εναλλακτική και ανεπίσημη μορφή πολέμου.
 

Η Οθωμανική κυριαρχία επεκτάθηκε και σταθεροποιήθηκε στο Αιγαίο ήδη από τα μέσα του 16ου αιώνα. Ο κρατικός έλεγχος ωστόσο ήταν ελλιπής, είτε εξαιτίας της ανεπάρκειας της Πύλης είτε λόγω της έλλειψης κρατικής βούλησης για έναν τέτοιο έλεγχο. Η οθωμανική εξουσία λειτουργώντας αποκεντρωτικά –πολιτική που αποτελούσε και ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της– προτιμούσε να οχυρώνει μόνο τις πιο σημαντικές θέσεις στο Αιγαίο και να δίνει μεγάλα περιθώρια αυτονομίας στις ντόπιες κοινότητες. Αρκούνταν στην ετήσια συλλογή φόρων και στην περιστασιακή καταδίωξη πειρατικών στολίσκων.

Αυτή η τακτική είχε αποτέλεσμα, ακόμη και ύστερα από την κατάληψη των περισσότερων προγεφυρωμάτων των Δυτικών στο Αρχιπέλαγος, να παρέχεται η δυνατότητα εύκολης πρόσβασης στο Αιγαίο στους πειρατές και τους κουρσάρους από τη Δύση, ενώ ταυτόχρονα ευνοήθηκε η ντόπια πειρατεία. Με αυτό τον τρόπο, παράλληλα με το δίκτυο της οθωμανικής εξουσίας και το επίσημο εμπόριο, λειτουργούσε και το πειρατικό δίκτυο, αναπτύσσοντας ιδιαίτερες σχέσεις με κάποιες τοπικές κοινότητες, οι οποίες ουσιαστικά στήριζαν την επιβίωσή τους στην άμεση ή έμμεση εμπλοκή τους με την πειρατεία.

Το Φαινόμενο της Πειρατείας μέσα στο Ιστορικό του Πλαίσιο

Από τις αρχές του 13ου αιώνα ξεκινά η κατάληψη νησιών και παραθαλάσσιων περιοχών του Αιγαίου πελάγους από τους Δυτικούς και κυρίως τους Βενετούς. Το 15ο αιώνα το σύνολο σχεδόν των Κυκλάδων ανήκει στη Βενετία, αποτελώντας το επονομαζόμενο Δουκάτο της Νάξου. Τα νησιά Θάσος, Σαμοθράκη, Ίμβρος, Λήμνος, Χίος, Σάμος, Ικαρία ζουν κάτω από το ιδιόμορφο καθεστώς των Γενοβέζικων εμπορικών εταιρειών. Το μεγαλύτερο μέρος των Δωδεκανήσων ανήκει στους Ιωαννίτες ιππότες με έδρα τη Ρόδο.

Από εκεί εξαπολύουν πειρατικές επιδρομές εναντίον των μουσουλμάνων, ως συνέχεια των Σταυροφοριών. Παρ’ όλα αυτά, την εποχή αυτή η πειρατεία ασκείται κυρίως από Μουσουλμάνους πειρατές, που συνδέονται με τους πασάδες της Μικράς Ασίας. Σε αντίθεση με τους Βυζαντινούς, οι Λατίνοι προσανατολίζουν τη ζωή των νησιών προς τη θάλασσα. Οι οικισμοί εγκαταλείπουν τις παλιές ορεινές τους θέσεις και συνδέονται με το θαλάσσιο δίκτυο. Οι νέοι κυρίαρχοι οχυρώνουν και προστατεύουν τα λιμάνια και τις σκάλες, κυρίως αυτές που βρίσκονται πάνω στους βασικούς άξονες των εμπορικών διαδρομών.
 

Μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453 οι Οθωμανοί περνούν στην επίθεση στο Αιγαίο. Από τις αρχές του 16ου αιώνα και ως το 1537, το Αιγαίο υποφέρει από τις λεηλασίες του Μπαρμπαρόσα, Βορειοαφρικανού Μουσουλμάνου πειρατή Ελληνικής καταγωγής, που είχε μπει στην υπηρεσία του Σουλτάνου. Λεηλατεί περίπου 80 παραθαλάσσιες πόλεις και μεταφέρει στα σκλαβοπάζαρα γύρω στους 30.000 ανθρώπους.

Νησιά όπως η Αίγινα, τα Ψαρά, η Κύθνος, η Ικαρία και η Σάμος δέχονται τεράστια δημογραφικά πλήγματα. Μετά το 1537, όταν δηλαδή καταλαμβάνεται και το Δουκάτο της Νάξου, αρχίζουν οι προσπάθειες επανεποικισμού από την Πύλη. Με αυτή τη νίκη το Αιγαίο γίνεται Τουρκική λίμνη και, ως τη ναυμαχία της Ναυπάκτου το 1571, η πειρατεία είναι σαφώς ηπιότερη και πιο ελεγχόμενη.

Με την ήττα του Τουρκικού στόλου από τους συνασπισμένους χριστιανικούς πληθυσμούς το 1571 αλλάζει πάλι το σκηνικό στο Αιγαίο. Ο Οθωμανικός στόλος για προληπτικούς λόγους αποσύρεται στα Δαρδανέλια, ενώ χριστιανοί πειρατές κάνουν την εμφάνισή τους στην περιοχή, ασκώντας πειρατεία παράλληλα με μουσουλμάνους, Βορειοαφρικανούς και Οθωμανούς πειρατές. Οι χριστιανοί πειρατές βρίσκονται συνήθως στην υπηρεσία του Πάπα, των Ισπανών και των Μεδίκων. Παρά την έντονη πειρατική δράση στα 30 χρόνια που ακολουθούν ως τις αρχές του 17ου, ξεκινούν πιο συστηματικά ο επανεποικισμός, με πρωτοβουλία κατά κύριο λόγο της Πύλης, από χριστιανικούς πληθυσμούς, Ελληνικούς και Αλβανικούς, καθώς και η οικιστική ανοικοδόμηση στο Αιγαίο.

Ο 17ος αιώνας χαρακτηρίζεται από τη μεγάλη Βενετοοθωμανική σύγκρουση, με επίκεντρο πλέον το νησί της Κρήτης. Στο πλαίσιο των Βενετοοθωμανικών πολέμων, πολλοί πειρατές, ανάμεσά τους και ντόπιοι νησιώτες, χρησιμοποιούνται εκατέρωθεν ως ένας διαφορετικός τρόπος ναυτικού πολέμου. Στον αιώνα αυτό τρεις κυριαρχίες λειτουργούν παράλληλα και ανταγωνιστικά στο Αιγαίο: των Οθωμανών, των Βενετών και των πειρατών. Αυτή η ρευστή κατάσταση διαμορφώνει ένα πλαίσιο αυτονομίας για τα νησιά του Αιγαίου. Αναπτύσσεται ένα διανησιωτικό πλέγμα επικοινωνίας και εμπορικής κίνησης, που συνυφαίνεται με την πειρατεία.
 

Με την οριστική λήξη των Βενετοοθωμανικών πολέμων το 1699 με τη συνθήκη του Κάρλοβιτς, αρχίζει και η οικονομική και οικιστική ανάπτυξη του Αιγαίου. Η πειρατεία εξακολουθεί να υφίσταται, φαίνεται όμως να έχει ενταχθεί σε μεγάλο βαθμό στην οικονομική και κοινωνική πρακτική και νοοτροπία των Αιγαιοπελαγίτικων κοινοτήτων. Οι κοινότητες των νησιών και των παραθαλάσσιων περιοχών, αν δεν ασκούν οι ίδιες πειρατεία, συνεργάζονται με πειρατές, λειτουργούν ως πειρατικά καταφύγια ή ως διαμετακομιστικά κέντρα για τους πειρατές και τους κουρσάρους.

Το 18ο αιώνα αντικείμενο πειρατείας των χριστιανικών δυνάμεων, με πρωτοστάτη την Αγγλία, δεν είναι πλέον οι μουσουλμάνοι, αλλά τα Γαλλικά εμπορικά πλοία, τα οποία κυριαρχούν στο εμπόριο με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Για αυτό το σκοπό χρησιμοποιούνται και ντόπιοι νησιώτες ως κουρσάροι. Παράλληλα, και η ίδια η φύση της πειρατείας αλλάζει στις αρχές του 18ου αιώνα. Στόχος πλέον είναι κατά κύριο λόγο τα πλοία εν κινήσει και τα εμπορεύματά τους και όχι οι άνθρωποι με προορισμό την υποδούλωση. Βασικό ρόλο σε αυτό φαίνεται να έπαιξε η διάδοση του ιστιοφόρου, γεγονός που ανέκοψε τη ζήτηση για κωπηλάτες στις γαλέρες.

Από τις αρχές του 18ου αιώνα αναπτύσσεται στις νέες αυτές συνθήκες μια νέα εμπορική και ναυτική τάξη στις Αιγαιοπελαγίτικες κοινότητες, η οποία αναλαμβάνει και τον πολιτικό έλεγχο των κοινοτήτων μέσα στο πλαίσιο της αυτοδιοίκησης. Η εμπορική αυτή τάξη λειτουργεί στα όρια μεταξύ του εμπορίου και της πειρατείας. Εκμεταλλεύεται τις Ρωσοοθωμανικές και Αγγλογαλλικές συγκρούσεις στα τέλη του 18ου αιώνα και με την εμπορική και πειρατική της ιδιότητα μονοπωλεί σχεδόν την εμπορική κίνηση του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου ως το τέλος των Ναπολεόντειων πολέμων το 1815.
 

Συνέπειες της Πειρατικής Δραστηριότητας στη Διαμόρφωση της Ζωής των Κοινοτήτων του Αιγαίου

Η δράση των πειρατών και των κουρσάρων στο Αρχιπέλαγος δεν μπορεί να ιδωθεί μόνο ως αποτέλεσμα των ιδιαίτερων συνθηκών που επικρατούσαν σε όλη τη διάρκεια που εξετάζουμε, αλλά και ως μια σημαντική δυναμική που διαμόρφωσε την οικονομική, κοινωνική και πολιτισμική ταυτότητα των Αιγαιοπελαγίτικων κοινοτήτων.

Μια συνηθισμένη οπτική για την πειρατεία είναι αυτή της λεηλασίας, του εξανδραποδισμού και της ερήμωσης των οικισμών του Αιγαίου, ακόμη και ολόκληρων νησιών. Αυτή η αντίληψη μπορεί ως ένα βαθμό να θεωρηθεί σωστή, είναι όμως σίγουρα ανεπαρκής και μπορεί να λειτουργήσει παραπλανητικά. Πράγματι κατά καιρούς, όπως στην περίπτωση του Βορειοαφρικανού πειρατή Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα, ολόκληρες πόλεις και νησιά λεηλατήθηκαν και ερημώθηκαν.

Από την άλλη όμως θα ήταν υπερβολικό να θεωρήσουμε ότι αυτή η κατάσταση επικρατούσε σε ολόκληρο το Αιγαίο με την ίδια ένταση σε όλη την εξεταζόμενη χρονική περίοδο. Μια τέτοια καταστροφική τακτική θα ήταν αδύνατο να εφαρμόζεται συνεχώς λόγω των περιορισμένων πόρων και των μικρών σχετικά πληθυσμών των περισσότερων νησιωτικών περιοχών. Επίσης, είναι αμφισβητήσιμο το κατά πόσο νησιά με μεγάλη ενδοχώρα θα μπορούσαν να ερημωθούν ολοκληρωτικά, όπως υποστηρίζουν διάφορες πηγές.
 

Η πραγματικότητα είναι πολυδιάστατη. Οι κοινότητες του Αιγαίου, μετά τον επαναπροσανατολισμό τους κατά το 14ο αιώνα προς τη θάλασσα, δε φαίνεται, παρά τις πειρατικές επιδρομές, να απομακρύνονται από αυτή. Σε μακροϊστορικό επίπεδο, παρά τις όποιες ερημώσεις, τουλάχιστον οι σημαντικές οχυρές θέσεις στο Αιγαίο που έλεγχαν τα περάσματα παρέμεναν στραμμένες προς τη ναυτική δραστηριότητα. Αυτή φαίνεται να είναι και η γενικότερη τάση όσων οικισμών επανεποικίζονταν, σύμφωνα με την πολιτική της Πύλης.

Σε οικονομικό επίπεδο, πολλά νησιά και παραθαλάσσιες περιοχές φαίνεται ότι στήριξαν την επιβίωσή τους στην πειρατεία ή στην ειδική σχέση που είχαν με αυτή. Νησιά όπως η Μήλος, η Κίμωλος και η Μύκονος λειτουργούσαν ως αραξοβόλια πειρατών και ως εμπορικοί σταθμοί της λείας τους. Μακροπρόθεσμα η πειρατεία και το κούρσος εντάχθηκαν ως εξωοικονομικός παράγοντας στη ναυτιλιακή δραστηριότητα των νησιών. Λειτούργησαν ως ένας από τους πιο αποτελεσματικούς τρόπους συσσώρευσης κεφαλαίου, το οποίο επενδυόταν στις παράλληλες εμπορικές δραστηριότητες.

Χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της εξέλιξης ήταν η Ύδρα, οι Σπέτσες και τα Ψαρά. Έτσι παρατηρούμε, ήδη από το 17ο αιώνα, τη διαμόρφωση ενός εκτεταμένου διανησιωτικού εμπορικού δικτύου, το οποίο από τις αρχές του 18ου αιώνα επεκτεινόταν και εκτός Αιγαίου. Το αποτέλεσμα ήταν η εμπορική αστική τάξη των Αιγαιοπελαγίτικων κοινοτήτων να ελέγχει τα ¾ της εμπορικής κίνησης στην Ανατολική Μεσόγειο μετά τις ρωσοοθωμανικές συνθήκες του β΄ μισού του 18ου αιώνα και ως το τέλος των Ναπολεόντειων πολέμων.

Αυτή η οικονομική ελίτ θα αναλάβει και την πολιτική διοίκηση των κοινοτήτων μέσα στο πλαίσιο της εκτεταμένης αυτοδιοίκησης και της χαλαρής κρατικής εποπτείας. Το πειρατικό δίκτυο, ιδιαίτερα από το 18οαιώνα, αναπτύσσεται παράλληλα με τα εμπορικά δίκτυα των ευρωπαϊκών στόλων και το διοικητικό δίκτυο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αυτή η πραγματικότητα όμως ενισχύει την οικονομική, πολιτική και πολιτισμική ενότητα του χώρου του Αιγαίου, η οποία λειτουργεί σε παραλληλία ή σε αντίθεση με τις κρατικές κυριαρχίες. Η ενότητα αυτή γίνεται αντιληπτή και από τις ίδιες τις κοινότητες και ιδιαίτερα από τις ιθύνουσες εμπορικές τάξεις.
 

Συνοψίζοντας λοιπόν, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι, παρά τις καταστροφές που υπέφεραν οι κοινότητες του Αιγαίου εξαιτίας της πειρατείας, μακροπρόθεσμα το φαινόμενο αυτό, συμβάλλοντας καθοριστικά στη διαμόρφωση μιας αυτόνομης και ισχυρής ταυτότητας, εξασφάλισε ένα πραγματικό επίπεδο ευημερίας.

Επηρέασε όλες τις πτυχές της ιστορικής πορείας των αιγαιοπελαγίτικων κοινοτήτων, από την οικονομική ανάπτυξη και την πολιτική διοίκηση ως την αρχιτεκτονική και τα πολιτισμικά πρότυπα. Οι οικονομικές και κοινωνικές ελίτ που θα αναδυθούν μέσα από τις κοινότητες αυτές θα παίξουν πολύ σημαντικό ρόλο στην Επανάσταση του 1821, χάρη στη συσσώρευση πλούτου και στην απόκτηση πολεμικής εμπειρίας.

Η ΠΕΙΡΑΤΕΙΑ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ ΑΠΟ ΤΑ ΥΣΤΕΡΟΒΥΖΑΝΤΙΝΑ ΧΡΟΝΙΑ ΩΣ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821

Στα Βυζαντινά χρόνια οι πειρατικές επιδρομές απασχολούν συχνά τον Αυτοκρατορικό Στόλο. Ιδιαίτερα τον 9ο αι. το φαινόμενο έχει αναπτυχθεί σε βαθμό ανησυχητικό. Ήδη από τις πρώτες δεκαετίες του αιώνα η Κρήτη αποτελεί ορμητήριο πειρατών ακολουθούν η Σικελία και η Συρία. Η Πελοπόννησος και τα νησιά δεινοπαθούν. Αρκετά νησιά υποχρεώνονται να πληρώνουν φόρο υποτέλειας στους πειρατές.

Η κατάσταση οξύνεται στα τέλη του 9ου αι. και στις αρχές του 10ου. Το 904 μ.Χ. ο Λέων ο Τριπολίτης, χριστιανός εξωμότης, με ισχυρό πειρατικό στόλο επιχειρεί να διεισδύσει στον Ελλήσποντο. Τελικά στρέφεται προς τη Θεσσαλονίκη και τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς την καταλαμβάνει. Ο Ιωάννης Καμενιάτης, αυτόπτης μάρτυρας, αφηγείται με πολύ ενάργεια τις σφαγές, τις λεηλασίες και τις αιχμαλωσίες που ακολούθησαν.


Οι αιχμάλωτοι ανέρχονταν σε 22.000 και ήταν στην πλειοψηφία τους νέοι. Η Αυτοκρατορία προσπαθούσε να αντιμετωπίσει την όλη κατάσταση όχι μόνο με στρατιωτικές επιχειρήσεις αλλά και με διαπραγματεύσεις. Ο Λέων ο Χοιροσφάκτης, εκπρόσωπος του Αυτοκράτορα, καυχιέται ότι κατόρθωσε να εξαγοράσει από τους Άραβες 120.000 αιχμαλώτους. Η πληροφορία αυτή δείχνει το μέγεθος των καταστροφών που υφίστατο το Βυζάντιο την εποχή αυτή από τους πειρατές.

Ο 11ος αι. είναι για την Αυτοκρατορία περίοδος κρίσης. Η αγροτική κοινότητα καταστρέφεται, οι δυνατοί ενισχύονται υπέρμετρα, οι διαμάχες ανάμεσα στις μερίδες της αριστοκρατίας εντείνονται, ενώ οι Δυτικοί, οργανώνοντας τις Σταυροφορίες, λυμαίνονται τα εδάφη του Βυζαντίου. Η Βενετία —θα ακολουθήσουν αργότερα και άλλες ιταλικές πόλεις— αποκτά οικονομικά προνόμια στη βυζαντινή επικράτεια. Οι εξωτερικοί εχθροί πολλαπλασιάζονται και οι Σελτζούκοι Τούρκοι εγκαθίστανται οριστικά στη Μ. Ασία.

Τον 12ο αι. το Αιγαίο δεν παρέχει καμία ασφάλεια στους ταξιδιώτες. Η οικονομική διείσδυση των ιταλικών πόλεων στην Ανατολή και τελικά ο έλεγχος του εμπορίου από τη Δύση καθόρισε και την πορεία της αυτοκρατορίας ως ναυτικής δύναμης. Οι μεταρρυθμίσεις εξάλλου των Κομνηνών που αφορούσαν την χρηματοδότηση του στρατού και του στόλου επιτάχυναν την εξασθένιση των θεμάτων και συνεπώς τη θαλάσσια άμυνα του κράτους. Ουσιαστικά η αυτοκρατορία αδυνατεί να διασφαλίσει τους θαλάσσιους δρόμους, εφόσον δε διαθέτει ισχυρό ναυτικό, πράγμα που επιτρέπει στους πειρατές να δρουν σχεδόν ανενόχλητοι.

Η κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους (1204), ο διαμελισμός των εδαφών της Αυτοκρατορίας και η δημιουργία λατινικών κρατών στην Ανατολή είναι γεγονότα που ευνοούν ακόμη περισσότερο την πειρατική δράση, που συνεχίζεται στην ίδια περίπου έκταση και ένταση ως την Άλωση. Από τον 15ο αι. και μετά οι ελληνικές θάλασσες συχνά μεταβάλλονται σε πεδίο πολεμικών αναμετρήσεων Χριστιανών και Οθωμανών. Η επεκτατική πολιτική των Τούρκων προκάλεσε μόνο με τους Βενετούς επτά πολέμους σε διάστημα τριών αιώνων, που όλοι τους βέβαια είχαν ως στόχο τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου. Η κατά τόπους έκρυθμη κατάσταση που δημιουργούνταν διαιώνιζε και την πειρατική δραστηριότητα.


Εξάλλου από τον 17ο αι. ο οικονομικός ανταγωνισμός μεταξύ Άγγλων και Γάλλων στην Ανατολική Μεσόγειο αποτελεί έναν επιπρόσθετο αρνητικό παράγοντα, με αποτέλεσμα να έχει διαμορφωθεί στις θάλασσες μία κατάσταση σχεδόν ανεξέλεγκτη. Τούρκοι, Φράγκοι και πειρατές επιβάλλουν στους πληθυσμούς του Αιγαίου τον 16ο και 17ο αι. ένα καθεστώς στυγνής τυραννίας και εκμετάλλευσης. Η τούρκικη αρμάδα με τον Kαπουδάν-πασά εμφανίζεται στα νησιά μία φορά το χρόνο για να εισπράξει το χαράτσι. Το υπόλοιπο χρονικό διάστημα οι κάτοικοι είναι εκτεθειμένοι στην αρπακτικότητα των πειρατών.

Οι αρχικουρσάροι σε πολλά νησιά ασκούν εξουσία και εισπράττουν φόρους. Οποιοσδήποτε τολμήσει να αντισταθεί εξοντώνεται. Η ανάγκη για επιβίωση εξωθεί ολόκληρα νησιά σε συνθηκολόγηση με τους πειρατές. Κι αυτή τους η στάση όμως δεν τους λυτρώνει από τα δεινά, γιατί οι Τούρκοι με τη σειρά τους τους κατηγορούν ότι υποθάλπουν την πειρατεία. Οι Κυκλαδίτες αρκετές φορές, διακινδυνεύοντας τη ζωή τους προσπάθησαν να προστατέψουν τις τουρκικές αρχές αναλογιζόμενοι το μένος του Kαπουδάν-πασσά, όταν θα ερχόταν στα νησιά και θα μάθαινε πως αδιαφόρησαν για την τύχη κάποιου εκπροσώπου της εξουσίας στη διάρκεια της πειρατικής επιδρομής.

Έτσι συνέβαινε συχνά —αν και οξύμωρο— να προστατεύουν τους ίδιους τους δυνάστες τους. Ο μοναχός Urbano de Parigi αναφερόμενος στη Σύρο (17ος αι.) δίνει την πληροφορία πως οι κάτοικοι, μόλις αντικρίσουν κάποιο πλοίο, τρέχουν να κρυφτούν στο εσωτερικό του νησιού. Οι Τούρκοι χλευαστικά τους αποκαλούν λαγούς. Επίσης ο περιηγητής Paul Lucas, εκπρόσωπος του βασιλιά της Γαλλίας, κατά την επίσκεψη του στην Ίμβρο διαπιστώνει ότι οι κάτοικοι έχουν εγκαταλείψει τα παράλια και ζουν σε πύργους στα μεσόγεια.

Ο φόβος τους μάλιστα είναι τόσο μεγάλος, ώστε και οι πόρτες των σπιτιών απέχουν πολύ από το έδαφος και ανεβαίνουν με ξύλινες σκάλες που τις νύχτες τις σηκώνουν, για να προστατευθούν από κάποια αιφνιδιαστική επίθεση. Η εγκατάλειψη των παραλιακών περιοχών και η εγκατάσταση σε ασφαλέστερα μέρη είναι φαινόμενο που παρατηρείται συχνά στα χρόνια της σκλαβιάς και ιδιαίτερα σε περιόδους που η πειρατεία ανθεί.


Κατά τον ίδιο τρόπο εγκαταλείφθηκαν σταδιακά οι παραλιακοί συνοικισμοί της Θάσου —σύμφωνα με την άποψη του Απ. Βακαλόπουλου— και οι κάτοικοι μετακινήθηκαν προς το εσωτερικό του νησιού, ενώ άλλοι οικισμοί καταστράφηκαν από τους πειρατές. Ο Θεολόγος και η Παναγία —μεγάλα χωριά— χτίστηκαν σε τοποθεσίες που παρέχουν στους κατοίκους μια σχετική ασφάλεια. Συχνά όμως οι πειρατές—και δεν αναφερόμαστε αποκλειστικά στη Θάσο— δε δίσταζαν να προχωρούν στα μεσόγεια και να ληστεύουν απομακρυσμένους από τη θάλασσα οικισμούς.

Τον 16ο αι. αλλά ιδιαίτερα τον 17ο αι. η πειρατεία φαίνεται πως αποτελεί κανόνα της καθημερινής ζωής. Από τον Θερμαϊκό ως τη Μάνη και το Λιβυκό πέλαγος τα πειρατικά καράβια παραμονεύουν, για να δράσουν την κατάλληλη στιγμή. Οι Ελληνικές ακτές με τους βράχους, τις σπηλιές, τα δάση και τους αθέατους όρμους αναδεικνύονται σε ιδανικά κρησφύγετα. Ο περιηγητής Deshayes συμβουλεύει τους ταξιδιώτες για Κωνσταντινούπολη να αποφεύγουν το ταξίδι με πλοίο, μολονότι στοιχίζει φθηνότερα, γιατί οι πειρατές καραδοκούν ανάμεσα στην Κρήτη και την Πελοπόννησο.

Τα πληρώματα των καραβιών, όταν έπλεαν σε Ελληνικές θάλασσες, ήταν σε συνεχή ετοιμότητα• οποιοδήποτε πλοίο εντόπιζαν στον ορίζοντα επιχειρούσαν να το αποφύγουν, ακόμη κι αν είχε φιλική σημαία. Άλλωστε ήταν γνωστό το τέχνασμα των πειρατών να υψώνουν παραπλανητικά τη σημαία κάποιας γνωστής ναυτικής χώρας.

Πάντως τα πειρατικά πλοία συχνά υπερείχαν από τα άλλα σε δύναμη και σε πλήρωμα. Οι πειρατές χρησιμοποιούσαν μικρά σχετικά σκάφη, με μέσο όρο σαράντα κανόνια αλλά με πλήρωμα πολυάριθμο. Οι «φούστες», μικρά και ευκίνητα πλοία, που εξορμούσαν από τη Β. Αφρική, χαρακτηρίζονται από τον Κ. Σάθα στον πρόλογο του στο Χρονικό του Γαλαζειδίον ως «πλοία του Σατανά».


Σ’ όλα τα νησιά και στις παράκτιες περιοχές υπήρχαν παρατηρητήρια, «βιγλαριά», απ’ όπου οι «βιγλάτορες» παρακολουθούσαν τα καράβια που πλησίαζαν στη στεριά, Μόλις διέκριναν κάποιο πλοίο, την ημέρα ειδοποιούσαν τον πληθυσμό υψώνοντας, συνήθως, κάποια σημαία και τη νύχτα έριχναν αναμμένους δαυλούς. Βέβαια κάτι ανάλογο έκαναν και οι πειρατές στα δικά τους μέρη, αλλά, κατά κανόνα, όχι για να προφυλαχτούν από κάποιον εχθρό παρά για να ληστέψουν κάποιο ανυποψίαστο καράβι.

Είναι γεγονός ότι κατά την περίοδο της τουρκικής κατάκτησης επιδίδονται στην πειρατεία, στο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου, άνθρωποι κάθε εθνικότητας και θρησκεύματος’ ανάμεσα τους και οι Έλληνες, Οι πιο φημισμένοι ήταν οι Μανιάτες. Τη Μάνη την ονόμαζαν Μεγάλο Αλγέρι. Τον 18ο αι. η Μάνη αποκλειστικά ζει από τις πειρατικές επιδρομές. Αν και τα πλοία τους κάποιοι σύγχρονοι τους τα χαρακτηρίζουν «σαπιοκάραβα», η δράση τους είναι γνωστή ήδη από τον προηγούμενο αιώνα.

Όταν δεν ταξιδεύουν με τα καράβια τους, ενεδρεύουν κρυμμένοι στους βράχους των ακτών της Μάνης περιμένοντας να παρασυρθεί κάποιο καράβι στην ακτή από την κακοκαιρία. Λέγεται ότι ακόμη και οι Μανιάτες κληρικοί έπαιρναν μέρος σ’ αυτές τις επιχειρήσεις. Στα τέλη μάλιστα του 18ου αι. οργάνωσαν επιδρομή ενάντια στην Αμοργό και την κατέλαβαν.

Μέσα στο 18ο αι. οι Ρωσοτουρκικοί πόλεμοι και οι εξεγέρσεις των Ελλήνων, απόρροια των πολέμων, ώθησαν κι άλλους Έλληνες στην πειρατεία. Μετά τα Ορλωφικά και λίγο αργότερα, όταν ο Λάμπρος Κατσώνης μ’ ένα στολίσκο πειρατικό γίνεται ο εφιάλτης των Τούρκων, πολλά πειρατικά πλοία στο Αιγαίο είναι Ελληνικά.


Όπως φαίνεται, την περίοδο της Τουρκικής κατάκτησης, η πειρατεία στις Ελληνικές θάλασσες είναι μία κατάσταση μόνιμη. Για όσα όμως υπέφεραν οι Ελληνικοί πληθυσμοί ευθύνη έχουν και οι Χριστιανικές δυνάμεις της Ευρώπης. Η στάση που κράτησαν, ως ένα βαθμό, νομιμοποιούσε τη δραστηριότητα των πειρατών, αφού κατά καιρούς είχαν συναλλαγές με τους πειρατές. Η Βενετία φερ’ειπείν κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Ηρακλείου από τους Τούρκους είχε στρατολογήσει πειρατές για να αμυνθεί.

Οι Ρώσοι, όταν κατέβηκαν στο Αιγαίο (18ος αι.), είχαν επανδρώσει τα πλοία τους και με πειρατές από τη Μάνη, την Πρέβεζα και άλλες περιοχές. Ευρωπαίοι διπλωμάτες φανερά συναλλάσσονταν με ομοεθνείς τους, συνήθως, πειρατές. Ο Π. Ζερλέντης υποστηρίζει ότι Ιησουΐτες και Καπουτσίνοι εμπλέκονταν στην πειρατεία. Καθολικοί ιερείς δέχονται ως προσφορές για τις εκκλησίες πειρατικές λείες και ομόθρησκους τους πειρατές τους ενταφιάζουν στους περιβόλους των ναών.

Σημαντική πτυχή του φαινομένου, που αιτιολογεί εν μέρει και την έκταση που πήρε η πειρατεία στα χρόνια της Τουρκικής κατάκτησης, είναι οι συναλλαγές πειρατών και εμπόρων, ντόπιων και μη. Η εκποίηση της λείας απέφερε τεράστια κέρδη στους εμπόρους, αλλά διατηρούσε σε υψηλά επίπεδα και τις πειρατικές επιδρομές, εφ” όσον υπήρχαν αγοραστές. Η Κίμωλος και η Μήλος ήταν νησιά όπου πραγματοποιούνταν τέτοιου είδους συναλλαγές. Το ίδιο όμως γινόταν και αλλού. Το Αλγέρι τον 16ο αι. είχε πληθυσμό 100.000 που ζούσε αποκλειστικά από την πειρατεία. Ακόμη ήταν μονίμως εγκαταστημένοι εκεί έμποροι από διάφορες Ευρωπαϊκές χώρες.

Ο Ανταγωνισμός Μεταξύ Βενετίας και Γένοβας

Η δράση της Γένοβας στο χώρο του Αιγαίου πελάγους υπήρξε μακρά και συνδέεται με την προσπάθεια της Ιταλικής ναυτικής πόλης να αποκτήσει βάσεις για την ανάπτυξη του θαλάσσιου εμπορίου της και τον έλεγχο των μεγάλων θαλάσσιων διαδρομών αφενός μεν προς την Κωνσταντινούπολη και τον Εύξεινο Πόντο αφετέρου δε προς την Κύπρο και τη Συροπαλαιστίνη.


Η παρουσία της Γένοβας στα εδάφη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας εδραιώνεται κυρίως στο Β΄ μισό του 12ου αιώνα, όταν ο Αυτοκράτορας Μανουήλ Α΄ Κομνηνός (1143-1180) της παραχώρησε σημαντικά εμπορικά προνόμια, προσπαθώντας να περιορίσει τη δύναμη της ανταγωνίστριας δύναμής της, της Βενετίας.

Λίγα χρόνια πριν από την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους το 1204, ένας μεγάλος αριθμός Γενουατών εμπόρων είχε επιδοθεί στην πειρατεία και είχε καταλάβει διάφορες βάσεις στο Αιγαίο. Όταν ο Βενετός στρατιωτικός Μάρκος Σανούδος έσπευσε να καταλάβει με τη συγκατάθεση του Λατίνου αυτοκράτορα και της Βενετίας τα νησιά των Κυκλάδων μεταξύ των ετών 1204 και 1207, αποβιβάστηκε στη Νάξο και επιτέθηκε εναντίον των Γενουατών πειρατών που είχαν οχυρωθεί στο ισχυρό κάστρο του Απαλίρου.

Η Κρήτη επίσης χρησιμοποιούνταν πιθανότατα ως βάση Γενουατών πειρατών πριν από το 1204, ενώ λίγα χρόνια αργότερα, το 1206, ένα σημαντικό τμήμα της καταλήφθηκε από τον Ερρίκο Πεσκατόρε (Pescatore), Γενουάτη κόμη της Μάλτας.

Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους το 1204 είχε ως άμεσο αποτέλεσμα την εδραίωση της Βενετίας στον Ελλαδικό χώρο. Η Γένοβα, που είχε επίσης σημαντικά εμπορικά συμφέροντα στον Ελλαδικό χώρο, δεν αποδέχθηκε την κυρίαρχη θέση της Βενετίας και για αρκετά χρόνια επιδόθηκε σε πολεμικές συγκρούσεις μαζί της. Το 1205 συμμάχησε με την επίσης αξιόλογη ναυτική ιταλική πόλη Πίζα και ενεπλάκη σε πόλεμο με τη Βενετία, με την οποία υπέγραψε τελικά συνθήκη ειρήνης το καλοκαίρι του 1206.


Την ίδια περίοδο, ωστόσο, η Βενετία στην προσπάθειά της να επιβάλει τα κυριαρχικά της δικαιώματα στην Κρήτη, που της είχε παραχωρηθεί από τον ηγέτη της Δ΄ σταυροφορίας Βονιφάτιο Μομφερατικό, έστειλε τον στόλο της εναντίον του Γενουάτη Πεσκατόρε, που είχε καταλάβει σημαντικό τμήμα του νησιού. Ο τελευταίος ζήτησε τη βοήθεια της Γένοβας, με αποτέλεσμα να προκληθούν νέες πολεμικές συγκρούσεις ανάμεσα στις δύο ιταλικές πόλεις, μέχρι την τελική επικράτηση της Βενετίας το 1211.

Οι σχέσεις της Γένοβας και της Βενετίας εξακολούθησαν να είναι εχθρικές μέχρι το 1218, οπότε η τελευταία επικύρωσε τα προνόμια που είχαν παραχωρήσει στη Γένοβα κατά τη διάρκεια του 12ου αιώνα οι Βυζαντινοί Αυτοκράτορες και της επέτρεψε να εμπορεύεται στα εδάφη της Λατινικής Αυτοκρατορίας. Την εποχή αυτή αξιόλογη παρουσία Γενουατών εμπόρων σημειώνεται στη Θεσσαλονίκη και στο δουκάτο των Αθηνών.

Ο εμπορικός ανταγωνισμός ωστόσο ανάμεσα στις δύο Ιταλικές πόλεις δε σταμάτησε σχεδόν ποτέ και απέκτησε ιδιαίτερα οξεία μορφή το 1256, οπότε ξέσπασε ο πρώτος μεγάλος Βενετο-Γενουατικός πόλεμος του 13ου αιώνα στις παράλιες πόλεις της Συροπαλαιστίνης. Ο πόλεμος αυτός που έληξε μόλις το 1270 με ήττα της Γένοβας σήμανε την απομάκρυνση της τελευταίας από το επικερδές εμπόριο της Συροπαλαιστίνης και την επικέντρωση του ενδιαφέροντός της στο χώρο του Αιγαίου και του Εύξεινου Πόντου.

Τρεις ακόμη σκληρές αναμετρήσεις ακολούθησαν ανάμεσα στη Βενετία και τη Γένοβα κατά τη διάρκεια του 13ου και 14ου αιώνα (1294-1299, 1350-1351 και 1375-1381), επισφραγίζοντας το σφοδρό ανταγωνισμό των δύο αντιμαχόμενων ιταλικών πόλεων.


Κτήσεις των Γενουατών στο Βορειοανατολικό Αιγαίο

Η διείσδυση της Γένοβας στον Ελλαδικό χώρο θα προχωρήσει με πολύ γρήγορο ρυθμό κυρίως μετά την υπογραφή της συνθήκης του Νυμφαίου στις 10 Ιουλίου του 1261 με τον Αυτοκράτορα της Νίκαιας Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγο (1259-1282), ο οποίος της παραχώρησε σημαντικά εμπορικά προνόμια ως αντάλλαγμα για τη βοήθεια που θα του παρείχε στην προσπάθειά του να ανακαταλάβει την Κωνσταντινούπολη. Μετά την ανακατάληψη της Βυζαντινής πρωτεύουσας στις 25 Ιουλίου του ίδιου έτους, οι Γενουάτες εγκαταστάθηκαν στο Γαλατά, στην ανατολική ακτή του Κεράτιου κόλπου, ο οποίος λόγω της προνομιακής του θέσης εξελίχθηκε γρήγορα στο σπουδαιότερο εμπορικό κέντρο της Γένοβας στην Ανατολή.

Σημαντικές εμπορικές εγκαταστάσεις απέκτησε επίσης η Γένοβα στον Εύξεινο Πόντο, με σημαντικότερη εκείνη του Καφφά (Θεοδοσία) στην Κριμαία, που ιδρύθηκε το 1266. Οι Γενουάτες επωφελούμενοι από τη συνθήκη του Νυμφαίου εμφανίζονται στα τέλη του 13ου αιώνα σε πολυάριθμα λιμάνια του Αιγαίου: Ραιδεστό, Θεσσαλονίκη, Λήμνο, Χίο, Φώκαια, Σμύρνη, Αδραμύττιο, Ρόδο κ.ά.

Ο Μιχαήλ Η΄ προκειμένου να αντιμετωπίσει τους εχθρούς της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας δε δίστασε να προχωρήσει στη σύναψη συμμαχιών όχι μόνο με ισχυρά κράτη, αλλά και με μεμονωμένα άτομα, τα οποία ήταν ικανά να του παρέχουν τις στρατιωτικές τους υπηρεσίες. Γενουάτης ήταν ο πειρατής Ιωάννης ντε λο Κάβο (de lo Cavo), στον οποίο παραχωρήθηκαν περίπου το 1278 η Ανάφη και η Ρόδος λόγω των στρατιωτικών του επιτυχιών εναντίον των αντιπάλων της αυτοκρατορίας. Μετά τον Ιωάννη ντε λο Κάβο η Ρόδος παραχωρήθηκε το 1282/1283 στον επίσης Γενουάτη πειρατή Αντρέα Μορέσκο (Andrea Moresco) μέχρι την κατάκτηση του νησιού από το τάγμα των Ιωαννιτών Ιπποτών μεταξύ των ετών 1306 και 1309.

Το 1267 ή το 1275 ο Μιχαήλ Η΄ παραχώρησε σε δύο ακόμη Γενουάτες, τα αδέλφια Βενέδικτο και Μανουήλ Ζακαρία (Zaccaria), τη Φώκαια της Μικράς Ασίας, με την προϋπόθεση να τον υπηρετούν ως έμπιστοι απεσταλμένοι του σε κράτη της Δύσης. Οι αδελφοί Ζακαρία έχτισαν μεταξύ των ετών 1286 και 1296 τη Νέα Φώκαια στα βόρεια της παλιάς πόλης (που πήρε το όνομα Παλαιά Φώκαια), ενώ στις αρχές του 14ου αιώνα επιδίωξαν να επεκτείνουν τις κτήσεις τους στο γειτονικό νησί της Χίου. Το 1304 ο Βενέδικτος Ζακαρία βρήκε την ευκαιρία και κατέλαβε τη Χίο υπό περιστάσεις που δεν είναι γνωστές με σαφήνεια, αναγνωρίζοντας την επικυριαρχία του βυζαντινού αυτοκράτορα Ανδρόνικου Β΄ Παλαιολόγου (1282-1328), ο οποίος του παραχώρησε το νησί με συνθήκη για δέκα χρόνια.


Οι Ζακαρία απέκτησαν επιπλέον ερείσματα στα απέναντι Μικρασιατικά παράλια, καθώς, εκτός από τη Φώκαια, φαίνεται πως το 1326 κατείχαν και το λιμάνι της Σμύρνης. Παράλληλα, κατείχαν για ορισμένο χρονικό διάστημα τα νησιά Σάμο και Ικαρία, καθώς επίσης την Κω. Η ενίσχυση της θέσης τους στο βορειοανατολικό Αιγαίο είχε ως αποτέλεσμα η επικυριαρχία του αυτοκράτορα να καταλήξει τελείως τυπική.

Το 1329 ο Αυτοκράτορας Ανδρόνικος Γ΄ Παλαιολόγος (1328-1341) έδιωξε μετά από μια σύντομη ναυτική εκστρατεία τους Γενουάτες Ζακαρία από τη Χίο και τη Φώκαια αποκαθιστώντας τη βυζαντινή κυριαρχία, η οποία όμως δεν έμελλε να διαρκέσει για μεγάλο χρονικό διάστημα. Το 1346 ο Γενουάτης Σιμόνε Βινιόσο (Simone Vignoso), επωφελούμενος από τη συγκεχυμένη κατάσταση που είχε επικρατήσει στο Αιγαίο με τη σταυροφορία των συνασπισμένων δυτικών δυνάμεων για την κατάληψη της Σμύρνης το 1344, στην οποία συμμετείχε και η Γένοβα, κατέλαβε μετά από τρίμηνη πολιορκία τη Χίο, ενώ λίγο αργότερα τη γειτονική Φώκαια.

Το 1347 τη διοίκηση της Χίου και της Φώκαιας ανέλαβε ένας Γενουατικός οικονομικός οργανισμός εφοπλιστών που ονομαζόταν Μaona ή Mahona. Η Γένοβα αρκέστηκε στην επικυριαρχία της Χίου και της Φώκαιας, η οποία εκδηλωνόταν κυρίως με τον διορισμό του ποτεστάτου, του ανώτερου δηλαδή διοικητή. H Μaona, τα μέλη της οποίας ανήκαν στην οικογένεια των Ιουστινιάνι (Giustiniani), εκμεταλλευόταν τις προσόδους και το εμπόριο των δύο αυτών περιοχών και ήταν υπεύθυνη για την άμυνά τους μέχρι το 1566, οπότε η Χίος καταλήφθηκε από τους Οθωμανούς (η Φώκαια είχε κατακτηθεί ήδη το 1455).

Η Χίος κατά το διάστημα της κυριαρχίας των Γενουατών (1347-1566) εξελίχθηκε σε ανθηρό εμπορικό κέντρο, καθώς το λιμάνι της βρισκόταν στο σταυροδρόμι της θαλάσσιας οδού από τη Γένοβα προς την Κωνσταντινούπολη και τον Εύξεινο Πόντο, καθώς επίσης των άλλων μικρότερων οδών που συνέδεαν τα λιμάνια του Βόρειου Αιγαίου με τη Μικρά Ασία.


Η πόλη της Χίου με τη μνημειώδη αρχιτεκτονική, ανάλογη με εκείνη της Γένοβας, το επιβλητικό της κάστρο, τα εντυπωσιακά παλάτια και τις μεγαλόπρεπες εκκλησίες της προκαλούσε το θαυμασμό των πολυάριθμων περιηγητών που επισκέπτονταν το νησί. Στην οικονομική ανάπτυξη της Χίου συνέβαλε κυρίως η εκμετάλλευση της μαστίχας, που είχε μεγάλη ζήτηση στη Δύση.

Εκτός από τη Χίο και τις απέναντι μικρασιατικές ακτές, η παρουσία Γενουατών σημειώνεται από τα μέσα του 14ου αιώνα σε ακόμη ένα σημαντικό νησί του βορειοανατολικού Αιγαίου, εκείνο της Λέσβου. Ο ευγενής έμπορος και πειρατής από τη Γένοβα Φραγκίσκος Α΄ Γατελούζος (Francesco Gattelusio, 1355-1384), σε αντάλλαγμα για τη βοήθεια που παρείχε στον Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγο (1341-1391) να ανακτήσει το θρόνο του Βυζαντίου, παντρεύτηκε την αδελφή του αυτοκράτορα Μαρία Παλαιολογίνα και πήρε ως προίκα και ανταμοιβή για τις υπηρεσίες του το νησί της Λέσβου.

Οι Γατελούζοι παρέμειναν στη Λέσβο μέχρι την οριστική κατάληψή της από τους Οθωμανούς το 1462. Κατά τη διάρκεια της παρουσίας τους στο νησί κατάφεραν να αντιμετωπίσουν τους πειρατές που λυμαίνονταν το Αιγαίο και να αποκρούσουν τις συνεχείς τουρκικές επιθέσεις. Παράλληλα, απέκτησαν από τους Βυζαντινούς Αυτοκράτορες, είτε ως δωρεές είτε με αγορά, τη Θρακική πόλη της Αίνου, καθώς επίσης τα νησιά Θάσο, Σαμοθράκη, Ίμβρο και Λήμνο.

Οι κτήσεις αυτές παρέμειναν υπό τη διοίκηση των Γατελούζων μέχρι την οριστική κατάληψή τους από τους Οθωμανούς λίγα χρόνια μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453. Η δράση της Γένοβας στο Αιγαίο καθορίστηκε κυρίως από δύο παράγοντες: το διαρκή ανταγωνισμό της με τη Βενετία και την έντονη δραστηριότητα μεμονωμένων Γενουατών στα νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου και στα απέναντι Μικρασιατικά παράλια.


Η προσπάθεια της Γένοβας να διατηρήσει τον έλεγχο του βορειοανατολικού Αιγαίου δικαιολογείται από τη σημασία που είχαν για την Ιταλική ναυτική πόλη ο Γαλατάς και οι κτήσεις της στον Εύξεινο Πόντο, καθώς επίσης από το γεγονός ότι σημαντικό τμήμα του κεντρικού και νότιου Αιγαίου βρισκόταν υπό τον έλεγχο της ανταγωνίστριας ναυτικής δύναμης, της Βενετίας.

Η ΠΕΙΡΑΤΕΙΑ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ

Από γενιά σε γενιά οι Κρητικοί πάλεψαν με Ρωμαίους, Άραβες, Βενετούς και Τούρκους για να κρατήσουν το νησί τους ελεύθερο. Στο πέρασμα των αιώνων οι Κρητικοί σφυριλατήθηκαν στο αμόνι του αγώνα και τη φωτιά του πολέμου. Η κάθε εποχή άφησε τη σφραγίδα της στην ιστορία της Κρήτης. Μέσα στη χιλιόχρονη ροή του χρόνου διαδραματίσθηκαν γεγονότα και καθημερινές ιστορίες ανθρώπων και τόπων σχεδόν άγνωστες μέχρι σήμερα.

Μια από τις πιο πολύπαθες περιόδους της Κρητικής Ιστορίας είναι η Αραβοκρατία που διήρκεσε εκατόν σαράντα χρόνια. Από το 824 έως το 961. Η Κρήτη είχε μεταμορφωθεί σ ένα απέραντο σκλαβοπάζαρο θρήνου και μαρτυρίων. Ήταν το φοβερό ορμητήριο των Αράβων πειρατών σε όλη τη Μεσόγειο. Οι Βυζαντινοί χρονικογράφοι της εποχής αποκαλούσαν την Κρήτη ΄΄θεόλετον και βαρβαροτρόφον΄΄ .

Το χρονικό της συμφοράς άρχισε στην Ανδαλουσία της Ισπανίας όταν μια εσωτερική κρίση στις σχέσεις των μουσουλμανικών στοιχείων της περιοχής, ανάγκασε τον αρχηγό της Gordoba Αμπού Χαψ Ομάρ να πάρει το λαό του και να αναζητήσει άλλο τόπο εγκατάστασης. Πήγε αρχικά στην Αίγυπτο το 813 και το 818 κατέλαβε την Αλεξάνδρεια , αλλά οι Αιγύπτιοι κατόρθωσαν να στρέψουν το ενδιαφέρον των πειρατών προς την Κρήτη, για να απαλλαχθούν από τους ανεπιθύμητους επισκέπτες.
 

Οι Ανδαλουσιανοί πειρατές της Gordoba εισέβαλλαν το 824 στην Κρήτη, που ήταν τότε επαρχία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, και την κατέλαβαν. Το Βυζάντιο ύστερα από επανειλημμένες εκστρατείες ανακατέλαβε την Κρήτη στις 7 Μαρτίου 961 με τον Νικηφόρο Φωκά τον μετέπειτα Αυτοκράτορα. Οι πειρατικές επιδρομές στα παράλια της Κρήτης ήταν διαρκείς και στους επόμενους αιώνες ,ακόμη και τότε που κατείχε την Κρήτη η θαλασσοκράτειρα Βενετία.
Μουσουλμάνοι πειρατές των Αφρικανικών παραλίων εξαπέλυαν αιφνιδιαστικές επιδρομές σπέρνοντας την φρίκη και τον όλεθρο στο πέρασμά τους. Χιλιάδες αθώοι άνθρωποι οδηγήθηκαν στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής και πολλά χωριά και μοναστήρια της Κρήτης μεταφέρθηκαν στην ενδοχώρα του νησιού σε πιο ασφαλείς ορεινές τοποθεσίες. Κατά τον 14ο αιώνα οι επιδρομές των μουσουλμάνων πειρατών αναγκάζουν τον Βενετό Δούκα της Κρήτης Nicola Gianni να ζητήσει από την Δημοκρατία της Βενετίας την συνεχή επαγρύπνηση του Βενετικού στόλου.

Το 1317 Αλγερινοί πειρατές έχουν κάνει ορμητήριό τους το Γαϊδουρονήσι και λυμαίνονται ολόκληρη την περιοχή. Η Βενετία παραχώρησε τότε το νησί στον Andrea Dandolo με την υποχρέωση να εκδιώξει τους πειρατές και να οικοδομήσει πύργο για την προστασία του νησιού. Παράλληλα οι Βενετικές αρχές πήραν μέτρα για την προστασία των ακτών. Χτίστηκαν παρατηρητήρια που έδιναν σινιάλα με καπνό όταν έβλεπαν τα πειρατικά καράβια να πλησιάζουν τις ακτές. Ο τότε Δούκας της Κρήτης Vlassio Zenno επέβαλλε και έκτακτη φορολογία για τον εξοπλισμό δύο γαλερών που θα επιτηρούσαν συνεχώς τα παράλια της Κρήτης.

Οι επιδρομές των πειρατών συνεχίσθηκαν παρά τα μέτρα που έλαβαν οι Βενετοί. Ολόκληρο τον 14ο αιώνα και μέχρι τα μέσα του 15 ουαποτέλεσαν φοβερή μάστιγα. Από την πλευρά του ο Σουλτάνος ενθάρρυνε την πειρατική δραστηριότητα προκειμένου να πλήξει την Βενετία που στηριζόταν στο θαλάσσιο εμπόριο. Οι πειρατικές επιδρομές έγιναν συχνότερες και αγριότερες . Τότε εμφανίστηκαν και οι φοβεροί πειρατές της Μπαρμπαριάς που οδήγησαν χιλιάδες σκλάβους στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής.


Ένα δημοτικό τραγούδι εκείνης της εποχής εκφράζει τη φριχτή πραγματικότητα.

«Ήλιε που βγαίνεις το πρωί σ όλο τον κόσμο δούδεις
Σ όλο τον κόσμο ανάτειλε σ όλη την οικουμένη
Στων Μπαρμπαρέσων τις αυλές ήλιε μην ανατείλεις
Κι αν ανατείλεις ήλιε μου να γοργοβασιλέψεις
Γιατί έχουν σκλάβους όμορφους πολλά παραπονιάρους
Και θα γραθού οι γιαχτίδες σου πο των σκλαβώ τα δάκρυα…»

Το δουλεμπόριο εκείνη την εποχή είχε πάρει τέτοια έκταση ώστε ακόμη και στα λιμάνια της Κρήτης με την ανοχή των Βενετών γίνονταν αγοραπωλησίες ανθρώπων. Το 1522 οι πειρατές λεηλατούν τα παράλια της Ιεράπετρας και δύο χρόνια αργότερα οι πειρατές εφορμούν στο λιμάνι των Χανίων και αρπάζουν δύο καράβια που ήταν αγκυροβολημένα εκεί.

Τον Ιούνιο του 1538 εμφανίζεται στο Αιγαίο Πέλαγος ο πιο αιμοβόρος και άγριος πειρατής όλων των εποχών, ο Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα μ ένα στόλο ογδόντα πλοίων. Εξαπέλυσε πρωτοφανείς σε αγριότητα επιθέσεις στα νησιά του Αιγαίου και την Κύπρο και στη συνέχεια στράφηκε προς την Κρήτη. Επιτέθηκε στα Χανιά ,το Ρέθυμνο και το Ηράκλειο και κυρίευσε το φρούριο της Σητείας που δεν είχε ισχυρή άμυνα. Λεηλάτησε και έκαψε τα χωριά της περιοχής και οδήγησε χιλιάδες Κρητικούς στα σκλαβοπάζαρα της Συρίας και της Αλγερίας.

Οι πειρατές είχαν αντιληφθεί ότι οι Βενετία δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει τις επιθέσεις τους και αποθρασύνονται. Το 1562 εμφανίζεται ο διάδοχος του Μπαρμπαρόσα , Dragut Reiss ο οποίος λεηλάτησε τα χωριά του Ρεθύμνου και της επαρχίας Αποκορώνου των Χανίων, για να ακολουθήσει τον Ιούνιο του 1571 και η επιδρομή του Αλγερινού Ulouts Ali που αφού έκαψε τα χωριά της επαρχίας Μυλοποτάμου, εισέβαλλε στην πόλη του Ρεθύμνου και την ισοπέδωσε.


Από το 1600 η πειρατεία εξαπλώθηκε στη Μεσόγειο. Εκτός από τους μουσουλμάνους Τούρκους και Άραβες πειρατές, τα εμπορικά πλοία και οι ακτές δέχονταν επιθέσεις και από Μαλτέζους, Ισπανούς ακόμη και Έλληνες πειρατές, όπως έναν Έλληνα από την Πάτμο, ο οποίος αφού ασπάσθηκε το κοράνι άρχισε την πειρατεία μαζί με τον γιο του στα νερά της Ρόδου, όπως αναφέρει σε έκθεσή του ο Βενετός Francesco Morozini.

Η ΠΕΙΡΑΤΕΙΑ ΣΤΟ ΝΗΣΙ ΤΗΣ ΡΟΔΟΥ

Η πειρατεία πρωτοεμφανίστηκε στο Αιγαίο από την εποχή που οι άραβες κατέκτησαν την Κρήτη. Το νησί αυτό έκαναν ορμητήριό τους οι Σαρακηνοί πειρατές, που για πολλά χρόνια αλώνιζαν ανενόχλητοι το πέλαγος. Η παρουσία των πειρατών αυτών στο Αιγαίο ήταν ταραχώδης και καθοριστική σε πολλούς τομείς, άφησαν δε τα ίχνη τους ακόμη και στα γλωσσικά ιδιώματα των διαφόρων λαών.

Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι από τον επικεφαλής των Σαρακηνών πειρατών προέκυψε η λέξη αμηράς (μεσαιωνική κυρίως λέξη) και από αυτήν ο όρος admiral που σημαίνει στις δυτικές γλώσσες Ναύαρχος. Από την ίδια ρίζα προέρχεται η λέξη arsenal (πυριτιδαποθήκη) που πέρασε σε μας σαν «ταρσανάς» δηλαδή αποθήκη ή αποβάθρα του μοναστηριού.

Επιγραμματικά απλώς αναφέρουμε ότι κατά την περίοδο της Αρχαιότητας, η Ρόδος ήταν πρότυπο αγοράς στην οικονομία της Μεσογείου, και αυτό οφειλόταν στην έμφυτη νομιμοφροσύνη και τιμιότητα των κατοίκων της αλλά κυρίως, στην αναμφίβολη ναυτική υπεροχή της. Με τον ισχυρό στόλο μάλιστα που διέθεταν την εποχή εκείνη οι Ρόδιοι, καταπολέμησαν συστηματικά τους πειρατές της μείζονος περιοχής και αποτελούσαν την σταθερή εγγύηση των θαλάσσιων μεταφορών για όλους τους ναυτικούς.


Παρατηρούμε πχ ότι σε κάποιες περιόδους, η πειρατεία που είναι σαφέστατα μια παράνομη και αποτρόπαια συμπεριφορά, έχει σχεδόν ημιεπίσημο χαρακτήρα, αφού τελούσε υπό την κρατική (Οθωμανική) ανοχή. Σε κάποια περίοδο μάλιστα, το ίδιο το Οθωμανικό Κράτος ανέθεσε σε σκληρούς πειρατές την αρχηγία του στόλου του, που στην συνέχεια εξελίχθηκαν σε πραγματικούς δυνάστες του Αιγαίου. Για να ήμαστε όμως αντικειμενικοί, θα πρέπει να αναφέρουμε ότι δεν ήταν βέβαια όλοι οι πειρατές μόνο Οθωμανοί, αφού συγχρόνως με αυτούς «διέπρεψαν» και πολλοί Χριστιανοί, όπως οι Καταλανοί, οι Σικελοί, Γενουάτες κλπ.

Σε άλλες περιπτώσεις πάλι, μεγάλες ναυτικές δυνάμεις της εποχής, ανέθεταν σε καιρό πολέμου σε ικανούς πειρατές την πειρατεία εμπορικών πλοίων των αντιπάλων τους. Στην περίπτωση αυτή όμως, που υπήρχε δηλαδή κάποια «κάλυψη», η πειρατεία γινόταν με ορισμένους κανόνες, όπως πχ δεν επιτρεπόταν να κυριεύονται αγκυροβολημένα στο λιμάνι πλοία, αλλά μόνο ανοικτά στο πέλαγος κλπ.

Μάλιστα στις περιπτώσεις αυτές, οι κουρσάροι ήταν εφοδιασμένοι από την Αρχή που τους προστάτευε και με έγγραφη άδεια καταδρομής, για να μην κινδυνεύουν στις νηοψίες από τα πλοία των συμμαχικών κρατών! Οι επιλεγμένοι αυτοί πειρατές εκαλούντο κουρσάροι ( σε αντιδιαστολή με τους πειρατές) και δρούσαν στις καταδρομές τους με υψωμένη την σημαία του κράτους που τους προστάτευε.

Επί πλέον, υπήρχαν επίσης και πειρατές που ήταν ήρωες για τους λαούς τους, ανάλογα βέβαια από την οπτική γωνία που έβλεπε κανείς τα γεγονότα. ΄Ετσι πχ ο Μοροζίνης που «αλώνιζε» στο Αιγαίο, ήταν ήρωας για τους Βενετούς, που θεωρούσαν τον Οθωμανό «συνάδελφό» του Μπαρμπαρόσα, φρικτό πειρατή. Οι Οθωμανοί πάλι θεωρούσαν με την σειρά τους τον Μοροζίνη βάρβαρο πειρατή, και ήρωα τους τον Μπαρμπαρόσα!!


Τέλος, σε κάποιες περιόδους, η πειρατεία έπαιρνε και τον χαρακτήρα της Ιερής Αποστολής ( Ιερού Πολέμου) όπως πχ των Χριστιανών κατά των Μωαμεθανών και αντίστροφα.

Με την λέξη πάντως πειρατεία, εννοούμε σύμφωνα με ένα παλιό ορισμός της, κυρίως «την κατά θάλασσαν ληστείαν». Εφόσον επομένως στον ορισμό αυτό περιλαμβάνεται η λέξη ληστεία, εξυπακούεται ότι πρόκειται για την απόκτηση (αρπαγή) παράνομου πλούτου με την χρήση βίας μάλιστα. Στην πραγματικότητα όμως η πειρατεία πολλές φορές ξέφευγε από τον στενό αυτό ορισμό της, αφού η ληστεία δεν περιοριζόταν μόνο στα πλοία και τα εμπορεύματά τους « κατά θάλασσαν», όπως αναφέρει ο ορισμός της, αλλά και σε παράλιες πόλεις και νησιά.

 Αυτό συνέβαινε γιατί οι πειρατές κατέπλεαν στα νησιά και λεηλατούσαν ότι έβρισκαν μπροστά τους (περιουσίες, ζώα, καρπούς κλπ), και το χειρότερο από όλα, έπαιρναν και τους κατοίκους των νησιών και των παραλίων για να τους πουλήσουν σαν δούλους στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής. Ήταν ομολογουμένως πραγματική μάστιγα για τους κατοίκους των νησιών, που έβλεπαν την περιουσία τους και τους κόπους τους να λεηλατούνται από τα στίφη των βαρβάρων και το χειρότερο να οδηγούνται οι ίδιοι ή τα δικά τους πρόσωπα δούλοι σε ξένα μέρη.

Όπως είναι ιστορικά βεβαιωμένο, το πέλαγος στην περιοχή των Δωδεκανήσων και ιδίως της Ρόδου, ήταν ο σπουδαιότερος θαλάσσιος κόμβος που ένωνε μεταξύ τους τις σημαντικότερες πλουτοπαραγωγικές περιοχές, και επομένως από την αιτία αυτή είχε αυξημένη εμπορική θαλάσσια κίνηση. Όπως είναι λογικό, τα εμπορικά πλοία με τον πλούτο και τα αγαθά που μετέφεραν, ήταν ο καλύτερος στόχος για τους πειρατές. Αυτός ήταν ο κύριος λόγος της ανάπτυξης της πειρατείας στο νοτιοανατολικό Αιγαίο.


Η πειρατεία στη περιοχή αυτή γινόταν κατά κύριο λόγο από τους Οθωμανούς πειρατές, γιατί η Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν ήταν σε θέση να προστατεύσει το σύνολο των κατακτήσεών της και άφηνε πολλά περιθώρια σε διάφορους τυχοδιώκτες για παράνομες δράσεις.

Η εμπλοκή του Τάγματος των Ιπποτών του Αγίου Ιωάννη στην πειρατεία στο Αρχιπέλαγος, είχε αρχικά μια κάποια δικαιολογία, μια ιδεολογική βάση θα λέγαμε, αφού έγινε – όπως λέγεται-, σαν αντίβαρο στους άπιστους Οθωμανούς πειρατές… Εκτός όμως από το ιδεολογικό αυτό υπόβαθρο (ιερός πόλεμος), που ωραιοποιεί κάπως την άσκηση πειρατείας εκ μέρους τους, υπήρχε και ένας ρεαλιστικός και ουσιαστικός λόγος που οι Ιππότες έγιναν πειρατές, και αυτός ήταν η ανάγκη να περιφρουρήσουν την βάση τους, την Ρόδο δηλαδή, από τους άρπαγες Οθωμανούς.

Το Τάγμα αυτό δηλαδή, εκτιμώντας την όλη θλιβερή κατάσταση που είχαν δημιουργήσει οι Οθωμανοί πειρατές στο Αιγαίο, αποφάσισαν να μην μείνουν αδρανείς, αλλά αντίθετα αποφάσισαν να στραφούν εναντίον τους αντεπιτιθέμενοι. Μάλιστα, ο Μέγας Μάγιστρος της Ρόδου D΄ Aubusson με ένα δραματικό πράγματι μήνυμά του, κάλεσε όλα τα χριστιανικά πλοία να παρουσιαστούν στην Ρόδο, για να ξεκινήσουν ιερό πόλεμο κατά των απίστων.

Στο κάλεσμα αυτό για Ιερή συμμαχία κατά των Τούρκων, υπήρξε σημαντική ανταπόκριση από τους ξένους (πχ τέσσερις μεγάλες Γαλλικές γαλέρες έφτασαν μετά από λίγο στην Ρόδο και ανέλαβαν αμέσως δράση), ο δε Πάπας όρισε σαν αρχιστράτηγο της συμμαχίας τον Μέγα Μάγιστρο της Ρόδου D΄ Aubusson. Στον συμμαχικό αυτό στόλο, το ροδιακό Τάγμα συμμετείχε με τέσσερα μεγάλα πλοία και τέσσερις γαλέρες. Θα πρέπει πάντως στο σημείο αυτό να αναφέρουμε ότι μετά την πρόσκληση αυτή του Μ.Μάγιστρου, είχαν μαζευτεί στα Δωδεκάνησα, εκτός των άλλων και πολλοί τυχοδιώκτες.


Οι περιπέτειες αυτών και του στόλου τους γενικότερα ήταν πολλές και αποφασιστικές, που όπως είναι φυσικό, δεν θα μας απασχολήσουν στο πρόχειρο αυτό σημείωμα. Θα πρέπει όμως να επισημάνουμε την αγωνιώδη προσπάθεια των Ιπποτών και ιδίως του Μεγάλου Μάγιστρου D΄ Aubusson, που κατάλαβε έγκαιρα τον θανάσιμο κίνδυνο που εγκυμονούσε η Οθωμανική Αυτοκρατορία για την Ρόδο.

Με την δραματική πρόσκλησή του- που αναφέραμε πιο πάνω-, προς όλους τους διασκορπισμένους Ιππότες όπου και εάν ευρίσκοντο, τους καλούσε να φτάσουν άμεσα στην Ρόδο, για να την υπερασπιστούν και εξέφραζε την μεγάλη αγωνία του για την διάσωση του νησιού. Αξίζει τον κόπο να αναφέρουμε κατά λέξη την έγγραφη αυτή έκκληση του μεγάλου πράγματι αυτού Μάγιστρου, για να καταλάβουμε το πνεύμα της εποχής αλλά και την κρισιμότητα της κατάστασης της Ρόδου. Έγραφε μεταξύ των άλλων ο Μάγιστρος:

«Βρισκόμαστε μέσα στην πυρκαγιά και αν δεν σωθούμε γρήγορα, τα πάντα χάνονται τελειωτικά. Αν δεν θέλουμε να χαθούμε, ας αλληλοβοηθηθούμε , και αντί να στηρίξουμε τις ελπίδες μας στους ξένους, ας ζητήσουμε να βοηθήσει ο Θεός την δική μας αξία. Ελάτε χωρίς αναβολή στο κράτος μας (Ρόδος), ή μάλλον στο δικό σας κράτος. Ελάτε να βοηθήσετε το τάγμα που σας έθρεψε και σας ανέπτυξε σαν παιδιά του. Ελάτε να υπερασπιστείτε τους λαούς που ο Θεός τους έχει θέσει υπό την προστασία σας και οι οποίοι θα παραδοθούν στις αλυσίδες των άπιστων αν δεν υπερασπιστούμε την ελευθερία τους. Πρόκειται για την σωτηρίαν και την τιμήν ημών των ιδίων»
(Κ.Σαθά: Ιστορία της Τουρκοκρατούμενης Ελλάδας).

Επισημαίνεται με την ευκαιρία αυτή και το γεγονός ότι, προ του κοινού κινδύνου των Οθωμανών, είχε δημιουργηθεί την περίοδο εκείνη μια ιδιόμορφη μορφή ανεξιθρησκείας, αφού διαπιστώνεται ότι παρά τις θρησκευτικές αντιθέσεις που υπήρχαν μεταξύ των ιπποτών και του ντόπιου πληθυσμού, αφού το μεν Τάγμα των ιπποτών ήταν εξαρτημένο απευθείας από τον Πάπα, οι δε Ρόδιοι ήσαν Ορθόδοξοι, παρόλα αυτά ζούσαν αρμονικά σαν κοινωνία και προσεύχονταν στις ίδιες εκκλησίες κλπ. Το μέγεθος του επιτεύγματος αυτού θα εκτιμηθεί ανάλογα, εάν αναλογιστούμε τις θρησκευτικές διαμάχες και το μίσος μεταξύ ανατολικής και δυτικής εκκλησίας που επικρατούσε τότε (και που οδήγησε και αυτή μεταξύ των άλλων, στην πτώση της Πόλης άλλωστε).


Ο στόλος αυτός της «ιερής συμμαχίας», είχε πολλές εμπλοκές με τους Οθωμανούς (και όχι μόνο) πειρατές με πολλές και σπουδαίες επιτυχίες. Άλλοτε επιτιθέμενος και άλλοτε αμυνόμενος, επέφερε σημαντικές βλάβες στους Οθωμανούς, αλλά ενίοτε και σε μερικούς.. Χριστιανούς! Το σημαντικότερο μάλιστα πειρατικό κατόρθωμα των Χριστιανών της Ρόδου, ήταν η σύλληψη στα ανατολικά της Κρήτης του μεγάλου εμπορικού πλοίου των Μαμελούκων Morgabina (είχε επτά πατώματα) που όπως λέγεται, μετέφερε από την Αλεξάνδρεια στην Κωνσταντινούπολη πολύτιμο φορτίο, όπως μεταξωτά, αποικιακά προϊόντα κλπ. Λέγεται ότι αυτό ήταν το πιο μεγάλο κατόρθωμα του Ροδιακού (πειρατικού) στόλου.

Στην προσπάθειά τους αυτή να εξαφανίσουν τους Οθωμανούς άπιστους, και επειδή ο στόλος τους ήταν μικρός, δεν δίσταζαν οι Ιωαννίτες ιππότες να χρησιμοποιούν και «ανεξάρτητους» πειρατές διαφόρων εθνικοτήτων ( Έλληνες και ξένους), που ασκούσαν μάλιστα πειρατεία με τα εμβλήματα του Τάγματος των Ιπποτών του Αγίου Ιωάννου. Ο στολίσκος όμως των Ιωαννιτών, μπορεί μεν να ήταν ποσοτικά μικρός, εθεωρείτο όμως ιδιαίτερα επιθετικός και αποτελεσματικός στις καταδρομικές επιχειρήσεις του.

Οι συνεχείς δε επιτυχίες του Ροδιακού πειρατικού στόλου, κατέστησαν τους Ιππότες αλαζόνες, με αποτέλεσμα να δημιουργούν σοβαρότατα προβλήματα και σε χριστιανικά ακόμη πλοία. Δεν θα ήταν καθόλου υπερβολή εάν θα λέγαμε ότι ο πειρατικός στόλος των Ιωαννιτών της Ρόδου, ήταν ο κυρίαρχος στόλος του Αρχιπελάγους και μάλιστα με σημαντικές ..«επιτυχίες».

Όπως ήταν φυσικό, η κυριαρχία του στόλου του Τάγματος, ενόχλησε σοβαρά τους πασάδες της Πύλης, που άρχισαν να προτρέπουν τον νέο Σουλτάνο Σουλεϊμάν, να τους επιτεθεί και να καταλάβει την Ρόδο, γεγονός που δυστυχώς δεν άργησε να γίνει. Η πολιορκίες της Ρόδου και η ηρωική αντίσταση των Ιπποτών και των κατοίκων της κατά των Τούρκων, όπως και η περιπετειώδης περιπλάνηση του Τάγματος μετά την ήττα τους και την ταπεινωτική αναχώρηση τους από την Ρόδο μέχρι να καταλήξουν στην Μάλτα.

 
ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΕΙΡΑΤΕΣ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ

Στα τέλη του 16ου αιώνα χριστιανοί πειρατές έκαναν την εμφάνισή τους στην ανατολική Μεσόγειο, ασκώντας πειρατεία παράλληλα με μουσουλμάνους, Βέρβερους και Οθωμανούς. Οι χριστιανοί κουρσάροι βρίσκο­νταν συνήθως στην υπηρεσία του πάπα, των Ισπανών αντιβασιλέων της Νάπολης και της Σικελίας, καθώς και των Μεδίκων της Φλω­ρεντίας. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι Μέδικοι της Φλωρεντίας χρηματοδότησαν πάρα πολλές κουρσάρικες επιδρομές ενάντια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Κινητήρια δύναμη σε αυτές τις επιδρομές υπήρξε το Τάγμα του Αγίου Στεφάνου, που ιδρύθηκε το 1561 στην Πίζα και το χρημα­τοδοτούσε με προσωπικά του κεφάλαια ο εκάστοτε Δούκας της Φλωρεντίας.

Το 1608 τα λάφυρα μόνο των οκτώ ιστιοφόρων της Φλωρεντίας ανέρχονταν στο α­στρονομικό ποσό του ενός εκα­τομμυρίου δουκάτων. Αξιοσημεί­ωτο είναι το γεγονός ότι η Μεγάλη Δούκισσα Χριστίνα, πριγκίπισσα της Λορένης, χρησιμοποίησε όλα τα χρήματα της προίκας της για την κατασκευή ιστιοφόρων, που θα ταξίδευαν και θα κούρσευαν με τα προσωπικά της εμβλήματα. Η πειρατεία αποτελούσε εκείνη την εποχή εξαιρετικά κερδοφόρα επένδυση.

Την ίδια τακτική ακολούθησαν και οι Ισπανοί αντιβασιλείς της Νάπολης και της Σικελίας. Κύριος εκφραστής αυτής της πολιτικής υπήρξε ο Δον Πέδρο Τελέζ Γκιρόν, ο Δούκας της Οσούνας. Κατά τη δεκαετή θητεία του ως αντιβασι-λέας της Νάπολης δημιούργησε ίσως τον μεγαλύτερο χριστιανικό κουρσάρικο στόλο της εποχής και τον χρηματοδοτούσε ο ίδιος. Στη Νάπολη είχε συγκεντρωθεί η αφρόκρεμα των χριστιανών κουρ­σάρων.

Οι επιδρομές του στο αρ­χιπέλαγος δεν είχαν στόχο μόνο το κέρδος, αλλά και την πρόκλη­ση όσο το δυνατόν περισσότερων ζημιών στην Οθωμανική Αυτο­κρατορία, με την παράλυση του εμπορίου της και την αύξηση του κύρους της Ισπανίας σε ολόκληρη τη Μεσόγειο. Ο Δον Πέδρο Τελέζ Γκιρόν είχε αποκτήσει τόσο με­γάλη δύναμη, που προσπάθησε ακόμα και να καταλάβει την ίδια τη Βενετία· την τελευταία στιγμή όμως τα σχέδιά του αποκαλύφθη­καν. Το γεγονός αυτό αποτέλεσε και την αιτία της πτώσης του.


Αξίζει να σημειωθεί ότι τόσο ο Δούκας της Τοσκάνης όσο και ο αντιβασιλέας της Νάπολης είχαν στενές σχέσεις με το Ελληνικό στοιχείο. Οι εντολές που έδιναν στους καπετάνιους των πλοίων τους ήταν σαφείς: να μην επιτί­θενται σε Ελληνικά πλοία ούτε να πλήττουν τα χωριά και τις περιου­σίες των Ελλήνων. Αντίθετα μάλι­στα, τους παρότρυναν να παρέ­χουν στους Έλληνες κάθε δυνατή βοήθεια και να καλλιεργούν το επαναστατικό πνεύμα τους ενάντια στους Τούρκους.

Δεν είναι λίγες οι καταγραφές που αναφέρουν ότι ισπανικές γαλέρες αλλά και γαλιόνια της Φλωρεντίας εφοδία­σαν τους κατοίκους της Μάνης με μπαρούτι, αρκεβούζια και άλλα πο­λεμοφόδια. Η πολεμική ενίσχυση που πρόσφεραν όμως στη Μάνη έ­κρυβε ένα κρυφό σχέδιο: είχαν την ελπίδα ότι οι Μανιάτες τελικά θα απογοητεύονταν από τις συνεχείς συγκρούσεις και θα μετανάστευαν στην Τοσκάνη και στη Νάπολη.

Στις εν λόγω περιοχές υπήρχε μεγάλη ανάγκη για εργατικά χέρια, προκει­μένου να καλλιεργηθούν τα χωρά­φια και να αρχίσουν να αποδίδουν. Το σχέδιό τους όμως δεν πραγμα­τοποιήθηκε. Εξάλλου, η πολιτική της Βενετίας ήταν αντίθετη, καθώς επιδίωκε την παραμονή των Μα­νιατών στην πατρίδα τους, επειδή οι Βενετοί χρησιμοποιούσαν τα λιμάνια τους για ανεφοδιασμό και ως καταφύγιο. Επίσης, συχνά πυκνά κατέφευγαν στη Μάνη για να επανδρώσουν τις γαλέρες τους.

Παρά την έντονη πειρατική δράση στα επόμενα τριάντα χρόνια μέχρι τις αρχές του 17ου αιώνα, ξεκίνησε πιο συστηματικά ο επανεποικισμός των νησιών από χριστιανι­κούς, Ελληνικούς και Αλβανικούς πληθυσμούς, με πρωτοβουλία κατά κύριο λόγο της Πύλης, καθώς και η οικιστική ανοικοδόμη­ση στο Αιγαίο. Εκείνη την περίοδο οι κάτοικοι των νησιών άρχισαν να παίρνουν κάποια μέτρα προστασίας για να μπορούν να προφυλάσ­σονται από τις πειρατικές επιδρομές
.

Απομακρύνθηκαν από τα παράλια και μετοίκησαν στα βουνά, ώστε να έχουν τη δυνατότητα να διακρίνουν καλύτερα την έλευση πειρατικών πλοίων. Επίσης, για την καλύτερη προστασία τους άρχισαν να χτίζουν κάστρα. Συνήθως ήταν μικρά και μπορούσαν να φιλοξενήσουν περιορισμένο αριθμό κατοίκων. Με την πάροδο του χρόνου όμως έγιναν μεγαλύτερα και μπορούσαν να συντηρήσουν σχεδόν όλους τους κατοίκους του εκάστοτε νησιού για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα.

Λόγω του περιορισμένου χώρου των κάστρων, οι κάτοικοι έχτιζαν ψηλές κατοικίες και οι δρόμοι ήταν στενοί για οικονομία χώρου. Ένα άλλο μέτρο που λάμβαναν οι νησιώτες ήταν ότι έχτιζαν τα χωριά τους με μια ιδιαίτερη αρχιτεκτονική, ώστε οι εξωτερικοί τοίχοι των σπιτιών να σχηματίζουν οχυρωμένα τείχη. Μέσα στον οικισμό υπήρχαν πολλά στενά και δαιδαλώδη δρομάκια, τα οποία οι κάτοικοι γνώριζαν καλά, όχι όμως και οι επιδρομείς. Επίσης, οι κάτοικοι έσκαβαν κρύπτες στα σπίτια τους και έκρυβαν εκεί τα πολύτιμα αγαθά τους ή κρύβονταν και οι ίδιοι για να μη συλληφθούν από τους πειρατές.

Πολλά νησιά του Αιγαίου γνώ­ρισαν πρωτοφανή άνθηση, διότι αναδείχθηκαν ως σταθμοί μετα­πρατικού εμπορίου, καθώς και ορμητήρια για τους πειρατές και τους κουρσάρους που δρούσαν στο αρχιπέλαγος. Οι κοινότητες των νησιών και των παραθαλάσ­σιων περιοχών, αν δεν ασκούσαν οι ίδιες πειρατεία, συνεργάζονταν με τους πειρατές προσφέροντας ασφαλές καταφύγιο, φτηνή δια­σκέδαση και αγορά για τα προϊό­ντα της πειρατείας. Η Μήλος απο­τελεί χαρακτηριστικό παράδειγ­μα.

Ήταν το σημαντικότερο λιμάνι στο Αιγαίο, ένα από τα κυριότερα κέντρα πειρατικού εμπορίου, και χρησιμοποιήθηκε αποκλειστικά από χριστιανούς κουρσάρους και πειρατές. Η Μήλος αποτελούσε ταυτόχρονα και ένα από τα βασικότερα πειρατικά ορμητήρια των Κυκλάδων. Η δύναμη που απέκτησε ήταν τέτοια, ώστε όταν το 1670 ο οθωμανικός στόλος προσπάθησε να αποκαταστήσει την τάξη στο νησί, εκδιώχθηκε από τους ίδιους τους πειρατές.


Δεν είναι τυχαίο ότι η Μήλος κατάφερε να ανακηρυχθεί το μοναδικό πειρατικό κράτος στον κόσμο, υπό την εξουσία του διαβόητου Ιωάννη Καψή. Στις αρχές του 17ου αιώνα έμποροι, μικροτραπεζίτες αλλά και μεγάλες εμπορικές επιχειρήσεις της Ευρώπης έστελναν εκεί αντιπροσώπους για να διαπραγματευτούν την αγορά των προϊόντων της πειρατείας σε εξαιρετικά χαμηλές τιμές.

Τα κυριότερα λάφυρα της πειρατείας ήταν οι άνθρωποι γιατί μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως κωπηλάτες στις γαλέρες, να πουληθούν ως σκλάβοι ή να εξαγο­ραστούν από τους συγγενείς τους, ειδικά εάν ήταν εύπορα πρόσωπα. Πρέπει να τονιστεί ότι η εξαγορά των αιχμαλώτων ήταν μία από τις πιο επικερδείς επιχειρήσεις εκείνη την εποχή. Αυτή ήταν και η αιτία που συγκροτήθηκαν ειδικά ταμεία από τους Έλληνες, για να μπορούν να προσφέρουν το αντίστοιχο χρηματικό ποσό («σκλαβιάτικα») για την εξαγορά των αιχμαλώτων.

Στη δυτική Ευρώπη είχαν δημιουργη­θεί εταιρείες για την εξαγορά αιχμαλώτων από τους πειρατές. Όταν ένας σκλάβος κατάφερνε να πληρώσει τα λύτρα που του ζητούσαν, τότε απελευθερωνόταν και του χορηγούσαν ένα πιστοποιητικό («τεσκερές»), με το οποίο ο ιδιοκτήτης του σκλάβου βεβαίωνε ότι είχε λάβει τα λύτρα.

Σημαντικά λάφυρα επίσης ήταν τα ζώα και οι σοδειές, γιατί μπορούσαν να εκποιηθούν άμεσα και ταυτόχρονα να θρέψουν το πλήρωμα του εκάστοτε πειρατικού πλοίου. Άλλη αξιόλογη λεία ήταν τα εμπορεύματα, ιδιαίτερα τα πολύτιμα, που μετέφεραν τα εμπορικά πλοία. Βέβαια, οι πειρατές που τα άρπαζαν δεν μπορούσαν να αποκομίσουν κέρδος ανάλογο με την αξία τους. Ο κυριότερος λόγος ήταν ότι επιθυμούσαν να βγάλουν το κέρδος της λείας τους γρήγορα, με αποτέλεσμα να εκποιούν τα εμπορεύματα σε πολύ μικρότερη τιμή από την πραγματική τους αξία.


Ο 17ος αιώνας χαρακτηρίζεται από τη μεγάλη Βενετοτουρκική σύγκρουση, με επίκεντρο πλέον την Κρήτη, που βρισκόταν υπό βενετική κατοχή και αποτελούσε την τελευταία μεγάλη κτήση της Βενετίας. Η Κρήτη κατακτήθηκε γρήγορα από τους Οθωμανούς, αλλά η τελευταία ελεύθερη πόλη της, ο περίφημος Χάνδακας, πολι­ορκήθηκε για είκοσι πέντε ολόκληρα χρόνια, μέχρι ο Μοροζίνι να συν­θηκολογήσει και να τον παραδώσει στους Οθωμανούς.

Η πολιορκία του Χάνδακα έγινε για την Ευρώπη σύμβολο της αντίστασης κατά του οθωμανικού επεκτατισμού, ενώ αποτελεί και τη μακροβιότερη πολιορκία στην ιστορία. Στο πλαίσιο των Βενετοτουρκικών πολέμων πολλοί πειρατές και κουρσάροι, ανάμεσά τους και Έλληνες νησιώτες, επετίθεντο και στις δύο αντι­μαχόμενες δυνάμεις, ανάλογα με τα συμφέροντά τους, γεγονός που αποτέλεσε ένα νέο είδος ναυτικού πολέμου στο Αιγαίο.

Το 17ο αιώνα τρεις κυρίαρχες δυνάμεις λειτουργούσαν παράλληλα και ανταγωνιστικά, προσπαθώντας να κερδίσουν το έπαθλο που λεγό­ταν αρχιπέλαγος: οι Οθωμανοί, οι Βενετοί και οι πειρατές. Αυτή η ρευστή κατάσταση διαμόρφωσε ένα πλαίσιο αυτονομίας για τα νησιά του Αιγαίου· αναπτύχθηκε ένα διανησιωτικό πλέγμα επικοινωνίας και εμπορικής κίνησης, που συνυπήρχαν με την πειρατεία. Με την οριστική λήξη των Βενετοτουρκικών πολέμων το 1699 με τη Συνθήκη του Κάρλοβιτς, άρχισε και η οικονομική και οικιστική ανάπτυξη του Αιγαίου. Η πειρατεία εξακο­λουθούσε να υφίσταται, φαίνεται όμως ότι είχε ενταχθεί σε μεγάλο βαθμό στην οικονομική και κοινω­νική πρακτική και νοοτροπία των αιγαιοπελαγίτικων κοινοτήτων.

Τον 18ο αιώνα στόχος των χρι­στιανών κουρσάρων, με πρωτο­στάτη την Αγγλία, δεν ήταν πλέον οι μουσουλμάνοι αλλά τα γαλλικά εμπορικά πλοία, τα οποία συνερ­γάζονταν στο εμπόριο με την Οθωμανική Αυτοκρατορία και κυριαρ­χούσαν. Ταυτόχρονα, η Ρωσία προ­ωθούσε τα επεκτατικά σχέδιά της προς τον Νότο, εις βάρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Γι’ αυ­τόν τον σκοπό χρησιμοποιούνταν και Έλληνες νησιώτες ως κουρσά­ροι. Η Γαλλία βρισκόταν στο μάτι του κυκλώνα, καθώς τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη δημιουργούσαν συμμαχίες προσπαθώντας να δια­κόψουν τη συνεχώς εντεινόμενη επεκτατική πολιτική των Γάλλων.


Παράλληλα, και η ίδια η φύση της πειρατείας άλλαξε· στόχος πλέον ήταν κατά κύριο λόγο τα πλοία εν κινήσει και τα εμπορεύματά τους και όχι οι άνθρωποι με προορισμό την υποδούλωση. Καταλυτικό ρό­λο σε αυτό έπαιξε η διάδοση του ιστιοφόρου, γεγονός που ανέκο­ψε τη ζήτηση για κωπηλάτες στις γαλέρες. Από τις αρχές του 18ου αιώνα, υπό αυτές τις νέες συνθήκες, ανα­πτύχθηκε μια νέα εμπορική και ναυ­τική τάξη που λειτουργούσε στα ό­ρια μεταξύ εμπορίου και πειρατείας στις Αιγαιοπελαγίτικες κοινότητες.

Αυτή ανέλαβε και τον πολιτικό έ­λεγχο των κοινοτήτων στο πλαίσιο της αυτοδιοίκησης. Στα τέλη του 18ου αιώνα εκμεταλλεύτηκε τις Ρωσοτουρκικές και Αγγλογαλλικές συγκρούσεις, και με την εμπορική και πειρατική της ιδιότητα σχεδόν μονοπωλούσε την εμπορική κίνη­ση στο Αιγαίο και στην ανατολική Μεσόγειο μέχρι το τέλος των Να­πολεόντειων Πολέμων. Οι Έλληνες μέσα από την πειρατεία κατόρθωσαν να αποκτήσουν τα απαραίτητα κεφάλαια για να μπορέσουν να κατασκευάσουν μεγάλα ιστιοφόρα, κάτι που δεν τους επέτρεπε η Πύλη.

Αυτά τα πλοία τα χρησιμοποίησαν κυρίως για εμπόριο, δημιουργώντας έναν από τους μεγαλύτερους εμπορι­κούς στόλους της Μεσογείου. Ως έμποροι, ρίσκαραν συνεχώς ανα­λαμβάνοντας μεταφορές που οι ξένοι ανταγωνιστές τους δεν τολ­μούσαν να πραγματοποιήσουν. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι έσπαγαν τον αγγλικό αποκλεισμό των γαλλικών και των ισπανικών α­κτών συνεχώς και τους εφοδίαζαν με τρόφιμα, αποκομίζοντας τερά­στια κέρδη.

Πρέπει να τονιστεί ότι η πειρα­τεία πρόσφερε στους Έλληνες την πολεμική πείρα και τα απαραίτητα κεφάλαια, ώστε να είναι άκρως ε­τοιμοπόλεμοι για την Επανάσταση του 1821. Μέσα από την πειρατεία προέκυψαν η ελληνική ναυτιλία και το ελληνικό εμπόριο. Η σχεδόν μυθιστορηματική πολλές φορές δράση τους δεν παύει να ασκεί μια έντονη γοητεία. Με την πτώση της Κωνσταντινούπολης το 1453, οι Έλληνες έπρεπε να αντισταθούν στους Οθωμανούς κατακτητές για να διασφαλίσουν την ύπαρξή τους, και μια μορφή αντίστασης που επέλεξαν ήταν η πειρατεία.


ΟΙ ΚΟΥΡΣΑΡΟΙ

Στις θάλασσες της Μεσογείου εκτός από τους πειρατές δρούσαν και οι κουρσάροι εκδικητές, που έπαιρναν εκδίκηση για τα όσα δεινά προκαλούσαν οι πειρατές.

Ένας από αυτούς ήταν ο Ιωάννης Γιάοντης από την Κάρπαθο. που όργωνε τις θάλασσες καταδιώκοντας τα πειρατικά καράβια. Όταν αιχμαλώτιζε πειρατές, τους άρπαζε από τα μαλλιά και καθώς ήταν μεγαλόσωμος και χειροδύναμος, τους σήκωνε στον αέρα πάνω από τη θάλασσα και έλεγε: «Γιαόντι έκαμες στους χριστιανούς παίρνω την κεφαλή σου». Έτσι του έμεινε το παρατσούκλι «Καπετάν Γιάοντης». Ένα δημοτικό τραγούδι της Καρπάθου μέχρι σήμερα υπενθυμίζει:

"Ο Καπετάν ο Γιάοντης το βουϊνό τουλούμι
Εφώνιαζε τ΄Αγαρηνού σάλευγε βρέ ουρούνι"

Η πειρατεία είχε δημιουργήσει εκείνα τα χρόνια ένα μεγάλο κοινωνικό πρόβλημα που ήταν η εξαγορά των σκλάβων. Στα νησιά του Αιγαίου οι Βενετοί είχαν επιβάλλει ειδική φορολογία για την εξαγορά των σκλάβων ,το περίφημο τέλος των Τούρκων (τουρκοτέλι), ενώ στα νησιά του Ιονίου πελάγους είχαν συσταθεί ειδικά ταμεία με την φροντίδα των ενοριών.


Στην Κρήτη για την εξαγορά των σκλάβων βοηθούσαν οι συντεχνίες, όπως η Αδελφότητα των Ναυτικών και πολλοί πλούσιοι Κρητικοί. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο άρχοντας Μάρκος Παπαδόπουλος που πέθανε το 1603. Στη διαθήκη του δέσμευε τους κληρονόμους του να εξαγοράζουν κάθε χρόνο δυο χριστιανούς σκλάβους.

ΓΝΩΣΤΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

• Το 18ο και στις αρχές του 19ου αιώνα η πειρατεία οργίαζε κυριολεκτικά. Εδώ θα παρακολουθήσουμε τη σχετική καταστρεπτική δράση της στο Αιγαίο.

• Η Νάξος, ως το μεγαλύτερο Κυκλαδονήσι και σχετικά πλουσιότερο, κυρίως στην κτηνοτροφία, δοκίμασε τις συχνότερες επιθέσεις τους.

• Στην Αστυπάλαια παίχθηκε μια από τις πιο δραματικές σκηνές της ιστορίας της πειρατείας στο Αιγαίο. Σε επιδρομή του Εξωμότη πρώην χριστιανού πειρατή Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα, από την Μυτιλίνη, Ολόκληρος ο πληθυσμός του νησιού, για δεύτερη φορά στην ιστορία του, ολοκληρωτικά αφανίζεται.


• 1724, 24 Οκτωβρίου: «Ερχόμενος ο καραβοκύρης ο Παναγιώτης της Περέτας με την σακολέβαν εις την Αξίαν, έτυχε από ριζικόν ανάμεσα την Μύκονον και την Αξίαν και τους έπιασε και τους σκλάβωσε ο Καπετάν Τζουανίνος με το καράβιν του και καπετάν Αντώνης με μιαν ταρτάνα και τους επήρεν ό,τι κι αν είχαν άσπρα, πράμα και τα ρούχα τους και τους άφησαν το καΐκι με τους ανθρώπους γυμνούς και ήλθαν εδώ εις την Αξίαν καθώς όλοι τους είδασιν».

• 1808, 15 Δεκεμβρίου: «Νύχτα επιτεθήκανε οι σπαντίδοι σ’ ένα άλλο καΐκι του Μιχελή Ρεΐζη, λίγο έξω από την Τήνο, ενώ αρμένιζε για την Αξία. Οι κουρσάροι σέρνοντας κατόπιν το πλεούμενο, φτάσανε στην Αντίπαρο. Εκεί ληστέψανε όλους τους επιβάτες του και δεν τους άφησαν παρά μόνον την ψυχήν και τα παλαιόρουχα που φορούσαν».

• Ναξία, 1816, 2 Απριλίου: «Ένα άλλο κουρσάρικο με Μανιάτες πειρατές σε επιδρομή του στη Σκινούσα αιχμαλωτίζει μια βάρκα με το πλήρωμά της και την οικογένεια του Γιωργάκη Μπαρδάκα, σούδιτου Ρώσου, σαν ετοιμαζόταν να αναχωρήσει για τη Νάξο. Ξεγυμνώνουν τον Μπαρδάκα με τη συντροφιά που έρχεται στη Χώρα της Νάξου» (Bislut, «Archipelagus turbatus», Istanbul 1982).

• Από ανέκδοτο ημερολόγιο του αγγλικού προξενείου στη Νάξο στα 1811 μαθαίνουμε για το Γάλλο κουρσάρο Τζουστινιάνι και τη δράση του στη Νάξο. Ο κουρσάρος Tζουστινιάνι, σύμφωνα με επιστολή τής 30ής Ιουλίου του 1812 κάποιου Αξιώτη, «τρεις μήνες εδώ κατακαθητός με τα αρμαμέντα του και πιάνει και ψηλαφά τα γράμματα -σαν να ήταν κύριος πλέον του τόπου, καθώς θέλετε πληροφορηθεί εις πλάτος από τα γράμματα όπου σας στέλνω με τον κουρσαμένον πραγματευτήν ονόματι Εμμανουήλ Σεργόπουλον και εκ στόματος του Mr Cardrigt, πραγματευτού Εγγλέζου, όπου εκουρσάθη ωσαύτως απ’ έξω από την Μήλον από ένα άλλον κουρσάρικον με παντιέρα Ιτάλικα».


• 1734, Πάρος. Υπήρξαν περιπτώσεις κουρσάρων και πειρατών που βαριεστημένοι από την πειρατική ζωή, αποφάσιζαν, αφού παντρεύονταν στα νησιά, να ζήσουν την υπόλοιπη ζωή τους ήσυχα και ειρηνικά. Για να νομιμοποιήσουν όμως αυτόν τον αποχρωματισμό τους, ιδιαίτερα οι πειρατές, έπρεπε να εφοδιαστούν με κατάλληλο έγγραφο από τη νοταρία του τόπου τους. Τέτοια έγγραφα έχουμε αρκετά των ετών 1734, 1741, 1744 κ.ά.

• Σύρος, 1720. Στα 1720 «οι επιδραμόντες κουρσάροι επέτυχον να συλλάβουν τον παρεπιδημούντα τότε επί της νήσου καδήν και η Κοινότης ηναγκάσθη τους μεν κουρσάρους να ταΐσει και να περιποιηθεί, να εξαγοράσει δε τα ενδύματα του καδή χωρίς όμως να εξαγοράσει και τον ίδιον».

• Στα 1723 οι Συριανοί πιάνουν αιχμαλώτους δύο κακότροπους σπαντίδες (πειρατές) και τους στέλνουν στους Τούρκους, σύμφωνα με τις διαταγές που είχαν. Δεν έστειλαν όμως μαζί και τα όπλα τους και οι Τούρκοι τους απείλησαν να τα στείλουν αμέσως. Πολλές φορές οι Συριανοί βοηθούσαν τους Φράγκους κουρσάρους σε βάρος των Τούρκων κι αυτό φυσικά οι Τούρκοι δεν τ’ άφηναν ατιμώρητο.

• Από έγγραφο της 23ης Ιανουαρίου 1723, μαθαίνουμε ότι ο καραβοκύρης Κωνσταντίνος Βουτζίνος «όπου επήγαινε στο ταξίδι στην Αξιά επιάστηκε από τους αναθεματισμένους τους κουρσάρους και τους έγδυσαν και τους τραβούσαν έως τις Δήλες».

• Σε άλλο έγγραφο αναφέρονται τα ακόλουθα: «Όμως με το να ευρεθούνε οι καταραμένοι οι κουρσάροι στο δρόμο τσ’ επιάσανε και τις εγδύσανε και χαθήκανε και τ’ άσπρα. Παρεκτός είχεν του γράψει η λεγομένη Νικολέττα να μην κακοκαρδίζεται πως εχαθήκανε τ’ άσπρα εωσότις η ζημία είναι δική της. Πολλάκις δε οι συλλαμβανόμενοι εδουλώνοντο και διά την εξαγοράν των εχρεούντο οι οικείοι των μεγάλα ποσά ή παρέμενον σκλάβοι επί έτη. Οι κάτοικοι της πτωχής νήσου μας καθ’ όλην την διάρκειαν της Τουρκοκρατίας εβίωσαν υπό την διαρκήν απειλήν πειρατών, κουρσάρων και πάσης φύσεως κλεπτών, κακοποιών και επιδρομέων καθιστώντας την διαβίωσίν των πολύ περισσότερον δραματικήν παρ’ όσον αυτή αύτη η Τουρκική δεσποτεία».


• Στους πρώτους μήνες του Ρωσοτουρκικού πολέμου παρατηρήθηκε έντονη πειρατική δράση στο Αιγαίο. Οι κυριότεροι πειρατές ήταν την εποχή αυτή οι Σφακιώτες και οι Αλβανοί, που μαζί επιτέθηκαν στα 1770 στη Σύρο. Την επιδρομή αυτή περιγράφει ο ιστορικός της Σύρου, πατέρας Δελλαρόκας.

• Στα 1771 ο τρομερός πειρατής, η φοβερή μάστιγα της εποχής, ο λήσταρχος Μητρομάρας, ο ατρόμητος, με 32 Αλβανούς προέβη σε επιδρομή κατά της Σύρου για να τη λεηλατήσει. Πληγώθηκε όμως από το νέο Αντ. Ρώσση και υποχρεώθηκε να φύγει.

• Το 1772 ο Ρωσικός στόλος καταδίωξε συστηματικά τους πειρατές, που για ένα διάστημα φάνηκε να έχουν εξαφανιστεί…

• Πολλά έγγραφα αναφέρονται σε διάφορες πειρατικές επιδρομές σε απόμερους κάβους. αλλά και μες στο ίδιο το λιμάνι της Σύρου. Διάφοροι πειρατές και κουρσάροι άρπαζαν πλοία με το φορτίο τους και τα μεταπουλούσαν κατόπιν στους κατοίκους του νησιού ή σε διάφορους καραβοκύρηδες, συνελλάμβαναν αιχμαλώτους Τούρκους για να πάρουν κατόπιν λύτρα για την εξαγορά τους και γενικότερα λεηλατούσαν το νησί ανάλογα με τα γούστα τους.

• Με έγγραφο της 28ης Ιουλίου 1781 οι επίτροποι της Σύρου παρακαλούν τον Δημητράκη Μαυρογένη, βοεβόδα της Μυκόνου, να πληροφορήσει τον Καπουδάν Πασά, πως στις 28 Ιουλίου του 1781 Μαλτέζοι πειρατές απήγαγαν από το λιμάνι της Σύρας ένα σαμπίκο Κρητικό, φορτωμένο σαπούνι και λάδι, σε συνεννόηση και με τις πλάτες των Τούρκων.


• Στις 19 Νοεμβρίου 1787, η Σύρος διατρέχει νέο κίνδυνο λεηλασίας και καταστροφής της από Καρυστινούς και άλλους πειρατές. Γι’ αυτό οι κάτοικοί της στέλνουν εσπευσμένα επιστολή προς τους Τούρκους ζητώντας την προστασία του νησιού τους από τους πειρατές.

• Στις 23 Φεβρουαρίου του 1795, ωστόσο, ο Τούρκος καπετάνιος Αλής συγκρούστηκε με Μαλτέζους πειρατές, πάλι μες στο λιμάνι της Σύρου, με αρκετές απώλειες κι από τα δύο μέρη.

• Οι επιδρομές των κουρσάρων στη Σύρο, καθώς και στα γύρω ξερονήσια, ήταν συχνές και καταστροφικές. Άρπαζαν και λεηλατούσαν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους, κυρίως ζώα, πλεούμενα, έγδυναν σπίτια, σκότωναν ανθρώπους. Από έγγραφο της 31ης Μαρτίου 1811 μαθαίνουμε πώς «ο Συριανός έμπορος Λινάρδος Βαμβακάρης αγόρασε σε πλειστηριασμό από έναν κουρσάρο στο λιμάνι της Σύρου μια μπομπάρδα φορτωμένη κρασί και πώς στη συνέχεια ένα Εγγλέζικο μπρίκι μπαίνοντας στο λιμάνι της Σύρου και βρίσκοντας την κουρσεμένη μπομπάρδα, την κατέλαβε και τη ρυμούλκησε στη Σμύρνη, όπου παρέπεμψε και το διαμαρτυρόμενο αγοραστή να πάει για να διεκδικήσει τα δικαιώματά του».

• Ο Καπουδάν Πασάς συχνά έκανε την εμφάνισή του στο Αιγαίο για καταδίωξη των πειρατών. Όμως αυτό σήμαινε φορολογία των νησιωτών γι’ αυτό το σκοπό ή και καταστροφές από τους Τούρκους του πασά.

• Πολλές παραδόσεις μιλούν γι’ αυτές τις επιθέσεις και άλλες στη Σύρο. Λένε ακόμη ότι ο Αϊ-Γιώργης ήταν προστάτης της Σύρου, όπως αναφέρεται και σε σχετικό δημοτικό τους τραγούδι.

«Αϊ μου Γιώργη φύλακα, απάντα το νησί μας
έβγα με την κοντάρα σου γιούργιαρε τσι εχθροί μας.
Γύρω τριγύρω στο νησί πλανάρου οι γαλιώτες κι αφνήδια μας προβαίνουσι και μας πατούν οι κλέφτες.
Και μπένου μέσ’ τις μάντρες μας, αρνιά δεν μας αφήνουν,
τα πιο καλά μας πράματα τα τρώσι και τα πίνουν.
Οι Τουρκοκλέφτες είν’ αυτοί που μας εβασανίζουν
και τη ζωή μας πολλωνώ μας τήνε υστερίζουν.
Λυπήσου Αϊ-Γιώργη μας εμάς και τα παιδιά μας
Και γλύτωσέ μας γρήγορα από τα βάσανά μας.
Αϊ-Γιώργη Καππαδόκε αδικοσκοτωμένε
και διά την πίστι του Χριστού σκληρά βασανισμένε.
Λυπήσου ναι και μας που βλέπεις τι τραβάμε
διαφέντεψέ μας Άγιε μας να σε δοξολογάμε».
 

• Η δραματική αυτή επίκληση της βοήθειας του προστάτη της Σύρου Αγίου Γεωργίου για τη σωτηρία των δεινοπαθούντων από τις πειρατικές επιδρομές άτυχων Συριανών δίνει μια καθαρή εικόνα του δράματος, των βασάνων, των μαρτυρίων που υφίσταντο τότε οι γεωργοί της Σύρου.

Η πειρατεία στη Σύρο, όπως και στις άλλες Κυκλάδες, σταμάτησε, όπως προαναφέραμε, στα χρόνια του Καποδίστρια με τη δραστηριότητα εναντίον τους του ναυάρχου Μιαούλη. Το στήσιμο του αγάλματός του στην ομώνυμη πλατεία της Ερμούπολης, μπροστά από το δημαρχείο, ασφαλώς δεν είναι άσχετο και με την προσφορά αυτή του Μιαούλη στη Σύρο.

• Πειρατείες υφίστατο και η Αμοργός, καθώς και τα γύρω νησάκια. Είδαμε έγγραφο της 2ας Απριλίου του 1816, σύμφωνα με το οποίο ένα κουρσάρικο με Μανιάτες πειρατές, σε επιδρομή τους στη Σχοινούσσα, αιχμαλωτίζει μια ναξιώτικη βάρκα του Γιωργάκη Μπαρδάκα.

Διάφορα έγγραφα και παραδόσεις δείχνουν πόσο υπέφερε παλιότερα το νησί της Αμοργού και τα γύρω νησάκια από τους ποικιλώνυμους πειρατές και τις ληστρικές επιδρομές τους. Η ζωή των Αμοργιανών, η τιμή και η περιουσία τους βρίσκονταν, την οποιαδήποτε ώρα, εκτεθειμένες στις άγριες διαθέσεις των ληστρικών κουρσάρων. Μια ζωή μαρτυρική, που σήμερα έμεινε πια στη μνήμη μας σαν θρύλος μακρινός και παραμύθι.

• Η Φολέγανδρος στα 1715, η Κίμωλος, η Μήλος και οι άλλες Κυκλάδες υπέστησαν τα πάνδεινα από μέρους των άπληστων πειρατών και κουρσάρων, των γνωστών την εποχή αυτή ως «κλεφτοσφουγγαράδων».

• «Η ετήσια επίσκεψις του ναυάρχου Καπουδάν Πασά εις τας Κυκλάδας -λέει ο Χ. Μουστάκας- και αι αιφνίδιαι πειρατών τινών αποβάσεις, διετήρουν τα πνεύματα εις ταραχήν τούτου δ’ ένεκεν νύκτα και ημέραν φρουροί εφ’ υψηλών σημείων της νήσου ιστάμενοι εφύλαττον τους κατοίκους, ειδοποιούντες τούτους περί της παρουσίας πειρατικού πλοίου, οπότε οι κάτοικοι έσπευδον να κλεισθώσιν εντός του Κάστρου μετά των ζώων αυτών, κλείοντες και τας πύλας».


• Η Μήλος, εξαιτίας της επίκαιρης θέσης της -πέρασμα για Σμύρνη και Πόλη- αλλά και σαν καλό αραξοβόλι κι ορμητήριο για λεηλασίες, έγινε φωλιά πειρατών τόσο ντόπιων όσο και ξένων, σ’ όλο το διάστημα του 18ου ως το 19ο αιώνα. Στο τέλος του 18ου τόσο η Μήλος όσο και η Κίμωλος είχαν μεταβληθεί σε άντρο των πειρατών οι οποίοι διέτριβον στην Κίμωλο «ως και εν Μήλω καθ’ όλον τον χειμώνα διάγοντες εν ποτοίς και ευωχίαις και πάση άλλη ασωτία και κραιπάλη».

Ο πρόξενος της Ολλανδίας στη Μήλο Ταταράκης σε επιστολές του προς τον πρεσβευτή του στην Πόλη στα 1748, 1751, 1754, 1761, 1787, 1815 διεκτραγωδεί τα βάσανα που υφίστανται οι κάτοικοι της Μήλου και ο ίδιος από τους αδίστακτους πειρατές και κουρσάρους.

Τελικά και στη Μήλο το τελικό κτύπημα εναντίον των πειρατών δόθηκε επί Καποδίστρια από το ναύαρχο Μιαούλη.

Αν στην Τουρκοκρατία η πειρατεία βρισκόταν στο απόγειο της, με την έναρξη της Επανάστασης εξαφανίζεται —τουλάχιστον τα πρώτα χρόνια— όπως μας πληροφορεί ο Σπ. Τρικούπης. Η πειρατεία στα χρόνια του Αγώνα παρουσιάζει έξαρση την περίοδο κατά την οποία ο αιγυπτιακός στρατός και στόλος συμπράττει με τους Τούρκους, για να καταπνίξουν την Επανάσταση.

Ο αριθμός των Ελληνικών πλοίων που επιδίδονται σε πειρατικές επιδρομές αυξάνεται σταθερά εξαιτίας της δυσμενούς τροπής που παίρνει ο Αγώνας. Στις αρχές του 1828 περισσότερα από 1.000 πλοία ασχολούνται συστηματικά με την πειρατεία και λυμαίνονται το Αιγαίο. Από τον Ελλήσποντο ως τη Ρόδο και τα ανατολικά παράλια της Πελοποννήσου οι πειρατές προκαλούν με τη δράση τους πάμπολλα προβλήματα.

Αυτός τελικά που κατόρθωσε να ελέγξει την κατάσταση ήταν ο Καποδίστριας, όταν ήρθε τον Ιανουάριο του 1828 στην Ελλάδα, για να αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας. Η καταστολή της πειρατείας υπήρξε άμεση και εντυπωσιακή. Οι Δυνάμεις βέβαια πίεζαν τον Καποδίστρια σ' αυτό το θέμα, γιατί βλαπτόταν σοβαρά το εμπόριο τους. Ο κυβερνήτης οργάνωσε δύο ναυτικές μοίρες με τον Κ. Κανάρη και τον Ανδρέα Μιαούλη και με την παράλληλη δράση των ξένων στόλων κατέστρεψε τα ορμητήρια του Αιγαίου.


Η δολοφονία του Καποδίστρια (1831) και η αναρχία που ακολούθησε αναζωπύρωσε τη δραστηριότητα των πειρατών, μολονότι η Ελλάδα από το 1930 ήδη άρχισε τον ελεύθερο πολιτικό της βίο, που δεν της εξασφαλίζει όμως και την ανάλογη ευνομία. Ολοκληρώνοντας θα λέγαμε ότι, καθώς προχωρούμε μέσα στον 19ο αι., τα κρούσματα πειρατικών επιδρομών γίνονται σπανιότερα και είναι βέβαια ηπιότερης μορφής απ’ ό,τι σε προγενέστερες εποχές, γεγονός που σχετίζεται με την αρτιότερη κρατική οργάνωση αλλά και με τον εκσυγχρονισμό της ναυτιλίας.

ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΤΗΣ ΠΕΙΡΑΤΕΙΑΣ

Η πόλη της Ύδρας μεγάλωνε μέρα με τη μέρα. Οι Υδραίοι πλούτισαν σπάζοντας τον αποκλεισμό της Μασσαλίας, λίγα χρόνια νωρίτερα, μεταφέροντας στάρι από τη Μαύρη Θάλασσα. Άλλοτε πειρατές, άλλοτε λαθρέμποροι, εμποροκαπετάνιοι συνεταίροι με το τσούρμο τους. Κάποιοι από αυτούς προύχοντες, δραγουμάνοι. Οι άλλοι, ναύτες με θητεία του Οθωμανικού στόλου, ναύτες χωρίς θητεία Ελληνικών ή άλλων κουρσάρικων.

Ξεγλιστρούσαν από τους ελέγχους με σημαίες ευκαιρίας και εικονικές ιδιοκτησίες των πλοίων. Τα πλοία τους, στο γύρισμα του αιώνα, μετέφεραν τα πάντα. Πορτοκάλια από τη Μάλτα, αρώματα και καφέδες από την Αραβία, ρύζι από την Αίγυπτο, σταφίδα από το Τζάντε, λάδι από την Ιταλία και την Προβηγκία, χουρμάδες από τη Μικρά Ασία, βιομηχανικά προϊόντα από τη Γαλλία και καθρέφτες και κομψοτεχνήματα από τη Βενετία. Οι περισσότεροι μετά από δύο δεκαετίες ήσαν ναυμάχοι του πολέμου της Ανεξαρτησίας.


Όταν άνθισε η οικονομία του νησιού, άρχισε να συγκεντρώνονται τα κέρδη, έκτισαν τα αρχοντικά τους επάνω στα βράχια της ακτής. Εγκατέλειψαν τα ψηλώματα της Κιάφφας, εκεί που οι κυνηγημένοι Αρβανίτες προπαππούδες τους είχαν στήσει το πρώτο χωριό με τις καλύβες, τρεις αιώνες νωρίτερα. Πριν την επανάσταση, στα 1813 ο πληθυσμός της Ύδρας ανέβηκε στους 22.000 κατοίκους. Πρωτόγνωρο μέγεθος για νησιώτικη πόλη. Τότε φούνταραν τα πλοία τους, λίγα μέτρα από τα παράθυρα των σπιτιών τους. Ο εμπορικός στόλος της Ύδρας εκείνη τη χρονιά διέθετε 120 πλοία με 1.800 ναύτες. Πόλη ανοχύρωτη, ατίθαση. Μετά διεκδίκησε τη μερίδα του λέοντος στην επανάσταση. Έδωσε τα πάντα και έχασε τα πάντα.

Ο ίδιος ο Ανδρέας Μιαούλης, ναύαρχος πλέον του κράτους, κυνηγούσε τους τελευταίους πειρατές του Αιγαίου, στα στενά της Σάμου το 1928 κατ’ εντολή του Καποδίστρια. Οι θαλασσινοί άρχοντες της Ύδρας δεν μπόρεσαν να συμβιβαστούν. Ο βραχότοπος δεν τους χωρούσε πια. Πολλοί εγκατέλειψαν τον τόπο. Έστησαν τον νέο συνοικισμό στον Πειραιά, τα Υδραίικα. Η Ελληνική πειρατεία συμβάδισε με την άνθηση της ναυτιλίας και την μεγέθυνση των παράκτιων νησιωτικών πόλεων. Και τα τρία υπήρξαν φαινόμενα, κυρίως του 18ου αιώνα.

Κατά τον αιώνα αυτόν, αντίθετα με τους προηγούμενους, οι νησιώτες κυριάρχησαν στις θαλάσσιες μεταφορές αλλά και στα «εκτός νόμου» ναυτικά περιστατικά του Αιγαίου. Παρότι, Μαλτέζοι, Αλγερίνοι, Άγγλοι συνέχιζαν να κουρσεύουν τα πλοία στο αρχιπέλαγος, δίπλα τους εμφανίστηκαν οι νησιώτες με κάθε λογής πλοία. Από βάρκες μέχρι μεγάλα τρικάταρτα οπλισμένα ιστιοφόρα, τα οποία επέδραμαν σε εμπορικά, χωρίς τις περισσότερες φορές να ξεχωρίζουν σημαίες, θρησκείες ή φορτίο.

Από το 1703 έως το 1792 σε 277 καταγεγραμμένες επιθέσεις εναντίον Γαλλικών πλοίων, στον ελληνικό θαλάσσιο χώρο, οι 102 πραγματοποιήθηκαν από Έλληνες. Οι πειρατικές επιθέσεις κατά τη διάρκεια εκείνου του αιώνα πρέπει να ήσαν χιλιάδες. Οι μαρτυρίες βρίσκονται στα προξενικά έγγραφα, στα ναυτικά αρχεία των ευρωπαϊκών λιμανιών, στις διηγήσεις των περιηγητών, στα νησιωτικά κοινοτικά και μοναστηριακά αρχεία. Και πιθανόν στα άγνωστα ακόμα αρχεία της Οθωμανικής Πύλης.


Τα πλοία του 18ου αιώνα, ακολουθούσαν κυρίως τη διαγώνιο του αρχιπελάγους. Ο ναυτικός δρόμος συνέδεε τα Δαρδανέλια με το Τσιρίγο, τη Μαύρη Θάλασσα και την Κωνσταντινούπολη, με τη δυτική Μεσόγειο. Ο άλλος μεγάλος ναυτικός δρόμος διέσχιζε τα στενά που χωρίζουν τη μικρασιατική ακτή με τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου και τα Δωδεκάνησα. Από τη Ρόδο και την Κάρπαθο κατευθυνόταν προς την Αλεξάνδρεια και τα λιμάνια της Μέσης Ανατολής. Τους κύριους δρόμους συμπλήρωναν δεκάδες παραλλαγές, όπως και το πυκνό πλέγμα των διανησιωτικών συνδέσεωνv.

Η τεχνολογία των πανιών είχε απελευθερώσει τη ναυτιλία από την σχεδόν υποχρεωτική παράκτια πλεύση του Μεσαίωνα. Τα πλοία απέκτησαν αυτονομία καθώς δεν ήσαν αναγκασμένα κάθε νύχτα να προσορμιστούν σε κάποια ακτή, η καθώς μπορούσαν να ταξιδέψουν με όλους τους ανέμους.
Τα φοβερά σημεία ενέδρας κατά μήκος των ναυτικών δρόμων του αρχιπελάγους, συνέχισαν να σημειώνονται στους Ευρωπαϊκούς πορτολάνους και να αποτελούν τόπους αυξημένης επιφυλακής και κινδύνου για όσους τα διέσχιζαν.

Η νοτιοδυτική πύλη με το Κάβο Ταίναρο και το Πόρτο Κάγιο, τον Κάβο Μαληά, το Τσιρίγο και το Τσιριγότο. Το φουρτουνιασμένο Κάβο Ντόρο, με το Μακρονήσι, το λιμανάκι κάτω από τις Κάβο Κολώνες και το Βουρκάρι της Τζιάς απέναντι. Τα στενά του Τσικνιά, της Μυκόνου και της Δήλου, το στενό της Πάρου με τη Νάξο, της Μήλου με την Κίμωλο. Το Νταρ Μπογκάζ της Σάμου και τα στενά των Φούρνων. Τα στενά της Χίου με τις Οινούσες. Και άλλα πολλά.

Οι ναυτικές κοινότητες των νησιών είναι δημιούργημα εκείνης της εποχής. Εκτός από την Ύδρα, οι Σπέτσες, τα Ψαρά, τα Χανιά, η Μύκονος, η Σκόπελος και η Σκύρος διέθεταν κατά τη δεύτερη δεκαετία του 19ου αιώνα, πολυάριθμους εμπορικούς στόλους. Οι αναφορές του 1813 μιλούν για 615 πλοία, οπλισμένα με 8.878 πυροβόλα, χωρητικότητας 153.580 τόννων, και 37.562 ναύτεςvi.
Κατά μήκος των θαλασσίων δρόμων, ένα μεγάλο δίκτυο οικισμών αναπτύχθηκε και άνθισε, εμπλεκόμενο με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, στο ιδιότυπο παραεμπόριο της πειρατείας και του κοντραμπάντου.


Παλιοί Βενετσιάνικοι οικισμοί ξεπέρασαν τα τείχη τους και απλώθηκαν στις ακτές, άλλοι μετακινήθηκαν από τα υψώματα στα κοντινά τους αγκυροβόλια, νέοι γεννήθηκαν εκ του μηδενός. Λιμάνια, μουράγια, αποθήκες και αγορές, καρνάγια, ανεμόμυλοι και κυρίως οικιστικές συγκροτήσεις ισόγειων και διώροφων σπιτιών με δώματα, σπανιότερα με στέγες. Στενοί δρόμοι, μικρές πλατείες, μέτωπα στις ακτές. Σε εκείνα τα μέτωπα, της Ύδρας, των Σπετσών, της Μυκόνου, της Πάτμου, οι νεόπλουτοι πλοίαρχοι έκτισαν τα αρχοντικά τους. Πιο μέσα οι γειτονιές των ναυτών. Αυτή είναι η εικόνα της πλειοψηφίας των οικισμών του Αιγαίου, η οποία διατηρήθηκε μέχρι το τέλος του 20ου αιώνα.

ΧΑΙΡΕΝΤΙΝ ΜΠΑΡΜΠΑΡΟΣΑ

Ο Χαΐρ αντ Ντιν (Khair ad Din) (περ. 1475–4 Ιουλίου 1546) ήταν ναύαρχος Ελληνικής καταγωγής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και κουρσάρος των ακτών της Μπαρμπαριάς (σημερινής Αλγερίας). Ήταν γενικώς γνωστός ως Μπαρμπαρόσα ("Κοκκινογένης") για τους Ευρωπαίους, και Μπάρμπαρος Χαϊρεντίν (الدين خير) Πασάς ανάμεσα στους Τούρκους. Το όνομά του στην Τουρκική γλώσσα ήταν Χιζίρ Μπιν Γιακούπ από το Αραβικό Χιντρ 'ιμπν Για'κουμπ.


Βιογραφία

Ο Χαϊρεντίν γεννήθηκε στον Παλαιόκηπο Γέρας στη Λέσβο. Ο πατέρας του ήταν σπαχής ονόματι Γιακούπ και η μητέρα του Ελληνίδα χριστιανή από τη Λέσβο, ονόματι Κατερίνα. Αρκετοί ιστορικοί θεωρούν πιθανό ότι και ο πατέρας του ήταν Έλληνας Γενίτσαρος και καταγόταν από τα Γιαννιτσά.
Ο Μπαρμπαρόσα θεωρείται ο κατεξοχήν οργανωτής του Οθωμανικού στόλου, στον οποίο κατείχε τον βαθμό του ναυάρχου. Αργότερα έγινε σουλτάνος του Αλγερίου και τελικά Μπεϊλέρ Μπέης (Αρχιμπέης) του Αιγαίου, ένα από τα μεγαλύτερα Οθωμανικά αξιώματα.

Κατά τη διάρκεια των κατακτητικών και αρπακτικών επιδρομών του ο Μπαρμπαρόσα έστειλε τους Τούρκους και Αλγερινούς πειρατές του ενάντια πολλών νησιών του Αιγαίου, ειδικά στις Κυκλάδες καθώς και στα Κύθηρα, στην περιοχή του Τσιρίγου. Αυτό που επακολούθησε ήταν η ερήμωση του νησιού. Λέγεται ότι σκοτώθηκαν 7.000 άμαχοι και οι υπόλοιποι πουλήθηκαν ως σκλάβοι, ενώ εκείνοι που κατόρθωσαν να διαφύγουν, κρύφτηκαν στα βουνά ή πέρασαν στην Πελοπόννησο. Ακόμα και σήμερα στην πρωτεύουσα του νησιού τον Άγιο Δημήτριο, γνωστή έως Παλαιοχώρα είναι διακριτά τα ίχνη της ερήμωσης από εκείνη την πειρατική λαίλαπα.


Άνοδος και Πτώση της Πειρατείας (1400-1830)

Η διάλυση της Αυτοκρατορίας των Αλμοχάντ δημιούργησε κενό εξουσίας, το οποίο προκάλεσε την άνοδο της πειρατείας στην περιοχή που έγινε αργότερα γνωστής ως Ακτή της Μπαρμπαριάς, εξελληνισμένο όνομα εκ των Μπέρμπερς, Βερβέρων. Οι παράκτιες πόλεις μίσθωναν κουρσάρους να λεηλατούν εμπορικά πλοία, εν όψει του έντονου εμπορικού ανταγωνισμού των θαλασσών.

Η βορειοαφρικανική πειρατεία ώθησε τους Ισπανούς να καταλάβουν και να αποκλείσουν πολλά λιμάνια-ορμητήρια των πειρατών, συμπεριλαμβανόμενου του Αλγερίου, που υποχρεώθηκε να πληρώνει φόρους. Τούτη η χριστιανική κατοχή των βορειοαφρικανικών λιμανιών ώθησε τους Μουσουλμάνους να ζητήσουν βοήθεια από τον Οθωμανό χαλίφη. Ανταποκρινόμενος ο χαλίφης έστειλε στόλο που εκδίωξε τους Ισπανούς από τα περισσότερα λιμάνια των αφρικανικών ακτών.

Το 1518 ο Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα έγινε επίσημος αντιπρόσωπος του Οθωμανού σουλτάνου στην Αλγερία και οι Αλγερινοί κουρσάροι κυριάρχησαν στη Μεσόγειο υπό την Οθωμανική δικαιοδοσία, επί μακρό χρονικό διάστημα. Μόνο στα τέλη του 18ου αιώνα κατόρθωσαν να αντιπαρατεθούν οι Ευρωπαίοι στους πειρατές της Μπαρμπαριάς με ανώτερη ναυτική δύναμη και πυροβολικό. Το 1815 μια ναυτική μοίρα από τις Η.Π.Α. υπό τον πλοίαρχο Στίβεν Ντικάτουρ επιτέθηκε στο Αλγέρι και εξανάγκασε τον κυβερνήτη του να υπογράψει συνθήκη, σύμφωνα με την οποία τα πλοία των Η.Π.Α. εξαιρούνταν των πειρατικών επιθέσεων.


Οι διαρκείς επιδρομές σε Ευρωπαϊκά πλοία ώθησαν τους Βρετανούς και Ολλανδούς να ενώσουν τις δυνάμεις τους ενάντια στους Αλγερινούς και σχεδόν να καταστρέψουν ολοκληρωτικά το στόλο τους το 1816. Αυτή ήταν και η αρχή του τέλους. Το 1830 ο Γαλλικός στρατός εισέβαλε στο Αλγέρι και η Γαλλική κατοχή της Αλγερίας συνεχίστηκε για τα επόμενα 123 χρόνια.

Οι Αδελφοί Μπαρμπαρόσα

Από τους δύο αδελφούς Μπαρμπαρόσα ο μεγαλύτερος, ο Αρούτζ, ήταν ο ο πρώτος που ακολούθησε τον δρόμο της πειρατείας, υπογράφοντας σε μια κουρσάρικη γαλέρα που είχε ως βάση του το νησί, κρησφύγετο για τους Έλληνες και Μουσουλμάνους πειρατές. Αιχμαλωτίστηκε από τους Ιππότες της Ρόδου και υποχρεώθηκε να υπηρετεί ως σκλάβος, μέχρις ότου τον αγόρασε ένας Αιγύπτιος εμίρης. Τα αδέλφια ξανάσμιξαν στην Αλεξάνδρεια και με τη βοήθεια του εμίρη αποδείχθηκαν επιτυχημένοι επιδρομείς.

Οι δύο μετέφεραν τις επιχειρήσεις τους στη δυτική Μεσόγειο το 1505 και επανεγκατεστάθηκαν στην νήσο Ντζέμπρα, στην Τυνησία. Από εκεί ασκούσαν πειρατεία ενάντια στα Χριστιανικά έθνη, συλλαμβάνοντας Παπικές γαλέρες, Ισπανικά πολεμικά πλοία και εμπορικά. Κατόπιν, εξαιτίας μιας διαφωνίας τους με τον Μπέη της Τυνησίας, αναγκάστηκαν να αλλάξουν ορμητήριο, τραβώντας για το Ντζιντζελί, κοντά στο Αλγέρι το 1511.

Το 1512 ο Αρούτζ έχασε το ένα του χέρι σε μια προσπάθεια να καταλάβει ένα Ισπανικό οχυρό στη βορειοαφρικανική ακτή ενώ νικήθηκε πάλι μετά από δύο χρόνια. Από τότε σημειώθηκε αλλαγή στη δραστηριότητα των δύο αδελφών. Οι επιθέσεις τους εστιάζονταν όλο και περισσότερο στον Ισπανικό στόλο και τις παράκτιες εγκαταστάσεις του. Όταν ο σουλτάνος του Αλγερίου απέτυχε να ανταποκριθεί κατάλληλα στην ισπανική απειλή το 1516, ο Αρούτζ του επιτέθηκε με μια κουρσαρική δύναμη και αφού τον σκότωσε, αυτοανακηρύχθηκε σουλτάνος.


Το 1518 οι μάχες με τους Ισπανούς εντάθηκαν. Σε μια επίθεση εναντίον των Ισπανικών εγκαταστάσεων στο Οράν, ο Αρούτζ δέχθηκε αιφνιδιαστική επίθεση και αναγκάστηκε να κλειστεί στην πόλη Τλεμτσέν. Προσπαθώντας να σπάσει τον κλοιό σκοτώθηκε.

Ο Χαΐρεντίν, το Δώρο του Θεού, συμμάχησε με τους Οθωμανούς και ονομάστηκε επίσημα σουλτάνος του Αλγερίου. Συνέχισε της επιθέσεις του ενάντια στα Ισπανικά εμπορικά. Το 1535 έχασε την Τυνησία αλλά κατέλαβε τη Μαγιόρκα και τη Νίκαια, νικώντας παράλληλα τον χριστιανικό στόλο που απειλούσε την ανατολική Μεσόγειο. Πέθανε το 1547, εμφανώς ευνοούμενος της Υψηλής Πύλης και επιτυχημένος ναύαρχος, αφού ονομάστηκε Μπεϊλέρ Μπέης, δηλαδή γενικός διοικητής των Οθωμανικών ναυτικών δυνάμεων.

Χαρακτηρισμός

Η περιγραφή των προσωπικών του Μπαρμπαρόσα μας έρχεται από τον καπετάνιο Μουχλίς Εργκίν του Τουρκικού Ναυτικού Μουσείου (Άγκυρα, Δεκέμβριος 1998). Ο Μπαρμπαρόσα ήταν έξυπνο, φωτεινό μυαλό με τάσεις παρωδίας και είχε εντυπωσιακό τρόπο ομιλίας. Ήταν ευέλικτο μυαλό στη ναυτική δράση και αγαπούσε τους υφισταμένους του, φρόντιζε δε να τους εκπαιδεύει καλά. Κάποτε είχε πει για το μαθητή του Τουργκούτ ότι «ο Turgut είναι καλύτερος από μένα». Πολλοί από τους μαθητές του έγιναν Διοικητές ναυτικών μονάδων αργότερα.

Είχε το χάρισμα να λέει ανέκδοτα. Σωματικά, ο Μπαρμπαρόσα είχε σκούρα όψη, μέσο ύψος και ήταν ευτραφής. Τα μαλλιά, γένια, φρυδιών και των βλεφαρίδων ήταν πλούσια, αρκετά κόκκινα και τα φρύδια του ενωμένα. Η κόρη του καπετάνιου Τουργκούτ Ρέις ήταν παντρεμένη με τον γιο του. Σύμφωνα με τις πληροφορίες αυτές μπορούμε να υποθέσουμε πως ήταν παντρεμένος, αλλά δεν υπάρχει καμία πηγή αναφέροντας τα πραγματικά στοιχεία. Μιλούσε πέντε κύριες γλώσσες της Μεσογείου, την ελληνική, την αραβική, την ισπανική, την ιταλική και τη γαλλική. Αγαπούσε τη μουσική.


Έγινε διάσημος στην ιστορία χάρις στη νίκη του στη Ναυμαχία της Πρέβεζας το 1538, όπου νίκησε τη Χριστιανική εξαεθνική αρμάδα υπό τον Γενοβέζο Αντρέα Ντορία. Το μαυσωλείο του βρίσκεται στο Ναυτικό Μουσείο της Κωνσταντινούπολης, όπως και άγαλμα και πίνακας ζωγραφικής από τη Ναυμαχία. Επίσης πορτρέτο του 16ου αιώνα βρίσκεται στο Μουσείο του Λούβρου στο Παρίσι.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ 

  
(Κάντε κλικ στις φωτογραφίες για μεγέθυνση)
 

Στην σκακιέρα του βιβλικού «Θεού»

«Κύριος ο Θεός υμίν καρδίαν ειδέναι και οφθαλμούς βλέπειν και ώτα ακούειν έως της ημέρας ταύτης» (Δευτερονόμιο, 29: 3).

«Καρδία βασιλέως εν χειρί Θεού, ου εάν θέλων νεύση εκεί έκλινεν αυτήν» (Παροιμίες, 21: 1).

«Μη έρει ο πηλός τω κεραμεί τι ποιείς;» (Ησαΐας, 45: 9).

Πρόλογος
Πολλοί μελετούν την Βίβλο ως ένα ενιαίο βιβλίο. Όμως είναι λάθος. Δεν πρόκειται περί ενός αυτοτελούς βιβλίου, αλλά περί 49 ανεξάρτητων βιβλίων, που αργότερα και σταδιακά, έγιναν ένα. Τα επιμέρους αυτά βιβλία είναι γραμμένα από πολλούς διαφορετικούς συγγραφείς, με διαφορετικές ιδέες, που έζησαν σε διαφορετικές εποχές και περιοχές. Αυτά τα κείμενα στην συνέχεια διασκευάστηκαν, αλλάχτηκαν σε πολλά σημεία, προστέθηκαν και αφαιρέθηκαν στοιχεία. Για αυτόν τον λόγο, υπάρχουν αντίθετες απόψεις, ακόμα και για τα ίδια θέματα. Δεν είναι καθόλου τυχαίο, πως όλα τα θεολογικά αντικρουόμενα ρεύματα εντός του Χριστιανισμού (το ένα αποκαλεί το άλλο "αιρετικό"), τόσο σήμερα όσο και στις απαρχές του, στηρίζουν την διδασκαλία τους στην Βίβλο.

Το θέμα το οποίο θα εξεταστεί στην μικρή αυτή μελέτη, αφορά τον «απόλυτο προορισμό ή προκαθορισμό». Κατά την γνώμη μου, που θα στηριχθεί σε συγκεκριμένα βιβλικά χωρία, η διδασκαλία αυτή υποστηρίζεται από κάποιους συγγραφείς της Βίβλου. Αυτό όμως προϋποθέτει ότι δεν υπάρχει ελεύθερη βούληση στον άνθρωπο, ή έστω ότι ακόμα και αν υπάρχει η βούληση, δεν είναι ελεύθερη.

Οφείλω να διευκρινίσω κάποια πράγματα στο σημείο αυτό. Τα όσα θα γραφτούν παρακάτω δεν αντικατοπτρίζουν τις αντιλήψεις μου. Προσωπικά, δεν θα μπορούσα ποτέ να δεχτώ έναν θεό, που προκαθορίζει άλλους ανθρώπους για «σωτηρία» και άλλους για «χαμό», επειδή έτσι το θέλει. Άδικο και παράλογο. Τα όσα θα γραφτούν, αποτελούν απλά μία παρουσίαση κάποιων βιβλικών χωρίων με έναν σύντομο σχολιασμό. Και σίγουρα, είναι μια άποψη της Βίβλου από τις πολλές που έχει. Διότι υπάρχουν εξίσου χωρία που μιλούν για το αντίθετο. Θα ήταν λάθος όμως να ερμηνεύουμε τα βιβλικά κείμενα με βάση το τι λένε άλλα κείμενα της Βίβλου, ή με βάση την δική μας προκατάληψη. Οφείλουμε να βλέπουμε αυτό που υπάρχει στο ίδιο το κείμενο. Αυτό που γράφει, αυτό και εννοεί. Κατά αυτόν τον τρόπο, τα χωρία δεν αναιρούνται από τα αντίθετά τους, απλά συνυπάρχουν.

Οι πιστοί λοιπόν, αντί να λάβουν υπόψη τους τις διαφορές, προσπαθούν να δικαιολογήσουν τα επίμαχα χωρία, διαστρεβλώνοντας το νόημά τους. Και καταλήγουν να «φτιάχνουν» μια Βίβλο, μία πίστη, δική τους-υποκειμενική.

Οφείλω επίσης να διευκρινίσω, ότι αυτό το «δόγμα», δεν υιοθετήθηκε πλήρως από την Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία, για να έχει ο πιστός την ανάγκη της σωτηρίας από το ιερατείο, ενώ ίχνη υπάρχουν στον Ρωμαιοκαθολικισμό και ακόμα συχνότερα συναντάται υπό την μια ή την άλλη μορφή στον Προτεσταντισμό.

Χωρίς να στοχεύω στην ιστορική παρουσίαση αυτής της θεολογίας, πρέπει να πω ότι ματαίως κάποιος θα ψάξει να βρει το «γιατί», εφόσον τόσο στην Βίβλο, όσο και στον Αυγουστίνο, τον Καλβίνο, και σε όσους την πρέσβευαν στην ιστορία, κανείς δεν δίνει μια λογική και πειστική απάντηση. Όλα αποδίδονται στην παντοδυναμία του θείου στοιχείου.

Χάριν ευκολίας, ταξινόμησα τα επίμαχα χωρία σε τέσσερις κατηγορίες:

α) στα χωρία που δείχνουν ότι ο Θεός δρα (άμεσα ή έμμεσα) παραπλανώντας όσους θέλει,
β) στα χωρία που δείχνουν ότι η πίστη, η μετάνοια, και το νοείν, δίδονται από τον Θεό,
γ) στα χωρία που δείχνουν τον απόλυτο προορισμό προς σωτηρία, και
δ) στα χωρία που δείχνουν τον απόλυτο προορισμό προς την απώλεια.

Τι δείχνει η βιβλική ιστορία του Ιώβ
Στην ιστορία του Ιώβ, έχουμε ένα πρώτο δείγμα που σχετίζεται με τον τίτλο του άρθρου. Έχουμε έναν δίκαιο και ευσεβή άνθρωπο, ο οποίος μπαίνει σε δοκιμασία από τον Διάβολο, κατά παραχώρηση του Θεού. Στο ομώνυμο βιβλίο παρατίθενται οι δύο διάλογοι μεταξύ Θεού και Διαβόλου. Χάριν της έρευνας, προσπερνάμε το ερώτημα από πού ήξερε ο ανώνυμος συγγραφέας τους συγκεκριμένους διαλόγους που έλαβαν χώρα...στον ουρανό.

Πάει ο Διάβολος και λέει στον Θεό, ότι ο Ιώβ είναι μαζί σου επειδή εσύ του δίνεις. Αν του τα αφαιρέσεις, θα σε βλασφημήσει. Και τότε, ο Θεός επιτρέπει στον Διάβολο να του δώσει μία σειρά από δοκιμασίες, που πραγματικά έφεραν τον Ιώβ στα όριά του. Έφτασε στο σημείο να καταριέται την μέρα που γεννήθηκε, «Μετά ταύτα ήνοιξεν ο Ιώβ το στόμα αυτού, και κατηράσθη την ημέραν αυτού. Και κατηράσατο την ημέραν αυτού λέγων· απόλοιτο η ημέρα εν η εγεννήθην» (Ιώβ, 3: 1-3).

Αρχικά, χάνει την τεράστια περιουσία του και τους δούλους του. Σκοτώνονται την ίδια μέρα τα δέκα παιδιά του (Ιώβ, 1: 13-19). Αργότερα, θα κάθεται σε κοπριά και θα ξύνεται με ένα όστρακο. Θα χάσει την υπόληψή του και θα τον περιγελούν. Ούτε στον ύπνο του θα βρίσκει ανάπαυση. Ο Διάβολος ξαναπάει στον Κύριο, και ο Κύριος του παραδίδει τον Ιώβ, πλην της ψυχής του (Ιώβ, 2: 6).

Αλλά γιατί όλο αυτό; Ο Θεός δεν ξέρει τον Ιώβ; Δεν ξέρει την καρδιά του; Μήπως για να μάθει ο Ιώβ τις αντοχές του; Όπως προκύπτει από την διήγηση, ο Ιώβ ήταν ένας άνθρωπος που είχε επίγνωση του εαυτού του. Όπως επίσης, δεν είχε ανάγκη από κάποια θεία παιδεία, εφόσον παρουσιάζεται από την αρχή ως δίκαιος που απέχει από το κακό.

Γιατί ο Θεός να συζητά με τον Διάβολο, εν αγνοία του δοκιμαζόμενου Ιώβ; Γιατί να προσπαθεί ο Θεός να αποδείξει στον Διάβολο ότι ορθά ευλογεί τον Ιώβ; Γιατί να δίνει λογαριασμό ο παντοκράτορας σε ένα κτίσμα; Συμβαίνουν λοιπόν πράγματα στην ζωή του Ιώβ, στημένα από τον διάβολο και επιτρεπόμενα από το Θεό, χωρίς να ξέρει ο Ιώβ το γιατί. Σαν στοίχημα Θεού και διαβόλου, περί του Ιώβ. Ο Ιώβ παίρνει μέρος σε ένα «παιχνίδι» χωρίς να το ξέρει και χωρίς να το έχει επιλέξει. Σαν πιόνι σε νοητή σκακιέρα που έχει δύο παίκτες· τον Θεό και τον Διάβολο.

Ορισμένα από τα χωρία που δείχνουν ότι ο Θεός παραπλανά

«Πλανών έθνη και απολλύων αυτά» (Ιώβ, 12: 23).

«διαλλάσσων καρδίας αρχόντων γης επλάνησεν δε αυτούς» (Ιώβ, 12: 24).

Σχόλιο: Σε αυτά τα εδάφια, μιλάει ο Ιώβ, και εκφράζει την παντοδυναμία του Θεού. Μέσα στην άπειρη δύναμή του, πλανά έθνη, τα οδηγεί στον χαμό, πλανά τους άρχοντες της γης. Σε κανένα σημείο του κεφαλαίου δεν αναφέρεται κάποιος άλλος λόγος, πέρα από την παντοδυναμία. Στο ίδιο κεφάλαιο αναφέρεται επίσης: «Παρ’ αυτώ σοφία και δύναμις αυτώ βουλή και σύνεσις» (Ιώβ, 12: 13). Σοφία, δύναμις, βουλή, και σύνεση, τα στοιχεία που δείχνουν την απόλυτη θεία κυριαρχία. Σε αυτά τα έθνη, όλοι είχαν κακή πρόθεση; Πλανά μαζικά λοιπόν.

«και ο προφήτης εάν πλανηθή και λαλήση εγώ Κύριος πεπλάνηκα τον προφήτην εκείνον και εκτενώ την χείρα μου επ’ αυτόν και αφανιώ αυτόν εκ μέσου του λαού μου Ισραήλ» (Ιεζεκιήλ, 14: 9).

«Και είπεν ουχ ούτως· ακούσατε λόγον Κυρίου· είδον τον Κύριον καθήμενον επί θρόνου αυτού και πάσα δύναμις του ουρανού ειστήκει εκ δεξιών αυτού και εξ αριστερών αυτού. Και είπεν Κύριος· τις απατήσει τον Αχαάβ βασιλέα Ισραήλ και αναβήσεται και εσίται εν Ραμώθ Γαλαάδ· και είπεν ούτος ούτως και ούτος είπεν ούτως και εξήλθεν το πνεύμα και έστη ενώπιον Κυρίου και είπεν· εγώ απατήσω αυτόν. Και είπεν Κύριος εν τίνι· και είπεν· εξελεύσομαι και έσομαι πνεύμα ψευδές εν στόματι πάντων των προφητών αυτού, και είπεν· απατήσεις και δυνήση έξελθε και ποίησον ούτως· και νυν ιδού έδωκεν Κύριος πνεύμα ψευδές εν στόματι πάντων των προφητών σου τούτων και Κύριος ελάλησεν επί σε κακά» (Β΄ Χρονικών, 18: 18-22).

Σχόλιο: Εδώ, ίσως ισχυριστεί κανείς, ότι ο Θεός αφήνει τον άνθρωπο στις επιλογές του. Δεν θα υπήρχε πρόβλημα αν όντως αυτό συνέβαινε. Όμως, δεν συμβαίνει αυτό. Ο Θεός φέρεται να δρα παραπλανητικά. Δεν αφήνει απλά, αλλά βοηθά στην πλάνη.

«ότι πεπότικεν υμάς Κύριος πνεύματι κατανύξεως και καμμύσει τους οφθαλμούς αυτών και των προφητών αυτών και των αρχόντων αυτών οι ορώντες τα κρυπτά» (Ησαΐας, 29: 10).

«Τι ουν; Ο επιζήτει Ισραήλ, τούτο ουκ επέτυχεν, η δε εκλογή επέτυχεν· οι δε λοιποί επωρώθησαν, καθώς γέγραπται· έδωκεν αυτοίς ο Θεός πνεύμα κατανύξεως, οφθαλμούς του μη βλέπειν και ώτα του μη ακούειν, έως της σήμερον ημέρας» (Προς Ρωμαίους, 11: 7-8).

Σχόλιο: Κι εδώ, φαίνεται εξίσου η παραπλανητική δράση του Θεού. Ο Θεός θα «καμμύσει», δηλαδή θα κλείσει τα μάτια και θα πωρώσει τις καρδιές. Την ρήση του Ησαΐα, που αναφέρεται για την εποχή του Ησαΐα, την χρησιμοποιεί ο Παύλος για να δικαιολογήσει την αρνητική στάση των Ισραηλιτών απέναντι στον «Χριστό», την εποχή του. Θεωρώ ότι κατοχυρώνεται εύκολα από όλα τα παραπάνω εδάφια, ότι ο Θεός παρουσιάζεται να πλανά, είτε κάποιος έχει ήδη πάρει μια απόφαση, είτε όχι.

Ορισμένα χωρία που δείχνουν ότι η πίστη, η μετάνοια, και το νοείν, είναι δώρα του Θεού.

Θεωρώ ότι αυτή η δεύτερη ενότητα, είναι η πιο σημαντική του άρθρου. Και αυτό γιατί υπάρχουν σαφή χωρία που δείχνουν ότι η πίστη, η μετάνοια, και το νοείν, είναι δώρα από τον Θεό. Και μάλιστα, χωρίς να μεσολαβεί κάπου η «βούληση του ανθρώπου». Σαφώς, υπάρχουν και εδάφια που δείχνουν το αντίθετο. Αυτά όμως δεν αναιρούν τα συγκεκριμένα που θα εξετάσουμε εδώ...

«Τη γαρ χάριτι έστε σεσωσμένοι δια της πίστεως· και τούτο ουκ εξ υμών, Θεού το δώρον· ουκ εξ έργων, ίνα μη τις καυχήσηται. Αυτού γαρ εσμέν ποίημα, κτισθέντες εν Χριστώ Ιησού επί έργοις αγαθοίς, οις προητοίμασεν ο Θεός ίνα εν αυτοίς περιπατήσωμεν» (Προς Εφεσίους, 2: 8-10).

Σχόλιο: Κατά τους ειδικούς, η επιστολή αυτή δεν είναι του Παύλου. Ο άγνωστος συντάκτης απευθύνεται σε πιστούς, και τους λέει ότι η σωτηρία που έλαβαν συντελέστηκε με την πίστη και την χάρη. «Τούτο», δεν είναι από τα έργα μας, αλλά είναι δώρο του Θεού. Ποιό «τούτο» όμως; Εννοεί την χάρη, την σωτηρία ή την πίστη; Όπως παρατηρούμε στο εδάφιο, ο συντάκτης δεν τα ξεχωρίζει. Αν εννοούσε την χάρη, ή την πίστη, ή την σωτηρία, θα έλεγε «τούτη», ή θα διευκρίνιζε. Γράφοντας «τούτο», εννοεί όλο αυτό ως ένα πράγμα. Θεωρεί ότι η χάρη, η πίστη και η σωτηρία πάνε μαζί και είναι δώρο του Θεού, χωρίς τα έργα μας, για να αποκλειστεί κάθε καύχηση. Οι λέξεις που χρησιμοποιεί, «ποίημα», «κτισθέντες», «προητοίμασεν», δεν δείχνουν την ανθρώπινη συμμετοχή. Το «οις προητοίμασεν ο Θεός ίνα εν αυτοίς περιπατήσωμεν», δείχνει ότι ακόμα και μετά την σωτηρία, ο Θεός έχει ήδη προετοιμάσει μια οδό καλών έργων, για να περπατήσει ο πιστός. Αυτά, αφού είναι προετοιμασμένα, άρα δεν είναι στην βουλή του ανθρώπου.

Για να κατανοηθεί καλύτερα το πνεύμα του συντάκτη της επιστολής, ας δούμε τι γράφει στο πρώτο κεφάλαιο της ίδιας επιστολής...

«Εξελέξατο ημάς εν αυτώ προ καταβολής κόσμου είναι ημάς αγίους και αμώμους κατενώπιον αυτού, εν αγαπη, προορίσας ημάς εις υιοθεσίαν δια Ιησού Χριστού εις αυτόν, κατά την ευδοκία του θελήματος αυτού» (1: 4-5).

Τί λέει το χωρίο; Ότι ο Θεός διάλεξε τους πιστούς πριν δημιουργηθεί ο κόσμος, και τους προόρισε για την υιοθεσία (μέσω της πίστης), σύμφωνα με το θέλημά του. Επομένως, η εκλογή, ο προορισμός, η σωτηρία, η χάρις, η πίστη, τα καλά έργα που έπονται, όλα είναι δώρα και βρίσκονται στην προαιώνια βουλή του Θεού.

Στην ίδια πάλι επιστολή, αναφέρεται: «εκληρώθημεν προορισθέντες κατά πρόθεσιν του τα πάντα ενεργούντος κατά την βουλήν του θελήματος αυτού» (1: 11).

Οι πιστοί λοιπόν, πήραν κληρονομιά, αφού προορίστηκαν κατά την πρόθεση του Θεού, ο οποίος ενεργεί τα πάντα σύμφωνα με το θέλημά του.

Τα χωρία αυτά, είναι ικανά να κλείσουν τα στόματα όσων εξακολουθούν να νομίζουν ότι η «ελεύθερη βούληση» του ανθρώπου παίζει κάποιον ρόλο. Ίσως όμως ρωτήσει κάποιος: «Και τότε, αν είναι όλα στημένα, γιατί να χρειάζεται η πίστη;». Γιατί έτσι είναι το θέλημα του Θεού, απαντά ο συντάκτης της προς Εφεσίους επιστολής.

Περνάμε σε άλλο χωρίο...

«Ουχ ότι ικανοί εσμέν αφ’ εαυτών λογίσασθαι τι ως εξ εαυτών, αλλ’ η ικανότης ημών εκ του Θεού» (Β΄ Προς Κορινθίους, 3: 5).

Σχόλιο: Ο Παύλος, αναφέρει ότι δεν μπορούμε από μόνοι μας να καταλάβουμε κάτι, αλλά η ικανότητά μας είναι από τον Θεό. Ο Παύλος απευθύνεται στους πιστούς. Οι πιστοί λαμβάνουν την ικανότητα να νοούν (την πίστη προφανώς) από τον Θεό. Δεν είναι ικανοί από μόνοι τους. Σαφέστατο. Άρα, όσοι νοούν λιγότερο ή και καθόλου, δεν είναι επειδή δεν θέλουν, αλλά επειδή έτσι τους δίνει ο Θεός.

«Και είπον οι απόστολοι τω Κυρίω· πρόσθες ημίν πίστιν» (Κατά Λουκάν, 17: 5).

Σχόλιο: Εδώ, έχουμε ένα αίτημα των αποστόλων προς τον Ιησού. Του ζητούν να τους αυξήσει την πίστη. Και ο Ιησούς δεν τους διορθώνει. Άρα, είναι σωστό ως αίτημα. Μπορεί κάποιος να ισχυριστεί ότι οι μαθητές είχαν ήδη πίστη. Το ότι ζητούν όμως αύξηση πίστεως, δεν σημαίνει ότι είναι κάτι πέραν από τις δυνάμεις τους; Διαφορετικά, δεν θα του ζητούσαν. Επίσης, άξιον απορίας είναι, πως ζητούν περισσότερη πίστη, ενώ έχουν δει τόσα «θαύματα». Άρα, ο Ιησούς προσθέτει στον άνθρωπο κάτι που δεν μπορεί από μόνος του. Γιατί όμως να μην δίνει σε όλους το ίδιο μέτρο πίστης;

«Λέγω γαρ δια της χάριτος της δοθείση μοι παντί τω όντι εν υμίν, μη υπερφρονείν παρ’ ο δει φρονείν, αλλά φρονείν εις το σωφρονείν, εκάστω ως ο Θεός εμέρισε μέτρον πίστεως» (Προς Ρωμαίους, 12: 3).

Σχόλιο: Ο Παύλος απευθύνεται σε πιστούς, και λέει ότι ο Θεός μερίζει το μέτρο της πίστεως. Οι δικαιολογίες ότι ο Θεός μοιράζει ανάλογα με την καρδιά του ανθρώπου, αποτελούν απολογητικές δικαιολογίες, και δεν αναφέρονται πουθενά.

«Ακούσαντες δε ταύτα ησύχασαν και εδόξαζον τον Θεόν, λέγοντες· Και εις τα έθνη λοιπόν έδωκεν ο Θεός την μετάνοιαν εις ζωήν» (Πράξεις Αποστόλων, 11: 18).

Σχόλιο: Σύμφωνα με τον συγγραφέα των «Πράξεων», ο Θεός δίνει την μετάνοια. Αφού την δίνει, γιατί δεν μετανοούν όλοι; Προφανώς, επειδή την δίνει επιλεκτικά. Δεν υπάρχει άλλη εξήγηση. Δεν λέει ότι «δίνει την ευκαιρία της μετανοίας», αλλά την ίδια την μετάνοια.

«ότι υμίν εχαρίσθη το υπέρ Χριστού, ου μόνον το εις αυτόν πιστεύειν, αλλά και το υπέρ αυτού πάσχειν» (Προς Φιλιππησίους, 1: 29).

Σχόλιο: Πάλι ο Παύλος, λέει στους πιστούς ότι η πίστη τους έχει χαρισθεί. Που σημαίνει λογικά, ότι όποιος δεν πιστεύει, απλά δεν του έχει χαριστεί. Και αυτό αποτελεί και μία εξήγηση, γιατί «έβλεπαν θαύματα» οι Φαρισαίοι και δεν πίστευαν. Είτε ήταν στημένα, είτε δεν τους είχε χορηγηθεί η πίστη άνωθεν.

Ορισμένα χωρία που δείχνουν τον απόλυτο προορισμό προς σωτηρία

«Επίστευσαν όσοι ήσαν τεταγμένοι εις ζωήν αιώνιον» (Πράξεις Αποστόλων, 13: 48).

Σχόλιο: Εδώ συνδέεται άμεσα η πίστη με τον προορισμό. Όσοι δεν ήσαν «τεταγμένοι», δεν πίστεψαν. Ο συγγραφέας θα μπορούσε να αποφύγει αυτή την φράση και να πει κάτι άλλο. Κάτι πιο ξεκάθαρο. Όπως για παράδειγμα, «πίστεψαν όσοι ήθελαν και μετανόησαν». Τότε, πράγματι, θα λέγαμε ότι ο Θεός άπλωσε το χέρι του και ο άνθρωπος δέχτηκε. Δεν λέει όμως αυτό. Αναφέρεται σε ήδη καθορισμένα πράγματα.

«Πέτρος, απόστολος Ιησού Χριστού, εκλεκτοίς παρεπιδήμοις διασποράς Πόντου, Γαλατίας, Καππαδοκίας, Ασίας, και Βιθυνίας, κατά πρόγνωσιν Θεού Πατρός» (Α΄ Επιστολή Πέτρου, 1: 1-2).

Σχόλιο: Στην πλαστή αυτή επιστολή, που δεν είναι του Πέτρου κατά τους ειδικούς, ο συγγραφέας απευθύνεται στους πιστούς, οι οποίοι είναι «εκλεκτοί» σύμφωνα με την «πρόγνωση» του Θεού Πατρός.

Στην «Β΄ Επιστολή Πέτρου», η οποία πιστεύεται ότι είναι γραμμένη από τον ίδιο πλαστογράφο, αναφέρεται:

«Συμεών Πέτρος, δούλος και απόστολος Ιησού Χριστού, τοις ισότιμον ημίν λαχούσι πίστιν εν δικαιοσύνη του Θεού ημών και του σωτήρος Ιησού Χριστού» (1: 1).

Εδώ, λέει ότι η πίστη «έλαχε» στους πιστούς. Όταν κάτι μας «λαχαίνει», τότε μας συμβαίνει με τρόπο τυχαίο ή με κλήρωση. Και σίγουρα δεν μετέχει κάπου η πρόθεση του ανθρώπου. Συνεπώς, οι πιστοί εκλέγονται τυχαία, κατά την πρόγνωση του Θεού. Αυτά που ισχυρίζονται οι απολογητές, ότι η πρόγνωση έχει να κάνει με τις κινήσεις που θα κάνει ο άνθρωπος και τις οποίες γνωρίζει από τα πριν ο Θεός, δεν ευσταθούν, διότι η πίστη είναι λαχνός.

«Ότε δε ευδόκησεν ο Θεός ο αφορίσας με εκ κοιλίας μητρός μου και καλέσας δια της χάριτος αυτού» (Προς Γαλάτας, 1: 15)

Σχόλιο: Ο Παύλος, υπερασπιζόμενος την «ουρανόθεν» κλήση του, λέει ότι ο Θεός τον ξεχώρισε ενώ ήταν στην κοιλιά της μητέρας του, και τον κάλεσε. Δεν λέει ότι τον κάλεσε ενώ ήταν έμβρυο, διότι κάτι τέτοιο φυσικά δεν γίνεται. Εκεί, κατά τον Παύλο, τον ξεχώρισε. Δηλαδή, ο Θεός μονομερώς και αυθαιρέτως, τον «αφόρισε» και τον κάλεσε αργότερα, όπως βλέπουμε να το ομολογεί ο ίδιος ο Παύλος, ενώ δίωκε τους χριστιανούς στον δρόμο για την Δαμασκό. Θα μπορούσε ο Παύλος να αρνηθεί; Όχι, όπως λέει ο ίδιος (Πράξεις Αποστόλων, 26: 19). Ακόμα, ας σκεφτούμε ότι μια τέτοια διδασκαλία, θα χρησίμευε στον Παύλο για να δικαιολογήσει την «αποστολή» του. Αν τον θέτει ο Θεός, ποιος μπορεί να μην τον δεχτεί;

«Εγώ οίδα ους εξελεξάμην· αλλ’ ίνα η γραφή πληρωθή, ο τρώγων μετ’ εμού τον άρτον επήρεν επ’ εμέ την πτέρνα αυτού» (Κατά Ιωάννην, 13: 18).

Σχόλιο: Ο Ιησούς διάλεξε τους αποστόλους. Αλλά με σκοπό να «εκπληρωθεί» η Γραφή, βγήκε ο Ιούδας προδότης. Το «ίνα η γραφή πληρωθή», δηλαδή «για να εκπληρωθεί η Γραφή», είναι το κλειδί για να κατανοήσουμε πως κατασκευάζονται οι «προφητείες».

Εφόσον, σύμφωνα με το εδάφιο, ο Ιησούς ξέρει ποιους διάλεξε (και τον Ιούδα), και ο Ιούδας πρόδωσε για να εκπληρωθεί η Γραφή, είναι εύκολο το συμπέρασμα ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μία «σκακιέρα».

Στο ίδιο ευαγγέλιο, πάλι ο Ιησούς φέρεται να λέει: «ουχ υμείς με εξελέξασθε, αλλ’ εγώ εξελεξάμην υμάς» (15: 16).

Ξεκάθαρο το εδάφιο! Δεν διάλεξαν οι μαθητές τον Ιησού, αλλά ο Ιησούς τους μαθητές. Πού είναι η βούληση του ανθρώπου εδώ; Πουθενά. Επίσης, με βάση το εδάφιο αυτό, δεν διάλεξε ο Ιούδας τον Ιησού, αλλά ο Ιησούς τον Ιούδα, αν και υποτίθεται ότι γνώριζε τι θα συμβεί. Είτε δεν γνώριζε ο Ιησούς, είτε...γνώριζε.

«Ο δε είπεν· υμίν δέδοται γνώναι τα μυστήρια της βασιλείας του Θεού, τοις δε λοιποίς εν παραβολαίς, ίνα βλέποντες μη βλέπωσι και ακούοντες μη συνιώσιν» (Κατά Λουκάν, 8: 10).

Σχόλιο: Ξεκάθαρος ο Ιησούς. Σε άλλους είναι δοσμένο να γνωρίζουν και σε άλλους όχι. Μάλιστα στους δεύτερους όλα λέγονται με παραβολές, με σκοπό («ίνα») ενώ βλέπουν να μην βλέπουν και ενώ ακούν να μην καταλαβαίνουν. Ουδέποτε στα ευαγγέλια ο Ιησούς εξηγεί τις παραβολές στον κόσμο. Πάντα στους ακολούθους του. Τόσα πλήθη, κανένας δεν ενδιαφέρονταν για την ερμηνεία;

«Μετά φόβου και τρόμου την εαυτών σωτηρίαν κατεργάζεσθε· Ο Θεός γαρ εστίν ο ενεργών εν υμίν και το θέλειν και το ενεργείν υπέρ της ευδοκίας» (Προς Φιλιππησίους, 2: 12-13).

Σχόλιο: Ποιό το νόημα, να εργάζεται κάποιος την σωτηρία του με φόβο και τρόμο, από την στιγμή που ο Θεός είναι εκείνος που ενεργεί μέσα μας το να θέλουμε και το να ενεργούμε; Πράγματι, αυτό είναι αντιφατικό. Ίσως όμως και να εξυπηρετούσε τον Παύλο την δεδομένη στιγμή. Διότι, λέγοντας να εργάζονται την σωτηρία τους, ουσιαστικά τους λέει να μην απομακρυνθούν από την κοινότητα και να μην αντιλέγουν. Για να συνεχίσει ο Θεός να ενεργεί μέσα τους την θέληση και την ενέργεια υπέρ του θελήματός του, θα έπρεπε και εκείνοι να μένουν προσηλωμένοι. Να φοβούνται τον Θεό, μην και σταματήσει να ενεργεί μέσα τους το «θέλειν» και το «ενεργείν».

«Οίδαμεν δε ότι τοις αγαπώσι τον Θεόν πάντα συνεργεί εις αγαθόν, τοις κατά πρόθεσιν κλητοίς ούσιν· ότι ους προέγνω, και προώρισε συμμόρφους της εικόνος του Υιού αυτού, εις το είναι αυτόν πρωτότοκον εν πολλοίς αδελφοίς· ους δε προώρισε, τούτους και εκάλεσε, και ους εκάλεσε, τούτους και εδικαίωσεν, ους δε εδικαίωσε, τούτους και εδόξασε» (Προς Ρωμαίους, 8: 28-30).

Σχόλιο: Ο Παύλος παρουσιάζει συνοπτικά, το πώς λειτουργεί ο Θεός. Παρατηρούμε ότι «όσοι αγαπούν τον Θεό», ονομάζονται επίσης και «κατά πρόθεση κλητοί». Κλητός, είναι εκείνος που καλείται από κάποιον. Στην προκειμένη περίπτωση, ο καλών είναι ο Θεός, και ο καλούμενος είναι ο άνθρωπος.

Στο εδάφιο αυτό, δεν φαίνεται κάπου να προηγείται η αγάπη του ανθρώπου στον Θεό, ώστε ο Θεός να δει αυτήν την διάθεση του ανθρώπου και να τον καλέσει. Παρουσιάζονται ταυτόχρονα. Η θεολογία ισχυρίζεται ότι ο Θεός είναι έξω από τον χρόνο και γνωρίζει από τα πριν. Όμως, το εδάφιο είναι ξεκάθαρο· η κλήση είναι σύμφωνα με την πρόθεση του Θεού. Προγνωρίζει ο Θεός όσους καλεί κατά την πρόθεσή του, και τους προορίζει. Έπειτα τους καλεί, τους δικαιώνει, και τους φτάνει στον λεγόμενο δοξασμό, που στην θεολογική γλώσσα σημαίνει την κατά χάρη ομοίωση με τον Θεό. Που είναι η συνειδητή μετοχή του ανθρώπου;

«Ουδείς δύναται ελθείν προς με, εάν μη ο Πατήρ ο πέμψας με ελκύση αυτόν» (Κατά Ιωάννην, 6: 44).

Σχόλιο: Ξεκάθαρο και αυτό το εδάφιο.

Το 17 κεφάλαιο του ίδιου ευαγγελίου, είναι άκρως αποκαλυπτικό. Ο συγγραφέας βάζει τον Ιησού να επαναλαμβάνει την φράση «δέδωκας» αρκετές φορές...

«ίνα παν ο δέδωκας αυτώ δώση αυτοίς ζωήν αιώνιον» (στ. 2).

«Εφανέρωσά σου το όνομα τοις ανθρώποις ους δέδωκάς μοι εκ του κόσμου. Σοι ήσαν και εμοί αυτούς δέδωκας» (στ. 6).

Μάλιστα, στην προσευχή του δεν παρακαλεί για όλους, αλλά μόνο για όσους του έδωσε ο Πατέρας.

«Εγώ περί αυτών ερωτώ· ου περί του κόσμου ερωτώ, αλλά περί ων δέδωκάς μοι, ότι σοι εισί» (στ. 9).

«Ους δέδωκάς μοι εφύλαξα, και ουδείς εξ αυτών απώλετο ει μη ο υιός της απωλείας, ίνα η γραφή πληρωθή» (στ. 12).

Φύλαξε όσους του έδωσε ο Πατέρας, εκτός τον Ιούδα, που αναφέρεται ως γιος της απώλειας. Αλλά γιατί του έδωσε και τον Ιούδα, εφόσον τον πρόδωσε; «ίνα η γραφή πληρωθή». Με σκοπό («ίνα») να εκπληρωθεί η γραφή! Έχουμε ή όχι, μια «σκακιέρα» με αντίπαλο τον Διάβολο και πιόνια «πιστούς»-«απίστους»;

«Δούναι την ψυχήν αυτού λύτρον αντί πολλών» (Κατά Ματθαίον, 20: 28).

Σχόλιο: Με βάση τον συγγραφέα του ευαγγελίου, ο Χριστός ήρθε για να δώσει την ψυχή του (ζωή του) «λύτρον» αντί πολλών. Γιατί δεν λέει «όλων»; Γιατί υπάρχει ένα μέρος της ανθρωπότητας, πάντα με βάση το συγκεκριμένο εδάφιο, για το οποίο ο Χριστός δεν έκανε τίποτα.

«του σώσαντος ημάς και καλέσαντος κλήσει αγία, ου κατά τα έργα ημών, αλλά κατ’ ιδίαν πρόθεσιν και χάριν» (Β΄ Τιμοθέου, 1: 9).

Σχόλιο: Ξεκάθαρο, ότι η σωτηρία και η κλήση γίνονται από την πρόθεση και χάρη του Θεού. Όχι μόνο η σωτηρία, αλλά και η κλήση.

Στο «κατά Ιωάννην» ευαγγέλιο στο δέκατο κεφάλαιο, όταν συνάντησαν οι Ιουδαίοι τον Ιησού στο ιερό, στην στοά του Σολομώντος, τον κύκλωσαν και τον ρώτησαν να πει καθαρά αν αυτός ήταν ο Χριστός. Μάλιστα, φαίνεται από την διήγηση ότι ρωτούν με ειλικρίνεια. «Έως πότε την ψυχήν ημών αίρεις· ει συ ει ο Χριστός, ειπέ ημίν παρρησία» (στ. 24). Ο Ιησούς όμως δεν απάντησε ευθέως. Στην αρχή, τους είπε ότι τους το είχε πει, αλλά εκείνοι δεν τον πίστευαν, αν και έβλεπαν τα έργα του. Και μετά τους λέει το εξής: «υμείς ου πιστεύετε· ου γαρ έστε εκ των προβάτων των εμών» (στ. 26). Γιατί δεν πιστεύουν; Διότι δεν είναι τα πρόβατα του Ιησού. Συνεπώς, υπάρχουν συγκεκριμένοι άνθρωποι που είναι ή δεν είναι από τα πρόβατά του. Κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι η πίστη ή η απιστία είναι η έκφραση της ελεύθερης βούλησής τους. Τότε, γιατί δεν τους καλεί σε μετάνοια; Γιατί τους θέτει εκτός με μία μονοκονδυλιά; Η απάντηση είναι απλή· είναι προκαθορισμένοι.

Συνεχίζοντας, αναφέρει ότι «δίδωμι αυτοίς ζωήν αιώνιον και ου μη απολώνται εις τον αιώνα και ουχ αρπάσει τις αυτά εκ της χειρός μου. Ο Πατήρ μου ος δέδωκεν μοι μείζων πάντων εστί» (στ. 28-29).

Εφόσον είναι προκαθορισμένοι και δοσμένοι, δεν θα χαθούν ποτέ. Και αυτά στηρίζονται στην παντοδυναμία του Θεού.

Στο ίδιο ευαγγέλιο, κεφάλαιο 12, ο συγγραφέας εξηγεί ότι δεν μπορούσαν να πιστεύουν διότι ο Θεός τύφλωσε τα πνευματικά τους μάτια και έκανε πέτρα την καρδιά τους με σκοπό («ίνα») να μην μετανοήσουν.

«Δια τούτο ουκ ηδύναντο πιστεύειν ότι πάλιν είπεν Ησαΐας, Τετύφλωκεν αυτών τους οφθαλμούς και πεπώρωκεν αυτών την καρδίαν ίνα μη ίδωσι τοις οφθαλμοίς και νοήσωσιν τη καρδία και επιστραφώσιν και ιάσωμαι αυτούς» (στ. 39-40).

Ορισμένα χωρία που δείχνουν τον απόλυτο προορισμό προς απώλεια

 Κατά τον ίδιο τρόπο, εξετάζονται τα αντίστοιχα χωρία που μιλούν για την απώλεια. Πρέπει να θυμόμαστε πάντα ότι δεν πρέπει να ερμηνεύουμε τα εδάφια με βάση την δική μας προκατάληψη, αλλά πρέπει να τα βλέπουμε «γυμνά», σε συνάφεια πάντα με το πνεύμα του κεφαλαίου.

«Έλεγεν αυτοίς· υμίν δέδοται γνώναι τα μυστήρια της βασιλείας του Θεού· εκείνοις δε τοις έξω εν παραβολαίς τα πάντα γίνεται, ίνα βλέποντες βλέπωσι και μη ίδωσι, και ακούοντες ακούωσι και μη συνιώσι, μήποτε επιστρέψωσι και αφεθή αυτοίς τα αμαρτήματα» (Κατά Μάρκον, 4: 11-12).

Εδώ, ο Ιησούς εξηγεί τον λόγο που μιλούσε με παραβολές· για να μην καταλαβαίνουν. Όσο παράδοξο και αν είναι, αυτό λέει. Δεν έχουμε καμία περίπτωση όπου ο Ιησούς να εξηγεί τις παραβολές του στους έξω. Πάντα τις εξηγεί στους μαθητές, που –για να μην ξεχνιόμαστε- εκείνος τους διάλεξε κι όχι το αντίθετο, σύμφωνα με τα ίδια τα λόγια του Ιησού που είδαμε και παραπάνω. «Χωρίς δε παραβολής ουκ ελάλει αυτοίς τον λόγον· κατ’ ιδίαν δε τοις μαθηταίς αυτού επέλυε πάντα» (Κατά Μάρκον, 4: 34).

«προσκόπτουσιν τω λόγω απειθούντες εις ο και ετέθησαν» (Β΄ Επιστολή Πέτρου, 2: 7-8).

Σχόλιο: Αναφέρεται στους απειθείς και λέει ότι «ετέθησαν» σε αυτό. Κατά τον άγνωστο συγγραφέα της επιστολής, εκείνος που δεν πείθεται από το χριστιανικό κήρυγμα, εκδηλώνει φαινομενικά την «βούλησή» του, διότι έτσι έχει τεθεί.

Στην περικοπή από την «Προς Ρωμαίους» επιστολής του Παύλου, κεφάλαιο 9, εδάφια 10-24, φαίνεται πάλι καθαρά η μηδενική αξία της «ελευθέρας» βουλήσεως.

Ο Θεός αγάπησε τον απατεώνα Ιακώβ και μίσησε τον ηθικότερο Ησαύ, πριν τα παιδιά προλάβουν να πράξουν κάτι. «Μήπω γαρ γεννηθέντων μηδέ πραξάντων τι αγαθόν ή κακόν ίνα η κατ’ εκλογήν του Θεού πρόθεσις μένη ουκ εξ έργων αλλ’ εκ του καλούντος» (στ. 11). Μπορεί κάποιος να ισχυριστεί ότι ο Θεός, ως πάνσοφος, είχε δει από πριν το μέλλον. Συνεπώς, η «κατ’ εκλογήν πρόθεση» ήταν δίκαιη, παρότι ακόμα δεν είχαν πράξει κάτι κακό ή καλό. Όμως, αυτό καταρρίπτεται πολύ εύκολα από την ίδια την ιστορία που αναφέρεται στην Βίβλο, συγκεκριμένα στο βιβλίο «Γένεση», κεφάλαια 25-35.

Πολύ περιληπτικά, μπορούμε να πούμε τα εξής: ο Ησαύ ως πρωτότοκος, είχε τα «πρωτοτόκια», δηλαδή το μεγαλύτερο μέρος της πατρικής κληρονομιάς αλλά και την πνευματική ευλογία. Κάποια στιγμή κι ενώ ήταν πεινασμένος και κουρασμένος, ήρθε στο σπίτι και βρήκε τον αδελφό του να μαγειρεύει φακή. Του ζήτησε να του δώσει να φάει κι ο Ιακώβ ως αντάλλαγμα, του ζήτησε τα πρωτοτόκια. Ο Ησαύ, όντας σε ανάγκη και κάπως απερίσκεπτα, του τα έδωσε «για ένα πιάτο φακής». Ωστόσο, σημασία έχει ότι ο Ιακώβ εκμεταλλεύτηκε την αδυναμία του αδελφού του. Αργότερα, με την βοήθεια της μάνας του της Ρεβέκκας, μεταμφιέζεται στον αδελφό του, που ήσαν δίδυμοι, και εξαπατά τον πατέρα του τον Ισαάκ που ήταν μεγάλος σε ηλικία και δεν έβλεπε καλά. Έτσι, κλέβει την ευλογία που προορίζονταν για τον πρωτότοκο. Όταν το έμαθε ο Ησαύ, μίσησε τον Ιακώβ, και ο Ιακώβ πρόλαβε και έφυγε μακριά. Όταν πέρασαν πολλά χρόνια, και στο μεταξύ είχε «ευλογηθεί» από τον Θεό, αποφάσισε να γυρίσει πίσω στο πατρικό σπίτι. Αλλά φοβόταν πολύ τον Ησαύ. Ωστόσο, όταν συναντήθηκαν τα δύο αδέλφια, ο Ησαύ είχε ήδη συγχωρέσει τον Ιακώβ. Ο Ιακώβ τον πλησίασε προσκυνώντας τον εφτά φορές, και ο Ησαύ τον αγκάλιασε και τον καταφιλούσε. Όταν ο Ιακώβ πρόσφερε πολλά δώρα στον Ησαύ για να τον καλοπιάσει, ο Ησαύ δεν τα δέχτηκε, διότι είπε ότι είχε ήδη και αυτός πολύ περιουσία. Αν ο Θεός μίσησε τον Ησαύ και αγάπησε τον Ιακώβ, όπως ξεκάθαρα αναφέρεται στο βιβλίο «Μαλαχίας», τότε δύο μπορεί να συμβαίνουν:

α) είτε ο Θεός αδικεί μη γνωρίζοντας το μέλλον, είτε

β) αδικεί αν και γνωρίζει το μέλλον.

Και συνεχίζει ο Παύλος με άλλο ένα βιβλικό παράδειγμα, αυτό του Φαραώ επί εποχής Μωυσή...

«Τω Μωυσή γαρ λέγει· ελεήσω ον αν ελεώ και οικτειρήσω ον αν οικτείρω. Άρα ουν ου του θέλοντος ουδέ του τρέχοντος αλλά του ελεούντος θεού» (στ. 15-16).

Όσες φορές ο Θεός κτυπούσε τους Αιγυπτίους, και τον Φαραώ με τις δέκα πληγές, μετά το τέλος της κάθε πληγής, ο Φαραώ μαλάκωνε και έδινε την άδεια να πάει ο Ισραήλ και να λατρεύσει τον θεό του. Όμως, αμέσως μετά άλλαζε γνώμη και σκλήρυνε περισσότερο από πριν. Αυτή η σκλήρυνση, ήταν ενέργεια του Θεού στην βούληση του Φαραώ, για να συνεχίσει να τον κτυπά με τις πληγές.

«Λέγει γαρ η γραφή των Φαραώ, ότι εις αυτό τούτο εξήγειρα σε όπως ενδείξωμαι εν σοι την δύναμίν μου και όπως διαγγελή το όνομά μου εν πάση τη γη» (στ. 17).

Και καταλήγει στο συμπέρασμα: «Άρα ουν θέλει ελεεί ον δε θέλει σκληρύνει» (στ. 18).

Το ζήτημα δεν είναι αν υπάρχει η βούληση, αλλά αν αυτή είναι «ελεύθερη». Από την στιγμή που επεμβαίνει ο Θεός στην «καρδιά» του Φαραώ («καρδιά», στην βιβλική γλώσσα σημαίνει το κέντρο των συναισθημάτων και της βουλήσεως), και την σκληραίνει για να ολοκληρώσει το σχέδιό του και να «δοξαστεί», σημαίνει ότι ο Φαραώ τίθεται σε μία νοητή σκακιέρα, όπου είναι προκαθορισμένος να ηττηθεί κατά κράτος.

Βεβαίως, αυτό δεν αποτελεί αδικία του Θεού, κατά τον Παύλο. Αμέσως εξηγεί: «Ερείς ουν μοι· τι έτι μέμφεται; Τω γαρ βουλήματι αυτού τις ανθέστηκεν; Μενούνγε ω άνθρωπε, συ τις ει ο ανταποκρινόμενος τω θεώ; Μη έρει το πλάσμα τω πλάσαντι, Τι με εποίησας ούτως;» (στ. 19-20).

Η βουλή του Θεού είναι παντοδύναμη και κανείς δεν μπορεί να αντισταθεί. Ούτε έχει το δικαίωμα ο άνθρωπος να ρωτήσει τον Θεό.

Και συνεχίζει: «ή ουκ έχει εξουσία ο κεραμεύς του πηλού εκ του αυτού φυράματος ποιήσαι ο μεν εις τιμήν σκεύος ο δε εις ατιμίαν. Ει δε θέλων ο θεός ενδείξασθαι την οργήν και γνωρίσαι το δυνατόν αυτού ήνεγκεν εν πολλή μακροθυμία σκεύη οργής κατηρτισμένα εις απώλειαν και ίνα γνωρίση τον πλούτον της δόξης αυτού επί σκεύη ελέους α προητοίμασεν εις δόξαν ους και εκάλεσεν ημάς ου μόνον εξ Ιουδαίων αλλά και εξ εθνών;» (στ. 21-24).

Όπως ο κεραμέας φτιάχνει άλλα σκεύη για σπουδαία χρήση και άλλα για ευτελή, έτσι και ο Θεός, κατά τον Παύλο, κατασκευάζει άλλους ανθρώπους για να δείξει την οργή του και τους οδηγεί στην απώλεια, και άλλους ανθρώπους προετοιμάζει για την δόξα, δείχνοντας το έλεός του.

Στην επιστολή του Ιούδα του αδελφόθεου, αναφέρεται: «άνθρωποι οι πάλαι προγεγραμμένοι εις τούτο το κρίμα ασεβείς» (1: 4).

Ώστε οι ασεβείς άνθρωποι, είναι από παλιά προγεγραμμένοι για να είναι ασεβείς.

Πόσο απορρέει η ηθική από την πίστη;

Το βασικό επιχείρημα που χρησιμοποιείται συχνά για να υπερασπιστεί τη θρησκευτική πίστη είναι πως αυτή προάγει την ηθική συμπεριφορά. Η θρησκεία με το σύνολο των κανόνων της μας περνάει ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορούμε να κινούμαστε για το ποιες συμπεριφορές πρέπει να υιοθετούμε και ποιες να αποφεύγουμε.

Προσωπικά, έχω επιλέξει για τον εαυτό μου να μην πιστεύω φανταστικά. Δεν μπορώ επίσης να πιστέψω πως μόνο η πίστη προάγει την ηθική. Προς επίρρωση της άποψής μου αυτής, παραθέτω κάποια επιχειρήματα:

I. Δεν μπορείς να συνδέεις την ηθική απόλυτα με ένα και μόνο θρήσκευμα.
Υπάρχουν εκατομμύρια θρησκεύματα σε ολόκληρο τον πλανήτη αυτή τη στιγμή. Αν συνδέσεις πχ την ηθική με ένα θρήσκευμα, αυτομάτως αποκλείεις όλους τους εκατομμύρια ανθρώπους που πιστεύουν κάτι εντελώς διαφορετικό. Ένας άνθρωπος, είτε είναι μουσουλμάνος, χριστιανός, βουδιστής μπορεί να είναι το ίδιο ηθικός και να συμπεριφέρεται σωστά.

II. Η ηθική δεν απορρέει από τη θρησκεία.
Το να αγαπάς το συνάνθρωπο, το να θέλεις να βοηθάς τους φίλους και την οικογένειά σου ή το να επιθυμείς να βοηθήσεις ένα φτωχό είναι εγγενή ανθρώπινα στοιχεία. Η αλληλεγγύη ήταν απαραίτητο κομμάτι της εξελικτικής μας πορείας, διότι ο άνθρωπος έπρεπε να συνεργαστεί ώστε να οχυρωθεί απέναντι στα άγρια ένστικτα της φύσης και να δημιουργήσει πολιτισμό. Έχει διαπιστωθεί πως αυτό το αίσθημα της αλληλεγγύης υπάρχει και σε διάφορα είδη ζώων, όπως οι χιμπατζήδες οι οποίοι αισθάνονται έντονη την αδικία σε περίπτωση άνισης κατανομής της τροφής.

Αν για παράδειγμα, δεις δίπλα σου έναν άνθρωπο τραυματισμένο εκείνη τη στιγμή λειτουργεί το εγγενές μας ένστικτο και όχι απλώς η καλοσύνη μας. Και επιπλέον, δεν μπορώ να βρω την ηθική σε μία πράξη καλοσύνης η οποία αποσκοπεί στο να ανταμειφθούμε με κάποια ουράνια και επίγεια ανταμοιβή ή για να αποφύγουμε την κόλαση. Διότι για εμένα, η καλή πράξη πρέπει να συνοδεύεται από την πραγματική αγάπη για το καλό του συνανθρώπου μας και όχι να στηρίζεται αποκλειστικά και μόνο σε ιδιοτελείς σκοπούς.

Η θρησκεία δεν μπορεί να προάγει από μόνη της την ηθική, διότι για χρόνια αντιμετώπισε ως υποδεέστερες τις γυναίκες,τους ομοφυλόφιλους ανθρώπους κ.α., υποστήριξε την πατριαρχία και τη δουλεία, πολέμησε την επιστήμη και γέννησε σε εκατομμύρια παιδιά το φόβο της κόλασης και της αιώνιας τιμωρίας. Υπάρχουν άνθρωποι που είναι καλοί, αλληλέγγυοι και ευσπλαχνικοί χωρίς να φοβούνται μία αόρατη κάμερα που τους κοιτάζει από εκεί ψηλά.

Η αλήθεια είναι πως οι άνθρωποι δε χρειάζεται να τρομοκρατούνται με φόβο και απειλές για να αγαπούν το συνάνθρωπο ή για να διαπιστώσουν πως το να προσφέρεις είναι μία από τις μεγαλύτερες πηγές ευτυχίας και εσωτερικής ευδαιμονίας.

III. Υπάρχουν πιο σπουδαίοι λόγοι για να είσαι ηθικός από ένα αρχαίο γραπτό.
Αυτοί οι λόγοι υπάρχουν μέσα σου και σε κάθε άνθρωπο που συναντάς. Κάθε μέρα ποιους ζεις σε έναν τόσο όμορφο κόσμο, μπορείς να βρεις άπειρους λόγους για να αγαπάς τους άλλους και τον κόσμο που σε περιβάλλει.

Δεν έχω πρόβλημα με τον άνθρωπο που βρίσκει δύναμη από κάτι και του γεννά την επιθυμία να βοηθά. Όμως, δεν έχει κανένα δικαίωμα να χαρακτηρίζει άλλους ανθρώπους ως ανήθικους απλά και μόνο επειδή δεν ασπάζονται το πιστεύω του και αρνούμενοι να αποδεχτούν ότι μπορεί να υπάρχει ηθική και εκτός του πλαισίου της πίστης σου.

Υπάρχουν πάρα πολλοί λόγοι πιο χρήσιμοι και σημαντικοί για να είσαι πολύ καλύτερος από μία θρησκεία. Ψάξε μέσα σου και θα τους βρεις.

Η αλληγορία της αρπαγής της Ωραίας Ελένης

Ο Τρωικός πόλεμος διήρκεσε δέκα χρόνια, στο όνομά του δέκα χιλιάδες από τους άριστους των ανδρών έπεσαν, ενώ η Τροία, η πλέον ευημερούσα πόλη της Ασίας αποτεφρώθηκε ολοσχερώς.

Ο ειρηνιστής Ευριπίδης το 412 π.Χ. με το έργο του «Ελένη» μας δείχνει ότι οι πόλεμοι είναι νοσηροί και έχουν μάταιες αιτίες. Είναι για το είδωλο που οι Έλληνες πολέμησαν, στην Τροία δεν υπήρξε ποτέ τίποτα, η πραγματική Ελένη δε βρισκόταν εκεί! Είναι το όνομά της (το μάταιο) που ο Μενέλαος επεδίωξε, είναι αυτό που κόμισε στον στόλο του, που έθεσε σε ασφαλή τόπο όταν προσάραξε. Η σύντροφος του κρεβατιού δεν ήταν παρά αγαλματίδιο από σύννεφο, όπως τα μικρά αναθήματα που οι άνθρωποι προσφέρουν στους θεούς. Ο ποιητής, ανατόμος ψυχών στα άλλα κείμενά του, εδώ εμφανίζει επιδεξιότητα ειδολοπλάστη. Η «Ελένη» ως είδωλο, αληθινότερη από το πρόσωπο, από το σώμα.

Η αλήθεια συνήθως δεν βρίσκεται εκεί που την ψάχνουμε. Η πραγματική ζωή, η ενορμητική, είναι αλλού ωστόσο άλλη ζούμε, αγωνιζόμενοι-αλλοίμονο- για το σαθρό της απείκασμα το οποίο τεχνηέντως καλλιεργείται και αήθως διασπείρεται από τους «θεούς» του ενεστώτος lifestyle. Το τελευταίο είναι η ζοφερή συνέπεια μιας Αρπαγής. Αφορά στην υπεξαίρεση της μοναδικής και Ωραίας Ιδιαιτερότητας και Ατομικότητας του σύγχρονου ανθρώπου που ευχερώς και τυφλά υποκύπτει στο ομαδικό, ιδού η θυσία του εσώτερου εαυτού, η απόλυτη συμμόρφωση του Εγώ στο ψευδεπίγραφο και σαθρό συλλογικό, η έκπτωση του τόνου των ενστίκτων της ζωής που ασφυκτιούν χάριν της συστοιχίας με το έξωθεν. Είναι η σύρραξη υπέρ μιας κίβδηλης, πλουμιστής αλλά ανοργασμικής ύπαρξης, που στοχεύει στην αρνητικοποίηση της ζωής, στο φάντασμά της.

Η Αρπαγή της Ωραίας Ελένης, εκεί και τότε, η πρόστυχη Αρπαγή των αξιών, της πολιτιστικής κληρονομιάς, της εθνικής μας ταυτότητας εδώ και τώρα. Ανέκαθεν το τέχνασμα του διπλασιασμού ήταν στρατευμένο στην υπηρεσία του αποπροσανατολισμού, για να συσκοτίζεται η αλήθεια της κοινωνικής και πολιτικής μας ζωής. Η Ωραία Αφροδίτη, με «σάρκα και οστά» στέκεται επί των ημερών μας μοναχική σε μια αίθουσα στο τμήμα Ελληνικών και Ρωμαϊκών Αρχαιοτήτων του Λούβρου. Το δάπεδο του μουσείου φθείρεται δυσανάλογα μπροστά της χρόνο με τον χρόνο ενώ την ίδια στιγμή, στα καθ’ ημάς, καρεκλοκένταυροι γραφειοκράτες κοκορομαχούν εκ του ασφαλούς στα παράθυρα των καναλιών παρασύροντας το ανυποψίαστο κοινό στις φενάκες του.

Το οξυγόνο στην ατμόσφαιρα εμφανίστηκε απότομα και γρήγορα

Η Γη υπολογίζεται ότι δημιουργήθηκε πριν από περίπου 4,5 δισ. έτη και το οξυγόνο που σήμερα αποτελεί περίπου το 21% της ατμόσφαιρας για περίπου δύο δισ. έτη είχε ελάχιστη παρουσία στον πλανήτη.  Σύμφωνα με την κρατούσα θεωρία το οξυγόνο άρχισε να συσσωρεύεται αισθητά στη γήινη ατμόσφαιρα πριν από περίπου 2,3 δισεκατομμύρια χρόνια, στη διάρκεια μιας περιόδου που έχει ονομαστεί «Το Γεγονός της Μεγάλης Οξείδωσης».
 
Το φαινόμενο αυτό αποτέλεσε τον καταλύτη για την εξέλιξη της ζωής στον πλανήτη μας. Οι πρωτόγονες μικροβιακές μορφές ζωής που είχαν κάνει την εμφάνισή τους στον πλανήτη μας στήριζαν την ύπαρξή τους σε «αναερόβιες» χημικές διεργασίες. Όταν το οξυγόνο άρχισε να κάνει δυναμικά αισθητή την παρουσία του στη Γη οι αναερόβιοι οργανισμοί εξωθήθηκαν σε εξαφάνιση και τη θέση τους κατέλαβαν μεγαλύτερες, πιο πολύπλοκες (και εν καιρώ πιο έξυπνες) αερόβιες μορφές ζωής, οι οποίες μπορούσαν να εκμεταλλευθούν το οξυγόνο.
 
Η επιστημονική κοινότητα δεν έχει καταλήξει στο αν το γεγονός της οξείδωσης ήταν μια σχετικά αργή διαδικασία ή αν συνέβη με ταχύ ρυθμό. Μια δημοφιλής θεωρία αναφέρει ότι το γεγονός της μεγάλης οξείδωσης ήταν μια διαδικασία που διήρκεσε μερικά εκ. έτη. Ερευνητές του Τμήματος Γεωεπιστημών του Πανεπιστημίου Πρίνστον με μελέτη τους υποστηρίζουν ότι η αύξηση των επιπέδων του οξυγόνου στην ατμόσφαιρα έγινε απότομα και γρήγορα.
 
Οι ερευνητές μελέτησαν κρυστάλλους αλατιού που ανέσυραν από ένα άνοιγμα βάθους περίπου δύο χλμ. το οποίο δημιουργήθηκε με γεώτρηση στις ακτές της λίμνης Ονέγκα της Ρωσίας. «Ήταν σαν να έριχνε κάποιος στην ατμόσφαιρα οξυγόνο με μια μάνικα. Δεν γνωρίζουμε ακόμη πώς συνέβη αυτό. Αν άλλαξε δραματικά ο κύκλος της παραγωγής και απελευθέρωσης οξυγόνου στην στεριά και τους ωκεανούς ή αν τα μικρόβια που υπήρχαν στην Γη αύξησαν σημαντικά τις ποσότητες του οξυγόνου που παρήγαγαν» δηλώνει η Clara Blättler,, επικεφαλής της ερευνητικής ομάδας.

InSight: Η πρώτη αποστολή εξερεύνησης του εσωτερικού του Άρη

Λεπτομέρειες σχετικά με τη νέα της αποστολή στον Άρη αποκάλυψε την Πέμπτη η NASA: Η αποστολή Interior Exploration using Seismic Investigations, Geodesy and Heat Transport (InSight) προορίζεται να εκτοξευτεί στις 5 Μαΐου (η εκτιμώμενη νωρίτερη ημερομηνία) και θα είναι η πρώτη αποστολή στην ιστορία της που έχει σκοπό την εξερεύνηση και μελέτη του εσωτερικού του πλανήτη. Επίσης, θα είναι η πρώτη αποστολή της NASA από τις προσεληνώσεις του προγράμματος «Απόλλων» που θα εγκαταστήσει σεισμόμετρο στο έδαφος άλλου πλανήτη.
 
«Κατά κάποιον τρόπο, το InSight είναι σαν επιστημονική χρονομηχανή που θα φέρνει πίσω πληροφορίες σχετικά με τα πρώιμα στάδια της δημιουργίας του Άρη, πριν από 4,5 δισ. χρόνια» λέει ο Μπρους Μπάνερντ του JPL, επικεφαλής ερευνητής του InSight.«Θα μας βοηθήσει να μάθουμε πώς δημιουργούνται βραχώδη σώματα, περιλαμβανομένης της Γης, της Σελήνης, και ακόμη και πλανήτες σε άλλα ηλιακά συστήματα». 
 
Το InSight διαθέτει μια σουΐτα ευαίσθητων οργάνων για τη συλλογή δεδομένων τα οποία απαιτούν ένα στατικό όχημα προσεδάφισης (και όχι ρόβερ), προκειμένου να τοποθετηθούν με προσοχή πάνω και κάτω από την επιφάνεια του Άρη.
 
Η μελέτη του εσωτερικού του Άρη θα επιτρέψει στους επιστήμονες να κατανοήσουν πόσο διαφορετικός είναι ο φλοιός, ο μανδύας και ο πυρήνας του από αυτούς της Γης- κάτι που έχει ιδιαίτερη σημασία, αν σκεφτεί κανείς πως, κατά κάποιον τρόπο, ο Άρης είναι ο πιο κοντινός μας «εξωπλανήτης», δηλαδή μας δείχνει πώς αέρια, σκόνη, και θερμότητα συνδύαζονται και δημιουργούν πλανήτες.
 
Η NASA δεν είναι η μόνη υπηρεσία που συμμετέχει στην αποστολή, καθώς συνέβαλαν και ευρωπαϊκές υπηρεσίες και φορείς, όπως το γαλλικό Centre National d’Études Spatiales και το Γερμανικό Κέντρο Αεροδιαστημικής (DLR), κατασκευάζοντας όργανα για το InSight: Στην πρώτη περίπτωση, πολυεθνική ομάδα κατασκεύασε ένα εξαιρετικά ευαίσθητο σεισμόμετρο για τον εντοπισμό σεισμών στον Άρη και στη δεύτερη το γερμανικό κέντρο έφτιαξε ένα θερμικό όργανο που μπορεί να θάβεται σε βάθος πέντε μέτρων και να μετρά τη θερμότητα στο εσωτερικό του πλανήτη.
 
«Το InSight είναι μια πραγματικά διεθνής διαστημική αποστολή» είπε ο Τομ Χόφμαν, project manager στο JPL. «Οι συνεργάτες μας παρέδωσαν απίστευτα ικανά όργανα που θα κάνουν δυνατή τη διεξαγωγή μοναδικών επιστημονικών ερευνών μετά την προσεδάφιση».
 
Επί της παρούσης, το InSight βρίσκεται στην αεροπορική βάση Βάντενμπεργκ στην Καλιφόρνια, όπου και λαμβάνουν χώρα οι τελικές προετοιμασίες πριν την εκτόξευση. Τον επόμενο μήνα θα τοποθετηθεί στον πύραυλο, θα ελεγχθούν οι συνδέσεις και θα γίνουν οι υπόλοιπες προετοιμασίες της ομάδας που έχει αναλάβει την εκτόξευση.

Ο Αριστοτέλης, η ολιγαρχία και το πέρασμα στην τυραννία

Η ολιγαρχία, εξ’ ορισμού, σηματοδοτεί τον αποκλεισμό μερίδας πολιτών από τη διαχείριση της εξουσίας. Με άλλα λόγια είναι το πολίτευμα που ελέγχουν συγκεκριμένες κοινωνικές τάξεις: «Γενικά, όταν δε δικαιούνται όλοι να μετέχουν στο πολίτευμα, τότε το πολίτευμα είναι ολιγαρχικό». Και βέβαια όταν λέμε συγκεκριμένες κοινωνικές τάξεις εννοούμε τις τάξεις των πλουσίων, αφού σε τελική ανάλυση τα κριτήρια που θέτονται είναι ταξικά: «τα μέρη αυτά, οι εύποροι και οι άποροι, φαίνεται να αποτελούν τα δύο σημαντικότερα μέρη της πόλης. Συνεπώς η υπεροχή του ενός ή του άλλου μέρους εγκαθιστά τα πολιτεύματα και γι’ αυτό πιστεύουν γενικά ότι τα πολιτεύματα είναι δύο, η δημοκρατία και η ολιγαρχία».
 
Το ότι η ολιγαρχία εξυπηρετεί τα συμφέροντα των πλουσίων γίνεται φανερό ακόμη και από τον τρόπο που ο Αριστοτέλης παρουσιάζει τα τέσσερα είδη της: «Το πρώτο είδος ολιγαρχίας εμφανίζεται, όταν περισσότεροι έχουν περιουσία, μικρότερη όμως από την περιουσία που προϋποθέτουν τα άλλα ολιγαρχικά είδη και όχι πολύ μεγάλη αυτή καθαυτή». Πρόκειται για την ηπιότερη μορφή της ολιγαρχίας, αφού το κριτήριο της περιουσίας τίθεται σε επίπεδα χαμηλά, ώστε να το πληρούν πολλοί: «Σε αυτό το είδος πράγματι παρέχεται το δικαίωμα στον καθένα που αποκτά αυτή την περιουσία, να μετέχει στην πολιτική εξουσία κι έτσι, επειδή οι άνθρωποι που μετέχουν στο πολίτευμα γίνονται πολλοί, αναγκαστικά κυριαρχεί ο νόμος και όχι οι άνθρωποι». Η διασφάλιση της κυριαρχίας του νόμου είναι η διασφάλιση της πολιτειακής λειτουργίας μέσα στο ορισμένο ολιγαρχικό πλαίσιο. Ο νόμος είναι η κατοχύρωση του πολιτεύματος, αφού θέτει τους κανόνες που εξασφαλίζουν τη θωράκιση και κατ’ επέκταση τη διαιώνιση της συγκεκριμένης πολιτειακής αντίληψης. Με δυο λόγια, εφόσον η ολιγαρχική λογική αφορά τη διαχείριση της εξουσίας σε σχέση με τον πλούτο του καθενός, ο νόμος είναι αυτός που θα οριστικοποιήσει τις ανάλογες θεσμικές διατάξεις. Σε περίπτωση που ο νόμος καταλυθεί, τότε δεν καταλύεται απλώς αυτό που ονομάζουμε νομιμότητα με την έννοια της κοινωνικής γαλήνης ή ευταξίας, αλλά με την ίδια την έννοια της πολιτειακής δομής που αλλάζει. Κάθε πολίτευμα, αν θέλει να διατηρηθεί, οφείλει πρωτίστως να διαφυλάξει τη νομοθεσία που το προστατεύει.
 
Το δεύτερο είδος της ολιγαρχίας είναι πιο σκληρό απ’ το πρώτο, αφού τα περιουσιακά κριτήρια γίνονται πιο απαιτητικά: «Αντίθετα, αν οι κάτοχοι περιουσίας είναι λιγότεροι από εκείνους του προηγούμενου ολιγαρχικού είδους και η περιουσία τους μεγαλύτερη σε μέγεθος, τότε έχουμε το δεύτερο είδος της ολιγαρχίας». Η αύξηση των περιουσιακών ορίων για τη συμμετοχή στα πολιτειακά τεκταινόμενα δεν είναι τίποτε άλλο από την αύξηση των πολιτειακών απαιτήσεων που σταδιακά προβάλλουν οι ισχυρές οικονομικές τάξεις: «Αυτοί έχοντας μεγαλύτερη οικονομική ισχύ, απαιτούν να έχουν και περισσότερα δικαιώματα και έτσι εκλέγουν από εκείνους που νομίμως δικαιούνται να εκλεγούν». Φυσικά αυτοί που «νομίμως δικαιούνται να εκλεγούν» δεν είναι παρά άνθρωποι του ιδίου οικονομικού αναστήματος. Βρισκόμαστε μπροστά στην υπεροχή της πλουτοκρατίας, που μετατρέπει το πολίτευμα σε καθαρά προσωπική υπόθεση. Υπό αυτούς τους όρους το να μιλά κανείς για τη διασφάλιση των συμφερόντων του συνόλου της κοινωνίας είναι μάλλον περιττό. Το κουμάντο το έχουν συγκεκριμένα οικονομικά συμφέροντα που προσαρμόζουν το πολίτευμα στα δικά τους μέτρα. Υπάρχει όμως μια σημαντική λεπτομέρεια. Οι πλούσιοι, αν και κυριαρχούν, αν και επιβάλλουν το πολίτευμα που τους βολεύει, δεν νιώθουν τόσο ισχυροί, ώστε να προβούν στην κατάλυση του νόμου: «Καθώς όμως δεν είναι ακόμη τόσο ισχυροί, ώστε να εξουσιάζουν χωρίς το νόμο, αποδέχονται το νόμο προσαρμοσμένο στην εξουσία τους».  Παρακολουθούμε και πάλι τη λειτουργία του νόμου ως πολιτειακή εξασφάλιση. Το πολίτευμα στηρίζεται στους νόμους όσο απροκάλυπτα κι αν χειραγωγείται. Οι νόμοι είναι τα προσχήματα που σε κάθε περίπτωση πρέπει να τηρηθούν. Μόνο η απόλυτη ισχύς δε χρειάζεται ούτε τα προσχήματα και οι πλουτοκράτες αυτού του δεύτερου είδους της ολιγαρχίας δεν νιώθουν σίγουροι για κάτι τέτοιο.
 
Η κλιμάκωση συνεχίζεται με την παρουσίαση του τρίτου ολιγαρχικού είδους: «Εάν πάλι απαιτείται να έχουν μεγαλύτερη περιουσία, οπότε είναι λιγότεροι οι κάτοχοί της, τότε εμφανίζεται το τρίτο είδος της ολιγαρχίας. Σε αυτό η εξουσία μένει στα χέρια των ίδιων, αλλά με νόμο επιβάλλεται η κληρονομική διαδοχή των προνομίων». Το καίριο στοιχείο που εισάγεται εδώ είναι η κληρονομικότητα. Οι κάτοχοι του πλούτου νιώθουν πλέον αρκετά ισχυροί για να περάσουν στη θεσμική κατοχύρωση των προνομίων τους. Η αντίληψη του πολιτεύματος με ιδιοκτησιακά δεδομένα, που κληροδοτούνται κιόλας, είναι η έπαρση των ισχυρών που μετατρέπουν το πολίτευμα σε τσιφλίκι, δηλαδή το προανάκρουσμα του περάσματος προς την τυραννία. Γιατί η ολιγαρχία αυτού του επιπέδου, αν και δεν καταλύει επίσημα το νόμο, τον καθιστά τόσο απροκάλυπτα υποχείριό της, που γίνεται σχεδόν διακοσμητικός. Η απαξίωση του νόμου συντελείται ως κάτι απολύτως φυσικό, κάτι που επιφέρουν οι ίδιες οι περιστάσεις. Θα λέγαμε ότι πρόκειται για κάτι αναπόφευκτο, αφού η κλιμάκωση της ολιγαρχίας που περνά την εξουσία σε όλο και λιγότερα χέρια δεν μπορεί παρά να φτάσει στα έσχατα όριά της, δηλαδή στην ανάδειξη των ελάχιστων, που καθορίζουν τα πάντα κατά βούληση.
 
Κι αυτό είναι το σημείο που περνάμε στο τέταρτο και τελευταίο είδος της ολιγαρχίας: «Όταν όμως υπεραυξηθεί η δύναμή τους σε περιουσίες και σε πλήθος φίλων, η δυναστεία τέτοιου είδους πλησιάζει τη μοναρχία και επομένως κυρίαρχοι του πολιτεύματος γίνονται οι άνθρωποι και όχι ο νόμος». Το πέρασμα της θεσμικής υπόστασης του πολιτεύματος από το νόμο στους ανθρώπους δεν είναι παρά η ανατροπή της ολιγαρχίας και η μετάβαση στην τυραννία. Γι’ αυτό και η αναφορά του όρου «δυναστεία». Για να γίνει αντιληπτό το απολυταρχικό πλέγμα της εξουσίας. Γι’ αυτό και η  αναγνώριση ότι «πλησιάζει τη μοναρχία». Για να επισημοποιηθεί η ανάδειξη της αξεπέραστης ισχύος μεμονωμένων ανθρώπων. Η ίδια η έννοια της ολιγαρχίας αποτελεί παρελθόν, αφού πλέον δεν υπάρχει η νομοθεσία που θα την προστατεύσει. Το νέο πολίτευμα που προκύπτει δεν αφορά τον αποκλεισμό κάποιων από τη διαχείριση της εξουσίας, αλλά τον αποκλεισμό όλων. Η διαβεβαίωση ότι πρόκειται περί δυναστείας καθιστά σαφές το αχαλίνωτο που μόνο η τυραννία μπορεί να εξασφαλίσει, αφού η ακύρωση του νόμου μετατρέπει το δίκαιο σε υπόθεση προσωπική, δηλαδή συμφεροντολογική. Γι’ αυτό και ο νόμος είναι η διασφάλιση της ελευθερίας. Γιατί κατοχυρώνει τους κανόνες με τρόπο αδιάβλητο απέναντι στις βλέψεις οποιουδήποτε. Αρκεί βέβαια να διαμορφώνεται ανεξάρτητα. Γιατί αν αρχίσει να γίνεται υποχείριο συμφερόντων, τότε, εννοιολογικά τουλάχιστον, έχει ήδη καταλυθεί.
 
Για τον Αριστοτέλη η δυναμική του νόμου ως διασφάλιση των πολιτευμάτων δεν επιβεβαιώνεται μόνο μέσα απ’ τα ακραία όρια της ολιγαρχίας που τελικά την ανατρέπουν, αλλά και από την αντίστοιχη πορεία των μορφών της δημοκρατίας. Γιατί όταν φτάνει στο τελευταίο είδος της δημοκρατίας, όπου τα ψηφίσματα υποκαθιστούν το νόμο, όπου δηλαδή ο λαός μπορεί να ακυρώσει το νόμο με παροδικές αποφάσεις, διαπιστώνει ότι και πάλι οδηγούμαστε σε τυραννικές μεθοδεύσεις με την καταλυτική συνδρομή των δημαγωγών: «Αυτό συμβαίνει, όταν είναι κυρίαρχα τα ψηφίσματα και όχι ο νόμος, και οφείλεται στους δημαγωγούς. Όπου όμως οι νόμοι δεν είναι κυρίαρχοι, εκεί εμφανίζονται οι δημαγωγοί. Διότι ο δήμος μεταβάλλεται σε μονάρχη, όντας ένας που συντίθεται από πλήθος ανθρώπων, γιατί οι μάζες επιβάλλονται κυριαρχικά, όχι ως άτομα αλλά ως σύνολο».
 
Τελικά, κατά τον Αριστοτέλη η τυραννία, ως έννοια, δεν έχει να κάνει τόσο με τον αριθμό των ανθρώπων που παίρνουν τις αποφάσεις, όσο με το μέγεθος της αυθαιρεσίας που επικρατεί από την ακύρωση του νόμου. Η κατάλυση του νόμου στο όνομα της λαϊκής κυριαρχίας δεν είναι τίποτε άλλο από την εμφάνιση του δημαγωγού που θα στρέψει τις αποφάσεις προς την κατεύθυνση των συμφερόντων του. Ο δημαγωγός που κατευθύνει το λαό κατά βούληση είναι ο τύραννος, που επιβάλλει την ατομική επιθυμία με άλλο τρόπο. Δηλαδή με άλλα μέσα. Η βία του τυράννου είναι απολύτως άχρηστη μπροστά στην πειθώ του δημαγωγού. Γιατί η πειθώ του δημαγωγού μπορεί στο τέλος να επιφέρει τη λαϊκή οργή, αλλά διαμοιράζει και τις ευθύνες. Στο κάτω – κάτω τις τελικές αποφάσεις τις παίρνει πάντα ο λαός. (Εξάλλου, ο Αριστοτέλης έχει ήδη καταδείξει ότι ο λαός δυσαρεστείται όταν νιώθει παραγκωνισμένος από τις πολιτικές αποφάσεις). Και η οργή του λαού μπορεί να επιφέρει ανατροπές κι επαναστάσεις. Δεν υπάρχει πιο ασφαλής τυραννία από εκείνη που διασφαλίζει συγκεκριμένα συμφέροντα με τη λαϊκή συγκατάθεση. Είναι η τυραννία που έχει και την πίττα και το σκύλο. Κι αυτός είναι ο ρόλος του δημαγωγού.
 
Η φράση ότι σ’ αυτό το είδος της δημοκρατίας «ο δήμος μεταβάλλεται σε μονάρχη» καταδεικνύει την τυραννία, αφού οι νόμοι υποχωρούν μπροστά στις επιθυμίες του μονάρχη. Η εμφάνιση του δημαγωγού που μονοπωλεί το πολιτικό ενδιαφέρον καθιστά σαφείς τις ψευδαισθήσεις περί λαϊκής κυριαρχίας, αφού ο λαός, ως μονάρχης, άγεται και φέρεται από τους συμβούλους του: «Σε αυτό» (εννοείται το είδος της δημοκρατίας) «μετέχουν όλοι λόγω της επιβολής του πλήθους, επειδή οι πόλεις έγιναν πιο πολυάνθρωπες από τις αρχικές και αυξήθηκε ο πλούτος τους από τις προσόδους. Παίρνουν δε μέρος και ασχολούνται με την πολιτική ακόμη και οι άποροι, εισπράττοντας μισθό. Έτσι εξηγείται γιατί το πλήθος των απόρων γίνεται το κυρίαρχο σώμα του πολιτεύματος και όχι οι νόμοι». Και βέβαια το ζήτημα δεν αφορά τη συμμετοχή των απόρων στις πολιτειακές διαδικασίες, αφού έτσι κι αλλιώς η ανωτερότητα της λαϊκής κυριαρχίας έχει ήδη καταδειχθεί. Το ζήτημα αφορά τη μετατροπή του λαού σε μάζα που πλάθεται σύμφωνα με τις επιδιώξεις των ανθρώπων που τη χειραγωγούν.
 
 Φυσικά, το να συγκρίνουμε ευθέως την άμεση δημοκρατία που παρακολουθούσε ο Αριστοτέλης με την κοινοβουλευτική των ημερών μας είναι μάλλον παρακινδυνευμένο. Το ζήτημα είναι η κατάδειξη της πολιτειακής λογικής και η συναίσθηση των ορίων που διέπουν τα πολιτεύματα σε σχέση με την ισχύ του νόμου, δηλαδή η συνείδηση ότι η κατάλυση του νόμου (είτε έτσι είτε αλλιώς) ισοδυναμεί με την ισοπέδωση του πολιτεύματος: «Αυτό είναι το τέταρτο είδος της ολιγαρχίας, αντίστοιχο, με αντιστροφή των όρων, προς το τελευταίο είδος της δημοκρατίας».
 
Κι αφού διερευνήθηκαν τα όρια και τα είδη τόσο της ολιγαρχίας όσο και της δημοκρατίας δε μένει παρά να καθοριστούν επαρκώς και τα είδη του πολιτεύματος της αριστοκρατίας: «είναι δίκαιο να αποκαλείται αριστοκρατία εκείνο μόνο το πολίτευμα στο οποίο ασκούν την εξουσία οι άριστοι ακριβώς σύμφωνα με την αρετή και όχι καλοί άνθρωποι γενικά και αόριστα». Ο άριστος πολίτης δεν καθορίζεται τόσο από τον πλούτο όσο από την άσκηση της αρετής που έχει να κάνει με τη διαχείριση των ζητημάτων της πόλης. Κι εδώ βέβαια συνδυάζονται και η πολιτική ικανότητα και το μορφωτικό επίπεδο και το ήθος των ανθρώπων προκειμένου να χαρακτηριστούν άριστοι: «Όπου δηλαδή με βάση όχι μόνο τον πλούτο αλλά και την αρετή εκλέγονται οι άρχοντες, το πολίτευμα αυτό διαφέρει και από την ολιγαρχία και από την πολιτεία και καλείται αριστοκρατικό».
 
Όσον αφορά τα είδη της αριστοκρατίας, ο Αριστοτέλης προτάσσει τρία: την περίπτωση της Καρχηδόνας, την περίπτωση της Σπάρτης και την περίπτωση που το πολίτευμα εκτρέπεται τείνοντας περισσότερο προς την ολιγαρχία: «Όπου λοιπόν το πολίτευμα αποβλέπει στον πλούτο, στην αρετή και στο λαό, για παράδειγμα στην Καρχηδόνα, είναι αριστοκρατικό. Αριστοκρατικό είναι, και αν αποβλέπει στα δύο μόνο από αυτά, στην αρετή και στο λαό, για παράδειγμα το σπαρτιατικό πολίτευμα, και υπάρχει μείξη των δύο στοιχείων, της δημοκρατίας και της αρετής. Συνεπώς υπάρχουν και τα δύο αυτά είδη αριστοκρατίας εκτός από το πρώτο, το άριστο είδος πολιτεύματος. Τρίτο είδος είναι οι εκτροπές της αποκαλούμενης πολιτείας προς το ολιγαρχικό πολίτευμα μάλλον». Το γεγονός ότι περιγράφει τρεις περιπτώσεις αριστοκρατίας υπενθυμίζοντας και την περίπτωση που αριθμεί ως πρώτη και αποκαλεί «άριστο είδος πολιτεύματος», την οποία όμως, αν και καταγράφει δεν προσμετρά (γιατί τότε θα είχαμε τέσσερα είδη αριστοκρατίας), δεν πρέπει να προκαλεί εντυπώσεις, αφού προφανώς το πολίτευμα αυτό είναι το ιδανικό, όπως ο Αριστοτέλης το έχει στο μυαλό του κι όχι όπως το έχει δει να πραγματώνεται κάπου. Πρόκειται δηλαδή για μια υποθετική, προσωπικά ιδεατή περίπτωση πολιτεύματος, που φυσικά δεν μπορεί να ταξινομηθεί ως πραγματικότητα σε μια μελέτη που αφορά τις πρακτικές πολιτειακές εφαρμογές.
 
Το γεγονός ότι το πολίτευμα της Σπάρτης το κατατάσσει στα αριστοκρατικά που συνθέτουν τη δημοκρατία με την αρετή, χωρίς καν να αναφέρει τον όρο ολιγαρχία (οι Σπαρτιάτες ήταν οι κατ’ εξοχήν ολιγαρχικοί), δε δείχνει μόνο την προσωπική αριστοτελική εκτίμηση των πολιτευμάτων που διαφέρει από όλες τις άλλες ή το βάθος της έρευνας που προτείνει ξεπερνώντας κάθε επιφάνεια, αλλά και την εκτίμηση που έτρεφε στο σπαρτιατικό τρόπο οργάνωσης, την οποία  και θα διατυπώσει ευθέως όταν φτάσει στο εκπαιδευτικό σύστημα, που οφείλει να είναι αλληλένδετο με το πολίτευμα. Αντίθετα καθιστά σαφές ότι δεν έχει σε καμία εκτίμηση την αθηναϊκή δημοκρατία, όπως τη βλέπει να λειτουργεί, αφού είναι προφανές ότι τη φωτογραφίζει στην τελευταία δημοκρατική εκδοχή με την κατάλυση του νόμου, τα ψηφίσματα και τους δημαγωγούς. Ενώ στη Σπάρτη βρίσκει ένα πολίτευμα που συνδυάζει τη δημοκρατία με την αρετή στην Αθήνα συναντά την πιο στρεβλή εκδοχή της δημοκρατίας (έτσι τουλάχιστον την περιγράφει), που παρουσιάζεται περισσότερο ως τυραννία του όχλου παρά ως πολίτευμα. Κι αυτός βέβαια είναι κι ένας λόγος που είχε εχθρούς. Γι’ αυτό κι αναγκάστηκε να την εγκαταλείψει άρον – άρον μετά το θάνατο του Αλέξανδρου. Γιατί είχε ήδη δρομολογηθεί το δικαστήριο, όπως και στην περίπτωση του Σωκράτη. Στο βιβλίο «Αρχαία Ελληνικά Φιλοσοφικός Λόγος» αναφέρεται: «Η συνταγή για τα ανεπιθύμητα πρόσωπα ήταν στην Αθήνα γνωστή από παλιά. Να βρεθεί ένας κατήγορος δεν ήταν καθόλου δύσκολο, και μια μικρή αφορμή ήταν αρκετή για να απαγγελθεί κατηγορία για ασέβεια. Στην περίπτωση του Αριστοτέλη την αφορμή την πρόσφερε ένα ποίημα που ο φιλόσοφος είχε γράψει για τον αξέχαστο φίλο του Ερμία, που είχε βρει στο μεταξύ μαρτυρικό θάνατο. Η κατηγορία βασίστηκε στο γεγονός ότι το ποίημα αυτό του Αριστοτέλη είχε τη μορφή ενός παιάνα, του παραδοσιακού ύμνου στο θεό Απόλλωνα. Ακριβώς το “έγκλημα” ήταν ότι χρησιμοποιήθηκε αυτό το ποιητικό σχήμα για να υμνηθεί ένας κοινός θνητός – για τους Αθηναίους, ας μη το έλεγαν, αυτός ο κοινός θνητός ήταν ένας δηλωμένος φίλος του Φίλιππου, του βασιλιά της Μακεδονίας». Το κατά πόσο είχε δίκιο ή όχι ο Αριστοτέλης στις απόψεις του είναι στην κρίση του καθενός. Το σίγουρο είναι ότι η ελευθερία του λόγου στην Αθήνα ήταν μάλλον επίφοβη. Ενδεχομένως, η αναχώρησή του στη Χαλκίδα να επίσπευσε και το θάνατό του ένα χρόνο αργότερα.
 
Αριστοτέλης: Πολιτικά

Σάββατο 31 Μαρτίου 2018

ΑΙΣΩΠΟΣ - Μῦθοι (221.1-225.1)

221. ΠΛΟΥΣΙΟΙ ΚΑΙ ΘΡΗΝΩΙΔΟΙ [221.1] πλούσιος δύο θυγατέρας ἔχων τῆς ἑτέρας ἀποθανούσης τὰς θρηνούσας ἐμισθώσατο. τῆς δὲ ἑτέρας παιδὸς λεγούσης πρὸς τὴν μητέρα· «ἄθλιαι ἡμεῖς, εἴ γε αὐταὶ μέν, ὧν ἐστι τὸ πάθος, θρηνεῖν οὐκ ἴσμεν, αἱ δὲ μηδὲν προσήκουσαι οὕτως σφόδρα κόπτονται καὶ κλαίουσιν», ἡ μήτηρ ἔφη· «μὴ θαύμαζε, τέκνον, εἰ οὕτως αὗται θρηνοῦσιν· ἐπὶ γὰρ ἀργυρίῳ τοῦτο ποιοῦσιν».
οὕτως ἔνιοι τῶν ἀνθρώπων διὰ φιλαργυρίαν οὐκ ὀκνοῦσι καὶ ἀλλοτρίας συμφορὰς ἐργολαβεῖν.

222. ΠΟΙΜΗΝ ΚΑΙ ΚΥΩΝ
[222.1] ποιμὴν ἔχων κύνα παμμεγέθη τούτῳ εἰώθει τὰ ἔμβρυα καὶ τὰ ἀποθνῄσκοντα τῶν προβάτων παραβάλλειν. καὶ δήποτε εἰσελθούσης τῆς ποίμνης ὁ ποιμὴν θεασάμενος τὸν κύνα προσιόντα τοῖς προβάτοις καὶ περισαίνοντα αὐτὰ εἶπεν· «ἀλλ᾽, ὦ οὗτος, ὃ θέλεις σὺ τούτοις, ἐπὶ τῇ σῇ κεφαλῇ γένοιτο».
ὁ λόγος εὔκαιρος πρὸς ἄνδρα κόλακα.

223. ΠΟΙΜΗΝ ΚΑΙ ΘΑΛΑΣΣΑ
[223.1] ποιμὴν ἔν τινι παραθαλασσίῳ τόπῳ νέμων ὡς ἐθεάσατο τὴν θάλασσαν γαληνήν τε καὶ πραεῖαν, ἐπεθύμησε πλεῖν. διόπερ πωλήσας αὐτοῦ τὰ πρόβατα, φοίνικας ἀγοράσας καὶ ναῦν ἐμφορτισάμενος ἀνήχθη· χειμῶνος δὲ σφοδροῦ γενομένου καὶ τῆς νηὸς περιτραπείσης πάντα ἀπολέσας μόλις ἐπὶ τὴν γῆν διενήξατο. πάλιν δὲ γαλήνης γενομένης ὡς ἐθεάσατό τινα ἐπὶ τῆς γῆς ἐπαινοῦντα τῆς θαλάσσης τὴν ἠρεμίαν, ἔφη· «ἀλλ᾽, ὦ οὗτος, αὕτη γάρ σοι φοινίκων ἐπιθυμεῖ».
οὕτω πολλάκις τὰ παθήματα τοῖς φρονίμοις γίνεται μαθήματα.

224. ΠΟΙΜΗΝ ΚΑΙ ΠΡΟΒΑΤΑ
[224.1] ποιμὴν ἐλάσας τὰ πρόβατα εἴς τινα δρυμῶνα ὡς ἐθεάσατο δρῦν παμμεγέθη μεστὴν βαλάνων, ὑποστρώσας τὸ ἱμάτιον ἐπὶ ταύτην ἀνέβη καὶ τὸν καρπὸν ἀντέσειε. τὰ δὲ πρόβατα ἐσθίοντα τὰς βαλάνους ἔλαθε καὶ τὰ ἱμάτια συγκαταφαγόντα. ὁ δὲ ποιμὴν καταβὰς ὡς ἐθεάσατο τὸ γεγονός, εἶπεν· «ὦ κάκιστα ζῷα, ὑμεῖς τοῖς λοιποῖς ἔρια εἰς ἐσθῆτα παρέχετε, ἐμοῦ δὲ τοῦ τρέφοντος καὶ τὸ ἱμάτιον ἀφείλασθε».
οὕτω καὶ τῶν ἀνθρώπων πολλοὶ δι᾽ ἄγνοιαν τοὺς μηδὲν προσήκοντας εὐεργετοῦντες κατὰ τῶν οἰκείων φαῦλα ἐργάζονται.

225. ΠΟΙΜΗΝ ΚΑΙ ΛΥΚΙΔΕΙΣ
[225.1] ποιμὴν εὑρὼν λυκιδεῖς τούτους μετὰ πολλῆς ἐπιμελείας ἔτρεφεν οἰόμενος, ὅτι τελειωθέντες οὐ μόνον τὰ ἑαυτοῦ πρόβατα τηρήσουσιν, ἀλλὰ καὶ τὰ ἑτέρων ἁρπάζοντες αὐτῷ οἴσουσιν. οἱ δὲ ὡς τάχιστα ηὐξήθησαν, ἀδείας τυχόντες πρῶτον αὐτοῦ τὴν ποίμνην διέφθειραν. καὶ ὃς ἀναστενάξας εἶπεν· «ἀλλ᾽ ἔγωγε δίκαια πέπονθα. τί γὰρ τούτους νηπίους ὄντας ἔσῳζον, οὓς ἔδει καὶ ηὐξημένους ἀναιρεῖν;»
οὕτως οἱ τοὺς πονηροὺς περισῴζοντες λανθάνουσι καθ᾽ ἑαυτῶν πρῶτον αὐτοὺς ῥωννύντες.

***
221. Οι πλούσιοι και οι μοιρολογίστρες.
[221.1] Ήταν κάποτε ένας πλούσιος που είχε δύο θυγατέρες. Δυστυχώς η μία από αυτές πέθανε, και έτσι ο πατέρας μίσθωσε μοιρολογίστρες για να την κλάψουν. Η άλλη κόρη, που λέτε, παραπονέθηκε τότε στη μάνα της: «Αλήθεια, τώρα, δεν είμαστε ελεεινές; Δικό μας είναι το πένθος, και παρ᾽ όλα αυτά εμείς δεν είμαστε σε θέση να θρηνήσουμε. Δες όμως τούτες εδώ, πώς κλαίνε και χτυπιούνται με την ψυχή τους, δίχως να έχουν την παραμικρή σχέση με την πεθαμένη!». Εντούτοις η μάνα της αποκρίθηκε: «Μη σε παραξενεύει, κορίτσι μου, που σήκωσαν οι λεγάμενες τέτοιους θρήνους. Βλέπεις, τις πληρώνουμε για να το κάνουν».
Έτσι ενεργούν και μερικοί άνθρωποι: Τέτοια είναι η φιλοχρηματία τους, που δεν διστάζουν να βγάλουν κέρδος ακόμη και από τις συμφορές των άλλων.

222. Ο τσοπάνης και το σκυλί.
[222.1] Κάποιος βοσκός είχε ένα πελώριο τσοπανόσκυλο και συνήθιζε να το ταΐζει με τα έμβρυα που απόρριχναν οι προβατίνες και με τα ετοιμοθάνατα αρνιά. Μια φορά, λοιπόν, μόλις μπήκε το κοπάδι μέσα στο μαντρί, ο άνθρωπός μας είδε τον σκύλο του να τρέχει κοντά στα πρόβατα και να τους κάνει χαρές, κουνώντας την ουρά του. Νά τί του έκραξε τότε: «Βρε κερατά, ξέρω τί εύχεσαι μέσα σου για τούτα εδώ τα καημένα — στο κεφάλι σου να πέσει το κακό!».
Ο μύθος αυτός ταιριάζει για κανέναν κόλακα.

223. Ο βοσκός και η θάλασσα.
[223.1] Ήταν ένας τσοπάνης που έβοσκε το κοπάδι του σε παραθαλάσσιο μέρος. Κάποια μέρα, λοιπόν, παρατήρησε τί γαλήνια και ήσυχη που ήταν η θάλασσα, και τον έπιασε λαχτάρα να ταξιδέψει με καράβι. Μια και δυο, που λέτε, πούλησε τα πρόβατά του και αγόρασε ένα απόθεμα χουρμάδες· μετά φόρτωσε το εμπόρευμά του σε πλοίο και άνοιξε πανιά. Έλα όμως που πάνω στην ώρα ξέσπασε σφοδρή καταιγίδα και το καράβι του αναποδογύρισε, με αποτέλεσμα ο άνθρωπός μας να τα χάσει όλα. Μόλις που κατάφερε ο ίδιος να κολυμπήσει μέχρι την ακτή. Λίγο αργότερα, φυσικά, γαλήνεψε πάλι ο καιρός. Τότε ο τσοπάνης πρόσεξε κάποιον στην ακρογιαλιά, ο οποίος θαύμαζε την ηρεμία της θάλασσας. Τον προειδοποίησε λοιπόν: «Πρόσεχέ την, βρε κακομοίρη, έχει βάλει στο μάτι τους χουρμάδες σου!».
Έτσι και για τους μυαλωμένους ανθρώπους, τα παθήματα τους γίνονται μαθήματα.

224. Ο βοσκός και τα πρόβατα.
[224.1] Μια φορά ένας βοσκός σαλάγησε τα πρόβατά του μέσα στον δρυμό. Εκεί πήρε το μάτι του μια πανύψηλη βελανιδιά, γεμάτη βελανίδια. Μια και δυο, λοιπόν, έστρωσε το πανωφόρι του από κάτω της, σκαρφάλωσε στο δέντρο και βάλθηκε να τινάζει και να ρίχνει χάμω τους καρπούς. Τα πρόβατα, που λέτε, πέσαν με τα μούτρα στο φαΐ· έλα όμως που μαζί με τα βελανίδια ροκάνισαν δίχως να το καταλάβουν και το πανωφόρι του αφέντη τους από κάτω. Ύστερα από λίγο, ο τσοπάνης κατέβηκε πάλι στο έδαφος και είδε τί είχε συμβεί. Έβαλε τότε τις φωνές: «Βρε αχαΐρευτα πλάσματα, εσείς χαρίζετε το μαλλί σας από εδώ και από εκεί για να φτιάχνει ο κόσμος τα ρούχα του. Εμένα, που σας θρέφω, βρήκατε απεναντίας να μου στερήσετε το πανωφόρι μου;».
Έτσι συμβαίνει και με πολλούς ανθρώπους: Από καθαρή άγνοια κάνουν καλό σε άσχετο κόσμο, ενώ ταυτόχρονα προξενούν ζημιές στους ίδιους τους δικούς τους.

225. Ο βοσκός και τα λυκόπουλα.
[225.1] Ήταν κάποτε ένας βοσκός που βρήκε κάτι μικρά λυκόπουλα. Τα περιμάζεψε, που λέτε, και βάλθηκε να τα ανατρέφει με περισσή φροντίδα. Θαρρούσε, βλέπετε, ότι άμα φτάσουν σε πλήρη ανάπτυξη όχι μόνο θα φυλάνε τα δικά του πρόβατα, αλλά θα αρπάζουν και τα αρνιά των άλλων για να του τα φέρνουν. Μόλις όμως τα κουτάβια τούτα μεγάλωσαν, ξέρετε τί έκαναν; Καθώς είχαν απόλυτη ελευθερία κινήσεων, κατασπάραξαν πρώτα-πρώτα το κοπάδι του σωτήρα τους. Τότε ο βοσκός ξέσπασε σε αναστεναγμούς και αυτοκατηγορούνταν: «Μωρέ καλά να πάθω. Τί μου ήρθε και τα γλίτωσα τότε που ήσαν μικρούτσικα; Αν υποθέσουμε ότι τα είχα βρει μεγάλα, δεν θα ήμουν αναγκασμένος να τα ξεπαστρέψω;».
Έτσι είναι: Όποιος γλιτώνει από τον χαμό έναν αχρείο, ασυναίσθητα του δίνει δύναμη που εκείνος θα τη στρέψει πρώτα-πρώτα ενάντια στον ίδιο τον σωτήρα του.