Τετάρτη 21 Ιουνίου 2017

Ο θεσμός των σωματείων στην κλασσική Αθήνα

Η σύγχρονη διεθνής και εντόπια βιβλιογραφία βρίθει και συνεχώς εμπλουτίζεται με μονογραφίες και ερευνητικές μελέτες του μοναδικού στην παγκόσμια πολιτική ιστορία φαινομένου της Α’ Αθηναϊκής Δημοκρατίας. Παρόλα αυτά, μια στοιχειώδης παράμετρος αυτού του οικοδομήματος έχει ελάχιστα προσεχθεί. Ο δημοφιλέστατος θεσμός της συσσωμάτωσης στο αττικό δίκαιο αναπτύχθηκε στα χρόνια της δημοκρατίας και συνεχώς αναδιαμορφούμενος, ξετύλιξε την ιστορική του πορεία και μετά την κατάλυσή της, ίσως και μέχρι τις μέρες μας.1 Τα εξαγόμενα συμπεράσματα νομικού χαρακτήρα είναι ποικίλα αλλά παράλληλα ο θεσμός της συσσωμάτωσης στο αττικό δίκαιο αφήνει να διαφανούν οι πρώτες ρίζες ενός καίριου πολιτειολογικού στόχου. Αυτού της σφυρηλάτησης της ενότητας βάσει της ετερότητας, της αλληλεγγύης παρά τη διαφορετικότητα, της ομόνοιας με κριτήριο την κίνηση προς το ξένο, το άλλο. Ζητούμενο λοιπόν, κατά την εκκλησιολογική έκφραση, η «ενότης εν τη ποικιλία».
   
Η ιστορία της πόλεως των Αθηνών διαπλέκεται άρρηκτα με τις μυθολογικές πηγές και φτάνει περίπου μέχρι τα πρώτα μεταμηκυναϊκά χρόνια. Είναι πανθομολογούμενο το γεγονός ότι η αρχαϊκή ζωή διέπεται από έντονα ομαδικό χαρακτήρα.2 Η άποψη του Αριστοτέλη για την ανθρώπινη φύση «ως ζώου φύσει πολιτικού»3 δε συνιστά μια κοινωνιολογική διαπίστωση, αλλά μια πάγια οντολογική παραδοχή απαντώμενη σε ευρύτερες πηγές.4 Διακρίνοντας δυο στάδια εξέλιξης του σωματειακού θεσμού, κατατάσσουμε στο πρώτο, τις φυσικές κοινωνίες,5 τις ομάδες που βασίζονται στους δεσμούς αίματος.6 Δεσμοί μεταξύ των συζύγων και δεσμοί αυτών και των τέκνων τους εξελίσσονται σταδιακά στους οίκους7. Αρχικά οι οίκοι8 ζουν χωριστά υπό την απόλυτη εξουσία του αρχηγού τους και κατέχουν από κοινού τα μέσα παραγωγής, δηλαδή, κτήνη και γη.9 Με την πάροδο του χρόνου, περισσότερες οικογένειες απαρτίζουν το γένος και τελούν υπό την εξουσία του πρεσβύτερου εξ αίματος συγγενούς.10
 
Ο σύνδεσμος μεταξύ των μελών παραμένει φυσικός και όχι πολιτικός. Το δικαιικό στοιχείο παρεισφρύει αφ' ης στιγμής συγγενείς απώτερου βαθμού συνενώνονται εντός του διαρκώς διευρυνόμενου κύκλου του γένους για να αποτελέσουν ομάδες κατά μίμηση των αρχικών, στις οποίες όμως το κύριο στοιχείο δεν είναι πλέον ο συγγενικός εξ αίματος δεσμός αλλά, η νομική βούληση των συνιστώντων11 μελών. Αυτές οι συσσωματώσεις, οι φρατρίες, συνιστούν ίσως την πρώτη μορφή πολιτικής εμφάνισης των φυσικών κοινωνιών. Οι φρατρίες και οι από περισσότερες φρατρίες απαρτιζόμενες φυλές αποτελούν τα κύρια στοιχεία τα οποία αφενός συνιστούν τη λεγόμενη πολιάδα κοινότητα12 αφετέρου θα συγκροτήσουν αργότερα την πόλη-κράτος.13 Οι φυλές και οι φρατρίες των ιωνικών και δωρικών πόλεων ως προϊστορικοί θεσμοί ανάγονται σε εποχές όπου όλοι οι Ίωνες και Δωριείς αποτελούσαν ενιαία προκρατικά έθνη, τύπου Gemeinschaft.14 Κατά τον Αριστοτέλη,15 η πρώτη μορφή συνοικισμού16 υπήρξε η κώμη με συστατικά στοιχεία οίκους του ίδιου γένους και γι’ αυτό συχνά έφερε το όνομα του ιδρυτή του γένους.
 
Η συνένωση των διάσπαρτων δήμων της Αττικής σε ενιαίο κράτος αποδίδεται στο μυθικό ήρωα Θησέα17 ο οποίος καινοτόμησε θεσμικά, παρέχοντας «ισομοιρίαν» σε άπαντες και καταλύοντας τα τοπικά βουλευτήρια και τις αρχές διατηρώντας για τον εαυτό του μόνο την αρχηγία στον πόλεμο και την αρμοδιότητα εποπτείας της τήρησης των νόμων.18 Τα πρώτα ψήγματα δημοκρατικών θεσμών διαφαίνονται και από το ότι θέλοντας να καταπολεμήσει το κοινωνικό πρόβλημα και να αυξήσει τον πληθυσμό της πόλεως, προσκάλεσε ελεύθερα όσους ήθελαν να έρθουν στην πόλη, παρέχοντάς σε όλους ίσα πολιτικά δικαιώματα.19 Περαιτέρω, προχώρησε στη διάκριση των τάξεων βάσει διακεκριμένων καθηκόντων-υποχρεώσεων, προέβη στην κοπή νομίσματος καθιέρωσε την εορτή των Παναθηναίων20 και πιθανότατα, κατά την παράδοση, συγκρότησε το κράτος με βάση θεσμούς της κρητικής πολιτείας του Μίνωα.21
 
Παραλείποντας, λόγω ελλείψεως χώρου, τις εξίσου σημαντικές με τις αναφερόμενες συσσωματώσεις των θιάσων, ομοτάφων, σύσσιτων, εταιρειών και επαγγελματικών σωματείων, ανατρέχουμε ιστορικά στους χρόνους γένεσης του αττικού κράτους για να καταδείξουμε ότι οι ποικιλόμορφες κοινωνικές ομαδώσεις που προϋπήρξαν της κρατικής μορφής, όχι απλά επέζησαν μόνο στο πλαίσιο της πολιάδας κοινότητας, αλλά αναδιαμορφώθηκαν από το ίδιο το κράτος, εμπλουτίσθηκαν με νέες αρμοδιότητες και αποτέλεσαν θεσμικά και δικαιικά τις βάσεις της νέας πολιτικής οργάνωσης, έτσι ώστε διατηρώντας την ιδιοπροσωπία τους (συνεχώς εξασθενούμενη) να αφομοιωθούν οργανικά στο νέο πολιτικό μόρφωμα, σφυρηλατώντας έτσι την ενότητά του.22
  
Ο νόμος του Σόλωνος περί σωματείων

            Η πρώτη νομική αναφορά στο σωματειακό θεσμό, προέρχεται από μια δευτερογενή δικαιική πηγή, η οποία μας μεταφέρει τον περί συσσωματώσεων νόμο του Σόλωνα. Πιο συγκεκριμένα, ο Γάιος, σε περικοπή του βιβλίου του, Ad legem duodecim tabularum, η οποία περιλαμβάνεται στον Πανδέκτη (47,22,4), μας μεταφέρει το σολώνειο νόμο:23
 
Εάν δε δήμος ή φράτορες ή ιερών οργίων θύται ή ναύται ή σύσσιτοι ή θιασώται ή επί λείαν οιχόμενοι ή εις εμπορείαν, ότι άν τούτων διαθώνται προς αλλήλους, κύριον είναι, εάν μη απαγορεύση δημόσια γράμματα.
 
Πρόκειται ουσιαστικά για εκτελεστικό διάταγμα του σολώνειο νόμου που επιβάλλει στα αριστοκρατικής καταγωγής μέλη των γενών, την εισδοχή στις φρατρίες (και στα γένη;) νέων μη αριστοκρατικών,24 ενώ οι αναφερόμενες στον νόμο κοινωνικές ομάδες είναι ήδη ιστορικά συγκροτημένα μορφώματα της. Ο Σόλων ουσιαστικά δεν αφήρεσε το δικαίωμα συσσωματώσεως απ’ τις παραληφθείσες ομάδες αλλά επεξέτεινε το σχετικό δικαίωμα σε όλες τις κοινωνικές ομάδες που ήταν μέχρι τότε νομικά απροστάτευτες και εξοπλίζονταν έτσι με θεσμική υπόσταση, εφόσον τα μέλη τους ήταν τυπικά ενταγμένα σε γένη και φρατρίες.25Οι δήμοι και οι οργεώνες, αναγνωρίζονται κατ’ αυτόν τον τρόπο ως σωματεία «δημοσίου δικαίου» κι έτσι διασπάται η παντοδυναμία των γενών αφού τους στερείται το μονοπώλιο πολιτογραφήσεως των εισερχομένων σ’ αυτά μελών ως Αθηναίων πολιτών.26
 
Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η συγκεκριμένη νομοθετική ρύθμιση του Σόλωνα συνεχίζει την κλεισθένια κατευθυντήριο γραμμή της νομικής τουλάχιστον εξίσωσης σε ορισμένες ελευθερίες των αριστοκρατών και του δήμου, των Αθηναίων και των νεοπολιτών-ξένων.27 εγκαινιάζοντας την εξής κοινωνιολογική τομή: Παράλληλα με το κριτήριο του αιματοσυγγενικού δεσμού, πάνω στον οποίο βασίζεται η άρχουσα τάξη της πολιτείας, συνυπάρχει πια και ο παράγοντας της εντοπιότητας, της κοινότητας του τόπου και του συμφέροντος. Οι συσσωματώσεις συνιστούν απαραγνώριστο στοιχείο της δομής της πόλεως αλλά και της ζωής του πολίτη και το αίσθημα του ανήκειν σε αυτές αποκτά διαστάσεις κοινωνικής οντολογίας. Αναντίρρητος μάρτυρας αυτής της πεποίθησης ο νόμος του Σόλωνα28 που προβλέπει την ταπεινωτικότερη κύρωση "...όποιος σε περίπτωση εμφύλιας διαμάχης της πόλης δε συμμετάσχει τασσόμενος με οποιαδήποτε παράταξη...στερείται των πολιτικών του δικαιωμάτων."
 
 Ο οίκος

            Ο οίκος θεωρείται από τον Αριστοτέλη ως η αρχαιότερη κοινωνική μονάδα, χαρακτηριζόμενη ως κοινωνία ανδρός και γυναικός, κυρίου και δούλου.29 Σαφέστερα συνιστά ένα αδιάσπαστο σύνολο προσώπων, αγαθών και θρησκευτικής λατρείας που αποσκοπεί στη διαιώνιση των τριών αυτών συστατικών στοιχείων.30 Η ζωή των μελών του οίκου προσδιορίζεται από κανόνες οικογενειακού και κληρονομικού δικαίου που προσδιορίζουν την εξουσία (κυριεία) του αρχηγού επάνω στα υπόλοιπα μέλη του και γι’ αυτό ακριβώς το λόγο αποτελεί παράλληλα και σύνολο συμφερόντων πολιτικών, οικονομικών και θρησκευτικών.31Έτσι, το δίκαιο του οίκου, ως θεσμού αρχαιότερου της πόλεως, γίνεται αποδεκτό από την τελευταία και επινοούνται τρόποι εναρμόνισης των δύο δικαίων. Σύνδεσμο μεταξύ τους αποτελούσε το πρόσωπο του πολίτη, που ήταν συγχρόνως τόσο ενεργό μέλος του διοικητικού συστήματος της πόλης, όσο και κεφαλή του οίκου του. Τα λοιπά μέλη του (εξαιρουμένων των ενηλίκων υιών) αν και ελεύθερα δεν χαρακτηρίζονταν ως πολίτες αλλά ως αστοί, και παρά το ότι συνιστούσαν φορείς δικαιωμάτων ex jure familiari (στο οικογενειακό δίκαιο), δεν ήταν φορείς δικαιωμάτων ex jure civili (δίκαιο της πόλεως).
 
Όλα τα μέλη της οικογένειας εμφανίζονται να έχουν δικαιώματα συμμετοχής στα περιουσιακά αλλά και στα λοιπά, τα σχετικά με τη λατρεία του οίκου στοιχεία, τα οποία αποτελούσαν αντικείμενο οικογενειακής συγκυριότητας και κύριο και διαχειριστή τους η πόλη θεωρούσε πάντα τον επικεφαλής της οικογένειας πολίτη της. Τα δικαιώματα αυτά είχαν διαμορφωθεί εντός του οίκου και εκτός της πόλης. Πάρα ταύτα η τελευταία, έσπευδε να τα προστατεύει εκ των έξω, μέσα στα πλαίσια του οίκου. Οσάκις ο εν λόγω πολίτης πρόσβαλλε τα δικαιώματα των μελών του οίκου, μη επιτελώντας π.χ. τα καθήκοντά του για τους υπό την κηδεμονία του ή για τις γυναίκες επικλήρους, ή μη συνιστώντας προίκα για τις επίπροικες, η πόλη είχε το δικαίωμα να τον καλέσει να λογοδοτήσει για τις παραβάσεις του αυτές με την παροχή μιας αντίστοιχης actio popularis (γραφή κακώσεως), ας πούμε λαϊκή αγωγή. Παρόμοια, οσάκις ένας αρχηγός οίκου δεν ασκούσε την απαιτούμενη καταγγελία για τη δίωξη του φονέα μέλους της οικογένειάς του, μπορούσε να μηνυθεί επίσης με τη γραφή ασεβείας.
 
Έτσι, ο σύζυγος είναι ο φορέας έναντι της πόλεως των κατά το jus familiae δικαιωμάτων της συζύγου του και των γυναικών των οποίων είναι προστάτης. Το γεγονός της αυξημένης επιρροής του επί των μελών του οίκου, σε αντίθεση με την ελευθερία των πολιτών, καταδεικνύεται και από το γεγονός ότι παρά τη δυνατότητα του άρρενος ενήλικου να δημιουργήσει δικό του ανεξάρτητο οίκο,32 υφίσταται ο θεσμός της επιβεβαιώσεως που συνίσταται στη συγκατάθεση του πατέρα στους γάμους των υιών του.33 Συγχρόνως, ενώ η γυναίκα αναγνωρίζεται ως φορέας δικαιωμάτων ex jure familiari, δεν μπορεί να έχει ανάλογα δικαιώματα ex jure civili. Για αυτό και εμπρός στην πόλη εμφανίζεται πάντοτε ως φορέας των δικαιωμάτων της κάποιος άνδρας–προστάτης. Παράλληλα, ο pater familias μπορούσε με τη διαθήκη του να ορίζει επίτροπο για τα ανήλικα άρρενα παιδιά του ή κύριο για τις γυναίκες, να μεριμνά για τον επόμενο γάμο της συζύγου του να μνηστεύει τις θυγατέρες του έστω και άνηβες ακόμα και να δίνει εντολή στον εν ζωή ή κυοφορούμενο γιο του να διώξει δικαστικώς όποιον είχε προκαλέσει το θανατηφόρο τραυματισμό του.
 
Χαρακτηριστικό δείγμα του οικιακού παραδικαίου συνιστά η αντιμετώπιση του φόνου.34 Η ανθρωποκτονία χαρακτηριζόταν ως ένα ιδιωτικό αδίκημα, διωκόμενη με τη δίκη φόνου. Η τιμωρία του φονέα εθεωρείτο ότι αποτελεί θέμα που ενδιέφερε μόνο τους ανήκοντες στην οικογένεια τους θύματος και η πόλη δεν επενέβαινε παρά μόνο στην περίπτωση που οι αγχιστείς- συγγενείς δεν ενδιαφέρονταν για κάτι τέτοιο, επιτρέποντας σε οποιονδήποτε Αθηναίο πολίτη να ασκεί εναντίον τους τη γραφή ασεβείας. Κατά την ομηρική περίοδο, που ίσχυε η αντεκδίκηση και η υπαιτιότητα του δράστη δεν ενδιέφερε, ο φονιάς μπορούσε να την αποφύγει μόνο με τη φυγή ή με την πληρωμή μιας ποινής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η περίπτωση του Πατρόκλου.35 Αργότερα, με τους νόμους του Δράκοντα, η ανθρωποκτονία διακρίνεται σε εκ προνοίας, μη εκ προνοίας, και σε φόνο ακούσιο, όμως κατά την κλασσική εποχή προσετέθη προς προστασία του οίκου ο νόμιμος φόνος του εραστή μοιχού που συλλαμβανόταν επ' αυτοφώρω με τη σύζυγο, αδελφή , μητέρα ή παλλακίδα!!! Η προστασία του οίκου καταδεικνύεται και στο ότι σε περιπτώσεις μη εκ προνοίας και ακουσίου θανάτου η επιβαλλόμενη ποινή της εξορίας μπορούσε να αποφευχθεί μόνο με την παροχή συγγνώμης από τους συγγενείς του θύματος.36
 
Σε ό, τι αφορά στο ιδιοκτησιακό καθεστώς37 τα εντός του οίκου τα περιουσιακά στοιχεία εθεωρούντο ιδιοκτησία ολόκληρης της οικογενειακής ομάδας, ώστε η αλληλεγγύη των μελών της να επιβάλλει τη διαφύλαξη της "ουσίας" και τη διατήρησή της στα πλαίσια του οίκου.
 
Στην περιορισμένη αυτή αναφορά στο οικιακό δίκαιο, αξίζει να προστεθεί και η αυτονομία του οίκου ως προς τις θρησκευτικές τελετουργίες και εορτές των θεοποιημένων προγόνων ή ακόμα και θεοτήτων που θεωρούνται προστάτιδες όλων των οίκων.38 Ιερουργοί σε αυτές τις τελετές είναι οι ίδιοι οι αρχηγοί των οικογενειών και οι εορτές αυτές επί δημοκρατίας θα επεκταθούν σε όλο το κράτος.39
 
Η νομική πολιτική λοιπόν της πόλεως ήταν να προστατεύσει τις εντός του οίκου διαμορφούμενες σχέσεις έναντι ξένων προσώπων, αλλά και να εμποδίσει τις παραβιάσεις από τους πολίτες των κανόνων οικογενειακού δικαίου στο εσωτερικό των οίκων, διατηρώντας έτσι την ενότητα και ιστορική συνέχεια του οίκου.40 Αργότερα, με την ισχυροποίηση της πόλεως, το δημόσιο ενδιαφέρον επεκτείνεται και σε θέματα της αρμοδιότητος του οίκου (π.χ. παρεμβάσεις του Άρχοντος)41 και ο οίκος εξασθενεί μέσω της αποδυνάμωσης του κυρίου του, αναβαθμίζοντας τους ενήλικους κατιόντες του.42 
 
Το γένος

            Αδρομερώς, θα ορίζαμε το γένος ως μια πατριά, ένα σόι, μια ομάδα οικογενειών που ανήγαν την κατ' αρρενογονία καταγωγή τους από έναν πρόγονο. Αποτελεί συνέχεια της ένωσης πολλών οίκων και αποκτά δικαιικά στοιχεία όταν διευρύνεται πέραν του αιματοσυγγενικού δεσμού.43 Η κυριότερη λειτουργία του γένους εντός της πόλεως (τουλάχιστον εξωτερικά) είναι η θρησκευτική. Τα αθηναϊκά γένη ήταν πιθανότατα εξ ολοκλήρου αριστοκρατικά44 και η πολιτική τους δραστηριότητα είναι αδιαμφισβήτητη αφού ίσως αποτελούν το πρωταρχικό δομικό στοιχείο στον αγώνα για την εξουσία εντός της πόλεως.45 Δεν είναι τυχαίο ότι συχνά συμμαχούν με γένη άλλων πόλεων, ενώ ακόμα και επί δημοκρατίας ακόμα και η ηγεσία των προοδευτικών πολιτικών δυνάμεων προέρχεται από αυτά.46 Το γένος συνιστά μια διακριτή κοινωνική ομάδα με κύριες λειτουργίες του αυτές της λατρείας ενός μυθικού κοινού προγόνου και την παράθεση κοινών γευμάτων. Η σύνδεση της λατρείας με τον τόπο του κοινού ιερού και των κοινών μυθικών προγόνων προσέδιδε με τον καιρό εντονότατα το στοιχείο της εντοπιότητας στα μέλη του.47 Η διάσπαση του αιματοσυγγενικού δεσμού με την εισδοχή νέων μελών στο γένος επιβεβαιώνεται και από τον Αριστοτέλη,48 ο οποίος ονομάζει τα μέλη που δε συνδέονταν με συγγενικό δεσμό με την τοπική κοινότητα των Αθηνών ομογάλακτες. Το γεγονός αυτό, οφείλόμενο49 στην αύξουσα πληθυσμιακή κινητικότητα λόγω των ταχέων κοινωνικοοικονομικών εξελίξεων, οδήγησε την πόλη των Αθηνών να μην απονέμει ίσα πολιτικά δικαιώματα σε όλα τα νέα μέλη της.50 Έτσι, σταδιακά, επιβλήθηκαν περιορισμοί σχετικά με τους μετανάστες οι οποίοι γίνονταν δεκτοί στις φρατρίες αλλά όχι και στα γένη.51 Τα μέλη των γενών είχαν απόλυτη επίγνωση του ότι οι δεσμοί μέσω του κοινού προγόνου τους ήταν φανταστικοί52 όμως αυτό δεν μετέτρεπε τους δεσμούς αυτούς σε ασθενείς και ελαστικούς. Οι κοινές θρησκευτικές τελετές και τα κοινά γεύματα συνέσφιγγαν τις σχέσεις και επέβαλλαν τέτοιας έντασης σχέσεις και υποχρεώσεις που καταδείχθηκαν στο πολιτικό πεδίο.53
 
Φρατρίες

            Σε μια χονδροειδή απόπειρα απόδοσης του όρου, φρατρία είναι ένα αδελφάτο, μια ομάδα συγγενικών οικογενειών,54 γενών συνδεόμενη με κοινή θρησκευτική λατρεία.55 Ο θεσμός ανάγεται στην εποχή της ενότητας της ινδοευρωπαϊκής φυλής και έχει αιματοσυγγενική δομή.56 Αυτή η κοινωνία γέννησης που αποτελεί και το θεμέλιο της κοινωνικής ομάδας δηλώνει παράλληλα και τη σχέση συγγένειας και πολιτικής όργάνωσης.57 Οι φρατρίαι, ή πατριαί, ή πάτραι, συγκροτούσαν ευρύτερες ομάδες τις "φυλαί" με την τεχνητή έννοια του όρου και ανάγονται στην προκρατική εποχή των εθνών.58 Η φρατρία εμφανίζεται στην κλασσική εποχή ως ένωση προσώπων κλασσικού τύπου με καθήκοντα σχετικά με τη ζωή των οικογενειών που περιλαμβάνονται σε κάθε φρατρία.59 Η είσοδος των μελών σε αυτές ήταν πρωτίστως κληρονομική.60 Η δια νόμου επιβολή εισαγωγής νέων μελών καταδεικνύει ότι οι φρατρίες δεν ήταν μια ανοιχτή συσσωμάτωση παρά το γεγονός ότι ήταν εξαπλωμένες σχεδόν σε όλη την Αττική.61 Αντιθέτως η εισδοχή των οργεώνων σε αυτές συνάντησε έντονη την αντίδραση των αριστοκρατικών μελών των φρατριών,62 τα οποία έβλεπαν αρνητικά την πολιτική εξίσωσή τους με τους ίδιους.63
 
Όπως σε όλες τις συσσωματώσεις, κύρια εξωτερικά τουλάχιστον εμφανιζόμενη λειτουργία τους εμφανίζεται η θρησκευτική-τελετουργική.64 Ένας αριθμός φρατριών συγκροτεί μια φυλή65 μέσα στο κράτος και το τελευταίο τις χρησιμοποιεί διοικητικά, αφού αυτές και οι φυλές αποτέλεσαν τη βάση στρατολογήσεως και κατάταξης των ένοπλών πολιτών.66 Σημαντικότερη λειτουργία τους ήταν η αρμοδιότητα εγγραφής νέων μελών σε δικούς τους καταλόγους όπου όμως η εν λόγω εγγραφή αποτελούσε προϋπόθεση για την είσοδο στο σώμα των πολιτών. Αργότερα, επί Κλεισθένους, η αρμοδιότητα αυτή αφαιρέθηκε από τις φρατρίες και δόθηκε στους Δήμους.67 Σημειωτέον ότι οι δεσμοί που καλλιεργούνται μεταξύ των μελών μιας φρατρίας είναι τόσο στενοί, ώστε τουλάχιστον μέχρι το τέλος του 6ου αιώνα εμφανίζονται με μεγάλη πολιτική δύναμη68 και με ισχυρές διεκδικήσεις των συμφερόντων τους.69
  
Οργεώνες

            Η επιστημονική έρευνα δεν έχει καταφέρει να ομοφωνήσει σχετικά με το χαρακτήρα και την καταγωγή της ομάδωσης των οργεώνων. Αφενός εικάζεται ότι οι πριν από το Σόλωνα οργεώνες ήταν σωματεία των εντός των κόλπων των γενών αντιτιθέμενων παρατάξεων, που, με το θρησκευτικό χαρακτήρα ως προκάλυμμα, συνασπίζονταν με σκοπό την ανατροπή της εξουσίας.70 Αφετέρου υπερτονίζεται ο θρησκευτικός τους χαρακτήρας.71 Η διχογνωμία επεκτείνεται και στο αν αποτελούντο από πολίτες Αθηναίους ή από μετανάστες, που θέλοντας να ικανοποιήσουν την ανάγκη τους ως προς το ανήκειν σε μια κοινωνική ομάδα, εξυπηρετούν παράλληλα και πολιτικούς σκοπούς. Σύμφωνα με τη επικρατούσα άποψη,72 στο βαθμό που οι μετανάστες δε γινόντουσαν δεκτοί στα γένη, προκειμένου να ενταχθούν στους κοινωνικούς μηχανισμούς της πόλεως, συγκρότησαν τους οργεώνες κατά μίμηση της συσσωμάτωσης των γενών.73
 
Τριττύες

            Ετυμολογικά η τριττύς σημαίνει το μέρος του ενός τρίτου.74 Πράγματι, από το 750 π.Χ. και μέχρι τη νομοθεσία του Δράκοντος η επικράτεια διαιρείτο σε 12 τριττύες και 50 ναυκραρίες, όπου κάθε τρεις τριττύες σχημάτιζαν μιαν ανώτερη διοικητική μονάδα, την προκλεισθένεια φυλή.75 Με τις κλεισθένειες καινοτομίες, την αντικατάσταση των τεσσάρων παραδοσιακών φυλών από δέκα τεχνητές και την αντικατάσταση των φρατριών από τους δήμους στο ρόλο των βασικών μονάδων πλαισιώσεως των πολιτών, οι τριττύες αυξήθηκαν σε τριάντα, δηλαδή δέκα του άστεως (Αθήνα, Πειραιά και προάστια), δέκα της Παραλίας (όλα τα παράλια της Αττικής) και δέκα της Μεσογαίας (το εσωτερικό) και οι δήμοι κατενεμήθησαν σε αυτές. Κάθε μια από τις νέες φυλές απαρτίσθηκε από τρεις όχι συνεχόμενες γεωγραφικά, αλλά απομακρυσμένες τριττύες.76 Στο επιγραφικό υλικό έχουμε αναφορές σε ιερείς δικών τους θεοτήτων77 καθώς και σε οικονομικές συναλλαγές τις οποίες διενεργούν οι αξιωματούχοι τριττύαρχοι παράλληλα με άλλες αρμοδιότητες.78 Πολιτικής όμως σημασίας είναι ο ρόλος των τριττυών στην εκλογική διαδικασία, αφού υφίστανται ισχυρότατοι δεσμοί μεταξύ των δήμων, από τους οποίους απαρτίζονται, και των φυλών τις οποίες απαρτίζουν για την εκλογή των αξιωματούχων της φυλής. Η πολιτική αυτή σημασία γίνεται πρόδηλη, αν λάβει κανείς υπόψη του ότι οι Αθηναίοι αισθάνονταν στενότερο σύνδεσμο με τα άλλα μέλη της ίδιας τριττύας από ότι με μέλη της ίδιας φυλής, καθώς και ότι είχαν εγγύτερη σχέση με μέλη της ίδιας φυλής από ότι με το ευρύτερο σώμα των πολιτών.79
 
Δήμοι

            Με τον όρο "δήμος" δηλώνονται προκλεισθενικά οι ομάδες εκείνες των ανθρώπων που κατοικούσαν σε μια περιοχή απομακρυσμένη από το άστυ, και αποτελούνταν από άτομα που ανήκαν σε κάθε άλλη κατηγορία πολιτών πλην των ευπατριδών.80 Συνιστούσαν δε ενώσεις με σαφώς προδιαγεγραμμένο πρόγραμμα προσβλέποντας σε κοινωνικές μεταρρυθμίσεις.81 Αυτές ακριβώς οι ενώσεις χρησιμοποιήθηκαν από τον Κλεισθένη προκειμένου να αντικαταστήσει το πατροπαράδοτο φυλετικό σύστημα της κοινότητας με ένα νέο, τεχνητό. Κύτταρο του όλου συστήματος μέχρι τότε ήταν οι οικογένειες και ο χαρακτήρας των φυλών και των φρατριών ήταν αιματοσυγγενικός. Ο Κλεισθένης κατέστησε κύτταρο του δικού του συστήματος το δήμο που ήταν ένωση κατοίκων του ίδιου χωριού. Από τους δήμους ολόκληρης της Αττικής κατήρτισε τριάντα τριττύες, ανά δέκα στο καθένα από τα τρία διαμερίσματα της χώρας, το άστυ, την Παραλία και τη Μεσογαία. Τέλος, απήρτισε μια νέα φυλή, ενώνοντας τρεις τριττύες, μια του Άστεως, μια της Παραλίας και μια της Μεσογαίας. Δηλαδή, το όλο σύστημα είχε γεωγραφικό χαρακτήρα από τη βάση του έως την κορυφή του, δεν είχε όμως και γεωγραφική ενότητα. Και εδώ ακριβώς έγκειται η σημαίνουσα κοινωνιολογική παρατήρηση. Ο Κλεισθένης επεδίωξε και επέτυχε ώστε οι νέες φυλές να μη επηρεάζονται ούτε από αριστοκρατικές οικογένειες, ούτε από τοπικιστικές τάσεις.82 Επιπλέον, οι δήμοι εξοπλίσθηκαν και με μόνιμες κρατικές αρμοδιότητες, όπως η δοκιμασία των εφήβων κάθε δήμου από τη συνέλευση των δημοτών και η εγγραφή τους στο οικείο "ληξιαρχικό γραμμάτειο", που αποτελούσαν προϋποθέσεις για την απόκτηση της ιδιότητας του Αθηναίου πολίτη. Παράλληλα, οι δήμοι ρύθμιζαν και τις τοπικές τους υποθέσεις με αποφάσεις που λαμβάνονταν από τη συνέλευση των δημοτών και εκτελούνταν από τον αιρετό άρχοντα Δήμαρχο, ενώ για να επιτελούν τις λειτουργίες τους είχαν και οικονομική αυτοτέλεια.83 Έτσι, αποτελούσαν τοπικές κοινότητες τα μέλη των οποίων μπορούσαν να ανήκουν σε διαφορετικές φρατρίες, αδιάφορο από την προέλευσή τους και κατ’ αυτόν τον τρόπο εξισώθηκαν ετερόκλητα κοινωνικοταξικά στοιχεία.84
 
Με τις κλεισθένειες νομοθετικές μεταβολές, οι βουλευτικές έδρες των 500 κατενεμήθησαν μεταξύ των νέων φυλών, κι έτσι οι δήμοι αντιπροσωπεύονταν ανάλογα με τον πληθυσμό τους, και συνεπώς το πολιτικό σώμα πιο κοντά στη γεωγραφική του κατανομή.85 Ο δήμος διαθέτει ένα είδος αυτόνομης δικαστικής εξουσίας με τους θεσμούς των κατά δήμους δικαστών και των διαιτητών. Σαφέστερα, με τη συμμετοχή των δημοτών στην εκλογή των διαιτητών (δημόσιων-εκλεγομένων από όλους τους δήμους), πρότειναν ουσιαστικά τους πιο αξιόλογους πολίτες κάθε τοπικής κοινωνίας,86 για την επίλυση των ιδιωτικών διαφορών, προτού καταλήξουν αυτές στα πολυμελή δικαστήρια της πόλεως. 
 
Οι φυλές

            Η πολιάδα κοινότητα επί Σόλωνος κατενέμετο σε τέσσερεις φυλές, τους Αιγικορείς, Αργαδείς, Γελέοντες και Όπλητες,των οποίων η καταγωγή ανάγεται στην προκρατική μορφή της Αττικής και πιο συγκεκριμένα στο έθνος των Ιώνων. Αυτές επιβίωσαν δια μέσου της τοπικής κοινότητας των Αθηνών,87 και το αθηναϊκό κράτος άφησε αφενός στις φυλές αφετέρου στις φρατρίες αρμοδιότητες και λειτουργίες που είχαν από παλαιά και ανέθεσε στις μεν και στις δε νέες αρμοδιότητες που θα εξυπηρετούσαν το ίδιο. Μερικές μάλιστα από αυτές θα επιζήσουν μέχρι της δημοκρατίας.88 Επί Σόλωνος, πέραν της χρήσεως των φυλών ως βάσεων στρατολογήσεως και διοικητικών στρατιωτικών μονάδων, ενεπλέχθησαν οι τελευταίες και στην πολιτική διαδικασία, με το να εκλέγουν η κάθε μια 100 βουλευτές της Βουλής των 400.89
 
Τέλος πάντων, επί δημοκρατίας η διεύρυνση του πολιτικού σώματος και η σύγχρονη εισδοχή των νέων πολιτών στις φρατρίες και δι' αυτών στην πολιάδα κοινότητα συνδέθηκαν από τον Κλεισθένη και με άλλες δυο πρωτοτυπίες : την αντικατάσταση των τεσσάρων παραδοσιακών φυλών από δέκα τεχνητές σε επίπεδο ανωτέρων διοικητικών μονάδων και την αντικατάσταση των φρατριών από τους δήμους σε επίπεδο πλαισιώσεως των πολιτών και διαιρέσεως του πολιτικού σώματος.90 Ο Κλεισθένης σχημάτισε τις φυλές από τριττύες, όπως άλλωστε προελέχθη γιατί τις προόρισε να λειτουργούν ως εκλογικοί σύλλογοι χωρίς τοπικά όρια, έτσι ώστε να περιορίζεται η δράση των τοπικών ευγενών και να εξουδετερώνονται τα τοπικά συμφέροντα91.Αυτές οι φυλές διέθεταν συνέλευση των μελών τους, πλήθος αιρετών92 αρχόντων93, αρχεία και οικονομική αυτοτέλεια καθώς και δικαστικές και διαιτητικές αρμοδιότητες με τα όργανα των Τεσσαράκοντα94 και των Διαιτητών95 αντίστοιχα. Οι τέσσερεις παραδοσιακές φυλές διατήρησαν την ύπαρξή τους, αποψιλωμένες όμως από τις ουσιαστικές αρμοδιότητες που κατείχαν και μετατράπηκαν σε σωματεία κοινωνικού και θρησκευτικού χαρακτήρα.96 Εντοπίζουμε και εδώ την πολιτική καινοτομία της αντικατάστασης της αιματοσυγγένειας από την εντοπιότητα.97 Παρόλα αυτά και τη σταδιακή αποδυνάμωση του ρόλου τους, οι φυλές συνεχίζουν να συντελούν με το δικό τους σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του κοινωνικού ιστού.98
 
Πιο συγκεκριμένα, για την ανάδειξη της βουλής των 500, κάθε φυλή προβαίνει σε κλήρωση 500 μεταξύ των μελών της και μετά σε πάλι σε κλήρωση 50 μεταξύ των προκληρωθέντων.99 Έτσι, οι άρχοντες και οι βουλευτές κληρώνονταν κατά φυλές, ώστε οι τελευταίες να εκπροσωπούνται ισομερώς στη Βουλή και στις δεκαμελείς αρχές. Περαιτέρω, οι βουλευτές κάθε φυλής αποτελούσαν χωριστό τμήμα μέσα στη Βουλή. Το καθένα αναλάμβανε με τη σειρά του την άσκηση καθηκόντων διοικούσας επιτροπής για διάστημα ενός δεκάτου του έτους.
 
Εκτός αυτού, οι οπλίτες στρατεύονταν κατά φυλές, σχηματίζοντας την μεγαλύτερη τακτική μονάδα του αθηναϊκού πεζικού, την τάξη, διαιρούμενη σε λόχους. Οι ιππείς σχημάτιζαν πέντε τακτικές μονάδες, καθεμία από τις οποίες ένωνε τους επιστρατευομένους δύο φυλών.100 Οι φύλαρχοι, εκλεγόμενοι κατά φυλές, διοικούσαν ο καθένας από αυτούς τους ιππείς της φυλής του, όπως ακριβώς ο Ταξίαρχος τους οπλίτες κάθε φυλής.101
 
Ο υπερτονισμένος θρησκευτικός χαρακτήρας κάθε συσσωμάτωσης και συνεπώς και της φυλής,102 αναδεικνύεται αφενός μέσω της ύπαρξης ιερέα ως αξιωματούχου, επιφορτισμένου με το καθήκον της επιμέλειας των θυσιών και των τελετουργιών,103 αφετέρου μέσω του θεσμού των εστιάσεων, δηλαδή κοινών δείπνων προσφερομένων στα μέλη των φυλών έπ’ αφορμή ορισμένων εορτών.104 
 
Κοινωνιολογικές παρατηρήσεις

            Σταχυολογώντας τα κρισιμότερα συμπεράσματα πρέπει να αναφέρουμε ότι ο θρησκευτικός χαρακτήρας της κοινωνικής ζωής διαδραματίζει βαρύνουσας σημασίας λειτουργία και κάθε σχέση περιβάλλεται όχι απλά με έναν μανδύα μυστικισμού και τελετουργικότητας, αλλά με στοιχεία οντολογικών προεκτάσεων. Δεν είναι τυχαίο ότι και οι πιο εκκοσμικευμένες νομικές σχέσεις, π.χ. οικονομικού χαρακτήρα διατηρούν όχι απλά από λόγους παράδοσης μια τέτοια υφή. Σε άμεση συνύφανση με τα προηγούμενα, η κοινωνία της τροφής, συνεπώς ο θεσμός των κοινών γευμάτων, συνιστά τη θεμέλιο πράξη έναρξης μιας διανθρώπινης σχέσης.
 
Το αττικό δίκαιο διακρίνεται από έντονη ολιγονομία διότι οι κοινωνικές σχέσεις είναι εμπεδωμένες βάσει εθιμικών κανόνων. Δεν είναι τυχαίο ότι το αττικό δίκαιο αναπτύχθηκε πρώτα από δικονομικής πλευράς και κατόπιν από ουσιαστικής105 ή ότι ο θεσμός της ιδιωτικής διαιτησίας προηγήθηκε και αποτέλεσε πρότυπο για αυτόν της δημόσιας.106 Ο νόμος ως επινόηση ενός πεφωτισμένου ανδρός (βλ. Σόλων ή Δράκων) θεωρείται σχεδόν αμετακίνητος.107 Το άτομο δεν μπορεί να νοηθεί αποκομμένο από την κοινότητα στην οποία ανήκει, αφού ο δεσμός τους δεν είναι απλά συμφεροντολογικός, αλλά πρωτίστως οντολογικός,108 γι' αυτόν ακριβώς το λόγο και αναπτύσσεται η έννοια της κοινοτικής αρετής. Σε άρρηκτη σχέση με το προαναφερθέν χαρακτηριστικό, βρίσκεται και το ότι δεν υφίσταται κανένα ανεπτυγμένο νομικό σύστημα (αλλά αντίθετα ανεπτυγμένοι δικαιικοί θεσμοί), και συνεπώς διάκριση των εξουσιών, γιατί δεν υπάρχει η ανάγκη εξισορρόπησης αντιτιθέμενων συμφερόντων. Αυτά τα αντιτιθέμενα συμφέροντα γίνεται προσπάθεια να προληφθούν με τον κατακερματισμό της εξουσίας με τη δημιουργία μικρών και αδύναμων μονομελών είτε συλλογικών οργάνων, πριν γεννηθούν τα αγεφύρωτα αντιτιθέμενα συμφέροντα οπότε το νομικό μέτρο να πρέπει να γίνει κατασταλτικό.
 
Νομικός πλουραλισμός και αθηναϊκή κοινωνία

            Με την παροχή του δικαιώματος της συσσωμάτωσης και της αυτορρύθμισης αυτής, επιτυγχάνεται (αφού κυρίως οι συσσωματώσεις έχουν μια θρησκευτική βάση) η παραγωγή ιδεολογίας και κοινωνικής οντολογίας μέσα από το κοινωνικό σώμα κι όχι η επιβολή τους ετερόνομα και εξουσιαστικά. Παράλληλα όμως, η πρόσμειξη των διαφόρων κοινωνικών ομάδων με τις συνεχείς, νομοθετικά επιβαλλόμενες, ανακατατάξεις του κοινωνικού σώματος επέτυχαν τη δημιουργία τόσο στενών δεσμών μεταξύ των πολιτών με αποτέλεσμα της δημιουργία της πεποίθησης μακρινής συγγένειας μεταξύ όλων των πολιτών.109 Με άλλα λόγια, η δημιουργία τόσο στενών συνδέσμων μεταξύ των πολιτών με την παράλληλη διατήρηση όμως της ετερότητας της κάθε ξεχωριστής ομάδας συνέβαλε στο να καλυφθούν οι τόσο έντονες κοινωνικές αντιθέσεις αφενός, και αφετέρου να σφυρηλατηθεί η ενότητα του κοινωνικού σώματος. Δεν παραγνωρίζουμε τις σημαντικές δυσλειτουργίες του αττικού110 κράτους.111 Η αποτελεσματικότητα όμως και ισχύς των νομικών μέτρων εξαρτάται από τη λειτουργία τους στο κοινωνικό σύνολο και την ιδεολογία και κοσμοθεωρία που το διέπει, και η αθηναϊκή κοινωνία, παρήκμασε εξαιτίας αυτών ακριβώς των τελμάτων της, που πάνω από όλα είναι τέλματα πολιτισμού. Απλά, υποστηρίζουμε ότι θεσμικά, κι όχι ίσως κοινωνικά, και δικαιικά και όχι νομικά, εκείνη η κοινωνία άγγιξε σημεία ανυπέρβλητης ίσως μέχρι σήμερα κοσμιότητας. Μια κοσμιότητα άρρηκτα συνδεδεμένη με την αισθητική, με το κάλλος, με την ομορφιά του σύμπαντος κόσμου. Φασί δε οι σοφοί....και ουρανόν και γην και θεούς και ανθρώπους την κοινωνίαν συνέχειν και φιλιάν και κοσμιότητα και σωφροσύνην και δικαιότητα… (Πλάτωνος Γοργίας, 507e 6-508a 4)
------------------------------
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
1. Πανταζόπουλος, 221
2. Πανταζόπουλος, 216
3. Αριστοτέλους Πολιτικά 1,2,1252β,25. 2,6,1278,20
4. Πλάτωνος Πολιτεία, Β,369, Πρωταγόρας 320c
5. Αρίστ. Πολιτικά 1, 1252α
6. Πανταζ. 216
7. Παντάζ. 216, Πετρόπουλος 6.
8. Αριστ. Πολ. 1,2,1252β, 20. Ομήρου Οδύσσεια 9,114
9. Unesco, Ιστορία της Ανθρωπότητος Αθήνα 1966,182
10. Αριστ. Πολ. 1,1252β
11. Παντάζ. 217
12. Σακελλαρίου 76 επόμ.
13. Παντάζ. 217
14. Σακέλ. 100
15. Αριστ. Πολ. 1,2,1252β
16. Ηρόδοτος 1,170
17. Ι. Μικρογιαννάκη, άρθρο στην Εγκυκλοπαίδεια Χάρη Πάτση στο λήμμα "Αθήναι"38
18. Πλούταρχος 24
19.Πλούταρχος 25
20. Πλούταρχος 24,25
21. Μικρογιαννάκη 43
22. Σακέλ. 57, Πετρόπουλος 9-11
23. Παντάζ. 224
24. Παντάζ. 238
25. βλ. Hasebroek σε Πανταζ. 234
26. Παντάζ. 234-243
27. Σακέλ. 12,100,101
28. Πλούτ. Σόλων 20
29. Αριστ. Πολ. 1,2,1252β
30. Βελισσαροπούλου 125
31. Paoli 20
32. Βελισσαρ. 126
33. Biscardi 183
34. Αριστ. Ηθικά Νικομάχεια Ε2, 1131α, 2-9
35. βλ. Ιλιάδα ψ,88
36. Bisc. 275 επ.
37. Bisc. 330,
38. Βελισσαρ. 127
39. Σακελ. 276
40. Paoli 12
41. Σακελ. 81
42. Bisc. 186
43. Πανταζ. 217, Ustinova 236
44. Howatson
45. Σακελ. 81
46. Σακελ. 384, 96, 81
47. Ustinova 235
48. Αριστ. Πολ. 1252β 18
49. Θουκυδίδου Ιστορία 1,2,6
50. βλ. το νόμο του Περικλή σχετικά με την πολιτογράφηση του 451 π.Χ.
51. Ustinova 237
52. Ustinova 237, Fisher 1176
53. Ustinova 239
54. Howatson
55. Jones 157
56. Σακελ. 59
57. Βελισσαρ. 112
58. Σακελ. 17, Ustinova 235
59. Βελισσαρ. 113
60. Leiwo 104
61. Osborne 73
62. Vamvoukos 105
63. Παντάζ. 247
64. Jones 157
65. Βελισσαρ. 113, Σακελ. 274-276, 542
66. Σακελ. 60
67. Σακελ. 61
68. Howatson
69. Vamvoukos 105
70. Vamvoukos 105-106, Πανταζ. 248 επ.
71. Fisher 1176, Jones 159, Leiwo 104
72. Ustinova 237 επ.
73. Ustinova 239
74. Howatson
75. Σακελ. 82
76. Σακελ. 101
77. Osborne 90
78. Jones Α, 261
79. Osbome 90
80. Πανταζ. 244
81. Αριστ. Αθ. Πολ. 11,2
82. Σακελ. 102
83. Σακελ. 104
84. Σακελ. 106
85. Σακελ. 171
86. Osborne 81, Me Dowell 315
87. Σακέλ. 58
88. Σακέλ. 79
89. Σακέλ. 60
90. Σακέλ. 101
91. Σακέλ. 101
92. Jones 58
93. Σακέλ. 205
94. Σακελ. 203
95. Σακέλ. 204
96. Σακέλ. 101
97. Σακέλ. 106
98. Σακέλ. 64
99. Σακέλ. 109
100. Σακέλ. 281
101. Σακέλ. 201
102. JonesA 60.
103. Jones A 60
104. Σακέλ. 260
105. βλ. άρθρο Π. Δημάκη στην Εγκυκλοπαίδεια Χάρη Πάτση
106. Βλ. Mc Dowell κεφ. Διαιτησία 217. βλ. Mc Dowell κεφ. "Νομοθέτες"
107. βλ. Mc Dowell κεφ. «Νομοθέτες»
108. βλ. Descat και Baslez
109. Σακελ. 62
110. Mc Dowell κεφ. "οι συκοφάντες"
111. Σακελ. Κεφ. "παθολογία της αθηναϊκής δημοκρατίας"
-------------------------------
ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Βελισσαροπούλου, Ιουλία. Θεσμοί της Αρχαιότητας : Η πόλις. Σάκκουλας 1987
Πανταζόπουλος, Νικόλαος. Αι Ελληνικαί Κοινωνίαι. Α. Π. Θ. Θεσσαλονίκη 1982
Πετρόπουλος, Γεώργιος.Πνεύμα και Εξέλιξις του Αρχαίου Ελληνικού Δικαίου. Αθήνα 1935
Σακελλαρίου, Μ. Β. Η Αθηναϊκή Δημοκρατία. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης. Ηράκλειο
2000
Baslez, Marie – Francoise. "Les associations dans la citeet l’ apprentissage du collectif", Ktema 23, 1998
Biscardi, Arnaldo.
Αρχαίο Ελληνικό Δίκαιο. Εκδόσεις Παπαδήμα. Αθήνα 1996
Descat, Reymond. "Public et prive dans l’ economie de la cite grecque", Ktema 23, 1998
Fisher, Nicholas R. E. "Greek Associations, Symposia, and Clubs" in M. Grant & R. Kitzinger Civilization of the Ancient Mediterranean. New York 1988
Howatson Companion to classical studies. Oxford
Jones, J. The law and the legal theory of Greeks. Oxford 1956
Jones, J. Public Organization in Ancient Greece. American Philosophical Society. Philadelphia 1987
Martti, Leiwo. "Religion or other Reasons? Private Associations in Athens" in J. Frosen Early Hellenistic Athens, Symptoms of a change.
Helsinki. 1997
McDowell, Douglas. Το Δίκαιο στην Αθήνα των κλασσικών χρόνων. Παπαδήμας
1988
Osborne, R. G. The discovery of classical Attica. Cambridge 1985
Paoli, Ugo Enrico.
Αττικόν και Κοινόν Ελληνικόν Δίκαιον. Αθήνα 1959
Ustinova, Y. "Orgeones in phratries : A mechanism of social intergration in Attica" Kernos 9
Vamvoukos, Athanassios. Fundamental Freedoms in Athens. Rida 1979

Πώς η θλίψη μπορεί να γίνει θετικό συναίσθημα και να μας απογειώσει;

Έχει και η θλίψη τις κρυφές, θετικές πλευρές της, αν κάποιος τη διαχειριστεί έξυπνα και εποικοδομητικά.

Ο ψυχολόγος Timothy So από το Ινστιτούτο Ευζωίας του πανεπιστημίου του Cambridge έβαλε στο μικροσκόπιο την καινοτόμο έρευνα του Αυστραλού ψυχολόγου του πανεπιστημίου του New South Wales Joe Forgas με θέμα τα καλά και ωφέλιμα της θλίψης στέλνοντας μηνύματα ευημερίας κάτω από το πρίσμα της λεγόμενης Θετικής Ψυχολογίας.

Πώς βλέπει η Θετική Ψυχολογία τη θλίψη
Η Θετική Ψυχολογία υποστηρίζει ότι τα αρνητικά συναισθήματα μπορούν να γίνουν ωφέλιμα. Ο Joe Forgas με τις έρευνές του προώθησε την πρωτοποριακή αντίληψη ότι η θλίψη μπορεί να είναι ευεργετική τόσο σε προσωπικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο με τουλάχιστον 4 διαφορετικούς τρόπους:

Αυξάνει την παρατηρητικότητα και την ευθυκρισία: Τα πειράματα του Αυστραλού ψυχολόγου απέδειξαν πως, όταν έχουμε «γκρίζα» διάθεση, βρισκόμαστε σε ετοιμότητα και επαγρύπνηση και είμαστε λιγότερο αφελείς. Επίσης είμαστε σε θέση να παρατηρούμε με περισσότερη λεπτομέρεια και ακρίβεια τον χώρο και το περιβάλλον. Αυτή η εξέχουσα προσοχή μπορεί να μας κάνει να ανιχνεύουμε ευκολότερα την εξαπάτηση και να κάνουμε λιγότερα κριτικά λάθη.

Μας βοηθά να παράγουμε πιο πειστικά επιχειρήματα στον λόγο μας: Όταν κάποιος βρίσκεται σε μελαγχολική διάθεση, έχει την ικανότητα να συντάσσει πιο πειστικούς και συγκροτημένους λόγους. Επιπλέον δίνει μεγαλύτερη προσοχή στις πληροφορίες που λαμβάνει από τον εξωτερικό κόσμο.

Αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τα πράγματα: Η αρνητική, θλιμμένη διάθεση μειώνει την τάση μας να δρούμε βασισμένοι σε κοινωνικά στερεότυπα, προκαταλήψεις και κάθε λογής μύθους. Αντίθετα μας ωθεί να αναζητήσουμε νέες αντιλήψεις.

Μας βοηθά να επικοινωνήσουμε καλύτερα με τους γύρω μας: Όταν η θλίψη προέρχεται από το αίσθημα ότι δεν είμαστε αποδεκτοί από τους γύρω μας ή ότι δε βαδίζουμε σωστά, τότε μπαίνουμε σε κατάσταση εγρήγορσης ψάχνοντας καλύτερους τρόπους να επικοινωνήσουμε με τους ανθρώπους του κύκλου μας. Έτσι βελτιώνουμε τη σχέση μας μαζί τους.

Αν φτάσεις στον πάτο, μετά απογειώνεσαι
Το τελικό συμπέρασμα είναι ότι η θλίψη μας κάνει ικανότερους να αντιμετωπίσουμε τις προκλήσεις της ζωής. Όσο και αν μας αναστατώνει η ανεργία, η διάλυση μιας σχέσης, η απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου ή εν τέλει η κοινωνική απομόνωση, η θλίψη μπορεί να μας σπρώξει να γίνουμε πιο ανθεκτικοί, πιο φιλοσοφημένοι και πιο ώριμοι στις αποφάσεις μας.

Φτάνοντας στον πάτο, όπως λένε, έχουμε δύο δρόμους να διαλέξουμε: Ο ένας είναι η μόνιμη κατάθλιψη. Ο άλλος, σύμφωνα με τη Θετική Ψυχολογία, είναι να διοχετεύσουμε την ενέργειά μας σε κάτι εποικοδομητικό και να ξεκινήσουμε τον δρόμο για ένα καλύτερο αύριο κοιτώντας (μόνο) μπροστά.

Να βρεις άνθρωπο που δε θα σε αδειάσει μόλις τον γεμίσεις

Σήμερα σου τέλειωσε. Ό,τι είχες, σου τέλειωσε. Και τυχαία σου είπαν πως οι άνθρωποι είναι όλοι ίδιοι. Δεν είναι, μα συνηθίζουν να το λένε. Είναι, βλέπεις, εύκολο. Σε παρότρυναν να φύγεις, να πας κάπου αλλού. Να βρεις έναν άλλον, να μη σε στεναχωρεί, να μη σ’ αφήνει. Ποιον να βρεις; Στόχευε γι’ αυτόν που δε θα σε αδειάσει όταν γεμίσει. Κι αν δε σου τύχει τέτοιος; Δε θα ‘σαι εξαίρεση. Και σκέψου· πώς είναι δυνατόν ποτέ του να γεμίσει; Μ’ αντλία δε γεμίζει ακόμα το κενό στον έρωτα.

Περισσότερο, θα έλεγες, πως καλύπτεται. Τους βλέπεις, πάραυτα, και φεύγουν. Σου λένε «Τώρα είμαι εντάξει». «Δε σε χρειάζομαι». Πακετάρουν, ντύνονται, σε χαιρετούν τυπικά και φεύγουν.

Σκέψου, κρατάνε χαρτοφύλακα γεμάτο με ό,τι εσύ τους έδωσες. Άδικο. Και πού το ‘πανε; Εσύ το έδωσες, να το ‘χει, να το ‘χετε μαζί, να το μοιράζεστε. Δική σου περιουσία, να ξοδεύεται σε άλλον άνθρωπο. Κι εσύ τι είσαι; Ποιος τους είπε πως μπορούνε να πατάνε; Να σε ξοδεύουνε, ποιος τους άφησε; Τους καλόμαθες. Κι αφού το καταχράστηκαν, να πάνε στα κομμάτια. Έτσι θα δούνε.

Και μετά εσύ· ποιανού το κενό βάλθηκες να καλύψεις; Όχι, αυτοί δε θέλουν άνθρωπο, αυτοί δεν έχουν ανάγκη από γέμισμα. Αυτοί έχουν  μόνη ανάγκη να ξέρουν πως χρησιμεύουν σε κάτι. Τους δίνεις απάντηση, γεμίζουν και ξοφλάνε. Τώρα σε στέλνουν κι αυτοί στα κομμάτια. Στα κομμάτια, σαν να σου λένε, να πας. Με τέτοια ψυχρότητα ζουν –αν το θέλουνε– οι άνθρωποι.

Αλλά τι τους κλαις; Αυτοί πότε σε ‘κλαψαν; Έκρινες λάθος. Εμπιστεύτηκες λάθος. Αγάπησες λάθος. Μα αυτό το τελευταίο σηκώνει συζήτηση. Δε φταις εσύ, παρ’ όλα αυτά. Τέτοιοι υπάρχουν πολλοί. Πού να διαχωρίσεις; Εκείνοι έρχονται. Εσύ αγαπάς. Δίνεις ό,τι δίνεις, γιατί το μπορείς και το γουστάρεις. Στο μεταξύ, παίρνεις κάτι πίσω κι υπάρχει μία ανταλλαγή, οπότε, λες, όλα καλά. Τη βρήκες τη στεριά σου. Πού να ξέρεις;

Αυτοί έκριναν λάθος. Αυτοί λάθος έκριναν πως μπορούν ό,τι θέλουν να σε κάνουν. Ποιοι είναι; Εσύ να τους πεις «Στο διάολο». Το ζήτησαν και το έπαθαν. Εσύ ήθελες άνθρωπο. Έγινε παρεξήγηση. Και τώρα που το κατάλαβες, τρέξε να διορθώσεις. Ό,τι βρεις. Τι να βρεις; Σε άδειασαν. Στο ληστέψανε το σπίτι. Και αυτό συνεπάγεται του ότι δε σου άφησαν τίποτα που ν’ αναγνωρίζεται δικό σου. Έτσι είναι.

Σε άδειασαν. Κι αυτό σημαίνει πως επίτηδες την έμαθαν την αδυναμία σου για να την πατήσουν. Αυτοί θα την πουλήσουν για χρυσό. Τους λάτρεψες αρκετά, τους έκανες κάτι και τώρα είναι έτοιμοι να βγουν στον κόσμο να προχωρήσουν. Εσύ ήσουν, ξεκάθαρα, το βήμα.

Μη θυματοποιείς τον εαυτό σου, έχεις ευθύνη. Επιλέγεις πού να μοιράσεις το χρυσό σου. Μα συνήθως δεν πρόκειται περί μοιρασιάς παρά περί χαρίσματος. Τους το χάρισες. Για το ξεπούλημα, μη μιλάς.

Μη συμβιβαστείς. Σίγουρα, μη συμβιβαστείς. Διέλυσέ τα όλα και φύγε. Όπου μπορείς. Πού μπορείς; Γύρνα και πες πως «Ναι, ρε διάολε, σου ξέφυγα» και δες μετά πώς μικραίνει το εγώ τους.

Αυτό ήταν. Μια λάθος στάση, πιθανώς μεγαλύτερη απ’ το κανονικό της, που -ας πούμε- ξόδεψες το κάτι παραπάνω. Ε και τι έγινε; Θα τρέξεις ν’ αναπληρώσεις στην επόμενη. Τα άλλα όλα έρχονται.

Και κάπως έτσι, λήγουν όλα. Μ’ ένα «Ε και τι έγινε;». Και τι έγινε που σ’ αφήσανε, που άφησες, που πικράθηκες; Τι έγινε; Τίποτα δεν έγινε. Κάποτε έκλαψες και κάποτε το ξέχασες. Μόνη εκκρεμότητα σου μένει ο άνθρωπος. Μ’ αυτόν, τι θα κάνεις;

Μεγαλώνοντας αγαπάμε περισσότερο λιγότερους ανθρώπους

«Όσο μεγαλώνουμε, αγαπάμε περισσότερο λιγότερους ανθρώπους». Το συνειδητοποιείς; Το επανέλαβα, γιατί σκέφτομαι πως έτσι είναι, απλά τώρα το συνειδητοποιώ.
Με την πάροδο του χρόνου, οι σχέσεις με τους ανθρώπους διαφοροποιούνται. Κάποτε μπορεί να φαίνονταν δυνατές κι ανθεκτικές, σήμερα όμως, οι ίδιες σχέσεις με τους ίδιους ανθρώπους, διαλύονται. Κάποτε, ένιωθες σίγουρος γι’ αυτές, σήμερα, δε νιώθεις σιγουριά για τίποτα.

Κάποτε, βέβαια,  ίσως να ήσουν κι εσύ λίγο πιο αδιάφορος. Να σε ένοιαζε μόνο να περνάς καλά, να σε ενδιέφερε περισσότερο η ποσότητα και λιγότερο η ποιότητα.  Να σε γέμιζε ο όχλος, γιατί δεν είχες ανάγκη κάτι άλλο. Απόλυτα λογικό για την τότε ηλικία σου κι αρκετά διασκεδαστικό, θα έλεγα.

Μόνο που σήμερα, είναι κάπως διαφορετικά. Μερικές φορές τα καλά πράγματα καταρρέουν, έτσι ώστε καλύτερα πράγματα να μπορέσουν να οικοδομηθούν. Γιατί δε χρειάζεται να αγαπάμε περισσότερους ανθρώπους, αρκεί να αγαπάμε περισσότερο τους δικούς μας ανθρώπους, αυτούς που κρατούν μαζί μας το φράχτη μας προκειμένου να προφυλάξουμε τον κύκλο μας.

Μπαίνοντας σε αυτόν τον κύκλο, τα λεπτά, οι ώρες ή πολλές φορές και τα τριήμερα που αφιερώνουμε ο ένας για τον άλλον, μας βοηθούν να αισθανθούμε πλήρεις. Μας πετούν τη μάσκα που φοράμε καθημερινά και ρίχνουν τα τείχη επιβίωσης που έχουμε ορίσει. Εκεί μέσα, φερόμαστε σαν δεκαπεντάχρονα, κινούμαστε σαν εικοσάχρονα και μιλάμε σαν άνθρωποι ώριμοι -αυτό παίζεται. Κυρίως όμως, ακούμε κι ακουγόμαστε.

Δεν είναι άσχημο να κατηγοριοποιούμε τους φίλους μας. Από κάποιους είναι παρεξηγήσιμο αυτό, ωστόσο το θεωρώ απόλυτα σωστό και δίκαιο. Δεν μπορούν να είναι όλοι για όλους, αλλά ούτε κι εσύ μπορείς να έχεις την ίδια θέση για όλους. Παρ’ όλα αυτά, το γεγονός ότι έχεις ορίσει για τον καθέναν μία κατηγορία, δε σημαίνει παράλληλα ότι δε σέβεσαι αυτό που έχετε ή δεν τον εκτιμάς. Ίσα-ίσα,  το να θέτουμε ακριβείς αποστάσεις κι όρια σύμφωνα με τις ανάγκες μας, είναι κάτι που όλοι κάνουμε ανά διαστήματα σε διάφορα στάδια της ζωής μας. Απλά οι περισσότεροι δεν το λένε.

Καθώς μεγαλώνουμε, όμως,  δημιουργούμε μια ομάδα αναφοράς. Ανθρώπους που μπορούμε να ακολουθήσουμε και με τους οποίους μπορούμε να εκτιμήσουμε τον εαυτό μας και να ταυτιστούμε. Να μοιραστούμε σκέψεις, αισθήματα, ενδιαφέροντα και καλές στιγμές. Γιατί μόνο με αυτόν τον τρόπο μπορούμε να φτάσουμε στην πραγματική ενηλικίωση.

Παρ’ όλα αυτά, συμβαίνει κάτι αξιοσημείωτο. Είτε λόγω της άνεσης που υπάρχει μεταξύ σας, είτε λόγω του ότι οι απαιτήσεις σας γι’ αυτά τα άτομα είναι υψηλές, οι αντιπαραθέσεις που μπορούν να προκύψουν, είναι οδυνηρές και διεισδύουν βαθύτερα μέσα σας. Κι εκεί, γινόμαστε πάλι παιδιά που μαλώνουν για ένα παιχνίδι, όμως μετά από δύο λεπτά αγκαλιάζονται κι αγαπιούνται υπέρμετρα ξανά.

Να τους αγαπάτε αυτούς τους ανθρώπους που μπορούν να σας πουν τα πάντα με ένα βλέμμα. Να σας καμαρώσουν με ένα χαμόγελο και να σας δώσουν την ελευθερία σας, όταν το απαιτεί η στιγμή, κάνοντας οι ίδιοι ένα βήμα πίσω για να μπείτε μπροστά. Εκείνοι, που εγκρίνουν ή απορρίπτουν κάτι σε σας με άνεση και που θα μπορούσαν να ριχτούν και στα λιοντάρια, αν το έκριναν απαραίτητο.

Πολλοί άνθρωποι αγοράζουν πράγματα που δε χρειάζονται, με χρήματα που δεν έχουν, για να εντυπωσιάσουν ανθρώπους που δεν ξέρουν ή που ακόμα κι αν τους έχουν συναντήσει, δεν κατάφεραν ποτέ  να ξεχωρίσουν απ’ το πλήθος. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με τις σχέσεις. Όμως,  μεγαλώνοντας,  αυτή η μαρκίζα θα μικραίνει. Γιατί δε θα σε νοιάζει πια. Γιατί ξέρεις ποιους θες να έχεις κοντά σου, αλλά κυρίως θέλεις να προσπαθήσεις εσύ να τους διατηρήσεις αγνούς όπως τους γνώρισες και παιδιά όπως όταν είστε μαζί. Κυρίως όμως, τους θες έτοιμους να κρατήσουν τον φράχτη σας σαν φρούριο απόρθητο.

Γιατί πια δεν είστε παιδιά και γιατί αισθάνεστε το ίδιο τυχεροί που έχετε ο ένας τον άλλον. Γιατί ξέρετε πως το να αλληλοσυμπληρώνεστε είναι σπάνιο μεν, αλλά δύσκολο να διατηρηθεί αν το θες λιγότερο απ’ τον άλλον. Γιατί δεν είστε ίδιοι και το ξέρετε, δε θέλετε όμως να γίνετε κιόλας. Και το ξέρετε κι αυτό. Ίσως αυτό να είναι τελικά. Γιατί το να κάνεις εκατό φίλους δεν είναι θαύμα. Το θαύμα είναι το να κάνεις έναν φίλο που θα σταθεί δίπλα σου ακόμα κι όταν εκατό άτομα είναι εναντίον σου.

Ζωή έξω από το παρόν δεν υπάρχει

Όλοι είμαστε αφυπνισμένα όντα. Η διαφορά μας είναι ότι εμείς είμαστε εντελώς απορροφημένοι από τον κόσμο του νου και γι’ αυτό έχουμε αποσυνδεθεί από την αλήθεια, η οποία είναι πάντα παρούσα μέσα μας.

Ολόκληρη η ανθρωπότητα είναι απορροφημένη μέσα στον κόσμο του νου. Οι άνθρωποι σκέφτονται συνέχεια. Ο μεγαλύτερος εθισμός μας είναι οι σκέψεις. Για κάποιον λόγο, δεν μπορούμε να σταματήσουμε να σκεφτόμαστε. Ακόμα και όταν κάνουμε διαλογισμό για τριάντα χρόνια, οι σκέψεις δεν σταματούν να έρχονται. Και έρχονται απρόσκλητες, χωρίς λόγο. Αυτός ο μηχανισμός μάς κρατάει φυλακισμένους στον κόσμο του νου.

Ο κόσμος του νου είναι το παρελθόν έτσι όπως το θυμόμαστε (όχι έτσι όπως εξελίχθηκε πραγματικά) και το μέλλον έτσι όπως το φανταζόμαστε (όχι έτσι όπως θα εξελιχθεί πραγματικά). Αυτή είναι η κατάσταση που βιώνει η ανθρωπότητα: ένας κόσμος πλάνης και διαχωρισμού, ενώ μέσα μας υπάρχει πάντα η επιθυμία για απελευθέρωση, αφύπνιση και ένωση με το όλο. Αυτή η επιθυμία έρχεται από την ψυχή και υπάρχει βαθιά μέσα μας, αλλά εμείς είμαστε φυλακισμένοι στον κόσμο του νου.

Η αληθινή μας φύση είναι η καθαρή συνειδητότητα, χωρίς μορφή και χωρίς περιεχόμενο. Δεν μπορούμε καν να το συλλάβουμε αυτό με τις σκέψεις. Το μεγάλο θαύμα είναι ότι εμείς, ως καθαρή συνειδητότητα, με κάποιο τρόπο πήραμε τη μορφή του σώματος που έχουμε τώρα. Αν μπορούσαμε να είμαστε παρόντες με τις εμπειρίες του σώματός μας και τις αισθήσεις του (την όραση, την ακοή, την όσφρηση, τη γεύση και την αφή) θα βιώναμε τον επίγειο παράδεισο. Αυτή είναι η αφυπνισμένη κατάσταση: να γνωρίζεις πού είσαι και ποιος είσαι.

Τι μας συνέβη όμως; Από την αρχή κιόλας της εμφάνισης του ανθρώπου, αρχίσαμε να απορροφιόμαστε σιγά σιγά όλο και περισσότερο από τον νου, αποσυνδεθήκαμε από την αλήθεια που είναι πάντα παρούσα μέσα μας και ζούμε πλέον σε ένα πολύ περιορισμένο πεδίο της συνειδητότητας.

Η αφύπνιση λοιπόν είναι το να βγούμε από αυτό το περιορισμένο πεδίο της συνειδητότητας. Να βγούμε από το παρελθόν και το μέλλον, την πλάνη και το διαχωρισμό, την «ιστορία μας», και να έρθουμε στην αλήθεια της ζωής όπως υπάρχει στο παρόν. Η ουσία είναι ότι δεν υπάρχει ζωή έξω από το παρόν. Δεν γίνεται να ζεις έξω από το παρόν. Μόνο στο παρόν μπορείς να αναπνέεις ή να τρως.

Είναι αδύνατο να ζεις έξω από το παρόν. Κι όμως αυτό κάνουμε όλοι μας. Χανόμαστε μέσα στις σκέψεις για το παρελθόν και το μέλλον, την «ιστορία μας», και νομίζουμε ότι η αλήθεια για τη ζωή είναι αυτό που λένε οι σκέψεις.

Σιωπή: τα επίπεδα της και η ανεκτίμητη θεραπευτική της αξία

Αποτέλεσμα εικόνας για food for depression and stressΟ κύριος άξονας είναι η έκφραση. Με ποικίλους τρόπους οι ειδικοί παροτρύνουν και υποστηρίζουν τους ανθρώπους να εκφράζονται με το λόγο, τις εκφράσεις τους και το σώμα τους. Με κάθε τρόπο να μιλούν, λοιπόν.

Όλα τα πράγματα στη ζωή όμως έχουν δύο όψεις. Δύο όψεις που ολοκληρώνουν η μια την άλλη και αν η μια προχωράει χωρίς την άλλη τίποτα δεν προχωρά στην ουσία.

Είναι όπως η μέρα και η νύχτα. Κάποιοι προτιμούν τη μέρα κάποιοι τη νύχτα, αλλά ανεξάρτητα απο τις επιμέρους προτιμήσεις η νύχτα πάει πάντα παρέα με τη μέρα. Η άλλη όψη στην έκφραση είναι η σιωπή. Η σιωπή όσο και η ομιλία λεκτική και μη λεκτική είναι ή πρέπει να είναι ένα μεγάλο κεφάλαιο στην θεραπεία.

 

Τα πρόσωπα της σιωπής

Για να προχωρήσουμε λοιπόν, στο θέμα της σιωπής στις θεραπευτικές διαδικασίες ας δούμε λίγο τα πρόσωπα της σιωπής. Υπάρχει η σιωπή που αφορά στην αλληλεπίδρασή μου με τους άλλους.  Σε αυτό το επίπεδο κάποιος μπορεί να σωπαίνει γιατί:
  • του το επιβάλλουν.
  • χρειάζεται να σκεφτεί τί έχει να πει.
  • του έχουν ζητήσει ή θέλει να ακούσει κάποιον άλλον.
  • δυσκολεύεται  ή διστάζει να μιλήσει, ενώ έχει κάτι να πει.
  • δεν έχει να πει τίποτα.
  • αδιαφορεί για τους άλλους.
  • βρίσκεται βυθισμένος στις σκέψεις του και δεν παρακολουθεί ο,τι εξελίσσεται γύρω του.
  • είναι ένας τρόπος να εκφράσει κάτι απο αυτό που νιώθει στους άλλους.
  • Κατακλύζεται απο τα συναισθήματα του και δεν μπορεί να τα βάλει σε λέξεις.
Η σιωπή λοιπόν που αφορά στην επικοινωνία με τους άλλους συνδέεται και με δύσκολες ψυχικά καταστάσεις και δεν ταυτίζεται πάντα με την επιθυμία να ακούσουμε τους άλλους. Σε θεραπευτικό επίπεδο το να μπορεί κάποιος να αντιλαμβάνεται τί απο όλα αυτά του συμβαίνει κάθε φορά είναι ένας θεραπευτικός στόχος και όταν οι άνθρωποι τον κατακτούν νιώθουν πιο ασφαλείς με τον εαυτό τους και βρίσκουν χώρο ανάμεσα στους άλλους ανθρώπους.

Κατανοώντας  οτι η σιωπή μαζί με άλλους δεν είναι ενα κενό, ένα τίποτα, αλλά το νόμισμα της έκφρασης απο την άλλη πλευρά, αρχίζουν να γίνονται πιο γνήσιοι στην επικοινωνία τους και να απαλλάσσονται απο το άγχος που πολύ συχνά κουβαλούν πως πρέπει πάντα να μιλούν όταν είναι μαζί με άλλους.

Επομένως η άσκηση στην σιωπή σε ομαδικό θεραπευτικό πλαίσιο είναι απαραίτητο κομμάτι της διαδικασίας και μαθαίνει τους ανθρώπους να ισορροπούν ανάμεσα στην ομιλία και την σιωπή και να μπορούν να εκφράζονται και με τα δύο.

 

Η σχέση του εαυτού με το σώμα

Ας δούμε τώρα λίγα πράγματα για την σιωπή που αφορά την σχέση με τον εαυτό και το σώμα.
Πολύ συχνά οι άνθρωποι παραπονιούνται για την κούραση που τους δημιουργεί το μυαλό τους, το οποίο δεν σταματάει να «μιλάει». Συνέχεια υπάρχουν σκέψεις που δημιουργούν θόρυβο μέσα στο κεφάλι, επιζητούν την συνεχή προσοχή και σπαταλούν αλόγιστα την ενέργεια του ανθρώπου. Αυτού του είδους η ομιλία γίνεται πιο εύκολα αντιληπτή, όταν κάποιος είναι μόνος του.

Το να μένει κάποιος με τον εαυτό του και να ακούει τι συμβαίνει μέσα του και να συνομιλεί και με το σώμα του, είναι τόσο σημαντική επικοινωνία όσο και η επικοινωνία με τους άλλους γύρω του. Όμως για να μπορέσει να ζήσει μια τέτοια είδους  εσωτερική επικοινωνία, χρειάζεται να υπάρξει σιωπή. Να σωπάσουν οι συνεχόμενες, επίμονες, εναλλασσόμενες σκέψεις και ιδέες, οι οποίες απομακρύνουν τον άνθρωπο από το εδώ και τώρα, από την επαφή με το σώμα του και τα συναισθήματα του.

Πως μπορεί κάποιος να φτάσει σε αυτήν την εσωτερική σιωπή;

Η εσωτερική σιωπή είναι μια διαδικασία την οποία ο σημερινός άνθρωπος έχει να διδαχθεί για να φτάσει εκεί. Όλοι οι άνθρωποι σήμερα, εκπαιδεύονται στο πώς να αναπτύξουν τη σκέψη τους και  έτσι μαθαίνουν γρήγορα να δέχονται σαν πραγματικότητα μόνο ό,τι μπορούν να αντιληφθούν με τη σκέψη τους.

Η δυνατότητα να συγκεντρώνεται ο άνθρωπος στο σώμα του, να δίνει χρόνο και χώρο για να ανακαλύψει πως νιώθει και να μάθει να εμπιστεύεται την προσωπική του αλήθεια, παραγκωνίζεται ή εξανεμίζεται στην ατέρμονη προσπάθεια καλλιέργειας των γνωστικών και μόνο δυνατοτήτων του εγκεφάλου. Όποτε για να μπορέσει ένας άνθρωπος να προχωρήσει πέρα από αυτό που κυριαρχεί στη ζωή του, χρειάζεται να μπει σε μια θεραπευτική διαδικασία, η οποία να έχει σαν μοναδικό μέλημα της να μάθει στον άνθρωπο όλα αυτά που έχει μέσα του και τα αγνοεί.

Κατ’αρχήν να τον υποστηρίξει στο να αμφισβητήσει την παντοδυναμία των σκέψεων και μετά από αυτό να τον πάρει από το χέρι και να τον οδηγήσει
  • Να αντιληφθεί οτι υπάρχει και το σώμα του και περιέχει μια αλάνθαστη σοφία.
  • Να νιώσει την παρουσία των αισθήσεων του και την δύναμη τους.
  • Να γνωρίσει την αναπνοή του και τα άπειρα επίπεδα της.
  • Να αισθανθεί ψυχοσωματικά τα συναισθήματα του.
  • Να τον μάθει να αφουγκράζεται το σώμα του και να εμπιστεύεται ο,τι του λέει.
Όταν κάποιος ανέβει όλα αυτά τα σκαλοπάτια, τότε μπορεί σίγουρα όχι μόνο να βρίσκει και την εσωτερική σιωπή, αλλά να την αποζητά κιόλας γιατί η εσωτερική σιωπή μπορεί να τον οδηγήσει με ασφάλεια σε αυτό που είναι.

Και αυτός που ξέρει ποιος είναι νιώθει ασφαλής, χαρούμενος και ικανοποιημένος και στην επικοινωνία του με το περιβάλλον.

Είναι φανερό πως η σχέση με τον εαυτό και το σώμα είναι η βάση για όλα τα υπόλοιπα.

Ίσως λοιπόν, είναι καιρός να βρείτε και σεις την εσωτερική σιωπή η οποία θα σας οδηγήσει σε μια αληθινή σχέση με το σώμα σας και τον βαθύτερο εαυτό σας και κατ’επέκταση και με τους άλλους ανθρώπους.

Η ικανοποίηση των αναγκών και των επιθυμιών του παιδιού

Αποτέλεσμα εικόνας για ΠαιδίΟ ρόλος του λόγου

Το σώμα μας βρίσκεται σε μία συνεχή κατάσταση μεταβαλλόμενης ισορροπίας, ενώ το ίδιο φθείρεται μέχρι που οι λειτουργίες του πάψουν. Καθημερινώς επέρχονται αλλαγές, ενώ την ίδια στιγμή οι ίδιες λειτουργίες επαναλαμβάνονται. Συνεπώς, οι ανάγκες είναι πάντοτε οι ίδιες, γεγονός το οποίο είναι «θανατηφόρο» για το πνεύμα, το οποίο επιθυμεί. Ο άνθρωπος βρίσκεται μεταξύ δύο βασικών δυνάμεων: των ενστίκτων του θανάτου, τα οποία απειλούν όχι μόνο το άτομο, αλλά και το υποκείμενό του και, των ενστίκτων της ζωής, τα οποία διαφυλάττουν την επιβίωση όπως του ατόμου, έτσι και του υποκειμένου του.

Ενώ η ανάγκη είναι κάτι, το οποίο επαναλαμβάνεται ακατάπαυστα, η επιθυμία είναι πάντοτε κάτι καινούργιο. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, δεν πρέπει να ικανοποιούνται όλες τις επιθυμίες του υποκειμένου. Αυτό που πρέπει ο γονιός να κάνει, είναι να στηρίζει λεκτικά το υποκείμενο, όταν εκφράζει τις επιθυμίες του, χωρίς να το μεταπείθει ή κρίνει. Η διαπαιδαγώγηση πρέπει να έχει ως στόχο την στήριξη της επιθυμίας του παιδιού για κάτι καινούργιο. Επιθυμία, η οποία ικανοποιείται επανειλημμένως, μετατρέπεται σε ανάγκη, η οποία επιβάλλει την επανάληψη και, η οποία με τη σειρά της τροφοδοτεί και τροφοδοτείται από το ένστικτο του θανάτου. Η αληθινή επιθυμία δεν μπορεί ποτέ να ικανοποιηθεί πλήρως. Εάν ικανοποιηθεί, τότε σημαίνει πως ποτέ δεν ήταν αληθινή.

Για παράδειγμα, τα παιδιά δεν έχουν ανάγκη από καραμέλες. Μέσω αυτού του αντικειμένου, το παιδί ζητά αγάπη και σημασία. Εάν ο γονιός, αντί να του το αγοράσει, αρχίσει να του μιλάει γι΄ αυτό, για το χρώμα, τη γεύση, το μέγεθός του, ακόμη και να του ζητήσει να το ζωγραφίσει, τότε η προσοχή του παιδιού σταδιακά θα αποσπάται από το πραγματικό αντικείμενο και θα μετατίθεται στη σφαίρα της δημιουργικής φαντασίας. Αν το παιδί επιμένει, τότε ο γονιός θα μπορούσε να του πει: «λυπάμαι, αλλά δεν μπορώ να σου το αγοράσω, παρ’ όλα αυτά εσύ έχεις το κάθε δικαίωμα να το επιθυμείς». Το παιδί έχει ανάγκη να νοιώσει, πως ο γονιός κατανοεί τις επιθυμίες του, παρόλο που δεν μπορεί να του τις ικανοποιήσει όλες. Να ζούμε σημαίνει να υποδεικνύουμε με λέξεις αυτά που επιθυμούμε.

Μ΄ αυτόν τον τρόπο ο γονιός βοηθά το παιδί του να γίνει αυτόνομο και να φροντίζει μονάχο του τον εαυτό του. Η αυτομέριμνα ξεκινά από πολύ νωρίς, πριν ακόμη αυτό μάθει να περπατά. Ξεκινά με την επεξεργασία ξένων σωμάτων μέσω του στόματος, είτε διότι έχει ζωτική ανάγκη από αυτά, είτε διότι θέλει να τα εξερευνήσει. Αυτό έχει να κάνει όπως με την ανάγκη, έτσι και με την επιθυμία.

Ο ρόλος του γονιού δεν είναι να καθορίζει τον ρυθμό των αναγκών του παιδιού του, αλλά να βρίσκεται στη διάθεσή τους, ανάλογα με τον δικό του προσωπικό ρυθμό. Για παράδειγμα, του προσφέρει φαγητό, όταν αυτό εκδηλώσει την ανάγκη για φαγητό. Θα ήταν διαστροφικό, αν κάποιος γονιός ανάγκαζε το παιδί του να φάει, όταν αυτός αποφασίσει, χωρίς να τον νοιάζει αν το ίδιο πεινά ή όχι. Ακόμη χειρότερα θα ήταν, αν ο γονιός στην προσπάθειά του να ταΐσει το παιδί του, το απειλούσε πως θα δεν θα το αγαπά πια, ή θα το τιμωρήσει. Ο λόγος που κάποιο παιδί αρνείται να φάει, ακόμη και όταν πεινά, είναι ακριβώς αυτή η επίμονη προσπάθεια των γονιών να το ταΐσουν, όποτε και όσο αυτοί θελήσουν. Το παιδί, παρ’ όλα αυτά, έχει απόλυτα δίκιο, διότι «ξέρει», πως δεν είναι δικός του ο ρόλος να ικανοποιεί τις επιθυμίες των γονιών του. Οι γονείς πρέπει να ικανοποιούν τις δικές τους επιθυμίες και ανάγκες μεταξύ τους και, όχι δια μέσου των παιδιών τους.

Όταν τα λόγια του γονιού ακολουθούν την πορεία της επιθυμίας του παιδιού – επιθυμία η οποία είναι σημαδεμένη από την απαγόρευση και, η οποία βοηθά το παιδί να ωριμάσει – το παιδί αισθάνεται την κατανόηση του γονιού του. Οι απαγορεύσεις δίνουν αξία στην επιθυμία του παιδιού, επιθυμία η οποία φτάνει πιο μακριά από μια στιγμιαία ικανοποίηση.

Εκφράζοντας την επιθυμία του, το παιδί δίνει τη δυνατότητα στους γονείς του να επικοινωνήσουν μαζί του, μέσω του λόγου, να του αποκαλύψουν τον κόσμο, κόσμο των ιδεών, της γλώσσας, των λέξεων, κόσμο των υποσχέσεων για κάποια μελλοντική ικανοποίηση. Η στιγμιαία ικανοποίηση θέτει την επιθυμία στο επίπεδο της ανάγκης, κάτι το οποίο εμποδίζει το παιδί να διεισδύσει μέσα στον πολιτισμό, ο οποίος είναι γλώσσα, ιδέα, επινόηση  ενός εκλιπόντος αντικειμένου.

Είμαστε συχνά πιο ανόητοι απ’ ότι πιστεύουμε και γινόμαστε, έτσι, εύκολα άδικοι με τον ίδιο μας τον εαυτό μας

Στον βίο είναι όπως στο σκάκι: εμείς καταστρώνουμε κάποιο σχέδιο, η εκτέλεσή του, όμως, εξαρτάται από το τι αποφασίζει να πράξει στο μεν σκάκι ο αντίπαλος, στον δε βίο η μοίρα οι τροποποιήσεις στις όποιες υποβάλλεται το αρχικό μας σχέδιο είναι συνήθως τόσο μεγάλες που, κατά την εκτέλεσή του, μόλις και μετά βίας αναγνωρίζεται χάρη σε μερικές βασικές κινήσεις.

Εξάλλου, υπάρχει στην διαδρομή της ζωής μας και κάτι πέρα απ’ όλα αυτά. Πρόκειται για μία αλήθεια τετριμμένη και πάμπολλες φορές πιστοποιημένη, πως δηλ. είμαστε συχνά πιο ανόητοι απ’ ότι πιστεύουμε, ενώ, αντίθετα, το ότι είμαστε συχνά φρονιμότεροι απ’ ότι πιστεύουμε είναι μία ανακάλυψη που κλίνουν μόνον όσοι έχουν βρεθεί σ’ αυτήν την κατάσταση, και μάλιστα δεν την κάνουν παρά μόνον αργότερα. Στις κύριες γραμμές, τις βασικές καμπές της πορείας του βίου μας, δεν ενεργούμε τόσο βάσει σαφούς γνώσεως του ορθού όσο σύμφωνα με μια εσωτερική παρόρμηση μ’ ένα –θα ‘λεγε κανείς- ένστικτο προερχόμενο από τα βάθη της οντότητας μας και, κατόπιν, κατακρίνουμε σχολαστικά τις πράξεις μας με γνώμονα έννοιες σαφείς, όμως ανεπαρκείς, έννοιες επίκτητες ή, μάλλον, δανεισμένες , και γινόμαστε έτσι, εύκολα άδικοι με τον ίδιο μας τον εαυτό μας. Ωστόσο, στο τέλος γίνεται φανερό ποιος είχε δίκιο, μόνο δε το γήρας- όταν αισίως φθάσουμε σ ‘αυτό- μας παρέχει την δυνατότητα, υποκειμενικά και αντικειμενικά, να κρίνουμε το ζήτημα.

ARTHUR SCHOPENHAUER, ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΠΡΑΚΤΙΚΗΣ ΣΟΦΙΑΣ

Η απλότητα και η φυσικότητα είναι ο ύψιστος και τελικός σκοπός της καλλιέργειας

Αποτέλεσμα εικόνας για Η απλότητα και η φυσικότηταO Όσκαρ Ουάιλντ έλεγε ότι οι απλές χαρές ήταν το έσχατο καταφύγιο των περίπλοκων ανθρώπων.

Ένας από τους πρόδρομους της αυτοβοήθειας, ο Χένρυ Ντέιβιντ Θορό, θέλησε να δοκιμάσει την απλή ζωή στη φύση, και για τον λόγο αυτό έζησε δύο χρόνια σε ένα δάσος κοντά στο Γουόλντεν Ποντ. Από την εμπειρία του αυτή βγήκε το βιβλίο του Γουόλντεν,όπου αφηγείται τη ζωή του στα δάση. Το βιβλίο εκδόθηκε το 1854 και είχε μεγάλη επιρροή στις γενιές που ακολούθησαν.


Ιδού μερικά από τα συμπεράσματα που έβγαλε ο Θορό στην καταφυγή του στην ύπαιθρο:

Ο πλουσιότερος άνθρωπος είναι αυτός που οι χαρές του είναι οι πιο φτηνές.

Ο πολιτισμός μας αποτελείται από εκατομμύρια υπάρξεις που ζούνε μαζί, σε μικρό χώρο, σε απόλυτη μοναξιά.

H φύση είναι το μόνο μέρος όπου ο άνθρωπος μπορεί να καταφύγει για να βρει τον εαυτό του.
Δεν αλλάζουν τα πράγματα, εμείς αλλάζουμε.

Το να ακολουθεί κανείς το ίχνος των ονείρων του και να ζει τη ζωή που έχει φανταστεί είναι εγγύηση επιτυχίας.

H επένδυση στην καλοσύνη είναι η καλύτερη δουλειά που μπορείς να κάνεις στη ζωή σου.

ΝΑ ΝΙΩΘΕΙΣ ΥΠΕΡΟΧΑ ΜΕ ΑΥΤΟΝ ΠΟΥ Σ' ΕΧΕΙ

Αποτέλεσμα εικόνας για ζευγαρια ρομαντικαΝα βρεις έναν άνθρωπο να σου αξίζει. Δεν είναι λοιπόν λίγες οι φορές, που μπαίνεις στη διαδικασία να σκεφτείς, τι είναι αυτό που πρέπει να έχει ένας άνθρωπος για να είναι κατάλληλος για σένα. Για να σου αξίζει, βρε παιδί μου, όπως λένε κι οι φίλοι σου. Το σκέφτηκα πολύ και κατέληξα ότι το πιο σημαντικό σε μια σχέση ερωτική είναι ο θαυμασμός. Να είσαι περήφανος για τον άνθρωπο που έχεις δίπλα σου και να είναι τόσο ψηλά στα μάτια σου που τίποτα και κανείς να μην μπορεί να τον γκρεμίσει.

Δεν υπάρχει ωραιότερο και πιο πλήρες συναίσθημα απ’ την υπερηφάνεια. Περικλείει μέσα της το θαυμασμό, την αγάπη, την εκτίμηση, τη χαρά για τα επιτεύγματα του άλλου, την αναγνώριση και φυσικά την επιβεβαίωση ότι ο άνθρωπός σου είναι «σημαντικός» για σένα.

Ο κατάλληλος σύντροφος ζωής είναι εκείνος που είναι υπερήφανος που μας έχει στη ζωή του. Τα κριτήρια που έχει ο κάθε άνθρωπος για να νιώθει υπερήφανος διαφέρουν, κι εκεί είναι που πρέπει ν’ αναζητήσουμε το υπόβαθρο και την κουλτούρα του, για να δούμε αν όντως ταιριάζουν τα χνώτα μας.

Ο άνθρωπος που είναι κατάλληλος για εμάς είναι εκείνος που νιώθει περήφανος που είμαστε μέρος της ζωής του. Μας θαυμάζει γι’ αυτό που είμαστε, για τον τρόπο που σκεφτόμαστε, για τα ιδανικά και τις αξίες μας. Εκείνος που είναι περήφανος για τη φυσική ομορφιά μας, για την παιδεία μας και για το χιούμορ μας. Εκείνος, που κάθε φορά που τον κρατάμε απ’ το χέρι φουσκώνει σαν παγώνι. Εκείνος, που όταν μας αγκαλιάζει, αισθάνεται ότι κρατά ένα θησαυρό. Ένα θησαυρό μόνο για εκείνον.

Εκείνον, που στα μάτια του κρύβεται διπλή χαρά σε κάθε χαρά μας και διπλός πόνος σε κάθε δυσκολία μας. Εκείνον, που μας υποστηρίζει σε κάθε προσπάθειά μας, μας επιβραβεύει σε κάθε επιτυχία μας και χαμογελά σε κάθε ατυχία μας. Εκείνον, που ξέρει ότι θα συνεχίσουμε να παλεύουμε για ό,τι ποθούμε και θα είναι εκεί να μας αγκαλιάσει κάθε φορά που τον έχουμε ανάγκη.

Να είσαι με εκείνον, που είναι περήφανος που τον ερωτεύτηκες, γιατί μέσα από σένα γίνεται καλύτερος άνθρωπος και μυείται στον κόσμο της αγάπης. Της αληθινής, όχι της φιγούρας.

Άλλωστε, η υπερηφάνεια συνδέεται με το εγώ μας. Για να νιώθει κάποιος υπερήφανος για σένα, σημαίνει ότι λογαριάζει το εμείς κι όχι το εγώ. Κι αυτό να το εκτιμάς. Να νιώθεις υπέροχα με αυτόν που σ' έχει….

Θερμοί λευκοί νάνοι θα μπορούσαν να μας αποκαλύψουν την «ανελαστική» σκοτεινή ύλη

Οι άμεσες παρατηρήσεις της σκοτεινής ύλης – η ουσία που θεωρείται ότι ευθύνεται για το 80% της ύλης στο σύμπαν – στην καλύτερη περίπτωση είναι ατελείς. Μερικά πειράματα έχουν βρει σήματα που φαίνονται σαν σκοτεινή ύλη, ενώ άλλα την αναζητούν μέσα στο ίδιο εύρος παραμέτρων και δυστυχώς δεν έχουν βρει τίποτα. Ωστόσο, υπάρχει ένας υποθετικός υποψήφιος για την σκοτεινή ύλη, γνωστή ως "ανελαστική" σκοτεινή ύλη, που θα μπορούσε να συνδυάσει τα αποτελέσματα αυτά. Τώρα δύο ομάδες φυσικών έχουν προτείνει νέους τρόπους για να δούμε αν υπάρχει η ανελαστική μορφή.

Έκρηξη λευκού νάνου άστρου: θα μπορούσε η ανελαστική σκοτεινή ύλη να το διατηρήσει ζεστό;

Η ιστορία της ανελαστικής σκοτεινής ύλης ξεκινάει σε μια τοποθεσία, ένα χιλιόμετρο κάτω από το βουνό Gran Sasso στην Ιταλία, η οποία φιλοξενεί το υπόγειο πείραμα DAMA. Εδώ, ανιχνευτές προσέχουν για μια λάμψη φωτός που αναμένεται όταν ένα σωματίδιο σκοτεινής ύλης κτυπήσει ένας ατομικό πυρήνα μέσα σε έναν ανιχνευτή του πειράματος. Παρά το γεγονός ότι αυτές οι συγκρούσεις είναι πολύ σπάνιες, θεωρητικά θα έπρεπε να υπάρχουν περισσότερες λάμψεις το καλοκαίρι, όταν η Γη είναι σε τροχιά γύρω από τον κύριο "άνεμο" που φέρνει την σκοτεινή ύλη στον Γαλαξία μας.

Η ομάδα DAMA ισχυρίστηκε ότι η πρώτη τέτοια υπογραφή ήρθε το 2000, και κατά την επόμενη δεκαετία αυξήθηκε σταθερά η ακρίβειά της. Στην πιο πρόσφατη ανάλυσή της οι ερευνητές ισχυρίζονται ότι τα αποδεικτικά στοιχεία για τα σωματίδια της σκοτεινής ύλης βρίσκονται σε μια τυπική απόκλιση σ=8,9 – ή, με άλλα λόγια, είναι τόσο ακριβή όσο μπορεί κανείς να περιμένει.

Δεν βρέθηκαν σήματα που να ταιριάζουν

Ωστόσο, τα αποτελέσματα αυτά απέτυχαν να πείσουν πολλούς φυσικούς. Μία αντίρρηση είναι ότι θα μπορούσε να υπάρχει κάποιος άλλος παράγοντας που να διαμορφώνεται ανάλογα με τις εποχές, ώστε να μιμείται το περιζήτητο σήμα της σκοτεινής ύλης. Αλλά το πιο ανησυχητικό είναι ότι πολλά άλλα άμεσα πειράματα ανίχνευσης σκοτεινής ύλης – πχ η κρυογενική έρευνα CDMS στις ΗΠΑ ή το ZEPLIN στο Ηνωμένο Βασίλειο, – δεν βρήκαν τέτοια σήματα χρησιμοποιώντας όμως διαφορετικούς ανιχνευτές.

Για να καταλάβουν τι γίνεται μερικοί φυσικοί έχουν προτείνει διάφορα είδη της σκοτεινής ύλης που θα αλληλεπιδρούν μόνο με ανιχνευτές του DAMA. Ένα από αυτά τα είδη, η ανελαστική σκοτεινή ύλη, προτάθηκε το 2001 από τους David Smith του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια στο Μπέρκλεϊ και Neal Weiner στο Πανεπιστήμιο Ουάσιγκτον. Σε αντίθεση με την συνηθισμένη "ελαστική" σκοτεινή ύλη, η ανελαστική σκοτεινή ύλη γίνεται βαρύτερη όταν κτυπάει έναν πυρήνα μεγάλης μάζας. Έτσι, επειδή το ιωδιούχο νάτριο έχει τον πιο βαρύ πυρήνα, μόνο το DAMA θα είναι σε θέση να δώσει στην ανελαστική σκοτεινή ύλη την μάζα που πρέπει για να μπορέσει να κάνει σκέδαση και να παράγει τις ζητούμενες λάμψεις.

Τώρα, δύο ανεξάρτητες ομάδες προσπάθησαν να βρουν τρόπους για να εντοπίσουν δεδομένα για ανελαστική σκοτεινή ύλη, όχι στο εργαστήριο αλλά κάπου μακριά, συγκεκριμένα σε παλιά άστρα: τους λευκούς νάνους. Οι λευκοί νάνοι είναι οι αμυδρές, συμπαγείς μορφές στις οποίες καταλήγει η συντριπτική πλειοψηφία των άστρων καθώς γερνούν και ψύχονται. Το παλαιότερα και πιο ψυχρά τέτοια άστρα τείνουν να κατοικούν στα κέντρα των γαλαξιών, ή σε περιοχές με υψηλή πυκνότητα σκοτεινής ύλης.

Θερμοί παλιοί λευκοί νάνοι

Οι δύο ομάδες – η μία περιλαμβάνει τον Dan Hooper στο Fermilab, και η άλλη τον Matthew McCullough στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης μαζί με τον Malcolm Fairbairn στο King College του Λονδίνου – έχουν υπολογίσει με ποιό τρόπο η σκοτεινή ύλη θα πρέπει να αλληλεπιδράσει με τους ατομικούς πυρήνες ενός παλιού λευκού νάνου, καθώς αυτοί επιταχύνονται προς το εσωτερικό του λευκού νάνου λόγω της τεράστιας βαρυτικής δύναμης του άστρου. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς τους, η ανελαστική σκοτεινή ύλη θα πρέπει να αλληλεπιδρά πολύ πιο έντονα από ό,τι η ελαστικά σκοτεινή ύλη, γεγονός που σημαίνει ότι πολύ περισσότερη από αυτήν θα καταλήξει να απορροφηθεί από το αστέρι. Και αυτή η πρόσθετη μάζα με τη σειρά της σημαίνει ότι η θερμοκρασία του άστρου θα ανέβει, γύρω στους 7.000 Κ σε αντίθεση με τους κανονικούς 3.000 K.

"Εάν εξετάσετε μια πυκνή περιοχή από σκοτεινή ύλη και, αντί να δείτε έναν πολύ ψυχρό λευκό νάνο, βλέπετε λευκούς νάνους ποτέ κάτω από έξι ή επτά χιλιάδες Kelvin, τότε θα μπορούσαμε να πούμε, ότι έχουν ζεσταθεί από την ανελαστική σκοτεινή ύλη, "εξηγεί ο Hooper. "Και αυτό θα ήταν μία απόδειξη της."

Και οι δύο ομάδες ερευνητών υποδεικνύουν την αναζήτηση για ασυνήθιστους θερμούς λευκούς νάνους ως ένα μέσο για να βρεθούν αποδείξεις για την ανελαστική σκοτεινή ύλη, αν και υπάρχουν διαφορές μεταξύ των μελετών τους. Οι McCullough και Fairbairn επικεντρώθηκαν σε σφαιρικά σμήνη, περιοχές με άστρα πολύ κοντά το ένα με το άλλο, ενώ η ομάδα του Dan Hooper πιστεύει ότι υπάρχει υψηλότερη πυκνότητα από σκοτεινή ύλη στο γαλαξιακό κέντρα, γεγονός που θα καταστήσει την αναζήτηση των λευκών νάνων ευκολότερη. Ακόμα, καθώς επισημαίνει ο McCullough, το ζήτημα δεν επιλύεται.

Ανεξάρτητα από τις λεπτομέρειες του υπολογισμού της ποσότητας της σκοτεινής ύλης, είναι ένα αρκετά ενδιαφέρον σενάριο για την αναζήτηση αποδείξεων ότι υπάρχει η ανελαστική σκοτεινή ύλη Matthew McCullough Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης
 
 Ο Neal Weiner συμφωνεί με την ομάδα Dan Hooper ότι το γαλαξιακό κέντρο παρουσιάζει την πλέον ελπιδοφόρα περιοχή για να δοκιμαστεί η υπόθεση της ανελαστικής σκοτεινής ύλη.
 
"Αντί να δοκιμάσουμε τις θεωρίες της σκοτεινής ύλης, οι λευκοί νάνοι μπορούν να γίνουν εξαιρετικοί ανιχνευτές της δομής του φωτοστέφανου της σκοτεινής ύλης του Γαλαξία μας," υποστηρίζει. "Μπορεί η πραγματική σημασία των εργασιών αυτών να έρθει αφού γνωρίζουμε ποιά είναι η σκοτεινή ύλη, κάτι που είναι μια πραγματικά συναρπαστική προοπτική", λέει ο Dan Hooper.

Πιο περίπλοκος αποδεικνύεται ο γρίφος της σκοτεινής ύλης

Δεδομένα από τα δύο διαστημικά τηλεσκόπια Hubble και Chandra έδειξαν ότι η σκοτεινή ύλη είναι ακόμη πιο μυστηριώδης απ’ ό,τι υπέθεταν μέχρι σήμερα οι επιστήμονες.
 
Τα δεδομένα αφορούσαν τις συγκρούσεις σμηνών γαλαξιών και τη συμπεριφορά της σκοτεινής ύλης κατά τη διάρκεια αυτών των βίαιων κοσμικών φαινομένων. Συμπεριφορά που αποδείχθηκε αλλόκοτη, αφού διαπιστώθηκε ότι η «εξωτική» ύλη δεν αλληλοεπιδρά σχεδόν καθόλου ούτε με τον εαυτό της.
 
Επικεφαλής της μελέτης ήταν αστρονόμοι από την Ομοσπονδιακή Πολυτεχνική Σχολή στη Λοζάνη (EPFL), οι οποίοι έβαλαν στο «μικροσκόπιο» 72 συγκρούσεις σμηνών γαλαξιών, ερευνώντας τις από κάθε δυνατή οπτική γωνία και σε πολλές διαφορετικές φάσεις.
 
Έτσι, μπόρεσαν να διαπιστώσουν με ποιον τρόπο συμπεριφέρονταν τα νέφη σκοτεινής ύλης που περιείχαν στα σμήνη.
 
«Ξέρουμε πώς αντιδρούν στις συγκρούσεις οι αστέρες και τα νέφη αερίων, όπως και πού καταλήγουν ανάμεσα στα “συντρίμμια”. Συγκρίνοντας αυτά τα στοιχεία με τη δράση της σκοτεινής ύλης, μπορούμε να περιορίσουμε τις εναλλακτικές εκδοχές για τη φύση της», λέει στο σάιτ του EPFL ο Ντέιβιντ Χάρβεϊ από την ελβετική σχολή.
 
Η παρουσία της σκοτεινής ύλης εκδηλώνεται μόνο από τη βαρυτική αλληλεπίδρασή της με τη συμβατική ύλη. Ωστόσο, δεν αλληλοεπιδρά μέσω ηλεκτρομαγνητικών δυνάμεων, γεγονός που εξηγεί γιατί είναι «αόρατη» και δεν μπορεί να ανιχνευθεί απευθείας, μέσω της εκπομπής, διάχυσης ή ανάκλασης ακτινοβολίας.
 
Τώρα, όμως, η έρευνα των Ελβετών αστροφυσικών αποδεικνύει πως είναι «αόρατη» ακόμη και στον εαυτό της: καθώς συγκρούονται δύο σμήνη γαλαξιών, οι αστέρες, τα νέφη και η σκοτεινή ύλη αλληλοεπιδρούν με διαφορετικό τρόπο.
 
Τα νέφη αερίων επιβραδύνονται ή και ακόμη ακινητοποιούνται, ενώ οι αστέρες μένουν ανεπηρέαστοι επειδή έχουν περιορισμένες διαστάσεις, εκτός και αν συγκρουστούν – κάτι που είναι σπάνιο. Μελετώντας τη δράση της σκοτεινής ύλης, οι ερευνητές συνειδητοποίησαν πως, όπως και οι αστέρες, τα νέφη της αλληλοεπηρεάζονται σε μικρό βαθμό.
 
Η παρατήρηση αυτή ήταν αντίθετη από αυτό που αναμενόταν. Με δεδομένο ότι τα νέφη της είναι ομοιόμορφα κατανεμημένα σε κάθε σμήνος, φαινόταν λογικό πως θα αλληλοεπιδρούσαν ισχυρά μεταξύ τους – περίπου όπως συμπεριφέρονται τα νέφη αερίων, όταν έρχονται σε μικρή απόσταση. Αντί όμως να επιβραδύνονται, οι μάζες σκοτεινής ύλης «γλιστρούν» η μία μέσα στην άλλη, χωρίς καμία επίδραση.  
 
Πλέον, οι ερευνητές μπορούν να μελετήσουν περαιτέρω τις ιδιότητες των σωματιδίων που συνιστούν τη σκοτεινή ύλη. Έτσι, το επόμενο βήμα θα είναι να ελέγξουν κατά πόσο τα σωματίδια ανακλώνται μεταξύ τους, όπως οι σφαίρες του μπιλιάρδου. Αν συμβαίνει αυτό, τότε θα δουν ίχνη «διάχυσης» στις συγκρούσεις σμηνών γαλαξιών.
 
Επίσης, ελπίζουν πώς θα μπορέσουν να μελετήσουν πώς συμπεριφέρεται η σκοτεινή ύλη όταν συγκρούονται απλοί γαλαξίες, κάτι που συμβαίνει πιο συχνά από τις συγκρούσεις σμηνών.

Άγνωστα στοιχεία για τις πυγολαμπίδες

Υπάρχουν πολλά θαύματα για να απολαύσουμε στον ζωικό κόσμο, αλλά λίγα είδη προσφέρουν μια τέτοια γοητεία όπως αυτή των φωτεινών πυγολαμπίδων μέσα σε ένα καταπράσινο λιβάδι. Ωστόσο, πίσω από τη γοητευτική τους εμφάνιση, οι πυγολαμπίδες είναι συναρπαστικά έντομα.

1. Είναι σκαθάρια, όχι μύγες
Ανήκουν στην οικογένεια των Λαμπυριδών, που αποτελείται από σκαθάρια.

2. Είναι αλχημιστές, τουλάχιστον ποιητικά
Ενώ δεν μετατρέπουν πραγματικά τα μέταλλα σε χρυσό, δημιουργούν φως με τη μαγεία. Όταν μια χημική ουσία που ονομάζεται λουσιφερίνη συνδυάζεται με το οξυγόνο, το ασβέστιο και την τριφωσφορική αδενοσίνη, τότε εμφανίζεται μια χημική αντίδραση που δημιουργεί το θεαματικό φως τους.

3. Είναι ιδιοφυΐες
Το φως που παράγουν είναι το πιο αποδοτικό που υπάρχει, αφού σχεδόν το 100% της ενέργειας στη χημική αντίδραση εκπέμπεται ως φως. Συγκριτικά, ένας λαμπτήρας πυρακτώσεως εκπέμπει μόνο το 10% της ενέργειάς του ως φως, ενώ το άλλο 9% χάνεται ως θερμότητα.

5. Ορισμένα είδη συγχρονίζουν τον φωτισμό τους
Οι επιστήμονες δεν μπορούν να πουν με βεβαιότητα γιατί οι πυγολαμπίδες συγχρονίζονται, αλλά μπορεί να είναι αποτέλεσμα των ανταγωνιστικών αρσενικών που προσπαθούν να είναι οι πρώτοι που φωτίζουν τα σώματά τους. Το Carolinus Photinus είναι το μοναδικό είδος πυγολαμπίδας στην Αμερική που αναβοσβήνει ταυτόχρονα.

6. Ο χρωματισμός τους ποικίλλει
Υπάρχουν κίτρινες, κόκκινες, πράσινες και πορτοκαλί πυγολαμπίδες.

7. Υπάρχουν και υδρόβιες πυγολαμπίδες
Υπάρχουν πυγολαμπίδες των οποίων οι προνύμφες ζουν στο νερό, αφού έχουν βράγχια.

8. Ο αριθμός τους μειώνεται
Εάν βλέπετε λιγότερες πυγολαμπίδες κάθε καλοκαίρι, δεν είστε οι μόνοι. Τα στοιχεία υποδηλώνουν ότι οι πληθυσμοί των πυγολαμπίδων ενδέχεται να βρίσκονται σε μείωση, πιθανότατα εξαιτίας ενός συνδυασμού φωτορύπανσης, χρήσης φυτοφαρμάκων και καταστροφής των ενδιαιτημάτων τους.

Η μόλυνση στην Ανταρκτική είναι 5 φορές χειρότερη από την αναμενόμενη!

Γνωρίζουμε για την πλαστική ρύπανση στον Ειρηνικό Ωκεανό ακόμα και στον Αρκτικό. Αλλά οι επιστήμονες πίστευαν ότι η Ανταρκτική ήταν σχετικά απαλλαγμένη από τον συγκεκριμένο τύπο ρύπανσης μέχρι που μια πρόσφατη μελέτη από τα Πανεπιστήμια Hull και Científica del Sur για την Ανταρκτική αλλάζει τα δεδομένα. Οι ερευνητές ανακάλυψαν ότι τα επίπεδα μικροπλαστικών στην περιοχή είναι πολύ μεγαλύτερα από τα αναμενόμενα – 5 φορές, μάλιστα, παραπάνω. Μικροπλαστικά είναι εκείνα τα μικροσκοπικά σωματίδια με διάμετρο μικρότερη των πέντε χιλιοστών που βρίσκονται σε αντικείμενα προσωπικής φροντίδας όπως στην οδοντόπαστα και στο σαμπουάν, αλλά μπορούν επίσης να προέρχονται από ίνες ρουχισμού ή να δημιουργούνται ως μεγαλύτερα κομμάτια πλαστικού στον ωκεανό.

Η επιστήμονας του Πανεπιστημίου του Hull, Catherine Waller, επικεφαλής συγγραφέας σε μια μελέτη που δημοσιεύθηκε φέτος για το περιβάλλον, δήλωσε ότι το οικοσύστημα της Ανταρκτικής είναι πολύ εύθραυστο. “Έχουμε παρακολουθήσει την παρουσία μεγάλων πλαστικών ειδών στην Ανταρκτική για πάνω από 30 χρόνια. Ενώ γνωρίζουμε ότι μεγαλύτερα κομμάτια πλαστικού μπορούν να καταναλωθούν από θαλάσσια πτηνά ή να προκαλέσουν προβλήματα στις φώκιες, οι επιπτώσεις των μικροπλαστικών στα θαλάσσια ζώα στον Νότιο Ωκεανό είναι μέχρι στιγμής άγνωστες. Οι επιστήμονες πρέπει άμεσα να το ερευνήσουν αυτό”, δηλώνει εκείνη.

Υπάρχουν 5 τρισεκατομμύρια τεμάχια πλαστικού που επιπλέουν στους ωκεανούς της Γης, πολλά από τα οποία είναι μικροσκοπικά σωματίδια που τρώγονται από τα ψάρια και τα σκοτώνουν άμεσα – στην πραγματικότητα, όλα τα ψάρια που εκτέθηκαν σε μικροπλαστικά πέθαναν μέσα σε 48 ώρες. Μια νέα μελέτη διαπίστωσε επίσης ότι η κατανάλωση των πλαστικών παρεμποδίζει τις φυσικές ικανότητες των ψαριών να αντιληφθούν τους επερχόμενους θηρευτές. Ο Oona Lönnstedt, ένας από τους συγγραφείς της μελέτης, δήλωσε στον The Guardian: “Οι επιπτώσεις στα υδρόβια οικοσυστήματα θα μπορούσε να είναι τεράστια εάν δεν αντιμετωπιστεί η ρύπανση από τα πλαστικά”.

Μια «χαμένη» Ελληνική αρχαία πόλη ανακάλυψαν αρχαιολόγοι στη Θεσσαλία

Μια «χαμένη» Ελληνική αρχαία πόλη ανακάλυψαν τυχαία αρχαιολόγοι των πανεπιστημίων του Γκέτεμποργκ και του Μπούρνμαουθ που βρίσκονταν στην Ελλάδα για ένα άλλο σχέδιο: Πρόκειται για μια αρχαία πόλη κοντά στο χωριό Βλοχός, στην Θεσσαλία.

Ήδη ήταν γνωστά κάποια αρχαία ερείπια, που βρισκόταν στην επιφάνεια της γης, όμως κανείς δεν είχε ποτέ προβεί σε επίσημη καταγραφή τους – πόσο μάλλον σε ανασκαφές στο σημείο. Κι όμως, οι αεροφωτογραφίες δείχνουν καθαρά τον ιστό της αρχαίας πόλης, που οι επιστήμονες σήμερα πιστεύουν πως άκμασε τον 4ο ή 3ο αιώνα π. Χ.

Διακρίνονται ολοκάθαρα τα τείχη της πόλης, πύργοι και πύλες, ενώ και οι φωτογραφίες που δημοσιεύει ο βρετανικός Independent είναι χαρακτηριστικές.

Τα τείχη της αρχαίας πόλης, όπως φαίνονται από αερολήψη:


Κοντινή αεροφωτογραφία δείχνει πολύ καθαρά τα τείχη και τους πύργους
της αρχαίας πόλης


Ο επικεφαλής της ομάδας Ρόμπιν Ρόνλαντ δήλωσε: «Μαζί με έναν συνάδελφό μου, περάσαμε από την τοποθεσία αυτή, ενώ ασχολούμασταν με ένα άλλο πρότζεκτ, όταν συνειδητοποιήσαμε πως εκεί υπήρχαν πολύ μεγάλες δυνατότητες. Το γιατί κανείς μέχρι τώρα δεν είχε ασχοληθεί με τον λόφο αυτό όπου εντοπίσαμε τα αρχαία, παραμένει μυστήριο».

Η ομάδα μάλιστα πιστεύει ότι θα αποφύγει να προβεί σε ανασκαφές με τις παραδοσιακές μεθόδους, αλλά ελπίζει ότι με την χρήση ειδικού ραντάρ, ένα «ραντάρ διείσδυσης εδάφους», όπως λέγεται, θα μπορέσει να ανιχνεύσει πού βρίσκονται τα αρχαία κατάλοιπα και επομένως να μην διαταράξει το τοπίο.

Τον περασμένο Σεπτέμβριο, έγινε επί δύο εβδομάδες δουλειά στο πεδίο και οι αρχαιολόγοι μπόρεσαν να συγκεντρώσουν κεραμική και νομίσματα που χρονολογήθηκαν από τον 5ο αιώνα π.Χ.

Ο κ. Ρόνλαντ τοποθετεί την ακμή της πόλης περί τον 4ο-3ο αιώνα π.Χ. και θεωρεί πως εγκαταλήφθηκε πιθανότατα μετά την ρωμαϊκή εκστρατεία στην Ελλάδα.

«Πολύ λίγα πράγματα είναι γνωστά για τις αρχαίες πόλεις της ευρύτερης περιοχής και πολλοί ερευνητές έχουν υποθέσει κατά το παρελθόν πως η δυτική Θεσσαλία ήταν «στάσιμη» κατά την αρχαιότητα. Η εργασία μας επιβεβαιώνει πως στο έδαφος της Ελλάδας υπάρχουν πολλά ακόμα να ανακαλυφθούν», λέει

Οι μύθοι της παράδοσής μας

Τι σημαίνει το γεγονός ότι διερωτώμεθα για τη σχέση μας με την παράδοση; Ότι κατά κάποιον τρόπο έχουμε βγει απ’ την παράδοση. Αυτό το καταλαβαίνουμε πρώτα-πρώτα εμπειρικά.

Οι φυλές και οι λαοί που έχουν μείνει κλεισμένοι μέσα στην παράδοσή τους δεν βλέπουν καν την παράδοση σαν παράδοση: ζουν μέσα σε αυτήν και θεωρούν την παρούσα ζωή τους σαν συνέχεια ενός αμετάβλητου τρόπου ζωής.

Και μπορούμε να το καταλάβουμε και λογικά: για να διερωτηθούμε για τη σχέση μας με την παράδοση πρέπει η σχέση αυτή να έχει γίνει, περισσότερο ή λιγότερο προβληματική, πρέπει να έχει δημιουργηθεί μια απόσταση απ’ την παράδοση.

Απόσταση δεν σημαίνει απεμπόληση ή λησμονιά. Σημαίνει και άλλου είδους παρουσία και άλλου είδους σχέση. Μια σύντομη ανασκόπηση της ανθρώπινης ιστορίας μας δείχνει ακριβώς δυο κύριους τύπους σχέσης με την παράδοση.

Ο πρώτος που ασφαλώς πρέπει να ήταν και μόνος για εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια μέχρι την 1η χιλιετία πχ, είναι ο τύπος των αρχαϊκών (ή πρωτόγονων ή αγρίων) κοινωνιών. Αν στηριχτούμε στη γνώση που έχουμε για τέτοιου τύπου κοινωνίες από την εθνολογία (που τις μελέτησε τους δυο τελευταίους αιώνες), θα συνάγουμε ότι σε αυτές τις κοινωνίες, τρόπος ζωής, έθιμα, οργάνωση, τεχνική, διαβιβάζονται σχεδόν αναλλοίωτα από γενιά σε γενιά.

Ανεπαίσθητες αλλοιώσεις βέβαια συνεχώς εμφανίζονται, αλλιώς δεν θα υπήρχε διάκριση ανάμεσα στις διάφορες η ωλιθικές, παλαιολιθικές και νεολιθικές εποχές Αλλά οι κοινωνίες αυτές δεν έχουν συνείδηση αυτών των αλλοιώσεων. Πιστεύουν ότι από τότε που υπάρχει η φυλή τους, η ζωή τους και οι νόμοι τους έμειναν οι ίδιοι. Βέβαια από όσο ξέρουμε, όχι μόνο υπάρχει μια συνείδηση του χρόνου και της διαδοχής των γενεών, αλλά υπάρχει και μια μυθική παράσταση ενός πρώτου χρόνου ή «πρώτης στιγμής», στιγμής δημιουργίας και του κόσμου και της ίδιας της φυλής. Αυτή αποδίδεται σε έναν ή πολλούς θεούς και σε έναν ή πολλούς «ήρωες» ή προγόνους, που έθεσαν μια για πάντα τους νόμους, την τάξη και την οργάνωση του κόσμου και της φυλής. Οι δημιουργοί αυτοί, θείοι ή ανθρώπινοι, έχουν πάντως μια ιερή φύση που φυσικά μεταβιβάζουν και στα δημιουργήματά τους.

Από αυτά απορρέει άμεσα ο ιερός χαρακτήρας των θεσμών της φυλής, που κάνει ιερόσυλη και βλάσφημη κάθε ιδέα μεταβολής τους. Οι θεσμοί, όπως ο τρόπος ζωής, είναι κυριολεκτικά καθιερωμένοι μια για πάντα λόγω της ιερής προέλευσής τους.

Η κλασσική εβραϊκή παράδοση που κληρονόμησε και ο Χριστιανισμός και το Ισλάμ, παρ’ όλο που προέρχεται από μια κοινωνία που με κανένα τρόπο δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αρχαϊκή, πρωτόγονη ή άγρια, προσφέρει μια τέλεια εικόνα αυτής της κατάστασης. Ο θεός δημιούργησε τον κόσμο και τους ανθρώπους, εδιάλεξε ανάμεσα σ’ αυτούς μια φυλή στην οποία μια σειρά από θεόπνευστους «ήρωες» -Αβραάμ, Ισαάκ, Ιακώβ και τελικά Μωυσής-παρουσίασαν τους νόμους του Θεού.

Αυτές οι κοινωνίες μπορούν να ονομαστούν ετερόνομες γιατί θεωρούν τους νόμους τους δοσμένους από κάποιον ανώτερο Άλλο και συνεπώς απαγορεύουν στον εαυτό τους οποιαδήποτε μεταβολή αυτών των νόμων. Από την σκοπιά όπου τοποθετηθήκαμε, η σχέση αυτών των κοινωνιών με την παράδοση μπορεί να ονομαστεί παθητική.

Μια ιστορική στροφή, καλύτερα ρήξη, εμφανίζεται με την αρχαία Ελλάδα και ξανά μετά από πολλούς αιώνες στην Δυτική Ευρώπη. και στις δυο αυτές περιπτώσεις η σχέση με την παράδοση αλλάζει και μπορεί να ονομαστεί ενεργητική. Η αλλαγή αυτή είναι φυσικά οργανικά συνδεδεμένη με αυτό που συνιστά την απόλυτη ιστορική ιδιομορφία της αρχαίας Ελλάδας, τη δημιουργία για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία μιας κίνησης προς την αυτονομία, δηλαδή την ελευθερία, σε σχεδόν όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής, κατά πρώτο λόγο στην πολιτική με τη δημιουργία της δημοκρατίας και στη σκέψη με τη δημιουργία της φιλοσοφίας και της επιστήμης. Η δημιουργία αυτή ισοδυναμεί βέβαια με μια ριζική ρήξη με την προηγούμενη κατάσταση πραγμάτων.

Η Αθηναϊκή δημοκρατία, στην ουσία της, δεν έχει καμιά σχέση με τις ομηρικές ή μινωικές ή μυκηναϊκές βασιλείες όπως και η φιλοσοφία αναδύεται ως καταστροφή της μυθικής παράδοσης του κόσμου. Πχ και οι δυο πρώτοι ιστορικοί, ο Εκαταίος και ο Ηρόδοτος αρχίζουν τα συγγράμματά τους και τα δικαιολογούν με την βεβαίωση ότι αυτά που οι Έλληνες διηγούνται για το παρελθόν τους είναι παραμύθια. Εν τούτοις, αυτά με κανέναν τρόπο δεν σημαίνουν απεμπόληση ή λησμονιά της παράδοσης. Συμβαδίζουν με την διαμόρφωση μιας νέας σχέσης ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν, που μπορεί να τη χαρακτηρίσει κανείς με δυο λέξεις φαινομενικά αντιφατικές, σεβασμός και μεταμόρφωση. Η αντίφαση αίρεται άμα σκεφτούμε ότι σ’ αυτό το πεδίο σεβασμός δεν σημαίνει τυφλή λατρεία και παγωμένη συντήρηση, αλλά αναζωογόνηση του παρελθόντος μέσω της μεταμόρφωσης των στοιχείων του που έτσι γίνονται σημαντικά για το παρόν.

Θα προσπαθήσω να κάνω κατανοητό αυτό που θέλω να πω με παραδείγματα από τον χώρο της τέχνης και ιδιαίτερα αυτού που ονομάζουμε λογοτεχνία. Ξέρουμε ότι ο Όμηρος έμεινε πάντα ζωντανός στην κλασσική Ελλάδα, τα ομηρικά έπη τα τραγουδούσαν στις γιορτές και τα παιδιά τα μάθαιναν στο σχολείο. Ξέρουμε όμως επίσης ότι μετά τον Ησίοδο και το έπος και το χαρακτηριστικό του μέτρο, το δακτυλικό εξάμετρο, εξαφανίζονται και ότι οι καινούργιοι ποιητές, ο Αρχίλοχος, η Σαπφώ και αυτοί που ακολούθησαν, δημιουργούν νέα μέτρα, νέα θέματα, νέες μορφές ποίησης. Αυτό δεν εμπόδισε τους κλασσικούς φιλόσοφους, Πλάτωνα και Αριστοτέλη, να παραθέτουν τους ομηρικούς στίχους στα φιλοσοφικά τους κείμενα. Αλλά μόνο στην αλεξανδρινή εποχή, εποχή παρακμής, με τα «Αργοναυτικά» του Απολλώνιου του Ρόδιου, εμφανίζεται μια προσπάθεια μίμησης των ομηρικών επών, φυσικά με πολύ μέτρια αποτελέσματα.

Αλλά το πιο λαμπρό παράδειγμα αυτής της δημιουργικής μεταμόρφωσης της παράδοσης μας το δίνει η Αθηναϊκή τραγωδία και η σχέση της με την άλλη προαιώνια μεγάλη ελληνική δημιουργία, τον μύθο. Όλοι οι λαοί έχουν ωραίους μύθους, αλλά μόνο οι αρχαίοι ελληνικοί μύθοι είναι αληθινοί, μεστοί από ανθρωπολογικά και κοσμολογικά νοήματα, αληθινά που παρουσιάζονται με μυθική μορφή. Είναι φυσικά αδύνατο να ξέρουμε ως ποιο βαθμό αυτό το νόημα των μύθων σε όλη του την έκταση και την ένταση μπορούσαν να το αφομοιώσουν και να το οικειοποιηθούν οι Έλληνες, ας πούμε του 6ου πΧ αιώνα. Λογικό είναι να υποθέσουμε ότι τουλάχιστον ασυνείδητα και υπόγεια τους άγγιξε, αλλιώς και οι μύθοι ως μύθοι δεν θα είχαν διασωθεί.

Αυτό που εμφατικά ξέρουμε είναι ότι η τραγωδία, που με μόνη εξαίρεση τους «Πέρσες» του Αισχύλου και την «Μιλήτου Άλωση» του Φρύνιχου έχει ως αποκλειστικό θέμα της τους μύθους, αφενός αναλαμβάνει αυτό το νόημα, το κάνει προσιτό σε όλους, το πλουτίζει, ασφαλώς το μεταμορφώνει και του δίνει μιας εκπληκτικής έντασης και ενάργειας παρουσίαση με την ενσάρκωσή του σε ανθρώπινους χαρακτήρες και λόγους, αφετέρου εκσυγχρονίζει τους μύθους, τους πλέκει με τα καινούργια προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι Αθηναίοι του 5ου αιώνα.

Ταυτόχρονα βλέπουμε τους ποιητές να τροποποιούν και να πλουτίζουν την πλοκή των μύθων. Αναμφισβήτητη ένδειξη μας δίνει στην ποιητική του ο Αριστοτέλης, λέγοντας ότι η σημαντικότερη αρετή του τραγικού ποιητή είναι η μυθοσκοπία. Θα έπρεπε να είχαμε το χρόνο να το δείξουμε αυτό πάνω σε συγκεκριμένα παραδείγματα. Θα περιοριστώ να αναφέρω την «Ορέστεια» του Αισχύλου, τις τρεις θηβαϊκές τραγωδίες του Σοφοκλή («Οιδίπους τύραννος», «Οιδίπους επί Κολονώ», «Αντιγόνη») και τις «Τρωάδες» του Ευριπίδη.

Συνοπτικά η τραγωδία ούτε επαναλαμβάνει το μύθο, ούτε τον χρησιμοποιεί σαν παθητικό υλικό. Στηρίζεται στις δυνατότητές του και δημιουργεί μια καινούργια μορφή τέχνης που της επιτρέπει, σε μια οργανική συνέχεια με το μύθο να παρουσιάσει καινούργια περιεχόμενα. Ανάλογες αναπτύξεις θα μπορούσε να κάνει κανείς για την αρχιτεκτονική, τη γλυπτική ή τη ζωγραφική όσο την ξέρουμε από τα αγγεία.

Από αυτή τη σκοπιά, τη δημιουργία μιας καινούργιας σχέσης με την παράδοση, ο μόνος αληθινός κληρονόμος της αρχαίας Ελλάδας είναι η Δυτική Ευρώπη. Χωρίς να μακρηγορήσω, θα υπενθυμίσω πόσο ο δυτικοευρωπαϊκός πολιτισμός, από τον 11ο αιώνα και πέρα, και υπήρξε επαναστατικά δημιουργός και διατήρησε μια γνήσια σχέση με την παράδοση που είχε πίσω του, είτε λαϊκή, είτε «καλλιεργημένη». Η παράδοση αυτή περιλαμβάνει βέβαια κατά πρώτο λόγο τη χριστιανική κληρονομιά και αργότερα την ελληνορωμαϊκή κληρονομιά.

Και σ’ αυτήν την περίπτωση, μιλώντας πολύ σύντομα, θα πάρω για παράδειγμα την καταπληκτική εξέλιξη της δυτικοευρωπαϊκής ζωγραφικής που αρχίζει με μια εκκλησιαστική εικονογραφία, παραφυάδα της βυζαντινής και από τον Giotto και μετά παρουσιάζει μια ακατάπαυστη δημιουργική ανανέωση που όμως είναι ταυτόχρονα μια αδιάκοπη οργανική συνέχεια ως το 1950. Το ίδιο ισχύει και για την μουσική που βγαίνει και από την εκκλησιαστική ρίζα του γρηγοριανού άσματος και από την φολκλορική ρίζα λαϊκών μελωδών, ρυθμών και τρόπων.

Η βαθιά σχέση μεγάλων μουσικών δημιουργών, όπως οι κλασσικοί Γερμανοί, ο Chpin, o Musorsgy, o Albeniz, μ’ αυτές τις ρίζες αλλά και η ικανότητά τους να μετουσιώνουν επαναστατικά τα στοιχεία της παράδοσης που χρησιμοποιούν είναι προφανείς. Το πιο έντονο παράδειγμα αυτής της σχέσης προσφέρει ίσως η δυτικοευρωπαϊκή φιλοσοφία η οποία, μέσα από τις συνεχείς τομές στην ιστορία της σκέψης που παρουσιάζει, εξελίσσεται πάνω σε ρητή αναφορά με την παράδοση της φιλοσοφικής θεολογίας του μεσαίωνα και της κλασσικής ελληνικής φιλοσοφίας.

Η περίπτωση της Δυτικής Ευρώπης παίρνει για μας όλο το τραγικό της βάρος, αν την αντιπαραθέσουμε μ’ αυτά που έγιναν ή δεν έγιναν στο ανατολικό μέρος της άλλοτε Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, στο Βυζάντιο. Παρά το ότι το Βυζάντιο δεν υποχρεώθηκε να διασχίσει την περίοδο καθαρής βαρβαρότητας που υπέστη η Δυτική Ευρώπη από τον 5ο ως τον 11ο αιώνα, ο πολιτισμός του μας δίνει στις μεγάλες του γραμμές μια στατική εικόνα απολιθωμένων μορφών. Η σχέση με την παράδοση εδώ είναι στείρα, μιμητική και επαναληπτική. Η ζωγραφική γίνεται μια εικονογραφία που πολύ γρήγορα φτάνει σε τυποποιημένες μορφές τις οποίες μετά απλώς επαναλαμβάνει μιμούμενη τον εαυτό της. Το ίδιο ισχύει και για την αρχιτεκτονική. Η τέχνη του λόγου μένει μια ισχνή και ανιαρή απομίμηση των αρχαίων προτύπων. Έξω από τη λαϊκή μουσική, που γι’ αυτή την περίοδο ελάχιστα ξέρουμε, η μουσική καθηλώνεται στο μοναδικό εκκλησιαστικό άσμα.

Δυο παραδείγματα μπορούν να συνοψίσουν τη βυζαντινή και μεταβυζαντινή πολιτισμική κατάσταση.

Οι Βυζαντινοί κληρονόμησαν ό,τι περίπου σώζεται και σήμερα από την αρχαία ελληνική γραμματεία. Απ’ αυτούς την παίρνουν και την μεταφράζουν οι Άραβες και αργότερα οι Δυτικοευρωπαίοι. Οι Άραβες, όχι μόνο σχολιάζουν τον Πλάτωνα και ιδίως τον Αριστοτέλη, αλλά μέσα απ’ αυτή την επαφή γεννούν τουλάχιστον δύο σημαντικούς φιλοσόφους, τον Αβικκένα και τον Αβερρόη. Για τους Δυτικοευρωπαίους, η «ανακάλυψη» των αρχαίων ελληνικών κειμένων δημιουργεί έναν εκρηκτικό συγκλονισμό που βρίσκει το πρώτο του κορύφωμα στην Αναγέννηση, αλλά που οι δονήσεις του δεν σταματούν, περιοδικά διαπιστώνεται κάτι σαν επιστροφή στους Έλληνες. Τώρα τι κάνουν οι Βυζαντινοί; Απλώς αντιγράφουν τα αρχαία χειρόγραφα και τους σχολιαστές τους και κάπου κάπου προσθέτουν και κανένα σχόλιο.

Το άλλο παράδειγμα είναι ο Γκρέκο. Παινευόμαστε και ξιπαζόμαστε με τον Γκρέκο χωρίς να καταλαβαίνουμε τι σημαίνει η περίπτωσή του. Ο Γκρέκο είναι βέβαια βαθιά ριζωμένος στην χριστιανική παράδοση και ξεκινάει από βυζαντινούς τύπους. Αλλά το πέρασμά του από τη Βενετία και η εγκατάστασή του στην Ισπανία τον αλλάζουν ριζικά. Η ζωγραφική του σαφώς μαρτυράει την προέλευσή του πχ σε παραλλαγές χρωματικής ή στην περίφημη επιμήκυνση των προσώπων και των σωμάτων. Αλλά τα αριστουργήματα της ισπανικής εποχής «Η ταφή του κόμητος Οργκάθ», «Οι απόψεις του Τολέδου», «Η κυρία με τη γούνα» είναι αδύνατα και αδιανόητα στο Βυζάντιο ή στη Κρήτη του 17ου αιώνα.

Οι σημερινοί Βυζαντινοκάπηλοί μας δεν στέκονται μια στιγμή να αναρωτηθούν γιατί ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος έπρεπε να εγκατασταθεί στην Ισπανία και να γίνει El Greco; Το Βυζάντιο και η εποχή της Τουρκοκρατίας μας προσφέρουν το παράδειγμα ενός μεταελληνικού πολιτισμού που έχει κάποια γνώση της αρχαιότητας σε σχέση με αυτήν, αλλά που μένει καθηλωμένη σε μια μιμητική, εξωτερική και άγονη σχέση με την παράδοση.

Τέλος έρχομαι στο σύγχρονο ελληνικό δράμα. Τα κεντρικά στοιχεία του ελληνικού δράματος είναι, από τη μια μεριά, η τριπλή αναφορά που περιέχει για μας η παράδοση: Αναφορά στους αρχαίους Έλληνες, αναφορά στο Βυζάντιο, αναφορά στη λαϊκή ζωή και κουλτούρα, όπως αυτή δημιουργήθηκε στους τελευταίους αιώνες του Βυζαντίου και κάτω από την Τουρκοκρατία. Από την άλλη μεριά, η αντιφατική και, θα μπορούσε να πει κανείς, ψυχοπαθολογική σχέση μας με τον δυτικοευρωπαϊκό πολιτισμό, που περιπλέκεται ακόμα περισσότερο από το γεγονός ότι ο πολιτισμός αυτός έχει μπει εδώ και δεκαετίες σε μια φάση έντονης κρίσης και υποβόσκουσας αποσύνθεσης.

Η διπλή και ταυτόχρονη αναφορά στην αρχαία Ελλάδα και στο Βυζάντιο, που αποτέλεσε το επίσημο «πιστεύω» του νεοελληνικού κράτους και του πολιτιστικού κατεστημένου της χώρας οδήγησε και οδηγεί σε αδιέξοδο, κατά πρώτο και κύριο λόγο διότι οι δυο αυθεντίες που επικαλείται βρίσκονται σε διαμετρική αντίθεση μεταξύ τους.

Ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός είναι πολιτισμός ελευθερίας και αυτονομίας, που εκφράζεται στο πολιτικό επίπεδο στην πολιτεία ελεύθερων πολιτών που συλλογικά αυτοκυβερνώνται και στο πνευματικό επίπεδο με την ακατάπαυστη επαναστατική ανανέωση ετερονομίας, αυτοκρατορικού αυταρχισμού και πνευματικού δογματισμού. Στο Βυζάντιο δεν υπάρχουν πολίτες, αλλά υπήκοοι του αυτοκράτορα, ούτε στοχαστές, μόνο σχολιαστές ιερών κειμένων. Η προσπάθεια συνδυασμού και συμφιλίωσής τους δεν μπορούσε παρά να νεκρώσει κάθε δημιουργική προσπάθεια και να οδηγήσει σε ένα στείρο σχολαστικισμό, όπως αυτός που χαρακτήριζε το πνευματικό κατεστημένο της χώρας επί ενάμιση σχεδόν αιώνα μετά την ανεξαρτησία και που επαναλάμβανε τα χειρότερα μιμητικά στοιχεία του Βυζαντίου.

Καθ’ όσο ξέρω, είμαστε ο μόνος λαός με μεγάλο πολιτιστικό παρελθόν που πρόσφερε στον κόσμο το γελοίο και θλιβερό θέαμα προσπάθειας τεχνητής επαναφοράς της γλώσσας που μιλιόταν πριν από 25 αιώνες. Ούτε οι Ιταλοί προσπάθησαν να ξαναζωντανέψουν τα λατινικά, ούτε οι Ινδοί τα σανσκριτικά. Και είναι εξίσου χαρακτηριστικό ότι ενώ η Δυτική Ευρώπη, στους δυο περασμένους αιώνες εγέννησε δεκάδες λαμπρούς ελληνιστές, μόνο τρία ονόματα έχουμε που μπορούν να σταθούν αχνά στο ίδιο επίπεδο με αυτούς: Τον Κοραή, τον Βερναρδάκη και τον Συκουτρή – τον οποίο Συκουτρή οδήγησε χαρακτηριστικά σε αυτοκτονία ο φθόνος και το μίσος των κηφήνων του εν Αθήνησι Πανεπιστημίου.

Περηφανευόμαστε ότι είμαστε απόγονοι των αρχαίων, αλλά για να μάθουμε τι έλεγαν και τι ήταν οι αρχαίοι πρέπει να προσφύγουμε σε ξένες εκδόσεις και σε ξένες μελέτες.

Αυτή η ίδια στάση έκανε ασφαλώς επίσης αδύνατη τη γονιμοποίηση της λαϊκής παράδοσης και τη μεταφορά της στο χώρο της έντεχνης παιδείας, με εμφατική εξαίρεση την ποίηση. Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι ο τεράστιος μουσικός πλούτος της λαϊκής μουσικής σε μελωδίες, ρυθμούς, κλίμακες και όργανα έμεινε νεκρός στα χέρια των νεοελλήνων συνθετών, όπως έμεινε άχρηστος και ο αρχιτεκτονικός και διακοσμητικός πλούτος της λαϊκής παράδοσης.

Τέλος, αυτή η αναφορά στα δύο μεγάλα παρελθόντα, με τον αποστειρωτικό τρόπο που ετέθη, είναι στη ρίζα της σχιζοφρενικής μας σχέσης με το δυτικοευρωπαϊκό πολιτισμό, του συνδυασμού ενός κακομοιριασμένου αισθήματος κατωτερότητας και μιας ψωροπερήφανης και αστήρικτης αυθάδειας. Έτσι παίρνουμε από τους ξένους τις BMW, τις τηλεοράσεις, τα κατεψυγμένα, κλπ, κλπ, χωρίς να μιλήσω για τα πακέτα Ντελόρ και τους βρίζουμε για την υποδούλωσή τους στην τεχνική και στον ορθολογισμό τους. Πράγματα που η Δύση βέβαια δεν περίμενε τους νεοφώτιστους ελληνορθόδοξους για να τα κριτικάρει και να τα καταγγείλει η ίδια και που δεν απαλείφονται με μια ετήσια εκδρομή στο Άγιο Όρος.

Φαντάζομαι ότι δεν περιμένετε από μένα να δώσω συνταγές για το πώς θα μπορούσαμε να υπερβούμε αυτή τη δραματική βουβαμάρα που πολιτισμικά μας χαρακτηρίζει σήμερα. Για ένα πράγμα είμαι βέβαιος: αυτό που από την ελληνική ιστορία διαδόθηκε, γονιμοποίησε τον κόσμο και παραμένει σημείο αναφοράς και πηγή έμπνευσης είναι η αρχαία ελληνική δημιουργία και η ανάδυση μέσα από αυτήν των ιδεών της αυτονομίας και της ελευθερίας.

Αν η Δυτική Ευρώπη μπόρεσε, με τη σειρά της, να μεγαλουργήσει κι αυτή επί δέκα σχεδόν αιώνες, είναι και διότι μπόρεσε να συγκροτήσει μέσα από τις δυο Αναγεννήσεις, την κλασσική εποχή, το Διαφωτισμό και τις μετέπειτα εξελίξεις, μια σχέση δημιουργικού διαλόγου κι όχι μιμητικής επανάληψης με τα αρχαία ελληνικά σπέρματα. Για μας σήμερα, αν είμαστε ικανοί να τον συγκροτήσουμε, ένας τέτοιος διάλογος που προϋποθέτει και τη βαθιά γνώση και το σεβασμό της λαϊκής μας παράδοσης δεν μπορεί παρά να είναι διπλός: και με τους αρχαίους και με την τεράστια πολιτιστική κληρονομιά της Δυτικής Ευρώπης.

Όπως το ανέφερα ήδη, και αυτός ο δυτικός πολιτισμός περνάει σήμερα μια βαθιά κρίση που δεν ξέρουμε αν και πότε θα μπορέσουν οι δυτικοί λαοί να την ξεπεράσουν. Είτε το θέλουμε είτε δεν το θέλουμε, στο ίδιο καράβι είμαστε μπαρκαρισμένοι κι εμείς και δεν εννοώ τις οικονομικές και διπλωματικές διασυνδέσεις. Αν μπορέσουμε να αφομοιώσουμε δημιουργικά τον απέραντο πολιτισμικό πλούτο που δημιούργησε η Δύση –και που περιέχει έστω και ανεπαρκώς την αρχαία ελληνική αναφορά- θα μπορέσουμε ίσως να μιλήσουμε μια πραγματικά δική μας γλώσσα και να παίξουμε την παρτίδα μας σε μια νέα πολιτιστική συμφωνία.

Αλλιώς θα εξακολουθήσουμε να βράζουμε στο ζουμί μας και να καλλιεργούμε την περιθωριακή μας ασημαντότητα.

Τι είναι το νεωτερικό κράτος;

Το νεωτερικό κράτος και η εποχή μας

Το κράτος της νεωτερικής εποχής αρχίζει βασικά να διαμορφώνεται κατά τον δέκατο έκτο αιώνα και έκτοτε να εγκαθιδρύεται ως κραταιά υπόσχεση μιας νέας εποχής. Από τότε έως και σήμερα έχει υποστεί πολλές μεταλλαγές, ορισμένες όψεις του ωστόσο επανέρχονται προσαρμοσμένες στη σημερινή εποχή. Η προσαρμογή αυτή επιχειρεί, κατά κύριο λόγο, να συνταιριάξει δυο τινά: τη μετατροπή των υπηκόων σε μάζα και την απόλυτη εξουσία. Για να γίνεται περαιτέρω κατανοητός αυτός ο συνδυασμός ως κρατική λειτουργία χρειάζεται να δούμε τι είναι το νεωτερικό κράτος. Ευθύς με την έναρξη του δέκατου έκτου αιώνα, η κρατική μορφή που ολοταχώς κατακτά έδαφος, στην Ευρωπαϊκή Δύση βασικά, είναι η απόλυτη μοναρχία. Θεμελιώδες χαρακτηριστικό της είναι η συγκέντρωση όλης της εξουσίας υπό το σιδερένιο χέρι του βασιλιά. Αυτός ο συγκεντρωτικός χαρακτήρας της κρατικής εξουσίας διαφοροποιεί, κατ’ αρχήν, το νεωτερικό κράτος από το φεουδαρχικό. Το τελευταίο, όσο κι αν αποτελούσε έναν κλειστό κόσμο υπό την «θεόπεμπτη» καθοδήγηση του «πατερούλη» φεουδάρχη, διατηρούσε έναν πλουραλισμό δυνάμεων, μια σχετική αυτονομία τοπικών διοικήσεων. Τέτοιες, για παράδειγμα, φεουδαρχικές «αυτονομίες», στις εποχές μας και σε χώρες κυρίως σαν την Ελλάδα ή τις πρώην ανατολικές, έχουν εμφανιστεί και εμφανίζονται –πάντοτε στην αναλογία του σήμερα– με το προσωπείο της καθεστωτικής «αριστεράς». Είναι εκείνα τα «αυτόνομα σοσιαλιστικά» μορφώματα, που σήμερα ασύστολα εμπαίζουν τον λαό και τα οποία ο Μαρξ στο κομμουνιστικό μανιφέστο αποκαλούσε φεουδαρχικό σοσιαλισμό.

Το νεωτερικό κράτος δεν καταλαβαίνει από τέτοιες αυτονομίες. Εξαφανίζει όλους τους παραδοσιακούς δεσμούς και θεσμούς, όλες τις αντιπροσωπευτικές θεσμίσεις, τις ελεύθερες κοινότητες εντός του κράτους, καθώς αντικειμενικά θα λειτουργούσαν ως μια αποδυνάμωση της απόλυτης ισχύος του, ως κάποια μορφή μερισμού της κρατικής εξουσίας ή ως προπομπός για αμφισβήτηση της απόλυτης επικυριαρχίας του ηγεμόνα. Γι’ αυτό ο τελευταίος επιθυμεί να υπάρχει ετούτη η επικυριαρχία ως μια συμπαγής και μοναδική εξουσία, ανεξάρτητη από κάθε άλλη παράπλευρη συμπαντική η οικουμενική δύναμη, π.χ. από την εκκλησία. Ανεξάρτητη με το νόημα ότι ο κόσμος του κράτους αυτο-ανακηρύσσεται σε υπέρτατο κόσμο: δεν αναγνωρίζει τίποτε άλλο πέραν του ίδιου του εαυτού του, όσο κι αν συχνά-πυκνά επικαλείται την έννοια του θείου και φαινομενικά εκδηλώνει «σεβάσμια» συμπεριφορά προς αυτό· στην πράξη, το υποτάσσει στις δικές του βλέψεις και τείνει, δι’ αυτής της υποταγής, να νομιμοποιεί όλη την αντινομία της υπαρκτικής του σύστασης και τη βία της λειτουργικής του ύπαρξης. Ποια είναι η εν λόγω αντινομία; Από τη μια το δίκαιο απογυμνώνεται από την παλαιά σύλληψη του ως μιας ανώτερης δικαιικής οντότητας και γίνεται δίκαιο της κρατικής βίας: η βούληση του ηγεμόνα γίνεται νόμος του κράτους και διαχέεται προς τους υπηκόους με τη μορφή του κράτους «δικαίου». Από την άλλη, ως εκ τούτου, αυτή η βούληση αποκτά τον χαρακτήρα ή τη μορφή του νόμου με γενική ισχύ έναντι των μερικών βουλήσεων.

Αυτό εν τέλει σημαίνει πως η βούληση του κράτους δεν διαφοροποιείται ούτε κατ’ ελάχιστον από τη δύναμη: ο απόλυτος μονάρχης έχει πάντα δίκαιο, ακόμη κι όταν πράττει άδικα, ενώ ο υπήκοος έχει τότε μόνο δίκαιο, όταν η πράξη του υπηρετεί τα συμφέροντα του ηγεμόνα. Η απόλυτη ταύτιση λοιπόν βουλητικής ενέργειας του ηγεμόνα και κρατικής δύναμης έχει ως συνέπεια να χάνουν οριστικά και πλήρως την ευεργετική ισχύ τους παλαιές μορφές και πηγές εθιμικού δικαίου, επαρχιακές ή περιφερειακές μορφές εξουσίας και τόσες άλλες παραδόσεις ή συνήθειες, που εξασφάλιζαν κάποιες ελευθεριακές κινήσεις στους υπηκόους και αποτελούσαν μια εστία αντίστασης στη φεουδαρχική εξουσία. Μοναδικό μέλημα του κράτους τώρα είναι η οργάνωση και η αύξηση της δύναμής του: πολιτικής, οικονομικής στρατιωτικής. Όσο αυξάνεται ως τέτοια δύναμη, τόσο ο κρατικός νόμος, που τον θεσπίζει η βούληση του απόλυτου μονάρχη, εργάζεται για την εξαφάνιση κάθε άλλης πηγής δικαίου, πέραν της κρατικής. Ο κρατικός νόμος, κατ’ αυτό τον τρόπο, ή άλλως το λεγόμενο κράτος «δικαίου» αποκτά ή ενισχύει το κύρος του ως δύναμη εξαφάνισης κάθε πηγής αντίστασης ατόμων ή ομάδων, εναρμονισμένων με δικές τους παραδοσιακές, εθιμικές μορφές δικαίου. Αυτή η δύναμη εξαφάνισης, στη διαρκή της ενέργεια και επενέργεια ως κρατική δύναμη, γίνεται η απρόσωπη δύναμη ή ισχύς των νόμων που επιδιώκει να κάνει αρχή λειτουργίας του κράτους την ομοιομορφία, αυτό που σήμερα λένε κοινωνική και πολιτική «ειρήνη». Η ομοιομορφία τούτη επιφανειακά εμφανίζεται, με σημερινούς όρους, ως ειρηνική συνύπαρξη ή συνεργασία πολιτών και πολιτικών. Στην ουσία της είναι η συντριβή της μοναδικότητας του ατόμου από τους κρατικούς πολιτικούς· μια συντριβή που άλλοτε λαμβάνει χώρα ως καταπίεση και καταστολή, άλλοτε ως συγκατάθεση ή συναίνεση. Έτσι αρχίζει η μετατροπή των ατόμων σε μάζα, σε μπουλούκι που δεν έχει πια καμιά νοσταλγία για την ιστορική ή την πάτρια παράδοση παρά μόνο καυχιέται για τη «λαμπρότητα» της «δημοκρατικής» εξουσίας που το συνθλίβει: το θέλει να είναι μπουλούκι.

Μ. Heidegger: Sein ή Da-sein

Πώς σχετίζεται το Sein με το Da-sein;

Η πιο κεντρική, αλλά και πιο πολυσυζητημένη έννοια της φιλοσοφίας, από τους αρχαίους χρόνους έως και σήμερα, είναι αυτή του Είναι (Sein). Επομένως, κάθε νέα προσέγγισή της από τον ένα ή τον άλλο φιλόσοφο περιέχει μια υπόρρητη πολυσημία, η οποία σε καμιά περίπτωση δεν ανατρέπει την καθορισμένη σημασία, που επιφυλάσσει ο κάθε φιλόσοφος στη συγκεκριμένη έννοια. Ο Χάιντεγκερ προβάλλει μια σύλληψη του Είναι, που βρίσκεται σε αλληλενεργό, τουτέστι γόνιμη, αντίθεση τόσο με το ον (seiendes) –δηλαδή με το ον ή τα όντα ως τέτοια όπως επίσης με κάθε είδους οντότητα (Entität)– όσο και με τη γνώση, ως γνωσιακή διαδικασία (Erkennen) και ως αποτέλεσμα γνώσης ετούτης της διαδικασίας (Wissen). Τι δεν είναι λοιπόν Sein για τον φιλόσοφο; Δεν είναι η παραδοσιακή αντίληψη περί Είναι, με όλες τις διαφορετικές αποχρώσεις της. Αυτό το «δεν είναι» ωστόσο για τον Χάιντεγκερ δεν παραπέμπει σε μια στείρα άρνηση του Παραδοσιακού, αλλά σε μια εδραία ιστορικότητα του Είναι, δυνάμει της οποίας ο φιλόσοφος αποφαίνεται, συμφωνώντας και με τον Αριστοτέλη, ότι υπάρχουν πολλά και διαφορετικά είδη του Είναι –αν όχι και αντίστοιχες πολυσημίες του– μέσα στην ιστορία· άρα το πρώτο καθοριστικό βήμα για το Είναι πραγματοποιείται ως το ερώτημα για το Είναι ή ακριβέστερα για το νόημα του Είναι. Αλλά ποιος θέτει το ερώτημα αυτό: μήπως ένα οποιοδήποτε ον, ας πούμε, μια πέτρα, ένα σφυρί, ένα κτήριο κ.λπ.; Κανένα τέτοιο ον, απαντά ο Χάιντεγκερ, παρά μόνο το Dasein [=Εδωνά-Είναι]. 

Το Dasein, κατά το μάλλον ή ήττον, είναι αυτό που θέτει το ερώτημα: τι είναι (το) Είναι, επειδή, ως σχετιζόμενο με το ανθρώπινο Είναι, κατέχει μια προκατανόηση (Vorverständnis) του Είναι. Εάν δεν ίσχυε τούτο, δεν θα ήταν δυνατόν κανένα ερώτημα για το Είναι. Μόνο ο άνθρωπος, ως Dasein, δύναται να ερωτά για το Είναι και το νόημά του· και δι’ αυτού του ερωτήματος για τον ίδιο τον εαυτό του, όχι γενικά ως άνθρωπο, αλλά ως ορισμένο εν-χρόνω-και-τόπω-Είναι. Η προκατανόηση, βέβαια, που διαθέτει ετούτο το Είναι δεν συνιστά κάποια τελεσίδικη ερμηνεία ή εξήγηση του Είναι, άρα μια τέτοια που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση. Απεναντίας είναι μια πράξη της σκέψης, που λαμβάνει χώρα μέσα στον ιστορικό ορίζοντα του Είναι. Ως τέτοια πράξη περιέχει πλάνες ποικίλου είδους. Αλλά ετούτες οι πλάνες δεν αποτελούν λόγο για την αγνόησή της. Μια πιθανή αγνόηση θα απέκλειε τη δυνατή πολυσημία του Είναι, όπως εν-τοπίστηκε πιο πάνω στην §1, και θα οδηγούσε σε δογματικές θεωρήσεις και θεωρίες, μεταφυσικής-θεολογικής υφής- όπως είναι για παράδειγμα ουκ ολίγες σύγχρονες ιδεολογικο-πολιτικές κοσμοαντιλήψεις. Πώς θα μπορούσαν να αποφευχθούν, για παράδειγμα, τέτοιες πλάνες, όταν ξέρουμε πως κανείς δεν κατέχει την αλήθεια του Είναι ούτε καν αυτό το ίδιο, καθώς το τελευταίο δεν είναι με απόλυτη σαφήνεια αντιληπτό ή τόσο ανεξάρτητο και αυτόνομο από το ανθρώπινο Είναι και από τις αντιλήψεις του τελευταίου.

 Το Είναι δεν είναι ανεξάρτητο από το Dasein: ιδέες, θεωρίες, τραπέζια, καρέκλες, πόλεις και κάθε είδους παρόμοια ή άλλα όντα εξαρτούν την ύπαρξή τους και τον τρόπο με τον οποίο είναι [=υπάρχουν] από το γεγονός ότι δημιουργούνται, χρησιμοποιούνται, ερμηνεύονται, κατοικούνται κ.λπ., και μάλιστα όλα τούτα ως ενέργειες του ανθρώπινου Dasein. Το τελευταίο τούτο λοιπόν προσδιορίζεται οντολογικά από το γεγονός ότι είναι μέσα στον κόσμο: δηλαδή υποδηλώνει το εντός του κόσμου-Είναι, το οποίο δεν είναι ένα πράγμα ή αντικείμενο, ανάμεσα στα πολλά άλλα, αλλά βρίσκεται στο κέντρο του κόσμου και συνέχει αυτόν-εδώ. Με αυτό το νόημα ο Χάιντεγκερ διερευνά πρωταρχικώς το Dasein στο Είναι και Χρόνος, προκειμένου να οδηγηθούμε σε αυτό τούτο το Είναι. Το Dasein συναφώς παραπέμπει στον άνθρωπο και στον ιδιαίτερο τρόπο: να είναι. Ετυμολογικά ιδωμένο σημαίνει: «το να είναι [κανείς] εδώ ή εκεί». Το Da δεν σημαίνει μόνο το εδώ ή το εκεί, αλλά αμφότερα σε ένα, ανάλογα βέβαια και με τα συμφραζόμενα. Ενίοτε το Da ως εδώ λαμβάνει το νόημα του σημείου, όπου βρίσκεται το ομιλούν Εγώ, και ως εκεί το νόημα του σημείου, όπου βρίσκεται αυτός, στον οποίο απευθύνεται ο λόγος μου. Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, 

«η ουσία του Dasein [=εδωνά-Είναι] έγκειται στην ύπαρξή του [Existenz]. Γι’ αυτό το λόγο τα χαρακτηριστικά που μπορούν να αποδοθούν σ’ αυτό το ον δεν είναι παρευρισκόμενες “ιδιότητες” ενός παρευρισκόμενου όντος που έχει την τάδε ή τη δείνα μορφή, παρά είναι τρόποι, κατά τους οποίους αυτό το ον μπορεί να είναι, και τίποτα περισσότερο. Κάθε έτσι-Είναι [So-sein] αυτού του όντος είναι πρωταρχικά Είναι. Να γιατί, όταν δηλώνουμε αυτό το ον με τον όρο “Dasein” δεν εκφράζουμε το “τι” είναι –όπως λέμε τραπέζι, σπίτι, δέντρο– παρά το Είναι του» (Είναι και Χρόνος, σσ. 84-85).

Το Dasein λοιπόν, με αυτό το νόημα, διαφέρει οντολογικά από την αριστοτελική ουσία, ενώ συγχρόνως εκφράζει, πάλι οντολογικά και μόνο οντολογικά, τη δυνατότητα διαφορετικών τρόπων του Είναι και καμιά ορισμένη [ή οριστική] πραγματικότητα του ενός ή του άλλου πράγματος.

Fr. Hölderlin: η ποιητική ελευθερία της ύπαρξης

Friedrich Hölderlin: 1770-1843

«Αφότου μια συνομιλία είμαστε …»

1. Το ποίημα που παρουσιάζεται πιο κάτω είναι η τρίτη ακολουθία από την ελεγεία του Χαίλντερλιν: Άρτος και Οίνος. Με αυτό το ποίημα συνεχίζεται η ποιητική συνομιλία, που έχει ήδη αρχίσει με τη μετάφραση και τον σχολιασμό των δυο πρώτων ακολουθιών. Είναι απαραίτητη η εμμονή σε μια τέτοια συνομιλία; Σύμφωνα με τον Χάιντεγκερ, «η ποίηση του Χαίλντερλιν είναι για μας ένα πεπρωμένο [που] αναμένει την ανταπόκριση των θνητών» (GA 4, 195). Απ’ αυτή την άποψη, επομένως, η ανταπόκρισή μας στον ποιητικό λόγο του ποιητή είναι απαραίτητη, γιατί μας επιτρέπει να ερχόμαστε σε συνομιλία με το πεπρωμένο μας. Αλλά ποιο πεπρωμένο μας; Εκείνο της αρχέγονης σκέψης και συνάμα γλώσσας που υποβαστάζει έναν ολόκληρο λαό μέσα στη φωτεινή ιστορία του Είναι του, και συναφώς κατονομάζει την ιστορικότητά του. 

2. Φωτεινή ιστορία όχι με το τρέχον νόημα των διαδοχικών γεγονότων που φωτίζουν ή φωτίζονται ιστοριοδιφικά, αλλά με εκείνο της ζωντανής παρ-ουσίας μέσα στο χρόνο. Μια τέτοια ζωντανή παρ-ουσία σημαίνει, πριν απ’ όλα, «το Ανοικτό να ατενίσουμε/ κάτι δικό μας ν’ αναζητήσουμε, όσο κι αν είναι μακριά». Τι θέλει να μας πει εδώ ο ποιητής; Εάν το σημερινό –αλλά και εκάστοτε σημερινό– παρ-όν μας είναι λεηλατημένο, θολό και ξένο, τότε συμβαίνει εξαφάνιση, διάλυση, εκρίζωση της ως άνω ιστορικότητας –κάτι δηλαδή που συμβαίνει πραγματικά στο τωρινό Ελλαδικό τοπίο. Έτσι γινόμαστε αν-οίκειοι και ανέστιοι, απομακρυνόμαστε από την οντολογική μας πηγή και παύουμε να είμαστε η παρ-ουσία του Είναι, δηλαδή το Da–Sein [=το Da του Sein]. Τι είμαστε; Ένα υπο-κείμενο, για το οποίο όλα τα πράγματα είναι αντι-κείμενα που συσκοτίζουν την οδό προς την οντολογική του πηγή.

3. Έτσι καταλήγουμε ως υπο-κείμενο να είμαστε το ον που σκέπτεται υπο-λογιστικά, που μηχανεύεται και μετατρέπει εαυτόν και άλλους σε μηχάνευμα, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να γίνεται κύριος της αλλότριας κατάστασής του, της αν-οικειότητάς του αλλά να παραμένει υπο-κείμενο, δηλαδή υποχείριό της. Ο σύγχρονος άνθρωπος λοιπόν, ως τέτοιο υπο-λογιστικό ον, δεν οικεί τον κόσμο, παρά μόνο τον ανταγωνίζεται, τον υποτάσσει, τον καταδαμάζει, τον εκμεταλλεύεται. Η ως άνω, επομένως, κλήση του ποιητή προς ατένιση του Ανοικτού αποτελεί την πιο αξιόπιστη δυνατότητα του σημερινού ανθρώπου να αφήνει πίσω του την αφηρημένη, ανταγωνιστική, εκμεταλλευτική σχέση υποκειμένου–αντικειμένου, προκειμένου να οικήσει τον κόσμο ποιητικά, δηλαδή να βρεθεί στην ανοικτότητα του Είναι [του]. Αρχίζει όμως να βρίσκεται καθοδόν προς μια τέτοια ανοικτότητα, αφότου είναι μια συνομιλία και μπορεί να ακούει ο ένας τον άλλο. Μια τέτοια συν-ομιλία και συν-ακρόαση υποβαστάζει το Da-Sein μας εντός του χρόνου· του χρόνου, που είναι το σταθερό, το παραμένον, το διαρκές μέσα στη μεταβολή του.

4. Το ποιητικό συμβάν της ακολουθίας 3, που θα γνωρίσουμε στη συνέχεια ως συνομιλία και συν-ακρόαση συνάμα, έρχεται να στηρίξει το Da-Sein μας, με τη μορφή του αγαθού της αρχέγονης γλώσσας, εντός του χρόνου ως του μεταβαλλόμενου παραμένοντος. Η εν λόγω στήριξη τότε εκτυλίσσεται με τον τρόπο της φανέρωσης του Da-Sein μας μέσα στο διανοιγόμενο Είναι, δηλαδή ως εγγύηση πως το ανθρώπινο ον δύναται να υπάρχει μόνο ως χρόνος και ιστορία: α) να είναι το ον που συν-ομιλεί μέσα στο μεταβαλλόμενο παραμένον του χρόνου και κατονομάζει τη φυγή των θεών· β) να πραγματοποιεί την ελευθερία της απόφασης: να πορεύεται προς τα εκεί πίσω, προς την αρχέγονη οντολογική του πηγή, προς την ιστορία του, που «δείχνει ο ερχόμενος θεός». Έτσι αποκτά την ύψιστη δυνατότητα να είναι ο ίδιος ιστορία, ήτοι να ζει αυθεντικά στο παρόν αυτό που συμβαίνει ως παρελθόν, αυτό που έχει ήδη συντελεσθεί και μας καθορίζει· να είναι χρόνος, ήτοι να είναι η ύπαρξη που δεν χάνεται μέσα στη λήθη και το τυχαίο, αλλά βρίσκει τον προ-ορισμό της μέσα από την α-ληθινή επαναπροσέγγιση του παρ-ελθόντος.

Άρτος και Οίνος

Και μάταια κρύβουμε την καρδιά στα στήθη, μάταια μόνο
Το θάρρος μας συγκρατούμε ακόμα, δάσκαλοι εμείς και
μαθητές, γιατί ποιος
Να μας εμποδίσει θα μπορούσε και ποιος να μας απαγορεύσει τη Χαρά;
Θεϊκή φωτιά επίσης μας ωθεί, μέρα και νύχτα,
Να φύγουμε. Έλα λοιπόν! Το Ανοικτό να ατενίσουμε,
Κάτι δικό μας ν’ αναζητήσουμε, όσο κι αν είναι μακριά.
Ένα το σίγουρο είναι· είτε είναι μεσημέρι είτε τραβάει
Ως τα βαθιά μεσάνυχτα, ένα μέτρο πάντα υπάρχει
Για όλους κοινό, όμως για τον καθένα μας ξεχωριστά γραμμένο,
Καθένας πάει κι έρχεται εκεί όπου μπορεί.
Να γιατί! Και τη χλεύη να χλευάσει πρόθυμα μπορεί η ευφρόσυνη μανία,
Όταν αίφνης σε νύχτα ιερή τους αοιδούς συνεπαίρνει.
Γι’ αυτό, έλα στον Ισθμό! Εκεί, όπου η ανοιχτή θάλασσα παφλάζει
Κατά τον Παρνασσό και όπου τους βράχους των Δελφών το χιόνι καταυγάζει,
Εκεί στων Ολυμπίων τη γη, εκεί στου Κιθαιρώνα τα ύψη,
Κάτω απ’ τα πεύκα εκεί, κάτω απ’ τα σταφύλια, απ’ όπου
Η Θήβα προβάλλει χαμηλά κι ο Ισμηνός, στη γη του Κάδμου, ρέει κελαρυστά,
Από κει έρχεται και πίσω προς τα κει δείχνει ο ερχόμενος θεός.

               
Ένα σχόλιο:

Ανοιχτότητα: προς το θείο φως της προσωκρατικής Ελλάδας

1. Ο ουσιώδης λόγος της ποίησης είναι το ιερό. Γι’ αυτό συλλαμβάνει τον κόσμο όχι ως κλειστό κόσμο των αντι-κειμένων, όχι ως φυλακή της καρδιάς μας μέσα στα στήθη, όχι ως απ-αγόρευση της χαράς, της πνευματικής ευωχίας που μας δημιουργεί η προσέγγιση του τόπου των θεών, όχι ως εξόντωση του ενός στοιχείου για χάρη της κατίσχυσης του άλλου, αλλά ως εγκόσμια ιεροφάνεια, όπου το Da-Sein μας δεν εξολοθρεύει τα δεδομένα του κόσμου, αλλά τα διατρέχει ευλαβικά, τα συλ-λέγει για να τα μετουσιώνει σε φωτεινό μονοπάτι ζωής και να μετουσιώνεται και το ίδιο σε οδοιπόρο κατ’ αυτό το μονοπάτι.

2. Ο ουσιώδης λόγος της ποίησης δεν είναι κάτι το αφηρημένο, το άψυχο, το εκ-τεχνισμένο, αλλά αυτός τούτος ο ποιητής που μιλάει. Καλεί τη θεία φωτιά να διαχυθεί. Ο ίδιος ο ποιητής εκ-τίθεται έτσι στο διάπυρο φως του θεού, προκειμένου ως ποιητικό Da-Sein να επιτελέσει το έργο της συλ-λογής. Η επιτέλεση τούτη συντελείται ως ατένιση/ενατένιση της Ανοιχτότητας, ήτοι ως διάνοιξη του πνευματικού-οντολογικού ορίζοντα μέσα από τη διάρρηξη του κλοιού των χρονικών στιγμών: ημέρας και νύχτας. Η ατένιση της ανοικτότητας δεν σημαίνει εξακόντιση του βλέμματος του ποιητικού στοχασμού σε ένα ανεξήγητο επέκεινα, που γεμίζει τους θνητούς με φόβο και ενοχές.

3. Απεναντίας πρόκειται για την ανοικτότητα μέσα στην ιστορία και τον χρόνο: ο ιστορικός τόπος και χρόνος που καλείται να διανοιχθεί το Da του Sein [μας] είναι η Ελλάδα, η αρχαϊκή κυρίως Ελλάδα, η Ελλάδα των Προσωκρατικών. Εκεί συμβαίνει συν-ομιλία και συν-ακρόαση θνητών και θεών· εκεί οι θνητοί συναντούν τον απόκρυφο τόπο της οντολογικής τους βεβαιότητας, γιατί βιώνουν –καταπατώντας το ανάθεμα της λήθης– την ως άνω συν-ομιλία και συν-ακρόαση ως την ιερότητα του κόσμου. Ο θόρυβος, η σύγχυση, ο όλεθρος είναι ξένα στοιχεία γι’ αυτόν τον τόπο-κόσμο, γιατί εκεί τον λόγο τον έχουν οι θεοί. Είναι ο ίδιος λόγος, τον οποίο μέσα στη φιλοσοφία των Προσωκρατικών γνωρίζουμε ως Λόγο-γίγνεσθαι του κόσμου.