Κυριακή 18 Μαρτίου 2018

Η ΠΕΙΡΑΤΕΙΑ ΣΤOΝ ΑΡΧΑΙO ΜΕΣΟΓΕΙΑΚΟ ΚΟΣΜΟ ΕΩΣ ΤΟ ΜΕΣΑΙΩΝΑ

Η ΠΕΙΡΑΤΕΙΑ ΣΤOΝ ΑΡΧΑΙO ΜΕΣΟΓΕΙΑΚΟ ΚΟΣΜΟ

Γενικά

Η πειρατεία στον αρχαίο Μεσογειακό κόσμο αποτελεί την αρχαιότερη καταγεγραμμένη εμφάνιση του φαινομένου της πειρατείας, δηλαδή της καταλήστευσης πλοίων και πόλεων από ένοπλες ναυτικές ομάδες. Ξεκινώντας από Αλασγικές, Αιγυπτιακές και Ουγκαριτικές πηγές της 2ης π.Χ. χιλιετίας, περνώντας απ' τον Όμηρο, τον Ηρόδοτο, το Θουκυδίδη και φτάνοντας ως το Λίβιο και τον Πλούταρχο, οι περισσότεροι συγγραφείς της αρχαιότητας ασχολήθηκαν με τα έργα και τις ημέρες των πειρατών...

Δεν είναι όμως μόνο οι καταγραφές. Θεωρείται βέβαιο ότι η Μεσόγειος Θάλασσα υπήρξε ο πρώτος ευρύς γεωγραφικός χώρος που η πειρατεία απέκτησε μαζικά χαρακτηριστικά. Ως μέθοδος προσπορισμού υλικού πλούτου και δούλων, αξιοποιήθηκε από σχεδόν όλους τους λαούς που κατοίκησαν τις ακτές της κατά την αρχαιότητα: από τους προϊστορικούς Λαούς της Θάλασσας και τους Ετρούσκους μέχρι τους Ιλλυριούς και τους Κίλικες των τελευταίων προχριστιανικών αιώνων, ακόμα και τους Έλληνες που μαζί με τον κλασικό πολιτισμό γέννησαν κάποιους από τους φοβερότερους πειρατές του τότε γνωστού κόσμου. 

Ενίοτε η ηγεμονία κάποιων δυνάμεων σε ευρύτερα τμήματα της θάλασσας (Αιγύπτιοι, Μινωίτες, Αθηναίοι) περιόριζε προσωρινά τη δράση των πειρατών, αλλά αυτό επ' ουδενί σήμαινε την εξάλειψή τους. Η πλήρης καταστολή της πειρατείας επιτεύχθηκε μόλις τον 1ο αι. π.Χ. από τους Ρωμαίους με το Γαβίνειο Νόμο, ήταν δε αποτέλεσμα διπλής ωρίμανσης: στρατιωτικής, αφού μόνο τότε κάποιο κράτος κατέκτησε τέτοια ισχύ ώστε να μπορεί να επιβάλει το νόμο του σε ολόκληρη τη Μεσόγειο, και πολιτικής με τη μετατροπή της Μεσογείου σε Ρωμαϊκή θάλασσα.

Αίτια του Φαινομένου

Δεν είναι υπερβολή εάν ειπωθεί, πως η ιστορία της πειρατείας ξεκινά σχεδόν ταυτόχρονα με την ιστορία της ναυτιλίας και του εμπορίου. Το πού ακριβώς ο άνθρωπος ξεκίνησε να χρησιμοποιεί συστηματικά θαλάσσια μέσα, το γνωρίζουμε: στη Μεσόγειο. Το πότε, δεν μπορεί να προσδιορισθεί με ακρίβεια.

Σίγουρα πάντως ήταν πολύ πριν απ' το 3000 π.Χ., όταν δημιουργήθηκαν οι πρώτες σωζόμενες αναπαραστάσεις πλοίων. Τέχνεργα από οψιανό (ορυκτό γυαλί της Μήλου) που βρέθηκαν σε νεολιθικούς οικισμούς της Μακεδονίας, της Θεσσαλίας και της Πελοποννήσου, πιστοποιούν ότι η ναυσιπλοΐα δεν ήταν άγνωστη για τον κάτοικο της νεολιθικής Ελλάδας. Στο ίδιο συμπέρασμα συνηγορεί η εμφάνιση ενός ώριμου πολιτισμού άγνωστης προέλευσης στην Κρήτη γύρω στο 6000 π.Χ.


Τι παρακινούσε όμως τον ψαρά ή τον έμπορο της Μεσογείου να γίνει «ληστής της θάλασσας»; 
Η απάντηση δίνεται από τον ακόλουθο συνδυασμό παραγόντων:

- Επειδή μπορούσε. Καταγόταν από κοινωνίες με ναυτική πείρα, άρα διέθετε τις απαραίτητες δεξιότητες για να καταλάβει ένα πλοίο στη θάλασσα, ή να μεταφέρει άνδρες σε μια γειτονική στεριά, να την ληστέψει και μετά να εξαφανιστεί.

- Επειδή σε κάποιο βαθμό τού ήταν απαραίτητο. Συνήθως η πατρώα γη του ήταν πετρώδης και απέφερε χαμηλή ή μηδενική αγροτική παραγωγή, η δε αλιεία δεν αρκούσε από μόνη της για να εξασφαλίσει ευημερία σε μεγάλη κλίμακα. Επομένως όσο ο πληθυσμός αυξανόταν, έπρεπε να βρει εναλλακτικές πηγές εισοδήματος γι' αυτόν και την κοινότητά του.

- Το κυριότερο, επειδή υπήρχε πρόσφορο έδαφος. Ο κύριος όγκος του εμπορίου διεκπεραιωνόταν μέσω θαλάσσης, αφού οι τρεις μεγάλες χερσόνησοι του τότε γνωστού κόσμου (Μικρά Ασία, Βαλκανική, Ιταλική), με τις απότομες οροσειρές και την έλλειψη πλωτών ποταμών, καθιστούσαν πολύ αργές και ακριβές τις χερσαίες μεταφορές ακόμα και μεταξύ γειτονικών περιοχών.

Όμως η ναυτοσύνη δεν είχε ακόμα αναπτυχθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε να είναι εφικτή η ναυσιπλοΐα στην ανοιχτή θάλασσα. Συνήθως τα πλοία έπλεαν κοντά στην ξηρά για να είναι εύκολος ο προσανατολισμός, για να βρουν γρήγορα αγκυροβόλιο εάν χαλάσει ο καιρός ή γιατί χρειάζονταν συχνό ανεφοδιασμό. Έτσι λοιπόν εντοπίζονταν εύκολα από κακόβουλα βλέμματα και ήταν ευάλωτα σε πειρατικές ενέδρες.


Εξ' αιτίας των παραπάνω, η πειρατεία είχε ενδημικό χαρακτήρα στα περισσότερα ύδατα της Μεσογείου. Για να κατανοηθεί όμως καλύτερα, είναι απαραίτητο να έχουμε κατά νου και δύο παραμέτρους που όριζαν το ιδεολογικό πλαίσιο, εντός του οποίου μεμονωμένοι άνθρωποι ή ολόκληρες κοινότητες επιδίδονταν στη συγκεκριμένη δραστηριότητα:

- Πρώτον, στην αρχαιότητα δεν υφίστατο διάκριση μεταξύ πειρατείας και κούρσας, συνεπώς δύσκολα διακρινόταν ηθικά και πολιτικά η καθαρή πειρατεία (με τα σημερινά κριτήρια) από τη λεηλασία ξένων πλοίων σε καιρό πολέμου ή τα αντίποινα.

- Δεύτερον, ο βιοπορισμός μέσω της ληστείας (τόσο στην ξηρά όσο και στη θάλασσα) θεωρείτο φυσιολογικός ακόμα και στις πλέον εξελιγμένες κοινωνίες - χαρακτηριστικά στα Πολιτικά του Αριστοτέλη, ο «ληστρικός βίος» συμπεριλαμβάνεται στις πέντε κατά φύσιν δραστηριότητες με τις οποίες εξασφαλίζεται η αυτάρκεια, δίπλα στην κτηνοτροφία, την αλιεία, το κυνήγι και τη γεωργία.

Λαοί της Θάλασσας

Για τους Λαούς της Θάλασσας που δέσποσαν στην Ανατολική Μεσόγειο κατά την ύστερη Εποχή του Χαλκού, η πειρατεία και το εμπόριο αποτελούσαν αλληλοσυμπληρούμενες δραστηριότητες. Πολύ συχνά τα αγαθά ή οι σκλάβοι που εμπορεύονταν ήταν προϊόν λεηλασίας πλοίων και παραλιακών πόλεων.

Σε μία από τις Επιστολές της Αμάρνα, ο Αλασγός βασιλιάς δικαιολογεί τη μικρή αξία των δώρων που στέλνει προς τον Αιγύπτιο ομόλογό του (πιθανά τον Ακενατόν - 14ος αι. π.Χ.) με το επιχείρημα ότι Λύκιοι ληστές επιδράμουν κάθε χρόνο εναντίον της χώρας του. Στα τέλη του 13ου και τις αρχές του 12ου αιώνα, κυρίως επί βασιλείας των Ραμσή Β' και Ραμσή Γ', φαίνεται πως οι Αιγύπτιοι πέτυχαν καίρια πλήγματα στους Λαούς της Θάλασσας. Στον τάφο του δευτέρου έχει βρεθεί μια επιγραφή σε ιερογλυφικά που περιγράφει την τελική νικηφόρα ναυμαχία (1186 π.Χ.) στο Δέλτα του Νείλου, μετά την οποία οι ηττημένοι δεν ξαναεμφανίσθηκαν στην Αίγυπτο.


Για λίγες δεκαετίες ακόμα συνέχισαν να απειλούν τις πιο αδύναμες περιοχές της Ανατολικής Μεσογείου - στην αλληλογραφία των βασιλιάδων της Ουγκαρίτ και της Αλασγίας που διασώζεται στα Ουγκαριτικά κείμενα, ο πρώτος γράφει ότι οι πειρατές λυμαίνονται την απροστάτευτη επικράτειά του. Μετά χάνονται απότομα από την ιστορία, πιθανότατα επειδή εγκαταστάθηκαν μόνιμα σε περιοχές της Εγγύς Ανατολής. Παραδείγματος χάριν, πολλοί εκτιμούν πως οι Φιλισταίοι της Παλαιάς Διαθήκης είναι οι ίδιοι με τους Πελεσέτ των Αιγυπτιακών επιγραφών.

Για το Αιγαίο της ίδιας περιόδου, δηλαδή πριν τον Τρωικό πόλεμο, ο Θουκυδίδης υποστηρίζει πως η πειρατεία αποτελούσε συνήθεια τόσο για τους Έλληνες όσο και για τους ξένους (Φοίνικες και Κάρες) από πολύ παλιά, και ότι αυτό το έργο χάριζε δόξα. Περιγράφει μάλιστα το φόβο των πειρατών ως την αιτία που οι πρώτοι Έλληνες κυκλοφορούσαν πάντα ένοπλοι, ακόμα και στις καθημερινές ασχολίες τους, και έκτιζαν τις πόλεις (των νησιωτικών συμπεριλαμβανομένων) «ἐπὶ πολὺ ἀντίσχουσαν ἀπὸ θαλάσσης», δηλ. μακριά από τη θάλασσα. Αναφέρει τέλος το Μίνωα ως τον πρώτο που κυριάρχησε στο μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής θάλασσας και έδιωξε τους ληστές απ' τα νερά της.

Αρχαία Ελλάδα

Στη Μυκηναϊκή και Γεωμετρική Ελλάδα, η πειρατεία θεωρείτο κοινωνικά αποδεκτή δραστηριότητα που έχρηζε καταστολής μόνο όταν στρεφόταν εναντίον συμπολιτών, ο δε πειρατής συχνά λάμβανε την ενθάρρυνση των τοπικών ηγεμόνων στο έργο του. Αυτό αντικατοπτρίζεται εύγλωττα στον τρόπο που ο μεταμφιεσμένος Οδυσσέας συστήνεται στον Εύμαιο ως δήθεν βετεράνος του Τρωικού Πολέμου που εν συνεχεία έγινε πειρατής στην Αίγυπτο, με λόγια που δείχνουν ότι ο πειρατής ήταν αξιοσέβαστη προσωπικότητα.

Γενικά, ο Όμηρος περιγράφει συχνά με θαυμασμό σχετικές πράξεις από Έλληνες. Αναφέρει μάλιστα πόλεις-κράτη που ζούσαν σχεδόν αποκλειστικά από την καταλήστευση ξένων εμπορικών πλοίων, όπως για παράδειγμα η Τάφος (σύμπλεγμα μικρών νησιών ανατολικά της Λευκάδας) που οι πολίτες της αγαπούσαν το κουπί και εμπορεύονταν σκλάβους. Οι Τάφιοι πειρατές ήταν τόσο ξακουστοί, που μια κεντητή απεικόνισή τους «επί το έργον» ήταν το κεντρικό θέμα στη διακόσμηση του μαγικού χιτώνα, τον οποίο χάρισε η Αθηνά στον Ιάσονα σύμφωνα με τη φαντασία του Απολλώνιου του Ρόδιου.


Συναφής δραστηριότητα ήταν και η ληστεία πλοίων από τους ναυαγιστές. Αυτοί άναβαν παραπλανητικές φωτιές στην ξηρά τα βράδια, ώστε να μπερδέψουν τους καπετάνιους των διερχόμενων πλοίων (που νόμιζαν ότι πλησίαζαν σε λιμάνι) και να τους οδηγήσουν σε ξέρες. Τότε επέδραμαν στα ακινητοποιημένα ή βυθιζόμενα πλοία και τα λεηλατούσαν - πρόκειται για μια πρακτική που εγκαταλείφθηκε μόλις το 19ο αιώνα μ.Χ. 

Διάσημος ναυαγιστής της μυθολογίας ήταν ο αργοναύτης Ναύπλιος, πατέρας του Παλαμήδη που θανατώθηκε άδικα με λιθοβολισμό στον Τρωικό Πόλεμο. Για να εκδικηθεί την εκτέλεση του γιου του, ο Ναύπλιος οδήγησε με το παραπάνω τέχνασμα πολλά ελληνικά καράβια στα βράχια του Καφηρέα ενώ επέστρεφαν απ' την Τροία.

Αρχαία Ελλάδα και Πειρατεία

Αν σήμερα η άσκηση πειρατείας - θαλάσσιας η εναέριας - με σκοπό τον προσπορισμό υλικών ωφελημάτων προκαλεί τη γενική κατακραυγή, δεν συνέβαινε το ίδιο και κατά την αρχαιότητα. σε ποίο παρωχημένες εποχές, οι Φοίνικες και οι Κάρες καταγίνονταν τόσο με το εμπόριο όσο και με την πειρατεία, λεηλατώντας τα εμπορικά πλοία, πραγματοποιώντας επιδρομές στη στεριά, αρπάζοντας άντρες, γυναίκες, παιδιά, τούς όποίους είτε απελευθέρωναν μετά από την καταβολή λύτρων είτε πουλούσαν για δούλους στις αγορές της Μικρός Ασίας. σε διαφορετικές στιγμές της Ιστορίας τους, οι περισσότεροι ναυτικοί λαοί της Μεσογείου άσκησαν πειρατικές δραστηριότητες.


Αφ’ ότου τα πρώτα πλοία διέσχισαν τη Μεσόγειο, η πειρατεία και η αρπαγή συνιστούν έναν από τούς πόρους ζωής πού προσφέρει η θάλασσα. Ακόμα και στους χρόνους τού Αριστοτέλη, η πειρατεία εξακολουθεί να είναι ένας τρόπος διαβίωσης, όπως το ψάρεμα ή το κυνήγι, αν όχι ένα «μέσο παραγωγής» δούλων τούς όποίους «καταναλώνουν» οι πολίτες και χάρη στους όποίους λειτουργεί η παραγωγή μέσα στο έμθβυακό οικονομικό σύστημα της Αρχαιότητας.

Εννοιολογικό Πλαίσιο 

Για τούς Έλληνες των Ομηρικών έπών και των αρχαϊκών χρόνων, η πειρατεία δεν είναι αξιόποινη παρά μόνο όταν στρέφεται εναντίον συμπολιτών ενώ θεωρείται απόλυτα θεμιτή και αποδεκτή όταν θύματά της είναι ξένοι. 

Γεγονός όμως είναι ότι, σε όλη τη διάρκεια της ναυτικής ιστορίας της αρχαιότητας, η διάκριση ανάμεσα στις διάφορες μορφές άσκησης βίας εναντίον πλοίων και ταξιδιωτών ή κατοίκων παράκτιων περιοχών δεν είναι πάντοτε εύκολοι. τα όρια είναι δυσδιάκριτα ανάμεσα σε πράξη πειρατείας, η οποία αντιβαίνει στο δίκαιο, και ενέργειες όπως τα αντίποινα («σύλον», «ρύσιον») οι όποίες απαγορεύονται μόνο όταν το ενδιαφερόμενα μέρη (πόλεις) συνδέονται με συμφωνία για ασυλία - και ακόμα οι εχθροπραξίες μεταξύ εμπόλεμων η ή «κούρσα» (course, κουρσάρος). 

Μόνο μετά από μακρόχρονη εξελικτική πορεία οι δίδυμες έννοιες «ξένος» ­ εχθρός -, «πειρατεία -κούρσα», «εμπόριο - άνδροληψία» ανεξαρτοποιούνται, εντασσόμενες σε διαφορετικές σφαίρες. Όσο δεν πραγματοποιείται η εννοιολογική αυτονομία, οι όροι πού χρησιμοποιούνται για καθεμιά από τις πράξεις βίας με θύματα τούς ταξιδιώτες και τούς κάτοικους των παραθαλάσσιων περιοχών παραμένουν διφορούμενοι και κάθε κρίση πάνω στις δραστηριότητες αυτές δεν μπορεί να είναι παρά σχετική. 


Ή έλλειψη ακρίβειας - ακόμα και κατά τούς Ελληνιστικούς χρόνους -στη χρήση των όρων πειρατεία, αντίποινα και αρπαγή μεταξύ εμπόλεμων είναι κατάλοιπο μίας εποχής κατά την όποία η διάκριση ανάμεσα στους διάφορους τρόπους κτήσης αγαθών δεν παρουσίαζε κανένα ενδιαφέρον. Ένα πλοίο της εποχής έπρεπε να είναι ευκίνητο και ελαφρό ώστε να είναι σε θέση να επιτίθεται και να διαφεύγει, ταυτόχρονα όμως ευρύχωρο ώστε να μεταφέρει τα πολεμικά ή πειρατικά λάφυρα πού συσσώρευσαν οι κυβερνήτες του, όπως ήταν η περίπτωση της «Σάμαινας» (ή «Σαμία ναυς»). 

Στα ομηρικά έπη, η λέξη «ληίζομαι», όπως και ο όρος «συλάν» των μεταγενέστερων αιώνων, σημαίνει τόσο τη διεκδίκηση ιδίων αγαθών, όσο και τις λείες πολέμου ή ακόμα τις πράξεις λεηλασίας των πειρατών. στους κλασικούς χρόνους, η πειρατεία - μέσο παραγωγής αγαθών για τούς θεωρητικούς της εποχής - καταπολεμάτε από ορισμένες πόλεις, ενώ για άλλες αποτελεί δραστηριότητα καθόλα νόμιμη πού από τη φύση της τοποθετείται στο χώρο ανάμεσα στις πολεμικές επιχειρήσεις και στο εμπόριο. Εννοιολογική σύγχυση υφίσταται σχετικό με την πειρατεία και την κούρσα. 

Ή διαφορά άνάμεσά τους είναι ότι η πρώτη ασκείται τόσο σε καιρό πολέμου όσο και σε καιρό ειρήνης, ενώ η δεύτερη εμφανίζεται μόνο σε περίοδο πολέμου, ασκείται όμως από πλοία ιδιωτικά. Εξ άλλου, η σχετικότητα της αρχής της ουδετερότητας σε συνδυασμό προς την πρακτική δυσχέρεια διάκρισης ανάμεσα σε εμπόλεμους ή όχι, συνεπάγονται την αύξηση κρουσμάτων βιαιοπραγίας και λεηλασίας πλοίων και ταξιδιωτών, πράξεις πού είναι δυνατό να ενταχθούν τόσο στις εχθροπραξίες μεταξύ εμπόλεμων όσο και σε πειρατικές δραστηριότητες. 

Ή κούρσα πού ασκείται από τον αντίπαλο ισοδυναμεί για την άλλη πλευρά τού στρατοπέδου με πράξη πειρατείας, χωρίς όμως αυτό να εμποδίζει το θύματα να προβαίνουν σε αντίστοιχες ενέργειες. Έτσι, λ.χ., στους κλασικούς χρόνους, όταν οι Αθηναίοι ασκούσαν ακόμα τον έλεγχοo τού ΑΙγαίου, μία Αθηναϊκή τριήρης συνέλαβε, σε ανοιχτή θάλασσα, ένα πλοίο πού μετέφερε έμπόρους από τη Ναύκρατι: το πλοίο οδηγήθηκε στο λιμάνι όπου οι Αθηναίοι πούλησαν το φορτίο των Ναυκρατιτών έμπόρων για λογαριασμό της Αθήνας (Δημοσθένης, Κατά Τιμοκράτους (XXIV), 11-12).


Ο Ηρόδοτος διηγείται τις περιπέτειες τού Διονύσιου, ενός κυβερνήτη από τη Φωκαία, ο όποίος μετά την ήττα τού ελληνικού στόλου Στη Λάδη έβαλε πλώρη για τη Φοινίκη, όπου βάλθηκε να λεηλατεί τα εμπορικά πλοία. Στη συνέχεια, αφού συγκέντρωσε πολλά πλούτη, εγκαταστάθηκε στη Σικελία πού τη χρησιμοποίησε για ορμητήριο στις επιδρομές του εναντίον των εμπορικών πλοίων. από τις πειρατικές ενέργειες τού Διονύσιου γλίτωναν μόνο το πλοία πού ανήκαν σε Έλληνες. 

Τόσο όμως στην περίπτωση της αιχμαλωσίας τού ναυκρατικού πλοίου από τούς Αθηναίους όσο και στη σταδιοδρομία τού Διονύσιου, δεν απουσιάζει ένα στοιχείο νομιμότητας: οι άγραφοι νόμοι τού πολέμου (Σούδα, λέξη Κίμων: μη πλείν νόμω πολέμου) και η εννοιολογική ισοδυναμία μεταξύ ξένου και εχθρού όσον αφορά στις επιχειρήσεις τού Διονύσιου εναντίον των ετρουσκικών και φοινικικών πλοίων. 

Ακόμα και σε πολύ μεταγενέστερους χρόνους, ο χαρακτηρισμός μίας πράξης ως πειρατικής δεν είναι αυτονόητος. στις αρχές τού αιώνα μας, το Αγγλικό βασιλικό δικαστήριο χρειάστηκε να κρίνει αν ή σύλληψη ενός ελληνικού καϊκιού από ένα ληστή της Μαύρης Θάλασσας, με την ανοχή των Κεμαλικών, αποτελεί πράξη πολέμου ή πειρατεία. 'Έχει υποστηριχτεί, από σύγχρονους συγγραφείς, ότι, από νομική άποψη, πειρατής είναι ο χωρίς διάκριση εχθρός τού ανθρώπινου γένους και όχι το άτομο πού επιτίθεται σε ανθρώπους μίας ορισμένης καταγωγής ή τάξης. 

Παρόμοιο διαχωρισμό έκανε, αιώνες πριν, ο Ηρόδοτος (111, 39) όταν, κατηγορώντας τις πειρατικές δραστηριότητες τού τυράννου της Σάμου Πολυκράτη, τονίζει ότι «έφερε και ήγε πεντάς διακρίνων ούδένα» , οι Ρωμαίοι ξεχώριζαν ανάμεσα σε «δίκαιο εχθρό» (iustes hostes) και σε κοινό εχθρό τού ανθρώπινου γένους -(humani generis communes hostes), κατηγόρια στην όποία συμπεριλαμβανόταν και ο πειρατής. 


Γεωγραφικό Πλαίσιο

Σε ορισμένες περιοχές της Μεσογείου η πειρατεία είχε χαρακτήρα ενδημικό: η Κιλικία, η Λιγουρία, οι Ιλλυρικές ακτές, η Κρήτη, η Αιτωλία υπήρξαν από τα σημαντικότερα ορμητήρια πειρατών. Ο Θουκυδίδης αναφέρει ως πειρατικούς λαούς τούς Λοκρούς, τούς Αιτωλούς, τούς Άκαρνάνες, ενώ ο Ηρόδοτος περιγράφει τις πειρατικές δραστηριότητες των Σαμίων, των Ιώνων ή των κατοίκων της Καρίας πού έπέδραμαν στην Αίγυπτο κατά τούς χρόνους της βασιλείας τού Ψαμμήτιχου.

Άλλοι συγγραφείς αναφέρουν ακόμα τούς Φωκείς, τούς Λυκίους ή ακόμα τούς Δόλωπες της Σκύρου κατά τη διάρκεια των μηδικών πολέμων, από τούς τρομερότερους πειρατές της αρχαιότητας, τούς όποίους συναντάμε από τούς χρόνους των ομηρικών έπών ως τη ρωμαιοκρατία, είναι οι Κρήτες: "Πάντοτε ληστές και πειρατές, ποτέ δίκαιοι οι Κρήτες. Πoιος αλήθεια. Kρητικός γνωρίζει τη δικαιοσύνη; Έτσι και μένα το δύστυχο Τιμόλυτο, πού ταξίδευα με φτωχικό φορτίο, οι Κρήτες με βύθισαν στα βάθη της θάλασσας. Πάνω μου θρήνησαν τα θαλασσινά πουλιά' κάτω άπ' τον τύμβο όμως δεν βρίσκεται ο Τιμόλυτος» (επιτύμβιο επίγραμμα τού Λεωνίδα Ταραντίνου, Παλατινή Ανθολογία, νll, 654).

Αφού αιχμαλώτιζαν τούς ταξιδιώτες, οι πειρατές της Μαύρης Θάλασσας συνήθιζαν να στέλνουν στις οικογένειες και τούς φίλους των αιχμάλωτων επιστολές γραμμένες από τα θύματα, με τις όποίες ζητούσαν την καταβολή λύτρων. Οι κάτοικοι τού Βοσπόρου όχι μόνο παρείχαν καταφύγιο στα πειρατικά πλοία άλλά και φρόντιζαν για τη διάθεση στις αγορές των λαφύρων. Είναι ακόμα γνωστό ότι η αγορά δούλων της Δήλου δεχόταν εμπόρευμα από τούς κατοίκους της Κιλικίας, με τούς όποίους συνεργάζονταν οι Παμφυλοί και οι Φασηλίτες. 

Κίνδυνος πειρατών υπήρχε όχι μόνο Στη θάλασσα άλλά και στη στεριά είναι ο λόγος για τον όποίο οι παλαιότεροι οικισμοί χτίστηκαν σε κάποια απόσταση οπό τις ακτές. Μόνο με την ανάπτυξη τού ναυτικού των ελληνικών πόλεων και την άνθηση τού εμπορίου επεκτείνεται η παραθαλάσσια οικιστική δραστηριότητα και οι πόλεις περιβάλλονται με τείχη. Χαρακτηριστικά είναι τα παραδείγματα των αρχαιότερων οικοδομημάτων στο λόφο της Κνωσού, τέσσερα μιλιά από τη θάλασσα, της Αθήνας των προκλασικών ή ακόμα της Ακροκορίνθου όπου εγκαταστάθηκαν πάλι οι Κορίνθιοι τον 17ο αι. μ.χ, όταν η διαβίωση κοντά 


Στη θάλασσα είχε αποβεί ιδιαίτερα επικίνδυνη. Ως τα μέσα τού 19ου αι. τα σπουδαιότερα χωριά χτίζονται κατά κανόνα, σε απόσταση από την ακτή, όπως συμβαίνει, λ.χ., Στη Λέρο, Στη Νίσυρο ή στην Τήλο, όπου η «χώρα» απέχει γύρω στο μισό μίλι από τη θάλασσα. Ένα μέσο προστασίας των νησιωτών από τις πειρατικές επιδρομές στάθηκε, από την αρχαιότητα ως τη σύγχρονη εποχή, η κατασκευή «πύργων», σαν αυτούς πού συναντάμε στα περισσότερα ΑΙγαιοπελαγίτικα νησιά και αναφέρονται συχνά από τούς ταξιδιώτες (Νάξος, Αστυπάλαια, 'Άνδρος, Κως, Κύθνος, Σέριφος, Σίφνος, Σκιάθος, Σκόπελος, Αμορ­γός, Λέρος, Κίμωλος). 

Έκτός από τις επιδρομές των πειρατών, άλλος κίνδυνος πού απειλούσε τούς ταξιδιώτες ήταν οι ναυαγιστές (wreckers, naufrageurs), τούς οποίους συναντάμε από τούς πρώιμους χρόνους της ναυσιπλοΐας και δεν εξαφανίζονται παρά στον 19ο αιώνα. Ο ναυαγιστής διαλέγει μίαν απόκρημνη βραχώδη ακτή όπου, τη νύχτα, ανάβει φωτιές. τα πλοία πού περνούν νομίζουν ότι πρόκειται για τα φώτα λιμανιού, πλησιάζουν να βρουν καταφύγιο, άλλ' αντί γι' αυτό εξοκέλλουν στους βράχους προσφέροντας εύκολη λεία στους ναυαγιστές. 

Μία από τις πιο γραφικές μορφές της ελληνικής μυθολογίας είναι ο Ναύπλιος, ιδρυτής τού Ναυπλίου. Ναυαγιστής, άνδραποδιστής και πειρατής ο Ναύπλιος πρέπει να ήταν τυπική περίπτωση τυχοδιώκτη των πρώιμων χρόνων της ναυσιπλοΐας: Στη στεριά ναυαγιστής ή ληστής ταξιδιωτών, στο πέλαγος πειρατής και άνδραποδιστής θαλασσοπόρων. 

Γίνεται λόγος γι' αυτόν στα Ομηρικά έπη (αμφισβητείται όμως αν τα σχετικά αποσπάσματα ανήκουν πράγματι στον Ομηρικό κύκλο) και στην Αργοναυτική εκστρατεία. για να εκδικηθεί τούς Αχαιούς για το θάνατο τού γιου του Παλαμήδη, ο Ναύπλιος βύθισε στα ανατολικά της Ευβοίας, στο ακρωτήριο Καφηρεύς, τα Ελληνικά πλοία πού επέστρεφαν σώα από την Τροία. 


Ακόμα, ο Ναύπλιος ο Καταποντιστής, θέλοντας αυτήν τη φορά να εκδικηθεί τον Οδυσσέα, επιχείρησε να πνίξει την Πηνελόπη. σε μίαν άλλη περίπτωση τού αποδίδουν την κατηγορία ότι διέφθειρε γυναίκες των Αχαιών κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού. Σύμφωνα με το μύθο, ο Ναύπλιος είχε το ίδιο τέλος με τα θύματά του. Ταξιδεύοντας με το πλοίο του είδε μακριά αναμμένα φώτα και πιστεύοντας ότι βρίσκεται σε λιμάνι ήρθε και έπεσε πάνω στους βράχους όπου περίμενε ένας ναυαγιστής.

Ιστορικό Πλαίσιο 

Τα ερωτήματα πού προκύπτουν από τη μελέτη της πειρατείας δεν συνδέονται τόσο με την έμφάνισή της ως Ιστορικού φαινόμενου όσο με τη στιγμή κατά την όποία πρωτομαρτυρείται οργανωμένη καταστολή της όχι από ιδιώτες άλλά από το ίδιο το «κράτος». Παρόμοιο εγχείρημα προϋποθέτει εξελιγμένες πολιτειακές δομές, αναπτυγμένη οικονομία και ισχυρό πολεμικό ναυτικό. 

Οι πρώτοι, απ’ όσο τουλάχιστο γνωρίζουμε ως σήμερα, πού ξεκίνησαν οργανωμένη εκστρατεία κατά των πειρατών ήταν ο Μίνως με τούς Κρήτες του, οι όποίοι, μερικούς αιώνες αργότερα, μεταβλήθηκαν σε αδίστακτους πειρατές. για πολλούς αιώνες μετά τον Μίνωα καμιά Ελληνική πόλη δεν είναι σε θέση να αναλάβει μόνη της την πάταξη της πειρατείας. τον 7ο αι. π.Χ. σημαντικό ρόλο στην κυριαρχία τού ΑΙγαίου διαδραματίζουν οι Σάμιοι. με τα πλοία τους διασχίζουν τις θάλασσες τόσο σαν έμποροι όσο και σαν πολεμιστές και πειρατές. 

Υπήρξαν πάντοτε στιγμές, όχι μόνο κατά τούς Αρχαϊκούς χρόνους άλλά και Στη μετέπειτα ιστορία των ναυτικών θεσμών, κατά τις όποίες η πειρατεία συνιστούσε ένα μέσο διαπραγμάτευσης με ένα ξένο κράτος η με ένα συνασπισμό κρατών. με την υποστήριξη ισχυρών συμμάχων οι Σάμιοι δεν είχαν να φοβηθούν άμεσες ποινές εφ' οσον οι πειρατικές τους δραστηριότητες στρέφονταν εναντίον πλοίων τού αντίπαλου στρατοπέδου. 


Είναι πολύ πιθανό ο Πολυκράτης, τον όποίο ο Ηρόδοτος (111, 39) κατηγορεί ότι λεηλατούσε τα πλοία χωρίς διάκριση ανάμεσα σε φίλο και εχθρό, να ακολουθούσε την ίδια πολιτική με τον πασά της Ρόδου στην περίοδο της Τουρκοκρατίας. Ο πασάς πολέμησε τούς πειρατές, στο όνομα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, με πλοία κρατικά και παράλληλα κατασκεύασε και μία φρεγάτα για λογα­ριασμό του με την όποία λεηλατούσε τα εμπορικά πλοία και τούς ταξιδιώτες. τον 5ο αιώνα π.χ., μετά τούς περσικούς πολέμους και την ίδρυση της Συμμαχίας της Δήλου, οι Αθηναίοι ξεκίνησαν μία ανελέητη δίωξη των πειρατών. 

Εκστράτευσαν στα δύο σημαντικότερα πειρατικά κέντρα της εποχής, τη Σκύρο (Πλούταρχος, Κίμων, 8: ληιζόμενοι την θάλασσαν έκ παλαιου) και τη Θρακική Χερσόνησο (Πλούταρχος, Περικλής, 19: ληστήρίων γέμουσα). Ο Περικλής προσκάλεσε αντιπροσώπους των ελληνικών πόλεων για να συζητήσουν, ανάμεσα στ' άλλα, την ασφάλεια των θαλασσών, πρόταση πού προσέκρουσε στην αρνητική στάση της Σπάρτης. 

Αν και πολλές φορές οι Αθηναίοι καταχράστηκαν την κυριαρχία της θάλασσας, η προστασία πού η Αθήνα μπόρεσε να εξασφαλίσει στους ταξιδιώτες και στους ασθενέστερους κατοίκους των παραλίων τού Αιγαίου μπορεί να συγκριθεί μόνο με την ασφάλεια πού, κατά τούς αρχαίους συγγραφείς, επικρατούσε στα χρόνια τού Μίνωα. Ανάμεσα στις καταστροφικές συνέπειες τού Πελοποννησιακού πολέμου και της ήττας των Αθηναίων συγκαταλέγεται και η επανεμφάνιση της πειρατείας είτε ως αυτόνομης δραστηριότητας είτε μέσα στα πλαίσια των εχθροπραξιών. τον 4ο αιώνα. 

Οι Αθηναίοι, πού στο μεταξύ εχoυν επανακτήσει την κυριαρχία στο Αιγαίο, μαζί με τούς συμμάχους τους, επιβάλλουν στους Μηλίους ποινή δέκα ταλάντων γιατί έδωσαν ορμητήριο σε πειρατικά πλοία, παραβαίνοντας το «ψήφισμα τού Μοιροκλή» πού απαγόρευε στα μέλη της Συμμαχίας να δέχονται στα λιμάνια τους πειρατές (Δημοσθένης, Κατά Θεοκρινου (LVIII), 53 και 56). το 362 και 361, οι Αθηναίοι στάθηκαν και οι ίδιοι θύματα πειρατικών επιδρομών από τούς άντρες τού Αλέξανδρου τού Φάριου, οι όποίοι, αφού λεηλάτησαν τις Κυκλάδες και κατέλαβαν τη Σκόπελο, έπέδραμαν στον Πειραιά όπου καταλήστεψαν τούς χρηματιστές. 


Κατά τα τελευταία πενήντα χρόνια της Κλασικής περιόδου η Αθήνα όλο ένα εξασθενεί στην προσπάθειά της να καταστείλει την πειρατεία στο Αιγαίο, έργο στο όποίο θα την διαδεχτεί η Ρόδος. 'Ήδη από την εποχή τού πολέμου ανάμεσα στους Αθηναίους και τον Φίλιππο της Μακεδονίας, οι πειρατές και οι κουρσάροι προσλαμβάνουν ρυθμιστικό ρόλο στην ισορροπία των δυνάμεων της Ανατολικής Μεσογείου. Οι Ελληνικοί στρατοί κατακλύζονται από άντρες πού ο μόνος πόρος ζωής τους είναι είτε η μισθοφορία είτε η λεηλασία. 

Μερικοί από τούς σπουδαιότερους condottieri της εποχής προαναγγέλλουν τούς «άρχιπειρατές» τού 3ου αιώνα π.Χ., έτοιμους στον πόλεμο να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σε οποίον προσφέρει τα περισσότερα, ενώ σε περίοδο ειρήνης ή ανεργίας λεηλατούν τα πλοία και κάνουν επιδρομές στη στεριά για δικό τους λογαριασμό. Κρήτες και ΑΙτωλούς ­ και οι δύο γνωστοί ως ανελέητοι πειρατές -προσέλαβαν για μισθοφόρους πολλοί μονάρχες των Ελληνιστικών χρόνων. 

Ο μεγάλος Ιστορικός Elias Bickerman παραλλήλισε την παρουσία Κρητών και ΑΙτωλών μισθοφόρων σε πολλούς στρατούς από τον 4ο ως τον 1ο αιώνα π.Χ. με τη συμμετοχή Ελβετών πολεμιστών στους περισσότερους ευρωπαϊκούς στρατούς από τον 14ο έως τον 18ο αιώνα. το κοινό στοιχείο πού συνδέει τούς αρχαίους Κρήτες και ΑΙτωλούς με τούς Ελβετούς μισθοφόρους της νεότερης ιστορίας πρέπει να αναζητηθεί Στη μη παραγωγικότητα των τόπων καταγωγής τους. 

Κατά κανόνα, όποτε η ενασχόληση των κατοίκων μίας περιοχής με την πειρατεία ή με τη μισθοφορία παρουσιάζει χαρακτήρα ενδημικό, τα αίτια πρέπει να αναζητηθούν στις οικονομικές συνθήκες τού τόπου στον οποίο αναπτύσσεται το φαινόμενο.
 

Ή γεωγραφική απομόνωση της Κρήτης από τον υπόλοιπο Ελληνικό χώρο και η άγονη γη της ΑΙτωλίας, σε συναρτήσει με την αδυναμία των περιοχών αυτών να αναπλάθουν έναν ουσιαστικό ρόλο στο πολιτικό προσκήνιο της εποχής, πού θα τούς επέτρεπε ίσως να αποβούν κέντρα διαμετακομιστικού εμπορίου, χαρακτηριστικά πού ισχύουν και για την προ καπιταλιστική Ελβετία καθιστούσαν την πειρατεία και τη μισθοφορία πρωταρχική - αν όχι μοναδική - πηγή «ξένου συναλλάγματος» για τις ασθενέστερες οικονομικά χώρες.

Η Πειρατεία στα Ομηρικά Έπη

Η πρώτη πηγή άντλησης δούλων ήταν η αιχμαλωσία. Οι νικητές εισβολείς πολεμιστές σκότωναν τους ηττημένους άνδρες και έσερναν στην αιχμαλωσία τις γυναίκες και τα παιδιά, που μπορούσαν να χειραγωγήσουν εύκολα. Η ενέργεια εθεωρείτο πολεμική αρετή και ευκαιρία για καύχημα. Το εθνικό δίκαιο των Ελλήνων άλλωστε όριζε ότι όλοι οι βάρβαροι αιχμάλωτοι γίνονταν δούλο. Άλλες πηγές δούλων ήσαν η αρπαγή, η αγορά αιχμαλώτων από πλανόδιους δουλεμπόρους – απαγωγείς, η φυσική αναπαραγωγή, μετά την άδεια του αφέντη-άρχοντα.

Δούλοι ακόμα αποτελούσαν μέρος της προίκας της νύφης. Ο άρχοντας μπορούσε επίσης να τους προσφέρει και ως δώρο. Όσο η οικονομία εξελισσόταν και οι κοινωνικές διαφοροποιήσεις εμβάθυναν, οι ευκαιρίες για αύξηση του δουλικού προσωπικού πολλαπλασιάζονταν. Φτωχοί Έλληνες από ανέχεια υποχρεώνονταν ή να πουλάνε τα παιδιά τους ως δούλους ή οι ίδιοι να ανταλλάσσουν την ελευθερία τους με τη δουλεία, για να επιβιώσουν, μετά από αδυναμία εκπλήρωσης των οικονομικών τους υποχρεώσεων. Στη δουλεία ακόμη κατέληγαν ελεύθεροι μετά από εμπλοκή τους σε βιαιοπραγίες ή εγκλήματα.

Θα σταθούμε λίγο περισσότερο στην πειρατεία, φαινόμενο που έλαβε τεράστιες διαστάσεις με το χρόνο και απέβη πηγή χρυσοφόρα, που τροφοδοτούσε τους οίκους με δούλους και τους δουλεμπόρους με χρήμα. Αποτελούσε κατ’ εξοχήν ασχολία των ηρώων, γιατί η επιτυχία στις πειρατικές επιχειρήσεις ήταν έκφραση των σωματικών και πνευματικών προτερημάτων του ομηρικού ήρωα. Η πειρατεία συνδεόταν άμεσα με το εμπόριο, γιατί προμήθευε τα δουλοπάζαρα με σκλάβους και οι ρίζες της φτάνουν ως τη βαθιά αρχαιότητα. 


Οι πειρατές άρπαζαν και ελεύθερους και δούλους με σκοπό να τους εμπορευτούν. Μια επιτυχημένη πειρατική επιδρομή αποτελούσε ευκαιρία για καύχημα των πρωταγωνιστών της. Η ανδραγαθία αυτή δεν άφησε ανεπηρέαστη ούτε την ποίηση. Ένα πολύ παλιό τραγούδι, που η αρχαία παράδοση αποδίδει στον Υβρία τον Κρητικό, διασώζεται για να υμνήσει εκείνους που ζούσαν από την πειρατεία, που έκαναν επιδρομές, κυρίευαν τις πολιτείες, σκότωναν τους άντρες και έσερναν στα σκλαβοπάζαρα τις γυναίκες και τα παιδιά. Διασώζει ακόμη σαφέστατα την αντίληψη ότι αυτός που ηττάται στις μάχες είναι δειλός ή ανίκανος να χειρίζεται τα όπλα και γι αυτό του αξίζει η σκλαβιά .

''Πλούτη έχω κοντάρι και σπαθί τρανό

Και για φύλαξή μου ασπίδα γερή.

Μ’ αυτό οργώνω, μ’ αυτό θερίζω και με τ’ άλλο

Μεσ’ τ’ αμπέλι το γλυκό κρασί πατώ.

Κι είμαι αφέντης της σκλαβολογιάς ατός μου
Κι όσοι γι άρματα δεν έχουν καρδιά, μυαλό,
Πέφτουν άψυχα κουφάρια ομπρός μου
Βασιλιά με κράζουν και με προσκυνούν.''

Το φαινόμενο της πειρατείας έχει τα ίχνη της στο πρωτόγονο κοινοτικό σύστημα, όπως πληροφορούμεθα από τα έπη του Ομήρου, στα οποία εμφανίζεται ως άθλημα. Το γεγονός βεβαιώνει και ο Θουκυδίδης, που είχε υπόψη του την αρχαία παράδοση. Γρήγορα η πειρατεία συνδέθηκε με το εμπόριο και διαδόθηκε σε πολλές πόλεις της Μεσογείου. Οι Μυκηναίοι άνακτες και βασιλείς κέρδιζαν τους θησαυρούς τους κυρίως με τον πόλεμο και την αρπαγή και λιγότερο με την παραγωγή και το εμπόριο .

Δεν είναι εύκολο να γνωρίζουμε την κοινωνική προέλευση των πειρατών. Θα μπορούσε κάλλιστα να βρίσκονται και εύποροι ανάμεσα στους πειρατές, όπως για παράδειγμα ο Οδυσσέας, ο οποίος δεν διστάζει να καυχηθεί στις παραπλανητικές ιστορίες του προς τον Εύμαιο για τη δράση του ως πειρατής, καμαρώνει που άσκησε το έργο του πειρατή εννέα φορές και εμφανίζει την πειρατεία ως νόμιμο μέσο πλουτισμού, σύμφωνα με τα ηθικά κριτήρια της εποχής. Όμως το πιθανότερο είναι η στροφή προς την πειρατεία αρχικά να συνδέεται με την ανάγκη εξεύρεσης πόρων για επιβίωση και στη συνέχεια με την ανάγκη της ικανοποίησης της απληστίας των ανθρώπων, που δεν έχει φραγμό.
 

Οι πειρατές άρπαζαν και ελεύθερους και δούλους. Αλλά ο δούλος άξιζε λιγότερο από έναν ελεύθερο. Η πώληση ή απελευθέρωση ενός ελεύθερου άφηνε μεγαλύτερα κέρδη. Ο λόγος για πώληση δούλων μας οδηγεί στην διατύπωση της άποψης ότι από την εποχή του Ομήρου ακόμη ανθούσε το δουλεμπόριο. Το δουλεμπόριο είναι άλλη μια πηγή πλουτισμού για τους «χρυσοθήρες» της εποχής. Οι πειρατές θα πρέπει να έπαιζαν επίσης το ρόλο του δουλέμπορα με μεγάλη επιτυχία και το επιτήδευμα θα πρέπει να απέδιδε σοβαρά κέρδη.

Δεν γνωρίζουμε μόνο αν στην εποχή του Ομήρου υπήρχε τόπος, στον οποίο θα μπορούσε κανείς να πουλήσει ή να αγοράσει δούλους για τις ανάγκες του, όπως συνέβαινε στους κλασικούς χρόνους. Οι μαρτυρίες από τα έπη μιλάνε για γυρολόγους δουλεμπόρους, που πήγαιναν οι ίδιοι στα παλάτια των πλουσίων και παζάρευαν το εμπόρευμά τους. Στον ελληνικό χώρο, όπως παραδίδεται, το δουλεμπόριο ξεκίνησε από τη Χίο. Γρήγορα όμως εξαπλώθηκε και στην άλλη Ελλάδα. Χώρες όπως η Συρία, η Μικρά Ασία, η Φρυγία, η Λυκία, η Καρία, ο Πόντος, η Θράκη, η Δήλος, η Σάμος, το Βυζάντιο, η Αθήνα. επιδίδονταν σε σκληρό δουλεμπόριο.

Η κατώτερη τιμή δούλου στην Κλασική Αρχαιότητα ήταν μισή μνα και η ανώτερη έφτανε στις δέκα μνες. Η τιμή τριπλασιαζόταν αν υπήρχε προτίμηση για ορισμένες κατηγορίες δούλων, όπως στις ωραίες γυναίκες, τις αυλητρίδες, τους κιθαρωδούς, τους ειδικευμένους τεχνίτες και τους μορφωμένους, τους οποίους χρησιμοποιούσαν για γραμματείς και δασκάλους των παιδιών τους. Στα ομηρικά χρόνια όμως η αξία των δούλων μετρούσε με τον αριθμό των βοών. Ξεκινούσε για παράδειγμα από τέσσερα βόδια και έφτανε τα είκοσι, αν επρόκειτο για δούλο εκλεκτής γενιάς, από τον οποίο προσδοκούσαν πολλά οφέλη.

Αρχαϊκή και Κλασική Περίοδος

Καθώς ο Ελληνικός κόσμος όδευε προς την κλασική εποχή, οι περισσότερες πόλεις προσπαθούσαν να θωρακισθούν εναντίον όσων ληστών απειλούσαν τις ακτές ή τα πλοία τους κατά μόνας, αλλά συνέχιζαν να αδιαφορούν για την εξάλειψη της πειρατείας εκτός των ορίων τους. Αρκετές εξακολούθησαν να είναι ηθικοί ή φυσικοί αυτουργοί: o Ηρόδοτος περιγράφει σχετικές δραστηριότητες των Σαμίων και των Ιώνων της Μικράς Ασίας, ενώ ο Θουκυδίδης αναφέρει τους Λοκρούς, Αιτωλούς και Ακαρνάνες ως λαούς που επιδίδονταν στη θαλάσσια ληστεία.

 
Εξίσου επικίνδυνα ήταν τα Κύθηρα, για τα οποία ο Σπαρτιάτης σοφός Χίλων είχε πει ότι καλύτερα να καταποντίζονταν στο βυθό της θάλασσας, παρά να γίνονταν σπαρτιατική κτήση - τις τακτικές των Κυθηρίων θα πρότεινε αργότερα ο Δημάρατος στον Ξέρξη για να καταλάβει τη Λακεδαίμονα.

Χαρακτηριστικότερη όλων ήταν η περίπτωση του Σαμίου τυράννου Πολυκράτη, ο οποίος συγκρότησε ένα στόλο από 100 «πεντηκοντέρους» (πολεμικά πλοία με 50 κουπιά) και 1.000 τοξότες και λυμαινόταν το Αιγαίο Πέλαγος. Για τον Ηρόδοτο ο Πολυκράτης δεν ήταν κατακριτέος για αυτές καθ' αυτές τις ενέργειες, αλλά διότι ἔφερε καὶ ἦγε πάντας διακρίνων οὐδένα, δηλ. λήστευε τους πάντες χωρίς να κάνει διάκριση σε φίλους και εχθρούς.

Η πρώτη προσπάθεια συστηματικής καταστολής και συνάμα ηθικής απονομιμοποίησης της πειρατείας στους ιστορικούς χρόνους, ήλθε από την Αθήνα τον 5ο αιώνα π.Χ. Έχοντας εξασφαλίσει τον πολιτικό και οικονομικό έλεγχο σχεδόν ολόκληρου του Αιγαίου Πελάγους μέσω της Δηλιακής Συμμαχίας, οι Αθηναίοι εξαπέλυσαν άγριο κυνηγητό εναντίον οποιουδήποτε απειλούσε την απρόσκοπτη διακίνηση των πλοίων και των εμπορευμάτων. 

Από εκείνη την περίοδο διασώζονται τουλάχιστον δύο εκστρατείες με αποκλειστικό αντικειμενικό σκοπό την καταστολή της πειρατείας: του Κίμωνα εναντίον των Δολόπων της Σκύρου[19] και του Περικλή στη Θράκη, τη γεμάτη πειρατικά λημέρια. Πιστεύεται ότι η προστασία που προσέφερε η αθηναϊκή θαλασσοκρατία στο μέσο ταξιδιώτη ή κάτοικο του Αιγαίου, μπορεί να συγκριθεί μόνο με τα χρόνια του Μίνωα που αναπολούσαν οι αρχαίοι συγγραφείς.


Με εξαίρεση τα πρώτα χρόνια μετά την ήττα τους στον Πελοποννησιακό Πόλεμο, οι Αθηναίοι κράτησαν έως και τον 4ο αιώνα π.Χ. τα σκήπτρα στο Αιγαίο, καταδιώκοντας την πειρατεία. Ο Δημοσθένης διασώζει πως στην εποχή του ίσχυε το ψήφισμα του συγχρόνου του Μοιροκλή «κατὰ τῶν τοὺς ἐμπόρους ἀδικούντων», βάσει του οποίου τιμώρησαν τους Μηλίους με πρόστιμο δέκα ταλάντων, επειδή υποδέχθηκαν πειρατές στο νησί τους. Όμως οι πειρατές δε σταμάτησαν να αποτελούν κίνδυνο, ιδιαίτερα όσοι εξορμούσαν από μακρινές περιοχές, δεδομένου μάλιστα ότι η Αθήνα έμπαινε σε φάση παρακμής. 

Στο επιτύμβιο επίγραμμα κάποιου Λεωνίδα απ' τον Τάραντα που διασώζεται στην Παλατινή Ανθολογία, αναπαράγεται η στερεότυπη αντίληψη για τους Κρήτες ως πάντοτε ληστές και πειρατές, ποτέ δίκαιοι. Πράγματι, από τις αρχές της 1ης χιλιετίας που το νησί κατακτήθηκε απ' τους Δωριείς μέχρι και τα ελληνιστικά χρόνια, οι Κρήτες αποτελούσαν φόβο και τρόμο για τους ναυτικούς. Πόλεις όπως η Κυδωνία ή η Ελεύθερνα εξελίχθηκαν σε σπουδαία εμπορικά κέντρα χάρη στη διάθεση σκλάβων (κυρίως γυναικόπαιδων) και αγαθών που προέρχονταν από την πειρατεία. 

Παρόμοιο παράδειγμα ήταν οι πειρατές της Μαύρης Θάλασσας, οι οποίοι συνεργάζονταν με πόλεις του Βοσπόρου και ειδικεύονταν στις απαγωγές ταξιδιωτών - κατόπιν έβαζαν τα θύματά τους να γράψουν δακρύβρεχτες επιστολές προς τους συγγενείς τους για να τους εξαγοράσουν. Φοβεροί πειρατές προς τα τέλη της κλασικής περιόδου θεωρούνταν επίσης οι Ιλλυριοί και οι Ετρούσκοι, οι οποίοι λυμαίνονταν τα δρομολόγια μεταξύ της ηπειρωτικής και της Μεγάλης Ελλάδας. 

O Μέγας Αλέξανδρος κατάφερε προσωρινά να περιορίσει τους πρώτους, όταν εξανάγκασε ολόκληρη την Ιλλυρία σε υποταγή και πήρε κάποιους στο στρατό του. Οι δεύτεροι, των οποίων χώρος δράσης ήταν αρχικά η Δυτική Μεσόγειος, βγήκαν στην βόρεια Αδριατική τον 5ο αι. π.Χ. και σύντομα εξελίχθηκαν σε μείζονα απειλή για το Αθηναϊκό εμπόριο.

 
Διασώζεται ότι οι Αθηναίοι είχαν απευθύνει έκκληση προς τον Αλέξανδρο να λάβει μέτρα - αυτός εξέφρασε τη δυσαρέσκειά του (για να τον καταλαγιάσουν οι Ετρούσκοι απέστειλαν πρεσβεία που τον βρήκε στη Βαβυλώνα), αλλά ήταν υπερβολικά απασχολημένος στην Ανατολή για να ασχοληθεί με κάτι που είχε τις ρίζες του στην ιταλική χερσόνησο. Ταυτόχρονα πρεσβεία έστειλαν κι οι Ρωμαίοι, είτε επειδή και αυτοί είχαν κατηγορηθεί από τον Αλέξανδρο για πειρατεία, ή από ανταγωνισμό προς τους Ετρούσκους για το ποιος θα έχει καλύτερες σχέσεις με τον Έλληνα ηγεμόνα.

Ελληνιστική Περίοδος

Η διάσπαση της αυτοκρατορίας του Μ. Αλεξάνδρου σε μικρότερα βασίλεια, τα οποία αναλώνονταν σε μεταξύ τους διενέξεις, οδήγησε την πειρατεία σε νέα άνθιση. Δεν ήταν μόνο η αδυναμία των διαδόχων να ελέγξουν τις θάλασσες, αλλά και το ότι συχνά τα Ελληνιστικά βασίλεια επιζήτησαν τη συνεργασία των πειρατών στους μεταξύ τους πολέμους, εργαλειοποιώντας την πειρατεία σε μέθοδο ρύθμισης των ναυτικών ισορροπιών της Ανατολικής Μεσογείου. Πολλοί μονάρχες στρατολογούσαν Κρήτες και Αιτωλούς. Ο «αρχιπειρατής» του 3ου αιώνα π.Χ. υπηρετούσε όποιον του προσέφερε περισσότερα σε καιρό πολέμου, ενώ λεηλατούσε πλοία και πόλεις για λογαριασμό του σε καιρό ειρήνης.

Επίσης οι Ιλλυριοί επανεμφανίσθηκαν στο Ιόνιο Πέλαγος, εκμεταλλευόμενοι την αδυναμία των Αντιγονιδών και των Ηπειρωτών, και από εκεί επέδραμαν εναντίον των ακτών της Δυτικής Ελλάδας (χαρακτηριστικά: Ήπειρος και Μοθώνη, Αιτωλία) ή λεηλατούσαν Ελληνικά και Ρωμαϊκά πλοία. Η Ρώμη δοκίμασε το 230 π.Χ. να έλθει σε συνεννόηση μαζί τους, ώστε να εξασφαλίσει ελεύθερο διάπλου για τα καράβια της, αλλά οι Ιλλυριοί δολοφόνησαν ένα μέλος της αντιπροσωπείας (άγνωστο εάν έγινε με βασιλική εντολή). Μετά από αυτό, Ρωμαϊκές λεγεώνες εξεστράτευσαν για πρώτη φορά στα Βαλκάνια (Α' Ιλλυρικός Πόλεμος).


Στο Αιγαίο, βασικός διώκτης των πειρατών σε αυτήν την περίοδο υπήρξε η Ρόδος, η οποία γύρω στο 300 π.Χ. δημιούργησε ένα νέο σκάφος, την τριημιολία, για την καταδίωξη των πειρατικών ημιολιών. Στο πρώτο μισό του 2ου αι. π.Χ. οι Ρόδιοι δοκίμασαν να περιορίσουν την κρητική πειρατεία στα πλαίσια δύο πολέμων, του Α' και του Β' Κρητικού, χωρίς απόλυτη επιτυχία.

Ύστερη Ελληνιστική Περίοδος: οι Κίλικες

Καθώς η Ελληνιστική εποχή πλησίαζε προς το τέλος της, τα πιο διαβόητα πειρατικά λημέρια του ελληνικού κόσμου μεταφέρονταν στην Τραχεία Κιλικία, δηλ. τα μικρασιατικά παράλια ΒΑ της Κύπρου.

Για μεγάλο διάστημα στον 3ο π.Χ. αιώνα, όσο η Αυτοκρατορία των Σελευκιδών περιπολούσε τις ρότες μεταξύ Συρίας και ελλαδικού χώρου, η πειρατεία στην Κιλικία βρισκόταν σε ύφεση, τουλάχιστον σε σύγκριση με το Αιγαίο. Όμως μετά το 190 π.Χ. και τις ήττες του Αντιόχου Γ' σε Μαγνησία και Μυόνησο, οι Σελευκίδες απέσυραν το ναυτικό τους, αφήνοντας ένα «κενό αστυνόμευσης» που δεν μπόρεσαν να αναπληρώσουν οι νέοι κύριοι της ευρύτερης περιοχής (οι σύμμαχοι των Ρωμαίων). 

Αυτό επέτρεψε την εγκατάσταση πειρατών από τον ελλαδικό χώρο (κυρίως Ακαρνάνων), φυγάδων κατά την περίοδο των Μακεδονικών Πολέμων. Έτσι πολύ σύντομα εγκαθιδρύθηκε στην Κιλικία μια απρόσβλητη πειρατική επικράτεια, ενισχυόμενη και από κάποιους τελευταίους αντιρωμαίους ηγεμόνες της Μικράς Ασίας, από όπου για παραπάνω από έναν αιώνα εξορμούσαν σε ολόκληρη τη Μεσόγειο.


Ο Πλούταρχος, ο οποίος έζησε λίγες δεκαετίες μετά την καταστολή των Κιλίκων από τους Ρωμαίους, μας άφησε μία περιγραφή που ταιριάζει περισσότερο σε οργανωμένη κοινότητα παρά σε άθροισμα ληστρικών ομάδων. Αναφέρει ότι είχαν δικό τους θεό (το Μίθρα) και διέθεταν ένα οργανωμένο δίκτυο αμυντικών οχυρώσεων και λιμανιών, υπολογίζει δε ότι στο απόγειό τους διέθεταν πάνω από 1000 πλοία, είχαν καταλάβει 400 πόλεις και οργάνωναν επιδρομές μέχρι τη Σαμοθράκη, τη Λευκάδα και το Λακίνιο (περιοχή της Καλαβρίας).

Δυτική Μεσόγειος

Τα νερά στα δυτικά της Ιταλικής χερσονήσου δεν ήταν λιγότερο επικίνδυνα. Βασικός χώρος άσκησης της πειρατείας ήταν το Τυρρηνικό πέλαγος, απ' όπου διερχόταν το μεγαλύτερο κομμάτι του εμπορίου της Δυτικής Μεσογείου.

Σε Αιγυπτιακές επιγραφές (με την πρώτη να χρονολογείται την εποχή του Αμένοφι Γ', αρχές 14ου αι. π.Χ.) εμφανίζεται επανειλημμένα ένας Λαός της Θάλασσας με την ονομασία Σερντέν ή Σαρντάνα υπό διάφορες ιδιότητες: μισθοφόροι των Φαραώ, εισβολείς, ναυτικοί, πειρατές. Πολλοί ιστορικοί τοποθετούν την έδρα τους στη Σαρδηνία και την Κορσική. Επίσης κάποιοι ταυτίζουν τους Σεκλές (ή Σακλάσα) των ίδιων πηγών με προϊστορικούς αποικιστές της Σικελίας. Εάν αυτές οι ταυτίσεις είναι σωστές, οι Σερντέν και οι Σεκλές συγκαταλέγονται στους πρώτους καταγεγραμμένους πειρατές της Δυτικής Μεσογείου.


Ετρούσκοι

Μερικοί μελετητές υποστηρίζουν ότι ένας από τους Λαούς της Θάλασσας, αυτός που στις αιγυπτιακές γραφές περιγράφεται με το όνομα «Trš.w», είναι οι Τυρρηνοί (δηλ. οι Ετρούσκοι). Είτε αυτή η ερμηνεία στέκει είτε όχι, κατά τους αρχαϊκούς και πρώτους Κλασικούς Αιώνες η πειρατεία του Τυρρηνικού Πελάγους και οι Ετρούσκοι εξελίχθηκαν σε σχεδόν συνώνυμες έννοιες. Η συγκεκριμένη ενασχόληση, ως μία μορφή «πολύ ενεργητικού εμπορίου» κατά τα τότε ήθη, αποτέλεσε έναν από τους τρεις βασικούς παράγοντες για την άνθιση του πολιτισμού τους (οι άλλοι δύο ήταν η γεωργία και τα πλούσια μεταλλεία σιδήρου).

Ο μύθος της απαγωγής του Διονύσου καταδεικνύει πως δεν περιορίζονταν απλά στις κοντινές τους θάλασσες, αλλά μπορούσαν να φθάσουν μέχρι την Κύπρο, την Αίγυπτο και τη Μαύρη Θάλασσα. Θύματά τους ήταν κυρίως οι Ρωμαίοι, οι Έλληνες της Μεγάλης Ελλάδας ή άλλοι μικρότεροι λαοί της περιοχής, και αραιότερα οι Καρχηδόνιοι.


Κατά τα κλασικά χρόνια βγήκαν και στις ανατολικές τους θάλασσες (συμμετείχαν μάλιστα στη Σικελική Εκστρατεία), αλλά πλέον η δύναμή τους έβαινε φθίνουσα από το 474 π.Χ. (Μάχη της Κύμης) και ύστερα. Το κράτος τους κατέρρευσε οριστικά στα τέλη του 3ου αι. π.Χ. αδυνατώντας να ανταπεξέλθει στην πίεση των Ρωμαίων και των Γαλατών.

Έλληνες

Με την εγκατάσταση Ελλήνων στη Νότια Ιταλία -κι ακόμα παραπέρα- κατά την Αρχαϊκή εποχή (β' αποικισμός), οι Ετρούσκοι απέκτησαν ισχυρούς ανταγωνιστές. Πολλές φορές η τοποθεσία μιας αποικίας επιλεγόταν (μεταξύ άλλων κριτηρίων) από το πόσο θα ευνοεί τους νέους κατοίκους της στον πειρατικό ανταγωνισμό. Παραδείγματος χάριν, αυτός είναι ο βασικός λόγος που η Κύμη επέλεξε το συγκεκριμένο σημείο στο ΒΔ άκρο της Σικελίας για να ιδρύσει τη Ζάγκλη. 

Επίσης οι Φωκαείς που εξαπλώθηκαν μέχρι τη Μασσαλία και την Αλαλία της Κορσικής (περ. 600 και 565 π.Χ. αντίστοιχα) αρέσκονταν στην πειρατεία. To 535 οι Ετρούσκοι και οι Καρχηδόνιοι συνασπίσθηκαν για να τους ανακόψουν, αλλά οι Φωκαείς τους καταναυμάχησαν ανοιχτά της Σαρδηνίας - έστω κι αν αυτή η νίκη ήταν καδμεία, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο.

Οι Έλληνες πειρατές στη Δυτική Μεσόγειο πολλαπλασιάσθηκαν στη συνέχεια, συνεπεία της κατάρρευσης των Ετρούσκων, της ίδρυσης νέων αποικιών στο νότιο Τυρρηνικό και των αναστατώσεων στον κυρίως Ελληνικό χώρο κατά τον 5ο αιώνα π.Χ. - χαρακτηριστική είναι η αφήγηση του Ηροδότου για ένα στρατηγό της Ιωνικής

 
Επανάστασης, το Διονύσιο το Φωκαέα: όταν οριστικοποιήθηκε η ήττα του ιωνικού στόλου από τους Πέρσες στη Λάδη (494 π.Χ.), ο Διονύσιος εκτίμησε ότι σύντομα η πόλη του θα έμπαινε ξανά υπό περσικό ζυγό. Αντί λοιπόν να επιστρέψει στη Φώκαια, διέφυγε στη Σικελία και έζησε ως πειρατής, χωρίς να πειράζει τα Ελληνικά καράβια αλλά μόνο τα Καρχηδονιακά και τα Τυρρηνικά.

Οι Αιολίδες Νήσοι (ΒΔ της Ζάγκλης) έγιναν πειρατικός παράδεισος. Ο Λίβιος αναφέρει ένα περιστατικό που βρίσκουμε και σε άλλους συγγραφείς: Όταν οι Ρωμαίοι υπέταξαν τους Βηίους (396 π.Χ.), αποφάσισαν να στείλουν στο Μαντείο των Δελφών ένα αναθηματικό χρυσό κύπελλο, αξίας ίσης με το 1/10 της λείας. Οι Αιολιανοί όμως κατέλαβαν εν πλω το καράβι που μετέφερε την πρεσβεία και το πήγαν στο Λίπαρι, για να κάνει τη μοιρασιά ο ανώτατος άρχοντάς τους. 

Εκείνη τη χρονιά την ηγεσία είχε ο Τιμασίθεος, ο οποίος όταν έμαθε την εθνικότητα και τον ιερό σκοπό των ταξιδευτών, τους επέστρεψε το καράβι και το πολύτιμο φορτίο του και διέταξε τους άνδρες του να το συνοδεύσουν σε όλο το ταξίδι για να το προστατεύσουν από άλλους πειρατές.


Ρωμαίοι και Καρχηδόνιοι

Σε αντίθεση με τους Ετρούσκους και τους Έλληνες, φαίνεται πως οι Ρωμαίοι δεν άσκησαν πειρατεία σε κανένα στάδιο της εξέλιξής τους. Η αιτία είναι περισσότερο πρακτική παρά ηθική. Για να γίνει κάποιος πειρατής, πρέπει να προέρχεται από μια κοινωνία που διαθέτει συσσωρευμένες ναυτικές εμπειρίες, κάτι στο οποίο οι Ρωμαίοι υπολείπονταν, σε βαθμό που κάποιος μπορεί βάσιμα να ισχυρισθεί ότι είχαν την αντιπάθεια για τη θάλασσα στο αίμα τους. 

Η επιθυμία για επέκταση, δούλους και υλικό πλούτο, η οποία έσπρωχνε τους υπολοίπους λαούς στη θάλασσα, στη Ρώμη υλοποιήθηκε μέσω των λεγεώνων και της επικράτησης στην ξηρά. Έστω κι έτσι όμως, πρέπει να αναγνωρισθεί πως το Ρωμαϊκό Δίκαιο ήταν το πρώτο που κατέταξε την πειρατεία, απ' όπου κι αν προερχόταν, στις απεχθείς δραστηριότητες: Στο διαχωρισμό ανάμεσα σε «δίκαιο εχθρό» (iustes hostes) και «κοινό εχθρό του ανθρωπίνου γένους» (humani generis communes hostes), ο πειρατής ανήκε στη δεύτερη κατηγορία.

Μια δύναμη που επίσης δεν επιδόθηκε στην πειρατεία, τουλάχιστον κατά την κλασική εποχή, ήταν η Καρχηδόνα. Μολονότι κατάγονταν από Φοίνικες, οι οποίοι φημίζονταν ως ικανότατοι πειρατές, οι Καρχηδόνιοι ενδιαφέρονταν για θάλασσες ανοικτές και ασφαλείς, ώστε να διεξάγουν απερίσπαστα το εμπόριό τους.

 
Η απειλή της «εισαγόμενης» πειρατείας είναι ένας απ' τους βασικούς λόγους που τους οδήγησαν στην ετερόκλητη συμμαχία με τους Ετρούσκους που αναφέρθηκε παραπάνω: ο οικονομικός χώρος τους οριζόταν από το τρίγωνο Βόρεια Αφρική - Δυτική Σικελία - ΝΑ Ιβηρική, επομένως είχαν κάθε λόγο να βλέπουν εχθρικά κάθε Ελληνική επέκταση στη Δύση, φοβούμενοι ότι θα έθετε τις ρότες του παραπάνω τριγώνου εντός της ακτίνας δράσης των πειρατικών πεντηκοντόρων.

Η Ρώμη Πατάσσει την Πειρατεία

Η οριστική εκκαθάριση ολόκληρης της Μεσογείου από την πειρατεία έμελλε τελικά να επιτευχθεί από τη δύναμη που διέθετε τη μικρότερη ναυτική παράδοση: τη Ρωμαϊκή Δημοκρατία.

Τον πρώτο καιρό αυτό δεν ήταν αποτέλεσμα συγκεκριμένης αντιπειρατικής δράσης (με εξαίρεση ίσως τον Α' Ιλλυρικό), αλλά παράπλευρη συνέπεια της εγκαθίδρυσης του Ρωμαϊκού imperium. Δηλαδή οι Ρωμαίοι κατακτούσαν νέες περιοχές και μια από τις συνέπειες της κατάκτησης ήταν οι πειρατές να χάνουν τα λημέρια τους. Η υποταγή της Ετρουρίας σήμανε το τέλος της ετρουσκικής πειρατείας στη Δυτική Μεσόγειο κατά τον 5ο αιώνα και στην Αδριατική λίγο αργότερα. 

Η ενσωμάτωση των ελληνικών πόλεων της Νότιας Ιταλίας στο ρωμαϊκό κράτος κατά τον 3ο π.Χ. αιώνα, απέκοψε τους Έλληνες πειρατές της Τυρρηνικής από τις βάσεις τους. Κατά παρόμοιο τρόπο οι Ιλλυρικοί, Μακεδονικοί και ο Αιτωλικός πόλεμος επέφεραν βαρύτατα πλήγματα στην πειρατεία του Ιονίου Πελάγους.


Σε τέσσερις λοιπόν αιώνες οι Ρωμαίοι κατέκτησαν δύο μεγάλες χερσονήσους, την Ιταλική και τη Βαλκανική, και περιόρισαν την πειρατεία που προερχόταν από αυτές, αλλά αυτό δε σημαίνει πως το φαινόμενο είχε εξαλειφθεί. Βασικό εμπόδιο αποτελούσε η έλλειψη ισχυρού πολεμικού ναυτικού, ικανού να καταστείλει όσους θύλακες βρίσκονταν σε απομακρυσμένα ή καλά οχυρωμένα σημεία.

Παραδείγματος χάριν, μπορεί η Ιλλυρία να έγινε προτεκτοράτο το 228 και να ενσωματώθηκε πλήρως ως επαρχία το 168 π.Χ., όμως πολλά Ιλλυρικά πειρατικά λημέρια στη Δαλματία έμειναν άθικτα, αφού οι Ρωμαίοι αδυνατούσαν να εισέλθουν στις δαιδαλώδεις ακτές της.

Ένας ακόμα λόγος που η πειρατεία παρέμενε διαχρονικά ισχυρή, είναι πως σε κάποιο βαθμό ήταν οικονομικά χρήσιμη! Αφ' ενός έδινε διέξοδο σε ανθρώπους από φτωχές περιοχές, άγονες ή κατεστραμμένες από πολέμους, ώστε να πλουτίσουν οι ίδιοι και να βοηθήσουν τους συμπολίτες τους, αυτό που ο Θουκυδίδης παλαιότερα αποκαλούσε «να θρέψουν τους ασθενέστερους». 

Αφ' ετέρου τροφοδοτούσε τις πλουσιότερες οικονομίες με ένα «εμπόρευμα» που αποτελούσε τη βασική παραγωγική δύναμη του αρχαίου κόσμου: με δούλους. Η Δήλος, το μεγαλύτερο σκλαβοπάζαρο όλης της 1ης χιλιετίας π.Χ., μας δίνει ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ούτε η αθηναϊκή θαλασσοκρατία των κλασικών χρόνων ούτε η ρωμαϊκή επέκταση προς ανατολάς περιόρισαν την κίνηση στην αγορά του νησιού - αντίθετα την οδήγησαν σε νέες εκρήξεις.

 
Με τη Ρώμη να επιζητεί συνέχεια νέους σκλάβους, περισσότερους από όσους αποσπούσαν οι λεγεώνες της, οι πειρατές που τροφοδοτούσαν τα σκλαβοπάζαρα είχαν επιπλέον κίνητρο να εντείνουν τις δραστηριότητές τους, είτε απάγοντας ανθρώπους από βαρβαρικούς τόπους για να τους πουλήσουν, ή κλέβοντας ήδη δούλους από αδύναμες περιοχές και πουλώντας τους εκ νέου σε πιο πλούσιους αγοραστές.

Πρώτες Στοχευμένες Προσπάθειες

Έπρεπε να διογκωθεί το πρόβλημα σε τέτοιο βαθμό που δεν είχε μείνει μέρος ελεύθερο για ναυσιπλοΐα ή για εμπόριο, ώστε η Ρώμη να λάβει συγκεκριμένα μέτρα. Με την (ακόμα ελεύθερη) Κιλικία να λειτουργεί ως μαγνήτης για τους κυνηγημένους όλης της Μεσογείου και πάμπλουτη από τις επιδρομές και το δουλεμπόριο, τo 101 π.Χ. η Σύγκλητος ψήφισε τον πρώτο αντιπειρατικό νόμο, με τον οποίο απαγορευόταν στους συμμάχους/υποτελείς των Ρωμαίων να εμπορεύονται με πειρατές, αυτό όμως μικρή ζημιά έκανε στους τελευταίους. 

Η κατάσταση επιδεινώθηκε κατά τη διάρκεια των Μιθριδατικών Πολέμων, όταν τα κιλικικά πειρατικά λειτούργησαν ως τακτικός στόλος στο πλευρό του Μιθριδάτη του Ευπάτορος. Το 89 π.Χ. πολιόρκησαν τη Ρόδο, ενώ τρία χρόνια αργότερα νίκησαν το ρωμαϊκό στόλο στο Βρινδήσιο, προξενώντας βαρύ πλήγμα στις επικοινωνίες μεταξύ Ρώμης - Ελλάδας.

Το 74 π.Χ. η Σύγκλητος ανέθεσε στον πραίτορα (και εν συνεχεία ανθύπατο) Μάρκο Αντώνιο, πατέρα του πιο διάσημου Μάρκου Αντωνίου της β' τριανδρίας, να χτυπήσει την πειρατεία. Η διαφορά με το παρελθόν δεν ήταν πως κάποιος ανώτατος αξιωματούχος αναλάμβανε ένα τέτοιο δύσκολο έργο, αλλά ότι για πρώτη φορά η πάταξη των πειρατών έμπαινε στην κορυφή των προτεραιοτήτων της Ρώμης και ο πραίτορας οπλιζόταν επίσημα με imperium infinitum (απεριόριστη εξουσία), κάτι πρωτόγνωρο για τις πολιτικές παραδόσεις της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας.

 
Τελικά ο Μάρκος Αντώνιος αποδείχθηκε κατώτερος των περιστάσεων. Απ' όπου περνούσε προκαλούσε οργή, αφού απαιτούσε από τις υποτελείς πόλεις εξοντωτικές συνεισφορές στην εκστρατεία του. Ακόμα χειρότερα, μετά από κάποιες πρώτες επιτυχίες στην Ισπανία, η έλλειψη σαφούς στρατηγικής τον οδήγησε σε μια απροετοίμαστη ναυμαχία στην Κρήτη (73 π.Χ.) που όχι μόνο έχασε, αλλά πιάστηκε και αιχμάλωτος.

Ακολούθησαν μακρές διαπραγματεύσεις για την απελευθέρωσή του, οι οποίες απέβησαν άκαρπες και τελικά πέθανε αιχμάλωτος των πειρατών μετά από δύο χρόνια - εξ' ου και το ειρωνικό προσωνύμιο Κρητικός. Την ίδια εποχή συνέβησαν δύο γεγονότα που κατέδειξαν ότι η απειλή δεν περιοριζόταν στις μακρινές επαρχίες, αλλά βρισκόταν προ των πυλών της Αιώνιας Πόλης.

Πρώτον, κατά την Εξέγερση των Μονομάχων (73 έως 71 π.Χ.) ο Σπάρτακος βοηθήθηκε σημαντικά από τους Κίλικες.

Δεύτερον, σε μία επίδειξη δύναμης τo 68 π.Χ. οι πειρατές έφτασαν μέχρι τις εκβολές του Τίβερη. Απήγαγαν τους πραίτορες Σεξτίλιο και Μπελλίνο, λεηλάτησαν την Όστια (το επίνειο της Ρώμης) και βύθισαν τα πλοία που βρίσκονταν στο λιμάνι της.

Lex Gabinia - Εκστρατεία του Πομπήιου

Η απάντηση των Ρωμαίων στα παραπάνω δόθηκε το 67 π.Χ. με ένα ad hoc νομοθέτημα που όπλιζε τον Πομπήιο με υπερεξουσίες για να καταστείλει την πειρατεία εντός τριών ετών, το Γαβίνειο Νόμο (λατινικά: Lex Gabinia). Κατά τη συζήτησή του στα αρμόδια όργανα, οι συγκλητικοί τρόμαξαν μπροστά στη στρατιωτική δύναμη και τα χρήματα που θα διαχειριζόταν ένας μόνο άνδρας, γι' αυτό ήταν αντίθετοι.

 
Ένας απ' τους λίγους που τον στήριξαν ήταν ο Ιούλιος Καίσαρας, θύμα κι αυτός των πειρατών σε νεαρή ηλικία. Τελικά ο νόμος πέρασε από το κοινοβούλιο των κατώτερων τάξεων με τέτοια πλειοψηφία, που η Σύγκλητος δεν τόλμησε να ασκήσει βέτο. Ο Πομπήιος αποδείχθηκε ικανότερος απ' το Μάρκο Αντώνιο. Σε πρώτη φάση χώρισε τη Μεσόγειο σε δεκατρείς τομείς, ή ορθότερα σε δώδεκα και την Κιλικία, και διόρισε σε κάθε τομέα δύο συγκλητικούς ως επικεφαλής (λεγάτους).
Όταν έκρινε ότι οι προετοιμασίες είχαν ολοκληρωθεί, διέταξε τους επικεφαλής να επιτεθούν ταυτόχρονα και στους δώδεκα, ώστε να μη μπορούν οι πειρατές ενός τομέα να προστρέξουν σε βοήθεια των άλλων. Στη συνέχεια μια δύναμη ξεκίνησε με ταχύ ρυθμό σα σκούπα από το Γιβραλτάρ και απωθούσε όσους πειρατές είχαν γλιτώσει προς τα ανατολικά, μέχρι να πέσουν σε κάποιον τομέα και να καταστραφούν από τις εκεί δυνάμεις.

Όταν όλο αυτό το σχέδιο υλοποιήθηκε, μπήκε σε εφαρμογή η τελική φάση της εκστρατείας: η κατάληψη της Κιλικίας. Δημιουργώντας αλλεπάλληλους κλοιούς γύρω από τις κιλικικές ακτές και αποβιβάζοντας πεζικό σε συγκεκριμένα σημεία της ξηράς, εξανάγκασε κάποιους πειρατές σε παράδοση και τους υπολοίπους να συγκεντρωθούν στο Κορακήσιον, όπου κατανικήθηκαν εύκολα από τις λεγεώνες.

Αποτελέσματα

Με αυτήν την αστραπιαία επιχείρηση που διήρκεσε λίγο περισσότερο από τρεις μήνες, ο Πομπήιος πέτυχε το καίριο πλήγμα στην πειρατεία των τότε γνωστών θαλασσών και εκθειάσθηκε ως ο ανθύπατος που προετοιμάσθηκε στα τέλη του χειμώνα, ανέλαβε δράση την άνοιξη και ολοκλήρωσε το καλοκαίρι. Χρησιμοποιήθηκαν 500 πλοία, 120.000 στρατιώτες και 6.000 τάλαντα - ένα ποσό μεγαλύτερο του μισού ετήσιου προϋπολογισμού των ΗΠΑ σε σημερινές συνθήκες.


Καταστράφηκαν 120 πειρατικές βάσεις, 500 πλοία και θανατώθηκαν (στη μάχη ή στην αιχμαλωσία) περίπου 10.000 πειρατές. Χιλιάδες άλλοι εξαναγκάσθηκαν να κάψουν τα πλοία τους και να φύγουν στην ξηρά, ή αφέθηκαν ελεύθεροι με αντάλλαγμα λύτρα και πληροφορίες.

Ο Πλούταρχος αποδίδει την επιτυχία του όχι μόνο στη στρατιωτική ισχύ, αλλά και στο ότι μπόρεσε να αναλύσει τις αιτίες του πειρατικού φαινομένου. Γράφει σχετικά πως (για τον Πομπήιο) ο άνθρωπος δεν είναι εκ φύσεως ούτε γεννιέται άγριος ή αντικοινωνικός, αλλά γίνεται έτσι από τις κακές συνθήκες και γίνεται πολιτισμένος και ευγενής εάν αλλάξει τόπο, απασχόληση και τρόπο ζωής. Σε αυτή τη βάση έπεισε πολλούς πειρατές να εγκαταλείψουν τους αρχηγούς τους, παραχωρώντας ως επιβράβευση χωράφια στη Μικρά Ασία και την επαρχία της Αχαΐας για να ζήσουν ειρηνικά.

Η στρατιωτική επιτυχία όμως θα έμενε στη μέση, εάν δε συνέπιπτε με μια βαθιά πολιτική μετάλλαξη του ρωμαϊκού κράτους κατά το δεύτερο μισό του 1ου π.Χ. αιώνα: το πέρασμα από τη δημοκρατία στη μοναρχία. Η εγκαθίδρυση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (31 π.Χ.) και ο ρόλος που επιφύλλασσε για τον εαυτό της ως εγγυήτριας της «ρωμαϊκής ειρήνης» (τμήμα της οποίας ήταν ο έλεγχος του mare nostrum), ήταν ο κρίσιμος παράγοντας που τα αποτελέσματα μιας τρίμηνης εκστρατείας διήρκεσαν επί αιώνες.

Ύστερη Αρχαιότητα

Για τους επόμενους αιώνες η ναυσιπλοΐα στη Μεσόγειο θα διεξαγόταν αδιατάρακτα, χωρίς το φόβο της πειρατείας, και οι λίγες προσπάθειες αναβίωσής της θα καταστέλλονταν εύκολα από τους Ρωμαίους (π.χ. Δυτικό Τυρρηνικό, 6 μ.Χ). Η επανεμφάνισή της έγινε πια κατά την κρίση του 3ου αιώνα και αργότερα κατά το πέρασμα από την Αρχαία Εποχή στο Μεσαίωνα, όταν γερμανικά φύλα επέδραμαν κατά εδαφών της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.


Στα μέσα του 3ου αιώνα οι επιδρομές Γότθων και Ερούλων, ορμώμενων από τα βόρεια παράλια του Ευξείνου Πόντου και την Αζοφική Θάλασσα, έπλητταν όχι μόνο τις παραθαλάσσιες πόλεις και τα νησιά του Αιγαίου, αλλά εισχωρούσαν βαθιά στα Βαλκάνια και τη Μικρά Ασία. Το 267 Έρουλοι πειρατές πέρασαν το Βόσπορο και αφού καταλήστευσαν όσα νησιά βρήκαν στη ρότα τους, αποβιβάσθηκαν στην Αθήνα. Ακολούθησε γενικευμένη λεηλασία, από την οποία γλίτωσε μόνο η Ακρόπολη χάρη στην ισχυρή οχύρωσή της. 

Δύο τουλάχιστον συνοικίες του κλεινού άστεως (Δίπυλον - Αγορά) ισοπεδώθηκαν εκ βάθρων και κάποια από τα λαμπρότερα οικοδομήματα καταστράφηκαν, όπως το Ωδείο Ηρώδου του Αττικού και η Στοά του Αττάλου. Με τους Ρωμαίους ανήμπορους να σώσουν την πόλη, ο Ελευσίνιος Δέξιππος συγκρότησε μια πολιτοφυλακή 2.000 εθελοντών και ξεκίνησε να τους χτυπά από τα προάστια. 

Έτσι οι πειρατές εξαναγκάσθηκαν σε αποχώρηση, αφού όμως είχαν ήδη μετατρέψει την Αθήνα σε περιορισμένο σε έκταση, μικρό και ολιγάνθρωπο οικισμό, που αγωνιζόταν να επιβιώσει μέσα σ' ένα απέραντο και θλιβερό χώρο ερειπίων.

Το 439, η κατάληψη της Καρχηδόνας από τους Βανδάλους σηματοδότησε την απώλεια των βορειοαφρικανικών επαρχιών και την έναρξη έντονης πειρατικής δραστηριότητας αυτού του γερμανικού φύλου, η οποία ταλαιπώρησε την ιταλική χερσόνησο και έφθανε έως τις ακτές του ανατολικού τμήματος της αυτοκρατορίας. Σε μια από τις επιδρομές τους, κατέλαβαν και λεηλάτησαν την ίδια τη Ρώμη (455).

 
Μια πολυέξοδη συνδυασμένη επιχείρηση της Ανατολικής και της Δυτικής Αυτοκρατορίας εναντίον της ίδιας της βάσης των Βανδάλων στην Αφρική (468) κατέληξε σε πανωλεθρία, με τους Βανδάλους να καταλαμβάνουν και τη Σικελία. Το βασίλειό τους θα καταλυθεί μόλις το 534, όταν ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός έστειλε εναντίον τους το στρατηγό Βελισσάριο.

Γενικά - και με αραιές εξαιρέσεις - το ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας (που μετεξελίχθηκε στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία) διατήρησε την ασφάλεια στην Ανατολική Μεσόγειο έως την εμφάνιση των Αράβων πειρατών, σε αντίθεση με το δυτικό που κατέρρευσε και μαζί του η ειρήνη στις θάλασσες που εξουσίαζε.

Φωτογραφικό Υλικό 


(Κάντε κλικ στις φωτογραφίες για μεγέθυνση)

Η υποτιθέμενη πτώση και η θεολογική παρερμηνεία

Πρόλογος Στο παρόν άρθρο, θα ασχοληθούμε με το θέμα του πόνου και της δυστυχίας και πως προσπαθεί η χριστιανική θρησκεία να τα συμβιβάσει με την πρόνοια ενός θεού πάνσοφου, αγάπης και παντοδύναμου. Φυσικές καταστροφές, αρρώστιες, πόλεμοι, άνιση κατανομή του πλούτου και κοινωνική αδικία, πείνα, ποδοπάτηση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, εγκλήματα των εξουσιαστών κατά της ανθρωπότητας, είναι μόνο ένα μέρος των δεινών.

Πόσο δίκιο είχε ο Karlheinz Deschner όταν έγραφε, «Σε όλο τον κόσμο υπάρχει, υπήρχε και θα υπάρχει μια μικρή μειονότητα που κυριαρχεί και μια μεγάλη που κυριαρχείται, μια μικρή κλίκα δόλιων κερδοσκόπων και μια γιγαντιαία στρατιά ταπεινών και περιφρονημένων. Πάντα κυριαρχούσε η λεγόμενη επιδίωξη της ασφάλειας και της εξουσίας, κυριαρχούσε μια μειονότητα, που καταπίεζε την πλειοψηφία, την εκμεταλλευόταν, την άφηνε να σφαγιάζεται... («Η εγκληματική ιστορία του Χριστιανισμού», τ. Α΄, σ. 39).

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Unicef, κάθε 3,6 δευτερόλεπτα πεθαίνει κάποιος άνθρωπος από την πείνα. 300 εκατομμύρια παιδιά κοιμούνται νηστικά κάθε βράδυ. 270 εκατομμύρια παιδιά στις ανεπτυγμένες χώρες, δεν έχουν πρόσβαση στην Υγεία. 400 εκατομμύρια παιδιά δεν έχουν καθαρό νερό να πιούν. Κακή υγιεινή και μολυσμένο νερό, προκαλούν τον θάνατο 4 χιλιάδων παιδιών την μέρα. Οξύ πρόβλημα υποσιτισμού στην Ινδία και στην Κίνα· 221 και 142 εκατομμύρια άνθρωποι αντίστοιχα, υποσιτίζονται. Το 30% των νεογέννητων στην Νότια Ασία είναι κάτω του φυσιολογικού βάρους. Κατά το 2016, η τιμή θνησιμότητας νεογέννητων, νηπίων, και κάτω των 5 ετών, ήταν αντιστοίχως 18.6, 30.6, 40.8, ανά 1000 γεννήσεις παγκοσμίως. Το 2016, είχαμε παγκοσμίως 440 χιλιάδες θανάτους από ελονοσία, εκ των οποίων το 70% αφορούσε παιδιά κάτω των 5 ετών, περίπου 800 παιδιά ανά ημέρα. 900 χιλιάδες θάνατοι παιδιών κάτω των 5 ετών από πνευμονία, δηλαδή περίπου 2.5 χιλιάδες παιδιά ανά ημέρα. Η παιδική δουλεία ανέρχεται στο 25% των παιδιών παγκοσμίως, και αφορά ηλικίες 5-17.

Η Βίβλος προτείνει διάφορους λόγους, που όμως δεν καλύπτουν τις παραπάνω περιπτώσεις. Ο κάθε συγγραφέας του κάθε επιμέρους βιβλίου της, έχει διαφορετική γνώμη. Για παράδειγμα, κατά τους προφήτες, τα δεινά επιτρέπονται από τον Θεό, προκειμένου να συνετίσει τον λαό του. Αυτό όμως, δεν εξηγεί γιατί πλήττονται (και) άνθρωποι που δεν δέχονται τον συγκεκριμένο θεό. ή γενικά δεν δέχονται θεότητα. Ή για κρίση. Στην πραγματικότητα, καμία κρίση δεν συμβαίνει στους κύριους υπαίτιους όλων αυτών.

Για τον συγγραφέα του βιβλίου «Δανιήλ», τα δεινά οφείλονται στο ότι στον κόσμο μας κυριαρχούν οι δυνάμεις του κακού. «Σύντομα» όμως ο Θεός θα δώσει ένα τέλος και θα εγκαταστήσει την επίγεια βασιλεία του, όπου οι αγνοί και λυτρωμένοι θα κυβερνούν. Τότε το κακό θα σταματήσει και η δικαιοσύνη θα επικρατήσει για πάντα. Εκ των πραγμάτων, αυτή η εσχατολογική θεώρηση απέτυχε. Για τον συγγραφέα του βιβλίου «Ιώβ», ο Θεός επιτρέπει στις δυνάμεις του κακού να δοκιμάσουν τον δίκαιο Ιώβ, για να αποδειχτεί η αγάπη και η πίστη του Ιώβ στον Θεό. Σαν να μην ξέρει ο Θεός, δηλαδή. Όταν περάσει ο πειρασμός, τότε έρχεται η «αποκατάσταση» σε αυτήν την ζωή. Ένας Θεός που αφήνει τον «Διάβολο» να παίξει με την δυστυχία ενός πιστού ανθρώπου. Πέρα από το παράλογο του πράγματος, ούτε αυτό μπορεί να εξηγήσει τα δεινά.

Θα ασχοληθούμε με το τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου «Γένεση», όπου περιγράφεται η λεγόμενη πτώση των «πρωτόπλαστων». Σε αυτό το κεφάλαιο στηρίζεται η πατερική ορθόδοξη θεολογία. Μέσα από την πατερική ερμηνευτική προσέγγιση, προσπαθεί να δικαιολογηθεί θεολογικά το κακό που βλέπουμε γύρω μας. Μόνο που υπάρχει ένα πρόβλημα. Η ερμηνευτική της θεολογίας δεν συμφωνεί με τα ίδια τα κείμενα. Αυτό θα το δούμε αναλυτικά παρακάτω. Κύριες πηγές θα έχουμε το ίδιο το βιβλικό κείμενο με την μετάφραση των Εβδομήκοντα, την Δογματική του Ν. Ματσούκα που συνοψίζει την πατερική γραμμή, και δευτερευόντως θα παραθέσουμε την κριτική του Πορφυρίου και του Ιουλιανού. Όπου υπάρχουν σοβαρές διαφοροποιήσεις στην μετάφραση, θα δούμε και τις άλλες εκδοχές από τα «Εξαπλά» του Ωριγένη.

Γενικά περί του κειμένου
Το θέμα που πραγματεύεται το κεφάλαιο, είναι η λεγόμενη «πτώση» των «πρωτόπλαστων», στην οποία οφείλονται όλα τα δεινά της ανθρωπότητας και της οικουμένης, κατά τους συγγραφείς του κειμένου. Σύμφωνα με τον καθηγητή δογματικής και συμβολικής θεολογίας, Ν. Ματσούκα, η διήγηση προέρχεται «από την γιαχβική πηγή» (Γ΄ τόμος, σ. 200), και είναι «μυθική, εικονική, και παραβολική» (ο. π σ. 201). Τα επιμέρους στοιχεία, προκειμένου να κατασκευαστεί η «ιστορία» και να ερμηνευτεί το κακό, είναι παρμένα από τις μυθολογίες άλλων λαών. Ο καθηγητής Θεολογίας Μ. Κωνσταντίνου που ειδικεύεται στην Π. Διαθήκη, αναφέρει: «η ύπαρξη μυθολογικού υλικού στις βιβλικές αφηγήσεις θα πρέπει να θεωρείται αυτονόητη, καθώς οι ιεροί συγγραφείς, στην προσπάθειά τους να βοηθήσουν τους αναγνώστες τους να κατανοήσουν την αλήθεια των κειμένων τους, ήταν σχεδόν υποχρεωμένοι να χρησιμοποιήσουν τους ευρύτατα διαδεδομένους στην περιοχή μύθους, εφόσον αυτοί ήταν γνωστοί στους ανθρώπους της εποχής τους και προσφέρονταν για την επίτευξη του στόχου τους». Σύμφωνα πάλι με τον ίδιο καθηγητή, «Ο κήπος της Εδέμ είναι αναμφίβολα μια εικόνα που απαντάται και στους μύθους της Μεσοποταμίας για τον κήπο των θεών. Τα δέντρα που χαρίζουν ζωή και γνώση και βρίσκονται στο κέντρο του Παραδείσου, προέρχονται επίσης από ανάλογες μυθικές παραστάσεις της εποχής» (Βήματα Εισαγωγής στην Π. Διαθήκη).

Αυτό που παρατηρούμε, είναι ότι και οι δύο προσπαθούν να αποφύγουν το θέμα της ιστορικότητας, μεταφέροντας την διήγηση στο θεολογικό κομμάτι. Αυτοί οι ισχυρισμοί είναι σχετικά «νέο φρούτο». Αν δούμε τι έλεγαν οι θεολόγοι κατά τους πρώτους αιώνες, θα διαπιστώσουμε ότι για αυτούς όλα αυτά ήσαν «γεγονότα». Βέβαια, δεν γνώριζαν εκείνη την μακρινή εποχή ούτε την ηλικία του ανθρώπινου είδους, ούτε είχε ακόμα αναπτυχθεί η συγκριτική θρησκειολογία.

«Η πατερική θεολογία στηρίζεται εξολοκλήρου στο περιεχόμενο του τρίτου κεφαλαίου της Γένεσης» (Ν. Ματσούκας).

Γένεση, 3: 1-24
«Ο δε όφις ην φρονιμώτατος πάντων των θηρίων των επί της γης ων εποίησεν Κύριος ο θεός» (Γένεση, 3: 1).

Η διήγηση είναι ξεκάθαρη. Μιλάει για φίδι. Ούτε για τον Σατανά, ούτε για τις δυνάμεις του κακού. Συνυπολογίζεται με τα «θηρία» της γης «ων εποίησεν Κύριος ο Θεός». Ο Θεός λοιπόν έφτιαξε το φίδι όπως και όλα τα άλλα. Αντιθέτως, τον Σατανά δεν τον έφτιαξε ο Θεός. Ο Θεός, πάντα κατά την θεολογία, έφτιαξε τον Εωσφόρο. Αυτός είναι που αποστάτησε και έγινε Σατανάς, δηλαδή αντικείμενος. Αν ταυτίσουμε το φίδι με τον Σατανά, τότε ο Θεός έφτιαξε τον Εωσφόρο ως Σατανά. Γιατί όμως δεν αναφέρεται ο «Σατανάς», έστω ως υποκινητής του φιδιού; Διότι προφανώς, δεν είχε ακόμα κατασκευαστεί η έννοιά του κατά τον 9ο αιώνα π. κ. ε που ανάγεται η Γιαχβική πηγή.

Μία δεύτερη παρατήρηση είναι, ότι ενώ στην μετάφραση των Εβδομήκοντα αναφέρεται ότι ήταν «φρονιμότατος», στην μετάφραση του Σύμμαχου αναφέρεται ως «πανουργότερος», και «πανούργος» κατά τον Ακύλα και τον Θεοδοτίωνα. (Ωριγένης, Εξαπλά, Fridericus Field, Oxford University Press, σ. 15). Αυτή η αντίθεση ίσως να είναι μέρος της ερμηνευτικής. Επειδή είναι αντιφατικό κάτι που είναι φρονιμότατο να οδηγεί στον όλεθρο, κάποιοι μεταφραστές σκέφτηκαν να του αποδώσουν εξ αρχής την μοχθηρία. Περιττό να αναφέρουμε, ότι ένα φίδι δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι είτε «φρόνιμο», είτε «πανούργο».

«και είπεν ο όφις τη γυναικί τι ότι είπεν ο θεός ου μη φάγητε από παντός ξύλου του εν τω παραδείσω και είπεν η γυνή τω όφει από καρπού ξύλου του παραδείσου φαγόμεθα απο δε καρπού του ξύλου ο εστίν εν μέσω του παραδείσου είπεν ο θεός ου φάγεσθε απ' αυτού ουδέ μη άψησθε αυτού ίνα μη αποθανήτε» (Γένεση, 3: 1-3).

Στην συνέχεια, η αφήγηση αναφέρει τον διάλογο μεταξύ Εύας-φιδιού. Πέρα από το αδύνατο του πράγματος, θα ήθελα να σταθώ σε αυτά που προβάλλονται από το βάθος. Την «ολέθρια» διαλεκτική και την δήθεν «κατωτερότητα» του γυναικείου φύλου.

Οι συγγραφείς, βάζουν το φίδι να πιάνει κουβέντα με την Εύα. Η Εύα, αφού αναφέρει ορισμένες ενστάσεις, τελικά πείθεται και οδηγείται η ίδια και ο Αδάμ στην καταστροφή.

Η διαλεκτική (που παρουσιάζεται ως εργαλείο του όφεως) είναι αντίθετη και ενάντια στο πρόσταγμα της θρησκευτικής εξουσίας, που δεν δέχεται εξέταση ή αντιρρήσεις. Αυτό κατακρίνεται έμμεσα εδώ. Ενώ στο δεύτερο κεφάλαιο έχουμε έναν Θεό που προστάζει τον Αδάμ για το «καλό» του, χωρίς όμως να του εξηγεί το «γιατί» και το «πως», εδώ έχουμε στιχομυθία, αντίρρηση, πειθώ.

Ο όφις πάει στην γυναίκα, δεν πάει στον άνδρα. Η γυναίκα είναι που δεν τήρησε πρώτη την εντολή του Θεού και που παρέσυρε τον Αδάμ. Αυτή η αντίληψη για την δήθεν κατωτερότητα του γυναικείου φύλου και του ότι είναι υπεύθυνη, θα περάσει και στον Χριστιανισμό. Θα γράψει ο πλαστογράφος της Α΄ προς Τιμόθεον επιστολής, μιας επιστολής στο όνομα του Παύλου αλλά χωρίς να είναι δική του κατά τους μελετητές, «Γυναικί δε διδάσκειν ουκ επιτρέπω, ουδέ αυθεντείν ανδρός, αλλ’ εν ησυχία. Αδάμ γαρ πρώτος επλάσθη, είτα Εύα· και Αδάμ ουκ ηπατήθη, η δε γυνή απατηθείσα εν παραβάσει γέγονε» (κεφ. 2: 12-14).

«και είπεν ο όφις τη γυναικί ου θανάτω αποθανείσθε ήδει γαρ ο θεός ότι εν η αν ημέρα φάγητε απ' αυτού διανοιχθήσονται υμών οι οφθαλμοί και έσεσθε ως θεοί γινώσκοντες καλόν και πονηρόν» (Γένεση, 3: 4-5).

Ας εξετάσουμε την συμπεριφορά του Θεού και την συμπεριφορά του φιδιού απέναντι στον άνθρωπο. Ο Θεός, χωρίς να εξηγήσει το «γιατί», έδωσε στον Αδάμ μια εντολή. Τον είχε διατάξει: «Ενετείλατο Κύριος ο Θεός τον Αδάμ λέγων από παντός ξύλου του εν τω παραδείσω βρώσει φάγη, από δε του ξύλου του γινώσκειν καλόν και πονηρόν ου φάγεσθε απ’ αυτού η δ’ αν ημέρα φάγητε απ’ αυτού θανάτω αποθανείσθε» (Γένεση, 2: 16-17). Στην μετάφραση του Σύμμαχου, αναφέρεται κάτι παραπλήσιο: «Ου μη φάγη απ’ αυτού· ην δ’ αν ημέρα φάγη από του ξύλου, θνητός έση» (Ωριγένης, Εξαπλά, Fridericus Field, Oxford University Press, σ. 14). Γιατί όμως θα γινόταν αυτό; Γιατί θα ξέφευγε η κατάσταση από έναν παντοδύναμο Θεό; Γράφει ο Ν. Ματσούκας, «Η πατερική θεολογία εντάσσει όλο αυτό το δράμα και τη σχέση στα όρια κτιστού- ακτίστου, όντος και μη όντος. Η κτίση νομοτελειακά μετέχει στον άκτιστο Θεό. Η μετοχή αυτή εξασφαλίζει το είναι και την περαιτέρω προκοπή. Η περαιτέρω αυτή προκοπή των λογικών πλασμάτων, κατά τα δεδομένα του κατ’ εικόνα και του καθ’ ομοίωσιν, πραγματώνεται στην υπάκοη σχέση του μη όντος, του κτίσματος, προς τον ζωοδότη Θεό. Επομένως μια στρεβλή και ανυπάκοη σχέση δεν εξαφανίζει μηδενιστικά τον άνθρωπο, αλλά διακόπτει την ανάπτυξη, σκοτεινιάζει το ζωτικό περιβάλλον της ζωοποιού σχέσης» (Δογματική και συμβολική θεολογία, τ. Γ΄, σ. 204). Ακόμα όμως και με αυτήν την ερμηνεία, πάλι δεν εξηγείται το γιατί ο παντοδύναμος θεός που έφτιαξε τον άνθρωπο, δεν κατάφερε να «θεραπεύσει» αυτήν την σχέση αμέσως. Ένας που αγαπάει, δεν παραιτείται έτσι εύκολα. Αν ένας άνθρωπος κάνει τα πάντα για να σώσει την σχέση του, πόσο περισσότερο ένας παντοκράτορας Θεός.

Από τι εμποδίστηκε ο Θεός; Γιατί τιμώρησε τον άνθρωπο, όπως θα δούμε παρακάτω; Ποιος νοήμων άνθρωπος δεν θα επιθυμούσε την πρότερη κατάσταση; Η Βίβλος, σε άλλο σημείο, είναι ξεκάθαρη στο ότι όταν ο άνθρωπος λυπηθεί κατά Θεό, τότε μέσα του γεννιέται η μετάνοια που οδηγεί σε σωτηρία αμεταμέλητη (Β΄ Κορινθίους, 7: 10).

Υποτίθεται ότι μιλούσαν με τον Θεό, άρα η ύπαρξή του ήταν δεδομένη σε εκείνους. Πάντως, τόσο στην περίπτωση του ανθρώπου όπως και στην περίπτωση του Εωσφόρου, δεν μας δίδονται σαφείς απαντήσεις στο γιατί δεν συνήλθαν οι «εκπεσόντες». Τόσο αναίσθητοι ήταν; Τόσο άφρονες; Ή απλά δεν συνέβησαν ποτέ όλα αυτά; Μήπως είναι ένα κατασκευασμένο σενάριο που αποσκοπεί σε πολύ συγκεκριμένους θρησκευτικούς στόχους;

Το φίδι πάντως αποκαλύπτει πράγματα που ήξερε ο Θεός, αλλά ποτέ δεν τα ανακοίνωσε στο πλάσμα του. Λέει, ότι η βρώση από το δέντρο της γνώσης του καλού και του κακού, όχι μόνο δεν θα είχε ως συνέπεια τον θάνατο, αλλά θα διανοίγονταν τα μάτια τους και θα γίνονταν ως θεοί, γνωρίζοντες το καλό και το πονηρό. Αυτά επαληθεύτηκαν. Όπως θα δούμε και παρακάτω, οι «πρωτόπλαστοι» έφτασαν στην ισοθεΐα. Ο θάνατος, τα δεινά, και η έξωσή τους από την Εδέμ, επεβλήθησαν ως ποινές, και δεν είχαν καμία σχέση με την βρώση του συγκεκριμένου καρπού. Ήταν η αντίδραση ενός μοχθηρού όντος που οι δούλοι του δεν τον υπάκουσαν. Αλλά γιατί λέει «διανοιχθήσονται υμών οι οφθαλμοί»; Διότι προφανώς, ήσαν κλειστοί. Ο Θεός τους είχε κλειστά τα πνευματικά μάτια, κρατώντας τους μακριά από την γνώση. Ο Σύμμαχος μεταφράζει το «διανοιχθήσονται» των Εβδομήκοντα, ως «συνετισθήσονται» (Ωριγένης, Εξαπλά, Fridericus Field, Oxford University Press, σ. 16).

Ο Θεός είχε βάλει το συγκεκριμένο δέντρο μέσα στην Εδέμ και είχε δώσει εντολή απαγόρευσης. Γιατί όμως το τοποθετεί, ενώ ήξερε ότι θα είχε οδυνηρές συνέπειες για τον άνθρωπο και για όλη την κτίση, που έτσι και αλλιώς δεν συμμετείχε στην «παράβαση»; Και γιατί απαγορεύει την γνώση και την σύνεση; Εύλογα ρωτά ο Πορφύριος, «Γιατί ο Θεός απαγόρευσε την γνώση του καλού και του κακού; Σύμφωνοι, απαγόρευσε το κακό, αλλά γιατί και το καλό(Απόσπασμα 42).

Διότι, το ιερατείο απαγορεύει την γνώση. Αυτή κατακρίνεται στα χωρία αυτά. Αυτό είναι το μήνυμα. Η εντολή του Θεού, είναι η εντολή του ιερατείου. Και αυτό, δεν θέλει σκεπτόμενους ανθρώπους. Θέλει υπάκουους δούλους. Γράφει ο Ιουλιανός στο «Κατά Γαλιλαίων», «Δεν είναι υπερβολικά παράλογο να απαγορεύει ο θεός να ξεχωρίζουν οι άνθρωποι που ο ίδιος έπλασε το καλό από το κακό; Διότι τί θα μπορούσε να είναι πιο ηλίθιο από κάποιον που δεν μπορεί να ξεχωρίζει το καλό από το κακό; Διότι είναι φανερό ότι τα δεύτερα, εννοώ τα κακά, δεν θα τα αποφύγει, ενώ τα πρώτα, εννοώ τα καλά, δεν θα τα επιδιώξει» (89a).

«και είδεν η γυνή ότι καλόν το ξύλον εις βρώσιν και ότι αρεστόν τοις οφθαλμοίς ιδείν και ωραίον εστίν του κατανοήσαι και λαβούσα του καρπού αυτού έφαγεν και έδωκεν και τω ανδρί αυτής μετ' αυτής και έφαγον και διηνοίχθησαν οι οφθαλμοί των δυο και έγνωσαν ότι γυμνοί ήσαν και έρραψαν φύλλα συκής και εποίησαν εαυτοίς περιζώματα και ήκουσαν την φωνήν κυρίου του θεού περιπατούντος εν τω παραδείσω το δειλινόν και εκρύβησαν ο τε Αδάμ και η γυνή αυτού από προσώπου κυρίου του θεού εν μέσω του ξύλου του παραδείσου» (Γένεση, 3: 6-8).

Η Εύα πείθεται και δοκιμάζει από το δέντρο της γνώσης, το οποίο ήταν καλό στην γεύση, ευάρεστο στα μάτια και ωραίο. Γιατί να είναι έτσι; Γιατί να μην είναι ξερό; Γιατί να μην έχει καρπούς; Γιατί να υπάρχει; Είναι φανερό, ότι εδώ κατακρίνεται και η ομορφιά, το ωραίο.

Η θεολογία ισχυρίζεται: «Στον Παράδεισο ο άνθρωπος έπρεπε να γυμνάσει τη βούλησή του στον αγώνα και τη διελκυστίνδα υπακοής- παρακοής, για να φτάσει με τη συνδημιουργική ανάπτυξη στην ισοθεΐα, στο καθ’ ομοίωσιν Θεού, που είναι δώρα του πλάστη. Το δέντρο της γνώσης του καλού και του κακού, κατά τον Ιωάννη Δαμασκηνό είναι για τη δοκιμασία και τη γυμνασία της ανθρώπινης βούλησης» (Δογματική και συμβολική θεολογία, τ. Γ΄, σ. 205).

Όμως, για να έχει νόημα μία τέτοια «γυμνασία», θα έπρεπε ο άνθρωπος να είναι ενήμερος. Να ξέρει γιατί επιλέγει. Τέτοια πράγματα δεν υπάρχουν βέβαια στην υπό εξέταση αφήγηση. Ο άνθρωπος είχε δύο επιλογές. Είτε να υπακούσει και να μην φάει, είτε να παρακούσει και να φάει. Η όποια ελευθέρα βούλησή του, περιορίζεται ανάμεσα σε αυτά τα δύο ενδεχόμενα. Αυτό το εύρος όμως των δύο αυτών επιλογών, δεν καθορίστηκε από τον ίδιο τον άνθρωπο. Άλλος το καθόρισε. Κατά λογική συνέπεια, η ελευθερία του είναι περιορισμένη. Δεν επιλέγει αυτό που πραγματικά θέλει, αλλά άγεται και φέρεται από την ανάγκη υπακοής, ή μη υπακοής. Σαν να βρίσκεται ξαφνικά σε ένα σταυροδρόμι και καλείται να επιλέξει ανάμεσα σε δρόμους. Εκεί όμως δεν βρέθηκε επειδή το ήθελε. Και αν θέλει να διαλέξει άλλον δρόμο, αυτός δεν υπάρχει.

Επειδή ο άνθρωπος, κατά τον Αριστοτέλη, από την φύση του αρέσκεται στο να γνωρίζει –κάτι που ξέρουν οι κατασκευαστές των θρησκευτικών κειμένων, για αυτό τον λόγο παρουσιάζουν τον καρπό της γνώσης όμορφο μεν, αλλά που κρύβει την καταστροφή. Το άνοιγμα των οφθαλμών παρουσιάζεται ως «γύμνωση». Τότε ακριβώς ακούν τα «βήματα» του Θεού. Δεν είναι όμως παράξενο που ο Θεός ρωτά πού είναι ο Αδάμ και η Εύα; Ακόμα και αν ρωτά ρητορικά, αυτό που καταλαβαίνουμε είναι ότι έρχεται μάλλον για να απαγγείλει ποινές, παρά για να γιατρεύσει. Επίσης, γιατί επεμβαίνει τώρα και όχι νωρίτερα; Γιατί δεν εμπόδισε το φίδι; Έλειπε; Δεν είναι πανταχού παρών; Ένα φίδι, που ο ίδιος έφτιαξε, έπεισε τον άνθρωπο να γευτεί από το «δέντρο της γνώσης», που πάλι ο Θεός εποίησε. Ο Θεός είναι απών από όλα αυτά, και εμφανίζεται στο τέλος για να απαγγείλει τις τιμωρίες.

«και εκάλεσεν κύριος ο θεός τον Αδάμ και είπεν αυτώ Αδάμ που ει και είπεν αυτώ την φωνήν σου ήκουσα περιπατούντος εν τω παραδείσω και εφοβήθην ότι γυμνός ειμί και εκρύβην και είπεν αυτώ τις ανήγγειλεν σοι ότι γυμνός ει μη από του ξύλου ου ενετειλάμην σοι τούτου μόνου μη φαγείν απ' αυτού έφαγες και είπεν ο Αδάμ η γυνή ην έδωκας μετ' εμού αύτη μοί έδωκεν από του ξύλου και έφαγον και είπεν κύριος ο θεός τη γυναικί τι τούτο εποίησας και είπεν η γυνή ο όφις ηπάτησεν με και έφαγον» (Γένεση, 3: 9-13).

Το ιερατείο, δικαιολογώντας τον Θεό ως άμοιρο ευθύνης, παρουσιάζει τους μη υπεύθυνους ως υπεύθυνους. Ζητά λόγο από ανθρώπους, που χαρακτηρίζονται από την πατερική θεολογία ως «νήπια». Η νηπιότητά τους δηλώνει την έλλειψη εμπειρίας. Γράφει ο Ν. Ματσούκας σχετικά: «Αντί ο ατελής άνθρωπος, ο νήπιος, να πάρει το δρόμο της προκοπής και της τελείωσης, για να γίνει θεός κατά χάρη, επαναστατεί και βάζει κατά φαντασία στο θρόνο του θεού τον εαυτό του, σταματώντας να τον δοξάζει και να τον ευχαριστεί» (Δογματική και συμβολική θεολογία, τ. Γ΄, σ. 206).

Ο Θεός ζητά λόγο από τα «νήπια» και τα τιμωρεί, όπως και την υπόλοιπη κτίση που δεν φταίει σε κάτι. Ο Αδάμ κατακρίνει την Εύα και η Εύα το φίδι. Παράλογο σενάριο, που σε παλαιότερες εποχές εξυπηρετούσε πολύ.

«και είπεν κύριος ο θεός τω όφει ότι εποίησας τούτο επικατάρατος συ από πάντων των κτηνών και από πάντων των θηρίων της γης επί τω στήθει σου και τη κοιλία πορεύση και γην φάγη πάσας τας ημέρας της ζωής σου» (Γένεση, 3: 14).

Από εδώ και κάτω, αρχίζουν οι τιμωρίες. Εδώ, ο Θεός καταριέται το φίδι. Αν το φίδι, κατά όπως λένε οι θεολόγοι, αντιπροσωπεύει τις δυνάμεις του κακού, η κατάρα πάει στο φίδι και όχι σε αυτές. Όπως θα δούμε όμως παρακάτω, το φίδι είναι που είπε την αλήθεια που απέκρυψε ο θεός.

«και έχθραν θήσω ανά μέσον σου και ανά μέσον της γυναικός και ανά μέσον του σπέρματος σου και ανά μέσον του σπέρματος αυτής αυτός σου τηρήσει κεφαλήν και συ τηρήσεις αυτού πτέρναν»(Γένεση, 3: 15).

Εδώ, οι χριστιανοί βλέπουν το «πρωτευαγγέλιο». Βλέπουν «προφητεία» για την αποστολή του Υιού του Θεού προκειμένου να συντρίψει τον Διάβολο και να λυτρώσει το ανθρώπινο γένος. Είναι όμως πασιφανές, ότι στα παραπάνω ασαφή λόγια, ο καθένας θα μπορούσε να ισχυριστεί το οτιδήποτε. Ας επιχειρήσουμε μια μικρή ανάλυση, και ας δούμε κατά πόσο μπορεί να υπονοείται εδώ ο Χριστός. Ο Θεός θα στήσει έχθρα μεταξύ του φιδιού και της γυναίκας. Ποιάς γυναίκας; Της γυναίκας που έχει μπροστά του, της Εύας. Και ανάμεσα στο σπέρμα του φιδιού και στο σπέρμα της συγκεκριμένης γυναίκας. «Σπέρμα», μπορεί να νοηθεί και ο «απόγονος», στην Βίβλο. Είτε δεχτούμε το φίδι ως φίδι, είτε ως τον Διάβολο, είναι αδύνατον να μιλάμε για απογόνους. Στην πρώτη περίπτωση είναι γελοίο (και δεν είναι το μόνο) και στην δεύτερη, ο Διάβολος δεν έχει απογόνους, καθώς υποτίθεται ότι είναι πνεύμα. Κάποιος απόγονος της Εύας θα τσιμπήσει το κεφάλι του φιδιού και το φίδι (το συγκεκριμένο!) θα του τσιμπήσει την φτέρνα. Νομίζω ότι η υποτιθέμενη «προφητεία» είναι...«ξεκάθαρη».

«και τη γυναικί είπεν πληθύνων πληθύνω τας λύπας σου και τον στεναγμόν σου εν λύπαις τέξη τέκνα και προς τον άνδρα σου η αποστροφή σου και αυτός σου κυριεύσει τω δε Αδάμ είπεν ότι ήκουσας της φωνής της γυναικός σου και έφαγες από του ξύλου ου ενετειλάμην σοι τούτου μόνου μη φαγείν απ' αυτού επικατάρατος η γη εν τοις έργοις σου εν λύπαις φάγη αυτήν πάσας τας ημέρας της ζωής σου ακάνθας και τριβόλους ανατέλει σοι και φάγη τον χόρτον του αγρού εν ιδρώτι του προσώπου σου φάγη τον άρτον σου έως του αποστρέψαι σε εις την γην εξ ης ελήμφθης οτι γη ει και εις γην απελεύση» (Γένεση, 3: 16-19).

Στο σημείο αυτό, οι άγνωστοι συγγραφείς και διασκευαστές, προσπαθούν να απαντήσουν στο πρόβλημα του κακού, από την άποψη των συνεπειών. Ο Θεός πληθαίνει τους πόνους της κυοφορίας και θέτει την γυναίκα κάτω από την κυριαρχία του άνδρα. Μάλιστα, ο Σύμμαχος μεταφράζει ως «ορμή», την λέξη «αποστροφή» των Εβδομήκοντα. (Ωριγένης, Εξαπλά, Fridericus Field, Oxford University Press, σ. 16).

Καταριέται και τον Αδάμ. Καταριέται την γη και καταδικάζει τον άνθρωπο να πεθαίνει και να επιστρέφει στο χώμα. Ο Θεοδοτίων μεταφράζει, «επικατάρατος η [γη] αδαμά εν τη παραβάσει σου» (Ωριγένης, Εξαπλά, Fridericus Field, Oxford University Press, σ. 16).

Αν ο θεός επενέβαινε σωτήρια, δεν θα υπήρχε όλη αυτή η κατάληξη. Αντί να φροντίσει να προστατεύσει τους «πρωτόπλαστους» και να μην γίνει το θέλημα των αντίθεων δυνάμεων, φροντίζει να τους δώσει...δερμάτινους χιτώνες.

«και εκάλεσεν Αδάμ το όνομα της γυναικός αυτού ζωή ότι αύτη μήτηρ πάντων των ζώντων και εποίησεν κύριος ο θεός τω Αδάμ και τη γυναικί αυτού χιτώνας δερματίνους και ενέδυσεν αυτούς» (Γένεση, 3: 20-21).

Για την θεολογία όμως, «Όλα αυτά τα δεινά πείθουν ότι ο αφηγητής και συντάκτης του κειμένου εν ουδενί κατ’ ουδένα τρόπον ουδαμώς εννοεί τη σχέση του ανθρώπου προς το συγκεκριμένο θείο θέλημα με περιεχόμενο ηθικό, νομικό και δικαιικό» (Δογματική και συμβολική θεολογία, τ. Γ΄, σ. 201).

Είναι οι γνωστές θεολογικές «σάλτσες». Τώρα, από πού γνωρίζουν οι ανώνυμοι συντάκτες, αν υποθέσουμε ότι όλα αυτά είναι γεγονότα, όλα όσα συνέβησαν και το τι ειπώθηκε; Αφού δεν υπήρχαν άλλοι άνθρωποι. Πως ήξεραν τι έγινε περίπου 5.000 χρόνια πριν από αυτούς; Και γιατί υπάρχουν διαφορές στις μεταφράσεις;

Και τώρα ερχόμαστε στο πιο αποκαλυπτικό χωρίο του κεφαλαίου...
«και είπεν ο θεός ιδού Αδάμ γέγονεν ως εις εξ ημών του γινώσκειν καλόν και πονηρόν και νυν μήποτε εκτείνη την χείρα και λάβη του ξύλου της ζωής και φάγη και ζήσεται εις τον αιώνα» (Γένεση, 3: 22).

Βλέπουμε, ότι το φίδι είχε δίκιο. Η βρώση του καρπού οδήγησε τους «πρωτόπλαστους» στην ισοθεΐα. Κάτι που δεν τους είχε πει ο Θεός. Ο Αδάμ έγινε σαν ένας από εμάς, γνωρίζοντας το καλό και το πονηρό, λέει ο Θεός, μιλώντας στο πρώτο πληθυντικό. Αν δεχτούμε ότι όντως ο Αδάμ έπεσε, εφόσον έφτασε στην ισοθεΐα, άρα και ο Θεός είναι σε πτώση. Αν δεχτούμε ότι ο Θεός δεν είναι σε πτώση, συνεπώς ούτε ο Αδάμ είναι. Αν η γνώση του καλού και του κακού είναι «πτώση», εδώ ο Θεός παρουσιάζεται να έχει αυτή τη γνώση.

Το μόνο που θα μπορούσαμε να δεχτούμε δια της λογικής, είναι ότι θεωρείται «πτώση», διότι απλά δεν υπάκουσε στον θεό. Σε αυτό συνηγορεί και η μετάφραση του Σύμμαχου, ο οποίος την φράση, «ιδού Αδάμ γέγονεν ως εις εξ ημών του γινώσκειν καλόν και πονηρόν», την μεταφράζει ως «Ιδέ, ο Αδάμ γέγονε ομού αφ’ εαυτού γινώσκειν καλόν και πονηρόν» (Ωριγένης, Εξαπλά, Fridericus Field, Oxford University Press, σ. 17).

Επίσης, σε κανένα σημείο δεν είδαμε την πρόθεση του θεού να του δώσει αργότερα τον καρπό. Αν θεωρήσουμε ότι ως «θεός», υπονοείται το ιερατείο και ο καρπός η «απαγορευμένη γνώση» που δεν πρέπει να διαρρεύσει στους κοινούς θνητούς, τότε ίσως να βρισκόμαστε μπροστά σε μία κωδικοποιημένη «αλήθεια» που κρύβεται πίσω από μύθους και σύμβολα.

Και καταλήγει η αφήγηση: «και εξαπέστειλεν αυτόν κύριος ο θεός εκ του παραδείσου της τρυφής εργάζεσθαι την γην εξ ης ελήμφθη και εξέβαλεν τον Αδάμ και κατώκισεν αυτόν απέναντι του παραδείσου της τρυφής και έταξεν τα χερουβίμ και την φλογίνην ρομφαίαν την στρεφομένην φυλάσσειν την οδόν του ξύλου της ζωής» (Γένεση, 3: 23-24).

Κλείνουμε με τον σχολιασμό του Ιουλιανού:
Το σπουδαιότερο είναι ότι ο θεός απαγόρευσε στον άνθρωπο να γευθεί τη φρόνηση, από την οποία πιο πολύτιμο δεν θα μπορούσε να υπάρχει για τον άνθρωπο. Διότι είναι βέβαια φανερό ακόμη και στους ανόητους ότι η διάκριση του καλού από το χειρότερο είναι έργο της φρόνησης · επομένως το φίδι είναι περισσότερο ευεργέτης και όχι καταστροφέας του ανθρωπίνου γένους. Για τους λόγους αυτούς ο θεός πρέπει να χαρακτηρίζεται φθονερός. Διότι, όταν είδε ότι ο άνθρωπος μετέχει στη φρόνηση, για να μην απολαύσει, λέει, το ξύλο της ζωής, τον έδιωξε από τον παράδεισο. Αν λοιπόν ο καθένας από τους μύθους αυτούς δεν έχει κάποια κρυφή ερμηνεία, όπως εγώ πιστεύω, οι λόγοι για τον θεό είναι γεμάτοι από πολλές βλασφημίες. Διότι η άγνοια, ότι αυτή που δημιουργήθηκε ως βοηθός του θα γίνει η αιτία της πτώσης του και η απαγόρευση της γνώσης του καλού και του κακού, κάτι που φαίνεται ότι δίνει συνοχή στον ανθρώπινο νου, κι ακόμη ο φθόνος μήπως ο άνθρωπος παίρνοντας από το δέντρο της ζωής από θνητός γίνει αθάνατος είναι χαρακτηριστικό φθονερού και ζηλότυπου πολύ όντος.
(89b- 94a)
------------------
Υποσημείωση
Την ερμηνευτική παραποίηση της διηγήσεως του τρίτου κεφαλαίου της «Γενέσεως» από τους χριστιανούς, παραδέχεται έμμεσα και ο Ιωάννης Ρωμανίδης, στο βιβλίο του «Το Προπατορικό αμάρτημα», εκδόσεις Π. Πουρναρά, έκδοση τρίτη, όπου γράφει:
Η ιδέα περί ηθικής τελειώσεως δεν εμφανίζεται σαφώς εις την διήγησιν της Γενέσεως περί δημιουργίας και πτώσεως. Υποστηρίζεται ότι η πτώσις εν τη Γενέσει, φέρει μάλλον μορφή δικανική. Ο Θεός μαζί με άλλας εντολάς δίδει εις τους πρωτόπλαστους και μίαν απαγορευτικήν εντολήν, της οποίας η παράβασις θα επέφερεν τας ταλαιπωρίας και τον θάνατον. Η άποψις αύτη περί προπατορικού αμαρτήματος, μακράν βεβαίως της γνωστής μεταγενεστέρας φιλοσοφικής επεξεργασίας του Αυγουστίνου, διετηρήθη άνευ σημαντικής τινός αλλαγής υπό του μεταγενεστέρου Ιουδαϊσμού» (σελ. 118-119). Επίσης, λίγο παρακάτω, συμπληρώνει: «Οι Πατέρες και συγγραφείς της υπό εξέτασιν περιόδου πραγματεύονται το θέμα της πτώσεως υπό τας συνήθεις της βιβλικής παραδόσεως μορφάς, επί πλέον όμως προσθέτουν ορισμένα δια τον χριστιανισμόν ουσιαστικά στοιχεία, ειλημμένα εκ της περί ανθρωπίνου προορισμού διδασκαλίας του Χριστού».

(σελ. 120-121)

ΔΕΣ: Τελική Παραλλαγή  

Ο Λάο Τζου καταδίκασε σε φυλακή τόσο τον πλούσιο όσο και τον κλέφτη

Ο Λάο Τζου έζησε σύμφωνα με το δικό του φως, πάλεψε, δεν δραπέτευσε. Έγινε τόσο σοφός ώστε ο αυτοκράτορας τον κάλεσε να γίνει ο πρωθυπουργός του. Εκείνος αρνήθηκε. Είπε, «Δεν Θα πετύχει επειδή είναι μάλλον απίθανο να καταλήξουμε στα ίδια συμπεράσματα για τα πράγματα. Εσύ ζεις σύμφωνα με τα ιδανικά των προγόνων σου· εγώ ζω σύμφωνα με την ίδια μου τη συνείδηση». Όμως ο αυτοκράτορας επέμενε· δεν θεωρούσε ότι θα υπήρχε κάποιο πρόβλημα.

Την πρώτη ‘μέρα στο δικαστήριό του, τού έφεραν έναν κλέφτη • τον είχαν πιάσει στα πράσα, να κλέβει από τον πιο πλούσιο άνδρα στην πρωτεύουσα – και ομολόγησε ότι έκλεψε. Ο Λάο Τζου καταδίκασε σε έξι μήνες φυλακή τόσο τον πλούσιο όσο και τον κλέφτη. Ο πλούσιος είπε, « Τι; Με έκλεψαν, είμαι θύμα και τιμωρούμαι; Είσαι τρελός; Δεν υπάρχει προηγούμενο σε όλη την ιστορία να τιμωρείται ο άνθρωπος που έπεσε θύμα κλοπής».

Ο Λάο Τζου είπε, «Στην πραγματικότητα θα έπρεπε να σου δοθεί μεγαλύτερη ποινή φυλάκισης από τον κλέφτη -είμαι πάρα πολύ συμπονετικός- επειδή μάζεψες όλα τα χρήματα της πόλης. Νομίζεις ότι τα χρήματα πέφτουν από τον ουρανό; Ποιος έχει κάνει αυτούς τους ανθρώπους τόσο φτωχούς ώστε να πρέπει να γίνουν κλέφτες; Εσύ είσαι-υπεύθυνος.

«Και αυτή θα είναι η κρίση μου σε κάθε περίπτωση κλοπήςˑ και τα δύο άτομα θα πάνε φυλακή. Το έγκλημά σου είναι πολύ πιο βαθύ, το δικό του έγκλημα δεν είναι τίποτε. Είναι φτωχός κι εσύ είσαι υπεύθυνος γι’ αυτό. Κι αν έκλεψε λίγα χρήματα από τους θησαυρούς σου, δεν ήταν και μεγάλο έγκλημα. Αυτά τα χρήματα ανήκουν σε πολλούς από τους φτωχούς ανθρώπους από τους οποίους τα πήρες. Γινόσουν όλο και πιο πλούσιος και πολλοί άλλοι άνθρωποι γίνονταν όλο και πιο φτωχοί».

Ο πλούσιος σκέφτηκε, «Αυτός ο άνθρωπος πρέπει να είναι τρελός, απολύτως τρελός». Είπε, «Θέλω μια ευκαιρία να δω τον αυτοκράτορα». Ήταν τόσο πλούσιος ώστε ακόμη και ο αυτοκράτορας δανειζόταν χρήματα από εκείνον. Είπε στον αυτοκράτορα τί είχε συμβεί. Του είπε, «Αν δεν απομακρύνεις αυτόν τον άνδρα από την αυλή θα βρεθείς κι εσύ στη φυλακή σαν εμένα — επειδή θα σου ζητήσει κάποια στιγμή να λογοδοτήσεις για το πού βρήκες όλους σου τους θησαυρούς; Αν εγώ είμαι εγκληματίας, τότε εσύ είσαι πολύ μεγαλύτερος εγκληματίας». Ο αυτοκράτορας είδε τη λογική της κατάστασης. Είπε στον Λάο Τζου, «Ίσως να είχες δίκιο όταν είπες ότι θα είναι δύσκολο να φτάσουμε στα ίδια συμπεράσματα. Απαλλάσσεσαι από τα καθήκοντά σου».

Ζήσε με τους δικούς σου όρους

Είσαι πλούσιος, απέραντα πλούσιος

Μια φράση του Βούδα λέει: “Το δώρο της αλήθειας υπερέχει όλων των άλλων δώρων.” Και η δική μου αλήθεια είναι η αγάπη. Η λέξη “αλήθεια” μού φαίνεται κάπως στεγνή, σαν έρημος.

Δεν είμαι πολύ συντονισμένος με τη λέξη “αλήθεια”. Φαίνεται υπερβολικά λογική, υπερβολικά εγκεφαλική.

Η αγάπη σε κάνει μία ενότητα- όχι ένωση, να θυμάσαι, αλλά ενότητα- επειδή στην ένωση, εκείνοι που ενώνονται, παραμένουν χώρια. Στην ενότητα διαλύονται, γίνονται ένα, λιώνουν ο ένας μέσα στον άλλον. Όταν η αγάπη σού έχει δώσει ενότητα, αυτή είναι η στιγμή που ονομάζω στιγμή αλήθειας. Η αγάπη σού δίνει ενότητα μέσα στον βαθύτερο πυρήνα σου. Δεν είσαι πια σώμα, δεν είσαι πια νους, δεν είσαι πια ψυχή. Είσαι απλώς ένα- ανώνυμος, ακαθόριστος, αταξινόμητος. Δεν είσαι πια καθορισμένος, δεν είσαι προσδιορισμένος. Ένα μυστήριο, μια χαρά, μια έκπληξη, μια αγαλλίαση, ένα μεγάλο γλέντι…

Ύστερα σκέφτηκα να σας δώσω κάτι όμορφο αυτή τη μέρα. Και θυμήθηκα το Τραγούδι του Διαλογισμού, του Χακούιν. Είναι ένα πολύ μικρό τραγούδι, όμως είναι ένα σπουδαίο δώρο.

Ο Χακούιν είναι ένας από τους μεγαλύτερους δασκάλους του Ζεν. Το τραγούδι του περιέχει τα πάντα- ένα μικρό τραγούδι μερικών στίχων. Είναι σαν σπόρος- πολύ μικρό, αν όμως του επιτρέψεις να περάσει μέσα από την καρδιά σου, μπορεί να γίνει ένα πολύ μεγάλο δέντρο.

Χωρίς να γνωρίζουν πως βρίσκεται κοντά,
το ψάχνουν μακριά.
Τι κρίμα!
Είναι σαν εκείνον που βρίσκεται μέσα στο νερό
και κραυγάζει για τη δίψα του.
Είναι σαν το παιδί από πλούσιο σπίτι,
που έχει χάσει το δρόμο του ανάμεσα στους φτωχούς.

Κι έχει ξεχάσει πως είναι πλούσιο. Μπορεί να έχει γίνει ζητιάνος.


Είσαι πλούσιος, απέραντα πλούσιος. Όλοι σας είσαστε αυτοκράτορες, όλοι σας είσαστε θεοί και θεές- απλώς αναγνώρισέ το. Μην προσκολλάσαι υπερβολικά στη ζητιανιά. Η επιθυμία δημιουργεί το ζητιάνο. Ακόμα κι ένας άνθρωπος σαν τον Αλέξανδρο είναι ζητιάνος, επειδή η επιθυμία βρίσκεται εκεί. Δες τους πλουσιότερους ανθρώπους αυτής της γης και θα δεις σκέτους ζητιάνους και τίποτε άλλο. Και μερικές φορές συμβαίνει να συναντάς ένα ζητιάνο και βλέπεις έναν αυτοκράτορα να κάθεται κάτω από ένα δέντρο- χωρίς να έχει τίποτα, χωρίς να κατέχει τίποτα.

Αποκτάς τον εαυτό σου, έχεις αποκτήσει τα πάντα. Είσαι κύριος του εαυτού σου κι έχει γίνει κύριος των πάντων. Αποκτώντας πράγματα, θα παραμείνεις ζητιάνος. Οι άνθρωποι αλλάζουν συνεχώς, αλλά δεν μεταμορφώνονται. Αποκτάς ένα πράγμα, ύστερα αρχίζεις να επιθυμείς ένα άλλο πράγμα, το αποκτάς, ύστερα ένα τρίτο.

Η αιτία της περιστροφής μας μέσα στους έξι κόσμους είναι ότι βρισκόμαστε πάνω στα σκοτεινά μονοπάτια της άγνοιας.
Το ένα σκοτεινό μονοπάτι διαδέχεται το άλλο.
Πότε θα ξεφύγουμε από τον κύκλο της ζωής και του θανάτου;

Τι είναι τα σκοτεινά μονοπάτια της άγνοιας; Το να κοιτάζεις προς τα έξω. Όσο πιο μακριά κοιτάζεις, τόσο περισσότερο είναι το σκοτάδι, επειδή το σκοτάδι βρίσκεται μέσα σου. Όσο πιο κοντά κοιτάζεις, τόσο περισσότερο είναι το φως. Γι’ αυτό ονομάζουμε ένα βούδα “φωτισμένο”. Έχει έρθει να γνωρίσει και τα φεγγάρια θα εξαντληθούν και τα αστέρια θα εξαντληθούν, όμως το φως που καίει μέσα σου ως συνειδητότητα είναι ανεξάντλητο, είναι αιώνιο.

Οι βούδες σού δίνουν συνεχώς οτιδήποτε έχουν πετύχει, συνεχώς μοιράζονται- για την ίδια την ομορφιά του μοιράσματος. Γι’ αυτό ο Χακούιν έχει τραγουδήσει αυτό το τραγούδι. Γι’ αυτό βρίσκομαι εδώ και μοιράζομαι το είναι μου μαζί σας, τη χαρά μου, το γλέντι μου. Είναι κάτι που πρέπει να μοιραστεί για να κρατηθεί ζωντανό. Όσο περισσότερο το δίνεις, τόσο περισσότερο το έχεις.

Ποτέ να μην είσαι τσιγκούνης με την αγάπη σου και με την κατανόησή σου. Μοιράσου τα και θα έχεις ολοένα και περισσότερα. Μην τα συσσωρεύεις, αλλιώς θα τα χάσεις. Μια μέρα θα βρεις πως έχουν εξαφανιστεί κι ότι το μόνο που έχει απομείνει, είναι μια δυσωδία. Αντί για άρωμα, θα υπάρχει δυσωδία. Μοιράσου την αγάπη σου με τους πάντες και με τον καθένα. Μη βάζεις όρους στην αγάπη σου. Και ο καλύτερος τρόπος να μοιραστείς, είναι να μοιραστείς την κατανόησή σου.

Ο Χακούιν αυτό κάνει σε αυτό το τραγούδι. Μοιράζεται τη βουδική του φύση. Αυτό που έχει γνωρίσει, το τραγουδάει, το εγκωμιάζει, το αποσαφηνίζει στους ανθρώπους που δεν το έχουν πετύχει ακόμα, αλλά μπορούν να το πετύχουν. Μπορεί κάποιος να ακούσει το τραγούδι, να γοητευτεί απ’ αυτό, να διαπεράσει την ίδια του την καρδιά. Είναι ένας βρυχηθμός λιονταριού. Κάποιος μπορεί να βγει από τον ύπνο του, να ξυπνήσει.

Δεν θα μας λείψει η εύνοια των θεών

"Όσον αφορά την εύνοια των θεών, ούτε εμείς νομίζουμε ότι θα μας λείψει. Γιατί τίποτε απ’ ό, τι απαιτούμε ή πράττουμε δεν αντιβαίνει σε αυτά που οφείλουν οι άνθρωποι να πιστεύουν σε σχέση με τους θεούς και να θέλουν σε σχέση με τους άλλους.

Πιστεύουμε δηλαδή ό,τι και οι θεοί και, προφανώς, οι άνθρωποι από φυσική αναγκαιότητα επιβάλλουν πάντοτε την κυριαρχία τους στον ασθενέστερο.

Αυτόν το φυσικό νόμο ούτε τον θεσπίσαμε εμείς ούτε πρώτοι τον εφαρμόσαμε, άλλα τον βρήκαμε να υπάρχει και θα τον αφήσουμε να ισχύει παντοτινά, και ξέρουμε πώς και εσείς και κάθε άλλος που θα είχε την ίδια με εμάς δύναμη θα έκανε το ίδιο".

Τῆς μὲν το­ί­νυν πρὸς τὸ θεῖ­ον εὐ­με­νε­ί­ας οὐ­δ' ἡ­μεῖς οἰ­ό­με­θα λε­λε­ί­ψε­σθαι· οὐ­δὲν γὰρ ἔ­ξω τῆς ἀν­θρω­πε­ί­ας τῶν μὲν ἐς τὸ θεῖ­ον νο­μί­σε­ως, τῶν δ' ἐς σφᾶς αὐ­τοὺς βου­λή­σε­ως δι­και­οῦ­μεν ἢ πράσ­σο­μεν. ἡ­γο­ύ­με­θα γὰρ τό τε θεῖ­ον δό­ξῃ τὸ ἀν­θρώ­πει­όν τε σα­φῶς διὰ παν­τὸς ὑ­πὸ φύ­σε­ως ἀ­ναγ­κα­ί­ας, οὗ ἂν κρα­τῇ, ἄρ­χειν· καὶ ἡ­μεῖς οὔ­τε θέν­τες τὸν νό­μον οὔ­τε κει­μέ­νῳ πρῶ­τοι χρη­σά­με­νοι, ὄν­τα δὲ πα­ρα­λα­βόν­τες καὶ ἐ­σό­με­νον ἐς αἰ­εὶ κα­τα­λε­ί­ψον­τες χρώ­με­θα αὐ­τῷ, εἰ­δό­τες καὶ ὑ­μᾶς ἂν καὶ ἄλ­λους ἐν τῇ αὐ­τῇ δυ­νά­μει ἡ­μῖν γε­νο­μέ­νους δρῶν­τας ἂν ταὐ­τό.

Θουκυδίδης 5.105

Ζωγραφίζοντας μια σαφή εικόνα για το πώς σχηματίζονται τα οξείδια του αζώτου

Τα οξείδια του αζώτου (NOx) είναι σημαντικότατοι ατμοσφαιρικοί ρύποι καθόσον συμβάλλουν στο σχηματισμό του νέφους, της όξινης βροχής και της ποσότητας του όζοντος σε επίπεδο εδάφους. Εξαιτίας αυτού, ερευνητές αντιδράσεων καύσης και εταιρείες κατασκευής μηχανών εσωτερικής καύσης, έχουν εργαστεί από τη δεκαετία του 1980 ακόμα στον τομέα αυτό με σκοπό να κατανοήσουν το πώς παράγονται αυτά τα αέρια κατά την καύση ώστε να μπορούν να βρουν και τρόπους για να μειώσουν την παραγωγή τους.

Σε μια νέα αναθεωρημένη μελέτη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Progress in Energy and Combustion Science, ερευνητές του εργαστηρίου Argonne National Laboratory του Υπουργείου Ενέργειας των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής και του Τεχνικού Πανεπιστημίου της Δανίας, έχουν εξηγήσει το πως συνέθεσαν μιας δεκαετίας και πλέον μελέτες αντιδράσεων καύσης, με σκοπό να δημιουργήσουν ένα νέο κυρίαρχο μοντέλο για το πώς παράγονται τα οξείδια του αζώτου. «Η παραγωγή οξειδίων του αζώτου (NOx) είναι μία από τις κύριες ανησυχίες των εταιρειών κατασκευής κινητήρων», δήλωσε ο χημικός της Argonne και συγγραφέας της μελέτης Stephen Klippenstein (φωτογραφία). «Η κατανόησή μας για πώς παράγονται οι ρύποι αυτοί σε διαφορετικά μηχανικά περιβάλλοντα έχει ενισχυθεί δραματικά», πρόσθεσε.

Μια μεγάλη σειρά από διαφορετικές χημικές αλληλεπιδράσεις διενεργούνται εντός του μίγματος καυσίμου και αέρα σε μια μηχανή και το νέο μοντέλο προσδιορίζει πολλές διαφορετικές διαδρομές προς το σχηματισμό των οξειδίων NOx. Σε μια τέτοια σειρά αντιδράσεων σύνθεσης, που ονομάζεται άμεσο NO (μονοξειδίου του αζώτου), το άζωτο της ατμόσφαιρας συνδυάζεται με τον άνθρακα προς σχηματισμό ενός ενδιάμεσου προϊόντος με έναν άνθρακα και δύο άτομα αζώτου, το οποίο τελικά ενώνεται με οξυγόνο προς σχηματισμό μονοξειδίου του αζώτου.

Σε μία άλλη σειρά, που ονομάζεται θερμική σειρά του NO, το μονοξείδιο του αζώτου παράγεται απευθείας από άζωτο και οξυγόνο. Σε μία τρίτη, ονομαζόμενη καύσιμο ΝΟ, σχηματίζεται μια ένωση του αζώτου του άνθρακα και του οξυγόνου ως ένα ενδιάμεσο βήμα προς το σχηματισμό του μονοξειδίου του αζώτου. «Το να προσπαθούμε να συγκεντρώσουμε τα παραπάνω συνθετικά μονοπάτια για να δημιουργήσουμε ένα μοντέλο που αναπαράγει με ακρίβεια τις πειραματικές μας παρατηρήσεις, αυτό είναι από μόνο του και ένα παιχνίδι εικασιών», δήλωσε ο χημικός της Argonne, Branko Ruscic, ένας από τους συντάκτες της παραπάνω μελέτης. «Ωστόσο, επειδή πάρα πολλοί επιστήμονες από όλο τον κόσμο, συμβάλλουν με πληροφορίες σχετικές με τα διάφορα τμήματα της ευρύτερης εικόνας, είμαστε πιο κοντά από ποτέ σε ένα μοντέλο που αντιπροσωπεύει την πραγματικότητα.»

Σύμφωνα με τον Klippenstein, ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της διαδικασίας καύσης, είναι η θερμοκρασία, που συμβάλει καθοριστικά και κάνει την μεγάλη διαφορά στην ποσότητα των NOx που παράγονται. «Η θερμοκρασία επηρεάζει την διάρκεια ζωής των μορίων στο μίγμα», τόνισε ο Klippenstein. «Από τη στιγμή που είμαστε σε θέση με ακρίβεια να μοντελοποιήσουμε και να προβλέψουμε τη συμπεριφορά μερικών εξαιρετικά βραχύβιων μορίων, είναι ζωτικής σημασίας ο καθορισμός της σειράς των αντιδράσεων σύνθεσης». «Εάν μπορούμε να λειτουργήσουμε τον κινητήρα μας σε χαμηλότερη θερμοκρασία, μπορούμε να αποφύγουμε το σχηματισμό των περισσοτέρων οξειδίων NOx», πρόσθεσε.

Ένας άλλος παράγοντας της διαδικασίας καύσης, που επηρεάζει δραματικά την παραγωγή NOx, είναι αυτό που οι ερευνητές αποκαλούν «πλούτο» του μίγματος που είναι η αναλογία καυσίμου και αέρα στο μίγμα καύσης. Σε κινητήρες που λειτουργούν με εμπλουτισμένο καύσιμο, υπάρχουν μόρια με περισσότερες μεθυλικές ομάδες, είπε Ruscic, που τείνουν να ενισχύσουν το σχηματισμό των οξειδίων NOx. «Είμαστε σε θέση να μπορούμε να καταλάβουμε αρκετά καλά το σχηματισμό NOx», προσέθεσε ο Ruscic. «Είναι πραγματικά ένα καλό παράδειγμα για το θρίαμβο της επιστημονικής κοινότητας».

«Είναι σαν να συνθέτουμε ένα παζλ όπου μερικά από τα κομμάτια ίσως φαίνεται να ταιριάζουν, αλλά δεν έχουν ακόμα ζωγραφιστεί», δήλωσε ο Klippenstein. «Ο ρόλος μας είναι να καταλάβουμε πώς να ζωγραφίσουμε περισσότερα από αυτά τα κομμάτια, έτσι ώστε οι συνεργάτες μας να μπορέσουν να τα τοποθετήσουν όλα μαζί καλύτερα στην μεγάλη εικόνα».

Οι φυσικοί σχεδιάζουν το διάδοχο του επιταχυντή LHC με τριπλάσιο μέγεθος

Λίγο πιο κοντά στην «ώρα μηδέν» της γέννησης του σύμπαντος στοχεύει το CERN, το οποίο σχεδιάζει την ανάπτυξη δύο επιταχυντών νέας γενιάς, που θα λειτουργούν με υψηλότερες ενέργειες από τον γνωστό «Μεγάλο Επιταχυντή Ανδρονίων» (LHC), που το 2012 ανακάλυψε το σωματίδιο Higgs.  Με τον τρόπο αυτό, οι επιστήμονες θα αναζητήσουν το άγνωστο, ελπίζοντας, αρχικά, να μάθουν περισσότερα για τη σκοτεινή ύλη και τη σκοτεινή ενέργεια που καλύπτει το 95% του σύμπαντος.
 
Ο επόμενος επιταχυντής σωματιδίων θα είναι τρεις φορές μεγαλύτερος από τον LHC, με μαγνήτες διπλής αντοχής που θα επιτρέψουν στους ερευνητές να συγκρούονται δέσμες σωματιδίων μαζί, με μια ισχύ ισοδύναμη με 10 εκατομμύρια αστραπές.

Την ίδια στιγμή, η ήδη δοκιμασμένη τεχνολογία που χρησιμοποιεί το CERN, εφαρμόζεται σε περίπου 30.000 «μικρότερους» επιταχυντές που έχουν αναπτυχθεί σε όλο τον κόσμο και φέρνουν νέα δεδομένα στην ιατρική φυσική, κυρίως για την αντιμετώπιση ασθενειών όπως ο καρκίνος, και στη βιομηχανία, για την ανάπτυξη ηλεκτρονικών συστημάτων.
 
Το CERN -το μεγαλύτερο σε έκταση κέντρο πυρηνικών ερευνών, και συγκεκριμένα στη σωματιδιακή φυσική (Γενεύη)- έχει ξεκινήσει ήδη τον σχεδιασμό των δύο νέων επιταχυντών, ωστόσο, η κατασκευή και λειτουργία τους δεν φαίνεται να προσδιορίζεται στο άμεσο μέλλον, αφού ακόμη δεν υπάρχει η τεχνολογία για κάτι τέτοιο.
 
Πρόκειται για τον «Κυκλικό Επιταχυντή του μέλλοντος» (Future Circular Collider), που θα έχει περιφέρεια 100 χιλιομέτρων και σε αυτόν θα γίνονται συγκρούσεις πρωτονίων με πρωτόνια, ηλεκτρονίων με ποζιτρόνια ή πρωτόνια.
 
«Ακόμη δεν υπάρχει η τεχνολογία για να κατασκευαστεί κάτι τέτοιο. Θα χρειαστούμε, όπως έγινε και για το LHC, περίπου 20 χρόνια για να έχουμε την τεχνολογία που απαιτείται, ειδικά στους μαγνήτες, που κρατούν σε κυκλική τροχιά τα υψηλής ενέργειας σωματίδια», εξηγεί ο Φυσικός Υψηλών Ενεργειών στο CERN και στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και υπεύθυνος διεθνών σχέσεων στο CERN, καθηγητής Εμμανουήλ Τσεσμελής, ο οποίος συμμετείχε στο 17ο Πανελλήνιο Συνέδριο Φυσικής, που διοργανώνει στη Θεσσαλονίκη η Ένωση Ελλήνων Φυσικών.
 
«Σίγουρα δεν θα πάμε στην ώρα μηδέν, αλλά αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι με τις υψηλότερες ενέργειες να πάμε λίγο πιο κοντά», συμπληρώνει.
 
Ο δεύτερος νέος επιταχυντής του CERN είναι ο Clic (Compact Linear Collider) «Συμπαγής Γραμμικός Επιταχυντής», θα έχει 50 χιλιόμετρα μήκος, και θα συγκρούει ηλεκτρόνια με ποζιτρόνια, με ενέργεια μέχρι και 3 Τέρα ηλεκτροβόλτ (TEV). Αυτός, ενδεχομένως να κατασκευαστεί νωρίτερα, μέσα στη δεκαετία του 2020-30, αφού ο σχεδιασμός του και οι μελέτες έχουν ξεκινήσει πριν από δεκαετίες. Στην ανάπτυξή τους θα συμμετέχουν ιδιωτικές εταιρίες, κυρίως ευρωπαϊκές, των κρατών – μελών του CERN, με συμβόλαια υψηλής τεχνολογίας.
 

Ψάχνοντας το άγνωστο

Στην πραγματικότητα, οι δύο νέοι επιταχυντές θα ψάξουν κάτι που κανείς δεν ξέρει τι θα είναι, όπως έγινε και στην περίπτωση του LHC. Πάντως, οι επιστήμονες ελπίζουν ότι οι υψηλότερες ενέργειες θα βοηθήσουν να κατανοήσουν καλύτερα και ακριβέστερα τα χαρακτηριστικά του σωματιδίου Higgs και στη συνέχεια να «δουν» πέρα από αυτό, να εξηγήσουν τα σωματίδια και τις μεταξύ τους αλληλεπιδράσεις. 
 
«Ξέρουμε ότι υπάρχει και κάτι πέρα από αυτό. Αν σήμερα εξηγείται το 5% αυτών που βλέπουμε γύρω μας, υπάρχει το υπόλοιπο 95% που δεν μπορούμε να το εξηγήσουμε και έτσι χρειάζεται να συνεχιστεί η έρευνα, μέσα από τους επιταχυντές για να καταλάβουμε πχ την σκοτεινή ύλη μαζί με την σκοτεινή ενέργεια», λέει ο καθηγητής και συμπληρώνει ότι «ψάχνουμε κάτι που δεν ξέρουμε τι είναι. Όταν κατασκευάσουμε έναν επιταχυντή σε υψηλή ενέργεια δεν ξέρουμε τι μας περιμένει. Σίγουρα, όταν πάμε σε καινούργια περιοχή ενέργειας κάτι διαφορετικό θα δούμε, γιατί πηγαίνουμε σε άλλο μέρος του χρόνου του σύμπαντος, δηλαδή πάμε στην ώρα μηδέν του σύμπαντος, στο λεγόμενο big bang, ακόμη πιο κοντά από εκεί που είμαστε σήμερα με τον LHC. Και βέβαια να δούμε την εξέλιξη σε αυτά τα 13,8 δισεκατομμύρια χρόνια από τότε».
 
Και 30.000 μικρότεροι επιταχυντές στην υπηρεσία της επιστήμης
Η τεχνολογία που έχει αναπτυχθεί στο CERN εφαρμόζεται ήδη στην ιατρική φυσική και στη βιομηχανία, όπου χρησιμοποιούνται επιταχυντές μικρότερης ενέργειας και έντασης, για θεραπείες και για την ανάπτυξη βελτιωμένων ηλεκτρονικών κυκλωμάτων. Στην περίπτωση της ιατρικής, πρωτόνια, αντί των ακτίνων Χ, χρησιμοποιούνται για την καταπολέμηση του καρκίνου, καθώς εστιάζουν με μεγαλύτερη ακρίβεια στα καρκινικά κύτταρα, χωρίς να επηρεάζουν τα γύρω υγιή.
 
«Σήμερα υπάρχουν δύο κλινικές στην Ευρώπη – μία στην Ιταλία και μία στην Αυστρία – που διαθέτουν τέτοιους επιταχυντές, σχεδιασμένους από το CERN, σύμφωνα με την τεχνολογία του LHC, και εφαρμόζουν αυτή την τεχνολογία για θεραπείες καρκίνου», αναφέρει ο κ. Τσεσμελής. Επίσης, οι επιταχυντές χρησιμοποιούνται για την παραγωγή ραδιοϊσοτόπων για να επιτευχθεί η ιατρική απεικόνιση, όπως για παράδειγμα με το PET SCAN.
 
Σε όλο τον κόσμο υπάρχουν περίπου 30.000 επιταχυντές, κατασκευασμένοι στο πρότυπο της δομής του CERN. Στη βιομηχανία βρίσκουν εφαρμογή στα ηλεκτρονικά μικροτσιπ, χρησιμοποιώντας προσμίξεις ατόμων (impurities) που μεταφέρονται σε σιλικόνες μέσω των επιταχυντών.
 
Σύμφωνα με τον καθηγητή, στόχος είναι τα προγράμματα βασικής έρευνας υψηλών ενεργειών να αναπτυχθούν σε Ευρώπη, Ασία και βόρεια Αμερική, και κάθε περιοχή να εστιάζει σε διαφορετικού είδους επιταχυντές και σε διάφορους τομείς της πειραματικής σωματιδιακής φυσικής. Στην Ασία και συγκεκριμένα στην Ιαπωνία έχει σχεδιαστεί ήδη ο νέος διεθνής γραμμικός επιταχυντής ηλεκτρονίων – ποζιτρονίων, και αναμένεται η έγκριση για την έναρξη κατασκευής του. Στη βόρεια Αμερική, στο Σικάγο κατασκευάζεται εγκατάσταση για τις δέσμες νετρονίων.
 
«Βαδίζουμε σε μία εντελώς καινούργια περιοχή γνώσης. Προσωπικά, βρίσκω περισσότερο ενδιαφέρουσα (από τη θεωρητική φυσική) τη δημιουργία υποδομών που να μπορούν να καταγράψουν όλη την ενέργεια που προκύπτει από μία σύγκρουση πρωτονίων και να δούμε κάτι που δεν το είχαμε σκεφτεί ποτέ πριν. Κάπως έτσι ξεκίνησε και ο LHC», καταλήγει ο καθηγητής.

Nα βλέπεις τη ζωή όπως είναι και όχι όπως θα έπρεπε να είναι

Καρράσκο: “Αν εσύ είσαι τρελλός, εγώ δε θα σ΄αφήσω να τρελάνεις κι εμάς. Τη ζωή πρέπει να τη βλέπουμε όπως είναι πραγματικά.”
Θερβάντες: “Όπως πραγματικά είναι…
 
Ξέρεις πόσα χρόνια περιπλανιέμαι στην πραγματικότητά σας;  
Ξέρεις πόσες φορές έχω δει τη ζωή όπως είναι πραγματικά;
Τόσες όσες δεν μπορείς να φανταστείς.
Πόνος, εξαθλίωση, πείνα και απίστευτη σκληρότητα.
Είδα ανθρώπους να ταπεινώνονται τόσο, που να αναρωτιούνται γιατί γεννήθηκαν.
Είδα φίλους μου να πεθαίνουν μέσα στην απελπισία.
Ξέρεις τι έβλεπα στο βλέμμα τους την τελευταία τους στιγμή; Σύγχιση.
Μια τεράστια απορία πλανιόταν στα μάτια τος. Γιατί;

Δεν νομίζω ότι ρωτούσαν γιατί πεθαίνουν, αλλά γιατί έχουν ζήσει…
Όταν η ίδια η ζωή είναι τόσο παράλογη, ποιός μπορεί να πει τι είναι τρέλα και τι είναι λογική;
Ίσως τρέλα μπορεί να είναι, το να εγκαταλείπουμε τα όνειρά μας.
Να γινόμαστε πρακτικοί, νομίζοντας ότι μπορούμε να δούμε την “πραγματικότητα”.
Ίσως αυτό να είναι τρέλα. Να ψάχνουμε θησαυρούς εκεί που σωρεύονται σκουπίδια.
Ίσως η πολλή λογική να είναι τρέλα.
Και τι μεγαλύτερη τρέλα απ’ όλες, να βλέπεις τη ζωή όπως είναι και όχι όπως θα έπρεπε να είναι.”
 
Μιγκέλ ντε Θερβάντες Σααβέδρα, “Δον Κιχώτης”

Ο Αριστοτέλης και η εμφάνιση του ηγέτη

Από τη στιγμή που διαπιστώνεται ότι οι άνθρωποι δεν είναι ίσοι με την έννοια της ομοιότητας, αλλά με την έννοια της ισότιμης συμμετοχής στο κοινό συμφέρον, είναι προφανές ότι και στο ζήτημα της πολιτικής αρετής θα υπάρχουν κάποιοι που θα ξεχωρίζουν: «Ωστόσο ας κάνουμε την υπόθεση ότι σε κάποια πόλη υπάρχει ένας πολίτης τόσο υπερβολικά ανώτερος στην αρετή, ή περισσότεροι, λιγότεροι όμως στον αριθμό απ’ όσους χρειάζονται για να καταλάβουν τις θεσπισμένες από το πολίτευμα θέσεις αρχόντων, ώστε να μην είναι συγκρίσιμες η αρετή και η πολιτική ικανότητα όλων των υπόλοιπων ανθρώπων με την αρετή και την πολιτική ικανότητα αυτών, αν είναι περισσότεροι, ή εκείνου μόνον, αν είναι ένας».
 
Φυσικά, μια τέτοια υπόθεση δεν μπορεί παρά να είναι θεωρητική, σαν ένα είδος δοκιμασίας του εκάστοτε πολιτικού συστήματος μπροστά σε μια πρόκληση. Κι εδώ δε χωράνε τοποθετήσεις όπως «η εξουσία διαφθείρει» ή «τα πολιτικά πρόσωπα καθρεφτίζουν την ηθική της πόλης τους» ή «δεν υπάρχουν άγιοι» κλπ. Ο Αριστοτέλης καταφεύγει σ’ αυτή την υπερβολή: «Ένας τέτοιος εξαιρετικός άντρας μοιάζει όπως ένας θεός ανάμεσα σε ανθρώπους», όχι γιατί υπονοεί το πιθανό μιας τέτοιας περίπτωσης, αλλά για να καταδείξει – θεωρητικά πάντα – τα νομοθετικά προβλήματα που θα μπορούσαν να προκύψουν: «δεν ισχύει νόμος για τέτοιους ανώτερους ανθρώπους, γιατί νόμος είναι αυτοί οι ίδιοι. Όντως θα γελοιοποιούταν όποιος προσπαθούσε να νομοθετήσει γι’ αυτούς. Γιατί θα απαντούσαν αυτοί στο νομοθέτη όπως ο Αντισθένης αποκαλύπτει ότι απάντησαν τα λιοντάρια στους λαγούς, όταν αυτοί δημηγορούσαν κι απαιτούσαν ίσα δικαιώματα για όλους». Η απάντηση αυτή των λιονταριών που επικαλείται ο Αριστοτέλης, όπως τίθεται μέσα στο μύθο του Αισώπου: «Πού είναι τα νύχια και τα δόντια σας;»
 
Εξάλλου ο Αριστοτέλης έχει ξεκαθαρίσει την υπεροχή των πολλών, ως σύνολο, από όλες τις απόψεις. Είναι προφανές ότι αναφέρεται στον ένα επειδή ακριβώς το ζήτημα της διαπραγμάτευσης αφορά την παρουσία του ενός χαρισματικού που ξεπερνάει τους άλλους.
 
Ασφαλώς, η αναφορά στο μύθο του Αισώπου δεν έχει την κυριολεκτική διάσταση της ισχύος που επιβάλλεται με τα όπλα (ο Αριστοτέλης μιλάει για υπεροχή στην αρετή), αλλά τη λογική της ανωτερότητας που οφείλει να κυριαρχήσει στον τομέα που επικρατεί. Αν η ανωτερότητα στον Αίσωπο μετριέται με τα νύχια και τα δόντια δίνοντας την κυνική επιβολή της ισχύος, στον Αριστοτέλη μετριέται με την πολιτική ικανότητα, που επίσης δεν μπορεί κανείς να ανταγωνιστεί. Και η αναγνώριση της υπεροχής του άλλου, δεν είναι παρά η αποδοχή ότι εκείνος πρέπει να έχει τον πρώτο λόγο: «Έτσι εξοστράκιζαν και υποχρέωναν σε απομάκρυνση από την πόλη για ορισμένα χρονικά διαστήματα όσους έβλεπαν ότι υπερείχαν σε πολιτική επιρροή, γιατί ήταν πλούσιοι ή είχαν ευρύ κύκλο στήριξης ή διέθεταν κάποια άλλη δύναμη στήριξής τους».
 
Η παρουσίαση του εξοστρακισμού ως θεσμοθετημένη μεθόδευση για την απομάκρυνση των πολιτικά ισχυρών, είναι η κατάδειξη ότι αυτού του είδους οι άνθρωποι εκλαμβάνονται περισσότερο ως απειλή παρά ως εφόδιο για το πολιτικό γίγνεσθαι. Κι εδώ το ζήτημα δεν έχει να κάνει με το κατά πόσο ο Αριστοτέλης έχει δίκιο ή όχι για τον τρόπο που λειτουργούσε ο εξοστρακισμός, αλλά με τη δυσκολία της αναγνώρισης της υπεροχής κάποιου στην αρετή. Ο Αριστοτέλης προκειμένου να καταδείξει την άρνηση της αποδοχής του ανώτερου επικαλείται και τη μυθολογία: «Μυθολογείται μάλιστα ότι για παρόμοια αιτία εγκατέλειψαν οι Αργοναύτες τον Ηρακλή. Αρνιόταν δηλαδή η Αργώ να τον μεταφέρει μαζί με τους άλλους, γιατί ήταν πολύ ανώτερος από το υπόλοιπο πλήρωμα».
 
Κι επειδή το επεισόδιο με τον απεσταλμένο του Περίανδρου (τυράννου της Κορίνθου) και το Θρασύβουλο (τυράννου της Μιλήτου), όπου ο τελευταίος χωρίς να πει λέξη παρέδωσε μαθήματα άσκησης εξουσίας κόβοντας τα στάχυα που ξεχώριζαν από τα άλλα, ώστε να βρίσκονται όλα στο ίδιο ύψος, πράξη που ξεκαθάριζε ότι οι πιο χαρισματικοί πρέπει να βγαίνουν απ’ τη μέση προκειμένου να μη δημιουργούνται προβλήματα (αν και ο Αριστοτέλης αναφέρει τους ρόλους ανάποδα βάζοντας τον Περίανδρο να κάνει αυτό το μάθημα στον απεσταλμένο του Θρασύβουλου), παραπέμπει κυρίως στις τυραννίες, δεν πρέπει κανείς να προσκολλάται σ’ αυτό θεωρώντας ότι τα άλλα πολιτεύματα είναι απαλλαγμένα από τέτοιες μεθόδους: «Πράγματι αυτό το μέτρο συμφέρει όχι μόνο τους τυράννους ούτε μόνο οι τύραννοι το εφαρμόζουν, αλλά και τα ολιγαρχικά και τα δημοκρατικά πολιτεύματα επίσης. Γιατί ο οστρακισμός έχει την ίδια τρόπον τινά δύναμη, “αποκεφαλίζοντας” αυτούς που υπερέχουν και εξορίζοντάς τους».
 
Και βέβαια, αυτού του είδους η καταχρηστική εφαρμογή του θεσμού δεν αφορά μόνο τα εσωτερικά ζητήματα της Αθήνας, αλλά διαμορφώνει και την πολιτική σκηνή διαφόρων πόλεων που ανήκαν στη ζώνη επιρροής της Αθήνας, που ήταν δηλαδή υπό την ηγεμονία της Αθήνας: «Το ίδιο μέτρο εφαρμόζουν σε βάρος των πόλεων και των εθνών οι ηγέτες των υπερδυνάμεων, όπως για παράδειγμα το εφάρμοσαν οι Αθηναίοι στους Σάμιους, στους Χιώτες και τους Λέσβιους (αφού οι Αθηναίοι ισχυροποίησαν τη θέση τους και εξασφάλισαν την ηγεμονία γρηγορότερα, τους ταπείνωσαν παραβιάζοντας τις μεταξύ τους συνθήκες)». Ο Αριστοτέλης προβαίνει σε μια πραγματική κριτική της χρήσης (και της κατάχρησης) του θεσμού του οστρακισμού στα διάφορα πολιτεύματα. Έτσι, αν και αρχικά φαίνεται ότι είναι ένας θεσμός που προστατεύει την ισότητα των πολιτών, στη συνέχεια η πολιτική εκμετάλλευσή του υπηρετεί τον εκάστοτε φορέα εξουσίας από τους διεκδικητές της. Κι ο Αριστοτέλης συμπληρώνει: «Με τον ίδιο τρόπο ο βασιλιάς των Περσών περιόριζε πολλές φορές τη δύναμη των Μήδων, των Βαβυλωνίων και όσων από τους άλλους είχαν γενναίο φρόνημα, επειδή υπήρξαν κάποτε και αυτοί ηγεμονική δύναμη».
 
Η μετατροπή του εξοστρακισμού σε μέσο πολιτικών εκκαθαρίσεων οπωσδήποτε θα έλεγε κανείς ότι ταιριάζει στα στρεβλά πολιτεύματα. Γιατί αυτού του είδους οι μεθοδεύσεις κάθε άλλο παρά στοχεύουν στο κοινό συμφέρον. Η διαμόρφωση της πολιτικής σκηνής από τους ισχυρούς που ενδιαφέρονται αποκλειστικά για τη διαιώνιση της προσωπικής τους εξουσίας (σύμφωνα με τα συμφέροντά τους), δε σηματοδοτεί μόνο την απαξίωση του κοινού συμφέροντος καθιστώντας τα πολιτεύματα αυτού του είδους στρεβλά (βρισκόμαστε μπροστά στο  αριστοτελικά ποιοτικό κριτήριο που διαχωρίζει τα ορθά από τα στρεβλά πολιτεύματα), αλλά καθορίζει και την πολιτική ηθική της πόλης, αφού όλα διαστρεβλώνονται και κατά συνέπεια αντιστρέφονται. Υπό αυτούς τους όρους ο πετυχημένος πολιτικός άντρας είναι αυτός που κατάφερε να εξοντώσει τους αντιπάλους του ασχέτως των μεθόδων που ακολούθησε. Γιατί όταν όλα αναποδογυρίζουν τότε και οι αξίες λειτουργούν αντίστροφα. Η φράση «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα» δεν αφορά μόνο την ιερότητα του σκοπού, αλλά και τη νομιμοποίηση όλων των μέσων προκειμένου να επιτευχθεί το επιθυμητό. Από τη στιγμή που η αντίληψη αυτή γίνει κοινός τόπος δεν υπάρχει τίποτε ευκολότερο απ’ το να ιεροποιηθούν οι σκοποί που συμφέρουν την εκάστοτε εξουσία. Κι αυτός είναι ο πολιτικός αμοραλισμός που προσπαθεί να γίνει ιδεολογία. Πρόκειται για την ιδεολογία της στρέβλωσης, που πλέον μπορεί να νομιμοποιήσει τα πάντα: «Φάνηκε, λοιπόν, ότι στα παρεκβατικά πολιτεύματα το μέτρο αυτό είναι ωφέλιμο και δίκαιο για το ατομικό συμφέρον, αλλά φάνηκε επίσης ότι δεν είναι εξ’ ίσου δίκαιο με την αυστηρή έννοια του όρου».
 
Η αναφορά «δίκαιο για το ατομικό συμφέρον» είναι η αναγνώριση της ελαστικότητας του δικαίου που προσαρμόζεται πάντα στη βούληση του συμφέροντος που επιβάλλεται. Είναι το κατά σύμβαση δίκαιο ή αλλιώς το συμφεροντολογικό δίκαιο, που περνιέται για δίκαιο, αλλά φυσικά δεν είναι. Η αντίληψη ότι ο ισχυρός είναι αυτός που επιβάλλει και τους κανόνες του δικαίου είναι η απόλυτη διαστρέβλωση του όρου και γι’ αυτό ακριβώς και συναντάται στα στρεβλά πολιτεύματα. Γιατί το δίκαιο αφορά εξ’ ορισμού το δημόσιο συμφέρον. Γι’ αυτό και η φράση «δεν είναι εξ’ ίσου δίκαιο με την αυστηρή έννοια του όρου». Γιατί αυτό που ο Αριστοτέλης ονομάζει «αυστηρή έννοια του όρου» είναι η απαράβατη συνθήκη του δικαίου που μόνο με τη μορφή της συλλογικότητας μπορεί να νοηματοδοτηθεί. Και δεν υπάρχει μεγαλύτερη συλλογικότητα από την προάσπιση του συλλογικού συμφέροντος ή αλλιώς κοινού συμφέροντος, όπως τίθεται απ’ τον Αριστοτέλη. Κι οτιδήποτε παρεκκλίνει αυτού δεν μπορεί παρά να στρέφεται εναντίον του. Γιατί η εξυπηρέτηση του συμφέροντος των λίγων δεν μπορεί παρά να υλοποιείται σε βάρος του συμφέροντος των πολλών.
 
Όμως, ενώ τα πράγματα είναι ξεκάθαρα στα στρεβλά πολιτεύματα, που εν τέλει διαστρεβλώνουν και την έννοια του δικαίου, θα λέγαμε ότι δεν είναι το ίδιο ξεκάθαρα στα ορθά, αφού θα περιμέναμε σ’ αυτά ο άνθρωπος που ξεχωρίζει να πρωταγωνιστεί στα πολιτικά τεκταινόμενα, πράγμα που όμως δε φαίνεται να συμβαίνει: «Τα παρεκβατικά πολιτεύματα εφαρμόζουν αυτό το μέτρο για να εξυπηρετηθεί το ατομικό συμφέρον, αλλά και εκείνα που αποβλέπουν στο κοινό όφελος, ακολουθούν επίσης το ίδιο μέτρο». Ο Αριστοτέλης προκειμένου να αποδείξει ότι και τα ορθά πολιτεύματα συμπεριφέρονται με τον ίδιο τρόπο στον ξεχωριστό άνθρωπο επικαλείται την αντιστοιχία που υπάρχει στις τέχνες και τις επιστήμες: «Διότι ούτε ο ζωγράφος θα απεικόνιζε στον πίνακά του το υπερβολικά μεγάλο πόδι ενός ζωντανού οργανισμού, παραβαίνοντας τους κανόνες της συμμετρίας, ακόμα και αν αυτό είχε εξαιρετική ομορφιά, ούτε ο ναυπηγός θα επέτρεπε να κατασκευαστεί η πρύμνη ή κάποιο άλλο μέρος του πλοίου υπερβολικά μεγάλο σε σχέση με τα υπόλοιπα, ούτε τέλος ο χοροδιδάσκαλος θα επιτρέψει να συμμετέχει στο χορό κάποιος πολύ πιο βροντόφωνος και καλλίφωνος απ’ όλο το χορό».
 
Η αντίληψη της προτεραιότητας της συμμετρίας που φαίνεται να προτάσσει ο Αριστοτέλης, μπορούμε να πούμε ότι λειτουργεί ως προέκταση της μεσότητας, δηλαδή του μέτρου, που αποτελεί κυρίαρχη προϋπόθεση στην αναζήτηση της αρετής. Οτιδήποτε παράταιρο δεν μπορεί παρά να διαταράσσει την αρμονία. Από αυτή την άποψη ο ξεχωριστός άνθρωπος είναι μάλλον δυσάρεστο φορτίο παρά πλεονέκτημα. Βρισκόμαστε μπροστά στην άρνηση του ηγέτη που καθίσταται ανεπιθύμητος, καθώς απειλεί την ομαλότητα. Και η κοινωνική γαλήνη δεν είναι τίποτε άλλο από τη διασφάλιση της ομαλότητας: «Με αυτή τη λογική το επιχείρημα υπέρ του οστρακισμού έχει κάποια έννοια πολιτικής δικαιοσύνης αναφορικά με τους άντρες που υπερέχουν πολύ κατά κοινή ομολογία».
 
Κι εδώ βέβαια η έννοια της πολιτικής δικαιοσύνης ταυτίζεται με το δημόσιο συμφέρον, αφού δεν υπάρχει τίποτε πιο επιθυμητό απ’ την κοινωνική συνοχή που επιτυγχάνεται μέσα από τη συμμετρία. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι όλα αυτά είναι δίκαια και προς τον άνθρωπο που εκδιώκεται: «Όμως θα ήταν προτιμότερο ο νομοθέτης να θέσει έτσι τις συνταγματικές αρχές του πολιτεύματος, ώστε να μη χρειάζεται τέτοιο θεραπευτικό μέτρο. Αν όμως παρά προσδοκία και παρά τα μέτρα εμφανιστεί τέτοιος εξαιρετικός άντρας, τότε να επιχειρείται η αποκατάσταση της συμμετρίας μ’ ένα τέτοιο διορθωτικό μέτρο». Το ότι ο Αριστοτέλης δεν ξεκαθαρίζει ποιες ακριβώς είναι οι συνταγματικές αρχές και τα μέτρα που θα απέτρεπαν «το θεραπευτικό – διορθωτικό μέτρο» της απομάκρυνσης μέσω του οστρακισμού, δεν αλλάζει την ουσία του συλλογισμού ότι για τα ορθά πολιτεύματα αυτό που προέχει είναι η συμμετρία ως εξασφάλιση της αρμονίας. Αυτό που ενοχλεί τον Αριστοτέλη δεν είναι η πράξη του οστρακισμού, αλλά τα κίνητρά της αφού «οι πόλεις δεν έπρατταν έτσι, διότι δεν απέβλεπαν στο συμφέρον του οικείου πολιτεύματός τους, αλλά χρησιμοποιούσαν τους οστρακισμούς πραξικοπηματικά».
 
Κι αφού αναλύθηκαν και τα ορθά και τα στρεβλά πολιτεύματα, αυτό που μένει είναι το άριστο πολίτευμα: «Ωστόσο η μεγάλη δυσκολία αφορά το άριστο πολίτευμα. Τι πρέπει να γίνει δηλαδή, αν στο πλαίσιό του εμφανιστεί κάποιος να υπερέχει στην αρετή και όχι σε άλλα προσόντα, όπως η δύναμη, ο πλούτος ή η κοινωνική αποδοχή;». Κι εδώ βέβαια αυτό που προκαλεί εντύπωση είναι ο διαχωρισμός των ορθών από το άριστο πολίτευμα. Με άλλα λόγια, κάθε ορθό πολίτευμα δε σημαίνει ότι είναι και άριστο. Το γεγονός ότι τα ορθά κατονομάζονται (βασιλεία – αριστοκρατία – πολιτεία) και διαχωρίζονται από τα στρεβλά (τυραννία – ολιγαρχία – δημοκρατία) με κριτήριο ότι αποσκοπούν στο συμφέρον της πόλης ως σύνολο (τα στρεβλά επιδιώκουν τα ίδια συμφέροντα των αντιμαχόμενων κοινωνικών τάξεων που συγκρούονται για την εξουσία) πιστοποιεί ότι αφορούν την απτή πολιτειακή πραγματικότητα με τον τρόπο που αυτή εκτυλίσσεται από εποχή σε εποχή κι από τόπο σε τόπο.
 
Για να το πούμε αλλιώς, τα πολιτεύματα που κατονομάζονται ως ορθά αποτελούν αντικείμενο παρατήρησης και εντάσσονται σ’ αυτό που ονομάζουμε χειροπιαστή εμπειρία. Το άριστο πολίτευμα, που διαφοροποιείται από τα ορθά, ούτε καθορίζεται επαρκώς ούτε εντοπίζεται χρονικά ή γεωγραφικά. Υπό αυτούς τους όρους αποτελεί περισσότερο εγκεφαλική κατασκευή παρά πραγματικότητα. Είναι δηλαδή το πολιτικό όραμα του Αριστοτέλη, που δεν γνωρίζουμε κατά πόσο θα μπορούσε να εφαρμοστεί. Αυτό που ξέρουμε είναι ότι στο πολίτευμα αυτό, το αριστοτελικά άριστο, αυτός που εξουσιάζει είναι σίγουρα ο καλύτερος, ο ξεχωριστός, ο φωτισμένος, και δεν υπάρχει καμία ανάγκη να θυσιαστεί για χάρη της συμμετρίας, γιατί ο ίδιος είναι που καθορίζει τη συμμετρία: «Γιατί κανείς δε θα ισχυριζόταν ότι πρέπει να εκτοπίσουν έναν τέτοιο άντρα, αλλά ούτε είναι σωστό οι κατώτεροί του να τον εξουσιάζουν, αφού μια τέτοια αξίωση θα έμοιαζε σα να απαιτούσαν να εξουσιάζουν το Δία μοιράζοντας τα πολιτικά αξιώματα. Λογική επομένως κατάληξη είναι, συμφωνεί μάλιστα με το φυσικό δίκαιο, να πείθονται όλοι ευχαρίστως σε έναν τέτοιο άντρα, ώστε τέτοιοι χαρισματικοί άνθρωποι να είναι ισόβιοι βασιλείς στις πόλεις».
 
Το ότι γίνεται αναφορά σε ένα μόνο πρόσωπο, που μάλιστα παραλληλίζεται με το Δία, δεν πρέπει να εκληφθεί ως πεποίθηση ότι το άριστο πολίτευμα ταυτίζεται με κάποια μορφή βασιλείας. Εξάλλου ο Αριστοτέλης έχει ξεκαθαρίσει την υπεροχή των πολλών, ως σύνολο, από όλες τις απόψεις. Είναι προφανές ότι αναφέρεται στον ένα επειδή ακριβώς το ζήτημα της διαπραγμάτευσης αφορά την παρουσία του ενός χαρισματικού που ξεπερνάει τους άλλους. Αν λοιπόν δεχτούμε ότι πράγματι μπορεί να υπάρξει αυτή η περίπτωση, τότε το άριστο πολίτευμα δεν έχει άλλη επιλογή απ’ το να του δώσει τη θέση που του αξίζει, αφού με τον τρόπο αυτό θα ωφεληθεί το σύνολο της πόλης. Με δυο λόγια το θέμα που τίθεται δεν αφορά την παρουσία του ενός ή των λίγων στη στελέχωση των δημόσιων αξιωμάτων, αλλά την αποδοχή της αριστοτελικής ισότητας, που έχει να κάνει με την αξία του καθενός και που φυσικά προϋποθέτει την ύψιστη ωριμότητα. Γιατί δεν είναι εύκολο να αποδεχτεί κανείς την ανωτερότητα του άλλου – μόνο στο άριστο πολίτευμα θα μπορούσε να επιτευχθεί αυτό. Σε τελική ανάλυση, το άριστο πολίτευμα δεν είναι τίποτε άλλο από τον άριστο λαό, που είναι σε θέση να συνειδητοποιήσει και να αναγνωρίσει την ξένη υπεροχή. Κι εδώ ακριβώς έγκειται και η αναφορά του Δία. Γιατί ο Δίας θα ήταν αδύνατο να αμφισβητηθεί ως πατέρας των θεών και των ανθρώπων. Όμως, το αδιαφιλονίκητο της υπεροχής του εξασφαλίζεται μονάχα από τη θεϊκή του υπόσταση. Αν έφερνε ως παράδειγμα οποιονδήποτε άλλο θνητό, θα ήταν αδύνατο να μη συναντήσει αντιρρήσεις. Γιατί ο θνητός δεν μπορεί να αναγνωριστεί ανεπιφύλακτα. Η δεδομένη ανωτερότητα αφορά μόνο τους θεούς και τους μυθικούς ήρωες, όπως ο Ηρακλής.
 
Από αυτή την άποψη γίνεται κατανοητός ο λόγος που όταν αναφέρεται στα χειροπιαστά – υπαρκτά πολιτεύματα δίνει προτεραιότητα στη συμμετρία. Γιατί αυτό έχει προκύψει μέσα από τη λειτουργία των πολιτευμάτων. Γιατί η παρουσία του ανώτερου, όσο δεδομένη κι αν είναι αυτή (υποθετικά μιλώντας), είναι κάτι τόσο πρωτοφανές που τελικά τείνει στο μη διαχειρίσιμο. (Κι εδώ δε μιλάμε για τον άρχοντα που θα μονοπωλήσει την εξουσία με τη βία, όπως συμβούλευε ο Θρασύβουλος. Εδώ μιλάμε για τον απόλυτο κάτοχο της πολιτικής αρετής που δεν έχει άλλη επιλογή απ’ την εφαρμογή της δικαιοσύνης). Γι’ αυτό και είναι περισσότερο πιθανό να ζημιώσει παρά να ευνοήσει την πόλη. Η αναφορά του φυσικού δικαίου που επιβάλλει την πειθαρχία στον ανώτερο άντρα, είναι η πεποίθηση ότι όλοι πρέπει να πειθαρχούν σ’ αυτό που όχι μόνο θεωρείται, αλλά και είναι καλύτερο. Αν λοιπόν είναι καλύτερος ο ένας, σε βαθμό που να ξεπερνά σε σοφία όλους τους άλλους μαζί, τότε όλοι πρέπει να πειθαρχούν σ’ αυτόν.
 
Κάτι τέτοιο όμως κρίνεται αδύνατο. Δεν μπορεί να υπάρξει ανωτερότητα που να ξεπερνά τις δυνατότητες του συνόλου. Γι’ αυτό και η υπόθεση αυτή κρίνεται μάλλον εξωφρενική. Ο λαός είναι δυνατό να παρασυρθεί πολλές φορές σε λανθασμένες αποφάσεις. Η ίδια η λειτουργία του εξοστρακισμού το καταδεικνύει αυτό. Όμως, η παραδοχή ότι και οι συλλογικές αποφάσεις εμπεριέχουν την πιθανότητα του λάθους δεν λειτουργεί ως αμφισβήτηση της ανωτερότητας της λαϊκής ετυμηγορίας, αλλά ως κατάδειξη του αδύνατου της ύπαρξης ενός άριστου πολιτεύματος, αφού ακόμη και το ανώτερο πολιτειακό όργανο μπορεί να σφάλλει. Κι αυτός είναι και ο λόγος που ο Αριστοτέλης παρουσιάζει το άριστο πολίτευμα χωριστά από τα ορθά. Γιατί γνωρίζει ότι το άριστο τείνει στο αλάνθαστο κι ως εκ τούτου στο ανύπαρκτο. Κι ότι αυτοί που ξεχωρίζουν τόσο πολύ ώστε να ξεπερνούν σε φρόνηση το σύνολο του λαού είναι ή μυθικοί ήρωες ή θεοί. Με άλλα λόγια όταν μιλάμε για την πραγματικότητα δεν μπορούμε να μιλάμε για το άριστο με την απόλυτη έννοιά του. Μιλάμε μόνο για το κατά σύμβαση άριστο. Δηλαδή για το ορθό. Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται η έννοια του μέτρου και της συμμετρίας και της αρμονίας και της κοινωνικής γαλήνης. Γιατί μόνο έτσι θα οδηγηθούμε στο άριστο με τη χειροπιαστή, ανθρώπινη υπόστασή του. Στο κατά δύναμη άριστο.
 
Αριστοτέλης: Πολιτικά