Τρίτη 26 Σεπτεμβρίου 2017

Πόσο θάρρος χρειάζεται;

Γεννιόμαστε θαρραλέοι ή γινόμαστε; Πότε το θάρρος γίνεται επικίνδυνο και πότε μετατρέπεται σε θράσος; Και, τελικά, πόση δόση θάρρους χρειαζόμαστε στη ζωή μας;
 
Η απόφαση για ένα νέο ξεκίνημα σε μια ξένη χώρα, η άνευ όρων παράδοσή μας σε έναν καινούργιο έρωτα ή η πτώση με μπάντζι τζάμπινγκ από τον ισθμό της Κορίνθου είναι καταστάσεις που, αν και πολύ διαφορετικές μεταξύ τους, απαιτούν το ίδιο συστατικό για να γίνουν πραγματικότητα: Θάρρος.
 
1. «Ο τολµών νικά». Η επιτυχία ακολουθεί πράγµατι τους θαρραλέους;
Το θάρρος είναι το αίσθημα που πρέπει να βγάλουμε στην επιφάνεια αν θέλουμε να αλλάξουμε διάφορα πράγματα στη ζωή μας. Όποιος δεν σκοπεύει να ξεπεράσει τον εαυτό του, όποιος δεν αντέχει να δοκιμάσει κάτι νέο, δεν μπορεί να ζήσει επιτυχημένες αλλαγές στη ζωή του. Αν κάποιος, δηλαδή, δεν μπορεί να αντιμετωπίσει με θάρρος το αφεντικό του και να ζητήσει αύξηση, δεν πρόκειται να δει επιπλέον μηδενικά στον μισθό του. Αντίστοιχα και όποιος δεν παίρνει το ρίσκο να νιώσει απογοήτευση, δεν θα μπορέσει να ερωτευτεί πραγματικά. Ο θαρραλέος, λοιπόν, έχει περισσότερες πιθανότητες να πετύχει, αφού τολμά να σκεφτεί πρωτοποριακά και να δοκιμάσει τις δυνάμεις του. Ωστόσο, όταν το θάρρος δεν συνοδεύεται από λογική επεξεργασία, το άτομο είναι πολύ πιθανό να ριψοκινδυνεύσει και να αποτύχει.
 
2. Θα ήθελα να αλλάξω πράγµατα στη ζωή µου, αλλά δεν έχω το θάρρος να το κάνω. Πώς να ξεκινήσω;
Το πρώτο βήμα που πρέπει να κάνουμε είναι να αναλάβουμε την ευθύνη της ίδιας μας της ζωής. Πρέπει να σταματήσουμε να γκρινιάζουμε, να μην υιοθετούμε παθητική στάση και να μην επαναλαμβάνουμε μονότονα φράσεις όπως: «Έτσι είμαι, δεν μπορώ να κάνω κάτι για να το αλλάξω». Κάθε μικρή αλλαγή στην καθημερινότητά μας θα αυξήσει τη διάθεση και την ελπίδα μας για την επίτευξη των επόμενων. Χρειάζεται, λοιπόν, να σκεφτούμε τις αλλαγές που θέλουμε να πραγματοποιήσουμε, να τις ιεραρχήσουμε και να πάρουμε την απόφαση να ξεκινήσουμε με τη μικρότερη. Το ξεκίνημα θέλει ώθηση, κίνητρο και πίστη στο επιδιωκόμενο αποτέλεσμα.
 
3. Πρέπει να ακολουθώ κάθε παρόρµησή µου για αλλαγή;
Εξαρτάται. Δεν πρέπει επειδή νιώσαμε ένα αίσθημα δυσαρέσκειας να τα εγκαταλείψουμε όλα και να επιδιώξουμε πάση θυσία μια αλλαγή. Είναι σημαντικό να μην αποφασίζουμε μόνο ενάντια σε κάτι, αλλά και με την προοπτική κάποιου καινούργιου πράγματος. Να γνωρίζουμε ποια κατεύθυνση θέλουμε να ακολουθήσουμε. Ίσως, για παράδειγμα, το να συζητήσουμε με τους συναδέλφους μας σχετικά με την ανακατανομή των αρμοδιοτήτων στο γραφείο να κάνει πιο ενδιαφέρουσα τη δουλειά μας ή ένα σύντομο ταξίδι το Σαββατοκύριακο να βγάλει από τη χειμερία νάρκη τη σχέση με τον σύντροφό μας. Το σημαντικό, πάντως, είναι να έχουμε έναν ξεκάθαρο στόχο στο μυαλό μας και να έχουμε σκεφτεί καλά τον τρόπο να τον πετύχουμε.
 
4. Πότε το θάρρος γίνεται επικίνδυνο;
Το θάρρος μπορεί πράγματι να μας οδηγήσει κάποιες στιγμές στη λήψη λανθασμένων αποφάσεων. Γι' αυτό και θα μας φανεί πολύ βοηθητική μια λίστα με τις θετικές και τις αρνητικές επιπτώσεις κάθε απόφασής μας. Σκεφτόμαστε, για παράδειγμα, να κάνουμε μια νέα αρχή στο εξωτερικό. Από τη μια πλευρά, έχουμε στο μυαλό μας τις καλύτερες εργασιακές συνθήκες. Πρέπει, όμως, να λάβουμε υπόψη μας και το πόσο εύκολα θα βρούμε δουλειά, καθώς και το αν θα μας αρέσει ο νέος τρόπος ζωής. Αφού ζυγίσουμε τα υπέρ και τα κατά, μπορούμε να αποφασίσουμε.
 
5. Γεννιόµαστε θαρραλέοι;
Όχι, αλλά ο τρόπος που μεγαλώνουμε παίζει σπουδαίο ρόλο στο πόσο θαρραλέοι θα γίνουμε. Παιδιά τα οποία οι γονείς τους τα ενθαρρύνουν να δοκιμάζουν νέες εμπειρίες και τους επιτρέπουν να κάνουν λάθη έχουν περισσότερες πιθανότητες να μη φοβούνται να τολμήσουν. Αντίθετα, παιδιά που έχουν μεγαλώσει με υπερπροστατευτικούς γονείς είναι δυσκολότερο να καταφέρουν πράγματα μόνα τους κατά την ενήλικη ζωή τους. Η συζήτηση μαζί με την επιβράβευση και την πειθώ, καθώς και η ανάπτυξη των κατάλληλων προτύπων, είναι εξαιρετικά χρήσιμα όπλα που πρέπει να επιστρατεύσουν οι γονείς.
 
6. Μαρτυρά η στάση του σώµατος έναν θαρραλέο άνθρωπο;
Φυσικά. Ας φέρουμε στο μυαλό μας έναν γορίλα ο οποίος χτυπάει με τις γροθιές του το προτεταμένο του στήθος γεμάτος δύναμη και θάρρος. Ένας άνθρωπος που στέκεται ευθυτενής με το κεφάλι ψηλά και το στήθος προς τα έξω δίνει στους γύρω του ένα πολύ συγκεκριμένο μήνυμα. Σύμφωνα, μάλιστα, με αμερικανική έρευνα, κάποιος που στέκεται όρθιος και έχει δυναμική παρουσία στον χώρο είναι πιθανότερο να είναι άνθρωπος με θάρρος, συγκριτικά με κάποιον που προσπαθεί να πιάνει όσο λιγότερο χώρο γίνεται (π.χ. είναι καθιστός σε μια γωνία).
 
Οι μελετητές έδωσαν στους φοιτητές που συμμετείχαν στο πείραμα από 2 δολάρια στον καθένα και τους είπαν ότι μπορούσαν να τα κρατήσουν ή να τα παίξουν σε ένα τυχερό παιχνίδι, όπου υπήρχαν δύο πιθανότητες: να τα χάσουν ή να τα διπλασιάσουν. Στη συνέχεια, παρακολούθησαν τους φοιτητές που επέλεξαν να καθίσουν σε μικρές καρέκλες και αυτούς που προτίμησαν να «απλωθούν» σε άνετες πολυθρόνες γραφείου και παρατήρησαν ότι η δεύτερη ομάδα (όσοι επέλεξαν τις άνετες θέσεις) ρίσκαρε 45% περισσότερο από την πρώτη.
 
7. Οι άνδρες είναι πιο θαρραλέοι;
Για να αποκτήσει κανείς θάρρος, θα πρέπει σε πρώτη φάση να μάθει να συμφιλιώνεται με τα λάθη του και να δοκιμάζει πάλι από την αρχή. Θα πρέπει, με άλλα λόγια, να μην αφήνει την απογοήτευση να τον εμποδίζει να ξαναπροσπαθήσει. Συνήθως, όμως, οι γυναίκες δίνουν μεγάλη σημασία στα λάθη τους και μάλιστα συχνά αποφεύγουν ακόμα και να κάνουν κάτι από φόβο μήπως δεν τα καταφέρουν. Αντίθετα, οι άνδρες είναι πιο συμφιλιωμένοι με τα λάθη τους, επομένως τους είναι ευκολότερο να δοκιμάσουν νέες εμπειρίες.
 
8. Πότε το θάρρος γίνεται θράσος;
Όταν κανείς τολμά χωρίς σύνεση, συνείδηση και ευθύνη, τότε εύκολα μπορεί το θάρρος να μετατραπεί σε θράσος. Θέλει θάρρος να διεκδικήσει κανείς το δίκιο του, αλλά καταντά θράσος όταν καταπατά τα δικαιώματα των άλλων για να το επιτύχει. Καλό είναι, λοιπόν, το θάρρος της γνώμης να μη γίνεται θράσος της απόλυτης επίκρισης.

Ο εγωισμός είναι το πάθος των παθών

Αντίο και εγωισμός.
O εγωισμός, που όσο και να βασανίζει, όσο κι αν διαλύει ζωές, όσο κι αν μας τυλίγει με αλυσίδες, προβλήματα και καταστροφές, λατρεύει τον εαυτό του.
 
Είναι το πάθος των παθών.
Θέλει μεγάλο ψυχικό ανάστημα, ισχυρή θέληση και πάνω από όλα, έρωτα αλήθειας, για να δουλέψει κανείς εναντίον του.
Δεν ξέρω τι μπορεί να κάνει ο καθένας μας για να περισώσει την ψυχή του, την υγεία του, τη ζωή του και όσους αγαπά, όταν βρίσκεται υπό το κράτος πάθους. Αν έχει περιθώρια δηλαδή, να κάνει αλλιώς.
Μπορεί όμως με την αυτογνωσία να μαθαίνει σιγά-σιγά τις ίδιες τις δικές του αντιδράσεις και να προλαβαίνει τα χειρότερα.
Η γνώση και η εμπειρία χαρίζει πρόβλεψη και η πρόβλεψη βρίσκει τρόπους, διδάσκει κάποιες τακτικές ώστε να διασώσει, να απαλλάξει, να ηρεμήσει.
 
“Μαθαίνεις από τα λάθη σου, μόνο όταν είσαι πρόθυμος να πληρώσεις τα δίδακτρα”, διάβασα φράση από ανώνυμο.
Όταν επιλέγεις έντιμα το καλό και το αληθινό, θαυμαστές κι απρόοπτες βοήθειες πέφτουν βροχή να σε συνδράμουν.
Είναι ένα θαύμα της ζωής κι αυτό, δώρο που ριζώνει στο μυστήριο και μας απλώνει χέρι.
Ας έχουμε ευαίσθητη παρατηρητικότητα να τα ξεχωρίζουμε κάτι τέτοια θαύματα της κάθε μέρας.
Ο καθένας μας βγαίνοντας στη δική του ζωή για να ζήσει, για να προκόψει, διδάσκεται, αλλά κυρίως αυτοδιδάσκεται για μονοπάτια και παγίδες μέσα στο προσωπικό του δάσος.
Δεν ξέρω…
Εκείνο που ξέρω είναι πως δείχνουν αρεστοί και ελκυστικοί μόνο οι άνθρωποι που μπορούν να λένε αντίο.
Μόνο εκείνοι δηλαδή που, ακόμη και σ’ αυτές τις θερμές περιπέτειες που τους έρχονται, πειρασμούς που ακυρώνουν τη διάκριση, βρίσκουν τελικά τη δύναμη να βάζουν τέλος σε σχέσεις που δεν είναι αληθινές ή δεν είναι αληθινές πια.
 
Να λένε αντίο σ’ αυτό που έχει ήδη από καιρό, τελειώσει.
Που αντέχουν να το παραδέχονται όσο κι αν πονάει, όσο κι αν μειώνει, όσο κι αν προσβάλλει.
Και βρίσκουν τη δύναμη, διότι έτσι θέλουν. Παντού η μυστική δύναμη της θέλησης και μόνο.
Είμαι σίγουρος πως εκείνος που αληθινά αγαπά, δε μένει με το «έτσι θέλω» αν δεν αγαπιέται.
 
Δεν αντέχει τέτοιον πόνο, τέτοιον εξευτελισμό και τρέχει μακριά.
Μόνο το συμφέρον μπορεί να αντέξει τέτοιο πόνο και τέτοιον εξευτελισμό.
Μόνο όσοι μπορούν να αγαπούν, αισθάνονται όταν έρθει η ώρα, την επιταγή του αντίο.
Να πουν ένα αντίο που πονάει βέβαια φρικτά, που θέλει κότσια.
 
Ερωτεύσιμες όμως, είναι μονάχα οι δυνατές ψυχές.
Τίποτα πιο ερωτεύσιμο από τη δύναμη και την ελευθερία, από τον δυνατό και τον ελεύθερο.
Και δε μιλώ αποκλειστικά για τις καθαρές ερωτικές σχέσεις, αλλά και για όλες εκείνες που προσεγγίζουν και πλέκουν τις ψυχές.
Όλα τα μεγάλα έργα, οι όπερες, οι τραγωδίες, τα ωραία τραγούδια, οι νουβέλες, αν προσέξετε, στηρίζονται σε πρόσωπα που έχουν πει ένα αντίο.
Από περηφάνια αντίο, από καλοσύνη, από κατανόηση, αλλά και από σκληρότητα, από αναλγησία, από υπολογισμό.
 
Πάντα υπάρχει ένα αντίο στην καρδιά του μεγάλου δράματος.
Ένα αντίο σαν της Μαργαρίτας Γκωτιέ, σαν του Αμερικανού της Μπάτερφλαϊ και της Μπάτερφλαϊ στη μοίρα της, του Άμλετ, της Ελένης στην Ιλιάδα. Κάποιου είδους αντίο.
Ποτέ δε γράφτηκε ένα έργο για μια κολητσίδα. Για ένα πρόσωπο που θα έλεγαν γι’ αυτό εκείνη την έξυπνη παροιμία: «Τον φτύνεις και αυτός λέει ότι ψιχαλίζει».

Πόσο παράλογο είναι το «δε γίνεται», όταν θέλεις;

Όλα απ’ το αποτέλεσμα κρίνονται. Ένα αποτέλεσμα που άλλες φορές είναι αυτό που επιθυμούμε, ώστε να συμφωνεί με δεδομένα, σκηνικά, στιγμές και παραδοχές κι άλλες φορές δεν έχει καμία σχέση με αυτά. Τότε είναι που προσπαθούμε να το ελέγξουμε μήπως κι αλλάξει, να το μετρήσουμε απ΄την αρχή, να το βάλουμε κάτω, γιατί σίγουρα κάτι έχει πάει λάθος.

Όμως, όσο και αν το κοιτάμε, το επανελέγχουμε, το μετράμε, το ξεζουμίζουμε, εκείνο δεν έχει κάτι άλλο να δώσει. Αν ήταν αριθμός ίσως να ήταν το μηδέν ή αν ήταν λέξη θα ήταν το «τίποτα», αλλά είναι χειρότερο. Είναι κόμπος στο λαιμό το αποτέλεσμα που δε συμφωνεί με τα δεδομένα, είναι άνθρωπος που δεν αλλάζει.  Είναι αυτό και τέλος.
 
Κόμπος, από εκείνους που στέκονται στο λαιμό την ώρα που προσπαθείς να χαμογελάσεις για να μη δείξεις ότι βουλιάζεις, ότι πνίγεσαι, ότι δεν το αντέχεις και ταυτόχρονα έχεις χαθεί. Σε σκέψεις, τραγούδια, «ήθελα» και «δε γίνεται».

Πόσο τρομαχτική είναι η μορφή που μπορούν να πάρουν τελικά κάποιες λέξεις;  Πόσο παράλογο είναι το «δε γίνεται», όταν θέλεις;  Ψυχασθενής σε έναν κόσμο λογικών που περνάει απέναντι το δρόμο κάπου στο κέντρο αγνοώντας φανάρια και κανόνες τη στιγμή που γύρω του περνάνε αλλόφρονα αυτοκίνητα κορνάροντας, βρίζοντας και πατώντας φρένο, αλλά ο τρελός απαθής συνεχίζει το δρόμο του.

Τα «δε γίνεται» σταματούν  τον χρόνο, τις κινήσεις , τους ανθρώπους, τις ανάσες, αλλά δεν εξαφανίζονται απλά. Σε αναγκάζουν να κυκλοφορείς με αυτά. Ύστερα αναγκάζεσαι να τα κουβαλάς κι ας μη θέλεις, κι ας μην αντέχεις.  Τα βάζεις στην τσέπη σου και τα κρύβεις σαν όπλο ή παράνομη ναρκωτική ουσία. Μη σε πιάσουν, μη σε καταλάβουν, μην καταδικαστείς. Όχι απ’ τους άλλους, αλλά από εσένα. Εσένα, που δεν έχεις αυτό που επιθυμείς για δύο λέξεις. Όταν όμως ένιωθες, γνώριζες πως η επιθυμία είναι δυαδική κι εσένα κάπου σε έστησε ο δεύτερος παίχτης.

Άρα τα πράγματα είναι απλά. Φτάνεις στο απέναντι πεζοδρόμιο και προσπαθείς να μπεις στον κόσμο των λογικών, να συμμορφωθείς, να αντέξεις, να βρεις κάτι άλλο. Πόσο να αντέξει, όμως, ένας λογικός και κατά τα άλλα καθόλα νόμιμος όταν στην τσέπη του κρύβει ενοχοποιητικά στοιχεία; Θα τριγυρίσει αδιάφορα, θα κάνει ότι δεν τρέχει τίποτα, θα χαμογελάσει προσποιητικά αθώα, όμως, στην τσέπη θα βρίσκονται όλα τα ενοχοποιητικά στοιχεία.

Τα ενοχοποιητικά στοιχεία που θα θολώνουν τις νύχτες, τα όνειρα, την καθημερινότητα και το παρακάτω. Θα συνεχίσει να τρέχει όμως, αλλά στη στάση για νερό, θα καταλάβει ότι παρ’ όλο που τρέχει δε θα έχει κάνει βήμα από τη μοναξιά του. Θα τρέχει στη στιγμή που θα κοιμάται μόνος του ή με κάποιον άλλον που δε θα είναι όμως καν εκεί. Γιατί όσοι και να μπουν στο κρεβάτι σου αν δεν έχουν μπει κάπου στην καρδιά σου πάλι μόνος θα είσαι.

Κάποια στιγμή το αποτέλεσμα θα εμφανιστεί ξανά και θα αποδείξει ότι το «δε γίνεται» είναι ακόμη εκεί κι όσο και αν προσποιούσουν ότι δεν το έχεις μαζί σου, εκείνο έχει γαντζωθεί στα ρούχα σου και τα ξεχειλώνει. Κι εκείνα και τα μέσα σου.

Βεβαρημένα συναισθήματα σε «θέλω» που δε θα ικανοποιηθούν ποτέ, γιατί απλά αυτό αποφάσισε κάποιος άλλος για σένα κι εσύ πρέπει να συνεχίσεις χωρίς «θέλω». Να επιλέξεις άλλα δεδομένα που θα σου δώσουν άλλο αποτέλεσμα. Αποτέλεσμα που δε θα χρειάζεται διπλοτσεκαρίσματα και κάπως έτσι θα ζήσουν αυτοί καλά κι εσύ καλύτερα ή τουλάχιστον αυτή θα ήταν η ευχάριστη κατάληξη αυτού του άρθρου, αλλά δε θα είναι.

Μπορεί να παραμυθιαζόμαστε καθημερινά επειδή αφήνουμε τους άλλους να μας παραμυθιάζουν, αλλά το γαμημένο το αποτέλεσμα δεν παραμυθιάζεται ποτέ. Είναι τόσο παράλογα διαφορετικό απ’ τις στιγμές και τα συναισθήματα. Και τόσο παράλογα δύσκολο να βγει στην επιφάνεια, να αποκαλυφθεί και τελικά να καταλήξει σε αυτό που δε θέλουμε.

Εκεί κάπου βρίσκεται κι η ουσία γιατί όταν το αποτέλεσμα φανερώνει ότι δε θα έχεις αυτό που θες όσο και να το παλέψεις σε αδιάφορες συναναστροφές και σε μερικά δήθεν «είμαι καλά», απλά δε θα είσαι. Ή τουλάχιστον όχι τώρα, ή τουλάχιστον όχι τόσο εύκολα.

Η ζωή βρίσκεται μετά τις συμβουλές των άλλων

Αποτέλεσμα εικόνας για The Party's OverΣε σένα απευθύνομαι. Που στέκεσαι μπρος στην πόρτα, μα διστάζεις οικτρά να την ανοίξεις, που φοβάσαι να βγείς και ν’ ανακαλύψεις μόνος σου, για τον εαυτό σου, τι είναι να ζεις !

Σε σένα που ταλαντεύεσαι, λοιπόν, κρατώντας δειλά το χερούλι…

Σε σένα, που στο παρελθόν, έμαθες να πορεύεσαι με τις συμβουλές των άλλων, εσένα που σπατάλησες τη μέχρι τώρα ζωή σου, μιμούμενος όλα όσα κάνουν οι άλλοι, μετακομίζοντας απλά, από το ένα στο άλλο, κοινωνικά αποδεκτό κουτί.

Σε σένα, που σαν ήσουν παιδί, σε πείσανε ότι μόνο οι μεγάλοι ξέρουν, ότι χρειάζεσαι πάντα τη γνώμη τους, την πείρα τους, την προστασία τους, για να περπατήσεις το δικό σου μονοπάτι! Θυμάσαι όσα σου λέγανε;

Κάθε φορά που αποφάσιζες να ρωτήσεις τη γνώμη τους, ή μάλλον κάθε φορά που κρατούσες προσεκτικά στα χέρια σου ένα όνειρο, και πήγαινες να τους το δείξεις, ν’ ακούσεις τι θα σε συμβουλέψουν, αυτοί πάντοτε σου απαντούσαν πως είσαι μικρός για κάτι τέτοιο, άπειρος, πως είναι δύσκολο, παράτολμο ή επικίνδυνο… και συχνά, πως η κοινωνία θα σε κρίνει!

Η κοινωνία, μάλιστα! Πώς μπορείς έτσι να την παραβλέψεις, αφού, σε κάθε στιγμή της παιδικής σου ηλικίας, παρατηρούσες τους σημαντικότερους για σένα ενήλικες, να καταπίνουν ολόκληρα μπαστούνια, για να συμμορφωθούν με την κοινωνία, να είναι τέλος πάντων, αποδεκτοί και σεβαστοί από τους άλλους! Μα πώς μπορείς να την παραβλέψεις, όταν τους θυμάσαι να υποκρίνονται, να αποσιωπούν και κυριολεκτικά, σε κάθε βήμα τους, ν’ ανασαίνουν για τους άλλους: η κάθε τους φράση να τελειώνει με την εξής κατακλείδα: «Φυσικά ναι, αλλά τι θα πουν και οι άλλοι; Τι θα σκεφτούν αν…». Και πάει λέγοντας, και, κλαίγοντας!

Γιατί, βλέπεις, περικυκλωμένος, φορώντας από τους ίδιους τους γονείς σου ακόμη, τις αλυσίδες τις κοινωνικής αποδοχής, ποτέ σου δεν τόλμησες το παραμικρό, παρέμεινες μικρός και ανεύθυνος, όπως σε κατηχούσαν, κι επέτρεπες τους άλλους ν’ αποφασίζουν για σένα!

Έτσι,από μικρός, υποχωρώντας στις απύθμενα εγωιστικές επιθυμίες των άλλων, το μεγαλύτερο μέρος της ζωής σου, το έχεις ζήσει, σύμφωνα με τα όνειρα των άλλων για σένα, ή για την ακρίβεια, εκπληρώνοντας τα απωθημένα και ανεκπλήρωτα θέλω των άλλων- πόσα πολλά,αλήθεια, από δαύτα κληρονόμησες! Ακολούθησες το επάγγελμα των γονιών σου ή σπούδασες ό,τι δεν κατάφεραν να σπουδάσουν εκείνοι, ή ακόμη, παντρεύτηκες, χωρίς να είσαι ώριμος ή έτοιμος για αυτό, μόνο και μόνο, επειδή οι γονείς σου, σου είπαν ότι δεν είναι κοινωνικά αποδεκτό να σχετίζεσαι χωρίς γάμο, ότι η επιλογή σου τους εκθέτει!

Μέτρησες, άραγε, πόσα πράγματα έχεις κάνει, ως τώρα, για χάρη των άλλων; Για χάρη της αποδοχής τους, της εκτίμησής τους; Μέτρησες, πόσες επιθυμίες, πόσα όνειρα έστειλες απευθείας στον κάλαθο των αχρήστων, απλά και μόνο επειδή, δεν είναι τόσο συνηθισμένα ή και κοινωνικά παραδεκτά; Και σε τι βαθμό, στραγγάλισες τον εαυτό σου, την ιδιοσυγκρασία σου, ώστε να μπορείς να συμβαδίζεις, στο κάτω-κάτω, με τον εκάστοτε μέσο όρο της κοινωνίας;

Το μέσο όρο… ζώντας μια ζωή με το μη και το δεν αυτής της κοινωνίας, να που βρίσκεσαι ακόμη στο μηδέν, στην καθυσυχαστική ασφάλεια, σε μια κακόμοιρα συμβιβασμένη σταθερότητα, καλύτερα πες ακαμψία, που εύκολα διασφαλίζεται, όταν μαθαίνεις να μεταβιβάζεις την ευθύνη για τη δική σου ζωή, στους άλλους! Έλα λοιπόν, πάψε να ασφυκτιάς, να ετεροκατευθύνεσαι και να παραπονιέσαι, πάψε να λες πώς είσαι ένα θύμα, πως υπομένεις, πως όλα μα όλα είναι χάλια και πώς τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει!

Έλα λοιπόν, δεν είσαι όπως σου έλεγαν, μικρός, μα ούτε κι έχεις πραγματικά σχέση με το αφήγημα που έφτιαξαν,πριν από σένα, για σένα, οι άλλοι: πέρα από κάθε συμβουλή, άποψη, προτροπή ή απαγόρευση των άλλων, αρχίζει η ζωή, εκείνο το άγνωστο, όμορφο, απροσδόκητο προσωπικό ταξίδι! Κι ό,τι και αν άκουσες ή σου είπαν, βρίσκεται πάντα, μετά τις απόψεις, τις συμβουλές, τις προτροπές μα και τις καθωσπρέπει απαγορεύσεις των άλλων: η ζωή, απλούστατα, κρύβεται στο μετά, στο εν δυνάμει απροσδιόριστο, κι είναι ολοδική σου η ευθύνη, να την ανακαλύψεις, για να της δώσεις σχήμα και μορφή

Η δύναμη της αγάπης δίχως όρους

Όσοι έχουν το χάρισμα να έλκουν στη ζωή τους όλα τα καλά, φαίνονται να έχουν μια μυστηριώδη δύναμη. Η ικανότητα να φτάσει κανείς σε ένα υψηλότερο επίπεδο ύπαρξης, όπου φαίνεται πως δεν υπάρχει καμιά καθυστέρηση ανάμεσα σε μια σκέψη και στην υλοποίησή της, είναι η ικανότητα να αγαπά κανείς χωρίς όρους και να μην απαιτεί τίποτα από τον κόσμο, ούτε να τον κρίνει.

Αυτή η δύναμη θα είναι στη διάθεσή μας, μόλις αρχίσουμε να υιοθετούμε τις βασικές αρχές για τη δημιουργία. Οι περισσότεροι από μας απλά δεν αναγνωρίζουμε πόσο μεγάλη είναι η δύναμή μας, με την ικανότητα που έχουμε να δημιουργούμε σκέψεις και μέσα από αυτές να έλκουμε την αφθονία του σύμπαντος.

Όταν προσπαθούμε να εξηγήσουμε με τη λογική μας αυτήν τη δύναμη, αμέσως σκεφτόμαστε τη σύγκρουση ανάμεσα στην ελεύθερη βούληση και σε εκείνο που μάθαμε να αποκαλούμε πεπρωμένο ή μοίρα. Αυτή η σύγκρουση συχνά μας εμποδίζει να εκφράσουμε την εσωτερική ανάγκη μας να σκεφτόμαστε και να ζούμε μέσα στην αγάπη χωρίς όρους. Το αριστερό μέρος του εγκεφάλου μας, στο οποίο εδράζει η λογική, λέει: «αν όλα είναι προκαθορισμένα, τότε δεν έχω ελεύθερη βούληση, άρα κάθε σκέψη μου είναι καθορισμένη από πριν, άρα είμαι χαμένος».

Ας ρίξουμε μια ματιά στο ζήτημα της μοίρας, του πεπρωμένου κι ας το τοποθετήσουμε μέσα σε ένα διαφορετικό πλαίσιο. Το πεπρωμένο μας δεν είναι προκαθορισμένο. Το πεπρωμένο σου καθορίζεται μόνον από σένα.

Η στιγμή που βιώνεις ΤΩΡΑ, είναι το αποτέλεσμα των προηγούμενων σκέψεών σου. Η άποψη πως τα πάντα είναι γραμμένα από πριν, δεν είναι παρά μια ψευδαίσθηση. Μπορείς να δημιουργήσεις το πεπρωμένο σου και στην πραγματικότητα αυτό κάνεις.

Η ελεύθερη βούλησή σου είναι ένα δώρο από την αγάπη χωρίς όρους. Εσύ δημιουργείς το πεπρωμένο σου με την ελεύθερη βούληση κι αν βαδίζεις έξω από το μονοπάτι της αγάπης, τότε απλά ζεις μια ψευδαίσθηση.

Η ψευδαίσθηση βρίσκεται στο ότι θεωρείς πως είσαι χωρισμένος, κι αυτό σε φέρνει σε μια θέση υποτέλειας και σου δημιουργεί την εντύπωση πως είναι κάτι που πρέπει να το πολεμάς ή να το φοβάσαι.

Αν επικρατήσει μέσα σου αυτή η ψευδαίσθηση, τότε γίνεσαι θύμα των περιστάσεων και όχι συν-δημιουργός της ζωής. Χάνεις την ικανότητά σου να εκπέμπεις την αγάπη, που είναι η ύπαρξή σου, και αντί γι΄αυτήν, προβάλλεις το εγώ σου με όλες του τις πεποιθήσεις. Με άλλα λόγια, παραιτείσαι από τη δύναμή σου να είσαι ενωμένος με τη δύναμη που σε δημιούργησε και χάνεις την δυνατότητα να συν-δημιουργείς τη ζωή που επιθυμείς.

Η ίδια σου η ζωή βρίσκεται σε σύγκρουση με την ανώτερη δύναμη που έχεις μέσα σου. Τότε αρχίζεις να φοβάσαι αυτήν τη δύναμη και να κρατάς μια θέση υποτέλειας απέναντί της. Παύεις να πιστεύεις ότι έχεις έστω και την παραμικρή ικανότητα να φέρεις στη ζωή σου οτιδήποτε θετικό και νιώθεις αδύναμος και ανίσχυρος. Χάνεις τη χαρά και την έκσταση που συνοδεύουν τη ζωή που βιώνεται μέσα στην αγάπη δίχως όρους.

Οι μίζεροι άνθρωποι, δεν κατάφεραν ποτέ να απολαύσουν την ζωή

Τους ανθρώπους με το πεινασμένο μάτι να φοβάσαι παιδί μου.

Εκείνους που είναι τόσο μίζεροι που δεν κατάφεραν ποτέ να απολαύσουν τίποτα.

Δεν είναι πως δεν τους δόθηκε. Είναι πως αυτό που τους δόθηκε δεν τους έφτανε. Το ήθελαν “όλο” και το ήθελαν “μόνο δικό τους”. Αντί να απολαύσουν το τώρα, την στιγμή, εκείνα που τους δινόντουσαν, εκείνοι θέλανε “κι άλλο”, “παραπάνω”. Και κανείς δεν τους έμαθε πως οι αποκλειστικότητες, είναι για τους δημοσιογράφους και τους εραστές.. όχι για τους φίλους. Όχι για τις παρέες. Όχι για την υπόλοιπη ζωή.

Είναι εκείνοι που ακόμα και το χαμόγελό τους είναι μίζερο και μετρημένο και ποτέ δεν φτάνει από τα χείλια τους στα μάτια τους.

Δεν μπορούν να χαρούν με καμιά χαρά, γιατί για εκείνους η χαρά σου είναι απλά ένα “γιατί όχι εγώ”.
Θα πάρουν τις λέξεις σου, τις εκφράσεις σου, θα υιοθετήσουν εκείνα που εσύ αγαπάς και στο τέλος θα προσπαθήσουν να ζήσουν την ζωή σου.

Μόνο που κανείς δεν τους είπε πως η ζωή σου, δεν ήταν ποτέ στρωμένη με ροδοπέταλα.
Έχεις περάσει δυσκολίες, έχεις πέσει κι έχεις γκρεμοτσακιστεί, έχεις πονέσει κι έχεις ματώσει.
Δεν σου δόθηκε τίποτα απλόχερα και χωρίς κόπο.

Μόνο που κάθε φορά που έπεφτες, σηκωνόσουνα και χαμογελούσες.
Έκλεινες το μάτι στην ζωή και συνέχιζες...

Δεν μοιρολατρούσες. Δεν κοιτούσες δίπλα σου για να προσκοληθείς. Δεν ζήλευες την ευτυχία κανενός.

Μόνος σου την έχτιζες την ζωή σου, κομματάκι κομματάκι.
Κι ήταν μια ζωή που τους χώραγε όλους μέσα της!
Όλους εκτός από τους μίζερους. Εκτός από εκείνους τους κισσούς που ζουν από την ζωή σου.
Όλους εκτός από εκείνους τους αχάριστους που δεν έμαθαν ποτέ να δίνουν αγάπη χωρίς αντάλλαγμα.

Να δίνουν χαρά χωρίς προσδοκία.
Να δίνονται απλόχερα από ψυχής.
Ναι ρε φίλε, αυτούς τους ανθρώπους η δική μου η ζωή, δεν τους χωράει.

Απλά γιατί στην δική μου την ζωή, το “περνάω καλά”, σημαίνει μια μέρα στην θάλασσα με φίλους, μπύρες και ιστορίες. Με γέλια και δάκρυα μα πάνω από όλα με αληθινά χαμόγελα.

Λυπάμαι μα μεγάλωσα πολύ για να δέχομαι, να ανέχομαι και να αντέχω τους ανθρώπους που ζουν στην μιζέρια, την ζήλεια και την τοξικότητά τους.

Έχει σηκώσει μελτέμι σου λέω… και καθαρίζει πάλι τον ορίζοντα

Βαδίζοντας πάνω στο δικό μας δρόμο

Τίποτε επομένως δεν είναι ανάγκη να τονιστεί περισσότερο από την προειδοποίηση ότι δε θα πρέπει να πάρουμε, σαν τα πρόβατα, τη γραμμή του κοπαδιού που προηγείται, ταξιδεύοντας έτσι πάνω στο δρόμο που βαδίζουν όλοι, αλλά πάνω στο δρόμο που οφείλουμε να βαδίσουμε. Τίποτε, πράγματι, δε μας δημιουργεί μεγαλύτερα προβλήματα από το γεγονός ότι προσαρμόζουμε τον εαυτό μας στις κοινές διαδόσεις, πιστεύοντας ότι όσα γίνονται αποδεκτά με την ευρύτερη δυνατή συναίνεση, αυτά είναι και τα άριστα – το γεγονός δηλαδή ότι, με το να ακολουθούμε τόσο πολλούς, ζούμε στην ουσία σύμφωνα με τους κανόνες όχι της λογικής αλλά της μίμησης. Το αποτέλεσμα είναι πως, ο ένας μετά τον άλλο, συσσωρεύονται οι άνθρωποι που οδεύουν ολοταχώς προς την καταστροφή. Και, όπως ακριβώς συμβαίνει όταν, σε μια μεγάλη ανθρώπινη συμφορά, οι άνθρωποι συμπιέζουν ο ένας τον άλλο και κανείς δεν μπορεί να καταρρεύσει χωρίς να συμπαρασύρει και τους άλλους στην πτώση του, καθώς η κατάρρευση των πρώτων επιφέρει τον όλεθρο και των τελευταίων, το ίδιο πράγμα θα μπορούσες να δεις σε κάθε περίπτωση και στη ζωή. Τα σφάλματα κάθε ανθρώπου δεν προκαλούν σ’ εκείνον μόνο ζημιά, αλλά καθένας από μας είναι ο ίδιος αιτία και υπεύθυνος του λάθους που θα κάνει και κάποιος άλλος.

Γιατί είναι επικίνδυνο να αναθέτουμε την ασφάλεια του εαυτού μας στο πλήθος που προπορεύεται και –ακριβώς επειδή καθένας μας είναι προθυμότερος να εμπιστευτεί κάποιον άλλο παρά να αποφασίσει ανεξάρτητα για τον εαυτό του- ουδέποτε να θέτουμε υπό έλεγχο τη ζωή μας, αλλά να δείχνουμε απεναντίας τυφλή εμπιστοσύνη στους άλλους, έτσι ώστε κάποιο λάθος που έχει περάσει από τον ένα στον άλλο να εμπλέκει τελικά και μας τους ίδιους και να απεργάζεται την καταστροφή μας. Το παράδειγμα των άλλων μας καταστρέφει· η αποδέσμευση από το πλήθος είναι σωτήρια.

Γιατί αυτό, υπερασπίζοντας το λάθος του έρχεται σε αντίθεση με τη λογική. Συμβαίνει έτσι το ίδιο ακριβώς πράγμα που γίνεται και στις εκλογές, όπου τα ίδια εκείνα άτομα που εξέλεξαν τους πραίτορες απορούν όταν η ευμετάβλητη λαϊκή εύνοια μετατοπιστεί στο θέμα της εκλογής των πραιτόρων. Το ίδιο πράγμα έχει τη μια στιγμή την εύνοιά μας, την άλλη την αποδοκιμασία μας· αυτή είναι η έκβαση κάθε απόφασης που ακολουθεί τις επιλογές του πλήθους.

ΣΕΝΕΚΑΣ, Για μια ευτυχισμένη ζωή

Υπόνοιες για επιπλέον διαστάσεις σε βαρυτικά κύματα

Ερευνητές από το Ινστιτούτο Max Planck για την βαρυτική Φυσική διαπίστωσαν ότι οι κρυμμένες διαστάσεις – όπως προβλέπονται από τη θεωρία χορδών – θα μπορούσαν να επηρεάσουν τα κύματα της βαρύτητας. Σε μια δημοσιευμένη μελέτη τους εξετάζουν τις συνέπειες των πρόσθετων διαστάσεων σε αυτούς τους κυματισμούς στο χωροχρόνο, και προβλέπουν αν θα μπορούσαν να ανιχνευθούν τα αποτελέσματά τους.
 
Οι συγχωνεύσεις μαύρων οπών παράγουν κύματα βαρύτητας. Αυτοί οι κυματισμοί στον χωροχρόνο θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για να αποκαλύψουν τις τυχόν κρυμμένες διαστάσεις.

Η πρώτη ανίχνευση από τον ανιχνευτή των βαρυτικών κυμάτων LIGO, δυαδικού συστήματος μαύρων οπών το Σεπτέμβριο του 2015, έχει ανοίξει ένα νέο παράθυρο στο Σύμπαν. Τώρα φαίνεται ότι με αυτό το νέο εργαλείο παρατήρησης, οι φυσικοί να μπορούν όχι μόνο να εντοπίσουν τις μαύρες τρύπες και άλλα εξωτικά αστροφυσικά αντικείμενα, αλλά και να καταλάβουν την ίδια την βαρύτητα. «Σε σύγκριση με τις άλλες θεμελιώδεις δυνάμεις, όπως, π.χ., ο ηλεκτρομαγνητισμός, η βαρύτητα είναι εξαιρετικά αδύναμη», εξηγεί ο Δρ David Andriot, ένας από τους συντάκτες της μελέτης. Ο λόγος για αυτή την αδυναμία θα μπορούσε να οφείλεται στο ότι η βαρύτητα αλληλεπιδρά με περισσότερες, από τις τρεις γνωστές διαστάσεις του χώρου και τη μία διάσταση του χρόνου που αποτελούν μέρος της καθημερινής μας εμπειρίας.
 
Επιπλέον διαστάσεις
Οι επιπλέον διαστάσεις που κρύβονται επειδή είναι πολύ μικροσκοπικές αποτελούν ένα αναπόσπαστο μέρος της θεωρίας χορδών – μια από τις πολλά υποσχόμενες υποψήφιες για μια θεωρία της κβαντικής βαρύτητας . Μια θεωρία της κβαντικής βαρύτητας, ενοποιώντας την κβαντομηχανική και τη γενική σχετικότητα, είναι περιζήτητη στον κύκλο των φυσικών, για να καταλάβουμε τι συμβαίνει όταν εμπλέκονται πολύ μεγάλες μάζες σε πολύ μικρές αποστάσεις, για παράδειγμα μέσα σε μια μαύρη τρύπα ή το Big Bang.

Ο φυσικός Gustavo Lucena Gomez πιστεύει ότι το κλειδί για την κατανόηση του σύμπαντος μπορεί να γίνει με τα βαρυτικά κύματα.
 
«Οι φυσικοί έχουν ψάξει για τις επιπλέον διαστάσεις στο Μεγάλο Επιταχυντή Αδρονίων στο CERN, αλλά μέχρι τώρα αυτή η αναζήτηση δεν έχει αποφέρει κανένα αποτέλεσμα», λέει ο Δρ Gustavo Lucena Gómez.. «Αλλά οι ανιχνευτές των βαρυτικών κυμάτων μπορεί να είναι σε θέση να μας παράσχουν τις  πειραματικές αποδείξεις.»
 
Οι ερευνητές ανακάλυψαν ότι οι πρόσθετες διαστάσεις πρέπει να έχουν δύο διαφορετικά αποτελέσματα στα βαρυτικά κύματα: Αφενός, αυτές θα τροποποιήσουν το «πρότυπο» των κυμάτων βαρύτητας και θα προκαλούσαμ επιπλέον κύματα σε υψηλές συχνότητες πάνω από 1000 Hz. Ωστόσο, η παρατήρηση ayto;y του τελευταίου είναι απίθανο, δεδομένου ότι οι υφιστάμενοι επίγειοι ανιχνευτές των βαρυτικών κυμάτων δεν είναι αρκετά ευαίσθητοι σε υψηλές συχνότητες.
 
Από την άλλη πλευρά, η επίδραση των  πρόσθετων διαστάσεων μπορεί να κάνει διαφορά στο πως το «πρότυπο» των κυμάτων βαρύτητας τεντώνουν και συρρικνώνουν τον χωροχρόνο, κάτι που θα μπορούσε να είναι πιο εύκολο να ανιχνευθεί με τη χρήση περισσότερων του ενός ανιχνευτή κυμάτων βαρύτητας. Δεδομένου ότι ο ανιχνευτής Virgo θα ενταχθεί στους δύο ανιχνευτές LIGO για την επόμενη παρατήρηση, που αναμένουμε να συμβεί μετά το τέλος του 2018 / αρχές του 2019.
 
Ο φυσικός Peter Woit έχει τις αντιρρήσεις του. Δεν πιστεύει ότι μπορεί να υπάρξουν τέτοιες πειραματικές αποδείξεις. Σε ένα βιβλίο του περιγράφει πως η Θεωρία Χορδών είναι τελείως λάθος. Ισχυρίζεται μάλιστα πως ακόμα κι αν ποτέ «δούμε» τις πρόσθετες διαστάσεις, δεν υπάρχει κάποιος ιδιαίτερος λόγος να πιστέψουμε ότι αυτό σχετίζεται με την θεωρία των χορδών.

Η Δύναμη των Ολύμπιων Θεών

Η Μυστική Δύναμη των Ελληνικών Ονομάτων

Από την Αρχαιότητα ο άνθρωπος πίστευε στη μαγική δύναμη ορισμένων λέξεων, στην ικανότητά τους, αν προφερθούν σωστά, με έναν ορισμένο τρόπο, να παράγουν ορισμένα απτά, αντικειμενικά αποτελέσματα, για καλό ή για κακό. Ο Φιλόστρατος αναφέρει ότι στην εποχή του οι βραχμάνοι μπορούσαν να κάνουν τις πιο εκπληκτικές θεραπείες με την απλή χρήση ορισμένων μαγικών λέξεων. Αναφέρονται, επίσης, αρχαίοι Πέρσες ιερείς που μπορούσαν να θεραπεύσουν στη στιγμή ένα θανατηφόρο δάγκωμα φιδιού με τη βοήθεια ενός κατάλληλου λεκτικού τύπου.

Υπάρχουν λέξεις που μπορούν να βασκάνουν, να αρρωστήσουν ή να γητεύσουν και άλλες που μπορούν να «λύσουν τα μάγια» και να θεραπεύσουν. Υπάρχουν ειδικές λέξεις δύναμης στις οποίες υπακούουν ακόμα και τα στοιχεία της Φύσης: λέξεις που μπορούν να ξεσηκώσουν θύελλα ή καταιγίδα ή που μπορούν να τα γαληνεύσουν. Υπάρχουν λέξεις που καλούν τα αόρατα πνεύματα σε εκδήλωση και λέξεις που τα δεσμεύουν και τα ωθούν σε συγκεκριμένες πράξεις ή λέξεις που τα εξορκίζουν και τα εκβάλλουν από τους δαιμονισμένους.

Δεν αρκεί η σκέψη από μόνη της – όμως ούτε και η αφηρημένη θέληση – για την επίτευξη του επιθυμητού. Η σκέψη πρέπει να προφερθεί με λόγο, για να «σαρκωθεί», να καρποφορήσει, να τελεσφορήσει. Τελικά, η ιδια η Δημιουργία του κόσμου στις αρχαίες θεογονίες ήταν το αποτέλεσμα της εκφοράς ορισμένων μαγικών λεκτικών τύπων από τους δημιουργικούς θεούς ή «Λόγους». Για Παράδειγμα, στην αιγυπτιακή μυθολογία ο θεός Θωθ ήταν ο κατεξοχήν «κύριος των θείων λέξεων», ο γνώστης του Θείου Λόγου, «η γλώσσα και η καρδιά του θεού Ρα.

Σε κάθε μύθο στον οποίο παίζει σημαντικό ρόλο, ο Θωθ είναι αυτός που λέει Τις λέξεις με τις οποίες πραγματοποιούνται οι επιθυμίες του Ρα. Ο ιδιος πρόφερε τις λέξεις που δημιούργησαν τον ουρανό και τη Γη και είπε στην Ίσιδα τις λέξεις που τη βοήθησαν να αναστήσει το σώμα του νεκρού Όσιρη, αλλά και το γιο της Ώρο, όταν τον είχε δαγκώσει ένας σκορπιός.

Το μεγαλύτερο μέρος της αρχαίας αιγυπτιακής θρησκείας βασιζόταν στη μυστική γνώση κατάλληλων λεκτικών τύπων και ονομάτων δύναμης, ο κάτοχος των οποίων μπορούσε να πραγματοποιήσει ό,τι επιθυμούσε και να είναι κυρίαρχος τόσο σε αυτόν όσο και στον άλλον κόσμο. Ο Θωθ μπορούσε να διδάξει όχι μόνο τις λέξεις δύναμης αλλά και τον τρόπο προφοράς τους, κάτι που επιθυμούσαν ιδιαίτερα οι Αιγύπτιοι, γιατί μόνο μέσω αυτών των λέξεων μπορούσαν να βρουν το δρόμο τους στον Κάτω Κόσμο.

Η Ίσις από τη μεριά της ήταν η μεγάλη γνώστρια των λέξεων δύναμης. Σύμφωνα με το μύθο, η Ίσις ήταν μια απλή γυναίκα της Γης, η οποία, όμως, «αποστράφηκε τα εκατομμύρια των ανθρώπων και διάλεξε τα εκατομμύρια των θεών, αλλά εκτίμησε περισσότερο τα εκατομμύρια των πνευμάτων». ‘Ηθελε να γίνει Κυρία της Γης και μετά, ισχυρή θεά μέσω της γνώσης του ονόματος του θεού Ρα, γι’ αυτό ανάγκασε με τη μαγεία της τον παντοδύναμο θεό να της αποκαλύψει το πιο άφατο και απόκρυφο όνομά του, αυτό που κανένας θεός – ούτε ακόμα και αυτά τα ίδια τα παιδιά του – δεν γνώριζε…

Από εδώ προέρχεται η παράδοση για το άφατο, άρρητο όνομα του Θεού, μέσω του οποίου μπορούσαν κάποτε οι μύστες να παράγουν εκπληκτικά αποτελέσματα. Για τη γνώση αυτού του άρρητου ονόματος έχει κατηγορηθεί από μερικούς ο Ιησούς, ότι δηλαδή μέσω της δύναμης του ονόματος του Θεού επιτέλεσε τα θαύματά του και το οποίο υποτίθεται δεν του δόθηκε μέσα από μύηση, αλλά το έκλεψε από το άδυτο των μυστηρίων…

Αυτό είναι το «απωλεσθέν όνομα της θεότητας»  για το οποίο μιλούν οι Τέκτονες και το οποίο έχουν θέσει βασικό τους στόχο να ξαναβρούν. Είναι, επίσης, το ιερό και φοβερό Τετραγράμματον που επικαλείται με τρεμάμενα χείλη και κατεβασμένα τα μάτια μέσα στο Άγιο των Αγίων ο αρχαίος Ραβίνος, αλλά και η ιερή Τετρακτύς των Πυθαγόρειων ή ακόμη τα επτά ιερά φωνήεντα με το μυστικό τρόπο συνεκφώνησής τους, των οποίων παραφράσεις και βαρβαρισμοί έχουν φθάσει μέχρι τις μέρες μας.

ΤΟ ΙΕΡΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ
Η δύναμη του λόγου είναι δεδομένη, το ίδιο και των γραμμάτων και του ρυθμού.
Ο σωστός συνδυασμός και των τριών δημιουργεί ένα όνομα δύναμης, η κατάλληλη εκφορά του οποίου μπορεί να επιφέρει συγκεκριμένα υλικά αποτελέσματα. Αυτή είναι η Μαντρίκα Σάκτι των Ινδουιστών, η δύναμη των μάντρα, στην κορυφή της οποίας βρίσκεται η δύναμη του άφατου ονόματος. Οι λέξεις δύναμης δεν ήταν παρά οι λεκτικές, δυναμικές αντιπροσωπεύσεις των ιδεών, του μυστικού Λόγου με βάση το ρυθμό και, τις συλλαβές του ιερού μέτρου. Ο μετρικός λόγος παράγεται από τον αριθμό των συλλαβών από τις οποίες αποτελείται η λέξη, ενώ στο Πυθαγόρειο Σύστημα όλα τα πράγματα αντιστοιχούν σε (και εμπεριέχουν) μια ορισμένη αριθμητική αναλογία.

Οι ιερές, μαγικές λέξεις δεν είναι παρά εκφραστικά σύμβολα των πραγμάτων του αόρατου κόσμου, αρκετά ανάλογες με τις Πλατωνικές ιδέες.

Πρέπει να τονιστεί ότι οι αρχαίοι θεοί δεν ήταν «είδωλα», όπως έχουν κατηγορηθεί επαανειλημμένα από τους χριστιανούς, αλλά απλοί ανθρωπομορφισμοί, αντιπροσωπεύσεις πραγματικών αόρατων δυνάμεων της Φύσης (ή νοουμένων). Ο θεός, στην Πραγματικότητα, δεν ήταν για τον μυημένο τίποτε άλλο παρά μια μορφή, ένα μέσον, ένας φορέας που ο ίδιος δομούσε συνειδητά και μέσω του οποίου μπορούσε να εκδηλωθεί, τελικά, μια συγκεκριμένη απόκρυφη δύναμη στο υλικό επίπεδο, για να επιφέρει συγκεκριμένα και αντικειμενικά αποτελέσματα. Η επίκληση του ονόματός του δεν ήταν παρά η επίκληση της απόκρυφης δύναμης που αυτός αντιπροσωπεύει.

Συνοψίζοντας, αυτό που πρέπει να τονίσουμε είναι ότι η δύναμη ενός ονόματος βρίσκεται στην απόκρυφη ιδέα που αυτό αντιπροσωπεύει, η οποία εκφράζεται μορφικά με έναν ορισμένο τύπο γραμμάτων και συλλαβών που εμπεριέχουν ορισμένη αριθμητική αξία και μέτρο. Ο σωστός, στη συνέχεια, (ρυθμικός) τρόπος επίκλησης αυτού του ονόματος εκδηλώνει υλικά την απόκρυφη δύναμη που αυτό αντιπροσωπεύει.

Για τη δόμηση, λοιπόν ενός ονόματος δύναμης χρειάζεται να είμαστε γνώστες ενός ιερού αλφάβητου (εδώ του ελληνικού) με τις αντίστοιχες αριθμητικές αξίες των γραμμάτων του και των ιδεών που αυτό αντιπροσωπεύει.

Επίσης, πρέπει να είμαστε γνώστες των ιερών μέτρων για τη δόμηση των αντίστοιχων συλλαβών αυτού του ονόματος. Η τελική αριθμητική αξία του ονόματος προκύπτει από τη λεγόμενη αριθμοσοφική πρόσθεση, την πρόσθεση δηλαδή της αριθμητικής αξίας όλων των γραμμάτων που το αποτελούν και της αναγωγής έτσι του ονόματος σε έναν τελικό αριθμό. Ονόματα ή λέξεις με ίδιες συνολικές αριθμητικές αξίες θεωρούνται ισοδύναμες. Ακόμα, μπορούν να προστεθούν «θεοσοφικά» όλα τα ψηφία του τελικού αριθμού, για να αναχθούν σε έναν από τους πρωταρχικούς αριθμούς 1-10. Κάθε αριθμός έχει συγκεκριμένο ιδεολογικό περιεχόμενο και ταυτίζεται έτσι με μια ιδέα ή δύναμη, όπως και τα γράμματα από μόνα τους.

Στη μερική, εκ των πραγμάτων, παρουσίαση του θέματός μας δεν θα μιλήσουμε για την ιερή μετρική και το ρυθμό ή τον τρόπο δόνησης των ιερών ονομάτων ή λέξεων δύναμης, παρά μόνο για το αριθμητικό τους περιεχόμενο και την αντιστοιχία, παραθέτοντας τις αριθμητικές αξίες των γραμμάτων. Η αριθμητική αξία των γραμμάτων του ελληνικού αλφάβητου έχει ως εξής:

Α = 1, Β = 2, Γ = 3, Δ = 4, Ε = 5, Ζ = 7, Η = 8, Θ = 9, Ι = 10, Κ = 20, Λ = 30, Μ =40, Ν = 50, Ξ = 60, 0 = 70, Π = 80, Ρ = 100, Σ = 200, Τ = 300, Υ = 400, Φ =500, Χ = 600, Ψ = 700, Ω = 800.

Στα παραπάνω δεν αναγράφουμε το «επίσημον» που αντιστοιχεί στο 6, το «κόππα» που αντιστοιχεί στο 90 και το «σαμπί» που αντιστοιχεί στο 900.

Με βάση την αντθστοιχία αυτή των γραμμάτων και των αριθμών μπορούμε να προσδιορίσουμε την αριθμητική αξία μιας οποιασδήποτε ελληνικής λέξης, όπως π.χ. στη λέξη αγνός = 1 +3+50+70+200 = 324, αριθμός που αναγόμενος αριθμοσοφικά δίνει τον αριθμό 3+2+4 = 9. Μια άλλη λέξη ή όνομα που θα αναγόταν αριθμοσοφικά πάλι στον αριθμό 9 υποτίθεται ότι έχει κάποια σχέση ή αναλογία με τη λέξη αγνός. Αυτό είναι το αριθμοσοφικό σύστημα.

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΩΝ ΟΛΥΜΠΙΩΝ ΘΕΩΝ
Σύμφωνα με το Γερμανό φιλόλογο και γλωσσολόγο Georg Curtius (1820-1885), η λέξη Όλυμπος προέρχεται από τη ρίζα -λαμπ και ερμηνεύεται ως ο ολολαμπής, ολόλαμπρος ή ολόλευκος (θεωρεί το υ αιολικό). ‘Ετσι, οι ολύμπιοι θεοί είναι οι λαμπεροί, λάμποντες θεοί. Την ετυμολογική ρίζα της ύπατης αρχής και διάνοιας του κόσμου, του Διός, με παραλλαγές ίσως του πρώτου γράμματος, μπορούμε να τη βρούμε σε όλους βασικά τους ύψιστους θεούς της Αρχαιότητας. Μερικοί ετυμολογούν το όνομά του σε σχέση με τη ζωή και το ερμηνεύουν σαν ο «Ζωοδότης». Άλλοι το συνδέουν με το ρήμα ζεύγνυμι και την αποκατάσταση από αυτόν της ουράνιας τάξης και αρμονίας, μετά την επανάσταση εναντίον του πατέρα του Κρόνου.

Το όνομά του θεωρείται ένα από τα κατεξοχήν ονόματα δύναμης και η σωστή προφορά του με κραδασμό, έμπνευση και συναίσθημα, μπορεί να επιφέρει συγκεκριμένα θαυμαστά αποτελέσματα. Η αριθμητική αξία του ονόματός του είναι 612 ή με αριθμοσοφική αναγωγή ο αριθμός 9. Ο Θ. Μανιάς έχει παρατηρήσειότι 612:2 = 306, όπου 306 είναι η αριθμητική αξία της λέξης Γαλαξίας και υποστηρίζει με αυτό ότι ο Δίας είναι διπλάσιος του Γαλαξία κ.ο.κ. Στις άλλες πτώσεις το όνομά του δίνει τις εξής αριθμητικές αξίες: Διός = 284, Διί = 24, Δία = 15 και Ζευ = 412. Το 284 είναι επόσης η αριθμητική αξία των λέξεων Θεός, άγιος, αγαθός κτλ.

Η άνασσα ‘Ηρα θεωρείται ετυμολογικά ότι παράγεται με αναγραμματισμό της λέξης αήρ (κατ’ άλλους από τη λέξη ερατή ή ‘Ερα = Γη). Είναι η θεά του στοιχείου της Γης, χωρίς να είναι όμως η ίδια η Γη σαν σώμα (που είναι η Ρέα-Γαία) ή σαν δύναμη (που είναι η Δήμητρα). Είναι επίσης η θεά του αέρα, της ατμόσφαιρας και, γενικά, ένα διάμεσο ανάμεσα στον ουράνιο κόσμο και στα γήινα πράγματα. Μυστικιστικά αντιπροσωπεύει την ψυχή και την εκδήλωση της ζωής πάνω στη Γη. Η αριθμητική της αξία είναι 109 ή αριθμοσοφικά 10 ή ακόμα 1. Μαζί με τον Δία δίνουν το συνολικό αριθμό 721 ή αριθμοσοφικά το 10 ή το 1.

Ο σεισίχθων Ποσειδώνας παράγεται από το πότος ή πόντος ή ποταμός και είναι συνεπώς «ο θεός του υγρού στοιχείου». Κατά άλλους, το όνομά του παράγεται από το πόσις και δούναι ή ακόμα από το είδη ποιών. Αντιπροσωπεύει τη δύναμη του υγρού στοιχείου, τη ρευστότητα, την αέναη κίνηση του εκδηλωμένου κόσμου καθώς και τον κόσμο των ανθρώπινων συναισθημάτων. Η αριθμητική αξία του ονόματός του είναι 1.219 και αριθμοσοφικά το 13 ή το 4.

Η γλαυκώπις Αθηνά είναι η θεά της σοφίας, της υγείας, αλλά και της κεραμικής και των άλλων οικιακών τεχνών. Είναι μια πολεμική θεά -με γνώμονα όμως το δίκιο και τη φρόνηση – και συγχρόνως φιλειρηνική (ειρηνοφόρος). Ετuμολογείται από τη ρίζα -αιθ, από την οποία παράγεται και η λέξη αιθήρ ή από το ρήμα αθρέω-ώ (βλέπω) ή ακόμα από το στερητικό α- και το θήνη (δηλαδή η αθήλαστη). Νεώτεροι, όμως, γλωσσολόγοι θεωρούν ότι το όνομά της έχει πελασγική προέλευση και ότι σήμαινε τη θεά της κεραμικής. Η επίκλησή της εξασφαλίζει αδιαπέραστη άμυνα κατά των ψυχικών επιθέσεων και την επιστροφή τους εις το πολλαπλάσιο πίσω στην πηγή τους. Η αριθμητική της αξία ως Αθήνη είναι ο αριθμός 76 και ως Αθηνά ο αριθμός 69. Οι λέξεις «Γλαυκώπις Αθήνη» έχουν αριθμητική αξία 1.620, ενώ «Η θεά Αθηνά» = 84 =7 Χ 12.

Η Κύπρια Αφροδίτη που γεννήθηκε από τον αφρό των κυμάτων, όπως μαρτυρεί και το όνομά της, είναι η θεά του έρωτα, της γονιμότητας, της βλάστησης, της άνθισης και της ομορφιάς. Διακρίνονται φιλοσοφικά δύο όψεις της: Η αρχαιότερη ουράνια Αφροδίτη, η θεά του νόμιμου έρωτα και του συζυγικού δεσμού και η Πάνδημη Αφροδfτη, η θεά των ελεύθερων και των αγοραίων ερώτων και η προστάτιδα των πόρνων. Παρουσιάζει και μια χθόνια πλευρά ως προστάτιδα των ψυχών των νεκρών. Η αριθμητική της αξία είναι 993 και αριθμοσοφικά ισούται με το 22 ή το 4.

Ο Απόλλωνας είναι ο μεγάλος διαφωτιστής θεός της θεραπευτικής, της μαντικής, της δημιουργικης έμπνευσης και της μουσικής. Είναι, επίσης, προστάτης της νεότητας, της υγείας και θεός αλεξίκακος ή ακόμα πολεμικός. Το όνομά του ετυμολογεfται από το στερητικό α – και το πολλών, δηλαδή «ο όχι για τους πολλούς». Η αριθμητική του αξία εfναι 1.061 . Ο Θ. Μανιάς παρατηρεί ότι, αν προσθέσουμε όλες τις πτώσεις της λέξης ανήρ, βρίσκουμε πάλι 1.061. Αλλά και Ιάσων = 1.061, ίσως γιατί ηταν πολύ ωραίος σαν τον Απόλλωνα…

Η θεά Άρτεμη ετυμολογείται. από το επίθετο αρτεμής (=άρτιος, σώος και αβλαβής), ίσως απότο αήρ + τέμνω. Είναι η θεά της άγριας φύσης, της παρθενίας και του κυνηγιού. Σε αυτήν ανήκουν, ως χθόνια και παμβασίλεια θεά, όλα τα ψυχικά κέντρα του πλανήτη Γη και αυτή αντιπροσωπεύει το πνεύμα του θεραπευτικού σαμανισμού της μητριαρχικής εποχής με έμφαση στις ψυχικές θεραπείες. Είναι η κατεξοχήν προστάτιδα των γυναικών. Η αριθμητική της αξία είναι 656 ή θεοσοφικά 17 ή 8. Ο Θ. Μανιάς παρατηρεί ότι ο λόγος Απόλλων προς Άρτεμις = 1.061 : 656 δίνει το «Χρυσό αριθμό» Φ, με τον Απόλλωνα να αντιστοιχεί στο μεγαλύτερο τμήμα της χρυσής τομής.

Ο αγγελιαφόρος των θεών Ερμής ετυμολογείται από το ρήμα είρω (αναγγέλλω), απ’ όπου ιερέας, ενώ κατά πλεονασμό του γράμματος -μ- Ερμέας και με συναίρεση Ερμής ή κατά άλλους από το έρυμα (λόγο). Είναι ο θεός της νόησης και της επικοινωνίας, αλλά και αλεξίκακος και αποτροπιαίος θεός. Του αποδίδονταν τα «ερμαία» (παντός λογής τυχαία ευρήματα), από το οποίο εξελίχθηκε και σαν «αγοραίος» και «κερδώος» θεός και προστάτης του εμπορίου. Αντιπροσωπεύει μυστικιστικά το θείο δημιουργικό Λόγο. Η αριθμητική του αξία είναι 353 ή αριθμοσοφικά 11 ή 2, που δεν ταιριάζει, όμως, σε αυτόν. Το ασυναίρετο Ερμέας έχει αριθμητική αξία 351 και αριθμοσοφική αναγωγή 9.

Ο θεός του πολέμου Άρης παράγει το όνομά του από το ρήμα αιρώ (κυριεύω, κατακτώ) ή από τη λέξη αρά (βλάβη, πλήγμα). Είναι ο θεός της άγριας σύγκρουσης και βιαιότητας (ανδροφόνος, αιμοχαρής). Εκπροσωπεί το αχαλίνωτο πάθος και την άμετρη επιθετικότητα και αγριότητα, μαζί και τολμηρότητα. Η ασυγκράτητη φύση του μπορεί να μετριαστεί μόνο με την ερωτική ενέργεια ή την αγάπη της Αφροδίτης και από τη σύζευξη των δυο αυτών αντιθέτων παράγεται η Αρμονία. Η μόνη που μπορεί να τον κατανικήσει στο πεδίο της σύγκρουσης είναι η Αθηνά, η θεά της σύνεσης και της σοφίας. Η αριθμητική του αξία είναι 309 ή αριθμοσοφικά 12 ή 3.

Ο θεός ‘Ηφαιοτος ετυμολογείται κατά μερικούς από το αφή και εστία ή από το άπτω ή αϊστάω (αφιστάω, a-FIστάω= αψανίζω) ή το φάω και ίστωρ (ο μεγάλος δάσκαλος στη γνώση του φωτός) ή από το φαίστος = λάμπων με την πρόσληψη του -η-. Είναι ο θεός του στοιχείου του πυρός, η φλόγα της Δημιουργίας και ο τεχνουργός των θεών. Η αριθμητική του αξία 1.289 και αριθμοσοφικά 20 ή 2.

Η παρθένος θεά Εστία ετυμολογείται από το απαρέμφατο εστάναι (του ίστημι) η από το ρήμα εύω (ανάβω) ή ακόμα από το ουσιαστικό εσσία (ουσία). Είναι προστάτιδα των σπιτικών , αλλά και της πόλης, της οικογένειας και της ασυλίας. Το ιερό πυρ της έπρεπε να διατηρείται άσβεστο στον οίκο ή στο Πρυτανείο για να τα προστατεύει συνεχώς από κάθε κακό. Η αριθμητική αξία της είναι 516 ή 12 ή 3.

Η θεά Δήμητρα ετυμολογείται από το Δα-Μάτερ ή τη Μητέρα Γη. Δεν εfvαι, όμως, το σώμα της Γης που συμβολίζεται με τη θεά Ρέα, αλλά η ψυχή ή η δύναμη της Γης. Είναι επίσης η θεά της βλάστησης, της γονιμότητας και της αναπαραγωγής και με την κόρη της Περσεφόνη συμβολίζει την κυκλική εκδήλωση της ύπαρξης μέσα από τη ζωή το θάνατο και την επαναγέννηση. Η αριθμητική αξία της είναι 468 (Δημήτηρ) ή 461 (Δήμητρα).

Ο θεός Διόνυσος ετυμολογείται ως ο γιος ή ο νους του Δία. Εξωτερικά αντιπροσωπεύει το ενστικτώδες τμήμα του ανθρώπου που ξεπερνά τους συνηθισμένους κοινωνικούς περιορισμούς και εσωτερικά το θείο εκείνο σπινθήρα μέσα του που καθαγιάζει την υπόλοιπη τιτανική, ζωώδη φόση και το οποίο μπορεί να τον άγει, μέσω της μυστηριακής οδού, στη θέωση. ‘Εχει πολλούς συμβολισμούς και αντιστοιχίες με τον Ιησού. Είναι ένας θνήσκων αλλά και ανασταινόμενος θεός, που αντιποσωπεύει την πνευματική πορεία από το ανθρώπινο προς το θείο, αλλά και από τη μονάδα προς το πολλαπλό.

Είναι ο απελευθερωτής θεός, ο ‘Ελληνας θεάνθρωπος. Είναι, τελικά, ο θεός που ενθρονίζεται από τον Δία σαν ο μέγιστος βασιλιάς όλων των κοσμικών θεών, σηματοδοτώντας μια νέα περίοδο για τον κόσμο. Η αριθμητική του αξία είναι 1.734 και αριθμοσοφικά 15 ή 6.

Για άλλες ενδιαφέρουσες ετυμολογικές ερμηνείες των θεϊκών αυτών ονομάτων μπορούν όσοι ενδιαφέρονται να ανατρέξουν στον Κρατύλο του Πλάτωνα. Τέλος, ας σημειώσουμε ότι υπάρχουν και άλλα εσωτερικά, απόκρυφα ονόματα των ολυμπίων θεών, γνωστά μόνο στους μυημένους. Αυτά είναι κατεξοχήν ονόματα δύναμης. Τα προηγούμενα – αν και a-priori τα θεωρήσαμε ορθά και αντικειμενικά – είναι στην πραγματικότητα, εξωτερικά και οι αριθμητικές αξίες και οι θεοσοφικές τους αναγωγές δεν δίνουν πάντα ό,τι θα αναμέναμε από αυτά.

Το όνομα Δίας-Ζευς έχει και μια άλλη μυστική σημασία. αφού με τη μια ιδιότητα χωρίζει και με την άλλη ενώνει.

ΚΡΑΤΥΛΟΣ
Ο Πλάτωνας στον «Κρατύλο» ασχολείται με το ζήτημα της δημιουργίας της γλώσσας. Βασικά, εξετάζει εάν αυτή είναι ένα φυσικό η υποκειμενικό κατασκεύασμα. Την πρώτη άποψη υποστητηρίζει ο Κρατύλος και τη δεύτερη ο Ερμογένης, ενώ ο Σωκράτης, ως το τρίτο πρόσωπο του διαλόγου, αποδεικνύει ότι η αλήθεια βρίσκεται ανάμεσα στις δύο προηγούμενες θέσεις, δηλαδή ότι υπάρχουν λέξεις και ονόματα που καθορίστηκαν φυσικά και νομοτελειακά από ειδικούς ονοματουργούς και λέξεις που καθορίστηκαν υποκειμενικά και έγιναν, τελικά, αποδεκτές μέσω κοινής συμφωνίας και συνήθειας.

Ο Σωκράτης επισημαίνει επίσης ότι ο ονοματοθέτης – ένα σπάνιο είδος τεχνίτη σε μια κοινωνία – χρησιμοποιώντας ως εργαλεία του τα γράμματα και τις συλλαβές, κατασκευάζει μια λέξη ή ένα όνομα που αποδίδει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τις ιδιότητες του πράγματος που αυτό αντιπροσωπεύει. Αφού παραθέτει πλήθος σύνθετων ή παράγωγων ονομάτων και λέξεων, των οποίων αναζητά την ετυμολογία, ο Σωκράτης διαπιστώνει, στη συνέχεια ότι μπορούμε να φτάσουμε στα πρωταρχικά ονόματα, τα oποία δεν μπορούν να αναχθούν σε άλλα. Για να εξηγήσουμε τον τρόπο δόμησης αυτών των ονομάτων, πρέπει να ακολουθήσουμε άλλο δρόμο. Το βασικό στοιχείο εδώ είναι η όσο το δυνατόν πληρέστερη απομίμηση ή αναπαράσταση ενός πράγματος με κατάλληλα γράμματα και συλλαβές που να αποδίδουν τις βασικές του ιδιότητες.

Για την επιλογή των κατάλληλων φωνηέντων ή συμφώνων ακολουθούνται ορισμένοι κανόνες και ο Σωκράτης παραθέτει ορισμένα παραδείγματα: Το γράμμα «ρ» χρησιμοποιείται, συνήθως, για να εκφράζει την κίνηση, όπως, για παράδειγμα, στις λέξεις ρέω, ροή, ορμή, τρόμος, θραύω, κρούω, τραχύς κτλ. Αυτό συμβαίνει γιατί ο ονοματουργός παρατήρησε ότι, κατά την εκφώνηση αυτού του γράμματος η γλώσσα «σταματάει ελάχιστα και κινείται υπερβολικά». Από την άλλη μεριά, μεταχειρίστηκε το «ι» για καθετί που είναι ελαφρό και μπορεί να διαπερνά τα άλλα πράγματα, όπως π.χ. στις λέξεις ιέναι και ίεσθαι (ρίπτομαι).

Τα φυσητικά τώρα γράμματα «φ», «ψ», «σ» και «ζ» απομιμούνται το φύσημα, όπως στις λέξεις ψυχρό, ζεστό και σεισμός. Το «δ» τώρα και το «τα», επειδή προφέρονται με συμπίεση της γλώσσας, ο ονοματοθέτης τα χρησιμοποίησε, για να απομιιμηθεί τη στάση και το δεσμό. Επειδή επίσης η γλώσσα γλιστράει υπερβολικά κατά τη προφορά του -λ-, το χρησιμοποίησε κατά παρομοίωση στις λέξεις λείος, ολισθαίνω (γλιστρώ), λιπαρός και κολλώδης και σε όλα τα ανάλογα πράγματα.

Κι επειδή το «γ» συγρατεί αυτό το γλίστρημα της γλώσσας, το χρησιμοποίησε, για να μιμηθεί το γλίσχρον, το γλυκύ και το γλοιώδες. Παρατηρώντας την εσωτερική ιδιότητα της προφοράς του «ν», το χρησιμοποίησε στο ένδον και στο εντός, για να απομιμηθεί με γράμματα αυτή την εσωτερικότητα. Ανάλογα έθεσε το «α» στη λέξη μέγας και το «η» στο μήκος, γιατί αυτά τα γράμματα είναι μακρά: Τέλος, χρησιμοποίησε το «ο», για να δηλώσει τη στρογγυλότητα, όπως στη λέξη γογγύλον (ολοστρόγγυλο).

Όπως όμως υπάρχουν καλοί και κακοί τεχνίτες, έτσι υπάρχουν καλοί και κακοί ονοματουργοί. Οι πρώτοι έχουν αποτυπώσει στα γράμματα και στις συλλαβές όλες τις βασικές ιδιότητες του αντιπροσωπευόμενου από αυτά πράγματος ή όντος, ενώ οι δεύτεροι μερικώς ή και ατελώς. Από την άλλη μεριά, η χρήση αντικαθιστά με τον καιρό την ομοιότητα σαν μέσον δήλωσης ενός πράγματος, ενώ τα πρώτα ονόματα έχουν παραμορφωθεf από αυτούς που ήθελαν να τα κάνουν να φαίνονται τραγικά, ή να τα ωραιοποιήσουν με την προσθήκη ή την αφαίρεση γραμμάτων χάριν ευφωνίας, με την περιστροφή και τον αναγραμματισμό τους, ή ακόμα λόγω της πολυκαιρίας. ‘Ετσι τελικά, πολλά από τα αρχικά αυτά ονόματα έχουν παραθαρεί.

Προς το τέλος του διαλόγου, ο Κρατύλoς υποστηρίζει ότι η δύναμη των ονομάτων είναι ότι μπορούν να μας διδάσκουν πως όποιος γνωρίζει τα ονόματά τους, γνωρίζει και τα ίδια τα πράγματα. Ο Σωκράτης αποκρούει, όμως, αυτή την άποψη και αποδεικνύει ότι δεν μπορούμε να μάθουμε τα πράγματα από τα ονόματά τους, τα οποία δεν είναι παρά απλές εικόνες τους, αλλά από αυτά τα ίδια. Τα ονόματα στα οποία οι ονοματοθέτες απέδωσαν την πληρέστερη δυνατή απομίμηση των ιδιοτήτων τους θεωρούνται «φυσικά και «αντικειμενικά, σε σχεση με τη μεγάλη πληθώρα των «υποκειμενικών η «τυχαίων» ονομάτων. Αυτά, λοιπόν τα «φυσικά» ονόματα, που φτιάχτηκαν από μυημένους ονοματουργούς, έχουν την ιδιότητα της «δύναμης».

Η γλώσσα του σώματος και τα αρχαία αγάλματα

Αποτέλεσμα εικόνας για parthenon, athena parthenosΦαινομενικές λεπτομέρειες που αφορούν την τεχνοτροπία ενός αγάλματος, στις οποίες σπάνια δίνουμε την απαιτούμενη προσοχή, είναι εξαιρετικά σημαντικές.

Σήμερα ζούμε σε μία εποχή που αναγνωρίζουμε την «γλώσσα του σώματος» σαν έναν τρόπο μη λεκτικής επικοινωνίας, που μας δίνει την δυνατότητα να γνωρίζουμε σε μεγάλο βαθμό, τον τρόπο που σκέφτεται ένας άνθρωπος, μόνο από την στάση ή τις κινήσεις του σώματός του και χωρίς στην πραγματικότητα να μιλήσουμε μαζί του.

Θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι αυτή η μέθοδος της μη λεκτικής επικοινωνίας, δεν αποτελεί μία πρωτοτυπία της εποχής μας, μία σημερινή ανακάλυψη, αλλά ανήκει σε ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά και τρόπους έκφρασης της αρχαίας Ελληνικής τέχνης.

Χωρίς αμφιβολία, η δυνατότητα να αναγνωρίζει κάποιος τις βαθύτερες σκέψεις ενός ανθρώπου, χωρίς να έχει επικοινωνήσει προηγουμένως μαζί του, αποτελεί μία μορφή τέχνης ή εξειδικευμένης τεχνικής.

Πρόκειται επομένως για την πρακτική εφαρμογή μιας εκπαίδευσης, την οποία κατείχαν όπως φαίνεται οι αρχαίοι Έλληνες, όχι όμως μόνο για να αποκωδικοποιούν κρυφά τις ανθρώπινες συμπεριφορές με στόχο το προσωπικό τους όφελος, αλλά αντιθέτως, για να μπορούν να έρχονται σε συνδιαλλαγή με την μυστική διδασκαλία του θεού, η μορφή και τα σύμβολα του οποίου απεικονιζόταν σε κάποιο άγαλμα, το οποίο είχε κατασκευαστεί ακριβώς για αυτόν τον σκοπό.

Όπως σήμερα προσπαθούμε να καταλάβουμε έναν άνθρωπο και να κατανοήσουμε τις κρυφές του σκέψεις, από τον τρόπο που κινείται μέσα στον χώρο και από τις επιμέρους κινήσεις που κάνει συνειδητά ή ασυνείδητα με το σώμα του, με τις εκφράσεις που παίρνει το πρόσωπό του, η χροιά της φωνής του και οι γενικότερες αντιδράσεις του, κατά τον ίδιο τρόπο οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε και τα αρχαία ελληνικά αγάλματα και κυρίως τα αγάλματα των Θεών.

Διαπιστώνουμε ότι η μέθοδος της μη λεκτικής επικοινωνίας αφορά κατεξοχήν την σχέση μας με τον Θεό, με τον οποίο εκ των πραγμάτων δεν μπορούμε να κάνουμε διάλογο μαζί του, όπως συμβαίνει πολύ εύκολα με τους συνανθρώπους μας.

Θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι η μη λεκτική επικοινωνία εκφράζεται μέσω της τέχνης, στην οποία άλλωστε οι αρχαίοι Έλληνες υπήρξαν πρωτοπόροι, κυρίως με την αρχιτεκτονική, την ζωγραφική και την γλυπτική.

Ο λόγος που οφείλουμε να ασχοληθούμε με την αρχαία γλυπτική τέχνη, δεν είναι απλώς επειδή τα αγάλματα αυτά είναι συνήθως ιδιαιτέρως όμορφα ή επειδή η κατασκευή τους διέπεται από την εφαρμογή των κανόνων της απόκρυφης αρμονίας του χρυσού αριθμού φ.

Ο πραγματικός λόγος είναι διότι τα αγάλματα των Θεών είναι γεμάτα από σύμβολα ή συμβολικές αναπαραστάσεις, από «κινήσεις» ανάλογες με αυτές που αναζητούμε σήμερα στον συνομιλητή μας για να καταφέρουμε να αποκωδικοποιήσουμε τις κρυφές του σκέψεις πριν προλάβει να τις εκφράσει.

Ακριβώς αυτός θα πρέπει να είναι ο σκοπός κάθε ανθρώπου, που επιθυμεί να εισέλθει στην απόκρυφη πλευρά ή στην αποκωδικοποίηση της ελληνικής φιλοσοφίας.

Δεδομένου ότι όλοι οι αρχαίοι γλύπτες και καλλιτέχνες ήταν άτομα βαθιά μυημένα στην φιλοσοφία, είναι βέβαιο ότι μέσω των δημιουργημάτων τους, αυτό που προσπάθησαν δεν ήταν απλώς να αποδώσουν την μορφή κάποιας συγκεκριμένης θεότητας, όπως οι ίδιοι την φαντάστηκαν, αλλά μέσω της συγκεκριμένης στάσης και των συμβόλων με τα οποία φρόντισαν να εφοδιάσουν τα αγάλματα, να αποδώσουν στον παρατηρητή τους απαραίτητους κωδικοποιημένους συμβολισμούς, μέσω των οποίων θα μπορούσε να συνδιαλλαγεί μαζί τους και να προσλάβει την μυστηριακή φιλοσοφική γνώση που μεταφέρουν, δια μέσου των αιώνων.

Φαινομενικές λεπτομέρειες ή ανύποπτα στοιχεία στην τεχνοτροπία της κατασκευής ενός αγάλματος αφορούν μόνο τους ανύποπτους ανθρώπους που προσπερνούν αυτά τα έργα τέχνης χωρίς να είναι σε θέση να συνειδητοποιούν ότι το άγαλμα αυτό, όχι μόνο θα μπορούσε να μιλήσει στην ψυχή τους, αλλά επιπλέον και να τους προσφέρει την πολυπόθητη ψυχική ΑΓΑΛΛ-ΙΑΣΗ.

Δηλαδή, την ΙΑΣΗ της ίδιας τους της ΨΥΧΗΣ, η οποία σύμφωνα με τις διδασκαλίες των Φιλοσόφων μας, βρίσκεται σε ασθενή κατάσταση, όσο δεν είναι εκπαιδευμένη ώστε να μπορεί να διακρίνει τα υποκρυπτόμενα σύμβολα των αγαλμάτων, τα οποία όμως από την στιγμή που γίνουν κατανοητά, διαθέτουν την δύναμη ακόμα να αλλάξουν ολοκληρωτικά τον γενικότερο τρόπο συμπεριφοράς ενός ανθρώπου.

Φαινομενικές λεπτομέρειες που αφορούν την τεχνοτροπία ενός αγάλματος, στις οποίες σπάνια δίνουμε την απαιτούμενη προσοχή, είναι εξαιρετικά σημαντικές.

Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε ορισμένα συγκεκριμένα παραδείγματα, όπως αν το άγαλμα βρίσκεται σε όρθια ή σε καθιστή θέση. Αν είναι μόνο του ή αν βρίσκεται μέσα σε ένα σύμπλεγμα και άλλων αγαλμάτων. Ακόμα και τον συγκεκριμένο χώρο μέσα στον οποίο είχε επιλεγεί να τοποθετηθεί. Αν συνοδεύεται από υλικά σύμβολα, τα οποία αφορούν την ύπαρξη αρχετύπων την λειτουργία των οποίων η ψυχή μας έχει απόλυτη ανάγκη όχι μόνο να κατανοήσει αλλά και να προχωρήσει στην λειτουργία τους.

Θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε σαν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα το χρυσελεφάντινο άγαλμα της Αθηνάς που βρισκόταν μέσα στον Παρθενώνα.

Από αυτό το αριστουργηματικό έργο τέχνης, ύψους 12 μέτρων δεν έχει φτάσει στις μέρες μας, ούτε ένα μικροσκοπικό κομματάκι. Εκτός όμως από τα πολύτιμα υλικά κατασκευής αυτού του αγάλματος, εξίσου πολύτιμοι ήταν και οι κρυμμένοι ή εσωτερικοί συμβολισμοί που διέθετε:

Στα πέδιλα της Αθηνάς απεικονιζόταν η ΑΜΑΖΟΝΟΜΑΧΙΑ, ενώ φέρεται να είναι οπλισμένη με ΑΣΠΙΔΑ, ΔΟΡΥ και ΠΕΡΙΚΕΦΑΛΑΙΑ, γεγονός που την καθιστά ετοιμοπόλεμη.

Επιπλέον το σύμβολο του ΟΦΕΩΣ είναι κυρίαρχο σε ολόκληρη την έκταση του αγάλματος. Αρχικά υπάρχει ένας περιελισσόμενος όφις που βρίσκεται πίσω από την ασπίδα της, όμως όσο ανερχόμαστε προς το κεφάλι της, διαπιστώνουμε ότι οι όφεις καλύπτουν ολόκληρη την περιοχή του στήθους της, σχηματίζοντας το περίφημο «ΓΟΡΓΟΝΕΙΟ» και εμφανίζονται επίσης και στην περικεφαλαία της μαζί με την συνοδεία ΓΡΥΠΩΝ.

Είναι προφανές ότι ο αρχαίος γλύπτης, που στην προκειμένη περίπτωση ήταν ο ΦΕΙΔΙΑΣ, θέλησε μέσω όλων αυτών των μυστηριακών συμβόλων να προσδώσει σε αυτό το άγαλμα όλες τις κρυφές ιδιότητες τις οποίες αντιπροσώπευε η ΘΕΑ ΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ, με τέτοιον τρόπο όμως, παρόμοιο με τον σημερινό της μη λεκτικής επικοινωνίας, που θα μπορούσαν να γίνουν αντιληπτοί μόνο από αυτούς που θα μπορούσαν ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΟΥΝ ΤΗΝ ΓΛΩΣΣΑ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ του συγκεκριμένου αγάλματος και επομένως να έχουν το δικαίωμα να παραλάβουν αυτήν την μυστηριακή γνώση, αφού μόνο σε μία τέτοια περίπτωση θα μπορούσαν να επωφεληθούν από αυτήν.

Αυτή είναι η περίπτωση που το ΑΓΑΛΜΑ μέσω της ΑΓΑΛΛΙΑΣΗΣ θα μπορούσε να προσφέρει ΙΑΣΗ στην ψυχή του ανθρώπου εκείνου που βρίσκεται σε ένα τέτοιο γνωστικό επίπεδο, ώστε να έρθει σε μία εσωτερική, ΜΗ ΛΕΚΤΙΚΗ ΣΥΝΔΙΑΛΛΑΓΗ με το άγαλμα και τα σύμβολά του και ανακαλύπτοντας τα αρχέτυπα που ιερογλυφούνται μέσω αυτών να γεμίσει με φιλοσοφικό κάλλος την ήδη όμορφη ψυχή του.

Αυτή ήταν η μεγάλη διαφορά ως προς την αξία και την ψυχική καλλιέργεια που μπορούσε να προσφέρει η αρχαία Ελλάδα μέσω της τέχνης της και μέσω της αγαλλίασης των αγαλμάτων της.

Δυστυχώς σήμερα ζούμε σε μία εποχή που έχουμε ξεχάσει προ πολλού να διαβάζουμε αυτήν την μυστική γλώσσα του σώματος των αγαλμάτων μας. Αυτός είναι και ο λόγος που η λέξη ΑΓΑΛΜΑ πέρασε στην δύση ως STATUS δηλαδή κάτι που απλώς είναι ακίνητο!

Πράγματι, η ψυχή μας δεν κινείται ούτε και συγκινείται πλέον από την θέαση της τέχνης, ούτε και παρακινείται να αναπτύξει και πάλι αυτές τις χαμένες μυστηριακές εσωτερικές της δυνατότητες για να εμφανιστεί και πάλι μέσω της ΑΓΑΛΛΙΑΣΗΣ η ΙΑΣΗ της ψυχής μας…

Φιλοσοφία και Ποίηση

ΣΟΛΩΜΟΣ ΚΑΙ ΧΕΓΚΕΛ: ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΚΑΙ ΤΟ ΝΟΗΜΑ
                                                  
Από τότε ακόμη που ο Πλάτων επιχείρησε να προσεγγίσει φιλοσοφικά την αλήθεια της ποίησης, η σχέση ποίησης και φιλοσοφίας δεν έπαψε να αφορά αυτή τούτη την ουσία της ποιητικής και φιλοσοφικής δημιουργίας εν γένει· συγχρόνως ενθάρρυνε τον προβληματισμό για το πώς μπορεί να ανασυγκροτείται κριτικά η γλώσσα αυτής της καθολικής δημιουργίας και να αναζωπυρώνει τον διαρκή πόθο για ισοσθενή καλλιέργεια συναισθήματος και λογικής: να τείνει με ένταση προς την επίτευξη της ποιητικής-φιλοσοφικής αυτοπραγμάτωσης που θα στηρίζεται στην αισθητική και πνευματική επάρκεια αλλά συνάμα θα μπορεί να αυτοδιαμεσολαβείται στους ανθρώπους ως αναγκαία έκφραση μιας καθαρής σκέψης, ως η πράξη της γλώσσας που διανοίγει την ομιλία πέρα από την πρόθεση του ομιλούντος υποκειμένου και την καθιστά οντο-λογικό του πεπρωμένο εν όψει της ολοκλήρωσής του στο πεδίο της δι-υποκειμενικότητας.

Κάθε απόπειρα, συνεπώς, ενδότερης κατανόησης της πιο πάνω σχέσης συνδέεται αναπόφευκτα με τη λειτουργία μιας διαμεσολάβησης και συνάμα αλληλοκατανόησης ποίησης και φιλοσοφίας σε επίπεδο γλώσσας και σκέψης: η ποίηση διαδραματίζει εν πολλοίς το ρόλο να πυροδοτεί τη δύναμη της παραστασιακής, η φιλοσοφία της κατανοητικής σκέψης· παράσταση και κατανόηση αναλαμβάνουν εκ μέρους του υποκειμένου να προσεγγίζουν τη δομική ύπαρξη του υφιστάμενου κόσμου ως περισυλλογή νοήματος και να επωμίζονται τον κίνδυνο της διερώτησης: κατά πόσο αυτή η περισυλλογή ανταποκρίνεται σε μια ποιητική αυτογνωσία που δεν θα φυλλορροεί σε διανοητική αυταρέσκεια αλλά θα κατορθώνει να προσάγει στο φως νέα παραδείγματα οράματος και λογισμού αφήνοντας πίσω της τη μονομέρεια του προμελετημένου; Φαντασία και Λόγος, στη συνάφεια τούτη, δεν αποτελούν απλώς εργαλεία του παριστάνειν ή κατανοείν αλλά συν-εργάζονται για τη «φανέρωση του Είναι»1, για να τρέπουν τα περιεχόμενα, από εκεί όπου κείτονται λησμονημένα σε μια ακρωτηριασμένη υποκειμενικότητα ή αντικειμενικότητα, προς την α-λήθεια· ήτοι προς ένα λανθάνοντα λόγο που κλιμακώνει ποιητικά την ισχύ του για να μην χάνεται μέσα στη λήθη. Ξεκινούν, κατά ταύτα, από τον καθημερινό λόγο με τους ατομικούς ή συλλογικούς συνειρμούς του για να τον γονιμοποιούν με το πάθος του νου και να τον μετασχηματίζουν σε πολύτροπη σκέψη, τα συστατικά μέρη της οποίας συνοψίζονται, κατά την εννοιακή τους μορφή, στο καθαρό νόημα που «συμβαίνει από το ομιλείν της γλώσσας»2 και υπερβαίνει ολοκληρωτικά την παιδι-ά ενός κενού φορμαλισμού.

Το ομιλείν, παρατηρεί ο Χάιντεγκερ, είναι η ανθρώπινη ουσία που έρχεται στον εαυτό της ως ιδιοσυμβάν της γλώσσας, ήτοι ως η ιδιο-ποίηση του εσωτερικού -με τον τρόπο [=τη μελωδία] της γλώσσας- μέσα στον άνθρωπο3· τούτο σημαίνει ειδικότερα ότι το ίδι-ον του εσωτερικού μπορεί να φανερώνεται στον άνθρωπο μόνο ως ένα αυτό-ποιείν [=ποητικώς ενεργείν του εαυτού], ήτοι ως κλήση του θνητού να λέγει την ουσία του κατά το ρυθμό της «αυθεντικής ποίησης»4. Ο ρυθμός της αυθεντικής ποίησης απηχεί την πρωταρχική ή αρχέγονη γλώσσα του νοήματος· αυτή η γλώσσα προορίζεται να οδηγεί το λέγειν έξω από την έκπτωσή του σε φλυαρία, να το κάνει να είναι αυτό που δείχνει με το να το ανάγει στη ρίζα του. Έτσι το ριζοσπαστικοποιεί σε κρυφή βάση υπέρβασης του επιφανειακού και προς μια πηγαία ερμηνεία ή κατανόηση που αποδυναμώνει το αυτονόητο για να αν-αγγέλλει τη «γειτνίαση της σκέψης με την ποίηση»5 ως μια οντολογική συνθήκη της ανθρώπινης ύπαρξης. Η συνθήκη τούτη πορίζει τη δυνατότητα στο Είναι του θνητού να επανασυνδέεται με την αναζήτηση της αρχικής του ουσίας και να σκέπτεται «βαθιά και με τρόπο αμετάβλητα συγκεκριμένο (μια φορά για πάντα) τη φύση της Ιδέας πριν πραγματοποιήσει το Σύνθεμα [=ποίημα]»6. Η ερμηνεία που ακολουθεί επιδιώκει να σκεφτεί τη φύση της Ιδέας μέσα στην ποίηση, να καταδείξει τη γειτνίασή τους στο παράδειγμα της φιλοσοφικής σχέσης Σολωμού-Χέγκελ και να επεξηγήσει περαιτέρω αυτή τη γειτνίαση ως την κατ’ εξοχήν διαφάνεια ενός άρρητα και άρρηκτα συναρθρωμένου ποιητικού όλου που επιδιώκει ασταμάτητα να αυτό-ερμηνεύεται.

Παλαιά είναι η συζήτηση για τη σχέση του Σολωμού με τον Χέγκελ και όχι λίγες φορές ήγειρε αξιώσεις απόλυτης αυθεντικότητας. Ένα μέρος της λόγιας παιδείας του παραδοσιακού άστεως, κατά τη μονολιθική του δραστηριοποίηση σε συγκεκριμένες περιόδους της ιστορίας μας, ξέσπασε σε γοερούς θρήνους για τη φιλοσοφική εμπλοκή του ποιητή. Υποστήριξε πως ειδικά η εγελιανή του εμπλοκή ήταν αυτή που επηρέασε αρνητικά την ποιητική του έμπνευση και τον ανάγκασε τελικά να αφήσει ένα έργο αποσπασματικό, ένα υποθετικό όλο από συντρίμματα και σπαράγματα. Δεν είναι άγνωστη, μεταξύ άλλων, η περίπτωση του Ζαμπέλιου, ο οποίος χαρακτήρισε αποστασία7 τη γνωριμία του ποιητή με τη γερμανική φιλοσοφία και φιλολογία, ή ακόμη η ανεπιστημονική και πολλαπλώς αντιποιητική «απόφανση» του Αποστολάκη ότι ο Σολωμός δεν χρειαζόταν τα λογικά και μεταφυσικά σχήματα της Γερμανίας για να παράγει ποίηση, διότι το συνολικό του επίτευγμα το χρωστάει στην «κρυφή και αδιάκοπη ενέργεια της ψυχής του»8. Ο ρητορικά και σχηματικά εκφρασμένος συναισθηματισμός, με τον οποίο ο Αποστολάκης αντιμετωπίζει την κατ’ εξοχήν φιλοσοφική ποίηση του Σολωμού, δεν τον αφήνει να αναγνώσει ή τουλάχιστο να διαισθανθεί τα υπόγεια ρεύματα του πνεύματος που δονούσαν τον ποιητή παρά μόνο τον εξαντλεί στα όρια ενός ατεκμηρίωτου ψυχολογισμού, για να τον κάνει συνάμα να παρερμηνεύει και τους πραγματικούς παλμούς της Σολωμικής ψυχής. Η προσπάθειά του να ανυψώσει τον Σολωμό και να εκμηδενίσει τον Παλαμά καταλήγει τελικά να είναι ένα τέλειο αποκύημα του θυμικού που παράγει μόνο νεκρά σχήματα λόγου.

Υπήρξαν ωστόσο και φωνές που δοκίμασαν να κατανοήσουν τις φιλοσοφικές προκλήσεις του ποιητή ως καλή προϋπόθεση για να προκύψει από τη μορφή των συντριμμάτων ένα έργο ανοικτών οριζόντων. Στην ανοικτότητα του ποιήματος είδαν το πνεύμα να καθιδρύει την ουσία των πραγμάτων στην ουσία της γλώσσας. Στη δαπάνη ενός πολλαπλά μυθικού και ποιητικού λόγου αναγνώρισαν ένα βαθύ θεώρημα ποιητικής παιδείας και αυτοκοινοποιούμενης αυτογνωσίας. Ως εκ τούτου, οι ποικίλες φιλοσοφικές προκλήσεις αποτέλεσαν σαγηνευτικές προσκλήσεις για να αναγιγνώσκονται τα ποιητικά συντρίμματα με αισθητική απαίτηση και να κινητοποιούν τη δημιουργική φαντασία του αναγνώστη. Κατ’ αυτό τον τρόπο, αναγνωρίζουν πως η ποιητική του Σολωμού δεν σκοπεύει απλώς στην καλλιέργεια της ψυχής αλλά αναθερμαίνει κυριολεκτικά την επιστροφή ενός ολόκληρου λαού στην ιστορικότητα του Είναι του.

Δεν έλειψαν βέβαια και περιπτώσεις που επιχείρησαν να φτάσουν στις εσχατιές της Σολωμικής ποιητικής, ακολουθώντας, εν ονόματι ενός θεωρητικού λόγου, μια φιλοσοφική γραμμή που στηρίζεται στο γνωστό σχήμα: θέση-αντίθεση-σύνθεση. Αυτό το σχήμα επικράτησε να λέγεται διαλεκτικό και να χρεώνεται στον Χέγκελ. Κι όμως! η εγελιανή αλήθεια ομιλεί έναν πιο αυθεντικό λόγο, που δεν έχει καμιά σχέση με τον απόηχο της αγοραίας κουλτούρας. Ο Χέγκελ ποτέ και πουθενά δεν μίλησε για θέση-αντίθεση-σύνθεση, ιδίως με το πνεύμα που του αποδίδεται. Όπου ο φιλόσοφος επικαλείται αυτούς τους όρους, τους συνδέει πάντοτε με την κατανοητική πράξη του νου και διόλου με ένα μονοσήμαντο φορμαλισμό που στερείται σαφήνεια και βάθος για να χάνεται εύκολα μέσα στη συγκαταβατική οικείωση με το υπάρχον. Το να θέλουν κάποιοι να ερμηνεύουν Σολωμό με βάση αυτό το σχήμα δεν κατορθώνουν παρά «κυνηγώντας την αλήθεια [να] σφίγγουν στον κόρφο τους το φάντασμά της»9.
                                                         
Η ανάγνωση, που σκοπεί στην αποκρυπτογράφηση φιλοσοφικών όψεων της Σολωμικής ποιητικής και μας ενδιαφέρει ιδιαιτέρως εδώ, επιχειρεί να αντισταθμίσει τέτοιες περιφερειακές καταδρομές με την ανάβαση σε μια αποκαλυπτική σύνθεση, σε ένα ποιητικό σύνθεμα που φέρει μέσα του την αρχή της ιδεατής ενότητας ή της ανώλεθρης Ιδέας ως την αρχή της αυτοσυνειδησίας του. Οι πολλαπλές διαβαθμίσεις του ποιήματος, υπό τη μορφή του ποιητικού θέματος και συνθέματος, δεν είναι άσχετες προς τη βαθύτερη έννοια, τη μυστική Ουσία που κινούσε και συγκινούσε τον ποιητή· ενσαρκώνουν την τάση της υπαρκτικής του δυνατότητας να στοιχειώνει και να μεταστοιχειώνει το ποιητικώς ενεργείν σε «μια μεστή και ωραία Δημοκρατία Ιδεών που παριστάνουν ουσιαστικά τον κρυφό στις αισθήσεις Μονάρχη»10.

 Η «Δημοκρατία Ιδεών» ομιλεί τη γλώσσα της διαμεσολάβησης [=εσωτερικής αυτό-διαφοροποίησης] της ποιητικής Μορφής από τα Περιεχόμενά της· δεν παραπέμπει σε μια απλή παρεύρεση ή παράθεση θεμάτων με μορφή ποιητική, εξωτερικά περίβλεπτη, ούτε καταδηλώνει σημασίες καταστάσεων ή βιωμάτων. Προφέρει μια σταθερή ισορροπία ανάμεσα στην εσωτερικότητα του ποιητή και την εξωτερικότητα του ποιήματος για να διασώσει τα περιεχόμενα από την έκπτωσή τους σε συμπτωματικές εξωτερικεύσεις: αυτά δεν αποτελούν, έτσι απλοϊκά, θεματικές αντιλήψεις ή κάποιο είδος αφηγηματικής προβολής του ενός ή του άλλου αντικειμένου, της μιας ή της άλλης κατάστασης [π.χ. της πολιορκίας του Μεσολογγίου, της καταστροφής των Ψαρών κ.λπ.]· κι ακόμη δεν συνδέονται με ιδεολογικούς διαξιφισμούς του τύπου εθνική ή ευρωπαϊκή ποίηση, ρομαντισμός ή κλασικισμός κ.λπ. αλλά είναι προσδιοριστικές εναρθρώσεις της ίδιας της Ιδέας, του κρυφού, όπως λέει ο Σολωμός, στις αισθήσεις Μονάρχη.

 Βαθμιαία αυτές οι εναρθρώσεις μετατοπίζονται μέσα στη δημιουργική φαντασία του ποιητή και συντελούν, ώστε η Ιδέα, ο Μονάρχης, να μην επιβάλλεται ως ένα επέκεινα που θεμελιώνει αναίτια την αντικειμενικότητα και προς το οποίο τείνει δεσμευτικά το ποιητικό Εγώ, αλλά να είναι η αδιόρατη αρμονία του Λόγου που εμφανίζεται αιφνίδια ως ποιητική επιταγή στο Εγώ και το καλεί να εκ-τίθεται μέχρις εσχάτων στην κατανόηση της περιοχής που ευδοκιμεί το έργο της ποίησης. Αυτή η έκ-θεση αρχίζει να εκδηλώνεται, υπό τη μορφή επί μέρους θεματικών αναπτύξεων, ως μια ποιητική διαδικασία που συνεχώς μεταβάλλεται· μεταβάλλεται κυρίως ως προς τη δυνατότητα της ποιητικής συνείδησης, εν είδει ψυχικό-πνευματικής έκφανσης του Εγώ, να διανοίγεται προς την εαυτής αλήθεια και να την πραγματώνει ως την πιο καθολική αυτοσυνειδησία.

  Πώς όμως προσανατολίζεται ο ποιητής στο κάθε δυνατό βάθος της ποιητικής διαδικασίας, ώστε το ποίημα να αυτό-φανερώνεται στον ουσιώδη λόγο του και να «είναι από την αρχή ως το τέλος το κοινό και το ίδιον [commune e Proprio]»11, το οποίο συνεχώς διερωτάται για το κατά πόσο το νόημα που απηχεί είναι διαυγές κατά τον εαυτό του ή, όπως λέει ο Χέγκελ, είναι «αυτοδιάφανη διαύγεια»12. Μέσα από τη μαρτυρία της γλώσσας: αυτή η μαρτυρία στον Σολωμό δηλώνει την εν γένει πνευματική του παρουσία στον τόπο και στον χρόνο της καθολικής δράσης του λαού του και συνάμα το συνανήκειν του στην ίδια με αυτόν το λαό οντολογική πρόσληψη των πεπρωμένων του. Αυτό τον ωθεί να γίνεται ο μεγάλος μαθητευόμενος της γλώσσας και να αίρεται ως την ύψιστη αξίωση: το υλικό της να μας υποδεικνύει εκείνη τη βαθυνόητη ποιητική σύλληψη που επιτρέπει «να διαφαίνεται ένα νόημα καθαρό και βαθύ. Σκέψη, Υπόσταση, Αληθές, Απόλυτο, ή, όπως λέει ο Hegel, Έννοια»13. Στην ουσία της γλώσσας αναγνωρίζει την ενύπαρκτη δυνατότητα του ποιήματος να σκέπτεται τον εαυτό του, να προαισθάνεται την ανάγκη ενός βαθύτερου περιεχομένου και να επιζητεί αδιάκοπα τη φιλοσοφική του καταξίωση· ήτοι να αποφασίζει την ανύψωσή του στην «ελευθερία της έννοιας»14, όπου πλέον θα εκφράζει ρητά την ενότητα μορφής και περιεχομένου, έννοιας και αντικειμένου.

Τι συμβαίνει στ’ αλήθεια εδώ; Απέναντι σε μια θολή άσκηση του λόγου και στην απουσία διακεκριμένου τρόπου αυτό-προσδιορισμού του ποιητικού υποκειμένου ως πνεύματος, ο Σολωμός αποζητά τη στιγμή της υπαρκτικής του αλήθειας: ενοράται, κατά την τάξη της έννοιας, τη διάνοιξη του ποιητικού Λόγου σε σκέψη και ομιλία15· είναι η ομιλία που εισδύει στη σφαίρα των φαινομένων, τα μελετά [=π.χ. «μελετά τα λαμπρά παλικάρια», «μελετάει των λαών τη συμφορά» κ.λπ.] και εν τέλει τα αναδεικνύει σε μη-συμπτωματική εκδήλωση της Ουσίας. Η ομιλία, ανεξάρτητα αν έχει για αφετηρία το συναίσθημα ή τη συγκίνηση, δεν κατονομάζει απλώς παγιωμένες καταστάσεις, μεμονωμένα συμβάντα ή γεγονότα ούτε αρθρώνει μια για πάντα σε καθημερινό λόγο -έστω και ποιητικά εκφερόμενο- περι-ορισμένες ιδέες, αντιλήψεις, εμπειρίες αλλά φέρνει σε ύπαρξη την ίδια την προβληματική συγκεκριμένης πλήρωσης της σκέψης ως ποιητικής σύνθεσης. Κατά την προβληματική τούτη το ποίημα είναι αυτό που έχει συντελεσθεί, δηλονότι το όχι πλέον Είναι, και συγχρόνως αυτό που χρειάζεται ακόμα να συντελεσθεί, δηλονότι το όχι ακόμα Είναι· η σύνθεσή του επομένως δεν είναι κάτι το δεδομένο ούτε κάτι το τελειωμένο παρά κάτι ανάμεσα στο δεδομένο και το τελειωμένο: ετούτο το «ανάμεσα-Είναι» συμπυκνώνει όλη την έγνοια του ποιητικού νου να συλλαμβάνει το ποίημα κατά τη φύση της εγελιανής Ιδέας16.

Αγωνιώντας να κατανοήσει το βάθος αυτής της Ιδέας και δυνάμει αυτού του βάθους να υλοποιεί περαιτέρω τη δική του απόφαση για σκέψη και ποίηση, ο Σολωμός εγκαταλείπει τα αφηρημένα σχήματα της αλήθειας και προσπαθεί να φτάσει σε μια δια-λογική και αναλογικά δια-νοηματική υπέρβαση του πρόσκαιρου, του άμεσου, του ρητορικού, του αφηρημένου· πιστεύει πως το ποίημα δεν μπορεί να χάνεται μέσα στην απλή έκφραση του συναισθήματος αλλά να υψώνεται στην περιωπή του δημιουργήματος που μπορεί να «εκφράζει την Έννοια σαν ένας κόσμος καθ’ εαυτόν, μαθηματικά διαβαθμισμένος, πλούσιος και βαθύς»17. Η έννοια λοιπόν στην περιοχή της Σολωμικής ποιητικής συνιστά τον θεμελιώδη τόνο του ποιήματος, ο οποίος «ενεργεί αδιάκοπα για την αληθινή Ουσία»18 και παρουσιάζει το ποιητικό υποκείμενο να μην ξεχωρίζει τον εαυτό του από το αντικείμενο της ποιητικής σύλληψης παρά μόνο να αναστοχάζεται το παν ως μια ενιαία διαδικασία. Πρόκειται για την εξέλιξη του έργου που ομιλεί και απελευθερώνει σκέψη υπό τη μορφή εννοιών με δι-υποκειμενικό και ιστορικό συνάμα περιεχόμενο: π.χ. «αδελφοποιτοί, δυστυχία, Ηθική Παράδεισος, Εθνικότητα, Πατρίδα, Θρησκεία, Ελευθερία, Πολιτική κ.α.»19. Η διαδικασία τούτη συντελεί, ώστε ο ποιητής να διεκδικεί τη μέγιστη εσωτερίκευση στο απαρασάλευτο νόημα του ποιήματος, να το προσεγγίζει ως τη σύμμετρη έκφραση του κόσμου και να το ανοίγει στις διεκτάσεις του κατά τον δι-αιώνιο ρυθμό του Λόγου20· παράλληλα ανιχνεύει μέσα σε αυτό και δι’ αυτού την οντολογική διάσταση του ανθρώπου ως πραγμάτωσή του μέσα στο χρόνο και για τον Έλληνα άνθρωπο ως πραγμάτωσή του μέσα στον χώρο21.

Το όλο εγχείρημα της Σολωμικής ποιητικής δείχνει να ακολουθεί τον εσωτερικό του λογισμό, την έννοια ως τη συνεκτική της αρχή, και τελικά να εκτυλίσσεται σε μια γραμμή ομο-λογίας και ανα-λογίας: στο κέντρο στέκεται ο Λόγος και γύρω του αναθερμαίνεται έμπνευση, διορατικότητα, φαντασία, εποπτεία, παράσταση, για να ανταποκρίνονται στη φωνή αυτού του Λόγου που οδηγεί το νήμα της υψηλής ποίησης. Ο ποιητής ξέρει πως είναι πολλοί οι δρόμοι που έχει ο νους, δηλαδή οι τρόποι με τους οποίους ο Λόγος επιτρέπει να ξετυλίγεται αυτό το νήμα και να εγγράφεται στο ποιητικό Εγώ ως οντολογικός του προορισμός. Όσο περισσότεροι όμως είναι οι δρόμοι, τόσο πιο επιτακτική και επώδυνη γίνεται η πορεία της ποιητικής του συνείδησης προς αυτοπραγμάτωση μέσα στις «Μεγάλες Ουσίες», προς την πρόσληψη του εαυτού της ως ζωτικού περιβάλλοντος του Λόγου. Η επώδυνη τούτη πορεία, καθόσον ενσταλάζει μέσα στο ποίημα ως δια-λογική τελείωση μορφής και περιεχομένου22, αποτολμά να ερευνά τις δομικές της αρχές σε μια ποιητική θεώρηση, η οποία, χωρίς να έχει φιλοσοφική καταγωγή, αποζητά τα φιλοσοφικά της θεμέλια. Αυτό δε, ισχύει ακόμα περισσότερο, όταν ξέρουμε ότι ο βίος του ποιητή δεν είναι ξένος προς τον γενικό ρυθμό του έργου του αλλά εγγράφεται στην όλη ωρίμανση της ποιητικής του σκέψης ως καθολική βίωση των αιφνίδιων αποκαλύψεων αυτής της σκέψης. Βίος και έργο συγκροτούν μια αναπτυσσόμενη πολυσημία που δεν εξαντλείται σε απλές γνώμες ή γνώσεις, σε αφηγηματικές ολοκληρώσεις ή σε κανονιστικές νόρμες, αλλά συνδέεται με τη μεγάλη ανά-μνηση της Ουσίας ως του εσωτερικού διαμορφωτή της ανθρώπινης ύπαρξης καθόλου και της χωροχρονικής ύπαρξης της Ελλάδας ειδικά. Αυτή η σύνδεση είναι η μετα-κίνηση, η μετα-ποίηση αυτού, που λέγεται ποιητικά ή αισθητικά, στην εννοιακή του μεταστοιχείωση, κατά το πρότυπο της δια-Λογικής αυτό-ανάπτυξης της εγελιανής Ιδέας. Στην εγελιανή Ιδέα ο ποιητής δεν επιζητεί κάποιο είδος σωτηριολογικής γνώσης, αλλά τη στιγμή εμβίωσης του μερισμού του ως εκείνου του ποιητικού όλου που τον παρωθεί να κοινοποιεί την «απόλυτη ύπαρξη του ποιήματος»23.

Αυτή η κοινοποίηση μεταφράζει τη βούληση του ποιητικού Εγώ για αυτο-εγρήγορση, για δια-λογική εμβάθυνση στην «ουσία του θέματος» και στη «μορφή της τέχνης»24. Για το ποιητικό έργο, έτσι όπως το ίδιο προορίζεται να είναι η διαδικασία σύλληψης της Ουσίας και της Μορφής, η κοινοποίηση είναι ο νους που «ορά και ακούει» (Παρμενίδης), είναι το πληθωρικό ξεχείλισμα μιας χαρισματικής αυτοσυνείδησης που ζητά να υψώνεται κατακόρυφα και να συναντά το άγγελμα του ποιήματος ως μια αδιάκοπη επιστροφή «στο πνεύμα της γεννητικής του γενικότητας»25. Ο ποιητής, έχοντας επίγνωση πως αυτή η επιστροφή δεν εντοπίζεται απλώς σε ένα λέγειν -έστω και ποιητικό- αλλά είναι η ίδια η κατανοητική του πράξη που ακούει, βλέπει, μιλάει και συνάπτει τις κατά Λόγο πραγματοποιήσεις του ποιήματος με τη μορφή του υψηλού, περνάει σα θύελλα μέσα από τη σκέψη του Χέγκελ, αλλά και άλλων διανοητών. Θεωρεί ότι εδώ είναι ο τόπος, όπου μπορεί να επαληθεύεται ή να διαψεύδεται η καθολική νοηματοδότηση και οι αντίστοιχοι ποιητικοί κώδικες της μορφής του υψηλού. Πολύ εύστοχα γράφει σχετικά ο Στ. Ροζάνης: «Δεν «διάβασε» τον Hegel, τον Schiller, τον Milton, τον Shakespeare. Κάποτε τους αντάμωσε στο δρόμο του και βρήκε την καρδιά του μέσα τους. Δεν τους «δανείστηκε» ούτε τους «χρησιμοποίησε»- τους ανακάλυψε»26.

Τι ανακάλυψε ο ποιητής στη σκέψη του Χέγκελ; Ανακάλυψε μια φιλοσοφία της κατανόησης: κατά την τρίτη περίοδο της ποιητικής του παραγωγής την ανακάλυψε ως θεωρητική ανάγκη27 να εκφράσει με τον θυελλώδη κυματισμό της έννοιας ό,τι ως τότε είχε διασώσει το ποιητικό του ένστικτο και η αντίστοιχη εμπειρία του μέσα στα συμβατά όρια της κοινωνίας και της ιστορίας -π.χ. το Μεσολόγγι φανερώνεται ως εννοιακή ανασύνθεση του αισθητού, ως η ανύψωση της ύπαρξης στην Ουσία και στην Ιδέα. Μια διαισθητική αξία της αναγκαιότητας αυτού του θεωρείν είχε ήδη βιώσει στις δύο πρώτες περιόδους του έργου του υπό τη μορφή κυρίως εκείνης της ευθύτητας του νου, η οποία τον κρατούσε πάντοτε σε έναν εσωτερικό διά-Λογο με τον εαυτό του και τον παρακινούσε να υπερασπίζεται την αθωότητα της γραφής του μέσα από τη συλλογιστική κατάκτηση εννοιακών ολοκληρώσεων του ποιήματος.

 Οι εννοιακές ολοκληρώσεις δεν καταπνίγουν την τιμή της διαίσθησης αλλά την αξιοποιούν, ως προς τη γνώση των φαινομένων, για να υποβάλλουν τον ποιητικό λόγο στη δοκιμασία της αλήθειας, ήτοι σε μια θεωρητική προσήλωση στο πραγματικό αντικείμενο, όπως τουλάχιστο παρουσιάζει όλη τούτη τη διαδικασία ο ποιητής στον «Στοχασμό» 12, και παράλληλα σε ένα εκφράζεσθαι που υπόσχεται, όπως για παράδειγμα δείχνει ο «Στοχασμός» 13, να εκχωρεί τον εαυτό του στην εκδήλωση της Ιδέας ως μεθόδου ή ως μεθοδικής αλήθειας. Στην περιοχή του ποιητικώς σκέπτεσθαι, το εκφράζεσθαι αποτελεί την εσωτερική δυναμική του ποιήματος, τον αναπαλλοτρίωτο χώρο του για να γίνεται το τελευταίο ό,τι τώρα δεν είναι, για να ανυψώνεται σε πηγή αυθεντικών νοημάτων ή να βιώνεται ως κατανόηση αυτού που πέπρωται να συμβεί. Ετούτη η κατανόηση δεν αναγορεύει σε απόλυτο εξουσιαστή του δημιουργού ή και του αναγνώστη το νόημα ή το Είναι του δημιουργήματος ούτε απεργάζεται καθυπόταξη του υποκειμένου σε κάποια μυστηριώδη ανά-κριση εκ μέρους του αντικειμένου· αντίθετα, η ίδια κατακυρώνεται ως η καθολική δυνατότητα του υποκειμένου να ποιεί και να ποιείται κατά το πνεύμα της εκδηλωνόμενης αλήθειας του κόσμου. Ό,τι καταλήγει λοιπόν να αναδύεται ως ποιητικώς συμβαίνον δεν έχει να κάνει με ά-σκοπο παιχνίδισμα λέξεων ούτε κυρίως με μια -έστω αθώα- εξιδανίκευση του γλωσσικού κώδικα, αλλά με αυτή τούτη τη διάνοιξη της ποιητικής τέχνης στην εννοιακή ενότητα του εαυτού της.

Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι ο ίδιος ο ποιητής λάμνει προς μια εξωτερίκευση, η οποία τον παραπέμπει κυρίως σε φιλοσοφικές συλλήψεις του χώρου -π.χ. το Μεσολόγγι ως τόπος με ατομικά ή συλλογικά αλλά τραγικά περιβάλλοντα ζωής, όπου εκδηλώνονται οι μεγάλες Ουσίες κ.λπ.- και του χρόνου -οι διαδοχικές, ας πούμε, στιγμές γεγονότων, προσώπων, καταστάσεων στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» ή στον «Πόρφυρα» κ.λπ.· παράλληλα δε, η ως άνω εξωτερίκευση διατρέχει τις παραστάσεις ή τα αντικείμενα -που εμπνέουν τον ποιητή-, ενσωματώνει όλη τη δυναμική των πραγμάτων και δείχνει την ποιητική ενέργεια να συμπυκνώνει αναπόδραστα τη μυθική δύναμη του εγκόσμιου και συγχρόνως να εναντιώνεται σε τούτη τη συμπύκνωση, απελευθερώνοντας την εσωτερική της ζωή από οικείες συνάφειες αυτού του εγκόσμιου και ανυψώνοντάς την σε μια εξόχως προσωπική σφαίρα ύπαρξης28. Όταν λοιπόν ο Σολωμός καταφεύγει στην εγελιανή φιλοσοφία της κατανόησης ή του νοήματος, ουσιαστικά λαχταρά τη φωνή του οικείου σε αυτόν πνεύματος (=πνεύμα καλό, που σ’ άρεσε φωνή να μου χαρίσεις), το οποίο είναι η πεμπτουσία [Inbegriff] των υπαρχόντων μέσα στα πράγματα νοημάτων, δηλαδή η έννοια που ενοποιεί τα νεύματα των πραγμάτων σε μια εμψυχωτική ή δημιουργό δύναμη: βουβαίνεται ο ποιητής όσο τελεί στην καταφθορά του κόσμου και αποθυμά αυτή τη φωνή ως την αρχέγονη πνευματική του περι-ουσία, την αισθάνεται ως μοναδική δια-νοητική προβολή για να οικήσει τον κόσμο, χωρίς να θέλει να χαθεί στην εγκόσμια συνθήκη του.                                                     
                                                
Πώς κατανοεί όμως πιο συγκεκριμένα ο Σολωμός αυτή τη φιλοσοφία και πώς την πραγματώνει ποιητικά; Κατά το εγελιανό της μερίδιο:

1. την κατανοεί ως μια αυτοκινούμενη φανέρωση του πνεύματος, όπου ο καθένας μπορεί να μετέχει σε αυτό και να το ακούει να λαχταρίζει μέσα του. Το πνεύμα για τον Σολωμό, όπως και για τον Χέγκελ, δεν είναι μια απροϋπόθετη δύναμη, προς την οποία οφείλει να πορεύεται η ανθρώπινη ύπαρξη, ούτε κάποια υπερκόσμια οντότητα αλλά η ίδια η εμμενής ικανότητα του ανθρώπου να θέτει σκοπούς, να τους πυροδοτεί με τη ζωή του οράματος και να υψώνει το «ορμέμφυτο του Λόγου»29 σε εκμυθευτή του ψυχικού αλλά και του κοινωνικο-ιστορικού βίου, σε περιέχοντα λόγο που οδηγεί προς μια ενδολογική αρμονία· προς εκείνη δηλαδή τη συμμετρική δομή του απείρου που καθεαυτήν ενοικεί στα όντα ως η απόλυτη αρχή τους, αλλά στο βαθμό που δεν συνυφαίνεται με τη δια-νοηματική πράξη του προσώπου ή του όντος ως προσώπου -π.χ. με την ποιητική ή φιλοσοφική πράξη του ποιητή- γίνεται ο απόλυτος βραχνάς του, ο οποίος τελικά παράγει δογματοποίηση και απολίθωση. Με αυτό το πνεύμα μιλούσε ο Χέγκελ για την ανάγκη, η υπόσταση να γίνεται υποκείμενο ή η συνείδηση να γίνεται αυτοσυνείδηση· και σε ένα τέτοιο πνεύμα ζητούσε ο Σολωμός την απόφαση να χωρήσει πάνω από το σχηματικό απόλυτο και να διαλεχθεί με την ετερότητα του εαυτού του30.

2. Την κατανοεί ως φιλοσοφία της συνείδησης. Ο Σολωμός ταυτίστηκε οντολογικά με τον «δρόμο της συνείδησης» (Χέγκελ). Αναζήτησε στην οδοιπορία του πνεύματος την «οδό άνω» (Ηράκλειτος) της δικής του διαμόρφωσης και συνάμα την εξυψωτική επιστροφή της ποιητικής πράξης στην ιδεατή πηγή της. Αναλογικά βίωνε την αισθητή προφάνεια αυτής της πράξης ως την «σωματοποίηση» της Ιδέας και στο πεδίο αυτής της σωματοποίησης πίστεψε ότι μπορεί να συμφιλιώσει τα περατά περιεχόμενα (:καταστροφή, θάνατος, έργα ανδρών και γυναικών κ.λπ.) με την ιδέα του υψηλού που δηλώνει παρουσία ως απόλυτη μορφή. Η συμφιλίωση, με το εγελιανό νόημα, είναι έργο της συνείδησης -εδώ της ποιητικής συνείδησης- και συνιστά το κομβικό σημείο των δομικών ανατροπών αυτής της συνείδησης· των ανα-τροπών που κλονίζουν τραγικά τη δική της βεβαιότητα και οντο-λογικά προσδιορίζουν τη Μορφή να εξαρτάται απόλυτα από τα περιεχόμενα που καλείται να εκφράσει και από τον τρόπο που τα εκφράζει. Η παρουσία της Μορφής έτσι στην τέχνη συνδέεται με το νόημα της τέχνης, το οποίο ενσαρκώνει τη νοούσα συνείδηση να περνάει μέσα από την καθημερινή κοινοτοπία, να την αμφισβητεί ριζικά για να θέτει τα πάντα υπό το βαθύ πνεύμα του χρόνου και της αιωνιότητας: ιδέες, σκέψεις, μνήμες παρελαύνουν με ρομαντική διάθεση αλλά και κατ’ απαίτηση αυτής της συνείδησης, το ξεχείλισμα της ψυχής να ανοίγεται στη σκέψη (=ο νους να συλλάβει πρώτα και μετά η καρδιά να αισθανθεί).

3. Την πραγματώνει ως μια απέραντη ποιητική αυτό-ανέλιξη - κατά το πρότυπο της εγελιανής διαδικασίας της έννοιας31. Το ανολοκλήρωτο ποιητικό σύνθεμα δεν είναι σκόρπια σπάσματα ενός σώματος ή σκελετού χωρίς πνοή, κι ακόμη δεν είναι ο διασκορπισμός ή η καταβαράθρωση της Ουσίας, αλλά η ακριβής Ιδέα της παρ-Ουσίας του όλου μέσα στο μέρος, η «συγκεκριμενοποιημένη σκέψη [που υφίσταται] όλες τις δυνατές μορφές»32 και βρίσκεται πάντοτε καθοδόν. Η ποιητική αυτό-ανέλιξη, κατ’ αυτό τον τρόπο, δεν σχετίζεται τόσο με μια ποσοτική παραγωγή ποιημάτων και αφομοίωση αντίστοιχων τεχνοτροπιών παρά είναι το αρχέγονο που συμβαίνει προ των οφθαλμών μας ως ίδι-ον συμβάν (Er-eignis) και μας χαρίζει την παραμονή στην ιδιαίτερη ουσία μας33 · αισθητικά δε, μας γνωρίζει με ό,τι ανήκει στη φιλοσοφία της κατανόησης -π.χ. εννοιολογική ακρίβεια, στοχαστική διάθεση, νοηματικοί άξονες της γλώσσας, αφαίρεση του ιστορικού χρόνου- και μας μετουσιώνει σε αισθητική και ηθική συνάμα ύπαρξη.

4. Στη συνάφεια τούτη την πραγματώνει περαιτέρω, κατά την ποιητική ουσία, ως τη μυστική ευδαιμονία της ποιητικής συνείδησης που όσο προχωρεί στην αισθητική πρόσληψη του υπάρχοντος τόσο βυθίζεται σε καθετί που «ταράζει την ανθρώπινη ψυχή» (Χέγκελ) και εφαρπάζεται από την αγωνία να το φέρει σε συνομιλία με την ποιητική της έκλαμψη. Αυτή η συνομιλία προβάλλει ως εσωτερικό κίνητρο της Σολωμικής ποίησης για να αναπλάθει εκ βάθρων τις σημάνσεις της ζωής και να οδηγεί την εσωτερική τους διαφοροποίηση στην ενότητα που «εκδηλώνεται στο ισοζύγιο των μορφών»34. Τούτο σημαίνει ότι η δομική συγκρότηση της ποιητικής σκέψης δεν ανάγεται σε κάτι που δίνεται απ’ έξω, που περνά από στόμα σε στόμα, από εμπειρία σε εμπειρία, αλλά στην ανά-μνηση35. Η ανά-μνηση είναι η εσωτερικευμένη γνώση (Er-innerung:Χέγκελ) που δεν αφήνει το άμεσο βίωμα να μεταποιείται σε ψυχρή αναπαράσταση αλλά «διαποτίζει το Ποίημα με δυνάμεις σκέψης, πίστης, δυνάμεις ηθικές, δυνάμεις ψυχής, δυνάμεις γνώσης»36 και κελεύει έτσι τον ποιητή να καλλιεργεί ένα νοηματικό λόγο, τα κύματα του οποίου κηρύσσουν τον πόλεμο σε κάθε φθαρμένη και ισοπεδωτική χρήση της γλώσσας. Τον κελεύει, συνακόλουθα, να συναρθρώνει εύρυθμα το αισθητό με το νοητό και μέσω αυτής της συνάρθρωσης να αναδεικνύει την αυταξία των ποιητικών εικόνων.

5. Ο ποιητής εμπειράται εν τέλει την εγελιανή φιλοσοφία της κατανόησης ή του νοήματος ως την εννοιακή ή κατανοητική πρόσληψη της γλώσσας: «ο θεμελιώδης τόνος του ποιήματος ας είναι από την αρχή ως το τέλος το Γενικό [=Κοινό] και Ειδικό [=Ίδιον], ριζωμένο και συνταυτισμένο με τη γλώσσα»37. Η γλώσσα προορίζεται να αποτυπώνει τη συνεκτική δομή δια-λογικών επιτευγμάτων και να προσφέρει σε θέα μια ιδεατή πραγματικότητα που συνιστά κριτήριο για τα περιεχόμενα και τη μορφή των επί μέρους ποιητικών συνθέσεων. Σε όλο το ποιητικό έργο υπολανθάνει ένας εσωτερικός δεσμός γλώσσας και έννοιας: «κάθε λέξη βγήκε κορεσμένη από την Έννοια»38, αναφέρει ανάμεσα στις πολλές του σκέψεις ο ποιητής. Αυτός ο δεσμός απεγκλωβίζει τη «Σκέψη του Ποιήματος»39 από άκριτα σχήματα λόγου και από την παγερή υπολογιστικότητα μιας τεχνητής χρήσης της γλώσσας. Κατευθύνει την έγνοια του ποιητή στην αλληλεπίδραση παρόρμησης και λόγου: το συνειδητό-Είναι της ποιητικής γλώσσας φωτίζει το ασυνείδητο ως μια πρωτόγνωρη διαφορά περιεχομένων του κόσμου. Διερευνά τον ουσιακό χαρακτήρα αυτών των περιεχομένων όχι απλώς στη λεκτική τους εκφορά, αλλά στην Ιδέα ή την Έννοιά τους. Γι’ αυτό και η πορεία του Σολωμικού πνεύματος προς τη γλώσσα του λαού δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά θεμελιώδης προϋπόθεση για να εναρμονίζεται το ποιητικό υποκείμενο με τον εαυτό του μέσα στην εντελή πραγματικότητα της έννοιας που το γέννησε και να ανοίγει «καινούριους ορίζοντες στην ποίηση»40.

Σε θαυμαστή ομοιότητα προς το εγελιανό υποκείμενο, το ποιητικό υποκείμενο συμβαίνει πάντοτε στον καιρό του, δηλαδή είναι το ποιητικό πνεύμα της εποχής, το οποίο «ξαναβλέπει, βλέπει και προβλέπει»41· έτσι μπορεί να αισθητοποιείται «στα όργανα του τόπου, χρόνου, εθνικότητας, γλώσσας»42 και να πραγματοποιεί, κατά τη γραμμή της εγελιανής Φαινομενολογίας του πνεύματος, τη φαινομενολογία της ηθικής αναγέννησης, μιας κατ’ ηθικότητα αισθητικής ζωής, όπου «τα γράμματα θα καλλιεργούνται όχι για μάταιη επίδειξη παρά για όφελος του λαού, που έχει ανάγκη από παιδεία και μόρφωση όχι σχολαστική»43. Η ελευθερία, σε τούτο το πλαίσιο, δεν είναι η εσωτερικότητα ή η άμεση υποκειμενικότητα που αρνείται τη ζωή ή αποσύρεται στο Εγώ, αλλά η υποκειμενικότητα [οι ανδρείοι, οι μεγάλοι κ.λπ.] που αναζητεί στον αντικειμενικό κόσμο την ηθική Ιδέα της ζωής. Οι πολιορκημένοι π.χ. με το χαμόγελο στην όψη τη φθαρμένη ενσαρκώνουν αυτή την Ιδέα κινούμενοι στη γραμμή του Είναι και του μηδενός: «εκείθε με τους αδελφούς και δώθε με το χάρο».
Πώς καθορίζεται η κίνηση σε τούτη τη γραμμή; Μέσα από τον πόλεμο. «Ο πόλεμος τούς έγινε πνοή τους», λέει ο Σολωμός. Πρόκειται για ένα αδυσώπητο πήγαινε-έλα ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο, στη βεβαιότητα και στην αβεβαιότητα, στη συντριβή και στη δικαίωση. Αυτή η αμείλικτη πραγματικότητα του πολέμου προκαλεί τη φαντασιακή ανάφλεξη του ποιητικού υποκειμένου και το ωθεί να εγκαταλείπει την τυπική σχέση του Εγώ -έτσι περίπου θα μπορούσε να κατανοείται καλύτερα και ο μοναχικός δρόμος του ποιητή-, να συλλαμβάνει αγέννητα ακόμη σχήματα του πραγματικού και να ανακαλύπτει την ανεκτίμητη σπουδαιότητα του κόσμου (=δεν τόλπιζα νάναι η ζωή μέγα καλό και πρώτο). Παράλληλα το παρακινεί να αφήνεται προς τη θέα του σύμπαντος κόσμου και συνάμα να διερωτάται (=ποια πηγή τάχα σε γεννά, χαριτωμένη βρύση) για την πηγή των τέλειων δωρημάτων που αναβρύζουν στην επιφάνεια του «υπάρχειν ποιητικώς». 
-----------------
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
  1. M. Heidegger: wozu Dichter in: Holzwege (GA B 5) Frankfurt a. M. 1977, σ. 273.
  2. M. Heidegger: Unterwegs zur Sprache Neske 19909, σ.30.
  3. Ό.π., σσ. 30-31. Βλ. και σημείωση 32.
  4. Ό.π. σ. 31.
  5. Ό.π., σ. 173.
  6. Διονυσίου Σολωμού: «Στοχασμοί», εισαγωγή-μετάφραση-σχόλια Γιώργου Βελουδή, εκδόσεις Περίπλους Αθήνα 1997, σ.29.
  7. Α. Θ. Κίτσος –Μυλωνάς (επιμ.): Σολωμός-προλεγόμενα κριτικά Στάη-Πολυλά-Ζαμπέλιου, εκδόσεις Γαβριηλίδη Αθήνα 2004, σ. 74.
  8. Γιάννη Μ. Αποστολάκη, Η ποίηση στη ζωή μας, εκδόσεις Εστία Β΄ έκδοση, χ.χ. σσ. 229, 231.
  9. Διονυσίου Σολωμού: Άπαντα, (εκδ.) Λίνου Πολίτη, τ.ΙΙ «Ίκαρος» Αθήνα 19682, σ. 23.
  10. Διονυσίου Σολωμού: «Στοχασμοί» ό.π., σ. 29.
  11. Ό.π., 4, σ. 29. O Βελουδής μεταφράζει τους όρους: commune e proprio ως γενικό και ειδικό. Τους μεταφράζουμε ως κοινό και ίδιον· θεωρούμε πως έτσι αποδίδεται ακριβέστερα η πρόθεση του ποιητή να συλλαμβάνει, κατά το εγελιανό πρότυπο, τον ουσιώδη λόγο του ποιήματος ως τη Μια ολότητα ή ενότητα της έννοιας που ομιλεί την αλήθεια της ποίησης· την ενότητα αυτού του ομιλείν υπό τη μορφή της Έν-νοιας: του Εν-είναι που κατανοεί τον εαυτό του μέσα από το ίδιον αυτού [=ιδιαίτερό του] συνομιλείν, ήτοι ως συνομιλία που διαμεσολαβεί τον εαυτό της μέσα από το ποίημα και συγχρόνως επιστρέφει σ’ αυτό ως ομιλούσα ατομικότητα. Αναλυτικά περί της ομιλούσας ατομικότητας βλ. Δημ. Τζωρτζόπουλου: Ο Hegel και η κατανοητική σκέψη, τ.1- η φιλοσοφική παιδεία και η διαμόρφωση της ατομικότητας, εκδόσεις Δωδώνη Αθήνα 2000, σσ. 158 κ. εξ.
  12. Χέγκελ, Επιστήμη της Λογικής-η υποκειμενική Λογική ή διδασκαλία περί της έννοιας, εισαγωγή-μετάφραση-σχόλια Δημ. Τζωρτζόπουλος, εκδ. Παπαζήση Αθήνα 2005, σ. 119.
  13. Διονυσίου Σολωμού, Αυτόγραφα, (επιμ.) Λ. Πολίτης Θεσσαλονίκη 1964, σ. 476.
  14. Χέγκελ, ό.π.
  15. Στον «Στοχασμό» 4 για παράδειγμα ο Σολωμός μιλάει για τη συνύφανση της Ουσίας του ποιήματος με τη γλώσσα. Σύμφωνα με τον Ζήσιμο Λορεντζάτο (= Μελέτες, τ. Α, «Δόμος» σ.174), η γλώσσα στο Σολωμό είναι υποκείμενο και όχι εξωτερική υπόθεση.
  16. Διονυσίου Σολωμού: «Στοχασμοί», ό.π., 3, σ. 29 και 4, σ.30.
  17. Ό.π., 5, σ.30.
  18. Ό.π., 4, σ. 30 .
  19. Βλ. π.χ. «Στοχασμοί» 6, 7β, 8β.
  20. Μεταξύ των άλλων βλ. «Στοχασμοί» 4, 15, 16, 18, 19, 20.
  21. Βλ. π.χ. «Στοχασμοί» V, VIII1,2,3, Χ, μτφρ. Στ. Αλεξίου, «Στιγμή» Αθήνα 1999.
  22. Πολύ παραστατικά αποτυπώνει ο Σολωμός αυτή τη διαλεκτική πορεία στον «Στοχασμό» 1. Βλ. Γ. Βελουδής ό.π., σ. 29.
  23. Διονυσίου Σολωμού: «Στοχασμοί» Γ. Βελουδής, ό.π., 8α, σσ. 32-33.
  24. Ό.π., «Στοχασμοί» 1.
  25. Ό.π., «Στοχασμοί» 8α, σ. 33.
  26. 26. Στ. Ροζάνη, Σολωμικά, «΄Ινδικτος» Αθήνα 2000, σ.14.
  27. 27. Ο Σολωμός δεν κατέφυγε στη γερμανική φιλοσοφία, έτσι πρόχειρα, για να ανακαλύψει τρόπους ενός μορφικού εκφράζεσθαι, όπως του καταμαρτυρεί λαθεμένα ή παραπλανητικά ο Λορεντζάτος, ούτε για να «συμπληρώνει τη μόρφωσή του, να γεμίζει τα κενά του ή από μανία να παρακολουθεί τον καιρό του» ( Ζ. Λορεντζάτος ό.π., σ.80) αλλά για να συλλάβει κατανοητικά την αδιάρρηκτη ενότητα δομής και ερμηνείας και να διαμεσολαβήσει την εξωτερική του μερικότητα με την καθολικότητα αυτής της κατανόησης. Εύστοχα παρατηρεί ο Γ. Βελουδής πως η ενασχόληση του ποιητή με το γερμανικό πνεύμα δεν ήταν αποτέλεσμα επιδράσεων που δέχτηκε από γερμανομαθείς «δασκάλους» του αλλά ανταποκρινόταν στις δικές του πνευματικές και καλλιτεχνικές ανησυχίες (Γ. Βελουδής: Μονά-Ζυγά, εκδ. Γνώση Αθήνα 1992, σ.88).
  28. 28. Βλ. σχετικά τον «Στοχασμό» 19, Γ. Βελουδής ό.π., σσ. 37-38. Επίσης το Σχεδίασμα Γ΄ από τους Ελεύθερους Πολιορκημένους, ιδίως τα αποσπάσματα 1, 9, 10.
  29. 29. Βλ. Γκ. Χέγκελ: Φαινομενολογία του πνεύματος τ. ΙΙ, εισαγωγή-μετάφραση-σχόλια Δημήτρης Τζωρτζόπουλος, εκδ. «Δωδώνη»: Αθήνα-Γιάννινα 1995, σσ. 29 κ.εξ. Στους «Στοχασμούς» είναι διάχυτο το ομιλητικό στοιχείο αυτής της πνευματικής λαχτάρας (βλ. π.χ. VIII3-XI, Στ. Αλεξίου, ό.π.) κατά το πρότυπο της φαινομενολογικής κίνησης του Λόγου που παρουσιάζει ο Χέγκελ στη Φαινομενολογία.
  30. 30. Βλ. τον «Στοχασμό» 21, Γ. Βελουδής, ό.π. Οι «Στοχασμοί» έχουν ουσιαστικά τον χαρακτήρα των «εις εαυτόν» και αγωνιωδώς προσβλέπουν στη στερέωση της αυτοφανέρωσης του πνεύματος.
  31. 31. Βλ. τον «Στοχασμό» 1, Γ. Βελουδής, ό.π. Για την εγελιανή διαδικασία της έννοιας γίνεται εκτενώς λόγος στο: Γκ. Χέγκελ, επιστήμη της Λογικής- η διδασκαλία περί της έννοιας, ό.π. σσ. 20 κ.εξ.
  32. 32. Δ. Σολωμού: «Στοχασμοί», Γ. Βελουδής, ό.π., σ.36.
  33. 33. Το Ereignis, κατά τον Χάϊντεγγερ, είναι το ιδιοσυμβάν που καλεί το υποκείμενο σε ποιητική ανά-ληψη του εγκόσμιου (βλ. M. Heidegger, Unterwegs zur Sprache, ό.π., σ.259).
  34. 34. « Στοχασμοί», Γ, Βελουδής, ό.π., σ.32.
  35. 35. «Στοχασμοί» 7β, 8β, 10, Γ. Βελουδής, ό.π.
  36. 36. «Στοχασμοί», Γ. Βελουδής, ό.π., σ. 36.
  37. 37. Ό.π., σ.30.
  38. 38. Ό.π., σ. 33.
  39. 39. Ό.π., σ. 30.
  40. 40. Δημήτρης Δημηρούλης: Φάκελος «Διονύσιος Σολωμός», Αθήνα 2003, σ.103.
  41. 41. «Στοχασμοί», Γ. Βελουδής, ό.π., σ.39.
  42. 42. Ό.π., σ.33.
  43. 43. Λ. Πολίτη, Ο Σολωμός στα γράμματά του, «Εστία» Αθήνα χ.χ., σ.34.